σκόρπιες σκέψεις...

μια επίσκεψη από φίλο

…’κάποτε μας ένωσαν τα μεγάλα νοήματα, αγκαλιαστήκαμε πίσω απ’ τα οδοφράγματα, μες της καταλήψεις και τις πορείες και τις εισβολές – σήμερα σκύβουμε πάνω απ ένα πιάτο με ελιές, μοιραστήκαμε σύκα ντομάτες πιπεριές και μούρα,  κοινωνούμε με ρακί γύρω από μια φωτιά στην Αλυκή κάτω από τον έναστρο ουρανό της ελληνικής ακρογιαλιάς’,

μιλήσαμε για μεγάλα μιλήσαμε για τεράστια και χάσαμε την μπάλα, ας πούμε για μικρότερα που είναι και πιο κοντά μας, με αυτά με τα οποία μπορούμε να αναμετρηθούμε άμεσα, αυτά που προσπερνούμε καθημερινά, που είναι όμως τόσο σημαντικά όσο εύκολα στην λύση του τους, τώρα, αμέσως, σήμερα, αυτή τη στιγμή!

μούλεγε λοιπόν ο φίλος μου ο Βαγγέλης σήμερα το πρωί που τον συνάντησα στην θάλασσα, ήρθε στην παραλία που πηγαίνω με τους δικούς μου, πως κάθε πρωινό, νωρίς νωρίς, πριν σηκωθεί πολύ ο ήλιος και πλακώσει η μεγάλη ζέστη και ο πολύς ο κόσμος, κάνει μια μεγάλη βόλτα στην αμμουδιά που προτιμά και την καθαρίζει από το πλαστικό και τα τενεκεδάκια που βρίσκει πεταμένα δεξιά κι αριστερά! όσα φυσικά μπορεί με τα δυο του χέρια,

δεν βαριέσαι βρε φιλάρα; τον ρωτώ, κάθε πρωινό να κάνεις το ίδιο πράγμα;

μπα μου λέει, γιατί ταυτόχρονα μαζεύω στις τσέπες μου και κοχύλια και βοτσαλάκια και φτερά από θαλασσοπούλια , έχω μαζέψει χιλιάδες αυτά τα χρόνια, και φτιάχνω σχέδια και τα κολλάω στους τοίχους του σπιτιού μου, ανταπαντάει χαρούμενος, ταυτόχρονα παρατηρώ την φύση γύρω μου, τα αρμυρίκια, τα λουλούδια που φυτρώνουν στην άμμο και τις καλαμιές, τα ποταμάκια που κατεβαίνουν απ’ τα βουνά όταν βρέχει, ακούω το κύμα όταν φουσκώνει η θάλασσα και το τραγούδι των γλάρων, κοιτώ το πέταγμα τους, έχει τόσα να δεις, μια ατέλειωτη πολιτεία η παραλία με τα ωραία της,  τους αμμόλοφους πάνω, κάτω, πέντε με έξι μήνες τον χρόνο στην αμμουδιά δεν χρειάζομαι γυμναστήρια, ρίχνω και το μπάνιο μου μετά, τις απλωτές μου, άλλοι πληρώνουν να τα κάνουν όλα αυτά!

ρε μεγάλε του λέω με αποστόμωσες, δεν έχω λόγια, με έπεισες, κόλλα το!

το κόλλησε και πάει να φύγει όμως κοντοστάθηκε και λέει:

κοίταξε, κάποιοι με κοιτούν σαν εξωγήινο, καθισμένοι ακριβώς δίπλα στις ψαροκασέλες, άλλοι σαν γραφικό κι άλλοι σαν τον τρελό του χωριού, δεν λείπει όμως και αυτός που την άλλη μέρα τον εβλέπω  όρθιο να περιπατεί στητός και να μαζεύει σκουπιδάκια μες την καλή χαρά, όχι για να τον βλέπουν, αλλά γιατί πραγματικά χαίρεται με αυτό που κάνει, γιατί κατάλαβε ότι οι μικρές καθημερινές πράξεις φέρνουν σιγά σιγά την μεγάλη ανατροπή, καλά καλά χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι, όχι τα μεγάλα λόγια, ποτέ τα μεγάλα λόγια! πήξαμε από μεγάλα λόγια όλα αυτά τα χρόνια στα καφενεία και τις πλατείες!

Γυρνάει ο φίλος μου να φύγει οριστικά αυτή την φορά, έχει ένα χαμόγελο μέχρις εκεί πάνω ζωγραφισμένο στα χείλια του, αύριο νωρίς το πρωί θα κάνει πάλι την πρωινή του γυμναστική ταυτόχρονα με ανώδυνη ηλιοθεραπεία την ώρα που περιδιαβαίνει μιας και ο ήλιος εκείνο το διάστημα είναι τελείως αβλαβής, και η σχεδόν έρημη από κόσμο θάλασσα ενώ βουτάει δεν μυρίζει αντιηλιακά λάδια αλλά ιώδιο αλάτι και όλα τα άλλα συστατικά της. Συγχρόνως περπατώντας στην πιο οξεία πλευρά της αμμουδιάς ασκείται στην ρεφλεξολογία νιώθοντας την ευεξία να χτυπάει κόκκινα! γυμνό πέλμα στην αμμουδιά τα σπάει μιας και το αίμα κυλάει καλύτερα ελεύθερο στο σώμα, όπως και το ανέβα κατέβα στον πυθμένα για τα πνευμόνια και τις αναπνοές,

μιας και ξέχασα να σας πως πως στην επίσκεψη που μας έκανε η αγκαλιά του ήταν γεμάτη με κόκκινους γεμάτους περιεχόμενο αχινούς, μύδια και φούσκες βλέπετε είχε προηγηθεί βούτηγμα στα βράχια των καταγάλανων μακεδονικών μας νερών την προηγούμενη της σύντομης αλλά τόσο περιεκτικής επίσκεψης του! Πάντα τέτοια φίλε μου

στην υγειά σου!

DSC00097.JPG

…»Και δίπλα σ’ αυτήν απλώνεται η θάλασσα με την αλμύρα της, το φως της, τη δροσιά της και τα θαλασσινά της. Από το χταπόδι ως τον αστακό κι από τη μαρίδα ως το μπαρμπούνι, αμέτρητα τα πρόσφορα της. Κι ο αφέντης άνθρωπος, στομωμένος από την ευκολία και την πλησμονή, τα χαίρεται όλα τούτα για μια στιγμή και βουλιάζει στην αχαριστία και στην αστοχασιά. Κι ούτε νιώθει πόσο μεγάλη και αναντικατάστατη είναι η ευτυχία του που μπορεί να βυθίζεται μέσα σ΄ αυτό το καταγάλανο αλμυρό νερό κάτω από τον πάμφωτο ήλιο κι ύστερα να ξαπλώνει στην καυτή αμμουδιά να στεγνώσει το κορμί του. Μονάχα οι ποιητές και οι ζωγράφοι, οι πρώτοι με το λόγο, οι άλλοι με το χρώμα, προσπαθούν αν κρατήσουν ζωντανή αυτή τη μαγεία, να μας την αναστήσουν όταν πια δεν είναι μπροστά μας, στα μάτια μας ή στα χέρια μας. ίσως αυτά όλα να κλείνονται στο σολωμικό στίχο: »Δεν το ‘λπιζα ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο!» Γιατί βέβαια η ζωή είναι πρώτα και κύρια όσα γνωρίζουμε με τις αισθήσεις μας! την όραση και την ακοή, που τις θεώρησαν οι φιλόσοφοι ως τις υψηλότερες και »αισθητικές» αισθήσεις, αλλάόχι λιγότερο και με τις άλλες, αυτές που μας χαρίζουν τόσες ηδονές, όμως τις βάζουμε σε μια δεύτερη, υποταχτική θέση, εννοώ βέβαια την αφή, την γεύση και την όσφρηση. Αυτές που μας επιτρέπουν να αισθανθούμε τη σάρκα των πραγμάτων σε όλη την εξαίσια δύναμη της.

Όλοι οι άνθρωποι μπορούν να χαρούν αυτές τις ομορφιές, όμως εμείς οι Έλληνες τις έχουμε μες τα χέρια μας, δυο βήματα από τα σπίτια μας. Φοβούμαι ωστόσο πως αιώνες πολλούς κατηχηθήκαμε να περιφρονούμε όσα ονομάζουμε υλικά αγαθά και με την εγκεφαλική υπερτροφία και υπερπλασία στερήσαμε τους εαυτούς μας από την πιο αληθινή χαρά της ίδιας μας της ύπαρξης: την πολύ απλή ικανότητα να ζούμε και να εκτιμούμε τα αγαθά της ζωής, αυτά που το ελληνικό καλοκαίρι μας τα μοιράζει αφειδώλευτα και προκλητικά. Θα φαινόμουν ενοχλητικά ρομαντικός – και αφελής – αν προσπαθούσα να παραθέσω τις αμέτρητες απολαύσεις μια καλοκαιριάτικης ελληνικής ημέρας και νύχτας, γιατί βέβαια δεν έχω την τύχη να είμαι ποιητής κι ούτε η στήλη αυτή έχει προορισμό να ανέχεται ψευδολογοτεχνικά κείμενα. Άλλωστε φτάνει μονάχα να ερεθίσω τη μνήμη του αναγνώστη και ο καθένας θα έχει τη δυνατότητα να φέρει στο νου του άπειρες τέτοιες ηδονικές εμπειρίες.

