σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

ΠΡΟΣ «ΈΛΛΗΝΕΣ» [ΚΑΙ ΚΟΎΡΔΟΥΣ]

Θα το πω ξανά για να το καταλάβουν καλύτερα οι Ραγιάδες που φέρουν ανάξια το όνομα τού Έλληνα:
Ο Ερντογάν δεν υπολογίζει την πιθανή στρατιωτική ή πολιτικοστρατιωτική αντίσταση τού αστείου κράτους σας με το επίσης ψευδεπίγραφο όνομα «Ελληνική Δημοκρατία».
Ο Ερντογάν δεν υπολογίζει επίσης τις εγγυήσεις των Η.Π.Α προς αυτό το αστείο κράτος και προς αυτόν τον αστείο και εφησυχασμένο λαό.
Το να υπολογίζει κανείς [όπως εσείς] τις εγγυήσεις των Η.Π.Α μετά από το άδειασμα των Κούρδων είναι σαν να είναι όχι απλά σούπερ ηλίθιος αλλά κάτι παραπάνω που δεν έχει όνομα και σήμανση.
Ο Ερντογάν επίσης δεν υπολογίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση και αυτό το αόριστο πράμα που λέγεται «Ευρώπη».
Δεν χρειάζεται να πω παραπάνω πράγματα για τον γελοίο ανοϊκό φιλοευρωπαϊσμό σας, όπως εκφράζεται και στην δεξιά και την «αριστερά» σας.
Ο Ερντογάν δεν υπολογίζει επίσης την νεοτσαρική Ρωσία.
Είναι σχεδόν σύμμαχοι η Ρουσία και η Τουρκία.
Ρωσόφιλοι-Ιρανόφιλοι, φανεροί ή κρυμμένοι είστε όχι απλά ανόητοι αλλά συνειδητοί προδότες, αφού δικαιολογείτε τον Τσάρο ΣΑΣ ακόμα και μετά την αγαπούλα του με τον Σουλτάνο.
Ο Ερντογάν το μόνο που υπολογίζει και κλάνει μέντες είναι το Ισραήλ.
Το Ισραήλ όμως αν και συνεπής στις συμμαχίες της και ισχυρή πολιτικοστρατιωτική δύναμη, είναι μια μικρή χώρα, έχει και δικά της συμφέροντα, έχει πολλά μέτωπα να «καλύψει» εντός και εκτός τής επικράτειας της, και το κυριότερο έχει σαν κύριο σκοπό τής πολιτικοστρατιωτικής δομής του τον ίδιο του τον εαυτό.
Είναι δηλαδή ένα ανελέητο εθνικιστικό-σοβινιστικό αν και αστικοδημοκρατικό κράτος, που δεν θα κάτσει να αναλώσει δυνάμεις για να σώσει άσωστους και να βοηθήσει σαλτιμπάγκους, οι οποίοι συν τοις άλλοις είναι και αντισιωνιστές-αντισημίτες στην πλειονότητά τους, για να μην ξεχνιόμαστε.
Με λίγα λόγια, την έχετε βάψει για τα καλά, για να μην πω την έχετε…και ρίξω κι άλλο το επίπεδο.
Τους μόνους που λυπάμαι σήμερα είναι τους Κούρδους, οι οποίοι είναι μια άλλη περίπτωση από εσάς ρωμιοκούραδα.
Ανόητοι πολεμιστές, αλλά πολεμιστές, αφελείς δημοκράτες αλλά δημοκράτες.
Ας πρόσεχαν κι αυτοί, είχαν λάβει προειδοποιήσεις και από ανθρώπους σαν και μένα που δεν έχω πρόβλημα με τις συγκυριακές ευκαιριακές συμμαχίες με αλλότριες δυνάμεις. Αλλά δεν άκουγαν τίποτα.

Αυτοί όμως πολεμάνε, ενώ εσείς «Έλληνες» κλάνετε και έτσι θα συνεχίσετε.

Ιωάννης Τζανάκος

  1. Σκέψεις που σχετίζονται με το κουρδικό αλλά έχουν σχέση και με τους χαριτωμένους Ρωμιούς, που υπογράφουν πέτσινες συμφωνίες συμμαχίας λέει διασφάλισης των ελληνικών συνόρων, με τους USA-νούς….

    Τα πράγματα είναι απελπιστικά απλά: Οι USA-νοί μέσω τού προέδρου τους, πυροβόλησαν τούς Κούρδους τού YPG-PKK στο κεφάλι.

    Η προσπάθεια των προδομένων Κούρδων να πιστέψουν ακόμα και τώρα ότι υπάρχουν κάποιοι καλοί δυτικοί και USA-νοι με θλίβει βαθιά.

    Όποιος ξαναπιστέψει USA-νό και γενικότερα δυτικό, δεν θα έχει πλέον καμία δικαιολογία.

    Δίδαγμα: οι USA-νοι και γενικότερα οι δυτικοί ξέρουν να πουλάνε συμμάχους όπως οι κρεατέμποροι πουλάνε κρέας στην κρεαταγορά.

    Οι USA-νοί βρήκαν έναν σύμμαχο που τους πίστεψε στα αλήθεια και είπαν: δεν τον πουλάμε στον διάολο; Τώρα USA-νοί είστε μόνοι

    Βγάζουμε συμπεράσματα, έπειτα από επανειλημμένες ματαιώσεις των καλοσυνάτων σκέψεων: Καμία εμπιστοσύνη στις USA, την «Ευρώπη» κ.λ.π.

     

    http://aftokathorismos.blogspot.com/2019/10/blog-post_8.html

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Πόλεις για τουρίστες – Città per turisti

του Alessandro Barile

Sarah Gainsforth, Airbnb città merce, Airbnb πόλις εμπόρευμα, DeriveApprodi, 2019, pp. 191, € 18,00

Θα ήταν απαραίτητο να προβληματιστούμε για την καθυστέρηση που η Ιταλία – και ειδικότερα η Ρώμη – εκτίει σε σχέση με τα ζητήματα της gentrification-αστικού εξευγενισμού-αναβάθμισης και ανανέωσης, της «τουριστικοποίησης» των αστικών κέντρων, των ανακατατάξεων που αυτές τις τελευταίες δεκαετίες έχουν ανατρέψει τη μορφολογία των κυριότερων πόλεων τέχνης της. Μια χώρα πρωτοπόρος του αστικού σχεδιασμού βρέθηκε ξαφνικά απροετοίμαστη στις βασανιστικές προκλήσεις που διακρίνουν-ξεχωρίζουν το πρόσωπο της πόλης και της μητρόπολης της εποχής μας. Για να πούμε την αλήθεια, τα τελευταία χρόνια έχουμε δει μια αναπόφευκτη ανάκαμψη: ο μετασχηματισμός της πόλης έχει επιβληθεί ως λόγος για την ανάλυση ενός νέου μοντέλου εξορυκτικού, παράλληλα παραγωγικού, οικονομικού και παρασιτικού. Το βιβλίο της Sarah Gainsforth ταιριάζει ακριβώς σε αυτό το κίνημα πολιτικο-πολιτιστικού ακτιβισμού: ανάκτηση του χαμένου χρόνου, επικαιροποίηση των θολών ερμηνειών, που δεν είναι πλέον ικανές να κατανοήσουν τα κοινωνικά φαινόμενα που επηρεάζουν το αστικό περιβάλλον. Όπως κάθε έργο αυτού του τύπου, παρουσιάζεται αμέσως ενδιαφέρον και αναπόφευκτα μερικό. Ενδιαφέρον γιατί η συγγραφέας καταγράφει τον αποφασιστικό λόγο: να αποκαλύψει τη ρητορική του παρασιτικού καπιταλισμού που σαρώνει τα αστικά κέντρα και τα μετατρέπει σε κάτι άλλο (αλλά τι άλλο; Αυτό παραμένει το ερώτημα από το οποίο δεν μπορούμε να αποδράσουμε). μερικό, διότι, ακριβώς, πρωτοποριακό – τουλάχιστον, όπως αναφέρθηκε, στη χώρα μας – και που συνεπώς δεν μπορεί να κάνει χρήση μιας αξιοπρεπούς και κοινόχρηστης μάζας σχετικών επί του θέματος ιταλικών μελετών. Ως εκ τούτου, παρουσιάζεται ως έργο από το οποίο πρέπει να ξεκινήσουμε, και είναι αναμφισβήτητη η σημασία του.

Ας προσπαθήσουμε να χτυπήσουμε το θέμα αμέσως, ελευθερώνοντας τον εαυτό μας από τις κοινωνιολογικές ή πολεοδομικές αγκύλες που μπερδεύουν το πρόβλημα μέσα σε πολύ στενές οπτικές γωνίες για να αποκαλύψουμε πλήρως την πολυπλοκότητα της ιστορίας: η σημερινή πόλη είναι το προϊόν της οικονομικής κρίσης. Μία μακροχρόνια οικονομική κρίση, η οποία προκαλείται πανηγυρικά με τη φούσκα των subprime υποθηκών-υψηλού κινδύνου του 2008, αλλά που χαρακτηρίζει το δυτικό καπιταλιστικό μοντέλο τουλάχιστον από το τέλος των μυθοποιημένων «ένδοξων τριάντα». Θα ήταν πραγματικά πολύ εξεζητημένο-απαιτητικό να δοκιμάσουμε σε λίγα λόγια τα χαρακτηριστικά αυτής της κρίσης, που παρουσιάζεται – σε τελευταία ανάλυση – ως κρίση αξιοποίησης-βελτιστοποίησης των ιδιωτικών κεφαλαίων. Η καμπύλη ανάπτυξης αυτών των κεφαλαίων – ειδωμένων ως σύνολο – σε μια συγκεκριμένη στιγμή επιβραδύνεται μέχρι να σταματήσει, δημιουργώντας παράλληλα τον γεωμετρικό πολλαπλασιασμό του ιδιωτικού χρέους για να υποστηρίξει μια βελτιστοποίηση που, για να διαιωνιστεί, δεν μπορεί παρά να είναι συνεχώς ντοπαρισμένη: η κατανάλωση αντέχει, αλλά το κάνει αποσυνδεόμενη πιο έντονα από το πραγματικό επίπεδο των εισοδημάτων που δημιουργούνται μέσα στη σχέση μεταξύ διαθέσιμης εργασίας και οικονομικής παραγωγής.

Αυτή η κρίση μπορεί να εκτιμηθεί από διαφορετικές οπτικές γωνίες, όλες σημαντικές. Όσον αφορά αυτό που μας απασχολεί εδώ, εκείνο που την πληρώνει είναι η αστική διάσταση, η οποία ποδοπατήθηκε μετωπικά από τις στρεβλώσεις ενός καπιταλισμού που εξαφανίζει την «μικτή» φάση του – που υποστηρίζεται κατά τρόπο αντιφατικό από ιδιωτικά και δημόσια κεφάλαια εξίσου-σε ίσο βαθμό, και σταδιακά αποσυναρμολογεί τη σειρά των δεσμών που υποστήριζαν τη σχέση μεταξύ του Κράτους (που θεωρείται ως πολιτική περίφραξη ) και της οικονομικής ανάπτυξης. Πάντα περιοριζόμενοι στην αστική-περίπτωση, ο David Harvey – σε ένα γνωστό του άρθρο του 1989 – χαρακτήρισε αυτή τη μετάβαση από τη διευθυντική πόλη στην επιχειρηματική πόλη. Ποια είναι η σημασία αυτού του (ιστορικού) περάσματος; Ουσιαστικά οι πόλεις – όλες οι πόλεις, αλλά κυρίως οι μητροπόλεις που έχουν γίνει «παγκόσμιες» – πολιτικά δομημένες για τη διαχείριση των πόρων που τους μεταβίβαζε το Κράτος από τη γενική φορολογία, έχουν εκτοξευθεί βίαια στην επιχειρηματική διάσταση, έπρεπε να γίνουν – για να υποστηρίξουν το σύνολο των υπηρεσιών που κατέχουν – αστικές επιχειρήσεις, γεννώντας από μόνες τους εκείνους τους οικονομικούς πόρους που δεν τους μεταφέρονται πλέον από το κεντρικό Κράτος.

Πάντα μιλώντας κατά προσέγγιση και με έναν απερίφραστα συνοπτικό τρόπο, η τουριστικοποίηση των αστικών κέντρων τοποθετείται μέσα σε αυτό το σχήμα, ανταποκρινόμενη στην ίδια ανάγκη που οδήγησε τις πόλεις να ιδιωτικοποιήσουν την οικονομία τους, «απελευθερώνοντας» τις υπηρεσίες, «τιτλοποιώντας» την δημοτική-κοινοτική ακίνητη περιουσία, ξεπουλώντας ολοένα αυξανόμενα τμήματα δημόσιας περιουσίας, διακόπτοντας ολοένα και περισσότερες δραστηριότητες που εμφανίζονταν ως πρόσθετο κόστος ενός προϋπολογισμού που συνέχιζε να μην ‘βγαίνει’, που δεν μπορούσε πλέον να επιστρέψει στην μοιραία ισορροπία. Η επιχειρηματική πόλη είναι το αποτέλεσμα της (φορολογικά) αποτυχημένης πόλης. Συνοπτικά: από την πόλη ήταν απαραίτητο να εξαχθεί εισόδημα για να καλυφθούν οι πόροι που δεν μεταφέρονται πλέον από το Κράτος. Αυτή η ανάγκη συναντήθηκε με τη δυσκολία των ιδιωτικών κεφαλαίων – όπως αναφέρθηκε προηγουμένως – να αξιοποιηθούν, να ενισχυθούν, να αναπτυχθούν σταθερά, εμπλέκοντας το ναρκωτικό του ιδιωτικού χρέους. Και ποια καλύτερη επένδυση από την επιστροφή στα έσοδα; Η οικονομική κρίση δεν προκάλεσε στην πραγματικότητα μείωση των κεφαλαίων σε κυκλοφορία, αντίθετα: στον κόσμο δεν υπήρξε ποτέ τόσο μεγάλη αχρησιμοποίητη μάζα ιδιωτικού κεφαλαίου, χρηματιστικοποιημένου αλλά όχι βελτιστοποιημένου, διότι έχει σπάσει η θεμελιώδης αλυσίδα που δημιουργούσε αξία για αυτά τα κεφάλαια: η εσωτερική κατανάλωση των πλούσιων οικονομιών της Δύσης. Αυτή η κυριολεκτικά ατέλειωτη διάσταση του πλασματικού κεφαλαίου – πολλαπλασιασμένου οικονομικά και φτάνοντας σε
αρκετά πολλαπλάσια που δεν μπορούν πλέον να μετρηθούν για το παγκόσμιο ΑΕΠ – αναγκάζεται να βρει συγκεκριμένες απαντήσεις στις οποίες να αγκυροβοληθεί. Τα έσοδα από ακίνητα είναι το κυριότερο αγκυροβόλιο. Ως εκ τούτου, μεταξύ άλλων, η τουριστικοποίηση.

