φιλοσοφία, filosofia

Π. Κονδύλης: Η Ελλάδα ως περίπτωση ενός φθίνοντος έθνους

ARTI news / Ελλάδα / 28.04.19 ]

Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση. Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας. Όπως οι κατώτεροι ζωικοί οργανισμοί, έτσι και οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις μονάχα σ’ ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά· οι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία (κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για τα όσα παρεμφερή μαθαίνει κανείς από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον) ευφραίνουν ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα απασχολούν τα ουσιώδη, αν και συχνά αφανή, μεγέθη της πολιτικής και της οικονομίας.

 Η φυσιογνωμία της σημερινής Ελλάδας

Επίσης ελάχιστοι φαίνεται να ενδιαφέρονται για τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα των διαγραφόμενων οικολογικών στενωπών ή για τις προσεχείς συνέπειες της μετανάστευσης των λαών σε μια χώρα τόσο ευπαθή οικολογικά και τόσο έκθετη γεωγραφικά όσο η Ελλάδα. Όμως η έλλειψη, και μάλιστα η άρνηση, της αυτεπίγνωσης δεν φαίνεται μόνον έμμεσα στη στενότητα της πολιτικής κοσμοεικόνας, από την οποία συνήθως αφορμώνται οι συζητήσεις πάνω στην εθνική πολιτική. Φαίνεται και άμεσα, στον τρόπο διεξαγωγής αυτών των συζητήσεων. Στο επίκεντρό τους βρίσκονται δηλ. περισσότερο ή λιγότερο θεμελιωμένες σκέψεις και γνώμες για το ποιά τροπή θα πάρει αυτή ή εκείνη η συγκεκριμένη εξέλιξη και για το αν αυτή ή εκείνη η ενέργεια ενδείκνυται ή όχι, πράγμα πού συχνότατα οδηγεί στη γνωστή και προσφιλή πολιτικολογία και τραπεζορητορεία. Δεν θίγεται όμως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε πολιτικής προβληματικής: ποια είναι η ταυτότητα και η οντότητα του πολιτικού υποκειμένου, για τις πράξεις, τις παραλείψεις και το μέλλον του οποίου γίνεται λόγος; Πιο συγκεκριμένα: ποια είναι η σημερινή φυσιογνωμία της Ελλάδας και τι προκύπτει απ’ αυτήν ως προς την ικανότητά της να ασκήσει εθνική πολιτική μέσα στις σημερινές πλανητικές συνθήκες; Η εσωτερική αποσύνθεση, την οποία κανείς αφήνει να προχωρήσει όσο δεν φαίνεται ν’ αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο, του στερεί τα απαιτούμενα μέσα και περιθώρια ελιγμών όταν η ανάγκη σφίγγει.

 Τα ηθικολογικά άλλοθι

Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι μόλις εμφανισθεί στο διεθνές προσκήνιο η Ελλάδα (ολόκληρη Ελλάδα!) και υψώσει τη φωνή για τα δίκαιά της, η κοινωνία των εθνών θα αφήσει τις δικές της έγνοιες και θα ενδιαφερθεί για τα ελληνικά αιτήματα, περίπου αποσβολωμένη από την ηθική λάμψη τους. Η προβολή της εξ ορισμού ανώτερης ηθικής διάστασης φαίνεται να απαλλάσσει από τους ταπεινούς μόχθους και τους παραζαλιστικούς λαβυρίνθους της συγκεκριμένης πολιτικής, φαίνεται δηλαδή ότι αρκεί να έχει κανείς το δίκαιο με το μέρος του για να έχει κάνει σχεδόν τα πάντα, όσα εξαρτώνται απ’ αυτόν. Στον υπόλοιπο κόσμο εναπόκειται να αντιληφθεί το ελληνικό δίκαιο και να πράξει ανάλογα. Η ελληνική πλευρά συχνότατα θεώρησε και θεωρεί ως αδιανόητο ότι οι άλλοι μπορούν να έχουν (ειλικρινά ή όχι) διαφορετική αντίληψη για το τι είναι δίκαιο· επίσης δυσκολευόταν και δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τη σκέψη ότι οι άλλοι δεν παίρνουν πάντα τοις μετρητοίς τους ισχυρισμούς της κι ότι χρησιμοποιούν και άλλες πηγές πληροφοριών ή ακούνε και άλλες απόψεις. Εκείνο όμως πού προ παντός αρνείται να κατανοήσει σε μόνιμη βάση η ελληνική πλευρά, καθώς έχει αυτοπαγιδευθεί στις υπεραναπληρώσεις των ηθικολογικών άλλοθι, είναι ότι κάθε ισχυρισμός και κάθε διεκδίκηση μετρούν μόνο τόσο, όσο και η εθνική οντότητα πού στέκει πίσω τους. Όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαιά» του. Ούτε μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα ληφθεί ποτέ σοβαρά υπ’ όψιν μέσα στο διεθνές πολιτικό παιγνίδι, αν δεν έχει κατανοήσει, και αν δεν συμπεριφέρεται έχοντας κατανοήσει, ότι, πίσω και πέρα από τις μη δεσμευτικές διακηρύξεις αρχών ή τις αόριστες φιλοφρονήσεις, τις φιλίες ή τις έχθρες τις δημιουργεί και τις παγιώνει η σύμπτωση ή η απόκλιση των συμφερόντων. Όμως στη βάση αυτή μπορεί να κινηθεί μόνον όποιος έχει την υλική δυνατότητα να προσφέρει τόσα, όσα ζητά ως αντάλλαγμα. Με άλλα λόγια: οι κινήσεις στο πολιτικό-διπλωματικό πεδίο αποδίδουν όχι ανάλογα με το «δίκαιο», το οποίο άλλωστε η κάθε πλευρά ορίζει για λογαριασμό της, αλλά ανάλογα με το ιστορικό και κοινωνικό βάρος των αντίστοιχων συλλογικών υποκειμένων, το οποίο όλοι αποτιμούν κατά μέσον όρο παρόμοια, όπως γίνεται και με τα εμπορεύματα στην αγορά. Επί πλέον καμιά προστασία και καμιά συμμαχία δεν κατασφαλίζει τελειωτικά οποίον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Η αξία μιας συμμαχίας για μιαν ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας. Ισχυροί σύμμαχοι είναι άχρηστοι σ’ όποιον δεν διαθέτει ό ίδιος σεβαστό ειδικό βάρος, εφ’ όσον ανάλογα με τούτο εδώ αυξομειώνεται το ενδιαφέρον των ισχυρών. Ίσως να θεωρεί κανείς «απάνθρωπα» και λυπηρά αυτά τα δεδομένα, αν όμως ασκεί εθνική πολιτική αγνοώντας τα, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί σε μια κατάσταση όπου τη λύπη για την ηθική κατάπτωση των άλλων θα τη διαδεχθεί ο θρήνος για τις δικές του συμφορές.

 Ο παρασιτικός καταναλωτισμός

Η παρατήρηση αυτή μας φέρνει στη δεύτερη από τις δύο μεγάλες φάσεις της εθνικής συρρίκνωσης του ελληνισμού σ’ αυτόν τον αιώνα. Αν η πρώτη είχε κυρίως γεωπολιτικό χαρακτήρα, η δεύτερη, πού άρχισε μετά τη σχετική ολοκλήρωση της πρώτης, χαρακτηρίζεται από τα συμπτώματα και τα συμπαρομαρτούντα ενός παρασιτικού καταναλωτισμού αδιάφορου για τις μακροπρόθεσμες εθνικές του επιπτώσεις, ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά την ανεξαρτησία της χώρας και την αυτοτέλεια των εθνικών της αποφάσεων. Τον καταναλωτισμό αυτόν δεν τον ονομάζουμε παρασιτικό για να τον υποβιβάσουμε ηθικά, αντιπαρατάσσοντάς του «ανώτερα» και «πνευματικά» ιδεώδη ζωής, όπως κάνουν διάφοροι διανοούμενοι. Θα ήταν εξωπραγματικό και ανόητο να θέλει να αποκόψει κανείς τον ελληνικό λαό στο σύνολό του από τις νέες δυνατότητες της παραγωγής και της τεχνολογίας — και επί πλέον θα ήταν και επικίνδυνο, γιατί μια τέτοια αποκοπή θα συμβάδιζε με μια γενικότερη οικονομική και στρατιωτική καθυστέρηση. Ο όρος «παρασιτικός καταναλωτισμός» χρησιμοποιείται εδώ στην κυριολεξία του για να δηλώσει ότι η σημερινή Ελλάδα, όντας ανίκανη να παραγάγει η ίδια όσα καταναλώνει και μην έχοντας αρκετή αυτοσυγκράτηση — και αξιοπρέπεια — ώστε να μην καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να παραγάγει η ίδια, προκειμένου να καταναλώσει παρασιτεί, και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση: παρασιτεί στο εσωτερικό, που υποθηκεύει τους πόρους του μέλλοντος μετατρέποντάς τους σε τρέχοντα τοκοχρεολύσια, και παρασιτεί προς τα έξω, που έχει επίσης δανεισθεί υπέρογκα ποσά όχι για να κάνει επενδύσεις μελλοντικά καρποφόρες αλλά κυρίως για να πληρώσει με αυτά τεράστιες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών, τις οποίες και πάλι εισήγαγε από το εξωτερικό. Η εξέλιξη αυτή συντελέσθηκε στο πλαίσιο της μεταπολεμικής προοδευτικής διαπλοκής των διεθνών οικονομικών διαδικασιών γενικά και των ευρωπαϊκών οικονομιών ειδικότερα, ωστόσο θα ήταν λάθος να τη θεωρήσουμε ως ειμαρμένη πού ενέσκηψε πάνω σε μιαν αδύνατη κι ανυπεράσπιστη Ελλάδα, αιχμαλωτισμένη ανέκκλητα στα δίχτυα του «διεθνούς κεφαλαίου». Τέτοιες φαινομενικά περισπούδαστες εξηγήσεις προσφέρουν όσοι οχυρώνονται πίσω από την αγοραία «αριστερή» και «φιλολαϊκή» ρητορική, αρνούμενοι να αναμετρήσουν το μέγεθος των δικών τους ευθυνών, το βάθος των συντελεστών της σημερινής εθνικής κρίσης και την οδυνηρότητα των πιθανών διεξόδων απ’ αυτήν.

Πολιτικό σύστημα και εκλογική πελατεία

Οι πρωταρχικοί λόγοι, πού έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία της εθνικής εκποίησης και της συναφούς πολιτικής αποδυνάμωσης της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο, είναι ενδογενείς και ανάγονται στη λειτουργία του πολιτικού της συστήματος και στη συμπεριφορά όλων των υποκειμενικών του παραγόντων. Με άλλα λόγια: το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό σώμα στο σύνολο του επωφελήθηκε από τη μεταπολεμική πρωτοφανή ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας και άντλησε βραχυπρόθεσμα ωφελήματα απ’ αυτή με αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο υποβιβασμό της Ελλάδας στην κλίμακα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και συνάμα τη γενική εθνική της υποβάθμιση. Αυτό έγινε με τη μορφή ενός σιωπηρού, αλλά διαρκούς και κατά μέγα μέρος συνειδητού και επαίσχυντου κοινωνικού συμβολαίου, στο πλαίσιο του οποίου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία — «δεξιά», «φιλελεύθερη» ή «σοσιαλιστική», κοινοβουλευτική ή δικτατορική: στο κρίσιμο τούτο σημείο οι αποκλίσεις υπήρξαν ελάχιστες — ανέλαβε τη λειτουργία να ενισχύει γρήγορα και παρασιτικά τις καταναλωτικές δυνατότητες του «λαού» με αντίτιμο την πολιτική του εύνοια ή ανοχή, ήτοι τη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και την κάρπωση των συναφών κοινωνικών και υλικών προνομίων. Βεβαίως, η συναλλαγή αυτή χαρακτήριζε τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό από τα γεννοφάσκια του, όμως η πρωτοφανής μεταπολεμική διεθνής οικονομική συγκυρία της προσέδωσε δυνατότητες επίσης πρωτοφανείς: προς άγρα και συγκράτηση της εκλογικής πελατείας μπορούσαν τώρα να προσφερθούν όχι απλώς ανιαρές κρατικές θέσεις, αλλά επί πλέον πολύχρωμες μάζες καταναλωτικών αγαθών και πλήθος δελεαστικών καταναλωτικών δυνατοτήτων. Ενώ όμως η πρώτη προσφορά συνεπαγόταν κυρίως την εκποίηση του κρατικού μηχανισμού και των κρατικών πόρων στην εσωτερική αγορά, η δεύτερη — και πιο πλουσιοπάροχη — απέληγε με εσωτερική αναγκαιότητα στο ξεπούλημα ολόκληρου τού έθνους στη διεθνή αγορά. Αυτό το ξεπούλημα άρχισε με τα μεγάλα, αντίδρομα και ταυτοχρόνως συμπληρωματικά, κύματα της μετανάστευσης και του τουρισμού, για να κορυφωθεί, αλλάζοντας αισθητά όψη και συναισθηματική επένδυση, στην αγορά αυστριακών μπισκότων για σκύλους και στην οργάνωση τριήμερων ταξιδιών στο Λονδίνο για ψώνια, κατασταλάζοντας ενδιαμέσως παχυλές επιδοτήσεις μιας περιττής αγροτικής παραγωγής και την περαιτέρω διόγκωση μιας ημιπαράλυτης δημοσιοϋπαλληλίας. Ποτέ άλλοτε το κράτος και το έθνος δεν βρέθηκαν, χάρη στην απλόχερη μεσολάβηση του «πολιτικού κόσμου», σε τόσο αγαστή σύμπνοια με τον χαρτοπαίχτη της επαρχίας και με το τσόκαρο των Αθηνών.

 Ανακύκλωση του φαύλου παιγνιδιού

Ο παρασιτικός καταναλωτισμός, όπως τον ορίσαμε παραπάνω, προκάλεσε μια τέτοια διασπάθιση πόρων, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1980, ώστε η στενότητα των πόρων θα ακολουθεί στο εξής, και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, την ελληνική εθνική πολιτική σαν βαριά σκιά. Οι σημερινές, και οι αναπόδραστες αυριανές, προσπάθειες του «πολιτικού κόσμου» για τη λύση αυτού του πιεστικού προβλήματος δεν αποτελούν διαρθρωτική του αντιμετώπιση, παρά κατά βάθος αποσκοπούν στη δημιουργία συνθηκών πρόσκαιρης ανακούφισης πού θα επιτρέψουν ξανά την ανακύκλωση του προηγούμενου φαύλου παιγνιδιού μεταξύ κομμάτων και ψηφοφόρων. Είναι περιττό να εξηγήσουμε ποιες μακροπρόθεσμες συνέπειες έχει η υφιστάμενη σήμερα στενότητα των πόρων για το μέλλον τού έθνους, δηλ. για την οικονομική ανταγωνιστικότητα του, για την παιδεία του και για την άμυνα του. Εξ αιτίας της στενότητας τούτης η Ελλάδα ξεκινά τον αγώνα δρόμου στην αρχόμενη πολυτάραχη φάση της πλανητικής πολιτικής με ένα επί πλέον σημαντικότατο μειονέκτημα. Η οικονομική της υποπλασία, η οποία χρηματοδοτήθηκε και εξωραΐσθηκε καταναλωτικά με την εκτεταμένη απώλεια της οικονομικής της ανεξαρτησίας, θα περιορίσει πολύ τα περιθώρια των πολιτικών της επιλογών και δραστηριοτήτων, προ παντός όταν θα συγκρουσθούν οι δικές της θέσεις με εκείνες των Ευρωπαίων και άλλων χρηματοδοτών της. Για τη σύγκρουση αυτή, η οποία, δεν αποκλείεται κάποτε να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, θα πούμε μερικά πράγματα αμέσως παρακάτω. Πάντως την πορεία και την έκβασή της τις προδιαγράφει η σημερινή εικόνα της Ελλάδας στον διεθνή, και προ παντός στον κοινοτικό ευρωπαϊκό χώρο. Θα πρέπει κανείς, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στη μακάρια ελληνική επικράτεια, να αγνοεί τον χώρο αυτόν ή να έχει πάθει αθεράπευτη εθνικιστική τύφλωση και κώφωση για να μη γνωρίζει ότι στα μάτια των εταίρων της η Ελλάδα είναι σήμερα ένας ανεπιθύμητος παρείσακτος, ένας αναξιοπρεπής επαίτης, ο οποίος ζητά δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο προκειμένου να καταναλώνει πολύ περισσότερα απ’ όσα του επιτρέπουν οι παραγωγικές του δυνατότητες και η παραγωγικότητα της εργασίας του, και ο οποίος επί πλέον, για να διασφαλίσει την παρασιτική του ευημερία, δεν διστάζει να ελίσσεται και να εξαπατά, ενώ ο επαρχιωτισμός και ο ενίοτε παιδικός εγωκεντρισμός του δεν του επέτρεψαν ποτέ να διατυπώσει κάποια ουσιώδη σκέψη ή πρόταση γενικού ευρωπαϊκού ή διεθνούς ενδιαφέροντος. Δεν έχει σημασία αν την εικόνα τούτη τη συμμερίζονται όλοι ανεξαιρέτως και αν ευσταθούν όλες της οι λεπτομέρειες ? βαρύνουσα πολιτική σημασία έχει η γενική της διάδοση και προ παντός η γενική συμφωνία της με τα πραγματικά δεδομένα. Εδώ ήδη φαίνεται καθαρότατα η βαθειά εσωτερική σχέση ανάμεσα στην πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και στις τύχες της χώρας μέσα στην κοινωνία των εθνών.

 Περιοδικές πατριωτικές εξάρσεις

Οι απωθητικοί και αντισταθμιστικοί μηχανισμοί, με τη βοήθεια των οποίων η πολυδαίδαλη και πολυμήχανη νεοελληνική ψυχή παρακάμπτει τους εξευτελισμούς χωρίς ποτέ να τους υπερνικήσει κατά μέτωπο, είναι παλαιοί, δοκιμασμένοι και γνωστοί. Επειδή ο επαίτης κατάγεται, γεωγραφικά τουλάχιστον, από τον τόπο του Περικλή, πιστεύει ο ίδιος ότι δικαιούται να εμφανίζεται με χλαμύδα, τη λευκότητα της οποίας τίποτε, ούτε καν κατάφωρες παραχαράξεις και καταχρήσεις, δεν θα μπορούσε να σπιλώσει. Παράλληλα, οι περιοδικές πατριωτικές εξάρσεις ή αψιθυμίες, από διάφορες αφορμές, επιτρέπουν την ψυχολογικά βολική υπερκάλυψη της εθνικά ολέθριας συλλογικής πρακτικής από το υψιπετές εθνικό φρόνημα, της κοντόθωρης ευδαιμονιστής δραστηριότητας από το μετέωρο παραλήρημα. Επίσης καθιστούν δυνατή την ψευδαίσθηση της ομοψυχίας όταν οι ατομικές βλέψεις και οι προσωπικές επιδιώξεις στην πραγματικότητα αποκλίνουν τόσο, ώστε είναι πια δυσχερέστατο να συντονισθούν με καθοριστικό άξονα τις επιταγές μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής. Η κραυγαλέα επίδειξη ομοψυχίας υποκαθιστά έτσι την ύπαρξη πρακτικά δεσμευτικής και αποδοτικής ομογνωμίας πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα και συγκεκριμένες λύσεις. Έτσι, ό,τι θα έπρεπε ν’ αποτελεί ψυχολογικό θεμέλιο για την άσκηση εθνικής πολιτικής μετατρέπεται σε ψυχολογικό άλλοθι για τη ματαίωση των προϋπο­θέσεών της, καθώς η διαρκής πατριωτική μέθη εμποδίζει μόνιμα τους ευτυχείς φορείς της να αποκρυσταλλώσουν τη ρητορική εθελοθυσία τους σε κοινές πραγματιστικές πολιτικές αποφάσεις, ήτοι σε μία κατανομή ευθυνών, εργασιών, προσφορών και απολαβών μέσα σ’ ένα μακρόχρονο και δεσμευτικό πρόγραμμα εθνικής επιβίωσης. Όσο περισσότερο η συζήτηση μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση τέτοιων αποφάσεων, τόσο γρηγορότερα η μέθη ξεθυμαίνει για να επικρατήσει και πάλι η ατομική ή «κλαδική» λογική του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ως συνδετικός ιστός και ως κοινός παρονομαστής απομένει έτσι μία γαλανόλευκος πομφόλυξ.

Αυτοφαγία

Το γεγονός, το οποίο περιπλέκει αφάνταστα τη σημερινή ελληνική κατάσταση, κάνοντάς τη να φαίνεται κατ’ αρχήν αδιέξοδη, είναι ότι η υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού ειδικότερα και του κοινωνικού και ιστορικού παρασιτισμού γενικότερα, η εκλογίκευση της οικονομίας και της εθνικής προσπάθειας στο σύνολο της, δεν προσκρούουν απλώς στα οργανωμένα συμφέροντα μιας μειοψηφίας, η οποία στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να παραμερισθεί με οποιαδήποτε μέσα και προ παντός με τη συμπαράσταση της μεγάλης πλειοψηφίας. Τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων έχει εν τω μεταξύ συνυφάνει, κατά τρόπους κλασσικά απλούς ή απείρως ευρηματικούς, την ύπαρξη και τις απασχολήσεις της με τη νοοτροπία και με την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού. Για να ακριβολογήσουμε, βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε ότι σε σχέση με τη σύγχρονη Ελλάδα η έννοια του παρασιτισμού μόνον οξύμωρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί: γιατί εδώ δεν πρόκειται για έναν λίγο-πολύ υγιή εθνικό κορμό, ο οποίος έχει αρκετές περισσές ικμάδες ώστε να τρέφει και μερικά παράσιτα ποσοτικώς αμελητέα, παρά για ένα πλαδαρό σώμα πού παρασιτεί ως σύνολο εις βάρος ολόκληρου του εαυτού του, ήτοι τρώει τις σάρκες του και συχνότατα και τα περιττώματα του. Οι κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές, πού ευδοκιμούν μοιραία σε τέτοιο μικροβιολογικό περιβάλλον, συμφυρόμενες με ζωτικότατα κατάλοιπα αιώνων ραγιαδισμού, βαλκανικού πατριαρχισμού και πελατειακού κοινοβουλευτισμού, αποτελούν την άκρα αντίθεση και τον κύριο φραγμό προς κάθε σύλληψη και λύση των προβλημάτων της εθνικής επιβίωσης πάνω σε βάση μακροπρόθεσμης και οργανωμένης συλλογικής προσπάθειας. Η σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού στο σύνολο του δεν νοείται ωστόσο εδώ με τη στενή σημασία των διαφόρων ηθικολόγων, παρά πρωταρχικά ως μέγεθος πολιτικό: έγκειται στην επίμονη και ιδιοτελή παραγνώριση της αδήριτης σχέσης πού υφίσταται ανάμεσα σε απόδοση και απόλαυση, και κατ’ επέκταση στην αδιαφορία απέναντι στην υπονόμευση του εθνικού μέλλοντος εξ αιτίας απολαύσεων μη καλυπτομένων από αντίστοιχη απόδοση.

Τι σημαίνει απόδοση;

Ως ελαφρυντικό πρέπει ίσως να θεωρήσει κανείς ότι οι πλείστοι Έλληνες δεν γνωρίζουν καν τι σημαίνει «απόδοση» με τη σύγχρονη έννοια και συχνά πιστεύουν ότι αποδίδουν μόνο και μόνο επειδή ιδροκοπούν, φωνασκούν και τρέχουν από το πρωί ως το βράδυ. Όμως αυτό ελάχιστα μεταβάλλει το πρακτικό αποτέλεσμα. Η δυσαρμονία απόλαυσης και απόδοσης ήταν ανεκτή όσο η απόλαυση ήταν γλίσχρα και όσο η απόδοση δεν μετριόταν πάντα με τα μέτρα των προηγμένων ανταγωνιστικών οικονομιών. Αλλά στις τελευταίες δεκαετίες μεταστράφηκαν και οι δύο αυτοί όροι: τα οικονομικά σύνορα έπεσαν, τουλάχιστον σ’ ό,τι άφορα το μέτρο της απόδοσης, εφ’ όσον δεν είναι δυνατό να αποτιμώνται με άλλο μέτρο απόδοσης τα (συνεχώς αυξανόμενα) εισαγόμενα και με άλλο τα εξαγόμενα, κι επομένως όποιος θέλει να εισαγάγει χωρίς να ξεπουληθεί πρέπει να εξαγάγει ίση απόδοση, οι αντιλήψεις για το τι σημαίνει απόλαυση προσανατολίσθηκαν, πάλι, μαζικά στα πρότυπα των προηγμένων καταναλωτικών κοινωνιών, έτσι ώστε η απόσταση απ’ αυτά να γίνεται από τους πλείστους αισθητή ως στέρηση. Έτσι η διάσταση ανάμεσα σε απόλαυση και απόδοση έγινε εκρηκτική, με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να ξαναγίνουν επίκαιρες ορισμένες στοιχειώδεις οικονομικές αλήθειες πού η Ελλάδα νόμιζε ότι τις είχε ξεπεράσει με την απλή μέθοδο του δανεισμού. Με δεδομένες όμως τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές πού επισημάναμε παραπάνω, οι αλήθειες αυτές δεν επενέργησαν ως καταλύτης παραγωγικών ενεργειών, παρά μάλλον ως καταλύτης αντεγκλήσεων, η στειρότητα των οποίων επέτεινε τη συλλογική αμηχανία και αβουλία. Πράγματι, για όποιον δεν είναι εξ επαγγέλματος και ιδιοτελώς υποχρεωμένος (λ.χ. ως πολιτικός) να τρέφει και να διαδίδει ψευδαισθήσεις, είναι προφανές ότι η χώρα βυθίζεται στον κοινωνικό λήθαργο και στη συλλογική απραξία, ήτοι η κοινωνική πράξη έχει υποκατασταθεί από αντανακλαστικές κινήσεις: το νευρόσπαστο κινείται κι αυτό, όμως δεν πράττει. Η αίσθηση της αποσύνθεσης είναι γενική και δεσπόζει σε όλες τις συζητήσεις, ενώ η εξ ίσου διάχυτη δυσφορία εκτονώνεται όλο και ευκολότερα, όλο και συχνότερα σε προκλητική επιθετικότητα και σε επιδεικτική χυδαιότητα.

 

http://artinews.gr/%CF%80.-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1-%CF%89%CF%82-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7-%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CF%86%CE%B8%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%AD%CE%B8%CE%BD%CE%BF%CF%85%CF%82.html

φιλοσοφία, filosofia

Μια άψογη ζωή: το μονοπάτι του Πολεμιστή

Ο Δον Χουάν είναι σαν τους παλιούς δασκάλους για τους οποίους μιλά ο Hadot, αν και σίγουρα δεν υπήρξε ένας στωικός τόσο ευφυής. Η δική του δεν είναι μια θεωρητική ή διανοητική σοφία, αλλά ζωτική και σωματική. Αυτό που διδάσκει δεν είναι θεωρίες, αλλά κανόνες συμπεριφοράς για να οδηγήσει μια «ισχυρή και ξεκάθαρη» ζωή σε μια πραγματικότητα που μας εξασθενεί, μας διασπείρει, μας αδειάζει. Μια τέχνη της προσοχής.

Η σαφήνεια είναι δύναμη. Ζούμε με τρόπο άψογο όταν είμαστε παρόντες σε αυτό που κάνουμε. Όταν οι αποφάσεις μας είναι ακριβείς. Όταν αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τις ενέργειές μας. Πρόκειται για κανόνες ηθικούς, δεοντολογίας που αντίκεινται στις επικρατούσες τάσεις της κοινωνίας μας: της τυραννίας της ορατότητας και της διαφάνειας, της υποκειμενικότητας που τείνει να νιώθει θύμα και της επιθυμίας για αθανασία.

Ο «πολεμιστής» σύμφωνα με τον Don Juan δεν μάχεται κανέναν πόλεμο, αλλά είναι ένας άνθρωπος που αγωνίζεται σε κάθε στιγμή και με κάθε χειρονομία για να παραμένει άψογος παρά τις δυνάμεις που θέλουν να καταστρέψουν κάθε άσκηση αυτονομίας – της προσοχής, της αντίληψης και της δικής του αισθαντικότητας.

του Amador Fernández-Savater

 

http://effimera.org/vita-impeccabile-cammino-del-guerriero-amador-fernandez-savater/

φιλοσοφία, filosofia

συνειδητό, ασυνείδητο

…»Από ότι κατάλαβα, μόλις γυρίσατε από την Ινδία», μου είπε. »Είχα βρεθεί και εγώ  εκεί πριν από αρκετό καιρό και προσπαθούσα να πείσω τους Ινδούς ότι είναι αδύνατο να απαλλαγεί κανείς από την ιδέα του Εγώ ή της συνείδησης, ακόμη και στη βαθύτερη κατάσταση του σαμάντι».

Έτσι ο Δρ. Γιούνγκ μπήκε αμέσως στο κύριως θέμα. Οι χειρονομίες και τα λόγια του ήταν επιβλητικά και κομψά, αλλά από κάτω υπέβοσκε ένας πύρινος ενθουσιασμός που φανέρωνε την εξαιρετική του ζωντάνια, παρά τα σχεδόν ογδόντα δύο χρόνια του.

Ο Δρ. Γιούνγκ συνέχισε: »Όταν ήμουν στο Παμεπιστήμιο της Καλκούτα στη Βεγγάλη, συζήτησα αυτό το θέμα με διάφορους βραχμάνους καθηγητές και ειδικούς, αλλά στάθηκαν ανίκανοι να το κατανοήσουν. Προσπάθησαν να τους εξηγήσω ότι εάν ο Ραμακρίσνα, για παράδειγμα, μπορούσε να απαλλαγεί τελείως από τη συνειδητότητα του στις στιγμές της βαθιάς του έκστασης, τότε αυτές οι στιγμές θα ήταν ανύπαρκτες. Δε θα μπορούσε ποτέ να τις θυμηθεί, να τις καταγράψει ή έστω να αποδώσει ότι υπήρξαν».

»Αφού Ασυνείδητο σημαίνει στην πραγματικότητα μη συνειδητό, κανείς δεν μπορεί να εισέλθει σε αυτήν την κατάσταση όσο είναι ζωντανός και ταυτόχρονα να έχει ανάμνηση αυτού του γεγονότος, όπως διατείνονται οι Ινδοί. Για να λειτουργήσει η μνήμη χρειάζεται ένα συνειδητό παρατηρητή, που είναι ο Εαυτός ή το συνειδητό όν.Όλα αυτά τα συζήτησα με τον Γκουρού του Μαχαραγιά της Μυσόρης…». Σταμάτησε και χτύπησε την πίπα του στο κιγκλίδωμα.

»Πάντα σκεφτόμουν», είπα, »ότι ο Ινδός προσπαθεί να απαλλαγεί από το εγώ για να δραπετεύσει από τον τροχό της Σαμσάρα [μετενσάρκωση]. Για αυτόν η αιωνιότητα θα ήταν σαν μια συνεχής κατάσταση αϋπνίας και επομένως θέλει να χάσει τον εαυτό του μέσα στην έννοια της Ολότητας. Αυτό επιδιώκει ο σύγχρονος Ινδός, αλλά όπως ξέρετε οι Σίντα είχαν προσπαθήσει κάτι διαφορετικό. Τώρα καταλαβαίνω ότι θέλετε να εδραιώσετε ένα διάλογο ανάμεσα στο Εγώ και σε εκείνο που το υπερβαίνει, ότι θέλετε να ρίξετε το φως της συνείδησης όλο και βαθύτερα μέσα στο Ασυνείδητο. Αντιλαμβάνομαι ακόμη ότι σύμφωνα με το νόμο της πολικότητας μπορεί αντίστοιχα να υπάρχει ένα Συλλογικό Συνειδητό ή και Υπερσυνειδητό. Νομίζετε πως ο Ινδός αναφέρεται σε αυτή μάλλον την κατάσταση και αυτή ποθεί όταν φτάνει στο σαμάντι ή, ακόμη βαθύτερα, στην καϊβάλια; Ο πιθανότερος τρόπος για να φθάσει κάποιος σε αυτή την κατάσταση, στην προσέγγιση του Υπερσυνειδητού, είναι να απαλλαγεί από την ορθολογιστική καθημερινή συνείδηση. Είναι πιθανό η διαφορά ανάμεσα σε εσάς και στους Ινδούς  να οφείλεται απλά σε μια παρανόηση ή στη δυσκολία κατανόησης του τι ακριβώς εννοεί ο Ινδός όταν λέει ότι επιθυμεί να ξεπεράσει το Εγώ;

»Μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο», είπε ο Γιούνγκ. »Οι Ινδοί είναι φημισμένοι για την αδυναμία τους στη λογική διατύπωση , κατά κύριο λόγο σκέπτονται με παραβολές και εικόνες. Δεν τους ενδιαφέρει η λογική. Αυτό φυσικά είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ολόκληρης της Ανατολής… όσον αφορά την υπόθεση σας για το Υπερσυνειδητό, αυτή είναι μια μεταφυσική άποψη και κατά συνέπεια βρίσκεται έξω από τα ενδιαφέροντα μου. Επιθυμώ να προχωρώ αποκλειστικά με γεγονότα και εμπειρίες. Μέχρι τώρα δεν έχω ανακαλύψει κανένα σταθερό ή καθορισμένο κέντρο στο ασυνείδητο και ούτε νομίζω ότι υπάρχει. Πιστεύω ότι εκείνο που ονομάζω Εαυτό είναι ένα ιδεώδες κέντρο τόσο από το Εγώ όσο και από το Ασυνείδητο και μάλλον είναι ισοδύναμο με την μέγιστη φυσική έκφραση της ατομικότητας, σε μια κατάσταση πληρότητας και ολότητας. Όπως επιδιώκει να εκφραστεί η φύση, το ίδιο και ο άνθρωπος, ο Εαυτός είναι εκείνο το όνειρο της ολότητας. Είναι επομένως ένα ιδεώδες κέντρο, κάτι δημιουργημένο. Οι Ινδοί έχουν γράψει σοφά πράγματα για αυτό το θέμα. Σύμφωνα με τους φιλόσοφους του Σανκύα, η Πουρούσα είναι ο Εαυτός και το Άτμαν ίσως είναι κάτι παρόμοιο. Αλλά ο ορισμός παίρνει πάντα την μορφή μιας παραβολής.

Herman Hesse Carl Jung Μνήμες

 

φιλοσοφία, filosofia

ο Εαυτός

….Όλα σχετίζονται με την εκμάθηση του πώς να ακούμε, επειδή υπάρχουν σε εμάς ζώνες που αγνοούμε. Για παράδειγμα, η καρδιά έχει να μεταφέρει τις δικές της εμπειρίες, με τις οποίες το κεφάλι δεν σχετίζεται. Ίσως τότε μέσα στην πράξη της προσοχής μπορέσουμε να φθάσουμε σε εκείνο το μυστηριώδες κέντρο που, όπως είπατε, εμφανίζεται να μην έχει καμία ύπαρξη και μοιάζει να είναι κάτι που εφεύραμε εμείς οι ίδιοι, το οποίο ωστόσο μας περιβάλλει και μας κυριαρχεί μέχρι σημείου που χωρίς αυτό δεν είμαστε τίποτε. Δίχως αυτό είμαστε νεκροί. Κατά κάποιο τρόπο, εκείνο το μυστηριώδες κέντρο είναι ο γιος μας, αλλά την ίδια στιγμή είναι και ο πατέρας μας. Ο Γιος που είναι ο Πατέρας. ο Εαυτός…….

….Η ανακάλυψη του εαυτού απαιτεί μια βαθιά και ανεπιφύλακτη σχέση με όσο το δυνατό περισσότερα άτομα, επειδή έτσι παρέχεται η δυνατότητα σύγκρισης και κατά συνέπεια διάκρισης και ταξινόμησης σε σχέση με τους άλλους….

…Κανείς δεν αντιλαμβάνεται ακόμη ότι όταν ένα αρχέτυπο κυριαρχεί ασυνείδητα, τότε το άτομο υφίσταται κατάληψη από αυτό  και εξαναγκάζεται να ακολουθήσει τη θανατηφόρα πορεία του…

..Πρόκειται για μια οντότητα που διέπεται και κυριαρχείται από αρχέτυπες δυνάμεις και όχι από την »ελεύθερη βούληση του», δηλαδή από τον αυθαίρετο εγωισμό  και την περιορισμένη του συνείδηση. Οφείλει να μάθει ότι δεν είναι ο κύριος του σπιτιού του και θα πρέπει να μελετήσει προσεκτικά την άλλη πλευρά του ψυχικού του κόσμου, η οποία φαίνεται ότι είναι ο πραγματικός κυρίαρχος της μοίρας του…

…ο σημερινός άνθρωπος μοιάζει να είναι εντελώς ανίκανος να αντιληφθεί ότι κάτω από ένα ορισμένο πρίσμα είναι ξένος προς τον ίδιο του τον εαυτό….

…Όπως λέει το παλιό κινέζικο ρητό: »Ο σωστός άνθρωπος που κάθεται στο σπίτι του και σκέφτεται τις σωστές σκέψεις, θα ακουστεί εκατό μίλια μακριά».

Έτσι ένας παλιός αλχημιστής παρηγόρησε με τα παρακάτω λόγια ένα μαθητή του:»Ανεξάρτητα από το πόσο απομονωμένος  είσαι και πόσο μόνος αισθάνεσαι, εάν κάνεις το έργο σου αληθινά και ευσυνείδητα, τότε άγνωστοι φίλοι θα έρθουν να σε αναζητήσουν».

Μου φαίνεται ότι τίποτα το ουσιαστικό δεν χάθηκε ποτέ, επειδή η μήτρα του είναι πάντα μέσα μας και από αυτήν μπορεί να αναπτυχθεί και να αναπαραχθεί εάν χρειασθεί. Αλλά μπορούν να το ανασύρουν μόνο εκείνοι που έχουν μάθει την τέχνη να αποστρέφουν τα μάτια τους από το εκτυφλωτικό φως των τρεχουσών απόψεων και να κλείνουν τα αυτιά τους στο θόρυβο των εφήμερων συνθημάτων.

Herman Hesse Carl Jung Μνήμες

 

φιλοσοφία, filosofia

Φως και σκιά, Αμπράξας

Herman Hesse Carl Jung Μνήμες

Παρόλο που η ζωή είναι μια υπόθεση φωτός και σκιάς, εντούτοις δεν την αποδεχόμαστε ποτέ σαν τέτοια. Κατευθυνόμαστε πάντα προς το φως και τις υψηλές κορυφές. Από την παιδική μας ηλικία, με την βοήθεια της πρώιμης θρησκευτικής και ακαδημαϊκής εκπαίδευση, μας δίνουν αξίες που αντιστοιχούν μόνο σε έναν ιδανικό κόσμο. Η σκοτεινή πλευρά της πραγματικής ζωής αγνοείται, ενώ ο δυτικός Χριστιανισμός δε μας δίνει τίποτε το οποίο να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία της. Έτσι οι νέοι άνθρωποι της Δύσης είναι ανίκανοι να ασχοληθούν με το μίγμα του φωτός και της σκιάς από το οποίο συνίσταται στην πραγματικότητα η ζωή. Δεν έχουν τρόπο να συνδέσουν τα γεγονότα της ύπαρξης στις δικές  τους προϊδεασμένες και απόλυτες απόψεις. Επομένως σπάζουν οι δεσμοί που συνδέουν τη ζωή με τα παγκόσμια σύμβολα και αρχίζει η διάλυση.

Στην Ανατολή, ιδιαίτερα στην Ινδία, η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική. Εκεί ένας αρχαίος πολιτισμός βασισμένος στη φύση αποδέχεται έναν κόσμο πολυπρόσωπων θεών. Έτσι ο Ανατολίτης μπορεί να αντιληφθεί την ταυτόχρονη ύπαρξη του φωτός με την σκιά και του καλού με το κακό. Απόλυτα δεν υπάρχουν και εάν έτσι αφοπλίζεται ο Θεός, το ίδιο ισχύει και για το διάβολο. Όμως το τίμημα αυτής της κατανόησης είναι ένας άμεσος φόρος τιμής στην ίδια τη φύση. Επομένως ο Ινδός βρίσκει τον εαυτός του λιγότερο ατομικοποιημένο από το Δυτικό. Είναι κάτι περισσότερο από μέρος της φύσης, αποτελεί στοιχείο της ομαδικής ψυχής.

Η ερώτηση που έχει τώρα να αντιμετωπίσει ο δυτικός Χριστιανός, είναι εάν χωρίς να χάσει  την ατομικότητα του, μπορεί να αποδεχτεί τη συνύπαρξη του φωτός με τη σκιά και του θεού με το διάβολο. Για να το κάνει όμως, θα πρέπει να ανακαλύψει το χριστιανικό Θεό πριν από τον προσωποποιημένο Χριστό και ο οποίος έχει να έχει τη δύναμη να διατηρηθεί ακόμη και μετά από αυτόν σε μια περισσότερο βιώσιμη μορφή. Μια τέτοια θεότητα θα μπορούσε να είναι ο Χριστός της Ατλαντίδας που κάποτε υπήρξε δημόσια αν και βυθισμένος κάτω από τα βαθιά νερά του σημερινού μας πολιτισμού. Ένας τέτοιος θεός θα ήταν επίσης και ο Αμπράξας που είναι ταυτόχρονα θεός και διάβολος.

ΓΙΟΥΝΓΚ – ΕΣΣΕ: ΜΝΗΜΕΣ    MIGUEL SERRANO

 

 

 

φιλοσοφία, filosofia

το κενό…

Ποιος είσαι, Δάσκαλε Κολοκύθα;

»Ήμουν, μάλλον», είπε δύστροπα ο γέρος. »Αφού ξέρεις τόσα πολλά, ας το ξέρεις κι αυτό. Πριν από πολλά χρόνια, ήμουν στρατηγός. Όταν πήγα στα βόρεια με τον Ταρταρικό Πόλεμο, άφησα πίσω την κρυφή μου αγαπημένη με το παιδί μου κάτω από την καρδιά της. Τραυματίστηκα βαριά στην τελευταία μάχη. Το άλογο μου σκοτώθηκε ενώ ίππευα και, πέφτοντας, μου συνέτριψε τα πόδια. Οι τάρταροι βάρβαροι με πήραν αιχμάλωτο. Για δεκαπέντε ατέλειωτα χρόνια ήμουν ο χειρότερος σκλάβος τους. Αυτό με έκανε να συνειδητοποιήσω την κενότητα της επίγειας δύναμης. Θα είχα αυτοκτονήσει, αλλά η σκέψη της πολυαγαπημένης μου με έκανε να κρατηθώ στη ζωή, όσο απαίσια κι αν ήταν. Όταν κατάφερα να δραπετεύσω και γύρισα στην Κίνα, η γυναίκα που αγαπούσα είχε πεθάνει.Είχε εκλεγεί Αυτοκρατορική Σύζυγος αμέσως μετά την αναχώρηση μου και μετά από ένα διάστημα γεννήθηκε μια κόρη. Η δική μου κόρη, όπως πολύ σωστά συμπέρανες. Αναγνωρίστηκε ως κόρη του αυτοκράτορα, επειδή οι ευνούχοι φοβήθηκαν πως θα τιμωρούνταν, γιατί δεν είχαν βεβαιωθεί πως η αγαπημένη μου ήταν παρθένα όταν μπήκε στο χαρέμι. Αυτό, Επίτροπε μου έδειξε την κενότητα της επίγειας αγάπης. Έτσι, έγινα περιπλανώμενος μοναχός, με μόνο το ενδιαφέρον μου για την ευτυχία της κόρης μου να με συνδέει μ’ αυτόν τον κόσμο». Σταμάτησε να μιλάει και μετά πρόσθεσε διστακτικά, »Το όνομα μου ήταν Ού-γιάνγκ Πέι-χάν».

Ο Δικαστής κούνησε αργά το κεφάλι του.  Είχε ακούσει για τον περίφημο τολμηρό στρατηγό. Ο θάνατος του στο πεδίο της μάχης είχε κάνει όλο το έθνος να πενθήσει. Πριν από είκοσι πέντε χρόνια.

Ο γέρος ξανάρχισε να μιλάει:

»Μια κολοκύθα γίνεται χρήσιμη μόνο όταν αδειάσει. Γιατί τότε ο ξερός της φλοιός μπορεί να χρησιμοποιηθεί για δοχείο. Το ίδιο ισχύει και για μας, Επίτροπε. Μόνο αφού αδειάσουμε από όλες τις μάταιες προσδοκίες, τους τιποτένιους πόθους και τις πανάκριβες ψευδαισθήσεις μας, μπορούμε να γίνουμε χρήσιμοι στους άλλους. Ίσως αργότερα να το καταλάβεις αυτό, όταν θα γεράσεις. Λοιπόν, όταν σε συνάντησα στο δάσος, σε αναγνώρισα. Είχα ακούσει να λένε πως μοιάζουμε και ένιωσα τη δύναμη της προσωπικότητας σου. Οι κολοκύθες που κουβαλούσαμε και οι δυο έγιναν ο πρώτος κρίκος μεταξύ μας και θεμελίωσαν τη σχέση του ταξιδιώτη-γιατρού και του περιπλανώμενου μοναχού με έναν αυθόρμητο, τελείως φυσικό τρόπο. Έτσι, αν και πιστεύω ακράδαντα στην μη-δράση, σκέφτηκα να φτιάξω και τον δεύτερο κρίκο μιας αλυσίδας αιτίου και αιτιατού και συμβούλεψα την κόρη μου να σε καλέσει. Μετά, άφησα τα γεγονότα να πάρουν τον δρόμο τους. Και τώρα, καλά θα κάνεις να με ξεχάσεις, Επίτροπε. Μέχρι να με ξαναθυμηθείς, κάποτε.  Γιατί, μολονότι για τους αγνοούντες δεν είμαι παρά ένας μπρούτζινος καθρέπτης που μπροστά του κουνούν τα κεφάλια τους, για τους σοφούς είμαι μια πόρτα από την οποία μπορούν να μπουν ή να βγουν». Κροτάλισε με τη γλώσσα του και ο γάϊδαρος του ξεκίνησε.

Robert Van Gulik

Το περιδέραιο της Πριγκίπισσας

 

φιλοσοφία, filosofia

Κώστας Αξελός

Eswteriki diadromi's Blog

Ένας γοητευτικός έφηβος ογδόντα πέντε ετών, με μυαλό σπινθηροβόλο. Φωνή και προφορά, υποβλητικές. Η ανθρώπινη ζεστασιά διάχυτη. Το γέλιο αβίαστο. Μοναδική οξύνοια δεμένη με παιδική τρυφερότητα. Και όσο σου μιλάει, νιώθεις από τους τυχερούς εκείνους, που δέχτηκαν τα υψηλά ερεθίσματα «πετάγματος της σκέψης» από έναν από τους σημαντικότερους στοχαστές του αιώνα μας. Τον συνάντησα στη Θεσσαλονίκη, όπου η εκεί Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ τον αναγόρευσε πρόσφατα επίτιμο διδάκτορα. Ο λόγος του τελευταίου μεγάλου Ελληνα στοχαστή σε συνεπαίρνει, σε βοηθάει να ανελιχθείς σε άλλες σφαίρες, σε γεμίζει χαρά. Aντε μετά να προσγειωθείς και να κάνεις αυτήν τη σπάνιας ποιητικότητας συζήτηση… συνέντευξη.

«Τα μεγάλα ερωτήματα έχουν απαντηθεί από δεκάδες μεγάλους και παραμένουν αναπάντητα. Στη φιλοσοφία, η έννοια της απάντησης σε ένα ερώτημα είναι μια αδόκιμη σκέψη. Το γιατί υπάρχει ο κόσμος έχει ποτέ αποδειχθεί;» λέει ο Κώστας Αξελός. Και στην εύλογη ερώτηση αν η συνεχής αυτοαναίρεση της αλήθειας αναζωογονεί ή σκοτώνει τον…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 2.308 επιπλέον λέξεις