σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ξανά για τους ήρωες των καιρών μας – Ancora sugli eroi del nostro tempo

του Sandro Moiso

Αφιέρωμα-φόρος τιμής στη Rojava. Το συριακό μέτωπο, η συνομοσπονδιακή επανάσταση και ο αγώνας κατά του τζιχαντισμού στην αφήγηση των διεθνών μαχητών YPG, RED STAR Press, Roma 2019, σελ. 212, 16 ευρώ

“Να ξέρεις να αναγνωρίζεις ποιος ή τι
στη μέση της κόλασης δεν είναι κόλαση
είναι να του δίνεις χώρο, δίνοντας του διάρκεια”

Πριν από λίγες εβδομάδες, με την ευκαιρία μιας βραδιάς αφιερωμένης στον Ivan Della Mea ένας από τους ομιλητές μιλώντας για τον κομμουνιστή τραγουδοποιό είπε ότι  τελευταίος από τους ήρωες ήταν ο Che Guevara.
Αυτά τα λόγια, που πρόφερε κάποιος που φαινόταν να κάνει δική του την κρίση του Ιβάν με έκαναν να καταλάβω, για άλλη μια φορά, το τεράστιο κενό που έχει ανοίξει μεταξύ της λεγόμενης αριστεράς, όχι μόνο θεσμικής, και της πραγματικότητας του σημερινού κόσμου.

Χωρίς να θέλω να αφαιρέσω τίποτα ούτε από τη φιγούρα του Che, πόσο μάλλον από εκείνη του Della Mea μου φαίνεται προφανές ότι παρόμοια έλλειψη παραγωγής μορφών που να μπορούν να τρέφουν το σύγχρονο ανταγωνιστικό φαντασιακό είναι εμβληματική, τουλάχιστον όσον αφορά την μικρή ιταλία με την οποία πρέπει να λογαριαζόμαστε καθημερινά, μιας βαθιάς κρίσης ενός πολιτικού τμήματος της κοινωνίας, όλο και πιο κλειδωμένου στις ήττες του και στα ξεπερασμένα μοντέλα του, του 20ου αιώνα.

Όμως είναι γνωστό o Bertolt Brecht, στο έργο του Vita di Galileo, η Ζωή του Γαλιλαίου, είπε: «Ευλογημένοι οι λαοί που δεν χρειάζονται ήρωες». Δυστυχώς, ή ευτυχώς εξαρτάται μόνο από τις οπτικές γωνίες, ο σύγχρονος κόσμος, πρωτίστως των νεαρών, εξακολουθεί να έχει μια ισχυρή ανάγκη για ήρωες, ή μοντέλα αναφοράς ικανά να ενθαρρύνουν ενέργειες, επιθυμίες, ελπίδες και οργή εκείνων που αντιλαμβάνονται, ακόμη και μόνο ασυνείδητα, ότι δεν έχουμε ακόμη βγει, τόσο ατομικά όσο κοινωνικά, από αυτό που ο Μαρξ όριζε τον δέκατο ένατο αιώνα ως  ‘προϊστορία της ανθρωπότητας’.

Η πρόσφατη επιτυχία της φιγούρας του Τζόκερ στις κοινωνικές εξεγέρσεις, ιδιαίτερα της Χιλής και του Λιβάνου, η οποία αντικατέστησε γρήγορα τη μάσκα του Anonymous που πάρθηκε από το κόμικ και από την ταινία V for Vendetta, μας μιλά όχι τόσο για μια κυριαρχία της αμερικανικής πολιτιστικής και κινηματογραφικής βιομηχανίας στην μαζική σύγχρονη κουλτούρα, αλλά μάλλον για την αναζήτηση ενός μοντέλου που να μην επαναλαμβάνει μόνο τις παλιές »μπαγιάτικες» συνταγές και μυθογραφίες μιας αριστεράς εικοστού αιώνα που όχι μόνο νικήθηκε, αλλά και αποφασιστικά παραπλάνησε-πρόδωσε στην ιστορική της διαδρομή (από τη Ρωσία στην Κίνα και από την Ευρώπη σε κάθε γωνιά του πλανήτη ) τις προσδοκίες των απόκληρων όλου του κόσμου. Ειδικά σε μια εποχή που, αντίθετα με τις υποσχέσεις του καπιταλισμού και επιβεβαιώνοντας τις προβλέψεις του Καρλ Μαρξ, η προλεταριοποίηση έχει διευρυνθεί με την αποδυνάμωση, την φτωχοποίηση εκείνων που κάποτε ορίζονταν ως μεσαίες τάξεις.

Να λοιπόν που το κείμενο που μόλις κυκλοφόρησε από την Red Star Press, του οποίου τα έσοδα με τη ρητή βούληση των δημιουργών θα συνεισφέρουν στη σύσταση του Πολιτιστικού Συλλόγου «Lorenzo Orsetti», μπορεί να αποτελέσει ένα αυθεντικό μανιφέστο για τον νέο σύγχρονο ήρωα, και μάλιστα για τους νέους σύγχρονους ήρωες. Ανώνυμοι ήρωες, γνωστοί κυρίως με το όνομα της μάχης, που κινούνται από διαφορετικά κίνητρα, που δεν ενώθηκαν από μια μοναδική πολιτική προτίμηση, πόσο μάλλον κομματική. Συχνά συνδεδεμένοι από το νεαρό της ηλικίας (αν και αυτό είναι ένα σταθερό χαρακτηριστικό των ηρώων όλων των εποχών) και, πάνω απ ‘όλα, επειδή ήταν σε θέση να αναγνωρίσουν αμέσως, με σχεδόν επιδερμικό τρόπο περισσότερο από βαθιά συνειδητοποιημένο, έναν σκοπό, έναν αγώνα στον οποίον να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους και για τον οποίο να αξίζει ο κίνδυνος φυλάκισης και ακόμη και ο θάνατος.

Προέρχονται από πολλές χώρες (Ιταλία, Γαλλία, Ιρλανδία, Καταλονία, Ηνωμένες Πολιτείες, Ρωσία, Αλβανία, Γερμανία, Χώρα των Βάσκων και Κεμπέκ, αλλά άλλες χώρες θα μπορούσαν να προστεθούν εάν οι συντάκτες που επιλέχθηκαν για την επιλογή του βιβλίου ήταν διαφορετικοί) και, αν και στο τρέχον βιβλίο οι μαρτυρίες είναι μόνο αρσενικές, ανήκουν αδιακρίτως στα δύο φύλα. Ελπίζουμε πράγματι σε μια μεταγενέστερη δημοσίευση των απομνημονευμάτων γυναικών που μάχονται για την ίδια υπόθεση, για τον ίδιο σκοπό.

Η υπόθεση-ο σκοπός-ο αγώνας, ο τίτλος το αποκαλύπτει, είναι στην περίπτωση αυτή η κουρδική ανεξαρτησία και της Rojava ειδικότερα και όλες οι μαρτυρίες προέρχονται από τις εμπειρίες που έγιναν είτε στο IFB (Διεθνές Τάγμα Ελευθερίας-International Freedom Battalion) είτε στις YPG (Yekιneyên Parastina Gel – Μονάδες Προστασίας του Λαού) στο πλευρό των κούρδων-σύριων μαχητών και μαχητριών.

Όπως αναφέρεται στις εισαγωγικές σελίδες από τους επιμελητές, θα ήταν εξαιρετικά απλοϊκό να διαβάσουμε τη συμμετοχή των διεθνιστών στις μάχες που διεξήγαγαν οι κούρδοι στη βόρεια Συρία σύμφωνα με μια οπτική αποκλειστικά αντι-ISIS. Αυτός είναι ένας λόγος που συχνά τίθεται στο προσκήνιο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, έστω και αν στην πραγματικότητα ακόμη και όσοι ξεκίνησαν αρχικά να πολεμούν στο πλευρό μιας αντιφασιστικής υπόθεσης και εναντίον του πιο εξευτελιστικού ισλαμικού ριζοσπαστισμού βρέθηκαν πολύ σύντομα εμπλεκόμενοι στην υπεράσπιση ενός πολιτικού και κοινωνικού πειράματος, του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού και της πολιτικής-στρατιωτικής οργάνωσης από κάτω, ακόμα πιο σημαντικής και ουσιαστικής από την πρώτη.

Είναι νεαροί αναρχικοί, κομμουνιστές ή άνδρες που στερούνταν πολιτικής ιδεολογίας στο ξεκίνημα, που μας μιλούν για τις εμπειρίες τους, στο μέτωπο ή όχι, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Μερικοί από αυτούς έμειναν μόνο για λίγο, κάποιους μήνες στις YPG και στο IFB, για να αφιερωθούν στη συνέχεια στην προπαγάνδιση της υπόθεσης της Rojava μόλις επέστρεψαν στη χώρα καταγωγής τους. άλλοι έχουν μείνει περισσότερο καιρό στους δύο σχηματισμούς και ανυπομονούν να επιστρέψουν εκεί για να συνεχίσουν να δίνουν τη συμβολή τους στην πρώτη γραμμή.

Μερικές φορές εκφράζουν διαφορετικές απόψεις για διαφορετικές πτυχές της ζωής, της πειθαρχίας, των σχέσεων με άλλους άραβες, τουρκομάνους και κούρδους μαχητές, αλλά όλοι εκφράζουν μια ζωντάνια, αποφασιστικότητα, ένα θάρρος σχεδόν πάντα απαλλαγμένο από κάθε είδους ρητορική. Ορισμένοι επικεντρώνονται περισσότερο στις στρατιωτικές πτυχές, όπως για παράδειγμα ο ρωσο-πολωνός Ilyas, άλλοι στη ζωή και την πειθαρχία των taburs (διμοιριών) στις οποίες ανήκουν. Όλοι γνώρισαν μαχητές, άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι πέθαναν αργότερα κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων και συχνά, όπως ορισμένοι ιταλοί σύντροφοι-μαχητές και άλλης εθνότητας, χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν προβλήματα με τη δικαιοσύνη ή την επικοινωνία που χειραγωγείται των επίσημων μέσων μαζικής ενημέρωσης, μόλις επέστρεφαν στις χώρες καταγωγής.

Αλλά είναι όλη η βαρβαρότητα, το μοιραίο, η σκληρότητα και η βία του πολέμου που αντηχούν από τις σελίδες του Homage al Rojava. Η βία για την οποία οι άνανδροι ειρηνιστές, οι διανοούμενοι του σαλονιού και οι σύντροφοι της ταβέρνας δεν θέλουν να ακούσουν να γίνεται λόγος και που, μάλιστα, δεν μπορούν ούτε να φανταστούν, ακριβώς επειδή δεν καταφέρνουν να φανταστούν, και ούτε να καταλάβουν, την ταξική σύγκρουση όπως αυτή εκδηλώνετε στην κορύφωση της και καθίσταται στην ουσία της: εκείνη του ταξικού και εμφυλίου πολέμου.
Χωρίς ρομαντισμό και χωρίς ιδεολογικές και ηθικολογικές παρωπίδες

“Φτάνω στο χωριό ψόφιος, έχω μέρες να πλυθώ, και είμαι εντελώς καλυμμένος με αίματα. Δεν με νοιάζει, πέφτω πάνω σε ένα στρώμα καταγής και καταρρέω σε ένα βαθύ ύπνο. Το επόμενο πρωί ένας από τους πρεσβύτερους με συνοδεύει σε ένα άλλο σπίτι. Μου προσφέρουν χίλια τσιγάρα, χίλια çay (κουρδικό τσάι), και ένα πλούσιο πρωινό. Δέχομαι τα πάντα περισσότερο από πρόθυμα. Έπλυνα τα χέρια μου όσο καλύτερα μπορούσα, αλλά το νερό ήταν λίγο, και η μυρωδιά του αίματος διέτρεχε το φλιτζάνι του τσαγιού. Μου λένε να μείνω μια δυο μέρες για να ξεκουραστώ, αλλά δεν με νοιάζει, εκτός από μια μικρή αδιαθεσία δεν είμαι τραυματισμένος και μπορώ να συνεχίσω.
Επιμένουν, τους λέω ότι θέλω μόνο το όπλο μου και να τρέξω στην άλλη ομάδα επάνω στο λόφο. Αυτή τη φορά δέχονται, και μετά από ένα δίωρο και μερικές τηλεφωνικές κλήσεις ένας σύντροφος έρχεται να με πάρει: Ευχαριστώ για το πρωινό, αποχαιρετιόμαστε με μεγάλη θέρμη. Θα ανακαλύψω μόνο αργότερα ότι όλοι όσοι ήταν παρόντες σε εκείνο το δωμάτιο θα πεθάνουν την επόμενη μέρα.
Η πρώτη νύχτα στο νέο λόφο είναι η νύχτα των «cobra». Το ελικόπτερο πετά ακριβώς από πάνω μας, πυροβολώντας ριπές στην τύχη επάνω σε όλους τους θάμνους. Περιμένουμε να απομακρυνθεί για να ελιχθούμε να γυρίσουμε πίσω και υποχωρούμε σε άλλους θάμνους. Περνούμε τη νύχτα εκεί, χωρίς κουβέρτες, με τα αυτιά μας τεντωμένα στον ουρανό. Να νιώθουμε την επόμενη μέρα, κάτω από τον υπνόσακο, την θερμότητα που ρέει ξανά μέσα στα πόδια θα είναι μια από τις πιο όμορφες αισθήσεις που θυμάμαι.
Είμαστε σταματημένοι δύο μέρες, και δεν καταλαβαίνω γιατί. Η πτήση των drones και των πολεμικών αεροπλάνων γίνεται πιο έντονη. Βρέχει καταρρακτωδώς, είμαι μούσκεμα, και είναι την ώρα που αναρωτιέμαι πώς θα καταφέρω να αντιμετωπίσω την παγωνιά της νύχτας σε αυτές τις συνθήκες που με προειδοποιούν ότι κινούμαστε. Μια πιο φρέσκια ομάδα θα πάρει τη θέση μας και θα έχουμε λίγο χρόνο για να ξεκουραστούμε.
Ευχαριστώ τον ουρανό και συλλέγω τα πράγματα μου βιαστικά.
Στο χωριό αμέσως παρατηρώ ότι η ατμόσφαιρα έχει αλλάξει πολύ, δεν έχει απομείνει σχεδόν κανείς, και εκείνοι οι λίγοι που βρίσκονται εκεί είναι πολύ πιο προσεκτικοί. Τα πρόσωπα είναι τεταμένα, και υπάρχει ελάχιστη επιθυμία για αστεία.
Βλέπω τα ερείπια του κτιρίου όπου είχα πάρει πρωινό, many sheit λέει ένας σύντροφος.
Τα αεροπλάνα που είχαν ακουστεί εκείνη την ημέρα να περνούν είχαν χτυπήσει πολύ σκληρά. Οι περισσότεροι από τους μαχητές είχαν μετακινηθεί στους λόφους, άλλοι σε μερικές πιο ασφαλείς θέσεις.
Θα ήθελα να γράψω ένα διαφορετικό τέλος, να μοιάζει με ένα στο οποίο αρπάζαμε το χωριό από τον εχθρό δίχως προβλήματα, αλλά η πραγματικότητα δεν είναι μια καλή αφήγηση, και τελικά για αυτή την ιστορία δεν υπάρχει ακόμη ένα τέλος. στους λόφους της Αφρίν αντιστεκόμαστε, κερδίζουμε και χάνουμε, ζούμε και πεθαίνουμε, αλλά αν ο αγώνας δεν σβήνει σημαίνει ότι η ελπίδα εξακολουθεί να ζει” 1

Είναι ακριβώς μέσα στα λόγια του Tekosher, ίσως καταμετρημένα μεταξύ των τελευταίων γραμμών που έγραψε ο Lorenzo Orsetti, που κλείνουν το βιβλίο, που μπορούμε να βρούμε όλο το πνεύμα των μαρτυριών που περικλείονται σε αυτό. Μαρτυρίες που ανατρέχουν στη μνήμη άλλων ανώνυμων ηρώων άλλων ταξικών πολέμων, από την Ισπανία μέχρι την ιταλική Αντίσταση, συχνά προδομένων και σχεδόν πάντα ηττημένων στους απώτερους σκοπούς και στόχους τους, αλλά χρήσιμων να ανανεώσουν την ελπίδα σε έναν άλλο κόσμο και διαφορετικό από το σημερινό.
Εκείνο στον οποίο δεν θα υπάρχει πλέον ανάγκη ηρώων.


  1. Omaggio al Rojava, σελ. 209-210  
TAGGED WITH →  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  • 
μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ένας ήρωας του καιρού μας – Un eroe del nostro tempo

Δημοσιεύτηκε στις 30 Οκτωβρίου 2019

Abdullah Öcalan, Ειρήνη και πόλεμος στο Κουρδιστάν, σελ. 40. δημοκρατικός Συνομοσπονδισμός, σελ. 40. Να ελευθερώσουμε τη ζωή – Η επανάσταση των γυναικών, σελ. 56. Το δημοκρατικό έθνος, σελ. 64. Ανατυπώθηκε, αναθεωρήθηκε και διορθώθηκε από τις Εκδόσεις Tabor και UIKI Onlus. Κάθε pamphlet πωλείται στη τιμή των 2 ευρώ και μπορείτε να το ζητήσετε από τις εκδόσεις TABOR – http://www.edizionitabor.ittabor@autistici.org ή από το Γραφείο Πληροφοριών Κουρδιστάν Ιταλία– Ufficio Informazioni Kurdistan Italia  – info.uikionlus@gmail.com

[Αύριο, 1η νοεμβρίου θα πραγματοποιηθεί στη Ρώμη μια εθνική διαδήλωση για την υπεράσπιση και την υποστήριξη του αγώνα και του πολιτικού πειράματος του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού που οι γυναίκες και οι άντρες της Ροζάβα προωθούν εδώ και χρόνια, και ειδικότερα, αυτές τις μέρες σε μια προσπάθεια να αντιταχθούν στην τουρκική και διεθνή στρατιωτική και διπλωματική δράση με στόχο την εξόντωση αυτής της πολύ σημαντικής εμπειρίας αυτο-οργάνωσης, πρακτικής στράτευσης και ισότητας των φύλων.                                                                                                                                          Εντούτοις, μέσα στο πλαίσιο αυτό, θα ήταν απαραίτητο να αποφευχθεί ο κίνδυνος, σε επίπεδο μαζικής πληροφόρησης, να επισκιαστεί και να μπει σε δεύτερο πλάνο η φιγούρα του πολιτικού ηγέτη ο οποίος βρίσκεται στη βάση της αναθεώρησης μιας πολιτικής σκέψης και πρακτικής, εκείνης του PKK (Partîya Karkerén Kurdıstan – Κόμμα των Εργαζομένων του Κουρδιστάν) που, γεννημένο αρχικά με βάση τις θεωρίες του μαρξισμού-λενινισμού, έχει προοδευτικά απελευθερωθεί από τα εθνικιστικά σκουπίδια και του κομματικού συγκεντρωτισμού σταλινικής έμπνευσης που το χαρακτήριζαν προηγουμένως.

O Abdullah Öcalan, ο οποίος κρατείται στη φυλακή Imrali για περισσότερα από είκοσι χρόνια πλέον, είχε ήδη αρχίσει μια πορεία θεωρητικού προβληματισμού-στοχασμού από τη δεκαετία του ’90 του περασμένου αιώνα που τον οδήγησε να προβλέψει την ιστορική παρακμή του συστήματος των Κρατών-έθνους που επιβλήθηκε στη Μέση Ανατολή από την αποικιακή κληρονομιά. Στην ανάλυσή του η κατάρρευση αυτού του συστήματος θα είχε προκαλέσει ένα σενάριο πολέμων και κρίσεων: ένα χάος γεμάτο με δυνατότητες απελευθέρωσης εάν οι δημοκρατικές και επαναστατικές δυνάμεις είχαν καταφέρει, ήταν σε θέση να κατέβουν στον αγωνιστικό χώρο για να δημιουργήσουν μια εναλλακτική λύση. Ακριβώς αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Μέση Ανατολή. Ο πλούτος της σκέψης του Οτσαλάν, εκτός από τη σαφήνεια των προβλέψεων, έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι η σκέψη του δεν έχει ποτέ διαχωριστεί από τις πολιτικές και στρατιωτικές προσπάθειες να την εφαρμόσει, τόσο ώστε το κίνημα που αυτός ίδρυσε αποτέλεσε και αποτελεί το υπόβαθρο (θεωρητικό, οργανωτικό, στρατιωτικό) επάνω στο οποίο μπόρεσε να χτιστεί το επαναστατικό μονοπάτι που βρίσκεται σε εξέλιξη σήμερα στη Rojava.                                      Τα τέσσερα πρόσφατα αναδημοσιευμένα έντυπα, με την ευκαιρία της διεθνούς Διάσκεψης που πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη στις 4, 5 και 6 οκτωβρίου του τρέχοντος έτους, θα επιτρέψουν σε όλους τους αναγνώστες όχι μόνο να ανακαλύψουν ή να ξαναβρούν, αλλά και να αναμετρηθούν με μια εξαιρετική πολιτική σκέψη και πρόταση που τονώνει και προορίζεται να επηρεάσει αποφασιστικά και τη σκέψη και τη δράση εκείνων που βρίσκονται σήμερα να δρουν κατά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και του στρατιωτικού, εξορυκτικού και οικονομικού ιμπεριαλισμού σε κάθε άλλη γωνιά του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της Δύσης.

Ακόμη περισσότερο απ ‘ότι για την στρατευμένη πρακτική και τη θαρραλέα αντίσταση στην κράτηση που ο Abdullah Öcalan αντιπαρέθεσε σε ένα σύστημα που σκόπευε και σκοπεύει να τον καταστρέψει και να τον στείλει, μαζί με τον αγώνα του κουρδικού λαού, στη λήθη, ο μαχητής και ηγέτης του PKK κατέστη σύγχρονος ήρωας ακριβώς λόγω της βούλησης, της ικανότητας και του θάρρους να αμφισβητήσει εκείνες τις θεωρητικές υποθέσεις στις οποίες επάνω φαίνεται να επιθυμούν να αναπαυτούν πάρα πολλά κινήματα ακόμη και τώρα, καταδικάζοντας τον εαυτό τους, αυτά τα τελευταία, στην αδυναμία αλληλεπίδρασης με έναν προορατικό και νικηφόρο τρόπο με τις αντιφάσεις του παρόντος.                                                                                                                                                Παρακάτω δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από ένα από τα τέσσερα έντυπα, ακριβώς προς μαρτυρία της προληπτική καινοτομίας των στοχασμών του κούρδου αγωνιστή, να μη το ξεχάσουμε ποτέ, συλληφθέντα και φυλακισμένο χάρη και στην προδοσία της ιταλικής κυβέρνησης το 1999, της οποίας ηγείτο τότε ο Massimo D’Alema. S.M.]

Η απαγωγή μου υπήρξε σίγουρα ένα σκληρό πλήγμα για το ΡΚΚ, αλλά δεν ήταν η αιτία της ιδεολογικής και πολιτικής αλλαγής του. Το PKK είχε σχεδιαστεί ως ένα κόμμα με ιεραρχική δομή κρατικού τύπου, παρόμοια με εκείνη άλλων κομμάτων. Μια δομή που ήταν, ωστόσο, σε διαλεκτική αντίθεση με τις αρχές της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της ισότητας, μια αντίφαση αρχής για κάθε κόμμα, ανεξάρτητα από τη φιλοσοφία του. Παρόλο που το PKK είχε ένα όραμα προσανατολισμένο στην ελευθερία, δεν είχαμε σταθεί ικανοί να απελευθερώσουμε τη σκέψη μας από τις ιεραρχικές δομές-μηχανισμούς.

Μια άλλη από τις κύριες αντιθέσεις βρίσκονταν στην αναζήτηση, από πλευράς PKK, της θεσμικής πολιτικής εξουσίας, επάνω στην οποία το κόμμα είχε διαμορφωθεί και ευθυγραμμιστεί. Μια δομή στοχευμένη στη θεσμική εξουσία ήταν όμως σε διαμάχη με εκείνη του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας την οποία το PKK δήλωνε ανοιχτά ότι επιδιώκει. Οι ακτιβιστές οποιουδήποτε κόμματος αυτού του είδους τείνουν να κατευθύνονται από τους ανωτέρους τους παρά από την κοινωνία, ή να σκαρφαλώνουν την ιεραρχία για να ανεβαίνουν θέση. Και τα τρία μεγάλα ιδεολογικά ρεύματα που βασίζονται σε μια αντίληψη χειραφέτησης της κοινωνίας βρέθηκαν αντιμέτωπα με αυτή την αντίφαση. Όταν ο υπαρκτός σοσιαλισμός και η κοινωνική δημοκρατία, όπως και τα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα, επιδίωκαν να διατυπώνουν έννοιες της κοινωνίας που να πήγαιναν πέρα από τον καπιταλισμό, απέτυχαν να απελευθερωθούν από τους ιδεολογικούς δεσμούς του καπιταλιστικού συστήματος. Σύντομα έγιναν τα ίδια πυλώνες του καπιταλιστικού συστήματος, απλώς επειδή αναζητούσαν την θεσμική πολιτική εξουσία, αντί να εστιάζουν την προσοχή τους στον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας.              Μια άλλη μεγάλη αντίφαση ήταν η αξία που δόθηκε στον πόλεμο μέσα στην ιδεολογική και πολιτική σκέψη του PKK. Πόλεμος που νοείται ως συνέχεια της πολιτικής, αν και με διαφορετικά μέσα, και ως στρατηγικό εργαλείο.                                                                              Αυτό ήταν ανοιχτά σε αντίθεση με την αντίληψη ημών των ιδίων ως ένα κίνημα που μάχεται για την απελευθέρωση της κοινωνίας, στη βάση της οποίας η χρήση ένοπλης δύναμης δικαιολογείται μόνο για σκοπούς αυτοάμυνας. Αυτό όλο ξεπερνά και ανοιχτά έρχεται σε αντίθεση με την κοινωνική προσέγγιση χειραφετικού τύπου που διακηρύσσει το PKK, δεδομένου ότι όλα τα καταπιεστικά καθεστώτα της ιστορίας είχαν ιδρυθεί-βασιστεί στον πόλεμο ή είχαν δομήσει τα θεσμικά τους όργανα σύμφωνα με μια πολεμική λογική. Το ΡΚΚ πίστευε ότι ο ένοπλος αγώνας ήταν αρκετός για να κατακτήσει εκείνα τα δικαιώματα που είχαν αρνηθεί στους κούρδους. Μια τέτοια ντετερμινιστική αντίληψη για τον πόλεμο δεν είναι ούτε σοσιαλιστική, ούτε δημοκρατική, αν και το PKK θεωρούσε τον εαυτό του δημοκρατικό κόμμα. Ένα πραγματικά σοσιαλιστικό κόμμα δεν εμπνέεται από κρατικού τύπου δομές ή ιεραρχίες, ούτε φιλοδοξεί στην θεσμική πολιτική εξουσία, η οποία βασίζεται στην προστασία των δικών της συμφερόντων και της δικής της εξουσίας μέσω της προσφυγής στον πόλεμο.                                                                                                                Η υποτιθέμενη ήττα του PKK, την οποία οι τουρκικές αρχές πίστευαν ότι είχαν επιτύχει με την εκτόπιση μου στην Τουρκία, έγινε μάλλον η ευκαιρία να επανεξετάσουμε κριτικά και ανοιχτά τους λόγους που είχαν εμποδίσει το απελευθερωτικό κίνημά μας να σημειώσει περαιτέρω προόδους. Η ιδεολογική και πολιτική ρήξη που έζησε το PKK μεταμόρφωσε την εικαζόμενη ήττα σε ένα σημείο διέλευσης προς νέους ορίζοντες.

1 A. Öcalan, Pace e guerra in Kurdistan, pp. 25-27

TAGGED WITH → Abdullah Öcalan • Confederalismo democratico • guerra • Kurdistan • lotta armata • Massimo D’Alema • PKK • Rojava • Turchia

 

Un eroe del nostro tempo

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ενθυμούμενοι τον Orso, του Marco Ghelat ιταλού μαχόμενου των YPG

Ο Tekoser σου έσφιγγε το χέρι με βρώμικα, μαύρα και λασπωμένα νύχια, που βλαστάνουν ζωή.
Βύθιζε το φτυάρι στην άμμο, στραγγισμένο από ένα χιλιετή κλάμα, με ρουμπινί και χλωμές χρυσές αποχρώσεις.
Ποτέ δεν τον είδα να σταματάει, ακόμα κι όταν κάπνιζε ένα Arden. Το φάντασμα του Stachanov τώρα τον κυνηγά
με κομμένη την ανάσα, αγκαλιάζονται. Γελά και παίζει μπρίσκολα στην κόλαση με τους Ciompi. Μας θυμίζουν,
αυτούς της γης τους κολασμένους, καθώς η μνήμη φυλάει συνεχώς εμάς τους θνητούς, σαν ένας φρουρός
με χίλια κρυστάλλινα μάτια, δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να κλείσουμε τα βλέφαρα, ούτε μια στιγμή.
Ήμαστε δυνητικά, δίχως αποκλεισμούς, εκείνες οι σταγόνες που όλα κατακλύζουν, όπως πολύ σωστά μας προειδοποιεί.                                                                                                    Σταγόνες θυελλώδεις, γιατί ο άνεμος πάντα χορεύει και φυσάει. Μα ήμαστε και δροσιά εμείς
οι θνητοί, ξαπλωμένοι μουρμουρίζοντας επάνω στα φύλλα, πολύ συχνά ξεχνώντας τον ρόλο μας                                                                                                                                      περαστικών φιλοξενούμενων. Επάνω στο κόλλημα ο άνθρωπος αντίθετα έχτισε έναν θρόνο από αίμα. Ο Teko αντιθέτως,
τον έγραφε στα παλιά του τα παπούτσια τον θρόνο, κάθονταν με σκυμμένο το κεφάλι κοροϊδεύοντας αυλικούς και βασιλιά,
ξεγυμνώνοντας τους. Αυτός
που πέθανε ευχαριστημένος κι ερωτευμένος, όπως τραγουδούσε De André, μας προσκαλεί να μην κλαίμε, αλλά να φυλάξουμε
τα δάκρυα για την καταιγίδα.
Μας προσκαλεί να αγαπάμε βαθύτατα τον άλλον, να δωρίζουμε δίχως αναβολή, χωρίς να ζητούμε ανταπόδοση,
να ήμαστε εμείς οι ίδιοι εκείνο το δώρο που εμποτίζει τον κόσμο.
Τον βωμό
του ανώνυμου συσσωρευτή ατομικισμού                                                                                      που βλέπει στη ζωή μοναχά ανταγωνισμό και κυριαρχία, αυτός τον
περιφρονούσε.
Ο Tekoser δεν είναι ήρωας αλλά ο διαλεκτικός αντιήρωας της σύγχρονης εποχής. Αγαπημένε αδελφέ μου,
ο ανθός σου μόλις ξεπρόβαλε. Los que mueren por la vida, no pueden llamarse muertos.
διεθνισμός, internazionalismo

31 Μαρτίου Φλωρεντία, εθνική ημέρα μνήμης για τον Lorenzo Orso Tekosher

Από την συνέλευση της πόλης της Φλωρεντίας της 19 μαρτίου – Κουρδική Κοινότητα στην Ιταλία

Στις 18 μαρτίου έφθασε η τρομερή είδηση για τον θάνατο του Orso, ενός φλωρεντινού συντρόφου που είχε φύγει για το Κουρδιστάν τον σεπτέμβριο του 2017. Ο Lorenzo, όνομα μάχης «Tekoser – Fighter», προσχώρησε στις YPG-YPJ για να προωθήσει τα ιδανικά της ελευθερίας, ισότητας και αλληλεγγύης. Το έπραξε δίνοντας όλο του τον εαυτό, αμφισβητώντας την ύπαρξή του.

