ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η φυγή προς τα εμπρός, Manolo Morlacchi: LA FUGA IN AVANTI

της Daniela Bandini

Morlacchi-LaFugaInAvanti.jpgManolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, ed. Agenzia X-Cox 18, σελ. 216, € 15,00. Η φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει

Με αυτό το βιβλίο ασχολήθηκε την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, a suo tempo  η Carmilla, ήταν στις 3 ιανουαρίου του 2008. Προσωπικά το είχα στα χέρια μου μοναχά πριν λίγες μέρες, καμιά δεκαπενταριά, και νιώθω την σχεδόν φυσιολογική ανάγκη να μοιραστώ με τους αναγνώστες τις εντυπώσεις που αυτό το βιβλίο μου μετέδωσε.
Είναι έργο ενός ανθρώπου που γεννήθηκε το 1970, που αναπολεί τα παιδικά του χρόνια και την εφηβεία του, που επηρεάστηκαν έντονα από μια οικογένεια όχι ακριβώς συνεπή με την  “χρυσή δεκαετία” που υπήρξαν τα χρόνια Ογδόντα. Ανάμεσα στους συγγενείς κανείς καλπάζων επιχειρηματίας, κανείς που να πλούτισε με τα Bot για να αποκτήσει το δεύτερο σπίτι, καμιά κοινωνική ανέλιξη, από το προλεταριάτο στην μικροαστική τάξη, κανένα δερμάτινο ή βιζόν σακάκι και μπουφάν να καμαρώσουν αδιάφορα, con nonchalance, σαν να τα είχαν από πάντα στο  ντουλάπι, κανένα μπλοκ με εκατό φύλλα που επιδεικνύεται στο πορτοφόλι να θυμίζει “μπορώ να αγοράσω όλα όσα θέλω”. Ο Manolo Morlacchi είναι παιδί ερυθροταξιαρχιτών. Συνεπείς, πεισματικά συνεπείς μέχρι τέλους.

Ο Pierino Morlacchi, ο πατέρας του Manolo, γεννήθηκε το 1958 και πέθανε το 1999. Η μητέρα, γερμανίδα, Heidi Ruth Peush, γεννήθηκε το 1941 και πέθανε το 2005. Στην οικογένεια Morlacchi κομουνιστές γίνονταν από τον πρώτο θηλασμό. Ήδη παρτιζάνοι, μιλανέζοι του Giambellino, κυνηγήθηκαν απ’ τους φασίστες, στη συνέχεια στρατευμένοι στο PCI, πολλά αδέλφια κι αδελφές που έφτιαχναν μια ενιαία ομάδα, ένας ισχυρό δεσμός που ποτέ δεν προδόθηκε, παρά τις διαφορετικές επιλογές που συχνά δεν μοιράστηκαν, εκείνος ο αδελφός ο οποίος οδήγησε σε ακραίες συνέπειες την ιδεολογία του, σε συνεχή ανάγκη κάλυψης, φύλαξης των παιδιών, χρημάτων.
Τεράστια τραπεζώματα ανάμεσα σε θείους και ξαδέρφια, ακόμη και περισσότεροι από είκοσι άνθρωποι τρώνε όταν υπήρχε και τεράστιες οινοποσίες με ό, τι υπήρχε, αδελφοί και αδελφές σε αιώνια περιοδεία μεταξύ των διαφόρων ιταλικών φυλακών ολόκληρης της χερσονήσου, παρανομία, συλλήψεις και ακόμα δικηγόροι, δίκες, δικαστήρια.
Η ειδικότητα του Pierino ήταν οι ληστείες, ένας άσσος του επαγγέλματος. Υπήρξε επίσης ο πρωταγωνιστής μιας εκ των πρώτων “απαγωγών” των BR. Έβαλα μέσα σε εισαγωγικά την λέξη απαγωγή διότι σήμερα είναι σχεδόν αξιολύπητο να ονομάζεται έτσι η διαδικασία της μετακίνησης ενός ανθρώπου από ένα κομάντο, η φωτογράφιση του και η επιστροφή του με συνοδεία στον τόπο απ’ όπου τον είχαν αρπάξει, μόνο για να δειχθεί η ισχύς, η υλικοτεχνική και στρατιωτική ικανότητα της οργάνωσης.
Ήταν τα χρόνια Εβδομήντα. Σχεδόν αδύνατο να φανταστείς σήμερα πως εκείνα τα χρόνια οι Ερυθρές Ταξιαρχίες κρατούσαν δημόσιες συγκεντρώσεις στο Giambellino, με τον Curcio να μιλά και τους συντρόφους να φρουρούν την πλατεία οπλισμένοι. Η αποδοχή ήταν πολύ υψηλή ανάμεσα στους ανθρώπους, Milano ήταν οι άνθρωποι στο Giambellino, ο λαός, εκεί “κολυμπούσες σαν ψάρι στο νερό”, μεταξύ των δικών σου.
Η μητέρα του Manolo, η Heidi, γεννήθηκε στην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, RDT, μετά μετακόμισε στην δυτική Γερμανία, Λονδίνο, εμπειρίες με τα “παιδιά των λουλουδιών”, Milano στο περιβάλλον της Τετάρτης Διεθνούς, και έπειτα η συνάντηση με τον Morlacchi. Από εκεί μια ζωή κυνηγημένοι, να διαφεύγουν, όμως πάντα προς τα εμπρός, όπως αναφέρεται στον τίτλο του βιβλίου. Είναι ίσως η ιστορία της μητέρας, καθόλου δευτερεύουσα, που με χτύπησε περισσότερο, που μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση. Με τα παιδιά να γυρνά την Ιταλία, και αργότερα και γι αυτήν η φυλάκιση, ο χωρισμός, οι επιστολές που τους έγραφε, τη διδασκαλία της ειλικρίνειας, της τιμιότητας, της αφοσίωσης στην υπόθεση, της προσωπικής ακεραιότητας ως απόλυτη κληρονομιά να παραδώσει.
Η έκπληξη που προκαλεί αυτό το βιβλίο μπορεί να συνοψιστεί σε δύο σημεία: το πρώτο είναι η μοναδική εμπειρία ενός παιδιού που αφομοιώνει μέσα του όλες τις ταξικές αντιθέσεις μιας εποχής που πηγαίνει από την Αντίσταση στο ΚΚΙ και στη συνέχεια στις ΕΤ, το δεύτερο, είναι αποτέλεσμα της πρώτης, είναι η γραμμικότητα μιας επιλογής όπως του ένοπλου αγώνα.
Μας έχουν συνηθίσει να πιστεύουμε ότι το φαινόμενο του ένοπλου αγώνα ήταν ένα γεγονός περιθωριακό και περιορισμένο, δευτερεύον, ακόμα και του σαλονιού: αγωνιστές, μαχητές παιδιά του μπαμπά που μετάνιωναν μόλις έβαζαν το πόδι τους στο αστυνομικό τμήμα, διανοούμενοι οι οποίοι ανταγωνίζονταν για το ποιος θα διατυπώσει τις πιο δυσανάγνωστες και ανεξιχνίαστες ανακοινώσεις («παραληρηματικές», τις αποκαλούσε ο τύπος ανά τακτά διαστήματα). Με λίγα λόγια, άνθρωποι που δεν γίνονταν να είναι πιο μακριά από τους ανθρώπους, το προλεταριάτο, και ιδιαίτερα τους εργάτες των εργοστασίων.
Τίποτα το ψευδέστερο. Οι πρώτες  BR υπήρξαν αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος μιας πολιτικής γραμμής που δεν μπορούσε να ταυτοποιηθεί με την αστικοποίηση ενός Κομουνιστικού Κόμματος που είχε την συνεννόηση σαν δυνατό του σημείο. Και μιλάμε για αυτό που συνέβαινε στις πόλεις. Και στις φυλακές, θεμελιώδη τόπο στρατολόγησης των BR; Πρέπει να σκεφτούμε ότι το προλεταριάτο των φυλακών των δεκαετιών Εξήντα και Εβδομήντα εκπροσωπούνταν από μια καλά χαρακτηρισμένη κοινωνική ομάδα: ημιλφάβητη, μιλούσε ως επί το πλείστον σε μια νότια διάλεκτο. Κλοπές, ληστεία και διακίνηση τα αδικήματα, σχεδόν όλοι συνδέονταν με clan ή οικογενειακές ομάδες.
Έξω από αυτή την πραγματικότητα υπήρξαν εκείνοι που, όπως συνέβη στις ιταλικές φυλακές, έβλεπε σε εκείνο το υποπρολεταριάτο την πηγή για να γίνει ο κόσμος πιο δίκαιος, ανθρώπινος και αξιοπρεπής. Τελείως απροσδόκητα αυτός που θεωρούνταν αποκλεισμένος από την ιστορία γίνονταν ο πρωταγωνιστής, με μια γλώσσα που δεν απέκλειε την παρανομία, οπότε διαδρομές ήδη γνωστές, αλλά όχι πλέον με σκοπό τον προσωπικό πλουτισμό ή της φατρίας, αλλά για να ολοκληρωθεί εκείνη η επαναστατική διαδικασία προς ένα σοσιαλιστικό κράτος που το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε προδώσει.
Είναι εντυπωσιακές, και ως εκ τούτου μεγάλης ιστοριογραφικής αξίας, οι εμπειρίες που ο Manolo διηγείται στο βιβλίο του. Υπάρχουν τα γράμματα από τη φυλακή, εκείνα που γράφτηκαν από τους αδελφούς και τις αδελφές, εκείνα που απευθύνονται στα παιδιά, και στη συνέχεια η απτή αντίληψη μιας Μιλάνο που γλιστρά στην δεκαετία του Ογδόντα και γίνεται αγνώριστη και ανώνυμη. Η άφιξη νέων προλετάριων οι οποίοι πλέον δεν αποκαλούνται έτσι, αλλά μόνο «οι νέοι φτωχοί», οι «μαροκινοί», όχι η μετανάστευση της νότιας Ιταλίας αλλά αυτή του Μαρόκο.
Και οι Morlacchi που για όλα αυτά αδιαφορούν. Ακόμα μες τη δεκαετία του Ενενήντα, μέχρι την κηδεία του Pierino, άνθρωποι αμετακίνητοι, αμετανόητοι, όχι για τον ένοπλο αγώνα αλλά για την συνέπεια, που τον χαιρετούν με το πανό: «Γεια σου Pierino. Μέχρι τη νίκη. Οι σύντροφοι».
Ήταν και η δική μου απογοήτευση, γι αυτό καταλαβαίνω τόσο καλά τον Pierino και τον Manolo. Μιλούσα με τους συντρόφους του PCI και δεν τους καταλάβαινα. Ήμουν πολύ νέος τότε, και σκεφτόμουν ότι ένας αγωνιστής του PCI έφτιαχνε τη ζωή του σύμφωνα με ένα ιδεολογικό μοντέλο, ένα μοντέλο συμπεριφοράς επίσης χωρίς συμβιβασμούς και αδιάφθορο,  αναπόφευκτα βρισκόμουν στη  θέση να αντιμετωπίζω συνομιλίες που αφορούσαν οικονομικές επενδύσεις, αντιμετώπιζα ιδανικά που δεν προχωρούσαν πέρα από την αγορά ενός διαμερίσματος στη θάλασσα, ενώ η συμμετοχή στη ζωή του κόμματος περιορίζονταν στο γεύμα της πολέντα και λουκάνικου στο φεστιβάλ της Unità.
Αυτοί ήταν οι σύντροφοι; Και η σκέψη μου πήγαινε — χαμογελούσα ενώ το γυρόφερνα στο μυαλό μου – σε ένα ταξίδι με το τρένο λίγο καιρό πριν, σε ένα βαγόνι της δεύτερης θέσης με κάποιους συντοπίτες, προς το νότο. Απέναντι μου ένα αγόρι σε ένταση, επιφυλακτικό, λίγο φοβισμένο αλλά αποφασισμένο, με ένα παχύ μουστάκι και λίγο μακριά μαλλιά, το οποίο στην προσπάθεια να τον κάνουμε να πάρει μέρος στη κουβέντα μας απαντούσε αμήχανα, σε κάτι ιταλικά μετά βίας κατανοητά.
Κρατούσε παράξενα ένα χέρι επάνω στον πήχη του αριστερού χεριού, σαν να ήθελε να κρύψει έναν τραυματισμό ή μια άσχημη ουλή. Τέλος αποκοιμήθηκε, και σιγά-σιγά το χέρι του σύρθηκε στο κάθισμα. Αυτό που κρατούσε προσεκτικά κρυμμένο ήταν ένα μεγάλο τατουάζ με το πεντάκτινο αστέρι και τη λέξη BR να δίνει έμφαση. Φτιαγμένο πρόχειρα, στο χέρι, στη φυλακή. Εκείνος ο νέος, αποφάσισα, ήταν το σημείο αναφοράς μου. Το άτομο για το οποίο θα ήθελα να συνεχίσω ν’ αγωνίζομαι.

https://www.carmillaonline.com/2008/09/25/manolo-morlacchi-la-fuga-in-av/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Συμβουλές [ή όχι] για τις αγορές σας: Έτρεχα σκεπτόμενος την Anna, του Pasquale Abatangelo – Consigli (o sconsigli) per gli acquisti: Correvo pensando ad Anna, di Pasquale Abatangelo

Μια ιστορία των χρόνων εβδομήντα

Μέσα από την κοπριά των πολλών δήθεν απομνημονευμάτων για τη δεκαετία του Εβδομήντα, συμβαίνει σε κάποιο σημείο να ξεθάψουμε το πιο όμορφο λουλούδι. Είναι η ειλικρινής και τραγική ζωή του Pasquale Abatangelo που μας επιστρέφει, μας δίνει πίσω την έννοια και την σημασία μιας συλλογικής ιστορίας που θάφτηκε από την μνησίκακη ιστορία των νικητών, της δεξιάς και της αριστεράς. Εδώ και πάρα πολύ καιρό έχουν αλλάξει το όνομα στα πράγματα, αλλά παραμένει άγρια αληθινός ο στίχος της Gertrude Stein, Γερτρούδης Στάιν: ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο. Αυτή η αυτοβιογραφία επιστρέφει νόημα σε ένα όνομα που πλέον έχει στραγγιστεί από υλικά νοήματα, από φυσικές έννοιες και σημασίες : τον κομμουνισμό. Η ζωή του Abatangelo Pasquale είναι ο ιταλικός κομμουνισμός των χρόνων Εβδομήντα. Η ζωή του ως συνεκδοχή μιας γενιάς επαναστατών αγωνιστών οι οποίοι, στερημένοι από τα πάντα, εκτός από την πειθαρχία και την αυτοθυσία τους, βρέθηκαν σε θέση να βάλουν το φόβο στην εξουσία, μπόρεσαν να κάνουν την εξουσία να φοβηθεί. Είναι αυτό ένα προνόμιο που πλήρωσαν ακριβά: πολλοί δεν άντεξαν, άλλοι διατήρησαν την αξιοπρέπειά τους ανέπαφη. Ο Pasquale ήταν ένας από αυτούς.

Η ζωή του Pasquale περικλείει συμβολικά την αίσθηση και το νόημα της μακράς δεκαετίας των ταξικών αγώνων στην Ιταλία ανάμεσα στο 1968 και το τέλος της δεκαετίας του Εβδομήντα. Μια ζωή ανθρώπων που δεν τους έδιναν μεγάλη σημασία, ζωή ανθρώπων δίχως αξία, και ήταν πολλές εκείνη την εποχή, απ’ το σχολείο σε αυτό του δρόμου, την πρώτη ληστεία, στη φυλακή. Αλλά η αναγέννηση στον κομμουνισμό έγινε μέσα σε εκείνη την συλλογική ιστορία που συγκλόνισε τις μοίρες μιας γενιάς. Ο απολιτικός Pasquale έπρεπε να λογαριαστεί με την επαναστατική επείγουσα ανάγκη, με τον επαναστατικό χαρακτήρα μιας γενιάς που σάρωσε τα ατομικά πεπρωμένα: «Εδώ δημιουργήθηκαν οι βάσεις, τα θεμέλια της ιταλικής ιδιαιτερότητας. Και στη Γαλλία, και στη Γερμανία, στην Αγγλία, στις ΗΠΑ το Εξήντα οκτώ βρήκε τις λέξεις για να κατανοήσει, να περιγράψει και να απορρίψει στο σύνολο τους τους θεσμούς . Αλλά μόνο στην Ιταλία δημιουργήθηκε μια equal δυναμική, ομότιμη, οριζόντια και οσμωτική ανάμεσα στους ποινικούς και τους επαναστάτες. Χρόνια αργότερα, στα βιβλία φιλοσοφίας βρήκα τις σωστές λέξεις για να περιγράψω την σημασία αυτής της συνάντησης: αμοιβαία αναγνώριση «. Η αμοιβαία αναγνώριση στην οποίαν αναφέρεται ο Pasquale δεν είναι «μόνο» μεταξύ των κοινών κρατουμένων και των πολιτικών αγωνιστών, μαχητών. Είναι εκείνη ανάμεσα σε ένα κομμάτι των κατώτερων τάξεων και των επαναστατικών πρωτοποριών. Αυτή είναι η σχέση που εξηγεί την μη φυσιολογική διάρκεια και την σκληρότητα της μάχης, της σύγκρουσης που έσυρε την χώρα σε έναν αληθινό εμφύλιο πόλεμο – αν και “χαμηλής έντασης”. Αυτή είναι η ιταλική ιδιαιτερότητα, η οποία επέτρεψε την δημιουργία ενός μαζικού επαναστατικού κινήματος και, ταυτόχρονα, την ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα:«Οι νέοι αμφισβητίες που διαμαρτύρονταν και κατέληγαν στη φυλακή συνέβαλαν στη διεύρυνση των πολιτικών και πολιτιστικών οριζόντων των πρωτοποριών του κινήματος των κρατουμένων. Αλλά και οι ληστές και οι κλέφτες εμπλούτιζαν τις πολιτικές και ανθρώπινες αποσκευές των αγωνιστών της άκρας αριστεράς. Η επιρροή αναπτύσσονταν και στις δύο κατευθύνσεις. Οι κατάδικοι ιδιοποιούνταν την κουλτούρα και την πολιτική εμπειρία των εξηνταοκτάρηδων, που ήταν απαραίτητες για να δώσουν νόημα σε μια συλλογική αναταραχή, σε εκείνο το τίναγμα και ξέσπασμα που διαφορετικά θα προορίζονταν να πυρποληθεί και να καεί μέσα σε ένα είδος jaquerie. Οι εξωκοινοβουλευτικοί, στο μεγαλύτερο τους μέρος μικροαστικής κοινωνικής προέλευσης, κατάπιναν με γρήγορες γουλιές την συγκεκριμένη γνώση των κρατουμένων, φρούτο και αποτέλεσμα των όξινων εμπειριών που βίωναν στα περιθώρια της κοινωνίας».

Αλλά μέσα σε αυτή τη συλλογική ιστορία περιλαμβάνεται η συγκεκριμένη ιστορία του Pasquale, κατανοητή μόνο αν τοποθετηθεί μέσα στη δεκαετία του Εβδομήντα, αλλά – ταυτόχρονα – πλήρως αντάξια των εξαιρετικών χαρακτηριστικών του ανθρώπου. Ο Pasquale συνελήφθη την τελευταία και οριστική φορά το 1974. πολιτικοποιείται μέσα σε λίγο χρόνο, ιδρύει μαζί με άλλους συντρόφους τους Nap της Φλωρεντίας, τους ένοπλους προλεταριακούς Πυρήνες, και κατά τη διάρκεια μιας προλεταριακής απαλλοτρίωσης που έληξε με τραγικό τρόπο συλλαμβάνεται και φυλακίζεται μέχρι το 1993 για να βγει με αναστολή, στην οποίαν ακολούθησαν άλλα δέκα χρόνια ημιελευθερίας και επιτηρημένης ελευθερίας. Είκοσι χρόνια συνεχούς κράτησης στις ειδικές φυλακές, είκοσι χρόνια εξεγέρσεων, ταξικών αγώνων στο εσωτερικό των κατασταλτικών δομών, ξυλοδαρμών που υπέστη, τους οποίους, όταν ήταν δυνατόν, ανταπέδιδε, είκοσι χρόνια εγκλεισμού δίχως καμιά θυματοποίηση από πλευράς του. Δεν υπήρχαν περιθώρια για κλαψούρισμα κατά τη διάρκεια της πάλης των τάξεων, αλλά είναι ένα πράγμα να το λέμε ή και μόνο να το «σκεπτόμαστε» με ψυχραιμία, ένα άλλο είναι να το ασκούμε για είκοσι ολόκληρα ατέλειωτα χρόνια, μακριά από αυτούς που αγαπάμε, από την κανονική ζωή, ή ακόμα και από την στράτευση σε συνθήκες ελευθερίας. Ο κομμουνισμός στην Ιταλία και στη δεκαετία του Εβδομήντα σήμαινε και αυτό: όχι μόνο «την μετατροπή» ενός προλετάριου σε πειθαρχημένο επαναστάτη αγωνιστή της ταξικής πάλης, αλλά το άνοιγμα του κόσμου της «κουλτούρας» σε όσους πάντα αρνούνταν τους ταξικούς μηχανισμούς της: «Τα βιβλία μου έδωσαν αυτοπεποίθηση, παραδίδοντας μου αλήθειες που ποτέ δεν θα ξεχάσω σε όλη μου την ζωή σαν κομμουνιστή αγωνιστή. Αλλά με δίδαξαν, επίσης, ότι το να μισώ δεν έφτανε, και ήταν εύκολο να το παραδεχτώ αν ο κόσμος που έπρεπε να κληρονομήσουμε ήταν αυτός του Fabrizio del Dongo ή του Pierre Bezuchov, πιο δύσκολο γίνονταν αν η ανάγνωση διακόπτονταν από τις κραυγές που έρχονταν από τους διαδρόμους, σε εκείνη την σκατένια φυλακή όπου το να χτυπούν τους κρατούμενους ήταν σαν να παίζουν tresette, στα χαρτιά». Ο αντάρτης Abatangelo, ο εξεγερμένος, ήταν μια μηχανή που κατασκευάστηκε από την κοινωνία για να μισεί. Η φυλακή ήταν ο τόπος όπου αυτό το μίσος πολλαπλασίαζε τη δύναμή του και κυλούσε στις φλέβες των κρατουμένων. Αλλά η αναγέννηση στον κομμουνισμό συνεπάγονταν επίσης την αμφισβήτηση της εξεγερμένης φύσης των: το ταξικό μίσος ήταν η πηγή, το ελατήριο, που δεν μπορούσε να παρακαμφθεί, αλλά η επαναστατική μαχητικότητα τους δεν θα μπορούσε να επιλυθεί μόνο μες το μίσος, έχοντας σαν ποινή την επιστροφή στην εξεγερτικότητα ως αυτοσκοπό, από την οποίαν όμως είχαν απομακρυνθεί, με δυσκολία, και είχαν χειραφετηθεί με ριζοσπαστικό τρόπο. Κι εδώ: εύκολο να το γράψεις, πολύ δύσκολο να το κάνεις μέσα στο κύκλωμα των ειδικών φυλακών, όπου η εκμηδένιση της προσωπικότητας σου ήταν ο πρώτος στόχος της καταστολής. Ακόμη περισσότερο: εύκολο για κάποιον «πολιτικό» ο οποίος γρήγορα μορφώθηκε από τις σκληρότητες της φυλακής, πολύ λιγότερο για έναν εξεγερμένο προλετάριο που πολιτικοποιήθηκε αργότερα, ακριβώς σε εκείνη τη φυλακή που ευνοούσε την κακία και το μίσος σαν τον μοναδικό υπαρξιακό ορίζοντα.
Αλλά η «δύναμη» του βιβλίου είναι κάπου αλλού και όχι στην απλή επίκληση της προσωπικής εμπειρίας, που είναι έτσι κι αλλιώς σημαντική, και σε πολλά χωρία, συγκινητική ακριβώς λόγω της ειλικρίνειας που είναι απαλλαγμένη από κάθε προσπάθεια μεταθανάτιας νομιμοποίησης. Το βιβλίο δεν είναι μόνο μνήμη και μαρτυρίες, αλλά και πολιτική ανάλυση. Δεν έχει υποβιβαστεί σε αντικείμενο απλής απομνημόνευσης, που είναι από μόνη της εργασία αξιοπρεπής, αλλά κατά κάποιο τρόπο «ήσσονος σημασίας». Οι μνήμες του Pasquale, οι αναμνήσεις του, συνυφασμένες διαπλέκονται με τον πολιτικό στοχασμό για τον ένοπλο αγώνα, για το τέλος του, σχετικά με τους πιθανούς δρόμους τους οποίους δεν μπόρεσε να ακολουθήσει με αποτέλεσμα το τέλος του κομμουνισμού στην Ιταλία νοούμενου σαν το πραγματικό κίνημα που ανατρέπει την καθεστηκυία τάξη, την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων : «Οι BR ουδέποτε υπήρξαν ένα «σύμβολο», ένα εμπορικό σήμα, όπως λέγετε σήμερα. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν ένα οργανωμένο σώμα ανδρών και γυναικών που είχαν δώσει βάθος στις ενέργειές τους μαχόμενοι, και που έσβησε κάνοντας τον ένοπλο αγώνα, διότι, στις στρατηγικές και τακτικές επιλογές, δεν κατάφερε να κοιτάξει πέρα από το κοινωνικό κύκλο αγώνων που το είχε παράξει σαν πολιτική και στρατιωτική πρωτοπορία ».

Όπως έχουμε πει πολλές φορές, η δεκαετία του Ογδόντα – νοούμενη ως γενικευμένη απομάκρυνση της κοινωνίας από την πολιτική, τα χρόνια Ογδόντα νοούμενα σαν οριστική εξαφάνιση του κομμουνισμού ως ορίζοντα των ταξικών αγώνων στη χώρα – δεν ήταν αναπόφευκτα στην Ιταλία. Παρά την σκληρότητα και την μεγάλη διάρκεια της σύγκρουσης που έλαβε χώρα την προηγούμενη δεκαετία, ήταν δυνατές πολιτικές εξελίξεις σε θέση να αλλάξουν τις μορφές πάλης, χωρίς να εγκαταλειφθεί η ουσία. Αλλού – σε συνθήκες και περιπτώσεις παρόμοιες που σημαδεύτηκαν από την κατασταλτική βία – αυτό το βήμα έγινε, αυτό το πέρασμα, συσσωρεύοντας στα ανταγωνιστικά κινήματα μια σχέση ανάμεσα στις ανάγκες επιβίωσης και στις αντικαπιταλιστικές πολιτικές στρατηγικές. Αν και έγινε αναρροή όσον αφορά τον στόχο, διατηρήθηκε ένας δεσμός, ιστορικός και ιδανικός. Στην Ιταλία όχι. Στην Ιταλία,  όπως γράψαμε σε άλλη ευκαιρία, in un’altra occasione, «με τη δεκαετία του Εβδομήντα εξαφανίζεται ο κομμουνισμός, δηλαδή η δυνατότητα να οργανώνονται ταξικοί αγώνες για την δύναμη, την ενέργεια που περιέχουν, σίγουρα με τις μορφές και τα νέα περιεχόμενα που απαιτεί και επιβάλει η επικαιρότητα, μια εναλλακτική πολιτική στον καπιταλισμό, και να ξέρουν, να είναι σε θέση μέσα από αυτήν να οικοδoμήσουν, να καθιερώσουν σχέσεις με την πλειοψηφία του ιταλικού προλεταριάτου. Αυτός που ήταν σε θέση να το κάνει (όπως το κίνημα που οδήγησε στην Γένοβα), το έκανε σε βάρος του ίδιου του κομμουνισμού, με το να συρρικνώνεται σε έναν ριζοσπαστικό ρεφορμισμό α-κομμουνιστικό και διεκδικιστικό. Εκείνοι που παρέμειναν κομμουνιστές, δεν ήταν πλέον σε θέση να υφαίνουν την πολιτική τους εμπειρία με αυτήν της πλειοψηφίας (οπότε και της συναίνεσης) του εθνικού προλεταριάτου, έχοντας συρρικνωθεί στην κατάσταση υπαρξιακής μειοψηφίας από την οποία δεν ξέρουν πώς να εξέλθουν (τόσο στις συγκρουσιαστικές εκδόσεις της όσο και σε εκείνες τις μικρο-κομματικές) ».

Είναι πάλι ο Pasquale που το εντοπίζει με τον καλύτερο τρόπο και με τις κατάλληλες λέξεις σε ένα από τα τελευταία βήματα του βιβλίου: «Ο ένοπλος αγώνας γεννήθηκε σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, συγκυρία. Ενσάρκωνε μια πολιτική πρόκληση που προϋπέθετε μια κοινωνία διαποτισμένη με κομμουνισμό και μια ισχυρή ριζοσπαστικοποίηση των μαζών. Αυτές οι προϋποθέσεις, αυτές οι συνθήκες είχαν εξαφανιστεί. Να τις επανενεργοποιήσουμε ήταν ένα καθήκον. Αλλά δεν μπορούσαμε να υποκαταστήσουμε μια παρόμοια δουλειά με τη χρήση μεμονωμένων δράσεων, δεν έπρεπε, σε μιαν Ιταλία όπου, αν μη τι άλλο, το πρόβλημα ήταν πως χρειάζονταν μια νέα μαρξιστική παιδεία, εκπαίδευση των κινημάτων, χρειάζονταν ένας νέος μαρξιστικός αλφαβητισμός των κινημάτων που, σε γενικές γραμμές, δήλωναν πως ήταν κατά της παγκοσμιοποίησης».

Είναι από εδώ πού θα πρέπει σήμερα να ξεκινήσουμε πάλι απ’ την αρχή. Είναι αυτός ο τρόπος, το νόημα του προβληματισμού, της σκέψης, του στοχασμού που πρέπει να κινηθεί εκ νέου μέσα στα ιταλικά αντικαπιταλιστικά κινήματα. Να επανενεργοποιηθεί ένας κύκλος ταξικών αγώνων που να μπορούν να συνδεθούν με τις αναγκαιότητες του προλεταριάτου, σε θέση να δημιουργήσει μαζί του και να καθιερώσει μια γλώσσα και συμπεριφορές ενιαίες και κοινές, αλλά – ταυτόχρονα – να μην θυσιάζει στο βωμό αυτής της σχέσης τον κομμουνισμό. Είναι ένας προβληματισμός, μια παρατήρηση ωστόσο, την οποίον πολλοί από τους συντρόφους του Pasquale έκαναν στη δεκαετία του Ενενήντα, ένα σχόλιο που δεν εισακούστηκε από ένα κίνημα αποπλανημένο από τις μεταμοντέρνες σειρήνες του τέλους της ιστορίας. Λάθεψαν κατ΄αρχάς οι ερυθρές Ταξιαρχίες, που δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν ενιαίο ένα σκεπτικό και επιχείρημα που χάθηκε μέσα στα ρυάκια του κατακερματισμού που πήγαν να συναντήσουν στη δεκαετία του Ογδόντα. Έκανε λάθος ένα κίνημα που εγκατέλειψε κάθε επαναστατική στρατηγική, εν και μέσα στο δίκαιο καθήκον να συνεχίσει να παραμένει γαντζωμένο με οποιοδήποτε μέσο απαραίτητο στα ζωντανά ρεύματα μιας κοινωνίας που βρίσκονταν στη φάση της προοδευτικής διάσπασης προς τον ατομικισμό. Όμως, η συλλογιστική που προτείνει ο Pasquale μας φαίνεται να αντέχει πλήρως, και γι αυτό σας μεταφέρουμε ένα μεγάλο απόσπασμα:

«Αν σκοτώνω τον Biagi και τον D’Antona χωρίς κανένα κοινωνικό υπόβαθρο, μόνο και μόνο επειδή ο πόλεμος μακράς διάρκειας θα πρέπει να έχει κάποιες αναλαμπές κάθε δέκα με δεκαπέντε χρόνια μέσα στην έρημο της ιστορίας, αναλαμβάνω τις ευθύνες. Αν πηγαίνω στη Γένοβα για να τους αμφισβητήσω, να διαμαρτυρηθώ ενάντια στους G8 με ένα happening που, μπροστά στην αγριότητα της αστυνομίας, αφήνει πίσω του μόνο απογοήτευση και θυματοποίηση, αποδέχομαι την ευθύνη. Αυτό είναι το παιχνίδι που παίζουμε, όταν προσπαθούμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Το να είσαι συνεπής είναι σημαντικό. Όντες επαναστάτες, όμως, σημαίνει κάτι περισσότερο. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αυταπάτες όσον αφορά τον εχθρό. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε την ταπεινότητα να ξεκινήσουμε από το τέλος, ξανά από την αρχή, από τα κάτω, όταν οι ήττες έχουν αποκόψει τις πρωτοπορίες από τις μάζες. Σημαίνει να κατανοήσουμε ότι δεν μπορούμε πάντα να είμαστε συμπαθείς και πως, αν η αντίφαση μεταξύ των μέσων και των σκοπών του αγώνα πάντα ανθίζει μέσα στην ιστορία, πρέπει να υπάρχει ένας λόγος. Στρατηγική και τακτική, λέγαμε κάποτε. Είναι λόγια που τα αναιρέσαμε πάρα πολύ σύντομα. Λόγια που δοκίμασα να στρώσω επάνω στα κρεβάτια της διαμαρτυρίας, της αμφισβήτησης, και που πρέπει να τα συμπεριλάβουμε και πάλι στον λόγο μας, αν θέλουμε να επανέλθουμε, για να φοβίσουμε ξανά την εξουσία».

Αυτό το βιβλίο είναι ένα επίκαιρο θέμα, είναι ένα επίκαιρο αντικείμενο. Δεν είναι μια μουσειακή διεκδίκηση-ανάληψη ευθύνης μιας πολιτικής εμπειρίας, κι ας ήταν εξαιρετική. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, οι εξομολογήσεις ενός επαναστάτη, σημαντικές ακριβώς επειδή δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να είναι τέτoιες ρητώς. Το μόνο μειονέκτημα είναι η πιθανή απουσία του ίδιου του βιβλίου από τα μεγάλα κυκλώματα της διανομής βιβλίων. Με αυτή την έννοια, θα πρέπει να είναι καθήκον των συντρόφων να βγάλουν από την αφάνεια αυτό το έργο, μέσα στην οποίαν, δυστυχώς, θα μπορούσε να υποβιβαστεί χωρίς την κατάλληλη υποστήριξη και προώθηση. Θα ήταν μια χαμένη ευκαιρία.

Δύσκολο να «προβούμε σε απολογισμό» της μεγάλης επιχειρηματολογίας του Pasquale Abatangelo. Θα δανειστούμε τα λόγια του, που κάνουμε δικά μας σε όλες τις αποχρώσεις τους, γιατί κατά κάποιο τρόπο καθοδηγούν το σκεπτικό των επαναστατών κάθε ηλικίας και εποχής: «Πώς μπορούμε να κερδίσουμε; Αυτό δεν είναι εύκολο. Το πρώτο πράγμα είναι να εγκαταλείψουμε τις αυταπάτες. Το δεύτερο είναι να καταλάβουμε ότι πρέπει να οργανωθούμε. Οι αντάρτες, οι επαναστάτες, οι εξεγερμένοι χρειάζονται λίγο χρόνο για να κατανοήσουν αυτά τα πράγματα. Προσκολλούνται σε όνειρα προσωπικής αντεκδίκησης. Περιφρονούν την πειθαρχία, γιατί νομίζουν ότι είναι ένα σημάδι αδυναμίας. Αλλά κάτω από ορισμένες συνθήκες, ένας εξεγερμένος μπορεί να γίνει επαναστάτης. Είναι ήδη μια νίκη. Όχι επειδή κάποιος, ένας φοιτητής ή ένας εργαζόμενος, τον έβαλε μέσα σε ένα καθαρό και τακτοποιημένο σπίτι. Αλλά επειδή ο θυμός του έχει βρει έναν ορίζοντα. Και αυτός ο ορίζοντας γίνεται τη ζωή του». Επιπλέον, όπως τελειώνει ο Pasquale, « οι ιστορίες σαν τις δικές μου πάντα ξεκινούν και πάλι». Είναι η ομορφιά και η τραγωδία του κομμουνισμού.

 

1944 letture totali 276 letture oggi

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Tiocfaidh ár lá – Παρουσίαση του Bomber Renegate με τον συγγραφέα Michael Dickson – Presentazione di Bomber Renegade con l’autore Michael Dickson

 

H πιο πρόσφατη ιστορία της ιρλανδικής σύγκρουσης από την φωνή του τελευταίου κρατουμένου του IRA. Από την στρατιωτική στολή στην μιμητική και την κουκούλα, μέσα από τις κερκίδες του Celtic Park.

Για να μιλήσουμε για τον Michael «Dixie» Dickson προτιμούμε να ξεκινήσουμε από το τέλος της ιστορίας που έγραψε και πρωταγωνίστησε, και έτσι από τις τελευταίες γραμμές του εξωφύλλου, όπου διαβάζουμε ότι αυτή τη στιγμή «δραστηριοποιείται στην διοργάνωση συναυλιών και αγωνιστικών αθλητικών εκδηλώσεων και είναι μια φιγούρα, σημείο αναφοράς του ευρωπαϊκού οπαδικού αντιφασιστικού δικτύου». Υποστηρίζοντας και ασκώντας τον μαχητικό αντιρατσισμό και αντιφασισμό, όπως λέει προς το τέλος του βιβλίου, μέσα στις τάξεις του οποίου είχαμε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε.

Διαβάζοντας αυτό το συμπέρασμα και γυρνώντας ξανά στις πρώτες σελίδες φαίνεται πως έχουμε να κάνουμε με μια μαχητική έκδοση του sliding doors. Στα 16 του όντως ο Dixie βρίσκονταν στο σώμα του βρετανικού στρατού που επιδίδονταν στην κατασκευή έργων υποδομής και υποστήριξης των δραστηριοτήτων μάχης, δραστηριοποιούμενος λίγα χρόνια αργότερα για λογαριασμό της Αυτής Μεγαλειότητας στα νησιά Φώκλαντ που μόλις απελευθερώθηκαν από τους Βρετανούς. Πιθανώς αυτή θα ήταν η ζωή του αν λόγω του πάθους του για το ποδόσφαιρο που του μεταδόθηκε από την καθολική πλευρά της οικογένειας και λόγω μιας αλληλουχίας γεγονότων δεν βρίσκονταν το 1982 – ενώ ήταν ακόμα στο στρατό – στο Celtic Park για να ακούσει τα αντάρτικα τραγούδια, the rebel songs, που τραγουδούσαν με θυμό οι ρεπουμπλικάνοι οπαδοί ενάντια στους άγγλους (δεν είχε περάσει ούτε ένας χρόνος από τον θάνατο του Bobby Sands και των άλλων hunger strikers, απεργών πείνας στις φυλακές Maze).

Από εκεί, το βήμα να αγοράσει την Republican news, τις Ρεπουμπλικανικές ειδήσεις, να μπει σε μια μπάντα, marching band, να βρεθεί να συζητά για το «πράσινο βιβλίο» με τους εθελοντές του Irish Republican Army, του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού και φυσικά να οργανώσει την πιο σημαντική επίθεση που ο IRA είχε πραγματοποιήσει έξω από τα ιρλανδικά ή βρετανικά σύνορα, φαίνεται μικρό. Και στο Bomber Renegade η αφήγηση δεν αφήνει περιθώρια για πάρα πολλές σκέψεις και προβληματισμούς σε σχέση με την επιλογή να ακολουθήσει τον δρόμο του ένοπλου αγώνα, με όλα αυτά που θα μπορούσαν να προκύψουν και που όντως προέκυψαν, από την παρανομία στην έκδοση στη φυλακή, και στην απόδραση και πάλι ξανά στη φυλακή. Μοιάζει μάλλον η φυσική συνέπεια μιας ανάληψης ευθύνης σε σχέση με το γεγονός ότι κατείχε τις ικανότητες – που αποκτήθηκαν στο βρετανικό στρατό και που μπορούσαν να τεθούν στην υπηρεσία του IRA εναντίον εκείνου του ίδιου στρατού – και πως έτυχε να ζει σε μια εποχή που η διαδικασία ειρήνευσης ήταν ακόμη πολύ μακριά.

Άλλωστε η ιστορία του Dixie μπορεί να είναι σε μεγάλες γραμμές εκείνη πολλών αγωνιστών οι οποίοι, αν και δεν προέρχονταν από συνήθη ιστορικά ή προηγούμενα πολιτικά χαρακτηριστικά ή συγκυρίες, ήρθαν κοντά σε ένα ιδανικό, πολιτικοποιήθηκαν και έφτασαν μέχρι την παρανομία και την συμμετοχή και δέσμευση σε οργανώσεις που ασκούσαν τον ένοπλο αγώνα, προκαλώντας ένα κύκλωμα «αυτο-αναπαραγωγής» μαχητών έξω από τα παραδοσιακά κυκλώματα. Αν αντικατασταθεί η βασική αιτία του πάθους για την Σέλτικ με μια δουλειά στο εργοστάσιο ή τη φοίτηση σε ένα πανεπιστήμιο, μπορούμε να βρεθούμε να μιλάμε για έναν αγωνιστή ή μια αγωνίστρια των Ερυθρών Ταξιαρχιών, της RAF ή της ETA, χωρίς καν να μετακινηθούμε πάρα πολύ στο χρόνο. Αλλάζουν τα «μέρη», »οι χώροι» και οι «περιπτώσεις», αλλά παραμένει η ανάγκη για κοινωνικότητα και συμμετοχή καταπιεσμένη και υπό καταστολή στην οποία αντιδρούν ριζοσπαστικοποιώντας τις δικές τους μορφές μαχητικότητας και στράτευσης, σε έναν ορθό κύκλο (για εμάς ορθό, για την εξουσία λίγο λιγότερο) που απαντά σε δυναμικές που θεωρούνται «χαρακτηριστικές», »συγκεκριμένες».

Σε εκείνες τις δεκαετίες, σε μεγάλο μέρος της Βόρειας Ιρλανδίας η καθημερινή ζωή ήταν οι εγκλεισμοί χωρίς δίκη, η καταστολή του στρατού, της RUC και της SAS, τα αντίποινα από τους νομιμόφρονες παραστρατιωτικούς, οι εν ψυχρώ δολοφονίες, οι απεργίες πείνας στα «μπλοκ H», η ποινικοποίηση των πολιτικών κρατουμένων και η ζωή σε κατάσταση συνεχούς πολιορκίας. Εν τω μεταξύ, όμως, ο IRA έδειχνε στη Βρετανία πως είναι ένας άξιος εχθρός, με μιαν οργάνωση, έναν εξοπλισμό και μια δυνατότητα να υλοποιήσει δράσεις που τίναζαν στον αέρα τις ασφάλειες (όπως και τους μηχανισμούς ασφαλείας) μιας ολόκληρης υπερδύναμης και ενστάλαζαν στους ρεπουμπλικάνους την εμπιστοσύνη στο γεγονός ότι ήταν ένας πόλεμος που θα μπορούσαν να κερδίσουν. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, μέσα σε αυτή την συγκυρία δεν είναι έκπληξη το γεγονός ότι η μετάβαση από την ευαισθητοποίηση προς τον ρεπουμπλικανικό αγώνα στην πολιτικοποίηση και στη συνέχεια στην ένταξη και την στράτευση μπορούσε να είναι πολύ γρήγορη και κυρίως σε μεγάλη κλίμακα, με αποτέλεσμα την εισροή νέων εθελοντών ανάλογη με τις επιθέσεις που υφίσταντο οι ρεπουμπλικάνοι.

Η αποστολή που ανατέθηκε στην ομάδα του Dixie τοποθετείται ακριβώς στο έργο αποσταθεροποίησης της βρετανικής εξουσίας: ο στόχος της επίθεσης ήταν να στείλει ένα μήνυμα, ότι δηλαδή ο Ira θα μπορούσε να χτυπήσει ανά πάσα στιγμή και σε οποιοδήποτε μέρος συνδεδεμένο άμεσα ή έμμεσα με το Ηνωμένο Βασίλειο και που από τον Πρωθυπουργό μέχρι τον τελευταίο στρατιώτη που υπηρετούσε σε μια απομακρυσμένη στρατιωτική βάση στη Γερμανία, κανείς δεν μπορούσε να αισθάνεται ασφαλής. Όπως μπορούμε να διαβάσουμε από έναν ιστό του πρακτορείου Reuters στο οποίον παρατίθεται η ανάληψη ευθύνης του IRA για την επίθεση στο Osnabruck, ο στόχος έχει επιτευχθεί.

«Σε μιαν ανακοίνωση ανάληψης ευθύνης για την επίθεση που δρομολογήθηκε εναντίον των βρετανικών δυνάμεων στη Γερμανία την παρασκευή 28 Ιουνίου, Oglaigh na Eireann (ο IRA, δηλαδή) υποστήριξε πως η επίθεση, η πρώτη αυτού του είδους που αναπτύχθηκε εκτός Βρετανίας ή από τις Έξι Κομητείες, πραγματοποιήθηκε από μία από τις μονάδες της. […] Οι όλμοι χτύπησαν στην καρδιά του βρετανικού στρατού στη Γερμανία. Οι στρατώνες Κεμπέκ στο Osnabrueck είναι η μεγαλύτερη βρετανική στρατιωτική φρουρά στη Γερμανία που περιέχει 10.700 στρατιώτες και τις οικογένειές τους, και βρίσκεται στα βορειοδυτικά της χώρας. Οι όλμοι εκτοξεύτηκαν από το πίσω μέρος ενός Ford Transit σταθμευμένου λίγο έξω από την είσοδο νωρίτερα από τις 19:00, σχεδόν επτά χρόνια από μιαν άλλη βομβιστική επίθεση του IRA, τον ιούνιο του 1989. Τα μέτρα ασφαλείας παραβιάστηκαν από τους εθελοντές του Ira που κατάφεραν να τοποθετήσουν ακόμη πέντε εκρηκτικά φορτία μέσα στο εκτεταμένο συγκρότημα. […] Κτήρια, οχήματα, συμπεριλαμβανομένων αυτοκινήτων και τεθωρακισμένων οχημάτων ενεπλάκησαν στην έκρηξη. […] Μετά την επίθεση, ανώτεροι βρετανοί αξιωματικοί φέρονται να έχουν εκφράσει την όλο και μεγαλύτερη ανησυχία τους πως οι μονάδες του IRA έχουν την ικανότητα και την αποφασιστικότητα να οδηγήσουν μια μεγάλη εκστρατεία επιθέσεων, μεταβάλλοντας τις μεθόδους και τις θέσεις » .

Χρόνια αργότερα, υπό το φως των δικαστικών και προσωπικών γεγονότων που πέρασε και παρά το γεγονός της ειρηνευτικής διαδικασίας και πως οι εσωτερικές και διεθνείς πολιτικές ισορροπίες έχουν αλλάξει την πορεία της ιρλανδικής ρεπουμπλικάνικης ιστορίας, ο Dixie εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι αν επέστρεφε πίσω πάλι θα το έκανε: «Όταν γεννήθηκα, στη δεκαετία του Εξήντα, οι άνθρωποι στη Βόρειο Ιρλανδία είχαν συνηθίσει να χτυπιούνται, να ταπεινώνονται, να φυλακίζονται, να υποβάλλονται σε διακρίσεις. Αλλά όταν οι Provisionals άρχισαν να ρίχνουν τους πρώτους πυροβολισμούς, ο φόβος άρχισε να ξεθωριάζει και το θάρρος να εξαπλώνεται. Κάποιοι μπορεί να πιστεύουν ότι ήταν η λάθος μέθοδος, πως ήταν βία κατά της βίας, αλλά νομίζω ότι ήταν η συγκυρία, οι συνθήκες που μας έφεραν σε αυτόν τον δρόμο, δεν είχαμε άλλο τρόπο για να ακουστεί η φωνή μας. Με τη δύναμη του IRA μπορούσαμε να αναγκάσουμε όλους να έλθουν σε συμβιβασμούς μαζί μας […] Στόχος μας ήταν να ενώσουμε την Ιρλανδία, όσο υπήρχε ο πόλεμος ήταν πιο εύκολο να αισθανόμαστε εμπλεκόμενοι, τώρα χωρίς το στοιχείο αυτό έχει είναι μια πιο δύσκολη δουλειά αυτή που πρέπει να κάνουμε και είναι όλα μέσα στην κοινότητα [αυτά που πρέπει να γίνουν]». Και είναι ίσως μέσα σε αυτή την έννοια που πρέπει να διαβαστεί η υποστήριξή του προς την ειρηνευτική διαδικασία και η τρέχουσα πεποίθηση ότι το Σιν Φέιν, Sinn Féin είναι το μόνο κόμμα που μπορεί να επιτύχει μια ενωμένη Ιρλανδία, έστω και αν ο ίδιος επέλεξε να μην παίρνει πλέον μέρος σε αυτό.

Για τη σημερινή ζωή του, στο βιβλίο διαβάζουμε «Συνεχίζω την πολιτική μου δραστηριότητα πολεμώντας τον ρατσισμό και τον φασισμό, σημαντικά ζητήματα για μένα όσο και ο αγώνας για μια ενωμένη Ιρλανδία, ιδιαίτερα σε μια χώρα που έχει δει, κατά τη διάρκεια της ιστορίας της, εκατομμύρια από τους πολίτες της να την εγκαταλείπουν και να αντιμετωπίζονται σαν τα σκυλιά στην Αγγλία» και το κάνει αυτό υποστηρίζοντας επίσης τους αντιφασίστες οπαδούς ομάδων όπως η Σέλτικ και η St. Pauli του Αμβούργου, ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, μεταξύ άλλων, των εκστρατειών διεθνούς αλληλεγγύης για την απελευθέρωσή του στις ημέρες κατά τις οποίες βρίσκονταν στη φυλακή.

Υπάρχουν τρεις λόγοι για τους οποίους επιλέξαμε να κάνoυμε την παρουσίαση του Bomber Renegade το «1ο Μέρος» του Achtung Banditen, του φεστιβάλ που εδώ και πέντε εκδόσεις έχει ως στόχο να φέρει ξανά στην ημερήσια διάταξη τον αντι-φασισμό και την παρτιζάνικη αντίσταση. Ο πρώτος είναι γιατί μοιραζόμαστε με τον Dixie και τους αγωνιστές AFA της Ιρλανδίας στους οποίους βρίσκεται κοντά, τα ιδανικά και την αντι-φασιστική πρακτική. Ο δεύτερος οφείλεται στο γεγονός ότι η ιστορία του Dixie στο σύνολό της, από τα ρεπουμπλικανικά ιδανικά πολέμου ενάντια στην αγγλική καταπίεση, στα γεγονότα της φυλακής, στην απόδραση, στις διεθνείς πρωτοβουλίες αλληλεγγύης μας αφηγείται μια ιστορία αντίστασης, κάποια δεκαετία μακριά από την δική μας Αντίσταση. Ο τρίτος είναι για να εμποδίσουμε στην Casapound την περιττή και θλιβερή προσπάθεια να θέλει να ξαναδιαβάσει τα γεγονότα της ιρλανδικής ρεπουμπλικάνικης ιστορίας με άποψη (νεο) φασιστική και υπερεθνικιστική, όπως πολύ συχνά προσπαθούν επίσης να κάνουν για άλλα κομμάτια της ιστορίας «μας», για σύμβολα και αναφορές που ανήκουν σε όλους, εκτός από το (νεο) φασισμό.

Η παρουσίαση, η οποία διοργανώθηκε από τους υποστηρικτές της συλλογικότητας Achtung Banditen από την Atletico San Lorenzo, θα πραγματοποιηθεί σήμερα στις 19 στο Sally Brown (Via degli Etruschi, 3 – San Lorenzo). Θα ακολουθήσει λαϊκό δείπνο με tipico Bacon και ιρλανδικό Cabbage, Traditional irish music session με τους Red Pack και ska punk oi rocksteady dj set.

Την επόμενη εβδομάδα σας περιμένουμε για το «Μέρος ΙΙ» της προσέγγισης στο Achtung Banditen, Σάββατο, 8 του Απρίλη στις 18, για την παρουσίαση του «Αθλητισμός και Προλεταριάτο, μια ιστορία του αθλητικού Τύπου, αθλητές και ταξική πάλη», “Sport e Proletariato, una storia di stampa sportiva, atleti e lotta di classe”, με απεριτίφ και Dj set από το Radio Tower reggae sound system στο El Chiringuito Libre (Largo Beato Placido Ricciardi – San Paolo)

 

Προς #AchtungBanditen 24 απριλίου – 5 μαίου 2017.

#ABF17

2308 letture totali 38 letture oggi
ένοπλη πάλη, lotta armata

Για το άρθρο στην εφημερίδα Repubblica, που αναφέρεται στις 5 ταξιαρχίτισσες που παραμένουν “ανυποχώρητες”

carcere prigione mani fg

Στις 31 ιανουαρίου που πέρασε η εφημερίδα Repubblica δημοσίευσε ένα άρθρο για πέντε ταξιαρχίτισσες, αποκαλώντας αυτές “ανυποχώρητες”. Πέντε γυναίκες έγκλειστες για περισσότερα από 30 χρόνια στη φυλακή της Latina. Το άρθρο, εκτός από το ότι είναι λανθασμένο σε κάποια σημεία, είναι ακραία καιροσκοπικό και σπεκουλάρει, συκοφαντεί επίσης την ζωή των πέντε συντροφισσών.

Για τους λόγους αυτούς αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να απαντήσουμε με ένα κείμενο που επιμελήθηκε ο Antonello Tidd, αντλώντας σημαντικά τμήματα:

Στο νούμερο της Repubblica, της 31ης ιανουαρίου, δύο δημοσιογράφοι, πρόθυμοι να ξεκινήσουν μια καριέρα αναρριχητών, ο Massimo Lugli και ο Clemente Pistilli μας διηγούνται γα 5 γυναίκες, ανυποχώρητες ταξιαρχίτισσες, τις αποκαλούν, έγκλειστες σε ένα τμήμα υψίστης ασφάλειας στη φυλακή της Latina για πάνω από 30 χρόνια. […]

Υπάρχουν τόσες πολλές εκτιμήσεις να κάνουμε, ως προς το γιατί της φυλακής, για την κατασταλτική λογική που καθοδηγεί τις ενέργειες, εκδικητικές κυρίως, του Καθεστώτος αυτής της χώρας. Κάποιος θα σκεφτόταν ότι αυτό γίνεται στο όνομα όλων μας, προκαλώντας τιμωρίες πρωτοφανούς βίας, όπως την αφαίρεση της ελευθερίας, παρά το γεγονός πως το καταστατικό του συντάγματος της τρέχουσας δημοκρατίας επιβάλλει μιαν υποχρέωση: «Οι τιμωρίες, οι ποινές δεν πρέπει να συνίστανται σε μεταχείριση αντίθετη προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, σε μεταχείριση αντίθετη προς το αίσθημα ανθρωπιάς» (αρθ. 27 του Συντάγματος). Και όσον αφορά τη συμπεριφορά απέναντι σε αυτές τις γυναίκες θα μπορούσαμε να συζητήσουμε επί μακρόν για το πόσο απάνθρωπος είναι ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζονται.

«Unbreakable, Ανυποχώρητες, αμετανόητες. Κλεισμένες στο αιματηρό παρελθόν τους, προσκολλώνται με όλες τους τις δυνάμεις σε ιδανικά που πλέον έχουν γίνει κομμάτια, χρησιμοποιούν τη γλώσσα των χρόνων του μολυβιού, αποκαλεί «συντρόφισσα» η μία την άλλη και αρνούνται, με ακλόνητη εμμονή, οποιαδήποτε σχέση με τα θεσμικά όργανα και εκείνο που συνεχίζουν να ορίζουν «το αστικό Κράτος.» […] Ονομάζονται Susanna Berardi, Μαρία Cappello, Barbara Fabrizi, Rossella Wolf και Vincenza Vaccaro, έχουν όλες μια ποινή ισόβιας κάθειρξης στους ώμους και ένα βιογραφικό φτιαγμένο από συλλήψεις, εκτελέσεις, ανταλλαγές πυροβολισμών και αναλήψεις ευθυνών. Είναι γύρω στα εξήντα τους, δεν μιλούν με οποιονδήποτε αντιπροσωπεύει, κατά κάποιο τρόπο, έναν θεσμό και, κοιτάζοντας τες, φαίνονται ήσυχες κυρίες που πλησιάζουν στην τρίτη ηλικία, και που, κατά κάποιο τρόπο, προσέχουν την εμφάνιση και την φυσική τους κατάσταση (κάποιες δεν τα παρατάν απ’ το να μακιγιάρονται). Για τα υπόλοιπα, κλεισμένες ολοκληρωτικά στον εαυτό τους. «

Πάρα πολύ εύκολο να παίξει κάποιος με τον περιφρονητικό σαρκασμό, πάρα πολύ εύκολο να κοροϊδέψεις εκείνους που δεν μπορούν να απαντήσουν, ούτε έχουν την δυνατότητα του λόγου τους. Είναι το συνηθισμένο βρώμικο παιχνίδι αυτών των δημοσιογράφων που χλευάζουν ανθρώπινες ζωές, επειδή δεν προσαρμόστηκαν στα μικροπρεπή συστήματα επάνω στα οποία οι πολλοί κακογράφοι έχουν κόψει και ράψει την άθλια δουλική ύπαρξή τους στη βούληση της εξουσίας. Όχι μόνο χλευάζουν αυτές τις γυναίκες, χωρίς να προσπαθούν να μάθουν ή να καταλάβουν τα ιδανικά τους, αλλά η προσβολή πηγαίνει παραπέρα:

«Θα μπορούσαν να βγουν από τη φυλακή, υπό επιτήρηση ή να αντλήσουν εύκολα τα οφέλη του νόμου ή προσωρινές άδειες με μια απλή αίτηση, αλλά καμία από αυτές δεν το κάνει. Λαχταρούν διακαώς τον ένοπλο αγώνα, επαινώντας την επανάσταση, ταμπουρώνονται πίσω από συνθήματα που έχουν πλέον ξεθωριάσει από το χρόνο, παρά το ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πρώην συντρόφων τους, εκείνοι που είχαν πάρει τα όπλα όπως και τόσοι άλλοι μιας χαμένης γενιάς, είναι πλέον ελεύθεροι, μεταξύ των μετανιωμένων, αυτών που διαχώρισαν τη θέση τους, αυτών που έλαβαν χάρη , αυτών που συνεργάστηκαν με την δικαιοσύνη. «

Θα μπορούσαν να ρωτήσουν και να πληροφορηθούν, οι κύριοι δημοσιογράφοι, να διαβάσουν κάποιο βιβλίο, να μάθουν για τις δραστηριότητες, τους στόχους και τα ιδανικά αυτής που αποκαλούν «χαμένη γενιά» η οποία έχει εδώ και πολύ καιρό αφηγηθεί και αναλύσει τις διαδρομές της για να κάνει γνωστά αυτά που ήθελε να επιτύχει και γι αυτά που αγωνίζονταν .

Είναι αλήθεια, οι περισσότεροι από αυτούς και εκείνες που πέρασαν μέσα από αυτά τα μέρη, τα τόσο άθλια μέρη δίχως ζωή ούτε χρόνο που είναι οι φυλακές, σήμερα είναι ελεύθεροι. Αλλά όχι επειδή μετάνιωσαν ή διαχώρισαν τη θέση τους, ή έλαβαν χάρη ή συνεργάστηκαν με τη δικαιοσύνη, αυτό είναι ένα ψέμα. Η πλειοψηφία βγήκε από τις φυλακές με την πλάτη ίσια και το κεφάλι ψηλά, χωρίς να αρνείται τη συλλογική πορεία τους, χωρίς να δώσει τίποτα σε αντάλλαγμα, ως σύντροφοι και συντρόφισσες, χρησιμοποιώντας τους υπάρχοντες νόμους. Σίγουρα, βγήκαν μετά από 30 χρόνια, ή κάτι λιγότερο, που πέρασαν μέσα σε αυτά τα απάνθρωπα μέρη και πήραν ξανά τη θέση τους μέσα στην κοινωνική σύγκρουση που χαρακτηρίζει την σημερινή πραγματικότητα. Αυτές οι πέντε συντρόφισσες αισθάνονται ότι δεν θέλουν να κάνουν χρήση αυτών των νόμων, έχουν τους λόγους τους.

«Η Nadia Fontana, η διευθύντρια της φυλακής, αρνείται ευγενικά, αλλά σταθερά, κάθε συνομιλία με τους δημοσιογράφους. Ωστόσο, οι επτά έγκλειστες «πολιτικές», τουλάχιστον ιδεολογικά, ποτέ δεν κατέθεσαν τα όπλα τους και να είναι και σήμερα ένας κίνδυνος. «

Εάν ωσάν δημοσιογράφοι θέλετε να αντιμετωπίσετε αυτά τα ζητήματα, καλώς, να ζητήσετε να δοθεί ο λόγος σε αυτές τις φυλακισμένες, Susanna Berardi, Μaria Cappello, Barbara Fabrizi, Rossella Lupo και Vincenza Vaccaro. Οι διαχειριστές των φυλακών θα σας πουν ότι αυτό δεν είναι δυνατό να γίνει, ότι ο λόγος σε αυτές απαγορεύεται να δοθεί, καλώς, τότε θα πρέπει να παλέψετε για να καταφέρετε να δοθεί σε αυτές τις πέντε συντρόφισσες ο λόγος ώστε να μπορέσουν να μιλήσουν για τις επιλογές τους, δεν θα μιλάτε εσείς γι αυτές, στην θέση τους. Εάν δεν είστε σε θέση να το πράξετε, συνεχίστε να παραμένετε στην άγνοια σας, αλλά κάντε το ήσυχα, σιωπήστε.

Οι συντρόφισσες είναι πλέον στη φυλακή για πάνω από 30 χρόνια και πρέπει να πω με μεγάλη λύπη ότι και η σιωπή μας είναι εκκωφαντική. Υπάρχουν συντρόφισσες και σύντροφοι οι οποίοι αυτά τα χρόνια είναι και πάλι σε κινητοποίηση, έχουν συλλέξει εισφορές για τις συντρόφισσες και τους συντρόφους μας στη φυλακή (πολιτικούς κρατούμενους) που έστειλαν στην Latina, στο Τέρνι (όπου μεταξύ άλλων οι σύντροφοι αγόρασαν έναν εκτυπωτή) στην Nadia Lioce στην L’Aquila (το έμβασμα κόλλησε για πάνω από ένα χρόνο από τον εποπτικό δικαστή, αλλά τελικά έφτασε), στο Siano (τώρα οι σύντροφοι του Siano είναι όλοι στην Αlessandria).

Nα θυμίσουμε επίσης ότι από τους κρατούμενους τρεις βρίσκονται σε καθεστώς ειδικών ρυθμίσεων 41bis. H Nadia Lioce, o Marco Mezzasalma και o Roberto Morandi, με περιορισμούς, απαγορεύσεις … και υπάρχουν μερικές εκστρατείες στις οποίες σας προσκαλώ να συμμετάσχετε όπως: οι Σελίδες κατά των βασανιστηρίων, Pagine contro la tortura.

 

 

Articolo Osservatoriorepressione

Articolo Repubblica

ιστορία, storia

15 φεβρουαρίου 1966: πεθαίνει ο Camillo Torres

alt

Στις 15 Φεβρουαρίου 1966 πεθαίνει στο Patio de Cemento, στο Dipartimento di Santander, ο Camillo Torres Restrepo, πρώην ιερέας και leader του Ejercito de Liberacion Nacional, Στρατού για την Εθνική Απελευθέρωση μαχόμενος με τα όπλα στα χέρια ενάντια στον κολομβιανό στρατό.Ο Camillo Torres (γεννημένος στην Bogotà στις 3 φεβρουαρίου 1929) είχε ενωθεί με τις αντάρτικες δυνάμεις του ELN στις αρχές του 1963.

Αρκετά χρόνια νωρίτερα είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει την ιεροσύνη: «Δεν θα λειτουργήσω ξανά μέχρι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην πατρίδα μου». Προηγουμένως ο Camillo Torres υπήρξε εκπρόσωπος του Καρδιναλίου στο διοικητικό Συμβούλιο του Ινστιτούτου της Κολομβίας για την Αγροτική Μεταρρύθμιση και είχε λάβει γνώση, είχε συνειδητοποιήσει τις συνθήκες ζωής ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού της Κολομβίας και του γεγονότος πώς η ενίσχυση που χορηγούνταν από την κυβέρνηση και την Εκκλησία είχε χρησιμεύσει μόνο για να διατηρήσει τον λαό σε κατάσταση δουλείας. Ως φοιτητής της Νομικής στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Κολομβίας είχε στη συνέχεια ιδρύσει μια εφημερίδα: Fronte Unido, Ενωτικό Μέτωπο, καταγγελίας και πάλης, και προσπάθησε να δημιουργήσει ένα συνδικάτο των λούστρων. Γι ‘αυτές τις θέσεις του, συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης για την απαλλοτρίωση της περιουσίας της Εκκλησίας, είχε απολυθεί από τη θέση του και είχε καθαιρεθεί από την εκκλησιαστική ιεραρχία, συνεπώς είχε καταστεί λαϊκός.

 

Το 1963 είχε ξεκινήσει α ταξιδεύει στη Χώρα, περνώντας από χωριό σε χωριό κηρύττοντας τη Επανάσταση και ξεσκεπάζοντας την ματαιότητα τω εκλογών :

 

«»Ποτέ δεν είδα το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, παρατηρώντας τα χαρακτηριστικά της μειονότητας που κρατά τους φτωχούς της χώρας μου υπό έλεγχο. Τους κοιτάζω αντ ‘αυτού, κάθε μέρα, στη μέση του πλήθους των στερημένων (…) Είμαι ένας επαναστάτης, σαν κολομβιανός , σαν κοινωνιολόγος, σαν χριστιανός και ως ιερέας. Σαν κολομβιανός, γιατί δεν μπορώ να αποξενωθώ από τους αγώνες του λαού μου. Ως κοινωνιολόγος, γιατί, χάρη στην επιστημονική μου γνώση της πραγματικότητας, έφτασα στην πεποίθηση ότι αποτελεσματικές λύσεις δεν μπορεί να επιτευχθούν χωρίς μια επανάσταση. Σαν χριστιανός, διότι η ουσία του χριστιανισμού είναι η αγάπη προς τον πλησίον, και μόνο μέσα από μια επανάσταση μπορούμε να κατακτήσουμε το όφελος της πλειοψηφίας. Ως ιερέας, επειδή το να αφιερώνω τον εαυτό μου στους άλλους, καθώς η επανάσταση απαιτεί, είναι απαραίτητη προϋπόθεση της αδελφικής αγάπης απαραίτητης για να γιορτάσουμε την Ευχαριστία «
 
Σύντομα στον λόγο αποφασίζει να πλαισιώσει το τουφέκι και ανεβαίνει στο βουνό για να ενωθεί στο αντάρτικο του ELN:

 

«»ένας καθολικός, ένας καθολικός ιερέας, δεν μπορεί να είναι αδρανής θεατής σε ένα κοινωνικό σύστημα που αρνείται στην πλειοψηφία την ευκαιρία να φάει, να ντυθεί, να έχει ένα σπίτι. Ακριβώς επειδή είμαι κολομβιανός, καθολικός ιερέας, δεν μπορώ να είναι επαναστάτης. Αν θα με σκοτώσουν στα βουνά, ο θάνατος μου θα δείξει ένα δρόμο «

Ο Camillo Torres πεθαίνει στις 15 φεβρουαρίου του 1966 μαζί με άλλους δυο αγωνιστές του ELN. Το σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ, ο τόπος ταφής του ακόμη και σήμερα διατηρείται κρυφός διότι αποτελεί «στρατιωτικό μυστικό».

Αυτά είναι τα λόγια του Camillo Torres που διέδωσε ο ELN για τον θάνατο του:

Για την ανάληψη της εξουσίας από τα λαϊκά στρώματα, μέχρι το θάνατο, μπήκα στον ένοπλο αγώνα. Από τα βουνά της Κολομβίας σκέφτομαι να τον συνεχίσω μέχρι να καταλάβουμε την εξουσία για το λαό. Στρατολογήθηκα στο Στρατό της Απελευθέρωσης. Εκεί βρήκα την υλοποίηση του σε μια μονάδα, σε αγροτική βάση, χωρίς διαφορές, ούτε θρησκευτικές, ούτε κομματικές. Χωρίς «caudilli», ‘αρχηγούς’.. Θα προσπαθήσουμε να ελευθερώσουμε τον λαό από την εκμετάλλευση, από τις οικονομικές ολιγαρχίες και από τον ιμπεριαλισμό «

 εδώ και πολλά χρόνια οι φτωχοί της πατρίδας μας,

 εδώ και πολλά χρόνια περιμένουν την κραυγή της μάχης,

 την κραυγή για να ριχτούν στη τελική μάχη

 ενάντια στην ολιγαρχία κι ενάντια στο κεφάλαιο.

 ενάντια στην ολιγαρχία κι ενάντια στο κεφάλαιο.

 Σε αυτό το σημείο ο λαός δεν πιστεύει σε αυτούς που έχουν την εξουσία

 σε αυτό το σημείο ο λαός δεν πιστεύει στις εκλογές,

 δεν υπάρχει πλέον νόμιμη οδός την οποίαν θα μπορούσαμε ν’ ακολουθήσουμε,

 άλλο δεν απομένει στον λαό από την ένοπλη πάλη.»

 Ο λαός είναι αποφασισμένος να προσφέρει τη ζωή του

 για να δώσει στα παιδιά του μια σκεπή και φαγητό,

 πάνω απ’ όλα για να δώσει σε αυτούς που θα έρθουν αύριο

 την πατρίδα όχι πια δούλη στους βορειοαμερικανούς.»

 Και πρέπει να πω στον λαό πως εγώ δεν τον πρόδωσα,

 δεν βρέθηκα στις πλατείες κάθε πόλης και χωριού

 καλώντας αυτούς που δουλεύουν στους αγρούς και στα ορυχεία

 να ενωθούν και οργανωθούν για να πάρουν την εξουσία.»

 Όποιος είναι πατριώτης να σταθεί στο μονοπάτι του πολέμου

 μέχρις ότου αναδυθούν οι αντάρτες αρχηγοί,

 πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση, να ανταλλάσσουμε απόψεις,

 να συγκεντρώσουμε τις προμήθειες σε όπλα και πυρομαχικά.»

 

 Ο αγώνας είναι μακρύς και τα χτυπήματα στον καταπιεστή

 ας είναι μικρά, εάν είναι απαραίτητο, φτάνει να είναι σίγουρα,

 ας δοκιμάσουμε τι αξίζουν μπροστά στους αντιπάλους

 αυτοί που αποκαλούνται επαναστάτες.»

 Αγωνίσου δίχως σταματημό, μα αγωνίσου με υπομονή,

 ο πόλεμος θα είναι μακρύς κι ο καθείς θα πρέπει να δράσει,

 σημασία έχει η επανάσταση

 στην κατάλληλη στιγμή να μας βρει εν δράσει»

 Ξεκινήσαμε γιατί ο δρόμος είναι μακρύς,

 όμως αυτός είναι ο δρόμος για την επανάσταση:

 μαζί μας μέχρι το θάνατο να ενώνουμε και οργανώνουμε.

 μαζί σας μέχρι θανάτου, την λαϊκή τάξη.»

 

 μαζί μας μέχρι θανάτου γιατί είμαστε αποφασισμένοι,

 μαζί σας στο θάνατο, να πάμε μέχρι τέλους:

 η κατάκτηση της εξουσίας τώρα πια δεν είναι απατηλή,

 θα πολεμήσουμε μέχρι θανάτου έως τη νίκη

Αυτό το τραγούδι από τον Fausto Amodei, «Διακήρυξη του Camillo Torres,» είναι μια παράφραση πολύ πιστή από την τελευταία ομιλία του Camillo Torres στον κολομβιανό λαό «Από τα βουνά, ιανουάριος 1966», θεωρείται η πνευματική του διαθήκη.

 

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, φ

image

Aίσθημα ναυτίας. Όπως πάντα όταν η μόνη επιθυμία που παραμένει είναι να εγκαταλειφθώ και να μην αντιτίθεμαι περισσότερο. Να κουλουριαστώ στο σώμα μου και να προσφέρω στην αντιξοότητα τον λαιμό προτεταμένο, ελπίζοντας για μια πράξη ευσπλαχνίας.

Αυτής της τραγωδίας δεν υπέφερα μόνο τις καταστροφικές συνέπειες πολιτικής και υλικής τάξης, φύσεως. Ακόμη περισσότερο υπέφερα το χτύπημα στο επίπεδο της δικής μου ταυτότητας, στο έλεος κάθε αμφιβολίας. Πώς να σκέφτομαι αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή εκείνο τον σύντροφο ή εκείνη; Σαν σκουλήκια αηδιαστικά … να είναι καταραμένοι με όλη τη γενιά τους … ή ως αδιάσπαστο μέρος του εαυτού μου, σε αυτήν την στιγμή ακόμα πιο αγαπημένο; Και της φρικτής φύσης αυτών, ποιο μέρος, αν υπήρχε, θα μπορούσα να έχω κι εγώ κρυμμένο μέσα μου;

Τρομερή άσκηση του νου, με τα χαρακτηριστικά του κόσμου να έχουν καταλήξει σε ένα φωτεινό καλειδοσκόπιο μέσα στο οποίο η παραμικρή κίνηση μπορούσε να αλλάξει τα πάντα.

Εν μέσω της θύελλας των γεγονότων, παρήκμαζε η αξιοπιστία και η εμπιστοσύνη μέσα και γύρω από τα στρατεύματά τους που βρίσκονταν σε σύγχυση.

Ένα είδος τρέλας είχε κυριεύσει ιδιαίτερα τους αγωνιστές στη φυλακή.

Οι περισσότεροι από αυτούς παραληρούσαν και άλλοι κλείνονταν σε μια απόμακρη σιωπή, σαν γι αυτό που συνέβαινε να μην αισθάνονταν καμία ευθύνη.

Εν τω μεταξύ στήνονταν η προετοιμασία της αγοράς νικητών και ηττημένων. Και πάλι το παιχνίδι έκλεινε με μηδενικό άθροισμα: κέρδιζες ή έχανες τα πάντα. Ή υπήρχαν λόγοι, αιτιάσεις, δίκια, δικαιολογίες για τα πάντα ή κανένας και καμία. Με λίγα λόγια, δεν υπήρχε διέξοδος.

Το δημοκρατικό κράτος είχε κερδίσει και απαιτούσε τίποτα λιγότερο απ’ όλα τα δίκια. Τούτου λεχθέντος, οι περισσότεροι ετοιμάζονταν να πακετάρουν ώστε στη συνέχεια, ψευδορκώντας για την ανυπαρξία πολιτικών αιτιολογήσεων του ένοπλου αγώνα, να βιαστούν να ανακτήσουν την χαμένη ψυχή στο όνομα εκείνης της παράλογης και εγκληματικής ιδεολογίας.

Το δημοκρατικό κράτος διαλαλούσε τον θρίαμβό του. Διότι νίκησε τον πιο αμείλικτο εχθρό του και διότι το έκανε με μόνο τα όπλα της νομιμότητας, σύμφωνα με μια συγκεκριμένη εντολή της λαϊκής βούλησης.

Και έτσι στο όνομα του κυρίαρχου λαού καταναλώθηκε η τελευταία πράξη μιας τραγωδίας που δεν έχει όμοια της από πλευράς φαρισαϊσμού και ένοχης συνείδησης. Και κανείς να μην παραπλανάται πως θα περάσει αλώβητος, διότι η ζημιά που παρήχθη μοιράστηκε ισομερώς και μεταξύ εκείνου που εξακολουθεί να πιστεύει ακόμη και σήμερα ότι γλύτωσε και προσποιείται πως αγνοεί το αντίτιμο που χρειάστηκε να πληρώσει.

Εάν για εκείνο το υπόλοιπο των ταξιαρχιτών, πράγματι, μπορούσε να έχει ένα νόημα να βρίσκονται με τα όπλα στραμμένα επάνω τους, ποιο ήταν εκείνο αυτού που έχει υποστεί τον εκβιασμό επειδή δεν είχε φωνή σε εκείνο τον πόλεμο που δεν είχε καν κηρυχθεί; Δεν γίνονταν λόγος για πόλεμο, όντως, διότι αυτοί δεν είχαν κάτι να κερδίσουν από την άποψη της πολιτικής αναγνώρισης. Πιο συγκεκριμένα επρόκειτο για μαζική κινητοποίηση ενάντια στο τρομοκρατικό τέρας, εχθρό του λαού πριν ακόμη και των δημοκρατικών θεσμών …

Αλλά όντως ευθύνονταν για όλα μονάχα εκείνοι που είχαν οπλιστεί αν έγινε αποδεκτή η βίαιη ληστεία του λόγου όλων εκείνων που θα έπρεπε να είχαν αντιπαρατεθεί, για παράδειγμα, στο ότι συνήθεις πολίτες υπεράνω πάσης υποψίας μπορούσαν ατιμώρητα να λένε πως στην οδό Fracchia υπήρξε ανταλλαγή πυροβολισμών; Ή πως τα βασανιστήρια ήταν ένα είδος δημοψηφίσματος υπέρ ή κατά του ένοπλου αγώνα – έτσι όπως παρουσιάστηκε στο κοινοβούλιο από τον επικεφαλής των ειδικών δυνάμεων Nocs, που σώθηκε in extremis από μια δίκη για τις μεθόδους ανάκρισης του από ένα από τα δημοκρατικά κόμματα του συνταγματικού τόξου;

Ή, το πιο σημαντικό, πως δεν υπήρχαν διαφορετικές οδοί που θα μπορούσαν να διασχισθούν από την υποβολή στον εκβιασμό των ίσων αποστάσεων; ή εκείνου της ατιμωρησίας του πολιτικού συστήματος; Ή πως μια τόσο κραυγαλέα αδυναμία εγγυήσεων δίκαιης μεταχείρισης των αγωνιστών δεν μπορούσε παρά να καταδικάσει εκείνη την αντιδραστική αριστερά στην απώλεια της ίδια της ταυτότητάς της;

Μόνο φαινομενικά υπήρχε ζήτημα ιδιωτικού πολέμου μεταξύ των ερυθρών Ταξιαρχιών και του κράτους. Και το ότι οι περισσότεροι στέκονταν να κοιτούν συνέβαλε στη στρέβλωση της ίδιας της κοινής λογικής. Μέχρι που η κοινωνική ασυνέπεια, ο παραλογισμός της κοινωνικής αντιπολίτευσης έγινε ένα σημάδι νεωτερικότητας, η αυτονόμηση της οικονομίας από την κοινωνία μια κυβερνητική πρακτική, η κριτική μνήμη μια άσκηση υπολειμματικής νοοτροπίας, η νομισματοποίηση, ο χρηματισμός της αποκήρυξης μια αξία, και κάθε έκφραση της περιθωριοποίησης το αντικείμενο μιας κουλτούρας της καχυποψίας.

Και έτσι παραβλέπεται, ξέφυγε από την προσοχή το γεγονός ότι κάποιος αναχρονισμός εκείνων των οπλισμένων κομμουνιστών ίσως αντιπροσώπευε μια γραμμή αντίστασης στην τέλεια αποδοτικότητα της σύγχρονης τεχνοκρατίας της φτώχειας και της διαφθοράς και σε εκτροπή της στην διάλυση κάθε πιθανότητας κοινωνικού συμβολαίου.

Στην υποκριτική αντιπαράθεση «ναι στη βία ή όχι», κάτω από τα χτυπήματα μιας πολιτικής δικαιοσύνης και μια πολιτικής giu-stizialista, φαρισαϊκής θα έλεγα, προδοτικής, διαδραματίστηκε ένα παιχνίδι του οποίου τα αποτελέσματα είναι ακόμα κάτω από τα μάτια όλων, να σημαίνει τα χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας τόσο άρρωστης ώστε να δικαιολογεί τις τραγικές υπερβολές εκείνης της επανάστασης που χρεοκόπησε. Μέχρι που ένα ποικίλο και ξέχειλο κάρο των νικητών έκλεισε κάθε ζήτημα και έγινε σκοτάδι σχετικά με την πιθανότητα ευφυίας στην πολιτική αίσθηση του συμβαίνει, για να προχωρήσει, στα τυφλά, από καταστάσεις έκτακτης ανάγκης σε καταστάσεις εξαίρεσης.

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ο τελευταίος πυροβολισμός – L’ultimo sparo

Ένας »ένας κοινός κακοποιός, ένας ποινικός» στο ιταλικό αντάρτικο –  Un «delinquente comune» nella guerriglia italiana

L’ultimo sparo

  • ISBN
    88-88738-35-5
  • PAGINE Σελίδες
    160
  • ANNO Έτος
    2004
  • COLLANA Συλλογή
    Narrativa Διήγημα
  • TEMA
    Anni Settanta Χρόνια Εβδομήντα
  • TAGS
€ 13 € 11.05
Ο τελευταίος πυροβολισμός, L’ultimo sparo, σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Cesare Battisti, είναι η ιστορία μιας ομάδας επαναστατών αγωνιστών των λεγόμενων «χρόνων του μολυβιού», είναι η αλληγορία για την τύχη ενός κομματιού γενιάς που καταβροχθίστηκε από την πυρκαγιά του ένοπλου αγώνα. Η αναπόφευκτη μετάβαση σε μια διατεταγμένη μάχη που κανείς δεν αισθάνεται να αντιμετωπίσει, και από την οποίαν, αντιφατικό, δεν είναι πρόθυμος να ξεφύγει. Ένας πόλεμος χαμένος απ’ την αρχή, αλλά που τελικά θεωρείται πως άξιζε να αγωνιστείς γι αυτόν. Μια αφήγηση ξηρή, τραχιά και αιχμηρή, που στερείται ρητορικής και απαλλακτικών ιδεολογισμών, που παίζεται σε ένα γρήγορο και συναρπαστικό ρυθμό. Μια σπείρα απελπισμένων χειρονομιών που επιλύθηκαν σε τραγωδία και μπορεί να εξηγήσει, πολύ περισσότερο από ό, τι πολλά δοκίμια, τους λόγους υπαρξιακών επιλογών, πολιτιστικών και πολιτικών τόσο ριζοσπαστικών ώστε να περιλαμβάνουν την αποδοχή του θανάτου, δεδομένου και με ημερομηνία. Ένα μυθιστόρημα χρήσιμο για να κατανοήσουμε τις αιτίες για τις οποίες η πρόταση του ένοπλου αγώνα κατάφερε να κατακτήσει τόσους πολλούς εφήβους και να σκάψουμε βαθιά για να διερευνήσουμε τα αίτια και τους τρόπους της πιο σοβαρής και πικρής κοινωνικής ρήξης που βιώθηκε στην πρόσφατη ιστορία της χώρας μας.

UN ASSAGGIO ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

 

Με το τράβηγμα της πρώτης ένα πιστόνι είχε αρχίσει να κτυπά ενάντια στην κεφαλή. Παρά τις ξέφρενες αλλαγές ταχυτήτων επάνω σε μια ίσια πλάκα όπως ένα τραπέζι μπιλιάρδου, ο Zazza δεν μπορούσε να σπρώξει το αυτοκίνητο σε πάνω από εκατό χιλιόμετρα την ώρα. – Γαμώ το θεό μου, τους έχουμε ήδη στον κώλο μας! Έπρεπε να είχαμε κλέψει ποδήλατα αντί γι αυτή τη σακαράκα. Και τώρα, ε; γαμήσου, να … γαμώ το θεό,  την πατήσαμε σαν ηλίθιοι για τέσσερις λιρέτες που δεν φτάνουν ούτε για τον δικηγόρο, εάν δεν μας καθαρίσουν αμέσως επί τόπου. Γύρισα να κοιτάξω προς τα πίσω. Ο βρυχηθμός του περιπολικού ακούγονταν στις πτέρνες μας, μας ακολουθούσε από κοντά, ακόμη λίγα δευτερόλεπτα και οι μπάτσοι θα είχαν ανοίξει το χορό. Το τρανταχτό γέλιο του Mezzonaso εξερράγη στο ρυθμό ενός ξεχαρβαλωμένου πολυβόλου. Πίστεψα για μια στιγμή ότι είχε μια θαυματουργή ιδέα. Αλλά εκείνος των ηλιθίων με την ξαφνική ιδιοφυή έμπνευση είναι ένας καταραμένος στενός κύκλος, απρόσιτος ακόμη και στο άψογο βιογραφικό του Mezzonaso ο οποίος, πνίγοντας το γέλιο σε μια παρατεταμένη γκρίνια, γύρισε να με κοιτάξει σαν να ήταν ήδη μπροστά στον ανακριτή.

Δεν ξέρω τι μπόρεσε να διαβάσει στο πρόσωπό μου, αλλά ένιωσα πραγματικά πως όλα είχαν τελειώσει βλέποντας τον να ανοίγει το παραθυράκι και να ρίχνει το πλαστικό πιστόλι πέρα από την χορταριασμένη άκρη του δρόμου. Ήρθαν στο μυαλό μου οι κάλοι της μητέρας μου, σύμφωνα με την οποίαν μετατρέπονταν σε φλογισμένα κάρβουνα κάθε φορά που βρισκόμουν σε δύσκολη θέση. Την ξαναείδα στην αίθουσα των επισκεπτηρίων της φυλακής, με το πρόσωπό σφιγμένο απ’ το συγκρατημένο κλάμα. Πόνεσε η καρδιά μου. Πίσω πάλι στο κλουβί, ήδη με μια ληστεία στο κουβάρι μου και τον εμπαιγμό των παλιών συντρόφων στο κελί στους οποίους είχα υποσχεθεί φωτιά και φλόγες. Για να απελευθερωθώ από τον κόμπο που μου έπνιγε τον λαιμό επιτέθηκα στον Ζazza, ο οποίος συνέχιζε να βρίζει κακοποιώντας το τιμόνι με γροθιές. Σιώπησε, αλλά μόνο για να μου μεγαλώσει ακόμη περισσότερο το βάρος των ευθυνών μιας προβλεπόμενης καταστροφής. Πάντως η ιδέα του χτυπήματος ήταν δική μου, και το μοναδικό πραγματικό όπλο βρίσκονταν στην ζώνη μου. Έψαχνα απεγνωσμένα για μια λύση, μια αδύνατη διαφυγή μέσα από εκείνη την έκταση των αγρών προσεκτικά σπαρμένων. Ούτε ένα δέντρο να κατουρήσει ένα σκυλί, ούτε το τρέμουλο από ένα χορταράκι.Ακόμη και στον ουρανό, τα σύννεφα είχαν ακινητοποιηθεί.

Ζούσαμε τον εφιάλτη αυτών των τριών ανόητων κυνηγημένων στο τρέξιμο που ολισθαίνουν με την απουσία κινήματος.

Το περιπολικό συνέχιζε να είναι κολλημένο πίσω μας, στην ίδια απόσταση. Οι μπάτσοι ήξεραν ότι δεν θα μπορούσαμε ποτέ να φτάσουμε την κατοικημένη περιοχή και, συνετά, προτιμούσαν να περιμένουν ενισχύσεις και όχι να παίξουν τους ήρωες. Δεν είχαμε διαφυγή. Εκτός και αν … το εργοστάσιο κονσερβοποιίας. Όχι περισσότερα από τρία ή τέσσερα χιλιόμετρα, ένα λοφίο λευκού καπνού σηκώνονταν νωχελικά προς τον μολύβένιο ουρανό. Κόλλησα επάνω σε εκείνη την μοναδική ένδειξη ζωής με όλες μου τις δυνάμεις. Λίγο χρόνο νωρίτερα είχα θυσιάσει τις καλοκαιρινές διακοπές στην συγκομιδή ντομάτας, και κάθε βράδυ πηγαίναμε για να ξεφορτώσουμε τους τόνους ιδρώτα μέσα στα σαγόνιαεκείνου του φρικτού προκατασκευασμένου στη μέση των χωραφιών. Για να αποκτήσoυμε πρόσβαση στο εργοστάσιο έπρεπε να φτάσουμε στο χωριό και να πάρουμε την επαρχιακή οδό, που σε εκείνο το σημείο έτρεχε παράλληλα σε καμιά δεκαριά χιλιόμετρα στα δεξιά μας. Αλλά υπήρχε και μια συντόμευση, ένα δρομάκι που φτιάχτηκε από τους αγρότες που εκ των πραγμάτων έπρεπενα εμφανιστεί κάπου μπροστά μας. Πιθανότατα και στο περιπολικό γνώριζαν την ύπαρξή του, αλλά υπήρχε η πιθανότητα να αγνοούν πως σε κάποιο σημείο διακόπτονταν λόγω του νέου καναλιού αποβλήτων του εργοστασίου. Αν είχαμε καταφέρει να μπούμε εκεί μέσα, και αν υπήρχε έστω και ένας άγιος προστάτης για τους ληστές, θα μπορούσαμε να τους ξεγελάσουμε. Χωρίς να πω τίποτα στους άλλους, συνέχιζα να ελέγχω το δρόμο αναζητώντας το μονοπάτι. Ξαφνικά ένας κουφός γδούπος κάλυψε τα φτερνίσματα κινητήρα του. Ο Mezzonaso εξέτασε τον ουρανό και σήκωσε τους ώμους του, σαν να έβλεπε μια ταινία που είχε ξαναδεί.

– Να το ελικόπτερο. Σταματάμε για να τους εξηγήσουμε τους κανόνες του παιχνιδιού ή περιμένουμε να μας πυροβολήσουν

Από το παράθυρο της περιπολικού είχε ξεπροβάλει η κάνη ενός πολυβόλου. Ακριβώς τη στιγμή που ο Ζazza αφήνει το γκάζι του φωνάζω να στρίψει δεξιά

Ο ξερός ήχος μιας ριπής που παγώνει το αίμα. Το αυτοκίνητο αναπηδούσε από τη μία λακκούβα στην άλλη σαν μια λαστιχένια μπάλα. Χάρη στο ξάφνιασμα, και στη θυσία των αναρτήσεων, καταφέραμε να το καρφώσουμε στις παρυφές του καναλιού με ένα μικρό πλεονέκτημα επί του περιπολικού. Το ελικόπτερο είχε ριχτεί πολύ μπροστά και τώρα πραγματοποιούσε μια μεγάλη στροφή προς το εργοστάσιο για να ορμήξει εκ νέου επάνω μας. Πηδήξαμε έξω από το αυτοκίνητο και τρέξαμε προς το ανάχωμα. Ο Mezzonaso δίστασε μπροστά στον βρώμικο κιτρινωπό αφρό που μας χώριζε από την άλλη ακτή. Ο Zazza έτρεχε με όλες τις δυνάμεις του δίχως ανάσα ελπίζοντας να βρει ένα ασφαλέστερο πέρασμα να διαβούμε το κανάλι. Μια στολή εμφανίστηκε πίσω μας. Αμέσως τράβηξα το όπλο μου και άδειασα εναντίον του όλο τον γεμιστήρα μου. Ο αστυνομικός έπεσε στο έδαφος, αλλά είχε χρόνο για να ρίξει μια ριπή.

Ο Mezzonaso έπεσε στα γόνατα, κοιτάζοντας με τρόμο το λεκέ αίματος που εξαπλώνονταν στον αριστερό μηρό του. Τον έσπρωξα βίαια προς τα εμπρός και πήδηξα μαζί του στο σάπιο νερό. Ξεπερνώντας τον αρχικό πανικό, ο Mezzonaso σταμάτησε παραπαίει σαν τρελός και αφήστε τον εαυτό του να παρασυρθεί από το ρεύμα. Με την παρέμβαση του ελικοπτέρου, η ιδέα να αρπάξουμε ένα αυτοκίνητο και να αφήσουμε την αστυνομία να τρέχει πίσω από την μύτη μας δεν είχε πλέον νόημα. Και μια διαφυγή μέσα από την εξοχή αμείλικτα γυμνή έμοιαζε με την υποχώρηση δύο κατσαρίδων επάνω σε ένα μαρμάρινο διάδρομο. Πόσα λεπτά μένουν ακόμη πριν οι στολές αρχίσουν να συρρέουν σαν σμήνος στις όχθες;