Μέσα σ’ όλην αυτή την προσφορά και την ομορφιά της γης και της θάλασσας μπορεί, αν θέλει, ο άνθρωπος να ξαναβρεί τη φυσική αγνεία του και να καθαρθεί όχι από το προ- αλλά από τα μετά-πατορικά αμαρτήματα, που έχουν ρυπάνει και το κορμί και την καρδιά μας. Να μάθει να βλέπει με την αθωότητα του παιδιού και να θαυμάζει την ακατάλυτη ωραιότητα του κόσμου αυτού, και να τον αγαπά, και να πιστέψει σ’ αυτό τον κόσμο και στις αξίες που αυτός ο ίδιος έχει πριν και πέρα από τις ανθρώπινες εγκεφαλικές επισωρεύσεις, που τελικά οδηγούν στην παραμόρφωση του. Αν ξαναδιαβάζαμε τα πρώτα κεφάλαια της πλατωνικής Πολιτείας, Θα βλέπαμε πως όλα αυτά τα νοητικά κατασκευάσματα μας ο Σωκράτης τα θεωρεί »φλεγμονή», αναγκαία ίσως, μπορεί και γοητευτική, όμως »φλεγμονή», που έχει προσβάλει την απλή ανθρώπινη φύση. Ξέρει ο Αθηναίος φιλόσοφος, όπως το ξέρουμε κι εμείς, πως είναι ουτοπικό, μάταιο και παρανοϊκό, να αναζητήσουμε την επιστροφή στον αρχικό ‘Παράδεισο’, γιατί τέτοιος Παράδεισος δεν υπάρχει ούτε υπήρξε ποτέ. Όμως και εκείνος γνώριζε και εμείς γνωρίζουμε πως μπορούμε, για κάποιες στιγμές τουλάχιστον, να χαρούμε μια παραδείσια ευτυχία, ξεχνώντας τα περίπλοκα νοητικά μας τέρατα και μένοντας με παιδική αφέλεια και σοφία στον απλό, πλούσιο και συναρπαστικό κόσμο της επίγειας γυμνής ύπαρξης μας. Μέσα στο ελληνικό καλοκαίρι, καθώς αποβάλλουμε πρόθυμα και ενεργητικά τα περιττά ενδύματα μας, έχουμε την ευκαιρία να αποβάλλουμε μαζί μ’ αυτά και όλες τις μεγαλόστομες και μάταιες επενδύσεις που σωρεύουμε στους χώρους της πολύχρονης ενδιαίτησης μας μέσα στις ρυπαρές πόλεις μας.

Το ελληνικό καλοκαίρι αρχίζει βέβαια από τον Μάη και τελειώνει τον Σεπτέμβρη, κάποτε και τον Οκτώβρη. όμως η καρδιά του, τότε που το λιοπύρι μας τσουρουφλίζει και μας αποχαυνώνει, είναι ο Ιούλιος και ο Αύγουστος. Οι μεγάλες πόλεις πυρακτώνονται και στα πόδια μας η άσφαλτος, στα πλευρά μας τα τσιμεντένια κτίρια εκπέμπουν τη συγκεντρωμένη θερμότητα, εξουθενώνοντας τους ανθρώπους και μετατρέποντας σε βασανιστικά καμίνια τα μετάλλινα οχήματα των δύσμοιρων εποχούμενων. Μοναδική λύση η φυγή προς την ύπαιθρο, προπάντων προς τις θάλασσες, όπου βέβαια μας περιμένουν λογιών λογιών βάσανα και εκπλήξεις…..

Μανόλης Ανδρόνικος, Ελληνική Κιβωτός, σελ, 48-50

Υστερόγραφο

Να σας πω δε και το άλλο και να κλείσω οριστικά, για να καταλάβετε πλήρως για τι άνθρωπο μιλάμε, όσον αφορά τον Βαγγέλη:

την παρ άλλη που είχε χαλάσει ο καιρός, είχε ψυχράνει λιγάκι και ψιλόβρεχε, τι έκανε ο αθεόφοβος για να μη χάσει το αγαπημένο του νερό και την βόλτα μετά τη δουλειά: »λίγα μοναχά χιλιόμετρα απ’ το σπίτι Μιχάλη, που λες, είναι τα Θερμά, οι ζεστές πηγές που αναβλύζουν μέσα από την γη, θαυματουργές, με τα χίλια ιαματικά καλά τους, μες τα πλατάνια τις αγριοσυκιές και τόσα άλλα καταπράσινα καλούδια, πουλομάνι μοναχά και ησυχία, πολύ ησυχία, ο χορός και η μουσική της φύσης, το κελάρισμα της υγρής μάζας και η μικρή εκείνη ομίχλη που σηκώνεται προς τα ψηλά, κι ο αέρας δίνει κάθε τόσο ένα σκαμπίλι και τινάζει απ’ τα φύλλα το νεράκι στα ποτάμια της ζέστης και γίνεται ένα παιχνίδι υπέροχο ζεστού και κρύου μαζί μες το κατακαλόκαιρο που ακόμη είναι στο φόρτε του.

Έκατσα πολύ ώρα εκεί μέσα φίλε μου να γιάνω τις πληγές μου, που δεν είναι και λίγες. Πολύ το αγαπώ το υγρό στοιχείο, αγαπώ τη φύση, βλέπω τα πουλιά να πλατσουρίζουν και νομίζω πως αυτή είναι η τελειότης, πως αυτό είναι το μυστικό της ζωής, πως δεν χρειάζονται περισσότερα να πούμε.

Και πριν επιστρέψω στον προορισμό μου, ρουφώντας το ροδάκινο που μούχε κόψει από τον κήπο του ο Κλεάνθης, ένας συγχωριανός της συντρόφου μου  δόξαζα το σύμπαν που μας έχει χαρίσει όλα αυτά τα θαύματα απλόχερα στα πόδια μας!

DSC00122

Θα κλείσω με ένα κομμάτι που ήρθε ξαφνικά στο μυαλό μου, μια λέξη δηλαδή θύμισε το τραγούδι ολόκληρο χωρίς κανόνα

 

σκόρπιες σκέψεις...

οι παρέες

μέρος α

μέσα στις παρέες της Ελλάδας, στις παρέες όλου του κόσμου την στιγμή αυτή κυοφορείται η ιστορία του μέλλοντος, η επανάσταση που έρχεται, καρποφορείται το αύριο, ανθίζει ο σπόρος του μέλλοντος, καρπίζει αυτό που ονειρεύονται τα νιάτα και τρέμουν τα κόμματα, αυτό που μποϋκοτάρουν τα κόμματα, αυτό που κάνουν τα πάντα για να το σταματήσουν , το αυθεντικό, αυτό που το δυναμιτίζουν, γιατί τους τρομάζει, τους ξεφεύγει, δεν μπορούν να τους ελέγξουν και το τρομοκρατεί και το σαμποτάρουν, το μέλλον της κοινωνίας που έρχεται είναι εκεί,

και η μάστιγα της κοινωνίας του αύριο είναι οι δυνάμεις που κυβερνούν μαζί με αυτούς που ελέγχουν τα κεφάλαια και την ενέργεια και τον στρατό και τις μυστικές υπηρεσίες, και οι πολιτικοί, ένα μπουλούκι ενωμένοι ενάντια στην κοινωνία, και την κατευθύνουν την κοινωνία με τα Μέσα επικοινωνίας, ηλεκτρονικά και άλλα, ξέρετε εσείς, είναι οι λακέδες τους τα Μέσα, πρόστυχοι παίκτες, ύπουλοι

και τους πολίτες τους έκαναν ιδιώτες, idiots, ικανούς ν’ ανάβουν κεράκια και να ξεχνούν πως τα κύματα προσφύγων δημιουργήθηκαν διότι οι πόλεμοι έγιναν από τους κυβερνήτες των χωρών που σήμερα δέχονται τις επιθέσεις από τρομοκράτες που δέχονται χρήματα από αυτές τις ίδιες κυβερνήσεις που όπλισαν αυτούς τους τρομοκράτες που βάζουν τις βόμβες στις πρωτεύουσες αυτών των χωρών που βομβαρδίζουν τις χώρες απ’ όπου ξεκινούν οι ορδές των πεινασμένων προσφύγων που κατακλύζουν την Μεσόγειο, ένας κύκλος είναι εάν παρατηρήσετε σωστά!

Και οι μαμάδες χώρες των τρομοκρατών κάνουν τρελές μπίζνες με τους κυβερνήτες των χωρών που όπλισαν τους τρομοκράτες που σπέρνουν τις βόμβες στην καρδιά της Δύσης όπου οι idiots αντί να στείλουν στον διάολο τους κυβερνήτες τους που κάνουν τις μπίζνες με τους μπαμπάδες των τρομοκρατών ανάβουν κεράκια και κάνουν παρέα με τον Λοβέρδο που εξισώνει κάθε μετανάστη με τους τρομοκράτες που ο ίδιος ο Λοβέρδος μέσω των φίλων του κυβερνητικών ταίζει με δεκαπέντε χέρια εδώ και δεκάδες χρόνια! όποια κυβέρνηση κι αν εναλλάσσεται στην εξουσία πάντα κάνει μπίζνες με τους μπαμπάδες και τις μαμάδες των ίδιων πάντα τρομοκρατικών οργανώσεων που το πολύ πολύ ν’ αλλάζουν όνομα! ή αρχηγό!