Όπως διδάσκεται στο πρώτο έτος της πολιτικής οικονομίας, δεν είναι η ζήτηση που γεννά την προσφορά, αλλά το αντίθετο: είναι η προσφορά που δημιουργεί τις ανάγκες που υποκινούνται. Αφήνοντας στην άκρη τις βασικές ανάγκες (που στοχεύουν ουσιαστικά στην αναπαραγωγή του ανθρώπου), το σύμπαν των δευτερογενών αναγκών προκαλείται από την οικονομική προσφορά. Από αυτή την οπτική γωνία, θα πρέπει να αναποδογυρίσει ολόκληρη η ρητορική για τον τουρισμό: δεν είναι αυτός που προσβάλει τις χώρες της Δύσης, αναγκάζοντάς τες να αλλάξουν παραγωγικά και να τον μετατρέψουν σε τουριστική δεκτικότητα. είναι οι δυτικές χώρες (και όχι μόνο αυτές, φυσικά) που προσελκύουν τις παγκόσμιες τουριστικές ροές επενδύοντας επάνω σε μια επαγόμενη ζήτηση, η οποία – κατά κάποιο τρόπο – αναγκάζει στην ανάγκη τουρισμού (δηλαδή στην ανάγκη εξωτερικών εισόδων-εσόδων στο αστικό ή εθνικό σύστημα). Οι ροές κατασκευάζονται και τροφοδοτούνται από τις χώρες εκείνες που λένε ότι είναι αντικείμενα αυτών «ενάντια στη θέλησή τους». Με την (εν μέρει) υποχώρηση της δύναμης οικονομικής κατεύθυνσης από πλευράς του Κράτους, με την μεταμόρφωση της πόλης σε επιχειρηματική οντότητα, είναι οι ίδιες οι πόλεις που πλάθονται στην υπηρεσία του παγκόσμιου τουρισμού-με προορισμό αυτόν. Παραμορφώνοντας – κυριολεκτικά – την μορφολογία τους, τόσο την αστική όσο και την (κι ακόμη περισσότερο) την κοινωνική, δηλαδή τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του πληθυσμού.

Η Sarah Gainsforth απεικονίζει αυτή τη μακροσκοπική ιστορία μέσα από ένα synecdoche-μια συνεκδοχή, η οποία, όμως, αγγίζει-βρίσκει πραγματικά το στόχο: τη μελέτη και την αποκάλυψη ενός κομματιού αυτής της οικονομίας του τουρισμού – Airbnb – για να περιγράψει την πολυπλοκότητά της, επιστρέφοντας μια συνολική δυστοπική εικόνα που εξακολουθεί σήμερα να δυσκολεύεται να επικρατήσει έξω από τα πιο πολιτικά χειραφετημένα κυκλώματα. Υπάρχουν επίπεδα που τέμνονται-διασταυρώνονται σε ένα έργο αυτού του τύπου, και είναι ο μόνος τρόπος να κατανοήσουμε το νόημά του. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η δύσκολη αναμέτρηση με τα νούμερα και τα δεδομένα της πραγματικότητας που διακρίνουν τη διαδικασία τουριστικοποίησης. Μέσω της εστιασμένης εστίασης ορισμένων αστικών περιπτώσεων που επέλεξε η συντάκτης, μας χτυπά αμέσως η δύναμη των αριθμών. Μερικά παραδείγματα: Η Λισαβόνα έχει περίπου 500 χιλιάδες κατοίκους, αλλά υποφέρει κάθε χρόνο 14 εκατομμύρια τουριστών. Μετά τη «διάσωση» των πορτογαλικών δημόσιων λογαριασμών από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μία από τις ρήτρες αγχόνες του μνημονίου «προσκαλούσε στην τόνωση της αγοράς ακινήτων με παρεμβάσεις αστικής αναγέννησης και μια μαζική απελευθέρωση των ενοικίων». Το αποτέλεσμα, πέρα από το τέλος της δίκαιης αμοιβής και του πολλαπλασιασμού των εξώσεων, ήταν η παράδοση στο Airbnb ενός σημαντικού τμήματος ολόκληρης της αγοράς ενοικίασης: 22.000 καταλύματα διαχειρίζεται η Airbnb μόνο στο κέντρο της πόλης. μοναχά στη συνοικία της Santa Maria Maior – 1,5 τ.χλμ. – 3 χιλιάδες σπίτια ενοικιάζονται στο Airbnb.

Και πάλι: ύστερα (προσοχή: μετά) από την κρίση του 2008, οι τιμές των κατοικιών του Σαν Φρανσίσκο – καρδιά της πολυεθνικής Airbnb – πολλαπλασιάστηκαν απεριόριστα: «σήμερα περισσότερα από τα μισά σπίτια στο Σαν Φρανσίσκο κοστίζουν πάνω από 1 εκατομμύριο δολάρια. Στη γειτονιά του Westwood Park, τα 1 εκατομμυρίου σπίτια ήταν 3% το 2012. το 2016 ήταν το 96%. Σε 14 συνοικίες της Bay Area, ως επί το πλείστον συγκεντρωμένες γύρω από το Palo Alto, το 100% των σπιτιών κοστίζει περισσότερο από αυτή την αξία». Και, προσοχή, σε μια πόλη που αντιμετωπίζει μια τεράστια-ιστορική στεγαστική κρίση, και όπου είναι η «μεσαία τάξη», όχι τα πιο λαϊκά στρώματα, που πρέπει να μετακινηθεί αλλού, όλο και μακρύτερα από μια πόλη όπου ωστόσο εξακολουθεί να συχνάζει-γυρνά-εξαρτάται λόγω εργασιακών υποχρεώσεων. Τα υψηλά ενοίκια επηρεάζουν τις οικογένειες με 100 χιλιάδες δολάρια εισοδήματος ετησίως. Και ακόμη: «Το Τορόντο βρίσκεται στη μέση μιας έκρηξης ακινήτων και, ταυτόχρονα μιας άνευ προηγουμένου στεγαστικής κρίσης. […] Το 2016 τα σπίτια που αφαιρέθηκαν από τη συνηθισμένη αγορά του Τορόντο ήταν περίπου 3000, το 2017 είχαν γίνει 45.000 και ένα χρόνο αργότερα, το 2018 ήταν 65.000». Και πάλι, στη τύχη μεταξύ των στοιχείων που παραθέτονται με έμφαση αλλά δικαίως από την συγγραφέα: «Στην αστική περιοχή του ιστορικού κέντρου της Ρώμης το 19% των διαμερισμάτων ενοικιάζονται από την Airbnb. […] Στην Βενετία το 12% των σπιτιών στην ιστορική πόλη, […] νοικιάζεται στους τουρίστες όλο τον χρόνοè. […] Η Φλωρεντία είναι η πόλη με την υψηλότερη συγκέντρωση κατοικιών στην Airbnb στο ιστορικό κέντρο, το 18% ». Είναι σημαντικό: δεν μιλάμε για ξενοδοχεία, b & b ή άλλες «επίσημες» εγκαταστάσεις διαμονής. Μιλάμε για ιδιωτικά διαμερίσματα που προστίθενται στην ήδη γιγάντια προσφορά τουριστικών καταλυμάτων. Εξοργιστικά ποσοστά – κοντά λοιπόν στο 50% του συνολικού κατοικήσιμου αποθέματος μιας πόλης, ή τουλάχιστον του ιστορικού της κέντρου – μετατρέπονται σε τουρισμό. Με ποια αποτελέσματα είναι εύκολο να φανταστεί κανείς: «Στη Ρώμη, ολόκληρη η αγορά ενοικίασης υπολογίζεται από την Istat σε 210.000 σπίτια. Ο πρώτος διαχειριστής στέγασης είναι η Ater Roma, με 48.000. […] Ο δεύτερος είναι ο Δήμος, ο οποίος διαθέτει 28.000 δημόσιες κατοικίες. Ο τρίτος, επειδή στην πραγματικότητα είναι ένας διαχειριστής ακινήτων, είναι η Airbnb, με σχεδόν 19.000 ολόκληρα σπίτια, αλλά αν μετρήσουμε και τα μεμονωμένα δωμάτια φθάνουμε τα 30.000 ». Το αποτέλεσμα-η συνέπεια, για να λέμε την αλήθεια, έχει επίσης υπολογιστεί: «Στη Βοστώνη, μια έρευνα του τμήματος Οικονομικών του Πανεπιστημίου διαπίστωσε όχι μόνο μια συσχέτιση αλλά μια αιτιώδη σχέση μεταξύ της διάδοσης των Airbnb και των τιμών των κατοικιών: σε κάθε 12 ανακοινώσεις σχετικά με την Airbnb για κάθε ζώνη απογραφής αντιστοιχεί μια απώλεια κατοικιών στη συνήθη αγορά κατά 5,9%, μια αύξηση των ενοικίων κατά 0,4% και αύξηση των τιμών των ακινήτων κατά 0,76% «. Κάθε δώδεκα ανακοινώσεις. Αντιμετωπίζουμε έναν σεισμό που κατακλύζει άμεσα τις πόλεις, την φυσιογνωμία τους και, πάνω απ ‘όλα, τους κατοίκους.

Θα ειπωθεί, και πράγματι λέγεται, ότι όλα αυτά ανταποκρίνονται σε μοριακές δυναμικές, οικείες διαδικασίες του ιδιωτικού καπιταλισμού, σε μεμονωμένες επιλογές-ατομικές, όπως για παράδειγμα η τοποθέτηση ενός σπιτιού ή ενός δωματίου προς ενοικίαση σε ένα σάιτ, «αποδιαμεσολαβώντας» την κανονική δεκτική προσφορά, διαμονής, κάμπτοντας αναπόφευκτα τις πόλεις σε ασταμάτητες ροές που μπορούν μόνο να «κυβερνηθούν» αλλά όχι να περιοριστούν.Και φτάνουμε στο δεύτερο επίκεντρο-focus του βιβλίου της Gainsforth, δηλαδή στον ιδεολογικό χαρακτήρα αυτού του φαινομένου: «ήταν σαφές σχεδόν αμέσως ότι μόλις το 10% των host Airbnb ήταν μισθωτές που έβγαζαν το κάτι παραπάνω, στο 90% των περιπτώσεων επρόκειτο για ιδιοκτήτες που ενοικίαζαν όλο τον χρόνο. […] Πολλά από ολόκληρα τα κτίρια όπου οι ένοικοι είχαν εκδιωχθεί με τη χρήση του Ellis Act ήταν τα ίδια όπου τα διαμερίσματα εμφανίζονταν στις αγγελίες για Airbnb και VRBO ». Και πάλι: » τα host με περισσότερα από ένα ενοικιαζόμενο σπίτι […] διαχειρίζονται το 56,2% όλων των ενοικιαζόμενων κατοικιών του Airbnb στη Ρώμη: 10.583 είναι τα διαμερίσματα των χρηστών με περισσότερες από μία αγγελίες». Με άλλα λόγια, ο θρύλος, ο μύθος – διότι περί αυτού πρόκειται – ότι η Airbnb είναι μέρος της «διαδικασίας αποδιαμεσολάβησης» της οικονομίας, απελευθερώνοντας τις ενέργειες του μικρού ιδιωτικού καπιταλισμού, είναι μια φάρσα: η Airbnb είναι ένας διαχειριστής, ένας από τους μεγαλύτερους, περιουσίας ακινήτων, η οποία κατανέμει σε τουριστικά καταλύματα συμβάλλοντας στον πολλαπλασιασμό τους. Δεν ανταποκρίνεται σε μια ανάγκη (περισσότερα δωμάτια ή διαμερίσματα για τουρίστες), αλλά την δημιουργεί. Δεν είναι η Airbnb που απαντά σε μια ζήτηση τουρισμού: είναι η Airbnb που δημιουργεί τη ζήτηση όλο και περισσότερο τουρισμού. «Το Airbnb είναι μέχρι στιγμής η κύρια ιστορία επιτυχίας-το success story του καπιταλισμού των προγραμμάτων και της νεοφιλελεύθερης και startupper ιδεολογίας, σύμφωνα με την οποία όλοι είναι επιχειρηματίες του εαυτού τους. […] Οι πλατφόρμες έχουν βρει τον τρόπο να εμπορευματοποιούν πάντα νέους πόρους, επεκτείνοντας τη σφαίρα αυτού που μπορεί να γίνει κερδοφόρο – το σπίτι, τον χρόνο, τις πόλεις. […] Ο τουρισμός […] είναι ένα εργαλείο παραγωγής θερέτρων για την απόσπαση αξίας από την πόλη-εμπόρευμα». Και ακόμη, πιο μπροστά και με αποφασιστικό τρόπο: «ο τουρισμός είναι σήμερα το κύριο εργαλείο ανάπλασης και marketing των πόλεων, που έχουν γίνει την ίδια στιγμή επιχειρηματίες και καταναλωτικά αγαθά, ο πόρος και το τελικό προϊόν, που πωλούνται στην παγκόσμια αγορά».

