σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ανώνυμη Αντάρτες

του Valerio Evangelisti

Αόρατη Επιτροπή (Η εξέγερση που έρχεται – Στους φίλους μας – Τώρα), εκδ. Nero, Roma, 2019, pp. 356, € 20, 00.

Ο εκδοτικός οίκος Nero, από την γένεση και τα ασυνήθιστα χαρακτηριστικά του, εξειδικεύτηκε στη δημοσίευση σημαντικών κειμένων της ανταγωνιστικής αριστεράς. Προτείνει τώρα, σε ένα ενιαίο τόμο, τα τρία δοκίμια που εμφανίστηκαν μέχρι τώρα στη φημισμένη (έτσι για να λέμε) και περιβόητη (για να λέμε) αόρατη γαλλική επιτροπή, μια ανώνυμη επαναστατική κολεκτίβα αντικείμενο άγριων δικαστικών διώξεων, Ενός από αυτά τα δοκίμια, Στους φίλους μας, είχαμε δώσει την είδηση εδώ, qui, αλλά τώρα βγαίνει σε πιο προσεχτική μετάφραση (από τον Marcello Tari) που συνοδεύεται από τις παρεμβάσεις που προηγήθηκαν και ακολούθησαν.

Το «ρεύμα» ιδιότητας, αν μπορεί να οριστεί ως τέτοιο, είναι εκείνο των καταστασιακών, με ισχυρές ενέσεις αναρχισμού. Κάτι αυστηρά γαλλο-γαλλικό. Είναι επίσης και το στυλ, το οποίο συνδυάζει το παράδοξο, την ειρωνεία, την προκλητική πρόθεση, επάνω σε ένα πολύ στερεό πολιτισμικό υπόβαθρο. Είμαστε χίλια μίλια μακριά από τον μαρξισμό, και ο λενινισμός ούτε καν λαμβάνεται υπόψιν. Είναι επίσης προφανές από το προνόμιο που παρέχεται σε ένα λόγο ανάμεσα στον φιλοσοφικό και τον κοινωνιολογικό, με ένα χώρο που μόνο οριακά αφιερώνεται στην οικονομία (εκτός από τις λιγότερο φωτεινές σελίδες που αφορούν το θέμα των κρίσεων, στο άνοιγμα του Ai nostri amici-Στους φίλους μας).

Ποιο είναι το θέμα αυτών των γραπτών; Μόνο ένα: περιγράφονται οι τάσεις της σημερινής καπιταλιστικής κοινωνίας, πώς να τις ανατρέψουμε με μια επαναστατική έννοια, με έναν επαναστατικό τρόπο φέροντας στο φως τη βασική ηλιθιότητα και έλλειψη ανθρωπιάς της, και προτείνοντας χρήσιμες γραμμές δράσης για το σκοπό αυτό. Η Επιτροπή απορρίπτει όλες τις παραδοσιακές οργανωτικές μορφές του εργατικού κινήματος, κόμματα, συνδικάτα, ακόμη και τις συνελεύσεις. Κατά την άποψή τους, αυτές αναπόφευκτα περιέχουν αυταρχικές παρορμήσεις, ή είναι άχρηστες, άδειες περιεχομένου και καταλήγουν ξεκάθαρα σε φλυαρία (για παράδειγμα οι παρισινές Nuits début του 2016). Το μόνο εργαλείο για την επίτευξη ενός αποτελεσματικού αγώνα είναι η ομαδοποίηση σε πυρήνες με παρόμοια ενδιαφέροντα, που ονομάζονται «οι κοινότητες», οι οποίες μοιράζονται το απόλυτο ιδανικό (την ευτυχία, το κοινό καλό) και τις μεθόδους για την επίτευξη του.

Ένας εαυτός έξω από το σύστημα, μιμούμενος έναν δικό του κόσμο και ικανοποιημένος με αυτόν; Όχι, καθόλου. Η επιθυμία της Επιτροπής δεν είναι κάτι που να θυμίζει «παιδιά των λουλουδιών», αλλά το αντίστροφο. «Ώστε οι πράξεις απολίτιστης συμπεριφοράς να γίνουν μεθοδικές, συστηματικές, και να εισρεύσουν σε ένα διάχυτο, αποτελεσματικό ανταρτοπόλεμο, ικανό να μας επιστρέψει πίσω την ακυβερνησία μας, στην αρχέγονη απειθαρχία μας».

Η «κοινότητα» είναι επομένως, ταυτόχρονα, σκίτσο ενός μέλλοντος απαλλαγμένου-ελεύθερου από παγίδες και περιορισμούς της κοινωνίας του κεφαλαίου και όργανο μάχης, το οποίο χρησιμοποιεί τα μέσα που διακινεί ο εχθρός για απολίτιστους: από την άρνηση της εργασίας (καμία σχέση με τις θέσεις της Ιταλικής Αυτονομίας, · ειδικότερα, τον Τόνι Νέγκρι χλευάζουν και κακομεταχειρίζονται), στο σαμποτάζ, στην λεηλασία, με την αυτοπαραγωγή για να εδραιώσουν τον τρόπο ύπαρξης της αντάρτικης κοινότητας. Η οποία, για να επιβιώσει και να αναπτυχθεί, πρέπει να τυλίγεται με μια αυστηρή ανωνυμία.

Αυτά είναι μερικά από τα κεντρικά θέματα, αλλά υπάρχουν πολλά άλλα: κάθε σελίδα είναι μια ιδέα, κάθε πρόταση-φράση ένα σύνθημα. Τα όρια; Εάν η Αόρατη Επιτροπή ερμήνευσε πολύ καλά τις εξεγέρσεις των περιφερειών-προαστίων, την αντίσταση της ZAD (ζώνη προς υπεράσπιση-zone à défendre ) της Notre Dame des Landes, και τις γαλλικές ταραχές του 2016, δεν φαίνεται να έχει προβλέψει ένα μοναδικό φαινόμενο όπως αυτό των σημερινών κίτρινων Γιλέκων- Gilets jaunes. Ίσως θα το αντιμετωπίσει στο επόμενο φυλλάδιο της. Αυτό δεν πρέπει να παρεμποδίζει από την ανάγνωση αυτής της συλλογής γραπτών, αξιοσημείωτων και από λογοτεχνική άποψη, εξαιρετικά κομψών και διεγερτικών.

 

Anonima Ribelli

αυτονομία, autonomia

Εξέγερση

«η ιστορία των χρόνων ’70»

«Αυτή είναι μια ιστορία των χρόνων του ’70.
Τότε υπήρχε ένα κίνημα από γυναίκες και άνδρες που πίστευαν ότι θα άλλαζαν τον κόσμο. Ριζικά. Με μια επανάσταση.
Εκείνες οι γυναίκες και οι άνδρες σκέφτονταν ότι να τον αλλάξουν μπορούσε να είναι και διασκεδαστικό. Μάλλον ή ήταν διασκεδαστικό ή δεν άξιζε τον κόπο. Όλα και αμέσως. Δεν ήθελαν να αναβάλουν τίποτα για αργότερα.
Το πιο ριζοσπαστικό μέρος αυτού του κινήματος ήταν οι αυτόνομοι.
Στη συνέχεια εκείνο το κίνημα πιάστηκε σε μια τανάλια και συνεθλίβη. Πολλοί σταμάτησαν ή τους σταμάτησαν. Πολλοί από το κίνημα μετακινήθηκαν στους ένοπλους σχηματισμούς. Πολλοί σκέφτηκαν ότι η μόνη δικαιοσύνη ήταν η προλεταριακή. Κάποιοι, όχι λίγοι, μετάνιωσαν, μεταμελήθηκαν, δηλαδή έγιναν καταδότες.
Είναι λοιπόν και μια φοβερή ιστορία. Είναι μια ιστορία φτιαγμένη από ζωντανούς, νεκρούς και σκοτωμένους. Είναι μια οδυνηρή ιστορία για τον πόνο που προκάλεσε και υπέφερε.
Είναι μια ιστορία που μιλά για τους νέους. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που βαδίζει προς τα εξήντα. Αλλά βλέπω τον εαυτό μου νεαρό και σκέφτομαι: μας έκαναν να πληρώσουμε αλλά το διασκεδάσαμε πολύ.
Αυτή την ιστορία άρχισα να την γράφω στην ειδική φυλακή του Fossombrone το 1982. Τετράδιο και μολύβι.
Στη συνέχεια παίρνω μαζί μου το τετράδιο στην Rebibbia, όπου μεταφέρομαι.
Ο Francone μου δανείζει την Olivetti Lettera 22 του και ξεκινώ από την αρχή. Η συμφωνία είναι ξεκάθαρη: κάθε μέρα αυτός θέλει να διαβάζει και να δίνει την κρίση του: Hemingway, βατό, σκατά. Τα «σκατά» σκίζονται αμέσως μπροστά στη φάτσα του συγγραφέα.
Η εργασία επιβραδύνεται πολύ κατά τη διάρκεια των ακροάσεων της δίκης. Η γραφή μαραζώνει. Το καλοκαίρι του 1984 δίνω το τελευταίο χτύπημα. Αλλά με απελευθερώνουν και ο δεσμός με τον αδίστακτο κριτικό μου σταματά. Παίρνω μαζί μου το δακτυλογραφημένο στο Μιλάνο μέσα στις μαύρες σακούλες σκουπιδιών στις οποίες μαζεύω τα προσωπικά μου αντικείμενα. Να το δημοσιεύσω; Και από ποιον;
Μετά βγαίνει και ο Francone. Ένα βράδυ πριν από δεκαπέντε χρόνια με φέρνει στο σπίτι ο Sergio, ο επονομαζόμενος Sergino επειδή κατά τα χρόνια της αυτονομίας ήταν σχεδόν μωρό. Ο Sergio λέει: Μου αρέσει πολύ, είμαστε ακριβώς εμείς
Σιγά σιγά αρχίζει να δημοσιεύει ξεχωριστά κεφάλαια της ιστορίας σε περιοδικά, βιβλία κ.λ.π. Μετά πέρυσι εμφανίζεται. Και μου λέει: να δημοσιεύουμε τα πάντα. Λέω ναι. Εδώ είναι, να το ».

Από την εισαγωγή του συγγραφέα

Un assaggio… Μια γεύση

Parco Lambro
Χειμώνας ’76. Στο Μιλάνο η αυτομείωση των κινηματογραφικών, των συναυλιών και των θεατρικών εισιτηρίων εξαπλώνεται. Ομάδες νεαρών δίνουν ραντεβού έξω από τους κινηματογράφους και όταν είναι περίπου εκατό πάνε να διαπραγματευτούν με τους διαχειριστές. Συχνά καταλήγουν να συμφωνήσουν επάνω στην τιμή του εισιτηρίου, όταν αντίθετα η συζήτηση πηγαίνει πολύ μακριά απλά διασπούν και μπαίνουν.
Προς τον μάρτιο το φαινόμενο λαμβάνει μαζικές διαστάσεις, ειδικά τα απογεύματα της κυριακής και στις αργίες. Ακόμη και πορείες σχηματίζονται από νέους που γυρνούν από τον έναν κινηματογράφο στον άλλο, μπαίνουν στις αίθουσες διακόπτοντας τις προβολές για να προπαγανδίσουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν.
Από τα προάστια της ακραίας περιφέρειας νέοι που δεν τους είχε δει κανείς νωρίτερα εμφανίζονται από το πουθενά στις πλατείες του Μιλάνο, δεν τους γνωρίζουν ούτε τα παιδιά της αυτονομίας. Κύκλοι με ονόματα που αναφέρονται στους ινδιάνους ή απλά στους δρόμους όπου έχουν κατακτήσει χώρους: άδειες κατοικίες, καταστήματα, αποθήκες.
Ο μόνος που γνωρίζει λιγάκι τους νεαρούς των κύκλων είναι ο Matteo ο οποίος, μέσα από τα παιδιά του Baggio, ξεκίνησε συναντήσεις σε ένα παλιό σταθμό των καραμπινιέρων που εγκαταλείφθηκε και καταλήφθηκε από τα αγόρια της γειτονιάς.
Ο Matteo έγινε λίγο ο ειδικός στον χώρο του περιοδικού »Rosso» σχετικά με αυτό το κίνημα. Ήταν ο πρώτος που μίλησε για αυτό στις συναντήσεις στη via Disciplini. Είναι μόλις είκοσι χρονών, αλλά φαίνεται ότι δεν έχει ηλικία επειδή παρεμβαίνει στις συνελεύσεις στο Μιλάνο εδώ και τουλάχιστον έξι χρόνια. Με λίγα λόγια, έχει την ηλικία του κινήματος.
Πάντα περιβάλλεται, σαν να τον προστατεύουν, από ένα σμήνος παιδιών από τη γειτονιά του, ώστε έτσι να είναι δύσκολο να μιλήσεις μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο. Όπως είναι δύσκολο να τα ξεφορτωθείς στο τέλος όλων των συναντήσεων αν δεν τον συνοδεύσεις στο σπίτι. Όποιος το κάνει εκπλήσσεται.
Μένει στο τελευταίο σπίτι του Μιλάνο στο δρόμο προς Βαρέζε. Μετά το σπίτι του ξεκινά ένα λιβάδι.                                                                                                                                              Είναι παράλογο. Λίγα μέτρα μακριά μπορείς να δεις το πίσω μέρος μιας μεγάλης πινακίδας που γράφει «Μιλάνο». Το να τον συνοδεύεις τις χειμωνιάτικες νύχτες αγγίζεις την τραγωδία. Πράγματι το σπίτι του ξεπηδά ξαφνικά μες την ομίχλη, ανάμεσα στα δέντρα.
Σε εκείνο το σπίτι με κήπο, στην τελευταία συνοριακή γραμμή του Μιλάνου, ο Matteo ζει συντροφιά με μια μαϊμού και έναν αδελφό που δεν ενδιαφέρεται απολύτως για την πολιτική. Ο Matteo δεν είχε μιλήσει ποτέ σε κανέναν για την μαϊμού, οπότε μόλις μπήκα στο σπίτι του μια φορά και την είδα ξαφνιάστηκα πολύ.
Η μόνη δημόσια συγκοινωνία που φτάνει στην περιοχή του σπιτιού του είναι το 18 barrato που φεύγει από την Piazza Cairoli κάθε μισή ώρα και κάνει την τελευταία κούρσα τα μεσάνυχτα. Αν το πάρετε από τις δέκα το βράδυ και μετά μοιάζει να μπαίνετε μέσα σε ένα κόμικ τρόμου. Υπάρχει μόνο ο οδηγός που σταματά να διαβάζει την εφημερίδα κάθε μισή ώρα και φεύγει για εκείνο τον τόπο που έχει ξεχαστεί από τον θεό.Από τον Matteo κατάλαβα ότι το πρόβλημα των σκληρών ναρκωτικών, της ηρωίνης, αφορά κυρίως τους φτωχούς και τους περιθωριοποιημένους, όχι τους πλούσιους, όπως πίστευα εγώ. Στο κεφάλι μου ηρωίνη και κοκαΐνη πίστευα ότι αφορούσε μόνο ανθρώπους με πολλά χρήματα. Ο Matteo αντιθέτως με πήγε σε μερικούς δρόμους της γειτονιάς του όπου δεκάδες παιδιά τρυπιούνται, στους κήπους όπου πατάς επάνω σε σύριγγες βρώμικες από αίμα. Μου μιλάει για εκείνο τον φίλο του και για τον άλλον που πήγαιναν στο σχολείο μαζί του και τώρα τρυπιούνται τακτικά. Για εκείνους που πέθαναν από υπερβολική δόση και εκείνους που κατέληξαν στη φυλακή επειδή βρίσκονταν σε εθισμό και άρχισαν να κλέβουν στα διαμερίσματα ή να αρπάζουν απ’ τα παιδάκια χρυσές αλυσίδες.
Καταραμένες ιστορίες περιθωριοποίησης χωρίς βάση για κάποια απόπειρα λύτρωσης. Από αυτές τις θλιβερές και απελπισμένες ιστορίες που διηγείται η συνεχής πτώση αυτών των παιδιών στο τρύπημα με εντυπωσιάζει περισσότερο, έστω κι αν μερικές φορές προσπάθησαν να σταματήσουν.
– Είναι αυτοί οι καταραμένοι διακινητές, – λέει ο Matteo – τα εκβιάζουν και μόλις προσπαθήσουν να σταματήσουν πηγαίνουν σε αυτά με ότι χρειάζονται για να βαρέσουν και να πουλήσουν. Τους μεγάλους έμπορους ναρκωτικών πρέπει να τους σκοτώσουν όλους, χωρίς έλεος.
Ο Matteo κατέληξε να στήσει με τους φίλους του από το Baggio μια περιπολία που κάνει αντιπληροφόρηση επάνω στα σκληρά ναρκωτικά και τους εμπόρους. Ένα βράδυ, όλος υπερηφάνεια, μου δείχνει την «Corriere d’Informazione» που αναδεικνύει την είδηση: «Τινάζεται στον αέρα ένα μπαρ, γνωστός τόπος διακίνησης στην περιοχή Baggio». Φυσικά ο Matteo και τα παιδιά της Baggio καπνίζουν μαλακά ναρκωτικά, όπως τα καπνίζω εγώ και πολλοί σύντροφοι στο Μιλάνο.
Στα τέλη της άνοιξης με την πρώτη ζεστασιά η αυτομείωση των συναυλιών εξαπλώνεται. Όλα αυτομειώνονται, ακόμα και σε συναυλίες που διοργανώνει ο «Re Nudo». Το γεγονός αυτό διεγείρει πολύ ζωηρές συζητήσεις σε όλες τις κολεκτίβες, επειδή εκείνοι του «γυμνού Βασιλιά» είναι σύντροφοι και ζητούν μόνο τα έξοδα, ή έτσι λένε τουλάχιστον.
Η κατάσταση είναι εντελώς ανεξέλεγκτη και κανείς πλέον δεν ηγείται επί των εκατοντάδων συλλογικοτήτων στις γειτονιές, στα κατειλημμένα σπίτια, στα καταστήματα που μετατρέπονται σε κοινωνικά Κέντρα του νεανικού προλεταριάτου.
Στο Parco Lambro έγιναν πράγματα και θάματα και ο »γυμνός Βασιλιάς», λόγω του ταραχώδους κλίματος, βασίστηκε, για να διατηρήσει την τάξη επί των χιλιάδων και χιλιάδων παιδιών που αναμένονταν να φτάσουν από όλη την Ιταλία, στην ομάδα περιφρούρησης της Lotta continua.
Πολλοί περισσότεροι άνθρωποι από το αναμενόμενο καταφθάνουν. Είναι ένα απίστευτο θέαμα: σκηνές, υπνόσακοι παντού, όμορφα και λιγότερο όμορφα κορίτσια, άνθρωποι που τριγυρνούν γυμνοί, παιδάκια που κυνηγιούνται μέσα στα λιβάδια. Το βράδυ μεγασυναυλίες της Premiata Forneria Marconi, του Banco del Mutuo Soccorso και πολλών άλλων λιγότερο διάσημων συγκροτημάτων.
Ένα πάρκο άνθρωποι όπου ο Andrea, ο Coz, ο Matteo, ο Puccio, τα παιδιά της Berchet, εκείνα της Baggio, του Drin-Drin γυρνούν από εδώ κι από εκεί σαν ψάρια στο νερό έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν κάθε ευκαιρία για να σπρώξουν προς την απαλλοτρίωση
Ο Matteo με τα παιδιά του ξεκινούν από την πρώτη μέρα κυνηγώντας διακινητές ναρκωτικών. Πέφτει λιγάκι ξύλο και τα αγγλικά κλειδιά προσγειώνονται επάνω σε μερικά κεφάλια. Ήδη από την δεύτερη μέρα αυξάνεται η αγανάκτηση χιλιάδων νεαρών για τις τιμές των τροφίμων που πωλούνται στα περίπτερα των επαναστατικών οργανώσεων. Το μεσημέρι η κατάσταση καθίσταται αβάσταχτη και οι ομάδες αρχίζουν να εφορμούν στους πάγκους για να αρπάξουν φαγητό. Μικρές πορείες τριγυρίζουν το πάρκο με πλακάτ που υποδαυλίζουν την αυτομείωση. Στη συνέχεια, ξαφνικά, μια μεγάλη πορεία κατευθύνεται στο φορτηγό ψυγείο που ενοικιάζεται από τον «Re nudo» το οποίο περιέχει τα κοτόπουλα και το κρέας που μαγειρεύονται στο περίπτερο της Democrazia proletaria. Ένα αγόρι με διαβολεμένο πρόσωπο πηδά στο φορτηγό και ανοίγει την πόρτα. Βουτάει μέσα και αρχίζει να ρίχνει ωμά κοτόπουλα ανάμεσα στον κόσμο. Αμέσως άλλοι ανεβαίνουν στο φορτηγό και με ανοικτές τις πίσω πόρτες αρχίζουν να περνούν προς τα έξω κουτιά με Coca-Cola και διάφορα αναψυκτικά. Από την άλλη πλευρά σμήνη νεαρών καταλήγουν να αδειάσουν τα stand των ομάδων χωρίς καμία διάκριση. Μόνο το δικό μας της αυτονομίας δεν δέχεται επίθεση, από σεβασμό προς προηγούμενες παρεμβάσεις μας, σίγουρα όχι για τη συμπεριφορά μας εκείνες τις ημέρες, σε τίποτα ανόμοια σε οπορτουνισμό.
Το απόγευμα ο Giulio και ο Coz οδηγούν μια χιλιάδα ανθρώπους προς στο πλησιέστερο σούπερ μάρκετ, αλλά με την είσοδο τους πρέπει να υποχωρήσουν γρήγορα επειδή εκφοβιστικοί πυροβολισμοί πέφτουν από ένα σώμα αστυνομικών. Η πομπή επιστρέφει μέσα στο πάρκο μετά από επιδρομή σε όλα τα κοντινά καταστήματα. Η κατάσταση το βράδυ γίνεται εντελώς ανεξέλεγκτη και μόνο η συναυλία και τα διάφορα ναρκωτικά καταφέρνουν να ηρεμήσουν λιγάκι τα πιο αναμμένα πνεύματα.
Ένας πολύ αδύνατος τραγουδιστής ανεβαίνει στη μεγάλη σκηνή και τραγουδά ένα πολύ ωραίο τραγούδι του οποίου θυμάμαι ακόμα τα λόγια:

βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην προβοκάτσια, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Υπάρχει! υπάρχει!

ISBN: 978-88-89969-23-6
PAGINE: 208
ANNO: 2007
COLLAN Narrativa
TEMA:

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

PAOLO POZZI

Ο Paolo Pozzi (1949) αποφοίτησε στην Κοινωνιολογία στο Τρέντο το 1972. Μετακόμισε στο Μιλάνο, στρατεύεται στη συνιστώσα της εργατικής αυτονομίας που συγκεντρώθηκε γύρω από το περιοδικό «Rosso», του οποίου υπήρξε και συντάκτης. Το 1979 συνελήφθη στο πλαίσιο της έρευνας της 7ης απριλίου και εξέτισε αρκετά χρόνια στη φυλακή. Σήμερα είναι διευθυντής εταιρείας που ασχολείται με πολιτιστικά αγαθά.
μα τι χαρακτήρας!

Ποιοι ήμασταν

……μπορεί να ειπωθεί και να λεχθεί ότι οι Ερυθρές Ταξιαρχίες γεννήθηκαν στα γραφεία του ΚΚΙ του Reggio Emilia και του Giambellino στο Μιλάνο (όπως προσπάθησε να κάνει η ταινία ο ήλιος του μέλλοντος, των Giovanni Fasanella και Gianfranco Pannone, δεχόμενη κατ’ αυτό τον τρόπο κακόβουλες επιθέσεις) και ότι η Πρώτη γραμμή είχε τις ρίζες της στα εργοστάσια και τα σχολεία της Sesto San Giovanni, το Στάλινγκραντ της Ιταλίας. Ούτε μπορούμε να μην πούμε ότι, σε ορισμένες φάσεις, ο ένοπλος αγώνας υπήρξε μια πολιτική πρόταση που είδε μια ευρύτατη συναίνεση και τον ακολούθησαν με δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές και συμπαθούντες, δεν ήταν ένας εγκληματικός μικρόκοσμος…..

….ο πατέρας μας είναι ευρέως ανιχνεύσιμος στις προσωπικές βιογραφίες και στις εποχικές, κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες και πλαίσια, μέσα στα οποία γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε: καλείται κίνημα του ’77, και αυτό, ωστόσο, ευτελισμένο, ποινικοποιημένο και παρεξηγημένο, και ακόμη και πριν, για τους περισσότερους από αυτούς που γέννησαν την Πρώτη γραμμή, στην στράτευση στις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, ιδίως στη Lotta continua και την Potere operaio.
Η μητέρα μας, από την άλλη πλευρά, έρχονταν από μια παλαιότερη οικογένεια, η οποία είχε τρέξει και ήταν πολύ καρποφόρος καθ ‘όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα: ονομαζόταν επαναστατική ρήξη.Μια πραγματική ουτοπία που είχε ξεκινήσει από το σοβιετικό ’19, αλλά που είχε βαθιές και ισχυρές τις ρίζες της από την πρόσφατη γαλλική αναταραχή του 18ου αιώνα και στις κινήσεις και την αναρχική κουλτούρα, προλεταριακή και σοσιαλιστική του δέκατου ένατου αιώνα, στις προσδοκίες για ελευθερία, για ισότητα, αδελφοσύνη και κοινωνική δικαιοσύνη.                                                                                            Αυτής της ουτοπίας, πεισματικά οργανωμένης σε όλο τον κόσμο σε αντιαποικιοκρατική και αντικαπιταλιστική βάση, εμείς είμαστε οι καθυστερημένοι και συνεπείς επίγονοι, σίγουρα όχι οι πρωτεργάτες. Την πεποίθηση ότι η επαναστατική βία ήταν η μαμή της ιστορίας, επώδυνη αλλά απαραίτητη συμβολή στη γέννηση του νέου και του σωστού, την έχουμε απλά κληρονομήσει από τους παππούδες μας, τους γονείς μας, τα κομμουνιστικά κόμματα, τα εξωκοινοβουλευτικά κινήματα στα τέλη της δεκαετίας του 1960, από τις ομάδες και από τους εργατικούς αγώνες, κοινωνικούς και φοιτητικούς των αρχών της δεκαετίας του Εβδομήντα.                                                                                                                    Τίποτα το πρωτότυπο, επομένως. Μόνο ο ριζοσπαστισμός, πολύ αποφασισμένος και πιθανώς λιγάκι μπερδεμένος, να προσπαθήσουμε να πάμε μέχρι τέλους. Να τα σπάσουμε, στο επίπεδο της γλώσσας και των συμπεριφορών – και των προσωπικών, επειδή το προσωπικό είναι πολιτικό, μας είχε διδάξει η φεμινιστική σκέψη…..

….si può dire e raccontare che le Brigate rosse sono nate nelle sezioni
del PCI di Reggio Emilia e del Giambellino a Milano (come ha provato a fare il film
Il sol dell’avvenire, di Giovanni Fasanella e Gianfranco Pannone, ricavandone perciò
risentiti attacchi) e che Prima linea ha avuto le sue radici nelle fabbriche e nelle
scuole di Sesto San Giovanni, la Stalingrado d’Italia. Neppure si può dire e
raccontare che, in certe fasi, la lotta armata è stata una proposta politica che ha visto
un consenso allargato e un seguito consistente con decine di migliaia di militanti e di
simpatizzanti, non un microcosmo criminale…..

…..nostro padre è ampiamente rintracciabile nelle biografie individuali e nei
contesti, temporali, sociali e politici, nei quali siamo nati e cresciuti: si chiama
movimento del 77, anch’egli, peraltro, banalizzato, criminalizzato e misconosciuto; e
prima ancora, per la gran parte di quanti diedero vita a Prima linea, nella militanza
nei gruppi extraparlamentari, in particolare Lotta continua e Potere operaio.
Nostra madre veniva invece da un casato più antico, che aveva avuto corso ed era
stata assai feconda lungo tutto il Novecento: si chiamava rottura rivoluzionaria.
Un’utopia concreta che aveva preso le mosse dal ’19 sovietico, ma che affondava le
robuste radici sin nel rivolgimento francese di fine Settecento e nei moti e nella
cultura anarchica, proletaria e socialista dell’Ottocento, nelle aspirazioni alla libertà,
all’eguaglianza, alla fraternità e alla giustizia sociale.
Di quell’utopia, pervicacemente organizzata in tutto il mondo in chiave
anticolonialista e anticapitalista, noi siamo stati i tardivi e coerenti epigoni, non certo
i promotori. La convinzione che la violenza rivoluzionaria fosse levatrice della storia,
doloroso ma necessario contributo alla nascita del nuovo e del giusto, noi l’abbiamo
semplicemente ereditata dai nostri nonni, dai nostri genitori, dai partiti comunisti, dai
movimenti extraparlamentari della fine degli anni Sessanta, dai gruppi e dalle lotte
operaie, sociali e studentesche dei primi anni Settanta.
Nulla di originale, dunque. Solo la radicalità, assai determinata e probabilmente un
po’ ottusa, di provare ad andare sino in fondo. Di rompere, sul piano del linguaggio e
dei comportamenti – anche personali, perché il personale è politico, ci aveva
insegnato il pensiero femminista…..

 

https://www.micciacorta.it/wp-content/uploads/2015/03/Segio-introduzione-miccia-corta-2a.pdf

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Υπό εκκένωση αλλά πάντα έτοιμοι να παλέψουμε. Μια διήγηση από το Λαϊκό Γυμναστήριο Gogo Rigacci

Sotto sgombero ma sempre pronti a combattere. Un racconto dalla Palestra Popolare Gogo Rigacci

Φιλία συνέπεια και «λαϊκός αθλητισμός» στα βορειοδυτικά προάστια της Φλωρεντίας.Μια συναρπαστική ιστορία ιδρώτα, πάθους και αγώνα από το Λαϊκό Γυμναστήριο «Gogo» Rigacci, που απειλείται με εκκένωση από τις κοινές πολιτικές των Nardella και Salvini – του Dino Kapetanovic, αθλητή του Gogo Rigacci.

WhatsApp Image 2019 04 03 at 16.38.38 1

BUM, BUM, BUM! «Ποιος είναι; ». «Γυμναστήριο». Ανοίγουν την πόρτα από μέσα. «Αυτή η καταραμένη πόρτα πρέπει να χτυπηθεί για να ακουστεί. Βίαια και επανειλημμένα», αναφωνεί γελώντας ένα κοντό, ξυρισμένο αγόρι με τατουάζ στα χέρια. Πηγαίνουμε πέρα από το διάδρομο, μετά το οδόφραγμα στρίβουμε δεξιά. Και στη συνέχεια κατεβαίνουμε τις σκάλες. «Ανάθεμα! Τα κλειδιά … Αυτά είναι πάντα εκεί, κρυμμένα, έτσι για να λέμε».
CLICK. Το λουκέτο ανοίγει. Τώρα το δωματιάκι είναι προσβάσιμο. Ακόμα γυμνό και κρύο, αλλά αρκετό για να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες των αθλητών. Εκείνη η προεξοχή μετέτρεψε αυτόματα τον τοίχο σε ένα πάγκο. Και να, εδώ είναι τα αποδυτήρια. Κατεβαίνουμε ένα ακόμα όροφο και φτάνουμε σε αυτό που πρέπει να υπήρξε ένα γκαράζ, με ένα άνοιγμα προς τα έξω, αυστηρά θωρακισμένο από τους καταληψίες. Βλέπετε, αυτούς τους καιρούς δεν παίζουμε με τις αρχές. Ο προθάλαμος είναι γεμάτος ποδήλατα, διαδρόμους, μπάρες, λάστιχα. Σιγά σιγά καθίσταται μια αίθουσα οργάνων. Μόλις περάσουμε την τελευταία γυάλινη πόρτα, φτάνουμε επιτέλους στο γυμναστήριο. Ένα δωμάτιο περίπου 60 τετραγωνικών μέτρων, καλυμμένο από πράσινο λαδί πάτωμα από tatami. Στους τοίχους μια δωδεκάδα καθρέφτες, όλοι διαφορετικοί, τοποθετημένοι λιγάκι πρόχειρα.
Τα φώτα είναι αναμμένα. Οι αθλητές φτάνουν σε ξεχωριστές ομάδες. Σήμερα είναι πέμπτη, το μάθημα είναι στην τεχνική. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο καθένας φέρνει μαζί του, εκτός από ένα μπουκάλι νερό, μασέλες και επιδέσμους. Ορισμένοι έχουν τα δικά τους γάντια, ενώ άλλοι χρησιμοποιούν υλικό του γυμναστηρίου.
Είναι εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο που στο κατειλημμένο κτίριο της Via Baracca 2r, στο Novoli – συνοικία των βορειοδυτικών προαστίων της Φλωρεντίας – πραγματοποιούνται οι προπονήσεις πυγμαχίας του Λαϊκού ΓυμναστηρίουPalestra Popolare “Gogo” Rigacci, ή όπως πρόσφατα μετονομάστηκε σε “Rigacci Fighting Team”. Το σχέδιο γεννήθηκε από μια συλλογικότητα νεαρών κοριτσιών και αγοριών, IAM (Μητροπολιτική Ανταγωνιστική Πρωτοβουλία), που θέλησε να δώσει στους κατοίκους της γειτονιάς τη δυνατότητα να συνευρίσκονται μέσω του αθλητισμού.

48939820 2149485278650524 6203389727115051008 o

«Και όχι του αθλητισμού  – διαβάζουμε σε μια αφίσα που κρέμεται στον τοίχο – των εφημερίδων και των pay TV, των μανάδων που προσβάλλουν τους αντιπάλους και των πατεράδων που αδειάζουν τις ματαιώσεις τους επάνω στα αποτελέσματα των παιδιών τους. Εδώ μιλάμε για Λαϊκό Αθλητισμό. Εκείνο των μικρών γηπέδων πίσω από το σπίτι, μιλάμε για τις καλύτερες φιλίες και τα γδαρμένα γόνατα. Τον αθλητισμό χωρίς ηττημένους ή νικητές, χωρίς εκφοβισμό, ταπείνωση ή ανταγωνιστικότητα. Εκείνον όπου τα παιδιά διδάσκονται ότι τα κορίτσια μπορούν να αρέσουν το ποδόσφαιρο, και τα αγόρια διδάσκονται τον χορό, εκείνον στον οποίον δεν υπάρχουν λευκοί, μαύροι, κίτρινοι ή καφέ γιατί είμαστε όλοι φίλοι και όλοι μεγαλώνουμε, αναπτυσσόμαστε μαζί». 
Όλοι ενωμένοι, όπως τα τριάντα πέντε παιδιά από την Σομαλία που, πριν από δυόμισι χρόνια πλέον, κατέλαβαν το κτίριο στη Via Baracca, το οποίο ανήκει στην Unipol-Sai, το οποίο είχε προηγουμένως καταληφθεί από το Κίνημα Αγώνα για το Σπίτι και εκκενώθηκε το 2015, για να μείνει στη συνέχεια για ακόμη μια φορά κλειστό και εγκαταλειμμένο. Αυτή τη φορά τους υποστήριξε η κολεκτίβα IAM. Μετά την εκ νέου εκκένωση του κοινωνικού και οικιστικού τους χώρου στη Via Luca Giordano (όπου ζούσαν οι νέοι από την Σομαλία, όλοι αιτούντες άσυλο), αποφάσισαν να πάρουν πίσω τη Via Baracca. Τώρα ο νέος χώρος IAM είναι ένας τόπος συνάντησης-συνεύρεσης, όπου στεγάζονται φοιτητικές συνελεύσεις, συνδικαλιστικό γραφείο των Si Cobas, χώρος για πολιτικές πρωτοβουλίες, παρουσιάσεις βιβλίων, βραδιές αυτοχρηματοδότησης, και λαϊκό γυμναστήριο. Και είναι και πάλι υπό εκκένωση. Αλλά αυτό δεν φαίνεται να έχει σημασία για τα παιδιά της IAM, δεν φοβούνται, κάνουν την πολιτική πρακτική τρόπο ζωής τους. «Η ιστορία έχει ανάγκη μιας ώθησης», λεν. Facta, non verba – Πράξεις, όχι λόγια είναι το σύνθημα που διαβάζουμε σε μερικά από τα φυλλάδια τους. Μεταξύ των θεωρητικών μοντέλων αναφοράς είναι οι κούρδοι της Rojava (περιοχή της Βόρειας Συρίας), οι λεγόμενοι παρτιζάνοι της νέας χιλιετίας. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το Λαϊκό Γυμναστήριο πήρε το όνομά του ακριβώς από τον παρτιζάνο Enrico Rigacci, γνωστό ως «Gogo», που σκοτώθηκε από τους ναζιφασίστες στις 28 Αυγούστου 1944 κατά την απελευθέρωση της Φλωρεντίας, ακριβώς στην περιοχή Novoli.

WhatsApp Image 2019 04 03 at 16.38.38

«Σε αυτή τη γειτονιά, που τόσο σημαντική υπήρξε για την απελευθέρωση της Φλωρεντίας, θέατρο συγκρούσεων, απεργιών και μαχών, σου αφιερώσαμε ένα λαϊκό γυμναστήριο. Ένα γυμναστήριο που γεννιέται μέσα σε ένα κατεχόμενο χώρο, πολυφυλετικό, προσφυγικό σπίτι ανταγωνιστικό πολιτικό κέντρο, ένα γυμναστήριο όπου όλοι μπορούν να προπονηθούν δωρεάν και που αφιερώνει μια πρόταση, δανεισμένη από άλλη επανάσταση, σε εσένα και τους συντρόφους σου. «Κανείς δεν τα παρατάει εδώ, κανείς δεν παραδίδεται.» Επειδή έχουν περάσει 73 χρόνια από εκείνη την 25η απριλίου της αντιφασιστικής νίκης, αλλά δεν έχουμε ακόμη κλείσει τους λογαριασμούς με τους φασίστες και με τα αφεντικά. Υπάρχει ακόμα ανάγκη για απελευθέρωση».
Αυτό γράφουν τα παιδιά του ΙΑΜ, τιμώντας το νεαρό άνδρα που κατέβηκε από τα βουνά για να απελευθερώσει τη Φλωρεντία του.
Και ο Giordi είναι παθιασμένος με τα βουνά, να περπατάει με το σκυλί του Nikita και τα παρτιζάνικα μονοπάτια. Δεν είναι τυχαίο ότι είναι αυτός ο προπονητής του γυμναστηρίου, ποιος ξέρει, ίσως η επιλογή του ονόματος είναι δική του δουλειά. Δύο χρόνια στη Sanda, δύο χρόνια στην ομοσπονδία και τέσσερα χρόνια στο λαϊκό γυμναστήριο San Pietrino, έξι συναντήσεις και ένα σεμινάριο για να γίνει εκπαιδευτής για λειτουργική εκπαίδευση στον αθλητισμό μάχης. Μια ζωή αφιερωμένη στο boxe – και μια μεγάλη επιθυμία να αναπτυχθεί κι άλλο – τον οδήγησαν να επενδύσει χρόνο και ενέργειες στη διδασκαλία της πυγμαχίας. Δωρεάν, ιδρύοντας ένα Λαϊκό Γυμναστήριο. Η συμβολή του υπήρξε ουσιαστική. Τεχνικά σχήματα, ασκήσεις ζευγαριών, circuiti, σπάρινγκ: κάθε προπόνηση σχεδιάζεται στις παραμικρές λεπτομέρειες, και κάθε αθλητής ωθείται, βήμα προς βήμα, να ξεπεράσει τον εαυτό του και τα όριά του.
«Δεν χρειάζεται να φοβάστε αν βρεθείτε με κάποιον απέναντι, στο ρινγκ. Θα είναι εκεί για λίγα λεπτά. Μάλλον, σκεφτείτε τον μαλάκα που βλέπετε στον καθρέφτη. Αυτός είναι ο χειρότερος εχθρός σας, και θα είναι εκεί για μια ζωή».
Ξέρει τι κάνει, ο Giordi, τα λόγια του έχουν αποτέλεσμα.
Σήμερα ξεκινάει με ένα δεκάλεπτο τρέξιμο προθέρμανσης, που διακόπτεται από τις εντολές για να αλλάξουν φορά, squat, κάμψεις, άλματα με τα γόνατα στο στήθος. Και μετά skip πάνω κάτω, τελειώνοντας με ένα λεπτό περπάτημα σε γρήγορο ρυθμό, αναπνέοντας βαθιά. Ενώ οι αθλητές τρέχουν, ο προπονητής ανοίγει το τηλέφωνο και βάζει μπρος τη μουσική. Tauro Boys. Οι καιροί έχουν αλλάξει, δεν ακούν πλέον το σάουντρακ  της ταινίας Rocky Balboa στα γυμναστήρια πυγμαχίας.
Μετά το τρέξιμο περνούν στις διατάσεις, αυστηρά από το κεφάλι στα πόδια. Λαιμός, ώμοι, βραχίονες, καρποί, και πάλι κίνηση της λεκάνης – συνοδευόμενη από τα συνήθη αστεία, πόδια, πλάτη. Όρθιοι και καθιστοί. Σιωπηλά.

WhatsApp Image 2019 04 03 at 17.01.01

Τα τεντώματα γίνονται από την Aida: μικρή και λεπτή, με την πρώτη ματιά δεν μοιάζει πως ασκεί την πυγμαχία. Αυτή το ξέρει, και ξέρει επίσης πώς να το εκμεταλλευτεί. Είναι μια από τις στρατευμένες της πολιτικής συλλογικότητας IAM. «Εσείς οι άντρες κάνετε πάντα τους σκληρούς, δίχως ψεγάδια,» λέει, «και θέλετε να παραλείπετε τις διατάσεις. Αλλά όταν η πλάτη σας πονάει κλαψουρίζετε, και απαιτείτε μασάζ από τις φιλενάδες σας … ». Της αρέσει να αμφισβητεί τα στερεότυπα του machismo: εξ άλλου, για τους αγωνιστές του IAM «Δεν υπάρχει επανάσταση δίχως απελευθέρωση των γυναικών, δεν υπάρχει απελευθέρωση των γυναικών χωρίς Επανάσταση». Από εκείνη τη στιγμή που μέσα στο ασανσέρ ένα αγόρι την παρενόχλησε και έμεινε σύξυλη, κάτι άλλαξε μέσα της, και αποφάσισε να μην μείνει ξανά δίχως αντίδραση. Ποτέ ξανά. Συναντήθηκε με την πυγμαχία στην Κωνσταντινούπολη, στο Erasmus, και στη συνέχεια επέστρεψε να την ασκεί στη Φλωρεντία, αφιερώνοντας ώρες και ώρες στην τεχνική, ποιος ξέρει, ίσως στο μυαλό της είχε την εικόνα αυτού του πρόστυχου άνδρα, και την επιθυμία να τον συναντήσει στο δρόμο για να τακτοποιήσει τους λογαριασμούς. Είναι σίγουρα η πιο συνεπής αθλήτρια στο γυμναστήριο, αν ο Giordi έχει δώσει τη μεγαλύτερη συμβολή στο στήσιμο των προπονήσεων, οφείλουμε σε αυτήν την πρακτική οργάνωση, την προετοιμασία του χώρου, τις επίσημες ανακοινώσεις, τις εκδηλώσεις αυτοχρηματοδότησης, αλλά και εκείνης – που χαρακτηρίζεται από τους ίδιους τους αθλητές βαρετή και «da sbirro-μπατσική» – που είναι η συλλογή της μηνιαίας εθελοντικής συνεισφοράς και η στρατολόγηση χεριών για να στήσουν, να ξεστήσουν, για τον καθαρισμό και την εκτέλεση των εργασιών. Άμυνα αριστερού χεριού και ταχύτητα φωτός. «Αυτή επιτίθεται και σου δίνει δυο χτυπήματα κάτω δίχως καν να το αντιληφθείς», λέει ο αδερφός της, Dino. Όχι τυχαία την ονόμασαν AK-47. Aida Kapetanovic, 47 κιλά.
Μετά από τις διατάσεις λίγη ακόμη γυμναστική επί τόπου, και στη συνέχεια καθρέφτης, καθρέφτης και ξανά καθρέφτης. Τρία λεπτά ασκήσεων με διάλειμμα ενός λεπτού, ακριβώς όπως και στις συναντήσεις. «Πρέπει να κοιτάζεσαι και να βλέπεις τον εαυτό σου όμορφο την ώρα που πυγμαχείς, να αλλάζεις γωνία, να μετακινείς το κεφάλι. Δώσε τα τρία τέταρτα, όχι ολόκληρη τη φιγούρα. Σφίξε αυτούς τους αγκώνες. Να βγαίνεις και να ξαναμπαίνεις. Μη κάνεις δύσκολους συνδυασμούς, μη ξοδεύεις την αναπνοή σου και χτύπα μόνο στις σωστές στιγμές», λέει ο Giordi περπατώντας γύρω από τους αθλητές και συμβουλεύοντας τον καθένα. Αφιερώνει περισσότερο χρόνο με τους νεοφερμένους, για να θέσει στερεά θεμέλια για την πυγμαχική τεχνική. «Έχετε τριάντα δευτερόλεπτα για να βάλετε τα γάντια σας και να σχηματίσετε ζευγάρια!» Φωνάζει. Είναι προφανές ότι δεν αντέχει την απώλεια χρόνου. Τα ζευγάρια αλλάζουν κάθε δύο έως τρεις ασκήσεις. Στον λαϊκό αθλητισμό είναι σημαντικό να γνωρίζουν πώς να αντιμετωπίζουν βαρύτερους και ελαφρότερους αθλητές, να αφιερώνουν χρόνο παρατηρώντας και να γνωρίζουν τους αντιπάλους, και πάνω απ ‘όλα να γίνονται καλύτεροι συλλογικά, σαν ομάδα, χωρίς να αφήνουν κανέναν πίσω.
WhatsApp Image 2019 04 03 at 16.38.38 5

DING DING DING! Το κουδούνι χτυπάει, ξεκινούν με «τα κλασικά»: jab-cross, βγαίνω-βγαίνω, jab-cross-κροσέ-κροσέ, βγαίνω-βγαίνω-κάτω-κάτω. Οι στοιχειώδεις ασκήσεις είναι θεμελιώδεις για να έχουν μια σταθερή βάση. Στο ρινγκ, πράγματι, οι απλοί συνδυασμοί κυριαρχούν, και η πρόβλεψή τους, παρακάμπτοντας τους, είναι ότι καλύτερη καλύτερο για να κουράζουν τον αντίπαλο, να τον αποσταθεροποιούν, να απαντούν και να κερδίζουν πόντους. «Κοίταζε ψηλά όταν περνάς από κάτω! Μείνε κλεισμένος! » Και η προπόνηση συνεχίζεται.
Αλλάζουν ξανά ασκήσεις. Τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα: τώρα εκείνοι που αποφεύγουν τα χτυπήματα, που βγαίνουν από τη γραμμή επίθεσης πρέπει να ρίξουν δύο, αλλάζοντας και την γωνία. Ο Dino και ο Dario κοιτάζουν ο ένας τον άλλον και αποφασίζουν να κάνουν ζευγάρι. Τους αρέσει να κάνουν τις ασκήσεις μαζί, επειδή έχουν το ίδιο βάρος και βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο, εκμεταλλεύονται θετικά τον συναγωνισμό, παρακινώντας ο ένας τον άλλο. Ο Dino, 24 ετών, προπονείται εδώ και ένα χρόνο. Πριν ήταν εντελώς ξένος στον κόσμο του αθλητισμού, σκέφτονταν μόνο τη διασκέδαση. Όταν γνώρισε την πυγμαχία, αντιθέτως, άλλαξε εντελώς την άποψή του.
«Έχω κερδίσει περισσότερη εμπιστοσύνη στον εαυτό μου και στις δυνατότητές μου, συνειδητοποίησα ότι δεν είμαι φτιαγμένος από γυαλί. Πριν ήμουν πάντα στην άμυνα όταν υπήρχε σωματική επαφή, τώρα, αφού άρπαξα μερικές στο γυμναστήριο, συνειδητοποίησα ότι το πολύ να σου ανοίξει η μύτη και να χάσεις λίγο αίμα … δεν είναι και τόσο τραγικό, έτσι; Μετά, για να είμαι ειλικρινής, αυτό το άθλημα μου έδωσε ένα άλλο μεγάλο μάθημα: οι αληθινοί fighters σέβονται τον αντίπαλο και ποτέ δεν καυχώνται για τα ταλέντα τους δημόσια. Είναι ταπεινοί. Ναι, γιατί αν κάνεις πριν από έναν καυγά τον μάγκα με το λάθος πρόσωπο, ενδεχομένως υποτιμώντας τον, αυτός θα σε αφήσει καταγής. Οπότε να είσαι ταπεινός. Η πυγμαχία μου άλλαξε πραγματικά τη ζωή».
Κατά τη διάρκεια της άσκησης, ο Dario είναι πολύ συγκεντρωμένος. Κάθε φορά που κάνει λάθος, επαναλαμβάνει τις κινήσεις κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη. Μαθαίνει με ταχύτητα φωτός, είναι 17 ετών και – σύμφωνα με όλους – είναι το μέλλον του γυμναστηρίου. Είναι αθλητικός, έχει μια ισορροπημένη ζωή και αποδεικνύεται πολύ υπεύθυνος, όταν είναι να λερώσει τα χέρια του με εργασίες ή καθαρισμούς. Μετά από μόνο λίγους μήνες πρακτικής έκανε το ντεμπούτο του κάνοντας μια εξαιρετική εμφάνιση κατά τη διάρκεια μιας δημόσιας εκδήλωσης, παρουσίασης – δηλαδή τρεις γύρους δύο λεπτών, χωρίς νικητή – στην Palestra Popolare San Pietrino, την ημέρα της «Γιορτής Λαϊκού Αθλητισμού».
Στη Φλωρεντία υπάρχουν τρία Λαϊκά γυμναστήρια, όλα σε κατειλημμένους χώρους, και οργανώνονται περιοδικά δημόσιες εκδηλώσεις για να προσεγγίσουν τους ανθρώπους που ενδιαφέρονται για τον αθλητισμό. Το Γυμναστήριο Rigacci «Gogo» είναι το πιο πρόσφατο, ενώ τα άλλα είναι το προαναφερθέν Λαϊκό Γυμναστήριο San Pietrino (Csa Next Emerson) και το Λαϊκό Γυμναστήριο του CPA (Αυτοδιαχειριζόμενο Λαϊκό Κέντρο) Νοτίου Φλωρεντίας.
Αλλάζουν ξανά. Light sparring. «Είπα μαλακά! Δεν χρειάζεται να αποδείξετε κάτι σε κανέναν, γαμώτο! » Αλλά μερικές φορές αυτό το πράγμα ξεφεύγει από τους αθλητές, και ακούγονται μεγάλα χτυπήματα που προκαλούν την οργή του προπονητή. Τα ζευγάρια που κινούνται πάρα πολύ αναγκάζονται να εξασκηθούν βάζοντας το ένα πόδι μέσα σε ένα λάστιχο, έτσι ώστε να επικεντρωθούν σε μια αντιπαράθεση πρόσωπο με πρόσωπο, αποφυγές προσποιήσεις και γρήγορες απαντήσεις.
Σε μια γωνία, σε περιστροφή, κάποιος πρέπει να αντιμετωπίσει τον Pietro. Είναι το μέγιστο βάρος του γυμναστηρίου. Ενενήντα κιλά και δύο χρόνια στην ομοσπονδία. To ξέρει αυτό, γι ‘αυτό πάει μαλακά. «Το βόδι από τη Μόντενα» τον αποκαλούν, παρά το μέγεθός του, κινείται πολύ καλά και είναι πολύ γρήγορος. Είναι ένα πολύ ευγενικό αγόρι, ηλικίας είκοσι δύο ετών και σπουδάζει δασικές επιστήμες στη γεωργική σχολή. Έχει background σε μια αντιφασιστική πολιτική κολεκτίβα, στη Μόντενα, αυτό τον έφερε πιο κοντά στο κίνημα της Φλωρεντίας, οδηγώντας τον τελικά να συχνάζει στο Λαϊκό Γυμναστήριο.
WhatsApp Image 2019 04 03 at 16.38.38 3

Είναι η σειρά του Roby να κάνει sparring μαζί του. Στον ήχο του κουδουνιού αρχίζουν οι χοροί: Ο Roby ξέρει ότι πρέπει να επικεντρωθεί στο καλό του μακρινό και να κινείται γύρω από τον Pietro. Να αποφεύγει όσο το δυνατόν περισσότερο αντί να αποκρούει, επειδή τα χτυπήματα ενός αντιπάλου με είκοσι επιπλέον κιλά ζυγίζουν σαν αμόνι. Αλλά αυτό είναι πολύ δύσκολο με τον Pietro, ο οποίος εξαπατεί τον καθένα με τις προσποιήσεις του. Ο γύρος τελειώνει και οι δύο αγκαλιάζονται. «Eja!» φωνάζει ο Roberto, από τη Σαρδηνία. Είναι και αυτός φοιτητής μακριά από το σπίτι, σπουδάζει ιστορία και εργάζεται, ενώ ζει σε ένα κατειλημμένο σπίτι που βρίσκεται στην περιοχή San Frediano. Η υψηλή τιμή των ενοικίων για τους φοιτητές τον οδήγησε, πράγματι, να ακολουθήσει αυτό το μονοπάτι, το οποίο είχε ήδη πάρει στην Casteddu του (Cagliari), στην Αυτοδιαχειριζόμενη Φοιτητική Εστία Sa Domu.
Η προπόνηση συνεχίζεται με άλλες ασκήσεις ζευγαριών. Στην εντολή «επαναλαμβάνετε», τα παιδιά παραπονιούνται. «Ελάτε, αυτή είναι η τελευταία προσπάθεια! Στη συνέχεια μπορείτε να επιστρέψετε σπίτι και να το ρίξετε στο φαγητό κλανιάρηδες», συνεχίζει ο Giordi. Γέλια.
Μετά από μια μικρή παύση, τα παιδιά στέκονται ξανά το ένα απέναντι στο άλλο, και ξεκινούν ασκήσεις διασταυρωμένων χτυπημάτων επάνω στα γάντια του συνεργάτη, πολύ γρήγορα και έντονα, για δεκαπέντε δευτερόλεπτα το καθένα, χωρίς να σταματούν. Φαίνεται να είναι μια πολύ επίπονη άσκηση, τα βλέμματα των αθλητών είναι εξαντλημένα και ο ιδρώτας κυλά αδιάλειπτα από τα πρόσωπά τους. DING DING DING! Στο τέλος των έξι λεπτών (που ισοδυναμούν με τρία λεπτά επαναλήψεων για το καθένα), πέφτουν στο έδαφος και ορμούν στα μισοάδεια μπουκάλια του νερού τους.
Σε αυτό το σημείο, η Aida αναλαμβάνει και πάλι την προπόνηση και οδηγεί δεκαέξι επαναλήψεις είκοσι δευτερολέπτων κοιλιακών ασκήσεων, που διακόπτονται με δέκα δευτερόλεπτα παύσης. Κατά τη διάρκεια αυτής της τελευταίας φάσης, όλοι χαλαρώνουν λιγάκι, επιτρέποντας στους εαυτούς τους ακόμη και μερικά αστεία. «Τέλος πάντων, γνωρίζετε ότι τον Μάιο παλεύουμε; Δείτε να μην παραλείψετε τις προπονήσεις, από δω και πέρα. Μην με αφήσετε να κάνω σκατένια φιγούρα «, αναφωνεί ο Giordano.Αναφέρεται στο τουρνουά πυγμαχίας που διοργανώνεται από το κοινωνικό κέντρο XM24, στη Μπολόνια, το οποίο οργανώνει μια ετήσια εθνική συγκέντρωση των λαϊκών γυμναστηρίων, δημιουργώντας μια επίδειξη αντάξια της επίσημης ομοσπονδίας. Τίποτα δεν θα λείπει: κανονικά υπερυψωμένο ρινγκ, μουσική, φώτα, ομιλητής, κριτική επιτροπή, μετάλλια και αρκετές συναντήσεις που κυμαίνονται από δέκα έως είκοσι. Μια βραδιά αφιερωμένη στο σπορ, στην οποία οι αθλητές των διαφόρων λαϊκών γυμναστηρίων της μπότας έχουν την ευκαιρία να αντιπαρατεθούν σε ερασιτεχνικές συναντήσεις τριών γύρων δύο λεπτών. Αυτά αποφασίζονται περίπου δύο μήνες νωρίτερα, μέσα από ένα σύστημα mailing-λίστας που θέτει τους προπονητές σε επαφή, οι οποίοι προσδιορίζουν τον αριθμό των αθλητών που θα είναι παρόντες, το βάρος καθενός και την ατομική εμπειρία, τόσο από την άποψη της εκπαίδευσης και των προπονήσεων όσο και των αγώνων που πραγματοποιήθηκαν. Για όλα τα υπόλοιπα, η δυναμική είναι η ίδια με αυτή της ομοσπονδίας πυγμαχίας, με τη διαφορά ότι εδώ μπορείτε να αναπνεύσετε έναν διαφορετικό αέρα, λιγότερο ανταγωνιστικό και που έχει σκοπό, πρώτα απ ‘όλα, να δημιουργήσει μια καλή πυγμαχία, ικανή να διεγείρει τους θεατές.
Η προπόνηση βρίσκεται στην τελική της φάση, τώρα οι αθλητές, εξαντλημένοι, δίνουν ένα λεπτό stretching στην πλάτη, για να αφιερωθούν έπειτα στην αναπνοή. «Δύναμη παιδιά. Βελτιώνεστε όλοι, πολύ. Ντάριο, είσαι το νούμερο ένα. Συνέχισε έτσι. Σε εσένα δεν χρειάζεται να πω κάτι». Ο Ντάριο χαμογελάει, σε αμηχανία.
«Dino, πρόσεχε τα πόδια, συνειδητοποίησα ότι είσαι αμφιδέξιος, αλλά δεν είσαι γαμώτο ο Mohamed Alì! Να μένεις κλειστός, έχε το νου σου, Aida, πολύ καλά. Να δουλεύεις στο βύθισμα. Πιέτρο, εντάξει που είσαι βαρύς μην αφήνεις όμως να τις φας σαν την τελευταία φορά! Δάγκωνε και φύγε, γρήγορα, τεχνικά … επωφελήσου από αυτές τις ιδιότητες! Roby, δούλευε το jab. Έχεις την τάση να το πετάς και να καταναλώνεις ενέργεια. Μην χάνεις την υπομονή σου, θύμωσε λιγάκι. Σε κάθε περίπτωση όλα καλά μπράβο σε όλους. Σίγουρα θα με κάνετε περήφανο στη Μπολόνια. Θα σας ενημερώσω σύντομα για τους αντιπάλους που θα αντιμετωπίσετε. Χειροκροτήματα!».
48384968 2149483595317359 4872772115369033728 o

Τελειώνει πάντα με ένα συλλογικό χειροκρότημα η προπόνηση πυγμαχίας στο Λαϊκό Γυμναστήριο  “Gogo” Rigacci.
«Κάποιοι πρέπει να καθαρίσουν!» φωνάζει η Aida. Τα αγόρια παίρνουν τη σκούπα και δίνουν στο τατάμι ένα γρήγορο σκούπισμα. Κάποιος ανοίγει τα παράθυρα, άλλοι τοποθετούν στη θέση τους τoν εξοπλισμό σε ένα ειδικό έπιπλο τοποθετημένο στη γωνία του δωματίου. Στη συνέχεια ανεβαίνουν, στα αποδυτήρια, για να αλλάξουν, ενώ ο προπονητής σβήνει τα φώτα και κλειδώνει ξανά το χώρο. Από το γυμνό και κρύο δωμάτιο ακούγονται αστεία και γέλια. Η ομάδα είναι πολύ συμπαγής, από την αρχή μέχρι το τέλος της προπόνησης. Πριν βγουν από το δωμάτιο, περιμένουν να τελειώσει ο καθένας, στη συνέχεια, σβήνουν τη μικρή ηλεκτρική σόμπα και ανταλλάσσουν τα τελευταία λόγια στο δρόμο μπροστά από το κτίριο. Κάποιος ανάβει ένα τσιγάρο, προκαλώντας την αγανάκτηση του Giordi, ο οποίος χαιρετάει όλους και ανεβαίνει στο Μίνι του, του 1985, παρκαρισμένο μπροστά από το κτίριο, αφού έβαλε ξανά τη μεγάλη του τσάντα γυμναστικής με υπογραφή Leone στο μικροσκοπικό πορτ μπαγκαζ, από την οποία ξεπηδούν δύο κάσκες.
Ποιος θα το έλεγε ποτέ ότι μέσα σε ένα φαινομενικά άδειο κτίριο μπορεί κανείς να κρύψει μια αυτοδιαχειριζόμενη πραγματικότητα όπως το Λαϊκό Γυμναστήριο »Gοgo» Rigacci.Ο δήμαρχος της Φλωρεντίας, Dario Nardella, ανακοίνωσε, κατά τη διάρκεια της συνάντησης που πραγματοποιήθηκε στην πόλη με τον υπουργό Εσωτερικών Matteo Salvini, ότι η εκκένωση των παράνομα κατεχόμενων κτιρίων συγκαταλέγεται στις προτεραιότητες του δημοτικού συμβουλίου. Ειδικότερα, αναφέρθηκε σε πέντε κτίρια, συμπεριλαμβανομένου του «Χώρου IAM», στην οδό Baracca, έδρα του “Gogo” Rigacci.

Ποιος ξέρει ποια θα είναι η κατάληξη των «fighters», ποιος ξέρει εάν και που θα συνεχίσουν να προπονούνται σε περίπτωση εκκένωσης.
Ένα πράγμα όμως μοιάζει να είναι σίγουρο: Aqui no se rinde nadie, εδώ κανείς δεν παραδίνεται.

 

https://www.infoaut.org/calcio-e-sport/sotto-sgombero-ma-sempre-pronti-a-combattere-un-racconto-dalla-palestra-popolare-gogo-rigacci

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Κίτρινα γιλέκα, συγκρούσεις – Gilets jaunes : affrontements à Besançon, Le Havre, Nantes, Roanne, Toulouse- 13 απριλίου 2019

 

 

Besançon

 

Toulouse

Roanne

La Havre

Nantes

 

Gilets jaunes : affrontements à Besançon, Le Havre, Nantes, Roanne, Toulouse- 13 avril 2019

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Πορεία ντελιβεράδων στο κέντρο της Αθήνας με πανό και καπνογόνα

Πορεία ντελιβεράδων στο κέντρο της Αθήνας με πανό και καπνογόνα

Δείτε τις φωτογραφίες του news.gr

Απεργούν σήμερα Πέμπτη σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη ντελιβεράδες και κούριερ.

Οι διαδηλωτές κατέβηκαν για πορεία στο κέντρο της Αθήνας ζητώντας  ένσημα βαριά και ανθυγιεινά  και εταιρικά μηχανάκια. Στις φωτογραφίες βλέπουμε πως επικράτησε ένταση ενώ δεν έλειψαν και τα καπνογόνα.

Οι ντελιβεράδες παρότρυναν μάλιστα τον κόσμο να μην παραγγείλει σήμερα με το σύνθημα «Μην παραγγέλνεις».

Μάλιστα για να μην αφήσουν παραπονεμένο τον κόσμο μοίρασαν φυλλάδια με μια συνταγή για μακαρονάδα, που μπορεί να φτιάξει κάποιος αντί να παραγγείλει σήμερα φαγητό.

αυτονομία, autonomia

Όταν ο κοινωνικός εργάτης έγινε κρέας

on .

Ο Gigi Roggero εξετάζει και αξιολογεί το βιβλίο Η εργατική Αυτονομία vicentina του Donato Tagliapietra

Η Thiene είναι ένα χωριό του vicentino, περίπου δέκα χιλιόμετρα από την Schio, το μικρό Μάντσεστερ του βένετο. Στη δεκαετία του 70 έχει μια ευημερούσα εμπορική δραστηριότητα, φημισμένες βιοτεχνίες επίπλων και έναν εξειδικευμένο βιομηχανικό τομέα. Η περιοχή δεν κυριαρχείται από μεγάλα εργοστάσια, όπως στην κοντινή Schio, είναι αντιθέτως ένα παράδειγμα του διάχυτου εργοστασίου, μέσα στο οποίο σχηματίζεται μια νέα ταξική σύνθεση: νεαρή, μαχητική, έτοιμη να κάνει τα πάντα για να μην αλυσοδεθεί από την μισθωτή εργασία. Είναι ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στη Thiene, όταν μια τρομερή έκρηξη διαλύει τις ζωές τριών νεαρών συντρόφων: Angelo, Alberto, Maria Antonietta, στους οποίους ο Lorenzo θα προστεθεί μερικούς μήνες αργότερα, αυτοκτόνησε στη φυλακή εξ αιτίας της εκδικητικότητας του Κράτους, που συμβολίζεται από την 7η απριλίου και από το pcista πρόσωπο του Calogero.

“Υπάρχει ένα πριν κι ένα μετά την 11η απριλίου 1979”, μας λέει ο Donato Tagliapietra στο βιβλίο του Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene (πρόσφατα τυπωμένο από τον DeriveApprodi, πέμπτο τόμο αφιερωμένο από τον εκδοτικό οίκο στους Αυτόνομους). Δεν υπάρχει ποτέ σε αυτές τις σελίδες, ακόμα και σε εκείνες που αγγίζουν πιο άμεσα τα ξεσκέπαστα νεύρα της υποκειμενικής εμπειρίας, κάποιος χώρος για την θυματοποίηση, ή για τη ρομαντική λατρεία των μαρτύρων. Στο βιβλίο του Donato πράγματι, όπως υπογραμμίζεται από την όμορφη εισαγωγή της Elisabetta Michielin, δικαίως δηλώνεται πόλεμος στον ναρκισσισμό που συχνά, πολύ συχνά, ακυρώνει τις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών αυτής της εξαιρετικής φάσης αγώνα, με αποτέλεσμα μια κουραστική απομνημονευματολογία στραμμένη στο παρελθόν. Στον τόμο αυτό, όπως πάντα πρέπει να κάνει ένας στρατευμένος, η ενέργεια επικεντρώνεται στην παροχή όπλων πολιτικού προβληματισμού για το παρόν. Αυτό που αναλύεται στο βιβλίο είναι μια εντελώς συλλογική ιστορία, στην οποία έλαβαν μέρος οι Donato, Angelo, Alberto, Maria Antonietta, Lorenzo και αρκετές δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι στο Βένετο και σε ολόκληρη την Ιταλία. Ακόμα και όταν μιλά για προσωπικές εμπειρίες, πάντα αναπνέουμε το αίσθημα του ανήκειν σε μια συλλογική, μαζική και οργανωμένη διαδικασία. Το άτομο εξαφανίζεται ή, ακόμα καλύτερα γίνεται ακριβώς κοινωνικό και πολιτικό στο βαθμό που τα σπάει με τον εαυτό του, δηλαδή με τη θέση και τον ρόλο που του παρέδωσε το κυρίαρχο σύστημα.

Η συλλογική ιστορία που αναλύεται από τον Donato είναι εκείνη των πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο και, μέσα σε αυτό, αλλά με την ιδιαιτερότητά της, της εδαφικής πραγματικότητας vicentina, ιδίως σε εκείνο το τμήμα του διάχυτου εργοστασίου ακριβώς μεταξύ Valdagno, Schio, Chiuppano, Marano και Thiene. Όχι, δεν πρόκειται για μικρές περιπέτειες της πικαρέσκο λογοτεχνίας νεαρών εξεγερμένων, αλλά για ένα σημαντικό πολιτικό εργαστήριο πειραματισμού των πρακτικών αγώνα και οργάνωσης του κοινωνικού εργάτη. Ο αριθμός αυτός ενσωματώνεται κάτω από τα μάτια του αναγνώστη στην υλικότητα των συμπεριφορών και μορφών αντιπαράθεσης, στη διαφυγή από το εργοστάσιο και σε εμπειρίες ζωής που – από τη μουσική στα ταξίδια στην καθημερινή κοινωνικοποίηση – ποτέ δεν καταναλώνονται ατομικά, αλλά αποτελούν μέρος των διαδρομών μιας ομογενοποιημένης μειοψηφίας, δηλαδή ισχυρής και μη μειοψηφικής. Επομένως γράφει ο Donato: “Το στυλ της στράτευσης έρχεται να αλλάξει υπό το φως των νέων υποκειμένων στον χώρο και της σύγκρουσής τους με τους νέους παραγωγικούς μηχανισμούς. Η μετάβαση πραγματοποιείται επάνω σε ένα κοινωνικό σώμα πολύ νεαρών ανθρώπων, που συμπεριλαμβάνονται σε μια ηλικιακή ομάδα από τα 17-18 έως 24-25 χρόνια, έντονα μορφωμένη, προορισμένη στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, αλλά που θα αποκαλύψει μια πολύ έντονη ένταση για την οικοδόμηση μιας κοινής καθημερινότητας μισώντας τον εξαναγκασμό στην υπό εντολή εργασία”. Να λοιπόν που, προχωρώντας στην ανάγνωση, μας περιγράφεται τι είναι και πώς σχηματίζεται ένας αγωνιστής, δηλαδή μια μορφή ζωής που επιλέγει να τα σπάσει με το δικό της πεπρωμένο: Εκείνο που ιστορικά είναι το σκαλάκι με τις μεγαλύτερες εντάσεις στη ζωή ενός ανθρώπου – την έναρξη της παραγωγής μέσα στην ζωντανή εργασία – υπερπηδάται, για πρώτη φορά, αντί να υποβληθεί σε αυτήν, μια γενιά οργανώνεται, ακόμη και με τα όπλα, για να την αποφύγει, σαμποτάροντάς την. Αποφασίζοντας ότι η απελευθέρωση από την εργασία ή είναι για όλους ή δεν μπορεί να είναι για κανέναν. Δεν τίθεται θέμα για το γεγονός ότι δεν θα ακολουθούσαμε τη μοίρα των πατέρων μας, αναγκασμένων σε οκτώ ώρες από την εξαιρετικά βίαιη ακαμψία εκείνης που ονομάζεται με φανφάρες μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Και αυτό ως «ευχαριστίες» επειδή μπόρεσαν να νικήσουν φασισμό και ναζισμό. Για εμάς αυτό που ήταν να δώσουν το έδωσαν οι πατεράδες μας! «. Η απόρριψη της εργασίας, συμπεριφορά μαζική και πρακτική γίνεται μορφή στράτευσης.

Αυτή η νέα υποκειμενική σύνθεση φέρνει όντως μαζί της, μαζί με συγκεκριμένες ανάγκες και επιθυμίες, νέα ζητήματα πρακτικής και οργάνωσης. Είναι σύντομα προφανές ότι τα προηγούμενα σχήματα δεν λειτουργούν πλέον. Όχι μόνο εκείνα που συνδέονται πιο άμεσα με την κεντρική θέση του εργοστασίου και του εργάτη μάζα, τώρα πλέον σε μια φάση πολιτικής κάμψης (χωρίς να χρειάζεται να υπογραμμίσουμε ότι το PCI-ΚΚΙ, αφού τον εξοστράκισε στην κορυφή των δυνατοτήτων του, όταν είναι πλέον πολιτικά νικημένος, τον κάνει μια άδεια εικόνα να χρησιμοποιηθεί κατά των αυτόνομων κινημάτων). Έχουν φθαρεί επίσης και τα σχήματα πλατείας, δεν βλάπτουν πλέον τον εχθρό, καταλήγουν μόνο να χαρίζουν στο άλλο μέρος συντρόφους που συλλαμβάνονται και, ακόμη περισσότερο, το πλεονέκτημα της προβλεψιμότητας. Από αυτή την συνειδητοποίηση γεννιέται η πρακτική του εδαφικού ελέγχου, για να παραβιάσει το τελετουργικό των προγραμματισμένων προθεσμιών και να υπαγορεύσει αυτόνομα χρόνους, τόπους και μεθόδους της χρήσης δύναμης. Το βάπτισμα του πυρός είναι η 9η Ιουνίου 1976: περίπου διακόσιοι ένοπλοι σύντροφοι από την Πάντοβα και το Βένετο καταλαμβάνουν μια συνοικία της πόλης, την Arcella, ενώ μια περιπολία ασκεί τους στόχους (από την απαλλοτρίωση των σούπερ μάρκετ μέχρι τον εμπρησμό των γραφείων των φασιστών).

Είναι μέσα σε αυτό το πέρασμα, από τον μαζικό εργάτη στον κοινωνικό εργάτη, από ένα οργανωτικό σχέδιο που επικεντρώνεται στο εργοστάσιο σε ένα που βασίζεται στο διάχυτο εργοστάσιο, που τοποθετείται η γέννηση των ενετικών πολιτικών Κολεκτίβων: «Η πρόταση υιοθετείται από όλες τις συμμετέχουσες πραγματικότητες: Rovigo, Vicenza Pordenone και Mestre / Βενετία. Και γίνεται διατηρώντας, μάλλον ενισχύοντας, δίδοντας μεγαλύτερη αξία στην δική τους εδαφική ιδιαιτερότητα, δεδομένου ότι η οργανωτική πρόταση προβλέπει μια πλήρη αυτονομία των επιμέρους επαρχιών. Στην πράξη μοιάζει πολύ με ένα ομοσπονδιακό σύμφωνο. Δεν μας λένε κομμουνιστικές πολιτικές Κολεκτίβες, ή επαναστατικές ή προλεταριακές. Όχι, ονομαζόμαστε πολιτικές βενετικές κολεκτίβες (Cpv). Είναι ένα μοναδικό παράδειγμα στο εθνικό πανόραμα «.

Η ιστορία των CPV καλύπτεται εδώ για πρώτη φορά, από την οπτική γωνία της ανάπτυξης της Αυτονομίας vicentina. Ο πιεστικός ρυθμός της αφήγησης ανιχνεύει τον δίχως ανακωχή ρυθμό της κατασκευής μιας συλλογικής δύναμης, στην οποία οι περιπολίες έχουν ένα καθοριστικό βάρος. Περιπολίες ενάντια στις υπερωρίες, αλλά θα ήταν πιο σωστό να τις ονομάζουμε περιπολίες ενάντια στη δουλική εργασία, εργασία sans phrase. Για να το θέσω με τα λόγια του Ντονάτο, στην πραγματικότητα, «ήδη η συνηθισμένη δουλειά είναι αφόρητη, πόσο μάλλον πρέπει να είναι εκείνη η έκτακτη». Σε αυτή την ιστορία το Εβδομήντα επτά είναι προφανώς ένα σημαντικό πέρασμα, αλλά μόνο αν τοποθετηθεί μέσα σε μια διαδικασία που έχει τις ρίζες της στο πριν και πηγαίνει πολύ πέρα. Πράγματι, σε αυτά τα εδάφη δεν είναι η κορυφή της σύγκρουσης. Η συνέχεια της οργανωτικής διαδικασίας είναι πιο σημαντική από την καταβύθιση στο γεγονός.

Παίρνουν μέρος σε αυτή την διαδικασία διάφορα υποκείμενα, τα οποία σχεδιάζουν συνολικά την φιγούρα του κοινωνικού εργάτη – ο οποίος, όπως επανειλημμένα τονίσαμε, δεν πρέπει ποτέ να περιοριστεί σε μια απλή επαγγελματική ή κοινωνιολογική τοποθέτηση, αλλά δείχνει τη δυνατότητα μιας ανασυνθετικής τάσης. Εργάτες, φοιτητές, άνεργοι και όσοι αργότερα θα ονομάζονταν επισφαλείς. Μια παράγραφος του βιβλίου είναι αφιερωμένη στον αγώνα για το σπίτι. Διαβάζοντας το, μπορούμε να αντλήσουμε πολύτιμες ενδείξεις και για το παρόν. Πράγματι, εκείνος ο αγώνας, παράγει μαχητική υποκειμενικότητα και εδαφική αντιεξουσία. Η σύγχρονη μεταμόρφωσή του σε μια λογική παροχής βοήθειας και παροχής υπηρεσιών, η οποία είναι κατά τα άλλα φτωχή και ατυχής, δεν εξαρτάται μόνο από την αντιστροφή που συνέβη στις ισορροπίες δυνάμεων υπέρ του εχθρού μας: περιγράφει την ανατροπή του αγωνιστή σε ακτιβιστή, της αναζήτησης της σύγκρουσης στην αναζήτηση της συναίνεσης, της αντιεξουσίας στην παραίτηση από την άσκηση της δύναμης.

Όταν μιλάμε για μια πληθώρα κοινωνικών υποκειμένων πρέπει να διευκρινίσουμε. Σήμερα νομίζουμε ότι το πρόβλημα είναι απλώς να προσθέσουμε μια πληθώρα τομέων και ταυτοτήτων, αυτή είναι με λίγα λόγια η αποκαλούμενη διατομεακότητα [ αλληλεπικάλυψη (ή «διασταύρωση») διαφορετικών κοινωνικών ταυτοτήτων] που από τις αμερικανικές ακαδημίες έχει διεισδύσει στις ακαδημίες του »κινήματος». Η αυτονομία, από την άλλη πλευρά, δεν είναι ποτέ το αλγεβρικό άθροισμα των αυτονομιών, διότι ανασύνθεση σημαίνει να αναλαμβάνεις εξ ολοκλήρου τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις εντός της τάξης, δηλαδή να θέτεις στον εαυτό σου το πρόβλημα της μη αποδοχής των υποκειμένων έτσι όπως είναι, όπως δίνονται δηλαδή στην καπιταλιστική ιεραρχία, αλλά προοδευτικά να τα μετατρέπεις, να τα ανατρέπεις, να τα υπονομεύεις. Δημιουργώντας ένα υποκείμενο που δεν υπάρχει ακόμη, που δεν μπορεί παρά να είναι ενάντιο σε αυτό που είμαστε σήμερα. Ο Donato το εξηγεί με ακρίβεια: «Δεν μας ενδιέφερε ποτέ να ακολουθήσουμε τις χιλιάδες αυτονομίες, γυναίκες, σπουδαστές κλπ. όπως δεν μας ενδιαφέρει να οργανώσουμε έναν τομέα μετά τον άλλο, πιστεύουμε ότι η μόνη δυνατότητα να ζήσουμε τον κομμουνισμό στην καθημερινή ζωή είναι η ανασυνθετική δύναμη του προγράμματος που μπορεί μόνο να ενοποιήσει τα χίλια κοινωνικά στρώματα επάνω στις κοινές ανάγκες και πρακτικές ».Συνεπώς, μπορεί να καταλήξει υποστηρίζοντας ότι «η Αυτονομία δεν ήταν ποτέ ένας άκαμπτος και κλειστός οργανωτικός χώρος, αλλά μάλλον μια μέθοδος που επιτρέπει να διασχίσουμε με την ταξική σύγκρουση τις αντιφάσεις που φέρνει μαζί της η ανάπτυξη του κεφαλαίου καθημερινά”.

Το εύρωστο τελικό προσάρτημα του βιβλίου είναι πολύτιμο, διότι επιτρέπει την άμεση σύγκριση με κείμενα, έγγραφα και φυλλάδια που παράγονται στην εξαιρετική εμπειρία που αναλύει το βιβλίο. Εδώ, όπως και στον υπόλοιπο τόμο, μπορούμε να βρούμε τη θεμελιώδη διαφορά σε σχέση με τις ανακατασκευές της δεκαετίας του 1970 που έγιναν από τους αγωνιστές των μαχόμενων σχηματισμών, στους οποίους η εργατική και προλεταριακή υποκειμενικότητα τείνει να εξαφανίζεται, ή να γίνεται ένα ιδεολογικό φετίχ του οποίου τα νήματα τραβιούνται από τον ηρωισμό διαχωρισμένων πρωτοποριών. Προσοχή, το θέμα δεν είναι καθόλου το ζήτημα των όπλων ή της χρήσης της δύναμης (ο Donato υπενθυμίζει ότι «μεταξύ του 1976 και του 1980 περισσότερες από πεντακόσιες πράξεις «προσεγμένης χρήσης της δύναμης» καταγράφονται στο Βένετο»). Το θέμα είναι ότι, σε μια πλήρη ανατροπή των πρακτικών των Μαρξ και Λένιν, στον μαρξισμό-λενινισμό των παράνομων οργανώσεων ο ένοπλος αγώνας γίνεται η στρατηγική. Για τους αυτόνομους από την άλλη πλευρά, η χρήση της δύναμης, η οποία χαμηλώνει στο επίπεδο της μαζικής παρανομίας, είναι πάντα ένα εργαλείο για την κατασκευή και την άσκηση της αντιεξουσίας. Ο εργατισμός ενσωματώνεται εδώ στις συμπεριφορές του κοινωνικού εργάτη: η τακτική στο κόμμα, η στρατηγική στην τάξη. Η αυτονομία είναι πραγματικά, σε αυτές τις σελίδες και σε αυτήν την ιστορία, η οργάνωση που αντικατοπτρίζει στον δικό της αυθορμητισμό, και ο αυθορμητισμός που αντανακλά στην οργάνωσή του.

Τέλος, πρέπει να ειπωθεί ότι εκείνη η εμπειρία δεν υπήρξε χωρίς όρια, δίχως τα οποία δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε εκείνη που μπορούμε να αποκαλέσουμε – με δύο προειδοποιήσεις – μια ήττα. Πρώτη προειδοποίηση: είναι κουραστικό να πιστεύουμε ότι τα πολιτικά σχέδια απλά ηττώνται με την καταστολή, όπως δυστυχώς συνηθίζεται να γίνεται στις ανοικοδομήσεις της πολιτικής αυτοδικαιολόγησης. Δεύτερη προειδοποίηση: ήττα σημαίνει πάντα, για τους αγωνιστές και γι αυτούς -όπως και ο Donato- που δεν έχουν περιορίσει την στράτευση σε μια νεανική φάση της ζωής τους, να κάνουν θησαυρό των ορίων στις μεμονωμένες μάχες για να επανενταχθούν μέσα στον πόλεμο. Η ήττα είναι μια τόσο σημαντική κληρονομιά που αποτελείται από τον πλούτο, τις προωθήσεις, τις μερικές νίκες. Για να μπορέσω να επιβεβαιώσω μαζί με τον Donato, χωρίς τις φαντασιώσεις του ουτοπικού και με την ήρεμη αδιαλλαξία του αγωνιστή: «Θα νικήσουμε».

 

http://commonware.org/index.php/gallery/877-quando-l-operaio-sociale-si-e-fatto-carne