ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

«Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού»

«Για χρόνια, νύχτες ολόκληρες κυριεύουν τη σκέψη μου οι άνθρωποι που κρατούν όπλο στο χέρι, οι άνθρωποι που τριγυρνούν τις νύχτες στις πόλεις με στουπί και βενζίνη και πυρπολούν τα κέντρα της εξουσίας και του χρήματος. Κι αυτοί οι άλλοι οι δάσκαλοι, που φορούν μακριούς χιτώνες, σανδάλια στα πόδια τους κι έχουν άδεια χέρια, το μόνο όπλο τους είναι ο λόγος τους». Συνάντηση με την Αθηνά Τσάκαλου, μια γυναίκα, μια συγγραφέα, μια μάνα που η φυλάκισή της, της άφησε μια περίεργη συγκίνηση γιατί περπάτησε τους διαδρόμους που περπάτησαν και τα παιδιά της, το γράψιμο έγινε ένας διάλογος με τον εαυτό της και τις επιλογές των παιδιών της και μια αναζήτηση προς την ομορφιά και το όνειρο.

Συνέντευξη στον Γιώργο Μουργή και την Τζένη Τσιροπούλου

Κείμενο: Τζένη Τσιροπούλου

Η Αθηνά ζει σε ένα ελληνικό νησί και το μπαλκόνι της είναι σαν να αρμενίζει στη θάλασσα. Συντροφιά της μονάκριβη είναι τα σκυλιά της, οι γάτες της και ο κήπος της με τη ροδιά, τις φιστικιές, τη βερικοκιά, τις ελιές και τα τριαντάφυλλα. Γεννήθηκε το 1955 στο βλαχοχώρι Τρυγώνα στην ορεινή Θεσσαλία και σπούδασε φιλολογία. Νεαρή κοπέλα, στα 19 της, γνώρισε τον συγγραφέα και στιχουργό, Γεράσιμο Τσάκαλο. Μελοποιημένος από τον Βασίλη Τσιτσάνη, πολλά από τα τραγούδια του έχουν συντροφεύσει στιγμές μας. Χάρη στον Γεράσιμο, η Αθηνά αγάπησε τη λογοτεχνία. Τους διαλόγους των ηρώων της τους πλάθει στο μυαλό της όταν κάνει βόλτα στο βουνό, πριν να τους ακουμπήσει στο χαρτί. Έγνοια της δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά το πώς θα φτάσουμε στο όνειρο και τις ουτοπίες μας, πώς δε θα συμφιλιωθούμε με το λίγο, με τα λίγα.

Η Αθηνά Τσάκαλου είναι η μητέρα του Χρήστου και του Μάκη (Γεράσιμου) Τσάκαλου που βρίσκονται στη φυλακή εδώ και μερικά χρόνια ως μέλη της Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς. Το 2015 συνελήφθη και η ίδια, κατηγορούμενη για υπόθαλψη εγκληματία και συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση. Δε μεμψιμοιρεί και ακόμα και μέσα από ένα τέτοιο τραχύ βίωμα, κρατάει μόνο τα καλά που μένουν.

Μια ηλιόλουστη μέρα του Απριλίου μάς φιλοξένησε στο σπίτι της, ένα σπίτι που μοιάζει σαν να κουρνιάζουν μέσα του οι ήρωες από το πρώτο της μυθιστόρημα «Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού», το οποίο κυκλοφόρησε τον Μάρτιο από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων. Η πρωταγωνίστριά της, η Λένη, είναι μία φοιτήτρια από ένα χωριό με βουνά και πηγές. Μία μαλακή ύπαρξη, που πολλά από τα γνωρίσματα τού χαρακτήρα της «οπισθοχωρούν, μαγκώνονται» για να αφήσει χώρο σε ανθρώπους «που ακόμα κι ο αέρας που τους περιβάλλει αποκτά κάτι από τον πυρετό τους και το γέλιο τους αφήνει αντίλαλο στο δωμάτιο». Ο αδερφός της Λένης, ο Σταύρος, είναι αναρχικός και σκοτώνεται μετά από συμπλοκή με αστυνομικούς, σαν άλλος Ίκαρος που το όνειρό του έβαλε φωτιά στα φτερά του. Η Αθηνά Τσάκαλου αφηγείται την ιστορία του μέσα από τα μάτια της μάνας, του πατέρα μετανάστη και κυρίως της αδελφής τού νεαρού αναρχικού. Από τους ήρωες που έπλασε, ο αγαπημένος της είναι ο μοναχός Δανιήλ που ζει παρέα με κιτρινισμένα βιβλία τα οποία μιλάνε για την επανάσταση.

«Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού» μού άφησαν μία μελαγχολία και μία πίστη για τον κόσμο, μία ανάγκη να βρω τους δικούς μου ανθρώπους και μία γεύση από μήλο, κυδώνι και καρύδια, που έκρυβε η Λένη στις τσέπες της.

Βάλαμε καφέ στις κούπες και συζητήσαμε ώρες για τα βιβλία, τη ζωή της, τα παιδιά της, το πώς περνάει τις μέρες της στο νησί το οποίο δε θα εγκατέλειπε με τίποτα για την Αθήνα, τα τραγούδια του άντρα της, τη μάνα της, τα λόγια που γίνονται «εφαλτήριο για να πάνε λίγο πιο μακριά οι πράξεις» και για εκείνους τους ανθρώπους που «τους κυριεύει ένας αλλόκοτος ενθουσιασμός, μια έπαρση σχεδόν θεϊκή».

«Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού». Πώς επέλεξες αυτόν τον τίτλο; 

Κοίτα, για μένα υπάρχουν κάποια βιβλία στα οποία πάντα επανέρχομαι, δεν τα βάζω ποτέ σε ράφι βιβλιοθήκης. Είναι κάτι σαν τον Νίτσε που τον ανοίγω όταν απελπίζομαι από την αδυναμία μου, σαν τις ερωτευμένες γυναίκες του Λώρενς όταν θέλω να θυμηθώ τα χρώματα του ρομαντισμού, του υπερβολικού ρομαντισμού, ή σαν τη Βίβλο που συνήθως την διαβάζω για να στηρίζω σθεναρά τις αντιρρήσεις μου. Κάποια κείμενα με γοητεύουν με την ομορφιά τους και κάποια άλλα με συγκινούν με το πένθος τους. Έτσι λοιπόν, τον χειμώνα του 2010, όταν εγώ βίωνα την αρχή μιας δύσκολης ιστορίας -είχαν συλλάβει τον γιο μου τον Μάκη ως μέλος της επαναστατικής οργάνωσης Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς- βρήκα ένα εδάφιο του Ιερεμία που περιείχε όλον τον θρήνο μου: «Ουαί εις εμέ μήτερ μου διότι εγέννησες εμέ άνδρα έριδος και άνδρα φιλονικείας μεθ’ όλης της γης…». Και λίγο παραπάνω λέει: «Έφερα επί τας μητέρας των νέων, λεηλάτην εν μεσημβρία. Επέφερα επ’ αυτάς εξαίφνης ταραχάς και τρόμους». Από αυτούς τους στίχους πήρα τον τίτλο του μυθιστορήματος.

Ποιες ήταν οι πρώτες σου σκέψεις, Αθηνά, όταν πρωτοέμαθες για τη σύλληψη του γιου σου; Και ποιες υπήρξαν τότε οι διέξοδοί σου από αυτή την ταραχή και τον τρόμο; 

Σε τέτοια γεγονότα ξαφνικά όλα ανατρέπονται. Νιώθεις μετέωρος και μέχρι να βρεις ξανά τις ισορροπίες σου χρειάζεσαι χρόνο. Όσο για τις διεξόδους, το γράψιμο υπήρξε μια τέτοια διέξοδος, ένα είδος διαλόγου με τον εαυτό μου και τις επιλογές των παιδιών μου.

Και δεν άργησε και μια άλλη περιπέτεια, όπως την περιγράφεις και στο βιογραφικό σου σημείωμα στο βιβλίο: «Μου έρχεται στον νου η γνωστή φράση του Αντόρνο: “Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση». Ήταν πριν επτά χρόνια όταν συνέλαβαν τα παιδιά μου για συμμετοχή στην επαναστατική αναρχική οργάνωση Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς και ήταν επίσης πριν δύο χρόνια όταν βρέθηκα κι εγώ στη φυλακή για υπόθαλψη εγκληματία (φιλοξένησα μια καταζητούμενη φίλη τους στο σπίτι μου) αλλά κατηγορήθηκα και για μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης και υπήρξα ένα χρόνο εξόριστη στη Σαλαμίνα περιμένοντας τη δίκη. Μέσα σε όλα αυτά τα γεγονότα είπα λοιπόν πως οποιαδήποτε ενασχόληση με τη λογοτεχνία θα ήταν τουλάχιστον ακραία κενοδοξία από μέρους μου». 

Γιατί αποφάσισες τελικά να γράψεις και να μας αφηγηθείς αυτή την ιστορία; 

Η αλήθεια είναι πως σε χρόνια ήσυχα, τότε που ακόμα δεν είχε συμβεί τίποτα με τα παιδιά μου, είχα βάλει ένα στοίχημα με τον εαυτό μου: αν θα κατάφερνα να γράψω ένα μυθιστόρημα. Κι αυτό βέβαια δεν προέκυψε έτσι τυχαία. Από τα 19 μου, τότε που γνώρισα τον σύντροφό μου τον Γεράσιμο Τσάκαλο, έναν από τους καλύτερους Έλληνες συγγραφείς που δεν κρύβω ότι θαυμάζω πάντα το έργο του, μαθήτευσα κοντά του στο θέμα της λογοτεχνίας. Μερικά χρόνια μετά τον θάνατό του, έβαλα λοιπόν αυτό το στοίχημα. Κατά παράξενο τρόπο, σαν ένα προμήνυμα για το μέλλον -να σου πω ότι επιτρέπω στον εαυτό μου να μιλώ έτσι γιατί έχω μια βαθιά επιθυμία για τα παράξενα, τα ανεξήγητα που δεν συμβαίνουν συχνά- είχα διαλέξει ήδη πολλά χρόνια νωρίτερα για θέμα, αυτούς για τους οποίους λέω σε κάποιο σημείο του βιβλίου μου: «Για χρόνια, νύχτες ολόκληρες κυριεύουν τη σκέψη μου οι άνθρωποι που κρατούν όπλο στο χέρι, οι άνθρωποι που τριγυρνούν τις νύχτες στις πόλεις με στουπί και βενζίνη και πυρπολούν τα κέντρα της εξουσίας και του χρήματος. Κι αυτοί οι άλλοι οι δάσκαλοι, που φορούν μακριούς χιτώνες, σανδάλια στα πόδια τους κι έχουν άδεια χέρια, το μόνο όπλο τους είναι ο λόγος τους».

Σε μια συνέντευξη σου έχεις πει, μάλιστα, ότι το πρόσωπο του νεκρού αναρχικού Χρήστου Τσουτσουβή, μέσα από την εικόνα που διακινούνταν στην τηλεόραση ώστε αυτός να αναγνωριστεί, ήταν αυτή που σε ενέπνευσε.

Η εικόνα που μου έδωσε την ιδέα για το μυθιστόρημα, ήταν πράγματι μια εικόνα από την δεκαετία του ‘80. Ήταν αυτή η εικόνα του νεκρού Χρήστου Τσουτσουβή στις οθόνες των τηλεοράσεων, όταν σκοτώθηκε σε μια συμπλοκή με αστυνομικούς και επειδή δεν είχε στοιχεία ταυτοποίησης πάνω του, πρόβαλλαν την εικόνα του συνέχεια για να αναγνωριστεί.

«Πόσες φορές θυμόμουνα αυτό το τραγούδι της μάνας μου, όχι το τραγούδι, αυτή τη δειλή και ψιλή φωνή της κι ήταν αυτή η θύμηση, ένα χρυσό σχοινί που με κρατούσε από τα ριψοκίνδυνα μονοπάτια, ήταν δεσμός και χειροπέδη και δεν με άφηνε να τρέξω στους επικίνδυνους, γοητευτικούς ή απλώς άγνωστους δρόμους της ελευθερίας και της παραβατικότητας» λέει η πρωταγωνίστρια, η Λένη σου. 

Η οικογένεια μπορεί να είναι βάρος; Αυτή η αγάπη είναι παράγοντας ανελευθερίας; 

Είναι αυτό ακριβώς που λέει, ένα χρυσό σχοινί, μια χειροπέδη που κάποιους τους κρατάει και δεν τους αφήνει ελεύθερους. Όχι πως αυτοί που τολμούν να περπατήσουν σ’αυτούς τους άλλους δρόμους δεν αγαπούν, αλλά τους κυριεύει ένας αλλόκοτος ενθουσιασμός, μια έπαρση σχεδόν θεϊκή. Νιώθουν καθαροί, λαμπεροί, διεκδικώντας τα πάντα. «Δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε», λένε σε κάποιο σημείο του βιβλίου, «γιατί στην πραγματικότητα όλοι και εσείς οι απ’ έξω ξέρετε πως η ομορφιά είναι με το μέρος μας».

