ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Το μεγάλο επειδή – Il grande perché

του Sandro Moiso

Marina Premoli, Questa è già la mia vita, Αυτή είναι η ζωή μου, Quodlibet, Macerata 2018, pp.240, € 18,00

“Ogni attimo avrà il suo bivio, κάθε στιγμή θα έχει το σταυροδρόμι της” (Louis-Auguste Blanqui)

Για τα χρόνια του ένοπλου αγώνα, έχουν δημιουργηθεί, μέχρι στιγμής, πολλές αφηγήσεις και αναπαραγωγές, οι οποίες συχνά διεξήχθησαν στο νήμα της ατομικής μνήμης, των οποίων οι συγγραφείς ανήκαν στις γραμμές της εργατικής τάξης, στους φοιτητές τέκνα της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης ή στα πιο πολιτικοποιημένα στρώματα του υποπρολεταριάτου. Η Marina Premoli προσθέτει σε όλες εκείνες, που εδώ βιαστικά αναφέρθηκαν σαν μεγάλες κατηγορίες, μια άλλη φωνή: εκείνη αυτής που προέρχονταν από ένα αριστοκρατικό και φιλελεύθερο-αστικό περιβάλλον. Έτσι, δεν είναι τυχαίο, στο κείμενο η συγγραφέας θα φθάσει να ορίσει τον εαυτό της ως μια «κοινωνική αναρριχήτρια προς την αντίθετη πλευρά”.

Γεννημένη στη Γένοβα κατά τα πρώτα χρόνια του Δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, η Μαρίνα αναπαράγει σχολαστικά τα γεγονότα της ζωής της και της οικογένειάς της σε ένα είδος προυστικής αναζήτησης για χαμένο χρόνο, όπου όμως η αποκαλυπτική γεύση της κλασικής madeleine αντικαθίσταται μερικές φορές από την ξινή του αλκοόλ, πράγμα που συχνά δεν μπορεί παρά να φέρει στο μυαλό σκληρές, δυσάρεστες και οδυνηρές αναμνήσεις.

Μια αναζήτηση του «μεγάλου επειδή» μιας επιλογής που, πέρα από κάθε ιδεολογική και πολιτική εξήγηση και χωρίς να ξεχνά καθόλου το κοινωνικό και συλλογικό πλαίσιο, την συγκυρία, μέσα στην οποία αναπτύχθηκε, παρέμενε ακόμη ένα προσωπικό και άλλοτε περιστασιακό γεγονός. Μια συνέπεια των βημάτων που ακολουθήθηκαν αναπόφευκτα το ένα μετά το άλλο σε χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων, σαν τις πέτρες που κατρακυλούσαν στο τραγούδι του Ντύλαν, σχεδόν όλοι όσοι ξεκίνησαν εκείνη την περιπέτεια και εκείνη την ιστορία της αναμφισβήτητης ήττας παρασύρθηκαν από γεγονότα, μεγάλα και μικρά, στην διάρκεια των οποίων η βούληση των ατόμων κατέληξε να προορίζεται συχνά να είναι μόνο μία από τις πολλές πιθανές μεταβλητές και να μετρά αποφασιστικά λιγότερο από ό, τι αργότερα αφηγήθηκε.

Είναι θαρραλέα, μερικές φορές αδίστακτη, η αυτοβιογραφία της Marina Premoli, στην οποία δεν αναζητούνται a priori αιτιολογήσεις ή δικαιολογίες για μια διαδρομή που πληρώθηκε στη συνέχεια πολύ σκληρά. Χωρίς εκείνη τη ρητορική και εκείνη την υπερβολική έμφαση, που πολλές φορές ακόμη ζωντανεύουν την αφήγηση των ηττημένων, οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα ιδιωτικό σύμπαν, το οποίο καταφέρνει να είναι και συλλογικό, στο οποίο, τουλάχιστον για μία φορά, οι μακρές και πεισματικές πολεμικές ανάμεσα στους δύο κύριους και μεγαλύτερους σχηματισμούς της εποχής, Brigate Rosse και Prima Linea, παραμένουν σχεδόν εξ ολοκλήρου αποκλεισμένες.

Μια παγίδα απ’ την οποίαν το βιβλίο δραπετεύει με εξαιρετική αξιοπρέπεια, ανοίγοντας αντιθέτως κάθε δωμάτιο σε ένα σπίτι, ίσως ένα μέγαρο αν σκεφτεί κανείς πως έζησε σε ένα αγρόκτημα ή το οικογενειακό κάστρο, όπου τίποτα δεν πρέπει να παραμείνει κρυμμένο, εκτός από τα πραγματικά ονόματα χαρακτήρων μερικές φορές πάρα πολύ γνωστών και εδώ, όλα, αντικαταστάθηκαν σαφώς από άλλα.

Παππούδες, γιαγιάδες, φίλοι, φίλες, αισθήματα, ευτυχισμένοι έρωτες, αγάπες που απογοήτευσαν, οι πρώτοι κραδασμοί της νεανικής διαμαρτυρίας, οι προδοσίες και τα αποδεικτικά της πιστότητας συνοδεύουν την αναζήτηση της Μαρίνα. Ταξίδια, παραμονές στο εξωτερικό σε πόλεις όπως το Λονδίνο, το Παρίσι και οι Βρυξέλλες κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και της προ-εφηβίας συνοδεύουν το χρονικό της ζωής ενός ζευγαριού, αυτού των δύο γονέων, πολύπλοκης που θα αφήσει στην ψυχή της νεαρής μια παραμορφωμένη αίσθηση της αγάπης. Αν και, στη συνέχεια, διαβάζοντας, μας έρχεται να αναρωτηθούμε αν δεν είναι πραγματικά η έννοια της «αγάπης του ζευγαριού» από μόνη της που συνιστά κάτι παραμορφωμένο σε σχέση με την ανθρώπινη φύση.

Μια μητέρα με αναρχικό χαρακτήρα, λάτρης της περιπέτειας, και ένας πατέρας που αργότερα εξελέγη εκπρόσωπος του Φιλελεύθερου Κόμματος, προερχόμενοι και οι δυο από ευγενείς οικογένειες, πολύ εύπορες, κατέχουν κεντρική θέση στις αναμνήσεις που ανακτά η συγγραφέας, μέσα από ένα ταξίδι φτιαγμένο από όνειρα, ακριβείς αναμνήσεις και στενές επαφές με το υψηλό και το χαμηλό της ιταλικής κοινωνίας στις αρχές της δεκαετίας του 50 και στα τέλη της δεκαετίας του ’70.

Ένα πνευματικό και φυσικό ταξίδι ταυτόχρονα, στο οποίο παραμένει η νοσταλγία ορισμένων χαμένων φιλιών (που στη συνέχεια ευτυχώς ξαναβρέθηκαν), ξέγνοιαστα καλοκαίρια στη θάλασσα και στα βουνά κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και στιγμές συλλογικής και εντελώς κοινής ζωής όπως αυτή που δημιουργήθηκε γύρω από και μέσα στην κομούνα των αγωνιστών της Αυτόνομης Συνέλευσης της Alfa Romeo στην οποία και με την οποία η Μαρίνα θα μοιραζόταν μια σημαντική στιγμή της ζωής τους. Ένα ευτυχές πείραμα, όπως το ορίζει η ίδια, μαρτυρία για «έναν ανταγωνισμό που δεν θέλει να είναι μόνο ενάντιος, αλλά που προσπαθεί να είναι εναλλακτικός, να έχει πρόταση, να είναι παραγωγικός από πολλές απόψεις ».

Και η συγκεκριμένη μνήμη της «ένοπλης» περιόδου είναι ακριβής και λεπτομερής: οι συζητήσεις, οι αβεβαιότητες, οι πράξεις, οι αυτοχρηματοδοτικές ληστείες, τα παραποιημένα έγγραφα, οι τολμηρές αποδράσεις, η μοναξιά του φυγόδικου, τα βασανιστήρια, οι ομολογίες των μετανιωμένων, οι δεύτερες σκέψεις, οι στιγμιαίοι έρωτες, τα περιστασιακά θύματα, το τέλος του εθισμού στο αλκοόλ και η φυλάκιση.
Όλα περιγραφόμενα και αφηγημένα με μια γραφή που, το καταλαβαίνουμε πολύ νωρίς στην πορεία της ανάγνωσης, είναι την ίδια στιγμή οδυνηρή και απελευθερωτική.

Η αντιπαράθεση, η σύγκριση μεταξύ των δύο κοινωνιών, εκείνης της αστικής από την οποία η συγγραφέας σταδιακά απομακρύνεται και εκείνης της ανταγωνιστικής και προλεταριακής που προσεγγίζει και στην οποίο ενώνεται χωρίς να εξαρτάται από αυτήν, φαίνεται να μην έχει νικητές, αν και η πρώτη φαίνεται να διατηρεί μια πιο υψηλή διανοητική ικανότητα σε σύγκριση με τη δεύτερη.
Αλλά, προφανώς, αυτή η διανοητική υπεροχή δεν μπορούσε να είναι αρκετή για τη σωματικότητα της πρωταγωνίστριας. Σωματικότητα της αναζήτησης για μια πλήρη και ποτέ πλήρως ικανοποιούμενη ζωή, που κληρονόμησε από τη μητέρα που τόσο θαύμαζε όσο διφορούμενα αγαπούσε, η οποία συνοδεύεται από αναζήτηση ηθικής και κοινωνικής δέσμευσης-στράτευσης που όμως, από όταν ήταν ακόμη νεαρή, η συγγραφέας δεν καταφέρνει να αναγνωρίσει πλήρως ούτε στην φιγούρα του πατέρα, που αγαπούσε με τη σειρά του, αλλά θεωρούσε θύμα μεγάλο στις ιδιοτροπίες της συζύγου, ούτε στους παλαιότερους εραστές (στους οποίους φαίνεται να αναζητά έμμεσα μια υποκατάστατη πατρική φιγούρα ) και ακόμη λιγότερο στην πολιτική και μαχόμενη οργάνωση στην οποία βρίσκεται στρατευμένη.

Ένα ταξίδι στην αμφιβολία στο οποίο η μόνη αλήθεια, έτοιμη να εκραγεί στις τελευταίες σελίδες, είναι εκείνη πως «αυτή είναι ήδη η ζωή [μου]» και ότι δεν θα υπάρχει πλέον ο χρόνος ούτε η ευκαιρία να διορθωθούν οι επιλογές, οι δρόμοι και τα προηγούμενα σφάλματα.
Με αυτό τον τρόπο η συγγραφέας, αντί να απομακρυνθεί από τους αναγνώστες της, καταλήγει να πλησιάζει σε καθέναν από αυτούς, καταφέρνοντας να κάνει αυτό να είναι ένα από τα πιο εγκάρδια και ειλικρινή βιβλία επάνω σε μια εποχή που, όπως η συγγραφέας συνεχίζει να επιβεβαιώνει σχετικά με το δικό της παρελθόν, θα χρειαζόταν αργά ή γρήγορα να ξεπεραστεί χωρίς αναγκαστικά να καταργείται εντελώς. Προκειμένου να μπορέσουμε επιτέλους να στρέψουμε το βλέμμα γεμάτο ακόμη προσδοκίες για το αβέβαιο μέλλον που έτσι κι αλλιώς μας περιμένει.

https://www.carmillaonline.com/2018/05/10/il-grande-perche/

ένοπλη πάλη, lotta armata

Περί αλληλεγγύης και συλλογικότητας: πριν από είκοσι χρόνια διαλύονταν η RAF

Να βρούμε ένα νέο Έξω, Trovare un nuovo Fuori

»Γνωρίζαμε ότι αυτό το σύστημα σε παγκόσμιο επίπεδο θα είχε αφήσει σε όλο και λιγότερους ανθρώπους τη δυνατότητα μιας αξιοπρεπούς ζωής. Και γνωρίζαμε ότι αυτό το σύστημα θέλει μια ολοκληρωτική πρόσληψη επί των ανθρώπων ώστε να υποτάσσονται από μόνοι τους στις αξίες αυτού του συστήματος και τις καθιστούν δικές τους. Από αυτό το προαίσθημα προέρχονταν η ριζοσπαστικότητα μας. Δεν είχαμε καμία σχέση με αυτό το σύστημα εμείς.«

»Παρ ‘όλα αυτά, η αναταραχή επάνω στη βία μας έχει και παράλογα χαρακτηριστικά. Επειδή ο πραγματικός τρόμος βρίσκεται στην κανονική κατάσταση του οικονομικού συστήματος.«

(από την ανακοίνωση διαλύσεως της RAF, η οποία γράφτηκε τον μάρτιο και δημοσιεύθηκε τον απρίλιο 1998)

 

Πριν από 20 χρόνια, η Rote Armee Fraction, σε μια ανακοίνωση αρκετών σελίδων, κήρυξε τη διάλυση της. Μόνο λίγοι σύντροφοι και συντρόφισσες εξακολουθούσαν να κρύβονται, τρεις από τους οποίους εξακολουθούν να είναι φυγάδες σήμερα, και, υποθέτω, ελπίζω ότι υποστηρίζονται από δομές αλληλεγγύης και ποτέ δεν θα συλληφθούν. Επειδή δεν θα μπορούσαν να περιμένουν τίποτα διαφορετικό από τη γερμανική προστυχιά και δολιότητα προς επαναστάτες και εξεγερμένους, η εναλλακτική λύση θα ήταν να προδώσουν τα πάντα ή να περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους στη φυλακή.

Το 1970 η RAF ιδρύθηκε, την εποχή εκείνη η ανακοίνωση συνδέθηκε με μια ενέργεια, την απελευθέρωση του Andreas Baader από τη φυλακή. Η τελική δήλωση απέφυγε να παρουσιαστεί υπό τη μορφή μιας δράσης. Εν τω μεταξύ, πέρασαν 28 χρόνια, η τελευταία ενέργεια της RAF, να ανατινάξει τη νεόχτιστη φυλακή της Weiterstadt, είχε λάβει χώρα ακριβώς πέντε χρόνια νωρίτερα. Περίπου πέντε χρόνια πέρασαν από τη σύγκρουση με το GSG 9 ** στο Bad Kleinen, στην οποίαν είχαν φτάσει στην «εξωδικαστική εκτέλεση» του μέλους της RAF, Wolfgang Grams, ο οποίος κατά την αρχική φάση της σύγκρουσης είχε σκοτώσει το μέλος του GSG-9 Michael Newrzella.

Καμιά επιστροφή

Από πολιτική άποψη, η αυτο-διάλυση της RAF θα μπορούσε να είχε φθάσει ακόμα νωρίτερα, αλλά κανείς από την RAF δεν ήταν σε θέση μα το πράξει. Η ρήξη με την κοινωνία του κεφαλαίου ήταν πολύ βαθιά, ο διαχωρισμός ήταν υπερβολικά οριστικός για να μπορεί απλά να ανακληθεί. Μια επιστροφή για μας δεν είχε προγραμματιστεί ποτέ. Δεν είχαμε καμία σχέση με το κυρίαρχο σύστημα. Η απόφαση να διαλυθεί η αδιάλλακτη σχέση στην πρακτική, προέρχονταν από την αναγνώριση ότι δεν μπορούσε να ανοιχτεί ένας επαναστατικός χώρος. Μια ενέργεια που είναι αδιανόητη χωρίς πικρία.

Εκείνοι που έχουν αγγίξει έστω για μια φορά την εμπειρία της απελευθέρωσης δεν εγκαταλείπεται ποτέ πλέον. Ο Pier Paolo Pasolini έχει καταγράψει αυτό το γεγονός, αυτό το στοιχείο κινηματογραφικά ξεκινώντας από μια ζοφερή προαίσθηση. Η ταινία του «Θεώρημα» του 1967, ήδη ασχολήθηκε με τις συνέπειες μιας απελευθέρωσης, που έζησε και μετά εξαφανίστηκε. Το άγνωστο και ανώνυμο σε αυτή την ταινία, που εμφανίζεται ως μια θεότητα μέσα στην αστική τάξη και καθιστά όλους ευτυχισμένους, με την εξίσου άκοπη, δίχως λόγο εξαφάνιση του, αφήνει το δράμα και την πληγή μιας απελευθέρωσης που διακόπηκε.

Πραγματική δυνατότητα Possibilità reale

Αναφέρομαι στην ταινία αυτή επειδή, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να θεωρηθεί ως αλληγορία του κινήματος του 1968, όπου το «68» εμφανίζεται μόνο ως αριθμός για το σημείο καμπής μιας κυρίως κοινωνικής νεολαίας ξεκινώντας από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 στον κόσμο. Τότε στον ορίζοντα υπήρχε η ιδέα της ζωής που δεν γίνεται πλέον αντιληπτή μέσω της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, της κυριαρχίας και της υποτέλειας, του πολέμου και της εξουσίας, ως διαρρηγμένης και καταστροφικής. Η απελευθέρωση από όλα αυτά έγινε μια πραγματική δυνατότητα. Ξεκινώντας από αυτή την αντίληψη της πραγματικότητας, η αλληλεγγύη και η συλλογικότητα ήταν απλές. Σήμερα, υπό την κατάσταση της παγκοσμιοποιημένης καταστροφής, όπου κάθε διέξοδος από ένα δεσποτικό παρόν φαίνεται να είναι κλεισμένη, η σκέψη της απόλυτης, της ολοκληρωμένης απελευθέρωσης φαίνεται όλο και πιο αφηρημένη και στην καθημερινή ζωή αντικαθίσταται από το αντιδραστικό «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».

Αλληλεγγύη και συλλογικότητα δεν επικοινωνούν, δεν μεταδίδονται πλέον ξεκινώντας από την κοινή εμπειρία ενός αριστερού μέλλοντος. Εκείνη την εποχή κάποιος έπρεπε να μετατρέψει σε δράση αυτήν την ελπίδα επανάστασης που καταλήφθηκε με λάγνο σχεδόν τρόπο, και να τολμήσει αυτό το πέρασμα στην ένοπλη επίθεση. Η RAF, οι Κόκκινες Ταξιαρχίες, [η Πρώτη Γραμμή] και πολλές άλλες ένοπλες ομάδες μιας θεμελιωδώς αγωνιστικής, μαχητικής αριστεράς, στρατευμένης, δεν ήθελαν να υποταχθούν στις συνέπειες μιας απελευθέρωσης που διακόπηκε και να διατηρήσουν ανοιχτές τις ιστορικές δυνατότητες.

Πολλά αρνητικά πράγματα μπορούν επίσης να ειπωθούν για την RAF. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Μια ένοπλη σύγκρουση δεν πηγαίνει ομαλά για κανέναν. Αυτό συμβαίνει έτσι κι αλλιώς εδώ και δεκαετίες στο χώρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης του συστήματος και συχνά καταλήγει στην υπερβολή μιας ηλίθιας αδικίας, στην κακία, στο ψεύδους και στην αναζήτηση της πιο πρόστυχης, αχρείας ερμηνείας εναντίον των παλαιών ηθοποιών του, αλλά με ειρωνικό τρόπο σήμερα βρίσκεται σε αντίθεση με λεκτικές εκφράσεις σε ιδιωτικές συνομιλίες και ημιδημόσιες με πολίτες πολύ μικροαστούς, όταν με πρόθυμο τρόπο κάνουν γνωστό πως σύμφωνα με αυτούς η RAF «θα είχε θέση σήμερα» και θα την υποστήριζαν.

Η αντιεξουσία Il contropotere

Σε σχέση με την RAF και όλες αυτές τις ένοπλες ομάδες, ωστόσο, μπορεί κανείς να το σκεφτεί διαφορετικά: η RAF υπήρξε η προσπάθεια να ενισχυθεί η ιδέα που τρέφεται από την εμπειρία μιας ζωής εκτός του καπιταλισμού στην επίθεση ενάντια σε όλα. Με αυτό τον τρόπο, μέσα στην κοινωνία και σε σχέση με το κράτος, έθεσε το ζήτημα της εξουσίας που πρέπει να θέτει κάθε πραγματικός ταξικός αγώνας και κάθε θεμελιώδης αντιπαράθεση, αντιπολίτευση, αν δεν θέλει να αποκοπεί με ρεφορμιστικό τρόπο. Θεωρούσε τον εαυτό της ως αντίθετη δύναμη, αντιεξουσία και ως τέτοια επίσης πολεμήθηκε. Αυτή η εκ των πραγμάτων κατάσταση, αυτό το γεγονός από την πλευρά του Κράτους είναι επίσης το σενάριο για τη σχέση νίκη-ή-θάνατος που ο Helmut Schmidt έθεσε ως λογική του κράτους, [ Ο λόγος του κράτους ή της λογικής του κράτους είναι το σύνολο των προτεραιοτήτων που αφορούν την επιβίωση και την ασφάλεια του κράτους, γεγονός που μπορεί να ωθήσει τον υπεύθυνο λήψης πολιτικών αποφάσεων να δικαιολογήσει παράνομη δράση από πλευράς διεθνούς δικαίου ή εσωτερικού δικαίου] για την περίπτωση του Hans-Martin Schleyer και τους επιβάτες που απήχθησαν ενός αεροσκάφους της Lufthansa, έτσι όπως και τη σύσταση της σχέσης – φίλος-εχθρός, τεκμηριωμένης με τον πιο άμεσο τρόπο από μια ατέρμονη δίωξη των συμπαθούντων, όπου ήδη η έλλειψη δήλωσης υπέρ του κράτους κηρύχθηκε εχθρική πράξη.

Το κίνημα του 68 έθεσε θεωρητικά το ζήτημα της εξουσίας σε σχέση με την κοινωνική τάξη που καταρτίστηκε σύμφωνα με τον καπιταλισμό, αλλά το άφησε να πέσει μετά από κάποιες αψιμαχίες στους δρόμους. Ο φόβος του σφαγιασμού ήταν πολύ μεγάλος. Στην FTR, η RAF αποδέχθηκε στην πράξη αυτό το ακάλυπτο ζήτημα στην πρακτική, προσπαθώντας να του δώσει μια απάντηση.

Σήμερα, αυτό το Fuori, Outside, αυτό το Έξω σε συγκεκριμένο επίπεδο φαίνεται αδιανόητο και χαμένο. Ακόμα κι αν το σύστημα του καπιταλισμού παραμένει εγκληματικό όπως ποτέ άλλοτε, έχει ριζώσει στους ανθρώπους σαν να μην υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Οι πόλεμοι γίνονται ενδημικοί, η ολική εκμετάλλευση του ανθρώπου και της φύσης έχει γίνει καθημερινότητα. Η μείωσή του σε αντικείμενο και εκπαίδευση, ο έλεγχος και η προσαρμογή του, η υποταγή του σε πολίτη προσαρμοσμένο και λειτουργικό ηλίθιο της κατανάλωσης, πάντα έτοιμο για κάθε παραλογισμό ενός κόσμου εμπορευμάτων συχνά ταπεινωτικό, είναι οργανωμένα με τον πιο ολοκληρωτικό τρόπο από ποτέ, τον πιο γιγάντιο μηχανισμό καταστολής καταπίεσης και ελέγχου από εκείνον του παλιού φασισμού. Αντί να ανοίξει έναν κοινωνικό ορίζοντα στον άνθρωπο, το βλέμμα του συνθλίβεται προς το πάτωμα και η λανθασμένη ύπαρξη δηλώνεται «χωρίς εναλλακτικές». Όλες οι αξίες επαναπροσδιορίζονται στη μόνη πραγματική τάξη της πώλησης αυτών των ίδιων και της κατανάλωσης. Αυτό έχει καθιερωθεί ως το πλαίσιο όλης της ζωής, τόσο από χρονική όσο και από γεωγραφική άποψη. Το σύστημα με τη στρατηγική του για διεφθαρμένη ολοκλήρωση, διεφθαρμένη κοινωνική ένταξη και εξόντωση έχει κερδίσει και κερδίζει καθημερινά στη διεύρυνση της εξάλειψης, του ξεριζώματος και της μείωσης στην ανικανότητα, την αδυναμία του προσώπου, του ανθρώπου.

Η διάλυση της RAF ήρθε μετά από την αναγνώριση ότι μια μειονότητα, ανεξάρτητα από το πόσο πολύ μπορεί να πιέσει, από μόνη της δεν μπορεί να παράξει ένα Έξω. Αλλά θα το χρειαστούμε αν δεν θέλουμε να υποκύψουμε. Ο καπιταλισμός είναι η μεγαλύτερη απειλή για την ανθρωπότητα. Θα βγούμε από τον κίνδυνο αυτού μόνο αν βρούμε ένα νέο Out, Fuori, Έξω και επιστρέψουμε στο ζήτημα του συστήματος.

Από junge Welt: Έκδοση της 20.4.2018

Μετάφραση σε επιμέλεια της Sveva Haertter

Πρωτότυπο κείμενο στα γερμανικά, Testo originale in tedesco: https://www.jungewelt.de/artikel/331127.ein-neues-au%C3%9Fen-finden.html

*Karl-Heinz Dellwo ήταν και είναι: συγγραφέας, εκδότης, παραγωγός ντοκιμαντέρ. Μέλος της RAF. Συνολικά 21 χρόνια φυλάκισης, πολλά από αυτά σε ατομική απομόνωση ή σε μικρές ομάδες.

** ομάδα δερμάτινων κεφαλών της Γερμανίας «που χρησιμοποιείται για εθνικές και διεθνείς αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις, ειδικές επιχειρήσεις δημόσιας τάξης, απελευθέρωση ομήρων, συνοδεία αρχηγών κρατών και επιδρομές ξηράς και θάλασσας»

 

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν σαφούς συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή : STAMPA

ένοπλη πάλη, lotta armata

Η μοίρα ενός μικρού κομματιού της Ευρώπης με τη μορφή καρδιάς. Ένα σχόλιο για το οριστικό τέλος της ETA

Stampa

 

1114

 

Il destino di un piccolo pezzo d’Europa a forma di cuore. Un commento sulla fine definitiva di ETA

Από το Bilbao.

Πλέον είναι σίγουρο.
Η ETA, η ιστορική Οργάνωση της βασκικής επαναστατικής και ανεξαρτησιακής αριστεράς αποφάσισε την οριστική διάλυση και αποστράτευση. Στις επόμενες 5 και 6 mαΐου, στην Iparralde (η χώρα των Βάσκων στην γαλλική πλευρά ) σε μια πράξη που θεωρείται ότι θα έχει χαρακτήρα μεγάλης διεθνούς σημασίας, θα γίνει η επίσημη ανακοίνωση. 50 χρόνια μετά τη γέννησή της στη μέση της φρανκικής δικτατορίας, 7 χρόνια μετά τη μονομερή απόφαση για εγκατάλειψη του ένοπλου αγώνα, ολοκληρώνεται μια πολιτική διαδικασία που περιέλαβε και αφορά – μαζί με τους παράνομους μαχητές και τους πολιτικούς κρατουμένους – σημαντικά κομμάτια της βασκικής κοινωνίας σε αυτά τα χρόνια. Όπως έχει ανακοινωθεί, η απόφαση αυτή δεν υποβαθμίζει καθόλου, με τίποτα, την ιστορική-πολιτική σημασία που αντιπροσωπεύει.

Σε αντίθεση με όσα συνέβησαν στην Ιρλανδία και πρόσφατα στην Κολομβία (με όλα τα προβλήματα και τις δυσκολίες που αντιπροσωπεύει η κάθε μία), το ισπανικό κράτος προσπάθησε με κάθε τρόπο να διατηρήσει και να καλλιεργήσει την ύπαρξη της ΕΤΑ, στην απαραίτητη κατασκευή ενός αιώνιου «εσωτερικού εχθρού», που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τα ανώμαλα επίπεδα ποινικοποίησης και καταστολής κατά όλων των μορφών διαφωνίας. Μια στρατηγική που γέννησε, παραδόξως ακριβώς αυτά τα τελευταία χρόνια κατά την οποία έληξε ο ένοπλος αγώνας, μια σειρά τυραννικών πράξεων στη Χώρα των Βάσκων και στο υπόλοιπο Κράτος. Η φλόγα της «αντιτρομοκρατικής» κατάστασης έκτακτης ανάγκης πρέπει πάντα να διατηρείται ζωντανή: αυτό που συμβαίνει στην Καταλονία τους τελευταίους μήνες είναι ένα περαιτέρω παράδειγμα επιβεβαίωσης …

Παραμένουν στις ισπανικές και γαλλικές φυλακές, τώρα πλέον όμηροι ενός πολέμου που έχει τελειώσει, ακόμα μερικές εκατοντάδες * πολιτικοί * κρατούμενοι, των οποίων το μέλλον εξακολουθεί να είναι τυλιγμένο σε ένα κενό, σε μια αβεβαιότητα φτιαγμένη για πολλούς από αυτούς, εκατοντάδων χρόνων. Ακριβώς όπως η μάχη για την «αφήγηση» εκείνης που υπήρξε η ένοπλη σύγκρουση αυτών των δεκαετιών είναι έδαφος μιας έντονης, μιας σκληρής μάχης από την πλευρά των δεξιών και της mainstream επικοινωνίας από τα μέσα ενημέρωσης: μια Vandea [εμφύλια σύρραξη] που αποσκοπεί στην επανεγγραφή της ιστορίας όχι μόνο του γιατί πολλές γενιές αποφάσισαν την ακραία και σκληρή επιλογή να πάρουν τα όπλα, αλλά μάλλον δεκαετιών αγώνων αντίστασης, μαζικών κινημάτων, κύκλων αντιεξουσίας και λαϊκής οργάνωσης στα εδάφη εκείνης που, στα ισχυρά σπήλαια της μοναρχικής Ισπανίας κληρονόμου του φρανκισμού, εξακολουθεί να θεωρείται ως« επαναστατική επαρχία «(στην οποία σήμερα η Catalunya κρατάει συντροφιά …).

Έτσι τελειώνει όχι μόνο μία μοναδική εμπειρία (με πρωτότυπα, αυθεντικά χαρακτηριστικά και διαφορετική από τις άλλες ευρωπαϊκές εμπειρίες ένοπλης πρωτοπορίας), όσο μια ολόκληρη εποχή με τις έντονες πολιτικές της εντυπώσεις, αναφορές, χροιές, αλλά και κοινωνικές, πολιτιστικές, καλλιτεχνικές, μουσικές … αυτός ο κόσμος μέσω του οποίου μια αρχαία σύγκρουση στην καρδιά της Ευρώπης μπόρεσε να μιλήσει (και επίσης να γοητεύσει) μεγάλους πρωταγωνιστικούς χώρους και σφαίρες των επαναστατικών αγώνων που έδρασαν μέσα στα «σπλάχνα του θηρίου», εκείνων του Monsieur le Capital.
Τελειώνει επίσης (και δυστυχώς ήδη εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα) εκείνη η ικανότητα των ηγετικών ομάδων της ανεξάρτησιακής αριστεράς να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα, να κάνουν ταξική ανάλυση, να πλέξουν δίκτυα αλληλεγγύης, να ενεργοποιήσουν, να εννευρώσουν κάθε περιοχή της κοινωνίας με ριζοσπαστική κριτική και αγώνα.
Είναι αυτού, περισσότερο από κάθε άχρηστη νοσταλγική ρητορική που έρχεται, που αισθανόμαστε περισσότερο την έλλειψη στις γειτονιές, στους τόπους και στις πλατείες αυτού του μικρού κομματιού με σχήμα καρδιάς της Ευρώπης που είναι η Χώρα των Βάσκων.

 

 

Nicola Latorre, στρατευμένος διεθνιστής.

https://www.infoaut.org/approfondimenti/il-destino-di-un-piccolo-pezzo-d-europa-a-forma-di-cuore-un-commento-sulla-fine-definitiva-di-eta

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Συνεχής αγώνας – Lotta continua

Είμαστε εργάτες, σύντροφοι, εργάτες γης και άνθρωποι των γειτονιών είμαστε φοιτητές, βοσκοί της Σαρδηνίας, χωρισμένοι μέχρι χθες! Αγώνας! Μακροπρόθεσμος αγώνας, λαϊκός ένοπλος αγώνας: συνεχής αγώνας θα είναι! Το μόνο που μας μένει είναι αυτή η ζωή μας, οπότε σύντροφοι ας την χρησιμοποιήσουμε μαζί πριν τελειώσει! Αγώνας! Μακροπρόθεσμος αγώνας … Ένας σκληρός αγώνας χωρίς φόβο για την επανάσταση δεν μπορεί να υπάρξει η πραγματική ειρήνη όσο θα ζει ένα αφεντικό! Αγώνας! Μακροχρόνια πάλη …

Siamo operai, compagni, braccianti e gente dei quartieri siamo studenti, pastori sardi, divisi fino a ieri! Lotta! Lotta di lunga durata, lotta di popolo armata: lotta continua sarà! L’unica cosa che ci rimane è questa nostra vita, allora compagni usiamola insieme prima che sia finita! Lotta! Lotta di lunga durata… Una lotta dura senza paura per la rivoluzione non può esistere la vera pace finchè vivrà un padrone! Lotta! Lotta di lunga durata…

Indicazioni bibliografiche Βιβλιογραφικές ενδείξεις

Canzoniere del Proletariato, Lotta continua, L’ora del fucile, Compagno Saltarelli noi ti vendicheremo, Lotta Continua, 1971 Η ώρα του τουφεκιού, Σύντροφε Saltarelli θα σε εκδικηθούμε

https://www.ildeposito.org/archivio/canti/lotta-continua

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Κράτος και αφεντικά, προσέξτε – Stato e padroni, fate attenzione

Η εργατική τάξη, σύντροφοι, είναι στην επίθεση, το Κράτος και τα αφεντικά δεν μπορούν να την σταματήσουν, καθόλου εργάτες σκυμένοι να δουλεύουν αλλά όλοι είμαστε ενωμένοι έτοιμοι να αγωνιστούμε. Όχι στη μισθωτή εργασία, ενότητα όλων των εργατών. Ο κομμουνισμός είναι το πρόγραμμά μας, με το Κόμμα θα κερδίσουμε την εξουσία. Κράτος και αφεντικά, προσέξτε, γεννιέται το Κόμμα της εξέγερσης, εργατική Εξουσία και επανάσταση, κόκκινες σημαίες και κομμουνισμός θα είναι. Κανείς ή όλοι, ή όλα ή τίποτα, και μόνο μαζί πρέπει να πολεμήσουμε, τα τουφέκια ή οι αλυσίδες: αυτή είναι η επιλογή που μας μένει να κάνουμε. Σύντροφοι, εμπρός για το Κόμμα, ενάντια στο Κράτος ένοπλος αγώνας θα είναι, με την κατάκτηση όλης της εξουσίας θα είναι η δικτατορία των εργατών. Κράτος και αφεντικά … Οι προλετάριοι είναι έτοιμοι στον αγώνα, ψωμί και δουλειά δεν θέλουνε πλέον, δεν υπάρχει τίποτα να χάσουμε παρά τις αλυσίδες και υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος για να κερδίσουμε. Δρόμο απ’ τις γραμμές παραγωγής, ας πάρουμε το τουφέκι, δύναμη σύντροφοι εμπρός, στον εμφύλιο πόλεμο! Agnelli, Pirelli, Restivo, Colombo, όχι πλέον λόγια, αλλά βροχή από μολύβι! Κράτος και αφεντικά … Κράτος και αφεντικά, δώστε προσοχή γεννιέται το Κόμμα της εξέγερσης, ζήτω το Κόμμα και επανάσταση, κόκκινες σημαίες και κομμουνισμός θα είναι!

La classe operaia, compagni, è all’attacco, Stato e padroni non la possono fermare, niente operai curvi più a lavorare ma tutti uniti siamo pronti a lottare. No al lavoro salariato, unità di tutti gli operai Il comunismo è il nostro programma, con il Partito conquistiamo il potere. Stato e padroni, fate attenzione, nasce il Partito dell’insurrezione; Potere operaio e rivoluzione, bandiere rosse e comunismo sarà. Nessuno o tutti, o tutto o niente, e solo insieme che dobbiamo lottare, i fucili o le catene: questa è la scelta che ci resta da fare. Compagni, avanti per il Partito, contro lo Stato lotta armata sarà; con la conquista di tutto il potere la dittatura operaia sarà. Stato e padroni… I proletari son pronti alla lotta, pane e lavoro non vogliono più, non c’è da perdere che le catene e c’è un intero mondo da guadagnare. Via dalle linee, prendiamo il fucile, forza compagni, alla guerra civile! Agnelli, Pirelli, Restivo, Colombo, non più parole, ma piogge di piombo! Stato e padroni… Stato e padroni, fate attenzione nasce il Partito dell’insurrezione; viva il Partito e rivoluzione, bandiere rosse e comunismo sarà!

Informazioni Πληροφορίες

Sull’aria dell’inno polacco «La varsovienne» (o di «A las barricadas»). Στην ατμόσφαιρα, στον τόνο του πολωνικού ύμνου «La varsovienne» (ή «A las barricadas»).

Indicazioni bibliografiche Βιβλιογραφικές ενδείξεις

Vettori Giuseppe, Canzoni italiane di protesta 1794 – 1974, Roma, Newton Compton, 1975 – ιταλικά τραγούδια διαμαρτυρίας

https://www.ildeposito.org/archivio/canti/stato-e-padroni-fate-attenzione

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Πως κατασκευάζεται επικοινωνιακά το »τέρας»: το γεγονός – Come si costruisce mediaticamente il “mostro”: il fatto.

Ο Εισαγγελέας της Φλωρεντίας έχει ανοίξει φάκελο σχετικά με τη Barbara Balzerani, η οποία κρίνεται ένοχη βαριάς προσβολής των θυμάτων. Ένα σμήνος από όρνεα αυτές τις μέρες απολαμβάνει να ανταγωνίζεται σε αγανάκτηση.

Πριν από 40 χρόνια, η Barbara Balzerani συμμετείχε, μαζί με εννέα άλλους ταξιαρχίτες, στην απαγωγή του Aldo Moro, στα χρόνια κατά τα οποία στην Ιταλία, σύμφωνα με υπουργικά στοιχεία, στα τέλη του 1979 επιχειρούσαν 269 οπλισμένα ακρωνύμια, 36.000 πολίτες ερευνήθηκαν για ένοπλη συμμορία 6.000 καταδικάστηκαν σε δεκαετίες φυλάκισης, και καταγράφηκαν 7.866 επιθέσεις σε πράγματα και 4.290 σε ανθρώπους. Συνελήφθη και καταδικάστηκε, εξέτισε ολόκληρη την ποινή της, όπως και πολλοί άλλοι που συμμετείχαν σε εκείνο το εξεγερτικό φαινόμενο. Στα επόμενα χρόνια δημοσίευσε έξι βιβλία, μερικά από τα οποία μεταφράστηκαν στη Γαλλία και την Ισπανία, και οι παρουσιάσεις τους ήταν οι μοναδικές της «δημόσιες» εμφανίσεις, έχοντας πάντα αποφύγει να παραχωρεί συνεντεύξεις για το παρελθόν της ως ταξιαρχίτισσα, με εξαίρεση ένα ντοκιμαντέρ πριν από πολλά χρόνια που επιμελήθηκε από την Loredana Bianconi επάνω σε ορισμένες γυναίκες που κατά την περίοδο εκείνη έλαβαν μέρος στον ένοπλο αγώνα.

Ως συνέπεια αυτού απέφυγε, όπως και άλλοι, και παρά το γεγονός ότι σαφώς της ζητήθηκε από πολλές πλευρές, να δώσει συνεντεύξεις ή οτιδήποτε άλλο για να γεμίσει τα μεγάλα μαζικά μέσα ενημέρωσης σχετικά με την 40η επέτειο της σφαγής στην via Fani και την απαγωγή του Moro.

Ένα post που δημοσιεύθηκε στις 9 ιανουαρίου στο δικό της κοινωνικό πίνακα μηνυμάτων FB, και το οποίο επιβεβαίωνε ουσιαστικά την επιθυμία να μην συμμετάσχει στις διάφορες εκδηλώσεις που θα είχαν αφιερωθεί σε ένα γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τις ιταλικές συνήθειες, το θυμούνται αποκλειστικά με την ευκαιρία επετείων [ για να περιπέσει στη συνέχεια στην πιο απόλυτη λήθη), παρόλα αυτά έστρεψε ξαφνικά επάνω της τα φώτα, την ξεχασμένη προσοχή των μέσων μαζικής ενημέρωσης, που ενδιαφέρθηκαν από μια πολύ πολεμική επιστολή που στάλθηκε σε μια γνωστή εφημερίδα από έναν πρώην ταξιαρχίτη που της εύχονταν να συναντηθούν στην κόλαση. Το ενοχοποιημένο post απήγγειλε την ακόλουθη φράση «Ποιος με φιλοξενεί πέρα από τα σύνορα για τις ένδοξες μέρες, τα μεγαλεία της τεσσαρακοστής επετείου;».

Από εκείνη τη στιγμή η Barbara Balzerani κατέστη ξαφνικά για όλους τους κύριους σχολιαστές της πιο διαφορετικής προέλευσης το έμβλημα της άγριας δολοφόνου που κοροϊδεύει τα θύματα των εγκλημάτων της, ζητώντας να «πάει στην Καραϊβική» (sic!) ενώ οι συγγενείς των θυμάτων κλαιν τους νεκρούς τους. Αν και το νόημα εκείνου του post ήταν πολύ διαφορετικό, όπως θα έπρεπε να είναι προφανές στον οποιονδήποτε, υπερίσχυσε η επιθυμία να αναδημιουργήσουν ξανά μετά από 40 χρόνια το «τέρας» και η Balzerani απέφυγε περαιτέρω σχόλια, ξαναρχίζοντας να γυρίζει την Ιταλία για να παρουσιάζει το τελευταίο της μυθιστόρημα, το οποίο όμως, σε αντίθεση με άλλα, ασχολείται με ένα θέμα που δεν έχει καμία σχέση με την προηγούμενη εμπειρία της σαν brigatista, ταξιαρχίτισσα. Με την προσέγγιση της 16ης μαρτίου, πυροδοτείται ο εορτασμός των μέσων ενημέρωσης για την τεσσαρακοστή επέτειο, στον οποίο, όπως και άλλοι, αποφεύγει να συμμετάσχει ή να πει τα δικά της.

Την Κυριακή 11 μαρτίου ο δημοσιογράφος Purgatori νικώντας όλους στον χρόνο εκπέμποντας στο La 7 ένα αφιέρωμα σε δύο επεισόδια που πραγματικά αναπαράγει πλήρως τις συνεντεύξεις που δόθηκαν πριν από αρκετά χρόνια για ένα γαλλικό ντοκιμαντέρ από τέσσερις πρώην ταξιαρχίτες που συμμετείχαν στην απαγωγή του Μόρο, ένας εκ των οποίων, μεταξύ άλλων, είχε πεθάνει 5 χρόνια πριν. Το πρόγραμμα εξαπολύει τη γενική οργή ορισμένων συγγενών των θυμάτων, αλλά όχι μόνο, για τους ταξιαρχίτες που πηγαίνουν στην τηλεόραση με την ευκαιρία της τεσσαρακοστής επετείου, αν και σε κανένα από τους τέσσερις δεν είχε ζητηθεί η άδεια να χρησιμοποιηθούν εκείνες οι παλιές συνεντεύξεις που είχαν παραχωρήσει σε μια τελείως διαφορετική περίπτωση. Αντιθέτως ένας από αυτούς, που κλήθηκε ρητά να παραχωρήσει μια καινούργια από άλλον σημαντικό δημοσιογράφο αρνήθηκε ευγενικά την πρόσκληση, ακριβώς για να αποφύγει να προκαλέσει τις προβλέψιμες και συνηθισμένες διαμάχες, πολεμικές.

Ταυτόχρονα, και από πολλές πλευρές, οι πρώην ταξιαρχίτες ωστόσο επιπλήττονταν , όχι χωρίς μια κάποια εμφανή επιχειρηματολογική ασυνέπεια, πως είναι επιφυλακτικοί μάλιστα ακόμη και συνωμοτικοί με μαφιόζικο τρόπο.

Και πάλι, η Balzerani, όπως και άλλοι, αποφεύγει να εκφράσει κάποια δημόσια γνώμη για το θέμα, αλλά όταν το κοινωνικό κέντρο CPA της Φλωρεντίας την προσκαλεί να παρουσιάσει, όπως συμβαίνει κάθε χρόνο, το βιβλίο της στις 16 Μαρτίου, ημερομηνία που προφανώς δεν την επέλεξε, ξεσπά μια διαμάχη και πολεμικές μόνο και μόνο επειδή προσκαλείται να παρουσιάσει, presentare, ένα βιβλίο που μιλά για κάτι άλλο, για τελείως διαφορετικά πράγματα.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης παραμονεύουν με κρυφά μικρόφωνα και κάμερες αποκαλύπτοντας στα τηλεοπτικά πλάνα και στο τέλος της παρουσίασης του βιβλίου κάποιον που της ζητά να εκφραστεί σχετικά με την πολεμική που διεξάγεται από τα θύματα σχετικά με το δικαίωμα λόγου και στους πρώην ταξιαρχίες.

Στην ερώτηση απαντά ότι, χωρίς να θίγεται το δικαίωμα των θυμάτων να εκφράζουν τις σκέψεις τους, η αφήγηση μιας συλλογικής ιστορίας δεν μπορεί να είναι μονοπώλιο ούτε γι αυτούς, και για να εκφράσει μια έννοια, για την αξία της οποίας θα έλεγα ότι κανείς δεν μπορεί να αντιταχθεί σε τίποτα, χρησιμοποιεί μια έκφραση που εξαπολύει ακόμη περισσότερο τη συλλογική αγανάκτηση απέναντι της. «Υπάρχει μια φιγούρα, το θύμα, που έχει γίνει ένα επάγγελμα, αυτή η περίεργη φιγούρα σύμφωνα με την οποία το θύμα έχει το μονοπώλιο του λόγου. Δεν λέω ότι δεν έχουν το δικαίωμα να λένε τη δική τους γνώμη, πόσο μάλλον, αλλά δεν έχεις μόνο εσύ το δικαίωμα, δεν είναι ότι την ιστορία μπορείς μόνο εσύ να την φτιάξεις «.

Από εκείνη τη στιγμή διαβάζουμε εναντίον της τα πάντα κι ακόμη περισσότερα, στα οποία ωστόσο η ενδιαφερόμενη δεν απαντά με κανένα τρόπο, της αφιερώνονται σελίδες ολόκληρες στην εφημερίδα Corriere και επεισόδια του Matrix και είναι αυτής της ώρας η είδηση ότι η Εισαγγελία της Φλωρεντίας θα έχει » ανοίξει ένα φάκελο » εναντίον της αν και, διευκρινίζουν, ελλείψει εγκλήματος, και πως ο Δήμος της Φλωρεντίας αποφάσισε να εκκενώσει το κοινωνικό κέντρο που την φιλοξένησε και ότι ο γιος του πρώην δημάρχου Conti ανακοίνωσε αγωγή εναντίον της για δυσφήμηση .

Αυτά είναι τα γεγονότα, τις κρίσεις όπως πάντα μπορεί ο καθένας να τις κάνει από μόνος του σύμφωνα με τις διαφορετικές προθέσεις του.

Davide Steccanella

από το facebook

**********************

Σχετικά με τα μεγαλεία και σχετικά με την εξουσία των θυμάτων – Sui fasti e sul potere vittimario

Το θύμα είναι ο ήρωας της εποχής μας. Το να είσαι θύμα δίνει κύρος, επιβάλλει ακρόαση, υπόσχεται και προωθεί αναγνώριση, ενεργοποιεί μια ισχυρή γεννήτρια ταυτότητας, δικαίου, αυτοεκτίμησης. Ανοσοποιεί από κάθε κριτική, εγγυάται την αθωότητα πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία. Πώς θα μπορούσε το θύμα να είναι ένοχο και αντίθετα υπεύθυνο για κάτι; Δεν το έκανε, του έγινε, το υπέστη. Δεν δρα, πάσχει. Στο θύμα διατυπώνονται έλλειψη και διεκδίκηση, αδυναμία και αξίωση, επιθυμία να έχει και επιθυμία να είναι. Δεν είμαστε αυτό που κάνουμε, αλλά αυτό που έχουμε υποφέρει, υποστεί, αυτό που μπορούμε να χάσουμε, αυτό που μας πήραν «. (Daniele Giglioli, Κριτική του θύματος )

Απόλυτοι δήμιοι και απόλυτα θύματα ενορχηστρωμένα από ένα επικοινωνιακό σύστημα στο οποίο έχει ανατεθεί η διεύθυνση της ρητορικής της κοινής μνήμης, που δοκιμάστηκε για τουλάχιστον μια δεκαετία μέσα από την «τηλεόραση του πόνου», όπως την έχει ορίσει πολύ σωστά η De Luna, και μέσα στο πλαίσιο μιας διαδεδομένης κοινής λογικής που κυριαρχείται από τον ποινικό λαϊκισμό που διασχίζει την κοινωνία αγγίζοντας αριστερά και δεξιά χωρίς πλέον διάκριση. Σε αυτό το πλαίσιο μνημονεύονται και τιμώνται, σύμφωνα με τους μηχανισμούς του παραδείγματος, του προτύπου του θύματος, και της συνωμοσίας, στενού της συγγενή, τα σαράντα χρόνια του θανάτου του Μόρο και της συνοδείας του, με όχι αδιάφορες επιπτώσεις στον ιστοριογραφικό τομέα, αλλά κυρίως στην κατασκευή της δημόσιας μνήμης, δηλαδή της χρήσης του παρελθόντος στην κατασκευή του παρόντος. Μεγαλεία – εορτασμοί – που σίγουρα δεν βοηθούν στην κατανόηση του παρελθόντος, που αντικαθιστούν τη μνήμη στην Ιστορία και που κατά βάθος φαίνονται να μην σέβονται αυτούς τους ίδιους που τα θεσμικά όργανα θα ήθελαν να γιορτάσουν, να τιμήσουν.

Η ιστορία διαβασμένη ολοένα και περισσότερο μέσα σε μια δικαστική οπτική – όπου οι ηθοποιοί ενσαρκώνουν τους ρόλους των δημίων και των θυμάτων – και συνωμοσιολογική – όπου λίγοι κουκλοπαίκτες κρατούν στα χέρια τους τη μοίρα του κόσμου μηχανοραφώντας εναντίον ανυποψίαστων και αθώων μαζών – δεν είναι ένα φαινόμενο μοναχά ιταλικό. Η άνοδος του παραδείγματος-προτύπου θυματοποίησης αντιστοιχεί στην επιβεβαίωση, την επικράτηση και την παγίωση του νεοφιλελευθερισμού και του μεταμοντέρνου, αποτελεί την ιδεολογική του βάση, εξαλείφοντας προοδευτικά από τον σύγχρονο πολιτικό ορίζοντα και από την Ιστορία, την έννοια της αντιπαλότητας, της σύγκρουσης και της διαμάχης, αποπολιτικοποιώντας και παθητικοποιώντας την. Αν και δεν είναι μοναχά ένα ιταλικό φαινόμενο, η Ιταλία έχει, με κάποιον τρόπο, προτρέξει τους χρόνους και τα στάδια, αναπτύσσοντας το ακριβώς με εκείνες τις δύο δεκαετίες παρελθόντος που πηγαίνουν από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980, που δεν καταφέρνει να ιστοριοποιήσει, και ιδίως με τον ένοπλο αγώνα, το πραγματικό αντικείμενο των μόνιμων εξορκισμών.

Να αφηγηθεί, μια μνήμη, κυρίαρχη πάνω σε όλες τις άλλες. Μια μνήμη που μετασχηματίστηκε ακατάλληλα αλλά όχι τυχαία σε συνώνυμο της Ιστορίας και αντικαταστάθηκε σε αυτήν. Μέχρι να την ακυρώσει, να την διαλύσει σε ιδιωτικό πόνο, στην εσωτερική και οικογενειακή διάσταση, που καταλαμβάνει το σκηνικό και ηγεμονεύει τον δημόσιο χώρο, αποκρύπτοντας τις μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές διαδικασίες, και μαζί τους τις συγκρούσεις που τις κινούν, οι οποίες αποτελούν το συστατικό μέρος της Ιστορίας .

Θύμα και οικογένεια του θύματος, συγγενείς, αγιοποιημένοι στο επίσημο τελετουργικό της ημέρας μνήμης, θεσμοποιημένοι από τον δημόσιο λόγο, θεαματικοποιημένοι επικοινωνιακά, έφτασαν να ενσωματώσουν μια υψηλότερη ηθική. Ο λόγος τους, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστός σε σχέση με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους για τους οποίους μιλάει, και η θέση τους που εκφράζει απόλυτη ταλαιπωρία, πόνο, καθίσταται απρόσβλητος, ακαταμάχητος, η κριτική καθίσταται προσβολή, βρισιά.  Αρκεί κάτι πολύ λιγότερο από την κριτική, αρκεί απλώς να αρθρώσουμε έναν άλλο λόγο που να ξεφεύγει από τη ρητορική του πόνου ώστε να εξαπολυθεί η λογοκρισία και η δημόσια επίπληξη που προκαλείται επικοινωνιακά, που δίνει το έναυσμα να ξεκινήσει η διαδικασία τερατοποίησης των κυνικών δημίων. Ο λόγος τους καθίσταται απόλυτη αξία, και απόλυτη δύναμη βέτο επί των άλλων φωνών.   Είναι κατανοητό, ανθρώπινο κυρίως, από εκείνους που έχουν υποστεί απώλεια, πένθος ή προσωπικές ταλαιπωρίες και πόνους, μια αντίδραση αγανάκτησης και διαμαρτυρίας μπροστά στον υπεύθυνο για το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας, ενός συγγενούς. Η έκφραση μίσους, εκδίκησης, πικρίας είναι κατανοητές και έχουν το λόγο ύπαρξης ως προσωπικές και ιδιωτικές εκδηλώσεις του πόνου καθενός.

Διαφορετικής φύσης και διαφορετικού νοήματος, όμως, και αντιθέτως, είναι η επιχείρηση, που λαμβάνει χώρα κάτω από τα μάτια μας σήμερα, η οποία στο θεσμικό επίπεδο και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατέστησε κεντρικό το ρόλο μιας τυπολογίας θύματος ειδικότερα, εκείνη του ένοπλου αγώνα των χρόνων 70-80 , τοποθετημένης σαν κεντρική φιγούρα για την ερμηνεία της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης εκείνης της περιόδου, καταλήγοντας να ενσωματώνει το νόημά της και να γίνεται το βασικό της αφηγηματικό και αναγνωστικό κλειδί, οικοδομώντας και κρυσταλλοποιώντας γύρω από την ταυτότητά της την κρατική μνήμη, γεμίζοντας με την ιδιωτική θλίψη το κενό της θεσμικής πολιτικής – άκαμπτων και ακλόνητων και γυψοποιημένων άρχουσων τάξεων, χθες όπως σήμερα – τοποθετώντας την στο κέντρο του δημόσιου χώρου, αποδίδοντάς της το μονοπώλιο του λόγου επί της Ιστορίας.

Δεν είναι όλα τα θύματα ίσα, και προέρχονται από πολιτικές σχέσεις εξουσίας, από κοινωνικούς ρόλους, από το ποιοι κέρδισαν και ποιοι έχασαν, που εξαρτάται από τη διαφοροποίηση μεταξύ αδύναμων θυμάτων και ισχυρών θυμάτων, και κατά συνέπεια από αδύναμες αναμνήσεις και ισχυρές αναμνήσεις. Από τη σκοπιά που υποθέτουμε μπορεί να αποτελέσει δύσκολο να ξεχάσουμε, στην ιδιαιτερότητα της συζήτησης που μας ενδιαφέρει εδώ, για παράδειγμα, τις πολυάριθμες σφαγές προλετάριων με τις οποίες είναι κατάσπαρτη η ρεπουμπλικάνικη ιστορία ( τους πάνω από δυο κιλά κάλλυκες που ρίχτηκαν μέσα σε λίγα λεπτά, στις 2 δεκεμβρίου 1968, ενάντια στους εργάτες της γης της Avola, οι οποίοι ζητούσαν αύξηση μισθού και οι οποίοι πυροβολισμοί κόστισαν τη ζωή δύο ανθρώπων, για να δώσουμε μόνο ένα παράδειγμα, ποιοι τους θυμούνται; Και τους 17 νεκρούς και 88 τραυματισμένους στην Piazza Fontana μόλις ένα χρόνο αργότερα, για να εγκαινιάσουν την εποχή των σφαγών εναντίον ενός ταξικού κινήματος σε άνοδο; Πώς μπορούμε να ξεχνάμε ότι το Κράτος καταδίκασε τα μέλη των οικογενειών εκείνων των θυμάτων να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα χωρίς ούτε καν να τους δώσει μια δικαστική αλήθεια;)

Το βάρος, η ορατότητα και ο σεβασμός που οφείλονται στα θύματα που έπεσαν σε μια κοινωνική σύγκρουση που διήρκησε περίπου δύο δεκαετίες εξαρτάται από τη θέση που αυτά κατέλαβαν σε εκείνη τη σύγκρουση, από το βάρος και την ερμηνεία που αποδίδεται στη συνολική ιστορία εκείνων των χρόνων.

Από την άλλη πλευρά, τα ισχυρά θύματα, που κατέχουν εξέχουσες θέσεις στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, που έχουν στη διάθεση τους ενώσεις, που έπαιξαν και παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατασκευή της αφήγησης των «χρόνων του μολυβιού», ακριβώς λόγω της ταυτότητάς τους ως θυμάτων. Σε αυτά τα χρόνια σχεδόν καθημερινά εμφανίζονταν συνεντεύξεις, δηλώσεις, τοποθετήσεις από τις σελίδες των μεγαλύτερων εφημερίδων εναντίον πρώην μαχητών του ένοπλου αγώνα, κάθε φορά που παρουσίαζαν βιβλία, ταινίες, για να διαμαρτυρηθούν εναντίον της παρουσίας τους σε συνέδρια σπουδών ή άλλες δημόσιες πρωτοβουλίες, και εναντίον όσων απλώς πρότειναν διαφορετικά κλειδιά ανάγνωσης σε σχέση με την μόνη εγκεκριμένη ομιλία, τον μόνο εγκεκριμένο λόγο για το θέμα. Περιέργως μιλούν από τα κύρια μέσα μαζικής ενημέρωσης, και ταυτόχρονα επαναλαμβάνουν την τελετουργική φόρμουλα «μόνο οι τρομοκράτες μιλούν, για εμάς η σιωπή».

Πόσο είναι παρόντας και δυνατός ο επηρεασμός και η εξάρτηση των «ισχυρών» θυμάτων και πόσο είναι απαραίτητη η κουλτούρα της δημόσιας μετανοίας σε σχέση με το παρελθόν και αναγκαία για να μπορείς να βλέπεις να σου αναγνωρίζεται και να νομιμοποιείται το δικαίωμα του λόγου στο παρόν, το δείχνει με σαφή τρόπο η δημόσια αποκήρυξη που ζητήθηκε και αμέσως επιτεύχθηκε , από ένα μεγάλο μέρος της πολυάριθμης ομάδας των τότε υπογραφόντων του μανιφέστου εναντίον του αστυνόμου Calabresi της 13ης ιουνίου 1971, οι οποίοι εν τω μεταξύ έγιναν αναπόσπαστα μέλη του establishment και της διανόησης. Ένα καλό παράδειγμα της λειτουργίας του θυματοποιημένου υποδείγματος και των επιπτώσεών του στη συγγραφή της ιστορίας και στην κατασκευή της δημόσιας μνήμης.

Αυτές τις μέρες, με έναν εντελώς παράδοξο τρόπο, τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για δεκαετίες σχετικά με το δικαίωμα στον λόγο ή μη των πρώην μαχητών των BR έχουν επαναπροωθηθεί, προτάθηκαν ξανά. Η υποχρέωση στη σιωπή των «δημίων» μεταφέρθηκε από τα μέσα ενημέρωσης ως μάντρα: οι μη-μετανοούμενοι και αυτοί που δεν διαχώρισαν τη θέση τους τρομοκράτες πρέπει να σιωπήσουν. Το παράδοξο έγκειται στο γεγονός ότι δημιουργήθηκε μια αντιπαράθεση και μια πολεμική για ένα γεγονός που δεν συνέβη, δηλαδή την παρουσία στην τηλεόραση πρώην μη-μετανιωμένων και μη διαχωρισμένων ταξιαρχιτών. Προσκαλεσμένοι από όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, κανένας από αυτούς δεν έδωσε συνεντεύξεις ούτε αποδέχτηκε να συμμετάσχει στα πολυάριθμα τηλεοπτικά προγράμματα, τόσο ώστε να έχει χρησιμοποιηθεί υλικό από ντοκυμαντέρ που έχουν ήδη δημοσιευθεί εδώ και πολύ καιρό και όχι ιταλικά για να εκθέσει την παρουσία τους. Ωστόσο ξεσπούν κραυγές ενάντια στον πρωταγωνιστικό τους ρόλο. Προσπαθούν να τους κάνουν να μιλήσουν, τους ψάχνουν, και στη συνέχεια να φωνάξουν για το γεγονός ότι μιλούν. Μεταξύ άλλων, αυτοί που εφορμούν ενάντια στους μη-μετανιωμένους και μη διαχωρισμένους, παραλείπουν να λένε ότι αναφέρονται σε εκείνους που εξέτισαν πολλά χρόνια στη φυλακή (και κάποιοι, περίπου είκοσι άτομα, εξακολουθούν να εκτίουν ποινές).

Εκείνοι που θα ήθελαν να σιωπήσουν τους μη μετανιωμένους ή μη διαχωρίσαντες τη θέση τους, πράγματι, ασφαλώς γνωρίζουν ότι αυτές οι δύο κατηγορίες, πέραν του θρησκευτικο-ηθικού φορτίου που οι όροι αυτοί προκαλούν και θυμίζουν για την κοινή λογική, είναι πρωτίστως νομικές κατηγορίες, από τις οποίες πάντα νομικά ακολουθεί μια τρίτη, εκείνη των αμετακίνητων – η οποία συλλέγει, πέρα από τις διάφορες θέσεις που λήφθηκαν τότε από τον καθένα, όλους εκείνους που δεν εμπίπτουν στις δύο πρώτες – με τις οποίες το ιταλικό Κράτος μέσα από τη νομοθεσία της εξαίρεσης [έκτακτης ανάγκης] έχει επιλύσει, στο δικαστικό επίπεδο, την κοινωνική σύγκρουση της δεκαετίας του 70 διανέμοντας ποινές, παρέχοντας εκπτώσεις και αθωώσεις σύμφωνα με το βαθμό συνεργασίας. Εκείνοι που δεν μετάνιωσαν και όσοι δεν διαχώρισαν τη θέση τους είναι επομένως αυτοί που δεν έχουν επωφεληθεί από τα οφέλη που παρέχονται από τους νόμους για τη μετάνοια και τη διάσταση, τον διαχωρισμό.

Εκείνοι δηλαδή που έχουν πληρώσει χωρίς έκπτωση! Θα πρέπει να το γνωρίζουν οι εξτρεμιστές που ζητούν αυστηρή δικαιοσύνη και θα επιθυμούσαν την εφαρμογή ενός είδους πολιτικής και κοινωνικής ισόβιας ποινής, τον μόνιμο αποκλεισμό τους από τους δημόσιους χώρους. Σε κάθε περίπτωση, τα θύματα των BR δεν μπορούν να πουν ότι δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τα άλλα θύματα εκείνης της εποχής, πρώτα απ ‘όλα για εκείνα των σφαγών, φαινόμενο που από τη φύση και την προέλευση του δεν είναι συγκρίσιμο με τον ένοπλο αγώνα αλλά το οποίο συνδέεται αδιανόητα, αδιακρίτως με αυτόν, σαν να επρόκειτο για το ίδιο πράγμα, φαινόμενο το οποίο στοίχισε αδιακρίτως εκατοντάδες νεκρούς οι οποίοι παρέμειναν χωρίς υπεύθυνους. Θα ήταν αρκετή, δεδομένου του χρόνου που έχει περάσει , αν όχι μια δικαστική αλήθεια, τουλάχιστον λιγάκι ιστορική αλήθεια, αλλά φαίνεται πως τα θεσμικά όργανα που έχουν εξαγριωθεί εναντίον των πρώην BR δεν νιώθουν καμία πίεση γι αυτήν.

Μένει να αναρωτηθούμε, αφού οι λογαριασμοί με τη δικαιοσύνη έχουν διευθετηθεί, και τα θύματα, στην προκειμένη περίπτωση οι νικητές, δικαιώθηκαν, προς τι η θεσμοθετημένη μνησικακία; Από πού προέρχεται και ποια είναι η λειτουργία της μνησικακίας των νικητών που παρουσιάζονται, ή τους παρουσιάζουν, με το ένδυμα των θυμάτων; Το πρότυπο θυματοποίησης και η κοινή μνήμη που με αυτό θα ήθελαν να περάσουν, αντιπροσωπεύουν την πιο πρόσφατη φόρμουλα για να απελευθερωθούν από το στενάχωρο βάρος μιας ιστορίας που τους φέρνει σε δύσκολη θέση, μιας ιστορίας που ποτέ δεν έχει αφομοιωθεί, δεν την κατάπιαν ποτέ, την οποία επιδιώκουν να ρευστοποιήσουν ως ανθρωποκτονική και ιδεολογική τρέλα, εκθιάζοντας και δοξολογώντας την απόλυτη αθωότητα από τη μια πλευρά και το απόλυτο κακό από την άλλη, σε ένα είδος infantilization, απλοποίησης της Ιστορίας, [μιλάμε για παιδισμό] και που έχει ανάγκη τη συνωμοσιολογία ώστε να διατηρηθεί χρονικό, αφήγηση, καταγραφή.

Όπως έγραψε ο Agamben πριν από 20 χρόνια, η αναγνώριση που δεν έγινε του  πραγματικά πολιτικού χαρακτήρα της σύγκρουσης εκείνων των χρόνων από τις κυρίαρχες τάξεις της εποχής και τις τρέχουσες, αφήνει την περίοδο εκείνη ως ανοιχτό πρόβλημα, το οποίο δεν μπορεί να γίνει παρελθόν. Αυτός είναι ο πραγματικός πυρήνας του θέματος. Οι συγγενείς των θυμάτων, ορισμένων θυμάτων, δεν κατέχουν το μονοπώλιο της Ιστορίας, δεν μπορούν να ενεργήσουν, όπως αποτελεσματικά συνοψίζει ο Giglioli, ως «Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιστορίας». Δεν μπορούν να σιωπήσουν εκείνους που ήταν μέρος της ιστορίας, επιβάλλοντας τους μια πρόσθετη ποινή εκτός από εκείνη που έχουν εκτίσει. Γιατί μαζί με αυτούς σιωπούν και όσους εκείνη την ιστορία προσπαθούν να την κατανοήσουν και να της δώσουν διαφορετικές αναγνώσεις από εκείνη που τίθεται από την κοινή μνήμη, έχοντας κάθε δικαίωμα να το πράξουν.

Silvia De Bernardinis

https://favacarpendiem.wordpress.com/2018/03/23/come-si-costruisce-mediaticamente-il-mostro-il-fatto/

ιστορία, storia

Aldo Moro και η ξεχασμένη δεκαετία – e il decennio dimenticato

 

Γνωρίζουμε λεπτομερώς το σενάριο για την απαγωγή του Aldo Moro, αλλά ποτέ όπως στην παρούσα επέτειο δεν αναγνωρίζουμε πλέον την αλήθεια. Εξαφανίστηκε, εκμηδενίστηκε από πνεύμα εκδίκησης ή ίσως, απλούστερα, από πολιτική άγνοια, η ιστορία. Χωρίς το πλαίσιο, την συγκυρία, δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά η μυθοπλασία: πινακίδες και αυτοκίνητα, μεταστροφές και τοπωνυμίες, αναμνήσεις πρώιμα ορφανών ανηψιών και συνωμοσίες κάθε τάξης. Την θέση της γοητείας του καθολικισμού-κομουνισμού ανέλαβε η απογοήτευση που ανατρέχει στις θέσεις του πρώην υπουργού εσωτερικών και προέδρου Κοσσίγκα, για να επιστρέψουμε στη μεταμοντέρνα παρεξήγηση, παρανόηση, αλλά το πρώτο θύμα παραμένει η κατανόηση των γεγονότων. Υπάρχει ένα κόκκινο νήμα που συνδέει την αναμνησιολογία των ημερών αυτών: η αναγκαστική αφαίρεση κάθε έννοιας και σημασίας από ένα γεγονός που μετασχηματίζεται σε ένα event, μια εκδήλωση, και αποσυνδέεται από οποιαδήποτε διαδικασία. Ο Aldo Moro δεν είναι η κορυφή – ένδοξη ή τραγική, ανάλογα με τις απόψεις – μιας δεκαετίας της ταξικής αντιπαράθεσης, σύγκρουσης. Είναι ένα Rai fiction μπολιασμένο στην ιταλική πολιτική. Είναι μια μεταφρασμένη μορφή εγκληματικού μυθιστορήματος που εφαρμόζεται στις σχέσεις της πολιτικής. Υπάρχει η συμμορία των δολοφόνων και το αθώο θύμα. Ιδιωτικά γεγονότα λοιπόν: τι σχέση έχουν »οι ιταλοί» (καλοί άνθρωποι …); Το σημαντικό είναι να εκτονώσουμε τη σχέση μεταξύ του ’68 και του ’78 και, μέσα στη μακρά δεκαετία της κοινωνικής σύγκρουσης, να διαχωρίσουμε την εξτρεμιστική μειονότητα από τη συντριπτική πλειοψηφία της «πραγματικής χώρας». Η ιστορία διαβάζεται μέσα από τους φακούς της ομαδικής ψυχολογίας. Το αντίθετο σημείο αντιπροσωπεύεται από τους τελευταίους αμετανόητους οπαδούς των απόψεων του Κοσσίγκα, όπως προείπαμε: Giuliano Ferrara, για παράδειγμα.

Αντίθετα, είναι δυνατό να κατανοήσουμε τον Aldo Moro μόνο με την εισαγωγή του στην ιστορική διαδικασία. Το 1968 ελευθερώνει, αποσυνθέτοντας τες για να τις επανασυνδέσει, κοινωνικές ενέργειες που από καιρό εκκολάπτονταν στην επιγενόμενη κοινωνία της ευημερίας. Μια κοινωνία που πλούτισε ταχέως και την εποχή εκείνη σημαδεύεται με κοινωνικές εκρηκτικές αντιφάσεις: νέα ευημερία και τραγική φτώχεια, μητροπολιτικές φαντασμαγορίες και πολιτιστικούς ξεριζωμούς. Ένας κόσμος σε μετασχηματισμό που εκφράζονταν μέσα από πολιτικά παραδείγματα μιας εποχής πρώιμα γερασμένης. Μια νέα γενιά ανατινάζει το καπάκι που ανάγκαζε πολλές αντιφάσεις μέσα σε σχήματα που δεν είναι πλέον εφικτά: η συνάντηση ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον καθολικισμό προχωρούσε παράλληλα με την κρίση του κομμουνισμού και του καθολικισμού, αφήνοντας μόνο στις πολιτικές ή πολιτιστικές ελίτ μια συζήτηση που δεν έβρισκε πλέον ριζώματα στην κοινωνία. Αφού απελευθερωθεί, όπως είναι γνωστό, η οδοντόπαστα δεν επιστρέφει στον σωλήνα της. Με τον ίδιο τρόπο, μόλις απελευθερωθούν, εκείνες οι γενετικές ενέργειες παίρνουν γρήγορα τη μορφή της πολιτικής: αδύνατο να τις επαναφέρεις στο νεανικό φολκλόρ. Οι ομάδες μπολιάζονται μέσα σε μια πραγματική ταξική πάλη που βρίσκει ακτή στο εργατικό σώμα του PCI. Δεν υπάρχει αλληλεπικάλυψη στους κομμουνιστές ηγέτες, αλλά υπάρχει μεγάλη στην κοιλιά της φάλαινας: οι πρωτοπορίες επικρίνονται αλλά αναγνωρίζονται. Το νέο προλεταριάτο και η εργατική ακτή πολλαπλασιάζουν τις επιπτώσεις σε ένα επίπεδο της γενικής πολιτικής σε αποσύνθεση, που έχει σκληρυνθεί από ένα Cln [Επιτροπή εθνικής απελευθέρωσης] που προτείνεται ξανά ύστερα από το μέγιστο χρονικό διάστημα. Αυτό είναι το πλαίσιο, η συγκυρία, μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι ταξικές μάχες, οι εξωκοινοβουλευτικές αριστερές ομάδες, η πολύ ταχεία οργανωτική και πολιτική κρίση τους, η τεράστια έκταση της εργατικής αυτονομίας και η απορριπτική της άρνηση ως ελάχιστο και μέγιστο πρόγραμμα ταυτόχρονα, που ενισχύει, αντί να επιλύει, εκείνη την κρίση της πολιτικής της οποίας η ίδια η Αυτονομία είναι θύμα και δημιουργός. Πολιτικές ενέργειες και κρίση της πολιτικής δεν θα μπορούσαν παρά να οδηγήσουν στον ένοπλο αγώνα, παρόντα σε όλες τις χώρες που διασχίστηκαν από την απότομη διακοπή της «ένδοξης τριακονταετίας». Η ιταλική ανωμαλία δεν βρίσκεται λοιπόν στον ένοπλο αγώνα, αλλά στη διάρκεια του, στην διάρθρωση και την έκταση του, στους αριθμούς του, στην ταξική του σύνθεση. Ο Aldo Moro βρίσκεται σε αυτό το πλαίσιο, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι Carrero Blanco, Hanns-Martin Schleyer, Alexander Meigs Haig, René Audran και οι πολλές άλλες ανθρώπινες ηγετικές μορφές του καπιταλιστικού συστήματος που χτυπήθηκαν από τους ένοπλους αγώνες στην Ευρώπη.

Ο Aldo Moro είναι συνεπώς το αποτέλεσμα αυτής της συνέργειας μεταξύ ισχυρών ταξικών αγώνων και αδύναμης Κατάστασης, Κράτους να τους αγκαλιάσει, να τους κατανοήσει, να τους ενσωματώσει. Η Ιταλία δεν είναι η Γαλλία. Ταυτόχρονα, ο θάνατος του Aldo Moro είναι το αποτέλεσμα της διασταύρωσης δύο Κρατικών προτεραιοτήτων. Της ατλαντικής χριστιανοδημοκρατικής, προσεκτικής να μην καταλήξει στον κολασμένο κύκλο των χωρών με περιορισμένη κυριαρχία, και της κομμουνιστικής, ακόμα πιο τρομαγμένης από τον κίνδυνο να χάσει τον έλεγχο των εργοστασίων. Διότι το στοίχημα, η διαμάχη με τα γεγονότα μέσα στο κομμουνιστικό στρατόπεδο, ήταν αυτό.  Παίχτηκε άσχημα από την επαναστατική αριστερά, αλλά παίχτηκε μέχρι τέλους. Η ταξιαρχίτικη προσπάθεια συγκρούονταν με όλο το βάρος μιας παράδοσης μεγαλύτερης του αιώνα ακραίου κομμουνιστικού ρεαλισμού. Η Ιταλία ήταν ένα αδύναμο Κράτος, αλλά το ΚΚΙ, PCI ήταν ένας ισχυρός θεσμός, πολύ ισχυρότερος από την επαναστατική ανυπομονησία. Ο Aldo Moro δεν εκπροσωπούσε κανένα υποκειμενικό γάγγλιο μεγάλης αξίας, όπως σύντομα θα ανακαλύψουν οι Br: μπορούσε να θυσιαστεί, επομένως, ακόμη και για τον Berlinguer, ο οποίος δεν ήταν πλέον ο Togliatti και οι καιροί του.

Το 1978 ολοκληρώνει την ταξική σύγκρουση στην Ιταλία. Έχοντας φτάσει στο αποκορύφωμα, χωρίς πλέον ακτές ούτε συμπάθειες, χωρίς μια επαναστατική Πολιτική ικανή να μεταμορφωθεί για να εγκατασταθεί σε ένα υψηλό σημείο της μάχης, η καταστροφή είναι αναπόφευκτα γρήγορη και χωρίς έλεος. Βρισκόμαστε ακόμα μέσα σε αυτό το ερείπιο. Αυτά τα ανόητα χρόνια που ζούμε σήμερα δεν έχουν καμία σχέση με τη δεκαετία εκείνη. Και γι ‘αυτό έχουν κάτι να κάνουν με αυτό, πρέπει.

2138 letture totali, συνολικές αναγνώσεις – 196 letture oggi σήμερα

2 comments to Aldo Moro e il decennio dimenticato

  • dziga vertov

    άψογη ανάλυση, αξίζει επίσης να διερευνηθεί η φύση και οι στόχοι της κρατικής προτεραιότητας του PCI που δεν ήταν μόνο εκείνη η άμεση, και σε κάθε περίπτωση από ηγεμονική θέση, του ελέγχου των εργοστασίων. Η «γραμμή σταθερότητας», που διεξήχθη με τον κυνικότερο οπορτουνισμό από τους ηγέτες του κόμματος, είχε τον εξωτερικό στόχο των διαπιστευτηρίων, της έγκρισης στο επίπεδο του Ατλαντικού και εσωτερικά να ενεργοποιήσει εκείνη τη διαδικασία επανατοποθέτησης, από την εργατική τάξη στις μεσαίες τάξεις, που επιδιώχτηκε τις επόμενες δεκαετίες από τον beringuer και τους επιγόνους του. Για την διαβόητη «αίσθηση, νόημα του κράτους», στη θέση της «ταξικής πάλης», το ΚΚΙ άρχισε να μιλάει στη δεκαετία του 70 και στην απαγωγή του Μόρο βρίσκει τη μέγιστη πολιτική και επικοινωνιακή έκθεση. Και την ιδεολογία, με τα νομιμοποιητικά παράγωγα της (τιμιότητα, διαφάνεια, ποικιλομορφία)  θα καλύψει ο συμβιβασμός πρώτα, η διαβούλευση της δεκαετίας του ’90 και του 2000 αργότερα.

  • Gino

    Υπάρχει πάντοτε τόσο μεγάλο μέρος με το οποίο θα συμφωνήσουμε σε αυτές τις «αναλύσεις» που αφηγούνται την ιστορία, τις οποίες είναι σχεδόν αδύνατο να αμφισβητήσουμε.
    Επισημαίνω ότι δεν είμαι ένας νοσταλγικός του PCI, αλλά μερικές φορές το να μειώνουμε, να βάζουμε σε δεύτερη μοίρα τις ευθύνες του είναι σχεδόν un endorsement, και δεν θέλω να με παρεξηγήσετε, τα λάθη και οι πουτανιές που έκαναν ήταν τόσα πολλά που ούτε καν ο δικηγόρος του διαβόλου θα μπορούσε να τους βγάλει από την καταδίκη, αλλά πρέπει να επικαλεστούμε την πραγματική κατάσταση στο πεδίο της εποχής. Μιλώ με όρους γενεών, το να βρίσκεσαι στη μέση των γεγονότων, μέσα αυτά που νιώθεις στο πετσί σου.
    Βρισκόμασταν στη μέση του πολέμου, που ξεκίνησε την ίδια ημέρα της πτώσης του Ράιχσταγκ, που προκάλεσε η δυσαρέσκεια που έδειξε ο Στάλιν σε αυτό το γεγονός, και κάθε αριστερή κίνηση καταπνίγονταν στο αίμα στην υφήλιο … εκτός από την ΕΣΣΔ, χάρη στη διαθέσιμη στρατιωτική δύναμη. Αυτό που συνέβη στην Ελλάδα στο τέλος του παγκόσμιου πολέμου, με την ενεργοποίηση του εμφυλίου πολέμου, δεν νομίζω ότι είχε περάσει απαρατήρητο … ήμασταν πολύ κοντά και ήταν μια προειδοποίηση σε εκείνους που είχαν την πρόθεση να αντισταθούν, και ακολούθησε το καθεστώς των συνταγματαρχών. Πέρα απ’ τον ωκεανό Αργεντινή και Χιλή, Καμπότζη, Κορέα, Βιετνάμ και ούτω καθεξής. Σε όλες τις περιπτώσεις ήταν ένα λουτρό αίματος.
    Αναρωτιέμαι αν ακόμα και εδώ ίσως να μπορούσαμε να ζήσουμε αυτό το λουτρό αίματος, αν όχι και χειρότερο.
    Τούτου λεχθέντος, αναρωτιέμαι επίσης αν μπορούσε ένα κομμουνιστικό κόμμα να μην χορηγήσει αμνηστία στους φασίστες στη μεταπολεμική περίοδο ή να συγκρουστεί με το υπόλοιπο σύμπαν για την υπόθεση Moro.
    Θα ήθελα να χρησιμοποιήσω για τις θέσεις μου τα λόγια σας, εαν τα έχω ερμηνεύσει σωστά και αν μου το επιτρέπετε:
    «το βάρος μιας μεγαλύτερης από αιώνα παράδοσης ακραίου κομμουνιστικού ρεαλισμού»

    http://www.militant-blog.org/?p=15213#more-15213