σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Από την άμπωτη του αριστερού πατριωτισμού στην παλίρροια του ταξικού αντιφασιστικού κινήματος

Σε λίγες μέρες άλλη μια «γιορτή της δημοκρατίας» ολοκληρώνεται με τη μισή χώρα, απ’ ότι φαίνεται, να μην θέλει να γιορτάσει. Δεν πειράζει, «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα» όπως λέει και ο Τσίπρας. Εν μέσω εκλογικού αναβρασμού λοιπόν το παρόν κείμενο είναι μια προσπάθεια ερμηνείας του αναμορφωμένου εκλογικού τοπίου και ανάγνωσης της πολιτικής συγκυρίας από την σκοπιά του ταξικού αντιφασιστικού κινήματος.

Στις γραμμές που ακολουθούν προσπαθούμε να απαντήσουμε σε κάποια σημαντικά κατά τη γνώμη μας ερωτήματα: γιατί ηττήθηκε (όλη) η αριστερά και τι σηματοδοτεί αυτή η ήττα για τις ελευθεριακές δυνάμεις; Τι σημαίνει η εκλογική καθίζηση της Χρυσής Αυγής; Τι κρύβεται πίσω από την αποχή;

Από την εξέταση των παραπάνω ερωτημάτων, οι θέσεις που αναπτύχθηκαν διαμορφώνονται συνοπτικά ως εξής:

Πρώτα και κύρια, το εκλογικό παιχνίδι κρίθηκε στο μακεδονικό. Στη βάση αυτή, η αριστερά ηττήθηκε λόγω της αξιακής και τακτικής της πρόσδεσης στο άρμα του «υγιούς πατριωτισμού», με την ήττα της να σηματοδοτεί την ήττα της ριζοσπαστικής εκδοχής του κοινοβουλευτισμού. Ακόμα, σε αντίθεση με τους φαιδρούς πανηγυρισμούς του «συνταγματικού τόξου» η εκλογική καθίζηση της ΧΑ δεν μεταφράζεται σε πολιτική ήττα του εθνικισμού. Ο εθνικισμός είναι εδώ, δυνατός στη βουλή, αδύνατος στον δρόμο.

Τέλος, η πρόσφατη εκλογική διαδικασία επιβεβαίωσε ξανά την ύπαρξη ενός κοινωνικού τμήματος για το οποίο η αποχή αποτελεί πολιτική στάση. Δεν υποστηρίζουμε ότι το εν λόγω τμήμα πιάνει το σύνολο του 40-50% που απέχει, δεν ξέρουμε καν αν είναι πλειοψηφικό. Είναι όμως ένα τμήμα του και μάλιστα μαζικό, νεανικό και προλεταριακό· είναι το νέο ευέλικτο προλεταριάτο που αναδύεται στις στάχτες της μνημονιακής επίθεσης και αποτελεί τη νέα ριζοσπαστική γενιά της αποχής.

 

Ας μιλήσουν οι αριθμοί

Στις ευρωεκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε με σχεδόν 10% διαφορά από τη ΝΔ των μακεδονομάχων. Το ΚΚΕ (5,35%) έχασε καμιά 40αριά χιλιάδες ψήφους από τις ευρωεκλογές του 2014 και στις δημοτικές έχασε 4 από τους 5 δήμους του. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ (0,64%) έπεσε κι αυτή σε σχέση με 2014 και 2015. Οι πατριώτες της ΛΑΕ (0,56%) και της Πλεύσης Ελευθερίας (1,61%) δεν κατάφεραν να εξαργυρώσουν εκλογικά τη συστράτευσή τους με τους φασίστες στο μακεδονικό, ενώ οι λοιποί σταλινο-μαο-τροτσκιστές (Μ-Λ ΚΚΕ [0,22%], ΟΚΔΕ [0.09%]) συνέχισαν κλασσικά τη σκοπιά τους ως αριστεροί φαντάροι του κοινοβουλευτισμού. Μοναδικός νικητής, ο ταγός των αριστερών εντρεπρενέρ Γιάννης Βαρουφάκης (2,99%), που ως υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 είχε δηλώσει αξέχαστα ότι σε καιρούς οικονομικής κρίσης, τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του κεφαλαίου είναι κοινά.

Στο άλλο στρατόπεδο του κοινοβουλευτισμού, οι εθνικιστές τα πήγαν μια χαρά. Στις εκλογές φυσικά γιατί στην πραγματική ζωή οι αντιφασιστικές δυνάμεις τους κρατάνε στις τρύπες τους. Παρόλα τα πανηγύρια για την απώλεια 260 χιλιάδων ψήφων της ΧΑ, ο εθνικισμός δεν έχασε καμία. Ανακυκλώθηκαν όλες σε ΝΔ, Ελληνική λύση και λοιπά ακροδεξιά ζόμπι.

Δεν είναι φυσικά το ίδιο νομιμοποιημένη, άρα και το ίδιο ανεξέλεγκτη, μια ΧΑ με 3% και μια ΧΑ με 13%. Οι ταγμένοι χρυσαυγίτες όμως είναι έτσι κι αλλιώς 200 άτομα σε όλη την Ελλάδα. Εγκληματίες μεν αλλά μαλθακοί, οπορτουνιστές και εξαρτημένοι από τους μπάτσους και το ρευστό. Οι ψηφοφόροι τους από την άλλη είναι χιλιάδες και οι απόψεις τους είναι επικίνδυνες όπου και να το ρίχνουν.

Το ότι χιλιάδες λοιπόν πρώην ψηφοφόροι της ΧΑ πήγαν ντουγρού στην κυριλέ ΝΔ, δεν θα πρέπει να εφησυχάζει κανέναν. Το ’91 η ΝΔ δεν χρειάστηκε χρυσαυγίτες για να επιτεθεί στα κατειλημμένα σχολεία της Πάτρας και να δολοφονήσει τον Τεμπονέρα. Είχε τις δικές της παρακρατικές εγκληματικές ομάδες κρούσης, όπως οι Κένταυροι και οι Rangers, και τους δικούς της δολοφόνους όπως ο Ιωάννης Καλαμπόκας, πρόεδρος τότε της ΟΝΝΕΔ Αχαΐας.

 

Η νέα ριζοσπαστική γενιά της αποχής

Το πραγματικό μήνυμα των εκλογών δόθηκε κατά τη γνώμη μας στην αποχή της νεολαίας και του ευέλικτου προλεταριάτου. Η αποχή έφτασε πάλι στα ύψη με περίπου 42% στις 26 Μαΐου και περίπου 55% στις επαναληπτικές της 2ας Ιουνίου. Τέσσερα εκατομμύρια (4.154.494) άνθρωποι δεν πήγαν να ψηφίσουν. «Βαρέθηκαν να τραβηχτούν μέχρι τον τόπο τους» λένε στα καφενεία. Ούτε καν. Ακόμα και η Καθημερινή παραδέχεται ότι τα υψηλά ποσοστά αποχής που χτυπάνε κόκκινο στα αστικά κέντρα -όπου δεν υπάρχει δυσκολία μετακίνησης- αποδεικνύουν ότι η αποχή δεν οφείλεται στην απόσταση αλλά έχει καθαρά πολιτικό χαρακτήρα. Η αποχή λοιπόν για ένα τμήμα όσων απείχαν αποτελεί πολιτική στάση ενάντια στον κοινοβουλευτισμό, τον διάχυτο εθνικισμό και τον ξύλινο κομματικό λόγο.

Πρωταγωνιστές της αποχής είναι και πάλι οι νέοι. Αυτοί που δεν χρειάζονται καθοδήγηση για να καταλάβουν ότι οι φασίστες θέλουν ξύλο. Αυτοί που έλκονται ενστικτωδώς από τις ελευθεριακές ιδέες γιατί η αυτοοργάνωση και η μαχητικότητα είναι γι’ αυτούς ζωτικές ανάγκες και όχι ιδεολογικά εργαλεία. Αυτοί που δεν συγκινούνται από την επαναστατική φανφαρολογία της αριστεράς γιατί καταλαβαίνουν ότι νοσεί από πασιφισμό και ψηφοθηρία.

Ο στρατός των επισφαλών εργαζόμενων στα κάτεργα των υπηρεσιών, η ψυλλιασμένη νεολαία των αστικών κέντρων και οι αντιφασιστικές παρέες ανά την Ελλάδα, δεν το έριξαν και δεν θα το ρίξουν πουθενά το 2019. Και δεν μιλάμε για μια χούφτα αλλά για χιλιάδες ανθρώπους μεταξύ 18-35 ετών. Η νεανική αποχή που οι αστικές φυλλάδες ονομάζουν «αποπολιτικοποίηση των νέων» για μας είναι το ακριβώς αντίθετο. Είναι η αντίσταση του κόσμου της σύγχρονης ευέλικτης εργασίας που το μόνο που ξέρει είναι το μίσος για τη δουλειά και η λαχτάρα του να απελευθερωθεί από τη ρουτίνα. Δεν είναι η εργατική τάξη που το ΚΚΕ και οι υπόλοιποι θέλουν περήφανη για την επαγγελματική της ταυτότητα. Είναι η οργισμένη εργατική τάξη που δεν αντέχει τις σκατοδουλειές και τα μικρο-μεγάλα αφεντικά τους. Είναι η νέα ριζοσπαστική γενιά της αποχής και δεν ανήκει στην αριστερά.

  

Αριστερός υγιής πατριωτισμός

Το μίνι κοινωνικό κράτος που προσπάθησε να χτίσει ο ΣΥΡΙΖΑ στα συντρίμμια της τελευταίας φάσης της μνημονιακής επίθεσης στην εργατική τάξη, δεν ήταν αρκετό για να τον κρατήσει στην εξουσία. Και εντάξει ο ΣΥΡΙΖΑ, κυβέρνηση είναι θα χάσει. Οι τραγικές συνέπειες της στάσης της υπόλοιπης αριστεράς (κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής), αποτυπώνονται και στο γεγονός ότι δεν μπόρεσε εκλογικά να καρπωθεί ούτε λίγο από το αντικυβερνητικό κλίμα και να το ριζοσπαστικοποιήσει. Το ΚΚΕ έβγαζε την Κανέλλη να μιλάει για την καταγωγή των Ελλήνων από τον μέγα στρατηλάτη, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ εμφανίστηκε δειλά-δειλά στον δρόμο μόνο για τα προσχήματα και ο Λαφαζάνης κατέβαινε στο Σύνταγμα με ελληνικές σημαίες.

Για άλλη μια φορά η αριστερά υποτίμησε τη δύναμη του εθνικισμού.

Ένα μεγάλο τμήμα της, κράτησε ψηλά τη σημαία του πατριωτισμού, χαμήλωσε τη σημαία του ταξικού αντιφασισμού και έμεινε σπίτι, μην θίξει τους μπαρμπάδες των συλλαλητηρίων και την κατηγορήσουν για εθνοπροδοσία. Έλα μου όμως που στην πατριωτική διελκυστίνδα κερδίζει πάντα ο εθνικιστής.

Είναι απλό. Όπως ήταν εμφανές ήδη εδώ και έναν χρόνο, το εκλογικό παιχνίδι παίχτηκε στα εθνικά ζητήματα, δηλαδή στο γήπεδο των εθνικιστών και όχι στα «οικονομικά» (μισθοί και επιδοματική πολιτική). Αντί να συγκρουστεί στη βάση του μαχητικού ταξικού αντιφασισμού και να μαζέψει τον κόσμο έξω από το γήπεδο, η αριστερά συγκρούστηκε στη βάση του «υγιούς πατριωτισμού» και προσπάθησε να κερδίσει τον αντίπαλο μέσα.

Αντί δηλαδή να καλέσει την εργατική τάξη να βγει μαχητικά στον δρόμο ως ανάχωμα στις φασιστικές συγκεντρώσεις και να φωνάξει ότι οι προλετάριοι δεν έχουν «εθνικό» συμφέρον, επέλεξε να παλεύει με τους εθνικιστές για το ποιος είναι ο πραγματικός πατριώτης. Αντί να προσπαθήσει να πλημμυρίσει τον δημόσιο χώρο και να απονομιμοποιήσει κοινωνικά τα συλλαλητήρια διαλύοντας τον παλλαϊκό-πανεθνικό χαρακτήρα τους, περιορίστηκε στο να καλεί τους αγνούς πατριώτες των συλλαλητηρίων να μην παρασύρονται από τους φασίστες.

Έτσι, η μακεδονία κατάπιε τους μισθούς και τα επιδόματα, δηλαδή οι εθνικές ιδέες απασχόλησαν τον κόσμο περισσότερο από «το ψωμί» και ο εθνικισμός κέρδισε το εκλογικό σώμα.

Είναι από εκείνες τις στιγμές που οι μαρξιστές αναλυτές βρίσκονται σε αδιέξοδο. «Τι άλλο έπρεπε να κάνουμε;» αναρωτιούνται «και καλοί πατριώτες ήμασταν και ενάντια στα μνημόνια και τους πλούσιους». Είναι οι στιγμές που το «εποικοδόμημα» καταπλακώνει τη «βάση» και οι αριστερές κοινωνικές εξισώσεις δεν λύνονται ούτε με τον Γκράμσι.

