αυτονομία, autonomia

Aldo Bonomi: Η ΑΝΤΙΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ.

Δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε μια συζήτηση επάνω στη δεκαετία του 70 χωρίς να λάβουμε υπόψη ότι, στην ιστορική στιγμή της ρήξης, μια σειρά συντρόφων κατέληξαν στην πεποίθηση ότι το να ασχοληθούν με την επικοινωνία ήταν στην πραγματικότητα και περιείχε μέσα της ένα καθήκον, μια αποστολή. Αυτό σήμαινε να επικοινωνείς ένα φαντασιακό, να κάνεις προπαγάνδα μέσα στις διεργασίες μετασχηματισμού που ελάμβανε χώρα. Φυσικά το έργο αυτό νομιμοποιούνταν από μια κοινωνική πραγματικότητα που εκείνα τα χρόνια αποσκοπούσε ουσιαστικά να τινάξει στον αέρα τον μηχανισμό επιλογής και πρόσβασης στην εξουσία που κατείχαν οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί των κομμάτων. Αυτό ήταν το θεμέλιο σχέδιο σε σχέση με το οποίο αρχίσαμε να παράγουμε πληροφορία. Ένα σχέδιο πολυμορφικής έκρηξης γλωσσών και συμπεριφορών που προσπαθούσε να ανατινάξει το επίπεδο διαμεσολάβησης, να επικοινωνήσει τις δικές του εμπειρίες απορρίπτοντας τον μηχανισμό της ανάθεσης.

La strage di stato. Controinchiesta

Ήταν ζήτημα οικειοποίησης της επικοινωνίας για να επικοινωνήσουμε ανάγκες, επιθυμίες και πάνω απ ‘όλα επιθυμίες για μετασχηματισμό. Ο μηχανισμός επικοινωνίας που διαμορφώθηκε εκείνη την εποχή συνδέθηκε με ένα πολιτικό σχέδιο που στόχευε να κάνει τους πάντες να μετρούν άμεσα ως υποκείμενα. Εάν δεν ληφθεί υπόψη αυτή η εικόνα δεν γίνεται κατανοητό το πλήθος των φωνών, δεν γίνεται κατανοητή η ακραία κατάτμηση, ο διαχωρισμός σε τομείς περιοδικών που γεννήθηκαν μετά το 1973. Η γλώσσα της αντιπληροφόρησης δεν είναι η μόνη γλώσσα, είναι μία από τις πολλές γλώσσες και διαμορφώνεται κυρίως ως απάντηση απέναντι στη βαρβαρότητα της εξουσίας. Ο μηχανισμός της αντιπληροφόρησης είναι καταρχήν ένας μηχανισμός που βασίζεται στην αυτοανάθεση. Αυτό σημαίνει ότι σε σχέση με τη διαδικασία μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη απαιτείται εξουσία και παραβλέπονται οι θεσμικοί χώροι όπου θα έπρεπε να αναφερθεί η ανάθεση. Αρχίζουμε να κάνουμε αντιπληροφόρηση (και η αντιπληροφόρηση προέρχεται από το δραματικό και τραγικό πρόβλημα των φασιστικών σφαγών) με έναν μηχανισμό που είναι ουσιαστικά: να αναγνωρίσουμε τους εχθρούς, να πούμε ποιοι είναι, απομυθοποιώντας τις ασχήμιες τους, τις κακοποιήσεις, δηλαδή καταγγέλλοντας για παράδειγμα τη συμπαιγνία μεταξύ κράτους και φασιστών, καταγγέλλοντας τα κακώς κείμενα, φωνάζοντας την αλήθεια σε αντίθεση και μέσα στην ευρύτερη πολιτική εκστρατεία που βρίσκεται σε εξέλιξη. Το βιβλίο «η σφαγή του κράτους» που γεννήθηκε από αυτοανάθεση από μια ομάδα ρωμαίων και μιλανέζων συντρόφων, είναι μια εμβληματική στιγμή αυτού του τρόπου τοποθέτησης.Το βιβλίο αυτό θα χρησιμοποιηθεί από όλους τους πολιτικούς οργανισμούς που υποστηρίζουν μια επιθυμία για μετασχηματισμό. από τους εξωκοινοβουλευτικούς πολιτικούς οργανισμούς αλλά και από το PCI και το P.S.I. Φθάνει να πάμε να ξαναδούμε τις σελίδες της »l’Unità» και του»Avanti!» του 1969.70, και συνειδητοποιούμε ότι τα περισσότερα από τα άρθρα που ασχολούνται με τις φασιστικές σφαγές έχουν ως σημείο αναφοράς μια στιγμή πολιτιστικής παραγωγής και πληροφόρησης εκτός του μηχανισμού των κομμάτων. Δεν είναι μόνο αυτό το βιβλίο: οι οργανισμοί αντιπληροφόρησης διαδίδονται σε όλη τη διάρκεια αυτής της διετούς περιόδου σε ολόκληρη την Ιταλία, παράγοντας διαφορετική πληροφορία κατά της εξουσίας, κατά ανεπίσημο τρόπο, όχι συγκεντρωποιημένο. Η αντιπληροφόρηση σε αυτή την φάση έχει ως αντικείμενο τον εχθρό: αυτό είναι ένα γεγονός πολύ σημαντικό, διότι το να έχεις ως αντικείμενο έναν εχθρό είναι ένα ενοποιητικό γεγονός.
Σχετική εικόνα
Με βάση αυτό, έκαναν αντιπληροφόρηση δημοκρατικοί δημοσιογράφοι που έγραφαν στην «Unità» στην «Avanti!», στην «Il Giorno», μαζί με συντρόφους που θα εισέλθουν στη συνέχεια στις συντακτικές ομάδες περιοδικών όπως η «Controinformazione». Το περιοδικό «Controinformazione» είδε μαζί, κατά τη γέννησή του, ανθρώπους που στη συνέχεια κατέληξαν στη φυλακή, και πολύ συχνά συνέβη ότι οι δικαστές που τους ανέκριναν είχαν επίσης κάνει πριν από χρόνια αντιπληροφόρηση και αυτοί. Και χάρη σε αυτή την πολιτιστική ανταλλαγή, μια σειρά δικαστών μπόρεσε να αποκτήσει μια κατάλληλη κουλτούρα για να ασκήσει στη συνέχεια έναν πολύ ακριβή και βαθύτατο κατασταλτικό μηχανισμό. Στην ιστορία της αντιπληροφόρησης εμφανίζεται το πρόβλημα της αντίφασης της αλήθειας σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Ο ενοποιητικός μηχανισμός ήταν ο μηχανισμός της αλήθειας: διεξάγονταν έρευνες επάνω στον εχθρό, μεταδίδονταν στο κίνημα μετασχηματισμού, δίνοντάς του στόχους, συνθήματα. Ο μηχανισμός αυτός ραγίζει σε μια συγκεκριμένη στιγμή, όταν σε κάποιο σημείο δεν μπορεί πλέον να ειπωθεί η αλήθεια
La «banda» 22 ottobre
Υπάρχει μια ιστορική στιγμή στην Ιταλία, στην οποία περιοχές του κινήματος κάνουν ριζοσπαστικές επιλογές, σε σχέση με τις οποίες ο μηχανισμός της αλήθειας είναι ένας μηχανισμός που δεν λειτουργεί πλέον. Όταν συμβαίνει η ληστεία της «Banda 22 ottobre» (που ορίζεται ως «συμμορία, banda» από τα επίσημα όργανα τύπου), λαμβάνει χώρα μια εμφανής διάσπαση: η «δημοκρατική» συνιστώσα στο εσωτερικό της δραστηριότητας αντιπληροφόρησης δημιουργεί ένα υποθετικό φασιστικό παρελθόν του Mario Rossi, διότι μόνο με μια τέτοια εξήγηση θα μπορούσε να στηριχθεί ο μηχανισμός της αλήθειας που διατηρούσε όλους μαζί. Ενώ οι αγωνιστές που αναφέρονται στα κινήματα μετασχηματισμού που βρίσκονται σε εξέλιξη γνωρίζουν πολύ καλά ότι η ληστεία της «Banda 22ottobre» είναι μια στιγμή μετάβασης, ένα άλμα προς μια πολιτική διαδικασία άλλου είδους.
Η κατάσταση κατακρημνίζεται όταν το πτώμα του Giangiacomo Feltrinelli βρίσκεται στις Segrate κάτω από ένα πυλώνα υψηλής τάσης Από την μια πλευρά μπερδεύεται η Cia γιατί αλλιώς δεν γίνονταν κατανοητό τι συνέβη ενώ από την άλλη η «Potere Operaio» βγαίνει με τον τίτλο: «Ένας επαναστάτης έπεσε». Και εκεί εμφανίζεται στο έπακρο πως η αντίφαση της αλήθειας τινάχθηκε στον αέρα.
Αποτέλεσμα εικόνας για Potere Operaio "Un Rivoluzionario è caduto"
Ο μηχανισμός της αντιπληροφόρησης από εκείνη τη στιγμή δεν είναι πλέον ένας ενοποιητικός μηχανισμός, αλλά μάλλον προκαλεί διαχωρισμό. Μετά το 1973 ο μηχανισμός της επικοινωνίας παίρνει μια άλλη πορεία, η αντιπληροφόρηση επίσης. Τα έτη που πηγαίνουν από το 1973 στο 1975 είναι χρόνια στα οποία στο πλαίσιο του κινήματος μετασχηματισμού η μαρξιστική-λενινιστική θέση γίνεται πολιτισμικά ηγεμονική, και ως εκ τούτου ο μηχανισμός της επικοινωνίας γίνεται η ζώνη μετάδοσης των μικρομορφών κόμματος, που παράγουν μόνο ιδεολογικές βεβαιότητες για τους αγωνιστές τους. Είναι η φάση στην οποία γεννιούνται οι εφημερίδες οργανώσεων: «Lotta Continua», «Potere Operaio», «Il quotidiano dei lavoratori» κλπ. Αυτό που χαρακτηρίζει αυτές τις εφημερίδες δεν είναι η αυτοανάθεση, αλλά ένας ακριβής μηχανισμός που επικοινωνεί ένα άκαμπτο φαντασιακό της επανάστασης: Για τρία χρόνια το πρόβλημα γίνεται: «Τι υπάρχει πίσω από τη γωνία;» και η απάντηση είναι ότι πίσω από τη γωνία υπάρχει η βεβαιότητα της επανάστασης. Με το »Κόμμα του Μιραφιόρι» τίθεται από ένα μεγάλο μεγάλο μέρος του κινήματος μετασχηματισμού, το πρόβλημα της εξουσίας, το πρόβλημα της ριζοσπαστικοποίησης στο μέγιστο των επιλογών για την κατάκτηση της.
Αποτέλεσμα εικόνας για controinformazione rivista anni 70
Εδώ τίθεται η σχέση ανάμεσα στον ένοπλο αγώνα και την επικοινωνία. Ο ένοπλος αγώνας είναι η πιο ριζοσπαστική μορφή της επικοινωνίας μιας και αυτή αρνείται νομιμοποίηση σε όλα τα εργαλεία δημιουργίας συναίνεσης, και θέλει να αποκτήσει μέσα από μια στιγμή ισχύος, εκείνο που δεν πιστεύει ότι μπορεί να αποκτήσει διαμέσου λειτουργιών οικοδόμησης της συναίνεσης. Εντούτοις, ανάμεσα στην περιοχή του ένοπλου αγώνα και τον χώρο της αντιπληροφόρησης υπάρχει σίγουρα μια σχέση, μια συνοχή, που δεν σημαίνει ότι αυτή η τελευταία είναι εσωτερική στη διαδικασία του ένοπλου αγώνα. Η φάση στην οποία γεννιέται το περιοδικό «Controinformazione» είναι, όπως έλεγα, η φάση κατά την οποία ξεσπά το πρόβλημα της αντίφασης της αλήθειας, αντίφαση που ξεσπάει σχεδόν αμέσως στο συντακτικό προσωπικό, που αποτελείται από μια ομάδα αγωνιστών που αναφέρονται στη διαδικασία μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη , και από μια ομάδα που έχει διαμορφωθεί μέσα στην κλασσική εμπειρία της αντιπληροφόρησης.
Σχετική εικόνα
Μετά το πρώτο νούμερο η δεύτερη συνιστώσα αποχωρεί.Υπήρχαν διαφορετικές πολιτικές θέσεις σχετικά με το ρόλο της αντιπληροφόρησης. Υπήρχαν όσοι πίστευαν ότι η αντιπληροφόρηση θα έπρεπε να έχει ως τελικό στόχο την αλλαγή των θεσμικών μηχανισμών και εκείνοι που αντιθέτως πίστευαν ότι η αντιπληροφόρηση θα πρέπει να είναι συναφής με τους ριζοσπαστικούς ταξικούς μηχανισμούς που είχαν καθιερωθεί εκείνα τα χρόνια.Η αντίφαση της αλήθειας διασχίζει οριζόντια το κίνημα μετασχηματισμού σε αυτή την περίοδο όπως περνά μέσα από όλες τις πολιτικές δυνάμεις.Η στάση απέναντι στον ένοπλο αγώνα γίνεται, σε όλη αυτή τη φάση, ένας μηχανισμός γειτνίασης, έτσι ώστε αντιπληροφόρηση ουσιαστικά σημαίνει να μιλάμε για τον ένοπλο αγώνα: υπάρχει μια συνιστώσα του τεράστιου κινήματος μετασχηματισμού που έχει κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση και ως εκ τούτου είναι σωστό να μιλήσουμε για αυτό, να δημοσιεύονται τα ντοκουμέντα και να προσπαθούμε να κατανοήσουμε αυτή τη διαδικασία. Η επιλογή της γειτνίασης της εμπειρίας του ένοπλου αγώνα θα οδηγήσει την αντιπληροφόρηση να ασχοληθεί με το σύμπαν της φυλακής.
Σχετική εικόνα
Ακολουθώντας το μονοπάτι εκείνων που έκαναν την πιο ριζοσπαστική επιλογή και κατέληξαν στη φυλακή, ερχόμαστε να ανακαλύψουμε το σύμπαν των φυλακών. Στα χρόνια 1975-76 αρχίζουμε να καταπιανόμαστε με αυτό το πρόβλημα, και
η αντιπληροφόρηση γίνεται καταγγελία σε αυτό το έδαφος. Ο κίνδυνος υπήρξε τότε εκείνος να μειωθεί ένα πολύ περίπλοκο κίνημα, το οποίο είχε μέσα του πολλές δυνατότητες, σε μια κουλτούρα γκέτο. Στη συνέχεια, το κίνημα του ’77 υπήρξε μια πολύ υψηλή στιγμή πολιτικής και πολιτιστικής παραγωγής. Ήταν θέμα αναγνώρισης της ποικιλομορφίας της πολυμορφίας των γλωσσών, οι οποίες στο σύνολο τους έτειναν να σπάσουν τον μηχανισμό της εκχώρησης-ανάθεσης εξουσίας που ήταν εγγενής στη γραφειοκρατική δομή των κομμάτων. Αλλά το τραγικό λάθος που διαπράχθηκε ήταν το να υποστηριχθούν στιγμές μείωσης, ελάττωσης της πολυπλοκότητας σε σχέση με τη στιγμή της διεύρυνσης.Η αντιπληροφόρηση από το ’77 και μετά γίνεται μέσο κάμψης, πτώσης, δεν αντιλαμβάνεται και δεν περιλαμβάνει πλέον την πολυπλοκότητα του πραγματικού κινήματος που βρίσκεται μπροστά της.
Σχετική εικόνα
αυτονομία, autonomia

Η ΑΛΛΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ, Η ΑΛΛΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ (8).

Όμως το βιβλίο εξακολουθεί να είναι ένα ουσιαστικό εργαλείο για τη μετάδοση της γνώσης.Το πέρασμα στην παραγωγή του βιβλίου για το κίνημα αντιπροσωπεύει ένα πρόβλημα.Προϊόν εξαναγκασμού, χωρίς μια πραγματική ωρίμανση, σχεδόν πάντα επιλύεται στο βιβλίο-ντοκουμέντο, στο βιβλίο που ακολουθεί την επικαιρότητα, στην προσπάθεια προβληματισμού ή στην αναφορά, την περίληψη των αγώνων. Εάν το έργο αντιπληροφόρησης στα πρώτα χρόνια μετά το Εξήντα οκτώ καλύπτονταν από περιοδικά και μπροσούρες, το βιβλίο, συχνά στεγνό αναμάσημα των κλασικών του μαρξισμού και ιστορία της ιδίας οργάνωσης, εξυπηρετούσε τα σεμινάρια που εκπαίδευαν στελέχη. Στη φάση του «προσωπικού που είναι πολιτικό» προχωρήσαμε στη συνέχεια σε εγχειρίδια ημερολογίων, βοτάνων, για το σώμα και τα ναρκωτικά για να φτάσουμε στις θλιβερές ιστορίες που έγραψαν οι πρώην leader για να γιορτάσουν τις δεκαετείς εκδηλώσεις μνήμης. «Το βιβλίο είναι ένα συγκεκριμένο πράγμα, συνεπάγεται μακρύτερο στοχασμό, χρονικό ρυθμό διαφορετικό από αυτόν της επικαιρότητας, και αντιθέτως, το θεωρητικό βάθος φαίνεται να απουσιάζει από τους πολιτικούς ηγέτες εκείνης της δεκαετίας, σαν να μοιάζει σχεδόν προνόμιο της προηγούμενης πολιτιστικής γενιάς: Tronti, Asor Rosa, Cacciari, Bologna, Negri. Εν ολίγοις, εκείνο του βιβλίου δεν αποτελεί ένα πλεόνασμα των στοιχείων ενεργητικού επί των υποχρεώσεων για τις στρατευμένες εκδόσεις. Η σχέση μεταξύ των νέων του κινήματος και γραφής είναι από τις πιο δύσκολες. Αν και η επανάκτηση της λογοτεχνίας και της ποίησης, η βαθιά επανάσταση της γλώσσας που επέβαλε το κίνημα του ’77 και πάνω απ ‘όλα η μεγάλη, ισχυρή μεταμόρφωση των εθίμων, του στυλ και της πραγματικότητας, δεν μπορούν παρά να έχουν λογοτεχνικά αποτελέσματα, αν και μακροπρόθεσμα και πιθανώς δια του έργου μιας νέας γενιάς που δεν είναι αυτή των «πολιτικών». Ωστόσο, η άνθιση των μικρών εκδοτικών οίκων και των εκτυπωτικών μικρο-πρωτοβουλιών είναι πιο ζωντανή και βλαστάνει καλύτερα από ποτέ. Στη Μπολόνια, στη Ρώμη, στο Μιλάνο και στην »επαρχία» βρίσκεται σε εξέλιξη ένα νέο φαινόμενο: τουλάχιστον δέκα μικροί εκδοτικοί οίκοι συνυπάρχουν με τυπογραφίες που δουλεύουν με φτωχά μηχανήματα, απέκτησαν την επίπεδη off-set που κοστίζει λίγα εκατομμύρια και που επιτρέπει μια καλή εκτύπωση, και δημοσιεύουν επίσης σε πολύ χαμηλό αριθμό αντιτύπων περνώντας στη συνέχεια από ένα εναλλακτικό κύκλωμα στη διανομή.Το φαινόμενο που ήταν ήδη γνωστό στη Γερμανία μετά από τη βίαιη καταστολή που άσκησαν οι αρχές σε οποιαδήποτε μορφή μη θεσμικής παραγωγής, βρήκε στα δικά μας μέρη άλλες τάσεις, άλλα κίνητρα.

Αποτέλεσμα εικόνας για antonio negri, libri, anni 70, foto

Δεν είναι ότι η βιομηχανικός μηχανισμός του πολιτισμού ασκεί μια μορφή ρητής καταπίεσης ενάντια στις αναδυόμενες νοημοσύνες: απλώς τις αγνοεί. Για πολύ καιρό σνομπάρισε, για παράδειγμα, μια εμπειρία όπως εκείνη των «QuaderniRossi». Ανέχεται με δυσκολία νέους συγγραφείς που δεν παραπέμπουν άμεσα σε καθιερωμένες λογοτεχνικές κατηγορίες, εκείνες των Μοravia, των Calvino, των αμερικανικών γραμμάτων, και ούτω καθεξής. Συχνά φθάνει να προσλαμβάνει – έστω και με καθυστέρηση και όταν η εσωτερική δομή των πολιτιστικών φορέων στο εσωτερικό της το επιτρέπει – το πρόσωπο που ενεργεί ως άμεσος σύνδεσμος με τους τομείς του κινήματος. Κυρίως το νέο ταλέντο εντοπίζεται μέσα από τις πρώτες δημοσιεύσεις του σε περιοδικά ή στην μικρή εκδοτική προσπάθεια, κάνοντας αυτή την τελευταία να αναλαμβάνει μια λειτουργία κοσκινίσματος, αλλά ακόμα περισσότερο ο μεγάλος εκδοτικός οίκος τείνει να συσκευάζει αυτός, από μέσα, βιβλία και συγγραφείς σε ένα έργο έγκαιρου σχεδιασμού. Ο διαχωρισμός μεταξύ αυτών των μορφών εκδόσεων είναι σαφής. Στους μεγάλους εκδότες υπάρχει ένας ακριβής πολιτιστικός σχεδιασμός ο οποίος σχεδόν πάντοτε λείπει στους μικρούς, οι οποίοι ωστόσο έχουν πιο ευκίνητα πολιτιστικά μονοπάτια και υποκείμενα σε τροποποιήσεις.
Αποτέλεσμα εικόνας για QuaderniRossi
Ακόμη: υπάρχει ο προγραμματισμός των τίτλων, βασικό στοιχείο και διάταξη όλης της συντακτικής πολιτικής, οι 80-90 μικροί οίκοι που λειτουργούν σήμερα στην Ιταλία, στηρίζουν αντιθέτως την ύπαρξη τους ακριβώς στο αντίθετο, όχι τόσο επειδή δεν διαθέτουν δομές, οργάνωση της εργασίας , κατάλληλο προσωπικό και αρκετό σε αριθμό, αλλά επειδή αυτό που μετρά και είναι ζωτικής σημασίας για αυτούς είναι να βγουν με το σωστό βιβλίο την κατάλληλη στιγμή. Για να επιτευχθεί αυτό αρκούν επίσης δύο ή τρεις μήνες. Το κοινό με το οποίο επικοινωνούν είναι περιορισμένο, η ανάγκη στην οποία πρέπει να απαντήσουν συχνά είναι αναδυόμενη ή βρίσκεται στη διαδικασία σχηματισμού, οπότε τα τρεις χιλιάδες αντίγραφα του μέσου όρου κυκλοφορίας είναι σχεδόν πάντοτε επαρκή.Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλές φορές ο μικρός εκδοτικός κλάδος βρίσκεται στη θέση να παίζει προλαμβάνοντας κοινωνικά φαινόμενα που στη συνέχεια θα εκραγούν ή ανακαλύπτοντας φλέβες που στη συνέχεια θα ξεθαφτούν από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους. Είναι η περίπτωση του βιβλίου για το Radio Alice που δημοσιεύτηκε τον δεκέμβριο του ’76 από το Erba Voglio που εκείνη την στιγμή δεν είχε καμιά απήχηση και που στη συνέχεια τροφοδότησε ένα τεράστιο ενδιαφέρον για τη γλώσσα, τα ελεύθερα ραδιόφωνα, τη νέα δημιουργικότητα: όλα στοιχεία που θα βρουν την αποδιοργανωτική τους δύναμη την άνοιξη του ’77.
Σχετική εικόναΑποτέλεσμα εικόνας για Alice disambientata, erba voglio, foto
Ήταν η περίπτωση της αναβίωσης των σουρεαλιστών ποιητών, των μεγάλων γυναικών συγγραφέων του παρελθόντος, όπως η Virginia Woolf, που ελήφθησαν ξανά από τις «φεμινιστικές» εκδόσεις και στη συνέχεια ανατυπώθηκαν σε μεγάλα νούμερα από τους μεγαλοεκδότες, πάντα έτοιμους να αδράξουν τις ενδείξεις. Ήδη το 1975 ωστόσο τα πρώτα τεύχη του «A / traverso» έρχονται ως ανοιχτή έρευνα για τα παγκόσμια και συνολικά προβλήματα της γλώσσας, του ιδιωτικού χώρου και της νοημοσύνης σε σχέση με την εξουσία, πέρα από τα άκαμπτα ιδεολογικά σχήματα των οργανώσεων αλλά και πέρα από το «μπανάλ» έδαφος της συζήτησης για την κρίση της στράτευσης και για την ανάδυση των αναγκών, για την οποίαν αναζητούνται πιο πολύπλοκες διαδρομές που να συνδέονται με μια πολιτιστική δομή που πηγαίνει από το Majakovskij στο Bataille, από τα «Quaderni Rossi» έως τον Deleuze και τον Guattari. Πρόκειται για ένα έργο μιας μικρής πολιτιστικής επανάστασης που γεννιέται, όχι τυχαία, ως κατοπτρική αντανάκλαση ακριβώς στη Μπολόνια, όπου το μοντέλο του «υλοποιημένου σοσιαλισμού» εμφανίζονταν καταπιεστικό, αδύναμο, μη ελκυστικό. Από εδώ και ένα συγκεκριμένο παράλληλο μονοπάτι με τους νέους φιλόσοφους όπως ο Henri-Levy και ο Gluksmann που με το πάντρεμα της κριτικής κάθε διαφωνίας οδηγούν μια βίαιη επίθεση στις χώρες των «gulag».
Αποτέλεσμα εικόνας για Zut, 1977
Μεταξύ του χειμώνα του 1976 και του Ιουλίου του 1977 εκρήγνυται ένα πρωτοφανές φαινόμενο: η γέννηση 69 νέων εκδόσεων με συνολική κυκλοφορία 300 χιλιάδων αντιγράφων εκ των οποίων 288 χιλιάδες πωλούνται, τυπωμένα σε εννέα διαφορετικές περιοχές της Ιταλίας, στις μητροπόλεις αλλά και σε απίστευτες καταστάσεις όπως το Pero, το Sesto SanGiovanni, το Brugherio, στην επαρχία του Catanzaro, Ascoli Piceno, Ferrara, Rimini, Savona, Imperia. Είναι τα «Zut», «A/traverso», «Wow», «Bilot», εφημερίδα της Brianza, «Nelmorbido blu», στο Καταντζάρο, σε μια εκπληκτική ομοιογένεια της γλώσσας, επιδεικνύοντας ποτάμια και κοινά πολιτιστικά μονοπάτια, εκφράζοντας το περιεχόμενο του κινήματος του ’77. Η εγκάρσια διάσταση μέσα στα μεγάλα κοινωνικά θέματα θεωρητικοποιείται από τον περιορισμό κατηγοριών όπως προλεταριάτο, μπουρζουαζία, πλέον φθαρμένες από την ιδεολογία. Έτσι, όπως έπραξε ο φεμινισμός, υπάρχει αντίσταση σε κάθε ιδεολογικό σύστημα, ο ριζοσπαστικός ανταγωνισμός μιας μεγάλης επείγουσας ανάγκης τα σπάει με την ενθρόνιση και την ψευδαίσθηση τροποποίησης από πλευράς των κομμάτων, των συνδικάτων, των περιφερειών, των σχολείων, της πολιτιστικής βιομηχανίας. Η καθημερινή ζωή που βιώνεται ως μια επαναστατική στιγμή σε όλες τις συνιστώσες της πρέπει να κάψει το μέγιστο της επινόησης και της δημιουργικότητας. Από εδώ η ειρωνική χρήση της γλώσσας, τα μη νοήματα, η αξίωση του δικαιώματος να ταξιδεύουν (με τέλεια πλαστά εισιτήρια τρένου) το δικαίωμα στην παράσταση, όχι εκείνη των προαστίων αλλά εκείνη στις «πρώτες» (ακριβώς γι αυτό οι νεανικοί κύκλοι καταλαμβάνουν τις αίθουσες πρώτης προβολής του κέντρου), η θεωρία της τεχνικής-επιστημονικής νοημοσύνης (η οποία τρελαίνει τους σηματοδότες της Μπολόνια και αδειάζει τους αποδέκτες τηλεφωνικών κερμάτων της μισής Ιταλίας ), ο «επαναστατικός τοτοϊσμός», δηλαδή το κοινό πάθος για τη μεγαλοφυή μάσκα του Totò, που αναβίωσε στις δημοφιλείς λαϊκές ρίζες της.
Αποτέλεσμα εικόνας για Il Male, anni 70
Το Radio Alice σπάει όλους τους όρους της επικοινωνίας. Πράγμα που δεν έγινε ποτέ στην ιταλική αριστερά, το κίνημα φέρνει την επανάσταση στη γλώσσα με μια συνειδητή έρευνα. Εφευρίσκει νέες μεθόδους εκτύπωσης με αποκόμματα εφημερίδων, στυλογράφους και λευκό χαρτί χτυπημένο στη μηχανή και εφαρμοσμένο σε γυαλιστερό, δημιουργεί ένα νέο εκτελεστικό εκτύπωσης που επιτρέπει μια ελεύθερη σελιδοποίηση βγαίνοντας από τα τυπογραφικά σχήματα. Αλλά η δύναμη της δημιουργικότητας που εκφράστηκε από το κίνημα του 1977 θα καταφέρει να έχει απρόβλεπτες συντακτικές, εκδοτικές λύσεις ακόμη και στο επίπεδο ενός ειρωνικού και ανευλαβούς μέσου όπως το «Il Male», το οποίο συγκεντρώνει γύρω από την συντακτική του ομάδα τους καλύτερους σχεδιαστές »strip» σε εθνικό επίπεδο, επιτυγχάνοντας πολύ γρήγορα κυκλοφορίες πολύ υψηλές. Η τύχη της περιοχής της «αντιπληροφόρησης» είναι διαφορετική, που θα αναγκαστεί να στραφεί προς τον εαυτό της στην επιδίωξη των ζητημάτων της αναδυόμενης καταστολής, της εξάπλωσης του ένοπλου αγώνα και της ακαμψίας του κατασταλτικού-σωφρονιστικού μοντέλου.
Αποτέλεσμα εικόνας για Il Male, anni 70
Αποτέλεσμα εικόνας για Il Male, anni 70
αυτονομία, autonomia

Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ.

Σχετική εικόνα

Η έκφραση «ιστορικός συμβιβασμός» γεννήθηκε το 1973 μετά από προβληματισμό σχετικά με την εμπειρία του φασιστικού πραξικοπήματος στη Χιλή από την κομμουνιστική ηγεσία. Θα ήταν όμως άδικο να πιστεύουμε ότι αυτή η διατύπωση και αυτή η έννοια αποτέλεσε μια ριζική καινοτομία, μια καμπή, μια στροφή στην πολιτική του PCI. Αντίθετα, ο «ιστορικός συμβιβασμός» αντιπροσωπεύει τη μετάφραση με όρους πολιτικούς-θεσμικούς μιας μακρόχρονα επεξεργασμένης που λήφθηκε με συνέπεια στρατηγικής από το ΚΚΙ από το 1946, αυτή η στρατηγική με την πάροδο του χρόνου υιοθετεί διάφορες διατυπώσεις, όπως «ιταλικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό», «πολιτική νέων πλειοψηφιών», αλλά το νήμα της συνέχειας συνίσταται σε μια συνεχή αναζήτηση μιας ισορροπίας μεταξύ ρεφορμιστικής πρακτικής και επαναστατικής ιδεολογικής γλώσσας. Στα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατο του Τολιάττι, ένας αυξανόμενος αριθμός νεαρών κομμουνιστικών στελεχών, κυρίως φοιτητικής εκπαίδευσης, προσελκύστηκε έξω από την τροχιά του κόμματος από δύο μεγάλες μαγνητικές δυνάμεις: η πρώτη ήταν αναμφισβήτητα ο αντίκτυπος της κινεζικής πολιτιστικής Επανάστασης τόσο στους παλαιούς σταλινικούς αγωνιστές, στους οποίους επέστρεφε μια επιθετική αντι-χρουτσοφιάνα ταυτότητα, όσο στους νέους φοιτητικής προέλευσης αγωνιστές, στους οποίους διδάσκει αποφασιστικά αντισταλινικές αρχές όπως: «οι μειονότητες πρέπει να γίνονται σεβαστές, επειδή συχνά η αλήθεια βρίσκεται απ’ την μεριά τους».

Σχετική εικόνα

Η δεύτερη μαγνητική δύναμη συνίστατο στην επανέναρξη των εργατικών αγώνων που έδειχναν την εμφάνιση μιας κοινωνικής σύνθεσης που είχε αλλάξει βαθιά σε σχέση με την μεταπολεμική περίοδο, και στην οποία οι λιγότερο ομοιογενείς συνιστώσες στην παραδοσιακή κομμουνιστική κουλτούρα έτειναν να διαδραματίσουν έναν ρόλο καθοριστικό – όπως οι νότιοι μετανάστες οι οποίοι σε διαδοχικά κύματα έρχονταν να γεμίσουν τα μεγάλα εργοστάσια του Βορρά. Το P.C.I. στα χρόνια μετά το ’68 ζει δύο διαφορετικές τάσεις: αφενός καταφέρνει να κεφαλαιοποιήσει από την άποψη των ψήφων και της κοινωνικής επιρροής την ώθηση που προέρχεται από το φοιτητικό κίνημα, από την άλλη βρίσκεται να λογαριάζεται με την απώλεια κύρους και ηγεμονίας μεταξύ των εργατικών πρωτοποριών νέου σχηματισμού, νέας κατάρτισης.

Σχετική εικόνα

Για πρώτη φορά, το ’69 βρισκόμαστε μάρτυρες μαζικών εργατικών αγώνων, αυτόνομων από την ηγεσία των συνδικάτων και των κομμάτων. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 τέθηκε πολλές φορές το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ της εργατικής τάξης και του κόμματος, ιδιαίτερα στην διάσκεψη της οργάνωσης της Γένοβας το 1966 το κόμμα είχε αναλάβει να ανοικοδομήσει το ρόλο του στο εργοστάσιο, αλλά το πρόβλημα για τους κομμουνιστές ήταν ριζοσπαστικό. Ακριβώς επειδή τα γενικά συμφέροντα της οικονομίας του έθνους, του κράτους θεωρήθηκαν ως σημείο αναφοράς για την πολιτική δράση του κόμματος, κάθε αντιπαραγωγική, ισονομίας και ριζικά αντικαπιταλιστική κίνηση δεν μπορούσε να βρει επαρκή μετάφραση και διαθεσιμότητα στο κόμμα. Αντιμέτωπο με τον σχηματισμό μιας νέας ταξικής σύνθεσης, μετά την είσοδο νεαρών και μεταναστών εργατών, ξένων στην κομμουνιστική πολιτική παράδοση, ξένων στον παραγωγιστικό μύθο της γκραμσιανής παράδοσης, και κυρίως ξένων στην κρατικίστικη κουλτούρα του επίσημου εργατικού κινήματος, το κομμουνιστικό Κόμμα άρχισε να χάνει τον έλεγχο των αγώνων πρωτοπορίας όλο και πιο γρήγορα. Το P.C.I. απαντούσε με την πολιτική των συμμαχιών με τις μεσαίες τάξεις στον εργατικό εξτρεμισμό, αλλά αυτό που μέχρι τη δεκαετία του εξήντα μπορούσε να φανεί μια πολιτική που αποσκοπούσε στην κατάκτηση της πολιτιστικής ηγεμονίας και της πολιτικής ηγεσίας, μετά το ’68, και ακόμη περισσότερο μετά το θερμό Φθινόπωρο, εμφανίστηκε απλά και μόνο σαν μια πολιτική υποχώρησης, θρυμματισμού της πολιτικής εργατικής δύναμης.

Σχετική εικόνα

Το 1973 είναι αναμφίβολα το έτος κλειδί σε αυτή τη διαδικασία απόκλισης μεταξύ των εργατικών πρωτοποριών και του κομμουνιστικού Κόμματος. Και αυτό για δύο αντιτιθέμενους λόγους: Οι εργατικές πρωτοπορίες και το προλεταριάτο έλαβαν ένα αποφασιστικό μήνυμα από την κατάληψη του Μιραφιόρι: ήταν δυνατό να οργανωθούν αυτόνομα μέχρις του σημείου να ενεργοποιήσουν την κατάληψη του μεγαλύτερου ιταλικού εργοστασίου, χωρίς καμία συμμετοχή του συνδικάτου και του κόμματος, το οποίο αντιθέτως ήταν ενάντιο σε αυτές τις δυνάμεις. Το P.C.I. έλαβε ένα εντελώς αντίθετο μήνυμα από το χιλιανό φασιστικό πραξικόπημα: δεν είναι δυνατόν να προχωρήσει σε μια μετωπική σύγκρουση με την αστική τάξη, έστω και αν είναι πλειοψηφική δύναμη, διότι αυτό θα προκαλούσε μια αντίδραση φασιστικού τύπου, και γι ‘αυτό πρέπει να προτείνει στο κύριο, στο μεγαλύτερο κόμμα της μπουρζουαζίας ένα συμβιβασμό που να αντιπροσωπεύει το συνδυασμό, το πάντρεμα όλων των κοινωνικών δυνάμεων της χώρας με μια προοπτική εθνικής αλληλεγγύης. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο μακριά από τις εντάσεις που διέσχιζαν ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Η απόκλιση ανάμεσα στο κομμουνιστικό Κόμμα και τις κοινωνικές πρωτοπορίες έγινε μια κατακόρυφη διάσπαση, μια βίαιη αντιπαράθεση. Αλλά μετά το ’73 η διάσπαση μεταξύ του κόμματος και των πρωτοποριών άρχισε να παίρνει και ένα άλλο περίγραμμα, πιο δραματικό και βαθύτερο από αυτό που αποτελούνταν από ένα απλό προγραμματικό πολιτικό χάσμα. Άρχισε να αναλαμβάνει τα χαρακτηριστικά ενός διαχωρισμού, μιας ρήξης μεταξύ δύο τομέων του κοινωνικού χώρου του μητροπολιτικού προλεταριάτου. Ουσιαστικά, άρχισε να διαμορφώνεται εκείνος ο διαχωρισμός μεταξύ του εγγυημένου προλεταριάτου και του ακάλυπτου προλεταριάτου, του μη εγγυημένου, ο οποίος το 1977 ήταν ο σημαντικότερος λόγος για την κρίση της αριστεράς.

Αποτέλεσμα εικόνας για Autunno caldo, anni '60-'70

Όταν λέμε μη εγγυημένο προλεταριάτο, δεν εννοούμε μόνο τους ανέργους, τους φοιτητές και τους νέους που αναζητούν την πρώτη εργασία, αλλά εννοούμε και τα τμήματα εκείνα της νέας εργατικής εργασίας που είναι πιο εκτεθειμένα στις συνέπειες της αναδιάρθρωσης και της μείωσης του εργατικού δυναμικού που, κατά τη διάρκεια των χρόνων εβδομήντα, άρχισε να διαμορφώνεται ως μια αναπόφευκτη τάση της παραγωγικής ανάπτυξης και του τεχνολογικού μετασχηματισμού. Μια πρώτη ένδειξη αυτής της τάσης, για παράδειγμα, την βρίσκουμε στην διένεξη για την ανανέωση των συμβάσεων στο εργοστάσιο Innocenti, όπου το αφεντικό έδιωξε το ένα τρίτο του εργατικού δυναμικού, όχι τυχαία ακριβώς τους νέους εργάτες, πολλοί από τους οποίους συνδέονταν με τους πολιτικούς σχηματισμούς της αυτονομίας. Το φθινόπωρο του 1976 φθάσαμε στη σύγκρουση μεταξύ των απολυμένων εργατών (οι οποίοι ήθελαν να ξαναμπούν στο εργοστάσιο μαζί με μερικές εκατοντάδες φοιτητών και αυτόνομων αγωνιστών) και των ηλικιωμένων εργατών, που συνδέονταν με το PCI, η εργασία των οποίων,προς το παρόν, δεν δέχονταν πλήγμα.Η πολιτική του P.C.I. αντιμέτωπη με την εμφάνιση ενός κινήματος των ακάλυπτων, των μη εγγυημένων,το οποίο εμφανίστηκε το 1977 σε όλη του την έκταση και σε όλη την καταστρεπτική του ισχύ, ήταν τέτοια ώστε να επιτείνει με προκλητικό τρόπο την αντιπαράθεση, και να ωθήσει, έμμεσα, μερικά σημαντικά τμήματα εργατικών πρωτοποριών στον ένοπλο αγώνα. Σπρωγμένο από την εκλογική νίκη του 1976 και από την ένταξη (κατά κύριο λόγο σε δουλοπρεπή και υπαλληλική στάση και λειτουργία) ενός τεράστιου αριθμού διανοουμένων με την διάθεση να γίνουν οι γραφειοκράτες της συναίνεσης, το κομμουνιστικό Κόμμα έφτασε στο σημείο να διατυπώσει το πιο παραπλανητικό, το πιο παράλογο και αυτοκτονικό των συνθημάτων: η εργατική τάξη γίνεται κράτος.

Σχετική εικόνα

Το να κάνει αυτή τη δήλωση, να ρίξει αυτό το σύνθημα την στιγμή κατά την οποία η κρίση κατέστρεφε θέσεις εργασίας και το κράτος ετοιμάζονταν να επιτεθεί στους μη εξασφαλισμένους και τους ίδιους τους μη ειρηνευμένους εργάτες, σήμαινε να ρίχνει τον σπόρο της διαφωνίας μέσα στο κίνημα αγώνα, στο εσωτερικό της αριστεράς και μέσα στο προλεταριάτο. Αυτό που συνέβη στη συνέχεια, μέσα στο ’77, δεν είναι παρά μια μερική συνέπεια αυτής της πολιτικής της διαίρεσης (όπως θα δούμε εξάλλου στο κεφάλαιο αφιερωμένο στη συζήτηση μεταξύ των διανοουμένων που πραγματοποιήθηκε το ’77). Αλλά ήταν το P.C.I. που περισσότερο από κάθε άλλον πλήρωσε τις συνέπειες της θεωρητικής ανανδρίας και της πολιτικής υποτέλειας της στρατηγικής του ιστορικού συμβιβασμού και της κρατικοποίησης των εργατών. Αφού αρνήθηκε με μεροληπτικό τρόπο οποιαδήποτε πρόταση που προέρχονταν από το μη εγγυημένο αυτόνομο προλεταριάτο, και έχοντας παντρευτεί με ακριτικό τρόπο τις απαιτήσεις του ιταλικού καπιταλισμού, που είχε την απαίτηση να αναδιαρθρώσει για να μπορέσει να βγει από την κρίση, το εργατικό κίνημα αρνήθηκε να προχωρήσει στην κατεύθυνση μιας εκστρατείας αγώνα, απαιτήσεων και μετασχηματισμού που έτσι κι αλλιώς προέκυπτε επίσης από τους αγώνες των εργατών, από τη διαμαρτυρία των νέων και από τα αιτήματα των ανέργων: την εκστρατεία γενικής μείωσης του ωραρίου εργασίας.
Σχετική εικόνα
Όταν το ’77, πρώτα οι αυτόνομες συνελεύσεις των εργατών, στη συνέχεια οι διάφορες παρουσίες του κινήματος, έπειτα ακόμη και μια εθνική εργατική συνέλευση (στο Lirico του απριλίου) και επίσης μεγάλοι τομείς του συνδικάτου ξεκίνησαν το σύνθημα: «να εργάζονται όλοι, να εργάζονται λιγότερο», »μείωση του χρόνου εργασίας με ίση αμοιβή», το κομμουνιστικό Κόμμα απέρριψε αυτήν την προοπτική σαν να επρόκειτο για μια προβοκάτσια. Πληρώνει για αυτό το κλείσιμο και την δουλοπρέπεια του όταν, μόλις τρία χρόνια αργότερα, το αφεντικό Agnelli – που είχε πλέον ανασάνει διότι οι κομουνιστές τον είχαν βοηθήσει να εκδιώξει από το εργοστάσιο τον «πάτο του βαρελιού» (έκφραση του αντεργατικού κομμουνιστή Adalberto Minucci) πέταξε έξω σαράντα χιλιάδες εργάτες και κατέστρεψε την εργατική οργάνωση και ολόκληρη τη δύναμη του ίδιου του κομμουνιστικού Κόμματος. Εκείνη την στιγμή ξεκινά η κρίση δίχως διεξόδους του ιταλικού κομμουνιστικού Κόμματος.
Σχετική εικόνα
αυτονομία, autonomia

ΟΙ ΒΕΝΕΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΟΛΕΚΤΙΒΕΣ (36).

Σχετική εικόνα

Όλα τα κινήματα που διέτρεξαν τα ιταλικά «μακρά χρόνια εβδομήντα» έχουν βιώσει τη δική τους ουσιώδη εδαφική ιδιαιτερότητα. Η συγκυρία, το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαφορετικά ανταγωνιστικά υποκείμενα βρέθηκαν να ενεργούν σημάδεψε αποφασιστικά τις εμπειρίες και τις διαδρομές τους. Αυτή η θεώρηση είναι ακόμη πιο αληθινή αν ληφθεί υπόψη η εμπειρία που έχει παραχθεί στο Βένετο, με έναν άξονα που μετατοπίστηκε στο πετροχημικό βιομηχανικό χώρο του Porto Marghera μεταξύ 1967 και 1973 και με έναν άξονα που μετακινήθηκε στην πόλη της Πάντοβα μεταξύ 1974 και 1979. Σημαντικά γεγονότα τόσο ώστε να προσελκύσουν – σε σχέση με την πολιτική δικαστική επιχείρηση της 7ης απριλίου – το νοσηρό ενδιαφέρον των μεγάλων ονομάτων του έντυπου τύπου, κοινωνιολόγων και διανοουμένων και να αξίζουν, μέσα στην «ιταλική ανωμαλία» του μεγάλου Εξήντα Οκτώ, τον χαρακτηρισμό μιας επιπλέον «βενετικής ανωμαλίας».

Και σε αυτή την περίπτωση αυτό που θέλουμε είναι να ξαναδώσουμε φωνή, κυρίως, και παρά τις δικαστικές ανακατασκευές, σε μια πληθώρα θεμάτων και εμπειριών που δύσκολα μπορούν να ανιχνευθούν σε ένα μοναδικό μονοπάτι και σε μια ομοιογενή κοινωνική ταξική σύνθεση. Αν πολλά ειπώθηκαν και γράφτηκαν γύρω από την πρώτη εμπειρία αγώνα και οργάνωσης, που συνδέεται με την κοινωνική μορφή του εργάτη μάζα στα εργοστάσια της μεγάλης βιομηχανικής συγκέντρωσης του Μέστρε-Μαργκέρα μεταξύ των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του εξήντα και του εβδομήντα, δεν παραμένει σχεδόν καμία μαρτυρία – πέρα από τα πρακτικά της δίκης »7 απρίλη, Κορμός Veneto «- σε σχέση με τα επόμενα γεγονότα της Πάντοβα. Είναι τα χρόνια κατά τα οποία η Πάντοβα και η επαρχία της θα βρίσκονται στο επίκεντρο μιας μοναδικής διασταύρωσης ανάμεσα σε παραγωγικές ιδιαιτερότητες μιας περιοχής (που σημαδεύεται από την παρουσία της μικρής και μεσαίας βιομηχανίας, ήδη τότε έντονα αποκεντρωμένης στα εργαστήρια της μαύρης εργασίας, με μια πόλη όπου αποφασιστικός, από κάθε άποψη, ήταν και είναι ο ρόλος του πανεπιστημίου), μια ταξική σύνθεση στο δρόμο μιας βαθιάς μετατροπής και μια αυθεντική πρακτική της πολιτικής οργάνωσης και της «χρήσης της ισχύος, της δύναμης».
Σχετική εικόνα
Εδώ προσπαθούμε να εντοπίσουμε, να σκιαγραφήσουμε κάποιες αρχικές ενδείξεις, ξεκινώντας από την ultra υποκειμενική άποψη, «της δικής μας πλευράς», εκείνων που ήταν πρωταγωνιστές των κινημάτων και των αγώνων αυτών των χρόνων, μέσα στην οργανωμένη εμπειρία των «πολιτικών κολεκτίβων», μια εμπειρία που γεννιέται το 1974 και στη συνέχεια θα ποινικοποιηθεί το ’79 από τον εισαγγελέα Pietro Calogero. Εάν υπάρχει ένα νήμα που συνδέει αυτή την εμπειρία με τον κύκλο των εργατικών αγώνων στη Marghera, αυτό μπορούμε να το εντοπίσουμε στην κοινή στράτευση πολλών από τους πρωταγωνιστές της στις τάξεις της ομάδας εργατική Εξουσία, η σημασία της οποίας σίγουρα δεν βρίσκεται στην οργανωτική συνέχεια που υποστηρίχθηκε τότε από το δικαστικό σώμα, όσο σε ένα είδος «αποτύπωσης-imprinting», στην απόκτηση μιας σειράς θεωρητικών-πρακτικών εργαλείων, αποφασιστικών για την ανάλυση και την παρέμβαση στην κοινωνική πραγματικότητα: μια ικανότητα να διαβαστεί, ουσιαστικά, η σύνδεση μεταξύ της κοινωνικής ταξικής σύνθεσης και αναγκών, μεταξύ αυτών και η ανάπτυξη διεκδικήσεων-αξιώσεων, μορφών αγώνα και οργάνωσης.
Σχετική εικόνα
Οι ρίζες της εμπειρίας των «κολεκτίβων» βυθίζονται – μεταξύ του Εξήντα οκτώ και του τέλους της εργατικής Εξουσίας – στον πρώτο μεγάλο περιφερειακό κύκλο κινητοποιήσεων στις μεταφορές (1970).
Ξεκινώντας από την εκτίμηση σύμφωνα με την οποίαν «ο χρόνος εργασίας, ο χρόνος εκμετάλλευσης δεν διαρκεί μόνο τις οκτώ ώρες της εναλλαγής στο εργοστάσιο, αλλά περιλαμβάνει τουλάχιστον, και τις δύο ώρες που χρειάζονται για να μετακινηθούν χιλιάδες χρήστες των μέσων μαζικής μεταφοράς από το σπίτι και αντίστροφα (για παράδειγμα από την Chioggia ή από το San Donato) προς τον χημικό πόλο, μες το ψύχος, πάνω σε έναν μεταφορέα της κακιάς ώρας, πληρώνοντας μια συνδρομή που είναι μια περαιτέρω κλοπή από το μισθό», οι αγώνες καλύπτουν με εκτεταμένο τρόπο όλη την περιοχή του Veneto. Η μορφή της οργάνωσης είναι αυτή των «επιτροπών γραμμής», ζητούν βελτιώσεις στην υπηρεσία, περισσότερες κούρσες με λιγότερο κόσμο, και να σταματήσουν οι αυξήσεις της τιμής του εισιτηρίου, παλεύουν αποκλείοντας τους μεταφορείς και αρνούμενοι να πληρώσουν τις αυξήσεις. Επάνω σε αυτό το έδαφος εμφανίζεται μια μεγάλη κοινωνική ανασύνθεση από προλεταριακές φιγούρες, κυρίως μαθητών και φοιτητών, τόσο εκείνων που κυκλοφορούν γύρω από τη Βενετία, όσο και εκείνων που παρακολουθούν τα τεχνικά και εμπορικά ινστιτούτα της Πάντοβα.
Σχετική εικόνα
Να δώσει ζωή στις «κολεκτίβες» της Padova θα είναι η πολύ νέα γενιά των μεσαίων στελεχών της εργατικής Εξουσίας, η οποία – κατά τη στιγμή της κρίσης και του τέλους της ομάδας – θα θέσει το πρόβλημα του τρόπου προώθησης στην περιοχή της μιας συνολικής πολιτικής παρέμβασης, προσαρμοσμένης στην πολυπλοκότητα του κοινωνικού. Χωρίς να θέλουμε να επιστρέψουμε στους λόγους της διάλυσης του P.O., πρέπει να υπογραμμίσουμε πως, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν, αυτοί οι νεαροί αγωνιστές κατάφεραν να πιάσουν ελάχιστα, και όχι από κακή βούληση, τις διαφορετικές θέσεις και επιλογές που αντιτίθεντο μέσα στα «υψηλά κλιμάκια» της οργάνωσης. «Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε – λένε – τι θα σήμαινε για εμάς η επιλογή των αυτόνομων συνελεύσεων εργοστασίων: ήμασταν σχεδόν όλοι φοιτητές και δεν πιστεύαμε ότι ήταν λογικό να περιοριστούμε στο ρόλο των »υποστηρικτών» των εργατικών αγώνων». Στην επαρχία της Πάντοβα η μόνη σημαντική πραγματικότητα, όπου στις αρχές της δεκαετίας του ’70 εμφανίζονταν αυτόνομοι εργατικοί αγώνες που αναπαράγουν, σε κλίμακα, αιτήματα και συμπεριφορές των μεγάλων εργοστασίων, είναι η Bassa, με τη μεταλλουργία Utita di Este: μέσα σε μερικούς μήνες η εργατική ανυποταξία και η συνεχής παρέμβαση της Επιτροπής εργατών-φοιτητών ανατρέπουν την κατάσταση ενός εργοστασίου που ήταν το φέουδο του φασιστικού συνδικάτου Cisnal.
Maria Antonietta Berna, militant of the Venetian Political Collective for Worker’s Power killed in action April 11th 1979.
Maria Antonietta Berna, militant of the Venetian Political Collective for Worker’s Power killed in action April 11th 1979.
Αγωνίζονται για ισχυρές ισόρροπες μισθολογικές αυξήσεις για όλους, για την κατάργηση των προνομίων και των κατηγοριών, η εργατική απόρριψη απέναντι στην καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας είναι πλειοψηφική και διαδεδομένη: είναι η δολιοφθορά, το σαμποτάζ των μηχανών, καθώς και πρακτικές μάχης είναι οι πικετοφορίες και οι πορείες στους εσωτερικούς χώρους που «βουρτσίζουν» τα γραφεία της διοίκησης. Στην πλειοψηφία θα υπάρξουν και οι αγωνιστές της εργατικής Επιτροπής που θα εκλεγούν στο συμβούλιο του εργοστασίου, και οι πρωτοπορίες της Utita θα διαδραματίσουν έναν σημαντικό ρόλο πρότασης και οδηγού στις συντονιστικές συναντήσεις των CdF, των εργοστασιακών συμβουλίων, με τη διάδοση μορφών αγώνα όπως διαρθρωμένες απεργίες, απεργίες σκακιέρας, ή άγριες απεργίες a gatto selvaggio, απροειδοποίητες. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτες πολιτικές απολύσεις θα καταγραφούν εδώ στην Utita το 1973. Η κατάσταση των εργοστασίων στη βιομηχανική περιοχή της Πάντοβα είναι διαφορετική, όπου, παρά την σποραδική παρουσία αυτόνομων εργατικών μορφών οργάνωσης, ο έλεγχος επάνω σε μια σύνθεση που εξακολουθεί να είναι πολύ » επαγγελματική » θα παραμείνει σταθερά στα χέρια του PCI και του συνδικάτου. Μετά το συνέδριο της Rosolina (Ιούλιος 1973) που επικυρώνει την ρήξη της εργατικής Εξουσίας, οι «μεσαίοι» padovani θα συνεχίσουν να υπογράφουν με αυτό το ακρωνύμιο για λίγους ακόμη μήνες: τον ιανουάριο του ’74 αναλαμβάνουν ένα ταξίδι στην Ιταλία για να κατανοήσουν καλύτερα τι έχει απομείνει από την «ομάδα» που τώρα βρίσκεται πλέον να παραπαίει στις υπόλοιπες καταστάσεις. Από τότε, η επιλογή θα είναι να ευνοηθεί το κοινωνικό ρίζωμα στην περιοχή τους, εκείνη του Βένετο όπου, χάρη στους αγώνες επί των μεταφορών, αρχίζουν να ανακαλύπτουν πως πρόκειται για «ομοιογενή ζώνη» .Επιλογή που τους οδηγεί, μέσα στο ίδιο ’74, να εγκαταλείψουν την εβδομαδιαία συνάντηση του «ακτίφ» του P.O. που δεν κατέληγε κάπου, και να ιδρύσουν, πολύ απλά, συλλογικότητες που να παρεμβαίνουν απευθείας στις γειτονιές και στα χωριά, όπου το πρώτο αγωνιστικό δίκτυο θα είναι ακριβώς εκείνο που αποτελούσαν οι φοιτητές που εμπόδιζαν τους ταχυμεταφορείς.
«Στην Πάδοβα – θυμούνται οι συνεντευξιαζόμενοι – τότε κυριαρχούσαν οι «ομαδούλες» της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Υπήρχε μια ιστορική παράδοση μ.λ. και όταν μιλούσαμε για την απόρριψη της μισθωτής εργασίας γίνονταν έξω φρενών. Ήμασταν μειοψηφίες, αλλά αισθανόμασταν κάτι άλλο σε σχέση με τις «ομάδες» […] δεν είχαμε μια ταυτότητα, επειδή η θεωρητική αναφορά μας ήταν ο εργάτης μάζα αλλά εδώ δεν υπήρχε […] έπρεπε να επινοήσουμε τα πάντα από το α έως το ω και ίσως ήμασταν, χωρίς το γνωρίζουμε, οι πρόδρομοι μιας νέας φιγούρας που εμφανίζονταν σε σχέση με το κοινωνικό σώμα.» Αλλά ποια είναι λοιπόν τα χαρακτηριστικά στοιχεία, από κοινωνική άποψη, της ιδιαιτερότητας της Πάντοβα; Ο ρόλος της πόλης στο παραγωγικό και αστικό «πολυκεντρικό» σύστημα της περιοχής ήταν εκείνος της πρωτεύουσας του τριτογενή τομέα, των υπηρεσιών, ιδίως στον πιστωτικό και χρηματοπιστωτικό τομέα. Στην επαρχία ήδη τότε κυριαρχούσε το μικρομεσαίο εργοστάσιο και το εργαστήριο της μαύρης εργασίας [αλλά με πολλές διαφορές σε σύγκριση με την δικτυωτή τυπολογία της σημερινής επιχείρησης), όπου οι επιταχυνόμενες διαδικασίες εκσυγχρονισμού συνυπήρχαν με την αρχαϊκή βία των σχέσεων εκμετάλλευσης, αρπάζοντας χέρια από την ιστορικά πολύ φτωχή ύπαιθρο, η οποία είχε εκκενωθεί από τη μετανάστευση από τα τέλη της δεκαετίας του ’50Padova, «λευκή» πόλη που κυριαρχείται από την εκκλησία σύμφωνα με τα πιο διεδεδομένα στερεότυπα (το μάιο του ’74 στο δημοψήφισμα τα ναι στην κατάργηση του διαζυγίου πήραν το 55,9%) συνυπάρχει με ένα αρχαίο πανεπιστήμιο που κυριαρχείται από άκαμπτες και αδιαπέραστες ιεραρχίες, αλλά με σχολές σε θυελλώδη ανάπτυξη (οι εγγραφόμενοι στο ακαδημαϊκό έτος 1973-74 είναι 47 χιλιάδες, δηλαδή έξι χιλιάδες περισσότεροι από ό, τι το προηγούμενο έτος), όπου κάνει την εμφάνιση της μια νέα φοιτητική σύνθεση καρπός της μαζικής πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έντονη εισροή, ιδιαίτερα στην ψυχολογία, φοιτητών προερχόμενων από το Νότο.
grashow
Εδώ το ινστιτούτο πολιτικών επιστημών αποτελεί μια επιπλέον ανωμαλία, μια μοναδική εμπειρία για τον πλούτο της κριτικής και ανατρεπτικής θεωρητικής παραγωγής, διεξάγονται δεκάδες σεμινάρια και έρευνες διεθνούς σημασίας, σε μια σχέση όσμωσης με τους κοινωνικούς αγώνες. Αλλά μέχρι το 1975 , το πανεπιστήμιο, ιδιαίτερα η σχολή της νομολογίας, είναι επίσης ένας χώρος όπου οι φασίστες περιφέρονται ατιμώρητοι: εδώ κάνουν τις πρώτες πρόβες τους ο Freda με τους συντρόφους τους (η βόμβα ενάντια στο στούντιο του καθηγητή Opocher, πρύτανη και πρώην παρτιζάνου), μαζί με τον Massimiliano Fachini και άλλους που θα συμμετάσχουν στις συνωμοσίες του Τριαντάφυλλου των ανέμων, Rosa dei venti, θα έχουν άφθονη ακαδημαϊκή προστασία και από την αστυνομία, παρεμβαίνουν με όπλα στα χέρια για να διαλύουν εργατικές πικετοφορίες και φοιτητικές συνελεύσεις.Οι αντιφασιστικές κινητοποιήσεις της άνοιξης του ’75, και ειδικότερα οι πολύ σκληρές συγκρούσεις με την αστυνομία, οι οποία αναγκάζεται να υποχωρήσει κάτω από μια βροχή από κοκτέιλ molotov, με την ευκαιρία του συλλαλητηρίου του φασίστα Covelli, σηματοδοτούν μια καμπή, μια στροφή στην πόλη: για τους φασίστες εκεί δεν θα υπάρχει πλέον κανένας χώρος, ενώ οι «πολιτικές κολεκτίβες» θα γίνουν η ηγεμονική πραγματικότητα στην λεγόμενη εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Aναφέρουν στις μαρτυρίες τους οι αγωνιστές: «Για εμάς οι φασίστες ποτέ δεν αντιπροσώπευαν ένα στρατηγικό πρόβλημα […] λόγια σαν αυτά που μιλούσαν για «φασιστικοποίηση του κράτους» ή περί «fanfascismo» δεν ανήκαν ποτέ σε εμάς[…] κατακτώντας την ελευθερία κινήσεων εναντίον αυτών των συμμοριών από τραμπούκους, ξεκινήσαμε αντιθέτως να θέτουμε το ζήτημα της αντιεξουσίας στην περιοχή, της χρήσης της μαζικής δύναμης μα όχι μόνο, για να επιβεβαιώσουμε ένα δυϊσμό της εξουσίας […] «Κεντρικό θέμα σε αυτή εμπειρία εξακολουθεί να είναι η σχέση ανάμεσα στην ανάγνωση της κοινωνικής σύνθεσης και η υλικότητα, η σημαντικότητα των αναγκών που αυτή εκφράζει.
morti_12_aprile_79
Το 1975-76 αυξάνονται και αναπτύσσονται οι κολεκτίβες της Alta padovana οι οποίες παραδόξως θα είναι πρωταγωνιστές της «συνδικαλιστικοποίησης» δεκάδων εργοστασίων, μικρότερων ή μεγαλύτερων στην περιοχή, στις προλεταριακές γειτονιές της πόλης (Arcella, Mortise) η πρακτική της αυτομείωσης των λογιαριασμών τηλεφώνου και ηλεκτρισμού,Sip και Enel εξαπλώνεται, οι μαθητές της Επιτροπής interistituti συνεχίζουν μια πλέον πολυετή παράδοση αγώνων στις μεταφορές.Στην πανεπιστημιακή κοινότητα, η νέα φιγούρα του «προλετάριου σπουδαστή», όλο και περισσότερο παρούσα, καθορίζει – ξεκινώντας από το ρόλο «ερυθρής βάσης» του σπιτιού του φοιτητή Fusinato – κινητοποίηση γύρω από τα κόστη των κυλικείων και της στέγασης.Η πρακτική των «πολιτικών κολεκτίβων» βελτιώνει την πρωτοτυπία, την αυθεντικότητα αυτής της υποκειμενικής πορείας οργάνωσης με την προσπάθεια να διαβάζει με σύγχρονους λενινιστικούς όρους την κρίση της κλασικής μορφής κόμματος και των «ομάδων» της αποκαλούμενης εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, επανεφεύροντας έτσι μια σχέση μεταξύ «μαζών και πρωτοπορίας» προσαρμοσμένης στη φάση: « θέλαμε να είμαστε – διηγούνται οι πρωταγωνιστές – συνολικά στελέχη, ολοκληρωμένα, υπό την έννοια ότι δεν έπρεπε να υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ πολιτικού και στρατιωτικού, το χτίσιμο μαζικών προλεταριακών οργανισμών, αυτόνομων από κόμματα και συνδικάτα, που αγωνίζονταν για να επιβεβαιώσουν, να διακηρύξουν τις ανάγκες και η χρήση βίας, η πρακτική της αντιεξουσίας, πήγαιναν χέρι-χέρι «. Μεταξύ του 1975 και του 1979 θα σημειωθούν περισσότερες από πεντακόσιες πράξεις «μελετημένης χρήσης βίας» στο Βένετο, στις περισσότερες περιπτώσεις θα είναι σαμποτάζ και σοβαρές ζημιές σε ιδιοκτησίες φασιστών, χριστιανοδημοκρατών πολιτικών, αφεντικών και πανεπιστημιακών βαρώνων. Η εξάπλωση αυτών των πρακτικών »μαζικής παρανομίας», μεταξύ των άλλων πραγμάτων θα αποτελέσει για χρόνια το καλύτερο αντίδοτο απέναντι στην παρουσία των μαχόμενων οργανώσεων και του στρατηγικού σχεδίου ένοπλου αγώνα.
Σχετική εικόνα
Το 1976 άρχισε η παρέμβαση για τη μαύρη εργασία και στα εργαστήρια αποκεντρωμένης παραγωγής, τα συντονιστικά των εργατών οργανώνουν εκατοντάδες εργαζομένες και εργαζόμενους μέχρι τότε «βυθισμένους, χαμένους», η πιο διαδεδομένη μορφή αγώνα είναι αυτή της περιπολίας που επιβάλλει με το μπλοκάρισμα της παραγωγής τις εργατικές απαιτήσεις. Στις γειτονιές ξεκινά η μάχη ενάντια στο «carovita, στην καθημερινή ακρίβεια», ξεπηδούν μικρές αγορές με πολιτικό τίμημα και δίδονται οι πρώτες μορφές οικειοποίησης στα σούπερ μάρκετ με τη διανομή των αγαθών στους προλετάριους της ζώνης. Οι πρώτοι αγώνες κατά της επιλογής ξεκινούν στα ανώτερα σχολεία και στο πανεπιστήμιο, γεννιούνται «αυτοδιαχειριζόμενα σεμινάρια» για τα οποία επιβάλλεται η αναγνώριση και η απαλλαγή.
Το 1976 ανάβει τους πομπούς του Radio Sherwood, ένας από τους πρώτους ελεύθερους ραδιοφωνικούς σταθμούς στην Ιταλία. Το ’77 στην Πάδοβα δεν θα αντιπροσωπεύει την απροσδόκητη εισβολή ενός γεγονότος, αλλά μάλλον μια στιγμή περαιτέρω ενίσχυσης και ανάπτυξης μιας διαδρομής κινήματος σε μια εξέλιξη που έχει ήδη δει, τα προηγούμενα χρόνια, να αναπτύσσονται αμέτρητα πεδία μάχης.
Αποτέλεσμα εικόνας για Radio Sherwood, anni '70
αυτονομία, autonomia