Και σε ένα άλλο σημείο γράφεις: «Και θα ζήσουν πάλι οι άνθρωποι ήχους εξέγερσης και θα δουν πρόσωπα νεανικά ανδρών και νέων γυναικών να ενσαρκώνουν τους κρυφούς τους πόθους […] αυτοί ορμούν στον κόσμο όχι ως σωτήρες αλλά ως νέοι προμηθείς κρατώντας αναμμένους πυρσούς για να φωτίσουν τις νύχτες του κόσμου και να φωνάξουν: “δεν είναι η μοίρα σας να ζείτε σαν τρυφερά και άβουλα μυρμήγκια”. Και τότε γεμίζουν τα κελιά με Κρατούμενους που επιμένουν να πιστεύουν πως μπορούν οι άνθρωποι να είναι υπέροχοι και μετατρέπουν τις φυλακές στα πιο φωτεινά σημεία του κόσμου ετούτου». 

Αφουγκράζεσαι και εξανθρωπίζεις έναν πολιτικό χώρο, τον αναρχικό χώρο, ο οποίος είναι πεισματικά δαιμονοποιημένος από πολλούς. 

Δεν με φοβίζει ο ηρωικός τόνος που δίνω κάποια στιγμή στην ιστορία μου, δεν με φοβίζει το ότι κάποιες φορές ομορφαίνω ίσως με υπερβολή κάποιες πλευρές αυτών των ανθρώπων. Δεν με φοβίζει γιατί στόχος μου δεν είναι αυτό που λέμε πραγματικότητα, αλλά η επιθυμία, το όνειρο. Και τι είναι πραγματικότητα. Άραγε υπάρχει μόνο μία ανάγνωση της πραγματικότητας;

Αλλά, όχι, δεν εντοπίζω το θέμα ούτε στην αναρχία, ούτε σε κάποια άλλη ιδεολογία. Εκείνο που με απασχολεί είναι γενικά ο επαναστατημένος άνθρωπος.

Ο Χρήστος και ο Μάκης το διάβασαν το βιβλίο; Πώς τους φάνηκε;

Στα παιδιά μου είχα δώσει τα χειρόγραφα. Με ενδιέφερε πολύ η γνώμη τους. Επειδή μιλούσα για πράγματα που τους άγγιξαν περισσότερο, ήθελα να ακούσω πώς έβλεπαν τη δική μου προσέγγιση. Αυτό που κράτησα από την ανάγνωσή τους ήταν ότι μου είπαν πως τους συγκίνησε.

Ποιες ήταν οι δύσκολες στιγμές κατά τη συγγραφή των «Λεηλατών»; 

Θα έλεγα ότι δεν υπήρξαν δύσκολες στιγμές.

Μια φιγούρα αμφίσημη για εμένα ήταν ο μοναχός Δανιήλ. Πιστεύει στην επανάσταση, διαβάζει επαναστατικά βιβλία και ταυτόχρονα ενδύεται τον χιτώνα του μοναχού και ζει στο μοναστήρι. Αναρχία και θρησκεία ακούγεται ένας παράδοξος εναγκαλισμός, σαν δύο αντίθετοι πόλοι -αν και ιστορικά ήρθαν κοντά αυτοί οι δύο χώροι, αλλά σε μας είναι πάντα χωριστοί. Γιατί θέλησες να τα συμφιλιώσεις; 

Ο άνθρωπος ο επαναστατημένος κινείται στα άκρα, ο άνθρωπος που αναζητά, ή καλύτερα θέλει να αναμετρηθεί με τον θεό, να τον κρίνει ή ακόμα και να τον απορρίψει, κι αυτός κινείται στα άκρα. Τους διαπερνά μια κοινή ιερή τρέλα. Θέλουν και οι δύο μιαν άλλη ζωή μέσα από διαφορετικούς δρόμους. Κάτι άλλο που με κάνει να ασχολούμαι με τη θρησκεία είναι η διαπίστωση ότι εδώ στην επαρχία, η εκκλησία είναι τόπος συνάντησης των ανθρώπων και κυρίως των γυναικών που αυτές κυρίως επηρεάζουν, διαπαιδαγωγούν και ανατρέφουν τους νέους ανθρώπους -τους ανταγωνίζεται βέβαια η τηλεόραση αλλά ακόμα έχουν δύναμη στα χέρια τους. Πριν λίγες μέρες παρακολούθησα -ομολογώ πως το έκανα από περιέργεια και μόνο- μία τελετή κουράς ενός μοναχού. Ε, ναι! Ξέρουν να στήνουν τελετές, είπα στον εαυτό μου. Ήταν μια τελετή μεσαιωνικού ύφους, κι εκείνο που πρόσεξα ήταν η ευχαρίστηση και το ρίγος που ένιωσαν οι γυναίκες -και μη νομίσετε τίποτα γυναίκες γριές. Ήταν πολύ νεότερες από μένα, εγώ ίσως ήμουν από τις μεγάλες. Μας αρέσουν τα παραμύθια, οι τελετουργίες, υποκύπτουμε πρόθυμα και γλυκά στην παραπλάνηση, όχι μόνο της θρησκείας, αλλά και του διαδικτύου. Μου φαίνεται πως για να αλλάξει ο κόσμος πρέπει να δοθεί μεγάλη βαρύτητα στους μύθους, να φτιαχτούν καινούργιοι μύθοι. Άλλωστε δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι από παιδιά αγαπάμε τα παραμύθια.

Πώς περνάς αλήθεια τις ώρες και τις μέρες σου στο νησί; Διαβάζεις πολύ; 

Το πρώτο που μπορώ να πω είναι πως είμαι αγρότισσα, ίσως ερασιτέχνης ως προς την παραγωγή σοδειάς, αλλά κανονική ως προς τις εργασίες. Οργώνω, κλαδεύω, κόβω τα χορτάρια της άνοιξης -αν και τώρα τελευταία αμφισβητώ την ειρηνικότητα των γεωργικών εργασιών, καθώς η φόρμα που φορώ γεμίζει με το πράσινο αίμα των φυτών που κόβω, με τις κομμένες μέλισσες και τα μαδημένα φτερά των πεταλούδων. Το διάβασμα είναι επίσης μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες. Διαβάζω κάθε μέρα αλλά καθώς περνούν τα χρόνια όλο και πιο δύσκολα διαβάζω κανονικά. Συνήθως ξεφυλλίζω και σταματώ κάπου-κάπου και διαβάζω. Ναι, ακούγεται κάπως αυτό, αλλά είναι η αλήθεια.

Αυτές τις μέρες, διαδραματίζονται γεγονότα όπως η απεργία πείνας του κρατούμενου Βασίλη Δημάκη που αγωνίζεται για να σπουδάσει μέσα από τη φυλακή, η ιστορία των νεαρών παιδιών που αθωώθηκαν για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση αλλά καταδικάστηκαν ως «ατομικοί τρομοκράτες», η ιστορία της Ηριάννας, του Περικλή, του Τάσου Θεοφίλου. Με την πείρα της ζωής σου, τη δική σου φυλάκιση, την εμπειρία με τα παιδιά σου, γιατί το κράτος πιστεύεις ότι στοχοποιεί και τιμωρεί δυσανάλογα αυτό το κομμάτι της κοινωνίας του; Εσύ μάλιστα, είχες γράψει στην επιστολή σου από τις φυλακές: «Θα είμαι πάντα υπόλογη απέναντι σ’ αυτή τη νέα γενιά των ανθρώπων γιατί κι εγώ, όπως όλες οι μάνες και οι πατέρες της ηλικίας μου, δεν καταφέραμε να παραδώσουμε στους γιους μας και στις κόρες μας έναν κόσμο καλύτερο».

Γιατί τους στοχοποιεί και τους τιμωρεί δυσανάλογα; Με τα λίγα που ξέρω -έτσι θα το πω γιατί έτσι το νιώθω, δεν είμαι ειδικός και μπορεί να κάνω και λάθος- η παραβατικότητα των πολλών ανθρώπων ξεκινά από προσωπικό όφελος, έτσι όπως ο καθένας μπορεί να το σκεφτεί αυτό, και τελειώνει πάλι με σκοπό το προσωπικό όφελος. Όχι πως στους επαναστατημένους ανθρώπους δεν υπάρχει προσωπικό όφελος, όμως εδώ ο στόχος είναι μια άλλη ποιότητα ζωής και αυτό αφορά ουσιαστικά και όλους τους άλλους. Και είναι ένας λόγος που αν γίνει αντιληπτός από τους πολλούς ενέχει πάντα έναν κίνδυνο εξέγερσης.

Είναι αλήθεια πως νιώθω υπόλογη ως άνθρωπος που τώρα μπαίνει σιγά-σιγά στη σειρά των αναχωρούντων, και κυρίως με καταλαμβάνει ένας φόβος και θυμός γιατί όλο και περισσότερο συνειδητοποιώ τον τρομερό ρόλο των ΜΜΕ. Δεν υπήρξε ποτέ άλλοτε στον κόσμο αυτή η εφιαλτική δυνατότητα ελέγχου και χειραγώγησης των ανθρώπων. Είναι ο πόλεμος που διεξάγεται καθημερινά στους χώρους των σπιτιών μας, ο πόλεμος των μικρών ειδήσεων που κρατά απασχολημένο το μυαλό μας, ο πόλεμος της παραπληροφόρησης που ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις ποια είναι αλήθεια, κι όταν δεν ξέρεις την αλήθεια αποδυναμώνεσαι, γίνεσαι άβουλος, ζωντανός νεκρός, προσηλωμένος στις οθόνες της τηλεόρασης, των τάμπλετ, των κινητών τηλεφώνων… Όλα αυτά που λες, η απεργία πείνας του Δημάκη, οι «ατομικοί τρομοκράτες», η Ηριάννα, ο Περικλής, ο Τάσος Θεοφίλου, μπορούν και τα περνούν σε τρίτο και τέταρτο επίπεδο ή ακόμα και τα αποσιωπούν. Και θα πει κανείς, δεν υπάρχει ελπίδα; Αν κάτι μου δίνει ελπίδα στον κόσμο είναι η δυνατότητα δραστικής παρέμβασης που έχουν οι άνθρωποι στην ιστορία, είναι τα «γιατί» που μπορούν και θέτουν οι άνθρωποι σε μορφές καταπίεσης και αδικίας, είναι οι καινούργιες δυνατότητες παρέμβασης που δίνει το διαδίκτυο.

Για να σε προλάβω, αν σκέφτεσαι ότι μιλάω αγνοώντας αυτά που έδειξε η ιστορία, θα σου πω πως η ιστορία δεν τελείωσε. Ναι, είναι αλήθεια πως υπάρχει τεράστιο χάσμα ανάμεσα στα λόγια των φιλοσοφιών, των ποιημάτων, των ουτοπιών και των πράξεων των ανθρώπων που επιθυμούν την αλλαγή. Αλλά λέω πως είναι φυσικό και αναγκαίο αυτό το χάσμα, γιατί οι λέξεις λειτουργούν πάντα ως εφαλτήριο για να πάνε λίγο πιο μακριά οι πράξεις.

Πώς ήταν το να βρίσκεσαι ξαφνικά στη φυλακή λόγω και της ποινικοποίησης της συγγενικής σου σχέσης με τα παιδιά σου;

Αυτό που μου άφησε η φυλάκισή μου, ήταν μια περίεργη συγκίνηση γιατί περπάτησα τους διαδρόμους που περπάτησαν τα παιδιά μου και όχι μόνο. Γιατί κοιμήθηκα σ’ εκείνο το μικρό ασφυκτικό κελί στη ΓΑΔΑ, γιατί διέτρεξα τους δρόμους της πόλης με τα χέρια δεμένα στις πλάτες όπως εκείνοι, και κατάλαβα την τρελή χαρά των οδηγών της αντιτρομοκρατικής όταν με τον ήχο των σειρήνων τρέχουν ως νικητές, τρομοκρατώντας τους άλλους οδηγούς. Είναι η ώρα τους βλέπεις.

Διηγήματα που έγραφες στο Facebook, συλλέχθηκαν και έγιναν το πρώτο σου βιβλίο «Το γέλιο του νερού», τα έσοδα από το οποίο πήγαν στους πολιτικούς κρατούμενους. Εκεί, όπως και στους «Λεηλάτες του Μεσημεριού», η μάνα κατέχει ιδιαίτερη θέση. Ποια ανάγκη σε κάνει να την τοποθετείς στο προσκήνιο τόσο έντονα;

Αυτό είναι αλήθεια και συμβαίνει γιατί εγώ λειτουργώ κυρίως ως μάνα. Αλλά ακόμα, πηγή έμπνευσης για τις ιστορίες του χωριού ήταν η δική μου μάνα, που τα τελευταία χρόνια, τους χειμώνες, όταν καθόμασταν μαζί κοντά στο τζάκι, μου μιλούσε συνέχεια για ιστορίες από τη νεανική της ζωή. Ήταν πολύ καλή αφηγήτρια. Και είναι αλήθεια παράξενο το πόσο επίμονα, όταν περάσουμε ακόμα και τα 80, επιστρέφουμε στους τόπους της πρώτης μας νιότης, επιστρέφουμε στα παιδικά μας χρόνια σαν να συμβαίνει μια παράλογη διαγραφή των ενδιάμεσων χρόνων.