Όπως ο σερβικός εθνικισμός του «συντρόφου» Μιλόσεβιτς κατάπιε την σοσιαλιστική αδελφοσύνη στον εμφύλιο της Γιουγκοσλαβίας. Όπως η ανιαρή και καταπιεστική ζωή στη Ρωσία κατάπιε το κοινωνικό κράτος της Σοβιετικής Ένωσης, που έπεσε χωρίς να ανοίξει ρουθούνι, ενώ οι ουρές έξω από τα McDonalds στη Μόσχα το ‘90 μετρούσαν κάτι χιλιάδες κάθε μέρα. Η μηδενική ανεργία δεν ήταν αρκετή για να κινητοποιήσει τον ρωσικό λαό να υπερασπιστεί τον σοσιαλισμό απέναντι στην καταναλωτική ουτοπία της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Αλλά ξεχάσαμε… για όλα φταίει ο ιμπεριαλισμός.

Ας μην πέφτουν λοιπόν από τα σύννεφα. Οι αναρχικοί πάντα φώναζαν ότι όταν μιλάς για ταξικό αγώνα χωρίς να επιτίθεσαι στο έθνος-κράτος, σπρώχνεις τον κόσμο στην αγκαλιά της ακροδεξιάς. Ίσως είναι καιρός να τους ακούσουν.

 

 Μην το ψάχνετε δεν έχει άλλους

Τι στο διάολο δηλαδή, έγιναν όλοι εθνικιστές και φιλελέδες;

Όχι. Απλά οι εκατοντάδες χιλιάδες νέοι-ες αντιφασίστες-ριες που η αριστερά προσδοκούσε να την στηρίξουν δεν πήγαν να ψηφίσουν ενώ οι εθνικιστές και τα σόγια τους κατέβηκαν μαζικά προς τις κάλπες. Έτσι ο εθνικισμός φαίνεται να κυριαρχεί. Ωστόσο, το ότι οι εκλογές εμφανίζουν τον εθνικισμό ψηλά δεν σημαίνει ότι αυτό αντανακλά τη δύναμή του έξω από τις κάλπες. Τα 4 εκατομμύρια που απείχαν δεν είναι φασίστες, ούτε φιλελέδες.

Άρα η αποχή των αριστερών χαντάκωσε την αριστερά;

Και πάλι όχι. Γιατί οι εκατοντάδες χιλιάδες νέοι-ες αντιφασίστες-ριες που αναφέραμε πριν, δεν ανήκουν στην αριστερά. Ίσως είναι δύσκολο να το χωνέψουν αλλά ο μέσος 20άρης-30άρης αντιφασίστας σήμερα δεν είναι αριστερός. Δηλαδή; Απορρίπτει την κομματική οργάνωση και την επαναστατική φλυαρία. Η νέα ριζοσπαστική γενιά της αποχής που λέγαμε παραπάνω, μοιάζει περισσότερο με κοινωνικό συνοδοιπόρο του αναρχικού χώρου παρά με εναλλακτική εκλογική πελατεία.

Σε κάθε εκλογική διαδικασία τα τελευταία χρόνια γίνεται ακόμα πιο σαφές ότι η εκλογική δεξαμενή της αριστεράς στους κόλπους της νεολαίας και του σύγχρονου ευέλικτου προλεταριάτου στερεύει. Και αυτό γιατί συνεχίζει να βαράει σκοπιά στο έθνος, την κοινοβουλευτική νομιμότητα και τον τραγέλαφο των εκλογών. Οι αριστεροί ψήφισαν, δεν απείχαν. Απλά αυτοί είναι όλοι κι όλοι. Οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι της αριστεράς μαζί με τους εθνικιστές και τους φιλελεύθερους έμειναν να ασχολούνται με τις εκλογές.

Η αριστερά λοιπόν έχασε ψήφους όχι από τους αριστερούς που δεν πήγαν στις κάλπες αλλά από τους αντιφασίστες και τις αντιφασίστριες που δεν ψήφισαν. Και κατά την εκτίμησή μας δεν θα ψηφίσουν ούτε τον Ιούλη, επιβεβαιώνοντας έτσι μια άβολη αλήθεια: ότι η ελληνική αριστερά «δεν έχει άλλους».

Η εκλογική καθίζηση της αριστεράς σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο αποτελεί την ήττα της ριζοσπαστικής εκδοχής του κοινοβουλευτισμού που σιγά-σιγά καταρρέει σε ολόκληρο τον κόσμο. Κι αν κάποιοι αισιόδοξοι ερμήνευσαν τις κραυγές των ΣΥΡΙΖΟPODEMOS ως σάλπισμα νίκης της ευρωπαϊκής αριστεράς, τώρα καταλαβαίνουν ότι δεν ήταν παρά ο επιθανάτιος ρόγχος της. Η εκλογική ήττα της αριστεράς όμως δεν σημαίνει ήττα του ταξικού αντιφασιστικού κινήματος αλλά ίσως το ακριβώς αντίθετο: την μαχητική του αναγέννηση, μέσα από το καμίνι της ευέλικτης εργασίας και την ζωτικότητα του μαχητικού αντιφασισμού.

  

Ας αφήσουμε τον κοινοβουλευτισμό να φυτοζωεί και ας οικοδομήσουμε τις κοινότητες μας

Μας είναι αδιανόητο πως άνθρωποι με κριτική σκέψη, επιτρέπουν στον εαυτό τους να παραιτείται και να επαναλαμβάνει δεκαετίες τώρα την ίδια μάταιη διαδρομή μέχρι το παραβάν, για να ψηφίσει ανάμεσα σε ημιθανείς ηλικιωμένους με σταυρωμένα ψηφοδέλτια και μάτσο πατριάρχες που υποδεικνύουν στη γυναίκα τους ακόμα και πώς να σφραγίσει τον φάκελο.

Παρόλα αυτά, όποιος/α καίγεται τόσο πολύ ας πάει να ψηφίσει μπας και αισθανθεί καλύτερα με τη μιζέρια του. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο η ψήφος καθαυτή όσο η παθητική πολιτική στάση που συνήθως τη συνοδεύει. Η αποχή δεν αποτελεί για μας κάποιου είδους θρησκεία. Αν αύριο χτυπήσει 90% με την εργατική τάξη χωρίς δομές και κλεισμένη σπίτι όπως σήμερα, ελάχιστα πράγματα θα αλλάξουν και δεν ξέρουμε αν θα είναι προς το καλύτερο. Κυβέρνηση θα βγει χωρίς να τίθεται ζήτημα νομιμότητας και η ζωή θα συνεχιστεί κανονικά με την τηλεόραση να παίζει και τα αφεντικά να πλουτίζουν. Με απλά λόγια η αποχή δεν συνιστά από μόνη της εξεγερσιακό γεγονός ούτε συνεπάγεται οργανωτική αναβάθμιση του κινήματος.

Δεν πανηγυρίζουμε με ανθρώπους που δεν ψηφίζουν επειδή αδιαφορούν για το τι συμβαίνει. Αντίθετα θέλουμε ανθρώπους που ενώνονται και προασπίζονται τα ταξικά τους συμφέροντα και τις συλλογικές ελευθερίες στη γειτονιά, στην πόλη, στη δουλειά, στα σχολεία, στα πανεπιστήμια. Ανθρώπους που ενώνονται σε ελευθεριακές κοινότητες αγώνα που δρουν από κοινού για την ικανοποίηση των συλλογικών αναγκών και την εκπλήρωσή των ατομικών επιθυμιών. Κοινότητες αγώνα που απλώνονται στην πόλη και την κατακτούν από τα κάτω, με κύτταρά τους τις Καταλήψεις, τα αυτοδιαχειριζόμενα στέκια, τις πολιτικές συλλογικότητες, τα πρωτοβάθμια σωματεία, τις εργατικές συνελεύσεις, τους αντιφασιστικούς πυρήνες, τις φεμινιστικές ομάδες, τα συνεργατικά εγχειρήματα, τους αυτοδιαχειριζόμενους συναυλιακούς χώρους, τους αυτοοργανωμένους αθλητικούς συλλόγους και ό,τι άλλο μπορεί να γεννηθεί όταν η ανθρώπινη δημιουργικότητα συναντά τον αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση.

Το ενεργό πολιτικά άτομο για μας, δεν έχει καμία σχέση με τη φιγούρα ενός φλύαρου κομματικού στελέχους. Αντιθέτως, είναι ο καθένας και η καθεμία που εντάσσεται σε μια κοινότητα αγώνα με τον τρόπο που βρίσκει πιο πρόσφορο. Αρκεί να ενταχθεί σε ένα από τα κύτταρά της και να έχει συνείδηση των συλλογικών συμφερόντων-αναγκών που υπηρετεί. Αυτό εχθρεύονται οι εκλογές. Την απελευθέρωση της ανθρώπινης δημιουργικότητας στη συνεργατική και εξωθεσμική της μορφή.

Και ποιο είναι το καθήκον σου στη δημοκρατία; Μισή μέρα δουλειά, μισή μέρα τηλεόραση -γιατί είσαι ψόφιος- και κάθε τέσσερα χρόνια ψήφος για να νιώσεις ότι η γνώμη σου μετράει. Θες και κάτι παραπάνω. Γίνε «ενεργός πολίτης». Κατέβα δημοτικός σύμβουλος, κάνε δημόσια σχόλια για τα σκουπίδια ή για τους ασυνείδητους που παρκάρουν σε θέσεις ΑΜΕΑ, γίνε πρόεδρος στον τοπικό πολιτιστικό σύλλογο και ούτω καθεξής. Με λίγα λόγια, ασχολήσου με κάτι ακίνδυνο, τετριμμένο που δεν απαιτεί παρά βασικές γνώσεις δημοτικού και εμπιστεύσου τα υπόλοιπα στα παιδιά με τα σακάκια.

Σε 80 χρόνια ζωής, ένας άνθρωπος ψηφίζει περίπου 30 φορές (εθνικές, ευρωεκλογές, δημοτικές κλπ.). Σύνολο, μερικές ώρες που αποτελούν την πολιτική δράση μας ως πολίτες. Αυτό μας προσφέρει η κοινοβουλευτική δημοκρατία για να υπερασπιστούμε τα συμφέροντα μας. Κι όλες τις υπόλοιπες, μας αφήνει ελεύθερους να παλεύουμε τα αυτοάνοσα που μας προκαλεί το άγχος, τις δουλειές που δεν θα έπρεπε να είναι δουλειές, την ελληνική γραφειοκρατία, τα καθάρματα της αστυνομίας, τους φασίστες της διπλανής πόρτας. Ψήφιζε κάθε 4 χρόνια βάσει φυσιογνωμίας (ποιον γουστάρεις περισσότερο στην τηλεόραση) και το υπόλοιπο διάστημα κράζε ελεύθερα στα καφενεία και στα οικογενειακά τραπέζια. Αυτό είναι όλο, δεν είσαι υπόλογος σε κανέναν, δεν έχεις ευθύνη για τίποτα.

Ο κοινοβουλευτισμός δεν σου ζητάει πολλά, μόνο την ίδια σου τη ζωή.

Εμείς λοιπόν δεν θα του τη δώσουμε. Δεν θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια, ούτε θα κοιτάξουμε την πάρτη μας για να ζήσουμε πιο ήσυχα. Δεν θα κοιτάμε τους φασίστες να δηλητηριάζουν την πόλη μας, ούτε τα ντόπια αφεντικά να παραβιάζουν όποια διάταξη έχει μείνει όρθια από την κατεστραμμένη εργατική νομοθεσία. Δεν θα κοιτάμε τους ομοφοβικούς να σπέρνουν τον φόβο και τους νοικοκύρηδες να μας πετάνε στον δρόμο για να κάνουν τα σπίτια μας airbnb.

 

Οργάνωση για τις εξεγέρσεις που έρχονται

Τον Ιούλιο έχουμε αλλαγή βάρδιας στον κρατικό μηχανισμό. Από την αριστερή στη δεξιά αντιεξέγερση. Όχι δεν είναι το ίδιο αλλά δεν ξέρουμε και τι είναι χειρότερο. Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι υποσχέσεις του δρομολόγησαν μια διαδικασία κινηματικής απερήμωσης που θα σταματήσει με τον Μητσοτάκη. Η άμεση καταστολή θα είναι σφοδρή και το ταξικό αντιφασιστικό κίνημα θα απαντήσει.

Δεν ξέρουμε αν η ΝΔ θα κλείσει περισσότερες καταλήψεις από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ξέρουμε σίγουρα ότι θα εντείνει το πετσόκομμα των προλεταριακών κατακτήσεων, θα γιγαντώσει την καταστολή, θα υψώσει περισσότερες ξενοδοχειακές μονάδες με δούλους των 600 ευρώ, θα σιγοντάρει περισσότερο τους φασίστες σε τοπικό επίπεδο.

Μαθημένα όμως τα βουνά απ’ τα χιόνια.

Η Ελλάδα δεν είναι Ελβετία. Εδώ ο δημόσιος χώρος είναι ακόμα ανθηρός. Η εργατική τάξη και ο αντιφασιστικός κόσμος δίνει ακόμα ζωή στους δρόμους και στις πλατείες. Και δεν πρόκειται να σταματήσει. Σε καιρούς που ο φασισμός αναγεννιέται ως πολιτικό κίνημα παγκοσμίως και κατακτά δρόμους και κοινοβούλια, εδώ συνεχίζουμε να κατέχουμε το πρώτο. Ας μείνει στο γκέτο της βουλής για όσο ακόμα τον συντηρούν οι αστοί επιχειρηματίες και οι μικροαστοί νοικοκυραίοι του. Στην πραγματική ζωή δεν θα επιβληθεί ποτέ.

Εδώ και 10 περίπου χρόνια, από την έναρξη δηλαδή της μνημονιακής επίθεσης και την πολιτική αναδιοργάνωση του φασισμού καταφέραμε αρκετά. Οι δυνάμεις του ανεξάρτητου μαχητικού συνδικαλισμού έδειξαν ότι οι προλεταριακές κινητοποιήσεις μπορούν να δημιουργήσουν το δικό τους έδαφος, μακριά και ενάντια στα συνδικαλιστικά βαμπίρ. Ο μαχητικός αντιφασισμός απέδειξε ότι η τόλμη και η οργάνωση μπορούν να συντρίψουν τους φασίστες. Ακόμα και στο μακεδονικό που τα πάντα -από την αστυνομία μέχρι τα κανάλια- ήταν με το μέρος τους, η πραγματική ισχύς των φασιστών στον δρόμο αποδείχτηκε πενιχρή μπροστά στην αποφασιστικότητα και την εμπειρία των δυνάμεων του μαχητικού αντιφασισμού.

Η συμβολή του ελευθεριακού χώρου σε όλα τα παραπάνω είναι κάτι περισσότερο από καθοριστική. Η διάχυσή του σε μαχητικά ταξικά σχήματα και η τόλμη του απέναντι στους φασίστες, κινητοποίησαν αρκετό κόσμο, ακόμα κι αν οι αριθμοί είναι προς στιγμήν περιορισμένοι. Συν τοις άλλοις, όλα τα παραπάνω απέδειξαν την οξυδέρκεια των αναλύσεών του στο πεδίο του ταξικού αγώνα και της αντιφασιστικής τακτικής. Μια προλεταριακή οξυδέρκεια που τα ινστιτούτα των σταλινικών μάνατζερ της εργατικής τάξης δεν θα κατακτήσουν ποτέ.

Το τέλος της αριστερής διακυβέρνησης, μπορεί να συνοδεύεται από τη γενική καθίζηση της αριστεράς, όχι όμως κι από τη δική μας. Στον νέο πόλεμο που έρχεται θα είμαστε εκεί από την αρχή. Οι ελευθεριακές πολιτικές δυνάμεις, τα μαχητικά εργατικά σχήματα και ο στρατός του μαχητικού αντιφασισμού πρέπει να βγουν και πάλι στην πρώτη γραμμή όπως το έκαναν τα τέσσερα τελευταία χρόνια, παρά το κινηματικό μαρμάρωμα που προκάλεσαν οι συριζαίικες σειρήνες.

Να οργανωθούμε για τα εξεγερσιακά γεγονότα των επόμενων χρόνων. Να προετοιμάσουμε την προλεταριακή άμυνα. Να ανάψουμε τη φλόγα της προλεταριακής εξέγερσης, στέλνοντας σινιάλο ελπίδας και αντίστασης σε όλο τον κόσμο.

 

ΟΥΤΕ ΒΗΜΑ ΠΙΣΩ

 

αναρχική συλλογικότητα

Οκτάνα

μέλος της Αναρχικής Ομοσπονδίας

oktana.espivblogs.net

 

Από την άμπωτη του αριστερού πατριωτισμού στην παλίρροια του ταξικού αντιφασιστικού κινήματος

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Η ανησυχητική πραγματικότητα τρομάζει!

 

Πολλοί άνθρωποι μας ρώτησαν, τα τελευταία χρόνια, όταν επιστρέψαμε να περπατούμε τους δρόμους μετά από δεκαετίες πίσω από τα κάγκελα, γιατί η επιλογή των όπλων;

Οι περισσότερες απαντήσεις προήλθαν από εκείνους που δεν είχαν κάνει εκείνη την  επιλογή, δημοσιογράφους, συγγραφείς, κοινωνιολόγους, διάφορους αναλυτές.

Ακολούθησε κάποιο χρονικό διάστημα και μερικοί από εκείνους που έκαναν αυτή την επιλογή αναγνώρισαν τα κίνητρα τους απαντώντας στις φασιστικές σφαγές, όπως της Piazza Fontana στις 12 δεκεμβρίου 1969.

Σίγουρα η εικόνα των ανθρώπων που σκοτώθηκαν στις σφαγές, όχι μόνο στην Piazza Fontana, αλλά και στη Brescia 28 μαΐου 1974, ή στο τρένο Italicus τη νύχτα μεταξύ 3 και της 4 αυγούστου 1974, ενώ αυτό περνούσε από το San Benedetto Val di Sambro, συγκλόνιζαν την ευαισθησία και μπορούσαν να οδηγήσουν σε επιλογές. Αλλά προσπαθήστε να τις συγκρίνετε με τις εικόνες με τις οποίες τροφοδοτούμασταν κάθε μέρα και που προέρχονταν από το Βιετνάμ. Τα χρόνια ήταν τα ίδια, οι εικόνες όχι

 

[άλλες εικόνες μπορείτε να βρείτε στο internet]

 

 

προσπαθήστε να τις κοιτάξετε. Προσπαθήστε να σκεφτείτε τον εαυτό σας σε εκείνη την ηλικία μεταξύ είκοσι ή τριάντα χρόνων βλέποντας αυτές τις εικόνες, προσπαθήστε να φανταστείτε τους εαυτούς σας νέους ανθρώπους γεμάτους επιθυμία να δώσουν ένα νόημα στη ζωή τους, όχι μόνο να επιβιώσουν. Λοιπόν, στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχουν πολλές επιλογές: ή ξεφεύγεις και ρίχνεις το κεφάλι σου στην παχιά ομίχλη που σε εμποδίζει να κοιτάξεις την πραγματικότητα, συνεχίζοντας μια επιβίωση φτιαγμένη από εργασία, κατανάλωση και οικογένεια, ή ανοίγεις τα μάτια σου διάπλατα για να δεις καλύτερα και αποφασίζεις ότι πρέπει να κάνεις κάτι για να σταματήσεις αυτές τις φρικαλεότητες.

Κι εμείς τις επιλογές μας τις κάναμε.

Ίσως αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους σήμερα τα κορίτσια και τα αγόρια δεν βλέπουν την πραγματικότητα, αλλά κατευνάζουν το πάθος τους βυθίζοντας τους εαυτούς τους σε μια εικονική πραγματικότητα, χρήσιμη να μην παράγει αισθήσεις.

Σίγουρα εάν εξέταζαν προσεκτικά τους νεκρούς και τις ταλαιπωρίες που προκάλεσαν τα συμφέροντα και οι αφέλειες των πολιτικών στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, μόνο για λόγους προπαγάνδας, αυτές οι εικόνες θα μπορούσαν να προκαλέσουν την επιθυμία να κάνουν κάτι παρόμοιο με αυτό που κάναμε εμείς.

 

 

Αλλά προς το παρόν αυτοί κοιτάζουν από μιαν άλλη πλευρά, να είστε ήσυχοι. Προς το παρόν!

σημειώσεις:

*είναι η σφαγή του My Lai στην οποία 500 πολίτες σκοτώθηκαν εν ψυχρώ από την Compagnia Charlie, πρώτο τάγμα, 20ο πεζικού, του αμερικανικού στρατού. Τα επόμενα χρόνια, οι ειδήσεις για άλλες φρικαλεότητες στην περιοχή, φιλτράρονται στον Τύπο, συχνά πολλά χρόνια μετά το γεγονός. Για παράδειγμα, το 2003, η εφημερίδα του Ohio Toledo Blade, αποκάλυψε μια εκστρατεία βασανιστηρίων και δολοφονιών που διήρκεσε μήνες, συμπεριλαμβανομένης της συνοπτικής εκτέλεσης δύο τυφλών ανδρών από μια ομάδα ‘περιπολιών’ που ονομάζονταν Ομάδα Τίγρης.

*[θάνατος στο Μεξικό] Ονομάζονταν Βαλέρια, ήταν 23 μηνών. Πνίγηκε με τα χέρια της γύρω από το λαιμό του μπαμπά, στο Rio Grande, τον ποταμό που χωρίζει το Μεξικό από τις Ηνωμένες Πολιτείες. « Αμερική ξύπνα», ουρλιάζει το editorial του περιοδικού New York Times, «Είναι μια εικόνα που θα παραμείνει στη μνήμη». Ο Oscar Alberto Martinez Ramirez, 25 ετών, και η σύζυγός του Tania Vanessa Avalos, 21 ετών, εγκατέλειψαν το San Martin, μια γειτονιά του Σαν Σαλβαδόρ. Στη συνέχεια, η οικογένεια επέστρεφε από τη γέφυρα όταν ο Martínez [ο πατέρας] σταμάτησε και κοιτάζοντας τον ποταμό, είπε: «από εδώ θα περάσουμε απέναντι». διέσχισε πρώτος με το παιδί και την άφησε στην αμερικανική πλευρά. Στη συνέχεια γύρισε για να πάρει τη σύζυγό του, αλλά στο μεταξύ το μωρό είχε πέσει στο νερό. Αμέσως βούτηξε για να προσπαθήσει να την σώσει, αλλά το ρεύμα τους παρέσυρε και τους έπνιξε.

*[το παιδάκι] Alan Kurdi, ένα 3χρονο συριάκι ξαπλωμένο στην παραλία της Τουρκίας, τώρα πλέον άψυχο, τον σεπτέμβριο του 2015.

Ιστορίες που μιλάνε για αποτυχημένες αποδράσεις και πνιγμένες ελπίδες.

*Πριν από λίγους μήνες στο Matamoros υπήρχαν περίπου 1.800 άνθρωποι που περίμεναν να δώσουν συνέντευξη για άσυλο. Τώρα έχουν γίνει περίπου 300, αλλά δεδομένου ότι υπάρχουν μόνο τρεις υποδοχές συνεντεύξεων την εβδομάδα η ουρά είναι ακόμα πολύ μεγάλη.

* δύο δικηγόροι κατηγόρησαν για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας»: αξιωματούχους και πολιτικούς επειδή θα είχαν δημιουργήσει την «πιο θανατηφόρα διαδρομή μετανάστευσης στον κόσμο», κατά μήκος της οποίας έχουν πεθάνει 12.000 άνθρωποι.

»Χιλιάδες μετανάστες νεκροί στη θάλασσα «,η ΕΕ καταγγέλλεται ενώπιον του δικαστηρίου της Χάγης

 

L’inquieta realtà fa spavento!

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Kritik

Kritik

«Η επίθεση πρέπει να προετοιμαστεί προσεκτικά

όχι πλέον κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι αλλά δύναμη ενάντια σε δύναμη

μπορούμε ν’ ακούσουμε την ηχητική σχίση

το αίμα ρέει στη νέα ζωή που έρχεται»

Εγχειρίδιο επιβίωσης στην αγωνία του κεφαλαίου

Το βιβλίο αυτό αποτελεί μέρος της παράδοσης των «καλλιτεχνικών βιβλίων». Είναι δηλαδή ο καρπός μιας σοφής συνάθροισης εικόνων και κειμένων που εκπονούνται από ανελέητους κριτικούς (μερικών με διεθνή φήμη) για την κρίση του καπιταλιστικού πολιτισμού.
Αυτοί ενώθηκαν σε αυτή την περιπέτεια αποδεχόμενοι την πρόταση ενός πλήρως αντί-συγγραφικού ανωνυμάτου, συμμετέχοντες έτσι στην πραγματοποίηση ενός «συλλογικού έργου».
Στο βιβλίο, οι διάφορες κριτικές στο καπιταλιστικό σύστημα επικεντρώνονται στις αγωνιώδεις εκδηλώσεις των κύριων οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών δομών του, χρησιμοποιώντας τα διαφορετικά αρχεία καταγραφής της επιστημονικής ανάλυσης, της αφήγησης, της εικόνας. Όμως σε ανασκόπηση περνούν οι εξαιρετικές μορφές αντίστασης που άτομα, ομάδες και κινήματα ήξεραν να επινοήσουν και να εκφράσουν ενάντια στις ψυχικές και περιβαλλοντικές καταστροφές που ο παλαιός κόσμος που καταρρέει έχει καθορίσει και καθορίζει. Το αποτέλεσμα που προκύπτει για τον αναγνώστη είναι η προσέγγιση ενός χρήσιμου εργαλείου (ενός «εγχειριδίου», ακριβώς) για να κατανοήσουμε τις μη αναστρέψιμες κρίσεις στις οποίες έχουμε βυθιστεί. αλλά και ένα υποβλητικό και ελκυστικό αντικείμενο που πρέπει να εξεταστεί με μια παιχνιδιάρικη, οπτική και καλλιτεχνική προσέγγιση. Ενδιαφέρον για τη μοναδική και συναρπαστική «δομή» αυτού του βιβλίου θα έχουν πάνω απ’ όλα οι νέοι και οι πολύ νέοι, επειδή είναι συνηθισμένοι, μέσω της διαδεδομένης χρήσης των νέων μέσων, σε μια αποσπασματική και πολλαπλών ειδικοτήτων κατανάλωση των γνώσεων και μια οπτική αντίληψη βασισμένη στην επιλεκτικότητα και τη φινέτσα.

Kritik

Έψαχνα μια ήρεμη θάλασσα αλλά βρήκα εσένα

on .

 

Παραθέτουμε ένα απόσπασμα των «Εννέα καλών λόγων για να ξεκινήσουμε από το μηδέν» που δημοσιεύτηκε στο Kritik. Prontuario di sopravvivenza all’agonia del capitale,Εγχειρίδιο επιβίωσης στην αγωνία του κεφαλαίου (DeriveApprodi, στα βιβλιοπωλεία από 12 απριλίου 2019)

 

1. Το Κίνημα δεν υπάρχει πλέον. Μην ανησυχείτε, μείνετε ήσυχοι: δεν αναφερόμαστε στα κοινωνικά κινήματα, που ακόμα και τα τελευταία χρόνια, μερικές φορές εμφανίστηκαν, με αποσπασματικό, σποραδικό τρόπο, χωρίς να συνθέτουν κύκλο, με διφορούμενες και αντιφατικές γλώσσες, πρακτικές και αξιώσεις. Αλλά είναι και ίσως όλο και περισσότερο θα είναι έτσι, τα κινήματα μέσα στη μόνιμη κρίση είναι τερατώδη και μπάσταρδα πλάσματα. Εμείς – αν αυτή η αντωνυμία εξακολουθεί να έχει νόημα, εκεί όπου το Κίνημα δεν υπάρχει πια – καταλαβαίνουμε πολύ λίγο αυτά τα πλάσματα, επειδή δεν ανταποκρίνονται στις επιθυμίες μας, στους κώδικες μας, στη ρητορική μας. Αντίθετα, τα απορρίπτουμε συχνά, τα χαρακτηρίζουμε ως αντιδραστικά, συγχαίρουμε τους εαυτούς μας όταν η προφητεία είναι αυτοεκπληρούμενη. Σπάνια αντιθέτως προσπαθούμε να μας εκτοπίσουμε παραγωγικά: είναι αναμφισβήτητα πιο εύκολο να καταγγείλουμε την ασχήμια του τέρατος για να απαλλαγούμε από την ανεπάρκεια μας, αντί να αναρωτηθούμε συγκεκριμένα για τις δικές μας ανεπάρκειες ώστε να τοποθετήσουμε τους εαυτούς μας μέσα στα σπλάχνα του ανησυχητικού πλάσματος.

Λοιπόν, το κίνημα για το οποίο μιλάμε και το οποίο δεν υπάρχει πλέον είναι εκείνο της ιταλικής ανωμαλίας των χρόνων ’60 και ’70, της αλληλεπίδρασης μεταξύ αυτόνομης οργάνωσης και ταξικής αυτονομίας, μεταξύ σχεδίου έργου και αγώνα, μεταξύ ομάδων και διαδικασιών σύγκρουσης. Ήταν πραγματικά, σε εκείνη τη συγκεκριμένη συγκυρία, το κίνημα που καταργεί την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων. Είναι εκείνη η ανωμαλία, με μια ισχυρή έννοια, που μας επέτρεπε να ονομάσουμε τους εαυτούς μας ως «αγωνιστές του κινήματος» στη δεκαετία του ’80 και του ’90 χωρίς να χρειάζεται να δώσουμε περαιτέρω εξηγήσεις. Αυτό δεν συνέβαινε σε άλλα μέρη του κόσμου, όπου για κίνημα εννοούν απλά μια κινητοποίηση που αρχίζει και τελειώνει, γύρω από μια περιορισμένη αξίωση, και όπου ο σκληρός όρος του αγωνιστή αντικαθίσταται από την υγρή μορφή του ακτιβιστή.Τώρα, και όχι μόνο από σήμερα, είναι σαφές σε όλους ότι αυτή η ανωμαλία επιβιώνει μόνο ως ιδεολογική ταυτότητα, ή αν θέλουμε σαν λαμπρή γενεαλογία. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι επαναστάσεις δεν γίνονται με την ταυτότητα, την ιδεολογία ή την απλή γενεαλογία, είναι απαραίτητο να προχωρήσουμε. Όχι για χάρη του νέου, λέξη από μόνη της κενή και χωρίς νόημα, αλλά για το άχρηστο της νοσταλγίας, δηλαδή να φορέσουμε τα ρούχα του νεκρού για να αποφύγουμε το πένθος, να μην το επεξεργαστούμε.

Μετά το τέλος του Κινήματος, υπάρχει μόνο κατακλυσμός, μοναξιά και απελπισία; Όχι, καθόλου. Υπάρχει ανάγκη να αρχίσουμε πάλι. Επειδή κατά βάθος οι επαναστάτες μαχητές πάντα ξεκινούν απ’ την αρχή. Και όταν σταματούν να ξαναρχίζουν, σταματούν να είναι επαναστάτες αγωνιστές.

[…]

4. Το μέλλον είναι νεκρό. Ακούμε ήδη το βουητό του θορύβου στο παρασκήνιο: ιδού εκεί, αυτοί που κολακεύουν το νιχιλιστικό εξτρεμισμό. Χαλαρώστε και προσπαθήστε να σκεφτείτε, αν είστε σε θέση. Ο μηδενισμός, κυρίως μεταξύ των νέων, είναι ένα γεγονός. Είναι ένα πρόβλημα; Φυσικά, είναι ένα πρόβλημα. Αλλά αυτό το πρόβλημα είναι μέσα στα πράγματα, όχι στα λόγια που περιγράφουν τα πράγματα. Είναι ο μηδενισμός που παράγεται από το κεφάλαιο και από την κρίση. Είναι ο μηδενισμός της χρηματοδότησης και των λύκων της Wall Street ως μοντέλο ζωής. Είναι ο μηδενισμός των προσδοκιών που δεν βρίσκονται άλλο σε φθίνουσα πορεία, αλλά έχουν πλέον φθίνει. Σύντροφοι και συντρόφισσες, αν πραγματικά σας κοστίζει μεγάλη κούραση να κάνετε έρευνα και όχι ιδεολογία, τουλάχιστον την ώρα που πηγαίνετε στο κοινωνικό κέντρο ή στο πανεπιστήμιο συντονίστε το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου στα hit του καλοκαιριού. «Μόνο για απόψε – αγάπη και capoeira», «ένα αύριο δεν θα υπάρξει – λίγο σαν τις ιστορίες στο instantgram», «απόψε δεν θα σου πω όχι», και ούτω καθεξής. Προσοχή, δεν είναι η χαρούμενη κατάληψη του παρόντος του νεανικού προλεταριάτου, πίσω από το οποίο έδυε η θρησκευτική ηθική των θυσιών του κομμουνιστικού κόμματος. Και δεν είναι ούτε το no future των πανκ, σε ένα μίγμα θυμού και απόρριψης, απελπισίας και αυτοαποκλεισμού από μια κοινωνία που πήγαινε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό το presentism είναι εξ ολοκλήρου εσωτερικό στη μόνιμη κρίση και στην ριζοσπαστική ασυμμετρία των σχέσεων εξουσίας της, των ισορροπιών δυνάμεων αυτής, είναι η παραιτημένη συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχουν προσδοκίες και σημασία έχει απλά να απολαμβάνεις αυτό το λίγο που έχεις. Είναι ένας παθητικός, μη ενεργός μηδενισμός.

Το πρόβλημα δεν είναι να καταδικάσουμε όσους καίγουν τα πάντα. Οι αριστεροί το κάνουν αυτό γιατί φοβούνται ότι αργά ή γρήγορα κάποιος θα τους δώσει φωτιά και αυτούς. Το πρόβλημα είναι πώς οργανώνουμε προοπτική από την τέφρα, που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το μέλλον, διότι έχει τις ρίζες στην ουσιαστικότητα-την υλικότητα του παρόντος, εκείνου που είμαστε και εναντίον αυτού που προσπαθούμε να είμαστε. Πως αναλαμβάνουμε την αποτυχία των προοπτικών που προσφέρει το κεφάλαιο με ενεργό και όχι παθητικό τρόπο, δηλαδή σαν ευκαιρία για να οικοδομήσουμε απόλυτα αυτόνομες προσδοκίες. Πως κάνουμε δική μας την υπόθεση πως η ρήξη είναι μια διαδικασία και όχι ένα γεγονός, ένα θέλουμε τα πάντα και δεν ικανοποιούμαστε με τα περιθώρια, συλλογική αυτονομία και όχι τις παρενθετικές κοινότητες.

[…]

6. Δεν είμαστε εμείς εξτρεμιστές, η πραγματικότητα είναι ακραία. Η τυπικά δημοκρατική και αριστερή ιδέα σύμφωνα με την οποία η μετριοπάθεια των τόνων αντιστοιχεί σε μια διεύρυνση της συναίνεσης, υπήρξε πάντοτε πολιτικά βλαβερή, δηλητηριώδης. Στην πραγματικότητα βασίζεται σε μια ποσοτική αντίληψη της πολιτικής, οπότε κοιτάζουμε τα νούμερα και όχι την υποκειμενική δυναμικότητα. Αυτή η αντίληψη μπορεί να είναι χρήσιμη για όσους πρέπει να πάρουν ψήφους, είναι καταστροφική για όσους τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς θέλουν να καταστρέψουν. Ή είναι χρήσιμη για εκείνους που θέλουν να αναπαράγουν το δικό τους θεσμό, όσο loser και oριακός κι αν είναι, της πλάκας: και επιστρέφουμε στην ικανοποίηση για τους δύο επισυναπτόμενους συντρόφους. Σύγκρουση και συναίνεση, έλεγαν πριν από είκοσι χρόνια εκείνοι που έκαναν τα γλυκά μάτια στην κοινωνία των πολιτών (brrrr!), Πράγμα που σήμαινε: να προσποιούνται ότι κάνουν τη σύγκρουση με σκοπό να καταφέρουν συναίνεση για τους εαυτούς τους.

Ωστόσο, σήμερα εκείνη η ιδέα είναι επίσης ψευδής, επειδή η κρίση παράγει μια κοινωνική πόλωση στην οποία αντιστοιχεί μια πόλωση των συμπεριφορών, των παθών, των δυνατοτήτων. Πάντα συνέβη με αυτόν τον τρόπο, υπάρχουν φάσεις στις οποίες τα όρια μεταξύ επανάστασης και αντίδρασης στεγνώνουν. και το όριο μεταξύ των δυνατοτήτων κινητοποίησης με μια έννοια ή με την αντίθετη έννοια, είναι φευγαλέο εφήμερο και αναστρέψιμο.Αυτή η αναστρεψιμότητα δεν διαρκεί για πάντα: όταν σταθεροποιείται, το σύνορο παύει να είναι φευγαλέο. Μέχρι τότε, ισχύει αυτό που λέει ο ποιητής: όπου ο κίνδυνος είναι μέγιστος, εκεί αναπτύσσεται και αυτό που σώζει. Σήμερα είναι η σύγκρουση που περιέχει μέσα της την συναίνεση. Οι αντιδραστικοί το έχουν καταλάβει, «εμείς» όχι.

Όταν σήμερα ακούτε κάποιον να καλεί σε δημοκρατικά μέτωπα, να ξέρετε ότι είναι ένας εχθρός. Επειδή τα μέτωπα είναι ο εχθρός μας, που σημαίνει να ρίχνουμε νερό στο μύλο εκείνων που θέλουν να διατηρήσουν το status quo. Και, πάνω απ ‘όλα, μας είναι εχθρική η δημοκρατία, ένας εξαιρετικός μηχανισμός αποπολιτικοποίησης και εξάντλησης της υποκειμενικότητας. Η δημοκρατία δεν αρνείται τη δυνατότητα της σύγκρουσης, αλλά την αναισθητοποιεί και επιλύει μέσα στα όρια της συναίνεσης, δηλαδή των ίδιων των μορφών της αυτοαναπαραγωγής. Ο ποιητής σήμερα θα έλεγε: εκεί όπου αμφισβητείται η δημοκρατία, εκεί αυξάνεται και αυτό που σώζει. Προσθέτουμε: όπου υπάρχει η αριστερά και η δημοκρατία, πυροβολούμε χωρίς έλεος. Χωρίς δάκρυα για τα τριαντάφυλλα.

[…]

8. Έτσι, αγαπητές συντρόφισσες και αγαπητοί σύντροφοι προσκολλημένοι στις γκροτέσκες βεβαιότητες της κενής ταυτότητας σας, οι δρόμοι μας χωρίζονται αμείλικτα. Χωρίς πολεμικές, χωρίς μίσος, χωρίς μνησικακία. Δεν είστε εχθροί μας ούτε αντίπαλοι μας. Απλά, είστε άχρηστοι. Δεν αισθανόμαστε κανένα θυμό προς εσάς. Νιώθουμε κάτι που ίσως είναι πολύ χειρότερο: θλίψη και πόνο. Αν έχουμε χρόνο σας λέμε γρήγορα αντίο. Εάν αποφασίσετε να επιβιώσετε, αναπαράγοντας αυτό που είστε, δεν θα ξανασυναντηθούμε. Εάν αποφασίσετε να πεθάνετε για να ξαναγεννηθείτε, ξέρετε πού να μας βρείτε: μέσα και ενάντια σε μια πραγματικότητα που φτάνει απλά να την κοιτάξετε για να αισθανθείτε μίσος και θέληση να την καταστρέψετε.

9. Εμείς δεν είμαστε αιώνιοι: πρέπει να πεθάνουμε για να κατακτήσουμε την αθανασία. Πρέπει να μπαίνουμε συνεχώς σε κρίση για να γινόμαστε αυτό που πάντα υπήρξαμε. Είναι γνωστό ότι ένας από τους πιο όμορφους αν και ασυνείδητους ορισμούς του επαναστάτη αγωνιστή τον έδωσε ο Άγιος Παύλος: είμαστε άντρες και γυναίκες μέσα σε αυτόν τον κόσμο, όχι αυτού του κόσμου. Σήμερα πολλοί από εκείνους που βρίσκονται γύρω μας και στους οποίους είπαμε αντίο έχουν επιλέξει να είναι το αντίθετο: άντρες και γυναίκες αυτού του κόσμου, όχι μέσα – και κατά συνέπεια ενάντια σε – αυτόν τον κόσμο. Το άτομο είναι μόνο του, είπαμε. και είναι μόνη η οργάνωση που αναδιπλώθηκε για τη διαχείριση της ύπαρξης της, προσθέσαμε. Η συνειδητοποίηση των ηττών μας είναι αυτό που μας επιτρέπει να κάνουμε, εκ νέου και πάντα, την έφοδο στον ουρανό. Πίσω από τις αυτάρεσκες και θριαμβευτικές ρητορικές σας εμείς βλέπουμε την αποδοχή της χειρότερης ήττας: τη μοναξιά όσων από εκείνη την έφοδο έχουν οριστικά παραιτηθεί. Το έχετε βάλει στις ιστοσελίδες σας και το εκτυπώνετε στις μπλούζες σας επειδή δεν υπάρχει πλέον μέσα στο κεφάλι σας και στον τρόπο να ενεργείτε, να δράτε.

Και τότε, η μοναξιά μπορεί να νικηθεί μόνο μέσα στην μαχητική συνέρευνα μέσα στην ταξική σύνθεση, δηλαδή μέσα στο χάος, τις αντιφάσεις και τις αμφισημίες που την εμψυχώνουν, της δίνουν ζωή και την θρυμματίζουν. Μέσα και ενάντια. Να θρέφουν την οργάνωση με αυθορμητισμό και να οδηγούν την οργάνωση μέσα στον αυθορμητισμό. Η αυτονομία ήταν πάντα αυτό: είναι η οργάνωση που αντικατοπτρίζει και στοχάζεται επάνω στον αυθορμητισμό της, είναι ο αυθορμητισμός που αντικατοπτρίζει και στοχάζεται πάνω στη δική του οργάνωση. Είναι ένα στοίχημα που πηγαίνει στη ρίζα, θέτοντας σε λειτουργία εκείνο (to λίγο) που έχουμε, για να μπορέσουμε να κατακτήσουμε εκείνο (to πολύ) που επιθυμούμε.

Αν ψάχνετε μια ήρεμη θάλασσα για να απολαύσετε μια ιδεολογική ταυτότητα, μείνετε μακριά από αυτά τα κύματα. Εμείς ψάχνουμε ξανά την καταιγίδα. Είναι άχρηστο να ξεφορτώνουμε τις ανεπάρκειες μας επάνω στην υπάρχουσα υποκειμενικότητα. Εσείς που βλέπετε βαθύ σκοτάδι παντού, αναρωτηθείτε εάν είναι οι φακοί σας, τα γυαλιά σας που είναι σκούρα ή κοιτάζετε προς λάθος κατεύθυνση. Λοιπόν, δεν το έχετε καταλάβει ακόμα; Κανείς δεν κοιμάται – υπάρχει ο ήλιος ακόμα και τη νύχτα – το έχω πει χιλιάδες φορές – όλα μπορούν να συμβούν. Είμαστε έτοιμοι για κάτι περισσότερο από μια ξεχωριστή βραδιά;

 

Αν ψάχνετε μια ήρεμη θάλασσα για να απολαύσετε μια ιδεολογική ταυτότητα, μείνετε μακριά από αυτά τα κύματα. Εμείς ψάχνουμε ξανά την καταιγίδα. Είναι άχρηστο να ξεφορτώνουμε τις ανεπάρκειες μας επάνω στην υπάρχουσα υποκειμενικότητα. Εσείς που βλέπετε βαθύ σκοτάδι παντού, αναρωτηθείτε εάν είναι οι φακοί σας, τα γυαλιά σας που είναι σκούρα ή κοιτάζετε προς λάθος κατεύθυνση. Λοιπόν, δεν το έχετε καταλάβει ακόμα; Κανείς δεν κοιμάται – υπάρχει ο ήλιος ακόμα και τη νύχτα – το έχω πει χιλιάδες φορές – όλα μπορούν να συμβούν. Είμαστε έτοιμοι για κάτι περισσότερο από μια ξεχωριστή βραδιά;

 

http://commonware.org/index.php/gallery/879-cercavo-un-mare-calmo-ma-ho-trovato-te

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Αόρατη Επιτροπή: A NOS AMIS-ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΑΣ

της Cristina Rosati

ANosAmisΑόρατη Επιτροπή-Στους φίλους μας – Comité Invisible, A nos amis, La Fabrique éditions, Paris, 2014, pp. 250, € 10,00

Επτά χρόνια μετά την δημοσίευση του « Η εξέγερση που έρχεται» και μετά την έκρηξη στη Γαλλία της υπόθεσης Tarnac, με την οποία η Carmilla ασχολήθηκε εδώ qui, η αόρατη Επιτροπή, Comitato invisibile επέστρεψε με ένα νέο κείμενο, ένα πολιτικό, φιλοσοφικό και σχεδόν ποιητικό έγγραφο, με τον απλό τίτλο «À nos amis»-»Στους φίλους μας» που εκδόθηκε από τον διάσημο εκδοτικό οίκο La fabrique στα τέλη οκτωβρίου του περασμένου έτους.

«Δεν υπάρχουν άλλοι κόσμοι. Υπάρχει απλώς ένας άλλος τρόπος να ζούμε». Το απόσπασμα που εκλάπη από εκείνον που έκανε ένα επάγγελμα την κλοπή, τον Jacques Mesrine, στην αρχή του κειμένου, μας εισάγει ήδη σε μια κουβέντα που ποτέ δεν θα θεωρηθεί δεδομένη και έχει ως στόχο να ρίξει φως στο ιστορικό και κοινωνικό μας παρόν χωρίς προσκόλληση σε παλιά και ξεπερασμένα δόγματα, παρωχημένα. Η Επιτροπή δεν αφήνει έξω κανέναν, από τον Προυντόν στους κομμουνιστές, από τους αναρχικούς στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, από τους πασιφιστές μέχρι τον άθλιο- «misérable Beppe Grillo».

Το κόκκινο νήμα του κειμένου είναι η ερμηνεία του τι σημαίνει σήμερα «κρίση», εκείνη η κρίση που είναι οικονομική, παγκόσμια, κοινωνική κρίση και για την οποία δικαιολογούνται όλα, ακόμα και τα χειρότερα εγκλήματα. Η Επιτροπή αντιστρέφει την οπτική: δεν βιώνουμε σήμερα την κρίση του κεφαλαίου, αλλά τον θρίαμβο του καπιταλισμού της κρίσης. Οικειοποιούμενο την διαχείριση της κρίσης σαν κυβερνητική τεχνική, το κεφάλαιο αξιώνει το δικαίωμα να κατέχει τη στρατηγική νοημοσύνη του παρόντος και το πράττει ακολουθώντας ένα διπλό λόγο. Η κρίση εξυπηρετεί το κεφάλαιο: ένα, ως δημιουργική δύναμη νέων επιχειρήσεων, δύο, ως μέθοδος διαχείρισης των πληθυσμών, αποσταθεροποιεί για να σταθεροποιηθεί.

Για να αποσαφηνίσει αυτή τη φιλοσοφική άποψη και να την τοποθετήσει μέσα στην πραγματικότητα, η Επιτροπή αναλύει τις τεχνικές ή, καλύτερα, τον θρίαμβο της τεχνολογίας στην καθημερινή ζωή. Η εξουσία δεν βρίσκεται πλέον στους θεσμούς, και οι πολιτικοί είναι κάτι με το οποίο οι άνθρωποι απλά «αποσπούνται από την πραγματικότητα». Τι απεικονίζεται στα χαρτονομίσματα του ευρώ; Άνδρες ή γυναίκες που άλλαξαν την ιστορία; Όχι. Υπάρχουν οι υποδομές. Στην Ιταλία τεχνικές κυβερνήσεις ακολουθούν η μια την άλλη εδώ και χρόνια. Οι πολίτες σε όλα αυτά δεν είναι υποτελείς, αντίθετα, είναι οι έξυπνοι άνθρωποι, smart people, δέκτες και γεννήτριες ιδεών, υπηρεσιών και λύσεων. Το «εγώ» βρίσκεται στο επίκεντρο όλων, μοιράζεται τον γεωγραφικό προσδιορισμό του- geolocation, τη διάθεσή του, τη γνώμη του. Μη γνωρίζοντας ότι κάνουν πραγματικά κάτι, οι έξυπνοι άνθρωποι παράγουν την πραγματικότητα, αποθηκεύουν πληροφορίες, βελτιώνουν τον αλγόριθμο, αισθάνονται ελεύθεροι επειδή είναι διασυνδεδεμένοι. Η Επιτροπή μας μεταφέρει στην αρχαία Ρώμη, όπου η αυτοκρατορία ανθούσε ακριβώς διαμέσου των «ελεύθερων». Η ατομική ελευθερία του «κάνω ότι θέλω» είναι ένα ανέκδοτο, είναι γελοία.

Αν από την μια πλευρά υπάρχουν οι smart people που ζουν στις smart city, από την άλλη υπάρχουν οι περιφέρειες-τα προάστια που εγκαταλείφθηκαν στους εαυτούς τους, αηδιαστικά, όπου ζουν αποκλεισμένοι εκείνοι οι πολίτες παρίες επειδή δεν είναι λειτουργικοί σε αυτό το σύστημα, “inemployables”, «άνεργοι», σε αντίθεση με την άλλη τάξη, δημιουργό και δημιουργική.

Αν αυτή είναι, συνοπτικά, μια ανάγνωση των θεωρητικών προϋποθέσεων της ανάλυσης που βρίσκουμε στο κείμενο, δεν λείπει η προσπάθεια να δοθεί ένα νόημα και μια ένδειξη στο περίφημο «τι να κάνουμε;» Όπως πριν από επτά χρόνια με την «Εξέγερση που έρχεται» η Επιτροπή είχε προβλέψει επαναστατικές εστίες που πραγματικά εξαπλώθηκαν αν και δεν γέννησαν τα επιθυμητά αποτελέσματα, και σήμερα το ενδιαφέρον πηγαίνει στις επαναστατικές πρακτικές που δεν κρίνονται στο δικό τους περιεχόμενο, αλλά για τις αλυσιδωτές επιδράσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν.

Μια επανάσταση, διαβάζουμε »Στους φίλους μας»-  “À nos amis”, σίγουρα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με τοπικούς και της στιγμής αγώνες, αλλά πρέπει να συγκεντρωθεί. Το πρόβλημα όμως είναι ακριβώς η φύση αυτής της ενοποίησης η οποία πρέπει να λειτουργεί εγκάρσια, μέσω της πολλαπλότητας, χωρίς να συνθλίβει τις επιθυμίες. Η Επιτροπή μας υπενθυμίζει το παράδειγμα του Καΐρου το 2010. Το πράγμα που είχε περισσότερο αποπροσανατολίσει την αστυνομία ήταν η έλλειψη ενός ηγέτη, μια επανάσταση που επεκτάθηκε επειδή ήταν σε θέση να αλλάξει, σαν ένα είδος ιού. Το κείμενο ολοκληρώνεται με τους πιο ποιητικούς και πανηγυρικούς τόνους, αποδίδοντας σε ένα ασαφές «εμείς» τον ρόλο να οργανώσει την συνάντηση, την κυκλοφορία και την συνωμοσία μεταξύ τοπικών πράξεων και ιδεών. Το έργο του «επαναστάτη» γίνεται αυτό της μετάφρασης, γνωρίζοντας τώρα πλέον ότι δεν υπάρχει μια εσπεράντο της εξέγερσης. «Δεν είναι οι αντάρτες που πρέπει να μάθουν να μιλάνε για αναρχία – διαβάζουμε προς το τέλος του κειμένου – αλλά είναι οι αναρχικοί που πρέπει να γίνουν πολύγλωσσοι».

 

 

Comitato Invisibile: A NOS AMIS

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ανώνυμη Αντάρτες

του Valerio Evangelisti

Αόρατη Επιτροπή (Η εξέγερση που έρχεται – Στους φίλους μας – Τώρα), εκδ. Nero, Roma, 2019, pp. 356, € 20, 00.

Ο εκδοτικός οίκος Nero, από την γένεση και τα ασυνήθιστα χαρακτηριστικά του, εξειδικεύτηκε στη δημοσίευση σημαντικών κειμένων της ανταγωνιστικής αριστεράς. Προτείνει τώρα, σε ένα ενιαίο τόμο, τα τρία δοκίμια που εμφανίστηκαν μέχρι τώρα στη φημισμένη (έτσι για να λέμε) και περιβόητη (για να λέμε) αόρατη γαλλική επιτροπή, μια ανώνυμη επαναστατική κολεκτίβα αντικείμενο άγριων δικαστικών διώξεων, Ενός από αυτά τα δοκίμια, Στους φίλους μας, είχαμε δώσει την είδηση εδώ, qui, αλλά τώρα βγαίνει σε πιο προσεχτική μετάφραση (από τον Marcello Tari) που συνοδεύεται από τις παρεμβάσεις που προηγήθηκαν και ακολούθησαν.

Το «ρεύμα» ιδιότητας, αν μπορεί να οριστεί ως τέτοιο, είναι εκείνο των καταστασιακών, με ισχυρές ενέσεις αναρχισμού. Κάτι αυστηρά γαλλο-γαλλικό. Είναι επίσης και το στυλ, το οποίο συνδυάζει το παράδοξο, την ειρωνεία, την προκλητική πρόθεση, επάνω σε ένα πολύ στερεό πολιτισμικό υπόβαθρο. Είμαστε χίλια μίλια μακριά από τον μαρξισμό, και ο λενινισμός ούτε καν λαμβάνεται υπόψιν. Είναι επίσης προφανές από το προνόμιο που παρέχεται σε ένα λόγο ανάμεσα στον φιλοσοφικό και τον κοινωνιολογικό, με ένα χώρο που μόνο οριακά αφιερώνεται στην οικονομία (εκτός από τις λιγότερο φωτεινές σελίδες που αφορούν το θέμα των κρίσεων, στο άνοιγμα του Ai nostri amici-Στους φίλους μας).

Ποιο είναι το θέμα αυτών των γραπτών; Μόνο ένα: περιγράφονται οι τάσεις της σημερινής καπιταλιστικής κοινωνίας, πώς να τις ανατρέψουμε με μια επαναστατική έννοια, με έναν επαναστατικό τρόπο φέροντας στο φως τη βασική ηλιθιότητα και έλλειψη ανθρωπιάς της, και προτείνοντας χρήσιμες γραμμές δράσης για το σκοπό αυτό. Η Επιτροπή απορρίπτει όλες τις παραδοσιακές οργανωτικές μορφές του εργατικού κινήματος, κόμματα, συνδικάτα, ακόμη και τις συνελεύσεις. Κατά την άποψή τους, αυτές αναπόφευκτα περιέχουν αυταρχικές παρορμήσεις, ή είναι άχρηστες, άδειες περιεχομένου και καταλήγουν ξεκάθαρα σε φλυαρία (για παράδειγμα οι παρισινές Nuits début του 2016). Το μόνο εργαλείο για την επίτευξη ενός αποτελεσματικού αγώνα είναι η ομαδοποίηση σε πυρήνες με παρόμοια ενδιαφέροντα, που ονομάζονται «οι κοινότητες», οι οποίες μοιράζονται το απόλυτο ιδανικό (την ευτυχία, το κοινό καλό) και τις μεθόδους για την επίτευξη του.

Ένας εαυτός έξω από το σύστημα, μιμούμενος έναν δικό του κόσμο και ικανοποιημένος με αυτόν; Όχι, καθόλου. Η επιθυμία της Επιτροπής δεν είναι κάτι που να θυμίζει «παιδιά των λουλουδιών», αλλά το αντίστροφο. «Ώστε οι πράξεις απολίτιστης συμπεριφοράς να γίνουν μεθοδικές, συστηματικές, και να εισρεύσουν σε ένα διάχυτο, αποτελεσματικό ανταρτοπόλεμο, ικανό να μας επιστρέψει πίσω την ακυβερνησία μας, στην αρχέγονη απειθαρχία μας».

Η «κοινότητα» είναι επομένως, ταυτόχρονα, σκίτσο ενός μέλλοντος απαλλαγμένου-ελεύθερου από παγίδες και περιορισμούς της κοινωνίας του κεφαλαίου και όργανο μάχης, το οποίο χρησιμοποιεί τα μέσα που διακινεί ο εχθρός για απολίτιστους: από την άρνηση της εργασίας (καμία σχέση με τις θέσεις της Ιταλικής Αυτονομίας, · ειδικότερα, τον Τόνι Νέγκρι χλευάζουν και κακομεταχειρίζονται), στο σαμποτάζ, στην λεηλασία, με την αυτοπαραγωγή για να εδραιώσουν τον τρόπο ύπαρξης της αντάρτικης κοινότητας. Η οποία, για να επιβιώσει και να αναπτυχθεί, πρέπει να τυλίγεται με μια αυστηρή ανωνυμία.

Αυτά είναι μερικά από τα κεντρικά θέματα, αλλά υπάρχουν πολλά άλλα: κάθε σελίδα είναι μια ιδέα, κάθε πρόταση-φράση ένα σύνθημα. Τα όρια; Εάν η Αόρατη Επιτροπή ερμήνευσε πολύ καλά τις εξεγέρσεις των περιφερειών-προαστίων, την αντίσταση της ZAD (ζώνη προς υπεράσπιση-zone à défendre ) της Notre Dame des Landes, και τις γαλλικές ταραχές του 2016, δεν φαίνεται να έχει προβλέψει ένα μοναδικό φαινόμενο όπως αυτό των σημερινών κίτρινων Γιλέκων- Gilets jaunes. Ίσως θα το αντιμετωπίσει στο επόμενο φυλλάδιο της. Αυτό δεν πρέπει να παρεμποδίζει από την ανάγνωση αυτής της συλλογής γραπτών, αξιοσημείωτων και από λογοτεχνική άποψη, εξαιρετικά κομψών και διεγερτικών.

 

Anonima Ribelli

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Μεταξύ πολιτικής τακτικής και επαναστατικής ηθικής

του Alessandro Barile

Στοχασμοί ξεκινώντας από  το δοκίμιο Τρόμος και τρομοκρατία Terrore e terrorismo του Francesco Benigno

«Η δικαιοσύνη του λαού είναι τρομερή»

[Ανάμεσα στο πλήθος του Παρισιού, 10 αυγούστου 1793]

«Ο επαναστάτης είναι ένας άνθρωπος χαμένος»

[Sergej Nečaev, 1869]

«Μόνο χάρη στους απελπισμένους μας δίδεται ελπίδα»

[Walter Benjamin, Angelus Novus]

Σε αυτό το «ιστορικό δοκίμιο επάνω στην πολιτική βία», όπως ορίζεται στον υπότιτλο «Τρόμος και Τρομοκρατία, Einaudi 2018, σελ. 370, 32,00 ευρώ», o ιστορικός Francesco Benigno ωθείται να αποκαλύψει δύο χαρακτήρες ξεχασμένους από τις ερμηνείες σχετικά με την τρομοκρατία [ θα χρησιμοποιήσουμε αυτό τον όρο με την έννοια που προτείνεται από τον συντάκτη, δηλαδή σαν αναγκαστικά συνώνυμο της «πολιτικής βίας»): που αυτό είναι ένα ευρωπαϊκό προϊόν και όχι «βάρβαρο», που είναι ένα πολιτικό και όχι (αυστηρά) θρησκευτικό γεγονός. Δύο απαραίτητες προειδοποιήσεις, δεδομένου του έκτακτου και έμφυτου χαρακτηριστικού των προβληματισμών σχετικά με το θέμα. Κανένας από τους εκατοντάδες διαθέσιμους ορισμούς (το 1988, ο συγγραφέας μας υπενθυμίζει, μια έρευνα που διεξήχθη από τους μελετητές του φαινομένου οδήγησε σε έναν κατάλογο 109 ορισμών) έρχεται πραγματικά να αντλήσει την ουσία του φαινομένου, λόγος για τον οποίο εκχωρείται στην τρομοκρατία από καιρό σε καιρό μια τυχαία και δημοσιογραφική απόδοση.

Επιπλέον, ακολουθώντας πάντοτε το νήμα της εισαγωγικής ομιλίας που πρότεινε ο συγγραφέας, η τρομοκρατία είναι από μόνη της ένας αξιολογητικός και κατά συνέπεια ένας υποτιμητικός όρος. Δεν βρισκόμαστε με την παρουσία ενός ουδέτερου λεξικού. Αντίθετα, ο όρος περιέχει μια αξία κρίσης, που μεταφράζεται σε ηθική κατηγορία: μέσω ενός ορισμού που παρουσιάζεται ως τεχνικός προχωράμε στο στίγμα που διακρίνει όχι τόσο το γεγονός από μόνο του όσο το υποκείμενο που το φέρει εις πέρας. Τίποτα δεν απαγορεύει, βέβαια, να προχωρήσουμε με την ανάλυση και ταυτόχρονα να μαχόμαστε ιδανικά το αντικείμενο της μελέτης. Συμπεριφερόμαστε μαζί του ως ασθένεια, το κατανοούμε και το αντιμετωπίζουμε χωρίς λύση συνέχειας. Αλλά όταν η επιστήμη και η πολιτική προχωρούν με τη σύγχυση των ρόλων τους (η μια λυγίζει στην δικαιολόγηση της άλλης), η στρέβλωση που καθιστά στείρα την ασυνήθιστη ποσότητα ερευνών αυτών των καιρών γίνεται εμφανής. Στο τέλος των εκατοντάδων αντιφατικών μεταξύ τους ορισμών, ο μόνος κοινός παρονομαστής είναι το εμπειρικό γεγονός: τρομοκρατία είναι αυτό που κάνει ο τρομοκράτης. «Αυτό θα συνίστατο συνεπώς σε εκείνο που εμπειρικά και με διαισθητικό τρόπο θα φαίνονταν να είναι κάτω από τα μάτια όλων, μια άσκοπη βία, δίχως νόημα», λέει ο Benigno. Ο καθορισμός της τρομοκρατίας μέσω των πρακτικών της δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην αθεράπευτη αντίφαση: εάν η πρακτική είναι αυτή της «άσκοπης βίας», μεγάλο μέρος της πολιτικής δραστηριότητας φέρει μαζί της, τουλάχιστον εν υπνώσει, τα χαρακτηριστικά της τρομοκρατίας. Ένας βομβαρδισμός κατά αμάχων, για παράδειγμα (είναι οι ΗΠΑ τρομοκρατικό κράτος;), μια αντάρτικη δράση (είναι η αντίσταση στο ισλαμικό Κράτος τρομοκρατία;), είναι ο θάνατος του «τυράννου» μια πράξη από μόνη της τρομοκρατική ή απελευθερωτική; Και ούτω καθεξής, κλειδώνουμε τον εαυτό μας στην δημοσιογραφική ή απλώς αστυνομική περίφραξη: όχι η βία ως τέτοια, αλλά η βία των «κακών» ενάντια στους «καλούς» είναι η μόνη που πρέπει να χαρακτηρίζεται από τον εν λόγω όρο. Αλλά, και εδώ, ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί, αν όχι ιδιαίτεροι ιστορικοί προσδιορισμοί που, από καιρό σε καιρό, ορίζουν ποιος θεωρείται καλός και ποιος κακός;

Εάν πρόκειται για επιστημονικό ορισμό, η έννοια της τρομοκρατίας θα πρέπει να ισχύει τόσο για τους μεν όσο και για τους άλλους «διεκδικητές» στον αγωνιστικό χώρο, εάν αντιθέτως ενεργεί σε συζητητικό και πολεμικό επίπεδο, βοηθά στον στιγματισμό του εχθρού αλλά χάνει την επιστημονική χροιά, την παγκοσμίως αποδεκτή, με την οποίαν θα ήθελε να εξοπλισθεί. Εν ολίγοις, το πράγμα δεν βγαίνει. Το μόνο δυνατό εργαλείο είναι μια προσεκτική ιστορική αναγνώριση-εξερεύνηση του φαινομένου που να μπορεί να οδηγήσει σε μια (μερική) παρέκταση των καθοριστικών χαρακτηριστικών. Αυτή είναι η προσπάθεια του Francesco Benigno μέσω του τελευταίου έργου του. Ένα απαραίτητο και απαιτητικό έργο. Απαραίτητο για όλα αυτά που λέγαμε: χαμένη στο δρόμο η παρατήρηση της ιστορικής του τροχιάς, δεν μας μένει παρά μια διαταραγμένη και αναποτελεσματική ποσότητα οριστικού άγχους που βασίζεται στην ενδεχόμενη τρομοκρατική πρακτική, απαιτητική και εξεζητημένη διότι η μόνη ιστορική έρευνα αποκαλύπτει (και πανηγυρικά) τα σημερινά όρια αλλά δεν αρκεί για τη συνολική αξιολόγηση του φαινομένου. Στο τέλος, από άλλους δρόμους, βγαίνουμε έτσι κι αλλιώς σε ένα τυφλό σοκάκι, πιο προχωρημένο από την αντίστοιχη δημοσιογραφική μανία αλλά ακόμα μέσα στο λαβύρινθο.

Εάν η τρομοκρατία ορίζεται με βάση τη συμπεριφορά του τρομοκράτη, θα είναι αναπόφευκτο να επικεντρωθεί η προσοχή -όπως πράγματι γίνεται και από τη σχετική βιβλιογραφία- στην ψυχολογία του υποκείμενου. Όπως καταλήγει ο Benigno, «η επιστημονική βιβλιογραφία έχει προσπαθήσει επί μακρόν να εντοπίσει μια» τρομοκρατική προσωπικότητα «, ένα αποτύπωμα ικανό να λογοδοτεί για άτομα τόσο διαφορετικά πολιτισμικά και ιδεολογικά, ορίζοντας έτσι με οριστικό τρόπο την ουσία ενός τρομοκράτη». Με αυτό το ρυθμό, θα είναι εξίσου αναπόφευκτη η αντιμετώπιση αυτής της ψυχολογικής έρευνας από την άποψη της εγκληματικής παθολογίας. Ο τρομοκράτης είναι έκφραση μιας απόκλισης από την κανονική και αποδεκτή ανθρώπινη συμπεριφορά. Με άλλα λόγια, από το νόμο: νομικό ή ηθικό, δεν έχει σημασία. Όμως αυτό έρχεται σε σύγκρουση με μια ιστορική έρευνα που δεν είναι παρά στοιχειώδης, πρωτόγονη. Ποια ψυχολογική κατάσταση ενώνει-συνδέει τον Sante Caserio με τον Giangiacomo Feltrinelli, τον Vera Figner στον Rosario Bentivegna, τον George Habbash στον Mario Moretti, και αυτούς με κάποιο μαχητή του Isis;

Δεν είναι απλό να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, διότι στην πραγματικότητα υπάρχει πράγματι μια κοινή ψυχολογική κατάσταση, που όμως μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο ξεκινώντας από έξω, από τις υλικές αιτίες που έφεραν συγκεκριμένους ανθρώπους σε συγκεκριμένες επιλογές. Το διακριτικό γνώρισμα και, αν θέλουμε, ψυχολογικό, που συνδέει ιδανικά τις πιο ποικίλες τρομοκρατικές εμπειρίες έγκειται σε αυτό: ο κάθε μαχητής διαπνέεται από αυτό που ο Franco Venturi, με βάση μια ρωσική ορολογία που αναφέρεται στον λαϊκισμό του δεύτερου μισού του δέκατου ένατου αιώνα, θα αποκαλέσει »συνεπακόλουθο πνεύμα», την πλήρη και αναπόφευκτη αφοσίωση σε μια αιτία, σε έναν σκοπό που ξεκινά από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Την πεποίθηση, ηθική πριν ακόμη από πολιτική, πως μόλις φτάσουμε στην αλήθεια μετά δεν μπορούμε παρά να συμπεριφερθούμε αναλόγως. Οι προϋποθέσεις επομένως.

Η τρομοκρατία δεν γεννιέται από μια ηθική απουσία, όσο και αν θέλει να έχει εξαναγκαστεί μέσα στα πλέγματα του υπαρξιακού νιχιλισμού, αλλά από έναν ηθικά υπερκείμενο αυτο-προβληματισμό που εμποδίζει το υποκείμενο να συμπεριφέρεται σαν να μην υπήρχαν οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες μιλήσαμε πιο πάνω. Ο τρομοκράτης γνωρίζει καλά το αδιέξοδο μέσα στο οποίο αποφασίζει εθελοντικά να τοποθετηθεί. Δεν υπάρχει καμιά ηθική δικαιολογία που μπορεί να τεθεί μπροστά στο πρόβλημα του να «δώσει τον θάνατο», κι όμως ο τρομοκράτης αποφασίζει να δράσει ούτως ή άλλως. Από μια συνεπή μηδενιστική άποψη δεν θα υπήρχε αντίφαση ούτε τραγωδία: το δίλημμα θα είχε εύκολη λύση ελλείψει δεοντολογικών αρχών που μοιράζονται με το θύμα. Ποιο είναι τότε το αποφασιστικό κίνητρο; Το κριτήριο δεν είναι άλλο από αυτό της θυσίας. Προκειμένου η απλή ανταρσία να μετατραπεί σε επανάσταση, έτσι ώστε να μπορεί να κερδίσει η εξέγερση, ο επαναστάτης αναγκάζεται να αποκηρύξει προσωπικά εκείνες τις αξίες για τις οποίες αγωνίζεται συλλογικά. Υπάρχει μια στιγμή κλειδί, εκείνη στην οποία όλη η πραγματικότητα μειώνεται στη σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης. Είναι ένας χρόνος που έχει σταματήσει όπου είναι αναγκασμένος να κάνει μια υποχρεωτική επιλογή. Το σχήμα υιοθετήθηκε από τον Albert Camus στο δικό του Homme révolté: «Στην πραγματικότητα, αν η ιστορία, έξω από κάθε αρχή, συνίσταται μόνο σε μια πάλη μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης, η μόνη διέξοδος είναι να ενταχθείς πλήρως σε μία από αυτές τις δύο αξίες, για να πεθάνεις ή να αναστηθείς εκεί». Κατά συνέπεια, «όταν η επανάσταση είναι η μόνη αξία, δεν υπάρχουν πλέον δικαιώματα, υπάρχουν μόνο καθήκοντα».

Προσφέρεται συνεπώς όχι [μόνο] η δική του ζωή, αλλά η δική του ψυχή, η δική του επαναστατική καθαρότητα, σε μια ιδέα που κρίνεται ανώτερη από την προσωπική ταλαιπωρία που καθορίζεται από την τρομοκρατική επιλογή. Στο γνωστό μυθιστόρημα του Boris Sàvinkov, Cavallo pallido χλωμό Άλογο (1909), στον ορθολογισμό του τρομοκρατικού αινίγματος (το να σκοτώσει δεν είναι επιτρεπτό) υπάρχει το αντιστάθμισμα της ηθικής του επαναστάτη (πρέπει να γίνει ούτως ή άλλως). Πρέπει να σκοτώσει έτσι ώστε κάποια στιγμή να σταματήσουν οι σκοτωμοί. Είναι η επανάσταση που επεξηγεί τη θυσία, και αυτό καθιερώνει μια ηθική που αναστέλλει στιγμιαία (και τραγικά, γιατί δεν υπάρχει διέξοδος) τους καθιερωμένους κανόνες για τους ανθρώπους, πριν από όλους την μη διαθεσιμότητα της ζωής άλλων. Όπως πράγματι θα πει ο Sergej Kravčinskij στο δικό του The Career of a Nihilist, «Αν πρέπει να υποφέρουμε, τόσο το καλύτερο! Τα βάσανα μας θα είναι ένα νέο όπλο μας. Αφήστε τους να μας κρεμάσουν, αφήστε τους να μας πυροβολήσουν, αφήστε τους να μας σκοτώσουν στα υπόγεια τους κελιά. Όσο πιο άγρια μας συμπεριφερθούν, τόσο περισσότεροι θα μας ακολουθήσουν, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η συνέχεια μας». Το κίνητρο της θυσίας, δηλαδή της οριστικής απώλεια της αθωότητας, βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο του διάσημου ποιήματος του Brecht A coloro che verranno Σε αυτούς που θα έρθουν (1939): «και το μίσος ενάντια στην προστυχιά στρεβλώνει το πρόσωπο. Και η οργή για την αδικία κάνει τη φωνή βραχνή. Ω, εμείς που θελήσαμε να προετοιμάσουμε το έδαφος για την καλοσύνη, την ευγένεια, δεν μπορέσαμε να είμαστε ευγενικοί». Η εποχή της καλοσύνης, ήτοι της ολοκληρωμένης ανθρωπιάς, θα εγκαινιαστεί από εκείνους που δεν μπόρεσαν να είναι ανθρώπινοι. Το βραβείο θα είναι μοναχά μεταθανάτιο: «Αλλά εσείς, όταν θα έρθει η ώρα που στον άνθρωπο μια βοήθεια θα είναι ο άνθρωπος, σκεφτείτε μας με επιείκεια». Εξάλλου, πάλι με τον Καμύ, «η επανάσταση συνίσταται στο να αγαπάς έναν άνθρωπο που δεν υπάρχει ακόμη». Όλα αυτά έχουν μια σαφή θρησκευτική αναφορά. Για να ολοκληρώσουμε με τα λόγια του Friedrich Hebbel τα οποία αναφέρει ο Lukács στο δικό του Tattica e etica Τακτική και ηθική(1919), «Και αν ο Θεός είχε τοποθετήσει την αμαρτία μεταξύ εμού και της δράσης που μου επιβλήθηκε, ποιος είμαι εγώ ώστε να μπορέσω να ξεφύγω από αυτό;». Εάν λοιπόν «δεν υπάρχει τρομοκρατία χωρίς σκοπούς και μάλλον, χωρίς έναν Σκοπό», όπως δικαίως τονίζει ο Benigno, αυτό εξηγεί εκείνο τον «χώρο της δυνατότητας» που ο συγγραφέας αποδίδει σωστά στην τρομοκρατία ως όργανο-εργαλείο της πολιτικής, που εκμεταλλεύτηκαν ιστορικά όλα τα υποκείμενα στον αγωνιστικό χώρο (μακριά συνεπώς από τις απλές ηθικολογίες εκείνων που στιγμιαία κρατούν τα ηνία του πολιτικού λόγου).

Το πρώτο μέρος του δοκιμίου του Benigno μιλά για αυτή την επικαιρότητα της επανάστασης. Είτε πρόκειται για αναρχική, αναγεννησιακή, λαϊκίστικη ρωσική, αντιαποικιακή ή – τέλος – κομμουνιστική, ήταν εντός αυτής της ιδέας- δύναμης που διαλύονταν ο άρρηκτος κόμπος της σχέσης μεταξύ της βαθιάς ανθρωπιάς της επαναστατικής ιδέας και της άλλο τόσο δραστικής απάνθρωπης συμπεριφοράς της τρομοκρατικής πρακτικής (δεν υπάρχει πρόβλημα στην αναγνώρισή του: η τρομοκρατία, stricto sensu, είναι απάνθρωπη πρακτική). Κι όμως έξω από την επανάσταση η βία της τρομοκρατίας συνέχισε να καρπώνεται τα θύματά της. Στα είκοσι χρόνια που μόλις διανύσαμε ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός ήταν η πηγή νομιμοποίησης της πολιτικής βίας. Στην πραγματικότητα ο θρησκευτικός λόγος γέμισε περισσότερο το χάσμα παρά αντικατέστησε εκείνο τον πολιτικό. Βλέποντας καλύτερα οι στόχοι της ισλαμικής τρομοκρατίας παραμένουν αυστηρά πολιτικοί, αν και είναι ντυμένοι με ομολογιακά ενδύματα. Η ιδέα της επανάστασης εξαλείφεται, αυτός δεν είναι λόγος για να ελαττωθεί η ιδέα ενός ιστορικού χρόνου tempo storico για τον οποίον αξίζει κάποιος να αγωνιστεί, αντιτιθέμενος στον παρόντα χρόνο tempo presente του οποίου συνεχίζουν να είναι θύματα οι μάζες (νεο)αποικισμένες που τίθενται έξω από τον δυτικό λόγο, την κουβέντα στη δύση. Ο ρόλος του ριζοσπαστικού Ισλάμ, αρέσει δεν αρέσει στους σχολιαστές του ατλαντικού, μετα-μορφώνει με άλλα λόγια και με άλλες ιδέες (δεν είναι πολύ χρήσιμο να τα χαρακτηρίσουμε ως «αντιδραστικά» σε αυτή την περίπτωση) τις ανησυχίες απελευθέρωσης από την εκμετάλλευση, την καταπίεση, την εξωτερική παρεμβολή, την υποταγή, που ένα μέρος του κόσμου συνεχίζει να αισθάνεται συγκεκριμένα επάνω στο πετσί του. Όπως ακριβώς η επανάσταση, ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός ικανοποιεί τόσο τις άμεσες ανάγκες, την κοινοτική άμυνα από τη φτώχεια που επιβάλλουν οι ιμπεριαλιστικές πολιτικές, όσο και τις ιδανικές, άϋλες, υπερβατικές ανάγκες αυτών των ίδιων μαζών (γίνονται πρωταγωνιστές και όχι μόνο θύματα της ιστορίας). Το Islam – si parva licet: esattamente come il comunismo ακριβώς όπως ο κομουνισμός– οικοδομεί το ιδεολογικό-υλικό πλαίσιο μιας κοινότητας του πεπρωμένου εντός του οποίου βρίσκουν απαντήσεις (είναι αυτονόητο, χειραγωγημένες-πλαστογραφημένες: είναι πραγματικά ανάγκη να το θυμίσουμε;) οι βασικές ανάγκες του ανθρώπου, εκείνες οι πολιτικές ανάγκες που την ίδια στιγμή που επιλύουν το πρόβλημα του ψωμιού λένε επίσης: μαχόμαστε για ένα μέλλον στο οποίο δεν θα υπάρχει πλέον αγώνας για το ψωμί. Είναι μέσα σε αυτό το πολιτικο-εσχατολογικό σενάριο που επανα-δραστηριοποιείται η διαλεκτική μεταξύ της πολιτικής τακτικής και της επαναστατικής ηθικής, στην οποία βρίσκει νόημα, για τον τρομοκράτη, να «δώσει τον θάνατο» και να πεθάνει ταυτόχρονα, θυσιάζοντας τον εαυτό του για ένα μέλλον του οποίου δεν θα απολαύσει κάποιον καρπό. Όλα αυτά, φυσικά, ευνοούνται από τη διεξοδικά θρησκευτική διάσταση που χτίζει έναν ορίζοντα νοήματος και για τα «πέρα από εδώ», εκεί όπου για τον επαναστάτη μαχητή υπήρχε μόνο ένα «από την πλευρά αυτή» που καθόριζε τον αξεπέραστο χαρακτήρα της θυσίας του. Ο πράκτορας της επανάστασης γνωρίζει ότι αγωνίζεται για κάτι εξωτερικό και ανέφικτο, και παρόλα αυτά αποφασίζει να κάνει το καθήκον τουΚάτι που συνέλαβε επίσης ο φιλελεύθερος- δημοκρατικός Turgenev, και όμως τόσο λεπτά «συνένοχος» με εκείνους τους επαναστάτες που μαρκάρισε, δεύτερος ορισμός που προοριζόταν να αποτυπωθεί μέσα στο χρόνο, σαν nihilists,νιχιλιστές. Στο ποίημα Στο κατώφλι Sulla soglia (1878) αυτό θα κάνει την πρωταγωνίστρια να λέει (διαμορφώθηκε στη μορφή της Vera Zasulič, που θα υπογράψει, ακριβώς το ’78, την πρώτη «τρομοκρατική» δράση του ρωσικού λαϊκισμού επιτιθέμενη στη ζωή του στρατηγού Trepov): «Είσαι έτοιμη στη θυσία; – Ναι. – Σε ανώνυμη θυσία; Θα αφανιστείς και κανείς…κανένας θα ξέρει ούτε καν ποιανού τη μνήμη να τιμήσει! – Δεν έχω ανάγκη ούτε για αναγνώριση, ούτε για συμπόνια. Δεν έχω ανάγκη ενός ονόματος».

Η θυσία ως συνέπεια μιας κατάστασης που δεν είναι πλέον σε θέση να υποφέρουν. Όλα αυτά, προφανώς, θεωρούνται μέσα σε μια συλλογική διαδικασία ωρίμανσης πολιτικο-υπαρξιακών επιλογών αλλιώς αδύνατο να υποστηριχτούν (και να κατανοηθούν). Αυτός είναι ο λόγος πίσω από την τρομοκρατική επιλογή. Μια επιλογή η οποία σήμερα είναι δικαίως δυσανάγνωστη. Μόλις εξαφανιστεί το πλαίσιο, σβηστεί η σχέση με τις υλικές αιτίες που τίθενται στη ρίζα μιας επιλογής ζωής, η τρομοκρατική επιλογή, τουλάχιστον ειδωμένη με τα δυτικά μάτια, αποτελεί μέρος της ψυχιατρικής παθολογίας που πρέπει να εξαλειφθεί με την θεραπεία και με το νόμο. Εξ ου και η πορεία της λύτρωσης (ένα άλλο θρησκευτικό κίνητρο) για όσους συνεργάζονται και αιώνιας τιμωρίας για εκείνους που εμμένουν στην «αμετακινησία» τους. Εάν, αντιθέτως, θέλαμε να κατανοήσουμε τους λόγους πίσω από μια επιλογή τόσο μακριά από τις ήσυχες υπάρξεις μας, αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να μιλήσουμε για κάτι άλλο. Για την αδικία και την δυστυχία, την αποστέρηση και την υποτέλεια. Από εδώ μέχρι την ιστορική κατανόηση της τρομοκρατίας το πέρασμα θα είναι σύντομο.

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Πότε Ιησούς κι Ιούδας

Σήμερα ετοιμάζουμε τις βαλίτσες. Δυο μέρες μετά, ξημερώματα, το αεροπλάνο για το προτεκτοράτο. Ό,τι κρατάς στο χέρι σου, μετράει για ένα, ανεξαρτήτως μεγέθους. Μονάχα ότι κρύψεις μέσα στον κώλo σου ξεφεύγει του κανόνα της Easy Jet, κι αυτό υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα σε ψάξουν περισσότερο από το συνηθισμένο στο αεροδρόμιο.

Υπάρχουν φορές, βέβαια, που αισθάνομαι ότι κουβαλώ μαζί μου συνεχώς ένα μεγάλο μπαούλο που δεν μπορεί να ανοίξει ποτέ χωρίς να καταστραφεί, αφού το κλειδί που το ανοίγει βρίσκεται για έναν περίεργο λόγο μέσα στο ίδιο το κλειδωμένο μπαούλο.

Άλλες φορές αυτό με ενοχλεί, άλλες με εξοργίζει, κι άλλες με αφήνει παγερά αδιάφορο.

Απλά, σέρνω μαζί μου το κλειδωμένο μπαούλο μου χωρίς πολλά λόγια ή σκέψεις.

Το κλειδωμένο μπαούλο που ο καθένας μας κουβαλά για χρόνια μαζί του, χωρίς να μπορεί ή χωρίς να τολμά να το ανοίξει ή να το παρατήσει σε κάποιο αεροδρόμιο, σταθμό τρένου ή λιμάνι και να φύγει βιαστικά χωρίς να κοιτάξει ούτε μια φορά πίσω του, είναι η μια πλευρά της σύγχρονης πραγματικότητας.

Η άλλη πλευρά είναι η συλλογικότητα μιας κοινωνίας που δεν δρα συλλογικά, όμως εξακολουθεί να προσποιείται ότι το κάνει.

Ουσιαστικά, οι σημερινές κοινωνίες των ανθρώπων έχουν μετατραπεί από τους ίδιους τους ανθρώπους σε αυτοσχέδια στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Η ποιότητα των εγκαταστάσεων μονάχα αλλάζει από στρατόπεδο σε στρατόπεδο και η ποσότητα του φαγητού.

Σε μερικά από αυτά, οι έγκλειστοι εκλέγουν και την διοίκηση του στρατοπέδου, μα αυτό αποτελεί την εξαίρεση στον παγκόσμιο κανόνα.

Όλα αυτά, βέβαια, δεν είναι εντελώς ασήμαντα και σε πολλές περιπτώσεις κάνουν την διαφορά μεταξύ των στρατοπέδων συγκέντρωσης, αναγκάζοντας πολλούς έγκλειστους από το ένα στρατόπεδο να επιχειρούν την παράνομη μεταγωγή τους σε κάποιο άλλο.

Οι σύγχρονες μεταναστευτικές ροές, όπως λέγονται.

Σε γενικές γραμμές, οι βασικές αρχές διοίκησης όλων των στρατοπέδων συγκέντρωσης που ακούν στα διάφορα ονόματα «εθνικών» κρατών παραμένουν κοινές.

Αχαλίνωτη ελευθερία της αγοράς μαζί με απόλυτο συγκεντρωτισμό στα ανώτερα κλιμάκια της οικονομικής διακυβέρνησης, πολιτικοί υπηρέτες των οικονομικών ελίτ, κατ’ όνομα «πολίτες», που είναι ελεύθεροι στα social media και δούλοι στην κοινωνική ιεραρχία.

Τα προηγούμενα «σοσιαλιστικά» πειράματα διακυβέρνησης κάποιων στρατοπέδων μόνο σοσιαλιστικά δεν ήταν στην ουσία τους.

Ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες όπου οι προθέσεις ήταν στην εκκίνηση αγαθές, το πείραμα απέτυχε παταγωδώς και αυτό είναι πια πασιφανές σε όποιον μπορεί τουλάχιστον να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά.

Το αδιανόητο δεν είναι η αποτυχία του πειράματος, αλλά η αδυναμία των ανθρώπων να αναλύσουν και να βγάλουν τα αναγκαία συμπεράσματα από το αποτυχημένο πείραμα και η απροθυμία τους να δοκιμάσουν κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό που να στοχεύει στο ίδιο ζητούμενο, την ελευθερία του ανθρώπου.

Μεγαλώνοντας, πάντως, τείνω να πιστεύω πως η αχίλλειος πτέρνα των καλών και προοδευτικών ανθρώπων δεν είναι άλλη από την αδυναμία τους να αποδεχτούν το γεγονός πως και οι άλλοι συνάνθρωποί τους έχουν παρόμοιες επιθυμίες και ανάλογα δικαιώματα.

Όσο πιο πολύ πεπεισμένοι είμαστε για την ορθότητα των απόψεων μας, τόσο περισσότερο δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε τον απέναντι ως ίσο.

Κι όλα αυτά φαίνονται πιο έντονα τις μέρες των εορτών.

Στην εποχή μας, άλλωστε, τα Χριστούγεννα έρχονται από τις αρχές του Νοέμβρη στο όνομα του θεού της κατανάλωσης.

Καταναλώνω, άρα υπάρχω. Όχι μόνο τις εορτές, μα και ολόκληρο τον χρόνο.

Τα αρχαία χρόνια κάποιος θεός γεννιόταν την μέρα του χειμερινού ηλιοστασίου, ο Ήλιος, ο Δίας, ο Μίθρας, ο Ιησούς.

Η γέννηση συνδέονταν άρρηκτα με το μεγάλωμα της ημέρας.

Η παγανιστική «Natalis invicti», η γέννηση δηλαδή του ακατανίκητου ήλιου άλλαζε απλά ονόματα ανάλογα με την κυρίαρχη θρησκεία.

Στις 25 του Δεκέμβρη, η μέρα αρχίζει να μεγαλώνει και το καλοκαίρι που τόσο πολύ αγαπάς, Πιτσιρίκο μου, έρχεται πιο κοντά.

Χρόνια πολλά, Πιτσιρίκο!

Φιλιά από την Εσπερία

Ηλίας

(Φίλε Ηλία, ζούμε την εποχή της απόλυτης παράνοιας. Απόλυτη σύγκρουση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην περιγραφή της. Βέβαια, έχει ένα ενδιαφέρον αυτό. Όταν ο Πάπας εκμεταλλεύεται τα Χριστούγεννα για να ζητήσει λιγότερη απληστία και κατανάλωση -επειδή έχει αντιληφθεί πως το εμπόρευμα του χριστιανισμού είναι στα αζήτητα και σε λίγο στις εκκλησίες δεν θα πατάνε ούτε οι παπάδες-, καταλαβαίνεις πως ζούμε σε έναν εντελώς νέο κόσμο, τον οποίο ερνηνεύουμε με παλιά εργαλεία. Για μένα, αυτό είναι το πρόβλημα: ότι αδυνατούμε να αντιληφθούμε και να ερμηνεύσουμε τον νέο κόσμο με σύγχρονο τρόπο. Έχουμε μείνει στον περασμένο αιώνα. Δεν πειράζει, είναι τέτοια η ταχύτητα της αλλαγής, που θα μας αναγκάσει να την αντιληφθούμε όπως πραγματικά είναι. Το φως θα νικήσει τα σκοτάδια. Πάντα έτσι γίνεται. Αργά ή γρήγορα. Χρόνια πολλά, Ηλία. Και καλό ταξίδι. Σε περιμένω. Την αγάπη μου.)

Read more: https://pitsirikos.net/2018/12/%CF%80%CF%8C%CF%84%CE%B5-%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%82-%CE%BA%CE%B9-%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1%CF%82/#ixzz5an19UubG