φιλοσοφία, filosofia

Π. Κονδύλης: Η Ελλάδα ως περίπτωση ενός φθίνοντος έθνους

ARTI news / Ελλάδα / 28.04.19 ]

Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση. Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας. Όπως οι κατώτεροι ζωικοί οργανισμοί, έτσι και οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις μονάχα σ’ ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά· οι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία (κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για τα όσα παρεμφερή μαθαίνει κανείς από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον) ευφραίνουν ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα απασχολούν τα ουσιώδη, αν και συχνά αφανή, μεγέθη της πολιτικής και της οικονομίας.

 Η φυσιογνωμία της σημερινής Ελλάδας

Επίσης ελάχιστοι φαίνεται να ενδιαφέρονται για τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα των διαγραφόμενων οικολογικών στενωπών ή για τις προσεχείς συνέπειες της μετανάστευσης των λαών σε μια χώρα τόσο ευπαθή οικολογικά και τόσο έκθετη γεωγραφικά όσο η Ελλάδα. Όμως η έλλειψη, και μάλιστα η άρνηση, της αυτεπίγνωσης δεν φαίνεται μόνον έμμεσα στη στενότητα της πολιτικής κοσμοεικόνας, από την οποία συνήθως αφορμώνται οι συζητήσεις πάνω στην εθνική πολιτική. Φαίνεται και άμεσα, στον τρόπο διεξαγωγής αυτών των συζητήσεων. Στο επίκεντρό τους βρίσκονται δηλ. περισσότερο ή λιγότερο θεμελιωμένες σκέψεις και γνώμες για το ποιά τροπή θα πάρει αυτή ή εκείνη η συγκεκριμένη εξέλιξη και για το αν αυτή ή εκείνη η ενέργεια ενδείκνυται ή όχι, πράγμα πού συχνότατα οδηγεί στη γνωστή και προσφιλή πολιτικολογία και τραπεζορητορεία. Δεν θίγεται όμως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε πολιτικής προβληματικής: ποια είναι η ταυτότητα και η οντότητα του πολιτικού υποκειμένου, για τις πράξεις, τις παραλείψεις και το μέλλον του οποίου γίνεται λόγος; Πιο συγκεκριμένα: ποια είναι η σημερινή φυσιογνωμία της Ελλάδας και τι προκύπτει απ’ αυτήν ως προς την ικανότητά της να ασκήσει εθνική πολιτική μέσα στις σημερινές πλανητικές συνθήκες; Η εσωτερική αποσύνθεση, την οποία κανείς αφήνει να προχωρήσει όσο δεν φαίνεται ν’ αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο, του στερεί τα απαιτούμενα μέσα και περιθώρια ελιγμών όταν η ανάγκη σφίγγει.

 Τα ηθικολογικά άλλοθι

Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι μόλις εμφανισθεί στο διεθνές προσκήνιο η Ελλάδα (ολόκληρη Ελλάδα!) και υψώσει τη φωνή για τα δίκαιά της, η κοινωνία των εθνών θα αφήσει τις δικές της έγνοιες και θα ενδιαφερθεί για τα ελληνικά αιτήματα, περίπου αποσβολωμένη από την ηθική λάμψη τους. Η προβολή της εξ ορισμού ανώτερης ηθικής διάστασης φαίνεται να απαλλάσσει από τους ταπεινούς μόχθους και τους παραζαλιστικούς λαβυρίνθους της συγκεκριμένης πολιτικής, φαίνεται δηλαδή ότι αρκεί να έχει κανείς το δίκαιο με το μέρος του για να έχει κάνει σχεδόν τα πάντα, όσα εξαρτώνται απ’ αυτόν. Στον υπόλοιπο κόσμο εναπόκειται να αντιληφθεί το ελληνικό δίκαιο και να πράξει ανάλογα. Η ελληνική πλευρά συχνότατα θεώρησε και θεωρεί ως αδιανόητο ότι οι άλλοι μπορούν να έχουν (ειλικρινά ή όχι) διαφορετική αντίληψη για το τι είναι δίκαιο· επίσης δυσκολευόταν και δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τη σκέψη ότι οι άλλοι δεν παίρνουν πάντα τοις μετρητοίς τους ισχυρισμούς της κι ότι χρησιμοποιούν και άλλες πηγές πληροφοριών ή ακούνε και άλλες απόψεις. Εκείνο όμως πού προ παντός αρνείται να κατανοήσει σε μόνιμη βάση η ελληνική πλευρά, καθώς έχει αυτοπαγιδευθεί στις υπεραναπληρώσεις των ηθικολογικών άλλοθι, είναι ότι κάθε ισχυρισμός και κάθε διεκδίκηση μετρούν μόνο τόσο, όσο και η εθνική οντότητα πού στέκει πίσω τους. Όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαιά» του. Ούτε μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα ληφθεί ποτέ σοβαρά υπ’ όψιν μέσα στο διεθνές πολιτικό παιγνίδι, αν δεν έχει κατανοήσει, και αν δεν συμπεριφέρεται έχοντας κατανοήσει, ότι, πίσω και πέρα από τις μη δεσμευτικές διακηρύξεις αρχών ή τις αόριστες φιλοφρονήσεις, τις φιλίες ή τις έχθρες τις δημιουργεί και τις παγιώνει η σύμπτωση ή η απόκλιση των συμφερόντων. Όμως στη βάση αυτή μπορεί να κινηθεί μόνον όποιος έχει την υλική δυνατότητα να προσφέρει τόσα, όσα ζητά ως αντάλλαγμα. Με άλλα λόγια: οι κινήσεις στο πολιτικό-διπλωματικό πεδίο αποδίδουν όχι ανάλογα με το «δίκαιο», το οποίο άλλωστε η κάθε πλευρά ορίζει για λογαριασμό της, αλλά ανάλογα με το ιστορικό και κοινωνικό βάρος των αντίστοιχων συλλογικών υποκειμένων, το οποίο όλοι αποτιμούν κατά μέσον όρο παρόμοια, όπως γίνεται και με τα εμπορεύματα στην αγορά. Επί πλέον καμιά προστασία και καμιά συμμαχία δεν κατασφαλίζει τελειωτικά οποίον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Η αξία μιας συμμαχίας για μιαν ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας. Ισχυροί σύμμαχοι είναι άχρηστοι σ’ όποιον δεν διαθέτει ό ίδιος σεβαστό ειδικό βάρος, εφ’ όσον ανάλογα με τούτο εδώ αυξομειώνεται το ενδιαφέρον των ισχυρών. Ίσως να θεωρεί κανείς «απάνθρωπα» και λυπηρά αυτά τα δεδομένα, αν όμως ασκεί εθνική πολιτική αγνοώντας τα, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί σε μια κατάσταση όπου τη λύπη για την ηθική κατάπτωση των άλλων θα τη διαδεχθεί ο θρήνος για τις δικές του συμφορές.

 Ο παρασιτικός καταναλωτισμός

Η παρατήρηση αυτή μας φέρνει στη δεύτερη από τις δύο μεγάλες φάσεις της εθνικής συρρίκνωσης του ελληνισμού σ’ αυτόν τον αιώνα. Αν η πρώτη είχε κυρίως γεωπολιτικό χαρακτήρα, η δεύτερη, πού άρχισε μετά τη σχετική ολοκλήρωση της πρώτης, χαρακτηρίζεται από τα συμπτώματα και τα συμπαρομαρτούντα ενός παρασιτικού καταναλωτισμού αδιάφορου για τις μακροπρόθεσμες εθνικές του επιπτώσεις, ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά την ανεξαρτησία της χώρας και την αυτοτέλεια των εθνικών της αποφάσεων. Τον καταναλωτισμό αυτόν δεν τον ονομάζουμε παρασιτικό για να τον υποβιβάσουμε ηθικά, αντιπαρατάσσοντάς του «ανώτερα» και «πνευματικά» ιδεώδη ζωής, όπως κάνουν διάφοροι διανοούμενοι. Θα ήταν εξωπραγματικό και ανόητο να θέλει να αποκόψει κανείς τον ελληνικό λαό στο σύνολό του από τις νέες δυνατότητες της παραγωγής και της τεχνολογίας — και επί πλέον θα ήταν και επικίνδυνο, γιατί μια τέτοια αποκοπή θα συμβάδιζε με μια γενικότερη οικονομική και στρατιωτική καθυστέρηση. Ο όρος «παρασιτικός καταναλωτισμός» χρησιμοποιείται εδώ στην κυριολεξία του για να δηλώσει ότι η σημερινή Ελλάδα, όντας ανίκανη να παραγάγει η ίδια όσα καταναλώνει και μην έχοντας αρκετή αυτοσυγκράτηση — και αξιοπρέπεια — ώστε να μην καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να παραγάγει η ίδια, προκειμένου να καταναλώσει παρασιτεί, και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση: παρασιτεί στο εσωτερικό, που υποθηκεύει τους πόρους του μέλλοντος μετατρέποντάς τους σε τρέχοντα τοκοχρεολύσια, και παρασιτεί προς τα έξω, που έχει επίσης δανεισθεί υπέρογκα ποσά όχι για να κάνει επενδύσεις μελλοντικά καρποφόρες αλλά κυρίως για να πληρώσει με αυτά τεράστιες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών, τις οποίες και πάλι εισήγαγε από το εξωτερικό. Η εξέλιξη αυτή συντελέσθηκε στο πλαίσιο της μεταπολεμικής προοδευτικής διαπλοκής των διεθνών οικονομικών διαδικασιών γενικά και των ευρωπαϊκών οικονομιών ειδικότερα, ωστόσο θα ήταν λάθος να τη θεωρήσουμε ως ειμαρμένη πού ενέσκηψε πάνω σε μιαν αδύνατη κι ανυπεράσπιστη Ελλάδα, αιχμαλωτισμένη ανέκκλητα στα δίχτυα του «διεθνούς κεφαλαίου». Τέτοιες φαινομενικά περισπούδαστες εξηγήσεις προσφέρουν όσοι οχυρώνονται πίσω από την αγοραία «αριστερή» και «φιλολαϊκή» ρητορική, αρνούμενοι να αναμετρήσουν το μέγεθος των δικών τους ευθυνών, το βάθος των συντελεστών της σημερινής εθνικής κρίσης και την οδυνηρότητα των πιθανών διεξόδων απ’ αυτήν.

Πολιτικό σύστημα και εκλογική πελατεία

Οι πρωταρχικοί λόγοι, πού έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία της εθνικής εκποίησης και της συναφούς πολιτικής αποδυνάμωσης της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο, είναι ενδογενείς και ανάγονται στη λειτουργία του πολιτικού της συστήματος και στη συμπεριφορά όλων των υποκειμενικών του παραγόντων. Με άλλα λόγια: το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό σώμα στο σύνολο του επωφελήθηκε από τη μεταπολεμική πρωτοφανή ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας και άντλησε βραχυπρόθεσμα ωφελήματα απ’ αυτή με αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο υποβιβασμό της Ελλάδας στην κλίμακα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και συνάμα τη γενική εθνική της υποβάθμιση. Αυτό έγινε με τη μορφή ενός σιωπηρού, αλλά διαρκούς και κατά μέγα μέρος συνειδητού και επαίσχυντου κοινωνικού συμβολαίου, στο πλαίσιο του οποίου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία — «δεξιά», «φιλελεύθερη» ή «σοσιαλιστική», κοινοβουλευτική ή δικτατορική: στο κρίσιμο τούτο σημείο οι αποκλίσεις υπήρξαν ελάχιστες — ανέλαβε τη λειτουργία να ενισχύει γρήγορα και παρασιτικά τις καταναλωτικές δυνατότητες του «λαού» με αντίτιμο την πολιτική του εύνοια ή ανοχή, ήτοι τη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και την κάρπωση των συναφών κοινωνικών και υλικών προνομίων. Βεβαίως, η συναλλαγή αυτή χαρακτήριζε τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό από τα γεννοφάσκια του, όμως η πρωτοφανής μεταπολεμική διεθνής οικονομική συγκυρία της προσέδωσε δυνατότητες επίσης πρωτοφανείς: προς άγρα και συγκράτηση της εκλογικής πελατείας μπορούσαν τώρα να προσφερθούν όχι απλώς ανιαρές κρατικές θέσεις, αλλά επί πλέον πολύχρωμες μάζες καταναλωτικών αγαθών και πλήθος δελεαστικών καταναλωτικών δυνατοτήτων. Ενώ όμως η πρώτη προσφορά συνεπαγόταν κυρίως την εκποίηση του κρατικού μηχανισμού και των κρατικών πόρων στην εσωτερική αγορά, η δεύτερη — και πιο πλουσιοπάροχη — απέληγε με εσωτερική αναγκαιότητα στο ξεπούλημα ολόκληρου τού έθνους στη διεθνή αγορά. Αυτό το ξεπούλημα άρχισε με τα μεγάλα, αντίδρομα και ταυτοχρόνως συμπληρωματικά, κύματα της μετανάστευσης και του τουρισμού, για να κορυφωθεί, αλλάζοντας αισθητά όψη και συναισθηματική επένδυση, στην αγορά αυστριακών μπισκότων για σκύλους και στην οργάνωση τριήμερων ταξιδιών στο Λονδίνο για ψώνια, κατασταλάζοντας ενδιαμέσως παχυλές επιδοτήσεις μιας περιττής αγροτικής παραγωγής και την περαιτέρω διόγκωση μιας ημιπαράλυτης δημοσιοϋπαλληλίας. Ποτέ άλλοτε το κράτος και το έθνος δεν βρέθηκαν, χάρη στην απλόχερη μεσολάβηση του «πολιτικού κόσμου», σε τόσο αγαστή σύμπνοια με τον χαρτοπαίχτη της επαρχίας και με το τσόκαρο των Αθηνών.

 Ανακύκλωση του φαύλου παιγνιδιού

Ο παρασιτικός καταναλωτισμός, όπως τον ορίσαμε παραπάνω, προκάλεσε μια τέτοια διασπάθιση πόρων, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1980, ώστε η στενότητα των πόρων θα ακολουθεί στο εξής, και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, την ελληνική εθνική πολιτική σαν βαριά σκιά. Οι σημερινές, και οι αναπόδραστες αυριανές, προσπάθειες του «πολιτικού κόσμου» για τη λύση αυτού του πιεστικού προβλήματος δεν αποτελούν διαρθρωτική του αντιμετώπιση, παρά κατά βάθος αποσκοπούν στη δημιουργία συνθηκών πρόσκαιρης ανακούφισης πού θα επιτρέψουν ξανά την ανακύκλωση του προηγούμενου φαύλου παιγνιδιού μεταξύ κομμάτων και ψηφοφόρων. Είναι περιττό να εξηγήσουμε ποιες μακροπρόθεσμες συνέπειες έχει η υφιστάμενη σήμερα στενότητα των πόρων για το μέλλον τού έθνους, δηλ. για την οικονομική ανταγωνιστικότητα του, για την παιδεία του και για την άμυνα του. Εξ αιτίας της στενότητας τούτης η Ελλάδα ξεκινά τον αγώνα δρόμου στην αρχόμενη πολυτάραχη φάση της πλανητικής πολιτικής με ένα επί πλέον σημαντικότατο μειονέκτημα. Η οικονομική της υποπλασία, η οποία χρηματοδοτήθηκε και εξωραΐσθηκε καταναλωτικά με την εκτεταμένη απώλεια της οικονομικής της ανεξαρτησίας, θα περιορίσει πολύ τα περιθώρια των πολιτικών της επιλογών και δραστηριοτήτων, προ παντός όταν θα συγκρουσθούν οι δικές της θέσεις με εκείνες των Ευρωπαίων και άλλων χρηματοδοτών της. Για τη σύγκρουση αυτή, η οποία, δεν αποκλείεται κάποτε να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, θα πούμε μερικά πράγματα αμέσως παρακάτω. Πάντως την πορεία και την έκβασή της τις προδιαγράφει η σημερινή εικόνα της Ελλάδας στον διεθνή, και προ παντός στον κοινοτικό ευρωπαϊκό χώρο. Θα πρέπει κανείς, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στη μακάρια ελληνική επικράτεια, να αγνοεί τον χώρο αυτόν ή να έχει πάθει αθεράπευτη εθνικιστική τύφλωση και κώφωση για να μη γνωρίζει ότι στα μάτια των εταίρων της η Ελλάδα είναι σήμερα ένας ανεπιθύμητος παρείσακτος, ένας αναξιοπρεπής επαίτης, ο οποίος ζητά δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο προκειμένου να καταναλώνει πολύ περισσότερα απ’ όσα του επιτρέπουν οι παραγωγικές του δυνατότητες και η παραγωγικότητα της εργασίας του, και ο οποίος επί πλέον, για να διασφαλίσει την παρασιτική του ευημερία, δεν διστάζει να ελίσσεται και να εξαπατά, ενώ ο επαρχιωτισμός και ο ενίοτε παιδικός εγωκεντρισμός του δεν του επέτρεψαν ποτέ να διατυπώσει κάποια ουσιώδη σκέψη ή πρόταση γενικού ευρωπαϊκού ή διεθνούς ενδιαφέροντος. Δεν έχει σημασία αν την εικόνα τούτη τη συμμερίζονται όλοι ανεξαιρέτως και αν ευσταθούν όλες της οι λεπτομέρειες ? βαρύνουσα πολιτική σημασία έχει η γενική της διάδοση και προ παντός η γενική συμφωνία της με τα πραγματικά δεδομένα. Εδώ ήδη φαίνεται καθαρότατα η βαθειά εσωτερική σχέση ανάμεσα στην πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και στις τύχες της χώρας μέσα στην κοινωνία των εθνών.

 Περιοδικές πατριωτικές εξάρσεις

Οι απωθητικοί και αντισταθμιστικοί μηχανισμοί, με τη βοήθεια των οποίων η πολυδαίδαλη και πολυμήχανη νεοελληνική ψυχή παρακάμπτει τους εξευτελισμούς χωρίς ποτέ να τους υπερνικήσει κατά μέτωπο, είναι παλαιοί, δοκιμασμένοι και γνωστοί. Επειδή ο επαίτης κατάγεται, γεωγραφικά τουλάχιστον, από τον τόπο του Περικλή, πιστεύει ο ίδιος ότι δικαιούται να εμφανίζεται με χλαμύδα, τη λευκότητα της οποίας τίποτε, ούτε καν κατάφωρες παραχαράξεις και καταχρήσεις, δεν θα μπορούσε να σπιλώσει. Παράλληλα, οι περιοδικές πατριωτικές εξάρσεις ή αψιθυμίες, από διάφορες αφορμές, επιτρέπουν την ψυχολογικά βολική υπερκάλυψη της εθνικά ολέθριας συλλογικής πρακτικής από το υψιπετές εθνικό φρόνημα, της κοντόθωρης ευδαιμονιστής δραστηριότητας από το μετέωρο παραλήρημα. Επίσης καθιστούν δυνατή την ψευδαίσθηση της ομοψυχίας όταν οι ατομικές βλέψεις και οι προσωπικές επιδιώξεις στην πραγματικότητα αποκλίνουν τόσο, ώστε είναι πια δυσχερέστατο να συντονισθούν με καθοριστικό άξονα τις επιταγές μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής. Η κραυγαλέα επίδειξη ομοψυχίας υποκαθιστά έτσι την ύπαρξη πρακτικά δεσμευτικής και αποδοτικής ομογνωμίας πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα και συγκεκριμένες λύσεις. Έτσι, ό,τι θα έπρεπε ν’ αποτελεί ψυχολογικό θεμέλιο για την άσκηση εθνικής πολιτικής μετατρέπεται σε ψυχολογικό άλλοθι για τη ματαίωση των προϋπο­θέσεών της, καθώς η διαρκής πατριωτική μέθη εμποδίζει μόνιμα τους ευτυχείς φορείς της να αποκρυσταλλώσουν τη ρητορική εθελοθυσία τους σε κοινές πραγματιστικές πολιτικές αποφάσεις, ήτοι σε μία κατανομή ευθυνών, εργασιών, προσφορών και απολαβών μέσα σ’ ένα μακρόχρονο και δεσμευτικό πρόγραμμα εθνικής επιβίωσης. Όσο περισσότερο η συζήτηση μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση τέτοιων αποφάσεων, τόσο γρηγορότερα η μέθη ξεθυμαίνει για να επικρατήσει και πάλι η ατομική ή «κλαδική» λογική του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ως συνδετικός ιστός και ως κοινός παρονομαστής απομένει έτσι μία γαλανόλευκος πομφόλυξ.

Αυτοφαγία

Το γεγονός, το οποίο περιπλέκει αφάνταστα τη σημερινή ελληνική κατάσταση, κάνοντάς τη να φαίνεται κατ’ αρχήν αδιέξοδη, είναι ότι η υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού ειδικότερα και του κοινωνικού και ιστορικού παρασιτισμού γενικότερα, η εκλογίκευση της οικονομίας και της εθνικής προσπάθειας στο σύνολο της, δεν προσκρούουν απλώς στα οργανωμένα συμφέροντα μιας μειοψηφίας, η οποία στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να παραμερισθεί με οποιαδήποτε μέσα και προ παντός με τη συμπαράσταση της μεγάλης πλειοψηφίας. Τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων έχει εν τω μεταξύ συνυφάνει, κατά τρόπους κλασσικά απλούς ή απείρως ευρηματικούς, την ύπαρξη και τις απασχολήσεις της με τη νοοτροπία και με την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού. Για να ακριβολογήσουμε, βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε ότι σε σχέση με τη σύγχρονη Ελλάδα η έννοια του παρασιτισμού μόνον οξύμωρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί: γιατί εδώ δεν πρόκειται για έναν λίγο-πολύ υγιή εθνικό κορμό, ο οποίος έχει αρκετές περισσές ικμάδες ώστε να τρέφει και μερικά παράσιτα ποσοτικώς αμελητέα, παρά για ένα πλαδαρό σώμα πού παρασιτεί ως σύνολο εις βάρος ολόκληρου του εαυτού του, ήτοι τρώει τις σάρκες του και συχνότατα και τα περιττώματα του. Οι κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές, πού ευδοκιμούν μοιραία σε τέτοιο μικροβιολογικό περιβάλλον, συμφυρόμενες με ζωτικότατα κατάλοιπα αιώνων ραγιαδισμού, βαλκανικού πατριαρχισμού και πελατειακού κοινοβουλευτισμού, αποτελούν την άκρα αντίθεση και τον κύριο φραγμό προς κάθε σύλληψη και λύση των προβλημάτων της εθνικής επιβίωσης πάνω σε βάση μακροπρόθεσμης και οργανωμένης συλλογικής προσπάθειας. Η σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού στο σύνολο του δεν νοείται ωστόσο εδώ με τη στενή σημασία των διαφόρων ηθικολόγων, παρά πρωταρχικά ως μέγεθος πολιτικό: έγκειται στην επίμονη και ιδιοτελή παραγνώριση της αδήριτης σχέσης πού υφίσταται ανάμεσα σε απόδοση και απόλαυση, και κατ’ επέκταση στην αδιαφορία απέναντι στην υπονόμευση του εθνικού μέλλοντος εξ αιτίας απολαύσεων μη καλυπτομένων από αντίστοιχη απόδοση.

Τι σημαίνει απόδοση;

Ως ελαφρυντικό πρέπει ίσως να θεωρήσει κανείς ότι οι πλείστοι Έλληνες δεν γνωρίζουν καν τι σημαίνει «απόδοση» με τη σύγχρονη έννοια και συχνά πιστεύουν ότι αποδίδουν μόνο και μόνο επειδή ιδροκοπούν, φωνασκούν και τρέχουν από το πρωί ως το βράδυ. Όμως αυτό ελάχιστα μεταβάλλει το πρακτικό αποτέλεσμα. Η δυσαρμονία απόλαυσης και απόδοσης ήταν ανεκτή όσο η απόλαυση ήταν γλίσχρα και όσο η απόδοση δεν μετριόταν πάντα με τα μέτρα των προηγμένων ανταγωνιστικών οικονομιών. Αλλά στις τελευταίες δεκαετίες μεταστράφηκαν και οι δύο αυτοί όροι: τα οικονομικά σύνορα έπεσαν, τουλάχιστον σ’ ό,τι άφορα το μέτρο της απόδοσης, εφ’ όσον δεν είναι δυνατό να αποτιμώνται με άλλο μέτρο απόδοσης τα (συνεχώς αυξανόμενα) εισαγόμενα και με άλλο τα εξαγόμενα, κι επομένως όποιος θέλει να εισαγάγει χωρίς να ξεπουληθεί πρέπει να εξαγάγει ίση απόδοση, οι αντιλήψεις για το τι σημαίνει απόλαυση προσανατολίσθηκαν, πάλι, μαζικά στα πρότυπα των προηγμένων καταναλωτικών κοινωνιών, έτσι ώστε η απόσταση απ’ αυτά να γίνεται από τους πλείστους αισθητή ως στέρηση. Έτσι η διάσταση ανάμεσα σε απόλαυση και απόδοση έγινε εκρηκτική, με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να ξαναγίνουν επίκαιρες ορισμένες στοιχειώδεις οικονομικές αλήθειες πού η Ελλάδα νόμιζε ότι τις είχε ξεπεράσει με την απλή μέθοδο του δανεισμού. Με δεδομένες όμως τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές πού επισημάναμε παραπάνω, οι αλήθειες αυτές δεν επενέργησαν ως καταλύτης παραγωγικών ενεργειών, παρά μάλλον ως καταλύτης αντεγκλήσεων, η στειρότητα των οποίων επέτεινε τη συλλογική αμηχανία και αβουλία. Πράγματι, για όποιον δεν είναι εξ επαγγέλματος και ιδιοτελώς υποχρεωμένος (λ.χ. ως πολιτικός) να τρέφει και να διαδίδει ψευδαισθήσεις, είναι προφανές ότι η χώρα βυθίζεται στον κοινωνικό λήθαργο και στη συλλογική απραξία, ήτοι η κοινωνική πράξη έχει υποκατασταθεί από αντανακλαστικές κινήσεις: το νευρόσπαστο κινείται κι αυτό, όμως δεν πράττει. Η αίσθηση της αποσύνθεσης είναι γενική και δεσπόζει σε όλες τις συζητήσεις, ενώ η εξ ίσου διάχυτη δυσφορία εκτονώνεται όλο και ευκολότερα, όλο και συχνότερα σε προκλητική επιθετικότητα και σε επιδεικτική χυδαιότητα.

 

http://artinews.gr/%CF%80.-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1-%CF%89%CF%82-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7-%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CF%86%CE%B8%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%AD%CE%B8%CE%BD%CE%BF%CF%85%CF%82.html

διεθνισμός, internazionalismo

Τι είναι ο ελεύθερος Κοινοτισμός;

Συντονιστικό του κόμματος των ελεύθερων Γυναικών του Κουρδιστάν (PAJK), η Koçerin Amed μίλησε με το ANF για τον ελεύθερο κοινοτισμό, τους λόγους γέννησής του, τις ιδεολογικές του ρίζες, τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε το μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης, και την αναπόφευκτη επίθεση του κράτους. Δηλώνει ότι ο ελεύθερος κοινοτισμός βασίζεται στη δημοκρατική αυτονομία, διότι το δημοκρατικό έθνος διαθέτει ένα σύστημα που βασίζεται σε αυτόνομες δημοκρατικές κυβερνήσεις.

Τι είναι ο ελεύθερος κοινοτισμός;
Με αυτή την έννοια, η Amed σημειώνει ότι η δημοκρατική αυτονομία τροφοδοτείται από την προοπτική της κοινωνικής οργάνωσης και προσθέτει: «Στην φάση της πρακτικής ή της εφαρμογής της, προσφέροντας εκπροσώπηση σε όλους εκείνους που ζουν στην τοπική περιοχή, προσφέρει τις υπηρεσίες της υιοθετώντας την πολυγλωσσία.
Ο ελεύθερος κοινοτισμός βασίζεται σε ένα σύστημα συν-προεδρίας. Η αυτόνομη οργάνωση των γυναικών οργανώνει και επεκτείνει τον αγώνα και αναπτύσσει τη σοσιαλιστική νοοτροπία της απελευθέρωσης των γυναικών.

Ο κλασικός δήμος, όπου το μονοπώλιο της εξουσίας είναι θεσμοθετημένο, ελιτίστικο, γραφειοκρατικό, με βάση τη θέση και την εξουσία, αναπόφευκτα απομακρύνεται από τον λαό.

Αντίθετα, ο ελεύθερος κοινοτισμός αναπτύσσεται οικοδομώντας μια ισότιμη, ελεύθερη και δίκαιη ζωή σε σχέση με τη φύση, με το άτομο και την κοινωνία, με το φύλο, την ηλικία, τις πολιτιστικές και θρησκευτικές διαφορές ».

Ισότιμη εκπροσώπηση
Η Koçerin Amed υπογράμμισε τη σημασία της δίκαιης-ισότιμης εκπροσώπησης και του συστήματος συν-προεδρίας για την κατανόηση της έννοιας του ελεύθερου δήμου-κοινότητας και υπενθύμισε ότι το επίπεδο που επιτεύχθηκε από τον αγώνα και την οργάνωση της δημοκρατικής κοινωνίας άνοιξε τον δρόμο για τους άνδρες και τις γυναίκες να αποκτήσουν μια ταυτότητα βασισμένη στην ελεύθερη ζωή ξεπερνώντας το προηγούμενο σύστημα υποτέλειας-σκλαβιάς.

“Η κατανόησή μας για αυτή την παράδοση βασίζεται στην συν-προεδρία και στην ισότιμη εκπροσώπηση «, είπε η Amed, προσθέτοντας ότι το σύστημα αυτό προωθεί την ισότιμη εκπροσώπηση σε κάθε φάση της οργάνωσης των χώρων κοινωνικής ζωής.

Η Amed πρόσθεσε: “Το σύστημα αυτό στοχεύει στη μεγιστοποίηση της συμμετοχής των γυναικών στην κοινωνική οργάνωση με βάση το συντονισμό, τη συμπληρωματικότητα, τον συντονισμό στην εργασία και τους ρόλους, σπέρνοντας δημοκρατικό πολιτισμό από τους συν-δημάρχους σε ολόκληρη την κοινωνία. Η ελεύθερη κοινότητα βασίζεται στην άμεση συμμετοχή, μέθοδοι και δρόμοι διαφανείς μαθαίνονται, καθώς ο λαός αποτελεί ενεργό μέρος της αυτο-οργάνωσης και της ζωής των υπαρχόντων κοινοτήτων.

Η ιδέα είναι να μειωθεί η κεντρική εξουσία του κράτους και ταυτόχρονα να ενισχυθούν οι τοπικές και περιφερειακές κυβερνήσεις. Αγκαλιάζει την κοινωνική ζωή, όπου ο καθένας πιστεύει στην ανάγκη να είναι ένα ηθικό και πολιτικό ανθρώπινο ον, στην οποία συμμετέχει ενεργά με τη δική του ταυτότητα, την κουλτούρα και τη μητρική του γλώσσα”.

Οικολογία και ελεύθερος κοινοτισμός
Η Koçerin Amed του PAJK δηλώνει ότι η συμπληρωματικότητα της συν-προεδρίας και της ισότιμης εκπροσώπησης είναι ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά του ελεύθερου οικολογικού κοινοτισμού. Προσθέτει: «Η οικολογική κοινωνική ζωή στοχεύει να δημιουργήσει μια εναλλακτική ζωή με μια εναλλαγή στην ισορροπία φύση-άνθρωπος, άνθρωπος-φύση.

Η έννοια του οικολογικού κοινοτισμού υιοθετήθηκε και έρχεται σε αντίθεση με όλες τις μορφές μονοπώλησης μέσα από το όραμα όλων των ζωτικών χώρων όπως τα οικολογικά χωριά και πόλεις”.

Γιατί το κράτος φοβάται τον ελεύθερο κοινοτισμό;
η Amed είπε ότι ο ελεύθερος κοινοτισμός, βασισμένος στο πρότυπο της δημοκρατίας, της οικολογίας και της απελευθέρωσης των γυναικών, ασκεί ισχυρή πίεση στην κυρίαρχη νοοτροπία της πατριαρχίας.

Η Amed, υπογραμμίζοντας ότι οι δήμοι που απομακρύνθηκαν από την κοινωνία μετασχηματίζονται στην πολιτική εξουσία της αντι-κοινωνίας, αξιοποιώντας την οικονομικά, πρόσθεσε ότι η ιδέα του ελεύθερου δήμου-κοινότητας ανατρέπει αυτή την ιδέα φέρνοντας τις κοινότητες-δήμους και την εξουσία λήψης αποφάσεων πίσω στον λαό.

https://agirebablisoke.wordpress.com/2019/03/23/cose-il-municipalita-libero/

ιστορία, storia

αντιστροφή προοπτικής «Ευρωπαϊκό αξιακό κεκτημένο;»

Ι

Αυτές τις μέρες παρατηρείται μια επίταση της αντιπροσφυγικής υστερίας απ’ την μιαν άκρη της Ευρώπης στην άλλη. Απ’ τις εσχατιές της Σκανδιναβίας μέχρι την Βαλκανική χερσόνησο προβάλλεται το ίδιο “έργο” που έχει τον ίδιο σκηνοθέτη, τους ίδιους ηθοποιούς αλλά διαφορετικούς θεατές. Στην θαλάσσια περιοχή μεταξύ Δανίας και Σουηδίας περιπολούν «εθελοντές» «επαγγελματίες Σουηδοί» με δικά τους σκάφη προκειμένου να εντοπίσουν βάρκες προσφύγων που προσπαθούν να διεκπεραιωθούν στην Σουηδία. Στόχος τους; Να εμποδίσουν αυτήν την διεκπεραίωση με κάθε μέσο· είτε ειδοποιώντας την σουηδική ακτοφυλακή είτε… διαφοροτρόπως. (Μέσα στην ερημιά του πελάγους οι «επαγγελματίες Σουηδοί» με τα ξυρισμένα και κενάκρανία, ίσως να έχουν κι’ άλλες εναλλακτικές εθνοπρεπούς συμπεριφοράς…).

Στην βουλγαροελληνική και βουλγαροτουρκική μεθόριο διάφοροι «εθελοντές» «επαγγελματίες Βούλγαροι»αναλαμβάνουν αυτοσχέδιες συνοριακές περιπολίες, συλλαμβάνουν πρόσφυγες και, στην συνέχεια, τους κακοποιούν βάναυσα υπό την δέουσα ιαχή «ζήτω η Βουλγαρία». Στο λιμάνι της Χίου «επαγγελματίες Έλληνες» (οι επάγγελμα έχοντες την εις τα εθνικά ζητήματα ιδιοτελή ανάμιξιν) επιτίθενται, υπό τα όμματα της ΕΛ.ΑΣ, εναντίον ανυπεράσπιστων προσφύγων κακοποιώντας τους με συνοδεία ιαχών «ζήτω η Ελλάδα». Παράλληλα, έχει ξεκινήσει μια εκστρατεία συστηματικής διαβολής και συκοφάντησης όλων, σχεδόν, των αλληλέγγυων αποδίδοντας τους, με ανέντιμο τρόπο, ύποπτες θέσεις και ανήθικα, αν όχι και αξιόποινα, κίνητρα. Η ΕΛ.ΑΣ, εκτελώντας, με εξαιρετική προθυμία, τις εντολές της ΄΄αριστερής΄΄ πολιτικής ηγεσίας της, τους τρομοκρατεί με ανόητες και αψυχολόγητες συλλήψεις. Ταυτόχρονα, οι γραβατοφόροι τηλεοπτικοί μαστροποί της κοινής γνώμης επιδίδονται σε λυσσόδηκτα ρατσιστικά αντιπροσφυγικά σχόλια επισείοντας το σκιάχτρο της εθνολογικής και θρησκευτικής αλλοίωσης του ελληνικού πληθυσμού που «ασφαλώς και θα επισυμβεί» αν δεν ληφθούν μέτρα όπως λ.χ να «αναλάβει δράση ο στρατός». Πρέπει να προασπίσουμε την λευκή φυλή μας, την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία μας και το ελληνικό έθνος μας απ’ τους σκουρόχρωμους, αλλοεθνείς και αλλόθρησκους πρόσφυγες!

Μια γενικευμένη αντιδραστική παλινδρόμηση ξετυλίγεται απ’  άκρη σ’ άκρη στην Ευρώπη με αιχμή την αντιπροσφυγική και αντιμουσουλμανική υστερία. Οι οιμωγές των Σύρων, Ιρακινών και Αφγανών προσφύγων επικαλύπτονται απ’ τις υλακές των «Ευρωπαίων» φασιστών που επικαλούνται την προστασία της λευκής φυλής τους και του δυτικού-χριστιανικού πολιτισμού τους που κινδυνεύει – εννοείται! – απ’ τους Ασιάτες μουσουλμάνους πρόσφυγες. Αυτή η ρατσιστική και αντιπροσφυγική υστερία είναι πιο εμφανής στις λεγόμενες «χώρες του Βίσεγκραντ» (Τσεχία, Σλοβακία, Ουγγαρία, Πολωνία) και στην Βουλγαρία όπου η ακροδεξιά, φασιστική πλημμυρίδα καταλαμβάνει ευρύτερες λαϊκές μάζες σε πλήρη αντιστοιχία με τις αντιδραστικές κυβερνήσεις τους. Ο λόγος αυτής της θλιβερής επίτασης είναι προφανής: Αυτές οι πρώην «σοσιαλιστικές» χώρες είχαν, για χρονικό διάστημα μισού αιώνα, ένα πολιτικό –κοινωνικό καθεστώς ένδειας και ανελευθερίας, μια άτεγκτη δικτατορία που, φυσικώ τω λόγω, διέφθειρε ηθικά τους ανθρώπους, εξουδετέρωσε την κοινωνική τους συνείδηση και τους απογύμνωσε από κάθε δύναμη αντίστασης. Στις χώρες αυτές το πνεύμα του λαού είχε (και έχει) παραλύσει, τα αισθήματά του έγιναν απαθή και αδιάφορα και κάθε ηθική αρχή τσαλαπατήθηκε στην λάσπη. Εκεί οδηγεί η ολοκληρωτική έλλειψη ελευθερίας και η εξαχρειωτική θηριωδία της στυγνής καταπίεσης και της τυφλής υπακοής. Έτσι εξηγείται ο αμίμητος πολιτικός νηπιασμός και τα εξαχρειωμένα πολιτικά ήθη της πλειοψηφίας του πληθυσμού αυτών των χωρών. Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ το είχε εντοπίσει και το διατύπωσε ως εξής: «Κανένας λαός δεν θα είναι ποτέ τίποτε άλλο από αυτό που τον κάνει το πολίτευμά του.»[1].

Αλλά και η κατάσταση των δυτικών χωρών του πάλαι ποτέ αυτοαποκαλούμενου «ελευθέρου κόσμου» δεν υπολείπεται σπουδαίως εκείνης των πρώην «σοσιαλιστικών»  χωρών. Ήδη αναφερθήκαμε στο θλιβερό παράδειγμα της Σουηδίας. Φαίνεται πως και στις χώρες του «υπαρκτού καπιταλισμού» —που διέφεραν απ’  τις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όσο διαφέρει η μονάδα από το μηδέν— το «ευρωπαϊκό αξιακό κεκτημένο» μάλλον έπαυσε να κατισχύει εδώ και καιρό! Ίσως – Ίσως να μην ήταν ΠΟΤΕ και τόσο μονοσήμαντο και καθολικό ως υπολαμβάνουν οι κουτοπόνηροι (το πρώτο συνθετικό είναι δυσαναλόγως αναπτυγμένο σε σχέση με το δεύτερο) θιασώτες της Φιλοδέσποτης Αριστεράς. Αυτήν την σκέψη μας ας την εκφράσουμε εκτενέστερα.

ΙΙ

Στην εποχή του ο Σκώτος Πουριτανός Thomas Carlyleταύτιζε το σύνολο της ιστορικής ζωής με την ζωή των μεγάλων ανδρών. Χωρίς αυτούς δεν θα υπήρχε ιστορία· θα υπήρχε αδράνεια και αδράνεια σημαίνει θάνατος, έλεγε. Αν η ηρωοαρχία έσβηνε ποτέ, συνέχιζε, θα έπρεπε να απελπιστούμε τελείως από τον κόσμο. «Χωρίς κυρίαρχους, αληθινούς κυρίαρχους, κοσμικούς και πνευματικούς, δεν βλέπω άλλη δυνατότητα παρά την αναρχία, το μισητότερο πάντων». Παρ’ όλη την πνευματοκρατία του, στα θέματα πολιτικής γίνεται ένας από τους πιο αποφασιστικούς υπερασπιστές της πιο παθητικής υπακοής. Για τον Carlyle ο Βολταίρος και οι υπόλοιποι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού αντιπροσώπευαν «το πνεύμα του σκότους». Τους καταμαρτυρούσε έλλειψη «κάθε δύναμης φαντασίας και, συνεπώς, κάθε δημιουργικότητας». Περιέγραψε το έργο των Εγκυκλοπαιδιστών ως τις «Πράξεις και τις Επιστολές της Παρισινής Εκκλησίας του Αντίχριστου». Μετά ταύτα, καθίσταται ευεξήγητη η πρωσσική προδιάθεσή του και η τάση του να δίδει περισσότερο χώρο στους πολιτικούς και στρατιωτικούς ανάμεσα στους εκπροσώπους του Υψίστου. Αυτές οι απόψεις του για την «λατρεία του ήρωα» και η πεποίθηση του πως «η δύναμη δημιουργεί δίκαιο» βοήθησαν στο να χαρακτηρισθεί ως «ο πατέρας του βρετανικού ιμπεριαλισμού».[2]

Δίπλα στις απόψεις του Carlyle για την «ηρωολατρεία» ήρθαν να προστεθούν αργότερα οι απόψεις του Αρτύρ ντε Γκομπινώ (Arthur de Gobineau) για την «λατρεία της φυλής». Πρέπει να τονισθεί πως το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο στην θεωρία του Γκομπινώ δεν είναι αυτή καθεαυτή η εξύμνηση της φυλής. Είναι φυσικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου να υπερηφανεύεται για τους προγόνους του, για την γέννησή  του και την καταγωγή του. Αν αυτό είναι προκατάληψη πρόκειται για μια πολύ κοινή προκατάληψη που, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι απαραίτητο να απειλεί ή να υπομονεύει την κοινωνική και ηθική ζωή του ανθρώπου. Αλλ’  αυτό που ανακαλύπτουμε στον Γκομπινώ είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι μια προσπάθεια να εκμηδενιστούν όλες οι άλλες αξίες. Ο θεός της φυλής, όπως τον κήρυξε ο Γκομπινώ, είναι θεός ζηλόφθονος. Δεν επιτρέπει να λατρεύονται συγχρόνως κι άλλοι θεοί! Η φυλή είναι το παν· όλες οι άλλες δυνάμεις δεν είναι τίποτε. Δεν έχουν καμία αυτόνομη σημασία ή αξία. Αν έχουν κάποια ισχύ, δεν είναι αυτόνομη. Απλώς τους την εκχωρεί η υπέρτερη και η κυρίαρχή τους παντοδύναμη φυλή. Κατ’ αυτόν η φυλή ήταν ο μόνος κύριος και κυβερνήτης του ιστορικού κόσμου· όλες οι άλλες δυνάμεις είναι κατώτερές της και δορυφόροι της.[3] Κατά τον Γκομπινώ ένας άνθρωπος είναι σπουδαίος, ευγενής, ενάρετος, όχι από τις πράξεις του αλλά από την καταγωγή του. Η αρετή δεν είναι κάτι που αποκτάται. Είναι δώρο εξ ουρανού ή, για να το πούμε πιο σωστά, δώρο της γης, των φυσικών και διανοητικών ιδιοτήτων της φυλής. Το να χαρακτηρίζουμε τα μέλη των κατώτερων λαών ως «ηθικά» ή «έλλογα» όντα δείχνει…πολύ χαμηλή αίσθηση ηθικότητας. Αυτό που προσδίδει σ’  έναν άνθρωπο την ηθική του αξία δεν είναι το τι κάνει, αλλά το τι είναι ο ίδιος. «Ένας άνθρωπος δεν είναι καλός, διότι έχει ενεργήσει καλώς, αλλά ενεργεί καλώς όταν είναι καλός, δηλαδή από καλή γενιά».Συνεχίζοντας διακήρυξε ότι, σύμφωνα μ’ έναν άτεγκτο φυσικό νόμο, οι κατώτερες φυλές (δηλαδή η μαύρη και η κίτρινη φυλή) είναι καταδικασμένες αιώνια «να σέρνονται στα πόδια των κυρίων τους».[4] Όταν οι θεωρίες του Carlyle και του Γκομπινώ, εκείνου του χολερικού κόμη, αναμείχθηκαν, προέκυψε ένα εκρηκτικό μείγμα με ολέθριες συνέπειες όπως ακριβώς είχε προβλέψει ο προσωπικός φίλος του δεύτερου Tocqueville.

III

Στους προαναφερόμενους «ευρωπαίους διανοητές» ήρθαν να προστεθούν κι άλλοι, με απόψεις κι αντιλήψεις συμπληρωματικές των προεκτεθεισών! Έτσι ο Φίχτε (Johann Gottlieb Fichte), εκπρόσωπος του γερμανικού ιδεαλισμού, υποστήριξε πως ενώ το κράτος εξασφαλίζει στους πολίτες την υλική ύπαρξή τους, απαιτεί ως αντάλλαγμα την απάρνηση κάθε προσωπικής ελευθερίας και κάθε πολιτισμικής συνεργασίας με τους άλλους λαούς.Τον διέκρινε μια δεισιδαίμων πίστη στην «ιστορική αποστολή των Γερμανών». Προσδιόρισε το γερμανικό έθνος ως προορισμένο από την μοίρα να είναι «η μητέρα και ο αναδημιουργός της ανθρωπότητας…». Πρέπει να τονισθεί πως ο Φίχτε δεν ήταν μια περιθωριακή πνευματική μορφή. Η μορφή και ο ρυθμός της γλώσσας του άσκησαν μια τεράστια επιρροή στην γερμανική νεολαία η οποία κούρνιαζε στα πόδια του και αφουγκράζονταν τις τερατώδεις σοφιστείες του σαν να έβγαιναν από το στόμα ενός προφήτη. Ο Φίχτε είχε χαρακτηρίσει τους Γερμανούς ως έναν Αρχέγονο Λαό (Urvolκ), τον μόνο προορισμένο να επιτελέσει το έργο της σωτηρίας του ανθρωπου![5]

Δίπλα (και πάνω) απ’ τον Φίχτε ας τοποθετήσουμε τον Χέγκελ (Hegel), τον διανοητή που φιλοδόξησε να καταστήσει εαυτόν Μακιαβέλλι (Machiavelli) της Γερμανίας και της εποχής του (βλ. ό.π, τόμος Β, σελ. 168, Έρνστ Κασσίρερ, Ο μύθος του Κράτους, εκδόσεις γνώση, σελ. 173). Αναφερόμενος στο διαβόητο βιβλίο του Μακιαβέλλι «Ο Ηγεμόνας» – (κανείς ποτέ δεν αμφέβαλε ότι η πολιτική ζωή, όπως έχουν τα πράγματα, είναι γεμάτη εγκλήματα, προδοσίες και κακουργήματα· αλλά κανένας στοχαστής πριν τον Μακιαβέλλι δεν είχε επιχειρήσει ναδιδάξει την τέχνη αυτών των εγκλημάτων· αυτό κάνει με τον «Ηγεμόνα» του) – Ο Χέγκελ κρίνει πως «το βιβλίο αυτό όχι μόνο δικαιώνεται, αλλά θα φανεί ως εξαιρετικά μεγαλειώδης και αυθεντική σύλληψη της γνήσιας πολιτικής ιδιοφυΐας ενός μεγίστου και υψίστου πνεύματος».[6] Μια απ’ τις κύριες δοξασίες του είναι και η ακόλουθη: «ότι είναι λογικό είναι πραγματικό και ότι είναι πραγματικό είναι λογικό». Πρόκειται για καθαγίαση του υπάρχοντος ως υπάρχοντος. Ας επισημανθεί πως η αποδοχή του κόσμου ως έχει αποτελεί την πνευματική προϋπόθεση κάθε αντίδρασης. Διότι αντίδραση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εμμονή σε παγιοποιημένες αρχές.[7]

Ο Χέγκελ έβλεπε το κράτος ως την υπέρτατη και πληρέστερη πραγματικότητα, ως την ίδια την ενσάρκωση του «πνεύματος του κόσμου». Ενώ ο Ιερός Αυγουστίνος θεωρούσε την civitas terrena (γήινη πολιτεία) ως διαστρέβλωση και παραμόρφωση της civitas divina (θεϊκής πολιτείας), ο Χέγκελ έβλεπε σ’ αυτήν την civitas terrena την «Θεία Ιδέα στην επίγεια ύπαρξή της». Η ηθική δέσμευση, έλεγε, ισχύει για την ατομική βούληση, όχι για την καθολική βούληση του κράτους. Αν υπάρχει κάποιο χρέος για το κράτος, αυτό είναι το χρέος να διαφυλάξει τον εαυτό του. Αλλά το κράτος δεν είναι η μόνη οντότητα που εξαιρείται από κάθε ηθική δέσμευση. Η αυτή αρχή ισχύει για τα εξαιρετικά εκείνα άτομα τα οποία καθορίζουν την πορεία του πολιτικού κόσμου και είναι οι πραγματικοί δημιουργοί της ιστορίας. Αυτά τα άτομα εξαιρούνται από κάθε ηθική απαίτηση. Κατά τον Χέγκελ «η αλήθεια έγκειται στην ισχύ»! Πρέσβευε, επί πλέον, ότι σε κάθε εποχή της ιστορίας υπάρχει ένα και μοναδικό έθνος το οποίο εκπροσωπεί αυθεντικά το παγκόσμιο πνεύμα και ότι το έθνος αυτό έχει το δικαίωμα να εξουσιάζει όλα τα υπόλοιπα.[8] Όταν λοιπόν «η αλήθεια έγκειται στην ισχύ», όταν «αρετή σημαίνει ισχύς», όταν υπάρχει μοναδικό έθνος που δικαιούται να εξουσιάζει τα υπόλοιπα, τότε δεν αφίσταται της αληθείας η διαπίστωση του Έρνστ Κασσίρερ ότι 1) «Κανένα άλλο φιλοσοφικό σύστημα δεν έχει συμβάλει τόσο στην προετοιμασία του φασισμού και του ιμπεριαλισμού όσο το εγελιανό δόγμα για το κράτος, αυτήν την ¨Θεία Ιδέα στην γήινη ύπαρξή της¨» και 2) «Τα λόγια αυτά» – του Χέγκελ ότι η αλήθεια έγκειται στην ισχύ – «γραμμένα το 1801 περιέχουν το πιο ξεκάθαρο και πιο άτεγκτο φασιστικό πρόγραμμα που προτάθηκε ποτέ από πολιτικό ή φιλόσοφο» (ό.π, σελ. 366).[9]

ΙV

Τα όσα εν τάχει προαναφέρθηκαν αποσκοπούν στο να καταδείξουν δύο αλληλένδετα συμπεράσματα : Α) Το πρώτο τούτων συνίσταται στο ότι το πολυύμνητο(!) «ευρωπαϊκό αξιακό κεκτημένο» δεν είναι, ιστορικά και εννοιολογικά, μονοσήμαντα ανθρωπιστικό και προοδευτικό. Εμπεριέχει και απάνθρωπες, σκοταδιστικές δοξασίες και πρακτικές που αμαύρωσαν το ανθρώπινο είδος. Η «Ευρώπη» είναι η κοιτίδα της Ιεράς Εξέτασης, στην «Ευρώπη» γεννήθηκε και ανδρώθηκε ο φασισμός και η γερμανική εκδοχή του, ο ναζισμός με τα φρικώδη μαζικά εγκλήματά τους. Οι ευρωπαϊκές χώρες ήσαν οι πρώτες αποικιοκρατικές, ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που καταλήστευσαν τον υπόλοιπο κόσμο. Β) Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία για την σημερινή συγκυρία είναι η ακόλουθη, άκρως, ανησυχητική, διαπίστωσή μας: Σήμερα, στο πολιτισμικό, πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον τόνο ΔΕΝ τον δίνουν οι εκπρόσωποι του Διαφωτισμού, ούτε ο Γκαίτε, ο Χέρντερ ή ο Χάινε.

Η δεκαετία που διανύουμε είναι βαμμένη στα χρώματα της μισαλλοδοξίας, της εθνικιστικής υστερίας, της κοινωνικής εκμετάλλευσης και της πολιτικής χειραγώγησης και καταπίεσης. Σήμερα ο Λόγος υποχωρεί, η έλλογη σκέψη ηττάται, η μυθική σκέψη αναβιώνει σε πανευρωπαϊκή κλίμακα εγκαθιδρύοντας μιαγενικευμένη αντιδραστική παλινδρόμηση. Σήμερα η κυρίαρχη κοινωνική βούληση της «Ευρώπης» και οι πολιτικοί εκφραστές της εκδηλώνουν συντριπτική περιφρόνηση απέναντι στα θεμέλια του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού· οι εκπρόσωποι των διεθνικών εταιριών θεωρούν ως και τα Συντάγματα των ευρωπαϊκών χωρών παρωχημένα κωλύματα της δράσης τους και, πάντως, όχι τον θεμελιωδέστερο νόμο έκαστου κράτους. Τις ατομικές ελευθερίες των ανθρώπων τις αντιμετωπίζουν ως κατάλοιπα νοησιαρχικών προλήψεων που εμποδίζουν την «οικονομική ανασυγκρότηση» και τον διαβόητο «τεχνικό χειρισμό των ανθρώπων». Το σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, με ότι κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά εκφράζει και αντιπροσωπεύει, είναι γι’ αυτούς ότι ήταν και για τον Hobbes (Χόμπς), «ο θνητός θεός», ο οποίος ελέγχει πλήρως την ιδιοκτησία και την ζωή, ακόμη και την γνώμη και την θρησκεία των υπηκόων του. Ήδη η κρατική εξουσία είναι POTESTAS LEGIBUS SOLUTA (εξουσία αποδεσμευμένη απ’ τους νόμους), ως εκ τούτου έχει JUS AD OMNIA (δικαίωμα σε όλα) ενώ ο άνθρωπος δεν έχεικανένα δικαίωμα έναντι αυτού του κράτους! Οι πολίτες της «Ευρώπης» «προστατεύονται» δια του ευρωπαϊκού κράτους και μέσω του ευρωπαϊκού κράτους, ΟΧΙ με δικαιώματα έναντι του κράτους! Το τελευταίο εκλαμβάνεται ως πολιτική βλασφημία.

V

Σύμφωνα με τον ειδήμονα καθηγητή Μαλινόφσκυ, η βιολογική λειτουργία της μαγείας είναι να ανακουφίζει έγκλειστα και διαψευσμένα αισθήματα που δεν μπορούν να βρουν καμιά λογική διέξοδο.[10] Ακόμη και μέσα στις πρωτόγονες κοινωνίες, όπου ο μύθος διαποτίζει και κυβερνά όλη την κοινωνική αίσθηση και την κοινωνική ζωή των ανθρώπων, δεν έχει πάντοτε την ίδια λειτουργικότητα και ίδια δύναμη. Στην πλήρη ισχύ τουφθάνει όταν οι άνθρωποι βρεθούν μπροστά σε εξαιρετικές και επικίνδυνες καταστάσεις. Τότε συσπειρώνονται περισσότερο, αποφεύγουν και εχθρεύονται τις καινοτομίες και τις νέες ιδέες, προσκολλώνται στενότερα στην παράδοση, γίνονται υπέρ το δέον συντηρητικοί. Αυτή η περιγραφή του ρόλου της μαγείας και του μύθου στην πρωτόγονη κοινωνία ισχύει εξ ίσου και για τα πολύ προηγμένα στάδια της πολιτικής ζωής του ανθρώπου. Σε καταστάσεις απόγνωσης – σαν την σημερινή κατά την οποία η ανεργία προσλαμβάνει χαρακτηριστικά επιδημίας, η κοινωνική ανασφάλεια επιδεινώνεται και η ελπίδα εξαφανίζεται – ο άνθρωπος θα καταφεύγει πάντα σε απεγνωσμένα μέσα και, τέτοια απεγνωσμένα μέσα υπήρξαν και εξακολουθούν να είναι οι πολιτικοί μύθοι του καιρού μας. Αν η «λογική» δείχνει ότι χρεοκόπησε, υπάρχει πάντα η ultima ratio, η δύναμη του θαυμαστού και του μυστηριώδους.[11] Αν ο μύθος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η «προσωποποιημένη συλλογική επιθυμία» («le désir collectif personnifié»), κατά την λακωνική και οξεία διατύπωση του Ε.Doutté,[12] τότε δεν πρέπει να λησμονούμε πως οι σύγχρονοι πολιτικοί μύθοι δεν αναπτύσσονται ελεύθερα, δεν αποτελούν τους άγριους καρπούς μιας οργιαστικής φαντασίας. Είναι πράγματατεχνητά που επινόησαν πολύ επιτήδειοι και πολύπανούργοι τεχνίτες. Ο μύθος, μπορεί, κάποτε – κάποτε, να έχει ένα fundamentum in re, να μην είναι σκέτο παραμύθι αλλά είναι ΠΑΝΤΟΤΕ στεγανός απέναντι στην εμπειρία, χειραφετημένος από την πραγματικότητα, την οποία περιφρονεί, αδιαπέραστος απ’ την λογική επιχειρηματολογία· δεν ανατρέπεται από επιχειρήματα και συλλογισμούς. Τουναντίον, τα επιχειρήματα είναι αυτά που περιττεύουν. Με την προδιαληφθείσα έννοια, ο μύθος είναι άτρωτος![13] Πρωτίστως για όσους μπορούν να αντέξουν μια μονάχα πολύ μικρή δόση πραγματικότητας· και για όσους σπεύδουν διαγκωνιζόμενοι να απαλλοτριώσουν εκουσίως την έλλογη σκέψη τους.

[1] βλ. Ernst Cassirer, Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού, εκδόσεις ΜΙΕΤ, σελ. 259, Ρούντολφ Ρόκερ, Εθνικισμός και Πολιτισμός, εκδόσεις Άρδην, τόμ Β΄, σελ. 94

[2] βλ. Έρνστ Κασσίρερ, Ο μύθος του κράτους, εκδόσεις γνώση, σελ. 267,268, 306-309.

[3] βλ. ό.π. σελ. 320,319

[4] βλ. ό.π σελ. 326,328, 333, 313

[5] βλ. Ρούντολφ Ρόκερ, Εθνικισμός και Πολιτισμός, εκδόσεις Άρδην, τόμος Β, σελ. 152, 156-157,218.

[6] Έρνστ Κασσίρερ, Ο μύθος του Κράτους, εκδόσεις γνώση, σελ. 173,174

[7] Ρούντολφ Ρόκερ, ό.π τόμος Β σελ. 172, Έρνστ Κασσίρερ, ό.π, σελ. 344-345

[8] Έρνστ Κασσίρερ, ό.π, σελ.361,363,366,374-375

[9] Δεν είναι του παρόντος να αναπτυχθεί το ότι η μορφή του εγελιανού συστήματος ήταν πολύ ανώτερη από το άμεσο περιεχόμενό του. Αυτή η μορφή έγινε εκρηκτική δύναμη στην εξέλιξη της πολιτικής σκέψης κατά την διάρκεια του 19ου  αιώνα. Πολύ συχνά λειτουργούσε και εναντίον του ίδιου του Χέγκελ διαψεύδοντας και υπονομεύοντας μερικές από τις πιο εδραίες και προσφιλείς του πολιτικές πεποιθήσεις. Έτερον, εκάτερον! Η τραγική μοίρα του Χέγκελ συνίστατο στο ό,τι χωρίς να το συνειδητοποίησει αποδέσμευσε τις πιο παράλογες δυνάμεις που φάνηκαν ποτέ στην κοινωνική και πολιτική ζωή του ανθρώπου.

[10] Παρατίθεται στο E.R Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδόσεις Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α.Καρδαμίτσα, σελ. 52 και 212

[11] βλ. Έρνστ Κασσίρερ, ο μύθος του κράτους, εκδόσεις γνώση, σελ. 380, 381.

[12] παρατίθεται ό.π σελ 383

[13] βλ. Ό.π σελ 386,405

Αναρτήθηκε από tektenomena

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Μέσα και ενάντια στην κανονικότητα του πολέμου. Συνέντευξη Dentro e contro la normalità della guerra. Intervista a Christian Marazzi- di Antonio Alia e Anna Curcio

Πριν ένα χρόνο προέβλεπες το άνοιγμα ενός σεναρίου πολέμου. Τώρα ο πόλεμος μοιάζει μια πραγματικότητα, ωστόσο με αβέβαια όρια-σύνορα και απατηλά, μέσα στα οποία και η μητρόπολη επίσης γίνεται πολεμικό μέτωπο. Πως διαμορφώνει ή διαμορφώνεται ο πόλεμος, σχετικά και με τις αναλύσεις επάνω στην αυτοκρατορία των τελευταίων 15 χρόνων?

Πριν απ’ όλα θα ήθελα  να πω πως, σύμφωνα με την δική μου άποψη, σήμερα παρακολουθούμε την διάλυση εκείνης που είναι η αυτοκρατορία, έτσι όπως την είχαν περιγράψει το 2000 οι Michael Hardt και Toni Negri, σαν υπέρβαση του ιμπεριαλισμού του συνδεδεμένου σε μιαν κατάσταση συσσώρευσης κεφαλαίου που (στην διάρκεια των τελευταίων τριάντα χρόνων) είχε ξεπεράσει την διαδικασία κέντρου και περιφέρειας.  Είχε επεκτείνει τις περιφέρειες προς το κέντρο και το κέντρο στις περιφέρειες, κάτω από μιαν ηγεσία και  έλεγχο διαρθρωμένο και ιεραρχικό με άξονα τις οικονομικές αγορές και τα συμφέροντα των μεγάλων πολυεθνικών σε πλανητικό επίπεδο. Μου φαίνεται πως έχω διακρίνει τους τελευταίους μήνες κάποια πρώτα σημάδια υπέρβασης αυτής της μορφής-αυτοκρατορία, σαν αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης της οικονομικής χρηματιστικής κρίσης που ξεκίνησε στις Ηνωμένες Πολιτείες στα  2007/2008, της επέκτασής της στις αναδυόμενες χώρες. Μιλώ κυρίως για την Κίνα αλλά και για τις Brics, με αναφορά στις κατολισθήσεις των αγορών αξιών και των χρηματιστηρίων στην διάρκεια του μήνα του περασμένου αυγούστου. Οπότε, μια πρώτη υποθετική προσπάθεια  απάντησης στην ερώτηση για το πως καθορίζεται ο πόλεμος, πρέπει να λάβει υπόψη ένα σενάριο διάλυσης της αυτοκρατορίας.

Ήδη εδώ και πολύ καιρό έχουμε αντιληφθεί, μέσα στην κριτική στρατευμένη σκέψη, πόσο είναι σημαντική η γεωπολιτική ανάλυση των φαινομένων επάνω στα οποία  προσπαθούμε αξιοποιήσουμε για να καθορίσουμε τις μορφές μας αγώνα, κινητοποίησης και υποκειμενικότητας. Αυτή η αναδιαμόρφωση του πολέμου περιλαμβάνει στον ρεαλισμό της μια υπέρβαση των εθνικών συνόρων ακριβώς σαν αποτέλεσμα της διάλυσης της μορφής-αυτοκρατορία.  Και ανοίγει σε μιαν αντίθεση επάνω στην οποίαν πιστεύω χρειάζεται να στοχαστούμε εις βάθος.  Από την μία, ο πόλεμος κάνει να αναδυθούν νέοι τόποι, πνεύμονες που πάλλονται, και μιλώ για το χαλιφάτο και όλο εκείνο που τριγυρνά γύρω του.  Από την άλλη, εμφανίζεται με τρόπο εγκάρσιο, σε τόπους που παλαιότερα χαρακτηρίζαμε το κέντρο της αυτοκρατορίας, σκέφτομαι την Ευρώπη και κάποιες από τις μητροπόλεις της.  Την ίδια ώρα, όμως, η αντίδραση που αναδύεται σχετικά με τον πόλεμο – και θα έλεγα πως αυτό ήταν σχεδόν αναπόφευκτο  – είναι εκείνη μιας ενδυνάμωσης καρικατούρας, σύμφωνα με τον τρόπο που εγώ βλέπω, όμως παρόλα αυτά δυνατής ανησυχητικής, εκείνου που είναι ο κρατικοκεντρικός εθνικός ορίζοντας, όπως εξάλλου φαίνεται από την αύξηση των κινημάτων της δεξιάς και της άκρας δεξιάς, σε απάντηση σε επεισόδια όπως εκείνα τα πρόσφατα στο Παρίσι.  Οπότε βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πόλεμο που κατά κάποιον τρόπο υπογράφει την διάλυση της αυτοκρατορίας, αλλά την ίδια στιγμή βρίσκεται αντιμέτωπος με την αντίθεση ανάμεσα στους εγκάρσιους  τρόπους λειτουργίας μέσα στους οποίους εκφράζεται και την αναδίπλωση στο κράτος-έθνος.

Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στην διάλυση και την ενδυνάμωση της μορφής-κράτος περνά και πιθανότατα μέσα από την λεγόμενη κρίση των προσφύγων.

Αυτός ο πόλεμος διασταυρώνεται σε κάθε περίπτωση και με όλα τα αποτελέσματα με τις τεράστιες μεταναστευτικές ροές που κατευθύνονται προς την Ευρώπη, που είναι με την σειρά τους προέλευση της αντίθεσης για την οποίαν μιλούσα. Προκαλούν την υπέρβαση αυτού που ήταν θεμελιώδες για την σταθερότητα της μορφής-αυτοκρατορία έτσι όπως την γνωρίσαμε  – σκέφτομαι για παράδειγμα στην συνθήκη Schengen, σε αυτήν του Dublino και στις άλλες συμφωνίες που είχαν συναφθεί, επεξεργαστεί και εφαρμοστεί για να εξασφαλίσουν έναν συγκεκριμένο τύπο διεθνούς καταμερισμού της εργασίας  – και την ίδια στιγμή θέτουν ξανά υπό συζήτηση, θέτουν υπό αμφισβήτηση ακριβώς την μορφή κράτος-έθνος που είχαμε σκεφτεί πως με κάποιον τρόπο ήταν ξεπερασμένο. Σε αυτό τον στοχασμό, θα έλεγα πως θα έπρεπε να συμπεριλάβουμε την κρίση ωσάν τέτοια. Mια κρίση κοσμική, στην οποίαν οι δυνάμεις των αγορών πρέπει να λογαριαστούν με την ανικανότητα  να βγουν από την ίδια την κρίση και διαμέσου νομισματικών μέτρων που είναι άνευ προηγουμένου. Πράγμα που με φέρνει στην θέση να πιστεύω πως αυτή η κατάσταση υποδεικνύει μια τάση κανονικοποίησης του πολέμου. Ελπίζω να κάνω λάθος μα πιστεύω πως αυτή η κατάσταση  έρποντα πολέμου, σίγουρα καινούργιου στην πολεμική ιστορία του καπιταλισμού, προορίζεται να καταστεί νορμάλ, φυσική, σε σημείο να μου έρχεται να πιστέψω πως αναπαράγεται σε πλανητική σκάλα εκείνο που είδαμε τα τελευταία εξήντα χρόνια στην σύγκρουση μεταξύ παλαιστινίων και ισραηλινών.  Μου φαίνεται πως έχουμε μπει σε μια φάση τέτοιου είδους. Μιλούσα πρόσφατα με έναν φίλο βάσκο που μου έλεγε πως αυτός, έχοντας ζήσει την ένοπλη πάλη, είχε φτάσει στην κατάληξη πως αυτό που αποκαλείται τρομοκρατία είχε γίνει μια μορφή ζωής που διαπερνούσε επίσης λόγους ταυτοσημίας, αποσχιστικούς ή εθνικιστικούς. Και ήταν ακριβώς αυτή η φυσικότητα που καθιστούσε την επίλυση του προβλήματος του ένοπλου αγώνα τόσο δύσκολη. Και είναι λιγάκι αυτό που συμβαίνει με τις μορφές στρατολόγησης των νέων από πλευράς ισλαμικού κράτους,  da parte dell’Isis. Έχω την εντύπωση πως στην πραγματικότητα το θρησκευτικό στοιχείο είναι δευτερεύον, δεν πιστεύω πως ο προσηλυτισμός από πλευράς του ιμάμη είναι η πραγματική αιτία της στράτευσης τόσων ευρωπαίων νεαρών. Νομίζω αντιθέτως πως είμαστε σε ένα είδος cyber-jihadismo, κυβερνοτζιχαντισμού που μάχεται ενάντια στις μητροπόλεις και τους χώρους  (όχι απαραίτητα συμβολικούς) της δύσης, με έναν στρατό κι αυτόν επίσης τύπου εξωεδαφικού.

Ας επιστρέψουμε ξανά στην φυσικότητα του πολέμου…

Και επίσης η διαρκής κατάσταση εξαίρεσης που ακολούθησε τις επιθέσεις, τα έκτακτα μέτρα ασφάλειας και το μπλόκο στις μετακινήσεις που επακολούθησαν, καθίστανται, μου φαίνεται, κάτι φυσικό, νορμάλ. Όπως φυσική, υπήρξε η αντίδραση των αγορών αμέσως μετά τις επιθέσεις του Παρισιού. Η στιγμή ανησυχίας, η δευτέρα με το εκ νέου άνοιγμα μετά την επίθεση της παρασκευής 13, κράτησε μισή ώρα. Μετά όλες οι αγορές, ειδικότερα η γαλλική χρηματιστική αγορά, πήραν ξανά την νορμάλ τους πορεία, μάλιστα ανοδική. Είχαν φυσικά προνομιακή μεταχείριση ο τομέας της άμυνας και ο ενεργειακός, όπως συμβαίνει πάντα, στην βάση της υπόθεσης πως μια κατάσταση πολέμου προκαλεί,στο επίπεδο της ασφάλειας και της άμυνας, την αύξηση της παραγωγής όπλων έτσι όπως την αύξηση στην κατανάλωση της ενέργειας και του πετρελαίου.  Και αυτοί οι τομείς,  που παροτρύνθηκαν πάραυτα υπερκάλυψαν την ελαφρά μείωση όλων των τίτλων των συνδεδεμένων στην αεροπορική μεταφορά, τον τουρισμό και τις ξενοδοχειακές υποδομές. Μου κάνει μεγάλη εντύπωση η παγετώδης φυσικότητα της λειτουργίας των αγορών, που σύμφωνα μ’ εμένα είναι κερδοσκοπική και συμμετρική με την κατάσταση στην οποίαν βρισκόμαστε.

Σε αυτόν τον επαναπροσδιορισμό του πολέμου, πως αρθρώνονται ή αναδιοργανώνονται ο ανοιχτός πόλεμος και τα οικονομικά και χρηματιστικά συμφέροντα που κινούν τους τομείς της ενέργειας και του πετρελαίου?

Μου φαίνεται πως πρέπει πρώτα να εξετάσουμε το ξεπέρασμα της σχέσης αιτία-αποτέλεσμα. Πρέπει να λάβουμε υπόψη πως βρισκόμαστε στην κατάσταση στην οποίαν οι προοπτικές εξόδου από την κρίση απομακρύνονται. Μιλούσα, στην αρχή, για την επίδραση στην δύση και στην Ευρώπη ειδικότερα, της επιβράδυνσης της κινεζικής οικονομίας. Αναλογικά επίσης μπορούμε να δούμε τις υποχωρητικές επιπτώσεις  μέσα στις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στην Ρωσία μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Βλέπουμε όμως την ίδια στιγμή πως οι κεντρικές τράπεζες, ειδικότερα η ευρωπαϊκή  Bce, είναι έτοιμες να εκτοξεύσουν εκ νέου κι αν είναι δυνατόν με τρόπο ακόμη πιο επεκτατικό τις πολιτικές  quantitative easing, δηλαδή δημιουργίας ένεσης ρευστότητας στις αγορές. Γνωρίζοντας πολύ καλά πως τα αποτελέσματα θα είναι περιορισμένα.  Ο οικονομικός νομισματικός εγκέφαλος είναι απολύτως διαυγής όσον αφορά την ανάγκη να κρατηθεί υψηλό το επίπεδο δραστηριότητας και δημοσιονομικών πιστώσεων, κονδυλίων χρηματοδότησης, του πλούτου.  Είναι όμως άλλο τόσο διαυγής στο να θεωρεί με τρόπο απογοητευμένο αυτά τα μέτρα, που είναι προορισμένα να διαρκέσουν τουλάχιστον μέχρι το 2017. Το προηγούμενο των ΗΠΑ μας λέγει πως αυτά τα νομισματικά μέτρα συνεισέφεραν σχετικά λίγο στην ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας, που βέβαια υπήρξε αντίθετα απ’ ότι στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Όλο αυτό για να πούμε πως ο πόλεμος αντιπροσωπεύει ένα είδος κεϋνσιανού προθάλαμου.  Φτάνει να σκεφτούμε πως τα έξοδα για την ασφάλεια, που σίγουρα προορίζονται να αυξηθούν, θα παραμείνουν έξω από τα εθνικά deficit, ελλείμματα.   Δεν είμαι ένας συνομωσιολόγος, αλλά νομίζω πως αυτή είναι η φόρμουλα με την οποίαν γίνεται προσπάθεια εξόδου από την λιτότητα: στρατιωτικοποίηση της επικράτειας και των ζωών μας και κεϋνσιανή αύξηση των εξόδων συνδεδεμένων στην άμυνα και την ασφάλεια.

Μπορούμε λοιπόν να πούμε πως ο πόλεμος, μέσα βέβαια στη νέα του διαμόρφωση, συνεχίζει να εργάζεται με τον πιο παραδοσιακό τρόπο σαν διέξοδος από την κρίση?

Η διαφορά σε σχέση με την κλασική σχέση μεταξύ κρίσης και πολέμου σαν ερέθισμα κεϋνσιανό με την πιο άξεστη και βάναυση έννοια, είναι πως εδώ δεν θα βγούμε ποτέ από την κρίση αλλά θα τροποποιηθούν οι τρόποι μέσα από τους οποίους θα βρισκόμαστε μέσα στην κρίση τα επόμενα χρόνια.  Όταν μιλώ για στρατιωτικοποίηση των μορφών ζωής θέλω να πω πως ο υφέρπων πόλεμος στην φυσικότητά του, την κανονικότητά του θα είναι ένα ερέθισμα για να τροποποιηθούν οι μορφές κυριαρχίας μέσα σε μια κρίση προορισμένη να διαρκέσει.

E λοιπόν: πως θα αντιτεθούμε στον πόλεμο? Μπορούμε να σκεφτούμε την σύγκρουση σαν το αντίθετο στον πόλεμο?

Πριν από καιρό, σε μια συζήτηση με τον Gigi Roggero, έλεγα πως αυτή η οικονομικό-χρηματιστική κρίση ήταν σαν μια νέμεσις του κεφαλαίου. Με κατεστραμμένο το κεφάλαιο σαν κοινωνική σχέση, με κατεστραμμένη την φορντική εργατική τάξη, να λοιπόν η εκδίκηση. Πιστεύω πως δεν υπάρχει ανάπτυξη και εξέλιξη δίχως αγώνα. Ο αγώνας δεν είναι μόνο κινητήρας και μοχλός της εξέλιξης διότι  προκαλεί ανανέωση των παραγωγικών διαδικασιών και των μορφών αναδιανομής του εισοδήματος τονώνοντας έτσι την ζήτηση. Ο αγώνας παράγει επίσης πληροφορία, ευφυία. Αντιθέτως, τα τελευταία τριάντα χρόνια υπήρξε μια προσπάθεια συνεχής και συστηματική να διαρραγεί αυτή η κοινωνική σχέση, δημιουργώντας μια κατάσταση απολύτου ζοφερότητας.

Όπως όλοι, προσπαθώ να καταλάβω εκείνο που συμβαίνει στην Μέση Ανατολή αλλά μου είναι ακραία δύσκολο. Υπάρχουν συμμαχίες που τροποποιούνται ακριβώς με την έννοια τέλους της αυτοκρατορίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες  – το επεξηγεί το δόγμα Obama – προσπαθούν να απεμπλακούν από την Μέση Ανατολή για να επικεντρωθούν περισσότερο επάνω στην Κίνα και την Ρωσία. Μετά υπάρχουν  μια σειρά διαδικασιών που βλέπουν νέους παίκτες να εργάζονται για την διάλυση της κρατικής διαμόρφωσης που στην περιοχή είχε επιτρέψει τις τελευταίες δεκαετίες στην αυτοκρατορία να λειτουργήσει.  Μου φαίνεται πως οι ΗΠΑ από την μια αποδεσμεύονται και από την άλλη στοχεύουν στην δημιουργία μιας κατάστασης εγγυημένη σταθερότητα από την διαρκή σύγκρουση μεταξύ κρατών, από τα οποία κανένα δεν δύναται να ηγεμονεύσει της κατάστασης.  Η σχέση ανάμεσα στην Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Ιράν και Ισραήλ σίγουρα πηγαίνει προς αυτή την κατεύθυνση. Καμία από αυτές τις δυνάμεις δεν είναι πλέον σε θέση να ενεργήσει σαν προνομιακός σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών και να δημιουργήσει μια ιεραρχία εντολής εξουσίας στην περιοχή.   Την ίδια στιγμή, οι ρώσοι προσπαθούν, με μιαν σχετική δεξιοτεχνία και εξυπνάδα, να εκμεταλλευτούν αυτή την κατάσταση για να αντιμετωπίσουν την εσωτερική οικονομική και κοινωνική κρίση. Ο ρόλος που ανέλαβε η Ρωσία στην περιοχή , από την μία, επιτρέπει στην χώρα να απεμπλακεί σε διεθνές επίπεδο ύστερα απ’ όσα συνέβησαν στην Ουκρανία.  Επηρεάζουν δηλαδή την πολιτική όχι μόνον στρατιωτική αλλά και διπλωματική στην περιοχή, όπως είδαμε στην σχέση με την Γαλλία του  Holland μετά τα γεγονότα στο Παρίσι. Από την άλλη, όμως, η Ρωσία είναι πάντα μια χώρα που δεν έχει μια οικονομική χρηματιστική δύναμη τέτοια ώστε να υποστηρίξει αυτό τον τύπο περιπέτειας. Ρισκάρει πολύ. Ρισκάρει να βαλτώσει όπως στο Afganistan.

Και η Τουρκία πως τοποθετείται στο μεσανατολικό σενάριο, και υπό το φως των πρόσφατων εντάσεων με την Ρωσία?

Η Turchia βρίσκεται μέσα σε αυτό το ίδιο παιχνίδι αναζήτησης ενός ρόλου στην Μέση Ανατολή. Και παίζει καλό παιχνίδι μιας και προστατεύεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες ωσάν μέλος του NATO και προστατευμένη από την Ευρωπαϊκή Ένωση, από την οποίαν χρηματοδοτείται για το πρόβλημα των προσφύγων. Αυτό είναι μια παραδοξότητα έχοντας δει πως, όπως αποκαλύφθηκε τον τελευταίο καιρό, η Τουρκία χρηματοδοτεί το Isis αγοράζοντας το πετρέλαιο που αντλείται στις ζώνες που έχει κατακτήσει στρατιωτικά το Ισλαμικό Κράτος. Είμαστε σε μιαν κατάσταση από την οποίαν δεν θα βγούμε σίγουρα με τους συνεχείς βομβαρδισμούς την Συρία. Δεν βλέπω διέξοδο, εκτός εκείνης του να εφεύρουμε μια μορφή να είμαστε μέσα και ενάντια σε αυτό τον πόλεμο και αυτή την κρίση.

Επιστρέφουμε έτσι στην προηγούμενη ερώτηση: πως θα αντιτεθούμε στον πόλεμο?

Ξεκινώντας ξανά μορφές σύγκρουσης και ανταγωνισμού επικεντρωμένου σε τόπους όπου η τρομοκρατία έχει μεγαλύτερο περιθώριο μανούβρας: τις μητροπόλεις, τις περιφέρειες, τα προάστια. Μην ξεχνάμε πως αυτό το μίσος, αυτή η βία που χαρακτηρίζει τα κινήματα των τζιχαντιστών είναι και κόρη επίσης μορφών ανακατανομής, ενσωμάτωσης και welfare που ήρθαν να εκλείψουν τα τελευταία είκοσι χρόνια. Είναι εκπληκτικό να βλέπουμε πως μέσα στα τελευταία χρόνια κι όχι μόνο στο Ισλαμικό Κράτος, σκέφτομαι για παράδειγμα την Algeria, ο τζιχαντισμός επικεντρώθηκε στο χτίσιμο κοινωνικών υποδομών, αλληλοβοήθειας που τον ενδυνάμωσαν αφάνταστα. Κι αυτό ενώ ακριβώς εδώ στην Ευρώπη το κεφάλαιο και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές στόχευσαν στην καταστροφή των αναδιανεμητικών συστημάτων. Συμφωνώ αρκετά με εκείνους που λεν πως ένας εξεγερμένος περισσότερο, ένας ανατρεπτικός περισσότερο ισοδυναμεί με δέκα τρομοκράτες λιγότερους. Με την έννοια πως λείπει σήμερα ένας επαναπροσδιορισμός και μια ενεργοποίηση μορφών διαμαρτυρίας εκεί όπου ζούμε και όπου στερούμαστε μέλλοντος, ελπίδων για την διαδρομή μας στην ζωή, για την ευχαρίστηση, την ευτυχία, την απόλαυση.  Το να ζεις έχει καταντήσει κουραστικό, επώδυνο. Και ο τζιχαντισμός δίνει, με αυτή την έννοια, μια απάντηση. Είναι μια απάντηση τρελή, τρομερή, παραληρηματική, αλλά είναι μια απάντηση που έχει να κάνει με το χτίσιμο αλληλεγγύης και κοινωνικών σχέσεων, αυτό που μας λείπει.  Είναι ποτέ δυνατόν να μην αντιλαμβανόμαστε πως δείκτες νεανικής ανεργίας ύψους  40-45% είναι φυτώριο επικινδυνότατο? Δεν μου φαίνεται να έχουμε μεγάλη όρεξη να αντιμετωπίσουμε πραγματικά την κατάσταση έξω απ’ την δημιουργία μορφών εργασίας που να δίδουν την δυνατότητα μεγαλύτερης θολερότητας σε σχέση με το μέλλον και μεγαλύτερη ανασφάλεια.

Ένα τελευταίο θέμα που θα θέλαμε να σου θέσουμε βρίσκεται πέρα από το θέμα που συνδέεται στενά με τον πόλεμο αλλά όχι με εκείνο της κρίσης. Μιλούν για επανεκκίνηση, είναι ένα  refrain που τρέχει ήδη πολύ. Ποια είναι όμως η πραγματικότητα?

Υπάρχει κάποιο δεδομένο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση και που επιβεβαιώνει την άποψη της αδυναμίας εξόδου από την κρίση στο προσεχές μέλλον. Είναι ένα δεδομένο που έχει να κάνει με τις νομισματικές πολιτικές: μάθαμε πρόσφατα πως το 80% της ρευστότητας που δημιουργήθηκε και διοχετεύτηκε στους χρηματοδοτικούς  κύκλους μέσα από το quantitative easing (που ελαττώνει το επιτόκιο για τις τράπεζες καθιστώντας τες πιο ευέλικτες στην προοπτική να απελευθερώσουν τις πιστώσεις και τα δάνεια σε επιχειρήσεις και οικογένειες) εναποτίθεται στην Φρανκφούρτη, στην Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα, viene depositata a Francoforte, alla Banca Centrale Europea, όπου οι τράπεζες που τοποθετούν εκεί το χρήμα πρέπει επίσης να πληρώσουν ένα αρνητικό επιτόκιο της τάξης του 0,2%. Με αυτό τον τρόπο, η ρευστότητα που διοχετεύεται για την επαναδρομολόγηση της πίστωσης οπότε και της οικονομίας, παρακρατείται σε στοκ, αποστειρωμένη. Το όχι δίχως σημασία αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι πως τα κανάλια διαμεσολάβησης για την διαβίβαση σε οικογένειες και επιχειρήσεις αυτής της ρευστότητας, που είναι οι τράπεζες, δεν λειτουργούν διότι η ρευστότητα επιστρέφει ακριβώς εκεί απ’ όπου είχε ξεκινήσει, στο σημείο της ενσωμάτωσής της στο οικονομικό-χρηματιστικό κύκλωμα.  Και εάν η ρευστότητα δεν χρησιμοποιείται για να παρέχει πίστωση σημαίνει πως, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, δεν υπάρχουν συγκεκριμένες προοπτικές πως οι ενέσεις ρευστότητας μπορούν να δημιουργήσουν με συγκεκριμένο τρόπο επανεκκίνηση της οικονομίας.   Είναι αυτό ένα δεδομένο που με κάνει να παντρεύομαι την ιδέα εκείνου που ονομάσαμε  quantitative easing for the people, μια πολιτική δηλαδή νομισματική που αντί να δίνει ενέσεις ρευστότητας μέσα από το τραπεζικό σύστημα, που όπως μόλις είπα δεν μοιάζει να λειτουργεί, να μοιράσει ρευστότητα απευθείας στους ευρωπαίους πολίτες. Περί αυτού μιλά επίσης και η εφημερίδα  “Il sole 24 ore”; ο Guido Tabellini, για παράδειγμα, έγραφε πρόσφατα πως θα μπορούσε να είναι μια προοπτική εξόδου από αυτή την κατάσταση καθολικής στασιμότητας. Αυτή η προοπτική, ή καλύτερα αυτή η πρόταση ήδη έγινε αντικείμενο μιας εκστρατείας που αρχίζει να κινείται στην Ευρώπη και σηκώνει κεφάλι, αν και στην Ιταλία δεν αναφέρεται πολύ.  Είναι για παράδειγμα μέρος του προγράμματος του ηγέτη των εργατικών Jeremy Corbyn. Είναι μια πρόταση που θέτει το πρόβλημα της διανομής  εισοδήματος διαμέσου εκείνων των μηχανισμών που γνωρίσαμε αυτά τα χρόνια σαν νομισματικές πολιτικές μη συμβατικές που θα έπρεπε όμως να στοχεύσουν να διανέμουν εισόδημα συγκεκριμένα και άμεσα, απευθείας, γενόμενες αντικείμενο μιας νέας κοινωνικής σύμβασης.

 

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Commonware

Dentro e contro la normalità della guerra. Intervista a Christian Marazzi- di Antonio Alia e Anna Curcio

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Η αντιδραστική ουτοπία της νέας »εύπορης τάξης», μορφή και κυριαρχία των παγκόσμιων ελίτ, L’utopia reazionaria della nuova “classe agiata”. Forma e dominio delle élite globali

  •  Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015 09:08
  • Giulia Bausano – Emilio Quadrelli
  • 816

L'utopia reazionaria della nuova “classe agiata”. Forma e dominio delle élite globali

Η  “εκμετάλλευση” είναι ίδιον όχι μιας διεφθαρμένης κοινωνίας ή ατελούς και πρωτόγονης, αλλά ανήκει στην ουσία του ζώντος σαν οργανική βασική λειτουργία; είναι μια συνέπεια της αληθινής θέλησης για ισχύ, που είναι η ίδια η θέληση της ζωής. (F. Nietzsche, Πέρα απ’ το καλό και το κακό»)

Ο λόγος του κινέζου στρατηγού Qiao Liang, που εκφωνήθηκε πρόσφατα στο Πανεπιστήμιο Άμυνας του Πεκίνου και δημοσιεύεται στο n.7 του περιοδικού Limes1, δίνει την ευκαιρία για να ρίξουμε μια ματιά  στις “οπτικές΄του κόσμου” των σύγχρονων κυρίαρχων τάξεων. Να καταλάβουμε τι σκέφτονται, τι δίνει ζωή στις στρατηγικές τους, με τι τρόπο οργανώνουν τις συγκρούσεις που, κάθε ημέρα που περνά, με όλο και μεγαλύτερη δύναμη υπογραμμίζουν τα σενάρια της διεθνούς πολιτικής, είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό πνευματικό βίτσιο.

Ξέρουμε ήδη από καιρό πως κάθε Weltanschauung, παγκόσμια προβολή,  έχει υλικές και αντικειμενικές επιπτώσεις όχι λιγότερο πραγματικές από τα  “γεγονότα” αντιθέτως, εκ των υστέρων, είναι ακριβώς οι παγκόσμιες προβολές και οι δυνατές ιδέες που κατευθύνουν και δίνουν νόημα και σημασία στα γεγονότα. Εάν δεν ήταν έτσι πολύ δύσκολα θα γίνονταν αντιληπτός, για παράδειγμα, ο θανάσιμος αγώνας που παίζεται γύρω από την Ιστορία και την διήγησή της/ερμηνεία της.   Την ίδια στιγμή άλλο τόσο ανεξήγητη θα ήταν η ποσότητα πόρων και ενέργειας που αφιερώνονται από την διανόηση των κυρίαρχων τάξεων για να βάλουν σε τάξη τον κόσμο και την διαδρομή και εξέλιξη των πραγμάτων με συγκεκριμένο τρόπο παρά  με έναν άλλον.

Για να θυμίσουμε πόσο μεγάλο είναι το βάρος των λέξεων μπορεί να είναι χρήσιμη στο μυαλό μας η περίφημη διαπίστωση, ο περίφημος ισχυρισμός της  Margaret Thatcher: “Η κοινωνία δεν υπάρχει”. Προς στιγμήν μπορούσε να φανεί σαν μια boutade με γεύση αμυδρά dadaista όμως, πολύ σύντομα, όλοι έπρεπε να αναγνωρίσουν πως, σε ένα απλό αστείο, περιέχονταν όλη η  Weltanschauung παγκόσμια προβολή και όψη μιας ολόκληρης ιστορικής φάσης. Σίγουρα όλο αυτό που δίνει μορφή στην κοινωνία δεν έπαυε να υπάρχει μόνον διότι η Θάτσερ είχε διατάξει την εξάλειψη μα, και αυτό είναι το σημείο, μέσα από εκείνο το είδος αφορισμού έμπαινε στο αρχείο ένα ολόκληρο μοντέλο πολιτικό το οποίο, ξεκινώντας από την αναγνώριση του “κοινωνικού ζητήματος”, είχε επηρεάσει συνολικά τον πολιτικό τρόπο διαχείρισης και διοίκησης της ζωής των ατόμων.

όλα τα γεγονότα που ζωντανεύουν την κοινωνική ζωή δεν έπαψαν σίγουρα να υπάρχουν την στιγμή κατά  την οποίαν ειπώθηκε η μοιραία φράση της σιδηράς κυρίας,  della lady di ferro , απλά δεν βρίσκονταν πλέον στην διάθεση του λόγου της πολιτικής σκέψης. Με όλο αυτό ξεκίνησε η συνεχής διαδικασία αποκλεισμού και πολιτικής περιθωριοποίησης των μαζών. Με άλλα λόγια η κοινωνία έπαψε να υπάρχει πολιτικά και, με αυτήν, όλα τα γεγονότα που την αφορούν.  Στην γραμμικότητα και την απλότητά του αυτό το παράδειγμα μας θυμίζει ακριβώς πως η επικράτηση μιας συγκεκριμένης  Weltanschauung παγκόσμιας άποψης καθορίζει και oριοθετεί τους κανόνες του παιχνιδιού σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία. Κλείνουμε λοιπόν με αυτές τις έννοιες και επιστρέφουμε στον κινέζο στρατηγό μας.

Σε νια γρήγορη και αυστηρή σύνθεση ο στρατηγός Qiao παρουσιάζει την άποψη των κυρίαρχων κινεζικών τάξεων για το παρόν, δίχως να αρνείται μια σύντομη ιστορική αναδρομή, un breve excursus storico. Ένα  excursus που αποκαλύπτει ξεκάθαρα αυτό που μπορούμε να ορίσουμε την φιλοσοφία της ιστορίας έτσι όπως την έχει κάνει δική της η εύπορη τάξη της Γαλάζιας Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τον Qiao τα πολιτικά συμβάντα είναι εξ ολοκλήρου επουσιώδη, ενώ υπολογίζονται μόνο και αποκλειστικά οι “τεχνικές επαναστάσεις”. Η ίδια η Μεγάλη Επανάσταση, για και μέσα στην ιστορία του κόσμου, θα είχε κάλυπτε έναν ρόλο περιθωριακό καθώς, κι εδώ καταγράφει μια μεγάλη γκάφα, εξ αιτίας της ήττας που υπέστη ο Ναπολέων στο Βατερλό η σημασία εκείνης της επανάστασης  είχε μηδενιστεί και ο φεουδαλισμός είχε επιστρέψει νικηφόρος.

Ισχυρισμός που μας ξαφνιάζει μιας και πως μέχρι και ένας μαθητής του γυμνασίου, έστω και αδαής, γνωρίζει κάλλιστα πως  το Συνέδριο της Βιέννης δεν αποκατέστησε τους περιορισμούς της φεουδαρχίας στην Γαλλία, δεν κατήργησε την “νομική επανάσταση” που ο  Ναπολέων είχε επιβάλει σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης επισημοποιώντας με αυτό τον τρόπο την εξουσία της αστικής τάξης σαν τάξη πολιτικά ηγεμονική, έτσι όπως δεν εξάλειψε τον καπιταλισμό από την ευρωπαϊκή κοινωνία μα, αντιθέτως, ακριβώς λόγω της νομικής του επισημοποίησης επέτρεψε την πλήρη εφαρμογή του, ne consentì il pieno realizzo2.

Όντως, αφ ‘ενός, μεγάλη νικήτρια της Βιέννης ήταν η Αγγλία, η οποία από καιρό είχε στείλει στην σοφίτα την φεουδαρχία κι έβλεπε στην αστική Γαλλία  ένα οικονομικό ανταγωνιστή φόβητρο, από την άλλην το 1815 οι ευρωπαϊκές κυρίαρχες τάξεις είχαν θέσει τον στόχο του εκσυγχρονισμού,  della modernizzazione, δηλαδή να αναπτύξουν τον καπιταλισμό, αποφεύγοντας την πολιτική και κοινωνική αναστάτωση μέσα από την οποίαν η Γαλλία είχε ελευθερωθεί από τα φεουδαρχικά εμπόδια και περιορισμούς.  Δύσκολα, λοιπόν, να αποφύγουμε το βάρος που η πολιτική αναλαμβάνει μέσα στις ιστορικές ρήξεις κι αυτό που είναι αυτή ικανή να προεικονίσει και να προαναγγείλει. Αυτό που με το Συνέδριο της Βιέννης, πράγματι, οι ανερχόμενες κυρίαρχες ευρωπαϊκές τάξεις θέλησαν να εξορκίσουν ήταν κυρίως η ιακωβινική πλευρά [καρμπονάροι] της Μεγάλης Επανάστασης και το μέτωπο των μαζών που αυτή, δίχως ίσως να το θέλει, κουβαλούσε μαζί της. La Restaurazione non restaura, η Αποκατάσταση δεν αποκαθιστά, [Παλινόρθωση], υπό το οικονομικό προφίλ, ένα ωραίο τίποτα έτσι όπως, όσον αφορά τις πολιτικές και κοινωνικές δομές και την διάρθρωση, δεν απονομιμοποιεί την μεγάλη μπουρζουαζία. Τραπεζίτες, βιομήχανοι, μεγαλέμποροι και ισχυροί αποικιοκράτες ηγεμόνες δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν. Αυτές  οι φιγούρες θα είναι τελείως μέσα στην Αποκατάσταση-Παλινόρθωση η οποία, εκ των υστέρων, περισσότερο από έκταση ultra ορεινή και νομιμόφρονη δεν έχει λίγα κοινά με την δεξιά των Γιρονδίνων, la destra della Gironda3.  Μέσα σε όλο αυτό υπάρχει πολύ λίγη τεχνική και πολύ πολιτική.

Αυτές οι πτυχές, που αναγνωρίζονται από τους ιστορικούς όλων των τάσεων, παραμένουν ξένες στον στρατηγό Qiao για τον οποίον οι αληθινές επαναστάσεις είναι οι τεχνικές. Το πόρισμα στο οποίο ο Qiao καταλήγει είναι μέχρι και προφανές: laGrande rivoluzione η Μεγάλη επανάσταση είχε μια σπουδαιότητα ασήμαντη σε σχέση, παραδείγματος χάριν, με τις επιπτώσεις την μηχανής και του ατμού. Όλο το δοκίμιο του Qiao κινείται γύρω από αυτή την υπόθεση. Με άλλα λόγια: η τεχνική αποφασίζει για όλα. Με αυτό επιβεβαιώνεται το αξίωμα “ο γάτος τρώει τον ποντικό Il gatto mangia il topo” – σε αντιπαράθεση με την γνωστή μαοϊκή διαπίστωση-ισχυρισμό: “ο κόκκινος γάτος τρώει τον ποντικό” – διαμέσου του οποίου ο  Deng Tsiao Ping είχε πάρει την εκδίκηση της μπουρζουαζίας στην επαναστατική Κίνα. Αυτό που σπρώχνει τον  Qiao είναι η αποπολιτικοποίηση της ιστορίας, με σκοπό να καταστήσει μάταιη και περιττή την ίδια την ιδέα της πολιτικής υποκειμενικότητας,  soggettività politica. Εάν, έχοντας κάνει τους λογαριασμούς, αυτό που έχει σημασία είναι μόνο η τεχνική και η κυριαρχία της, κι αυτό να ισχύει για κάθε ιστορική εποχή, η πραγματικότητα δεν μπορεί παρά να είναι μια αιώνια επανεμφάνιση όπου μόνο μια περιορισμένη élite, σε θέση να κυβερνήσει και να αντιληφθεί την τεχνική, έχει δικαίωμα να κυβερνά και να κυριαρχεί.

Εδώ το θέμα δεν είναι να αντιθέσουμε την “επανάσταση από τ’ απάνω” στην  “επανάσταση από τα κάτω”, μιας και η ίδια η επανάσταση δεν μπορεί να ειδωθεί παρά σε διαλεκτική σχέση με τις μάζες, αλλά μάλλον αυτή η οπτική προϋποθέτει τον αποκλεισμό ipso facto, αυτοδίκαια ολόκληρου του πληθυσμού από την πολιτική σκηνή. Αυτή δεν μπορεί να κάνει άλλο από το να ακολουθήσει με τρόπο πειθαρχημένο και μέσα σε τάξη τις οδηγίες των “εκλεγμένων ανθρώπων”. Επάνω σε αυτή την οπτική, πριν συνεχίσουμε με την εξέταση του δοκιμίου, είναι χρήσιμο να χρονοτριβίσουμε λιγάκι μιας και, μέσα σε αυτή την υπόθεση και εργασία μπορούμε να συλλέξουμε ουκ ολίγα επιχειρήματα που χαρακτήρισαν την φιλοσοφική και πολιτική σκέψη των θεωρητικών του ιμπεριαλισμού των πρώτων χρόνων του Χίλια Εννιακόσια.

Ιδιαίτερα να σκεφτούμε σε όσα, γύρω από το θέμα της τεχνικής και της κυριαρχίας της, έχουν στοχαστεί οι Heidegger και Jünger4 και πως, γι αυτούς τους στοχαστές ο έλεγχός της επιτρέπει να πάρουμε στα χέρια μας την μοίρα μας. Όχι διαφορετικά απ’ ότι οι δημιουργοί που έδωσαν ζωή στην ρομαντική αντίδραση5, τόσο ο Heidegger όσο και ο Jünger συλλαμβάνουν τον αποπροσανατολισμό και τον μηδενισμό ,colgono lo spaesamento e il nichilismo, που η βιομηχανική ανάπτυξη φέρνει μαζί της μα, σε αντίθεση με αυτούς, δεν κοιτούν στο παρελθόν, στην υποτιθέμενη ευτυχισμένη μεσαιωνική εποχή και περίοδο, αλλά στο μέλλον.   Κεντρικό σημείο, γι αυτούς, είναι να σφυρηλατηθεί ένας ανθρώπινος τύπος τελείως σε θέση να πλαστεί σύμφωνα ,με την φόρμα με την οποίαν ο κόσμος λαμβάνει. Επί πλέον, ακριβώς αυτή η μορφή επιβάλει να ξεφορτωθεί, όχι την τεχνική η οποία, στην πραγματικότητα δεν είναι άλλο από τον καπιταλισμό που έφτασε σε ένα συγκεκριμένο βαθμό ανάπτυξης, αλλά τις απαρχαιωμένες πολιτικές φόρμες ανίκανες ήδη να κυβερνήσουν αυτή την μορφή. 

Η αντιαστική εξέγερση, ιδιαίτερα σαφής και έντονη στον  Jünger, αντιπροσωπεύει την κριτική στο πολιτικό και πολιτιστικό μοντέλο των παλιών αστικών χώρων. Η κριτική από τον Jünger κατευθύνεται, με τρόπο ριζοσπαστικό όσο και αναιδή, προς την ασφάλεια και την ηρεμία, την ησυχία που εκπροσωπούσε το ιδανικό μοντέλο ζωής της προπολεμικής μπουρζουαζίας. Με τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο όλος ο κόσμος του χθες πέφτει κομμάτια και, με αυτόν, όλο το στυλ ζωής ίδιον των παλαιών διοικούντων τάξεων6. Ο Πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, διαμέσου της έλευσης της εποχής της μάχης των υλικών, έδωσε ζωή σε μια νέα μορφή της οποίας η ουσία μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο από έναν νέο ανθρώπινο τύπο. Αυτό, λοιπόν, είναι που χρειάζεται να αναρωτηθούμε, σύμφωνα με τους φιλόσοφους της ιμπεριαλιστικής περιόδου. Καταφατικά μπορούν να απαντήσουν μόνο εκείνοι που είναι σε θέση να αντιληφθούν την εποχή της τεχνικής.

Έτσι βλέπουμε πως, κατά βάθος, με την απολογία της τεχνικής ο κινέζος στρατηγός δεν επινοεί τίποτα το καινούριο αλλά, πιθανότατα δίχως να το ξέρει, εφιστά την προσοχή μας γενναιόδωρα προς το θεωρητικό οπλοστάσιο του πρωτοφασισμού. Δεν προκαλεί έκπληξη, ως εκ τούτου, πως, για την κινεζική ευκατάστατη τάξη έξω από αυτή την ίδια δεν μπορεί παρά να υπάρχει μια μάζα υφιστάμενων, εξαρτώμενων η ύπαρξη των οποίων δεν διαφέρει πολύ από την κατάσταση του σκλάβου. η Ιστορία, κατά βάθος, είναι μόνο εκείνη των  élite.

Όχι λιγότερο ενδιαφέρον, σχετικά, είναι ο έπαινος, όσο κι αν είναι έμμεσος, που ο Qiao απευθύνει στην κύρια ανταγωνιστική élite: την κυρίαρχη τάξη των ηνωμένων πολιτειών. Μεγάλο μέρος του δοκιμίου, πράγματι, είναι αφιερωμένο σε μιαν αναπαραγωγή της πολιτικής που κράτησαν οι βορειοαμερικανικοί στρατιωτικοί κύκλοι ξεκινώντας από το  1944 όταν, μέσα από το περίφημο Σύμφωνο του Bretton Woods, επέβαλαν σε ολόκληρο τον πλανήτη το δολάριο συνδεδεμένο με τον χρυσό, σαν μοναδικό και μόνο νόμισμα ενεργοποιημένο στις διεθνείς συναλλαγές. Μια φάση που διήρκεσε μέχρι το  1971 όταν η Διοίκηση Nixon, λόγω του τεράστιου κόστους του πολέμου στο Vietnam και το επακόλουθο αραίωμα των αποθεμάτων χρυσού των ΗΠΑ, απελευθέρωσε το δολάριο από τον χρυσό δίδοντας το έναυσμα σε μια μεγάλη υποτίμηση του πράσινου νομίσματος και σε μιαν περίοδο προφανώς ασταθή και αβέβαιη, συναλλαγματικών διακυμάνσεων.

συνεχίζεται….

Σε εκείνη την φάση σχηματίστηκε ένα στιγμιαίο κενό εξουσίας, που είχε σαν αποτέλεσμα το άνοιγμα μιας οικονομικής και πολιτικής κρίσης διεθνούς, την οποία, σύντομα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήρθαν να καλύψουν, όταν στα 1973 συνέδεσαν το δολάριο στο πετρέλαιο. Επιβάλλοντας στις χώρες της Opec να εμπορεύονται μόνο και αποκλειστικά σε δολάρια, οι βόρειο αμερικανικές  élite επικεντρώνονταν σε έναν διπλό στρατηγικό στόχο: διατηρούσαν το δολάριο σαν ηγεμονικό νόμισμα σε διεθνές επίπεδο, καμιά όντως χώρα δεν μπορεί να παραμείνει ξένη στο ενεργειακό εμπόριο, και μπορούσαν να ξεκινήσουν να τυπώνουν νόμισμα δίχως κανέναν απολύτως περιορισμό μιας και πλέον μπορούσαν να μην στέκονται κάτω από την Δαμόκλειο σπάθη του αντίστοιχου ποσού σε αποθέματα χρυσού. Σε αυτό το σημείο ήταν μόνο η στρατιωτική και πολιτική ισχύς των ηνωμένων πολιτειών να εγγυάται την κυριαρχία του συναλλάγματός της.

Σύμφωνα με τον Qiao όχι ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος ή η κατάρρευση της URSS υπήρξαν τα γεγονότα clou του Εννιακόσια, αλλά η εγκατάλειψη του συστήματος του gold standard. Αυτό το γεγονός θα είχε ανοίξει τις πόρτες της αμερικανικής οικονομικής αυτοκρατορίας με όλες τις επιπτώσεις που αυτή επέφερε στο σύστημα – κόσμο. Από εκείνη την στιγμή και στην συνέχεια, χάρη σε μια κυκλική διαχείριση της αξίας του δολαρίου (δέκα χρόνια αδύναμου δολαρίου/έξι χρόνια ισχυρού δολαρίου), οι Ηνωμένες Πολιτείες, διανέμουν σε διεθνές επίπεδο δάνεια γενναιόδωρα την στιγμή κατά την οποίαν το δολάριο είναι αδύναμο, για να μαζέψουν το χρήμα όταν το δολάριο είναι ισχυρό, κι έτσι όχι μόνο πραγματοποίησαν κολοσσιαία κέρδη αλλά έστειλαν στην πτώχευση ολόκληρες χώρες, όπως στην περίπτωση της Argentina ή των λεγόμενων ασιατικών Τίγρεων, απαλλοτριώνοντας μεγάλο μέρος των οικονομιών τους.

Σήμερα, σύμφωνα με τον Qiao, έχουμε φθάσει στην τελική μάχη: εκείνη ανάμεσα στην αμερικανική δύναμη και την Γαλάζια Αυτοκρατορία. Πριν συνεχίσουμε μας φαίνεται χρήσιμο να σταθούμε λιγάκι σε όσα ακούσαμε. Ένα σημείο μας φαίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρον: η απόλυτη ικανότητα, σύμφωνα με τον κινέζο στρατηγό, από μέρους των κυρίαρχων élite να κυβερνούν και να σχεδιάζουν τα γεγονότα στον κόσμο. Στον τρόπο κατά τον οποίον ο  Qiao διαβάζει την αμερικανική στρατηγική υπάρχει η σαφής πεποίθηση πως οι élite, όλες οι élite οπότε μιλώντας για τους αμερικανούς γενικότερα μιλά επίσης και κυρίως για τον εαυτό του, είναι, με τρόπο τελείως αυτοαναφορικό, δηλαδή δίχως να πρέπει να δώσουν λογαριασμοό σε κανέναν εκτός και από τον εαυτό τους, σε θέση να διαρθρώσουν με πλήρη συνείδηση και επίγνωση τις μοίρες του κόσμου. Η σύγκρουση δεν θα ήταν άλλο παρά μια παρτίδα σκάκι ανάμεσα σε δυνάμεις ισοδύναμες και ίσες στην αξιοπρέπεια, ένα είδος  Jus publicumEuropaeum μα σε παγκόσμια σκάλα, σκοπός του οποίου είναι η ισχύς για την ισχύ.

Σε αυτές τις élite, άκρως περιορισμένες, τίποτα δεν ξεφεύγει. Η πραγματικότητα βρίσκεται τελείως στα χέρια τους και αυτά τα χέρια είναι σε θέσει να την πλάσουν προς χρήσιν και κατανάλωσή τους. Όλο αυτό μέσα σε μιαν αιτιώδη συνάφεια τόσο λογική όσο ορθολογική. Η  “θέλησις για ισχύ”, κάτω από οποιοδήποτε ένδυμα κι αν τίθεται, είναι διαποτισμένη προγραμματικό ορθολογισμό. Όλη η δράση των ΗΠΑ, στην βάση των ιστορικών κύκλων που ο  Qiao αναπαράγει, είναι εκεί να το αποδεικνύει. Στην αρχή το  Bretton Woods, μετά η εγκατάλειψη του χρυσού, οπότε το πετρέλαιο, τέλος η εναλλαγή του δυνατού δολαρίου και του αδύναμου δολαρίου: ο ορθολογικός σχεδιασμός των élite των ηνωμένων πολιτειών έχει κάτι το θαυμάσιο μα  – κι εδώ φαίνεται πως αναδύεται ο Spengler και η θεωρία του η σχετική με την παρακμή και την δύση των αυτοκρατοριών και των ομήλικων “αριστοκρατιών” 8 μαζί με την εκ νέου ανορθολογική ερμηνεία του ηρακλείτιου πολέμου  insieme alla reinterpretazione irrazionalistica del il polemos eracliteo9 – ο αγώνας για την ισχύ δεν γνωρίζει ανακωχή. Οι  élite, στην προοπτική του στρατηγού Qiao, έχουν σκοπό να πολεμήσουν μεταξύ τους διότι η κάθε  élite δεν μπορεί παρά να στοχεύει στην ισχύ και στην κυριαρχία. Κι εδώ επεμβαίνει η στρατηγική της κυρίαρχης κάστας της Γαλάζιας Αυτοκρατορίας.

Για να λέμε την αλήθεια, σε αυτό το σημείο, το δοκίμιο αρχίζει λιγάκι να τα μπερδεύει. Από την μία πλευρά προεικονίζεται η στρατιωτική σύγκρουση, μια σύγκρουση την οποίαν η Κίνα θα μετέφερε στο έδαφος, όπου θεωρείται ανίκητη, αποφεύγοντας την θαλάσσια σύγκρουση διότι, στο νερό, η αμερικανική ισχύς της είναι ακόμη ανώτερη. Aπό την άλλη, αφού διαπίστωσε τις όλο και αυξανόμενες ποσότητες διεθνών χρηματικών συναλλαγών σε συναλλάγματα διαφορετικά από το δολάριο και την αντίστοιχη αποδυνάμωση του πράσινου νομίσματος, το οποίο για μιαν οικονομία που ζει κυρίως από νομισματικές συναλλαγές οδηγεί αναγκαστικά στην κατάρρευση, ο Qiao προδιαγράφει έναν πόλεμο κυρίως νομισματικό. Έναν πόλεμο για τον οποίον το κινεζικό συνάλλαγμα θα ήταν ήδη έτοιμο. Τέλος ο στρατηγός προεικονίζει μια νέα “βιομηχανική επανάσταση”, χάρη στην χρήση του εκτυπωτή 3D, σε θέση να παράξει μια κοσμοϊστορική αλλαγή του παγκόσμιου συστήματος παραγωγής στο οποίο οι ΗΠΑ, αντίθετα απ’ότι η Κίνα, δεν είναι έτοιμες.  Όμως ο  Qiao μοιάζει απολύτως βέβαιος για ένα πράγμα: η κινεζική θέληση για ισχύ θα έχει το επάνω χέρι. Έχει φτάσει η ώρα της Κίνας και παρά  αυτή την βεβαιότητα αυτή δεν παραβλέπει να προσφέρει ένα κλαδάκι ελιάς στην Ηνωμένες Πολιτείες προτείνοντας  όχι τον πόλεμο, ένα ισόποσο μοίρασμα της ισχύος. Όπως κι αν έχει, η κινεζική élite, εδώ ο Qiao δεν κρύβεται καθόλου, έχει επίγνωση της δύναμής της και είναι τελείως πρόθυμη να αξιοποιήσει αυτή την δυναμική.

Στην σκιά όσων έχουμε ακούσει μέχρι στιγμής το πιο εύκολο που έχουμε να κάνουμε, αλλά και το πιο άχρηστο, θα ήταν εκείνο του να επιπλήξουμε στον στρατηγό την πλήρη του απομάκρυνση από τον μαρξισμό. Δίχως αμφιβολία στον λόγο του δεν ξεπροβάλει ούτε ένα γραμμάριο μαρξισμού. Ο αγώνας των τάξεων σαν μηχανή του ιστορικού γίγνεσθαι ούτε καν λαμβάνεται υπ όψιν, όπως επίσης οι αντιθέσεις στον κόσμο της καπιταλιστικής παραγωγής, όπως η τάση να πέφτει διαρκώς το επίπεδο των κερδών και η συνακόλουθη δυσκολία να πραγματοποιηθούν οι σχεδιασμοί αξιοποίησης του κεφαλαίου, όλα αυτά κατάφωρα απουσιάζουν από την θεωρητική αναλυτική αποσκευή του στρατηγού μας.

Εάν ο αγώνας τον τάξεων και η θεωρία της αξίας παραμένουν γι αυτόν άγνωστα, δεν είναι λιγότερο άγνωστη σε αυτόν η ανάλυση λενιάνα του ιμπεριαλισμού. Όχι η σύγκρουση αυτή καθεαυτήν αλλά ο τύπος σύγκρουσης ίδιον της ιμπεριαλιστικής φάσης προκύπτει ξένος όσο και αδιάφορος σε αυτόν. Όμως, άπαξ και αναγνωρίστηκε αυτό, έχει σημασία να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στην απουσία της μαρξιστικής θεωρίας μεταξύ των στρατηγών του κινεζικού στρατεύματος ? Μόνο και μόνο επειδή ο στρατηγός είναι μέλος με επιρροή του PCC θα πρέπει να δείξουμε έκπληξη και αποπροσανατολισμό μπροστά στην δική του  “άποψη για τον κόσμο”? Δεν είναι επίσης ότι ξέρουμε εδώ και καιρό πως, και στην διάρκεια της επανάστασης που έλαβε χώρα, η μπουρζουαζία μπορεί να αποτελέσει κυρίαρχη τάξη στο εσωτερικό του επαναστατικού κόμματος? Δεν ξέρουμε από καιρό πως, μέσα στην μακρά φάση μετάβασης,, η πιθανότητα για την αντεπανάσταση να οργανωθεί ξανά και να νικήσει, ακριβώς μέσα στο επαναστατικό κόμμα, είναι κάτι απολύτως δυνατόν? Δεν είναι ίσως γνωστό πως η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας είναι συνθήκη απαραίτητη αλλά δεν επαρκεί για την επικράτηση της προλεταριακής επανάστασης?10 Γιατί, λοιπόν, μας εκπλήσσει πως στην Κίνα η αστική τάξη ξαναπήρε τον έλεγχο της κατάστασης και πραγματοποίησε την κυριαρχία της εκμεταλλευόμενη τον πολιτικό μηχανισμό που κατέλαβε? Δεν έχει πλέον νόημα, εν τω μεταξύ, να λογαριαστούμε με την  “άποψη για τον κόσμο” αυτής της κυρίαρχης τάξης αντί να την επιπλήττουμε επειδή δεν ανέλαβε την άποψη της τάξης που είναι σε αυτήν θανατηφόρα εχθρική, ήτοι αυτή των εργατών και των προλετάριων?

συνεχίζεται….

Είναι πραγματικά ενδιαφέρον, ως εκ τούτου, αυτό που υπάρχει, όχι αυτό που λείπει. Εάν στο κείμενο του Qiao δεν υπάρχει τίποτα το μαρξιστικό, άλλο τόσο απουσιάζει έστω και κάποια μορφή εθνικισμού.  Διαφορετικά απ’ ότι μπορούμε να δούμε στην Ρωσία, όπου η εθνική πτυχή των αστών που έχει συγκεντρωθεί γύρω από τον Putin είναι όσο ποτέ άλλοτε εμφανής, στις επιχειρηματολογίες του στρατηγού υπάρχει πολύ λίγη από εκείνη την ρητορική που είναι έμφυτη της εθνικής μπουρζουαζίας. Γι αυτό περισσότερο απ’ ότι για τάξη, μοιάζει λογικό να μιλάμε για élite: κατά τα άλλα, στην Κίνα, η παράδοση που προέρχεται από τον Κομφούκιο παρέχει κάτι περισσότερο από απλή υπόδειξη στην μορφοποίηση της  “άποψης του κόσμου” της τρέχουσας ομάδας εξουσίας11. Σε όλο τον λόγο του Qiao δεν γίνεται ποτέ αναφορά στο Έθνος και στον λαό. Ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζεται και νοείται ο στρατός, που στην Κίνα είναι ακόμη στρατός μάζας, μοιάζει να βρίσκεται πιο κοντά στον τρόπο με τον οποίον ο  Federico II12 αντιλαμβάνονταν τα στρατεύματά του απ’ ότι με το μοντέλο του Ναπολέοντα. Αυτό που πρέπει να αναγνωρίσουμε στον Qiao είναι η ειλικρίνεια του κειμένου του. Αυτό είναι γραμμένο για μια κάστα, για μιαν αριστοκρατία που παρατηρεί τον κόσμο σαν κυρίαρχη τάξη και μιλά και αντιτίθεται στους όμοιούς της κυρίαρχους. Όλο αυτό επιτρέπει να εισέλθουμε στην καρδιά του ζητήματος. Η άποψη των κινεζικών élite, όπως θα προσπαθήσουμε να επιχειρηματολογήσουμε, έχει πολύ μικρή ιδιαιτερότητα αλλά αντιπροσωπεύει την “τοπική” διάρθρωση μιας Weltanschauung globale παγκόσμιας Προβολής που έχει πολλά να δείξει σχετικά με αυτά που συμβαίνουν στους κόσμους μας.

Ούτε στο  H καταστροφή του λόγου La distruzione della ragione, ένα  βιβλίο πολύ γνωστό όσο και άβολο, ο Lukács13 αναλύει, μέσα από επιχειρήματα στο όριο του έξυπνου, τις  “οπτικές για τον κόσμο” που έχουν φέρει τις κυρίαρχες τάξεις από την αποδοκιμασία της Μεγάλης επανάστασης, μέχρι την επικράτηση της φασιστικής εθνοσοσιαλιστικής ιδεολογίας. Αυτό το κείμενο, ή τουλάχιστον ένα μεγάλο του κομμάτι, μοιάζει να προσλαμβάνει σήμερα μιαν μη δευτερεύουσα επικαιρότητα. Αναφερόμαστε, ιδιαίτερα, στην επιχειρηματολογία του Λούκατς σχετικά με τον κόσμο της φιλοσοφίας και της κοινωνιολογίας πριν την ολόπλευρη επικράτηση του εθνικοσοσιαλισμού. Με άλλα λόγια όλη την επεξεργασία που πηγαίνει από τον  Nietzsche μέχρι τον Schmitt περνώντας από τον Max Weber.

Γιατί αυτή η πλευρά είναι τόσο σημαντική και παρουσιάζεται τόσο τρέχουσα και σύγχρονη? Από την μία, και ίσως σήμερα αυτή να είναι η πλευρά η πλέον ξεπερασμένη, τόσο ο Nietzsche όσο και ο Weber, για τον Schmitt η κουβέντα είναι ίσως πιο πολύπλοκη, θέτουν το πρόβλημα της καταπολέμησης της ιστορικής/πολιτικής τάσης του σοσιαλισμού, της επικράτησης του προλεταριάτου ωσάν τάξης ιστορικο/πολιτικής ικανής να παίξει τον ρόλο του καθολικού.  Στον Nietzsche αυτό γίνεται βυθίζοντας τα χτυπήματα κατευθείαν ενάντια στο οργανωμένο κίνημα των εργατών και των εργαζομένων, που προσδιορίζεται με την ηθική των υπηρετών σε αντίθεση στην ηθική των κυρίων, la morale dei servi in opposizione allamorale dei signori14, αποφεύγοντας οποιανδήποτε άμεση θεωρητική σύγκριση με τον μαρξισμό, ενώ, στον Weber, η μάχη είναι ένα αυθεντικό σώμα με σώμα με τον ιστορικό και διαλεκτικό υλισμό . Δεν είναι τυχαίο πως το πλέον γνωστό έργο του και συγχρόνως το περισσότερο συναρπαστικό,  Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού L’etica protestante e lo spirito del capitalismo15, θέτει σαν στόχο στρατηγικό να καταστρέψει από την βάση του, να κατεδαφίσει τον μαρξισμό και, με αυτό, την απαίτηση του εργατικού κινήματος να γίνει κυρίαρχη τάξη.  Εάν όλα μειώνονται σε αυτό, πολύ λίγη επικαιρότητα θα είχαν στο σημερινό σενάριο οι υποδείξεις των αστών θεωρητικών που χρησίμευσαν ως σκηνικό στην αυγή της ιμπεριαλιστικής φάσης. 

Δύσκολα, πράγματι, να δούμε σήμερα μια κάποια σοβιετική “απειλή” στον ορίζοντα. Στην παρούσα εποχή, για τις ιμπεριαλιστικές μπουρζουαζίες η παρτίδα με τον μαρξισμό και τον σοσιαλισμό μοιάζει να έχει επιλυθεί μια για πάντα δεν είναι όμως τυχαίο, παρεπιπτόντως, πως αυτή η παρτίδα, υπό την φιλοσοφική/θεωρητική πλευρά, διεξήχθη διαμέσου την  “εκ νέου ανακάλυψης” ενός Nietzsche “ανατρεπτικού” και  “ριζοσπάστη”. Και είναι μέσα από τον Nietzsche πρώτα και τον Heidegger στην συνέχεια που, με αρχή τα χρόνια Ογδόντα του περασμένου αιώνα, η λεγόμενη ριζοσπαστική διανόηση βύθισε τα χτυπήματά της ενάντια στην φιλοσοφία της μαρξιστικής θεωρίας. Στόχος αυτής της κριτικής ήταν η όχληση προς κάθε μετααφήγηση και η αντικειμενική οριστικοποίηση που αυτή μεταφέρει μαζί της 16. η Ιστορία, η οποία δεν θα είχε ούτε νόημα ούτε σκοπό, δεν θα ήταν άλλο παρά το αποτέλεσμα μιας συγκρουσιακής κατάστασης διαρκούς όπου τίποτα δεν είναι σίγουρο και βέβαιο. Μια κριτική η  “ριζοσπαστικότητα” της οποίας δεν περιορίζεται στην απονομιμοποίηση της ίδιας της ιδέας της ιστορικής τάξης αλλά πηγαίνει πολύ μακρύτερα. Αυτό στο οποίο η νέα  “ριζοσπαστική φιλοσοφία” επιτίθεται, επαναλαμβάνοντας όσο συνέβησαν στα πρώτα χρόνια του Εννιακόσια, είναι η ίδια η αστική τάξη που χτίστηκε επάνω στο μοντέλο του Κέϋνς. Είναι οι ίδιες οι τάσεις και οι εγγυήσεις αυτού του μοντέλου, που με κάποιον τρόπο είχε κάνει δική του οπτική όχι δευτερεύουσα την σοσιαλδημοκρατική   μεγάλη αφήγηση,  που πρέπει να διακοπούν.  Οι αντιθέσεις της κεϋνσιανής κοινωνίας συχνά συλλαμβάνονται από την νέα αντιδραστική σκέψη με αρκετή εξυπνάδα αλλά η επίλυσή τους σίγουρα δεν διακρίνεται στον σοσιαλισμό.

Εκείνο όμως που ελπίζεται, αντιθέτως, είναι μια εξέγερση, με γεύση αόριστα αναρχική, ενάντια σε κάθε μορφή κοινωνικής συστημικής οργάνωσης. Εάν θέλουν να μιλήσουν για αναρχία αυτή είναι η αναρχία ίδια του νεοφιλελευθερισμού ο οποίος, με λογαριασμούς τελειωμένους, δεν αναγνωρίζει άλλο νόμο παρά μόνο εκείνο της ατομικής σύγκρουσης και της άρνησης κάθε μορφής κρατικού παρεμβατισμού. Την στιγμή κατά την οποίαν η ιμπεριαλιστική φάση ξεκινά να αλλάζει δέρμα αυτό που χρειάζεται είναι να απονομιμοποιηθεί όχι μόνο η τάξη ιστορικά εχθρική αλλά επίσης τα πολιτικά μοντέλα, κοινωνικά και οικονομικά διαμέσου των οποίων, για έναν ολόκληρο ιστορικό κύκλο, η αστική τάξη, μέσα από την διαρκή μεσολάβηση με το ρεφορμιστικό εργατικό κίνημα, κυβέρνησε.   Ο πειθαρχημένος και επίσης λιγάκι βαρετός οργανωμένος κόσμος γύρω από τις ρητορικές του Welfare State μπαίνει στο αρχείο. Εκείνη που παρουσιάζεται ως η εξέγερση ενάντια στην “πειθαρχική κοινωνία” γίνεται, μεταφρασμένη εν ολίγοις, η μάχη ενάντια εκείνο το σύνολο δικαιωμάτων και εγγυήσεων (των από κάτω, των υφιστάμενων, των εξαρτώμενων, dei subalterni) που το πολιτικό μοντέλο το μετά 1945 ήταν ο νονός του στην δυτική Ευρώπη. Για την τρέχουσα ιμπεριαλιστική ελίτ, όντως, σε αυτά τα χρόνια ο εχθρός είναι περισσότερο ο  Keynes από τον Marx17. Για τις καταστροφικές πτυχές, ήτοι αντιμαρξιστικές, της πολιτικής και φιλοσοφικής σκέψης που εγκαινίασε η ιμπεριαλιστική εποχή υπάρχουν λίγα να ειπωθούν και η ίδια η μπουρζουαζία, επάνω σε αυτό, σιωπά εδώ και καιρό. Πολύ περισσότερο ενδιαφέρουσες και κοντινότερες σε εμάς είναι οι προγραμματικές πτυχές που χαρακτηρίζουν το σύνολο αυτών των  “πολιτικών φιλοσοφιών”.

Εάν κοιτάξουμε το τρέχον πολιτικό σενάριο παρατηρούμε πως  “θεωρία των élite” κυβερνά ολοκληρωτικά το σύνολο των εντολών του λόγου,  ordini discorsivi. Αυτή η θεωρία, πηγαίνοντας στο ψητό, αποκρυσταλλώνεται στην αναζήτηση και στην πραγματοποίηση της  “θέλησης για ισχύ”. Μία “βούληση για εξουσία” που μπορεί να ασκείται δίχως καμία βοήθεια από πλευράς των μαζών. Στο πρώτο μισό του Εννιακόσια, δυνάμει του βάρους που οι μάζες κάλυπταν μέσα στην μορφή πόλεμος,  dentro la forma guerra, που ακριβώς σε εκείνη την συγκυρία γνώριζε το πλήρες απόγειο του  “βιομηχανικού παραδείγματος”18, η “θεωρία των élite” αναγκάστηκε να  “εκδημοκρατησθεί”. Η θεωρία της κυρίαρχης ράτσας, που για τον  Nietzsche και τους παρόμοιους δεν είχε αμέσως εθνικά και εθνοτικά χαρακτηριστικά, χρειάστηκε τότε να υπερκαλυφθεί στην κατηγορία του λαού περιορισμένη μέσα σε περιμέτρους γεωγραφικούς καλά καθορισμένους.    Αυτό διότι η  “βούληση για ισχύ” του ιμπεριαλισμού των πρώτων μισών του Εννιακόσια χρειάζονταν την συνεργασία του πληθυσμού της 19. Για να το κάνει δεν μπορούσε να κάνει άλλο από, πραξικοπηματικά, να ανακηρύξει το σύνολο του πληθυσμού του, ή τουλάχιστον μεγάλο μέρος αυτού, οντολογικά ανήκοντα στη νέα αριστοκρατική ράτσα. Η  “θεωρία των ελίτ” μετατρέπονταν έτσι στην θεωρία del volk, των ανθρώπων. Γι αυτό ο ναζισμός ήταν αναγκασμένος να διαλέξει σαν επίσημο “filosofo φιλόσοφο” του πιστεύω του μια προσωπικότητα άχαρη και κενή οποιασδήποτε διανοητικής ποιότητας όπως τον H. St. Chamberlain, όπως και να κάνει να υποστηριχθούν οι θεωρίες του από υποτιθέμενους κοινωνιολόγους όπως οι Gumplowiez, Ratzenhofer ή Woltmann.

Αν και η παραδοχή του ιμπεριαλισμού συνεπάγεται την αντικειμενική διάσπαση του ζευγαριού Κράτος-Έθνος,  Stato – Nazione, εμφάνιση που αλιεύεται με αρκετή διαύγεια από τους πολιτικούς θεωρητικούς κι ας είναι μακρινοί μεταξύ τους όπως οι  Arendt και Lenin20, στο εμπειρικό επίπεδο στην διάρκεια του σύντομου Αιώνα αυτό δεν μπόρεσε να καταναλωθεί ολοκληρωτικά. Για τους πολέμους του ο ιμπεριαλισμός του εννιακόσια είχε ακόμη ανάγκη του Έθνους.   Λόγω αυτού οι εξαρτώμενοι έπρεπε να συλληφθούν μέσα στην ιμπεριαλιστική κρατική οντότητα. Υπό το θεωρητικό/φιλοσοφικό προφίλ η ρήξη, όμως, είχε ήδη τεθεί. Όπως σωστά αναδεικνύει ο Lukács, σε συνέχεια του Marx, ήδη με το 1848 η αστική τάξη ξεκινά να χάνει τα χαρακτηριστικά της προοδευτικής ιστορικής τάξης αρχίζοντας να εξεγείρεται, τουλάχιστον σε ένα μεγάλο μέρος, ενάντια στα  “ιδανικά” που την είχαν κρατήσει την ώρα του βαπτίσματος. Η εχθρότητα ενάντια στα αγκυροβόλια της Μεγάλης επανάστασης,  Grande rivoluzione γίνεται το τίμημα για τους αστούς διανοούμενους τους περισσότερο “ριζοσπάστες”. Μέσα από ένα κίνημα σταδιακό αλλά σταθερό και συνεχές, το μίσος για τις μάζες και τον πρωταγωνιστικό πολιτικό και κοινωνικό τους ρόλο ριζοσπαστικοποιείται. Οι ιμπεριαλιστικές μπουρζουαζίες παίρνουν απολυτήριο από τους  “δικούς” τους πληθυσμούς και αυτοαναγορεύονται σαν νέα αριστοκρατική élite. Κάτω από το προφίλ της αποτελεσματικής διαχείρισης της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας αυτό είναι εξ ολοκλήρου κατανοητό.

Το γραπτό του Lenin επάνω στον ιμπεριαλισμό προσέφερε για όλα αυτά μια φωτογραφία καθαρή και σαφή. Στην ιμπεριαλιστική φάση η πραγματική εξουσία περνά μέσα από τα χέρια ενός μικρού μέρους του παγκόσμιου πληθυσμού.  Trust και μονοπώλια χρηματιστικά και βιομηχανικά γίνονται η πραγματική κυβέρνηση του κόσμου δίχως καμιά σχέση με μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Από εδώ ο κοσμοπολιτισμός των διεθνών ελίτ. Η ιμπεριαλιστική αστική τάξη, που από καιρό έπαψε να καλλιεργεί ρητορικές καθολικίστικες, δεν μπορεί παρά να βρει στην επικράτηση του εαυτού της την έννοια της ύπαρξης.   Δεν προκαλεί έκπληξη ως εκ τούτου πως η ολόπλευρη άσκηση της  “βούλησης για ισχύ” αντιπροσωπεύει τον υπαρξιακό ορίζοντα μέσα στον οποίον κινείται. Για μια μακρά περίοδο, σε συνέχεια της Επανάστασης του Οκτωβρίου, όλο αυτό αναγκαστικά παρέμεινε ένα όνειρο κλεισμένο στο ντουλάπι. Η νίκη που η ΕΣΣΔ κατάφερε ενάντια στον ναζιφασισμό, η δημιουργία του   “σοσιαλιστικού στρατοπέδου”, η επικράτηση της επανάστασης στην Cina, οι αντιαποικιακοί αγώνες απελευθέρωσης όπως και η μαζική ύπαρξη κομουνιστικών κινημάτων στις ίδιες τις ιμπεριαλιστικές χώρες ανάγκασαν τις “εύπορες τάξεις” να θέσουν προς στιγμήν ανάμεσα σε παρένθεση την δική τους “άποψη για τον κόσμο”. Ειδικότερα, στην δυτική Ευρώπη, οι πληθυσμοί συνέχισαν να καλύπτουν έναν κεντρικό ρόλο στην πολιτική και κοινωνική ζωή των κρατών έτσι ώστε, εκείνο το binomio Κράτος-Έθνος που ιστορικά είχε σταλεί στην σοφίτα από την ιμπεριαλιστική εποχή, συνέχισε  τεχνητά να κρατιέται εν ζωή. Με την κατάρρευση της Urss και την έλευση του λεγόμενου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, για τις  élite, οι λογαριασμοί άρχισαν επιτέλους να επιστρέφουν υπέρ τους. Η  “νέα αριστοκρατία nuova aristocrazia” βρέθηκε σε θέση να κυβερνήσει.

συνεχίζεται….

Υπό αυτό το πρίσμα η δημιουργία του ιμπεριαλιστικού Πόλου αντιπροσωπεύει μια από τις καλύτερες παραδειγματικές επεξηγήσεις. Μια περιορισμένη πολιτική ελίτ, γραφειοκρατική, οικονομική και χρηματιστική αποφασίζει, με πλήρη αυτονομία, επάνω σε όλα. Αυτή η  “νέα αριστοκρατία” μοιάζει σε θέση να κάνει δικά της τα  “ιδανικά” της  “ριζοσπαστικής διανόησης” των πρώτων χρόνων του Εννιακόσια. Οι μάζες φαίνονται σήμερα πραγματικά αποκλεισμένες από το πολιτικό παιχνίδι, κανένας  volk αυτή την στιγμή δεν φαίνεται απαραίτητος στην “κυρίαρχη ράτσα”. Αυτό είναι το πρόσωπο του “νέου φασισμού”. Παραδειγματική, σχετικά, είναι η αποστροφή που οι élite τρέφουν ενάντια στα παλιά εργαλεία του φασισμού του εννιακόσια. Η διάχυτη αποστροφή γι αυτό που κοινώς αποκαλείται λαϊκισμός δεν πρέπει να μας εξαπατά. Η αποφασιστική απομάκρυνση των διεθνών élite ενάντια στα λαϊκιστικά κινήματα και την ριζοσπαστική δεξιά δεν είναι φρούτο της προσκόλλησής τους σε κάποιαν ανοξείδωτη δημοκρατική αρχή. Εξ άλλου εάν υπάρχει κάποιος που ποδοπάτησε μέχρι τέρμα την ίδια του την δημοκρατία είναι ακριβώς η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία.  Η αποστροφή προς τον λαϊκισμό έχει την προέλευσή της πολύ διαφορετική. Είδαμε πως ο φασισμός και ο ναζισμός χρειάστηκε να εξημερώσουν την  “φιλοσοφία των élite” κάτω από την κατηγορία του volk, του ατόμου, κάνοντας αφύσικη, τουλάχιστον εν μέρη, την αριστοκρατική πλευρά της ράτσας των κυρίαρχων. ο Φασισμός και ο ναζισμός, για να επικρατήσουν,  ακούμπησαν επάνω, στηρίχθηκαν στις μπότες με τα καρφιά του volk. Παρά την ριζική αποστροφή των ιμπεριαλιστικών élite για τις μάζες, σε εκείνη την συγκυρία δεν μπορούσαν να κάνουν δίχως αυτές. Η απόλυτη κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου, όμως, φαίνεται πως έχει χειραφετήσει τις élite από αυτό το αναγκαστικό πέρασμα. Ένας κόσμος κυβερνημένος ολοκληρωτικά από τις νομισματικές ροές που μετακινούνται δίχως κανέναν έλεγχο στα πληροφορικά δίκτυα μοιάζει να καθιστά άχρηστη και περιττή  “συμμετοχική”, όσο κι αν είναι αποξενωμένη, των υφιστάμενων, των από κάτω, των εξαρτώμενων.

Αυτό που η σύγχρονη εποχή θέλει να ξεριζώσει είναι η νόμιμη παρουσία κάθε κινήματος αόριστα λαϊκού. Επιστρέφουμε στον αφορισμό της  Thatcher: “η κοινωνία δεν υπάρχει la società non esiste”. Εάν είναι αυτή η  “οπτική του κόσμου” των élite, τότε λοιπόν δεν υπάρχει χώρος ούτε για τα αντιδραστικά μαζικά κινήματα μιας και η πολιτική και κοινωνική τους νομιμοποίηση δεν μπορεί παρά  να παίζεται ενάντια σε μιαν άλλη πολιτική νομιμοποίηση εκείνη την σοσιαλιστική των εργατών και των εξαρτώμενων. Ο μαζικός φασισμός του εννιακόσια είχε αναλάβει τέτοια εμφάνιση διότι έπρεπε, σαν πρώτο πράγμα, να αντιτεθεί στην εργατική και προλεταριακή νομιμότητα. Στο παρασκήνιο υπήρχε πάντα ο πρωταγωνιστικός ρόλος τω μαζών. Αυτό τον πρωταγωνιστικό ρόλο, έστω και στην αντιδραστική του έννοια και μορφή, οι σημερινές ελίτ δεν τον έχουν πλέον ανάγκη.  Σίγουρα,  όπως τα γεγονότα στην Ουκρανία βρίσκονται εκεί πέρα να το δείχνουν, αυτή η γραμμή στρατηγικής συμπεριφοράς δεν είναι απρόσβλητη από τακτικισμούς, από τακτικές αναδιπλώσεις. Ο νόμος του  βεδουίνου La legge del beduino (ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου) διατηρεί πάντοτε αμετάβλητη την σημασία του μέσα στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Για να απομακρυνθεί η κυριότερη αντίθεση, σε αυτή την περίπτωση το γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό βάρος της Ρωσίας, είναι δυνατή η στιγμιαία κάθοδος σε συμφωνίες με τον καθένα. Άλλο πράγμα όμως είναι να πιστεύουμε πως οι δυτικές ιμπεριαλιστικές κλίκες, οι οποίες επί πλέον αναπτύσσουν με την Ουκρανία ανομοιογενή σχέδια, στοχεύουν στην εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος εθνικοσοσιαλιστικού σε εκείνες τις περιοχές.  Δύσκολο να σκεφτούμε πως οι δυτικοί ηγεμόνες οι οποίοι, ο καθείς για λογαριασμό του, στοχεύουν στο να αποικίσουν την Ucraina σε μιαν οπτική όχι και πολύ διαφορετική από εκείνην του ζωτικού χώρου χιτλερικής μνήμης, ελπίζουν στην ανάδειξη μιας πολιτικής φόρμας επιρρεπή στις πολεμοκάπηλες ρητορικές  της  “Μεγάλης Ουκρανίας” ή κάτι τέτοιες παρόμοιες νοστιμιές. Για όλο αυτό, εξ άλλου, είχαμε ήδη πάνω από απλές ενδείξεις. Η σύγκρουση, ούτε και πολύ προσομειωμένη, που άνοιξε μεταξύ των κυβερνητικών »φιλελεύθερων» δυνάμεων και των νεοναζιστικών κινημάτων θα έδειχνε πως, για τις φιλοδυτικές πολιτικές δυνάμεις, η χρησιμοποίηση των νεοναζιστικών σχημάτων είναι κίνηση τακτική και όχι στρατηγική. Στην καλύτερη των υποθέσεων η ουκρανική νεοναζιστική δεξιά θα μπορέσει να αποκόψει έναν κάποιον χώρο μέσα στον στρατιωτικό και καταπιεστικό κρατικό μηχανισμό αλλά δεν θα μπορεί σίγουρα να σκέπτεται πως θα γίνει πολιτικό μοντέλο σφαιρικά 21.  Έχοντας λοιπόν πει αυτά ας επιστρέψουμε στον συλλογισμό μας.

Ας λάβουμε υπ όψιν μας αυτά που συνέβησαν κατά το ελληνικό δημοψήφισμα, Prendiamo le vicende del referendum greco. Κατά πάσα πιθανότητα, σε μιαν άλλη εποχή, οι κυρίαρχες τάξεις για να απονομιμοποιήσουν τα αποτελέσματα της λαϊκής αναμέτρησης θα είχαν προστρέξει στην χρυσή Αυγή,  ad Alba dorata. Μπροστά σε ένα μαζικό κίνημα προοδευτικό θα είχαν απαντήσει με ένα μαζικό κίνημα με αντίθετο πρόσημα. Όπως όλοι γνωρίζουν τα πράγματα δεν πήγαν έτσι. Για να καταστήσουν περιττή την έκβαση εκείνης της διαβούλευσης υπήρξε αρκετή μια οικονομική απειλή που θα είχε προκαλέσει πιθανή πτώχευση της χώρας. Μέσα σε μια στιγμή η ελληνική κυβέρνηση δείχνοντας για ακόμη μια φορά, στην περίπτωση που ήταν αυτό ανάγκη, τo πόσο άστοχη είναι η σοσιαλδημοκρατική πολιτική, αλλοτριώθηκε υπογράφοντας μια συμφωνία πολύ πιο επαχθή από εκείνη στην οποίαν η λαϊκή ψήφος είχε αντιτεθεί. Καμιά μπότα γεμάτη καρφιά χρειάστηκε για να λυγίσει η κυβέρνηση και ο ελληνικός λαός. Οι σύγχρονες  élite δεν έριξαν στο χώμα με ένα πραξικόπημα την δημοκρατία, απλούστατα την ανακήρυξαν εξαφανισμένη.

Λέγοντας αυτά μένει να αναρωτηθούμε εάν η εποχή των μαζών στην πραγματικότητα έχει παρέλθει, έχει δύσει, ή εάν η συμπεριφορά της  “νέας αριστοκρατίας” δεν είναι άλλο από μια ουτοπία. Με άλλα λόγια πρέπει να αναρωτηθούμε εάν είναι πραγματικά δυνατό να κρατήσουμε, σε μονιμότητα, τις μάζες έξω από τα πολιτική και κοινωνική διάρθρωση, έξω από τις δομές.  Ορισμένοι δείκτες θα έμοιαζαν να λένε πως το όνειρο  της εντολής της νέας αριστοκρατίας έχει πολύ λίγες  chance πραγματοποίησης. Ας σταθούμε μονάχα στο  “ζήτημα πρόσφυγες”. Πόλεμοι και φτώχεια, δηλαδή τα συνακόλουθα των πολιτικών των ιμπεριαλιστικών élite, έχουν θέσει σε κίνηση εκατομμύρια εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτοί ψάχνουν μια διέξοδο, μιαν οδό απόδρασης και μιαν δυνατότητα ζωής πιέζοντας ακριβώς στα σύνορα των δημίων τους. Mια έξοδος που κανείς τοίχος και κανένα συρματόπλεγμα μπορεί να σταματήσει. Αναπόφευκτα όλο αυτό συνεπάγεται επιδείνωση των συγκρούσεων και των αντιθέσεων μέσα στην καρδιά του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Εκατομμύρια νέων προλετάριων θα είναι παρόντες στην καρδιά του ιμπεριαλισμού, σκιαγραφώντας, κατά πάσαν πιθανότητα, μια παρτίδα ολοκαίνουργια στις σχέσεις μεταξύ των τάξεων.  Αντικειμενικά αυτό δεν μπορεί παρά να ανοίξει μια νέα φάση σύγκρουσης. Η συστημική κρίση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, εξ αιτίας της όλο και δυσκολότερης πραγματοποίησης των διαδικασιών αξιοποίησης, δεν φαίνεται πως χρειάζεται ένα τέτοιον αριθμό εργατικής δύναμης. Αφ ‘ετέρου η παρουσία ενός εφεδρικού βιομηχανικού στρατού είναι χρήσιμη και λειτουργική μόνον μέχρι οι αριθμοί να είναι τέτοιοι ώστε να μπορούν να παίζονται μέσα στον “νορμάλ” ανταγωνισμό, μέχρις ότου δύναται να βρίσκονται υπό έλεγχο.Όταν, όμως, αυτοί οι αριθμοί υπερβαίνουν το λειτουργικό όριο, το ρίσκο η μπάνκα να τιναχτεί στον αέρα, όπως μας υπενθυμίζουν τα τριάντα εκατομμύρια άνεργοι που δημιουργήθηκαν από την κρίση του  ’29, είναι κάτι περισσότερο από μιαν απλή σχολική υποθετική ερώτηση. Ένα χρόνιο πλεόνασμα εργατικής δύναμης δεν μπορεί να είναι όχημα καμιάς πολιτικής και κοινωνικής σταθερότητας και καμιά “άποψη του κόσμου” αριστοκρατική δεν μπορεί να εξορκίσει, με διάταγμα, τις υποτροπές μιας τόσο εκρηκτικής κατάστασης. Την ίδια στιγμή μια συνεχής φτωχοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού δεν είναι προάγγελος σταθερότητας ούτε σε κοινωνικό επίπεδο, ούτε σε εκείνο το οικονομικό.  Ένας πληθωρισμός που κυμαίνεται ανάμεσα στο μηδέν και την προσφυγή στην άλγεβρα σίγουρα δεν είναι σύμπτωμα υγείας και ευρωστίας οικονομικής.  Και όλο αυτό, όπως θυμόμασταν πριν, δίχως να ξεχνάμε πως, στην προέλευση μεγάλου μέρους αυτών των προσφυγικών κυμάτων και της μαζικής μετανάστευσης, υπάρχουν οι διάχυτοι πόλεμοι από την ιμπεριαλιστική σύγκρουση σε μεγάλο μέρος του κόσμου.    Συγκρούσεις που τείνουν πλέον να γίνουν , Siria και Ucraina είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό σύμπτωμα, πόλεμοι μαζών σε όλα και για όλα. Όλες οι  élite, σε αυτό το θανατηφόρο παιχνίδι, βρίσκονται μέσα μέχρι τον λαιμό.

Στην ισχύ, λοιπόν, περισσότερο απ’ ότι μπροστά σε μιαν νέα παγκόσμια τάξη nuovo ordine mondiale, όπου απ’ το Πεκίνο στη Νέα Υόρκη, περνώντας από Λονδίνο, Παρίσι και Βερολίνο οι  élite μπορούν να παίζουν, με όλη τους την ησυχία, τα παιχνίδια σκάκι τους για να επιβεβαιώσουν την δική τους “θέληση ισχύοςv”, μοιάζει να παίρνει σάρκα και οστά το σενάριο ενός παγκόσμιου χάους lo scenario di un caos globale μέσα στο οποίο, οι μάζες, δεν μπορούν απ’ το να επιστρέψουν στην ανάληψη ενός πρωταγωνιστικού ρόλου μη δευτερεύουσας σημασίας.  Με κάθε πιθανότητα, ακόμη μια φορά, η καθαρή θεωρία της  “νέας αριστοκρατίας” μοιάζει προορισμένη να ναυαγήσει μπροστά και απέναντι στην δύναμη των πραγμάτων ,sembra destinata a naufragare di fronte alla forza delle cose έτσι όπως, όχι διαφορετικά απ’ ότι στο παρελθόν, το εννοιολογικό όριο της αστικής τάξης παραμένει αυτό της κατανόησης του γίγνεσθαι μόνον κατόπιν εορτής, cogliere il divenire solo post festum22,δηλαδή, όταν πλέον είχε συμβεί. Τόσο στο ’14 come όσο και στο ’39 οι ιμπεριαλιστικές μπουρζουαζίες έδωσαν ζωή σε συγκρούσεις για τις οποίες δεν είχαν την μηδαμινή ιδέα. Με τον ίδιο τρόπο στα 1929 και το 2008 καταβυθίστηκαν σε μιαν κρίση της οποίας δεν είχαν την παραμικρή αίσθηση. Ωσάν μερική κατηγορία και τάξη η μπουρζουαζία δεν μπορεί παρά να ταξιδεύει όχι με ραντάρ αλλά με τα μάτια αντιλαμβανόμενη και ερμηνεύοντας τα ιστορικά γεγονότα μόνον αφ ότου αυτά έχουν συμβεί. Μπροστά σε όλο αυτό φαίνεται θεμιτό να υποστηρίξουμε πως ένα νέο  “ζήτημα των μαζών questione delle masse” είναι προορισμένο να τεθεί. Ο τρόπος με τον οποίον αυτό το ζήτημα θα μπορεί να τεθεί πολιτικά σε μορφή είναι η πρόκληση που η μαρξιστική θεωρία πρέπει να βρεθεί σε θέση, εκ νέου, να εισπράξει, να συλλέξει.

1Qiao Liang, “La grande strategia cinese”, in Limes, n7, 2015

2E. V. Tarle, Napoleone, Editori Riuniti, Roma 1964

3Cfr. A. Mathiez, G. Lefebvre, La rivoluzione francese, Einaudi, Torino 1979

4M. Heiddeger, “La questione della tecnica”, in Id., Saggi e discorsi, Mursia, Milano 1976; E. Jünger, L’operaio, Guanda, Parma 2004

5Cfr., I. Berlin, Le radici del romanticismo, Adelphi, Milano 2001

6In particolare, S. Zweig, Il mondo di ieri, Mondadori, Milano 1994

7Paradigmatico, al proposito, M. Heiddeger, L’autoaffermazione dell’università tedesca, Il melangolo, Genova 1988 ma si vedano anche, Id., Scritti politici (1933 1966),Piemme, Casal Monferrato (Al) 1998

8O. Spengler, Il tramonto dell’Occidente, Longanesi, Milano 2008

9Cfr., M. Heidegger, E. Fink, Eraclito, Laterza, Roma 2010

10Cfr., V. I. Lenin, Stato e rivoluzione, Editori Riuniti, Roma 1963; Id., La rivoluzione proletaria e il rinnegato, Kautsky Editori Riuniti, Roma 1969

11Cfr., M. Weber, Sociologia delle religioni, Utet, Torino 1976

12Cfr., G. E. Rusconi, Clausewitz il prussiano, Einaudi, Torino 1999

13G. Lukács, La distruzione della ragione, Einaudi, Torino 1959

14F. Nietzsche, Genealogia della morale, Adelphi, Milano 1984

15M. Weber, L’etica protestante e lo spirito del capitalismo, Rizzoli, Milano 1991

16Cfr., G. Vattimo, P. A. Rovatti, Il pensiero debole, Feltrinelli, Milano 1983

17M. Foucault, Nascita della biopolitica, Feltrinelli, Milano 2005

18Cfr., R. Smith, L’arte della guerra nel mondo contemporaneo, Il Mulino, Bologna 2009

19Cfr., G.L. Mosse, La nazionalizzazione delle masse, Il Mulino, Bologna 1975

20H. Arendt, Le origini del totalitarismo, Edizioni di Comunità, Milano 1996; V. I. Lenin,L’imperialismo fase suprema del capitalismo, Editori Riuniti, Roma 1969

21Cfr. L’Ucraina tra noi e Putin, Limes, n4, 2014

22F. Engels, K. Marx, L’ideologia tedesca, Editori Riuniti, Roma 196

σύγχρονη σκέψη

θρησκευτισμοί Religionismi

παρασκευή  8 MAGGIO 2015

islam

Religionismi

γιατί ο ισλαμισμός δεν μπορεί να εξηγηθεί ξεκινώντας από την θρησκεία
του Norbert Trenkle

όπως συμβαίνει πάντα, μετά από μια πράξη ισλαμικής τρομοκρατίας, όπως η σφαγή στην σύνταξη του  Charlie Hebdo και στο εβραϊκό σούπερ μάρκετ στο Παρίσι, και η δημόσια συζήτηση επίσης κατευθύνεται γύρω από το ζήτημα της γνώσης για το ποια είναι η  σχέση »του Ισλάμ» με όλο αυτό το θέμα.  ωστόσο, σε επίσημο πολιτικό επίπεδο και στα Μέσα, αυτή η ερώτηση τέθηκε με μικρότερη επιθετικότητα σε σχέση με τα προηγούμενα συμβάντα. η κυρίαρχη εκστρατεία είναι εκείνη που λέει πως η κοινωνία δεν πρέπει να αφεθεί να διαχωριστεί, και πως καμία θρησκευτική άποψη μπορεί να δικαιολογήσει την τρομοκρατική βία.

όμως αυτό, όπως όταν φυσάμε σε ένα βιολί, είναι άχρηστο. από την στιγμή που δυστυχώς έγινε  ξεκάθαρο πως οι τερατώδεις πράξεις του Παρισιού ρίχνουν νερό στον μύλο του ρατσιστικού και εθνικιστικού φονταμενταλισμού που εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη και που δηλώνει, όλο και πιο δυνατά, πως το Ισλάμ, ως προς την ουσίαν του, θα ήταν ασυμβίβαστος με τις αξίες του »δυτικού πολιτισμού» και πως, τότε, οι μουσουλμάνοι δεν πρέπει να βρίσκονται εδώ.

μπροστά σε αυτή την σύλληψη που βασίζεται στην υποτιθέμενη καρδιά της κοινωνίας, οι εκκλήσεις στην αρμονία, που γίνονται από την επίσημη πολιτική, μοιάζουν ανίσχυρες. και αυτό δεν αφορά μόνο στο γεγονός πως οι ρατσιστικές συμπεριφορές είναι εξ ολοκλήρου κουφές σε οποιαδήποτε ορθολογική επιχειρηματολογία, αλλά επίσης στο πλαίσιο αναφοράς της ίδιας της συζήτησης. όταν η κυβερνητική πολιτική, και ένα μεγάλο μέρος των Μέσων, απαντούν στην »σύγκρουση των πολιτισμών» που προπαγανδίζεται ανοιχτά από  Le Pen, Pergida και UKIP, διεκδικώντας έναν »διάλογο ανάμεσα στους πολιτισμούς», αυτοί σιωπηρά προσλαμβάνουν τον ορισμό της σύγκρουσης που προσφέρεται από τους αντιπάλους τους.

σαν πολιτιστικοί μαχητές  (Kulturkämpfer), ξεκινούν από την ιδέα πως αυτή η σύγκρουση θα ήταν το αποτέλεσμα ανάμεσα στις θρησκευτικές κοινότητες και ανάμεσα στους »πολιτισμούς» πάνω στους οποίους αυτές οι κοινότητες βασίζονται. οι πρώτοι έχουν της απαίτηση πως ο ισλαμισμός γενικότερα, και ο ισλαμικός τρόμος ιδιαίτερα, θα ήταν εγγενής στο Ισλάμ, ενώ οι άλλοι υποστηρίζουν πως αυτή είναι μια ψεύτικη εξήγηση μιας πίστης που, στα »βάθη της καρδιάς της», θα ήταν ασυμβίβαστη με την βία και την αδιαλλαξία. όμως όλοι όσοι έχουν δεσμευτεί σε αυτό το πλαίσιο διαλογικής αναφοράς είναι ήδη μέσα, με την θέλησή τους ή όχι, στην παγίδα της πολιτισμικότητας.

μια σοβαρή αναμέτρηση με το φαινόμενο του ισλαμικού φονταμενταλισμού χρειάζεται μια αλλαγή προοπτικής και μια κριτική, επακόλουθη, της κουλτουραλιστικής εκμετάλλευσης του φαινομένου. για να φτάσουμε στο σημείο, να θέλουμε να εξηγήσουμε τον ισλαμισμό ξεκινώντας από το Ισλάμ είναι παράλογο, πάνω κάτω όσο και το να θέλουμε να προσπαθήσουμε να αντλήσουμε τον ναζισμό από το έπος των  Nibelunghi ή από την Edda. φυσικά, οι φανατικοί ισλαμιστές αναφέρονται, τόσο με προβοκατόρικη επιμονή όσο και ανιαρή, στο Κοράνι και στον προφήτη, στην πραγματικότητα όμως αδιαφορούν τελείως για τις συζητήσεις και τις θεολογικές κερδοσκοπίες; γι αυτούς, το Islam, είναι εκείνο που αυτοί πράττουν, δηλαδή ακριβώς εκείνο που αντιστοιχεί στην υποκειμενική τους ανάγκη για ταυτότητα.

οι θρησκευτικές διηγήσεις που μεταδίδονται γι αυτούς δεν είναι τίποτα άλλο από στοιχεία και πολιτισμικοί κώδικες των οποίων κάνουν χρήση για να εδραιώσουν το επισφαλές υποκειμενικό τους  status. οι ισλαμιστές είναι όλα τα άλλα παρά παραδοσιακοί θρησκευόμενοι που θα είχαν χάσει το τραίνο με την νεωτερικότητα ή που θα  είχαν αρνηθεί να πηδήξουν επάνω του.  πρόκειται κυρίως για άτομα τελείως σύγχρονα, μοντέρνα, σημαδεμένα από τον καπιταλισμό, που σαν τέτοια ψάχνουν ένα στήριγμα σε μια συλλογικότητα φαινομενικά ισχυρή, στην οποίαν μπορούν να προσδιοριστούν.

αυτή η δίψα αναγνώρισης σε ένα συλλογικό υποκείμενο δεν είναι κάτι το καινούργιο.  είναι μέρος του βασικοί συστατικού εξοπλισμού του μοντέρνου ατόμου που σχηματίζεται από την κοινωνία της αγοράς, και συνοδεύει την ιστορία της νεωτερικότητας από τις αρχές του XIX αιώνα. δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. ξεκινώντας από την πρόκληση του να πρέπει να είναι δραστήριο κοινωνικά σαν υποκείμενο ιδιαίτερα απομονωμένο, πάντα αγωνιώδες να υπερασπίζεται τα συμφέροντά του και να θεωρεί, κατά βάθος, τα άλλα μέλη της κοινωνίας μόνο σαν εργαλεία για να φτάσει έναν τέτοιον στόχο ; αυτή η πρόκληση ξεπετάει την πιεστική ανάγκη να συγχωνευτεί σε μιαν φανταστική κοινότητα, στο στήθος της οποίας, στην αγκαλιά της η απομόνωση και η αμοιβαία εκμετάλλευση θα καταργούνταν φαινομενικά.

αυτή η ταυτοποίηση με ένα μεγάλο υποκείμενο ταυτόχρονα καταπραύνει την αίσθηση αδυναμίας για την σχέση τους με την κοινωνία, που βλέπει το άτομο σαν συλλογικό περιορισμό προσδιορισμένο, δεδομένου ότι αντιπροσωπεύει την ιδανική επιφάνεια για την προβολή των αντισταθμιστικών φαντασμάτων της παντοδυναμίας τους.  εάν στην διάρκεια της ιστορίας της σύστασης του καπιταλισμού, υπήρξαν καταρχήν τα μεγάλα κλασικά υποκείμενα όπως τα έθνη, ο λαός και οι τάξεις που βρέθηκαν στο παλκοσένικο, τώρα είναι οι θρησκευτικές κοινότητες να έχουν, εδώ και τουλάχιστον τριάντα χρόνια, τον άνεμο στα πανιά τους – και σίγουρα όχι μόνο στον χώρο με την ισλαμική σφραγίδα, αλλά επίσης στις μορφές του προτεσταντικού φονταμενταλισμού, των ευαγγελικών αιρέσεων στην Λατινική Αμερική και στην Αφρική, ή του εθνικισμού των ινδουιστών,  indù.

στο μακροοικονομικό επίπεδο της κοινωνίας, οι αιτίες αυτής της  παγκόσμιας »μεγάλης τάσης», le cause di tale «megatendenza» , βρίσκονται σίγουρα στην παρακμή των μεγάλων αιώνιων θρησκειών της αστικής εποχής, σοσιαλισμού και εθνικισμού κυρίως. από την στιγμή μετά το τέλμα της παγκοσμιοποίησης μέσα στην κρίση, το Κράτος βρέθηκε σε μεγάλο μέρος δίχως την ρυθμιστική του εξουσία σαν αντίβαρο στις επιταγές της αγοράς,   ή – όπως συνέβη σε πολλές περιοχές του παλαιού Τρίτου Κόσμου –  διασπάστηκε τελείως, ενώ την ίδια στιγμή η σχεδόν θρησκευτική πίστη στην εξέλιξη, στην πρόοδο, που βασίλευε από τις απαρχές μέχρι την στιγμή της αποκορύφωσης του καπιταλισμού, φάνηκε να διαψεύδεται καθημερινά, τόσο από τις οικολογικές καταστροφές όλο και οξύτερες, όσο και από τον κοινωνικό αποκλεισμό που βρίσκεται σε διαρκή ανάπτυξη.

μπροστά σε όλο αυτό, η φυγή στα θρησκευτικά φαντάσματα του υπέρ πέραν μοιάζει όλο και περισσότερο στον κόσμο, στους απλούς ανθρώπους, σαν ένα βιώσιμο αποτέλεσμα ; όμως αυτό δεν έχει τίποτα κοινό με μια υποτιθέμενη επιστροφή σε παραδοσιακές μορφές θρησκευτικότητας, αν και συχνά ερμηνεύεται με αυτό τον τρόπο. έχουμε να κάνουμε μάλλον με ένα φαινόμενο απολύτως μοντέρνο, που μπορεί να περιγραφεί σαν  «religionismo«,  »θρησκευτισμός» ακριβώς διότι παίρνει την θέση του δίπλα στους μεγάλους »ισμούς» , «ismi«, που σημάδεψαν καθόρισαν την αστική εποχή.

αυτός ο βασικά μοντέρνος χαρακτήρας εκφράζεται ακριβώς στην σχέση ανάμεσα στα άτομα με την προσφορά ταυτότητας αντίστοιχα. η ένταξή τους σε κοινότητα με θρησκευτικά χαρακτηριστικά ορίζεται μόνο διαμέσου μιας πράξης προσωπικής θέλησης των ατόμων – που μπορεί να πραγματοποιηθεί και με τρόπο όχι απαραίτητα συνειδητό ή ορθολογικό.

είναι ακριβώς διαμέσου αυτής της πράξης που τα άτομα εκδηλώνονται σαν σύγχρονα υποκείμενα βούλησης. δεν γεννιούνται σε ένα σύμπαν υποθετικό παραδοσιακών και θρησκευτικών αξιών συγκεκριμένων, πεποιθήσεων και πρακτικών των οποίων στην συνέχεια οικειοποιούνται; μάλλον αυτά πρέπει να καθορίζονται υπέρ ή ενάντια μιας συγκεκριμένης προσφοράς ταυτότητας – ή, αντιθέτως, να απορρίπτουν αυτόν τον εξαναγκασμό στην ταυτοποίηση.

σε σχέση με την ισλαμική τρομοκρατία, πρέπει να λοιπόν να θέσουμε στους εαυτούς μας την ερώτηση, όχι του ποια είναι η σχέση της με το »Ισλάμ», αλλά να γνωρίζουμε γιατί, ανάμεσα σε όλους τους θρησκευτισμούς που βλάστησαν και αναπτύχθηκαν στην διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, ο ισλαμισμός πήρε μια μορφή ιδιαίτερα επιθετική έναντι των αποκαλούμενων δυτικών αξιών και γιατί έκανε δυνατό να προκύψει μια τρομοκρατική πτέρυγα τόσο ισχυρή, τόσο δυναμική.

μια απάντηση σε μια παρόμοια ερώτηση θα μπορεί να βρεθεί μόνο εάν την σχίσουμε από τον ουρανό των καπνισμένων θεολογικών καιροσκοπισμών και εκμετάλλευσης και την επαναφέρουμε στο έδαφος της κοινωνικής ανάλυσης και κριτικής, και εάν μελετήσουμε από κοντύτερα τις συγκεκριμένες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που ευνόησαν την διάδοση του ισλαμισμού.

μια από τις βασικές προϋποθέσεις είναι εκείνη του σχεδίου καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού ανάκτησης μεγάλου μέρους της Εγγύς και της Μέσης Ανατολής, ένα σχέδιο στο οποίο, σε πρώτη φάση – υπό την αιγίδα των αγώνων εθνικής απελευθέρωσης, του σοσιαλισμού και του παναραβισμού – συνδέθηκαν μεγάλες προσδοκίες, για να διαλυθούν στην συνέχεια με την είσοδο σε κρίση της παγκόσμιας οικονομίας, στα έτη 1970. και σε άλλες περιοχές του κόσμου (κυρίως σε μεγάλο μέρος της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής ), αυτή η αποτυχία άφησε την θέση σε ένα ιδεολογικό κενό, κενό ταυτότητας, που εν μέρει γέμισε με τρόπο θρησκευτικό (κυρίως με την μορφή ευαγγελικών αιρέσεων).

στις χώρες που σημαδεύτηκαν από το Islam, αντιθέτως, αναπτύχθηκε μια συγκεκριμένη μορφή θρησκευτισμού, στην βάση της συμπαντικής του ανάγκης (σε σχέση με την παγκόσμια Umma ) να σφυρηλατήσει έναν κοινωνικό δεσμό πολύ δυνατό, και να πάρει την θέση από τις αποκηρυγμένες θρησκείες του εθνικισμού και του σοσιαλισμού. σε σχέση με αυτές, κατείχε εξίσου την υπόσχεση μιας ανανέωσης του Κράτους, πέρα από τις μορφές που είχαν αποσυντεθεί των απαξιωμένων φασιστικών καθεστώτων και των εθνικών τους συνόρων,  μια υπόσχεση που βασίζονταν εξάλλου στην νομική βάση της σαρίας που ισχυρίζονταν πως η καταγωγή της ήταν θεϊκή   (η οποία, ωστόσο, μπορεί να ερμηνευτεί, με τρόπο τελείως αυθαίρετο).

αυτή η πολιτική και συμπαντική ενότητα του ισλαμισμού του έδινε μια δύναμη έλξης, μια ικανότητα να λειτουργεί την σύνθεση και μια αποτελεσματικότητα που οι θρησκευτισμοί των άλλων πλευρών του κόσμου δεν είχαν.
επί πλέον, ο ισλαμισμός κατείχε, σε σχέση με τους άλλους θρησκευτισμούς, το τεράστιο ιδεολογικό αβαντάζ  του να μπορεί να κινητοποιηθεί ενάντια στην »Δύση», και όχι μόνο να μπορεί να εδραιωθεί διαμέσου της κατασκευής μιας συλλογικής αντιπροσώπευσης του εχθρού, αλλά επίσης να συλλέγει την κληρονομιά του εθνικισμού και του σοσιαλισμού, έτσι όπως εκείνη του αντί-ιμπεριαλισμού.

σε ιδεολογικό επίπεδο, είναι ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που δεν κατείχαν, παραδείγματος χάριν, οι ευαγγελικές σέκτες στην Λατινική Αμερική ή στην Αφρική, όχι μόνο διότι σε μεγάλο μέρος είχαν δημιουργηθεί από ιεροκήρυκες που προέρχονταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, αλλά ακριβώς διότι  αποκαλούσαν τους εαυτούς τους σαν ανήκοντες στην αποκαλούμενη »δυτική χριστιανική κοινότητα». ο ισλαμισμός, αντιθέτως, στην κατασκευή της ταυτότητάς του, μπορεί εύκολα να επιστρέφει στην προηγούμενη ανοιχτή ιστορική αντιπαράθεση ανάμεσα σε  «Ponente» και «Levante», που έπαιξε καθοριστικό ρόλο, συστατικό, στην δημιουργία της »Δύσης» και που εκπροσώπησε, και μέχρι σήμερα εκπροσωπεί, ένα μεγάλο ιδανικό υπόβαθρο για να καθορίζει μια συλλογική ταυτότητα, που τον ξεχωρίζει από τον »άλλον».

αυτό που επιδεινώνει τα πράγματα ακόμα περισσότερο, είναι το γεγονός πως επίσης στην »Δύση» αυτή η πολιτισμική σύγκριση επανήλθε με ενθουσιασμό, εν μέρει για να εξηγήσει την αποτυχία του εκσυγχρονισμού ανάκτησης, που βέβαια δεν πρέπει να έχει τίποτα να κάνει με την εσωτερική λογική του μεγαλειώδους παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος που, σε συνέπεια της διαδικασίας θεμελιώδους κρίσης του, δηλώνει »περιττές» ολόκληρες περιοχές του πλανήτη μαζί με τους πληθυσμούς τους; εν μέρει, επίσης, για την απλή ιδεολογική ανάγκη, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, να επιβεβαιώσει την συλλογική του ταυτότητα διαμέσου της εφεύρεσης ενός νέου παγκόσμιου εχθρού.

δεν είναι τυχαίο πως η δημοσίευση του εμπρηστικού παραδειγματικού κειμένου του Samuel Huntington, που φέρει τον τίτλο »Σύγκρουση πολιτισμών»,  «Scontro di civiltà», λαμβάνει χώρα τα πρώτα χρόνια που ακολουθούν την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, και που αποτέλεσε ένα κεντρικό δαχτυλίδι στην διαδικασία αποτυχίας του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού ανάκτησης  (μπορούμε επίσης να σημειώσουμε πως στην περιοχή της παλαιάς Σοβιετικής Ένωσης, οι θρησκευτισμοί, τόσο ο ισλαμικός όσο και ο ορθόδοξος-ρωσικός, διαδόθηκαν ζωηρά.

είδαμε αυτή την ανοιχτή εχθρότητα ταυτοτήτων να δυναμώνεται επί πλέον από το γεγονός πως αρκετές περιοχές του πλανήτη που κατοικούνται από μουσουλμάνους επηρεάστηκαν ιδιαίτερα από τον πόλεμο και την βία, μιας και ευρίσκονταν, και βρίσκονται ακόμη, στο κέντρο συμφερόντων γεωστρατηγικών. αυτό, αφορά φυσικά όλα τα πετρελαϊκά αποθέματα, αλλά επίσης, στην διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, τον αγώνα των μεγάλων δυνάμεων για δικές τους ζώνες επιρροής, όπως στην περίπτωση του Afghanistan, που κυριολεκτικά έγινε κομμάτια από την σύγκρουση Ανατολής-Δύσης,  Est-Ovest και στην συνέχεια κατέστη ένα από τα νευραλγικά σημεία του μαχητικού ισλαμισμού.

να προσθέσουμε σε αυτά την ισραηλινή-παλαιστινιακή σύγκρουση, που φορτώθηκε, μέσα στoν αραβικό κόσμο και την αντί-ιμπεριαλιστική ιδεολογία, με μια τεράστια συμβολική σημασία ευρέως  πέρα από τον αληθινό χαρακτήρα ενός εδαφικού προβλήματος περιορισμένου και σχετικά μικρότερου, και μετατράπηκε σε ένα υπόβαθρο δυσαρέσκειας αντισημιτικής,  της οποίας ο ισλαμισμός συνέλεξε επίσης την κληρονομιά.  σε αυτό επάνω το ιδιαίτερο πρόβλημα, φαίνεται ακόμη μια φορά πολύ ξεκάθαρα πως ο ισλαμισμός δεν έχει τίποτα να βλέπει με το παραδοσιακό Ισλάμ, το οποίο δεν γνωρίζει ούτε αντισημιτισμό ούτε αντιεβραϊσμό ; αυτό είναι μάλλον παράγωγο που εισήχθη από την »φωτισμένη Δύση» που μπόρεσε να εμφυτευτεί στον λεγόμενο μουσουλμανικό χώρο μόνο στην σκιά του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού ανάκτησης.

οι ασταμάτητοι πόλεμοι και οι εμφύλιοι πόλεμοι στην Εγγύς και την Μέση Ανατολή , συνδεδεμένοι στις αντίστοιχες παρεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων, δεν συνεισέφεραν μόνο στην βαθιά αποσταθεροποίηση όλης της περιοχής, και στην καταστροφή των συνθηκών μιας καπιταλιστικής ανάπτυξης και μιας ενσωμάτωσης στην αγκαλιά της παγκόσμιας αγοράς λιγότερο ή περισσότερο συνεπούς,  προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος στην δύναμη της πειθούς των ισλαμικών υποσχέσεων σωτηρίας, αλλά επίσης έφεραν, την ίδια στιγμή, στην αποκτήνωση των γενεών, κυρίως των νέων,  που κοινωνικοποιήθηκαν σε μια κατάσταση συνεχούς πολέμου, ανοικτού μερικές φορές και άλλες συγκεκαλυμμένου, και έχουν εσωτερικεύσει την διάθεση στην βία που αυτή η κατάσταση συνοδεύει.

και αυτό στο τέλος της ημέρας προσφέρει το πλαίσιο για την δημιουργία ηρωικών μυθοποιημένων προσωπικοτήτων, στα οποία οι νέοι, κυρίως  (και όχι μόνο οι προερχόμενοι από τις περιοχές για τις οποίες συζητούμε ), θα μπορούσαν και μπορούν να αναγνωριστούν. έτσι όπως ο  Bin Laden ήδη πλατιά εορτάζονταν όπως ο νέος  Che Guevara, το Ισλαμικό Κράτος τελειοποίησε την επικοινωνιακή εικόνα και την ηρωοποίηση των θηριωδιών του. ο μαχητικός ισλαμισμός κατάφερε έτσι να αποκτήσει το καθεστώς μιας κουλτούρας διαμαρτυρίας ριζοσπαστικής, που του παρέχει μια τεράστια επιρροή μυημένων που προέρχονται απ’ όλον τον πλανήτη, έτοιμοι να θυσιαστούν.

είναι σε αυτό που αποκαλύπτεται, για άλλη μια φορά, ο χαρακτήρας υψηλά μοντέρνος, και με κανέναν τρόπο θρησκευτικός ή παραδοσιακός, συναφής σε αυτό το κίνημα. αυτός του παρέχει το υλικό για μια κατασκευή ταυτότητας οριοθέτησης των ατόμων μορφοποιημένων εξ ολοκλήρου από το κεφάλαιο  (κυρίως νέων ανδρών, αλλά όχι μόνο), οι οποίοι συχνά δεν έχουν τον παραμικρό οικογενειακό ή πολιτισμικό δεσμό με το Islam, και που ξεχωρίζουν για τον επιθετικό τρόπο με τον οποίον πραγματοποίησαν την »μετατροπή» τους , ενάντια στο περιβάλλον που ήταν τριγύρω τους.

όμως παρά την σημαντική ποσότητα »αυτών που έχουν μετατραπεί», υπάρχουν πάντα νέοι μετανάστες με δεσμούς οικογενειακούς στο τόξο ισλαμικής κρίσης που αποτελούν τις πιο πολλές ομάδες ισλαμικής υποστήριξης στις καπιταλιστικές ομάδες του κέντρου. αυτό όμως δεν αφορά το γεγονός προέλευσης από μια συγκεκριμένη θρησκευτική παράδοση, που αυτοί τώρα θα είχαν ανακαλύψει εκ νέου, από την στιγμή που εξηγείται πού συχνά σαν μια αντίδραση ενάντια στον κοινωνικό και ρατσιστικό αποκλεισμό  (*).

δεν σημαίνει καθόλου πως πρόκειται για περιθωριακούς δίχως μέλλον που δεν θα είχαν πλέον τίποτα να χάσουν. ο αποκλεισμός συχνά συμβαίνει με τρόπο πολύ πιο λεπτό  και την αντιλαμβάνονται σαν ιδιαίτερα ταπεινωτικό εκείνοι οι ίδιοι που κατέχουν όλες απολύτως τις προσωπικές ποιότητες για μια κοινωνική καταξίωση, όπως συνήθως αποκαλείται στον ανταγωνισμό, αλλά όχι λιγότερο συνεχίζουν να πηγαίνουν να χτυπήσουν επάνω στους φραγμούς που δεν είναι άμεσα εμφανείς, κι έχουν σηκωθεί από την πλειοψηφική κοινωνία, και που ζητούν  πολύ μεγαλύτερες προσπάθειες για να ξεπεραστούν.

η κατάσταση είναι παρόμοια στις χώρες της Εγγύς και της Μέσης Ανατολής, όπου είναι συχνά οι μεσαίες τάξεις εχθροπαθείς που προσανατολίζονται προς τον ισλαμισμό, από την στιγμή που οι ελπίδες τους για μιαν κοινωνική ανέλιξη απογοητεύονται. εκείνο που καθίσταται αποφασιστικής σημασίας, λοιπόν, δεν είναι πλέον η γνώση εάν κάποιος βρίσκεται σε μιαν κατάσταση »αντικειμενικής φτώχεια», αλλά το υποκειμενικό συναίσθημα του να είναι με την πλευρά των χαμένων ή να νιώθουν πως τους απειλεί ο κοινωνικός περιορισμός.  και αυτοί οι φόβοι, που το καπιταλιστικό σύστημα ανταγωνισμού παράγει μόνιμα με κάθε τρόπο, έρχονται να τραφούν ιδιαίτερα στις συνθήκες της διαδικασίας παγκόσμιας κρίσης.

με αυτή την έννοια, υπάρχει ένα κοινό θεμελιώδες σημείο ανάμεσα στους φανατικούς ισλαμιστές και τους αντιπάλους τους του  Pegida και του Front National. και στις δυο περιπτώσεις, η κινητήρια δύναμη είναι η οπισθοδρομική ώθηση να εξολοθρεύσουν, διαμέσου της διάκρισης σε βάρος ενός φανταστικού εχθρού, την κοινωνική πίεση που παράγεται από την κρίση. μπροστά σε αυτό, είναι τελείως παραπλανητικό να γίνονται εκκλήσεις  σε μια κατανόηση »πολυπολιτισμική» ή »διαθρησκευτική»; καθώς εδώ δεν είναι καθόλου ζήτημα μιας σύγκρουσης ανάμεσα σε διαφορετικούς »πολιτισμούς», αλλά για μια επιθετική πόλωση ανάμεσα σε διαφορετικές ταυτότητες συλλογικές οπισθοδρομικές μέσα στην αγκαλιά του ίδιου του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, μια σύγκριση, μια αντιπαράθεση που καθίσταται η ίδια παράγοντας παγκόσμιας κρίσης, με την έννοια πως γεννά μια κατάσταση διαρκούς πολέμου.

είναι επίσης εξ ολοκλήρου μάταιο, σε αυτή την κατάσταση, να θέτουμε ενώπιον τις ρεπουμπλικάνικες ή δημοκρατικές αξίες της ισότητας.  τέτοιες αξίες έχουν από καιρό χάσει την συλλογιστική τους δύναμη, από την στιγμή που ο κοινωνικός και ρατσιστικός αποκλεισμός, η νομισματοποίηση κάθε σφαίρας της ζωής και οι ακατάπαυστες κρατικές εκστρατείες ελέγχου, και στις δυτικές δημοκρατίες, τις έχουν ξεγυμνώσει από κάθε περιεχόμενο. είναι αντιθέτως απαραίτητο να βρεθεί μια νέα προσέγγιση, ένας νέος προσανατολισμός χειραφετικός με στόχο το ξεπέρασμα, την υπέρβαση της καπιταλιστικής λογικής της υποκειμενικότητάς του, που πλέον δεν έχει νόημα.

Norbert Trenkle2015

(*) – στα πρακτικά ενός συνεδρίου για τον σαλαφισμό, μπορούμε να διαβάσουμε, όσον αφορά τους νέους που ενώνονται με αυτό το κίνημα : «οι νέοι θαυμάζουν στους σαλαφιστές κήρυκες το γεγονός πως δεν αφήνονται να τρομοκρατηθούν από την ανοιχτή άρνηση που τους χτυπά. αντιθέτως : αυτοί υπερασπίζονται ανοιχτά την άποψή τους και δεν αφήνουν κανέναν να τους σιωπήσει .» η διαχωριστική γραμμή με τους γονείς τους, που θα συμπεριφέρονταν, σύμφωνα με την αντίληψη των νεοτέρων, με τρόπο αμυντικό μπροστά σε μια κατάσταση κοινωνικού αποκλεισμού και μπλοκαρισμένης κοινωνικής ανέλιξης, παίζε έναν ρόλο σημαντικό.   εδώ ο σαλαφισμός προσφέρει μια δυνατότητα να αναληφθεί εκ νέου η επίθεση, να αποκτηθεί ικανότητα δράσης για να γίνει δυνατό το ξεπέρασμα με αυτό τον τρόπο, φθίνοντα, το αίσθημα αδυναμίας, ανικανότητας. (Alevitische Gemeinde – Deutschland e.V. 2013)

fonte: Critique de la dissociation-valeur. Repenser une théorie critique du capitalisme

http://francosenia.blogspot.gr/

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Επιδρομές στα σύνορα του αποκλεισμού

 
Επιδρομές στα σύνορα του αποκλεισμού
Γράφει στις 5 Οκτωβρίου του’13, στο Μανιφέστο ο Βάμπιο ΡΑΊΜΌΝΤΙ, αλιεύσαμε από Μίτσια Κόρτα, Ιταλία.

Ένας προσεκτικός μελετητής των μεταναστεύσεων στην αναζήτηση μιας δημοκρατίας δίχως Κράτος, ο Τζεννάρο Αβαλλόνε και ο Σάλβο Τόρρε δημοσίευσαν ένα πολύτιμο βιβλιαράκι με τίτλο Αμπτελμαλέκ Σαγιάντ : για μια θεωρία μεταποικιακή των μεταναστεύσεων [ιλ Καρρούμπο, σελ. 128, 11 ευρώ] που, εκτός από δύο κείμενα που δεν έχουν εκδοθεί στα ιταλικά από τον μεγάλο κοινωνιολόγο από την Αλγερία, μαθητή και συνάδελφο του Πιέρ Μπουρντιέ – Pierre Bourdieu, που χάθηκε το 1998, περιέχει μια πλατιά παρουσίαση των δυο επιμελητών της πνευματικής και πολιτικής διαδρομής του Σαγιάντ – Abdelmalek Sayad, μαζί με τις παρεμβάσεις του Αχμέντ Μπουμπεκέρ και Αμπτελλαλί Χαγιάτ, Ahmed Boubeker – Abdellali Hajjat.
Ο κόμβος γύρω από τον οποίο περιστρέφονται τα υλικά που έχουμε συλλέξει εδώ είναι ο σύνδεσμος ανάμεσα σε Κράτος, έθνος και μετανάστευση, τίτλος ενός δοκίμιου του 1983 που έρχεται πριν από τα γνωστότερα ‘Η διπλή ποινή και η μετανάστευση’, ‘Προβληματισμοί σχετικά με τη σκέψη του Κράτους’ του 1996 και ‘Μετανάστευση και σκέψης του Κράτους’, του 1998 που επαναλαμβάνουν τη σκέψη του Μπουρντιέ, σύμφωνα με την οποία ‘το να αντιμετωπίσουμε τον προβληματισμό πάνω στο Κράτος σημαίνει να εκτεθούμε στο να κάνουμε δική μας μια σκέψη του Κράτους’, διότι ‘μια από της κυριότερες εξουσίες και δυνάμεις του Κράτους είναι εκείνη να κατασκευάζει [ειδικά δια μέσω του σχολείου] τις κατηγορίες της σκέψης που εφαρμόζουμε αυθόρμητα σε οποιοδήποτε πράγμα, ξεκινώντας από το ίδιο το Κράτος [πρακτικοί λόγοι].
Αυτό δεν σημαίνει ν’ αποδώσουμε στο Κράτος το μονοπώλιο της κατασκευής στις κατηγορίες της σκέψης ούτε να δηλώσουμε ότι σκεφτόμαστε μονάχα δια μέσω αυτών, αλλά σημαίνει να τονίσουμε το παραστατικό ρόλο του Κράτους στον γνωστικό τομέα, και όχι μόνο στον συμβολικό ή σε αυτόν της ισορροπίας ή σχέσης δυνάμεων. Η γαλλική αποικιακή πολιτική στην Αλγερία, προνομιακό πεδίο παρατήρησης για τον Σαγιάντ και τον Μπουρντιέ, συνιστά την ιστορική αναφορά πάνω στην οποία ακουμπούν οι σκέψεις και των δύο, αυτό που έχει σημασία λοιπόν είναι να καταλάβουμε τι απομένει ακόμη που έχει αξία σε αυτήν στην μετά-αποικιακή εποχή, μπροστά σε βαθιές εξελίξεις αναδιοργάνωσης και επαναπροσδιορισμού των προνομίων του Κράτους, που είναι περισσότερο γίγαντας με πήλινα πόδια παρά άθραυστο κρύσταλλο όπως υποστηρίζεται από κάποιους, και το ότι δεν είναι αθάνατο δεν το κάνει ήδη νεκρό.
Η ουσία του Κράτους και της εξουσίας, για τον Σαγιάντ, είναι το να σκέφτεται με σύνορα που, χωρίζοντας ανάμεσα σε ένα εσωτερικό και ένα εξωτερικό που έχουν δηλωθεί και πολιτικά [πολίτης-όχι πολίτης, πολιτικός-μη πολιτικός], γίνονται ακρογωνιαίοι λίθοι μιας τάξης βασισμένης στην ιδιότητα του μέλους, του ανήκειν [εθνικά, γεωγραφικά, γλωσσολογικά, ιστορικά,κλπ].
Έτσι όμως ο Σαγιάντ διατρέχει τον κίνδυνο, ρισκάρει να μεταατρέψει το Κράτος σε μια ανιστορική συσκευή, παρούσα, παρά την ύπαρξη ιδιαιτεροτήτων, τόσο στην Αθήνα όσο και στην Σπάρτη ή στις μεσαιωνικές και αναγεννησιακές πόλεις, σαν να ήταν ανθρωπολογική σταθερά, πολιτιγραφώντας την συσκευή που έχει το καθήκον να πολιτογραφήσει την αυθαίρετη διαίρεση ανάμεσα σε εσωτερικό και εξωτερικό : δια μέσω της ιδέας του έθνους, για παράδειγμα. Μεταξύ ένταξης και αποκλεισμού.
Η σημασία σήμερα της θεωρίας του Σαγιάντ είναι διπλή : πρώτα απ’ όλα προβάλλει την επιμονή των κατηγοριών της σκέψης του Κράτους και μετά την αποαποικιοποίηση σαν πυλώνες για την κατασκευή των μεταποικιακών Κρατών – ένα αποτέλεσμα μακράς διάρκειας που οφείλεται στην αναγκαστική αφομοίωση των γνωστικών δομών, υλικών και συμβολικών που επιβλήθηκαν απ’ τους αποικιοκράτες.
Κατά δεύτερο λόγο, όχι όμως σε σπουδαιότητα, αυτή προβάλλει την ευστροφία του Κράτους, που είναι ικανό να αναπαράγεται πέρα από την ιδέα του έθνους, διότι ‘δεν είναι απαραίτητο το διάστημα που θα υπερασπιστούμε να συμπίπτει με τα εθνικά σύνορα της παράδοσης του ‘800-‘900 : η αρχή του αποκλεισμού εφαρμόζεται στη θεσμική υπαγωγή ή αυτή των ιδανικών που αναγνωρίζεται ως τέτοια’.
Ακόμη και στην καπιταλιστική παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, όντως, μέσα και έξω από εκείνο που έχει απομείνει [ μερικές φορές πολύ] των Κρατών-εθνών [σκεφτείτε την Ευρώπη που συμπεριφέρεται σαν ένα Κράτος κι ας μην είναι επίσημα και χωρίς να είναι έθνος, ή στην επιθυμία ενός Κράτους απ’ το οποίο αναβλύζουν τα φανταστικά όρια της Παδανίας], κατασκευάζονται καινούρια τείχη και σχεδιάζονται καινούρια σύνορα κάθε είδους προσπαθώντας να κυβερνήσουμε τη σχέση ανάμεσα στον αποκλεισμό και την ένταξη. Η ιδέα που οδηγεί το Κράτος είναι ότι, μικρό ή μεγάλο, πραγματικό ή φανταστικό, γνωστικό ή συμβολικό είναι ‘έδαφος’ περιφραγμένο, υπάρχει μια ‘ιδιοκτησία’ να υπερασπίσουμε. Μια υλική ιδιοκτησία, συμβολική και γνωστική που είναι ένα και το αυτό με την ταυτότητα, φανταστική μα αληθινή, από αυτούς που την υπερασπίζονται από την απαλλοτρίωση ή την μόλυνση.
Εάν όμως από την μια πλευρά είναι αληθινό ότι οι υπερασπιστές του φαντάσματος της καθαρότητας συχνά δεν αντιλαμβάνονται πως ‘τα σύνορα πλέον έχουν ‘αναμιχθεί’ και το να μην το αναγνωρίζεις σημαίνει πως ‘είναι ξένοι της ίδιας τους της ιστορίας’ [ Μπουμπέκερ], σε άλλες περιπτώσεις είναι ακριβώς διότι είναι ενήμεροι πως ψάχνουν να επαενεργοποιήσουν τη γνωστική μηχανή, στρατιωτική και συμβολική [που λειτουργεί περισσότερο στην παράνοια παρά στον φόβο] που προσπαθεί να διαχειριστεί τα όρια και την κινητικότητα δια μέσω αυτών θεσπίζοντας ‘πως εισέρχεσαι κανονικά στο εσωτερικό του’. Το Κράτος σαν μια αίρεση, ή συμμορία, βασίζεται στην αφομοίωση μιας ταυτότητας. Μόνο δείχνοντάς την μπορείς να εισέλθεις. Να γιατί ‘ελεύθερες μεταναστεύσεις και ελεύθεροι μετανάστες είναι δυνατοί μόνο τινάζοντας στον αέρα το σκεπτικό του Κράτους’ και να γιατί οι μετανάστες είναι ‘το όριο της ευρωπαϊκής δημοκρατίας’. Όσο υπάρχουν μετανάστες, η δημοκρατία είναι ημιτελής, διότι όσο υπάρχουν σύνορα υπάρχει Κράτος. Θα χρειάζονταν λοιπόν δημοκρατία δίχως Κράτος, τελείως έξω από τη μόδα χίλιων ιδιαιτεροτήτων και χίλιων Λεβιάθαν που ξεχύνονται παντού στον κόσμο και, προχωρώντας με αποκλεισμούς ή ενσωματώσεις, ‘τελευταίο ιδεολογικό καταφύγιο της αποικιοκρατίας’, διαμορφώνουν ‘τη συνεχή διαδικασία παραγωγής και αναπαραγωγής του έθνους’.
Να αποαποικιοποιήσουμε την Ευρώπη και τα αποικιακά κράτη [καινούργια και παλιά] είναι μια ανάγκη που πηγαίνει χέρι-χέρι με την αποαποικιοποίηση αυτών που τους έχουν αποικίσει-κατακτήσει, διότι, όπως δείχνει ο Σαγιάντ, ‘από μετανάστης’, ‘ο αποικιακός χώρος’ είναι παρών και στις ‘γαλλικές πόλεις’ και τους δίνει μορφή. Η αποαποικιοποίηση δεν έχει ολοκληρωθεί, αλλά είναι ‘μια διαδικασία ανολοκλήρωτη, που συνεχίζει να εκφράζεται, συγκρουσιακά’, σε κάθε τόπο, και σε κάθε επίπεδο της μεταποικιακής κοινωνίας, όπου παλιοί και νέοι αποικιοκράτες μαζί με παλιούς και νέους αποικιοκρατούμενους έρχονται σε καθημερινή επαφή.
Το ψέμα των θεσμικών οργάνων.
Είναι αλήθεια, σημειώνουν δίκαια οι επιμελητές, ότι ‘ο Σαγιάντ δεν ενισχύει την σωματική ελευθερία των μεταποικιακών μεταναστών’, παρότι λαμβάνει υπ’ όψιν την ‘ανατρεπτική πολιτική σημασία και επίπτωση της μετανάστευσης’ [Μπουμπέκερ], όπως αποδεικνύει η προσοχή του για τους τρόπους πολιτικής οργάνωσης των αλγερινών μεταναστών στη Γαλλία [ Χαγιάτ].
Τονίζοντας την αποικιακή κληρονομιά στις συμπεριφορές και στις σκέψεις των μεταναστών, ο Σαγιάντ έχει επιβάλλει, αλλά δεν έχει ολοκληρώσει, μια ‘κοινωνιολογία της απελευθέρωσης’ που θα έπρεπε να επιτρέψει στους μετανάστες να ‘σκεφτούν τους εαυτούς τους με καινούργιους όρους’, γιατί ‘να επαναστατούν ενάντια στα κρατικά ψέματα σημαίνει να επαναστατούν εναντίον των εαυτών τους’ [Μπουμπέκερ]. Είναι ακριβώς γιατί οι μετανάστες τροποποιούν με τις μετακινήσεις τους τα εδάφη προέλευσης και προσέλευσής τους, τρυπώντας και μετατρέποντας τα σύνορα που τα προσδιορίζουν, γιατί οι κατηγορίες ένταξης και αποκλεισμού επανενεργοποιούνται, αν και διαφοροποιημένες μορφές, τόσο από την πλευρά αυτού που θα τα ήθελε πιο άκαμπτα, όσο και από εκείνη σκέφτεται με τρόπο διαλεκτικότερο. Είναι αυτή την αντίθεση που σκάβει ο Σαγιάντ και μας παροτρύνει να συνεχίσουμε.