ιστορία, storia

25 Μαρτίου 1977: ο Rodolfo Walsh και οι Montoneros

Ο Rodolfo Walsh γεννήθηκε στις 9 ιανουαρίου 1927 στην Patagonia. Αφού έγραψε διάφορα μυθιστορήματα αστυνομικά, όπως το Variations in Red-Variazioni in Rosso(1953), έγινε διάσημος για το Operación Masacre (1957), που θεωρείται αριστούργημα της ερευνητικής δημοσιογραφίας. Το βιβλίο μιλά για μια σφαγή πολιτών που πραγματοποίησε το προηγούμενο έτος ο στρατός με εντολή του προέδρου, στρατηγού Aramburu, σε αντίποινα για μια απόπειρα Περονιστικής εξέγερσης.

25 Marzo 1977: Rodolfo Walsh e i Montoneros

Μετά την κουβανική επανάσταση, μετακόμισε στην Αβάνα κατόπιν πρόσκλησης του Jorge Masetti, δημοσιογράφου αργεντίνου, ο οποίος, μετά από συνέντευξη με τον Fidel και τον Che σχετικά με την Sierra Maestra, είχε προσχωρήσει στην επανάσταση.

Ο Walsh συνεργάζεται με το πρακτορείο Prensa Latina και γνωρίζει πολλούς από τους πρωταγωνιστές εκείνων των χρόνων, συμπεριλαμβανομένου του Ernesto Che Guevara, ο οποίος συχνά περνά τις βραδιές με τους δύο συμπατριώτες του.

Στην Κούβα ο Walsh πραγματοποιεί την πιο συγκλονιστική του δημοσιογραφική επιτυχία. Όπως θα διηγηθεί ο Gabriel Garcia Marquez, ένας άλλος φίλος εκείνης της περιόδου, καταφέρνει να αποκρυπτογραφήσει ένα παράξενο κωδικοποιημένο μήνυμα και ανακαλύπτει ότι οι ΗΠΑ εκπαιδεύουν κουβανούς εξόριστους στη Γουατεμάλα για να προσπαθήσουν να εισβάλουν στον Κόλπο των Χοίρων. Καταφέρνει έτσι να αποτρέψει την αιφνιδιαστική επίθεση.

Τρία χρόνια αργότερα επέστρεψε στην Αργεντινή, συνέχισε τη δραστηριότητά του ως συγγραφέας και επίσης έγραψε έργα αντιμιλιταριστικής σάτιρας.

Το 1969 έγραψε το Quien mató a Rosendo?, το οποίο, ξεκινώντας από ένα γεγονός από τα χρονικά, καταγγέλλει τον γκανγκστερικό εκφυλισμό της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Το 1970 η περονιστική ένοπλη οργάνωση Montoneros απήγαγε τον στρατηγό Aramburu, ο οποίος εκτελέστηκε μετά από ένα μήνα αιχμαλωσίας σε απάντηση στα γεγονότα του 1956.

Ο Walsh πλησιάζει τους Montoneros, αλλά φοβάται μια μιλιταριστική παρέκκλιση και θεωρεί προτεραιότητα τη μάχη πάνω στο έδαφος της πληροφόρησης. Κάτω από την διεύθυνση του, η εφημερίδα Noticias γίνεται δημοφιλές μέσο ενημέρωσης και φτάνει τα 130.000 αντίτυπα.

Όταν οι στρατηγοί Videla, Agosti και Massera ανέλαβαν εξουσία με ένα πραξικόπημα στις 24 μαρτίου 1976, ο Walsh βρίσκονταν ήδη στην παρανομία για σχεδόν δύο χρόνια. Δημιούργησε την ANCLA (Clandestine News Agency-Παράνομο Πρακτορείο Ειδήσεων) και αφιέρωσε τον εαυτό του στην καταγγελία της Κρατικής τρομοκρατίας.

Στις 29 σεπτεμβρίου 1976, η 26χρονη κόρη του Vicki και τέσσερις άλλοι μαχητές των Montoneros αιφνιδιάζονται από τον στρατό σε ένα σπίτι στο Μπουένος Άιρες. Ένας στρατιώτης θα πει: «Η μάχη διήρκεσε μιάμιση ώρα. Ένας άνδρας και ένα κορίτσι πυροβολούσαν από ψηλά, η κοπέλα τράβηξε την προσοχή μας γιατί κάθε φορά που έριχναν μια ριπή και εμείς πέφταμε στο έδαφος γελούσε ». Αλλά είναι μια μάχη δίχως ελπίδα και η Vicki σκοτώνεται έτσι ώστε να μην πέσει ζωντανή στα χέρια των βασανιστών.

Στις 24 Μαρτίου 1977, την πρώτη επέτειο του πραξικοπήματος, ο Rodolfo γράφει μια ανοικτή επιστολή στη στρατιωτική χούντα, ένα εξαιρετικό έγγραφο όχι μόνο για τη λεπτομερή καταγγελία των θηριωδιών της δικτατορίας, αλλά κυρίως επειδή η Κρατική τρομοκρατία περιγράφεται σαφώς ως απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβολή στη χώρα του πιο ακραίου νεοφιλελευθερισμού:

“Στην οικονομική πολιτική αυτής της κυβέρνησης, πρέπει να αναζητήσουμε όχι μόνο την εξήγηση των εγκλημάτων σας, αλλά μια μεγαλύτερη αγριότητα, την καταδίκη εκατομμυρίων ανθρώπων σε προγραμματισμένη δυστυχία. Σε ένα χρόνο μειώσατε τους πραγματικούς μισθούς των εργαζομένων στο 40%, η συμμετοχή τους στο εθνικό εισόδημα μειώθηκε στο 30%, η εργάσιμη μέρα που χρειάζεται ο εργάτης από τις 6 ώρες έφτασε στις 18 ώρες ώστε να μπορεί να καλύπτει τα έξοδα της οικογένειάς του, ανασταίνοντας με αυτό τον τρόπο μορφές καταναγκαστικής εργασίας που δεν επιζούν ούτε στους τελευταίους αποικιακούς εποικισμούς (…) Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής υπήρξαν κεραυνοβόλα. Σε αυτό το πρώτο έτος της κυβέρνησης, η κατανάλωση τροφίμων μειώθηκε κατά 40%, η ένδυση κατά 50%, η κατανάλωση των φαρμάκων έχει σχεδόν εξαφανιστεί στα λαϊκά στρώματα. Και υπάρχουν περιοχές στο Μπουένος Άιρες όπου η βρεφική θνησιμότητα υπερβαίνει το 30%, αριθμός που μας φέρνει στο ίδιο επίπεδο με τη Rhodesia, το Dahomey και τις Guaiane, ασθένειες όπως η καλοκαιρινή διάρροια, τα παράσιτα μέχρι και τον θυμό για το γεγονός πως οι αριθμοί βρίσκονται κοντά στα παγκόσμια ρεκόρ ή τα ξεπερνούν”.

Αλλά μετά την ομολογία ενός βασανισμένου κρατούμενου, ο στρατός βρίσκεται στα ίχνη του και την επόμενη μέρα, ενώ διαδίδει το έγγραφό του, πέφτει επάνω στην Επιχειρησιακή Ομάδα 3 του ESMA, του περιβόητου κέντρο βασανιστηρίων και εξόντωσης της δικτατορίας. Ο Rodolfo Walsh καταφέρνει να τραβήξει ένα πιστόλι και να πυροβολήσει. Ξέρει ότι δεν έχει ελπίδες, αλλά δεν θέλει να συλληφθεί ζωντανός. Μια ριπή αυτομάτου τον τραυματίζει σοβαρά, και φτάνει νεκρός στην ESMA.

 

https://www.infoaut.org/storia-di-classe/25-marzo-1977-rodolfo-walsh-e-i-montoneros

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

συνέντευξη του Βαγγέλη Σταθόπουλου

24 Νοε

Αρχική  Άρθρα  Ειδήσεις & Ρεπορτάζ  Συνέντευξη του Βαγγέλη Σταθόπουλου στο omniatv

Συνέντευξη του Βαγγέλη Σταθόπουλου στο omniatv

Ο Βαγγέλης Σταθόπουλος συνελήφθη στις 8 Νοεμβρίου 2019 από την Αντιτρομοκρατική υπηρεσία και κατηγορείται για ληστεία σε κατάστημα Play του ΟΠΑΠ στον Χολαργό, καθώς και συμμετοχή στην ένοπλη οργάνωση Επαναστατική Αυτοάμυνα. Ο ίδιος από την πρώτη στιγμή, ήδη μέσα από τα κρατητήρια της ΓΑΔΑ, γνωστοποίησε μέσω σημειώματος του που αναρτήθηκε στο Indymedia ότι αρνείται τις κατηγορίες, αποδίδοντας την δίωξή του στον ρεβανσισμό της Αντιτρομοκρατικής.

Για την ίδια υπόθεση κατηγορείται ο αναρχικός Δημήτρης Χατζηβασιλειάδης, ο οποίος είναι τραυματισμένος και καταζητείται καθώς και ένας προσωπικός του φίλος ο οποίος είναι επίσης προφυλακισμένος. Τα σενάρια της Αντιτρομοκρατικής αποδομεί και ο ίδιος ο Δημήτρης Χατζηβασιλειάδης μέσα από επιστολή που ανήρτησε στο Indymedia. Σύμφωνα με αυτήν συμμετείχε πράγματι στην ληστεία του καταστήματος Play στον Χολαργό με άγνωστο συνεργάτη, τον οποίον προφανώς δεν κατονομάζει και διευκρινίζει ότι σε κάθε περίπτωση όμως δεν πρόκειται για τον Βαγγέλη Σταθόπουλο. Παραδέχεται επίσης ότι ένα από τα όπλα που βρέθηκαν μετά από έρευνες της Αντιτρομοκρατικής, ήταν όντως το όπλο με το οποίο η οργάνωση Επαναστατική Αυτοάμυνα πραγματοποιούσε τις ενέργειες της, επισημαίνοντας όμως ότι η οργάνωση αυτή είναι ανενεργή εδώ και δυο χρόνια και πως ο ίδιος είχε αναλάβει το καθήκον της φύλαξής του για πολιτικούς και ηθικούς λόγους. Τονίζει επίσης ότι η ληστεία στα Play του ΟΠΑΠ δεν έχει οποιαδήποτε σύνδεση με ενέργειες της συγκεκριμένης οργάνωσης.

Από την στιγμή της σύλληψης του Βαγγέλη Σταθόπουλου μέχρι σήμερα, εκατοντάδες είναι τα δημοσιεύματα που αναπαράγουν, ως βεβαιότητες, τις κρίσεις, τις υποψίες και τις εμμονές της Αντιτρομοκρατικής. Ο Βαγγέλης Σταθόπουλος μέσω μιας εικοσάλεπτης διάρκειας συνέντευξης στην στήλη The Case του omniatv απαντάει σε όλα αυτά και αναφέρεται στην ασύμμετρη βία που του ασκήθηκε κατά την σύλληψή του, στις μεθοδεύσεις τις Αντιτρομοκρατικής, στην συμμετοχή του στο αναρχικό κίνημα και την συνεπακόλουθη στοχοποίησή του, στον εκδικητικό χαρακτήρα της δίωξης του, στον βαθμό της πραγματικής του συμμετοχής στα γεγονότα για τα οποία τον κατηγορούν και στην αλληλεγγύη που έδειξε σε έναν τραυματία. Αναφέρεται επίσης στις συνθήκες κράτησης στις φυλακές Λάρισας, την διακίνηση πρέζας και την λογοκρισία σε βιβλία που έχει επιβληθεί από την σωφρονιστική υπηρεσία.

ιστορία, storia

Ένα καινούργιο καλό βιβλίο

Δεν είναι εύκολο για μένα, δεν είναι ούτε εύκολη ούτε ήρεμη η ανάγνωση των βιβλίων που διηγούνται τις ιστορίες στις οποίες βρέθηκα να ζω και να δρω. Δεν καταφέρνω, σχεδόν ποτέ, να αναγνωρίσω τον εαυτό μου μέσα στην ταυτότητα που ράβουν επάνω μας ιστορικοί και δημοσιογράφοι που πλημμυρίζουν βιβλιοπωλεία και οθόνες. Τα μονοπάτια της ζωής μας επαναπροτείνονται και μιλούν κάποιοι γι αυτά σαν να είχαμε υπάρξει μανιακοί, μερικές φορές αδέξιοι, πάντα σε εντυπωσιακή αντίθεση με την πραγματικότητα. Οι ανακατασκευές της «στιγμής κατά την οποία έγιναν κάποιες επιλογές» είναι ενοχλητικές και δολοπλόκες, εκείνες που χαρακτήρισαν εκείνο το κομμάτι της ιστορίας για το οποίο μιλάμε, μια ιστορία που ήδη καλύπτεται με αρνητικούς χαρακτήρες στον τίτλο: «η εποχή των χρόνων του μολυβιού». Αντίθετα οι αναμνήσεις μου μου δίνουν πίσω εκείνες τις επιλογές σε πλήρη αρμονία με τον τρόπο που επιλέξαμε να ζούμε σε αυτήν την κοινωνία, μη θέλοντας πλέον να υποφέρουμε, μέσα στη σιωπή και παθητικοί, την καταπίεση και εκμετάλλευση, την αλαζονεία των ισχυρών και περιβαλλοντικές καταστροφές. Ήταν αναγκαία και επιθυμητά βήματα, τα οποία επιδίωξαν εν γνώσει τους εκείνοι που, ξεκινώντας από την παρουσία τους εκεί και στη συνέχεια με την στράτευση τους σε μια επιτροπή εργοστασίου ή ενός άλλου «χώρου εργασίας», ή σε μια συλλογικότητα γειτονιάς, ασκώντας ανταρσίες και αγώνες, από διεκδίκηση σε διεκδίκηση, από σύγκρουση σε σύγκρουση, από μάχη σε μάχη, με διαλείμματα καταγγελιών, συλλήψεων και διαδηλώσεων για την απελευθέρωση των συλληφθέντων, πραγματοποιούσαν εκείνες τις επιλογές που προετοίμαζαν το έδαφος για μεταγενέστερες επιλογές. Δεν υπήρξε ένα άλμα ή μια ρήξη από έναν «κάποιο τύπο» στράτευσης σε έναν άλλο, επειδή κάθε πέρασμα τοποθετούνταν μέσα στην ίδια γραμμή εκείνου του συμφώνου, εκείνης της σχέσης μεταξύ περισσότερων γενεών, εκείνης της δήλωσης προθέσεων με την έντονη γεύση: η «επαναστατική μεταμόρφωση της κοινωνίας». Εκείνα τα βήματα και εκείνες οι επιλογές εμφανίζονταν, μέσα σε εκείνο το μονοπάτι, μιας ηλιακής «κανονικότητας», που μόνο η κατανόηση της φύσης της ταξικής σύγκρουσης εκείνης της ιστορικής περιόδου μπορεί να δικαιολογήσει.

Το να φτάσεις στο σημείο να »κάνεις κάποιες συγκεκριμένες επιλογές», να αποκτήσεις επαρκή ικανότητα με επιμελή άσκηση να οργανώνεις την βία ή να παίρνεις τα όπλα, ήταν ένα βήμα, ένα πέρασμα, ανάμεσα σε πολλά, ήταν το προϊόν της βούλησης – που δεν προδόθηκε – της θέλησης να μεταμορφώσεις το υπάρχον. Μια προσγείωση καθόλου τραυματική, αλλά που ωρίμασε οικειοθελώς μέσα σε μια τεράστια ποσότητα συναισθημάτων, παθών, σκέψεων και πράξεων, τα οποία ο ιστορικός ορίζει στη συνέχεια ως «γεγονότα».

Από αυτά τα συναισθήματα, που επανειλημμένα ένιωσα, γεννήθηκε αυτή η δυσπιστία στην προσέγγιση της ανάγνωσης των βιβλίων «γύρω από τα χρόνια Εβδομήντα». Και όχι μόνο λόγω των πολλών ψευδών, των στερεοτύπων, των προκαταλήψεων και των θεωριών συνωμοσίας, που αποτελούν επίσης το βασικό υλικό των περισσότερων δοκιμίων για τα λεγόμενα «χρόνια του μολυβιού». Αν αφήσουμε στην άκρη τα βλακώδη ψέματα, νομίζω ότι έτσι κι αλλιώς παραμένει μια μεγάλη διαφορά, ανάμεσα σε αυτούς που ζουν και ενεργούν μέσα σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, έντονη, με δυνατά χρώματα, και σε εκείνους που προσπαθούν να την διερευνήσουν, να την γνωρίσουν και να μιλήσουν γι αυτήν. Η δυσκολία παραμένει, μερικές φορές αδυνατότητα να ταυτιστείς με την ψυχική κατάσταση-να έχεις την ενσυναίσθηση της ψυχικής κατάστασης-να συμπάσχεις με αυτούς, με εκείνη την κινητήρια δύναμη του πάθους, το μεράκι εκείνων που κάνουν «κάποιες επιλογές».

Ωστόσο το βάρος της δυσπιστίας μου καταρρίπτεται και ξεθωριάζει όταν η διήγηση εκείνων των χρόνων πραγματοποιείται από εκείνον που έχει επιλέξει τον δρόμο της κατανόησης, πριν ακόμη από εκείνον της ανασυγκρότησης, της προσοχής και της αντιμετώπισης, υψηλού επιπέδου, για εκείνες τις γυναίκες και τους άνδρες που ήταν οι πρωταγωνιστές αυτών των γεγονότων .

StekkaΑναφέρομαι στον Davide Steccanella και στο βιβλίο του, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα: «Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα» για τους τύπους του Bietti-Μιλάνο.

Είναι 487 οι σελίδες επάνω στις οποίες τρέχει η «Χρονολογία μιας αποτυχημένης επανάστασης» (έτσι είναι ο υπότιτλος) εκείνου του τμήματος της ιστορίας, σελίδες στις οποίες μπόρεσα να εκτιμήσω τη λεπτότητα και την ανθρωπιά με την οποία ο Davide προσέγγισε τους «λόγους» κάθε μιας και καθένα από τους συντρόφους που εμπλέκονται σε εκείνη την ένοπλη σύγκρουση.

Ο Davide συνοδεύει τον αναγνώστη μέσα από εκείνα τα χρόνια, για μένα, καταπληκτικά όμορφα χρόνια, αλλά δύσκολης αποδοχής, μοιάζει να διατρέχεις τις σελίδες των χρονικών μιας υποθετικής εφημερίδας μεγάλης είκοσι χρόνια, από το 1969 μέχρι την «πτώση του τείχους του Βερολίνου», με μια σύντομη εισβολή στον τρέχοντα αιώνα.

Δεν είναι ένα οποιοδήποτε χρονικό, είναι το χρονικό των γεγονότων που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της απόπειρας «εφόρμησης στον ουρανό» εκείνων των χρόνων.

Μόνο χρονικό; Σίγουρα όχι! Όμως διαβάζοντας τη χρονολόγηση, είναι ακριβώς η διαδοχή των πρακτικών ενός συγκεκριμένου τύπου, και της αυξητικής τάσης τους, προς την κατεύθυνση της ανόδου της σύγκρουσης από πλευράς όλων των διεκδικητών, η οποία παρέχει στον αναγνώστη το βάθος και το ρίζωμα όλων εκείνων που βρίσκονταν σε κίνηση.

Κάθε ένα από αυτά τα γεγονότα θα μπορούσε να καταλάβει σελίδες και σελίδες ιστορίας, είναι γεγονότα που είχαν πίσω τους ένα ανθρώπινο σμήνος από ιδέες, πάθη, ελπίδες, προσδοκίες, ανθρώπινες σχέσεις και έφεραν μαζί τους, αφού συνέβησαν, μια ώθηση για να εδραιώσουν την πεποίθηση, να διορθώσουν εδώ και εκεί, έφεραν κολοσσιαία φορτία κριτικής, απογοήτευσης, αποτυχιών και τέλος την προσπάθεια της συνέχειας.

Σε αυτούς τους προβληματισμούς, βοηθούν τον αναγνώστη, η άφθονη συλλογή σημειώσεων εμβάθυνσης, που ετοίμασε ο Davide, η οποία μας επιτρέπει να γνωρίσουμε και να τοποθετούμε κάθε εκδήλωση μέσα στο κοινωνικό και ανθρώπινο πλαίσιο που την παρήγαγε, καθώς και το σφαιρικό προφίλ των συντροφισσών και των συντρόφων που δρούσαν μέσα σε εκείνο το πλαίσιο,το περιβάλλον. Σε αυτούς τους ανθρώπους, τους λεγόμενους «χαρακτήρες-φιγούρες», κάποια μικρή ανακρίβεια φαίνεται να είναι αναπόφευκτη ακόμη και για τον σχολαστικό Davide, ανακρίβειες, από τις οποίες είναι πλέον αδύνατο να ξεφύγουμε δεδομένου του τεράστιου ποσού υλικού από χαρτί και τηλεοπτικού υλικού που επαναλαμβάνει πολλά «κλισέ-στερεότυπα».

Το βιβλίο τελειώνει με την συνέντευξη στον Luca Colombo, έναν σύντροφο που υπήρξε μεταξύ των ιδρυτών μιας ένοπλης οργάνωσης, των FCC (κομμουνιστικών μαχητικών σχηματισμών-formazioni comuniste combattenti), στην οποία μιλά, πάνω από τριάντα χρόνια αργότερα, εκφράζοντας απόψεις πολύ απομακρυσμένες από εκείνες που ωρίμασαν σε εμένα, οι οποίες όμως είναι πάντα μέρος αυτού που έφερε στην επιφάνεια- που δημιούργησε εκείνη τη σύγκρουση.

Ένα καλό βιβλίο, επομένως, χρήσιμο σε όσους δεν σκέφτονται να αντιγράψουν το έργο του δικαστή ή του ιερέα αλλά να δεσμευτούν, με μια κουραστική και προσεκτική στάση, σε μια πορεία γνώσης και κατανόησης μιας ιστορικής περιόδου που είναι απαραίτητη για να κατανοήσουμε το σήμερα.

22 απριλίου  2013
salvatore ricciardi

Un nuovo buon libro

ιστορία, storia

Μια συνεισφορά στο “Μοντέλο vittimario”-θυματοποιητικό

Ένοπλος αγώνας. Ιστορία, μνήμη και μοντέλο vittimario

της   Silvia De Bernardinis

1.

Η παρέμβαση μου επικεντρώνεται στο θυματοποιητικό μοντέλο, το οποίο συνδέει και συγχέει την κυρίαρχη μνήμη – που παρουσιάζεται ως κοινή μνήμη – και την ιστορία, στην προσέγγιση της μελέτης του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία στα χρόνια του ’70 και του ’80. Όπως σωστά γράφουν οι διοργανωτές του συνεδρίου, είναι δύσκολο να μιλήσουμε για την δεκαετία του ’70 στην Ιταλία χωρίς να διακινδυνεύουμε να αναμοχλεύσουμε και να προκαλέσουμε εντάσεις.

269 ένοπλοι σχηματισμοί, 7 866 επιθέσεις σε πράγματα και 4 290 σε ανθρώπους, 36.000 πολίτες που διερευνήθηκαν και πάνω από 6.000 άνθρωποι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δεκαετιών 1, εκατοντάδες ποινές ισόβιας κάθειρξης, προσφυγή σε βασανιστήρια (συστηματικά κατά τη διάρκεια του 1982) και νόμους εξαίρεσης σε 18 χρόνια ιστορίας. Για να δοθεί το μέγεθος του φαινομένου, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, σε περιόδους φασιστικής δικτατορίας, μεταξύ του 1926 (έτος ίδρυσης του Ειδικού Δικαστηρίου) και του 1943, 15 806 αντιφασίστες παραπέμφθηκαν στο Ειδικό Δικαστήριο, 5 620 δικάστηκαν, βάσει των καταγγελιών της Οvra, και καταδικάστηκαν 4 596 2. Αυτά είναι μερικά από τα στοιχεία που μας επιστρέφει η Ιστορία, αλλά φαίνεται να μην αρκούν – όπως επίσης φαίνεται πως δεν αρκούν τα 40 χρόνια που μας χωρίζουν από το τέλος αυτού του κύκλου κοινωνικών αγώνων των οποίων ο ένοπλος αγώνας υπήρξε μία από τις εκδηλώσεις – για να ελευθερώσουν το έδαφος, που τροφοδοτείται από την πολιτική και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αλλά υποστηρίζεται και από ένα μεγάλο μέρος της ιστοριογραφίας, από μια σειρά κοινοτοπιών-κλισέ που της προσδίδουν μια παραμορφωμένη εικόνα και νόημα. Ο ένοπλος αγώνας στην Ιταλία προέκυψε μέσα σε ένα ακριβές ιστορικό περιβάλλον, το οποίο διήρκεσε περίπου είκοσι χρόνια, από το 1969 έως το δεύτερο μισό των χρόνων ’80. Μια κρίσιμη περίοδος στην ιταλική και διεθνή ιστορία, η οποία φέρει ολόκληρη την περίοδο μετάβασης από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, δηλαδή μια φάση αλλαγών που άφησαν εποχή και που έχουν μεταμορφώσει και επανασχεδιάσει τον κόσμο, τα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά του σενάρια. Μια αναταραχή, μια αναστάτωση που προκλήθηκε από τις ίδιες δυναμικές του κεφαλαίου υπό μετασχηματισμό. Κόρη μιας περιόδου κατά την οποία οι επαναστατικές διαδικασίες και ανυποταξίας στο υπάρχον εκδηλώνονταν σε όλες τις περιοχές του πλανήτη τότε χωρισμένου στα δύο, εκείνες υπό τον ατλαντικό έλεγχο και εκείνες υπό τον σοσιαλιστικό έλεγχο. Κόρη μιας περιόδου που έκανε να αναδυθούν υποκειμενικότητες μέχρι τότε αόρατες ή περιθωριακές μετατρέποντάς τες σε πρωταγωνιστές των διαδικασιών πολιτικής χειραφέτησης. Ο ένοπλος αγώνας ιστορικά ανήκει σε αυτό το περιβάλλον, γεννιέται στο φορντικό εργοστάσιο, όπου η άρνηση της εργασίας δημιούργησε ένα ταξικό κίνημα που για μερικά χρόνια, στην Ιταλία, κανείς δεν κατόρθωσε να κυβερνά, από τα συνδικάτα στα κόμματα, στις δυνάμεις της τάξης, σε μια διαδικασία μη αναστρέψιμης ρήξης μεταξύ θεσμικής αριστεράς και επαναστατικής αριστεράς: Δεν υπάρχει νίκη, δεν υπάρχει κατάκτηση χωρίς το μεγάλο κομμουνιστικό κόμμα, φώναζε και ξαναφώναζε το PCI-ΚΚΙ στις διαδηλώσεις στους δρόμους και τις πλατείες. Ένα σύνθημα που ήθελε να σημαίνει κατεύθυνση και έλεγχο επί των αγώνων στο εργοστάσιο και στην κοινωνία, αλλά και μονοπώλιο της διαφωνίας και της διαμάχης σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπονταν ούτε γίνονταν αποδεκτές άλλες μορφές έκφρασης της διαφωνίας και του αγώνα στα αριστερά του ΚΚΙ, ούτε υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν. Τα χρόνια του ’68 υπήρξαν η συγκεκριμένη διάψευση, ακόμα κι αν αυτό δεν σήμαινε την ανικανότητα του κόμματος να κεφαλαιοποιήσει και να κάνει δικούς του, στη συνέχεια, να προσαρμόσει εκείνους τους αγώνες που κοιτούσε με καχυποψία, που δεν τους ήθελε και που βοήθησε στην αποδυνάμωση τους, ένα εμπόδιο επί της πορείας οικοδόμησης μιας «δημοκρατικής αξιοπιστίας και σεβασμού» που θα το άλλαζαν αμετάκλητα.

Η χρονική απόσταση είναι ένα από τα στοιχεία που επιτρέπουν τον ιστορικισμό, αλλά όχι το μοναδικό. Μια περίοδος που έχει τελειώσει ιστορικοποιείται και ακριβώς η έλλειψη πολιτικού κλεισίματος μοιάζει να συνιστά το βασικό της εμπόδιο, αφήνοντάς το σε αναστολή, σε ένα είδος ελεύθερης ζώνης όπου ένας πόλεμος νοημάτων βγαίνει στη σκηνή που περνά σήμερα μέσα από το πεδίο της μνήμης. Όπως έγραψε ο Agamben πριν από είκοσι χρόνια δικαιολογώντας την ανάγκη αμνηστίας για τα πολιτικά αδικήματα εκείνης της περιόδου, «αυτό που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ιστορικής έρευνας αντιμετωπίζεται ως ένα πολιτικό πρόβλημα του σήμερα  3 ». Και είκοσι δύο χρόνια μετά από τα λόγια του Agamben, η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο, με το κυνήγι των «επικίνδυνων δολοφόνων» που σήμερα έχουν περάσει τα εξήντα και έχουν ζήσει τα τελευταία σαράντα χρόνια σε μια πολύ λιγότερο χρυσή εξορία από αυτήν που, χωρίς την παραμικρή απόδειξη, πλασάρεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μέσα σε αυτή την οπτική μπορεί να αναγνωσθεί, εν μέρει, η έλλειψη του ιστοριογραφικού κορμού που παράγεται μέχρι σήμερα, δηλαδή, ως συντριβή επί του παρόντος, σε μια χρονικογραφική διάσταση που για πολλά χρόνια έκανε δυνατό να μην θεωρείται αντικείμενο ιστορικής έρευνας. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το βάρος του παρόντος επί του παρελθόντος εάν παρατηρηθούν οι όροι που χρησιμοποιούνται για να οριοθετηθεί το αντικείμενο «ένοπλος αγώνας», το τι και το πώς, οι ερμηνείες του.

Είναι σημαντικό, για παράδειγμα, ότι γύρω από τον ένοπλο αγώνα υπάρχει μια στάση ηθικής καταδίκης που, αν δεν απέκλεισε τη μελέτη του, την επηρέασε και συνεχίζει να την επηρεάζει, εμποδίζοντας τους μελετητές να έχουν μια βέβηλη, ριζοσπαστική στάση, τόσο ώστε κάποιοι να αισθάνονται υποχρεωμένοι να δηλώσουν την ηθική τους αποδοκιμασία ως προς το αντικείμενο της μελέτης, ή να δώσουν μια αρνητική υποδήλωση με ηθικούς όρους στα κείμενά τους 4, παραμένοντας μέσα στην πορεία που σχεδιάστηκε από την πολιτική για την οποία ο ένοπλος αγώνας είναι ένα εγκληματικό και αδικαιολόγητο φαινόμενο, ακατανόητο μέσα στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού συστήματος. Ένα ζήτημα, συνεπώς, που αφορά τη συνείδηση και όχι τη γνώση. Και είναι εξίσου σημαντικό το γεγονός πως η ιστοριογραφία έχει αναλάβει άκριτα το πολιτικό-επικοινωνιακό λεξιλόγιο που χτίστηκε γύρω από τη δεκαετία του Εβδομήντα, και ειδικότερα τον ένοπλο αγώνα, χωρίς να αμφισβητεί, χωρίς να αναρωτηθεί σχετικά με την ορθότητα, από ιστοριογραφική άποψη, των ερμηνευτικών κατηγοριών που, αντί να παράγουν ιστορική γνώση και κατανόηση, καταλήγουν να αναπαράγουν την κοινή λογική [Ο όρος κοινή λογική αντικατοπτρίζει την «αίσθηση» που έχει κανείς για κάτι χωρίς πολλή σκέψη, στηριγμένος στη μέση εμπειρία και γνώση του καθημερινού ανθρώπου]. Ξεκινώντας από τους κεντρικούς όρους που χρησιμοποιούνται, όπως τρομοκρατία ή βία, τον πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο, ένα είδος μπαμπούλα, φόβητρου που ανεμίζεται αν χρειαστεί. Σίγουρα δεν ζούμε σε έναν λιγότερο βίαιο κόσμο σήμερα, αλλά η βία της δεκαετίας του ’70 αφηγείται, περιγράφεται ως η πιο άγρια. H ad hoc τερατοποίηση που δημιουργήθηκε επί των πρωταγωνιστών της τελευταίας ταξικής σύγκρουσης του εικοστού αιώνα – από τις τρελές δολοφονίες τις απομονωμένες από την κοινωνία, σε αυτούς που παρεισφρύουν, στους ανόητους ετεροκαθοδηγούμενους – εξυπηρετεί στο να καλύπτει το πραγματικό ακάλυπτο νεύρο εκείνης της ιστορικής περιόδου, δηλαδή, την πρακτική και θεωρητική αμφισβήτηση, του μονοπωλίου της Κρατικής βίας από τις κατώτερες τάξεις. Η βία της δεκαετίας του ’70 είναι ανείπωτη γιατί υπήρξε βία των κυριαρχούμενων προς τους κυρίαρχους.

Εκείνοι που μελετούν την ιστορία των ένοπλων σχηματισμών, και ειδικότερα των Ερυθρών Ταξιαρχιών, γνωρίζουν ότι πρέπει να μας δώσουν πίσω, πρώτα απ ‘όλα, την αυθεντικότητα τους, στην διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων, μεταξύ δύο κυρίαρχων παραδειγμάτων: εκείνο το διετρολογικό [α]-συνωμοσιολογικό που έχει σκοπό να επηρεάσει, να ακυρώσει την αυθεντικότητα μιας πολιτικής διαδρομής, και εκείνο το θυματοποιητικό, με στόχο την ανάθεση του μονοπωλίου του λόγου και της ιστορίας στα θύματα του ένοπλου αγώνα. Ακριβώς αυτά τα δύο παραδείγματα αντιπροσωπεύουν τα δύο μεγαλύτερα εμπόδια, όχι τόσο για το πως φτιάχνεται η ιστορία εκείνης της περιόδου, κάτι που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια εκ των πραγμάτων αλλά, πάνω απ ‘όλα, στην εμφάνιση της σε σχέση με μια επίσημη αφήγηση που έχει ελάχιστη σχέση με την Ιστορία και που είναι αντιθέτως το αποτέλεσμα της επιβεβαίωσης μιας κυρίαρχης μνήμης, με τη σειρά την ενδεικτική των σημερινών σχέσεων εξουσίας, της σημερινής ισορροπίας δυνάμεων.

2.

Τι είδους μνήμη έχει εδραιωθεί για τον ένοπλο αγώνα; Από πότε και μέσα σε ποιο πλαίσιο επικράτησε η θυματοποιητική ιδεολογία; Στο πλαίσιο του επαναπροσδιορισμού ενός νέου συμβολικού ιδρυτικού συμφώνου της Δεύτερης Δημοκρατίας που οδήγησε στην καθιέρωση αρκετών ημερών μνήμης, το 2006 υποβλήθηκαν διάφορα νομοσχέδια για την καθιέρωση της ημέρας μνήμης για τα θύματα της τρομοκρατίας. Η συζήτηση επικεντρώνεται στην επιλογή της πιο κατάλληλης ημερομηνίας. Και η προσοχή εστιάζεται σε εκείνη την 12 δεκεμβρίου, ημερομηνία της σφαγής της piazza Fontana στο Μιλάνο το 1969, αναγνωρισμένης ως αρχή της «στρατηγικής της έντασης», για την οποία μέχρι σήμερα δεν υπάρχει μια δικαστική αλήθεια, και στην 9 μαΐου, ημερομηνία της δολοφονίας του Aldo Moro από τις BR, για την οποία διεξήχθησαν πέντε δίκες και εκδόθηκαν οι αντίστοιχες αποφάσεις. Η πρόταση που θα περάσει θα είναι η δεύτερη, που υποβλήθηκε από τη Sabina Rossa, γερουσιαστή του Δημοκρατικού Κόμματος, κόρη του Guido, συνδικαλιστή ηγέτη του αριστερού συνδικάτου CGIL που σκοτώθηκε στη Γένοβα από τις BR το 1979. Η κουβέντα για τις δύο ημερομηνίες υπογράμμιζε, στην κοινοβουλευτική συζήτηση, την αναβίωση των αναγνώσεων και ερμηνειών που εδραιώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια σχετικά με τα γεγονότα που διέσχισαν τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και έφθασαν στις αρχές των χρόνων ’80. Από την θέση της σύγκρουσης μεταξύ αντίθετων εξτρεμισμών, στην ανθρωποκτονική τρέλα, στην θεωρία του διπλού κράτους, στην θέση του «εκφυλισμού» του 1968, ενός 1968 που θα έπρεπε να διασωθεί και να διαχωριστεί από αυτό που συνέβη στη συνέχεια, ένα πολιτισμικό και γενεαλογικό φαινόμενο με εξτρεμιστικές εξάρσεις και υπερβολές που υπαγορεύονταν από νεανικό ενθουσιασμό που στη συνέχεια επιμελώς υποχώρησε,επέστρεψε στην κανονικότητα. Ή, από την αντίθετη άποψη, του 1968 ως προέλευση του κακού και της βίας. Βρήκε επίσης χώρο ένα από τα θεωρήματα που προτάθηκαν επανειλημμένα από παράγοντες του κινήματος της εποχής, δηλαδή εκείνο της «τρομοκρατίας» της αριστεράς ως αιτίας της κρίσης των κινημάτων, που βρέθηκαν να συμπιέζονται μεταξύ της βίας των ένοπλων οργανώσεων και της καταστολής του Κράτους 5. Δεν υπήρξε καμία αναφορά στην πολιτική φύση του φαινομένου, ούτε στην ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων σε εκείνη τη σύγκρουση. Παρόλο που δεν υπήρξε ομοφωνία σχετικά με την ημερομηνία, πολλοί από τους ομιλητές στη συζήτηση, ενώ αναγνώρισαν στην 12η του δεκέμβρη ως την πιο σωστή ημερομηνία – επειδή ημερομηνία περιοδολόγησης της ιταλικής ιστορίας – προκειμένου να ευνοηθεί η κατασκευή μίας «κοινής μνήμης», επέλεξαν την 9η μαΐου, ημερομηνία που αναφέρεται στην πρόταση νόμου ως σύμβολο της ένωσης όλων των πολιτικών κομμάτων και της κοινωνίας κατά της τρομοκρατίας, η οποία πέρασε με την ευνοϊκή ψήφο όλων των κομμάτων, την αποχή της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης και του Κόμματος ιταλών κομουνιστών και μία ψήφο κατά.

Τα λόγια της Olga D’Antona, συζύγου του Massimo D’Antona, που σκοτώθηκε στη Ρώμη από τις Νέες Ερυθρές Ταξιαρχίες το 1999, συνόψιζαν τη θέση που εκφράστηκε από την πλειοψηφία :

Ελπίδα είναι ότι η ημέρα της μνήμης μπορεί να αποτελέσει την ευκαιρία να δοθεί τελικά φωνή σε εκείνους που έχουν πέσει θύματα εκείνων των πράξεων τρόμου. Ήρθε η ώρα να δώσουμε φωνή σε εκείνους των οποίων οι ζωές έχουν καταστραφεί για πάντα και οι οποίοι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, έχουν καταδικαστεί στη λήθη και στη σιωπή. Είναι καιρός η δική μας ιστορία τρομοκρατίας να ειπωθεί όχι μόνο από τους τρομοκράτες και επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε τι συνέβη από την άλλη πλευρά, από την πλευρά εκείνων των αθώων και ανυπεράσπιστων πολιτών που υπήρξαν θύματα της 6.

Η κεντρικότητα των θυμάτων, το ότι τους δίδεται φωνή και το ότι ασχολούμαστε με αυτούς συγκεκριμένα, καθίσταται από εκείνη τη στιγμή, για λόγους που στην πραγματικότητα δεν έχουν να κάνουν με το σεβασμό της μνήμης τους, πρίσμα της κυρίαρχης ανάγνωσης επί της ιστορίας της δεκαετίας του ’70.

