ένοπλη πάλη, lotta armata

ΑΝΑΛΗΨΗ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ LANDO CONTI

BRIGATE ROSSE – PCC

Στις 10 Φεβρουαρίου 1986 ένας ένοπλος πυρήνας της Οργάνωσης μας εκτέλεσε τον Lando Conti, επικεφαλής της SMA και στενό συνεργάτη του υπουργού πολέμου, του σιωνιστή γουρουνιού Spadolini.
Ο Lando Conti ήταν μέρος εκείνης της πολιτικής-επιχειρηματικής κλάσης που είναι η σπονδυλική στήλη της Ιμπεριαλιστικής Μπουρζουαζίας στα σχέδια της αυτής της συγκυρίας. Πολιτική τάξη που παντρεύει άμεσα τα οικονομικά συμφέροντα που συνδέονται με τον πολεμικό τομέα με τις γενικές επιλογές του δυτικού ιμπεριαλισμού.
Πράγματι, υπήρξε ένας ακούραστος υποστηριχτής πολιτικών πιέσεων για μια πιο άμεση συμμετοχή της Ιταλίας, και με την στρατιωτική έννοια, στην ατλαντική συμμαχία..
Τον βρίσκουμε συνεχώς δίπλα στον εν λόγω υπουργό πολέμου να δραστηριοποιείται στην προώθηση και ανοιχτή υποστήριξη της αμερικανικής θέσης στη Μεσόγειο.
Η SMA (θαλάσσια και εναέρια σηματοδότηση-segnalamento marittimo ed aereo), μια μικρή και ευέλικτη εταιρεία από αυτοπροσδιορισμό, συμμετέχει στα σημαντικότερα συστήματα όπλων και κυρίως στο αμερικανικό πρόγραμμα SDI Star Wars-πολέμου των άστρων, μέσω της ιταλικής κοινοπραξίας στρατηγικών τεχνολογιών (CITES) που προωθεί η Agusta. Αυτή αποτελεί μέρος του «κλαμπ Melara», ενός κύκλου που περιέχει ότι καλύτερο της ιταλικής πολεμικής παραγωγής, ελέγχει αρκετές εταιρείες του κλάδου με υποκαταστήματα και στο εξωτερικό, η παραγωγή της κυμαίνεται από συστήματα ραντάρ μέχρι ηλεκτρονικά εξαρτήματα για πυραύλους. Ποιοτικές παραγωγές που σε μια αναπτυσσόμενη αγορά προκάλεσαν το ενδιαφέρον της Fiat σε μια σημαντική μετοχική συμμετοχή.
Η επέκταση της παραγωγής της SMA και στις παγκόσμιες αγορές αποδεικνύεται από τις εξαγωγές της σε όλα τα μέρη του κόσμου, χωρίς να ξεχνάμε μεταξύ άλλων τους ισραηλινούς σιωνιστές, τους πραξικοπηματίες ΝΑΤΟ της Τουρκίας, το καθεστώς απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής, το καθεστώς των Φιλιππίνων του δικτάτορα Marcos και τα διάφορα καθεστώτα της Νότιας Αμερικής για να αναφέρουμε μόνο λίγα.
Ο ρόλος που διαδραμάτισε ο Lando Conti τόσο στο διοικητικό συμβούλιο της SMA, όσο ως εξέχον μέλος του ρεπουμπλικανικού κόμματος PRI, όπως επίσης και στο πανόραμα της τοπικής πολιτικής εξουσίας είναι ενδεικτικός για να κατανοήσουμε πλήρως τις διασυνδέσεις πολιτικού-οικονομικού-στρατιωτικού ενδιαφέροντος που αναλήφθηκαν σήμερα από τον πολεμικό κλάδο.
Εάν ξεφυλλίσουμε ένα οποιοδήποτε εγχειρίδιο σχετικό με τα προβλήματα του πολέμου, θα βρούμε να αναφέρεται η αρχή σύμφωνα με την οποίαν το μέγιστο άμυνας είναι σε άμεση αναλογία της προσβλητικής ικανότητας. Ένας γενικός νόμος του πολέμου που δεν μπορούν να ακυρώσουν, όχι ένα, αλλά ούτε χίλια τζάκια της Γενεύης.
Η αποκαλούμενη «Στρατηγική Αμυντική Πρωτοβουλία»-SDI που προωθείται από τις ΗΠΑ καθορίζει αναγκαστικά μια κούρσα για τον επανεξοπλισμό, μια κούρσα που δεν αφορά μόνο το διάστημα, προσβάλλοντας σε μεγάλο βαθμό την τεχνολογική-επιθετική αναπροσαρμογή των συστημάτων συμβατικών όπλων, μέσα στο αυλάκι της ιδέας οδηγού της »αστρικής ασπίδας» που συνίσταται στην πραγματοποίηση των προϋποθέσεων για να καταστεί εφικτή η χρήση του πυρηνικού οπλοστασίου (διατρέχοντας έναν αποδεκτό κίνδυνο). Ωστόσο, θα ήταν απλοϊκό να παρουσιάσουμε την SDI αποκλειστικά ως ένα γιγαντιαίο στρατιωτικό όργανο, θα ήταν σαν να ήμασταν τυφλοί μπροστά στα κίνητρα οικονομικού χαρακτήρα. Κίνητρα που αποτελούν τη βάση της άμεσης συμμετοχής στο πρόγραμμα τεράστιων τομέων της οικονομίας δημιουργώντας μια στενή σχέση μεταξύ του πολιτικού, του στρατιωτικού, του βιομηχανικού και του ακαδημαϊκού επιστημονικού.

Το SDI είναι το πιλοτικό πρόγραμμα που προτίθεται να υιοθετήσει η Αυτοκρατορική Μπουρζουαζία για να ανταποκριθεί στις δικές της ανάγκες που συνίστανται στον επανασχεδιασμό ενός νέου διεθνούς καταμερισμού της εργασίας με την ρήξη των σημερινών ενδοϊμπεριαλιστικών σχέσεων δύναμης, ως απαραίτητη προϋπόθεση για μιαν επαρκή αξιοποίηση των χρησιμοποιηθέντων κεφαλαίων.
Είκοσι έξι δισεκατομμύρια δολάρια επενδύθηκαν μόνο στον τομέα της έρευνας, μια εκτίμηση των 1500-2000 δισεκατομμυρίων δολαρίων δαπάνης για την πραγματοποίηση της σημαίνει έναν πολλαπλασιαστικό κύκλο εργασιών που ανοίγει την όρεξη στους καπιταλιστές-τους διεγείρει μεγάλη επιθυμία, άσχημα κρυμμένη με τις υποκριτικές πολιτικές αμηχανίες που εκφράστηκαν από τις διάφορες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Η έναρξη του ευρωπαϊκού καρτέλ Eureka, αν και δεν έχει τη δυναμικότητα να ανταγωνιστεί το Πρόγραμμα USA, ενισχύει τις ευρωπαϊκές θέσεις στην απόκτηση αμερικανικών παραγγελιών σε ποσότητα και ποιότητα, ενώ παράλληλα προσπαθεί να αποκρύψει, πίσω από τη δημαγωγία μιας «αυτόνομης Ευρώπης», την πολεμική επιλογή που έχει ως αποτέλεσμα να τίθεται στο κάρο της SDI. Αυτή η μάζα κεφαλαίων προηγμένης τεχνολογίας, είναι μια νόστιμη μπουκιά για την ανεξάντλητη πείνα κερδών των βιομηχανιών πολέμου και όχι μόνο.
Για το πολυεθνικό κεφάλαιο ΗΠΑ η προώθηση και ανάπτυξη αυτού του προγράμματος αντιπροσωπεύει την επανεκκίνηση και την ενίσχυση της υπεροχής του στον κόσμο, διατηρώντας υπό την ηγεσία του τον επαναπροσδιορισμό του διεθνούς καταμερισμού εργασίας. Από τη μια πλευρά η περαιτέρω τσιμεντοποίηση των ιεραρχικών σχέσεων εντός της δυτικής ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. από την άλλη το σχέδιο να επιβάλει στην ΕΣΣΔ την αιμορραγία μιας κούρσας για όλο και πιο εξελιγμένα όπλα, επιδιώκοντας έτσι τον στόχο της συρρίκνωσης της μπροστά και στην μη παρουσία ενός πραγματικού άμεσου πολέμου, αναγκάζοντας την σε μια σαφή πολιτική υποταγή.
Μια μανία να κερδίσει τον πόλεμο χωρίς να ρίξει έναν πυροβολισμό που δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας δεδομένων και των υποχρεωτικών στρατιωτικών αντιμέτρων που προετοιμάζονται στην Ανατολή. Αυτή που βιώνουμε είναι μια ιστορική δημιουργούμενη κρίση του Τρόπου της Καπιταλιστικής Παραγωγής που έχει τις ρίζες της στις εσωτερικές της αντιφάσεις. Αυτή δημιουργήθηκε από την απόλυτη υπερπαραγωγή κεφαλαίων, όχι λόγω περίσσιου πλούτου, αλλά από την υπερβολική παραγωγή μέσων εργασίας και διαβίωσης σε σχέση με τη δυνατότητα μιας χρήσης τους στην εκμετάλλευση της τάξης σε συνθήκες κέρδους που να επιτρέπουν την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, την εκτεταμένη συσσώρευση και αναπαραγωγή.
Η πολυεθνική δομή είναι μια απαραίτητη προϋπόθεση για τον σύγχρονο πολυπαραγωγικό μονοπωλιακό καπιταλισμό για να αρπάξει τα περιθώρια κέρδους που είναι ακόμα δυνατά.
Μόνο αυτή είναι σε θέση να αντιμετωπίσει με τεράστιες τεχνολογικές-οικονομικές δυνατότητες τις συνεχείς δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί στον τομέα των παραγωγικών αναδιαρθρώσεων. Τα με διαφορετικό τρόπο δομημένα κεφάλαια συνεχίζουν να υφίστανται αλλά μέσα σε μια σαφή εξάρτηση, και προορίζονται εντούτοις να ενσωματωθούν.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ κεφαλαίων εξελίσσεται σε μια διακρατική διάσταση και βλέπει τις οικονομικές δομές κάθε μεμονωμένης Χώρας βαθιά νευρωμένες σε όλα τα επίπεδα με κεφάλαια που έχουν τον κύριο πόλο σε άλλες χώρες της περιοχής.
Η ουσία των συγκεκριμένων αντιθέσεων του κεφαλαίου δεν έχει παραμορφωθεί, αλλά η μορφή με την οποία εκδηλώνονται σήμερα έχει αλλάξει. Όλα αυτά συνεπάγονται μια πολύπλοκη ολοκλήρωση και μια ιεραρχική αλληλεξάρτηση που έχει προφανείς συνέπειες στις πολιτικές κάθε Κράτους, το οποίο σίγουρα δεν είναι ένα ξένο εργαλείο που λειτουργεί για λογαριασμό ενός απρόσωπου κεφαλαίου που ακυρώνει κάθε εθνικό του χαρακτήρα, αντιθέτως, κάθε Εκτελεστικό εκτελεί μια ευαίσθητη λειτουργία διαμόρφωσης των πολιτικών που ταιριάζουν καλύτερα στις ανάγκες των κεφαλαίων, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου υφιστάμενου Κοινωνικού Οικονομικού Σχηματισμού, όλα αυτά σύμφωνα με τις γενικές ή ειδικές ενδείξεις, οι οποίες με όλο και πιο δεσμευτικό τρόπο περνούν σε διεθνές επίπεδο, στων οποίων την εκπόνηση κάθε μεμονωμένη κυβέρνηση, καθώς και κάθε κεφάλαιο, συμμετέχει σε σχέση με τη δική της συνολική δύναμη.
ΔΝΤ, εκτελεστική επιτροπή της ΕΟΚ, SME, ευρωπαϊκή τράπεζα επενδύσεων, εκτελούν μια δραστηριότητα άκαμπτης διεύθυνσης που συνεπάγεται έντονες επιπτώσεις ειδικότερα για τα ασθενέστερα κράτη. Το ΔΝΤ είναι το προνομιούχο μέσο με το οποίο οι ΗΠΑ ασκούν την υπεροχή τους σε παγκόσμιο επίπεδο, μανουβράροντας την έκδοση χρηματοδότησης υπό όρους για την υιοθέτηση ευπρόσδεκτων πολιτικών, είτε αντιπληθωριστικών είτε εκείνων που αποσκοπούν στη διαιώνιση της κατάστασης πλήρους εξάρτησης μεγάλου μέρους του κόσμου, προσπαθώντας να ελέγξουν άμεσα τις αντιθέσεις που παρουσιάζονται με στρεβλωτικά αποτελέσματα, όπως στην περίπτωση του τεράστιου χρέους που έχει συσσωρευτεί από τις εξαρτημένες Χώρες, μια αυθεντική κινούμενη νάρκη που περιπλανιέται σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο, που βλέπει μεταξύ των μέγιστων υπεύθυνων για την απειλητική παρουσία της τους ίδιους τους «πυροτεχνουργούς».
Συγκεκριμένα στην Ευρώπη, οι οργανισμοί της ΕΟΚ καθορίζουν από τα όρια των διακυμάνσεων των νομισμάτων στις ποσοστώσεις της παραγωγής σε διάφορους παραγωγικούς τομείς.
Όσον αφορά την ιταλική κατάσταση, οι αποφάσεις αυτές είχαν σαν αποτέλεσμα, για παράδειγμα στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, τον παροπλισμό σημαντικών εγκαταστάσεων, καθώς και όρια που τέθηκαν στον γεωργικό τομέα. Προφανώς τα μέτρα αυτά προκαλούν αντιδράσεις και συγκρούσεις, όπως δείχνει η οδυνηρή ιστορία αυτών των οργανισμών, κανείς δεν είναι πρόθυμος να εφαρμόσει με αδιαφορία τέτοιους περιορισμούς, αλλά είναι επαληθεύσιμη μια ουσιαστική ευθυγράμμιση σε αυτούς με τη συνείδηση του γενικού πλαισίου της κρίσης, των ορίων ισχύος, μέσα στην έλλειψη πραγματοποιήσιμων εναλλακτικών λύσεων.
Δεν είναι μια ειρηνική αδελφοποίηση μεταξύ κεφαλαίων και Κρατών, αλλά ούτε και μια επίπεδη αναπαραγωγή πολιτικών και οικονομικών πλαισίων που έχουμε ξαναδεί, προσελκύοντας τις διαφορές μεταξύ ποσότητας και ποιότητας και το σημείο όπου μπορεί η μια να μετατραπεί στην άλλη.
Είναι ξεκινώντας από αυτή την κατάσταση που μπορούμε να βρούμε τις πραγματικές βάσεις που στη συνέχεια οδηγούν στις πολιτικές των ιμπεριαλιστικών Κρατών, τόσο σε σχέση με τις συνθήκες ζωής του προλεταριάτου, που του επιτίθενται συνεχώς μεμονωμένες κυβερνήσεις, όσο και στην κατάσταση της ολοένα αυξανόμενης αντίθεσης-συγκρουσιακής διάθεσης μεταξύ των δύο συνασπισμών. Μέσα σε αυτό το ηφαιστειακό χωνευτήρι ζουν τα θεμέλια μιας όλο και πιο έντονης τάσης για πόλεμο.
Η ιστορία μας διδάσκει ότι άλλες σοβαρές κρίσεις έχουν κλονίσει την MPC και ότι αυτές έχουν ξεπεραστεί με το ξέσπασμα των δια-ιμπεριαλιστικών πολέμων που με τις τεράστιες καταστροφές μέσων παραγωγής, εργατικού δυναμικού, εμπορευμάτων επιτρέπουν στη συνέχεια την επεκτατική ανάκαμψη του οικονομικού κύκλου, μια διαφορετική κατανομή των περιοχών εξάρτησης στον κόσμο.
Στην ανάγκη επέκτασης του κεφαλαίου που αναπτύχθηκε περισσότερο πρέπει να τοποθετηθούν όλες οι επιθέσεις που η διοίκηση USA απευθύνει ενάντια στις συμφωνίες της Γιάλτα, επειδή αυτές αντιπροσωπεύουν την κύρωση ισορροπιών μεταξύ των δύο μπλοκ που δεν είναι πλέον αποδεκτές σήμερα.
Υποδεικνύουμε τις ΗΠΑ και τους ευρωπαίους συμμάχους της σαν τους κύριους υπεύθυνους για την τρέχουσα τάση στον πόλεμο, όχι λόγω μιας αξιολόγησης θετικού ιδεολογικού τύπου σε σχέση με το μπλοκ κυριαρχίας ΕΣΣΔ, δηλώνουμε αντιθέτως ότι και σε αυτή την περίπτωση βρισκόμαστε μπροστά σε μια καπιταλιστική Χώρα όπου η κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής δεν σημαίνει αυτόματα σοσιαλισμό.
Δεν πρόκειται λοιπόν περί αυτού αλλά για την αξιολόγηση του διαφορετικού τύπου ανάπτυξης του κεφαλαίου και των αντιθέσεων που το διαπερνούν, οι οποίες κατά συνέπεια το οδηγούν σε διαφορετικές πολιτικές-οικονομικές επιλογές, οπότε μπορούμε να πούμε ότι σε αυτή τη φάση η κούρσα για επανεξοπλισμό, γενικά, δεν διαδραματίζει έναν θετικό οικονομικό ρόλο στη Σοβιετική Ένωση, δεδομένης της ανάγκης να επενδυθούν κεφάλαια σε τομείς όπου εγγράφονται χρόνιες ελλείψεις, παρά την αποφασιστικότητα να διατηρήσει την περιοχή επιρροής της.
Όσον αφορά το δυτικό στρατόπεδο υπάρχουν διάφορα παραδείγματα της σχέσης μεταξύ της οικονομικής κρίσης και του πολέμου.
Σε απάντηση στην κρίση του ’29, η αστική τάξη υιοθετεί τις Kεϋνσιανές πολιτικές που οδηγούν την αμερικανική «Νέα Συμφωνία»- “New Deal” που συνίσταται στη μαζική παρέμβαση του Κράτους ως παραγωγού πρόσθετης ζήτησης, μέσω κατάλληλων μέτρων για τον καθορισμό του επιτοκίου, των φορολογικών αρχών, ελέγχου της συνολικής μάζας των επενδύσεων. Αλλά μέσα στο σύντομο χρονικό διάστημα από την θέσπιση τους μέχρι την παραμονή του β ‘παγκοσμίου πολέμου, αυτή η αντικυκλική απάντηση καταδεικνύει όλους τους περιορισμούς και τις αντιφάσεις της: μια ομοσπονδιακή δαπάνη που σχεδόν διπλασιάζεται παρουσία μιας ταυτόχρονης καθαρής πτώσης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος και ενός εξαπλασιασμού της ανεργίας.

Η έξοδος από τη σοβαρή κρίση αντιθέτως θα ξεκινήσει με το ξέσπασμα της σύγκρουσης, με τις στρατιωτικές προμήθειες στις Συμμαχικές Χώρες και την επακόλουθη άμεση παρέμβαση που θα προκαλέσουν την επιτάχυνση της παραγωγής με την επακόλουθη σχεδόν εξαφάνιση της ανεργίας. Την ίδια εποχή και η Γερμανία επιδιώκει να βγει από την κρίση με τις πολιτικές σχεδιασμού του ναζιστικού Κράτους, με σκοπό να επιλύσει με τη βία την πτώση της κεφαλαιακής εκτίμησης. Βασίστηκαν στην ανάπτυξη της πολεμικής παραγωγής χρηματοδοτούμενης από το Κράτος, με τον έλεγχο του εξωτερικού εμπορίου της αγοράς συναλλάγματος, των τιμών και, φυσικά, των μισθών.
Η παραγωγή ξεκίνησε εκ νέου σε πλήρες καθεστώς το 1937. Σε σύγκριση με το 1928, ο δείκτης παραγωγής συνδεδεμένος με τον πόλεμο ήταν 37,2% υψηλότερος απέναντι, την ίδια περίοδο, μιας αύξησης κατά 4,5% στις βιομηχανίες παραγωγής αγαθών προοριζόμενων για μαζική κατανάλωση. Σε παρουσία μιας μείωσης των μισθών το συνολικό ύψος των κερδών αυξήθηκε πάνω από το 100%. Μια κατάσταση που δεν μπορούσε να μην προκαλέσει ανεξέλεγκτα αποτελέσματα με την πάροδο του χρόνου, αλλά στην πραγματικότητα αυτός ο χρόνος δεν θα είχε ωριμάσει δεδομένης της προγραμματισμένης πρόθεσης να ξεφορτωθούν οι αντιθέσεις αυτές προς τα έξω.
Κατά την έκρηξη του Κορεατικού πολέμου, σε φάση στασιμότητας της οικονομίας, η πολεμική δαπάνη εξακολουθεί να διαδραματίζει έναν ρόλο ατμομηχανής με τα αποτελέσματα της να δημιουργούν νέες επενδύσεις, όπως κατά τη διάρκεια του πολέμου της Ινδοκίνας με το 80% της αύξησης των ομοσπονδιακών αγορών που σχετίζονται με στρατιωτικές δαπάνες που οδήγησαν σε μία από τις μακρύτερες προόδους της οικονομίας ΗΠΑ. με λίγα λόγια, η σχέση μεταξύ του «Κράτους Πρόνοιας» και του Κράτους Πολέμου – “Welfare State” και Warfare State εμφανίζεται και πάλι. Στα γεγονότα αυτά προστίθεται στη συνέχεια η πραγματικότητα που είναι πάντοτε ενεργή του εμπορίου όπλων μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης και μεταξύ αυτών και του «Τρίτου Κόσμου», με διαφορετικά ύψη ανάλογα με το αν πρόκειται για Χώρες με δυνατότητα άμεσης πληρωμής (σε μετρητά ή πρώτες ύλες) ή όχι. Σε αυτές τις πωλήσεις αυστηρά πολιτικά κριτήρια εφαρμόζονται προφανώς που έχουν σχέση με τον βαθμό αξιοπιστίας και την στρατηγική σημασία κάθε Χώρας. Περιττό να πούμε ότι το συνολικό ύψος της πολεμικής τούρτας εξαγωγών καταβροχθίζεται κατά 3/4 από τον δυτικό ιμπεριαλισμό.                                                              Ας δούμε, τώρα τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της πολεμικής παραγωγής … μπαίνουμε στην κοιλιά του θηρίου.                                                                                                                    Αν είναι πάντοτε λανθασμένο να τραβήξουμε μια σαφή διαχωριστική γραμμή μεταξύ της παραγωγής εμπορευμάτων και του πολιτικού πλαισίου αυτό είναι ακόμα πιο παράλογο στην περίπτωση του εμπορεύματος-όπλου διότι αυτό περιέχει μέσα του τον μέγιστο πολιτικό χαρακτήρα. Εν τω μεταξύ πολιτικός κατ ‘εξοχήν είναι ο αγοραστής, δηλαδή τα Κράτη, με ξεκάθαρα πολιτική επακόλουθη χρήση, που απευθύνεται αφενός στο εσωτερικό και αφετέρου στοχεύει προς το εξωτερικό. Στο εσωτερικό η κατοχή του αντιπροσωπεύει ένα είδος ασφάλισης επί της ζωής, η καλύτερη επένδυση για να διαιωνιστεί η ταξική κυριαρχία του. οι μάζες που με το έργο τους σφυρηλατούν τα εργαλεία που προορίζονται να διατηρήσουν τη θέση τους των καταπιεσμένων και που, μέσω της φορολογικής ληστείας αναγκάζονται να χρηματοδοτήσουν την αγορά του!
Στο εξωτερικό ως εργαλείο ισχύος για την προστασία των συμφερόντων του και για την αντιμετώπιση του αντίπαλου μπλοκ προσπαθώντας να κατακτήσει νέους χώρους για τα πολυεθνικά κεφάλαια που αποτελούν πλεόνασμα στη γεωπολιτική περιοχή στην οποία λειτουργούν ήδη με αυτοκρατορική ή υπο-αυτοκρατορική λογική ανάλογα με τις περιπτώσεις.
Το γεγονός ότι ο πελάτης είναι ένα Κράτος αντιπροσωπεύει έναν εξαιρετικά θετικό παράγοντα για τις πολεμικές βιομηχανίες επειδή εγγυάται τη σταθερότητα της ζήτησης με αντίστοιχη σταθερότητα, προς τα πάνω, των τιμών.
Η παρουσία μιας συνεχούς κούρσας προς την τεχνολογική προσαρμογή, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα επεξεργασίας μακροπρόθεσμων προγραμμάτων, δεδομένης της εγγύησης αυτής της σταθερότητας, επιτρέπει την ανάπτυξη πάγιων στοιχείων ενεργητικού κεφαλαίων μεγαλύτερη από τις υπόλοιπες παραγωγές. Για όλα αυτά μπορούμε να πούμε ότι ο τομέας αυτός είναι ο πιο ελκυστικός για το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο, δεδομένης της ουσιαστικής απουσίας κινδύνου.
Πράγματι σε χρόνια κρίσης υπάρχει μια διαφορετική τάση στο κέρδος μεταξύ άλλων εμπορευμάτων και του πολεμικού υπέρ αυτού
του τελευταίου.
Στο επίκεντρο αυτού του κολοσσιαίου deal βρίσκεται ο ιμπεριαλισμός USA, στο εσωτερικό του οποίου λειτουργεί από καιρό, ως αποτέλεσμα των προαναφερθέντων ιστορικών γεγονότων, ένα ενισχυμένο πολιτικό-βιομηχανικό-στρατιωτικό-επιστημονικό σύμπλεγμα ικανό να επηρεάσει όλους τους θεσμικούς τομείς και να επεκτείνει την επιρροή του σε όλο το δυτικό στρατόπεδο, υλοποιημένο και σε μια ανταλλαγή πολεμικού υλικού με τους ευρωπαίους Συμμάχους, το οποίο κατατάσσεται υπέρ των ΗΠΑ σε αναλογία 10 προς 1, αυτό ως πρακτική συνέπεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου που σηματοδότησε τη γενική πολιτική εξάρτηση που εξακολουθεί να λειτουργεί.
Στον συγκεκριμένο πολεμικό τομέα η αμερικανική πολιτική αρχικά διατυπώθηκε με μια απλή και καθαρή μαζική παροχή όπλων στην ευρωπαϊκή σκακιέρα, για να απαντήσει στις ανάγκες άμεσης απειλής προς την ΕΣΣΔ και στη συνέχεια αναπτύχθηκε παρουσία των διαφόρων ευρωπαϊκών βιομηχανιών πολέμου, από την μια μανουβράροντας παραγγελίες και άδειες – συναίνεση, συμμετέχοντας άμεσα με την μετοχική παρουσία και τη διαχειριστική, από την άλλη προσπαθώντας να περιορίσει τη δραστηριότητά τους σε τεχνολογικά μεσαίου επιπέδου παραγωγικούς τομείς, διατηρώντας για τον εαυτό της την ικανότητα να σχεδιάζει και να παράγει τα νέα οπλικά συστήματα.
Μέσα σε αυτό το πανόραμα καταλαβαίνουμε καλά το σχέδιο να ομογενοποιήσουν τα οπλικά συστήματα όλο και περισσότερο, με τελευταία αυτά τα διαστημικά, μιας και αυτό, πέρα από τα καθαρά στρατιωτικά τεχνικά προβλήματα, επιτρέπει τη διαιώνιση του ελέγχου USA στη στιγμή του σχεδιασμού και της παραγωγής της τεχνολογικής»καρδιάς» πηγαίνοντας στη συνέχεια κατά προτίμηση σε διμερείς συμφωνίες με κάθε μεμονωμένο partner. Αυτή η πολιτική δεν μπορούσε να μην αντιμετωπίσει αντιστάσεις στην Ευρώπη, αυτές εφαρμόστηκαν ιδιαίτερα από τη Γαλλία, ενώ αντιθέτως όσον αφορά την Ιταλία, πάντα κυριάρχησε η αποστροφή προς την εγκαθίδρυση μιας παραγωγικής αυτονομίας, τόσο λόγω της καθολικής πολιτικής υποδούλωσης στις ενδείξεις της Ουάσιγκτον, όσο επειδή μια τέτοια υπόθεση θα την έβλεπε σε κάθε περίπτωση περιθωριοποιημένη δεδομένου του προβλέψιμου σχηματισμού μιας άγγλο-γαλλο-γερμανικής ηγεμονίας, παγκοσμίως καλύτερα εξοπλισμένων.
Ένα βασικό χαρακτηριστικό της ιταλικής βιομηχανίας του πολέμου είναι η εξειδίκευση των προμηθειών στις Xώρες του «Τρίτου Κόσμου» με μια εξέλιξη εντυπωσιακού κύκλου εργασιών: περάσαμε τα τελευταία χρόνια σε αυξήσεις ακόμη και δέκα φορές μεγαλύτερες σε σχέση με τα τέλη της δεκαετίας του ’60, με καταστροφικές συνέπειες για τις συνθήκες διαβίωσης (ή θανάτου) εκείνων των λαών των οποίων οι κυβερνήτες οπλίζονται όλο και περισσότερο για να κατακτήσουν την ηγεμονία στις δικές τους περιοχές με μια λογική υποαυτοκρατορίας, προσπαθώντας να χαρακτηριστούν ως καταλληλότεροι για τη διατήρηση της «ηρεμίας» στις διαδρομές-οδούς εφοδιασμού των καπιταλιστικών Χωρών που τους προμηθεύουν. Στα ιστορικά προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί σε αυτές τις Χώρες, ως συνέπεια της παλιάς και νέας αποικιοκρατίας, ληστείας του φυσικού πλούτου, άγριας εκμετάλλευσης του εργατικού δυναμικού, ανεπάρκειας τροφίμων που προκαλείται από την επιβολή της μονοκαλλιέργειας, χρέους προς ξένες χώρες, πολιτικής εξάρτησης που πραγματοποιείται από τις ντόπιες μπουρζουαζίες, προστίθεται η αιμορραγία για την αγορά πολεμικού υλικού που αντιπροσωπεύει το ένα τρίτο των εισαγωγών προηγμένης τεχνολογίας, απορροφώντας τεράστιους πλούτους που αποτελούν μια υποθήκη για τις δυνατότητες μιας μελλοντικής ανάπτυξης, δεδομένης και της συνέχισης περαιτέρω δαπανών που οφείλονται στη συντήρηση, στην επιχειρησιακή ενημέρωση που πραγματοποιείται συχνά από προσωπικό που προέρχεται από την προμηθεύτρια Χώρα λόγω της αναντιστοιχίας που υπάρχει μεταξύ της υψηλής τεχνολογίας που ενσωματώνεται στα οπλικά συστήματα και της τοπικής υπανάπτυξης.
Στον ιταλικό πόλο είναι επεξηγηματικός ο ρόλος που διαδραματίζει η μεγαλύτερη ιδιωτική ομάδα κεφαλαίων, η FIAT, που έχει μια πολύ ζωντανή ιστορική μνήμη σχετική με την σημασία της πολεμικής βιομηχανίας και του ίδιου του πολέμου. Όντως την παραμονή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου βρίσκονταν στην τριακοστή θέση στην Ιταλία όσον αφορά το βιομηχανικό μέγεθος, στο τέλος αυτού την βρίσκουμε στην τρίτη θέση, με ένα κοινωνικό κεφάλαιο επτά φορές μεγαλύτερο και με 40.000 εργαζόμενους αντί των 4.000 και δεδηλωμένα κέρδη ίσα με το 80% του επενδεδυμένου κεφαλαίου.
Η δημιουργία ενός χάρτη της παρουσίας της στον πόλεμο σημαίνει κάλυψη ολόκληρης της τομεακής πανοραμικής: από το διάστημα μέχρι την αεροναυτική, από τον μηχανικό έως το ναυτικό έως τον ηλεκτρονικό. Εκείνο που είναι ενδιαφέρον και πρέπει να αξιολογηθεί είναι η συνεχώς αυξανόμενη δέσμευση της αυτή την τελευταία περίοδο (ιδιαίτερα στην SNIA μεγάλη παραγωγό πυραυλικών καυσίμων) ακριβώς ενόψει της SDI, εξάλλου ο Agnelli είναι ξεκάθαρος, δεδομένου ότι όσον αφορά πιθανές συμφωνίες με βιομηχανίες της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, θέτει ως κεντρικό θέμα την επιθυμία της FIAT να χρησιμοποιήσει τέτοιες σχέσεις προκειμένου να εισαχθεί καλύτερα στα επόμενα αμερικανικά σχέδια του Πενταγώνου.