«Δε δέχομαι κανένα στρίμωγμα, καμιά πειθαρχία, ούτε τις εποχιακές τους ηθικές, που είναι σαν τις φράουλες την άνοιξη και σαν τα παγωτά το καλοκαίρι. Δεν αξίζει κανένας κόπος για να ζήσεις ανάμεσα σε τούτον τον κόσμο. Εκείνο που έχει αξία είναι να μπορείς να γίνεσαι ένα ζώο που να τα καταλαβαίνει όλα και να επιμένεις να είσαι ζώο, κι όταν οι άλλοι, για να μπουν στα σπίτια τους, καθαρίζουν τα παπούτσια τους στα ποδόμακτρα, εσύ, που θα έρχεσαι από τους βάλτους, να μπαίνεις με τις λασπωμένες αρβύλες σου στα σαλόνια τους με τα παχιά χαλιά και να αφήνεις αποτυπώματα, κόκκινα αποτυπώματα σαν αίμα. Σε όλα, σε κάθε σου κίνηση να υπάρχει η ηρεμία, η αδιαφορία, το νωχελικό περπάτημα του λιονταριού».

Ένα μικρό κομμάτι από το βιβλίο του Γεράσιμου Τσάκαλου «Τζοτζό θέλω να με λένε», που το έγραψε λίγο πριν φύγει από τη ζωή. Κάποιοι λένε ότι η στάση του πρωταγωνιστή ήταν στάση ζωής και για τον ίδιο τον Γεράσιμο. Θεωρείς ότι ήταν σαν να άφησε μια παρακαταθήκη για τα δυο σας αγόρια, τον Μάκη και τον Χρήστο;

Δύσκολα θα το έλεγα παρακαταθήκη γιατί είναι μια πολύ ακραία στάση ζωής. Σίγουρα όμως είναι μια προτροπή να περιφρονεί κανείς το λούστρο των πραγμάτων και των ανθρωπίνων σχέσεων και να μην διστάσει να γίνει ταξιδευτής και ψαράς που θα ρίχνει σε βαθιές θάλασσες το χρυσό αγκίστρι για να ψαρέψει το καινούργιο και το σπουδαίο.

Πριν σε αποχαιρετήσουμε Αθηνά, «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα»: ένα πολύ αγαπημένο μας τραγούδι που μελοποίησε ο Βασίλης Τσιτσάνης, σε στίχους του άντρα σου, Γεράσιμου Τσάκαλου. Έτυχε ποτέ να του το τραγουδήσεις;

Ήταν ένα τραγούδι που το έγραψε πριν γνωριστούμε, και όταν οι άνθρωποι συναντιούνται, όταν ερωτεύονται, ποτέ δεν μιλούν για το παρελθόν. Μιλούν για τα παιδικά τους χρόνια, για τα όνειρά τους, τα σχέδιά τους, αλλά φροντίζουν με πολύ πάθος να μην φανούν στον ορίζοντα περίεργες ζυγαριές και συγκρίσεις.

https://www.thepressproject.gr/article/127081/Oi-Leilates-tou-Mesimeriou

 

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΩΩα. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 19

Φτάνοντας λοιπόν στο τέλος του ταξιδιού μας θα ήθελα πρώτα να ευχαριστήσω όλους εσάς που μου κρατήσατε τόσο όμορφη παρέα. Να ευχαριστήσω αυτούς που βοήθησαν να φτάσω στο σήμερα, αυτούς όλους που με ανέχτηκαν και φυσικά όλους αυτούς τους πολλούς που έβαλαν ένα λιθαράκι στη διαμόρφωση του Μιχάλη. Και δεν θα μπορούσα παρά να κλείσω με μουσική, Γιατί διάλεξα το Μανιφέστο, άγνωστο. Σίγουρα κάτι θα σημαίνει, ας αφήσουμε τον καθένα να ψυχανεμίζεται αυτό που του βγαίνει μιας κι εγώ αδυνατώ. Από τα Μωρά στη Φωτιά λοιπόν και το μακρινό ‘87 :
»Γεννιόμαστε σαν λύκοι και πεθαίνουμε σαν τα σκυλιά
κι η ζωή είναι εφιάλτης, σταματάει μόνο όταν ξυπνάς
έχω δει οργή, και πόνο και αμαρτία
μα μπορείς ν’ ανακαλύψεις μόνος σου τον κόσμο.
ταξιδεύουμε για νέα εποχή
και θα ψάχνουμε για πάντα
κάτι που δεν βρίσκεται ποτέ
Μανιφέστο.
Γεννιέσαι μεγαλώνεις και μετά πεθαίνεις
και μοιάζει να’ ναι αδύνατο μα εγώ πιστεύω
παρόλα αυτά που ξέρω κάτι μας ενώνει
οι λύκοι που γλιτώσανε το κυνήγι
και κατεβαίνουνε στην πόλη λυσσασμένοι.
στείλτε αυτό το μήνυμα στο δύο χιλιάδες
μη φοβάστε για ότι θα ‘ρθει
χόρεψε και κοίτα ίσια μπροστά.
Μανιφέστο».

Αυτό λοιπόν ήταν το ημερολόγιο καταστρώματος,στο ταξίδι της ζωής. Φυσικό ήταν να μιλήσουμε και για αυτούς που συντρόφευσαν αυτά τα πανέμορφα και γεμάτα χρόνια. Θέλω να μνημονεύσω και κάποιους ακόμη που μου διέφυγαν, που ήταν εκεί κοντά με τον ένα ή άλλο τρόπο. Και όσους ή όσες ξεχάσω να με συγχωρέσουν. Είναι λοιπόν ο Δημήτρης με τη Δέσποινα και η Άννα με τον Βαγγέλη που μαζί με τα άλλα παιδιά ήταν δίπλα μου όλα τα φοβερά χρόνια της παραλίας και με βοήθησαν αφάνταστα. Φυσικά ο Γιάννης ο Μανιός με την Τασούλα, την αδελφή του, και τ’ αδέλφια Βασάκηδες, [για τον Άκη μιλήσαμε και νωρίτερα, η Εφη, το ‘άγαλμα’, μαζί με τ’ άλλα κορίτσια ομόρφαιναν την αμμουδιά].Ο Μίκης και η Μαρία, ο Σάκης ο Κελέκης και ο Σάκης ο Μανάφης, η Καίτη, ο Ντίνος ο ‘εύσωμος’ και ο Παναγιώτης ο Βαλάσης.Ο Ηλίας και ο Νίκος ο Αφεντάκης. Ο Νίκος Καρυάτης και ο Γιάννης ο Μουράτης. Ο Νίκος ο ΄καπάκης’. Ο Χρήστος ο Μπεκρής, ο Στράτος και ο Γιώργος Καμπουρίδης. Δημήτρης Παπαθεοδώρου και τα αδέλφια Κανλή από Θεσσαλονίκη. Ο Γιώργος ο Αμερικάνος που ήρθε ένα καλοκαίρι για διακοπές τον ιούλιο, ενθουσιάστηκε, και γύρισε πίσω στην Νέα Υόρκη μετά τα Χριστούγεννα ! Ο Στέφαν ο ‘Ούγγρος’ και ο Μένιος ο Κούνδουρος με τη Ρενάτε, [με την ευκαιρία, ας θυμηθούμε εκείνη την ανεπανάληπτη μέρα,την απίστευτη φάση, όταν μετά τη διαφωνία μας με τον ιδιοκτήτη του χώρου στο Ξενοδοχείο Αιγαίο,όπου έχουμε ‘στρατοπεδεύσει,’ χρειάστηκε να μεταφερθεί ένα ολόκληρο μαγαζί από τους θαμώνες του, μέρα μεσημέρι, στα χέρια και στις πλάτες, περπατώντας στην αμμουδιά της Ηρακλίτσας, ακόμη και με θαλάσσια ποδήλατα και με κανό ! Έτσι λοιπόν, το είδαμε και αυτό!]. Ο Χρήστος ο Βούρος, ο Αργύρης ο Νίκος Δεληκάρης και ο Τάσος Κελαϊδίτης, που μαζί με τον Μανώλη έδωσαν πολλά ’χέρια’ όταν τους χρειάστηκα. [Με την ευκαιρία να πω πως με όλα τα αδέρφια Κελαϊδίτηδες, αρσενικά και θηλυκά η σχέση μου ήταν από τις καλύτερες]. Η Ελένη η Δαίδου στη Θεσσαλονίκη στάθηκε δίπλα μου βράχος, ο Δημήτρης Θεοδωρίδης, ο Γιώργος όπως και κάποια άλλα παιδιά που για ανεξήγητο λόγο ξεχνώ τα ονόματά τους]. Και δεν θα μπορούσα φυσικά να ξεχάσω και τους αγαπητούς μου καλλιτέχνες, τον Κώστα με την Ειρήνη και τον φίλτατο μου Θέμη και την Τασούλα. Και φυσικά σταθερή αξία όλα αυτά τα χρόνια ο Δημήτρης ο Μεσσήνης από τη Δράμα, για κάποια χρόνια συμφοιτητής μου όπως ο άλλος ο Δημήτρης ο Μητσήνης με τη Δόμνα που γνωριζόμαστε από παιδιά, τη Θώμη τη Νικολή επίσης και την Έλσα νωρίτερα, της οποίας όπως και τόσων άλλων το επίθετο ξεχνώ, [Νικολάου είναι, το θυμήθηκα]. Και Αλέκος Μοσχοβέλης, η Μαρία, η Νίτσα η Βραχνίδου. Φάγαμε ψωμί κι αλάτι από μικροί όπως και με τα αδέλφια Παπάζογλου, τη Ντόνα και τον Γιάννη. Την Έλπη Νοταρά. Τη Μαριάννα τη Μαυρίδου. Τον Σταμάτη τον δικηγόρο, που αυτός πραγματικά έχει νησί και μου θυμίζει για την »αιώνια διαμάχη ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα» που κινεί την ζωή των ανθρώπων. Τον Θεόφιλο και τους Καριάτηδες.

Την Αλέκα, την Χριστίνα και τον Σάββα τον ‘περιπατητή’. Τη Μπουμπού Κορακιανίτη, την Ντόνα και τον Γιάννη τον αδελφό της, τον Βασίλη τον Παγώνη και τη Δήμητρα την Χατζηϊωάννου. Ακόμη πιο πίσω η Δανάη η Κατσιγιάννη και φυσικά η Δάφνη η Αστεριάδου. Χρόνια γεμάτα εικόνες και αρώματα όπως και αργότερα με Ίνα και Αγοραστό και Πάνο, Γιώργο Νεοφώτιστο [‘Καρέκα’] και Ευανθία από την Ανδριανή. Ο Πέτρος ο Μόδης, ο Σωτήρης Αλεξανδρίδης και οι αδελφοί Καλεάδη που με συντρόφευσαν σε διαφορετικές περιόδους της ζωής μας. Και μία μνεία στον Μιχάλη τον Αλτικουλάκη που πέρασε μεγάλο ζόρι,άντεξε και επανέρχεται. Σιδερένιος. Να χαιρετίσω τον Σάββα που ‘έφυγε’ κι αυτός.

Και να πω με την ευκαιρία πως με τον Πρόδρομο μαζί κάναμε ένα πήδημα και μας έμαθαν να σκαρφαλώνουμε στον τοίχο ο Γιώτης ο Χατζησάββας, ο Κώστας ο Σπέκ με τον Θανάση τον Χτενά που τους πολύ ευχαριστούμε!

Πριν αποχωριστούμε θέλω μονάχα να σας μεταφέρω λίγα λόγια του Ζίγκμουντ Μπάουμαν, καθηγητού κοινωνιολογίας, σημαντικότατου μελετητή της σύγχρονης κοινωνίας, λόγια με τα οποία κλείνει συνέντευξη στην ιταλική επιθεώρηση ‘Vita e Pensiero’ :

‘Ας ανοίξουν τα φτερά της πεταλούδας’
‘Νομίζω ότι αν ο 20ος αιώνας υπήρξε η εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι αναρωτιούνταν ‘τι’ πρέπει να κάνουν, ο 21ος αιώνας θα είναι όλο και περισσότερο η εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι θα θέτουν το ερώτημα για το ‘ποιος θα κάνει αυτό που πρέπει να γίνει. …’

‘τα προβλήματά μας είναι αληθινά παγκόσμια, αλλά διαθέτουμε μόνον τα τοπικά μέσα για να τα αντιμετωπίσουμε. Και αυτά τα μέσα είναι εντελώς ανεπαρκή γι αυτό το καθήκον. Γι αυτό το ερώτημα που υποδεικνύω θα είναι πιθανότατα ζήτημα ζωής ή θανάτου για τον 21ο αιώνα : ποιος θα αναλάβει αυτό το καθήκον; Αυτό θα είναι το ερώτημα. Δεν έχω την απάντηση σε αυτό το ερώτημα.
Μπορώ μόνο να προτείνω μερικά λόγια ενθάρρυνσης. Είναι αρκετά γνωστός ο Εντουαρντ Λόρεντς, με την τρομερή ανακάλυψή του ότι ακόμα και τα πιο μικρά και ασήμαντα γεγονότα θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε πελώριες και συγκλονιστικές καταστροφές. Η ανακάλυψη του Λόρεντς είναι γνωστή με την αλληγορία μιας πεταλούδας στο Πεκίνο, η οποία κουνούσε τα φτερά της και άλλαζε τη διαδρομή των κυκλώνων στον Κόλπο του Μεξικού έξι μήνες αργότερα. Αυτή η ιδέα έγινε δεκτή με τρόμο, επειδή ανέτρεπε την πεποίθησή μας ότι μπορούμε να έχουμε πλήρη γνώση αυτών που θα συμβούν στο εγγύς μέλλον.Ανέτρεπε την πεποίθησή μας ότι μπορούμε να γνωρίζουμε ,να προβλέπουμε, ακόμα και να δημιουργούμε αν χρειαστεί, με την τεχνολογία μας, τον κόσμο. Θυμίζω ότι σε αυτή την ανακάλυψη του Λόρεντς υπήρχε και ένα αμυδρό φως ελπίδας και είναι πολύ σημαντικό. Ας σκεφτούμε τι μπορεί να κάνει μια πεταλούδα : πάρα πολλά πράγματα. Ας μη παραγνωρίζουμε τα μικρά κινήματα, τις μειοψηφικές πρωτοβουλίες, τις τοπικές και περιθωριακές εξελίξεις..

Η φαντασία μας προχωράει μακριά, πέρα από την ικανότητά μας να κάνουμε και να καταστρέφουμε πράγματα. Στην ανθρώπινη ιστορία μας έχουμε έναν σημαντικό αριθμό θαρραλέων ανθρώπων οι οποίοι, σαν τις πεταλούδες, άλλαξαν την ιστορία με τρόπο ριζικό και θετικό. Η μοναδική συμβουλή που μπορώ επομένως να δώσω είναι : Ας κοιτάξουμε τις πεταλούδες, έχουν διάφορα χρώματα, είναι ευτυχώς πάρα πολλές. Ας τις βοηθήσουμε να τινάξουν τα φτερά τους’.

παράδεισος

Και αφού είναι τόσο δύσκολο να απομακρυνθώ, ύστερα από τόσο καιρό παρέα, ας ακούσουμε ένα ακόμα τραγούδι. Αυτή τη φορά από τον Παύλο τον Σιδηρόπουλο και το μακρινό 1987, σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου. Τους στοίχους έγραψαν, το πρώτο μέρος ο Μήτσος Κασόλας. Το δεύτερο είναι
αποσπάσματα από το ποίημα του Δημήτρη Βάρου ‘Θηρασία’’. Ας το ευχαριστηθούμε αποχαιρετούμενοι οριστικά !

»Κι εκείνος που σωπαίνει θα χαθεί.
Διώξτε ,λιώστε,πατήστε τις λέξεις,
Μάνα,πατέρα,αδελφός ,αδελφή, σύντροφος,φίλος,τιμή,μουσική ,
Το μανιτάρι θα ‘ρθει,η διαταγή να πεθάνει η γη.
Μόνο ένα παγωμένο αγέρι ξαγρυπνά στους δρόμους, προσμένοντας καρτερικά την ήλιο.
Ως και τα ελεγεία ξεχάσαμε που τραγουδούσαν τα τσακάλια.
Μείνε σε παρακαλώ ξάγρυπνη για λίγο ακόμα ,
Με τον όμορφο παλμό στα στήθια σου που μεταγγίζει κουράγιο στο κορμί μου .
Πάω να φτιάξω άλλον ένα καφέ .
Μείνε λίγο ξάγρυπνη ακόμα κρατώντας τούτη τη γραμμή ανοιχτή .
Τη γραμμή που χτίζει κάστρα γύρω απ’ τα όνειρά μου.
Τη γραμμή που ρίχνει σωσίβια κάθε που ναυαγώ στο φόβο .
Κράτα τη γραμμή ανοιχτή !
Το αίμα θα ξαναγίνει κρασί στη Κανά σου λέω !
Θ’ ακούσουμε ξανά τραγούδια στη θάλασσα σου λέω !
Θ’ ακούσουμε ξανά παιδιάστικα γέλια σου λέω !
Θα πιούμε ξανά από ανοιξιάτικο ρυάκι σου λέω !
Θα κάνουμε ξανά έρωτα στα χωράφια !
Κράτα μόνο τη γραμμή ανοιχτή !
Κράτα τη γραμμή ανοιχτή !
Κράτα, κράτα, κράτα».

  • Μιας και σας έχω συνηθίσει στα διαλείμματα, πριν κλείσω την σελίδα θα κάνω ένα ακόμη εδώ, μου ήρθε στο μυαλό ένα περιστατικό για το οποίο ίσως σας έχω μιλήσει και άλλη φορά, όμως εδώ θα αναφερθούμε σε κάποιες λεπτομέρειες σίγουρα άγνωστες που αξίζει τον κόπο να σημειώσουμε, έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον. Ακούστε λοιπόν.

Ο φίλος μου ο Γιάννης ο Καραβάς που αγαπούσε πολύ την ιστιοπλοία, με τα πρώτα του χρήματα σαν οδοντογιατρός, στις αρχές των χρόνων ογδόντα αγοράζει το πρώτο του σκάφος, άσπρο γαλάζιο εξίμισι μέτρων, από τον Πειραιά. Το ανέβασε στην πόλη μας σε τρία Παρασκευοσαββατοκύριακα με την κοπέλα του και έναν ακόμη φίλο, μόνη τους προηγούμενη εμπειρία η ενασχόληση τους με την ιστιοπλοία ολυμπιακού τριγώνου, για όσους γνωρίζουν το άθλημα. Βοήθησα κι εγώ στην δεύτερη προσπάθεια, από το λιμάνι της Ερέτριας μέχρι τον Πτελεό του Βόλου, στην Μαγνησία, έχοντας γνώσεις μιας και είχα την σχολή wind surfing στην παραλία της Νέας Ηρακλίτσας στον κόλπο της Καβάλας.

Μπαρκάρουμε λοιπόν απ’ το λιμάνι της Ερέτριας όπου φθάσαμε με το λεωφορείο από την Λάρισα,  εκεί είχαμε αφήσει το αυτοκίνητο του Γιάννη, ένα citroen dcv αν θυμούμαι καλά, περνούμε το άλλο πρωί απ’ τα στενά του Ευρίπου – στην Χαλκίδα αναγκαστήκαμε να κατεβάσουμε το ιστίο διότι εάν περιμέναμε να ανοίξουν την γέφυρα θα αργούσαμε πολύ – και μιας και θα διανυκτερεύσουμε κάπου στην περιοχή της Εύβοιας, μας έχει πιάσει η νύχτα κοντά στην περιοχή της Αιδηψού, παρουσιαζόμαστε στο Λιμεναρχείο του χωριού για να τους δείξουμε τα χαρτιά μας, να πάρουμε το ok και να αγοράσουμε τις απαραίτητες προμήθειες. Μα έλα που έλειπαν από τον φάκελλο κάποια απαραίτητα ντοκουμέντα, περνούν τον Γιάννη για κλέφτη της βάρκας και μας ετοιμάζουν για το μπουντρούμι!

Τώρα;

Μου έρχεται η φαεινή ιδέα. Τους διηγούμαι λοιπόν την ιστορία μου και τους παρακαλώ να τηλεφωνήσουν στους συναδέλφους τους στην Καβάλα ζητώντας πληροφορίες για το άτομο μου, λέγοντας τους πως είναι αδύνατον ένας άνθρωπος που κάθε χρόνο ανανεώνει την άδεια εκτέλεσης πλόων να κάνει παρέα με κλέφτες σκαφών, πως βεβαιώνω ότι μόλις επιστρέψουμε στην βάση μας ο Γιάννης που είναι ένας εξαίρετος ιατρός αμέσως με φαξ θα τους στείλει τα χαρτιά που λείπουν, και μπλα μπλα, κλπ, ελπίζοντας πως ο συνάδελφος βάρδιας στο λιμεναρχείο στην πόλη μας θα είναι κάποιος γνωστός, μικρή η πόλη,

τέλος πάντων, με τα πολλά τους πείθουμε, και καλούν, και απαντούν από την άλλη γραμμή, και πάνε όλα καλά, και σύντομα μας αφήνουν!

Λίγο πιο πέρα απ’ όπου σταματήσαμε είναι το club med της Εύβοιας, ρίξαμε άγκυρα στα ανοικτά, στα εκατό μέτρα, και κοιμηθήκαμε υπό τους ήχους της μουσικής που έπαιζαν τη νύχτα στο κλαμπ.

Με το πρώτο φως του ήλιου είχαμε κιόλας ξεκινήσει το τελευταίο στάδιο του ταξιδιού, έξω από την Γλύφα παραλίγο να μας τσακίσει ένα παπόρο που μας αρνήθηκε την προτεραιότητα που δικαιούμασταν και μας ανάγκασε σε μανούβρες και χειρισμούς εκτάκτου ανάγκης την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή για να γλιτώσουμε τον βέβαιο πνιγμό!

Νωρίς το απόγευμα βρισκόμασταν στον προορισμό μας και με την δύση του ηλίου είχαμε ήδη ετοιμάσει το σκάφος για το επόμενο ταξίδι του. Θα περίμενε μια βδομάδα στην Φτελιά το πλήρωμα που θα το ανέβαζε στην Μακεδονία στη συνέχεια. Εμείς ξεκινούσαμε χαρούμενοι για την Λάρισα όπου μας περίμενε το αυτοκίνητο του Γιάννη για να επιστρέψουμε χαράματα στη βάση μας. Αξέχαστο ταξίδι γιατί η χημεία που μας έδεσε απίστευτη.

Κάτι άλλο που με εντυπωσίασε θέλω ακόμη να σας πω. Έτσι όπως ανεβαίναμε τα στενά, δεξιά μας η Εύβοια, αριστερά μας η Στερεά, ένα βουνό τεράστιο χώνονταν στη θάλασσα απότομο στο δεξί μας χέρι, γκρεμός ατέλειωτος όλος κατήφορος τρομακτικός έχασκε κάτω στα νερά και χάνονταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας μες τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό, δεν θυμάμαι τ’ όνομα του, χρόνια πολλά περάσαν, ήταν στα νότια του νησιού ήταν στη μέση ή στα βόρεια ποιος ξέρει, μου διαφεύγει, θέαμα φοβερό πάντως δεν το ξεχνώ ποτές!

Έκανα και άλλα ταξίδια με αυτό το παλικάρι στη συνέχεια, Θάσο, Καβάλα, Ηρακλίτσα, έμαθα πολλά κοντά του, εξαιρετικός χαρακτήρας, ήρεμο παιδί, άξιος, αξέχαστος

  • Πολλά και πολλούς ξέχασα. Μου ‘ρχονται διαρκώς πρόσωπα και φάσεις στο μυαλό. Μου ζεσταίνουν την ψυχή. Ο Σάββας και η Λίσα, ο Γιώργος ο Στεφανίδης και ο Τάσος ο ‘Παραγωγικότητας’. Ο Γιάννης ο Μουράτης και ο Παναγιώτης ο ‘μπλάκ’ με την Φωτεινή. Ο Κώστας ο Ανδριανάκης, ο Ρούλης,που ‘μας άφησε’, και ο φιλάρας ο Αρτούρο. Οι διάφοροι Ανανιάδηδες και οι Σαμερκαίοι, οι Παπαφιλίππου και οι Μαυρίδηδες. Ο,σαν άλλος πατέρας, Δημήτρης Χελιδονίδης, για τους πολλούς ‘Τοτός’. Η Λουίζα, η Σίσσυ και όλες οι Κατερίνες των φίλων μου. Η Μαίρη η Μαργαρίτη, ο Μιχάλης Σοφιανός και οι δικοί του, ο Θόδωρος ο Χαραλαμπίδης. Οι Σταθώρηδες και ο Λάμπης, ο Δημήτρης Σοφιανός.
    Ναι, η ζωή σαν ημερολόγιο.

Πως να ξεχάσω τις τόσες φορές που κατέληξα για ράμματα, γύψους ή με διάσειση στα Νοσοκομεία. Με ποδήλατο, στην ‘τρελή’ κατηφόρα στην ταβέρνα,στο τέλος του Παλιού, να προσγειώνομαι ανάμεσα στα τραπέζια των θαμώνων μετά από απίστευτη πτήση; Στα χρόνια του γυμνασίου. Κατάγματα στον ένα αγκώνα και στον άλλο καρπό.
Τράκο στην Φλωρεντία με το πεντακοσαράκι της φίλης μου. Ξύπνησα την ώρα που μου έκαναν τα ράμματα στο Νοσοκομείο.
Πέσιμο σε στροφή με μηχανάκι,πάλι στη Φλωρεντία. Συνήλθα με διάσειση στο Νοσοκομείο. Οι γιατροί απαγόρευσαν να δεχτώ ‘καρπαζιά’ για τουλάχιστον εξάμηνο!
Τράκο με μηχανή στον Άγιο Σίλλα. Εδώ την γλίτωσα με μώλωπες και ξάπλα δύο ημερών.
Τράκο με μηχανή μέσα στο ‘Εστέλλα’. Πάλι πρηξίματα και ξάπλα, μια μέρα γιατί η δουλειά ‘έτρεχε’. Με περιέθαλψε Γερμανίδα νοσοκόμα-τουρίστρια.

Και που κόλλησα ανεμοβλογιά από την Μαριλένα κοντά στα σαράντα μου, τι σας λέει; Κόντεψα να τρελαθώ δυο μέρες. Ήταν ανυπόφορο. Πρέπει να συνέβη μόλις έχω επιστρέψει από Γερμανία.

Δυο λόγια τώρα για τις φωτογραφίες που παρέδωσα στον εκδότη.
Στη μία διασχίζω τη Βενιζέλου,με την Τενερέ, στο ύψος του Δημαρχείου, στον Κήπο. Είναι γύρω στο ‘88, τότε που είχαμε το ‘Πικ Νικ’ με τον Ηρακλή και τον Γιάννη. Θυμάμαι πως κατέβηκα στην συναυλία της Διεθνούς Αμνηστίας στην Αθήνα καβάλα της. Τότε που κερδίσαμε το Ευρωμπάσκετ,με ήρωά μου τον ανεπανάληπτο Αργύρη Καμπούρη, [η Ελλάδα ολόκληρη ένιωσε αστέρι τον Νικ, για ευνόητους λόγους εγώ ‘κράτησα’ στην καρδιά μου τον οικοδόμο του Θρύλου!]
Την επόμενη χρονιά συνεργάζομαι στο ‘Απαραίτητο’ με τον Σάββα τον Σιμιτσή, απ’ όπου και η φωτογραφία μαζί με τον Παναγιώτη τον ‘μπλακ’.

Σε άλλη φώτο,στο ‘32’, μαζί με τον Σάκη τον Ασβεστά, τον Μανώλη Κελαϊδίτη και τον στρατιωτικό και συναθλητή μου στη σχολή της Περάμου του Σωκράτη του Καραίτη, Δημήτρη Βασιλειάδη. Μαζί μας και ο Θανάσης ο Μακρής.
Σε άλλη στιγμή απονέμω βραβείο σε αθλητή αγώνων που διεξήχθησαν στη σχολή.
Η ‘μασκαρεμένη’ στιγμή αποθανατίζει μαζί μου σίγουρα τον Γιάννη το Μουράτη, μάλλον τον Σάκη, ξανά, τον Αρβανίτη,και ίσως τον Θωμά Γοργόνη. Τόσα χρόνια μετά, είναι τραβηγμένη στο ‘Νησί’ της Κομνηνών, στα μέσα του ‘80, οι θύμησες αραιώνουν. Μας ‘περιποιήθηκε’,μακιγιάροντάς μας η Γιολάντα στο σπίτι της, λίγο πιο πάνω από το μπαράκι, η μαμά της Ίνας, ζούσαν εκείνο το διάστημα στην Καβάλα. Αν θυμάμαι καλά πρέπει να εμφανίζεται και ο Κουτσογιαννάκης.
Τέλος στη φώτο στον Αγγίτη αναγνωρίζω, μαζί με τον Άκη τον Βασάκη, και τον φίλο και διευθυντή πωλήσεων στην εταιρεία εισαγωγής κλιματισμού, στην οποία δουλεύω στην Θεσσαλονίκη εκείνο το καιρό, τον Κώστα τον Δήμου. Στα χιόνια, στην Αστράκα είμαι με τον Θοδωρή τον Φιλλιπίδη, ‘λουκουμά’. Στις σκηνές, στο Εστέλλα ψήνουμε πάλι με τον Αρβανίτη και τον Γιώργο τον Γερούδη, ‘αραχτό’.

Και να μην ξεχάσω και την ταβέρνα του ‘Φίλιππα’, όπου περάσαμε αμέτρητα παρείστικα βράδια, και άλλα τόσα ίσως μεσημέρια κάτω από την υπέροχη κληματαριά, και όχι μόνο. Στα Ποταμούδια.

Όπως επίσης να σας αναφέρω για τα πολυαγαπημένα μου βιβλία που με συντρόφευσαν στα παιδικά μου χρόνια, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Αθάνατος Όμηρος.Επίσης τα έργα της Πηνελόπης Δέλτα. Ήρωας μου διαχρονικός και πρότυπο ζωής ο αιώνιος Αχιλλέας, ο έρωτας για το κάλλος, τη γενναιότητα,τον ηρωϊσμό την ανδρεία και την φιλία. Το πάθος για την αθανασία. Η ανάγκη για την αθανασία. Η αγάπη του έρωτα και ο έρωτας της αγάπης στον Μιχαήλ του Βουλγαροκτόνου. Πρότυπο ζωής ο Αλέξανδρος στα τείχη της Κανταχάρ, στην έρημο Γεδρωσία. Το να αναλαμβάνεις τις ευθύνες για της πράξεις σου άνθρωπε! όποιες και αν είναι αυτές, ακόμη και οι αποτρόπαιες και οι αισχρές [καημένε Κλείτο!]. Να μη ξεχάσω και τον Κάρλος Καστανέντα.

Κάθε σχέση είναι μία αμφίδρομη κατάσταση που αφήνει τα σημάδια της σε όλους τους εμπλεκόμενους. Σε κάποιους εντονότερα. Ανάλογα με το χρόνο και την ένταση ή το βάθος που βιώθηκε. Γι αυτό και ένιωσα την ανάγκη και την υποχρέωση να αναφέρω όλους αυτούς τους ανθρώπους και τις περιστάσεις,με τους οποίους μοιράστηκα πράγματα, στιγμές, χρόνια, αγωνίες χαρές και στεναχώριες, προβληματισμούς, αλληλοϋποστήριξη, κλπ, κλπ…..

Να στείλω τα φιλιά μου και στους Guido, Gianni και Duilia, Rossana

υστερόγραφο:

‘όταν ρωτήθηκε γιατί οι πιο άξιοι άνθρωποι προτιμούν τον ένδοξο θάνατο από την άδοξη ζωή, απάντησε : επειδή το ένα είναι χαρακτηριστικό της φύσης, ενώ το άλλο το θεωρούν δικό τους’.
ΠΛΟΎΤΑΡΧΟΣ, Αποφθέγματα Λακωνικά, Λεωνίδας, 14.

‘την κακία μπορείς να την αποκτήσεις άφθονη και εύκολα, ο δρόμος είναι ομαλός και περνάει πολύ κοντά σου. Αλλά μπροστά στην αρετή οι αθάνατοι θεοί ιδρώτα έβαλαν, ο δρόμος προς αυτήν είναι μακρύς και ανηφορικός’.
ΗΣΊΟΔΟΣ.

‘επιτρεπόταν ακόμα σε άνδρα έντιμο, αν του άρεσε κάποια συνετή γυναίκα, μάνα ωραίων παιδιών, παντρεμένη με κάποιον άλλον, να πείσει τον άνδρα της και να συνευρεθεί μαζί της, ως να φυτεύει σε εύφορη γη, γεννώντας καλά παιδιά… Κι αυτά γίνονταν έτσι τότε με φυσικό τρόπο και κοινωνική συνείδηση…που η μοιχεία σε ‘κείνους ήταν κάτι το αδιανόητο’.
ΠΛΟΎΤΑΡΧΟς, Βίοι Παράλληλοι, Λυκούργος, 15.

Αυτά λοιπόν. Θα προσθέσω πως το παρόν λέγεται MUSE! Σας προτρέπω να τους ακούσετε αμέσως όσοι δεν τους γνωρίζετε.

Μιας και έγινε τόση κουβέντα για τον φόβο θα σας μεταφέρω ένα χρονογράφημα του Πέτρου Μανταίου από την Εφημερίδα των Συντακτών της 15ης Απριλίου του ’13. Σχόλιο φυσικά αχρείαστο, με άγγιξε αφάνταστα και είναι λογικό. Και προσωπικό :

Στους περίφημους Αφορισμούς, τα σωζόμενα γνωμικά, του Ηράκλειτου, είναι και το ‘Χρόνος παις πεσεύων. Παιδός εστί η βασιλίη’, ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει ζάρια. Όμως αυτό το παιδί είναι ο βασιλιάς [του παιχνιδιού’]. Από τη χαραυγή κιόλας της φιλοσοφίας, οι έννοιες : έρωτας – χρόνος – θάνατος, ξεχωριστά η καθεμιά είτε στις μεταξύ τους συνάψεις, αλλά και ως αδιαίρετο σύνολο, απασχόλησαν, εκ θεμελίων την ανθρώπινη σκέψη, στην μεγάλη περιπέτεια να ερμηνεύσει τον κόσμο και τη θέση του ανθρώπου σ’ αυτόν.

Αυτά, εφόσον ο άνθρωπος στοχάζεται απερίσπαστος από προσωπικές οδύνες. Όταν δεν έχει ακόμα αγγίξει τον ίδιο είτε οικεία πρόσωπα σκιά θανάτου. Όταν όμως ‘μία νόσος με θανάσιμο σήμα χτυπά την πόρτα, ο χρόνος μοιάζει να παγώνει’ παρατηρεί ο ογκολόγος Αλέξανδρος Αρδαβάνης, που προσθέτει : Στο συλλογικό Συνειδητό η λέξη καρκίνος παραμένει κάτι άλλο [εκτός από θανάσιμο σήμα], μια βαριά ετυμηγορία, η είσοδος στην Επικράτεια του Φόβου’. Τότε ‘σωματοποιείς’ τον χρόνο, ‘μαθαίνεις να τον ακούς’.
Αυτή η ‘συνομιλία’ με τον θάνατο – αγώνας, απαντοχή, ελπίδα, αυτογνωσία – αποτυπώνεται με ενάργεια και παρρησία [ούτε μια φορά δεν ακούγεται η λέξη ‘επάρατος’! ], στην ταινία-ντοκυμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη ‘Μεταξά, ακούγοντας τον χρόνο’, που προβάλλεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, Ιερά Οδός 48, στάση μετρό Κεραμεικός. Συντελεστές – κάτι που, νομίζω, γίνεται πρώτη φορά! -γιατροί και νοσηλευτές του νοσοκομείου Μεταξά, που πάσχουν οι ίδιοι από καρκίνο [θεραπευτές, συγχρόνως, άλλων ασθενών και του εαυτού τους, δάσκαλοι μαζί και μαθητές!], αλλά και ολιγάριθμοι άλλοι ασθενείς, ανάμεσά τους και ο αξέχαστος φίλος, Αλέκος Ζούκας, που πέθανε πέρσι, Κυριακή των Βαίων, αισθαντικός και δριμύς ώς το τέλος, με το περίφημο ‘Περισσότερα χρωστάμε στην Ποίηση παρά στην Εφορία’!
Όσοι ευτυχήσουν να δουν την ταινία του Ψυλλάκη, θα νιώσουν τι εννοεί ο Εμπειρίκος με τους Έλληνες που ‘έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου’!

Και θα σας αφήσω οριστικά χρησιμοποιώντας έναν θαυμάσιο μονοπάτι, μια εξαιρετική γέφυρα για να περάσουμε μαζί από το ‘Χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία’ στο ‘εκενώστε τους δρόμους απ’ τα όνειρα’, που γράφτηκε αμέσως μετά και αποτελεί την συνέχεια της αφήγησης.

Στέκεται πέρασμα λοιπόν αυτό το απόσπασμα του Μαξ Βέμπερ, που ακολουθεί, από την καταληκτική παράγραφο του βιβλίου του ‘Πολιτική ως επάγγελμα’, που αλίευσα από άρθρο του Κωνσταντίνου Πουλή στο ‘The Press Project’ , στα μισά του Απρίλη 2013. Γράφει λοιπόν ο Βέμπερ :

‘η πολιτική είναι έν ΔΥΝΑΤΌ ΚΑΙ ΑΡΓΌ ΤΡΎΠΗΜΑ ΣΕ ΣΚΛΗΡΈς ΣΑΝΊΔΕς, ΜΕ ΠΆΘΟς ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΌΝΩς ΜΕ ΠΡΟΟΠΤΙΚΉ. εΊΝΑΙ ΑΠΌΛΥΤΑ ΣΩΣΤΌ [ΚΑΙ ΌΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΚΉ ΠΕΊΡΑ ΤΟ ΕΠΙΚΥΡΏΝΕΙ ], ότι ο άνθρωπος δεν θα πετύχαινε το εφικτό, αν δεν πάσχιζε να πραγματοποιήσει το ανέφικτο. Αλλά για να το κάνει αυτό ένας άνθρωπος, πρέπει να είναι ηγέτης, αλλά και ήρωας, με την ακριβή έννοια της λέξης και ακόμη εκείνοι που δεν είναι ούτε ηγέτες ούτε ήρωες πρέπει να οπλιστούν με τέτοια ψυχική στερεότητα, που ν’ αψηφούν ακόμη και το θρυμμάτισμα όλων των ελπίδων τους. Χωρίς αυτή την ψυχική στερεότητα δεν θα μπορούν να κατορθώσουν ούτε αυτό που είναι σήμερα δυνατό’.

Σας φιλώ. Μιχάλης.

‘Θα `ρθεί μια μέρα που θ’ αφήσω αυτό το φόβο πίσω μου
Θα γίνει δέντρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά
Θα είναι χαρτί που στροβιλίζει ο αέρας μακριά

Και θα ξυπνήσω απ’ το βαθύ, απ’ το μεγάλο λήθαργο
που με κρατάει μακρυά σου παγωμένο και βουβό
Θα είναι μια μέρα γιορτινή όταν θα έρθω να σε βρω

Κάτω απ’ του χρόνου τις σκουριές βρήκαν τα μονοπάτια σου
μα το χρυσάφι τα παιδιά το `χουνε κρύψει από καιρό
σε μια θαλασσινή σπηλιά σ’ ένα απότομο γκρεμό

Θα `ρθεί μια μέρα που θ’ αφήσω αυτό το φόβο πίσω μου
Θα γίνει δέντρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά
Θα είναι ο καπνός από ένα τρένο που σφυρίζει μακριά’

Παύλος Παυλίδης & B-Movies – Θα ρθει μια μέρα

  • Και ένα μικρό παράρτημα, γραμμένο στις 19 Απριλίου του 2014, μιας και πολλά ήρθανε εις γνώση μου την τελευταία στιγμή :

Η ιδεολογία της μετάνοιας

Posted on 10/03/2014 by kleovis
Τα χρόνια εκείνα τα οποία κατέχουν μεγάλο χώρο στο μπλογκ μας, και αναπαριστάνουμε, ξέσπασε μεγάλη μπόρα.
Το μέτωπο έσπασε.
Πρώτη ρωγμή αποτέλεσε η συμπεριφορά συντρόφων που δεν άντεχαν στη σκέψη της ‘Μαύρης Τρύπας’ που έχασκε μπροστά τους και συνεργάστηκαν ανοιχτά με τις δυνάμεις του αντιπάλου καταδίδοντας συντρόφους και γνώση πεπραγμένων.

