φιλοσοφία, filosofia

Ανάμεσα στα ερείπια του παλιού κόσμου και τα σκιρτήματα ενός νέου πολιτισμού. (Πρώτο μέρος) – Tra le rovine del vecchio mondo e i vagiti di una nuova civiltà. (Prima parte)

Ακολουθούν μερικές γραπτές συνεντεύξεις με τις οποίες ο Raoul Vaneigem απάντησε στις ερωτήσεις ενός γαλλικού τύπου σε μεγάλη σύγχυση και ελλειπή ως προς τα σημεία αναφοράς τόσο για να τα κατανοήσει όσο και για να τα ανακτήσει. Διάφοροι προβληματισμοί προκύπτουν χρήσιμοι για την αυθεντική συζήτηση – και όχι για εκείνη την θεαματική και πατερναλιστική που διοργανώνεται εδώ και μήνες από τη εξουσία – που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη στη Γαλλία μέσα, επάνω και πέρα από τα Gilets jaunes-κίτρινα Γιλέκα.

Sergio Ghirardi (μεταφραστής)

Συνέντευξη στον Raoul Vaneigem για το Ballast

1) Γράψατε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 πως οι λέξεις «κομμουνισμός», «σοσιαλισμός» και «αναρχισμός» δεν είναι πλέον τίποτα περισσότερο από «κενά και οριστικά ξεπερασμένα περιτυλίγματα». Ωστόσο αυτές οι τρεις λέξεις επέτρεψαν στα ανθρώπινα όντα να καταστήσουν δυνατή τη χειραφέτηση και το τέλος της εκμετάλλευσης. Πώς να τις αντικαταστήσουμε;

Μέχρι το 2000 ήταν ήδη από πολύ καιρό που η ιδεολογία, της οποίας ο Μαρξ είχε καταγγείλει τον ψευδή-αναληθή χαρακτήρα, είχε αδειάσει από την ουσία τους έννοιες που, αφού εξορίστηκαν από τη συνείδηση των προλετάριων και σφυρηλατήθηκαν από τη βούληση για χειραφέτηση, δεν ήταν παρά τα περιτυλίγματα που ανεμίζονταν από τους πρωταγωνιστές μιας συνδικαλιστικής και πολιτικής γραφειοκρατίας. Οι αγώνες εξουσίας είχαν αντικαταστήσει γρήγορα την υπεράσπιση του εργατικού κόσμου. Ξέρουμε πως ο αγώνας για το προλεταριάτο έχει καταλήξει σε μια δικτατορία στο όνομά του εναντίον του. Ο κομμουνισμός και ο σοσιαλισμός ήταν η απόδειξη. Ο αναρχισμός της ισπανικής επανάστασης δεν πήγε πίσω – σκέφτομαι τις φράξιες της CNT και της FAI συνενόχων της καταλανικής Generalità-Γενικότητας-Ασάφειας.

Κομμουνισμός, σοσιαλισμός, αναρχισμός ήταν έννοιες ήδη αρκετά κατεστραμμένες όταν ο καταναλωτισμός κατέστησε μηδενική μέχρι και την ιδεολογική τους περικάλυψη. Η πολιτική δραστηριότητα κατέστη πελατειακή σχέση, οι ιδέες έχουν γίνει άρθρα των οποίων τα φυλλάδια σούπερ μάρκετ τονώνουν την προωθητική πώληση. Οι τεχνικές διαφήμισης νίκησαν την πολιτική ορολογία ανακατεύοντας όπως γνωρίζουμε, δεξιά και αριστερά. Όταν βλέπουμε αφενός την γελοιότητα εκλογών να καπαρώνονται από μια ολοκληρωτική δημοκρατία που περνάει τους ανθρώπους για χαζούς και από την άλλη το Κίνημα των κίτρινων Γιλέκων- Gilets jaunes που χλευάζει τις ιδεολογικές ετικέτες, θρησκευτικές και πολιτικές και απορρίπτει ηγέτες και εκπροσώπους που δεν κατονομάστηκαν από την άμεση δημοκρατία των συνελεύσεων επιβεβαιώνοντας την αποφασιστικότητά του να προωθήσει έναν ανθρώπινο τρόπο, έχουμε λόγο να λέμε ότι για όλο αυτό το ιδεολογικό χάος που έχει προκαλέσει τόσο πολύ αίμα χυμένο, αποκομίζοντας το πολύ κοινωνικές κατακτήσεις που έχουν εξαφανιστεί πλέον, μηδενιστεί, τώρα πια δεν μας νοιάζει τίποτα!

2) Το τελευταίο σας βιβλίο αφορά τα gilets jaunes-κίτρινα γιλέκα. Αυτό το κίνημα φάνηκε σε εσάς σαν μια «χαρά» και μια «τεράστια παρηγοριά». Τι υποδηλώνει αυτός ο ενθουσιασμός;

Δεν εκφράζει τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από αυτό που αναφέρω επακριβώς στην Έκκληση προς τη ζωή – Appello alla vita [1]: ”Είναι από το Κίνημα των καταλήψεων του μάη 1968 που φαίνομαι στα μάτια και των φίλων μου σαν έναν ανίατο αισιόδοξο του οποίου οι στοχασμοί έχουν ζαλίσει το κεφάλι του. Κάντε μου τη χάρη να πιστέψετε πως δεν με νοιάζει καθόλου να έχω δίκιο όταν ένα κίνημα εξέγερσης (και όχι ακόμα επανάστασης, μακριά από εμένα) επιβεβαιώνει την εμπιστοσύνη που πάντα έδινα στη λέξη ελευθερία τόσο κακοποιημένη, διεφθαρμένη και ουσιαστικά σάπια. Γιατί η παθιασμένη μου προσκόλληση στην ελευθερία θα έπρεπε να φορτώνεται με σωστό και λάθος, με νίκες και ήττες, με ελπίδες και απογοητεύσεις όταν πρόκειται  ανά πάσα στιγμή να την σύρω μακριά από τις ελευθερίες του εμπορίου και της αρπαγής που την σκοτώνουν και να την επιστρέψω στη ζωή από την οποία τρέφεται;

Ονειρεύομαι αυτή τη στιγμή από τότε που ήμουν έφηβος. Πάνω από 50 χρόνια πριν, ενέπνευσε, τη Συνθήκη της γνώσης για ζωή προς χρήση των νέων γενεών – il Trattato del saper vivere a uso delle giovani generazioni [2]. Δεν θα μου αφαιρέσετε την ευχαρίστηση να χαιρετίσω αυτά τα Gilets jaunes που πραγματικά δεν χρειάστηκαν να διαβάσουν τη Συνθήκη για να απεικονίσουν την ποιητική της εφαρμογή. Πώς μπορούμε να μην τα ευχαριστήσουμε στο όνομα της ανθρωπότητας που αποφάσισαν να απελευθερωθούν από κάθε βαρβαρότητα;

3)Εσείς αντιπαραθέτετε στην κοινοβουλευτική δημοκρατία την άμεση δημοκρατία βασισμένη σε οργανωμένες συνελεύσεις. Αυτό προφανώς μας κάνει να σκεφτόμαστε τον Murray Bookchin – αν και η Καταστασιακή Διεθνής- IS [3] τον περιέγραφε ως «ανόητο μπερδεψάκια-κονφουζιονιστή» το 1967! Ωστόσο τουλάχιστον δύο σημεία σας χωρίζουν: η αρχή και η έννοια της εξουσίας που εσείς απορρίπτετε ολοκληρωτικά. Ο Bookchin δήλωνε, αντιθέτως, ότι μόνο ο νόμος της πλειοψηφίας επιτρέπει την δημοκρατία και ότι η αναζήτηση της συναίνεσης οδηγεί σε έναν «ύπουλο αυταρχισμό» και σε «εξόφθαλμες χειριστικές καταστάσεις-μεθοδεύσεις». θεωρούσε επίσης ότι η προσπάθεια κατάργησης της εξουσίας είναι εξίσου «παράλογη» όπως το να θέλεις να τελειώνεις με την βαρύτητα: «Απλά πρέπει να της δώσουμε μια συγκεκριμένη θεσμική μορφή χειραφέτησης». Πώς εξηγείτε την άρνησή του;

Ήταν λάθος να υποτιμήσουμε τον Bookchin και τη σημασία της οικολογίας. Δεν υπήρξε το μοναδικό μου λάθος ούτε το μοναδικό της IS. Ωστόσο το σφάλμα αυτό έχει μια αιτία. Αυτή βρίσκεται στη σύγχυση (της οποίας η Συνθήκη δεν εξαιρείται) μεταξύ της πνευματικότητας και της συνειδητοποίησης του Εγώ και του κόσμου, μεταξύ της νοημοσύνης της κεφαλής και της ευαίσθητης νοημοσύνης του σώματος. Τα πρόσφατα γεγονότα συμβάλλουν στην αποσαφήνιση της έννοιας της πνευματικότητας.

Τα Gilets jaunes-κίτρινα Γιλέκα που φωνάζουν εν χορώ πεισματικά στο πρόσωπο του Κράτους «είμαστε εδώ, είμαστε εδώ» κάνουν τις πνευματικές ελίτ όλων των χρωμάτων να τρέμουν, εκείνες που, προοδευτικές ή συντηρητικές, αποδίδουν στους εαυτούς τους την αποστολή να σκέφτονται για τους άλλους. Δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι οι ακόλουθοι του gauchismo-αριστερισμού και της κριτικής- κριτικής έχουν δεσμευτεί να τους χλευάζουν από την κορυφή της αυτάρκειας τους!

Ποια είναι τέλος πάντων αυτά τα ζωντόβολα που κτυπούν το πεζοδρόμιο; κουφιοκέφαλοι, δίχως σχέδια ούτε ιδέες. Γεια σας! Αυτοί οι εργάτες, αγρότες, μικροέμποροι, τεχνίτες, επιχειρηματίες, συνταξιούχοι, δάσκαλοι, άνεργοι, εργαζόμενοι εξουθενωμένοι από την αναζήτηση ενός μισθού, φτωχοί χωρίς στέγη, σπουδαστές χωρίς σχολείο, αυτοκινητιστές για φορολόγηση που τους βάζουν να πληρώνουν τα διόδια, δικηγόροι, επιστημονικοί ερευνητές. με λίγα λόγια, όλοι αυτοί και όλες εκείνες που είναι απλά αηδιασμένοι από την αδικία και την αλαζονεία των ζωντανών νεκρών που μας κυβερνούν. Άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας έχουν σταματήσει απότομα να στριμώχνονται σε μια αγελαία μάζα, έχουν εγκαταλείψει τα βελάζοντα σμήνη της σιωπηλής πλειοψηφίας. Δεν είναι άνθρωποι δίχως σημασία, είναι άνθρωποι που τους κατάντησαν ένα τίποτα και το συνειδητοποιούν και έχουν ένα σχέδιο: να καθιερώσουν την υπεροχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας καταστρέφοντας το σύστημα του κέρδους που καταστρέφει τη ζωή και τον πλανήτη.

Το έδαφος τους είναι η ζωντανή πραγματικότητα, αυτή ενός μισθού, μιας πενιχρής κοινωνικής προσφοράς, μιας ανεπαρκούς σύνταξης, μιας ολοένα και πιο επισφαλούς ύπαρξης στην οποία το μέρος της πραγματικής ζωής γίνεται σπάνιο. Μια τέτοια πραγματικότητα συγκρούεται με μια γυμναστική των αριθμών που ασκείται στις υψηλές σφαίρες. Εάν η λεπτότητα των υπολογισμών πρέπει να μας κάνει να χάσουμε το νόημα, το τελικό αποτέλεσμα είναι αντιθέτως μιας υποδειγματικής και ανησυχητικής απλότητας: αρκεστείτε με την ελεημοσύνη που παρέχεται από τις δημόσιες εξουσίες (που χρηματοδοτούνται από εσάς) και βιαστείτε να πεθάνετε σαν πολίτες που σέβονται τα στατιστικά στοιχεία που λαμβάνουν υπόψη τον υπερβολικό αριθμό γριών, γέρων και άλλων κρίκων που καθιστούν την αλυσίδα της κερδοφορίας εύθραυστη.

Αυτό το χάσμα μεταξύ της ζωής και της αφηρημένης εκπροσώπησης της μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα ποια είναι η πνευματικότητα σήμερα, η διανόηση. Αντί να αποτελεί στοιχείο εγγενές στη φύση του ανθρώπινου όντος αυτή είναι αποτέλεσμα της αλλοίωσης του, της μετουσίωσης του. Απορρέει από ένα ιστορικό φαινόμενο, το πέρασμα από μια κοινωνία βασισμένη σε μια οικονομία συλλογής σε ένα κυρίως αγροτικό σύστημα που ασκεί την εκμετάλλευση της φύσης και του ανθρώπου από τον άνθρωπο.

Η εμφάνιση των Πόλεων- Κρατών και η ανάπτυξη κοινωνιών δομημένων σε κυρίαρχες και κυριαρχούμενες τάξεις υπέβαλαν το σώμα στην ίδια διαίρεση. Ο ιεραρχικός χαρακτήρας του κοινωνικού σώματος, αποτελούμενος από άρχοντες και σκλάβους, διατηρείται, με την ακολουθία των αιώνων, με μια κατάτμηση που προσβάλλει το σώμα του άνδρα και της γυναίκας. Η κεφαλή – ο ηγέτης – καλείται να κυβερνά το υπόλοιπο σώμα. Το Πνεύμα, ουράνιο και χερσαίο, εξημερώνει, ελέγχει και καταστέλλει τις ζωτικές παρορμήσεις-ένστικτα έτσι όπως ο ιερέας και ο πρίγκιπας επιβάλλουν την εξουσία τους στον σκλάβο. Το κεφάλι αναλαμβάνει την πνευματική λειτουργία – προνόμιο των αρχόντων – που υπαγορεύει τους νόμους της στη χειρωνακτική λειτουργία, δραστηριότητα που προορίζεται για τους δούλους. Εξακολουθούμε να πληρώνουμε τους φόρους τιμής αυτής της χαμένης ενότητας, αυτής της ρήξης που παραδίδει το ατομικό και σαρκικό σώμα σε έναν πόλεμο ενδημικό στον εαυτό του.

Κανείς δεν διαφεύγει από αυτή την αλλοτρίωση. Από όταν η φύση, που έχει καταντήσει ένα εμπορικό αντικείμενο, έχει γίνει (όπως και η γυναίκα) ένα εχθρικό, τρομακτικό, περιφρονητικό στοιχείο, είμαστε όλοι θύματα αυτής της κατάρας που μπορεί να εξαλειφθεί μόνο από μία αποκαταστατική εξέλιξη της φύσης, από μιαν ανθρωπότητα σε συμβίωση με όλες τις μορφές ζωής. Μήνυμα για εκείνους και εκείνες που έχουν βαρεθεί από τις ανοησίες του οικολογισμού!

Εξαφανίστηκαν, σε ένα πρόσφατο παρελθόν, εργατιστές αρκετά ηλίθιοι και στρεβλοί ώστε να δοξάζουν το καθεστώς του προλετάριου σαν να μην χαρακτηρίζονταν αυτό από το σημάδι μιας ανεπάρκειας από την οποία μόνο μια αταξική κοινωνία θα καθιστούσε δυνατή την χειραφέτηση τους.

Ποιους βλέπουμε σήμερα να γελοιοποιούνται με αυτή την πνευματική λειτουργία [την λειτουργία του διανοούμενου] που είναι ένας από τους κύριους λόγους για την υπαρξιακή μιζέρια δυστυχία και παρανόηση του εαυτού τους και του κόσμου; Τα λαγωνικά, τα κυνηγόσκυλα που έχουν στήσει ενέδρα για μια εξουσία που θέλουν να ασκήσουν, τους υποψήφιους για το ρόλο του ηγετίσκου, τους υποψήφιους για το ρόλο του γκουρού.

Όταν ένα κίνημα διεκδικεί μια ριζοσπαστική απόρριψη των ηγετών και των εκπροσώπων που δεν έχουν επιλεγεί από τα άτομα που συγκροτούν μια συνέλευση άμεσης δημοκρατίας, δεν ξέρει τι να κάνει με αυτούς τους διανοούμενους που είναι περήφανοι για τη διανοητικότητα τους. Δεν πέφτει στην παγίδα του αντι-πνευματισμού που διακηρύσσουν οι διανοούμενοι του λαϊκισμού φασιστικής στάμπας (το «όταν σκέφτομαι τη λέξη κουλτούρα, βγάζω το πιστόλι» δεν κάνει τίποτα άλλο από το να αποκρυπτογραφεί το διανοούμενο κόμμα του σκοταδισμού και της μαχητικής άγνοιας, τόσο πολύ αγαπημένα στον θρησκευτικό φονταμενταλισμό και τους νεοναζί στρατευμένους).

Δεν υπάρχει λόγος να καταγγείλουμε τους ηγέτες που μηχανεύονται στις συνελεύσεις αυτοδιαχείρισης, αλλά να εναρμονιστούμε με τον εξέχοντα ρόλο στην αλληλεγγύη, στο ανθρώπινο συναίσθημα, στην συνειδητοποίηση της δυνητικής μας δύναμης και της δημιουργικής μας φαντασίας. Φυσικά, η σκόπιμη υλοποίηση ενός μεγαλύτερου σχεδίου εξακολουθεί να είναι αβέβαιη και συγκεχυμένη αλλά τουλάχιστον είναι ήδη η έκφραση ενός υγιούς και ήρεμου θυμού που διατάζει: πλέον κανείς δεν θα μου δίνει εντολές, κανείς πλέον δεν θα γαβγίζει εναντίον μου!

Όσον αφορά το ζήτημα της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας έχω εξηγηθεί πολλές φορές σχετικά με αυτό το θέμα. Κατά τη γνώμη μου, η ψηφοφορία σε μια αυτοδιαχειριζόμενη συνέλευση δεν μπορεί να περιοριστεί στην ποσότητα, στον μηχανικό. Ο νόμος των αριθμών δεν συμφωνεί με την ποιότητα της επιλογής. Γιατί θα έπρεπε μια μειοψηφία να γονατίσει μπροστά σε μια πλειοψηφία; Δεν σημαίνει ίσως ότι θα πέσουμε πίσω στον παλιό δυϊσμό της δύναμης και της αδυναμίας; Βήματα για καταστάσεις στις οποίες το επείγον ορίζει την αποφυγή ατελείωτων συζητήσεων και υπεκφυγών, αλλά ακόμη και εάν πρόκειται να αποφασίσουμε για μια ασήμαντη υπόθεση χωρίς σοβαρές συνέπειες, η διαβούλευση, η συνεννόηση, ο διάλογος, η συμφιλίωση, η εναρμόνιση των απόψεων, να το πούμε διαφορετικά η υπέρβαση των αντιθέτων, είναι σίγουρα προτιμότερη από τη σχέση εξουσίας που συνεπάγεται η δικτατορία των αριθμών. Ας προσπαθήσουμε να μην πρέπει να «δουλέψουμε επειγόντως».

Πολύ περισσότερο, ακόμη και αν υιοθετηθεί με μεγάλη πλειοψηφία, θεωρώ απαράδεκτη μια απάνθρωπη απόφαση – μια τιμωρία, μια θανατική ποινή, για παράδειγμα. Δεν είναι τα ανθρώπινα όντα που πρέπει να τεθούν σε θέση να μην βλάψουν, αλλά ένα σύστημα, οι μηχανές της εκμετάλλευσης και του κέρδους. Η ανθρώπινη αίσθηση-λογική ενός ατόμου θα έχει πάντα το πάνω χέρι επί της βαρβαρότητας πολλών.

4) Ο καθένας αναγνωρίζει τον εαυτό του, αυτοπροσδιορίζεται με μια επικράτεια ή μια γλώσσα, Εσείς γράψατε, απογδύνεται από τη ζωτικότητα και την ανθρωπιά του. Ωστόσο, να είσαι χωρίς ρίζες και δίχως μητρική γλώσσα, δεν είναι ίσως μόνο η μοίρα των ρομπότ;

Περίεργη εναλλακτική λύση να πρέπει να επιλέξεις ανάμεσα στο ανήκειν σε μια γεωγραφική οντότητα και τις περιπλανήσεις του εξορίστου. Από την πλευρά μου, η πατρίδα μου είναι η γη. Να ταυτοποιούμαι με το ανθρώπινο ον στα σκαριά – εκείνο που προσπαθώ να είμαι – με απαλλάσσει από το να χυθώ μέσα στον εθνικισμό, τον τοπικισμό, τον εθνοτικό κοινοτισμό, τον θρησκευτικό, τον ιδεολογικό, από το να υποκύπτω σε εκείνες τις αρχαϊκές και νοσηρές προκαταλήψεις που ο παραδοσιακός ρομποτισμός των συμπεριφορών διαιωνίζει. Εσείς επικαλείστε τον μαφιόζικο διεθνισμό της παγκοσμιοποίησης. Στοιχηματίζω σε μια διεθνή του ανθρώπινου είδους και έχω μπροστά στα μάτια μου την επιμονή μιας ειρηνικής εξέγερσης που να την συγκεκριμενοποιεί.

5) Καλείτε τον κόσμο να μην συνεργάζεται πλέον με το Κράτος γιατί δεν είναι παρά ο υπηρέτης «των τραπεζών και των πολυεθνικών εταιρειών». Για να το πω ξεκάθαρα: να μην πληρώνουν πλέον τους φόρους. Πολλοί εξακολουθούν να σκέπτονται, μέσα στο αντικαπιταλιστικό κίνημα, ότι αυτό που ο Bourdieu ονόμαζε «αριστερό χέρι» του κράτους – δημόσιες υπηρεσίες, για παράδειγμα – αξίζει ακόμη να σωθεί. Πρέπει λοιπόν να κόψουμε τα δύο χέρια δίχως πλέον να διστάζουμε;

Να διασώσουμε τις κοινωνικές κατακτήσεις; Έχουν ήδη χαθεί. Τα τρένα, τα σχολεία, τα νοσοκομεία, οι συντάξεις οδηγούνται στην κατεδάφιση από την Κρατική μπουλντόζα. Η εκκαθάριση συνεχίζεται, το ξεπούλημα. Το μηχάνημα κέρδους του οποίου το Κράτος δεν είναι παρά ένα ασήμαντο γρανάζι, δεν θα κάνει μπρος πίσω. Οι ιδεώδεις συνθήκες θα ήταν για το Κράτος να διατηρήσει ένα κλίμα εμφυλίου πολέμου με το οποίο να τρομάζει τα πνεύματα και να καταστήσει το χάος κερδοφόρο. Τα χέρια του κράτους χειρίζονται μόνο τα χρήματα, το γκλομπ και το ψέμα. Πώς να μην εμπιστευόμαστε περισσότερο τα χέρια που στα σταυροδρόμια, στα σπίτια του λαού, στις συνελεύσεις άμεσης δημοκρατίας, ενεργοποιούνται για να ανοικοδομήσουν το δημόσιο αγαθό;

6) Εσείς είστε υπέρ μιας «μηνιαίας συνεισφοράς» – αυτό που άλλοι ονομάζουν βασικό εισόδημα ή καθολικό εισόδημα. Χωρίς το Κράτος πώς θα θεσπιστεί αυτό;

Η αρχή να χορηγηθεί κάτι τις σε όλους και όλες για να μην βυθιστούν κάτω από το όριο της φτώχειας ξεκινούσε από μια καλή πρόθεση. Την εγκατέλειψα μπροστά στο προφανές. Ήταν ένας τρόπος για να εξαπατήσουμε τον εαυτό μας σχετικά με τη νοημοσύνη που ίσως δεν είχε ακόμη εγκαταλείψει εντελώς τα κεφάλια των κυβερνώντων. Ένας κάποιος Tobin είχε προτείνει να πραγματοποιήσει στην οικονομική φούσκα, που απειλούνταν με αποπληξία, μια εξυγιαντική ανάληψη περίπου 0,001 τοις εκατό που θα επέτρεπε την αποφυγή της οικονομικής κατάρρευσης και να επενδύσει το ποσό του φόρου για την προστασία των κοινωνικών κατακτήσεων. Η επιταχυνόμενη αποσύνθεση των εγκεφάλων των κρατικών ελίτ αποκλείει πλέον ένα μέτρο το οποίο εξάλλου ούτε τα τελευταία απομεινάρια του σοσιαλισμού δεν είχαν τολμήσει να υιοθετήσουν.

Το Κράτος τώρα δεν είναι παρά ένας Λεβιάθαν που κατάντησε να λειτουργεί μακάβρια σαν χωροφύλακας. Όλα ξεκινούν από τη βάση. Εκεί θα πάμε να μάθουμε να προστατεύουμε τους εαυτούς μας από τις επιπτώσεις της μεγάλης κρατικής Αγυρτίας και από τον σχεδιασμό να μας εμπλέξει στην κατάρρευση της. Αν βλέπετε τόσους πολλούς κοινωνιολόγους, πολιτικούς επιστήμονες και φιλοσοφικά μηδενικά να βγαίνουν από τα λαγούμια τους, δεν είναι μήπως επειδή το σκάφος βυθίζεται;

Όλα πρέπει να ξαναχτιστούν, αν θέλεις να τα επινοήσουμε από την αρχή: διδασκαλία, θεραπείες, επιστήμες, πολιτισμό, ενέργεια, permaculture-«permanent culture», μεταφορές. Η συζήτηση, ο διάλογος, οι προβληματισμοί βρίσκονται σε αυτό το έδαφος, όχι στις αιθέριες σφαίρες της οικονομικής, ιδεολογικής πνευματικής κερδοσκοπίας!

Δεν εναπόκειται σε εμάς να ανακαλύψουμε ένα νόμισμα ανταλλαγής και μια αλληλέγγυα τράπεζα που προετοιμάζοντας την εξαφάνιση των χρημάτων θα επέτρεπε σε όλους και σε όλες να έχουν ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο;

7) Εσείς προβάλλετε το ζαπατίστικο Τσιάπας και την Rojava του κομουναλισμού. Αυτές οι δυο εμπειρίες βασίζονται, εν μέρει, επάνω σε έναν στρατό: το EZLN και τις YPG / J. Με ποιον τρόπο η έκκληση σας να «εδραιώσετε εδάφη» απελευθερωμένα από την κεντρική εξουσία και την παγκόσμια αγορά τοποθετείται επάνω στο κρίσιμο ζήτημα της αυτοάμυνας, δεδομένου ότι το Κράτος θα καταλήξει, αργά ή γρήγορα, να στείλει τους χωροφύλακες ή το στρατό του;

Είναι αυτονόητο ότι κάθε κατάσταση παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα που απαιτεί κατάλληλη αντιμετώπιση, που να ανταποκρίνεται στις περιστάσεις. Η Notre Dame des Landes δεν είναι Ροζάβα. Ο ELZN δεν είναι ένα προϊόν εξαγωγής. Σε κάθε έδαφος που βρίσκεται στη διαδικασία της απελευθέρωσης αντιστοιχούν οι ιδιαίτερες μορφές αγώνα. Οι αποφάσεις ανήκουν σε εκείνες και εκείνους που βρίσκονται στο επίκεντρο.

Ωστόσο, είναι καλό να το επαναλάβουμε: ο τρόπος αντιμετώπισης των όντων και των πραγμάτων ποικίλλει ανάλογα με την προοπτική που υιοθετήθηκε. Ο προσανατολισμός που δίνεται στον αγώνα έχει σημαντική επίδραση στη φύση και τις συνέπειές του. Η συμπεριφορά ποικίλλει εντελώς εάν μαχόμαστε στρατιωτικά την βαρβαρότητα με τα όπλα ή αν της αντιτάσσουμε σαν τετελεσμένο γεγονός εκείνο το απεριόριστο δικαίωμα στη ζωή που μερικές φορές υποχωρεί-παλινδρομεί αλλά ποτέ δεν ηττάται και ξεκινά πάλι ασταμάτητα.

Η πρώτη επιλογή είναι αυτή του ανταρτοπόλεμου. Ο παραστρατιωτικός αριστερισμός έδειξε με τις ήττες του ότι κατεβαίνοντας στο έδαφος του εχθρού σήμαινε να υποκύπτουμε στη στρατηγική του και να υποκείμεθα στο νόμο του. Η νίκη των συγκρούσεων με την απαίτηση της χειραφέτησης έχει κάνει ακόμη χειρότερα. Η εξεγερσιακή εξουσία γύρισε τα όπλα της εναντίον εκείνων που της είχαν επιτρέψει να θριαμβεύσει.

Στο βιβλίο το Κράτος δεν είναι πλέον τίποτα, εξαρτάται από εμάς να είμαστε τα πάντα [4], αποτόλμησα τη φόρμουλα «ούτε πολεμιστές ούτε μάρτυρες». Αυτή δεν δίνει καμία απάντηση αλλά εγείρει απλά το ερώτημα: πώς να κάνουμε τη θέληση να ζήσουμε και την ανθρώπινη συνείδηση ένα όπλο που δεν σκοτώνει, ένα απόλυτο όπλο;

Δεν θα μπορούσε η ενέργεια που σπαταλούν οι casseurs αγωνιστές σε εμπρησμούς σκουπιδιών και στις σπασμένες τζαμαρίες να ήταν ίσως πιο ορθολογική στην υπεράσπιση των ZAD (χώρων προς υπεράσπιση) σε αγώνα ενάντια στην βλαβερή παραγωγή και την άχρηστη κερδοφορία; Παρόμοια ερώτηση ισχύει και για τους διαδηλωτές οι οποίοι μερικές φορές κουβαλούν δεξιά κι αριστερά την ψευδαίσθηση πως θα μπορέσουν να κερδίσουν την λήψη μέτρων υπέρ του κλίματος. Τι να περιμένουμε από Κράτη που είναι οι πλανόδιοι πωλητές της ρυπογόνου οικονομίας; Η μαζική παρουσία των διαδηλωτών θα ήταν πιο επιθυμητή εκεί όπου αυτή η οικονομία δηλητηριάζει μια περιοχή, μια επικράτεια. Η συνάντηση μιας τυφλής βίας με την ήρεμη αλλά αποφασισμένη θέληση δεν θα είχε ίσως κάποια ελπίδα να δημιουργήσει ένα είδος εξεγερσιακού πασιφισμού του οποίου η επιμονή θα μπορούσε να σπάσει σταδιακά το ζυγό του Κράτους των κερδών;

8) Έχετε επανειλημμένα υποδείξει ότι «η παράβαση είναι φόρος τιμής στην απαγόρευση». Ότι η καταστροφή (στα γαλλικά, la casse) δεν εξυπηρετεί την χειραφέτηση. χειρότερα, πως αυτή «αποκαθιστά» τη τάξη. Η ανταρσία των Gilets jaunes έχει μετατρέψει πολυάριθμους «μη βίαιους» σε συμπαθούντες των Black Bloc. μόνο η βία (στα γαλλικά, le casse), λένε ουσιαστικά, έκανε την εξουσία να αντιδράσει. μόνο η φωτιά πέτυχε να κάνει τον Macron να τρέμει. Είναι ψέμα;

Τι όμορφη νίκη να κάνεις ένα τεχνοκράτη που έχει τον εγκέφαλο μιας ταμειακής μηχανής να τρέμει! Το Κράτος δεν υποχώρησε σε τίποτα, δεν μπορεί, δεν το θέλει. Η μόνη του αντίδραση ήταν να υπερεκτιμήσει τη βία προσφεύγοντας στον σωματικό και επικοινωνιακό ξυλοδαρμό για να εκτρέψει την προσοχή από τους πραγματικούς casseurs-χούλιγκανς, εκείνους που καταστρέφουν το δημόσιο αγαθό. Όπως έχω ήδη πει, οι θρυμματισμένες βιτρίνες τόσο αγαπητές στους δημοσιογράφους, είναι η έκφραση μιας τυφλής οργής. Ο θυμός είναι δικαιολογημένος, η τύφλωση δεν είναι! Το βαλς των χιλίων χρόνων του λιθόστρωτου-pavé και των δακρυγόνων κάνει surplace. Τα όργανα της κυβέρνησης βρίσκουν εκεί το λογαριασμό τους.

Αυτό που είναι νικηφόρο είναι η ανάπτυξη της ανθρώπινης συνείδησης, η όλο και πιο σταθερή απόφαση, παρά την κόπωση και τις αμφιβολίες που λαμβάνονται υπόψη από το φόβο και την επικοινωνιακή μικροπρέπεια. Η δύναμη αυτής της αποφασιστικότητας δεν θα σταματήσει να αυξάνεται επειδή δεν ενδιαφέρεται ούτε για τη νίκη ούτε για την ήττα. Διότι χωρίς ηγέτες ούτε αντιπρόσωπους αυτή είναι εκεί, παρούσα, και αναλαμβάνει από μόνη της – για όλες και για όλους – την ελευθερία πρόσβασης σε μια αυθεντική ζωή.

Να είστε σίγουροι: η δημοκρατία βρίσκεται στην πλατεία, στους δρόμους, όχι στις κάλπες.

9) Το 2003, με το «Le Chevalier, la Dame, le Diable et la mort», Εσείς αφιερώσατε όμορφες σελίδες στο ζήτημα των ζώων που στη συνέχεια επιβλήθηκε σχεδόν καθημερινά στη δημόσια συζήτηση. Μιλήσατε πρόσφατα για έναν «νέο πολιτισμό» που πρέπει να δημιουργηθεί. θα είναι αυτός σε θέση να γυρίσει τη σελίδα στις καθημερινές σφαγές θηρίων οι οποίες εξακολουθούν να αυξάνονται στις κοινωνίες μας;

Οι κατεστραμμένοι βιότοποι, τα φυτοφάρμακα, οι σφαγές των μελισσών, των πουλιών, των εντόμων, η θαλάσσια πανίδα που πνίγεται από την έκχυση πλαστικών στη θάλασσα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης αναπαραγωγής των θηρίων, η δηλητηρίαση της γης, του αέρα, του νερού όπως πολλά εγκλήματα που η κερδοσκοπική οικονομία διαιωνίζεται με ατιμωρησία, με κάθε προκατασκευασμένη νομιμότητα. Στους αγανακτισμένους που φωνάζουν πως «η ανθρωπότητα πρέπει να σωθεί από την καταστροφή», τα πτώματα που μας κυβερνούν αντιπαραθέτουν το θέαμα απαράδεκτων και μη τηρούμενων υποσχέσεων. Θα επαναλάβουν κυνικά την αμετάκλητη φύση του διατάγματος τους: πρέπει να σώσουμε την οικονομία, την κερδοφορία, το χρήμα και να πληρώσουμε, για αυτό το ευγενικό ιδεώδες, το αντίτιμο της φτώχειας και του αίματος.

Ο κόσμος τους δεν είναι ο δικός μας: το ξέρουν και δεν τους νοιάζει. Είναι στο χέρι μας να αποφασίσουμε για τη ζωή και το περιβάλλον μας. Στο χέρι μας να κοροϊδέψουμε τις γραφειοκρατικές, νομικές, αστυνομικές υποχρεώσεις συμμόρφωσης τους σπάζοντας αυτή την απόπειρα στη βάση, όπου και αν βρισκόμαστε, εκεί όπου μας πνίγει. Όπως έλεγαν οι αβράκωτοι το 1789: «Μας βαρεθήκατε;» Δεν θα βαριέστε για πολύ ακόμη! »

Κινούμαστε προς έναν τρόπο ζωής που βασίζεται σε μια νέα συμμαχία με το φυσικό περιβάλλον. Είναι μέσα σε μια τέτοια προοπτική που η μοίρα των ζώων θα προσεγγιστεί, όχι με ένα φιλανθρωπικό ή συμπονετικό πνεύμα αλλά υπό τη γωνία μιας επανένταξης-αποκατάστασης: εκείνη της ζωτικότητας που μας συγκροτεί και εκμεταλλευόμαστε, βασανίζουμε, καταπιέζουμε με τον ίδιο τρόπο όπως κακομεταχειριζόμαστε, καταπιέζουμε, κακοποιούμε εκείνους τους κατώτερους αδελφούς μας που είναι και οι εσωτερικοί αδελφοί μας.

10) Στο τελευταίο σας γραπτό, ωστόσο, εσείς καλείτε να «αποκαταστήσουμε την υπεροχή του ανθρώπου». Πώς να υιοθετήσουμε τη μοναδικότητα του Homo Sapiens υπενθυμίζοντας του στην εποχή του ανθρωπόκαινου ότι θα πρέπει να γίνει μικρότερος καθώς αντιπροσωπεύει μόνο το 0,01% της βιομάζας;

Ήρθε η ώρα τα ya basta, βαρεθήκαμε, μας πρήξατε, φτάνει πια! να εφαρμοστούν σε εκείνο το δόγμα που κατασκευάζεται από ένα σύστημα εκμετάλλευσης το οποίο, κάνοντας το κομμάτι του στους κυρίους διέδιδε την πίστη στην ανοησία και την έμφυτη αδυναμία του ανθρώπου. Δεν σταματήσαμε ποτέ να χαμηλώνουμε αυτό τον φτωχοδιάβολο. Δεν πέρασε καιρός από τότε που ένας θάνατος των Θεών, αλέστηκε σύμφωνα με τη γεύση των ιδιοτροπιών τους. Τον φορτώσαμε με μια οντολογική κατάρα, μια φυσική δυσπλασία, μια παιδαριώδη μόνιμη κατάσταση που καθιστούσε αναγκαία την προστασία ενός κυρίου. Σήμερα τελειώνει σε ένα σκουπιδότοπο μέσα στον οποίο μειώνεται σε ένα αντικείμενο, σε μια τζίφρα, σε μια στατιστική, σε μια εμπορική αξία.

Όλα εκτός από το να του αναγνωρίσουμε μια δημιουργικότητα, έναν δυναμικό πλούτο, μια υποκειμενικότητα που φιλοδοξεί και εκφράζεται ελεύθερα. Συνεχίστε εσείς να κηρύττεται την αγωνία των απεριόριστων χώρων του γιανσενιστή Pascal, ενώ μια επανάσταση της καθημερινής ζωής ωφελεί τον άνθρωπο και τον ξεκινά σε μια αλληλεγγύη ικανή να τον απελευθερώσει από τον εγωιστικό υπολογισμό και από τον ατομικισμό στον οποίο τον κλείδωνε η αγελαία κοινωνία. Όταν άνδρες και γυναίκες βάζουν τα θεμέλια μιας ισότιμης και αδελφικής κοινωνίας, το κήρυγμα που αναμασιέται αδιάλειπτα από τους προπαγανδιστές της εθελοντικής δουλείας εξακολουθεί να βρίσκει εκπρόσωπους!

Οι μόνοι άπειροι χώροι που με διεγείρουν είναι εκείνοι που ανοίγει μπροστά μας η τεράστια έκταση μιας ζωής που έχουμε να ανακαλύψουμε και να δημιουργήσουμε. Φωνάζαμε χθες «Κάτω οι υποκινητές βασιλιάδων και βικάριων!» Είναι οι ίδιοι σήμερα, αναπροσαρμόστηκαν. Κάτω οι προαγωγοί της αγοράς.

 

[1] L’Appel à la vie Η Έκκληση στη ζωή είναι μια σύντομη σύνθεση που μόλις δημοσιεύτηκε στην Γαλλία σε συνέχεια του Για την αυτοδιαχείριση της καθημερινής ζωής – συνεισφορά στην επείγουσα ανάγκη απελευθερωμένων περιοχών από την εμπορική και κρατική επιχείριση Sull’autogestione della vita quotidiana  contributo all’emergenza di territori liberati dall’’impresa statale e mercantile, Derive Approdi, Roma 2019.

[2] R. Vaneigem, Trattato del saper vivere ad uso delle giovani generazioni – Πραγματεία-Συνθήκη της γνώσης για το πώς να ζήσουν προς χρήση των νέων γενεών, Castelvecchi, Roma 2006.

[3] Internazionale situazionista –  Καταστασιακή Διεθνής στην οποίαν ο Vaneigem συνεισέφερε σε μεγάλο βαθμό.

[4] R. Vaneigem, Lo Stato non è più niente, sta a noi essere tutto – Το Κράτος δεν είναι πλέον τίποτα, εξαρτάται από εμάς-είναι στο χέρι μας να είμαστε τα πάντα, Nautilus Torino 2010.

 

Tra le rovine del vecchio mondo e i vagiti di una nuova civiltà. (Prima parte)

φιλοσοφία, filosofia

Σχετικά με την ευχαρίστηση που λείπει – Sul piacere che manca

Sul piacere che manca

«Κατά της υποδούλωσης της επιθυμίας,
για μια χαρά της ύπαρξης»

Sul piacere che manca – Σχετικά με την ευχαρίστηση που λείπει

Ηθική της επιθυμίας και πνεύμα του καπιταλισμού

Αυτό το βιβλίο γεννιέται από την αίσθηση ότι σε εμάς, τους μη ειρηνευμένους κατοίκους των σύγχρονων κοινωνιών, μας λείπει κάτι θεμελιώδες: η ευχαρίστηση. Μιλάμε για μια ευχαρίστηση που δεν έχει καμία σχέση με την ανεξέλεγκτη έκσταση ή με κάποιες θλιβερές γιορτές-πάρτυ των καιρών μας, και αντιθέτως που μοιάζει περισσότερο με την χαρμόσυνη καρποφορία της ύπαρξης. Μας λείπει αυτή η ευχαρίστηση (για την οποίαν θα μιλήσουμε προσπαθώντας να κάνουμε να αντηχήσουν τα αρχαία λόγια του μαέστρου της, Επίκουρου) γιατί είμαστε υποκείμενοι, ίσως όπως ποτέ άλλοτε μέχρι σήμερα, σε μια παραγωγική μηχανή που κάνει την επιθυμία,τη φιλοδοξία, το άγχος της αναγνώρισης, την αιώνια μηχανή της. Η καταστροφή αυτής της κοινωνικής μηχανής σίγουρα δεν θα συμβεί στην θεωρία, αλλά η θεωρία μπορεί να βοηθήσει στην ταυτοποίηση τουλάχιστον των μηχανισμών, των εργαλείων, τόσο ψυχολογικών όσο και κοινωνικών, που μας αφαιρούν τη δύναμη να αντισταθούμε σε αυτήν. Η συμβολή που επιδιώκει να δώσει αυτό το βιβλίο είναι διττή: πρώτα απ ‘όλα, θα πρέπει να διαμορφώσουμε μια κριτική της επιθυμίας και της πολιτικής της χρήσης. μετά, να δείξουμε με ποιους τρόπους η ευχαρίστηση μπορεί να αποτελέσει ένα ισχυρό αντίδοτο ενάντια στην υποδούλωση στην επιθυμία για εργασία.

Un assaggio…

UN ASSAGGIO, ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

 

Αυτό το βιβλίο γεννιέται από την αίσθηση ότι εμείς, οι μη ειρηνευμένοι κάτοικοι των σύγχρονων κοινωνιών, στερούμαστε κάτι θεμελιώδες. και αυτό το κάτι που μας λείπει με μια ουσιαστική έννοια (αλλά του οποίου κινδυνεύουμε να μην αισθανόμαστε πλέον ούτε καν την έλλειψη) είναι η ευχαρίστηση.

Να μην ταράζονται εκείνοι που θεωρούν τις ζωές μας ντοπαρισμένες με απόλαυση, ούτε να χαίρονται υπερβολικά οι ενθουσιώδεις ηδονιστές. Μιλώ για μια ευχαρίστηση – που για τους μεν και για τους δε – θα φανεί σεμνή, μετριοπαθής, δίχως αξιώσεις, μια ευχαρίστηση που δεν έχει καμία σχέση με την ξέφρενη στάση ορισμένων θλιβερών γιορτών, θλιβερών πάρτυ της εποχής μας. Θα μιλήσω για μια ευχαρίστηση η οποία, από την άλλη πλευρά, δεν έχει τίποτα να κάνει ούτε και με την ασυμβίβαστη επιβεβαίωση της επιθυμίας ή με την απελευθέρωσης της, και που αντιθέτως αποκτά το νόημα και τη δύναμή της μόνο αν την παρατηρήσουμε, να το πούμε, εναντίον ή χωρίς την επιθυμία. Μια ευχαρίστηση που δεν είναι επομένως η νωθρή διάλυση μιας νευρικής έντασης, ούτε η ικανοποίηση κάποιου θέλω ή φιλοδοξίας.

Είναι αυτή η ευχαρίστηση – για την οποία θα μιλήσω προσπαθώντας να κάνω ν’ αντηχήσουν ξανά τα αρχαία λόγια του δασκάλου της, Επίκουρου – που μας λείπει. Και μας λείπει όχι τόσο γιατί είμαστε βυθισμένοι στην απόλαυση, αλλά επειδή είμαστε υποκείμενοι, ίσως όπως ποτέ άλλοτε, σε μια παραγωγική μηχανή που κάνει την επιθυμία τον αιώνιο κινητήρα της. Έχει ειπωθεί εδώ και καιρό με κάθε τρόπο: ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός, ειδικά στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του, συνεπάγεται τη θέση σε λειτουργία των συναισθημάτων και των επιθυμιών. Τώρα ίσως αρχίζουμε να νιώθουμε τι είναι μια ζωή που υπόκειται σε μια μηχανή επιθυμίας που κατέστη ένα γενικευμένο παραγωγικό σύστημα. Το νιώθουμε επειδή βλέπουμε να αναπτύσσεται μέσα μας μια νέα μορφή συστατικής νεύρωσης, εκείνη που συνεπάγεται όχι τόσο την υποβολή των επιθυμιών στην επιλογή μιας αυταρχικής εξουσίας, αλλά την υπαγωγή-υποταγή της ζωής στις ίδιες τις δικές μας μηχανές επιθυμίας.Τα σώματα, πριν ακόμη από τα μυαλά, δεν μπορούν πλέον αυτή τη συνεχή προσπάθεια για την υλοποίηση των φιλοδοξιών μας, αυτή την αδιάκοπη αναζήτηση δίχως στάσεις της αναγνώρισης, αυτή την έμμονη εντατικοποίηση των εμπειριών και των ικανοτήτων – με μια λέξη, όλη αυτή την εργασία της επιθυμίας.

Ας μην τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Το να έχουμε τη επίγνωση ότι τα πράγματα είναι έτσι δεν έχει κυριολεκτικά κανένα αποτέλεσμα. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι κανείς δεν βγαίνει από την δυσφορία αυτής της κοινωνίας δοκιμάζοντας την. Καμία άσχημη διάθεση αυτού του είδους δεν μας εμποδίζει να επαναλαμβάνουμε κάθε ημέρα την ίδια, παράφρονη ρουτίνα που μας σέρνει εξαντλημένους και ανικανοποίητους κάθε φορά μέχρι το βράδυ.

Είναι από την άλλη πλευρά, αν μη τι άλλο, πως μπορούμε να βρούμε τη δύναμη μιας αντίστασης. Από την πλευρά της απόλαυσης, από την πλευρά της έκστασης. Έτσι συμβαίνει ότι σε μια συγκεκριμένη στιγμή – στον σταματημένο χρόνο που χάνεται μέσα στην αγάπη, στη μελέτη, στην εξέγερση – λέμε στους εαυτού μας: αλλά τι μας νοιάζει όλο αυτό; Είναι η ίδια στιγμή κατά την οποία ο ύμνος του Michaux ενάντια στη φιλοδοξία απλά μας αποκαλύπτει την αναγκαιότητά του. Σαν μια τέλεια μέρα.

Ο καθένας το μαθαίνει όπως μπορεί ότι δίπλα στην ανδροπρεπή απόλαυση για τις κατακτήσεις, τις ικανοποιήσεις, τις νίκες που επιτεύχθηκαν, παράλληλα με την διαλείπουσα εργασία της επιθυμίας υπάρχει μια ανεπιτήδευτη ευχαρίστηση, δίχως αξιώσεις, στην οποία δεν λείπει τίποτα, ήδη πάντα ικανοποιημένη. Αλλά φυσικά, αν μη τι άλλο, το μαθαίνουμε στον ελεύθερο χρόνο. Στο χρόνο που χάνουμε αιωρούμενοι στα πράγματα της αγάπης και της φιλίας, της τέχνης, της σκέψης και της πολιτικής. Να καθαγιάσουμε, να αφιερώσουμε όλο μας τον χρόνο, ότι κι αν κάνουμε από φορά σε φορά, σε αυτή την σπέσιαλ απώλεια του, είναι αυτό ακριβώς που δεν συμβαίνει σήμερα στις ζωές μας, και είναι επομένως αυτό στο οποίο προσπάθησα να αφιερώσω αυτές τις σελίδες.

Ελλείψει φίλων, συνενόχων ψυχών, αυτός ο χρόνος χωρίς ανάπαυση σύντομα τείνει να εξαφανιστεί. Να τον μοιραζόμαστε είναι και ο μόνος τρόπος για τη συντήρηση του.

ISBN: 978-88-6548-277-3
PAGINE: 160
ANNO: 2019
COLLANA: OPERAVIVA
TEMA: Filosofia
AUTORE, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

PAOLO GODANI

Paolo Godani, ερευνητής της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Macerata, είναι συγγραφέας των: Deleuze (Carocci 2009), Bergson e la filosofia (ETS 2008), L’informale. Arte e politica (ETS 2005), Estasi e divenire: un’estetica delle vie di scampo (Mimesis 2001).

RASSEGNA STAMPA

«Sul piacere che manca» su @OperaViva Magazine

Qui un’anticipazione del libro


φιλοσοφία, filosofia

Π. Κονδύλης: Η Ελλάδα ως περίπτωση ενός φθίνοντος έθνους

ARTI news / Ελλάδα / 28.04.19 ]

Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση. Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας. Όπως οι κατώτεροι ζωικοί οργανισμοί, έτσι και οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις μονάχα σ’ ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά· οι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία (κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για τα όσα παρεμφερή μαθαίνει κανείς από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον) ευφραίνουν ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα απασχολούν τα ουσιώδη, αν και συχνά αφανή, μεγέθη της πολιτικής και της οικονομίας.

 Η φυσιογνωμία της σημερινής Ελλάδας

Επίσης ελάχιστοι φαίνεται να ενδιαφέρονται για τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα των διαγραφόμενων οικολογικών στενωπών ή για τις προσεχείς συνέπειες της μετανάστευσης των λαών σε μια χώρα τόσο ευπαθή οικολογικά και τόσο έκθετη γεωγραφικά όσο η Ελλάδα. Όμως η έλλειψη, και μάλιστα η άρνηση, της αυτεπίγνωσης δεν φαίνεται μόνον έμμεσα στη στενότητα της πολιτικής κοσμοεικόνας, από την οποία συνήθως αφορμώνται οι συζητήσεις πάνω στην εθνική πολιτική. Φαίνεται και άμεσα, στον τρόπο διεξαγωγής αυτών των συζητήσεων. Στο επίκεντρό τους βρίσκονται δηλ. περισσότερο ή λιγότερο θεμελιωμένες σκέψεις και γνώμες για το ποιά τροπή θα πάρει αυτή ή εκείνη η συγκεκριμένη εξέλιξη και για το αν αυτή ή εκείνη η ενέργεια ενδείκνυται ή όχι, πράγμα πού συχνότατα οδηγεί στη γνωστή και προσφιλή πολιτικολογία και τραπεζορητορεία. Δεν θίγεται όμως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε πολιτικής προβληματικής: ποια είναι η ταυτότητα και η οντότητα του πολιτικού υποκειμένου, για τις πράξεις, τις παραλείψεις και το μέλλον του οποίου γίνεται λόγος; Πιο συγκεκριμένα: ποια είναι η σημερινή φυσιογνωμία της Ελλάδας και τι προκύπτει απ’ αυτήν ως προς την ικανότητά της να ασκήσει εθνική πολιτική μέσα στις σημερινές πλανητικές συνθήκες; Η εσωτερική αποσύνθεση, την οποία κανείς αφήνει να προχωρήσει όσο δεν φαίνεται ν’ αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο, του στερεί τα απαιτούμενα μέσα και περιθώρια ελιγμών όταν η ανάγκη σφίγγει.

 Τα ηθικολογικά άλλοθι

Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι μόλις εμφανισθεί στο διεθνές προσκήνιο η Ελλάδα (ολόκληρη Ελλάδα!) και υψώσει τη φωνή για τα δίκαιά της, η κοινωνία των εθνών θα αφήσει τις δικές της έγνοιες και θα ενδιαφερθεί για τα ελληνικά αιτήματα, περίπου αποσβολωμένη από την ηθική λάμψη τους. Η προβολή της εξ ορισμού ανώτερης ηθικής διάστασης φαίνεται να απαλλάσσει από τους ταπεινούς μόχθους και τους παραζαλιστικούς λαβυρίνθους της συγκεκριμένης πολιτικής, φαίνεται δηλαδή ότι αρκεί να έχει κανείς το δίκαιο με το μέρος του για να έχει κάνει σχεδόν τα πάντα, όσα εξαρτώνται απ’ αυτόν. Στον υπόλοιπο κόσμο εναπόκειται να αντιληφθεί το ελληνικό δίκαιο και να πράξει ανάλογα. Η ελληνική πλευρά συχνότατα θεώρησε και θεωρεί ως αδιανόητο ότι οι άλλοι μπορούν να έχουν (ειλικρινά ή όχι) διαφορετική αντίληψη για το τι είναι δίκαιο· επίσης δυσκολευόταν και δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τη σκέψη ότι οι άλλοι δεν παίρνουν πάντα τοις μετρητοίς τους ισχυρισμούς της κι ότι χρησιμοποιούν και άλλες πηγές πληροφοριών ή ακούνε και άλλες απόψεις. Εκείνο όμως πού προ παντός αρνείται να κατανοήσει σε μόνιμη βάση η ελληνική πλευρά, καθώς έχει αυτοπαγιδευθεί στις υπεραναπληρώσεις των ηθικολογικών άλλοθι, είναι ότι κάθε ισχυρισμός και κάθε διεκδίκηση μετρούν μόνο τόσο, όσο και η εθνική οντότητα πού στέκει πίσω τους. Όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαιά» του. Ούτε μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα ληφθεί ποτέ σοβαρά υπ’ όψιν μέσα στο διεθνές πολιτικό παιγνίδι, αν δεν έχει κατανοήσει, και αν δεν συμπεριφέρεται έχοντας κατανοήσει, ότι, πίσω και πέρα από τις μη δεσμευτικές διακηρύξεις αρχών ή τις αόριστες φιλοφρονήσεις, τις φιλίες ή τις έχθρες τις δημιουργεί και τις παγιώνει η σύμπτωση ή η απόκλιση των συμφερόντων. Όμως στη βάση αυτή μπορεί να κινηθεί μόνον όποιος έχει την υλική δυνατότητα να προσφέρει τόσα, όσα ζητά ως αντάλλαγμα. Με άλλα λόγια: οι κινήσεις στο πολιτικό-διπλωματικό πεδίο αποδίδουν όχι ανάλογα με το «δίκαιο», το οποίο άλλωστε η κάθε πλευρά ορίζει για λογαριασμό της, αλλά ανάλογα με το ιστορικό και κοινωνικό βάρος των αντίστοιχων συλλογικών υποκειμένων, το οποίο όλοι αποτιμούν κατά μέσον όρο παρόμοια, όπως γίνεται και με τα εμπορεύματα στην αγορά. Επί πλέον καμιά προστασία και καμιά συμμαχία δεν κατασφαλίζει τελειωτικά οποίον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Η αξία μιας συμμαχίας για μιαν ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας. Ισχυροί σύμμαχοι είναι άχρηστοι σ’ όποιον δεν διαθέτει ό ίδιος σεβαστό ειδικό βάρος, εφ’ όσον ανάλογα με τούτο εδώ αυξομειώνεται το ενδιαφέρον των ισχυρών. Ίσως να θεωρεί κανείς «απάνθρωπα» και λυπηρά αυτά τα δεδομένα, αν όμως ασκεί εθνική πολιτική αγνοώντας τα, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί σε μια κατάσταση όπου τη λύπη για την ηθική κατάπτωση των άλλων θα τη διαδεχθεί ο θρήνος για τις δικές του συμφορές.

 Ο παρασιτικός καταναλωτισμός

Η παρατήρηση αυτή μας φέρνει στη δεύτερη από τις δύο μεγάλες φάσεις της εθνικής συρρίκνωσης του ελληνισμού σ’ αυτόν τον αιώνα. Αν η πρώτη είχε κυρίως γεωπολιτικό χαρακτήρα, η δεύτερη, πού άρχισε μετά τη σχετική ολοκλήρωση της πρώτης, χαρακτηρίζεται από τα συμπτώματα και τα συμπαρομαρτούντα ενός παρασιτικού καταναλωτισμού αδιάφορου για τις μακροπρόθεσμες εθνικές του επιπτώσεις, ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά την ανεξαρτησία της χώρας και την αυτοτέλεια των εθνικών της αποφάσεων. Τον καταναλωτισμό αυτόν δεν τον ονομάζουμε παρασιτικό για να τον υποβιβάσουμε ηθικά, αντιπαρατάσσοντάς του «ανώτερα» και «πνευματικά» ιδεώδη ζωής, όπως κάνουν διάφοροι διανοούμενοι. Θα ήταν εξωπραγματικό και ανόητο να θέλει να αποκόψει κανείς τον ελληνικό λαό στο σύνολό του από τις νέες δυνατότητες της παραγωγής και της τεχνολογίας — και επί πλέον θα ήταν και επικίνδυνο, γιατί μια τέτοια αποκοπή θα συμβάδιζε με μια γενικότερη οικονομική και στρατιωτική καθυστέρηση. Ο όρος «παρασιτικός καταναλωτισμός» χρησιμοποιείται εδώ στην κυριολεξία του για να δηλώσει ότι η σημερινή Ελλάδα, όντας ανίκανη να παραγάγει η ίδια όσα καταναλώνει και μην έχοντας αρκετή αυτοσυγκράτηση — και αξιοπρέπεια — ώστε να μην καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να παραγάγει η ίδια, προκειμένου να καταναλώσει παρασιτεί, και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση: παρασιτεί στο εσωτερικό, που υποθηκεύει τους πόρους του μέλλοντος μετατρέποντάς τους σε τρέχοντα τοκοχρεολύσια, και παρασιτεί προς τα έξω, που έχει επίσης δανεισθεί υπέρογκα ποσά όχι για να κάνει επενδύσεις μελλοντικά καρποφόρες αλλά κυρίως για να πληρώσει με αυτά τεράστιες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών, τις οποίες και πάλι εισήγαγε από το εξωτερικό. Η εξέλιξη αυτή συντελέσθηκε στο πλαίσιο της μεταπολεμικής προοδευτικής διαπλοκής των διεθνών οικονομικών διαδικασιών γενικά και των ευρωπαϊκών οικονομιών ειδικότερα, ωστόσο θα ήταν λάθος να τη θεωρήσουμε ως ειμαρμένη πού ενέσκηψε πάνω σε μιαν αδύνατη κι ανυπεράσπιστη Ελλάδα, αιχμαλωτισμένη ανέκκλητα στα δίχτυα του «διεθνούς κεφαλαίου». Τέτοιες φαινομενικά περισπούδαστες εξηγήσεις προσφέρουν όσοι οχυρώνονται πίσω από την αγοραία «αριστερή» και «φιλολαϊκή» ρητορική, αρνούμενοι να αναμετρήσουν το μέγεθος των δικών τους ευθυνών, το βάθος των συντελεστών της σημερινής εθνικής κρίσης και την οδυνηρότητα των πιθανών διεξόδων απ’ αυτήν.

Πολιτικό σύστημα και εκλογική πελατεία

Οι πρωταρχικοί λόγοι, πού έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία της εθνικής εκποίησης και της συναφούς πολιτικής αποδυνάμωσης της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο, είναι ενδογενείς και ανάγονται στη λειτουργία του πολιτικού της συστήματος και στη συμπεριφορά όλων των υποκειμενικών του παραγόντων. Με άλλα λόγια: το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό σώμα στο σύνολο του επωφελήθηκε από τη μεταπολεμική πρωτοφανή ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας και άντλησε βραχυπρόθεσμα ωφελήματα απ’ αυτή με αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο υποβιβασμό της Ελλάδας στην κλίμακα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και συνάμα τη γενική εθνική της υποβάθμιση. Αυτό έγινε με τη μορφή ενός σιωπηρού, αλλά διαρκούς και κατά μέγα μέρος συνειδητού και επαίσχυντου κοινωνικού συμβολαίου, στο πλαίσιο του οποίου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία — «δεξιά», «φιλελεύθερη» ή «σοσιαλιστική», κοινοβουλευτική ή δικτατορική: στο κρίσιμο τούτο σημείο οι αποκλίσεις υπήρξαν ελάχιστες — ανέλαβε τη λειτουργία να ενισχύει γρήγορα και παρασιτικά τις καταναλωτικές δυνατότητες του «λαού» με αντίτιμο την πολιτική του εύνοια ή ανοχή, ήτοι τη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και την κάρπωση των συναφών κοινωνικών και υλικών προνομίων. Βεβαίως, η συναλλαγή αυτή χαρακτήριζε τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό από τα γεννοφάσκια του, όμως η πρωτοφανής μεταπολεμική διεθνής οικονομική συγκυρία της προσέδωσε δυνατότητες επίσης πρωτοφανείς: προς άγρα και συγκράτηση της εκλογικής πελατείας μπορούσαν τώρα να προσφερθούν όχι απλώς ανιαρές κρατικές θέσεις, αλλά επί πλέον πολύχρωμες μάζες καταναλωτικών αγαθών και πλήθος δελεαστικών καταναλωτικών δυνατοτήτων. Ενώ όμως η πρώτη προσφορά συνεπαγόταν κυρίως την εκποίηση του κρατικού μηχανισμού και των κρατικών πόρων στην εσωτερική αγορά, η δεύτερη — και πιο πλουσιοπάροχη — απέληγε με εσωτερική αναγκαιότητα στο ξεπούλημα ολόκληρου τού έθνους στη διεθνή αγορά. Αυτό το ξεπούλημα άρχισε με τα μεγάλα, αντίδρομα και ταυτοχρόνως συμπληρωματικά, κύματα της μετανάστευσης και του τουρισμού, για να κορυφωθεί, αλλάζοντας αισθητά όψη και συναισθηματική επένδυση, στην αγορά αυστριακών μπισκότων για σκύλους και στην οργάνωση τριήμερων ταξιδιών στο Λονδίνο για ψώνια, κατασταλάζοντας ενδιαμέσως παχυλές επιδοτήσεις μιας περιττής αγροτικής παραγωγής και την περαιτέρω διόγκωση μιας ημιπαράλυτης δημοσιοϋπαλληλίας. Ποτέ άλλοτε το κράτος και το έθνος δεν βρέθηκαν, χάρη στην απλόχερη μεσολάβηση του «πολιτικού κόσμου», σε τόσο αγαστή σύμπνοια με τον χαρτοπαίχτη της επαρχίας και με το τσόκαρο των Αθηνών.

 Ανακύκλωση του φαύλου παιγνιδιού

Ο παρασιτικός καταναλωτισμός, όπως τον ορίσαμε παραπάνω, προκάλεσε μια τέτοια διασπάθιση πόρων, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1980, ώστε η στενότητα των πόρων θα ακολουθεί στο εξής, και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, την ελληνική εθνική πολιτική σαν βαριά σκιά. Οι σημερινές, και οι αναπόδραστες αυριανές, προσπάθειες του «πολιτικού κόσμου» για τη λύση αυτού του πιεστικού προβλήματος δεν αποτελούν διαρθρωτική του αντιμετώπιση, παρά κατά βάθος αποσκοπούν στη δημιουργία συνθηκών πρόσκαιρης ανακούφισης πού θα επιτρέψουν ξανά την ανακύκλωση του προηγούμενου φαύλου παιγνιδιού μεταξύ κομμάτων και ψηφοφόρων. Είναι περιττό να εξηγήσουμε ποιες μακροπρόθεσμες συνέπειες έχει η υφιστάμενη σήμερα στενότητα των πόρων για το μέλλον τού έθνους, δηλ. για την οικονομική ανταγωνιστικότητα του, για την παιδεία του και για την άμυνα του. Εξ αιτίας της στενότητας τούτης η Ελλάδα ξεκινά τον αγώνα δρόμου στην αρχόμενη πολυτάραχη φάση της πλανητικής πολιτικής με ένα επί πλέον σημαντικότατο μειονέκτημα. Η οικονομική της υποπλασία, η οποία χρηματοδοτήθηκε και εξωραΐσθηκε καταναλωτικά με την εκτεταμένη απώλεια της οικονομικής της ανεξαρτησίας, θα περιορίσει πολύ τα περιθώρια των πολιτικών της επιλογών και δραστηριοτήτων, προ παντός όταν θα συγκρουσθούν οι δικές της θέσεις με εκείνες των Ευρωπαίων και άλλων χρηματοδοτών της. Για τη σύγκρουση αυτή, η οποία, δεν αποκλείεται κάποτε να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, θα πούμε μερικά πράγματα αμέσως παρακάτω. Πάντως την πορεία και την έκβασή της τις προδιαγράφει η σημερινή εικόνα της Ελλάδας στον διεθνή, και προ παντός στον κοινοτικό ευρωπαϊκό χώρο. Θα πρέπει κανείς, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στη μακάρια ελληνική επικράτεια, να αγνοεί τον χώρο αυτόν ή να έχει πάθει αθεράπευτη εθνικιστική τύφλωση και κώφωση για να μη γνωρίζει ότι στα μάτια των εταίρων της η Ελλάδα είναι σήμερα ένας ανεπιθύμητος παρείσακτος, ένας αναξιοπρεπής επαίτης, ο οποίος ζητά δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο προκειμένου να καταναλώνει πολύ περισσότερα απ’ όσα του επιτρέπουν οι παραγωγικές του δυνατότητες και η παραγωγικότητα της εργασίας του, και ο οποίος επί πλέον, για να διασφαλίσει την παρασιτική του ευημερία, δεν διστάζει να ελίσσεται και να εξαπατά, ενώ ο επαρχιωτισμός και ο ενίοτε παιδικός εγωκεντρισμός του δεν του επέτρεψαν ποτέ να διατυπώσει κάποια ουσιώδη σκέψη ή πρόταση γενικού ευρωπαϊκού ή διεθνούς ενδιαφέροντος. Δεν έχει σημασία αν την εικόνα τούτη τη συμμερίζονται όλοι ανεξαιρέτως και αν ευσταθούν όλες της οι λεπτομέρειες ? βαρύνουσα πολιτική σημασία έχει η γενική της διάδοση και προ παντός η γενική συμφωνία της με τα πραγματικά δεδομένα. Εδώ ήδη φαίνεται καθαρότατα η βαθειά εσωτερική σχέση ανάμεσα στην πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και στις τύχες της χώρας μέσα στην κοινωνία των εθνών.

 Περιοδικές πατριωτικές εξάρσεις

Οι απωθητικοί και αντισταθμιστικοί μηχανισμοί, με τη βοήθεια των οποίων η πολυδαίδαλη και πολυμήχανη νεοελληνική ψυχή παρακάμπτει τους εξευτελισμούς χωρίς ποτέ να τους υπερνικήσει κατά μέτωπο, είναι παλαιοί, δοκιμασμένοι και γνωστοί. Επειδή ο επαίτης κατάγεται, γεωγραφικά τουλάχιστον, από τον τόπο του Περικλή, πιστεύει ο ίδιος ότι δικαιούται να εμφανίζεται με χλαμύδα, τη λευκότητα της οποίας τίποτε, ούτε καν κατάφωρες παραχαράξεις και καταχρήσεις, δεν θα μπορούσε να σπιλώσει. Παράλληλα, οι περιοδικές πατριωτικές εξάρσεις ή αψιθυμίες, από διάφορες αφορμές, επιτρέπουν την ψυχολογικά βολική υπερκάλυψη της εθνικά ολέθριας συλλογικής πρακτικής από το υψιπετές εθνικό φρόνημα, της κοντόθωρης ευδαιμονιστής δραστηριότητας από το μετέωρο παραλήρημα. Επίσης καθιστούν δυνατή την ψευδαίσθηση της ομοψυχίας όταν οι ατομικές βλέψεις και οι προσωπικές επιδιώξεις στην πραγματικότητα αποκλίνουν τόσο, ώστε είναι πια δυσχερέστατο να συντονισθούν με καθοριστικό άξονα τις επιταγές μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής. Η κραυγαλέα επίδειξη ομοψυχίας υποκαθιστά έτσι την ύπαρξη πρακτικά δεσμευτικής και αποδοτικής ομογνωμίας πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα και συγκεκριμένες λύσεις. Έτσι, ό,τι θα έπρεπε ν’ αποτελεί ψυχολογικό θεμέλιο για την άσκηση εθνικής πολιτικής μετατρέπεται σε ψυχολογικό άλλοθι για τη ματαίωση των προϋπο­θέσεών της, καθώς η διαρκής πατριωτική μέθη εμποδίζει μόνιμα τους ευτυχείς φορείς της να αποκρυσταλλώσουν τη ρητορική εθελοθυσία τους σε κοινές πραγματιστικές πολιτικές αποφάσεις, ήτοι σε μία κατανομή ευθυνών, εργασιών, προσφορών και απολαβών μέσα σ’ ένα μακρόχρονο και δεσμευτικό πρόγραμμα εθνικής επιβίωσης. Όσο περισσότερο η συζήτηση μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση τέτοιων αποφάσεων, τόσο γρηγορότερα η μέθη ξεθυμαίνει για να επικρατήσει και πάλι η ατομική ή «κλαδική» λογική του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ως συνδετικός ιστός και ως κοινός παρονομαστής απομένει έτσι μία γαλανόλευκος πομφόλυξ.

Αυτοφαγία

Το γεγονός, το οποίο περιπλέκει αφάνταστα τη σημερινή ελληνική κατάσταση, κάνοντάς τη να φαίνεται κατ’ αρχήν αδιέξοδη, είναι ότι η υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού ειδικότερα και του κοινωνικού και ιστορικού παρασιτισμού γενικότερα, η εκλογίκευση της οικονομίας και της εθνικής προσπάθειας στο σύνολο της, δεν προσκρούουν απλώς στα οργανωμένα συμφέροντα μιας μειοψηφίας, η οποία στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να παραμερισθεί με οποιαδήποτε μέσα και προ παντός με τη συμπαράσταση της μεγάλης πλειοψηφίας. Τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων έχει εν τω μεταξύ συνυφάνει, κατά τρόπους κλασσικά απλούς ή απείρως ευρηματικούς, την ύπαρξη και τις απασχολήσεις της με τη νοοτροπία και με την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού. Για να ακριβολογήσουμε, βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε ότι σε σχέση με τη σύγχρονη Ελλάδα η έννοια του παρασιτισμού μόνον οξύμωρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί: γιατί εδώ δεν πρόκειται για έναν λίγο-πολύ υγιή εθνικό κορμό, ο οποίος έχει αρκετές περισσές ικμάδες ώστε να τρέφει και μερικά παράσιτα ποσοτικώς αμελητέα, παρά για ένα πλαδαρό σώμα πού παρασιτεί ως σύνολο εις βάρος ολόκληρου του εαυτού του, ήτοι τρώει τις σάρκες του και συχνότατα και τα περιττώματα του. Οι κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές, πού ευδοκιμούν μοιραία σε τέτοιο μικροβιολογικό περιβάλλον, συμφυρόμενες με ζωτικότατα κατάλοιπα αιώνων ραγιαδισμού, βαλκανικού πατριαρχισμού και πελατειακού κοινοβουλευτισμού, αποτελούν την άκρα αντίθεση και τον κύριο φραγμό προς κάθε σύλληψη και λύση των προβλημάτων της εθνικής επιβίωσης πάνω σε βάση μακροπρόθεσμης και οργανωμένης συλλογικής προσπάθειας. Η σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού στο σύνολο του δεν νοείται ωστόσο εδώ με τη στενή σημασία των διαφόρων ηθικολόγων, παρά πρωταρχικά ως μέγεθος πολιτικό: έγκειται στην επίμονη και ιδιοτελή παραγνώριση της αδήριτης σχέσης πού υφίσταται ανάμεσα σε απόδοση και απόλαυση, και κατ’ επέκταση στην αδιαφορία απέναντι στην υπονόμευση του εθνικού μέλλοντος εξ αιτίας απολαύσεων μη καλυπτομένων από αντίστοιχη απόδοση.

Τι σημαίνει απόδοση;

Ως ελαφρυντικό πρέπει ίσως να θεωρήσει κανείς ότι οι πλείστοι Έλληνες δεν γνωρίζουν καν τι σημαίνει «απόδοση» με τη σύγχρονη έννοια και συχνά πιστεύουν ότι αποδίδουν μόνο και μόνο επειδή ιδροκοπούν, φωνασκούν και τρέχουν από το πρωί ως το βράδυ. Όμως αυτό ελάχιστα μεταβάλλει το πρακτικό αποτέλεσμα. Η δυσαρμονία απόλαυσης και απόδοσης ήταν ανεκτή όσο η απόλαυση ήταν γλίσχρα και όσο η απόδοση δεν μετριόταν πάντα με τα μέτρα των προηγμένων ανταγωνιστικών οικονομιών. Αλλά στις τελευταίες δεκαετίες μεταστράφηκαν και οι δύο αυτοί όροι: τα οικονομικά σύνορα έπεσαν, τουλάχιστον σ’ ό,τι άφορα το μέτρο της απόδοσης, εφ’ όσον δεν είναι δυνατό να αποτιμώνται με άλλο μέτρο απόδοσης τα (συνεχώς αυξανόμενα) εισαγόμενα και με άλλο τα εξαγόμενα, κι επομένως όποιος θέλει να εισαγάγει χωρίς να ξεπουληθεί πρέπει να εξαγάγει ίση απόδοση, οι αντιλήψεις για το τι σημαίνει απόλαυση προσανατολίσθηκαν, πάλι, μαζικά στα πρότυπα των προηγμένων καταναλωτικών κοινωνιών, έτσι ώστε η απόσταση απ’ αυτά να γίνεται από τους πλείστους αισθητή ως στέρηση. Έτσι η διάσταση ανάμεσα σε απόλαυση και απόδοση έγινε εκρηκτική, με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να ξαναγίνουν επίκαιρες ορισμένες στοιχειώδεις οικονομικές αλήθειες πού η Ελλάδα νόμιζε ότι τις είχε ξεπεράσει με την απλή μέθοδο του δανεισμού. Με δεδομένες όμως τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές πού επισημάναμε παραπάνω, οι αλήθειες αυτές δεν επενέργησαν ως καταλύτης παραγωγικών ενεργειών, παρά μάλλον ως καταλύτης αντεγκλήσεων, η στειρότητα των οποίων επέτεινε τη συλλογική αμηχανία και αβουλία. Πράγματι, για όποιον δεν είναι εξ επαγγέλματος και ιδιοτελώς υποχρεωμένος (λ.χ. ως πολιτικός) να τρέφει και να διαδίδει ψευδαισθήσεις, είναι προφανές ότι η χώρα βυθίζεται στον κοινωνικό λήθαργο και στη συλλογική απραξία, ήτοι η κοινωνική πράξη έχει υποκατασταθεί από αντανακλαστικές κινήσεις: το νευρόσπαστο κινείται κι αυτό, όμως δεν πράττει. Η αίσθηση της αποσύνθεσης είναι γενική και δεσπόζει σε όλες τις συζητήσεις, ενώ η εξ ίσου διάχυτη δυσφορία εκτονώνεται όλο και ευκολότερα, όλο και συχνότερα σε προκλητική επιθετικότητα και σε επιδεικτική χυδαιότητα.

 

http://artinews.gr/%CF%80.-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1-%CF%89%CF%82-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7-%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CF%86%CE%B8%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%AD%CE%B8%CE%BD%CE%BF%CF%85%CF%82.html

φιλοσοφία, filosofia

Μια άψογη ζωή: το μονοπάτι του Πολεμιστή

Ο Δον Χουάν είναι σαν τους παλιούς δασκάλους για τους οποίους μιλά ο Hadot, αν και σίγουρα δεν υπήρξε ένας στωικός τόσο ευφυής. Η δική του δεν είναι μια θεωρητική ή διανοητική σοφία, αλλά ζωτική και σωματική. Αυτό που διδάσκει δεν είναι θεωρίες, αλλά κανόνες συμπεριφοράς για να οδηγήσει μια «ισχυρή και ξεκάθαρη» ζωή σε μια πραγματικότητα που μας εξασθενεί, μας διασπείρει, μας αδειάζει. Μια τέχνη της προσοχής.

Η σαφήνεια είναι δύναμη. Ζούμε με τρόπο άψογο όταν είμαστε παρόντες σε αυτό που κάνουμε. Όταν οι αποφάσεις μας είναι ακριβείς. Όταν αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τις ενέργειές μας. Πρόκειται για κανόνες ηθικούς, δεοντολογίας που αντίκεινται στις επικρατούσες τάσεις της κοινωνίας μας: της τυραννίας της ορατότητας και της διαφάνειας, της υποκειμενικότητας που τείνει να νιώθει θύμα και της επιθυμίας για αθανασία.

Ο «πολεμιστής» σύμφωνα με τον Don Juan δεν μάχεται κανέναν πόλεμο, αλλά είναι ένας άνθρωπος που αγωνίζεται σε κάθε στιγμή και με κάθε χειρονομία για να παραμένει άψογος παρά τις δυνάμεις που θέλουν να καταστρέψουν κάθε άσκηση αυτονομίας – της προσοχής, της αντίληψης και της δικής του αισθαντικότητας.

του Amador Fernández-Savater

 

http://effimera.org/vita-impeccabile-cammino-del-guerriero-amador-fernandez-savater/

φιλοσοφία, filosofia

συνειδητό, ασυνείδητο

…»Από ότι κατάλαβα, μόλις γυρίσατε από την Ινδία», μου είπε. »Είχα βρεθεί και εγώ  εκεί πριν από αρκετό καιρό και προσπαθούσα να πείσω τους Ινδούς ότι είναι αδύνατο να απαλλαγεί κανείς από την ιδέα του Εγώ ή της συνείδησης, ακόμη και στη βαθύτερη κατάσταση του σαμάντι».

Έτσι ο Δρ. Γιούνγκ μπήκε αμέσως στο κύριως θέμα. Οι χειρονομίες και τα λόγια του ήταν επιβλητικά και κομψά, αλλά από κάτω υπέβοσκε ένας πύρινος ενθουσιασμός που φανέρωνε την εξαιρετική του ζωντάνια, παρά τα σχεδόν ογδόντα δύο χρόνια του.

Ο Δρ. Γιούνγκ συνέχισε: »Όταν ήμουν στο Παμεπιστήμιο της Καλκούτα στη Βεγγάλη, συζήτησα αυτό το θέμα με διάφορους βραχμάνους καθηγητές και ειδικούς, αλλά στάθηκαν ανίκανοι να το κατανοήσουν. Προσπάθησαν να τους εξηγήσω ότι εάν ο Ραμακρίσνα, για παράδειγμα, μπορούσε να απαλλαγεί τελείως από τη συνειδητότητα του στις στιγμές της βαθιάς του έκστασης, τότε αυτές οι στιγμές θα ήταν ανύπαρκτες. Δε θα μπορούσε ποτέ να τις θυμηθεί, να τις καταγράψει ή έστω να αποδώσει ότι υπήρξαν».

»Αφού Ασυνείδητο σημαίνει στην πραγματικότητα μη συνειδητό, κανείς δεν μπορεί να εισέλθει σε αυτήν την κατάσταση όσο είναι ζωντανός και ταυτόχρονα να έχει ανάμνηση αυτού του γεγονότος, όπως διατείνονται οι Ινδοί. Για να λειτουργήσει η μνήμη χρειάζεται ένα συνειδητό παρατηρητή, που είναι ο Εαυτός ή το συνειδητό όν.Όλα αυτά τα συζήτησα με τον Γκουρού του Μαχαραγιά της Μυσόρης…». Σταμάτησε και χτύπησε την πίπα του στο κιγκλίδωμα.

»Πάντα σκεφτόμουν», είπα, »ότι ο Ινδός προσπαθεί να απαλλαγεί από το εγώ για να δραπετεύσει από τον τροχό της Σαμσάρα [μετενσάρκωση]. Για αυτόν η αιωνιότητα θα ήταν σαν μια συνεχής κατάσταση αϋπνίας και επομένως θέλει να χάσει τον εαυτό του μέσα στην έννοια της Ολότητας. Αυτό επιδιώκει ο σύγχρονος Ινδός, αλλά όπως ξέρετε οι Σίντα είχαν προσπαθήσει κάτι διαφορετικό. Τώρα καταλαβαίνω ότι θέλετε να εδραιώσετε ένα διάλογο ανάμεσα στο Εγώ και σε εκείνο που το υπερβαίνει, ότι θέλετε να ρίξετε το φως της συνείδησης όλο και βαθύτερα μέσα στο Ασυνείδητο. Αντιλαμβάνομαι ακόμη ότι σύμφωνα με το νόμο της πολικότητας μπορεί αντίστοιχα να υπάρχει ένα Συλλογικό Συνειδητό ή και Υπερσυνειδητό. Νομίζετε πως ο Ινδός αναφέρεται σε αυτή μάλλον την κατάσταση και αυτή ποθεί όταν φτάνει στο σαμάντι ή, ακόμη βαθύτερα, στην καϊβάλια; Ο πιθανότερος τρόπος για να φθάσει κάποιος σε αυτή την κατάσταση, στην προσέγγιση του Υπερσυνειδητού, είναι να απαλλαγεί από την ορθολογιστική καθημερινή συνείδηση. Είναι πιθανό η διαφορά ανάμεσα σε εσάς και στους Ινδούς  να οφείλεται απλά σε μια παρανόηση ή στη δυσκολία κατανόησης του τι ακριβώς εννοεί ο Ινδός όταν λέει ότι επιθυμεί να ξεπεράσει το Εγώ;

»Μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο», είπε ο Γιούνγκ. »Οι Ινδοί είναι φημισμένοι για την αδυναμία τους στη λογική διατύπωση , κατά κύριο λόγο σκέπτονται με παραβολές και εικόνες. Δεν τους ενδιαφέρει η λογική. Αυτό φυσικά είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ολόκληρης της Ανατολής… όσον αφορά την υπόθεση σας για το Υπερσυνειδητό, αυτή είναι μια μεταφυσική άποψη και κατά συνέπεια βρίσκεται έξω από τα ενδιαφέροντα μου. Επιθυμώ να προχωρώ αποκλειστικά με γεγονότα και εμπειρίες. Μέχρι τώρα δεν έχω ανακαλύψει κανένα σταθερό ή καθορισμένο κέντρο στο ασυνείδητο και ούτε νομίζω ότι υπάρχει. Πιστεύω ότι εκείνο που ονομάζω Εαυτό είναι ένα ιδεώδες κέντρο τόσο από το Εγώ όσο και από το Ασυνείδητο και μάλλον είναι ισοδύναμο με την μέγιστη φυσική έκφραση της ατομικότητας, σε μια κατάσταση πληρότητας και ολότητας. Όπως επιδιώκει να εκφραστεί η φύση, το ίδιο και ο άνθρωπος, ο Εαυτός είναι εκείνο το όνειρο της ολότητας. Είναι επομένως ένα ιδεώδες κέντρο, κάτι δημιουργημένο. Οι Ινδοί έχουν γράψει σοφά πράγματα για αυτό το θέμα. Σύμφωνα με τους φιλόσοφους του Σανκύα, η Πουρούσα είναι ο Εαυτός και το Άτμαν ίσως είναι κάτι παρόμοιο. Αλλά ο ορισμός παίρνει πάντα την μορφή μιας παραβολής.

Herman Hesse Carl Jung Μνήμες

 

φιλοσοφία, filosofia

ο Εαυτός

….Όλα σχετίζονται με την εκμάθηση του πώς να ακούμε, επειδή υπάρχουν σε εμάς ζώνες που αγνοούμε. Για παράδειγμα, η καρδιά έχει να μεταφέρει τις δικές της εμπειρίες, με τις οποίες το κεφάλι δεν σχετίζεται. Ίσως τότε μέσα στην πράξη της προσοχής μπορέσουμε να φθάσουμε σε εκείνο το μυστηριώδες κέντρο που, όπως είπατε, εμφανίζεται να μην έχει καμία ύπαρξη και μοιάζει να είναι κάτι που εφεύραμε εμείς οι ίδιοι, το οποίο ωστόσο μας περιβάλλει και μας κυριαρχεί μέχρι σημείου που χωρίς αυτό δεν είμαστε τίποτε. Δίχως αυτό είμαστε νεκροί. Κατά κάποιο τρόπο, εκείνο το μυστηριώδες κέντρο είναι ο γιος μας, αλλά την ίδια στιγμή είναι και ο πατέρας μας. Ο Γιος που είναι ο Πατέρας. ο Εαυτός…….

….Η ανακάλυψη του εαυτού απαιτεί μια βαθιά και ανεπιφύλακτη σχέση με όσο το δυνατό περισσότερα άτομα, επειδή έτσι παρέχεται η δυνατότητα σύγκρισης και κατά συνέπεια διάκρισης και ταξινόμησης σε σχέση με τους άλλους….

…Κανείς δεν αντιλαμβάνεται ακόμη ότι όταν ένα αρχέτυπο κυριαρχεί ασυνείδητα, τότε το άτομο υφίσταται κατάληψη από αυτό  και εξαναγκάζεται να ακολουθήσει τη θανατηφόρα πορεία του…

..Πρόκειται για μια οντότητα που διέπεται και κυριαρχείται από αρχέτυπες δυνάμεις και όχι από την »ελεύθερη βούληση του», δηλαδή από τον αυθαίρετο εγωισμό  και την περιορισμένη του συνείδηση. Οφείλει να μάθει ότι δεν είναι ο κύριος του σπιτιού του και θα πρέπει να μελετήσει προσεκτικά την άλλη πλευρά του ψυχικού του κόσμου, η οποία φαίνεται ότι είναι ο πραγματικός κυρίαρχος της μοίρας του…

…ο σημερινός άνθρωπος μοιάζει να είναι εντελώς ανίκανος να αντιληφθεί ότι κάτω από ένα ορισμένο πρίσμα είναι ξένος προς τον ίδιο του τον εαυτό….

…Όπως λέει το παλιό κινέζικο ρητό: »Ο σωστός άνθρωπος που κάθεται στο σπίτι του και σκέφτεται τις σωστές σκέψεις, θα ακουστεί εκατό μίλια μακριά».

Έτσι ένας παλιός αλχημιστής παρηγόρησε με τα παρακάτω λόγια ένα μαθητή του:»Ανεξάρτητα από το πόσο απομονωμένος  είσαι και πόσο μόνος αισθάνεσαι, εάν κάνεις το έργο σου αληθινά και ευσυνείδητα, τότε άγνωστοι φίλοι θα έρθουν να σε αναζητήσουν».

Μου φαίνεται ότι τίποτα το ουσιαστικό δεν χάθηκε ποτέ, επειδή η μήτρα του είναι πάντα μέσα μας και από αυτήν μπορεί να αναπτυχθεί και να αναπαραχθεί εάν χρειασθεί. Αλλά μπορούν να το ανασύρουν μόνο εκείνοι που έχουν μάθει την τέχνη να αποστρέφουν τα μάτια τους από το εκτυφλωτικό φως των τρεχουσών απόψεων και να κλείνουν τα αυτιά τους στο θόρυβο των εφήμερων συνθημάτων.

Herman Hesse Carl Jung Μνήμες

 

φιλοσοφία, filosofia

Φως και σκιά, Αμπράξας

Herman Hesse Carl Jung Μνήμες

Παρόλο που η ζωή είναι μια υπόθεση φωτός και σκιάς, εντούτοις δεν την αποδεχόμαστε ποτέ σαν τέτοια. Κατευθυνόμαστε πάντα προς το φως και τις υψηλές κορυφές. Από την παιδική μας ηλικία, με την βοήθεια της πρώιμης θρησκευτικής και ακαδημαϊκής εκπαίδευση, μας δίνουν αξίες που αντιστοιχούν μόνο σε έναν ιδανικό κόσμο. Η σκοτεινή πλευρά της πραγματικής ζωής αγνοείται, ενώ ο δυτικός Χριστιανισμός δε μας δίνει τίποτε το οποίο να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία της. Έτσι οι νέοι άνθρωποι της Δύσης είναι ανίκανοι να ασχοληθούν με το μίγμα του φωτός και της σκιάς από το οποίο συνίσταται στην πραγματικότητα η ζωή. Δεν έχουν τρόπο να συνδέσουν τα γεγονότα της ύπαρξης στις δικές  τους προϊδεασμένες και απόλυτες απόψεις. Επομένως σπάζουν οι δεσμοί που συνδέουν τη ζωή με τα παγκόσμια σύμβολα και αρχίζει η διάλυση.

Στην Ανατολή, ιδιαίτερα στην Ινδία, η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική. Εκεί ένας αρχαίος πολιτισμός βασισμένος στη φύση αποδέχεται έναν κόσμο πολυπρόσωπων θεών. Έτσι ο Ανατολίτης μπορεί να αντιληφθεί την ταυτόχρονη ύπαρξη του φωτός με την σκιά και του καλού με το κακό. Απόλυτα δεν υπάρχουν και εάν έτσι αφοπλίζεται ο Θεός, το ίδιο ισχύει και για το διάβολο. Όμως το τίμημα αυτής της κατανόησης είναι ένας άμεσος φόρος τιμής στην ίδια τη φύση. Επομένως ο Ινδός βρίσκει τον εαυτός του λιγότερο ατομικοποιημένο από το Δυτικό. Είναι κάτι περισσότερο από μέρος της φύσης, αποτελεί στοιχείο της ομαδικής ψυχής.

Η ερώτηση που έχει τώρα να αντιμετωπίσει ο δυτικός Χριστιανός, είναι εάν χωρίς να χάσει  την ατομικότητα του, μπορεί να αποδεχτεί τη συνύπαρξη του φωτός με τη σκιά και του θεού με το διάβολο. Για να το κάνει όμως, θα πρέπει να ανακαλύψει το χριστιανικό Θεό πριν από τον προσωποποιημένο Χριστό και ο οποίος έχει να έχει τη δύναμη να διατηρηθεί ακόμη και μετά από αυτόν σε μια περισσότερο βιώσιμη μορφή. Μια τέτοια θεότητα θα μπορούσε να είναι ο Χριστός της Ατλαντίδας που κάποτε υπήρξε δημόσια αν και βυθισμένος κάτω από τα βαθιά νερά του σημερινού μας πολιτισμού. Ένας τέτοιος θεός θα ήταν επίσης και ο Αμπράξας που είναι ταυτόχρονα θεός και διάβολος.

ΓΙΟΥΝΓΚ – ΕΣΣΕ: ΜΝΗΜΕΣ    MIGUEL SERRANO