Αυτά τα ολίγα φίλοι μου για τις παρέες που είναι η ελπίδα μας για το μέλλον,

και τους ιδιώτες idiots με τους οποίους πρέπει να τα σπάσουμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα αν θέλουμε να δούμε κανένα χαίρι που λεν και οι απλοί άνθρωποι στην πιάτσα

δικός σας Μιχάλης

μέρος β

ένας τεράστιος ιστός στήνεται αυτές τις μέρες στον κόσμο από τις παγκόσμιες ελίτ, στρατιωτικές οικονομικές διπλωματικές, σε αγαστή συνεργασία με τις ελίτ της επικοινωνίας για τον εκ νέου διαμελισμό του κόσμου, μέσα σε ψυχροπολεμικές ιαχές και βαρβαρικές απειλές καουμπόικου στυλ από την χάρτινη τίγρη, που τρεκλίζει λόγω του υπέρογκου χρέους και της εσωτερικής διαμάχης των διαφόρων φατριών εξουσίας, ενώ την γυροφέρνουν περιφερειακοί παίκτες έτοιμοι να αρπάξουν το πρώτο κοκαλάκι από το ρέψιμο της βαρυστομαχιάς της, για να ισοβαθμήσουν την χασούρα από άλλα ανοιχτά μέτωπα [βλέπε Τουρκία και τσαμπουκάδες στο Αιγαίο όπως επίσης και τσαμπουκάδες στα ελληνικά και κυπριακά πετρελαϊκά οικόπεδα, σε συνδυασμό με όσα προβλέπεται να χάσει σχετικά με την ίδρυση του προβλεπόμενου κουρδικού κράτους ]

την ώρα που οι ναζί πλέον παρελαύνουν κανονικά όχι μόνο στις πρωτεύουσες της πρώην ανατολικής ευρώπης, όπου στήνουν και μνημεία για να τιμήσουν τους πεσόντες στον αγώνα ενάντια στην απελευθέρωση αυτής από τους ενωμένους αντιφασίστες συμμάχους υπό τις ανοιχτές ευλογίες αυτών ! αλλά παρελαύνουν και στην καρδιά της αμερικής με την υποστήριξη του ψευτοπροέδρου αυτής!

σε μια δύση όπου το κέρδος έχει καταστεί μοναδικός αυτοσκοπός και η καταστροφή της φύσης και του περιβάλλοντος και οι φωτιές τηλεοπτικό παιχνίδι και αναψυχή εντός ολίγου.

Έχουμε ξεφύγει τελείως.

Κάποτε στη χώρα μας κρεμούσαν πανό στις εθνικές οδούς με την επιγραφή »προσεχώς βουλγάρες».

Σήμερα οι βούλγαροι εισβάλουν σε ορδές με τετρακίνηση και αγοράζουν τα πάντα μιας και η χώρα εδώ στα βόρεια που ζούμε εμείς ξεπουλιέται απ’ άκρου εις άκρον, το ίδιο και οι ρώσοι, οι κινέζοι, οι τούρκοι, οι πάντες, θα ψάχνουμε χώρο ζωτικό με το κιάλι σε λιγάκι να αναπνεύσουμε,

εκεί που παίξαμε και τρέξαμε και ερωτευτήκαμε μικροί σήμερα ξένοι κι έλληνες εργολάβοι κτίζουν φρούρια στην άμμο με βαρούλκα που κατεβάζουν σκάφη και τζετ σκάφη

και μπράβοι φρουρούν μαφιόζους bosses και άλλους διοπτροφόρους κοιλαράδες,

μόνη μας ελπίδα οι παρέες λοιπόν. Εκεί δεν μπορεί να εισβάλει το συμφέρον.

Γιατί μη μου πεις πως αυτοί που πηγαίνουν σήμερα να γίνουν μέλη σ’ ένα κόμμα πηγαίνουν ανιδιοτελώς ή λόγω ιδεολογίας, θα βάλω τα γέλια.

Σας γαμώ τα λύκεια φίλοι μου τραγουδούσε κάποτε ο αοιδός! σας γαμώ και τα κόμματα λέμε σήμερα εμείς, τόποι που λειτουργούν σαν τροχοπέδη της ανεξάρτητης σκέψης, τόποι φίμωσης του διαφορετικού ! κέντρα εξουσίας και μόνο αυτό, τίποτα άλλο, και κατασκευάζουν μελλοντικούς καραγκιοζοπαίχτες, μαριονετίστες, η κομματική συγκέντρωση, όπως και το κοινοβούλιο, είναι το θέατρο σκιών, μονάχα οι παρέες ίσως μπορέσουν να ξεφύγουν από την μέγγενη αυτή και να παράξουν αυθεντικότητα, αυτονομία, ελπίδα, όνειρο

δικαίωμα στο όνειρο λοιπόν, με τίποτα δεν μπορείς να μου στερήσεις τ’ όνειρο λευκέ γαλάζιε ποντικέ

μέρος γ

μη ξεχνάτε φίλοι μου πόσο βαθιές είναι οι ρίζες μας:

1944 ( Ήταν ο τόπος μου ) 

Ήταν ο τόπος μου βράχος και χώματα ήλιος και μαύρο κρασί 

Όργωνα θέριζα και με τον Όμηρο σε τραγουδούσα, λαέ μου 

Πάνω στα κύματα
νύχτες ολόκληρες 

σε ονειρεύτηκα.

Ήταν τα σπίτια μου άσπρα γαρίφαλα και τα κορίτσια σεμνά.
Είχαν αρμύρα στα χείλη στα μάτια τους καίγανε την οικουμένη
και τα παιδιά μου 

με μια φυσαρμόνικα 

τα ξελογιάζανε.

Ήταν ο τόπος μου σαν το χαμόγελο, όνειρο καθημερνό.
Κάποιος τον πούλησε, κάποιος τον ρήμαξε σαν δανεισμένη πραμάτεια.
Τώρα τ’ αγόρια μου 

παίζουν το θάνατο 

στα χαρακώματα.

Tι κάνει τα πανηγύρια στην Ικαρία τόσο ξεχωριστά ή γιατί, όποτε με πιάνουν οι μελαγχολίες του χειμώνα, βάζω ν’ ακούσω στο YouTube τον τσαμούρικο από το βιολί του Νίκου Φάκαρου Από τον δημοσιογράφο Γιώργο Νάστο

Κάποιες από τις πιο ζωντανές πρόσφατες καλοκαιρινές αναμνήσεις* μου τις έχω από τις γιορτές στα χωριά της Ικαρίας. Τι γίνεται εκεί; Mόνο ό,τι συμβαίνει όποτε συντονίζεται η χαρά των ανθρώπων: μια υπέρβαση, δηλαδή, που αντιστέκεται στη φθορά και δεν μπορεί να υποκύψει στη βία του χρόνου. Η Ελλάδα του γλεντιού φοράει τα καλά της στα πανηγύρια του νησιού των μακροημερευόντων κατοίκων. Είναι η ξεγνοιασιά, είναι το κρασί, είναι τα νιάτα, είναι η μουσική, ωστόσο είναι και κάτι άλλο, πιο σημαντικό και βαθύ. Το είχα ψιλοκαταλάβει από την πρώτη φορά που πήγα, το συνειδητοποίησα όμως καθαρά πέρσι στη Λαγκάδα. Ακούγοντας τις αρχικές νότες από τον Ικαριώτικο, έτρεξα για να πιαστώ στον κύκλο του χορού, αλλά εξαιτίας της πολυκοσμίας μόνο μικρά βηματάκια, σαν της γκέισας, μπορούσα να κάνω. Έψαξα με το βλέμμα μου τους φίλους μου, δεν εντόπισα κανέναν τους και δεν με ένοιαζε. Μπλεγμένα χέρια και ώμοι, στηριζόμουν και στήριζα, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Οι πιο πολλοί κοίταζαν από συνήθεια τα πόδια τους κι ας μην είχαν το περιθώριο να χορέψουν κανονικά. Αντί να σέρνουμε τον χορό, κουβαλούσαμε ο ένας τον άλλον. Και αυτό, για εκείνη την ώρα, το νιώθαμε αρκετό. Μας είχε, ούτως ή άλλως, παρασύρει η αίσθηση μιας κοινής φλέβας που χτυπούσε (κι ίσως χτυπάει πάντα) δυνατά μέσα μας, κάτι ανόθευτο που μας ένωνε και μας δονούσε, κάτι που το αδικεί οποιαδήποτε αναφορά σε new age ενέργειες και μυστηριακά πεδία. Αυτήν τη σύνδεση αποζητά όποιος επιλέγει την Ικαρία ξανά και ξανά, επειδή αγάπησε τα πανηγύρια της. Την επαφή με την αλήθεια του τόπου του και με τους άλλους. Να κάνει τον κύκλο του σκέτος και καθαρός – ποτέ όμως μόνος. Πηγή: www.lifo.gr

υστερόγραφο: ακούς κ. πανίβλακα Λοβέρδο τον άλλο τον δικό σου τον μεταδότη τον Χατζηγεωργίου, πόσο ξεκάθαρος είναι: πήγε από την Σομαλία στην Αγγλία ο Φάρα να βρει »καλύτερη τύχη» έτσι και η Χασάν στην Ολλανδία όπως και ο Γκουλίεφ στην Τουρκία, πως να κάνει πρωταθλητισμό βρε ηλίθιε με 500 ευρά που του έδιναν στο Αζερμπαϊτζάν;

Δεν πήγαν να βρουν πατρίδα οι άνθρωποι, δεν πηγαίνουν να βρουν πατρίδα οι δικοί μας μετανάστες, τύχη καλύτερη ψάχνουν. Τον βλέπετε τον Φάρα ύστερα από κάθε αγώνα; σκύβει και προσκυνάει στο ταρτάν τον θεό του κι ας ζει χρόνια τώρα στην Αγγλία. Κι αν όλοι εσείς δεν έχετε θεό, εκεί που ξέρετε σας γράφει, και καλά κάνει ο άνθρωπος! ούτε που τον νοιάζει η γνώμη σας γι αυτόν! κι από δίπλα του κι ο άλλος τεράστιος ο Μπαρσίμ! Κι ο Γκαζάλ παρά πέρα, που απ’ τα συντρίμμια της Δαμασκού στέλνει ένα μήνυμα μέχρι εκεί πάνω πως δεν πα να φωνάζουμε όλοι εμείς πως υπάρχουν βόμβες καλές και βόμβες κακές, αυτός μας γράφει στα παλιά του τα παπούτσια και πηδάει! Και αγκαλιάζεται με τον Ρώσο και τον Αμερικάνο και τον Βρετανό συναθλητή του κι όποιον άλλον του κάνει κέφι και μας στέλνει τα φιλιά του

Αποτέλεσμα εικόνας για ghazal athleteΑποτέλεσμα εικόνας για ghazal athlete

 

 

σκόρπιες σκέψεις...