Στον χώρο της ιταλικής πολεμικής παραγωγής – έχοντας υπόψη ότι το ιταλική είναι σχετικό, δεδομένου ότι το ξένο τεχνολογικό στοιχείο, ιδιαίτερα των ΗΠΑ, δεν αντιπροσωπεύει ποτέ λιγότερο από το ένα τέταρτο της συνολικής αξίας – είναι κατανεμημένη κατά το ήμισυ μεταξύ του δημόσιου και ιδιωτικού κλάδου και μπορούμε να εντοπίσουμε ότι ο πρώτος κυριαρχεί σε εκείνους τους τομείς όπου είναι υψηλότερα τα επενδυτικά κόστη που πρέπει να υποστηρίξει το Κράτος λόγω της στρατηγικής σημασίας που αυτά καλύπτουν. Όπως ο αεροναυπηγικός (2/3) εξαιρετικά ανεπτυγμένος τεχνολογικά και ο ναυτικός (3/4) για μεγάλο χρονικό διάστημα σε κρίση, σχετικά με τον οποίον αξίζει να θυμόμαστε ότι ακριβώς λόγω της ανάγκης επέκτασης του γεννήθηκε η κρατική βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα με κρατική παρέμβαση.
Μέσα στον δημόσιο τομέα υπάρχει μια διάκριση μεταξύ IRI και EFIM που συχνά οδηγεί σε αλληλεπικαλύψεις και συγκρούσεις για τον έλεγχο των διαφόρων κλάδων, που σε αυτή την πολιτική συγκυρία χαρακτηρίζονται ως ένα από τα εδάφη μάχης μεταξύ χριστιανοδημοκρατίας-DC και σοσιαλιστών-PSI.
Διακυβεύεται η καθοδήγηση ενός τομέα, ο οποίος ακριβώς λόγω αυτής της σχέσης μεταξύ της πολεμικής βιομηχανίας και της πολιτικής εξουσίας, παρουσιάζεται ως ένα νευραλγικό σημείο για την ενίσχυση του πολιτικού-οικονομικού-στρατιωτικού συμπλέγματος επάνω στο παράδειγμα του αμερικανικού.
Είναι επομένως μέσα σε αυτή τη συγκυρία και στην προοπτική του ενδοϊμπεριαλιστικού πολέμου, που η παραγωγή του πολεμικού τομέα διαδραματίζει έναν κινητήριο ρόλο, οδηγώντας την οικονομία. Δεν είναι τυχαίο ότι η προηγμένη τεχνολογία, η βασική έρευνα, η εφαρμογή ευέλικτων συστημάτων, η ενισχυμένη αυτοματοποίηση και οι υπολογιστές πέμπτης γενιάς βρίσκουν στον «στρατιωτικό» τομέα το δικό τους φυσικό έδαφος επέκτασης. Ακριβώς αυτός ο προωθητικός ρόλος του πολεμικού τομέα έχει τέτοιες συνέπειες για τις οικονομικές πολιτικές των διαφόρων Κρατών ώστε να τα εμπλέκει άμεσα στον ανηλεή ανταγωνισμό σε εξέλιξη μεταξύ των ισχυρότερων πολυεθνικών προκειμένου να καπαρώσουν αυτή την αγορά.
Η περίπτωση Westland απεικονίζει τα τεράστια συμφέροντα που περιστρέφονται γύρω από αυτό τον συγκεκριμένο τομέα. Η Westland, που συνδέεται στενά με το αμερικανικό πρόγραμμα αστρικών πολέμων-Star Wars, τράβηξε γύρω από τη «διάσωση» της τις ισχυρότερες οικονομικές-χρηματιστικές συγκεντρώσεις (Fiat-Sikorsky από την μια και «european consortium» από την άλλη), υποστηριζόμενες κατάφωρα από τα Κράτη που με αυτά τα λόμπι έχουν περισσότερα συμφέροντα. Μια πικρή σύγκρουση, ακριβώς λόγω αυτής της συμμετοχής, μπορεί να έχει επιπτώσεις, αυτή είναι η περίπτωση που συμβαίνει, στις δομές και την πολιτική ισορροπία μεταξύ των διαφόρων φατριών της ιμπεριαλιστικής Μπουρζουαζίας.
Η πραγματοποίηση της μεγαλύτερης δέσμευσης του Κράτους στην στρατιωτική δαπάνη δεν είναι ήδη άμεσα κοινωνικά ανώδυνη. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι μια αντικατάσταση αυτής έναντι των άλλων εξόδων, ιδιαίτερα εκείνων που αποδίδονται στις κατακτήσεις που επιτεύχθηκαν από τους προλεταριακούς αγώνες. Το πολιτικό γεγονός που προκύπτει είναι συνεπώς ότι τα στρατιωτικά-πολιτικά προγράμματα που έχουν αναπτυχθεί θα είναι σε θέση να επιτύχουν τη μέγιστη ανάπτυξή τους εάν συμβεί μια ιστορική ήττα της τάξης. Στόχος που η αστική τάξη σκοπεύει να ακολουθήσει μέχρι τέλους, ακόμα και διότι μέσα σε αυτά τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκαν κάποιες ευνοϊκές σχέσεις δύναμης υπέρ αυτής, παιδιά μιας γενικής επίθεσης που αναπτύχθηκε από το οικονομικό έδαφος, στο πολιτικό, στο στρατιωτικό.
Η επίθεση στις συνθήκες ζωής της τάξης είχε το σημείο καμπής της στη δεκαετία του ’80 στη Fiat. η επιτυχία που επιτεύχθηκε εδώ από την αστική τάξη με την εκδίωξη χιλιάδων εργαζομένων και τον αποκεφαλισμό των πρωτοποριών σημάδεψε το ελεύθερο στην επιτυχία σε ολόκληρη τη Χώρα των παραγωγικών αναδιαρθρώσεων. Στο βωμό του Κεφαλαίου θυσιάστηκαν εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας οι οποίες αύξησαν την ήδη εξολοθρευμένη στρατιά των ανέργων και αυτών της part-time εργασίας. όλα μέσα σε ένα πλαίσιο επαναπροσδιορισμού ολόκληρης της αγοράς εργασίας, με την αποκατάσταση των ονομαστικών προσκλήσεων, την εκμετάλλευση της μαύρης εργασίας ή της μερικής απασχόλησης, την προοπτική να χρειαστεί να πηδήξουμε από μια υποεργασία στην άλλη για να εξασφαλίσουμε την επιβίωση, με μια κατάσταση για τους «τυχερούς» που παρέμειναν στα εργοστάσια φτιαγμένη από υπερεκμετάλλευση, μέσα σε ένα κλίμα όπου η απλή ασθένεια συλλαμβάνεται ως πράξη απειθαρχίας, ανυπακοής. Έτσι ώστε ο κ. Romiti μπόρεσε να δηλώσει με ικανοποίηση ότι »το υγιές ψυχολογικό στοιχείο του φόβου» εισήλθε στο εργοστάσιο.
Μια γενική κατάσταση που βλέπει το Εκτελεστικό ως τον πρωταγωνιστή δύο γύρων τριγωνικών διαπραγματεύσεων με την Confindustria και τα συνδικάτα σχετικά με το μονοπάτι ενός νεοκορπορατιβιστικού μοντέλου για το οποίο η Οργάνωση μας εκφράστηκε χτυπώντας τον Giugni και τον Tarantelli υπεύθυνους στα υψηλότερα επίπεδα της υλοποίησης της προσπάθειας για κοινωνικό σύμφωνο.
Είναι ολόκληρη η θεσμική σφαίρα που επικαλύπτεται από εκείνη που αποκαλείται η «Μεγάλη Θεσμική Μεταρρύθμιση», το δυνατό χαρτί των ‘σοσιαλιστών’ του Craxi που ακριβώς επάνω σε αυτό το προγραμματικό πεδίο κέρδισε την ηγεσία του Εκτελεστικού. Ακριβώς λόγω της έκτασης της αναδιάρθρωσης, λόγω των επιπτώσεων και των μεταβολών γενικού χαρακτήρα που την συνόδευσαν, αυτή αλλάζει όλες τις πτυχές της πολιτικής και θεσμικής διαμεσολάβησης μεταξύ των διαφόρων παρεμβάσεων του Κράτους στη σχέση τους με την τάξη. Στο γενικό επίπεδο της σύγκρουσης τάξης-Κράτους, η ίδια η ουσία της προληπτικής αντεπανάστασης, βρίσκει την προσαρμογή της στο επίπεδο των σχέσεων δύναμης που έχουν καθιερωθεί. σε ένα πολύπλοκο πεδίο διαμεσολάβησης, ρεφορμισμού και εξόντωσης, θέτοντας σε εφαρμογή μέσω όλων των «δημοκρατικών θεσμών» την προσπάθεια να καταστούν συμβατές και να συγκρατηθούν οι πιο ανταγωνιστικές ωθήσεις της ταξικής πάλης: αν και το οριακό κίνημα των σπουδαστών έχει απλοποιήσει αυτή τη λειτουργία μόνιμης παρέμβασης όπου ο δημαγωγικός ρεφορμισμός του κράτους συνοδεύεται στενά από την καταστολή της αστυνομίας προκειμένου να το μετατρέψει σε ένα αντιδραστικό μαζικό κίνημα πιστό προς τις αντιπρολεταριακές πολιτικές του Κράτους.
Στην επιτυχία αυτής της πρώτης φάσης ανάπτυξης του επαναπροσδιορισμού με αντιδραστική έννοια ολόκληρου του Κοινωνικού και Οικονομικού Σχηματισμού δεν είναι ξένη η ήττα που αυτά τα τελευταία χρόνια υπέστη η κομμουνιστική μαχόμενη πρωτοπορία, καθορίζοντας την αδυναμία μιας απαραίτητης πολιτικής ηγεσίας-κατεύθυνσης της τάξης.
Έτσι όπως είμαστε ξεκάθαροι στο να υποστηρίζουμε χωρίς άχρηστα διαστρεβλωτικά πέπλα, ότι η αστική τάξη έχει καταφέρει σημαντικές νίκες και ότι η τάξη μας υπέστη τις σχετικές αποδιοργανωτικές επιπτώσεις, είμαστε εξίσου αποφασιστικοί να σημειώσουμε ότι οι κύκλοι αγώνα που ακολούθησαν τις συμφωνίες της 22/1/83 και 14/2 / 84 εξέφρασαν μια σημαντική πολιτική αυτονομία από τις συνδικαλιστικές και ρεβιζιονιστικές διαστρεβλώσεις και μια μαζική κατανόηση της πολιτικής ουσίας που υπήρχε μέσα στις συμφωνίες αυτές, στρέφοντας τον αγώνα της εναντίον της κυβέρνησης, ξεπερνώντας την οικονομική διεκδίκηση. Αυτοί οι αγώνες είχαν μια κυκλική εξέλιξη-τάση, έχοντας εκραγεί σε σύμπτωση με τις πιο σημαντικές επιθέσεις που οδηγούνταν ενάντια στην τάξη, και έπειτα επανέρχονται σε καταστάσεις φαινομενικής στάσης διαρρηγμένες από επεισόδια αγώνα σε μεμονωμένες καταστάσεις, με μια επανάληψη της ηγεμονίας των συνδικάτων που βασίζεται περισσότερο στην έλλειψη μιας σοβαρής πολιτικής-οργανωτικής εναλλακτικής λύσης, η οποία υποχρεώνει την τάξη σε μια κατάσταση αναμονής, όχι σε κάποια μορφή συγκατάθεσης σε μια προσέγγιση που δεν θέλει να προστατεύσει ούτε καν τις απλές οικονομικές ανάγκες, αφού πρότεινε να κινηθεί σύμφωνα με όλες τις αυστηρές συμβατότητα που προέκυψαν από την αναδιάρθρωση και αυτό επίσης ως άμεσοι επεξεργαστές αυτών.
Χρόνια αγώνων ισονομίας περιγράφονται ως «απάνθρωπη ισοπέδωση» που πρέπει να εξαλειφθεί, με αποτέλεσμα να γεννιούνται έτσι οι συμβασιακές πλατφόρμες που βασίζονται σε πολύ διαφοροποιημένες αυξήσεις από τη μία κατηγορία στην άλλη, η διαφοροποίηση του ενιαίου σημείου συγκυρίας – σε πέντε ζώνες στην συνδικαλιστική πρόταση -, η ελαχιστοποίηση των αυτόματων αυξήσεων και ο επαναπροσδιορισμός εκείνων που συνδέονται με την «αξία» στο πλαίσιο της γενικής μεταρρύθμισης της μισθολογικής δομής. Να υπογραμμιστεί ο «υπόγειος» χαρακτήρας που ανέλαβε ο τελευταίος γύρος διαβουλεύσεων, υλοποιώντας, ακόμη και σε επίσημο επίπεδο, τον αντιδραστικό χαρακτήρα του νεοκορπορατίστικου κοινωνικού συμφώνου.
Η τάξη με τις αξίες της, τα επιτεύγματά της, τις κατακτήσεις της, υπόκειται σε μια σειρά ομόκεντρων επιθέσεων. Επάνω στο πολιτικό της πτώμα οι εχθροί της παίζουν τη δυνατότητα να βρίσκονται μέσα σε ευνοϊκές συγκυριακά συνθήκες που παρουσιάζονται σε παγκόσμιο επίπεδο. στιγμές που σίγουρα δεν έχουν δυναμικές επίλυσης σε σχέση με τις επείγουσες ανάγκες του μεγάλου κεφαλαίου, του οποίου οι δυσκολίες, για να παραμείνουμε στην ιταλική κατάσταση έγκεινται κυρίως στην προσπάθεια που πρέπει να διατηρεί για να συμβαδίζει με τα πιο προχωρημένα σημεία της παγκόσμιας παραγωγής, λόγω των διαρθρωτικών ελλείψεων της Χώρας μας και του πώς τοποθετείται μέσα στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, πάντα έτοιμη να εξισορροπεί ανάμεσα στο να είναι ενεργό μέρος του ιμπεριαλιστικού κέντρου και να αποκλείεται από τις σημαντικότερες αποφάσεις που λαμβάνονται διεθνώς από την ομάδα των ισχυρότερων Χωρών.
Στο σχέδιο καθορισμού του πολιτικού βάρους της τάξης, εξακολουθεί να διαδραματίζει θανατηφόρο ρόλο το PCI-ΚΚΙ, το οποίο στην αναζήτηση μιας θέσης σε κυβερνητικό πλαίσιο, μαζί με τις αστικές δυνάμεις, βρίσκεται μέσα σε μια σοβαρή πολιτική κρίση που παίζεται στην αναζήτηση των γιατί αυτής της αποτυχημένης πρόσβασης. Οι προτεινόμενες θεραπείες ποικίλουν, μερικές φορές τόσο αστείες όπως εκείνη της αλλαγής μητρώου, αλλά όλες αποφεύγουν να λένε την αλήθεια που τους είναι άριστα γνωστή: το PCI διατηρείται στην αντιπολίτευση γιατί από εκεί πρέπει να διαδραματίζει το ρόλο του της θεσμικής συγκράτησης της ταξικής αντίθεσης εφαρμόζοντας έτσι την αντιπρολεταριακή λειτουργία του που εκτιμάται τόσο πολύ από την μπουρζουαζία. Ένας ρόλος δηλητηριώδης, μια βλαβερή λειτουργία η οποία εξάλλου αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο στο επίπεδο της μάζας όπως φαίνεται από τα ίδια τα στοιχεία για τη μείωση των εγγεγραμμένων, κυρίως στις μητροπολιτικές βιομηχανικές περιοχές όπου η απωθητική πλοκή εκφράζεται συχνότερα.
Και στο αντιπολεμικό κίνημα το PCI προσπαθεί να περάσει στο επίπεδο των μαζών την πιο εξημερωμένη θέση που έδωσε ο διαταξικός πασιφισμός ο οποίος ποτέ δεν κατάφερε να εμποδίσει μια σύγκρουση, ενώ στα πολιτικά έδρανα υποστηρίζει τα χειρότερα ιμπεριαλιστικά σχέδια, από το Σινά στη Βηρυτό, την έγκριση της χρηματοδότησης της βιομηχανίας όπλων (AMX), αντιτιθέμενο στα λαϊκά κινήματα όπως εκείνο που στη Maddalena θέλει την απομάκρυνση της βάσης για τα πυρηνικά υποβρύχια ή εγκρίνοντας στο Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο την έκθεση του χριστιανοδημοκράτη Egon Klepsch που υποστηρίζει τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού οργανισμού για την προμήθεια όπλων σε αντίθεση ακόμη και με την κοινοβουλευτική ομάδα του γαλλικού κομουνιστικού κόμματος PCF, γραμμή η οποία επιβεβαιώθηκε από την ανοικτή υποστήριξη που δόθηκε στο έργο Eureka που παρουσίασαν οι ρεβιζιονιστές στο δελτίο «Europe Italy» ως «επανάληψη της έρευνας και των προηγμένων τεχνολογιών» , μοναδικός πραγματικά επιτάφιος ύμνος για ένα πρόγραμμα που βασίζεται στην εξελιγμένη ανάπτυξη των εξοπλισμών! Ίσως οι ενδιαφερόμενοι λαοί θα πρέπει να ενθουσιαστούν με την προοπτική της αυτοπαραγώμενης καταστροφής; Μετά τα μεγαλεία του «Ευρωκομμουνισμού» που έχουν πλέον ξεθωριάσει, πρέπει να είμαστε μάρτυρες της έναρξης του «Ευρωθανάτου»;

ΝΑ ΕΠΙΤΕΘΟΥΜΕ ΣΤΟ ΝΕΟΚΟΡΠΟΡΑΤΙΚΟ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΟ! ΝΑ ΑΠΟΡΡΙΨΟΥΜΕ ΤΟΝ ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΤΙΚΟ ΣΑΜΑΤΑ!

Οι κύκλοι αγώνα που αναπτύχθηκαν από το προλεταριάτο έχουν τονίσει το όριο τους που συνίσταται ακριβώς στο να είναι ένα κίνημα αντίστασης. παραμένοντας στο έδαφος αυτό δεν μπορούν παρά να υποχωρήσουν λιγότερο ή περισσότερο γρήγορα κάτω από τα χτυπήματα που, με συνέπεια και όλο πιο έντονα πολιτικά άλματα, στρέφονται προς αυτό από την αστική τάξη και τους πολιτικούς της εκπροσώπους. Να δώσουμε μια διαφορετική προοπτική σε αυτή την κατάσταση σημαίνει να αντιμετωπίσουμε προβλήματα τα οποία δεν μπορούν να επιλυθούν αυθόρμητα από ένα μαζικό κίνημα όσο ώριμο μπορεί να είναι και το οποίο ακριβώς στις πιο γενικές του πτυχές θέτει στόχους που συγκρούονται με το όλο και πιο στενό πλέγμα οικονομικών συμβατοτήτων που υπαγορεύονται από σχετικές κρίσεις και αναδιαρθρώσεις.
Αν και δεν υποστηρίζουμε το αναπόφευκτο του μετασχηματισμού του οικονομικού αγώνα – ο οποίος προφανώς συνεχίζει να υπάρχει – σε πολιτικό αγώνα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι διάφορες κινητοποιήσεις έρχονται σε άμεση σύγκρουση με οικονομικές πολιτικές που είδαν την κεντρικότητα του ρόλου της κυβέρνησης, καθιστώντας ακόμη πιο εμφανή την αναγκαιότητα μιας επαναστατικής πολιτικής εκπροσώπησης των γενικών συμφερόντων της τάξης που να την οδηγεί στην σύγκρουση. Η ιστορική νομιμοποίηση της Οργάνωσης μας έγκειται ακριβώς στο ότι γνωρίζει τον τρόπο απόκρισης σε αυτή την ανάγκη και από αυτήν την οπτική εξηγείται η ικανότητα της να αντιδράσει σε σκληρές ήττες, που οφείλονται τόσο στα πολιτικά μας λάθη όσο και ταυτόχρονα από τα χτυπήματα της αντεπανάστασης. Δεν μιλάμε συνεπώς για μια γενικού τύπου «ανυποχωρησία» ή για ένα απλό θέμα καλύτερης υλικής προετοιμασίας από άλλες εμπειρίες που έχουν πλέον διαλυθεί. αλλά είναι ένα ζωντανό κομμάτι της γενικής σύγκρουσης μεταξύ των τάξεων τη στιγμή κατά την οποίαν ανταποκρίνεται στην ανάγκη να δοθεί στρατηγική προοπτική στο έδαφος της άμεσης αντιπαράθεσης εναντίον του Κράτους. Η εκπλήρωση σε αυτό τον απαραίτητο ρόλο είναι ο καλύτερος τρόπος για να ανοίξει ο δρόμος για την ταξική επίθεση.
Η απόρριψη της προσέγγισης σύμφωνα με την οποία για να εξασφαλίσουν συναίνεση οι κομμουνιστές θα έπρεπε να δράσουν με μαχόμενες ενέργειες για να εγγυηθούν επιμέρους αποτελέσματα στον τομέα του οικονομικού αγώνα, σε μια λογική ένοπλου βραχίονα ή ως εργαλείο για την εκπαίδευση των μαζών στην αναγκαιότητα της βίαιης επανάστασης, μια κομμουνιστική οργάνωση που στοχεύει να γίνει το κόμμα οδηγός του μητροπολιτικού προλεταριάτου, πρέπει να είναι σε θέση να αναπτύξει την πολιτική-στρατιωτική παρέμβαση της επιτιθέμενη στις συγκυριακές πολιτικές που θέτει στον αγωνιστικό χώρο η αστική τάξη επάνω στα κεντρικά σημεία που κυριαρχούν στη σύγκρουση μεταξύ των τάξεων, εντοπίζοντας την κεντρική πολιτική αντίφαση.
Όταν μιλάμε για συγκεκριμένες νίκες που πρέπει να επιτύχουμε πρέπει να εννοούμε όχι την κατάκτηση με δόσεις του κομμουνισμού, αλλά την ικανότητα να νικήσουμε την αστική τάξη στα συγκυριακά της σχέδια, καταφέρνοντας κατά συνέπεια την τάξη να προχωρήσει σε πιο ευνοϊκές πολιτικές θέσεις για τις επόμενες φάσεις της σύγκρουσης.
Μεταφρασμένο στην πράξη αυτό σήμαινε την δράση Tarantelli, δηλαδή την ικανότητα να διεξάγουμε επαναστατική τακτική. Επιλογή του στόχου που βασίζεται στην κυρίαρχη πολιτική αντιπαράθεση – το νεοκορπορατικό κοινωνικό σύμφωνο – χτυπώντας στην ευνοϊκότερη στιγμή της συγκυρίας που έβλεπε αφενός τις επιπτώσεις στην τάξη της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής, και αφετέρου την έκρηξη αντιθέσεων μεταξύ δυνάμεων πολιτικών και συνδικαλιστικών δυνάμεων. Οι επιπτώσεις που επιτεύχθηκαν ήταν η αποδυνάμωση της αστικής παράταξης και η ενίσχυση της προλεταριακής, μιας αναπόφευκτης σε αυτό το σημείο επιτυχίας της πολιτικής της Οργάνωσης σε μαζικό επίπεδο και πρωτοπορίας που επαληθεύτηκε ξεκάθαρα με λόγια και πράξεις. Ένα εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο αυτό το τελευταίο, αλλά του οποίου την άμεση παρουσία δεν πρέπει να δούμε ως απαραίτητη προϋπόθεση δεσμευτική για την επαναστατική πρωτοβουλία, αυτό διότι η δραστηριότητα μιας OCC-Κομουνιστικής Μαχόμενης Οργάνωσης δεν πρέπει να δεσμεύεται άκαμπτα στον μέσο βαθμό πολιτικής συνείδησης που εκφράζεται στο μαζικό κίνημα, αν συνέβαινε αυτό η δραστηριότητα της θα μειωνόταν σε μια γελοία πολεμική επέκταση, χάνοντας από τα μάτια το κεντρικό στοιχείο που δίδεται από την ιστορική αναγκαιότητα ενός Κόμματος που να οδηγεί το προλεταριάτο στον αγώνα ενάντια στο Κράτος. Αντιπροσωπεύοντας τα ταξικά συμφέροντα, το Κόμμα είναι εσωτερικό σε αυτό το κίνημα, αλλά ως οργάνωση κομμουνιστών αναπτύσσει τη δική του ξεχωριστή δραστηριότητα η οποία, λαμβάνοντας, σίγουρα, υπόψη τον γενικό βαθμό συγκρουσιμότητας που αναπτύσσεται στην διαμάχη Μπουρζουαζίας-Προλεταριάτου, δεν δεσμεύει την δραστηριότητα του στην άμεση κατανόηση εκατομμυρίων προλετάριων ταυτόχρονα. Η επαναστατική πολιτική συνείδηση δεν γεννιέται αυθόρμητα από αυτά τα ανταγωνιστικά κινήματα, τα οποία δεν κατέχουν τη γενική επιστημονική γνώση όλων των πτυχών της πραγματικότητας, η οποία εκφράζεται ακριβώς στην υποκειμενική δραστηριότητα του Κόμματος, μέσω των γενικών συγκυριακών προγραμμάτων του σε αυστηρή διαλεκτική με τον στρατηγικό στόχο αυτού του σταδίου, την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και την εγκαθίδρυση της Δικτατορίας του Προλεταριάτου. Στην ικανότητα να εφαρμόζει αυτή την αληθινή επιστήμη της κατεύθυνσης του επαναστατικού αγώνα του προλεταριάτου εκπληρούνται ή όχι οι λόγοι που, με υποκειμενική επιλογή, οδήγησαν στη γέννηση της Οργάνωσης μας. Άλλο πράγμα είναι να σκεφτόμαστε ότι μπορούμε να οργανώσουμε στις τρέχουσες συνθήκες τους μαζικούς αγώνες που ακολουθούν, διότι αυτό, εκτός από το ότι είναι εξωπραγματικό, θα σήμαινε προσαρμογή σε πολιτικές συνθήκες που έρχονται σε αντίθεση με τους στρατηγικούς μας στόχους..
Στα διάφορα μαζικά κινήματα υπάρχουν επίπεδα συνείδησης που συνυπάρχουν και ένας διαφορετικός τρόπος να σχετίζεσαι πρέπει ως εκ τούτου να υιοθετηθεί από εμάς σε σχέση με την ανταγωνιστική κοινωνική μάζα χαρακτηρίζοντας μας με τα σημεία του δικού μας προγράμματος συγκυρίας να επικρατούν πάνω στο σύνολο των διαφορετικών προθέσεων που σε αυτήν ανακινούνται. Στην περίπτωση αντιθέτως των πρωτοποριών που έχουν σπάσει τους δεσμούς της ρεβιζιονιστικής ή νεορεβιζινιστικής προστασίας, χωρίς να πέσουν στην αγύρτικη παγίδα τους, τότε δίχως καθυστέρηση η σχέση πρέπει να εξελιχθεί προς την κατεύθυνση που δείχνει η αντικρατική πολιτική-στρατιωτική στρατηγική.
Αναπόσπαστη κατάκτηση της επαναστατικής δραστηριότητας αυτών των χρόνων είναι η συνειδητοποίηση ότι ο Ένοπλος Αγώνας για τον Κομμουνισμό δεν είναι ένα όργανο της κομμουνιστικής πολιτικής, αλλά μια πολιτική-στρατιωτική στρατηγική που το οργανωμένο προλεταριάτο που καθοδηγείται από το Κόμμα πρέπει να υιοθετεί, στην προοπτική του μακροπρόθεσμου ταξικού πολέμου για να ανατρέψει το Κράτος και να κερδίσει την πολιτική εξουσία.
Αυτό γνωρίζοντας ότι ακολουθούμε ένα μονοπάτι που διαφοροποιείται από εκείνα που ακολούθησαν άλλα Κόμματα σε άλλες ιστορικές εποχές, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι εφάρμοσαν στρατηγικές και τακτικές που ταίριαζαν καλύτερα στις συνθήκες τις οποίες επρόκειτο να επηρεάσουν και που, γενικότερα έβλεπαν τη στιγμή της ένοπλης δράσης να επικεντρώνεται στη φάση της εξέγερσης. Στρατηγική και τακτική των κομμουνιστών καθορίζονται ιστορικά και ποικίλλουν ανάλογα με τη συγκεκριμένη κατάσταση. Το καθήκον των κομμουνιστών είναι να υιοθετήσουν τις καταλληλότερες με βάση τη μαρξιστική-λενινιστική ανάλυση, αξιοποιώντας τις εμπειρίες του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Σε εκείνες τις ιστορικές στιγμές ήταν σωστό να συμμετάσχουν στα αστικά κοινοβούλια και εξτρεμιστικό να μην το πράξουν, σήμερα μια τέτοια πράξη θα ήταν μια αντεπαναστατική πράξη. το Κόμμα εξοπλίζονταν με συνδικάτα και άλλες μαζικές νόμιμες δομές, σήμερα αυτό θα ήταν εγκληματικό επειδή θα έστελνε στη σφαγή εκείνους τους προλετάριους που αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους στο δικό μας σχεδιασμό.
Οι ιστορικοί μετασχηματισμοί του τρόπου με τον οποίο ασκείται η κυριαρχία της αστικής τάξης στην ταξική σύγκρουση, η πιο ώριμη διάρθρωση των θεσμικών μορφών της σε διαλεκτική με τις μεταμορφώσεις που σημειώθηκαν στον Καπιταλιστικό Τρόπο Παραγωγής και στη γενικότερη Κοινωνική Οικονομική Διαμόρφωση στο σημερινό διεθνές πλαίσιο οδήγησαν από την αρχή της δραστηριότητάς μας στην επιλογή της υιοθέτησης της στρατηγικής της Ένοπλης Πάλης, που δεν εννοείται ως σύγκρουση μεταξύ μηχανισμών που διαιωνίζεται με γραμμικό τρόπο αγνοώντας τις συγκεκριμένες συνθήκες της ταξικής σύγκρουσης, αλλά σε διαλεκτική με αυτήν, σε κάθε περίπτωση μέσα στη συνείδηση πως λειτουργεί μέσα σε μια γενική μη επαναστατική κατάσταση που σίγουρα δεν βλέπει μια κυριαρχία της στρατιωτικής πλευράς, αλλά γνωρίζοντας ότι η υποκειμενική παρέμβαση των κομμουνιστών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος στον καθορισμό των αντικειμενικών υλικών συνθηκών αυτής της σύγκρουσης.

ΝΑ ΕΠΙΤΕΘΟΥΜΕ ΣΤΑ ΚΥΡΙΑΡΧΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΗΣ ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑΣ ΝΑ ΧΤΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΚΟΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑΧΟΜΕΝΟ ΚΟΜΜΑ.

Η χάραξη της εικόνας της επιθετικής δραστηριότητας του ιμπεριαλισμού αυτά τα τελευταία χρόνια σημαίνει να αγκαλιάσουμε όλες τις περιοχές του κόσμου.
Αν θέλουμε να περιοριστούμε στα πιο σημαντικά γεγονότα, μπορούμε να αναφέρουμε την τοποθέτηση των πυραύλων «Pershing 2» και «Cruise» στην Ευρώπη, το σχέδιο που βρίσκεται ήδη στη φάση των δοκιμών για τους αστρικούς πολέμους όπως επίσης και τις αληθινές αιματηρές στρατιωτικές επιχειρήσεις: την εισβολή στη Γρενάδα που πραγματοποιήθηκε ανοιχτά διότι δεν ήταν αρεστή η εσωτερική και εξωτερική πολιτική της. την αποστολή στον Λίβανο για την καταστολή των λιβανέζων και παλαιστινίων πατριωτών. την κατάρριψη των αεροσκαφών της λιβυκής Jamahirya και την τρέχουσα τρομοκρατική εκστρατεία του ιμπεριαλισμού – στο πλαίσιο του διαβόητου «αγώνα κατά της τρομοκρατίας» – την πρόσφατη επιδρομή στη Μεσόγειο και στην Ιταλία ιδίως με την αεροπειρατεία του αιγυπτιακού αεροπλάνου, που αργότερα μιμήθηκαν οι σιωνιστές υπηρέτες τους με το αεροπλάνο της Λιβύης. τη συνεχή υποστήριξη με άνδρες και μέσα στους μισθοφόρους που μάχονται εναντίον του λαού της Νικαράγουα, σε μια περιοχή της Κεντρικής Αμερικής που ολοένα και περισσότερο θεωρείται μια «αυλή του σπιτιού τους» από τους yankee.
Όλες οι χώρες της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας έχουν όλο και περισσότερο δεσμευτεί σε μια επιθετική πολιτική, όπως και ενάντια στην ΕΣΣΔ, και προς τους λαούς όλου του κόσμου. Ο επαναβεβαιωθείς αυτοκρατορικός ρόλος της «σοσιαλιστικής» Γαλλίας στην Αφρική, στην καταστολή του αγώνα των υπέρμαχων της ανεξαρτησίας στη Νέα Καληδονία, στο αποκρουστικό θέαμα των υποκριτικών οικονομικών-στρατιωτικών μέτρων κατά της Νότιας Αφρικής που με την έκρηξη της εξέγερσης στα γκέτο βλέπει να αναδεικνύεται ο ρόλος της χωροφυλάκου του πολύ σημαντικού αυτού χώρου, τόσο για τη γεωγραφική θέση του – πέρασμα μεταξύ του Ατλαντικού και του Ινδικού Ωκεανού -, όσο και για τον πλούτο πρώτων υλών στρατηγικής σημασίας που κατέχει, διαδραματίζει έναν υποαυτοκρατορικό ρόλο με τον έλεγχο που ασκεί στη Namibia, Lesotho, Botswana, Swaziland, με συνεχείς επιθέσεις σε πρώην αποικιακές Χώρες: Αγκόλα, Μοζαμβίκη, Ζιμπάμπουε.
Στην ανατολή η Ιαπωνία αποφασιστικά, με αμερικανική ώθηση, έχει αναλάβει τον δρόμο του επανεξοπλισμού, ο οποίος, χάρη στην υψηλή οικονομική της δυναμική, είναι σε θέση να διατρέχει μέσα από αναγκαστικά στάδια. ο ρόλος της είναι να ελέγχει εκείνες τις θάλασσες και να αντιπροσωπεύει ένα επικίνδυνο αγκάθι στην ανατολική πλευρά της ΕΣΣΔ.
Στην περιγραφόμενη κατάσταση ο ρόλος της Ιταλίας δεν είναι ούτε αμελητέος ούτε απλής υπηρετικής εκτέλεσης. Η πολιτική της υπήρξε πρώτης γραμμής στην Ευρώπη, τόσο στην εγκατάσταση των νέων πυραύλων, όσο και στην συμμετοχή στο πρόγραμμα αστρικών πολέμων ξεπερνώντας τις δημαγωγικές προφυλάξεις που εκδηλώνει τώρα, ο ανάδοχος αυτών στον κόσμο, με την χορηγία σε ολόκληρο τον κόσμο, ο υπουργός Πολέμου, το σιωνιστικό γουρούνι Spadolini, έφτασε μάλιστα στο σημείο να τους προτείνει στην Αργεντινή …
Ένα σημαντικός ρόλο διαδραματίζει η Ιταλία στη Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή, όπου αναπτύσσει μια πολύπλοκη πολιτική-διπλωματική πρωτοβουλία με εναλλασσόμενες τύχες, από την επιθυμία για ένα προτεκτοράτο στη Μάλτα, στα ταξίδια του Craxi στο Κέρας της Αφρικής – στα εδάφη του τόπου στον ήλιο -, σε προνομιακές σχέσεις με την Αίγυπτο και τα άλλα Αραβικά Κράτη που προδίδουν την παλαιστινιακή υπόθεση. Το Πανόραμα συμπληρώνεται με τεράστιες στρατιωτικές προμήθειες (όταν ο Μουμπάρακ προειδοποιήθηκε για την πειρατεία του «Lauro» παρακολουθούσε μια επίδειξη εκτόξευσης ιταλικών πολεμικών πυραύλων), όλα με την πρόθεση να καταστεί συμβατή η προστασία των τεράστιων οικονομικών συμφερόντων, με την αναγνώριση του απαραίτητου στρατηγικού ρόλου του Ισραήλ. Μια ισορροπία που δεν είναι πάντοτε εύκολη όπως αποδεικνύεται από την πολιτική σύγκρουση που γεννήθηκε επάνω στην υπόθεση «Achille Lauro», τις εντάσεις με τις ΗΠΑ και την επακόλουθη κρίση της κυβέρνησης από το σιωνιστικό γουρούνι.
Όλα γεγονότα που δεν πρέπει να μας κάνουν να παραβλέψουμε την πραγματικότητα μιας επιχειρησιακής συνεννόησης με τον υπόλοιπο δυτικό ιμπεριαλισμό επάνω στις μεγάλες πολιτικές-στρατιωτικές επιλογές στην περιοχή, όπως δείχνουν οι αποστολές στον Λίβανο και η ένοπλη προστασία – με τους στρατιώτες που στέλνονται στο Sinai – των συμφωνιών του Camp David. Αυτά είναι τα γεγονότα που χαρακτηρίζουν όλο και περισσότερο την Ιταλία ως προπύργιο για την προστασία της Μεσογείου, δεδομένου του ουσιαστικού οράματος των γραμμών ανάπτυξης που ακολουθούνται στον επαναπροσδιορισμό των καθηκόντων που πρέπει να επιτελέσουν οι Ένοπλες Δυνάμεις. Το υπουργείο Πολέμου με τις διαχειρίσεις Lagorio-Spadolini έχει σημειώσει σημαντικά άλματα προς τα εμπρός σε ποσότητα και ποιότητα. Περιοριζόμενοι στα επίσημα στοιχεία βλέπουμε ότι ο λογαριασμός του κυμαίνεται από 5,780 δισεκατομμύρια των χρόνων ’80 στα 11,890 το ’83, με μια αύξηση ίση με 105,7%, με μια πρόβλεψη – πάντα επίσημη – για το ’85 της τάξεως των 16,512 δισεκατομμυρίων, 20% μεγαλύτερη από το προηγούμενο έτος. Από αυτά τα έστω και πλυμένα επίσημα στοιχεία προκύπτει ότι οι στρατιωτικές δαπάνες στην Ιταλία αυξάνονται περισσότερο από αυτές που αποφασίστηκαν στο ΝΑΤΟ, με μια εξέλιξη που είναι η υψηλότερη μεταξύ των Χωρών της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσες είναι οι ποιοτικές αλλαγές που προκύπτουν από τα νέα οπλικά συστήματα, αλλά και από μια σημαντική εσωτερική αναδιοργάνωση για την αναπροσαρμογή στα νέα καθήκοντα που πρέπει να εκτελεστούν. Από τον αυξανόμενο αριθμό των μισθοφόρων σε σχέση με αυτόν των στρατιωτών που υπηρετούν τη θητεία τους, σε ένα πλαίσιο που βλέπει τη σχέση στρατιώτου-οπλισμού τροποποιημένη υπέρ αυτού του τελευταίου. στην διαφορετική ανάπτυξη των βάσεων ΗΠΑ και ΝΑΤΟ με μια προοδευτική στροφή προς το νότο.
Η παλαιά άποψη πως στην Ιταλία με τις βάσεις της έχει ανατεθεί το καθήκον της υπεράσπισης της νότιας πλευράς του ΝΑΤΟ είναι ολοένα και πιο λανθασμένη. Η υιοθέτηση του αεροπλανοφόρου «Garibaldi» με επιθετικά καταδιωκτικά επί του σκάφους προικίζει το Πολεμικό Ναυτικό με τη δική του αεροπορική δύναμη επιτρέποντας του να λειτουργεί με το στρατιωτικό μοντέλο του σώματος των Marines. η ύπαρξη μιας δύναμης έκτακτης παρέμβασης (FOPI), καθώς και η ίδρυση της δύναμης ταχείας επέμβασης (FIR), αποτελούμενες από τους πιο προικισμένους καταδρομείς των διαφόρων όπλων καθιστούν σαφές τον ευρύτατο επιθετικό ρόλο που παίζουν οι ιταλικές Ένοπλες Δυνάμεις στη Μεσόγειο, με τα νότια σύνορα της συμμαχίας που μετακινείται ολοένα και περισσότερο «από το Κέρας της Αφρικής προς τις Αζόρες» για τον Spadolini, «από το Cape Horn (!) έως την περιοχή του Κόλπου» σύμφωνα με τον Lagorio. Επιπλέον, η τοποθέτηση στο Comiso ενός τμήματος των ευρωπυραύλων αποτελεί σαφή ένδειξη αυτής της επιθετικής λειτουργίας που απευθύνεται προς τις χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, επιβεβαιωμένη από τη στρατιωτικοποίηση στο ίδιο το νησί 22.000 εκταρίων στα βουνά Nebrodi. Η σημασία του αεροδρομίου της Sigonella επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από το αμερικανικό ενδιαφέρον να εγκατασταθεί εκεί μόνιμα η Delta Force. επίσης τα νέα στρατιωτικά αεροδρόμια στη Λαμπεντούζα και στην Παντελερία. η μετατόπιση ενός σμήνους MRCA TORNADO στη Gioia del Colle της Puglia, ενός επιθετικού βομβαρδιστικού καταδιωκτικού σχεδιασμένου να φέρει εξελιγμένες ατομικές βόμβες στην καρδιά του εχθρικού εδάφους. ακόμα σε αυτή την περιοχή, στη Birgi, υπάρχει η βάση των αμερικανικών AWCS. ενώ στο Maddaloni (CE) ξεκινούν οι εργασίες κατασκευής του Εθνικού Κέντρου Αεροδιαστημικής, γεγονός στρατηγικής σημασίας που είναι ακόμα ανυπολόγιστο. Η διεθνοποίηση της παραγωγής και των κεφαλαίων, καθορίζει τις συνθήκες παρομοίωσης των πολιτικών αναδιάρθρωσης που κάθε μεμονωμένο Κράτος της δυτικής ιμπεριαλιστικής αλυσίδας προσαρμόζει σε σχέση με τις δικές του ιδιαίτερες συνθήκες, αναπτύσσοντας πολιτικές προληπτικής αντεπανάστασης σε οικονομικό-πολιτικό-θεσμικό επίπεδο ενάντια στην τάξη. Αυτές οι πολιτικές, σε σχέση ακριβώς με τον βαθμό πολιτικής-οικονομικής-στρατιωτικής συνάθροισης που επιτυγχάνεται, βρίσκουν στιγμές έντονης διαβούλευσης μεταξύ των Κρατών σε σχέση με την πολιτική-στρατιωτική δραστηριότητα του ανταρτοπόλεμου. διαβούλευση η οποία, παρά τις διαφορές, επιδιώκεται επίσης στις πολιτικές επιθετικότητας εναντίον των λαών που μάχονται για τη χειραφέτηση τους.
Όλο αυτό μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της κρίσης, που αφενός ενισχύει αυτές τις τάσεις, αφετέρου διαταράσσει τις διεθνείς ισορροπίες καθιστώντας τες ακόμη πιο επισφαλείς. Αυτή η εικόνα της αστάθειας και της πόλωσης σε διεθνές επίπεδο επηρεάζει άμεσα τα εθνικά τοπία, ένα γεγονός που καθιστά εξωπραγματική την πιθανότητα αποσύνδεσης ενός σημαντικού κρίκου στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, χωρίς την πολιτική-στρατιωτική αποδυνάμωση του δυτικού ιμπεριαλισμού.
Η ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας στη Χώρα μας, για την επίτευξη του πρώτου σταδίου, κινείται μέσα και ενάντια στις ισορροπίες αυτής της γενικής κατάστασης και δεν μπορεί να μην λάβει υπόψιν, για την εξέλιξη της, την αποδυνάμωση του δυτικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή. αυτό το τελευταίο στοιχείο είναι κοινό σε όλες τις επαναστατικές δυνάμεις που αγωνίζονται εναντίον του, ανεξάρτητα από τους στρατηγικούς στόχους που αυτές επιδιώκουν.
Ο δυτικός ιμπεριαλισμός, με τις ΗΠΑ επικεφαλής, είναι ο κύριος και δηλωμένος εχθρός του διεθνούς προλεταριάτου και των προοδευτικών λαών που μάχονται για τη χειραφέτησή τους.
Αυτό, αντικειμενικά, καθορίζει ένα τεράστιο και ποικίλο – τόσο σε μορφή όσο και σε στόχους – μέτωπο αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, μέσα στο οποίο σχετιζόμαστε σύμφωνα με τις αρχές του προλεταριακού διεθνισμού, που συνίστανται στην μαχητική αλληλεγγύη και κυρίως στο να κάνουμε την επανάσταση στην χώρα μας.
Είναι από αυτό το σύμπλεγμα παραγόντων που βρίσκει προώθηση η πρόταση της υποκειμενικής εδραίωσης του Αντιιμπεριαλιστικού Μετώπου Αγώνα στον χώρο, που δρομολογούμε ως στόχο που πρέπει να επιτευχθεί σε αυτή τη διεθνή συγκυρία.
Μέτωπο που ενεργεί ενάντια στον κύριο εχθρό, τον δυτικό ιμπεριαλισμό, χωρίς απαραίτητα να στέκεται στο πλευρό του αντίπαλου μπλοκ. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο στόχος είναι απαραίτητο να εμβαθυνθεί μια αποτελεσματική αντιπαράθεση με όλες τις επαναστατικές δυνάμεις που μάχονται τον δυτικό ιμπεριαλισμό, πέρα από κάθε ιδεολογικό σεκταρισμό, αλλά με τη διαφύλαξη των αρχών που καθοδηγούν κάθε επαναστατική δύναμη. Συζήτηση μέσω της οποίας θα προσδιοριστούν τα σημεία πολιτικής συμμαχίας ενάντια στον κοινό εχθρό, βρίσκοντας τα αναγκαία επίπεδα συνεργασίας με σεβασμό των ιδιαιτεροτήτων και των διαφορών που χαρακτηρίζουν αυτές τις δυνάμεις. Μέσα σε αυτή τη διαλεκτική είναι δυνατόν να επιδιωχθεί η υπέρβαση της αντίφασης μεταξύ μορφής και περιεχομένου που χαρακτηρίζει μερικές φορές την επίθεση κατά του ιμπεριαλισμού.
Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες για το ΜΚΚ τοποθετούν τον αντιιμπεριαλισμό ως αναπόσπαστο μέρος του μακρόχρονου ταξικού πολέμου για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, όπως καταδεικνύει η σύλληψη του στρατηγού Dozier, η εκτέλεση του επικεφαλής του FMO στο Σινά, εγγυητή των συμφωνιών του Camp David, Leamon Hunt και την εκτέλεση του διευθυντή της SMA, Lando Conti.
Οι Κόκκινες Ταξιαρχίες για το Κ.Μ.Κ., εργάζονται για την διαλεκτική ενότητα μεταξύ της «επίθεσης στην καρδιά του Κράτους» και του Μετώπου Αντιιμπεριαλιστικού Αγώνα.
Είναι στον γεωπολιτικό μας χώρο Ευρώπη-Μεσογειακή λεκάνη-Μέση Ανατολή, που οι αντιθέσεις του δυτικού ιμπεριαλισμού καθίστανται οξύτερες τόσο από τους αγώνες του ευρωπαϊκού προλεταριάτου ενάντια στις πολιτικές αναδιάρθρωσης και του αυξανόμενου επανεξοπλισμού, όσο των πολιτικών-στρατιωτικών πρωτοβουλιών του ανταρτοπόλεμου στην Ευρώπη και των Απελευθερωτικών Αγώνων και χειραφέτησης των εξαρτημένων Χωρών.
Αυτό γεννά από την μια τη σχετική πολιτική αδυναμία του ιμπεριαλισμού, από την άλλη την αντικειμενική τάση για μια σύγκλιση μεταξύ των συμφερόντων του ευρωπαϊκού προλεταριάτου με εκείνα των προοδευτικών λαών της περιοχής.
Η συνάντηση και διασταύρωση των διαφορετικών επιπέδων αντιθέσεων σχηματίζουν ένα πλήθος αντιτιθέμενων συμφερόντων και επισφαλών ισορροπιών, που καθιστούν την περιοχή αυτή τη στιγμή, το σημείο της μέγιστης κρίσης στον κόσμο. Πράγματι η Ευρώπη, ως ιμπεριαλιστικό κέντρο, συγκεντρώνει τις αντιφάσεις του MPC-μαχόμενου προλεταριακού κινήματος. ως διαχωριστική γραμμή των ισορροπιών που προέκυψαν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, συγκεντρώνει τις αντιθέσεις μεταξύ των δύο μπλοκ. ως σημείο επαφής μεταξύ των Χωρών της βιομηχανοποιημένης δύσης και των εξαρτημένων Χωρών διαπερνάται άμεσα από τις συγκρούσεις που παράγει ο δυτικός ιμπεριαλισμός σε αυτές τις περιοχές – που επιδεινώνονται κυρίως από το παλαιστινιακό ζήτημα, που είναι πάντα εδώ λόγω του ηρωικού αγώνα αυτού του λαού, παρά την γραμμή παραίτησης που καταδεικνύεται με τις συμφωνίες του Amman, από την αστική ηγεσία της ΟΑΠ-OLP -. Αυτές οι αντιφάσεις καθιστούν την προσπάθεια επιβολής του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού πιο επίμονη, με σκοπό να επιβεβαιώσει προς τους συμμάχους – πρωτίστως τους ευρωπαίους – μια όλο και πιο έντονη ώθηση προς την κατεύθυνση της πολεμοχαρούς γραμμής τους. γραμμή που κρύβεται πίσω από τον διαβόητο «πόλεμο κατά της διεθνούς τρομοκρατίας», πραγματικός στόχος, αντίθετα, η διατήρηση και η διεύρυνση του ελέγχου στην περιοχή.
Από την αμερικανική παρέμβαση στη Sigonella προκύπτει ότι υπήρξε μια σειρά από πραγματικές πράξεις τρομοκρατίας, μέχρι την ωρίμανση της αποκαλούμενης «λιβυκής κρίσης». αυτές έχουν προκαλέσει μια επιτάχυνση των παραγόντων κρίσης, έτσι ώστε να αλλάξουν ουσιαστικά την εικόνα των σχέσεων στη Μεσόγειο.
Αυτές οι τροποποιήσεις περνούν και μέσα από την ανοιχτή διεκδίκηση των ΗΠΑ και του πιστού φρουρού τους, των σιωνιστών χασάπηδων, της Κρατικής τρομοκρατίας ως μεθόδου παρέμβασης σαν επικύρωση των πράξεων τους.
Οι πράξεις αυτές τείνουν να αναδιατυπώσουν τη θέση των ευρωπαίων Συμμάχων τόσο σε πολιτικό όσο και σε διπλωματικό επίπεδο, τόσο σε σχέση με τις ΗΠΑ όσο και με τις Χώρες της περιοχής, φέρνοντας τις πίσω ουσιαστικά σε μια στενότερη Ατλαντική πίστη.
Όσον αφορά την ιταλική θέση, έχει συμμορφώσει τον ακτιβισμό της τόσο εντός της συμμαχίας όσο και στις σχέσεις με τις αραβικές Χώρες. σε αυτή την εναλλαγή, όχι τελευταία η αξιολύπητη απόπειρα του δίδυμου Craxi-Gonzales να ανταλλάσσουν τη γεωγραφική-στρατηγική θέση τους με οικονομικά πλεονεκτήματα.
Αυτές οι επισπεύσεις θέτουν το καθήκον στις επαναστατικές δυνάμεις να αναζητήσουν τις απαραίτητες και δυνατές πολιτικές συμμαχίες και, να συνεισφέρουν συνεπώς στην ενίσχυση του Μετώπου Αντιιμπεριαλιστικού Αγώνα.
Επομένως δεν είναι επιμονή κομμουνιστών ανυποχώρητων να επιδιώκουν το στόχο της αποσύνδεσης αυτών των κρίκων της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας όπου οι συνθήκες το καθιστούν εφικτό. όπως δεν είναι στείρος ρεαλισμός να αναζητούμε μια σχέση μεγαλύτερης συμμαχίας με τις ευρωπαϊκές επαναστατικές δυνάμεις και με όλες τις επαναστατικές δυνάμεις του χώρου. στόχοι αυτοί που βρίσκουν δύναμη και πιθανή λύση στις αυξανόμενες δυσκολίες που βρίσκει ο ιμπεριαλισμός στην επίλυση της βαθιάς κρίσης του.
Επάνω στην προγραμματική αυτή κατεύθυνση σκοπεύουμε να εργαστούμε για την ενίσχυση του Αντιιμπεριαλιστικού Μετώπου Αγώνα, επιδιώκοντας μέσα του τον απαράβατο στόχο της διεθνούς ενότητας των κομμουνιστών.
Με βάση τις μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές, το καθήκον των κομμουνιστών σε διεθνές επίπεδο, είναι να χτίσουν συγκεκριμένα την εναλλακτική λύση στα δύο κυρίαρχα μπλοκ στον κόσμο και να εργαστούν χωρίς καθυστέρηση, μέσα στον επαναστατικό αγώνα, στα απαραίτητα επίπεδα ενότητας και συμμαχίας εναντίον του ιμπεριαλισμού. Ενότητα των κομμουνιστών που σίγουρα δεν πρέπει να αναζητηθεί μέσα στην δογματική καθαρότητα των αιώνιων «μ.λ.» κομματιδίων, των δίχως καμία επιρροή μέσα στις κοινωνικές δυναμικές.
Η ενότητα πρέπει να αναζητηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένης δράσης των μαρξιστικών επαναστατικών δυνάμεων που ασκούν πολιτική-στρατιωτική πρακτική, εκπροσωπώντας τα γενικά συμφέροντα του προλεταριάτου μέσα στη ζωντάνια της σύγκρουσης μεταξύ των τάξεων της Χώρας τους.
Ενότητα με όλους τους συνεπείς κομμουνιστές που, παρά την ποικιλομορφία συγκεκριμένων καταστάσεων, επιδιώκουν τον στρατηγικό σκοπό της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας και της εγκαθίδρυσης της Δικτατορίας του Προλεταριάτου.
Η στρατηγική πρόταση του Ένοπλου Αγώνα για τον Κομμουνισμό στο προλεταριάτο της Χώρας τους, είναι η βάση της γενικότερης πολιτικής και οργανωτικής ενοποίησης των κομμουνιστών σε διεθνές επίπεδο, ζωτικής σημασίας για μια αποτελεσματική διεθνιστική πολιτική.
Σήμερα όπως πάντα οι μαρξιστικές επαναστατικές δυνάμεις αντιπροσωπεύουν το πιο προηγμένο σημείο στον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό. είναι μέσα στην πραγματική σχέση με την αποδυνάμωση αυτού του τελευταίου που πρέπει να αναζητηθεί μέσα στο Μέτωπο μια προνομιακή σχέση με αυτές, χωρίς ωστόσο να μειώνεται ο ρόλος που παίζουν σήμερα οι άλλες επαναστατικές δυνάμεις.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ! ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟ NATO!
ΝΑ ΕΔΡΑΙΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ !
ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΟΜΟΥΝΙΣΤΩΝ!
ΝΑ ΜΕΤΑΤΡΕΨΟΥΜΕ ΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ ΣΕ ΤΑΞΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ!

Φεβρουάριος 1986
για τον κομουνισμό
BRIGATE ROSSE
για το χτίσιμο του Μαχόμενου Κομουνιστικού Κόμματος – PCC

 

http://www.sebbenchesiamodonne.it/860/

Σχετική εικόναΣχετική εικόναΣχετική εικόνα

Αποτέλεσμα εικόνας για lando conti, br

Σχετική εικόνα

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Αλληλεγγύη στον »Ρουβικώνα»

Πάτε καλά κύριοι «υπηρέτες της Θέμιδας»; – Με αφορμή την σημερινή σύλληψη του Γ. Καλαϊτζίδη

Του Γ. Γ.

Η παρακάτω είδηση που μεταδόθηκε σήμερα από το κεντρικό δελτίο ειδήσεων της τηλεόρασης του Open, αναφέρει ότι οι ασφαλίτες συνέλαβαν τοn Γιώργο Καλαϊτζίδη για το περιεχόμενο αναρτήσεων που είχε κάνει στο f/b. 
Προσπαθήσαμε επανειλημμένως να επικοινωνήσουμε τηλεφωνικά με το μέλος του Ρουβίκωνα αλλά το μήνυμα που λαμβάνουμε είναι ότι «ο αριθμός δεν είναι διαθέσιμος».
Ούτε όμως και άλλα άτομα της συλλογικότητας γνωρίζουν κάτι περισσότερο πέρα απ’ αυτά που μεταδίδουν τα ΜΜΕ.

Σε επικοινωνία που είχαμε με την δικηγόρο της αναρχικής ομάδας Άννυ Παπαρρούσου, πέρα από την διαπίστωση που μας εξέφρασε, ότι πρόκειται για μια ξεκάθαρα φρονηματική δίωξη, και επιβεβαίωσε τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Γ. Καλαϊτζίδης οι οποίες αναφέρονται στο τηλεοπτικό ρεπορτάζ, μας υποσχέθηκε ότι θα προσπαθήσει να γράψει ένα σχετικό κείμενο από νομικήςπλευράςΘυμίζοντας ότι στις πρόσφατες αναρτήσεις του στο f/b, ο Γ. Καλαϊτζίδης διατυπώνει ακριβώς τις ίδιες απόψεις που είχε εκφράσεις και στο παρελθόν –εδώ μια συνέντευξη του στην ιστοσελίδα μας- παραθέτουμε επί λέξη όσα ακούσαμε από το Open, για να τα σχολιάσουμε με πολιτικό σκεπτικό στην συνέχεια:

Ηγετικό στέλεχος του Ρουβίκωνα συνελήφθη στα Εξάρχεια ύστερα από αναρτήσεις του στο διαδίκτυο στις οποίες απειλούσε με νέες παρεμβάσεις της αναρχικής ομάδας σε τουριστικά σημεία της Αθήνας

Οι αναρτήσεις έγιναν με αφορμή τις δυο συλλήψεις που πραγματοποίησε η αστυνομία για την καταδρομική επίθεση στο κτίριο του ΣΕΒ στο Σύνταγμα.

Το ηγετικό στέλεχος της αναρχικής ομάδας έγραφε στον προσωπικό του λογαριασμό στο f/b ότι αν το επόμενο διάστημα κινηθούν με μηδενικές ανοχές θα λάβουν χώρα δεκάδες παρεμβάσεις της ομάδας στα πιο τουριστικά μέρη της πρωτεύουσας. Παρεμβάσεις που έχουν  ετοιμαστεί ήδη.

Η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών παρενέβη μετά τις αναρτήσεις αυτές και διέταξε την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης θεωρώντας το περιεχόμενο των αναρτήσεων απειλητικό.

Ακολούθησε η σύλληψη του 40χρονου στην περιοχή των Εξαρχείων. Οδηγήθηκε στην ΓΑΔΑ  και κατηγορείται για δυο  διαφορετικά αδικήματα. Το πρώτο είναι σε διέγερση διάπραξης εγκλημάτων και αφορά την ανάρτηση που κάνει λόγω για παρεμβάσεις σε τουριστικά σημεία της Αθήνας.
Το δεύτερο  αδίκημα και εδώ είναι και το ενδιαφέρον  της υπόθεσης αφορά στην ηθική αυτουργία σε φθορά ξένης ιδιοκτησίας για την χθεσινή επίθεση στο κτίριο του ΣΕΒ.

Η δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος του για το αδίκημα αυτό. δείχνει σύμφωνα με έμπειρους παρατηρητές την διάθεση της δικαιοσύνης να σκληρύνει την στάση της απέναντι στην αναρχική ομάδα καθώς και στο παρελθόν είχαμε ανάλογες αναρτήσεις του 40χρονου.

Προσέξτε τώρα κάποιες «επιλεκτικές ευαισθησίες» που έχουν οι δικαστές μας.

Πώς διάολο γίνεται να ενοχλούνται από μια ανάρτηση ενός αναρχικού και παρόμοιες τοποθετήσεις όπως αυτή που έκανε ο Σάκης Μουμτζής, «συγγραφέας» και μόνιμος αρθρογράφος της ιστοσελίδας liberal.gr, του Θανάση Μαυρίδη, που απηχεί τις απόψεις της Ν.Δ, να τους αφήνουν αδιάφορους;

Ας το προσπεράσουμε αυτό. Ας μας εξηγήσουν όμως οι κύριοι δικαστές που ξεθάβουν μετεμφυλιακούς νόμους για να απαγγείλουν κατηγορίες σε  έναν αναρχικό πώς γίνεται να υπάρχει εδώ και χρόνια παρουσία στο facebook ακροδεξιάς ομάδας τα μέλη της οποίας βγαίνουν με το όνομα και το πρόσωπο τους και λένε ανοιχτά ότι «απειλούμε με εκτελέσεις τους πράκτορες και τους προδότες συνεργούς των «. Και εκτός αυτού να κατονομάζουν όσους έχουν «υποψήφιους για εκτέλεση»;

Και άντε να υποθέσουμε ότι τα παραπάνω δεν ήρθαν σε γνώση των δικαστών. Εδώ έγινε ένας χαμός σε έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο όταν ο Χρήστος Σκαλούμπακας. (ο γιος του Παναγιώτη Σκαλούμπακα ενός ανθρωπόμορφου τέρατος που σαν λοχαγός στο κολαστήριο της Μακρονήσου, είχε κάνει πολλούς αγωνιστές να μαρτυρήσουν από τα χέρια του), ξερνούσε τον εμετό του στο διαδίκτυο. Λίγο καιρό πριν της βουλευτικές εκλογές και με αναμενόμενη την επικράτηση του κόμματος του -ήταν μέλος της Ν.Δ., η οπία υποκριτικά αναγκάστηκε να τον διαγράψει, έγραφε μεταξύ άλλων στο λογαριασμό του στο twitter: «ότι δεν σας έκανε ο πατέρας μου το 47 – 48, θα σας κάνω εγώ ανθελληνικά καθίκια»«Ξεχάστε τη Δεξιά που ξέρατε αυτή τη φορά θα γ@@@@ κομμουνιστικές κωλ@@@@@».

Αυτά δεν θεωρούνται απειλές; Και θεωρείτε «διέγερση διάπραξης εγκλημάτων« μια πολιτική τοποθέτηση απ΄τις παρόμοιες εκατοντάδες που γράφονται καθημερινά στο διαδίκτυο;

Πάτε καλά κύριοι «υπηρέτες της Θέμιδας»; 

tsak-giorgis

https://wordpress.com/read/feeds/80970487/posts/2353332689

Περί απειλών ο λόγος

Από giorgis , Τρίτη, 23 Ιουλίου 2019 | 7:15 π.μ.

Του Γ. Γ.

Τρεις δεξιές φυλλάδες -«Δημοκρατία», «Ελεύθερος Τύπος» και «Καθημερινή»- πανηγυρίζουνπρωτοσέλιδα γιατί, λέει «συνελήφθη ο αρχηγός του Ρουβίκωνας».

Να πούμε σ’ αυτούς τους δημοσιοκάφρους ότι οι αναρχικές συλλογικότητες, λειτουργούν με  αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες και δεν έχουν «αρχηγούς», νομίζουμε ότι δεν έχει νόημα.
Αυτά είναι «ψιλά» γράμματα γι’ αυτούς.

Συμπληρωματικά όμως σε όσα γράφαμε σε προηγούμενη ανάρτησή μας γι’ αυτό το θέμα θα θέλαμε να συμπληρώσουμε και κάτι άλλο.

Η βασική κατηγορία που αποδίδεται στον Γ. Καλαϊτζίδη είναι η «διέγερση διάπραξης εγκλημάτων«, γιατί λένε. ότι σε ανάρτησή του «απείλησε» ότι  «αν το επόμενο διάστημα κινηθούν με «μηδενικές ανοχές» θα λάβουν χώρα δεκάδες παρεμβάσεις της ομάδας στα πιο τουριστικά μέρη της πρωτεύουσα». 
Ηταν μια τοποθέτηση-απάντηση για τις δυο συλλήψεις μελών της συγκεκριμένης αναρχικής ομάδας, μετά την παρέμβαση του «Ρουβίκωνα» στο κτίριο όπου στεγάζονται τα κεντρικά γραφεία του ΣΕΒ και τις κατασκευασμένες, σύμφωνα με τον Γ. Καλαϊτζίδη, κατηγορίες που τους χρεώθηκαν.

Εχει όμως και μια αθέατη πλευρά το όλο σκηνικό. Αν λοιπόν οι μηχανισμοί του συστήματος θεωρούν απειλή μια ακτιβιστική ενέργεια που ΘΑ μπορούσε να συμβεί στο μέλλον, γιατί δεν θεωρούν απειλή αυτά που διακηρύττουν μόνιμα οι κομμουνιστές; 

Εμείς ας πούμε λέμε ότι ξέρουμε ότι το κεφαλαιοκρατικό σύστημα δε σκοπεύει να παραιτηθεί εθελοντικά απ’ τα κεκτημένα του και πως θα χρησιμοποιήσει με κάθε τρόπο τους μηχανισμούς καταστολής, μπάτσους και στρατό για να συνεχίζεται η καπιταλιστική βαρβαρότητα.
Οπως έγραφαν Μαρξ και Ενγκελς στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» «Οι κομουνιστές δεν καταδέχονται να κρύψουν τις απόψεις τους και τις βλέψεις τους.Δηλώνουν, λοιπόν, ανοιχτά ότι ο σκοπός τους μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη βίαιη ανατροπή της σημερινής καθεστηκυίας τάξης».

Υπάρχει πιο μεγάλη απειλή απ’ αυτό; Αν έχουν τα κότσια ας ποινικοποιήσουν την ιδεολογία μας.
Να ασκούν φρονηματικές διώξεις με αστεία προσχήματα σε μέλη αναρχικών ομάδων, εκτός να χαϊδεύουν αυτιά στο συντηρητικό εκλογικός τους ακροατήριο, το μόνο που καταφέρνουν είναι να γελοιοποιούνται. 

Υ.Γ Και κάτι τελευταίο. Εμείς σαν ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ πιστεύουμε ότι ο ριζικός κοινωνικός μετασχηματισμός θα γίνει επαναστατικά και ένοπλα και παλεύουμε ώστε να δημιουργηθούν οι συνθήκες που ΘΑ πραγματοποιηθεί αυτή η κατάσταση.
Υπάρχει πιο μεγάλη απειλή απ’ αυτό; 
Ελάτε να μας συλλάβετε.
(Τα στοιχεία μας προφανώς τα γνωρίζεται)

 

Ο «Ρουβίκωνας» και το Γκεμπελικό δόγμα της «κυρίας στρατηγού»

Δεν είναι η πρώτη φορά που η δημοσιογράφος Μίνα Καραμήτρου αναπαράγει σχεδόν αυτολεξεί «δελτίο τύπου» της ασφάλειας για τον «Ρουβίκωνα» παρουσιάζοντας το μάλιστα προϊόν δημοσιογραφικού ρεπορτάζ.

Αυτή την φορά η «κυρία στρατηγού» -έτσι αποκαλούν την δημοσιοκάφρο οι ομόσταυλοι της, εξ αιτίας ότι ο άντρας της είναι μπάτσος- έγραψε στην ιστοσελίδα CNN Greece, όπου εργάζεται, το σενάριο που της είχαν υπαγορεύσει οι κατασταλτικοί μηχανισμοί. σχετικά με τις δυο συλλήψεις μελών της συγκεκριμένης αναρχικής ομάδας, μετά την χθεσινή παρέμβαση του «Ρουβίκωνα» στο κτίριο όπου στεγάζονται τα κεντρικά γραφεία του ΣΕΒ. (1*)

Το πρόβλημα εκτός των άλλων στην προκειμένη περίπτωση είναι, ότι ο πυρήνας του σχετικού δημοσιεύματος ανακυκλώνεται από αρκετά ειδησεογραφικά καθεστωτικά ΜΜΕ.
Μαθαίνουμε δηλαδή ότι τα δυο μέλη του «Ρ» που συνελήφθησαν σαν εμπλεκόμενα σ’ αυτή την ενέργεια της συλλογικότητα τους, συμμετείχαν σ’ αυτή την δράση της ομάδας τους αφού τα «έχουν καταγραφεί τα πρόσωπά τους ξεκάθαρα στις κάμερες ασφαλείας», όπως αναφέρει στο δημοσίευμα της η Καραμήτρου.
Εχουμε εδώ μια απόλυτη εφαρμογή του Γκεμπελικού δόγματος: «Ενα ψέμα που επαναλαμβάνεται συνεχώς γίνεται αλήθεια».

Προφανώς δεν μπορεί να γνωρίζουμε τι ακριβώς συνέβη με την σύλληψη των δυο μελών του «Ρ» τα οποία oι ασφαλίτες τα παρουσιάζουν σαν εμπλεκόμενα σ’ αυτή την δράση της αναρχικής ομάδας.

Η εμπειρία μας όμως μας οδηγεί να αποδεχθούμε την εκδοχή που παρουσιάζει -με ανάρτησή του στο f/b- ο Γιώργος Καλαϊτζίδης, παρά τα όσα ισχυρίζεται το παπαγαλάκι της ασφάλεια Καραμήτρου.

Ας δούμε αρχικά την κείμενο της «κυρίας στρατηγού»΅

=====
“Δύο βασικά μέλη του Ρουβίκωνα συνελήφθησαν πριν από λίγο για την επίθεση στο κτήριο του ΣΕΒ στο κέντρο της Αθήνας.
Έχουν καταγραφεί τα πρόσωπά τους ξεκάθαρα στις κάμερες ασφαλείας. Στο σημείο της επίθεσης δε, έβγαλαν και εγκατέλειψαν και τα γάντια που φορούσαν την ώρα που πετούσαν με πυροσβεστήρα μπογιές στο κτήριο.
Τα δύο μέλη του Ρουβίκωνα αμέσως μετά άλλαξαν ρούχα, ωστόσο, οι αστυνομικοί κατάφεραν να εντοπίσουν ακόμα και το τσαντάκι ενός από τα μέλη του Ρουβίκωνα, το οποίο μάλιστα είχε πάνω του και υπολείμματα από τις μπογιές που είχαν πετάξει.
Σύμφωνα με πληροφορίες του CNN Greece, πρόκειται για άτομα τα οποία έχουν πάρει μέρος σε αρκετές επιθέσεις της αναρχικής ομάδας και, μάλιστα, στο πρόσφατο διάστημα.
Νωρίτερα, τα μέλη της ομάδας Ρουβίκωνας είχαν πετάξει μπογιές στο κτήριο του ΣΕΒ στο Σύνταγμα.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, τρία άτομα είχαν τοποθετήσει χρώμα μέσα σε έναν πυροσβεστήρα και πέταξαν μπογιές στο κτήριο, πριν τραπούν σε φυγή και εξαφανιστούν”.
=====

Ας παρακολουθήσουμε τώρα την απάντηση που δίνει στα παραπάνω το μέλος του «Ρ» Γιώργος Καλαϊτζίδης
=====

“Παραμύθια της Χαλιμάς είναι και τα γάντια, και τα τσαντάκια, και η αλλαγή ρούχων και τα πρόσωπα που φαίνονται ξεκάθαρα σε βίντεο.
Η παρέμβαση του Ρουβίκωνα έγινε σε μια αυστηρά φυλασσόμενη περιοχή πλησίον της βουλής (χωρίς να συλληφθεί φυσικά κανείς) και οι προσαγωγές των συντρόφων μας έγιναν ώρα μετά στους Αμπελόκηπους κοντά στα σπίτια τους.
Η μέθοδος που ακολουθήθηκε, η γνωστή και δοκιμασμένη επί ΣΥΡΙΖΑ. Άτομο της κρατικής ασφάλειας «αναγνώρισε» από βίντεο γνωστά μέλη της ομάδας μας με βάση σωματότυπο, γλώσσα του σώματος και τον λοβό του αυτιού.
Τακτική που χρησιμοποιεί κατά κόρον η ασφάλεια απέναντι μας τα τελευταία χρόνια και με μαθηματική ακρίβεια καταρρέει στα δικαστήρια.
Ουσιαστικά η ΝΔ χρησιμοποιεί τις μεθόδους του ΣΥΡΙΖΑ που είδαμε ΠΟΣΟ ΠΟΛΥ ΜΑΣ ΕΜΠΟΔΙΣΑΝ να κάνουμε δράσεις.
Εν συντομία: Αν η δεξιά κλιμακώσει την καταστολή απέναντι μας με συγκεκριμένες κινήσεις θα πράξουμε και εμείς ανάλογα. Αν το επόμενο διάστημα κινηθούν με «μηδενικές ανοχές» θα λάβουν χώρα δεκάδες παρεμβάσεις της ομάδας στα πιο τουριστικά μέρη της πρωτεύουσας. Παρεμβάσεις που έχουν ετοιμαστεί ήδη. Σήμερα σουλατσάραμε επί ώρα στο μουσείο της Ακρόπολης και στην Αρεοπαγίτου χωρίς να γίνουμε αντιληπτοί από κανέναν.
Κανονίστε να μην υπάρξει κλιμάκωση από μεριά σας, αλλιώς θα δείτε παρεμβάσεις δεκάδων ατόμων σε όλα τα τουριστικά μέρη και τους νεόφερτους μαυροντυμένους κομάντο με τα αυτόματα και τα βανάκια να κυνηγάνε διαδηλωτές μπροστά στα έντρομα μάτια γερμανών τουριστών.
ΑΛΗΤΕΣ ΤΟΥ ΣΕΒ ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ ΘΑ ΣΑΣ ΦΑΝΕ”
=====

(1*) Εξόρμηση με μοίρασμα κειμένων και «εικαστική» παρέμβαση στο κτίριο των γραφείων του ΣΕΒ από τον «Ρουβίκωνα»
https://tsak-giorgis.blogspot.com/2019/07/blog-post_665.html
/////
tsak-giorgis

https://wordpress.com/read/feeds/80970487/posts/2353397966

 

ένοπλη πάλη, lotta armata

ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ DOZIER – ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ N.6

BRIGATE ROSSE – PCC

Σε όλο το επαναστατικό κίνημα.
Τα γεγονότα αυτών των ημερών, μετά την απελευθέρωση από την μπουρζουαζία του δημίου Dozier, επιβάλλουν έναν προσεκτικό προβληματισμό και μιαν αξιολόγηση που να επιτρέπει τον επαναπροσδιορισμό και τη συνέχιση, με την απαραίτητη δύναμη, της επαναστατικής πρωτοβουλίας στο γενικό πρόγραμμα της συγκυρίας.
Την επίθεση από τον ανταρτοπόλεμο στην ηγετική δομή του ιμπεριαλιστικού πολέμου, το Νατο, τη μεγαλύτερη επίθεση που δέχτηκε ποτέ ο ιμπεριαλισμός: τον ανταρτοπόλεμο που συλλαμβάνει έναν στρατηγό των Ηπα! Σίγουρα δεν μπορούν να την διαγράψουν με ένα blitz, με μια μάχη που κέρδισε η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία.
Οι λέξεις-κλειδιά: «χτίσιμο του αντιιμπεριαλιστικού μαχόμενου μετώπου». «καταστροφή της ιμπεριαλιστικής φυλακής και απελευθέρωση του διεθνούς φυλακισμένου προλεταριάτου», δεν είναι και δεν μπορούν να ακυρωθούν επειδή ζουν μέσα στους αγώνες του ιταλικού και ευρωπαϊκού μητροπολιτικού προλεταριάτου, και μέσα στους αγώνες των λαών που καταπιέζονται από τον ιμπεριαλισμό.
Η σαφήνεια και τα επαναστατικά περιεχόμενα της σύλληψης-δίκης στον δήμιο Dozier που σημάδεψαν την εκστρατεία επάνω στο γενικό πρόγραμμα της συγκυρίας, αντιπροσωπεύουν μέσα στο διεθνές σκηνικό τα υψηλότερα σημεία επάνω στα οποία να προχωρήσουμε για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας που βασίζεται στις προσδοκίες εκατομμυρίων προλετάριων που θέλουν να είναι απαλλαγμένοι από τη δουλεία της μισθωτής εργασίας και το ζυγό του ιμπεριαλισμού.
Μπορεί να εξοντωθεί το μαζικό ανταγωνιστικό κίνημα που τους τελευταίους μήνες έχει βγει στους δρόμους ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο; Μπορεί να εξαλειφθεί η συνειδητοποίηση ότι μόνο ο αντιιμπεριαλιστικός εμφύλιος πόλεμος μπορεί να συντρίψει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο; Μπορεί να εξοντωθεί με ένα αιφνιδιαστικό χτύπημα το πεδίο αγώνα επάνω στο οποίο ζουν και συνθήματα όπως «έξω το Νατο από την Ιταλία» και «δρόμο οι πύραυλοι απ’ το Comiso»;
Όλα αυτά είναι μέρος της κληρονομιάς δέκα χρόνων προλεταριακών αγώνων, στους οποίους η μπουρζουαζία αποκρίνεται μόνο με έναν τρόπο: επιτάχυνση του ιμπεριαλιστικού πολέμου, του οποίου το προλεταριάτο πρέπει να πληρώσει το οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό κόστος.

Σύντροφοι,
για όλες αυτές τις 42 ημέρες η αστική τάξη και ο ισχυρότερος στρατός στον κόσμο προσπάθησαν να επιλύσουν τις αντιφάσεις που άνοιξε η επαναστατική πρωτοβουλία, παρουσιάζοντας την ταξική σύγκρουση ως ιδιωτικό πόλεμο μεταξύ των Occ-μαχόμενων κομουνιστικών Οργανώσεων και του Κράτους, με τις διάφορες προσκλήσεις για διαπραγμάτευση, με τη συνήθη τακτική της «υποτίμησης του κρατουμένου», με τη σπασμωδική χρήση των μέσων μαζικής ενημέρωσης … «Ο στρατηγός δεν μιλάει» … «Ο στρατηγός έτσι κι αλλιώς δεν είναι τόσο σημαντικός» … «Η κυβέρνηση δεν υποχωρεί στον εκβιασμό».
Εν τω μεταξύ … εισήχθη η πρακτική της επικήρυξης, χωρίς η κυβέρνηση να έχει τη δύναμη να την διεκδικήσει ή να την αρνηθεί. Πρότειναν τη χρήση του στρατού σε λειτουργίες δημόσιας τάξης, και ο Capuzzo έπρεπε να παρέμβει λέγοντας ότι αυτό θα είχε προκαλέσει βλάβες και αντιφάσεις αντί να λύσει τα προβλήματα. Για πρώτη φορά στην ιστορία των αποκαλούμενων συνταγματικών δημοκρατιών ψηφίστηκαν μυστικοί νόμοι, και ο Spadolini ήταν τόσο γελοίος όσο και ανήθικος καθώς ξεφυσούσε να πει ότι δεν είναι αλήθεια, αλλά πως … η διαδικασία των μυστικών νόμων προχωρά και η κυβέρνηση αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη!
Φυσικά, κύριοι του πολέμου, έχετε την πλήρη ευθύνη για το ότι ξεκινήσατε τον αντιπρολεταριακό εμφύλιο πόλεμο, πρέπει να απαντήσετε σε αυτή την ευθύνη, και γι αυτό πρέπει να πληρώσετε, μπροστά σε όλο το προλεταριάτο!!
Τι προκύπτει από αυτή την εικόνα αν όχι η αδυναμία, η απονομιμοποίηση ενός καθεστώτος σπαραγμένου από τις αντιφάσεις!!
(…), αυτό το πολιτικό-στρατιωτικό προπύργιο του δυτικού πολιτισμού, όπως θα ήθελαν να το παρουσιάσουν, στην πραγματικότητα ένα όργανο κυριαρχίας και επιθετικότητας, (…) Dozier του πολέμου στο Βιετνάμ, από τους αμερικανούς της βοήθειας προς τις λατινοαμερικανικές και τουρκικές δικτατορίες, αυτό το προπύργιο της βαρβαρότητας και του πολέμου (…) αυτό κατηγορεί τα χτυπήματα, και στο εσωτερικό του σπαράσσεται από αντιθέσεις. Ακόμη και στις κυρώσεις εναντίον της Πολωνίας, τα μέλη του Νατο δεν καταφέρνουν να συμφωνήσουν γιατί αυτό που παίρνει το πάνω χέρι είναι η ανάγκη όλων των μπουρζουαζιών να ξεφύγουν από την κρίση, να είναι ανταγωνιστικές, να κατακτήσουν αγορές … (…) η Cocom, άλλη παράνομη δομή του ιμπεριαλισμού των πολυεθνικών, η οποία επιβλέπει τις βιομηχανικές και εμπορικές σχέσεις με τις χώρες της (…) καταφέρνει να εμποδίσει βολικές συμβάσεις σε ορισμένους τομείς της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης … ωστόσο, οι ευρωπαϊκές χώρες στέλνουν την δική τους task-force για να διεξάγει τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή!
Εδώ, λοιπόν, είναι το μόνο έδαφος επάνω στο οποίο ξαναβρίσκουν την ενότητα: ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος και ο εσωτερικός πόλεμος εναντίον του προλεταριάτου.
Καλούμε ονομαστικά το όργανο με το οποίο η αστική τάξη κέρδισε αυτή τη μάχη: ήταν τα βασανιστήρια!
Το μόνο όπλο για να σταματήσει το χτίσιμο του Ένοπλου Προλεταριακού Συστήματος Ισχύος, και η ανάπτυξη της επαναστατικής πρωτοβουλίας. αναπόφευκτη επιλογή για κάθε καθεστώς σε αγωνία. καθρέφτης της σήψης της κοινωνίας της μισθωτής εργασίας.
Αυτή η βαρβαρότητα είναι η μόνη ουσία που ανασυντάσσει και ενοποιεί σε ένα μόνο μέτωπο αγώνα ενάντια στον ανταρτοπόλεμο, χώρες που πηγαίνουν από την Ιταλία στην Τουρκία στο Σαλβαδόρ.
Υπουργέ Rognoni, μην λες μαλακίες: η Ιταλία είναι η μόνη χώρα στην οποία νικήθηκε ο αντάρτικος πόλεμος χωρίς ειδικά μέτρα; Όχι!!! Η διαφορά είναι άλλη: στη «δημοκρατική μας χώρα» τα βασανιστήρια πρέπει να περάσουν μέσα από τη διαχείριση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά: η Ιταλία είναι μέρος της ΕΟΚ, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, δέχεται επίσημα το «δημοκρατικό» παιχνίδι, σε αντίθεση με την Τουρκία και το Σαλβαδόρ όπου κανείς πλέον δεν προσπαθεί να αρνηθεί την πρακτική των σφαγών.
Τα βασανιστήρια γίνονται σεβασμός της «συνταγματικής υπαγόρευσης». τα βασανιστήρια στις σελίδες των εφημερίδων, καθίστανται μια «λαμπρή επιχείρηση», χορωδία επαίνων στους διάφορους «…μαλάκες » για την αποτελεσματικότητά τους.
Ποια αποτελεσματικότητα, εάν όλο αυτό είναι ένας γάντζος στο ταβάνι στο οποίο να κρεμάσουν προλετάριους και κομμουνιστές για να τους βιάσουν, και ένα ραβδί με το οποίο να τους σοδομίσουν!!!
Στρατηγέ Dozier, είδαμε τι σημαίνει να συλλαμβάνουμε έναν στρατηγό του στρατού των ΗΠΑ! Δεν ήταν ίσως το Nατο, στη φυλακή του λαού, που ζητούσε να διαπραγματευτεί με τους αντάρτες !!! Δεν ήταν ίσως το Nato, στη φυλακή του λαού, που έλεγε ότι η Ιταλία είναι μια αποσταθεροποιημένη χώρα και πως η ιταλική κυβέρνηση ήταν αμήχανη απέναντι σε αυτό έχοντας βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση!!
Κύριοι του πολέμου, υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στην ταυτότητά σας ως δημίων ιμπεριαλιστών σφαγέων, και της συνείδησης των προλετάριων και των κομμουνιστών που μάχονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό.
Οι ανοησίες σας σχετικά με τις «διεθνείς ίντριγκες», στις (…) δεν είναι αρκετές. οι προσπάθειες που καταβάλλετε για να δημιουργήσετε επάνω στο πετσί των συντρόφων εικόνες που είναι μόνο δικές σας και αυτού του καθεστώτος. την πραγματικότητα δεν μπορείτε να την θολώσετε: οι εργάτες, οι φοιτητές, οι σιδηροδρομικοί είναι η δύναμη του κόμματος και του επαναστατικού κινήματος.
Δεν θα επιτρέψουμε να προστεθεί και η καταστροφή της πολιτικής ταυτότητας τους στη φυσική καταστροφή των συντρόφων.
Οι κομμουνιστές ξέρουν να αναγνωρίζουν εκείνους που προδίδουν για να περάσουν στις τάξεις του εχθρού και εκείνους που από κάθε άποψη ανήκουν στις τάξεις των επαναστατών.
Τον μηχανισμό και τις δομές των πρακτικών των βασανιστηρίων, από τους Sica στους Simone στους δημοσιογράφους με τα εύκολα χαμόγελα τους γνωρίζουμε καλά. Επαναλαμβάνουμε: τους γνωρίζουμε καλά. Να είστε σίγουροι πως τίποτα δεν θα μείνει ατιμώρητο.

Σύντροφοι,
η αστική τάξη σημείωσε αναμφισβήτητα ένα σημείο προς όφελός της. Αυτό το σημείο δεν μπορεί πλέον να περικλείεται μόνο στο συνηθισμένο καρναβάλι του καθεστώτος φτιαγμένο από ‘ super man’ με πλαστικές σακούλες στο κεφάλι, η μπουρζουαζία έχει αντιληφθεί ένα πολιτικό γεγονός θεμελιώδους σημασίας: πώς να αναγνωρίζει και να διαλύει τους χώρους των μαζικών κινημάτων από τους οποίους γεννιέται η δύναμη που θα την καταστρέψει. απ’ όπου γεννιέται το σύστημα της προλεταριακής ένοπλης εξουσίας για την μετάβαση στον κομμουνισμό.
Το πρόβλημα για τους επαναστάτες, για ολόκληρο το επαναστατικό κίνημα είναι να καταλάβουμε ότι η μάχη που ξεκίνησε από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες με τη δίκη στον μπόγια Dozier που διέκοψε η μπουρζουαζία, δεν είναι ένα ατύχημα που μπορούσε να αποφευχθεί με μερικές ακόμη προφυλάξεις, αλλά ένα επεισόδιο μιας γενικής αλλαγής στις ισορροπίες δυνάμεων υπέρ της αστικής τάξης.
Οι εκατοντάδες συλλήψεις μέσα σε λίγες μέρες δείχνουν ότι εναντίον του εκκολαπτόμενου συστήματος προλεταριακής εξουσίας το καθεστώς αυτό ξεκινάει την πιο σκληρή επίθεση σε όλα τα επίπεδα, από το πολιτικό μέχρι το στρατιωτικό. Και αυτό, ακριβώς επειδή συνειδητοποίησε την τεράστια επαναστατική δυνατότητα που περιέχεται μέσα στο πρόγραμμα που το προλεταριάτο και τα έμβρυα των μαζικών οργανισμών έχουν ξεκινήσει. των κοινωνικών αιτιών του ταξικού πολέμου, του ριζώματος του ένοπλου αγώνα μέσα στην τάξη.
Αν από την πλευρά μας το ότι έχουμε εντοπίσει τα κεντρικά σημεία του επαναστατικού προγράμματος και αρχίσαμε να τα εφαρμόζουμε, έχει καταστήσει σαφές πόση αποσταθεροποιητική δύναμη έχει για την αστική τάξη και πόση ενωτική δύναμη έχει αυτό το πρόγραμμα για το προλεταριάτο. εάν αυτό έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη αντεπαναστατική επίθεση που θυμόμαστε. πρέπει επίσης να καταλάβουμε ότι όλο αυτό δεν είναι πλέον αρκετό.
Παράλληλα με τη σαφήνεια και την ορθότητα των κοινωνικών αιτιών του επαναστατικού πολέμου, πρέπει επίσης να καταλάβουμε ποια είναι η επαναστατική θεωρία που μας καθιστά ικανούς να οδηγήσουμε αυτό τον πόλεμο.
Η διεξαγωγή του επαναστατικού πολέμου δεν αποτελεί πρόβλημα εξευγενισμού των στρατιωτικών μέσων, αλλά η κατανόηση του τρόπου με τον οποίον μπορεί να συνεχίσει να ζει η επαναστατική πολιτική, των τρόπων με τους οποίους είναι δυνατή η κατάκτηση των προγραμμάτων σε αυτές τις συνθήκες της σύγκρουσης.
Επομένως τα προβλήματα δεν είναι τα blitz, ούτε η υποτιθέμενη ικανότητα με την οποία τα φέρουν εις πέρας, αλλά η ικανότητα, που επιτεύχθηκε από αυτό το Κράτος να διαταράξει τις επαναστατικές γραμμές ξεκινώντας από τον πολιτικό προσδιορισμό των χώρων, των κινημάτων, των προλετάριων που συνιστούν το δίκτυο, το πολιτικό υποκείμενο στο οποίο αναφέρονται, τον τρόπο ύπαρξης και χτισίματος του συστήματος της προλεταριακής εξουσίας.
Για την μπουρζουαζία το να καταφέρει να εισέλθει μέσα σε αυτό το συνθετικό ιστό, σήμανε να τοποθετήσει τις προφυλακές της μέσα στο κίνημα, επιτιθέμενη σε αυτό από μέσα με τα εργαλεία του τρόμου, των βασανιστηρίων, των σφαγών, του εκβιασμού για χιλιάδες και χιλιάδες προλετάριους.
Για το επαναστατικό κίνημα είναι ζωτικής σημασίας να εμποδίσει αυτό να συμβεί, είναι ζωτικής σημασίας να αποφευχθεί η ικανότητα της μπουρζουαζίας να καταλάβει πώς συμβαίνει η διαδικασία του επαναστατικού χτισίματος, ποια είναι τα σημεία συνάντησης, συζήτησης, επαναστατικής οργάνωσης, ποια τα εργαλεία πολιτικής εργασίας ανάμεσα στις μάζες. Αυτό σημαίνει ενίσχυση του υπό κατασκευή συστήματος εξουσίας, εγκαταλείποντας κάθε ψευδαίσθηση ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτός ο πόλεμος με τα εργαλεία του παρελθόντος. Αυτό σημαίνει ότι το σύνθημα της μαζικής παρανομίας, της παρανομίας των καναλιών επικοινωνίας μας και αγώνα πρέπει να προσαρμοστούν στο επίπεδο που μας επιβάλλεται. αυτό σημαίνει να αποτρέψουμε την ταυτοποίηση, πρώτα πολιτική, μετά στρατιωτική, από πλευράς εξουσίας. σημαίνει ότι παρά το αναπόφευκτο αντίτιμο που πρέπει να πληρώσουμε για να απελευθερωθούμε από την ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα, πρέπει να προστατευθεί η συνέχεια και η ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας, ξεκινώντας από τις προϋποθέσεις και τις αρχές επάνω στις οποίες στηρίζεται: τα πολιτικά-στρατιωτικά-οργανωτικά εργαλεία που επιτρέπουν στο επαναστατικό πρόγραμμα να εδραιωθεί, να ζήσει και να κερδίσει.
Στην επίθεση που υφιστάμεθα, είμαστε πεπεισμένοι ότι μια ενίσχυση του συνόλου του συστήματος της ένοπλης προλεταριακής εξουσίας μπορεί να επανεμφανισθεί, επειδή έχουμε δει τα όρια της αστικής τάξης, η εικόνα της παντοδυναμίας της δεν έχει καμία κοινωνική νομιμοποίηση, διότι μέσα στη σύγκρουση μαθαίνουμε να χτίζουμε και τα δικά μας όπλα: το πρόγραμμα και την επαναστατική θεωρία του εμφυλίου πολέμου στις μητροπόλεις.
Επάνω σε αυτό δεν υπάρχει επιστροφή, επάνω σε αυτό η μπουρζουαζία δεν θα μπορέσει να μας κάνει να υποχωρήσουμε παρά τις δειλές προσπάθειές της να μας οδηγήσει στο επίπεδο της στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Αυτό που φοβάται είναι η πολιτική δύναμη των συνθημάτων μας, η ανικανότητα της να απαντήσει στις κοινωνικές αιτίες του ταξικού πολέμου: αυτή είναι η δύναμή μας, αυτό θα επιβάλλουμε μαζί με τις μάζες.

Να εξουδετερώσουμε και να διαλύσουμε το χτίσιμο των αντεπαναστατικών βάσεων μέσα στο επαναστατικό κίνημα. Πόλεμος στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο! Πόλεμος στην αντεπανάσταση! Πόλεμος στην καθεστωτική πληροφόρηση! Πόλεμος στα βασανιστήρια και την απαγωγή «με αργεντίνικους τρόπους»!
Να μετατρέψουμε το σχέδιο της αστικής τάξης σε αντιιμπεριαλιστικό εμφύλιο πόλεμο!

Για τον κομουνισμό – Per il comunismo
ερυθρές Ταξιαρχίες για το χτίσιμο του κομουνιστικού μαχόμενου Κόμματος – Brigate rosse per la costruzione del Pcc.

5-2-82

http://www.sebbenchesiamodonne.it/campagna-dozier-comunicato-n-6/

Αποτέλεσμα εικόνας για sequestro dozier

Αποτέλεσμα εικόνας για sequestro dozier

Αποτέλεσμα εικόνας για sequestro dozier

Αποτέλεσμα εικόνας για sequestro dozier

Αποτέλεσμα εικόνας για sequestro dozier

αυτονομία, autonomia

Η εργατική αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene. Του Donato Tagliapietra

Lorenzo Bortoli (1952-1979), La fabbrica, Το εργοστάσιο, λάδι σε καμβά, 50×60, 1967.
Το εργοστάσιο είναι η πρώτη γνωστή ζωγραφιά του Lorenzo. Το γεγονός ότι ένα 15χρονο αγόρι ζωγραφίζει αυτό το θέμα μας βοηθά να κατανοήσουμε το βάρος του εργοστασίου που έχει στην πόλη του Marano Vicentino. Αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει είναι εκείνο που βλέπει στο εργοστάσιο, γιατί αυτό είναι που βλέπουμε όλοι: ένα θλιβερό μέρος, χωρίς φως και ζωή, ένα σκοτεινό κτίριο που συνθλίβεται από ένα μολυβένιο ουρανό με μια ενιαία ζωντανή παρουσία, το σπίτι σε πρώτο πλάνο [το σπίτι του;) όπου, λόγω του φωτός που φιλτράρεται μέσα από τα παράθυρα, γνωρίζουμε ότι υπάρχει ανθρωπιά.Όχι τόσο στο εργοστάσιο, νεκρό μέρος για την σκέψη και τα όνειρα και, πάνω απ ‘όλα, για την ευαισθησία ενός δεκαπεντάχρονου που εμφανίζεται στον κόσμο. Είναι μια αποκαλυπτική ζωγραφιά.”

Ο Lorenzo Bortoli, αφέθηκε (μετά από δύο απόπειρες) να αυτοκτονήσει στη φυλακή της Βερόνα λίγους μήνες μετά τη σύλληψη στο πλαίσιο της έρευνας για τις Πολιτικές Κολεκτίβες του Βένετο που συνδέονταν με την έκρηξη όπου πεθαίνουν η συντρόφισσα Maria Antonietta Berna, ο εργάτης Angelo Dal Santo και ο φοιτητής Alberto Graziani. Οι τρεις σύντροφοι έφτιαχναν έναν αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό. Εδώ μια βιογραφία / ανάμνηση του,  Qui una sua biografia/ricordo από την οποία λαμβάνεται ο τελευταίος αποχαιρετισμός του Bortoli.

Φύλλο αίτησης, Φυλακή της Verona 18-6-79
Στον κύριο διευθυντή του σωφρονιστικού ιδρύματος της Verona.
Θα ήμουν πολύ ευγνώμων αν μπορούσατε να στείλετε το ακόλουθο τηλεγράφημα στην οικογένειά μου: «Έφτασα στην Antonia. Παρακαλώ να θαφτώ μαζί της. Σας διαβεβαιώνω ότι είμαι καλά έτσι. Μια αγκαλιά. Πείτε στη Vanna να μην κλαίει, αλλά να θυμάται πόσο ευτυχισμένοι ήμασταν όπως τώρα που είμαστε και πάλι μαζί. Lorenzo»
Σας παρακαλώ να στείλετε και την ομάδα φωτογραφιών, υπολογίζοντας τα έξοδα από τον προσωπικό μου λογαριασμό. Σας ευχαριστώ πολύ.


Δημοσιεύουμε την εισαγωγή της Elisabetta Michielin στον πέμπτο τόμο που ο εκδοτικός οίκος Derive Approdi αφιέρωσε στην ανακατασκευή της ιστορίας της ιταλικής εργατικής Αυτονομίας. Ειδικότερα, το βιβλίο του Donato Tagliapietra, ανασυγκροτεί την ιστορία των πολιτικών Κολεκτίβων vicentini μέσω πολιτικών εγγράφων, φυλλαδίων και μαρτυριών εκείνων που ήταν πρωταγωνιστές αυτών των γεγονότων και της περιοχής εκείνης.

Τι όμορφο βιβλίο έγραψε ο Donato ο «κόκκινος». Κόκκινος στα μαλλιά και στην πλευρά που διάλεξε! Το λέμε αμέσως. Ένα απαραίτητο βιβλίο γιατί ανασυνθέτει με πλούτο και πάθος μια κρίσιμη περίοδο στην ιστορία των επαναστατικών προσπαθειών της χώρας μας και της βορειοανατολικής επικράτειας. Μια άσκηση γραφής και προβληματισμού που τραβά μια διαγραμμένη μνήμη έξω από το σκοτάδι, που παραδόθηκε στις αίθουσες της δικαιοσύνης ή στη μνήμη εκείνων που την ξανακτίζουν μόνο για να την δυσφημίσουν ή να αποτρέψουν την πιθανή επαναπρόταση της.

Ο Donato ανασυνθέτει την περίοδο που τον είδε μεταξύ των πρωταγωνιστών των βενετικών πολιτικών κολεκτίβων στην περιοχή του άνω vicentino χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά τα έγγραφα που παρήγαγε η ίδια η οργάνωση και τις συνεντεύξεις με τους αγωνιστές εκείνης της εποχής.

Μια ιστορία που ποτέ δεν καταφεύγει στον μεμονωμένο βιογραφισμό και στις ναρκισσιστικές του αποκλίσεις επειδή είναι πάντα αγκυροβολημένη σε ένα κίνημα που έχει συμπεριλάβει δεκάδες και δεκάδες αγωνιστές και που διατηρεί πάντα μαζί την υποκειμενικότητα και την περιοχή όπου γεννήθηκε αυτή η υποκειμενικότητα, αναπτύχθηκε, απέκτησε νόημα και επηρέασε με συγκεκριμένο τρόπο τις σχέσεις εξουσίας και τις ταξικές σχέσεις, ακόμη και στο ζωντανό σώμα των εργατικών οργανώσεων.

Στον Donato αναγνωρίζουμε την αξία της επιτυχίας στο να την περιγράφει με απλότητα, χωρίς έμφαση. Σε σελίδες από τις πιο ζωντανές και εθιστικές του βιβλίου, την βλέπουμε στο έργο επάνω σε συγκεκριμένες διαμάχες σχετικά με το ωράριο εργασίας και την επιβολή της επαναπρόσληψης απολυμένων εργατών, στις εκστρατείες «εργασία για όλους λιγότερη εργασία» με τις περιπολίες και τις πικετοφορίες ενάντια στην μαύρη εργασία και τη χρήση υπερωριών ή σε εκείνες που αφορούν το δικαίωμα στέγασης και την επιβολή πολιτικών τιμών για τα αγαθά βασικών αναγκών.

Νάτοι λοιπόν οι αυτόνομοι στο έργο, πολύ νεαρά κορίτσια και αγόρια που χωρίς καμία αίσθηση κατωτερότητας ή υποταγής, αρχίζουν να ανοίγουν τις πρώτες ρωγμές στις άκαμπτες δομές του συνδικάτου, που από όλη αυτή την ιστορία βγαίνει με σπασμένα τα κόκαλα. Η CISL ειδικότερα, με τα αλαζονικά και αξιολύπητα στελέχη της. Αλλά είναι με τις περιπολίες, τις πικετοφορίες και τις συνελεύσεις που αρπάζονται με μια άσκηση δημόσιας εξουσίας από το αφεντικό και το συνδικάτο που το βλέμμα του Donato γίνεται πιο προσεκτικό και άγρυπνο. Είναι μέσα στα ατομικά γεγονότα, αλλά και στο περιθώριο, σκόπιμα, και το αποτέλεσμα για τον αναγνώστη είναι απορίας: μα αυτά τα πράγματα συνέβαιναν πραγματικά; Ναι, συνέβαιναν χάρη σε αυτούς τους τύπους που εκτός από το ψωμί απαιτούσαν τριαντάφυλλα: να μπαίνουν δωρεάν στις συναυλίες, να τρώνε δωρεάν στα φοιτητικά εστιατόρια και τα εστιατόρια, καταλαμβάνουν χώρους για κοινωνικοποίηση, πολεμούν την ηρωίνη που κάθε τόσο σαρώνει την χώρα. Παιδιά που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο αλλά και να ικανοποιήσουν άμεσα τις ανάγκες και την επιθυμία για μια νέα κοινωνικότητα, άλλη, διαφορετική.

Μια πλούσια ιστορία αλλά και αντιφατική και με ένα ίχνος τραγωδιών όπως ο θάνατος των Antonietta, Angelo, Alberto, Lorenzo, αλλά μόνο το μεταθανάτιο μάτι του νικητή είναι που του επιτρέπει να δημιουργήσει τους δικούς του καθαρισμένους μύθους ενώ βλέπει τις ιστορίες να διακόπτονται ως μια απλή σειρά εγκληματικών και βίαιων συμπεριφορών.

Μπορούμε λοιπόν να εισέλθουμε στο πολιτικό εργαστήρι της Συλλογικότητας η οποία υπήρξε επίσης τόπος βαθιάς φιλίας, βλέποντας τη δημιουργία αυτής της οργάνωσης, τη διαμόρφωσή της μέσω κειμένων, φυλλαδίων, πολιτικών εγγράφων, τους προβληματισμούς εκείνης της πλευράς χωρίς την πρόσβαση, αν όχι οριακή, σε άλλες πηγές: δημοσιογραφικές, συνδικαλιστικές, του ΚΚΙ-PCI ή ποινικές.Εάν η επιλογή αυτή μπορεί να φανεί περιοριστική από ιστορική άποψη – γιατί πιστεύουμε ότι η ιστορία πρέπει να ανακατασκευαστεί συνθέτοντας και φωτίζοντας την εξεταζόμενη περίοδο μέσα από την αναμέτρηση και αντιπαραβολή διαφορετικών απόψεων – σε αυτό το βιβλίο αντιθέτως είμαστε περήφανα αγκυροβολημένοι στο να διαλέγουμε πλευρά, στην ιδέα ότι μια ουδέτερη ή ειρηνοποιημένη ιστορία δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει, δεδομένου ότι, ακόμη και με άλλες μορφές, εξακολουθούμε να ήμαστε βυθισμένοι σε εκείνη την κοινωνική σχέση και σε εκείνο το δίλημμα που δεν καταφέραμε να μηδενίσουμε. Απ’ τη στιγμή που πρόκειται για μια κοινωνική και εξουσιαστική σχέση, η αλήθεια μπορεί να θεωρηθεί μόνο από την οπτική γωνία του εκμεταλλευόμενου που μπορεί να της επιτεθεί από τη θέση του, προσπαθώντας να την διαρρήξει επιλύοντας προς όφελός του. «Σκεπτόμενοι με τα χέρια» θα έπρεπε να είναι ο τίτλος του βιβλίου.

Αλλά γιατί ο Donato, αντίθετα από άλλους μάρτυρες και αγωνιστές της εποχής, μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του να σταματήσει, σε απόσταση 40 ετών, σε αυτή τη «γωνία» χωρίς να μοιάζει ή να είναι ένας νοσταλγικός; Νομίζουμε ότι μπορεί να το κάνει γιατί η εμπειρία των Πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο έχει πολλά να διδάξει και να παραδώσει στην εποχή μας. Πρόκειται για μια ιστορία που από πολλές απόψεις έχει προκαταλάβει τη δική μας. Σκεφτείτε την επικράτεια. Οι Collettivi Politici Veneti σκέφτηκαν το έδαφος-την επικράτεια όχι μόνο ως τόπο όπου δημιουργείται και ενισχύεται το κεφάλαιο – και αυτό συμβαίνει σήμερα – αλλά το έχουν επινοήσει κυριολεκτικά ως τόπο της σύγκρουσης και της παραγωγής ανταγωνιστικής υποκειμενικότητας. Και όντως μόνο επειδή συνδέονταν με την επικράτεια αυτά τα αυτόνομα άτομα μπορούσαν να ασκήσουν ένα στυλ αγωνιστικότητας-μαχητικότητας που περιελάμβανε μια μέση χρήση της βίας: δεν την απέκλειες εκ των προτέρων, αλλά δεν έκανες αυτής ούτε ένα φετίχ εξυψώνοντας την ως το υψηλότερο επίπεδο της επαναστατικής υποκειμενικότητας. Το πρόγραμμα παρέμβασης στην επικράτεια την εξέταζε μέσα στην εμπειρία της μαζικής παρανομίας και μέσα σε μια πραγματική άσκηση αντιεξουσίας, με λίγα λόγια, έπρεπε να έχει ρίζες μέσα στις δομές που κατάφερνες να δημιουργήσεις σε απελευθερωμένους χώρους όπου δημιουργούσες πραγματική αυτοαξιοποίηση και ενίσχυση.

Ένα καλό παράδειγμα ιστορικής ανασυγκρότησης, λέγαμε. Είναι αλήθεια, επειδή η άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή αυτής της εργασίας είναι ότι, περισσότερο από μια άσκηση μετά προβληματισμού – είτε πρόκειται για κριτική είτε για αξίωση – έχει αντιθέτως την φρεσκάδα της ιστορίας που χτίζεται στιγμή προς στιγμή. Στην ουσία η παλιά παροιμία «πρώτα οι αγώνες, μετά η θεωρία» ισχύει και στην περίπτωση του Collettivo vicentino. Με την ανάγνωση αυτών των εγγράφων και αυτής της ανασυγκρότησης βυθιζόμαστε στο συγκεκριμένο των αποφάσεων και των συμπεριφορών που δίδονταν στιγμή προς στιγμή τόσο σε σχέση με τον τόπο όπου ζούσες και με την παρέμβαση που μέρα με την μέρα έκαμες, όσο σε σχέση με αυτό που συνέβαινε στην Ιταλία εκείνη την εποχή, δηλαδή τα τρέχοντα κινήματα αναδιάρθρωσης, τις προσπάθειες να τραβηχτείς έξω από την καπιταλιστική κυριαρχία και το έργο μεγάλων τμημάτων του προλεταριάτου, τη σκληρή και έγκαιρη αντιπαράθεση με τις άλλες οργανώσεις τόσο από την πλευρά του ένοπλου αγώνα όσο και από εκείνη των άλλων οργανώσεων της Autonomia operaia.

Ξαφνικά, μας λέει ο Ντονάτο, αυτά τα παιδιά – μερικά από αυτά νεότατα – δεν στέκονται πλέον στην πειθαρχία. Έτσι οι δύο μεγάλοι οργανισμοί ομαλοποίησης και κοινωνικής αναπαραγωγής, το σχολείο και το εργοστάσιο, αρχίζουν να αδειάζουν και να ανατρέπονται. Αυτά τα παιδιά δεν είναι πλέον διαθέσιμα να μπουν στο εργοστάσιο όπως οι πατεράδες τους που είχαν αγωνιστεί μέσα στο εργοστάσιο και εναντίον του εργοστασίου, παρά την ύπαρξη σχέσης με τους πατεράδες τους. Ο Donato ανοικοδομεί πολύ καλά την ιστορία που προηγήθηκε της γέννησης των Collettivi, την παρουσία της Lotta Continua, την μεγάλη αγκαλιά των συνδικάτων, επιστρέφοντας πίσω μέχρι τις κληρονομιές της Αντίστασης.

Έτσι, χάρη στους «αυτόνομους», η περιοχή του alto vicentino παύει να είναι ο κοιτώνας στη σκιά των εκκλησιών του παραδοσιακού Βένετο.Ο τόπος αλλάζει εικόνα και γίνεται ένας χώρος όπου γεννιούνται επιθυμίες και ασκείται μια διαφορετική πρακτική-ζωή, γνωρίζουν ο ένας τον άλλον και δημιουργούνται δεσμοί αλληλεγγύης που θα αντισταθούν στη συνέχεια και σε μια σκληρή καταστολή.

Εδώ γεννιούνται οι «κοινωνικές Ομάδες», όπου η στράτευση είναι φιλία και η φιλία είναι μαχητικότητα-στράτευση. Δεν γίνεται να δουλεύεις οκτώ ώρες στο εργοστάσιο, να κοιμάσαι για άλλες οκτώ και για το χρόνο που σου απομένει να μένεις με την οικογένειά σου ή να κάνεις τον αγωνιστή. Για όλες τις 24 ώρες της ημέρας σου είσαι ένας αγωνιστής, και όχι από καθήκον, αντίθετα, επειδή καμιά στιγμή στη ζωή σου δεν μπορεί να είναι δίχως νόημα, διότι σε ολόκληρη τη ζωή σου χτίζεις νέες και κομμουνιστικές σχέσεις. Υπάρχει πολλή θυμωμένη χαρά ή πολλή χαρούμενη οργή στη ζωή αυτών των νεαρών παιδιών, σε αυτές τις περιφέρειες που αντί να είναι ο τόπος της αναπαραγωγής μιας ζωής πουλημένης στο εργοστάσιο, έχουν γίνει τόποι επανα-γνωριμίας, όπου παίρνουν εκείνο που θέλουν, για να έχουν μια ζωή που αξίζει να την ζουν. Είναι η πρώτη γενιά που επέλεξε όλα τα μέσα για να αποφύγει την δουλειά στο εργοστάσιο στην οποία είχαν αλυσοδεθεί οι πατεράδες τους, η πρώτη που έδειξε ότι ήταν κομμουνίστρια χωρίς να περάσει από το εργοστάσιο.

Ο Tinto Brass, ο σκηνοθέτης που στη συνέχεια θα οικοδομήσει την καριέρα του σε ερωτικές ταινίες – την πιο αναλώσιμη μορφή της επιθυμίας – γυρνά μια νόστιμη ταινία το 1963 – Αυτός που εργάζεται είναι χαμένος – που καταγράφει πλήρως την αύρα του καιρού εκείνου. Ο Bonifacio, ο νεαρός πρωταγωνιστής, πρόκειται να προσληφθεί στο εργοστάσιο, περιπλανιέται με την φαντασία του στη Βενετία επειδή δεν έχει καμία όρεξη να ξεκινήσει. Δεν είναι όπως οι φίλοι του στο PCI που πιστεύουν περισσότερο στις θαυματουργικές αρετές της εργασίας, γι αυτόν το να δουλεύει είναι απλώς μια εναλλακτική λύση στη φυλακή ή σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα: μια δουλειά όχι για την δουλειά αλλά για πενταροδεκάρες. Αξίζει περισσότερο να «ληστεύει τις τράπεζες, τουλάχιστον αυτά είναι χρήματα για τα χρήματα». Από την άλλη πλευρά και στην πύλη του Άουσβιτς ήταν γραμμένο πως η εργασία καθιστά ελεύθερους!

Τα ίδια πράγματα θα πει και ο Felice Maniero στον οποίο πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε την ειλικρίνεια της αυτο-αφήγησης: γιατί έγινες ένας ληστής; Επειδή πήγα στην τρίτη των μεσαίων τάξεων και δεν ήθελα να κάνω 40 χρόνια στο εργοστάσιο.

Αυτοί οι χαλαροί νεαροί και γεμάτοι επιθυμία, όπως χιλιάδες και χιλιάδες άλλοι νέοι σε όλη την Ιταλία, αρνήθηκαν συλλογικά την εργοστασιακή εργασία. Καλύτερα να πιάσουν το τουφέκι, σκεπτόμενοι και προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να κάνουν πραγματική την απόσπαση τους από την εργασία. Κατά βάθος το νόημα αυτής της ιστορίας είναι ακριβώς αυτό. Αλλά υπάρχει μια άλλη πτυχή της που αξίζει προσοχή, η οποία μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την κεντρική θέση που ανέλαβε η περιοχή-il territorio στην πολιτική πρακτική του vicentino τμήματος των Collettivi veneti: καμία μιλιταριστική απόκλιση και καμία μάστιγα μετάνοιας-μεταμέλειας.

Επειδή τα σύνορα της «στενής πόρτας» της πολιτικής δολοφονίας δεν τα πέρασαν, αλλά κυρίως επειδή το ρίζωμα στο χώρο- στην περιοχή, οι φιλικές σχέσεις, μια στράτευση- μαχητικότητα που διαμορφώθηκε μέσα στη βαθιά γνώση των τόπων του αγώνα επέτρεψαν μια νοημοσύνη και εξυπνάδα της πολιτικής δράσης – μοναδική περίπτωση – η οποία στη συνέχεια κατάφερε να διασχίσει τον αιώνα φέρνοντας μαζί της την επιθυμία να συνεχίσει να αγωνίζεται παρά ένας μηχανισμός ελέγχου και πραγματικής πρόβλεψης του βενετσιάνικου μοντέλου που έχει γεμίσει τόσο πολύ τα πολιτικά και βιομηχανικά χρονικά.

Το ότι είδαν σωστά, έχοντας εξετάσει το έδαφος-την περιοχή ωστόσο δημιουργεί ένα πρόβλημα. Πώς μπόρεσε να συμβεί το ίδιο έδαφος, η ίδια περιοχή, η ίδια άρνηση της εργασίας, οδήγησαν σε μια απρόσμενη αλλαγή σημείου στον ριζοσπαστισμό της; Με λίγα λόγια, πώς και γιατί παρήχθη ο άνθρωπος της λίγκας; Αυτοί οι τύποι που, αντί να μπαίνουν στο εργοστάσιο αποφάσισαν να πάρουν τα όπλα, πώς έγιναν οι εκμεταλλευτές των εαυτών τους στις μυριάδες των μικρών βιοτεχνιών που έκαναν το θαύμα στα βορειοανατολικά στα τέλη του περασμένου αιώνα; Πώς υπήρξε δυνατό τα ίδια εδάφη που διασχίστηκαν από τις περιπολίες νέων ανθρώπων που δεν ήταν διαθέσιμοι και ήταν ενοχλητικοί, έγιναν οι τόποι της ταυτότητας της λίγκας; Και ακόμη: πως εκείνη η παραγωγή της υποκειμενικότητας, ένας πολλαπλασιαστής της ελευθερίας και της επινόησης, έχει γεννήσει το τέρας της αυτοαναφορικότητας και του αποκλεισμού, με μια λέξη την απόλυτη εχθρότητα απέναντι στον άλλο και την πλήρη ταυτοποίηση με την εργασία;

Προφανώς η απάντηση δεν μπορεί να είναι αυτή που θα μπορούσε να προτείνει το τέλος της παρτίδας, έστω και αθόρυβα. Είναι αλήθεια, τα παιδιά μας την είδαν άσχημα μετά την 11η απριλίου 1979. Ο Ντονάτο μας μιλά για την αστυνομική και δικαστική καταστολή που συντονίστηκε από τον στρατηγό του καραμπινιέρων Dalla Chiesa και από τον εισαγγελέα Rende. Μια διήγηση, και εδώ, χωρίς μουτζούρες. Σαν να λέμε: είμαστε σε πόλεμο και είναι λογικό να απαντήσει ο εχθρός. Οι έρευνες στο σπίτι, τα σημεία ελέγχου, οι αυθαίρετες κρατήσεις, οι συλλήψεις και οι καταδίκες ήταν μέρος του παιχνιδιού και εμείς το λάβαμε υπόψη και με αυτή τη λογική και ο μικρός ανθρωπάκος που κατουρά, ο Calogero, αποκτά μια δική του αξιοπρέπεια, ένα νόημα.

Αλλά τότε φτάνουν οι νεκροί, με τον πιο απροσδόκητο και σκληρό τρόπο και ούτε καν από τα χέρια του Κράτους, τουλάχιστον άμεσα. Αλλά σε αυτό το σημείο η διήγηση τελειώνει. Ο Ντονάτο καταθέτει το ρόλο του ιστορικού για να φορέσει εκείνο του συντρόφου και του τραυματισμένου φίλου στα βαθύτερα συναισθήματα. Μας υπενθύμισε το πρόσωπο του ελληνικού χορού που συχνά έκρυβε ένα μυστικό στην καρδιά του. Η αποκάλυψή του, καθιστούσε δυνατή τη λύση της τραγωδίας. Υπό το πρίσμα εκείνων των θανάτων, η ιστορία του Collettivo vicentino μας φαίνεται επίσης τραγική: ένα είδος διαδρομής από την αθωότητα στην ενοχή «στην οποία η τραγωδία εμφανίζεται ως η ενοχή του δικαίου [και] η κωμωδία ως η δικαίωση του ενόχου[1]. Ναι, η κωμωδία. Ακριβώς αυτή που ξεκίνησε στην Ιταλία από τη νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση, προάγγελος η 7η απριλίου του Calogero και η 8η σεπτεμβρίου του Cesare Romiti. Μέσα εκεί θα πρέπει να αναζητήσουμε τις απαντήσεις στις ερωτήσεις μας. Αλλά αυτή είναι αληθινά μια άλλη ιστορία.

[1] G. Agamben, Categorie italiane. Studi di poetica, Marsilio, Venezia 1996, p. 12.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Donato Tagliapietra
Gli autonomi
L’autonomia operaia vicentina.
Dalla rivolta di Valdagno alla repressione

pp 256
2019
€ 19,00
Derive Approdi

 

 

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

DONATO TAGLIAPIETRA

(1954) εμπορεύεται αντίκες. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 ήταν μέλος των Πολιτικών Συλλογικοτήτων του Βένετο. Το 1980, μετά από ένα χρόνο και μισό στην παρανομία, [φυγόδικος] συνελήφθη και εξέτισε τρία χρόνια φυλάκισης. Το 2007 συνέβαλε στο χτίσιμο του κινήματος «No Dal Molin», ενάντια στη νέα αμερικανική στρατιωτική βάση. Στα επόμενα χρόνια συνθέτει εκ νέου το αρχείο των στρατευμένων υλικών που είχαν διασπαρεί από την καταστολή και εργάζεται για την γραφή αυτού του βιβλίου.

αυτονομία, autonomia

Daddo και Paolo Το ξεκίνημα της μεγάλης εξέγερσης. Ρώμη, piazza Indipendenza, 2 φεβρουαρίου 1977

Aa. Vv.

Daddo e Paolo

«Μια φωτογραφία “risolta”, που αφήνει σε αυτόν που την κοιτά ένα χώρο για την σκέψη».

Antonello Frongia
Την 1η φεβρουαρίου 1977 μια ομάδα νεοφασιστών εισβάλει στο πανεπιστήμιο της Ρώμης, πυροβολώντας. Ένας φοιτητής παραμένει σοβαρά τραυματισμένος. Το πανεπιστήμιο καταλαμβάνεται. Την επόμενη ημέρα, κατά τη διάρκεια μιας πορείας, η έδρα των νεαρών νεοφασιστών της οδού Sommacampagna πυρπολείται. Λίγο μετά, στην piazza Indipendenza, οι ειδικές αστυνομικές ομάδες παρεμβαίνουν και διασκορπίζουν την πορεία με ριπές αυτομάτων. Ο Paolo Tommasini και ο Leonardo (Daddo) Fortuna πέφτουν τραυματίες στο έδαφος, οι οποίοι, οπλισμένοι, είχαν απαντήσει στο πυρ θεωρώντας ότι επρόκειτο για νεοφασίστες. Ο πρώτος που πέφτει, χτυπημένος στα πόδια, είναι ο Paolo. Ο Daddo γυρνά πίσω και προσπαθεί να τον βοηθήσει απομακρύνοντας τον αλλά τραυματίζεται κι αυτός.

Αυτό το δραματικό γεγονός – το οποίο σηματοδότησε την έναρξη της μεγάλης εξέγερσης του Κινήματος του 77 – αποθανατίστηκε από τον φωτογράφο Tano D’Amico ο οποίος τις φύλαξε για τα επόμενα είκοσι χρόνια. Αυτά τα πλάνα (ένα ιδιαίτερα) απεικονίζουν μια χειρονομία εξαιρετικής γενναιοδωρίας, την ίδια που διέσχισε και τροφοδότησε τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές όλων εκείνων που συμμετείχαν σε αυτό το Κίνημα. Εκ των πραγμάτων, η εικόνα εκείνη αντιπροσωπεύει το ακριβές αντίστροφο αυτής που τραβήχτηκε με την ευκαιρία μιας άλλης ανταλλαγής πυρών μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας: εκείνη της Via De Amicis στο Μιλάνο, στις 14 μαΐου του ίδιου έτους. Μια εικόνα στο κέντρο ενός άλλου βιβλίου που εκδόθηκε από τον εκδοτικό μας οίκο (Ιστορία μιας φωτογραφίας. Η κατασκευή της εικόνας αναπαράστασης των χρόνων του μολυβιού – Storia di una foto. La costruzione dell’immagine icona degli anni di piombo).
Και αυτό το βιβλίο περιέχει επίσης μια πλούσια εικονογραφική τεκμηρίωση πολλών συγγραφέων, κείμενα που προέρχονται από δικαστικά έγγραφα, πολιτικά ντοκουμέντα της εποχής, δοκίμια από επιστήμονες της επικοινωνίας, μαρτυρίες ορισμένων πρωταγωνιστών.
Ο Leonardo Fortuna (Daddo), που έφυγε την περασμένη άνοιξη, εργάστηκε πολλά χρόνια για την εφημερίδα «il manifesto» και υπήρξε μεταξύ των πρωταγωνιστών του εκδοτικού σπιτιού μας.

Un assaggio…Μια  γεύση

Θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα στις 2 φεβρουαρίου 1977 στη Ρώμη, κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης κατά της φασιστικής επίθεσης της προηγούμενης ημέρας στο πανεπιστήμιο κατά την οποίαν τραυματίστηκε ένας φοιτητής, ο Guido Bellachioma, που χτυπήθηκε από μια σφαίρα στο κεφάλι, στην Piazza Indipendenza λαμβάνει χώρα μια ανταλλαγή πυροβολισμών. Δύο αγωνιστές της αριστεράς, πέφτουν στη γη, τραυματισμένοι – ο Leonardo (Daddo) Fortuna και ο Paolo Tomassini – και ένας αστυνομικός, ο Domenico Arboletti. Κανείς δεν είδε ακριβώς τι συνέβη, κανείς δεν ξέρει ακριβώς πώς συνέβησαν τα γεγονότα. Υπάρχει αίμα στην άσφαλτο, και οι τραυματίες βρίσκονται σε σοβαρή κατάσταση. Υπάρχουν κάποιες εικόνες από τις στιγμές πριν από την μάχη, της επίθεσης στα γραφεία των τραμπούκων του Msi της οδού Sommacampagna, η οποία καταστράφηκε και παραδόθηκε στη φωτιά σε αντίποινα για τον τραυματισμό του Bellachioma, στην οποία συμμετείχαν πολλοί αγωνιστές, και υπάρχουν εικόνες των στιγμών μετά τη μάχη – οι δυο στρατευμένοι, έχοντας τις αισθήσεις τους, που χάνουν αίμα, από τα πόδια, από τον ώμο, και ο αστυνομικός δίχως αισθήσεις, χτυπημένος στο κεφάλι. Αυτά τα πράγματα φαίνονται, είναι γνωστά. Και σχεδόν αμέσως γίνεται λόγος γι αυτά, δημοσιεύονται. Αλλά κανείς δεν είδε πώς συνέβησαν. Κανείς δεν έχει ακριβή γνώση της ακολουθίας των γεγονότων στην πλατεία, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει λεπτομερώς για τη στιγμή των πυροβολισμών. Οι διαδηλωτές δεν το γνωρίζουν, οι αστυνομικοί δεν το γνωρίζουν, δεν ξέρουν τίποτα εκείνοι που βρίσκονται «από πάνω» στην διαδήλωση, απολαμβάνοντας μια προνομιακή θέση, κρεμάμενοι από τα παράθυρα της νέας εφημερίδας του Eugenio Scafari, «la Repubblica». Σαν σε ένα film του Kurosawa, ο καθένας μπορεί να πει τη δική του αλήθεια χωρίς να διαψευσθεί, ο καθένας μπορεί να πει αυτό που είδε χωρίς να είναι ακριβώς αυτό που είδε κάποιος άλλος. Μόνο αυτή η φωτογραφία, αυτές οι δύο φωτογραφίες, με τον Daddo να επιστρέφει για να πάρει μαζί του τον ήδη χτυπημένο στα πόδια σύντροφο του, μαζεύει το όπλο του Paolo και προσπαθεί να ξεφύγει από αυτή την κόλαση, θα μπορούσαν να ρίξουν φως. Θα μπορούσαν να εξηγήσουν αναμφισβήτητα. Αλλά αυτές οι εικόνες εξαφανίζονται. Εξαφανίζονται όχι για να κρύψουν την αλήθεια, αλλά να επιτρέψουν την αλήθεια. Η αλήθεια του πολιτικού κινήματος εκείνη την εποχή είναι αυτή: δύο νέοι αριστεροί αγωνιστές τραυματίστηκαν από αστυνομικούς που ίσως φαινόταν σαν φασίστες, που είχαν ανοίξει πυρ, και του οποίου πυρός αμύνθηκαν. Είναι αθώοι και αντιφασίστες. Είναι αθώοι επειδή είναι αντιφασίστες. Αυτή είναι η αλήθεια του κινήματος, το οποίο επιτρέπει μια άμεση υπεράσπιση και μια ανάληψη ευθύνης των Paolo και Daddo. Χωρίς εάν και δίχως αλλά, το κίνημα αντιδρά άμεσα αναπτύσσοντας ακόμη περισσότερο την διαμαρτυρία: δεν ανεχόμαστε πλέον τους φασίστες να πυροβολούν ατιμώρητα, δεν ανεχόμαστε πλέον τους συγκαλυμμένους αστυνομικούς να μας κυνηγούν στις πλατείες με ατιμωρησία. Και τα δύο αυτά είναι αληθινά – όσο αληθινό είναι το καμουφλάρισμα των αστυνομικών στην πλατεία, θα γίνει δημόσιο σκάνδαλο κατά την ημέρα του φόνου της Giorgiana Masi και των φωτογραφιών των αστυνομικών του Cossiga μεταμφιεσμένων σε διαδηλωτές με το όπλο στα χέρια – και η δημοκρατική άποψη δεν μπορεί παρά να τοποθετηθεί με την αλήθεια του κινήματος. Η διαδήλωση είναι γεμάτη αγανάκτηση και εξαπλώνεται: στη διαδήλωση για να ζητήσουν την ελευθερία του Paolo και του Daddo θα είναι τριάντα χιλιάδες. Γιατί η απόκρυψη αυτής της φωτογραφίας, αυτών των φωτογραφιών επιτρέπουν αυτή την αλήθεια, αυτή την αγανάκτηση, αυτή την αντίδραση-την απάντηση του κινήματος; Επειδή εκεί θα γίνονταν σαφές ότι ο Paolo και ο Daddo στην πλατεία πήγαν οπλισμένοι. Και δεν είναι ότι κάποιος πηγαίνει οπλισμένος στην Piazza Indipendenza για να πυροβολήσει τα ψαρόνια, τα οποία έτσι κι αλλιώς γίνονται ενοχλητικά. Όμως, το κίνημα εκείνων των ημερών – πόσο μάλλον η δημοκρατική κοινή γνώμη – δεν μπορεί να νομιμοποιήσει πολιτικά με την υποστήριξή του, δημόσια με την υπεράσπισή του στην πλατεία ο κόσμος να πηγαίνει οπλισμένος. Δεν υπάρχει ακόμη η πολιτική νομιμοποίηση των όπλων στους δρόμους – και από την άλλη δεν θα υπάρξει ποτέ μια πειστική και ανοιχτή υποστήριξη, εκτός από τις πραγματικές εξεγερσιακές στιγμές όπως της 11ης μαρτίου στη Μπολόνια και η 12ης μαρτίου στη Ρώμη. Μερικές φορές θα βιωθεί ως ένα καπέλωμα, μερικές φορές ως ευλογία. Αλλά αυτό υπήρξε, ήταν και θα είναι πάντα η καταραμένη σχέση μεταξύ υποκειμενικών πρωτοβουλιών ομάδων και συλλογικής εξυπνάδας και σοφίας, γενικότερα. Το κίνημα όταν θα διασπαστεί, όταν θα λυγίσει και θα υποχωρήσει δεν θα είναι σίγουρα λόγω του ζητήματος των όπλων ή της βίας. Εκείνος που λέει αυτό λέει ένα απροκάλυπτο ψεύδος: το επίπεδο της σύγκρουσης, η επιβίωση της ίδιας της σύγκρουσης, περιλάμβανε τα όπλα. Είτε λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της εξέγερσης είτε της μακράς πορείας της επανάστασης, λόγω του επαναστατικού ανταρτοπόλεμου ή του λαϊκού στρατού, ήταν κοινή συνείδηση που την μοιράζονταν όλοι, ότι όποιο κι αν ήταν το πέρασμα, η διαδρομή θα ήταν βίαιη, οπλισμένη. Το Κράτος και οι ένοπλες συμμορίες του, με στολή ή παράνομες, δεν θα είχαν παραμείνει με τα χέρια τους ακίνητα, είχαν πιάσει ήδη δουλειά, χωρίς έλεος. Τα όπλα είναι εκεί, και τριγυρίζουν μες το κίνημα. Αντιθέτως, το να οπλιστείς είναι ακριβώς ένα χαρακτηριστικό που σε διακρίνει, η άρση της ασάφειας περί του λόγου για την ταξική βία και για να το οδηγήσει στην στην πραγματικότητά του, την συγκεκριμενοποίηση του. Μεταξύ του 1972 και του 1976 δεν έγινε τίποτα άλλο παρά να συσσωρεύονται όπλα και να αποκρύπτονται, ληστεύοντας οπλοπωλεία, αρπάζοντας τα από τους vigilantes, ή από τα σπίτια όπου γνώριζαν ότι υπήρχαν, αγοράζοντας τα στη μαύρη αγορά. Χρησιμοποιούνται για τον αντιφασισμό, χρησιμοποιούνται για να τιμωρήσουν τα μικρά κεφάλια στα εργοστάσια, για να καλυφθούν κατά τη διάρκεια κάποιας πράξης προπαγάνδας κατά της Κρατικής μηχανής ή των καπιταλιστικών εκπροσωπήσεων, θα χρησιμοποιηθούν για την επανάσταση και τον κομμουνισμό, ποιος ξέρει. Ο Paolo και ο Daddo είναι μεταξύ εκείνων που τα όπλα τα έχουν. Και τα παίρνουν μαζί τους στην πλατεία. Από την άλλη πλευρά, όμως, το να οπλίζεσαι δεν είναι τα πάντα, τα όπλα δεν είναι τα πάντα, αυτό του να θεωρείται ως κύριο ζήτημα το να οπλίζεσαι, είναι ο ταξιαρχίτικος λόγος. Και αν σε ολόκληρη την Ιταλία παράνομοι ταξιαρχίτες υπάρχουν ίσως κάποιες δεκάδες, στη Ρώμη δεν υπάρχει ίχνος από αυτούς. Στη Ρώμη δεν μπορείς να είσαι ταξιαρχίτης, δεν έχει νόημα με εκείνο το κίνημα που υπάρχει. Οι αγώνες για το δικαίωμα στη στέγαση, για μια όλο και πιο προσιτή υπηρεσία υγείας, για την αυτομείωση των λογαριασμών, για τη συνεχώς αυξανόμενη σχολική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση, έχουν ριζώσει μια τεράστια προλεταριακή δύναμη και συνείδηση. Ο κομμουνισμός – ή εκείνο που είναι το δικαίωμα να βλέπεις να ικανοποιούνται οι δικές σου ανάγκες, να παίρνεις τα πράγματα σύμφωνα με τις επιθυμίες σου – δεν είναι πράγμα του μέλλοντος, είναι εδώ και τώρα. Είναι το κίνημα του Εβδομήντα επτά που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ακόμα. Σε ολόκληρη την Ιταλία ξεκίνησε η διαμαρτυρία κατά της μεταρρύθμισης του Malfatti στα Πανεπιστήμια, που βλέπει φοιτητές και ερευνητές μαζί, αλλά δεν υπάρχει η σπίθα που θα πυρπολήσει το λιβάδι. Το κίνημα στην πραγματικότητα εξακολουθεί να αποτελείται κυρίως από δομές οργανωμένες στην επικράτεια, από πυρήνες της πρώην εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που διασχίζεται από τη δική της κρίση και απελευθερώνει δυνάμεις. Μόνο αυτές οι δομές γνωρίζουν ακριβώς – ή έχουν όλα τα εργαλεία για να ανοικοδομήσουν το επεισόδιο – τι συνέβη. Αλλά δεν το ανεμίζουν στους τέσσερις ανέμους, δεν το κάνουν τη γραμμή της διάκρισης, της αξίωσης, της διεκδίκησης. Η μόνη κόκκινη γραμμή που μπορεί να επιτρέψει μια αυθόρμητη αμυντική αντίδραση, ένα κάλεσμα ύπαρξης είναι ο αντιφασισμός. Υπήρξε το επεισόδιο της επίθεσης στη Sapienza, με μια ομάδα φασιστών που πυροβόλησαν μέσα στο πανεπιστήμιο τραυματίζοντας έναν σπουδαστή. Πρόκειται για ένα μη φυσιολογικό πράγμα, άνευ προηγουμένου, απειλητικό πράγμα, που δεν μπορεί να ληφθεί υπ όψιν σαν να είναι μια σύγκρουση μεταξύ συμμοριών, και φέρνει στη μνήμη ένα τρομερό παρελθόν, έναν φοβερό χουλιγκανισμό, τραμπουκισμό. Αν είχε περάσει ατιμώρητα, θα επρόκειτο για ένα σημείο μη επιστροφής. Αυτή είναι η υπεράσπιση που κάνει το κίνημα του Paolo και Daddo. Δύο παράλληλες ιστορίες τρέχουν δίπλα δίπλα: δύο νέοι αντιφασίστες, έχουν δεχτεί επίθεση, αθώοι, δύο ένοπλοι προβοκάτορες στην πλατεία. Στη μέση, αυτή η εικόνα. […]

Οι φίλοι του Daddo: Claudio, Giancarlo, Lanfranco, Turi.

RASSEGNA STAMPA

«Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» από Sololibri.net

Ανασκόπηση του Mario Bonanno στο «Daddo και Paolo. Η έναρξη της μεγάλης εξέγερσης. L’inizio della grande rivolta» – από Sololibri.net, 31 μαρτίου 2012

Vai all’articolo Πήγαινε στο άρθρο


Video παρέμβαση του Paolo Virno επάνω στο «Daddo e Paolo»

Video παρέμβαση του Paolo Virno επάνω στα χρόνια Εβδομήντα και για το «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από το Youtube, 28 μαρτίου 2012

Vai al video πήγαινε στο βίντεο


Video παρέμβαση του Lanfranco Caminiti στο «Daddo e Paolo»

Video παρέμβαση του Lanfranco Caminiti στα χρόνια Εβδομήντα και στο «Daddo e Paolo. Η αρχή της μεγάλης εξέγερσης. L’inizio della grande rivolta» – από το Youtube, 28 μαρτίου 2012

Vai al video Πήγαινε στο βίντεο

Militant

λαμβάνουμε από τους συντρόφους του DeriveApprodi ένα κομμάτι του Lanfranco Caminiti στη μνήμη του Daddo .. το δημοσιεύουμε με χαρά, έστω και με μερικές μέρες καθυστέρησης..

Στον Daddo

Lanfranco Caminiti

Ένας μονομάχος έπεσε. Vale. Αντίο.
Το δυνατό του σώμα, οι πλατιοί ώμοι του, το φαρδύ στήθος του, βρίσκονται τώρα στη σκόνη.
Αγωνίστηκε, έχασε. Το θηρίο ήταν πολύ άγριο. Ή αυτός ήταν πολύ κουρασμένος.
«Δεν μου πάει να ζήσω σαν άρρωστος για να πεθάνω σαν υγιής». Μου μίλησε έτσι, ο Daddo, λέγοντας μου για τον καρκίνο που του είχε επιτεθεί και για τις φροντίδες, σχολαστικές, ηττοπαθείς και γεμάτες θυσίες, στις οποίες θα έπρεπε να υποβληθεί για μιαν ελπίδα να βαστήξει λίγο ακόμη. Για θεραπεία, πιστεύω, ποτέ δεν έγινε λόγος πραγματικά, αφότου το θηρίο παρουσιάστηκε με όλη του την αγριότητα.
Ήθελε να τα βάλει μαζί του, να τον αμφισβητήσει ανοιχτά, τον καρκίνο, να τον διώξει και να τον πολεμήσει στην αρένα, να τον δαγκώσει αν αυτό χρειάζονταν. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν υποχωρούσε ένα χιλιοστό. Έτσι πολεμούσε, ο Daddo, απoφασισμένος. Ήξερε τι έκανε. Έπαιρνε τα μέτρα του. Ήξερε τα μέσα του, γνώριζε τον εχθρό. Οργανώνονταν. Ήταν διαυγής, πάντα.
Μπορούσες να προσπαθήσεις να εξηγήσεις, να αιτιολογήσεις, να βρεις κάποια γραμμή διαμεσολάβησης. Δεν ήταν έτσι, δεν ήταν ο δρόμος του Daddo, ο τρόπος του. Ο εχθρός ήταν άνανδρος. Η μάχη ύπουλη, αλλά αυτός θα την τιμούσε με τον τρόπο του. Διαυγής και ριψοκίνδυνος.
Θα πεθάνεις όπως έζησες, με τις πέτρες και τις σκέψεις στην τσέπη, ή αφηρημένος, πονηρός, μαλακισμένα, δίχως σοβαρότητα, φοβισμένος, ψευτοφιλοσοφώντας, μες την ποίηση ή τις μάχες. Έτσι πάει.                                                                                                        Τον Daddo τον γνώρισα δίχως να τον γνωρίζω. 1977, το τρομερό έτος – annus terribilis. Οι αυτόνομοι. «εργατική Αυτονομία, οργάνωση, ένοπλος αγώνας για την επανάσταση», αυτά τα πράγματα. P38, κουκούλα, αυτά τα πράγματα. Τον συνάντησα όταν ήμασταν σε ένα σπίτι στο Trastevere – και ίσως εκείνη την στιγμή δεν ήταν το μόνο μέσα στο οποίο συζητούσαν γι αυτά τα πράγματα – μου μίλησαν για το πώς θα μπορούσαμε να τον τραβήξουμε έξω από τη φυλακή, από την Regina Coeli, όπου νοσηλεύονταν στο αναρρωτήριο λόγω των τραυμάτων μετά τους πυροβολισμούς της piazza Indipendenza.
Μια απόδραση. Τα φρεάτια για να μπούμε στους υπονόμους, οι αυλές να σκαρφαλώσουμε, το ιατρείο να καταλάβουμε, δεν θυμάμαι καλά. Αλλά το σχέδιο ήταν εκεί, υπήρχε. Ή σε μας φαινόταν σαν ένα σχέδιο. Τότε, έτσι σκεφτόμασταν τα πράγματα, δίχως να δίνουμε μεγάλη σημασία στις λεπτομέρειες. Ποιος θα μπορούσε να μας σταματήσει;

Ήταν αυτός που αντιτάχθηκε. Που έκανε πίσω.                                                          Ευχαριστώ, όχι. Διαυγής. Με την απόδραση, θα είχε καταδικαστεί από μόνος του σε μια παράνομη ζωή. Και αυτός ήταν ένας μονομάχος, όχι ένας παράνομος.
Και το κίνημα ήταν δυνατό, ισχυρό όπως ποτέ δεν ήταν, όπως δεν υπήρξε ποτέ πλέον.  Και φόβισε όπως ποτέ προηγουμένως.
«Paolo και Daddo λεύτεροι», φώναξε και αξίωσε. Για μήνες. Γράφτηκε στους τοίχους της Ρώμης: πριν από κάποιον χρόνο, το υπενθύμιζε μια επιγραφή ξεθωριασμένη στα μέρη της Piazza Navona. Ένα γκράφιτι γδαρμένο απ’ τον καιρό, ένα αρχαιολογικό εύρημα πλέον, σχεδόν ένα αυτοκρατορικό ανάγλυφο ή ένα τραπεζάκι απ’τα χρόνια τα παλιά, ρεπουμπλικάνικης εποχής. Ή εκείνες οι μικρές λαξευμένες επιτύμβιες πλάκες του δέκατου όγδοου αιώνα οι οποίες εξακολουθούν να βρίσκονται στρωμένες εδώ και εκεί και προσκαλούν να μην λερώνουμε τους δρόμους, ανήκουστες για αιώνες. Επειδή τα Εβδομήντα επτά είναι χρόνια που υπήρξαν, είναι ιστορία. Ανήκουστη.
Η επανάσταση που έρχεται, τιτλοφορήσαμε στον DeriveApprodi το πρώτο βιβλίο για τα Εβδομήντα επτά, είκοσι χρόνια αργότερα. Μετά γράφτηκαν βιβλία από άλλους, ξεθωριασμενα. Στο εξώφυλλο υπήρχε η φώτο του Tano D’Amico με τον Daddo και τον Paolo. Και τι άλλο θα μπορούσε να υπάρξει; Και τι άλλο θα πρέπει να βρισκόταν εκεί; Ένα εύρημα αρχαιολογικό, σίγουρα. Αλλά εμείς οι ίδιοι ήμαστε πλέον αρχαιολογικά ευρήματα, σύγχρονη τέχνη για συλλέκτες, τι μπορείτε να κάνετε; Όμως, να, το βιβλίο μιλούσε για εκείνο το υπέροχο κίνημα που είχε θέσει όλα τα ερωτήματα που παρέμειναν, για πάντα: οι μεταμορφώσεις της εργασίας μετά το φορντικό εργοστάσιο, η κρίση της δημοκρατίας, οι μορφές με τις οποίες εμφανίζονταν το ζήτημα της εξουσίας που έθεταν νέα μη αντιπροσωπευόμενα κοινωνικά υποκείμενα , η συνταγματική δύναμη ενός κύματος κοινωνικής διαμαρτυρίας, η αναγκαιότητα για νέους θεσμούς. Τα ερωτήματα που είναι ακόμα εδώ και τώρα, επίκαιρα. Ίσως εκείνο το κίνημα εντυπωσίασε με την έπαρση και την υπεροψία των χειρονομιών του – συχνά παρεξηγημένων – αλλά είναι βέβαιο ότι μπορεί ακόμα να εντυπωσιάσει με την ακρίβεια της συλλογικής νοημοσύνης του. Αντίθετα, είμαι πεπεισμένος ότι από πολλές απόψεις οι θεωρητικές διαισθήσεις που υπογράμμιζε το κίνημα ήταν πληθωρικές σε σχέση με τις χειρονομίες, τις απλοποιήσεις του. Όλα μπλεγμένα, ένα μπλέξιμο από πράγματα. Ω, να τα πάρουμε από την αρχή. Σε εκείνο το μπλέξιμο πραγμάτων βρίσκονταν αυτή η εικόνα. Υπήρχε ο Daddo ο οποίος έτρεχε οπλισμένος στην piazza Indipendenza προσπαθώντας να σηκώσει τον Paolo από το έδαφος.
Όμως η δύναμη βρισκόταν σε αυτό, στο να διεκδικεί στον εαυτό του εκείνους τους τραυματισμένους συντρόφους. Εκείνους τους οπλισμένους συντρόφους στην πλατεία. Στο να τους νιώθει μέρος ενός ταξιδιού, μιας διαδρομής, ενός δικού του μονοπατιού. Στη συνέχεια ήρθε η κατάληψη της La Sapienza, η αποπομπή του Λάμα, η 12η μαρτίου – σχεδόν μια εξέγερση -, η Giorgiana Masi και όλα τα υπόλοιπα. Να γλιστρά. Να λυγίζει. Να πέφτει.

Στην αρχή έγιναν αυτά: την πρώτη του φεβρουαρίου οι φασίστες είχαν πυροβολήσει μέσα στο πανεπιστήμιο, τραυματίζοντας έναν φοιτητή στο κεφάλι, και την επομένη η διαδήλωση στην piazza Indipendenza, oι προκλήσεις, oι αστυνομικοί με τα αυτόματα στα χέρια, οι δικοί μας που απαντούν, ο Paolo τραυματίζεται, ο Daddo προσπαθώντας να τον πάρει μακριά μαζεύοντας τα όπλα, τραυματίζεται και αυτός. Απερίσκεπτος. Αλλά τους τραυματίες συντρόφους δεν μπορείς να τους αφήσεις πίσω. Όπως οι πεζοναύτες. Μια σύγκρουση. Με πυρά.
Μετά έγιναν όλα τα υπόλοιπα. Που ήταν εκεί.
Είναι δικοί μας, είπε. Χωρίς εάν, αλλά, και ίσως. Χωρίς υποκρισίες: η χρήση των όπλων και της βίας ήταν μέσα στο κίνημα και ταυτόχρονα δεν ήταν ο πρωταρχικός χαρακτήρας του, αντιθέτως προκαλούσε συνεχείς υπεκφυγές, συνεχείς κατηγορίες, συνεχή επανένωση. Είναι σίγουρα ένα τεράστιο δεδομένο, αλλά είναι τεράστιο μόνο και μόνο επειδή φαινόταν φυσιολογικό. Είναι τεράστιο λόγω της εξαιρετικής κανονικότητάς του. Η χρήση όπλων ήταν ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα εκείνου του κινήματος αλλά όχι το διακριτικό του. Και δεν ήταν ο λόγος για την ήττα του. Η ήττα ήταν όλη μέσα στο μπέρδεμα στο οποίο είχαμε εμπλακεί. Ήταν όλη μέσα στη σύγκρουση με τους κομμουνιστές του Berlinguer. Εκείνους του ιστορικού συμβιβασμού, της λιτότητας, των δύο κοινωνιών, της παρελθοντολογίας που έπρεπε να εξαλειφθεί. Αυτά τα πράγματα. Μια ανοησία, ξαναδιαβάζοντας τα σήμερα. Αλλά είχαν εξουσία και την χρησιμοποίησαν ολόκληρη για να καταστείλουν, για να μας βγάλουν έξω απ’ το παιχνίδι.
Αυτή είναι η ιστορία. Αυτά ήταν τα πράγματα. Ο κόσμος έχει αλλάξει, ο κόσμος αλλάζει πάντα. Οι εξεγέρσεις, οι ταραχές έχουν αλλάξει, οι εξεγέρσεις και οι ταραχές πάντα αλλάζουν. Δεν μας αρέσει, και δεν θα κλάψουμε. Πληρώσαμε για το εισιτήριο. Είμαστε ένα εύρημα. Ο Daddo δεν ευχαριστήθηκε ποτέ. Ποτέ δεν έκλαψε επάνω σε αυτό.
Ο Daddo εκπλήσσονταν πάντα με τα θαύματα που τύχαινε να διαβάσει, εδώ και εκεί, ή όταν ανακάλυπτε, ευτυχής, εκείνη την εξαιρετική έξυπνη μηχανή, για να καταλάβει, για να σκεφτεί ότι ήταν αυτός ο ίδιος, ότι είμαστε εμείς οι ίδιοι, ότι είναι το πιο βιολογικό μας χαρακτηριστικό που μας κάνει να επιθυμούμε τα πράγματα, το πιο ανθρώπινο μας χαρακτηριστικό.
Μαζί με τον Sergio και την Ilaria και άλλους επινοήσαμε τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi στη δεκαετία του 1990. Ο Daddo ήταν εκεί από την αρχή, ορμητικά, διακριτικά. Nα εκτυπώνει βιβλία. Από περιέργεια, επειδή αισθάνονταν στενά αυτό που έκανε – να τακτοποιεί τους λογαριασμούς του στο «manifesto» – πάντα είχε μείνει προσκολλημένο μέσα του ένα νήμα βιογραφίας, ευαισθησίας.
Μετά, με αυτόν και με τον Giancarlo και τον Giorgio και τον Giorgio επινοήσαμε το περιοδικό «accattone – cronache romane» στη δεκαετία του 2000. Ο Daddo ήταν εκεί από την αρχή, ορμητικά, διακριτικά. Να επεξεργάζεται ένα περιοδικό. Από περιέργεια, επειδή αισθάνονταν στενά αυτό έκανε – φέρνοντας τα βόλτα σε μια γραφική εταιρεία όπου δούλευε – και πάντα ήταν προσκολλημένος σε ένα νήμα βιογραφίας, και ευαισθησίας.
Όταν άρχισαν να έρχονται οι πρώτοι συγγραφείς, αυτός διάλεξε όλα τα βιβλία τους που έβρισκε, της Elena, του Emanuele, του Christian, του Nicola. Τους ξεψάχνιζε. Κάποιο του Carola, το διάβαζε και στη Νίνα, την κόρη του.
Επειδή έτσι είναι οι μονομάχοι. Στον χρόνο που τους μένει ελεύθερος, μεταξύ ενός αγώνα και ενός άλλου, διαβάζουν ή τα φτιάχνουν τα βιβλία.
Νανουρίζουν τα παιδιά τους.
Μοιάζουν σαν όλους εμάς.
Αγαπούν τις γυναίκες τους χωρίς επιφύλαξη.
Για τη Francesca, την σύζυγο του, μου εξηγούσε – με μεγάλη λεπτομέρεια – πόσο υπέροχη είναι η Σικελία. Πόσο πρέπει να την αγαπάμε. Γεμάτος θαυμασμό για να με εκπλήσσει. Για να με πείθει, πάνω απ ‘όλα. Εμένα, Σικελό. Ένα πράγμα – είναι αυτονόητο – δίχως νόημα.
Vale Daddo. Addio.

Roma, 18 φεβρουαρίου 2011


«Il fotografo non è un educatore-» από Alfabeta2 »Ο φωτογράφος δεν είναι ένας εκπαιδευτής»

Ανασκόπηση του Antonello Frongia στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από Alfabeta2, μάϊος 2012

Vai all’articolo Πήγαινε στο άρθρο


«Due fotogrammi sospesi nel tempo» »Δυο καρέ σταματημένα στο χρόνο»από το Manifesto

Ανασκόπηση του Marco Guarella στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από το Manifesto, 19 απριλίου  2012

Vai all’articolo πήγαινε στο άρθρο


Libri & Conflitti. Recensione a «Daddo e Paolo»

Ανασκόπηση της Isabella Borghese στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από Controlacrisi.org, 16 ιουνίου 2012

Vai all’articolo εδώ το άρθρο


«Le pistole e il 77″ »τα πιστόλια και το ’77»

Ανασκόπηση της Maria Simonetti στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από  L’Espresso Online, 22 ιουνίου 2012

Vai all’articolo το άρθρο εδώ


σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Όταν ο εργατισμός έγινε πολιτικό σχέδιο: η ιστορία του Potere Operaio – του Alberto Pantaloni

ο Alberto Pantaloni σε ανασκόπηση για την Effimera του βιβλίου εργατική Εξουσία. Η ιστορία. Η θεωρία [τόμος 1]Potere operaio. La storia. La teoria (volume I), του Marco Scavino, DeriveApprodi, Roma 2018, σελ. 185.

****

Μεταξύ των διαφόρων χώρων της εξωκοινοβουλευτικής ή επαναστατικής Αριστεράς που έδρασαν μέσα στην πολιτική και κοινωνική σύγκρουση της Ιταλίας κατά τη Δεκαετία του ’70, η εργατιστική είναι ίσως η πιο μελετημένη μέχρι στιγμής και πρέπει να ευχαριστήσουμε ουσιαστικά τους τύπους του DeriveApprodi. Είναι αδύνατο εδώ να αναφερθώ σε όλη την τεράστια παραγωγή ανατυπώσεων, νέων ερευνών, απομνημονευμάτων του εκδοτικού οίκου της Ρώμης για το θέμα αυτό. Εδώ θα περιοριστώ να θυμίσω τον γιγάντιο τόμο που επιμελήθηκαν οι Fabio Milana και Marco Trotta (L’operaismo degli anni sessanta. Da «Quaderni Rossi» a classe operaia, 2008-Ο εργατισμός των χρόνων εξήντα. Από τα »κόκκινα Τετράδια» στην εργατική τάξη), εκείνο που επιμελήθηκαν οι Francesca Pozzi και Guido Borio (Gli operaisti, 2005-Οι εργατιστές) και τους τέσσερις τόμους για την Αυτονομία-Autonomia (Gli autonomi, Le storie, le lotte, le teorie, voll. I-II-III, 2007-2008, Οι αυτόνομοι,οι ιστορίες οι αγώνες, οι θεωρίες, που επιμελήθηκαν οι Sergio Bianchi και Lanfranco Caminiti, και Οι αυτόνομοι. Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία Gli autonomi. L’autonomia operaia romana, vol, IV, 2017, που επιμελήθηκαν οι Giorgio Ferrari και G. Marco D’Ubaldo). Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη μιας εμπεριστατωμένης και συστηματοποιημένης έρευνας σχετικά με την οργάνωση που περισσότερο από όλες διεκδίκησε τη θεωρητική κληρονομιά του ιταλικού εργατισμού, δηλαδή την Potere Operaio. Μέχρι τώρα η δευτερεύουσα βιβλιογραφία στη διάθεση μας ήταν επικεντρωμένη στα δύο βιβλία που έγραψε ο δημοσιογράφος Aldo Grandi (Η γενιά των χαμένων χρόνων. Ιστορίες Εργατικής ΕξουσίαςLa generazione degli anni perduti. Storie di Potere Operaio, Einaudi, 2003, Insurrezione armata, ένοπλη Εξέγερση Rizzoli, 2005) με βάση αστυνομικές-δικαστικές πηγές και συνεντεύξεις με τους πρωταγωνιστές, και πιο πρόσφατα σχετικά με απομνημονεύματα (όπως οι δύο αυτοβιογραφικοί τόμοι του Toni Negri, που επιμελήθηκε ο Girolamo De Michele, Ιστορία ενός κομουνιστή Storia di un comunista και  Φυλακή και εξορία Galera ed esilio, Ponte alle Grazie, 2015 και 2018).

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι λοιπόν το έργο έρευνας και ανασυγκρότησης που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επί του θέματος, του οποίου ο πρώτος τόμος βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία εδώ και μερικές εβδομάδες, ενώ ο δεύτερος είναι προγραμματισμένος να κυκλοφορήσει τον ιανουάριο του 2019. Ένα δύσκολο έργο λόγω του διπλού ρόλου του συγγραφέα, εκείνου του μελετητή και εκείνου του πρωταγωνιστή και του άμεσου μάρτυρα, από τον οποίο όμως ο Scavino εξέρχεται με τον καλύτερο τρόπο. Απόδειξη είναι η όχι κοινότοπη επιλογή, στον πρώτο τόμο, των πηγών που διερευνήθηκαν στην έρευνα: σχεδόν καθόλου οι αστυνομικοί και δικαστικοί φάκελλοι (αν όχι μερικοί από εκείνους που ήδη χρησιμοποίησε άφθονα ο Grandi στους δύο τόμους του), πολύ λίγες συνεντεύξεις, σχεδόν όλα τα έγγραφα που αναλύονται αντιπροσωπεύονται από αυτό που επεξεργάστηκε και έγραψε η εργατική Εξουσία. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο σημαντικός αριθμός σημειώσεων και η έκθεσή τους προδίδουν τον ενθουσιασμό του ιστορικού για τη μελέτη αυτών των ντοκουμέντων, έναν ενθουσιασμό που αντισταθμίζει την απαραίτητη απόσπαση που χρησιμοποιείται στην αφήγηση των γεγονότων. Και η περιοδολόγηση που χρησιμοποιείται στην ανασυγκρότηση της ιστορίας του Potere Operaio υπογραμμίζει την πρόθεση να διεξαχθεί ένα σχολαστικό έργο, το οποίο χαράζει με ακρίβεια τη γενεαλογία, την ανάπτυξη, και στη συνέχεια την κατάρρευση αυτής της οργάνωσης: αυτός ο πρώτος τόμος, όντως κινήθηκε από την ανακατασκευή του πνευματικού κλίματος του εργατισμού στις αρχές της δεκαετίας του Εξήντα (δηλαδή αρκετά χρόνια πριν από τη γέννηση της ΕΕ) και τελειώνει με την αποτυχία της διαδικασίας ενοποίησης με την ομάδα Μανιφέστο στις αρχές του 1971, ενώ ο δεύτερος τόμος θα τελειώσει με το μοναδικό νούμερο του περιοδικού «Linea di condotta-Γραμμή μεθόδου, συμπεριφοράς», συνεπώς (1975) πολύ πέρα του περίφημου συνεδρίου της Rosolina του 1973, που θεωρήθηκε, λαθεμένα σύμφωνα με τον συντάκτη, η στιγμή που η οργάνωση διαλύθηκε.

Η κύρια θέση που υποστηρίζεται από τον Scavino είναι ότι η θεωρητική επεξεργασία του εργατισμού, που γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και συνεχίστηκε καθ ‘όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, έχει προκαλέσει αρκετές προσπάθειες να δώσει επαναστατική οργάνωση και προοπτική στους εργατικούς αγώνες της εποχής και ότι το Potere Operaio ήταν η πιο γνήσια, και πιο συνεπής σε πολιτικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, ακριβώς η εξάντληση του πολιτικού σχεδίου της ΕΕ αντιπροσωπεύει σύμφωνα με τον συγγραφέα, την απόδειξη της αποτυχίας αυτών των προσπαθειών (επίλογος που εξισώνει την Εργατική Εξουσία σε άλλες «δίδυμες» ομάδες, ακόμα και αν είναι ιδεολογικά όχι τόσο αυθεντικές, όπως για παράδειγμα η Lotta Continua ).

Ο πρώτος τόμος χωρίζεται σε δύο μέρη. Στον πρώτο αναλύεται αρχικά το θεωρητικό υπόβαθρο της ΕΕ, μέσω της επεξεργασίας και της εμπειρίας των περιοδικών του εργατισμού που ακολούθησαν το ένα μετά το άλλο: από τα »Κόκκινα Τετράδια- «Quaderni Rossi» (από το 1961 μέχρι την εσωτερική διάσπαση τους το 1963), περνώντας μετά στην »Εργατική Τάξη»- «Classe Operaia» (1964-1967) και την εφήμερη εμπειρία του »Contropiano»- »Αντισχέδιου» (που γεννήθηκε το 1968 από τις στάχτες της «Classe Operaia»), αλλά ήδη τον ίδιο χρόνο και μετά από δύο μόνο νούμερα ένας από τους ιδρυτές του αποχώρησε, ο Toni Negri, για εσωτερικές διαφωνίες ). Ο συγγραφέας συνεχίζει να ανασυνθέτει το σχηματισμό αυτού που αντικειμενικά θα γίνει ο κεντρικός πυρήνας, il central core του Potere Operaio, δηλαδή η ομάδα του Marghera, που αποτελείται από ορισμένους πολιτικούς αγωνιστές που συνδέονται αρχικά με το PSI (Negri, Bianchini, Tolin κλπ.) και από πολλούς αγωνιστές των συνδικάτων και εργοστασιακές πρωτοπορίες (μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει η προσωπικότητα του Italo Sbrogiò). Επρόκειτο για μια ομάδα που, πρώτα μέσα από την σοσιαλιστική εφημερίδα «Progresso Veneto» και στη συνέχεια, ξεκινώντας από την 1η Μαΐου 1967, με το «Potere Operaio» της Marghera, είχε δημιουργήσει μια πραγματική πολιτική παρέμβαση μέσα στις κινητοποιήσεις των εργατών της περιοχής, αποκτώντας σταδιακά μια ορισμένη οργανωτική συνοχή και βγαίνοντας από μια αποκλειστική διάσταση ομάδας διανοουμένων, μολονότι στρατευμένων. Το πρώτο μέρος του βιβλίου τελειώνει με την έκρηξη του Εξήντα οκτώ και τη συνάντηση της ομάδας του Marghera με το φοιτητικό κίνημα, τόσο το ενετικό, όσο και ιδιαίτερα το ρωμαϊκό (μέσα από τις φιγούρες των Piperno και Scalzone). Το δεύτερο μέρος αφορά την περίοδο κατά την οποία η ομάδα προσπαθεί να επιταχύνει την πολιτική οργάνωση, πρώτα με τη γέννηση της εφημερίδας «La Classe»- »Η Τάξη», στη συνέχεια με την συμμετοχή στους αυτόνομους αγώνες που εξερράγησαν στη Fiat την άνοιξη του ’69, μετά με την εμπειρία της συνέλευσης εργατών-φοιτητών στο Τορίνο το καλοκαίρι-φθινόπωρο του ’69, τέλος με τις αντιφάσεις που προέκυψαν μέσα της με τον άλλο πολιτικό χώρο που διαμορφωνόταν εκείνη τη στιγμή, που συνδέεται με το τορινέζικο φοιτητικό κίνημα όπως και αυτό στο Τρεντίνο και με την τοσκάνικη Εργατική Εξουσία, και που αργότερα έδωσε ζωή στη Lotta Continua. Ήταν ανάμεσα σε αυτά τα γεγονότα που αποφασίστηκε να στηθεί ένα νέο εβδομαδιαίο, αυτή τη φορά εθνικό και όχι μόνο βενετικό, το οποίο θα αντικαθιστούσε το «La Classe»: ήταν το»Potere Operaio». Ο τόμος ολοκληρώνεται με την αποτυχημένη εμπειρία της συγχώνευσης με το Μανιφέστο (εργατικό συνέδριο στο Μιλάνο, 1971), η οποία πέρα από τα αρνητικά αποτελέσματα (για πολλούς λόγους επίσης προβλέψιμη, δεδομένων των βαθέων διαφορών στη θεωρητική και οραματική στρατηγική προσέγγιση) δίνει μια περιγραφή του πώς τα ζητήματα του χτισίματος ενός αληθινά μαζικού πολιτικού και αγωνιστικού κινήματος για την «εξουσία» είχαν καταστεί κεντρικά για την ΕΕ.

Η πολιτιστική επιχείρηση που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επάνω σε αυτή την πρώτη φάση της ζωής της Εργατικής Εξουσίας δεν είναι μόνο χρονολογική, ο συγγραφέας δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε μια εποχική ανακατασκευή των γεγονότων, αν και προφανώς μας θυμίζει ότι αυτή αντιπροσωπεύει τη γραμμή στην οποία το βιβλίο κινείται. Κατά τη γνώμη μου, μέσα στην χρονοϊστορία των γεγονότων υπάρχει η προσπάθεια να τονιστούν κάποιες ιστορικές-πολιτικές λογικές. Έχουμε ήδη δει κάποιες από αυτές (τη σχέση με τη θεωρητική κληρονομιά του εργατισμού και τη μετάφρασή της στην πολιτική, σε στρατηγική πρόταση και σε τακτική διάρθρωση. Αλλά προφανώς δεν μπορεί να λείπει η σχέση με τη βία. Για δεκαετίες η ιστορία του Potere Operaio έχει μειωθεί σε «εγκληματική ιστορία» και επιπλέον ελαφρώς μυθιστορηματική. Τα ομήλικα γεγονότα και τα επόμενα της λεγόμενης «δίκης 7 απρίλη», όταν ουσιαστικά σχεδόν όλη εκείνη που ήταν η ηγετική ομάδα της Εργατικής Εξουσίας συνελήφθη με την κατηγορία (που αποκαλύφθηκε στη συνέχεια στερημένη βάσης), πως είχε προωθήσει και κατευθύνει το ποικιλόμορφο κίνημα του ένοπλου αγώνα στα αριστερά, καθόρισαν, το θυμάται και το θυμίζει ο συγγραφέας, μια στερεοτυπική οπτική αυτής της οργάνωσης. Αυτός ο πρώτος τόμος συμβάλλει σημαντικά στην αποκατάσταση μιας συνολικής εικόνας και από κάποια άποψη πολύ διαφορετικής από αυτή που δημιούργησε ο δικαστής Calogero και οι συνάδελφοί του από άλλες ιταλικές εισαγγελίες. Αυτό δεν μεταβάλλει το γεγονός πως μέσα στην ΕΕ συζητήθηκε ο ένοπλος αγώνας και ότι και επάνω σε αυτό καταναλώθηκε η κρίση της το 1973. Αλλά αυτό θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου.

 

Print Friendly, PDF & Email
ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Στα ίχνη της χίμαιρας. Ξεκινώντας από το βιβλίο “Prima linea. L’altra lotta armata”- »Πρώτη γραμμή. Η άλλη ένοπλη πάλη»

 

Ο προβληματισμός του Girolamo De Michele για την εργασία έρευνας του Andrea Tanturli «Prima linea. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981)”

 

Το να γράψει κάποιος ένα ιστορικό δοκίμιο  un saggio storico γύρω από την εμπειρία της Πρώτης Γραμμής Prima Linea (Pl) είναι ταυτόχρονα μια επίπονη και απαραίτητη εργασία. Πολύ επίπονη, επειδή η Pl είχε μια πολύπλοκη καταγωγή, η οποία δεν συμπυκνώθηκε αμέσως σε μια μοναδική, μονοσήμαντη και μονολιθική γραμμή: περισσότερο από ένα νήμα, η ιστορία της εμφανίζεται σαν ένα σχοινί που αποτελείται από πολλές μπλεγμένες απαρχές, από τις οποίες κρέμονται άλλα λυμένα σχοινιά. Σε αυτό να προσθέσουμε την απουσία αξιόπιστων ιστορικών ανακατασκευών, σε συνδυασμό με μια προφανή απροθυμία να διηγηθούν τη δική τους ιστορία εκ μέρους των αγωνιστών της (με λίγες εξαιρέσεις: ο Sergio Segio και, πιο πρόσφατα, η Susanna Ronconi και η Marina Premoli). Η γεφύρωση αυτού του κενού στην ιστορία των επαναστατικών μετα-68 κινημάτων στην Ιταλία δεν είναι μόνο ζήτημα ιστοριογραφικής πληρότητας: πρόκειται για την αναγνώριση ότι κάθε ιστορική αναπαράσταση είναι πάντοτε μερική, πάντα διαμεσολαβούμενη από τα διαθέσιμα έγγραφα-ντοκουμέντα και την επιλογή που γίνεται επάνω σε αυτά.

Δεν είναι τυχαίο ότι, στο φαντασιακό που έχει επικρατήσει, για την Πρώτη γραμμή έχουν δοθεί σε μεγάλο μέρος μια σειρά από παραπλανητικές-διαστρεβλωμένες αναπαραστάσεις: μια οργάνωση μικρότερη σε σύγκριση με τις κόκκινες Ταξιαρχίες, με «προδιάθεση» στη μεταμέλεια λόγω των υποκειμενικοτήτων που την συνέθεταν ( εκεί όπου κανένας από τους ιδρυτές της δεν μετανόησε), στερημένη μιας σταθερής πολιτικής γραμμής και επακόλουθης θεωρητικής επεξεργασίας – παρά το γεγονός της διαπίστωσης πως μια σταθερή ορθοδοξία έχει αντ ‘αυτού δημιουργήσει την εκτροπή των εκτελεστών στις φυλακές με αποτέλεσμα και συνέπεια την δημιουργία Κάιν από πλευράς του μεγαλύτερου μέρους των φυλακισμένων ταξιαρχιτών 1. Ακόμη και η σύγκριση, η ταυτοποίηση που μερικές φορές αναφέρεται από ορισμένους μαχητές, με την ταινία Il Mucchio selvaggio-Η άγρια Συμμορία του Sam Peckinpah, βοηθά να δοθεί ένα picaresque-πικαρέσκο χρώμα στην ιστορία της Pl, αλλά κινδυνεύει να επιβεβαιώσει εκείνη την σιωπηρή συμφωνία στην κυρίαρχη ιστοριογραφία γύρω από τα λεγόμενα «χρόνια του μολυβιού» που οδηγεί-αποδίδει ολόκληρη την ένοπλη εξέγερση στις BR. Μια ανακατασκευή που εμφανίζει την ένοπλη ανταρσία ως ένα μοναδικό φαινόμενο, ένα είδος UFO, με αμοιβαία ικανοποίηση εκείνων που θέλουν να αρνηθούν τη διαδεδομένη-διάχυτη φύση της και τις κοινωνικές της ρίζες, και εκείνων που θέλουν να ανοικοδομήσουν μιαν ιστορική τους νομιμοποίηση εκ των υστέρων.

Αυτό θα αρκούσε για να καταστήσει άξια προσοχής την έρευνα του Andrea Tanturli, μιας διδακτορικής διατριβής από την οποία προέρχεται ο πρώτος αυτός τόμος του βιβλίου Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981), ο οποίος πηγαίνει από τις απαρχές μέχρι το τέλος του 1979. Υπάρχουν όμως και συγκεκριμένες πτυχές του ιστοριογραφικού έργου που αξίζει να επισημανθούν, να έρθουν στο φως. Όπως και οποιοσδήποτε αληθινός ιστορικός, ο Tanturli αναρωτήθηκε ποια έγγραφα και ερμηνευτικά πλαίσια να αποδεχτεί ή να απορρίψει: η επιλογή του αποτελεί ένα μικρό μάθημα στη μέθοδο. Σε πρώτη φάση κράτησε απoστάσεις από τις «continuistiche» ανακατασκευές [a] – από τα Κόκκινα Τετράδια Quaderni Rossi στις δολοφονίες των BR χωρίς ενδιάμεσες στάσεις – που εγκαινιάστηκαν από τον Angelo Ventura, τις συνωμοσιολογίες αλά Flamigni, και ορισμένες απερίσκεπτες ανακατασκευές του Gotor. Την ίδια στιγμή, ο Tanturli προειδοποιεί ότι «δεν θα βασίζεται, δεν θα δείξει εμπιστοσύνη μόνο στον ημερήσιο Τύπο για να ανασυγκροτήσει το χρονικό των επεισοδίων» (σ. 340), ούσες οι εφημερίδες «κατάσπαρτες από σφάλματα και ανακρίβειες» και σε κάθε περίπτωση «μια εξαιρετικά επίπεδη πηγή, μη προικισμένη στην εμβάθυνση και δύσκολης επαλήθευσης» (σ. 19).

Η χρήση των δικαστικών πρακτικών και των αναμνήσεων είναι πιο περίπλοκη: αν ο συγγραφέας επιλέγει να «δώσει πίστη, με την απαραίτητη προσοχή, στις δηλώσεις των μαχητών, ακόμη και των μεταμεληθέντων, πεπεισμένος ότι ορισμένοι από αυτούς επέστρεψαν συνολικά μια πιστή εικόνα της ζωής της οργάνωσης» (σ. 19),είναι επίσης αλήθεια ότι κατά την εξέταση των μεμονωμένων δηλώσεων εμφανίζεται μια σαφής υποψία προς ένα συγκεκριμένο είδος μεταμέλειας που, αντί να ανακατασκευάζει ή να ερμηνεύει «τρέφεται από εξαρτήσεις, τείνει να έρχεται να συναντήσει τα ερωτήματα των ανακριτών» 2. Βρισκόμαστε εδώ επάνω στην ράχη που χωρίζει δύο διαφορετικές πραγματικότητες, εκείνη την ανακριτική και δικαστική, και εκείνη την πολιτική και ηθική. Εάν όντως «οι λέξεις» μετανοούντες» και » διαχωρισμένοι» επιβλήθηκαν τότε για να ορίσουν διαφορετικές κατηγορίες και νομικά μέτρα που χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε ανέκτησαν από το πιο σκοτεινό βάθος του ιταλικού παρελθόντος κατηγορίες θρησκευτικής προέλευσης όπως η μετάνοια», 3  ο διαχωρισμός υπήρξε έκφραση μιας προσπάθειας να λογαριαστούν με την ιστορία και τα δικά τους λάθη, μέσα στο πλαίσιο μιας ήττας των ένοπλων υποθέσεων των οποίων μόνο ένα μέρος των μαχητών θέλησε να λάβει υπόψιν. Με τα λόγια της Susanna Ronconi: «η διάσταση άνοιξε ένα χώρο, με τους τρόπους που κατέστησε εφικτούς η κατάσταση, και εκείνοι που εκείνη την εποχή δεν την αποδέχτηκαν σήμερα θα έπρεπε να την καταλάβουν, εκ των υστέρων. Ήμασταν οι πρώτοι που ανακατασκευάσαμε την ιστορία μας τοποθετώντας την μέσα στην ιστορία αυτής της χώρας, λέγοντας ότι εάν δεν είχαμε δίκιο είχαμε λόγους, και αυτοί που λεν ότι «ξεπουλήσαμε» μια ιστορία ψεύδονται γνωρίζοντας πώς το κάνουν». 4

Αφού εξερευνήθηκε η εργαλειοθήκη του ιστορικού, φτάνουμε στο αντικείμενο της κατασκευής του. Για την Πρώτη γραμμή ο Tanturli είναι ξεκάθαρος: «τα μέλη της Pl πρώτα από το να είναι παράνομοι μαχητές ήταν αυτόνομοι αγωνιστές». Αλλά η Pl δεν ήταν «sic et simpliciter» , όμορφα κι απλά θα έλεγα, ένας κώδικας κάλυψης για τον κεντρικό εγκέφαλο μιας υποτιθέμενης οργανωμένης Αυτονομίας, είναι επομένως απαραίτητο να βγούμε από το σχήμα της αθωότητας ή της ενοχής, μη ιστοριογραφικές κατηγορίες, πιο κατάλληλες για δικαστές που κάνουν τους ιστορικούς και ιστορικούς με το σύμπλεγμα, το κόμπλεξ των δικαστών » (σ. 8). Το οποίο σημαίνει αναγνώριση της πολυφωνίας, της ποικιλίας, της επιθυμητικής και σχιζομετροπολιτανικής φύσης, για να το πούμε στη γλώσσα της εποχής, της αυτονομίας: «Υπήρχαν περιοχές της αυτονομίας, οι οποίες, μολονότι δεν απέρριπταν την πολιτική βία, έμειναν μακριά από οργανωμένες εξελίξεις υπό την έννοια του ένοπλου αγώνα, άλλες που παρέμειναν μπλεγμένες λίγο-πολύ οικειοθελώς, άλλες που θα εξελιχθούν, όχι χωρίς τραύματα, σε παράνομους σχηματισμούς» (σ. 8). Και επομένως να αναγνωρίσουμε εκείνο το πολύπλοκο, πολυπληθή χαρακτήρα του χώρου της κοινωνικής και πολιτικής ανταρσίας που δεν μπορεί να περιοριστεί σε ενότητα. Έτσι ένα βιβλίο σαν αυτό δεν μπορεί να είναι ο λόγος που κατατάσσει τα πάντα γύρω από την Pl, αλλά μια συμβολή, με τα εργαλεία της ιστορικής έρευνας, που θα έπρεπε – είναι μια ευχή και μια ελπίδα, καθώς και μια ανάγκη – να ενθαρρύνει έναν πολλαπλασιασμό αφηγήσεων, ίσως λιγότερο επιστημονικών και περισσότερο υποκειμενικών, ικανών να δώσουν λόγο, να εξηγήσουν «για την χίμαιρα που για μια φορά μονάχα ενώθηκε με τα κεφάλια στην piazza Solferino: πέθανε λόγω λειτουργικής ανεπάρκειας του τερατώδους οργανισμού της, όπως ορισμένα φτωχά πλάσματα που γεννήθηκαν στα εργαστήρια, πάρα πολύ ή ελάχιστα εξοπλισμένα για να ζήσουν, να αναπνέουν, να τραφούν, όπως κάνουν καθημερινά λιγότερο φιλόδοξοι οργανισμοί » 5.

Λίγο όπως ο Tristam Shandy, η Prima linea χρησιμοποιεί πολύ χρόνο για να γεννηθεί, παρόλο που οι συζητήσεις γίνονταν για πολύ καιρό. Αυτή δεν είναι μια γραμμική και τελεολογική διαδικασία που από τη Lotta continua-Συνεχή Αγώνα και το Potere Operaio-Εργατική Εξουσία, μέσα από την Senza Tregua-Χωρίς Ανακωχή, οδηγεί στην Pl, αλλά μια μια σειρά διασχίσεων, κατά την διάρκεια των οποίων κάθε βήμα περιλαμβάνει αποκτήσεις και απώλειες, οι οποίες ίσως αξίζουν μεγαλύτερη έρευνα και εμβάθυνση (σκέφτομαι κυρίως στη φιγούρα του Mario Dalmaviva). Και, αξίζει να το υπενθυμίζουμε, όπου κάθε πέρασμα δεν υπαγορεύεται από μια θεωρητική αφαίρεση, αλλά από την υποκειμενική ερμηνεία συγκεκριμένης δημιουργίας και ύπαρξης των αγώνων και των ανταγωνισμών. 6 Το οποίο καθιστά δύσκολο να προτείνουμε μια ανασυγκρότηση που να διακρίνει-να ξεχωρίζει «μια πρώτη και μια δεύτερη Πγ, στην οποία να διανέμουμε ετικέτες αυθορμητισμού και βιαιότητας» [σ. 8]: δηλαδή, τον μύθο της προέλευσης του οποίου ακολουθεί αναπόφευκτα μια καταστροφική πτώση. Εκ των πραγμάτων, είναι η ίδια κατηγορία «προέλευσης-καταγωγής» που πρέπει να υποβληθεί σε σκληρή κριτική: σαν η έξωση από τον Κήπο της Εδέμ να υπήρξε ο καρπός μιας προδοσίας της αρχέγονης αγνότητας, ήτοι ήταν ήδη εγγεγραμμένη στην πράξη της γέννησης. Κακή μυθολογία, και στις δύο περιπτώσεις. Αντίθετα, είναι αλήθεια ότι κάθε διαδικασία εκδηλώνει μια πολλαπλότητα δυνατοτήτων, και πως κάθε απόφαση συνεπάγεται τη μείωσή τους, αλλά και την εμφάνιση νέων δυνατοτήτων. Αλλά οι διαδικασίες και τα γεγονότα δεν συμβαίνουν in vitro, [β] αλλά μέσα σε κατοικημένα και απρόβλεπτα πλαίσια, από την αλληλεπίδραση των οποίων η δυναμική της δυνατότητας μπορεί να εκτιναχθεί εκ νέου ή να σκληρυνθεί μέχρι τη σύλληψη, την στάση, την διακοπή. Με αυτό τον τρόπο, ένα ερώτημα που αντηχεί στον πρωταγωνιστή του Piove allʼinsù Βρέχει προς τα πάνω – «Σίγουρα, θα άρεσε και σ’ εμένα να εντοπίσω ένα συγκεκριμένο σημείο κατά τις ημέρες εκείνες, και να δω πού αποφασίστηκε ο πόλεμος των ζωντανών και των νεκρών» –προορίζεται να παραμείνει εκκρεμής λόγω απουσίας, και ταυτόχρονα λόγω υπερβολής απαντήσεων: Piazza Fontana; Feltrinelli; Calabresi; Varalli; Ευλόγως, αξίζει να ακολουθήσουμε την πορεία των γεγονότων, για να επαληθεύσουμε σε ποιες στιγμές η πολλαπλότητα των πιθανών έχει αποκοπεί από την Μεγάλη Θεριστή της ιστορίας, μέχρι το σημείο να καταστεί η διαδρομή μη αναστρέψιμη. Για παράδειγμα, όταν έχει ξεπεραστεί το όριο της ανθρώπινης ζωής, κάνοντας την πολιτική ανθρωποκτονία μια συνηθισμένη, αν όχι αναπόφευκτη, πράξη: και εδώ, περισσότερο από κάθε άλλη θεώρηση, αξίζει η προοδευτική στρατιωτικοποίηση των λεξιλογίων, η παραδοχή της γλώσσας εκείνου του Κράτους που στην ανυπακοή είχε κηρύξει έναν πόλεμο δίχως ενδοιασμούς και χωρίς ανάπαυλα. Η Pl δεν γεννιέται με την ιδέα να ρίξει επάνω στο προλεταριάτο την κομματική γραμμή στην οποία οι μάζες, ανίκανες για αυτόνομη πρωτοβουλία, θα έπρεπε γλυκύτατα να υποβληθούν (για να αναπαράγουν ένα ταξίδι με τρένο που από την εορταστική αναχώρηση τον Οκτώβρη θα είχε για προορισμό τον χειμώνα της Σιβηρίας).

Αν θέλουμε να θέσουμε δύο κατευθυντήριες γραμμές, μπορούμε να τις εντοπίσουμε και να τις σχεδιάσουμε ξεκινώντας από την ανάγκη μιας «πολιτικής ανασύνθεσης της τάξης που καθοδηγείται από τους οργανωμένους (και ένοπλους) τομείς της τάξης, ένα σχέδιο ηγεμονίας του εργοστασίου επάνω στα νέα αναδυόμενα στρώματα του προλεταριάτου», και την πρόταση μιας δομής που τίθεται στην υπηρεσία του κινήματος, που έχει διαρθρωθεί σε πολλά επίπεδα – την οργάνωση αυτή καθεαυτή, τις ομάδες, τις περιπολίες – για να διασχίσουν αυτή τη «στενή πόρτα» που είναι ο «μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος». Ταυτόχρονα, εκθειάζεται-δοξάζεται «ο ολοκληρωτικός ανταγωνισμός μεταξύ του συστήματος των αναγκών του προλεταριάτου» και της «αναγκαιότητας του κεφαλαίου να επιβάλει τους δικούς του κανόνες σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση». Αν η επίθεση πρέπει να στρέφεται κατά της «απίστευτης εξάπλωσης των εκφραστών της κυριαρχίας», για τον Tanturli «καθίσταται αυθόρμητο να σκεφτόμαστε σε ένα είδος«μικροφυσικής της εξουσίας», ένα επί πλέον στοιχείο που τοποθετεί την Pl σε μια αν και επισφαλή επικοινωνία με το πολιτισμικό υπόβαθρο στη βάση του προβληματισμού επί της νεωτερικότητας «(σ. 133). Στις διατυπώσεις της Pl αντηχούν, δεν έχει σημασία το πόσο συνειδητά (όπως εξάλλου και σε μεγάλο μέρος της αυτονομίας) οι σελίδες του Foucault από τα βιβλία Επιτήρηση και τιμωρία και Μικροφυσική της εξουσίας. Αλλά εάν οι έρευνες του Foucault είχαν τις ρίζες τους στις πρακτικές των νέων εγκάρσιων αγώνων, έλειπε στις πρακτικές και τις θεωρίες του καιρού μια πλήρης κατανόηση της περίπλοκης σχέσης μεταξύ υποταγής και υποκειμενισμού. Παραμένει πως «η ένδειξη συγκρουόμενων εδαφών όπως εκείνο της υγείας, της ψυχιατρικής, της περιβαλλοντικής τοξικότητας συνεπάγεται έναν λόγο για την ποιότητα της ζωής φιλόδοξο-ανεφάρμοστο στην εφαρμογή του, αλλά σε θέση να αντιληφθεί τις αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου και του μοντέλου ανάπτυξής του» (σ. 337).

Είναι επίσης αλήθεια ότι ολόκληρη η υπόθεση που υποστηρίζει τον γαλαξία της Pl και των ομάδων βασίζεται σε προϋποθέσεις που η σκληρή πραγματικότητα των γεγονότων θα βαλθεί να διαψεύσει. Πρώτον, το ότι υποτίμησε το βάθος των διαδικασιών αναδιάρθρωσης σε εξέλιξη, οι οποίες επαναπροσδιορίζουν ριζικά την ίδια την εργατική υποκειμενικότητα. Η αυτοματοποίηση, η επέκταση των γραμμών παραγωγής στην επικράτεια, η εξωτερική ανάθεση ήταν ήδη διαδικασίες σε εξέλιξη, κατά των οποίων οι επιδρομές στους χώρους μαύρης εργασίας, ή η βία εναντίον των μεμονωμένων προσώπων της «επιχειρησιακής διοίκησης» αποδεικνύονται ανίσχυρες. Το κεφάλαιο ξεκινούσε τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης, ως απάντηση στον ισχυρό κύκλο των αγώνων που νευρώνουν το ’68 και των επόμενων χρόνων σε μεγάλο μέρος της Δύσης: ενάντια στις οποίες έλειπε η ικανότητα να φανταστεί μια πρακτική στο ύψος των περιστάσεων, της επίθεσης.

Η υποχώρηση του κοινωνικού εργάτη, που παρέμενε αναδιπλωμένος στον εαυτό του – και λόγω της ανικανότητας των διαφορετικών πραγματικοτήτων του κινήματος να τον ξεδιπλώσουν – οδήγησε στη σταδιακή συρρίκνωση εκείνης της περιοχής της υπονόμευσης και της ανταρσίας από την οποία θα έπρεπε να ωφεληθεί, να αποκτήσει σφρίγος ο «εμφύλιος πόλεμος μακράς διάρκειας». Βλέποντας καλύτερα, μέσα στην Pl η έλλειψη επιβεβαίωσης μιας σαφούς ερμηνείας της σχέσης μεταξύ οργάνωσης και ομάδων, και η έλλειψη συγχώνευσης με άλλους μαχόμενους σχηματισμούς, έχουν τη ρίζα τους στην εξάντληση της ώθησης που προέρχεται από τους αγώνες. Ήδη σε τροχιά ξεφτίσματος, η Pl »θα καταναλώσει τις ενέργειες που της απέμειναν επιστρέφοντας στο περιβάλλον από το οποίο ξεκίνησαν όλα, το εργοστάσιο, το οποίο πλέον έχει σχεδόν ισοπεδωθεί στην συγκρουσιακή αρχιτεκτονική του» (σ. 357). Αλλά «να ταμπουρωθεί» στην ανάληψη ενός είδους «αντιπροσώπευσης, υποκατάστασης σε εκείνη που θα έπρεπε να είναι η δύναμη ενός κοινωνικού κινήματος» (Susanna Ronconi, σ. 335) είναι, εκ των πραγμάτων, η παραδοχή μιας ήττας.

Η εξάπλωση της ηρωίνης, με πολύ πιο καταστροφικές συνέπειες από τις βόμβες στις τράπεζες και τις πλατείες και στα τρένα – την οποία υπογραμμίζει ο συγγραφέας αρκετές φορές, αποτυπώνοντας τις ενέργειες των ομάδων ενάντια στους διακινητές μέσα στην «ανάδυση νέων επιπέδων και νέων μορφών ανταγωνισμού» (σ. 200) – είναι, στα ίσα με την αναδιάρθρωση της παραγωγής, κάτι που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με τη δύναμη των όπλων (και που θα διασχίσει την ίδια Pl). Και πιστοποιεί τον κυνισμό του Κράτους που εξαπολύει έναν πόλεμο ενάντια σε μια ολόκληρη γενιά για να στραγγίξει τη θάλασσα της ανατροπής, της ανταρσίας.

Του οποίου κυνισμού, αξίζει να αναφέρουμε δύο έγγραφα. Την έκθεση του Dalla Chiesa του 1979 σχετικά με τη δραστηριότητα του ειδικού πυρήνα του, όπου επιδιώκεται με ωμά λόγια η επιτακτική απομάκρυνση »τουλάχιστον από την άσκηση της ποινικής δράσης» »εκείνων των στοιχείων που είναι ευρέως γνωστά ως εξωκοινοβουλευτικοί»: τους «έχοντες κουλτούρα» και τους «κομιστές» ως νομικούς εγγυητές και νομικίστικου χαρακτήρα – για «διευκολύνσεις» ή «συμβιβασμούς» » (pp. 178-79). Και μια επιστολή του Dino Sanlorenzo, ενός από τους δημιουργούς του διαβόητου ανώνυμου ερωτηματολογίου του τορινέζικου PCI-ΚΚΙ για την τρομοκρατία, σχετικά με την παρουσία του Segio και της Ronconi σε έναν κοινωνικό συνεταιρισμό το 1988: «Ο Δήμος ας τους δώσει και παραγγελίες, […] για παράδειγμα να γυαλίζουν και να τακτοποιούν τους τάφους εκείνων που σκότωσαν, φέρνοντας λουλούδια σε εκείνους που δολοφονήθηκαν από την Πρώτη γραμμή. Θα μπορούσαν να αφιερώσουν τον εαυτό τους σε άτομα με ειδικές ανάγκες ή να φτυαρίζουν χιόνι όταν υπάρχει» (σ. 326): όπου η εξίσωση των «ατόμων με ειδικές ανάγκες» με τις εργασίες στα νεκροταφεία, ή σε κάθε περίπτωση στα απόβλητα, λέει τα πάντα. Όμως πρέπει να υπογραμμιστεί, δίπλα στην υπερεκτίμηση της θέλησης του κοινωνικού εργάτη να κατέβει στο έδαφος του εμφυλίου πολέμου, η υποτίμηση της στρατιωτικής και κοινωνικής δύναμης της εξουσίας έναντι της οποίας οι διάφορες επιλογές του ένοπλου αγώνα διαρρήχθηκαν: ένα ακόμη σοβαρότερο πολιτικό σφάλμα σε ένα σχηματισμό ο οποίος είχε μια πολύ καλή διαίσθηση σχετική με τη μοριακή και δικτυωτή δομή της εξουσίας.

Αλλά αν τελείωσε η επανάσταση, αν το εργοστάσιο, την παραμονή των γιγαντιαίων αντιποίνων πρώτα με τις 61 πολιτικές απολύσεις, και στη συνέχεια με τους 14.500 που εκδιώχθηκαν (που ήταν και αυτές πολιτικές απολύσεις), ήδη έλαμπε από το πικρό φως που φωτίζει τα ερείπια: ήταν δυνατόν να σταματήσουν επάνω σε εκείνο τον δρόμο που θα είχε οδηγήσει σε ενέργειες, καταστροφικές τόσο σε πολιτικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο, στη δολοφονία του Alessandrini, του Emanuele Iurilli και του William Waccher; Το στιγμιότυπο της κηδείας της Barbara «Carla» Azzaroni, στην οποία συμμετείχαν χιλιάδες σύντροφοι και συντρόφισσες, μπορεί να είναι ενδεικτικό μιας κατάστασης αναστολής που θα μπορούσε ίσως να ήταν εφικτή: «Μια ήρεμη ματιά στην κατάσταση και σε εκείνη την κηδεία θα ήταν αρκετή για να παραιτηθούμε από τα αντίποινα, για να ψυχράνουμε τον θυμό και να ξεκινήσει μια σοβαρή εξέταση του τι πρέπει να κάνουμε. Αλλά ήταν λες και μπροστά σε κάθε σφάλμα και κάθε επιχειρησιακό πλήγμα να αυξάνονταν το πέπλο μπροστά στα μάτια και η θέα να θολώνονταν όλο και περισσότερο» 7. Λες και με τη δολοφονία του Emanuele Iurilli, του αθώου θύματος μιας ενέργειας αντιποίνων, « διαρρηγνύεται οριστικά το λεπτό νήμα μεταξιού που ακόμα μας έδενε στο κίνημα και στην πραγματικότητα» (Bruno Laronga, σ. 333), και διότι εκείνη η σχέση με την πραγματικότητα ήταν ήδη λεπτή σαν μια κλωστή.

Στις αναπαραστάσεις των διαφορετικών εκδηλώσεων του ανταγωνιστικού κινήματος της δεκαετίας του ’70, εμφανίζεται πάντα μια στιγμή στην οποία θα πρέπει να πούμε, και μερικές φορές το λέμε, 8 πως «δεν υπάρχει πλέον χρόνος». Ότι οι πιθανοί έχουν εξαντληθεί, και εν απουσία του δυνατού η ζωή, το κίνημα, το είναι, ασφυκτιά. Είναι αυτό το αίσθημα ασφυξίας που κλείνει αυτόν τον πρώτο τόμο: στο κατώφλι εκείνων των χρόνων Ογδόντα από τα οποία όχι λίγοι βγήκαν πλέον ζωντανοί. «Δεν αρκεί να είσαι σωστός, δεν φτάνει να έχεις δίκιο: πρέπει να σου το δώσουν το δίκιο «, είπε κάποιος, λόγια που ταιριάζουν επίσης στην ιστορία της Πρώτης γραμμής, στους πεσόντες αγωνιστές της (ο καθένας έχει το δικό του Spoon River, η καθεμιά από αυτές αξίζει σεβασμό) και στους πολλούς που έχουν ξαναρχίσει, με νέες μορφές, τους αγώνες που διακόπηκαν από την κράτηση: ένα μεγάλο μέρος εκείνων των εγκάρσιων αγώνων για το περιβάλλον, την αναγνώριση, το δικαίωμα στη ζωή των κρατουμένων, των τοξικομανών,των διαφορετικά κρατουμένων που οι σκέψεις και η εξυπνάδα της Pl είχε διαισθανθεί. Εμφανείς αντιφάσεις, οι οποίες βρίσκουν σε μια ιστορία που σήμερα φαίνεται μακρινή (αρκετά για να μπορεί να ιστοριοποιηθεί) καρστικές ρίζες και διαδρομές.

*****

a] continuismo Τάση μιας συγκεκριμένης ιστορικής κριτικής να υπογραμμίζει μια ουσιαστική συνέχεια μεταξύ στιγμών, φάσεων, ιστορικών εποχών που κανονικά θεωρούνται εντελώς διαφορετικές και διαφοροποιημένες

[β] in vitro  «Στο γυαλί», σχετικά με τη βιολογική διαδικασία που αναπαράγεται στο εργαστήριο εκτός του οργανισμού.»καλλιέργειες in vitro»

Note

  1. Σε σύγκριση με τους 911 καταδικασθέντες των Br, υπάρχουν 923 της Pl, στους οποίους προστίθενται οι 149 των οργανωμένων Κομμουνιστών για την προλεταριακή απελευθέρωση (Colp) και τους δεκάδες μαχητές άλλων μικρών ακρωνυμίων (βλέπε Renato Curcio, La mappa perduta, Ο χαμένος χάρτης Sensibili Alle Foglie 1994- Giorgio Galli, Κόκκινο Μολύβι, Piombo Rosso La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi Η πλήρης ιστορία του ένοπλου αγώνα από το 1970 μέχρι σήμερα, Baldini Castoldi Dalai 2004- Sergio Segio, Μια ζωή στην πρώτη γραμμή Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Για την περίοδο των «εκτελεστών των φυλακών» βλέπε τη νέα έκδοση του Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Κοντό φυτίλι. Μια ιστορία της Πρώτης γραμμής Milieu 2017, σελ. 206-219; και Toni Negri, Galera ed esilio, Φυλακή και Εξορία με την επιμέλεια του G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, σελ. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro Στην σελίδα facebook αφιερωμένη στο βιβλίο μπορείτε να βρείτε πολλά αρχειακά έγγραφα και άλλες πηγές (πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες) που ο εκδοτικός οίκος του βιβλίου του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, θέτει στη διάθεση των αναγνωστών.
  2. Η αναφορά αφορά στην κατάθεση του Michele Viscardi κατά τη διάρκεια της δίκης του Τορίνο στην Pl (συγκεκριμένα, σχετικά με την υπόθεση ενός «ποντικού» στο γραφείο του Εισαγγελέα του Τορίνο που παρέσχε πληροφορίες σχετικά με τον δικαστή Alessandrini: υπόθεση που δεν βρήκε επαλήθευση) (σ. 302).
  3. Adriano Prosperi, «ιταλική Τρομοκρατία. Οι πόρτες εισόδου και εξόδου » Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita, στο Παρελθόν και παρόν, Passato e presente, n. 96, 2015, σελ. 164, Ο Prosperi μιλά για την Monica Galfré, Ο πόλεμος τελείωσε. Ιταλία και η έξοδος από την τρομοκρατία 1980-1987, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film” Μια ζωή σαν ταινία», in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Γυναίκες πέρα από τα όπλα Derive e approdi, 2017, σ. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Βρέχει προς τα επάνω Boringhieri 2006, σ. 156.
  6. Παραδειγματική, π.χ. η γένεση της Senza Tregua-Δίχως ανακωχή, μέσα στο εργοστάσιο Magneti Marelli του Sesto San Giovanni (σελ. 71-85), που ανακατασκευάστηκε επάνω στο ρυθμό των αγώνων και τις μάχες της αυτονομίας μέσα στην εργοστασιακή σύγκρουση.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Μια ζωή στην Πρώτη γραμμή, Rizzoli 2006, σ. 168.
  8. Δείτε το εισαγωγικό δοκίμιο των De Lorenzis, Guizzardi, Mita στο Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» »πληρώσατε ακριβά δεν πληρώσατε τα πάντα. περιοδικό »Κόκκινο»(1973-1979), Derive e Approdi 2008, σ. 69.

Πηγή: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale η πολιτιστική δουλειά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

a Ronconi e Marina Premoli). Colmare questa lacuna nella storia dei movimenti rivoluzionari post-68 in Italia non è solo questione di completezza storiografica: si tratta di riconoscere che ogni rappresentazione storica è sempre parziale, sempre mediata dai documenti disponibili e dalla selezione che su di essi si opera.

Non è casuale che, nell’immaginario che si è affermato, di Prima linea si siano data una serie di rappresentazioni in buona parte distorte: un’organizzazione minoritaria rispetto alle Brigate rosse, “predisposta” al pentimento in ragione delle soggettività che la componevano (laddove nessuno dei suoi fondatori si è pentito), priva di una salda linea politica e di una conseguente elaborazione teorica – a dispetto della constatazione che una salda ortodossia ha per contro prodotto l’aberrazione dei boia nelle carceri e il divenire Caino della parte maggioritaria dei brigatisti detenuti1. Anche il paragone, a volte evocato da alcuni militanti, con Il Mucchio selvaggio di Sam Peckinpah, contribuisce a dare un colore picaresco alla storia di Pl, ma rischia di confermare quel tacito accordo nella storiografia dominante sui cosiddetti “anni di piombo” che riconduce l’intera eversione armata alle sole BR. Una ricostruzione che fa apparire la sovversione armata come un fenomeno unico, una sorta di UFO, con reciproca soddisfazione di chi vuole negarne la natura diffusa e il radicamento sociale, e di chi vuole ricostruirsi una legittimazione storica a posteriori.

Basterebbe questo a rendere meritevole la ricerca di Andrea Tanturli, una tesi di dottorato dalla quale è tratto questo primo volume di Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), che va dalle origini alla fine del 1979. Ci sono però anche specifici aspetti del lavoro storiografico che meritano di essere messi in luce. Come ogni vero storico, Tanturli si è chiesto quali documenti e quadri interpretativi accettare o rifiutare: la sua scelta costituisce una piccola lezione di metodo. Tanturli ha in prima battuta tenuto a distanza le ricostruzioni “continuistiche” – dai Quaderni Rossi agli omicidi BR senza fermate intermedie – inaugurate da Angelo Ventura, i complottismi alla Flamigni, e certe avventate ricostruzioni di Gotor. Al tempo stesso, Tanturli mette in guardia dallʼ«affidarsi alla sola stampa quotidiana per ricostruire la cronaca degli episodi» (p. 340), essendo i giornali «costellati da errori e imprecisioni», e comunque «una fonte estremamente piatta, poco incline allʼapprofondimento e di difficile verifica» (p. 19).

Più complesso lʼuso degli atti processuali e delle memorie: se lʼautore sceglie di «prestare fede, con le necessarie cautele, alle dichiarazioni dei militanti, anche di quelli pentiti, convinto che alcuni di essi abbiano restituito un quadro tutto sommato fedele della vita dellʼorganizzazione» (p. 19), è altresì vero che nel vagliare le singole dichiarazioni emerge un evidente sospetto verso una particolare tipologia di pentitismo che, invece di ricostruire o interpretare, «si nutre di condizionali, tende a venire incontro alle domande degli inquirenti»2. Siamo qui sul crinale che separa due diverse realtà, quella inquisitoria e giudiziaria, e quella politica e morale. Se infatti «le parole “pentiti” e “dissociati” si imposero allora a definire categorie diverse e misure di legge che senza accorgersene ripresero dal fondo più buio del passato italiano categorie di origine religiosa come il pentimento»,3 la dissociazione è stata espressione di un tentativo di fare i conti con la propria storia e i propri errori, nel quadro di una sconfitta delle ipotesi armate di cui solo una parte dei militanti hanno voluto prendere atto. Con le parole di Susanna Ronconi: «la dissociazione ha aperto uno spazio, nei modi che la situazione ha reso possibili, e anche chi allʼepoca non lʼha condivisa oggi dovrebbe, col senno di poi, capirlo. Siamo stati i primi a ricostruire la nostra storia collocandola nella storia di questo paese, dicendo che se non abbiamo avuto ragione avevamo delle ragioni, e chi dice che abbiamo “svenduto” una storia mente sapendo di farlo».4

Esplorata la cassetta degli attrezzi dello storico, veniamo allʼoggetto della sua costruzione. Su Prima line Tanturli è chiaro: «gli appartenenti a Pl prima di essere militanti clandestini furano militanti autonomi». Ma Pl non era «sic et simpliciter una sigla di copertura per il cervello centrale di una presunta Autonomia organizzata; è necessario quindi uscire dallo schema dellʼinnocenza o della colpevolezza, categorie non storiografiche, più adatte a giudici che si fanno storici e storici col complesso dei giudici» (p. 8). Il che significa riconoscere la natura plurale, variegata, desiderante e schizometropolitana, per dirla col linguaggio dellʼepoca, dellʼautonomia: «Ci furono aree dellʼautonomia, che, pur non rifiutando la violenza politica, furono relativamente immuni da sviluppi organizzati nel senso della lotta armata, altre che ci rimasero invischiate più o meno volontariamente, altre ancora che evolveranno, non senza lacerazioni, in formazioni clandestine» (p. 8). E dunque riconoscere quel carattere molteplice, moltitudinario dellʼarea della sovversione sociale e politica che non può essere ridotta ad unità. Dunque un libro come questo non può essere la parola che tutto squadri su Pl, ma un contributo, con gli strumenti propri della ricerca storica, che dovrebbe – è un auspicio, oltre che unʼesigenza – favorire una proliferazione di narrazioni, forse meno scientifiche e più soggettive, in grado di dar ragione «dellʼircocervo che per una volta soltanto si è unito per le teste in piazza Solferino: è morto per insufficienza funzionale del suo organismo mostruoso, come certe povere creature nate nei laboratori, troppo o troppo poco dotate per vivere, respirare, nutrirsi, come fanno quotidianamente organismi meno ambiziosi»5.

Un poʼ come Tristam Shandy, Prima linea impiega molto a nascere, pur parlando da lungo tempo. Non si tratta di un processo lineare e teleologico che da Lotta continua e Potere Operaio, attraverso Senza tregua, conduce a Pl, ma di una serie di attraversamenti, nel corso dei quali ciascun passaggio comporta acquisti e perdite, che forse avrebbero meritato un maggiore approfondimento (penso soprattutto alla figura di Mario Dalmaviva). E, vale ricordarlo, dove ogni passaggio non è dettato da unʼastrazione teorica, ma dallʼinterpretazione soggettiva del concreto darsi delle lotte e degli antagonismi.6 Il che rende difficile proporre una ricostruzione che distingua «una prima e una seconda Pl, a cui distribuire etichette di spontaneismo e di efferatezza» [p. 8]: ovvero, il mito dellʼorigine cui segue inevitabilmente una rovinosa caduta. Di fatto, è la stessa categoria di “origine” che va sottoposta a dura critica: come se la cacciata dal Giardino dellʼEden fosse il frutto di un tradimento dellʼoriginaria purezza, ovvero fosse già inscritta nellʼatto di nascita. Cattiva mitologia, in ambedue i casi. È invece vero che ogni processo manifesta una molteplicità di possibili, e che ogni decisione comporta la loro riduzione, ma anche il sorgere di nuove possibilità. Ma i processi e gli eventi non accadono in vitro, bensì allʼinterno di contesti popolati e imprevedibili, dalla cui interazione lo slancio del possibile può essere rilanciato oppure irrigidirsi fino allʼarresto. Detta così, una questione che risuona nel protagonista di Piove allʼinsù – «Certo, piacerebbe anche a me rintracciare un punto preciso lungo quei giorni, e vedere dove si è decisa la guerra dei vivi e dei morti» – è destinata a rimanere inevasa per assenza, e al tempo stesso per eccesso di risposte: piazza Fontana? Feltrinelli? Calabresi? Varalli? Più sensatamente, vale la pena di seguire il corso degli eventi, per verificare in quali momenti la molteplicità dei possibili è stata recisa dalla Grande Falciatrice della storia, sino a rendere irreversibile il percorso. Ad esempio, quando è stato oltrepassato il limite della vita umana, facendo dellʼomicidio politico un atto ordinario, se non inevitabile: e qui, più di ogni altra considerazione, vale la progressiva militarizzazione dei linguaggi, lʼassunzione della lingua di quello Stato che allʼinsubordinazione aveva dichiarato una guerra senza scrupoli e senza quartiere. Pl non nasce con lʼidea di calare sul proletariato la linea di partito cui le masse, incapaci di iniziativa autonoma, avrebbero dovuto docilmente assoggettarsi (per replicare un viaggio in treno già visto che dalla festosa partenza in Ottobre avrebbe avuto per destinazione lʼinverno siberiano). Neanche si riconosce nelle teorizzazioni dellʼoperaio sociale, un «neo-movimentismo» nel quale, come in un effetto-notte, lʼoperaio di fabbrica e il giovane operaio mobile del lavoro marginale, il disoccupato e lo studente proletario sono tutti bigi.

Volendo fissare due direttrici, potremmo tracciarle a partire dalla necessità di una «ricomposizione politica della classe guidata dai settori organizzati (e armati) della classe, un progetto di egemonia della fabbrica sui nuovi strati emergenti di proletariato»; e la proposta di una struttura che si metta al servizio del movimento, articolata su più livelli – lʼorganizzazione vera e propria, le squadre, le ronde – per attraversare quella «porta stretta» che è la «guerra civile di lunga durata». Al tempo stesso, viene esaltato «lʼantagonismo totale tra il sistema dei bisogni del proletariato» e la «necessità del capitale di imporre le proprie regole a tutta lʼorganizzazione sociale». Se lʼoffensiva va orientata contro «la proliferazione incredibile di figure di comando», per Tanturli «risulta spontaneo pensare a una sorta di “microfisica del potere”, ulteriore elemento che pone Pl in una seppur precaria comunicazione con il retroterra culturale alla base della riflessione sulla modernità» (p. 133). Nelle enunciazioni di Pl risuonano, non importa quanto consapevoli (come del resto in larga parte dellʼautonomia) le pagine del Foucault di Sorvegliare e punire e della Microfisica del potere. Ma se le ricerche di Foucault si radicavano nelle prassi delle nuove lotte trasversali, mancava alle pratiche e alle teorizzazioni del tempo una piena comprensione della complessa relazione fra assoggettamento e soggettivazione. Resta che «lʼindicazione di terreni conflittuali come quello della sanità, della psichiatria, della nocività ambientale sottintende un discorso sulla qualità della vita velleitario nella sua applicazione, ma in grado di cogliere le contraddizioni del mondo contemporaneo e del suo modello di sviluppo» (p. 337).

È altresì vero che lʼintera ipotesi che sorregge la galassia di Pl e delle squadre si basa su presupposti che la dura realtà dei fatti si incaricherà di smentire. In primo luogo, lʼaver sottovalutato la profondità dei processi di ristrutturazione in atto, che ridefiniscono in modo radicale la stessa soggettività operaia. Lʼautomazione, lʼallungamento delle linee di produzione sul territorio, lʼesternalizzazione erano processi già in corso, contro i quali le irruzioni nei luoghi del lavoro nero, o la violenza contro le singole figure del “comando dʼimpresa” si rivelano impotenti. Il capitale dava lʼavvio ai processi di globalizzazione, in risposta al potente ciclo di lotte che innerva il ʼ68 e gli anni successivi in buona parte dellʼOccidente: contro i quali mancava la capacità di immaginare una prassi allʼaltezza dellʼoffensiva.

Il rifluire dellʼoperaio sociale, che rimaneva ripiegato su se stesso – anche per lʼincapacità delle diverse realtà di movimento di dispiegarlo – determinò il progressivo restringimento di quellʼarea della sovversione dalla quale la “guerra civile di lunga durata” avrebbe dovuto trarre linfa. A ben guardare, dentro Pl la mancata affermazione di un’interpretazione chiara del rapporto fra organizzazione e squadre, e la mancata fusione con altre formazioni combattenti, hanno la loro radice nellʼesaurimento della spinta proveniente dalle lotte. Ormai in procinto di sfilacciarsi, Pl «consumerà le residue energie tornando nellʼambiente da cui tutto era cominciato, la fabbrica, ormai pressoché rasa al suolo nella sua architettura conflittuale» (p. 357). Ma «arroccarsi» nellʼassunzione di una sorta «di delega, di supplenza a quella che avrebbe dovuto essere la forza di un movimento sociale» (Susanna Ronconi, p. 356) è, di fatto, lʼammissione di una sconfitta.

La diffusione dellʼeroina, con esiti ben più devastanti delle bombe nelle banche e nelle piazze e sui treni – che lʼautore sottolinea più volte, inquadrando le azioni delle squadre contro gli spacciatori allʼinterno del «sorgere di nuovi terreni e nuove forme di antagonismo» (p. 200) – è, al pari della ristrutturazione della produzione, qualcosa che non poteva essere contrastata con la sola forza delle armi (e che attraverserà la stessa Pl). E attesta il cinismo dello Stato nello scatenare una guerra contro unʼintera generazione per prosciugare il mare della sovversione.

Del quale cinismo, vale la pena citare due documenti. La relazione del 1979 di Dalla Chiesa sullʼattività del proprio nucleo speciale, dove si richiede con crude parole lʼimperativo allontanamento «almeno dallʼesercizio dellʼazione penale» di «quegli elementi notoriamente indicati quali extraparlamentari»: gli «acculturati» e i «portatori – in veste di legalitari o garantisti – di “benevolenze” o “compromissioni”» (pp. 178-79). E una lettera di Dino Sanlorenzo, uno degli ideatori del famigerato questionario anonimo del Pci torinese sul terrorismo, sulla presenza di Segio e Ronconi in una cooperativa sociale nel 1988: «Il Comune gli dia pure delle commesse, […] per esempio lucidare e tenere in ordine le tombe di quelli che hanno accoppato, portare i fiori a quelli assassinati da Prima linea. Potrebbero dedicarsi agli handicappati o a spalare neve quando cʼè» (p. 326): dove lʼequiparazione degli «handicappati» a lavori cimiteriali, o comunque di scarto, dice tutto. Va però sottolineata, accanto alla sopravvalutazione della volontà dellʼoperaio sociale di scendere sul terreno della guerra civile, la sottovalutazione della forza militare e sociale del potere contro il quale le diverse opzioni di lotta armata si sono infrante: un errore politico ancor più grave in una formazione che aveva intuito più di qualcosa sulla struttura molecolare e reticolare del potere.

Ma se la rivoluzione era finita, se la fabbrica, alla vigilia della gigantesca rappresaglia dapprima dei 61 licenziati politici, e poi dei 14.500 espulsi (che erano anchʼessi licenziamenti politici), già riluceva della livida luce che illumina le macerie: era possibile arrestarsi su quella strada che avrebbe portato alle azioni, catastrofiche sul piano politico oltre che umano, dellʼassassinio di Alessandrini, di Emanuele Iurilli e di William Waccher?Lʼistantanea del funerale bolognese di Barbara “Carla” Azzaroni, cui parteciparono migliaia di compagni e compagne, può essere indicativa di uno stato di sospensione che sarebbe forse stato possibile: «Sarebbe bastato uno sguardo calmo alla situazione e a quel corteo funebre per rinunciare alla rappresaglia, per raffreddare la rabbia e cominciare un serio esame sul che fare. Ma era come se a ogni errore e a ogni smacco operativo crescesse il velo davanti agli occhi e la vista si appannasse sempre di più»7. Se con lʼassassinio di Emanuele Iurilli, vittima innocente di unʼazione di rappresaglia, «si rompe definitivamente il sottile filo di seta che ancora ci legava al movimento e alla realtà» (Bruno Laronga, p. 333), è perché quel rapporto con la realtà era già sottile come un filo.

Nelle ricostruzioni delle diverse manifestazioni del movimento antagonista degli anni ʼ70, compare sempre un momento nel quale si dovrebbe dire, e talvolta lo si dice,8 che «non cʼè più tempo». Che i possibili si sono esauriti, e in assenza del possibile la vita, il movimento, lʼessere, soffoca. È su questa sensazione di soffocamento che chiude questo primo volume: alle soglie di quegli anni Ottanta dai quali non nessuno è mai più uscito vivo. «Non basta avere ragione: bisogna che la ragione te la diano», ha detto qualcuno; un motto che si attaglia anche alla storia di Prima linea, ai suoi militanti caduti (ciascuno ha le proprie Spoon River, e ciascuna di esse merita rispetto), e ai molti che hanno ripreso, con nuove forme, le lotte interrotte dalla detenzione: in buona parte quelle lotte trasversali per lʼambiente, il riconoscimento, il diritto alla vita dei detenuti, dei tossicodipendenti, dei diversamente reclusi che le ragioni di Pl aveva intuito. Contraddizioni apparenti, che trovano in una storia che oggi sembra lontana (abbastanza da poter essere storicizzata) radici e percorsi carsici.

*****

Note

  1. A fronte dei 911 condannati delle Br, vi sono 923 di Pl, a cui si aggiungono i 149 dei Comunisti organizzati per la liberazione proletaria (Colp) e le decine di militanti di altre sigle minori (cfr. Renato Curcio, La mappa perduta, Sensibili Alle Foglie 1994; Giorgio Galli, Piombo Rosso. La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi, Baldini Castoldi Dalai 2004; Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Sul periodo dei “boia delle carceri” si vedano la nuova edizione di Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Milieu 2017, pp. 206-219; e Toni Negri, Galera ed esilio, a cura di G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, pp. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro si possono trovare molti documenti archivistici e altre fonti  (primarie e secondarie) che la casa editrice del libro di Andrea Tanturli, DeriveApprodi, mette a disposizione dei lettori.
  2. Il riferimento è alla deposizione di Michele Viscardi durante il processo di Torino a Pl (nello specifico, sull’ipotesi di una “talpa” nella Procura di Torino che abbia fornito informazioni sul giudice Alessandrini: ipotesi che non ha trovato riscontri) (p. 302).
  3. Adriano Prosperi, “Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita”, in Passato e presente, n. 96, 2015, pp. 164; Prosperi sta recensendo Monica Galfré, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film”, in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Derive e approdi, 2017, p. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Boringhieri 2006, p. 156.
  6. Esemplare ad es. la genesi di Senza Tregua allʼinterno della Magneti Marelli di Sesto San Giovanni (pp. 71-85), ricostruita sul ritmo delle lotte e del farsi dellʼautonomia allʼinterno del conflitto di fabbrica.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006, p. 168.
  8. Vedi il saggio introduttivo di De Lorenzis, Guizzardi, Mita a Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» (1973-1979), Derive e Approdi 2008, p. 69.

Fonte: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale