σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Λέμε αν…. – Αφελή ερωτήματα για τον θάνατο Κατσίφα

Από giorgis , Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2018 | 11:53 μ.μ.

Του Γ. Γ.

Ας υποθέσουμε ότι:

➤ Ο Κωνσταντίνος Κατσίφας που έχασε την ζωή του από σφαίρες των Αλβανών μπάτσων δεν ήταν «πατριώτης» και στην σελίδα του στο facebook δεν ονειρευόταν την ανασύσταση της εγκληματικής οργάνωσης Μ.Α.Β.Η.
Αντί γ’ αυτό ήταν επαναστάτης κομμουνιστής και κοσμούσε την διαδικτυακή του παρουσία με εικόνες του Τσε και σφυροδρέπανα.

Αμφιβάλει κανείς/α ότι για όλα τα καθεστωτικά ΜΜΕ θα ήταν ένας «τρομοκράτης», που τον σκότωσαν οι Αλβανοί μπάτσοι υπερασπιζόμενοι την ζωή τους απ’ τις δολοφονικές σφαίρες που τους έριχνε;

➤ Ο 35χρονος ομογενείς ήταν αναρχικός. Αντί να μας παρουσιάζει φωτογραφίες με οπλισμένες παραστρατιωτικές συμμορίες και συνθήματα για «αλύτρωτες πατρίδες», είχε σήματα με «αλφάδια» και τσιτάτα αναρχικών θεωρητικών.

Εχει κανείς αντίρρηση ότι όλα τα ΜΜΕ θα μιλούσαν για ένα «αντικοινωνικό στοιχείο», που οι αστυνομικοί τον εκτέλεσαν προστατεύοντας την ζωή του από τα πυρά που τους έριχνε»;

➤ Να κάνουμε μια υπόθεση εργασίας και να πούμε ότι ο Κατσίφας ήταν αντιεξουσιαστής και έρχεται στην δημοσιότητα ότι είχε συλληφθεί σαν μέλος εγκληματικής συμμορίας, που διακινούσε τεράστιες ποσότητες ναρκωτικών.

Υπάρχει κάποιος που δεν θα υποθέσει ότι όλα τα ραδιοτηλεοπτικά και έντυπα ΜΜΕ δεν θα έκαναν λόγο για «μεγαλέμπορα ναρκωτικών», που είχε «προδιαγραμμένο τέλος»;

Αφελείς ερωτήσεις θα πείτε .. αλλά …

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

η επιστολή της μητέρας του Ζακ Κωστόπουλου

Αξιότιμε κύριε Πρωθυπουργέ,

Ονομάζομαι Ελένη Κωστοπούλου και είμαι η μητέρα του Ζαχαρία Κωστόπουλου, που άφησε την τελευταία του πνοή έξω από ένα κοσμηματοπωλείο στην Ομόνοια. Ισως να γνωρίζετε την υπόθεση που έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις λόγω της απάνθρωπης και σκληρής κακοποίησης που δέχτηκε το παιδί μου πριν ξεψυχήσει.

Ηταν αποτρόπαια η εικόνα αστυνομικών να χτυπούν ένα αιμόφυρτο, ανήμπορο πλάσμα και να βάζουν χειροπέδες στο άψυχο κορμί του, ενώ στη συνέχεια δεν έκαναν τίποτα για να διασφαλίσουν τον περιβάλλοντα χώρο και να συλλέξουν στοιχεία για τις συνθήκες του θανάτου του. Η απάντηση δε του προέδρου της Ενωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αθηνών Δ. Πάκου «αυτή είναι η πρακτική και σε όποιον αρέσει» ήταν εξοργιστική και ντράπηκα για τον τρόπο που οι αρχές της χώρας μου αντιμετωπίζουν έναν άνθρωπο.

Οι σκληρές εικόνες των βίντεο που δημοσιεύτηκαν μας σόκαραν, μας εξόργισαν και κλόνισαν συθέμελα την εμπιστοσύνη μας προς την πολιτεία και το κράτος δικαίου, στο οποίο επιθυμούμε να μετέχουμε όλοι. Κανένας άνθρωπος δεν αξίζει αυτή τη μεταχείριση και αυτόν τον τρόπο θανάτου.

Ολοι ανεξαιρέτως έχουμε το δικαίωμα της απολογίας και της ίσης μεταχείρισης – δικαίωμα που το παιδί μου στερήθηκε, ενώ, όπως καταδεικνύουν όλα τα στοιχεία, μπήκε στο κοσμηματοπωλείο κυνηγημένος και φοβισμένος και όχι για να κλέψει, αλλά κατέληξε να αντιμετωπιστεί με τον πιο σκληρό και βάναυσο τρόπο μπροστά στα μάτια αμέτοχων περαστικών.

Ο Ζαχαρίας πάλευε καθημερινά για το σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και την ίση μεταχείριση των ανθρώπων κι όμως πέθανε εξαιτίας της ρατσιστικής, απάνθρωπης μεταχείρισής του από συνανθρώπους μας σε μια κοινωνία –θέλω να πιστεύω– δημοκρατική και ελεύθερη όπως η δική μας.

Σας ζητώ, με πόνο ψυχής, να μεριμνήσετε για τη δίκαιη τιμωρία όσων συμμετείχαν στη δολοφονία του παιδιού μου. Κάθε άνθρωπος έχει αξία και μία οικογένεια που τον αγαπά και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να παίρνει το νόμο στα χέρια του.

Η υποτίμηση της ανθρώπινης ζωής με τέτοιο τρόπο, μέσω της αυτοδικίας, παραπέμπει σε φασιστικά καθεστώτα και νοοτροπίες που στην Ελλάδα έχουμε μάθει να αντιμαχόμαστε.

Ας μην επιτρέψουμε σε ρατσιστικά, φοβικά και βάρβαρα ένστικτα να κυριαρχούν. Ας μην αφήσουμε την κοινωνία μας να γίνει μια ζούγκλα, αλλά ένα πλαίσιο στο οποίο θα μεγαλώσουν άφοβα τα παιδιά και τα εγγόνια όλων μας. Ας προσπαθήσουμε να φτιάξουμε έναν κόσμο σαν αυτόν για τον οποίο μαχόταν ο Ζαχαρίας: χωρίς βία, με σεβασμό στον άνθρωπο.

Θα κλείσω με δυο φράσεις του ίδιου του Ζαχαρία, σαν τραγική ειρωνεία, όπως τις είχε γράψει σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης το 2015:

«Συνεχίζω να διαβάζω ότι σχεδόν σε κάθε ρατσιστική επίθεση που έγινε μπροστά σε κόσμο, δεν αντέδρασε κανείς και καμία.
Θεωρώ ότι το πραγματικό πρόβλημα είναι ακριβώς αυτό,
το ότι κλαιγόμαστε αντί να αντιδράμε, το ότι κοιτάμε τη δουλειά μας όταν άλλοι άνθρωποι μας χρειάζονται.
Και μην αντιδρώντας στην πράξη, τους αφήνουμε χώρο».

https://www.efsyn.gr/arthro/epistoli-tis-miteras-toy-zak-kostopoyloy-ston-alexi-tsipra

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ο νέος ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος

του Sandro Moiso

Σήμερα, 3 μαΐου 2018, ενώ τα εθνικά μέσα ενημέρωσης που σέβονται μόνο τα κενά τελετουργικά της πολιτικής κοιτάζουν αυτό που θα συμβεί στην διοίκηση του PD, Δημοκρατικού Κόμματος, πέφτει η εικοστή πέμπτη μέρα της στρατιωτικής κατοχής της ZAD της Notre Dame des Landes από πλευράς των μισθοφόρων με στολή του γαλλικού Κράτους.

2500 αστυνομικοί που για είκοσι πέντε ημέρες, με οποιοδήποτε μέσο όχι απαραίτητο, παρά για να τραυματίσει σοβαρά τα σώματα ή να παραβιάσει και να βιάσει τα εδάφη που διατρέχονται από τεθωρακισμένα, μπουλντόζες και γερανούς και καταστρέφουν καλλιεργούμενα χωράφια, δάση και σπίτια, προσπαθούν να ακυρώσουν, να εξολοθρεύσουν, να διαγράψουν από το πρόσωπο της Γαλλίας, της Ευρώπης και της Γης κάθε ίχνος μιας από τις νέες μορφές πολιτισμού και ανθρώπινης κοινότητας που αναδύθηκε τις τελευταίες δεκαετίες στα εδάφη που η κοινωνία Da Vinci και τα συμφέροντα του κεφαλαίου θα ήθελαν να μετατρέψουν σε ένα δεύτερο και άχρηστο αεροδρόμιο στην πόλη της Νάντης.

Μια δράση που μέχρι στιγμής έχει αποκρουστεί από τους καταληψίες και από τις χιλιάδες άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας και κοινωνικής προέλευσης που πήγαν εκεί με μοναδικό σκοπό να επιδείξουν την αλληλεγγύη τους με εκείνο το κοινοτικό πείραμα και να απορρίψουν για άλλη μια φορά, όπως το 2012 με τη επιχείρηση Cesar που θέλησε εκείνη την εποχή ο Hollande και απέτυχε, τους στόχους του οικονομικού επενδυτικού κεφαλαίου για το bocage και της αστυνομικής καταστολής ενάντια σε ένα πείραμα μιας κοινωνίας χωρίς Kράτος, χωρίς χρήμα, χωρίς αστυνομία, χωρίς πολιτική εκπροσώπηση αν όχι άμεση αυτών που την κατοικούν, που ζουν σε αυτήν.

Ενώ εδώ σε εμάς οι «νέοι» νάνοι της πολιτικής σκηνοθέτησαν το συνηθισμένο και αηδιαστικό θεατράκι, αποδεικνύοντας ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά νεογέννητοι αναστημένοι και άθλιοι γατόπαρδοι (ειδικοί στο να αλλάζουν τα πάντα έτσι ώστε να μη αλλάζει τίποτα) αποφασισμένοι να κάνουν οτιδήποτε για να προστατεύσουν με κάποιο τρόπο αυτό που οι ιταλοί ψηφοφόροι, με την πλειοψηφία που έδωσαν στα 5 Αστέρια και στην Λίγκα, είχαν την ψευδαίσθηση πως έδιωξαν οριστικά από τους εφιάλτες τους (PD, Renzi, Forza Italia και Berlusconi), εκεί η αλλαγή παίζεται άμεσα, πρόσωπο με πρόσωπο, ανάμεσα σε αυτούς που αυτόν τον πρόστυχο τρόπο παραγωγής θέλουν να συνεχίσουν να προστατεύουν και εκείνους που αντιθέτως θα ήθελαν θα τον θάψουν για πάντα.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η ZAD έχει χαρακτηριστεί εδώ και πολύ καιρό από τις ίδιες τις γαλλικές αρχές ως ζώνη «μη Κράτους» και όχι τυχαία ακριβώς το non marché, η μη αγορά, η περιοχή στην οποία ήταν δυνατόν να λάβει κάποιος ή να ανταλλάξει τα προϊόντα της τοπικής γεωργίας χωρίς προσφυγή σε χρήμα , ήταν η πρώτη περιοχή που καταστράφηκε, ξαναχτίστηκε σε λίγες μέρες και εκ νέου ισοπεδώθηκε από τις μπουλντόζες των δυνάμεων της α/ταξίας. Καθιστώντας έτσι σαφές ότι δεν επρόκειτο για την επαναφορά της δημοκρατικής τάξης σε μια έκταση περίπου 1700 εκταρίων που έχει ξεφύγει από τον έλεγχό της, αλλά για την αποκατάσταση των κανόνων της αστικής κοινωνίας της αγοράς, του κέρδος και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο και το περιβάλλον.

Αλλά εδώ, στην αιώνια φασιστική και δημοκρατικο-κοινοβουλευτική την ίδια στιγμή Italietta, σε αυτή την μεγάλη μοναδική Brescello του Don Camillo και Peppone, ακόμη και οι δυνάμεις που θα ήθελαν να είναι «άλλες, αλλιώς» φαίνονται να ανησυχούν περισσότερο για τη συλλογή υπογραφών για τις επόμενες διοικητικές εκλογές ή για τις εσωτερικές ρήξεις που σχετίζονται με τους διάφορους ατομικούς κοιλόπονους και αυτούς της ομαδούλας ή, ξανά και απλούστατα, να οδηγήσουν ξανά το ποίμνιο των ανικανοποίητων μέσα στην περίμετρο του κοινοβουλίου, αντί να αναπτύσσουν στρατηγικές και πρωτοβουλίες προσαρμοσμένες στις αλλαγές που συμβαίνουν στη σημερινή κοινωνία. Αποδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο για ακόμη μία φορά, εάν ήταν αναγκαίο, πως η εκλογολογία, η ψηφοθηρία είναι συνώνυμη μόνο με την άρνηση των αγώνων και την πραγματική απελευθέρωση από έναν μακρόχρονα νεκρό και του οποίου, για την ώρα, μοναχά οι κοινοβουλευτικές τελετές βουντού καταφέρνουν να κρατάν κρυμμένη την διαπίστωση της κατάληξης, του θανάτου.

Μιλώντας στο Στρασβούργο ενώπιον του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, στις 17 απριλίου του τρέχοντος έτους, ο Εμμανουέλ Μακρόν τόνισε τον κίνδυνο πως στην Ευρώπη μπορεί να ξεσπάσει ένας εμφύλιος πόλεμος. Για μια φορά ο νεαρός και ανεξέλεγκτος εκπρόσωπος του γαλλικού μεγαλείου, grandeur francese, δεν είπε ψέμματα. Δεν είπε ψέμματα ξέροντας πολύ καλά για τι πράγμα μιλούσε, μιας και είναι ο ίδιος ένας από τους υποστηρικτές αυτού. Έναν πόλεμο που, εδώ και χρόνια, το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο οδηγεί κατά των πολιτών της Ευρώπης, κυρίως εκεί όπου αυτοί οι ίδιοι πολίτες δεν αφήνουν τους εαυτούς τους να παγιδευτούν από τις εθνικιστικές, λαϊκίστικες και ρατσιστικές λογικές (τις οποίες προωθεί το ίδιο χρηματοοικονομικό κεφάλαιο ενώ ταυτόχρονα προσποιείται ότι τις καταπολεμά).

Έτσι, ενώ επικαλούνται και χρησιμοποιούν στρατιωτική και αεροπορική δύναμη εναντίον της Συρίας του Assad λόγω της χρήσης αερίων και χημικών όπλων που αυτή θα είχε κάνει εναντίον του άμαχου πληθυσμού, ταυτόχρονα χρησιμοποιούνται σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή επικράτεια τα αέρια CS, που απαγορεύτηκαν από τη Σύμβαση των Παρισίων (εδώ), για να δηλητηριάσουν τους διαδηλωτές από την Val di Susa σε όλη την Ευρώπη. Ή τα αέρια που παραλύουν ακινητοποιούν και απενεργοποιούν, μαζί με flashball και σφαίρες από καουτσούκ, εναντίον των υπερασπιστών του ZAD της Notre Dame des Landes ή σε άλλα μέρη της Γαλλίας.

Ο προληπτικός πόλεμος έχει μετατραπεί σε μορφή πλανητικού ελέγχου, και παρόλο που στην Ευρώπη δεν έχουμε δει ακόμα τη φρίκη της Γάζα, που προσβλήθηκε από την εκδίκηση του φασίστα Netanyahu, ή της Rojava που προσβλήθηκε από τη μανία του σουλτάνου Ερντογάν, είναι βέβαιο ότι η λογική της ανοιχτής και δεδηλωμένης βίας έχει γίνει η τρέχουσα φόρμουλα για την κυβέρνηση των πολιτικών και κοινωνικών αντιφάσεων και αντιθέσεων.

Σε κάθε γωνιά της ευρωπαϊκής ηπείρου και του κόσμου τα περιθώρια διαπραγματεύσεων έχουν περιοριστεί σε μια απλή λογική σύγκρουσης και σχέσεων-ισορροπιών δύναμης, ακόμη και ίσως πρωτίστως στρατιωτικών. Ισχύει για τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις παλαιο-ιμπεριαλιστικές και τις νεο-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αλλά είναι ιδιαίτερα αληθές για την ταξική σύγκρουση εντός των Κρατών. Και δεν υπάρχει πλέον εθνικό κοινοβούλιο που να μπορεί να επιλύει αποτελεσματικά τις εσωτερικές αντιθέσεις, είτε οικονομικές είτε κοινωνικές, χωρίς να καταφεύγει στη χρήση εκφοβισμού και βίας.

Ακριβώς για αυτούς τους λόγους, η αλληλεγγύη μεταξύ των καταπιεσμένων δεν μπορεί πλέον να μετρηθεί μόνο με βάση τις γενικού περιεχομένου δηλώσεις και αιτήματα επί της αρχής που αποτέλεσαν το παραβάν πίσω από το οποίο έχουν κρυφτεί για να προστατεύονται εδώ και δεκαετίες οι εξαθλιωμένες πλέον αριστερές δυνάμεις, εξασθενημένες, νοσταλγικές και που ασφυκτιούν, θεσμικές ή όχι. Δεν είναι πια αρκετές και δεν υπάρχουν πλέον, όπως η έλλειψη πληροφοριών για τη Γάζα ή για εκείνο που συμβαίνει στη ZAD αποδεικνύει.

Όπως και κατά τα έτη του ισπανικού εμφυλίου πολέμου ή, ακόμα και πριν, από τους ευρωπαϊκούς πολέμους ανεξαρτησίας του 19ου αιώνα, η αλληλεγγύη εκδηλώνεται μέσω της συμμετοχής ή της άμεσης στήριξης των αγώνων, από τη Ροζάβα μέχρι την Val di Susa, από το Ζad στην Παλαιστίνη.
Μια νέα γενιά και ένα νέο πολιτικό παράδειγμα αγώνα και αντίστασης επιβάλλονται, ακριβώς λόγω της βίαιης επιβολής της τάξης και της βούλησης προς κυριαρχία που ο διεθνής καπιταλισμός φαίνεται να εννοεί σαν μοναδική μορφή υπερεθνικής κυβέρνησης.

Το κράτος, έτσι όπως το συνέλαβε η φιλελεύθερη αστική τάξη, είναι νεκρό. Πέθανε από τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ο μεγάλος φόβος των «κόκκινων» εξεγέρσεων και επαναστάσεων οδήγησε στην ίδρυση νέων κρατικών και κομματικών οργανισμών που συνέπεσαν με το φασισμό, τον ναζισμό και τον σταλινισμό.

Όμορφες και ευσεβείς ψυχές δηλώνουν λοιπόν ότι ήταν απαραίτητο να αγωνιστούμε εναντίον αυτών των τεράτων για να επιστρέψουμε στις προηγούμενες δημοκρατικές-κοινοβουλευτικές σχέσεις. Αλλά αν είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει τελεολογική κατεύθυνση της Ιστορίας, ή ότι η ιστορία δεν έχει αυτοσκοπό ως προς τον εαυτό της, είναι επίσης αλήθεια ότι δύσκολα η κοινωνική και πολιτική ανάπτυξη θα μπορέσει να επιστρέψει στα βήματα της. Με όλο τον σεβασμό προς τις θεωρίες για την αιώνια επιστροφή και την κυκλικότητα της ίδιας της Ιστορίας.

Ο φασισμός και ο ναζισμός πάνω απ ‘όλα δεν είχαν με τίποτα ηττηθεί στην αναδιοργάνωση της μορφής Κράτος, η οποία στην πραγματικότητα καθόλου δεν υπήρξε. Εκτός από την δίκη φάρσα της Νυρεμβέργης στην οποία οι νικητές, αφού έσωσαν τους πιο διάσημους και πιο χρήσιμους αντιπάλους, προσποιήθηκαν ότι εξαλείφουν την Ύδρα με τα πολλά κεφάλια, σχεδόν παντού, και ειδικά στην Ιταλία μετά τη θεαματική εκτέλεση του Duce με θεατρικό τέλος που εξυπηρέτησε ταυτόχρονα να τον κάνει να σιωπήσει για πάντα γύρω από τις σχέσεις του με τις πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις που θα αναλάμβαναν τα ηνία της Δημοκρατίας, τον κρατικό μηχανισμό, τις οικονομικές δομές και συνδικαλιστικές (την διαβούλευση, την άμεση εκπόνηση και την θέσπιση αυτού του Χάρτη Εργασίας που επιθυμούσε το καθεστώς για τoν διακανονισμό των σχέσεων μεταξύ επιχειρήσεων και εργαζομένων χωρίς συγκρούσεις), οι δομές που αφιερώθηκαν στην καταστολή της τάξης και οι ένοπλες δυνάμεις παρέμειναν ουσιαστικά αγκυροβολημένες και βασισμένες στις πρακτικές και τις ιδέες της εικοσαετίας.

Αρκεί να πάμε πίσω για μια ακόμη φορά στην κάθαρση που δεν έγινε ποτέ και στην αμνηστία που χορήγησαν οι υπουργοί του Τολιάττι, ο οποίος στάθηκε πιο προσεκτικός στο να καταστείλει τους ανατρεπτικούς στην αριστερά του παρά να τιμωρήσει τους εκπροσώπους των μηχανισμών και του καθεστώτος και αυτό επέτρεψε σε έναν όχι μικρό αριθμό φασιστών να επανενταχθούν όχι μόνο στην χριστιανοδημοκρατία DC, αλλά και στο PCI, ΚΚΙ, κάποιοι εκ των οποίων σε ορισμένες περιπτώσεις θα γίνονταν σημαντικά στελέχη.

Αλλά σήμερα εκείνη η καινούργια και δημοκρατική κρατική οργάνωση που, πίσω από ένα μεγάλo σύννεφο σκόνης αρχών, τύπων και λέξεων, συνέχισε, με τον τυπικό αντιφασισμό, τη φασιστική παράδοση της συμμετοχής του πολίτη στις δομές του Κράτους, περισσότερο από τη συμμετοχή του στην πολιτική ζωή, μέσω του «δημοκρατικού» κοινοβουλευτισμού, μέσω της πλήρους υποταγής του σε αυτόν, διαμέσου της εθνικιστικής ιδεολογίας, την σε μεγάλο βαθμό εξάπλωση του παρεμβατισμού και την επικοινωνιακή αποβλάκωση και μέσα από τις ενώσεις, δεν είναι πλέον αρκετή. Απλά κοστίζει πάρα πολύ. Και για την «πλούσια» Δύση. Εξ ου και οι «λαϊκισμοί» και η άγρια, χυδαία και επιφανειακή επίθεσή τους στις κοινοβουλευτικές αποζημιώσεις, τα άχρηστα έξοδα ή η χρήση συνθημάτων που φαίνονται να θέλουν να επαναλάβουν εκείνο το παλιό αυτός που δεν δουλεύει δεν τρώει, που σήμερα απευθύνεται κυρίως στους μετανάστες και νέους ανέργους που δεν είναι πρόθυμοι να καθίσουν να τους εκμεταλλεύονται σαν ζώα.

Εξ ου και οι πλασματικές διαμάχες για την εργασία και τις συντάξεις, χρήσιμες μόνο για τη συλλογή των ψήφων μεταξύ των υπολειμμάτων της εργατικής τάξης και της φτωχοποιημένης μεσαίας τάξης. Από εδώ ένας τριτοκοσμισμός φτωχός σε ιδέες, σήμερα περισσότερο από χθες, ο οποίος αντί να κοιτάζει μπροστά, προς μια κοινωνία χωρίς κράτος, εκμετάλλευση, ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, μισθούς και κατανάλωση αγαθών, κοιτάζει πίσω, σε σχέσεις πιο » δίκαιες » μέσα στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και στην οικειοποίηση, εθνική ή ιδιωτική δεν έχει σημασία, των πόρων και του προϊόντος τους.

Έχουν σκόπιμα τοποθετηθεί εδώ μαζί συνθήματα και συμπεριφορές που ανήκουν σε πολιτικές δυνάμεις που μοιάζουν να είναι διαφορετικές μεταξύ τους, αλλά εξακολουθούν να υπακούν όλες σε μια λογική και ένα φαντασιακό που, αν δεν ήταν ακριβώς εξ αιτίας του επικοινωνιακού και πολιτικού θεατρικού που όλες συνεισφέρουν να θρέψουν, θα μπορούσαν ήδη να έχουν ταφεί εδώ και πολύ καιρό. Όπως η θεσμική κρίση που θα βγει στην σκηνή τις επόμενες ημέρες δεν θα κάνει άλλο από το να επιβεβαιώσει οριστικά.

Αυτός που σήμερα θέλει να αλλάξει το παρόν, το υπάρχον, αγωνίζεται στα οδοφράγματα της ZAD, στην Val di Susa, στους δρόμους του Παρισιού της 1η μαΐου ή στην Rojava. Μέρη, μαζί με πολλά άλλα, που ξέρουν να καλωσορίζουν αυτούς που αγωνίζονται, εκείνους που διαφεύγουν και ξεφεύγουν και αποδρούν και εκείνους που μεταναστεύουν. Επικίνδυνοι τόποι επειδή δεν αντιπροσωπεύουν το τοπικό και το άμεσο, αλλά τον κόσμο του αύριο.

Όπως, συνολικά, αντιλήφθηκε ο Macron ο οποίος, αφού διακήρυξε οριστικά κλειστή τη δυνατότητα κατασκευής του δεύτερου αεροδρομίου της Νάντης στις 17 ιανουαρίου του τρέχοντος έτους, εξαπέλυσε τα σκυλιά φρουρούς του ενάντια σε εκείνους που, έχουν ήδη νικήσει, σε εκείνα τα εδάφη, το παρελθόν και το Κράτος, με κάθε έννοια και χωρίς την ανάγκη κομμάτων.i.

Παρέχοντας ένα υπέροχο παράδειγμα στο νέο μάιο των αγώνων που, πενήντα χρόνια μετά το 1968, επιστρέφει να φουντώνει στη Γαλλία μεταξύ των εργαζομένων στις μεταφορές, των φοιτητών, των νέων χωρίς εργασία και που έχει ήδη δει έναν νέο Karl Marx να επιστρέφει για να πάρει τη θέση που του ανήκει στην κεφαλή των πορειών

Προειδοποίηση
Με αυτό το άρθρο εγκαινιάζουμε μια νέα στήλη της Carmilla, την οποία οι αναγνώστες θα βρουν στο κάτω μέρος της αριστερής στήλης, εμπνευσμένη ανοιχτά από τον ορισμό του κομμουνισμού που έδωσε ο νεαρός Μαρξ: Ο κομμουνισμός δεν είναι για εμάς μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να καθιερωθεί, με την οποίαν η πραγματικότητα θα πρέπει να συμμορφωθεί. Ονομάζουμε κομμουνισμό το πραγματικό κίνημα που καταργεί την παρούσα κατάσταση πραγμάτων.
Στο εσωτερικό του θα βρούν χώρο όλες αυτές οι παρεμβάσεις, συντακτικών ομάδων και όχι, που θα θελήσουν να ασχοληθούν με την ανάπτυξη των κινημάτων αγώνα ενάντια στις διάφορες πτυχές της κοινωνίας που μας περιβάλλει και κατευθύνονται στην ουσιαστική αλλαγή της.
Φυσικά παραμένει σαφές ότι η ευθύνη για το περιεχόμενο αυτών παραμένει αποκλειστικά στους δημιουργούς και όχι στην Σύνταξη της Carmilla στο σύνολό της.

https://www.carmillaonline.com/2018/05/03/la-nuova-guerra-civile-europea/

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Τουρκία-Ευρωπαϊκή Ένωση: όλα τα μυστικά της συμφωνίας της ντροπής

Σύμφωνα με τα στοιχεία του UHNCR από την αρχή του έτους υπήρξαν τουλάχιστον 750 μετανάστες που πέθαναν στη θάλασσα. Τα τελευταία 15 χρόνια οι μετανάστες που πέθαναν ενώ προσπαθούσαν να διασχίσουν τη Μεσόγειο Θάλασσα ήταν πάνω από 30.000. Η Μεσόγειος θα μπορούσε να είναι μια θάλασσα ειρήνης, αλλά καθίσταται ένα τεράστιο νεκροταφείο προσφύγων οι οποίοι, στο 60% των περιπτώσεων, δεν έχουν ούτε όνομα ούτε ταυτότητα. Ωστόσο, το να πιστεύουμε ότι η ευθύνη για αυτή την κατάσταση είναι αποκλειστικά των ευρωπαϊκών δεξιών λαϊκισμών θα ήταν σαν να κοιτάζουμε το δάχτυλο αντί για το φεγγάρι.

Μέχρι στιγμής, όσον αφορά τα μεταναστευτικά ρεύματα, η Ευρώπη είχε μια θα ήταν λίγο να πούμε υποκριτική και αηδιαστική πολιτική.
Πρέπει να θυμόμαστε, για παράδειγμα, ότι ήταν η Ευρώπη που ήθελε να βυθιστεί το Mare Nostrum, δηλαδή, η αποστολή σωτηρίας στη θάλασσα των μεταναστών που προσπαθούσαν να διασχίσουν το Κανάλι της Σικελίας από τις ακτές της Λιβύης στο ιταλικό και το μαλτεζικό έδαφος, που έλαβε χώρα από τις 18 οκτωβρίου 2013 έως τις 31 οκτωβρίου 2014 από τις δυνάμεις του ιταλικού Στρατιωτικού Ναυτικού και της ιταλικής Πολεμικής Αεροπορίας μετά το ναυάγιο της Λαμπεντούζα, μια τρομερή τραγωδία που συνέβη στα ανοικτά από το μικρό νησί της Σικελίας στις 3 οκτωβρίου 2013, όταν ανατράπηκε ένα πλεούμενο από την Λιβύη στη θάλασσα προκαλώντας 368 θανάτους. Εκείνη της Λαμπεντούζα ήταν ασφαλώς μία από τις πιο σοβαρές θαλάσσιες καταστροφές στη Μεσόγειο από τις αρχές του 21ου αιώνα.

Από την 1η νοεμβρίου 2014, η Mare Nostrum ακυρώθηκε για να δώσει τη θέση της στη δράση «Triton», η οποία θεωρήθηκε αποκλειστικά ως «δράση ασφάλειας των συνόρων της ευρωπαϊκής Ένωσης» και διεξάγεται από την Frontex, την ευρωπαϊκή υπηρεσία ελέγχου των συνόρων, με στόχο, ακριβώς, να «κρατηθούν ελεγχόμενα τα σύνορα στη Μεσόγειο θάλασσα ».

Η «Mare Nostrum» θεωρήθηκε υπερβολικά ακριβή για μια μόνο χώρα της ΕΕ (9 εκατ. Ευρώ μηνιαίως για 12 μήνες). Ωστόσο, η ιταλική κυβέρνηση είχε ζητήσει πρόσθετα κονδύλια από άλλα Κράτη μέλη της ΕΕ, αλλά τους τα αρνήθηκαν.

Με τη μετάβαση από την «Mare Nostrum» στην «Triton» και η Ιταλία αναγκάστηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση να θυσιάσει την αρχή της υποχρέωσης διάσωσης των ζωών στη θάλασσα στο νέο ευρωπαϊκό παράδειγμα του «ελέγχου των συνόρων», αν και στη θάλασσα. Η «Ευρώπη Φρούριο» έπρεπε να υπερασπιστεί τα σύνορά της από τους βαρβάρους εισβολείς, με γνώμονα τα χειρότερα συνθήματα των ευρωπαϊκών δεξιών και των ρατσιστών.

Και μετά υπάρχει η ντροπή της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας που ανανεώθηκε μόλις πριν από δύο μήνες.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να θεωρεί την Τουρκία ως «στρατηγικό εταίρο» για τη διαχείριση των προσφύγων. Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Jean Claude Juncker, μίλησε για «έναν ειλικρινή και ανοιχτό διάλογο» με την Άγκυρα, απαραίτητο «για να βρεθούν λύσεις σε αυτό που μας χωρίζει». Αναμένοντας τις λύσεις, άλλα τρία δισεκατομμύρια έχουν αποσταλεί πέρα από τον Βόσπορο, φτάνοντας έτσι τα έξι δισεκατομμύρια που υποσχέθηκαν για να μπλοκαριστεί η έξοδος των συρίων προσφύγων μέσα στα τουρκικά σύνορα.

Ωστόσο, σύμφωνα με μιαν έρευνα για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν τα πρώτα δισεκατομμύρια, οι δημοσιογράφοι της “The Black Sea” σε συνεργασία με το L’Espresso και την ερευνητική κοινοπραξία EIC * αποκάλυψαν ένα ανησυχητικό υπόβαθρο-παρασκήνιο: αδικαιολόγητες και υπερβολικές πιέσεις σε διεθνείς ΜΚΟ, καμία διαφάνεια, καμία εκτίμηση-αξιολόγηση των παρεμβάσεων.

Αλλά το απίστευτο είναι ότι μπροστά στο αίτημα της Γαλλίας να βρεθεί μια διαμεσολάβηση με τους Κούρδους, ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν έφθασε στην πραγματικότητα στο σημείο να ευχηθεί ο τρόμος να φθάσει στο Παρίσι – «Ελπίζω η Γαλλία να μη ζητήσει τη βοήθειά μας όταν οι τρομοκράτες θα βρουν καταφύγιο στο έδαφός της» , δηλαδή με εκείνα τα στρατεύματα των YPG, που πολεμούν εναντίον του ISIS και στα οποία ο Ερντογάν έχει κηρύξει πόλεμο μέχρι την πρόσφατη σφαγή της Αφρίν για να συνεχίσει στη συνέχεια στις περιοχές που απελευθερώθηκαν από τους κούρδους.

Είναι είδηση αυτών των ημερών ότι στην πόλη της Manbij, στην οποία βρίσκονται στρατοπεδευμένοι και αμερικανοί στρατιώτες, προετοιμάζεται μια επίθεση από τον τουρκικό στρατό και ότι μέρος των κεφαλαίων που λαμβάνει από την ΕΕ για την υποδοχή μεταναστών δαπανήθηκε από τον Ερντογάν για να αγοράσει εξοπλισμό που θα χρησιμοποιηθεί στις περιοχές που κατακτά, αναγκάζοντας χιλιάδες πολίτες να το σκάσουν, να αποδράσουν.

Μια τρέλα. Ωστόσο, σε ορισμένα από τα ίδια βασικά σημεία της συμφωνίας δεν έχει δοθεί η απαραίτητη προσοχή, έχουν παραβιαστεί ή υπήρξε κακοδιαχείριση από την τουρκική κυβέρνηση: Για παράδειγμα, η μη μετεγκατάσταση στην Τουρκία των σύρων που παρέμειναν μπλοκαρισμένοι στα ελληνικά νησιά και η βραδύτητα με την οποία προχωρούν πολλά έργα. Από τις 26 μεγάλες προγραμματισμένες υποδομές, συμπεριλαμβανομένων νοσοκομείων και σχολείων, ξεκίνησαν στην πραγματικότητα λιγότερες από τις μισές. 660 εκατ. ευρώ μεταφέρθηκαν απευθείας σε τρία τουρκικά υπουργεία Μετανάστευσης, Εκπαίδευσης και Υγείας, αλλά στις λεπτομέρειες των δαπανών αυτών, στα έγγραφα που αποδεικνύουν τα αποτελέσματα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν μπόρεσε να δώσει απαντήσεις.

*L’Espresso της 04 απριλίου 2018

 – © Riproduzione possibile DIETRO ESPLICITO CONSENSO della REDAZIONE di CONTROPIANO

Ultima modifica: STAMPA

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Μια κρίση πολιτισμού

Τα σήματα είχαν ήδη φτάσει, λανθάνοντα κι όμως ορατά. Εντός της τελευταίας κρίσης, η οποία έλαβε χώρα το 2007/2008, ορισμένοι παρατηρητές είχαν διαβάσει σε αυτήν την κρίση του καπιταλιστικού πολιτισμού, δηλαδή ενός οικονομικού μοντέλου που είχε γίνει ηγεμονικό μετά το 1989 σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά δεν μπορούσε πλέον να τροφοδοτεί τον προοδευτικό του χαρακτήρα . Αντίθετα, ειδικά στις δυτικές χώρες – εκείνες με «προηγμένο καπιταλισμό» – το μοντέλο αυτό έχει αρχίσει να δείχνει δημοσίως μια οπισθοδρομική αντιστροφή παρεμποδίζοντας, μπλοκάροντας, για παράδειγμα, αυτό που ονομάστηκε «κοινωνικός ανελκυστήρας».

Όταν οι συνθήκες και οι γενικές προσδοκίες της ζωής των νέων γενεών είναι χειρότερες από την προηγούμενη, γίνεται εμφανές ότι η πρόοδος όχι μόνον έχει σταματήσει, αλλά έχει ξεκινήσει την κίνηση προς τα πίσω.

Τις συνέπειες της οπισθοδρόμησης ήταν κατά κύριο λόγο υφίστανται οι εργαζόμενοι και οι οικογένειές τους, σε ολόκληρη τη Δύση, καθιστώντας την Ευρώπη και τις ΗΠΑ αντιμέτωπες με το φάσμα της μαζικής φτώχειας και των φτωχών εργαζομένων, working poors, εκείνων που βυθίζονται στη φτώχεια κι ας έχουν μιαν εργασία, επειδή οι αποδοχές έχουν γίνει πολύ χαμηλές. Παρ ‘όλα αυτά, σπαταλούσαμε τον χρόνο μας παίζοντας με μπιχλιμπίδια, με παρηγορητικές διατριβές.

Από τη μία πλευρά, η θεωρία της «σταγόνας, της περιστροφής». Εκείνης της αφήγησης σύμφωνα με την οποία αν η κοινωνική πόλωση είναι πιο έντονη και οι πλούσιοι πλουτίσουν περισσότερο, αργά ή γρήγορα αυτή η υπεραφθονία για λίγους θα αφήσει λίγο από αυτό τον πλούτο να στάξει και προς τα κατώτερα στρώματα (η αιματηρή πονηράδα του Flat Tax είναι αποτέλεσμα αυτής της λογικής ).Da un lato, la teoria dello “sgocciolamento”.

Από την άλλη βαυκαλιζόμασταν με την θέση-ελπίδα σύμφωνα με την οποία το φιλελεύθερο μοντέλο που χαρακτήρισε τη Δύση θα μπορούσε να συνυπάρχει πολύ καλά με τη σχεδιαζόμενη μείωση-χαμήλωμα των συνθηκών διαβίωσης- ζωής και των γενικών προσδοκιών του πληθυσμού (συνεπώς των συλλογικών κοινωνικών δικαιωμάτων), αλλά ότι δεν θα αμφισβητούσε ποτέ τη σφαίρα των ατομικών δικαιωμάτων του πολίτη.

Γύρω από τις δύο αυτές θέσεις χτίστηκε, όχι μόνο μια αφήγηση, αλλά ένα πραγματικό μοντέλο πολιτισμού: καπιταλιστικό, δυτικό, πολύ συχνά ευρωκεντρικό. Μια αφήγηση από την οποία έχουν εμπνευστεί με γεμάτα τα πνευμόνια και η φιλελεύθερη αριστερά, liberal-liberista, (η οποία έθαψε εκείνη την σοσιαλδημοκρατική) και δυστυχώς τομείς της ίδιας της «ριζοσπαστικής αριστεράς» (θάβοντας εκείνη την «ταξική») .

Είναι θέσεις, σχεδόν μια θρησκεία, όπως το «αόρατο χέρι των αγορών», την οποίαν τα γεγονότα έχουν δεσμευτεί να διαψεύσουν, οδυνηρά.

Το διαπιστώνουμε-επιβεβαιώνουμε εδώ, στην καρδιά και στην περιφέρεια της Ευρώπης, αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες, δηλαδή στα επίκεντρα του «καπιταλιστικού πολιτισμού», που επί δεκαετίες είχε αντιταχθεί πρώτα στον υπαρκτό σοσιαλισμό και τώρα στον «ασιατικό δεσποτισμό» που ενσαρκώνει η Ρωσία και η Κίνα, ως μέρος, στο πλαίσιο ενός νέου παγκόσμιου ανταγωνισμού.

Όταν στην κοινωνία και την ψυχολογία των μαζών βλέπουμε τις επιπτώσεις των πυροβολισμών από το στόμα του Σαλβίνι και των ούγγρων, αυστριακών, βαυαρών ομοίων του, τις ανοησίες τους (μια γεωπολιτική σύμπτωση που μας ανατριχιάζει, σχεδόν όπως η Cavalcata delle Valchirie του Woody Allen) ή εκείνων του Trump στις ΗΠΑ , είναι εύκολο να καταλάβουμε πώς έχουν πάψει να υφίστανται όλοι οι ισχυρισμοί περί «ανώτερου δυτικού πολιτισμού» σε σύγκριση με τον υπόλοιπο κόσμο, είτε πρόκειται για τον πληγωμένο πονεμένο και φτωχό των μεταναστών από την Αφρική ή τη Λατινική Αμερική, είτε για εκείνον των χωρών BRICS που περιορίζουν συμπιέζουν και συγκρατούν ΑΕΠ και αγορές στο πρώην ευρω-αμερικανικό μπλοκ, που σήμερα διαχωρίζεται και βρίσκεται σε ανταγωνισμό στο εσωτερικό του.

Ο μόνος παράγοντας που αποκλείεται από κάθε προτεραιότητα – όταν σχεδιάζονται ή επιλέγονται οι λύσεις στα προβλήματα που προκαλεί μια παγκόσμια κρίση, όχι μόνο οικονομική αλλά και περιβαλλοντική, διατροφική-τροφολογική, ενεργειακή – έχει γίνει ο ανθρώπινος παράγοντας.

Οι φωνές που επαινούν και εγκωμιάζουν τα ναυάγια και τις βυθίσεις των πλοίων και τον αποκλεισμό, το μπλοκάρισμα των αποβιβάσεων στη Μεσόγειο, ή το τείχος στα σύνορα με το Μεξικό, δεν αποκαλύπτουν μόνο την αυξημένη κοινωνική απογοήτευση, αποθάρρυνση, εξαχρείωση και ήττα και τη γενική ανασφάλεια για το μέλλον, αλλά δείχνουν και την προσπάθεια των τάξεων που διοικούν – που πλέον έχουν καταστεί μοναχά «κυρίαρχες τάξεις», χωρίς καμία ηγεμονία – να παραμείνουν στη σέλα σπέρνοντας πόλεμο και αποδιοπομπαίους τράγους.

Είχε ήδη συμβεί στη δεκαετία του ’30, και για διορθωθεί προς το λιγότερο κακό χρειάστηκε ένας καταστροφικός παγκόσμιος πόλεμος, ο μεταβολισμός της φρίκης και της κοινοτοπίας του κακού, banalità del male, α] μέχρι την πλήρη απόρριψη όλων αυτών που δημιούργησαν Συντάγματα όπως το ιταλικό.

Για να εξορκιστεί αυτό το αιματηρό παρελθόν, στην Ευρώπη χτίσαν την Ευρωπαϊκή Ένωση και στις ΗΠΑ την ακίνητη εναλλαγή μεταξύ φιλελευθέρων και συντηρητικών. Αλλά ο ταξικός χαρακτήρας αυτών των λύσεων έχει αναπαράγει – σαν από εγχειρίδιο – τους διεστραμμένους μηχανισμούς κυριαρχίας: πρώτον εναντίον της εργασίας και των εργαζομένων, μετά στον ανταγωνισμό μεταξύ όμοιων (με την επιστροφή στους δασμούς, τον εμπορικό πόλεμο, τον προστατευτισμό), τέλος με την εξολόθρευση των υψηλών ανθρώπινων αξιών, στη δυτική ρητορική, σε θεμέλιο του πολιτισμού που γνωρίζουμε σχετικά με τους άλλους, τους «βαρβάρους». Η ζωή ενός «negro, νέγρου» αξίζει εκ νέου λιγότερο, ή ακόμα και τίποτα. Όπως εκείνη ενός τσιγγάνου, ενός μουσουλμάνου, ενός άστεγου-clochard, ενός αποκλεισμένου ανθρώπινου υποκειμένου ή που μπορεί να αποκλειστεί από την ανταγωνιστική λογική.

Είναι προφανές πως αμφότερες οι λύσεις – τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ – απέτυχαν, ανοίγοντας την κρίση του πολιτισμού.

Τι να κάνουμε λοιπόν; Στο σχεδόν προφητικό σενάριο του Μαρξ, υποδεικνύεται μια πρώτη υπόθεση, «ο ταξικός αγώνας τελειώνει με τη νίκη μιας τάξης πάνω από μια άλλη». Αυτό συνεπάγεται την προσπάθεια να ανατρέψουμε τον «ανθρώπινο παράγοντα» εναντίον αυτού του πολιτισμού που πεθαίνει και ακριβώς γι ‘αυτό πιο άγριου.

Η εναλλακτική λύση, εξάλλου, δεν θα άφηνε καμία διαφυγή, θα ήταν: «η κοινή καταστροφή των τάξεων που βρίσκονται σε αγώνα μεταξύ τους«.

 

α] Η κοινοτοπία του κακού έχει εντείνει τη σχέση μεταξύ της ικανότητας σκέψης, της ικανότητας να γίνει διάκριση μεταξύ σωστού και λάθους, της ικανότητας της κρίσης, και των ηθικών τους επιπτώσεων.   στην Hannah Arendt

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Για μια «ζωή που ν’ αξίζει κάποιος να την ζει»

Stampa

 

10

Per una “vita degna di essere vissuta”

Μεταφέρουμε την εισαγωγή της Silvia Federici στο “Reincantare il mondo, να αποπλανήσουμε ξανά τον κόσμο” που δημοσιεύτηκε από το CommonwareCommonware.

 

Ο ήχος ορισμένων φωνών από το πιο μακρινό αμερικανικό παρελθόν έρχεται από το μέλλον. Αρχαίες φωνές. Συνεχίζουν να μας λένε, για παράδειγμα, ότι εμείς είμαστε παιδιά της γης, και ότι η μητέρα δεν πωλείται ούτε παραδίδεται προς ενοικίαση. Ενώ στην Πόλη του Μεξικού πέφτει μια βροχή από νεκρά πουλιά, και τα ποτάμια μετατρέπονται σε υπονόμους και οι θάλασσες σε σκουπιδότοπους και τα δάση σε έρημο, αυτές οι φωνές πεισματικά ζωντανές μας αναγγέλλουν έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό από αυτόν τον δηλητηριαστή των υδάτων, του εδάφους, του αέρα. Και της ψυχής. Και έναν άλλο κόσμο μας ανακοινώνουν δυνατό οι αρχαίες φωνές που μιλάνε για την κοινότητα. Η κοινότητα, ο κοινοτικός τρόπος παραγωγής και ζωής, είναι η πιο απομακρυσμένη παράδοση της Αμερικής, η πιο αμερικανική όλων των παραδόσεων: ανήκει στις ρίζες των καιρών και των λαών, αλλά και των επόμενων καιρών, είναι ο προάγγελος ενός Νέου Κόσμου.

Eduardo Galeano,  Il libro degli abbracci το βιβλίο των εναγκαλισμών

Η δημοσίευση ενός βιβλίου που αφιερώνεται στην πολιτική των κοινών, commons, σήμερα μπορεί να φαίνεται μια πράξη μεγάλης αθωότητας, αφέλειας, καθώς ήμαστε περιτριγυρισμένοι από τη συνεχή απειλή των πολέμων και οικονομικών και οικολογικών κρίσεων που μαστίζουν ολόκληρες περιοχές. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η διαρκής απειλή καθιστά αναγκαίο να επιβεβαιώσουμε ότι παρά τα εμπόδια ένας άλλος κόσμος αναδύεται, σαν το χορτάρι που φυτρώνει ανάμεσα στις ρωγμές τους αστικού τσιμέντου, φθείροντας την ηγεμονία του ιδιωτικού και του Κράτους, γιατί μέσα σε ένα πλαίσιο και μια συγκυρία όπου ανάπτυξη σημαίνει βία και η θεσμική πολιτική είναι όλο και πιο ασήμαντη και αμελητέα για την πλειοψηφία του πληθυσμού, το να αναγνωρίζουμε την δική μας ουσιαστική αλληλεξάρτηση και να ενισχύσoυμε την ικανότητά μας για συνεργασία είναι ο μόνος τρόπος για την επιβίωση. Αυτή είναι η δύναμη που εκφράζεται από τους πολλούς αγώνες που, σε οποιοδήποτε μέρος της γης, αντιτίθενται στην επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων, για την υπεράσπιση του κοινού συμφέροντος και των κοινών καλών και για να οικοδομήσουμε κοινωνίες που βασίζονται στην αλληλεγγύη και την κοινή χρήση των φυσικών και παραγόμενων πλούτων.

Είναι μέσα στο πλαίσιο αυτών των αγώνων που αναπτύχθηκε από τη δεκαετία του ’90 μια τεράστια βιβλιογραφία, που συμπεριλαμβάνει θεωρητικές αναλύσεις, ιστορικές ανακατασκευές, καθώς και αναφορές σχετικά με τον πειραματισμό που διεξάγεται σε διάφορες χώρες αφιερωμένες στα κοινά. Στο προσάρτημα αυτού του τόμου υπέδειξα τα σημαντικότερα έργα, ειδικά στον φεμινιστικό τομέα, για την εργασία μου. Εδώ θέλω μόνο να υπογραμμίσω ότι τα δοκίμια που συλλέχθηκαν σε αυτόν τον τόμο είναι χρεωμένα σε αυτή τη σημαντική παραγωγή, της οποίας μοιράζομαι τις βασικές διατριβές και θέσεις και την πολιτική προοπτική που την διαμορφώνει, που της δίδει μορφή. Αυτό που η έννοια των κοινών, αν και μπορούμε να την αποκαλέσουμε με διάφορους τρόπους – commons, commoning, el común, comunalidad -, είναι σήμερα η γλώσσα στην οποία εκφράζεται η εναλλακτική προς τη λογική του καπιταλισμού, και αναφέρεται σε μία περίπλοκη πραγματικότητα στην οποία τα υλικά αγαθά που έχουμε να μοιραστούμε, οι κοινωνικές σχέσεις και οι κανονισμοί που αφορούν τη χρήση και τη φροντίδα του φυσικού ή παραγόμενου πλούτου σχηματίζουν ένα σύνολο που είναι αδιαίρετο τόσο θεωρητικά όσο και στην πρακτική. Αυτό σημαίνει πως, όπως υποστηρίζει ο Massimo de Angelis στο Omnia Sunt Communia[1][1],  με την λέξη commons εννοούμε ένα κοινωνικό σύστημα, έναν τρόπο παραγωγής, με μια λογική ενιαία και την ικανότητα να αυτο-αναπαράγεται2][2]. Ταυτόχρονα, το «κοινό» υπάρχει ήδη, σε εμβρυϊκή μορφή, σε μια μεγάλη ποικιλία σχεδιασμών και πρωτοβουλιών – από τους αστικούς κήπους στις καταλήψεις στα ανακτηθέντα εργοστάσια, από το κίνημα του ελεύθερου λογισμικού μέχρι τους comedores populares – με τους οποίους αναζητούνται λύσεις στα προβλήματα που ο καπιταλισμός δεν μπορεί να επιλύσει”[3][3].

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση που προτείνω επεκτείνει την θεματική των κοινών σε έναν τομέα που δεν έχει διερευνηθεί μέχρι στιγμής, τουλάχιστον στη βιβλιογραφία σχετικά με τα κοινά που παράγεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρόκειται για το σύνολο των δραστηριοτήτων που προβλέπουν στην αναπαραγωγή της καθημερινής ζωής και της εργατικής- δύναμης, οι οποίες εξακολουθούν να εκτελούνται κυρίως από τις γυναίκες. Όπως παρατήρησε η Dolores Hayden, στο κλασικό έργο της The Grand Domestic Revolution, η επιθυμία να κοινωνικοποιηθεί αυτό το έργο έχει μακρά ιστορία[4][4]. Ήδη στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, φεμινίστριες σοσιαλίστριες (fourieriane, oweniste) και μεταρρυθμίστριες έδωσαν ζωή σε σημαντικά πειράματα, τείνοντας να σπάσουν την απομόνωση στην οποία η οργάνωση της οικιακής εργασίας καταδίκαζε τις γυναίκες, συνδέοντας το σπίτι με την γειτονιά και οικοδομώντας συλλογικές μορφές αναπαραγωγής, όπως οι συλλογικές κουζίνες[5][5].

Σήμερα, αυτά που στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα παρέμεναν πειράματα περιορισμένα σε ομάδες και δίκτυα φεμινιστριών ή γυναικών που ήταν στρατευμένες σε θεσμικό επίπεδο σε σχέδια σοσιαλδημοκρατικών μεταρρυθμίσεων της κοινωνικής αναπαραγωγής, επανεμφανίζονται αλλά πραγματοποιούμενα σε μεγάλη κλίμακα, υπαγορευμένα όχι από πολιτικές ιδεολογίες αλλά από την ανάγκη να επινοηθούν συλλογικά νέες μορφές επιβίωσης.

Αυτή η πτυχή της κοινής πολιτικής των commons βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος μου εδώ και χρόνια, διότι είμαι πεπεισμένη ότι η οικοδόμηση πιο συνεργάσιμων μορφών αναπαραγωγής είναι η προϋπόθεση όχι μόνο μιας «ζωής που να αξίζει κάποιος να την ζήσει» – η σημερινή αξίωση διαφόρων φεμινιστικών και μη κινημάτων – αλλά και της αντίστασης στην προώθηση των καπιταλιστικών σχέσεων και της δημιουργίας μιας κοινωνίας που δεν υποτάσσεται στη λογική του κέρδους και της αγοράς.

Διάφορα άρθρα που συγκεντρώθηκαν εδώ («Φεμινισμός και πολιτική των κοινών, Femminismo e la politica dei commons», «Η κοινότητα της πόλης, “Il comune della città”», «Από την κρίση στα κοινά, “Dalla crisi ai commons”» και «Μαρξ, φεμινισμός και ανασυγκρότηση των κοινών, “Marx, il femminismo e la ricostruzione dei commons”») είναι αφιερωμένα σε αυτό το θέμα, το οποίο είναι σε μεγάλο μέρος εμπνευσμένο από τους αγώνες των γυναικών στη Λατινική Αμερική, όπως οι αγώνες των mujeres villeras του Μπουένος Άιρες, που συναντήθηκαν στη Villa Retiro Bis[6][6]. Όμως το βιβλίο αντιμετωπίζει και άλλες θεματικές.

Αναπόφευκτα, το πρώτο μέρος είναι αφιερωμένο στις νέες μορφές enclosure [περιφράξεων] που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της παγκοσμιοποίησης και είναι εν μέρει το κίνητρο, o λόγος για την εμφάνιση μιας πολιτικής των κοινών. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησα δοκίμια που δημοσιεύτηκαν στις “Midnight Notes” της δεκαετίας του ’90, επιστρέφοντας από μια περίοδο διδασκαλίας στη Νιγηρία κατά τη διάρκεια της οποίας μπορέσαμε να δούμε άμεσα την εμφάνιση μιας νέας φάσης ανάπτυξης και επαναποικιοποίησης, που προωθούσε η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο όνομα της κρίσης του χρέους, με στόχο την αποκοπή από τις ρίζες από την αφρικανική ήπειρο, όπου εξακολουθεί να έχει βαθιές ρίζες, κάθε μορφή κοινοτικοποίησης, κομουναλισμού, ειδικά όσον αφορά την ιδιοκτησία της γης. Ιδιαίτερα σημαντικό μεταξύ αυτών είναι το δοκίμιο The New Enclosures[7][7] (εδώ αναδημοσιεύθηκε ως «Οι Νέοι Φράχτες», “Le nuove recinzioni” ), ένα από τα πρώτα στις Ηνωμένες Πολιτείες που διάβασε την παγκοσμιοποίηση ως μια διαδικασία «πρωταρχικής συσσώρευσης». Η θεωρητική γραμμή που προτείνει αυτό το δοκίμιο εκφράζεται στη συνέχεια σε δύο δοκίμια αφιερωμένα στις συνέπειες της διαρθρωτικής προσαρμογής στην Αφρική και της μετάβασης στον καπιταλισμό στην Κίνα, στόχος του οποίου είναι να υπογραμμίσει ότι παρά την ποικιλομορφία των τρόπων και στις πολιτικές και γεωγραφικές σφαίρες-πεδία δράσης, η καταστροφή των κοινοτικών καθεστώτων και της πρόσβασης στα μέσα της (ανα) παραγωγής, παραμένει η πρωταρχική προϋπόθεση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και είναι ο λόγος της βίας που την συνοδεύει, αυτή την στιγμή.

Παραδείγματα αυτής της βίας εξετάζονται σε δύο δοκίμια του πρώτου Μέρους («Κυνήγι μαγισσών, παγκοσμιοποίηση και φεμινιστική αλληλεγγύη» και «Βία κατά των γυναικών και νέες μορφές συσσώρευσης»). Το πρώτο αφορά το νέο κυνήγι μαγισσών, το οποίο βήμα προς βήμα με την ιδιωτικοποίηση της γης και τη μετάβαση σε καθεστώτα ατομικών τίτλων έχει εξαπολυθεί σε διάφορες περιοχές της Αφρικής, της Ινδίας, του Νεπάλ και άλλων περιοχών, κυρίως σε περιοχές που προορίζονται για εμπορικές χρήσεις. Το δεύτερο εξετάζει, σε μια γενικότερη μορφή, το ποσοτικό και ποιοτικό άλμα που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια, παγκοσμίως στη βία κατά των γυναικών, η οποία σήμερα παίρνει μορφές που υπενθυμίζουν το κυνήγι μαγισσών του δέκατου έκτου και δέκατου έβδομου αιώνα. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για έναν πραγματικό πόλεμο που, όχι τυχαία, χτυπά τη γυναίκα ως υποκείμενο που είναι πιο άμεσα υπεύθυνο για την αναπαραγωγή της κοινότητας και για τη διατήρηση της συλλογικής της μνήμης και της συνοχής της. Το να υπογραμμίζεται αυτή η σχέση μεταξύ της ιδιωτικοποίησης και των νέων μορφών βίας κατά των γυναικών είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια εποχή που, στο όνομα του «Ni una menos»[8][8], ένα νέο φεμινιστικό κίνημα αναπτύσσεται σχεδόν σε κάθε μέρος του κόσμου για να καταγγείλει αυτή τη βία και να αποκαλύψει τους ενόχους και τα αίτια.

Ενώ το πρώτο μέρος ανασυνθέτει το πλαίσιο μέσα στο οποίο έχει ωριμάσει η πολιτική των κοινών, το δεύτερο προσπαθεί να καθορίσει τη σημασία των κοινών τόσο ως πραγματικότητα που ασκείται στο παρόν όσο και ως προβλεπόμενη προοπτική σε εμβρυϊκό επίπεδο ενός κόσμου πέρα από τον καπιταλισμό.

Όπως ανέφερα ήδη εν συντομία, τα πιο προτεινόμενα-δημιουργικά μέρη αυτής της ανάλυσης είναι εκείνα που εμπνέονται από τα κινήματα των γυναικών που ασχολούνται με τον λεγόμενο «λαϊκό φεμινισμό» στη Λατινική Αμερική, που βλέπουν την προστασία των φυσικών αγαθών, τη δημιουργία συνεργατικών μορφών αναπαραγωγής και τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και την πατριαρχία ως ουσιαστικά στοιχεία μιας ενιαίας διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού. Σήμερα, μέρος αυτού του αγώνα κατευθύνεται επίσης κατά των ανισοτήτων που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις εξουσίας σε διάφορα κοινοτικά καθεστώτα στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική και που, ξεκινώντας από την Διάσκεψη του Πεκίνου (1995), έχουν αξιοποιηθεί έξυπνα από την Παγκόσμια Τράπεζα για να προωθήσουν την ιδιωτικοποίηση και την ατομική τιτλοποίηση, οι οποίες αμφότερες παρουσιάζονται ως μια υπεράσπιση του δικαιώματος των γυναικών να έχουν πρόσβαση στη γη. Το μάθημα, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύει η Gladys Tzul Tzul, σχετικά με τη συμμετοχή των γυναικών στα κοινοτικά καθεστώτα του οροπεδίου του Totonicapan (Guatemala)[9][9] είναι ότι η αναγνώριση της εξουσίας λήψης αποφάσεων των γυναικών είναι, εκτός από μια αρχή-συστατικό δικαιοσύνης, μια εγγύηση ζωής για τα κοινά, που διαφορετικά θα ήταν αλλοιωμένα από εσωτερικές διαιρέσεις που θα τα εξέθεταν ευκολότερα σε απαλλοτρίωση.

Πώς λοιπόν να ξεχωρίσουμε κοινοτικά καθεστώτα ή πειράματα ικανά να δημιουργήσουν μια εναλλακτική λύση στη λογική της εκμετάλλευσης από μορφές κομμουναλισμού που λειτουργούν, αντιθέτως, ως βαλβίδες ασφαλείας, με τις οποίες ένα καπιταλιστικό σύστημα σε κρίση προσπαθεί να ελαφρύνει τις εντάσεις που η ώθηση στην ιδιωτικοποίηση κάθε αγαθού και κοινωνικής σχέσης αναπόφευκτα δημιουργεί; Στην Omnia sunt Communia, ο Massimo de Angelis μας προειδοποιεί σωστά να μην προσπαθήσουμε να εξαναγκάσουμε την αναγκαστικά ρευστή πραγματικότητα, πειραματική, κάθε μορφής communalidad μέσα στα στενά ιδεολογικών μοντέλων καθορισμένων a priori, εκ των προτέρων. Ωστόσο, είναι αδύνατο να μην αναρωτηθούμε από την άποψη αυτή, πολιορκημένοι όπως είμαστε από τον πολλαπλασιασμό των κοινών που, ναι, ενώνονται (με βάση τις εθνοτικές, ταξικές, θρησκευτικές ταυτότητες) αλλά μόνο για να αποκλείσουν, για να προστατεύσουν προνόμια και πλεονεκτήματα ή, όπως αναφέρθηκε , για να εκτρέψουν την αντίθεση στην ιδιωτικοποίηση.

Είναι με αυτόν τον στόχο που, στο «Commons Against and beyond Capitalism», “Commons contro e oltre il capitalismo”, που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Γιώργο Καφεντζή, George Caffentzis, έχει διευκρινιστεί ότι η πολιτική των κοινών δεν είναι μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά μια πραγματικότητα που μπορεί να οικοδομηθεί μόνο μέσα από αγώνες, και επίσης ότι τα κοινά δεν μπορούν να διαλυθούν στο «δημόσιο», ότι η ύπαρξή τους εξαρτάται από την ύπαρξη μιας κοινότητας και αυτή, με τη σειρά της, βασίζεται στη συνεργασία, στη συλλογική εργασία, στην αμοιβαία φροντίδα μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ αυτών και το περιβάλλον.

Με τον ίδιο στόχο εξέτασα επίσης τη σχέση μεταξύ κοινοτισμού και κομμουνισμού στο έργο του Μαρξ, τουλάχιστον σε εκείνο το μέρος του έργου του που ο Μαρξ αποφάσισε να δημοσιεύσει και που επηρέασε πιο άμεσα το σοσιαλιστικό κίνημα σε διεθνές επίπεδο. Η ανάλυση μου σχετικά είναι μόνο μερική, καθώς περιορίζεται στην καταγραφή των πιο εμφανών διαφορών μεταξύ της εικόνας των κοινών που προβάλλονται από τα σημερινά κοινωνικά κινήματα και, αφενός, της μαρξιάνας κριτικής στον «ουτοπικό σοσιαλισμό» και αφετέρου, στο όραμα του Μαρξ για τον κομμουνισμό όπως μπορεί να συναχθεί από τις διάφορες αναφορές του στον ρόλο του Κράτους, στη δικτατορία του προλεταριάτου, στην ενοποιητική λειτουργία της επέκτασης των παγκόσμιων καπιταλιστικών σχέσεων και ούτω καθεξής[10][10]. Αυτό που λείπει σε αυτή την ανάλυση είναι η ανακατασκευή του περάσματος – κατά προσέγγιση ανιχνεύσιμου στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα – από μια ιστορική-πολιτική στιγμή στην οποία η ιδέα της κοινoχρησίας των αγαθών – που ταυτίζεται με την κοινοχρησία της γης – που εξακολουθεί να αποτελεί τον πρωταρχικό ισχυρισμό, την πρωταρχική διεκδίκηση των επαναστατών στην Ευρώπη (από τον Winstanley στον Babeuf), σε μια στιγμή κατά την οποίαν επιβάλλεται ο «κομμουνισμός», που προσδιορίζεται με τη απαλλοτρίωση και την από κοινού διαχείριση, των μέσων παραγωγής, από ελεύθερες ενώσεις παραγωγών. Ωστόσο, δύο στοιχεία διακρίνονται, ακόμα και σήμερα, να διαχωρίζουν τους θεωρητικούς των κοινών που κινούνται σε φεμινιστικούς, οικολογικούς, αναρχικούς και μαρξιστικούς φεμινιστικούς τομείς και χώρους από τους θεωρητικούς desarrollisti – developmentalists – a] ή επιταχυντές – accelerazionisti, οι οποίοι (όπως συχνά ο Μαρξ) βλέπουν την καταστροφή των υφιστάμενων commons ως αναγκαία συνθήκη για την υλοποίηση της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας. Αυτά είναι η απόδοση στο Κράτος του καθήκοντος της απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών και της εξάλειψης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας – σε σχέση με το χτίσιμο, ξεκινώντας από το παρόν, μορφών έστω και περιορισμένων αυτοκυβέρνησης – και η ώθηση προς την καθολίκευση των καπιταλιστικών σχέσεων ως ενοποιητικό στοιχείο του προλεταριάτου σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά της επιβεβαίωσης της ανάγκης για πολλαπλές μορφές  κομουναλισμού, σε αντιστοιχία με τις διαφορές στις ιστορικές και πολιτιστικές τροχιές και τις διαφορετικές γεωγραφικές και περιβαλλοντικές συνθήκες.Oι σημερινοί commoners  δεν πιστεύουν στο Κράτος και διεκδικούν την ικανότητα να αποφασίζουν για τη δική τους ζωή, να ανακτήσουν τον έλεγχο των πιο ουσιωδών συνθηκών αναπαραγωγής τους, καθώς θεωρούν καταπιεστική την επιβολή ενιαίου μοντέλου κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής. Όχι μόνο αυτό. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά τη δημοσίευση του Κεφαλαίου μπορούμε να επαληθεύσουμε ότι η τεχνολογική ανάπτυξη στην οποία ο Μαρξ ανέθετε την κατασκευή των υλικών βάσεων του κομμουνισμού καταστρέφει όχι μόνο τα κοινοτικά καθεστώτα που υπάρχουν ακόμη, αλλά τις δυνατότητες αναπαραγωγής και ζωής για έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό ειδών στον πλανήτη μας.

Είναι σε όσες και όσους αγωνίζονται, με μεγάλους κινδύνους για τη ζωή τους, εναντίον αυτής της καταστροφής, που αυτό το βιβλίο είναι αφιερωμένο..

 

a] [desarrollismo, σημαίνει ιδεολογία που υποστηρίζει την καθαρά οικονομική ανάπτυξη ως στόχο προτεραιότητας.]

[1][1] Massimo de Angelis, Omnia Sunt Communia. On the Commons and the Transformation to Postcapitalism, Zed Books, Londra 2017.

[2][2] Ivi, pp. 240 ss. “Omnia sunt Communia” – “tutto deve essere in comune, όλα πρέπει να είναι κοινά” – είναι τα τελευταία λόγια, λέγεται, που πρόφερε ο Thomas Müntzer, ο leader του πολέμου των χωρικών στη Γερμανία, που συνελήφθη μετά την μάχη του Frankenhausen στα 1525, πριν πεθάνει από βασανιστήρια.

[3][3] Ivi, p. 270.

[4][4] Dolores Hayden, The Grand Domestic Revolution, MiT Press, Cambridge MA 1985.

[5][5] Γράφει η Hayden: “Μεταξύ του τέλους του εμφυλίου πολέμου και της έναρξης της Μεγάλης ύφεσης, τρεις γενεές υλιστών φεμινιστριών εξέτασαν, αξιολόγησαν θεμελιωδώς τη λεγόμενη «γυναικεία σφαίρα» και «εργασία των γυναικών». […] Για να ξεπεράσουν ένα μοντέλο αστικού και οικιακού χώρου που απομόνωνε τις γυναίκες και καθιστούσε την οικιακή εργασία αόρατη, ανέπτυξαν νέες μορφές οργάνωσης γειτονιάς, όπως οι συνεταιρισμοί των νοικοκυρών, τα νηπιαγωγεία, οι δημόσιες κουζίνες και οι λέσχες – εστιατόρια της κοινότητας. Φαντάστηκαν επίσης ιδανικές φεμινιστικές πόλεις. Επαναπροσδιορίζοντας την οικιακή εργασία και τις ανάγκες των γυναικών και των οικογενειών τους σχετικά με το σπίτι, αυτές έσπρωξαν τους αστικούς αρχιτέκτονες και σχεδιαστές να επανεξετάσουν τις επιπτώσεις της αρχιτεκτονικής στην οικογενειακή ζωή.” (ivi, p. 1).

[6][6] “Villa” είναι το όνομα που δίνεται στην Αργεντινή στις λαϊκές γειτονιές που χτίστηκαν χωρίς άδεια, είναι το ισοδύναμο της favela στη Βραζιλία. Η Villa 31 Retiro Bis είναι μια «villa μιζέρια», δηλαδή ένας από τους πολλούς ανεπίσημους οικισμούς που βρίσκονται στην πόλη του Μπουένος Άιρες. Ιδρύθηκε το 1932, με το όνομα της Villa ανεργία, αποτέλεσε αντικείμενο πολλών προσπαθειών από τις αρχές να την καταστρέψουν, που όμως ποτέ δεν ήταν επιτυχείς. Σχετικά με την Villa Retiro Bis σε σχέση με την πολιτική των κοινών, δείτε Raúl Zibechi, Descolonizar el pensamiento crítico y la práticas emancipatorias, Ediciones desde abajo, Bogotà 2015, σελ. 99-100.

[7][7] Midnight Notes #10, The New Enclosures, Jamaica Plain MA, φθινόπωρο 1990.

[8][8] Αυτό είναι το σύνθημα με το οποίο, τον οκτώβριο του 2016, οι φεμινίστριες της Αργεντινής, που συγκεντρώθηκαν για την ετήσια συνάντησή τους στην πόλη του Ροζάριο, εξαπέλυσαν μια έκκληση ώστε η 8η μαρτίου του 2017 να αφιερωθεί στον αγώνα εναντίον της βίας κατά των γυναικών. Αυτό αφού τις ίδιες μέρες της συνάντησης μια άλλη νεαρή γυναίκα σκοτώθηκε με βαρβαρότητα στην πόλη Mar de la Plata.

[9][9] Gladys Tzul Tzul, Sistemas de Gobierno Comunal Indígena. Mujeres y tramas de parentesco en Chuimeq’ena’, Editorial Maya Wuj, Guatemala 2016.

[10][10] Δείτε Gerrard Winstanley, La nuova legge di giustizia (1649), Ο νέος νόμος για την δικαιοσύνη, in Atonino recupero (a cura di), La terra a chi la lavora!, H γη σε αυτόν που την δουλεύει, Guaraldi, Firenze 1974. Δείτε επίσης Maurice Dommanget, Babeuf e la congiura degli uguali, και η συνωμοσία των ίσων, Edizioni- Εκδόσεις immanenza, Napoli 2015.

https://www.infoaut.org/segnalazioni/per-una-vita-degna-di-essere-vissuta