όνειρο καλοκαιρινής ραστώνης

Mekhissi-Benabbad was disqualifed for removing his shirt in the 3000m steeplechase at the 2014 European Championships

σήμερα το μεσημέρι ξάπλωσα να ξεκουραστώ κι αμέσως με πήρε ο ύπνος, φαίνεται λοιπόν πως αμέσως άρχισε να δουλεύει το μοτεράκι όπως εξάλλου κάνει πάντοτε, εν γνώσει μας φυσικά, διότι, μόλις ξύπνησα κι άρχισα σιγά σιγά να χαλαρώνω ξεκίνησε αμέσως να με σπρώχνει να τα βγάλω προς τα έξω, βέβαια εγώ προσπάθησα να καθυστερήσω όσο μπορούσα τον μέσα μου εαυτό γιατί είχα και άλλες δουλειές να κάνω, οπότε τώρα που τελείωσα  έβαλα μπρος – μιλάμε για μια συζήτηση που είχα μ’ ένα φίλο μου περί διαφόρων θεμάτων γενικότερα  – στον ύπνο μου πάντοτε – που θα προσπαθήσω να σας αναπτύξω εδώ πιο κάτω όσο συντομότερα μπορώ:

μιλούσαμε για έθνος και πατρίδα κι εγώ του έλεγα πως αυτές τις δυο τις έννοιες δεν τις έχω καθόλου σε υπόληψη, είναι δυο νοήματα κατασκευασμένα, δεν πρόκειται να κάτσω να το εξηγήσω το γιατί, υπάρχουν ειδικότεροι για να το κάνουν. Όταν γεννιούνται δυο παιδιά, αυτές οι έννοιες τους είναι άγνωστες, δεν υπάρχουν στο dna τους, όπως επίσης και η ράτσα, η θρησκεία κλπ. Αυτά τα πράγματα τα διδάσκουν στο σχολείο για να χωρίζουν τους ανθρώπους και να τους εκμεταλλεύονται. Τα σύνορα στήνονται στην διάρκεια της ζωής λόγω συμφερόντων, χαλούν και μετατρέπονται όποτε τα συμφέροντα αλλάζουν.

Θα φύγω και θα ξανάρθω στην κουβέντα δεν γίνεται αλλιώς. Χθες  στους αγώνες τους παγκόσμιους τους στίβου ο Αζερος Γκουλίεφ κέρδισε τρέχοντας για την Τουρκία το χρυσό στα διακόσια. Αυθόρμητα άρπαξε την σημαία του Αζερμπαϊτζάν κι άρχισε να τρέχει, από εκεί κατάγεται ο άνθρωπος. Του χώσαν αμέσως στα χέρια και μια της Τουρκίας για την οποίαν ξεπουλήθηκε πρόσφατα όπως κάποτε και κάποιος φουσκωτός που κέρδισε μετάλλια για την Ελλάδα σηκώνοντας βάρη. Όσο Άγγλος είναι ο Μο Φάρα άλλο τόσο Κουβανός είμαι κι εγώ όσο βέβαια Τούρκος είναι και ο Κουβανός Κοπέλλο. Και πάει λέγοντας, όσοι αγαπούν τον στίβο, παρακολουθούν και γνωρίζουν τα τεκταινόμενα, όπως εγώ!

Συνεχίζοντας: Τι κοινό βρε παιδιά μπορώ να έχω εγώ με τον Σάκη Ρουβά σε αξίες χρήμα και κουλτούρα; με τον Μαρινάκη; ή τον Άδωνι και τον Μητσοτάκη; τον Βενιζέλο; και την Βαρδινογιάννη την Τζούλια Αλεξανδράτου, για να υπηρετήσουμε μαζί κάποια πατρίδα; και ποια Δημοκρατία να υπερασπιστούμε; που δεν υπάρχει Δημοκρατία μα ούτε καν Φεουδαρχία θα έλεγα, τι μπορεί να ενώνει εμένα με τον όποιον άλλον θέλετε από αυτό το κομματικό σύστημα που υπερασπίζεται παθιασμένα και σθεναρά τον εαυτό του και την πατρίδα, την όποια πατρίδα την γράφει εκεί που ξέρει και ξέρετε κι εσείς! Αυτοί δεν έχουν έθνος και πατρίδα γιατί τα συμφέροντα τους είναι διάσπαρτα σε δεκαπέντε πατρίδες!

Δηλαδή φίλοι μου τι κοινό μπορούμε να έχουμε με αυτούς τους καρχαρίες με τις μετοχές σ’ αυτή τη χώρα, τις επιχειρήσεις σ’ εκείνη την πατρίδα, τα καράβια στην άλλη, τα συμφέροντα πολλές φορές αντικρουόμενα στους τέσσερις ανέμους, επενδύσεις σε φάουντς από εδώ κι από εκεί, τράπεζες οίκους αξιολογήσεις και όλες αυτές τις παπαριές κατασκευαστικές, όπλα, ενέργεια κλπ και όλα αυτά να διαπλέκονται μεταξύ τους με εθνικά κεφάλαια ατομικά κεφάλαια τραπεζικά και όλων των ειδών τα κεφάλαια και εδώ κεφάλαια και εκεί κεφάλαια και παντού κεφάλαια, »και να τα ξερολούκουμα και να τα παστέλια», και στο τέλος ούτε και οι ίδιοι δεν γνωρίζουν που στο κακό σταματούν και που αρχίζουν και που τελειώνουν τα συμφέροντα τους, και το μόνο που είναι σίγουρο είναι πως δεν έχουν ούτε έθνος ούτε θεό ούτε πατρίδα ούτε φυλή αυτοί οι άνθρωποι και αυτά τα συμφέροντα,

αν ήταν πατριώτες όπως λεν, ξέρετε τι θα έκαναν; θα ξεκινούσαν ένα πρόγραμμα παλλαϊκής εκπαίδευσης στα όπλα και στα γράμματα όλου του λαού πάνω απ’ τα δεκαέξι λέω εγώ, δεκαοκτώ πείτε εσείς, μέχρι τα εξήντα πέντε, σύμφωνα με τις αντοχές, ψυχικές και σωματικές, με γιατρούς καθηγητές και επιστήμονες, δυο φορές το χρόνο, κάθε χρόνο, γειτονιά προς γειτονιά, χωριό προς χωριό, σε όλες τις πόλεις, στην ύπαιθρο, στα νησιά, ενώνοντας τις γειτονιές με λαγούμια υπόγεια, ενώνοντας τα σπίτια με οπές- σε όλες τις πολυκατοικίες, να επικοινωνούν τα πάντα, να φέρουν οι πάντες τα όπλα στα σπίτια μετά την εκπαίδευση, να σου εγώ τολμά κανείς να επιτεθεί στην χώρα; πρόσεχε τι λέω; στην χώρα! άσε τις πατρίδες και τα έθνη, τα σύμβολα τα χρειάζεται αυτός που θέλει να πλύνει μυαλά, αυτός που το μυαλό του είναι καθαρό δεν χρειάζεται σύμβολα, ξέρει ν’ αγαπά, έχει καθαρή καρδιά!

Όταν κάποιος μονοπωλεί την ‘άμυνα’ γίνεται επικίνδυνος, γίνεται κάτι στεγανό, [βλέπε στρατός] και φτάνει κάποια στιγμή στο σημείο να εκβιάσει. Το ίδιο συμβαίνει με την ‘τάξη,’ [βλέπε αστυνομία]. Όταν έχεις συνεχώς σε εγρήγορση τον λαό δεν φοβάσαι τίποτα. Γιατί συμβαίνει ο λαός να λαμβάνει μέρος στην διακυβέρνηση καθημερινά, μιας και ο ιδιώτης καθίσταται πολίτης παύοντας να στέλνει αντιπροσώπους κάπου όπου τους χάνει από τα μάτια του, παύει πλέον να τους ελέγχει, αυτή είναι η έννοια της δημοκρατίας, ο λαός κυβερνά, δεν αναθέτει την κυβέρνηση σε αντιπροσώπους τους οποίους μάλιστα δεν δύναται να ανακαλέσει, αυτή είναι μια άσχημη μορφή φεουδαρχίας όπου ο αρχηγός του κόμματος με λίστα ορίζει του εκπροσώπους τους οποίους πλέον το μισό εκλογικό σώμα κάθε τέσσερα χρόνια στέλνει στο κοινοβούλιο για να επικυρώνουν τα θελήματα των ισχυρών του κόσμου στους οποίους υποκλίνονται τα εκάστοτε ντόπια τσιράκια. Που πατρίδα που έθνος που θρησκεία που ιδεολογία που σύμβολα κι όλα τα άλλα τα ωραία με τα οποία μπουκώνουν τα μυαλά όλων αυτών που θέλουν να γεμίσουν την ψυχή τους με αέρα κοπανιστό και νοήματα σαν αυτά που άρπαξε μες την χαρά του ο Γουλίεφ κι ο κάθε Γκουλίεφ της παγκόσμιας αγοράς προϊόντων προς πώληση ή ενοικίαση.