Η ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ, Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ, [B.R.]

Μετά το θάνατο του Feltrinelli, ένα μέρος των μαχητών των Gap εισρέει στις B.R. τώρα εντελώς παράνομες και χωρίς να έχουν, μετά το κλείσιμο της «Νέας Αντίστασης», «Nuova Resistenza»,μιας μορφής ημιπαράνομης εκπροσώπησης τους. Τον σεπτέμβρη ’71, για να κοινοποιούν τις αποφάσεις τους, κυκλοφορούν μια παράνομη μπροσούρα με την οποία παρουσιάζουν τον πρώτο από μια σειρά » θεωρητικών προβληματισμών » που θα προκύψουν τα επόμενα χρόνια. Σε αυτό το κείμενο, το οποίο έχει σχεδιαστεί ως αυτο-συνέντευξη, τα χαρακτηριστικά της οπισθοχώρησης, της παρακμής του δημοκρατικού συστήματος είναι έντονα τονισμένα και υπερβολικά καθορισμένα. Η πολιτική σκέψη των B.R. φαίνεται ότι έχει υποστεί μια ξαφνική και βαθιά επιτάχυνση: Αφεντικά και αστοί βυθίζονται σε μια ατμόσφαιρα έτους χίλια: η ιστορία στρέφει σελίδα και η επανάσταση είναι μια δύναμη της φύσης που χτυπά με δύναμη στις πόρτες .Η ιδεολογική αυτή επιτάχυνση επηρεάζεται βαθιά από το καταπιεστικό-κατασταλτικό κλίμα σε εξέλιξη και την εντύπωση που προκάλεσε το ανεπίσημο «πραξικόπημα» στη Γαλλία από τον De Gaulle. Το βασικό λάθος συνίσταται, πιθανώς, στην πίστη ότι «το προλεταριάτο, ως τάξη (ολόκληρο το προλεταριάτο και όχι μόνο οι προηγμένες περιπολίες – αν και μαζικές – αυτονομίας) ένιωθε αυτό το κλίμα καταστολής στον ίδιο βαθμό που το ένιωθαν οι κύκλοι της επαναστατικής αριστεράς που της καταστολής ήταν ο κύριος, μόνιμος, ασφυκτικός στόχος « (24).Αυτή η ανάλυση, όλη ιδεολογική, της σύνθεσης της τάξης, και η υποβάθμιση της ικανότητας απάντησης των εξουσιών, οδηγεί τις B.R. να εγκαταλείψουν την θεωρητικοποίηση των μακρών χρόνων που είχαν κάνει δικές τους από τις απαρχές. Παραδόξως, επαναλαμβάνει ξανά και ενισχύει τις ανησυχίες του Feltrinelli και των Gap σχετικά με το αναπόφευκτο της «αντιδραστικής στροφής». Στην προαναφερθείσα αυτο-συνέντευξη, στην ερώτηση: «Πιστεύετε λοιπόν σε μια επανέκδοση του φασισμού;» οι B.R. απαντούν: «Το πρόβλημα δεν πρέπει να τίθεται με αυτούς τους όρους […] Στη Γαλλία, το «πραξικόπημα» του De Gaulle και ο τρέχον «Γκωλικός φασισμός» ζουν κάτω από τον μανδύα της δημοκρατίας. Στο άμεσο χρονικό διάστημα αυτό είναι σίγουρα το λιγότερο ενοχλητικό μοντέλο. Όμως θα ήταν αφελές να ελπίζουμε σε μια μετριοπαθή σταθεροποίηση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης τη παρουσία ενός επαναστατικού μαχητικού κινήματος […].
Σχετική εικόνα
Είχαμε δύο δρόμους πέρα από το μεταρρυθμιστικό-ρεφορμιστικό μονοπάτι που απορρίψαμε μαζί με την επαναστατική αριστερά εδώ και αρκετά χρόνια: να επαναλάβουμε την ιστορική εμπειρία του εργατικού κινήματος σύμφωνα με την αναρχοσυνδικαλιστική ή την τρίτοδιεθνιστική εκδοχή, ή αντίστροφα να ενταχθούμε στην επαναστατική μητροπολιτική εμπειρία της σημερινής εποχής «(25).Συνεπώς οι B.R. σύμφωνα με την επιλογή αυτή, τοποθετούνται ως σημείο αναφοράς και συνάθροισης για το σχηματισμό του ένοπλου κόμματος: «που δεν πρέπει να νοείται ως ένοπλος βραχίονας ενός αφοπλισμένου μαζικού κινήματος, αλλά ως το υψηλότερο σημείο ενοποίησης. Δεν πρόκειται να δώσουμε το έναυσμα στον ένοπλο αγώνα, διότι αυτός, δυστυχώς, έχει ήδη ξεκινήσει μονομερώς από την μπουρζουαζία « (26).Φυσικά «χωρίς θεωρία καμία επανάσταση», και οι B.R. αναφέρονται στον «μαρξισμό-λενινισμό, την προλεταριακή πολιτιστική επανάσταση, τη εμπειρία που βρίσκεται σε εξέλιξη των μητροπολιτικών αντάρτικων κινημάτων» (27).Έτσι, ξεκινά η μακρά περίοδος της «ένοπλης προπαγάνδας», μια μακρά σειρά υποδειγματικών ενεργειών, ειδικά κατά των «μικρών επικεφαλής»- «capetti» και των φασιστών, με σκοπό να κερδίσουν μαζικές προσχωρήσεις. Στην διάρκεια του 1972 και ενώ το πολιτικό κλίμα είναι το περισσότερο «καυτό» των τελευταίων τριών χρόνων, οι BR πραγματοποιούν την πρώτη πολιτική απαγωγή στην ιστορία της Ιταλίας: την απαγωγή του μηχανικού Idalgo Macchiarini, που αποκαλείται ως ένας από τα πιο μισητά στελέχη της Sit-Siemens στο Μιλάνο.
Αποτέλεσμα εικόνας για Idalgo Macchiarini
Η δράση τοποθετείται μέσα σε ένα κλίμα μεγάλων κοινωνικών συγκρούσεων. Τον ιανουάριο οι εργάτες είχαν μπλοκάρει το Porto Marghera για δύο ημέρες, τον φεβρουάριο άρχισε η δίκη της «Piazza Fontana» και αμέσως μετατράπηκε σε μια σκληρή πράξη κατηγορίας για τις «κρατικές παρεκτροπές και συνωμοσίες». Η σχολαστική δουλειά αντιπληροφόρησης, μαζί με τη μαζική εκστρατεία υπό το σύνθημα «Valpreda libero! »Λευτεριά στον Valpreda»! Η σφαγή είναι του κράτους «είχε κάνει να καταρρεύσει το κάστρο ψευδών που χτίστηκε από τα όργανα του κράτους και τους μηχανισμούς που καλύπτονταν από ορισμένους τομείς της δικαστικής εξουσίας.
Σχετική εικόνα
Στις 11 mαρτίου στο Μιλάνο, σε μια από τις πιο βίαιες διαδηλώσεις που θυμόμαστε, η πόλη »κρατιέται» για αρκετές ώρες από τους συντρόφους. Μια βίαιη επίθεση βασισμένη στα κοκτέιλ μόλοτοφ, «champagne molotov» εξαπολύεται κατά της εφημερίδας «Il Corriere della Sera» «Ο μηχανικός Macchiarini απαγάγεται, με τα πιστόλια στα χέρια, από ένα φορτηγάκι μέσα στο οποίο, για περίπου είκοσι λεπτά, θα υποβληθεί σε μια» πολιτική δίκη » πριν απελευθερωθεί. Οι Ε.Τ. στην ανακοίνωση της δράσης τους χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα με τους κρατικούς μηχανισμούς: «δίκη», «σύλληψη», «προσωρινή απελευθέρωση- αποφυλάκιση με εγγύηση «.
Σχετική εικόνα
Ασφαλώς, η χρήση αυτής της γλώσσας καθορίζεται επίσης από ένα στοιχείο ειρωνείας, αλλά αντιστοιχεί σε μια τάση που θα εντείνεται όλο και περισσότερο στην ένοπλη πρακτική. Η τάση να ενεργεί ως «αντικράτος», σαν αυταρχική και κάθετη οργάνωση, σαν »μορφή κόμμα» γραφειοκρατική και κάθετη που κατά την εξέλιξή της θα οδηγήσει στις «φυλακές του λαού», στην πρακτική της «δίκης- προλεταριακής δικαιοσύνης», μέχρι να φθάσει σε κανονικές «εκτελέσεις» ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της «απόλυτης παρανομίας στην οποία έχει καταλήξει», η οποία προβλέπει αυστηρούς κανόνες και σκληρούς υπάκουους μαχητές που εκτελούν χωρίς μεγάλη συζήτηση. Mια δυναμική αυτή που, με την πάροδο του χρόνου, θα κάνει όλο και περισσότερο τις B.R. να μοιάζουν με μια κατοπτρική αντανάκλαση του κράτους, και θα καταστήσει ολοένα και πιο δύσκολη την αποκρυπτογράφηση της από το κίνημα. Σε κάθε περίπτωση, αυτή την πρώτη απαγωγή την βλέπουν με μεγάλη συμπάθεια οι εργατικές πρωτοπορίες, και επίσης ορισμένες εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις. Η «Potere Operaio» σε μια ανακοίνωση κάνει μια ουσιαστικά θετική ανάλυση: «Ένα εργατικό κομάντο πέρασε, για πρώτη φορά στην ιστορία της ιταλικής εργατικής τάξης, σε μια απαγωγή. Εμείς σημειώνουμε μόνο ότι η υποδοχή αυτής της πράξης σε επίπεδο εργατικής τάξης, υπήρξε θετική. Το άλμα ποιότητας στη διαχείριση του αγώνα που αποδεικνύει αυτή η δράση υπήρξε θετική […].Φαίνεται ότι στην μιλανέζικη εργατική τάξη που βρίσκεται σήμερα στο προσκήνιο, στην πρωτοπορία του συνολικού κινήματος, η συσχέτιση μεταξύ μαζικής δράσης και πρωτοποριακής δράσης είναι πλέον ένα επίκτητο γεγονός […] «(28). Η ίδια η Lotta continua, που είχε εκφραστεί αρνητικά για τη δράση της Lainate, διαδίδει μια ανακοίνωση αλληλεγγύης: «Εμείς θεωρούμε ότι αυτή η δράση συντάσσεται με συνέπεια με τη γενική βούληση των μαζών να διεξάγουν τον ταξικό αγώνα και στο επίπεδο της βίας και της παρανομίας» (29).Ταυτόχρονα με την απαγωγή Macchiarini, ένα παρόμοιο επεισόδιο συμβαίνει και στη Γαλλία. Ο Robert Nogrette, διευθυντής της Renault, απαγάγεται στις 9 μαρτίου 1972 από την Nouvelle Resistance populaire, τον ένοπλο οργανισμό της διαλυμένης Gauche prolétarienne. Η απαγωγή τελειώνει αναίμακτα μετά από 48 ώρες και την υποδέχεται με ενθουσιασμό η «Lotta Continua» που με έναν τίτλο μισής σελίδας εκφράζεται ως εξής: «Η απαγωγή των διευθυντών της Sit-Siemens και της Renault:
Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse
Η επαναστατική δικαιοσύνη αρχίζει να φοβίζει – Ζήτω μια επαναστατική δικαιοσύνη »(30). Μεταξύ του τέλους του 1972 και των αρχών του ’73 γύρω από το ΕΤ και του προβλήματος του «ένοπλου αυθορμητισμού» ανάβουν πολλές συζητήσεις, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γύρω από τις BR σχηματίζεται μια αύρα ρομαντισμού και διάχυτης συμπάθειας. Εντυπωσιάζει τους αγωνιστές, αλλά και τμήματα εργατών της βάσης, η εξειδίκευση τους επάνω στα προβλήματα του εργοστασίου, η «εργατική έρευνα» τους με γρήγορες και αποτελεσματικές μεθόδους, η περιορισμένη χρήση βίας (μέχρι τον ιούνιο του 1974, οι B.R. δεν θα εκτελέσουν ούτε μια θανατηφόρο ενέργεια, και σε εκείνη την περίπτωση – τον θάνατο δύο φασιστών στην Πάδοβα – θα κάνουν αυτοκριτική και θα την αποκαλέσουν «ατύχημα στην εργασία») και η γλώσσα που δεν έχει ακόμη γίνει δύσκολη και αινιγματική από την ιδεολογία. Το ’73 είναι επίσης το έτος του ριζώματος των B.R. στον εργατικό ιστό του Τορίνο. Απαγάγουν τον συνδικαλιστή Labate (της φασιστικής Cisnal) και του cav. Ettore Amerio, επικεφαλής του προσωπικού της Fiat. Και οι δύο απαγωγές είναι σημαντικές επειδή τοποθετούνται μέσα στο κλίμα σκληρής διαμάχης που φέρνει αντιμέτωπες τις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες στη διοίκηση της Fiat, μετά την ανακάλυψη εκτεταμένης τεκμηρίωσης που θα αποδεικνύει την επί πληρωμή συνενοχή αστυνομικών δυνάμεων και «φασιστών πρακτόρων» στο έργο του «φακελώματος» , ελέγχου και καταστολής των πρωτοποριών μέσα στο εργοστάσιο, που οργανώθηκε ακριβώς από τη Fiat. Η βάση των εργατών χαιρετίζει με διασκεδαστική ειρωνεία τη διάδοση των «πρακτικών» της «ανάκρισης» Amerio, και, μέσα στην απόλυτη αδιαφορία, αφήνει τον φασίστα συνδικαλιστή Labate αλυσοδεμένο σε ένα στύλο μπροστά από το Mirafiori, περιμένοντας την αστυνομία να τον απελευθερώσει.Η μεγάλη κατάληψη της Fiat του ’73, οι αγώνες του »κόμματος του Μιραφιόρι» ανακατεύουν ολόκληρο το πανόραμα της επαναστατικής αριστεράς, προσδίδοντας ζωή από την μία στο σχέδιο της «οργανωμένης αυτονομίας», από την άλλη, στις Ε.Τ. σαν αυτόνομο και κομματιστικό πολιτικό σχέδιο, και όχι πλέον μόνο σαν πόλο αναφοράς και συσσωμάτωσης των ριζοσπαστικών τάσεων. Μια διαδικασία που δεν είναι ακόμη άμεσα ορατή, αλλά που θα εδραιωθεί με την πάροδο του χρόνου.
Σχετική εικόνα
αυτονομία, autonomia

Κεφάλαιο 8. ΕΝΟΠΛΗ ΠΑΛΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ.

ΟΙ ΠΙΘΑΝΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ «ΕΝΟΠΛΗΣ ΤΑΣΗΣ».

Το 1976 έγραφε ένας άγνωστος συντάκτης στην «manchette» στο κάλυμμα του βιβλίου «ερυθρές Ταξιαρχίες»: «Έτσι η φρίκη για τις ερυθρές Ταξιαρχίες επικύρωσε την προσπάθεια να ποινικοποιηθεί η ριζοσπαστική διαφωνία, ευνόησε στην Ιταλία, επάνω στο γερμανικό παράδειγμα, να ξεκινήσει μια αυστηρή κατασταλτική νομοθεσία και να ακυρωθεί κάθε διάκριση μεταξύ πρόληψης και καταστολής […] » και επιπλέον:» Το βιβλίο της κόκκινης Βοήθειας είναι μια ειλικρινής απόπειρα (ανάγνωσης) προς αυτή την κατεύθυνση (για να ανοικοδομήσει μια υπόθεση μέσα στις πραγματικές της διαστάσεις]. Η δημοσίευση αυτού του βιβλίου, σε αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, θέλει ακριβώς να προσφέρει στο κοινό εκείνη την υπηρεσία που άλλοι δεν την έχουν παράσχει και που θα έπρεπε να είναι αντιθέτως χαρακτηριστική σε έναν σύγχρονο εκδότη  (1).

Σχετική εικόνα

Με ακόμη πιο ακριβή τρόπο, ο συντάκτης διευκρινίζει τις σκέψεις του στο εσωτερικό σημείωμα. Όλες οι κατηγορίες περί «προβοκατόρων και κατασκόπων» που απευθύνονται στις ερυθρές Ταξιαρχίες απορρίπτονται, αναγνωρίζοντας σε αυτούς πως αγωνίζονταν για «έναν σκοπό που στοίχειωσε ολόκληρες γενιές στρατευμένων αγωνιστών». Χτίζεται μια σύντομη ανάλυση (υποστηριζόμενη από τον Francesco Ciafaloni στα «Quaderni Piacentini») σχετικά με την προέλευση του προβλήματος:»κατά τα έτη 1969-72 (ακόμη και πέραν αυτών), ένα μη μειοψηφικό κομμάτι των νέων, πρωταγωνιστών των αγώνων στα εργοστάσια και στο σχολείο […] έθεσε τη ζωή του σε λειτουργία ριζικής μεταμόρφωσης βραχυπρόθεσμα […] «αλλά στη συνέχεια» […] δεν λειτούργησε μια συνειδητή, αιτιολογημένη, ορθολογική μετάβαση από την παλιά θέση στη νέα, η οποία θα επέτρεπε την συνεπή διατήρηση μέρους της ψυχολογικής και ιδεολογικής φόρτισης που ήταν παρούσα σε μαζικό επίπεδο. Οι περισσότεροι εγκατέλειψαν, επέστρεψαν στη κανονικότητα. Απλώς ανακάλυψαν ότι η πολιτική κοστίζει και συνειδητοποίησαν πως δεν είναι πρόθυμοι να πληρώσουν το τίμημα. Άλλοι αποδέχτηκαν την πρακτική της διπλής αλήθειας. Άλλοι αποφάσισαν να επιλέξουν τις ακραίες συνέπειες […]» (2).

Αποτέλεσμα εικόνας για lotta armata, italia, anni '70

Αυτά τα λόγια γράφονταν μέσα στην οξεία φάση της αποσύνθεσης των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων, παρουσία μιας τεράστιας και αυταρχικής αναδιάρθρωσης στα εργοστάσια (cassa integrazione [οικονομική συνδρομή μέσω αμοιβής σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργατικής δραστηριότητας], «πολιτικές» απολύσεις κλπ.) και ενώ η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο άρχιζαν να επεξεργάζονται εκείνη την νομοθετικά αυταρχική στροφή που θα είχε περάσει στην ιστορία με τον χαρακτηρισμό της «περιόδου έκτακτης ανάγκης». Το βιβλίο για τις Κόκκινες Ταξιαρχίες εξαντλήθηκε γρήγορα και δεν επανεκδόθηκε ποτέ. Παραμένει – μαζί με το «Ποτέ ξανά χωρίς τουφέκι, «Mai più senza fucile» του Alessandro Silj – μια από τις σπάνιες προσπάθειες μη παραποίησης, όταν δεν είναι δυσφημιστικές, να προχωρήσουμε στην προέλευση του φαινομένου του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Το πρόβλημα των ερυθρών Ταξιαρχιών και των παράνομων ένοπλων και βίαιων ενεργειών κατά τα προηγούμενα χρόνια συνέχισε να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης Το κλίμα προβοκάτσιας που προκάλεσε η «στρατηγική της έντασης» που διαχειρίστηκε το κράτος είχε δημιουργήσει τάξεις διετρολόγων-συνωμοσιολόγων όχι μόνο στον αστικό Τύπο, αλλά και σε εκείνον του κινήματος.

Το «B.C.D.» (Δελτίο δημοκρατικής αντιπληροφόρησης), που είχε ταχθεί δίπλα στο κίνημα, δεν είχε ποτέ παύσει να κατηγορεί τις ερυθρές Ταξιαρχίες ότι ήταν «προβοκάτορες πράκτορες» και η ίδια η εφημερίδα «il manifesto» είχε για χρόνια μεταφέρει τα νέα για τις BR αποκαλώντας τες «οι υποτιθέμενες» ή «οι αυτοαποκαλούμενες «, »oι λεγόμενες», υποστηρίζοντας εκ των πραγμάτων τη συνενοχή τους με σκοτεινές δυνάμεις του κράτους. Στην πραγματικότητα, όταν εμφανίστηκαν, οι ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν πολύ λιγότερο «σκοτεινές» από ό, τι φαντάζονταν. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι κατά την εμφάνισή τους ήταν ένα απολύτως επιτυχημένο παράδειγμα της κινηματικής θεωρίας του «να είναι ξεκάθαρες για το κίνημα και ασαφείς για την εξουσία, σκοτεινές». Οι πρώτες ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών αναπτύσσονται μέσα στα εργοστάσια και ειδικότερα στην Sit-Siemens και στην Pirelli στο Μιλάνο. Δεν έχουν μεγάλη απήχηση στην αρχή, διότι μπερδεύονται με παρόμοιες ενέργειες που αναπτύσσονται από άλλες πολιτικές δυνάμεις ή από αυθόρμητες αντιδράσεις των εργατών. Πρέπει να τονιστεί ότι τόσο κατά τη διάρκεια του «Καυτού Φθινοπώρου» όσο και στη διάρκεια του επόμενου 1970 η πρακτική του σαμποτάζ, το ξυλοφόρτωμα των επιστατών, η καταστροφή των αυτοκινήτων των διαχειριστών και των αρχηγών, η χρήση μιας εσωτερικής αντιεξουσίας, έχουν πλέον γίνει διαδεδομένες και συνηθισμένες πρακτικές.

Αποτέλεσμα εικόνας για Autunno caldo, anni '60-'70

Έτσι έγραφε η δεκαπενθήμερη «Lotta Continua» μεταφέροντας το κλίμα των εργοστασίων: «Μετά από κάθε δράση, πορεία, αποκλεισμό εμπορευμάτων […] κάθε τμήμα μετατρέπεται σε προλεταριακό δικαστήριο: όσους μπορούσαν αλλά δεν είχαν συμμετάσχει (στις δράσεις) τους διώχνουν από το εργοστάσιο. Ένα σημαντικό παράδειγμα:σε ένα τομέα του εργοστασίου μάθαμε ότι 7 εργάστηκαν την κυριακή, 4 εργάτες και 3 επικεφαλής. Συζητάμε και οι «απεργοσπάστες» » παύονται» για 2 ημέρες (οι εργάτες) και για 3 ημέρες οι επικεφαλής, 3 ημέρες: επειδή είναι επικεφαλής και επειδή κατά τη διάρκεια της συζήτησης ένας από αυτούς δεν σεβάστηκε τους εργάτες λέγοντας ότι τους είχε γραμμένους […] Δεν είναι απλώς θέμα υπεράσπισης της ενότητας: οι εργάτες μαθαίνουν να ασκούν δύναμη-εξουσία και να απολαμβάνουν την ευχαρίστηση » (3).Και σε μια ατμόσφαιρα αυτού του τύπου τοποθετούνται οι πρώτες ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών Η πρώτη δράση που υπογράφηκε με το σύμβολο του πεντάκτινου αστεριού και την γραφή ερυθρές Ταξιαρχίες είναι της 17ης σεπτεμβρίου 1970 και συνίσταται στην πυρπόληση του αυτοκινήτου του leader της SitSiemens Leoni, δεν συνοδεύεται από φυλλάδιο, το βράδυ όμως αφήνεται γραπτό μήνυμα στον υαλοκαθαριστήρα της Ferrari του μηχανικού Giorgio Villa της Sit-Siemens.

Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse, prime azioni

Ο τόνος είναι ανάμεσα στο ειρωνικό και το απειλητικό: «Πόσο καιρό θα διαρκέσει η Ferrarina! μέχρι να αποφασίσουμε εμείς ότι είναι καιρός να τελειώνουμε με τους teppisti, τους αλήτες. BRIGATE ROSSE» (4) Πριν από αυτές τις «παραδειγματικές» ενέργειες οι κόκκινες Ταξιαρχίες είχαν πραγματοποιήσει, μπροστά σε αμήχανους και περίεργους ακροατές, μια ιπτάμενη δημόσια ομιλία στη μιλανέζικη εργατική γειτονιά του Lorenteggio, και είχαν πετάξει φυλλάδια μπροστά από τη Sit-Siemens. Στις 20 οκτωβρίου 1970, σε ένα φύλλο αγώνα της «Sinistra Proletaria», »Προλεταριακής Αριστεράς» δίδεται η είδηση της εμφάνισης στην πολιτική σκηνή των ερυθρών Ταξιαρχιών με αυτό τον τρόπο: L’autunno rosso è già cominciato.»Το φθινόπωρο που έχουμε μπροστά μας παρουσιάζεται […] σαν μια ημερομηνία αποφασιστικού αγώνα μέσα στη σύγκρουση εξουσίας […] Ενάντια στα θεσμικά όργανα που διαχειρίζονται την εκμετάλλευσή μας, ενάντια στους νόμους και τη δικαιοσύνη των αφεντικών, η πιο αποφασισμένη και συνειδητή πλευρά του αγωνιζόμενου προλεταριάτου έχει ήδη αρχίσει να μάχεται για να οικοδομήσει μια νέα νομιμότητα, μια νέα εξουσία. Για να χτίσουμε την οργάνωσή του. Υπάρχουν παραδείγματα: η «απαγωγή» και η «δημόσια διαπόμπευση» που έθεσαν σε εφαρμογή στο Τρέντο οι εργάτες της Ignis εναντίον των προβοκατόρων φασιστών που είχαν προμελετημένα μαχαιρώσει δύο από αυτούς. «η κατάληψη και η υπεράσπιση κατειλημμένων κατοικιών», σαν μοναδικός τρόπος να έχουμε επιτέλους ένα σπίτι […], «Η εμφάνιση αυτόνομων εργατικών οργανώσεων (ερυθρές Ταξιαρχίες) που υποδεικνύουν τις πρώτες στιγμές προλεταριακής αυτοοργάνωσης για να πολεμήσουμε τα αφεντικά και τους υπηρέτες τους στο έδαφός τους »στα ίσα», με τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούν εναντίον της εργατικής τάξης: άμεσα, επιλεκτικά, καλυμένοι όπως στη Siemens. ΝΑ ΟΡΓΑΝΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΑΙΚΩΝ ΜΑΖΩΝ …

Αποτέλεσμα εικόνας για sinistra proletaria anni 70

«Ήρθε η ώρα να οργανωθούμε στη γραμμή φωτιάς για να ριζώσουμε μέσα στους αγώνες τα περιεχόμενα της νέας επαναστατικής πρακτικής: τη στρατηγική του αντάρτικου του λαού. Είναι ο καιρός να προχωρήσουμε στη γενική σύγκρουση για: – να ριζώσουμε στις προλεταριακές μάζες σε αγώνα την αρχή «δεν έχουμε πολιτική εξουσία εάν δεν έχουμε στρατιωτική δύναμη-εξουσία» . – να εκπαιδεύσουμε μέσω της «παρτιζάνικης Δράσης» την προλεταριακή και επαναστατική αριστερά στην αντίσταση, στον ένοπλο αγώνα, – να αποκαλύψουμε την καταπιεστική και κατασταλτική δομή της εξουσίας και τους μηχανισμούς αποδιοργάνωσης της ενότητας της τάξης.» (5).

Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano

Αλλά τι είναι η «Προλεταριακή Αριστερά»; Πρόκειται για ένα περιοδικό του οποίου βγαίνουν δυο νούμερα κατά τη διάρκεια του 1970. Προηγουμένως, όμως, είχαν βγει διάφορα «Φύλλα αγώνα της προλεταριακής αριστεράς», τα οποία μετέφεραν τη διατύπωση «σε επεξεργασία του C.P.M. (πολιτική μητροπολιτική Κολεκτίβα)». Όπως έχουμε ήδη δει το C.P.M. ήταν το οργανωτικό αποτέλεσμα της συζήτησης που είχε επενδύσει τον χώρο των Cub (ενωτικές Επιτροπές βάσης, Comitati unitari di base) στο Μιλάνο στη διάρκεια του 1968 και του 1969. Ο οργανισμός γεννήθηκε για να επεκτείνει τη δράση του από το εργοστάσιο στο κοινωνικό, για να ξεπεράσει τις εγγενείς αντιφάσεις στον διαχωρισμό μεταξύ του κόσμου των εργοστασιακών αγώνων και εκείνου των κοινωνικών και φοιτητικών.Σε ένα έγγραφο του CPM (ιανουάριος 1970) συνοψίζεται με αυτό τον τρόπο η ανάγκη για νέες οργανωτικές μορφές:

Collettivo-documenti-collettivo-lotta-sociale-9332ddab-ac82-4175-86da-00a6c750cbe9

«Πρέπει σήμερα να θέσουμε το πρόβλημα συγκεκριμένα. Ποιο επίπεδο οργάνωσης είναι σήμερα δυνατό και απαραίτητο; […] »Cub, GDS, Φοιτητικά κινήματα της έδρας κλπ. είχαν μια λειτουργία: να είναι τα εργαλεία της αναγέννησης του αυτόνομου κινήματος του προλεταριάτου, μέσα από αυτοπροσδιοριζόμενους αγώνες και αυτοδιαχειριζόμενους. Η πολιτική σφαίρα αυτού του αγώνα τοποθετήθηκε θεμελιωδώς στο σχολείο και στο εργοστάσιο, δηλαδή εντός των θεσμών […] .Τη στιγμή κατά την οποία οι αγώνες γενικεύθηκαν, και στην οποία πολλά από τα πολιτικά περιεχόμενα της αυτονομίας είχαν κατοχυρωθεί […] το εσωτερικό τομεακό οργανωτικό εργαλείο δεν έχει πλέον μια πραγματική πολιτική λειτουργία και ορθώς έχει υπερκεραστεί από τους ίδιους αγώνες που έχει δημιουργήσει.

Σχετική εικόνα

«Η ανάπτυξη της προλεταριακής αυτονομίας σήμερα σημαίνει να ξεπεραστούν οι τομεακοί αγώνες και οι τομεακοί οργανισμοί. Η υπέρβαση αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τον αγώνα ενάντια στις »συντηρητικές» τάσεις που υπάρχουν μέσα στο κίνημα, οι οποίες συγχέουν την αυτονομία, με το πρώτο επίπεδο της οργανωμένης έκφρασης της: ακριβώς τα Cub, GDS, MS » (6). Η διαμάχη που ξέσπασε μέσα στα Cub μεταξύ της «μαζικής γραμμής» και της «κομματικής γραμμής», ουσιαστικά μεταξύ της τάσης της βάσης και της προσπάθειας της Avanguardia operaia να φέρει εκ νέου τον ρόλο των Cub μέσα σε μια οργανωτική δομή κομματική, υπάρχει εδώ με συγκεκριμένο τρόπο και διευκρινίζεται ακόμη περισσότερο στη συνέχεια του εγγράφου:

Σχετική εικόνα

«Η κοινωνική διάσταση του αγώνα απαιτεί οργανισμούς βάσης σε κοινωνικό επίπεδο […] Δεν είναι λοιπόν το ότι πρέπει να κάνουμε ένα άλμα από μια οργάνωση βάσης σε μια οργάνωση κορυφής […] αλλά να οικοδομήσουμε οργανισμούς πολιτικά ομοιογενείς για να παρέμβουμε στον μητροπολιτικό κοινωνικό αγώνα.» Η υπερνίκηση του εργατισμού και του studentismo […] δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της αυθόρμητης, σποραδικής και απολιτικής ένωσης των εργατών και των σπουδαστών […], αλλά μέσω της δημιουργίας οργανωτικών πυρήνων που να τεθούν σε επίπεδο των συνολικών κοινωνικών προβλημάτων» (7).
Το C.P.M. γρήγορα γίνεται – κυρίως στο Μιλάνο – ένας μαζικός οργανισμός που βρίσκεται σε δεκάδες εργοστάσια και σχολεία. Ειδικότερα τον βλέπουν με αυξανόμενη συμπάθεια και ενδιαφέρον από τον χώρο των αγωνιστών της εργατικής Εξουσίας που σε αυτόν, παρά τις διαφορές, εντοπίζουν ένα παράδειγμα πραγματοποίησης ενός οργανισμού της εργατικής αυτονομίας. Το έγγραφο που αναφέρθηκε είναι το προϊόν μιας διάσκεψης που το C.P.M. είχε οργανώσει στο Chiavari στα τέλη του 1969, μέσα στην ηχώ της κρατικής σφαγής. Στο επίκεντρο του συνεδρίου υπήρξαν τα θέματα της οργάνωσης, της πολιτικής γραμμής και της βίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην επεξεργασία και στις επιλογές είχαν τεράστια επίδραση τόσο το κλίμα της σκληρότατης κρατικής καταστολής που αναπτύχθηκε στη διάρκεια του 1969, όσο και η εντύπωση που προκάλεσε η αυθόρμητη και μαζική «βία» που άσκησαν οι εργάτες κατά τη διάρκεια του «καυτού Φθινοπώρου», όπως τέλος και η ανάλυση της στρατηγικής που είχαν εφαρμόσει οι δύο κύριες πολιτικές ομάδες (Lotta continua και Potere operaio) κατά τη διάρκεια των αγώνων.
Αποτέλεσμα εικόνας για lotta continua anni '70
Το CPM, το οποίο έχει μέσα του τον Renato Curcio και άλλους αγωνιστές που προέρχονται από την εμπειρία του αρνητικού Πανεπιστημίου του Trento, ενσωματώνει ένα μέρος της έννοιας της μακροχρόνιας πάλης που θεωρήθηκε ήδη στην εμπειρία του Trentino για να επικρίνει τις θέσεις της Συνεχούς πάλης και εργατικής Εξουσίας: «Στην ταξική πάλη διακρίνονται τρία στοιχεία: οι στόχοι, οι μορφές αγώνα, η οργάνωση. Η εργατική τάξη έχει ως καθήκον να ριζοσπαστικοποιεί τον αγώνα στους ενοποιημένους στόχους, αλλά η οργάνωση είναι το αποτέλεσμα των αγώνων […] «Ο αγώνας θεωρείται επομένως προχωρημένος ή καθυστερημένος στο βαθμό που εκφράζει ενοποιημένους στόχους και ριζοσπαστικές μορφές. Η οργάνωση αναδύεται αργότερα, ως απαίτηση να »διαφυλάξει» τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά τη διάρκεια του αγώνα, σε επίπεδο συνείδησης. […].
Σχετική εικόνα
«Η υπόθεση είναι λοιπόν εκείνη ενός μακροχρόνιου « πολέμου θέσεων », κατά τη διάρκεια του οποίου η εργατική τάξη ενισχύεται στο βαθμό κατά τον οποίον οργανώνεται». Οι αναλυόμενες θέσεις ανήκουν, αν και με διαφορετικό τρόπο, στον συνεχή Αγώνα και στην εργατική Εξουσία. . Και για τις δύο οργανώσεις η αυτονομία είναι η προϋπόθεση για τον ίδιο τον αγώνα. Η αυτονομία νοείται ως «ανεξαρτησία» από το συνδικάτο και το κόμμα […]. «Επομένως, η ανάπτυξη της αυτονομίας νοείται ως μια οργανωτική εξέλιξη που πρέπει να τεθεί ενάντια στις παραδοσιακές οργανώσεις. Θεωρούμε εμείς ότι αυτή η αντίληψη της αυτονομίας είναι περιοριστική και επιφανειακή, η οποία, με τον τρόπο αυτό, γίνεται μοναχά το μέσο και η προϋπόθεση για την ανάπτυξη των αγώνων […]. Στο εργατικό κίνημα μέσα υπάρχουν δύο θεμελιώδεις στάσεις και συμπεριφορές σε σχέση με τους αυτόνομους μαζικούς αγώνες του 1968-69: – εκείνων που δεν καταλαβαίνουν την πτυχή της ρήξης και προσπαθούν να ανακτήσουν και να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες-δυναμικές τους με σκοπό ένα είδος «πολιτικής αποκατάστασης», – εκείνων οι οποίοι, παρόλο που προέρχεται από διάφορες καταγωγές και τάσεις, έχουν καταλάβει ότι η προλεταριακή αυτονομία είναι το κομβικό σημείο από το οποίο πρέπει να ξεκινήσουν για την μελλοντική πολιτική δουλειά[…].«Εμείς, που το πεδίο δράσης μας- ο σκοπός μας τοποθετείται σε αυτό το σημείο, πιστεύουμε ότι αυτή είναι η μοναδική καρποφόρος θέση, η μόνη ικανή να αναπτύξει τον επαναστατικό αγώνα στην ευρωπαϊκή μητρόπολη. «Διότι περί αυτού πρόκειται. Όχι τόσο να νικήσουμε αμέσως και να κατακτήσουμε τα πάντα ( τα ελαφριά συνθήματα των μαθητευομένων χειραγωγών), αλλά να αναπτυχθούμε μέσα σε μια μακρόχρονη πάλη, χρησιμοποιώντας τα ίδια ισχυρά εμπόδια που το κίνημα συναντά στο δρόμο του για να κάνουμε ένα άλμα από αυθόρμητο μαζικό κίνημα σε οργανωμένο επαναστατικό κίνημα» (8).
Αποτέλεσμα εικόνας για lotta continua anni '70
Το C.P.M. κατά τη διάρκεια του 1970 εξοπλίζεται με ένα εργαλείο πληροφόρησης και σύνδεσης μεταξύ αγώνων και καταστάσεων που ονομάζονταν «Sinistra Proletaria». Οδηγεί και στηρίζει με τα αρχικά αυτά πολλούς εργοστασιακούς αγώνες και μερικές μεγάλες καταλήψεις σπιτιών στην γειτονιά Gallaratese και στην οδό Mac Mahon στο Μιλάνο και αργότερα θα ξεκινήσει την εκστρατεία των αγώνων στα μέσα μεταφοράς με τα συνθήματα «να πάρουμε τις μεταφορές» ή «τη μεταφορά την παίρνουμε τη συνδρομή δεν την πληρώνουμε».
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Στο μέτρο και στο νόημα αυτά τα συνθήματα επαναλαμβάνουν την εκστρατεία της Lotta continua – στην οποία ενώθηκε η «Sinistra Proletaria» – του «να πάρουμε την πόλη» ή «το σπίτι το παίρνουμε και το νοίκι δεν πληρώνουμε». Το C.P.M. εκτελεί επίσης μια συστηματική δράση παρέμβασης στην κατηγορία των τεχνικών και των φοιτητών που εργάζονται, προσδιορίζοντας έτσι ένα από τα πιο σημαντικά σκέλη για την κατανόηση της επέκτασης των αγώνων στο εργοστάσιο και στον κοινωνικό τομέα. Το ζήτημα των «τεχνικών» είχε ήδη τεθεί με δύναμη και εξυπνάδα από τους αγωνιστές και από τους διανοούμενους εργατιστές.
Στο Μιλάνο, τον νοέμβριο του 1968, πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη εθνική διάσκεψη των τεχνικο-επιστημονικών πανεπιστημιακών σχολών που βρίσκονταν σε αγώνα, η οποία είχε παράξει σημαντικές αναλύσεις σχετικά με την τεχνολογική αναδιάρθρωση που βρίσκονταν σε εξέλιξη και για τα καθήκοντα που ο νεοκαπιταλισμός ανέθετε στους τεχνικούς, και στην κατάρτιση των τεχνικών από το σχολείο και το πανεπιστήμιο. Σε μια μακρά έκθεση που παρουσίασε ο Franco Piperno της εργατικής Εξουσίας, αναλύεται, μεταξύ άλλων, το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ της πυρηνικής «σχάσης» και της «σύντηξης», προβλέποντας-προκαταβάλλοντας αναλύσεις που θα γίνουν «της μόδας» χρόνια και χρόνια αργότερα. Αλλά δεν είναι μόνο η επαναστατική τεχνικο-επιστημονική νοημοσύνη και ικανότητα που καθιστούν τη διαδρομή των τεχνικών σημαντική, είναι πάνω απ ‘όλα η θέση στην οποίαν τοποθετούνται μέσα στην τρέχουσα ταξική πάλη. Στο προαναφερθέν έγγραφο, μετά την ανάλυση της δυναμικής της τεχνολογικής καινοτομίας που εφαρμόζει ο νεο-καπιταλισμός στην Ιταλία στους τομείς της πετροχημικής, της πυρηνικής, της αυτοκινητοβιομηχανίας, της αεροναυτικής αεροδιαστημικής, της ηλεκτρονικής και του αυτοματισμού, ο Piperno αναλύει τη νέα λειτουργία του «τεχνικού» στην κοινωνία του ύστερου καπιταλισμού:
«Η θεμελίωση αυτού του κράτους ως κράτος προγραμματιστής συνεπάγεται μια τεράστια επέκταση εκείνων που είναι γενικές υπηρεσίες που εξασφαλίζουν και συντονίζουν τη χρήση των παραγωγικών παραγόντων (έρευνα, σχεδιασμός, μεταφορές, βοήθεια, σχολείο), και την πρόσληψή τους σε δημόσια χέρια ». Από την άλλη πλευρά, η ρύθμιση του κύκλου προϋποθέτει την θεσμική ικανότητα του κράτους να αποκαταστήσει στο επίπεδο της κοινωνικής βίας την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των τάξεων – δηλαδή την κρατική οργάνωση του κοινωνικού κεφαλαίου και ικανή να εκπροσωπείται ως απλά κατασταλτική μηχανή κάθε φορά που η εμφάνιση των εργατικών αγώνων, που επιλύεται σε μια πολιτική επίθεση στην παραγωγική σχέση, επιβάλλει την κρίση ως πεδίο μάχης.«Αυτό το χαρακτηριστικό του ύστερου καπιταλισμού απαιτεί στο επίπεδο της κοινωνικής οργάνωσης, την ενίσχυση και την επέκταση των μη παραγωγικών υπηρεσιών που χρησιμοποιούνται ειδικά για τον έλεγχο της συμπεριφοράς του εργατικού δυναμικού (μηχανισμοί επιτήρησης, καταστολή, χειραγώγηση κλπ.). Ήδη έχουμε παρατηρήσει το πως αυτές οι κινήσεις του κεφαλαίου, που εξετάζονται σχηματικά ανά τομέα, απαιτούν όλες βαθιές τεχνολογικές καινοτομίες μέσα στη διαδικασία εργασίας
Σχετική εικόνα
Από την άποψη της κοινωνικής διαστρωμάτωσης μπορούμε γενικά να πούμε ότι το ‘τεχνολογικό άλμα’ μεταβάλλει τη διανομή του ενεργού πληθυσμού, πυκνώνοντας την γύρω από τους τεχνικούς και υπαλληλικούς ρόλους και αραιώνοντας την γύρω από τις χειρωνακτικές γεωργικές εργασίες ». Επί πλέον: το είδος του καπιταλιστικού περάσματος που περιγράφεται παραπάνω προσελκύει επενδύσεις προς τομείς οι οποίοι διαρθρωτικά χρειάζονται τεχνική εργασία όχι μόνο κατά τη διαδικασία κατασκευής αυτής καθεαυτής, αλλά κατά κύριο λόγο «ανάντη» και «κατάντη» αυτής. «Αυτή είναι μια νέα περίσταση με καταστροφικές συνέπειες. Παραδοσιακά, πράγματι, η ανάπτυξη της ιταλικής βιομηχανίας έχει επικεντρωθεί σε μια τεχνολογία η οποία αν, από μια άποψη άφηνε μεγάλο χώρο στην δεξιότητα του μεμονωμένου χειριστή, στο επάγγελμα – και δηλαδή γενικότερα σε εμπειρικές διαδικασίες επεξεργασμένες άμεσα στην εργασιακή πρακτική (τυπικά παραδείγματα είναι οι σιδηρουργικές βιομηχανίες, κλωστοϋφαντουργικές, του δέρματος κ.λπ.) – από την άλλη πλευρά, παρουσίαζε χαρακτηριστικά μονοτονίας και επανάληψης τέτοια που να απαιτούν, επί πλέον, εργατικό δυναμικό με μια βασική εκπαίδευση και μια ταχεία εξωσχολική προετοιμασία κυρίως σε επαγγελματικά ιδρύματα (από την άποψη αυτή, μπορούμε να αναφερθούμε στην αυτοκινητοβιομηχανία και αυτή των ηλεκτρικών συσκευών].» Αντίστροφα, η καπιταλιστική μετάβαση στην οποία η ιταλική οικονομία αναγκάζεται σήμερα δεν μπορεί να λάβει χώρα χωρίς σημαντικές μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην έρευνα, τη μελέτη, το σχεδιασμό και την ανάπτυξη νέου εξοπλισμού. […].» Η σχέση μεταξύ του εργάτη και του υλικού που πρόκειται να μετασχηματιστεί γίνεται ολοένα και περισσότερο με τη μεσολάβηση μιας σειράς επιστημονικών διαδικασιών που αντικειμενικοποιούνται στο αυτόματο μηχάνημα, ενώ παράλληλα η παρουσία των τεχνικών ως ένα επαγγελματικά καταρτισμένο στρώμα του εργατικού δυναμικού γίνεται ολοένα και πιο κυρίαρχη.»Έτσι, κοινωνικές φιγούρες στο περιθώριο της διαδικασίας αξιοποίησης ή ακόμα και με μη παραγωγικές λειτουργίες ελέγχου και πειθαρχίας επί της ζωντανής εργασίας προσελκύουν σήμερα στους εαυτούς τους νέες παραγωγικές σημασίες .Αν ο παραδοσιακός μηχανικός χαρακτηριζόταν από την ανάθεση ορισμένων από τις κύριες λειτουργίες των αφεντικών, ο μηχανικός της σύγχρονης αυτοματοποιημένης μονάδας παραγωγής διαδραματίζει κατά γενικό κανόνα έναν παραγωγικό ρόλο έρευνας, σχεδιασμού, συντονισμού της εργασίας, αν και συχνά εξακολουθεί να κατέχει ορισμένες πειθαρχικές εξουσίες επί του εργατικού δυναμικού με τα χαμηλότερα προσόντα.
Σχετική εικόνα
Προφανώς, αυτή η δήλωση οδηγεί στην εγκατάλειψη της παραδοσιακής και ημιμαρξιανής αναγνώρισης μεταξύ τροποποίησης του υλικού και παραγωγικής εργασίας, και θεμελιώνει, πέρα από τις χειραγωγιστικές διαφορές του εισοδήματος και της ιεραρχίας των προσόντων, μια ουσιαστική ταύτιση μεταξύ των διαφορετικών διαρθρώσεων της εργατικής τάξης. «Αν όντως θεωρήσουμε την παραγωγική δουλειά ως δραστηριότητα που επεξεργάζεται και μεταδίδει πληροφορίες στην πρώτη ύλη επειδή αυτό είναι ένα υλικό, αποθηκεύοντας το, μετατρέπεται σε ένα εμπόρευμα, είμαστε αναγκασμένοι να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η παραγωγική εργασία, εκτός από τη φάση της κατασκευής, εκφράζεται στην έρευνα και το σχεδιασμό καθώς και στο συντονισμό και τη διανομή.»Έχουμε λοιπόν το γεγονός πως από τον ορισμό της παραγωγικής εργασίας παραμένουν αποκλεισμένες μόνο οι εργασιακές δραστηριότητες που ασχολούνται αποκλειστικά με τον έλεγχο και την πειθάρχηση της συμπεριφοράς της εργατικής δύναμης.«Αλλά η κατάφαση που αναγνωρίζει τους τεχνικούς ως μια στιγμή στην πολιτική σύνθεση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να επαληθευτεί οριστικά από μια ανάλυση της εργασιακής διαδικασίας ή από έναν νέο τρόπο να εξετάζουμε την διαδικασία της αξιοποίησης-επαναξιολόγησης. Η ενσωμάτωση των τεχνικών στην εργατική τάξη έχει σημασία στο βαθμό που είναι οι ίδιοι οι αγώνες που συντονίζονται και συγχωνεύονται.Για αυτό, στην πραγματικότητα, υποδεικνύοντας τους τεχνικούς ως παραγωγικούς εργάτες, διατυπώνουμε μια υπόθεση πολιτικής παρέμβασης που κατευθύνεται στη δυνατότητα να επικοινωνήσουμε σε αυτό το στρώμα ειδικευμένου εργατικού δυναμικού τους ρυθμούς και τους στόχους της εργατικής ανυποταξίας.«Θα δούμε όντως παρακάτω πως εάν οι κινήσεις του κεφαλαίου απαιτούν, για την πρακτική τους εφαρμογή, εκείνη την επιχείρηση της κοινωνικής βίας επί της ζωντανής εργασίας που ονομάζεται «σχολική μεταρρύθμιση», ο αγώνας ενάντια στο σχολείο, κατανοημένος σωστά, επιτυγχάνει στην προσπάθεια να εμπλέξει τους τεχνικούς στην ταξική σύγκρουση που προσεγγίζει τις ημερομηνίες έναρξης των συμβασιακών διαπραγματεύσεων 1969-70, επιτυγχάνοντας έτσι ένα πρώτο βήμα προς την κάθετη πολιτική επανένωση της εργατικής τάξης» (9).Μέρος αυτών των επεξεργασιών επαναλαμβάνονται από την μητροπολιτική πολιτική Κολεκτίβα, κυρίως μετά την εθνική απεργία των τεχνικών στις αρχές του ’69, και για την ισχυρή παρουσία τόσο στο Pirelli Cub όσο και στο G.D.S.Sit-Siemens τεχνικών και υπαλλήλων.
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Είναι και από αυτή τη θεωρητική-πολιτική διαδρομή που σχηματίζεται και η Ομάδα μελέτης της IBM, σε μια εταιρεία η οποία μαζί με την Olivetti είναι ένα από τα πιο προχωρημένα σημεία της τεχνολογικής παραγωγής. Η CPM-Προλεταριακή Αριστερά στη στρατηγική της απόφαση να ενοποιήσει τους αγώνες του εργοστασίου με το κοινωνικό, διαλέγει εκτεταμένες συμμαχίες με την εργατική Εξουσία και με τον συνεχή Αγώνα στο πρόβλημα της στέγασης και των μεταφορών, και επιλέγει, ως δημιουργική συνέπεια της εμπειρίας των Cub – όπου οι φοιτητές έπαιξαν ρόλο σύνδεσης – να παρέμβει συστηματικά στο κύκλωμα των τεχνικών και επαγγελματικών ιδρυμάτων, όπου ο αριθμός των φοιτητών που εργάζονται είναι υψηλότερος και όπου το πρόβλημα της μελλοντικής εργασιακής απασχόλησης στον τομέα των τεχνικών είναι πιο αισθητό. Στο Μιλάνο υπάρχει η υψηλότερη συγκέντρωση εργαζομένων-φοιτητών στην Ιταλία (περίπου 80 χιλιάδες το 1970) .Για τον βιομηχανικό χαρακτήρα της πόλης, οι αναταραχές των φοιτητών-εργαζόμενων δημιουργούν μια φυσική γέφυρα μεταξύ των αγώνων στο σχολείο και εκείνων στο εργοστάσιο. Κατά τους πρώτους μήνες του 1970, το κίνημα και οι αγώνες των φοιτητών-εργαζόμενων κυριαρχούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από το CPM, το οποίο έχει επεξεργαστεί την πληρέστερη θεωρητική ανάλυση της λειτουργίας αυτής της κοινωνικής φιγούρας (10), οργανισμός στον οποίον εισρέουν αγωνιστές από άλλες εμπειρίες (στελέχη του Cub Pirelli, φοιτητές του Trento κ.λπ.) έχει το ισχυρό του σημείο στο τεχνικό ινστιτούτο Feltrinelli, στο οποίο λειτουργεί ηγεμονικά και ως σημείο αναφοράς για άλλες εμπειρίες.
Αποτέλεσμα εικόνας για movimento lavoratori studenti, anni '70
Στις αναλύσεις του C.P.M. που επεξεργάζονται μαζί με το M.L.S. (Κίνημα εργαζόμενοι φοιτητές) το νυχτερινό σχολείο ορίζεται ως εργοστάσιο: «Το νυχτερινό σχολείο είναι ένα από τα παραγωγικά ιδρύματα […] ο άνθρωπος παράγεται ως εμπόρευμα. Οι απορρίψεις, τα κοψίματα, οι αποσύρσεις, οι νευρικές εξαντλήσεις, η ασυνέχεια [.. .] πρέπει να θεωρηθούν ως συγκεκριμένοι τρόποι με τους οποίους το νυχτερινό εργοστάσιο αποφασίζει να αφαιρέσει ένα μεγάλο μέρος του υλικού του σε παραγωγή από την εργασία. Επομένως, η ‘επιλογή’ δεν είναι παρά ένας «ποιοτικός έλεγχος» του προϊόντος, ανάλογα με το αν χρειάζεται πολλούς ή λίγους υπαλλήλους, το σύστημα αναπτύσσει τα βραδινά σχολεία ή ξεκινά να θερίζει με τις απορρίψεις, τα κοψίματα. »Αλλά το νυχτερινό σχολείο έχει και μια ιδεολογική αποστολή, λειτουργία: ο ποιοτικός έλεγχος προϋποθέτει ότι η παραγωγή είναι «ομοιογενής» με το ίδιο το σύστημα, εξ ου και η ανάγκη από πλευράς των αφεντικών να οικοδομήσουν την «πολιτική και ιδεολογική συναίνεση των μαζών των προλεταρίων». Εν συντομία, η ‘εκμετάλλευση που στα εργοστάσια εκφράζεται ως η κυρίαρχη πτυχή της οικονομικο-δομικής μορφής, στο σχολείο, εκδηλώνεται κυρίως ως πολιτική-ιδεολογική καταπίεση’. »Για εμάς, η μελέτη είναι μια πραγματική δουλειά γιατί παράγει κάτι πολύ ακριβές και απτό: ένα εργατικό δυναμικό με αυξημένη παραγωγική ικανότητα. Το βραδινό σχολείο ισοδυναμεί με 4 ώρες υπερωριών. Μια ένσταση που προκύπτει είναι πως ο νόμος υποχρεώνει να πληρώνουμε φόρους. Μα ποιος νόμος; Όπως το σχολείο, και ο νόμος ανήκει στα αφεντικά. Ο ΑΓΩΝΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΜΕΝΩΝ. Εμείς έχουμε μόνο ένα νόμο που πρέπει να τηρούμε και να ασκούμε: τον συνεχή αγώνα κατά της εκμετάλλευσης που οι νόμοι του αστικού κράτους προσπαθούν να καταστήσουν δίκαιη και επομένως νόμιμη.
Σχετική εικόνα
» Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΥΘΡΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΙΩΝ, BRIGATE ROSSE.
Οι αγώνες του φθινοπώρου του 1969 και εκείνοι της άνοιξης του 1970 παράγουν, ως ένα σημαντικότερο αποτέλεσμα, μια πραγματική κρίση καθεστώτος. Τα αφεντικά και οι σκοτεινοί μηχανισμοί του κράτους, που είχαν σκεφτεί να περιορίσουν την εργατική και την κοινωνική σύγκρουση, τόσο με μια μεγαλύτερη νομιμοποίηση του συνδικάτου όσο με την «στρατηγική των βομβών» και με τη βίαιη καταστολή, αναγκάζονται να αναζητήσουν νέες διαμεσολαβήσεις. Ο Agnelli μάλιστα φτάνει μέχρι και του σημείου να ευχηθεί «τα συνδικάτα και οι επιχειρηματίες να καταλήξουν σε μια κοινή άμυνα ορισμένων στόχων, ίσως προς την ίδια πολιτική εξουσία-δύναμη […]». Η χορήγηση του Καταστατικού των εργαζομένων και των συμβουλίων των εργοστασίων είναι επίσης μια προσπάθεια να αιχμαλωτιστεί το κίνημα σε νέες μορφές εκπροσώπησης, μέσα σε νέους κανόνες του παιχνιδιού. Όμως, όλη η συμπεριφορά της εργατικής αυτονομίας εξακολουθεί να αγνοεί τους κανόνες του παιχνιδιού και χρησιμοποιεί επίσης και νέα αντιπροσωπευτικά όργανα σχεδόν πάντα με όρους αυτονομίας και ανεξαρτησίας από τα συνδικαλιστικά κέντρα. Μεταξύ των αγωνιστών της εργατικής Εξουσίας [Potere operaio], της Lotta continua και της CPM (η οποία έχει πλέον γίνει προλεταριακή Αριστερά), οι αναλύσεις γύρω από τις πιθανότητες μιας αντιδραστικής και αυταρχικής στροφής από τους κρατικούς μηχανισμούς καθίστανται όλο και πιο πιεστικές και ακριβείς. Η ανάγκη να εξοπλιστούν με αμυντικές δομές, πολιτικούς-στρατιωτικούς οργανισμούς όχι μόνο αμυντικής φύσεως, αλλά επιλεκτικά επιθετικούς, σχεδιασμένα, είναι όλο και περισσότερο αισθητή. Ο εκδότης Giangiacomo Feltrinelli δημοσιεύει το καλοκαίρι του ’69 ένα από τα γραπτά του στο οποίο γίνεται λόγος για τον φόβο περί των κινδύνων ενός «πραξικοπήματος».
Σχετική εικόνα
Το έντυπο με τίτλο: «ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1969. Η επικείμενη απειλή μιας ριζικής και αυταρχικής στροφής προς τα δεξιά, ενός πραξικοπήματος αλα ιταλικά» δημιούργησε μια μεγάλη εντύπωση, και γιατί στο προσάρτημα μετέφερε το γραπτό του έλληνα μυθιστοριογράφου Βασίλη Βασιλικού με τίτλο: «Και εμείς δεν πιστεύαμε πως στην Ελλάδα ήταν πιθανό», αναφερόμενος στο αιματηρό πραξικόπημα που στη χώρα του είχε συντρίψει τα κινήματα και έβαλε τους «συνταγματάρχες» στην εξουσία με τη συνενοχή των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Μα δεν ήταν απλώς, ή όχι μόνο, ο φόβος ενός πραξικοπήματος να ωθήσει το κίνημα να εξοπλιστεί με στρατιωτικές δομές. Με τη σφαγή του κράτους, η απόφαση της αστικής τάξης να θέσει τη σύγκρουση στο στρατιωτικό επίπεδο κυριαρχούσε σε πολλές αναλύσεις και ωθούσε σε ισχυρές θεωρητικές και ιδεολογικές επιταχύνσεις.
Estate 1969
Οι αναφορές στο μητροπολιτικό αντάρτικο της Λατινικής Αμερικής (κυρίως στους ουρουγουανούς tupamaros), στη μητρόπολη ως κέντρο ελέγχου και διοίκησης της καπιταλιστικής διαδικασίας, γίνονται ολοένα και συχνότερες. Στο έγγραφο του Chiavari, το C.P.M. έγραψε: «Η κοινωνική διάσταση του αγώνα είναι το υψηλότερο σημείο της ανάπτυξής του: ο αγώνας εναντίον της γενικευμένης καταπίεσης είναι ήδη μια επαναστατική στιγμή … Η μπουρζουαζία έχει ήδη επιλέξει την παρανομία. Η μακρά επαναστατική πορεία στη μητρόπολη είναι η μόνη κατάλληλη απάντηση. «Αυτή πρέπει να ξεκινήσει σήμερα και εδώ. […] «Δεν έχει ακόμη κατανοηθεί επαρκώς τι σημαίνει να αναπτυχθεί μια επαναστατική διαδικασία σε μια μητροπολιτική περιοχή με ύστερη καπιταλιστική ανάπτυξη. Τα επαναστατικά μοντέλα του παρελθόντος ή των περιφερειακών περιοχών είναι ανεφάρμοστα […].a) Στις μητροπολιτικές περιοχές της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης υπάρχουν ήδη οι αντικειμενικές συνθήκες για τη μετάβαση στον κομμουνισμό: ο αγώνας αποσκοπεί ουσιαστικά στη δημιουργία των υποκειμενικών συνθηκών […], b) Η μεταβαλλόμενη σχέση μεταξύ δομής και υπερδομής, που τείνουν να συμπίπτουν όλο και περισσότερο, σημαίνει ότι σήμερα η επαναστατική διαδικασία παρουσιάζεται ως παγκόσμια, πολιτική και «πολιτιστική» ταυτόχρονα. Αυτό σημαίνει ότι οι σχέσεις μεταξύ μαζικού κινήματος και επαναστατικής οργάνωσης αλλάζουν ουσιαστικά, και συνεπώς οι αρχές της οργάνωσης μεταβάλλονται ριζικά.
Σχετική εικόνα
«Η πόλη είναι σήμερα η καρδιά του συστήματος, το οργανωτικό κέντρο της οικονομικο-πολιτικής εκμετάλλευσης, η βιτρίνα στην οποία εκτίθεται το «υψηλότερο σημείο», το μοντέλο που θα πρέπει να παρακινήσει την προλεταριακή ολοκλήρωση. Αλλά είναι και το πιο αδύναμο σημείο του συστήματος : όπου οι αντιφάσεις εμφανίζονται πιο έντονες, όπου το οργανωμένο χάος που χαρακτηρίζει την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία εμφανίζεται πιο εμφανές.«Είναι εδώ, στην καρδιά του, που το σύστημα πρέπει να χτυπηθεί. «Η πόλη πρέπει να γίνει για τον αντίπαλο, για τους ανθρώπους που ασκούν σήμερα μια εξουσία όλο και πιο εχθρική και ξένη προς το συμφέρον των μαζών, ένα δόλιο έδαφος, κάθε χειρονομία τους και κάθε τους κίνηση μπορεί να ελεγχθεί, κάθε αυθαιρεσία να καταγγελθεί, κάθε συμπαιγνία μεταξύ της οικονομικής δύναμης-εξουσίας και εκείνης της πολιτικής να ξεσκεπάζεται» (12).Από την άλλη πλευρά, βλέποντας με τα μάτια γεμάτα ουτοπία, ο ένοπλος αγώνας φαίνεται να εξαπλώνεται παντού: σε ορισμένες καταστάσεις των ΗΠΑ, στις λατινοαμερικανικές μητροπόλεις, στον ολοένα σκληρότατο αγώνα των Παλαιστινίων και, κυρίως, στην καρδιά της Ευρώπης, στη Γερμανία, όπου ξεκίνησε να επιχειρεί με μεγάλη αποφασιστικότητα η Raf [Φράξια του κόκκινου στρατού]. Το τελευταίο τεύχος της «Sinistra Proletaria», το οποίο βγήκε τον οκτώβριο του 1970, γράφει: «Ο ανταρτοπόλεμος πλέον βγήκε από την αρχική του φάση […] δεν φαίνεται πλέον ως απλός πυροκροτητής […] αλλά έχει κατακτήσει το εύρος της μοναδικής στρατηγικής προοπτικής που μπορεί ιστορικά να ξεπεράσει εκείνη την εξεγερσιακή, η οποία είναι πλέον ανεπαρκής […] και εισέρχεται στις μητροπόλεις, συνδέοντας στενά το παγκόσμιο προλεταριάτο σε μια κοινή μορφή αγώνα και στρατηγικής. Το Κεφάλαιο ενώνει τον κόσμο στο σχέδιο του ένοπλης αντεπανάστασης, το προλεταριάτο ενώνεται στον ανταρτοπόλεμο παγκοσμίως. «Η ΙΤΑΛΙΑ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ«(13). Τον φεβρουάριο του 1971 τελειώνει η σύντομη ζωή της «Sinistra Proletaria», οι σύντροφοι που την προώθησαν καίνε μέσα σε λίγους μήνες αυτή τη νόμιμη εμπειρία, της οποίας η φυσική διέξοδος φαίνεται να είναι πλέον η παρανομία. Από την άλλη και οι αναλύσεις άλλων ομάδων φαίνεται να επιβεβαιώνουν πως είναι απαραίτητο να αυξηθεί, να σηκωθεί το επίπεδο της σύγκρουσης, ιδιαίτερα η Lotta continua, η οποία μαζί με την εργατική Εξουσία είναι μαζικά παρούσες στα εργοστάσια του Τορίνο, φαίνεται να ευνοεί την τάση γενικευμένης χρήσης μιας «προλεταριακής δικαιοσύνης» να αντιπαρατεθεί στην αστική, ενώ θέτει με έντονο τρόπο το πρόβλημα της εργατικής αντιεξουσίας.
Αποτέλεσμα εικόνας για giustizia proletaria anni 70
Σε αυτή την περίοδο αρχίζουν επίσης να γεννιούνται τα τραγούδια του αγώνα που τραγουδιούνται στις πορείες τόσο για να δώσουν ρυθμό στους διαδηλωτές όσο και για να συνοψίσουν το νόημα των αγώνων: «Η μπαλάντα της Fiat» (A. Bandelli).
‘Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά για σένα σίγουρα τα πράγματα θα πάνε άσχημα κουραστήκαμε να περιμένουμε να μας σκοτώσεις Συνεχίζουμε να δουλεύουμε και τα συνδικάτα έρχονται να πουν ότι πρέπει να λογικευτούμε και για αγώνα δεν μιλούν ποτέ Κύριε αφεντικό ξυπνήσαμε και αυτή τη φορά θα δώσουμε μάχη και αυτή τη φορά το πώς θ’ αγωνιστούμε θα το αποφασίσουμε μόνοι μας. Βλέπεις τον απεργοσπάστη που το σκάει ακούς τη σιωπή στα εργαστήρια ίσως αύριο μόνο τον θόρυβο του πολυβόλου θα ακούς!Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά σίγουρα τα πράγματα θα σου βγούνε σε κακό από τώρα και στο εξής αν θέλεις να διαπραγματευτείς πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι δεν μπορείς Και αυτή τη φορά δεν μας αγοράζεις με τις πέντε λιρέτες της αύξησης εάν προσφέρεις δέκα θέλουμε εκατό εάν προσφέρεις εκατό χίλιες θέλουμε εμείς Κύριε αφεντικό δεν μας εξαπατείς με τις εφευρέσεις με τους εκπροσώπους τα σχέδια σου είναι θολά και εμείς αγωνιζόμαστε εναντίον σου Και τα προσόντα τις κατηγορίες όλα θέλουμε να καταργηθούν οι διαιρέσεις τέλειωσαν στην αλυσίδα όλοι είμαστε ίσοι! Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά έχουμε μάθει να αγωνιζόμαστε το δείξαμε στο Mirafiori θα το δείξουμε σε όλη την Ιταλία Και όταν κατεβήκαμε στην πλατεία εσύ περίμενες μια κηδεία αλλά τα πράγματα στράβωσαν γι αυτούς που ήθελαν να μας αποκοιμήσουν Έχουμε δει τόσα πολλά γκλομπ και ρωμαϊκές ασπίδες ωστόσο είδαμε επίσης πολλά χέρια που αρχίζουν να ψάχνουν πέτρες Όλη η Τορίνο προλετάρια στη βία της αστυνομίας τώρα αποκρίνεται χωρίς φόβο σκληρό αγώνα πρέπει να κάνουμε! Και όχι στους γραφειοκράτες και τα αφεντικά, τι θέλουμε; Θέλουμε τα πάντα! ο αγώνας συνεχίζεται στο Mirafiori και ο Κομμουνισμός θα θριαμβεύσει! Και όχι στους γραφειοκράτες στα αφεντικά τι θέλουμε; Θέλουμε τα πάντα! συνεχής αγώνας στο εργοστάσιο και έξω από αυτό και ο Κομμουνισμός θα θριαμβεύσει!’
Αποτέλεσμα εικόνας για mirafiori, anni '70
«Η ώρα του τουφεκιού» (Pino Masi και Piero Nissim).
‘Ολόκληρος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη Η Λατινική Αμερική μάχεται με τον ένοπλο αγώνα κερδίζει στην Ινδοκίνα σε όλο τον κόσμο οι λαοί αποκτούν συνείδηση και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη δίκαιη βία και έτσι Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε για να καταλάβεις ότι ήχησε η ώρα του τουφεκιού; Η Αμερική των Νixon των Agnew και MacNamara στις ζούγκλες του Βιετνάμ παίρνει ένα μάθημα ο πολιτισμός των ναπάλμ δεν αρέσει στους λαούς όσο υπάρχουν αφεντικά δεν θα υπάρξει ποτέ ειρήνη η ειρήνη των αφεντικών βολεύει τα αφεντικά η συνύπαρξη είναι απάτη για να μας κάνουν να στεκόμαστε φρόνιμα οπότε Τι θέλεις παρά πάνω σύντροφε …Στην Ισπανία και την Πολωνία οι εργάτες μας διδάσκουν ότι ο αγώνας δεν σταμάτησε ποτέ ενάντια στα αφεντικά ενωμένοι εναντίον του καπιταλισμού ακόμη και αν είναι καμουφλαρισμένος σε έναν ψεύτικο σοσιαλισμό οι πολωνοί εργάτες που βγήκαν σε απεργία φώναζαν στην πορεία αστυνομία-γκεστάπο φώναζαν Gomulka θα τελειώσεις άσχημα προχωρούσαν τραγουδώντας τη Διεθνή συνεπώς Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …Οι μάζες και στην Ευρώπη δεν στέκονται πλέον να κοιτούν ο αγώνας εκρήγνυται παντού και δεν μπορούν να τον σταματήσουν παντού οδοφράγματα από το Burgos στο Stettino και επίσης εδώ ανάμεσα μας από την Avola στο Τορίνο από το Orgosolo στη Marghera από την Battipaglia έως το Reggio η σκληρή πάλη προχωρά τα αφεντικά την έχουν άσχημα και ως εκ τούτου Τι άλλο θέλεις σύντροφε …’
Σχετική εικόνα
Οι ερυθρές Ταξιαρχίες, οι οποίες άρχισαν να δρουν το φθινόπωρο του 1970, δεν έχουν ιδιαίτερη ανταπόκριση με τις πρώτες ενέργειες. Η προσοχή προς αυτούς θα αποκτήσει εθνικά χαρακτηριστικά με την πυρπόληση στην πίστα της Lainate τον ιανουάριο του 1971.«Την νύχτα της 25ης ιανουαρίου 1971, ένα κομάντο ενεργοποιεί 8 εμπρηστικές βόμβες κάτω από άλλα τόσα ρυμουλκούμενα φορτηγά που ήταν παρκαρισμένα στην πίστα (το εργοστάσιο χρησιμοποιείται για να δοκιμάσει τα ελαστικά της Pirelli). Τρία από αυτά καταστρέφονται ολοσχερώς, τα άλλα πέντε εξαιτίας κατασκευαστικού ελαττώματος των μηχανισμών και πάνω απ ‘όλα λόγω της υγρασίας, παραμένουν άθικτα. Αφήνεται ένα φύλλο χαρτιού, μπροστά από την είσοδο της πίστας, με την επιγραφή DELLA TORRE – ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΕΙΩΣΗ ΜΙΣΘΩΝ – MACMAHON – BRIGATE ROSSE«.
Σχετική εικόνα
Το P.C.I. και «η Unità» που μέχρι τότε είχαν σιωπήσει στις προηγούμενες ενέργειες, ελαχιστοποιούν και καταδικάζουν σε ένα μικροσκοπικό άρθρο μιας στήλης: «Όποιος εκτέλεσε (την επίθεση), ενώ συγκαλύπτεται πίσω από ανώνυμα φυλλάδια με επαναστατική φρασεολογία, ενεργεί εξ ονόματος αυτών, όπως ο ίδιος ο Pirelli, που ενδιαφέρονται να εμφανίσουν τον υπεύθυνο αγώνα των εργαζομένων για την ανανέωση της σύμβασης στα μάτια του κοινού σαν μια σειρά βανδαλισμών, χουλιγκανισμών » (14).Secondo un comunicato del P.C.I. gli operai in prima persona devono sbarazzarsi di questi provocatori: «Όταν συμβαίνουν αυτές οι πράξεις, οι εργαζόμενοι πρέπει σε πρώτο χέρι να αναλάβουν την πρωτοβουλία να τους βγάλουν από τη μέση με τους «καταλληλότερους τρόπους που αντιστοιχούν στη φύση των πράξεων που διαπράχτηκαν» (corsivo nostro)» (15).Η πρόσκληση να γίνει ένα στοιχείο της τάξης με βίαιο τρόπο δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρη, ειδικά μιας και συνδυάζεται με την προηγούμενη δήλωση των συνδικάτων που αποκαλούσαν τις Ε.Τ. «προκλητικά παράφρονες αυθεντικού φασιστικού στυλ», αλλά και η Lotta continua αντιδρά αρνητικά χαρακτηρίζοντας την δράση «παραδειγματική», όχι μαζική και αντικειμενικά προκλητική. Λέει στην ανακοίνωση της: «Ακριβώς επειδή οι προλεταριακές μάζες δεν χρειάζεται να καταλάβουν ότι απαιτείται η βία και ως εκ τούτου δεν είναι απαραίτητες οι παραδειγματικές ενέργειες. […] η στρατιωτική οργάνωση των μαζών δεν χτίζεται επειδή ορισμένες ομάδες αρχίζουν να εφαρμόζουν στρατιωτικές ενέργειες[…].Χτίζεται ξεκινώντας από τη δημιουργία σταθερών και αυτόνομων μαζικών πολιτικών οργανισμών» (16).
Αποτέλεσμα εικόνας για Gauche prolétarienne anni 60
Σε κάθε περίπτωση, οι ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται, ειδικά στο Μιλάνο, ενώ μετά το τέλος της «Προλεταριακής Αριστεράς» η εφημερίδα που τις εκπροσωπεί περισσότερο και τις υπερασπίζεται καλύτερα είναι η «Νέα Αντίσταση». Η εφημερίδα παίρνει το όνομα και την έκφραση από ένα έγγραφο της Gauche prolétarienne, της πιο ριζοσπαστικής πολιτικής οργάνωσης που εξέφρασε ο γαλλικός Μάιος, η οποία είχε ασκήσει μορφές παράνομης πάλης πριν τεθεί εκτός νόμου.Στο προγραμματικό έγγραφο της προλεταριακής Gauche εντοπίστηκαν βαθιές συγγένειες με τη νέα πρακτική της προλεταριακής Αριστεράς: »η πολιτική μας έχει ένα όνομα ΝΕΑ ΑΝΤIΣΤΑΣΗ: ο βίαιος λαϊκός αγώνας των παρτιζάνων […] Η ώρα του αντάρτικου ήχησε «(17). H «Nuova Resistenza» βγαίνει το 1971.
Σχετική εικόνα
Κάτω από τον τίτλο, το σύνθημα «Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε», με δίπλα το σύμβολο της «Sinistra Proletaria»: δρεπάνι, σφυρί και τουφέκι να διασταυρώνονται. Το περιοδικό, που χαρακτηρίζεται «κομμουνιστική εφημερίδα της νέας αντίστασης», προτρέπει από τον τίτλο ακόμη μια σειρά προτάσεων και σε περιβάλλοντα της βάσης του PCI. Πράγματι, όπως ήδη παρατηρήσαμε, ένα ολόκληρο πολιτικό ρεύμα πρώην παρτιζάνων και αγωνιστών δεν σταμάτησε ποτέ, τόσο στη δεκαετία του πενήντα, όσο και αργότερα, να καλλιεργεί μια πολύ κριτική πολιτική θέση σχετικά με τα αποτελέσματα της Αντίστασης, η οποία θα έπρεπε να συνεχιστεί με μια γενικευμένη σύγκρουση ταξική μέχρι την εγκαθίδρυση ενός σοσιαλιστικού κράτους. Σε συνάρτηση αυτών των στόχων, πολλοί παρτιζάνοι δεν είχαν επιστρέψει τα όπλα μετά το τέλος του φασισμού, και αστυνομικοί και καραμπινιέροι στη δεκαετία του 50 είχαν βρει (κυρίως σε ορεινές τοποθεσίες αλλά και στα υπόγεια ορισμένων εργοστασίων) εκατοντάδες τουφέκια, ολμοβόλα, περίστροφα. Φυσικά, αυτοί οι πρώην παρτιζάνοι είχαν καταστεί και λιγάκι μυθικοί και φανταστικοί, αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τουλάχιστον τον ιούλιο του ’60 είχε ξαναεμφανιστεί στην πλατεία οπλισμένοι.
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Ο Danilo Montaldi, στο «οι πολιτικοί αγωνιστές της βάσης», χαρακτήριζε αυτή την τάση: «sottovoce», »χαμηλόφωνη», με ένα δημιουργικό παιχνίδι των λέξεων που αναφέρονταν σε ορισμένα λεξιλόγια των εργατών. «Sottovoce», »σιγανά» πράγματι ονομαζόταν το κλασικό «grappino» που οι εργάτες έπιναν το πρωί πριν φτάσουν στο εργοστάσιο και το οποίο απαγορεύονταν πριν από τις 8. Όπως είναι προφανές αυτό το φαντασιακό είχε γίνει κτήμα και στις νέες σειρές των αγωνιστών της βάσης, και αυτή η διαδικασία ευνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την προοδευτική αποκάλυψη της γραμμής «συνεργασίας» που οι ηγέτες του ΚΚΙ εφάρμοζαν προς τον νεοκαπιταλισμό και με τις κεντροαριστερές κυβερνήσεις.Τα γεγονότα της κόκκινης Ιπτάμενης, Volante rossa, η οποία είχε δράσει στο Μιλάνο και τη Βόρεια Ιταλία ως παραστρατιωτική ομάδα στην αμέσως μεταπολεμική περίοδο παραδίδονταν προφορικά. Σε άλλα μέρη του Βορρά σημειώθηκαν φαινόμενα παρόμοια με εκείνα της Volante rossa, ειδικά σε εκείνες τις περιοχές με την ισχυρότερη κομμουνιστική παρτιζάνικη παράδοση, όπως η Λιγουρία και η Εμίλια, και ακριβώς είναι στο Reggio Emilia που θα λάβει χώρα μια διάσπαση από το PCI και από τη νεολαία του, την F.G.C.I. αγωνιστών που θα εισρεύσουν στις ερυθρές Ταξιαρχίες.
Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosseΣχετική εικόνα
Ανάμεσά τους είναι ο Alberto Franceschini (που βρίσκεται στην συντακτική ομάδα της «Sinistra Proletaria») ο οποίος ανήκει σε μία από τις ιστορικές οικογένειες της κομμουνιστικής παράδοσης του Reggio (η γιαγιά του ήταν capolega [ηγέτης σε μιαν ένωση], στα χρόνια ’22, ο παππούς του αντιφασίστας είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε «περιορισμό, απομόνωση», ο πατέρας του, αφού βρέθηκε στο Άουσβιτς και δραπέτευσε, πήρε μέρος στις Ομάδες παρτιζάνικης δράσης), καθώς και ο Fabrizio Pelli (που θα πεθάνει στη φυλακή) και ο Prospero Gallinari, άλλοι όπως ο Azzolini, ο Roberto Ognibene και ο Franco Bonisoli είναι μέλη της »Ομάδας του διαμερίσματος», όπου συναντώνται μετά την έξοδο τους από τις οργανώσεις της επίσημης αριστεράς. Η ομάδα έχει και το δικό της επίσημο όνομα («πολιτική Κολεκτίβα εργάτες φοιτητές») αλλά γρήγορα γίνεται γνωστή ως «Ομάδα του διαμερίσματος» επειδή δεν έχει επίσημη έδρα. Το 1970 η Ομάδα ενέτεινε τις σχέσεις της με τους Curcio και «Sinistra Proletaria» , μέχρις ότου συγχωνευτεί με την εμπειρία της ίδρυσης των ερυθρών Ταξιαρχών (αν και δεν κάνουν όλοι οι επισκέπτες της Ομάδας αυτή την επιλογή). Από παρόμοιες εμπειρίες μέσα στην κομμουνιστική παράδοση προέρχονται και άλλοι αγωνιστές από την περιοχή της Νοβάρα και, κυρίως, από τις εργατικές μιλανέζικες και τορινέζικες γειτονιές. Η «Nuova Resistenza» στη σύντομη ζωή της (δύο νούμερα σε τρεις μήνες) τείνει να ενεργεί ως ενισχυτής μεγάφωνο για όλες αυτές τις αυθόρμητες ομάδες ή παράνομες που αναγνωρίζουν την ανάγκη να αντιταχθούν με την βία στην ένοπλη αστική αντεπανάσταση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημοσιεύονται οι ανακοινώσεις των Ε.Τ. καθώς και άλλων ομάδων και αρκτικόλεξων, μεταξύ των οποίων, από το πρώτο τεύχος ακόμη, εκείνες των Gap (Partisan Action Groups, Gruppi di azione partigiana).
Σχετική εικόνα
αυτονομία, autonomia

Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-Η χρυσή-ορδή-το-μεγάλο-επαναστατικό-και δημιουργικό-και-πολιτικό-και-υπαρξιακό-κύμα.pdf

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ
Χρόνια του μολυβιού, διαχωρισμένα Σώματα, κρατικές Σφαγές, Αποσταθεροποίηση, Καταστολή, Τρομοκρατία, Κατάσταση έκτακτης ανάγκης … ή αντίθετα: Τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μας, ριζική Μεταμόρφωση της καθημερινής ζωής, Ουτοπία, Ανάγκη για κομουνισμό Σεξουαλική επανάσταση, Ένοπλος αγώνας κλπ. Και ξανά: Κόσμος Beat, Hippies, Καταστασιακοί, Movimento studentesco, Potere operaio, Lotta continua, Μαοϊκοί, Consiliari, Αναρχικοί, Αυτόνομοι …Πίσω απ ‘όλους αυτούς τους ορισμούς, οι ζωές χιλιάδων, εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων μέσα σε δύο δεκαετίες, οι οποίοι έσκαψαν μέχρι τα θεμέλια τους φαινομενικά αμετάβλητους πυλώνες της ιταλικής κοινωνίας. Μετά από αυτή την τεράστια και βαθιά συλλογική εμπειρία, τίποτα πλέον δεν μπορεί να θεωρηθεί ίδιο με πριν. Για να υποβαθμιστεί, να περιοριστεί και να συρρικνωθούν οι διαστάσεις αυτού του μεγάλου επαναστατικού και δημιουργικού, πολιτικού και υπαρξιακού κύματος, χρειάστηκε (και για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία) η μεγάλη συμμαχία ολόκληρου του συστήματος των κομμάτων, η χρήση όλων των στρατιωτικών σωμάτων, μια ριζική μετατροπή του «κράτους δικαίου», η μετατροπή του δικαστικού σώματος σε τακτικό βραχίονα της πολιτικής εξουσίας και των συμφερόντων της βιομηχανικής μπουρζουαζίας (και μη). Προς στήριξη της συναίνεσης, ολόκληρη η καμάρα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, η οποία αναβίωσε την παράδοση του «δημοσιογράφου-αστυνομικού» των αρχών του αιώνα. Έχοντες όλοι την πρόθεση να δείξουν πως, έτσι ώστε τίποτα να μην αλλάξει, επρόκειτο για την «εξάλειψη» μιας ασήμαντης μειοψηφίας παραληρηματικών ανεύθυνων φανατικών, διαχωρισμένων από την πραγματικότητα που τους καθοδηγούσαν σκοτεινές δυνάμεις. Προς υπεράσπιση της αλήθειας και των δικαιωμάτων, μια εξαιρετική περίπολος έξυπνων και μάλλον ανεπανάληπτων δικηγόρων, μια μικρή ομάδα «εγγυητών», τα γενναιόδωρα λείψανα των πολιτικών κινημάτων .. Σαράντα χιλιάδες καταγγέλθηκαν, δεκαπέντε χιλιάδες «πέρασαν» από τις φυλακές, έξι χιλιάδες καταδικάστηκαν, σχεδόν πάντα χωρίς καμιά εγγύηση του δικαιώματος υπεράσπισης. Αυτά είναι τα άγονα τελικά και λογιστικά νούμερα της λαμπρής επιχείρησης υπεράσπισης της «δημοκρατίας». Πίσω από τα νούμερα, οι «ειδικές φυλακές», τα βασανιστήρια, η απομόνωση, το καλύτερο μέρος των δύο γενεών που οδηγήθηκε στη σιωπή, αναγκάστηκε να εξοριστεί ή «αποδόθηκε» στην κοινωνία αφού είχε ταπεινωθεί στην ταυτότητά του. Πως να μιλήσεις για όλο αυτό δίχως να κολλήσεις ετικέτες και ορισμούς, χωρίς να πέσεις στην παγίδα της ιδεολογίας, χωρίς να δώσεις χαρά στον παντοτινό αντίπαλο με την ανακατασκευή χαρτών και των γεωμετριών;                        Ίσως μέσα από θραύσματα και διαδρομές, μέσα στα εφήμερα μονοπάτια της μνήμης και αφήνοντας τις διαφορές να μιλήσουν. Όχι μια ιστορία λοιπόν, αλλά μια διαδρομή για να προσελκύσει στοχασμούς, προβληματισμούς, να τονίσει, να υπογραμμίσει την ευτυχία, τον πλούτο, να βοηθήσει να βρεθεί η προέλευση, οι απαρχές μιας μακράς άνοιξης. Η αξία σε αυτές τις «διαφορετικές» κάρτες θα μπορούσε να διαμένει στον εξωφρενικό υποκειμενισμό τους.