ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Πρώτη γραμμή – Prima linea

Il 27 settembre στις 27 σεπτεμβρίου θα έρθει στα βιβλιοπωλεία Prima Linea. L’altra lotta armata (1974-1981) Vol. I, Πρώτη Γραμμή. Η άλλη ένοπλη πάλη  1ος Τόμος– ένα πυκνό και σε βάθος ερευνητικό έργο του νεαρού ιστορικού Andrea Tanturli.

Η ιστορία μιας από τις σημαντικότερες ομάδες του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία στη δεκαετία του ’70 επιτέλους αναλύεται με τα εργαλεία της ιστοριογραφίας και όχι όπως μέχρι σήμερα συνέβη με εκείνα τα μειωτικά των απομνημονευμάτων ή του δημοσιογραφικού χρονικού.

Prima linea

Η άλλη ένοπλη πάλη, L’altra lotta armata (1974-1981) Vol I Τόμος 1

Andrea Tanturli
€25,00

Στο γεμάτο πανόραμα της επαναστατικής αριστεράς της δεκαετίας του ’70, η οργάνωση Prima Linea αντιπροσωπεύει ένα από τα λιγότερο γνωστά και πιο παρεξηγημένα κεφάλαια της ιστορίας του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Είναι λίγα χρόνια, ξεκινώντας από το 1974 (όταν δημιουργούνται οι πρώτες ιδρυτικές διαδικασίες) έως το 1981 (το έτος εγκατάλειψης της ένοπλης πάλης), που σηματοδοτούν τη γέννηση, την άνοδο και το ναυάγιο ενός πολιτικού σχεδίου με στόχο το ρίζωμα του ένοπλου αγώνα στο σώμα των ακραίων αριστερών κινημάτων. Η προσπάθεια να ασκηθεί ένα εναλλακτικό οργανωτικό και ιδεολογικό μοντέλο από εκείνο της περίπτωσης των ερυθρών Ταξιαρχιών είναι συνυφασμένη με την πολυπλοκότητα του Κινήματος του ’77, συγκρούεται με μια ολοένα και πιο αποτελεσματική καταστολή του Κράτους και ναυαγεί μπροστά στις επιπλοκές μιας αυξανόμενης παρανομίας και ενός αυξανόμενου μιλιταρισμού. Το βιβλίο είναι η πρώτη απολύτως ιστορική ανακατασκευή των περιπετειών της Prima linea, μέσω της χρήσης μιας πληθώρας συχνά αδημοσίευτων πηγών, ένα σύστημα ανάλυσης που ξεφεύγει από την ξηρότητα του reducismo και της ηθικής καταδίκης. Ένα θεμελιώδες έργο για να κατανοήσουμε τα μονοπάτια που οδήγησαν χιλιάδες νέους να νυμφευθούν μια αμετακίνητη σύγκρουση απέναντι στους οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς της χώρας μας.

 

L’altra lotta armata (1974-1981) Ο άλλος ένοπλος αγώνας

Prima linea

«πέρα από τις ερυθρές Ταξιαρχίες – oltre le Brigate rosse:
η άλλη ένοπλη πάλη – l’altra lotta armata»
€25,00
 Λίστα των επιθυμιών

Μετά τις επιτυχημένες κόκκινες Ταξιαρχίες. Από τα εργοστάσια έως την εκστρατεία της άνοιξης, ο εκδοτικός οίκος DeriveApprodi δημοσιεύει ένα άλλο θεμελιώδες ιστοριογραφικό έργο για τα γεγονότα του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία κατά τη δεκαετία του ’70. Nell’affollato panorama della sinistra rivoluzionaria di quel periodo, l’organizzazione Prima linea rappresenta uno dei capitoli meno conosciuti e più fraintesi, seppure la sua importanza quantitativa e qualitativa sia seconda alle sole Brigate rosse. Sono pochi anni, a partire dal 1974 (quando si originano i primi processi fondativi) fino al 1981 (anno dell’abbandono della sigla), a scandire la nascita, l’ascesa e il naufragio di un progetto politico volto a radicare la lotta armata nel corpo dei movimenti di estrema sinistra. Il tentativo di praticare un modello organizzativo e ideologico alternativo a quello delle Brigate rosse si intreccia con la complessità del Movimento del ’77, si scontra con una repressione dello Stato sempre più efficace e naufraga di fronte alle complicazioni di una clandestinità crescente e di un crescente militarismo. Il libro è la prima ricostruzione compiutamente storica delle vicende di Prima linea, attraverso l’uso di una pluralità di fonti spesso inedite, un impianto di analisi che sfugge dalle secche del reducismo e della condanna morale. Un libro fondamentale per comprendere i percorsi che portarono migliaia di giovani a sposare un conflitto irriducibile nei confronti delle istituzioni economiche e politiche del nostro paese.

ISBN: 978-88-6548-241-4
PAGINE: 512
ANNO: 2018
COLLANA: I libri di DeriveApprodi
TEMA: Anni SettantaViolenza rivoluzionaria
Σχετική εικόνα
AUTORE Συγγραφέας

ANDREA TANTURLI

είναι ιστορικός και εργάζεται στο Κρατικό Αρχείο της Φλωρεντίας –  l’Archivio di Stato di Firenze. Στις σπουδές του ασχολήθηκε κυρίως με τα κοινωνικά κινήματα και την πολιτική βία στην Ιταλία κατά τη δεκαετία του ’70.
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Σημάδια, ασπίδες, χαρταετοί και άλλα ευρήματα. Lorenzo Bortoli 1952-1979

του Gioacchino Toni

cover bortoliRoberto Silver Silvestri, Segni, scudi, aquiloni e altri reperti. Lorenzo Bortoli 1952-1979, eBook, 77 σελίδες, κατεβάστε δωρεάνscaricabile gratuitamente online

Το βιβλίο που δημιούργησε ο Roberto Silvestri έχει το αξίωμα να θυμίζει τον φίλο Lorenzo Bortoli που χάθηκε τραγικά, ανακατασκευάζοντας την αλληλοεπικάλυψη των προσωπικών γεγονότων με εκείνα ενός μη αδιάφορου μέρους μιας γενιάς που, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, ακόμη και σε »μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη και θανάσιμη ανία», ένιωσε αρχικά την επείγουσα ανάγκη να αισθανθεί επιτέλους ζωντανή και, στη συνέχεια, προσπάθησε να αλλάξει τον κόσμο.
Ο τόμος γεννιέται από την ιδέα του Silvestri να θυμάται τον φίλο μέσα από τους πίνακες ζωγραφικής, τα σκίτσα και τα σχέδια που άφησε σε φίλους, φίλες και συγγενείς, στη συνέχεια, προχωρώντας στα έργα του Bortoli προστέθηκε άλλο χρήσιμο υλικό για την ανασυγκρότηση της περιόδου μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του ’60 και του τέλους της δεκαετίας του ’70, όπου οι Silvestri και Bortoli, μαζί με άλλους, μοιράστηκαν την ιδέα να προσπαθήσουν να αλλάξουν τα πράγματα. Η μνήμη εκείνης της δεκαετίας, η οποία είναι το υπόβαθρο των γεγονότων που αναφέρθηκαν, εναλλάσσει τις αναμνήσεις της θαμπής, γκρίζας, βαρετής και θανατηφόρας βενετικής επαρχίας σε θραύσματα μιας σειράς ατομικών και συλλογικών προσπαθειών να την ζήσουν και να την μεταμορφώσουν με τρόπο τέτοιο ώστε να αξίζει να γίνεται αυτό έχοντας ψηλά το κεφάλι.

Η ιστορία είναι εκείνη του Lorenzo Bortoli, καλλιτέχνη, αγωνιστή και εργάτη, ο οποίος πέθανε αυτοκτονώντας, στη φυλακή της Βερόνα στις 19 Ιουνίου 1979. Ο Bortoli συνελήφθη, μαζί με άλλους, σε σχέση με την ακούσια έκρηξη που έλαβε χώρα στις 11 απριλίου 1979, σε ένα διαμέρισμα στη Thiene, στην επαρχία της Vicenza, την ώρα που τρεις στρατευμένοι στις ενετικές πολιτικές κολεκτίβες προετοίμαζαν μια βόμβα. Ο Bortoli προέκυπτε ιδιοκτήτης του διαμερίσματος και η σύντροφος του Maria Antonietta Berna έχασε τη ζωή της στην έκρηξη. Πριν από εκείνη την 19η ιουνίου 1979 ο Lorenzo προσπάθησε να αυτοκτονήσει στη φυλακή δυο φορές καταναλώνοντας φάρμακα αλλά δεν του χορηγήθηκε νοσηλεία, όπως ζήτησε επανειλημμένα το κολέγιο της υπεράσπισης και προέτρεψαν διάφορες τοπικές συνδικαλιστικές και πολιτικές δομές.

Αποσπάσματα

Κάναμε τα πάντα για να γίνουμε καλύτεροι από αυτό που ήμασταν. Αυτό μπορεί να ειπωθεί για το μεγαλύτερο μέρος της γενιάς μας, σε μια εποχή που θέλαμε, και μάλιστα φαινόταν δυνατόν, να αλλάξουμε τα πράγματα και τον κόσμο

bortoli 002μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη ζωή και μια θανατηφόρα ανία / αντιδράσεις, μεταλλάξεις που ακριβώς η αιώνια απαγόρευση κυκλοφορίας της περιοχής ήταν σε θέση να παρακινήσει και να αναπτυχθεί σε τέτοιες απροσδόκητες μορφές που δεν επαναλαμβάνονται / Cesare Pavese / Italo Calvino / Εγχειρίδιο νεαρών μαρμότων / Σχέδιο γραμμής και επιφάνεια του Kandinsky / Jean Paul Sartre / Steinbeck / Siddhartha / Carrà / Morandi / Paul Klee / Bruno Munari / Osvaldo Licini / Rothko, Burri e tutto l’Informale / τα Μανιφέστα του Surrealismo / Alberto Giacometti / ζωγραφιές με χρώμα θαμπό και υπόβαθρο λειασμένο / Schio / εμείς οι έφηβοι / γιορτές, συζήτηση, ζωγραφική, συλλογιστική / η επείγουσα ανάγκη για μια ριζοσπαστική αλλαγή / η κοινωνική καταπίεση / η μουσική / Η μουσική πάνω απ’ όλα / Who, Rolling Stones, Kinks, Beach Boys, Hendrix / τα πρώτα album του Joe Cocker, των Cream, της Julie Driscoll με Brian Auger & The Trinity / των New Trolls (εκείνα δίχως ωράριο δίχως σημαία, με τους στίχους του Fabrizio de André) / Doors, Rory Gallagher, οι Traffic / Abbey Road των Beatles / Είχαμε ανάγκη, πεινούσαμε για μουσική / οι ηχώ εκείνης της περιόδου, στην Ιταλία και πάνω απ’ όλα στην επαρχία, έφταναν καθυστερημένα και πολύ ρευστές / Ήταν ταινίες όπως Woodstock ή “Pink Floyd a Pompei”, η μοναδική »εναλλακτική» επιτρεπτή που έφτανε στην Schio / η ξεθωριασμένη οπτική της Swingin’ London στο Blow up του Antonioni / το Cineforum της Thiene / Φράουλες και αίμα, Harold και Maude, Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο, Easy Rider / o χρόνος που σαρώνονταν από τον κόσμο της κανονικής εργασίας στα εργοστάσια / εγγυημένη χρήση των γραφείων / σπάνιοι οι χώροι οι αφιερωμένοι στον πολιτισμό, σχεδόν πάντα ζοφερό όσο και θεσμικό / στις περιφερειακές επαρχίες της αυτοκρατορίας, σχηματίζονταν τα πρώτα  “συγκροτήματα” (ή “συγκροτηματάκια”), όπως αποκαλούνταν / νοικιάζονται, οι πρώτες κιθάρες / οι πρόβες γίνονταν από τους Salesiani / μια κωμόπολη όπως ήταν εκείνη την εποχή η Schio, τόσο καθωσπρέπει και με το έντονο ηθικίστικο αποτύπωμα τυπικό του καθολικού- εργατικού Βένετο (όπου πράγματα γίνονταν έτσι κι αλλιώς, ίσως λίγα, αλλά στα κρυφά) / ο μονσινιόρ της βάρδιας αισθάνθηκε την υποχρέωση να εκφράσει δημόσια ανησυχία και αποδοκιμασία, προειδοποιώντας έτσι τους γονείς και αποτρέποντας  τα νεαρά απερίσκεπτα κορίτσια από το να συχνάζουν σε μέρη τόσο επικίνδυνα / Jackson Pollock και l’Action Painting / Rauschenberg και η Pop Art / Εν τω μεταξύ, σε όλη την Ιταλία, τα πανεπιστήμια και τα σχολεία ήταν σε αναταραχή, οι καταλήψεις / πολιτικές εξωκοινοβουλευτικές ομάδες / τα διάφορα πολιτικά κόμματα αποκαλούμενα “φιλοκινεζικά” / κόκκινα βιβλιαράκια / στοιχεία με πολιτικά της πολιτικής ομάδας της ασφάλειας / η απόρριψη κάθε ρεβιζιονισμού τυπικού της θεσμικής αριστεράς / στοίβες βιβλία και σύντομοι έρωτες για τον Πόε και για τους »γοτθικούς» συγγραφείς, η επιστημονική φαντασία / Lovecraft / Ray Bradbury / Burroughs / Alexander Trocchi / η “επιστήμη των επινοημένων λύσεων” /Snoopy, το περιοδικό Linus, λίγο Alan Ford / Ήταν επίσης τα χρόνια κατά τα οποία πολλοί νέοι  “το έσκαγαν απ’ το σπίτι” / υποφέροντας σχετικά με το στενόχωρο περιβάλλον της επαρχίας / είχε αφήσει ένα σημείωμα και έφυγε / οι καραμπινιέροι / η φωτογραφία / εργασίες επάνω στο μασονίτη / το καρβουνάκι / Γεωμετρικά προφίλ / ξεπλυμένα ακρυλικά χρώματα / Lucio Fontana / Spazialismo / λίγες φωτογραφίες, τόσο των πινάκων του όσο και του studio / σειρά υδατογραφιών / οι αφαιρέσεις / εκείνο το διαμέρισμα ανάμεσα σ’ ένα πήγαινε έλα από κόσμο, τραπέζια, καμβάδες, χρώματα και σκίτσα, ανάμεσα σε συζητήσεις, καλαμπούρια και τα πρώτα σπέσιαλ τσιγάρα, / οι Ekseption / Deep Purple και Led Zeppelin / Genesis, ELP, Yes και όμορφη κομπανία / οι King Crimson του Robert Fripp και οι Van Der Graaf Generator / τα πρώτα μακριά μαλλιά, και η Schio, όπως άλλοι τόποι της επαρχίας,  “ήταν ένα μέρος στο οποίο εάν τα είχες έτσι, ούτε σ’ ένα μπαρ να μπεις και να ζητήσεις να πιεις μπορούσες, γιατί αρνούνταν να σε σερβίρουν, κι εάν διαμαρτυρόσουν, καλούσαν τους καραμπινιέρους που έφταναν γρήγορα και σε μετέφεραν στο στρατόπεδο” / Εμάς ενδιέφερε κυρίως να πειραματιστούμε / θέλαμε να ήμαστε μαζί / πνευματική περιέργεια / προσπάθεια να καταλάβουμε κάθε τι, μέσα κι έξω, και να τ’ αλλάξουμε / υπερβολές και παιδικότητα, ζήλος, οπορτουνισμοί, αυτοτραυματικές παρεκκλίσεις / Παρά τις καταστροφές / Καμιά τοξική καθοδική μυθολογία / ελαιογραφία / οι διαδρομές του πινέλου παίρνουν μια συνοχή απτή / οι αποχρώσεις, εκτός από ειδικές εξαιρέσεις, θερμαίνονται και ανάβουν/ κίτρινες, ώχρα, κόκκινες με διαφορετικές διαβαθμίσεις, και σπάνια, μερικές ροζ / Στυλιζαρισμένες αναμνήσεις, καταγραφές περιγραμμάτων των βουνών, σύννεφα, προφίλ και επαναπροσδιορισμός ανθρώπινων τροχιών, λόφοι και ορίζοντες / μακρά απογεύματα / απογεύματα τραβηγμένα μέχρι νύχτα / το μουσικό θέμα του Zabriskie Point / διάστημα/παρατεταμένο χρονικό διάστημα του παιχνιδιού, αρπαγμένο από το ρολόι της παραγωγής και του μάρκετινγκ της παράστασης / κάποιος ασυνήθιστος συνδυασμός χρωμάτων / για να χτιστεί μια αυθεντική και ήρεμη σχέση με τους άλλους / το μακρύ, απίστευτο, παλτό από «ασημωμένο δέρμα συνθετικού λύκου» / τα φυλλάδια έπρεπε να τυπωθούν στο Trento και να μεταφερθούν στη συνέχεια στην Schio πάνω στην ώρα για να διανεμηθούν στην πρώτη βάρδια στη Lanerossi της Piovene / το άνοιγμα των πρώτων γραφείων της Lotta Continua / η LC έφτασε στο σημείο να έχει γραφεία στη Schio, στην Thiene, ακόμη και στην Vicenza, πόλη που θεωρούνταν όχι πρωτεύουσα, αλλά περιφέρεια μιας επαρχίας που είχε τα προπύργια της στις εργατικές ζώνες και επομένως την πρωτεύουσα της, ακριβώς στη Schio / η διάλυση της LC / η ίδρυση της αυτόνομης ομάδας εργάτες φοιτητές. Δεν επρόκειτο όμως για την αυτονομία με το “A κεφαλαίο”, αλλά για εκείνη ακόμη κόρη του ιστορικού εργατισμού, αν και διασχίζεται επίσης από τις επιρροές-μολύνσεις του Parco Lambro και στη συνέχεια των γεγονότων του ‘77 / ο διάλογος επάνω στον ένοπλο αγώνα-ναι, ένοπλη πάλη-όχι / η ρήξη ανάμεσα στις δυο ψυχές /

bortoli 001η απαγωγή του Μόρο και, για τους βορειοανατολικούς ειδικότερα ιταλούς, υπήρξαν τα γεγονότα της 7ης απριλίου του ’79. Τον οκτώβριο του 1973, ο Enzo σχεδίασε, τύπωσε με δικά του έξοδα, μια αφίσα που έστειλε στη συνέχεια σε μια εκατοστή ζωγράφων, ιδιοκτητών γκαλερί και κριτικούς τέχνης / Το σχέδιο, το οποίο είναι η σταθερά της ζωγραφικής μου, αποτελεί το μέσο με το οποίο προτείνω να λειτουργήσει μια ενέργεια για την ανάκτηση αξιών που μοιάζουν, αν όχι νεκρές, να έχουν ατροφήσει / Η πινελιά είναι ευρεία, παχιά, γεμάτη, οι χρωματικές περιοχές είναι πυκνές και συμπαγείς, τα χρώματα χρησιμοποιούνται μόνο σε ζεστές αποχρώσεις / θέλω να κάνω μια ειλικρινή ζωγραφιά, μια συμπαγή και ζωηρή ζωγραφική / να δημιουργήσουμε μια γαλήνια και πνευματικά αυθεντική σχέση με τους άλλους / Jefferson Airplane, Grateful Dead, Quicksilver / Frank Zappa / Tangerine Dream και οι γερμανοί “κοσμικοί” του Krautrock / Miles Davis di Bitches Brew / AlterAlter, Re Nudo, Moebius, Η μπαλάντα της αλμυρής θάλασσας του Hugo Pratt / το Manifesto, Lotta Continua, Potere Operaio, Senza Tregua, Controinformazione, και πιο μπροστά τα βιβλία του Castaneda, οι Καταστασιακοί και οι Puzz του Max Capa / αρχίσαμε να εξετάζουμε την πολιτική δέσμευση με ένα διαφορετικό βλέμμα, σαν τη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης στην πραγματικότητα / ξεφεύγοντας από ένα ένταλμα σύλληψης / John Coltrane / Kashmir και Srinagar, Amsterdam, το Μεξικό ή η Ινδία και Vladivostok / Corto Maltese του Pratt, και Alack Sinner του Muñoz και Sampayo ήταν οι χάρτινοι ήρωες στους οποίους ταυτοποιούμασταν, αλλά επίσης ακολουθούσαμε από κοντά τους πολυάριθμους εργατικούς αγώνες που δημιουργούσαν αναταραχές στην περιοχή και τα λίγα, αλλά ισχυρά φοιτητικά κινήματα που κάθε τόσο αναστάτωναν και ταρακουνούσαν την Thiene και την Schio / κίνημα για την μείωση του κόστους των μεταφορών / από την μια πλευρά οι φίλοι και σύντροφοι με τους οποίους μοιραζόμουν τις στιγμές του  “ελεύθερου χρόνου” και που αρνούνταν να μπουν σε μια οργάνωση “κλασσική”, από την άλλη, η συναρπαστική για μένα στράτευση, που μέσω της παρέμβασης μπροστά στα εργοστάσια, της εργατικής έρευνας που αναπτύξαμε και της ανάδυσης του φεμινισμού στην έδρα της LC στην Schio, μου αποκάλυπταν και με έκαναν να αγγίζω από κοντά άλλους κόσμους / “να ξαναπάρουμε την πόλη” / η έννοια της “άμεσης δράσης” / ακριβώς η έννοια της «επανοικειοποίησης» που ήδη άρχιζε να κυκλοφορεί, ενεργοποίησε τη δυναμική που μας οδήγησε να αφήσουμε την LC και να ιδρύσουμε την πρώτη Αυτόνομη Κολεκτίβα / στο εργοστάσιο εισέρχονταν πλέον μια γενιά που αρνούνταν να υπομείνει μια τόσο σαρωτική ζωή, που ήθελε να ζήσει διαφορετικά, άμεσα, χωρίς να περιμένει ένα μακρινό και αβέβαιο μέλλον ή τη μυθική «χ» ημέρα της επανάστασης / Η τοπική εργατική τάξη, πάνω από το 60% του πληθυσμού (αρχικά αποτελούμενη από αγρότες/αγρότισσες που είχαν εγκαταλείψει τα χωράφια), τώρα ενσωμάτωνε πρώην σπουδαστές, ή νέους οι οποίοι, έστω και αν δεν ήταν μορφωμένοι ήταν πολιτιστικά πλούσιοι και καθόλου παραιτημένοι / Και αν υπάρχει μια θεμελιώδης διδασκαλία που έχουν εκφράσει οι αγώνες των εργατών, είναι ακριβώς αυτό: η έννοια του συλλογικού / ένας χαρούμενος και εκρηκτικός θυμός, τόσο κοινωνικός όσο και προσωπικός / Στα έργα αυτής της περιόδου, που κυμαίνεται από το 1972 έως το 1974, μια πάντα επαναλαμβανόμενη μορφή είναι αυτή της «ασπίδας» / Μετά την αναχώρησή του για το Belluno, ο Lorenzo μείωσε τη δραστηριότητά του σε μικρά σχέδια και σκίτσα με μελάνι και υδατογραφία, πολύχρωμα, με τα οποία δημιούργησε καρτ-ποστάλ για να στείλει στους φίλους / Εν τω μεταξύ η Schio, μια παραδοσιακά εργατική πόλη, άλλαζε. Η ομάδα της Lotta Continua που από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήταν κινητήρια δύναμη των αγώνων της περιοχής του alto vicentino μπήκε σε κρίση και σε εθνικό επίπεδο διαλύθηκε / η συμβίωση (φιλική ή ουδέτερη, αλλά όχι μαφιόζικη) «ψυχεδελικών», «τοξικών» και «πολιτικών» / η Ολλανδία, Amsterdam, με τους Provos, οι πρωτοοικολογικές διεκδικήσεις των λευκών ποδηλάτων / Κάποιοι άλλοι ανέβαιναν λίγο περισσότερο, μέχρι την Κοπεγχάγη / ιούνιος του 1976, υπήρξε το τελευταίο πάρκο Lambro και έκλεισε την εποχή των ποπ φεστιβάλ, με την επιβολή των Ινδιάνων μητροπολιτάνων και του φεμινιστικού κινήματος ξέσπασαν οι εσωτερικές αντιφάσεις, μεταξύ των διαφόρων ψυχών του κινήματος / Το ’77, υπήρξαν τα γεγονότα της Μπολόνια, τα μονοπάτια του Radio Alice και του A/traverso / από την σχετικά αβλαβή χρήση των ελαφρών ναρκωτικών γκρεμιστήκαμε πολύ γρήγορα σε πολύ πιο θανατηφόρα τοπία, και οι πλατείες γέμισαν με ηρωίνη και διακινητές / Αυτοκαταστροφισμός, αφέλεια και εξτρεμισμός, σίγουρα, αλλά όχι μόνο αυτό / ηρωίνη στις πλατείες / bortoli 008παρεισφρύουν προβοκάτορες / μασκαρεμένες εκτελέσεις / το ενδιαφέρον για κάθε ουσία της ψυχεδελικής πλευράς είχε από καιρό εκτροχιαστεί σε βαρύτερες καταστάσεις / δεν ήταν μάλλον εύπεπτο να τραβηχτείς προς τα έξω, ο καθένας για λογαριασμό του / Στις αρχές του 1977 ο Lorenzo μετακόμισε στη Thiene / προς το τέλος του ίδιου χρόνου άρχισε να συζεί με την Antonietta / από την αντίληψη ότι η καλλιτεχνική δραστηριότητα δεν ήταν πλέον αρκετή για να γεμίσει και να χρωματίσει τη ζωή του, στην απόφαση να μην περιοριστεί σε διερμηνεία, μόνο, της πραγματικότητας, ή να την ζει ξεχωριστά μέσα από το φίλτρο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας / Η ανάγκη να παρέμβει με συγκεκριμένο τρόπο στο κοινωνικό, η θέληση να συμμετέχει άμεσα σε όσα συμβαίνουν γύρω του, έγινε επείγουσα / Αυτού του ρεύματος, αυτής της αλληλοσύνδεσης ανθρώπων και περιστάσεων που στόχευαν στην αλλαγή, ο Lorenzo ήταν μέρος τόσο σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο ζούσε, όσο και όσον αφορά την συμμετοχή στο vicentino κίνημα της δεκαετίας του ’70/ Ήταν αυθόρμητη η άρνησή του για οποιαδήποτε ηλίθια υποκρισία και κατάχρηση εξουσίας. Η φυσική αποστροφή του προς τις μιζέριες των θεσμικών μηχανισμών και των αστυνομικών οργάνων, προς τις ηλιθιότητες της κοινοβουλευτικής πολιτικής / Σε αυτή την ενστικτώδη του τάση, ο Lorenzo πλαισίωσε την υποστήριξη στο «κίνημα» της εποχής και, στην πράξη τη συνεργασία με την αυτονομία vicentina / Σε αυτούς που βρήκαν την ευκαιρία να αντιπαρατεθούν σχετικά με τις συνθήκες της σύλληψης και στη συνέχεια του θανάτου του Lorenzo, και γενικότερα σε σχέση με τη χρήση της δύναμης από την πλευρά του κινήματος των χρόνων ’70, φθάνει να θυμόμαστε ότι στην ίδια αιχμηρή εποχή οι διαδηλωτές σκοτώνονταν από τις αστυνομικές επιθέσεις και εφόδους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, και πως οι βόμβες που εξερράγησαν σε τράπεζες, πλατείες, αμαξοστοιχίες, (και όχι για σκοπούς διαμαρτυρίας, αλλά απλώς για να εξαπλώσουν τον τρόμο και για να θανατώσουν), ήταν εκείνες οι «μαύρες» των νεοφασιστών, οι οποίοι υποστηρίζονταν και οργανώνονταν από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες στην υπηρεσία των «συμμάχων» ΗΠΑ, και προστατεύονταν από τομείς του κοινοβουλίου / Το χειμώνα μεταξύ του ’77 και του ’78, ο Λόρεντζο έφτιαξε, με αυτοσχέδιο τρόπο, δώδεκα πολύχρωμα και πρωτότυπα έργα με μελάνι και ακουαρέλα, στα οποία βρήκε τον τρόπο να αναδείξει την παλιά του προτίμηση για τους πίνακες του Osvaldo Licini / το σχέδιο μετατρέπονταν σε ιπτάμενους χαρταετούς, χτισμένους σε φόντα φωτεινών χρωμάτων τοποθετημένα σε τρίγωνα που τρέχουν μεταξύ τους δεμένα με περιπλανώμενα νήματα που αναπτύσσονται και συστέλλονται στο διάστημα / ο Lorenzo πέρασε να με χαιρετήσει, το χειμώνα του 1978, στο δωμάτιο που ζούσα προσωρινά στην Πάντοβα, και ήταν η τελευταία φορά που ειδωθήκαμε / Μετά η έκρηξη του σπιτιού του στη Thiene, η απόλυτη επιφύλαξη, ο σκεπτικισμός σχετικά με ότι είχε συμβεί, και η φρίκη για τη συνέχεια της υπόθεσης. Δεν προκαλεί έκπληξη, αντιθέτως, η έλλειψη ανθρωπιάς, η σκληρότητα που χρησιμοποίησαν οι καραμπινιέροι και οι δικαστές εναντίον του Lorenzo, και εναντίον των συγγενών και των συντρόφων / Καμία έκπληξη για τις διαστρεβλώσεις των δημοσιογράφων ( il Giornale di Vicenza στην πρώτη σειρά) και για τον οπορτουνισμό των πολιτικών που ασχολήθηκαν με εκείνα τα γεγονότα. Ο επίλογος, για όσους ήταν φίλοι του, παραμένει μια ανοιχτή πληγή. Και εξακολουθεί να υπάρχει πόνος ενθυμούμενοι αυτόν /

TAGGED WITH →  •  •  •  •  • •  •  •  • 

https://www.carmillaonline.com/2016/01/12/segni-scudi-aquiloni-altri-reperti-lorenzo-bortoli-1952-1979/

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΔΔ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 6

Και η επιστροφή στην κανονικότητα είναι γεγονός, όχι όμως για όλους, διαβάζουμε πως:
‘Άρχισαν τα όργανα, στα Εξάρχεια την προηγούμενη εβδομάδα ‘ομάδα νεαρών κουκουλοφόρων’ άδειασε τα ράφια σούπερ μάρκετ και μοίρασε τα τρόφιμα στον κόσμο που βρίσκονταν εκεί κοντά, ο οποίος ενθουσιασμένος πανηγύρισε’ και φυσικά κανένας από τους μεγαλοδημοσιογράφους δεν βρήκε το κουράγιο να κατηγορήσει κανένα. Η ακρίβεια καλπάζει λόγω της αισχροκέρδειας που επιβάλλουν τα καρτέλ των τροφίμων.

Και λίγες μέρες μετά οι ‘Ρομπέν των σούπερ μάρκετς’ ξαναχτυπάνε,για να μοιράσουν αμέσως μετά τη λεία τους στις λαϊκές,στους πένητες και ηλικιωμένους. Και ξανά, για Τρίτη φορά στον ίδιο μήνα αντιεξουσιαστές αδειάζουν καταστήματα αλυσίδων σούπερ μάρκετ και μοιράζουν τα τρόφιμα σε κοντινές λαϊκές, στον κόσμο.’
‘αμηχανία και προβληματισμός στην αστυνομία’, ανομολόγητη ενόχληση στους ιδιοκτήτες σούπερ μάρκετ, αυτές τις αντιδράσεις γράφει ο τύπος,έχουν προκαλέσει οι επιθέσεις των αναρχικών ‘Ρομπέν των Αθηνών’ στα υποκαταστήματα μερικών από τις μεγαλύτερες αλυσίδες υπεραγορών της πρωτεύουσας, που ήδη έφτασαν τις τέσσερις από τέλος Μαίου. Και μιλά για τις ανώνυμες αντιδράσεις ανθρώπων που παραβρέθηκαν την ώρα των δράσεων και μιλούν με θετικότατο τρόπο,να μην επεκταθώ μου λέει και μου δείχνει τα αποκόμματα των εφημερίδων με τα αντίστοιχα άρθρα.

Βάζει ένα δισκάκι να παίζει:
‘Τα χείλη μου ξερά και διψασμένα γυρεύουνε στην άσφαλτο νερό, περνάνε δίπλα μου τα τροχοφόρα,
Και συ μου λες μας περιμένει μπόρα και με τραβάς σε καμπαρέ υγρό.
Βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο και τα κελιά μας είναι χωριστά,σε πολιτεία μαγική γυρνάμε, δεν θέλω πια να μάθω τι ζητάμε, φτάνει να μου χαρίσεις δυο φιλιά.
Με παίζεις στη ρουλέτα και με χάνεις σε ένα παραμύθι εφιαλτικό, φωνή εντόμου τώρα είν η φωνή μου,
Φυτό αναρριχώμενο η ζωή μου, με κόβεις και με ρίχνεις στο κενό.
Πως η ανάγκη γίνεται ιστορία, πως η ιστορία γίνεται σιωπή
Τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο, συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω,
Τι λένε τα κομπιούτερς κι αριθμοί.
Αγάπη μου από κάρβουνο και θειάφι, πώς σ’ έχει αλλάξει έτσι ο καιρός, περνάνε πάνω μας τα τροχοφόρα, και γω μες την ομίχλη και την μπόρα, κοιμάμαι στο πλευρό σου νηστικός.’
Από τον μεγάλο Δημήτρη Μητροπάνο, σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου.

 

  • Τα παιδιά του ’77

I ragazzi del ’77. Una storia condivisa su Facebook

Όλα ξεκίνησαν στις 5 Φεβρουαρίου του τρέχοντος έτους, όταν ο Enrico Scuro, ο φωτογράφος εκείνου του κινήματος τώρα μακρινού, δημοσίευσε στο προφίλ του στο Facebook την εικόνα του θεατρικού έργου του Ντάριο Φο, με το οποίο κατέληξε το συνέδριο ενάντια στην καταστολή τον Σεπτέμβρη του 1977. Έκλεινε, εκείνη η Ευρωπαϊκή εκδήλωση-διαδήλωση, την χρονιά που ξεκίνησε με τις καταλήψεις των πανεπιστημίων, με αποκορύφωμα τη δραματική δολοφονία από έναν καραμπινιέρο τον φοιτητή Francesco LORUSSO στην Via Mascarella στη Μπολόνια και με την έφοδο ενάντια στα οδοφράγματα της πανεπιστημιούπολης με θωρακισμένα αυτοκίνητα που απέστειλε ο υπουργός εσωτερικών Kossiga την ώρα που ένα πιάνο έπαιζε το τραγούδι Chicago.

Ο Ντάριο Φο απήγγειλε μπροστά σε μια θάλασσα από ανθρώπους, των οποίων τα πρόσωπα μετά βίας ξεχώριζαν στη φωτογραφία. Ωστόσο, πολλοί αρχίζουν να βλέπουν τους εαυτούς τους στην εικόνα. Να λεν: εγώ ήμουν εκεί. Και ο Σκούρο σκέφτεται πραγματικά να ανοίξει τα αρχεία. Δημοσιεύει, πάντα στο Facebook, σε μια-δυο εβδομάδες, τρία άλμπουμ φωτογραφιών. Εξαπολύονται μια σειρά από σχόλια, συζητήσεις, τα «θυμάμαι» αλλά επίσης και οι προσπάθειες ιστορικοποίησης ή να αναγνωρίσουν τα πρόσωπα για να ξαναβρεθούν ύστερα από τόσον καιρό. Προσδιορίζονται ονόματα στα πρόσωπα, ανακατασκευάζονται τα επίθετα και οι προελεύσεις έντονων συναντήσεων, που συχνά διήρκησαν μόνο μια χρονιά. Γίνεται προσπάθεια να μεταφερθούν νεανικά πρόσωπα γενειοφόρα ή σγουρομάλλικα, λουλουδιαστές φούστες που θροίζουν πάνω από τσόκαρα σε άτομα που έχουν μεγαλώσει, που ίσως σήμερα να ζουν μακριά ή να έχουν πεθάνει. Ανακαλύπτεται ότι εκείνος ο Mario Chessa ο οποίος κυματίζει μια κόκκινη σημαία στον άνεμο έγινε ο Dom Ildefonso των Βενεδικτίνων πατέρων της Βασιλικής του Αγίου Στεφάνου. Βρίσκονται ξανά φίλοι χαμένοι, άνθρωποι που φύγαν από την Μπολόνια για χρόνια. Ανακατασκευάζονται μονοπάτια.

Το παιχνίδι συνεχίζεται. Από τα συρτάρια αυτής της εικονικής κοινότητας που συναντιέται ξανά αρχίζουν να φθάνουν περισσότερες φωτογραφίες, που εντάσσουν σε ένα πλαίσιο τις πιο δημόσιες στιγμές με αναλαμπές της ιδιωτικής ζωής των χρόνων, τότε που φωνάζαμε στους δρόμους: « Το προσωπικό είναι πολιτικό».

Σήμερα στο προφίλ profilo του Σκούρο θα βρείτε δεκατρία παραρτήματα. Σχηματίστηκε αμέσως, ήδη από εκείνον τον Φεβρουάριο, μια ομάδα που ονομάζεται «Τα παιδιά του ’77», με την πρόθεση να γράψει ένα βιβλίο που θα δώσει μια συνέχεια στο έργο της μνήμης. Και τώρα αυτό το μυθιστόρημα «Facebook» έφτασε στα βιβλιοπωλεία, χάρη σε δύο μικρούς εκδοτικούς οίκους της Μπολόνια, Baskerville και Sonic Press, που ιδρύθηκαν αντίστοιχα από τους Maurizio Marinelli και Oderso Rubini, δυο από αυτούς που εκείνη την χρονιά βρίσκονταν εκεί. Είναι ένας ορθογώνιος τόμος μεγάλου μεγέθους που συγκεντρώνει πολλά από τα πλάνα που δημοσιεύθηκαν online. Το κείμενο είναι φτιαγμένο με τα σχόλια που εμφανίστηκαν κάτω από τις φωτογραφίες, ύστερα από τις έντονες συζητήσεις που προκλήθηκαν στο διαδίκτυο. Δεν γίνεται κατανοητό, με την πρώτη ματιά, αν αφηγείται την επική ιστορία μιας πραγματικής κοινότητας, του παρελθόντος, η οποία συναντιόνταν όλες τις ημέρες στο πανεπιστήμιο, στα σπίτια, στις διαδηλώσεις, στην πλατεία, παίζοντας μουσική, συζητώντας, κάνοντας έρωτα, ονειρευόμενη (αυτήν που περιγράφει ο Enrico Palandri στην Boccalone και εκείνη για την οποίαν έγινε λόγος στο συλλογικό βιβλίο Μπολόνια Μάρτιος ’77 … δικιά μας υπόθεση), ή αν είναι η λυδία λίθος μιας εικονικής κοινότητας του σήμερα, που κοιτάζει προς το παρελθόν με ανάμεικτα συναισθήματα.

Νοσταλγία υπάρχει, χωρίς αμφιβολία, για τα χρόνια της νιότης, για ιδανικά που τα χρόνια που πέρασαν φαίνεται να έχουν αμαυρώσει, ανατρέψει, ιδανικά που παραγνωρίστηκαν. Υπάρχει αυταρέσκεια, για το «τι όμορφοι που ήμασταν», για το «τι όμορφα που ήταν τα κορίτσια» («Κοιτάζοντας πίσω τώρα, είναι αλήθεια ότι ήμασταν όλοι και όλες πολύ όμορφοι και ίσως αυτό ήταν που μας έκανε τέτοιους – δεν είμαι σίγουρη, αλλά μου αρέσει να σκέφτομαι έτσι – είναι ακριβώς αυτό που είχαμε στο κεφάλι «, γράφει η Gianna Curti Clech, το πρόσωπο που ξεκινά την κουβέντα).

Είναι σαν μια παρενέργεια, σαν το αποτέλεσμα μιας καταβύθισης, σύμφωνα με την οποίαν πολύ λίγα λέγονται για όλα εκείνα που αυτά τα χρόνια έχουν δημιουργήσει, τι υπήρξαμε μετά (Κάποια ομολογεί: «Δεν έχω μιλήσει με τις κόρες μου γι αυτό που ήμουν, γι αυτά που σκεφτόμουν: νομίζω ότι το έχω περάσει μέσα από τον τρόπο που ζω, που είμαι «). Έχουμε την τάση να θυμόμαστε, να βρίσκουμε κομμάτια και πρόσωπα του παρελθόντος μας. Στη συνέχεια, σταδιακά, από την ανασυγκρότηση περνάμε στο να αναρωτιόμαστε για όλα αυτά με τα οποία τα σπάσαμε, διαρρήξαμε, στην διάρκεια  αυτής της εμπειρίας, για το ποιοι είμαστε σήμερα, πηδώντας επάνω από όλα τα χρόνια που υπήρξαν ενδιάμεσα, για την ιστορία της ήττας της δεκαετίας του ’80, για όλες τις μεταβολές που συνέβησαν στον κόσμο.

Φυσικά, θυμόμαστε τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ελευθερίας που οδηγούσαν εκείνο το κίνημα. Διατρέχουμε την επανάσταση των ελεύθερων ραδιοφώνων, που στη Μπολόνια είχε εκείνο το τρομερό εργαστήρι που ήταν το Radio Aliceπείραμα οριζόντιας επικοινωνίας, λόγων και μουσικής σε ελευθερία, ιδεών και πρακτικών που αποπλανούσαν, που ερμήνευαν τις διαθέσεις. Θυμόμαστε μια κλήση από έναν ακροατή, ο οποίος έλεγε: «Είμαι υποχρεωμένος να βγω από το σπίτι, γιατί αν είμαι στο σπίτι ανοίγω το ραδιόφωνο, και μετά δεν μπορώ πια να μελετήσω ..». Γράφει η Marzia Bisognin, η οποία συνελήφθη όταν η αστυνομία έκλεισε το ραδιόφωνο, μετά τις συγκρούσεις: «… δεν αναγνώριζα καμία άλλη από εκείνες τις φωνές. Άκουγα πάντα τον σταθμό, μέρα και νύχτα, την Αλίκη … Και καθώς εκείνες οι φωνές σιγά σιγά έγιναν άνθρωποι που γνώρισα, έγινε όλο και περισσότερο ένας οικείος χώρος της ζωής μου, οικείος και τεράστιος ταυτόχρονα … λίγο σαν το facebook!, σήμερα»

Στα σχόλια επαναλαμβάνεται η παλιά διαμάχη μεταξύ ριζωματικού μετασχηματισμού, ο οποίος αναπτύσσεται μέσω της μετάδοσης, για μικρές ομάδες, μέσω εσωτερικής βλάστησης, ή οργανωμένου πολιτικού αγώνα και ίσως γίνει και σκληρός. Θυμόμαστε το τέλος όλων αυτών, όταν η σύγκρουση με το κράτος την ένοπλη πάλη έκλεισε όλους τους χώρους, όταν επάνω στην αναζήτηση της ελευθερίας και των ατομικών εμπειριών, των «παραδείσων», έσκασε σαν μια βόμβα η ηρωίνη.

Αλλά πάνω απ’ όλα στο βιβλίο μπορείτε να δείτε πρόσωπα, νέους, άλλων καιρών, δωμάτια φοιτητών επιπλωμένα με φαντασία μέσα από έπιπλα αντίκες, ενδυμασίες που αποκτήθηκαν στα παζάρια, εφευρέσεις απίθανων επαγγελμάτων προκειμένου να προστατευτεί η ελευθερία και η αυτονομία των νεαρών, σπίτια, σαν θεατράκια της ψυχής, σαν σύνολο από αυτο-αναπαραστάσεις στις οποίες κάποιος φαίνεται δανδής, εξωτερικεύοντας τις πολιτιστικές φιλοδοξίες, συχνά μακρινές από τις κοινωνικές συνθήκες «που δεν είναι εγγυημένες.»

Τρέχουν μπροστά μας γεγονότα πολιτικά και συλλογικά μαζί με ιδιωτικές στιγμές, οι διαδηλώσεις, τα οδοφράγματα μετά τη δολοφονία του LORUSSO, οι φυλακίσεις, αλλά και το θέατρο δρόμου, οι κλόουν που πραγματοποιούν έφοδο στο κτίριο του Δημαρχείου της πόλης, οι τοιχογραφίες, το συγκρότημα που ανοίγει παρελάσεις και γιορτές, που πήγε και στη Γερμανία. Αφηγούνται τα ταξίδια, Umbria Jazz και η Ινδία, οι αγάπες, η εκ νέου ανακάλυψη του σώματος και της τρυφερότητας μετά από χρόνια άκαμπτου πολιτικού ακτιβισμού, ο φεμινισμός, τα κόμικς του Scozzari και του Pazienza, η μουσική των Gaznevada και των Skiantos. Τρέχει αυτό που ονομάστηκε «Καρναβάλι της Μπολόνια», που αναφέρεται στο Καρναβάλι ως χωνευτήρι και κοινωνική αναστροφή για τα οποία εκείνα τα χρόνια μιλούσαν οι Camporesi, Scabia, Celati, επάνω στα χνάρια του Μπαχτίν, Bachtin. Μέχρι τα χρόνια του μολυβιού. Ίσως μέχρι την ολοκλήρωση των σπουδών και την είσοδο στις αναγκαιότητες της ενήλικης ζωής.

Λέγεται από κάποιαν, την Annarosa, η οποία μετακόμισε στη Ρώμη πριν από εκείνο το 1977 και στη συνέχεια επέστρεψε αρκετές φορές στην Μπολόνια, για την πανέμορφη πολυτεχνίτη οδηγό των Gaznevada («μια ομορφιά φτιαγμένη από αυθεντικότητα», διαβάζουμε σε ένα σχόλιο), για το ανοικτό σπίτι του Μπίφο, του ηγέτη, και για άλλα, διάσπαρτα σε όλη την πόλη, στη Via San Vitale, στην οδό Castiglione, την οδό Fondazza. Για εκείνο στο Santo Stefano, όπου είχε ζήσει, με τον Giovanni Lindo Ferretti και άλλους από το Reggio Emilia, ο Αlceste Campanile, ο οποίος θα δολοφονηθεί το 1975. Για πολλά άλλα. Κάποιος γράφει: «Ήταν μια μοναδική περίοδος. Στη συνέχεια, η απόλυτη ομίχλη. »

Στο παιχνίδι της αναπαραγωγής που γίνεται απ’ όλους μαζί, η Μαρίζα Di Mario αναρωτιέται: «Μα εκείνη δεν είμαι εγώ;», Και ο Giuli Idini απαντά: «Θα μπορούσα να είμαι εγώ … αν και δεν βρισκόμουν στην Μπολόνια! Το ωραίο με αυτές τις φωτογραφίες είναι ακριβώς αυτό: όσοι έζησαν εκείνα τα χρόνια αναγνωρίζονται σε κάθε πλάνο, ακόμα κι αν πραγματικά δεν βρίσκεται σ’ αυτό!».

Βλέπουμε δύο νεότατους Enrico Palandri και Claudio Piersanti, οι οποίοι επρόκειτο να γίνουν συγγραφείς. Οι φίλοι από το Κάλιαρι Tognolini ( σήμερα καθιερωμένος συγγραφέας για παιδιά) και Cabiddu (σκηνοθέτης). Οι Scozzari, Pazienza, Maurizio Torrealta (s;hmera δημοσιογράφος για την κρατική τηλεόραση RAI News 24, δίχως πλέον γένια και με λίγα μαλλιά ), όλοι εκείνοι του ραδιοφώνου Alice που σηκώνουν ψηλά μια συμβολική κεραία σε ανθρώπινη πυραμίδα στην Piazza Maggiore, γιορτές, μωρά που είναι τώρα τριάντα χρόνων, όπως η Amaranta, η κόρη του Luciano (που ζει στην Κεντρική Αμερική) και η Marzia. Και στην συνέχεια τα ΜΑΤ, αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα, τα χέρια σηκωμένα ψηλά ειρωνικά στο σχήμα της παράδοσης στην εκδήλωση του Κομμουνιστικού Κόμματος κατά της βίας που ακολούθησε τη δολοφονία του LORUSSO, η κηδεία του φοιτητή …

Φαίνεται μερικές φορές, το λέει κάποιος σε ένα ποστάρισμα, να γίνονται αισθητά ακόμα και τα αρώματα εκείνης της περιόδου, εκείνο το διεισδυτικό και γλυκό του πατσουλί, αλλά και εκείνο του ιδρώτα ή του «χόρτου». Και μερικές φορές, στο παιχνίδι των αναγνωρίσεων, πέφτει η πέτρα: αυτή, η Cinzia, πέθανε, το 1991. Η Chiara σκοτώθηκε. Αυτόν το πήρε μαζί του το AIDS.

Κάποιος που παρεμβαίνει και που αυτά τα χρόνια δεν τα έζησε: «Ίσως θα μπορούσα να πω εγώ, γεννημένος το ’79, από ποιες πηγές έμαθα τα λίγα που ξέρω για τα παιδιά του ’77», γράφει ο Ντιέγκο Pipi, και απαριθμεί μουσικά γκρουπ, τους Area, τους Stormy Six , τους Gaznevada, το Confusional Κουαρτέτο, παλιά νούμερα του περιοδικού «Frigidaire», ταινίες διαθέσιμες στο YouTube, συμπεριλαμβανομένου του ντοκιμαντέρ Γυμνοί προς την τρέλα,   Nudi verso la folliaτου Angelo Rastelli, από εικόνες του Alberto Grifi. Και καταλήγει: «H δική μου είναι μια άποψη που προέρχεται από τις όχι πολλές πληροφορίες σε εμένα διαθέσιμες, αλλά νομίζω ότι είναι ενδιαφέρουσα όχι μόνο για να καταλάβουμε« ποιοι ήσασταν », αλλά και για να κατανοήσουμε πώς σας βλέπουν τα παιδιά σας».

Ένα κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στα παιδιά, καθώς και στις ταβέρνες όπου βρισκόμασταν, Trebbi, Picci, την Vigna … (Οι επαναστάσεις πνίγονται στο φαγητό της κατσαρόλας), στις μακριές φούστες, στα ταξίδια, στην Μπολόνια ροκ, στην ποιητική συνεύρεση του Castelporziano, στη συναυλία της Patti Smith, στην ομοφυλόφιλη υπερηφάνεια. Ό, τι συνέβη σε εκείνη την κοινότητα των μετακινούμενων συνόρων, μεταξύ του 1976, όταν γεννιέται το Radio Alice, και το 1978 τεκμηριώνεται, μαζί με τα ονόματα όσων έφεραν φωτογραφίες ή μνήμες, και αυτός ο τελευταίος κατάλογος γεμίζει τέσσερις σελίδες γεμάτες.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κλειδί για αυτό τον τόμο είναι η ο γενεαλογικός ναρκισσισμός, η εκ νέου ανακάλυψη σήμερα μιας αυξημένης αξιολόγηση του εαυτού του που είχε αποθαρρυνθεί από την κατάρρευση των υποσχέσεων, των ονείρων, της σε βάθος αυτοεκτίμησης. Αυτός του ’77 ήταν ένας από τους τελευταίους γύρους των baby boomers, ήδη στο χείλος της αβύσσου: υπήρξε η πρώτη πετρελαϊκή κρίση και κάποιοι άρχισαν να μιλούν για «τους μη εγγυημένους», di “non garantiti”, δεν φαντάζονταν πόσο βαθιά και καταστροφική θα γίνονταν η επισφάλεια κατά τα επόμενα έτη. Αυτά τα «παιδιά του ’77« πίστευαν (πιστεύαμε, μιας και αυτός που γράφει ήταν από εκείνες τις φυλές) πως θα άλλαζαν τον κόσμο και πίστευαν πως ήταν ο ομφαλός εκείνου του κόσμου. Ή τουλάχιστον ήθελαν να γίνουν, ένα κάποιο κέντρο, στην περιοχή τους, στον χώρο τους, στον τομέα τους.

Με το ’77 αρχίζει να κλονίζεται η εμπιστοσύνη στις προοδευτικές τύχες κτήμα του εικοστού αιώνα (ακόμα και οι βεβαιότητες του σοσιαλισμού, με την ρήξη της καλής του μπολονιέζικης βιτρίνας): οι καταρρεύσεις είναι ακόμα μακριά, αλλά πίσω από τη γωνία. Ξεκινά, ακριβώς ανάμεσα τους νεαρούς πρωταγωνιστές αυτού του βιβλίου, η σύγκρουση μεταξύ της πολιτικής μαχητικότητας και στράτευσης η οποία προβάλλεται προς ένα μελλοντικό σχεδιασμό και της φροντίδα του εαυτού και της ομάδας αυτών που βρίσκονται κοντά, η οποία θα ονομαστεί, λίγα χρόνια αργότερα, με κάποια διαφοροποίηση και σε άλλα πλαίσια και συγκυρίες, «ηδονισμός «. Αρχίζει η δική μας μετανεωτερικότητα.

Στο βιβλίο όλα αυτά επανεμφανίζονται, ακόμη και λόγω της προέλευσης των γραπτών (των posts), στο Facebook, δεν είναι δυνατόν να φτάσουμε σε μια πλήρη εμβάθυνση. Είναι σαφής η επιθυμία των ανθρώπων που έχουν ήδη περάσει τις απογοητεύσεις των χρόνων να επανασυνδέσουν τα νήματα. «Βρεθήκαμε ξανά στην πλατεία, να το πω έτσι, για να συνδέσουμε εκ νέου, συλλογικά, στην μνήμη μας τα γεγονότα, γράφει η Bisognin Marzia, η οποία μαζί με τον Paolo Ricci βοήθησε τον Σκούρο να συνθέσουν το βιβλίο. Και η πλατεία στην οποία αναφέρεται δεν είναι πλέον εκείνη των διαδηλώσεων, των συγκρούσεων, της ειρωνείας, των παραστάσεων, των συναντήσεων και της εκτεταμένης τρυφερότητας χρόνων που είναι πλέον πολύ μακρινοί, αλλά μια νέα, εικονική, μέσα στην οποίαν όλοι εμείς ταξιδεύουμε, όπου μπορούμε να περάσουμε μιαν λαθραία εικόνα του εαυτού μας με μια φωτογραφία παλιά τριάντα χρόνια. Εκεί, με το Facebook, προσπαθούν να ανακτήσουν ιστορίες χαμένες, παίζοντας, ειρωνικά, με τη νοσταλγία. Ακόμη και με αυτόν τον τίτλο, που θυμίζει «Τα αγόρια του ’99», οι βετεράνοι νικηφόροι αυτοί, εκείνοι του ’77 με λίγες νίκες να γιορτάσουν. Αδίστακτη ειρωνεία, απατεώνισσα!

Διακρίνεται νοσταλγία, βεβαίως, αλλά και η επιθυμία να αναρωτηθούμε: «Πόσοι ήμασταν τότε! Γιατί ήμασταν εκεί; Τι μας κινούσε; Πού βρισκόμαστε σήμερα; «. Ποστάρει, στις πρώτες σελίδες, ο Dom Ildefonso Chessa: «Ήμασταν σίγουρα (δεν υπάρχουν αρνήσεις) νέοι, εφήβοι και γεμάτοι φαντασία, επιθυμία να κάνουμε πράγματα. Η επανάσταση κοίταξε μας φαίνονταν πίσω από τη γωνία, ακόμη και πίσω από κάθε εμπόδιο που συναντούσαμε. Ήμασταν, αλλά ο χρόνος έχει προχωρήσει και έχει παρουσιάσει και αποκάλυψε. Υπήρξαμε, όμως τώρα είμαστε. Ήμασταν, όμως τώρα είμαστε το αποτέλεσμα εκείνου που ήμασταν, το άθροισμα των συναισθημάτων μας, των ονείρων μας, των βεβαιοτήτων μας. Δεν αγαπώ τη νοσταλγία! Θα μπορούσε να γίνει μια κακή φυλακή. » Και ο Paolo Ricci, στο τελευταίο κεφάλαιο, σφραγίζει: «Νομίζω ότι η δουλειά αυτή τη στιγμή είναι απλά να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε εκείνο που από την εμπειρία μας εκείνων των χρόνων ήταν πράγματι καλό, ζουμερό, ζωτικής σημασίας, να το ξεχωρίσουμε από τα λάθη και από την φρίκη, και να το φέρουμε και πάλι στο φως. »

Ξεκινάμε από αυτό το ιστορικό και ανθρωπολογικό ντοκουμέντο του τότε που η Μπολόνια, η υποτιθέμενη πρωτεύουσα του δημοκρατικού κομμουνισμού, ήταν το επίκεντρο ενός πολιτικού και υπαρξιακού πειράματος ζωτικής σημασίας και αμφιλεγόμενo. Ξεκινάμε εκ νέου από αυτό το μυθιστόρημα – Facebook, άτλαντα των προσώπων, των κοστουμιών και των συνηθειών, των θυμών, των σχεδίων ενός παρελθόντος που σβήστηκε από την ιστορία με πολύ μεγάλη βιασύνη, από τις ρυτίδες στο πρόσωπο, από τις απογοητεύσεις της καρδιάς.

 


  • τα παιδιά του ’77

Roberto Sassi για την αυτόνομη μαχητικότητα και στράτευση

  • Και τελειώνει το πρώτο μέρος της εξιστόρησής μας : ‘κοιτάζοντας στις οθόνες τα καμένα βουνά της Αττικής,όλης της Ελλάδας, αυτή η αίσθηση του πένθους, του πόνου και της απελπισίας. Αν και νομίζω δεν πενθούμε πια για τα καμένα δένδρα, τα απανθρακωμένα ζώα, τα κυνηγημένα πουλιά, τα πνευμόνια ζωής που ξεφουσκώνουν, τα νέα μαύρα τοπία. Φαίνεται ‘ότι τα συνηθίσαμε όλα αυτά, τα παρακολουθούμε σαν επαναπροβαλλόμενη ταινία, αποδεχόμενοι την εθνική μας μιζέρια. Δεν διδαχτήκαμε τίποτα από τις φονικές πυρκαγιές του ’07. Έτσι μας έχουν κάνει, να ξεχνάμε. Να θυμόμαστε ότι τους βολεύει, την ώρα που τους βολεύει. Σε αυτή τη χώρα όπου οι Χριστοφοράκοι μας βγάζουν κοροϊδευτικά τη γλώσσα τους από την Ευρώπη, και οι ατελεύτητα προφυλακισμένοι, όπως ο Θοδωρής ο Ηλιόπουλος, από τους εξεγερμένους του περσινού Δεκέμβρη με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξη, να πρέπει να φτάσουν στο κατώφλι του θανάτου για να τους αντιμετωπίσουν σαν ανθρώπινα όντα.’
    ‘Υπερασπίσου το παιδί, άμα γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα.’ Παύλος Σιδηρόπουλος.

‘Τα κατάφεραν λοιπόν, δεν άφησαν τίποτα όρθιο, όλα τα αφάνισαν. Φαίνεται πια πως η μαυρίλα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Αποδεχτήκαμε την καταστροφή της Πάρνηθας και του Υμηττού,κατάπιαμε την τραγωδία με την εκατόμβη των νεκρών της Ηλείας, ξεχάσαμε και την ολοκληρωτική καταστροφή της Αττικής. Κάνουμε ότι περνά από το χέρι μας για να δικαιώσουμε τον Σαββόπουλο, που εδώ και χρόνια φωνάζει ότι ήμαστε ‘κράτος ασυστόλων κώλων, κωλο έλληνες’.

  • Έχει στα χέρια του μια παλαιότερη συνέντευξη του πρώην διευθυντή της Μόντ Ντιπλοματίκ , Ινιάσιο Ραμονέ. Μου διαβάζει αποσπάσματα:
    ‘Στα σαράντα λεπτά που θα κρατήσει η ομιλία μου να θυμάστε πως θα πεθάνουν 40 γυναίκες στη διάρκεια τοκετού, 400 παιδιά από μολυσμένο νερό, ενώ συνολικά 840 παιδιά κάτω των πέντε χρόνων από θεραπεύσιμες ασθένειες. Όλοι αυτοί θα πεθάνουν λόγω της φτώχειας τους.’
    Αυτή θεωρεί τη μεγαλύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα και πρόκληση μιας και σήμερα η ανθρωπότητα έχει 1000 φορές μεγαλύτερο πλούτο απ’ ότι χρειάζεται για να ζήσει καλά.
    Ένας στους 4 ανθρώπους στον πλανήτη επιβιώνει με λιγότερα από 2 δολάρια ημερησίως. Μόνο στην ΕΕ κάθε αγελάδα λαμβάνει επιδότηση 4 ευρώ τη μέρα. Σκανδαλώδες.

Περιέγραψε την οικονομική παγκοσμιοποίηση ως μια ολοκληρωτική αγορά που επεκτείνετε σε βάρος κάθε έννοιας δημόσιου συμφέροντος σε υγεία, παιδεία, μεταφορές κλπ. Ένα σύστημα στο οποίο αποθεώνεται ο ατομισμός εις βάρος του συνόλου, ο εγωισμός στρέφεται κατά της αλληλεγγύης, και τα κέρδη είναι αυστηρώς ιδιωτικά. Ενώ καταφέρνει να κοινωνικοποιεί τις ζημιές, όπως φάνηκε και στην τελευταία κρίση του τραπεζικού συστήματος.
Ιεράρχησε τις εξουσίες με πρώτη τη χρηματοπιστωτική αγορά, δεύτερη αυτή των ΜΜΕ, ως ιδεολογική μηχανή της παγκοσμιοποίησης, και τρίτη την πολιτική εξουσία.’

  • Ξαναπιάνω το μολύβι μέσα στην κάψα του καλοκαιριού του 12. Στην αρχή σκόρπιες σκέψεις από εδώ κι από εκεί, κάποια στιγμή έχασα και τη σειρά! Μετά το πράγμα διορθώθηκε, άρχισε το κείμενο να τρέχει καλύτερα,να ρολάρει. .Θα το παρουσιάσω όσο πιο ‘ανθρώπινο’ γίνεται:

συνεχίζεται

Βάστα

PARA TODOS TODO

para todos todo
η σκέψη μου είναι πάντα κοντά τους….

μιχαλης 288

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Λ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 10

Με το τέλος της χρονιάς οργανώνεται νέα εθνική διαδήλωση, στο Μιλάνο αυτή τη φορά.
Όλοι οι αυτόνομοι θα είμαστε πάλι εκεί.
Καταλαμβάνουμε ξανά το τρένο και ξεκινάμε. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη όσο ποτέ. Έχουν αγριέψει πλέον για τα καλά τα πράγματα.
Απειλούν πως θα μας κατεβάσουν με τη βία αν δεν πληρώσουμε εισιτήριο. Αρνούμαστε. Ο σταθμός που ακολουθεί είναι γεμάτος αστυνομικούς παρατεταγμένους για μάχη. Φτιάχνουμε αλυσίδες στους διαδρόμους και περιμένουμε. Η κατάσταση είναι για άλλη μια φορά εκρηκτική. Μυρίζει μπαρούτι. Στιγμές μιας ησυχίας επικίνδυνης. Σιγή που μοιάζει αιώνας.
Το τρένο σφυρίζει και φεύγει μέσα σε αντεκλήσεις.

Ξεσπούμε σε ζητωκραυγές και συνθήματα. Η ένταση εξαφανίζεται, τα πρόσωπα χαλαρώνουν. Μέσα σου προετοιμάζεσαι για τα χειρότερα όταν βλέπεις τους αστυνομικούς να κατεβάζουν τη μάσκα του κράνους. Κραδαίνεις το στάλιν, τη σημαιούλα, και περιμένεις. Και όταν το θηρίο κινείται αργά μουγκρίζοντας καταλαβαίνεις πως ο κίνδυνος πέρασε προς το παρόν. Στεναγμός ανακούφισης.
Κανένα δεν τον γέννησε η μάνα του βίαιο. Ζούμε για να μάθουμε να αγαπάμε.
Φτάνουμε στην πρωτεύουσα της Λομβαρδίας και ξεχυνόμαστε στην πόλη. Υπάρχει διάχυτη ένταση. Δεν είναι όπως παλιότερα. Υπάρχει τώρα και ανησυχία. Γνωρίζουμε όλοι πως πολλές ομάδες μιλούν για εκδίκηση. Το κλίμα όμως δεν είναι πια εκείνο κάποιων μηνών νωρίτερα, της Ρώμης ας πούμε.

Έχουν ετοιμαστεί επιθέσεις, υπάρχει πολύς οπλισμός. Αν ξεσπάσουν μάχες θα γίνει της Πόπης!
Το θέλουμε ;
Ποιος αποφασίζει ;
Νιώθουμε πως θέλουν να μας σπρώξουν κάπου. Όχι προς τα εκεί που θέλουμε να πάμε εμείς. Ξέρουμε πως στην ανοιχτή αντιπαράθεση που μας οδηγούν είμαστε χαμένοι.
Επαναλαμβάνω, υπάρχει πολύς οπλισμός στη γύρα, και από τις δύο πλευρές. Μυρίζει μακελειό!
Η πορεία ξεκινά. Η διαδρομή αλλάζει μια δυο φορές. Συσκέψεις ανάμεσα στους διοργανωτές, διαφωνίες. Επικρατεί σύνεση και ψυχραιμία. Τα χειρότερα αποτρέπονται.
Πρέπει να καταλάβεις πως αποφασιστικότητα και τάσεις αυτοκτονίας δεν ταιριάζουν. Αυτό τα λέει όλα.
Γυρνάμε πίσω σώοι.

Κάτι όμως έχει αλλάξει οριστικά. Δεν εξηγείται πάντα λεκτικά.
Ο ορίζοντας έχει ….θολώσει. Δεν είναι πια καθαρός. Υπάρχει ομίχλη.
Υπάρχει διχογνωμία.
Η σιγουριά με την οποία αντιμετωπίζαμε το παρόν και το μέλλον, την όλη κατάσταση, έχει μεταβληθεί σε σκεπτικισμό.
Δεν είναι ξάστερος ο ουρανός όπως νωρίτερα.
Νιώθουμε λιγάκι μπερδεμένοι, ποιος έχει την πρωτοβουλία ;
Μήπως στη διάρκεια του άλματος που χρειάζεται να κάνουμε, στη ρότα που πρέπει να αλλάξουμε, χάνουμε λιγάκι την επαφή με την πραγματικότητα;
Άλλο τι βλέπεις και άλλο αυτό που θα ήθελες να δεις!
Έχουν αρχίσει λοιπόν να μας ζώνουνε φίδια. Σε κάποιους από εμάς. Όχι σε όλους.
Δεν είναι τόσο εμφανές. Είναι μια αίσθηση. Κάτι που αιωρείται στην ατμόσφαιρα και το νιώθεις βαθιά μέσα σου.
Είναι η ανησυχία που εκδηλώνεται πλέον.
Το μενού που σερβίρεται δεν μυρίζει υπέροχα, η γεύση έχει κάτι από καμένο.

Η επόμενη χρονιά θα είναι καταλυτική. Τι συμβαίνει ;
Τι τρέχει ;
Η επανάσταση, μέχρι στιγμής, είναι υπόθεση της κοινωνίας. Με τον χρόνο όμως που κυλά αρχίζει να γίνεται υπόθεση όλο και λιγότερων. Αυτό συμβαίνει με απλά λόγια.
Από κοινωνική απαίτηση και ανάγκη μετατρέπεται σιγά σιγά σε μάχη παρατάξεων, και από εκεί σε μάχη μηχανισμών. Από ανάγκη απελευθερωτική, ανάγκη επιβίωσης ομάδων.
Φτιάχνουμε ένα στρατό για να πάρει η κοινωνία την κατάσταση στα χέρια της μέσα στις σάρκες της, στους ιστούς της. Η κοινωνία αγωνίζεται, παίρνει μέρος στον αγώνα. Ακολουθεί, συμπαθεί, συμπάσχει.
Οι άλλοι πιστεύουν στο κόμμα, στους μηχανισμούς.

Εμείς ενεργοποιούμε την κοινωνία. Δικός της είναι ο αγώνας, ο πόλεμος. Δεν τον αναθέτει σε κανέναν. Τον διεξάγει η ίδια. Αυτή διαλύει το κράτος, τους υπάρχοντες θεσμούς. Σκέφτεται αυτόνομα.
Εφευρίσκει νέες σχέσεις. Δεν το κάνει άλλος γι αυτήν.
Ο λαός οργανώνει την αυτοάμυνα του, οργανώνει και τις επιθέσεις του. Αντίσταση και επίθεση.
Διαλέγει τον χώρο και τον χρόνο, μετρά τις δυνάμεις του και δρα, πράττει ήδη, ζει, δεν περιμένει. Εξερευνά, ανακαλύπτει. Κινείται.
Με τον καιρό όμως εμείς ξεφεύγουμε μπροστά, αφήνοντας τους υπόλοιπους να παρακολουθούν. Αδυνατούν ν’ ακολουθήσουν. Αυτό συμβαίνει ουσιαστικά. Το νιώθουμε.
Ακολουθούν όλο και λιγότεροι. Αυτό βλέπουμε.

Η αντεπανάσταση ξέρει, αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της κατάστασης. Το παιχνίδι γνωρίζει να το παίζει καλά, είναι μαέστρος, καταλαβαίνει άριστα τι πρέπει να κάνει σε ένα πεδίο δικό της πλέον εξ ολοκλήρου. Χρησιμοποιεί όλα της τα όπλα με πολύ βαρβαρότητα. Άγρια.
Εκτελεί εν ψυχρώ εδώ και καιρό. Η προπαγάνδα αφηνιάζει.
Βασανίζει. Δημιουργεί εκνευρισμό στους συντρόφους, τάσεις εκδίκησης. Θολώνει ο νους.  Στήνει ενέδρεςδολοφονεί συντρόφους, μαζικά.
Ποινικοποιεί ένα ολόκληρο κίνημα και διχάζει τους συντρόφους με το νόμο για τους ‘μετανιωμένους’ που έγινε η αποθέωση της ρουφιανιάς, με οποιοδήποτε κόστος.
Περνά με λίγα λόγια τον εκνευρισμό, τη δυσπιστία και το φόβο στη μεριά της επανάστασης, στο στρατόπεδο των εξεγερμένων.
Τη διχάζει. Μας μπερδεύει. Μας κάνει να αντιδρούμε σπασμωδικά.
Αρχίζουμε να λαθεύουμε και στους στόχους.
Κάποια στιγμή ξεκόβουμε και από την κοινωνία, όλο και περισσότερο, ίσως εντελώς.
Μέχρι την τελική ήττα

Κάποιοι συνθηκολόγησαν, κάποιοι χάθηκαν στο εξωτερικό. Άλλοι στον μικρόκοσμό τους, στην απογοήτευση.
Κάνουν και τα ναρκωτικά τη δουλειά τους, κυρίως στην περιφέρεια, στον άμεσο ή έμμεσο περίγυρο.
Η μητροπολιτική ζούγκλα εξαφανίζεται. Η κάσμπα μακραίνει, στενεύει.
Χωρίς περίγυρο, δίχως δικά σου εδάφη είσαι χαμένος, η συνέχιση καθίσταται αδύνατη.
Για πρώτη φορά χρησιμοποιείται, με επιτυχία, και η τεχνολογία ενάντια στους επαναστάτες.
Μέχρι πρότινος η καταστολή χρησιμοποιεί τους παραδοσιακούς μηχανισμούς. Διείσδυση, χαφιέδες και μαφιόζους ενάντια στους μαχητές.

Ρίχνει στην μάχη και το ΚΚ τον μηχανισμό του ενάντια σε αυτούς που δεν μπορεί να χειραγωγήσει, να ελέγξει. Πρέπει να ξαναβρεί την ηγεμονία του στις λαϊκές μάζες, που έχει χάσει από καιρό.
Διχάζει, αποπροσανατολίζει, χαφιεδίζει ανοιχτά, κυνηγά.
Ότι κινείται, εκτελείται.
Τα Μέσα, η μαύρη προπαγάνδα. Όλα στη μάχη για την σωτηρία του συστήματος. Του κεφαλαίου.
Ο φόβος λοιπόν περνάει από την εδώ μεριά. Αρχίζουν οι σύντροφοι να δυσπιστούν για τον σύντροφο, για τον διπλανό τους. Διαρρηγνύεται ο ιστός. Το κύτταρο αρρωσταίνει. Ένα θλιβερό θέαμα με τα χρόνια. Όλο και χειρότερο.
Διαμάχες μες τις οργανώσεις, στα κύτταρα, στις δομές.
Και η κοινωνία σφραγίζει τα μάτια και τ’ αυτιά, αρνείται να παρακολουθήσει. Ναρκώνεται. Παγώνουν οι αισθήσεις και οι αισθητήρες.
Θα επανέλθουμε.

Το πρώτο καμπανάκι το νιώσαμε τότες, εκείνη τη μέρα για πρώτη φορά, τη μέρα για την οποία σου μίλησα λίγο νωρίτερα. Έρχεται τρέχοντας το ‘78, εκείνη η τρομερή χρονιά με την επίθεση στην καρδιά του κράτους.
Σηκώνεται πολύ ψηλά ο πήχης για να μπορέσει η κοινωνία να τον ξεπεράσει. Ο Φόσμπερι είναι ακόμη μωρό, ίσως να μην έχει γεννηθεί κιόλας. Ας αποφορτίσουμε λιγάκι.
Δεν δύναται να ακολουθήσει, προφανώς.

Ο χαμένος τα παίρνει όλα, Γιάννης Αγγελάκας.

Ας σταματήσουμε για λίγο τη διήγηση των γεγονότων για να ακούσουμε έναν άλλον από τους πρωταγωνιστές. Θα επανέλθουμε σε λίγο. Ας ακούσουμε :

ΑΠΟΣΠΆΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ‘ΚΟΝΤΌ ΦΥΤΊΛΙ’ του ΣΕΡΤΖΙΟ ΣΈΤΖΙΟ.

‘Θυμάμαι τη σφαγή στην πλατεία Φοντάνα του Μιλάνο το 1969 που γέμισε πολλούς αγανάκτηση και διάθεση εξέγερσης, την ιδέα πως πρέπει να αντιδράσουν.
Στην καταστολή της αστυνομίας, στις βόμβες των φασιστών, στις απόπειρες πραξικοπήματος. Στην καπιταλιστική εκμετάλλευση επίσης.
Θυμάμαι τους συντρόφους σκοτωμένους στις πλατείες, τις συγκρούσεις με την αστυνομία, τους ξυλοδαρμούς των συλληφθέντων. Κι έπειτα, την οργάνωση των ομάδων περιφρούρησης, τον μαχητικό αντιφασισμό, την παραπληροφόρηση, τα πυρπολημένα γραφεία, τα πυρπολημένα αυτοκίνητα. Τέλος το πέρασμα στην ένοπλη πάλη.
Σκληρύναμε λοιπόν δίχως να καταφέρουμε να διατηρήσουμε την τρυφερότητα μας. Υπερίσχυσε τελικά η προοδευτική μας αναισθητοποίηση.

Η λογική των όπλων άρπαξε, αιχμαλώτισε, υπερίσχυσε όχι μοναχά στα χέρια μας αλλά και στην λογική και την καρδιά μας.
Μέσα σε λίγα χρόνια, τα κινήματα συνεθλίβησαν με αγριότητα. Εκτροχιάστηκαν πιεσμένα ανάμεσα στο ένοπλο κόμμα, την καταστολή, την ηρωίνη που εξαπλώθηκε και την ιδιώτευση που αναδύθηκε.
Δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι οργάνωσαν αυτόνομους αγώνες, απεργίες αυθόρμητες, μαζικές διαδηλώσεις και πρωτοποριακές ενέργειες. Οπλίστηκαν και μπήκαν στη μάχη.
Τώρα χιλιάδες είναι φυλακισμένοι, δεκάδες έχασαν τη ζωή τους. Γι αυτό είμαστε εδώ, να λαδώσουμε τα όπλα μας, να οπλίσουμε μιας και σε λιγάκι θα τα χρησιμοποιήσουμε. Σήμερα τουλάχιστον θ’ ανοίξουμε μια χαραμάδα στο τυφλό μονοπάτι για το οποίο συζητάμε.

Η πολιτική ήττα είναι πλέον εμφανής, το όνειρο κατέρρευσε, ανάμικτο με αίμα δικό μας και των θυμάτων μας, στην αγριότητα των Κρατικών φυλακών. Μα προσβάλλοντας σήμερα αυτή τη φυλακή, θα πάρουμε πίσω την ελευθερία των συντρόφων μας.’
Και :
‘Η ιστορία της Πρώτης Γραμμής δεν γράφτηκε ποτέ, ίσως τα γεγονότα τότε να ήταν πολύ κοντά. Τώρα πλέον είναι πολύ μακρινά.
Ίσως αυτό το ‘Κοντό Φυτίλι’ πυροδοτήσει επιτέλους μια επόμενη εργασία πιο πλατιά και συλλογική. Είναι προστιθέμενη αξία που εύχομαι να παραδώσουν αυτές οι σελίδες.

Που κυκλοφορούν σε μια περίοδο πιθανότατα από τις χειρότερες των τελευταίων χρόνων. Μάλλον των δεκαετιών. Στιγμή κατά την οποία αυξάνεται το πνεύμα μνησικακίας και περαιτέρω εκδικητικότητας σε ότι αφορά εκείνα τα γεγονότα των χρόνων του ‘70. Πνεύμα που παραδόξως μεγεθύνθηκε και σαφώς γιγαντώθηκε στην διάρκεια του χρόνου εξ αιτίας εκείνων των γεγονότων και των πληγών που δημιούργησαν.
Θα έπρεπε οι αριθμοί να είναι αρκετοί για να αποκαλύψουν ότι επρόκειτο για ένα φαινόμενο πλατιάς κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης :

Σύμφωνα λοιπόν με υπολογισμούς, ή μάλλον κάτω από τους υπολογισμούς, υπολογίζονται σε 20000 οι έρευνες για πράξεις ένοπλης πάλης και τουλάχιστον 4200 κλείστηκαν στην φυλακή συνέπεια κατηγοριών ένοπλης ομάδας η ανατρεπτικής οργάνωσης. 300 καταδικάστηκαν σε ποινή κάτω των 10 χρόνων, πάνω από 3100 σε ποινή ανώτερη των 10 χρόνων, σχεδόν 600 σε ποινή ανώτερη των 15 χρόνων. Εκατοντάδες τα ισόβια. Πάνω από 50000 χρόνια φυλάκισης έχουν ήδη εκτισθεί. Από τους χιλιάδες αρχικά φυλακισμένους, σχεδόν διακόσιοι βρίσκονται ακόμη εγκλεισμένοι, μερικά ή ολικά. Μεταξύ αυτών 77 ισοβίτες. Ανάλογη και η λίστα με αυτούς που βρήκαν καταφύγιο στο εξωτερικό.
Έχει παραμείνει ο πόνος αυτών που χτυπήθηκαν, των συγγενών τους, όπως επίσης των χαμένων μαχητών και των επί μακρόν φυλακισμένων.
Παρέμεινε επίσης η αιώνια μανία εις βάρος των ηττημένων.’

Sergio Segio, ο κομαντάντε Σίριο, υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Πρώτης Γραμμής, Prima Linea, της ένοπλης οργάνωσης που αριθμούσε χίλιους μαχητές και δεκάδες χιλιάδες συμπαθούντες. Σε αυτό το βιβλίο, Miccia Corta, παρουσιάζει μια από τις πιο συγκλονιστικές και τολμηρές ενέργειες της ένοπλης πάλης στην Ιταλία. Την επίθεση στις φυλακές του Ροβίγκο με την οποία ελευθέρωσε την συντρόφισσα του και δύο ακόμη πολιτικές κρατούμενες. Στις 3 Ιανουαρίου του 1982. Στο περιθώριο παρουσιάζονται εικόνες από τους αγώνες και τα κινήματα των χρόνων του ‘70.

This is the End, The Doors.

  • Αυτά λοιπόν και συνεχίζουμε από εκεί που αφήσαμε την αφήγηση του Μάριο με την πένα του Μιχάλη.

Λέγαμε λοιπόν πως η κοινωνία δεν παρακολουθεί πλέον, δεν μπορεί να ακολουθήσει το ριζοσπαστικότερο κομμάτι της. Μοιάζει να έχει σπάσει ο ομφάλιος λώρος.
Κουράζεται, ατονεί;
Μάλλον. Αυτό δείχνει.
Έτσι τουλάχιστον φαίνεται με το πέρασμα του χρόνου.
Εμείς διαχέουμε το αντάρτικο. Το ένοπλο κόμμα το επικεντρώνει, επιτίθεται στην »καρδιά».Ο καθένας σύμφωνα με τις αναλύσεις του. Είναι όλα γραμμένα, αποτυπώνονται στο χαρτί και στις πράξεις.
Η δύναμη πυρός αυξάνεται τρομερά, όμως. Η επιχειρησιακή ετοιμότητα κάνει άλματα. Η ικανότητα. Οι δεξιότητες.
Τρομάζει αυτό, δεν παρηγορεί τελικά.

Μοιάζει πλέον η επανάσταση, ο αγώνας, μάχη ανάμεσα σε μηχανισμούς που χρησιμοποιούν όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, θεμιτά και αθέμιτα. Ο κόσμος στην απ’ έξω.
Για την καταστολή δεν το συζητώ, το κάνει σχεδόν από την πρώτη μέρα, για να τρομοκρατήσει. Βλέπε Μάρα Καγκόλ, αιχμάλωτη, εκτελεσμένη εν ψυχρώ, ακινητοποιημένη.
Το ΚΚ απ’ την άλλη, μας μισεί πραγματικά. Ειδικά από την μέρα που έδιωξε το κίνημα τον Λάμα, με ολόκληρο τον μηχανισμό που κουβάλησε μαζί του, για να κάνει επίδειξη δύναμης στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπως έχουμε επαναλάβει νωρίτερα. Μας επιτίθεται διαρκώς, απροκάλυπτα και αδιάλειπτα. Επιστρατεύοντας ότι ψεύδος μπορείς να φανταστείς, χρησιμοποιώντας παραμορφωτικούς φακούς αλλοιώνοντας την αλήθεια.

Μέχρι και απεργίες και κινητοποιήσεις προσπαθεί να οργανώσει ενάντια σε κίνημα και μαχητές. Αποτυγχάνει οικτρά στην αρχή. Από την εκτέλεση του Μόρο και μετά, κάτι καταφέρνει, όχι όμως αυτό που προσδοκεί.
Χαφιεδολογεί ανοιχτά, δίχως καν να του το ζητήσουν.
Και μουλαρώνει κυριολεκτικά κάθε φορά που αντάρτες διαπραγματεύονται με την εξουσία.
Φέρεται σαν κράτος χωρίς να είναι.
Και ανοίγει διάπλατα τον δρόμο στον μπερλουσκονισμό ο οποίος προσφέρει αφειδώς στο πόπολο βυζιά με σιλικόνη και τουρλωμένους κώλους. Ξεβράκωτες.

Δεν αξίζει στον ιταλικό λαό τέτοια κατάντια. Στην Ελλάδα διαλύουν τον κοινωνικό ιστό ανάμεσα στα ‘40 και ‘50. Σε εμάς αυτό συμβαίνει από το ‘80 και μετά, χοντρά χοντρά. Ίσως να ξεκινά και λίγο νωρίτερα η διαδικασία αυτή.
Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς χειρότερα.
Οι συνασπισμένοι παγκόσμιοι κεφαλαιοκράτες.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%27%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%27-%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE#/page/1

τρομοκρατία, φυλακή

Child in Time, Deep Purple.

Και μιας και αναφερθήκαμε στο ΚΚ, θα σου μιλήσω τώρα και για μια από τις άμεσες εμπειρίες που έχω με αυτούς.
Διοργανώνουν συναυλία, στην διάρκεια της ετήσιας γιορτής του κόμματος, με γνωστό τραγουδιστή προσκαλεσμένο. Μετά από τόσα χρόνια απόσταση αδυνατώ να θυμηθώ λεπτομέρειες. Σε προάστιο της πόλης, αποκεντρώνουν τις γιορτές τους. Σεπτέμβρη μήνα ως είθισται.
Στο γήπεδο της περιοχής έχουν στήσει ολόκληρο χωριό με περίπτερα, εστιατόρια, χώρους προβολών και εκθέσεις. Και αντιπροσωπείες φίλιων κομμάτων από το εξωτερικό. Στην διοργάνωση πολιτιστικών δρώμενων είναι μανούλες.

Ένας ολόκληρος μηχανισμός κινητοποιημένος.
Οι κερκίδες γεμάτες, πίτα και ο μισός αγωνιστικός χώρος. Οι μουσικοί είναι από τους δημοφιλέστερους. Οι πιο ενθουσιώδεις από τους θεατές, ως συνήθως, καταλαμβάνουν τον χώρο μπροστά στην εξέδρα, στο πάλκο.
Αποφασίζω να πάω κι εγώ, δεν με ακολουθεί κανείς από γνωστούς και φίλους, παραδόξως. Δεν με νοιάζει και μόνος, όλα καλά.
Παρακολουθώ την συναυλία, πολύ ζεστή ατμόσφαιρα. Νέοι ενθουσιώδεις και όχι μόνο κομμουνιστές, μοιρασμένες οι προτιμήσεις. Έχουν όμως κατεβάσει όλες τις ομάδες περιφρούρησης της πόλης οι κομματικοί, για τον φόβο επεισοδίων. Κάτι ξέρουν οι μαλάκες, γενικά είναι προκλητικοί με όσων τις φάτσες δεν γουστάρουν. Ξέρεις. Οι γραφειοκράτες κάνουν μπαμ από μακριά. Βολεμένοι, δήθεν κλπ. Και ότι διαφορετικό τους ξενίζει, το φοβούνται. Είναι συντηρητικούρες και το δείχνουν με κάθε πρόφαση, σε κάθε ευκαιρία.

Κάνουν δέκα λεπτά διάλειμμα οι μουσικοί και κάποιος μεγαλόσχημος παίρνει το μικρόφωνο, αποφασίζει να αρχίσει τις αρλούμπες και τις αοριστολογίες. Και χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος εξαπολύει λεκτική επίθεση στον χώρο της αυτονομίας.
Ξεκινούν τα ξεφωνητά. Στην αρχή αραιά, σκόρπια. Στη συνέχεια εντονότερα. Ώσπου ξεσπούν οι αντεγκλήσεις, τα σπρωξίματα, οι ψιλές και το γενικευμένο ξύλο.
Την είχανε στημένη. Φαίνονταν από την αρχή. Μεγάλη η κινητοποίηση. Το κακό είναι πως δεν έδωσα σημασία. Έμεινα σε κάποια γωνιά απομονωμένος, ανάμεσα σε άγνωστους.
Τα υπόλοιπα παιδιά, οργανωμένα ή όχι δεν έχει σημασία, ήτανε όλα μαζεμένα και αποχώρησαν συντεταγμένα δίχως απώλειες, σπρωγμένα προς την έξοδο.

Μας έχουν παγιδέψει μέσα στο γήπεδο, με τις εξόδους να τις ελέγχουν οι μπράβοι τους, μας βρίζουν από τα μικρόφωνα. Έχει ξεσπάσει πανδαιμόνιο, μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία κάποιος με αναγνωρίζει και με υποδεικνύει, σου έχω ξαναπεί, άσε που το γνωρίζεις Μιχάλη είμαι γνωστός και αναγνωρίσιμος, πολύ κοινωνικός, σε όλους τους πολιτικούς κύκλους και χώρους.
Αρχίζουν λοιπόν να με κυνηγούν για να με λιντσάρουν.
Τους ξεφεύγω διαρκώς. Δεν τρέχω εγώ, δεν είμαι εγώ που ελίσσεται ανάμεσά τους. Κάποιος άλλος το κάνει. Κάποιος με φτερά. Κάποιος μου δίνει φτερά. Δεν υπάρχει Ρεντ Μπούλ ακόμη, κάποιος άλλος το κάνει.

Καταφέρνω με τα πολλά και σκαρφαλώνω ένα τοίχο και πηδώ έξω. Οι πούστηδες πηδούν και αυτοί, τρεις τον αριθμό, με κυνηγούν πλέον στα στενά. Χώνομαι σε ένα σκοτεινό ιδιωτικό υπόγειο πάρκινγκ αυτοκινήτων καβατζάροντας μια στροφή και με χάνουν. Κουρνιάζω κυριολεκτικά κάτω από ένα αυτοκίνητο. Ακούω την καρδιά μου και νομίζω πως είναι έτοιμη να εκραγεί. Φοβάμαι πως κάνει τόση φασαρία που θα με προδώσει, τι θόρυβο που κάνει! θα με ανακαλύψουν!
Τη γλιτώνω.
Αφήνω να περάσει κανένα εικοσάλεπτο, να ηρεμήσω κανονικά και να συνέλθω. Όλο εκείνο το κυνηγητό στάθηκε εξουθενωτικό, να χάσουν οριστικά τα ίχνη μου οι διώκτες. Η αλήθεια όμως είναι πως εάν θέλω να προλάβω το τελευταίο λεωφορείο πρέπει ν’ αρχίσω να ξεκουνιέμαι, η ώρα είναι περασμένη, αρχίζω να βιάζομαι. Πρέπει να του δίνω. Η συγκοινωνία σε λίγο σταματά.

Βγαίνω λοιπόν από το καταφύγιό μου και προχωρώ σταθερά, πρέπει υποχρεωτικά να περάσω μπροστά από το γήπεδο, αγχώνομαι λιγάκι, παίρνω βαθιές αναπνοές και συνεχίζω .
Για καλή μου τύχη, οι μικροπωλητές δεν έχουν ακόμη αποχωρήσει, μαζεύουν αυτή την ώρα την πραμάτεια τους σκορπισμένοι στους γύρω χώρους. Βρίσκω την ευκαιρία λοιπόν ν’ αγοράσω ένα καπελάκι για να αλλάξω λιγάκι το σουλούπι μου, ρίχνω και μια κόκκινη σημαία στις πλάτες μου σαν μανδύα και περνώ ήσυχος μπροστά από την πόρτα όπου πλέον η κίνηση έχει σταθερά μειωθεί, έχουν σχεδόν αποχωρήσει και οι τελευταίοι.

ελεύθεροι πολιορκημένοι

Είμαι πλέον αγνώριστος και άνετος, φτάνω στο πούλμαν το οποίο ξεκινά μετά από ελάχιστο χρόνο. Είμαι πλέον ασφαλής. Σε ένα μισάωρο έφτασα στο κέντρο, έχει πλέον περάσει δύο τη νύχτα όταν φτάνω στο σπίτι φίλης μου, πέρα από το ποτάμι. Δεν θέλω να μείνω μόνος. Που στοίχισε πολύ αυτή η έκρηξη κακίας και μίσους, θέλω να με κανακέψουν.
Ένας ακόμη λόγος για να ευχαριστήσω το καλό μου αστέρι σήμερα.
Σε αυτή την γειτονιά που εκτυλίχθηκε η αποψινή ιστορία κάποια χρόνια πριν γίνεται η γνωριμία μας Μιχάλη. Σε σπίτι φίλου που μας κάλεσε για τσιμπούσι. Μας έβαλες θυμάμαι ν’ ακούσουμε τους ‘Μετανάστες’ του Μαρκόπουλου. Τραγούδια για τους έλληνες που ξενιτεύονται στην Γερμανία. Είναι ο πρώτος σου χρόνος στο εξωτερικό, νιώθεις κι εσύ την νοσταλγία. Θυμάμαι πως δακρύζεις σιγοτραγουδώντας εκείνα τα υπέροχα τραγούδια.

Γιάννης Μαρκόπουλος Γιώργος Σκούρτης Λάκης Χαλκιάς 1974 Μετανάστες

Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια, τι θα φάω τι θα πιω τι θα στείλω στο χωριό
οι γυναίκες είναι χύμα, καίγομαι σαν τις κοιτώ δεν με θέλουν κι είναι κρίμα.
Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια, κάθε βράδυ στο σταθμό τριγυρίζω για να πω μια κουβέντα σ’ ένα φίλο
κι αν μια νύχτα δεν τον βρω μοιάζω με χαμένο σκύλο.
Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια. Θα γυρίσω στο χωριό, δεν αντέχω δεν βαστώ
τι κορμί βασανισμένο, ψάχνω να βρω αδερφό κι όλοι με φωνάζουν ξένο.

Και :
Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω
έχω ένα χρόνο να τα δω και λιώνω
μου γράφει η γιαγιά τους πως ρωτάνε
τα τρένα που ‘ναι στο σταθμό που πάνε.
Αδύνατος μου γράφει ο Στελάκης΄
έχει ανάγκη θάλασσας ο Τάκης
αρχίζει το σχολείο η Μαρίνα
θέλει να γίνει κάποτε γιατρίνα.
Αγόρασα λαχείο στ’ όνομά τους
αχ! Να κερδίσω να σταθώ σιμά τους.

Από τη Βίκυ Μοσχολιού.

‘Μες την κοιλάδα των Τεμπών’, Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

Η πόλη είναι γεμάτη νέους από κάθε γωνιά της γης. Κατοικούν διασκορπισμένοι στις γειτονιές της,τα σπίτια τους γίνονται στέκια μας. Έχουμε λοιπόν την ευκαιρία να γνωρίσουμε κάθε σπιθαμή του αστικού τοπίου με τις ομορφιές και τα μυστικά του. Έχουμε φίλους και γνωστούς παντού που μας καλούν καθημερινά. Κεράσματα, κουβεντούλα και γιορτούλες. Έχουμε φιλοξενηθεί, για ώρες ή για μέρες όπου μπορείς να φανταστείς, σε κάθε λογής σπιτικό, όπου το βάζει ο νους σου.

Γίνεται σιγά σιγά η Κάσμπα μας [βλέπε ‘Μάχη του Αλγερίου’, Τζίλο Ποντεκόρβο, 1966, ταινία που μιλά για τους αγώνες του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου στην ιστορική συνοικία -ακρόπολη των μουσουλμάνων στην πόλη του Αλγερίου για την ανεξαρτησία τους από τους Γάλλους το 1954. Αυτά για τους άβγαλτους].
Κάσμπα προς το παρόν φιλική η πόλη, με απελευθερωμένες ζώνες όπου φασίστες, άλλοι δεξιοί και μπάτσοι φυσικά αποφεύγουν να πλησιάσουν!

«Η Μάχη του Αλγερίου» (La Battaglia Di Algeri, 1966)

 la-battaglia-di-algeri-photos-6

Όποιος αποικιοκράτης/κατακτητής βρίσκεται στη γη κάποιου άλλου εφαρμόζοντας κάτω από τον έλεγχο του στρατού το ειδικό νομικό καθεστώς γνωστό και ως «Κώδικας των Ιθαγενών» (Code d’ Indigénat), που μεταβάλλει τους πολίτες σε υπηκόους λεηλατώντας τον πλούτο, τα δικαιώματα, τη γλώσσα, την κουλτούρα και την ιστορία μέσω διώξεων, φυλακίσεων, μαζικών δολοφονιών και πογκρόμ, μπορεί να ρίξει μια ματιά στη «Μάχη του Αλγερίου» για να δει τι τον περιμένει…

Αυτό ακριβώς είναι η «Μάχη του Αλγερίου», μια ταινία με άμεση τη σχέση μεταξύ τέχνης και πολιτικής, ένα αριστουργηματικό αντιαποικιοκρατικό ασπρόμαυρο φιλμ (ιταλοαλγερινής παραγωγής) για την αλγερινή επανάσταση, του ιταλού κινηματογραφιστή Τζίλο Ποντεκόρβο και του φωτογράφου Μαρτσέλο Γκάτι.

Η ταινία είναι γυρισμένη στα πραγματικά πεδία των μαχών (στα σοκάκια και τις συγκοινωνούσες ταράτσες του Καζμπάχ) και βασισμένη στο βιβλίο του Σααντί Γιασίφ «Αναμνήσεις από τη Μάχη του Αλγερίου». Ο Γιασίφ είχε συλληφθεί το 1957 και καταδικαστεί σε θάνατο, αλλά η ποινή δεν πρόλαβε να εκτελεστεί. Αμέσως μετά την απελευθέρωση (1962) έγινε μέλος της πρώτης μεταπελευθερωτικής κυβέρνησης, η οποία και αποφάσισε να γυριστεί μια ταινία με το θέμα του βιβλίου. Ο Ποντεκόρβο βρήκε στήριξη και χρηματοδότηση από τον πρώτο πρόεδρο της ανεξάρτητης πια Αλγερίας, Μπεν Μπελά, ο οποίος όμως είχε αρχικά εκφράσει επιφυλάξεις: «Στην αρχή θεώρησα ότι μια τέτοια ταινία θα ήταν σπατάλη, μιας και ήμασταν φτωχή χώρα. Ο Γιασίφ ωστόσο μού είπε ότι ο αγώνας μας δεν ανήκει μόνο στον αλγερίνικο λαό, ανήκει σε όλους τους καταπιεσμένους του κόσμου, και δεν μπορούσαμε να τους προδώσουμε. Έτσι, καταφέραμε και βρήκαμε τα λεφτά για την ταινία».

Μόνο και μόνο για τη ρεαλιστικότατη και αληθοφανέστατη αναπαράσταση του συγκλονιστικού ανταρτοπόλεμου των εξεγερθέντων Αλγερινών, η «Μάχη» θεωρείται (και δικαίως) ένα από τα σημαντικότερα φιλμ του 20ού αιώνα. Ένας ανταρτοπόλεμος που ξεκινά την 1η Νοέμβρη του 1954 με την προκήρυξη-κάλεσμα του FLN (Απευθερωτικό Μέτωπο Αλγερίου) για ανεξαρτησία. Όταν το FLN σκοτώνει μερικούς αστυνομικούς, ο αρχηγός της αστυνομίας σε μια πράξη ωμής αντεκδίκησης τοποθετεί βόμβα σε μια αραβική συνοικία, με συνέπεια να χαθούν πολλοί άμαχοι. Ο χορός της απροκάλυπτης βίας έχει ήδη αρχίσει. Το FLN απαντά με τρεις γυναίκες καμικάζι να επιτίθενται σε δύο καφέ και στα γραφεία της Έιρ Φρανς, στην ευρωπαϊκή συνοικία του Αλγερίου. Ένα ειδικό σώμα περίπου οκτώ χιλιάδων επίλεκτων ανδρών και γυναικών «χωρίς θεό και δίχως νόμο» βρίσκεται αντιμέτωπο με διακόσιες χιλιάδες γάλλους στρατιώτες, που επί εννέα ολόκληρους μήνες απαντούν με αιματοκύλισμα των φτωχογειτονιών της Κάσμπα (το «κάστρο» του FLN, στην πρωτεύουσα Αλγέρι) και προχωρούν σε θηριώδεις αιματοχυσίες, συλλήψεις, βασανισμούς, δολοφονίες και ισοπέδωση ολόκληρων συνοικιών. Και όλα αυτά στο όνομα της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας».

Με την απόφασή του να επιλέξει ερασιτέχνες άραβες ηθοποιούς και με την προσθήκη γυναικών (μιας και ήταν ζωτική και ουσιώδης η προσφορά τους στην ανεξαρτησία), αλλά και με ένα μόνο επαγγελματία ηθοποιό (κυρίως θεατρικό), τον Ζαν Μαρτίν (ενσάρκωσε τον συνταγματάρχη Mathieu), ο Ποντεκόρβο συνδυάζει εκπληκτικά δύο διαφορετικά είδη κινηματογράφου: το ντοκιμαντέρ και το κλασσικό σινεμά.
(Χαρακτηριστικό, μα και συνάμα οξύμωρο, είναι το σημείο της ταινίας όπου ο γάλλος συνταγματάρχης Ζαν Μαρτίν κραυγάζει προς την αντίπαλη πλευρά: «Πώς μπορείτε να μας αποκαλείτε “φασίστες”; Ήμασταν μέλη της αντίστασης, πολεμήσαμε το ναζισμό!..» μη μπορώντας να αντιληφθεί τι του καταμαρτυρεί η άλλη πλευρά, καθόσον οι μνήμες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν ακόμη νωπές…)

 Η καταιγιστική, θυελλώδης δυναμικότητα της ταινίας, με πλήρη εστίαση στην απροκάλυπτη ωμότητα της βίας και της καταστολής των γαλλικών στρατευμάτων, ενόχλησε τις γαλλικές κυβερνήσεις, οι οποίες και την είχαν απαγορεύσει ώς το 1971, ενώ η γαλλική κοινή γνώμη βρέθηκε μοιρασμένη στα δύο. Η πρώτη προβολή της στο Παρίσι (μια λογοκριμένη έκδοση που κατέβηκε αμέσως) σημαδεύτηκε από συγκρούσεις και διαδηλώσεις από ακροδεξιούς της OAS – Algerie (Οργάνωση Μυστικού Στρατού Αλγερίας) με την αστυνομία. Χαρακτηριστικό, δε, είναι ότι το φιλμ προβλήθηκε στη γαλλική τηλεόραση μόλις το 2004! Η ταινία δεν άφησε όμως «ασυγκίνητο» και το αμερικάνικο υπουργείο Εξωτερικών, καθώς το 2003 το Πεντάγωνο την πρόβαλε με αφορμή την εισβολή του αμερικανικού στρατού στο Ιράκ σε αξιωματικούς του Στρατού και ειδικούς επί πολεμικών θεμάτων υπό τον… ηχηρότατο τίτλο «Πώς να κερδίσετε τη μάχη κατά της τρομοκρατίας και να χάσετε τον πόλεμο των ιδεών», αναφέρουν οι «New York Times».

Τη μουσική της ταινίας έχει επιμεληθεί ο εκπληκτικός ιταλός συνθέτης Έννιο Μορικόνε. Ο Μορικόνε, συνδυάζοντας τον Μπαχ, τη μουσική των Βεδουίνων, τα εμβατήρια αλλά και την τζαζ του ’50, μεγαλουργεί συνθέτοντας ένα απο τα εξαιρετικότερα σάουντρακ ταινιών. Ακόμη και οι κραυγές των γυναικών, οι θρήνοι, οι ήχοι των πυρών και οι εκρήξεις των βομβών γίνονται μουσική, μια ριζοσπαστική μουσική. «Όλα ξεκίνησαν, όταν ο Gillo μού ζήτησε να γράψω τη μουσική για τη “Μάχη του Αλγερίου”» αναφέρει ο ίδιος. «Με εξέπληξε διότι ήμουν ακόμα νέος στο χώρο. Γνώριζα την προηγούμενη ταινία του, το “Kapo”, και το θεωρούσα εκπληκτικό φιλμ. Τον ρώτησα ωστόσο γιατί διάλεξε εμένα. Με εξέπληξε για ακόμα μια φορά, διότι μου είπε πως είχε δει το “Για Μια Χούφτα Δολάρια ”, το δεύτερο γουέστερν του Λεόνε, του άρεσε πολύ η μουσική και έτσι αποφάσισε να μου προτείνει το σάουντρακ της “Μάχης”. Δέχτηκα, μιας και ήμουν σίγουρος πως θα γινόταν ένα καταπληκτικό φιλμ, αλλά και πως θα έκανα πολύ καλή δουλειά». «Και πράγματι» συνεχίζει «ήμουν πολύ περήφανος εκείνο τον καιρό — κι ακόμα είμαι. Από τη μια δεν ήθελα ο σκηνοθέτης να έχει να κάνει με τη μουσική της ταινίας, αλλά ο Gillo ήξερε, διαισθητικά, τη μορφή της μουσικής που χρειαζόταν η ταινία. Η φαντασία και οι γνώσεις του πάνω στη μουσική με βοήθησαν πολύ και στη “Μάχη” αλλά και σε όλα τα υπόλοιπα φιλμ που κάναμε μαζί. Οι τέσσερις νότες που είχε στο μυαλό του για το βασικό μοτίβο ήταν πολύ απλές. Ήταν η βάση για όλη τη μουσική που συνέθεσα για την ταινία. Το σημαντικό είναι ότι αυτό το μικρό θέμα ήταν σε απόλυτη αρμονία με το προφίλ του αλγερινού λαού και, αν και ήταν μια δυτικής μορφής σύνθεση, είχε τις βάσεις της στην τοπική μουσική παράδοση. Στη σκηνή της σφαγής η μουσική είναι κατεξοχήν δική μου. Σ’ αυτό το σημείο δεν ήθελα ο Gillo να έχει καμία ανάμειξη. Ήθελα η μουσική να μην επηρεαστεί ούτε στο ελάχιστο από εκείνον. Είναι η ίδια μουσική που υπάρχει και στη σκηνή της σφαγής στην Κάσμπα αλλά και σε εκείνη της βομβιστικής επίθεσης στο μπαρ. Η πρώτη είναι μεγαλύτερης διάρκειας, αλλά το ίδιο συγκινητική. Ο Gillo έκλαψε όταν την ηχογραφούσαμε».

Στην ταινία απονεμήθηκε το «Χρυσό Λιοντάρι» και το Βραβείο των Κριτικών στο Φεστιβάλ Βενετίας του 1966, ενώ ήταν υποψήφια και για τρία Οσκαρ: Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Καλύτερου Σεναρίου και Καλύτερης Ξένης Ταινίας.

Σκηνοθεσία :Τζίλο Ποντεκόρβο Διεύθυνση Φωτογραφίας : Μαρτσέλο Γκάτι.

Παίζουν: Μπραχίμ Χατζιάγκ, Ζαν Μαρτέν, Γιασέφ Σααντί Παραγωγή: ΑΛΓΕΡΙΑ/ΙΤΑΛΙΑ (1966)

Το εγκώμιο όμως για την εκπληκτική δυναμική της «Μάχης» έπλεξε και μία από τις σημαντικότερες εγχώριες μορφές στον χώρο της κριτικής κινηματογράφου, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, γράφοντας στην εφημερίδα «Το Βήμα» της 15ης Απριλίου 1975 τα εξής:

«Ένας διπλός θρύλος συνοδεύει τούτη την ταινία, γυρισμένη το 1965 στο Αλγέρι την περίοδο που ο Μπουμεντιέν ανέτρεπε τον Μπεν Μπέλα χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, τα άρματα και τους στρατιώτες που είχαν παραχωρηθεί στον Ποντεκόρβο για τις ανάγκες του γυρίσματος, έτσι ώστε, για πρώτη φορά ίσως, ο κινηματογράφος να πάρει μέρος στο «φτιάξιμο» της ιστορίας περνώντας από τη φιξιόν κατευθείαν στην πράξη, προκαλώντας μ’ αυτόν τον τρόπο μια πολύ χαρακτηριστική σύγχυση στους κατοίκους που προς στιγμήν μπέρδεψαν το σινεμά με την πραγματικότητα: 1) Ο Τζίλο Ποντεκόρβο είναι γιος του διάσημου ατομικού επιστήμονα που κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση αμέσως μετά τον πόλεμο, συναποκομίζοντας κάποια μυστικά. Ήταν φυσικό ο θρύλος του πατέρα να συνοδεύει και το γιο, πολύ περισσότερο όταν κι αυτός, όπως ο πατέρας, δεν έκρυβε τη μαρξιστική του τοποθέτηση. Ο Ποντεκόρβο, άνθρωπος κολοσσιαίας κουλτούρας, χρησιμοποιεί τον κινηματογράφο κατά κάποιον τρόπο σαν χόμπι ή μάλλον όταν νομίζει πως έχει να πει κάτι το πολύ σημαντικό. Όντας μαθητής και φίλος του Γιόρις Ίβενς γύρισε πολλά ντοκιμαντέρ — και μόνον τέσσερις ταινίες μεγάλου μήκους από τις οποίες το Καπό (1960) τον έκανε διεθνώς γνωστό. 2) Η μάχη, του Αλγερίου απέχει απ’ τα πραγματικά περιστατικά (στα οποία αναφέρεται) ελάχιστα χρόνια, γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στον τόπο όπου αναφέρεται η ιστορία, και χρησιμοποιεί ως κομπάρσους τους ανθρώπους που στον απελευθερωτικό πόλεμο του Αλγερίου ήταν οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της Ιστορίας.Αυτοί οι δύο παράγοντες (ο ένας υποκειμενικός και ο άλλος αντικειμενικός) σίγουρα έπαιξαν το ρόλο τους στη φήμη της ταινίας.

Όμως, τούτη η φήμη δεν είναι αποκύημα της μυθοποιητικής φαντασίας μόνο: ο Ποντεκόρβο, ένας μανιακός περφεξιονίστας που δουλεύει χρόνια πάνω σ’ ένα σενάριο, είναι ένας δημιουργός με στιλ απολύτως προσωπικό. Αρνούμενος κατηγορηματικά τις ευκολίες του στούντιο, γυρίζει πάντα σε φυσικούς χώρους, στους οποίους, όμως, κάνει τόσες επεμβάσεις ώστε αυτοί να μεταλλάσσουν σ’ ένα πελώριο ντεκόρ. Έτσι, ο Ποντεκόρβο — ντοκιμαντερίστας βρίσκεται πάντα στο οικείο του περιβάλλον ελέγχοντας και την τελευταία του λεπτομέρεια, σαν να επρόκειτο για ένα στημένο ντεκόρ λίγων τετραγωνικών μέτρων.
Απ’ την άποψη της διευθέτησης ταυ φυσικού χώρου Η μάχη του Αλγερίου είναι ένας σωστός άθλος: η πόλη του Αλγερίου μοιάζει να ‘χει αδειάσει από τους κατοίκους της και να ‘χει ξαναγεμίσει από τους ιδίους, αλλά αυτή τη φορά υπό την ιδιότητα των κομπάρσων που κινούνται στον φυσικό τους χώρο, ο οποίος έπαψε να ‘ναι “φυσικός” καθώς βάφτηκε, ανακαινίστηκε, ξηλώθηκε, γκρεμίστηκε και —προπαντός— φωτίστηκε σαν να ‘ταν μια κολοσσιαία σκηνή θεάτρου.Μέσα σ’ αυτόν το “ρετουσαρισμένο” πραγματικό χώρο τοποθετείται μια “ρετουσαριομένη” πραγματική ιστορία. Η ιστορία τής Κάσμπα (της παλιάς μουσουλμανικής συνοικίας της πόλης), που υπήρξε (κυριολεκτικά) η ακρόπολη της αλγερίνικης επανάστασης.

Όπως και το ντεκόρ, η ιστορία είναι πραγματική αλλά ανασυνθεμένη απ’ τον γόνιμο σεναρίστα του Ποντεκόρβο, τον Φράνκο Σολίνας, με τρόπο ώστε το “ρετούς” να υπηρετεί τις ανάγκες του Ποντεκόρβο και όχι την αντικειμενικότητα της Ιστορίας — μια αντικειμενικότητα που δεν χάνεται, βέβαια, ως αίτημα αλλά και που δεν μπαίνει τροχοπέδη στην άποψη του Ποντεκόρβο γι’ αυτή την Ιστορία, που δεν είναι καθόλου επική.
Εν πάση περιπτώσει, πρόθεση του δεν είναι να κάνει ένα ιστορικό φρέσκο ή ένα έπος σε στιλ “Θωρηκτό Ποτέμκιν” ή ένα ανασυνθεμένο ντοκιμαντέρ, αλλά να ερμηνεύσει τη διαδικασία της γέννησης ενός ιδιόρρυθμου αντάρτικου, το οποίο ως τρόπος δράσης και ως νοοτροπία βρίσκονταν πάρα πολύ κοντά στις απόψεις του Φραντς Φανόν για το επαναστατικό δυναμικό των λούμπεν. (Άλλωστε, ο Φανόν έγραψε το “Της γης οι κολασμένοι” με βάση τις εμπειρίες του απ’ την αλγερίνικη επανάσταση, της οποίας υπήρξε ο θεωρητικός.)

Ένα τέτοιο αντάρτικο δε στηρίζεται στη “διαφώτιση” και συνεπώς στη “λογική” ένταξη, αλλά στην ενεργοποίηση των ενστίκτων του μίσους και της επιθετικότητας του καταπιεσμένου που εκρήγνυται κατά κύματα, άτακτα, αλλά με μια δύναμη σαρωτική. Είναι προφανές ότι μια τέτοια νοοτροπία θα ήταν εντελώς ακατάλληλη να υπαγορεύσει ένα επικό στιλ στον τομέα της αισθητικής, πράγμα που το γνώριζε άριστα ο Ποντεκόρβο. Γι’ αυτό, κοίταξε την Ιστορία μέσα απ’ τα μάτια εντελώς εξατομικευμένων ηρώων που μοιάζουν να βγαίνουν απ’ τη μάζα των κομπάρσων, να παίζουν το ρόλο τους και να ξαναχάνονται στην ίδια μάζα. Έτσι, η ατομική περίπτωση (π.χ. του κεντρικού ήρωα Αλή) παραπέμπει αυτόματα στη γενική που τη συμβολοποιεί και τη συγκεκριμενοποιεί.

Αυτή η σχέση του ήρωα με τη μάζα στην οποία οργανικά ανήκει, γίνεται φανερή και κατά την αντίστροφη φορά: οι κομπάρσοι χάνουν την ανωνυμία και το διακοσμητικό τους χαρακτήρα καθώς αποτελούν την «πηγή» από την οποία ξεκινάει και στην οποία καταλήγει ο εξατομικευόμενος ήρωας. Γι’ αυτό ακριβώς ο θεατής έχει την εντύπωση πως τα πλάνα που περιγράφουν τη δράση ενός συγκεκριμένου ήρωα είναι ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΑ μιας μάζας νοούμενης σαν ένα πολυκέφαλο πρόσωπο. Είναι φανερό, λοιπόν, πως οι κομπάρσοι αποτελούν ένα είδος χορού που άλλοτε σχολιάζει και παρακινεί σε δράση και άλλοτε δρα —ανάλογα με τις γρήγορες μεταπτώσεις— απ’ το γενικό στο ειδικό και αντίστροφα.
Τούτες οι μεταπτώσεις, υπαγορευμένες απ’ την «ψυχολογική» ιδιομορφία της αλγερινής επανάστασης, δικαιολογούν τόσο τα απότομα ξεκινήματα και σταματήματα της δράσης όσο και την εκπληκτική τελευταία σκηνή στην οποία περιγράφεται το απροσδόκητο και εντελώς ξαφνικό (φαινομενικά) χύσιμο στους δρόμους ενός πλήθους έτοιμου να σαρώσει τους πάντες και τα πάντα ύστερα από δύο ολόκληρα χρόνια σχεδόν απόλυτης αδράνειας.

Η ταινία του Ποντεκόρβο δεν είναι μόνον η περιγραφή του πρώτου αντάρτικου των πόλεων. Είναι συγχρόνως και μια σοφή μαρξιστική μελέτη πάνω στο υποκείμενο της Ιστορίας, που είναι ταυτόχρονα και το αντικείμενο της: ο λαός φτιάχνει την Ιστορία για τον εαυτό του και όχι για τους αφεντάδες, τη φτιάχνει μόνος του και όχι διά εντολοδόχων. Βέβαια, έτσι γινόταν πάντα και ο Ποντεκόρβο δεν κομίζει γλαύκα εις Αθήνας. Όμως, γνωρίζετε πολλούς κινηματογραφιστές που κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν ταυτόχρονα το υποκείμενο της ιστορίας και ως αντικείμενο της; Ο Ποντεκόρβο δεν απλοποιεί τη διαλεκτική για λόγους σκοπιμότητας και κατανοητότητας. Προτιμάει τη χεγκελιανή φόρμουλα “ταυτότητα της ταυτότητας και τη μη ταυτότητας” παρά την υπεραπλουστευμένη της μορφή “θέση-αντίθεση-σύνθεση” που προκάλεσε τόσες συγχύσεις και τόσες παρανοήσεις με την έννοια της χρονικής διαδοχής που προϋποθέτει. Στο χεγκελιανό σχήμα, κάτι “είναι και ταυτόχρονα παύει να είναι” την ίδια στιγμή, η κατάφαση εμπεριέχει την άρνηση της. Στο εκλαϊκευτικό σχήμα, η άρνηση έπεται χρονικά της κατάφασης και σ’ ένα τρίτο χρονικό στάδιο δημιουργεί μια νέα κατάφαση.

Ο Ποντεκόρβο είναι ένας πολύ μεγάλος διαλεκτικός, και η φήμη του κάθε άλλο παρά μύθος είναι. Ο Γαβράς και οι όμοιοι του, αν τον πρόσεχαν λιγάκι (και αν έπιαναν και κανένα βιβλίο στο χέρι τους), θα ντρέπονταν για ταινίες σαν την “Κατάσταση πολιορκίας” π.χ., με την οποία ο θεατής, αν βρει κάποιες ομοιότητες, θα πρέπει να τις θεωρήσει εντελώς τυχαίες».

 Από την – Arte Povera –

η μάχη του Αλγερίου

Μοναχά οι οργανωμένοι κομουνιστές [που νομίζουν πως είναι τέτοιοι, στην πραγματικότητα δεν είναι άλλο παρά βολεμένα γρανάζια στην ασφάλεια, την θαλπωρή ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού-τέρατος που με τον κοινοτισμό έχει τόση σχέση όση εγώ με έναν αστροναύτη της ΝΑΣΑ ]. Αυτοί λοιπόν και η αστυνομία μοναχά μας αντιμετωπίζουν εχθρικά. Με τους πρώτους να καταρρίπτουν όλα τα ρεκόρ μιας και τους χαλούμε το παιχνίδι, ξεσκεπάζοντας καθημερινά στα μάτια του κόσμου την άθλια τους παράσταση.

Rock the casbah, The Clash.

Γνωρίζω ένα πρωινό, στο σιδηροδρομικό σταθμό τρεις αμερικάνους νεαρούς, μια κοπέλα και δύο αγόρια. Τους προσκαλώ στο σπίτι, τους φιλεύω και τους φιλοξενώ τη νύχτα, το χρειάζονταν. Την άλλη μέρα θα φύγουν για Μόντε Κάρλο στη Γαλλία, έτσι λέει το πρόγραμμά τους. Τα σακίδια στις πλάτες τραβούν την προσοχή μου μιας και νιώθω αιώνιος περιπλανώμενος ταξιδευτής.
Βγάζω με χαρά εισιτήριο και φεύγω μαζί τους. Μένουμε στο Πριγκιπάτο δυο μέρες και μια νύχτα και οι δρόμοι μας χωρίζουν. Εκείνοι συνεχίζουν στη Γαλλία κι εγώ επιστρέφω. Είναι όλα υπέροχα, η τσέπη όμως δεν αντέχει, η ζωή κοστίζει πανάκριβα εκεί. Το περπατήσαμε ολόκληρο, κρίμα που δεν πέσαμε σε περίοδο του γκράν πρι για να απολαύσουμε το θέαμα, αν και πιστεύω πως τότε οι τιμές θα τινάζονται στα ύψη.

Δεν σκέφτηκα ποτέ δεύτερη φορά πριν πάρω κάποια απόφαση, εννοώ πως δεν κοντοστάθηκα ποτέ, έδρασα αυθόρμητα, με την καρδιά περισσότερο παρά το μυαλό. Γι αυτό πιθανόν και να μου κάθισαν οι καταστάσεις. Για πολλά χρόνια συμβαίνει αυτό, μόλις μπαίνει στη μέση η αμφιβολία όλα χαλούν. Ίσως αυτό να είναι το αστέρι!
Εάν δεν κομπιάζεις, εάν δεν φοβάσαι το λάθος, τότε όλα πάνε καλύτερα. Τα προβλήματα ξεκινούν με την αμφισβήτηση των αποφάσεών σου, τη διστακτικότητα.
Εμπιστοσύνη. Αυτή είναι η μαγική λέξη που ανοίγει την πόρτα της ζωής διάπλατα.

Απαγορεύεται αυστηρά η γκρίνια.
Εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και στο σύμπαν. Στην αρμονία που υπάρχει σε αυτό.
Ας σκεφτόμαστε αυτόνομα, ας δρούμε αυτόνομα, με εμπιστοσύνη και υπομονή. Κάθε στιγμή είναι μαγική, αυτή υπάρχει, ανεξάρτητη από το πριν και το μετά. Να τη ζήσουμε.
Να ακούμε. Να βλέπουμε. Να κοιτάζουμε με προσοχή. Κι αν χρειαστεί να περιμένουμε ένα λεπτό…. Ας το κάνουμε. Θα ακούσουμε. Ας δείξουμε εμπιστοσύνη. Θα δούμε.
Βλέπουμε!

DSC02236

Ματωμένη Κυριακή

Για μένα τραγουδώ – Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΑΑ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 3

ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΟΛΑ
Ατίθασος πρωταγωνιστής αυτής της ιστορίας είναι ο νεαρός εργάτης-μάζα: ο προλετάριος του Νότου που πάνω στη δική του εργασία στηρίχτηκε η ιταλική και ευρωπαϊκή βιομηχανική ανάπτυξη στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.
Είναι ο «εργάτης για όλες τις δουλειές». Ανειδίκευτος και με τεράστια κινητικότητα, διαδοχικά εργάτης γης, οικοδόμος, άνεργος και τελικά μετανάστης, που αφηγείται με τη δική του κοφτή γλώσσα και από τη δική του ταξική σκοπιά πως έμαθε μέσα στις πελώριες αυτοκινητοβιομηχανίες του Βορρά να οργανώνει το δικό του δυναμικό εξέγερσης ενάντια στην εκμετάλλευση.
Ύστερα από μια σειρά άτυχων προσπαθειών να δουλέψει στο Νότο, ρίχνεται στην υποχρεωτική περιπέτεια της μετανάστευσης. Στο Μιλάνο, όπου δέχεται να κάνει τις πιο διαφορετικές δουλειές, αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται βουτηγμένος μέσα σε μια κοινωνία παράλογη, βασισμένη στην εξοντωτική σε ωράρια και ρυθμούς δουλειά και την κατανάλωση.
Τότε είναι που ξεκινάει έναν πρώτο, δικό του αγώνα ενάντια στην κατάσταση αυτή, έναν αγώνα αντιφατικό, γεμάτο πονηριά και αλαζονεία, για να ικανοποιήσει τις δικές του ατομικές ανάγκες και να ξεφύγει από τους αδυσώπητους νόμους της παραγωγής. Μέχρις ότου, στις αρχές του ’69, προσλαμβάνεται στη Φίατ.
Από δω και πέρα η πορεία του ήρωά μας θα είναι διαφορετική, θα είναι δεμένη με τις συνελεύσεις, τις λεπτομέρειες και τα χρονικά που ξαναζωντανεύουν μέρα τη μέρα τις φάσεις των μεγάλων ταξικών αγώνων που πέρασαν στην ιστορία του παγκόσμιου κινήματος σαν ιταλικό θερμό φθινόπωρο.
Το βιβλίο αυτό του Νάννι Μπαλεστρίνι δεν είναι απλά ένα καλό μυθιστόρημα που άντεξε στον χρόνο. Είναι κάτι παραπάνω, στον βαθμό που τόσο ως περιεχόμενο όσο και ως τίτλος, υιοθετήθηκε όχι μόνον από εκείνους που διεξήγαγαν τους κοινωνικούς αγώνες στα τέλη του 20ου αιώνα, αλλά και από αυτούς που τους συνεχίζουν και στον 21ο. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Περιεχόμενα

Από το «Τα Θέλουμε Όλα» στους «Αόρατους» και οι πρακτικές συνέπειες μιας συνειδητής επιλογής. Συνέντευξη του Νάννι Μπαλεστρίνι στον Δημήτρη Δεληολάνη
ΝΑΝΝΙ ΜΠΑΛΕΣΤΡΙΝΙ, ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΟΛΑ
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
Ο Νότος
Η Δουλειά
Ο Βορράς
Η Φίατ
Ο Αγώνας
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
Το Ημερομίσθιο
Οι Σύντροφοι
Η Αυτονομία
Η Συνέλευση
Η Εξέγερση

 

  • Αλλάζει ύφος. Μου αρέσουν πολύ τα λουλούδια λέει, τρελαίνομαι να κόβω βόλτες στη γειτονιά και να παρατηρώ τις ανθισμένες την άνοιξη αυλές. Τις ποικιλίες που σκορπίζουν ευωδιές. Προχθές στο Μάο με τον Νικόλα πίναμε καφεδάκι και απολαμβάναμε τα σπαρμένα στα παρτέρια άνθη, στον πεζόδρομο. Μέσα στην πολυχρωμία έκανε μπαμ κι ένας απρόσμενος επισκέπτης, χαλούσε όλη την εικόνα η πεταμένη μες την ομορφιά νυχτερινή γόπα. Ποια είναι λοιπόν η σχέση μας με την ομορφιά και την αρμονία, σκεφτήκαμε ταυτόχρονα;

Λέει πως προτιμά την άνοιξη γιατί σε σχέση με το καλοκαίρι δεν κάνει τόσο ζέστη, τα χρώματα είναι περισσότερο φωτεινά και η ατμόσφαιρα πιο ζωηρή. Φυσά συχνότερα. Ρίχνει και βροχούλες, δροσίζει, καθαρίζει. Κάνει συχνά πορείες μικρές, μιας και οι μεγάλες τον κουράζουν, στα μονοπάτια προς Παλιά Καβάλα ή προς τον Γκολέ. Εκεί να δείτε ομορφιά! Βέβαια η μουτζούρα δεν λείπει πουθενά, μπάζα πεταμένα από δω κι από κει. Παρατημένη ασχήμια με τόση ελαφρότητα.

Ξαναγυρίζουν οι θύμησες, αλλάζει ξανά κουβέντα.

  • Οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς ήταν γέννημα του ’68, μικρογραφίες κομμάτων αυτοδιαλύθηκαν αρχές με μέσα του ’70 και διαχύθηκαν οι σύντροφοι σε αυτό το φουσκωμένο ποτάμι που ήταν η αυτονομία που παραλίγο να παρασύρει στο πέρασμά της τα πάντα.
    Επιτροπές, κολεκτίβες και συνελεύσεις όπου ανέπνεε ο άνθρωπος, μακριά από συμβάσεις, έξω και σε απόσταση από αρχηγικά πρότυπα με τα οποία λειτουργούσε μέχρι τότε η παγκόσμια αριστερά. Το νέο επαναστατικό υποκείμενο βρίσκονταν εκεί και σήκωνε στις πλάτες του πλέον το βάρος των αποφάσεων. ΑυτόνομαΑπό τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη.

Οι χώροι είχαν τις ιδιαιτερότητές τους, κάθε περιοχή την δική της. Οι επιτροπές τα ίδια, οι ομάδες, τα μέσα, κλπ. Η αλληλεγγύη- solidarietà, δεδομένη. Τα κινήματα αυτομείωσης πέτυχαν στόχο πολλές φορές. Άλλες όχι, μιας και το σαμποτάζ εκ μέρους των συνδικάτων ήταν δεδομένο. Παγκόσμιο φαινόμενο η φαγούρα που πιάνει κάθε συστημικό όταν τα γεγονότα τον ξεπερνούν. Εκεί προτιμά την πεπατημένη, την συνδιαλλαγή με την κυβέρνηση και τα αφεντικά, το φρένο στις κινητοποιήσεις. Ο λαός με την αυτομείωση έπαιρνε πίσω πλούτο που είχε παράξει και που κατέληγε στο μεγάλο κεφάλαιο.
Όταν το ένα στα εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει το πενήντα επτά του παγκόσμιου πλούτου πως είναι δυνατό να παραχθεί δημοκρατία.

Όταν κάθε 3 δευτερόλεπτα στον πλανήτη πεθαίνει ένα παιδί.
Το πάνω χέρι χρόνια τώρα το έχει το μεγάλο κεφάλαιο. Έχει δημιουργήσει τα παπαγαλάκια του, τους λακέδες του, που μέσα από ωραία λόγια προπαγανδίζουν το μοντέλο που τους συμφέρει, παγκοσμιοποίηση και ελεύθερη οικονομία. Μέσα πάντα από ‘δημοκρατικές διαδικασίες’. Διότι όταν κατέχεις χρήμα κατέχεις και τη δυνατότητα να δημιουργείς καταστάσεις, συνειδήσεις, συναίνεση. Κι έχεις και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς για τότε που τα πράγματα σκουραίνουν, εισαγγελείς, αστυνομία, στρατό, σώματα τάξης, ταξικά σώματα.
Επαναλαμβάνουμε πως αποκαλούν δημοκρατία την δικτατορία του κεφαλαίου.

Οι σύντροφοι λοιπόν οπλίζονται, αμύνονται στις επιθέσεις αστυνομίας και φασιστών πιασμένων από το χεράκι, γνωστό και στα μέρη μας φαινόμενο, παγκόσμιο θα έλεγα. Φρούρησαν τις διαδηλώσεις τους, τις καταλήψεις. Οργάνωσαν δολιοφθορές, εμπόδισαν την παραγωγή και τη μεταφορά πλούτου και εμπορευμάτων. Φίατ στο Τορίνο, Άλφα στο Μιλάνο, τεράστιες αυτοκινητοβιομηχανίες, Πόρτο Μαργκέρα στη Βενετία, μεταλλουργοί αγωνιστές πανίσχυροι, Ρώμη υπηρεσίες, στις σχολές, στις φτωχογειτονιές της σύγχρονης μητρόπολης, ο σχιζοπρολετάριος, [όπως πολύ εύστοχα τον αποκάλεσε ο Ρενάτο Κούρτσιο], είχε την πρωτοβουλία. Αντέταξε την αντιεξουσία του, contropotere proletario.

Διέλυσε η αντεπανάσταση την αλυσίδα, αποκέντρωσε την παραγωγή, την διασκόρπισε στο terittorio, δημιούργησε τον κοινωνικό εργάτη.
Φωτιές σε λουσάτες εκθέσεις αυτοκινήτων, οι οποίες αντανακλούσαν τεράστια αντίθεση ανάμεσα στο συμπιεσμένο λαϊκό εισόδημα και τα υπερπολυτελή αυτοκίνητα που απευθύνονταν σε λίγους, αυτούς τους οποίους οι κρίσεις του συστήματος δεν άγγιζαν ποτέ.
Και τόσες άλλες στιγμές σε ένα πόλεμο που βλέποντάς τον τώρα από μακριά με πιο ψύχραιμο μάτι, στον οποίο πιθανώς, από ένα σημείο και μετά συρθήκαμε. Στον οποίο οι περισσότεροι δεν κιότεψαν και τον άντεξαν μέχρι τέλους με αξιοπρέπεια. Φωτεινότατο παράδειγμα ο ΣΈΤΖΙΟ, ο ΚΟΎΡΤΣΙΟ, και τόσοι άλλοι.

ΚΑΙ ΜΟΥ ΛΈΕΙ, ΜΕ ΜΆΤΙΑ ΠΟΥ ΛΆΜΠΟΥΝ, Πως μόνο αυτός που έχει ζήσει σε αυτές τις συνθήκες γνωρίζει την ευφορία που γεμίζει την ψυχή, που αναστατώνει τον άνθρωπο, που αντανακλάται στα πρόσωπα αυτών που διαβάζουν στις εφημερίδες τα ‘πολεμικά ανακοινωθέντα της ημέρας’.

Σε όσους όλα αυτά φαίνονται ακραία έχει να αντιτάξει πως δίπλα στην ιδεολογία της πολυθρόνας υπάρχει και η ανάγκη πολλών να ονειρευτούν το αδύνατο, να ερωτευτούν την ‘ουτοπία’ και να πράξουν την αντίσταση στις καθημερινές συμβάσεις, να ζήσουν αυτόνομα.
Η ιστορία πρέπει να λέγεται, να μαθαίνεται, να διδάσκεται, ολόκληρη η ιστορία και όχι μόνο η πλευρά που συμφέρει τους νικητές και τους κρατούντες όπως γίνεται μέχρι σήμερα.

Πρέπει δε να γνωρίζουμε την συγκυρία. Εκείνα τα χρόνια είχαν καταπνίξει με βάρβαρο τρόπο, στη Λατινική Αμερική αντάρτικα εγχειρήματα αλλά και προσπάθειες ειρηνικής απεξάρτησης από το κεφάλαιο και την βόρειο αμερικάνικη οικονομική πολιτική διείσδυση, με σκληρότατες χούντες στρατιωτικές και κυριολεκτικά χιλιάδες ‘εξαφανισμένους’ από προσώπου γης πολίτες.

Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε ΠΕΘΑΝΕ ΜΕ ΤΟ ΌΠΛΟ ΣΤΟ ΧΈΡΙ ΣΤΟ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΌ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΕΙΟΥ από τις δυνάμεις του μετέπειτα δικτάτορα Πινοσέτ, τον οποίο ο ίδιος ο Πρόεδρος είχε τοποθετήσει αρχηγό του στρατού.
Εδώ σε εμάς ο Γιωργάκης τραυματίζεται πέφτοντας από ποδήλατο και ο Κωστάκης κλωτσώντας ένα τόπι. Άσε που ο τελευταίος φτιάχνει ειδικό νόμο για μία μόνο περιοχή της επικράτειας για να βάλει τον ξάδερφό του στη βουλή. Ανόμοια μεγέθη, ανόμοιες προσωπικότητες.

  • Επιστρέφοντας στα Ιταλικά χρόνια να προσθέσουμε εδώ πως οι αντάρτικες οργανώσειςείναι μέρος του κινήματος, έχουν ακολουθήσει τις διαδρομές του, απλά κάποια στιγμή θέτουν το ζήτημα της αναβάθμισης, πολιτικής και στρατιωτικής, της αυτονόμησης της οργάνωσης από τις μαζικές διαδικασίες για λόγους ασφάλειας, αναβάθμισης επιχειρησιακής και στόχων, σήκωσαν ψηλότερα τον πήχη για να το πούμε απλούστερα. Οι στόχοι πάντως επιλέγονταν από την καθημερινή ‘επαφή’ με το κίνημα, οι σύντροφοι δεν έπαψαν ούτε στιγμή να παίρνουν μέρος στις καθημερινές δραστηριότητες του κόσμου, πολλοί από αυτούς, οι περισσότεροι δηλαδή, αφουγκράζονταν από πρώτο χέρι ανάγκες και καημούς.

Επιθέσεις σε πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία τέτοιους και παρόμοιους δικαστικούς θεσμούς – όπου προλετάριοι δικάζονταν, με τη θέμιδα να γέρνει σταθερά προς τη πλευρά των δυνατών, περιουσίες να αλλάζουν χέρια υπέρ αυτών ή μεγάλων εταιριών – είναι κάποια παραδείγματα για το δρόμο που είχε χαραχθεί. Δεν υπήρχαν υπολογιστές τότε και η καταστροφή των αρχείων ξεσήκωνε πανηγύρια στις λαϊκές γειτονιές, με τον κοσμάκη να παίρνει ανάσες για καιρό πολύ.

Οι σπαρτιάτες ήταν ενάντιοι στη συσσώρευση πλούτου, είχαν στάση ζωής ηρωική. Η ασπίδα στον πόλεμο προστάτευε πάντα τον διπλανό όμοιο. Όμοιοι σε όλα. Πώς να πολεμήσεις με αυταπάρνηση προστατεύοντας τον διπλανό σου όταν ξέρεις ότι έχει περισσότερα από σένα. Και στο κάτω- κάτω χωρίς να υπάρχει λόγος να κατέχει περισσότερα!.
Η αξία των ανθρώπων βρίσκεται στις πράξεις τους και όχι στο τι κατέχουν. Αυτό πρέπει να θεσμοθετηθεί.

»τι άλλο θέλεις σύντροφε για να καταλάβεις πως σήμανε η ώρα του τουφεκιού ;»

Τους πιο μεγάλους σταυρούς τους κάνουν οι πλουσιότεροι και οι απατεώνες. Δωρεάν πήρατε, δωρεάν δώστε είπε ο Κύριος. Βλέπεις λοιπόν μεγαλογιατρούς μεγαλοδικηγόρους κι ένα σωρό άλλους ‘μεγάλους’ πρώτη γραμμή πίστα, μετά τα μπουζούκια στην εκκλησία. Διότι και τον Χριστό ταξικό τους όργανο τον έκαναν. Έχουν ευλογήσει ένα σωρό χούντες. Για τους στοιβαγμένους στα λαθρεμπορικά καίκια, στις υπερπλήρεις φυλακές έχετε ακούσει άχνα; μούγκα! Ή για απεργούς και καταληψίες που τρώνε άγριο ξύλο.
Και στο κάτω- κάτω γιατί να τρώνε μια ζωή ξύλο οι απεργοί; και οι φοιτητές από τις ζαρντινιέρες;

Οι ανατροπείς και οι εξεγερμένοι οργανώνονται. Αυτόνομα. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά.                                                                                                                                                Δεν το φωνάζουν, δεν το διατυμπανίζουν, Οπλίζονται. Γιατί οι μεν έχουν δίκιο, αγωνίζονται. Οι άλλοι είναι εκεί προστατεύοντας τα ξένα χρήματα. Για πενταροδεκάρες.

Απαγωγές προσώπων μπλεγμένων σε σκάνδαλα, δικαστικών και άλλων τέτοιων φρούτων. Διευθυντών εργοστασίων, επιστατών. Δίκες λαϊκές,
αληθινές. Λάμψη της αλήθειας, δημοσιοποίηση στον τύπο, απελευθέρωση με τρόπο θεαματικό, σικάτο. Πάντα αξύριστος, χτύπημα στο image, με μια πινακίδα στο λαιμό να μιλά για τον αγώνα, το χάραμα, σε δημόσιο χώρο. Τεράστια στιγμή για το κίνημα, χρησιμοποιούσαν όλα τους τα όπλα με τον καινούριο δικό τους τρόπο.
Επίθεση με μολότοφ και φωτιά με χρονική απόσταση, δυναμίτης, σε ξένες εταιρίες και θεσμούς, όταν το ζητά ο διεθνισμός, το κίνημα είναι παγκόσμιο και αλληλο υποστηρίζεται.
Ωραία χρόνια, ζουν όπως ακριβώς θέλουν και τους ευχαριστεί. Αυτό είναι το μυστικό, να ζεις αυτό που θέλεις όταν το θέλεις. Να αποφασίζεις ο ίδιος για τη ζωή σου και να εκτελείς ο ίδιος τις αποφάσεις. Όχι όπως επιβάλλεται.
Δεν θέλανε να γίνουνε χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη.
Ήταν ευχαριστημένοι γιατί ήτανε μαζί. Ζούσαν ήδη την συνθήκη τους. Αυτόνομα. Δεν την οραματίζονταν για αργότερα, ‘ώριμες συνθήκες’ και τα λοιπά. Την πραγματοποιούν, κύτταρα του νεαρού κορμιού λούζονταν στα νερά της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας. Μιας συλλογικότητας φτιαγμένης από χιλιάδες ατομικότητες ενεργές, νεωτεριστικές, μες την κοινότητα. Ο επαναστατικός στρατός σε δημιουργία, κύτταρα της κόκκινης κοινωνίας.
Ζώντας το καινούριο γκρεμίζονταν το παλαιό. Στη δουλειά στο σπίτι στο σχολείο οι σχέσεις είναι πια διαφορετικές. Ίσως όχι παντού, είπαμε, εκεί που το επέτρεπαν οι συσχετισμοί. Εκεί που ήταν δυνατοί.
Η έννοια ‘ανώτερος’ , εξαφανίζονταν.

  • ‘Ήμασταν χαρούμενοι που ήμασταν μαζί, και ήμασταν πάρα πολλοί’ λέει. Πως να βαρεθείς;
    Πολλές απόψεις, πολλά αρώματα.
    ‘Να μη σου πω’, γνέφει, ‘πως κάποια στιγμή νιώσαμε άτρωτοι. Ίσως αυτή να ήταν η ύβρις, που έστειλε τη νέμεση’.
    Σήμερα έχουμε πισωγυρίσει πολύ, η δουλειά κατάντησε ξανά μπελάς, τι ζωή είναι αυτή; οι σπουδές καταπιεστικές, οι σχέσεις το ίδιο. Μοναξιά

‘Από παιδί με συγκινούσαν οι διαφορετικοί, αυτοί που επιστρέφουν πίσω τις συμβάσεις,’ θυμάται.
ΑΠΟΡΕΊ, πως είναι δυνατό χρόνια τώρα οι πολλοί να ευνοούν τους λίγους. Γιατί να τρομάζει τόσο πολύ το διαφορετικό. Και θυμάται ακόμη το πρώτο σύνθημα που διάβασε γραμμένο στη γέφυρα της Αγίας Τριάδας στη Firenze, ‘όλα ακριβαίνουν, ακόμη και η μιζέρια’

Σαν να μη πέρασε μια μέρα, τριάντα τόσα χρόνια μετά η ίδια κατάσταση. Οι αδύνατοι αδυνατίζουν παραπάνω και οι δυνατοί δυναμώνουν περισσότερο.

«Των αθανάτων το κρασί

το ‘βρετε σεις και πίνετε

ζωή για σας ο θάνατος

κι αθάνατοι θα μείνετε»

στίχοι Ευαγόρας Παλληκαρίδης, μουσική Δημήτρης Λάγιος

«Καρτερούμεν μέραν νύχταν

να φυσήσει ένας αέρας

στουν τον τόπον πο `ν καμένος

τζι’ εν θωρεί ποτέ δροσιάν

Για να φέξει καρτερούμεν

το φως τζιήνης της μέρας

πο `ν να φέρει στον καθ’ έναν

τζιαι δροσιάν τζαι ποσπασιάν»

στίχοι Δημήτρης Λιπέρτης, μουσική Δημήτρης Λάγιος

  • Δηλαδή το μόνο ιδανικό που έχουμε μουρμουρίζει είναι να βάλουμε το παιδί μας στο δημόσιο ή να κρύψουμε ένα αυθαίρετο. Γι αυτό και μόνο γίνεται όλη η δουλειά; Αυτή είναι φτώχεια ακόμα μεγαλύτερη. Σχέσεις διαπλοκής και εξάρτησης, όχι αγαπητικές σχέσεις.
    Είμαστε μία χώρα που δεν αγαπά τον εαυτό της. Εάν δεν αγαπάς τον διπλανό σου, τη δουλειά σου, εάν κατά βάθος δεν αγαπάς τον εαυτό σου, απλά τον ανέχεσαι, πως περιμένεις ότι ο άλλος θα κάνει κάτι για σένα.

Οι πόλεις μας είναι για αυτοκίνητα και τσιμέντο. Για τις τράπεζες, για τίποτα άλλο. Όλοι ονειρεύονται ένα λουξ αυτοκίνητο και ένα λουξ σπίτι. Άλλος καλύπτει τα κενά του τα εσωτερικά με την πολιτική, άλλος με το ποδόσφαιρο, άλλος με την επίφαση ψευτο χλιδής. Άλλος με το κυνήγι του χρήματος, της εξουσίας, άλλος με την θρησκεία, άλλος κάνει οικογένεια και πολλά παιδιά. Όλα αυτά υποκατάστατα των εσωτερικών κενών είναι. Κι εγώ έτσι έκανα, μορφάζει, έπεσα με τα μούτρα στα σπορ, προσπάθησα διάφορες δουλειές, έκανα οικογένειες και παιδιά. Η ψυχή μου όμως πάντα ανήσυχη, ένα κενό εκεί μέσα περιμένει να γεμίσει, άσε που την ήττα δεν τη ξέχασα ποτές. Την ομορφιά του να ζεις με εκείνο τον τρόπο, χωρίς επιβολή και εξουσιοδότηση.
Πας σε μια υπηρεσία και σου μιλούν λες και τους χρωστάς. Σου μιλούν απαξιωτικά γιατί δεν αγαπάνε αυτό που κάνουν. Είναι δυστυχισμένοι οι υπάλληλοι σήμερα, και οι έμποροι επίσης, τους νοιάζει μόνο το κέρδος.

Ζούμε σε σπίτια κλουβιά,

  • η απαγωγή, τον Μάρτη του ’78, και αργότερα η εκτέλεση του Άλντο Μόρο αποτέλεσε κομβικό σημείο, καθοριστικό στην αναμέτρηση του κινήματος με το κράτος. Μια επιχείρηση που έμοιαζε απλησίαστη για τις δυνάμεις μας, μακρινή, ασύλληπτη, άπιαστη, ανέβασε τον πήχη της σύγκρουσης στα ουράνια. Όσο ο γραμματέας ήταν φυλακισμένος και ανακρίνονταν η παρουσία της αστυνομίας και των καραμπινιέρων άρχισε να γίνεται στις πόλεις ολοένα και πιο αποπνικτική. Οι έλεγχοι συνεχείς, κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Αυτό άρχισε να προκαλεί δυσφορία. Για ψύλλου πήδημα βρισκόσουν μέσα για έλεγχο, η μικρο παραβατικότητα, τόσο διαδεδομένη στη χώρα, τα έφτυσε. Κινδύνεψε άμεσα και διερράγη η συμμαχία του κινήματος με τους ποινικούς, στις φυλακές και στις προλεταριακές συνοικίες των μητροπόλεων. Η οργανωμένη μεγαλο μαφία ήταν έτσι και αλλιώς εναντίον, τώρα πήρε τα ηνία της ρουφιανιάς στα χέρια της. Καταφέρονταν ανοικτά εναντίον των συντρόφων μαζεύοντας και παραδίδοντας στις αρχές οποιαδήποτε πληροφορία έρχονταν εις γνώσιν τους.

Η χαφιεδολογία του ΚΚΙ ΞΕΠΈΡΑΣΕ ΚΆΘΕ ΌΡΙΟ, κάθε προσδοκία. Ότι γνώριζαν, υπέθεταν, αφουγκράζονταν, κατασκεύαζαν εναντίον συντρόφων αναγνωρίσιμων για την πρωτοπορία τους σε αγώνες κατέληγε στα αρχεία της αστυνομίας και των δικαστικών αρχών [εισαγγελικών].
Έτσι ξεκίνησε ένα πογκρόμ εναντίον όλων των οργανωμένων πρωτοποριών του κινήματος.

Οι εργασιακές σχέσεις σκλήρυναν απότομα, μιας και τα ανακουφισμένα από την ολοένα αυξανόμενη καταστολή αφεντικά έσφιξαν τα λουριά. Στα Πανεπιστήμια το ίδιο, και στα σχολεία επίσης επέστρεψαν οι καταπιεστικές σχέσεις ενώ στις γειτονιές δεν μπορούσες να αναπνεύσεις, η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι από τους μόνιμα πλέον στρατοπεδευμένους κατασταλτικούς μηχανισμούς.
Μετά την εκτέλεση του Μόρο η χώρα πάγωσε. Τα πράγματα εκτραχύνθηκαν. Το κύμα χαφιεδισμού αυξήθηκε, βασανιστήρια και εκβιασμοί, άρχισαν να σπάνε και κάποιοι σύντροφοι μιας και η πιθανότητα αμέτρητων χρόνων φυλάκισης για μια υπόθεση που έμοιαζε ολοένα περισσότερο χαμένη ήταν γεγονός, δεν άντεξαν το βάρος των υποχρεώσεων τους, κάποιοι μάλιστα από αυτούς είχαν ήδη απομακρυνθεί νωρίτερα από τις ομάδες, αντιλαμβανόμενοι πως η κατάσταση σοβάρευε επικίνδυνα, την είχαν ήδη σκαπουλάρει που λέμε, γνώριζαν όμως πράγματα.

Το αυτόνομο κίνημα αποτέλεσε εκείνη τη δεξαμενή την τεράστια από όπου οι αντάρτικες οργανώσεις άντλησαν μαχητές. Από το λόγο του καθένα μπορούσες στο περίπου ν’ αντιληφθείς το προς το πού έκλεινε. Ειδικά στο ξεκίνημα αυτό ήταν ευκολότερο. Στη συνέχεια και όσο η κατάσταση γίνονταν πολυπλοκότερη τα πράγματα περιπλέκονταν. Τα στόματα έκλειναν ερμητικά.

Έτσι λοιπόν και οι ‘μετανιωμένοι’ που συνεργάστηκαν, στις καταθέσεις τους παρουσίαζαν ένα σωρό αερολογίες, υποθέσεις, αντιφάσεις. Είχαν ‘χάσει και ένα σωρό επεισόδια’, και αυτό βοήθησε αρκετούς συντρόφους να πέσουν στα μαλακά, μιας και η καταδίκη σε μία σοβαρή δίκη δεν ήταν δυνατό να στοιχειοθετηθεί, [έτσι έγινε και στη περίπτωση του φίλου μας που διηγείται].

Αυτοί οι ‘μετανιωμένοι’, διόγκωναν συχνά καταστάσεις για να δείξουν πόσο σοβαρά συνεργάζονταν,για να τη γλιτώσουν με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Ήταν κάτι που σίγουρα σκόρπισε μεγάλη απογοήτευση στη τεράστια πλειοψηφία των αγωνιστών που διακινδύνεψαν την ακεραιότητά τους για ιδανικά που τσαλαπατήθηκαν από καταδότες, ελαφριά τη καρδία, έτσι, ασύστολα.

  • Η παρουσία των ομάδων στους φυσικούς χώρους ήταν καθημερινή με τον λόγο τους. Τα φυλλάδια τα έβρισκες παντού και τα ανακοινωθέντα τους, σε όλους τους χώρους, απίστευτα παντού. Γιατί ήταν χιλιάδες οι αγωνιστές και οι συμπαθούντες. Και συνθήματα γραμμένα στους τοίχους, με τα σύμβολά τους.

Με λίγα λόγια, και πέρα από κάθε παρεξήγηση, η επαναστατική πρακτική στη χώρα, από κάποια στιγμή και μετά είχε καταστεί λαϊκή απαίτηση και αμέτρητοι αποφασισμένοι άνθρωποι το πραγματοποίησαν.

Την καταστολή δεν την ένοιαξε η ηθική. Η ηθική στην πολιτική δεν υφίσταται, το τονίζει ο Βασίλης Ραφαηλίδης. Γνώριζε η καταστολή πως χρειάζονταν ομήρους στα μπουντρούμια της, με αληθινά ή χαλκευμένα στοιχεία για να δημιουργήσει το πρώτο ρήγμα στις επαναστατικές δυνάμεις. Τα επόμενα θα έρχονταν από την πίεση που θα δημιουργούνταν στην κοινωνία και τους συντρόφους. Τον εκβιασμό. Γνώριζαν πως την πίεση που δημιουργεί ο παρατεταμένος βαρύς εγκλεισμός κάποιοι δεν θα την άντεχαν. Σε αυτό υπολόγισαν και τους βγήκε. Χρησιμοποίησαν και τα βασανιστήρια. Αυτό ήταν το τελειωτικό κτύπημα, το κίνημα δεν άντεξε, ΚΑΙ ΓΥΡΙΣΕ ΠΙΣΩ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ.

Δεν χρειάζεται να κατηγορηθεί κανένας, ο άνθρωπος δεν είναι υπεράνθρωπος, δεν έχουν όλοι τις ίδιες ικανότητες, τις ίδιες αντοχές, την ίδια υπομονή. Στις δυσκολίες και τις αντιξοότητες.

Άσε, μου λέει, πως ήδη υπήρχε η γκρίνια για την απόφαση της θανάτωσης του ομήρου, όπως αν θυμάμαι καλά έχουμε ξαναπεί, συμπληρώνει, ήδη πριν αυτή εκτελεστεί ακόμη. Αυτό από μόνο του είχε αποδυναμώσει την κατάσταση, είχε αποπροσανατολίσει πολλούς. Δεν θέλει να επεκταθεί άλλο, ‘είπαμε ήδη πολλά’, μουρμουρίζει, το πιάσαμε το θέμα διεξοδικά, το πιάσαμε το νόημα, κι αν κάτι μας ξέφυγε, σίγουρα δευτερεύον. Το μόνο σίγουρο είναι πως η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει, ήταν γεγονός, το ένιωθες στον αέρα, το ζούσαν όλοι, φαίνονταν στη γλώσσα του σώματος, στις συμπεριφορές και στη νευρικότητα που διακατείχε πλέον τους περισσότερους. Η σκυθρωπάδα είχε αντικαταστήσει τη γαλήνη,  σφιγμένα χείλη στη θέση του χαμόγελου και συχνά ο εκνευρισμός στη θέση της σιγουριάς και της ηρεμίας που χρειάζεται ένας αγωνιστής, ο μαχητής, ο στρατευμένος.

Σε γενικές γραμμές αυτά! Φαντάζεσαι μου λέει την απογοήτευση που κατέλαβε τις ψυχές των συντρόφων που είχαν φτιάξει μια σχέση με τον αυτόνομο αγώνα ερωτική, με σκέψη πρωτότυπη, χωρίς σκοπιμότητες. Γκρεμίζονταν τα πάντα. Πολλοί εξαφανίστηκαν στο εξωτερικό, στη Γαλλία κυρίως, ο Μιτεράν δίδαξε πολιτισμό, η πατρίδα του άνοιξε και τότε την αγκαλιά της όπως χρόνια πριν στους Έλληνες τους οποίους δέχτηκε μετά τον εμφύλιο. Οι άλλοι κλείστηκαν στους εαυτούς τους. Κι αυτοί που παρέμειναν στις φυλακές, χιλιάδες, οπλίστηκαν με κουράγιο και υπομονή.

Ένα μεγάλο κομμάτι δήλωσε μετά από κάποια χρόνια πως μια ιστορική πολιτική σελίδα έκλεισε, πως η ένοπλη πάλη αποτελούσε παρελθόν, λάθος πολιτικό. Δεν χαφιέδισαν. Αποδέχτηκαν την πολιτική ευθύνη των πράξεων τους δίχως να φορτώσουν τις ευθύνες σε άλλους, χωρίς να καταδώσουν συνεργάτες. Διέσπασαν το μέτωπο των αιχμαλώτων, λάθος τραγικό, αρνούμενοι την ίδια την ταυτότητα τους.
Κάποιοι άλλοι, μεταξύ των οποίων κι ένας των ιστορικών ηγετών του Ιταλικού αντάρτικου, ο Renato Curcio, έμειναν, προς τιμή τους και αυτών, αμετακίνητοι στις θέσεις που τόσα χρόνια είχαν αναπτύξει, δηλώνοντας βέβαια κι αυτοί πως η ένοπλη εμπειρία είχε λήξει οριστικά. Και παραμένουν ακόμη φυλακισμένοι ή σε καθεστώς πλέον ημιελευθερίας. ΑΞΙΟΙ.

Μάρα Καγκόλ

Σκεπτόμενος συνεχίζει, γυρνώντας το μυαλό και τις εικόνες πίσω, το έργο της ζωής, προσπαθώντας να αντιληφθώ τι ήταν εκείνο που μας κινούσε, που μας έδινε τόσο ενθουσιασμό και ενέργεια, τόση σιγουριά, κάθε μέρα για τόσο μεγάλο διάστημα ήταν ότι ήμασταν μαζί με εκείνο τον αυθεντικό, ανατρεπτικό τρόπο, την ποιότητα στη ζωή και στις σχέσεις που ανακαλύπταμε και πραγματώναμε καθημερινά μαζί, με τους άλλους και προσωπικά. Αποφύγαμε τους διαχωρισμούς και τις ιεραρχίες. Δεν ξεχωρίζαμε τους ανθρώπους από το τι κατέχουν, μοιράζαμε και μοιραζόμασταν όσο το δυνατόν περισσότερο, οπωσδήποτε δεν υπήρχαν τάξεις και κατηγορίες ανάμεσά μας. Σγουροί, σχιστομάτιδες μελαχρινοί ή ανοιχτόχρωμοι, όλοι χωρούσαν. Όλοι οι καλοί χωράνε. Δεν υπήρχαν αυθεντίες, κι ας ξεχώριζαν πολλοί και σε πολλά. Το σύμπαν γνωρίζει πώς και πού μοιράζει τα χαρίσματα. Τα αποδέχεσαι και τέρμα, το αποδέχεσαι, τέρμα! Ο καθένας δίνει αυτό που έχει, πλαντάζει με το παρά πάνω. Κρατάει τα απαραίτητα. Δέχεται αυτό που του χρειάζεται και αρκείται.
Με λίγα λόγια λοιπόν το γεγονός είναι πως κάναμε την ουτοπία πραγματικότητα. Πραγματοποιήσαμε την ουτοπία.

ΕΝΙΩΘΕΣ ΓΕΜΑΤΟΣ,ΗΣΟΥΝ ΓΕΜΑΤΟΣ.

  • Ο άνθρωπος υπάρχει γιατί η ζωή είναι ευλογία, όχι εργασία. Εργάζεται ένα μικρό κομμάτι της ημέρας για να δημιουργήσει τα απαραίτητα, ο πλούτος δεν είναι αυτοσκοπός.
    Είναι εξαιρετικά βίαιο και απεχθές να ξοδεύουμε τόσο χρόνο για να παράξουμε τόσα πράγματα που θα αποθηκεύσουμε για να καταναλωθούν, κι αν, και να μην έχουμε χρόνο να χαρούμε τα αυτονόητα, να απολαύσουμε το δώρο της ζωής, την καθημερινότητα.
    Μουντρούχοι και κατσουφιασμένοι τρέχουμε σαν τον Βέγγο όλη μέρα μες το άγχος, σε μίζερες πόλεις που καταντούν όλο και περισσότερο φυλακές , να αλληλοσκοτωνόμαστε σε ένα ανελέητο αγώνα για την επιβίωση, και κάποιοι να κερδίζουν από όλο αυτό μυθικά ποσά. Να αλληλοσκοτωνόμαστε σε πολέμους, στο δρόμο, από μολύνσεις και ναρκωτικά, από έλλειψη νερού ή τροφής, πάντα για συμφέροντα πολύ λίγων. Πιτσιρικάδες να δολοφονούν σε σχολεία για ψύλλου πήδημα.

Σε πολέμους κατακτητικούς με ‘έξυπνα όπλα’ που δολοφονούν αδιάκριτα, με ‘παράπλευρες απώλειες’ πολύ εξοντωτικές. Κάποτε ήταν για το ψωμί και το αλάτι, τώρα για τους δρόμους της ενέργειας και το ‘μαύρο χρυσό’. Αύριο για το νερό.

1981 Delenda est Δήμος Μούτσης Κώστας Τριπολίτης
Θα σου πάρω βιολιά και ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν, Ερηνούλα μου.                  Μεταξύ μας όπως βλέπεις τα περιθώρια στενεύουν. Τις καμμένες πόλεις, τα νεκρά παιδιά θυμάμαι και το αίμα, και η δικιά μου η ζωή, δίχως νόημα δίχως φωνή και μ’ άδειο βλέμμα, Ερηνούλα μου.
Πέφτει σύρμα και οι μισθοφόροι που σε κυβερνούν, οι ίδιοι αύριο θα σε δικάζουν και
‘χαίρε, Καίσαρα μελλοθάνατε’ θα σου πουν, αυτά που λες,
‘et preterea censeo, Carthago delenda est’.
Με τρομάζεις σαν των γηπέδων τις φωνές και τις σημαίες, Ερηνούλα μου.
Φοβισμένος σε κοιτάζω διπλωμένες κρατώντας τις κεραίες.
Ξεκινάς να με βρεις κι όλο πέφτεις θαρρείς σ’ ένα τοίχο, κι ερωτεύεσαι εκεί, δίχως χρώμα δίχως οσμή και δίχως μύθο, Ερηνούλα μου.
Αλλά εγώ θα σου πάρω βιολιά κι ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν Ερηνούλα μου.

συνεχίζεται

Μανού Τσάο στο Παρίσι, 2008

και στην φωτογραφία εδώ κάτω με τον Θόδωρα τον Θεοδωρίδη στο λεωφορείο ξεκινάμε την μεγάλη εκδρομή στην Κρήτη, στο τέλος της χρονιάς, στην έκτη τάξη του γυμνασίου, πάμε στην Κρήτη λοιπόν, έχουμε πλέον τελειώσει το γυμνάσιο, και πριν ξεκινήσουν οι εξετάσεις, αν θυμάμαι καλά, και αποφοιτήσουμε, εκδράμουμε για να χαλαρώσουμε,

με τα γυαλιά, ο καθηγητής των αρχαίων, δεν θυμούμαι το όνομα του, καλός άνθρωπος

μιχαλης 282

αυτονομία, autonomia

Vincenzo Sparagna: Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ «MALE».

Η εμπειρία του «Male, Κακού» προέρχεται από τo κίνημα του ’77 και συγκεκριμένα από τη φάση που ακολουθεί τις «εξεγέρσεις» της άνοιξης. Στη φάση αυτή εμφανίστηκαν δύο διαφορετικές πτυχές που είχαν διαφορετικές μελλοντικές εξελίξεις. Εκείνη της ένοπλης πάλης, που παρέκλινε προς μια δραστηριότητα φαντασιακού ανταρτοπόλεμου που διαχύθηκε ως υποχρεωτική παράσταση επαναστατικής συνέπειας, και εκείνη που διαισθάνθηκε τη σημασία της διολίσθησης του πολιτικού αγώνα προς τον επικοινωνιακό αγώνα, στον αγώνα της επικοινωνίας με τη συνειδητοποίηση ότι βρισκόμασταν στο κατώφλι μιας μεταϊδεολογικής εποχής. Το κύριο πρόβλημα που έσφιξε σαν τανάλια το κίνημα του ’77 ήταν εκείνο να καταφέρει με κάποιο τρόπο να μεταφέρει τα περιεχόμενά του έξω από τους χώρους του προς την υπόλοιπη κοινωνία, και γύρω από αυτό το πρόβλημα υπήρξαν οι δύο λύσεις: εκείνη της γλωσσικής έμπνευσης και εκείνη των πυροβολισμών. Εγώ πιστεύω ότι η επιλογή της γλωσσικής έμπνευσης ήταν με συνέπεια αριστερή, ενώ η επιλογή των πυροβολισμών ήταν μια ανόητη επιλογή επειδή δεν ελάμβανε υπόψη ότι ο πραγματικός πόλεμος που παίζεται στη σύγχρονη κοινωνία είναι αυτός της επικοινωνίας.

Il Quaderno del Sale n. 1, 1976

Αυτές οι σκέψεις ήταν ήδη μέσα σε εκείνες που ήταν οι πιλοτικές εμπειρίες του «Male», δηλαδή στις εφημερίδες »Cannibale», «l’Avventurista» και την »Quadernidelsale». Η «Cannibale» εκτυπώθηκε σε 300 αντίτυπα, ήταν μια μαζική underground εφημερίδα διότι είχε την φιλοδοξία να μιλήσει σε όλους. Αυτή η πρώτη εμπειρία σηματοδότησε την υπέρβαση των διαφόρων φύλλων του ’77 που ήταν ένα μείγμα επαναστατικής φρασεολογίας και λογοτεχνίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για giornale Cannibale, anni 70

Εν τω μεταξύ, την ίδια περίοδο, με πρωτοβουλία του Pino Zac και του Vincino γεννήθηκε το «The notebooks of salt», «I quaderni del sale», μια εφημερίδα που συνδέεται καλύτερα με την παράδοση της αριστερής σάτιρας, ενώ η εφημερίδα «Lotta Continua» ξεκίνησε τη δημοσίευση ενός σατιρικού ένθετου που ονομάζονταν «l’Avventurista», «ο Περιπλανώμενος» .Σε αυτές τις εφημερίδες, που έζησαν λίγους μήνες, σχηματίστηκαν οι πρωταγωνιστές του «Male», του «Κακού». Σε αυτές τις πιλοτικές εμπειρίες επιλέχθηκε το αστείο, η πλάκα, το «τρελό» γράψιμο και πάνω απ ‘όλα τα κόμικς ως «κατώτερα» εργαλεία επικοινωνίας, πιο δημοφιλή και λαϊκά, πιο αντιληπτά σε μαζικό επίπεδο. Όσον αφορά τα κινούμενα σχέδια για παράδειγμα ανακαλύφτηκε κάτι, ίσως μπανάλ αλλά σημαντικό για εμάς, δηλαδή ότι δεν ήταν απολύτως απαραίτητο να γνωρίζουμε πώς να σχεδιάζουμε καλά ή να κατέχουμε κάποια ιδιαίτερα εξευγενισμένη τεχνική. Από την άποψη του περιεχομένου, αυτά τα κόμικς, σε αντίθεση με εκείνα της δεκαετίας του εξήντα και του εβδομήντα, δεν είχαν λειτουργία απόδρασης, σκοπός τους δεν ήταν η απόδραση αλλά μια ειρωνική και οξεία καταγγελία της μιζέριας της καθημερινής ζωής που αποσκοπούσε στην καταστροφή του μύθου της ομαλής και ορθολογικής πραγματικής κοινωνίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για il male giornale satirico anni 70

Αυτά τα στοιχεία συνοψίστηκαν στη συνέχεια από τις συνηθισμένες γλωσσολογικές φιλοσοφικές σχηματοποιήσεις των μέσων ενημέρωσης ως καθαρή παραφροσύνη, ένας τρόπος για να εξαθλιωθεί ένας δρόμος νοημοσύνης και γνώσης. Αυτές οι εφημερίδες γίνονταν μέσα στο κίνημα σε μια κατάσταση συνελευσιακή στην οποία συναντιόνταν ολοκληρωμένοι άνθρωποι και όχι κλάσματα ανθρώπων, με τον τρόπο που συναντώνται στις εταιρικές συναντήσεις-meeting στις οποίες ο καθένας ερμηνεύει τον μικρό του ρόλο εξειδίκευσης και επαγγελματοποίησης. Από την κρίση αυτών των εφημερίδων, τον φεβρουάριο του ’78, γεννήθηκε το «Male». Αρχικά δεν υπήρχε ένα σταθερό συντακτικό σχήμα. Τα πρώτα νούμερα ήταν μάλλον άσχημα, γιατί το πιο εντυπωσιακό ήταν η κακή γεύση, το κακό γούστο μιας παλιάς, πρόστυχης σάτιρας με τα συνηθισμένα στερεότυπα της αριστεράς που επιτίθεται στη δεξιά. Η απαγωγή του Moro άλλαξε ριζικά τον προσανατολισμό της εφημερίδας.

Il territorio canaglia della satira

Η ανάπτυξη της υπόθεσης Moro προχώρησε παράλληλα με την ανάπτυξη του «Male», ως επίπτωση, αντίκτυπο που είχε αυτό στις μαζικές μειονότητες του κινήματος που ενεργούσαν κοινωνική επικοινωνία υπό την έννοια της ικανότητάς τους να παράγουν πραγματικές αλλαγές στη γνώμη. Το «Male» ήταν η μόνη εφημερίδα που ανέτρεψε την υποκριτική λειτουργία αγιοποίησης της φιγούρας του Moro που λειτούργησε από τα επίσημα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μετά την εκτέλεση του Moro, το «Male» άνοιξε τη φάση των «ψεύτικων» που συνίστατο στην αναπαραγωγή των σελίδων των μεγάλων εθνικών εφημερίδων. Το πρώτο ήταν της «Corriere dello Sport» που ανακοίνωνε την ακύρωση του παγκοσμίου κυπέλλου.

Αποτέλεσμα εικόνας για il male giornale satirico anni 70

Στη συνέχεια υπήρξε εκείνο της «Unità» που είχε σαν τίτλο με μεγάλα γράμματα: «Αρκετά με την DC». Ήταν ακόμα η περίοδος της εθνικής ενότητας, της κυβέρνησης των αποχών και η μοίρα θέλησε ο τίτλος του ψεύτικου να προβλέψει, να προκαταβάλει την επιλογή που το PCI έλαβε πραγματικά το επόμενο έτος. Η τύχη του ψεύτικου της «Unità» προφανώς βασιζόταν σε ένα φαντασιακό που αισθάνονταν αυτό που επιθυμούσε ο «λαός της αριστεράς». Οι πωλήσεις εκτοξεύτηκαν ανεβαίνοντας στα 50.000 αντίτυπα. Ακολούθησαν και άλλα θορυβώδη ψεύτικα όπως εκείνο της «Il Corriere della Sera» που ανακοίνωνε την προσγείωση των Ufo, εκείνο της «Il Giorno» με τη σύλληψη του UgoTognazzi ως επικεφαλής των ερυθρών Ταξιαρχιών, εκείνο της «La Repubblica» που κήρυττε: »Το κράτος αναιρέθηκε «.

Σχετική εικόνα

Παράλληλα με την επιτυχία του κοινού και των πωλήσεων έτρεχαν οι καταγγελίες και οι έρευνες στους συντάκτες και στα σπίτια των εκδοτών. Εμένα με συνέλαβαν και φυλακίστηκα για τέσσερις ημέρες, αλλά αυτό ήταν περισσότερο από αποτρεπτικό, σαν μια διαφημιστική ενθάρρυνση, φέρνοντας τις πωλήσεις της εφημερίδας στις 80.000 αντίτυπα. Η εμπειρία του «Male», τουλάχιστον στις πιο πρωτότυπες πτυχές του, θα λήξει το 1980, παρόλο που η εφημερίδα θα συνεχιστεί με άλλες συντακτικές ομάδες μέχρι το 1982. Το 1980 εγώ, οι Scozzari, Mattioli, Tamburini, Pazienza, Liberatore, δηλαδή η ομάδα του «Cannibale», αποφασίσαμε να αφήσουμε εκείνη την εμπειρία και να προωθήσουμε το περιοδικό «Frigidaire», ξεκινώντας από την πεποίθηση ότι η σάτιρα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 δεν ήταν πλέον επαρκής για να διαδραματίσει έναν αποτελεσματικό ρόλο μέσα στο σενάριο της δεκαετίας που άνοιγε, μια πολύ διφορούμενη δεκαετία στην οποία, αφενός, παρακολουθούσαμε την ενίσχυση της ιδεολογίας του χρήματος, της επιτυχίας, της εξουσίας, ενώ από την άλλη παρατηρήθηκε ότι το τελικό αποτέλεσμα της απόκλισης των ένοπλων άνοιξε πολλούς νέους και ανέκδοτους διαύλους διέλευσης σε μια νέα επικοινωνία.

Πιστεύω ότι, αν το ’68 υπήρξε η «αρπαγή του λόγου», η δεκαετία του ογδόντα ήταν η αρπαγή των τεχνικών της σύγχρονης επικοινωνίας που, ως τέτοια, υπερβαίνει το λόγο. Σήμερα, όντως, υπάρχουν, δυστυχώς εξακολουθούν να είναι διάσπαρτοι, διαχωρισμένοι και δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, ποικίλοι χαρακτήρες που κάτω από την επίσημη διατύπωση φορείς της πληροφορίας, έχοντας επίγνωση του πλούτου της προηγούμενης εμπειρίας μέσα στις δομές εξωθεσμικής επικοινωνίας, αντιπροσωπεύουν την υποκειμενική σύσταση δυνητικών ανταρτών της πληροφορίας.

Σχετική εικόνα

αυτονομία, autonomia

Η ΑΛΛΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ, Η ΑΛΛΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ (8).

Όμως το βιβλίο εξακολουθεί να είναι ένα ουσιαστικό εργαλείο για τη μετάδοση της γνώσης.Το πέρασμα στην παραγωγή του βιβλίου για το κίνημα αντιπροσωπεύει ένα πρόβλημα.Προϊόν εξαναγκασμού, χωρίς μια πραγματική ωρίμανση, σχεδόν πάντα επιλύεται στο βιβλίο-ντοκουμέντο, στο βιβλίο που ακολουθεί την επικαιρότητα, στην προσπάθεια προβληματισμού ή στην αναφορά, την περίληψη των αγώνων. Εάν το έργο αντιπληροφόρησης στα πρώτα χρόνια μετά το Εξήντα οκτώ καλύπτονταν από περιοδικά και μπροσούρες, το βιβλίο, συχνά στεγνό αναμάσημα των κλασικών του μαρξισμού και ιστορία της ιδίας οργάνωσης, εξυπηρετούσε τα σεμινάρια που εκπαίδευαν στελέχη. Στη φάση του «προσωπικού που είναι πολιτικό» προχωρήσαμε στη συνέχεια σε εγχειρίδια ημερολογίων, βοτάνων, για το σώμα και τα ναρκωτικά για να φτάσουμε στις θλιβερές ιστορίες που έγραψαν οι πρώην leader για να γιορτάσουν τις δεκαετείς εκδηλώσεις μνήμης. «Το βιβλίο είναι ένα συγκεκριμένο πράγμα, συνεπάγεται μακρύτερο στοχασμό, χρονικό ρυθμό διαφορετικό από αυτόν της επικαιρότητας, και αντιθέτως, το θεωρητικό βάθος φαίνεται να απουσιάζει από τους πολιτικούς ηγέτες εκείνης της δεκαετίας, σαν να μοιάζει σχεδόν προνόμιο της προηγούμενης πολιτιστικής γενιάς: Tronti, Asor Rosa, Cacciari, Bologna, Negri. Εν ολίγοις, εκείνο του βιβλίου δεν αποτελεί ένα πλεόνασμα των στοιχείων ενεργητικού επί των υποχρεώσεων για τις στρατευμένες εκδόσεις. Η σχέση μεταξύ των νέων του κινήματος και γραφής είναι από τις πιο δύσκολες. Αν και η επανάκτηση της λογοτεχνίας και της ποίησης, η βαθιά επανάσταση της γλώσσας που επέβαλε το κίνημα του ’77 και πάνω απ ‘όλα η μεγάλη, ισχυρή μεταμόρφωση των εθίμων, του στυλ και της πραγματικότητας, δεν μπορούν παρά να έχουν λογοτεχνικά αποτελέσματα, αν και μακροπρόθεσμα και πιθανώς δια του έργου μιας νέας γενιάς που δεν είναι αυτή των «πολιτικών». Ωστόσο, η άνθιση των μικρών εκδοτικών οίκων και των εκτυπωτικών μικρο-πρωτοβουλιών είναι πιο ζωντανή και βλαστάνει καλύτερα από ποτέ. Στη Μπολόνια, στη Ρώμη, στο Μιλάνο και στην »επαρχία» βρίσκεται σε εξέλιξη ένα νέο φαινόμενο: τουλάχιστον δέκα μικροί εκδοτικοί οίκοι συνυπάρχουν με τυπογραφίες που δουλεύουν με φτωχά μηχανήματα, απέκτησαν την επίπεδη off-set που κοστίζει λίγα εκατομμύρια και που επιτρέπει μια καλή εκτύπωση, και δημοσιεύουν επίσης σε πολύ χαμηλό αριθμό αντιτύπων περνώντας στη συνέχεια από ένα εναλλακτικό κύκλωμα στη διανομή.Το φαινόμενο που ήταν ήδη γνωστό στη Γερμανία μετά από τη βίαιη καταστολή που άσκησαν οι αρχές σε οποιαδήποτε μορφή μη θεσμικής παραγωγής, βρήκε στα δικά μας μέρη άλλες τάσεις, άλλα κίνητρα.

Αποτέλεσμα εικόνας για antonio negri, libri, anni 70, foto

Δεν είναι ότι η βιομηχανικός μηχανισμός του πολιτισμού ασκεί μια μορφή ρητής καταπίεσης ενάντια στις αναδυόμενες νοημοσύνες: απλώς τις αγνοεί. Για πολύ καιρό σνομπάρισε, για παράδειγμα, μια εμπειρία όπως εκείνη των «QuaderniRossi». Ανέχεται με δυσκολία νέους συγγραφείς που δεν παραπέμπουν άμεσα σε καθιερωμένες λογοτεχνικές κατηγορίες, εκείνες των Μοravia, των Calvino, των αμερικανικών γραμμάτων, και ούτω καθεξής. Συχνά φθάνει να προσλαμβάνει – έστω και με καθυστέρηση και όταν η εσωτερική δομή των πολιτιστικών φορέων στο εσωτερικό της το επιτρέπει – το πρόσωπο που ενεργεί ως άμεσος σύνδεσμος με τους τομείς του κινήματος. Κυρίως το νέο ταλέντο εντοπίζεται μέσα από τις πρώτες δημοσιεύσεις του σε περιοδικά ή στην μικρή εκδοτική προσπάθεια, κάνοντας αυτή την τελευταία να αναλαμβάνει μια λειτουργία κοσκινίσματος, αλλά ακόμα περισσότερο ο μεγάλος εκδοτικός οίκος τείνει να συσκευάζει αυτός, από μέσα, βιβλία και συγγραφείς σε ένα έργο έγκαιρου σχεδιασμού. Ο διαχωρισμός μεταξύ αυτών των μορφών εκδόσεων είναι σαφής. Στους μεγάλους εκδότες υπάρχει ένας ακριβής πολιτιστικός σχεδιασμός ο οποίος σχεδόν πάντοτε λείπει στους μικρούς, οι οποίοι ωστόσο έχουν πιο ευκίνητα πολιτιστικά μονοπάτια και υποκείμενα σε τροποποιήσεις.
Αποτέλεσμα εικόνας για QuaderniRossi
Ακόμη: υπάρχει ο προγραμματισμός των τίτλων, βασικό στοιχείο και διάταξη όλης της συντακτικής πολιτικής, οι 80-90 μικροί οίκοι που λειτουργούν σήμερα στην Ιταλία, στηρίζουν αντιθέτως την ύπαρξη τους ακριβώς στο αντίθετο, όχι τόσο επειδή δεν διαθέτουν δομές, οργάνωση της εργασίας , κατάλληλο προσωπικό και αρκετό σε αριθμό, αλλά επειδή αυτό που μετρά και είναι ζωτικής σημασίας για αυτούς είναι να βγουν με το σωστό βιβλίο την κατάλληλη στιγμή. Για να επιτευχθεί αυτό αρκούν επίσης δύο ή τρεις μήνες. Το κοινό με το οποίο επικοινωνούν είναι περιορισμένο, η ανάγκη στην οποία πρέπει να απαντήσουν συχνά είναι αναδυόμενη ή βρίσκεται στη διαδικασία σχηματισμού, οπότε τα τρεις χιλιάδες αντίγραφα του μέσου όρου κυκλοφορίας είναι σχεδόν πάντοτε επαρκή.Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλές φορές ο μικρός εκδοτικός κλάδος βρίσκεται στη θέση να παίζει προλαμβάνοντας κοινωνικά φαινόμενα που στη συνέχεια θα εκραγούν ή ανακαλύπτοντας φλέβες που στη συνέχεια θα ξεθαφτούν από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους. Είναι η περίπτωση του βιβλίου για το Radio Alice που δημοσιεύτηκε τον δεκέμβριο του ’76 από το Erba Voglio που εκείνη την στιγμή δεν είχε καμιά απήχηση και που στη συνέχεια τροφοδότησε ένα τεράστιο ενδιαφέρον για τη γλώσσα, τα ελεύθερα ραδιόφωνα, τη νέα δημιουργικότητα: όλα στοιχεία που θα βρουν την αποδιοργανωτική τους δύναμη την άνοιξη του ’77.
Σχετική εικόναΑποτέλεσμα εικόνας για Alice disambientata, erba voglio, foto
Ήταν η περίπτωση της αναβίωσης των σουρεαλιστών ποιητών, των μεγάλων γυναικών συγγραφέων του παρελθόντος, όπως η Virginia Woolf, που ελήφθησαν ξανά από τις «φεμινιστικές» εκδόσεις και στη συνέχεια ανατυπώθηκαν σε μεγάλα νούμερα από τους μεγαλοεκδότες, πάντα έτοιμους να αδράξουν τις ενδείξεις. Ήδη το 1975 ωστόσο τα πρώτα τεύχη του «A / traverso» έρχονται ως ανοιχτή έρευνα για τα παγκόσμια και συνολικά προβλήματα της γλώσσας, του ιδιωτικού χώρου και της νοημοσύνης σε σχέση με την εξουσία, πέρα από τα άκαμπτα ιδεολογικά σχήματα των οργανώσεων αλλά και πέρα από το «μπανάλ» έδαφος της συζήτησης για την κρίση της στράτευσης και για την ανάδυση των αναγκών, για την οποίαν αναζητούνται πιο πολύπλοκες διαδρομές που να συνδέονται με μια πολιτιστική δομή που πηγαίνει από το Majakovskij στο Bataille, από τα «Quaderni Rossi» έως τον Deleuze και τον Guattari. Πρόκειται για ένα έργο μιας μικρής πολιτιστικής επανάστασης που γεννιέται, όχι τυχαία, ως κατοπτρική αντανάκλαση ακριβώς στη Μπολόνια, όπου το μοντέλο του «υλοποιημένου σοσιαλισμού» εμφανίζονταν καταπιεστικό, αδύναμο, μη ελκυστικό. Από εδώ και ένα συγκεκριμένο παράλληλο μονοπάτι με τους νέους φιλόσοφους όπως ο Henri-Levy και ο Gluksmann που με το πάντρεμα της κριτικής κάθε διαφωνίας οδηγούν μια βίαιη επίθεση στις χώρες των «gulag».
Αποτέλεσμα εικόνας για Zut, 1977
Μεταξύ του χειμώνα του 1976 και του Ιουλίου του 1977 εκρήγνυται ένα πρωτοφανές φαινόμενο: η γέννηση 69 νέων εκδόσεων με συνολική κυκλοφορία 300 χιλιάδων αντιγράφων εκ των οποίων 288 χιλιάδες πωλούνται, τυπωμένα σε εννέα διαφορετικές περιοχές της Ιταλίας, στις μητροπόλεις αλλά και σε απίστευτες καταστάσεις όπως το Pero, το Sesto SanGiovanni, το Brugherio, στην επαρχία του Catanzaro, Ascoli Piceno, Ferrara, Rimini, Savona, Imperia. Είναι τα «Zut», «A/traverso», «Wow», «Bilot», εφημερίδα της Brianza, «Nelmorbido blu», στο Καταντζάρο, σε μια εκπληκτική ομοιογένεια της γλώσσας, επιδεικνύοντας ποτάμια και κοινά πολιτιστικά μονοπάτια, εκφράζοντας το περιεχόμενο του κινήματος του ’77. Η εγκάρσια διάσταση μέσα στα μεγάλα κοινωνικά θέματα θεωρητικοποιείται από τον περιορισμό κατηγοριών όπως προλεταριάτο, μπουρζουαζία, πλέον φθαρμένες από την ιδεολογία. Έτσι, όπως έπραξε ο φεμινισμός, υπάρχει αντίσταση σε κάθε ιδεολογικό σύστημα, ο ριζοσπαστικός ανταγωνισμός μιας μεγάλης επείγουσας ανάγκης τα σπάει με την ενθρόνιση και την ψευδαίσθηση τροποποίησης από πλευράς των κομμάτων, των συνδικάτων, των περιφερειών, των σχολείων, της πολιτιστικής βιομηχανίας. Η καθημερινή ζωή που βιώνεται ως μια επαναστατική στιγμή σε όλες τις συνιστώσες της πρέπει να κάψει το μέγιστο της επινόησης και της δημιουργικότητας. Από εδώ η ειρωνική χρήση της γλώσσας, τα μη νοήματα, η αξίωση του δικαιώματος να ταξιδεύουν (με τέλεια πλαστά εισιτήρια τρένου) το δικαίωμα στην παράσταση, όχι εκείνη των προαστίων αλλά εκείνη στις «πρώτες» (ακριβώς γι αυτό οι νεανικοί κύκλοι καταλαμβάνουν τις αίθουσες πρώτης προβολής του κέντρου), η θεωρία της τεχνικής-επιστημονικής νοημοσύνης (η οποία τρελαίνει τους σηματοδότες της Μπολόνια και αδειάζει τους αποδέκτες τηλεφωνικών κερμάτων της μισής Ιταλίας ), ο «επαναστατικός τοτοϊσμός», δηλαδή το κοινό πάθος για τη μεγαλοφυή μάσκα του Totò, που αναβίωσε στις δημοφιλείς λαϊκές ρίζες της.
Αποτέλεσμα εικόνας για Il Male, anni 70
Το Radio Alice σπάει όλους τους όρους της επικοινωνίας. Πράγμα που δεν έγινε ποτέ στην ιταλική αριστερά, το κίνημα φέρνει την επανάσταση στη γλώσσα με μια συνειδητή έρευνα. Εφευρίσκει νέες μεθόδους εκτύπωσης με αποκόμματα εφημερίδων, στυλογράφους και λευκό χαρτί χτυπημένο στη μηχανή και εφαρμοσμένο σε γυαλιστερό, δημιουργεί ένα νέο εκτελεστικό εκτύπωσης που επιτρέπει μια ελεύθερη σελιδοποίηση βγαίνοντας από τα τυπογραφικά σχήματα. Αλλά η δύναμη της δημιουργικότητας που εκφράστηκε από το κίνημα του 1977 θα καταφέρει να έχει απρόβλεπτες συντακτικές, εκδοτικές λύσεις ακόμη και στο επίπεδο ενός ειρωνικού και ανευλαβούς μέσου όπως το «Il Male», το οποίο συγκεντρώνει γύρω από την συντακτική του ομάδα τους καλύτερους σχεδιαστές »strip» σε εθνικό επίπεδο, επιτυγχάνοντας πολύ γρήγορα κυκλοφορίες πολύ υψηλές. Η τύχη της περιοχής της «αντιπληροφόρησης» είναι διαφορετική, που θα αναγκαστεί να στραφεί προς τον εαυτό της στην επιδίωξη των ζητημάτων της αναδυόμενης καταστολής, της εξάπλωσης του ένοπλου αγώνα και της ακαμψίας του κατασταλτικού-σωφρονιστικού μοντέλου.
Αποτέλεσμα εικόνας για Il Male, anni 70
Αποτέλεσμα εικόνας για Il Male, anni 70