ιστορία, storia

Γυναίκες και ένοπλος αγώνας στην Ιταλία – Donne e lotta armata in Italia (1970-1985)

Donne e lotta armata in Italia (1970-1985)

«L’ombra rosa del conflitto armato: tra narrativa storica e biografica» »Η ροζ σκιά της ένοπλης σύγκρουσης: ανάμεσα στην ιστορική και την βιογραφική αφήγηση»

Το βιβλίο αυτό περιγράφει το κοινωνικοπολιτιστικό και πολιτικό υπόβαθρο-background ορισμένων γυναικών που στρατεύτηκαν και αγωνίστηκαν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες-Brigate Rosse και στην Πρώτη Γραμμή-Prima Linea. Επανασυνθέτει τους ρόλους, τα καθήκοντα και τις λειτουργίες των μαχητριών στις δύο ένοπλες ομάδες και αντικατοπτρίζει τη σχέση μεταξύ γυναικών και πολιτικής βίας. Αποκαθιστά επίσης και χτίζει ξανά τους τρόπους με τους οποίους τερματίζουν τον αγώνα και την κινηματική τους εμπειρία, και αναπτύσσουν το πως στη συνέχεια εκ νέου επεξεργάστηκαν τις επιλογές τους εκ των υστέρων. Στα προαναφερθέντα ζητήματα, που αφορούσαν ορισμένες στρατευμένες στις δύο εξτρεμιστικές αριστερές ομάδες, προστέθηκε η ανασυγκρότηση του κοινωνικοπολιτιστικού και πολιτικού υπόβαθρου της Francesca Mambro και ο ρόλος της στην ομάδα της άκρας δεξιάς των Επαναστατικών Ένοπλων Πυρήνων – Nuclei Armati Rivoluzionari. Η έρευνα διεξήχθη με τη βοήθεια πρωτίστως άμεσων πηγών και αναπτύχθηκε σε δύο φάσεις: την ανάγνωση και την ανάλυση των αυτοβιογραφιών που έγραψαν μερικές γυναίκες μέλη των Ερυθρών Ταξιαρχιών και αυτοβιογραφικές ή βιογραφικές διατριβές γραμμένες από άλλες πρώην αγωνίστριες στην επαναστατική αριστερά, τη συλλογή δεδομένων μέσω άμεσων συνεντεύξεων με κάποιες πρώην στρατευμένες γυναίκες και μέσω μιας αναζήτησης αρχείων. Οι ιδιαιτερότητες της μελέτης συνίστανται στην επιλογή της άποψης των συμμετεχουσών γυναικών και στην έγκαιρη, διαρκώς διασταυρούμενη ανάλυση της γλώσσας που χρησιμοποιούν οι πρώην μαχήτριες σε αυτοβιογραφίες, συνεντεύξεις και μαρτυρίες που με την πάροδο του χρόνου έχουν γράψει και κυκλοφορήσει και οι οποίες αποτελούν πηγή ενδιαφέροντος για τους τρόπους με τους οποίους, συχνά μετά από χρόνια, έχουν λειτουργήσει σαν ένας απολογισμός για τη ζωή τους.

http://www.deriveapprodi.org/2017/05/donne-e-violenza-politica-in-italia/

ιστορία, storia

»Προδοσίες» – “Tradimenti”

ΤΡΙΤΗ 17 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2017

cavallero

Ο Piero Cavallero υπήρξε πρωταγωνιστής μιας ιστορίας που έγινε πολύ διάσημη στη διάρκεια των χρόνων εξήντα. Έζησε σε μια από τις πιο προλεταριακές συνοικίες της εργατικής  Torino , χαρισματικός νεαρός και πολιτικοποιημένος, κομουνιστής και ακόμη πιο αριστερά των κομουνιστών, ο Cavallero κατέστη ο πιο διάσημος ληστής τραπεζών στην Ιταλία. Συνελήφθη την ώρα της τελευταίας του ληστείας, στην διάρκεια ενός ανθρωποκυνηγητού τραγικού και αδίστακτου, στη διάρκεια του οποίου στους δρόμους του  Milano υπήρξαν διαφορετικές ανταλλαγές πυροβολισμών, ο τραυματισμός δεκάδων ανθρώπων και ο θάνατος τριών περαστικών. Μα πίσω από αυτό το σενάριο, που εκ των υστέρων μοιάζει με εκείνο μιας ταινίας  western ή αστυνομικού σινεμά αμερικανικού, υπάρχει ένα κομμάτι Ιταλικής ιστορίας. Πίσω από τον Cavallero υπάρχει μια γενιά που είχε δει να εξαντλείται η ορμή του αντιστασιακού αγώνα μέσα στον καθωσπρεπισμό της χριστιανοδημοκρατικής Ιταλίας. Και πίσω από την μητροπολιτική βία της μπάντας των ληστών προβλέπουμε το προφίλ της ένοπλης πάλης που θα έρθει. Το 1968, ο δημοσιογράφος Giorgio Bocca, που και αυτός ήρθε από το Piemonte στο Milano για να εργαστεί στην εφημερίδα “Giorno”, ξεκινά την έρευνα του για τον Cavallero, μια έρευνα έτσι “όπως δεν την περιμένεις. Με την Anita, την σύζυγο του ληστή. Κατάφερε να του ανοίξει την πόρτα. Διαφορετικά απ’ ότι σε άλλους δημοσιογράφους, που δεν χτύπησαν την πόρτα, και δεν μας μίλησαν”, όπως σημειώνει ο Piero Colaprico στον πρόλογο που συνοδεύει αυτή τη νέα έκδοση. Διότι ο Bocca πριν απ’ όλα είναι ένας μεγάλος ρεπόρτερ, και σαν ρεπόρτερ αντιμετωπίζει δίχως φόβο και δίχως ηθικό τρόπο τα ακανθώδη θέματα  που η υπόθεση Cavallero έθετε στην χώρα: “Ο Cavallero δεν ήταν φυσιολογικό παιδί, εάν θέλετε, ήταν το άρρωστο παιδί, μιας επανάστασης που απέτυχε και μιας γενιάς απογοητευμένης, ο γιος μιας εργατικής περιφέρειας που έχασε την εργατική επανάσταση και που είδε να υποβαθμίζεται σε γραφειοκρατικό κονφορμισμό-ευπρεπισμό η δυναμική του αντιστασιακού πολέμου”. Ένα κεραυνοβόλο δημοσιογραφικό προφίλ και ένα κόσμημα ιστοριογραφίας σε άμεση επαφή, μα και μια έρευνα πεδίου, άμεση, διερευνητικού ρεπόρτερ. Ένα μικρό μεγάλο βιβλίο του Giorgio Bocca. “Ο Cavallero είναι το μη φυσιολογικό παιδί, εάν θέλετε, το άρρωστο παιδί, μιας επανάστασης που απέτυχε.” Ένα μικρό στολίδι, ένα κόσμημα του μεγάλου ρεπόρτερ Giorgio Bocca: η ιστορία σε απευθείας σύνδεση της μπάντας Cavallero, στο μισό της διαδρομής μεταξύ παρτιζάνικου πολέμου και ένοπλης ανατρεπτικής πάλης .

(από το κάλυμμα του βιβλίου: Giorgio Bocca: Il bandito Cavallero, Feltrinelli)

Bandito Cavallero, μια μαύρη ανθρωπολογία un’antropologia nera του Giorgio Bocca
– του Massimo Raffaeli –

Οι τηλεοπτικές εικόνες, τότες ένα μαυρόασπρο ομιχλώδες αποφλοιωμένο, μας παρέπεμπαν σε ένα πλήθος σε αναβρασμό, κόσμο που προσπαθούσε να διασπάσει τις δυνάμεις της αστυνομίας, αλλά από εκείνο το επίκεντρο, μια θαμπάδα αναλαμπών, να το πρόσωπο ενός λεπτού ανθρώπου πίσω από τα φλας των μηχανών, τα γένια τριών ημερών και το τσαλακωμένο του σακάκι, ένα αδιαμφισβήτητο χαμόγελο που θα λέγαμε ικανοποίησης. Αυτή είναι η πρώτη εικόνα του Piero Cavallero που έφτασε με την τηλεεφημερίδα της βραδιάς της 3 οκτωβρίου του 1967, το πρόσωπο ενός ληστή (εδώ και μήνες, μαζί με τους συνεργούς του, αυτός ήταν ο κατ’ εξοχήν ληστής, που περιγράφεται από το επίσημο προνόμιο της ανωνυμίας) βετεράνος με την συμμορία του για σχεδόν πέντε χρόνια τολμηρών χτυπημάτων, σκληρών μόνο προς το τέλος: μαζί με αυτόν, φυγόδικο εδώ και κάποιες ημέρες, συνέλαβαν και τον Sante Notarnicola σε ένα αγρόκτημα του Valenza Po, οι άλλοι δυο της μπάντας (ο Adriano Rovoletto και ο νεότατος, σχεδόν αμούστακος, Donato Lopez) θα παραδίδονταν εντός ολίγου, όπως λέγονταν, στα χέρια της δικαιοσύνης, ήταν ζήτημα χρόνου να συλληφθούν και αυτοί οι δυο.
Η τελευταία ληστεία υπήρξε μοιραία, στις 26 σεπτεμβρίου, ένα χτύπημα μέρα μεσημέρι στο Milano, σε μια τράπεζα στο largo Zandonai, με την ανταλλαγή πυροβολισμών που ακολούθησε στους δρόμους της συνοικίας του εκθεσιακού χώρου, στην κίνηση μιας ημέρας μη εργασιακής, με τέσσερις νεκρούς και μια εικοσάδα τραυματίες. Λακωνική η τηλεφημερίδα, αντιθέτως με αυτό τον τρόπο αναφέρθηκε ο Guido Nozzoli, ένας απεσταλμένος της εφημερίδας Giorno που είχε αυτό τον τίτλο με τον οποίο άνοιγε το φύλλο: Ένα απόγευμα φωτιάς (τώρα στην ιταλική Δημοσιογραφία 1939–1968, από τον Franco Contorbia, Mondadori 2009) ξεκινώντας κάπως έτσι το μακρύ του άρθρο: «Η αιματηρή επιδρομή έχει μετατρέψει τους δρόμους και τις πλατείες γύρω από την Έκθεση του Μιλάνο σε μια γειτονιά του Σικάγο τη δεκαετία του 1920».
Το ότι ο Cavallero δεν ήταν ένας ότι να ναι κακοποιός  και πως αντιθέτως το προφίλ του μπορούσε να λειτουργήσει σαν μαύρο, αδιάφορο και οκνηρό ωροσκόπιο για μια χώρα που μόλις είχε αναδυθεί από ένα οικονομικό θαύμα υπήρξε αμέσως εμφανές, τόσο που ένας άλλος απεσταλμένος της Giorno, αντιθέτως μάλιστα μια firma ήδη καθιερωμένη, ο Giorgio Bocca, δημοσιεύει μέσα σε λίγους μήνες από εκείνη την ημέρα ένα instant book επάνω σε αυτόν που τώρα επιστρέφει με τίτλο  Il bandito Cavallero Storia di un criminale che voleva fare la rivoluzione (prefazione di Piero Colaprico, Feltrinelli, «Serie bianca», pp. 121, euro 12.00).

Ο κακοποιός Cavallero Ιστορία ενός εγκληματία που ήθελε να κάνει την επανάσταση [πρόλογος του Piero Colaprico, Feltrinelli]

To couche, το στρώμα της μπάντας ήταν τα περίχωρα του Τορίνο, στην barriera του Milano, μα εάν ακριβώς ο Lopez μπορούσε να ειπωθεί πως ήταν απλά ένα παιδί άβουλο και εσωστρεφές, γιος πρόσφατων μεταναστών, οι άλλοι της ομάδας μπορούσαν να καυχηθούν εκπαίδευση και βιογραφικό πραγματικά απρόβλεπτα: ο Rovoletto, ξυλουργός, ήταν πρώην παρτιζάνος, ο Sante Notarnicola, πρώην γραμματέας της κομουνιστικής νεολαίας Figc της Biella, είχε ξεχωρίσει χρόνια πριν στα γεγονότα της  Piazza Statuto (και στην φυλακή, σκεπτόμενος εκ νέου στην παραβολή του, θα συγγράψει αξιόλογα απομνημονεύματα, L’evasione impossibile, Feltrinelli 1972, η αδύνατη διαφυγή); αυτός, ο Piero Cavallero, γιος ενός τεχνίτη μα για μεγάλο διάστημα χωρίς σταθερή εργασία, στο Pci είχε υπάρξει αγωνιστής πρώτης γραμμής, σταλινιστής μαχόμενος αναφέρει ανάμεσα στα αγαπημένα του αναγνώσματα το: Come fu temprato l’acciaio di Ostrovskij, Πως μετριόταν ο χάλυβας του Ostrovskij. Με τον θάνατο του Στάλιν και με την διαδικασία που ακολούθησε αργής αποσταλινοποίησης το σκληρό και καθαρό προφίλ του, όπως και οι προκλητικές υπερβολές του, όμως, είχαν εμποδίσει να γίνει αυτά που είχε φανταστεί, δηλαδή ένας ηγέτης του ίδιου του κόμματος .

Αλλά πως γίνεται ένας αγωνιστής στρατευμένος παθιασμένος κι εντελώς ανιδιοτελής απ’ ότι φαίνεται, πως γίνεται ένας κριτικός βάσης τους συστήματος να αλλάζει μέσα σε λίγη ώρα σε ένα είδος προλετάριου Gatsby, σε άνθρωπο άπληστο για χρήμα, για προνόμια και αυτά τα διακριτικά σημάδια εκείνης της κοινωνίας που επί μακρόν έχει διακηρύξει πως περιφρονεί και θέλει να καταστρέψει; Εάν η δική του μπορεί να φανεί ωσάν παράσταση εφευρετικότητας ή μια απίστευτη αδιανόητη μεταστροφή, να προσθέσουμε πως ο Cavallero είναι ένας σοβαρός σχεδιαστής και οργανώνει διάφορες δραστηριότητες κάλυψης. Τέτοια είναι η αντίφαση που ενδιαφέρει τον  Giorgio Bocca, ο οποίος δεν νοιάζεται να μιλήσει για τις χειρονομίες ενός ληστή αλλά για το ανεπίλυτο αίνιγμα ενός ανθρώπου . Και πράγματι φτιάχνει μαζί του την περίπτωση πολιτικού ιδεαλισμού που αντιστρέφεται-ανατρέπεται, αποθαρρύνεται και αντισταθμίζει την αγωνία του μέσα σε μια υπόθεση ηδονισμού ανεύθυνου και δολοφονικού.
Δίχως να τα παραλείπει, ο Bocca αφήνει στο βάθος τα γεγονότα του μαύρου χρονικού και προχωράει μάλλον, με την μέθοδο του κλασικού reportage, στο περιβάλλον καταγωγής, επισκέπτεται το σπίτι όπου γεννήθηκε, πλησιάζει την γυναίκα του η οποία δεν γνωρίζει, ή έστω απαντά με τρόπο ασυνείδητο. Γράφει στην εισαγωγή: «Ο Cavallero είναι το ανώμαλο παιδί, εάν θέλετε, το άρρωστο, μιας αποτυχημένης επανάστασης και μιας απογοητευμένης γενιάς, ο γιος μιας εργατικής περιφέρειας που έχασε την εργατική επανάσταση και που είδε να υποβαθμίζεται σε γραφειοκρατικό καθωσπρεπισμό την ορμή του παρτιζάνικου πολέμου». (Όχι μόνο η γεωγραφική θέση, αλλά και το πολιτικό κλίμα, ανάμεσα στη δύση της αντιστασιακής ουτοπίας και τους συμβιβασμούς μιας realpolitik που είχε πλέον το πάνω χέρι, είναι το ίδιο που αναπνέει σε ορισμένα νεανικά κείμενα του Giovanni Arpino όπως το Gli anni del giudizio, Τα χρόνια της κρίσης, The Years of Judgment, του ’58, ή το Una nuvola d’ira, του ’62, δύο μυθιστορήματα που δεν είχαν ποτέ πάρα πολλούς αναγνώστες). Από την πλευρά του, ο Bocca έχει λίγο χρόνο για να γράψει και δεν προσποιείται ότι προωθεί κάποια θεωρία, απλώς αρκείται στο να δείξει, αναζητά, θέτει ερωτήματα γύρω από ένα άτομο που μοιάζει με ένα αδιανόητο αίνιγμα, άλυτο, σαν μπροστά στα μάτια του ο Cavallero απογοητευμένος από την στράτευση του, να καταδίκασε τον εαυτό του σε μια διάσταση καταστροφικά καταστρεπτική και, μαζί, αυτοκαταστροφική: «Πρέπει να είσαι ο Piero Cavallero με όλα όσα βρίσκονται πίσω του και να βρεθείς σαν αυτόν ανάμεσα σε δύο καραμπινιέρους (…) πρέπει να έχεις τους τρόπους της ασφυκτικά πνιγμένης ματαιοδοξίας και της συστολής που την κέρδισε με βία, πρέπει να είστε τόσο απελπισμένοι όσο αυτός για να εξηγήσετε τη στάση του μπροστά στο πλήθος, τους μπάτσους και τους δημοσιογράφους πριν τον κλείσουν στη φυλακή San Vittore».
Με μια ερώτηση που έχει ανασταλεί, ο Bocca σταματά, λοιπόν, εκεί που ξεκινά η ταινία Banditi, Ληστές, στο Μιλάνο (1968), η οποία γυρίστηκε σχεδόν ζωντανά και με την κάμερα στο χέρι (με «προκλητική πυροτεχνία», θα πει ο Gualtiero De Santi στον Carlo Lizzani, Gremese 2001) στον οποίον ο Cavallero έχει το πρόσωπο ενός θειούχου Gian Maria Volonté. Στην πραγματικότητα, o Bocca ολοκληρώνει τη μονογραφία διευρύνοντας το πλαίσιο συμφραζομένων με μια έρευνα για το νέο χώρο του αδικήματος που πλήττει τον Βορρά και ιδιαίτερα το Μιλάνο κατά τη διάρκεια της οικονομικής έκρηξης, και ξαναχρησιμοποιεί εδώ το δεύτερο και το τρίτο μέρος του τόμου, τόσο από άρθρα της εφημερίδας όσο και από πυκνές διδασκαλίες-λεζάντες ο οποίες κατέλαβαν ήδη τον τόμο των φωτογραφικών ντοκιμαντέρ- La nuova frontiera di Milano -Τα νέα σύνορα του Μιλάνο (Torriani 1965).
Διότι, πρέπει επίσης να το πούμε, ο Giorgio Bocca στην ζωή του ποτέ δεν δημοσίευσε ένα βιβλίο με τίτλο, όπως εκείνο σήμερα στο βιβλιοπωλείο, ο ληστής , Il bandito Cavallero. Το σημερινό colophon και οι συνέπειες σιωπούν για τυχόν προηγούμενα συμβάντα μα πρόκειται για την απλή ανατύπωση του Piero Cavallero, ενός τόμου που ο Bocca έγραψε σαν αποτύπωμα και έδωσε σε μια συλλογή του Longanesi («Chi è? Gente famosa») [»Ποιος είναι; ‘Ανθρωποι διάσημοι»] όπου, μέσα στην τρέχουσα εκροή της παραγωγής, βγήκαν ούτως ή άλλως ένας Palazzeschi του Giacinto Spagnoletti, ένας Herrera του Gianni Brera, ένας Moravia του Enzo Siciliano και ένας Luigi Longo με υπογραφή εκείνου του πρωταθλητή εκτός συναγωνισμού της δημοσιογραφίας μας που υπήρξε ο Felice Chilanti. Τώρα, εκτός εάν ο Bocca, που χάθηκε το 2011, δεν έκανε με την σειρά του μια τέτοια επανάληψη, αναβίωση (αλλά αυτό δεν αποδεικνύεται σε καμία πλευρά), ποιος και γιατί και για ποιον σκοπό επέτρεψε στον εαυτό του τον τίτλο Il bandito Cavallero – ο ληστής Cavallero,  με απόκρυφο υπότιτλο; Και γιατί να υπονοείται σιωπηρά ως αδημοσίευτο ένα βιβλίο, που είναι ακόμα ενδιαφέρον σε απόσταση δεκαετιών, όταν δεν είναι όμως αδημοσίευτο; Είναι μονοπάτια συντομεύσεις που σήμερα είναι πολύ διαδεδομένες αλλά ανάξιες όμως ενός εκδότη που ονομάζεται Feltrinelli.

– Massimo Raffaeli – Δημοσιεύτηκε στο  Alias της 21 φεβρουαρίου 2016 –

http://francosenia.blogspot.gr/2017/01/tradimenti.html

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Το χαμόγελο των κόκκινων χμερ – Il sorriso dei Khmer Rouge

Il sorriso dei Khmer Rouge

«Είχαν σηκώσει τα όπλα για την ίδια ουτοπία, με την σημαία ενός ίδιου χρώματος»

Στο τελευταίο τέταρτο του περασμένου αιώνα συναντώνται, διαπλέκονται οι ζωές των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος.
Ένας γιατρός τον οποίον άγγιξε η ένοπλη πάλη στα χρόνια Εβδομήντα στην Ιταλία και ένας κόκκινος Χμερ στην Καμπότζη του Πολ Ποτ που πίστευε στην λύτρωση, την απελευθέρωση προς το απόλυτο.
Οι ιστορίες τους είναι εμπνευσμένες από μεγάλα ιδανικά αλλά γεμάτες με ήττες. Συναντώνται ενώ αποδρούν από ένα παρελθόν οδυνηρό και σύσκαμπτο, κατάσπαρτο από βία και από ανεξήγητη δολοφονία. Οι εμπειρίες τους ενώνονται σε ένα στρατόπεδο προσφύγων του Ερυθρού Στρατού. Οι πολιτικές και προσωπικές διαφορές θα είναι θεραπευτικές και για τους δυο, την ώρα που το καθεστώς του Pol Pot παραδίδεται στην ιστορία και το μυστήριο ενός καταστροφικού θανάτου τελικά διαλύεται.

UN ASSAGGIO ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

«Ξεκίνησαν έναν μακρύ στο χρόνο κύκλο συναντήσεων. Συναντιόντουσαν κάθε εβδομάδα, με το αδύναμο πρόσχημα του ορθοπεδικού ελέγχου. Ο Andrea οδηγούσε τη συζήτηση. Είχε μια μεγαλύτερη γνώση του κόσμου, μια αξιοσημείωτη ευκολία εκθεσιακή, μια χαριτωμένη κλίση στο να ακούει. Αποκαλύπτονταν καλλιεργημένος και πληροφορημένος, κληρονόμος καλών αναγνωσμάτων και καθημερινής περιέργειας. Όταν εξέθετε τις αντιφάσεις, η ευγλωττία ελάφρυνε τα βάσανα του. Είχε καταλάβει απ’ την αρχή τον κίνδυνο του απόλυτου. Ήταν πιο ώριμος, λαμπρός, ποτέ σε αμηχανία. Η απώλεια της ελπίδας υπήρξε το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει, η ανάμνηση της Anna μια σχεδία απαραίτητη. Ο Saloth του έβγαζε την χαρά της διδασκαλίας. Έθετε τον εαυτό του σαν τον ιδανικό συνομιλητή: έξυπνος για να καταλαβαίνει, προετοιμασμένος για την εκλέπτυνση και την τελειοποίηση, συνετός ώστε να απέχει από το να ανταγωνίζεται. Ήταν χρήσιμος ώστε να του δώσει να καταλάβει την ασιατική διαφορετικότητα, την τραγωδία της Καμπότζης, την ανατολική weltanschauung, [κοσμοαντίληψη], the other side of the moon. Περίεργος και επιμελής, είχε καλή μνήμη και μεγάλη ικανότητα απορρόφησης. Ήθελε να ανακτήσει τον χαμένο χρόνο. Η ειρήνη του είχε επιστρέψει τις ενέργειες, ζητώντας του σε αντάλλαγμα την δεξιά γάμπα. Οι Saloth και Andrea αλληλοσυμπληρώνονταν: ο πρώτος ένα σφουγγάρι, ο δεύτερος μια ακτή. Συζητούσαν με ηρεμία, αν και με πάθος. Οι συνάδελφοι, οι άλλοι πρόσφυγες τους κοιτούσαν χαμογελώντας από μακριά. Οι δυο συνομιλητές ήταν πολύ διαφορετικοί. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως μοναχά λίγα χρόνια πριν είχαν πάρει τα όπλα για την ίδια ουτοπία, με την σημαία ενός ίδιου χρώματος».

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

“Ένα λουλούδι άνθισε, Un fiore è sbocciato”

του Fiorenzo Angoscini

Davide Steccanella, Le indomabili. Storie di donne rivoluzionarie, Οι αδάμαστες. Ιστορίες επαναστατριών. Εκδόσεις, Edizioni Pagina Uno, Vedano al Lambro (Mb) σελ. 224, φεβρουαρίου 2017, € 15,00

Η τελευταία εργασία του Davide Steccanella, μαζί με εκείνη που πραγματοποίησε ο Milton Danilo Fernàndez (“Donne, pazze, sognatrici, rivoluzionarie…”, »τρελές Γυναίκες, ονειροπόλες, επαναστάτριες…» Rayuela Edizioni, Milano, 2015), μπορεί να θεωρηθεί το μοναδικό βιβλίο που γράφτηκε από έναν άνδρα, έχοντας στο κέντρο μόνο και όλες γυναίκες εξεγερμένες, που αξίζει να εξεταστεί. Είπαμε γυναίκες: αντικομφορμίστριες, αντάρτισσες, ανεξάρτητες, δίχως προκαταλήψεις. Και όμορφες, έξω και πάνω από τους φυσικούς και αισθητικούς κανόνες που κυριαρχούν αυτή τη στιγμή.

Ο Steccanella, συνοδεύει την επαγγελματική του δραστηριότητα, με την αγάπη και το πάθος του για ορισμένα ζητήματα και θέματα συγκεκριμένα που, συχνά, ολοκληρώνει σε γραπτά και δημοσιεύσεις. Έτσι, η αγάπη του για την όπερα πήρε τη μορφή ενός βιβλίου με θέμα την »απόλυτη τελευταία σοπράνο», Μονσεράτ Καμπαγιέ, Montserrat Caballè, και με μια σειρά σημειώσεων για την ακρόαση της λυρικής μουσικής. Ο Steccanella είναι επίσης ένας παθιασμένος γνώστης της μουσικής rock και φανατικός οπαδός του ποδοσφαίρου (Interista-λενινιστής) της Internazionale, της μαυρομπλέ Ίντερ του Μιλάνο. Στο ποδόσφαιρο έχει αφιερώσει το «ο ξένος δεν θα περάσει, Non passa lo straniero (Ήτοι, όταν το ποδόσφαιρο ήταν αυταρχικό)».

Τα τελευταία χρόνια έχει αναλύσει ιδιαίτερα και έχει μελετήσει-ερευνήσει τις επαναστατικές εμπειρίες και της ένοπλης πάλης. Καρπός αυτών των εμβαθύνσεων κάποιες δημοσιεύσεις, από το προσχέδιο 1 εκείνου που θα γίνει Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα. Χρονολογία μιας χαμένης επανάστασης,  Gli anni della lotta armata. Cronologia di una rivoluzione mancata  μέχρι την »Επαναστάτρια. 2017 Ατζέντα 12 μηνών, “Rivoluzionaria. 2017 Agenda 12 mesi”3 στην οποίαν, για κάθε ημέρα του χρόνου, θυμάται ένα γεγονός ή ένα ιδιαίτερα σημαντικό συμβάν: τον θρίαμβο της Κουβανικής Επανάστασης την δολοφονία του Ernesto Che Guevara, την απαγωγή του Mario Sossi, την απόδραση από την φυλακή του Pozzuoli (Na) των Franca Salerno και Maria Pia Vianale, τη νίκη του Όχι στο δημοψήφισμα για την κατάργηση της απαγόρευσης του διαζυγίου.

Επάνω στην στρατευμένη και επαναστατική εμπειρία των γυναικών άλλα αφιερώματα και συνεισφορές, αποκλειστικά θηλυκές, έχουν μια ιδιαίτερη σημασία και αξία.
Από τον πρώτο φόρο τιμής της Ida Farè στην Margherita Cagol4 μέχρι το τελευταίο (με χρονολογική σειρά δημοσίευσης) της Paola Staccioli5 του οποίου πραγματοποιήθηκαν πολλές νέες εκτυπώσεις. Δίχως να ξεχνάμε την άλλη συνεισφορά της Paola Staccioli, που γράφτηκε με τέσσερα χέρια μαζί με την Haidi Gaggio Giuliani με πρόλογο της Silvia Baraldini.6 Ενώ σε ένα άλλο επίπεδο, και σε μιαν οπτική, τελείως διαφορετική, τοποθετείται το “Donne oltre le armi, Γυναίκες πέρα από τα όπλα”.7

Ο συγγραφέας, αφού αφιέρωσε τον πρόσφατο κόπο του στις Maria Elena, Paola και Valentina ξεκινά τον ιστορικό-πολιτικό καλπασμό του ξεκινώντας από τα μέσα του ‘800. Από τα πρώτα  ‘femmine ribelli-εξεγερμένα θηλυκά’ θυμάται την Louise Michel (1830-1905) μαχόμενη στη διάρκεια των ημερών της Κομούνας. Για τον αδάμαστο και πολεμιστή χαρακτήρα της, από τον καθώς πρέπει τύπο χαρακτηρίστηκε ‘θηρίο που διψούσε για αίμα- La belva assetata di sangue’ και ο Paul Verlaine της αφιέρωσε ένα ποίημα , “Lei ama il povero, Αυτή αγαπά τον φτωχό”.

Nel suo ‘excursus’, Στην διάρκεια του ταξιδιού του περνά στη συνέχεια από την Rosa Rossa Luxemburg, την Κόκκινη Ρόζα, και φθάνει στην πρώτη (νοέμβριος 1910) ‘επανάσταση’ του XX° αιώνα , την μεξικάνικη, μαζί με την κύρια θηλυκή πρωταγωνίστρια της: Petra Herrera που αποκαλούνταν Pedro η οποία “…πήγαινε στην έφοδο με τόση ζέση ώστε να παρασέρνει με το παράδειγμα της άνδρες και γυναίκες  μαζί”. Για να εισχωρήσει στη συνέχεια στην πιο σημαντική Επανάσταση, αυτή με την μεγαλύτερη σημασία, συμβολική που χαρακτήρισε ον περασμένο αιώνα, εκείνη των Μπολσεβίκων του οκτώβρη (1917).

Μιλώντας γι αυτήν, διατρέχει το  προφίλ κάποιων πρωταγωνιστών αυτής: Aleksandra Michajlovna Kollontaj, ‘Commissaria del Popolo per l’Assistenza sociale, Επίτροπος Λαϊκής κοινωνικής Βοήθειας’, για την οποίαν ο Steccanella τονίζει πως “…ήταν η πρώτη γυναίκα στον κόσμο που υπήρξε υπουργός μιας κυβέρνησης”, προαγωγέας, μαζί με πολλές άλλες Σοβιετικές γυναίκες, των νόμων για την έκτρωση και το διαζύγιο (1920). Στην πατρίδα των Σοβιέτ οι γυναίκες απολάμβαναν ήδη του δικαιώματος στην ψήφο και στην εκπαίδευση, να εκλέγονται, και να λαμβάνουν μισθό ίσο με εκείνο των ανδρών. Η Kollontaj, στην διάρκεια της θητείας της, διέταξε την διανομή στους αγρότες των γαιών που ανήκαν στα μοναστήρια, , την ίδρυση κρατικών παιδικών σταθμών και την φροντίδα της μητρότητας.

Μια άλλη ‘Bolscevica’ (“Μπολσεβίκα ενθουσιώδη και ευφυή” l θα την χαρακτηρίσει ο Λένιν) είναι η Inessa Armand, γεννημένη Elise Stèphanne, που καθιέρωσε σχέσεις και εδραίωσε συμφωνίες πολιτικές με τους ρώσους επαναστάτες μέχρι την ολοκλήρωση και τη σύσταση της κυβέρνησης των εργατών και αγροτών. Όταν (16 ιουλίου 1914) “Το Γραφείο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς συγκαλεί, στις Βρυξέλλες, ένα συνέδριο για να συζητήσουν εκ νέου για την επανένωση όλων των ρευμάτων των ρώσων σοσιαλδημοκρατών” ο Lenin, μυρίστηκε την παγίδα με την οποίαν γίνονταν προσπάθεια να εγκριθεί, από την Διεθνή, μια ευνοϊκή πρόταση στην ενοποίηση, έχοντας επίγνωση των ικανοτήτων και των ταλέντων της ‘συντρόφισσας’, ζήτησε από την Inessa να τον εκπροσωπήσει, πυροδοτώντας την οργή των Kautsky, Luxemburg, Trockij, Plechanov και Marlov. Στο διφορούμενο ψήφισμα αντέταξε μια πρόταση που καλούσε όλους τους σοσιαλδημοκράτες να ενωθούν με το πρόγραμμα των μπολσεβίκων. Παρότι το δικό του αντί-ψήφισμα απορρίφθηκε, ο Λένιν ήταν περισσότερο από ικανοποιημένος: “Οδήγησες την υπόθεση πολύ καλύτερα απ’ ότι θα μπορούσα να είχα κάνει εγώ. Εγώ θα είχα εκραγεί. Δεν θα είχα κατορθώσει να ανεχθώ εκείνη την κωμωδία και θα τους είχα αντιμετωπίσει σαν αχρείους”.
Καλή πιανίστρια, εκτέλεσε την La Patetica, την σονάτα που προτιμούσε ο Vladimir Ilic Ulianov (Lenin) και στις κηδείες του Paul Lafargue και της Laura Marx (Παρίσι, 3 δεκεμβρίου 1911) ο επικήδειος λόγος που διαβάστηκε από τον Λένιν μεταφράστηκε στα γαλλικά από την Inessa η οποία, εκτός από την μητέρα γαλλική γλώσσαo, ήταν εξαιρετική γνώστης άλλων ξένων γλωσσών.

Μετά το Μεξικό και τον ‘Ottobre- Οκτώβρη’, Έρχεται η Ισπανία!.
Στις 17 ιουλίου 1936 οι πραξικοπηματίες, με επικεφαλής τον Franco, διακηρύττουν τον ‘ξεσηκωμό’, την ένοπλη φασιστική επίθεση στην ισπανική Repubblica. Ανάμεσα στις κυριότερες φιγούρες του αγώνα στον φρανκισμό, ξεχωρίζει εκείνη της Πασιονάρια, della Pasionaria, της Dolores Ibàrruri από την χώρα των βάσκων, προσωπική φίλη του Stalin και, όπως αυτοαποκαλείται, μια γυναίκα  “di pura razza mineraria, από καθαρή ράτσα μετάλλου”. Στο αυτοβιογραφικό της βιβλίο που αναλαμβάνει, στον τίτλο, την ομιλία που εκφώνησε σε υπεράσπιση της Δημοκρατίας στο όνομα του Ισπανικού Κομουνιστικού Κόμματος στις 19 Ιουλίου 1936, “No pasaràn!-Αναμνήσεις μιας επαναστάτριας” 8   επαναλαμβάνει το πως κατάφερε να μετατρέψει τον “απεγνωσμένο της θυμό και το αίσθημα ανταρσίας και εξέγερσης σε πολιτική και ιδεολογική συνείδηση, για εκείνη την μεταμόρφωση μιας απλής γυναίκας του λαού σε μια επαναστάτρια μαχόμενη, σε μια Κομουνίστρια”.

Μετά την Ισπανία, το βουνό…
Πραγματικά πολλές, και με ρόλους πρώτης γραμμής, οι μαχόμενες ιταλίδες για την ελευθερία. Ο Steccanella θυμάται την μεγάλη εκπροσώπησηricorda : “70.000 oργανωμένες στις Ομάδες υπεράσπισης της γυναίκας, 35.000 μαχόμενες παρτιζάνες, 20.000 με λειτουργίες υποστήριξης, 4.563 συλληφθείσες, βασανισμένες και καταδικασμένες από τα φασιστικά Δικαστήρια, 2.900 έπεσαν ή σκοτώθηκαν σε μάχη 2.750 μεταφέρθηκαν στη Γερμανία στα ναζιστικά lager, 1.700 τραυματίστηκαν, 623 εκτελέστηκαν, 512 Επίτροποι πολέμου, 19 χρυσά μετάλλια και 17 αργυρά”.
Κάποια ονόματα, Alcuni nomi, διάσημα ή λιγότερο γνωστά, για όλες: Irma Bandiera, Carla Capponi, Iris Versari, Joyce Lussu, Vandina Saltini, και πολλές άλλες ‘Stelle Rosse, Κόκκινα Αστέρια’.

Άλλες σημαντικές παρουσίες, είναι εκείνες των πρωταγωνιστών γυναικών στον αγώνα για τα δικαιώματα των αφροαμερικανών, για την χειραφέτηση των ‘τελευταίων’ και για την κοινωνική λύτρωση, της βορείου Αμερικής: Rosa Louise Parks, η Μαύρη Πάνθηρας Kathleen Claver μετά, όταν τα σπάει με το κόμμα των μαύρων πανθήρων BPP, στρατευμένη στο ‘Revolutionary People’s Communication Network’, και το πιο γνωστό σύμβολο της εξέγερσης των μαύρων της Αμερικής: Angela Davis. Στον τόμο υπενθυμίζεται ο ορισμός που η Davis μας παρέχει για την λέξη ‘ριζοσπάστης’: “Ριζοσπάστης απλούστατα σημαίνει να αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα από τις ρίζες τους”.
Ίσως, σε αυτή την ενότητα, θα έπρεπε να γίνει λόγος και για την Εθελ Ρόζενμπεργκ, Ethel Rosenberg, αποδιοπομπαίο τράγο του αχαλίνωτου μακαρθισμού.

Άμεσα ή έμμεσα, η Λατινική Αμερική σφυρηλατεί πολλές αντάρτισσες γυναίκες. Να θυμίσουμε την Tania Haydèe Tamara Bunke Bider,9 που σκοτώθηκε στα εικοσιεννιά της στο Puerto Mauricio ακολουθώντας την βολιβιανή του Che. Μια άλλη τευτονικηλατίνη, teutonico-latina είναι η Monika Ertl Imilla,10 που την 1 απριλίου 1967, στο Αμβούργο,οπλισμένη από τον Feltrinelli, εκδικείται τον Comandante Che, εκτελώντας τον δήμιο του: Roberto Quintanilla.
Παραμένοντας στον χώρο του νησιού της Καραϊβικής, ο Steccanella θυμίζει πως στην Κούβα, μαζί με άλλες γυναίκες που ιδεολογικά και στρατιωτικά διαμορφώθηκαν στο ευτυχισμένο νησί, βρήκε πολιτικό άσυλο και συνεχίζει να ζει η αφρο-τζαμαϊκανή επαναστάτρια, αγωνίστρια του Black Liberation Army, Assata Shakur, που ονομάζονταν όταν ήταν δούλη JoAnne Chesimard, στης οποίας την απελευθέρωση (όχι απόδραση, όπως η ίδια διευκρινίζει) πήρε μέρος, στην τελική της φάση, και η Silvia Baraldini.11

Ο συγγραφέας αφιερώνει προσοχή και στις γυναίκες που πήραν μέρος στους αγώνες ανεξαρτησίας στην Ευρώπη τον αιώνα που μας πέρασε: Βόρεια Ιρλανδία και Euskadi.
Στην βόρειο Ιρλανδική σύγκρουση πολέμησαν οι Bernadette Devlin, Mairead Farrell που σκοτώθηκε στο Γιβραλτάρ, στις 6 μαρτίου 1988, από μια ‘ομάδα θανάτου’ του αγγλικού στρατού.
Ένα από τα μεγαλύτερα ‘σύμβολα’, λόγω του κύρους και της σημασίας, του αγώνα του βασκικού λαού, δίχως άλλο είναι η Eva Forest, πρωτομάστορας του ‘Σχεδίου Ogro’ (εξολόθρευση του Luis Carrero Blanco, ‘ηγέτη’ της κυβέρνησης του Franco). Τον τίναξαν στον αέρα με το αυτοκίνητο του στην Μαδρίτη στις 20 δεκεμρίου 1973. Στο βιβλίο της “Επιχείρηση Ogro. Πως και γιατί σκοτώσαμε τον Carrero Blanco” 12 ξεκινά την διήγηση της με αυτό τον τρόπο: “Ο Carrero Blanco είχε ένα όνειρο: να πετάξει. Μια ημέρα η Eta έκανε το όνειρο του μια μεγάλη πραγματικότητα”.

Στην μεγάλη έκθεση των σχεδόν σαράντα προφίλ επαναστατριών (αν και θα μας είχε αρέσει να μας μιλούσε επίσης και για την Olga Benario, κομουνίστρια και εβραία, απεσταλμένη της Κομουνιστικής Διεθνούς στην Βραζιλία, δολοφονημένη στο lager di Bernburg-Euthanasia Centre στις 23 απριλίου 1942;13 την comandante Celia Sànchez της κουβανικής επανάστασης: “εκείνη που έπαιρνε τις κυριότερες αποφάσεις”; 14 Genoeffa Cocconi, μητέρα των αδελφών Cervi και την Carla Verbano.15 ) Ο Steccanella καλλιεργεί δυο ιδιαίτερα ‘κόκκινα λουλούδια’ : την Margherita Mara Cagol (ιδρύτρια των Brigate Rosse, ‘που εκτελέστηκε’, σύμφωνα με την μαρτυρία ενός μαχητού παρόντος στην ανταλλαγή πυροβολισμών που είχε προηγηθεί, με έναν πυροβολισμό από πιστόλι στον αυχένα, ενώ ήταν γονατισμένη έχοντας παραδοθεί, στις 5 ιουνίου 1975 στην Cascina Spiotta,στο αγρόκτημα στην περιοχή Arzello di Melazzo (Al). Οι Σύντροφοι της στην ανακοίνωση χαιρετισμού δηλώνουν: “Mara, ένα λουλούδι άνθισε, και αυτό το λουλούδι ελευθερίας οι Ερυθρές Ταξιαρχίες θα συνεχίσουν να το καλλιεργούν μέχρι τη νίκη! Ένοπλη πάλη για τον κομουνισμό!”) και την Ulrike Meinhof, δημοσιογράφο και αγωνίστρια της Rote Armee Fraktion, που πέθανε  ‘μυστηριωδώς’ στην φυλακή του Stammheim το βράδυ μεταξύ 8 και 9 μαίου 1976. Ένα μανιφέστο της Κόκκινης Βοήθειας, del Soccorso Rosso την θυμάται με αυτό τον τρόπο: “Ένα λουλούδι άνθισε. Θα το καλλιεργούν οι επαναστάτες όλου του κόσμου. Θα το καλλιεργούν μέχρι τη νίκη”.16

Λόγω της μαχητικής αλληλεγγύης, σεβασμού και εκτίμησης, οι τελευταίες δύο γυναίκες που αναφέρονται στο βιβλίο είναι η »Γιαγιά Μάο», “Nonna Mao”-Cesarina Carletti, πρώην παρτιζάνα , βιβλιοπώλης μεταχειρισμένου στην αγορά της Porta Palazzo στο Torino, που συνελήφθη στις 15 ιουλίου 1975 ως ύποπτη ταξιαρχίτισσα: “είναι να γελάς, ’με αυτή την τελευταία είναι είκοσι μία φορές που μπήκα φυλακή. Και δεν θα είχα ποτέ φανταστεί πως θα μου καταλόγιζαν ξανά τις ίδιες κατηγορίες με αυτές τριάντα τριών χρόνων νωρίτερα, όταν ήμουν παρτιζάνα: συμμετοχή σε ένοπλη μπάντα”.

Η Caterina Rina Picasso, κατηγορία 1908, ‘η γιαγιούλα των BR’, αναφέρεται με αυτό τον τρόπο από τον Prospero Gallinari όταν την θυμάται: “ η Caterina Picasso είναι ένα κομμάτι του παρελθόντος μας. Ένα πρόσωπο της βαθιάς πόλης, της αντιφασιστικής και κομουνιστικής έντασης της ιστορίας της Τζένοβα”. Στην ηλικία των 72 χρόνων “καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε τρία χρόνια και τέσσερις μήνες , που στο εφετείο αυξήθηκαν σε τέσσερα χρόνια, Έξω απ’ το κελί της εκθέτει μια στοιχειώδη κόκκινη σημαία ραμμένη με διάφορα κομμάτια από ύφασμα”.

Τέλος, αλλά απολύτως όχι τελευταία, αναφέρεται μια, την θυμάται με τον τρόπο του, ‘μαχήτρια’ με ένα τρόπο που καμιά καμιά ανθολογία, βιβλίο αυτοβιογραφιών ή έκθεση γυναικών αναφέρει: Anna Magnani. Όταν πλέον την είχαν σημαδέψει οι ‘φθορές του χρόνου’, αγνοώντας την αισθητική : “LΑφήστε μου όλες τις ρυτίδες, μην μου αφαιρέσετε ούτε μια. Χρειάστηκε μια ολόκληρη ζωή για να τις φτιάξω
Μια πρόσληψη μιας πολύ διαφορετικής συνειδητοποίησης από τα τρέχοντα αισθητικά και καλλιτεχνικά στερεότυπα, όχι μόνο γυναικεία.


  1. Davide Steccanella, Le Brigate Rosse e la lotta armata in Italia. Cronologia degli eventi che hanno contrassegnato 15 anni del nostro paese- Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες και η ένοπλη πάλη στην Ιταλία. Χρονολογία των γεγονότων που σημάδεψαν 15 χρόνια στη χώρα μας, Simplicissimus, Loreto (An)-Catania, 2012  
  2. επαναλάμβανεDavide Steccanella, Gli anni della lotta armata. Cronologia di una rivoluzione mancata- Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα. Χρονολογία μια χαμένης επανάστασης, Bietti, Milano, 2013  
  3. Davide Steccanella, Rivoluzionaria- Επαναστάτρια, 2017 Ημερολόγιο 12 μηνών, Agenda 12 mesi, Mimesis, Sesto San Giovanni (Mi), 2016  
  4. Ida Farè-Franca Spirito, Mara e le altre. Le donne e la lotta armata: storie interviste riflessioni- Η Μάρα και οι άλλες. Οι γυναίκες και η ένοπλη πάλη: ιστορίες συνεντεύξεις στοχασμοί, Feltrinelli, Milano, 1979  
  5. Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie Κι ας ήμαστε γυναίκες. Ιστορίες επαναστατριών, DeriveApprodi, Roma, 2015  
  6. Haidi Gaggio Giuliani-Paola Staccioli, Non per odio ma per amore. Storie di donne internazionaliste- Όχι από μίσος αλλά λόγω τη αγάπης. Ιστορίες διεθνιστών γυναικών, DeriveApprodi, Roma, 2012  
  7. Rosella Simone, Donne oltre le armi. Tredici storie di sovversione e genere- Γυναίκες πέρα από τα όπλα. Δεκατρείς ιστορίες ανατρεπτικής δραστηριότητας και φύλου, Milieu Edizioni, Milano 2017  
  8. Dolores Ibàrruri, Memorie di una rivoluzionaria- Αναμνήσεις μιας επαναστάτριας,  Editori Riuniti, Roma, 1963  
  9. Marta Rojas-Mirta Rodriguez Caldiron, a cura di- Tania la guerrigliera, Τάνια η αντάρτισσα, Feltrinelli, Milano, 1971  
  10. Jurgen Schreiber, La ragazza che vendicò Che Guevara. Storia di Monika Ertl- Η κοπέλα που εκδικήθηκε τον Τσε Γκεβάρα. Ιστορία της Μόνικα Έρτλ,  casa editrice Nutrimenti, Roma, 2011  
  11. Assata Shakur, Assata, un’autobiografia, Ασσάτα, μια αυτοβιογραφία, εισαγωγή με επιμέλεια του Giovanni Senzani, introduzione e cura di Giovanni Senzani, CONTROInformazione internazionale, Erre emme Edizioni, Roma, dicembre 1992  
  12. Marco Laurenzano, a cura di, Eva Forest, Operazione Ogro. Come e perchè abbiamo ucciso Carrero Blanco- Επιχείρηση Ogro. Πως και γιατί σκοτώσαμε τον Καρρέρο Μπλάνκο,  Red Star Press, Roma, dicembre 2013  
  13. Ruth Wener, Olga Benario. Una vita per la rivoluzione. La storia di una vita coraggiosa- Όλγα Μπενάριο. Μια ζωή για την επανάσταση. Η ιστορία μιας θαρραλέας ζωής, Zambon Editore, Francoforte, 2012  
  14. Dieci donne rivoluzionarie…che non appaiono nei libri di storia- Δέκα επαναστάτριες γυναίκες…που δεν εμφανίζονται στα βιβλία της ιστορίας,  Kathleen Harris, 2014 https://www.bibliotecapleyades.net/sociopolitica/sociopol_globalupraising81.htm  
  15. Carla Verbano με την Alessandra Capponi, Sia folgorante la fine- Να είναι εκθαμβωτικό το τέλος,  Rizzoli, Milano, 2010  
  16. La morte di Ulrike Meinhof, Rapporto della Commissione Internazionale d’inchiesta- Ο θάνατος της Ουλρίκε Μάϊνχοφ, Αναφορά της Διεθνούς Επιτροπής έρευνας, μετάφραση της Petra Krause και Elisa D’Ambrosio, Tullio Pironti Editore, Napoli, settembre 1979 – Ulrike Meinhof, Bambule. Rieducazione, ma per chi?- BambuleΑναμόρφωση, αλλά για ποιον; Edizioni della battaglia, Palermo, gennaio 1998  

Share

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η φυγή προς τα εμπρός, Manolo Morlacchi: LA FUGA IN AVANTI

της Daniela Bandini

Morlacchi-LaFugaInAvanti.jpgManolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, ed. Agenzia X-Cox 18, σελ. 216, € 15,00. Η φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει

Με αυτό το βιβλίο ασχολήθηκε την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, a suo tempo  η Carmilla, ήταν στις 3 ιανουαρίου του 2008. Προσωπικά το είχα στα χέρια μου μοναχά πριν λίγες μέρες, καμιά δεκαπενταριά, και νιώθω την σχεδόν φυσιολογική ανάγκη να μοιραστώ με τους αναγνώστες τις εντυπώσεις που αυτό το βιβλίο μου μετέδωσε.
Είναι έργο ενός ανθρώπου που γεννήθηκε το 1970, που αναπολεί τα παιδικά του χρόνια και την εφηβεία του, που επηρεάστηκαν έντονα από μια οικογένεια όχι ακριβώς συνεπή με την  “χρυσή δεκαετία” που υπήρξαν τα χρόνια Ογδόντα. Ανάμεσα στους συγγενείς κανείς καλπάζων επιχειρηματίας, κανείς που να πλούτισε με τα Bot για να αποκτήσει το δεύτερο σπίτι, καμιά κοινωνική ανέλιξη, από το προλεταριάτο στην μικροαστική τάξη, κανένα δερμάτινο ή βιζόν σακάκι και μπουφάν να καμαρώσουν αδιάφορα, con nonchalance, σαν να τα είχαν από πάντα στο  ντουλάπι, κανένα μπλοκ με εκατό φύλλα που επιδεικνύεται στο πορτοφόλι να θυμίζει “μπορώ να αγοράσω όλα όσα θέλω”. Ο Manolo Morlacchi είναι παιδί ερυθροταξιαρχιτών. Συνεπείς, πεισματικά συνεπείς μέχρι τέλους.

Ο Pierino Morlacchi, ο πατέρας του Manolo, γεννήθηκε το 1958 και πέθανε το 1999. Η μητέρα, γερμανίδα, Heidi Ruth Peush, γεννήθηκε το 1941 και πέθανε το 2005. Στην οικογένεια Morlacchi κομουνιστές γίνονταν από τον πρώτο θηλασμό. Ήδη παρτιζάνοι, μιλανέζοι του Giambellino, κυνηγήθηκαν απ’ τους φασίστες, στη συνέχεια στρατευμένοι στο PCI, πολλά αδέλφια κι αδελφές που έφτιαχναν μια ενιαία ομάδα, ένας ισχυρό δεσμός που ποτέ δεν προδόθηκε, παρά τις διαφορετικές επιλογές που συχνά δεν μοιράστηκαν, εκείνος ο αδελφός ο οποίος οδήγησε σε ακραίες συνέπειες την ιδεολογία του, σε συνεχή ανάγκη κάλυψης, φύλαξης των παιδιών, χρημάτων.
Τεράστια τραπεζώματα ανάμεσα σε θείους και ξαδέρφια, ακόμη και περισσότεροι από είκοσι άνθρωποι τρώνε όταν υπήρχε και τεράστιες οινοποσίες με ό, τι υπήρχε, αδελφοί και αδελφές σε αιώνια περιοδεία μεταξύ των διαφόρων ιταλικών φυλακών ολόκληρης της χερσονήσου, παρανομία, συλλήψεις και ακόμα δικηγόροι, δίκες, δικαστήρια.
Η ειδικότητα του Pierino ήταν οι ληστείες, ένας άσσος του επαγγέλματος. Υπήρξε επίσης ο πρωταγωνιστής μιας εκ των πρώτων “απαγωγών” των BR. Έβαλα μέσα σε εισαγωγικά την λέξη απαγωγή διότι σήμερα είναι σχεδόν αξιολύπητο να ονομάζεται έτσι η διαδικασία της μετακίνησης ενός ανθρώπου από ένα κομάντο, η φωτογράφιση του και η επιστροφή του με συνοδεία στον τόπο απ’ όπου τον είχαν αρπάξει, μόνο για να δειχθεί η ισχύς, η υλικοτεχνική και στρατιωτική ικανότητα της οργάνωσης.
Ήταν τα χρόνια Εβδομήντα. Σχεδόν αδύνατο να φανταστείς σήμερα πως εκείνα τα χρόνια οι Ερυθρές Ταξιαρχίες κρατούσαν δημόσιες συγκεντρώσεις στο Giambellino, με τον Curcio να μιλά και τους συντρόφους να φρουρούν την πλατεία οπλισμένοι. Η αποδοχή ήταν πολύ υψηλή ανάμεσα στους ανθρώπους, Milano ήταν οι άνθρωποι στο Giambellino, ο λαός, εκεί “κολυμπούσες σαν ψάρι στο νερό”, μεταξύ των δικών σου.
Η μητέρα του Manolo, η Heidi, γεννήθηκε στην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, RDT, μετά μετακόμισε στην δυτική Γερμανία, Λονδίνο, εμπειρίες με τα “παιδιά των λουλουδιών”, Milano στο περιβάλλον της Τετάρτης Διεθνούς, και έπειτα η συνάντηση με τον Morlacchi. Από εκεί μια ζωή κυνηγημένοι, να διαφεύγουν, όμως πάντα προς τα εμπρός, όπως αναφέρεται στον τίτλο του βιβλίου. Είναι ίσως η ιστορία της μητέρας, καθόλου δευτερεύουσα, που με χτύπησε περισσότερο, που μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση. Με τα παιδιά να γυρνά την Ιταλία, και αργότερα και γι αυτήν η φυλάκιση, ο χωρισμός, οι επιστολές που τους έγραφε, τη διδασκαλία της ειλικρίνειας, της τιμιότητας, της αφοσίωσης στην υπόθεση, της προσωπικής ακεραιότητας ως απόλυτη κληρονομιά να παραδώσει.
Η έκπληξη που προκαλεί αυτό το βιβλίο μπορεί να συνοψιστεί σε δύο σημεία: το πρώτο είναι η μοναδική εμπειρία ενός παιδιού που αφομοιώνει μέσα του όλες τις ταξικές αντιθέσεις μιας εποχής που πηγαίνει από την Αντίσταση στο ΚΚΙ και στη συνέχεια στις ΕΤ, το δεύτερο, είναι αποτέλεσμα της πρώτης, είναι η γραμμικότητα μιας επιλογής όπως του ένοπλου αγώνα.
Μας έχουν συνηθίσει να πιστεύουμε ότι το φαινόμενο του ένοπλου αγώνα ήταν ένα γεγονός περιθωριακό και περιορισμένο, δευτερεύον, ακόμα και του σαλονιού: αγωνιστές, μαχητές παιδιά του μπαμπά που μετάνιωναν μόλις έβαζαν το πόδι τους στο αστυνομικό τμήμα, διανοούμενοι οι οποίοι ανταγωνίζονταν για το ποιος θα διατυπώσει τις πιο δυσανάγνωστες και ανεξιχνίαστες ανακοινώσεις («παραληρηματικές», τις αποκαλούσε ο τύπος ανά τακτά διαστήματα). Με λίγα λόγια, άνθρωποι που δεν γίνονταν να είναι πιο μακριά από τους ανθρώπους, το προλεταριάτο, και ιδιαίτερα τους εργάτες των εργοστασίων.
Τίποτα το ψευδέστερο. Οι πρώτες  BR υπήρξαν αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος μιας πολιτικής γραμμής που δεν μπορούσε να ταυτοποιηθεί με την αστικοποίηση ενός Κομουνιστικού Κόμματος που είχε την συνεννόηση σαν δυνατό του σημείο. Και μιλάμε για αυτό που συνέβαινε στις πόλεις. Και στις φυλακές, θεμελιώδη τόπο στρατολόγησης των BR; Πρέπει να σκεφτούμε ότι το προλεταριάτο των φυλακών των δεκαετιών Εξήντα και Εβδομήντα εκπροσωπούνταν από μια καλά χαρακτηρισμένη κοινωνική ομάδα: ημιλφάβητη, μιλούσε ως επί το πλείστον σε μια νότια διάλεκτο. Κλοπές, ληστεία και διακίνηση τα αδικήματα, σχεδόν όλοι συνδέονταν με clan ή οικογενειακές ομάδες.
Έξω από αυτή την πραγματικότητα υπήρξαν εκείνοι που, όπως συνέβη στις ιταλικές φυλακές, έβλεπε σε εκείνο το υποπρολεταριάτο την πηγή για να γίνει ο κόσμος πιο δίκαιος, ανθρώπινος και αξιοπρεπής. Τελείως απροσδόκητα αυτός που θεωρούνταν αποκλεισμένος από την ιστορία γίνονταν ο πρωταγωνιστής, με μια γλώσσα που δεν απέκλειε την παρανομία, οπότε διαδρομές ήδη γνωστές, αλλά όχι πλέον με σκοπό τον προσωπικό πλουτισμό ή της φατρίας, αλλά για να ολοκληρωθεί εκείνη η επαναστατική διαδικασία προς ένα σοσιαλιστικό κράτος που το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε προδώσει.
Είναι εντυπωσιακές, και ως εκ τούτου μεγάλης ιστοριογραφικής αξίας, οι εμπειρίες που ο Manolo διηγείται στο βιβλίο του. Υπάρχουν τα γράμματα από τη φυλακή, εκείνα που γράφτηκαν από τους αδελφούς και τις αδελφές, εκείνα που απευθύνονται στα παιδιά, και στη συνέχεια η απτή αντίληψη μιας Μιλάνο που γλιστρά στην δεκαετία του Ογδόντα και γίνεται αγνώριστη και ανώνυμη. Η άφιξη νέων προλετάριων οι οποίοι πλέον δεν αποκαλούνται έτσι, αλλά μόνο «οι νέοι φτωχοί», οι «μαροκινοί», όχι η μετανάστευση της νότιας Ιταλίας αλλά αυτή του Μαρόκο.
Και οι Morlacchi που για όλα αυτά αδιαφορούν. Ακόμα μες τη δεκαετία του Ενενήντα, μέχρι την κηδεία του Pierino, άνθρωποι αμετακίνητοι, αμετανόητοι, όχι για τον ένοπλο αγώνα αλλά για την συνέπεια, που τον χαιρετούν με το πανό: «Γεια σου Pierino. Μέχρι τη νίκη. Οι σύντροφοι».
Ήταν και η δική μου απογοήτευση, γι αυτό καταλαβαίνω τόσο καλά τον Pierino και τον Manolo. Μιλούσα με τους συντρόφους του PCI και δεν τους καταλάβαινα. Ήμουν πολύ νέος τότε, και σκεφτόμουν ότι ένας αγωνιστής του PCI έφτιαχνε τη ζωή του σύμφωνα με ένα ιδεολογικό μοντέλο, ένα μοντέλο συμπεριφοράς επίσης χωρίς συμβιβασμούς και αδιάφθορο,  αναπόφευκτα βρισκόμουν στη  θέση να αντιμετωπίζω συνομιλίες που αφορούσαν οικονομικές επενδύσεις, αντιμετώπιζα ιδανικά που δεν προχωρούσαν πέρα από την αγορά ενός διαμερίσματος στη θάλασσα, ενώ η συμμετοχή στη ζωή του κόμματος περιορίζονταν στο γεύμα της πολέντα και λουκάνικου στο φεστιβάλ της Unità.
Αυτοί ήταν οι σύντροφοι; Και η σκέψη μου πήγαινε — χαμογελούσα ενώ το γυρόφερνα στο μυαλό μου – σε ένα ταξίδι με το τρένο λίγο καιρό πριν, σε ένα βαγόνι της δεύτερης θέσης με κάποιους συντοπίτες, προς το νότο. Απέναντι μου ένα αγόρι σε ένταση, επιφυλακτικό, λίγο φοβισμένο αλλά αποφασισμένο, με ένα παχύ μουστάκι και λίγο μακριά μαλλιά, το οποίο στην προσπάθεια να τον κάνουμε να πάρει μέρος στη κουβέντα μας απαντούσε αμήχανα, σε κάτι ιταλικά μετά βίας κατανοητά.
Κρατούσε παράξενα ένα χέρι επάνω στον πήχη του αριστερού χεριού, σαν να ήθελε να κρύψει έναν τραυματισμό ή μια άσχημη ουλή. Τέλος αποκοιμήθηκε, και σιγά-σιγά το χέρι του σύρθηκε στο κάθισμα. Αυτό που κρατούσε προσεκτικά κρυμμένο ήταν ένα μεγάλο τατουάζ με το πεντάκτινο αστέρι και τη λέξη BR να δίνει έμφαση. Φτιαγμένο πρόχειρα, στο χέρι, στη φυλακή. Εκείνος ο νέος, αποφάσισα, ήταν το σημείο αναφοράς μου. Το άτομο για το οποίο θα ήθελα να συνεχίσω ν’ αγωνίζομαι.

https://www.carmillaonline.com/2008/09/25/manolo-morlacchi-la-fuga-in-av/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η φυγή προς τα εμπρός -La fuga in avanti

του Manolo Morlacchi

Morlacchi-LaFugaInAvanti.jpgManolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, ed. Agenzia X, pp. 216, € 15,00. Η φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει

La fuga in avanti Η φυγή προς τα εμπρός βγήκε στα βιβλιοπωλεία εδώ και λίγες ημέρες και υπάρχουν κάποιες παρατηρήσεις, προκλήσεις, ερωτήσεις, που εμφανίζονται κατ’ επανάληψη στις παρουσιάσεις  όπου συμμετέχω και στις κριτικές που μέχρι τώρα μπόρεσα να διαβάσω, ειδικότερα η αναφορά του Wu Ming 1 στην Nandropausa. Οπότε βεβαιώθηκα για την ανάγκη εμβάθυνσης κάποιων ζητημάτων γύρω απ’ το βιβλίο μου.

Κατά μήκος των σελίδων του La fuga in avanti περιγράφω αρκετές φορές με μεγάλη έμφαση και νοσταλγία το κλίμα μέσα στο οποίο πέρασα τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας και ενηλικίωσης, πάνω κάτω από το 1975 στο 1985. Αυτή η περιγραφή μπορεί να ξεσηκώσει κάποια ενόχληση ή αμηχανία μεταξύ εκείνων που έζησαν στην πρώτη σειρά εκείνη την πολιτική περίοδο και πλήρωσαν τις συνέπειες σκληρά. Αλλά η ανάγνωση μου είναι σκόπιμα προκλητική. Είναι η προσπάθεια να συσχετίσω τα ανθρώπινα και κοινωνικά χαρακτηριστικά αυτών που αποφάσισαν να οδηγηθούν στην σύγκρουση με το Κράτος, με τα ανθρώπινα και κοινωνικά προφίλ με τα οποία είμαστε συνηθισμένοι να ζούμε σήμερα. Είναι η προσπάθεια να δείξω πως, στο τέλος, αυτά τα ονόματα και επίθετα είναι τα ίδια όπως και τότε, πως δεν πρόκειται για προσωπικές βιογραφίες, αλλά συλλογικά γεγονότα, πολιτικές και επαναστατικές ευκαιρίες, πολύ υλικά ζητήματα. Είναι η προσπάθεια να παρέμβω επάνω στις κοινοτοπίες, τα κοινά στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία τα χρόνια ’70 υπήρξαν ένας σύγχρονος μεσαίωνας, μολυβένιος και σημαδεμένος από την ultraιδεολογία.
Oι αναμνήσεις μου περιγράφουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Στην γειτονιά μου, το Giambellino, στα χρόνια ’70, οι προλετάριοι ήταν με την μεριά των Ερυθρών Ταξιαρχιών, erano dalla parte delle Brigate Rosse. Είναι πολλές οι σχετικές μαρτυρίες. Όλοι γνώριζαν ποιοι ήταν οι παράνομοι, τύχαινε αυτούς τους παρανόμους να τους συναντάς να τρων και να πίνουν στις ταβέρνες και στους τόπους συνάντησης του Giambellino, στην Bersagliera ή στην Cooperativa, δίχως κανείς να έχει κάτι να πει  (και δεν επρόκειτο για φόβο). Στην Piazza Tirana οι BR πραγματοποίησαν κάποιες δημόσιες συγκεντρώσεις δίχως να παρέμβει η αστυνομία. Σε οροφές λαϊκών κατοικιών εμφανίζονταν συχνά κόκκινες σημαίες με το πεντάκτινο αστέρι. Οι ίδιοι οι στρατευμένοι στο PCI γνώριζαν ποιοι κρύβονταν πίσω από τις Brigate Rosse, αλλά στην χειρότερη των περιπτώσεων ζούσαν μαζί. Ο πατέρας μου ήταν τόσο δεμένος με την ιστορία του στο κόμμα ώστε, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, γράφτηκε στην Rifondazione Comunista, στην Κομουνιστική Επανίδρυση δηλαδή, και γιόρτασε την πρώτη νίκη του Prodi επί του Berlusconi!
Δεν έχω σίγουρα σκοπό να ξεχωρίσω την ιστορία των ρομαντικών ερυθρών Ταξιαρχιών της περιπέτειας, σε σχέση με την ιστορία  των αιματηρών μιλιταριστικών ερυθρών Ταξιαρχιών. Υπάρχει μια μοναδική ιστορία της ένοπλης πάλης στην Italia και ο πατέρας μου υπήρξε απόλυτα μέρος της από το 1970 μέχρι που βγήκε από την φυλακή το 1986.   Παρέμεινε αδιαπέραστος-αμετακίνητος σε κάθε προσπάθεια να ελαφρύνει την θέση του ως κρατούμενος, χωρίς να αναζητεί τις συντομεύσεις του διαχωρισμού ή την ατιμία της μετάνοιας. Τις κριτικές του και τις αμφιβολίες σχετικά με την Οργάνωση πάντα τις διατηρούσε για τους συντρόφους με τους οποίους μοιράζονταν την ίδια άκαμπτη αποστροφή για το αστικό σύστημα.
Αυτό που κίνησε εκείνα τα πρόσωπα του Giambellino και τους πολλούς που τα ακολούθησαν, ήταν μια ώθηση πολύ υλική που προέρχονταν από μακριά και δεν αντιπροσώπευε τον καρπό μιας επεξεργασίας πανεπιστημιακού σαλονιού. Σε αυτούς συνοψίζονταν πολλοί αγώνες : η Αντίσταση στον ναζιφασιμό, η πείνα που υπέφεραν στην διάρκεια και μετά τον πόλεμο, οι εργατικοί αγώνες στα εργοστάσια των χρόνων ’50, η ρήξη με το PCI και η υποστήριξη στην Κίνα, στο Βιετνάμ, στην Κούβα, στους αφρικανικούς αγώνες ενάντια στην αποικιοκρατία. Τέλος, το 1968 και η δύσκολη διαλεκτική με τους φοιτητές, “τους μελλοντικούς ηγέτες της Χώρας που είχαν την πρόθεση να οδηγούν τις πορείες”.
Ήταν αυτή η πρακτική τους συνέπεια, ακόμη και πριν από την πνευματική / ιδεολογική, που έκανε ιδιαίτερους εκείνους τους συντρόφους και συναρπαστική την παιδική μου ηλικία. Ήξερες ποιος βρισκόταν μπροστά σου. Ήξερες ότι εκείνους τους ανθρώπους τους έβρισκες να παίζουν ζάρια με τον υπόκοσμο στον σιδηροδρομικό σταθμό του San Cristoforo στην πλατεία Τirana, αλλά όταν χρειάζονταν περισσότερα επάνω σε αυτούς μπορούσες να στηριχθείς χωρίς αμφιβολία.
Αυτά τα συναισθήματα προσπάθησα να τα μεταφέρω μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, προσπαθώντας να αποφύγω κάθε επιφύλαξη. Το La fuga in avanti είναι ένα βιβλίο παρτιζάνικο που προτίθεται να βάλει μέσα στο αυλάκι των επαναστατικών αγώνων του περασμένου αιώνα την εμπειρία του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Το βιβλίο μου δεν έχει καμία ειρηνευτική πρόθεση. Είναι η προσπάθεια να κατανοήσουμε τα λάθη και τα επιτεύγματα αυτής της εμπειρίας ώστε τα συμπεράσματα να χρησιμοποιηθούν από όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η κοινωνία του κέρδους είναι ένα βδέλυγμα ενάντια του οποίου πρέπει να αγωνιζόμαστε.

Μια άλλη πτυχή που συχνά εμφανίζεται στις συζητήσεις γύρω από τη δεκαετία του ’70, είναι το θέμα της ειδικής νομοθεσίας και, γενικότερα, οι μορφές που η καταστολή ανέλαβε για να νικήσει τον ένοπλο αγώνα: επαναφορά των σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων των κρατουμένων και των οικογενειών τους, υπόγεια χρήση της θανατικής ποινής και ούτω καθεξής. Είναι συνήθεια μεγάλου μέρους της λιγότερο ή περισσότερο θεσμικής αριστεράς, να αντιμετωπίζει εκείνα τα γεγονότα και περιστατικά σαν να ήταν το αποτέλεσμα μιας συλλογικής τρέλας που μεγάλωσε μέσα στην μήτρα των δημοκρατικών θεσμών.
Σαν εκείνες οι κατασταλτικές επιλογές να ήταν ένα τέρας που ξέφυγε από το χέρι κάποιου και όχι το συγκεκριμένο προϊόν των μεθόδων με τις οποίες οι μηχανισμοί του Κράτους, οποιουδήποτε Κράτους, παρεμβαίνουν όταν η διαφωνία γίνεται επικίνδυνη. Σαν, σε σύγκριση με εκείνα τα χρόνια, να υπήρχαν σήμερα κατασταλτικές δυνατότητες λιγότερο κακές από ό, τι ήταν τότε. Θα έφτανε να διαβάσετε το θαυμάσιο βιβλίο του Emilio Quadrelli Απόδραση και εξεγέρσεις, Evasione e rivolte για να συνειδητοποιήσετε πόσο αυτό το είδος της ανάγνωσης, στην καλύτερη περίπτωση, είναι αφελές, απλοϊκό.
Εκείνοι που πολεμούν τον ιμπεριαλισμό με τα όπλα στο χέρι, χθες όπως και τώρα, γνωρίζουν τα εργαλεία με τα οποία η αστική τάξη είναι εξοπλισμένη για να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της. Είναι βελτιωμένα εργαλεία επάνω στο δέρμα εκείνων που πολέμησαν τον καπιταλισμό στην διάρκεια των επαναστατικών κύκλων τα τελευταία 150 χρόνια. Θεωρητικές εργασίες που βγήκαν από τα κεντρικά του τρόμου των ηνωμένων πολιτειών, του ισραήλ, της γαλλίας, βρετανίας, ιταλίας και που βρήκαν πρακτική εφαρμογή στα λατινοαμερικανικά σενάρια, μεσανατολικά, αφρικανικά, ινδοκινέζικα, στον αγώνα ενάντια στις μαχόμενες ευρωπαϊκές οργανώσεις και όλου του κόσμου. Σήμερα αυτά τα εγχειρίδια καταστολής βρίσκουν την πλανητική τους καθαγίαση και την σωστή ευελιξία για να ανταποκριθούν σε κάθε ποιοτική και ποσοτική αναγκαιότητα. Έτσι έχουμε την περίπτωση του Ιράκ, όπου contractor/πατριώτες ιταλοί φεύγουν για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου βιάζοντας γυναίκες και παιδάκια, και έχουμε αντιθέτως την περίπτωση της Γένοβας το 2001 όπου η αστυνομία μας περιορίζεται να δώσει τα διαπιστευτήρια της σε όσους πίστευαν ότι η μπουρζουαζία μιας δημοκρατικής χώρας χρησιμοποιεί διαφορετικά εργαλεία σε σχέση με αυτά που προορίζει για τις περιφέρειες του κόσμου. Να προσπαθούμε να τετραγωνίσουμε τον κύκλο επάνω σε αυτά τα θέματα γύρω από ένα τραπέζι και με την έγκριση των θεσμικών οργάνων είναι, για να χρησιμοποιήσουμε μια ευγενική έκφραση, αδύνατο. Εκτός αν νομίζετε ότι υπάρχει μια διχοτομία μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των συμφερόντων του κεφαλαίου.

Στο βιβλίο μου έχει επίσης επικριθεί το γεγονός πως δεν σέβεται τον πόνο των θυμάτων εκείνων των χρόνων. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Σέβομαι αυτό τον πόνο, αποφεύγοντας να μιλήσω γι ‘αυτόν. Δεν είναι ένα απλό escamotage, τέχνασμα, αλλά η βαθιά πεποίθηση ότι δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να εισέλθω σε έναν πόνο που δεν είναι δικός μου. Νομίζω ότι ο σεβασμός είναι μια κατηγορία που μερικές φορές προκαλείται από τους νικητές, όταν οι ηττημένοι δεν ζητούν «συγνώμη». Όλοι θρηνούν τους νεκρούς τους όπως το επιθυμούν. Έχω μεγάλο σεβασμό για τον ανθρώπινο πόνο που προκαλείται από τη βία, είτε επαναστατική είτε κατασταλτική. Πολύ πιο σημαντικό είναι να πούμε ότι αυτό το σεβασμό τον είχε ο πατέρας μου, η μητέρα μου και οι πολλοί σύντροφοι τους. Ανέφερα σκόπιμα στις σελίδες της Φυγής προς τα εμπρός- La fuga in avanti ένα βήμα από το Δίχως ανακωχή-Senza tregua, όταν ο διοικητής Visone βρίσκεται μπροστά στους νεκρούς του Piazzale Loreto και παρατηρεί τα πρόσωπα ευτυχισμένα και χαμογελαστά των φασιστών: «Συνειδητοποίησα εκείνη τη στιγμή πόσο μεγάλη ήταν η απόσταση που με χώριζε από τους εχθρούς μου. Εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να γελάσω μπροστά στα πτώμα του εχθρού μου. Πολύ μεγάλο ήταν το βάρος που κουβαλούσα στους ώμους μου για αυτούς τους θανάτους «.

Θέλησα να διηγηθώ μια ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών χωρίς να θαφτώ στις πτυχώσεις της Επίσημης Ιστορίας. Δεν ενδιαφέρθηκα για τα διάφορα στάδια και τις διαφορετικές ψυχές του ένοπλου αγώνα: ένοπλη προπαγάνδα, μιλιταριστική πτέρυγα, κινηματική πτέρυγα, πρώτη και δεύτερη θέση, pg, pcc, ucc κλπ . Όχι γιατί είναι ασήμαντα θέματα, αλλά επειδή δεν χρειάζονται για να περιγράψουν όλη την ιστορία της πιο σημαντικής ιταλικής ένοπλης οργάνωσης.
Έτσι όπως είναι άχρηστο να προσπαθήσουμε να την χρωματίσουμε (εκτός αν πρόκειται για μια εκ νέου ανάγνωση συμφεροντολογική) εξιστορώντας τις ασχήμιες και τις εκτροπές που συνέβησαν κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Οι στραγγαλισμοί στην φυλακή αγωνιστών οι οποίοι είχαν κάνει ομολογίες κάτω από βασανιστήρια, οι δολοφονίες για να διαδοθεί ένα φυλλάδιο, κ.λπ. κ.λπ. Η κατηγορία της βίας, σε ανάγνωση με απόλυτους όρους, κατά παρεκβολή και με ακραίο τρόπο, θα περιέγραφε το εσφαλμένο της ένοπλης επιλογής. Παίρνει τη μορφή ενός πνευματικού τεχνάσματος ώστε να κάνει όλους να συμφωνήσουν. Μα που βρίσκονταν η βία εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία; Ήταν το προϊόν μιας ομάδας τρελών που το είχαν σκάσει από κάποιο ψυχιατρείο, ή ήταν το αποτέλεσμα της κοινωνικής σύγκρουσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη;  Εάν θέταμε σε ανταγωνισμό την επαναστατική βία με εκείνην της καταπίεσης,  ε λοιπόν θα κέρδιζε με μεγάλη απόσπαση εκείνη που προκλήθηκε από τις σφαγές του Κράτους, από τα νομιμοποιημένα βασανιστήρια, από τις δολοφονίες που πραγματοποιήθηκαν στους δρόμους και τις πλατείες, στις φυλακές, από τους σφαγιασμούς που διαπράχθηκαν από τον ιμπεριαλισμό σε όλο τον κόσμο. Αλλά είναι άχρηστη αυτή η επιχείρηση, εκτός εάν, επαναλαμβάνω, αυτή είναι μια πολιτική επιχείρηση. Αλλά τότε μπαίνουμε σε έναν άλλο χώρο. Είναι όπως όταν σήμερα μας κάνουν να βλέπουμε παντού τους δολοφόνους της Αλ Κάιντα, αλλά προσέχουν πολύ από το να δημοσιεύουν τα “ηρωικά κατορθώματα” των στρατιωτών και των μισθοφόρων μας στους οίκους ανοχής της Καμπούλ, στα χωριά του Κοσσυφοπεδίου, κατά μήκος των δρόμων του Ιράκ.
Ο πατέρας και η μητέρα μου στάθηκαν πάντα κριτικοί και μακρινοί σε σχέση με ορισμένες εκτροπές που συνδέονται με την ήττα που διαφαίνονταν επί της οργάνωσης, όπως επίσης αφηγούμαι με μαρτυρίες στο βιβλίο μου. Αλλά όλα αυτά λίγη σημασία έχουν στη συνολική αξιολόγηση. Σήμερα οι BR δεν υπάρχουν πια. Αλλά η βία η καταπίεση και η καταστολή αυξάνουν γεωμετρικά. Είναι από αυτή την παραδοχή, από ότι συμβαίνει σήμερα, που πρέπει να αρχίσουμε να ξαναδιαβάζουμε εκείνα τα επεισόδια.
Βιβλία για τις ΕΤ έχουμε δεκάδες. Η βία, διαβασμένη με μονόπλευρο τρόπο, παραμένει το κύριο εργαλείο για να περιγραφεί εκείνη η εμπειρία. Ασυνάρτητη, ανιστόρητη, διανοουμενίστικη, είναι μια ανάγνωση που χρησιμεύει μόνο για να πιστοποιήσει την ιστορία που έγραψαν οι νικητές. Εγώ αντιθέτως προσπάθησα να την γράψω από την οπτική των ηττημένων, ηττημένων, που όμως δεν παραδόθηκαν, δεν το έβαλαν κάτω, δεν τα παράτησαν – sconfitti, ma non arresi.

https://www.carmillaonline.com/2008/01/03/la-fuga-in-avanti/

διεθνισμός, internazionalismo

Συνέντευξη στον Emory Douglas: τέχνη, Black Panthers και ζαπατισμός

των Martino Sacchi και Alessandro Peregalli

zapantera-neraΣήμερα, 15 oκτωβρίου 2016, είναι η επέτειος των 50 χρόνων από την γέννηση, στο Oakland, California, του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων, del Partito delle Pantere Nere.

Τον Δεκέμβρη του 2013 είχαμε συναντήσει στο San Cristobal de las Casas, Chiapas, τον Emory Douglas, Υπουργό Πολιτισμού του Black Panther Party μέχρι την διάλυση του κινήματος. Όπως κι εμείς, ο Douglas ήταν ένας από τους πέντε χιλιάδες φοιτητές που θα είχαν πάρει μέρος στο ζαπατιστικό σχολείο, στην escuelita zapatista: στιγμή κατά την οποίαν οι ζαπατιστικές κοινότητες του νοτιοανατολικού Μεξικού άνοιξαν τα σπίτια τους για να φιλοξενήσουν ακτιβίστριες και ακτιβιστές απ’ όλο τον κόσμο και να παρουσιάσουν τις διαδρομές αυτονομίας που προωθούσαν μέσα στα πάνω από είκοσι χρόνια αγώνα. Λίγους μήνες αργότερα είχαμε την δυνατότητα να τον συναντήσουμε εκ νέου στο σπίτι του στην περιφέρεια του San Francisco, και του κάναμε αυτή την συνέντευξη, που υπήρξε κυρίως μια κουβεντούλα γύρω από την βιογραφία του σαν αγωνιστή, καλλιτέχνη, διεθνιστή. Σαν καλός σύντροφος, αφροαμερικανός, κληρονόμος μιας παράδοσης αγώνα που περισσότερο από ποτέ είχε αναπτυχθεί μέσα από γραμμές μετακινήσεων και φευγιού, μετατοπίσεις, εκτοπίσεις και εξόδους (από το μεσαίο πέρασμα του Ατλαντικού, dal middle passage atlantico στις εμπειρίες ενάντια στην δουλεία της ξενοφοβίας ), δεν μας εξέπληξε η φυσική ικανότητά του να συσχετίσει διαφορετικές αντιστάσεις και αγώνες σε διαφορετικά θέματα και συγκυρίες όπως του Όκλαντ στη δεκαετία του ’60 και του ’70, και τα βουνά και το αυτόχθονο δάσος του νοτιοανατολικού Μεξικού σήμερα. Από τις άμεσες περιγραφές ενός καλλιτέχνη του δρόμου όπως ο Emory Douglas, μπορούμε να εντοπίσουμε εκείνα τα επαναστατικά πολιτικά κυκλώματα που συνέδεσαν τους Μαύρους Πάνθηρες στην Κίνα του Μάο, τις σελίδες του Φανόν και τα απελευθερωτικά κινήματα στην Αγκόλα. Στην τέχνη του Douglas τέμνονται αυτές οι διεθνικές τροχιές, από την τέχνη της Πολιτιστικής Επανάστασης, στις αφίσες για τη Διάσκεψη Tricontinental της Κούβας το 1966, μέχρι το έργο «Zapantera Negra» που ξεκίνησε το 2012 για τη στήριξη του αγώνα στην Τσιάπας.

Mάϊος 2014, San Francisco: Είσαι πρώτα απ ‘όλα ένας καλλιτέχνης όσο και ένας πολιτικός ακτιβιστής. Κανένα από αυτά τα συστατικά μπορεί να θεωρηθεί ως χωριστό από τα άλλα. Ξεκινώντας από την προσωπική σου πορεία μέσα από τα κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και του ’70, με τι τρόπο αυτές οι δύο όψεις της τέχνης και του πολιτικού ακτιβισμού διασταυρώθηκαν;

Αυτές οι δυο συνιστώσες συναντήθηκαν στην συμμετοχή μου στο Black Arts Movement, πριν από τους Μαύρους Πάνθηρες. Ήταν ένα ευρύτατο κίνημα στην Δυτική Ακτή, nella West Coast, στην Ανατολική Ακτή και λιγάκι στο Νότο, όπου συνάντησα τον Amiri Baraka (LeRoi Jones) κι άρχισα να κάνω τον υποβολέα για τα θεατρικά έργα του ενώ παρακολουθούσα το San Francisco Community College. Την ίδια περίοδο – ήταν ο ιανουάριος του 1967 – κάποιοι νεαροί ακτιβιστές οργάνωναν μια συνάντηση με ευκαιρία την άφιξη του Malcom X στην Bay Area: αυτοί ήξεραν πως ήμουν μέρος του Black Arts Movement και μου ζήτησαν να κάνω τα γραφικά για την πρωτοβουλία. Όταν στη συνέχεια βρέθηκα στην συνάντηση μου είπαν πως κάποιοι αδελφοί έφταναν για να οργανώσουν μια συνέλευση γύρω από την αυτοάμυνα και την ασφάλεια. Πήγα εκεί και βρέθηκα για πρώτη φορά με τον Bobby Seale; αυτό λοιπόν συνέβη πολύ πριν αυτός μου ζητήσει να ενωθώ στο Black Panther Party. Έβαλε στο χέρι μου ένα εισιτήριο λεωφορείου – δεν είχα αυτοκίνητο – και με προσκάλεσε σπίτι του όπου πολύς κόσμος ζούσε σε κοινότητα. Τέλος πάντων η γραφική εργασία για τον Malcom X υπήρξε η πρώτη μου πολιτική συμμετοχή σαν καλλιτέχνης. Τον Μάϊο πάντα του ’67 έκανα το πρώτο εξώφυλλο ενός tabloid, εργαζόμενος πολύ επάνω στα γραφικά για τα περιοδικά. Ήταν μια περίοδος  κατά την οποίαν η τέχνη άρχιζε να γίνεται αντιληπτή σαν μια αντανάκλαση της πολιτικής, μα ήταν επίσης και κάτι ξεχωριστό από το Black Panther Party. Πρακτικά σε εκείνη την δουλειά τοποθέτησα μια σειρά από τεχνικές που απέκτησα όταν βρισκόμουν στο City College βασισμένες στο εμπορικό στυλ που συνήθως χρησιμοποιείται για τους χαρτοφύλακες, εκείνους που χρησιμοποιείς όταν ψάχνεις δουλειά. Όταν μετά μπήκα στους Μαύρους Πάνθηρες ανέπτυξα ένα πιο ελεύθερο στυλ, εμπνευσμένο από τα Δέκα Σημεία του προγράμματος και απ’ την γραμμή μας, και οι Bobby Seale και Huey Newton μου άφησαν πλήρη αυτονομία. Ήταν εκεί που η τέχνη έγινε για εμένα μια αντανάκλαση αυτού που συνέβαινε στον κόσμο σε ένα επίπεδο τοπικό, εθνικό και διεθνές.

Ποιες καλλιτεχνικές και πολιτικές εμπειρίες έχουν συμβάλει στην ανάπτυξη αυτού του νέου στυλ για το οποίο μιλάς;

Μεγάλο μέρος από τις πολιτικές επιρροές προέρχονταν από την Κούβα. Οι OSPAAAL [Organization of Solidarity for People of Asia, Africa and Latin America], παρήγαγαν πάρα πολλά poster σε αλληλεγγύη με τους παγκόσμιους αγώνες. Μπορείτε να τα βρείτε online σήμερα, είναι χιλιάδες poster, και βρίσκονταν στη ρίζα μέρους της καλλιτεχνικής δουλειάς που έφτιαξα. Στην συνέχεια επηρεάστηκα πολύ από την τέχνη που έρχονταν από το Vietnam, από την κινεζική και ρωσική κάθε τόσο, έτσι όπως και από τις δουλειές που προήλθαν από το κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ εδώ, στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ποιος ήταν ο ρόλος σου μέσα στο Black Panther Party; Πως συνδέονταν οι καλλιτεχνικές στρατηγικές με την μαχητική στράτευση στο κόμμα;

Αρχικά μου δόθηκε ο τίτλος του “revolutionary artist” κι εργαζόμουν κυρίως στην εφημερίδα. Χέρι χέρι που το κόμμα άρχισε να μεγαλώνει προικίστηκε με μια δομή για να συγκεντρώσει τα άτομα που ενώνονταν και ήθελαν να συνεισφέρουν. Έτσι σχηματίστηκαν τα υπουργεία κι εγώ έγινα Υπουργός πολιτισμού, με το καθήκον να συντονίζω όλες τις πρωτοβουλίες που έλκονταν γύρω από αυτό τον τομέα, από πανό και αφίσες, στις επαφές για την συγκέντρωση κεφαλαίων. ο Santana για παράδειγμα ήταν ο πρώτος που συμμετείχε, πολύ πριν γίνει γνωστός, μετά οι Jerry Garcia, The Greatful Dead, John Lee Hooker, άνθρωποι όλων των ειδών στη διάρκεια των χρόνων. Να, εκείνα ήταν μέρος των ευθυνών μας. Ήταν ουσιαστικά να διδάξουμε πράγματα ο ένας στον άλλον, να μοιραστούμε ικανότητες, να υποδεχθούμε νέα μέλη. Στο πλαίσιο αυτό, υπήρχαν και μαθήματα πολιτικών επιστημών, πολιτικής έρευνας όσο εξελισσόμασταν σε διάφορες συλλογικότητες και κολεκτίβες.

Εκτός από αυτά υπήρχε η πολιτική καθημερινή δουλειά: να πουλάμε εφημερίδες, να συμμετέχουμε επαγρυπνώντας για την αστυνομία (copwatching) με τις ομάδες αυτοάμυνας στις γειτονιές, και πάει λέγοντας.

Υπό το φως μιας εμπειρίας όπως εκείνη της αυτονομίας Zapatista, στην οποίαν πλησίασες πρόσφατα, μπορείς να μας περιγράψεις τα κύρια χαρακτηριστικά της πολιτικής πρακτικής του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων;

Υπάρχουν σίγουρα δυνατές διαφορές σε επίπεδο πλαισίου, σε επίπεδο συγκυρίας. Oakland είναι μια πόλη στην οποίαν προσπαθούσαμε να αμυνθούμε και να οδηγήσουμε έναν αγώνα αυτοδιάθεσης. Στο δάσος είναι όλα διαφορετικά, ένα άλλο πράγμα, είναι ένα έδαφος, ένα διαφορετικό επίπεδο.

Σε ιδεολογικό επίπεδο το Black Panther Party εμπνέονταν από τον μαρξισμό και τον λενινισμό, αν και επεξεργαστήκαμε μια δική μας ιδεολογία, ψάχνοντας αυθεντικούς τρόπους σύνδεσης με τους παγκόσμιους αγώνες. Βέβαια διαβάζαμε τα πάντα, μας είχε ζητηθεί, και κάποιοι στο κόμμα ήταν μαρξιστές, μα άλλοι, όπως εγώ για παράδειγμα, δεν είχαμε απολύτως καμία ιδέα για οτιδήποτε όταν μπήκαμε. Οπότε δεν ήταν τόσο απαραίτητο να αντιμετωπίσουμε θέματα πνευματικά, διανοητικής φύσεως, αλλά να τα αποσυνθέσουμε, να τα διασπάσουμε σε μια κοινή γλώσσα. Αυτή ήταν η ιδιοφυία των Μαύρων Πανθήρων, ειδικότερα του Bobby Seale που ήταν ο πιο διανοούμενος, ένας μεγάλος επικοινωνιακός, ενώ ο Eldridge Cleaver ήταν περισσότερο επικεντρωμένος στην καθημερινή στράτευση, αν και ήταν και οι δυο πολύ σεβαστοί, ήταν ικανοί να επικοινωνούν και μέσα στο ίδιο το κόμμα. Πολλοί Πάνθηρες ήταν νεότατοι, εγώ μπήκα στα 21 μου χρόνια αλλά υπήρχαν στελέχη ανάμεσα στα 16 και τα 19 χρόνια. ο Bobby Seale ήταν 30 χρονών και θεωρούνταν μεγάλος, γέρος. Ο Fred Hampton ήταν 21 χρόνων, αλλά δραστηριοποιούνταν ήδη στους youngster πριν εισέλθει στις Pantere Nere. Σκοτώθηκε το 1969 όταν η καταστολή έγινε βαρύτερη κι όταν άλλοι δυο πάνθηρες, ο Bunchy Carter και ο John Huggins, δολοφονήθηκαν στο campus του πανεπιστημίου του Los Angeles. Λίγο μετά την δολοφονία του Fred Hampton υπήρξε μια ανταλλαγή πυροβολισμών επί πολλές ώρες μεταξύ της αστυνομίας και της ενότητας του Los Angeles του Black Panther Party. Άρχισαν να διεισδύουν πράκτορες προβοκάτορες στις Pantere Nere, πραγματικές παραστρατιωτικές επιθέσεις, όπως περίπου κάνουν σήμερα με τους ζαπατίστας. Το COINTELPRO [programma di controspionaggio, πρόγραμμα αντικατασκοπίας του FBI] διέδιδε και κυκλοφορούσε ψευδείς δηλώσεις για να θέσει τους μεν ενάντια στους άλλους, για να μαλώνουμε μεταξύ μας δηλαδή.

Όσον αφορά την πολιτική πρακτική, προωθούσαμε την αυτοοργάνωση ξεκινώντας από τις πρωταρχικές ανάγκες, όπως η ιατρική φροντίδα ή το breakfast program: δείχναμε τις αντιθέσεις σχετικά με όσα η κυβέρνηση δεν έκανε. Το πρώτο breakfast program έγινε στην εκκλησία του West Oakland και σύντομα το σχέδιο διαδόθηκε σε πολλές πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών: Πάνθηρες που σηκώνονταν στις 4 το πρωί για να ετοιμάσουν το πρωινό στα παιδάκια της συνοικίας πριν πάνε στο σχολείο. Γύρω από εμάς υπήρχε αλληλεγγύη για παράδειγμα από πλευράς πολλών καταστηματαρχών, αλλά και μεγάλος εκφοβισμός και διάφορες υποσχέσεις διευκολύνσεων σε όσους δεν συνεργάζονταν μαζί μας. Μια φορά, για παράδειγμα, η αστυνομία έστειλε ένα ψεύτικο γράμμα απειλητικό, που φαινομενικά υπογράφονταν από τον Huey Newton, σε έναν επιχειρηματία που χρηματοδοτούσε το σχέδιο.

Είσαι ανάμεσα στους πρωταγωνιστές αυτής της μακράς πολιτικής αφροαμερικανικής διαδρομής και πιο πρόσφατα πήρες μέρος στα δίκτυα αλληλεγγύης με το ζαπατιστικό μεξικάνικο κίνημα. Ποια πολιτική και βιογραφική σύνδεση υπάρχει ανάμεσα σε αυτές τις δυο  εμπειρίες;

Εμείς πάντοτε υπήρξαμε διεθνιστές. Είχαμε συντρόφους στο βόρειο Βιετνάμ. Είχαμε συντρόφους στην Βόρεια Κορέα, συντρόφους που βρήκαν άσυλο στην Αλγερία το 1969. Ήμασταν καλεσμένοι να μιλήσουμε σε ολόκληρο τον κόσμο σε υποστήριξη των κινημάτων αλληλεγγύης και αντίστασης ενάντια στους πολέμους. Ο Bobby Seale και οι άλλοι Πάνθηρες ταξίδευαν πολύ. Κι εδώ στις USA βρισκόμασταν σε επαφή με διάφορους αγώνες επάνω στην ράτσα: υπήρχαν οι Young Lords πορτορικάνοι, οι ασιάτες Red Guards, τα κινήματα τσικάνος. Ήμασταν σε επαφή με τους συνεχείς αγώνες στην Λατινική Αμερική, θυμηθείτε την Ολυμπιάδα της Πόλης του Μεξικού του 1968 όταν υπήρξε η σφαγή των φοιτητών στο Tlatelolco. Γι αυτό όταν ο Caleb Duarte, ένας νεαρός καλλιτέχνης που είχα συναντήσει πέντε ή έξι χρόνια νωρίτερα και είχε ανοίξει ένα καλλιτεχνικό κέντρο στο San Cristobal, στα Chiapas, μου ζήτησε να πάω στα νότια του Μεξικού σαν artist in residency, ανταποκρίθηκα, η ιδέα ήταν να δείξει πως οι αισθητικές στρατηγικές είχαν εμπνεύσει τις διαδρομές αυτοδιάθεσης αμφοτέρων των κινημάτων, ζαπατιστικού και αφροαμερικανικού. Έτσι γεννήθηκε ο σχεδιασμός του έργου Zapantera Negra, που δρα ακόμη και σήμερα. Ο Caleb γνώριζε διάφορους ζαπατίστας και είχε επαφές στα Caracoles και κατάφερε να οργανώσει την συνεισφορά μας στις κοινότητες υπό μορφήν murales, τοιχογραφιών και ζωγραφικής. Ήταν πολύ όμορφο, πολλοί νέοι από την περιοχή πήραν μέρος δραστικά, εγώ δυστυχώς δεν μιλώ ισπανικά αλλά μπορούσα να αισθανθώ τις δονήσεις και τον ενθουσιασμό. Στην αρχή πρόθεση μας ήταν να πάμε εκεί κάτω να συναντήσουμε ανθρώπους, και κατά  μια έννοια ήταν να κάνουμε κάτι του οποίου πάντοτε ήμουν κομμάτι, δηλαδή να μεταφέρουμε αλληλεγγύη. Το 2012 μου ζήτησαν να κάνω μια παρουσίαση του τόμου μου με τους Μαύρους Πάνθηρες, και ήταν παρούσες ομάδες αλληλέγγυες απ’ όλο τον κόσμο. Έμεινα εκεί ένα μήνα, ήταν τιμή μου να πάω εκεί να γνωρίσω εκείνη την πραγματικότητα με τα μάτια μου. Από την Bay Area πολύς κόσμος κατέβηκε στα Chiapas στην διάρκεια των χρόνων, μα εκείνη την περίοδο έξω από κάποιες επιτροπές αλληλεγγύης λίγοι άνθρωποι ακολουθούσαν αυτό που συνέβαινε στο Μεξικό. Και τέλος επέστρεψα αυτή την χρονιά [Δεκέμβρης 2013] για την ζαπατιστική Escuelita, το ζαπατιστικό Σχολείο όταν και συναντηθήκαμε.

Μίλησε μας για την εμπειρία σου στην escuelita…

Εγώ βρισκόμουν στο Caracol της Morelia. Ο votàn μου [φύλακας, προσωπικός οδηγός του καθενός μαθητού ή μαθήτριας της escuelita στην διάρκεια της παραμονής στις κοινότητες] ήταν ένας νεαρός zapatista δεκατριών ετών. Εγώ δεν μιλούσα ισπανικά κι αυτός δεν μιλούσε αγγλικά, αλλά μας είπαν πως θα τα καταφέρναμε. Φθάσαμε στο Caracol ύστερα από 7 ώρες στο πούλμαν κι όλοι οι ζαπατίστες ήταν εκεί για να μας υποδεχτούν. Η συλλογικότητα όπου βρισκόμασταν εμείς απείχε μισή ώρα δρόμου από το Caracol και ήταν μικτή, κάποιο ήταν ζαπατίστες και άλλοι όχι. Εμείς δουλεύαμε κάθε μέρα στα κοινά εδάφη. Ήταν κάτι απλό, με το χωμάτινο πάτωμα και το ντους έξω, στην πλευρά του κοντινού βουνού κι όπου μεγάλωνε τμήμα του σιταριού. Το νους σχηματίζονταν από ένα σωλήνα που αντλούσε νερό και πλενόσουν μες τη λάσπη, έξω [γελά], με ένα πλαστικό φύλλο τεντωμένο μεταξύ των δένδρων. Και όταν έπρεπε να πας στο μπάνιο έπρεπε να κάνεις τον γύρο του λόφου προσέχοντας να μην γλιστρήσεις στη λάσπη. Τρώγαμε κυρίως φασόλια και ρύζι κι εκείνο το ποτό από καλαμπόκι ζεσταμένο [αυτό που στο Μεξικό ονομάζουν pozole]. Βροχή τη νύχτα και ήλιος την μέρα, αυτοί βάδιζαν ήσυχα, εγώ θα έπεσα έξι φορές [γελάride] ή για να υπερπηδήσω ένα ποταμάκι έπρεπε να συγκεντρωθώ πάρα πολύ [γελά]. Oh… είναι ένας κόσμος διαφορετικός, φιλικός.

https://www.carmillaonline.com/2016/10/15/intervista-emory-douglas-arte-black-panthers-zapatismo/