Αρχικά και κατά τη διάρκεια των χρόνων ’90 οι συγγενείς των θυμάτων που σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις με ένοπλες οργανώσεις ζητούσαν από το Κράτος, μέσω της αναγνώρισης του καθεστώτος τους, οικονομική αποζημίωση 7. Για να το εισάγουμε σε ένα πλαίσιο και να κατανοήσουμε την προέλευσή του, είναι απαραίτητο να επιστρέψουμε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, στη φάση της «εξόδου από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης της τρομοκρατίας». Οι ένοπλες οργανώσεις εξαρθρώθηκαν, το σχέδιο και το πολιτικό υποκείμενο που τις είχε δημιουργήσει μέσα στα μεγάλα εργοστάσια του Βορρά στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ηττήθηκε πολιτικά – η τάξη και η παραγωγική αναδιάρθρωση πέρασαν στα εργοστάσια – ,μεγάλο μέρος των αγωνιστών συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν ή βρίσκονταν με δίκες υπό εξέλιξη. Το ιταλικό Κράτος είχε να αντιμετωπίσει χιλιάδες καταδίκες για πολιτικά εγκλήματα. Ήταν, όπως επισημαίνει ο Sommie 8, μια μοναδική περίπτωση στην Ευρώπη και στις δυτικές δημοκρατίες, με έναν πολύ μεγάλο αριθμό πολιτικών κρατουμένων και την ανάγκη να κλείσει και να εξομαλυνθεί μια μακρά περίοδος κοινωνικής σύγκρουσης. Οι νόμοι εξαίρεσης και η στρατιωτική επίθεση από μόνη της δεν ήταν επαρκείς για να υπονομεύσουν τον κοινωνικό ιστό από τον οποίο οι ένοπλες οργανώσεις αντλούσαν δύναμη, σε απόδειξη του πόσο βαθιά ριζωμένος και ευρέως διάχυτος ήταν αυτός. Από αυτό, η ανάγκη παρέμβασης όχι μόνο στο κατασταλτικό επίπεδο, έπρεπε να βρεθεί ένα είδος πολιτικής λύσης για να τερματιστεί η κοινωνική και ένοπλη σύγκρουση εκείνων των χρόνων. Η απόφαση της πολιτικής ήταν να την αποπολιτικοποιήσει, αναθέτοντας την στο δικαστικό σώμα και στη συνέχεια στον σωφρονιστικό μηχανισμό. Έτσι γεννιέται ο θεσμός της διάστασης-διαχωρισμού και η φιγούρα του «διαχωρισμένου», που ευνοείται από το μεταβαλλόμενο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο-περιβάλλον. Σε αυτή την κατάσταση, τα μέλη των ένοπλων οργανώσεων στη φυλακή, παίρνοντας αποστάσεις από τον ένοπλο αγώνα του οποίου υπήρξαν πρωταγωνιστές, πρότειναν μια συνεργασία με τα θεσμικά όργανα, την αποκήρυξη της ιστορίας τους με αντάλλαγμα μια μείωση της ποινής. Το κάνει πρώτα απ ‘όλους ο Toni Negri το 1982 απευθυνόμενος απευθείας στον Domenico Sica στον οποίο προτείνει να αγωνιστούν μαζί ενάντια στους «τρομοκράτες» και θα ακολουθηθεί μετά από λίγο από την Prima Linea, η οποία θα αναλάβει τη διάσταση ως ενιαία θέση της οργάνωσης, και από την πλειοψηφία των μελών της φάλαγγας Walter Alasia των ΕΤ. Οι επιπτώσεις αυτής της θέσης ήταν καταστροφικές για τις ένοπλες οργανώσεις και αποδείχτηκε έτσι ένας από τους ισχυρότερους μηχανισμούς της διάλυσης τους, με την επίθεση στην εσωτερική τους αλληλεγγύη και απομακρύνοντας τες από την ιστορία τους.

Ασχολούμενο περισσότερο με τους τρομοκράτες απ ‘ότι με τα θύματα σήμαινε λοιπόν να δίνει προτεραιότητα, μέσα από τον διαχωρισμό και την μετάνοια-μεταμέλεια, στην επίλυση μιας πολιτικό-κοινωνικής σύγκρουσης, «ομαλοποιώντας» την, ένα πρόβλημα που για το Κράτος ήταν επείγον και βαρύ σε σχέση με τα αιτήματα αποζημίωσης που ταυτόχρονα προέρχονταν από τις οικογένειες των θυμάτων και που εκ των πραγμάτων για αρκετά χρόνια παρέμεναν ανήκουστα. Η AIVITER (Ιταλική Ένωση Θυμάτων Τρομοκρατίας και Ανατρεπτικής Δράσης κατά της συνταγματικής τάξης του Κράτους) ιδρύεται το 1985 ακριβώς με σκοπό να ζητήσει νομοθετικές παρεμβάσεις αντισταθμιστικού χαρακτήρα υπέρ όσων σκοτώθηκαν κατά τη σύγκρουση με τις ένοπλες οργανώσεις. Και ακριβώς επάνω στο διαχωρισμό-διάσταση, που θα γίνει νόμος το 1987, αλλά που άρχισε να εφαρμόζεται ήδη από νωρίτερα, ξεκίνησε η πρώτη πολεμική της ένωσης των θυμάτων της τρομοκρατίας. Ο Maurizio Puddu, επαρχιακός σύμβουλος της χριστιανοδημοκρατίας DC, ένα από τα θύματα των ΕΤ, και πρόεδρος του Συλλόγου, δήλωνε ότι ήταν απαραίτητος ο σεβασμός του νόμου, αλλά πως το δίκαιο δεν πρέπει να παραμορφώνεται κατ ‘αυτόν τον τρόπο. Η μετάνοια δεν απαιτείται στα άρθρα της διάταξης, μόνο η διάσταση. Θα μπορούσε τουλάχιστον να συμπεριληφθεί μια σημείωση με την οποία στους τρομοκράτες επιβάλλονταν να ζητούν από τα θύματα συγνώμη 9.

Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με την ερμηνεία του Puddu, η διάσταση ήταν η πραγματική πράξη μετάνοιας: αντίθετα με τον «μετανοημένο» (παραδοσιακή φιγούρα του καταδότη), ο πρώην «διαχωρισμένος τρομοκράτης» λάμβανε υπόψη τα λάθη του, αποκήρυσσε το παρελθόν του και δεσμεύονταν για το μέλλον να μην χρησιμοποιεί πλέον τη βία ως μέθοδο πολιτικής πάλης. Συνεργάζονταν ενεργά να γκρεμίσει τα θεμέλια της οργάνωσής του και να θέσει και τις άλλες σε κρίση, προσφέροντας στο Κράτος μια πολύ πιο αποτελεσματική δουλειά από αυτήν του καταδότη και για την οποία απολάμβανε την επιείκεια του Κράτους, δηλαδή τη μείωση της ποινής. Μια πρακτική πολύ παρόμοια με τις διαδικασίες που διεξάγονταν πριν από αιώνες από την Εκκλησία ενάντια σε αιρετικούς και μακριά από το δίκαιο που με αυτή την έννοια, ναι, έβγαινε παραμορφωμένο, και όχι μόνο για τις μειώσεις της τιμωρίας που χορηγούνταν με βάση τη «μετάνοια, την αποκατάσταση». Στη συνέχεια, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, το αίτημα του Puddu – το υστερόγραφο που απαιτούσε από τον φυλακισμένο να ζητήσει ρητά τη συγχώρεση των θυμάτων – έγινε αποδεκτό. Πράγματι, αν και δεν προβλεπόταν σε κανένα νόμο, οι εποπτικοί δικαστές, κατά την κρίση τους, επέβαλαν ως περαιτέρω απαίτηση για την απόκτηση της υπό όρους απελευθέρωσης την γραπτή επαφή μεταξύ κρατουμένων και θυμάτων ή συγγενών των θυμάτων, στραπατσάροντας εκ νέου το δίκαιο 10, μερικούς αιώνες ιστορίας του δικαίου. Ολόκληρος ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας διεξήχθη, εξάλλου, διαφορετικά από ότι ισχυρίζονταν τότε τα κόμματα και τα θεσμικά όργανα, και από αυτά που επαναλαμβάνουν σήμερα, με μέσα και εργαλεία που δεν καλύπτονται, δεν προβλέπονται από το «δημοκρατικό Κράτος δικαίου ».

Η πολεμική από πλευράς των θυμάτων αυξήθηκε όταν, μεταξύ του 1987 και του 1988, άρχισε να υποτίθεται η δυνατότητα χάριτος για τους μη διαχωρισθέντες και αμετανόητους, μετά την πρόταση μιας πολιτικής λύσης που πρότειναν οι κύριοι ηγέτες των BR: σημειώνοντας την εξάντληση ενός κύκλου αγώνων και το ανεπανάληπτο των εμπειριών που τον χαρακτήριζαν, έθεταν την ανάγκη μιας «υπέρβασης», χωρίς αποκηρύξεις και μεταμέλειες σχετικές με την ιστορία τους, και την αναγκαιότητα μιας αμνηστίας για τους πολιτικούς κρατούμενους και για τους εξόριστους. Όχι μια πράξη ειρήνευσης, αλλά μια πολιτική διάταξη η οποία, θεωρώντας μια εποχή κλεισμένη-τελειωμένη, θα επέτρεπε έναν ιστορικό-πολιτικό και μη δικαστικό προβληματισμό, με μια σύγκριση-αντιπαράθεση επεκταθείσα σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Η πρόταση προκάλεσε μια συζήτηση στα κυριότερα κόμματα, πρωτίστως DC, PCI και PSI – χριστιανοδημοκρατία κομουνιστές και σοσιαλιστές – βρίσκοντας στο εσωτερικό τους, αν και μεταξύ διακρίσεων, την προθυμία για άνοιγμα ενός διαλόγου. Μικρότερη διαθεσιμότητα, από την αρχή, εκφράστηκε από τα θύματα και ένα μεγάλο μέρος του τύπου. Ήταν η Maria Cristina Tarantelli, η αδελφή του Ezio, που σκοτώθηκε από τις Br, που απάντησε από τις σελίδες της La Repubblica – την εφημερίδα που ήταν περισσότερο αφοσιωμένη στο μέτωπο του όχι στην πολιτική λύση – επιτιθέμενη στο Κράτος, ακλόνητη μπροστά στα αιτήματα οικονομικής υποστήριξης για τα θύματα, σκεπτικιστική προς τις μετάνοιες και τους διαχωρισμούς 11. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, από την πλευρά των συγγενών και των ενώσεων των θυμάτων, το ζήτημα συνέχιζε ουσιαστικά να γυρνά γύρω από το αίτημα αποζημίωσης. Ήταν το αντίθετο μέτωπο, παρόν εγκάρσια μέσα σε όλα τα κόμματα, μπροστά στα ανοίγματα, που ανακινεί με χρηστικό τρόπο ακριβώς το ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων να εμποδίζει τη συζήτηση 12, η οποία ξεκίνησε ούτως ή άλλως. Υπήρξαν μια σειρά συναντήσεων στη φυλακή μεταξύ αντιπροσώπων όλων των κομμάτων και ορισμένων θεσμικών αξιωματούχων και μαχητών των ΕΤ που είχαν ενταχθεί στην πρόταση της πολιτικής λύσης. Οι συναντήσεις διακόπτονται όταν, το 1988, οι αγωνιστές των BR που εξακολουθούσαν να δραστηριοποιούνται, ενάντιοι στην προοπτική ξεπεράσματος του ένοπλου αγώνα, σκότωσαν τον Ruffilli σε μια δράση. Για τους αμετανόητους και μη διαχωρισμένους πολιτικούς κρατούμενους, των οποίων ο αριθμός ήταν υψηλός και αποτελούσε ένα πρόβλημα για το Κράτος, ο πολιτικός κόσμος επέλεξε μια «ατομική διέξοδο», αναθέτοντας, αυτή τη φορά στο σωφρονιστικό μηχανισμό, την αναζήτηση μιας λύσης, δίνοντας στους πολιτικούς κρατούμενους που δεν συμμετείχαν στη διάσταση τη δυνατότητα πρόσβασης στα οφέλη που προβλέπονταν για τους κοινούς κρατούμενους στον νόμο Gozzini. Ανεξάρτητα από έναν νόμο και ένα γενικό πρόγραμμα, όλα εξαρτώνταν από τις κατευθυντήριες γραμμές και τους προσανατολισμούς των διευθυντών φυλακών, των εποπτικών δικαστών, οι οποίοι αποφάσιζαν, κατά περίπτωση, τη χορήγηση αδειών, την πρόσβαση σε εξωτερικές εργασίες και την ακόλουθη διαδικασία για την απόκτηση της ελευθερίας υπό όρους. Οι προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης συνεχίστηκαν επανειλημμένα, όχι πλέον ως συζήτηση μεταξύ πολιτικών κρατουμένων και θεσμικών εκπροσώπων, αλλά ως πρωτοβουλίες των κομμάτων ή μεμονωμένων βουλευτών. Το 1989 υποβλήθηκε σχέδιο νόμου του οποίου η πρόθεση, σαφώς από τη διατύπωση των άρθρων που το απάρτιζαν, πρότεινε μια δικαστική λύση, θέτοντας το ζήτημα της επανεξισορρόπησης των κυρώσεων, οι οποίες για τους πολιτικούς κρατούμενους ήταν μεγαλύτερες από εκείνες των κοινών κρατουμένων επειδή επιδεινώνονταν από τους ειδικούς νόμους. Παρόλο που δεν ήταν συνεπώς θέμα «συγχώρεσης», η συζήτηση, ειδικά στον Τύπο, πήρε αυτά τα περιγράμματα. Την επομένη της υποβολής του νομοσχεδίου, η εφημερίδα La Repubblica – στη μέση της εκστρατείας κατά της αμνηστίας / χάριτος – έδιδε ξανά χώρο στην Maria Cristina Tarantelli, φιλοξενώντας μια επιστολή που απευθύνονταν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με πολύ σκληρούς τόνους, με τους οποίους επαναλαμβάνονταν η ανισότητα της προσοχής που υπάρχει ανάμεσα στα θύματα, ακόμη σε αναμονή ενός νόμου για να τα αποζημιώνει, και τους «εκτελεστές-δημίους», προς τους οποίους το Κράτος κινούνταν βιαστικά για την κοινωνική επανένταξή τους 13. Για περίπου δύο χρόνια παρεμβάσεις εναλλάσσονταν μέσω δημόσιων συζητήσεων, μεταξύ εκείνων που θεωρούσαν ώριμες τις συνθήκες να κλείσουν οριστικά ένα κεφάλαιο της ιταλικής ιστορίας και εκείνων οι οποίοι, αντιθέτως, πίστευαν ότι οποιαδήποτε διάταξη έπρεπε να θεωρηθεί καθυστερημένη πολιτική αναγνώριση που χορηγείται στους ένοπλους σχηματισμούς, στις ΕΤ πρώτη απ’ όλες.

Σε αυτό το περιβάλλον μέσα η φιγούρα του θύματος αρχίζει να παίρνει μια δημόσια διάσταση, γίνεται το νέο όχημα μέσω του οποίου η πολιτική, αφού πρώτα αποπολιτικοποίησε την κοινωνική σύγκρουση της δεκαετίας του ’70 αναθέτοντας τη διαχείριση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στο δικαστικό σώμα και εκ των πραγμάτων πολιτικοποιώντας τις λειτουργίες αυτού του τελευταίου, θα προσπαθήσει να την αποπολιτικοποιήσει στο επίπεδο της μνήμης και της ιστορίας.

Ο τύπος της συζήτησης, που αρχικά επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένα ζητήματα πολιτικού χαρακτήρα που θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει στο πολιτικό κλείσιμο εκείνης της ιστορικά εξαντληθείσας σύγκρουσης, επισημοποιώντας το σε νομοθετικό επίπεδο, ανέλαβε μια χροιά που στηρίζονταν πλήρως στην ηθική σφαίρα και που έπαιζε χρηστικά στο ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων. Ο ιδιωτικός χώρος, ο πόνος και η μνησικακία, καθώς και η διάθεση προς συγχώρεση εκείνων που επηρεάστηκαν προσωπικά από τη σύγκρουση εκείνων των χρόνων, σταδιακά μονοπωλεί τη δημόσια σφαίρα, της πολιτικής, με λίγες κριτικές φωνές να παραμένουν αντιμέτωπες. Ο Franco Fortini, ειδικότερα, είχε καταλάβει με ευφυία το έδαφος στο οποίο γλιστρούσαμε και που αργότερα θα αποτελούσε το θεμέλιο της θυματοποιητικής ιδεολογίας – dell’ideologia vittimaria – όταν, το 1988, έγραφε :

Τότε τι είναι αυτός ο άνθρωπος, εκείνος ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάτε, όταν του αφαιρείται η διάσταση της κοινής δράσης για την αλληλεγγύη, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ισότητα, εγώ πραγματικά δεν μπορώ να τον φανταστώ. Τι είναι ένας άνθρωπος που περιορίζεται στην απλή διάσταση της ηθικής εσωτερικότητας; Έχω την δική μου, για να μην αναφέρω τους μέγιστους χριστιανούς, τον Μαρξ, τον Νίτσε, τον Φρόιντ και τον Σαρτ. Με καθησυχάζουν αυτοί: πρέπει να πρόκειται για έναν αχρείο. Ή για ένα θύμα. Και τι θέλουν πράγματι από εμάς οι θεματοφύλακες της Κρατικής δεοντολογίας, της ηθικής του Κράτους αν όχι να μας καταστήσουν απατεώνες ή θύματα; 14

Η δεκαετία του ’90 θα χαρακτηρίζεται από την ίδια διαμάχη, με την ευκαιρία της πρότασης τoυ Cossiga να χορηγήσει χάρη στον Renato Curcio 15, τις πρώτες άδειες που χορηγήθηκαν στα πιο γνωστά ονόματα του ένοπλου αγώνα, σε όλες τις περιπτώσεις δημόσιας έκθεσης των «τρομοκρατών». Στο βάθος, από έναν αφηρημένο πολιτικό κόσμο ο οποίος εν τω μεταξύ αντιμετωπίζει τις άλλες δομικές «καταστάσεις έκτακτης ανάγκης», από τη μαφία στην Tangentopoli, επανεμφανίζεται κάθε τόσο το ζήτημα της αμνηστίας, η κουβέντα της οποίας συζητήθηκε και πάλι στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής το 1997 για να τερματιστεί σε ένα τίποτα, και στην οποία οι ενώσεις των οικογενειών των θυμάτων εκφράστηκαν και πάλι με αντίθετο τρόπο. Εν τω μεταξύ η νομοθετική διαδικασία υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας συνεχίζονταν με αργούς ρυθμούς, η οποία προχώρησε από το 1980 έως το 2000 μέσω μιας σειράς κανονισμών, και μόνο το 2004 θα καταστεί νόμος 16.

Ακριβώς μέσα σ ‘αυτή την προοπτική όπου κυριαρχεί η ηθική σφαίρα, η αγανάκτηση προς τους «αμετανόητους-αμετακίνητους» εδραιώνονταν στην επικοινωνιακή συζήτηση, τους «μη μετανιωμένους ή διαχωρισμένους τρομοκράτες» που άρχισαν να έχουν πρόσβαση στα πρώτα οφέλη του νόμου Gozzini. Πέρα από τη θρησκευτική-ηθική κατηγορία που προκαλούν οι όροι, κάποιος «ξεχνούσε» ότι επρόκειτο αποκλειστικά για νομικές κατηγορίες. Και η κατηγορία του «αμετακίνητου» συγκέντρωνε, πέρα από τις διάφορες θέσεις που ανέλαβαν τότε τα άτομα σε σχέση με τη δική τους ιστορία, όλους εκείνους που δεν εντάσσονταν, σύμφωνα με την εξαιρετική νομοθεσία, στις κατηγορίες του μετανοημένου ή διαχωρισμένου. Το γεγονός να είναι κάποιος αμετανόητος και μη διαχωρισμένος είναι συνεπώς ισοδύναμο με το γεγονός ότι εκτίει ποινές μεγαλύτερης διάρκειας από εκείνους που έχουν επωφεληθεί από τις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους.

Να εξουδετερώνει το πολιτικό κλείσιμο υπήρξε πάντοτε παρόν, είναι σημαντικό να τονιστεί, ένας άλλος παράγοντας: ζητούνταν από τους ταξιαρχίτες να λένε «όλη την αλήθεια» για την υπόθεση Μόρο, η οποία εν τω μεταξύ τροφοδοτούνταν με έρευνες εντυπωσιασμού κενές πραγματικών απαντήσεων-αντιστοιχιών, που έδιδαν ζωή σε μια ανεξάντλητη φλέβα διετρολογικής-συνωμοσιολογικής λογοτεχνίας, τα «μυστήρια της υπόθεσης Moro», σε ένα είδος επαναπροσδιορισμού της πολιτικής της αποφασιστικότητας που περνούσε τώρα στο ιστορικό-πολιτικό επίπεδο, για να απομακρύνει κάθε συζήτηση σχετική με τις ευθύνες των κυριότερων υπέρμαχων της, DC και PCI. Υπό αυτή την έννοια η ανάγνωση του PCI, η οποία θεωρούσε ότι οι κρίσεις των δικαστηρίων των διαφόρων δικών Moro δεν ήταν εξαντλητικές, κέρδιζε δύναμη, και διάβαζε την ιταλική ιστορία την μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως μια μακρά ανατρεπτική ίντριγκα ενάντια στη δημοκρατία – και το κόμμα – από τη σφαγή της Portella della Ginestra στις σφαγές της δεκαετίας του ’70 και του ’80, στον κομμουνιστικό ένοπλο αγώνα. Με την υιοθέτηση ενός μονοπωλίου διαφωνίας που δεν προέβλεπε ούτε παραδέχονταν άλλες μορφές έκφρασης στα αριστερά του, πολύ περισσότερο «αυθεντικά» υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν, το PCI κατέφυγε, στην διάρκεια των δεκαετιών, στις θεωρίες συνωμοσίας, των προβοκατόρων και των παρεισφρύσεων ενάντια στο κόμμα, ένα επιχείρημα που, στο επίπεδο της προπαγάνδας, ειδικά στην αριστερά, έβρισκε γόνιμο έδαφος και στην δύναμη του αντικομμουνισμού μέσα στην ιταλική κοινωνία.

3.

Είναι στις αρχές της δεκαετίας του 2000 που, δίπλα στο συνωμοσιολογικό παράδειγμα, διαμορφώνεται πλήρως εκείνο της θυματοποίησης. Από τον κόσμο που είχε γεννήσει τον ένοπλο αγώνα, δεν είχε μείνει πλέον τίποτε άλλο παρά οι μαχητές των ένοπλων σχηματισμών, οι οποίες είχαν εξαφανιστεί εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια, και εξακολουθούσαν να κρατούνται στη φυλακή. Τα κόμματα είχαν αλλάξει τα ονόματά τους, άλλα γεννήθηκαν και κυβερνούσαν. Τα «παιδιά του Salò» γιορτάστηκαν στο κοινοβούλιο από τον Luciano Violante, δικαστή και ηγετικό στέλεχος του PCI-PDS-DS που στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή ενάντια στους «τρομοκράτες». Ο εξαντλημένος 20ος αιώνας και οι επαναστάσεις του, οι οποίες όμως αν και ατελείς είχαν έτσι κι αλλιώς απελευθερώσει εκατομμύρια ανθρώπους προηγουμένως αόρατους, είχαν ηττηθεί, και μαζί τους και η έννοια της αντιπαλότητας, η συγκρουσιακή έννοια ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, που εκδιώκονταν πίσω από τον σύγχρονο πολιτικό ορίζοντα και από την Ιστορία. Ο θριαμβευτικός νεοφιλελευθερισμός και η ιδεολογία του, που προωθούνταν μιλώντας για «τέλος της ιστορίας», βιαστικά απαλλάσσονταν από αυτόν: ο Εικοστός αιώνας έγινε ο αιώνας της φρίκης, των γενοκτονιών, των ολοκληρωτισμών. Η ιστορία ηγεμονεύεται από τη μνήμη και μπερδεύεται με αυτήν, συγχέεται, σαν να ήταν συνώνυμη με αυτήν. Η αφηγηματική μνήμη που αφηγείται τον Εικοστό αιώνα είναι μνήμη του πόνου, είναι ο μάρτυρας των φρικαλεοτήτων των ολοκληρωτισμών του σύντομου αιώνα, του Ολοκαυτώματος επί των πάντων. Και αναδύεται ως κεντρικός πρωταγωνιστής το θύμα. Το θύμα τοποθετείται ως ιδανικό μοντέλο για να εμπνευστεί ο καθείς από αυτό: είναι η παθητικοποίηση του υπάρχοντος, το να υποβάλλεσαι και να υπομένεις που επιβάλλεται στη δράση, να κάνεις τίποτα, να μην αντιδράς, να μην λερώνεις τα χέρια σου ως υπέρτατη αξία της ειρηνευμένης κοινωνίας στην ομόφωνη φιλελεύθερη συναίνεση 17.

Η προσωπική ιστορία, η οικεία και οικογενειακή διάσταση, δηλαδή η ιδιωτική διάσταση, καταλαμβάνει το δημόσιο χώρο. Η Iστορία με τις μη γραμμικές, αντιφατικές διεργασίες της, με τις συγκρούσεις της εξαφανίζεται. Οι ανανεωμένες ιταλικές άρχουσες τάξεις εκφράζουν σε μια γλώσσα που είναι εν μέρει μόνο νέα, διότι είναι ήδη παρούσα αλλά όχι ακόμη πλήρως δομημένη, την αφήγηση των » θλιβερών χρόνων του μολυβιού». Αυτή τη φορά το κενό της θεσμικής πολιτικής γεμίζει με τον ιδιωτικό πόνο των θυμάτων, και ιδίως των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, των εχθρών του δημοκρατικού Κράτους. Δεν θα μπορούσαν να είναι τα θύματα των σφαγών, που στερούνται δικαστικής αλήθειας καθώς και ιστορικής, σε έναν χώρο που παραμένει αδιαφανής περιοχή. Το λέει ξεκάθαρα ο Giorgio Napolitano στην ομιλία του κατά τον εορτασμό της πρώτης Ημέρας μνήμης των θυμάτων της τρομοκρατίας, όταν δηλώνει την κυριαρχία, μέσα στην ιταλική ιστορία των χρόνων του ’70, των «ανατρεπτικών μηχανορραφιών» της «εξτρεμιστικής και επαναστατικής αριστεράς» και ειδικότερα της «διασποράς της τρομοκρατίας των ερυθρών Ταξιαρχιών» σε σχέση με εκείνες του «νεοφασιστικής δεξιάς […] με συμπαιγνίες ακόμα και μέσα στους μηχανισμούς του Κράτους». Δεν υπάρχει θαμπάδα όσον αφορά το γεγονός πως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες πολέμησαν εναντίον του Κράτους. Όσον αφορά τις συνενοχές και τις ευθύνες του κρατικού μηχανισμού στις επιθέσεις που προκάλεσαν σφαγές, αντίθετα, οι πολλές περιοχές αδιαφάνειας-θαμπάδας δεν διαλύθηκαν. Στη συνέχεια πρέπει να διευκρινίσουμε, σύμφωνα με τα στοιχεία που μας επιστρέφει η ιστορία, ότι δεν ήταν ο ένοπλος αγώνας που έκανε τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων. 18. Αλλά το θυματοποιητικό παράδειγμα-πρότυπο δεν χρειάζεται την Ιστορία για την αφήγησή του, τροφοδοτείται μιας μοναδικής κυρίαρχης μνήμης που κάποιοι θα ήθελαν να γίνει «κοινή μνήμη, κοινόχρηστη».

Το σημάδι της νέας εποχής είχε αποκαλυφθεί με παραδειγματικό τρόπο από τον κινηματογράφο λίγα χρόνια νωρίτερα, με την ταινία του Mimmo Calopresti Η δεύτερη φορά- La seconda volta (1995), μια τεχνητή απόπειρα αντιπαράθεσης-συνάντησης μεταξύ ενός πρώην τρομοκράτη και του θύματος του που αποδεικνύεται αδύνατη, επειδή δεν προβλέπεται, στην ταινία και στην πραγματικότητα, να δίνεται ο λόγος στον »δήμιο» παρά μόνο για να εκφράσει και επιβεβαιώσει την αλήθεια των νικητών. Κυριαρχεί ο υπερκείμενος μονόλογος του θύματος που δεν έχει τίποτα να ακούσει, πεπεισμένος για την απόλυτη αλλοτριότητα και τυχαιότητα αυτού που του συνέβη, αγνοώντας και ξεχνώντας ένα κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο-περιβάλλον του οποίου ήταν μέρος και μέσα στο οποίο γίνονταν πολιτική και με τα όπλα 19. Η αλλαγή του παραδείγματος-προτύπου είναι ορατή και κυρίως στην τηλεοπτική δημοσιογραφία, η οποία εγκαινιάζει, χρησιμοποιώντας τον ορισμό του De Luna, την «τηλεόραση του πόνου». Το 1989 ο Enzo Biagi, απαντώντας στη χήρα του δικαστή Terranova που σκοτώθηκε από τη μαφία, που εξέφραζε κριτική και λύπη για την επιλογή του δημοσιογράφου για συνέντευξη από τον Luciano Liggio, έλεγε: «Μοιράζομαι τον πόνο της κυρίας Terranova και του γιου του αξιωματικού Mancuso. Αλλά δεν είναι καθήκον των οικογενειών των θυμάτων να ορίζουν τι είναι σωστό και τι όχι να γίνεται στην τηλεόραση 20 ». 18 χρόνια μετά, το 2007, ο Corrado Augias καλωσόριζε την έκκληση των συγγενών των νεκρών στη Via Fani και του Giorgio Napolitano, «που είχαν φρικάρει 21 » για μια συνέντευξη που μεταδόθηκε στην τηλεόραση του πρώην ταξιαρχίτη διαχωρισμένου Alberto Franceschini που γυρίστηκε στη Via Fani. Μια τηλεόραση στην οποία ούτε καν ο Sergio Zavoli, συγγραφέας του Η νύχτα της Δημοκρατίας-La notte della Repubblica, θα έβρισκε πλέον χώρο.

Πάντα κατά την πρώτη γιορτή της ημέρας αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας, ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας, Giorgio Napolitano, ο οποίος έζησε το σύνολο και διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στην πολιτική της δεκαετίας του ’70, δήλωνε την ανάγκη να «δοθεί φωνή όχι σε όσους πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, αλλά σε εκείνους που την υπέφεραν 22 ». Εάν μείνουμε στην περίοδο που υποδεικνύεται από τον Napolitano, δηλαδή από το 1969 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80, τα δεδομένα της κοινής μνήμης και εκείνα της Ιστορίας αποκλίνουν. Για την Ιστορία, δύσκολα μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι οι ένοπλοι σχηματισμοί πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, ειδικά εάν σιωπήσουμε αναφορικά με το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο και το περιβάλλον που βρίσκεται στην απαρχή της γέννησή τους. Το γεγονός που επιταχύνει το σχηματισμό των ένοπλων ομάδων, σύμφωνα με τις δηλώσεις εκείνων που αγωνίστηκαν σε αυτές και με μια εδραιωμένη ιστοριογραφία, είναι η σφαγή της 12ης δεκεμβρίου 1969 η οποία, πρέπει να θυμόμαστε, έρχεται στο τέλος ενός έτους που κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό ωρών απεργιών (250 εκατομμύρια συνολικά, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις κατηγορίες) και ένα επίπεδο συγκρουσιμότητας των εργατών που ούτε τα συνδικάτα, ούτε τα αριστερά κόμματα κατάφερναν να συγκρατήσουν. Το πρώτο θύμα στα χέρια μιας ένοπλης ομάδας έλαβε χώρα στη Γένοβα το 1971, κατά τη διάρκεια ληστείας από την Banda XXII Ottobre. Ο πρώτος πολιτικός φόνος είναι εκείνος του αστυνομικού κομισάριου Calabresi (1972), που θεωρήθηκε υπεύθυνος για το θάνατο του αναρχικού Giuseppe Pinelli, ο οποίος εκπαραθυρώθηκε από το αστυνομικό τμήμα ενώ ανακρίνονταν ως ύποπτος δράστης της σφαγής της piazza Fontana. Η δολοφονία του Calabresi, την ευθύνη της οποίας δεν ανέλαβε ποτέ καμία οργάνωση, θα αποδοθεί πολλά χρόνια αργότερα από ένα δικαστήριο στην Lotta Continua. Η πρώτη σχεδιασμένη εκτέλεση της οποίας την ευθύνη ανέλαβαν οι κόκκινες Ταξιαρχίες είναι του 1976.

Αλλά ο Napolitano λέει και άλλα: «Όσοι έχουν διευθετήσει τους λογαριασμούς τους με τη δικαιοσύνη έχουν το δικαίωμα να επανενταχθούν στην κοινωνία, αλλά με διακριτικότητα και μέτρο και να μην ξεχνούν ποτέ τις ηθικές τους ευθύνες ακόμα κι ας μην είναι πλέον ποινικές 23 ». Για το θυματοποιητικό πρότυπο, ο «δήμιος» δεν επιστρέφει, αφού έχει εκτίσει την ποινή του, στις λειτουργίες που έχουν ρυθμιστεί από τους νόμους του δημοκρατικού Κράτους, να είναι ένας ελεύθερος πολίτης, αλλά υποχρεούται σε μια μόνιμη κατάσταση σιωπής, λόγω ηθικών ευθυνών ακατάσβεστων, οι οποίες συνεπώς δείχνουν ένα άδειασμα των κανόνων δικαίου. Το επιβεβαιώνει η αποκαταστατική δικαιοσύνη, χρησιμοποιώντας μορφές φαινομενικά πιο ανοιχτές και συμφιλιωτικές σε σχέση με τις αυταρχικές εκείνες που εκφράστηκαν κυρίως από τις ενώσεις των θυμάτων και ενισχύθηκαν από το επικοινωνιακό σύστημα που θα επιθυμούσε ένα είδος πολιτικής ισόβιας ποινής για τους «δημίους» του ένοπλου αγώνα, αλλά στην πραγματικότητα πιο ύπουλες λόγω των επιπτώσεων που παρουσιάζουν. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη επιβεβαιώνει, θέτοντας τις βάσεις για το άδειασμα και την υπέρβαση της αμεροληψίας του δικαίου, πως η εξιλέωση μιας ποινικής τιμωρίας είναι ανεπαρκής απάντηση στο πένθος των θυμάτων, δεν εκπληρώνει το αίτημα για δικαιοσύνη, δεν επιτρέπει την ενσωμάτωση στη μήτρα της κοινότητας και την επανεκπαίδευση που το άρθρο 27 του Συντάγματος αποδίδει στην τιμωρία ως στόχο, στον επίσημο εορτασμό της δύναμης της δημοκρατίας 24 », όπως γράφει ο Luigi Manconi. Μέσα σε αυτό τον χώρο δίδεται ο λόγος, η αποκατάσταση επιτρέπεται, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από τον Giancarlo Caselli, σε εκείνους που «έχουν συνειδητοποιήσει τον παραλογισμό τους». Μπορούν να μιλήσουν χρησιμοποιώντας επικυρωμένα λόγια σε έναν εγκεκριμένο χώρο, ή για να λέμε καλύτερα, σε έναν νέο χώρο φυλακισμένο, μέσα σε μια αφήγηση που αποσκοπεί στο να επιβεβαιώσει εκείνη την ανάγνωση σύμφωνα με την οποία μέρος μιας γενιάς, οδηγούμενης από εγκληματική τρέλα και μια αιματηρή ιδεολογία, έθεσε σε κίνδυνο, για μια στιγμή, τις αντοχές του «δημοκρατικού Κράτους». Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, εκτός από το άδειασμα του δικαίου, ήμαστε μπροστά σε μια διαδρομή κληρικο-μετανοούσα και μια επιχείρηση κατασκευής κοινής μνήμης, σκοπός της οποίας είναι να αρνηθεί και να εξαλείψει το συγκρουσιακό πολιτικό σχέδιο που έχει εγγραφεί στην ιστορία. Μια περαιτέρω εμπεριστατωμένη μελέτη των εγγενών επιπτώσεων της διάστασης, όπου η ανταλλαγή μεταξύ της αναθεώρησης της καταδίκης και της ιδεολογικής αναθεώρησης είναι ενεργή προσκόλληση-συγκατάθεση στην κοινή μνήμη, με αποτέλεσμα να επηρεάζει και να διαστρεβλώνει την ανάγνωση της ιστορίας.

Μεταξύ 2006 και 2009, κατασκευάζονταν κομμάτι με κομμάτι, το μονοπώλιο του λόγου, και της ιστορίας, των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, αρνούμενοι τη νομιμότητα της ύπαρξης των αναμνήσεων του ένοπλου αγώνα, και όχι μόνο εκείνων που δεν συμμορφώνονται με την κοινή μνήμη.Οι κύριοι πρωταγωνιστές του ένοπλου αγώνα δεν είχαν δικαίωμα να γράφουν και, πάνω απ ‘όλα, να δημοσιεύουν και να συζητούν σε δημόσιους χώρους, βροντούσε η ιταλική διανόηση από τις σελίδες των κυριότερων εφημερίδων 25. Στους πρώην μαχητές αντιτάσσονταν, σε μια μεγάλη εκστρατεία επικοινωνιακή / διαφημιστική, και πάνω από όλα ιδεολογική, από τις σελίδες των μεγάλων εφημερίδων, οι εκδόσεις των «διάσημων» παιδιών των θυμάτων, από τον Tobagi έως τον Calabresi, στην Rossa, τα βιβλία των οποίων έγιναν η νέα παράμετρος για να μπορούμε να μιλήσουμε για τα χρόνια του ’70. Ονόματα που κατέχουν σημαντικές θέσεις στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, που έχουν στη διάθεση τους ενώσεις, τα οποία έχουν μετατραπεί σε εξουσιοδοτημένους αποδέκτες της αφήγησης των «χρόνων του μολυβιού», ακριβώς δυνάμει της ταυτότητάς τους ως συγγενών των θυμάτων της «τρομοκρατίας». Όταν δίνεται στο θύμα η εξουσία της λογοκρισίας και του μονοπωλίου του λόγου, απορρίπτεται η ταυτότητά του ως θύμα. Το θύμα γίνεται άσκηση ενός επαγγέλματος λογοκριτικού, που προστατεύεται από το κέλυφος μιας υποτιθέμενης ανώτερης ηθικής.

Το θύμα και η οικογένεια του θύματος, καθαγιασμένοι στην επίσημη τελετουργία της ημέρας μνήμης, θεσμοθετημένοι από τον δημόσιο λόγο, θεαματοποιημένοι επικοινωνιακά, φτάνουν στην πραγματικότητα στο σημείο να ενσωματώνουν μια ανώτερη ηθική. Ο λόγος τους, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστός σε σχέση με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους για τους οποίους μιλά, και η θέση τους που εκφράζει απόλυτη δημόσια εκδηλωμένη στενοχώρια και πόνο, γίνεται απρόσβλητος, η κριτική καθίσταται βρισιά, προσβολή. Φτάνει κάτι πολύ λιγότερο από την κριτική, φτάνει σήμερα και μόνο το γεγονός να κατατίθεται ένας άλλος λόγος που να ξεφεύγει από τη ρητορική του πόνου και της καταδίκης του κακού, ώστε να ξεσπάσει η λογοκρισία και η δημόσια αποδοκιμασία που επιβάλλεται επικοινωνιακά, ακόμη και το άνοιγμα αρχείων – ακόμη και χωρίς την υπόθεση τέλεσης αδικήματος – από πλευράς εισαγγελιών, οι καταγγελίες ενώπιον των δικαστηρίων από τις ενώσεις των θυμάτων της τρομοκρατίας 26. Ακόμη και η συμμετοχή στην κηδεία ενός ταξιαρχίτη διαμορφώνεται ως δυνητικό έγκλημα και κοστίζει την κατηγορία της υποκίνησης εγκληματικών πράξεων. Είναι μια οργισμένη αγανάκτηση εκείνη που εξέφρασε η Benedetta Tobagi, με αφορμή το θάνατο του Prospero Gallinari, το 2013 – στου οποίου την κηδεία πήραν μέρος όχι μόνο οι σύντροφοι του, αλλά από αρκετές εκατοντάδες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων πολλών νεαρών, για την « καθαγίαση σε πρωταγωνιστή της Ιστορίας «, για τους» θύλακες που αντιστέκονται σε ένα έδαφος κοινά αποδεκτών αξιών 27 ». Είναι κατανοητή, πάνω από όλα ανθρώπινη, από εκείνους που έχουν υποστεί προσωπικές απώλειες ή ταλαιπωρία πένθος και πόνο, μια αντίδραση αγανάκτησης και διαμαρτυρίας μπροστά στον υπεύθυνο για το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας. Η έκφραση του μίσους, της εκδίκησης, της δυσαρέσκειας γίνεται κατανοητή και έχει το λόγο ύπαρξης ως προσωπικές και ιδιωτικές εκδηλώσεις του πόνου καθενός. Ανήκουν ακριβώς στην ιδιωτική σφαίρα. Και είναι εξίσου προφανές ότι ο ιδιωτικός πόνος, που μεταφέρεται στην δημόσια και θεσμοθετημένη σφαίρα, μετατρέπεται σε άσκηση λογοκρισιακής εξουσίας που δεν έχει καμία σχέση με το «σεβασμό προς τα θύματα» και τη μνήμη των θυμάτων, αλλά περισσότερο με ένα είδος σύγχρονου δικαστηρίου πολιτικού-επικοινωνιακού όπου οι «κοινές αξίες» είναι οι κυρίαρχες αξίες, χωρίς τη δυνατότητα κριτικής έκφρασης και διαφωνίας. Ο Franco Fortini το είχε εκφράσει σαφώς, ξεκάθαρα :

Οποιαδήποτε πνευματική και πολιτική δύναμη οργανώνεται ως αντίπαλη στους ήδη καθιερωμένους τρόπους έκφρασης των συμφερόντων και της θέλησης καταγγέλλεται αμέσως σαν συνεργός ή απολογητής ή εξομοιωτής της τρομοκρατίας. Οποιοσδήποτε ιστορικός ή θεωρητικός προβληματισμός σχετικά με το ρόλο και το νόημα της βίας μέσα στην ανθρώπινη ιστορία που δεν τελειώνει με τον εορτασμό και την εξύψωση, την εξύμνηση του καθεστώτος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως ανώτατης κορυφής-κορύφωσης της ανθρώπινης συνύπαρξης (και με την καταδίκη της αναζήτησης οποιουδήποτε άλλου τρόπου ή δρόμου) απορρίπτεται ως έργο διαφθοράς 28.

Είναι σαφές ότι είναι από τις πολιτικές σχέσεις εξουσίας, από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων, από τους κοινωνικούς ρόλους, από εκείνους που έχουν κερδίσει και από εκείνους που έχασαν, που το καθεστώς του θύματος είναι προσβάσιμο, επειδή τα θύματα δεν είναι όλα ίδια. Η διαφοροποίηση μεταξύ των αδύναμων θυμάτων και των ισχυρών θυμάτων, των υποκειμένων θυμάτων και των κυρίαρχων θυμάτων, και κατά συνέπεια μεταξύ των υποτελών αναμνήσεων και των κυρίαρχων αναμνήσεων, εξαρτάται από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων. Είναι πάρα πολύ τετριμμένο – και κατά βάθος είναι ακριβώς επάνω στην ανωριμότητα της ανάγνωσης και της ιστορικής κατανόησης που βασίζεται στην θυματοποιητική ιδεολογία – να επιβεβαιώνεται πως από την προοπτική που αναλαμβάνεται θα έχουν ένα διαφορετικό βάρος οι πολλές προλεταριακές σφαγές που είναι διάσπαρτες στην δημοκρατική ιστορία, οι τουφεκισμοί της αστυνομίας στους διαδηλωτές στις πλατείες, οι σφαγές – όταν ακόμη οι ΕΤ ήταν πολύ μακριά από το να υπάρχουν – και οι πεσόντες με στολή του Κράτους από τα χέρια των ΕΤ. Μια λογική που καταλήγει να καταπιεί μέσα της ακόμη και εκείνους που επικρίνουν τον θυματοποιητικό μηχανισμό, την στιγμή κατά την οποία παρουσιάζουν και αντιπαραβάλλουν θύματα στα θύματα, δίνοντάς τους τροφή και αναγνώριση ως ερμηνευτική και αξιολογική κατηγορία που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα της παγίωσης της αίσθησης και της ιστορικής και πολιτικής κατανόησης. Υπάρχουν θύματα και δολοφόνοι εκεί όπου δεν υπάρχει μια σύγκρουση. Και ότι για ένα διάστημα είκοσι χρόνων υπήρξε μια κοινωνική σύγκρουση εντός της οποίας και ο ένοπλος αγώνας βρήκε χώρο είναι εγγεγραμμένο στην Ιστορία, το λεν οι αριθμοί, οι νεκροί στα αντιτιθέμενα μέτωπα, οι ειδικοί νόμοι, η ειδική φυλακή, τα βασανιστήρια, οι εξόριστοι. Να ξεχνάμε ότι το κράτος έχει κάνει τις οικογένειες των θυμάτων της σφαγής της Πιάτσα Φοντάνα να πληρώσουν τις δικαστικές δαπάνες χωρίς καν να τους δώσουν μια δικαστική αλήθεια σίγουρα δεν μπορούμε, δεν γίνεται. Και αν η δικαστική αλήθεια δεν έχει πλέον πολύ νόημα σήμερα, είναι σημαντική αντίθετα μια ιστορική αλήθεια. Η οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί εάν η Ιστορία διαβάζεται ως σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού – όπου το καλό και τα θύματα συμπίπτουν με τις αξίες που επιβάλλονται ως κυρίαρχες, και είναι τέτοιες ακριβώς επειδή είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής και κοινωνικής ισορροπίας δυνάμεων που καθορίστηκε από το αποτέλεσμα των συγκρούσεων – , εάν η Ιστορία χρησιμοποιείται για τη θεσμοθέτηση της μνησικακίας, ως κοινωνική και πολιτική εκδίκηση των νικητών. Δεν είναι μια ιταλική ιδιαιτερότητα, είναι η ιδεολογική βάση του νεοφιλελευθερισμού και ο σκοπός της είναι ακριβώς να απομακρύνει την αντιπαλότητα , να διώξει την συγκρουσιακή διάθεση που βρίσκεται στην ιστορία και την πολιτική, αποπολιτικοποιώντας την. Αλλά η Ιταλία προηγήθηκε των καιρών σε αυτή την περίπτωση, αμφισβητώντας, αρνούμενη επανειλημμένα την πολιτική διάσταση εκείνης της σύγκρουσης: κατά την διάρκεια της ανάπτυξής της, με την πολιτική της αποφασιστικότητας, στην κατάληξη, με τον διαχωρισμό και τη λύση της «εξατομικευμένης εξόδου», απαλλασσόμενη του προβλήματος των πολιτικών κρατουμένων χωρίς να αναλαμβάνει ένα μέτρο πολιτικής φύσεως στο τέλος μιας εποχής πολιτικά και ιστορικά ολοκληρωμένης, και τέλος, σε αυτά τα τελευταία χρόνια, προσπαθώντας να διαγράψει τη μνήμη εκείνης της σύγκρουσης με την θυματοποιημένη αφήγηση και να αφαιρέσει την αυθεντικότητά της με αυτή τη μεγάλη «ψεύτικη αφήγηση» – « fake narration » που είναι η διετρολογία-συνωμοσιολογία. Να αφαιρέσουν το λόγο, και την ιστορία, σε αυτούς που υπήρξαν οι πρωταγωνιστές μιας κοινωνικής σύγκρουσης, της οποίας ο ένοπλος αγώνας ήταν αναπόσπαστο μέρος, είναι μια εξαιρετικά ιδεολογική επιχείρηση, τέλεια για να κρύβει αυτό που δεν μπορεί να σιγήσει από την άποψη της ιστορίας, στο επίπεδο της ιστορίας και που επανεμφανίζεται κάθε φορά που πλησιάζουμε στις πηγές της ιστορίας. Η μνήμη – η άμεση μαρτυρία αυτών που ενσάρκωσαν εκείνη τη σύγκρουση – είναι μία από τις πηγές για την ανασυγκρότηση της ιστορίας, και η ιστοριογραφική έρευνα μπορεί να αγνοηθεί από τη μνήμη των παιδιών και των εγγονών των θυμάτων, να είναι ανεξάρτητη από αυτές τις μνήμες, αλλά δεν μπορεί να κάνει χωρίς τις αναμνήσεις των «εκτελεστών, των δημίων». Για την Ιστορία, η ύπαρξη μιας πληθώρας αναμνήσεων, μαρτύρων των γεγονότων, σε σύγκρουση μεταξύ τους, είναι απαραίτητη για την ανακατασκευή, την κατανόηση και την αποτίμηση της κοινωνικής πολυπλοκότητας και των φαινομένων που αυτή δημιούργησε, των σχέσεων δύναμης παρόντων σε συγκεκριμένες περιστάσεις και εποχές, απαραίτητων για την ιστορική γνώση. Και όσο περισσότερο επεκτείνεται και εμβαθύνεται η μελέτη του κοινωνικού περιβάλλοντος της περιόδου, των ιστοριών, των πολιτικών διαδρομών των μαχητών των ένοπλων οργανώσεων, με άλλα λόγια, όσο περισσότερο απομακρύνεται μια ιστορική περίοδος από την «κανονικοποίηση» κάτω από την οποία συμπιέστηκε, τόσο περισσότερο πέφτουν τα κλισέ, οι κοινοτοπίες μέσα στις οποίες όλη εκείνη η εποχή των αγώνων – και των κατακτήσεων που έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά διαγραφεί σήμερα – περιορίστηκε.

Για τη σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού, μεταξύ θύματος και δημίου, για το θυματοποιητικό παράδειγμα, όλα αυτά είναι άχρηστα, Η Ιστορία είναι άχρηστη, δεν χρειάζεται: αντιθέτως, είναι ένα πρόβλημα.

Silvia De Bernardinis

α]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

1 Δες AaVv., La mappa perduta-ο χαμένος χάρτης, Roma, Sensibili alle foglie, 1994 και Steccanella Davide, Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα-Gli anni della lotta armata, Milano, Bietti, 2018.

2 De luna Giovanni, « Tribunale speciale per la difesa dello Stato-ειδικό Δικαστήριο για την υπεράσπιση του Κράτους », στο De Grazia Victoria, Luzzatto Sergio (dir.),Dizionario del fascismo-Λεξικό του φασισμού, Torino, Einaudi, 2003, vol. 2, p. 739.

3 Agamben Giorgio, « Cattive memorie-Κακές αναμνήσεις », Il Manifesto, 23 δεκεμβρίου 1997.

4 Τα παραδείγματα είναι πολυάριθμα, αναφέρω ένα πρόσφατο και εμβληματικό από την Anna Maria Vinci η οποία, αναφερόμενη στη σπουδαιότητα της μελέτης των πηγών, καταλήγει ως εξής: «Επομένως δεν ασκεί καμία μορφή «ταξιαρχίτικου υποκειμενισμού» αυτός που προσεγγίζει στην διαστρεβλωμένη και σκοτεινή πρόζα εκείνων των ανατρεπτικών κινημάτων: είναι ένα αναγκαίο πέρασμα που απαιτεί, μεταξύ άλλων, μια σημαντική κριτική προσπάθεια (και υπομονή). Οι μηρυκασμοί που δεν διαβάζονται πολλών από τις πηγές που αναφέρθηκαν αξίζουν, πράγματι, μια μη αποστασιοποιημένη αξιολόγηση του λεξιλογίου μιας γενιάς, στη συνεύρεση και / ή στη σύγκρουση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, ανάμεσα στο «οικογενειακό λεξικό» και τον πολιτικό λόγο «, Battelli Giuseppe, Vinci Anna Maria, Parole e violenza politica. Gli anni Settanta nel Novecento italiano-Λόγια και πολιτική βία. Η δεκαετία του ’70 στον ιταλικό εικοστό αιώνα, Roma, Carocci Editore, 2013, p. 21.

5 Συζήτηση του νομοσχεδίου: S. 1003 – Γερουσιαστές Rossa και άλλοι: Δημιουργία της «Ημέρας της Μνήμης» αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας (Εγκρίθηκε από τη μόνιμη Επιτροπή της Γερουσίας) (Α.C.2489), και των προτεινόμενων νόμων Ascierto , Angela Napoli , Zanella και άλλοι , Zanotti και άλλοι (A.C. 1071136119952007), Συνεδρίαση n. 150, 2 μάιος 2007, στο

http://documenti.camera.it/apps/nir/getRiferimentiNormativi.aspx?base=1&blnDea=0&strURL=http://documenti.camera.it/leg15/resoconti/assemblea/html/sed0150/stenografico.htm

6 D’Antona Olga, Ibid, Ίδια αναφορά

7 Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν στο The Lost Map- La mappa perduta-Ο χαμένος χάρτης, τα θύματα των ένοπλων οργανώσεων της αριστεράς ήταν 128, εκ των οποίων περισσότεροι από τους μισούς ήταν της Αστυνομίας του Κράτους (38), των Carabinieri (21), της ιδιωτικής αστυνομίας (10), της σωφρονιστικής αστυνομίας (8), των ενόπλων δυνάμεων (2) , του δικαστικού σώματος (8), πολιτικών (6).

8 Sommier Isabelle, Pentimento e dissociazione. Fine degli anni di piombo in Italia ?, Μετάνοια και διάσταση. Τέλος των ετών μολυβιού στην Ιταλία ;, στο http://www.bellaciao.org/it/spip.php?article3213

9 Patruno Roberto, « Primo sconto per i dissociati BR »,«Πρώτη έκπτωση για τους διαχωρισμένους BR», La Repubblica, 12 μαρτίου 1987.

10 Η πρώτη περίπτωση κατά την οποία ένα δικαστήριο επιτήρησης απευθύνθηκε στην Ένωση θυμάτων ήταν εκείνη του Vincenzo Acella, BR που διαχώρισε τη θέση του το 1999.

11 Tarantelli Maria Cristina, « Vittime e carnefici- Θύματα και δήμιοι», La Repubblica, 21 ιανουαρίου 1988.

12 Ο Cesare Salvi, επικεφαλής του τμήματος Δικαιοσύνης του PCI, δήλωνε: «Οι οικογένειες των θυμάτων δεν μπορούν να αποτελούν εμπορεύματα ανταλλαγής. Είναι ντροπιαστικό το γεγονός ότι το Κράτος δεν έχει εκπληρώσει τα καθήκοντά του απέναντι τους, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις συζητούμενες πρωτοβουλίες. Πρέπει να ακούσουμε τη φωνή τους, αλλά δεν μπορούμε να ξεφορτωθούμε στους ώμους τους αυτό που είναι δουλειά του κράτους », M.S.,« Το ΚΚΙ- PCI ζητάει σαφήνεια », La Repubblica, 28 Ιανουαρίου 1988.

13 Tarantelli Maria Cristina, « Έτσι το Κράτος προστατεύει τους τρομοκράτες αλλά δεν φροντίζει τα θύματα », La Repubblica, 21 ιουλίου 1989.

14 Fortini Franco, « Non è solo a voi che sto parlando-Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ », στις Απείθειες ΙΙ– Disobbedienze II, Roma, Il Manifesto Libri-Βιβλία, 1996.

15 Σε μια διαμάχη με τον τότε πρόεδρο της χριστιανοδημοκρατίας DC, Ciriaco De Mita, και με τον Υπουργό Χάρης και Δικαιοσύνης, Martelli, ο Francesco Cossiga δήλωνε: «μόνο όσοι πολέμησαν τον πόλεμο μπορούν να ζητήσουν ειρήνη», στο Rizzo Renato, «Αγαπητέ Martelli, δεν είμαστε παιδάκια »La Stampa, 18 αυγούστου 1991.

16 Διάβασε 3 αυγούστου 2004, n. 206, Νέοι κανόνες υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας – Nuove norme in favore delle vittime del terrorismo e delle stragi di tale matrice.

17 Cfr. Giglioli Daniele, Critica della vittima-Κριτική του θύματος, Milano, Nottetempo, 2014.

18 Ο αριθμός των θυμάτων, για την περίοδο από το 1969 έως το 1982, είναι 351, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσαν οι Dalla PortaDonatella, Rossi Maurizio, Σκληροί αριθμοί. Απολογισμός της ιταλικής τρομοκρατίας-Cifre crudeli. Bilancio dei terrorismi italiani, Μπολόνια, Ερευνητικό υλικό του Ινστιτούτου Cattaneo, 1984. Πιο συγκεκριμένα του ένοπλου αγώνα, σύμφωνα με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από την Progetto Memoria- Σχέδιο Μνήμης,τα θύματα που προκλήθηκαν από τους ένοπλους σχηματισμούς της αριστεράς ήταν 128 , από αυτά τα 72 προκλήθηκαν από τις δράσεις των BR όσον αφορά την περίοδο 1970-1988. Εάν εξετάσουμε την περίοδο 1970-1981 – από την ίδρυση της οργάνωσης έως την πρώτη διάσπαση της φάλαγγας Walter Alasia – τα θύματα είναι 48. Στη συνέχεια, 6 θάνατοι προκλήθηκαν από δράσεις της W. Alasia (1981-1983), 12 από τις BR-PG (μεταξύ απριλίου 1981 και οκτωβρίου 1982), 6 από τις BR-PCC (από το 1981 έως το 1988 ), βλ Ο χαμένος χάρτης-La mappa perdutaop. cit.

19 Cfr. Balzerani Barbara, Compagna luna-Συντρόφισσα Σελήνη, Roma, DeriveApprodi, 1998, p. 125-133.

20 Bolzoni Attilio, « Quell’infame discorso di Liggio-Εκείνη η βρώμικη ομιλία του Liggio », La Repubblica, 23 μαρτίου 1989.

21 Augias Corrado, « Να ακούμε τους δολοφόνους των αγαπημένων μας στην τηλεόραση », La Repubblica, 9 μαρτίου 2007.

22 Napolitano Giorgio, Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας Giorgio Napolitano στην Ημέρα Μνήμης αφιερωμένη στα θύματα της τρομοκρατίας, Palazzo del Quirinale, 9 μαΐου 2008, in http://presidenti.quirinale.it/elementi/Continua.aspx?tipo=Discorso&key=1246

23 Ibid.

24 Manconi Luigi, Graziani Federica, « Η δίκαιος χωρισμός από το βάρος  εκείνων των χρόνων-Il giusto congedo dal peso di quegli anni », Il Manifesto, 24 ιανουαρίου 2017.

25 Υπό την έννοια αυτή, ο Antonio Tabucchi ήταν πρόδρομος το 1998, με μια παρέμβαση λογοκρισίας, από τις σελίδες της Corriere della Sera, εναντίον του βιβλίου της Barbara Balzerani, Compagna Luna-Συντρόφισσα Σελήνη, που εκδόθηκε από τον οίκο Feltrinelli, και δικό του εκδοτικό οίκο, στον οποίο έστειλε τελεσίγραφο, απαιτώντας από αυτόν να επιλέξει μεταξύ της παραμονής της Balzerani ή του ιδίου. Και αυτή η απειλή έληξε υπέρ αυτού.

26 Αυτό που συνέβη με τη Barbara Balzerani όταν είπε ότι εκείνο του θύματος είναι ένα λογοκριτικό επάγγελμα με την ευκαιρία της παρουσίασης ενός από τα βιβλία της στο Centro Popolare Autogestito-Λαϊκό Αυτοδιαχειριζόμενο Κέντρο (CPA) στη Φλωρεντία στις 16 μαρτίου 2018. Με την ευκαιρία αυτή το όλο γεγονός γυρίστηκε χωρίς άδεια , με κρυφές κάμερες, και μετά μεταδόθηκε σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα με σκοπό να προκαλέσει εντυπώσεις.

27 Tobagi Benedetta, « Se il carceriere di Moro diventa eroe sul web- Αν ο δεσμοφύλακας του Moro γίνεται ήρωας στον ιστό», La Repubblica, 15 ιανουαρίου 2013, e Id., « Irriducibili. Perché gli ultimi terroristi fanno ancora discutere- Αμετακίνητοι. Γιατί οι τελευταίοι τρομοκράτες εξακολουθούν να συζητιούνται», La Repubblica, 24 ιανουαρίου 2013.

28 Fortini Franco, Non è solo a voi che sto parlandoop. cit., p. 37-38. Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ

 

Un contributo sul “Paradigma vittimario”

ιστορία, storia

Το κίνημα του 1977 στην Ιταλία

Il movimento del 1977 in Italia

Luca Falciola

Il movimento del 1977 in Italia

ΕΚΔΟΣΗ: 2016

Εν συντομία

Σε όλο τον κόσμο η εμπειρία του Εξήντα οκτώ εξαντλήθηκε μέσα στο πρώτο μισό της Δεκαετίας του ’70, μπροστά στην παρακμή των ιδεολογιών και την οπισθοχώρηση στην ιδιώτευση. Αντ ‘αυτού στην Ιταλία, το 1977, μια γενιά αριστερών αγωνιστών πίστευε ακόμα στη δυνατότητα μιας επανάστασης και έθεσε σε εφαρμογή μια ακραία προσπάθεια να υπονομεύσει, να ανατρέψει την κοινωνία. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κίνημα που ισορροπούσε ανάμεσα στην αποθέωση και το ξεπέρασμα της πολιτικής, ανοιχτό σε ριψοκίνδυνες πολιτισμικές επιμολύνσεις και ικανό για τολμηρούς δημιουργικούς πειραματισμούς, αλλά και άρρηκτα συνδεδεμένο με βίαια δόγματα και πρακτικές, ώστε να εγκαινιάσει την πιο σκοτεινή φάση των «χρόνων του μολυβιού». Το κίνημα του ’77 εξακολουθεί να περιμένει μια συστηματική ανάλυση, εκτός από το ότι αφήνει ανοικτά ερωτήματα που είναι αναπόφευκτα για να κατανοήσουμε και τελικά να ιστοριοποιήσουμε τη Δεκαετία του ’70. Το βιβλίο ανασυνθέτει – για πρώτη φορά με επιστημονική αυστηρότητα και με βάση μια εντυπωσιακή αρχειακή και τεκμηριωτική έρευνα – το πλαίσιο της κρίσης μέσα στο οποίο ο κύκλος αυτός της διαμαρτυρίας ωρίμασε, τις πνευματικές αναφορές που ενέπνευσαν την κινητοποίηση, το όραμα του κόσμου και τους ισχυρισμούς, τις διεκδικήσεις των διαδηλωτών, τα ερμηνευτικά σχήματα που ευνοούσαν τη βίαιη κλιμάκωση, την αντίδραση των θεσμών και τη διαλεκτική μεταξύ του κινήματος και των παράνομων ένοπλων οργανώσεων.

http://www.carocci.it/index.php?option=com_carocci&task=schedalibro&Itemid=72&isbn=9788843076284

1977: ένας κόμπος της δημοκρατικής Ιταλίας και ένα ψηφιδωτό για ανασύνθεση – του Alberto Pantaloni

Ανασκόπηση στο βιβλίο του Luca Falciola, Il movimento del 1977 in Italia, Το κίνημα του 1977 στην Ιταλία, Carocci, Roma 2016

*****

Πλησιάζουμε την τεσσαρακοστή επέτειο εκείνου του φαινομένου της νέας κοινωνικής διαμαρτυρίας γνωστής ως Κίνημα του ’77, και είναι πιθανό ότι θα υπάρξουν διαφορετικές πολιτιστικές, εκδοτικές και πολιτικές πρωτοβουλίες αφιερωμένες σε αυτό το ραντεβού, αν και εικάζεται ότι θα είναι μικρότερες σε τόνο σε σχέση με εκείνες που γιόρτασαν μια άλλη διάσημη επέτειο: εκείνη του ’68. Αυτό βασικά διότι, ενώ γι αυτό το τελευταίο, μπόρεσαν ουσιαστικά να παράσχουν μια σαφή και σε γενικές γραμμές ομοιογενή εικόνα, όσον αφορά το ’77 ο ιστοριογραφικός διάλογος εξακολουθεί να αγωνίζεται με μια κατακερματισμένη και θολή εικόνα, όπου οι διαφορετικές ψυχές και οι διαφορετικές εκδηλώσεις αυτού του κινήματος αλληλοεπικαλύπτονται, αντιτίθενται, μέσα σε σύγχυση, σύγκρουση και όπου είναι συχνά δύσκολο να βρεθεί το κλειδί του προβλήματος, η άκρη του νήματος. Αυτό το «έδαφος που το βαραίνει η μνήμη», όπως το χαρακτήρισε η Monica Galfrè, είναι δύσκολο να εμβαθυνθεί και να αντιμετωπιστεί σε μια προσπάθεια να αποσαφηνιστεί ταυτόχρονα η εσωτερική ετερογένεια και αντίφαση, αλλά και οι κυριότερες γραμμές που χαρακτήρισαν την αυτοπροσωποποίηση του και την επικοινωνία του.  Αντί να είναι ένα αντικείμενο σπουδών που απαιτεί την απαραίτητη απόσπαση και την επιστημονική αυστηρότητα, το ’77 στην Ιταλία εξακολουθεί να είναι σήμερα αιχμάλωτο πολιτικής προπαγάνδας αφενός και μιας οπτικής συχνά ηρωικής [βετεράνων] και αυτοαναφορικής από την άλλη.

Αυτό που έκανε ο Luca Falciola είναι λοιπόν η προσπάθεια να ανασυνταχθεί εκείνο που ονόμασε ο ίδιος το «μωσαϊκό» του ’77 στην Ιταλία. Όπως και στην καλύτερη blochiana παράδοση, ο συγγραφέας de-constructs- απο-συνθέτει για να αναλύσει το φαινόμενο και στη συνέχεια να το ανακατασκευάσει κομμάτι κομμάτι και να φτάσει σε ορισμένες γραμμές ερμηνείας και μερικές ιστοριογραφικές θέσεις. Ένα πολύπλοκο και εκτεταμένο έργο (αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό και μόνο με μια γρήγορη ματιά στις βιβλιογραφικές σημειώσεις) που για μία φορά δεν έφερε στο προσκήνιο μαρτυρίες και ερμηνείες. Η υπερτροφία αυτών των τελευταίων έχει οδηγήσει, αφενός, σε εξαιρετικά εορταστικού τύπου, νοσταλγικές και αυτοαναφορικές ανακατασκευές, και αφετέρου στην ανάπτυξη μιας συζήτησης που απέχει όλο και περισσότερο από την εμπειρική έρευνα και κατευθύνεται αντικειμενικά σε ιδεολογικά συμφέροντα για να λυγίσει τα γεγονότα στις θέσεις που θέλουν κάποιοι να υποστηρίξουν. Ο Falciola έχει ως εκ τούτου αξιοποιήσει σχεδόν αποκλειστικά τις πηγές των ντοκουμέντων, πάνω απ’ όλα εκείνες που παρήχθησαν από το ίδιο το κίνημα καθώς και δημοσιογραφικές και αρχειακές πηγές. Ένας ακριβής και διαλεκτικός τρόπος για να επισημανθεί μια ολιστική διάσταση του φαινομένου του ’77 («ένα ενιαίο δίκτυο κινημάτων»), αλλά, εκθέτοντας την έρευνα για το 77 σύμφωνα με θέματα και όχι σύμφωνα με πόλη ή με πολιτικές ιδεολογικές πολιτιστικές ομάδες, χωρίς να πέσει σε μονόπλευρες ερμηνείες ή οπτικές.

Η έρευνα διέτρεξε τρεις μακρο-οδούς: η πρώτη είναι η ανασυγκρότηση του ιστορικού οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικο-πολιτιστικού πλαισίου, μέσα στο οποίο παράχθηκε η τοιχογραφία του ’77, η δεύτερη είναι η ραδιογραφία του κινήματος που επισημαίνει τις διαφορετικές πολιτικο-πολιτισμικές και ιδεολογικές του εκφάνσεις, η τρίτη είναι η απεικόνιση που του κινήματος είχαν τα θεσμικά όργανα, τόσο αυτά του Κράτους, όσο εκείνα των κομμάτων και / ή των συνδικάτων, κυρίως στα αριστερά. Η θέση είναι ότι το κίνημα του ’77 ήταν το τελευταίο ιταλικό του Εικοστού αιώνα που αντιστάθηκε στις διαδικασίες απο-πολιτικοποίησης και ιδιωτικοποίησης που ξεκίνησαν μέσα στην κοινωνία και μέχρι και σε ένα μέρος του αριστερού κόσμου της νεολαίας». Το έργο του Falciola κινείται συνεπώς μέσα στο αυλάκι μιας διαδεδομένης ερμηνείας στον ιστοριογραφικό τομέα (De Luna, Galfrè, Crainz, για να αναφέρουμε μόνο λίγα ονόματα), η οποία δεν μοιράζεται την κρίση του ’77 ως «αντιπολιτικό» φαινόμενο: αυτό ήταν ναι ο επίλογος της δεκαετίας της συλλογικής πολιτικής δράσης που ανοίχθηκε από το ’68 (όπως έγραψε ο Marco Grispigni), το «τραγούδι του κύκνου» της πολιτικής (όπως επεσήμανε η Maria Luisa Boccia), αλλά ταυτόχρονα ήταν ο πρόδρομος μιας διαδικασίας που, και μέσα από βαθιές πολιτισμικές και γλωσσικές καινοτομίες (σκεφτείτε για παράδειγμα στο μπολονιέζικο κίνημα ή τους ινδιάνους μητροπολιτάνους), αποκάλυψε την απαξίωση και την αχρηστία των μέσων της πολιτικής των κομμάτων και αυτών των τελευταίων καταδίκασε την κατοχή όχι μόνο και όχι τόσο των θεσμών, όσο της κοινωνίας.

Το βιβλίο είναι δομημένο σε επτά κεφάλαια. Τα δύο πρώτα κεφάλαια επικεντρώνονται στο ιστορικό πλαίσιο της περιόδου, την συγκυρία. Ο πρώτος επικεντρώνεται στον συνδυασμό τριών παραγόντων επάνω στους οποίους εξερράγη η ιταλική κοινωνική κρίση του δεύτερου μισού της Δεκαετίας του 70: την αρχή της βιομηχανικής παρακμής της Χώρας («το τέλος της κοινωνίας της εργασίας»), την αυξανόμενη εκπαίδευση και την ταυτόχρονη έλλειψη στην απασχόληση, έλλειψη εργασιακών διεξόδων και /ή επαγγελματικών και (σε σχέση με αυτή) την αύξηση της ανεργίας των νέων. Το δεύτερο κεφάλαιο είναι αντίθετα αφιερωμένο σε αυτό που σήμερα μπορεί να ονομαστεί «πολιτική κρίση»: αφενός η αυξανόμενη δυσπιστία των πολιτών απέναντι της πολιτικής, παρά την εκλογική ενίσχυση του PCI-ΚΚΙ και, μάλλον, ακριβώς εξαιτίας του μέτριου αποτελέσματος του ιστορικού συμβιβασμού, από την άλλη την τραυματική και ταχεία εξαφάνιση των σχηματισμών που αποτελούσαν την επαναστατική αριστερά ή Νέα Αριστερά, η οποία με το εκλογικό φιάσκο της Προλεταριακής Δημοκρατίας το 1976 έδειξε ότι δεν ήταν πλέον σε συντονισμό με το πολιτικό φαντασιακό της γενιάς των νεαρών που ήταν τότε πρωταγωνίστρια του ‘ 77. Το τρίτο κεφάλαιο αντιμετωπίζει αντιθέτως τις «γενετικές μεταλλάξεις» που, από την οπτική των ιδεολογικών και πολιτικο-οργανωτικών οριζόντων, χαρακτήρισαν το κίνημα, με την προοδευτική μόλυνση έργο κάποιων σημαντικών ρευμάτων (φεμινισμός, αντιψυχιατρία, νεανική αντικουλτούρα, φιλόσοφοι και διανοούμενοι πέρα από τις Άλπεις, όπως οι Deleuze, Guattari, Sartre, Foucault και η θεωρία των αναγκών της Agnes Heller). Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε από τον συγγραφέα στην πολιτική διαδρομή της Εργατικής Αυτονομίας, ενός σχηματισμού που, μοναδικός σε σύγκριση με το πανόραμα της επαναστατικής αριστεράς, επηρέασε με κάποιο τρόπο αποφασιστικό το κίνημα σχεδόν σε ολόκληρη τη Χώρα.

Τα κεφάλαια 4 και 5 εμβαθύνουν τις θεματικές και τις θέσεις που δέχτηκαν την έφοδο του κινήματος. Το τέταρτο κεφάλαιο επικεντρώνεται στην άποψη των εβδομηνταεπτάρηδων σχετικά με τα ζητήματα επάνω στα οποία αυτοί παρήγαγαν τις κινητοποιήσεις τους: από την Εγκύκλιο Malfatti για το πανεπιστήμιο στην οικονομική κρίση, από την αναδιάρθρωση στα εργοστάσια στα περιβαλλοντικά θέματα, από την ανεργία στις σχέσεις με το εργατικό κίνημα. Όσον αφορά αυτό το τελευταίο θέμα, το κεφάλαιο αφιερώνει μεγάλο χώρο στη σχέση μεταξύ κινήματος και PCI, που θεωρείται μια από τους πυροκροτητές στην έκρηξη της διαμαρτυρίας και τη βίαιη εξέλιξή της.Το πέμπτο κεφάλαιο, αντιθέτως, ασχολείται με το «κατ ‘εξοχήν πρόβλημα: εκείνο των πολιτικο-επαναστατικών προοπτικών του κινήματος, του »τι πρέπει να κάνει» και της επιρροής που μέσα στην εθνική συζήτηση είχαν εκείνες οι πλευρές που φαντάζονταν μια «μοριακή» αντίθεση [με την έννοια που προέρχονταν από τις θέσεις του Φουκώ) που βασίζονταν επάνω στα νέα λεξιλόγια, στις νέες κατασκευές ακόμη και συντακτικές, στους νεο-ντανταϊσμούς πολιτισμικούς και καλλιτεχνικούς, στην ανατίμηση της διάστασης του »προσωπικού», του ατόμου, ενάντια στον κολεκτιβιστικό ολοκληρωτισμό πίσω από τον οποίο κρύβονταν μόνο η μεγάλη εξαπάτηση της εξουσίας. Μια πολύ ενδιαφέρουσα παράγραφος είναι, τέλος, αφιερωμένη στις ομοιότητες μεταξύ του κινήματος του ’77 και του φαινομένου του πανκ στη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ, και επάνω στις πρώτες σημαντικές εμπειρίες αυτού του μουσικού ρεύματος στην Ιταλία.

Το έκτο κεφάλαιο ασχολείται με το θέμα της βίας. Διαχωρίζεται σε δύο μέρη: το πρώτο μέρος αντιμετωπίζει το φαινόμενο της βίας στο δρόμο και τις πλατείες, της μαζικής βίας, ενώ το δεύτερο αφορά τη σχέση μεταξύ του κινήματος και των ένοπλων οργανώσεων. Η ξεχωριστή στάση, στην παρουσίαση, του φαινομένου της μαζικής βίας από εκείνη του ένοπλου αγώνα δεν αποσκοπεί στην θεωρητικοποίηση μιας ανύπαρκτης στεγανοποίησης (που δεν υπήρξε) αλλά στην ανάδειξη δύο κεντρικών ζητημάτων: το πρώτο είναι ότι μέσα στο κίνημα υπήρξε μια μεγάλη – και όχι πάντα ειρηνική – συζήτηση σχετικά με το θέμα της ένοπλης στρατηγικής, μολονότι υπήρχε μια σχεδόν ολική ομοιογένεια στην ιστορική αναγκαιότητα της βίας, το δεύτερο τείνει να δείξει ότι η επέκταση των ένοπλων οργανώσεων κατά την τριετία μετά το 1977 δεν οφείλεται στην ήττα του κινήματος, αλλά μάλλον αυτό το τελευταίο αντιπροσώπευσε για ομάδες όπως οι Κόκκινες Ταξιαρχίες, η Prima Linea και οι άλλοι μικρότεροι σχηματισμοί ένα «θεμελιώδες στοιχείο του ριζοσπαστικού περιβάλλοντος τους- radical milieu», συχνά ακούσιο, ενθάρρυνσης και προστασίας.

Τέλος, το έβδομο κεφάλαιο αναλύει το πεδίο του Κράτους και τις αντιδράσεις του απέναντι στο κίνημα, κυρίως από την άποψη της αναδιοργάνωσης των κατασταλτικών δομών και των σωφρονιστικών δομών. Ταυτόχρονα δύο παράγραφοι αφιερώνονται στο πώς ερμήνευσε το κίνημα και αντιμετώπισε την καταπίεση-καταστολή και τη συζήτηση για την ποινικοποίηση της διαφωνίας στην Ιταλία.

Τα συμπεράσματα που συνήγαγε ο Falciola στο τέλος της έρευνάς του είναι βασικά δύο. Το πρώτο είναι ότι η έκρηξη του ιταλικού ’77 οφειλόταν στη διασταύρωση δύο παραγόντων: αφενός της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης και της πολιτικής-θεσμικής (αλλά και της εξωκοινοβουλευτικής), από την άλλη τον ακραίο πνευματικό δυναμισμό και την καινοτόμο ανανεωτική ικανότητα της ιταλικής ανταγωνιστικής σκέψης. Ειδικότερα, αυτή η δεύτερη πτυχή προκάλεσε η  «νέα» αμφισβήτηση να είναι ένα αποκλειστικά ιταλικό φαινόμενο, σε αντίθεση με ό, τι υπήρξε το ’68. Το δεύτερο αφορά τη βίαιη έκρηξη στη σύγκρουση με το Κράτος και με το ιστορικό εργατικό κίνημα (PCI και συνδικάτα): αφενός η ερμηνεία του φαινομένου επιβεβαιώνεται ως σπειροειδής ποινικοποίηση των αγώνων – βίαιη καταστολή – βίαιη αντίδραση των κινημάτων, από την άλλη, αναδύεται μια εικόνα στην οποία η προσγείωση του κομμουνιστικού κόμματος στην κυβέρνηση (έστω και έμμεσα) και ο ισχυρισμός-η διεκδίκηση μη μεταρρυθμιστικών στόχων, για τους οποίους η δυνατότητα να συμπεριληφθούν σε ένα πλαίσιο αντιπροσωπευτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας όπως η ιταλική ήταν αδύνατη, δεν μπορούσαν παρά να οδηγήσουν αναπόφευκτα σε μια εκθετική αύξηση των βίαιων συγκρούσεων.

Εν ολίγοις, για τον πλούτο της εργασίας που πραγματοποιήθηκε και για τις πολύτιμες ιστοριογραφικές και μεθοδολογικές ενδείξεις, το έργο αυτό μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου (με την ευκαιρία της 40ής επετείου του Κινήματος) την έρευνα και ιστορική συζήτηση την σχετική με ένα σημαντικό κόμβο της πρόσφατης ιταλικής ιστορίας που [όπως προτείνει και ο συγγραφέας] θέτει ξανά πολλά και σημαντικά ερωτήματα στα οποία να δοθούν απαντήσεις (από τη σύγκριση με άλλες διεθνείς εμπειρίες στις πολιτικές συγκρίσεις με τα φαινόμενα που αναπτύχθηκαν στα Δεξιά, μέχρι τις λεπτομερείς έρευνες επάνω στις τοπικές εμπειρίες).

Εικόνα στο ξεκίνημα: Roma 17 φεβρουαρίου 1977: “Μετά την εκδίωξη του Lama”, φωτογραφία του Tano D’Amico

Print Friendly, PDF & Email

 

Όταν θέλουμε να κουβεντιάσουμε για θέσεις χαμένων επαναστάσεων, γύρνα ξαναγύρνα πάντα καταλήγουμε με μάντρα του ’68 και του ’77 διαβασμένα (επανα-συστηματοποιημένα) ως κομβικά χρόνια της ιστορίας του Εικοστού αιώνα. Είναι αναπόφευκτο να συμβεί αυτό: ’68 και ’77 προσφέρονται στην κοινωνική εξέταση ως βασικά, όμοια και αντίθετα πρόσωπα του ίδιου νομίσματος.

Το πρώτο – το Εξήντα οκτώ – πλανητικής σημασίας. Μια επανάσταση ακόμα σε κοντά παντελονάκια, ενθουσιώδης, ουτοπική, σχεδόν παιχνιδιάρικη. Συναφή με τις πρώτες πέτρες στους δρόμους εναντίον της αστυνομίας αλλά και με τη naif κληρονομιά της κουλτούρας beat περισσότερο από ότι μας αρέσει να παραδεχόμαστε.
Όταν μιλάμε για το Εβδομήντα επτά μιλάμε περισσότερο για ένα ολοκληρωτικά ιταλικό μακρύ κύμα: μια απογοητευμένη επαναστατική ώθηση, μετα-κομματική, καμπή, ορόσημο. Κοντά στoν brigatismo [brigante γενικότερα σημαίνει ληστής] τις κουκούλες και το πιστόλι P38 («Το έγκλημα πληρώνει» γράφονταν στους τοίχους), αλλά και ένα βήμα μακριά από το no-future των στιγμών πανκ.
Χαρακτηρισμοί συνδεδεμένοι με το ’77, ο ένας πιο κατάλληλος από τον άλλον, υπάρχουν πράγματι στο όμορφο  “Il movimento del 1977 in Italia” (Carocci, 2016) του Luca Falciola:

«Τρελό έτος», «ήρεμη ανταλλαγή πυροβολισμών», «συγκέντρωση ευτυχισμένου λυρισμού και τρόμου», «έτος κατά το οποίο το μέλλον ξεκίνησε», «έτος κατά το οποίο έληξε το μέλλον», «πατροκτονία», «κοινωνική έκρηξη», «καταστροφή της πολιτικής » (σ. 9)

Εάν επρόκειτο για καταστροφή, μια τυπική ιταλική καταστροφή, έχει ειπωθεί: ενώ στον υπόλοιπο πλανήτη οι πυρκαγιές του εξηνταοκτώ αμβλύνονται πράγματι στην αυγή των Εβδομήντα, σε αυτά τα γεωγραφικά πλάτη – συνένοχη ίσως η σοβαρή κοινωνική κρίση, μια κοινωνική κρίση επιπλέον στρωματοποιημένη, η πυρκαγιά της εξέγερσης δεν έσβησε, σιγοκαίει κάτω από τις στάχτες και φουντώνει σε όλο της το μεγαλείο ακριβώς το 1977. Από αυτή την άποψη ο Falciola είναι επιγραμματικός:

“Από αυτή την άποψη η Ιταλία είναι μια άτυπη περίπτωση. (…) εξακολουθεί να είναι ασαφές ποια διαδικασία εμπόδισε την έκλειψη των επαναστατικών προσδοκιών και τις ανέστησε σε μεγάλα στρώματα του νεανικού πληθυσμού από τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Από αυτή την προοπτική το 1977 είναι ένα θεμελιώδες ιστορικό σταυροδρόμι που πρέπει να διερευνηθεί” (σ. 10)

Εξ ου και η εξαιρετικά ευρεία εξέταση που διενεργήθηκε από τον συγγραφέα για το annus mirabilishorribilis, ανάλογα με την πλευρά από την οποία παρατηρείται), που διεξήχθη με βάση μια επιστημονική έρευνα που δεν παραμελεί τίποτα: τις δημόσιες πηγές όπως φυλλάδια, τη θεωρητική βάση των «ιερών» κειμένων που υπαγόρευσαν την πορεία προς τη χρυσή ορδή (για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Νάννι Μπαλεστρίνι-Nanni Balestrini) όπως τα ελεύθερα ραδιόφωνα, τους ινδιάνους μητροπολιτάνους, τις προλεταριακές απαλλοτριώσεις, τα κόμικς, τους ευτυχισμένους τσιγγάνους της Μπολόνια, πόλη-σύμβολο του φοιτητικού Κινήματος, τη βίαιη κλιμάκωση και τις αντιδράσεις του Κράτους. Il movimento del 1977 in Italia-Το κίνημα του 1977 στην Ιταλία” του Luca Falciola είναι μια τοιχογραφία στο μακρύ πεδίο των 365 ημερών που έκαναν το Έθνος να τρέμει, επέστρεψε με την αυστηρότητα της ιστορικής εμβάθυνσης και της καθαρότητας μιας πεζογραφίας που είναι προσιτή αν δεν είναι πραγματικά μαγευτική. Μην το χάσετε.

https://www.sololibri.net/movimento-1977-Italia-Falciola.html

 

«Δεν θα υπάρξει ένας ιστορικός, δεν θα ανεχτούμε να υπάρξει ένα ιστορικός, […] που να ανακατασκευάσει τα γεγονότα, μπολιασμένα στη σιωπή μας, αδιάκοπη σιωπή, ατελείωτη, θυμωμένα ξένη», είναι η σκληρή προειδοποίηση που άνοιγε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία που παρήγαγε το κίνημα των Εβδομήντα επτά (Μπολόνια, μάρτιος ’77 … δική μας υπόθεση). (Bologna, marzo ’77… fatti nostri). Εξάλλου, φαίνεται ακριβώς ότι η εγγενής φευγαλέα φύση του ίδιου του κινήματος, από την ιστοριογραφική άποψη, καθιστά πολύ πιο περίπλοκο από ποτέ να ανασυντεθεί μια συνεκτική αναλυτική και αφηγηματική εικόνα. Ο Luca Falciola γνωρίζει πολύ καλά αυτό, και κάνει το ντεμπούτο του σε αυτόν τον τόμο που φανερώνει «ένα καλειδοσκόπιο εικόνων και μια βαβέλ λέξεων. Ένα μωσαϊκό του οποίου δεν είναι δυνατόν να ανασυνθέσουμε τις συνδρομές, τις ιδιότητες μέλους» (10). Με λίγα λόγια ένας λαβύρινθος συνδέσεων, λεξιλογίων, αναπαραστάσεων στις οποίες είναι εύκολο να χαθούμε, χωρίς να υπολογίσουμε, υπενθυμίζει επίσης ο συγγραφέας, πως στη μικρή ιστοριογραφική βιβλιογραφία για τα Εβδομήντα επτά η θεμελιώδης σύγκριση με τις πηγές από τη μία πλευρά, εξακολουθεί να είναι ανεπαρκής, με το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο από την άλλη.

Ακριβώς σε αυτή τη διπλή κατεύθυνση είναι που η έρευνα κινείται, κυρίως αξιολογώντας διάφορης φύσης στοιχεία, από τον Τύπο έως τα θεσμικά αρχεία και όχι μόνο, από αδημοσίευτες πηγές διανοουμένων και ακτιβιστών. Αλλά και αφιερώνοντας άφθονο χώρο στο ευρύτερο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό σενάριο της Ιταλίας εκείνων των χρόνων, καθώς και θέτοντας τον ίδιο στόχο να μας επιστρέψει, επάνω σε αυτή τη διπλή βάση, σημαντικών αναλαμπών πολιτικής κουλτούρας του κινήματος, οργανωμένων σε εκθεσιακό επίπεδο θεματικών τομέων περισσότερο παρά ιδεολογικών «οικογενειών». Το αποτέλεσμα είναι ένα αναμφισβήτητα σημαντικό βιβλίο, μια περίπλοκη και μερικές φορές λαμπρή ανάλυση, ένα έργο που ακόμη έλειπε – με λίγα λόγια – στην ιστοριογραφία των Εβδομήντα επτά.

Μετά από ένα μεγάλο μέρος αφιερωμένο στις «κρίσεις» της οικονομίας και της εργασίας κατά τη δεκαετία του 1970, αλλά και στην παρακμή των «νέων αριστερών» ομάδων και την κατακόρυφη πτώση της εμπιστοσύνης διάχυτης σε ολοένα και περισσότερο απαξιωμένους θεσμούς, η προσοχή του συγγραφέα στρέφεται σε μερικά σημαντικά συμπτώματα που είχε αυτή η συστημική οπισθοδρόμηση στον τρόπο με τον οποίο η γενιά στα μέσα των 70’s κοίταξε στην εργασία, στον μύθο της επανάστασης, στις γνώσεις και στο πανεπιστήμιο, στην καθημερινή ζωή και στην κατανάλωση. Εάν σε ορισμένες αναλύσεις η τελευταία αυτή πτυχή (το περίφημο «δικαίωμα στο χαβιάρι», για να καταλαβαινόμαστε), και γενικότερα η νέα κεντρικότητα της θέσης των υποκειμενικών αναγκών και επιθυμιών, έχουν ενταχθεί σε ένα πολύ εύκολο «ατομικισμό» που προκαταβάλει την δεκαετία του ογδόντα, πρέπει να παραδεχτούμε ότι κάποια επιείκεια απέναντι σε αυτή την αμφισβητήσιμη ερμηνευτική τάση δεν λείπει ούτε σε αυτή την έρευνα, η οποία μερικές φορές δίνει την εντύπωση πως θεωρεί εναλλάξιμα άτομο και υποκείμενο.

Στις δραματικές σχέσεις μεταξύ του PCI και του κινήματος, όπως είναι λογικό, ο συγγραφέας αφιερώνει ιδιαίτερα προσεγμένες σελίδες (αν και, λόγω της απόλυτης συνάφειας του θέματος, θα μπορούσαν ίσως να ήταν ακόμη ευρύτερες). Ενώ το κίνημα θεωρούσε το κόμμα ως τη «νέα αστυνομία», ένα μείγμα ναζιστικής σοσιαλδημοκρατίας και σταλινισμού αλά Μπέρια, το κόμμα του Berlinguer, από την πλευρά του αφιέρωνε στους νέους του Εβδομήντα επτά τους χαρακτηρισμούς των «τραμπούκων», πρακτόρων αντιδραστικών δυνάμεων, μέχρι του σημείου να χαρακτηρίζει τον Francesco Lorusso «έναν δικό μας εχθρό», όπως είπε ο Amendola λίγο μετά τη δολοφονία του μπολονιέζου φοιτητή (149). Παρότι δραπετεύει εύστοχα σε όλο το βιβλίο από την ερμηνευτική καρικατούρα των «χρόνων του μολυβιού», ο συγγραφέας δεν αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει λεπτομερώς τον ίσως πιο σύνθετο κόμπο όλων, εκείνον της βίας, αφιερώνοντας τα δύο τελευταία κεφάλαια στην πολιτική βία, και στην καταστολή. Συνεπώς από τη μία πλευρά, εξετάζονται οι διάφορες μορφές βίας που ασκήθηκαν από το κίνημα, οι συζητήσεις που την επικαλούνται πολεμικά ή εκείνες που αντιθέτως – και σε σχέση με την εξέλιξη των συγκεκριμένων γεγονότων – εμπλέκονται σε δύσκολες διακρίσεις. Από την άλλη πλευρά, υπό ανάλυση είναι η καταστολή που εξαπολύθηκε από τους κρατικούς μηχανισμούς εναντίον των διαμαρτυρόμενων, με βάση μια απόλυτη αρχή υπεράσπισης της «νομιμότητας» που ποτέ δεν ήταν τόσο εν συγχύσει (και λόγω της στρατηγικής επιλογής του PCI-Κκι να τοποθετηθεί ακριτικά ως προπύργιο του κράτους). Είναι λυπηρό το γεγονός ότι, προς στο τέλος μιας τόσο περίπλοκης ανάγνωσης, ο συγγραφέας καταλήγει σε δηλώσεις που είναι υπερβολικά σχηματικές, όπως όταν δηλώνει πως προσδιορίζει την αποτελεσματική αιτία της βίαιης κλιμάκωσης του Εβδομήντα επτά στην ιδεολογική «προδιάθεση» του, ενώ οι «θεσμικοί παράγοντες» (ποινικοποίηση και καταστολή) «θα είχαν» δευτερεύουσα επιρροή » (258).

Είναι απλώς ένα παράδειγμα μερικών – ολίγων – ερμηνευτικών καταλήξεων, πιθανότατα λίγο υπερβολικών, και ίσως μάλιστα αναπόφευκτων, σε ένα έργο που για πρώτη φορά θέτει τον στόχο της επίτευξης ευρείας συστηματοποίησης τόσο περίπλοκου θέματος. Στοιχεία που δεν εμποδίζουν όμως να θεωρηθεί η έρευνα αυτή ένα έργο με το οποίο, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το κίνημα των Εβδομήντα επτά, στοχαζόμενοι δηλαδή επάνω σε αυτό με σοβαρότητα, θα λογαριαστούμε από τώρα και στο εξής.

 

https://storicamente.org/faciola_movimento_1977

αυτονομία, autonomia

Franco Tommei και Paolo Pozzi: ΕΚΕΙΝΟΙ ΟΙ ΠΥΡΟΒΟΛΙΣΜΟΙ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ MILANO (14).

Αυτό το άρθρο είναι μια θαμπή και κάπως κουνημένη φωτογραφία. Και μάλλον μια αυθόρμητη αντίδραση για τις τελευταίες μέρες του κινήματος στο Μιλάνο. Εκείνου του κινήματος των Kύκλων του Νεανικού Προλεταριάτου εναντίον της μαύρης εργασίας και υπέρ των νέων χώρων κοινωνικότητας, που αναπτύχθηκε με συγκεκριμένες μορφές μεταξύ του 1975 και του 1976. Το ’77 είχε πλέον τελειώσει, απέμεινε ένας χώρος διστακτικών, κατακερματισμένων, αγωνιστών, που σ’ ένα βαθμό έτειναν να κάνουν το “άλμα” στον ένοπλο αγώνα.

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli proletariato giovanile, anni '70

Στη δυναμική της πορείας στην Assolombarda, στις 12 Μαρτίου του 1977, στις διαφωνίες για τη διαδρομή και τους στόχους της, σ’ αυτά που τελικά έγιναν, μπορούμε να δούμε τη φτώχεια και την επικείμενη διασπορά. Φαίνεται το υδατογράφημα της αντίθεσης μεταξύ της βίας, ακόμη και σκληρής, του κινήματος, και του “πολεμικού λόγου” που θα αποτελέσει τυπικό χαρακτηριστικό των ένοπλων οργανώσεων.

Δεν είχαμε μείνει πολλοί στο Μιλάνο, το μεγαλύτερο μέρος των αυτόνομων είχε φύγει την προηγούμενη μέρα. Το βασικό ραντεβού εκείνων των ημερών, για ολόκληρο το κίνημα του ’77, ήταν η μεγάλη πορεία που είχε συμφωνηθεί να γίνει στη Ρώμη. Αλλά, αν και λίγοι, αποφασίσαμε να διαδηλώσουμε κι εμείς. Ο θάνατος ενός συντρόφου στην Μπολόνια, τα τεθωρακισμένα που κάλεσε ο Zangheri προκειμένου να περιφρουρήσουν την πόλη-βιτρίνα του ιταλικού κομμουνισμού, η διαδήλωση στη Ρώμη, μας επέβαλλαν, σχεδόν μας υποχρέωσαν, να κατέβουμε στο δρόμο.Παρότι λίγοι, ήμασταν όλοι παρόντες: οι επιτροπές της Senza Tregua, εμείς του “Rosso”, τμήματα της Lotta Continua, η κολλεκτίβα του Casoretto και τα υπολείμματα των Νεανικών Λεσχών. Αυτές, οι Λέσχες, υπήρξαν ολόκληρο το 1976, μέχρι τη μάχη-ήττα στη Σκάλα, το κίνημα που ηγεμόνευε πολιτικά στο Μιλάνο.

(Olycom)

Η πορεία εκείνη τη 12η Μάρτη του ’77 δεν είχε τίποτα το εύθυμο και το γιορτινό. Πρόσωπα σκυθρωπά, θυμωμένα. Τα σακίδια γεμάτα μπουκάλια και κάτω από το μπουφάν βάσιμες υποψίες για την ύπαρξη όπλων. Σ’ ένα κέντρο της πόλης απολύτως άδειο και γεμάτο φόβο, η πορεία κινούνταν αργά, σε αναζήτηση στόχων. Αλλά αυτή τη φορά δεν επρόκειτο να την πέσει σε σούπερ μάρκετ για απαλλοτριώσεις ή σε απομονωμένους φύλακες για να τους αφοπλίσει. Είχαν δολοφονήσει έναν σύντροφο στην Μπολόνια και απέναντι σε αυτό το γεγονός τα πάντα φαίνονταν αναντίστοιχα. Ωστόσο, στην κεφαλή της πορείας, τα συνηθισμένα συνθήματα γεμάτα οργή και μίσος. Πολλά χέρια υψώνονταν στον ουρανό, κάνοντας το σχήμα του πιστολιού.

Εμείς του “Rosso” φτάσαμε ελάχιστα προετοιμασμένοι, οι “καλύτεροι”, με τον αντίστοιχο εξοπλισμό, είχαν φύγει. Αλλά μπορούσες να μην κατέβεις σε μια πορεία το ’77; Έτσι λοιπόν, κάτω μαζί με τους άλλους. Σου έπαιρνε κάμποση ώρα να ανακαλύψεις τα παιδιά από το “Baggio”, τα παιδιά της Siemens, της “Boviza”. Δεν υπήρχε ένας που να μη φοράει μαντήλι στο πρόσωπο. Κι έπειτα πήραμε τον περιφερειακό δρόμο προς τα Navigli. Μέχρι που; Στο ύψος της οδού Monforte η πορεία σταμάτησε ξαφνικά. Τρέξαμε γρήγορα στην κεφαλή της πορείας. Εκεί μπροστά μας, ήταν η νομαρχία, περικυκλωμένη από δυνάμεις των καραμπινιέρων που κρατούσαν καραμπίνες. Μεταξύ των υπευθύνων των διαφόρων ομάδων της αυτονομίας έγινε μια χαμηλόφωνη συζήτηση. Μας ρώτησαν αν εμείς του “Rosso” συμφωνούσαμε να επιτεθούμε στη νομαρχία, με όλα τα μέσα.

Αποτέλεσμα εικόνας για giornale rosso anni 70

Μας πήρε ένα λεπτό να καταλάβουμε ότι όλη αυτή η παρανομία, η παραβατικότητα στην οποία είχαμε εμπλακεί και η οποία αποτελούσε μέρος του κινήματος, τώρα θα στρεφόταν εναντίον του ίδιου του κινήματος: η χρήση της βίας δεν ήταν πλέον στην υπηρεσία μιας συγκρουσιακής και βίαιης διαπραγμάτευσης, αλλά μετατρεπόταν σε αποκλειστικό προνόμιο όποιου ήθελε να εγκαταλείψει κάθε πιθανότητα μαζικής πολιτικής δουλειάς, επιλέγοντας τη γραμμή της μάχης και της παρανομίας. Αλλά εκείνη η παρανομία, εκείνη τη στιγμή, άμεσα, χρειαζόταν να βρει μια διέξοδο διαφορετική από τη νομαρχία, αλλά εξίσου βίαιη. Μια “γραμμή διαφυγής” που θα επέτρεπε στο “Rosso” να παρέμβει σ’αυτό το μικρό μέρος του κινήματος που υπήρχε στο Μιλάνο, αποφεύγοντας τη θανατηφόρα σύγκρουση με τους καραμπινιέρους.

Αποτέλεσμα εικόνας για giornale senza tregua anni 70

“Εμείς του “Rosso” θέλουμε να διαδηλώσουμε στην Assolombarda, ένας από τους λόγους που είμαστε σήμερα εδώ είναι ο αγώνας των εργατών της Marelli εναντίον της αναδιάρθρωσης. Δεν συμφωνούμε με μια επίθεση σήμερα στο κράτος, κάτι τέτοιο δεν απασχολεί την αυτονομία. Δε βλέπετε τα τουφέκια των μπάτσων, είναι τρέλα!”. Κάποιες βρισιές, βλαστήμιες, σπρωξίματα. Τελικά η πορεία ξεκινά εκ νέου. Πέρασε η άποψη να κατευθυνθεί στην Assolombarda. Ανακούφιση, αν και στο μυαλό μας ήταν ξεκάθαρο ότι υπήρχε ένα τεράστιο μπέρδεμα. Ήμασταν σε αδιέξοδο. Πώς θα βγαίναμε απ’ αυτό; Αλλά είχαμε ήδη πάρει αντίθετη πορεία, για να ξεφύγουμε απ’ αυτό που η πλειοψηφία από εμάς δεν ήθελε εκείνη τη μέρα. Εμείς του “Rosso” και εκείνοι του Casoretto μπήκαμε μπροστά. Τελικά φτάσαμε στην Assolombarda.

banda-bellini

Εναντίον του άδειου και γεμάτου τζάμια μεγάρου, εκτοξεύσαμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε. Μολότoφ κατά βούληση, πιστολιές και τουφεκιές. Και το να πέσουν τα τζάμια του “σπιτιού των αφεντικών” ήταν χαρά. “Κάψτε το παιδιά, κάψτε το”, ακούγαμε πίσω μας. Έπειτα φύγαμε γρήγορα. Ήταν η τελευταία προσπάθεια στο Μιλάνο να συνδεθεί η εξεγερσιακή βούληση του κινήματος με τις οργανωμένες ομάδες της αυτονομίας, που μετά από λίγο θα σβήσουν, πιασμένες στη μέγκενη της καταστολής και της στρατιωτικοποίησης. Ήταν η τελευταία πορεία στην οποία επιδείχθηκε το υψηλότερο επίπεδο της σύγκρουσης (και σε σχέση με τον εξοπλισμό), χωρίς να επιτεθούμε σε πρόσωπα, σε ανθρώπους. Δυο μήνες μετά, κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης εναντίον της καταστολής, σκοτώθηκε ο αστυφύλακας Custra: η ένοπλη γραμμή είχε περάσει στο εσωτερικό του κινήματος.

Αποτέλεσμα εικόνας για milano '77, autonomia operaia

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

αυτονομία, autonomia

ΟΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΙΟΥ.

Το πρωί της 11ης μαρτίου στην Μπολόνια, η Comunione e liberazione πραγματοποιεί μια συνέλευση στο ινστιτούτο ανατομίας του πανεπιστημίου, όπου συμμετείχαν περίπου 400 άτομα. Στην είσοδο της αίθουσας παρουσιάζονται πέντε φοιτητές της ιατρικής που αναγνωρίστηκαν ως μέλη του κινήματος. Η ομάδα περιφρούρησης των καθολικών τους χτυπά και τους πετά έξω από την αίθουσα.Οι ειδήσεις εξαπλώνονται κάνοντας να προστρέξουν ομάδες συντρόφων. Ενώ οι ciellini ταμπουρώνονται μέσα στο ίδρυμα, παρεμβαίνουν στο χώρο αστυνομία και καραμπινιέροι με περιπολικά, καμιόνια και τζιπ.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia organizzata

Ρίχνονται σχεδόν αμέσως τα πρώτα δακρυγόνα αερίου. Οι σύντροφοι τρέχουν προς την πόρτα Zamboni. Πίσω τους οι καραμπινιέροι αρχίζουν να πυροβολούν. Από την κυνηγημένη ομάδα ρίχνεται μια μολότοφ η οποία χτυπά ένα τζιπ και το καίει.

Αποτέλεσμα εικόνας για bologna 11 marzo 1977

Στη via Mascarella μια άλλη ομάδα συντρόφων που κατευθύνονται προς το πανεπιστήμιο συναντά μια φάλαγγα καραμπινιέρων που αμέσως εφορμούν. Ξεκινούν οι πρώτες ριπές αυτομάτου, στη συνέχεια από ένα πιστόλι διαμετρήματος-9 φεύγουν 6-7 βολές σε γρήγορη διαδοχή. Ο σκοπευτής είναι ένας καραμπινιέρος που φορά μια στολή χωρίς διακριτικά και ένα κράνος με γείσο, επιδιώκει την ακρίβεια στο σημάδι, στηρίζοντας το χέρι του σε ένα αυτοκίνητο. Ο Francesco Lorusso, 25 ετών, αγωνιστής της Lotta continua, πολύ γνωστός στο κίνημα της Μπολόνια, ακούει τα πρώτα χτυπήματα και γυρνά ενώ τρέχει με τους άλλους, χτυπιέται στην πλάτη εγκάρσια.

Αποτέλεσμα εικόνας για francesco lorusso

Με την ώθηση της κούρσας διατρέχει άλλα δέκα μέτρα και πέφτει στο πεζοδρόμιο, κάτω από την στοά της via Mascarella.Η φήμη ότι ένας σύντροφος σκοτώθηκε εξαπλώνεται γρήγορα.Η αστυνομία αποτραβιέται στο αρχηγείο.

Αποτέλεσμα εικόνας για francesco lorusso

Στις 13.30, η Radio Alice στέλνει τα νέα στην πόλη. Όλο το κίνημα είναι συγκεντρωμένο στο πανεπιστήμιο, υψώνονται οδοφράγματα σε όλες τις προσβάσεις και ενώ το βιβλιοπωλείο της Κοινωνίας και απελευθέρωσης, Terrapromessa, καταστρέφεται, κάθε σχολή συναντάται σε συνέλευση.

Σχετική εικόνα

Οργανώνονται οι ομάδες περιφρούρησης και αποφασίζεται ότι ο πολιτικός στόχος που πρέπει να χτυπηθεί είναι η D.C. Aπό το πανεπιστήμιο ξεκινά μια επιβλητική πορεία. Στην via Rizzoli πέφτουν δεκάδες βιτρίνες. Κοντά στην έδρα της D.C. η αστυνομία συγκρούεται με την κεφαλή της πορείας. Η ουρά δέχεται επίθεση με πυκνή εκτόξευση δακρυγόνων. Η πορεία διαλύεται και διασκορπίζεται στους πλευρικούς δρόμους. Πολλές ομάδες κατευθύνονται προς τον σταθμό που καταλαμβάνουν τις πρώτες γραμμές και συγκρούονται ξανά με την αστυνομία. Άλλες ομάδες εν τω μεταξύ επανασυγκεντρώνονται στην πανεπιστημιακή περιοχή.

Σχετική εικόνα

Για να προμηθευτούν φαγητό, λεηλατούν το πολυτελές εστιατόριο Cantunzein. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, ο ραδιοφωνικός σταθμός Alice μεταφέρει τις ειδήσεις σε απευθείας μετάδοση: «[…] να θυμηθούμε λοιπόν πως όλα τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στη Μπολόνια σήμερα, συμβάντα που η τηλεόραση και το ραδιόφωνο επισημαίνουν, όπως η πυρπόληση του γραφείου της εφημερίδας «Resto delCarlino», των δύο αστυνομικών σταθμών, του γραφείου της Fiat, όπως αυτή του καταστήματος της Luisa Spagnoli, το οποίο είναι ακριβώς ένα κατάστημα που ζει στο πετσί των φυλακισμένων, κάνοντας τους να δουλεύουν γι αυτήν, για να φτιάξουν προϊόντα υψηλής μόδας, για όλα αυτά τα πράγματα, τις συγκρούσεις στην οδό Ugo Bassi, για τις οποίες οι σύντροφοι δεν είναι υπεύθυνοι, όπως για τις συγκρούσεις που έλαβαν χώρα επειδή η αστυνομία προσπάθησε να εκδιώξει τους συντρόφους από τον σταθμό, για όλα αυτά, όλοι οι σύντροφοι αναλαμβάνουν την πλήρη ευθύνη.

Αποτέλεσμα εικόνας για radio alice, 1977

Όλοι ήταν μέρος αυτής της γιγαντιαίας ομάδας περιφρούρησης που αποφασίστηκε να γίνει, συλλογική, προετοιμάζοντας τα μπουκάλια με κοκτέιλ molotov, όλα προετοιμασμένα από κοινού στο πανεπιστήμιο, σήμερα νωρίς το απόγευμα, όλοι μαζί ετοιμάσαμε τα μπουκάλια, όλοι μαζί ξεκάναμε το πάτωμα του πανεπιστημίου για να πάρουμε τα λιθόστρωτα, τα πολεμοφόδια, όλοι μαζί, ήμασταν όλοι με τα εμπρηστικά μπουκάλια, με τις πέτρες στις τσέπες, γιατί η σημερινή ήταν μια βίαιη διαδήλωση, ήταν μια διαδήλωση που όλοι επιλέξαμε να κάνουμε βίαια, χωρίς να έχουμε μια ομάδα περιφρούρησης, χωρίς απομονωμένες ομάδες προβοκατόρων, αυτόνομων, που έκαναν ενέργειες, επειδή όλοι οι σύντροφοι συμμετείχαν σε όλες τις ενέργειες που έλαβαν χώρα σήμερα […]»(12).

Σχετική εικόνα

Αργά το απόγευμα οι ομοσπονδίες του P.C.I. της Μπολόνια και της FGCI διανέμουν ένα φυλλάδιο: «[…] Μια νέα σοβαρή προβοκάτσια τέθηκε σήμερα σε εφαρμογή στη Μπολόνια. Αυτή ξεκίνησε από μια απαράδεκτη απόφαση μιας ομάδας της λεγόμενης Αυτονομίας να αποτρέψει τη συνέλευση της CL και από σοβαρές παρεμβάσεις των αστυνομικών δυνάμεων. Μπροστά σε μια κατάσταση έντασης στην οποία προέκυψε και πάλι ο ρόλος του εκφοβισμού και της πρόκλησης των neosquadristici [α] ομάδων, έγινε παρέμβαση με τη χρήση πυροβόλων όπλων από πλευράς αστυνομικών των δυνάμεων ασφαλείας και των καραμπινιέρων […] πρέπει να απομονωθεί και να χτυπηθεί η λογική της πρόκλησης και της βίας που περισσότερο από ποτέ είναι στην υπηρεσία της αντίδρασης. Εδώ και καιρό στην πόλη μας μικρές ομάδες προβοκατόρων, έχουν δράσει μέσα σε αυτή την συγκεκριμένη λογική» (13).

Σχετική εικόνα

Η ηχώ των συγκρούσεων στη Μπολόνια εξαπλώθηκαν σε όλη την Ιταλία. Στη Ρώμη, όπου το κίνημα συμμετέχει στην προετοιμασία της διαδήλωσης που ορίστηκε για τις 12 μαρτίου, το κλίμα γίνεται πολύ «καυτό», όπως διηγείται ένας μάρτυρας:       «Στις 11 mαρτίου όλα τα πανεπιστήμια της Ρώμης ήταν ένα εργοστάσιο για μπουκάλια μολότοφ. Οι σύντροφοι ήταν αποφασισμένοι να κάνουν μεγάλη φασαρία, θόρυβο. Υπήρξαν συναντήσεις των διαφόρων ομάδων περιφρούρησης των σχολών που περιέγραφαν τους στόχους. Την προηγούμενη ημέρα στην Μπολόνια οι καραμπινιέροι είχαν σκοτώσει έναν σύντροφο, τον Francesco LORUSSO, έτσι η κατάσταση ήταν πραγματικά βαριά. Η συγκέντρωση ήταν στην Piazza Esedra. Σε κάποιο σημείο οι άνθρωποι που έφταναν εκεί ήταν τόσοι πολλοί, ώστε δεν χωρούσαν πλέον περισσότεροι, δεν μπορούσες να μπεις. Χιλιάδες σύντροφοι είχαν έρθει από όλα τα μέρη της Ιταλίας με ειδικά τρένα, λεωφορεία και ιδιωτικά αυτοκίνητα.

Αποτέλεσμα εικόνας για roma 12 marzo 1977

Στο ραντεβού κάποιοι έφτασαν με τα δικά τους μπουκάλια, ωστόσο, ο κύριος όγκος είχε ήδη προετοιμαστεί και οργανωθεί, και θυμάμαι ότι η ένδειξη ήταν να προετοιμαστούν οι μολότοφ, επίσης, και για όσους έρχονταν έξω από τη Ρώμη. Στο τέλος, πέρα από όλα εκείνα που είχαν ήδη τιναχτεί, χρησιμοποιηθεί, από μπουκάλια περίσσεψαν ένα σωρό, τόνοι από μπουκάλια…«Η αστυνομία μπλοκάρει την Via Nazionale, κατά διαστήματα υψώνεται ο βρυχηθμός από τα συνθήματα κατά της κυβέρνησης, της αστυνομίας και των καραμπινιέρων. Στις τέσσερις το απόγευμα ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις με την αστυνομία για την διαδρομή της πορείας. Προφανώς η αστυνομία είχε αυστηρές διαταγές να μην μας αφήσει να περάσουμε μέσα από το κέντρο της πόλης. Στο τέλος η διαδρομή συμφωνήθηκε και η πορεία ξεκινά εισερχόμενη στην Via Cavour. Υπήρχε μια απερίγραπτη ένταση, μια συνθήκη ζοφερή. Η πόλη ήταν έρημη, τα καταστήματα είναι κλειστά, η κυκλοφορία έχει εκτραπεί. Άρχισε να βρέχει, κάποιοι από τα παράθυρα των κτιρίων μας ρίχνουν κάτω πλαστικές σακούλες για να προστατευτούμε. Οι ομάδες περιφρούρησης των σχολών ήταν σε συνεχή επικοινωνία μεταξύ τους, είχαν τα μηχανάκια, συνδέονταν με ραδιοπομπούς, και εμείς καθοδηγούμασταν από αυτούς, αισθανόμασταν προστατευμένοι κατά κάποιο τρόπο, αλλά την ίδια στιγμή, επίσης, στερημένοι εκείνης της στρατιωτικής λειτουργίας όπου στις 5 του Μάρτη είχαμε μπορέσει να εκφράσουμε άμεσα. Σε ένα σημείο, η πορεία σταμάτησε μέσα σε απόλυτη σιωπή για περίπου πέντε λεπτά. Όλοι ήταν σε μεγάλη ένταση, επειδή ήξεραν ότι θα συμβεί μεγάλη φασαρία. Εκείνη τη στιγμή μια μεγάλη ομάδα ξεκολλά απ’ την πορεία και κατευθύνεται φθάνοντας στην Piazza del Gesù, όπου υπάρχει η έδρα της DC που φρουρείται από την αστυνομία.

Φεύγουν οι μολότοφ και σε απάντηση η αστυνομία άρχισε να ρίχνει δακρυγόνα. Στη συνέχεια, ακούστηκαν πυροβολισμοί, ουρλιαχτά, εκρήξεις. Ο καπνός γέμισε τον αέρα, δεν μπορείς να αναπνεύσεις, και δεν μπορούμε να δούμε τίποτα, δύο αστυνομικοί έχουν πέσει τραυματισμένοι στα πόδια. Η αστυνομία επιτίθεται με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και η πορεία χωρίζεται σε δύο μέρη. Botteghe oscure, τα γραφεία του ΚΚι ήταν έξω από τους στόχους μας, υπήρχαν σειρές από την ομάδα περιφρούρησης του κινήματος που έκλειναν την πρόσβαση στον δρόμο. Εκείνοι του PCI είχαν τη δική τους, αλλά δεν υπήρξε καμία τριβή, επειδή συνειδητοποίησαν επίσης ότι με τον αέρα που φυσούσε δεν ήταν πραγματικά η περίπτωση. Στο εσωτερικό ήταν σίγουρα έτοιμοι, αλλά έξω στέκονταν μόνο λίγοι, αυτοί με την σωστή φάτσα, με λίγα λόγια, οι pistoleros. Στην Piazza Αργεντινή εγείρονται οδοφράγματα και από αυτή την στιγμή οι συγκρούσεις και η ανταλλαγή πυροβολισμών αλληλοδιαδέχονται σε όλο το κέντρο για ώρες και ώρες. Το κύριο σώμα της πορείας περνά μπροστά από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Εκτοξεύονται και άλλες μολότοφ και ανταλλαγές πυροβολισμών με αστυνομικούς που είχαν ταμπουρωθεί στο εσωτερικό.

Αποτέλεσμα εικόνας για roma 12 marzo 1977

«Κατά μήκος του ποταμού Τίβερη τα δύο τμήματα της πορείας επανενώνονται και στην διαδρομή προς την Piazza del Popolo συνέβησαν τα πάντα. Δεν παρέμεινε ουσιαστικά ούτε μια βιτρίνα στα πόδια της, δύο αστυνομικά τμήματα δέχθηκαν επίθεση, η χιλιανή πρεσβεία στο Βατικανό, η σύνταξη της εφημερίδας »il popolo», η έδρα της Gulf, ένας απροσδιόριστος αριθμός τραπεζών, μια αντιπροσωπεία της Fiat. Η αστυνομία στέκονταν στην άλλη πλευρά του Τίβερη, ανησυχούσε πάνω απ ‘όλα για την φύλαξη της φυλακής της Regina Coeli. Ήταν ήδη σκοτάδι και ενάντια στη φυλακή έφυγαν πολλοί πυροβολισμοί. Ακριβώς σε αυτό το σημείο υπήρξε μια επίθεση σε ένα οπλοπωλείο, οι σύντροφοι πήραν μαζί τους τα όπλα, τουφέκια και πιστόλια. Βλέπω την εικόνα ενός συντρόφου που βγαίνει από το οπλοπωλείο με ένα ντουφέκι, το οπλίζει, διασχίζει τον δρόμο, ακουμπά στον τοίχο του τοιχίου την κάννη και αδειάζει το όπλο ενάντια στη φυλακή που βρίσκονταν στην άλλη πλευρά του Τίβερη, εκεί μπροστά.«Υπήρχε επίσης ένας με ψαροντούφεκο που το είχε πάρει από το ίδιο οπλοπωλείο και έριξε την βέργα προς την αστυνομία που βρίσκονταν απ’ την άλλη μεριά του ποταμού. Σε κάθε γέφυρα στήνονταν οδοφράγματα και ρίχνονταν οι βόμβες μολότοφ σε δέσμες. Υπήρχαν εκείνοι που πυροβολούσαν, αλλά και η αστυνομία πυροβολούσε, όλοι πυροβολούσαν από λίγο. Υπήρξαν τόσοι πολλοί τραυματίες εκείνη την ημέρα, κι από τις δυο πλευρές.

Αποτέλεσμα εικόνας για roma 12 marzo 1977

Κατά μήκος του ποταμού υπήρχαν εκείνοι που προσπάθησαν να στήσουν σειρές συντρόφων στην άκρη του δρόμου για να προσπαθήσουν να αποτρέψουν ορισμένες ομάδες να καταστρέψουν όλα τα σταθμευμένα αυτοκίνητα. Υπήρξε τότε μια σκληρή πολεμική για αυτά τα γεγονότα. Υπήρχαν ίσως εκατό χιλιάδες άτομα και ανάμεσά τους υπήρχαν και εκείνοι που κατέστρεφαν τα πάντα.Στην Piazza del Popolo, ο αέρας δεν αναπνέονταν, κατάσταση αποπνικτική, η αστυνομία δεν ήταν εκεί, ήταν ένα φάντασμα που παρέμεινε σε απόσταση ρίχνοντας δακρυγόνα συνεχώς. Πίσω από τα τειχάκια υπήρχαν οι φλόγες που υψώνονταν. Μια μεγάλη ομάδα ξεκίνησε επίθεση στο αρχηγείο των καραμπινιέρων, έριξαν ατέλειωτες μολότοφ και στη συνέχεια άρχισαν να πυροβολούν και τα όπλα, τουφέκια και πιστόλια, στην πόρτα και στον τοίχο. Μακρύτερα είχαν βάλει φωτιά σε ένα μπαρ που ήταν το σημείο συνάντησης των φασιστών.

Αποτέλεσμα εικόνας για roma 12 marzo 1977
«Στη Μπολόνια, το πρωί της 13ης μαρτίου, χίλιοι carabinieri οπλισμένοι μέχρι τα δόντια και καλυμμένοι από τεθωρακισμένα καταλαμβάνουν στρατιωτικά την πανεπιστημιακή περιοχή που ήταν δύο μέρες στα χέρια του κινήματος. Το πανεπιστήμιο είναι έρημο, στο εσωτερικό βρίσκουν όπλα κυνηγιού, πυρομαχικά molotov. Όλη την ημέρα, οι καραμπινιέροι εισβάλουν σε δημόσιους χώρους του κινήματος σπάζοντας τα πάντα και κατάσχοντας αυτά που βρίσκουν.
Αποτέλεσμα εικόνας για bologna 13 marzo 1977
Αργότερα αρχίζουν οι έρευνες σε ιδιωτικές κατοικίες, 41 άνθρωποι συλλαμβάνονται, προσάγονται καμιά εκατοστή. Από τη 11η μαρτίου στη Μπολόνια οι συληφθέντες είναι 131. Την επόμενη ημέρα, 14 μαρτίου, συνεχίζεται για όλη την ημέρα η κατάσταση πολιορκίας της πόλης από τους καραμπινιέρους και την αστυνομία, ο νομάρχης απαγορεύει την πομπή για την κηδεία του Francesco Lorusso στο κέντρο της πόλης.
Σχετική εικόνα
Στην Ρώμη εν τω μεταξύ ένα νομαρχιακό διάταγμα απαγορεύει κάθε διαδήλωση για τις επόμενες δεκαπέντε ημέρες. Ο υπουργός εσωτερικών Cossiga δηλώνει: «[…] οι tupamaros μας πρέπει να πειστούν ότι δεν υπάρχει απολύτως κανένα περιθώριο, κανένας χώρος για την τρέλα τους […]».
Αποτέλεσμα εικόνας για bologna 13 marzo 1977

Στις 12 μαρτίου στο Μιλάνο, κατά τη διάρκεια μιας πορείας του κινήματος, πυροβολισμοί ρίχνουν σε συντρίμμια τα παράθυρα της έδρας των βιομηχάνων Assolombarda, ενώ σε πολλές άλλες ιταλικές πόλεις συνέβησαν συγκρούσεις. Το πρωί της ίδιας ημέρας στο Τορίνο οι μαχόμενες Ταξιαρχίες είχαν σκοτώσει έναν υπαξιωματικό του πολιτικού γραφείου της Αστυνομικής Διεύθυνσης. Μεγάλοι τομείς του κινήματος εκφράζουν ρητή συμπάθεια προς τις ένοπλες δράσεις.Παράλληλα με τις πιο καθιερωμένες οργανώσεις μάχης στήνεται ένας κινητός και ανεπίσημος γαλαξίας μικροοργανώσεων που διαδίδουν τις ένοπλες πρακτικές από τη μητρόπολη στα πιο περιφερειακά κέντρα, προάγοντας την επίθεση όχι τόσο στην «καρδιά του κράτους» όσο στις φιγούρες που συνιστούν «την διάρθρωση της καπιταλιστικής διοίκησης στις περιοχές και στην επικράτεια«.

α] squadrismo, Πολιτικό-κοινωνικό φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από τη βίαιη δραστηριότητα ομάδων δράσης, με ιδιαίτερη αναφορά στους φασίστες που κατά τα έτη μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο λειτουργούσαν χωρίς κανέναν ενδοιασμό, με εκφοβισμούς και βιαιότητες συχνά θανατηφόρες κατά των δημοκρατικών πολιτικών οργανώσεων.
Αποτέλεσμα εικόνας για francesco lorusso