Βλέπουμε μαύρη μεταλιούχο ολανδέζα, μαύρη μεταλιούχο βελγίδα, μαύρη από την ελβετία, μαύρη ιταλίδα, μαύρη γερμανίδα, μαύρο νορβηγό, μαύρο σουηδό και μου μιλάτε για πατρίδες, για ποιανού το έθνος; σε ποιο έθνος πιστεύει η κουβανή ιταλίδα, η ελβετή από την αφρική ή ο γάλλος από την αλγερία, το μαρόκο ή την τυνησία ;

και τότε μπαίνει φουριόζος στην κουβέντα ο Ορέστης και παρατηρεί πως ξαφνικά χάθηκαν από την θάλασσα οι τσούχτρες έτσι όπως ξαφνικά μες τον Ιούλη εμφανίστηκαν, λες και κάποιο χέρι μαγικό έδωσε διαταγή, μια δύναμη μεγάλη την έδωσε αυτή την διαταγή πρόλαβε να τον διακόψει ο Παντελής

ναι, υπάρχει αυτή η τεράστια δύναμη, εγώ εσύ αυτοί και δείχνει γύρω του, εμείς όλοι, τα δέντρα τα ζώα τα ψάρια τα φυτά, όλοι μας, οι αέρηδες οι θάλασσες οι ποταμοί οι άνεμοι το σύμπαν όλο, η αρμονία του, της φύσης η αρμονία, του όλου, αυτή η ολότητα, το ένα το τεράστιο, αυτό το άπειρο μπροστά στο οποίο οι άνθρωποι υποκλίνονται και γέρνει μπροστά του την μηδαμινότητα της ύπαρξης του το ον και το ονόμασε θεό και το έντυσε με τα χρώματα του πολέμου και κάτω απ’ τον μανδύα του οποίου έκρυψε τον άκρατο εγωισμό του και στο όνομα του οποίου νομιμοποιεί τις κατακτήσεις του

ναι επιβεβαιώνει ο Ορέστης, αυτή τη μια και μοναδική που είπατε εσείς πως την ονόμασε και στο όνομα της έχει κάνει τα μεγαλύτερα εγκλήματα, πανάγαθος και παντοδύναμος και μαλώνουν πως ο δικός τους είναι ο καλύτερος, και όλοι σε αυτόν αποδίδουν τη νίκη τους, μα πως διαλέγει σε ποιον θα δώσει το χρυσό και το ασημένιο στον άλλον; μα είναι γαύρος σήμερα; πανάθα αύριο; σκουλίκι την επομένη; και τις έξυπνες βόμβες δεν μπορεί να τις εμποδίσει; μα πως γίνεται να επιτρέπει στον παπά του Μπλέρ ας πούμε να ευλογεί τις βόμβες που θα σκοτώσουν χιλιάδες; τότες ξεχνά να είναι πανάγαθος; κι ο Τράμπ; ο Κιμ; ή ο άλλος ο Μακρόν; κι ο Πούτιν παραπέρα. Αμ ο Κινέζος; ο Ιάπωνας; η Γερμανίδα; αυτονών τα όπλα δεν σκοτώνουν; παπάδες δεν τα ευλογούν; αυτονών οι πατρίδες και τα έθνη τι ρόλο παίζουν; οι θεοί τους και οι ράτσες τούτείναι πιο καλές από των μουσουλμάνων που τους αρμέγουν τα πετρέλαια χρόνια τώρα ή των Λατινοαμερικάνων και των άλλων αφρικάνων αιώνες τώρα; Κι έρχονται οι ξεριζωμένοι μαύροι τώρα στη Δανία ας πούμε, κι όταν τρέχουν και παίρνουν μετάλλια είναι καλοί, τραγουδούν και τον εθνικό ύμνο κι από πάνω, μες την ψυχή τους ρώτα εσύ τι συμβαίνει! Αν τους συναντήσουν στο τραμ τους ζητούν να σηκωθούν για να κάτσουν οι λευκοί. Και μετά εσύ μου λες πως η πατρίδα και το έθνος είναι για όλους, κι ο θεός επίσης. Όχι φίλε, όλες αυτές οι μπούρδες είναι μοναχά για τους δυνατούς, γι αυτούς που κατέχουν τα όπλα και το χρήμα, την δύναμη, γι αυτούς που παίρνουν τις αποφάσεις.

Και δεν τέλειωσα ακόμη φίλε Μιχάλη, συνεχίζει ο Ορέστης, σε αυτό το όνειρο που δεν λέει να τελειώσει, και είναι τόσο δυνατό και έντονο, τόσο ζωντανό, που μέχρι και πουλιά βγαίνουν από μέσα του, κολοβούτια με φτερά, σαν τους καλύμνιους βουτηχτάδες,

σε αυτή τη χώρα που μας έλαχε να ζούμε η σχιζοφρένεια πάει σύννεφο,

αυτοί ξεριζωμένοι κι εμείς σχιζοφρενείς,

μιας και είχαμε τους αγώνες όλες αυτές τις ημέρες να παρακολουθούμε και ξέρω πόσο πολύ αγαπάς τον κλασσικό αθλητισμό, που το πας και το ακόλουθο: προσκυνάν οι έλληνες τον τριαδικό θεό που στήθηκε στα ερείπια του δωδεκάθεου: Παύλος επί Σαούλ και Υπατίας, λοιπόν, από την μία έχουμε τον Καμμένο και τους δεσποτάδες να διασχίζουν την χώρα παρακαλώντας την Παναγία και τους αγίους να κρατούν από μακριά τους τουρκαλάδες, και από την άλλη τους πιστούς να προσκυνούν ‘άγια’ κόκαλα ‘άγια’ ξύλα και ‘αγιασμένα’ κάστανα κι από την άλλη τους επισήμους να τρέχουν αμέσως να πάρουν μέρος στην μεγάλη παράσταση της αφής της φλόγας και να κάνουν:

ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

Ιερά σιωπή!
Να ηχήσει όλος ο αιθέρας, η γη, η θάλασσα και οι πνοές των ανέμων.
Όρη και Τέμπη σιγήστε.
Ήχοι και φωνές πουλιών παύσατε.
Γιατί μέλλει να μας συντροφεύσει ο Φοίβος, ο Φωσφόρος Βασιλεύς.
Απόλλωνα, θεέ του ήλιου και της ιδέας του φωτός,
στείλε τις ακτίνες σου και άναψε την ιερή δάδα
για τη φιλοξενη πόλη της …(όνομα της διοργανώτριας πόλης).
Και συ, ω Δία, χάρισε ειρήνη σ’ όλους τους λαούς της Γης
και στεφάνωσε τους νικητές του Ιερού Αγώνα

αυτά τα λίγα φίλε μου Μιχάλη. Θεοί από εδώ άλλοι θεοί σκοτωμένοι μεταξύ τους από εκεί! το απόλυτο τσίρκο! Ναοί από εδώ, άλλοι ναοί από εκεί! Στον Απόλλωνα και τον Δία και την Αθηνά οι μεν στον Άι Νικόλα τον Άι Γιάννη κλπ οι δε, ταυτόχρονα το απόλυτο έλα να δεις

Και φτάσαμε μάλιστα στο σημείο να επιτρέπουμε κάποιοι γραφειοκράτες τσαρλατάνοι να μπορούν ν’ αποφασίζουν να στερήσουν το χρυσό μετάλλιο από την σέρβα Σπάνοβιτς που της έπεσε από την πλάτη το καρτελάκι με τον αριθμό της και άφησε ίχνος στην άμμο και αυτοί οι βλάκες δεν μέτρησαν το αποτύπωμα του κορμιού της και την άφησαν στην τέταρτη θέση. Αυτοί οι άνθρωποι Μιχάλη λαμβάνουν αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον πατρίδων κι εθνοτήτων και κρατών και οι πλειοψηφίες κάθονται και ξύνονται, με όλους αυτούς εμείς δεν έχουμε τίποτα κοινό, συμφωνώ μαζί σου φίλε μου, οι πατρίδες και τα έθνη και τα κράτη, τα κλειστά σύνορα φτιάχνονται για να κρατούν κλειδωμένα τα μυαλά και υποταγμένους τους ανθρώπους και εξοπλισμένα τα έθνη με πυρηνικά και έξυπνα όπλα και βομβαρδιστικά για να πλουτίζουν οι λίγοι ισχυροί που κρατούν στις κυβερνήσεις τα φιλαράκια τους που ψηφίζουν οι σιωπηλές πλειοψηφίες –  ο γείτονας σου κι ο γείτονας μου με λίγα λόγια – και βόμβες αυτοκτονίας και γιλέκα ζωσμένα εκρηκτικά και καμικάζι ευλογημένους από παπάδες και καρδινάλιους διαπλεγμένους και διαπλεκόμενους με τις εξουσίες και τα κεφάλαια και τους κεφαλαιοκράτες και τις αγορές και τα χρηματιστήρια και τις τράπεζες και τους τραπεζίτες!

έχουμε χριστιανούς που κάνουν τον σταυρό με το αριστερό το χέρι άλλους με το δεξί, άλλοι χρησιμοποιούν δυο δάχτυλα και άλλοι τρία, χριστιανοί πολεμούν χριστιανούς και ποιοι είναι οι κακοί; και χριστιανοί πολεμούν μουσουλμάνους και οι μουσουλμάνοι άλλους μουσουλμάνους και ποιοι είναι οι καλοί; και όλα αυτά στο όνομα της αγάπης και του υπέρτατου καλού και αγαθού!