Και να θυμούνται όλοι, γύπες και πολιτικάντηδες, που σήμερα θα ήθελαν να κάνουν έναν σύντροφο ήρωα που πήγε να πολεμήσει το ISIS σχεδόν στο όνομα των δυτικών αξιών, ότι δεν είναι δυνατό να μειώσουν την επιλογή του σε αυτό, ότι ο Orso βρισκόταν στη Ροζάβα και στη Συρία για να επιβεβαιώσει τα ιδεώδη του αντιφασισμού και αντικαπιταλισμού, επειδή πίστευε ότι ο καθένας από εμάς πρέπει να κάνει το ρόλο του μέσα το χτίσιμο μιας πιο δίκαιης και ελεύθερης κοινωνίας απαλλαγμένης από σχέσεις κυριαρχίας, και είχε επιλέξει να το κάνει υποστηρίζοντας την επανάσταση που διεξήγαγε το PKK και την οποίαν υπερασπίζονται χιλιάδες κούρδοι, άραβες, ασσύριοι, γεζίντι σύντροφοι και εκατοντάδες άλλοι διεθνιστές σαν αυτόν.

Βολικό να γιορτάζουμε σήμερα τον Tekoser, ενώ εκείνοι που πήγαν για να πολεμήσουν στο Κουρδιστάν και επέστρεψαν στην Ιταλία βρίσκονται υπό έρευνα, με την ειδική επίβλεψη, ποινικοποιημένοι. Εύκολο να γίνει όπως έκανε ο Nardella ο οποίος μπορεί να παρευρίσκεται προεδρεύοντας στις διασκέψεις της Leonardo Finmeccanica, ιταλικής εταιρείας στη Φλωρεντία που πωλεί θάνατο, μεταξύ άλλων στο τουρκικό κράτος και στη φασιστική κυβέρνησή του με επικεφαλής τον Ερντογάν που καταπιέζουν καθημερινά τους κούρδους και να εμφανίζεται στη συνέχεια λυπημένος κατάκαρδα απέναντι στον «γενναίο», συμπατριώτη που σκοτώθηκε. Σκοτώθηκε στο όνομα της ίδιας ιδεολογίας θανάτου και εκμετάλλευσης των κυβερνώντων μας, εκείνη την ιδεολογία που ο Tekoser πήγε να πολεμήσει. Μικροπρεπές να εκθειάζει τον Lorenzo ενώ συλλαμβάνονται, κατηγορούνται, χτυπιούνται, εκατοντάδες σύντροφοι/σσες, από την Val Susa στη Σικελία, ένοχοι μόνο επειδή αγωνίζονται για τις ίδιες με τις δικές του αξίες. Βολικός και μικροπρεπής Σαλβίνι που επιτρέπει κι αυτός στον εαυτό του να δώσει συλλυπητήρια.

Σαν συνέλευση πόλης της Φλωρεντίας στις 19 μαρτίου, με αρκετές εκατοντάδες ανθρώπους παρόντες, μαζί με την Κουρδική Κοινότητα στην Ιταλία και την οικογένεια του Lorenzo, πραγματικό παράδειγμα ηθικής ακεραιότητας πάντα στο πλευρό των επιλογών του Orso, θεωρούμε καθήκον να αφιερώσουμε μια μέρα στη μνήμη του Lorenzo και μαζί του σε αυτή των χιλιάδων μαχητών που σκοτώθηκαν για την ελευθερία.

Καλούμε τους συντρόφους και τις συντρόφισσες, τους αντιφασίστες και όλους τους εραστές της ελευθερίας να είναι παρόντες στη Φλωρεντία στις 31 μαρτίου από τις 3 μ.μ. για μια μεγάλη ημέρα αγώνα, για να διαδηλώσουμε την αλληλεγγύη μας, για τον Lorenzo, για την οικογένειά του και για όλους μας!

Να θυμόμαστε τον Orso σημαίνει συνέχιση του αγώνα, στην Ιταλία όπως στο Κουρδιστάν, συνεχίζoντας να επιδεικνύoυμε διαδηλώνοντας τη στήριξη του κουρδικού κινήματος, υποστηρίζοντας τις απεργίες πείνας των κούρδων κρατουμένων στην Τουρκία, καταγγέλλοντας και επιτιθέμενοι στον ρόλο της Ιταλίας και της ΕΕ στους πολέμους και την εκμετάλλευση.

Ο Lorenzo δεν είναι ένας ήρωας, είναι ένας σύντροφος που έκανε μια βαθιά επιλογή, βάζοντας και μας μπροστά στις ευθύνες μας, τις επιλογές μας, και το έκανε όχι από ΜΙΣΟΣ αλλά από ΑΓΑΠΗ.

“Και πάντα να θυμάστε ότι κάθε καταιγίδα αρχίζει με μια μοναδική σταγόνα. Προσπαθήστε να είστε εσείς εκείνη η σταγόνα. Σας αγαπώ όλους ελπίζω ότι θα κάνετε θησαυρό αυτά τα λόγια. Serkeftin – Victory! – Νίκη «- από την αποχαιρετιστήρια επιστολή του Tekoser

Συνέλευση της πόλης της Firenze της 19ης μαρτίου – Κουρδική Κοινότητα στην Italia

Πληροφορίες σχετικές με την ημέρα
Συγκέντρωση στην Piazza Leopoldo στις 15.00. Η πορεία συνεχίζεται στους δρόμους της συνοικίας Rifredi, όπου έζησε ο Orso και όπου ζει η οικογένειά του, φέρνοντας το μήνυμα που μας άφησε ο Lorenzo, στη γειτονιά του. Η πορεία θα διασχίσει τα Viali di circonvallazione για να ολοκληρωθεί στους κήπους της Fortezza da Basso.
Η μέρα συνεχίζεται στην Piazza με τις παρεμβάσεις των γονέων του Lorenzo, ευρωπαίων και ιταλών διεθνιστών συντρόφων και συντροφισσών που πολέμησαν με τον Lorenzo, με τις παρεμβάσεις της Κοινότητας των Κούρδων και αναγνώσεις γραπτών του Orso και κουρδικών και τουρκικών οργανώσεων. Πάγκοι και ενημερωτικό υλικό.
PER CHI VIENE IN PULLMAN
Uscire a Firenze nord e raggiungere zona Piazza Leopoldo per farsi lasciare vicino al concentramento fissato per le ore 15.00. I pulman possono andare a parcheggiare a  Villa Costanza, che si trova sull’Autostrada A1 tra le uscite di Firenze Scandicci e Firenze Impruneta. Per il rientro o farsi venire a riprendere in Fortezza o raggiungere il parcheggio con la tramvia.
A questo link è possibile prenotare il parcheggio 
PER CHI ARRIVA IN TRENO
Da Stazione Santa Maria Novella prendere la tramvia dalla fermata “Alamanni Stazione” in direzione Careggi. In 10 minuti si arriva in Piazza Leopoldo. Da Stazione Rifredi sono 10 minuti a piedi
PER CHI ARRIVA IN MACCHINA
Uscita a Firenze Nord e trovare parcheggio in zona Stazione-Fortezza da Basso e prendere la Tramvia “T1 Leonardo” sempre in direzione Careggi o dalla fermata “Stazione” o dalla fermata “Fortezza”.
PER CHI HA BISOGNO di PERNOTTAMENTO:
Al Centro Popolare Autogestito Fi-Sud è possibile dormire sia il sabato sera che la domenica sera, anche con tenda da campeggio. In ogni caso cercare di avvertire prima e munirsi necessariamente di sacco a pelo!
lorenzo-orsetti-1-1Corteo-Orso-Kurdistan-2-1-630x325
μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Σκέψεις και προβληματισμοί, καλοκαίρι 2018 ξανά στο μέτωπο…\

Δεν είμαστε ούτε ήρωες ούτε ανώτεροι από κανέναν, δεν επιδιώκουμε κανένα έπαινο, αισθάνομαι την επανάσταση ως μια πράξη απαραίτητη για να αλλάξουμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι εμείς, ποιος;

Κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποίαν βρισκόμουν στο μέτωπο, στις ατελείωτες μέρες περιμένοντας στον ήλιο κάτω από 50 βαθμούς και έναν εχθρό που δεν έφτανε ποτέ, έγραψα αυτό το κείμενο, μια απάντηση σε μια συντρόφισσα, σε μια φίλη που με είχε ρωτήσει γιατί επέστρεψα στη Συρία.

Ορισμένες σκέψεις που εκείνο το απόγευμα της αναμονής και της πλήξης έγραψα για να απαντήσω στις χίλιες ερωτήσεις που γύριζαν στο κεφάλι μου, εκείνες τις μέρες όταν σε απόσταση μηνών βρέθηκα ξανά στο μέτωπο με ένα όπλο στο χέρι, περιμένοντας τους πολιτοφύλακες του isis οι οποίοι ευτυχώς δεν έφτασαν εκείνο το βράδυ.

Ιούλιος 2018, μήνυμα σε μια φίλη…

Στη Βόρεια Συρία, πολλοί σύντροφοι και συντρόφισσες αποφάσισαν να τινάξουν τη ζωή τους πέρα από το θάνατο, διασχίζοντας τα επαναστατικά μονοπάτια που δυστυχώς δεν γνωρίζουν αν θα καταφέρουν να ολοκληρώσουν.
Πολλές φορές σκέφτεσαι «εγώ αποφάσισα να έρθω εδώ» σαν εμένα εκατοντάδες άλλοι διεθνείς, αντιθέτως πολλοί άλλοι μαχητές του Ypg / Ypj δεν το έχουν επιλέξει, δεν είχαν άλλη εναλλακτική λύση: να θαφτούν από τον πόλεμο και τις αδικίες ή να αγωνιστούν και να αντισταθούν.
Στο τέλος εμείς είμαστε ένας μικρός κόκκος άμμου σε αυτόν τον τεράστιο και καταστροφικό πόλεμο, ένας κόκκος που χρησιμεύει για να υπονομεύσει και να σαμποτάρει το αυταρχικό / πατριαρχικό σύστημα μέσα στο οποίο ζούμε.
Είναι αλήθεια, υπάρχουν και πολλά ερωτήματα που κυκλοφορούν μέσα στο κεφάλι, πολλές φορές αναρωτιέσαι «αξίζει τον κόπο; Γιατί είμαι εδώ; Τι κάνω εδώ; Τι κτίζω; Πολεμώ, το αντιλαμβάνομαι; Εγώ που πάντα μισούσα τον πόλεμο και που αγαπώ τη ζωή.»
“Ποιος είμαι εγώ να επιλέξω αν κάποιος πρέπει να πεθάνει ή όχι; Γιατί μου επιβάλλω ένα όπλο; Θα καταφέρω να βγω από τον πόλεμο;”
Αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα θέτω στον εαυτό μου κάθε μέρα, κάθε στιγμή που μένω μόνος να σκέφτομαι, να κοιτάω τα αστέρια ή όταν φυλάω σκοπιά.
Όταν συλλάβαμε έναν εχθρό, είχε τραυματιστεί από τρεις σφαίρες στο πόδι, ένιωθα λυπημένος γι ‘αυτόν, λυπόμουν που υπέφερε εξαιτίας μας, τελικά εκείνο το μίσος που έχει προς εμάς ίσως το δημιουργήσαμε κι εμείς, με τους πολέμους που διεξάγονται από τα κράτη στα οποία ζούμε, με τον εγωισμό μας και την αποικιοκρατία μας. Αυτή η λύπη όμως μου σήκωσε λιγάκι το ηθικό, με έκανε να καταλάβω ότι δεν ρουφήχτηκα από τη δίψα για εκδίκηση και ότι δεν αισθάνομαι μίσος, αν και ο στρατός του από φανατικούς σκότωσε τους φίλους μου εγώ δεν ήθελα να τον σκοτώσω, δεν είμαι σαν αυτούς, εγώ πολεμώ ενάντια στη δολοφονική νοοτροπία τους, όχι εναντίον της ζωής τους.
Επέλεξα να συμμετάσχω στις YPG αφού είδα εκατοντάδες παιδιά που πηδούσαν επάνω μου ευτυχισμένα, αλλά ταυτόχρονα λυπημένα και κατεστραμμένα από τα βάσανα, για τα παιδιά εκείνα που είχαν εκτοπιστεί και τα οποία βρίσκονταν σε στρατόπεδο προσφύγων στην Τουρκία, που δεν είχαν καν φαγητό να φάνε.
Εγώ στην ηλικία τους έπαιζα στο δρόμο, πήγαινα στο σχολείο, αυτά αντιθέτως βλέπουν θάνατο και καταστροφή γύρω τους, είναι σωστό; Απολύτως όχι, όλα αυτά είναι σίχαμα και αισθάνομαι απέραντη θλίψη, αλλά εδώ στη Συρία και σε όλη τη Μέση Ανατολή, ο πόλεμος είναι καθημερινότητα, σχεδόν φυσιολογική.
Αυτή τη δεύτερη φορά στο YPG, αντίθετα από πέρυσι, μάχομαι μαζί με τους άραβες, έχουν μια τεράστια γενναιοδωρία, είναι ένας λαός που καταστράφηκε από τον πόλεμο, ο οποίος πριν, σε αντίθεση με εμένα ή τα στελέχη του κινήματος, δεν έκανε πολιτική, αυτός ο πόλεμος έχει καταστρέψει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινων ζωών, πολλοί σύντροφοι και συντρόφισσες και πάνω από όλα φίλοι έχουν πεθάνει στην Αφρίν για να υπερασπιστούν ιδέες.                                                                                                                    Αυτό το ιδανικό παρόμοιο με το δικό μου, φτιαγμένο από ισότητα και ελευθερία.

Πολλοί μου είπαν «γιατί μάχεσαι στη Συρία; Δεν είναι ο πόλεμος σου »
Πιστεύω ότι αυτός είναι ο πόλεμος όλων των επαναστατών και των επαναστατριών που αγωνίζονται για την ελευθερία και την ισότητα. Υπάρχουν πολλές αντιφάσεις, μερικές φορές δύσκολες να τις χωνέψουμε, αλλά αγωνιζόμαστε επίσης εναντίον τους, ενάντια σε εκείνες τις αντιφάσεις που δυστυχώς στον πόλεμο, αλλά όχι μόνο, υπάρχουν και πολλές φορές είναι ένα δύσκολο βάρος από το οποίο θα ήθελες να ξεφύγεις και για το οποίο θα ήθελες να είσαι σε άλλη πλευρά, κάπου αλλού.
Στη Συρία υπάρχει μια έντονη αντίθεση ανάμεσα σε δύο συστήματα, εκείνο το καπιταλιστικό και εκείνο το αντικαπιταλιστικό, ένας πόλεμος τόσο σκληρός όσο δεν έβλεπαν εδώ και δεκαετίες, του οποίου το τέλος δεν είναι ακόμα ορατό.
Οι νεκροί θα είναι ακόμα πολλοί, πάρα πολλοί, το ξέρω, θα χάσω άλλους φίλους, θα γεμίσω ακόμη πόνο, ίσως τραυματιστώ ή ακόμα και πεθάνω, άλλες πόλεις θα καταστραφούν, χιλιάδες θα εκτοπιστούν, ο πόλεμος δυστυχώς, ξέρουμε, φέρνει θάνατο και καταστροφή.
Γνωρίζω ότι δεν θα δω τη νίκη, αλλά ούτε και την ήττα. Φυτεύω σπόρους που θα φυτρώσουν μέσα σε δεκαετίες.
Οι επαναστάτες του ισπανικού εμφύλιου πολέμου έλεγαν «πρέπει να κερδίσουμε το συντομότερο δυνατό τον πόλεμο, αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος ο επαναστατικός στόχος να περάσει σε δεύτερο επίπεδο και τους ανθρώπους να ρουφήξει η σπείρα βίας που φέρνει κάθε πόλεμος».
Πιστεύω ότι αυτή η φράση κουβαλάει μεγάλη αλήθεια μέσα της, πρέπει να νικήσουμε τον εχθρό, όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Στην επανάσταση, το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας γίνεται πρώτα στον εαυτό μας, στη συνέχεια στους συντρόφους και μετά στον πληθυσμό, δεν πρέπει να αναρροφηθούμε στη σπείρα της βίας και της εκδίκησης που φέρνει ο πόλεμος.
Εάν δεν καταστρέψουμε την καπιταλιστική και αυταρχική μας νοοτροπία, πώς μπορούμε να έχουμε την απαίτηση να καταστρέψουμε αυτή των άλλων; Εάν δεν βρούμε το κλειδί για να ανοίξουμε την πόρτα μας, δεν μπορούμε να περιμένουμε να βρούμε εκείνο για να ανοίξουμε τις πόρτες των άλλων.Σε αυτή την επανάσταση / πόλεμο διεξάγεται μια ισχυρή προσωπική και συλλογική αυτοκριτική για να προσπαθήσουμε να βελτιώσουμε την επαναστατική μας δράση.
Δεν είμαστε ούτε ήρωες ούτε ανώτεροι από κάποιον, δεν επιδιώκουμε κανένα έπαινο, αισθάνομαι την επανάσταση ως πράξη απαραίτητη για να αλλάξουμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε.
Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι εμείς, ποιος;

Σκέψεις

Όταν μαχόμαστε με τις Ypg, όταν ελευθερώνονται χωριά ή πόλεις δεν έχει σημασία αν πυροβολούμε, αν μαχόμαστε με όπλα ή όχι, πολλές φορές συμβαίνει να απελευθερώνονται τα χωριά ή ακόμη και οι πόλεις χωρίς να πέσει ένας πυροβολισμός, δεν έχει σημασία να πυροβολούμε κλπ. είναι μόνο ένα μέσο αυτοάμυνας, δεν έχουν σημασία οι αριθμοί των σκοτωμένων, ένοπλες συγκρούσεις κ.λπ. Αφήνουμε τους αριθμούς στους κρατικούς στρατούς, αυτό που αξίζει περισσότερο είναι να μπεις σε ένα χωριό, να δεις έναν λαό που απελευθερώνεται από την τυραννία, σε στηρίζει και σου χαμογελά, αυτό είναι που μετρά για την επανάσταση, όχι οι ένοπλες συγκρούσεις που έλαβαν χώρα. Όσο περισσότερο μιλάμε για πόλεμο, για μάχες, για όπλα, τόσο περισσότερο τροφοδοτείται το μίσος. Μια ιδέα φτιαγμένη από ένοπλους ανθρώπους πάντα έτοιμους να πυροβολήσουν, να αποθεώσουν τα όπλα τους, είναι χάλια. Ο πόλεμος είναι ακόμη πιο σκατένιος, γι ‘αυτό είναι απλά ένα μέσο αγώνα και αντίστασης, όχι προπαγάνδας. Μιλάμε για την επανάσταση, τις κοινότητες, την αντίσταση των λαών, πάντα θυμόμαστε τους συντρόφους και τις συντρόφισσες που έπεσαν, για να διασφαλίσουν πως αυτή η επανάσταση θα πάει μπροστά.

 

Ο φόβος, κάτι που νιώθεις μέσα, που έρχεται ξαφνικά, δεν μπορείς να το ξέρεις πριν, το ξέρεις μόνο όταν το νιώθεις. Όλοι φοβόμαστε να πεθάνουμε, να τολμούμε, φοβόμαστε για τον εαυτό μας, για τους άλλους, για εκείνους σαν εσένα που διακινδυνεύεις ή διακινδύνευσες.
Μετά μερικές φορές εξαφανίζεται και εκεί φοβάσαι πως δεν έχεις πλέον φόβο. Υπάρχουν γεγονότα που συχνά οδηγούν μακριά σου τον φόβο, άλλα που αντιθέτως στον αφήνουν για λίγο.
Οι φόβοι εκδιώκονται μόνο όταν τολμάς, μόνο εκεί γνωρίζεις τον εαυτό σου, είσαι εσύ και οι φόβοι σου, κανείς άλλος. Αλλά προσοχή δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς φόβους, εκεί ναι πεθαίνεις. Χωρίς φόβο ο θάνατος πλησιάζει. Δεν υπάρχει ζωή χωρίς να φοβόμαστε να την χάσουμε. Οι φόβοι σε κάνουν να σκεφτείς, να στοχαστείς, και συχνά να προβληματιστείς. Αλλά το μίσος όχι. Το μίσος μόνο σκοτώνει, πρώτα εμάς, μετά τους άλλους.

Τέλος της επιχείρησης Al Dashisha, επιστρέφουμε στη Shaddadi.

Η υποστήριξη του πληθυσμού.

Στη δράση για την απελευθέρωση της περιοχής της Al Dashisha από τις πολιτοφυλακές του isis, ο τοπικός πληθυσμός παρέχει πρωταρχική υποστήριξη στους μαχητές των Sdf. Χωρίς τη βοήθειά τους, η πλήρωση της πείνας, της δίψας και της κούρασης, λόγω των θερμοκρασιών που φθάνουν έως και 50 βαθμούς και της εφοδιαστικής με τρόφιμα που μερικές φορές έρχονται μερικές φορές όχι, θα ήταν πολύ πιο δύσκολη.
Μόλις φτάσαμε στα ελευθερωμένα χωριά, ο άμαχος πληθυσμός μας καλωσορίζει πάντα με ευπρόσδεκτους χαιρετισμούς και chay, αφήνοντας πάντα ένα δωμάτιο, ή ένα σπίτι όπου μπορούμε να ξεκουραστούμε και να κάνουμε τις βάρδιες σκοπιάς μας.
Αμέσως μετά φτάνουν με στρώματα και κουβέρτες, πάντα με το χαμόγελο και με μια φιλοξενία που μας αφήνει σχεδόν εντυπωσιασμένους.
Το πρωί αμέσως μόλις ξυπνήσουμε, μας προσφέρουν το chay που δεν λείπει ποτέ και ένα πλούσιο πρωινό.
Πολλά σπίτια, για να μην χτυπηθούν από τους όλμους και να σηματοδοτήσουν την μη παρουσία πολιτοφυλάκων του isis, εμφανίζουν μια λευκή σημαία. Αυτό διευκολύνει το έργο των μαχητών των Sdf ώστε να μην χτυπηθούν τα σπίτια των πολιτών.
Κατά τη διάρκεια των παύσεων στα χωριά, που μπορεί να διαρκέσουν από δύο ώρες έως τρεις ημέρες ο χρόνος περνάει μεταξύ βαρδιών φύλαξης, κουβεντούλας, τσάι και σχέσεων με τον τοπικό πληθυσμό.
Φυσικά, για εμάς τους διεθνείς αυτό είναι δύσκολο, μιας και δεν γνωρίζουμε τα αραβικά, αλλά χάρη σε ορισμένους άραβες μαχητές που μιλούν κουρδικά και μας μεταφράζουν, καταφέρνουμε να ανταλλάξουμε λίγα λόγια.
Οι πολίτες μας λένε ότι σε αυτές τις περιοχές το isis δεν είχε σταθερή παρουσία, αλλά μερικές φορές εμφανίζονταν κάνοντας αναγνωριστικούς γύρους.
Με το ισλαμικό κράτος οι πολίτες κάπνιζαν στο σπίτι, κρυφά, αν τους έπιαναν στα πράσα τους ακρωτηρίαζαν το χέρι ή αν οι γυναίκες δεν έβγαιναν πλήρως καλυμμένες, ήταν ο σύζυγος που τιμωρούνταν.
Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης υπήρξαν αλήθεια πολύ λίγα τα βλέμματα αηδίας και θυμού προς εμάς, φυσικά γνωρίζουμε ότι αν εξακολουθεί να υπάρχει το ISIS είναι επειδή δυστυχώς υπάρχει μια κάποια υποστήριξη του πληθυσμού.
Ευτυχώς η επιχείρηση συνέχισε με πολύ λίγες άμεσες συγκρούσεις, αυτό δεν μπορεί παρά να μας κάνει ευτυχισμένους, αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε εμάς μαχητές των YPG και της μιλιταριστικής νοοτροπίας των μελών των τακτικών στρατών, για μας το σημαντικό είναι να ελευθερώσουμε τον πληθυσμό, όχι να πυροβολούμε και να μαχόμαστε.
Όσο λιγότερο πολεμούμε, τόσο περισσότερο ευτυχισμένοι είμαστε.

Δυστυχώς σε πολλά χωριά είναι δύσκολο να δει κανείς την παρουσία γυναικών, είναι λίγες εκείνες που βγαίνουν από το σπίτι για να μας χαιρετήσουν, η πατριαρχική νοοτροπία δεν νικάτε σε μια μέρα ή όταν ολοκληρωθεί η επιχείρηση, είναι μετά την απελευθέρωση ενός χωριού που αρχίζει το πιο δύσκολο έργο, εκείνο του να μεταδώσουμε τις αξίες της ελευθερίας και της ισότητας.
Ο δρόμος είναι ακόμα μακρύς και πολύ κουραστικός, ο αγώνας δεν θα τελειώσει όταν το ISIS ηττηθεί, αλλά θα συνεχίσει αμείωτος, δίχως ανάπαυλα, μέχρι να ηττηθεί το καπιταλιστικό και πατριαρχικό σύστημα και όλοι οι λαοί θα είναι ελεύθεροι.
Silav u Rez Soresgeri.

Paolo Pachino

 

https://agirebablisoke.wordpress.com/2019/02/19/pensieri-e-riflessioni-estate-2018-di-nuovo-al-fronte/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

«Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού»

«Για χρόνια, νύχτες ολόκληρες κυριεύουν τη σκέψη μου οι άνθρωποι που κρατούν όπλο στο χέρι, οι άνθρωποι που τριγυρνούν τις νύχτες στις πόλεις με στουπί και βενζίνη και πυρπολούν τα κέντρα της εξουσίας και του χρήματος. Κι αυτοί οι άλλοι οι δάσκαλοι, που φορούν μακριούς χιτώνες, σανδάλια στα πόδια τους κι έχουν άδεια χέρια, το μόνο όπλο τους είναι ο λόγος τους». Συνάντηση με την Αθηνά Τσάκαλου, μια γυναίκα, μια συγγραφέα, μια μάνα που η φυλάκισή της, της άφησε μια περίεργη συγκίνηση γιατί περπάτησε τους διαδρόμους που περπάτησαν και τα παιδιά της, το γράψιμο έγινε ένας διάλογος με τον εαυτό της και τις επιλογές των παιδιών της και μια αναζήτηση προς την ομορφιά και το όνειρο.

Συνέντευξη στον Γιώργο Μουργή και την Τζένη Τσιροπούλου

Κείμενο: Τζένη Τσιροπούλου

Η Αθηνά ζει σε ένα ελληνικό νησί και το μπαλκόνι της είναι σαν να αρμενίζει στη θάλασσα. Συντροφιά της μονάκριβη είναι τα σκυλιά της, οι γάτες της και ο κήπος της με τη ροδιά, τις φιστικιές, τη βερικοκιά, τις ελιές και τα τριαντάφυλλα. Γεννήθηκε το 1955 στο βλαχοχώρι Τρυγώνα στην ορεινή Θεσσαλία και σπούδασε φιλολογία. Νεαρή κοπέλα, στα 19 της, γνώρισε τον συγγραφέα και στιχουργό, Γεράσιμο Τσάκαλο. Μελοποιημένος από τον Βασίλη Τσιτσάνη, πολλά από τα τραγούδια του έχουν συντροφεύσει στιγμές μας. Χάρη στον Γεράσιμο, η Αθηνά αγάπησε τη λογοτεχνία. Τους διαλόγους των ηρώων της τους πλάθει στο μυαλό της όταν κάνει βόλτα στο βουνό, πριν να τους ακουμπήσει στο χαρτί. Έγνοια της δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά το πώς θα φτάσουμε στο όνειρο και τις ουτοπίες μας, πώς δε θα συμφιλιωθούμε με το λίγο, με τα λίγα.

Η Αθηνά Τσάκαλου είναι η μητέρα του Χρήστου και του Μάκη (Γεράσιμου) Τσάκαλου που βρίσκονται στη φυλακή εδώ και μερικά χρόνια ως μέλη της Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς. Το 2015 συνελήφθη και η ίδια, κατηγορούμενη για υπόθαλψη εγκληματία και συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση. Δε μεμψιμοιρεί και ακόμα και μέσα από ένα τέτοιο τραχύ βίωμα, κρατάει μόνο τα καλά που μένουν.

Μια ηλιόλουστη μέρα του Απριλίου μάς φιλοξένησε στο σπίτι της, ένα σπίτι που μοιάζει σαν να κουρνιάζουν μέσα του οι ήρωες από το πρώτο της μυθιστόρημα «Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού», το οποίο κυκλοφόρησε τον Μάρτιο από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων. Η πρωταγωνίστριά της, η Λένη, είναι μία φοιτήτρια από ένα χωριό με βουνά και πηγές. Μία μαλακή ύπαρξη, που πολλά από τα γνωρίσματα τού χαρακτήρα της «οπισθοχωρούν, μαγκώνονται» για να αφήσει χώρο σε ανθρώπους «που ακόμα κι ο αέρας που τους περιβάλλει αποκτά κάτι από τον πυρετό τους και το γέλιο τους αφήνει αντίλαλο στο δωμάτιο». Ο αδερφός της Λένης, ο Σταύρος, είναι αναρχικός και σκοτώνεται μετά από συμπλοκή με αστυνομικούς, σαν άλλος Ίκαρος που το όνειρό του έβαλε φωτιά στα φτερά του. Η Αθηνά Τσάκαλου αφηγείται την ιστορία του μέσα από τα μάτια της μάνας, του πατέρα μετανάστη και κυρίως της αδελφής τού νεαρού αναρχικού. Από τους ήρωες που έπλασε, ο αγαπημένος της είναι ο μοναχός Δανιήλ που ζει παρέα με κιτρινισμένα βιβλία τα οποία μιλάνε για την επανάσταση.

«Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού» μού άφησαν μία μελαγχολία και μία πίστη για τον κόσμο, μία ανάγκη να βρω τους δικούς μου ανθρώπους και μία γεύση από μήλο, κυδώνι και καρύδια, που έκρυβε η Λένη στις τσέπες της.

Βάλαμε καφέ στις κούπες και συζητήσαμε ώρες για τα βιβλία, τη ζωή της, τα παιδιά της, το πώς περνάει τις μέρες της στο νησί το οποίο δε θα εγκατέλειπε με τίποτα για την Αθήνα, τα τραγούδια του άντρα της, τη μάνα της, τα λόγια που γίνονται «εφαλτήριο για να πάνε λίγο πιο μακριά οι πράξεις» και για εκείνους τους ανθρώπους που «τους κυριεύει ένας αλλόκοτος ενθουσιασμός, μια έπαρση σχεδόν θεϊκή».

«Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού». Πώς επέλεξες αυτόν τον τίτλο; 

Κοίτα, για μένα υπάρχουν κάποια βιβλία στα οποία πάντα επανέρχομαι, δεν τα βάζω ποτέ σε ράφι βιβλιοθήκης. Είναι κάτι σαν τον Νίτσε που τον ανοίγω όταν απελπίζομαι από την αδυναμία μου, σαν τις ερωτευμένες γυναίκες του Λώρενς όταν θέλω να θυμηθώ τα χρώματα του ρομαντισμού, του υπερβολικού ρομαντισμού, ή σαν τη Βίβλο που συνήθως την διαβάζω για να στηρίζω σθεναρά τις αντιρρήσεις μου. Κάποια κείμενα με γοητεύουν με την ομορφιά τους και κάποια άλλα με συγκινούν με το πένθος τους. Έτσι λοιπόν, τον χειμώνα του 2010, όταν εγώ βίωνα την αρχή μιας δύσκολης ιστορίας -είχαν συλλάβει τον γιο μου τον Μάκη ως μέλος της επαναστατικής οργάνωσης Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς- βρήκα ένα εδάφιο του Ιερεμία που περιείχε όλον τον θρήνο μου: «Ουαί εις εμέ μήτερ μου διότι εγέννησες εμέ άνδρα έριδος και άνδρα φιλονικείας μεθ’ όλης της γης…». Και λίγο παραπάνω λέει: «Έφερα επί τας μητέρας των νέων, λεηλάτην εν μεσημβρία. Επέφερα επ’ αυτάς εξαίφνης ταραχάς και τρόμους». Από αυτούς τους στίχους πήρα τον τίτλο του μυθιστορήματος.

Ποιες ήταν οι πρώτες σου σκέψεις, Αθηνά, όταν πρωτοέμαθες για τη σύλληψη του γιου σου; Και ποιες υπήρξαν τότε οι διέξοδοί σου από αυτή την ταραχή και τον τρόμο; 

Σε τέτοια γεγονότα ξαφνικά όλα ανατρέπονται. Νιώθεις μετέωρος και μέχρι να βρεις ξανά τις ισορροπίες σου χρειάζεσαι χρόνο. Όσο για τις διεξόδους, το γράψιμο υπήρξε μια τέτοια διέξοδος, ένα είδος διαλόγου με τον εαυτό μου και τις επιλογές των παιδιών μου.

Και δεν άργησε και μια άλλη περιπέτεια, όπως την περιγράφεις και στο βιογραφικό σου σημείωμα στο βιβλίο: «Μου έρχεται στον νου η γνωστή φράση του Αντόρνο: “Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση». Ήταν πριν επτά χρόνια όταν συνέλαβαν τα παιδιά μου για συμμετοχή στην επαναστατική αναρχική οργάνωση Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς και ήταν επίσης πριν δύο χρόνια όταν βρέθηκα κι εγώ στη φυλακή για υπόθαλψη εγκληματία (φιλοξένησα μια καταζητούμενη φίλη τους στο σπίτι μου) αλλά κατηγορήθηκα και για μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης και υπήρξα ένα χρόνο εξόριστη στη Σαλαμίνα περιμένοντας τη δίκη. Μέσα σε όλα αυτά τα γεγονότα είπα λοιπόν πως οποιαδήποτε ενασχόληση με τη λογοτεχνία θα ήταν τουλάχιστον ακραία κενοδοξία από μέρους μου». 

Γιατί αποφάσισες τελικά να γράψεις και να μας αφηγηθείς αυτή την ιστορία; 

Η αλήθεια είναι πως σε χρόνια ήσυχα, τότε που ακόμα δεν είχε συμβεί τίποτα με τα παιδιά μου, είχα βάλει ένα στοίχημα με τον εαυτό μου: αν θα κατάφερνα να γράψω ένα μυθιστόρημα. Κι αυτό βέβαια δεν προέκυψε έτσι τυχαία. Από τα 19 μου, τότε που γνώρισα τον σύντροφό μου τον Γεράσιμο Τσάκαλο, έναν από τους καλύτερους Έλληνες συγγραφείς που δεν κρύβω ότι θαυμάζω πάντα το έργο του, μαθήτευσα κοντά του στο θέμα της λογοτεχνίας. Μερικά χρόνια μετά τον θάνατό του, έβαλα λοιπόν αυτό το στοίχημα. Κατά παράξενο τρόπο, σαν ένα προμήνυμα για το μέλλον -να σου πω ότι επιτρέπω στον εαυτό μου να μιλώ έτσι γιατί έχω μια βαθιά επιθυμία για τα παράξενα, τα ανεξήγητα που δεν συμβαίνουν συχνά- είχα διαλέξει ήδη πολλά χρόνια νωρίτερα για θέμα, αυτούς για τους οποίους λέω σε κάποιο σημείο του βιβλίου μου: «Για χρόνια, νύχτες ολόκληρες κυριεύουν τη σκέψη μου οι άνθρωποι που κρατούν όπλο στο χέρι, οι άνθρωποι που τριγυρνούν τις νύχτες στις πόλεις με στουπί και βενζίνη και πυρπολούν τα κέντρα της εξουσίας και του χρήματος. Κι αυτοί οι άλλοι οι δάσκαλοι, που φορούν μακριούς χιτώνες, σανδάλια στα πόδια τους κι έχουν άδεια χέρια, το μόνο όπλο τους είναι ο λόγος τους».

Σε μια συνέντευξη σου έχεις πει, μάλιστα, ότι το πρόσωπο του νεκρού αναρχικού Χρήστου Τσουτσουβή, μέσα από την εικόνα που διακινούνταν στην τηλεόραση ώστε αυτός να αναγνωριστεί, ήταν αυτή που σε ενέπνευσε.

Η εικόνα που μου έδωσε την ιδέα για το μυθιστόρημα, ήταν πράγματι μια εικόνα από την δεκαετία του ‘80. Ήταν αυτή η εικόνα του νεκρού Χρήστου Τσουτσουβή στις οθόνες των τηλεοράσεων, όταν σκοτώθηκε σε μια συμπλοκή με αστυνομικούς και επειδή δεν είχε στοιχεία ταυτοποίησης πάνω του, πρόβαλλαν την εικόνα του συνέχεια για να αναγνωριστεί.

«Πόσες φορές θυμόμουνα αυτό το τραγούδι της μάνας μου, όχι το τραγούδι, αυτή τη δειλή και ψιλή φωνή της κι ήταν αυτή η θύμηση, ένα χρυσό σχοινί που με κρατούσε από τα ριψοκίνδυνα μονοπάτια, ήταν δεσμός και χειροπέδη και δεν με άφηνε να τρέξω στους επικίνδυνους, γοητευτικούς ή απλώς άγνωστους δρόμους της ελευθερίας και της παραβατικότητας» λέει η πρωταγωνίστρια, η Λένη σου. 

Η οικογένεια μπορεί να είναι βάρος; Αυτή η αγάπη είναι παράγοντας ανελευθερίας; 

Είναι αυτό ακριβώς που λέει, ένα χρυσό σχοινί, μια χειροπέδη που κάποιους τους κρατάει και δεν τους αφήνει ελεύθερους. Όχι πως αυτοί που τολμούν να περπατήσουν σ’αυτούς τους άλλους δρόμους δεν αγαπούν, αλλά τους κυριεύει ένας αλλόκοτος ενθουσιασμός, μια έπαρση σχεδόν θεϊκή. Νιώθουν καθαροί, λαμπεροί, διεκδικώντας τα πάντα. «Δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε», λένε σε κάποιο σημείο του βιβλίου, «γιατί στην πραγματικότητα όλοι και εσείς οι απ’ έξω ξέρετε πως η ομορφιά είναι με το μέρος μας».

Και σε ένα άλλο σημείο γράφεις: «Και θα ζήσουν πάλι οι άνθρωποι ήχους εξέγερσης και θα δουν πρόσωπα νεανικά ανδρών και νέων γυναικών να ενσαρκώνουν τους κρυφούς τους πόθους […] αυτοί ορμούν στον κόσμο όχι ως σωτήρες αλλά ως νέοι προμηθείς κρατώντας αναμμένους πυρσούς για να φωτίσουν τις νύχτες του κόσμου και να φωνάξουν: “δεν είναι η μοίρα σας να ζείτε σαν τρυφερά και άβουλα μυρμήγκια”. Και τότε γεμίζουν τα κελιά με Κρατούμενους που επιμένουν να πιστεύουν πως μπορούν οι άνθρωποι να είναι υπέροχοι και μετατρέπουν τις φυλακές στα πιο φωτεινά σημεία του κόσμου ετούτου». 

Αφουγκράζεσαι και εξανθρωπίζεις έναν πολιτικό χώρο, τον αναρχικό χώρο, ο οποίος είναι πεισματικά δαιμονοποιημένος από πολλούς. 

Δεν με φοβίζει ο ηρωικός τόνος που δίνω κάποια στιγμή στην ιστορία μου, δεν με φοβίζει το ότι κάποιες φορές ομορφαίνω ίσως με υπερβολή κάποιες πλευρές αυτών των ανθρώπων. Δεν με φοβίζει γιατί στόχος μου δεν είναι αυτό που λέμε πραγματικότητα, αλλά η επιθυμία, το όνειρο. Και τι είναι πραγματικότητα. Άραγε υπάρχει μόνο μία ανάγνωση της πραγματικότητας;

Αλλά, όχι, δεν εντοπίζω το θέμα ούτε στην αναρχία, ούτε σε κάποια άλλη ιδεολογία. Εκείνο που με απασχολεί είναι γενικά ο επαναστατημένος άνθρωπος.

Ο Χρήστος και ο Μάκης το διάβασαν το βιβλίο; Πώς τους φάνηκε;

Στα παιδιά μου είχα δώσει τα χειρόγραφα. Με ενδιέφερε πολύ η γνώμη τους. Επειδή μιλούσα για πράγματα που τους άγγιξαν περισσότερο, ήθελα να ακούσω πώς έβλεπαν τη δική μου προσέγγιση. Αυτό που κράτησα από την ανάγνωσή τους ήταν ότι μου είπαν πως τους συγκίνησε.

Ποιες ήταν οι δύσκολες στιγμές κατά τη συγγραφή των «Λεηλατών»; 

Θα έλεγα ότι δεν υπήρξαν δύσκολες στιγμές.

Μια φιγούρα αμφίσημη για εμένα ήταν ο μοναχός Δανιήλ. Πιστεύει στην επανάσταση, διαβάζει επαναστατικά βιβλία και ταυτόχρονα ενδύεται τον χιτώνα του μοναχού και ζει στο μοναστήρι. Αναρχία και θρησκεία ακούγεται ένας παράδοξος εναγκαλισμός, σαν δύο αντίθετοι πόλοι -αν και ιστορικά ήρθαν κοντά αυτοί οι δύο χώροι, αλλά σε μας είναι πάντα χωριστοί. Γιατί θέλησες να τα συμφιλιώσεις; 

Ο άνθρωπος ο επαναστατημένος κινείται στα άκρα, ο άνθρωπος που αναζητά, ή καλύτερα θέλει να αναμετρηθεί με τον θεό, να τον κρίνει ή ακόμα και να τον απορρίψει, κι αυτός κινείται στα άκρα. Τους διαπερνά μια κοινή ιερή τρέλα. Θέλουν και οι δύο μιαν άλλη ζωή μέσα από διαφορετικούς δρόμους. Κάτι άλλο που με κάνει να ασχολούμαι με τη θρησκεία είναι η διαπίστωση ότι εδώ στην επαρχία, η εκκλησία είναι τόπος συνάντησης των ανθρώπων και κυρίως των γυναικών που αυτές κυρίως επηρεάζουν, διαπαιδαγωγούν και ανατρέφουν τους νέους ανθρώπους -τους ανταγωνίζεται βέβαια η τηλεόραση αλλά ακόμα έχουν δύναμη στα χέρια τους. Πριν λίγες μέρες παρακολούθησα -ομολογώ πως το έκανα από περιέργεια και μόνο- μία τελετή κουράς ενός μοναχού. Ε, ναι! Ξέρουν να στήνουν τελετές, είπα στον εαυτό μου. Ήταν μια τελετή μεσαιωνικού ύφους, κι εκείνο που πρόσεξα ήταν η ευχαρίστηση και το ρίγος που ένιωσαν οι γυναίκες -και μη νομίσετε τίποτα γυναίκες γριές. Ήταν πολύ νεότερες από μένα, εγώ ίσως ήμουν από τις μεγάλες. Μας αρέσουν τα παραμύθια, οι τελετουργίες, υποκύπτουμε πρόθυμα και γλυκά στην παραπλάνηση, όχι μόνο της θρησκείας, αλλά και του διαδικτύου. Μου φαίνεται πως για να αλλάξει ο κόσμος πρέπει να δοθεί μεγάλη βαρύτητα στους μύθους, να φτιαχτούν καινούργιοι μύθοι. Άλλωστε δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι από παιδιά αγαπάμε τα παραμύθια.

Πώς περνάς αλήθεια τις ώρες και τις μέρες σου στο νησί; Διαβάζεις πολύ; 

Το πρώτο που μπορώ να πω είναι πως είμαι αγρότισσα, ίσως ερασιτέχνης ως προς την παραγωγή σοδειάς, αλλά κανονική ως προς τις εργασίες. Οργώνω, κλαδεύω, κόβω τα χορτάρια της άνοιξης -αν και τώρα τελευταία αμφισβητώ την ειρηνικότητα των γεωργικών εργασιών, καθώς η φόρμα που φορώ γεμίζει με το πράσινο αίμα των φυτών που κόβω, με τις κομμένες μέλισσες και τα μαδημένα φτερά των πεταλούδων. Το διάβασμα είναι επίσης μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες. Διαβάζω κάθε μέρα αλλά καθώς περνούν τα χρόνια όλο και πιο δύσκολα διαβάζω κανονικά. Συνήθως ξεφυλλίζω και σταματώ κάπου-κάπου και διαβάζω. Ναι, ακούγεται κάπως αυτό, αλλά είναι η αλήθεια.

Αυτές τις μέρες, διαδραματίζονται γεγονότα όπως η απεργία πείνας του κρατούμενου Βασίλη Δημάκη που αγωνίζεται για να σπουδάσει μέσα από τη φυλακή, η ιστορία των νεαρών παιδιών που αθωώθηκαν για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση αλλά καταδικάστηκαν ως «ατομικοί τρομοκράτες», η ιστορία της Ηριάννας, του Περικλή, του Τάσου Θεοφίλου. Με την πείρα της ζωής σου, τη δική σου φυλάκιση, την εμπειρία με τα παιδιά σου, γιατί το κράτος πιστεύεις ότι στοχοποιεί και τιμωρεί δυσανάλογα αυτό το κομμάτι της κοινωνίας του; Εσύ μάλιστα, είχες γράψει στην επιστολή σου από τις φυλακές: «Θα είμαι πάντα υπόλογη απέναντι σ’ αυτή τη νέα γενιά των ανθρώπων γιατί κι εγώ, όπως όλες οι μάνες και οι πατέρες της ηλικίας μου, δεν καταφέραμε να παραδώσουμε στους γιους μας και στις κόρες μας έναν κόσμο καλύτερο».

Γιατί τους στοχοποιεί και τους τιμωρεί δυσανάλογα; Με τα λίγα που ξέρω -έτσι θα το πω γιατί έτσι το νιώθω, δεν είμαι ειδικός και μπορεί να κάνω και λάθος- η παραβατικότητα των πολλών ανθρώπων ξεκινά από προσωπικό όφελος, έτσι όπως ο καθένας μπορεί να το σκεφτεί αυτό, και τελειώνει πάλι με σκοπό το προσωπικό όφελος. Όχι πως στους επαναστατημένους ανθρώπους δεν υπάρχει προσωπικό όφελος, όμως εδώ ο στόχος είναι μια άλλη ποιότητα ζωής και αυτό αφορά ουσιαστικά και όλους τους άλλους. Και είναι ένας λόγος που αν γίνει αντιληπτός από τους πολλούς ενέχει πάντα έναν κίνδυνο εξέγερσης.

Είναι αλήθεια πως νιώθω υπόλογη ως άνθρωπος που τώρα μπαίνει σιγά-σιγά στη σειρά των αναχωρούντων, και κυρίως με καταλαμβάνει ένας φόβος και θυμός γιατί όλο και περισσότερο συνειδητοποιώ τον τρομερό ρόλο των ΜΜΕ. Δεν υπήρξε ποτέ άλλοτε στον κόσμο αυτή η εφιαλτική δυνατότητα ελέγχου και χειραγώγησης των ανθρώπων. Είναι ο πόλεμος που διεξάγεται καθημερινά στους χώρους των σπιτιών μας, ο πόλεμος των μικρών ειδήσεων που κρατά απασχολημένο το μυαλό μας, ο πόλεμος της παραπληροφόρησης που ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις ποια είναι αλήθεια, κι όταν δεν ξέρεις την αλήθεια αποδυναμώνεσαι, γίνεσαι άβουλος, ζωντανός νεκρός, προσηλωμένος στις οθόνες της τηλεόρασης, των τάμπλετ, των κινητών τηλεφώνων… Όλα αυτά που λες, η απεργία πείνας του Δημάκη, οι «ατομικοί τρομοκράτες», η Ηριάννα, ο Περικλής, ο Τάσος Θεοφίλου, μπορούν και τα περνούν σε τρίτο και τέταρτο επίπεδο ή ακόμα και τα αποσιωπούν. Και θα πει κανείς, δεν υπάρχει ελπίδα; Αν κάτι μου δίνει ελπίδα στον κόσμο είναι η δυνατότητα δραστικής παρέμβασης που έχουν οι άνθρωποι στην ιστορία, είναι τα «γιατί» που μπορούν και θέτουν οι άνθρωποι σε μορφές καταπίεσης και αδικίας, είναι οι καινούργιες δυνατότητες παρέμβασης που δίνει το διαδίκτυο.

Για να σε προλάβω, αν σκέφτεσαι ότι μιλάω αγνοώντας αυτά που έδειξε η ιστορία, θα σου πω πως η ιστορία δεν τελείωσε. Ναι, είναι αλήθεια πως υπάρχει τεράστιο χάσμα ανάμεσα στα λόγια των φιλοσοφιών, των ποιημάτων, των ουτοπιών και των πράξεων των ανθρώπων που επιθυμούν την αλλαγή. Αλλά λέω πως είναι φυσικό και αναγκαίο αυτό το χάσμα, γιατί οι λέξεις λειτουργούν πάντα ως εφαλτήριο για να πάνε λίγο πιο μακριά οι πράξεις.

Πώς ήταν το να βρίσκεσαι ξαφνικά στη φυλακή λόγω και της ποινικοποίησης της συγγενικής σου σχέσης με τα παιδιά σου;

Αυτό που μου άφησε η φυλάκισή μου, ήταν μια περίεργη συγκίνηση γιατί περπάτησα τους διαδρόμους που περπάτησαν τα παιδιά μου και όχι μόνο. Γιατί κοιμήθηκα σ’ εκείνο το μικρό ασφυκτικό κελί στη ΓΑΔΑ, γιατί διέτρεξα τους δρόμους της πόλης με τα χέρια δεμένα στις πλάτες όπως εκείνοι, και κατάλαβα την τρελή χαρά των οδηγών της αντιτρομοκρατικής όταν με τον ήχο των σειρήνων τρέχουν ως νικητές, τρομοκρατώντας τους άλλους οδηγούς. Είναι η ώρα τους βλέπεις.

Διηγήματα που έγραφες στο Facebook, συλλέχθηκαν και έγιναν το πρώτο σου βιβλίο «Το γέλιο του νερού», τα έσοδα από το οποίο πήγαν στους πολιτικούς κρατούμενους. Εκεί, όπως και στους «Λεηλάτες του Μεσημεριού», η μάνα κατέχει ιδιαίτερη θέση. Ποια ανάγκη σε κάνει να την τοποθετείς στο προσκήνιο τόσο έντονα;

Αυτό είναι αλήθεια και συμβαίνει γιατί εγώ λειτουργώ κυρίως ως μάνα. Αλλά ακόμα, πηγή έμπνευσης για τις ιστορίες του χωριού ήταν η δική μου μάνα, που τα τελευταία χρόνια, τους χειμώνες, όταν καθόμασταν μαζί κοντά στο τζάκι, μου μιλούσε συνέχεια για ιστορίες από τη νεανική της ζωή. Ήταν πολύ καλή αφηγήτρια. Και είναι αλήθεια παράξενο το πόσο επίμονα, όταν περάσουμε ακόμα και τα 80, επιστρέφουμε στους τόπους της πρώτης μας νιότης, επιστρέφουμε στα παιδικά μας χρόνια σαν να συμβαίνει μια παράλογη διαγραφή των ενδιάμεσων χρόνων.

«Δε δέχομαι κανένα στρίμωγμα, καμιά πειθαρχία, ούτε τις εποχιακές τους ηθικές, που είναι σαν τις φράουλες την άνοιξη και σαν τα παγωτά το καλοκαίρι. Δεν αξίζει κανένας κόπος για να ζήσεις ανάμεσα σε τούτον τον κόσμο. Εκείνο που έχει αξία είναι να μπορείς να γίνεσαι ένα ζώο που να τα καταλαβαίνει όλα και να επιμένεις να είσαι ζώο, κι όταν οι άλλοι, για να μπουν στα σπίτια τους, καθαρίζουν τα παπούτσια τους στα ποδόμακτρα, εσύ, που θα έρχεσαι από τους βάλτους, να μπαίνεις με τις λασπωμένες αρβύλες σου στα σαλόνια τους με τα παχιά χαλιά και να αφήνεις αποτυπώματα, κόκκινα αποτυπώματα σαν αίμα. Σε όλα, σε κάθε σου κίνηση να υπάρχει η ηρεμία, η αδιαφορία, το νωχελικό περπάτημα του λιονταριού».

Ένα μικρό κομμάτι από το βιβλίο του Γεράσιμου Τσάκαλου «Τζοτζό θέλω να με λένε», που το έγραψε λίγο πριν φύγει από τη ζωή. Κάποιοι λένε ότι η στάση του πρωταγωνιστή ήταν στάση ζωής και για τον ίδιο τον Γεράσιμο. Θεωρείς ότι ήταν σαν να άφησε μια παρακαταθήκη για τα δυο σας αγόρια, τον Μάκη και τον Χρήστο;

Δύσκολα θα το έλεγα παρακαταθήκη γιατί είναι μια πολύ ακραία στάση ζωής. Σίγουρα όμως είναι μια προτροπή να περιφρονεί κανείς το λούστρο των πραγμάτων και των ανθρωπίνων σχέσεων και να μην διστάσει να γίνει ταξιδευτής και ψαράς που θα ρίχνει σε βαθιές θάλασσες το χρυσό αγκίστρι για να ψαρέψει το καινούργιο και το σπουδαίο.

Πριν σε αποχαιρετήσουμε Αθηνά, «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα»: ένα πολύ αγαπημένο μας τραγούδι που μελοποίησε ο Βασίλης Τσιτσάνης, σε στίχους του άντρα σου, Γεράσιμου Τσάκαλου. Έτυχε ποτέ να του το τραγουδήσεις;

Ήταν ένα τραγούδι που το έγραψε πριν γνωριστούμε, και όταν οι άνθρωποι συναντιούνται, όταν ερωτεύονται, ποτέ δεν μιλούν για το παρελθόν. Μιλούν για τα παιδικά τους χρόνια, για τα όνειρά τους, τα σχέδιά τους, αλλά φροντίζουν με πολύ πάθος να μην φανούν στον ορίζοντα περίεργες ζυγαριές και συγκρίσεις.

https://www.thepressproject.gr/article/127081/Oi-Leilates-tou-Mesimeriou

 

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΩΩα. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 19

Φτάνοντας λοιπόν στο τέλος του ταξιδιού μας θα ήθελα πρώτα να ευχαριστήσω όλους εσάς που μου κρατήσατε τόσο όμορφη παρέα. Να ευχαριστήσω αυτούς που βοήθησαν να φτάσω στο σήμερα, αυτούς όλους που με ανέχτηκαν και φυσικά όλους αυτούς τους πολλούς που έβαλαν ένα λιθαράκι στη διαμόρφωση του Μιχάλη. Και δεν θα μπορούσα παρά να κλείσω με μουσική, Γιατί διάλεξα το Μανιφέστο, άγνωστο. Σίγουρα κάτι θα σημαίνει, ας αφήσουμε τον καθένα να ψυχανεμίζεται αυτό που του βγαίνει μιας κι εγώ αδυνατώ. Από τα Μωρά στη Φωτιά λοιπόν και το μακρινό ‘87 :
»Γεννιόμαστε σαν λύκοι και πεθαίνουμε σαν τα σκυλιά
κι η ζωή είναι εφιάλτης, σταματάει μόνο όταν ξυπνάς
έχω δει οργή, και πόνο και αμαρτία
μα μπορείς ν’ ανακαλύψεις μόνος σου τον κόσμο.
ταξιδεύουμε για νέα εποχή
και θα ψάχνουμε για πάντα
κάτι που δεν βρίσκεται ποτέ
Μανιφέστο.
Γεννιέσαι μεγαλώνεις και μετά πεθαίνεις
και μοιάζει να’ ναι αδύνατο μα εγώ πιστεύω
παρόλα αυτά που ξέρω κάτι μας ενώνει
οι λύκοι που γλιτώσανε το κυνήγι
και κατεβαίνουνε στην πόλη λυσσασμένοι.
στείλτε αυτό το μήνυμα στο δύο χιλιάδες
μη φοβάστε για ότι θα ‘ρθει
χόρεψε και κοίτα ίσια μπροστά.
Μανιφέστο».

Αυτό λοιπόν ήταν το ημερολόγιο καταστρώματος,στο ταξίδι της ζωής. Φυσικό ήταν να μιλήσουμε και για αυτούς που συντρόφευσαν αυτά τα πανέμορφα και γεμάτα χρόνια. Θέλω να μνημονεύσω και κάποιους ακόμη που μου διέφυγαν, που ήταν εκεί κοντά με τον ένα ή άλλο τρόπο. Και όσους ή όσες ξεχάσω να με συγχωρέσουν. Είναι λοιπόν ο Δημήτρης με τη Δέσποινα και η Άννα με τον Βαγγέλη που μαζί με τα άλλα παιδιά ήταν δίπλα μου όλα τα φοβερά χρόνια της παραλίας και με βοήθησαν αφάνταστα. Φυσικά ο Γιάννης ο Μανιός με την Τασούλα, την αδελφή του, και τ’ αδέλφια Βασάκηδες, [για τον Άκη μιλήσαμε και νωρίτερα, η Εφη, το ‘άγαλμα’, μαζί με τ’ άλλα κορίτσια ομόρφαιναν την αμμουδιά].Ο Μίκης και η Μαρία, ο Σάκης ο Κελέκης και ο Σάκης ο Μανάφης, η Καίτη, ο Ντίνος ο ‘εύσωμος’ και ο Παναγιώτης ο Βαλάσης.Ο Ηλίας και ο Νίκος ο Αφεντάκης. Ο Νίκος Καρυάτης και ο Γιάννης ο Μουράτης. Ο Νίκος ο ΄καπάκης’. Ο Χρήστος ο Μπεκρής, ο Στράτος και ο Γιώργος Καμπουρίδης. Δημήτρης Παπαθεοδώρου και τα αδέλφια Κανλή από Θεσσαλονίκη. Ο Γιώργος ο Αμερικάνος που ήρθε ένα καλοκαίρι για διακοπές τον ιούλιο, ενθουσιάστηκε, και γύρισε πίσω στην Νέα Υόρκη μετά τα Χριστούγεννα ! Ο Στέφαν ο ‘Ούγγρος’ και ο Μένιος ο Κούνδουρος με τη Ρενάτε, [με την ευκαιρία, ας θυμηθούμε εκείνη την ανεπανάληπτη μέρα,την απίστευτη φάση, όταν μετά τη διαφωνία μας με τον ιδιοκτήτη του χώρου στο Ξενοδοχείο Αιγαίο,όπου έχουμε ‘στρατοπεδεύσει,’ χρειάστηκε να μεταφερθεί ένα ολόκληρο μαγαζί από τους θαμώνες του, μέρα μεσημέρι, στα χέρια και στις πλάτες, περπατώντας στην αμμουδιά της Ηρακλίτσας, ακόμη και με θαλάσσια ποδήλατα και με κανό ! Έτσι λοιπόν, το είδαμε και αυτό!]. Ο Χρήστος ο Βούρος, ο Αργύρης ο Νίκος Δεληκάρης και ο Τάσος Κελαϊδίτης, που μαζί με τον Μανώλη έδωσαν πολλά ’χέρια’ όταν τους χρειάστηκα. [Με την ευκαιρία να πω πως με όλα τα αδέρφια Κελαϊδίτηδες, αρσενικά και θηλυκά η σχέση μου ήταν από τις καλύτερες]. Η Ελένη η Δαίδου στη Θεσσαλονίκη στάθηκε δίπλα μου βράχος, ο Δημήτρης Θεοδωρίδης, ο Γιώργος όπως και κάποια άλλα παιδιά που για ανεξήγητο λόγο ξεχνώ τα ονόματά τους]. Και δεν θα μπορούσα φυσικά να ξεχάσω και τους αγαπητούς μου καλλιτέχνες, τον Κώστα με την Ειρήνη και τον φίλτατο μου Θέμη και την Τασούλα. Και φυσικά σταθερή αξία όλα αυτά τα χρόνια ο Δημήτρης ο Μεσσήνης από τη Δράμα, για κάποια χρόνια συμφοιτητής μου όπως ο άλλος ο Δημήτρης ο Μητσήνης με τη Δόμνα που γνωριζόμαστε από παιδιά, τη Θώμη τη Νικολή επίσης και την Έλσα νωρίτερα, της οποίας όπως και τόσων άλλων το επίθετο ξεχνώ, [Νικολάου είναι, το θυμήθηκα]. Και Αλέκος Μοσχοβέλης, η Μαρία, η Νίτσα η Βραχνίδου. Φάγαμε ψωμί κι αλάτι από μικροί όπως και με τα αδέλφια Παπάζογλου, τη Ντόνα και τον Γιάννη. Την Έλπη Νοταρά. Τη Μαριάννα τη Μαυρίδου. Τον Σταμάτη τον δικηγόρο, που αυτός πραγματικά έχει νησί και μου θυμίζει για την »αιώνια διαμάχη ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα» που κινεί την ζωή των ανθρώπων. Τον Θεόφιλο και τους Καριάτηδες.

Την Αλέκα, την Χριστίνα και τον Σάββα τον ‘περιπατητή’. Τη Μπουμπού Κορακιανίτη, την Ντόνα και τον Γιάννη τον αδελφό της, τον Βασίλη τον Παγώνη και τη Δήμητρα την Χατζηϊωάννου. Ακόμη πιο πίσω η Δανάη η Κατσιγιάννη και φυσικά η Δάφνη η Αστεριάδου. Χρόνια γεμάτα εικόνες και αρώματα όπως και αργότερα με Ίνα και Αγοραστό και Πάνο, Γιώργο Νεοφώτιστο [‘Καρέκα’] και Ευανθία από την Ανδριανή. Ο Πέτρος ο Μόδης, ο Σωτήρης Αλεξανδρίδης και οι αδελφοί Καλεάδη που με συντρόφευσαν σε διαφορετικές περιόδους της ζωής μας. Και μία μνεία στον Μιχάλη τον Αλτικουλάκη που πέρασε μεγάλο ζόρι,άντεξε και επανέρχεται. Σιδερένιος. Να χαιρετίσω τον Σάββα που ‘έφυγε’ κι αυτός.

Και να πω με την ευκαιρία πως με τον Πρόδρομο μαζί κάναμε ένα πήδημα και μας έμαθαν να σκαρφαλώνουμε στον τοίχο ο Γιώτης ο Χατζησάββας, ο Κώστας ο Σπέκ με τον Θανάση τον Χτενά που τους πολύ ευχαριστούμε!

Πριν αποχωριστούμε θέλω μονάχα να σας μεταφέρω λίγα λόγια του Ζίγκμουντ Μπάουμαν, καθηγητού κοινωνιολογίας, σημαντικότατου μελετητή της σύγχρονης κοινωνίας, λόγια με τα οποία κλείνει συνέντευξη στην ιταλική επιθεώρηση ‘Vita e Pensiero’ :

‘Ας ανοίξουν τα φτερά της πεταλούδας’
‘Νομίζω ότι αν ο 20ος αιώνας υπήρξε η εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι αναρωτιούνταν ‘τι’ πρέπει να κάνουν, ο 21ος αιώνας θα είναι όλο και περισσότερο η εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι θα θέτουν το ερώτημα για το ‘ποιος θα κάνει αυτό που πρέπει να γίνει. …’

‘τα προβλήματά μας είναι αληθινά παγκόσμια, αλλά διαθέτουμε μόνον τα τοπικά μέσα για να τα αντιμετωπίσουμε. Και αυτά τα μέσα είναι εντελώς ανεπαρκή γι αυτό το καθήκον. Γι αυτό το ερώτημα που υποδεικνύω θα είναι πιθανότατα ζήτημα ζωής ή θανάτου για τον 21ο αιώνα : ποιος θα αναλάβει αυτό το καθήκον; Αυτό θα είναι το ερώτημα. Δεν έχω την απάντηση σε αυτό το ερώτημα.
Μπορώ μόνο να προτείνω μερικά λόγια ενθάρρυνσης. Είναι αρκετά γνωστός ο Εντουαρντ Λόρεντς, με την τρομερή ανακάλυψή του ότι ακόμα και τα πιο μικρά και ασήμαντα γεγονότα θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε πελώριες και συγκλονιστικές καταστροφές. Η ανακάλυψη του Λόρεντς είναι γνωστή με την αλληγορία μιας πεταλούδας στο Πεκίνο, η οποία κουνούσε τα φτερά της και άλλαζε τη διαδρομή των κυκλώνων στον Κόλπο του Μεξικού έξι μήνες αργότερα. Αυτή η ιδέα έγινε δεκτή με τρόμο, επειδή ανέτρεπε την πεποίθησή μας ότι μπορούμε να έχουμε πλήρη γνώση αυτών που θα συμβούν στο εγγύς μέλλον.Ανέτρεπε την πεποίθησή μας ότι μπορούμε να γνωρίζουμε ,να προβλέπουμε, ακόμα και να δημιουργούμε αν χρειαστεί, με την τεχνολογία μας, τον κόσμο. Θυμίζω ότι σε αυτή την ανακάλυψη του Λόρεντς υπήρχε και ένα αμυδρό φως ελπίδας και είναι πολύ σημαντικό. Ας σκεφτούμε τι μπορεί να κάνει μια πεταλούδα : πάρα πολλά πράγματα. Ας μη παραγνωρίζουμε τα μικρά κινήματα, τις μειοψηφικές πρωτοβουλίες, τις τοπικές και περιθωριακές εξελίξεις..

Η φαντασία μας προχωράει μακριά, πέρα από την ικανότητά μας να κάνουμε και να καταστρέφουμε πράγματα. Στην ανθρώπινη ιστορία μας έχουμε έναν σημαντικό αριθμό θαρραλέων ανθρώπων οι οποίοι, σαν τις πεταλούδες, άλλαξαν την ιστορία με τρόπο ριζικό και θετικό. Η μοναδική συμβουλή που μπορώ επομένως να δώσω είναι : Ας κοιτάξουμε τις πεταλούδες, έχουν διάφορα χρώματα, είναι ευτυχώς πάρα πολλές. Ας τις βοηθήσουμε να τινάξουν τα φτερά τους’.

παράδεισος

Και αφού είναι τόσο δύσκολο να απομακρυνθώ, ύστερα από τόσο καιρό παρέα, ας ακούσουμε ένα ακόμα τραγούδι. Αυτή τη φορά από τον Παύλο τον Σιδηρόπουλο και το μακρινό 1987, σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου. Τους στοίχους έγραψαν, το πρώτο μέρος ο Μήτσος Κασόλας. Το δεύτερο είναι
αποσπάσματα από το ποίημα του Δημήτρη Βάρου ‘Θηρασία’’. Ας το ευχαριστηθούμε αποχαιρετούμενοι οριστικά !

»Κι εκείνος που σωπαίνει θα χαθεί.
Διώξτε ,λιώστε,πατήστε τις λέξεις,
Μάνα,πατέρα,αδελφός ,αδελφή, σύντροφος,φίλος,τιμή,μουσική ,
Το μανιτάρι θα ‘ρθει,η διαταγή να πεθάνει η γη.
Μόνο ένα παγωμένο αγέρι ξαγρυπνά στους δρόμους, προσμένοντας καρτερικά την ήλιο.
Ως και τα ελεγεία ξεχάσαμε που τραγουδούσαν τα τσακάλια.
Μείνε σε παρακαλώ ξάγρυπνη για λίγο ακόμα ,
Με τον όμορφο παλμό στα στήθια σου που μεταγγίζει κουράγιο στο κορμί μου .
Πάω να φτιάξω άλλον ένα καφέ .
Μείνε λίγο ξάγρυπνη ακόμα κρατώντας τούτη τη γραμμή ανοιχτή .
Τη γραμμή που χτίζει κάστρα γύρω απ’ τα όνειρά μου.
Τη γραμμή που ρίχνει σωσίβια κάθε που ναυαγώ στο φόβο .
Κράτα τη γραμμή ανοιχτή !
Το αίμα θα ξαναγίνει κρασί στη Κανά σου λέω !
Θ’ ακούσουμε ξανά τραγούδια στη θάλασσα σου λέω !
Θ’ ακούσουμε ξανά παιδιάστικα γέλια σου λέω !
Θα πιούμε ξανά από ανοιξιάτικο ρυάκι σου λέω !
Θα κάνουμε ξανά έρωτα στα χωράφια !
Κράτα μόνο τη γραμμή ανοιχτή !
Κράτα τη γραμμή ανοιχτή !
Κράτα, κράτα, κράτα».

  • Μιας και σας έχω συνηθίσει στα διαλείμματα, πριν κλείσω την σελίδα θα κάνω ένα ακόμη εδώ, μου ήρθε στο μυαλό ένα περιστατικό για το οποίο ίσως σας έχω μιλήσει και άλλη φορά, όμως εδώ θα αναφερθούμε σε κάποιες λεπτομέρειες σίγουρα άγνωστες που αξίζει τον κόπο να σημειώσουμε, έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον. Ακούστε λοιπόν.

Ο φίλος μου ο Γιάννης ο Καραβάς που αγαπούσε πολύ την ιστιοπλοία, με τα πρώτα του χρήματα σαν οδοντογιατρός, στις αρχές των χρόνων ογδόντα αγοράζει το πρώτο του σκάφος, άσπρο γαλάζιο εξίμισι μέτρων, από τον Πειραιά. Το ανέβασε στην πόλη μας σε τρία Παρασκευοσαββατοκύριακα με την κοπέλα του και έναν ακόμη φίλο, μόνη τους προηγούμενη εμπειρία η ενασχόληση τους με την ιστιοπλοία ολυμπιακού τριγώνου, για όσους γνωρίζουν το άθλημα. Βοήθησα κι εγώ στην δεύτερη προσπάθεια, από το λιμάνι της Ερέτριας μέχρι τον Πτελεό του Βόλου, στην Μαγνησία, έχοντας γνώσεις μιας και είχα την σχολή wind surfing στην παραλία της Νέας Ηρακλίτσας στον κόλπο της Καβάλας.

Μπαρκάρουμε λοιπόν απ’ το λιμάνι της Ερέτριας όπου φθάσαμε με το λεωφορείο από την Λάρισα,  εκεί είχαμε αφήσει το αυτοκίνητο του Γιάννη, ένα citroen dcv αν θυμούμαι καλά, περνούμε το άλλο πρωί απ’ τα στενά του Ευρίπου – στην Χαλκίδα αναγκαστήκαμε να κατεβάσουμε το ιστίο διότι εάν περιμέναμε να ανοίξουν την γέφυρα θα αργούσαμε πολύ – και μιας και θα διανυκτερεύσουμε κάπου στην περιοχή της Εύβοιας, μας έχει πιάσει η νύχτα κοντά στην περιοχή της Αιδηψού, παρουσιαζόμαστε στο Λιμεναρχείο του χωριού για να τους δείξουμε τα χαρτιά μας, να πάρουμε το ok και να αγοράσουμε τις απαραίτητες προμήθειες. Μα έλα που έλειπαν από τον φάκελλο κάποια απαραίτητα ντοκουμέντα, περνούν τον Γιάννη για κλέφτη της βάρκας και μας ετοιμάζουν για το μπουντρούμι!

Τώρα;

Μου έρχεται η φαεινή ιδέα. Τους διηγούμαι λοιπόν την ιστορία μου και τους παρακαλώ να τηλεφωνήσουν στους συναδέλφους τους στην Καβάλα ζητώντας πληροφορίες για το άτομο μου, λέγοντας τους πως είναι αδύνατον ένας άνθρωπος που κάθε χρόνο ανανεώνει την άδεια εκτέλεσης πλόων να κάνει παρέα με κλέφτες σκαφών, πως βεβαιώνω ότι μόλις επιστρέψουμε στην βάση μας ο Γιάννης που είναι ένας εξαίρετος ιατρός αμέσως με φαξ θα τους στείλει τα χαρτιά που λείπουν, και μπλα μπλα, κλπ, ελπίζοντας πως ο συνάδελφος βάρδιας στο λιμεναρχείο στην πόλη μας θα είναι κάποιος γνωστός, μικρή η πόλη,

τέλος πάντων, με τα πολλά τους πείθουμε, και καλούν, και απαντούν από την άλλη γραμμή, και πάνε όλα καλά, και σύντομα μας αφήνουν!

Λίγο πιο πέρα απ’ όπου σταματήσαμε είναι το club med της Εύβοιας, ρίξαμε άγκυρα στα ανοικτά, στα εκατό μέτρα, και κοιμηθήκαμε υπό τους ήχους της μουσικής που έπαιζαν τη νύχτα στο κλαμπ.

Με το πρώτο φως του ήλιου είχαμε κιόλας ξεκινήσει το τελευταίο στάδιο του ταξιδιού, έξω από την Γλύφα παραλίγο να μας τσακίσει ένα παπόρο που μας αρνήθηκε την προτεραιότητα που δικαιούμασταν και μας ανάγκασε σε μανούβρες και χειρισμούς εκτάκτου ανάγκης την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή για να γλιτώσουμε τον βέβαιο πνιγμό!

Νωρίς το απόγευμα βρισκόμασταν στον προορισμό μας και με την δύση του ηλίου είχαμε ήδη ετοιμάσει το σκάφος για το επόμενο ταξίδι του. Θα περίμενε μια βδομάδα στην Φτελιά το πλήρωμα που θα το ανέβαζε στην Μακεδονία στη συνέχεια. Εμείς ξεκινούσαμε χαρούμενοι για την Λάρισα όπου μας περίμενε το αυτοκίνητο του Γιάννη για να επιστρέψουμε χαράματα στη βάση μας. Αξέχαστο ταξίδι γιατί η χημεία που μας έδεσε απίστευτη.

Κάτι άλλο που με εντυπωσίασε θέλω ακόμη να σας πω. Έτσι όπως ανεβαίναμε τα στενά, δεξιά μας η Εύβοια, αριστερά μας η Στερεά, ένα βουνό τεράστιο χώνονταν στη θάλασσα απότομο στο δεξί μας χέρι, γκρεμός ατέλειωτος όλος κατήφορος τρομακτικός έχασκε κάτω στα νερά και χάνονταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας μες τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό, δεν θυμάμαι τ’ όνομα του, χρόνια πολλά περάσαν, ήταν στα νότια του νησιού ήταν στη μέση ή στα βόρεια ποιος ξέρει, μου διαφεύγει, θέαμα φοβερό πάντως δεν το ξεχνώ ποτές!

Έκανα και άλλα ταξίδια με αυτό το παλικάρι στη συνέχεια, Θάσο, Καβάλα, Ηρακλίτσα, έμαθα πολλά κοντά του, εξαιρετικός χαρακτήρας, ήρεμο παιδί, άξιος, αξέχαστος

  • Πολλά και πολλούς ξέχασα. Μου ‘ρχονται διαρκώς πρόσωπα και φάσεις στο μυαλό. Μου ζεσταίνουν την ψυχή. Ο Σάββας και η Λίσα, ο Γιώργος ο Στεφανίδης και ο Τάσος ο ‘Παραγωγικότητας’. Ο Γιάννης ο Μουράτης και ο Παναγιώτης ο ‘μπλάκ’ με την Φωτεινή. Ο Κώστας ο Ανδριανάκης, ο Ρούλης,που ‘μας άφησε’, και ο φιλάρας ο Αρτούρο. Οι διάφοροι Ανανιάδηδες και οι Σαμερκαίοι, οι Παπαφιλίππου και οι Μαυρίδηδες. Ο,σαν άλλος πατέρας, Δημήτρης Χελιδονίδης, για τους πολλούς ‘Τοτός’. Η Λουίζα, η Σίσσυ και όλες οι Κατερίνες των φίλων μου. Η Μαίρη η Μαργαρίτη, ο Μιχάλης Σοφιανός και οι δικοί του, ο Θόδωρος ο Χαραλαμπίδης. Οι Σταθώρηδες και ο Λάμπης, ο Δημήτρης Σοφιανός.
    Ναι, η ζωή σαν ημερολόγιο.

Πως να ξεχάσω τις τόσες φορές που κατέληξα για ράμματα, γύψους ή με διάσειση στα Νοσοκομεία. Με ποδήλατο, στην ‘τρελή’ κατηφόρα στην ταβέρνα,στο τέλος του Παλιού, να προσγειώνομαι ανάμεσα στα τραπέζια των θαμώνων μετά από απίστευτη πτήση; Στα χρόνια του γυμνασίου. Κατάγματα στον ένα αγκώνα και στον άλλο καρπό.
Τράκο στην Φλωρεντία με το πεντακοσαράκι της φίλης μου. Ξύπνησα την ώρα που μου έκαναν τα ράμματα στο Νοσοκομείο.
Πέσιμο σε στροφή με μηχανάκι,πάλι στη Φλωρεντία. Συνήλθα με διάσειση στο Νοσοκομείο. Οι γιατροί απαγόρευσαν να δεχτώ ‘καρπαζιά’ για τουλάχιστον εξάμηνο!
Τράκο με μηχανή στον Άγιο Σίλλα. Εδώ την γλίτωσα με μώλωπες και ξάπλα δύο ημερών.
Τράκο με μηχανή μέσα στο ‘Εστέλλα’. Πάλι πρηξίματα και ξάπλα, μια μέρα γιατί η δουλειά ‘έτρεχε’. Με περιέθαλψε Γερμανίδα νοσοκόμα-τουρίστρια.

Και που κόλλησα ανεμοβλογιά από την Μαριλένα κοντά στα σαράντα μου, τι σας λέει; Κόντεψα να τρελαθώ δυο μέρες. Ήταν ανυπόφορο. Πρέπει να συνέβη μόλις έχω επιστρέψει από Γερμανία.

Δυο λόγια τώρα για τις φωτογραφίες που παρέδωσα στον εκδότη.
Στη μία διασχίζω τη Βενιζέλου,με την Τενερέ, στο ύψος του Δημαρχείου, στον Κήπο. Είναι γύρω στο ‘88, τότε που είχαμε το ‘Πικ Νικ’ με τον Ηρακλή και τον Γιάννη. Θυμάμαι πως κατέβηκα στην συναυλία της Διεθνούς Αμνηστίας στην Αθήνα καβάλα της. Τότε που κερδίσαμε το Ευρωμπάσκετ,με ήρωά μου τον ανεπανάληπτο Αργύρη Καμπούρη, [η Ελλάδα ολόκληρη ένιωσε αστέρι τον Νικ, για ευνόητους λόγους εγώ ‘κράτησα’ στην καρδιά μου τον οικοδόμο του Θρύλου!]
Την επόμενη χρονιά συνεργάζομαι στο ‘Απαραίτητο’ με τον Σάββα τον Σιμιτσή, απ’ όπου και η φωτογραφία μαζί με τον Παναγιώτη τον ‘μπλακ’.

Σε άλλη φώτο,στο ‘32’, μαζί με τον Σάκη τον Ασβεστά, τον Μανώλη Κελαϊδίτη και τον στρατιωτικό και συναθλητή μου στη σχολή της Περάμου του Σωκράτη του Καραίτη, Δημήτρη Βασιλειάδη. Μαζί μας και ο Θανάσης ο Μακρής.
Σε άλλη στιγμή απονέμω βραβείο σε αθλητή αγώνων που διεξήχθησαν στη σχολή.
Η ‘μασκαρεμένη’ στιγμή αποθανατίζει μαζί μου σίγουρα τον Γιάννη το Μουράτη, μάλλον τον Σάκη, ξανά, τον Αρβανίτη,και ίσως τον Θωμά Γοργόνη. Τόσα χρόνια μετά, είναι τραβηγμένη στο ‘Νησί’ της Κομνηνών, στα μέσα του ‘80, οι θύμησες αραιώνουν. Μας ‘περιποιήθηκε’,μακιγιάροντάς μας η Γιολάντα στο σπίτι της, λίγο πιο πάνω από το μπαράκι, η μαμά της Ίνας, ζούσαν εκείνο το διάστημα στην Καβάλα. Αν θυμάμαι καλά πρέπει να εμφανίζεται και ο Κουτσογιαννάκης.
Τέλος στη φώτο στον Αγγίτη αναγνωρίζω, μαζί με τον Άκη τον Βασάκη, και τον φίλο και διευθυντή πωλήσεων στην εταιρεία εισαγωγής κλιματισμού, στην οποία δουλεύω στην Θεσσαλονίκη εκείνο το καιρό, τον Κώστα τον Δήμου. Στα χιόνια, στην Αστράκα είμαι με τον Θοδωρή τον Φιλλιπίδη, ‘λουκουμά’. Στις σκηνές, στο Εστέλλα ψήνουμε πάλι με τον Αρβανίτη και τον Γιώργο τον Γερούδη, ‘αραχτό’.

Και να μην ξεχάσω και την ταβέρνα του ‘Φίλιππα’, όπου περάσαμε αμέτρητα παρείστικα βράδια, και άλλα τόσα ίσως μεσημέρια κάτω από την υπέροχη κληματαριά, και όχι μόνο. Στα Ποταμούδια.

Όπως επίσης να σας αναφέρω για τα πολυαγαπημένα μου βιβλία που με συντρόφευσαν στα παιδικά μου χρόνια, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Αθάνατος Όμηρος.Επίσης τα έργα της Πηνελόπης Δέλτα. Ήρωας μου διαχρονικός και πρότυπο ζωής ο αιώνιος Αχιλλέας, ο έρωτας για το κάλλος, τη γενναιότητα,τον ηρωϊσμό την ανδρεία και την φιλία. Το πάθος για την αθανασία. Η ανάγκη για την αθανασία. Η αγάπη του έρωτα και ο έρωτας της αγάπης στον Μιχαήλ του Βουλγαροκτόνου. Πρότυπο ζωής ο Αλέξανδρος στα τείχη της Κανταχάρ, στην έρημο Γεδρωσία. Το να αναλαμβάνεις τις ευθύνες για της πράξεις σου άνθρωπε! όποιες και αν είναι αυτές, ακόμη και οι αποτρόπαιες και οι αισχρές [καημένε Κλείτο!]. Να μη ξεχάσω και τον Κάρλος Καστανέντα.

Κάθε σχέση είναι μία αμφίδρομη κατάσταση που αφήνει τα σημάδια της σε όλους τους εμπλεκόμενους. Σε κάποιους εντονότερα. Ανάλογα με το χρόνο και την ένταση ή το βάθος που βιώθηκε. Γι αυτό και ένιωσα την ανάγκη και την υποχρέωση να αναφέρω όλους αυτούς τους ανθρώπους και τις περιστάσεις,με τους οποίους μοιράστηκα πράγματα, στιγμές, χρόνια, αγωνίες χαρές και στεναχώριες, προβληματισμούς, αλληλοϋποστήριξη, κλπ, κλπ…..

Να στείλω τα φιλιά μου και στους Guido, Gianni και Duilia, Rossana

υστερόγραφο:

‘όταν ρωτήθηκε γιατί οι πιο άξιοι άνθρωποι προτιμούν τον ένδοξο θάνατο από την άδοξη ζωή, απάντησε : επειδή το ένα είναι χαρακτηριστικό της φύσης, ενώ το άλλο το θεωρούν δικό τους’.
ΠΛΟΎΤΑΡΧΟΣ, Αποφθέγματα Λακωνικά, Λεωνίδας, 14.

‘την κακία μπορείς να την αποκτήσεις άφθονη και εύκολα, ο δρόμος είναι ομαλός και περνάει πολύ κοντά σου. Αλλά μπροστά στην αρετή οι αθάνατοι θεοί ιδρώτα έβαλαν, ο δρόμος προς αυτήν είναι μακρύς και ανηφορικός’.
ΗΣΊΟΔΟΣ.

‘επιτρεπόταν ακόμα σε άνδρα έντιμο, αν του άρεσε κάποια συνετή γυναίκα, μάνα ωραίων παιδιών, παντρεμένη με κάποιον άλλον, να πείσει τον άνδρα της και να συνευρεθεί μαζί της, ως να φυτεύει σε εύφορη γη, γεννώντας καλά παιδιά… Κι αυτά γίνονταν έτσι τότε με φυσικό τρόπο και κοινωνική συνείδηση…που η μοιχεία σε ‘κείνους ήταν κάτι το αδιανόητο’.
ΠΛΟΎΤΑΡΧΟς, Βίοι Παράλληλοι, Λυκούργος, 15.

Αυτά λοιπόν. Θα προσθέσω πως το παρόν λέγεται MUSE! Σας προτρέπω να τους ακούσετε αμέσως όσοι δεν τους γνωρίζετε.

Μιας και έγινε τόση κουβέντα για τον φόβο θα σας μεταφέρω ένα χρονογράφημα του Πέτρου Μανταίου από την Εφημερίδα των Συντακτών της 15ης Απριλίου του ’13. Σχόλιο φυσικά αχρείαστο, με άγγιξε αφάνταστα και είναι λογικό. Και προσωπικό :

Στους περίφημους Αφορισμούς, τα σωζόμενα γνωμικά, του Ηράκλειτου, είναι και το ‘Χρόνος παις πεσεύων. Παιδός εστί η βασιλίη’, ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει ζάρια. Όμως αυτό το παιδί είναι ο βασιλιάς [του παιχνιδιού’]. Από τη χαραυγή κιόλας της φιλοσοφίας, οι έννοιες : έρωτας – χρόνος – θάνατος, ξεχωριστά η καθεμιά είτε στις μεταξύ τους συνάψεις, αλλά και ως αδιαίρετο σύνολο, απασχόλησαν, εκ θεμελίων την ανθρώπινη σκέψη, στην μεγάλη περιπέτεια να ερμηνεύσει τον κόσμο και τη θέση του ανθρώπου σ’ αυτόν.

Αυτά, εφόσον ο άνθρωπος στοχάζεται απερίσπαστος από προσωπικές οδύνες. Όταν δεν έχει ακόμα αγγίξει τον ίδιο είτε οικεία πρόσωπα σκιά θανάτου. Όταν όμως ‘μία νόσος με θανάσιμο σήμα χτυπά την πόρτα, ο χρόνος μοιάζει να παγώνει’ παρατηρεί ο ογκολόγος Αλέξανδρος Αρδαβάνης, που προσθέτει : Στο συλλογικό Συνειδητό η λέξη καρκίνος παραμένει κάτι άλλο [εκτός από θανάσιμο σήμα], μια βαριά ετυμηγορία, η είσοδος στην Επικράτεια του Φόβου’. Τότε ‘σωματοποιείς’ τον χρόνο, ‘μαθαίνεις να τον ακούς’.
Αυτή η ‘συνομιλία’ με τον θάνατο – αγώνας, απαντοχή, ελπίδα, αυτογνωσία – αποτυπώνεται με ενάργεια και παρρησία [ούτε μια φορά δεν ακούγεται η λέξη ‘επάρατος’! ], στην ταινία-ντοκυμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη ‘Μεταξά, ακούγοντας τον χρόνο’, που προβάλλεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, Ιερά Οδός 48, στάση μετρό Κεραμεικός. Συντελεστές – κάτι που, νομίζω, γίνεται πρώτη φορά! -γιατροί και νοσηλευτές του νοσοκομείου Μεταξά, που πάσχουν οι ίδιοι από καρκίνο [θεραπευτές, συγχρόνως, άλλων ασθενών και του εαυτού τους, δάσκαλοι μαζί και μαθητές!], αλλά και ολιγάριθμοι άλλοι ασθενείς, ανάμεσά τους και ο αξέχαστος φίλος, Αλέκος Ζούκας, που πέθανε πέρσι, Κυριακή των Βαίων, αισθαντικός και δριμύς ώς το τέλος, με το περίφημο ‘Περισσότερα χρωστάμε στην Ποίηση παρά στην Εφορία’!
Όσοι ευτυχήσουν να δουν την ταινία του Ψυλλάκη, θα νιώσουν τι εννοεί ο Εμπειρίκος με τους Έλληνες που ‘έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου’!

Και θα σας αφήσω οριστικά χρησιμοποιώντας έναν θαυμάσιο μονοπάτι, μια εξαιρετική γέφυρα για να περάσουμε μαζί από το ‘Χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία’ στο ‘εκενώστε τους δρόμους απ’ τα όνειρα’, που γράφτηκε αμέσως μετά και αποτελεί την συνέχεια της αφήγησης.

Στέκεται πέρασμα λοιπόν αυτό το απόσπασμα του Μαξ Βέμπερ, που ακολουθεί, από την καταληκτική παράγραφο του βιβλίου του ‘Πολιτική ως επάγγελμα’, που αλίευσα από άρθρο του Κωνσταντίνου Πουλή στο ‘The Press Project’ , στα μισά του Απρίλη 2013. Γράφει λοιπόν ο Βέμπερ :

‘η πολιτική είναι έν ΔΥΝΑΤΌ ΚΑΙ ΑΡΓΌ ΤΡΎΠΗΜΑ ΣΕ ΣΚΛΗΡΈς ΣΑΝΊΔΕς, ΜΕ ΠΆΘΟς ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΌΝΩς ΜΕ ΠΡΟΟΠΤΙΚΉ. εΊΝΑΙ ΑΠΌΛΥΤΑ ΣΩΣΤΌ [ΚΑΙ ΌΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΚΉ ΠΕΊΡΑ ΤΟ ΕΠΙΚΥΡΏΝΕΙ ], ότι ο άνθρωπος δεν θα πετύχαινε το εφικτό, αν δεν πάσχιζε να πραγματοποιήσει το ανέφικτο. Αλλά για να το κάνει αυτό ένας άνθρωπος, πρέπει να είναι ηγέτης, αλλά και ήρωας, με την ακριβή έννοια της λέξης και ακόμη εκείνοι που δεν είναι ούτε ηγέτες ούτε ήρωες πρέπει να οπλιστούν με τέτοια ψυχική στερεότητα, που ν’ αψηφούν ακόμη και το θρυμμάτισμα όλων των ελπίδων τους. Χωρίς αυτή την ψυχική στερεότητα δεν θα μπορούν να κατορθώσουν ούτε αυτό που είναι σήμερα δυνατό’.

Σας φιλώ. Μιχάλης.

‘Θα `ρθεί μια μέρα που θ’ αφήσω αυτό το φόβο πίσω μου
Θα γίνει δέντρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά
Θα είναι χαρτί που στροβιλίζει ο αέρας μακριά

Και θα ξυπνήσω απ’ το βαθύ, απ’ το μεγάλο λήθαργο
που με κρατάει μακρυά σου παγωμένο και βουβό
Θα είναι μια μέρα γιορτινή όταν θα έρθω να σε βρω

Κάτω απ’ του χρόνου τις σκουριές βρήκαν τα μονοπάτια σου
μα το χρυσάφι τα παιδιά το `χουνε κρύψει από καιρό
σε μια θαλασσινή σπηλιά σ’ ένα απότομο γκρεμό

Θα `ρθεί μια μέρα που θ’ αφήσω αυτό το φόβο πίσω μου
Θα γίνει δέντρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά
Θα είναι ο καπνός από ένα τρένο που σφυρίζει μακριά’

Παύλος Παυλίδης & B-Movies – Θα ρθει μια μέρα

  • Και ένα μικρό παράρτημα, γραμμένο στις 19 Απριλίου του 2014, μιας και πολλά ήρθανε εις γνώση μου την τελευταία στιγμή :

Η ιδεολογία της μετάνοιας

Posted on 10/03/2014 by kleovis
Τα χρόνια εκείνα τα οποία κατέχουν μεγάλο χώρο στο μπλογκ μας, και αναπαριστάνουμε, ξέσπασε μεγάλη μπόρα.
Το μέτωπο έσπασε.
Πρώτη ρωγμή αποτέλεσε η συμπεριφορά συντρόφων που δεν άντεχαν στη σκέψη της ‘Μαύρης Τρύπας’ που έχασκε μπροστά τους και συνεργάστηκαν ανοιχτά με τις δυνάμεις του αντιπάλου καταδίδοντας συντρόφους και γνώση πεπραγμένων.

Το δεύτερο χτύπημα ήρθε λίγο αργότερα και ήταν ακόμη πιο σκληρό. Εδώ η συνεργασία υπήρξε έμμεση αλλά όχι λιγότερο αιμοβόρα. Ύπουλη σίγουρα, ραγίζει οριστικά το μέτωπο και παραδίδει μαζί με τα όπλα και τη συνείδηση.
Και αν η πρώτη ονομάστηκε ωραιοποιημένη ‘μετάνοια’-»μεταμέλεια», η δεύτερη ονομάστηκε ‘διάσταση’ για να γλυκάνει το χάπι στο στόμα αυτών που αποφάσισαν τη συνεργασία.
Αυτή η στάση επέφερε διαφοροποιημένη, μαλακότερη συνθήκη κράτησης για τους υπογράφοντες κρατούμενους και ριζική μείωση ποινής.
Σαν αντάλλαγμα αυτοί οι σύντροφοι αποκηρύττουν την χρήση επαναστατικής βίας από μέρους του σύγχρονου προλεταριάτου επιτρέποντας τη μονοπώληση αυτής από τους καπιταλιστές επί των ταξικών τους εχθρών.

Με αυτό τον ύπουλο, επαναλαμβάνω, τρόπο αποκηρύττουν και όλο τους το ριζοσπαστικό παρελθόν καθιστώντας την επανάσταση αποκριάτικο χορό, γκαλά, μασκέ πάρτι.
Δυστυχώς, στο έντυπο με το οποίο επικυρώνεται αυτή η συμφωνία βλέπω αυτές τις μέρες και τι υπογραφές πολλών πρώην φίλων και συντρόφων μου.
Και εάν είναι αλήθεια πως η συζήτηση γύρω από το αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί γύρω από τη συνέχιση της στρατιωτικής μεθοδικής σύγκρουσης με το κράτος και τις δομές του είχε ξεκινήσει ήδη από καιρό στις τάξεις μας και η πιθανότητα να υπάρξει κάποιο είδος ‘απόσυρσης’ των δυνάμεων μέσα στη μητροπολιτική ‘ζούγκλα’, δεν θα μπορούσαμε να τους αποδώσουμε μομφή αν τη διάσταση από τη συνέχιση του αγώνα την είχαν εκφράσει νωρίτερα, σε κατάσταση ελευθερίας από οποιονδήποτε εκβιασμό που θα προέρχονταν από την κατάσταση ομηρίας.

Από την στιγμή που έχουν καταλήξει αιχμάλωτοι, να διαχωρίσουν τη θέση τους από το ίδιο τους το παρελθόν είναι σχιζοφρενικό και δημιουργεί παράνοια, αρρώστια.
Αυτά τα λίγα.
Άλλο πράγμα είναι να διακηρύξεις πως μια ιστορική περίοδος λαμβάνει τέλος και άλλο να εξαργυρώνεις τη σιωπή για το παρόν και το μέλλον, αρνούμενοι το παρελθόν με ανταλλάγματα που κάνουν κακό σε άλλους συντρόφους που επωμίζονται σε βεβαρημένη μορφή τα αντίποινα του εξαγριωμένου αντίπαλου! παραμένοντες σταθεροί στις απόψεις τους!

Εγώ στάθηκα τυχερός στην ατυχία μου. Βρέθηκα σε ευχάριστη εξορία, συνειδητοποιώντας σιγά-σιγά πως το μέλλον μου πλέον βρίσκεται στα μέρη της πρώτης-δεύτερης πατρίδας μου, ελεύθερος σε σχέση με όλους εκείνους που βρέθηκαν αναγκαστικά στην ξενιτιά, και φυσικά σε σχέση με τους φυλακισμένους.
Και σήμερα, χρόνια μετά, ευρισκόμενος στη δύσκολη θέση να επιθυμώ να πάρω θέση λέω πως οι σύντροφοι που αμετακίνητοι στις πεποιθήσεις τους πληρώσανε και πληρώνουν το τίμημα της επιλογής τους, εκφραζόμενοι ενάντια στη διάσταση είναι αυτοί που νιώθω κοντύτερα, που νιώθω μάλιστα δικαιωμένους από την ιστορία την ίδια.
Δεν παύω βέβαια ν’αγαπώ όπως πάντα τους παλιούς μου συντρόφους, άσχετα από το τεράστιο πολιτικό και ηθικό τους σφάλμα.

Μαρία Δημητριάδη Μικρόκοσμος !

Ανέβηκε στις 27 Αυγ 2009

ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ (Απόσπασμα από επικό ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ) αφιερωμένο σε όλους αυτούς που θέλουν να φιμώνουν τις ελεύθερες φωνές.

τέλος

μιχαλης 268

κλείνοντας οριστικά να χαιρετήσω τον Νικόλα τον Σολιμάνο που δίνει έναν ακόμη δύσκολο αγώνα, και την Σόνια, που έφυγε νωρίς

συνεχίζουμε στο εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα