ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

“Ένα λουλούδι άνθισε, Un fiore è sbocciato”

του Fiorenzo Angoscini

Davide Steccanella, Le indomabili. Storie di donne rivoluzionarie, Οι αδάμαστες. Ιστορίες επαναστατριών. Εκδόσεις, Edizioni Pagina Uno, Vedano al Lambro (Mb) σελ. 224, φεβρουαρίου 2017, € 15,00

Η τελευταία εργασία του Davide Steccanella, μαζί με εκείνη που πραγματοποίησε ο Milton Danilo Fernàndez (“Donne, pazze, sognatrici, rivoluzionarie…”, »τρελές Γυναίκες, ονειροπόλες, επαναστάτριες…» Rayuela Edizioni, Milano, 2015), μπορεί να θεωρηθεί το μοναδικό βιβλίο που γράφτηκε από έναν άνδρα, έχοντας στο κέντρο μόνο και όλες γυναίκες εξεγερμένες, που αξίζει να εξεταστεί. Είπαμε γυναίκες: αντικομφορμίστριες, αντάρτισσες, ανεξάρτητες, δίχως προκαταλήψεις. Και όμορφες, έξω και πάνω από τους φυσικούς και αισθητικούς κανόνες που κυριαρχούν αυτή τη στιγμή.

Ο Steccanella, συνοδεύει την επαγγελματική του δραστηριότητα, με την αγάπη και το πάθος του για ορισμένα ζητήματα και θέματα συγκεκριμένα που, συχνά, ολοκληρώνει σε γραπτά και δημοσιεύσεις. Έτσι, η αγάπη του για την όπερα πήρε τη μορφή ενός βιβλίου με θέμα την »απόλυτη τελευταία σοπράνο», Μονσεράτ Καμπαγιέ, Montserrat Caballè, και με μια σειρά σημειώσεων για την ακρόαση της λυρικής μουσικής. Ο Steccanella είναι επίσης ένας παθιασμένος γνώστης της μουσικής rock και φανατικός οπαδός του ποδοσφαίρου (Interista-λενινιστής) της Internazionale, της μαυρομπλέ Ίντερ του Μιλάνο. Στο ποδόσφαιρο έχει αφιερώσει το «ο ξένος δεν θα περάσει, Non passa lo straniero (Ήτοι, όταν το ποδόσφαιρο ήταν αυταρχικό)».

Τα τελευταία χρόνια έχει αναλύσει ιδιαίτερα και έχει μελετήσει-ερευνήσει τις επαναστατικές εμπειρίες και της ένοπλης πάλης. Καρπός αυτών των εμβαθύνσεων κάποιες δημοσιεύσεις, από το προσχέδιο 1 εκείνου που θα γίνει Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα. Χρονολογία μιας χαμένης επανάστασης,  Gli anni della lotta armata. Cronologia di una rivoluzione mancata  μέχρι την »Επαναστάτρια. 2017 Ατζέντα 12 μηνών, “Rivoluzionaria. 2017 Agenda 12 mesi”3 στην οποίαν, για κάθε ημέρα του χρόνου, θυμάται ένα γεγονός ή ένα ιδιαίτερα σημαντικό συμβάν: τον θρίαμβο της Κουβανικής Επανάστασης την δολοφονία του Ernesto Che Guevara, την απαγωγή του Mario Sossi, την απόδραση από την φυλακή του Pozzuoli (Na) των Franca Salerno και Maria Pia Vianale, τη νίκη του Όχι στο δημοψήφισμα για την κατάργηση της απαγόρευσης του διαζυγίου.

Επάνω στην στρατευμένη και επαναστατική εμπειρία των γυναικών άλλα αφιερώματα και συνεισφορές, αποκλειστικά θηλυκές, έχουν μια ιδιαίτερη σημασία και αξία.
Από τον πρώτο φόρο τιμής της Ida Farè στην Margherita Cagol4 μέχρι το τελευταίο (με χρονολογική σειρά δημοσίευσης) της Paola Staccioli5 του οποίου πραγματοποιήθηκαν πολλές νέες εκτυπώσεις. Δίχως να ξεχνάμε την άλλη συνεισφορά της Paola Staccioli, που γράφτηκε με τέσσερα χέρια μαζί με την Haidi Gaggio Giuliani με πρόλογο της Silvia Baraldini.6 Ενώ σε ένα άλλο επίπεδο, και σε μιαν οπτική, τελείως διαφορετική, τοποθετείται το “Donne oltre le armi, Γυναίκες πέρα από τα όπλα”.7

Ο συγγραφέας, αφού αφιέρωσε τον πρόσφατο κόπο του στις Maria Elena, Paola και Valentina ξεκινά τον ιστορικό-πολιτικό καλπασμό του ξεκινώντας από τα μέσα του ‘800. Από τα πρώτα  ‘femmine ribelli-εξεγερμένα θηλυκά’ θυμάται την Louise Michel (1830-1905) μαχόμενη στη διάρκεια των ημερών της Κομούνας. Για τον αδάμαστο και πολεμιστή χαρακτήρα της, από τον καθώς πρέπει τύπο χαρακτηρίστηκε ‘θηρίο που διψούσε για αίμα- La belva assetata di sangue’ και ο Paul Verlaine της αφιέρωσε ένα ποίημα , “Lei ama il povero, Αυτή αγαπά τον φτωχό”.

Nel suo ‘excursus’, Στην διάρκεια του ταξιδιού του περνά στη συνέχεια από την Rosa Rossa Luxemburg, την Κόκκινη Ρόζα, και φθάνει στην πρώτη (νοέμβριος 1910) ‘επανάσταση’ του XX° αιώνα , την μεξικάνικη, μαζί με την κύρια θηλυκή πρωταγωνίστρια της: Petra Herrera που αποκαλούνταν Pedro η οποία “…πήγαινε στην έφοδο με τόση ζέση ώστε να παρασέρνει με το παράδειγμα της άνδρες και γυναίκες  μαζί”. Για να εισχωρήσει στη συνέχεια στην πιο σημαντική Επανάσταση, αυτή με την μεγαλύτερη σημασία, συμβολική που χαρακτήρισε ον περασμένο αιώνα, εκείνη των Μπολσεβίκων του οκτώβρη (1917).

Μιλώντας γι αυτήν, διατρέχει το  προφίλ κάποιων πρωταγωνιστών αυτής: Aleksandra Michajlovna Kollontaj, ‘Commissaria del Popolo per l’Assistenza sociale, Επίτροπος Λαϊκής κοινωνικής Βοήθειας’, για την οποίαν ο Steccanella τονίζει πως “…ήταν η πρώτη γυναίκα στον κόσμο που υπήρξε υπουργός μιας κυβέρνησης”, προαγωγέας, μαζί με πολλές άλλες Σοβιετικές γυναίκες, των νόμων για την έκτρωση και το διαζύγιο (1920). Στην πατρίδα των Σοβιέτ οι γυναίκες απολάμβαναν ήδη του δικαιώματος στην ψήφο και στην εκπαίδευση, να εκλέγονται, και να λαμβάνουν μισθό ίσο με εκείνο των ανδρών. Η Kollontaj, στην διάρκεια της θητείας της, διέταξε την διανομή στους αγρότες των γαιών που ανήκαν στα μοναστήρια, , την ίδρυση κρατικών παιδικών σταθμών και την φροντίδα της μητρότητας.

Μια άλλη ‘Bolscevica’ (“Μπολσεβίκα ενθουσιώδη και ευφυή” l θα την χαρακτηρίσει ο Λένιν) είναι η Inessa Armand, γεννημένη Elise Stèphanne, που καθιέρωσε σχέσεις και εδραίωσε συμφωνίες πολιτικές με τους ρώσους επαναστάτες μέχρι την ολοκλήρωση και τη σύσταση της κυβέρνησης των εργατών και αγροτών. Όταν (16 ιουλίου 1914) “Το Γραφείο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς συγκαλεί, στις Βρυξέλλες, ένα συνέδριο για να συζητήσουν εκ νέου για την επανένωση όλων των ρευμάτων των ρώσων σοσιαλδημοκρατών” ο Lenin, μυρίστηκε την παγίδα με την οποίαν γίνονταν προσπάθεια να εγκριθεί, από την Διεθνή, μια ευνοϊκή πρόταση στην ενοποίηση, έχοντας επίγνωση των ικανοτήτων και των ταλέντων της ‘συντρόφισσας’, ζήτησε από την Inessa να τον εκπροσωπήσει, πυροδοτώντας την οργή των Kautsky, Luxemburg, Trockij, Plechanov και Marlov. Στο διφορούμενο ψήφισμα αντέταξε μια πρόταση που καλούσε όλους τους σοσιαλδημοκράτες να ενωθούν με το πρόγραμμα των μπολσεβίκων. Παρότι το δικό του αντί-ψήφισμα απορρίφθηκε, ο Λένιν ήταν περισσότερο από ικανοποιημένος: “Οδήγησες την υπόθεση πολύ καλύτερα απ’ ότι θα μπορούσα να είχα κάνει εγώ. Εγώ θα είχα εκραγεί. Δεν θα είχα κατορθώσει να ανεχθώ εκείνη την κωμωδία και θα τους είχα αντιμετωπίσει σαν αχρείους”.
Καλή πιανίστρια, εκτέλεσε την La Patetica, την σονάτα που προτιμούσε ο Vladimir Ilic Ulianov (Lenin) και στις κηδείες του Paul Lafargue και της Laura Marx (Παρίσι, 3 δεκεμβρίου 1911) ο επικήδειος λόγος που διαβάστηκε από τον Λένιν μεταφράστηκε στα γαλλικά από την Inessa η οποία, εκτός από την μητέρα γαλλική γλώσσαo, ήταν εξαιρετική γνώστης άλλων ξένων γλωσσών.

Μετά το Μεξικό και τον ‘Ottobre- Οκτώβρη’, Έρχεται η Ισπανία!.
Στις 17 ιουλίου 1936 οι πραξικοπηματίες, με επικεφαλής τον Franco, διακηρύττουν τον ‘ξεσηκωμό’, την ένοπλη φασιστική επίθεση στην ισπανική Repubblica. Ανάμεσα στις κυριότερες φιγούρες του αγώνα στον φρανκισμό, ξεχωρίζει εκείνη της Πασιονάρια, della Pasionaria, της Dolores Ibàrruri από την χώρα των βάσκων, προσωπική φίλη του Stalin και, όπως αυτοαποκαλείται, μια γυναίκα  “di pura razza mineraria, από καθαρή ράτσα μετάλλου”. Στο αυτοβιογραφικό της βιβλίο που αναλαμβάνει, στον τίτλο, την ομιλία που εκφώνησε σε υπεράσπιση της Δημοκρατίας στο όνομα του Ισπανικού Κομουνιστικού Κόμματος στις 19 Ιουλίου 1936, “No pasaràn!-Αναμνήσεις μιας επαναστάτριας” 8   επαναλαμβάνει το πως κατάφερε να μετατρέψει τον “απεγνωσμένο της θυμό και το αίσθημα ανταρσίας και εξέγερσης σε πολιτική και ιδεολογική συνείδηση, για εκείνη την μεταμόρφωση μιας απλής γυναίκας του λαού σε μια επαναστάτρια μαχόμενη, σε μια Κομουνίστρια”.

Μετά την Ισπανία, το βουνό…
Πραγματικά πολλές, και με ρόλους πρώτης γραμμής, οι μαχόμενες ιταλίδες για την ελευθερία. Ο Steccanella θυμάται την μεγάλη εκπροσώπησηricorda : “70.000 oργανωμένες στις Ομάδες υπεράσπισης της γυναίκας, 35.000 μαχόμενες παρτιζάνες, 20.000 με λειτουργίες υποστήριξης, 4.563 συλληφθείσες, βασανισμένες και καταδικασμένες από τα φασιστικά Δικαστήρια, 2.900 έπεσαν ή σκοτώθηκαν σε μάχη 2.750 μεταφέρθηκαν στη Γερμανία στα ναζιστικά lager, 1.700 τραυματίστηκαν, 623 εκτελέστηκαν, 512 Επίτροποι πολέμου, 19 χρυσά μετάλλια και 17 αργυρά”.
Κάποια ονόματα, Alcuni nomi, διάσημα ή λιγότερο γνωστά, για όλες: Irma Bandiera, Carla Capponi, Iris Versari, Joyce Lussu, Vandina Saltini, και πολλές άλλες ‘Stelle Rosse, Κόκκινα Αστέρια’.

Άλλες σημαντικές παρουσίες, είναι εκείνες των πρωταγωνιστών γυναικών στον αγώνα για τα δικαιώματα των αφροαμερικανών, για την χειραφέτηση των ‘τελευταίων’ και για την κοινωνική λύτρωση, της βορείου Αμερικής: Rosa Louise Parks, η Μαύρη Πάνθηρας Kathleen Claver μετά, όταν τα σπάει με το κόμμα των μαύρων πανθήρων BPP, στρατευμένη στο ‘Revolutionary People’s Communication Network’, και το πιο γνωστό σύμβολο της εξέγερσης των μαύρων της Αμερικής: Angela Davis. Στον τόμο υπενθυμίζεται ο ορισμός που η Davis μας παρέχει για την λέξη ‘ριζοσπάστης’: “Ριζοσπάστης απλούστατα σημαίνει να αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα από τις ρίζες τους”.
Ίσως, σε αυτή την ενότητα, θα έπρεπε να γίνει λόγος και για την Εθελ Ρόζενμπεργκ, Ethel Rosenberg, αποδιοπομπαίο τράγο του αχαλίνωτου μακαρθισμού.

Άμεσα ή έμμεσα, η Λατινική Αμερική σφυρηλατεί πολλές αντάρτισσες γυναίκες. Να θυμίσουμε την Tania Haydèe Tamara Bunke Bider,9 που σκοτώθηκε στα εικοσιεννιά της στο Puerto Mauricio ακολουθώντας την βολιβιανή του Che. Μια άλλη τευτονικηλατίνη, teutonico-latina είναι η Monika Ertl Imilla,10 που την 1 απριλίου 1967, στο Αμβούργο,οπλισμένη από τον Feltrinelli, εκδικείται τον Comandante Che, εκτελώντας τον δήμιο του: Roberto Quintanilla.
Παραμένοντας στον χώρο του νησιού της Καραϊβικής, ο Steccanella θυμίζει πως στην Κούβα, μαζί με άλλες γυναίκες που ιδεολογικά και στρατιωτικά διαμορφώθηκαν στο ευτυχισμένο νησί, βρήκε πολιτικό άσυλο και συνεχίζει να ζει η αφρο-τζαμαϊκανή επαναστάτρια, αγωνίστρια του Black Liberation Army, Assata Shakur, που ονομάζονταν όταν ήταν δούλη JoAnne Chesimard, στης οποίας την απελευθέρωση (όχι απόδραση, όπως η ίδια διευκρινίζει) πήρε μέρος, στην τελική της φάση, και η Silvia Baraldini.11

Ο συγγραφέας αφιερώνει προσοχή και στις γυναίκες που πήραν μέρος στους αγώνες ανεξαρτησίας στην Ευρώπη τον αιώνα που μας πέρασε: Βόρεια Ιρλανδία και Euskadi.
Στην βόρειο Ιρλανδική σύγκρουση πολέμησαν οι Bernadette Devlin, Mairead Farrell που σκοτώθηκε στο Γιβραλτάρ, στις 6 μαρτίου 1988, από μια ‘ομάδα θανάτου’ του αγγλικού στρατού.
Ένα από τα μεγαλύτερα ‘σύμβολα’, λόγω του κύρους και της σημασίας, του αγώνα του βασκικού λαού, δίχως άλλο είναι η Eva Forest, πρωτομάστορας του ‘Σχεδίου Ogro’ (εξολόθρευση του Luis Carrero Blanco, ‘ηγέτη’ της κυβέρνησης του Franco). Τον τίναξαν στον αέρα με το αυτοκίνητο του στην Μαδρίτη στις 20 δεκεμρίου 1973. Στο βιβλίο της “Επιχείρηση Ogro. Πως και γιατί σκοτώσαμε τον Carrero Blanco” 12 ξεκινά την διήγηση της με αυτό τον τρόπο: “Ο Carrero Blanco είχε ένα όνειρο: να πετάξει. Μια ημέρα η Eta έκανε το όνειρο του μια μεγάλη πραγματικότητα”.

Στην μεγάλη έκθεση των σχεδόν σαράντα προφίλ επαναστατριών (αν και θα μας είχε αρέσει να μας μιλούσε επίσης και για την Olga Benario, κομουνίστρια και εβραία, απεσταλμένη της Κομουνιστικής Διεθνούς στην Βραζιλία, δολοφονημένη στο lager di Bernburg-Euthanasia Centre στις 23 απριλίου 1942;13 την comandante Celia Sànchez της κουβανικής επανάστασης: “εκείνη που έπαιρνε τις κυριότερες αποφάσεις”; 14 Genoeffa Cocconi, μητέρα των αδελφών Cervi και την Carla Verbano.15 ) Ο Steccanella καλλιεργεί δυο ιδιαίτερα ‘κόκκινα λουλούδια’ : την Margherita Mara Cagol (ιδρύτρια των Brigate Rosse, ‘που εκτελέστηκε’, σύμφωνα με την μαρτυρία ενός μαχητού παρόντος στην ανταλλαγή πυροβολισμών που είχε προηγηθεί, με έναν πυροβολισμό από πιστόλι στον αυχένα, ενώ ήταν γονατισμένη έχοντας παραδοθεί, στις 5 ιουνίου 1975 στην Cascina Spiotta,στο αγρόκτημα στην περιοχή Arzello di Melazzo (Al). Οι Σύντροφοι της στην ανακοίνωση χαιρετισμού δηλώνουν: “Mara, ένα λουλούδι άνθισε, και αυτό το λουλούδι ελευθερίας οι Ερυθρές Ταξιαρχίες θα συνεχίσουν να το καλλιεργούν μέχρι τη νίκη! Ένοπλη πάλη για τον κομουνισμό!”) και την Ulrike Meinhof, δημοσιογράφο και αγωνίστρια της Rote Armee Fraktion, που πέθανε  ‘μυστηριωδώς’ στην φυλακή του Stammheim το βράδυ μεταξύ 8 και 9 μαίου 1976. Ένα μανιφέστο της Κόκκινης Βοήθειας, del Soccorso Rosso την θυμάται με αυτό τον τρόπο: “Ένα λουλούδι άνθισε. Θα το καλλιεργούν οι επαναστάτες όλου του κόσμου. Θα το καλλιεργούν μέχρι τη νίκη”.16

Λόγω της μαχητικής αλληλεγγύης, σεβασμού και εκτίμησης, οι τελευταίες δύο γυναίκες που αναφέρονται στο βιβλίο είναι η »Γιαγιά Μάο», “Nonna Mao”-Cesarina Carletti, πρώην παρτιζάνα , βιβλιοπώλης μεταχειρισμένου στην αγορά της Porta Palazzo στο Torino, που συνελήφθη στις 15 ιουλίου 1975 ως ύποπτη ταξιαρχίτισσα: “είναι να γελάς, ’με αυτή την τελευταία είναι είκοσι μία φορές που μπήκα φυλακή. Και δεν θα είχα ποτέ φανταστεί πως θα μου καταλόγιζαν ξανά τις ίδιες κατηγορίες με αυτές τριάντα τριών χρόνων νωρίτερα, όταν ήμουν παρτιζάνα: συμμετοχή σε ένοπλη μπάντα”.

Η Caterina Rina Picasso, κατηγορία 1908, ‘η γιαγιούλα των BR’, αναφέρεται με αυτό τον τρόπο από τον Prospero Gallinari όταν την θυμάται: “ η Caterina Picasso είναι ένα κομμάτι του παρελθόντος μας. Ένα πρόσωπο της βαθιάς πόλης, της αντιφασιστικής και κομουνιστικής έντασης της ιστορίας της Τζένοβα”. Στην ηλικία των 72 χρόνων “καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε τρία χρόνια και τέσσερις μήνες , που στο εφετείο αυξήθηκαν σε τέσσερα χρόνια, Έξω απ’ το κελί της εκθέτει μια στοιχειώδη κόκκινη σημαία ραμμένη με διάφορα κομμάτια από ύφασμα”.

Τέλος, αλλά απολύτως όχι τελευταία, αναφέρεται μια, την θυμάται με τον τρόπο του, ‘μαχήτρια’ με ένα τρόπο που καμιά καμιά ανθολογία, βιβλίο αυτοβιογραφιών ή έκθεση γυναικών αναφέρει: Anna Magnani. Όταν πλέον την είχαν σημαδέψει οι ‘φθορές του χρόνου’, αγνοώντας την αισθητική : “LΑφήστε μου όλες τις ρυτίδες, μην μου αφαιρέσετε ούτε μια. Χρειάστηκε μια ολόκληρη ζωή για να τις φτιάξω
Μια πρόσληψη μιας πολύ διαφορετικής συνειδητοποίησης από τα τρέχοντα αισθητικά και καλλιτεχνικά στερεότυπα, όχι μόνο γυναικεία.


  1. Davide Steccanella, Le Brigate Rosse e la lotta armata in Italia. Cronologia degli eventi che hanno contrassegnato 15 anni del nostro paese- Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες και η ένοπλη πάλη στην Ιταλία. Χρονολογία των γεγονότων που σημάδεψαν 15 χρόνια στη χώρα μας, Simplicissimus, Loreto (An)-Catania, 2012  
  2. επαναλάμβανεDavide Steccanella, Gli anni della lotta armata. Cronologia di una rivoluzione mancata- Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα. Χρονολογία μια χαμένης επανάστασης, Bietti, Milano, 2013  
  3. Davide Steccanella, Rivoluzionaria- Επαναστάτρια, 2017 Ημερολόγιο 12 μηνών, Agenda 12 mesi, Mimesis, Sesto San Giovanni (Mi), 2016  
  4. Ida Farè-Franca Spirito, Mara e le altre. Le donne e la lotta armata: storie interviste riflessioni- Η Μάρα και οι άλλες. Οι γυναίκες και η ένοπλη πάλη: ιστορίες συνεντεύξεις στοχασμοί, Feltrinelli, Milano, 1979  
  5. Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie Κι ας ήμαστε γυναίκες. Ιστορίες επαναστατριών, DeriveApprodi, Roma, 2015  
  6. Haidi Gaggio Giuliani-Paola Staccioli, Non per odio ma per amore. Storie di donne internazionaliste- Όχι από μίσος αλλά λόγω τη αγάπης. Ιστορίες διεθνιστών γυναικών, DeriveApprodi, Roma, 2012  
  7. Rosella Simone, Donne oltre le armi. Tredici storie di sovversione e genere- Γυναίκες πέρα από τα όπλα. Δεκατρείς ιστορίες ανατρεπτικής δραστηριότητας και φύλου, Milieu Edizioni, Milano 2017  
  8. Dolores Ibàrruri, Memorie di una rivoluzionaria- Αναμνήσεις μιας επαναστάτριας,  Editori Riuniti, Roma, 1963  
  9. Marta Rojas-Mirta Rodriguez Caldiron, a cura di- Tania la guerrigliera, Τάνια η αντάρτισσα, Feltrinelli, Milano, 1971  
  10. Jurgen Schreiber, La ragazza che vendicò Che Guevara. Storia di Monika Ertl- Η κοπέλα που εκδικήθηκε τον Τσε Γκεβάρα. Ιστορία της Μόνικα Έρτλ,  casa editrice Nutrimenti, Roma, 2011  
  11. Assata Shakur, Assata, un’autobiografia, Ασσάτα, μια αυτοβιογραφία, εισαγωγή με επιμέλεια του Giovanni Senzani, introduzione e cura di Giovanni Senzani, CONTROInformazione internazionale, Erre emme Edizioni, Roma, dicembre 1992  
  12. Marco Laurenzano, a cura di, Eva Forest, Operazione Ogro. Come e perchè abbiamo ucciso Carrero Blanco- Επιχείρηση Ogro. Πως και γιατί σκοτώσαμε τον Καρρέρο Μπλάνκο,  Red Star Press, Roma, dicembre 2013  
  13. Ruth Wener, Olga Benario. Una vita per la rivoluzione. La storia di una vita coraggiosa- Όλγα Μπενάριο. Μια ζωή για την επανάσταση. Η ιστορία μιας θαρραλέας ζωής, Zambon Editore, Francoforte, 2012  
  14. Dieci donne rivoluzionarie…che non appaiono nei libri di storia- Δέκα επαναστάτριες γυναίκες…που δεν εμφανίζονται στα βιβλία της ιστορίας,  Kathleen Harris, 2014 https://www.bibliotecapleyades.net/sociopolitica/sociopol_globalupraising81.htm  
  15. Carla Verbano με την Alessandra Capponi, Sia folgorante la fine- Να είναι εκθαμβωτικό το τέλος,  Rizzoli, Milano, 2010  
  16. La morte di Ulrike Meinhof, Rapporto della Commissione Internazionale d’inchiesta- Ο θάνατος της Ουλρίκε Μάϊνχοφ, Αναφορά της Διεθνούς Επιτροπής έρευνας, μετάφραση της Petra Krause και Elisa D’Ambrosio, Tullio Pironti Editore, Napoli, settembre 1979 – Ulrike Meinhof, Bambule. Rieducazione, ma per chi?- BambuleΑναμόρφωση, αλλά για ποιον; Edizioni della battaglia, Palermo, gennaio 1998  

Share

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η φυγή προς τα εμπρός, Manolo Morlacchi: LA FUGA IN AVANTI

της Daniela Bandini

Morlacchi-LaFugaInAvanti.jpgManolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, ed. Agenzia X-Cox 18, σελ. 216, € 15,00. Η φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει

Με αυτό το βιβλίο ασχολήθηκε την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, a suo tempo  η Carmilla, ήταν στις 3 ιανουαρίου του 2008. Προσωπικά το είχα στα χέρια μου μοναχά πριν λίγες μέρες, καμιά δεκαπενταριά, και νιώθω την σχεδόν φυσιολογική ανάγκη να μοιραστώ με τους αναγνώστες τις εντυπώσεις που αυτό το βιβλίο μου μετέδωσε.
Είναι έργο ενός ανθρώπου που γεννήθηκε το 1970, που αναπολεί τα παιδικά του χρόνια και την εφηβεία του, που επηρεάστηκαν έντονα από μια οικογένεια όχι ακριβώς συνεπή με την  “χρυσή δεκαετία” που υπήρξαν τα χρόνια Ογδόντα. Ανάμεσα στους συγγενείς κανείς καλπάζων επιχειρηματίας, κανείς που να πλούτισε με τα Bot για να αποκτήσει το δεύτερο σπίτι, καμιά κοινωνική ανέλιξη, από το προλεταριάτο στην μικροαστική τάξη, κανένα δερμάτινο ή βιζόν σακάκι και μπουφάν να καμαρώσουν αδιάφορα, con nonchalance, σαν να τα είχαν από πάντα στο  ντουλάπι, κανένα μπλοκ με εκατό φύλλα που επιδεικνύεται στο πορτοφόλι να θυμίζει “μπορώ να αγοράσω όλα όσα θέλω”. Ο Manolo Morlacchi είναι παιδί ερυθροταξιαρχιτών. Συνεπείς, πεισματικά συνεπείς μέχρι τέλους.

Ο Pierino Morlacchi, ο πατέρας του Manolo, γεννήθηκε το 1958 και πέθανε το 1999. Η μητέρα, γερμανίδα, Heidi Ruth Peush, γεννήθηκε το 1941 και πέθανε το 2005. Στην οικογένεια Morlacchi κομουνιστές γίνονταν από τον πρώτο θηλασμό. Ήδη παρτιζάνοι, μιλανέζοι του Giambellino, κυνηγήθηκαν απ’ τους φασίστες, στη συνέχεια στρατευμένοι στο PCI, πολλά αδέλφια κι αδελφές που έφτιαχναν μια ενιαία ομάδα, ένας ισχυρό δεσμός που ποτέ δεν προδόθηκε, παρά τις διαφορετικές επιλογές που συχνά δεν μοιράστηκαν, εκείνος ο αδελφός ο οποίος οδήγησε σε ακραίες συνέπειες την ιδεολογία του, σε συνεχή ανάγκη κάλυψης, φύλαξης των παιδιών, χρημάτων.
Τεράστια τραπεζώματα ανάμεσα σε θείους και ξαδέρφια, ακόμη και περισσότεροι από είκοσι άνθρωποι τρώνε όταν υπήρχε και τεράστιες οινοποσίες με ό, τι υπήρχε, αδελφοί και αδελφές σε αιώνια περιοδεία μεταξύ των διαφόρων ιταλικών φυλακών ολόκληρης της χερσονήσου, παρανομία, συλλήψεις και ακόμα δικηγόροι, δίκες, δικαστήρια.
Η ειδικότητα του Pierino ήταν οι ληστείες, ένας άσσος του επαγγέλματος. Υπήρξε επίσης ο πρωταγωνιστής μιας εκ των πρώτων “απαγωγών” των BR. Έβαλα μέσα σε εισαγωγικά την λέξη απαγωγή διότι σήμερα είναι σχεδόν αξιολύπητο να ονομάζεται έτσι η διαδικασία της μετακίνησης ενός ανθρώπου από ένα κομάντο, η φωτογράφιση του και η επιστροφή του με συνοδεία στον τόπο απ’ όπου τον είχαν αρπάξει, μόνο για να δειχθεί η ισχύς, η υλικοτεχνική και στρατιωτική ικανότητα της οργάνωσης.
Ήταν τα χρόνια Εβδομήντα. Σχεδόν αδύνατο να φανταστείς σήμερα πως εκείνα τα χρόνια οι Ερυθρές Ταξιαρχίες κρατούσαν δημόσιες συγκεντρώσεις στο Giambellino, με τον Curcio να μιλά και τους συντρόφους να φρουρούν την πλατεία οπλισμένοι. Η αποδοχή ήταν πολύ υψηλή ανάμεσα στους ανθρώπους, Milano ήταν οι άνθρωποι στο Giambellino, ο λαός, εκεί “κολυμπούσες σαν ψάρι στο νερό”, μεταξύ των δικών σου.
Η μητέρα του Manolo, η Heidi, γεννήθηκε στην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, RDT, μετά μετακόμισε στην δυτική Γερμανία, Λονδίνο, εμπειρίες με τα “παιδιά των λουλουδιών”, Milano στο περιβάλλον της Τετάρτης Διεθνούς, και έπειτα η συνάντηση με τον Morlacchi. Από εκεί μια ζωή κυνηγημένοι, να διαφεύγουν, όμως πάντα προς τα εμπρός, όπως αναφέρεται στον τίτλο του βιβλίου. Είναι ίσως η ιστορία της μητέρας, καθόλου δευτερεύουσα, που με χτύπησε περισσότερο, που μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση. Με τα παιδιά να γυρνά την Ιταλία, και αργότερα και γι αυτήν η φυλάκιση, ο χωρισμός, οι επιστολές που τους έγραφε, τη διδασκαλία της ειλικρίνειας, της τιμιότητας, της αφοσίωσης στην υπόθεση, της προσωπικής ακεραιότητας ως απόλυτη κληρονομιά να παραδώσει.
Η έκπληξη που προκαλεί αυτό το βιβλίο μπορεί να συνοψιστεί σε δύο σημεία: το πρώτο είναι η μοναδική εμπειρία ενός παιδιού που αφομοιώνει μέσα του όλες τις ταξικές αντιθέσεις μιας εποχής που πηγαίνει από την Αντίσταση στο ΚΚΙ και στη συνέχεια στις ΕΤ, το δεύτερο, είναι αποτέλεσμα της πρώτης, είναι η γραμμικότητα μιας επιλογής όπως του ένοπλου αγώνα.
Μας έχουν συνηθίσει να πιστεύουμε ότι το φαινόμενο του ένοπλου αγώνα ήταν ένα γεγονός περιθωριακό και περιορισμένο, δευτερεύον, ακόμα και του σαλονιού: αγωνιστές, μαχητές παιδιά του μπαμπά που μετάνιωναν μόλις έβαζαν το πόδι τους στο αστυνομικό τμήμα, διανοούμενοι οι οποίοι ανταγωνίζονταν για το ποιος θα διατυπώσει τις πιο δυσανάγνωστες και ανεξιχνίαστες ανακοινώσεις («παραληρηματικές», τις αποκαλούσε ο τύπος ανά τακτά διαστήματα). Με λίγα λόγια, άνθρωποι που δεν γίνονταν να είναι πιο μακριά από τους ανθρώπους, το προλεταριάτο, και ιδιαίτερα τους εργάτες των εργοστασίων.
Τίποτα το ψευδέστερο. Οι πρώτες  BR υπήρξαν αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος μιας πολιτικής γραμμής που δεν μπορούσε να ταυτοποιηθεί με την αστικοποίηση ενός Κομουνιστικού Κόμματος που είχε την συνεννόηση σαν δυνατό του σημείο. Και μιλάμε για αυτό που συνέβαινε στις πόλεις. Και στις φυλακές, θεμελιώδη τόπο στρατολόγησης των BR; Πρέπει να σκεφτούμε ότι το προλεταριάτο των φυλακών των δεκαετιών Εξήντα και Εβδομήντα εκπροσωπούνταν από μια καλά χαρακτηρισμένη κοινωνική ομάδα: ημιλφάβητη, μιλούσε ως επί το πλείστον σε μια νότια διάλεκτο. Κλοπές, ληστεία και διακίνηση τα αδικήματα, σχεδόν όλοι συνδέονταν με clan ή οικογενειακές ομάδες.
Έξω από αυτή την πραγματικότητα υπήρξαν εκείνοι που, όπως συνέβη στις ιταλικές φυλακές, έβλεπε σε εκείνο το υποπρολεταριάτο την πηγή για να γίνει ο κόσμος πιο δίκαιος, ανθρώπινος και αξιοπρεπής. Τελείως απροσδόκητα αυτός που θεωρούνταν αποκλεισμένος από την ιστορία γίνονταν ο πρωταγωνιστής, με μια γλώσσα που δεν απέκλειε την παρανομία, οπότε διαδρομές ήδη γνωστές, αλλά όχι πλέον με σκοπό τον προσωπικό πλουτισμό ή της φατρίας, αλλά για να ολοκληρωθεί εκείνη η επαναστατική διαδικασία προς ένα σοσιαλιστικό κράτος που το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε προδώσει.
Είναι εντυπωσιακές, και ως εκ τούτου μεγάλης ιστοριογραφικής αξίας, οι εμπειρίες που ο Manolo διηγείται στο βιβλίο του. Υπάρχουν τα γράμματα από τη φυλακή, εκείνα που γράφτηκαν από τους αδελφούς και τις αδελφές, εκείνα που απευθύνονται στα παιδιά, και στη συνέχεια η απτή αντίληψη μιας Μιλάνο που γλιστρά στην δεκαετία του Ογδόντα και γίνεται αγνώριστη και ανώνυμη. Η άφιξη νέων προλετάριων οι οποίοι πλέον δεν αποκαλούνται έτσι, αλλά μόνο «οι νέοι φτωχοί», οι «μαροκινοί», όχι η μετανάστευση της νότιας Ιταλίας αλλά αυτή του Μαρόκο.
Και οι Morlacchi που για όλα αυτά αδιαφορούν. Ακόμα μες τη δεκαετία του Ενενήντα, μέχρι την κηδεία του Pierino, άνθρωποι αμετακίνητοι, αμετανόητοι, όχι για τον ένοπλο αγώνα αλλά για την συνέπεια, που τον χαιρετούν με το πανό: «Γεια σου Pierino. Μέχρι τη νίκη. Οι σύντροφοι».
Ήταν και η δική μου απογοήτευση, γι αυτό καταλαβαίνω τόσο καλά τον Pierino και τον Manolo. Μιλούσα με τους συντρόφους του PCI και δεν τους καταλάβαινα. Ήμουν πολύ νέος τότε, και σκεφτόμουν ότι ένας αγωνιστής του PCI έφτιαχνε τη ζωή του σύμφωνα με ένα ιδεολογικό μοντέλο, ένα μοντέλο συμπεριφοράς επίσης χωρίς συμβιβασμούς και αδιάφθορο,  αναπόφευκτα βρισκόμουν στη  θέση να αντιμετωπίζω συνομιλίες που αφορούσαν οικονομικές επενδύσεις, αντιμετώπιζα ιδανικά που δεν προχωρούσαν πέρα από την αγορά ενός διαμερίσματος στη θάλασσα, ενώ η συμμετοχή στη ζωή του κόμματος περιορίζονταν στο γεύμα της πολέντα και λουκάνικου στο φεστιβάλ της Unità.
Αυτοί ήταν οι σύντροφοι; Και η σκέψη μου πήγαινε — χαμογελούσα ενώ το γυρόφερνα στο μυαλό μου – σε ένα ταξίδι με το τρένο λίγο καιρό πριν, σε ένα βαγόνι της δεύτερης θέσης με κάποιους συντοπίτες, προς το νότο. Απέναντι μου ένα αγόρι σε ένταση, επιφυλακτικό, λίγο φοβισμένο αλλά αποφασισμένο, με ένα παχύ μουστάκι και λίγο μακριά μαλλιά, το οποίο στην προσπάθεια να τον κάνουμε να πάρει μέρος στη κουβέντα μας απαντούσε αμήχανα, σε κάτι ιταλικά μετά βίας κατανοητά.
Κρατούσε παράξενα ένα χέρι επάνω στον πήχη του αριστερού χεριού, σαν να ήθελε να κρύψει έναν τραυματισμό ή μια άσχημη ουλή. Τέλος αποκοιμήθηκε, και σιγά-σιγά το χέρι του σύρθηκε στο κάθισμα. Αυτό που κρατούσε προσεκτικά κρυμμένο ήταν ένα μεγάλο τατουάζ με το πεντάκτινο αστέρι και τη λέξη BR να δίνει έμφαση. Φτιαγμένο πρόχειρα, στο χέρι, στη φυλακή. Εκείνος ο νέος, αποφάσισα, ήταν το σημείο αναφοράς μου. Το άτομο για το οποίο θα ήθελα να συνεχίσω ν’ αγωνίζομαι.

https://www.carmillaonline.com/2008/09/25/manolo-morlacchi-la-fuga-in-av/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η φυγή προς τα εμπρός -La fuga in avanti

του Manolo Morlacchi

Morlacchi-LaFugaInAvanti.jpgManolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, ed. Agenzia X, pp. 216, € 15,00. Η φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει

La fuga in avanti Η φυγή προς τα εμπρός βγήκε στα βιβλιοπωλεία εδώ και λίγες ημέρες και υπάρχουν κάποιες παρατηρήσεις, προκλήσεις, ερωτήσεις, που εμφανίζονται κατ’ επανάληψη στις παρουσιάσεις  όπου συμμετέχω και στις κριτικές που μέχρι τώρα μπόρεσα να διαβάσω, ειδικότερα η αναφορά του Wu Ming 1 στην Nandropausa. Οπότε βεβαιώθηκα για την ανάγκη εμβάθυνσης κάποιων ζητημάτων γύρω απ’ το βιβλίο μου.

Κατά μήκος των σελίδων του La fuga in avanti περιγράφω αρκετές φορές με μεγάλη έμφαση και νοσταλγία το κλίμα μέσα στο οποίο πέρασα τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας και ενηλικίωσης, πάνω κάτω από το 1975 στο 1985. Αυτή η περιγραφή μπορεί να ξεσηκώσει κάποια ενόχληση ή αμηχανία μεταξύ εκείνων που έζησαν στην πρώτη σειρά εκείνη την πολιτική περίοδο και πλήρωσαν τις συνέπειες σκληρά. Αλλά η ανάγνωση μου είναι σκόπιμα προκλητική. Είναι η προσπάθεια να συσχετίσω τα ανθρώπινα και κοινωνικά χαρακτηριστικά αυτών που αποφάσισαν να οδηγηθούν στην σύγκρουση με το Κράτος, με τα ανθρώπινα και κοινωνικά προφίλ με τα οποία είμαστε συνηθισμένοι να ζούμε σήμερα. Είναι η προσπάθεια να δείξω πως, στο τέλος, αυτά τα ονόματα και επίθετα είναι τα ίδια όπως και τότε, πως δεν πρόκειται για προσωπικές βιογραφίες, αλλά συλλογικά γεγονότα, πολιτικές και επαναστατικές ευκαιρίες, πολύ υλικά ζητήματα. Είναι η προσπάθεια να παρέμβω επάνω στις κοινοτοπίες, τα κοινά στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία τα χρόνια ’70 υπήρξαν ένας σύγχρονος μεσαίωνας, μολυβένιος και σημαδεμένος από την ultraιδεολογία.
Oι αναμνήσεις μου περιγράφουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Στην γειτονιά μου, το Giambellino, στα χρόνια ’70, οι προλετάριοι ήταν με την μεριά των Ερυθρών Ταξιαρχιών, erano dalla parte delle Brigate Rosse. Είναι πολλές οι σχετικές μαρτυρίες. Όλοι γνώριζαν ποιοι ήταν οι παράνομοι, τύχαινε αυτούς τους παρανόμους να τους συναντάς να τρων και να πίνουν στις ταβέρνες και στους τόπους συνάντησης του Giambellino, στην Bersagliera ή στην Cooperativa, δίχως κανείς να έχει κάτι να πει  (και δεν επρόκειτο για φόβο). Στην Piazza Tirana οι BR πραγματοποίησαν κάποιες δημόσιες συγκεντρώσεις δίχως να παρέμβει η αστυνομία. Σε οροφές λαϊκών κατοικιών εμφανίζονταν συχνά κόκκινες σημαίες με το πεντάκτινο αστέρι. Οι ίδιοι οι στρατευμένοι στο PCI γνώριζαν ποιοι κρύβονταν πίσω από τις Brigate Rosse, αλλά στην χειρότερη των περιπτώσεων ζούσαν μαζί. Ο πατέρας μου ήταν τόσο δεμένος με την ιστορία του στο κόμμα ώστε, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, γράφτηκε στην Rifondazione Comunista, στην Κομουνιστική Επανίδρυση δηλαδή, και γιόρτασε την πρώτη νίκη του Prodi επί του Berlusconi!
Δεν έχω σίγουρα σκοπό να ξεχωρίσω την ιστορία των ρομαντικών ερυθρών Ταξιαρχιών της περιπέτειας, σε σχέση με την ιστορία  των αιματηρών μιλιταριστικών ερυθρών Ταξιαρχιών. Υπάρχει μια μοναδική ιστορία της ένοπλης πάλης στην Italia και ο πατέρας μου υπήρξε απόλυτα μέρος της από το 1970 μέχρι που βγήκε από την φυλακή το 1986.   Παρέμεινε αδιαπέραστος-αμετακίνητος σε κάθε προσπάθεια να ελαφρύνει την θέση του ως κρατούμενος, χωρίς να αναζητεί τις συντομεύσεις του διαχωρισμού ή την ατιμία της μετάνοιας. Τις κριτικές του και τις αμφιβολίες σχετικά με την Οργάνωση πάντα τις διατηρούσε για τους συντρόφους με τους οποίους μοιράζονταν την ίδια άκαμπτη αποστροφή για το αστικό σύστημα.
Αυτό που κίνησε εκείνα τα πρόσωπα του Giambellino και τους πολλούς που τα ακολούθησαν, ήταν μια ώθηση πολύ υλική που προέρχονταν από μακριά και δεν αντιπροσώπευε τον καρπό μιας επεξεργασίας πανεπιστημιακού σαλονιού. Σε αυτούς συνοψίζονταν πολλοί αγώνες : η Αντίσταση στον ναζιφασιμό, η πείνα που υπέφεραν στην διάρκεια και μετά τον πόλεμο, οι εργατικοί αγώνες στα εργοστάσια των χρόνων ’50, η ρήξη με το PCI και η υποστήριξη στην Κίνα, στο Βιετνάμ, στην Κούβα, στους αφρικανικούς αγώνες ενάντια στην αποικιοκρατία. Τέλος, το 1968 και η δύσκολη διαλεκτική με τους φοιτητές, “τους μελλοντικούς ηγέτες της Χώρας που είχαν την πρόθεση να οδηγούν τις πορείες”.
Ήταν αυτή η πρακτική τους συνέπεια, ακόμη και πριν από την πνευματική / ιδεολογική, που έκανε ιδιαίτερους εκείνους τους συντρόφους και συναρπαστική την παιδική μου ηλικία. Ήξερες ποιος βρισκόταν μπροστά σου. Ήξερες ότι εκείνους τους ανθρώπους τους έβρισκες να παίζουν ζάρια με τον υπόκοσμο στον σιδηροδρομικό σταθμό του San Cristoforo στην πλατεία Τirana, αλλά όταν χρειάζονταν περισσότερα επάνω σε αυτούς μπορούσες να στηριχθείς χωρίς αμφιβολία.
Αυτά τα συναισθήματα προσπάθησα να τα μεταφέρω μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, προσπαθώντας να αποφύγω κάθε επιφύλαξη. Το La fuga in avanti είναι ένα βιβλίο παρτιζάνικο που προτίθεται να βάλει μέσα στο αυλάκι των επαναστατικών αγώνων του περασμένου αιώνα την εμπειρία του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Το βιβλίο μου δεν έχει καμία ειρηνευτική πρόθεση. Είναι η προσπάθεια να κατανοήσουμε τα λάθη και τα επιτεύγματα αυτής της εμπειρίας ώστε τα συμπεράσματα να χρησιμοποιηθούν από όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η κοινωνία του κέρδους είναι ένα βδέλυγμα ενάντια του οποίου πρέπει να αγωνιζόμαστε.

Μια άλλη πτυχή που συχνά εμφανίζεται στις συζητήσεις γύρω από τη δεκαετία του ’70, είναι το θέμα της ειδικής νομοθεσίας και, γενικότερα, οι μορφές που η καταστολή ανέλαβε για να νικήσει τον ένοπλο αγώνα: επαναφορά των σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων των κρατουμένων και των οικογενειών τους, υπόγεια χρήση της θανατικής ποινής και ούτω καθεξής. Είναι συνήθεια μεγάλου μέρους της λιγότερο ή περισσότερο θεσμικής αριστεράς, να αντιμετωπίζει εκείνα τα γεγονότα και περιστατικά σαν να ήταν το αποτέλεσμα μιας συλλογικής τρέλας που μεγάλωσε μέσα στην μήτρα των δημοκρατικών θεσμών.
Σαν εκείνες οι κατασταλτικές επιλογές να ήταν ένα τέρας που ξέφυγε από το χέρι κάποιου και όχι το συγκεκριμένο προϊόν των μεθόδων με τις οποίες οι μηχανισμοί του Κράτους, οποιουδήποτε Κράτους, παρεμβαίνουν όταν η διαφωνία γίνεται επικίνδυνη. Σαν, σε σύγκριση με εκείνα τα χρόνια, να υπήρχαν σήμερα κατασταλτικές δυνατότητες λιγότερο κακές από ό, τι ήταν τότε. Θα έφτανε να διαβάσετε το θαυμάσιο βιβλίο του Emilio Quadrelli Απόδραση και εξεγέρσεις, Evasione e rivolte για να συνειδητοποιήσετε πόσο αυτό το είδος της ανάγνωσης, στην καλύτερη περίπτωση, είναι αφελές, απλοϊκό.
Εκείνοι που πολεμούν τον ιμπεριαλισμό με τα όπλα στο χέρι, χθες όπως και τώρα, γνωρίζουν τα εργαλεία με τα οποία η αστική τάξη είναι εξοπλισμένη για να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της. Είναι βελτιωμένα εργαλεία επάνω στο δέρμα εκείνων που πολέμησαν τον καπιταλισμό στην διάρκεια των επαναστατικών κύκλων τα τελευταία 150 χρόνια. Θεωρητικές εργασίες που βγήκαν από τα κεντρικά του τρόμου των ηνωμένων πολιτειών, του ισραήλ, της γαλλίας, βρετανίας, ιταλίας και που βρήκαν πρακτική εφαρμογή στα λατινοαμερικανικά σενάρια, μεσανατολικά, αφρικανικά, ινδοκινέζικα, στον αγώνα ενάντια στις μαχόμενες ευρωπαϊκές οργανώσεις και όλου του κόσμου. Σήμερα αυτά τα εγχειρίδια καταστολής βρίσκουν την πλανητική τους καθαγίαση και την σωστή ευελιξία για να ανταποκριθούν σε κάθε ποιοτική και ποσοτική αναγκαιότητα. Έτσι έχουμε την περίπτωση του Ιράκ, όπου contractor/πατριώτες ιταλοί φεύγουν για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου βιάζοντας γυναίκες και παιδάκια, και έχουμε αντιθέτως την περίπτωση της Γένοβας το 2001 όπου η αστυνομία μας περιορίζεται να δώσει τα διαπιστευτήρια της σε όσους πίστευαν ότι η μπουρζουαζία μιας δημοκρατικής χώρας χρησιμοποιεί διαφορετικά εργαλεία σε σχέση με αυτά που προορίζει για τις περιφέρειες του κόσμου. Να προσπαθούμε να τετραγωνίσουμε τον κύκλο επάνω σε αυτά τα θέματα γύρω από ένα τραπέζι και με την έγκριση των θεσμικών οργάνων είναι, για να χρησιμοποιήσουμε μια ευγενική έκφραση, αδύνατο. Εκτός αν νομίζετε ότι υπάρχει μια διχοτομία μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των συμφερόντων του κεφαλαίου.

Στο βιβλίο μου έχει επίσης επικριθεί το γεγονός πως δεν σέβεται τον πόνο των θυμάτων εκείνων των χρόνων. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Σέβομαι αυτό τον πόνο, αποφεύγοντας να μιλήσω γι ‘αυτόν. Δεν είναι ένα απλό escamotage, τέχνασμα, αλλά η βαθιά πεποίθηση ότι δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να εισέλθω σε έναν πόνο που δεν είναι δικός μου. Νομίζω ότι ο σεβασμός είναι μια κατηγορία που μερικές φορές προκαλείται από τους νικητές, όταν οι ηττημένοι δεν ζητούν «συγνώμη». Όλοι θρηνούν τους νεκρούς τους όπως το επιθυμούν. Έχω μεγάλο σεβασμό για τον ανθρώπινο πόνο που προκαλείται από τη βία, είτε επαναστατική είτε κατασταλτική. Πολύ πιο σημαντικό είναι να πούμε ότι αυτό το σεβασμό τον είχε ο πατέρας μου, η μητέρα μου και οι πολλοί σύντροφοι τους. Ανέφερα σκόπιμα στις σελίδες της Φυγής προς τα εμπρός- La fuga in avanti ένα βήμα από το Δίχως ανακωχή-Senza tregua, όταν ο διοικητής Visone βρίσκεται μπροστά στους νεκρούς του Piazzale Loreto και παρατηρεί τα πρόσωπα ευτυχισμένα και χαμογελαστά των φασιστών: «Συνειδητοποίησα εκείνη τη στιγμή πόσο μεγάλη ήταν η απόσταση που με χώριζε από τους εχθρούς μου. Εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να γελάσω μπροστά στα πτώμα του εχθρού μου. Πολύ μεγάλο ήταν το βάρος που κουβαλούσα στους ώμους μου για αυτούς τους θανάτους «.

Θέλησα να διηγηθώ μια ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών χωρίς να θαφτώ στις πτυχώσεις της Επίσημης Ιστορίας. Δεν ενδιαφέρθηκα για τα διάφορα στάδια και τις διαφορετικές ψυχές του ένοπλου αγώνα: ένοπλη προπαγάνδα, μιλιταριστική πτέρυγα, κινηματική πτέρυγα, πρώτη και δεύτερη θέση, pg, pcc, ucc κλπ . Όχι γιατί είναι ασήμαντα θέματα, αλλά επειδή δεν χρειάζονται για να περιγράψουν όλη την ιστορία της πιο σημαντικής ιταλικής ένοπλης οργάνωσης.
Έτσι όπως είναι άχρηστο να προσπαθήσουμε να την χρωματίσουμε (εκτός αν πρόκειται για μια εκ νέου ανάγνωση συμφεροντολογική) εξιστορώντας τις ασχήμιες και τις εκτροπές που συνέβησαν κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Οι στραγγαλισμοί στην φυλακή αγωνιστών οι οποίοι είχαν κάνει ομολογίες κάτω από βασανιστήρια, οι δολοφονίες για να διαδοθεί ένα φυλλάδιο, κ.λπ. κ.λπ. Η κατηγορία της βίας, σε ανάγνωση με απόλυτους όρους, κατά παρεκβολή και με ακραίο τρόπο, θα περιέγραφε το εσφαλμένο της ένοπλης επιλογής. Παίρνει τη μορφή ενός πνευματικού τεχνάσματος ώστε να κάνει όλους να συμφωνήσουν. Μα που βρίσκονταν η βία εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία; Ήταν το προϊόν μιας ομάδας τρελών που το είχαν σκάσει από κάποιο ψυχιατρείο, ή ήταν το αποτέλεσμα της κοινωνικής σύγκρουσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη;  Εάν θέταμε σε ανταγωνισμό την επαναστατική βία με εκείνην της καταπίεσης,  ε λοιπόν θα κέρδιζε με μεγάλη απόσπαση εκείνη που προκλήθηκε από τις σφαγές του Κράτους, από τα νομιμοποιημένα βασανιστήρια, από τις δολοφονίες που πραγματοποιήθηκαν στους δρόμους και τις πλατείες, στις φυλακές, από τους σφαγιασμούς που διαπράχθηκαν από τον ιμπεριαλισμό σε όλο τον κόσμο. Αλλά είναι άχρηστη αυτή η επιχείρηση, εκτός εάν, επαναλαμβάνω, αυτή είναι μια πολιτική επιχείρηση. Αλλά τότε μπαίνουμε σε έναν άλλο χώρο. Είναι όπως όταν σήμερα μας κάνουν να βλέπουμε παντού τους δολοφόνους της Αλ Κάιντα, αλλά προσέχουν πολύ από το να δημοσιεύουν τα “ηρωικά κατορθώματα” των στρατιωτών και των μισθοφόρων μας στους οίκους ανοχής της Καμπούλ, στα χωριά του Κοσσυφοπεδίου, κατά μήκος των δρόμων του Ιράκ.
Ο πατέρας και η μητέρα μου στάθηκαν πάντα κριτικοί και μακρινοί σε σχέση με ορισμένες εκτροπές που συνδέονται με την ήττα που διαφαίνονταν επί της οργάνωσης, όπως επίσης αφηγούμαι με μαρτυρίες στο βιβλίο μου. Αλλά όλα αυτά λίγη σημασία έχουν στη συνολική αξιολόγηση. Σήμερα οι BR δεν υπάρχουν πια. Αλλά η βία η καταπίεση και η καταστολή αυξάνουν γεωμετρικά. Είναι από αυτή την παραδοχή, από ότι συμβαίνει σήμερα, που πρέπει να αρχίσουμε να ξαναδιαβάζουμε εκείνα τα επεισόδια.
Βιβλία για τις ΕΤ έχουμε δεκάδες. Η βία, διαβασμένη με μονόπλευρο τρόπο, παραμένει το κύριο εργαλείο για να περιγραφεί εκείνη η εμπειρία. Ασυνάρτητη, ανιστόρητη, διανοουμενίστικη, είναι μια ανάγνωση που χρησιμεύει μόνο για να πιστοποιήσει την ιστορία που έγραψαν οι νικητές. Εγώ αντιθέτως προσπάθησα να την γράψω από την οπτική των ηττημένων, ηττημένων, που όμως δεν παραδόθηκαν, δεν το έβαλαν κάτω, δεν τα παράτησαν – sconfitti, ma non arresi.

https://www.carmillaonline.com/2008/01/03/la-fuga-in-avanti/

διεθνισμός, internazionalismo

Συνέντευξη στον Emory Douglas: τέχνη, Black Panthers και ζαπατισμός

των Martino Sacchi και Alessandro Peregalli

zapantera-neraΣήμερα, 15 oκτωβρίου 2016, είναι η επέτειος των 50 χρόνων από την γέννηση, στο Oakland, California, του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων, del Partito delle Pantere Nere.

Τον Δεκέμβρη του 2013 είχαμε συναντήσει στο San Cristobal de las Casas, Chiapas, τον Emory Douglas, Υπουργό Πολιτισμού του Black Panther Party μέχρι την διάλυση του κινήματος. Όπως κι εμείς, ο Douglas ήταν ένας από τους πέντε χιλιάδες φοιτητές που θα είχαν πάρει μέρος στο ζαπατιστικό σχολείο, στην escuelita zapatista: στιγμή κατά την οποίαν οι ζαπατιστικές κοινότητες του νοτιοανατολικού Μεξικού άνοιξαν τα σπίτια τους για να φιλοξενήσουν ακτιβίστριες και ακτιβιστές απ’ όλο τον κόσμο και να παρουσιάσουν τις διαδρομές αυτονομίας που προωθούσαν μέσα στα πάνω από είκοσι χρόνια αγώνα. Λίγους μήνες αργότερα είχαμε την δυνατότητα να τον συναντήσουμε εκ νέου στο σπίτι του στην περιφέρεια του San Francisco, και του κάναμε αυτή την συνέντευξη, που υπήρξε κυρίως μια κουβεντούλα γύρω από την βιογραφία του σαν αγωνιστή, καλλιτέχνη, διεθνιστή. Σαν καλός σύντροφος, αφροαμερικανός, κληρονόμος μιας παράδοσης αγώνα που περισσότερο από ποτέ είχε αναπτυχθεί μέσα από γραμμές μετακινήσεων και φευγιού, μετατοπίσεις, εκτοπίσεις και εξόδους (από το μεσαίο πέρασμα του Ατλαντικού, dal middle passage atlantico στις εμπειρίες ενάντια στην δουλεία της ξενοφοβίας ), δεν μας εξέπληξε η φυσική ικανότητά του να συσχετίσει διαφορετικές αντιστάσεις και αγώνες σε διαφορετικά θέματα και συγκυρίες όπως του Όκλαντ στη δεκαετία του ’60 και του ’70, και τα βουνά και το αυτόχθονο δάσος του νοτιοανατολικού Μεξικού σήμερα. Από τις άμεσες περιγραφές ενός καλλιτέχνη του δρόμου όπως ο Emory Douglas, μπορούμε να εντοπίσουμε εκείνα τα επαναστατικά πολιτικά κυκλώματα που συνέδεσαν τους Μαύρους Πάνθηρες στην Κίνα του Μάο, τις σελίδες του Φανόν και τα απελευθερωτικά κινήματα στην Αγκόλα. Στην τέχνη του Douglas τέμνονται αυτές οι διεθνικές τροχιές, από την τέχνη της Πολιτιστικής Επανάστασης, στις αφίσες για τη Διάσκεψη Tricontinental της Κούβας το 1966, μέχρι το έργο «Zapantera Negra» που ξεκίνησε το 2012 για τη στήριξη του αγώνα στην Τσιάπας.

Mάϊος 2014, San Francisco: Είσαι πρώτα απ ‘όλα ένας καλλιτέχνης όσο και ένας πολιτικός ακτιβιστής. Κανένα από αυτά τα συστατικά μπορεί να θεωρηθεί ως χωριστό από τα άλλα. Ξεκινώντας από την προσωπική σου πορεία μέσα από τα κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και του ’70, με τι τρόπο αυτές οι δύο όψεις της τέχνης και του πολιτικού ακτιβισμού διασταυρώθηκαν;

Αυτές οι δυο συνιστώσες συναντήθηκαν στην συμμετοχή μου στο Black Arts Movement, πριν από τους Μαύρους Πάνθηρες. Ήταν ένα ευρύτατο κίνημα στην Δυτική Ακτή, nella West Coast, στην Ανατολική Ακτή και λιγάκι στο Νότο, όπου συνάντησα τον Amiri Baraka (LeRoi Jones) κι άρχισα να κάνω τον υποβολέα για τα θεατρικά έργα του ενώ παρακολουθούσα το San Francisco Community College. Την ίδια περίοδο – ήταν ο ιανουάριος του 1967 – κάποιοι νεαροί ακτιβιστές οργάνωναν μια συνάντηση με ευκαιρία την άφιξη του Malcom X στην Bay Area: αυτοί ήξεραν πως ήμουν μέρος του Black Arts Movement και μου ζήτησαν να κάνω τα γραφικά για την πρωτοβουλία. Όταν στη συνέχεια βρέθηκα στην συνάντηση μου είπαν πως κάποιοι αδελφοί έφταναν για να οργανώσουν μια συνέλευση γύρω από την αυτοάμυνα και την ασφάλεια. Πήγα εκεί και βρέθηκα για πρώτη φορά με τον Bobby Seale; αυτό λοιπόν συνέβη πολύ πριν αυτός μου ζητήσει να ενωθώ στο Black Panther Party. Έβαλε στο χέρι μου ένα εισιτήριο λεωφορείου – δεν είχα αυτοκίνητο – και με προσκάλεσε σπίτι του όπου πολύς κόσμος ζούσε σε κοινότητα. Τέλος πάντων η γραφική εργασία για τον Malcom X υπήρξε η πρώτη μου πολιτική συμμετοχή σαν καλλιτέχνης. Τον Μάϊο πάντα του ’67 έκανα το πρώτο εξώφυλλο ενός tabloid, εργαζόμενος πολύ επάνω στα γραφικά για τα περιοδικά. Ήταν μια περίοδος  κατά την οποίαν η τέχνη άρχιζε να γίνεται αντιληπτή σαν μια αντανάκλαση της πολιτικής, μα ήταν επίσης και κάτι ξεχωριστό από το Black Panther Party. Πρακτικά σε εκείνη την δουλειά τοποθέτησα μια σειρά από τεχνικές που απέκτησα όταν βρισκόμουν στο City College βασισμένες στο εμπορικό στυλ που συνήθως χρησιμοποιείται για τους χαρτοφύλακες, εκείνους που χρησιμοποιείς όταν ψάχνεις δουλειά. Όταν μετά μπήκα στους Μαύρους Πάνθηρες ανέπτυξα ένα πιο ελεύθερο στυλ, εμπνευσμένο από τα Δέκα Σημεία του προγράμματος και απ’ την γραμμή μας, και οι Bobby Seale και Huey Newton μου άφησαν πλήρη αυτονομία. Ήταν εκεί που η τέχνη έγινε για εμένα μια αντανάκλαση αυτού που συνέβαινε στον κόσμο σε ένα επίπεδο τοπικό, εθνικό και διεθνές.

Ποιες καλλιτεχνικές και πολιτικές εμπειρίες έχουν συμβάλει στην ανάπτυξη αυτού του νέου στυλ για το οποίο μιλάς;

Μεγάλο μέρος από τις πολιτικές επιρροές προέρχονταν από την Κούβα. Οι OSPAAAL [Organization of Solidarity for People of Asia, Africa and Latin America], παρήγαγαν πάρα πολλά poster σε αλληλεγγύη με τους παγκόσμιους αγώνες. Μπορείτε να τα βρείτε online σήμερα, είναι χιλιάδες poster, και βρίσκονταν στη ρίζα μέρους της καλλιτεχνικής δουλειάς που έφτιαξα. Στην συνέχεια επηρεάστηκα πολύ από την τέχνη που έρχονταν από το Vietnam, από την κινεζική και ρωσική κάθε τόσο, έτσι όπως και από τις δουλειές που προήλθαν από το κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ εδώ, στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ποιος ήταν ο ρόλος σου μέσα στο Black Panther Party; Πως συνδέονταν οι καλλιτεχνικές στρατηγικές με την μαχητική στράτευση στο κόμμα;

Αρχικά μου δόθηκε ο τίτλος του “revolutionary artist” κι εργαζόμουν κυρίως στην εφημερίδα. Χέρι χέρι που το κόμμα άρχισε να μεγαλώνει προικίστηκε με μια δομή για να συγκεντρώσει τα άτομα που ενώνονταν και ήθελαν να συνεισφέρουν. Έτσι σχηματίστηκαν τα υπουργεία κι εγώ έγινα Υπουργός πολιτισμού, με το καθήκον να συντονίζω όλες τις πρωτοβουλίες που έλκονταν γύρω από αυτό τον τομέα, από πανό και αφίσες, στις επαφές για την συγκέντρωση κεφαλαίων. ο Santana για παράδειγμα ήταν ο πρώτος που συμμετείχε, πολύ πριν γίνει γνωστός, μετά οι Jerry Garcia, The Greatful Dead, John Lee Hooker, άνθρωποι όλων των ειδών στη διάρκεια των χρόνων. Να, εκείνα ήταν μέρος των ευθυνών μας. Ήταν ουσιαστικά να διδάξουμε πράγματα ο ένας στον άλλον, να μοιραστούμε ικανότητες, να υποδεχθούμε νέα μέλη. Στο πλαίσιο αυτό, υπήρχαν και μαθήματα πολιτικών επιστημών, πολιτικής έρευνας όσο εξελισσόμασταν σε διάφορες συλλογικότητες και κολεκτίβες.

Εκτός από αυτά υπήρχε η πολιτική καθημερινή δουλειά: να πουλάμε εφημερίδες, να συμμετέχουμε επαγρυπνώντας για την αστυνομία (copwatching) με τις ομάδες αυτοάμυνας στις γειτονιές, και πάει λέγοντας.

Υπό το φως μιας εμπειρίας όπως εκείνη της αυτονομίας Zapatista, στην οποίαν πλησίασες πρόσφατα, μπορείς να μας περιγράψεις τα κύρια χαρακτηριστικά της πολιτικής πρακτικής του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων;

Υπάρχουν σίγουρα δυνατές διαφορές σε επίπεδο πλαισίου, σε επίπεδο συγκυρίας. Oakland είναι μια πόλη στην οποίαν προσπαθούσαμε να αμυνθούμε και να οδηγήσουμε έναν αγώνα αυτοδιάθεσης. Στο δάσος είναι όλα διαφορετικά, ένα άλλο πράγμα, είναι ένα έδαφος, ένα διαφορετικό επίπεδο.

Σε ιδεολογικό επίπεδο το Black Panther Party εμπνέονταν από τον μαρξισμό και τον λενινισμό, αν και επεξεργαστήκαμε μια δική μας ιδεολογία, ψάχνοντας αυθεντικούς τρόπους σύνδεσης με τους παγκόσμιους αγώνες. Βέβαια διαβάζαμε τα πάντα, μας είχε ζητηθεί, και κάποιοι στο κόμμα ήταν μαρξιστές, μα άλλοι, όπως εγώ για παράδειγμα, δεν είχαμε απολύτως καμία ιδέα για οτιδήποτε όταν μπήκαμε. Οπότε δεν ήταν τόσο απαραίτητο να αντιμετωπίσουμε θέματα πνευματικά, διανοητικής φύσεως, αλλά να τα αποσυνθέσουμε, να τα διασπάσουμε σε μια κοινή γλώσσα. Αυτή ήταν η ιδιοφυία των Μαύρων Πανθήρων, ειδικότερα του Bobby Seale που ήταν ο πιο διανοούμενος, ένας μεγάλος επικοινωνιακός, ενώ ο Eldridge Cleaver ήταν περισσότερο επικεντρωμένος στην καθημερινή στράτευση, αν και ήταν και οι δυο πολύ σεβαστοί, ήταν ικανοί να επικοινωνούν και μέσα στο ίδιο το κόμμα. Πολλοί Πάνθηρες ήταν νεότατοι, εγώ μπήκα στα 21 μου χρόνια αλλά υπήρχαν στελέχη ανάμεσα στα 16 και τα 19 χρόνια. ο Bobby Seale ήταν 30 χρονών και θεωρούνταν μεγάλος, γέρος. Ο Fred Hampton ήταν 21 χρόνων, αλλά δραστηριοποιούνταν ήδη στους youngster πριν εισέλθει στις Pantere Nere. Σκοτώθηκε το 1969 όταν η καταστολή έγινε βαρύτερη κι όταν άλλοι δυο πάνθηρες, ο Bunchy Carter και ο John Huggins, δολοφονήθηκαν στο campus του πανεπιστημίου του Los Angeles. Λίγο μετά την δολοφονία του Fred Hampton υπήρξε μια ανταλλαγή πυροβολισμών επί πολλές ώρες μεταξύ της αστυνομίας και της ενότητας του Los Angeles του Black Panther Party. Άρχισαν να διεισδύουν πράκτορες προβοκάτορες στις Pantere Nere, πραγματικές παραστρατιωτικές επιθέσεις, όπως περίπου κάνουν σήμερα με τους ζαπατίστας. Το COINTELPRO [programma di controspionaggio, πρόγραμμα αντικατασκοπίας του FBI] διέδιδε και κυκλοφορούσε ψευδείς δηλώσεις για να θέσει τους μεν ενάντια στους άλλους, για να μαλώνουμε μεταξύ μας δηλαδή.

Όσον αφορά την πολιτική πρακτική, προωθούσαμε την αυτοοργάνωση ξεκινώντας από τις πρωταρχικές ανάγκες, όπως η ιατρική φροντίδα ή το breakfast program: δείχναμε τις αντιθέσεις σχετικά με όσα η κυβέρνηση δεν έκανε. Το πρώτο breakfast program έγινε στην εκκλησία του West Oakland και σύντομα το σχέδιο διαδόθηκε σε πολλές πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών: Πάνθηρες που σηκώνονταν στις 4 το πρωί για να ετοιμάσουν το πρωινό στα παιδάκια της συνοικίας πριν πάνε στο σχολείο. Γύρω από εμάς υπήρχε αλληλεγγύη για παράδειγμα από πλευράς πολλών καταστηματαρχών, αλλά και μεγάλος εκφοβισμός και διάφορες υποσχέσεις διευκολύνσεων σε όσους δεν συνεργάζονταν μαζί μας. Μια φορά, για παράδειγμα, η αστυνομία έστειλε ένα ψεύτικο γράμμα απειλητικό, που φαινομενικά υπογράφονταν από τον Huey Newton, σε έναν επιχειρηματία που χρηματοδοτούσε το σχέδιο.

Είσαι ανάμεσα στους πρωταγωνιστές αυτής της μακράς πολιτικής αφροαμερικανικής διαδρομής και πιο πρόσφατα πήρες μέρος στα δίκτυα αλληλεγγύης με το ζαπατιστικό μεξικάνικο κίνημα. Ποια πολιτική και βιογραφική σύνδεση υπάρχει ανάμεσα σε αυτές τις δυο  εμπειρίες;

Εμείς πάντοτε υπήρξαμε διεθνιστές. Είχαμε συντρόφους στο βόρειο Βιετνάμ. Είχαμε συντρόφους στην Βόρεια Κορέα, συντρόφους που βρήκαν άσυλο στην Αλγερία το 1969. Ήμασταν καλεσμένοι να μιλήσουμε σε ολόκληρο τον κόσμο σε υποστήριξη των κινημάτων αλληλεγγύης και αντίστασης ενάντια στους πολέμους. Ο Bobby Seale και οι άλλοι Πάνθηρες ταξίδευαν πολύ. Κι εδώ στις USA βρισκόμασταν σε επαφή με διάφορους αγώνες επάνω στην ράτσα: υπήρχαν οι Young Lords πορτορικάνοι, οι ασιάτες Red Guards, τα κινήματα τσικάνος. Ήμασταν σε επαφή με τους συνεχείς αγώνες στην Λατινική Αμερική, θυμηθείτε την Ολυμπιάδα της Πόλης του Μεξικού του 1968 όταν υπήρξε η σφαγή των φοιτητών στο Tlatelolco. Γι αυτό όταν ο Caleb Duarte, ένας νεαρός καλλιτέχνης που είχα συναντήσει πέντε ή έξι χρόνια νωρίτερα και είχε ανοίξει ένα καλλιτεχνικό κέντρο στο San Cristobal, στα Chiapas, μου ζήτησε να πάω στα νότια του Μεξικού σαν artist in residency, ανταποκρίθηκα, η ιδέα ήταν να δείξει πως οι αισθητικές στρατηγικές είχαν εμπνεύσει τις διαδρομές αυτοδιάθεσης αμφοτέρων των κινημάτων, ζαπατιστικού και αφροαμερικανικού. Έτσι γεννήθηκε ο σχεδιασμός του έργου Zapantera Negra, που δρα ακόμη και σήμερα. Ο Caleb γνώριζε διάφορους ζαπατίστας και είχε επαφές στα Caracoles και κατάφερε να οργανώσει την συνεισφορά μας στις κοινότητες υπό μορφήν murales, τοιχογραφιών και ζωγραφικής. Ήταν πολύ όμορφο, πολλοί νέοι από την περιοχή πήραν μέρος δραστικά, εγώ δυστυχώς δεν μιλώ ισπανικά αλλά μπορούσα να αισθανθώ τις δονήσεις και τον ενθουσιασμό. Στην αρχή πρόθεση μας ήταν να πάμε εκεί κάτω να συναντήσουμε ανθρώπους, και κατά  μια έννοια ήταν να κάνουμε κάτι του οποίου πάντοτε ήμουν κομμάτι, δηλαδή να μεταφέρουμε αλληλεγγύη. Το 2012 μου ζήτησαν να κάνω μια παρουσίαση του τόμου μου με τους Μαύρους Πάνθηρες, και ήταν παρούσες ομάδες αλληλέγγυες απ’ όλο τον κόσμο. Έμεινα εκεί ένα μήνα, ήταν τιμή μου να πάω εκεί να γνωρίσω εκείνη την πραγματικότητα με τα μάτια μου. Από την Bay Area πολύς κόσμος κατέβηκε στα Chiapas στην διάρκεια των χρόνων, μα εκείνη την περίοδο έξω από κάποιες επιτροπές αλληλεγγύης λίγοι άνθρωποι ακολουθούσαν αυτό που συνέβαινε στο Μεξικό. Και τέλος επέστρεψα αυτή την χρονιά [Δεκέμβρης 2013] για την ζαπατιστική Escuelita, το ζαπατιστικό Σχολείο όταν και συναντηθήκαμε.

Μίλησε μας για την εμπειρία σου στην escuelita…

Εγώ βρισκόμουν στο Caracol της Morelia. Ο votàn μου [φύλακας, προσωπικός οδηγός του καθενός μαθητού ή μαθήτριας της escuelita στην διάρκεια της παραμονής στις κοινότητες] ήταν ένας νεαρός zapatista δεκατριών ετών. Εγώ δεν μιλούσα ισπανικά κι αυτός δεν μιλούσε αγγλικά, αλλά μας είπαν πως θα τα καταφέρναμε. Φθάσαμε στο Caracol ύστερα από 7 ώρες στο πούλμαν κι όλοι οι ζαπατίστες ήταν εκεί για να μας υποδεχτούν. Η συλλογικότητα όπου βρισκόμασταν εμείς απείχε μισή ώρα δρόμου από το Caracol και ήταν μικτή, κάποιο ήταν ζαπατίστες και άλλοι όχι. Εμείς δουλεύαμε κάθε μέρα στα κοινά εδάφη. Ήταν κάτι απλό, με το χωμάτινο πάτωμα και το ντους έξω, στην πλευρά του κοντινού βουνού κι όπου μεγάλωνε τμήμα του σιταριού. Το νους σχηματίζονταν από ένα σωλήνα που αντλούσε νερό και πλενόσουν μες τη λάσπη, έξω [γελά], με ένα πλαστικό φύλλο τεντωμένο μεταξύ των δένδρων. Και όταν έπρεπε να πας στο μπάνιο έπρεπε να κάνεις τον γύρο του λόφου προσέχοντας να μην γλιστρήσεις στη λάσπη. Τρώγαμε κυρίως φασόλια και ρύζι κι εκείνο το ποτό από καλαμπόκι ζεσταμένο [αυτό που στο Μεξικό ονομάζουν pozole]. Βροχή τη νύχτα και ήλιος την μέρα, αυτοί βάδιζαν ήσυχα, εγώ θα έπεσα έξι φορές [γελάride] ή για να υπερπηδήσω ένα ποταμάκι έπρεπε να συγκεντρωθώ πάρα πολύ [γελά]. Oh… είναι ένας κόσμος διαφορετικός, φιλικός.

https://www.carmillaonline.com/2016/10/15/intervista-emory-douglas-arte-black-panthers-zapatismo/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Από κοινωνικός αντάρτης κομμουνιστής αγωνιστής, χωρίς να χάσει την τρυφερότητα – Da ribelle sociale a militante comunista, senza perdere la tenerezza

του Fiorenzo Angoscini

annaPasquale Abatangelo, Correvo pensando ad Anna. Una storia degli anni settanta, Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα. Μια ιστορία των χρόνων εβδομήντα, Edizioni Εκδόσεις Dea, Firenze 2017, σελ. 325, € 16,00

Παραφράζοντας τον Bertolt Brecht, και ίσως να βιάσουμε λιγάκι κάποια ερμηνεία του, στέκεται σαφές ότι «ο κομμουνισμός είναι ένα απλό πράγμα, δύσκολο να το κάνεις ’,1 θεώρηση κατάλληλη στην διήγηση της ιστορίας-εμπειρίας ζωής του Pasquale Abatangelo που καταλήγει, επίσης, να συμπίπτει με την ιστορία της γέννησης, της μικρής διάρκειας και της καθοδικής παραβολής των Ενόπλων Προλεταριακών Πυρήνων.

Είναι η ιστορία ενός «επιστρέφοντος μετανάστη», του οποίου οι παππούδες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την χώρα τους για να παν στην Ελλάδα λόγω της φτώχειας που διανέμονταν ελεύθερα από την μοναρχία των Savoy, ενώ οι γονείς (που γεννήθηκαν στην Πάτρα) υπήρξαν μεταξύ των πολλών θυμάτων ενός εγκληματικού καθεστώτος, αποικιοκρατικού αλλά κουρελιάρικου συγχρόνως, με ευνουχισμένες αυτοκρατορικές φιλοδοξίες.
Έτσι, οι ιταλοί της Ελλάδας, gli skylofraghi- οι σκυλόφραγκοι: ‘cani italiani’, »ιταλικά σκυλιά», χρειάστηκε να εγκαταλείψουν την ελληνική χερσόνησο, μιας και “ Είκοσι χρόνια επιθετικής πολιτικής του φασισμού, η κατάληψη της χώρας και η συμμαχία με τους Ναζί, δεν άφηνε περιθώρια για πολλές διακρίσεις … Η ενοχή της πατρίδας καταγωγής στιγμάτιζε κάθε άνδρα και γυναίκα ιταλικής προέλευσης. Λόγω του φασισμού, αυτοί οι άνθρωποι έχασαν την αξιοπρέπεια του πολίτη, και σύντομα τα σπίτια και κάθε περιουσιακό στοιχείο που κατείχαν”.

Είναι εντυπωσιακό να εξακριβώνουμε, ακόμα περισσότερο στην επιλήσμονα Ιταλία του σήμερα που επικαλύπτει με επιθετικά επίθετα τους μετανάστες, πως η περιφρόνηση, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός εις βάρος των ιταλών μεταναστών ήταν κοινές και σε άλλες δυτικές χώρες: στην Ελλάδα ήταν »ιταλικά σκυλιά», στο Βέλγιο, όταν οι συμπατριώτες μας πήγαιναν να »γεμίσουν αέρια» στα ορυχεία της Βαλλονίας, στις βιτρίνες των μπαρ, καταστημάτων και δημόσιων ιδρυμάτων και υπηρεσιών, ξεχώριζαν πλακάτ που έγραφαν: ‘απαγορεύεται η είσοδος σε σκύλους και ιταλούς’ . Πάντα στο τεχνητό βελγικό κράτος, αλλά και σε αυτή την πολύ πολιτισμένη Ελβετία, χρησιμοποιούσαν την απόστροφο με ένα προσβλητικό «ιταλοί, cìngali» (τσιγγάνοι). Προσθέτοντας, σε αυτή την περίπτωση, την φυλετική διάκριση σε αυτή την εθνική.

 

Η οικογένεια Abatangelo, με καταγωγή από την Puglia, με αυτό τον τρόπο αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Italia.
Αποβιβάστηκαν στο Bari, μετακόμισαν στην Bologna “σε ένα εμπορικό τρένο επάνω που χρησιμοποιούνταν για την μεταφορά ζώων…βρήκαν καταφύγιο σαν τα ζώα μέσα στους στάβλους για άλογα ενός στρατιωτικού στρατοπέδου…ύστερα από έξι μήνες παραμονής στην Bologna σε εκείνες τις συνθήκες, έλαβε χώρα μια νέα μετακίνηση…προορισμός ήταν η Firenze, σε ένα παλιό στρατόπεδο που δεν χρησιμοποιούνταν πλέον και είχε μετατραπεί σε κέντρο προσφύγων”.
Η οικογένεια Abatangelo, που στην αρχή αποτελούνταν από οκτώ άτομα, στην οποίαν προστέθηκαν οι Nicola και Pasquale (που γεννήθηκαν αντίστοιχα το 1947 και το 1950, στην Φλωρεντία ), υποχρεώθηκε να ζει για τουλάχιστον (1946-1956) μέσα σε μια κάμαρα “σε συγκατοίκηση με άλλες έξι οικογένειες, σε ένα σύνολο πενήντα ανθρώπων”.

Επιτέλους οι Abatangelo, το 1956, μετακομίζουν  “στις νέες λαϊκές κατοικίες που είχαν επ ευκαιρίας χτιστεί για τους πρόσφυγες…ήταν διαμερίσματα των σαρανταπέντε τετραγωνικών μέτρων χωρισμένων σε τρία δωμάτια, συν το μπάνιο…σε εμάς που ήμασταν δέκα έδωσαν δυο διαμερίσματα στον ίδιο όροφο, που συγκοινωνούσαν με μια μικρή ταράτσα”. Αληθινά «το ελάχιστο δυνατό», αν και δεν βρισκόμασταν πλέον σε κατάσταση στρατιωτικού στρατωνισμού. Η εξαθλίωση, ανάγκασε το καλοκαίρι του 1957 την ιταλο-ελληνική οικογένεια να στείλει τον Pasquale σε ίδρυμα, στην Casa Pia del Lavoro της οδού Montedomini, όπου βρισκόταν ήδη ο Nicola.

Το οίκημα ήταν πολύ μεγάλο και φιλοξενούσε, αν μπορώ να το πω έτσι, παιδάκια, εφήβους, νεαρούς ενήλικες, ηλικιωμένους και γέρους σε αρκετά κακή κατάσταση, συχνά άρρωστους και κοντά στο θάνατο. Μέσα σε αυτό το θλιβερό περιβάλλον συγκατοικούσαν παιδιά του κανενός που προέρχονταν από ορφανοτροφεία, παιδιά ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, και συντρίμμια στο τέλος της κούρσας, που είχαν απλά εγκαταλειφθεί στην τύχη τους. Με λίγα λόγια, όλοι οι απόβλητοι”. Προθάλαμος της φυλακής για τους νέους, του νεκροταφείου για τους ηλικιωμένους. Αυτή η δραματική, ανήμπορη αλλά ρεαλιστική μαρτυρία του συγγραφέα που, σε αυτό το «προαύλιο της κολάσεως», εξακολουθεί να παραμένει για να τελειώσει το γυμνάσιο, σχεδόν στα δεκαέξι του.

Και πριν ακόμη κλείσει τα δεκαέξι, ο Pasquale, υφίσταται την πρώτη σύλληψη (μαζί με τον Nicola και έναν ξάδελφο) με κράτηση σε φυλακές ανηλίκων. Η σύλληψη, την οποία θεωρεί άδικη, αβάσιμη, συνέπεια πρακτικών χειραγωγημένων, τον πείθει όλο και περισσότερο ότι δεν θέλει να εισέλθει »στον κύκλο της κόπωσης και της κοινωνικής πειθαρχίας ‘’.
Εν μέσω όλων αυτών των απότομων και ξαφνικών αναταραχών-ανατροπών συναντά την Άννα, την αγάπη του. Και μιλά για την εξέλιξη της σύνθετης και πολύπλοκης ζωής τους (βιαστικές εξαφανίσεις, συλλήψεις, αποδράσεις, παρανομία, πολιτική στράτευση, ειδικές φυλακές με ταραχές και εξεγέρσεις, ξυλοδαρμούς, απομόνωση, απαγόρευση συνομιλιών και συναντήσεων στις φυλακές μετά από ημέρες ταξιδιού και διασχισμένα χιλιόμετρα, ή μόνο μέσω ενδοεπικοινωνίας,διαχωρισμένοι, αυτή και πολύ συχνά και τα παιδιά, από ένα γυάλινο τοίχο), αλλά σταθερή σχέση, η οποία διέσχισε σχεδόν μισό αιώνα. Περιγράφει τα συναισθήματα, τα αισθήματα, την οργή και τον πόνο τους.

Έξω από τον φράκτη του καθωσπρεπισμού κάνει τις πρώτες κλοπές και ληστείες προς όφελος »και προσωπική του χρήση». Συλλαμβάνεται, συναντά στην φυλακή έναν αγωνιστή της επαναστατικής αριστεράς, τον Luca Mantini, φιορεντίνο στρατευμένο στη Lotta Continua, Συνεχής Αγώνας, που τον ‘βοηθά’ να πάει ακόμη παραπέρα, να παντρέψει την ανταρσία και την εξέγερση με τον αγώνα και να μοιραστούν τα αυθεντικά ιδανικά της αλληλεγγύης, ισότητας και δικαιοσύνης.

Μαζί με τον Mantini ο οποίος, εγκαταλείπει την LC και συστήνει την Επιτροπή, Comitato George Jackson, οργανώνοντας πρωτοβουλίες υποστήριξης στους φυλακισμένους,  αρχίζει να εντοπίζει σαν ‘συνένοχη’ εκείνη την πλούσια πλευρά περιθωριακού προλεταριάτου που εποικεί τις φυλακές και που προώθησε  καλλιέργησε και ανέπτυξε το κίνημα αγώνων στις φυλακές στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, αρχές εβδομήντα, στο οποίο έχουν τις ρίζες του και ξεκινούν τη δράση οι Nuclei Armati Proletari, Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Ακριβώς εκείνη την περίοδο κατά την οποίαν και διάφορες φιγούρες από τους παράνομους, dagli extra-legali, αρχίζουν να γνωρίζουν προσωπικά την σκληρότητα της φυλακής, συνέπεια του κύκλου αγώνων του ’68-’69. Φοιτητές, εργάτες, διδάσκαλοι περνούν τις πύλες και τα κάγκελα των διαφόρων σωφρονιστικών κέντρων ως αποτέλεσμα συγκρούσεων με την αστυνομία στη διάρκεια διαδηλώσεων στις πλατείες και τους δρόμους, καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων, δράσεις μαχητικού αντιφασισμού και διεθνιστικής αλληλεγγύης.

anna1Πολλές οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς σχηματίζουν ενότητες συγκεκριμένες που ασχολούνται με το ζήτημα του εγκλεισμού. Η πιο δραστήρια και γνωστή είναι δίχως άλλο εκείνη της LC, που αφιερώνει στον περιοδικό τύπο της μια σταθερή αρθρογραφία: ‘I dannati della terra, της γης οι κολασμένοι’ . Τον ιούνιο 1972 δημοσιεύει ένα βιβλίο, Να ελευθερώσουμε όλους της γης τους κολασμένους, που “συλλέγει ντοκουμέντα, γράμματα, ειδήσεις και χρονικά γραμμένα από κρατουμένους που διατήρησαν μια συνεχή πολιτική σύνδεση και δεσμό με τους εξωτερικούς πυρήνες παρέμβασης στις φυλακές της Lotta Continua”. Έναν χρόνο αργότερα διαδίδει το Αναλάβαμε την ελευθερία να αγωνιζόμαστε. Το μαζικό κίνημα των φυλακισμένων από τον ιανουάριο στον σεπτέμβριο ’73 – Ci siamo presi la libertà di lottare. Il movimento di massa dei detenuti da gennaio a settembre ‘73.2

Πάντα σε εκείνες τις αρχές των χρόνων εβδομήντα, αναφορικά μονάχα σε ιταλούς συγγραφείς, δημοσιεύτηκαν ειδικές εργασίες και στοχευμένες, που πραγματοποιήθηκαν από έναν δημοσιογράφο συγγραφέα ανεξάρτητο, από έναν κοινωνιολόγο πρώην φυλακισμένο, και πρώην φασίστα 3 ‘που μεταστράφηκε’ στην φυλακή προς την αριστερή στράτευση και από μιαν πολιτική δραστήρια αγωνίστρια. L’ “Inchiesta sulle carceri”, η »Έρευνα επάνω στις φυλακές» του Emilio Sanna, γραπτή μεταφορά μιας τηλεοπτικής μετάδοσης, Μέσα στην φυλακή, Dentro il carcere, επάνω στο ιταλικό σωφρονιστικό σύστημα, που μεταδόθηκε σε τρία επεισόδια από το δεύτερο κανάλι Rai4 . Ο Giulio Salierno, μαζί με τον Aldo Ricci, πραγματοποιεί στη συνέχεια μια έρευνα επάνω στις ιταλικές φυλακές, που αναγνωρίστηκε σαν σημείο αναφοράς – σαν ορόσημο στην κοινωνιολογία της ποινής στην Italia5 . Tέλος ο Salierno πραγματοποιεί μια έρευνα επάνω στο υποπρολεταριάτο “για μια προσέγγιση πολιτική και μεθοδολογική στο πρόβλημα της συμμαχίας μεταξύ εργατικής τάξης και ‘Lumpenproletariat’” και σπεύδει να προσδιορίσει: “Αυτή η εργασία δεν είναι και δεν θέλει να έχει καμιά συνολική απαίτηση, ούτε αντιπροσωπεύει μια τελική ανάλυση για το πρόβλημα του υποπρολεταριάτου-του οποίου αυτός ο ίδιος ο ορισμός πρέπει να αξιολογηθεί και να επαληθευτεί-αλλά απλούστατα αποτελεί μια εισαγωγή, ένα ερέθισμα, μια συμβολή στην συζήτηση και την μελέτη του ιδίου”.6

Κλείνουμε αυτό το εκδοτικό παράθυρο με την έρευνα της Irene Invernizzi,  Η φυλακή ως σχολή επανάστασης, αφιερωμένη με σημασία  ‘Στους μάρτυρες της Άττικα-Ai martiri di Attica’,7 που διευκρινίζει: “Εάν η οργάνωση και η εκπόνηση αυτού του βιβλίου είναι δικές μου, η επεξεργασία του είναι φρούτο της συλλογικής εργασίας μιας ομάδας αγωνιστών της Lotta Continua οι οποίοι, ξεκινώντας από την άνοιξη 1971, έθεσαν στους εαυτούς τους το πρόβλημα της φυλακής σαν αντικείμενο πολιτικής παρέμβασης, και φυσικά πολλών κρατουμένων με τους οποίους είχαμε επαφή”. 8

anna 2Ο Abatangelo, έχοντας εισέλθει στην φυλακή ‘κακοποιός’, βγαίνει από αυτήν με μια πολιτική συνείδηση  χάρη στο  κίνημα που αναπτύχθηκε μέσα και γύρω από αυτήν. Κι έτσι το καλοκαίρι του 1974 αποφασίζει, μαζί με κάποιους συντρόφους φιορεντίνους της κολεκτίβας ‘George Jackson’ να πάρει μέρος στους NAP. Μια οργάνωση ακόμη σε εμβρυακή κατάσταση αλλά ήδη παρούσα στη Napoli και στη Roma. Στις 2 oκτώβρη με δεδομένη την πρώτη δημόσια δράση των νεο συσταθέντων ‘Πυρήνων’: ένα αυτοκίνητο, εξοπλισμένο με μεγάφωνο, διαδίδει ένα ακουστικό μήνυμα μπροστά, αντίστοιχα, στις φυλακές της Napoli, Milano και Roma-Rebibbia. Στο τέλος του μαγνητοφωνημένου μηνύματος τα αυτοκίνητα καταστέφονται με έκρηξη. Λίγες ημέρες αργότερα γίνεται προσπάθεια επανάληψης της πράξης μπροστά στις φυλακές Murate της Firenze. Λόγω τεχνικής βλάβης δεν υπάρχει καλό τέλος.

Mα είναι στη διάρκεια της 29 oκτωβρίου που καταγράφεται το αληθινό ‘βάπτισμα του πυρός’. Για να συγκεντρωθούν τα χρήματα που απαιτούνται για να αγοραστεί ένα μεγάλο φορτίο όπλων αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν μια «προλεταριακή απαλλοτρίωση» σε μια τράπεζα. Διάφοροι λόγοι και απρόβλεπτες καταστάσεις υποχρεώνουν τους nappisti να κατευθύνουν τη δράση της σε ένα πιστωτικό ίδρυμα διαφορετικό από εκείνο που είχαν εντοπίσει και μελετήσει. Η επιλογή πέφτει επί της τραπέζης Cassa di Risparmio της Φλωρεντίας, στο κατάστημα της Piazza Leon Battista Alberti, που γνώριζε ακριβώς ο Pasquale Abatangelo διότι την είχε ληστέψει έναν χρόνο πριν.

Στο βιβλίο του ο, Abatangelo, στέκεται στον τραγικό επίλογο της προσπάθειας απαλλοτρίωσης: “Η ληστεία της Piazza Alberti και ο θάνατος των Luca Mantini και Sergio Romeo προκάλεσαν μια τεράστια αίσθηση στην κοινή γνώμη και στο επαναστατικό κίνημα. Ήταν οι πρώτοι νεκροί του ιταλικού ανταρτοπόλεμου μετά τον Giangiacomo Feltrinelli, και η δυναμική των γεγονότων δημιούργησε σε πολλούς την εντύπωση μια παγίδας, μιας ενέδρας των καραμπινιέρων απέναντι μας. Αλλά είναι ξεκάθαρο πως δεν συνέβη τίποτα τέτοιο. Η αλήθεια είναι πως πολλά εξαρτήθηκαν από την τύχη και το πείσμα μας…Mα χρειάζεται  να έχουμε το κουράγιο να αναγνωρίσουμε τα λάθη και να κοιτάξουμε κατάματα τα πράγματα. Έχουμε λαθέψει στη βιασύνη τόσο στην τελευταία συνάντηση, όσο και στον τομέα της ενέργειας, της δράσης. Η παρτίδα των όπλων ήταν σίγουρα σημαντική, αλλά όχι τόσο ώστε να επιτρέψει μια ληστεία χωρίς μια σοβαρή και ενδελεχή έρευνα … Και δεν πέσαμε επάνω σε ενέδρα ”.

Το Rosso, εφημερίδα μέσα στο κίνημα, στην ειδική έκδοση ‘Ενάντια στην καταστολή,Contro la repressione’, του μαρτίου-απριλίου 75, είχε αφιερώσει μια ανακατασκευή (σελ. 68-73) πλούσια σε φωτογραφίες, σχέδια, σκίτσα και υποθέσεις ‘ευφάνταστες’ πιέζοντας πολύ και τον τίτλο: “Η ενέδρα της Firenze”. Τώρα, ο Pasquale Abatangelo, καθαρίζει το πεδίο από παρεξηγήσεις και φαντασία, την αποκαθιστώντας μια για πάντα τα πραγματικά γεγονότα, την αλήθεια των συμβάντων.

anna 3Οι NAP υπήρξαν μια οργάνωση ένοπλη αυθεντική και ιδιαίτερη, ένα ενδιαφέρον μείγμα πολιτικών αγωνιστών και πρώην ‘κακοποιών’-προλετάριων κρατουμένων-περιθωριακών, με δυο (κυρίως) υλικοτεχνικά-επιχειρησιακά κέντρα: εκείνο της Firenze, στα κέντρο βόρεια, και εκείνο της Napoli, στο  νότο. Η διάρκεια της δραστηριότητας τους, σχετικά σύντομη, ξεκινά τον οκτώβρη ’74 και τελειώνει, κατά προσέγγιση, τον ιούλιο του ’77 ,με τον θάνατο του Antonino Lo Muscio στη Roma, πρώην φυλακισμένου προλετάριου και τέκνου μιας κομουνιστικής οικογένειας του Pci. Η πολιτική-στρατιωτική δράση της οργάνωσης είναι γεμάτη, όπως ξεκαθαρίζει και μαρτυρεί ο Abatangelo, από απροσεξία, αυτοσχεδιασμό, αποδιοργάνωση και βολονταρισμό. Αυτό επιβεβαιώνεται από πολλές δράσεις αποτυχημένες, ή που κατέληξαν με τρόπο τραγικό, από την άποψη του υψηλού αριθμού των ανθρωπίνων ζωών που θυσιάστηκαν: Luca και Annamaria Mantini, Sergio Romeo, Giovanni Taras, Martino Zicchitella,9 Vito Principe, Tonino Lo Muscio, Alberto Buonoconto .

Ο Pasquale Abatangelo έζησε, παρά την θέληση του, όλους τους διάφορους βαθμούς εγκλεισμού: από το ίδρυμα στην σούπερ φυλακή με συμπλήρωμα το άρθρο 90 και «τις ακτίνες του θανάτου». Στη φυλακή, όπου παρέμεινε κλεισμένος συνεχώς για περισσότερα από 20 χρόνια, έγινε κομμουνιστής, υπέφερε τον πόνο του πολιτικού διαχωρισμού από τους συντρόφους του.

Θα είναι μεταξύ των τριών αγωνιστών των ΕΠΠ, οι οποίοι θεωρώντας πως έχει εξαντληθεί η εμπειρία nappista, αρχικά θα ενταχθούν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες: εκτός από τον ίδιο, ο Domenico Delli Veneri και ο Giorgio Panizzari. Στη συνέχεια, και άλλοι μαχητές, θα εφαρμόσουν την ίδια επιλογή. Στη φυλακή σπούδασε. Κείμενα ιδεολογικά και πολιτική θεωρία, αλλά και λογοτεχνία και ποίηση. Απέκτησε σημαντική κριτική ικανότητα και την πιο δύσκολη πρακτική της αυτοκριτικής. Όταν οι BR »διασπώνται’, όπως σχεδόν όλοι οι κρατούμενοι αγωνιστές (με λίγες εξαιρέσεις: Gallinari, Piccioni, Seghetti και κάποιο άλλοι του Μαχόμενου Κομμουνιστικού Κόμματος) προσχώρησε στο Partito Guerriglia, αλλά είναι σε θέση να καταλάβει, μετά από κάποιες δράσεις και πρωτοβουλίες »υπερβολικές»που διαπράττονται από τους συντρόφους της »συνιστώσας», πως   “το κόμμα του ολοκληρωτικού κοινωνικού πολέμου” δεν κάνει γι αυτόν : “… η περίπτωση του Giorgio Soldati, που σκοτώθηκε στο Cuneo τον δεκέμβρη του 1981, και εκείνη του Ennio Di Rocco, που στραγγαλίστηκε στο Trani τον ιούλιο του 1982, ήταν πράγματα δικά μας, και φαινόταν πως έγιναν επίτηδες για να δημιουργήσουν αμφιβολίες και απώθηση ανάμεσα στους ίδιους τους υποστηρικτές της επαναστατικής πειθαρχίας… 10 Όσον αφορά τους αδύναμους, οι τιμωρίες ήταν ένα καθήκον, είχα καταδικάσει πολλές φορές, αλλά ήθελα να συνεχίσω να κρίνω με ισορροπία, επίσης και με ανθρωπιά…Και στη συνέχεια ένα απίστευτο συμβάν, στις 21 οκτωβρίου στο Torino λαμβάνει χώρα μια ληστεία σε τράπεζα, στην διάρκεια της οποίας ο εκτελεστικός πυρήνας του Partito Guerriglia σκοτώνει εν ψυχρώ δυο αστυνομικούς της Mondialpol που είχαν καθήκον φρουράς στο κατάστημα, με μόνο σκοπό να τονίσουν μια δήλωση που αβάσιμα κατηγορούσε για προδοσία τη Natalia Ligas…οι νέες μέθοδοι της «υπερβατικής κοινωνικής επικοινωνίας» … Τι σχέση είχαν όλα αυτά με το όνειδος του Τορίνο;11

O Abatangelo, όταν χρειάστηκε, ήξερε να είναι σκληρός, μα δεν έχασε ποτέ την τρυφερότητα. ‘Προλετάριος απλός’, στην φυλακή συνάντησε τους κομουνιστές και αγκάλιασε τον κομουνισμό, έμαθε την ‘άλφα βήτα’ θεωρητικά και ιδεολογικά, αλλά ποτέ δεν υπέφερε τους “κόκκινους παπάδες και τους ματαιόδοξους καθηγητάκους”. Με μια έντονη φωτογραφία της στιγμής, ακίνητη, και χωρίς λεζάντα, δίχως ανάγκη διδασκαλίας, προσδιορίζει με ακρίβεια τις «μύγες αμαξάδες» ή, αν προτιμάτε, τους « γρύλους που μιλούν» μιας ορισμένης διανόησης αλαζονικής: τους θεωρητικούς σοφιστικέ.  “Αλλά τα «πλήθη» και η “αυτοκρατορία”ήταν πολύ εύθραυστες λέξεις και υδατικές για να αντέξουν το κύριο βάρος της απάντησης της εξουσίας ”. Αντιθέτως, εξέφρασε συμπάθεια και στοργή, ανθρώπινη και πολιτική εκτίμηση απέναντι στον κομουνιστή της Reggio Emilia: τον Prospero Gallinari, και εκτίμησε  “την ανθρωπιά του, την σεμνότητα του, και κυρίως το ανάστημα και το εύρος της ακλόνητης κομουνιστικής του ταυτότητας”.

anna 5Στις τελευταίες σελίδες της μαρτυρίας του θυμάται αυτούς που ήταν πάντα κοντά του, τους ‘συνενόχους’ των πρώτων κλοπών και ληστειών, τα μέλη των ομάδων από ‘εγκληματίες’ που πλέον πολεμούσαν την καθεστηκυία και αλαζονική τάξη. Υπάρχουν ‘οι καταραμένοι της γης’, οι πρώτοι σύντροφοι που συνάντησε, εκείνοι με τους οποίους ξεκίνησαν να σκέφτονται τον τρόπο να καταστρέψουν το τέρας, με τους οποίους δημιούργησαν τους NAP. Υπάρχουν και οι σύντροφοι με τους οποίους μοιράστηκε της στράτευση στις Brigate Rosse, από τις ‘πρώτες’, μονολιθικές έγκυρες και επίσημες, στα χίλια ρεύματα στα οποία διαιρέθηκαν και διαλύθηκαν. Υπάρχει η ανάμνηση των νεκρών ‘του’. Για άλλη μια φορά δίχως να ξεχωρίζει την πολιτική σχέση από την προσωπική. Κυρίως υπάρχει η προσκόλληση και η αγάπη, εκτός από αυτήν στα παιδιά του, για τις γυναίκες του, την Anna “που ήταν πάντα εκεί και μεγάλωσε τα παιδιά μαςc” και για την μάνα του, “την ελληνίδα πρόσφυγα που μας γέννησε μέσα στο στρατόπεδο της via della Scala”. Και σε αυτόν τον ορισμό δεν υπάρχει γλωσσικός ρατσισμός, καμία διαφοροποίηση, διαχωρισμός, απόσταση ή υπεροχή, αλλά η αναγνώριση των μεγαλύτερων ταπεινώσεων και διακρίσεων που υπέστησαν λόγω της κατάστασης »μεταναστών που επέστρεφαν». Η δική του δύναμη και αξιοπρέπεια.

NAP: απαραίτητη βιβλιογραφία
Για την πολιτική ιστορία των Nap: καταβολές, ανάπτυξη, δράση και δίκες, είναι πολύ ενδιαφέρουσες και καλά τεκμηριωμένες δυο δημοσιεύσεις, αμφότερες αποδοτέες στο περιοδικό CONTROinformazione. Η πρώτη, και σε χρονολογικούς όρους (έτος 1976) δημοσίευσης, πραγματοποιήθηκε από την συντακτική ομάδα του περιοδικού (η μεγαλύτερη συνεισφορά ήταν ενός από τα στελέχη της, Ermanno Gallo) έχει απλά τον τίτλοsi  NUCLEI ARMATI PROLETARI, Quaderno n. 1 Τετράδιο ν.1 της CONTROinformazione. Στο πρώτο μέρος συγκρίνονται οι διαφορετικές και αποκλίνουσες απόψεις (Μαρξισμός και περιθωριοποίηση) των κυριότερων μαρξιστών-λενινιστών ιδεολόγων, από τον Marx και Engels οι οποίοι στιγματίζουν και απεχθάνονται πολιτικά “Το υποπρολεταριάτο, ένα συνονθύλευμα ενστίκτων δίχως ιστορία”, στον Lenin που αφήνει περιθώρια “Το υποπρολεταριάτο, ένας πιθανός στρατιώτης της προλεταριακής εξέγερσης”, μέχρι τον πραγματιστή-ρεαλιστή Mao Tse Tung “Το υποπρολεταριάτο, μια ταξική συνιστώσα που έχει ανάγκη μιαν αυστηρή στρατηγική διοίκηση”, για να φθάσουμε στους μοντέρνους μελετητές του υποπρολεταριάτου: Frantz Fanon του I dannati della terra, της γης οι κολασμένοι 12 και George Jackson13 του »μαύρος σκλάβος: μια πυροδοτημένη βόμβα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό φασισμό»,  ‘Schiavo nero: una bomba innescata contro il fascismo imperialista’. Το δεύτερο μέρος διαχωρίζει την ‘Συνέντευξη στους συντρόφους των επΠ’, l’ ‘Intervista ai compagni dei Nap’, της χρονοϊστορία των δραστηριοτήτων, τις επιχειρήσεις, τους θανάτους, τις συλλήψεις, τις βιογραφίες κάποιων μαχητών που ‘έπεσαν’.  Το ‘τετράδιο’ ολοκληρώνεται με την πρόταση της  ‘Comunicato N° 1 Ανακοίνωσης Νο 1 στη δίκη των NAP που ξεκίνησε στη Napoli στις 22 νοεμβρίου 1976’. Η L’Unità, στην έκδοση της στις 30 μαίου 1977 (σελ. 3) τους ‘αφιέρωσε’ μια δηλητηριώδη κριτική με υπογραφή Duccio Trombadori: “L’arsenale ‘teorico’ dei NAP”, »Το ‘θεωρητικό οπλοστάσιο των ΕΠΠ», γράφοντας τα εξής υπερβολικά, μεταξύ άλλων: ‘Πίσω από τις εγκληματικές ενέργειες που χτύπησαν τη χώρα μας’, καθώς και μιαν απίθανη περίληψη, μα καταπληκτικής φαντασίας: “ Μια παραληρηματική οπτική γωνία που αναθέτει ρόλους επαναστατικής πρωτοπορίας σε περιθωριοποιημένα κοινωνικά στοιχεία, «μη εγγυημένους», κρατουμένους – Οι φυλακές ως προνομιακός τόπος του σχηματισμού και της πάλης για να «φέρουν την επίθεση στην καρδιά του κράτους» – Τα σημεία επαφής με τον χώρο της «αυτονομίας’“. Το άλλο δημοσίευμα, που εκδόθηκε σαν συμπλήρωμα του περιοδικού, είναι μια εφημερίδα με μορφή δελτίου με τίτλο “Νότος, προλετάριοι σε εξέγερση. Να μετατρέψουμε την δίκη στους συντρόφους των N.A.P. αφετηρία ενός διαλόγου επί της ένοπλης πάλης”, που πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονα με την έναρξη της δίκης της Napoli.

Έτσι όπως ο κύκλος αγώνων στο εσωτερικό / ενάντια στην φυλακή στις αρχές του εβδομήντα τόνωσε τη διάρθρωση των ειδικών επιτροπών εντός της «ακραίας» αριστεράς, με αποτέλεσμα την παραγωγή φυλλαδίων, βιβλίων, στηλών εφημερίδων σχετικά με την κατάσταση στις φυλακές, οι μαζικές συλλήψεις συνέπεια της ανάπτυξης και του ριζώματος των μαχόμενων οργανώσεων προς τα μισά των ίδιων χρόνων, και η δημιουργία των ειδικών φυλακών, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία και τη διάδοση πολλών πολυγραφημένων κειμένων, ενημερωτικών δελτίων, περιοδικών, θεμάτων ειδικού περιεχομένου ενάντια στον κατεξοχήν ολοκληρωτικό θεσμό . Nα σας θυμίσουμε κάποια. Ήδη το καλοκαίρι του 1975 στο Milano τυπώνεται ένα ενημερωτικό δελτίο με ασυνεπή συχνότητα: »Μαχητική Αλληλεγγύη», ‘Solidarietà Militante’. Πληροφορίες της Διεθνούς Επιτροπής Υπεράσπισης των Πολιτικών Κρατουμένων στην Ευρώπη. Τον χειμώνα του 1976 ξεκινούν οι δημοσιεύσεις ‘Carcere Informazione’- ‘Φυλακή Πληροφορία’, σε επιμέλεια του Κέντρου  Τεκμηρίωσης-Centro di Documentazione της Pistoia μέχρι το n. 16; τα nn. 17 και 18 εμφανίζονται σαν συμπληρωματικά στην Stampa Alternativa- Εναλλακτικός Τύπος έτσι όπως τα n. 19-20 (φεβρ.-μαρτ. ’79) σε συνέκδοση με το »Δίχως Φυλακές»- ‘Senza Galere’-και το ‘Φυλακή Σήμερα’  ‘Carcere Oggi…και για την ενημέρωση του Υπουργού Δικαιοσύνης,  del Soccorso Rosso Milanese, της Κόκκινης Βοήθειας του Μιλάνο. Στο Livorno, η Αναρχική Κολεκτίβα ‘Niente più sbarre’ – »Όχι άλλα κάγκελα» δημοσιεύει το πολυγραφημένο ομώνυμο το οποίο, στο τελευταίο νούμερο που ανακτήθηκε (ιανουάριος 1979) μετατρέπεται σε Bollettino-Δελτίο της Αναρχικής κολεκτίβας του Livorno. Στο Torino, η επιτροπή ‘Ενάντια στα δεσμά»- ‘Controsbarre’ διανέμει το  ‘Δελτίο πληροφόρησης από τις φυλακές’, που στην συνέχεια (νοέμ.-δεκ. 1977) θα δημοσιεύει το ‘ονομάζουμε κομουνιστική…μια κοινωνία Δίχως Φυλακές’, εφημερίδα του κομουνιστικού προλεταριάτου υπό κράτηση. Μονογραφικό νούμερο είναι το ‘Φυλακή και ταξικός αγώνας’ του μαίου 1976, πολυγραφημένο σε συνεργασία ανάμεσα στην τορινέζικη ενότητα της Διεθνούς Επιτροπής Υπεράσπισης Πολιτικών Κρατουμένων στην Ευρώπη, την Μιλανέζικη Κόκκινη Βοήθεια και την ΄Μαχητική Αλληλεγγύη’ -‘Solidarietà Militante’ του Trento. Δυο τελευταίες αναφορές: τον νοέμβρη του 1976, σε επιμέλεια τους μιλανέζικου Soccorso Rosso, τυπώνεται, για τις Εκδόσεις- Edizioni Ghisoni, το »δεν αρκούν οι φυλακές για να μας κρατήσουν κλεισμένους…»“non bastano le galere per tenerci chiusi…” και, τον οκτώβρη 1978, Speciale Asinara. La settimana rossa. Ειδικό τεύχος Αζινάρα 19-26 αυγούστου, 21-23 σεπτεμβρίου 1978, Εκδόσεις Edizioni Anarchismo, Catania. Στις αρχές των χρόνων ογδόντα ξεκινούν, στο Milano, οι δημοσιεύσεις του »Δελτίου» “Il Bollettino” του Συντονιστικού των Επιτροπών ενάντια στην Καταστολή.

I NAP. Storia politica dei Nuclei Armati Proletari e requisitoria del Tribunale di Napoli, a cura del Soccorso Rosso Napoletano, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1976   πολιτική ιστορία των Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων και κατηγορητήριο του Δικαστηρίου της Νάπολι, σε επιμέλεια της Ναπολιτάνικης Κόκκινης Βοήθειας, Εκδοτική Κολεκτίβα Κόκκινα Βιβλία, Μιλάνο, 1976
CHI PROCESSA CHI! Non si può processare la rivoluzione, Collettivo di Controinformazione Napoletano, Napoli, s.i.d.   ΠΟΙΟΣ ΔΙΚΑΖΕΙ ΠΟΙΟΝ! Δεν μπορείτε να δικάσετε την επανάσταση, Ναπολιτάνικη Κολεκτίβα Αντιπληροφόρησης
Criminalizzazione e lotta armata, Quaderni d’informazione politica 1, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, s.i.d.   Ποινικοποίηση και ένοπλος αγώνας, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 1, Εκδοτική Κολεκτίβα Κόκκινα Βιβλία, Μιλάνο
Processo allo stato, Quaderni d’informazione politica 2. Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1977   Δίκη στο κράτος, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 2
Processo alla rivoluzione. La parola ai NAP, Quaderni d’informazione politica 3, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1978   Δίκη στην επανάσταση. Ο λόγος στους ΕΠΠ, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 3
Alessandro Silj, “Mai più senza fucile!”, Alle origini dei NAP e delle BR, Vallecchi, Firenze, 1977   »Ποτέ πια δίχως τουφέκι!», Στις καταβολές των ΕΠΠ και των ΕΤ
Franca Rame, Non parlarmi degli archi, parlami delle tue galere, Alberto Buonoconto 7.8.1953/20.12.1980, F.R. Edizioni, Milano, 1984   Μη που μιλάς για αψίδες, μίλα μου για τις φυλακές σου
Rossella Ferrigno, Nuclei Armati Proletari. Carceri, protesta, lotta armata, La Città del Sole, Napoli, 2008 Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Φυλακές, διαμαρτυρία, ένοπλη πάλη, Η Πόλη του Ήλιου, Νάπολι
Roberto Silvi, La memoria e l’oblio, Colibrì edizioni, Milano, 2009   Η μνήμη και η λήθη
Valerio Lucarelli, Vorrei che il futuro fosse oggi. Nuclei Armati Proletari. Ribellione, rivolta e lotta armata, Ancora del Mediterraneo, s.i.l., 2010  Θα ήθελα το  μέλλον να ήταν σήμερα. Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Ανταρσία, εξέγερση και ένοπλη πάλη


  1. Bertolt Brecht, “Lode del comunismo” »Έπαινος του κομουνισμού», (1933) in “Poesie e canzoni”, »Ποιήματα και τραγούδια», Einaudi, Torino, 1975  
  2. a cura della Commissione carceri di Lotta Continua, από την Επιτροπή φυλακές της οργάνωσης, Edizioni Lotta Continua, νοέμβριος 1973  
  3. Giulio Salierno, Autobiografia di un picchiatore fascista, Αυτοβιογραφία ενός φασίστα τραμπούκου, Einaudi,Torino, 1976  
  4. Emilio Sanna, Inchiesta sulle carceri, Έρευνα για τις φυλακές, De Donato, Bari, luglio 1970  
  5. Aldo Ricci, Giulio Salierno, Il carcere in Italia, Η φυλακή στην Ιταλία, Einaudi, Torino, 1971  
  6. Giulio Salierno, Il sottoproletariato in Italia. Per un approccio politico e metodologico al problema dell’alleanza tra classe operaia e ‘Lumpenproletariat, Το υποπρολεταριάτο στην Ιταλία. Για μια προσέγγιση πολιτική και μεθοδολογική της συμμαχίας ανάμεσα στην εργατική τάξη και το λούμπεν προλεταριάτο, ‘Edizioni Samonà e Savelli, Roma, 1972  
  7. Φυλακή του Κράτους της New York όπου εξ αιτίας της δολοφονίας, που έγινε στις 21 αυγούστου στην φυλακή του San Quintino, του George Jackson αγωνιστή του Black Panther Party, στις 9 σεπτεμβρίου 1971 ξέσπασε μια εξέγερση που κατέστειλε η παρέμβαση  500 πολιτοφυλάκων των διαφόρων αστυνομικών δυνάμεων USA, με αποτέλεσμα 40 θύματα και 200 τραυματίες. Ενώ πολλοί από τους επιζήσαντες εξεγερμένους χτυπήθηκαν και βασανίστηκαν  
  8. Irene Invernizzi, Il carcere come scuola di rivoluzione, Η φυλακή σαν σχολείο της επανάστασης, Einaudi, Torino, 1973  
  9. Memoriale redatto da Martino Zicchitella, Αναμνήσεις που συγκεντρώθηκαν από τον Martino Zicchitella, Anarchismo, Χρόνος II- ν. 10/11, Edizioni La Fiaccola, 1976  
  10. Soldati και Di Rocco, βασανίστηκαν άγρια και ‘μίλησαν’ αλλά στη συνέχεια ανακάλεσαν. Βρίσκονταν στην ‘ενότητα’ με τους μη μετανιωμένους, ούτε αυτούς που διαχώρισαν τη θέση τους, nda  
  11. Γύρω από την δημιουργία του Partito Guerriglia, για το ιδρυτικό του μανιφέστο, για τα επόμενα που επεξεργάστηκαν και παρήχθησαν στη φυλακή: ‘Il documentone, το μεγάλο ντοκουμέντο’, ‘L’ape e il comunista, η μέλισσα και ο κομουνιστής’, ’Forzare l’orizzonte, εξαναγκάζοντας τον ορίζοντα’, ‘La volpe e l’uva, η αλεπού και τα σταφύλια’, ‘Gocce di sole nella città degli spettri, σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη’, ‘Wkhy’, ‘Politica e rivoluzione, πολιτική και επανάσταση’, θα επιστρέψουμε ευρύτερα στο επόμενο άρθρο, εκείνο που παίρνει έναυσμα από την αναβίωση, διευρυμένη και αναθεωρημένη από τον Giorgio Panizzari, του ‘L’albero del peccato, το δέντρο της αμαρτίας’  
  12. Franzt Fanon, I dannati della terra, Της γης οι κολασμένοι, Einaudi, Torino, 1962  
  13. I fratelli di Soledad. Lettere dal carcere di George Jackson, Τ’ αδέλφια της Soledad. Επιστολές από την φυλακή του George Jackson, Einaudi, Torino, 1971; G. Jackson, Col sangue agli occhi. Il ‘fascismo americano’ e altri scritti, Με αίμα στα μάτια. Ο ‘αμερικανικός φασισμός’ και άλλα γραπτά, Einaudi, Torino, 1972. Το βιβλίο μεταφέρει αυτή την αφιέρωση με σημασία: “Ai giovani comunisti. Ai loro padri. D’ora in poi criticheremo l’ingiustizia con le armi”, »Στους νεαρούς κομουνιστές. Στους πατεράδες τους. Από εδώ και μπρος θα κριτικάρουμε την αδικία με τα όπλα»  

https://www.carmillaonline.com/2017/05/17/ribelle-sociale-militante-comunista-senza-perdere-la-tenerezza/

http://www.militant-blog.org/?p=14476#more-14476

http://contropiano.org/eventi/napoli-correvo-pensando-ad-anna

ιστορία, storia

Τα συναισθήματα της καρδιάς, η ψυχρότητα της λογικής, η πραγματικότητα των γεγονότων. – Le emozioni del cuore, la freddezza della ragione, la realtà dei fatti.

του Fiorenzo Angoscini

brigate rosseMarco Clementi, Paolo Persichetti, Elisa Santalena, Brigate Rosse. Dalle fabbriche alla ‘campagna di primavera’, Από τα εργοστάσια στην ‘εκστρατεία της άνοιξης’, Τόμος I, DeriveApprodi, Roma, φεβρουάριος 2017, σελ. 550, € 28,00

Η εργασία των Marco Clementi, Paolo Persichetti, Elisa Santalena, διαφέρει λόγω του τεράστιου όγκου εγγράφων που συμβουλεύτηκαν. Του μεγάλο υλικού που αναλύθηκε και των διαφόρων και διαφορετικών αρχείων. Της ανάγνωσης των εκθέσεων των κοινοβουλευτικών επιτροπών της έρευνας για την υπόθεση Moro, της μελέτης των νομικών εγγράφων, των ερευνών και των διαφόρων εκθέσεων εμπειρογνωμόνων σχετικών με τις πολλές δίκες που σχετίζονται με την απαγωγή και την εκτέλεση του χριστιανοδημοκράτη παράγοντα. Της διαθεσιμότητας αδημοσίευτων συζητήσεων με μαχητές πρωταγωνιστές της ένοπλης εμπειρίας, του διαδεδομένου ανταρτοπόλεμου, του αγώνα στις φυλακές και των σφαγών που διαπράχθησαν σε μερικές από αυτές:Le Murate και Alessandria, καθώς και για τις νέες λεπτομέρειες που επισημαίνονται, την επισήμανση (μνήμες, αναμνήσεις) αφαιρεθέντων ιδιαιτεροτήτων. Της διάψευσης μιας πρόσφατης συνωμοσιολογίας με πολλαπλές παρουσίες, ποικίλες και ετερογενείς κατά τις διάφορες φάσεις της επιχείρησης στην οδό Fani. Των μαρτυριών αυτοπτών μαρτύρων οι οποίοι διαψεύδουν τους εαυτούς τους, μοτοσικλετών που μεταφέρουν άγνωστους shooters φαντάσματα και πολλά άλλα.
Επιπλέον, η αναπαράσταση και η ανακατασκευή τους ευνοεί την ανάκτηση και την αναδιάταξη της μνήμης.Της συλλογικής και της ατομικής: μας, της δικής μας, του καθενός από εμάς.

Οι συγγραφείς έχουν σημαντικά «προηγούμενα» σχετικά με τα θέματα που καλύπτονται στο βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα.

Ο Clementi, πριν δέκα χρόνια, πραγματοποίησε μια “Storia delle Brigate Rosse”;1 »Ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών», πριν χρόνια είχε δημοσιεύσει μια μελέτη που θα μπορούσαμε να ορίσουμε πως σχετίζεται με το σχέδιο ‘Victor’, δηλαδή πως να εξουδετερώσουν ανθρωπίνως, πολιτικά, προσωπικά και πνευματικά τον πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου των χριστιανοδημοκρατών της DC, il presidente del Consiglio Nazionale DC, σε περίπτωση που αυτός είχε απελευθερωθεί.2
Το σχέδιο που θα εισέρχονταν σε δράση σε περίπτωση θανάτωσης του ομήρου, είχε επονομαστεί ‘Mike’.
Απλούστερα, προέβλεπε να ενημερωθεί μια ολόκληρη σειρά από θεσμικά στοιχεία, δικαστικά και πολιτικά, άμεση απομόνωση του τόπου όπου βρέθηκε το σώμα του θύματος, απαγόρευση του ιδίου στους συγγενείς, την δημιουργία μιας αποτελεσματικής υπηρεσίας ασφαλείας μπροστά από το studio και το σπίτι του Moro, παρέχοντας τις πληροφορίες στον τύπο και την τηλεόραση ως αμφιβόλου αξιοπιστίας.

O Persichetti, μαζί με τον Oreste Scalzone, έγραψε το βιβλίο “Il nemico inconfessabile”3 »Ο ανήθικος εχθρός» και, σχεδόν καθημερινά στο ‘Insorgenze.net’ διεξάγει μια συστηματική προσέγγιση επίμονης διάψευσης και διόρθωσης ειδήσεων … ψευδών και παραπλανητικών. Όσον αφορά εκδηλώσεις και γεγονότα που σχετίζονται με την ένοπλη πάλη και τους αγωνιστές της, την καταστολή, τα βασανιστήρια, τις κρατικές »δολοφονίες», την πολιτική και τον πολιτισμό.

Τέλος, η Santalena, εκπόνησε μια διδακτορική διατριβή έρευνα στο Πανεπιστήμιο της Grenoble επάνω στην , «La gauche révolutionnaire et la question carcérale: une approche des années 70 italiennes», »Επαναστατική αριστερά και το ζήτημα των φυλακών: μια προσέγγιση στα ιταλικά χρόνια 70», (8 δεκεμβρίου, 2014) με σαφή κεφάλαια: «Από τις φασιστικές φυλακές, στις φυλακές σε εξέγερση (1969-1973)» «Από τη μεταρρύθμιση στην αντιμεταρρύθμιση: μεταξύ καταπίεσης και καταστολής, ένοπλου αγώνα και απόδρασης (1974-1977)», «Οι φυλακές στο κέντρο της σύγκρουσης: ανάμεσα στον ένοπλο αγώνα και τη διαχείριση έκτακτης ανάγκης της αντιτρομοκρατίας (1977-1987)

Λεπτομέρειες και ιδιαιτερότητες

Εμβαθύνοντας στην ανάγνωση συναντούμε κάποιες λεπτομέρειες, ή ιδιαιτερότητες, αν όχι άγνωστες, σίγουρα δεν είναι γνωστές. Έτσι, μαθαίνουμε ότι την 9η του Μάη 1978 το πρωί, ο χώρος όπου θα βρεθεί στη Via Caetani (στα μισά του δρόμου μεταξύ της εθνικής έδρας των Χριστιανοδημοκρατών και εκείνης του PCI) το Renault 4 χρώμα αμάραντο έχοντας στο εσωτερικό του το άψυχο σώμα του Moro, είχε καταληφθεί το προηγούμενο βράδυ από τον Bruno Seghetti που είχε σταθμεύσει εκεί το προσωπικό του αυτοκίνητο, ένα Renault 6 πράσινου χρώματος. Αυτό γίνεται για να αποφευχθούν εμπόδια και ατυχήματα της τελευταίας στιγμής. Με αυτόν τον τρόπο υπήρχε η σιγουριά ότι ο τόπος που έχει επιλεγεί για την τοποθέτηση του αυτοκινήτου που θα χρησιμοποιούνταν για την τελευταία μεταφορά, και την επακόλουθη ανακάλυψη του άψυχου σώματος του χριστιανοδημοκράτη βουλευτή δεν θα εμποδίζονταν από την παρουσία άλλων οχημάτων που θα ήταν σταθμευμένα παράκαιρα στη θέση του.

Ένα άλλο ερώτημα που δεν εξετάστηκε επαρκώς είναι η δράση που ανέλαβε ο Fulvio Croce, πρόεδρος του Συμβουλίου της Τάξης των Δικηγόρων του Τορίνο, διορισμένος δικηγόρος από τον Πρόεδρο του κακουργιοδικείου του Τορίνο, το οποίο έπρεπε να κρίνει (μάιος 1976 ) τον λεγόμενο «ιστορικό πυρήνα» (χαρακτηρισμό που ανέκαθεν αρνήθηκαν οι κατηγορούμενοι) της μαχόμενης κομμουνιστικής οργάνωσης, αφού οι μαχητές των BR είχαν αποπέμψει τους δικηγόρους της εμπιστοσύνης τους, προειδοποιώντας το δικαστήριο να μην διορίσει άλλους αυτεπάγγελτα και είχαν, προς στιγμήν, καταφέρει να κλονίσουν τους κλασικούς μηχανισμούς της δικαστικής εξουσίας, διεκδικώντας για τους εαυτούς τους το δικαίωμα στην άμυνα, να ήθελαν να υπερασπιστούν μόνοι τους εαυτούς τους δηλαδή, για να διεξάγουν την λεγόμενη »δίκη ανταρτοπόλεμου 4» και να ‘τινάξουν στον αέρα’ την διαδικασία.

br-processo

Παρά την αποδοχή των υψηλότερων αιτιολογήσεων του κράτους, αναθέτοντας την τεχνική υπεράσπιση σε οκτώ άλλους δικηγόρους της τορινέζικης τάξης, ο πρόεδρος της εγκληματολογικής ένωσης, εκμεταλλευόμενος την αναβολή για την 16η σεπτεμβρίου 1976 – σε αναμονή για την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εξαργυρώσει μια σύγκρουση εδαφικής δικαιοδοσίας μεταξύ Τορίνο και Μιλάνο – μακριά από τη βοή των μέσων ενημέρωσης, έγινε υποστηρικτής και προαγωγός της προτεινόμενης θέσπισης ενός «μικρού νόμου» (όπως την αποκαλούσε σε επιστολή του προς τον πρόεδρο του εθνικού δικανικού Συμβουλίου) ad hoc που θα επέτρεπε στους κατηγορούμενους που το επιθυμούσαν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους μόνοι τους.

Επίσης, κατά τη διάρκεια της προσπάθειας για τη δημιουργία του δικαστηρίου, της έδρας για τη διεξαγωγή της δίκης, εκτός από τον ορισμό «τεχνικών υπερασπιστών, δικηγόρων», συναντήθηκαν σημαντικές δυσκολίες στον εντοπισμό των λαϊκών ενόρκων, λόγω της απόρριψης να αποδεχθούν πολλών από αυτούς. Για να ξεπεραστεί αυτό το εμπόδιο ανέλαβαν δράση κορυφαία στελέχη του τορινέζικου Κκι, με τον Giuliano Ferrara να ηγείται, που υποστηρίζονταν ανεπίσημα από δύο εισαγγελείς, τους Luciano Violante και Gian Carlo Caselli ο οποίος, σύμφωνα με τον βουλευτή και μέλος του Κκι τουΤορίνο Saverio Vertone, «Συμμετείχε στις συνεδριάσεις της ομοσπονδιακής επιτροπής. Ίσως, αλλά δεν είμαι σίγουρος, επίσης, έπαιρνε το λόγο στις συναντήσεις της γραμματείας …» Ενώ ο ελεφαντίνος ( G Ferrara) συμμετείχε σε κάποιες συναντήσεις με ενόρκους της μάξι-δίκης εναντίον των ταξιαρχιτών για να τους πείσει να μην εγκαταλείψουν την ανάθεση» (Μ. Caprara).

Πάντα ο Ferrara, αναλάμβανε την ευθύνη του Pci για την δημιουργία του κατάπτυστου ερωτηματολόγιου ενάντια στην τρομοκρατία, στην ερώτηση ν. 5, καλούσε στην καταγγελία.» [έψαχνε άμεσα καταδότες]… τότε φυσικά προσφέραμε ένα χεράκι, πέρα από το χέρι που έδινε το Κράτος. Το Κράτος πρόσφερε την προστασία του, εμείς θα μπορούσαμε να προσθέσουμε την δική μας. (…) Για παράδειγμα σπίτια. Ρωτούσαμε: «Πες μας ποια είναι τα προβλήματά σου, αν είσαι φοβισμένος. Να ξέρεις πως εμείς είμαστε εδώ». Διαμέσου ενός «έγκυρου» διοικητικού του στελέχους, του G. Ferrara, το Κκι γίνονταν Κράτος.

Πριν από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και τις στρατεύσεις στο Pci

Ήδη αμέσως μετά την Απελευθέρωση σχηματίστηκαν, δομήθηκαν ομάδες και οργανώσεις Κομουνιστικές που ασκούσαν τον ένοπλο αγώνα. Με διάφορες μορφές και τρόπους. Από το Κίνημα Αντίστασης Παρτιζάνικης-Κίνημα Προλεταριακής Ενότητας, Movimento Resistenza Partigiana-Movimento di Unità Proletaria του Carlo Andreoni, του οποίου, όμως, θα πρέπει να διευκρινιστούν κάποιες ασαφείς γραμμές,  στο »IX Τμήμα Ερυθρός Αστέρας παράνομη ταξιαρχία ‘808’, “IX Divisione Stella Rossa Brigata clandestina ‘808’ “ του Armando Valpreda,5 προέδρου της Ένωσης παρτιζάνων Anpi στο Asti, μεταξύ των υποκινητών της εξέγερσης στην Santa Libera,6 μέχρι και εκείνη την ομάδα των καλών παιδιών που συναντιούνταν στο  Σπίτι του Λαού, presso la Casa del Popolo της Lambrate (Mi) για να χτίσουν την ‘Κόκκινη Φτερωτή’, ‘Volante Rossa’.7 Για να φθάσουμε σε εκείνους τους αγωνιστές απ’ την Εμίλια,  (παράνομους και φαινομενικά δίχως ενωτική οργάνωση) που έσπειραν στις επαρχίες του Ρέτζιο, της Μόντενα, της Φερράρα και της Μπολόνια πολλές ένοπλες ενέργειες, κυρίως εξολόθρευση φασιστών και συνεργών τους.

Σε πιο κοντινά χρόνια στην δεύτερη κόκκινη διετία (1968-1969) υπάρχουν εμπειρίες αντίστασης και ένοπλης επίθεσης που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε προπαιδευτικές στην πιο σημαντική (για διάρκεια, νούμερο αγωνιστών και δράσεων) οργάνωση που ‘επωμίστηκε το ντουφέκι’ και για την οποίαν  ‘γίνεται λόγος’ στο βιβλίο.
Μιλάμε για την τορινέζικη ομάδα που αποτελείτο από τους Piero Cavallero, Danilo Crepaldi, Sante Notarnicola,8Adriano Rovoletto, όλοι αγωνιστές τους εργατίστικου Κκι των προλεταριακών ‘Barriere’ , ‘Φραγμάτων’, του Torino. “Ήδη το 1959 είχαμε πραγματοποιήσει την πρώτη μας δράση και προχωρήσαμε μέχρι το 1967, στιγμή της σύλληψης μας. Ο Piero ήταν ο συντονιστής των ενοτήτων Pci του ‘Φράγματος του Milano’ , μιας λαϊκής περιφέρειας με σχεδόν 70.000 κατοίκους. Εγώ, ήμουν γραμματέας της οργάνωσης νεολαίας του κόμματος (Fgci) στην Biella και αριθμούσαμε περίπου 3.000 εγγεγραμμένους. Στις αρχές των χρόνων εξήντα είχαμε αντιληφθεί πως δεν ήμασταν πλέον συντονισμένοι με το ‘κόμμα’. Χωμένο μες τον γύψο, κονφορμιστικό και όχι πια ‘επαναστατικό’9 .

Μια άλλη ένωση αγωνιστών εγγεγραμμένων στο Pci, ενότητα “Rino Mandoli” του Ponte Carrega στην Genova, που είδε  ‘την ώρα του τουφεκιού’, είναι εκείνη που χυδαία και από τα μέσα ενημέρωσης βαπτίστηκε  XXII Ottobre, δραστήρια στην Γένοβα από τις 22 οκτώβρη 1969 (ημερομηνία σχηματισμού της) μέχρι τις 26 μαρτίου 1971, ημέρα της ληστείας στον ταχυδρόμο της κατασκευαστικής εταιρείας Iacp. Στην πραγματικότητα, αυτός που υποδεικνύεται σαν ένας από τους ιδρυτές της περιπόλου νέων παρτιζάνων, ο Mario Rossi, αν και με επιφυλάξεις, με μεγάλη σύνεση και επιφυλακτικότητα, επισημαίνει: “Συμμεριζόμασταν τις θέσεις των Gap, γίναμε στην πράξη η ομάδα Gap της Γένοβας, καθώς υπήρχαν ήδη στο Μιλάνο και το Tρέντο. Όμως, το είπα και το επαναλαμβάνω, ήμασταν πάντα αυτόνομοι από τους άλλους σχηματισμούς που δημιουργούνταν ή που ήδη ήταν δραστήριοι αλλού ”.10

Η εμπειρία του Rossi, και η ανάγνωση του βιβλίου των Clementi-Persichetti-Santalena, μας προσφέρουν την ευκαιρία να εξερευνήσουμε, να εμβαθύνουμε και μιαν άλλη πτυχή, που σχετίζεται με τους μαχητές των πρώτων ένοπλων ομάδων, αλλά και των Ερυθρών Ταξιαρχιών: την προέλευσή τους, την ένταξη και την πολιτική δράση τους.

Από την μαρτυρία που συνέλεξε η Donatella Alfonso (δημοσιογράφος της εφημερίδας “La Repubblica”) ο Rossi επαναλαμβάνει,
Εγώ, στην πραγματικότητα, αισθάνομαι ακόμα ένας αγωνιστής του Κομμουνιστικού Κόμματος της δεκαετίας του εξήντα … Εκείνα τα χρόνια εκεί σου τύχαινε να παρακολουθείς το κόμμα, να παίρνεις μέρος στις διαδικασίες του, ιδίως στο χώρο εργασίας, στις ενότητες του εργοστασίου, γιατί αισθανόσουν τον σφυγμό του εργάτη που ήταν αυτός που σου δίδασκε να δουλεύεις και μετά να σκέφτεσαι … (Εμείς) ήμασταν όλοι σφυρηλατημένοι και με την 30 ιουνίου του ’60, όταν η Γένοβα απέρριψε την συνέδριο του φασιστικού Msi. Ήμασταν όλοι εκεί, και η τελευταία φορά που είδα πραγματικά το κομμουνιστικό Κόμμα στην πλατεία ήταν εκείνη η ημέρα, με τους παρτιζάνους και τους εργάτες του λιμανιού με το γάντζο στο χέρι”.

Στην ανακατασκευή των πολιτικών του επιλογών, αποκαλύπτει επίσης μια εμβληματική ιδιαιτερότητα, “…ένα άλλο γεγονός για το οποίο δεν έχω μιλήσει ποτέ για να μην φέρω σε δύσκολη θέση κανέναν, όμως εγώ συνέχισα να έχω την ταυτότητα του PCI: μέχρι το θάνατό του, ένας παλιός σύντροφος της Γένοβας μου την ανανέωνε κάθε χρόνο, ακόμα και όταν ήμουν στη φυλακή … Ακούγεται τρελό, αλλά εγώ ποτέ δεν αποβλήθηκα από το κομμουνιστικό Κόμμα ”.

feltrinelliΑυτές οι δυο ‘μικρότερες’ οργανώσεις και προηγούμενες του ξεδιπλώματος των BR και των άλλων οργανώσεων με εθνική δομή αν και με ανομοιογενή διανομή (Nuclei Armati Proletari Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες και Πρώτη Γραμμή Prima Linea) μαζί με τις Ομάδες Παρτιζάνικης Δράσης  Gruppi d’ Azione Partigiana που σχηματίστηκαν από τον Giangiacomo Feltrinelli (έδρασαν στο Trento, Milano και Genova, οι μαχητές των οποίων κατά πλειοψηφία, και ουσιαστικά, συνέκλιναν στις Brigate Rosse μετά τον θάνατο του εκδότη,14 μαρτίου 1972) υπήρξαν ένα σύνολο πολλών ‘εγγεγραμμένων’ στο Κόμμα (Στις έρευνες για τους Gap διερευνήθηκαν οι G.B. Lazagna, Marisa και Vittorio Togliatti, nipoti del Migliore, εγγόνια του Καλύτερου, κι άλλοι ακόμη ‘πλησιέστεροι’ στο Κκι) που κινήθηκαν συλλογικά, αλλά υπάρχουν επίσης και συμπτωματικές ατομικότητες η σύντροφοι ημι-οργανωμένοι, με προσωπικές επαφές. Ο μιλανέζος εκδότης δανείζει το πιστόλι του  (ένα Colt Cobra) στην Monika Ertl, όνομα μάχης ‘Imilla’, όταν την πρώτη απριλίου 1971, στο Αμβούργο, σκοτώνει τον Roberto Quintanilla Pereira, εκπρόσωπο της κυβέρνησης της Βολιβίας στην Γερμανία και δολοφόνου του Ernesto Che Guevara.11

Ο Clementi και οι συνεργάτες συγγραφείς μας θυμίζουν την περίπτωση της Maria Elena Angeloni, της θείας του Carlo Giuliani, που τινάχτηκε στον αέρα – μαζί με τον κύπριο αγωνιστή Georgios Christou Tsdikouris – από το αυτοκίνητο βόμβα που οδηγούσαν προς την πρεσβεία των ηνωμένων πολιτειών στην Αθήνα (2 σεπτεμβρίου 1970) που ήταν γραμμένη στην ενότητα 25 Aπριλίου του μιλανέζικου Pci. “Στην κηδεία της Elena, στο Milano, για την ελληνική Αντίσταση ήταν εκεί η Melina Mercouri. Υπάρχουν οι σύντροφοι, οι φίλοι, οι αγωνιστές του Pci. Ατομικά. το Κόμμα δεν ήταν εκεί. Αν και επίσημα υποστηρίζει την Αντίσταση. Ο γραμματέας της ενότητας 25 απρίλη υποχρεώθηκε από την Ομοσπονδία να καταστρέψει το μητρώο της ταυτότητας της Elena”.12

Ένα άλλο παράδειγμα που επισημαίνεται στις «Ερυθρές Ταξιαρχίες. Από τα εργοστάσια στην ‘εκστρατεία της άνοιξης’ είναι εκείνο του Angelo Basone, εργάτη στις πρέσες του Mirafiori, συνδικαλιστικού εκπροσώπου και επικεφαλής της ενότητας του εργοστασίου του Κκι, που ποτέ δεν αποβλήθηκε από το κόμμα, ο οποίος βρίσκονταν στον κατάλογο των 61 εργατών που θα απολύονταν και γνωστού και αναγνωρισμένου αγωνιστή της οργάνωσης με το πεντάκτινο αστέρι. Καταδικάστηκε για συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία, πολιτικού κρατουμένου στις ειδικές φυλακές.

Εκείνες που αναφέρονται παραπάνω είναι οι πολιτικές βιογραφίες κάποιων κομμουνιστών αγωνιστών (αγωνιστών του κομμουνιστικού Κόμματος), οι οποίοι έχουν αναλάβει τον ένοπλο αγώνα. Πολιτικοί αγωνιστές με τα όλα τους, που συμμετείχαν στις δραστηριότητες της ενότητας, συνέβαλαν στη συζήτηση κατά τη διάρκεια των συναντήσεων, παρενέβαιναν στα συνέδρια του κόμματος, διοργάνωναν διαδηλώσεις και συλλαλητήρια, συνέτασσαν και διένειμαν φυλλάδια, μοίραζαν τον τύπο: την εφημερίδα «L’Unita», τα εβδομαδιαία «Νέοι Δρόμοι,Vie Nuove » και «Εμείς οι γυναίκες,‘Noi Donne ». Δεν έπαιζαν να κάνουν τα στρατιωτάκια.

Η πιο σημαντική, ίσως, είναι η συνεπής πορεία-τροχιά που σχεδιάστηκε από τον Prospero Gallinari. Ήδη στρατευμένος στο Reggio Emilia, της οργάνωσης νεολαίας του κομμουνιστικού Κόμματος, από το 1968 με διπλή κάρτα-ταυτότητα, ακόμα και αυτή του Κόμματος13 όταν και εκδιώχθηκε (1969) για απείθεια, συμμετέχει στις συνεδριάσεις της «Πολιτικής Συλλογικότητας Εργάτες-Φοιτητές, ‘Collettivo Politico Operai-Studenti’, που ονομάστηκε« Ομάδα του διαμερίσματος», ‘Gruppo dell’appartamento’ ( μετά Προλεταριακή Αριστερά του Βασιλιά-CPM, Sinistra Proletaria di Re). Μετά από μια ατυχή (έτσι την χαρακτηρίζει στην αυτοβιογραφία του) εμπειρία (1971-1972) στο Superclan του Corrado Simioni, παίρνει επισήμως μέρος στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, γενόμενος ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς της μαχητές.

Ο Mario Moretti, όταν πεθαίνει ο Gallinari, τον θυμάται με αυτό τον τρόπο: “Το όνομα μάχης του Prospero ήταν Ιωσήφ, Giuseppe, και σίγουρα δεν είναι τυχαίο. Το είχε επιλέξει με πολύ ειρωνεία αλλά για έναν παλιό κομμουνιστή εκείνο το όνομα σημαίνει κάτι. Ο Prospero είναι ένας από τους συντρόφους της εμπιστοσύνης και της γραμμής, είναι αυτός που οδηγεί την πολιτική μάχη μαζί με τον Morucci στη ρωμαϊκή φάλαγγα. O Prospero είναι o μαρξισμός-λενινισμός, όλα όσα μας συμβαίνουν, άνοδοι και πτώσεις, αυτός τα διαβάζει υπό το πρίσμα, υπό το φως της σχέσης ανάμεσα στο κόμμα και τις μάζες, την πρωτοπορία και τις μάζες. Πιστεύει ότι εκεί υστερούμε. Έρχεται από την εμπειρία της Εμίλια, γι ‘αυτόν το κόμμα είναι το παν, η πολιτική συνέπεια είναι τα πάντα, και έχει μια πολύ ισχυρή αίσθηση της ηθικής. Ο καθένας ζει την ήττα με διαφορετικό τρόπο … γι ‘αυτόν, αν τα πράγματα επιστρέφουν πάλι στα μαρξιστικά-λενινιστικά παραδείγματα όλα καλά, και από εκεί δεν μετακινείται ακόμη και αν τον πυροβολήσεις. Όταν οι Br έχουν εξαντληθεί, ελπίζει σε μια συνέχεια σε κάτι άλλο που δεν είναι οι Br. Πράγμα που κατά τη γνώμη μου δεν έχει νόημα, και του το είπα, πάντα με το μεγάλο σεβασμό που έχω για αυτόν. Ο Prospero είναι ένας από εκείνους με τους οποίους καταλαβαινόμασταν, είναι από ατσάλι, ατσάλινος ακριβώς, έτσι είναι φτιαγμένος, είναι ένας παλιός αγρότης του κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Prospero είναι σημαντικότατος. Ciao, Prospero, Γεια σου ”.14

Και ο Andrea Colombo,15 σε μιαν άλλη προοπτική και οπτική, του απονέμει τις τιμές της Πολιτικής: “ Ο Prospero Gallinari ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Πολλοί το ξέρουν μα λίγοι θα το γράψουν. Αντιθέτως είναι καλό να ειπωθεί. Ήταν γενναιόδωρος, αλτρουιστής, θαρραλέος. Ήταν ένας γι αυτούς που λέμε πως έχουν ‘μεγάλη καρδιά’…Ήταν ένας άνθρωπος άλλων καιρών. Ένας στρατευμένος κομουνιστής από εκείνους που για δυο αιώνες έφτιαξαν την ιστορία. Ένας παρτιζάνος που τυχαία γεννήθηκε όταν ο πόλεμος είχε  τελειώσει. Από παιδί περπατούσε χιλιόμετρα για να πάει να διαβάσει την l’Unità στο bar του κοντινότερου χωριού στο αγρόκτημα όπου είχε μεγαλώσει. Όταν πλέον μεγάλωσε εξακολούθησε να είναι εκείνο το αγόρι. Μαζί μας, παιδιά του κινήματος, που στα χρόνια ’70 το Pci το μισούσαμε και το πολεμούσαμε είχε πολύ λίγα κοινά. Εγώ – μου είπε μια φορά – υπήρξα πάντα ένας αγωνιστής του ιταλικού κομουνιστικού Κόμματος και, αν και θα σου φανεί παράξενο, σε όλες τις  άλλες  οργανώσεις στις οποίες πήρα μέρος πάντα εκπροσωπούσα την μετριοπαθή πτέρυγα’ “.

Η συγκρότηση των BR                                                                                                                    

Οι συντάκτες αυτού του πρώτου τόμου, τον οποίον θα ακολουθήσουν και άλλοι, έχουν ανακατασκευάσει με λεπτομέρειες το πώς, και πότε, συγκροτήθηκε η πρώτη και πιο σημαντική, μεταπολεμική ιταλική ένοπλη οργάνωση με μια μεγάλη διακλάδωση σχεδόν σε όλη την εθνική επικράτεια. Ποιες ήταν οι οργανώσεις, συλλογικότητες και πολιτικές επιτροπές που συνέβαλαν στην ίδρυσή της. Νωρίτερα υπογραμμίσαμε το πως αυτό το έργο είναι βοήθεια και ενθάρρυνση για την ανάκτηση της μνήμης, και για τον λόγο αυτό το θεωρούμε χρήσιμο κείμενο και θεμελιώδες.

Από το Trento, μια ουσιαστική συμβολή παρείχαν η Margherita Cagol και ο Renato Curcio οι οποίοι, στη συνέχεια, μαζί με τον Mauro Rostagno (Κίνημα για ένα Αρνητικό Πανεπιστήμιο,Movimento per una Università Negativa) «μετανάστευσαν» στη Βερόνα, προκειμένου να έχουν μια μεγαλύτερη πολιτική ανάσα, όπου συνεργάστηκαν με το «Κέντρο πληροφόρησης,Centro d’informazione»που δημοσίευε το περιοδικό »Πολιτική Εργασία, Lavoro Politico» που διηύθυνε ο Walter Peruzzi. Στη συνέχεια, σχεδόν το σύνολο της συντακτικής ομάδας προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας, το οποίο στη συνέχεια χωρίζεται σε «μαύρη γραμμή» και «κόκκινη γραμμή».

Ο Curcio και η ‘Mara’ προσχώρησαν σε αυτή την τελευταία, μέχρις ότου, αύγουστος 1969, αποβλήθησαν μαζί με τον Peruzzi και τον ‘τρεντίνο’ Duccio Berio. Από την Verona μετακόμισαν στο Milano, και συνάντησαν τους Συντρόφους της Πολιτικής Μητροπολιτικής Κολεκτίβας, i Compagni del Collettivo Politico Metropolitano (που έγινε στην συνέχεια Sinistra Proletaria, Προλεταριακής Αριστερά), τους συντρόφους των αυτόνομων συνδικαλιστικών ομάδων Cub στα εργοστάσια Pirelli, Alfa, Sit-Siemens, Marelli, όπως και τα μέλη των Ομάδων Μελέτης, dei Gruppi di Studio των εργοστασίων Sit και της Ibm. Αυτή η τελευταία ομάδα, έναν χρόνο αργότερα περίπου, πραγματοποιεί μια σημαντική εργασία έρευνας επί της πολυεθνικής των ηνωμένων πολιτειών: “IBM, ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο και σύγχρονο προλεταριάτο”.16 Αλλά και στις συνοικίες της περιφερειακής ζώνης επίσης υπάρχουν ‘αυτόνομες’ πραγματικότητες που αρχίζουν μια κάποια πολιτική κριτική: ιπτάμενα συλλαλητήρια, διάδοση υλικού προπαγάνδας και στρατιωτική προπαγάνδα, κυρίως εμπρησμούς αυτοκινήτων φασιστών, επιστατών και ηγετίσκων των εργοστασίων.

Ιδιαίτερα ριζωμένη, στην συνοικία ,  Lorenteggio-Giambellino, είναι η »Προλεταριακή Ομάδα Ιούλιος ’60»,  il “Gruppo Proletario Luglio ’60” αυτόνομη κομουνιστική. Ψυχή και μέλη σε αυτό τον οργανισμό είναι όλοι (μια εκατοστή) πρώην αγωνιστές εγγεγραμμένοι στην ενότητα συνοικίας του Pci, με το όνομα του παρτιζάνου ‘Giancarlo Battaglia’. Παρτιζάνοι είναι ο ιστορικός αγωνιστής του συνοικιακού διαμερίσματος: ο Gino Montemezzani, ένας από τους λίγους μαοϊκούς που συνάντησε προσωπικά τον Mao Tse Tung,17 και ο Giacomo ‘Lupo’ Cattaneo, στην συνέχεια κομουνιστής μαχόμενος στις Brigate Rosse. Στην επιτροπή “Luglio ’60” στελέχη επίσης είναι οι εννέα αδελφοί Morlacchi,18 παιδιά μιας ‘κομουνιστικής οικογένειας’. Έξι από αυτούς θα διωχθούν για σύσταση και συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία: τις BR. Ο Pierino, εκτός από το ότι ήταν ένας από τους προαγωγούς της οργάνωσης υπήρξε επίσης στην πρώτη εκτελεστική επιτροπή με τους Curcio, Cagol και Moretti.

Στο Reggio Emilia, το μεγαλύτερο μέρος των συμμετεχόντων στο ‘Collettivo Politico Operai-Studenti’, »Πολιτική Κολεκτίβα Εργάτες-Φοιτητές», προέρχονταν από το Pci και την οργάνωση νεολαίας του Fgci, και μαζί με τους οργανισμούς που αναφέραμε νωρίτερα, μαζί με μια ομάδα συντρόφων από το Borgomanero (No) και μιαν της περιοχής Lodi-Casalpusterlengo (τότε επαρχία του Milano) βρέθηκαν να συζητούν και να διαλέγονται, στα τέλη δεκεμβρίου 1969 στο πανδοχείο ‘Stella Maris’ του Chiavari (Ge) και, μετά, στο ‘ιδρυτικό συνέδριο’ σε εκείνο το σεμινάριο-διάσκεψη τριών ημερών που διεξήχθη στο εστιατόριο ‘Da Gianni’, frazione Costaferrata, στην ζώνη των Απεννίνων της επαρχίας του Ρέτζιο Εμίλια τον αύγουστο του 1970. Έτσι, ουσιαστικά, συστήνονται οι Brigate Rosse.

Μνήμη και λήθη
Συχνά επαναλαμβάνεται ότι η μνήμη είναι ένα συλλογικό γρανάζι. Αλλά είναι επίσης ένα «ανατρεπτικό» εργαλείο. Οι τρεις ερευνητές, συγγραφείς αυτής της σύνθετης ανθρώπινης ανασυγκρότησης, ιστορικής και πολιτικής μας προσφέρουν την ευκαιρία να συνδυάσουμε τις δύο ενέργειες. Τα επεισόδια, σε αυτό τον πρώτο τόμο, είναι πολλά, κάποια μας έχουν πλήξει ιδιαίτερα. Θυμόμαστε εκείνα που αισθανόμαστε ότι έχουν μια μεγαλύτερη πολιτική σημασία.

Εκείνο με το μεγαλύτερο εύρος και «βάρος», από κάθε άποψη, αναφέρεται στο διαβόητο (αξίζει να το επαναλαμβάνουμε) σκάνδαλο Lockheed. Οι συγγραφείς μας το θυμίζουν 19 με ακρίβεια. “Το σκάνδαλο Lockheed γεννήθηκε από τις αποκαλύψεις της εξεταστικής Επιτροπής των ΗΠΑ με επικεφαλής τον γερουσιαστή Frank Church, σύμφωνα με τις οποίες η εταιρεία Lockheed είχε πληρώσει δωροδοκίες σε πολλές χώρες για να πουλήσει την πολεμική παραγωγή στους εθνικούς στρατούς. Όσον αφορούσε την Ιταλία, επρόκειτο για μίζες για την απόκτηση 14 αεροπλάνων C-130 που αγοράστηκαν από  την ιταλική κυβέρνηση ανάμεσα στο 1972 και το 1974, αεροπλάνων F-104S και τεθωρακισμένων Leopard. Δίπλα στον Gui (Υπουργό των Εσωτερικών και moroteo, nda) ενεπλάκη και ο υπουργός Άμυνας Mario Tanassi ενώ, πάντοτε σύμφωνα με τις αποκαλύψεις των ηνωμένων πολιτειών, πίσω από κάποια κωδικοποιημένα ονόματα (Antelope Cobbler και Pun) κρύβονταν ένας πρώην πρωθυπουργός…Το όνομα με κωδικό ‘Antelope’, σύμφωνα με τις αμερικανικές αποκαλύψεις, υποδείκνυε έναν πρωθυπουργό των χρόνων από το 1965 μέχρι το 1970, συμπεριλαμβάνοντας με αυτό τον τρόπο, εκτός από τον Moro (1963-1968), την λεγόμενη παραθαλάσσια κυβέρνηση του Giovanni Leone (ιούνιος-νοέμβριος 1968) και εκείνη του Mariano Rumor (δεκέμβριος 1968-ιούλιος 1970). Οι τρεις θα διαψεύσουν κάθε ανάμιξη και στις 29 απριλίου ο πρεσβευτής των ηνωμένων πολιτειών σημείωσε πως, κάνοντας το, είχαν δώσει την εντύπωση πως έκριναν ένοχο ο ένας τον άλλον”.

Repubblica MoroΑπό την στιγμή που δεν συμμεριζόμαστε, ούτε αγκαλιάζουμε, κανέναν τύπο συνωμοσιολογικής θεωρίας, αμέσως προσδιορίζουμε πως δεν αποδίδουμε σε κανέναν από τους προαναφερθέντες συγκεκριμένες αστοχίες και ακριβείς ενοχές, όμως θυμόμαστε…Θυμόμαστε λοιπόν και υπενθυμίζουμε πως την πέμπτη 16 μαρτίου 1978, την ημέρα της απαγωγής Moro, στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας “La Repubblica” υπήρχε αυτό  το ‘box’: “Antelope Cobbler είναι ο Aldo Moro?” που παρέπεμπε σε ένα εσωτερικό άρθρο: “Antelope Cobbler? Απλούστατο Aldo Moro, πρόεδρος της DC”.

Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο επειδή δεν είναι απαραίτητο. Σημειώνουμε ότι η είδηση θα μπορούσε να διερευνηθεί, επαληθευτεί, επιβεβαιωθεί, διαψευσθεί. Όπως όλη υπόθεση των λεγόμενων «ιπτάμενων φέρετρων», έτσι είχαν επίσης αποκαλεστεί τα αεροπλάνα Lockheed F-104, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τις καταδίκες «μόνο» των Tanassi (Psdi), του προσωπικού γραμματέα του, των ιταλών εκπροσώπων της Lockheed και του τότε προέδρου της Finmeccanica (με κρατική συμμετοχή). Δεν γνωρίζουμε πώς τελείωσε, πως κατέληξε η ψευδής (;) κατηγορία της εφημερίδας που διευθύνονταν από τον Eugenio Scalfari κατά του Moro.

Με την ανακατασκευή τους, οι Clementi, Persichetti, Santalena, μας βοηθούν να καθορίσουμε ξανά τους χρόνους και τους τρόπους με τους οποίους έχουν συσταθεί οι ειδικές φυλακές, την ‘κόκκινη εβδομάδα’ της Asinara, τις μάχες στις Pianosa και Saluzzo, την απεργία πείνας στην Nuoro, ακριβώς για να μπορέσουν να ξεπεράσουν οι κρατούμενοι και να διαλύσουν τα απάνθρωπα οχυρά: Kampi. Στρατόπεδα συγκέντρωσης. Την κατασκευή και τα εγκαίνια της πρώτης γυναικείας υπέρ-φυλακής: εκείνη της Voghera και την διαδήλωση-με ζωώδεις επιθέσεις και ξύλο στους μετέχοντες-του ιουλίου 1983, για την εξουδετέρωση της. Την ‘ελευθερία κινήσεων’ που παραχωρήθηκε στον Carlo Alberto Dalla Chiesa και στον ειδικό αντιτρομοκρατικό πυρήνα του. Την εισαγωγή της συστηματικής χρήσης των βασανιστηρίων ενάντια στους συλληφθέντες για να τους κάνουν να μιλήσουν.
Ήδη από το 1975, με τον Alberto Buonoconto, μετά τους Enrico Triaca, Cesare Di Lenardo, Paola Maturi, Sandro Padula, Emanuela Frascella, δυστυχώς πολλούς άλλους.

Είναι ακριβώς στην θεσμοθέτηση αυτής της σκληρής πρακτικής και στις πολλές περιπτώσεις που αναφέρθηκαν, οι συντάκτες των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» θα αφιερώσουν εμβαθύνσεις και αρκετό χώρο στους επόμενες τόμους. Χωρίς να παραμελούνται η απαγωγή D’Urso, Dozier και οι τέσσερις απαγωγές της ‘εκστρατείας της άνοιξης’: Cirillo, Taliercio, Sandrucci και Πέτσι. Δεν παραμελούν τη γέννηση του Κόμματος Guerilla, del Partito Guerriglia, της απομάκρυνσης της φάλλαγγας Walter Αlasia, της αναγγελίας της στρατηγικής υποχώρησης και του τέλος μιας εμπειρίας.                                                       Έτσι όπως και για την σφαγή της Via Fracchia στη Γένοβα και την εκτέλεση του Roberto Serafini και του Walter Pezzoli στο Μιλάνο.                                                                               “La storia continua, Η ιστορία συνεχίζεται”.20

N. B. Αυτή είναι η πρώτη από τις τρεις συνεισφορές που σχετίζονται με την ένοπλη πάλη, τη φυλακή, το εκτός νόμου προλεταριάτο, που πραγματοποιήθηκαν λαμβάνοντας ως παράδειγμα από πολλές πρόσφατες δημοσιεύσεις. Εκτός από αυτήν των Clementi-Persichetti-Santalena, οι επόμενες θα είναι η αυτοβιογραφία του Pasquale Abatangelo «Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, Correvo pensando ad Anna» και «Το Δέντρο της αμαρτίας», “L’albero del peccato”, που δημοσιεύθηκε χάρη στον Giorgio Panizzari, ενημερωμένο και σημαντικά ενισχυμένο σε σχέση με την έκδοση του 1983, που διατέθηκε με την υπογραφή της «Κολεκτίβας κομμουνιστών κρατουμένων των Ερυθρών Ταξιαρχιών, ‘Collettivo prigionieri comunisti delle Brigate Rosse’. (F.A.)


  1. Marco Clementi, Storia delle Brigate Rosse, Odradek Edizioni, Roma, 2007  ↩
  2. Marco Clementi, La ‘pazzia’ di Aldo Moro, Odradek Edizioni, Roma, 2001  ↩
  3. Paolo Persichetti-Oreste Scalzone, Il nemico inconfessabile. Sovversione sociale, lotta armata e stato di emergenza in Italia dagli anni settanta ad oggi, Odradek Edizioni, Roma, 1999  ↩
  4. Jacques M. Verges, Strategia del processo politico, Einaudi, Torino, 1969  ↩
  5. Στο δοκίμιο της Laurana Lajolo, Οι αντάρτες της Santa Libera. Ιστορία μιας παρτιζάνικης εξέγερσης. Αύγουστος 1946-I ribelli di Santa Libera. Storia di un’ insurrezione partigiana. Agosto 1946, ο leader των ξεσηκωμένων, ‘Armando’, “…μαζί με κάποιους συντρόφους, σχημάτισε, μετά την απελευθέρωση, μια παράνομη ομάδα με το όνομα ‘808’ προς  τιμής ενός ισχυρού εκρηκτικού και ο οποίος, μπροστά στην προοδευτική συμπεριφορά επιείκειας των δικαστών απέναντι στους φασίστες, αποφάσισε να αναλάβει το καθήκον να αποδώσει δικαιοσύνη.”  ↩
  6. Alice Diacono, Η παρτιζάνικη εξέγερση της Santa Libera [αύγουστος 1946] και το δύσκολο πέρασμα από τον φασισμό στην δημοκρατία, ακαδημαϊκό έτος 2009-2010 / L’insurrezione partigiana di Santa Libera (agosto 1946) e il difficile passaggio dal fascismo alla democrazia, anno accademico 2009-2010, Giovanni Rocca (Primo), Ένας στρατός ρακένδυτων στην υπηρεσία της ελευθερίας – Un esercito di straccioni al servizio della libertà, Art pro Arte, Canelli (Cn), 1984; Laurana Lajolo, I ribelli di Santa Libera. Storia di un’insurrezione partigiana. Agosto 1946, Edizioni Gruppo Abele, Torino, marzo 1995; Giovanni Gerbi, I giorni di Santa Libera, Οι ημέρες της Santa Libera, οκτώ επεισόδια στην εκπομπή “ L’eco del lunedì”, εβδομαδιαία, settimanale di Asti, οκτώβριος-νοέμβριος 1995; Marco Rossi, Ribelli senza congedo. Rivolte partigiane dopo la Liberazione. 1945-1947, Αντάρτες δίχως άδεια. Παρτιζάνικες εξεγέρσεις μετά την Απελευθέρωση. Edizioni Zero in condotta, Milano, 2009; Claudia Piermarini, I soldati del popolo. Arditi, partigiani e ribelli: dalle occupazioni del biennio 1919-20 alle gesta della Volante Rossa, storia eretica delle rivoluzioni mancate in Italia- Οι στρατιώτες του λαού. Arditi, αντάρτες και επαναστάτες: από τις καταλήψεις της διετίας 1919-1920 στα κατορθώματα της Κόκκινης Φτερωτής, αιρετική ιστορία των αποτυχημένων επαναστάσεων στην Ιταλία, Red Star Press, Roma, giugno 2013  ↩
  7. Cesare Bermani, La Volante Rossa. Storia e mito di ‘un gruppo di bravi ragazzi’, Η Κόκκινη Φτερωτή. Ιστορία και μύθος »μιας ομάδας καλών παιδιών», Colibrì Edizioni, Milano, 2009; Carlo Guerriero-Fausto Rondelli, La Volante Rossa, Datanews, Roma, 1996; Massimo Recchioni, Ultimi fuochi di Resistenza. Storia di un combattente della Volante Rossa, Τελευταίες φωτιές Αντίστασης. Ιστορία ενός μαχητή της Κόκκινης Φτερωτής, DeriveApprodi, Roma, 2009; M. Recchioni, Il tenente Alvaro, la Volante Rossa e i rifugiati politici italiani in Cecoslovacchia, Ο υπολοχαγός Αλβάρο, η Κόκκινη Φτερωτή και οι πολιτικοί πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία, DeriveApprodi, Roma, 2011; Francesco Trento, La guerra non era finita. I partigiani della Volante Rossa, Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Οι παρτιζάνοι  της Κόκκινης Φτερωτής, Edizioni Laterza, Roma-Bari, 2014  ↩
  8. Sante Notarnicola, L’evasione impossibile, Η αδύνατη απόδραση, Feltrinelli, 1972  ↩
  9. Da una conversazione con Sante Notarnicola, Από μια κουβέντα με τον Σάντε Νοταρνικόλα, 14 aprile 2017  ↩
  10. Donatella Alfonso, Animali di periferia. Le origini del terrorismo tra golpe e resistenza tradita. La storia inedita della banda XXII Ottobre, Ζώα της περιφέρειας. Οι καταβολές της τρομοκρατίας ανάμεσα στο πραξικόπημα και την προδομένη αντίσταση. Η ανέκδοτη ιστορία της μπάντας 22 Οκτώβρη, Castelvecchi Rx, Roma, 2012  ↩
  11. Jurgen Schreiber, La ragazza che vendicò Che Guevara. Storia di Monika Ertl, Το κορίτσι που εκδικήθηκε τον Τσε Γκεβάρα. Η ιστορία της Μόνικα Έρτλ, casa editrice Nutrimenti, Roma, 2011  ↩
  12. Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie, Κι ας είμαστε γυναίκες. Ιστορίες επαναστατριών, DeriveApprodi, Roma, 2015  ↩
  13. Prospero Gallinari, Un contadino nella metropoli. Ricordi di un militante delle Brigate Rosse, Αναμνήσεις ενός μαχητή των Ερυθρών Ταξιαρχιών, Bompiani Overlook, Milano, 2006  ↩
  14. Mario Moretti, Per Prospero, Για τον Πρόσπερο,14 gennaio 2013  ↩
  15. Gli Altri online, 14 gennaio 2013  ↩
  16. Sapere Edizioni, Milano, 1973  ↩
  17. Gino Montemezzani, Come stai compagno Mao?, Πως είσαι σύντροφε Μάο; Edizioni LiberEtà, Roma, 2006  ↩
  18. Manolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, H φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει. Agenzia X, Milano, 2007  ↩
  19. nn.14 e 15, σελ. 149  ↩
  20. P. Gallinari, Un contadino nella metropoli, Ένας αγρότης στην μητρόπολη, cit.  ↩

https://www.carmillaonline.com/2017/04/26/le-emozioni-del-cuore-la-d-della-ragione-la-realta-dei-fatti/

ιστορία, storia

Συνέντευξη Video-Intervista στην Silvia Baraldini

του Raùl Zecca Castel

black-panther-children[video intervista alla fine del post] [η συνέντευξη βίντεο στο τέλος του ποστ] Το όνομα της Silvia Baraldini, στην Italia, είναι συνδεδεμένο με ιδιαίτερο τρόπο με την δικαστική υπόθεση της οποίας υπήρξε – αθέλητα – πρωταγωνίστρια και, κυρίως, ανακαλεί στη μνήμη την πολιτική κοινοβουλευτική σύγκρουση σχετικά με την έκδοση της από τις φυλακές των ηνωμένων πολιτειών, που έλαβε χώρα το 1999. Αλλά η διαδρομή της ζωής της και η επαναστατική εμπειρία που σημάδεψαν τα χρόνια της νεότητας της αντιπροσωπεύουν ακόμη και σήμερα μια πολύτιμη μαρτυρία ιστορική ακραία χρήσιμη για την αντίληψη μιας ολόκληρης εποχής και παραμένουν, απ’ όπου κι αν την εξετάσεις, ένα άφθαρτο παράδειγμα αυταπάρνησης. Γεννημένη στην Roma το 1947, η Silvia Baraldini σχηματίζεται-διαμορφώνεται στις USA, όπου ο πατέρας εργάζεται ως διπλωματικός στην ιταλική πρεσβεία. Εδώ πλησιάζει πολύ σύντομα στο μεγάλο νεανικό κίνημα διαμαρτυρίας που ξεπήδησε για να διαδηλώσει την διαφωνία του στον πόλεμο στο Βιετνάμ, αλλά που βρίσκει στις φεμινιστικές διεκδικήσεις όπως και σε εκείνες ενάντια στην αποικιοκρατία άλλες τόσες γραμμές αντιρρήσεων και κατευθύνσεις αντιπαράθεσης σε ένα ενιαίο καπιταλιστικό και ιμπεριαλιστικό σύστημα, που αναγνωρίζεται ως η πηγή όλων των κοινωνικών ανισοτήτων και, συνεπώς, ως ένας εχθρός που πρέπει να τον πολεμήσουν, αλλά πάνω απ ‘όλα, να τον νικήσουν.

Κατ’ αυτό τον τρόπο στα χρόνια ανάμεσα στις δεκαετίες ’60 και ’70 του Εννιακόσια, η Silvia Baraldini γίνεται ένθερμη υποστηριχτής του αφρο-αμερικανικού κινήματος, σε όλες τις πιο ριζοσπαστικές και ένοπλες εκδηλώσεις του, πεπεισμένη όχι μόνο του γεγονότος πως οι συνθήκες ζωής που επικρατούν στην μαύρη βορειοαμερικανική κοινότητα αντιπροσωπεύουν την πιο βάναυση και άγρια έκφραση της πολιτικής και κοινωνικής κυριαρχίας μα, πάνω απ’ όλα, συνειδητοποιημένη του γεγονότος πως μόνο η ένωση των προνομιούχων κινημάτων των λευκών με αυτά τα πιο περιθωριοποιημένα και κακοποιημένα των μαύρων θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα μια επαναστατική αναγέννηση. Από εδώ η μαχητική της στράτευση στις πιο ριζοσπαστικές ομάδες εκείνη την περίοδο, από το Black Panthers Party for Self-Defens στον Black Liberation Army, περνώντας από την May 19 Coalition, οργάνωση κομουνιστικής ιδεολογίας στην οποίαν είναι στρατευμένα κάποια στελέχη των Weather Underground.

Στη συνέχεια, το 1983, η σύλληψη και η καταδίκη: 44 χρόνια φυλάκισης.

silvia-baraldiniΗ Silvia Baraldini κατηγορείται πως οργάνωσε και πήρε μέρος στην απόδραση και την διαφυγή της Assata Shakur, μαύρης κρατούμενης αγωνίστριας στην φυλακή Clinton στο New Jersey, που βρίσκεται σήμερα με άσυλο στην Cuba και ακόμη στην λίστα με τους πιο επικίνδυνους τρομοκράτες των ΗΠΑ. Η επιχείρηση έγινε χωρίς να χυθεί αίμα, αλλά η Baraldini υφίσταται την εφαρμογή εναντίον της του νόμου RICO, που επινοήθηκε για να καταπολεμηθεί το οργανωμένο έγκλημα και η εσωτερική τρομοκρατία, έτσι εμπίπτουν επάνω της όλες οι κατηγορίες που αφορούν το κίνημα του οποίου είναι μέρος, αδιακρίτως, συμπεριλαμβανομένης μιας ληστείας που δεν συνέβη ποτές.

Την πρόταση από πλευράς του FBI να ανταλλάξει την ελευθερία της με τα ονόματα των ‘συνεργών’ της, η Silvia Baraldini απορρίπτει, αρνείται να συνεργαστεί οπότε μεταφέρεται στο Lexington, στην υπόγεια φυλακή μεγίστης ασφαλείας, όπου διατρέχει σχεδόν δυο χρόνια σε κατάσταση πλήρους αισθητηριακής απομόνωσης αρρωσταίνοντας βαριά.

Το 1999, τέλος, η έκδοση στην Italia, όμως με την εγγύηση πως θα συνεχίσει να εκτίει την ποινή στην φυλακή. Μέχρι το 2001, όταν, εξ αιτίας της ασθένειας, της παραχωρείται ο κατ’ οίκον περιορισμός.

Η τελευταία πράξη αυτού του μακρού δικαστικού μένους φέρει την ημερομηνία της 26 σεπτεμβρίου 2006, όταν, λόγω μια χάριτος, ύστερα από 23 χρόνια εγκλεισμού, τελικά της παραχωρείται η ελευθερία.

Η Silvia Baraldini δεν έψαξε ποτέ την προσοχή των μέσων και σπάνια έγραψε για τον εαυτό της, σπάνια παραχώρησε συνεντεύξεις ή μαρτυρίες για την ταλαιπωρία της ή όσα υπέφερε. Μόνο κατά  τα τελευταία χρόνια ξεκίνησε να αντιμετωπίζει δημοσίως την διαδρομή της ζωής της, μεταφέροντας την στα κοινωνικά κέντρα και σε όλους τους πρόθυμους χώρους να την φιλοξενήσουν και να την ακούσουν.

Γι ‘αυτό θέλω να την ευχαριστήσω και πάλι που δέχτηκε να γυριστεί αυτό το φιλμ γι αυτή τη σύντομη συνέντευξη που παραχώρησε στις 28 ιανουαρίου 2017 στο Gratosoglio Autogestito του Milano (GTA) και που θυμήθηκε μαζί μας ορισμένα βασικά βήματα της ύπαρξής της, από τις πρώτες επαφές με το αφρο-αμερικανικό κίνημα στο ρόλο των γυναικών, από την εμπειρία της αιχμαλωσίας μέχρι τις εκτιμήσεις για την πολιτική κληρονομιά χρόνων τα οποία, όμως κι αν σκεπτόμαστε, σημάδεψαν την πορεία των συμβάντων.

https://www.carmillaonline.com/2017/02/22/video-intervista-a-silvia-baraldini/