και κάθε χρόνο στα σχολεία τα βιβλία γράφουν την ιστορία αλλιώς, κι αλλιώς την λεν οι δάσκαλοι του Βενιζέλου αλλιώς του Σαμαρά και την αλλάζει ο Τσίπρας κι ο Μητσοτάκης λέει πως θα την αλλάξει κι αυτός και εμείς ποιον πρέπει να πιστέψουμε; το θέατρο του παραλόγου,

κάθε φορά που αλλάζει μια κυβέρνηση προσθέτει τις δικές της πινελιές στην ιστορία ανάλογα με τις παραγγελιές, και θα έπρεπε κι εμείς να προσαρμοζόμαστε, δεν σφάξαν, βρε ουστ από εδώ, στριμωχτήκαμε στο λιμάνι, στο συνωστισμό επάνω και δεν αντέξαμε

οι νεκροί κάθε χρόνο προσμετρώνται διαφορετικά λες και οι τάφοι παίζονται στα χαρτιά και στο μπαρμπούτι και να σου πνίγονται οι μετανάστες στο Αιγαίο και καράβια με φασίστες βγαίνουν παγανιά, ρε συ οι πατρίδες και τα σύνορα αλλάζουν κάθε τόσο σαν τα στραγαλάκια κι εσύ μου μιλάς για έθνη και φυλές λες και είναι Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός οι συνοριοφύλακες, εδώ ολόκληρος Σαββίδης πρόεδρος των απανταχού Ποντίων δεν ξέρει να μιλάει ελληνικά, και ο γιος του φιλοξενούμενος στην χώρα μας εδώ και χρόνια, ολόκληρο παλικάρι μέχρι εκεί κάτω, εύχεται στον επόμενο γύρο των προκριματικών του τσάμπιονς λίγκ  η ΑΕΚ που κληρώθηκε να αντιμετωπίσει την ομάδα της Μόσχας να αποκλειστεί, όπως επίσης και ο Ολυμπιακός από την αντίστοιχη σερβική! λοιπόν, ποια πατρίδα να υπερασπιστώ εγώ και ποιο ελληνικό έθνος μαζί με του Σαββίδη τον γιο; σου λέω λοιπόν: βάλτο Ζαγόρι μου! να τελειώνουμε! εμείς μ’ αυτούς δεν μοιάζουμε καθόλου, δεν έχουμε τίποτα κοινό, αυτοί είναι το σύστημα, εμείς είμαστε και λίγο μέσα και πολύ απ’ έξω γιατί έτσι θέλουμε και αποφασίσαμε ελεύθερα εμείς – αυτό είναι τιμή και κατάρα μαζί – ας σταθούμε άξιοι λοιπόν – λίγο ακόμα να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα εν τω μεταξύ, και βλέπουμε,  και όποιος κατάλαβε!

Όσον δεν αφορά τον αθλητισμό, μια απ’ τα ίδια,

δυστυχώς χθες φίλοι μου προς μεγάλη μου θλίψη,  όχι πως δεν το είχα καταλάβει και παλιότερα, απλά χθες με τόση ωμότητα το ξεστόμισε αυτός ο πρόστυχος ο πρόεδρος της IAAF o Sebastian Coe, μίλησε λοιπόν με τόση χαρά για το προϊόν  το οποίο εκπροσωπεί στην συνέντευξη που έδωσε στον δημοσιογράφο της ΕΡΤ, ακούς φίλε μου, προϊόν ο αθλητισμός ο κλασσικός, εγώ εσύ το παιδί μου το παιδί σου κλπ, όλοι προϊόντα είμαστε αναλώσιμοι, και η χώρα μας, ονόμασε την όπως θέλεις, πες την πατρίδα πες την όπως θέλεις, για μένα πατριώτες είναι μόνο αυτοί που θα κάνουν αυτό που είπαμε παραπάνω, βέβαια στ’ αυτιά σου ακούγεται ανεφάρμοστο και ουτοπικό- σιγά μη δώσουν τα όπλα στο λαό και μην τον εξοπλίσουν κι εκπαιδεύσουν κλπ, βέβαια, φυσικά, οπότε κανείς δεν είναι πατριώτης, άστους λοιπόν να φωνάζουν κλπ, λόγια λόγια λόγια ψεύτικα προς ευρείαν κατανάλωσιν, πως το λέει και το τραγούδι: »φοβάμαι μην καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου το μαχαίρι» – αυτοί όλοι λοιπόν φίλοι μου μην και τα στρέψουμε επάνω τους τα όπλα φοβούνται και δεν το λεν, έτσι δεν είναι;

και τότε ξύπνησα…

αυτά όλα τα είδα στον ύπνο φίλοι μου, τα συμπεράσματα δικά σας, αφήστε που κατάφερα να πατήσω και μια μέλισσα, σφήκα ήταν χοντρή και κίτρινη λέει ο γιος μου , το κεντρί της καρφώθηκε στην πατούσα, και μέχρι να το βγάλω απ’ το πόδι παραλίγο να ξυπνήσω  μιας και πετάχτηκα μέχρις εκεί πάνω απ’ τον πόνο. Καλή συνέχεια στην ημέρα σας

σαν υστερόγραφο θα κλείσουμε με αυτούς τους απίθανους εθνικόφρονες »συν αμφότερους» υπερπατριώτες οι οποίοι μες την ανοργανωσιά και την ανικανότητα τους βάλθηκαν να φέρουν εις πέρας το άγιον έργο που ανέλαβαν, της ερήμωσης αυτών που δεν πρόλαβαν να καταστρέψουν οι προηγούμενοι, ήδη πρέπει να έχουν ξεκινήσει να ψάχνουν τον ναό στον οποίον θα προστρέξουν για να ζητήσουν βοήθεια για το έργο της αποκατάστασης των ζημιών από την φωτιά μιας και ο στρατηγός άνεμος ήταν αδύνατον να νικηθεί τόσον από τις επίγειες όσον και από τις εναέριες αλλά και από τις ασώματες δυνάμεις. Αμήν!

Εδώ κάτω δε βλέπετε το περίφημο κολοβούτι που πόζαρε και κάθισε να φωτογραφηθεί από την Βίκυ. Γεια σας οριστικά

 

WP_20170814_09_43_07_Pro

την φωτογραφία μου την έστειλε η Βίκυ

Bit between his teeth: France's Mahiedine Mekhissi-Benabbad.

και ξανά Mekhissi-Benabbad ο ατίθασος, τότε που τον απέκλεισαν, το ’14, γιατί έβγαλε την φανέλα, στο πανευρωπαϊκό, στην Ζυρίχη, την άλλη μέρα δηλώθηκε από τσατίλα στα 1500 και τα κέρδισε κι εκείνα! έτσι για να θυμόμαστε τα »κακά» παιδιά του στίβου

σκόρπιες σκέψεις...

οι νέοι και οι παλιοί κομουνιστές

Αποτέλεσμα εικόνας

δεν είμαι πια κομουνιστής, μάλλον δεν είμαι πλέον τίποτα για την ακρίβεια, δηλαδή δεν ξέρω τι είμαι γιατί απλούστατα ξέρω τι δεν είμαι

αλλά δεν βρίσκομαι εδώ γι αυτό

βρίσκομαι εδώ για να σας μιλήσω για τότες που εγνώρισα για πρώτη φορά στη ζωή μου τους κομουνιστές, παλιούς και νέους. Παλιοί ήταν οι μεγαλύτεροι στην ηλικία, στην συντριπτικοί τους πλειοψηφία εγγεγραμμένοι στο κομουνιστικό κόμμα, εργάτες επίσης πάρα μα πάρα πολλοί, όλοι πρώην παρτιζάνοι είχαν κάνει την αντίσταση και είχαν κρύψει τα όπλα διάσπαρτα σε διάφορα μέρη, πολλοί μικροαστοί επίσης, διανοούμενοι και άλλοι τέτοιοι πολλοί.

Οι καινούργιοι κομουνιστές ήταν όλοι νεαροί. Δεν είχαν ζήσει την αντίσταση, δεν είχαν υποστεί την πλύση εγκεφάλου της κομματικής προπαγάνδας, ήταν τέκνα της εσωτερικής μετανάστευσης που είχε επιβληθεί από την φτώχεια που επικρατούσε στον Ιταλικό νότο [ξέχασα να σας πω πως πολιτικοποιήθηκα στην Ιταλία όπου και βρέθηκα το μακρινό ’73 για να σπουδάσω] και βρέθηκαν να εργάζονται στις φάμπρικες του ιταλικού βορά ως ανειδίκευτο προσωπικό.

Σας τα λέω όσο πιο επιγραμματικά μπορώ για να μην σας ζαλίσω το έρωτα με τα πολλά λόγια. Μέχρι τώρα λοιπόν έχουμε ήδη αντιληφθεί τον πρώτο διαχωρισμό. Νέοι ανειδίκευτοι εναντίον μεγαλύτερων στην ηλικία ειδικευμένων. Χάσμα γενεών συν χάσμα στις απολαβές. Έχουμε ένα 2-0 καθαρό από τα αποδυτήρια. Προχωράμε.

Εμείς ήμασταν φοιτητές. Κάναμε παρέα με τους πάντες. Πολλοί ανάμεσα μας ήταν παιδιά που αναγκάζονταν να εργάζονται περιστασιακά, ότι μπορείς να φανταστείς έκαναν, και στα εργοστάσια παρτ τάιμ  για να συμπληρώνουν το πενιχρό έμβασμα που έρχονταν απ’ τους γονείς τους. Το πρώτο που μας έλεγαν λοιπόν για την εργατική τους εμπειρία σε σχέση με τους παλαιότερους ήταν το εξοργιστικό εκείνο πως: »αυτοί αγαπούσαν το εργοστάσιο όπου δούλευαν και τις μηχανές που τους καταπίεζαν διαρκώς με τα χρονοδιαγράμματα, ενώ εμείς τα φτύναμε όλη μέρα αυτά τα παλιομηχανήματα που μας πίνανε το αίμα»! Όταν λοιπόν άρχισαν τα πρώτα σαμποτάζ, οι άγριες απεργίες, η αμφισβήτηση των επίσημων συνδικαλιστικών οργανώσεων και η αυτοοργάνωση  των εργατών, οι εσωτερικές πορείες στα εργοστάσια, παλιοί και νέοι βρέθηκαν αντιμέτωποι. Γιατί οι μεν συνέχιζαν να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας ενώ οι δε ήταν πλέον ενάντια στην ίδια την συνθήκη της εργασίας, αμφισβητούσαν την ίδια την εργασία υπό αυτές τις επικρατούσες συνθήκες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του εργάτη από το αφεντικό του, υπό την διαρκή επιτήρηση του επιστάτη.

Και να ήταν μονάχα αυτό. Δεν έφτανε που οι παλιοί κομουνιστές είχαν αποδεχτεί την οικονομική συνθήκη της εκμετάλλευσης της εργατικής τους δύναμης ικανότητας και αξίας από τους καπιταλιστές, τώρα ήθελαν να συνεργαστούν και στην κυβέρνηση με τους αστούς, αυτούς τους μπουρζουάδες που ήταν υπεύθυνοι χιλιάδων εγκλημάτων ενάντια στον κόσμο της εργασίας και όχι μόνο. Και δεν χρειάζονταν να πάμε πολλά χρόνια πίσω, παρά μόνο δυο τρία, στο όχι μακρινό ’69, τότε που οι μυστικές υπηρεσίες σε συνεργασία με τους φασίστες, σε αυτήν που ονομάστηκε περίοδος της στρατηγικής της έντασης δολοφονούσαν δεκάδες σε Ρώμη και Μιλάνο την ώρα που οι μπάτσοι εκπαραθυρώνουν αναρχικούς. Τι κομουνιστές τέλος πάντων ήταν αυτοί βρε παιδιά;

Αριστοκράτες στη δουλειά, συνεργάτες με τους επιστάτες στα εργοστάσια, λίγο αργότερα καταδότες στην αστυνομία των αγωνιστών και των μαχητών στα εργοστάσια και στις πλατείες, στα δικαστήρια και στις δημόσιες υπηρεσίες. Κανονικοί χαφιέδες. Απίστευτοι! Στην κρατική πολιτική γενικότερα, στην αρχή δειλά δειλά κάνουν πλάτες στην δεξιά, ολοένα και περισσότερο, μέχρι που με την ανοχή τους δεξιές κυβερνήσεις δένουν και ράβουν και ξηλώνουν  και κάνουν ότι θέλουν και καταδικάζουν σε θάνατο έναν άνθρωπο, σίγουρα όχι αθώα περιστέρα, με το έτσι θέλω απλά για να κάνουν το κέφι των ψευτο κομουνιστών της πλάκας που σήμερα όχι μόνο δεν υπάρχουν αλλά τους έχει καταδικάσει με όλες τις μπάντες η ίδια η ιστορία. Δεν λέω ότι εμείς φερθήκαμε έξυπνα. Στρατιωτικοποιήσαμε υπερβολικά τα πράγματα, [όχι πως δεν χρειάζονταν, όχι τόσο στο υψηλό επίπεδο- εκεί έφτανε και περίσσευε, σε χαμηλό έπρεπε να εξαπλωθεί ακόμη περισσότερο  το αντάρτικο στις πόλεις ] , στην πορεία χάσαμε την μπάλα.

Και μας έπνιξε η  ιστορία μέσα στα μπουντρούμια της »δημοκρατίας» ή μας εξαφάνισε στις εξορίες . Λέω απλά πως αν αυτοί έσκυβαν για λίγο επάνω μας ν’ ακούσουν κάτι τις, και ν’ αφουγκραστούν το καινούργιο που άφριζε από μέσα μας  και έρχονταν με δύναμη απ’ την ανατολή με τα νοήματα του, τις ανατροπές που επιζητούσε, τις βουτιές προς το μέλλον, και την ορμή, την ζωντάνια του νεαρού της ηλικίας μας, τότε ναι, σήμερα τα πράγματα, ίσως, μάλλον, θα ήταν πολύ καλύτερα, σήμερα,

κι έτσι λοιπόν στο όνομα της συνεργασίας των τάξεων, [ που με απλά λόγια σημαίνει: εσείς δουλεύετε εμείς να κερδίζουμε, κι όλο γρηγορότερα]

και ανεμίζοντας τις μπαντιέρες της συνεργασίας όλων των δυνάμεων του »δημοκρατικού» τόξου,  [που σημαίνει στα πόστα κλειδιά εμείς, εσείς στην βιτρίνα], φασιστών συμπεριλαμβανομένων, ‘σοσιαλιστές’ και ‘κομουνιστές’ όλων των αποχρώσεων, σε όλη την Ευρώπη, ακολουθώντας τα διδάγματα του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, με προεξάρχοντα τον Φρανσουά Μιτεράν και κάτι άλλα γερόντια με περίεργα ονόματα όπως Παπανδρέου, Σοάρες,  Καρίγιο κλπ έπνιξαν ότι ωραιότερο ελεύθερο και αυθεντικά αυτόνομο εξέφραζαν κινήματα νεανικά που ποθούσαν μια κοινωνία διαφορετική όπου ο άνθρωπος δεν θα καταπατούσε άνθρωπο περιβάλλον φύση ζωντανά, και το κέρδος θα έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, για να εξαλειφθεί σιγά σιγά. Ο καταναλωτισμός θα υποχωρούσε και στο κέντρο της ύπαρξης θα έρχονταν επιτέλους η ζωντανή αφιλοκερδής δημιουργία για την δημιουργία. Γιατί την ζωή φανταζόμασταν σαν δημιουργία και όχι σαν αυτό που σήμερα μοιάζει με κάτι εξωπραγματικό, ένας αγώνας ταχύτητας για ένα βραβείο που κατά βάθος δεν θέλει κανένας, μοιάζει κατάρα, μόνον κάποιοι ελάχιστοι που ζουν εις βάρος των απείρως περισσοτέρων, ζέχνει δηλητήριο.

Αφού κατάφεραν λοιπόν να απαλλαγούν λίγο νωρίτερα στην Πορτογαλία από εκείνο το υπέροχο κίνημα των γαρυφάλλων  που με αρχηγό τον ταγματάρχη Οτέλο Σαράιβα ντε Καρβάλιο έριξε τον δικτάτορα Σαλαζάρ, απαλλάχθηκαν και στην Ιταλία από ένα εξίσου πανέμορφο κίνημα που εδώ κράτησε δέκα με δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, ξεκίνησε με το θερμό φθινόπωρο του ’69 και τους μαζικούς εργατικούς αγώνες και συνέχισε με τον παρατεταμένο μάη που έφερε η θερμή άνοιξη της εργατικής αυτονομίας και του ανταρτοπόλεμου που τελείωσε στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα

εγώ τότε ήμουν νέος, σήμερα είμαι παλιός, περιμένω ένας νέος κάτι να μου γράψει, κάτι να μου πει, θα έχει κάτι να μου πει, κάτι να ψιθυρίσει στο αυτί μου αν θέλει

 

σκόρπιες σκέψεις...

ο χάρτης της ερήμου

Μες το νερό της μάγισσας γλιστράει το κορμί

καθάριο πεντακάθαρο αστράφτει από τον ήλιο

άλλοτε γαλάζιο άλλοτε καταπράσινο

σαν το διαμάντι λάμπει

που το τροχίζει ο μάστορας με τέχνη στο εργαστήρι

και στον πυθμένα ανάγλυφος ο χάρτης της ερήμου

DSC00088

 

σκόρπιες σκέψεις...

η σιωπή η αγία

τινάχτηκαν τα βλέφαρα του και μισάνοιξαν, ένας ήχος ανεπαίσθητος τον ανησύχησε

δεν ήταν έντονος, μακρινός μάλιστα αλλά ανατρίχιασε κι ανασηκώθηκε στο στρώμα του, τα μάτια του έπεσαν στο ρολόι που αναπαύονταν στο κομοδίνο δίπλα, η ώρα επτά και τέσσερα εκείνου του αυγουστιάτικου πρωινού που προμηνύονταν καυτό

μια αχτίνα ήλιου γλιστρούσε ήδη στην σκονισμένη κάμαρα απ’ το μισάνοιχτο παντζούρι χαϊδεύοντας την γάτα που γουργούριζε χαρούμενη στα πόδια του

έκανε έναν γύρο με το βλέμμα του, πρώτα ο καθρέπτης που στέκονταν όρθιος και καμαρωτός στ’ αριστερά του να επιβλέπει όλο το δωμάτιο, στενός ψηλός και χαρωπός με καμπύλες κι εσοχές, τον είχε αγοράσει στο παζάρι λίγα χρόνια νωρίτερα, τα είχε πλέον φάει τα ψωμιά του, σε λίγο θα τον σούτερνε,  αυτό τουλάχιστον σκέφτονταν

στον άλλο τοίχο κρεμασμένη περήφανη η σημαία της χώρας του Τζιάπ και του Χο, αυτής της περήφανης ασιατικής χώρας που την βρέχει η θάλασσα της νότιας Κίνας και την διασχίζει στα νότια ο περίφημος ποταμός Μεκόνγκ, χώρα που ταπείνωσε τρεις αυτοκρατορίες, και κατάφερε να ξετρυπώσει κάποια στιγμή σε κάποιο από τα μαγαζάκια στο Μοναστηράκι τον περασμένο χειμώνα.

Ο Γιαπ πολέμησε και κέρδισε γάλλους, ιάπωνες και αμερικανούς. Εκείνης της επανάστασης ο Χο Τσι Μιν ήταν η σοφία και ο στρατηγός ήταν η δύναμη. Ο θάνατός του τον επαναφέρει από τον μύθο στην ιστορία, του ανταποδίδει ολοκληρωτικά το όνομά του. Η μεγάλη του ζωή διέσχισε όλο το εικοστό αιώνα και του έδωσε σχήμα. Ήταν ένας αιώνας στη διάρκεια του οποίου συχνά οι αδύναμοι τόλμησαν ν’ αμφισβητήσουν τους δυνατούς. Ήταν ένας ήσυχος Βιετναμέζος. Μαζί με τον Χο Τσι Μιν νίκησαν Γαλλία Ιαπωνία και Ηνωμένες Πολιτείες  με μια στρατηγική επαναστατική και στρατιωτική στην οποία συμμετείχε ολόκληρος ο βιετναμέζικος λαός.

Αλλά συνεχίζει την ήσυχη περιήγηση του με το βλέμμα στο δωμάτιο

Στον μεσιανό ένα αλεξίπτωτο θαλάσσης κρεμασμένο διάπλατα ανοιγμένο με τα σκοινιά του μισοξεσκισμένο, έχασκε και θύμιζε τα πρώτα χρόνια στην αμμουδιά όταν ακόμα αμούστακο παλικαράκι πάσχιζε να μάθει τα μυστικά της θάλασσας και των ανέμων στις παραλίες της Μακεδονίας που του έλαχε η μοίρα να κάνει τα πρώτα βήματα της ‘εκπαιδευτικής’ , ας το πούμε έτσι, πορείας – ήταν το πρώτο που είχε χρησιμοποιήσει, και θαυματουργό!

Τώρα η προσοχή του έπεσε στο βιβλίο που βρίσκονταν πεσμένο μισάνοιχτο δίπλα στο προσκεφάλι του. Όλη η ζωή πέρασε μεμιάς από μπροστά του μονορούφι. Η καρδιά χτυπούσε σαν ταμπούρλο. Σιωπή λοιπόν, λέξη μαγική. Ήχοι ακούγονταν να βγαίνουν μέσα απ’ το βιβλίο και πλανώνται στο δωμάτιο ακολουθώντας του φωτός τις διαδρομές, νότες ευχάριστες στο αυτί που λέγουν πως πρέπει να λες λίγα, κι όταν μιλάς να λες μονάχα τ’ απαραίτητα και πως πρέπει πολύ ν’ακούς και να κοιτάς πολύ και δε θα μετανιώσεις

μα η καρδιά του πάει να σπάσει τι συμβαίνει τι είναι αυτό τέλος πάντων το μυστήριο ταμπλάς στο κεφάλι κεραυνοβολείται μάλιστα να λοιπόν έτσι εξηγείται η πρωινή ανησυχία μα τι λέει δεν έχουν περάσει παρά κάτι δευτερόλεπτα είναι μια άλλη διάσταση, βρίσκεται »αλλού», όλα είναι βυθισμένα στο νερό που έχει αρχίσει να αδειάζει βασανιστικά αργά και η ησυχία τρομακτική, και είναι όλα μαγικά καταπληκτικά, και όλο κατεβαίνει το επίπεδο και το κεφάλι του βουίζει όλο και λιγότερο και έρχεται μια ησυχία μια γαλήνη μοιάζει με παράδεισος  έτσι πρέπει να είναι η παράδεισος σκέφτεται και όλα γίνονται ένα εκεί μέσα στο υπέροχο διάφανο ύδωρ και βλέπει τα εσώτερα και είναι η αιωνιότητα Αυτό, έτσι το νιώθει, γιατί ο χρόνος έχει σταματήσει,

μέχρι που αποφασίζει πως φτάνει μέχρις εδώ, όχι πως καταλαβαίνει ποιος έδωσε την διαταγή! είναι κάποιες στιγμές που δεν καταλαβαίνει ποιος είναι αυτός που παίρνει τις αποφάσεις, να είναι το κορμί; το μυαλό; το συνειδητό; το υποσυνείδητο; κάποιο άλλο κομμάτι του εαυτού μας να είναι αυτό που λέει πως στοπ, πρέπει να επιστρέψουμε πίσω σε αυτό που βλέπουμε με τα μάτια του κορμιού μας κι έτσι γίνεται, οπότε

αμέσως χαμογέλασε συγκαταβατικά και έγνεψε ευχαριστημένος, έσκυψε στο προσκεφάλι του χαρούμενος κι αφέθηκε να αποκοιμηθεί ξανά μιας και το ραντεβού του με το πλήρωμα στο αγκυροβόλιο αργούσε ακόμη

και βλέπει στο βάθος του μυαλού του το κεραυνοβολημένο πρόσωπο της Αγιάνα την ώρα που σαν σταματημένο τρένο την προσπερνά η Όμπιρι, η χρυσή αθλήτρια απ’ την Κένυα η οποία σαν κεραυνός πέταξε προς τον τερματισμό των 5000 μέτρων του αφιλόξενου Λονδίνου που φέρθηκε πολύ άδικα προς τον μποτσουανέζο Μακουάλα

Αποτέλεσμα εικόνας για χο τσι μινχ

Παλιά φωτογραφία
στην άδεια παραλία
σιωπή.

Κοιτάζω απ’ το μπαλκόνι
το δρόμο που θολώνει
η βροχή.

Λένε πως στη χώρα που ναυάγησες
βασιλεύουν οι μάγισσες.
Βουλιάζουνε στο βυθό και σε βγάζουνε
στον αφρό.

Λένε πως μας άφηνες στα κύματα
φυλαχτά και μηνύματα.
Τα βρήκανε τα πουλιά και χαθήκανε
ξαφνικά.

Η πόλη σαν καράβι
τα φώτα της ανάβει
γιορτή.

Θυμάμαι που γελούσες
να μείνω μου ζητούσες
παιδί.

Λένε πως στη χώρα που ναυάγησες
βασιλεύουν οι μάγισσες.
Βουλιάζουνε στο βυθό και σε βγάζουνε
στον αφρό.

Λένε πως μας άφηνες στα κύματα
φυλαχτά και μηνύματα.
Τα βρήκανε τα πουλιά και χαθήκανε
ξαφνικά.

Στίχοι:  

Παύλος Παυλίδης

The Sound of Silence

Disturbed

Hello darkness, my old friend
I’ve come to talk with you again
Because a vision softly creeping
Left its seeds while I was sleeping
And the vision that was planted in my brain
Still remains
Within the sound of silence

In restless dreams I walked alone
Narrow streets of cobblestone
‘Neath the halo of a street lamp
I turned my collar to the cold and damp
When my eyes were stabbed by the flash of a neon light
That split the night
And touched the sound of silence

And in the naked light I saw
Ten thousand people, maybe more
People talking without speaking
People hearing without listening
People writing songs that voices never share
And no one dared
Disturb the sound of silence

Simon & Garfunkel

σκόρπιες σκέψεις...

Ταξίδι στο κέντρο της γης ή βουτιά από ψηλά σε μολυβένια θάλασσα

γυρνώντας πίσω στις ζωής μου τις σελίδες

να κοιτάξω τρόμαξα με το κακό που είδα πως έκανα σε κάποιους

και την κακία που είδα

μέσα μου να υπάρχει ριζωμένη

και τις ασχήμιες που διέπραξα

εγώ ο δίκαιος που επίστευα πως ήμουν,

και τότε εφώναξα με δύναμη πως

έφτασε η στιγμή που περίμενα

να κάνω ένα βήμα παραπέρα,

πως το νερό έμπαινε στο αυλάκι.

Ήρθε η ώρα ν’ αλλάξω ρότα

ένιωσα πως επιτέλους ελευθερώθηκα,

πως δεν πιστεύω δεν ελπίζω σε κανέναν,

αλήθεια είναι πως δεν ξέρω ν’ αγαπώ ούτε τον ίδιο εαυτό μου

αλλ’ αγαπώ μονάχα κάποιους καλλιτέχνες

έχει στερέψει η επικοινωνία

έχει κοντύνει ο άνθρωπος

η λίμνη με το νερό της έμπνευσης τείνει ν’ αδειάσει

 

Θες να με κάνεις να πιστέψω
πως τελειώσαν όλα κι ήρθε ο καιρός
να την ξεχάσω τη ζωή
και να ξυπνάω κάθε μέρα νεκρός.

Όσο κι αν το θέλεις δεν μπορείς
ταξίδι στο κέντρο της γης.

Ψάχνεις την άκρη τα μπερδεύεις
και νομίζεις ότι όλα μηδέν.
Φταίει η μαμά που σου πουλάει
παραμύθι ότι δήθεν και δεν.

Πριν απ’ τα μεσάνυχτα να `ρθεις
ταξίδι στο κέντρο της γης.

Αδρεναλίνη κανένας δε θα μείνει
μαύρη κατάρα, ανία, βαρεμάρα.
Η μέρα σβήνει
Αθήνα είσαι καμίνι
ώσπου να φέξει
να δούμε ποιος θ’ αντέξει…

Το ξέρω κάποτε τελειώνουν
όλα κάποτε μα πότε;Ποτέ!
Κάθε πρωί και κάθε βράδυ,
κάθε μέρα, κάθε νύχτα.Ποτέ!

Πριν απ’ τα μεσάνυχτα να `ρθεις
ταξίδι στο κέντρο της γης,
στο κέντρο, στο κέντρο της γης.

Θα πάρω φόρα να περάσω
το μεγάλο που `χεις σκάψει γκρεμό
κι αν το ξεχάσεις μια φορά
χίλιες φορές θα σου το πω σ’ αγαπώ!

Πριν απ’ τα μεσάνυχτα να `ρθεις
ταξίδι στο κέντρο της γης,
στο κέντρο, στο κέντρο της γης.

και

Ο δρόμος μας τυφλός, της πιάτσας παραπαίδι.
Τα όνειρα υπόσχεση ρουφιάνου θυρωρού.
Στα τάστα της κιθάρας οργή που περισσεύει
Σα φόνος που σχεδιάστηκε στη σκέψη ενός μώρου.

Ό,τι φτιάχνω κι ό,τι χάλασα,
βουτιά από ψηλά σε μολυβένια θάλασσα.

Τα λόγια χαρτζιλίκι από μισθό της πείνας
που ωμά καταναλώθηκε χωρίς ανταμοιβή.
Τα μάτια σου προάστιο χαμένο της Αθήνας
που κυνηγά τη φήμη του σε ό,τι κι αν συμβεί.

Ό,τι φτιάχνω κι ό,τι χάλασα,
βουτιά από ψηλά σε μολυβένια θάλασσα.

Η δύναμη που ξέπεσε και έγινε κατάρα.
Η φήμη που απλώθηκε και έγινε λοιμός.
Η πίκρα πως κατάγεται απ’ τη δική μας φάρα
μας έπεισε και έγινε αφέντης τιμωρός.

Ό,τι φτιάχνω κι ό,τι χάλασα,
βουτιά από ψηλά σε μολυβένια θάλασσα.