σκόρπιες σκέψεις...

όνειρο καλοκαιρινής ραστώνης

Mekhissi-Benabbad was disqualifed for removing his shirt in the 3000m steeplechase at the 2014 European Championships

σήμερα το μεσημέρι ξάπλωσα να ξεκουραστώ κι αμέσως με πήρε ο ύπνος, φαίνεται λοιπόν πως αμέσως άρχισε να δουλεύει το μοτεράκι όπως εξάλλου κάνει πάντοτε, εν γνώσει μας φυσικά, διότι, μόλις ξύπνησα κι άρχισα σιγά σιγά να χαλαρώνω ξεκίνησε αμέσως να με σπρώχνει να τα βγάλω προς τα έξω, βέβαια εγώ προσπάθησα να καθυστερήσω όσο μπορούσα τον μέσα μου εαυτό γιατί είχα και άλλες δουλειές να κάνω, οπότε τώρα που τελείωσα  έβαλα μπρος – μιλάμε για μια συζήτηση που είχα μ’ ένα φίλο μου περί διαφόρων θεμάτων γενικότερα  – στον ύπνο μου πάντοτε – που θα προσπαθήσω να σας αναπτύξω εδώ πιο κάτω όσο συντομότερα μπορώ:

μιλούσαμε για έθνος και πατρίδα κι εγώ του έλεγα πως αυτές τις δυο τις έννοιες δεν τις έχω καθόλου σε υπόληψη, είναι δυο νοήματα κατασκευασμένα, δεν πρόκειται να κάτσω να το εξηγήσω το γιατί, υπάρχουν ειδικότεροι για να το κάνουν. Όταν γεννιούνται δυο παιδιά, αυτές οι έννοιες τους είναι άγνωστες, δεν υπάρχουν στο dna τους, όπως επίσης και η ράτσα, η θρησκεία κλπ. Αυτά τα πράγματα τα διδάσκουν στο σχολείο για να χωρίζουν τους ανθρώπους και να τους εκμεταλλεύονται. Τα σύνορα στήνονται στην διάρκεια της ζωής λόγω συμφερόντων, χαλούν και μετατρέπονται όποτε τα συμφέροντα αλλάζουν.

Θα φύγω και θα ξανάρθω στην κουβέντα δεν γίνεται αλλιώς. Χθες  στους αγώνες τους παγκόσμιους τους στίβου ο Αζερος Γκουλίεφ κέρδισε τρέχοντας για την Τουρκία το χρυσό στα διακόσια. Αυθόρμητα άρπαξε την σημαία του Αζερμπαϊτζάν κι άρχισε να τρέχει, από εκεί κατάγεται ο άνθρωπος. Του χώσαν αμέσως στα χέρια και μια της Τουρκίας για την οποίαν ξεπουλήθηκε πρόσφατα όπως κάποτε και κάποιος φουσκωτός που κέρδισε μετάλλια για την Ελλάδα σηκώνοντας βάρη. Όσο Άγγλος είναι ο Μο Φάρα άλλο τόσο Κουβανός είμαι κι εγώ όσο βέβαια Τούρκος είναι και ο Κουβανός Κοπέλλο. Και πάει λέγοντας, όσοι αγαπούν τον στίβο, παρακολουθούν και γνωρίζουν τα τεκταινόμενα, όπως εγώ!

Συνεχίζοντας: Τι κοινό βρε παιδιά μπορώ να έχω εγώ με τον Σάκη Ρουβά σε αξίες χρήμα και κουλτούρα; με τον Μαρινάκη; ή τον Άδωνι και τον Μητσοτάκη; τον Βενιζέλο; και την Βαρδινογιάννη την Τζούλια Αλεξανδράτου, για να υπηρετήσουμε μαζί κάποια πατρίδα; και ποια Δημοκρατία να υπερασπιστούμε; που δεν υπάρχει Δημοκρατία μα ούτε καν Φεουδαρχία θα έλεγα, τι μπορεί να ενώνει εμένα με τον όποιον άλλον θέλετε από αυτό το κομματικό σύστημα που υπερασπίζεται παθιασμένα και σθεναρά τον εαυτό του και την πατρίδα, την όποια πατρίδα την γράφει εκεί που ξέρει και ξέρετε κι εσείς! Αυτοί δεν έχουν έθνος και πατρίδα γιατί τα συμφέροντα τους είναι διάσπαρτα σε δεκαπέντε πατρίδες!

Δηλαδή φίλοι μου τι κοινό μπορούμε να έχουμε με αυτούς τους καρχαρίες με τις μετοχές σ’ αυτή τη χώρα, τις επιχειρήσεις σ’ εκείνη την πατρίδα, τα καράβια στην άλλη, τα συμφέροντα πολλές φορές αντικρουόμενα στους τέσσερις ανέμους, επενδύσεις σε φάουντς από εδώ κι από εκεί, τράπεζες οίκους αξιολογήσεις και όλες αυτές τις παπαριές κατασκευαστικές, όπλα, ενέργεια κλπ και όλα αυτά να διαπλέκονται μεταξύ τους με εθνικά κεφάλαια ατομικά κεφάλαια τραπεζικά και όλων των ειδών τα κεφάλαια και εδώ κεφάλαια και εκεί κεφάλαια και παντού κεφάλαια, »και να τα ξερολούκουμα και να τα παστέλια», και στο τέλος ούτε και οι ίδιοι δεν γνωρίζουν που στο κακό σταματούν και που αρχίζουν και που τελειώνουν τα συμφέροντα τους, και το μόνο που είναι σίγουρο είναι πως δεν έχουν ούτε έθνος ούτε θεό ούτε πατρίδα ούτε φυλή αυτοί οι άνθρωποι και αυτά τα συμφέροντα,

αν ήταν πατριώτες όπως λεν, ξέρετε τι θα έκαναν; θα ξεκινούσαν ένα πρόγραμμα παλλαϊκής εκπαίδευσης στα όπλα και στα γράμματα όλου του λαού πάνω απ’ τα δεκαέξι λέω εγώ, δεκαοκτώ πείτε εσείς, μέχρι τα εξήντα πέντε, σύμφωνα με τις αντοχές, ψυχικές και σωματικές, με γιατρούς καθηγητές και επιστήμονες, δυο φορές το χρόνο, κάθε χρόνο, γειτονιά προς γειτονιά, χωριό προς χωριό, σε όλες τις πόλεις, στην ύπαιθρο, στα νησιά, ενώνοντας τις γειτονιές με λαγούμια υπόγεια, ενώνοντας τα σπίτια με οπές- σε όλες τις πολυκατοικίες, να επικοινωνούν τα πάντα, να φέρουν οι πάντες τα όπλα στα σπίτια μετά την εκπαίδευση, να σου εγώ τολμά κανείς να επιτεθεί στην χώρα; πρόσεχε τι λέω; στην χώρα! άσε τις πατρίδες και τα έθνη, τα σύμβολα τα χρειάζεται αυτός που θέλει να πλύνει μυαλά, αυτός που το μυαλό του είναι καθαρό δεν χρειάζεται σύμβολα, ξέρει ν’ αγαπά, έχει καθαρή καρδιά!

Όταν κάποιος μονοπωλεί την ‘άμυνα’ γίνεται επικίνδυνος, γίνεται κάτι στεγανό, [βλέπε στρατός] και φτάνει κάποια στιγμή στο σημείο να εκβιάσει. Το ίδιο συμβαίνει με την ‘τάξη,’ [βλέπε αστυνομία]. Όταν έχεις συνεχώς σε εγρήγορση τον λαό δεν φοβάσαι τίποτα. Γιατί συμβαίνει ο λαός να λαμβάνει μέρος στην διακυβέρνηση καθημερινά, μιας και ο ιδιώτης καθίσταται πολίτης παύοντας να στέλνει αντιπροσώπους κάπου όπου τους χάνει από τα μάτια του, παύει πλέον να τους ελέγχει, αυτή είναι η έννοια της δημοκρατίας, ο λαός κυβερνά, δεν αναθέτει την κυβέρνηση σε αντιπροσώπους τους οποίους μάλιστα δεν δύναται να ανακαλέσει, αυτή είναι μια άσχημη μορφή φεουδαρχίας όπου ο αρχηγός του κόμματος με λίστα ορίζει του εκπροσώπους τους οποίους πλέον το μισό εκλογικό σώμα κάθε τέσσερα χρόνια στέλνει στο κοινοβούλιο για να επικυρώνουν τα θελήματα των ισχυρών του κόσμου στους οποίους υποκλίνονται τα εκάστοτε ντόπια τσιράκια. Που πατρίδα που έθνος που θρησκεία που ιδεολογία που σύμβολα κι όλα τα άλλα τα ωραία με τα οποία μπουκώνουν τα μυαλά όλων αυτών που θέλουν να γεμίσουν την ψυχή τους με αέρα κοπανιστό και νοήματα σαν αυτά που άρπαξε μες την χαρά του ο Γουλίεφ κι ο κάθε Γκουλίεφ της παγκόσμιας αγοράς προϊόντων προς πώληση ή ενοικίαση.

Βλέπουμε μαύρη μεταλιούχο ολανδέζα, μαύρη μεταλιούχο βελγίδα, μαύρη από την ελβετία, μαύρη ιταλίδα, μαύρη γερμανίδα, μαύρο νορβηγό, μαύρο σουηδό και μου μιλάτε για πατρίδες, για ποιανού το έθνος; σε ποιο έθνος πιστεύει η κουβανή ιταλίδα, η ελβετή από την αφρική ή ο γάλλος από την αλγερία, το μαρόκο ή την τυνησία ;

και τότε μπαίνει φουριόζος στην κουβέντα ο Ορέστης και παρατηρεί πως ξαφνικά χάθηκαν από την θάλασσα οι τσούχτρες έτσι όπως ξαφνικά μες τον Ιούλη εμφανίστηκαν, λες και κάποιο χέρι μαγικό έδωσε διαταγή, μια δύναμη μεγάλη την έδωσε αυτή την διαταγή πρόλαβε να τον διακόψει ο Παντελής

ναι, υπάρχει αυτή η τεράστια δύναμη, εγώ εσύ αυτοί και δείχνει γύρω του, εμείς όλοι, τα δέντρα τα ζώα τα ψάρια τα φυτά, όλοι μας, οι αέρηδες οι θάλασσες οι ποταμοί οι άνεμοι το σύμπαν όλο, η αρμονία του, της φύσης η αρμονία, του όλου, αυτή η ολότητα, το ένα το τεράστιο, αυτό το άπειρο μπροστά στο οποίο οι άνθρωποι υποκλίνονται και γέρνει μπροστά του την μηδαμινότητα της ύπαρξης του το ον και το ονόμασε θεό και το έντυσε με τα χρώματα του πολέμου και κάτω απ’ τον μανδύα του οποίου έκρυψε τον άκρατο εγωισμό του και στο όνομα του οποίου νομιμοποιεί τις κατακτήσεις του

ναι επιβεβαιώνει ο Ορέστης, αυτή τη μια και μοναδική που είπατε εσείς πως την ονόμασε και στο όνομα της έχει κάνει τα μεγαλύτερα εγκλήματα, πανάγαθος και παντοδύναμος και μαλώνουν πως ο δικός τους είναι ο καλύτερος, και όλοι σε αυτόν αποδίδουν τη νίκη τους, μα πως διαλέγει σε ποιον θα δώσει το χρυσό και το ασημένιο στον άλλον; μα είναι γαύρος σήμερα; πανάθα αύριο; σκουλίκι την επομένη; και τις έξυπνες βόμβες δεν μπορεί να τις εμποδίσει; μα πως γίνεται να επιτρέπει στον παπά του Μπλέρ ας πούμε να ευλογεί τις βόμβες που θα σκοτώσουν χιλιάδες; τότες ξεχνά να είναι πανάγαθος; κι ο Τράμπ; ο Κιμ; ή ο άλλος ο Μακρόν; κι ο Πούτιν παραπέρα. Αμ ο Κινέζος; ο Ιάπωνας; η Γερμανίδα; αυτονών τα όπλα δεν σκοτώνουν; παπάδες δεν τα ευλογούν; αυτονών οι πατρίδες και τα έθνη τι ρόλο παίζουν; οι θεοί τους και οι ράτσες τούτείναι πιο καλές από των μουσουλμάνων που τους αρμέγουν τα πετρέλαια χρόνια τώρα ή των Λατινοαμερικάνων και των άλλων αφρικάνων αιώνες τώρα; Κι έρχονται οι ξεριζωμένοι μαύροι τώρα στη Δανία ας πούμε, κι όταν τρέχουν και παίρνουν μετάλλια είναι καλοί, τραγουδούν και τον εθνικό ύμνο κι από πάνω, μες την ψυχή τους ρώτα εσύ τι συμβαίνει! Αν τους συναντήσουν στο τραμ τους ζητούν να σηκωθούν για να κάτσουν οι λευκοί. Και μετά εσύ μου λες πως η πατρίδα και το έθνος είναι για όλους, κι ο θεός επίσης. Όχι φίλε, όλες αυτές οι μπούρδες είναι μοναχά για τους δυνατούς, γι αυτούς που κατέχουν τα όπλα και το χρήμα, την δύναμη, γι αυτούς που παίρνουν τις αποφάσεις.

Και δεν τέλειωσα ακόμη φίλε Μιχάλη, συνεχίζει ο Ορέστης, σε αυτό το όνειρο που δεν λέει να τελειώσει, και είναι τόσο δυνατό και έντονο, τόσο ζωντανό, που μέχρι και πουλιά βγαίνουν από μέσα του, κολοβούτια με φτερά, σαν τους καλύμνιους βουτηχτάδες,

σε αυτή τη χώρα που μας έλαχε να ζούμε η σχιζοφρένεια πάει σύννεφο,

αυτοί ξεριζωμένοι κι εμείς σχιζοφρενείς,

μιας και είχαμε τους αγώνες όλες αυτές τις ημέρες να παρακολουθούμε και ξέρω πόσο πολύ αγαπάς τον κλασσικό αθλητισμό, που το πας και το ακόλουθο: προσκυνάν οι έλληνες τον τριαδικό θεό που στήθηκε στα ερείπια του δωδεκάθεου: Παύλος επί Σαούλ και Υπατίας, λοιπόν, από την μία έχουμε τον Καμμένο και τους δεσποτάδες να διασχίζουν την χώρα παρακαλώντας την Παναγία και τους αγίους να κρατούν από μακριά τους τουρκαλάδες, και από την άλλη τους πιστούς να προσκυνούν ‘άγια’ κόκαλα ‘άγια’ ξύλα και ‘αγιασμένα’ κάστανα κι από την άλλη τους επισήμους να τρέχουν αμέσως να πάρουν μέρος στην μεγάλη παράσταση της αφής της φλόγας και να κάνουν:

ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

Ιερά σιωπή!
Να ηχήσει όλος ο αιθέρας, η γη, η θάλασσα και οι πνοές των ανέμων.
Όρη και Τέμπη σιγήστε.
Ήχοι και φωνές πουλιών παύσατε.
Γιατί μέλλει να μας συντροφεύσει ο Φοίβος, ο Φωσφόρος Βασιλεύς.
Απόλλωνα, θεέ του ήλιου και της ιδέας του φωτός,
στείλε τις ακτίνες σου και άναψε την ιερή δάδα
για τη φιλοξενη πόλη της …(όνομα της διοργανώτριας πόλης).
Και συ, ω Δία, χάρισε ειρήνη σ’ όλους τους λαούς της Γης
και στεφάνωσε τους νικητές του Ιερού Αγώνα

αυτά τα λίγα φίλε μου Μιχάλη. Θεοί από εδώ άλλοι θεοί σκοτωμένοι μεταξύ τους από εκεί! το απόλυτο τσίρκο! Ναοί από εδώ, άλλοι ναοί από εκεί! Στον Απόλλωνα και τον Δία και την Αθηνά οι μεν στον Άι Νικόλα τον Άι Γιάννη κλπ οι δε, ταυτόχρονα το απόλυτο έλα να δεις

Και φτάσαμε μάλιστα στο σημείο να επιτρέπουμε κάποιοι γραφειοκράτες τσαρλατάνοι να μπορούν ν’ αποφασίζουν να στερήσουν το χρυσό μετάλλιο από την σέρβα Σπάνοβιτς που της έπεσε από την πλάτη το καρτελάκι με τον αριθμό της και άφησε ίχνος στην άμμο και αυτοί οι βλάκες δεν μέτρησαν το αποτύπωμα του κορμιού της και την άφησαν στην τέταρτη θέση. Αυτοί οι άνθρωποι Μιχάλη λαμβάνουν αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον πατρίδων κι εθνοτήτων και κρατών και οι πλειοψηφίες κάθονται και ξύνονται, με όλους αυτούς εμείς δεν έχουμε τίποτα κοινό, συμφωνώ μαζί σου φίλε μου, οι πατρίδες και τα έθνη και τα κράτη, τα κλειστά σύνορα φτιάχνονται για να κρατούν κλειδωμένα τα μυαλά και υποταγμένους τους ανθρώπους και εξοπλισμένα τα έθνη με πυρηνικά και έξυπνα όπλα και βομβαρδιστικά για να πλουτίζουν οι λίγοι ισχυροί που κρατούν στις κυβερνήσεις τα φιλαράκια τους που ψηφίζουν οι σιωπηλές πλειοψηφίες –  ο γείτονας σου κι ο γείτονας μου με λίγα λόγια – και βόμβες αυτοκτονίας και γιλέκα ζωσμένα εκρηκτικά και καμικάζι ευλογημένους από παπάδες και καρδινάλιους διαπλεγμένους και διαπλεκόμενους με τις εξουσίες και τα κεφάλαια και τους κεφαλαιοκράτες και τις αγορές και τα χρηματιστήρια και τις τράπεζες και τους τραπεζίτες!

έχουμε χριστιανούς που κάνουν τον σταυρό με το αριστερό το χέρι άλλους με το δεξί, άλλοι χρησιμοποιούν δυο δάχτυλα και άλλοι τρία, χριστιανοί πολεμούν χριστιανούς και ποιοι είναι οι κακοί; και χριστιανοί πολεμούν μουσουλμάνους και οι μουσουλμάνοι άλλους μουσουλμάνους και ποιοι είναι οι καλοί; και όλα αυτά στο όνομα της αγάπης και του υπέρτατου καλού και αγαθού!

και κάθε χρόνο στα σχολεία τα βιβλία γράφουν την ιστορία αλλιώς, κι αλλιώς την λεν οι δάσκαλοι του Βενιζέλου αλλιώς του Σαμαρά και την αλλάζει ο Τσίπρας κι ο Μητσοτάκης λέει πως θα την αλλάξει κι αυτός και εμείς ποιον πρέπει να πιστέψουμε; το θέατρο του παραλόγου,

κάθε φορά που αλλάζει μια κυβέρνηση προσθέτει τις δικές της πινελιές στην ιστορία ανάλογα με τις παραγγελιές, και θα έπρεπε κι εμείς να προσαρμοζόμαστε, δεν σφάξαν, βρε ουστ από εδώ, στριμωχτήκαμε στο λιμάνι, στο συνωστισμό επάνω και δεν αντέξαμε

οι νεκροί κάθε χρόνο προσμετρώνται διαφορετικά λες και οι τάφοι παίζονται στα χαρτιά και στο μπαρμπούτι και να σου πνίγονται οι μετανάστες στο Αιγαίο και καράβια με φασίστες βγαίνουν παγανιά, ρε συ οι πατρίδες και τα σύνορα αλλάζουν κάθε τόσο σαν τα στραγαλάκια κι εσύ μου μιλάς για έθνη και φυλές λες και είναι Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός οι συνοριοφύλακες, εδώ ολόκληρος Σαββίδης πρόεδρος των απανταχού Ποντίων δεν ξέρει να μιλάει ελληνικά, και ο γιος του φιλοξενούμενος στην χώρα μας εδώ και χρόνια, ολόκληρο παλικάρι μέχρι εκεί κάτω, εύχεται στον επόμενο γύρο των προκριματικών του τσάμπιονς λίγκ  η ΑΕΚ που κληρώθηκε να αντιμετωπίσει την ομάδα της Μόσχας να αποκλειστεί, όπως επίσης και ο Ολυμπιακός από την αντίστοιχη σερβική! λοιπόν, ποια πατρίδα να υπερασπιστώ εγώ και ποιο ελληνικό έθνος μαζί με του Σαββίδη τον γιο; σου λέω λοιπόν: βάλτο Ζαγόρι μου! να τελειώνουμε! εμείς μ’ αυτούς δεν μοιάζουμε καθόλου, δεν έχουμε τίποτα κοινό, αυτοί είναι το σύστημα, εμείς είμαστε και λίγο μέσα και πολύ απ’ έξω γιατί έτσι θέλουμε και αποφασίσαμε ελεύθερα εμείς – αυτό είναι τιμή και κατάρα μαζί – ας σταθούμε άξιοι λοιπόν – λίγο ακόμα να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα εν τω μεταξύ, και βλέπουμε,  και όποιος κατάλαβε!

Όσον δεν αφορά τον αθλητισμό, μια απ’ τα ίδια,

δυστυχώς χθες φίλοι μου προς μεγάλη μου θλίψη,  όχι πως δεν το είχα καταλάβει και παλιότερα, απλά χθες με τόση ωμότητα το ξεστόμισε αυτός ο πρόστυχος ο πρόεδρος της IAAF o Sebastian Coe, μίλησε λοιπόν με τόση χαρά για το προϊόν  το οποίο εκπροσωπεί στην συνέντευξη που έδωσε στον δημοσιογράφο της ΕΡΤ, ακούς φίλε μου, προϊόν ο αθλητισμός ο κλασσικός, εγώ εσύ το παιδί μου το παιδί σου κλπ, όλοι προϊόντα είμαστε αναλώσιμοι, και η χώρα μας, ονόμασε την όπως θέλεις, πες την πατρίδα πες την όπως θέλεις, για μένα πατριώτες είναι μόνο αυτοί που θα κάνουν αυτό που είπαμε παραπάνω, βέβαια στ’ αυτιά σου ακούγεται ανεφάρμοστο και ουτοπικό- σιγά μη δώσουν τα όπλα στο λαό και μην τον εξοπλίσουν κι εκπαιδεύσουν κλπ, βέβαια, φυσικά, οπότε κανείς δεν είναι πατριώτης, άστους λοιπόν να φωνάζουν κλπ, λόγια λόγια λόγια ψεύτικα προς ευρείαν κατανάλωσιν, πως το λέει και το τραγούδι: »φοβάμαι μην καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου το μαχαίρι» – αυτοί όλοι λοιπόν φίλοι μου μην και τα στρέψουμε επάνω τους τα όπλα φοβούνται και δεν το λεν, έτσι δεν είναι;

και τότε ξύπνησα…

αυτά όλα τα είδα στον ύπνο φίλοι μου, τα συμπεράσματα δικά σας, αφήστε που κατάφερα να πατήσω και μια μέλισσα, σφήκα ήταν χοντρή και κίτρινη λέει ο γιος μου , το κεντρί της καρφώθηκε στην πατούσα, και μέχρι να το βγάλω απ’ το πόδι παραλίγο να ξυπνήσω  μιας και πετάχτηκα μέχρις εκεί πάνω απ’ τον πόνο. Καλή συνέχεια στην ημέρα σας

σαν υστερόγραφο θα κλείσουμε με αυτούς τους απίθανους εθνικόφρονες »συν αμφότερους» υπερπατριώτες οι οποίοι μες την ανοργανωσιά και την ανικανότητα τους βάλθηκαν να φέρουν εις πέρας το άγιον έργο που ανέλαβαν, της ερήμωσης αυτών που δεν πρόλαβαν να καταστρέψουν οι προηγούμενοι, ήδη πρέπει να έχουν ξεκινήσει να ψάχνουν τον ναό στον οποίον θα προστρέξουν για να ζητήσουν βοήθεια για το έργο της αποκατάστασης των ζημιών από την φωτιά μιας και ο στρατηγός άνεμος ήταν αδύνατον να νικηθεί τόσον από τις επίγειες όσον και από τις εναέριες αλλά και από τις ασώματες δυνάμεις. Αμήν!

Εδώ κάτω δε βλέπετε το περίφημο κολοβούτι που πόζαρε και κάθισε να φωτογραφηθεί από την Βίκυ. Γεια σας οριστικά

 

WP_20170814_09_43_07_Pro

την φωτογραφία μου την έστειλε η Βίκυ

Bit between his teeth: France's Mahiedine Mekhissi-Benabbad.

και ξανά Mekhissi-Benabbad ο ατίθασος, τότε που τον απέκλεισαν, το ’14, γιατί έβγαλε την φανέλα, στο πανευρωπαϊκό, στην Ζυρίχη, την άλλη μέρα δηλώθηκε από τσατίλα στα 1500 και τα κέρδισε κι εκείνα! έτσι για να θυμόμαστε τα »κακά» παιδιά του στίβου

σκόρπιες σκέψεις...

οι νέοι και οι παλιοί κομουνιστές

Αποτέλεσμα εικόνας

δεν είμαι πια κομουνιστής, μάλλον δεν είμαι πλέον τίποτα για την ακρίβεια, δηλαδή δεν ξέρω τι είμαι γιατί απλούστατα ξέρω τι δεν είμαι

αλλά δεν βρίσκομαι εδώ γι αυτό

βρίσκομαι εδώ για να σας μιλήσω για τότες που εγνώρισα για πρώτη φορά στη ζωή μου τους κομουνιστές, παλιούς και νέους. Παλιοί ήταν οι μεγαλύτεροι στην ηλικία, στην συντριπτικοί τους πλειοψηφία εγγεγραμμένοι στο κομουνιστικό κόμμα, εργάτες επίσης πάρα μα πάρα πολλοί, όλοι πρώην παρτιζάνοι είχαν κάνει την αντίσταση και είχαν κρύψει τα όπλα διάσπαρτα σε διάφορα μέρη, πολλοί μικροαστοί επίσης, διανοούμενοι και άλλοι τέτοιοι πολλοί.

Οι καινούργιοι κομουνιστές ήταν όλοι νεαροί. Δεν είχαν ζήσει την αντίσταση, δεν είχαν υποστεί την πλύση εγκεφάλου της κομματικής προπαγάνδας, ήταν τέκνα της εσωτερικής μετανάστευσης που είχε επιβληθεί από την φτώχεια που επικρατούσε στον Ιταλικό νότο [ξέχασα να σας πω πως πολιτικοποιήθηκα στην Ιταλία όπου και βρέθηκα το μακρινό ’73 για να σπουδάσω] και βρέθηκαν να εργάζονται στις φάμπρικες του ιταλικού βορά ως ανειδίκευτο προσωπικό.

Σας τα λέω όσο πιο επιγραμματικά μπορώ για να μην σας ζαλίσω το έρωτα με τα πολλά λόγια. Μέχρι τώρα λοιπόν έχουμε ήδη αντιληφθεί τον πρώτο διαχωρισμό. Νέοι ανειδίκευτοι εναντίον μεγαλύτερων στην ηλικία ειδικευμένων. Χάσμα γενεών συν χάσμα στις απολαβές. Έχουμε ένα 2-0 καθαρό από τα αποδυτήρια. Προχωράμε.

Εμείς ήμασταν φοιτητές. Κάναμε παρέα με τους πάντες. Πολλοί ανάμεσα μας ήταν παιδιά που αναγκάζονταν να εργάζονται περιστασιακά, ότι μπορείς να φανταστείς έκαναν, και στα εργοστάσια παρτ τάιμ  για να συμπληρώνουν το πενιχρό έμβασμα που έρχονταν απ’ τους γονείς τους. Το πρώτο που μας έλεγαν λοιπόν για την εργατική τους εμπειρία σε σχέση με τους παλαιότερους ήταν το εξοργιστικό εκείνο πως: »αυτοί αγαπούσαν το εργοστάσιο όπου δούλευαν και τις μηχανές που τους καταπίεζαν διαρκώς με τα χρονοδιαγράμματα, ενώ εμείς τα φτύναμε όλη μέρα αυτά τα παλιομηχανήματα που μας πίνανε το αίμα»! Όταν λοιπόν άρχισαν τα πρώτα σαμποτάζ, οι άγριες απεργίες, η αμφισβήτηση των επίσημων συνδικαλιστικών οργανώσεων και η αυτοοργάνωση  των εργατών, οι εσωτερικές πορείες στα εργοστάσια, παλιοί και νέοι βρέθηκαν αντιμέτωποι. Γιατί οι μεν συνέχιζαν να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας ενώ οι δε ήταν πλέον ενάντια στην ίδια την συνθήκη της εργασίας, αμφισβητούσαν την ίδια την εργασία υπό αυτές τις επικρατούσες συνθήκες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του εργάτη από το αφεντικό του, υπό την διαρκή επιτήρηση του επιστάτη.

Και να ήταν μονάχα αυτό. Δεν έφτανε που οι παλιοί κομουνιστές είχαν αποδεχτεί την οικονομική συνθήκη της εκμετάλλευσης της εργατικής τους δύναμης ικανότητας και αξίας από τους καπιταλιστές, τώρα ήθελαν να συνεργαστούν και στην κυβέρνηση με τους αστούς, αυτούς τους μπουρζουάδες που ήταν υπεύθυνοι χιλιάδων εγκλημάτων ενάντια στον κόσμο της εργασίας και όχι μόνο. Και δεν χρειάζονταν να πάμε πολλά χρόνια πίσω, παρά μόνο δυο τρία, στο όχι μακρινό ’69, τότε που οι μυστικές υπηρεσίες σε συνεργασία με τους φασίστες, σε αυτήν που ονομάστηκε περίοδος της στρατηγικής της έντασης δολοφονούσαν δεκάδες σε Ρώμη και Μιλάνο την ώρα που οι μπάτσοι εκπαραθυρώνουν αναρχικούς. Τι κομουνιστές τέλος πάντων ήταν αυτοί βρε παιδιά;

Αριστοκράτες στη δουλειά, συνεργάτες με τους επιστάτες στα εργοστάσια, λίγο αργότερα καταδότες στην αστυνομία των αγωνιστών και των μαχητών στα εργοστάσια και στις πλατείες, στα δικαστήρια και στις δημόσιες υπηρεσίες. Κανονικοί χαφιέδες. Απίστευτοι! Στην κρατική πολιτική γενικότερα, στην αρχή δειλά δειλά κάνουν πλάτες στην δεξιά, ολοένα και περισσότερο, μέχρι που με την ανοχή τους δεξιές κυβερνήσεις δένουν και ράβουν και ξηλώνουν  και κάνουν ότι θέλουν και καταδικάζουν σε θάνατο έναν άνθρωπο, σίγουρα όχι αθώα περιστέρα, με το έτσι θέλω απλά για να κάνουν το κέφι των ψευτο κομουνιστών της πλάκας που σήμερα όχι μόνο δεν υπάρχουν αλλά τους έχει καταδικάσει με όλες τις μπάντες η ίδια η ιστορία. Δεν λέω ότι εμείς φερθήκαμε έξυπνα. Στρατιωτικοποιήσαμε υπερβολικά τα πράγματα, [όχι πως δεν χρειάζονταν, όχι τόσο στο υψηλό επίπεδο- εκεί έφτανε και περίσσευε, σε χαμηλό έπρεπε να εξαπλωθεί ακόμη περισσότερο  το αντάρτικο στις πόλεις ] , στην πορεία χάσαμε την μπάλα.

Και μας έπνιξε η  ιστορία μέσα στα μπουντρούμια της »δημοκρατίας» ή μας εξαφάνισε στις εξορίες . Λέω απλά πως αν αυτοί έσκυβαν για λίγο επάνω μας ν’ ακούσουν κάτι τις, και ν’ αφουγκραστούν το καινούργιο που άφριζε από μέσα μας  και έρχονταν με δύναμη απ’ την ανατολή με τα νοήματα του, τις ανατροπές που επιζητούσε, τις βουτιές προς το μέλλον, και την ορμή, την ζωντάνια του νεαρού της ηλικίας μας, τότε ναι, σήμερα τα πράγματα, ίσως, μάλλον, θα ήταν πολύ καλύτερα, σήμερα,

κι έτσι λοιπόν στο όνομα της συνεργασίας των τάξεων, [ που με απλά λόγια σημαίνει: εσείς δουλεύετε εμείς να κερδίζουμε, κι όλο γρηγορότερα]

και ανεμίζοντας τις μπαντιέρες της συνεργασίας όλων των δυνάμεων του »δημοκρατικού» τόξου,  [που σημαίνει στα πόστα κλειδιά εμείς, εσείς στην βιτρίνα], φασιστών συμπεριλαμβανομένων, ‘σοσιαλιστές’ και ‘κομουνιστές’ όλων των αποχρώσεων, σε όλη την Ευρώπη, ακολουθώντας τα διδάγματα του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, με προεξάρχοντα τον Φρανσουά Μιτεράν και κάτι άλλα γερόντια με περίεργα ονόματα όπως Παπανδρέου, Σοάρες,  Καρίγιο κλπ έπνιξαν ότι ωραιότερο ελεύθερο και αυθεντικά αυτόνομο εξέφραζαν κινήματα νεανικά που ποθούσαν μια κοινωνία διαφορετική όπου ο άνθρωπος δεν θα καταπατούσε άνθρωπο περιβάλλον φύση ζωντανά, και το κέρδος θα έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, για να εξαλειφθεί σιγά σιγά. Ο καταναλωτισμός θα υποχωρούσε και στο κέντρο της ύπαρξης θα έρχονταν επιτέλους η ζωντανή αφιλοκερδής δημιουργία για την δημιουργία. Γιατί την ζωή φανταζόμασταν σαν δημιουργία και όχι σαν αυτό που σήμερα μοιάζει με κάτι εξωπραγματικό, ένας αγώνας ταχύτητας για ένα βραβείο που κατά βάθος δεν θέλει κανένας, μοιάζει κατάρα, μόνον κάποιοι ελάχιστοι που ζουν εις βάρος των απείρως περισσοτέρων, ζέχνει δηλητήριο.

Αφού κατάφεραν λοιπόν να απαλλαγούν λίγο νωρίτερα στην Πορτογαλία από εκείνο το υπέροχο κίνημα των γαρυφάλλων  που με αρχηγό τον ταγματάρχη Οτέλο Σαράιβα ντε Καρβάλιο έριξε τον δικτάτορα Σαλαζάρ, απαλλάχθηκαν και στην Ιταλία από ένα εξίσου πανέμορφο κίνημα που εδώ κράτησε δέκα με δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, ξεκίνησε με το θερμό φθινόπωρο του ’69 και τους μαζικούς εργατικούς αγώνες και συνέχισε με τον παρατεταμένο μάη που έφερε η θερμή άνοιξη της εργατικής αυτονομίας και του ανταρτοπόλεμου που τελείωσε στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα

εγώ τότε ήμουν νέος, σήμερα είμαι παλιός, περιμένω ένας νέος κάτι να μου γράψει, κάτι να μου πει, θα έχει κάτι να μου πει, κάτι να ψιθυρίσει στο αυτί μου αν θέλει

 

σκόρπιες σκέψεις...

ο χάρτης της ερήμου

Μες το νερό της μάγισσας γλιστράει το κορμί

καθάριο πεντακάθαρο αστράφτει από τον ήλιο

άλλοτε γαλάζιο άλλοτε καταπράσινο

σαν το διαμάντι λάμπει

που το τροχίζει ο μάστορας με τέχνη στο εργαστήρι

και στον πυθμένα ανάγλυφος ο χάρτης της ερήμου

 

σκόρπιες σκέψεις...

η σιωπή η αγία

τινάχτηκαν τα βλέφαρα του και μισάνοιξαν, ένας ήχος ανεπαίσθητος τον ανησύχησε

δεν ήταν έντονος, μακρινός μάλιστα αλλά ανατρίχιασε κι ανασηκώθηκε στο στρώμα του, τα μάτια του έπεσαν στο ρολόι που αναπαύονταν στο κομοδίνο δίπλα, η ώρα επτά και τέσσερα εκείνου του αυγουστιάτικου πρωινού που προμηνύονταν καυτό

μια αχτίνα ήλιου γλιστρούσε ήδη στην σκονισμένη κάμαρα απ’ το μισάνοιχτο παντζούρι χαϊδεύοντας την γάτα που γουργούριζε χαρούμενη στα πόδια του

έκανε έναν γύρο με το βλέμμα του, πρώτα ο καθρέπτης που στέκονταν όρθιος και καμαρωτός στ’ αριστερά του να επιβλέπει όλο το δωμάτιο, στενός ψηλός και χαρωπός με καμπύλες κι εσοχές, τον είχε αγοράσει στο παζάρι λίγα χρόνια νωρίτερα, τα είχε πλέον φάει τα ψωμιά του, σε λίγο θα τον σούτερνε,  αυτό τουλάχιστον σκέφτονταν

στον άλλο τοίχο κρεμασμένη περήφανη η σημαία της χώρας του Τζιάπ και του Χο, αυτής της περήφανης ασιατικής χώρας που την βρέχει η θάλασσα της νότιας Κίνας και την διασχίζει στα νότια ο περίφημος ποταμός Μεκόνγκ, χώρα που ταπείνωσε τρεις αυτοκρατορίες, και κατάφερε να ξετρυπώσει κάποια στιγμή σε κάποιο από τα μαγαζάκια στο Μοναστηράκι τον περασμένο χειμώνα.

Ο Γιαπ πολέμησε και κέρδισε γάλλους, ιάπωνες και αμερικανούς. Εκείνης της επανάστασης ο Χο Τσι Μιν ήταν η σοφία και ο στρατηγός ήταν η δύναμη. Ο θάνατός του τον επαναφέρει από τον μύθο στην ιστορία, του ανταποδίδει ολοκληρωτικά το όνομά του. Η μεγάλη του ζωή διέσχισε όλο το εικοστό αιώνα και του έδωσε σχήμα. Ήταν ένας αιώνας στη διάρκεια του οποίου συχνά οι αδύναμοι τόλμησαν ν’ αμφισβητήσουν τους δυνατούς. Ήταν ένας ήσυχος Βιετναμέζος. Μαζί με τον Χο Τσι Μιν νίκησαν Γαλλία Ιαπωνία και Ηνωμένες Πολιτείες  με μια στρατηγική επαναστατική και στρατιωτική στην οποία συμμετείχε ολόκληρος ο βιετναμέζικος λαός.

Αλλά συνεχίζει την ήσυχη περιήγηση του με το βλέμμα στο δωμάτιο

Στον μεσιανό ένα αλεξίπτωτο θαλάσσης κρεμασμένο διάπλατα ανοιγμένο με τα σκοινιά του μισοξεσκισμένο, έχασκε και θύμιζε τα πρώτα χρόνια στην αμμουδιά όταν ακόμα αμούστακο παλικαράκι πάσχιζε να μάθει τα μυστικά της θάλασσας και των ανέμων στις παραλίες της Μακεδονίας που του έλαχε η μοίρα να κάνει τα πρώτα βήματα της ‘εκπαιδευτικής’ , ας το πούμε έτσι, πορείας – ήταν το πρώτο που είχε χρησιμοποιήσει, και θαυματουργό!

Τώρα η προσοχή του έπεσε στο βιβλίο που βρίσκονταν πεσμένο μισάνοιχτο δίπλα στο προσκεφάλι του. Όλη η ζωή πέρασε μεμιάς από μπροστά του μονορούφι. Η καρδιά χτυπούσε σαν ταμπούρλο. Σιωπή λοιπόν, λέξη μαγική. Ήχοι ακούγονταν να βγαίνουν μέσα απ’ το βιβλίο και πλανώνται στο δωμάτιο ακολουθώντας του φωτός τις διαδρομές, νότες ευχάριστες στο αυτί που λέγουν πως πρέπει να λες λίγα, κι όταν μιλάς να λες μονάχα τ’ απαραίτητα και πως πρέπει πολύ ν’ακούς και να κοιτάς πολύ και δε θα μετανιώσεις

μα η καρδιά του πάει να σπάσει τι συμβαίνει τι είναι αυτό τέλος πάντων το μυστήριο ταμπλάς στο κεφάλι κεραυνοβολείται μάλιστα να λοιπόν έτσι εξηγείται η πρωινή ανησυχία μα τι λέει δεν έχουν περάσει παρά κάτι δευτερόλεπτα είναι μια άλλη διάσταση, βρίσκεται »αλλού», όλα είναι βυθισμένα στο νερό που έχει αρχίσει να αδειάζει βασανιστικά αργά και η ησυχία τρομακτική, και είναι όλα μαγικά καταπληκτικά, και όλο κατεβαίνει το επίπεδο και το κεφάλι του βουίζει όλο και λιγότερο και έρχεται μια ησυχία μια γαλήνη μοιάζει με παράδεισος  έτσι πρέπει να είναι η παράδεισος σκέφτεται και όλα γίνονται ένα εκεί μέσα στο υπέροχο διάφανο ύδωρ και βλέπει τα εσώτερα και είναι η αιωνιότητα Αυτό, έτσι το νιώθει, γιατί ο χρόνος έχει σταματήσει,

μέχρι που αποφασίζει πως φτάνει μέχρις εδώ, όχι πως καταλαβαίνει ποιος έδωσε την διαταγή! είναι κάποιες στιγμές που δεν καταλαβαίνει ποιος είναι αυτός που παίρνει τις αποφάσεις, να είναι το κορμί; το μυαλό; το συνειδητό; το υποσυνείδητο; κάποιο άλλο κομμάτι του εαυτού μας να είναι αυτό που λέει πως στοπ, πρέπει να επιστρέψουμε πίσω σε αυτό που βλέπουμε με τα μάτια του κορμιού μας κι έτσι γίνεται, οπότε

αμέσως χαμογέλασε συγκαταβατικά και έγνεψε ευχαριστημένος, έσκυψε στο προσκεφάλι του χαρούμενος κι αφέθηκε να αποκοιμηθεί ξανά μιας και το ραντεβού του με το πλήρωμα στο αγκυροβόλιο αργούσε ακόμη

και βλέπει στο βάθος του μυαλού του το κεραυνοβολημένο πρόσωπο της Αγιάνα την ώρα που σαν σταματημένο τρένο την προσπερνά η Όμπιρι, η χρυσή αθλήτρια απ’ την Κένυα η οποία σαν κεραυνός πέταξε προς τον τερματισμό των 5000 μέτρων του αφιλόξενου Λονδίνου που φέρθηκε πολύ άδικα προς τον μποτσουανέζο Μακουάλα

Αποτέλεσμα εικόνας για χο τσι μινχ

Παλιά φωτογραφία
στην άδεια παραλία
σιωπή.

Κοιτάζω απ’ το μπαλκόνι
το δρόμο που θολώνει
η βροχή.

Λένε πως στη χώρα που ναυάγησες
βασιλεύουν οι μάγισσες.
Βουλιάζουνε στο βυθό και σε βγάζουνε
στον αφρό.

Λένε πως μας άφηνες στα κύματα
φυλαχτά και μηνύματα.
Τα βρήκανε τα πουλιά και χαθήκανε
ξαφνικά.

Η πόλη σαν καράβι
τα φώτα της ανάβει
γιορτή.

Θυμάμαι που γελούσες
να μείνω μου ζητούσες
παιδί.

Λένε πως στη χώρα που ναυάγησες
βασιλεύουν οι μάγισσες.
Βουλιάζουνε στο βυθό και σε βγάζουνε
στον αφρό.

Λένε πως μας άφηνες στα κύματα
φυλαχτά και μηνύματα.
Τα βρήκανε τα πουλιά και χαθήκανε
ξαφνικά.

Στίχοι:  

Παύλος Παυλίδης

The Sound of Silence

Disturbed

Hello darkness, my old friend
I’ve come to talk with you again
Because a vision softly creeping
Left its seeds while I was sleeping
And the vision that was planted in my brain
Still remains
Within the sound of silence

In restless dreams I walked alone
Narrow streets of cobblestone
‘Neath the halo of a street lamp
I turned my collar to the cold and damp
When my eyes were stabbed by the flash of a neon light
That split the night
And touched the sound of silence

And in the naked light I saw
Ten thousand people, maybe more
People talking without speaking
People hearing without listening
People writing songs that voices never share
And no one dared
Disturb the sound of silence

Simon & Garfunkel

σκόρπιες σκέψεις...

Ταξίδι στο κέντρο της γης ή βουτιά από ψηλά σε μολυβένια θάλασσα

γυρνώντας πίσω στις ζωής μου τις σελίδες

να κοιτάξω τρόμαξα με το κακό που είδα πως έκανα σε κάποιους

και την κακία που είδα

μέσα μου να υπάρχει ριζωμένη

και τις ασχήμιες που διέπραξα

εγώ ο δίκαιος που επίστευα πως ήμουν,

και τότε εφώναξα με δύναμη πως

έφτασε η στιγμή που περίμενα

να κάνω ένα βήμα παραπέρα,

πως το νερό έμπαινε στο αυλάκι.

Ήρθε η ώρα ν’ αλλάξω ρότα

ένιωσα πως επιτέλους ελευθερώθηκα,

πως δεν πιστεύω δεν ελπίζω σε κανέναν,

αλήθεια είναι πως δεν ξέρω ν’ αγαπώ ούτε τον ίδιο εαυτό μου

αλλ’ αγαπώ μονάχα κάποιους καλλιτέχνες

έχει στερέψει η επικοινωνία

έχει κοντύνει ο άνθρωπος

η λίμνη με το νερό της έμπνευσης τείνει ν’ αδειάσει

 

Θες να με κάνεις να πιστέψω
πως τελειώσαν όλα κι ήρθε ο καιρός
να την ξεχάσω τη ζωή
και να ξυπνάω κάθε μέρα νεκρός.

Όσο κι αν το θέλεις δεν μπορείς
ταξίδι στο κέντρο της γης.

Ψάχνεις την άκρη τα μπερδεύεις
και νομίζεις ότι όλα μηδέν.
Φταίει η μαμά που σου πουλάει
παραμύθι ότι δήθεν και δεν.

Πριν απ’ τα μεσάνυχτα να `ρθεις
ταξίδι στο κέντρο της γης.

Αδρεναλίνη κανένας δε θα μείνει
μαύρη κατάρα, ανία, βαρεμάρα.
Η μέρα σβήνει
Αθήνα είσαι καμίνι
ώσπου να φέξει
να δούμε ποιος θ’ αντέξει…

Το ξέρω κάποτε τελειώνουν
όλα κάποτε μα πότε;Ποτέ!
Κάθε πρωί και κάθε βράδυ,
κάθε μέρα, κάθε νύχτα.Ποτέ!

Πριν απ’ τα μεσάνυχτα να `ρθεις
ταξίδι στο κέντρο της γης,
στο κέντρο, στο κέντρο της γης.

Θα πάρω φόρα να περάσω
το μεγάλο που `χεις σκάψει γκρεμό
κι αν το ξεχάσεις μια φορά
χίλιες φορές θα σου το πω σ’ αγαπώ!

Πριν απ’ τα μεσάνυχτα να `ρθεις
ταξίδι στο κέντρο της γης,
στο κέντρο, στο κέντρο της γης.

και

Ο δρόμος μας τυφλός, της πιάτσας παραπαίδι.
Τα όνειρα υπόσχεση ρουφιάνου θυρωρού.
Στα τάστα της κιθάρας οργή που περισσεύει
Σα φόνος που σχεδιάστηκε στη σκέψη ενός μώρου.

Ό,τι φτιάχνω κι ό,τι χάλασα,
βουτιά από ψηλά σε μολυβένια θάλασσα.

Τα λόγια χαρτζιλίκι από μισθό της πείνας
που ωμά καταναλώθηκε χωρίς ανταμοιβή.
Τα μάτια σου προάστιο χαμένο της Αθήνας
που κυνηγά τη φήμη του σε ό,τι κι αν συμβεί.

Ό,τι φτιάχνω κι ό,τι χάλασα,
βουτιά από ψηλά σε μολυβένια θάλασσα.

Η δύναμη που ξέπεσε και έγινε κατάρα.
Η φήμη που απλώθηκε και έγινε λοιμός.
Η πίκρα πως κατάγεται απ’ τη δική μας φάρα
μας έπεισε και έγινε αφέντης τιμωρός.

Ό,τι φτιάχνω κι ό,τι χάλασα,
βουτιά από ψηλά σε μολυβένια θάλασσα.

σκόρπιες σκέψεις...

ο παφλασμός είν’ ένας ψίθυρος που έρχεται από τα έγκατα της γης στα ώτα των ανθρώπων

ξάπλωσα στην αμμουδιά και με χτύπησε με χάιδεψε ολόσωμα ο ήλιος

εκεί που γλιστράει το κύμα στην ακτή περπάτησα

ο βράχος παραδίπλα ψιθυρίζει αλλά αδυνατώ να πιάσω το νόημα γιατί είμαι χαμένος στις σκέψεις μου,

δίνω μια και βουτώ στο κύμα παρακάτω

παραδίδω τα εσώψυχα μου στου νερού την αλμύρα

λίγες απλωτές και η θάλασσα ξεκινά να μου ρουφά το μεδούλι

και με ξεψαχνίζει

στο τέλος δεν θ’ αφήσει τίποτα, ούτε στα ψάρια

ούτε στους ανθρώπους,

μόνο το σύμπαν γελά ευχαριστημένο

γιατί ξέρει πως θα τα επιστρέψει όλα πίσω, συντομότατα, να μη σου πω αμέσως

κι όποιος αρπάξει, ότι αρπάξει

Και μας θυμήθηκα φίλε μου να περπατούμε

στης θάλασσας τον χρυσό από τις αχτίνες του ήλιου τον πυθμένα

κουβαλώντας στις πλάτες μας των νεαρών εκείνων την τρέλα, και τα γλέντια της νύχτας που πέρασε

αυτόν τον πόθο που εγκατέλειψαν μονάχο του  στα βράχια εκεί πέρα από τον κάβο

που έλουζε

του φεγγαριού η μαγεία

εκεί που λίγα χρόνια

αργότερα θα γίνονταν το φονικό,

όχι,

εκεί βρίσκονταν το όμορφο μπαράκι του θύματος του φονικού,

σκαρφαλωμένο πάνω στον βράχο,

κάτω χρύσιζε το πέλαγος στο φως του φεγγαρόφωτος, κάτω

βογκάει η θάλασσα, μουγκρίζει, χορεύει και μας θυμίζει λόγια ανείπωτα

κρυμμένα μυστικά επτασφράγιστα.

Κάποιοι ξέρουν αλλά δεν μιλούν

πάντα έτσι γίνεται

η θάλασσα όλα τα ξέρει, και το αεράκι φυσά μυρωδικά κι αρώματα

 

Κι ο  Mekhissi χθες ήταν πάλι εκεί! για άλλη μια φορά

 

σκόρπιες σκέψεις...

Ο φάρος ο αιώνιος

Ωρα ξεκούρασης για καπνεργάτες και καπνεργάτριες στην Καβάλα επί τουρκοκρατίας (1890 - 1900)Διαδήλωση καπνεργατών το 1936

Είμαι ένας νεόπτωχος εξηντάρης κατάγομαι από μια μεσοαστική οικογένεια της ελληνικής επαρχίας,

από νωρίς αρραβωνιάστηκα με του επαναστατικού προλεταριάτου την υπόθεση και δεν το μετάνιωσα ποτές.

Στην πόλη μας περνούμε καθημερινά από δεκάδες χώρους όπου ίδρωσαν, δούλεψαν και πάλεψαν, μαρτύρησαν, μάτωσαν, και κάποιες φορές άφησαν και την τελευταία τους πνοή καπνεργάτες αγωνιστές γυναίκες και άντρες

αν ζούσα στην Ιταλία, χώρα όπου εντάχτηκα στο ανατρεπτικό ανταγωνιστικό κίνημα που αμφισβήτησε  την κατεστημένη τάξη και τους θεσμούς θα το έκανα στο μνήμα όπου βρίσκεται θαμμένος ο  πεσών αγωνιστής Giangiacomo Feltrinelli,

έμαθα νωρίς ποιος ήταν ο εκδότης, σημαδούρα για μένα,

επισκεπτόμουν συχνά το βιβλιοπωλείο στην πόλη μας

έβρισκα ότι χρειαζόμουν εκεί μέσα

έδενα το κορμί μου με τις ώρες ψάχνοντας στα ράφια

μορφωνόμουν, ήθελα να του μοιάσω

θα το έκανα σιγά-σιγά, διάβαζα, μάθαινα, εκπαιδεύτηκα

βιβλία πρακτική,

μάθηση πράξη.

ήταν κι ο άλλος δάσκαλος, δάσκαλος μεγάλος

σε απόσταση αυτός φάρος αιώνιος

απ’ το νησί το μακρινό, και μια μέρα του έστησαν ενέδρα και τον μακέλεψαν μακριά απ την πατρίδα του,

γιατί ήθελε ν’ ανάψει παντού φωτιές, ταξίδεψε πολύ, βοήθησε αρκετούς

θυμάμαι από μικρός ήθελα να βρεθώ στην χώρα του, πέρασα κάποτε από πολύ κοντά αλλά δεν έδιναν βίζα  στους φίλους μου οι αμερικανοί κι έτσι σταμάτησα κι εγώ, έφτασα στον περίβολο

αλλά…μέχρις εκεί, δεν κατάφερα να τον διαβώ, στοπ είπαν οι γιάνκης

κι έχω σαν αιώνιο ίνδαλμα και σύμβολο τον ένα και αιώνιο καλλιτέχνη της  ζωής και του θανάτου

θα ήθελα κάποια στιγμή να βρεθώ στα μέρη του

τον αιώνιο Τσε,

μα όλο ξεμακραίνει τ’ όνειρο

στριμωχτήκαμε πολύ βλέπεις!

Italian publisher Feltrinelli