Ωστόσο αν η δυναμικές είναι παγκόσμιες, δηλαδή απαντούν στις στρατηγικές λίγων τεράστιων ιδιωτικών και μη τοπικών πολυεθνικών, διαμορφώνοντας ξεκάθαρα το αστικό ιστό στο σύνολό του, οι συνέπειες παραμένουν τοπικές. Η ιδεολογία της αποδιαμεσολάβησης, των νεοεμφανιζόμενων επιχειρήσεων-startup και της οικονομίας που μοιράζεται-sharing economy χρησιμεύει στην κατεδάφιση των αστικών ρυθμιστικών καθεστώτων, σε απόλυτη ευθυγράμμιση με την επίθεση στα κρατικά ρυθμιστικά καθεστώτα που διεξάγεται από την ευρύτερη διεργασία παγκοσμιοποίησης της παγκόσμιας οικονομίας. Παραμένοντας στην πόλη, η αντικατάσταση που βρίσκεται σε εξέλιξη είναι αυτή του κατοίκου πληθυσμού με έναν προσωρινό, διερχόμενο, «χρήστη» της πόλης, πράγματι: της πόλης, γενικά, χωρίς να κατοικεί εκεί, σύμφωνα με την (πλέον) κλασική διαίσθηση του Martinotti που αναφέρεται στους μητροπολιτικούς επιχειρηματίες-metropolitan businessperson. Κι όμως ένας κάτοικος πληθυσμός θα συνεχίσει αναπόφευκτα να υπάρχει. Αλλά θα μετακινηθεί όλο και πιο μακριά, όλο και περισσότερο έξω από τα αστικά σύνορα, και παρόλα αυτά αναγκασμένος – για λόγους εργασίας – να γυρνά εκεί γύρω, συχνά-συνήθως γύρω από εκείνο το κέντρο της πόλης το οποίο στο μεταξύ έχει γίνει τόπος διέλευσης των ροών του τουρισμού και της παγκόσμιας οικονομίας.

Για να ολοκληρώσουμε, λοιπόν, η πόλη που έχει μετατραπεί σε μητρόπολη εμφανίζεται ολοένα και περισσότερο ως δυαδικότητα: ένα μικρό νευραλγικό κέντρο – όχι πάντα ή κατ ανάγκη υπερκείμενο στο γεωγραφικό κέντρο – που περιβάλλεται από μια τεράστια περιφέρεια που εκτείνεται πολύ πέρα από την επαρχία και συμπίπτει με την περιοχή αναφοράς, δίχως λύση συνέχειας. Αλλά δεν είναι παιχνίδι με μηδενικό άθροισμα: στην αποαστικοποιημένη περιφέρεια που πλέον δεν είναι δημοτική αυτά που ανατρέπονται είναι πια εκείνα τα δικαιώματα κατοίκησης επάνω στα οποία βασίζεται η ίδια η έννοια της πόλης. Για εκείνους που μπορούν ακόμα να τα αντέξουν οικονομικά, δηλαδή να τα αγοράσουν, θα παραμείνουν. Για όλους τους άλλους, δηλαδή για τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, ανοίγεται μια νέα φάση κοινωνικών σχέσεων (που έχει ήδη ανοίξει).

 

Città per turisti

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Κοτέτσια στην παρανομία


 

Του Μπάμπη Γαμβρέλη

 


 

Η δημοσιογραφική αθλιότητα σε όλο της το μεγαλείο! Στην ιστοσελίδα Νεάπολις δημοσιεύεται ρεπορτάζ με τίτλο: Όλη η αλήθεια για τις «25 μέρες» που η 14χρονη Μαριάννα ήταν εξαφανισμένη. Σε αυτό, ο (επιρρεπής σε κάτι τέτοια) αναγνώστης θα διαβάσει τα εξής: Τα τελευταία 24ωρα η τοπική κοινωνία θορυβημένη παρακολουθεί τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου της Καβάλας κ. Γιώργο Γραμμένο με επανειλημμένες δηλώσεις του στα τοπικά ΜΜΕ να καλεί την Αστυνομία αλλά και το ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ να αποκαλύψουν τι πραγματικά συνέβη στην περίπτωση της 14χρονης Μαριάνας δηλώνοντας μάλιστα ότι θα καταφύγει στον Εισαγγελέα. Σύμφωνα με ασφαλείς πηγές η 14 χρονη Μαριάννα παρουσιάστηκε οικειοθελώς στην Αστυνομία και δεν στοιχειωθετείτε από τα αποδεικτικά στοιχεία το αδίκημα της απαγωγής (αυτοί ήταν και οι αρχικοί φόβοι). Ένα ακόμα στοιχείο που προκύπτει από την αστυνομική έρευνα είναι και το γεγονός ότι δεν διέμεινε στη δομή φιλοξενίας μεταναστών (παρά τη φημολογία περί του αντιθέτου) στα π. στρατόπεδα Ασημακοπούλου όπου οι αστυνομικές δυνάμεις πραγματοποίησαν 3 επισταμένους ελέγχους το διάστημα της εξαφάνισής της για την ανεύρεσή της χωρίς όμως να βρεθούν ίχνη της.

Εκτός από τον δημοσιογραφικό κανιβαλισμό που τον διακρίνει (μιλάμε για μία υπόθεση που αφορά σε ανήλικο) και πέρα από το γεγονός ότι καμία «αλήθεια» δεν προκύπτει από το ρεπορτάζ (που σιγά μην προέκυπτε), ο γνωστός εκδότης (και φίλα προσκείμενος στο ακροδεξιό συνονθύλευμα της πόλης) εμπλέκει στον «μύθο» του και τους πρόσφυγες του πρώην στρατοπέδου Ασημακοπούλου (τους οποίους μάλιστα χαρακτηρίζει «μετανάστες»), προσδίδοντας στο αφήγημά του… φυλετικές διαστάσεις. Και όλο αυτό, σε μια χρονική περίοδο που αρχίζουν να «κοχλάζουν» ξανά τα ρατσιστικά ορμέμφυτα των «φιλήσυχων νοικοκυραίων».

Και πριν προλάβω να τελειώσω με τα προηγούμενα, σκάνε μύτη οι 11 Πολιτιστικοί-Εξωραϊστικοί Σύλλογοι από τις συνοικίες της πόλης οι οποίοι υπογράφουν ψήφισμα με το οποίο δηλώνουν την αντίθεσή τους στη μετεγκατάσταση και άλλων προσφύγων στο στρατόπεδο Ασημακοπούλου. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή, γιατί έχει παραγίνει αυτή η ιστορία με τους συλλόγους.

Το κύριο και ουσιαστικό: δεν πρόκειται για συλλόγους που παράγουν πολιτισμό, την έννοια του οποίου έχουν ταυτίσει αποκλειστικά με την κακώς νοούμενη παράδοση και με τις εκδοχές της να καταλήγουν συνήθως σε απερίγραπτες γραφικότητες. Στην καλύτερη, διατηρούν ένα χορευτικό συγκρότημα και, κατά καιρούς, διοργανώνουν και από καμιά εκδρομή. Αφήνω κατά μέρος το εξωραϊστικό μέρος των δραστηριοτήτων τους, η ανυπαρξία του οποίου «δηλώνεται» καθημερινά μέσα από την εικόνα των γειτονιών τους.

Και αφού ΔΕΝ είναι αυτό που «περιγράφει» η «σφραγίδα» τους, τότε τι είναι; Κατά κανόνα, μικρές παρέες πολιτών με κοινά ενδιαφέροντα, ενίοτε και με προσωπικές (ή και επαγγελματικές) φιλοδοξίες που ακυρώνουν το στοιχείο της «κοινωνικής προσφοράς». Κοινώς, ομάδες «τοπικών παραγόντων» τρίτης και τέταρτης κατηγορίας.

Το δυστύχημα με όλους αυτούς τους συλλόγους είναι ότι «ζουν» με την ψευδαίσθηση της «παραγωγής πολιτισμού». Βοηθούσης και της δημοσιογραφικής μετριότητας, οι δράσεις τους απολαμβάνουν υπέρμετρη δημοσιότητα και άκριτη αποδοχή. Είναι δε, τέτοια η προβολή του «έργου» τους, που ένα πολύ μεγάλο της τοπικής κοινωνίας ταυτίζει τον πολιτισμό με τα βήματα ενός καλαματιανού και τα άλματα ενός τσάμικου. Οποία συμφορά!

Αυτά ως προς την «ταυτότητα». Γιατί (και ερχόμαστε στα επίδικα), το τελευταίο διάστημα οι σύλλογοι αυτού του «τύπου» άρχισαν να εκφράζουν και απόψεις επί της πολιτικής, κάτι που παλαιότερα απέφευγαν όπως ο διάολος το λιβάνι. Ήταν, βλέπετε, και εκείνη η υπερκομματικότητα που έπρεπε να διαφυλαχτεί ως κόρη οφθαλμού. Άσχετα αν αυτή (η κόρη) αλληθώριζε συνήθως προς τα… δεξιά.

Πολύ φυσιολογικά, το «κόλπο» με τη «στροφή» τους προς την πολιτική, να έχει για επίκεντρο τις εθνικό-πατριωτικές μας παραδόσεις, θεματοφύλακες των οποίων έχουν αυτοκλήτως χριστεί. Ως τέτοιοι μας «συστήθηκαν» στα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, ως τέτοιοι έρχονται και τώρα να πρωτοστατήσουν στον αγώνα για την «καθαρότητα» της πόλης. Αυτοί που μέχρι χθες όμνυαν στις προσφυγικές μας παραδόσεις και παρουσιάζονταν ως οι συνεχιστές του προσφυγικού πολιτισμού, αυτοί οι ίδιοι «κυκλοφορούν» σήμερα με τη «σημαία του φόβου» και ζητούν να κλείσουν οι πόρτες μίας προσφυγικής δομής.

Και κάπως έτσι, αποκαλύπτεται ο «πολιτισμός» που διακονούν…

 

Θέλω να σας ενημερώσω ότι το περίφημο κοντέινερ των Εξαρχείων που με τόση «επικοινωνιακή λάμψη» απομάκρυνε από την πλατεία Εξαρχείων ο Δήμος της Αθήνας και η αστυνομία του Χρυσοχοΐδη (μέχρι και λάιβ μετάδοση «προσέφερε» στους θεατές του ο ΣΚΑΪ) ήταν ένα ανοιχτό ανταλλακτήριο βιβλίων και είχε τοποθετηθεί από τους αντιεξουσιαστές σε έναν χώρο όπου αλώνιζαν οι έμποροι ναρκωτικών. Αυτά!

Όπως συγκλονισμένος μαθαίνω από την εφημερίδα STAR, άνθισε το ακάνθινο στεφάνι του Χριστού. Το μεταφέρω γι’ αυτούς που δεν πιστεύουν ότι και ο κρίνος… εκσπερματίζει!

Υ π έ ρ ο χ ο !!! 440 ζευγάρια γυναικείων παπουτσιών, όσα και οι δολοφονίες γυναικών από τους συζύγους τους πέρυσι στην Τουρκία. Εργο του Vahit Tuna.

Κοτέτσια στην παρανομία

Η πρώην βουλευτής κ. Αλεξάνδρα Τσανάκα (φωτογραφία) έκανε χθες μια ενδιαφέρουσα ανάρτηση, σχετική με την αποτυχημένη συγκέντρωση πολιτών (όχι συλλόγων) έξω από το «Ασημακοπούλου»: «Προς τους 11 πολιτιστικούς συλλόγους που καλούν σε παράσταση διαμαρτυρίας για να μην εγκατασταθούν πρόσφυγες ή μετανάστες στο στρατόπεδο Ασημακοπούλου να θυμίσω : 1. Πάντα μετακινούνταν οι λαοί για να έχουν ένα καλύτερο αύριο πχ οι κάθοδος των Δωριεών.  2. Δεν φταίνε οι πρόσφυγες αλλά οι κυβερνήσεις που είτε με πολέμους ή κλέβοντας τους πόρους για τα προς το ζειν ΑΝΑΓΚΑΖΟΥΝ τους ανθρώπους να μεταναστεύουν. 3. Φυσικά και πρέπει να υπάρχει σχέδιο για το που και πως θα εγκατασταθούν οι πρόσφυγες αλλά κυρίως πως θα αφομοιωθούν και θα ζήσουν με αξιοπρέπεια. Τέλος με τέτοιου τύπου εκδηλώσεις αναθαρρούν οι ξενόφοβοι και οι ρατσιστές. Εγώ πάντως δεν πρόκειται να πάω σε καμία από τις δύο εκδηλώσεις και παρακαλώ και όλους τους πολίτες της Καβάλας να κάνουν το ίδιο».

μικρά πρωινά από τον Νίκο Γενικόπουλο

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Μια πραγματεία πολιτικής οικολογίας προς χρήση των νέων γενεών – Un trattato di ecologia politica ad uso delle giovani generazioni

του Sandro Moiso

Razmig Keucheyan, Η φύση είναι ένα πεδίο μάχης. Δοκίμιο πολιτικής οικολογίαςLa natura è un campo di battaglia. Saggio di ecologia politica, Ombre corte, Verona 2019, pp. 168, 15,00 euro

Η εμπειρία της γενιάς μας: το γεγονός ότι ο καπιταλισμός δεν θα πεθάνει από φυσικό θάνατο (Walter Benjamin)

Από την παραπομπή του Benjamin που παρατέθηκε ανωτέρω το κείμενο του Razmig Keucheyan αποκαλύπτει την πρόθεσή του: να διερευνήσει τη στενή διασύνδεση μεταξύ της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της χρήσης της Φύσης και της ιδεολογίας της και της δημιουργίας περιβαλλοντικών ανισοτήτων για να αποκαλύψει πώς όλα αυτά οφείλονται αυστηρά στην ταξική σύγκρουση που στηρίζει και καθορίζει κάθε οικονομική, πολιτική και κοινωνική επιλογή της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Όχι μόνο στη Δύση, αλλά σε πλανητική κλίμακα.

Ο συγγραφέας, γεννημένος το 1975, είναι επί του παρόντος καθηγητής στο Κέντρο Émile Durkheim του Πανεπιστημίου του Μπορντό και μέλος του συντακτικού συμβουλίου του περιοδικού «Actuel Marx». Εκτός από αυτό αναγνωρίζεται ως ένας από τους πιο εξειδικευμένους γνώστες του έργου του Antonio Gramsci και έχει προσχωρήσει στο αντικαπιταλιστικό Nouveau Parti, έχει επίσης υπογράψει, το 2014, την έκκληση του Κινήματος για την VI Répubblica που ξεκίνησε από τον Jean-Luc Mélenchon και από το Parti de gauche.

Μια πολιτική και πολιτισμική »αριστερή» στράτευση και «gramsciana» που προκύπτει από κάθε σελίδα ενός κειμένου το οποίο, ακριβώς για τους λόγους αυτούς, είναι συγχρόνως διεγερτικό και αμφισβητήσιμο (λόγω μιας έκδηλης και ίσως υπερβολικής μεταρρυθμιστικής ελπίδας) για όλους εκείνους που αυτή τη στιγμή ασχολούνται με προβλήματα που σχετίζονται με την περιβαλλοντική, οικονομική και κλιματική κρίση και τις συνέπειες που μπορεί να έχουν αυτές επάνω στις κοινωνικές συγκρούσεις που έχουν ήδη ξεκινήσει όπως και τις μελλοντικές.

Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στη Γαλλία το 2014, το κείμενο βασικά περιστρέφεται γύρω από τρία θέματα που θεωρούνται θεμελιώδη από τον συντάκτη και τα οποία αποτελούν τα τρία μέρη που το απαρτίζουν: περιβαλλοντικός ρατσισμός, χρηματιστηριοποίηση της φύσης μέσω ασφαλιστικών πρακτικών έναντι κλιματικών κινδύνων και στρατιωτικοποίηση της οικολογίας. Όλα είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους.

Τρία θέματα μέσα από τα οποία ο συγγραφέας περιγράφει και οριοθετεί έναν διάλογο στο κέντρο του οποίου τίθεται συνεχώς το θέμα των κοινωνικών, οικονομικών και «φυλετικών» ανισοτήτων που αποτελούν το κεντρικό και σίγουρα το πλέον αντιφατικό-εχθρικό πρόβλημα της τρέχουσας κλιματικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης που, πέρα από τις περιβαλλοντικές και φυσικές της υποδηλώσεις, αποδεικνύεται πρωτίστως να είναι ξανά ένα ζήτημα ταξικό.

Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει στον συγγραφέα να ξεπεράσει τις τυπικές οικολογικές θέσεις ενός κινήματος όπως οι Παρασκευές για το Μέλλον- Fridays For Future, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοσιακές οικολογικές τάσεις, φαίνεται να θέλουν να ενώσουν όλη την ανθρωπότητα, χωρίς διακρίσεις τάξεων ή συμμετοχής-καταχώρισης στις φτωχότερες περιοχές του πλανήτη, σε μια κοινή μάχη για τη σωτηρία ενός οίκου που θεωρείται «κοινός», όπως και τις θέσεις εκείνης της αριστεράς, οι οποία, στο όνομα μιας όλο και λιγότερο αξιόπιστης προόδου και μιας ολοένα και πιο καταστροφικής εξέλιξης, απορρίπτουν τους περιβαλλοντικούς αγώνες θεωρώντας τους ένα απλό προϊόν της αστικής ιδεολογίας.

Εάν είναι πράγματι αλήθεια ότι, μέσα στην τρέχουσα κρίση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο πράσινος καπιταλισμός-green capitalism μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο επανέναρξης της καινοτόμου και παραγωγικής δυναμικής χρήσιμης για την ανάκαμψη των διεργασιών συσσώρευσης όλο και πιο ασφυκτικών, είναι επίσης αλήθεια ότι ακριβώς αυτές οι πολιτικές, που ισχυρίζονται ότι προτείνουν ένα πιο βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης, θα τείνουν να επιτείνουν τις ταξικές διαφοροποιήσεις και να διαχωρίζουν όλο και περισσότερο τη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας η οποία, εκ των πραγμάτων, θα τις υποφέρει-υποστεί από μια μειοψηφία που θα επωφεληθεί από αυτές αποκομίζοντας κέρδος.

Ως απόδειξη αυτού του γεγονότος αρκεί να αναλογιστούμε επί του γεγονότος ότι το ίδιο το γαλλικό κίνημα των κίτρινων γιλέκων-gilets jaunes προέκυψε ακριβώς ξεκινώντας από μια αύξηση του κόστους των καυσίμων που δικαιολογήθηκε από την κοινή ανάγκη χρηματοδότησης πρωτοβουλιών για την προστασία του περιβάλλοντος ή την ανανέωση των παραγωγικών μηχανισμών με πράσινο χαρακτήρα. Ένα από τα συνθήματα του κινήματος δήλωνε πράγματι ότι την περιβαλλοντική κρίση πρέπει πρώτοι απ’ όλους να την πληρώσουν εκείνοι, κυβερνήτες και επιχειρηματίες, που ήταν η αιτία αυτής της κρίσης.

Συνεπώς τοποθετούμε στο ακριβές πλαίσιο την τρέχουσα πλανητική κατάσταση έκτακτης ανάγκης από την ταξική οπτική (στην οποία πρέπει να προστεθούν στη συνέχεια, όπως κάνει ο συγγραφέας, η φυλετική και φύλου, μιας και είναι συχνά οι γυναίκες που αποτελούν τον πιο αδύναμο και πιο ευάλωτο κρίκο στην αλυσίδα εκείνων που υφίστανται-υποφέρουν περισσότερο από τις συνέπειες της) και ως εκ τούτου καθίσταται πολύ σημαντική η επανάληψη ενός κοινού αιτήματος για περιβαλλοντική δικαιοσύνη που να μη βασίζεται πάλι σε παγκόσμιες αρχές, πολύ συχνά γενικές και απατηλές, αλλά στην υπέρβαση μιας εξαιρετικά συγκεκριμένης δυσφορίας-αντιξοότητας και στις απαντήσεις που πρέπει να δοθούν σε ανάγκες και επιθυμίες που δεν ανήκουν με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους τομείς του πληθυσμού, αλλά οι οποίες, πολύ συχνά επικεντρώνονται κυρίως στις περιοχές που κατοικούν οι φτωχότερες και περισσότερο μειονεκτούσες ομάδες.

Είτε πρόκειται για χώρους ταφής τοξικών αποβλήτων κοντά σε υποβαθμισμένες αστικές περιοχές, είτε πρόκειται για τις διάφορες συνέπειες που μπορούν να έχουν δήθεν «φυσικές» καταστροφές (για παράδειγμα ο τυφώνας Katrina το 2005) σε διαφορετικούς τομείς πολιτών: χάσιμο του σπιτιού και των υπαρχόντων (για παράδειγμα από το αφρο-αμερικανικό στοιχείο της Νέας Ορλεάνης) και τεράστια κέρδη επάνω στην κερδοσκοπία του οικοδομικού κλάδου που συνδέεται με την ανακατασκευή για το άλλο (λευκό και πλούσιο).

Αλλά, όπως δείχνει πολύ καλά το κείμενο, και οι πόλεμοι φέρουν (τολμώ να πω από πάντα) τη συμβολή τους στην περιβαλλοντική καταστροφή, δίδοντας ζωή σε μεταναστευτικές κινήσεις, με διαφορετική ένταση ανάλογα με τη σύγκρουση και τις πληγείσες περιοχές, των οποίων σήμερα βλέπουμε τις συνέπειες στην τεράστια μάζα προσφύγων που προσπαθούν να ξεφύγουν από όλα αυτά. Και για τους οποίους δεν υπάρχει ακόμα το «κοινό σπίτι» για το οποίο μιλά η Greta Thunberg.

Πόλεμοι που, επιπλέον, αποθηκεύουν τις αξέχαστες αναμνήσεις τους επί μακρόν σε εδάφη και σώματα: από τον πορτοκαλί πράκτορα [αποφυλλωτικό που ψεκάστηκε ευρέως παντού και ονομάστηκε κατ’ αυτό τον τρόπο από τον αμερικανικό στρατό] στο Βιετνάμ, ο οποίος κατέστρεψε τη χώρα εκείνη για πολλά χρόνια ακόμη και μετά το τέλος του πολέμου και τα σώματα πολλών από εκείνους που πολέμησαν σε αυτόν, στο ένα μέτωπο ή στο άλλο. στο εμπλουτισμένο ουράνιο που με τη σειρά του μαστίζει τα περιβάλλοντα, και για άλλη μια φορά τα σώματα, σε όλους τους τομείς όπου το Νατο παρενέβη για τις ειρηνευτικές του αποστολές.

Η φύση, όπως λέει ο τίτλος του κειμένου, είναι πραγματικά ένα πεδίο μάχης, μάλλον είναι θέατρο ενός αυθεντικού ταξικού πολέμου, που δεν ομολογείται και εκ των πραγμάτων τον αρνούνται όλοι εκείνοι που τον ξεκίνησαν και τον οδηγούν στο όνομα του κέρδους και του ιδιωτικού συμφέροντος, και το βιβλίο του Keucheyan μας βοηθά να το κατανοήσουμε ακόμα καλύτερα. Ώστε να μπορέσουμε, τελικά, ακριβώς να επιτύχουμε να πεθάνει ο καπιταλισμός.

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Από την άμπωτη του αριστερού πατριωτισμού στην παλίρροια του ταξικού αντιφασιστικού κινήματος

Σε λίγες μέρες άλλη μια «γιορτή της δημοκρατίας» ολοκληρώνεται με τη μισή χώρα, απ’ ότι φαίνεται, να μην θέλει να γιορτάσει. Δεν πειράζει, «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα» όπως λέει και ο Τσίπρας. Εν μέσω εκλογικού αναβρασμού λοιπόν το παρόν κείμενο είναι μια προσπάθεια ερμηνείας του αναμορφωμένου εκλογικού τοπίου και ανάγνωσης της πολιτικής συγκυρίας από την σκοπιά του ταξικού αντιφασιστικού κινήματος.

Στις γραμμές που ακολουθούν προσπαθούμε να απαντήσουμε σε κάποια σημαντικά κατά τη γνώμη μας ερωτήματα: γιατί ηττήθηκε (όλη) η αριστερά και τι σηματοδοτεί αυτή η ήττα για τις ελευθεριακές δυνάμεις; Τι σημαίνει η εκλογική καθίζηση της Χρυσής Αυγής; Τι κρύβεται πίσω από την αποχή;

Από την εξέταση των παραπάνω ερωτημάτων, οι θέσεις που αναπτύχθηκαν διαμορφώνονται συνοπτικά ως εξής:

Πρώτα και κύρια, το εκλογικό παιχνίδι κρίθηκε στο μακεδονικό. Στη βάση αυτή, η αριστερά ηττήθηκε λόγω της αξιακής και τακτικής της πρόσδεσης στο άρμα του «υγιούς πατριωτισμού», με την ήττα της να σηματοδοτεί την ήττα της ριζοσπαστικής εκδοχής του κοινοβουλευτισμού. Ακόμα, σε αντίθεση με τους φαιδρούς πανηγυρισμούς του «συνταγματικού τόξου» η εκλογική καθίζηση της ΧΑ δεν μεταφράζεται σε πολιτική ήττα του εθνικισμού. Ο εθνικισμός είναι εδώ, δυνατός στη βουλή, αδύνατος στον δρόμο.

Τέλος, η πρόσφατη εκλογική διαδικασία επιβεβαίωσε ξανά την ύπαρξη ενός κοινωνικού τμήματος για το οποίο η αποχή αποτελεί πολιτική στάση. Δεν υποστηρίζουμε ότι το εν λόγω τμήμα πιάνει το σύνολο του 40-50% που απέχει, δεν ξέρουμε καν αν είναι πλειοψηφικό. Είναι όμως ένα τμήμα του και μάλιστα μαζικό, νεανικό και προλεταριακό· είναι το νέο ευέλικτο προλεταριάτο που αναδύεται στις στάχτες της μνημονιακής επίθεσης και αποτελεί τη νέα ριζοσπαστική γενιά της αποχής.

 

Ας μιλήσουν οι αριθμοί

Στις ευρωεκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε με σχεδόν 10% διαφορά από τη ΝΔ των μακεδονομάχων. Το ΚΚΕ (5,35%) έχασε καμιά 40αριά χιλιάδες ψήφους από τις ευρωεκλογές του 2014 και στις δημοτικές έχασε 4 από τους 5 δήμους του. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ (0,64%) έπεσε κι αυτή σε σχέση με 2014 και 2015. Οι πατριώτες της ΛΑΕ (0,56%) και της Πλεύσης Ελευθερίας (1,61%) δεν κατάφεραν να εξαργυρώσουν εκλογικά τη συστράτευσή τους με τους φασίστες στο μακεδονικό, ενώ οι λοιποί σταλινο-μαο-τροτσκιστές (Μ-Λ ΚΚΕ [0,22%], ΟΚΔΕ [0.09%]) συνέχισαν κλασσικά τη σκοπιά τους ως αριστεροί φαντάροι του κοινοβουλευτισμού. Μοναδικός νικητής, ο ταγός των αριστερών εντρεπρενέρ Γιάννης Βαρουφάκης (2,99%), που ως υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 είχε δηλώσει αξέχαστα ότι σε καιρούς οικονομικής κρίσης, τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του κεφαλαίου είναι κοινά.

Στο άλλο στρατόπεδο του κοινοβουλευτισμού, οι εθνικιστές τα πήγαν μια χαρά. Στις εκλογές φυσικά γιατί στην πραγματική ζωή οι αντιφασιστικές δυνάμεις τους κρατάνε στις τρύπες τους. Παρόλα τα πανηγύρια για την απώλεια 260 χιλιάδων ψήφων της ΧΑ, ο εθνικισμός δεν έχασε καμία. Ανακυκλώθηκαν όλες σε ΝΔ, Ελληνική λύση και λοιπά ακροδεξιά ζόμπι.

Δεν είναι φυσικά το ίδιο νομιμοποιημένη, άρα και το ίδιο ανεξέλεγκτη, μια ΧΑ με 3% και μια ΧΑ με 13%. Οι ταγμένοι χρυσαυγίτες όμως είναι έτσι κι αλλιώς 200 άτομα σε όλη την Ελλάδα. Εγκληματίες μεν αλλά μαλθακοί, οπορτουνιστές και εξαρτημένοι από τους μπάτσους και το ρευστό. Οι ψηφοφόροι τους από την άλλη είναι χιλιάδες και οι απόψεις τους είναι επικίνδυνες όπου και να το ρίχνουν.

Το ότι χιλιάδες λοιπόν πρώην ψηφοφόροι της ΧΑ πήγαν ντουγρού στην κυριλέ ΝΔ, δεν θα πρέπει να εφησυχάζει κανέναν. Το ’91 η ΝΔ δεν χρειάστηκε χρυσαυγίτες για να επιτεθεί στα κατειλημμένα σχολεία της Πάτρας και να δολοφονήσει τον Τεμπονέρα. Είχε τις δικές της παρακρατικές εγκληματικές ομάδες κρούσης, όπως οι Κένταυροι και οι Rangers, και τους δικούς της δολοφόνους όπως ο Ιωάννης Καλαμπόκας, πρόεδρος τότε της ΟΝΝΕΔ Αχαΐας.

 

Η νέα ριζοσπαστική γενιά της αποχής

Το πραγματικό μήνυμα των εκλογών δόθηκε κατά τη γνώμη μας στην αποχή της νεολαίας και του ευέλικτου προλεταριάτου. Η αποχή έφτασε πάλι στα ύψη με περίπου 42% στις 26 Μαΐου και περίπου 55% στις επαναληπτικές της 2ας Ιουνίου. Τέσσερα εκατομμύρια (4.154.494) άνθρωποι δεν πήγαν να ψηφίσουν. «Βαρέθηκαν να τραβηχτούν μέχρι τον τόπο τους» λένε στα καφενεία. Ούτε καν. Ακόμα και η Καθημερινή παραδέχεται ότι τα υψηλά ποσοστά αποχής που χτυπάνε κόκκινο στα αστικά κέντρα -όπου δεν υπάρχει δυσκολία μετακίνησης- αποδεικνύουν ότι η αποχή δεν οφείλεται στην απόσταση αλλά έχει καθαρά πολιτικό χαρακτήρα. Η αποχή λοιπόν για ένα τμήμα όσων απείχαν αποτελεί πολιτική στάση ενάντια στον κοινοβουλευτισμό, τον διάχυτο εθνικισμό και τον ξύλινο κομματικό λόγο.

Πρωταγωνιστές της αποχής είναι και πάλι οι νέοι. Αυτοί που δεν χρειάζονται καθοδήγηση για να καταλάβουν ότι οι φασίστες θέλουν ξύλο. Αυτοί που έλκονται ενστικτωδώς από τις ελευθεριακές ιδέες γιατί η αυτοοργάνωση και η μαχητικότητα είναι γι’ αυτούς ζωτικές ανάγκες και όχι ιδεολογικά εργαλεία. Αυτοί που δεν συγκινούνται από την επαναστατική φανφαρολογία της αριστεράς γιατί καταλαβαίνουν ότι νοσεί από πασιφισμό και ψηφοθηρία.

Ο στρατός των επισφαλών εργαζόμενων στα κάτεργα των υπηρεσιών, η ψυλλιασμένη νεολαία των αστικών κέντρων και οι αντιφασιστικές παρέες ανά την Ελλάδα, δεν το έριξαν και δεν θα το ρίξουν πουθενά το 2019. Και δεν μιλάμε για μια χούφτα αλλά για χιλιάδες ανθρώπους μεταξύ 18-35 ετών. Η νεανική αποχή που οι αστικές φυλλάδες ονομάζουν «αποπολιτικοποίηση των νέων» για μας είναι το ακριβώς αντίθετο. Είναι η αντίσταση του κόσμου της σύγχρονης ευέλικτης εργασίας που το μόνο που ξέρει είναι το μίσος για τη δουλειά και η λαχτάρα του να απελευθερωθεί από τη ρουτίνα. Δεν είναι η εργατική τάξη που το ΚΚΕ και οι υπόλοιποι θέλουν περήφανη για την επαγγελματική της ταυτότητα. Είναι η οργισμένη εργατική τάξη που δεν αντέχει τις σκατοδουλειές και τα μικρο-μεγάλα αφεντικά τους. Είναι η νέα ριζοσπαστική γενιά της αποχής και δεν ανήκει στην αριστερά.

  

Αριστερός υγιής πατριωτισμός

Το μίνι κοινωνικό κράτος που προσπάθησε να χτίσει ο ΣΥΡΙΖΑ στα συντρίμμια της τελευταίας φάσης της μνημονιακής επίθεσης στην εργατική τάξη, δεν ήταν αρκετό για να τον κρατήσει στην εξουσία. Και εντάξει ο ΣΥΡΙΖΑ, κυβέρνηση είναι θα χάσει. Οι τραγικές συνέπειες της στάσης της υπόλοιπης αριστεράς (κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής), αποτυπώνονται και στο γεγονός ότι δεν μπόρεσε εκλογικά να καρπωθεί ούτε λίγο από το αντικυβερνητικό κλίμα και να το ριζοσπαστικοποιήσει. Το ΚΚΕ έβγαζε την Κανέλλη να μιλάει για την καταγωγή των Ελλήνων από τον μέγα στρατηλάτη, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ εμφανίστηκε δειλά-δειλά στον δρόμο μόνο για τα προσχήματα και ο Λαφαζάνης κατέβαινε στο Σύνταγμα με ελληνικές σημαίες.

Για άλλη μια φορά η αριστερά υποτίμησε τη δύναμη του εθνικισμού.

Ένα μεγάλο τμήμα της, κράτησε ψηλά τη σημαία του πατριωτισμού, χαμήλωσε τη σημαία του ταξικού αντιφασισμού και έμεινε σπίτι, μην θίξει τους μπαρμπάδες των συλλαλητηρίων και την κατηγορήσουν για εθνοπροδοσία. Έλα μου όμως που στην πατριωτική διελκυστίνδα κερδίζει πάντα ο εθνικιστής.

Είναι απλό. Όπως ήταν εμφανές ήδη εδώ και έναν χρόνο, το εκλογικό παιχνίδι παίχτηκε στα εθνικά ζητήματα, δηλαδή στο γήπεδο των εθνικιστών και όχι στα «οικονομικά» (μισθοί και επιδοματική πολιτική). Αντί να συγκρουστεί στη βάση του μαχητικού ταξικού αντιφασισμού και να μαζέψει τον κόσμο έξω από το γήπεδο, η αριστερά συγκρούστηκε στη βάση του «υγιούς πατριωτισμού» και προσπάθησε να κερδίσει τον αντίπαλο μέσα.

Αντί δηλαδή να καλέσει την εργατική τάξη να βγει μαχητικά στον δρόμο ως ανάχωμα στις φασιστικές συγκεντρώσεις και να φωνάξει ότι οι προλετάριοι δεν έχουν «εθνικό» συμφέρον, επέλεξε να παλεύει με τους εθνικιστές για το ποιος είναι ο πραγματικός πατριώτης. Αντί να προσπαθήσει να πλημμυρίσει τον δημόσιο χώρο και να απονομιμοποιήσει κοινωνικά τα συλλαλητήρια διαλύοντας τον παλλαϊκό-πανεθνικό χαρακτήρα τους, περιορίστηκε στο να καλεί τους αγνούς πατριώτες των συλλαλητηρίων να μην παρασύρονται από τους φασίστες.

Έτσι, η μακεδονία κατάπιε τους μισθούς και τα επιδόματα, δηλαδή οι εθνικές ιδέες απασχόλησαν τον κόσμο περισσότερο από «το ψωμί» και ο εθνικισμός κέρδισε το εκλογικό σώμα.

Είναι από εκείνες τις στιγμές που οι μαρξιστές αναλυτές βρίσκονται σε αδιέξοδο. «Τι άλλο έπρεπε να κάνουμε;» αναρωτιούνται «και καλοί πατριώτες ήμασταν και ενάντια στα μνημόνια και τους πλούσιους». Είναι οι στιγμές που το «εποικοδόμημα» καταπλακώνει τη «βάση» και οι αριστερές κοινωνικές εξισώσεις δεν λύνονται ούτε με τον Γκράμσι.

Όπως ο σερβικός εθνικισμός του «συντρόφου» Μιλόσεβιτς κατάπιε την σοσιαλιστική αδελφοσύνη στον εμφύλιο της Γιουγκοσλαβίας. Όπως η ανιαρή και καταπιεστική ζωή στη Ρωσία κατάπιε το κοινωνικό κράτος της Σοβιετικής Ένωσης, που έπεσε χωρίς να ανοίξει ρουθούνι, ενώ οι ουρές έξω από τα McDonalds στη Μόσχα το ‘90 μετρούσαν κάτι χιλιάδες κάθε μέρα. Η μηδενική ανεργία δεν ήταν αρκετή για να κινητοποιήσει τον ρωσικό λαό να υπερασπιστεί τον σοσιαλισμό απέναντι στην καταναλωτική ουτοπία της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Αλλά ξεχάσαμε… για όλα φταίει ο ιμπεριαλισμός.

Ας μην πέφτουν λοιπόν από τα σύννεφα. Οι αναρχικοί πάντα φώναζαν ότι όταν μιλάς για ταξικό αγώνα χωρίς να επιτίθεσαι στο έθνος-κράτος, σπρώχνεις τον κόσμο στην αγκαλιά της ακροδεξιάς. Ίσως είναι καιρός να τους ακούσουν.

 

 Μην το ψάχνετε δεν έχει άλλους

Τι στο διάολο δηλαδή, έγιναν όλοι εθνικιστές και φιλελέδες;

Όχι. Απλά οι εκατοντάδες χιλιάδες νέοι-ες αντιφασίστες-ριες που η αριστερά προσδοκούσε να την στηρίξουν δεν πήγαν να ψηφίσουν ενώ οι εθνικιστές και τα σόγια τους κατέβηκαν μαζικά προς τις κάλπες. Έτσι ο εθνικισμός φαίνεται να κυριαρχεί. Ωστόσο, το ότι οι εκλογές εμφανίζουν τον εθνικισμό ψηλά δεν σημαίνει ότι αυτό αντανακλά τη δύναμή του έξω από τις κάλπες. Τα 4 εκατομμύρια που απείχαν δεν είναι φασίστες, ούτε φιλελέδες.

Άρα η αποχή των αριστερών χαντάκωσε την αριστερά;

Και πάλι όχι. Γιατί οι εκατοντάδες χιλιάδες νέοι-ες αντιφασίστες-ριες που αναφέραμε πριν, δεν ανήκουν στην αριστερά. Ίσως είναι δύσκολο να το χωνέψουν αλλά ο μέσος 20άρης-30άρης αντιφασίστας σήμερα δεν είναι αριστερός. Δηλαδή; Απορρίπτει την κομματική οργάνωση και την επαναστατική φλυαρία. Η νέα ριζοσπαστική γενιά της αποχής που λέγαμε παραπάνω, μοιάζει περισσότερο με κοινωνικό συνοδοιπόρο του αναρχικού χώρου παρά με εναλλακτική εκλογική πελατεία.

Σε κάθε εκλογική διαδικασία τα τελευταία χρόνια γίνεται ακόμα πιο σαφές ότι η εκλογική δεξαμενή της αριστεράς στους κόλπους της νεολαίας και του σύγχρονου ευέλικτου προλεταριάτου στερεύει. Και αυτό γιατί συνεχίζει να βαράει σκοπιά στο έθνος, την κοινοβουλευτική νομιμότητα και τον τραγέλαφο των εκλογών. Οι αριστεροί ψήφισαν, δεν απείχαν. Απλά αυτοί είναι όλοι κι όλοι. Οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι της αριστεράς μαζί με τους εθνικιστές και τους φιλελεύθερους έμειναν να ασχολούνται με τις εκλογές.

Η αριστερά λοιπόν έχασε ψήφους όχι από τους αριστερούς που δεν πήγαν στις κάλπες αλλά από τους αντιφασίστες και τις αντιφασίστριες που δεν ψήφισαν. Και κατά την εκτίμησή μας δεν θα ψηφίσουν ούτε τον Ιούλη, επιβεβαιώνοντας έτσι μια άβολη αλήθεια: ότι η ελληνική αριστερά «δεν έχει άλλους».

Η εκλογική καθίζηση της αριστεράς σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο αποτελεί την ήττα της ριζοσπαστικής εκδοχής του κοινοβουλευτισμού που σιγά-σιγά καταρρέει σε ολόκληρο τον κόσμο. Κι αν κάποιοι αισιόδοξοι ερμήνευσαν τις κραυγές των ΣΥΡΙΖΟPODEMOS ως σάλπισμα νίκης της ευρωπαϊκής αριστεράς, τώρα καταλαβαίνουν ότι δεν ήταν παρά ο επιθανάτιος ρόγχος της. Η εκλογική ήττα της αριστεράς όμως δεν σημαίνει ήττα του ταξικού αντιφασιστικού κινήματος αλλά ίσως το ακριβώς αντίθετο: την μαχητική του αναγέννηση, μέσα από το καμίνι της ευέλικτης εργασίας και την ζωτικότητα του μαχητικού αντιφασισμού.

  

Ας αφήσουμε τον κοινοβουλευτισμό να φυτοζωεί και ας οικοδομήσουμε τις κοινότητες μας

Μας είναι αδιανόητο πως άνθρωποι με κριτική σκέψη, επιτρέπουν στον εαυτό τους να παραιτείται και να επαναλαμβάνει δεκαετίες τώρα την ίδια μάταιη διαδρομή μέχρι το παραβάν, για να ψηφίσει ανάμεσα σε ημιθανείς ηλικιωμένους με σταυρωμένα ψηφοδέλτια και μάτσο πατριάρχες που υποδεικνύουν στη γυναίκα τους ακόμα και πώς να σφραγίσει τον φάκελο.

Παρόλα αυτά, όποιος/α καίγεται τόσο πολύ ας πάει να ψηφίσει μπας και αισθανθεί καλύτερα με τη μιζέρια του. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο η ψήφος καθαυτή όσο η παθητική πολιτική στάση που συνήθως τη συνοδεύει. Η αποχή δεν αποτελεί για μας κάποιου είδους θρησκεία. Αν αύριο χτυπήσει 90% με την εργατική τάξη χωρίς δομές και κλεισμένη σπίτι όπως σήμερα, ελάχιστα πράγματα θα αλλάξουν και δεν ξέρουμε αν θα είναι προς το καλύτερο. Κυβέρνηση θα βγει χωρίς να τίθεται ζήτημα νομιμότητας και η ζωή θα συνεχιστεί κανονικά με την τηλεόραση να παίζει και τα αφεντικά να πλουτίζουν. Με απλά λόγια η αποχή δεν συνιστά από μόνη της εξεγερσιακό γεγονός ούτε συνεπάγεται οργανωτική αναβάθμιση του κινήματος.

Δεν πανηγυρίζουμε με ανθρώπους που δεν ψηφίζουν επειδή αδιαφορούν για το τι συμβαίνει. Αντίθετα θέλουμε ανθρώπους που ενώνονται και προασπίζονται τα ταξικά τους συμφέροντα και τις συλλογικές ελευθερίες στη γειτονιά, στην πόλη, στη δουλειά, στα σχολεία, στα πανεπιστήμια. Ανθρώπους που ενώνονται σε ελευθεριακές κοινότητες αγώνα που δρουν από κοινού για την ικανοποίηση των συλλογικών αναγκών και την εκπλήρωσή των ατομικών επιθυμιών. Κοινότητες αγώνα που απλώνονται στην πόλη και την κατακτούν από τα κάτω, με κύτταρά τους τις Καταλήψεις, τα αυτοδιαχειριζόμενα στέκια, τις πολιτικές συλλογικότητες, τα πρωτοβάθμια σωματεία, τις εργατικές συνελεύσεις, τους αντιφασιστικούς πυρήνες, τις φεμινιστικές ομάδες, τα συνεργατικά εγχειρήματα, τους αυτοδιαχειριζόμενους συναυλιακούς χώρους, τους αυτοοργανωμένους αθλητικούς συλλόγους και ό,τι άλλο μπορεί να γεννηθεί όταν η ανθρώπινη δημιουργικότητα συναντά τον αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση.

Το ενεργό πολιτικά άτομο για μας, δεν έχει καμία σχέση με τη φιγούρα ενός φλύαρου κομματικού στελέχους. Αντιθέτως, είναι ο καθένας και η καθεμία που εντάσσεται σε μια κοινότητα αγώνα με τον τρόπο που βρίσκει πιο πρόσφορο. Αρκεί να ενταχθεί σε ένα από τα κύτταρά της και να έχει συνείδηση των συλλογικών συμφερόντων-αναγκών που υπηρετεί. Αυτό εχθρεύονται οι εκλογές. Την απελευθέρωση της ανθρώπινης δημιουργικότητας στη συνεργατική και εξωθεσμική της μορφή.

Και ποιο είναι το καθήκον σου στη δημοκρατία; Μισή μέρα δουλειά, μισή μέρα τηλεόραση -γιατί είσαι ψόφιος- και κάθε τέσσερα χρόνια ψήφος για να νιώσεις ότι η γνώμη σου μετράει. Θες και κάτι παραπάνω. Γίνε «ενεργός πολίτης». Κατέβα δημοτικός σύμβουλος, κάνε δημόσια σχόλια για τα σκουπίδια ή για τους ασυνείδητους που παρκάρουν σε θέσεις ΑΜΕΑ, γίνε πρόεδρος στον τοπικό πολιτιστικό σύλλογο και ούτω καθεξής. Με λίγα λόγια, ασχολήσου με κάτι ακίνδυνο, τετριμμένο που δεν απαιτεί παρά βασικές γνώσεις δημοτικού και εμπιστεύσου τα υπόλοιπα στα παιδιά με τα σακάκια.

Σε 80 χρόνια ζωής, ένας άνθρωπος ψηφίζει περίπου 30 φορές (εθνικές, ευρωεκλογές, δημοτικές κλπ.). Σύνολο, μερικές ώρες που αποτελούν την πολιτική δράση μας ως πολίτες. Αυτό μας προσφέρει η κοινοβουλευτική δημοκρατία για να υπερασπιστούμε τα συμφέροντα μας. Κι όλες τις υπόλοιπες, μας αφήνει ελεύθερους να παλεύουμε τα αυτοάνοσα που μας προκαλεί το άγχος, τις δουλειές που δεν θα έπρεπε να είναι δουλειές, την ελληνική γραφειοκρατία, τα καθάρματα της αστυνομίας, τους φασίστες της διπλανής πόρτας. Ψήφιζε κάθε 4 χρόνια βάσει φυσιογνωμίας (ποιον γουστάρεις περισσότερο στην τηλεόραση) και το υπόλοιπο διάστημα κράζε ελεύθερα στα καφενεία και στα οικογενειακά τραπέζια. Αυτό είναι όλο, δεν είσαι υπόλογος σε κανέναν, δεν έχεις ευθύνη για τίποτα.

Ο κοινοβουλευτισμός δεν σου ζητάει πολλά, μόνο την ίδια σου τη ζωή.

Εμείς λοιπόν δεν θα του τη δώσουμε. Δεν θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια, ούτε θα κοιτάξουμε την πάρτη μας για να ζήσουμε πιο ήσυχα. Δεν θα κοιτάμε τους φασίστες να δηλητηριάζουν την πόλη μας, ούτε τα ντόπια αφεντικά να παραβιάζουν όποια διάταξη έχει μείνει όρθια από την κατεστραμμένη εργατική νομοθεσία. Δεν θα κοιτάμε τους ομοφοβικούς να σπέρνουν τον φόβο και τους νοικοκύρηδες να μας πετάνε στον δρόμο για να κάνουν τα σπίτια μας airbnb.

 

Οργάνωση για τις εξεγέρσεις που έρχονται

Τον Ιούλιο έχουμε αλλαγή βάρδιας στον κρατικό μηχανισμό. Από την αριστερή στη δεξιά αντιεξέγερση. Όχι δεν είναι το ίδιο αλλά δεν ξέρουμε και τι είναι χειρότερο. Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι υποσχέσεις του δρομολόγησαν μια διαδικασία κινηματικής απερήμωσης που θα σταματήσει με τον Μητσοτάκη. Η άμεση καταστολή θα είναι σφοδρή και το ταξικό αντιφασιστικό κίνημα θα απαντήσει.

Δεν ξέρουμε αν η ΝΔ θα κλείσει περισσότερες καταλήψεις από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ξέρουμε σίγουρα ότι θα εντείνει το πετσόκομμα των προλεταριακών κατακτήσεων, θα γιγαντώσει την καταστολή, θα υψώσει περισσότερες ξενοδοχειακές μονάδες με δούλους των 600 ευρώ, θα σιγοντάρει περισσότερο τους φασίστες σε τοπικό επίπεδο.

Μαθημένα όμως τα βουνά απ’ τα χιόνια.

Η Ελλάδα δεν είναι Ελβετία. Εδώ ο δημόσιος χώρος είναι ακόμα ανθηρός. Η εργατική τάξη και ο αντιφασιστικός κόσμος δίνει ακόμα ζωή στους δρόμους και στις πλατείες. Και δεν πρόκειται να σταματήσει. Σε καιρούς που ο φασισμός αναγεννιέται ως πολιτικό κίνημα παγκοσμίως και κατακτά δρόμους και κοινοβούλια, εδώ συνεχίζουμε να κατέχουμε το πρώτο. Ας μείνει στο γκέτο της βουλής για όσο ακόμα τον συντηρούν οι αστοί επιχειρηματίες και οι μικροαστοί νοικοκυραίοι του. Στην πραγματική ζωή δεν θα επιβληθεί ποτέ.

Εδώ και 10 περίπου χρόνια, από την έναρξη δηλαδή της μνημονιακής επίθεσης και την πολιτική αναδιοργάνωση του φασισμού καταφέραμε αρκετά. Οι δυνάμεις του ανεξάρτητου μαχητικού συνδικαλισμού έδειξαν ότι οι προλεταριακές κινητοποιήσεις μπορούν να δημιουργήσουν το δικό τους έδαφος, μακριά και ενάντια στα συνδικαλιστικά βαμπίρ. Ο μαχητικός αντιφασισμός απέδειξε ότι η τόλμη και η οργάνωση μπορούν να συντρίψουν τους φασίστες. Ακόμα και στο μακεδονικό που τα πάντα -από την αστυνομία μέχρι τα κανάλια- ήταν με το μέρος τους, η πραγματική ισχύς των φασιστών στον δρόμο αποδείχτηκε πενιχρή μπροστά στην αποφασιστικότητα και την εμπειρία των δυνάμεων του μαχητικού αντιφασισμού.

Η συμβολή του ελευθεριακού χώρου σε όλα τα παραπάνω είναι κάτι περισσότερο από καθοριστική. Η διάχυσή του σε μαχητικά ταξικά σχήματα και η τόλμη του απέναντι στους φασίστες, κινητοποίησαν αρκετό κόσμο, ακόμα κι αν οι αριθμοί είναι προς στιγμήν περιορισμένοι. Συν τοις άλλοις, όλα τα παραπάνω απέδειξαν την οξυδέρκεια των αναλύσεών του στο πεδίο του ταξικού αγώνα και της αντιφασιστικής τακτικής. Μια προλεταριακή οξυδέρκεια που τα ινστιτούτα των σταλινικών μάνατζερ της εργατικής τάξης δεν θα κατακτήσουν ποτέ.

Το τέλος της αριστερής διακυβέρνησης, μπορεί να συνοδεύεται από τη γενική καθίζηση της αριστεράς, όχι όμως κι από τη δική μας. Στον νέο πόλεμο που έρχεται θα είμαστε εκεί από την αρχή. Οι ελευθεριακές πολιτικές δυνάμεις, τα μαχητικά εργατικά σχήματα και ο στρατός του μαχητικού αντιφασισμού πρέπει να βγουν και πάλι στην πρώτη γραμμή όπως το έκαναν τα τέσσερα τελευταία χρόνια, παρά το κινηματικό μαρμάρωμα που προκάλεσαν οι συριζαίικες σειρήνες.

Να οργανωθούμε για τα εξεγερσιακά γεγονότα των επόμενων χρόνων. Να προετοιμάσουμε την προλεταριακή άμυνα. Να ανάψουμε τη φλόγα της προλεταριακής εξέγερσης, στέλνοντας σινιάλο ελπίδας και αντίστασης σε όλο τον κόσμο.

 

ΟΥΤΕ ΒΗΜΑ ΠΙΣΩ

 

αναρχική συλλογικότητα

Οκτάνα

μέλος της Αναρχικής Ομοσπονδίας

oktana.espivblogs.net

 

Από την άμπωτη του αριστερού πατριωτισμού στην παλίρροια του ταξικού αντιφασιστικού κινήματος

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Η ανησυχητική πραγματικότητα τρομάζει!

 

Πολλοί άνθρωποι μας ρώτησαν, τα τελευταία χρόνια, όταν επιστρέψαμε να περπατούμε τους δρόμους μετά από δεκαετίες πίσω από τα κάγκελα, γιατί η επιλογή των όπλων;

Οι περισσότερες απαντήσεις προήλθαν από εκείνους που δεν είχαν κάνει εκείνη την  επιλογή, δημοσιογράφους, συγγραφείς, κοινωνιολόγους, διάφορους αναλυτές.

Ακολούθησε κάποιο χρονικό διάστημα και μερικοί από εκείνους που έκαναν αυτή την επιλογή αναγνώρισαν τα κίνητρα τους απαντώντας στις φασιστικές σφαγές, όπως της Piazza Fontana στις 12 δεκεμβρίου 1969.

Σίγουρα η εικόνα των ανθρώπων που σκοτώθηκαν στις σφαγές, όχι μόνο στην Piazza Fontana, αλλά και στη Brescia 28 μαΐου 1974, ή στο τρένο Italicus τη νύχτα μεταξύ 3 και της 4 αυγούστου 1974, ενώ αυτό περνούσε από το San Benedetto Val di Sambro, συγκλόνιζαν την ευαισθησία και μπορούσαν να οδηγήσουν σε επιλογές. Αλλά προσπαθήστε να τις συγκρίνετε με τις εικόνες με τις οποίες τροφοδοτούμασταν κάθε μέρα και που προέρχονταν από το Βιετνάμ. Τα χρόνια ήταν τα ίδια, οι εικόνες όχι

 

[άλλες εικόνες μπορείτε να βρείτε στο internet]

 

 

προσπαθήστε να τις κοιτάξετε. Προσπαθήστε να σκεφτείτε τον εαυτό σας σε εκείνη την ηλικία μεταξύ είκοσι ή τριάντα χρόνων βλέποντας αυτές τις εικόνες, προσπαθήστε να φανταστείτε τους εαυτούς σας νέους ανθρώπους γεμάτους επιθυμία να δώσουν ένα νόημα στη ζωή τους, όχι μόνο να επιβιώσουν. Λοιπόν, στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχουν πολλές επιλογές: ή ξεφεύγεις και ρίχνεις το κεφάλι σου στην παχιά ομίχλη που σε εμποδίζει να κοιτάξεις την πραγματικότητα, συνεχίζοντας μια επιβίωση φτιαγμένη από εργασία, κατανάλωση και οικογένεια, ή ανοίγεις τα μάτια σου διάπλατα για να δεις καλύτερα και αποφασίζεις ότι πρέπει να κάνεις κάτι για να σταματήσεις αυτές τις φρικαλεότητες.

Κι εμείς τις επιλογές μας τις κάναμε.

Ίσως αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους σήμερα τα κορίτσια και τα αγόρια δεν βλέπουν την πραγματικότητα, αλλά κατευνάζουν το πάθος τους βυθίζοντας τους εαυτούς τους σε μια εικονική πραγματικότητα, χρήσιμη να μην παράγει αισθήσεις.

Σίγουρα εάν εξέταζαν προσεκτικά τους νεκρούς και τις ταλαιπωρίες που προκάλεσαν τα συμφέροντα και οι αφέλειες των πολιτικών στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, μόνο για λόγους προπαγάνδας, αυτές οι εικόνες θα μπορούσαν να προκαλέσουν την επιθυμία να κάνουν κάτι παρόμοιο με αυτό που κάναμε εμείς.

 

 

Αλλά προς το παρόν αυτοί κοιτάζουν από μιαν άλλη πλευρά, να είστε ήσυχοι. Προς το παρόν!

σημειώσεις:

*είναι η σφαγή του My Lai στην οποία 500 πολίτες σκοτώθηκαν εν ψυχρώ από την Compagnia Charlie, πρώτο τάγμα, 20ο πεζικού, του αμερικανικού στρατού. Τα επόμενα χρόνια, οι ειδήσεις για άλλες φρικαλεότητες στην περιοχή, φιλτράρονται στον Τύπο, συχνά πολλά χρόνια μετά το γεγονός. Για παράδειγμα, το 2003, η εφημερίδα του Ohio Toledo Blade, αποκάλυψε μια εκστρατεία βασανιστηρίων και δολοφονιών που διήρκεσε μήνες, συμπεριλαμβανομένης της συνοπτικής εκτέλεσης δύο τυφλών ανδρών από μια ομάδα ‘περιπολιών’ που ονομάζονταν Ομάδα Τίγρης.

*[θάνατος στο Μεξικό] Ονομάζονταν Βαλέρια, ήταν 23 μηνών. Πνίγηκε με τα χέρια της γύρω από το λαιμό του μπαμπά, στο Rio Grande, τον ποταμό που χωρίζει το Μεξικό από τις Ηνωμένες Πολιτείες. « Αμερική ξύπνα», ουρλιάζει το editorial του περιοδικού New York Times, «Είναι μια εικόνα που θα παραμείνει στη μνήμη». Ο Oscar Alberto Martinez Ramirez, 25 ετών, και η σύζυγός του Tania Vanessa Avalos, 21 ετών, εγκατέλειψαν το San Martin, μια γειτονιά του Σαν Σαλβαδόρ. Στη συνέχεια, η οικογένεια επέστρεφε από τη γέφυρα όταν ο Martínez [ο πατέρας] σταμάτησε και κοιτάζοντας τον ποταμό, είπε: «από εδώ θα περάσουμε απέναντι». διέσχισε πρώτος με το παιδί και την άφησε στην αμερικανική πλευρά. Στη συνέχεια γύρισε για να πάρει τη σύζυγό του, αλλά στο μεταξύ το μωρό είχε πέσει στο νερό. Αμέσως βούτηξε για να προσπαθήσει να την σώσει, αλλά το ρεύμα τους παρέσυρε και τους έπνιξε.

*[το παιδάκι] Alan Kurdi, ένα 3χρονο συριάκι ξαπλωμένο στην παραλία της Τουρκίας, τώρα πλέον άψυχο, τον σεπτέμβριο του 2015.

Ιστορίες που μιλάνε για αποτυχημένες αποδράσεις και πνιγμένες ελπίδες.

*Πριν από λίγους μήνες στο Matamoros υπήρχαν περίπου 1.800 άνθρωποι που περίμεναν να δώσουν συνέντευξη για άσυλο. Τώρα έχουν γίνει περίπου 300, αλλά δεδομένου ότι υπάρχουν μόνο τρεις υποδοχές συνεντεύξεων την εβδομάδα η ουρά είναι ακόμα πολύ μεγάλη.

* δύο δικηγόροι κατηγόρησαν για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας»: αξιωματούχους και πολιτικούς επειδή θα είχαν δημιουργήσει την «πιο θανατηφόρα διαδρομή μετανάστευσης στον κόσμο», κατά μήκος της οποίας έχουν πεθάνει 12.000 άνθρωποι.

»Χιλιάδες μετανάστες νεκροί στη θάλασσα «,η ΕΕ καταγγέλλεται ενώπιον του δικαστηρίου της Χάγης

 

L’inquieta realtà fa spavento!

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Kritik

Kritik

«Η επίθεση πρέπει να προετοιμαστεί προσεκτικά

όχι πλέον κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι αλλά δύναμη ενάντια σε δύναμη

μπορούμε ν’ ακούσουμε την ηχητική σχίση

το αίμα ρέει στη νέα ζωή που έρχεται»

Εγχειρίδιο επιβίωσης στην αγωνία του κεφαλαίου

Το βιβλίο αυτό αποτελεί μέρος της παράδοσης των «καλλιτεχνικών βιβλίων». Είναι δηλαδή ο καρπός μιας σοφής συνάθροισης εικόνων και κειμένων που εκπονούνται από ανελέητους κριτικούς (μερικών με διεθνή φήμη) για την κρίση του καπιταλιστικού πολιτισμού.
Αυτοί ενώθηκαν σε αυτή την περιπέτεια αποδεχόμενοι την πρόταση ενός πλήρως αντί-συγγραφικού ανωνυμάτου, συμμετέχοντες έτσι στην πραγματοποίηση ενός «συλλογικού έργου».
Στο βιβλίο, οι διάφορες κριτικές στο καπιταλιστικό σύστημα επικεντρώνονται στις αγωνιώδεις εκδηλώσεις των κύριων οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών δομών του, χρησιμοποιώντας τα διαφορετικά αρχεία καταγραφής της επιστημονικής ανάλυσης, της αφήγησης, της εικόνας. Όμως σε ανασκόπηση περνούν οι εξαιρετικές μορφές αντίστασης που άτομα, ομάδες και κινήματα ήξεραν να επινοήσουν και να εκφράσουν ενάντια στις ψυχικές και περιβαλλοντικές καταστροφές που ο παλαιός κόσμος που καταρρέει έχει καθορίσει και καθορίζει. Το αποτέλεσμα που προκύπτει για τον αναγνώστη είναι η προσέγγιση ενός χρήσιμου εργαλείου (ενός «εγχειριδίου», ακριβώς) για να κατανοήσουμε τις μη αναστρέψιμες κρίσεις στις οποίες έχουμε βυθιστεί. αλλά και ένα υποβλητικό και ελκυστικό αντικείμενο που πρέπει να εξεταστεί με μια παιχνιδιάρικη, οπτική και καλλιτεχνική προσέγγιση. Ενδιαφέρον για τη μοναδική και συναρπαστική «δομή» αυτού του βιβλίου θα έχουν πάνω απ’ όλα οι νέοι και οι πολύ νέοι, επειδή είναι συνηθισμένοι, μέσω της διαδεδομένης χρήσης των νέων μέσων, σε μια αποσπασματική και πολλαπλών ειδικοτήτων κατανάλωση των γνώσεων και μια οπτική αντίληψη βασισμένη στην επιλεκτικότητα και τη φινέτσα.

Kritik

Έψαχνα μια ήρεμη θάλασσα αλλά βρήκα εσένα

on .

 

Παραθέτουμε ένα απόσπασμα των «Εννέα καλών λόγων για να ξεκινήσουμε από το μηδέν» που δημοσιεύτηκε στο Kritik. Prontuario di sopravvivenza all’agonia del capitale,Εγχειρίδιο επιβίωσης στην αγωνία του κεφαλαίου (DeriveApprodi, στα βιβλιοπωλεία από 12 απριλίου 2019)

 

1. Το Κίνημα δεν υπάρχει πλέον. Μην ανησυχείτε, μείνετε ήσυχοι: δεν αναφερόμαστε στα κοινωνικά κινήματα, που ακόμα και τα τελευταία χρόνια, μερικές φορές εμφανίστηκαν, με αποσπασματικό, σποραδικό τρόπο, χωρίς να συνθέτουν κύκλο, με διφορούμενες και αντιφατικές γλώσσες, πρακτικές και αξιώσεις. Αλλά είναι και ίσως όλο και περισσότερο θα είναι έτσι, τα κινήματα μέσα στη μόνιμη κρίση είναι τερατώδη και μπάσταρδα πλάσματα. Εμείς – αν αυτή η αντωνυμία εξακολουθεί να έχει νόημα, εκεί όπου το Κίνημα δεν υπάρχει πια – καταλαβαίνουμε πολύ λίγο αυτά τα πλάσματα, επειδή δεν ανταποκρίνονται στις επιθυμίες μας, στους κώδικες μας, στη ρητορική μας. Αντίθετα, τα απορρίπτουμε συχνά, τα χαρακτηρίζουμε ως αντιδραστικά, συγχαίρουμε τους εαυτούς μας όταν η προφητεία είναι αυτοεκπληρούμενη. Σπάνια αντιθέτως προσπαθούμε να μας εκτοπίσουμε παραγωγικά: είναι αναμφισβήτητα πιο εύκολο να καταγγείλουμε την ασχήμια του τέρατος για να απαλλαγούμε από την ανεπάρκεια μας, αντί να αναρωτηθούμε συγκεκριμένα για τις δικές μας ανεπάρκειες ώστε να τοποθετήσουμε τους εαυτούς μας μέσα στα σπλάχνα του ανησυχητικού πλάσματος.

Λοιπόν, το κίνημα για το οποίο μιλάμε και το οποίο δεν υπάρχει πλέον είναι εκείνο της ιταλικής ανωμαλίας των χρόνων ’60 και ’70, της αλληλεπίδρασης μεταξύ αυτόνομης οργάνωσης και ταξικής αυτονομίας, μεταξύ σχεδίου έργου και αγώνα, μεταξύ ομάδων και διαδικασιών σύγκρουσης. Ήταν πραγματικά, σε εκείνη τη συγκεκριμένη συγκυρία, το κίνημα που καταργεί την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων. Είναι εκείνη η ανωμαλία, με μια ισχυρή έννοια, που μας επέτρεπε να ονομάσουμε τους εαυτούς μας ως «αγωνιστές του κινήματος» στη δεκαετία του ’80 και του ’90 χωρίς να χρειάζεται να δώσουμε περαιτέρω εξηγήσεις. Αυτό δεν συνέβαινε σε άλλα μέρη του κόσμου, όπου για κίνημα εννοούν απλά μια κινητοποίηση που αρχίζει και τελειώνει, γύρω από μια περιορισμένη αξίωση, και όπου ο σκληρός όρος του αγωνιστή αντικαθίσταται από την υγρή μορφή του ακτιβιστή.Τώρα, και όχι μόνο από σήμερα, είναι σαφές σε όλους ότι αυτή η ανωμαλία επιβιώνει μόνο ως ιδεολογική ταυτότητα, ή αν θέλουμε σαν λαμπρή γενεαλογία. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι επαναστάσεις δεν γίνονται με την ταυτότητα, την ιδεολογία ή την απλή γενεαλογία, είναι απαραίτητο να προχωρήσουμε. Όχι για χάρη του νέου, λέξη από μόνη της κενή και χωρίς νόημα, αλλά για το άχρηστο της νοσταλγίας, δηλαδή να φορέσουμε τα ρούχα του νεκρού για να αποφύγουμε το πένθος, να μην το επεξεργαστούμε.

Μετά το τέλος του Κινήματος, υπάρχει μόνο κατακλυσμός, μοναξιά και απελπισία; Όχι, καθόλου. Υπάρχει ανάγκη να αρχίσουμε πάλι. Επειδή κατά βάθος οι επαναστάτες μαχητές πάντα ξεκινούν απ’ την αρχή. Και όταν σταματούν να ξαναρχίζουν, σταματούν να είναι επαναστάτες αγωνιστές.

[…]

4. Το μέλλον είναι νεκρό. Ακούμε ήδη το βουητό του θορύβου στο παρασκήνιο: ιδού εκεί, αυτοί που κολακεύουν το νιχιλιστικό εξτρεμισμό. Χαλαρώστε και προσπαθήστε να σκεφτείτε, αν είστε σε θέση. Ο μηδενισμός, κυρίως μεταξύ των νέων, είναι ένα γεγονός. Είναι ένα πρόβλημα; Φυσικά, είναι ένα πρόβλημα. Αλλά αυτό το πρόβλημα είναι μέσα στα πράγματα, όχι στα λόγια που περιγράφουν τα πράγματα. Είναι ο μηδενισμός που παράγεται από το κεφάλαιο και από την κρίση. Είναι ο μηδενισμός της χρηματοδότησης και των λύκων της Wall Street ως μοντέλο ζωής. Είναι ο μηδενισμός των προσδοκιών που δεν βρίσκονται άλλο σε φθίνουσα πορεία, αλλά έχουν πλέον φθίνει. Σύντροφοι και συντρόφισσες, αν πραγματικά σας κοστίζει μεγάλη κούραση να κάνετε έρευνα και όχι ιδεολογία, τουλάχιστον την ώρα που πηγαίνετε στο κοινωνικό κέντρο ή στο πανεπιστήμιο συντονίστε το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου στα hit του καλοκαιριού. «Μόνο για απόψε – αγάπη και capoeira», «ένα αύριο δεν θα υπάρξει – λίγο σαν τις ιστορίες στο instantgram», «απόψε δεν θα σου πω όχι», και ούτω καθεξής. Προσοχή, δεν είναι η χαρούμενη κατάληψη του παρόντος του νεανικού προλεταριάτου, πίσω από το οποίο έδυε η θρησκευτική ηθική των θυσιών του κομμουνιστικού κόμματος. Και δεν είναι ούτε το no future των πανκ, σε ένα μίγμα θυμού και απόρριψης, απελπισίας και αυτοαποκλεισμού από μια κοινωνία που πήγαινε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό το presentism είναι εξ ολοκλήρου εσωτερικό στη μόνιμη κρίση και στην ριζοσπαστική ασυμμετρία των σχέσεων εξουσίας της, των ισορροπιών δυνάμεων αυτής, είναι η παραιτημένη συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχουν προσδοκίες και σημασία έχει απλά να απολαμβάνεις αυτό το λίγο που έχεις. Είναι ένας παθητικός, μη ενεργός μηδενισμός.

Το πρόβλημα δεν είναι να καταδικάσουμε όσους καίγουν τα πάντα. Οι αριστεροί το κάνουν αυτό γιατί φοβούνται ότι αργά ή γρήγορα κάποιος θα τους δώσει φωτιά και αυτούς. Το πρόβλημα είναι πώς οργανώνουμε προοπτική από την τέφρα, που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το μέλλον, διότι έχει τις ρίζες στην ουσιαστικότητα-την υλικότητα του παρόντος, εκείνου που είμαστε και εναντίον αυτού που προσπαθούμε να είμαστε. Πως αναλαμβάνουμε την αποτυχία των προοπτικών που προσφέρει το κεφάλαιο με ενεργό και όχι παθητικό τρόπο, δηλαδή σαν ευκαιρία για να οικοδομήσουμε απόλυτα αυτόνομες προσδοκίες. Πως κάνουμε δική μας την υπόθεση πως η ρήξη είναι μια διαδικασία και όχι ένα γεγονός, ένα θέλουμε τα πάντα και δεν ικανοποιούμαστε με τα περιθώρια, συλλογική αυτονομία και όχι τις παρενθετικές κοινότητες.

[…]

6. Δεν είμαστε εμείς εξτρεμιστές, η πραγματικότητα είναι ακραία. Η τυπικά δημοκρατική και αριστερή ιδέα σύμφωνα με την οποία η μετριοπάθεια των τόνων αντιστοιχεί σε μια διεύρυνση της συναίνεσης, υπήρξε πάντοτε πολιτικά βλαβερή, δηλητηριώδης. Στην πραγματικότητα βασίζεται σε μια ποσοτική αντίληψη της πολιτικής, οπότε κοιτάζουμε τα νούμερα και όχι την υποκειμενική δυναμικότητα. Αυτή η αντίληψη μπορεί να είναι χρήσιμη για όσους πρέπει να πάρουν ψήφους, είναι καταστροφική για όσους τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς θέλουν να καταστρέψουν. Ή είναι χρήσιμη για εκείνους που θέλουν να αναπαράγουν το δικό τους θεσμό, όσο loser και oριακός κι αν είναι, της πλάκας: και επιστρέφουμε στην ικανοποίηση για τους δύο επισυναπτόμενους συντρόφους. Σύγκρουση και συναίνεση, έλεγαν πριν από είκοσι χρόνια εκείνοι που έκαναν τα γλυκά μάτια στην κοινωνία των πολιτών (brrrr!), Πράγμα που σήμαινε: να προσποιούνται ότι κάνουν τη σύγκρουση με σκοπό να καταφέρουν συναίνεση για τους εαυτούς τους.

Ωστόσο, σήμερα εκείνη η ιδέα είναι επίσης ψευδής, επειδή η κρίση παράγει μια κοινωνική πόλωση στην οποία αντιστοιχεί μια πόλωση των συμπεριφορών, των παθών, των δυνατοτήτων. Πάντα συνέβη με αυτόν τον τρόπο, υπάρχουν φάσεις στις οποίες τα όρια μεταξύ επανάστασης και αντίδρασης στεγνώνουν. και το όριο μεταξύ των δυνατοτήτων κινητοποίησης με μια έννοια ή με την αντίθετη έννοια, είναι φευγαλέο εφήμερο και αναστρέψιμο.Αυτή η αναστρεψιμότητα δεν διαρκεί για πάντα: όταν σταθεροποιείται, το σύνορο παύει να είναι φευγαλέο. Μέχρι τότε, ισχύει αυτό που λέει ο ποιητής: όπου ο κίνδυνος είναι μέγιστος, εκεί αναπτύσσεται και αυτό που σώζει. Σήμερα είναι η σύγκρουση που περιέχει μέσα της την συναίνεση. Οι αντιδραστικοί το έχουν καταλάβει, «εμείς» όχι.

Όταν σήμερα ακούτε κάποιον να καλεί σε δημοκρατικά μέτωπα, να ξέρετε ότι είναι ένας εχθρός. Επειδή τα μέτωπα είναι ο εχθρός μας, που σημαίνει να ρίχνουμε νερό στο μύλο εκείνων που θέλουν να διατηρήσουν το status quo. Και, πάνω απ ‘όλα, μας είναι εχθρική η δημοκρατία, ένας εξαιρετικός μηχανισμός αποπολιτικοποίησης και εξάντλησης της υποκειμενικότητας. Η δημοκρατία δεν αρνείται τη δυνατότητα της σύγκρουσης, αλλά την αναισθητοποιεί και επιλύει μέσα στα όρια της συναίνεσης, δηλαδή των ίδιων των μορφών της αυτοαναπαραγωγής. Ο ποιητής σήμερα θα έλεγε: εκεί όπου αμφισβητείται η δημοκρατία, εκεί αυξάνεται και αυτό που σώζει. Προσθέτουμε: όπου υπάρχει η αριστερά και η δημοκρατία, πυροβολούμε χωρίς έλεος. Χωρίς δάκρυα για τα τριαντάφυλλα.

[…]

8. Έτσι, αγαπητές συντρόφισσες και αγαπητοί σύντροφοι προσκολλημένοι στις γκροτέσκες βεβαιότητες της κενής ταυτότητας σας, οι δρόμοι μας χωρίζονται αμείλικτα. Χωρίς πολεμικές, χωρίς μίσος, χωρίς μνησικακία. Δεν είστε εχθροί μας ούτε αντίπαλοι μας. Απλά, είστε άχρηστοι. Δεν αισθανόμαστε κανένα θυμό προς εσάς. Νιώθουμε κάτι που ίσως είναι πολύ χειρότερο: θλίψη και πόνο. Αν έχουμε χρόνο σας λέμε γρήγορα αντίο. Εάν αποφασίσετε να επιβιώσετε, αναπαράγοντας αυτό που είστε, δεν θα ξανασυναντηθούμε. Εάν αποφασίσετε να πεθάνετε για να ξαναγεννηθείτε, ξέρετε πού να μας βρείτε: μέσα και ενάντια σε μια πραγματικότητα που φτάνει απλά να την κοιτάξετε για να αισθανθείτε μίσος και θέληση να την καταστρέψετε.

9. Εμείς δεν είμαστε αιώνιοι: πρέπει να πεθάνουμε για να κατακτήσουμε την αθανασία. Πρέπει να μπαίνουμε συνεχώς σε κρίση για να γινόμαστε αυτό που πάντα υπήρξαμε. Είναι γνωστό ότι ένας από τους πιο όμορφους αν και ασυνείδητους ορισμούς του επαναστάτη αγωνιστή τον έδωσε ο Άγιος Παύλος: είμαστε άντρες και γυναίκες μέσα σε αυτόν τον κόσμο, όχι αυτού του κόσμου. Σήμερα πολλοί από εκείνους που βρίσκονται γύρω μας και στους οποίους είπαμε αντίο έχουν επιλέξει να είναι το αντίθετο: άντρες και γυναίκες αυτού του κόσμου, όχι μέσα – και κατά συνέπεια ενάντια σε – αυτόν τον κόσμο. Το άτομο είναι μόνο του, είπαμε. και είναι μόνη η οργάνωση που αναδιπλώθηκε για τη διαχείριση της ύπαρξης της, προσθέσαμε. Η συνειδητοποίηση των ηττών μας είναι αυτό που μας επιτρέπει να κάνουμε, εκ νέου και πάντα, την έφοδο στον ουρανό. Πίσω από τις αυτάρεσκες και θριαμβευτικές ρητορικές σας εμείς βλέπουμε την αποδοχή της χειρότερης ήττας: τη μοναξιά όσων από εκείνη την έφοδο έχουν οριστικά παραιτηθεί. Το έχετε βάλει στις ιστοσελίδες σας και το εκτυπώνετε στις μπλούζες σας επειδή δεν υπάρχει πλέον μέσα στο κεφάλι σας και στον τρόπο να ενεργείτε, να δράτε.

Και τότε, η μοναξιά μπορεί να νικηθεί μόνο μέσα στην μαχητική συνέρευνα μέσα στην ταξική σύνθεση, δηλαδή μέσα στο χάος, τις αντιφάσεις και τις αμφισημίες που την εμψυχώνουν, της δίνουν ζωή και την θρυμματίζουν. Μέσα και ενάντια. Να θρέφουν την οργάνωση με αυθορμητισμό και να οδηγούν την οργάνωση μέσα στον αυθορμητισμό. Η αυτονομία ήταν πάντα αυτό: είναι η οργάνωση που αντικατοπτρίζει και στοχάζεται επάνω στον αυθορμητισμό της, είναι ο αυθορμητισμός που αντικατοπτρίζει και στοχάζεται πάνω στη δική του οργάνωση. Είναι ένα στοίχημα που πηγαίνει στη ρίζα, θέτοντας σε λειτουργία εκείνο (to λίγο) που έχουμε, για να μπορέσουμε να κατακτήσουμε εκείνο (to πολύ) που επιθυμούμε.

Αν ψάχνετε μια ήρεμη θάλασσα για να απολαύσετε μια ιδεολογική ταυτότητα, μείνετε μακριά από αυτά τα κύματα. Εμείς ψάχνουμε ξανά την καταιγίδα. Είναι άχρηστο να ξεφορτώνουμε τις ανεπάρκειες μας επάνω στην υπάρχουσα υποκειμενικότητα. Εσείς που βλέπετε βαθύ σκοτάδι παντού, αναρωτηθείτε εάν είναι οι φακοί σας, τα γυαλιά σας που είναι σκούρα ή κοιτάζετε προς λάθος κατεύθυνση. Λοιπόν, δεν το έχετε καταλάβει ακόμα; Κανείς δεν κοιμάται – υπάρχει ο ήλιος ακόμα και τη νύχτα – το έχω πει χιλιάδες φορές – όλα μπορούν να συμβούν. Είμαστε έτοιμοι για κάτι περισσότερο από μια ξεχωριστή βραδιά;

 

Αν ψάχνετε μια ήρεμη θάλασσα για να απολαύσετε μια ιδεολογική ταυτότητα, μείνετε μακριά από αυτά τα κύματα. Εμείς ψάχνουμε ξανά την καταιγίδα. Είναι άχρηστο να ξεφορτώνουμε τις ανεπάρκειες μας επάνω στην υπάρχουσα υποκειμενικότητα. Εσείς που βλέπετε βαθύ σκοτάδι παντού, αναρωτηθείτε εάν είναι οι φακοί σας, τα γυαλιά σας που είναι σκούρα ή κοιτάζετε προς λάθος κατεύθυνση. Λοιπόν, δεν το έχετε καταλάβει ακόμα; Κανείς δεν κοιμάται – υπάρχει ο ήλιος ακόμα και τη νύχτα – το έχω πει χιλιάδες φορές – όλα μπορούν να συμβούν. Είμαστε έτοιμοι για κάτι περισσότερο από μια ξεχωριστή βραδιά;

 

http://commonware.org/index.php/gallery/879-cercavo-un-mare-calmo-ma-ho-trovato-te