ιστορία

Η αστυνομία ενάντια στον Pasolini, ο Pasolini ενάντια στην αστυνομία

Pier Paolo Pasolini

1. “Εκείνος ο μπάσταρδος είναι νεκρός”

ο Elisei Marcello,  19 χρόνων, πεθαίνει στις 3 το βράδυ, μόνος σαν σκύλος στην αλυσίδα σε εγκαταλειμμένο σπίτι. Πεθαίνει μετά από μιαν ημέρα και μια νύχτα ουρλιαχτών, ικεσιών, βογκητών, παρατημένος δίχως φαγητό ούτε νερό, δεμένος από τους καρπούς και τους αστραγάλους σε ένα τραπέζι ενός κελιού της φυλακής Regina Coeli. Έχει βρογχοπνευμονία, βρίσκεται σε κατάσταση σοκ, το κελί είναι παγωμένο. Τα δεσμά μπλοκάρουν την κυκλοφορία του αίματος. Από ένα κοντινό κελί ένας άλλος κρατούμενος, ο νεοφασίστας Paolo Signorelli, ακούει το αγόρι να φωνάζει επί μακρόν, μετά να λαχανιάζει, να ζητά νερό, τέλος η σιωπή. Τι πρωί ζητά να μάθει τι έγινε.  “Εκείνος ο μπάσταρδος πέθανε”, τον διακόπτει ένας ανθρωποφύλακας. Είναι η 29η νοεμβρίου 1959.

ο Marcello Elisei έκτιε μια ποινή τεσσάρων χρόνων και επτά μηνών για κλοπή λάστιχων αυτοκινήτου. Είχε δώσει σημάδια ψυχικών διαταραχών. Ξεκάθαρα σημάδια: είχε καταπιεί καρφιά, που βγήκαν με πλύση στομάχου; την προηγούμενη μέρα είχε χτυπήσει πολλές φορές το κεφάλι ενάντια σε τοίχο, προσπαθώντας να αυτοκτονήσει. Οι γιατροί της φυλακής τον είχαν κατηγορήσει πως  “προσποιούνταν”. Οι ανθρωποφύλακες τον είχαν απομακρύνει με το ζόρι σέρνοντάς τον και τον είχαν δέσει στο παλιοτράπεζο.

Στις 15 δεκεμβρίου παραιτείται ο διευθυντής της φυλακής dicembre Carmelo Scalia, επίσημα για λόγους υγείας. Πέρα από αυτό, για τον θάνατο του Elisei δεν θα πληρώσει κανένας. Έρευνες και δίκες θα απαλλάξουν όλους τους ύποπτους.

Διαβάζοντας για την υπόθεση, ο Pier Paolo Pasolini σοκαρίστηκε. “Δεν ξέρω πως θα μπορούσα να γράψω ένα άρθρο γι αυτό τον φοβερό θάνατο”, δηλώνει στο περιοδικό Noi donne στις 27 δεκεμβρίου 1959. “Όμως σίγουρα είναι ένα επεισόδιο που θα θέσω μέσα σε μια από τις διηγήσεις που έχω στο μυαλό μου, ή ίσως στο μυθιστόρημα »το τρέμουλο του σιταριού»,  Il rio della grana”. Ένα μυθιστόρημα που έμεινε ανολοκλήρωτο, και στην συνέχεια συμπεριλήφθηκε στα υλικά της συλλογής »ο Αλί με τα γαλάζια μάτια»,  Alì dagli occhi azzurri (1965). Εάν θα έπρεπε να γράψω μια έρευνα, προσθέτει, “θα ήμουν απολύτως ανηλεής με τους υπεύθυνους: από τους φύλακες μέχρι τον διευθυντή της φυλακής. Και δεν θα παρέβλεπα να υποδηλώσω την ευθύνη των κυβερνούντων”.

Σήμερα είναι δύσκολο, σχεδόν αδύνατον να αντιληφθούμε και να συλλέξουμε το μέγεθος του διωγμού που υπέστη κάθε μέρα ο Pasolini μέσα σε 15 χρόνια

Η αγωνία και ο θάνατος στην μοναξιά του Marcello Elisei θα σκάψουν βαθιά μέσα στον Pasolini, μέχρι να εμπνεύσουν το φινάλε στην ταινία Mamma Roma (1962). Μα στα 1959 ο Pasolini δεν είναι ακόμη ένας σκηνοθέτης. Είναι 37 χρονών, είναι συγγραφέας συλλογών ποιητικών, σεναρίων και δυο μυθιστορημάτων που έκαναν εντύπωση: Ragazzi di vita και Una vita violenta – Τα παιδιά της ζωής και  »Μια βίαιη ζωή». Έχει ήδη υποστεί προσαγωγή από την αστυνομία, μηνύσεις, δίκες. Για να λογοκριθεί το Ragazzi di vita κινήθηκε άμεσα η πρωθυπουργία. Κι όμως, μπροστά στο φασιστικό stalking, στο αστυνομικό-δικαστικό mobbing και στο λιντσάρισμα από την πλευρά των μέσων επικοινωνίας που ο άνδρας πρόκειται να υποστεί, αυτό ακόμη δεν είναι τίποτα.

Στο συλλογικό βιβλίο Pasolini: cronaca giudiziaria, persecuzione, morte (Garzanti, 1977) – Παζολίνι: δικαστική αναφορά, διωγμός, θάνατος –  ο Stefano Rodotà συμπυκνώνει το ζήτημα σε μια φράση: “ο Pasolini παρέμεινε ακατάπαυστα στα χέρια των δικαστών από το 1960 στο 1975”. Και επίσης, πρέπει να πούμε: Post mortem. Μετά θάνατον. ο Rodotà μιλά για  “μια μόνο δίκη”, μακριά αλυσίδα διερευνήσεων και ακροαματικών διαδικασιών που παρέσυρε τον Pasolini δεκάδες δεκάδων φορές στις αίθουσες του δικαστηρίου, κάποιες φορές περισσότερες από μια την ημέρα, ανάμεσα σε εξευτελισμούς και παρενοχλήσεις, ενώ έξω ο Τύπος τον προσέβαλε, τον έβριζε, τον λιντσάριζε.

2. Η ελεύθερη δημοσιογραφία

“Είμαστε σίγουρα σύμφωνοι ενάντια στον θεσμό της αστυνομίας”.

Ο άνδρας ο οποίος τον ιούνιο του 1968 γράφει αυτά τα λόγια έχει ήδη στις πλάτες του τέσσερις συλλήψεις, 16 μηνύσεις και ένδεκα δίκες σαν κατηγορούμενος, εκτός από τρεις επιθέσεις που δέχτηκε από νεοφασίστες  (όλες τέθηκαν στο αρχείο από την εισαγγελία) και μια έρευνα στο διαμέρισμά του από πλευράς αστυνομίας που έψαχνε όπλα. “Μόλις θα έχω λίγο χρόνο στην διάθεσή μου”, γράφει σε μιαν ανέκδοτη σημείωση, “θα δημοσιεύσω ένα λευκό βιβλίο με μια δωδεκαριά αποφάσεις που αποδόθηκαν εναντίον μου: δίχως σχόλια. Θα είναι ένα από τα πλέον κωμικά βιβλία που δημοσιεύτηκαν στην Ιταλία. Όμως τώρα τα πράγματα δεν είναι πλέον κωμικά. Είναι τραγικά, διότι δεν αφορούν πλέον τον διωγμό ενός αποδιοπομπαίου τράγου […]: πρόκειται τώρα για ένα πλατύ, βαθιά υπολογισμένο έργο καταπίεσης και καταστολής, στην οποίαν έχει αφιερωθεί η πιο οπισθοδρομική και καθυστερημένη πλευρά του Δικαστικού Σώματος με ζήλο…”. Και ακόμη: “Έχω ξοδέψει σχεδόν δεκαπέντε εκατομμύρια σε δικηγόρους, για να με υπερασπίζονται σε δίκες παράλογες και ξεκάθαρα πολιτικές”.

Σήμερα είναι δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να αντιληφθούμε το μέγεθος της δίωξης που κάθε μέρα υπέφερε ο Pasolini για 15 χρόνια. Η έκθεση  Una strategia del linciaggio e delle mistificazioni, »Μια στρατηγική λιντσαρίσματος και παραπληροφόρησης», που εγκαινιάστηκε το 2005 και εδώ και λίγο οργανώθηκε ξανά στην sala Borsa της Bologna, επιστρέφει χαλαρούς απόηχους. Δεν μπορεί παρά να είναι έτσι, για να καταλάβουμε θα έπρεπε να πέσουμε μέσα στην άβυσσο  όπως έκανε ο Franco Grattarola, συγγραφέας του Pasolini. Una vita violentata (Coniglio, 2005), Παζολίνι. Μια βιασμένη ζωή – και να διατρέξουμε την πληθώρα των χτυπημάτων διαμέσου του Τύπου. Να αγγίξουμε με το δάχτυλο μιαν ομοφοβία που σε λερώνει μόνο να την φαντάζεσαι. Να ζυγίσεις όλο το βρεγμένο σώμα άρθρων, πυκνό σαν μια μεγάλη μπάλα με κοπριά και σκουλήκια.

Ανάμεσα στις εφημερίδες διαπιστώνεται κυρίως η Il Tempo, όμως είναι ο περιοδικός τύπος της δεξιάς που βασανίζει τον Pasolini με τρόπο αλήτικο, χουλιγκανισμού, ασταμάτητο. Περιοδικά όπως Lo Specchio και Il Borghese αφιερώνονται στην αποστολή με ενθουσιασμό, με reporter και γραφιάδες αποσπασμένους να καταδιώκουν το θύμα, να το προκαλούν, να το χτυπούν με κάθε ευκαιρία, με τίτλους όπως  “O κώλος χτυπά αριστερά” και του αδιαμφισβήτητου στυλ που σήμερα κληρονομήθηκε από το Libero – για να αναφέρουμε ένα μόνο όνομα.

Στις σελίδες του Borghese ξεχωρίζουν στο killeraggio, στο δολοφονικό σχέδιο θα λέγαμε, ο μουσικός κριτικός  Piero Buscaroli και ο μελλοντικός συγγραφέας και τηλεοπτικός σκηνοθέτης Pier Francesco Pingitore, που ίδρυσε το Bagaglino. Άλλες κατηγορίες και επιθέσεις καταφτάνουν από τον συγγραφέα Giovannino Guareschi και, σε μιαν ευκαιρία, από τον κινηματογραφικό κριτικό  Gian Luigi Rondi, μα η βασίλισσα του antipasolinismo δίχως αμφιβολία είναι η Gianna Preda, ψευδώνυμο της Maria Giovanna Pazzagli Predassi (1922-1981), που συνίδρυσε στην συνέχεια – μαντέψτε – το Bagaglino.

Εορτάζεται ακόμη και σήμερα σε ένα blog της δεξιάς σαν “η κυρία της ελεύθερης δημοσιογραφίας”, “έξω από τον χορό”, “ποτέ ηθικίστρια και μακριά από τον σκοταδισμό” και πάει λέγοντας, η Preda καλλιεργεί εις βάρος του Pasolini μια αυθεντική ομοφοβική εμμονή, σεξοφοβική και – ça va sans dire – ιδεολογική. Συχνά αναφέρεται στον συγγραφέα/σκηνοθέτη αποκαλώντας τον »η Παζολίνα»,  “la Pasolina”. Για τους ομοφυλόφιλους, που περιγράφονται σαν δημιουργοί σκιερών συνωμοσιών, επινοεί τον όρο “pasolinidi”. Προχωρά για χρόνια – συνεχίζοντας και μετά τον θάνατο του PPP – να γράφει πράγματα αυτού του είδους:

[Pasolini] μπόρεσε, με αμετάβλητη άνεση, να συνεχίσει να μπερδεύει τα ζητήματα της κάτω ράχης με εκείνα του αντιφασισμού […] Μια μυστική συμμαχία […] κάνει τους ‘αναποδογυρισμένους’ το πιο πολυάριθμο και στέρεο κόμμα της Ιταλίας; ένα κόμμα που, διαμέσου των διακεκριμένων μελών του, φτάνει στο σημείο να έχει επικεφαλής ή να αποδίδει υπηρεσίες στο Κκι, al Pci […] Ο ‘τοιούτος’ νιώθει, με την μύτη, εκείνο που τον συμφέρει και που πρέπει να ακουμπήσει, εάν δεν θέλει να δώσει λογαριασμό στην κοινή γνώμη για εκείνο που αυτή θεωρεί ακόμη ένα βίτσιο […] Έτσι γεννιέται ένας νέος μύθος… [Να τον γιορτάσουν] αναλαμβάνουν στην συνέχεια οι εφημερίδες της αριστεράς, που καταφέρνουν να καμουφλάρουν με ηρωισμό τον μυστικό φόβο εκείνου ή του άλλου παράνομου ‘capovolto’. Λαμπρές θα είναι οι τύχες των pasolinidi της Ιταλίας. Ήδη αισθανόμαστε τα σημάδια από τις τύχες εκείνων που ανακάλυψαν πολύ αργά την τύχη να είναι  pasolinidi […] Εάν θα έχουμε, λοιπόν, νέες συγκρούσεις με τους μαρξιστές […] πριν σκεφτούμε να προφυλάξουμε το στήθος μας, να ανησυχήσουμε να να κοιτάξουμε να προφυλάξουμε τα νώτα μας…

Η “μέθοδος Boffo” έρχεται από μακριά. Όπως επίσης και οι συνομωσιολογίες γύρω από την κακιά »θεωρία των φύλων»,  “teoria del gender”.

Το αντίστοιχο της  Gianna Preda στο Specchio είναι ο πρώην ρεπουμπλικάνος Giose Rimanelli, κρυμμένος πίσω από το ψευδώνυμο, nom de plume A. G. Solari. Όπως είναι προφανές, παράφρονες επιθέσεις στον Pasolini φτάνουν επίσης από την Secolo d’Italia, μα μια πιο λεπτή επεξεργασία και με επιρροή δολοφονικού χαρακτήρα, di character assassination βρίσκει χώρο στον εθνικοσυντηρητικό λαϊκό τύπο, αυτό περιοδικών όπως το Oggi και Gente.

Πάμε πολύ μακριά, δυστυχώς. ο Pasolini μοιάζει να είναι η λυδία λίθος του χειρότερου. Το 1968 ο σκηνοθέτης Σέρτζιο Λεόνε, που ερωτήθηκε από το Borghese, νιώθει πως επείγεται να σχολιάσει έτσι τις πολεμικές για την ταινία Θεώρημα, sul filmTeorema: “Είμαι βέβαιος πως πολλά φιλμ για την ομοφυλοφιλία έχουν καταφέρει να κάνουν τελείως κανονική και θεμιτή αυτή την μορφή ανώμαλης σχέσης”. Μέχρι και στο manifesto βρίσκονται ομοφοβικά αστεία: “Η θέση [του Pasolini] απλοποιημένη είναι ξεκάθαρη …” (21 ιανουαρίου 1975). Όπως έγραψε ο Tullio De Mauro:

Οι μαύροι χείμαρροι φτάνουν σε σημείο να ρυπάνουν και νερά σχετικά απομακρυσμένα. Η λεκτική γλώσσα δεν είναι μόνο ζήτημα αυτού που λέμε ή ακούμε. Είναι ζήτημα επίσης αυτού που, στην συλλογική μνήμη, περιτριγυρίζει και alona αυτό που είπαμε και ακούσαμε. Αυτό που δεν είπαμε βαρύνει δίπλα σε αυτό που είπαμε, προσανατολίζει την εκτίμησή του και την κατανόησή του. Αυτός που διαβάζει στην Espresso στις 18 φεβρουαρίου  1968 το κομμάτι »ο Παζολίνι ευλογεί τους γυμνιστές»,  Pasolini benedice i nudisti , με φωτογραφίες νεαρού γυμνού να καβαλάει ένα βιολοντσέλο, επηρεάζεται από τις συνέπειες του μαύρου κύματος φασιστικής προέλευσης, αρέσει δεν αρέσει ,έστω και παρά την θέλησή τους, στους συντάκτες του ριζοσπαστικού-σοσιαλιστικού περιοδικού.

Πρόκειται για μιαν πλατιά εκστρατεία για την βοήθεια, ή καλύτερα, για να υποκινήσει όχι μόνο τις αστυνομικές και δικαστικές δράσεις, αλλά και τις φυσικές επιθέσεις από πλευράς φασιστών. Φασιστών που η δικαιοσύνη δεν άγγιξε ποτέ, και που θα καταλήξουν σε διάφορες έρευνες γύρω από την στρατηγική της έντασης, όπως οι Serafino Di Luia, Flavio Campo και Paolo Pecoriello.

Στις 13 φεβρουαρίου 1964, davanti alla Casa dello studente di Roma, μπροστά στην φοιτητική Εστία της Ρώμης, ένα Fiat 600 προσπαθεί να παρασύρει μιαν ομάδα φίλων του Pasolini που υπερασπίζονται αυτό τον τελευταίο από μιαν φασιστική ενέδρα. Οδηγεί το αυτοκίνητο ο Adriano Romualdi, οπαδός του Julius Evola και γυιός  του Pino, βουλευτή και προέδρου του φασιστικού κόμματος ιταλικό κοινωνικό Κίνημα,  Movimento sociale italiano (Msi). Το επεισόδιο αναφέρεται με λεπτομέρειες και τις πηγές τους σε όλες τις βιογραφίες του Pasolini, ενώ παραλείπεται στην Wikipedia στην αναφορά της για τον Romualdi.

ο Pasolini δεν προχωρεί σε καταγγελία, ούτε για τις δυσφημίσεις διαμέσου του Τύπου ούτε για τις φυσικές επιθέσεις που δέχεται. Είναι μια επιλογή προσεγμένη: δεν θέλει να πέσει στο επίπεδο αυτών που τον κυνηγούν και τον κατατρέχουν. Επίσης, εάν προχωρούσε σε καταγγελία δεν θα κατάφερνε άλλο από το να μεγαλώσει την ήδη τεράστια ποσότητα χρόνου που δαπανά στο δικαστήριο.

3. Πως κι έτσι?

Γιατί ένας τέτοιος κατατρεγμός? Γιατί ήταν ομοφυλόφιλος? Μεταξύ των καλλιτεχνών και των συγγραφέων σίγουρα δεν ήταν ο μοναδικός. Διότι ήταν ομοφυλόφιλος και κομουνιστής? Ναι, αλλά δεν φτάνει από μόνο του ούτε αυτό. Διότι ήταν ομοφυλόφιλος, κομουνιστής και εκφράζονταν δίχως καμιά αναστολή ενάντια στην αστική τάξη, την κυβέρνηση, την χριστιανική Δημοκρατία, τους φασίστες, στην εισαγγελία και την αστυνομία? Ναι, αυτό φτάνει. Θα είχε αρκέσει, έτσι κι αλλιώς, για την Ιταλία μιλάμε και εκείνη την συγκεκριμένη Ιταλία.

Pier Paolo Pasolini a Roma, nel 1967. - Franco Vitale, Reporters Associati & Archivi/Mondadori Portfolio
Pier Paolo Pasolini στην Roma, το 1967. (Franco Vitale, Reporters Associati & Archivi/Mondadori Portfolio)

ο Pasolini, έγραψε ο Alberto Moravia, σκανδάλιζε εκείνη “την ιταλική αστική τάξη που μέσα σε τέσσερις αιώνες δημιούργησε τα δυο σημαντικότερα συντηρητικά κινήματα της Ευρώπης, δηλαδή την αντιμεταρρύθμιση και τον φασισμό”.

Η ιταλική αστική τάξη εκδικήθηκε και, με τρόπους πιο πλάγιους, συνεχίζει να εκδικείται. Η φενάκη πως “ο Pasolini βρίσκονταν με την πλευρά της αστυνομίας”, που επαναλαμβάνεται από τους φασίστες, από τους καθώς πρέπει και τους ψεύτικους αντικονφορμιστές του σήμερα, συνεχίζει την  révanche των φασιτών, των καθωσπρεπιστών και των ψευτο αντικονφορμιστών του χθες.

Όπως επίσης η μεταφανάτια απολογία ενός απλοποιημένου Pasolini, γυαλισμένου,  πεπλατυσμένου και αγιοποιημένου από την révanche.

4. “Δεν θα μπορούν να ψεύδονται αιώνια”

Τον μάρτιο του 1960 ο Fernando Tambroni, ήδη υπουργός εσωτερικών και στην συνέχεια οικονομικών, γίνεται αρχηγός μιας κυβέρνησης ενός χρώματος,  Dc. Το εκτελεστικό σχηματίζεται χάρη στις ψήφους των φασιστών. Μόλις δεκαπέντε χρόνια μετά την απελευθέρωση, μια νεοφασιστική δύναμη πλησιάζει στην περιοχή της κυβέρνησης. Διαμαρτυρίες και επεισόδια εκρήγνυνται σε όλη την χώρα. Στις 30 ιουνίου, δεκάδες χιλιάδων διαδηλωτών συγκρούονται με την αστυνομία στην Genova, πόλη εργατική και αντιστασιακή που επιλέχθηκε από το φασιστικό’Msi για το συνέδριό του. Στις 7 ιουλίου, στην Reggio Emilia, αστυνομία και καραμπινιέροι πυροβολούν ενάντια σε συνδικαλιστική διαδήλωση σκοτώνοντας πέντε ανθρώπους. Στις 19 ιουλίου, ο Tambroni παραιτείται.

Το περιοδικό Vie nuove – στο οποίο ο Pasolini κρατά μια στήλη όπου συζητά με τους αναγνώστες – φτιάχνει αμέσως έναν δίσκο για την σφαγή της Reggio Emilia. Πρόκειται για την ηχογράφηση των πυροβολισμών. Στο περιοδικό Vie nuove νούμερο 33, έτος XV, της 20 αυγούστου 1960, ο Pasolini σχολιάζει: “Εκείνο που μας χτυπά, που κάνει εντύπωση […] είναι η οργανωμένη και μηχανική ψυχράδα με την οποίαν η αστυνομία άνοιξε πυρè : οι πυροβολισμοί επαναλαμβάνονται ο ένας μετά τον άλλον, οι ριπές με τις ριπές, δίχως τίποτα να μπορεί να τις σταματήσει, σαν ένα παιχνίδι, σχεδόν με την φιληδονία μια διασκέδασης”.

Είναι οι ημέρες της δίκης του ναζιστή εγκληματία  Eichmann, και ο Pasolini συνδέει τις δυο ιστορίες:

Έτσι σκότωνε αυτός, με εκείνη την κρύα αποστασιοποίηση, με εκείνη την τρελή διάσταση.  Είναι προβλέψιμο πως οι δικαιολογίες των αστυνομικών […] θα είναι καθ’ όλα παρόμοιες με εκείνες  ήδη γνωστότατες… Θα μιλήσουν κι αυτοί για διαταγές, για καθήκον κλπ. […] Η ιταλική αστυνομία… σχεδόν χαρακτηρίζεται σαν στράτευμα ξένης δύναμης, τοποθετημένη στην καρδιά της Ιταλίας. Πως να πολεμήσουμε ενάντια σε αυτή την δύναμη και το στράτευμά της? […] Εμείς έχουμε ένα ισχυρό μέσο αγώνα: την δύναμη του λόγου και της αιτίας, του δίκιου, με την φυσική και ηθική συνοχή και αντίσταση που αυτό δίνει. Με αυτήν είναι που πρέπει να παλέψουμε, δίχως να χάσουμε χτύπημα, δίχως ποτέ να απ;exoyme. Oι αντίπαλοί μας είναι, κριτικά και ορθολογικά, τόσο αδύναμοι όσο αστυνομικά δυνατοί: δεν θα μπορούν να ψεύδονται αιωνίως.

Το 1961 ο Pasolini γυρνά την πρώτη του ταινία, Ακκαττόνε, Accattone. Σε ένα χωριό όπου διαβάζουν ελάχιστα, το σινεμά είναι δυνητικά πιο επικίνδυνο από την λογοτεχνία.
Η αστική αποδοκιμασία, η λογοκρισία και η καταστολή που ξέσπασαν από τις ταινίες του Pasolini (όλα, ουδενός εξαιρουμένου) θα είναι αφάνταστα μεγαλύτερες από εκείνες που ξέσπασαν από τα βιβλία και από τα άρθρα. Εάν μετά σε ένα φιλμ εμφανίζεται ξανά η ιστορία του πως πέθανε Marcello Elisei…

Στα 1962, το τέλος της ταινίας Mamma Roma – film που προκαλεί φασιστικές βιαιότητες και αμέσως απαγορεύεται από την λογοκρισία – δείχνει τον νεαρό Ettore που πεθαίνει στην φυλακή, βογκώντας, μες τον πυρετό και επικαλούμενος την μητέρα του, δεμένος με τα εσώρουχά του δεμένος σε ένα κρεβάτι. “Βοήθεια, βοήθεια, γιατί με βάλατε εδώ?… Δεν μπορώ άλλο, ορκίζομαι, δεν μπορώ άλλο… Είμαι καλός, τώρα… Mamma, πεθαίνω απ’ το κρύο… Είμαι χάλια… Mamma!… Mamma, πεθαίνω’… Είναι όλη νύχτα που βρίσκομαι εδώ πέρα… Δεν μπορώ άλλο…”.

Στις 31 αυγούστου 1962 ο αντισυνταγματάρχης Giulio Fabi, διοικητής της ομάδας καραμπινιέρων της Venezia, μηνύει την Mamma Roma για αισχρότητα και βιάζεται να προσθέσει: “Κάνουμε γνωστό πως ο δημιουργός και σκηνοθέτης Pasolini και ένας από τους ερμηνευτές, ο Citti, θα έπρεπε να έχουν νομικά προηγούμενα παρά του δικαστηρίου της Roma”. Ανάμεσα σε αυτούς που ακολουθούν και εκτιμούν τον Pasolini τριγυρνά η υπόθεση πως είναι η τελική φάση του έργου που ερέθισε το όπλο.

Aπό εδώ κι εμπρός, τον Pasolini θα κατακλύσει ένα ωστικό κύμα λογοκρισίας και καταστολής που δεν έχει αντίστοιχο στην καριέρα των άλλων ιταλών καλλιτεχνών.

5. “Να καταστρέψουμε την εξουσία”

Να το νόημα του επιρρήματος “προφανώς”, που χρησιμοποιήθηκε από τον Pasolini για να ενδυναμώσει μια προϋπόθεση που θεωρεί σημαντική. Είναι τελείως προφανές πως ο PPP είναι ενάντια στον θεσμό της αστυνομίας.

Aκόμη προφανέστερη η αποστροφή που ακολουθεί: “Προσπαθήστε όμως να τα βάλετε με την εισαγγελία, και θα δείτε!”. Εκείνη την εισαγγελία που τόσο κυνήγησε, συνεχίζει και θα συνεχίζει να κατατρέχει τον Pasolini, και μετά τον θάνατό του.

Ξεκινώντας από αυτή την θέση είναι που ο δημιουργός του ποιήματος  »Το Κκι προς τους νέους», Il Pci ai giovani εμπιστεύεται σε έναν σωρό από “άσχημους στίχους” – δικός του ο ορισμός – έναν στοχασμό μπερδεμένο, που αμέσως εκτροχιάζεται και γίνεται ένα ξέσπασμα, μια ευρηματική αντιαστική εκτόνωση. Όπως θα γράψει λίγο μετά: “Με τραυμάτισε πολύ η αστική τάξη, και το μίσος μου προς αυτήν είναι πλέον παθολογικό”.

Μα όμως όσο κι αν αυτό το ευρηματικό του ξέσπασμα μπορεί να είναι τυπικά άσχημο και να του λείπει και focus στα περιεχόμενα, αφού διαβάστηκε ολόκληρο (ολόκληρο, όχι μόνον 4-5 στίχοι αποσπασματικά να κραδαίνονται σαν μπαστούνια από αυτό ή εκείνο το πρωτοπαλίκαρο) είναι δύσκολο να καταλήξει κάποιος πως ο “Pasolini ήταν με την αστυνομία”.

ο Pasolini περιγράφει τους αστυνομικούς που συγκρούστηκαν με τους φοιτητές στην Valle Giulia σαν “ταπεινωμένους από την απώλεια της ποιότητας τους ανθρώπου / για εκείνη του αστυνομικού”. Ο θεσμός της αστυνομίας είναι απάνθρωπος. Γι αυτό οι φοιτητές – “εκείνοι οι χίλιοι ή δυο χιλιάδες αδελφοί μου / που δρουν στο Trento ή στο Torino, / στην Pavia ή στην Pisa, / στην Firenze και λίγο και στην Roma” – είναι πάντως “απ’ την μεριά του δίκιου” και η αστυνομία “απ’ την μεριά του λάθους, της αδικίας”. Εάν δεν γίνεται αυτό αντιληπτό, δεν κατανοούμαι το παράδοξο της πρόθεσης του Pasolini. Η παραδοξότητα του χρειάζεται για να συγκεκριμενοποιήσει πως την αληθινή επανάσταση δεν θα την κάνουν ποτέ οι φοιτητές, διότι είναι παιδιά των αστών. Το πολύ θα μπορέσουν να κάνουν έναν “εμφύλιο πόλεμο”, γενεαλογικό σε αυτή την περίπτωση, μέσα στην αγκαλιά της μπουρζουαζίας. Την επανάσταση, λέει ο Pasolini, μπορούν να την κάνουν όνο οι εργάτες, στους οποίους ο μεγάλος αστικός Τύπος δεν θα γλείψει ποτέ τον κώλο, όπως αντίθετα – στην υπερβολή του Παζολίνι  – κάνει με τους φοιτητές. Είναι οι εργάτες ο αληθινός κίνδυνος για την καπιταλιστική εξουσία, οπότε θα είναι αυτοί που θα υποστούν την πιο σκληρή αστυνομική καταστολή: “Η αστυνομία θα περιοριστεί να αρπάξει λίγες γροθιές μέσα σε κατειλημμένο εργοστάσιο?”, ρητορικά αναρωτιέται ο συγγραφέας. Οπότε, εκεί είναι ακριβώς που πρέπει να βρεθούν οι φοιτητές, εάν θέλουν να είναι επαναστάτες: ανάμεσα στους εργάτες. “Οι Δάσκαλοι γίνονται καταλαμβάνοντας τα Εργοστάσια / όχι τα πανεπιστήμια”. Αλλά πάνω απ’ όλα, οι φοιτητές πρέπει να ξαναπάρουν στα χέρια “το μοναδικό πραγματικά επικίνδυνο εργαλείο / για να πολεμήσουν ενάντια στους πατεράδες [τους] : / δηλαδή τον κομουνισμό”. ο Pasolini τους καλεί να κάνουν δικό τους  Pci, κόμμα που έχει “τον θεωρητικό στόχο” να “καταστρέψει την Εξουσία” (εκείνη την εξάλειψη του κράτους που ο Marx θέτει σαν τελικό στόχο του ταξικού αγώνα και του σοσιαλισμού) μα που κατέληξε σε ανάξια χέρια, τα χέρια  μέτριων καλοντυμένων κυρίων”, “αστών σαν τους ηλίθιους πατεράδες σας”. Καταλάβετε τα γραφεία του Κκι, λέει ο Pasolini, αυτό θα βοηθούσε το κόμμα να  “καταστρέψει, εν τω μεταξύ, ότι αστικό έχει μέσα του”.

Αυτή η προτροπή καταλαμβάνει όλο το δεύτερο μέρος του κειμένου, μα – για δες – δεν αναφέρεται ποτέ.

Το ξέρω, ζαλίστηκες. Σου είχαν πει πως »το Κκι προς τους νέους» μιλούσε καλά για την αστυνομική καταστολή. Είχες ακούσει αποστροφές αυτού του ποιήματος να παρατίθενται από δημόσιους κατήγορους την ώρα που ζητούσαν βαρύτατες ποινές για τους  No Tav. Τις άκουσες από τα χείλια του Belpietro. Τις διάβασες στις ανακοινώσεις του Sap και του Coisp…

6. Ένα πρόστυχο μάντρα

το Il Pci ai giovani δέχτηκε αμέσως επίθεση, και όχι μόνο από τους φοιτητές στους οποίους ασκούσε κριτική. ο Franco Fortini γέμισε τον Pasolini προσβολές. Κάτω από την σώρευση εκείνων των προσβολών, οι κριτικές ήταν δίκαιες. ο Pasolini προσπάθησε να εξηγηθεί, προσπαθώντας να μην καταπιεί το παράδοξό του. Εκείνοι οι στίχοι ήταν “άσχημοι” διότι δεν κατάφεραν  “από μόνοι τους να εξηγήσουν εκείνο που ο δημιουργός [ήθελε] να εκφράσει”. Ήταν στίχοι “’με διπλή σημασία’, ειρωνικοί δηλαδή, αυτοσαρκαστικοί. Όλα ειπώθηκαν μέσα σε εισαγωγικά”. Μίλησε για “boutade”, »ανέκδοτα», di “captatio malevolantiae”, πως, μελίγα λόγια, θέλησε [ο Παζολίνι] να κάνει κακιά εντύπωση, όμως δεν έκανε πίσω ποτέ από το σημείο που είχε διαλέξει και αποφασίσει να υπερασπισθεί: την πρόσκληση στους φοιτητές να  “να κάνουν την τελευταία επιλογή που ήταν ακόμη δυνατή […] υπέρ αυτού που δεν ήταν αστικό”.

Όμως πλέον η φωτιά είχε ήδη ανάψει και θα παρέμενε να αιωρείται στον αέρα η κάπνα από τα αποκαίδια για τα επόμενα πενήντα και βάλε χρόνια που πέρασαν, προς χαράν των “μεταφασιστών”, ciellini, κίτρινων συνδικάτων, αυτών που προσκαλούνται στα talk-show, συγγραφέων που είναι μέσα σε όλα, τα ξέρουν όλα και λένε πολλά,  Παβλοβιανοί σχολιαστές.

Κάθε φορά που εμφανίζεται η κοινωνική σύγκρουση και η αστυνομία επεμβαίνει για να την καταστείλει ξεκινά εκ νέου, όπως το αποκάλεσε ένας κακός δάσκαλος, “το πρόστυχο μάντρα” για το Pasolini που υποστήριζε την αστυνομία και τα γκλομπ της. Με εκείνο το μάντρα δικαιολογήθηκε κάθε προσφυγή στην βία από πλευράς των δυνάμεων της τάξης. Ξύλο, δακρυγόνα που ρίχνονται στο πρόσωπο, τοξικά αέρια, η δολοφονία του Carlo Giuliani, η εισβολή στην σχολή Diaz στην Genova, η αλληλεγγύη του σώματος [της αστυνομίας] στους δολοφόνους του Federico Aldrovandi κλπ. Κατά περιόδους, φράσεις που απομονώνονται από το πλαίσιο μέσα στο οποίο χρησιμοποιούνται για τους διαδηλωτές  “παιδιά των μπαμπάδων τους” και τους προλετάριους αστυνομικούς χρησιμοποιούνται ενάντια στους επισφαλείς, αυτούς που τους κάνουν έξωση από τα σπίτια τους ή πληθυσμούς που αντιστέκονται στην καταστροφή των περιοχών τους.

Υποψιάζομαι όμως πως το μάντρα επιβλήθηκε μόνο αρχίζοντας από τα χρόνια εννενήντα, μαζί με συγκεκριμένες  “οικειοποιήσεις” της σκέψης του Pasolini. Σίγουρα, την περίοδο 1968-75 ουδείς κάτοχος της εξουσίας, κανένα μέλος του μπλοκ της εξουσίας διάβασε εκείνα τα εδάφια σαν πραγματικά απολογητικά της καταπίεσης και της καταστολής. Φτάνει να δούμε το πως εξελίχθησαν οι σχέσεις μεταξύ Pasolini, της αστυνομίας και της εισαγγελίας, και πως αναπτύχθησαν εκείνες ανάμεσα στον Pasolini, το φοιτητικό κίνημα και τις εξωκοινοβουλευτικές αριστερές.

7. “Αντεθνική προπαγάνδα”

Τον αύγουστο του 1968, δυο μήνες μετά την πολεμική για το Il Pci ai giovani, »το Κκι στους νέους», ο Pasolini παίρνει μέρος στην διαμαρτυρία ενάντια στο Φεστιβάλ κινηματογραφικής τέχνης της Βενετίας, καταλαμβάνει το κτίριο του κινηματογράφου στο Lido, υφίσταται την αστυνομική εκδίωξη και δέχεται μιαν ακόμη καταγγελία. Θ α δικαστεί μαζί με άλλους σκηνοθέτες, με την κατηγορία πως  “διατάραξε την ειρηνική κατοχή ακινήτων πραγμάτων άλλου”. Θα απαλλαχθεί τον οκτώβρη του 1969.

Στο περιοδικό Tempo νούμερο 39, έτος XXX, της 21 σεπτεμβρίου 1968, η ρουμπρίκα  Il Caos που κρατά ο Pasolini περιέχει ένα »Γράμμα στον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως»,  “Lettera al Presidente del Consiglio”, που αυτές τις ημέρες είναι ο Giovanni Leone, όχι ακόμη “ενθρονισμένος” né impeached. Ο συγγραφέας κατηγορεί τον ηγέτη της κυβέρνησης για την καταστολή στην Venezia. Όσοι πιστεύουν πως ο Pasolini υπήρξε ενάντια στο ‘68 θα αλλάξουν άποψη διαβάζοντας αυτό το απόσπασμα  (corsivo mio):

Το ’44-’45 και το ’68, αν και μερικώς, ο ιταλικός λαός γνώρισε τι θα πει – ίσως μόνο σε ρεαλιστικό επίπεδο – τι είναι η αυτοδιαχείριση και η αποκέντρωση, κι έζησε, με βια, μιαν απαίτηση, αν και απροσδιόριστη, πραγματικής, άμεσης δημοκρατίας. Η Αντίσταση και το Φοιτητικό Κίνημα είναι οι δυο μοναδικές δημοκρατικές-επαναστατικές εμπειρίες του ιταλικού λαού. Γύρω τους υπάρχει σιωπή και ερημιά : η αδιαφορία, η κρατικίστικη εκφύλιση, οι φριχτές παραδόσεις της Σαβοϊας, των Βουρβώνων, του Παπισμoύ.

ο Leone απαντά με περιφράσεις, ο Pasolini συνεχίζει να στοχεύει απευθείας και στο νούμερο 41 της 5 oκτωβρίου 1968 επιβεβαιώνει: “Εγώ ήμουν παρόν, εκείνο το βράδυ. Και είδα με τα μάτια μου τις βιαιότητες της αστυνομίας”.

Για να ζητήσουν – και τις περισσότερες φορές να κερδίσουν  – την κατάσχεση των έργων του Pasolini ενεργούν σε πρώτο πρόσωπο μέλη των δυνάμεων της τάξης

Δυο μήνες μετά, στο νούμερο 52 της 21 δεκεμβρίου 1968, ο Pasolini σχολιάζει μιαν ακόμη σφαγή από αστυνομικό χέρι  – δυο εργάτες της γης διάτρητοι από σφαίρες στην Avola, στην Sicilia – και υποστηρίζει την πρόταση, που έγινε από ένα Κκι ακόμη μακριά από την υποστήριξη των ειδικών νόμων, για αφοπλισμό της αστυνομίας:

Ο αφοπλισμός της αστυνομίας όντως σημαίνει δημιουργία των αντικειμενικών συνθηκών για μιαν άμεση αλλαγή της ψυχολογίας του αστυνομικού. Ένας αστυνομικός άοπλος είναι ένας άλλος αστυνομικός. Θα κατέρρεε μονομιάς, σε αυτόν, το θεμέλιο της  ‘ψεύτικης ιδέας που έχει για τον εαυτό του’ που η Εξουσία του έχει δώσει, εκπαιδεύοντάς τον σαν ένα αυτόματο.

Σε ένα επεισόδιο της ρουμπρίκας που παρέμεινε αδημοσίευτη και βρήκε ο Gian Carlo Ferretti, ο Pasolini απαντά σε μιαν αναγνώστρια της δεξιάς, κάποιαν  Romana Grandi, πως της έστειλε ένα φυλλάδιο του φασιστικού Msi-Dn pieno γεμάτο προσβολές προς αυτόν και άλλους διανοούμενους: “Μια μικρή προσπάθεια θα μπορούσατε να την κάνετε, μιας και μου γράφετε και ξαναγράφετε πως είστε μια εργαζόμενη: δεν αντιληφθήκατε πως εκείνοι που χτυπήθηκαν από την αστυνομία είναι οι εργαζόμενοι (και οι φοιτητές που αγωνίζονται δίπλα στους εργαζόμενους)?”.

Pier Paolo Pasolini a Roma, nel 1967. - Franco Vitale, Reporters Associati & Archivi/Mondadori Portfolio
Pier Paolo Pasolini στην Roma, το 1967. (Franco Vitale, Reporters Associati & Archivi/Mondadori Portfolio)

Το φθινόπωρο του ’69 – που αποκαλέστηκε θερμό φθινόπωρο – είναι μια περίοδος μεγάλων αγώνων και εργατικών νικών. Στις 12 δεκεμβρίου, σαν απάντηση, εκρήγνυται η βόμβα στην piazza Fontana. Στην συνέχεια, ξεκινά η μασκαράτα για να χτυπηθούν οι αναρχικοί, οι αριστερές και το εργατικό κίνημα. Στις 15 δεκεμβρίου πεθαίνει ο Giuseppe Pinelli. Στις 16 δεκεμβρίου, ο απεσταλμένος της τηλεόρασης για το δελτίο ειδήσεων Tg1 Bruno Vespa κοινωνεί σε εκατομμύρια ανθρώπους πως ο “Pietro Valpreda είναι ο ένοχος, ένας από τους υπεύθυνους για την σφαγή του Milano”. Ο αναρχικός Valpreda καθίσταται το τέρας.

ο Pasolini, Moravia, Maraini, Asor Rosa και άλλοι διανοούμενοι υπογράφουν μιαν έκκληση “ενάντια στην κατασταλτική πλημμυρίδα”. Στην εφημερίδα Borghese της 28 δεκεμβρίου 1969, ο Alberto Giovannini αρπάζει την ευκαιρία και γράφει:

Ανάμεσα στους συλληφθέντες, εκτός απ’ τον Valpreda, που συνηθίζει να γυρνά την πλάτη του όχι μόνο στην μισητή μπουρζουαζία μα και στους αγαπημένους νεανίες, υπάρχουν πολλοί  ‘τραβεστί’ και  ‘αδελφές’; γεγονός που δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο τον P. P. Pasolini, που για όλους τους αναποδογυρισμένους της Ιταλίας είναι, σίγουρα, ο πνευματικός πατέρας, μιας και η αχάριστη φύση […] δεν του έδωσε την ευκαιρία να είναι η μητέρα τους.

Στο νούμερο 2, έτος XXXII, της εφημερίδας Tempo, της 10 ιανουαρίου 1970, ο Pasolini απευθύνεται στον σοσιαλδημοκράτη βουλευτή Mauro Ferri και γράφει:

Ο εξτρεμισμός των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων της αριστεράς δεν οδήγησε με κανέναν τρόπο (είναι πρόστυχο μόνο και να το σκεφτόμαστε) στην σφαγή της Piazza Fontana: αυτός οδήγησε στην τεράστια νίκη των εργατών του μετάλλου. Πριν την δράση του Potere operaio και των άλλων ομάδων έξω από τα κόμματα, τα συνδικάτα κοιμούνταν.

Από την 1 μαρτίου 1971, για δυο μήνες, ο Pasolini εκτελεί χρέη διευθυντή υπεύθυνου της εφημερίδας Lotta Continua, αποδεχόμενος τον κίνδυνο να διερευνηθεί , να του απαγγελθούν κατηγορίες και να δικαστεί για τα περιεχόμενα της εφημερίδας. Όπως και γίνεται στις  18 oκτωβρίου του ίδιου χρόνου, επειδή  “υποκίνησε στρατιωτικούς να μην υπακούσουν τους νόμους […], επιτέλεσε αντεθνική προπαγάνδα και για την ανατροπή των οικονομικών και κοινωνικών κανονισμών που έχουν θεσμισθεί από το Κράτος [και] δημόσια υποκίνησε την διάπραξη εγκλημάτων”. Από τον κώδικα το ανώτερο ποινής προβλεπόμενης: 15 χρόνια κάθειρξης. Μάρτυρες κατηγορίας: αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και αστυνομικοί της δημόσιας ασφάλειας και των καραμπινιέρων.

Μετά από αυτή την κλήση σε δίκη, περιφρονώντας οποιοδήποτε τεκμήριο αθωότητας, η τηλεόραση Rai μπλοκάρει την μετάδοση του προγράμματος του  Enzo Biagi Terza B: facciamo l’appello. Σήμερα είναι μια από τις πιο διάσημες τηλεοπτικές εμφανίσεις του Pasolini, μα πολλοί όμως δεν γνωρίζουν πως είχε λογοκριθεί και μεταδόθηκε μόνο μετά τον θάνατό του, πέντε χρόνια μετά που καταγράφηκε.

Εν τω μεταξύ, για να ζητηθεί – και να επιτευχθεί τις περισσότερες φορές – η κατάσχεση των έργων του Pasolini επιχειρούν άμεσα στελέχη των δυνάμεων της τάξης. Στο Bari, η επιθεωρήτρια της αστυνομίας Santoro σημειώνει την “τρομακτική” αισχρότητα της ταινίας Decameron. Στην Ancona, ενάντια στο ίδιο φιλμ εμφανίζεται καταγγελία του επιθεωρητού της δασικής υπηρεσίας Lorenzo Mannozzi Torini, ο οποίος σύμφωνα με την Wikipedia είναι ένας “πιονιέρος της καλλιέργειας του μανιταριού τρούφα”.

Σίγουρα δοκιμάστηκε όμως δεν πτοήθηκε καθόλου, ο  Pasolini χρηματοδοτεί και γυρίζει μαζί με την κινηματογραφική κολεκτίβα της Lotta continua (Lc) ένα ντοκιμαντέρ-έρευνα γύρω από τα γεγονότα της piazza Fontana και για την κατάσταση των αγώνων στην Italia. Με το σενάριο του Giovanni Bonfanti και του Goffredo Fofi, το ντοκιμαντέρ βγαίνει στα 1972 με  τον τίτλο ’12 δεκεμβρίου’ , 12 dicembre και την διατύπωση “Από μια ιδέα του Pier Paolo Pasolini”.

Aκόμη τον νοέμβρη 1973, όταν η σχέση με την Lc είναι τεταμένη και στα πρόθυρα της ρήξης, ο Pasolini δηλώνει: “Τα παιδιά της Lotta συνεχίζουν να είναι εξτρεμιστές, σύμφωνοι, ίσως φανατικοί και πεισματικά τραχείς από πλευράς κουλτούρας, αλλά τραβούν το σκοινί και, γι αυτό ακριβώς, πρέπει να υποστηριχθούν, το αξίζουν. Πρέπει να θέλεις το πολύ για να κατακτήσεις το λίγο”.

8. “Οι παλιές μας γνωριμίες”

Η τελευταία περίοδος, εκείνη η “κουρσάρικη” και “λουθηρανική”, σημαδεύτηκε από την επαναλαμβανόμενη, αμείλικτη απαίτηση μιας μεγάλης δίκης στην χριστιανική Δημοκρατία, Democrazia cristiana, στα υψηλά της στελέχη, τους ιθύνοντες και τους προύχοντες, στους συνεργούς των πολιτικών της.

Μετά ‘το Κκι στους νέους’ ,Il Pci ai giovani, είναι κάποιες φόρμουλες-shock του Pasolini 1974-’75 που κρατούν τα πρωτεία των αναγνώσεων αυτού με τρόπο προβοκατόριο, χειραγωγημένο.

Για παράδειγμα, απομονώνονται παράδοξα όπως “ο φασισμός των αντιφασιστών” για να υποστηριχθούν οι συγκεντρώσεις της άκρας δεξιάς, αποφεύγοντας να πουν πως ο Pasolini χρησιμοποιούσε την έκφραση για να επιτεθεί στην υποκρισία του  θεσμικού τόξου, το σύνολο των κομμάτων της εξουσίας, εκείνα που – λέει σε μια συνέντευξη τον ιούνιο του 1975 – “θα συνεχίζουν να οργανώνουν άλλες δολοφονίες και άλλες σφαγές, και ως εκ τούτου να εφευρίσκουν τους φασίστες δολοφόνους; δημιουργώντας έτσι μια αντιφασιστική ένταση για να ενδυθούν μιαν αντιφασιστική παρθενιά, και για να κλέψουν από τους κλέφτες τις ψήφους τους; μα, την ίδια στιγμή, διατηρώντας την ασυλία των φασιστικών ομάδων που αυτοί, εάν το επιθυμούσαν, θα τις εξολόθρευαν σε μιαν ημέρα”.

Δίχως το πλαίσιο, το περιβάλλον τι απομένει? Μια χούφτα από εικόνες – οι πυγολαμπίδες, το τέλος του αγροτικού κόσμου, τα αναγνωρίσιμα σώματα των μακρυμάληδων – που έχουν μειωθεί σε cliché και καταστεί αβλαβείς. Παραμένει ο » φτιαχτός μύθος” ενός ψευτοPasolini light και lactose-free, που πίνει στην υγειά της ίδιας κυρίαρχης κουλτούρας που τον κυνηγά, που πίνει μαζί με τους δημοσιογράφους κληρονόμους αυτών που τον συκοφαντούσαν και τους πολιτικούς κληρονόμους αυτών που του επιτίθονταν στον δρόμο.

Στις 8 oκτωβρίου 1975, στην εφημερίδα  Corriere della Sera, ο Pasolini σχολιάζειτην αναμετάδοση του Accattone από πλευράς της τηλεόρασης Rai. Σην ταινία του μετην οποίαν πρωτοεμφανίζεται, γράφει, μετέφερε στην επιφάνεια δυο φαινόμενα συνέχειας ανάμεσα σε φασιστικό καθεστώς και καθεστώς χριστιανοδημοκρατίας: “Πρώτον, o διαχωρισμός του υποπρολεταριάτου σε μιαν περιθωριοποίηση όπου όλα ήταν διαφορετικά; δεύτερον, η αδίστακτη, εγκληματική, αδιαφιλονίκητη βία της αστυνομίας”.

Στην φασιστική αστυνομία της Madrid και Barcellona, γράφει ο Pasolini, βλέπουμε την δική μας αστυνομία

Όσον αφορά το πρώτο φαινόμενο, γράφει ο Pasolini, η κοινωνία της κατανάλωσης  “ενσωμάτωσε” και ομολογοποίησε και τους υποπρολετάριους επίσης, τις συνήθειές τους, τα σώματά τους. Όθεν, ο κόσμος που παρουσιάζεται στο Accattone τέλειωσε για πάντα.

Πέρασε λίγος χρόνος, εκείνα όμως τα μέρη της Ρώμης άλλαξαν. ο Pasolini τα διασχίζει και πίσω από κάθε σταυροδρόμι, πίσω από κάθε κτίριο, πίσω από κάθε μάζωξη νέων βλέπει – σε μιαν αλληλεπικάλυψη θολή ελαφρά – πως ήταν το σταυροδρόμι, το κτίριο κι εκείνοι οι νεαροί πριν λίγο καιρό. Όλα φαινομενικά μοιάζουν, όμως ο συναισθηματικός τόνος άλλαξε, η βαθιά νότα είναι αγνώριστη.  Για μιαν δυναμική ψυχογεωγραφική καταγραφή επάνω σε αυτό το “διπλό παιχνίδι” σας παραπέμπω στην βόλτα του Merda στο Petrolio, Σημειώσεις 71-74a.

Mα τι λέει ο  Pasolini για το δεύτερο φαινόμενο συνέχειας ανάμεσα στο φασιστικό καθεστώς και εκείνο το χριστιανοδημοκρατικό? “Σε αυτό επάνω το σημείο όλοι αμέσως καταλαβαινόμαστε”, γράφει, και ξέρει πως προκαλεί. Μιλά στους αναγνώστες του Corsera, που δεν μπορούν να αποδεχθούν αυτόν και όλους εκείνους που συμφωνούν θεωρώντας “αδίστακτη ” και  “εγκληματική” της αστυνομική βία.

Ma l’autore è adamantino: “È inutile spendere parole. Parte della polizia è ancora così”. Ακολουθεί μια αναφορά στην ισπανική αστυνομία, την guardia civil του φρανκικού καθεστώτος. Αναφορά αδιανόητη σήμερα, γι αυτούς που δεν γνωρίζουν τις συνέβαινε στην Ισπανία εκείνες τις μέρες.   Να ένας τίτλος από την l’Unità της 5 oκτωβρίου 1975: “Βασανιστήρια στην  Madrid. / Χρησιμοποιήθηκε από την φρανκική αστυνομία με συστηματικό τρόπο ενάντια σε τουλάχιστον 250 βάσκους. – Τα συμπεράσματα μιας έρευνας της Amnesty International – Μαρτυρίες ανατριχιαστικές”.

Το πέρασμα είναι ταχύτατο, αλλά όχι ρηχό, επιφανειακό. Μας δείχνει έναν άλλο “διπλό κόσμο” εκτός φάσης. Στην φασιστική αστυνομία της Μαδρίτης και Βαρκελώνης, γράφει ο Παζολίνι, βλέπουμε ξανά την δική μας αστυνομία, “τις δικές μας παλιές γνωριμίες σε όλη την απαίσια λαμπρότητά τους”.

9. Ο άνθρωπος που χαμογελά

Τρεις εβδομάδες αργότερα, την νύχτα μεταξύ 1 και 2 νοεμβρίου, το σώμα του Pasolini κείτεται στην λάσπη της Ostia, σφαγιασμένο, έχοντας καταστεί ένα μοναδικό κουρέλι ποτισμένο με αίμα.

Τώρα, για να κλείνουμε, δανείζομαι τα λόγια του Roberto Chiesi:

Εάν κοιτάξετε ανάμεσα σε εκείνες τις φοβερές φωτογραφίες με την εύρεση του πτώματος του Pasolini, υπάρχει μια, ίσως η φοβερότερη, που δείχνει το αναποδογυρισμένο σώμα κακοποιημένο, με γύρω του κάποιους ερευνητές και αστυνομικούς που κάθονται στα γόνατά τους. Ειδικότερα υπάρχει ένας αστυνομικός καθισμένος πλάι στο πτώμα του Pasolini, που χαμογελά. Η φωτογραφία τον δείχνει με τρόπο κατηγορηματικό: είναι ένα χαμόγελο εμπαιγμού, περιφρόνησης. Αυτή η εικόνα είναι σαν ένα δείγμα της χειρότερης Ιταλίας, αυτής που αρνούμαστε, συμπυκνωμένης σε εκείνη την ασπρόμαυρη εικόνα, που εμφανίστηκε στις πρώτες σελίδες πολλών εφημερίδων της εποχής.

ο Pasolini συνέχιζε να είναι ενάντια στην αστυνομία, η αστυνομία συνέχιζε να είναι ενάντια  Pasolini.

http://www.micciacorta.it/sezione/novita/libri/

ιστορία

Η Ιταλία και η μπάντα Καβαλλέρο L’Italia del boom e la banda Cavallero

του Marc Tibaldi

BologniniΣυνέντευξη  στον Claudio Bolognini, συγγραφέα του μυθιστορήματος I ragazzi della Barriera Τα παιδιά του Φράγματος

Από τα χρονικά στο μυθιστόρημα, από την έμπνευση στην ανταπόκριση και το χρονικό τα σύνορα είναι φευγαλέα, συχνά ανεπαίσθητα. ο Claudio Bolognini προσπαθεί να περπατήσει πάνω σε αυτό το σύνορο στο βιβλίο του που μιλά για την ιστορία της μπάντας Καβαλλέρο, I ragazzi della barriera. La storia della banda Cavallero (Agenzia X, 219 σελίδες, 14 ευρώ), μυθιστόρημα που διατρέχει τις προσωπικές και πολιτικές υποθέσεις κάποιων ανδρών και για τις συνθήκες και τις περιστάσεις που έκαναν αυτούς μια μπάντα ληστών. Μια υπόθεση που θα ήταν αδιανόητη και ανεπανάληπτη στην κοινωνία του ελέγχου, ανάμεσα σε τηλεκάμερες και συσκευές ασφάλειας, που μπορεί όμως να μας προσκαλέσει να σκεφτούμε αναλογίες και διαφορές μεταξύ των δυο εποχών, να διατρέξουμε με κριτικό τρόπο την πρόσφατη ιστορία της Ιταλίας του οικονομικού. Στο μυθιστόρημα διερευνάται, όπως κανείς δεν έχει κάνει μέχρι σήμερα, για τις πολιτικές και οικονομικές αιτίες αυτών των υιών της φορντικής Torino. Ο αναγνώστης συνοδεύεται, βήμα βήμα, να ακολουθήσει την ζωή αυτών των ληστών μέχρι τον τραγικό επίλογο αίματος και φυλακής. Στις 25 σεπτεμβρίου 1967 στο Milano διαμείφθηκε η τελευταία αιματηρή ληστεία της μπάντας, το νέο αναπήδησε σε όλα τα δελτία ειδήσεων και τα χρονικά εκείνου του καιρού ασχολήθηκαν επί μακρόν για εκείνη που αποκαλέστηκε η μπάντα, la banda Cavallero. Αυτό που εκείνες οι εκθέσεις παρέλειψαν να μας πουν ήταν πως εκείνοι οι άνδρες έφτασαν στο σημείο να πράξουν εκείνες τις ληστείες, και πάνω απ’ όλα το γιατί. Και είναι εκεί που γεννιέται αυτό το μυθιστόρημα.

Γιατί αποφασίσατε να αφιερώσατε ένα μυθιστόρημα στην banda Cavallero?

Πριν ένα χρόνο περίπου, στην διάρκεια των ερευνών για το στήσιμο του μυθιστορήματός μου »Ψηλά τα χέρια»,  Mani in alto, αφιερωμένο στην banda Casaroli, μια μπάντα ληστών που έδρασε στην Bologna στα χρόνια Πενήντα, συχνά έπεφτα επάνω σε άρθρα για την μπάντα Cavallero και ύστερα από μια διεξοδική εμβάθυνση παρατήρησα με δυσαρέσκεια πως την ιστορία τους την είχαν διηγηθεί με τρόπο πάντα διαστρεβλωμένο, ξεχνώντας τελείως τα αρχικά πολιτικά ιδανικά που είχαν οδηγήσει στην δράση αυτούς τους νεαρούς προλετάριους. Εργάστηκα πολύ για να συλλέξω υλικό αρχείου, μελετώντας τις φωτογραφίες της εποχής που αποδίδουν την ατμόσφαιρα εκείνων των χρόνων καλύτερα από πολλά άρθρα, τριγυρίζοντας τους δρόμους της συνοικίας.  Σημαντική υπήρξε επίσης η άποψη του Il Bandito della Barriera, »Ο Ληστής του Φράγματος», ενδιαφέροντος ντοκυμαντέρ για τον  Pietro Cavallero, του Maurizio Orlandi, με πολλές συνεντεύξεις προσώπων που τον είχαν γνωρίσει.  Ανακάλυψα ξανά ένα βιβλίο που είχα διαβάσει από παιδί, ήτοι το L’evasione impossibile του Sante Notarnicola, »Η αδύνατη απόδραση» (που δημοσιεύτηκε το 1972 από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli). Σε εκείνο το βιβλίο, πριν περάσει στον αγώνα των κρατουμένων στον οποίον υπήρξε πρωταγωνιστής, ο Notarnicola μιλά για την τορινέζικη μπάντα. Ξεκίνησα από εκείνες τις σελίδες.

Ρεαλιστικό και αληθινό. Στο τέλος του μυθιστορήματος υπάρχει ένα προσάρτημα πολύ όμορφο αφιερωμένο στην συνάντησή σου με τον Sante Notarnicola.

Ναι, στον Sante άρεσε πολύ το γραπτό μου, η δική του υπήρξε μια μαρτυρία που κάνει το μυθιστόρημα ακόμη πιο μυθιστόρημα και την ιστορία πιο αληθινή. Για να το γράψω χρησιμοποίησα μια προσωπικότητα φανταστική, έναν αδελφικό φίλο που θα ξέρει να κοιτάξει την υπόθεση από μέσα και απ’ έξω, μη προδίδοντας ποτέ τους συντρόφους του, μα που όταν η ομάδα αρχίζει τον κύκλο των ληστειών αποφασίζει να μην πάρει μέρος.

Tο μυθιστόρημα είναι επίσης μια διατομή της Ιταλίας του οικονομικού boom, της ανθρωπολογικής μετατροπής που αναλύθηκε εκείνα τα χρόνια από τον Pasolini. Mα ενώ ο Pasolini – παρά την οξεία ευαισθησία του και την κουλτούρα του – σταματά στην ανάλυση της κοινωνικής κατάστασης, η banda Cavallero – καλώς ή κακώς – δρα.

Προσπάθησα να διηγηθώ την Ιταλία των χρόνων ’60, την κληρονομιά των ιδανικών της Αντίστασης και την ζωή στα στέκια του κομουνιστικού κόμματος  PCI – που ήταν τα ηθικά θεμέλια των μελών της μπάντας. Και στην συνέχεια η μετανάστευση από τον Νότο, οι εργατικές συνοικίες και η σκληρή δουλειά στο εργοστάσιο, μα και οι γιορτές, η μουσική, το ποδόσφαιρο. Τόσο ο  Pasolini όσο και τα παιδιά της banda Cavallero – όπως και στην συνέχεια πολλοί άλλοι νέοι των χρόνων ’70 – αισθάνθηκαν προδομένοι από το Κκι,  dal Partito Comunista. Οι αντιδράσεις υπήρξαν διαφορετικές, είναι αλήθεια πως ο Pietro Cavallero ήταν πολύ πολιτικοποιημένος πριν από τον σχηματισμό της ομάδας, αλλά είναι επίσης αλήθεια πως στην banda έλειψε τελείως ένα πολιτικό σχέδιο. Η banda Cavallero είναι μια εμπειρία προ-πολιτική. ο Notarnicola στα επόμενα χρόνια, στην φυλακή, διασχίζοντας τους αγώνες, ωρίμασε παραπέρα την δέσμευσή του, την στράτευση και την αγωνιστικότητά του.

Η  banda Cavallerò διέγειρε εκείνη την εποχή ένα ενδιαφέρον από τα μέσα επικοινωνίας πολύ δυνατό. Και από την μπάντα Carlo Lizzani εμπνευστήκατε σαφώς για το δικό σας  “Banditi a Milano”, ‘Ληστές στο Μιλάνο’. Το τέλος της μπάντας και η μιλανέζικη δίκη στην ίδια αποτελούν την καμπή ανάμεσα στο πριν και το μετά του ’68. οι Pietro Cavallero, Sante Notarnicola και Adriano Rovoletto – μετά την ανάγνωση της απόφασης που τους καταδίκαζε σε ισόβια – σηκώθηκαν όρθιοι και με την γροθιά σφιγμένη ψηλά τραγούδησαν το τραγούδι »Τα παιδιά του συνεργείου», Figli dell’officina, πολύ γνωστό ύμνο αναρχικό της εργατικής παράδοσης. 

Λίγους μήνες πριν την δίκη υπήρξε ο παρισινός Μάης, είναι πιθανόν πως εκείνα τα γεγονότα αναβίωσαν τις πεποιθήσεις καταγωγής της ομάδας. Ενώ αντιθέτως – πάντα λίγο χρόνο πριν τη δίκη – βγήκε το Banditi a Milano, Ληστές στο Μιλάνο με πρωταγωνιστές τους Gian Maria Volontè και Tomas Milian. Μεταξύ της σύλληψης και της δίκης περνούν μόνο λίγοι μήνες, οπότε σύντομα υπήρξε ένα πραγματικό istant-film, που δημιουργήθηκε και γυρίστηκε μέσα σε πολύ λίγο χρόνο από τον Lizzani, που σαν καλός διανοούμενος οργανικός στο PCI – έμμεσα ή άμεσα υπό την επήρεια των ηθικιστικών μηχανισμών του Κόμματος, που εκείνα τα χρόνια φοβάται και τις νεανικές εξεγέρσεις – διαγράφει τα αρχικά ιδεώδη της μπάντας και την ενεργή στράτευσή τους στην έδρα Banfo του κόμματος και υποβιβάζει τις δράσεις των στελεχών της σε απλή συνέπεια των οικονομικών και κοινωνιολογικών αλλαγών της περιόδου. Πάντως πέντε χρόνια πριν το Κόμμα είχε ήδη διαχωρίσει την θέση του σε σχέση με τα γεγονότα της  Piazza Statuto, όταν χαρακτήρισε “ανεξέλεγκτα στοιχεία”, “scalmanati” e “ανεύθυνους” τους πρωταγωνιστές εκείνης της εξέγερσης, πόσο μάλλον να μπορούσε με κάποιον τρόπο να αντιληφθεί και να δικαιολογήσει την χρήση πιστολιών και ληστειών. Παρεπιπτόντως, θυμάμαι πως ήταν πάνω από χίλιοι οι εργάτες που συνελήφθησαν και καταγγέλθηκαν, και ακόμα περισσότεροι πήραν μέρος στις συγκρούσεις.  Το film του Lizzani – που έχει επίσης τα πλεονεκτήματά της – ήταν έτσι κι αλλιώς μια ταινία αυθεντική, πρωτότυπη που έκανε την αρχή σε ένα επιτυχές είδος, το αστυνομικό αλλ ιταλιάνα (θα ακολουθήσουν La Polizia ringrazia, Milano violenta, La polizia ha le mani legate, etc).

Ένα από τα συνδετικά νήματα της γραφής σου είναι η μνήμη.

Συχνά ξεκίνησα από αποσπάσματα μνήμης που στην συνέχεια διάρθρωσα με μορφή βιογραφίας, μυθιστορήματος, διήγησης, από τα αθλητικά έργα του Pierino Ghetti, ποδοσφαιριστού της Bologna των χρόνων ’70, σε εκείνες του Dante Canè, πρωταθλητού πυγμαχίας, από τα παιχνίδια των παιδιών στην βιογραφία των κινουμένων σχεδίων (με τα σχέδια του Fabrizio Fabbri) του Giorgio Morandi. Εγώ αρκούμαι να μιλώ για τις υποθέσεις προσπαθώντας να βρω διαφορετικές οπτικές, τα βιβλία μου περισσότερο από μια εργασία πλοκής είναι η παρουσίαση διαφορετικών απόψεων. Προσπαθώ να καταστήσω ελκυστική την πραγματικότητα των γεγονότων, συνομιλώντας με την ιστορία και – με κάποιον τρόπο – με την επικαιρότητα. Για παράδειγμα, όταν για να ενημερωθώ επισκέφτηκα τις γειτονιές του Torino, αντιλήφθηκα πως, εάν σε εργατικό επίπεδο είχαμε υποστεί μια μετατροπή τεράστια, η κατάσταση των μεταναστών από τον Νότο του κόσμου που τώρα ζουν σε εκείνους τους δρόμους είναι παρόμοια με εκείνη των νότιων εσωτερικών μεταναστών των χρόνων ’60, να λοιπόν πως μπόρεσα να πλάσω καλύτερα κάποιες καταστάσεις για να δημιουργήσω σχέσεις-διασυνδέσεις που να μπορούν να μας κάνουν να σκεφτούμε και να διαλογιστούμε ακόμη και σήμερα.

Τα τελευταία χρόνια παρακολουθούμε ένα είδος “δικτατορίας του vintage”. Μπορούμε να παρατηρήσουμε τάσεις που ανακτούν στυλ των περασμένων δεκαετιών και τα μυθοποιούν, σχεδόν μια παράλυση έμπνευσης που αρνείται να δημιουργήσει και να φανταστεί νέα σενάρια. Είναι ένα φαινόμενο που υπογραμμίζει την ανικανότητά μας να διαβάσουμε και να αναλύσουμε το παρόν. Σε αυτή την δικτατορία “dittatura del vintage” διατρέχουν τον κίνδυνο να μείνουν μπλεγμένοι και οι συγγραφείς που διηγούνται και μυθοποιούν φιγούρες επαναστατών και κινημάτων του παρελθόντος. Το μυθιστόρημά σου μου φάνηκε πως δεν διατρέχει αυτό τον κίνδυνο, δεν μυθοποιεί τίποτα παρά το ότι διηγείται με τρόπο συμμετοχικό τα συμβάντα της  banda Cavallero.

Ναι, προσπάθησα να μην δώσω έμφαση, να μην κάνω κρίσεις, διακινδυνεύοντας μάλιστα μιαν σχετική δημοσιογραφική περιγραφικότητα και ψύχρα, τέλος πάντων μιαν γραφή αποστασιοποιημένη αλλά που την ίδια στιγμή συμμετείχε σε αυτά που περιέγραφε. Το εγώ-αφηγητής, όπως συχνά συμβαίνει γι αυτόν που γράφει, έχει στο βάθος και κάποια σημάδια βιογραφικά. Επίσης υπάρχει ένα είδος φιλικής κατανόησης, δίχως όμως γι αυτόν τον λόγο να δημιουργεί ήρωες, που δεν θα χρειάζονταν τόσο στην ιστορία όσο και στην επικαιρότητα.

ο Claudio Bolognini δημοσίευσε πολλά βιβλία αφηγήσεων και μυθιστορήματα, ανάμεσα στα οποία  “Apache”, “Mani in alto”, “Tana libera tutti”. Μαζί με τον Fabrizio Fabbri έγραψε την βιογραφία με κινούμενα σχέδια του Giorgio Morandi.

I ragazzi della barriera. La storia della banda Cavallero

Agenzia X, 219 pagine, 14 euro

Agenzia X, via Giuseppe Ripamonti 13, 20136 Milano tel. + fax 02/89401966
www.agenziax.it – info@agenziax.it facebook.com/agenziax – twitter.com/agenziax

L’Italia del boom e la banda Cavallero

http://contropiano.org/rdc/documenti/item/33963-l-italia-del-boom-e-la-banda-cavallero

ιστορία

6 νοεμβρίου 1985: το Μ-19 επιτίθεται στο δικαστικό μέγαρο της Μποκοτά. 6 novembre 1985: l’M-19 assalta il palazzo di giustizia di Bogotà

Παρασκευή 06 Noεμβρίου 2015 07:43

6 νοεμβρίου 1985: το M-19 επιτίθεται στο δικαστικό μέγαρο της Bogotà

alt

Είναι η 6η νοεμβρίου 1985, όταν μια ομάδα ανταρτών του Κινήματος της 19ης Απριλίου,  quando un commando di guerriglieri del Movimiento 19 de Abril , επιτίθεται και καταλαμβάνει το δικαστήριο της Bogotà. Η επιχείρηση τοποθετείται σε μιαν περίοδο κατά την οποίαν ανοίγονται προς τα έξω οι αντάρτικες ομάδες, που στην Colombia ελέγχουν δραστικά μεγάλα κομμάτια περιοχών της χώρας, και προς τη νέα συντηρητική κυβέρνηση Betancur.

Η θέληση του νεοεκλεχθέντος προέδρου είναι να ξεκινήσει έναν διάλογο ειρήνης με τους μαχητικούς σχηματισμούς για να συζητήσουν γύρω από την κρίση και γύρω από πιθανές λύσεις της σύγκρουσης. Τόσο το M-19 όσο και οι Farc αποδέχονται σε πρώτη φάση τις προτάσεις του Betancur, που όμως δεν συναντούν το χειροκρότημα των μεγάλων ιδιοκτητών γης. Αυτοί τις θεωρούν δίχως νόημα παραχωρήσεις στους ανατρεπτικούς, και εργάζονται για την δημιουργία νέων παραστρατιωτικών ομάδων που συνεχίζουν την επιθετική δραστηριότητα στις απελευθερωμένες από τον ανταρτοπόλεμο περιοχές.

Η διαρκής επιτροπή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα καταγγέλλει την εξαφάνιση 80 αιχμαλώτων σε έναν χρόνο, παρουσιάζοντας με ντοκουμέντα τα βασανιστήρια προς τους πολιτικούς κρατούμενους και 300 παράνομες εκτελέσεις. Ο συνολικός αριθμός των εξαφανισθέντων αγωνιστών φθάνει στους  325.

Είναι λοιπόν μέσα σε αυτές τις συνθήκες ανανεωμένων εχθροπραξιών ανάμεσα στον στρατό και τους επαναστάτες που τοποθετείται η απόφαση του M-19 (που πήρε το όνομά του από την ημερομηνία της εκλογικής νοθείας της 19 απριλίου 1970) να πραγματοποιήσει την έφοδο στο δικαστικό μέγαρο της πρωτεύουσας.

Tριακόσιοι πενήντα δικαστές κρατούνται όμηροι από κάτι παραπάνω από τριάντα αντάρτες. Στην διάρκεια της εφόδου ανακατάκτησης από τον στρατό, θα χάσουν την ζωή τους όλοι οι μαχητές και πάνω από πενήντα δικαστές. Οι έρευνες δείχνουν πως τους δικαστικούς σκότωσαν οι σφαίρες των στρατιωτών και όχι των ανταρτών, τα στελέχη του M-19 υποστηρίζουν λοιπόν πως ο στρατός επέλεξε εσκεμμένα να σκοτώσει τους δικαστικούς του ανωτάτου δικαστηρίου για να δυσφημήσει το M-19, και συγχρόνως να προστατέψει τα συμφέροντα των καρτέλ του εμπορίου ναρκωτικών.

Pubblicato in STORIA di CLASSE δημοσιεύτηκε στην Ταξική Ιστορία

ιστορία

PIER PAOLO PASOLINI – «IO SO»

ιστορία

Η κακοδαιμονία των Ελλήνων: Μια σπάνια συνέντευξη του Οδ. Ελύτη

elytis

Το Insider δημοσιεύει μια σπάνια συνέντευξη που έδωσε ο Οδυσσέας Ελύτης στον Ρένο Αποστολίδηστην Ἐφημερίδα «Ἐλευθερία» στις 15 Ιουνίου του 1958. Ο μοναδικός λόγος του Ελύτη παραμένει δραματικά επίκαιρος.

________________________________

Ζητεῖται ἡ γνώμη σας, κύριε Ἐλύτη, ἡ ἐντελῶς ἀνεπιφύλακτη καί ἀδέσμευτη, ἐπάνω σέ ὅ,τι θεωρεῖτε ὡς τήν πιό κεφαλαιώδη κακοδαιμονία τοῦ τόπου. Ἀπό τί κυρίως πάσχουμε καί τί πρωτίστως μᾶς λείπει; Ποιά θά ὀνομάζατε «πρώτη μάστιγα» τῆς νεοελληνικῆς ζωῆς;

Ἀπό τί πάσχουμε κυρίως; Θά σᾶς τό πῶ ἀμέσως: ἀπό μιά μόνιμο, πλήρη, καί κακοήθη ἀσυμφωνία μεταξύ τοῦ πνεύματος τῆς ἑκάστοτε ἡγεσίας μας καί τοῦ «ἤθους» πού χαρακτηρίζει τόν βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ στό σύνολο του!

Ἄ! Ἀρχίσαμε!… Μόνιμος, πλήρης καί κακοήθης ἀσυμφωνία!…

Βεβαίως! Ἀλλ᾿ ἀφῆστε με νά συνεχίσω. Αὐτή ἡ ασυμφωνία δέν εἶναι μιά συγκεκριμένη κακοδαιμονία, εἶναι, ὃμως, μιά αἰτία πού ἐξηγεῖ ὃλες τίς κακοδαιμονίες, μικρές καί μεγάλες, τοῦ τόπου αὐτοῦ. Ἀπό τήν ἡμέρα πού ἔγινε ἡ Ἑλλάδα κράτος ἕως σήμερα, οἱ πολιτικές πράξεις, θά ἔλεγε κανένας, ὅτι σχεδιάζονται καί ἐκτελοῦνται ἐρήμην τῶν ἀντιλήψεων γιά τή ζωή, καί γενικότερα τῶν ἰδανικῶν πού εἶχε διαμορφώσει ὁ Ἑλληνισμός μέσα στήν ὑγιή κοινοτική του ὀργάνωση καί στήν παράδοση τῶν μεγάλων ἀγώνων γιά τήν άνεξαρτησία του. Ἡ φωνή  τοῦ  Μακρυγιάννη δέν ἔχει χάσει, οὔτε σήμερα ἀκόμη, τήν ἐπικαιρότητά της. Σημειῶστε ὅτι δέν βλέπω τό πρόβλημα ἀπό τήν ἀποκλειστική κοινωνική του πλευρά, οὔτε κάνω δημοκοπία.
Δημοκοπία ἀσφαλῶς ὄχι. Πολιτική, ὅμως, ναί. Τό ἐντοπίζετε, δηλαδή, [τό πρόβλημα] κυρίως μέσα στόν χώρο τῆς πολιτικῆς – ἤ κάνω λάθος; Στό κέντρο μάλιστα τοῦ δικοῦ της χώρου. Ἐκεῖ μᾶς πάει τό πρόβλημα πού θέσατε, τῶν σχέσεων μεταξύ λαοῦ καί ἡγεσίας.
Μά ναί. Γιατί εἶναι βασικό. Εἶναι πρῶτο… κι ἄς εἶμαι ποιητής, ἐγώ πού τό λέω, μακριά πάντα ἀπό τήν «πολιτική». Κοιτάξτε: ὁ λαός αὐτός κατά κανόνα ἐκλέγει τήν ἡγεσία του. Καί ὅμως, ὅταν αὐτή ἀναλάβει τήν εὐθύνη τῆς ἐξουσίας –εἴτε τήν ἀριστοκρατία ἐκπροσωπεῖ εἴτε τήν ἀστική τάξη εἴτε τό προλεταριάτο–, κατά ἕναν μυστηριώδη τρόπο ἀποξενώνεται ἀπό τή βάση πού τήν ἀνέδειξε, καί ἐνεργεῖ σάν νά βρισκόταν στό Τέξας ἤ στό Οὐζμπεκιστάν!
Στό Τέξας καί στό Οὐζμπεκιστάν; Ποιητικές χῶρες!… Ἤ μήπως θέλετε νά πεῖτε: «Σάν νά βρισκόταν στή χώρα τοῦ ἑκάστοτε ρυθμιστικοῦ ‘‘ξένου παράγοντος’’; Τοῦ ἑκάστοτε… ‘‘προστάτου’’ μας;» Μήπως ἐκεῖ ἀκριβῶς ἔγκειται τό κακό;
 
Τό εἶπα μέ τρόπο, ἀλλά βλέπω ὅτι τό θέλετε γυμνό. Καί δέν ἔχω ἀντίρρηση νά τό ξαναπῶ φανερά, καί πιό ἔντονα: ἕνας ἀπό τούς κυριότερους παράγοντες τῶν «παρεκκλίσεων» τῆς ἡγεσίας ἀπό τό ἦθος τοῦ λαοῦ μας, εἶναι ἡ ἐκ τοῦ ἀφανοῦς καί ἐκ τῶν ἔξω «προστατευτική» κατεύθυνση. Ἀποτέλεσμα καί αὐτό τῆς ἀπώλειας τοῦ ἕρματος, τῆς «παράδοσης». Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι στήν ἐποχή μας ἡ ἀλληλεξάρτηση τῶν ἐθνοτήτων εἶναι τόση, πού ἡ πολιτική δέν μπορεῖ ν᾿ ἀγνοήσει, ὥς ἕναν βαθμό, αὐτό πού θά λέγαμε «γενικότερη σκοπιμότητα». Ὅμως, ὑπάρχει τεράστια διαφορά ἀνάμεσα στήν «προσαρμοστική πολιτική» καί στή δουλοπρέπεια! Αὐτό εἶναι τό πιό εὐαίσθητο σημεῖο τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, «τό τιμιώτατόν του»! Καί αὐτό τοῦ καταπατοῦν συνεχῶς, κατά τόν ἐξοργιστικότερο τρόπο, οἱ ἐκπρόσωποί του στήν ἐπίσημη διεθνῆ σκηνή!
Κι ὁ «ἐπίσημος» ὅρος τῆς δουλοπρέπειας αὐτῆς, κύριε Ἐλύτη; Μήπως εἶναι ὑποκριτικότερος ἀπ᾿  τό «προσαρμοστική πολιτική»; Ἐξοργιστικότερος;
 
Δέν μ᾿ ἐνδιαφέρει ὁ ἐπίσημος ὅρος τῆς δουλοπρέπειας. Μ᾿ ἐνδιαφέρει ἡ οὐσία. Κι ἐκεῖνο πού ξέρω εἶναι ὅτι μ᾿ αὐτά καί μ’ αὐτά ἐφτάσαμε σέ κάτι πού θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ὀνομάσω «ψευδοφάνεια». Ἔχουμε, δηλαδή, τήν τάση νά παρουσιαζόμαστε διαρκῶς διαφορετικοί απ’ ὅ,τι πραγματικά εἴμαστε. Καί δέν ὑπάρχει ἀσφαλέστερος δρόμος πρός τήν ἀποτυχία, εἴτε σάν ἄτομο σταδιοδρομεῖς εἴτε σάν σύνολο, ἀπό τήν ἔλλειψη τῆς γνησιότητας. Τό κακό πάει πολύ μακριά. Ὅλα τά διοικητικά μας συστήματα, οἱ κοινωνικοί μας θεσμοί, τά ἐκπαιδευτικά μας προγράμματα, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τούς Βαυαρούς, πάρθηκαν μέ προχειρότατο τρόπο ἀπό ἔξω, καί κόπηκαν καί ράφτηκαν ὅπως ὅπως ἐπάνω σ᾿ ἕνα σῶμα μέ ἄλλες διαστάσεις καί ἄλλους ὅρους ἀναπνοῆς.

«Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΕΠΕΤΥΧΕ ΩΣ ΓΕΝΟΣ ΑΛΛ᾿ ΑΠΕΤΥΧΕ ΩΣ ΚΡΑΤΟΣ»

Ὥστε, λοιπόν, ζητᾶτε «δικούς μας ὅρους ἀναπνοῆς»!
 
Ναί. Καί δέν πρόκειται βέβαια γιά «προγονοπληξία». Τά λέω, ἄλλωστε, αὐτά ἐγώ πού, σ᾿ ἕναν τομέα ὅπως ὁ δικός μου, κήρυξα μέ φανατισμό τήν ἀνάγκη τῆς ἐπικοινωνίας μας μέ τό διεθνές πνεῦμα, καί πού σήμερα μέ ἐμπιστοσύνη ἀποβλέπω στή διαμόρφωση ἑνός ἑνιαίου εύρωπαϊκοῦ σχήματος, ὅπου νά ἔχει τή θέση της ἡ Ἑλλάδα. Μέ τή διαφορά ὅτι ὁ μηχανισμός τῆς ἀφομοιώσεως τῶν στοιχείων τῆς προόδου πρέπει νά λειτουργεῖ σωστά, καί νά βασίζεται σέ μιά γερή καί φυσιολογικά ἀναπτυγμένη παιδεία. Ἐνῶ σ’ ἐμᾶς, ὄχι μόνον δέν λειτουργεῖ σωστά, ἀλλά δέν ὑπάρχει κἄν ὁ μηχανισμός αὐτός γιά νά λειτουργήσει! Καί μέ τή διαφορά ἀκόμη ὅτι, ἐκτός ἀπό ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ἡ ἡγετική μας τάξη, στό κεφάλαιο τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ἔχει μαῦρα μεσάνυχτα! Κοιτάξετε μέ προσοχή τά ἔντυπα πού εκδίδει ἡ ἴδια, ἤ πού προτιμᾶ νά διαβάζει, τά διαμερίσματα ὅπου κατοικεῖ, τίς διασκεδάσεις πού κάνει, τή στάση της ἀπέναντι στή ζωή. Οὔτε μιά σταγόνα γνησιότητας! Πῶς θέλετε, λοιπόν, ν᾿ ἀναθρέψει σωστά τή νέα γενιά; Ἀπό τά πρῶτα διαβάσματα πού θά κάνει ἕνα παιδί ὥς τά διάφορα στοιχεῖα πού θά συναντήσει στό καθημερινό του περιβάλλον, καί πού θά διαμορφώσουν τό γοῦστο του, μιά συνεχής καί άδιάκοπη πλαστογραφία καί τίποτε ἄλλο!
Θά μοῦ πεῖτε: εἶσαι λογοτέχνης, καλαμαράς, καί βλέπεις τά πράγματα ἀπό τή μεριά πού σέ πονᾶνε. Ὄχι, καθόλου! Καί νά μοῦ έπιτρέψετε νά ἐπιμείνω. Ὅλα τά ἄλλα κακά πού θά μποροῦσα νά καταγγείλω –ἡ ἔλλειψη οὐσιαστικῆς ἀποκεντρώσεως καί αὐτοδιοικήσεως, ἡ ἔλλειψη προγραμματισμοῦ γιά τήν πλουτοπαραγωγική ἀνάπτυξη τῆς χώρας, ἀκόμη καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀσκεῖται ἡ ἐξωτερική μας πολιτική– εἶναι ζητήματα βαθύτερης ἑλληνικῆς παιδείας! Ἀπό τήν ἄποψη ὅτι μόνον αυτή μπορεῖ νά προικίσει ἕναν ἡγέτη μέ τήν ἀπαραίτητη εὐαισθησία πού χρειάζεται γιά νά ἐνστερνιστεῖ, καί ἀντιστοίχως νά ἀποδώσει, τό ἦθος τοῦ λαοῦ. Γιατί αὐτός ὁ λαός, πού τήν ἔννοιά του τήν ἔχουμε παραμορφώσει σέ σημεῖο νά μήν τήν ἀναγνωρίζουμε, αὐτός ἔχει φτιάξει ὅ,τι καλό ὑπάρχει – ἄν ὑπάρχει κάτι καλό σ᾿ αὐτόν τόν τόπο! Καί αὐτός, στίς ὧρες τοῦ κινδύνου, καί στό πεῖσμα τῆς συστηματικῆς ἡττοπαθείας τῶν ἀρχηγῶν του, αἴρεται, χάρη σ᾿ ἕναν ἀόρατο, εὐλογημένο μηχανισμό, στά ὕψη πού ἀπαιτεῖ τό θαῦμα!
Ὅσο, λοιπόν, καί ἄν εἶναι λυπηρό, πρέπει νά τό πῶ: ὁ Ἑλληνισμός, γιά τήν ὥρα τουλάχιστον, ἐπέτυχε ὡς γένος, ἀλλ᾿ ἀπέτυχε ὡς κράτος! Καί παρακαλῶ νύχτα μέρα τόν Θεό, καί τό μέλλον, νά μέ διαψεύσουν.
Πρίν κλείσομε, κύριε Ἐλύτη, τη συνέντευξη, κάτι πού ἐθίξατε στήν ἀρχή, τό τῆς παλαιᾶς ὑγιοῦς κοινοτικῆς ὀργανώσεως τοῦ λαοῦ μας, πού ἔχει χαθεῖ πιά, πῶς νομίζετε ὅτι θά μποροῦσε ν’ ἀναβιώσει; «Αν κατεβάλλετο προσπάθεια», πρός ποιά κατεύθυνση;
 
Σέ μιάν ἀναβίωση αὐθεντική δέν εἶναι δυνατόν πιά νά ἐλπίζουμε – ἀλίμονο! Ἑκατόν τριάντα καί πλέον ἔτη ἀχρησίας εἶναι ἀρκετά γιά ν᾿ ἀτροφήσουν ἀκόμη καί οἱ πιό ζωντανοί θεσμοί. Ὡστόσο, ὑπάρχει τρόπος νά πλησιάσουμε, μέ σωφροσύνη καί μελέτη, στή λύση τοῦ προβλήματος, καί αὐτό σαφώς πρός τήν πλευρά τῆς αὐτοδιοικήσεως, μέ τήν πιό αὐστηρή της ἔννοια.
Δέν εἶμαι ἀρμόδιος βέβαια νά σᾶς προτείνω σχέδια. Θά ἤθελα μόνο νά κάνω δύο παρατηρήσεις: ἡ μία εἶναι ὅτι κάθε ἀπόπειρα πρός τήν κατεύθυνση αὐτή θά πρέπει νά βασιστεῖ στή φυσική καί ἱστορική διαίρεση τῆς χώρας σέ μεγάλα διαμερίσματα, πού εἶναι μιά πραγματικότητα δοσμένη, καί ὄχι στή θεωρητική τῆς γεωοικονομίας, ὅπως ἄκουσα νά ὑποστηρίζεται ἀπό πολλούς. Θά εἶναι μεγάλο σφάλμα νά παραγνωριστοῦν οἱ ψυχολογικοί παράγοντες, ἀπό τούς ὁποίους πολλές φορές ἐξαρτᾶται τό μεγαλύτερο μέρος της ἐπιτυχίας. Ἡ ἄλλη παρατήρηση εἶναι ὅτι τά μεγάλα αὐτά διαμερίσματα (μέσα στά ἑλληνικά μέτρα πάντοτε) θά πρέπει νά ὑποδιαιρεθοῦν σέ πολλές μικρές μονάδες, στενότερες καί ἀπό τήν ἐπαρχία, μέ ἀρχές δικές τους καί μέ τή δυνατότητα γιά κοινοπραξίες, προπάντων σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τή γεωργία. Γιατί ὁ πρῶτος ἀντικειμενικός σκοπός εἶναι νά λυτρωθεῖ ὁ πολίτης ἀπό τό «ταμπού» τῆς ἐξουσίας! Καί θά λυτρωθεῖ μόνον ἄν ἔχει τρόπο νά παρακολουθεῖ ἀπό κοντά ποῦ καί πῶς ἀξιοποιοῦνται οἱ θυσίες του, οἰκονομικές καί ἄλλες, πού σήμερα καταβροχθίζονται ἀπό ἕνα μακρινό καί ἀόρατο Φάντασμα.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ- Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο

Δημοσιεύτηκε στις 24 Ιουν 2012

Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Ερμηνεία: Ρούλα Μανισάνου

ιστορία

Νερούδα Εκείνα τα φιλιά που δεν δόθηκαν Neruda Quei baci non dati

Pablo Neruda

ΔΥΟ Η ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΆΝΕΙ, ο Pablo Neruda έγραψε το τελευταίο ποίημά του, το πιο βίαιο δημιούργημα που ένας πολύ διάσημος ποιητής και βραβείο  Nobel εξαπέλυσε ποτέ ενάντια κάποιου, λίγες ημέρες μετά το πραξικόπημα του Pinochet του ‘73, όταν τα αεροπλάνα είχαν βομβαρδίσει την Moneda και οι στρατιωτικοί είχαν σφαγιάσει τον πρόεδρο Allende διοχετεύοντας τον θάνατό του σαν αυτοκτονία. Το ποίημα του  Neruda έλεγε: “ Nixon, Frei και Pinochet / μέχρι σήμερα, μέχρι αυτό τον πικρό / μήνα του σεπτεμβρίου / του έτους 1973, με  Bordaberry, Garrastuzu και Banzer, / αχόρταγες ύαινες (…) σατράπες χίλιες φορές ξεπουλημένους / και προδότες, ενθουσιασμένους / από τους λύκους της New York, πεινασμένες μηχανές βασάνων, βαμμένες απ’ την θυσία / από τους μαρτυρικούς λαούς τους,  έμποροι πουτάνες/ του ψωμιού και του αέρα της Αμερικής / οχετοί, δήμιοι, αγέλη / μαστροπών πορνείων, δίχως άλλο νόμο απ’ το βασανιστήριο / και την πείνα απογοήτευσης του λαού ”.
Η κηδεία του ποιητή ήταν η πρώτη πράξη αντίστασης στο νέο καθεστώς. Είναι μια σκηνή που διηγήθηκα πολλές φορές και δεν θέλω να επαναλάβω. Κανείς εκείνη την στιγμή δεν σκέπτονταν πως ο  Pablo Neruda είχε δολοφονηθεί στο νοσοκομείο του Santiago, όπου είχε διακομιστεί, με θανατηφόρο ένεση. Ήταν άρρωστος με καρκίνο και θα είχε πεθάνει έτσι κι αλλιώς λίγους μήνες αργότερα. Όταν όμως πήγα να διαβάσω ξανά τις λεπτομέρειες του θανάτου του García Lorca, μεγάλου φίλου του, στην πανέμορφη βιογραφία του Ian Gibson, αντιλήφθηκα ένα ανησυχητικό παράλληλο. ο  Lorca μεταφέρθηκε λίγα χιλιόμετρα έξω από την Granada και δολοφονήθηκε σαν το σκυλί σε έναν λάκκο μαζί με άλλους αιχμαλώτους, όχι σαν άνθρωπος της αριστεράς ή ομοφυλόφιλος, όπως λέγονταν εκείνους τους καιρούς  (ο πιθανός φυσικός δράστης του εγκλήματος, Juan Luis Trescastro de Medina, υπερηφανεύονταν πως τον είχε πυροβολήσει δυο φορές χαμηλά στην πλάτη του διότι ήταν ένας “ maricon ”). Δεν τον σκότωσαν οι άνδρες της falange, αλλά οι αντιδραστικοί καθολικοί που δεν του συγχώρεσαν ποτέ ένα άρθρο, που εμφανίστηκε στην κυριότερη εφημερίδα της Granada, στο οποίο ο ποιητής αποκαλούσε και χαρακτήριζε τους αστούς της πόλης τους πιο άθλιους της Ευρώπης. Δεν ήταν κάτι που οι σύμμαχοι των φρανκιστών μπορούσαν να ανεχθούν.
ο Pablo Neruda, ανάμεσα σε αυτούς που θεωρήθηκαν μεγάλοι ποιητές,  υπήρξε ο πιο δημοφιλής όλων ακόμη και έξω από την χώρα του. Μέχρι και τα άτομα που δεν έχουν μεγάλη σχέση με την κουλτούρα, εάν τους ζητηθεί να δώσουν ένα όνομα ποιητή θα πουν Neruda. Οι νέοι κάτω από τα είκοσι χρόνια μάθαιναν τα ποιήματά του από μνήμης διότι ήταν εύκολο να τα απομνημονεύσουν, κατείχαν έναν όμορφο ρυθμό και όταν τα ψιθύριζαν στα αυτιά των κοριτσιών υπόσχονταν ένα σίγουρο αποτέλεσμα.  Κάποιοι στίχοι του έμοιαζαν στα “ piropos ”, εκείνα τα γλυκόλογα καταρράκτες που μουρμουρίζεις για να ρίξεις τα κορίτσια με τις πιο φανταστικές μεταφορές και τις πιο ευρηματικές εικόνες.  Χαρακτηρίστηκαν αυτοί οι στίχοι barocchi, ένας όρος passpartout, ή καλύτερα μια κοινοτοπία, που μεταχειρίστηκαν οι αγγλοσάξονες κριτικοί με κάποιαν υπογράμμιση περιφρόνησης για να δείξουν όλο εκείνο που είναι ισπανικό και παρακμιακό.
όμως ο Pablo υπήρξε επίσης ένας συγγραφέας εναλλακτικός, που άλλαζε συνεχώς θέματα και τρόπους γραφής. Άλλοι στίχοι του είναι ελαφρύτεροι, σουρεαλιστικού είδους, και δίδουν στην αισθησιακή και σαρκική σύνθεση μια κομψότητα και ελαστικότητα εξαιρετικές: “ Κοντά/ στο μικρό σου αυτάκι/ ή στο μέτωπο/ σκύβω, καρφώνομαι/
η μύτη ανάμεσα στα μαλλιά (…) και το αφρώδες σου στόμα/ αφέθηκα/ το χέρι μου/μυρωδιά από μελάνι και από ξύλο ”.
Ένα παρόμοιο ήχο τον ξαναβρίσκουμε σε εκείνα, μέχρι τώρα αδημοσίευτα, που δημοσιεύτηκαν σε αυτές τις σελίδες και ξέφυγαν από την αναθεώρηση της Matilde Urrutia, γυναίκας του.
Μα σε άλλες συνθέσεις περνά ακριβώς στην αντίθετη πλευρά, εκείνη της ενατένισης του θανάτου και του επικείμενου τέλους. Το ’35, όταν πήγε στην Ισπανία για πρώτη φορά προσκεκλημένος από την Σχολή των Γραμμάτων του Πανεπιστημίου της Madrid, παρουσιάστηκε από τον García Lorca με αυτά τα λόγια: «ο Pablo είναι πιο κοντά στον θάνατο απ’ ότι στην φιλοσοφία, κοντύτερα στον πόνο απ΄ ότι στην εξυπνάδα, κοντύτερα στο αίμα απ’ ότι στο μελάνι». Είναι αλήθεια. ο Neruda είχε ένα μακρύ βλέμμα που στόχευε επάνω σε όλα αυτά στα οποία ήταν καταδικασμένος, μια βαθιά στάση μελέτης όλων όσων βρίσκονται στην πλευρά του αντίο, όπως έλεγε ο Theodor Adorno μιλώντας για τις συμφωνίες του  Mahaler.
Είχε γεννηθεί στο Temuco, ένα χωριουδάκι στα Νότια της Χιλής, κρυμμένο σε εκείνες τις κοιλάδες που κατεβαίνουν προς την περιοχή της θάλασσας με τα περισσότερα ψάρια στον κόσμο, που διασχίζεται από το παγωμένο ρεύμα του Humbold. Ήταν περιοχές που ανήκαν στους αραουκανούς, μεγάλο λαό πολεμιστή, τους μοναδικούς  indios που στάθηκαν ικανοί να σταματήσουν τους ισπανούς “ tercios ” που οδηγούσε ο κατακτητής Valdivia και να τους νικήσουν. Σε αυτό το μέρος όπου πάντα βρέχει, δεν υπήρχαν και πολλά πράγματα να κάνεις και μπορούσες να πεθάνεις ίσως και από την ανία. Όμως ο νεαρός  Neruda περνούσε πολύ απ’ τον καιρό του γράφοντας στίχους, μαγεμένος από τον θόρυβο που έκαναν οι στάλες στις σκεπές από κυματισμένη λαμαρίνα. Μια παρόμοια αίσθηση την είχε επίσης ένας άλλος καλλιτέχνης, διάσημος τουλάχιστον όσο ο  Neruda, της ίδιας εποχής. Ονομάζονταν Cole Porter, ήταν ένας μεγάλος συνθέτης. Στο πιο σπουδαίο του τραγούδι, Night and day , ακούγεται το κουδούνισμα από τις σταγόνες της βροχής.
ο Pablo λάτρευε το χωριό του που μια αγγλίδα ιστορικός χαρακτήρισε το λεπτό χωριό, με μιαν ακτή να την χτυπούν κύματα τεράστια που προέρχονταν από την άλλη πλευρά του πλανήτη και που είχαν διασχίσει όλον τον Ειρηνικό ωκεανό για δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα δίχως να συναντήσουν εμπόδια.  Τα αφιερωμένα στον ωκεανό ποιήματα είναι από τα ωραιότερα που έγραψε ποτέ και όταν ήταν νέος έλεγε πάντα πως ήθελε ένα σπίτι μπροστά στην θάλασσα.  Έχτισε ένα σχεδιασμένο σαν μια βάρκα, στην κορυφή των αμμόλοφων, με τρόπο τέτοιο ώστε να δίνει την εντύπωση πως είχε παρασυρθεί εκεί από τα κύματα σαν να είχε ναυαγήσει. Η τοποθεσία ονομάζονταν Isla Negra και πολλοί πιστεύουν πως πρόκειται για νησί ενώ είναι μια baia στα νότια του Valparaíso. Όταν πήγα εκεί, τον σεπτέμβρη του 1973, το σπίτι είχε καταστραφεί από τους αστυνομικούς του Pinochet και είχαν κλαπεί οι υπέροχες συλλογές από κοχύλια και ακρόπρωρα. Η κυβέρνηση του Santiago αντιλήφθηκε το λάθος που διαπράχθηκε όταν στις εφημερίδες εμφανίστηκε η φράση, που στην συνέχεια έγινε διάσημη και είχε διατυπωθεί από τον ίδιο τον Neruda ακριβώς για να εμποδίσει την καταστροφή, “Εδώ σαν εχθρό έχετε μόνο την ποίηση”.
Θα είχε θελήσει να θαφτεί εκεί — “ frente al mar que conozco ” — όμως ο Pinochet του αρνήθηκε και αυτή την μικρή του βούληση και υπήρξε δυνατό να γίνει μόνον όταν εκδιώχθηκε ο δικτάτορας. Εκεί τώρα αναπαύεται, δίπλα στην γυναίκα του. Εάν περάσετε από εκείνα τα μέρη να πάτε στην Isla Negra. Φτιάχτηκε όταν ο  Pablo και οι φίλοι του πήγαιναν στις πορείες φωνάζοντας πως η ενωμένη αριστερά δεν θα νικηθεί ποτέ,  “ la isqierda unida jamas sera vencida ”. Από τότε η αριστερά ηττήθηκε αναρίθμητες φορές, όμως η τοποθεσία είναι πολύ υποβλητική και θυμίζει τον ποιητή μας σαν κανένα άλλο μέρος στον κόσμο.
http://www.micciacorta.it/sezione/novita/libri/
https://youtu.be/48pAFEWZ8u4
Δημοσιεύτηκε στις 9 Δεκ 2011

Απ΄το Δίσκο του Ορφέα Περίδη »Live με τους φίλους του»

ιστορία

Μάνος Χατζιδάκης

Ένα κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι και η εκστρατεία του ενάντια στον αυριανισμό

Συμπληρώθηκαν χτες είκοσι χρόνια από τον θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι στις 15 Ιουνίου 1994 και με την ευκαιρία αυτή έγιναν και στο Διαδίκτυο αφιερώματα και γράφτηκαν επετειακά άρθρα.

Είχα κι εγώ κατά νου να βάλω κάτι, επειδή όμως έλειπα σε ταξίδι το Σάββατο δεν προλάβαινα να το ανεβάσω χτες, οπότε το μεταφέρω σήμερα. Με την ευκαιρία, κάνω και μια αναδρομή στο φαινόμενο του αυριανισμού, που με τόσο πάθος το πολέμησε ο Μάνος Χατζιδάκις. Σήμερα βέβαια η Αυριανή έχει περιπέσει σε γενική ανυποληψία και κυκλοφοριακό ναδίρ, αλλά ο αυριανισμός δεν εξασθένισε μαζί της, κάθε άλλο φοβάμαι -έτσι κι αλλιώς, τα ιδιωτικά κανάλια είναι σήμερα το κύριο όχημά του, όχι εφημερίδες. Τότε πάντως η Αυριανή είχε μια από τις πρώτες κυκλοφορίες στη χώρα. Ένα από τα εμπορικά ατού της ήταν η τιμή της -το 1988 οι άλλες εφημερίδες έκαναν 50 δρχ. το φύλλο και λίγο αργότερα αυξήθηκαν στις 70, ενώ η Αυριανή είχε τιμή 20 δρχ. Μάλιστα, ο Κουρής είχε εκδώσει και πρωινή εφημερίδα, όπως και αθλητική, τον Φίλαθλο.

Το κείμενο που θα δημοσιεύσω υπάρχει μεν στο Διαδίκτυο αλλά είναι μάλλον κρυμμένο στα σχόλια ενός τραγουδιού του Χατζιδάκι, οπότε δεν είναι περιττό που το ξαναδημοσιεύω εδώ. Πρόκειται για επιστολή που έστειλε ο Μάνος Χατζιδάκις στις εφημερίδες “Αυγή” και “Καθημερινή” στα τέλη Ιουλίου 1988. Λίγες μέρες νωρίτερα, στο μήνυμά του για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Χρήστος Σαρτζετάκης είχε δηλώσει ότι δεν πρέπει απλώς να ανήκει η Ελλάδα στους Έλληνες αλλά και οι Έλληνες στην Ελλάδα (το είπε πιο καθαρευουσιάνικα, ενώ επίσης υποστήριξε ατεκμηρίωτες απόψεις όπως για συρρίκνωση της γλώσσας). Σε απάντηση στο προεδρικό μήνυμα, ο Μάνος Χατζιδάκις έστειλε την εξής επιστολή:

Αγαπητή Αυγή,

με την ευκαιρία της 14ης επετείου “αποκαταστάσεως”της Δημοκρατίας ακούσαμε από τον ελληνολάτρη γλωσσολόγο Πρόεδρο μας κ. Σαρτζετάκη και το εξής εξωφρενικό: Οι Έλληνες να ανήκουν στην Ελλάδα. Και βέβαια το εξωφρενικό είναι στο ότι κατά τον Πρόεδρο μας, οφείλουμε να ανήκουμε. Τι ιδέα!

Σε ποιάν Ελλάδα κύριε Πρόεδρε; Στην Ελλάδα της αυθαιρεσίας, του κρατικού ερασιτεχνισμού, του εξογκωμένου παρακράτους, της αναλγησίας και του εξευτελισμού του ανώνυμου πολίτη, του με επίσημο πρόγραμμα καταποντισμού της αξιοπρέπειάς του, του ευνουχισμού της νεότητάς του;

Στην Ελλάδα με την εξοντωτική φορολογία για να καλυφθεί η ανικανότητα του κράτους να ασκήσει οικονομική πολιτική; Στην Ελλάδα της κομπίνας και της αστυνομολατρείας, της ταύτισης έθνους και κάθε κυβερνήσεως, ώστε σαν ο πολίτης αντιδρά να χαρακτηρίζεται αυτομάτως ως αντεθνικός;

Στην Ελλάδα των Γούκων, των οπλοφορούντων Κουρήδων και Μιχαλόπουλων, των εμπρηστών, του ανεκδιήγητου κ. Τόμπρα, της ρυπαρότητας και της συνεχώς “αθώας” Αγίας Αθανασίας του Αιγάλεω;

Όχι κ. Πρόεδρε. Όσοι ξεφύγαμε από τις “στοργικές θωπείες” της μητρός Ελλάδος και μείναμε ελεύθεροι, θα διδάξουμε και τους άλλους να γίνουν ελεύθεροι και να μην ανήκουν πουθενά. Κάθε σοβαρός Έλληνας οφείλει ν’ αντιδράσει στην μεσαιωνικής προθέσεως – συγχωρέστε με – ρήση σας. Οι Έλληνες πολίτες δεν ανήκουν. Φροντίσατε να κάνετε την προεδρική σας θητεία πιο σεμνά και δίχως μεγαλοστομίες.

Γιατί η Ελλάδα σας κ. Πρόεδρε αρχίζει να μας αρρωσταίνει.

Η επιστολή δημοσιεύτηκε στην Αυγή, στο φύλλο της 28ης Ιουλίου 1988. Πανομοιότυπη, εκτός βέβαια από την προσφώνηση, φαίνεται πως ήταν και η επιστολή στην Καθημερινή. Ο Γούκος ήταν τοκογλύφος που είχε στήσει παρατράπεζα στα Γιάννενα. Εκείνες τις μέρες είχε γίνει η δίκη του, στην οποία καταδικάστηκε μεν αλλά σχεδόν αποθεώθηκε από τους συμπολίτες του. Τον Τόμπρα θα τον θυμάστε, ο Μιχαλόπουλος πρέπει να είναι ο Γρηγόρης, ο εκδότης της ακροδεξιάς Ελεύθερης Ώρας (αργότερα καταδικάστηκε για εκβιασμούς), ενώ Κουρήδες ήταν οι εκδότες της Αυριανής -δεν θυμάμαι τι είχε γίνει με την οπλοφορία τους.

Την άλλη μέρα, πάντως, η εφημερίδα “των Κουρήδων”, η Αυριανή, δημοσίεψε το ακόλουθο σεμνό σχόλιο που ζητώ προκαταβολικά συγνώμη που το αναδημοσιεύω.

Ξαναχτύπησε ο Μάνος…

Ο γνωστός κύναιδος Μάνος Χατζηδάκης, ο οποίος γύρευε πόσα νέα παιδιά έχει “καταστρέψει” με το χρήμα που διαθέτει, για να ικανοποιεί τις ανώμαλες ορέξεις του , ξαναχτύπησε!

Με αφορμή την πολύ σωστή δήλωση του Σαρτζετάκη, “Οι Έλληνες πρέπει ν’ ανήκουν στην Ελλάδα” και να μην πουλιώνται στους ξένους, σαν ορισμένους γνωστούς πολιτικάντηδες, φίλους του…. αξιότιμου κυρίου Μάνου, έστειλε στην… ανόητη “Αυγούλα” επιστολή, με την οποία ο… αρχικύναιδος προτρέπει τους Έλληνες να μην …ανήκουν πουθενά!!…

Δεν μας εκπλήσσει η ΘΡΑΣΥΤΗΤΑ του εν λόγω υποκειμένου, γιατί ξέρουμε πως αυτός ο κύριος ή… κυρία, έχει ζήσει ολόκληρη τη ζωή του μέσα στο ΒΟΥΡΚΟ και τη ΒΡΩΜΙΑ, απόδειξη πως εδώ και λίγο καιρό, προέτρεπε από τις στήλες γνωστού γυναικείου περιοδικού τις κόρες, τις αδελφές και τις γυναίκες μας να γίνουν… ΛΕΣΒΙΕΣ, φοβόμαστε, μόνο μήπως κανένας… μουστακαλής χάσει την ψυχραιμία του και τον κάνει μαύρο στο ξύλο...

Eιρωνικά χαρακτήρισα σεμνό το σχόλιο, είναι όμως αλήθεια ότι κατά καιρούς η Αυριανή είχε γράψει χειρότερα εναντίον του Μάνου Χατζιδάκι. Αλλά και ο Μάνος Χατζιδάκις δεν φοβήθηκε να αποδυθεί σε μια μοναχική εκστρατεία εναντίον της Αυριανής και του αυριανισμού. Κομβική στιγμή στάθηκε η συναυλία που διοργανώθηκε υπό την αιγίδα του Δήμου Αθηναίων την Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 1987 στο Παναθηναϊκό Στάδιο, με συμμετοχή της Νανάς Μούσχουρη, του Στ. Ξαρχάκου και του Μάνου Χατζιδάκι, η οποία μάλιστα μεταδιδόταν ζωντανά από το ραδιόφωνο του νεοσύστατου τότε Αθήνα 984. Μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες πολίτες λοιπόν, ο Χατζιδάκις, ύστερα από δυο τραγούδια του σηκώθηκε από το πιάνο και απευθυνόμενος στο κοινό έδωσε διευκρινίσεις για τη συμφιλίωσή του με την Νανά Μούσχουρη, κυρίως όμως επιτέθηκε στην Αυριανή. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάπου ολόκληρο το κείμενο της ομιλίας αυτής, αν και αποσπάσματά της βρίσκονται σε πολλά σημεία. Από τον ιστότοπο που είναι αφιερωμένος στον συνθέτη παραθέτω:

… φυλλάδα που μολύνει τον ελλαδικό χώρο με αναίδεια, χυδαιότητα, τραμπουκισμό και κολακεία συμπολιτών μας (…) που κολακεύεται να πιστεύει σαν τον Καραγκιόζη ότι αυτή έριξε τον Καραμανλή. Ενώ το μόνο που κατάφερε ήταν να κατακρημνίσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια (…) Που ισχυρίζεται ότι προστατεύει τη δημοκρατία όσο είναι δυνατόν να την προστατεύει ένα τρωκτικό της. Που αποκομίζει κέρδη κολακεύοντας την αγραμματοσύνη και την ασημαντότητα σαν άλλη Αγία Αθανασία του Αιγάλεω. Και καταλήγει: Η Αυριανή πρέπει να κλείσει. Κι αυτό είναι το νόημα της αποψινής συμμετοχής μου στο Καλλιμάρμαρο. (Ειρωνικά, πληρέστερη καταγραφή της ομιλίας Χατζιδάκι βρήκα στις σελίδες της ίδιας της Αυριανής, αν και έχει μερικά λάθη στη στίξη ή στη μεταγραφή άγνωστων λέξεων).

Για να τοποθετήσουμε τα γεγονότα στην ιστορική τους διάσταση, βρισκόμαστε στο 1987, με το ΠΑΣΟΚ να έχει αρχίσει να παρακμάζει, τη ΝΔ με τον Μητσοτάκη αρχηγό να αντεπιτίθεται, την αριστερά να προσπαθεί να συνεννοηθεί. Ο Δήμος Αθηναίων που ήταν ο διοργανωτής της συναυλίας, εθεωρείτο η αιχμή του δόρατος της δεξιάς αντεπίθεσης και ο ραδιοσταθμός του, ο Αθήνα 984 με τότε διευθυντή τον Β. Τζανετάκο, ήταν μεν πολυφωνικός σε αντίθεση με την κρατική ΕΡΤ αλλά είχε -θα το θυμούνται όσοι τον άκουγαν- και αρκετές έξαλλες αντιΠασόκ εκπομπές. Μάλιστα, για τη συγκεκριμένη συναυλία ο τύπος της εποχής (και μάλιστα η όχι φιλοκυβερνητική Αυγή) έγραψε για “μάλλον μεθοδευμένη προσπάθεια πολιτικής εκμετάλλευσης από τη ΝΔ”. Οπότε, μοιραία, η επίθεση του Χατζιδάκι κατά της Αυριανής μπορεί να ερμηνεύτηκε (κακώς βέβαια) από κάποιους σαν συμπόρευση με τη ΝΔ.

Δέχομαι επίσης ότι ο Χατζιδάκις με την έκκλησή του παραβίασε τη δεοντολογία, αφού (όπως ρητά παραδέχτηκε κι ο ίδιος) εκμεταλλεύτηκε την προβολή της συναυλίας για να προωθήσει μια προσωπική πολιτική εκστρατεία. Ίσως ομως ήταν ο μόνος τρόπος που έβλεπε για να αντιμετωπίσει έναν πανίσχυρο προπαγανδιστικό μηχανισμό. Και βέβαια, όταν είπε την περίφημη φράση “Η Αυριανή πρέπει να κλείσει” δεν εννοούσε να απαγορευτεί με κυβερνητική απόφαση ή να της επιβληθεί λογοκρισία, εννοούσε να πάψει να έχει αναγνώστες και επιρροή.

mx suka

Η αντεπίθεση δεν άργησε. Βέβαια, επειδή η συναυλία είχε γίνει βράδυ Κυριακής, την επόμενη μέρα (Δευτέρα 8.9.1987) δεν υπήρχε χρόνος για εκτεταμένη αντίδραση, ωστόσο η Αυριανή πρόλαβε να δημοσιεύσει ένα πρωτοσέλιδο σχόλιο στο οποίο αποκαλούσε “προπομπό του νεοναζισμού” τον “ψυχανώμαλο” Χατζιδάκι, τον οποίο παραλλήλιζε με τον Χίτλερ (όλο το εύοσμο σχόλιο, εδώ), ενώ στις μέσα σελίδες το ρεπορτάζ από τη συναυλία το κοσμούσε το “χιουμοριστικό” σχόλιο που βλέπετε αριστερά, μέσα σε πλαίσιο, χαρακτηριστικό δείγμα αυριανικού χιούμορ.

Την μεθεπόμενη μέρα όμως η επίθεση του μηχανισμού της Αυριανής ξεδιπλώθηκε δυνατή και πολυμέτωπη. Όπως ίσως ήταν αναμενόμενο, η εφημερίδα εκμεταλλεύτηκε τη φράση “Η Αυριανή πρέπει να κλείσει”, θέτοντας ζήτημα ελευθεροτυπίας. Άλλωστε την ίδια στάση κράτησε και η κυβέρνηση αφού ο τότε κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιάννης Ρουμπάτης αφού ανέλυσε τα περί πολυφωνίας και ελευθεροτυπίας κατέληξε ότι ο Χατζιδάκις πρόσφερε “κακές υπηρεσίες στη δημοκρατία” και “πρόσβαλε τους χιλιάδες αναγνώστες” της εφημερίδας.

Ο πηχυαίος τίτλος της Αυριανής στις 9.9.87 ήταν “Όλοι εναντίον του Μ. Χατζηδάκη”, ενώ ένα ολόκληρο δισέλιδο στις μέσα σελίδες ήταν αφιερωμένο σε αντιδράσεις επωνύμων, υπουργών, βουλευτών, δημάρχων, κομμάτων και κινήσεων! Παραθέτω τις σελίδες με τις δηλώσεις (πρώτη και δεύτερη), προειδοποιώ πάντως ότι είναι βαριές στα κιλομπάιτ και ασήκωτες στο περιεχόμενο.

Όπως βλέπετε, πολλοί έσπευσαν να στηρίξουν την Αυριανή ή να καταδικάσουν την (υποτιθέμενη) επίθεση στην ελευθερία του τύπου, όπως η Μελίνα Μερκούρη που απέφυγε να κατονομάσει τον Χατζιδάκι αλλά δήλωσε ότι “Δεν είναι δυνατόν στις μέρες μας να βγαίνει κάποιος και να καταφέρεται στην ελευθεροτυπία”. Βέβαια, η έμφαση στην “επίθεση στην ελευθεροτυπία” ήταν ίσως ένας εύσχημος τρόπος για να αποφύγουν κάποιοι να στηρίξουν ρητά την Αυριανή -άλλοι δεν είχαν τέτοιους δισταγμούς, όπως ο Θ. Πάγκαλος που δήλωσε ότι “Η Αυριανή είναι μια απ’ τις ελάχιστες καθολικά πολιτικές εφημερίδες που απομένουν και η σημασία της για τη δημόσια ζωή είναι τεράστια” ή ο Φώτης Κουβέλης που φιλοτέχνησε το εξής εγκώμιο: “Η Αυριανή καταξιώθηκε σαν έπαλξη του ελεύθερου τύπου με τους αγώνες της μέσα στην οντολογία του πολιτικού και του κοινωνικού μας γίγνεσθαι”. Για να τα λέμε όλα, και ο Μανώλης Γλέζος, τότε πρόεδρος της ΕΔΑ, προτίμησε να δει μόνο την εκμετάλλευση του γεγονότος από τη ΝΔ και ενέταξε τονΧατζιδάκι στον “συμπαθή πολιτιστικό κύκλο γύρω από τον κ. Καραμανλή”, φροντίζοντας τουλάχιστον να πάρει κάποιες αποστάσεις από την Αυριανή (“κάθε έντυπο έχει το δικό του κοινό κι αυτό εκφράζει”). Μεγαλύτερες αποστάσεις πήρε η Ελληνική Αριστερά, το μεγαλύτερο από τα δύο κόμματα που γεννήθηκαν από το σχίσμα στο ΚΚΕ εσωτ., ενώ ψυχρά ευγενική, υποδειγματική κατά τη γνώμη μου, ήταν η τοποθέτηση του ΚΚΕ εσ-Α.Α., του μικρότερου από τους δύο επιγόνους: “Η αντίληψή μας για τη δημοκρατία είναι γνωστό ότι είναι διαφορετική από αυτήν της εφημερίδας σας. Θεωρούμε δε πως μέσα στα πλαίσια του πλουραλισμού εμπεριέχεται και το δικαίωμα της δημόσιας κριτικής και του ελέγχου από κάθε πολίτη”.

stathis

Δεν έχει νόημα να ανθολογήσουμε τις αντιδράσεις βουλευτών και δημάρχων, σήμερα ξεχασμένων, μπορείτε αν έχετε περιέργεια να τις διαβάσετε. Από τις τοποθετήσεις απουσιάζει το ΚΚΕ, το οποίο δεν τοποθετήθηκε επίσημα αλλά το έντυπό του αποτέλεσε τον μοναδικό ίσως συμπαραστάτη του Μάνου Χατζιδάκι, τουλάχιστον από τις καθημερινές εφημερίδες. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980, ο Ριζοσπάστης, με διευθυντή τον Γρ. Φαράκο, είχε διαρκές και ανοιχτό μέτωπο ενάντια στον αυριανισμό, κι έτσι ήταν η μόνη εφημερίδα που θεώρησε “μονόπλευρη ευαισθησία” τις κορόνες περί ελευθεροτυπίας, που “αποθρασύνει τη φυλλάδα”, ενώ σε άλλο σχόλιο επέκρινε την κυβέρνηση που έδωσε “πλήρη κάλυψη στη φαιά προπαγάνδα“. Χαρακτηριστικό άλλωστε και το σκίτσο του Στάθη [Σταυρόπουλου] που αναδημοσιεύω αριστερά (Ριζοσπάστης, 9.9.1987).

Την ίδια μέρα στην Αυριανή, πέρα από τις δηλώσεις “όλων” (πλην Λακεδαιμονίων, ίσως) κατά Χατζιδάκι, δημοσιεύτηκε κι ένα κατάπτυστο άρθρο του Κ. Διακογιάννη, με τίτλο “Ψυχικό AIDS ανώμαλου εκμαυλιστή“. Χαρακτηριστικά αποσπάσματα: “… Χθες εμφανίσθηκε κι ένας χαμερπής ομοφυλόφιλος, ένας κίναιδος ολκής, να σε αποκαλέσει φίλε αναγνώστη φασίστα! Μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους και με μια εμπάθεια που διακρίνει τους παθητικούς ανώμαλους, εδήλωσε ότι η εφημερίδα που διαβάζεις είναι φασιστική και συνεπώς εσύ, ο αναγνώστης, φασίστας! Και τα εδήλωσε δημόσια τα θηλυκά του εμέσματα, ένα κνώδαλο που γλείφει από τότε που υπάρχει, τις πατούσες του φασισμού. […] Πώς είναι δυνατόν ένα κάθαρμα να αφήνεται ελεύθερο με λύσσα και πάθος όλους αυτούς τους πολίτες να τους βρίζει με την χυδαιότητα των οίκων ανοχής; Ποιος έδωσε το δικαίωμα στον απαίσιο εκμαυλιστή νέων, που ακούει στα ονόματα Μανωλία, Μάνια, Μινού Χατζηδού, ποιος επέτρεψε σε αυτό το απόβρασμα να παίρνει το μικρόφωνο στα χέρια του και να εκθέτει οργανωτές μιας φιλανθρωπικής εκδήλωσης και να διασύρει τον Δήμο Αθηναίων υπό την αιγίδα του οποίου ετέθη; […] Αυτό το σκουληκιασμενο τομάρι αποτελεί στίγμα για τη σημερινή ελληνική κοινωνία. Να προστατεύσουμε τα παιδιά μας από το ηθικό ΑIDS αυτού του βρωμερού υποκείμενου. Αρκετοί νέοι πλήρωσαν ακριβά τη γνωριμία τους μαζί του. Όχι άλλα θύματα”.

Η επίθεση συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες, με άλλες δηλώσεις επωνύμων και άρθρα. Το πιο χαρακτηριστικό ίσως ήταν ένα σχολιάκι της εφημερίδας στις 10.9.87, στο οποίο γινόταν επίθεση στον δημοσιογράφο Γ. Μασσαβέτα επειδή “κατάπιε τη γλώσσα του και δεν έγραψε λέξη για τις βρωμιές που είπε ο Χατζηδάκης” -δηλαδή, όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας. Θα μπορούσα να παραθέσω κι άλλα, αλλά νομίζω ότι πήρατε μια ιδέα και έτσι κι αλλιώς η αντοχή έχει κάποια όρια που μάλλον τα ξεπεράσαμε.

Φυσικά, σήμερα, 27 χρόνια μετά από τα γεγονότα και 20 χρόνια μετά τον θάνατο του Μ. Χατζιδάκι, όλοι θυμούνται, αγαπούν και τιμούν τον συνθέτη ενώ κανείς δεν θυμάται τους χυδαίους επικριτές του. Αλλά, όπως είπα και στην αρχή, ο αυριανισμός νομίζω ότι δεν εξέλειψε, έστω κι αν σήμερα παίρνει άλλες μορφές και έχει, ίσως, άλλα οχήματα.

– See more at: http://left.gr/news/ena-keimeno-toy-manoy-hatzidaki-kai-i-ekstrateia-toy-enantia-ston-ayrianismo#sthash.DSJTrflo.dpuf

«Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων», έγραφε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Ο Νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία.
Είναι η μεγεθυσμένη έκφραση – εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.
Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία. Και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες, μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται.
«Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς 
προφύλαξη, χωρίς ντροπή. 
Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, 
σκέψη και αναρχία. 
Είναι μια παράσταση. 
Εσείς κι εμείς. 
Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος».
Ενώ τα πουλιά… Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις».
Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων», σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου, που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες.
Πρόσφατη περίπτωση ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μόνο που ο πόλεμος αυτός μας δημιούργησε για ένα διάστημα μιαν αρκετά μεγάλη πλάνη, μια ψευδαίσθηση. Πιστέψαμε όλοι μας πως σ” αυτό τον πόλεμο η δημοκρατία πολέμησε τον φασισμό και τον ενίκησε. Σκεφθείτε: η «Δημοκρατία», εμείς με τον Μεταξά κυβερνήτη, και σύμμαχο τον Στάλιν, πολεμήσαμε τον Ναζισμό, σαν ιδεολογία άσχετη με μας τους ίδιους και τον… νικήσαμε. Τι ουτοπία και τι θράσος. Αγνοώντας πως απαλλαγμένοι από την ευθύνη του κτηνώδους μέρους του εαυτού μας και τοποθετώντας το σε μια άλλη εθνότητα, υποταγμένη ολοκληρωτικά σ αυτό, δεν νικούσαμε κανένα φασισμό αλλά απλώς μιαν άλλη εθνότητα επικίνδυνη, που επιθυμούσε να μας υποτάξει.
Ένας πόλεμος σαν τόσους άλλους από επικίνδυνους ανοήτους, σε άλλους ανοήτους, περιστασιακά ακίνδυνους. Και φυσικά, όλα τα περί «Ελευθερίας», «Δημοκρατίας», και «λίκνων πνευματικών και μη», άξια για τις απαίδευτες στήλες των εφημερίδων και τους αφελείς αναγνώστες. Ποτέ δεν θα νικήσει η Ελευθερία, αφού την στηρίζουν και τη μεταφέρουν άνθρωποι, που εννοούν να μεταβιβάζουν τις δικές τους ευθύνες στους άλλους. (Κάτι σαν την ηθική των γερόντων χριστιανών. Το καλό και το κακό έξω από μας. Στον Χριστό και στο διάβολο. Κι ένας Θεός που συγχωρεί τις αδυναμίες μας, εφ’ όσον κι όταν τον θυμηθούμε, μες στην ανευθυνότητα του βίου μας. Επιδιώκοντας πάντα να εξασφαλίσουμε τη μετά θάνατον εξακολουθητική παρουσία μας. Αδυνατώντας να συλλάβουμε την έννοια της απουσίας μας. Το ότι μπορεί να υπάρχει ο κόσμος δίχως εμάς και δίχως τον Καντιώτη τον Φλωρίνης).
Δεν θέλω να επεκταθώ. Φοβάμαι πως δεν έχω τα εφόδια για μια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέματος. Όμως το θέμα με καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω μέσα μου. Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα με την ευαισθησία μου τις εξελίξεις και την επανεμφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τρομάζω.
Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Είναι οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Είναι εκείνοι που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις, σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι από το αστυνομικό τμήμα, άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμμιά ανησυχία, ούτε για τους φασίστες, ούτε για τους αστυνόμους. Φυσικά ούτε και για τους περιοίκους).
Ο εθνικισμός είναι και αυτός Νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά την θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικό τους ή των άλλων.
Η εμπειρία μου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληματισμός οφείλει κάπου να σταματά. Δεν συμφέρει. Γι’ αυτό και σταματά. Ο ερασιτεχνισμός μου στην επικέντρωση κι ανάπτυξη του θέματος, κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Όμως οφείλω να διακηρύξω το πάθος μου για μια πραγματική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία.
Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δύο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα, που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους, ή παθητικός μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιμότερος ο αργός και σιωπηλός θάνατος από την αντίδραση του ζωντανού κι ευαίσθητου οργανισμού που περιέχουμε.
«Το θέμα με καίει. Και πριν 
πολλά χρόνια επιχείρησα να 
το αποσαφηνίσω μέσα μου. 
Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα 
με την ευαισθησία μου 
τις εξελίξεις και την 
επανεμφάνιση του τέρατος.»

Το φάντασμα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. Εκεί επιδρά και το marketing. Η επιρροή από τα Μ.Μ.Ε. ενός τρόπου ζωής που ευνοεί το εμπόριο. Κι όπως η εμπορία των ναρκωτικών ευνοεί τη διάδοσή τους στους νέους, έτσι και η μουσική, οι ιδέες, ο χορός και όσα σχετίζονται με τον τρόπο ζωής τους έχουν δημιουργήσει βιομηχανία με τεράστια και αφάνταστα οικονομικά ενδιαφέροντα.

Και μη βρίσκοντας αντίσταση από μια στέρεη παιδεία όλα αυτά δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισμός, η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστιχτο στο εσωτερικό τους. Προσέξτε τον χορό τους με τις ομοιόμορφες στρατιωτικές κινήσεις, μακρά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας. Το τραγούδι τους με τις συνθηματικές επαναλαμβανόμενες λέξεις, η απουσία του βιβλίου και της σκέψης από την συμπεριφορά τους και ο στόχος για μια άνετη σταδιοδρομία κέρδους και εύκολης επιτυχίας. Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτού του κατάπτυστου περιεχομένου μας. Και τότε θα ’ναι αργά για ν’ αντιδράσουμε.
Ο Νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά σας. Δεχόμαστε να ’μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια, αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του Φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια. Και το Κακό ελλοχεύει, χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο Νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστής είναι ο Θάνατος.
(Το κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι για τον νεοναζισμό και τον εθνικισμό που έγραψε τον Φεβρουάριο του 1993 δημοσιεύθηκε στο πρόγραμμα της αντιναζιστικής συναυλίας που είχε δώσει η Ορχήστρα των Χρωμάτων με έργα των Φραντς Λιστ, Κουρτ Βάιλ και Μπέλα Μπάρτοκ, και παράλληλα στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία).