σκόρπιες σκέψεις...

Είναι αδυσώπητη η ζωή

received_684249485117857 (1)

είναι αδυσώπητη η ζωή

μιας σκληρότητας απίστευτης,

είναι ταυτόχρονα πανέμορφη

αέναη κίνηση υπέροχη

φθάνει το μάθημα να λάβεις,

εκεί που δίνει τα χαστούκια

εκεί χαρίζει τα φιλιά,

και αγκαλιές,

μοιράζει χάδια

και ταυτόχρονα

τρίζει τα δόντια

κι αν κάνεις πως ξεθαρρεύεις

πρόσεχε

έρχεται καταιγίδα.

DSC00013

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Crowdfunding • μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει

Stampa

 

382

 

Crowdfunding • μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει

MA CHI HA DETTO CHE NON C’È – 1977 το έτος του big bang
το καινούργιο βιβλίο του  Gianfranco Manfredi που βγαίνει στα βιβλιοπωλεία τον σεπτέμβρη του 2017

Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει ένα τραγούδι αγάπης που κλείνει μέσα του πολλές αντιθέσεις και ουτοπίες , αλλά δεν πρόκειται μονάχα για επιθυμία για κάτι που ίσως μια μέρα θα υπάρξει και που εμείς δεν θα δούμε ποτέ.
Εδώ, τώρα, αυτό που υπάρχει άρπαξε το όλο.
Αυτό το τραγούδι υπήρξε ίσως το πιο σημαντικό του ιταλικού 1977, σίγουρα εκείνο που καλύτερα απ’ όλα μίλησε για τις ορμητικές αγάπες , το μεγαλείο και την αγριότητα εκείνων των 12 μηνών. Ένα αληθινό ένα πραγματικό υπαρξιακό και ποιητικό μανιφέστο επάνω σε μια περίοδο γεμάτη-φορτωμένη σημασίες τις οποίες ο  συγγραφέας έζησε σαν πρωταγωνιστής και που, με μαεστρία, είχε τον τρόπο, μπόρεσε να συνοψίσει σε ένα τραγούδι.
Mα ποιος είπε πως δεν υπάρχει είναι επίσης ένα βιβλίο επάνω στο 1977, μια σειρά λογοτεχνικών τοιχογραφιών για να κατανοήσουμε και να βυθιστούμε μέσα στους λόγους και τις αιτίες ενός κινήματος πολύπλοκου και οραματιστικού, γεμάτου δημιουργικότητα, αρνήσεις και ριζοσπαστικές συγκρούσεις.
Ένα big bang, μια ανεπίλυτη επανάσταση που έχει μέσα της τα κλειδιά του μέλλοντος μας.
Το εξώφυλλο πραγματοποιήθηκε από τον Elfo.
Για μια πραγματικότητα όπως η Agenzia X το να έχει στον κατάλογο ένα βιβλίο γραμμένο από έναν από τους πιο αποτελεσματικούς σύγχρονους αφηγητές είναι ένα σημαντικό βήμα, μα επίσης και μια δύσκολη οικονομική και ποιοτική δέσμευση.

Η ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ
Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει – 1977 το έτος του big bang, σε αντίθεση με πολλές άλλες δημοσιεύσεις για το ίδιο θέμα, μας επιστρέφει τα χιλιάδες αλληλοσυνδεδεμένα σχέδια φαντασίας, εξέγερσης και συγκεκριμένων πρακτικών. Πρόκειται για ένα βιβλίο  500 σελίδων, μια σημαντική οικονομική δέσμευση για μια μικρή συντακτική πραγματικότητα όπως η Agenzia X.
Agenzia X e Gianfranco Manfredi  vi chiedono di acquistare in anteprima il libro che uscirà ai primi di ottobre 2017, oppure di sostenere questo progetto attraverso le 5 proposte di sovvenzionamento che troverete su:
http://sostieni.link/15139http://sostieni.link/15139

Παρακάτω θα βρείτε ένα αφηγηματικό κείμενο που θα γράψω σε επεισόδια για την υποστήριξη της εκστρατείας προ-πωλήσεων του νέου βιβλίου του Gianfranco Manfredi που θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο.Με αυτά τα επεισόδια που θα δημοσιεύσω σε απόσταση λίγων ημερών μεταξύ τους είναι πρόθεσή μου να εξηγήσω και τους λόγους για τους οποίους το 1977 έχει ακόμα πολλά να πει σήμερα.

Πρώτο επεισόδιο
Το 1977 ήμουν 15 χρονών και δεν καταλάβαινα τίποτα από αυτά που συνέβαιναν γύρω μου. Πήγαινα στο δεύτερο έτος ενός τεχνικού ινστιτούτου της περιφέρειας όπου βασίλευε το καθεστώς του πολιτικού έξι [ αυτό σημαίνει πως όλοι οι μαθητές είχαν εγγυημένο βαθμό στο απολυτήριο τους το έξι], υπήρχαν πικετοφορίες για να εμποδίσουν την είσοδο σε αυτούς που δεν έπαιρναν μέρος στις πορείες, καταλήψεις και την αυτοδιαχείριση των μαθημάτων. Το αμφιθέατρο ήταν ένας μαγευτικός τόπος πυρακτωμένων συνελεύσεων και διονυσιακών νυχτεριών ανάμεσα σε υπνόσακους, κιθάρες και τα πρώτα κασετόφωνα. Ήταν εκεί που έμαθα να κάνω σεξ και κάπνισα τον πρώτο μπάφο. Ήταν εκεί που άκουσα, για εκατοντάδες φορές μαζί με μια αγέλη άγριων παιδιών , “Ma chi ha detto che non c’è”, το τραγούδι του Gianfranco Manfredi.

Δεύτερο επεισόδιο
Mα τι ήταν; Ένα τραγούδι αγάπης; Αναρωτιόμουν την ώρα που μια φίλη μου πρότεινε μια γρήγορη στην κατειλημμένη αίθουσα καθηγητών, όπου υπήρχε ένα υπέροχο ντιβάνι. “Sta nel fondo dei tuoi occhi, sulla punta delle labbra – βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου, στην άκρη των χειλιών”, τραγουδούσε ο Manfredi και για μας η σημασία ήταν ακόμη ένα μυστήριο. Για να το καταλάβουμε καλύτερα είχαμε κουβαλήσει μαζί μας το μαγνητόφωνο για να ακούσουμε ξανά εκείνο το πέρασμα ακόμη μια φορά και φυσικά ένα μικρό μπάφο για να διευρύνουμε τους ορίζοντες. Μέχρι τη φράση “nel profondo del tuo ventre – βαθιά μέσα σου” ήταν στιγμές τέλειες ανάμεσα σε μένα και αυτήν, μα σε εκείνο το σημείο, δεν μπορούσαμε  “να περιμένουμε το πρωί”. Έπρεπε να επιστρέψουμε το το συντομότερο στην φασαρία του αμφιθεάτρου. Η δράση μας καλούσε. Ένας σύντροφος του πέμπτου έτους που το έπαιζε μαοϊκός ούρλιαζε στο μικρόφωνο πως για να κάνουμε την επανάσταση χρειάζονταν οργάνωση, δημαγωγία και επίθεση. “Il sogno realizzato – το πραγματοποιημένο όνειρο” γίνονταν με  “il mitra lucidato – το γυαλισμένο πολυβόλο”; Έψαχνα εξηγήσεις σε εκείνο το κείμενο, αλλά όσο περισσότερο  προσπαθούσα να το αποκρυπτογραφήσω τόσο περισσότερο μπερδευόμουν. Τι ήθελε να πει “nella gioia e nella rabbia – στη χαρά και στο θυμό” και πάνω απ’ όλα, ποιο ήταν το “gabbia da distruggere – το κλουβί που έπρεπε να καταστραφεί”;

Τρίτο επεισόδιο
“Nella morte della scuola – στο θάνατο του σχολείου” ήταν μια έννοια που καταλάβαινα πολύ καλά. Βρισκόμουν σε ένα τεχνικό ινστιτούτο με το 99 τοις εκατό αρσενικούς, για να συναντήσουμε καμιά γυναίκα έπρεπε οπωσδήποτε να κάνουμε κατάληψη, έτσι έφταναν εκείνες της εμπορικής ή ακόμη και εκείνες από τα λύκεια. Τα μαθήματα και οι καθηγητές ήταν να πούμε το λιγότερο βαρετό από όλα τα υπόλοιπα. Το σχολείο ήταν μόνο για να σκοτώσει. “Nel rifiuto del lavoro – Στην άρνηση της εργασίας” αντιθέτως ήταν για μένα μια φράση ακατανόητη. Οι μοναδικοί άνεργοι που γνώριζα δεν περνούσαν και πολύ καλά, αντιθέτως. Ίσως ο Manfredi αναφέρονταν σε μια ζωή ελεύθερη από το χρήμα όπου όλοι περνούσαν καλά, ήταν χαρούμενοι; λοιπόν… θα ήταν πολύ όμορφο. εάν προσπαθούσα να ζητήσω τα φώτα από εκείνους της πέμπτης άκουγα αντιφατικές εκδοχές μεταξύ λενινιστών, fioruccini και σταλινιστών που τότε ήταν σαν μπάντες του δρόμου όπως στην ταινία  West Side Story. Τότε ποιος θα μπορούσε ποτέ να φτιάχνει ρούχα, να φτιάχνει αυτοκίνητα και πλυντήρια εάν “la fabbrica è deserta – το εργοστάσιο είναι έρημο”? Βρισκόμασταν στον κόσμο των ονείρων, δίχως καμιά αμφιβολία. Μετά άντε να πεις στον πατέρα μου πως θα ήθελες να ζεις σε  “ένα σπίτι δίχως πόρτες – una casa senza porte”.

http://www.infoaut.org/culture/crowdfunding-ma-chi-ha-detto-che-non-c-e

ιστορία, storia

Ιταλικά Cayenne ( από που προέρχεται η βία της Γένοβα 2001 )

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

στη χώρα του ποτέ…ή ..16

Αέναη κίνηση

Πρόλογος του Bifo στο βιβλίο “Vogliamo tutto”, ‘τα θέλουμε όλα’

στις 01 Noεμβρίου 2013.

του FRANCO BIFO BERARDI

Όπως λέει ο Aldo Nove, ο Balestrini μπορεί να θεωρηθεί ο μοναδικός επικός ποιητής του δεύτερου ιταλικού Χίλια Εννιακόσια. Mια επική λιγάκι χορευτική και χοροπηδηχτή, όπως ο κόσμος που θέλει να τραγουδήσει.

Στη συγγραφή της ιταλικής μεταπολεμικής περιόδου, και όχι μόνο της ιταλικής, διασταυρώνονται δύο τάσεις, δύο προθέσεις, δύο προοπτικές. Μια περιεχομένου και μια μορφής, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτή την απλούστευση. Αυτό που βρίσκεται στην καρδιά της ιστορικής σκηνής δεν είναι πλέον ο λαός, αλλά οι τάξεις σε αναταραχή, τα κινήματα που σχηματίζονται στη συνείδηση και στους δρόμους. Και για να κρατήσει το ρυθμό της βιομηχανικής πόλης, το συγκεκριμένο έργο όσον αφορά την γλώσσα πιέζει προς νέους πειραματισμούς.

Αλλά στην μεταπολεμική ιταλική λογοτεχνία αυτά τα δύο ερευνητικά επίπεδα έχουν παραμείνει σε μεγάλο βαθμό ξεχωριστά. Μόνο ο Balestrini νομίζω κατάφερε να συμφιλιώσει…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.088 επιπλέον λέξεις

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 22 – χρονικό του Κινήματος ’77

FALCE E SPINELLO NUOVO ORDINE AL CERVELLO                                       XXIX                       ΔΡΕΠΑΝΙ ΚΑΙ ΜΠΑΦΟΣ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ

5. Να αποδοθεί ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο πρασίνου για κάθε κάτοικο. 6. Απελευθέρωση όλων των ζώων που βρίσκονται φυλακισμένα σε κλουβιά ή σε σπίτια. 7. Αναγνώριση σε όλα τα ζώα που βρίσκονται σε καθεστώς αιχμαλωσίας του δικαιώματος να επιστρέψουν στις χώρες καταγωγής τους.
8. Κατεδάφιση του Βωμού της Πατρίδας και αποκατάσταση-απόδοση της περιοχής στις αυθόρμητες μορφές βλάστησης και στα ζωντανά που θα επιστρέψουν να ζήσουν εκεί. Προτείνουμε μια λιμνούλα με κύκνους και πάπιες. 9. Εναλλακτική χρήση των αεροπλάνων Hercules C 110 που αποκτήθηκαν από την στρατιωτική αεροπορία από την εταιρεία Lockheed για δωρεάν μεταφορικές υπηρεσίες προς τους νέους για να μεταβούν στο
Machu Picchu, Μάτσου Πίτσου, με ευκαιρία την γιορτή του ήλιου” (βρίσκεται στο AA.VV., Radici di una rivoltaΡίζες μιας εξέγερσης,
Milano, Feltrinelli, 1977; σελ. 146).

ΣάβΒατο 26 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Enrico Berlinguer, Γράμματα στους αιρετικούς – Lettere agli eretici, Torino, Einaudi, 1977
Δημοσιεύεται ένα συγκλονιστικό πλαστό έντυπο με το όνομα του γ.γ. του ΚΚΙ Enrico Berlinguer και γραφικά πανομοιότυπο με την συλλογή από τον εκδοτικό οίκο einaudi »Νέο Πολυτεχνείο» – “Nuovo
Politecnico”: Lettere agli eretici. Γράμματα στους αιρετικούς. Ο συγγραφέας ονομάζεται στην πραγματικότητα Pierfranco Ghisleni και το βιβλίο βγαίνει σε επιμέλεια της καταστασιακής μιλανέζικης ομάδας. Μέσα από μια εναλλακτική διανομή πολλά αντίγραφα προστίθενται κρυφά  (συνεπώς δωρεάν) στις παραγγελίες,
ούτως ώστε το βιβλίο λαμβάνεται και παρατίθεται με τις τελευταίες ειδήσεις και νεώτερα σε πολλά βιβλιοπωλεία. Ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα το βιβλίο κατάσχεται και απομακρύνεται από την κυκλοφορία: Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε οκτώ επιστολές οι οποίες από τον Berlinguer απευθύνονται στις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής αριστεράς. Της πρώτης αποδέκτης είναι η ηγετική φυσιογνωμία των ριζοσπαστών Marco Pannella «Επιστολή I. Στην οποίαν περιγράφεται μια μεταρρύθμιση του κοινωνικού θεάματος, γίνεται επίπληξη στην παραδοσιακή προσφυγή στις σκληρές μεθόδους και υποστηρίζεται πως η λαϊκή δυσαρέσκεια είναι πιο χρήσιμη παρά επιβλαβής στις κυβερνήσεις»: “…ο σοσιαλισμός που εμείς προτείνουμε δεν προβλέπει ανθρώπους εθρικούς ούτε απαθείς, αλλά πολίτες που συμμετέχουν δημοκρατικά στην πολιτική ζωή, ρίχνοντας στο πιάτο κάθε καθημερινή δυσαρέσκεια (pp. 14-15). Η δεύτερη επιστολή απευθύνεται στον Goffredo Fofi ,
κινηματογραφικό κριτικό και μεταξύ των ιδρυτών και συνεργατών του περιοδικού «Ombre Rosse, Κόκκινες Σκιές»: «Επιστολή II. Στην οποίαν ο γράφων αναρωτιέται εάν τα πάθη είναι συμβατά με τον σχεδιασμό της ανάπτυξης, δίνει αρνητική απάντηση και προσκαλεί τους πολιτιστικούς φορείς να απεικονίσουν τη ζωή σε κάθε έκφανση της, σε κάθε εκδήλωση της»: “Ο καιρός των αναθεμάτων των καταγγελιών και της λογοκρισίας έχει πλέον παρέλθει.
Τώρα εμείς είμαστε για την ελευθερία της κουλτούρας σε όλα τα επίπεδα, σε όλους τους χώρους. Πως δεν έχετε ακόμη καταλάβει πως όλο αυτό που η κουλτούρα αγγίζει, σαν μια τεράστια Φιλοσοφική Λίθος, μετατρέπεται σε ανία και ασημαντότητα; (…) Πρέπει λοιπόν να προσφέρουμε ένα μαζικό σχολείο ζωντανό και αξιόπιστο έτσι ώστε να καθίστανται οι μαθητές απολύτως ακίνδυνοι, να μετατρέψουμε τις βιβλιοθήκες σε υπεραγορές, να δώσουμε ώθηση στους πολιτιστικούς κύκλους, στα ερευνητικά κέντρα, στους εκδοτικούς οίκους, ευνοώντας τις λεγόμενες εναλλακτικές κουλτούρες, επαναστατικές, avant-garde-πρωτοποριακές, τις λαϊκές αναβιώσεις και, στη συνέχεια, την πολιτιστική σύγκρουση μεταξύ των αντίθετων φατριών-παρατάξεων, ναι, έτσι ώστε να αποτραπεί, φυσικά, εκείνη η πραγματική. (…) Γι αυτό είναι απαραίτητο διανοούμενοι του δικού σας βεληνεκούς να συνεχίσουν να παράγουν πολιτισμό σε μορφές πάντοτε καινούργιες, δεν έχει σημασία ποιες θα είναι. Αλίμονο εάν θα έπρεπε να εξαφανιστείτε ή να σιωπήσετε !” (σελ.
25-27). Η τρίτη επιστολή απευθύνεται στην φεμινίστρια και ριζοσπαστική Adele Faccio: «Επιστολή III. Ο γράφων εξηγεί γιατί ο φεμινισμός πρέπει να είναι θετικός κι αφηρημένος και ελπίζει πως η εξάλειψη, ο αφανισμός του λεγόμενου εραστή δεν θα αφήσει πίσω του οποιεσδήποτε ενοχές’»: “Πέστε με τα μούτρα στη δουλειά συντρόφισσες! Η εργασία μόλις άρχισε και έχουμε ακόμη πολλά να κάνουμε για την πνευματική και ηθική επανεκπαίδευση των μαζών, ιδιαίτερα των αρσενικών. Είναι καθολικά γνωστό πως σε συγκεκριμένους κύκλους μιλούν ακόμη περί «κώλου» και, εκείνο που είναι χειρότερο, με αισθαντική αυταρέσκεια, μερικές φορές ακόμα και συσχετίζοντας το με την δράση του «τσιμπήματος» – αλλού συνηθίζουν να συκοφαντούν τον γυναικείο αυνανισμό περιγράφοντας τον με την λέξη, αηδιαστική αν υπάρχει μια, «ditalino, δαχτυλάκι» – στην διάρκεια μιας βαρετής κοινοβουλευτικής συνεδρίας μου έλαχε να τα βάλω με ένα συνάδελφο, να του γκρινιάξω, συνάδελφο όχι πλέον νέο στην ηλικία, ο οποίος για να εκδηλώσει την εκτίμηση του ως προς τις ποιότητες, σίγουρα όχι πνευματικές, μιας νεοβουλευτίνας έκανε χρήση της έκφρασης
«tocco di figa, άγγιγμα από μουνί, μουνάρα θα λέγαμε». Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να συνεχίσουν. Είναι καθήκον σας να εντοπίσετε και να στιγματίσετε το ανήθικο, το ύπουλο, την απειλή που μπορεί να κρύβεται σε κάθε συζήτηση, σε κάθε λέξη (…). Πράγματι, ή θα καταφέρετε να πραγματοποιήσετε την αποστείρωση της γλώσσας αλλιώς είστε καταδικασμένες σύντομα να εξαφανιστείτε σαν κίνημα και να απορροφηθείτε ξανά μέσα στο σύστημα αρσενικών αξιών (σελ. 39-40). “Πώς θα μπορούσαμε να κερδίσουμε ξανά τη συνηθισμένη μας μερίδα σε μουνί υγρό αν οι γυναίκες, από βίτσιο καθαρό, είχαν ξαφνικά την απαίτηση να απαχθούν από τους Σαρακηνούς, να ευθυμήσουν στη γη των παιχνιδιών ή άλλα παρόμοια καπρίτσια; Θα ήταν το τέλος του δημοκρατικού κριού ο οποίος μέχρι στιγμής πορεύτηκε με την μαζοχιστική πέψη ψημένων τροφών και βαρετών γυναικείων ζητημάτων. (…) Αν λειτουργήσετε όπως έχετε δείξει ότι γνωρίζετε τελικά θα έρθουμε σε μια κοινωνία εντελώς αδρανή από την οποίαν οι βρωμιές και οι περιπέτειες θα απαγορευτούν δια παντός. Ίσως με αυτό τον τρόπο η χαρά της ζωής θα έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, ίσως να δημιουργούνταν έτσι στερήσεις και βάσαν, ωστόσο αυτό θα γίνει προς όφελος της ανθρώπινης εξημέρωσης, που είναι αυτό, κι όχι εκείνη η ευχαρίστηση, ο σκοπός της πολιτικής δραστηριότητας, είτε είναι παραδοσιακή είτε φεμινιστική” (σελ. 41-42). Η τέταρτη επιστολή απευθύνεται στον Angelo Pezzana, ιδρυτή του FUORI,  Fronte Unitario Omosessuale Rivoluzionario Italiano: «Επιστολή IV. Στην οποία ο συγγραφέας περιπλανιέται γύρω από την ομορφιά των σωμάτων και έρχεται να θέσει το ερώτημα: τι συνέβη, που εξαφανίστηκαν τα μουνιά;»: “Αλίμονο αν η σεξουαλική διαφορετικότητα ήταν ένα σημείο εκκίνησης!

IL MIGLIOR MODO DI FARE E’ DISFARE                                                                                           Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΝΑ ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ ΕΙΝΑΙ  ΝΑ ΧΑΛΑΣ

LAVORO ZERO REDDITO INTERO TUTTA LA PRODUZIONE ALL’AUTOMAZIONΕ                     ΜΗΔΕΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ΠΛΗΡΕΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΟΛΗ Η ΠΑΡΑΓΩΓΉ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ

ENRICO E GIULIO UNITI NELLA LOTTA                                                            XXX                         Ο ΕΝΡΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΤΖΟΥΛΙΟ ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ

Αυτή αντιθέτως θα έπρεπε να είναι μια ατελής κατάσταση που φτάνει στην πληρότητα της μοναχά όταν το άτομο ξέρει να την κατακτά, μόνο τότε επιτυγχάνεται, μετά από έναν σκληρό αγώνα. Ένας φίλος μου ανέφερε ένα από τα συνθήματα σας παιχνιδιάρικο και προκλητικό, που ηχεί κάπως έτσι: «Σκληρός αγώνας ενάντια στη φύση – Lotta dura, contro natura».
Λοιπόν, πρέπει να το πάρετε στα σοβαρά, πρέπει να αγωνιστείτε κι ακόμη περισσότερο να κάνετε ν’ αγωνιστούν για να χτίσετε μια δική σας αξιοπρεπή διαφορετικότητα στην κοινωνία, οι κύκλοι σας, οι εκδόσεις σας, οι ομάδες σας να είναι οι τόποι όπου η αποκλίνουσα συμπεριφορά κερδίζεται!” (σελ. 50). Η πέμπτη επιστολή απευθύνεται στον Renato Curcio, που δεν αναφέρεται άμεσα αλλά υποδεικνύεται με το γράμμα X:
«Επιστολή V. Όπου ο γράφων, δείχνοντας κατοχή νομικών γνώσεων όχι κοινή,
καταδεικνύει πως το δίκαιο εντυπώνεται-ενσταλάζεται στο λαό»: “Η φυλακή πρέπει να υπενθυμίζει σε όλους πως η απόδραση από την ελεύθερη κοινωνία του κεφαλαίου δεν είναι δυνατή και πρέπει να εμποδίζει την δημιουργία όχι πλέον εγκληματιών, παραβατών του νόμου, αλλά αντιθέτως , να δημιουργεί λιποτάκτες, αποστάτες από τις κοινωνικές σχέσεις, φυγάδες πολιτικής και ατομικής δέσμευσης, απόντες της δημοκρατικής συμμετοχής, ελλείποντες, νεκροζώντανους, άλλους που είναι δύσκολο να τους εντοπίσεις. Αυτή πρέπει να είναι η λειτουργία της φυλακής σε περίοδο μετάβασης, και όταν η λειτουργία της θα έχει απαλλαχθεί και όλοι θα έχουν καταλάβει πως η φυγή απ’ το κεφάλαιο είναι αδύνατη, τότε αυτή δεν θα είναι πλέον απαραίτητη (σελ. 63). Η έκτη επιστολή απευθύνεται στονAndrea Valcarenghi, διευθυντή του περιοδικού «Re Nudo»: «Επιστολή VI. Όπου φαίνεται πλέον πως η φιγούρα του τοξικομανούς επιτέλους γελοιοποιείται»: “Η τοξίκωση, αγαπητέ φίλε, προσφέρει μια βίαιη επίδειξη, έχει τους νεκρούς της, τους ανάπηρους, τους δεσμοφύλακες της, τους δικαστές της, και ο λαουτζίκος, όπως είναι γνωστό, έχει ανάγκη, να παθιαστεί, χρειάζεται πάθος, ακριβώς. Επιπλέον – και αυτό είναι ο πραγματικός νεωτερισμός της παράστασης του ναρκωτικού, που την εξισώνει, λόγω μεγέθους, με το θρησκευτικό τελετουργικό – η σκηνική παρουσία του ναρκομανούς περιλαμβάνει όχι μόνο τον αφελή παρατηρητή, αλλά εξίσου τον αποτελειωμένο φουκαρά, τον ναρκομανή ακριβώς, ο οποίος προσφέρεται στα μάτια ενός νοσηρού κοινού
(σελ. 68). “Και αν στη συνέχεια στον εξαρτημένο πάρει το δρόμο της κάποια αχτίδα διαύγειας, με αποτέλεσμα την οδυνηρή αίσθηση αδυναμίας, ακαταλληλότητας, νωθρότητας, είναι πάντα σε θέση να αδειάσει το βαρέλι με τις defaillances του, τις αποτυχίες, τις βλάβες του επάνω σε ένα στοιχείο έξω από αυτόν: τα ναρκωτικά ως πληγή μιας κοινωνίας που δεν ήταν σε θέση, δεν μπόρεσε να τον καταλάβει. Στη συνέχεια, μπορεί να περιμένει με εμπιστοσύνη η κοινωνία (κατά την άποψή του, ο πραγματικός ένοχος) να αναγεννηθεί, να πλασθεί προς χρήση και κατανάλωση των δυστυχιών του. Και αυτή επίσης η όμορφη ψευδαίσθηση δεν επιτρέπεται στους απλούς πολίτες (σελ. 70-71). Το έβδομο γράμμα απευθύνεται στον Toni
Negri, θεωρητικό της Autonomia Operaia: «Επιστολή VII. Στην οποίαν ο αποστολέας εμπιστεύεται μια αποστολής εμπιστοσύνης»: “Ο σύγχρονος επαναστάτης, εκ των υστέρων, είναι αυτός που θέλει κάτι δωρεάν: αυτή είναι η εμμονή του και κάθε συμπεριφορά του έχει ως στόχο την απόκτηση αγαθών και υπηρεσιών χωρίς να πληρώνει το τίμημα της εργάσιμης ημέρας, αλλά καταφεύγοντας σε λεηλασία(σελ. 82-83). “Εγώ, αγαπητέ Antonio, με προχωρημένα πλέον τα χρόνια στις πλάτες μου και απομονωμένος σε γραφειοκρατικές πρακτικές της γραμματείας ενός κόμματος πάντα στα όρια της σκλήρωσης όταν δεν διεγείρομαι από τους ανέμους της κοινωνικής ανατροπής και ανταρσίας, σίγουρα δεν μπορώ να σας υποστηρίξω ανοιχτά αλλά, με τριάντα χρόνια λιγότερα στους ώμους μου, θα ήμουν σίγουρα στο πλευρό σας, αν όχι να τα κάνουμε μαντάρα στις πλατείες, όμως τουλάχιστον να δίνω την πνευματική συμβολή μου στην κοινωνικοποίηση εκείνων των μαζικών επιθυμιών που εσείς θέλετε να ικανοποιήσετε. (σελ. 85). Το όγδοο γράμμα έχει σαν αποδέκτες τους Ινδιάνους Μητροπολιτάνους: «Επιστολή VIII. Όπου υπάρχει η ελπίδα της υποβάθμισης, της αποδόμησης του περιβάλλοντος, με την προϋπόθεση αυτό να γίνει σε μια προγραμματισμένη μορφή»: “H φειδώ κάνει καλό στην υγεία και το σχετικό πρόγραμμα, που ονομάζεται λιτότητα, austerity, είναι ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Μου φαίνεται πως αξίζει να σημειωθεί ότι η εξοικονόμηση έχει χαιρετιστεί με ενθουσιασμό από τους νέους επαναστάτες.
Να μην ξεγελαστούμε από τις ηχηρές διακηρύξεις ενάντια στις θυσίες που κάποιες ομαδούλες δρομολόγησαν, πρόκειται για μια απόρριψη σε επίπεδο πνευματικό, δηλαδή στα λόγια. Ας κοιτάξουμε αντιθέτως τις συνήθειες των νεαρών περιθωριοποιημένων, των φοιτητών, των φεμινιστριών, των στρατευμένων αγωνιστών, των»γουρουνιών με τα φτερά»για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση της στιγμής που γίνεται αντιληπτή από όλους: μαγειρεμένα φαγητά, κατεψυγμένα, πρόχειρα ρούχα, καλύβες, κουζίνα μακροβιοτική, να το δείγμα των επαιτειών της πιο ζητιάνας απ’ όλες τις τάξεις, της ζητιάνας τάξης που είναι και διανοητικά ζητιάνα επειδή τολμά να δικαιολογεί με διάφορες προφάσεις την πρακτική φειδώ στην οποίαν κρατείται (σελ. 87-88).
Το πλαστό θεωρητικοποιήθηκε από τον Franco Berardi στο νούμερο του Φεβρουαρίου 1977 του περιοδικού
«A/traverso» με το άρθρο: «Informazioni false che producano eventi veri- Ψεύτικες πληροφορίες που παράγουν αληθινά γεγονότα  »:
»Τώρα πάμε παραπέρα. Δεν αρκεί να καταγγέλλουμε το ψεύδος της εξουσίας, πρέπει να καταγγείλουμε και να σπάσουμε την πραγματική εξουσία. Όταν η εξουσία λέει την αλήθεια και ισχυρίζεται ότι είναι Φυσική, θα πρέπει να καταγγείλουμε το μέγεθος της απανθρωπιάς και του παραλογισμού που είναι η τάξη της πραγματικότητας την οποίαν η τάξη του λόγου [ο λόγος της τάξης) αναπαράγει και αντανακλά: ενοποιεί.

LA BORGHESIA È DENTRO DI NOI: DISTRUGGIAMOLA                                                                 Η ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ: ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΟΥΜΕ

E’ ORA E’ ORA / MISERIA A CHI LAVORA                                                                                            ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ / ΦΤΩΧΕΙΑ Σ’ ΟΠΟΙΟΝ ΔΟΥΛΕΥΕΙ

ANDREOTTI E’ ROSSO, FANFANI LO SARA’                                                  XXXI                            Ο ΑΝΤΡΕΟΤΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΟΚΚΙΝΟΣ, ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΚΙ Ο ΦΑΝΦΑΝΙ

Να φέρουμε στο φως, να ξεσκεπάσουμε
το παραλήρημα της εξουσίας. Αλλά
όχι μόνο. Χρειάζεται να πάρουμε
τη θέση (να αυτοεπικυρωθούμε)
της εξουσίας, να μιλήσουμε
με την φωνή της. Να διασπείρουμε σημάδια
με την φωνή και τον τόνο
της εξουσίας. Μα ψεύτικα σημάδια.
Να παραγάγουμε πληροφορίες
ψεύτικες που να δείχνουν εκείνο
που η εξουσία κρύβει, και που
παράγουν εξέγερση ενάντια στη
ισχύ του λόγου της τάξης.
Να αναπαραγάγουμε το μαγικό παιχνίδι της παραποιημένης Αλήθειας για να πούμε με τη γλώσσα των μέσων μαζικής ενημέρωσης αυτά που θέλουν να αποφύγουν. Να αναπαραγάγουμε το μαγικό παιχνίδι.
Φθάνει μια μικρή απόκλιση
ώστε η εξουσία να προβάλει το
παραλήρημα της: ο Lama λέει στην
εποχή μας πως πρέπει να τουφεκιστούν οι εργάτες που απέχουν απ’ την δουλειά τους. Mα αυτή η αλήθεια της εξουσίας κρύβεται πίσω  από μια  γλωσσική οθόνη. Να την σπάσουμε, να υποχρεώσουμε τον Lama να πει εκείνο που σκέφτεται πραγματικά. Mα η δύναμη της εξουσίας βρίσκεται στο να μιλά με την δύναμη της ισχύος. Μπορούμε να κάνουμε να πουν οι νομαρχίες (παραποιώντας τις αφίσες τους) πως είναι δίκαιο να παίρνουμε δωρεάν το κρέας από τα κρεοπωλεία. Σε αυτό τον δρόμο, πέρα από την αντιπληροφόρηση, πέρα από την Alice, η πραγματικότητα μεταμορφώνει τη γλώσσα. Να στήσουμε στη σκηνή φοβερές πλαστογραφίες. Το « Κέντρο Διάδοσης Αυθαίρετων Ειδήσεων» της Ρώμης ανακοινώνει πως ο Argan συναντήθηκε με τον πάπα Paolo VI  για να φέρουν εις πέρας μια μαοντανταϊστική δράση, και να καταγγείλουν με αυτό τον τρόπο απροκάλυπτα την έννοια του ιστορικού συμβιβασμού
, με μια ηχηρή και εκλεπτυσμένη κίνηση. Σε διάφορες πόλεις οι αφίσες των τοπικών εφημερίδων βγαίνουν με απρόβλεπτες ειδήσεις. Στην Bologna η εφημερίδα «Il Resto del Carlino», εφημερίδα της μπουρζουαζίας, ένα πρωί βγαίνει με τους ακόλουθους τίτλους. «ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΟΙ ΕΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥΣ 4000 ΕΡΓΑΤΕΣ ΤΟ 1976» / «ΤΟ ΚΡΕΑΣ ΑΚΡΙΒΑΙΝΕΙ AGNELLI ΜΕ ΠΟΛΕΝΤΑ – «LA CARNE AUMENTA AGNELLI CON POLENTA» /  «ΕΡΕΥΝΑ: ΤΟ 90% ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ ΜΠΟΛΟΝΙΑ ΣΚΟΥΠΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΩΛΟ ΜΕ ΤΗΝ εφημερίδα IL RESTO DEL CARLINO». Τον ιανουάριο, ένα κύτταρο μαοντανταϊστών διανέμει ένα φυλλάδιο σε μια διαδήλωση οργανωμένη από τους κομουνιστές του PCI και τους ρεπουμπλικάνους του PRI, με τους Amendola και Ugo La Malfa. Το φυλλάδιο φέρει την υπογραφή μιας ένωσης αφεντικών , και εκφράζει όλο τον ενθουσιασμό της μπουρζουαζίας για την γραμμή του PCI. Οι γραφειοκράτες υποδέχονται με ηλίθια ικανοποίηση το φυλλάδιο. Αντιθέτως, χιλιάδες συντρόφων, εργατών, καταφέρνουν να διαβάσουν, μέσα στην ειρωνεία, τον ίδιο το θυμό τους, το ίδιο το μίσος τους. Τον φεβρουάριο, στην Ρώμη, το κίνημα των ινδιάνων μητροπολιτάνων μετατρέπει την ειρωνεία και την εξαπάτηση σε μαζική συμπεριφορά. Όταν
χιλιάδες και χιλιάδες νέων προλετάριων οικειοποιούνται την γλωσσική ανάπτυξη και συμπεριφορά , για την
κοινωνία της αναπαραγωγής και για την γλώσσα του καθρέπτη, της εικόνας, του προτύπου όλα γίνονται ακατανόητα. ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΓΕΛΟΙΟΣ.
Η γλώσσα είναι το σύνολο των γεγονότων του κόσμου. Μερικές φορές, όμως, δεν λογαριάζουμε πως τυχαίνει ενίοτε τα γεγονότα να ξεγλιστρούν και η γλώσσα της εξουσίας να κατακτά την επικύρωση της από την βία που είναι σε θέση να ασκήσει ακινητοποιώντας εντάσεις,επιθυμίες, ανάγκες. Μερικές φορές συμβαίνει η γλώσσα της ελπίδας να βρίσκει τον δρόμο της, και τότε λαμβάνει χώρα μια αλλαγή, μια μετατόπιση όλων των σημαδιών της γλώσσας και αυτά τα σημάδια γίνονται μόνο σινιάλα της βλακείας της εξουσίας. «Ο Lama είναι ένας Trombadori »,
αυτό είναι το πρώτο αποτέλεσμα που το κίνημα απέσπασε στη Ρώμη. Η εξουσία ενωμένη μέσα στην βλακεία της. Nessuno
Lama. Κανείς δεν τον αγαπά. «Σύντροφοι δεν αποδεχόμαστε προβοκάτσιες, Compagni non accettiamo provocazioni ». Αυτά τα λόγια εκτοξεύονται από τους υποτιθέμενους κομουνιστές σε δεκάδες συλλαλητήρια, γίνονται στην Ρώμη η κραυγή μάχης μιας ακούσιας εξέγερσης, κάτι σαν «Avanti popolo alla
riscossa, εμπρός λαέ στην αντεπίθεση». Το έργο έχει αλλάξει, ο Trombadori έρχεται στο πανεπιστήμιο να μεταφέρει το άνοστο γκριζωπό μήνυμα του, νομίζει πως μιλά σε μια συνάντηση κομματική, και σε μια συνέλευση που βρίσκεται σε αναβρασμό μοιάζει ο Buster Keaton στις καλύτερες μέρες του. Με εκτροχιασμένο το μηχανισμό συναίνεσης, η γλώσσα της εξουσίας ανίκανη να σταματήσει στην αιώνια παρανοϊκή αυτο-αναπαραγωγή αναποδογυρίζει επάνω της όλα τα γνωρίσματα με τα οποία συνήθως ομιλεί για να περιθωριοποιήσει τους διαφορετικούς.
Η γλώσσα της ουτοπίας  γίνεται έτσι το μοναδικό ουσιωδώς βιώσιμο. Μισθός σε όλους, με 20 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας. Η εξουσία, αντιθέτως, σε μια κοινωνία με υψηλή τεχνολογική παραγωγικότητα, ανακαλύπτει ξανά την αξία της χειρωνακτικής εργασίας. Mε θρυμματισμένη τη συναίνεση, με σπασμένη την ιεραρχία, η πρόταση αυτή δείχνει να είναι – η ίδια -, η πραγματική ουτοπία, η μη πραγματοποιήσιμη. Να ανοίξουν τις τρύπες και να τις γεμίσουν είναι ένα ηλίθιο τέχνασμα, αλλά είναι το μόνο που η φαντασία παραχωρεί στην εξουσία. Στην αντιστροφή του πλαισίου, μετά, κάθε λέξη αποκτά μια διαφορετική σημειολογική αξία. Σοβαρότητα, αξιοπιστία γίνεται η λέξη κλειδί, το σύνθημα του κινήματος . «Η εργασία ευλογεί, ζήτω ζήτω οι θυσίες» κραυγάζουν οι ινδιάνοι.Η εξουσία τότε εισάγει το αδιέξοδο της ακούσιας αυτοειρωνίας. Κένεντι, Νίξον, Κάρτερ, oi μάσκες της εξουσίας μοιάζουν πλέον οι καρικατούρες τους. Ο Λάμα από την πλευρά του συνέχισε την υπέροχη παράδοση του αναζωογονητικού θεάτρου της D’Origlia Palmi, έφερε το ευαγγελικό μήνυμα του μεταξύ των ομάδων των μητροπολιτικών ινδιάνων συλλέγοντας την επιτυχία που του άξιζε. Η εκδίωξη του Λάμα από το πανεπιστήμιο της Ρώμης , στις 17 φεβρουαρίου 1977, είναι το αριστούργημα της ειρωνείας της μάζας”.

FIORETTI, FIORETTI / PAGHEREMO CARO PAGHEREMO TUTTO / TUTTO IL MOVIMENTO / DEV’ESSERE DISTRUTTO                   ΦΙΟΡΕΤΤΙ  / ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ ΑΚΡΙΒΑ ΟΛΑ ΘΑ ΤΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ / ΟΛΟ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ / ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙ [γονατισμένοι μπροστά στην ομάδα περιφρούρησης του PCI, χτυπώντας τα στήθια τους]

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

 

 

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Χιτζαζ

Μου το έστειλε ο Τονι

«Στο μουσικο στερέωμα υπαρχουν   φιρμες σε αφθονια   που απλα δεν με αγγιζει η δουλεια τους ,  , και  υπαρχουν καποιοι που υπηρετησαν την τεχνη τους για δεκαετιες με αφοσιωση  και σεμνοτητα , που δεν μπορεις να τους κατατάξεις σε αυτό η το άλλο ειδος απλα γιατι γι’αυτους η Μουσικη είναι μια  . Τετοια περιπτωση είναι  ο Αγγελος Χατζηγιαννης ,  συνθετης -στιχουργος ενορχηστρωτης- κιθαριστας  par excellence ,μιας εξαιρετικα ενδιαφέρουσας μπαντας της δεκαετιας του 80′  » το Μαυρο Προβατο » . Ευχομαστε  ότι θα πυκνωσει  τις εμφανισεις  του , μας το χρωστάει… .                 β}   Δεν ξεχναμε ότι την δεκαετια του 80′ ηταν  συχνα  παρων με την μπαντα του σε συναυλιες για  πολιτικους {και όχι μονο} κρατουμενους    .  Avanti Maestro