ιστορία, storia

στην Annamaria Mantini

Αέναη κίνηση

AD ANNAMARIA MANTINI
8 ιουλίου 2009baruda
στην Annamaria Mantini

ANNAMARIA MANTINI

-γεννήθηκε στις Fiesole, στις 11 απριλίου 1953
-πηγαίνει σχολείο στη Φλωρεντία και το 1973 γράφεται στη σχολή Lettere e Filosofia
– το 1975 μετακομίζει στη Roma
– μαχητής των Nuclei Armati Proletari
– σκοτώνεται από τους καραμπινιέρους στη Ρώμη στις 8 ιουλίου 1975

κείμενα που παράχθηκαν από ένοπλες οργανώσεις για το πρόσωπο της ή για το συμβάν στο οποίο βρήκε τον θάνατο :
– Nuclei Armati Proletari, ανακοίνωση 9-7-75 σε : Soccorso Rosso napoletano (a cura di), I nap, Milano 1976, Collettivo Editoriale Libri Rossi.
“9 luglio 1975: εχθές, σε μια ενέδρα που στήθηκε από την αστυνομία, σκοτώθηκε εν ψυχρώ η σύντροφος Annamaria. η θέληση της εξουσίας να κλείσει την παρτίδα με τους συντρόφους που οργανώνονται στην παρανομία, όπλισε το χέρι του killer σε υπηρεσία, που με ψυχρή συνειδητοποίηση να σκοτώσει, μας στέρησε μια καταπληκτική σύντροφο.

Il volto di…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 747 επιπλέον λέξεις

ένοπλη πάλη, lotta armata

Αλντομορολογία: μια ερμηνεία

Συνεχίζουμε να παρακολουθούμε εδώ και χρόνια, και μάλιστα εδώ και δεκαετίες, ένα είδος συλλογικού παραληρήματος, που αντί να ησυχάζει όπως συμβαίνει αργά ή γρήγορα στους αστικούς θρύλους, μεγαλώνει κάθε χρόνο.

Mιλάμε για τις μπούρδες, τις ψευτιές και την διετρολογία-συνωμοσιολογία [1.] σχετικά με την απαγωγή του Aldo Moro. Είναι πλέον τόσες πολλές και ποικίλες, που έχω κατά νου να τις συλλέξω και να τις αναλύσω σε ένα δοκίμιο. Μέχρι σήμερα, ο τίτλος του θα είναι: «Αλδομορολογία, ανάλυση ενός ντελίριου. Από τη λίμνη της Δούκισσας μέχρι τις μαλακίες του Σαντόρο.» Αλλά θα πρέπει να αναζητήσω έναν πιο ουδέτερο τίτλο, διότι η επιδημιολογία μας διδάσκει ότι η τεράστια μπούρδα που πυροβόλησε την πέμπτη ο Santoro δεν θα είναι η τελευταία.

Για όσους – τυχεροί αυτοί – δεν είδαν εκείνη την τηλεοπτική φάρσα το βράδυ της πέμπτης, ουσιαστικά ο Santoro εφηύρε ότι ο Franco Piperno έκανε ένα ταξίδι στις ΗΠΑ τον φεβρουάριο του 78 για να «συναντηθεί με τη CIA και να σχεδιάσει την απαγωγή Moro».

Γελάμε για να μην κλαίμε: όποιος ξέρει ελάχιστη ιστορία, γνωρίζει ότι ο Πιπέρνο είχε κερδίσει μια θέση ως «επισκέπτης επιστήμονας», “visiting scientist” στο MIT (μια θέση που δεν είναι τόσο αντάξια των οιονεί-διαμονών για σπουδές του Conte, ή της μαεστρίας του Renzi στην αγγλική γλώσσα, αλλά ας είμαστε ικανοποιημένοι). Ακριβώς λόγω της κατασταλτικής αναζωπύρωσης που ακολούθησε την απαγωγή του Moro, ο Piperno αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την αναγνωρισμένου κύρους θέση. Ο Piperno, μετά, δεν είχε κανένα ρόλο στις BR: μόνο οι ύστεροι ανόητοι επίγονοι του στρατηγού Dalla Chiesa είναι πεπεισμένοι ότι η Autonomia Operaia και το Potere Operaio είχαν κάτι να κάνουν με τις BR.

Ο κατάλογος των GMD (Μεγάλες Διετρολογικές Μαλακίες) θα είναι πολύ μακρύς. Ακόμη και σήμερα είναι δύσκολο να πεθάνει η πεποίθηση ότι ο Moretti ήταν «ένας άνθρωπος των μυστικών υπηρεσιών», οι BR ήταν ετεροκαθοδηγούμενες (από οποιονδήποτε, από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες, από εκείνες του Ισραήλ, την RAF, τους Βούλγαρους: μέχρι στιγμής κανείς δεν έχει βάλει στην μέση τον Πούτιν, και είμαι έκπληκτος γι αυτό), στη Via Fani υπήρχαν μερικοί πολύ ταλαντούχοι και μυστηριώδεις ελεύθεροι σκοπευτές, και πάει λέγοντας με αυτό το παραληρηματικό βήμα.

Δεν έφτασε μια πλούσια μισή ντουζίνα από Κοινοβουλευτικές Επιτροπές που ουσιαστικά συνέβαλαν στη βιομηχανία χαρτιού και μελανιού. Δεν ήταν αρκετά δοκίμια ακριβή μέχρι σχολαστικότητας (όπως για παράδειγμα αυτό του Persichetti και των συνυπογραφόντων, και πολλά άλλα) τα οποία για εκείνες τις 55 ημέρες μας διηγήθηκαν όλα αυτά που μπορούν να ειπωθούν, αποσαφηνίζοντας κάθε αμφιβολία που θα μπορούσε να αποσαφηνιστεί μετά από 40 χρόνια: προσμετρώντας επίσης πως οι πρωταγωνιστές και οι δευτεραγωνιστές εκείνης της εποχής ήταν ανθρώπινα όντα, οπότε σίγουρα θα παραμείνει άγνωστο τι έφαγαν στο δείπνο τους οι φύλακες του Moro στις 28 απριλίου του 1978, και άλλα σκοτεινά και πολύ σημαντικά μυστήρια.

Τελειώνοντας με τα αστεία, προσπάθησα να βρω έναν λόγο, μιαν αιτία σε αυτό το παραλήρημα: που δεν είναι ακριβώς παραλήρημα . Προσπαθώ να προτείνω την ερμηνεία μου, τι εννοώ.

Γνωρίζουμε ότι οι BR πέρασαν από πολύ σημαντικά αιτήματα για την απελευθέρωση του Moro (απελευθέρωση 13 κρατουμένων με βαριές καταδίκες και κατηγορίες) μέχρι του σημείου – το τελευταίο διάστημα – να εκφράσουν ηπιότερα αιτήματα: φαίνεται ότι ένα άνοιγμα για την απελευθέρωση ενός μόνο κρατουμένου θα ήταν αρκετό, καθώς και μια «σιωπηρή αναγνώριση» των BR ως αντιστάθμισμα, για να εμποδιστεί ή τουλάχιστον να ανασταλεί η εκτέλεση του Moro: όταν διαπραγματευόμαστε, δεν πυροβολούμε, είπε ακριβώς ο Moretti.

Το «μέτωπο της αποφασιστικότητας, της σταθερότητας» ήταν αντίθετα αδιαπέραστο. Οι χριστιανοδημοκράτες – με τον Andreotti επικεφαλής – είχαν τον Μόρο για χαμένο, ειδικά μετά από τις σκληρές επιστολές που έγραψε στους συντρόφους του (σκεφτείτε το κατηγορητήριο εναντίον του Taviani ή τα μηνύματα που έστελνε στον Zaccagnini με τα γράμματα του ): ένας ελεύθερος Μόρο θα ήταν, για την DC, μια πραγματική κινούμενη νάρκη. Εδώ αναφέρουμε μιαν άλλη GMD [μαλακία]: ο Μόρο που έγραφε εκείνες τις επιστολές «δεν ήταν αυτός», ήταν σίγουρα βασανισμένος σωματικά και ψυχολογικά από τους φύλακες του, ή ακόμα και ναρκωμένος.

Για το ανυπόστατο αυτών των δηλώσεων αποφάνθηκε μάλιστα μέχρι και ο Mario Sossi, τον οποίο απήγαγαν και απελευθέρωσαν οι BR τέσσερα χρόνια νωρίτερα, και σίγουρα ήταν γνωστό για το ότι δεν ήταν ένας δικαστής με συμπάθειες προς την αριστερά.

In cauda venenum, το άσχημο έρχεται τελευταίο. Το «μέτωπο της σταθερότητας» είχε τους πιo σκληρούς σημαιοφόρους του στα στελέχη του PCI. Πιθανόν, για να είναι πλήρως διαπιστευμένο ως «δημοκρατική δύναμη» και αξιόπιστη στη δύση ενόψει μιας επικείμενης εισόδου στην κυβέρνηση, τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο από το να δείξουν ότι είναι αδιάλλακτοι, πιο ρεαλιστές από το βασιλιά. Εάν το ταξίδι του Piperno το φεβρουάριο του 78 είναι ένα παραμύθι, αντιθέτως πραγματικότητα ήταν το ταξίδι του Giorgio Napolitano στις ΗΠΑ τον απρίλιο του ’78, κατά τις ημέρες της απαγωγής. Εκτός από το γεγονός πως είχε αποτίσει στα κρυφά φόρο τιμής προς τον Gianni Agnelli, ο Napolitano έτυχε μεγάλης εκτίμησης στα αμερικανικά πολιτικά περιβάλλοντα: πιθανότατα λόγω του placet, της ψήφου εμπιστοσύνης – ή τουλάχιστον της ανοχής – των ηνωμένων πολιτειών στην είσοδο του ΚΚΙ στην κυβέρνηση να συμπεριλαμβάνονταν ως αντάλλαγμα για τη συνολική αδιαλλαξία του προς τις BR, πασιέντζα που παίχτηκε στο δέρμα του Aldo Moro.

Εάν πράγματι στο PCI αντέδρασαν στα πρώτα χρόνια λέγοντας ότι οι BR ήταν φασίστες, αργότερα αρνήθηκαν – όπως η Rossana Rossanda τους προέτρεψε με ειλικρινή επιδεξιότητα – να κοιτάξουν «στο οικογενειακό άλμπουμ» του μαρξισμού-λενινισμού για να αναγνωρίσουν στα πρόσωπα ορισμένων BR γνωστά πρόσωπα της οικογένειας.

Φθάνω λοιπόν στην εξήγηση του aldomorismο και της επιδημιολογίας των GMD. Βλέπουμε όντως ότι αγαπούν ιδιαίτερα να μιλούν διετρολογικά λέγοντας μαλακίες τα στελέχη της λεγόμενης «αριστεράς» : για να κατανοήσουμε πόσο πολύ αυτός ο ορισμός είναι ψεύτικος, δεν πρέπει να κάνουμε άλλο από το να θυμόμαστε ότι ένας από τους καλύτερους εκπροσώπους του είναι ακριβώς ο Michele Santoro.

Όλο αυτό το φαινομενικό παραλήρημα εξηγείται με μια ψυχολογικά απλή έννοια: ονομάζεται κακή συνείδηση. Μια ερμηνεία του τι συνέβη σε εκείνες τις 55 ημέρες βλέπει συνεπώς το PCI να πληρώνει με το δέρμα του Moro την οριστική «λύτρωση» του από την επαναστατική του προέλευση: όσοι γνωρίζουν την ιστορία της Αντίστασης και της περιόδου των πρώτων χρόνων μετά την αντίσταση μπορούν να καταλάβουν για τι πράγμα μιλάμε .

Sic stantibus rebus, είναι βολικό – για τους επιγόνους της «αριστεράς» που φιλοδοξούν στην κυβέρνηση ή για τους ύστερους κυνερνητικούς οπαδούς αυτής – το να φυσάν περισσότερο καπνό και ομίχλη επάνω σε εκείνα τα γεγονότα και τις ημέρες εκείνες, να προπαγανδίζουν μυστήρια και μισές αποκαλύψεις. Είναι μια πολύ γνωστή διαδικασία στην ψυχολογία: ονομάζεται αυταπάτη ή αυτο-απάτη, self deception. Αν πίσω από την απαγωγή του Moro υπάρχουν ίσως η CIA και η Mossad και οι μυστικές υπηρεσίες, τότε οι σύντροφοι του PCI έκαναν πολύ καλά να συμπεριφερθούν με εκείνη την γραμμή, όχι; Να είναι «εθνικά υποστηρικτικοί, αλληλέγγυοι» με τους χριστιανοδημοκράτες.

Ποιος είναι υπεύθυνος για τη δολοφονία του Aldo Moro και της συνοδείας του το γνωρίζουμε, πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία. Πλήρωσαν όλοι μαζί με τη φυλακή. Ορισμένοι εξακολουθούν να υπόκεινται σε μέτρα κράτησης, αρχίζοντας από τον Mario Moretti (από το 1981 …).

Αυτά, τα γεγονότα. Μετά από 40 χρόνια, ίσως αρχίσουμε να καλωσορίζουμε τον πολλαπλασιασμό της Αλντομορολογίας, [Aldomorologia] με ιλαρότητα. Έτσι κι αλλιώς, το να ελπίζουμε ότι τελικά μπορούμε να θεωρήσουμε αυτή την υπόθεση κλεισμένη, είδαμε να είναι αδύνατο.

1]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο,, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή ύστερα από ρητή συναίνεση της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Από το άτομο στην κοινωνία, η ουσιαστική ουτοπία της Ροζάβα, Rojava

Το βιβλίο της γερμανικής ιστοσελίδας πληροφόρησης Lower Class Magazine βγαίνει στην Ιταλία, μια μακρά έκθεση- reportage από το Κουρδιστάν που επικεντρώνεται στην ανάλυση των εργαλείων του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού και της υλοποίησής του. Σε ένα διπλό επίπεδο: εκείνο το προσωπικό, για το άτομο, την δημιουργία του νέου ανθρώπου, και εκείνο το συλλογικό, τον μετασχηματισμό της κοινωνίας

“Για εμάς ιδεολογία, τρόπος ζωής και στρατιωτικός αγώνας στέκονται μαζί, είναι το ίδιο πράγμα, είναι ένα και το αυτό. Δεν είναι ότι τριγυρνάμε με το Καλάσνικοβ στο ένα χέρι και ένα βιβλίο στο άλλο, αλλά ο τρόπος ζωής μας βασίζεται στην ενότητα της επαναστατικής σκέψης και της καθημερινής πρακτικής”.

Τα λόγια του Heval Azad, που συλλέγονται από το περιοδικό Lower Class, είναι η καρδιά της επανάστασης που βρίσκεται στα σκαριά στο Κουρδιστάν: η προσωπική πορεία του μεμονωμένου επαναστάτη και η συλλογική πορεία ολόκληρης της κοινωνίας. Αφηγημένη από πολλές απόψεις και οπτικές, πρωταγωνίστρια βιβλίων, ρεπορτάζ, ντοκιμαντέρ που προσθέτουν η καθεμιά ένα κομμάτι σε μια μοναδική και συγκεκριμένη διαδικασία, πραγματική, η διαδικασία του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Ροζάβα βρήκε μια επιπλέον φωνή στο «Μια πραγματική ουτοπία, Un’utopia concreta «: το μονοπάτι που ακολουθούν οι άνθρωποι που το χτίζουν.

Το βιβλίο, «Μια ουσιαστική ουτοπία. Τα βουνά του Κουρδιστάν και η επανάσταση στη Ροζάβα: ένα ταξιδιωτικό ημερολόγιο «που δημοσιεύθηκε στην ιταλική γλώσσα από το Rete Kurdistan (Unaltrastoria, σελίδες 220, 16 ευρώ) θα παρουσιαστεί σήμερα στο Acrobax στη Ρώμη στη Via della Vasca Navale 6 στις 18.30) . Ένα μεγάλο ρεπορτάζ, παιδί των ταξιδιών στο Κουρδιστάν μιας ομάδας γερμανών δημοσιογράφων μεταξύ του 2016 και του 2017, που αντιμετωπίζει τη Ροζάβα από διαφορετικές οπτικές γωνίες, που εμβαθύνει τις ψυχές της επανάστασης και τις φυσικές αντιθέσεις της, που μέσω της αφήγησης των δημοσιογράφων του Lower Class Μagazine – ενός γερμανικού ιστότοπου πληροφοριών δραστήριου από το 2013, που αφιερώνεται στην ανάλυση γεγονότων ανά τον κόσμο, από τη Μέση Ανατολή έως τη Λατινική Αμερική – φέρνει τον αναγνώστη μέσα στην Ιστορία.

Η πραγματικότητα της επανάστασης είναι η πραγματικότητα των τόπων, που περιγράφονται και ζωγραφίζονται μεταξύ των σελίδων, καθιστώντας ευκολότερη την απεικόνιση στο φαντασιακό του περιβάλλοντος και των πρωταγωνιστών, των στόχων και των φόβων τους. Ένα δημοσιογραφικό αλλά ταυτόχρονα μαχητικό, αγωνιστικό ντοκουμέντο, ένα μείγμα ανιχνεύσιμο στις μαρτυρίες των δημοσιογράφων που έχουν ζήσει επί μήνες δίπλα στον πληθυσμό, στα σπίτια των γυναικών και στα σπίτια του λαού, των μονάδων λαϊκής άμυνας Ypg και Ypj.

Αναδυόμενο είναι το διπλό επίπεδο της επανάστασης, δύο αναγκαιότητες που συναντιούνται δίδοντας πλαστικότητα στην αλλαγή: το ατομικό επίπεδο, του ατόμου, που εννοεί την πολιτική ως κύρια δραστηριότητα της καθημερινής ζωής, και το συλλογικό επίπεδο, η κοινή πορεία προς έναν αναγνωρισμένο στόχο που συνοψίζεται καλά με την κουρδική λέξη Rehevalti, το αίσθημα κοινότητας ανάμεσα σε συντρόφισσες και συντρόφους που έχει στη βάση το σχηματισμό του νέου ανθρώπου θεωρημένο από τον αρχηγό του Pkk Ocalan. Και μέσω του νέου ανθρώπου η δημιουργία μιας νέας κοινωνίας, δυνατή μόνο μέσω της μετατροπής της ατομικής και συλλογικής νοοτροπίας.

Μέσα στις σελίδες βρίσκει χώρο η περιγραφή των τόπων, του περιβάλλοντος, του φυσικού πλούτου του, η φιλοσοφία του Ocalan, η οποία, μέσω της καθημερινής εργασίας και κατάρτισης, γίνεται συγκεκριμένη, γίνεται πραγματικότητα, η αυτοκριτική και η αυτο-ανάλυση, βασικά-θεμελιώδη εργαλεία για την προώθηση της διαδικασίας. Και υπάρχουν τα φυσικά κοινωνικά εμπόδια, η συνειδητοποίηση της ύπαρξής τους και, συνεπώς, η ανάγκη της δράσης βήμα προς βήμα, χωρίς ρήξεις ούτε επιβολές.

“Ένα από τα πιο εντυπωσιακά πλεονεκτήματα του κουρδικού κινήματος κατά τη γνώμη μου είναι ότι κατά το διάστημα αυτό κατάλαβε τη διαλεκτική των προσωπικών, συλλογικών και κοινωνικών αλλαγών στο σύνολό τους και τις έθεσε σε εφαρμογή – γράφει στο βιβλίο ο Peter Schaber, συντάκτης του περιοδικού Lower Class και το 2017 μέλος των YPG στην επιχείρηση απελευθέρωσης της Raqqa – Ένα μέρος αυτού του αγώνα λαμβάνει χώρα μέσα μας. Οι σχέσεις-δεσμοί με το καπιταλιστικό σύστημα, την πατριαρχία και το Κράτος θα ξεπεραστούν όταν τα κακά χαρακτηριστικά που κληρονομήσαμε θα εγκαταλειφθούν. Το δεύτερο επίπεδο ασχολείται με τον τρόπο ζωής στην συλλογικότητα τους, με συντρόφισσες και συντρόφους, στο περιβάλλον τους, με τον πληθυσμό. Το τρίτο επίπεδο στοχεύει στην επανάσταση της κοινωνίας στο σύνολό της, τελικά σε παγκόσμιο επίπεδο”.

Ένα κείμενο που πρέπει να διαβάσουμε για να κατανοήσουμε καλύτερα μια διαδικασία που προσελκύει την προσοχή πολλών δυτικών αριστερών κινημάτων, τα οποία σήμερα συχνά αδυνατούν να διατυπώσουν νέες στρατηγικές για την ανάλυση της πραγματικότητας, αλλά έχοντας επίγνωση της ανάγκης για ένα παγκόσμιο δίκτυο αντίστασης στον νεοκαπιταλισμό. Με αυτή την έννοια, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η εστίαση που αφιερώνει η «Μια συγκεκριμένη-ουσιαστική ουτοπία», “Un’utopia concreta”, στην οικονομία της Ροζάβα, στις νέες μορφές αυτοδιαχείρισης και συνεταιρισμού.

Από Nena News

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ιστορία, storia

Εγώ είμαι η Κομμούνα

του Sandro Moiso

Marco Rovelli, Il tempo delle ciliegie, Ο καιρός των κερασιών, elèuthera 2018, pp. 125, € 14,00

Σε αυτές τις εποχές ισχνών και κοκαλιάρικων αγελάδων για αυθεντικό πολιτικό προβληματισμό και, αντίθετα, την ώρα που μας καταβρέχουν με κενές συζητήσεις επικοινωνιακο-ιδεολογικές γύρω από μια κακώς γεννημένη κυβέρνηση, το κείμενο του Marco Rovelli για την επαναστατική εμπειρία της Louise Michel, αποκαλύπτεται απολύτως απελευθερωτικό και απαραίτητο, μια από τις πιο ένθερμες υποκινήτριες της παρισινής Κομμούνας του 1871, που δημοσίευσε η elèuthera. Κείμενο στο οποίο ο συγγραφέας, που τον είλκυσαν ιδιαίτερα τα γεγονότα και οι ζωές γυναικών που αναμετρήθηκαν με την επαναστατική εμπειρία, θέτει την εμπειρία του ως συγγραφέα και μαχητικού διανοουμένου αγωνιστή στην υπηρεσία μιας εξαιρετικής υπόθεσης, ενός υπέροχου σκοπού.

Φανταστικού τόσο λόγω της παραδειγματικής-εμβληματικής ζωής και των αγώνων της γαλλίδας αναρχικής, όσο και για το πείραμα, που σήμερα υποτιμάται και που το θυμόμαστε σχεδόν πάντα με μάλλον πολύ επιφανειακό και ρητορικό τρόπο,το οποίο, τουλάχιστον για τη δυτική Ευρώπη, έθεσε ξεκάθαρα στους εργαζόμενους, στους προλετάριους και στους επαναστάτες που αγωνίζονται ενάντια στο υπάρχον, την αδυναμία συνεργασίας με την εθνική έννοια ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, όπως η μπουρζουαζία και το προλεταριάτο, των οποίων τα πολιτικά, οικονομικά και ιστορικά συμφέροντα ήταν (και παραμένουν) ριζικά διαφορετικά και αποκλίνοντα.

Ένα θέμα επάνω στο οποίο, σε περιόδους πρόχειρων, γενικόλογων αντιφασιστικών εκκλήσεων, αντί-μπερλουσκονικού χαρακτήρα και πολύ συχνά ουσιαστικά καθώς πρέπει χαρακτήρα μιας αριστεράς που αποκαλύπτεται ότι είναι κουραστική ακόμη και όταν δεν είναι αυστηρής ρεντζιανικής συμμόρφωσης, θέμα που έχει την τάση να συγκαλύπτει [αυτή η αριστερά] επειδή προορίζεται να φέρει στο προσκήνιο συγκεκριμένα προβλήματα όπως εκείνο της πραγματικά ανταγωνιστικής και επαναστατικής δράσης κατά του σημερινού τρόπου παραγωγής και της χρήσης της βίας και της οργάνωσής της από πλευράς των κινημάτων αντίστασης ενάντια στις συνθήκες ζωής και εργασίας που καθορίζονται από τον καπιταλισμό, όχι μόνο χρηματοοικονομικό.io.

Ένα θέμα που αντικατοπτρίζεται σε κάθε τρέχουσα πάλη: από την Rojava έως την Val di Susa, από το ZAD της Notre Dame des Landes στο Salento. Αγώνες και εμπειρίες των οποίων οι πρωταγωνιστές δεν θα μπορέσουν ποτέ να δηλώσουν τίποτε άλλο από: Είμαστε η Κομμούνα! Έτσι ακριβώς όπως οι φοιτητές του παρισινού Μάη θα μπορούσαν να το φωνάξουν, οι εργάτες του Μιραφιόρι των μεγάλων αγώνων εκεί ανάμεσα στη δεκαετία του Εξήντα και του ’70, οι εργάτες του Ανατολικού Βερολίνου το 1953 και οι ούγγροι επαναστάτες του 1956 μαζί με όλους εκείνους που ξεσηκώθηκαν, ξεσηκώνονται και πάλι θα ξεσηκωθούν ενάντια στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων και που, όσο θα υπάρχουν τα νομικά όρια-σύνορα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και του Κράτους, δεν θα έχουν ποτέ φιλικές κυβερνήσεις.
Όπως οι πρωταγωνιστές των γεγονότων που αναφέρονται στις σελίδες, γεμάτες ζωή και προσεκτικές στην ιστορική ανακατασκευή, που μεταφέρουμε παρακάτω.

“Εγώ είμαι η Κομμούνα. Το ατελείωτο πλήθος των ανωνύμων. Η φωτιά που απελευθερώνει μια καινούργια στιγμή, νέους καιρούς. Η γιορτή αυτού που γίνεται, του νέου γίγνεσθαι. Η ευτυχία του καθενός και όλων, όλων και καθενός, η μια συνθήκη της άλλης. Είμαι η Κομμούνα, ο χρόνος που ξαναγεννιέται και φλέγεται, ο χρόνος που αναπαράγεται διαιρώντας, δύο με δύο όπως τα κεράσια, σε μια ατέρμονη αλυσίδα και χωρίς κέντρο. Είμαι η Κομμούνα και ως εκ τούτου δεν είμαι εγώ, αλλά η διάχυση των σωμάτων και των ψυχών που μπερδεύονται σε μια δέσμη ατελείωτων ήχων, η οποία ανυψώνεται στον ουρανό και επεκτείνει τα όρια του, επειδή δική μας είναι δύναμη, το θάρρος είναι δικό μας, δική μας είναι η χαρά. Είμαι η Κομμούνα, που δεν μπορεί να πεθάνει, και χορεύει.

Ήταν όταν ο Thomas και ο Lecomte ήρθαν να ανακτήσουν τα κανόνια μας που ξεσηκωθήκαμε. Ήταν η 18η μαρτίου. Την προηγούμενη ημέρα ο Thiers είχε δώσει το τελεσίγραφο. Οι πρώσοι έφυγαν, οπότε δώστε μας πίσω τα κανόνια και υπακούστε στην καθεστυκειία τάξη. Αλλά ποιος πίστευε πλέον στους στρατηγούς στους οποίους μας ζητήθηκε να υποβληθούμε; Στο Παρίσι δεν πιστεύαμε πλέον κανέναν. Και ούτως ή άλλως, ναι, ο Thiers είχε δίκιο όταν έλεγε ότι υπήρχαν κακόβουλοι που με το πρόσχημα των πρώσων, ήθελαν να πάρουν τον έλεγχο της πόλης. Θέλαμε πραγματικά να αλλάξουμε τα πράγματα, αυτή τη φορά να σώσουμε την Γαλλία ήταν ένα και το αυτό με το να την αλλάξουμε. Ήταν απαραίτητο να τελειώνουμε με εκείνη την παλιά αστική Γαλλία, η οποία μας είχε εκθέσει στην καταστροφή και που τώρα, με το τέλος της αυτοκρατορίας, είχε την απαίτηση, προσποιούνταν πως θα ανακυκλωθεί σε Δημοκρατία.

[…] Τα στρατεύματα του στρατηγού έφταναν, είχαν καταλάβει τη δεξιά όχθη του Senna και κάποια αποσπάσματα ανέβαιναν στο λόφο. Οι καμπάνες χτύπησαν, τα τύμπανα μας κάλεσαν να μαζευτούμε: η Λουίζ, με ένα τουφέκι κρυμμένο κάτω από το παλτό της, έτρεξε κάτω από το λόφο, φωνάζοντας «προδοσία!» Μια φάλαγγα σχηματίζονταν ήδη στην επιτροπή εποπτείας, υπό τη διοίκηση του Ferré. […] Το πλήθος κινούνταν προς τα πάνω, οι γυναίκες επιβλήθηκαν, ήταν αυτές που προηγούνταν των ανδρών, υπήρχαν και πολλά παιδιά. Οι στρατιώτες δεν περίμεναν να τις δουν να έρχονται με εκείνη την ορμή, με εκείνη την αποφασιστικότητα, ήταν μια έκπληξη, ξαφνιάστηκαν και δεν αντέδρασαν. «Κάτω τα όπλα!» φώναζαν οι γυναίκες. «Είμαστε γυναίκες και παιδιά!» Η Louise βρισκόταν στην πρώτη γραμμή φωνάζοντας στους στρατιώτες να μην πυροβολούν, και εν τω μεταξύ έδειχνε να προστατεύει τις γυναίκες που είχαν πέσει με γυμνά κορμιά επάνω στα κανόνια. «Είναι δικά μας!».
Ο στρατηγός Lecomte, τότε, διέταξε τους στρατιώτες του να πυροβολήσουν προς το πλήθος που προωθούνταν. Αλλά οι στρατιώτες του είχαν αποφασίσει ότι δεν είναι πλέον δικοί του. Κανείς δεν πυροβόλησε […] Οι στρατιώτες που δεν ήταν πλέον δικοί του τον πλησίασαν, τον έθεσαν σε κράτηση: «Ελάτε μαζί μας στρατηγέ, τώρα πρέπει εσείς να μας υπακούσετε!» […] Ήταν ένδεκα το πρωί της 18ης μαρτίου 1871. Ακτινοβολούσαμε. Η Λουίζ αγκάλιαζε όλους. Ο λαός είχε εκδηλωθεί, διαδήλωσε, και είχε κερδίσει. Ήταν μόνο η αρχή.
Το απόγευμα, μετά από την απόφαση της κεντρικής Επιτροπής της εθνικής Φρουράς, καταλάβαμε δημαρχεία, στρατώνες, κυβερνητικά κτίρια, και αρχίσαμε να κατασκευάζουμε οδοφράγματα. Η όμορφη παράδοση του επαναστατικού Παρισιού επαναλήφθηκε, επιτέλους, παρά τις λεωφόρους του Haussmann. Ο Thiers και οι υπουργοί του διέφυγαν σαν τους αρουραίους, καταφεύγοντας στις Βερσαλλίες, τον τόπο των δυναστών, των μονάρχων και της συνθηκολόγησης.
Το βράδυ ο Lecomte εκτελέστηκε, μαζί με τον άλλο στρατηγό, Thomas, του οποίου όλοι θυμόταν τη σφαγή που είχε διαπράξει τον ιούνιο του ’48”.1

https://www.carmillaonline.com/2018/06/13/io-sono-la-comune/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ο δικός μας, νεαρός, Marx

του Salvatore Prinzi

Μόλις έγινε 200 χρόνων, αλλά για κάποιους είναι ακόμα νέος. Σίγουρα για τον Raoul Peck, του οποίου η ταινία για τον νεαρό Καρλ Μαρξ ξεχωρίζει αυτή τη στιγμή, μέσα στην πλημμύρα των άρθρων της σειράς και ακαδημαϊκών διασκέψεων, ως το καλύτερο αφιέρωμα στον γερμανό φιλόσοφο και επαναστάτη. Λέω «το καλύτερο», γιατί η ταινία όχι μόνο μας επιτρέπει να διαδώσουμε την φιγούρα και το έργο, αλλά και να παθιαστούμε, να βρούμε ξανά έναν πιο δικό μας Μαρξ, να οδηγηθούμε σε κάποια σκέψη γενικότερου χαρακτήρα, να πάρουμε κουράγιο και να δράσουμε. Δεν είναι λίγο, αυτούς τους καιρούς. Αλλά ας δούμε καλύτερα.

Η ιδέα και η πραγματοποίηση

Παραδέχομαι ότι η είδηση μιας ταινίας για τον Μαρξ μου έφερε τρεμούλα. Ο Μάρξ δεν είναι Γκεβάρα και ούτε καν Λένιν, δεν πυροβολεί και δεν αγορεύει ξεσηκώνοντας τα πλήθη από ένα τεθωρακισμένο, είναι δύσκολο να μεταφερθούν οι ιδέες του από κινηματογραφική άποψη, η περιπέτεια της ζωής του, περισσότερο συνδεδεμένη με διανοητικές διαμάχες παρά με επικές στιγμές. Δύο δυνατότητες: είτε ένα σύννεφο από σκόνη θέσεων, υπερδιδακτικό και βαρετό, ή κάποια μεταμοντέρνα εύρεση-έμπνευση για να μετατραπεί σε κάτι εμπορικά ευχάριστο. Από την άλλη πλευρά, έλεγα στον εαυτό μου, δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε εκατό χρόνια ιστορίας κινηματογράφου δεν υπήρξε ποτέ μια ταινία για ένα τόσο διάσημο υποκείμενο: δεν λειτουργεί. Ο Peck επιλύει επιδέξια το πρόβλημα με επίκεντρο τον νεαρό Μαρξ, ο οποίος μόλις μέσα σε πέντε χρόνια αλλάζει τέσσερις χώρες, δραπετεύει από άλλες τόσες αστυνομικές δυνάμεις, συναντά όλους τους πιο τρελούς επαναστάτες της εποχής, περνά από μια ευκατάστατη ζωή στη μιζέρια, φέρνει στον κόσμο ποικίλες κόρες, ιδρύει ένα »κόμμα» … με λίγα λόγια, η περιπέτεια δεν λείπει. Και ενώ οι σκηνές ακολουθούν η μία την άλλη η έκπληξη γίνεται: πώς είναι δυνατόν κανείς να μην έχει φτιάξει πριν, την ταινία; Να, όταν ένας δημιουργός κάνει να φαίνεται φυσικό κάτι που φαινόταν αδύνατο, κάνει να φαίνεται απαραίτητο κάτι που έλειπε μέχρι εκείνη την στιγμή, σημαίνει ότι η επιχείρηση επέτυχε.

Αλλά, πέρα από την ιδέα, υπάρχει η τεχνική πραγματοποίηση. Που είναι θεμελιώδης, γιατί οι σχέσεις μας με τις ιδέες είναι επίσης σχέσεις με τις ιστορίες, τις εικόνες, τα συναισθήματα που μας εμπνέουν. Και μια ταινία για τον Μαρξ που είναι χάλια είναι πιο ανησυχητική από μια ταινία που είναι απλώς χάλια. Ο Peck είχε ξεχωρίσει πριν από δύο χρόνια για ένα όμορφο ντοκιμαντέρ για τον James Baldwin, δεν είμαι ο νέγρος σας,  I’m not your negro, πολύ έγκυρο και άξιο από πολιτική άποψη, στην επιλογή των συνεντεύξεων, στην επιμέλεια και το μοντάζ, στο soundtrack, αλλά ακριβώς: ένα ντοκιμαντέρ. Μια ταινία είναι ένα άλλο πράγμα, αν είναι και «ιστορική» απαιτεί μεγάλη παραγωγή. Και εδώ δεν υπάρχουν αμερικανοί. Αντίθετα, μια άλλη έκπληξη: τα περιποιημένα κοστούμια και οι εσωτερικοί χώροι, οι πολύ καλές σκηνογραφίες, οι καλλιεργημένες εικονογραφικές παραπομπές, η φωτογραφία που καταφέρνει να δώσει τον σωστό τόνο σε κάθε εννοιολογική διασταύρωση. Φυσικά, δεν είναι μια colossal, καμία μαζική σκηνή, τα γυρίσματα, οι λήψεις παραμένουν σφιχτές, αλλά οι οικονομίες δεν παρατηρούνται, επειδή το μοντάζ είναι δυναμικό, οι ηθοποιοί εκφραστικοί, το σενάριο επίμονο, έχει ρυθμό, πιέζει. Ναι, το σενάριο: γράφτηκε από τον Pascal Bonitzer, πτυχιούχο της φιλοσοφίας, ιστορικό συνεργάτη των Cahiers du cinéma, σίγουρα δεν είναι ο τελευταίος αφιχθείς λόγω της γνώσης του θέματος και του υποκειμένου. Και όντως η ιστορία δεν ψεύδεται, ούτε στην βιογραφία του Μαρξ ούτε στις έννοιές του, που εισήχθησαν κυρίως μέσα στους διάλογους με τους άλλους επαναστάτες. Αλλά πάνω απ ‘όλα, παρά το λίγα διδακτικά περάσματα, κρατά το ρυθμό, και θέλεις να μάθεις πώς τελειώνει ακόμα κι αν ήδη το γνωρίζεις. Δεν είναι εύκολο να ενθουσιάσεις χωρίς να μπορείς να παίξεις το τελευταίο σου χαρτί έχοντας αποτέλεσμα!

Ο Μαρξ που προκύπτει απ’ την ταινία και η επίδραση στο κοινό

Ο ρυθμός δίνεται επίσης από την αναγνώριση, την ταυτοποίηση, από την συμφωνία των χαρακτήρων με τον κόσμο του θεατή. Ο Μαρξ που τέθηκε στην οθόνη δεν είναι το μνημείο, ο γενειοφόρος άρχοντας της κλασσικής εικονογραφίας: είναι ένας νέος, ανήσυχος, αντικομφορμιστής, που γυρνά σε όλη την Ευρώπη, κάνει σεξ, υποβάλλεται σε συνεντεύξεις εργασίας, πληρώνεται καθυστερημένα, χαίρεται για ένα καλό γεύμα . Είναι ένας Μαρξ ανθρώπινος, ακατάστατος και λαμπρός, που δεν σέβεται την εξουσία, τις αρχές, ακόμη και εκείνη των ευγενών πατέρων του σοσιαλιστικού κινήματος, που κινείται σε έναν 19ο αιώνα τόσο παρόμοιο με την εποχή μας, εκείνον της επισφαλούς εργασίας, των συνοριακών ελέγχων, της ιδεολογικής σύγχυσης . Μια φιγούρα και ένας κόσμος, εν συντομία, όπου το κοινό μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του – με όλα αυτά που μπορούν να επακολουθήσουν …

Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί και η πολυγλωσσία της ταινίας: στο αρχικό κείμενο οι πρωταγωνιστές περνούν συνεχώς από τα γερμανικά στα γαλλικά στα αγγλικά, ανάλογα με τους τόπους όπου βρίσκονται, ανάλογα με τις αποχρώσεις του νοήματος που θέλουν να επικοινωνήσουν. Δεν είναι απλώς ένα τέχνασμα για να γίνει η σκηνογραφία πιο λαμπρή, ούτε υπάρχει η βούληση να ξαναχτιστεί φιλολογικά η ζωή του Μαρξ και του περιβάλλοντός του, del suo entourage, αλλά ένα στρατήγημα για να αγγιχτούν κάποιες χορδές στη γενιά Erasmus, η οποία μεγάλωσε κατά κάποιο τρόπο με μια συνείδηση ευρωπαϊκή, η οποία σε αυτά τα είκοσι χρόνια έχει πηδήξει από χώρα σε χώρα, αναμιγνύοντας τις γλώσσες, προσαρμόζοντάς τες στον εκφραστικό σκοπό. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και σύντροφοι και συνεργάτες, είναι οι ήρωες της πρώτης παγκοσμιοποίησης – και όχι συμπτωματικά ο Peck αναφέρει τις πρώτες σελίδες του Μανιφέστο για την παγκόσμια αγορά – που μιλούν στα παιδιά της τελευταίας παγκοσμιοποίησης χωρίς μεσάζοντες, μιλούν σαν κι αυτούς. Tο πλέγμα των γλωσσών γίνεται έτσι μια αναφορά, μια παραπομπή στον προλεταριακό διεθνισμό, ακόμη πιο αναγκαίο σήμερα.

Υπάρχουν όμως και άλλα δύο στοιχεία που λειτουργούν ως γέφυρα μεταξύ του κόσμου της ταινίας και του δικού μας. Το πρώτο: η προσοχή του Peck προς το ρόλο των γυναικών. Η φιγούρα της Jenny von Westphalen, της συζύγου του Μαρξ, καθώς και εκείνη της Mary Burns, συντρόφου του Engels, επιστρέφονται με όλη τους την ιστορική σημασία. Jenny και Mary είναι γυναίκες που επιλέγουν να χειραφετηθούν από την μοίρα που προβλέπεται για αυτές: η πρώτη τα σπάζει με την αριστοκρατική οικογένεια της, στρατεύεται, εργάζεται στο πλευρό των Μαρξ και Ένγκελς στη σύνταξη του Μανιφέστο, η Μαry αγωνίζεται στο εργοστάσιο, συνοδεύει τον Ένγκελς στις περιοχές της εργατικής τάξης για να καταρτίσει την πρώτη έρευνα σχετικά με τις κοινωνικές τάξεις, απορρίπτει το γάμο ως αστική σύμβαση. Οι φιγούρες τους αντιτίθενται με εκείνη της συζύγου του Arnold Ruge, που αντιθέτως υπηρετεί προσεκτικά το σύζυγό της και τον φιλοξενούμενο, συζητά όπως θα περίμενε κανείς, σύμφωνα με τις συμβάσεις, εκφράζοντας την αλήθεια της μπουρζουάδικης ύπαρξης τους, εκείνη την αλήθεια που ο Ruge κρύβει πίσω από μεγάλες και ασαφείς- άσκοπες διακηρύξεις υπέρ του σοσιαλισμού. Εάν η κατάσταση της γυναίκας είναι ο δείκτης επάνω στον οποίο θα μετρηθεί η πρόοδος μιας κοινωνίας πέρα από αυτό που λέει για τον εαυτό της, η Jenny και η Mary είναι η αλήθεια του Karl και του Friedrich, της προσπάθειάς τους να ξεσηκώσουν πραγματικά, να επαναστατήσουν τον κόσμο και τον εαυτό τους.

Ο κόσμος και αυτοί οι ίδιοι: αυτό είναι ένα άλλο στοιχείο που λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ των νέων στην οθόνη και των νέων στο ακροατήριο, στην πλατεία. Ο Peck μας δείχνει τον Μαρξ θύμα της αστυνομικής αλαζονείας- θρασύτητας, έναν κουρασμένο και πεινασμένο Μαρξ, με τους πιστωτές στην πόρτα, τον Μαρξ που τα έσπασε με τον καθωσπρέπει κόσμο, στον οποίο, με το ταλέντο του και την κατάρτιση του, θα μπορούσε άνετα να τακτοποιηθεί. Ο Peck μας υπενθυμίζει, δηλαδή, πως το να κάνεις πολιτική από την πλευρά της εκμεταλλευόμενων είναι μια ηθική επιλογή, η οποία καλύπτει όλη την συμπεριφορά και τον άνθρωπο, που μπορεί μια μέρα να πληρώσεις γι αυτήν, να έχεις συνέπειες, ακόμη και σκληρές, δεν μπαίνεις στα καλά σαλόνια με αυτήν, αλλά εκδιώκεσαι, λόγω αυτής μπορεί να μην γίνεις αγαπητός, αλλά περιφρονημένος και χλευασμένος από εκείνους τους λίγους που όμως κρατούν τα κλειδιά της γενικής άποψης και γνώμης. Το να είσαι κομμουνιστής δεν είναι μια ευχάριστη βόλτα, δεν είναι κάτι που στέκεται δίπλα σε άλλες επιλογές, μια προτίμηση, είναι μια επιλογή ζωής. Και εδώ ο δέκατος ένατος αιώνας πέφτει μέσα στο σήμερα δίχως διαμεσολαβήσεις: μετά από μια μακρά παρένθεση κατά την οποία το να είσαι κομμουνιστής δεν απαιτούσε να τροποποιήσεις, να μεταβάλλεις την ύπαρξη, αντιθέτως μπορούσε και να ανοίξει κάποιες πόρτες, να διευκολύνει μια καριέρα, έχουμε επιστρέψει στο έτος μηδέν, στον στιγματισμό, στο κυνήγι του εξτρεμιστή. Σαν να ήθελε να μας προειδοποιήσει η ταινία: αν ξεκινήσεις σήμερα, μην περιμένεις κάτι διαφορετικό από αυτό. Αλλά, ακριβώς για αυτό, επέλεξε να ξεκινήσεις.

Τους προβληματισμούς, τους στοχασμούς που μας επιτρέπει

Φτάνουμε εδώ στο πολιτικό ζουμί της ταινίας και στις πιθανές θεωρητικές και πρακτικές της καταβυθίσεις-στοχασμούς. Εδώ πιστεύω ότι η αξία του Peck δεν είναι τόσο να προσφέρει ένα είδος καινοτόμου ερμηνείας του Μαρξ, αλλά το ότι ανακτά τη δύναμη της πρωτότυπης-αυθεντικής του συμπεριφοράς-κίνησης την ώρα που ελευθερώνει κάποια κατακάθια που παρεμποδίζουν σήμερα τη δράση. Όπως και στην αρχαιολογία, όταν ξεθάβεις το αρχαίο οδηγείς σε μια νέα ανακάλυψη.

Ποια ανακάλυψη, για παράδειγμα; Αυτή πως το προλεταριάτο είναι με δυσκολία μια τάξη, πως είναι μάλλον μια διασπασμένη μάζα που αποτελείται από εκβιασμένους ανθρώπους, γεμάτους άγνοια, ζήλιες, όχι πιο ηρωική από άλλες. Η ταινία ανοίγει ακριβώς επάνω στη βία των αρχουσών τάξεων: η επίθεση της αστυνομίας σε ένα δάσος όπου άθλιοι συλλέκτες ξύλου «κλέβουν» τα ξηρά κλαδιά. Η δυστυχισμένοι το σκαν, ποδοπατούν ο ένας στον άλλο, δεν αρπάζουν τις πέτρες, δεν αντιστέκονται. Σφαγιάζονται. Ίδιο σκηνικό στη σύγχρονη Μάντσεστερ: οι εργάτριες διαμαρτύρονται επειδή μια από αυτές έχει χάσει δύο δάχτυλα στα μηχανήματα, η Μαry μπαίνει μπροστά και καταγγέλει τις συνθήκες εργασίας, ο πατέρας του Ένγκελς την απολύει: κανείς δεν την υπερασπίζεται, όλες σκύβουν το κεφάλι. Πού είναι η σημασία αυτών των σκηνών; Κατ ‘αρχάς στο ότι μας υπενθυμίζει, σε εμάς που σήμερα έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε «μια φορά ναι οι άνθρωποι αγωνίζονταν, σήμερα αντιθέτως …», και ως εκ τούτου θλιβόμαστε, είναι καταθλιπτικό, νιώθουμε ότι ζούμε σαν κατώτεροι σε σύγκριση με ένα μυθικό παρελθόν, και ως εκ τούτου μας συμβαίνει να αποδεχόμαστε το άθλιο παρόν, που όχι, δεν είναι αλήθεια, κάποτε ήταν όπως τώρα, οι άνθρωποι χαμήλωναν το κεφάλι, και μόνο με αντίτιμο θυσίες, αγώνες, επίπονη συσσώρευση εμπειριών και ιστορίας, το προλεταριάτο κατάφερε να γίνει μια τάξη ικανή για χειρονομίες αυτές ναι ηρωικές όπως η Κομμούνα ή οι εργατικές εξεγέρσεις της κόκκινης διετίας.

Ο Peck αφαιρεί αμέσως κάθε ψευδαίσθηση σχετικά με τη φυσική καλοσύνη ή ελευθερία του ανθρώπου – ο κομμουνισμός δεν είναι ένας ιδεαλισμός, είναι ένας υλισμός: η καλοσύνη και η ελευθερία είναι ιστορικά κατασκευασμένες έννοιες και κοινωνικά παραγόμενες πρακτικές. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται καλά αν τεθούν σε θέση να το πράξουν, οι εργαζόμενοι αγωνίζονται εάν τεθούν ή τίθενται στη κατάσταση να το πράξουν. Ποια είναι αυτή η θέση, η κατάσταση, αυτή η προϋπόθεση; Η ενότητα, ως εκ τούτου η συνείδηση της συμμετοχής σε μιαν ίδια τάξη, και η οργάνωση, που συμπληρώνει το ένστικτο, εκείνο το ένστικτο που στην ταινία οδηγεί τις εργάτριες να σαμποτάρουν τα μηχανήματα ή τους οικοδόμους να βοηθήσουν τον Καρλ και τον Φρίντριχ στη διαφυγή τους από την αστυνομία , αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να γίνει μια πραγματική δύναμη.

Σύγκρουση και οργάνωση: αυτό είναι το θεωρητικό νήμα που ακολουθεί ο Peck από την αρχή της ταινίας μέχρι την κορυφαία σκηνή. Εκείνη στην οποία ο Μαρξ και ο Ένγκελς κυριαρχούν- επιβάλλονται στο Κογκρέσο της Ένωσης των Δικαίων, και αλλάζοντας το όνομά της σε Ένωση των Κομμουνιστών και αλλάζοντας το σύνθημά της, που περνάει από ένα γενικό «Όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια» στο διάσημο «Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε ». Σε αυτή την κίνηση ο Peck αναγνωρίζει το γεγονός της γέννησης της σύγχρονης αριστεράς: από δίκαιοι σε κομμουνιστές, από ένα ηθικό στοιχείο-δεδομένο, ατομικό, σε ένα δεδομένο υλικό, συλλογικό, που σχετίζεται με τις σχέσεις παραγωγής. Από μια δήλωση αρχής, από την επίκληση της καλοσύνης-ευγένειας, σε μια ρεαλιστική ένδειξη λειτουργικού χαρακτήρα, που πρώτα απ’ όλα διαιρεί το κοινωνικό πεδίο – διότι οι «προλετάριοι» δεν είναι οι «όλοι» – και στη συνέχεια το επανασυνδέει στο «ενωθείτε»! …

Είναι σαφές ότι ο Peck τονίζει τη σκηνή για να αντιπαραθέσει εκείνη τη χειρονομία προς τη σημερινή αριστερά. Που όντως, εδώ και τριάντα χρόνια σε αυτά τα μέρη, έχει εγκαταλείψει ένα ταξικό όραμα-μια ταξική οπτική και δεν θέλησε ή δεν ήξερε πώς να σχεδιάσει μια γραμμή διάκρισης μεταξύ φίλων και εχθρών, υποχωρώντας σε θέσεις προηγούμενες του 1848, στις ανθρωπιστικές αφαιρέσεις, στον διανοουμενισμό ενός Bauer , στις ουτοπίες ενός Proydhon, στον μηδενισμό ενός Μπακούνιν. Έχει χάσει μια οργανική σχέση με τη ζωή της τάξης, και από εδώ προέρχονται οπορτουνισμός και σεκταρισμός, απoλύτως καταχρηστικοί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το γεγονός, η δράση, η συμπεριφορά που αποθανατίζει ο Peck στην ταινία πρέπει σήμερα να επαναληφθεί ξανά.

Πώς; Με τρία πράγματα, φαίνεται να προτείνει η ταινία. Πρώτα απ ‘όλα με τη θεωρία. Απέναντι στον Wilhelm Weitling, ο οποίος μέσα στον επαναστατικό μυστικισμό του πιστεύει ότι αρκεί να κάνει έκκληση στο πνεύμα, στη διάθεση, ο Μαρξ φωνάζει ενάντια στην άγνοια. Οι εκμεταλλευόμενοι άνθρωποι χρειάζονται μια επιστημονική θεωρία, δεν χρειάζονται φλυαρία. Μια θεωρία λογικά σταθερή, που αναγνωρίζει την ιστορική δυναμική και επιτρέπει να καταγράψουμε τις ενέργειές μας μέσα σε αυτήν. Αλλά που να έχει – και εδώ η σημασία της έρευνας, της συμμετοχής στις εργατικές συναντήσεις, της παρουσίας των αγωνιστών στα εργοστάσια και στις γειτονιές – ένα εμφύτευμα στην πραγματικότητα. Ισχυρές κατηγορίες, σταθερές, συγκεκριμένη ανάλυση αλλά και σταθερή παρουσία μέσα στην τάξη, συναισθηματική και ζωτική σχέση-σύνδεση: αυτά είναι τα δύο παλαιά στοιχεία που σήμερα εμφανίζονται ολοκαίνουργια, όλα αυτά πρέπει να κατακτηθούν.

Αλλά η λεπτότητα του Peck φαίνεται να προτείνει επίσης ένα τρίτο στοιχείο: τη συνοχή της ηγετικής ομάδας. Οι Karl, Friedrich, Jenny, Mary, και οι σύντροφοι που περιστρέφονται γύρω τους δεν είναι επαγγελματίες πολιτικοί, αλλά νεαροί που κινούνται και εμπνέονται από μια επιθυμία αλλαγής και γι ‘αυτό μοιράζονται τα πάντα, δεν κρατούν κάτι για τον εαυτό τους. Επιτυγχάνουν στην αιφνιδιαστική επίθεση στην Lega των Δικαίων επειδή είναι ενωμένοι συμπαγείς, επειδή αγαπιούνται. Ο Peck συλλαμβάνει μια κίνηση που ενώνει αυτήν την περιπέτεια με άλλες ανάλογες: την ομάδα της Νέας Τάξης που θα ιδρύσει το PCI, τους κουβανούς barbudos, τους μαύρους πάνθηρες … Εμπειρίες δημιουργίας οργάνωσης που βασίζονται όχι μόνο σε μια θεωρία ή σε μια εσωτερικότητα στο υποκείμενο αναφοράς, αλλά και στη δύναμη των δεσμών, σε μια κοινή ζωή, σε μια φιλία με την υψηλή έννοια. Με έναν χαρακτήρα φιλοδοξίας χωρίς την οποία κάθε λειτουργία-επιχείρηση οργανωτικής κατασκευής παραμένει κρύα, αποστειρωμένη.

Ο Gramsci είχε μαντέψει, είχε νιώσει κάτι παρόμοιο στο Il nostro Marx, ο δικός μας Μάρξ, ένα άρθρο που έγραψε το 1918, με την ευκαιρία της πρώτης εκατονταετηρίδας του φιλόσοφου. Σύμφωνα με τον Γκράμσι, μέσα από τον Μαρξ, μπορούμε να γνωριστούμε καλύτερα και να συνειδητοποιήσουμε πόσο αξίζει η δική μας «ατομική βούληση, και πώς αυτή μπορεί να καταστεί ισχυρή από το γεγονός ότι, υπακούοντας, πειθαρχώντας στην ανάγκη, καταλήγει να κυριαρχεί επί της ίδιας της ανάγκης.» Αν ο Μαρξ ξεκαθαρίζει τις υλικές δυναμικές, επιμένει στην αντικειμενικότητα, δεν είναι για να υποδουλωθεί σε αυτήν, αλλά για να μας επιτρέψει να κυριαρχήσουμε επί αυτής και να είμαστε σε θέση να παράξουμε, με την συμπαγή ενέργεια -δράση μας, κάτι που φαινόταν αδύνατο. Επομένως, είναι λάθος να θεωρηθεί ως κάτι καθαρά αυθαίρετο να έχεις φιλοδοξίες: «Θέληση, μαρξιστική, σημαίνει συνειδητοποίηση του σκοπού, που με τη σειρά του σημαίνει ακριβής έννοια και αντίληψη της δύναμης σου και των μέσων για να την εκφράσεις σε δράση. Ως εκ τούτου, σημαίνει σε πρώτη φάση διάκριση, αναγνώριση της τάξης, ανεξάρτητη πολιτική ζωή από εκείνη της άλλης τάξης, συμπαγή οργάνωση και πειθαρχημένη για τους ιδιαίτερους σκοπούς και στόχους της, χωρίς παρακάμψεις και δισταγμούς. Σημαίνει ευθεία ώθηση, παλμό προς το μέγιστο αποτέλεσμα, δίχως βόλτες στα πράσινα λιβάδια της εγκάρδιας αδελφοσύνης, έχοντας μαλακώσει από τα πράσινα χορταράκια και από τις μαλακές δηλώσεις εκτίμησης και αγάπης …».

Απόρριψη μιας αφηρημένης αδελφοσύνης, ταξική γραμμή, σημασία μιας ταιριαστής οργάνωσης και αποφασισμένης, μέσα στην οποίαν όλοι θα αισθάνονται κοντά ο ένας με τον άλλον, συναίσθημα – τελικά – μιας ισχύος: δεν ξέρω αν ο Peck είχε διαβάσει αυτό το κείμενο του Gramsci, εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι στην ταινία του παίζονται ακριβώς αυτά τα σημεία. Που είναι κεντρικά, θεμελιώδη και για εμάς. Μόνο σε ένα πράγμα είναι νόμιμο να διαφωνούμε με τον Gramsci. Στο τέλος του άρθρου του, απεικονίζει τον Μαρξ ως έναν «απέραντο και γαλήνιο σκεπτόμενο εγκέφαλο», μια «ατομική στιγμή» ενός «πνεύματος» που αγωνίζεται εδώ και αιώνες για να εκδηλωθεί, αλλά που τελικά φαίνεται να έχει βρει τον δρόμο του. Από την άλλη πλευρά, ο Gramsci έγραφε την επομένη της επανάστασης του Οκτώβρη, ενώ ο σοσιαλισμός μεγάλωνε – λίγους μήνες αργότερα θα είχε συγκεντρώσει το 32% στις γενικές εκλογές – με την πεποίθηση ότι το μέλλον θα έπρεπε »μονάχα» να επιταχυνθεί …

Αυτός ο χεγκελισμός σε εμάς δεν επιτρέπεται. Η ηρεμία δεν γνωρίζουμε καλά τι είναι. Το μέλλον δεν ξέρουμε αν έλθει. Ο δικός μας Μαρξ είναι νέος, ενεργεί oρμητικά, αυθόρμητα, είναι ακόμη στην αναζήτηση ενός δρόμου. Για μας ακόμη όλα πρέπει να γίνουν. Η ιστορία είναι, και πάλι, στην εκκολαπτόμενη-αναδυόμενη κατάσταση.https://www.carmillaonline.com/2018/06/17/il-nostro-giovane-marx/

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ο νέος ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος

του Sandro Moiso

Σήμερα, 3 μαΐου 2018, ενώ τα εθνικά μέσα ενημέρωσης που σέβονται μόνο τα κενά τελετουργικά της πολιτικής κοιτάζουν αυτό που θα συμβεί στην διοίκηση του PD, Δημοκρατικού Κόμματος, πέφτει η εικοστή πέμπτη μέρα της στρατιωτικής κατοχής της ZAD της Notre Dame des Landes από πλευράς των μισθοφόρων με στολή του γαλλικού Κράτους.

2500 αστυνομικοί που για είκοσι πέντε ημέρες, με οποιοδήποτε μέσο όχι απαραίτητο, παρά για να τραυματίσει σοβαρά τα σώματα ή να παραβιάσει και να βιάσει τα εδάφη που διατρέχονται από τεθωρακισμένα, μπουλντόζες και γερανούς και καταστρέφουν καλλιεργούμενα χωράφια, δάση και σπίτια, προσπαθούν να ακυρώσουν, να εξολοθρεύσουν, να διαγράψουν από το πρόσωπο της Γαλλίας, της Ευρώπης και της Γης κάθε ίχνος μιας από τις νέες μορφές πολιτισμού και ανθρώπινης κοινότητας που αναδύθηκε τις τελευταίες δεκαετίες στα εδάφη που η κοινωνία Da Vinci και τα συμφέροντα του κεφαλαίου θα ήθελαν να μετατρέψουν σε ένα δεύτερο και άχρηστο αεροδρόμιο στην πόλη της Νάντης.

Μια δράση που μέχρι στιγμής έχει αποκρουστεί από τους καταληψίες και από τις χιλιάδες άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας και κοινωνικής προέλευσης που πήγαν εκεί με μοναδικό σκοπό να επιδείξουν την αλληλεγγύη τους με εκείνο το κοινοτικό πείραμα και να απορρίψουν για άλλη μια φορά, όπως το 2012 με τη επιχείρηση Cesar που θέλησε εκείνη την εποχή ο Hollande και απέτυχε, τους στόχους του οικονομικού επενδυτικού κεφαλαίου για το bocage και της αστυνομικής καταστολής ενάντια σε ένα πείραμα μιας κοινωνίας χωρίς Kράτος, χωρίς χρήμα, χωρίς αστυνομία, χωρίς πολιτική εκπροσώπηση αν όχι άμεση αυτών που την κατοικούν, που ζουν σε αυτήν.

Ενώ εδώ σε εμάς οι «νέοι» νάνοι της πολιτικής σκηνοθέτησαν το συνηθισμένο και αηδιαστικό θεατράκι, αποδεικνύοντας ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά νεογέννητοι αναστημένοι και άθλιοι γατόπαρδοι (ειδικοί στο να αλλάζουν τα πάντα έτσι ώστε να μη αλλάζει τίποτα) αποφασισμένοι να κάνουν οτιδήποτε για να προστατεύσουν με κάποιο τρόπο αυτό που οι ιταλοί ψηφοφόροι, με την πλειοψηφία που έδωσαν στα 5 Αστέρια και στην Λίγκα, είχαν την ψευδαίσθηση πως έδιωξαν οριστικά από τους εφιάλτες τους (PD, Renzi, Forza Italia και Berlusconi), εκεί η αλλαγή παίζεται άμεσα, πρόσωπο με πρόσωπο, ανάμεσα σε αυτούς που αυτόν τον πρόστυχο τρόπο παραγωγής θέλουν να συνεχίσουν να προστατεύουν και εκείνους που αντιθέτως θα ήθελαν θα τον θάψουν για πάντα.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η ZAD έχει χαρακτηριστεί εδώ και πολύ καιρό από τις ίδιες τις γαλλικές αρχές ως ζώνη «μη Κράτους» και όχι τυχαία ακριβώς το non marché, η μη αγορά, η περιοχή στην οποία ήταν δυνατόν να λάβει κάποιος ή να ανταλλάξει τα προϊόντα της τοπικής γεωργίας χωρίς προσφυγή σε χρήμα , ήταν η πρώτη περιοχή που καταστράφηκε, ξαναχτίστηκε σε λίγες μέρες και εκ νέου ισοπεδώθηκε από τις μπουλντόζες των δυνάμεων της α/ταξίας. Καθιστώντας έτσι σαφές ότι δεν επρόκειτο για την επαναφορά της δημοκρατικής τάξης σε μια έκταση περίπου 1700 εκταρίων που έχει ξεφύγει από τον έλεγχό της, αλλά για την αποκατάσταση των κανόνων της αστικής κοινωνίας της αγοράς, του κέρδος και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο και το περιβάλλον.

Αλλά εδώ, στην αιώνια φασιστική και δημοκρατικο-κοινοβουλευτική την ίδια στιγμή Italietta, σε αυτή την μεγάλη μοναδική Brescello του Don Camillo και Peppone, ακόμη και οι δυνάμεις που θα ήθελαν να είναι «άλλες, αλλιώς» φαίνονται να ανησυχούν περισσότερο για τη συλλογή υπογραφών για τις επόμενες διοικητικές εκλογές ή για τις εσωτερικές ρήξεις που σχετίζονται με τους διάφορους ατομικούς κοιλόπονους και αυτούς της ομαδούλας ή, ξανά και απλούστατα, να οδηγήσουν ξανά το ποίμνιο των ανικανοποίητων μέσα στην περίμετρο του κοινοβουλίου, αντί να αναπτύσσουν στρατηγικές και πρωτοβουλίες προσαρμοσμένες στις αλλαγές που συμβαίνουν στη σημερινή κοινωνία. Αποδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο για ακόμη μία φορά, εάν ήταν αναγκαίο, πως η εκλογολογία, η ψηφοθηρία είναι συνώνυμη μόνο με την άρνηση των αγώνων και την πραγματική απελευθέρωση από έναν μακρόχρονα νεκρό και του οποίου, για την ώρα, μοναχά οι κοινοβουλευτικές τελετές βουντού καταφέρνουν να κρατάν κρυμμένη την διαπίστωση της κατάληξης, του θανάτου.

Μιλώντας στο Στρασβούργο ενώπιον του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, στις 17 απριλίου του τρέχοντος έτους, ο Εμμανουέλ Μακρόν τόνισε τον κίνδυνο πως στην Ευρώπη μπορεί να ξεσπάσει ένας εμφύλιος πόλεμος. Για μια φορά ο νεαρός και ανεξέλεγκτος εκπρόσωπος του γαλλικού μεγαλείου, grandeur francese, δεν είπε ψέμματα. Δεν είπε ψέμματα ξέροντας πολύ καλά για τι πράγμα μιλούσε, μιας και είναι ο ίδιος ένας από τους υποστηρικτές αυτού. Έναν πόλεμο που, εδώ και χρόνια, το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο οδηγεί κατά των πολιτών της Ευρώπης, κυρίως εκεί όπου αυτοί οι ίδιοι πολίτες δεν αφήνουν τους εαυτούς τους να παγιδευτούν από τις εθνικιστικές, λαϊκίστικες και ρατσιστικές λογικές (τις οποίες προωθεί το ίδιο χρηματοοικονομικό κεφάλαιο ενώ ταυτόχρονα προσποιείται ότι τις καταπολεμά).

Έτσι, ενώ επικαλούνται και χρησιμοποιούν στρατιωτική και αεροπορική δύναμη εναντίον της Συρίας του Assad λόγω της χρήσης αερίων και χημικών όπλων που αυτή θα είχε κάνει εναντίον του άμαχου πληθυσμού, ταυτόχρονα χρησιμοποιούνται σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή επικράτεια τα αέρια CS, που απαγορεύτηκαν από τη Σύμβαση των Παρισίων (εδώ), για να δηλητηριάσουν τους διαδηλωτές από την Val di Susa σε όλη την Ευρώπη. Ή τα αέρια που παραλύουν ακινητοποιούν και απενεργοποιούν, μαζί με flashball και σφαίρες από καουτσούκ, εναντίον των υπερασπιστών του ZAD της Notre Dame des Landes ή σε άλλα μέρη της Γαλλίας.

Ο προληπτικός πόλεμος έχει μετατραπεί σε μορφή πλανητικού ελέγχου, και παρόλο που στην Ευρώπη δεν έχουμε δει ακόμα τη φρίκη της Γάζα, που προσβλήθηκε από την εκδίκηση του φασίστα Netanyahu, ή της Rojava που προσβλήθηκε από τη μανία του σουλτάνου Ερντογάν, είναι βέβαιο ότι η λογική της ανοιχτής και δεδηλωμένης βίας έχει γίνει η τρέχουσα φόρμουλα για την κυβέρνηση των πολιτικών και κοινωνικών αντιφάσεων και αντιθέσεων.

Σε κάθε γωνιά της ευρωπαϊκής ηπείρου και του κόσμου τα περιθώρια διαπραγματεύσεων έχουν περιοριστεί σε μια απλή λογική σύγκρουσης και σχέσεων-ισορροπιών δύναμης, ακόμη και ίσως πρωτίστως στρατιωτικών. Ισχύει για τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις παλαιο-ιμπεριαλιστικές και τις νεο-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αλλά είναι ιδιαίτερα αληθές για την ταξική σύγκρουση εντός των Κρατών. Και δεν υπάρχει πλέον εθνικό κοινοβούλιο που να μπορεί να επιλύει αποτελεσματικά τις εσωτερικές αντιθέσεις, είτε οικονομικές είτε κοινωνικές, χωρίς να καταφεύγει στη χρήση εκφοβισμού και βίας.

Ακριβώς για αυτούς τους λόγους, η αλληλεγγύη μεταξύ των καταπιεσμένων δεν μπορεί πλέον να μετρηθεί μόνο με βάση τις γενικού περιεχομένου δηλώσεις και αιτήματα επί της αρχής που αποτέλεσαν το παραβάν πίσω από το οποίο έχουν κρυφτεί για να προστατεύονται εδώ και δεκαετίες οι εξαθλιωμένες πλέον αριστερές δυνάμεις, εξασθενημένες, νοσταλγικές και που ασφυκτιούν, θεσμικές ή όχι. Δεν είναι πια αρκετές και δεν υπάρχουν πλέον, όπως η έλλειψη πληροφοριών για τη Γάζα ή για εκείνο που συμβαίνει στη ZAD αποδεικνύει.

Όπως και κατά τα έτη του ισπανικού εμφυλίου πολέμου ή, ακόμα και πριν, από τους ευρωπαϊκούς πολέμους ανεξαρτησίας του 19ου αιώνα, η αλληλεγγύη εκδηλώνεται μέσω της συμμετοχής ή της άμεσης στήριξης των αγώνων, από τη Ροζάβα μέχρι την Val di Susa, από το Ζad στην Παλαιστίνη.
Μια νέα γενιά και ένα νέο πολιτικό παράδειγμα αγώνα και αντίστασης επιβάλλονται, ακριβώς λόγω της βίαιης επιβολής της τάξης και της βούλησης προς κυριαρχία που ο διεθνής καπιταλισμός φαίνεται να εννοεί σαν μοναδική μορφή υπερεθνικής κυβέρνησης.

Το κράτος, έτσι όπως το συνέλαβε η φιλελεύθερη αστική τάξη, είναι νεκρό. Πέθανε από τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ο μεγάλος φόβος των «κόκκινων» εξεγέρσεων και επαναστάσεων οδήγησε στην ίδρυση νέων κρατικών και κομματικών οργανισμών που συνέπεσαν με το φασισμό, τον ναζισμό και τον σταλινισμό.

Όμορφες και ευσεβείς ψυχές δηλώνουν λοιπόν ότι ήταν απαραίτητο να αγωνιστούμε εναντίον αυτών των τεράτων για να επιστρέψουμε στις προηγούμενες δημοκρατικές-κοινοβουλευτικές σχέσεις. Αλλά αν είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει τελεολογική κατεύθυνση της Ιστορίας, ή ότι η ιστορία δεν έχει αυτοσκοπό ως προς τον εαυτό της, είναι επίσης αλήθεια ότι δύσκολα η κοινωνική και πολιτική ανάπτυξη θα μπορέσει να επιστρέψει στα βήματα της. Με όλο τον σεβασμό προς τις θεωρίες για την αιώνια επιστροφή και την κυκλικότητα της ίδιας της Ιστορίας.

Ο φασισμός και ο ναζισμός πάνω απ ‘όλα δεν είχαν με τίποτα ηττηθεί στην αναδιοργάνωση της μορφής Κράτος, η οποία στην πραγματικότητα καθόλου δεν υπήρξε. Εκτός από την δίκη φάρσα της Νυρεμβέργης στην οποία οι νικητές, αφού έσωσαν τους πιο διάσημους και πιο χρήσιμους αντιπάλους, προσποιήθηκαν ότι εξαλείφουν την Ύδρα με τα πολλά κεφάλια, σχεδόν παντού, και ειδικά στην Ιταλία μετά τη θεαματική εκτέλεση του Duce με θεατρικό τέλος που εξυπηρέτησε ταυτόχρονα να τον κάνει να σιωπήσει για πάντα γύρω από τις σχέσεις του με τις πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις που θα αναλάμβαναν τα ηνία της Δημοκρατίας, τον κρατικό μηχανισμό, τις οικονομικές δομές και συνδικαλιστικές (την διαβούλευση, την άμεση εκπόνηση και την θέσπιση αυτού του Χάρτη Εργασίας που επιθυμούσε το καθεστώς για τoν διακανονισμό των σχέσεων μεταξύ επιχειρήσεων και εργαζομένων χωρίς συγκρούσεις), οι δομές που αφιερώθηκαν στην καταστολή της τάξης και οι ένοπλες δυνάμεις παρέμειναν ουσιαστικά αγκυροβολημένες και βασισμένες στις πρακτικές και τις ιδέες της εικοσαετίας.

Αρκεί να πάμε πίσω για μια ακόμη φορά στην κάθαρση που δεν έγινε ποτέ και στην αμνηστία που χορήγησαν οι υπουργοί του Τολιάττι, ο οποίος στάθηκε πιο προσεκτικός στο να καταστείλει τους ανατρεπτικούς στην αριστερά του παρά να τιμωρήσει τους εκπροσώπους των μηχανισμών και του καθεστώτος και αυτό επέτρεψε σε έναν όχι μικρό αριθμό φασιστών να επανενταχθούν όχι μόνο στην χριστιανοδημοκρατία DC, αλλά και στο PCI, ΚΚΙ, κάποιοι εκ των οποίων σε ορισμένες περιπτώσεις θα γίνονταν σημαντικά στελέχη.

Αλλά σήμερα εκείνη η καινούργια και δημοκρατική κρατική οργάνωση που, πίσω από ένα μεγάλo σύννεφο σκόνης αρχών, τύπων και λέξεων, συνέχισε, με τον τυπικό αντιφασισμό, τη φασιστική παράδοση της συμμετοχής του πολίτη στις δομές του Κράτους, περισσότερο από τη συμμετοχή του στην πολιτική ζωή, μέσω του «δημοκρατικού» κοινοβουλευτισμού, μέσω της πλήρους υποταγής του σε αυτόν, διαμέσου της εθνικιστικής ιδεολογίας, την σε μεγάλο βαθμό εξάπλωση του παρεμβατισμού και την επικοινωνιακή αποβλάκωση και μέσα από τις ενώσεις, δεν είναι πλέον αρκετή. Απλά κοστίζει πάρα πολύ. Και για την «πλούσια» Δύση. Εξ ου και οι «λαϊκισμοί» και η άγρια, χυδαία και επιφανειακή επίθεσή τους στις κοινοβουλευτικές αποζημιώσεις, τα άχρηστα έξοδα ή η χρήση συνθημάτων που φαίνονται να θέλουν να επαναλάβουν εκείνο το παλιό αυτός που δεν δουλεύει δεν τρώει, που σήμερα απευθύνεται κυρίως στους μετανάστες και νέους ανέργους που δεν είναι πρόθυμοι να καθίσουν να τους εκμεταλλεύονται σαν ζώα.

Εξ ου και οι πλασματικές διαμάχες για την εργασία και τις συντάξεις, χρήσιμες μόνο για τη συλλογή των ψήφων μεταξύ των υπολειμμάτων της εργατικής τάξης και της φτωχοποιημένης μεσαίας τάξης. Από εδώ ένας τριτοκοσμισμός φτωχός σε ιδέες, σήμερα περισσότερο από χθες, ο οποίος αντί να κοιτάζει μπροστά, προς μια κοινωνία χωρίς κράτος, εκμετάλλευση, ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, μισθούς και κατανάλωση αγαθών, κοιτάζει πίσω, σε σχέσεις πιο » δίκαιες » μέσα στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και στην οικειοποίηση, εθνική ή ιδιωτική δεν έχει σημασία, των πόρων και του προϊόντος τους.

Έχουν σκόπιμα τοποθετηθεί εδώ μαζί συνθήματα και συμπεριφορές που ανήκουν σε πολιτικές δυνάμεις που μοιάζουν να είναι διαφορετικές μεταξύ τους, αλλά εξακολουθούν να υπακούν όλες σε μια λογική και ένα φαντασιακό που, αν δεν ήταν ακριβώς εξ αιτίας του επικοινωνιακού και πολιτικού θεατρικού που όλες συνεισφέρουν να θρέψουν, θα μπορούσαν ήδη να έχουν ταφεί εδώ και πολύ καιρό. Όπως η θεσμική κρίση που θα βγει στην σκηνή τις επόμενες ημέρες δεν θα κάνει άλλο από το να επιβεβαιώσει οριστικά.

Αυτός που σήμερα θέλει να αλλάξει το παρόν, το υπάρχον, αγωνίζεται στα οδοφράγματα της ZAD, στην Val di Susa, στους δρόμους του Παρισιού της 1η μαΐου ή στην Rojava. Μέρη, μαζί με πολλά άλλα, που ξέρουν να καλωσορίζουν αυτούς που αγωνίζονται, εκείνους που διαφεύγουν και ξεφεύγουν και αποδρούν και εκείνους που μεταναστεύουν. Επικίνδυνοι τόποι επειδή δεν αντιπροσωπεύουν το τοπικό και το άμεσο, αλλά τον κόσμο του αύριο.

Όπως, συνολικά, αντιλήφθηκε ο Macron ο οποίος, αφού διακήρυξε οριστικά κλειστή τη δυνατότητα κατασκευής του δεύτερου αεροδρομίου της Νάντης στις 17 ιανουαρίου του τρέχοντος έτους, εξαπέλυσε τα σκυλιά φρουρούς του ενάντια σε εκείνους που, έχουν ήδη νικήσει, σε εκείνα τα εδάφη, το παρελθόν και το Κράτος, με κάθε έννοια και χωρίς την ανάγκη κομμάτων.i.

Παρέχοντας ένα υπέροχο παράδειγμα στο νέο μάιο των αγώνων που, πενήντα χρόνια μετά το 1968, επιστρέφει να φουντώνει στη Γαλλία μεταξύ των εργαζομένων στις μεταφορές, των φοιτητών, των νέων χωρίς εργασία και που έχει ήδη δει έναν νέο Karl Marx να επιστρέφει για να πάρει τη θέση που του ανήκει στην κεφαλή των πορειών

Προειδοποίηση
Με αυτό το άρθρο εγκαινιάζουμε μια νέα στήλη της Carmilla, την οποία οι αναγνώστες θα βρουν στο κάτω μέρος της αριστερής στήλης, εμπνευσμένη ανοιχτά από τον ορισμό του κομμουνισμού που έδωσε ο νεαρός Μαρξ: Ο κομμουνισμός δεν είναι για εμάς μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να καθιερωθεί, με την οποίαν η πραγματικότητα θα πρέπει να συμμορφωθεί. Ονομάζουμε κομμουνισμό το πραγματικό κίνημα που καταργεί την παρούσα κατάσταση πραγμάτων.
Στο εσωτερικό του θα βρούν χώρο όλες αυτές οι παρεμβάσεις, συντακτικών ομάδων και όχι, που θα θελήσουν να ασχοληθούν με την ανάπτυξη των κινημάτων αγώνα ενάντια στις διάφορες πτυχές της κοινωνίας που μας περιβάλλει και κατευθύνονται στην ουσιαστική αλλαγή της.
Φυσικά παραμένει σαφές ότι η ευθύνη για το περιεχόμενο αυτών παραμένει αποκλειστικά στους δημιουργούς και όχι στην Σύνταξη της Carmilla στο σύνολό της.

https://www.carmillaonline.com/2018/05/03/la-nuova-guerra-civile-europea/