Το δεύτερο χτύπημα ήρθε λίγο αργότερα και ήταν ακόμη πιο σκληρό. Εδώ η συνεργασία υπήρξε έμμεση αλλά όχι λιγότερο αιμοβόρα. Ύπουλη σίγουρα, ραγίζει οριστικά το μέτωπο και παραδίδει μαζί με τα όπλα και τη συνείδηση.
Και αν η πρώτη ονομάστηκε ωραιοποιημένη ‘μετάνοια’-»μεταμέλεια», η δεύτερη ονομάστηκε ‘διάσταση’ για να γλυκάνει το χάπι στο στόμα αυτών που αποφάσισαν τη συνεργασία.
Αυτή η στάση επέφερε διαφοροποιημένη, μαλακότερη συνθήκη κράτησης για τους υπογράφοντες κρατούμενους και ριζική μείωση ποινής.
Σαν αντάλλαγμα αυτοί οι σύντροφοι αποκηρύττουν την χρήση επαναστατικής βίας από μέρους του σύγχρονου προλεταριάτου επιτρέποντας τη μονοπώληση αυτής από τους καπιταλιστές επί των ταξικών τους εχθρών.

Με αυτό τον ύπουλο, επαναλαμβάνω, τρόπο αποκηρύττουν και όλο τους το ριζοσπαστικό παρελθόν καθιστώντας την επανάσταση αποκριάτικο χορό, γκαλά, μασκέ πάρτι.
Δυστυχώς, στο έντυπο με το οποίο επικυρώνεται αυτή η συμφωνία βλέπω αυτές τις μέρες και τι υπογραφές πολλών πρώην φίλων και συντρόφων μου.
Και εάν είναι αλήθεια πως η συζήτηση γύρω από το αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί γύρω από τη συνέχιση της στρατιωτικής μεθοδικής σύγκρουσης με το κράτος και τις δομές του είχε ξεκινήσει ήδη από καιρό στις τάξεις μας και η πιθανότητα να υπάρξει κάποιο είδος ‘απόσυρσης’ των δυνάμεων μέσα στη μητροπολιτική ‘ζούγκλα’, δεν θα μπορούσαμε να τους αποδώσουμε μομφή αν τη διάσταση από τη συνέχιση του αγώνα την είχαν εκφράσει νωρίτερα, σε κατάσταση ελευθερίας από οποιονδήποτε εκβιασμό που θα προέρχονταν από την κατάσταση ομηρίας.

Από την στιγμή που έχουν καταλήξει αιχμάλωτοι, να διαχωρίσουν τη θέση τους από το ίδιο τους το παρελθόν είναι σχιζοφρενικό και δημιουργεί παράνοια, αρρώστια.
Αυτά τα λίγα.
Άλλο πράγμα είναι να διακηρύξεις πως μια ιστορική περίοδος λαμβάνει τέλος και άλλο να εξαργυρώνεις τη σιωπή για το παρόν και το μέλλον, αρνούμενοι το παρελθόν με ανταλλάγματα που κάνουν κακό σε άλλους συντρόφους που επωμίζονται σε βεβαρημένη μορφή τα αντίποινα του εξαγριωμένου αντίπαλου! παραμένοντες σταθεροί στις απόψεις τους!

Εγώ στάθηκα τυχερός στην ατυχία μου. Βρέθηκα σε ευχάριστη εξορία, συνειδητοποιώντας σιγά-σιγά πως το μέλλον μου πλέον βρίσκεται στα μέρη της πρώτης-δεύτερης πατρίδας μου, ελεύθερος σε σχέση με όλους εκείνους που βρέθηκαν αναγκαστικά στην ξενιτιά, και φυσικά σε σχέση με τους φυλακισμένους.
Και σήμερα, χρόνια μετά, ευρισκόμενος στη δύσκολη θέση να επιθυμώ να πάρω θέση λέω πως οι σύντροφοι που αμετακίνητοι στις πεποιθήσεις τους πληρώσανε και πληρώνουν το τίμημα της επιλογής τους, εκφραζόμενοι ενάντια στη διάσταση είναι αυτοί που νιώθω κοντύτερα, που νιώθω μάλιστα δικαιωμένους από την ιστορία την ίδια.
Δεν παύω βέβαια ν’αγαπώ όπως πάντα τους παλιούς μου συντρόφους, άσχετα από το τεράστιο πολιτικό και ηθικό τους σφάλμα.

Μαρία Δημητριάδη Μικρόκοσμος !

Ανέβηκε στις 27 Αυγ 2009

ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ (Απόσπασμα από επικό ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ) αφιερωμένο σε όλους αυτούς που θέλουν να φιμώνουν τις ελεύθερες φωνές.

τέλος

μιχαλης 268

κλείνοντας οριστικά να χαιρετήσω τον Νικόλα τον Σολιμάνο που δίνει έναν ακόμη δύσκολο αγώνα, και την Σόνια, που έφυγε νωρίς

συνεχίζουμε στο εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΩΩ. στη χώρα του ποτέ…ή 14

Έχουμε και τον Επίλογο μας :
Ψάχνοντας ανάμεσα σε παλιά χαρτιά βρήκα μια μικρή ατζέντα που κρατούσα το 1980 στις φυλακές Κομοτηνής. Είχα γραμμένα αποσπάσματα από γράμματα που έστελνα στην Ροσσάνα. Σημειώσεις.
Σας μεταφέρω λοιπόν κάποια ενδιαφέροντα σημεία από τις σκέψεις εκείνου ακριβώς του καιρού για τον οποίο μιλάμε.
Νομίζω πως δεν θα μπορούσαμε να έχουμε καλύτερο επίλογο :

HIGH ON EMOTION … Chris de Burgh

‘Από χθες είναι εδώ ένας αυθεντικός Cipputi, [ήρωας από κόμιξ του Αλτάν], που τον άρπαξαν στα ελληνοτουρκικά σύνορα, πολύ συμπαθητικός. Στην πράξη έχουμε φτιάξει την μικρή μας παροικία σε ένα κελί με 10 άλλους έλληνες. Στο σύνολο είμαστε 14.
Δεν είναι και τόσο ευχάριστα ανάμεσα σε ανθρώπους τραχείς, άξεστους,με τους οποίους στην πράξη δεν υπάρχει δυνατότητα συνεννόησης.
Δυο φορές φυλακισμένοι!

Σε παρατηρούν σχολιάζοντας οποιαδήποτε κίνηση, όταν γράφω και γιατί γράφω τόσο πολύ, όταν λιάζομαι με τις ώρες, όταν κοιμάμαι δίχως σλιπάκι, όταν τρώω, γιατί κάνω ντους κάθε μέρα κλπ.
Και μισούν θανάσιμα αυτούς που μιλάνε άλλες γλώσσες. Ζηλεύουν πολύ. Είναι τρελό.
Πάλι καλά που είναι εδώ ένα μεγάλος στην ηλικία κύριος από τη νότια Ιταλία και ένας αργεντίνος με τους οποίους περνούμε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας. Υπήρχε και ένας πολύ συμπαθητικός Έλληνας, μα έχει φύγει και αυτός.
Κάνουμε καλή παρέα, αστειευόμαστε συχνά μεταξύ μας προσπαθώντας να κάνουμε τη γκρίζα μας μέρα όσο το δυνατόν ‘ευχάριστη’.

Κάθε απόγευμα παίζουμε βόλεϋ και είναι η μοναδική όμορφη στιγμή της μέρας. Πηδώ, φωνάζω, τρέχω, καρφώνω κι έτσι ξεσπάω αρκετά και ξεχνιέμαι. Είναι μια διέξοδος.
Διαφορετικά, τα υπόλοιπα : βαρεμάρα και οι υπέροχες αναμνήσεις μιας ζωής μαζί σου.
Στη διάρκεια της μέρας, τις περισσότερες ώρες έξω στο προαύλιο, καπνίζοντας τσιγάρο ή ξαπλωμένος στο κρεβάτι με κλειστά τα μάτια, σε νιώθω δυνατά και το μυαλό μου να πετά πάνω από τους τοίχους.’
‘Αυτή τη στιγμή η τηλεόραση μεταδίδει ένα πρόγραμμα μουσικό, από εκείνο το μαγαζί στην Πλάκα της Αθήνας όπου βρεθήκαμε ένα βράδυ,μετά το παιχνίδι του Ολυμπιακού στον Πειραιά που παρακολουθήσαμε μαζί με τον Παύλο. Με τους τρεις τραγουδιστές και τα δυο κορίτσια, θυμάσαι; Άσε που μούρχεται έντονα στο μυαλό η στιγμή που μας άφησαν να καθίσουμε λιγάκι μαζί κάτω από την κερασιά, έξω από τη φυλακή, τη μέρα της δίκης σου, στο διάλειμμα
και δακρύζω.
Πέρασε η ώρα, έπεσε ησυχία, απ’ το ραδιοφωνάκι του διπλανού ακούγεται σιγανά η Πάτι Σμίθ να τραγουδά πως ‘η νύχτα ανήκει στους εραστές’
τη μια στιγμή πηδώ στον ουρανό απ’ τη χαρά να επικοινωνώ μαζί σου και την αμέσως επόμενη πέφτω στη μεγαλύτερη απογοήτευση. Τη μία στιγμή ηρεμώ και την άλλη πέφτω στην πιο μαύρη απελπισία
με ένα θυμό μεγάλο κι ένα αίσθημα αδυναμίας να με τυλίγει.
Θυμάμαι που τρέχαμε στους δρόμους της Φλωρεντίας με την βέσπα τραγουδώντας την ‘κουκαράτσα’
κάνω τα πάντα για να ελέγχω αυτά τα σκαμπανεβάσματα στην διάθεσή μου, και τα συναισθήματα
να μη με πιάσει τρέλα!
να κρατήσω ισορροπία
αυτή η αίσθηση της αδυναμίας είναι καταστροφική.’

27-06-’80
Έφυγαν οι φίλοι μου, ήρθαν δύο καινούρια παιδιά, είναι όμως λίγο απόμακροι, κρυόκωλοι
έμεινε όμως ο Λίνο, ο καημένος είναι μπαμπάς και μητέρα μαζί, μας πλένει, μας μαγειρεύει κι εμείς του κάνουμε χαδάκια και χαρούλες γιατί νιώθει τόσο μόνος, είναι μεγάλος, τον τυλίγει συχνά η απελπισία, καταφεύγει στην αγκαλιά μου ξεσπώντας σε λυγμούς.
Το θετικό στην υπόθεση είναι πως μου επιστρέφει η διάθεση, όσο κι αν φαίνεται παράξενο.
Η επιστροφή στις ρίζες
στις ρίζες του παντοτινού Μιχάλη
που τον τελευταίο καιρό είχε καταντήσει ένα αυτόματο
προσωπικότητα αυτοματοποιημένη από την συνήθεια στην οποία είχαμε εγκλωβιστεί λόγω της δικής μας καθημερινής επανάληψης,
καταλαβαίνεις τι εννοώ

μιας και η ζωή μας είχε καταντήσει ‘μηχανική’.
εκείνη η φοβερή επιθετικότητα, η συντριπτική όρεξη να κάνω πράγματα, με όλη τη σημασία της λέξης, με τις αισθήσεις στην τσίτα.
Η συνήθεια μας είχε σπάσει τα νεύρα
μ’ εκείνο τον παράλογο εκβιασμό που μας είχε καταντήσει αυτόματα, ρομποτάκια άριστα προγραμματισμένα
δίχως συναισθήματα
με τη δημιουργικότητα πνιγμένη και την φαντασία, αν εξαιρέσεις………
σε οτιδήποτε δεν ήταν στο κανάλι που είχε μία μοναδική κατεύθυνση….

Άρνηση λοιπόν της εξουσίας,ολοκληρωτική άρνηση οποιασδήποτε μορφής εξουσίας
γιατί δεν υπάρχει εξουσία δίχως περιορισμό,
δίχως άρνηση της κριτικής δυνατότητας, δίχως εμπόδια στην αναζήτηση δρόμων καινούργιων για τα πρόσωπα και όχι προκατασκευασμένων,
χωρίς περιορισμό στον αυθορμητισμό του ατόμου.
Για να είναι η καθημερινότητα δημιουργία.
Η ύπαρξή μας μέσα σε ένα κανάλι, μοναδικό. Όχι, φτάνει.
Προγραμματισμένη σε ένα και το αυτό κανάλι. Όχι άλλο.
Μια δυνατότητα, μοναδική
ιστορικά ηττημένη
παλιά, γηρασμένη
μουμιοποιημένη, μπαγιάτικη όπως η Βίβλος
άλλο τόσο λοιπόν μουχλιασμένος και ο Λενινισμός.

Τον είχαμε ήδη απορρίψει εδώ και πάνω από πέντε χρόνια, τότε που ακόμη όλοι ήθελαν ‘να τον τηρούν κατά γράμμα’, ενώ εμείς προτιμήσαμε την θαυμάσια-υπερηχητική δημιουργικότητα με όλες μας τις αισθήσεις.
Και μετά πέσαμε στην παγίδα
ίσως γιατί ελπίζαμε πως τα πράγματα θα πήγαιναν διαφορετικά, θα έπαιρναν άλλη τροπή, και θα φτιάχναμε τα πράγματα αλλιώς.
Αντίθετα, ‘κέρδισαν’ οι ‘πολέμαρχοι’
και τα αποτελέσματα φαίνονται σήμερα δια γυμνού οφθαλμού!
Φτάνει! Μπούχτισα!
Ναι, ο κομμουνισμός είμαστε εμείς,
η εικόνα, η φαντασία ενός καλύτερου μέλλοντος, διαφορετικού από την ασχήμια που μας περικυκλώνει σήμερα
δίχως περιορισμούς

χωρίς φυλακές
χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και επιπλέον μάλιστα του ανθρώπου από την μηχανή και τους υπολογιστές, όπως συμβαίνει σήμερα.
όταν η ζωή θα είναι η εξασφάλιση των αναγκών των ανθρώπων και όχι ο έλεγχος και οι εντολές του κεφαλαίου και του κράτους
με αμοιβή τα ενδιαφέροντα, τα συμφέροντα του κεφαλαίου και των κομμάτων. Στην Δύση όπως και στην Ανατολή.
Ακριβώς την ίδια απογοήτευση, την πίεση στις ανάγκες των ανθρώπων, την καταπίεση, την ματαίωση της ελευθερίας του ατόμου.
Τι κατάλαβε ή τι αισθάνθηκε απ’ όλα αυτά η μεγάλη πλειοψηφία των ‘προλετάριων’, που βλέπουν απαθείς να κλείνονται στις φυλακές οι πιο ‘ανθρώπινες’ και ευαίσθητες ψυχές ;

Που βλέπουν να πεθαίνουν σαν τις μύγες τα παιδιά τους, χιλιάδες νέοι που δεν έχουν τη δύναμη ν’ αντισταθούν και πνίγονται στη μέγγενη της ηρωίνης και των ναρκωτικών ;
Που θανατώνονται στην απομόνωση. Εκατοντάδες μέρες φυλακής για την μικρότερη κλοπή.
Μέσα σε αυτή τη βασανιστική βρωμιά που έχει καταντήσει η σύγχρονη καθημερινότητα, ‘η μοντέρνα κοινωνία’, ‘η μοντέρνα ζωή’, η μοντέρνα μητρόπολη, η σύγχρονη πόλη ;
Η κούρσα στους εξοπλισμούς, οι αιώνιες θυσίες
για περισσότερη δουλειά
κι ακόμα πιο πολύ,
για αύξηση των ρυθμών
για βρώμικη, άσχημη εργασία, μονότονη
που κυβερνά τη ζωή και τη μέρα μας αντί να είναι δημιουργία,
όπως και όλα τα ενδιαφέροντα ανθρώπων γεμάτων ζωή, όχι αλλοτριωμένων από την Τι Βι,
από τις διαφημίσεις, από το φρικτό κομματικό σύστημα ;

Area, η διεθνής

Όλα αυτά σκέφτομαι και γεμίζω οργή αλλά και επίγνωση γι αυτό που συμβαίνει αλλά επίσης και για το ποιος είμαι εγώ
χαρούμενος για τον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι,
μια ανάσα ελευθερίας,
γιατί η επίγνωση φέρνει ελευθερία, γεμίζει συναισθήματα τον άνθρωπο, τον ανεβάζει ψηλά.
Έτσι εξελίσσεται, ψάχνεται, προχωρεί
έξω απ’ την ενσωμάτωση στο σύστημα, μακριά απ’ τα γερασμένα συνθήματα και τις απαρχαιωμένες κινήσεις.
Ο άνθρωπος σήμερα, στην Ευρώπη και παντού, χρειάζεται πολύ περισσότερα από αυτά που μπορεί να προσφέρει ο λενινισμός, ο κομμουνισμός που γνωρίσαμε, ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός.

Εμείς γινόμαστε ακόμη πιο ελεύθεροι……
Αισθάνομαι ν’ απομακρύνομαι όλο και περισσότερο από αυτή τη τρομαγμένη σιωπηλή πλειοψηφία, από αυτούς τους άλλους…..
Όλοι εμείς που νιώθουμε κοντά θα τα τολμήσουμε αυτά τα πράγματα, τα δοκιμάσαμε. Αυτές τις καταστάσεις τις διαφορετικές…..
Φτιάξαμε και θα ξαναφτιάξουμε ένα σωρό τέτοιες καταστάσεις, γιατί η εξέλιξη μέσα στην αυθόρμητη ωριμότητα, στον ώριμο αυθορμητισμό της καθημερινότητάς μας, με φαντασία και επικοινωνία μέσα στις συλλογικότητες
των ενστίκτων και των φυσικών και πνευματικών αναγκών,
της ακαταμάχητης ανάγκης για ελευθερία και απελευθέρωση είναι συνεχής,
και της συνειδητής χειραφέτησης καθημερινή…..
για ανεξάντλητη αγάπη και υποκειμενική συνειδητότητα που εάν και όταν γίνεται συλλογική θα μας ξαναβρεί να παίρνουμε μέρος,
θα μας βρει να συμμετέχουμε ξανά

δίχως παρωπίδες και σχήματα καθορισμένα από τα πριν, προσυμφωνημένα
αρχαία, πεπαλαιωμένα και μακρινά σχήματα σε σχέση με την σημερινή πραγματικότητα που μας περιτριγυρίζει,
της ανάγκης για απελευθέρωση του ανθρώπου από την σκλαβιά της μισθωτής εργασίας που πνίγει, της εργασίας που αποξενώνει
έτσι όπως κυριαρχεί στην καθημερινότητά μας στο σύγχρονο παγκόσμιο χωριό, στα συστήματα που γνωρίζουμε και υπάρχουν.
Νιώθω απομονωμένος γιατί γεμάτος από όμορφα πράγματα, να κατακλύζομαι από φωτιά
φλογερά, συντριπτικά συναισθήματα που με κατέλαβαν, με κατάκτησαν για πάντα, για μια ζωή, και δεν θα πεθάνουν ποτέ, δεν θα χάσουν σε όγκο και ταχύτητα
ανάμεσα σε μετριότητες.

Όσο αναπνέω θα είναι εδώ, ζωντανά και συναρπαστικά.
Εδώ στην απομόνωση, μέρα με την μέρα, βρίσκω εκείνο το λίγο απόθεμα δύναμης που χρειάζεται, κουράγιου, για να τραβώ μπροστά
για άλλη μια μέρα…
μια μέρα ακόμη………
και ξανά….
Όχι, δεν αντέχεται η εξουσία επάνω μου, πάνω μας
να παίρνεις εντολές από ανθρώπους που νιώθεις κατώτερους, απομακρυσμένους,
από ανθρώπους που δεν έχουν καταλάβει τίποτα από ζωή, που δεν αντιλαμβάνονται την τύφλα τους
τι είναι η ζωή, τι σημαίνει να ζεις πραγματικά!
να μας υποχρεώνουν να κάνουμε αυτό που θέλουνε αυτοί.
Την υποχρέωση να είμαστε στην μέση, περιτριγυρισμένοι, περικυκλωμένοι από μια αγέλη ηλίθιων φυλακισμένων, αιχμαλώτων, που είναι περισσότερο μπάσταρδοι και ρουφιάνοι από αυτούς τους ίδιους τους ανθρωποφύλακες!

Ν’ ακούς με το ζόρι τις βλακείες τους…
να βουλώνεις τα αυτιά σου…
και ν’ ακούγονται ακόμη,
όπως συνέβαινε και έξω, στην πόλη.
Μας γεμίζει όμως με αποφασιστικότητα αυτό, και δύναμη και ωριμότητα και επιμονή και ακόμα μεγαλύτερη σιγουριά γι αυτά που μας κινούν κι έχουμε μέσα μας!
Δεν με φοβίζει τίποτα.
Έχουν μέσα το κορμί μου
το μυαλό μου και ολόκληρη η ύπαρξή μου γυρνάει ελεύθερα εκεί στην αμμουδιά
πάνω απ’ τους τοίχους,
ανάμεσα στους συντρόφους
Από το έξω μ’ έχουν απομονώσει τελείως, προς στιγμήν τουλάχιστον.
Βλέπω μοναχά τον πατέρα μου, πάντα με τον διοικητή και δυο αστυνομικούς από κοντά, δίπλα……

Area (International Popular Group) – Giro Giro Tondo – Live 1977

Λίγο καιρό αργότερα :
– Μου αρνήθηκαν την προσωρινή αποφυλάκιση με όρους, είναι παράλογο. Δεν καταφέρνουν τίποτα περισσότερο από ακόμη μεγαλύτερη άρνηση του κόσμου τους, άρνηση της σκατένιας τους ψευτοδικαιοσύνης, της σκατένιας κοινωνίας τους!
Ζηλεύουν, τους τρομάζει η διαφορετικότητα, δεν νιώθουν άνεση όταν έχουν να κάνουν με ανθρώπους που αισθάνονται δέκα φορές πιο περήφανους από αυτούς.
Θα συνεχίσω να περιμένω, θα μάθω να περιμένω, με υπομονή.
Ξέρεις πόσο πνίγομαι με την επιβολή, πόσο μου είναι ανυπόφορη η επιβολή, ακόμη και στα μικρότερα πράγματα, στις πιο ‘αθώες’ καταστάσεις. Καταλαβαίνεις πόσο μου στάθηκε δύσκολο να καταπιώ βλέποντας να σε αρπάζουν με εκείνο τον θηριώδη τρόπο, με τόση βία….

την επιβολή της κράτησης, της φυλάκισης, της απομόνωσης….
με την απαραίτητη ηρεμία….
δίχως τη δυνατότητα αντίδρασης….
δίχως να μπορώ ν’ αντιδράσω, να κάνω κάτι για να τους σταματήσω, να τους εμποδίσω….
Μα την αλήθεια, όσο πιο συγκλονιστική και φρικτή είναι η κατάσταση τόσο περισσότερο με δυναμώνει
με προσγειώνει στην πραγματικότητα, με κάνει πιο δυνατό μιας και η αλήθεια είναι πως μέχρι σήμερα πετούσα λιγάκι στα σύννεφα.
Θα αντιμετωπίσουμε ότι χρειαστεί και θα νικήσουμε τελικά.
Δεν φοβάμαι τίποτα.

Υποφέρω αλλά συγχρόνως είμαι γεμάτος θυμό και ανταρσία και αποφασιστικότητα και σιγουριά στον χαρακτήρα και στις δυνάμεις μας. Ανυπότακτος!
Ο κανόνας,στην ιστορία, ο ιστορικός νόμος είναι πως δεν θα γίνεται πάντοτε το δικό τους, πως τα πράγματα δεν θα πηγαίνουν αιώνια σύμφωνα με την δικιά τους θέληση.
Έχει τα πάνω και τα κάτω της η ιστορία.
Αυτή τη στιγμή είμαστε εμείς από κάτω, ζούμε εμείς τα κάτω μας.
Θεμελιώδες είναι,ακόμη και στις ασχημότερες στιγμές, όταν μυαλό και κορμί παραλύουν και δεν αντέχουν τα χτυπήματα…
λέω, θεμελιώδες είναι ακριβώς κάτι τέτοιες στιγμές να μην υπάρξει η παραμικρή διαφοροποίηση στην ψυχική και σωματική ακεραιότητα, η παραμικρή οπισθοχώρηση στην αποφασιστικότητα αντίστασης, η ελάχιστη αμφισβήτηση όλων αυτών που υπάρχουν μέσα μας και εκφράσαμε όλα αυτά τα υπέροχα χρόνια.

Δεν θα υπάρξει η οποιαδήποτε οπισθοχώρηση στη δυνατότατα να συνεχίσουμε να παράγουμε τις φανταστικές, υπέροχες δονήσεις, αποφασιστικά…
τις παντοτινές….
και ακόμη περισσότερο,
ανανεωμένες, ώριμες
ντυμένες πάντα με τα λαμπρότερα χρώματα…
δονήσεις κατακτητές!
Αυτές τις ανταγωνιστικές δονήσεις που μας χαρακτηρίζουν,
που γεμίζουν το αίμα, το μυαλό, το σώμα, τα νεύρα…
αντίστασης στην προσπάθεια εξουδετέρωσης μας…
του να πετύχουν να μας κάνουν υποκείμενα στη θέλησή τους,
υποχείρια…
πιόνια στα χέρια τους, μετακινούμενα απ’ εδώ κι απ’ εκεί, έτοιμα να μεγαλώσουν τον ήδη τεράστιο υπάρχοντα αριθμό – κοίταξε γύρω σου
νούμερο συντριπτικό.

Δεν είμαστε απ’ αυτόν τον κόσμο, δεν είμαστε κοινοί…
είμαστε γεμάτοι ενέργεια νεότητα και γνώση… και λίγη σοφία παραπάνω.
Αυτή τη γνώση που στο μέλλον θα είναι η καλύτερη φιλενάδα μας, που θα μας επιτρέψει τη διαρκή κριτική δυνατότητα, ευέλικτη. Τη διαυγή δυνατότητα ανάλυσης της πραγματικότητας.
Και με συντροφιά την λογική και την ωριμότητα που αποκτούμε όλο και περισσότερο θα βοηθηθούμε να μη πέσουμε στα πανάρχαια γερασμένα σφάλματα.
Πόσο θα ήθελα να σου μιλήσω ζωντανά όμως,
όχι με το χαρτί ανάμεσα
για τις σκέψεις μου, που επιστρέφουν γυαλισμένες, ξεσκονισμένες, μετά από αυτή την περίοδο που βρέθηκα ανάμεσα σε δύο πυρά,
την ανάγκη από την μία να ξαναβαδίσω το δικό μου, αυτόνομο μονοπάτι διαμέσου της ιστορίας
και της αγάπης μου για σένα που με έσπρωχνε προς δρόμους που αρνιόμουν ενστικτωδώς κυρίως [και με συνείδηση όμως], και που δεν ήθελα με τίποτα να σου τις επιβάλλω.

‘Μου τη δίνει’ το χαρτί,
φοβάμαι και το ρίσκο να μη γίνω απόλυτα κατανοητός, δεν πρέπει να παρεξηγηθώ ούτε στο ελάχιστο.
Θέλω λοιπόν να σου θυμίσω για μία ακόμη φορά, την τελευταία, τη βάση όλου του συλλογισμού μου που με σπρώχνει να επιστρέψω στην υποκειμενικότητα μου και στην άρνηση του ‘ρεαλισμού’ της πολιτικής
που δημιούργησε αυτή τη βρωμιά που μας περιτριγυρίζει
αυτή τη φτώχεια της πολιτικής σκέψης και πρακτικής που δημιούργησε αυτή την δυσωδία που έχει καταστρέψει όλες τις επαναστατικές απόπειρες και τις απελευθερωτικές προσπάθειες χειραφέτησης που ουρλιάζουν ανταγωνιστικά την θέληση και την επιθυμία από τους λαούς και τις πρωτοπορίες τους! σε χίλιες περιοχές και γωνιές του κόσμου!

Που οδηγήθηκαν στην αφάνεια και την καταστροφή κάτω από τα κτυπήματα του ‘ρεαλισμού’ της πολιτικής
του ρεαλισμού της ύπαρξης των μπλοκ, των ‘στρατοπέδων’
του ρεαλισμού των ιμπεριαλισμών
που πολεμούν στις γωνιές της Γης για την ολοκληρωτική και ολοκληρωμένη κατάκτηση, την πλήρη και ολοκληρωτική κυριαρχία .
Που δεν επιτρέπουν στους ανθρώπους το ‘λούσο’ της επιθυμίας
του καινούριου
της ανανέωσης
της αληθινής εναλλακτικής,
που δεν το επέτρεψαν στην Ιταλία,
που το συνέτριψαν στην Ιταλία
η σύγχρονη φωτεινή, σαφής περίπτωση..

Τους τρόμαξε, τους τρομάζει και θα τους τρομάζει το ανταγωνιστικό κίνημα, και τους δύο!
Δύση και Ανατολή.
Διότι εναντιώθηκε τόσο στον καπιταλισμό όσο και στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό.
Και οι δυο καταπιεστικοί και απαρχαιωμένοι.
Και κινήθηκαν αμφότεροι, με μέθοδες και όπλα διαφορετικά για να το πολεμήσουν και να το εξουδετερώσουν.
Χρησιμοποιώντας κατασταλτικές μεθόδους και όργανα όπως και τον ψυχολογικό πόλεμο [ΜΜΕ], ο πρώτος
και δια μέσω του αυτοκτονικού μιλιταρισμού ο δεύτερος
και της καταγγελτικής πολιτικής του ΚΚ

ΔΕΜΈΝΟΙ ΣΦΙΧΤΆ Ο ΈΝΑς ΣΤΟΝ ΆΛΛΟ, ΠΕΡΙΣΣΌΤΕΡΟ ΑΠΌ ΚΆΘΕ ΆΛΛΗ ΦΟΡΆ.
[ Δεν θέλω να περιαυτολογώ, παρατήρησε τις ημερομηνίες συγκεκριμένων επιθέσεων – με ποια στιγμή συμπίπτουν ! κλπ].
Και οι πιο ηλίθιοι από τους πολιτικούς καριέρας γνωρίζουν πως ποτέ δεν θυσιάζεις εκείνο που ήδη κατέχεις δίχως την εγγύηση ότι θα αποκτήσεις περισσότερο.
Το κίνημα καταστράφηκε κλεισμένο ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά.
Αυτό ήταν βολικό και για τους δύο.
Οι χώροι, οι άνθρωποι, η δημιουργικότητα, οι δομές μας, οι σύντροφοι, οι νίκες και οι κατακτήσεις μας, οι εναλλακτικοί μας χώροι για τον αυτόνομο δρόμο της απελευθέρωσης απ’ όλα τα σχήματα
θυσιάστηκαν για το τίποτα

δίχως αντίκρυσμα
όλη εκείνη η δυναμική διαλύθηκε στην αρχή σε χίλια κομμάτια, στη συνέχεια απομακρύνθηκε οριστικά εγκαταλείποντας τον χώρο στην καταστολή και στο ΚΚ
όλες οι κατακτήσεις μας διαλύθηκαν στον αέρα.
Σε τίποτα δεν χρησίμευσε η προσωπική μας μανιασμένη αντίδραση.
Πολύ δυνατότερη αποδείχτηκε η επιστημονικότητα των επιλογών του μιλιταρισμού που αποδείχτηκαν αναισθητικά σωστές!
Σωστές γι αυτούς, δημιουργώντας εκβιαστικό προβληματισμό στις γραμμές μας.

Κι έτσι η Ιταλία παρέμεινε και παραμένει ακόμη ‘γη του κανενός’
με την συνηθισμένη πολιτική αστάθεια, με την παρτίδα ανεξέλεγκτη και όλες τις πιθανότητες ανοιχτές.
Εκείνο που λείπει μοναχά είναι ολοκληρωτικά ανταγωνιστική φωνή, αυτή που διασπά τα πάντα, αυτή που εκφράζονταν από το αυτόνομο επαναστατικό κίνημα στην χώρα.
Κι εμείς δεν καταφέραμε να νικήσουμε τον μιλιταρισμό
εμείς, η φωνή της διαλεκτικής, ο δρόμος της βάσης, της συμμετοχής και της ανταγωνιστικής οργάνωσης
ενάντια στον μιλιταρισμό.
όχι, δεν νιώθω με τίποτα νικημένος,
αντίθετα,
σοφότερος, δικαιωμένος
ένας όμορφος εραστής του αδύνατου [προσωρινά].

Έχει σφιχτεί η καρδιά μου σκεπτόμενος όλη εκείνη την ενέργεια, όλη εκείνη την δημιουργικότητα που είχε εκφραστεί χρόνια τώρα, στην καθημερινή πρακτική
αυτή που τα συμφέροντα των δυνάμεων, με εξυπνάδα, και τη χρήση παράλογων μεθόδων, αδιανόητων
που αρχίζουν να διαφαίνονται τώρα
εξαφάνισαν, εξαέρωσαν
στέλνοντας στα κελιά
όχι μονάχα τα κορμιά ,
εξαφάνισαν πνευματικά πρώτα τα φωτεινότερα μυαλά
τις καλύτερες υπάρξεις
τις λαμπρότερες επιθυμίες, τις ζωτικές ανάγκες
που παρεμβλήθηκαν στη μέση του πολιτικού παιχνιδιού,
που βρέθηκαν να διαταράσσουν τις κομματικές ισορροπίες,

Πάντα οι ίδιες μέθοδοι. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός αντιγράφει πιστά τον καπιταλισμό.
Ποιες είναι αυτές οι μέθοδοι; Μα φυσικά : η θυσία στην πολιτική ορθότητα.
Αυτή είναι η εξουσία, πάντα η ίδια
ΔΕΝ ΑΝΈΧΕΤΑΙ ΚΡΙΤΙΚΉ
δεν ανέχεται αμφισβήτηση
αυτόνομο απελευθερωτικό δρόμο
και για να επιβεβαιωθεί πρέπει να χρησιμοποιήσει μεθόδους και τεχνικές της δεσπόζουσας, αρρωστημένης,κυριαρχίας.
Μια κλειστή ομάδα που αναπαράγει στο σύνολο αυτό που λέει πως θέλει να καταστρέψει,
τα προϊόντα του συντηρητισμού
του τρόπου να ζεις και να πράττεις αντιδραστικά!
Γι αυτό και η καινοτομία, το καινούριο, η εναλλακτική λύση είναι θανατηφόρος εχθρός του συντηρητισμού και της εξουσίας.
Δεν ανέχεται εσωτερικούς αντιπάλους, διαφορετική άποψη και φωνή.
Τίποτα.

Προκειμένου λοιπόν η παλιατζούρα, η γερουσία, να υπερισχύσει είναι ικανή και έτοιμη για τα πάντα.
Αυτός είναι ο ρεαλισμός της πολιτικής.
Και όσο υπάρχουν τα στρατόπεδα δεν επιτρέπουν πιθανότητα σε αυτό που επιθυμούμε εμείς.
Αυτό που ορίσαμε και ονομάσαμε κομμουνισμό.
Η ταυτότητα χιλιάδων και χιλιάδων συντρόφων καταστράφηκε.
Άπειροι σύντροφοι εξαναγκάστηκαν στην προσωπική απομόνωση, στάλθηκαν σπίτι. Και χωρίς αυτούς τους συντρόφους δεν καταφέρνεις τίποτα απ’ όλα αυτά που επιθυμήσαμε και ονειρευτήκαμε, αυτά για τα οποία παλέψαμε, αγωνιστήκαμε, για τα οποία δώσαμε όλη μας την ενέργεια και την δημιουργικότητα.
Το αυτόνομο μας σχέδιο, πρόταγμα.

Δεν έγινε στην τύχη, κατά λάθος,
δεν είναι μια υπόθεση ή σύμπτωση.
Ήταν προμελετημένο επιστημονικά, με διαύγεια.
Σήμανε απαγορευτικό, από τα γεγονότα. όπου κι αν προσπάθησαν οι λαοί να χαράξουν το δικό τους αυτόνομο μονοπάτι ποδοπατήθηκαν από την ανάγκη επιβίωσης της εξουσίας του κεφαλαίου, της ιδιοκτησίας, της ιεραρχίας, της κομματοκρατίας
όπως και σήμερα
στην εποχή της κρίσης, του πληθωρισμού και της κούρσας των εξοπλισμών.
Με πλύση στα μυαλά και στις καρδιές
από ΜΜΕ, φωνές υψηλής εξειδίκευσης, αφεντικά στον ελεύθερο χρόνο και στην δουλειά, στο κρεβάτι, στο μπάνιο και στην κουζίνα. Στις συνήθειες.

Γιατί, κατά βάθος, το συμφέρον των κρατούντων δεν επιτρέπει επιθυμίες, ανάγκες
δεν επιτρέπει την πολυτέλεια ύπαρξης χειραφετημένων προσώπων
ελεύθερων ψυχών
απελευθερωμένων ανθρώπων.
Δυστυχώς!
Ή κάθεσαι και διαλέγεις αφεντικό
ή είσαι στην απέξω.
Κι αυτός είναι ο δύσκολος δρόμος.
Εγώ για το μέλλον μου διαλέγω τον δεύτερο.
Δεν νιώθω την ανάγκη ν’ ακουμπήσω στην πολιτική
ν’ αρπαχτώ από κάτι,
σ’ ένα κόσμο ακόμη πιο πολύ και περισσότερο παρανοϊκό και άγριο από ποτέ,
έξω από αυτό που ενδιαφέρει, πραγματικά, εμένα.

Και αυτό δεν είναι η εξουσία
δεν θέλω να επιστρέψω στο να γίνω γι άλλη μία φορά μία μηχανή που προγραμματίζει………
με αγαπάω αρκετά….
μ’ αρέσει έτσι όπως είμαι και νιώθω.
Δεν θέλω να κατακτήσω καμιά εξουσία, αφήνω σε άλλους τη χαρά να το κάνουν.
Και ξέρω πως σαν κι εμάς υπάρχουν χιλιάδες.
Θα κάνω τα πάντα για την πιθανότητα, για την απελευθέρωση
και την ελευθερία μας.
Για να ζήσουμε άριστα, υπέροχα.
Και θα κάνω τα πάντα για να καταστρέψω ότι χώνεται ανάμεσα στα πόδια μας!

Return to innocence, Enigma.

  • και επιστρέφουμε στο σήμερα :

μιχαλης 080

 

γλυκιά συμμορία

Φιλία – Χαλίλ Γκιμπράν

Το κείμενο που επακολουθεί είναι από το βιβλίο του Χαλίλ Γκιμπράν » Ο προφήτης, ο κήπος του προφήτη».

_____

Και ένας νέος είπε, Μίλησε μας για τη Φιλία.

Κι εκείνος αποκρίθηκε λέγοντας:

Ο φίλος σας είναι η εκπλήρωση των αναγκών σας.

Είναι το χωράφι που εσείς σπέρνετε με αγάπη και θερίζετε με ευγνωμοσύνη.

Και είναι το τραπέζι σας και το παραγώνι σας.

Γιατί πηγαίνετε στο φίλο με την πείνα σας, και τον αναζητάτε για τη γαλήνη σας.

Όταν ο φίλος σας εκφράζει τις σκέψεις του, δε φοβάστε το όχι στη δική σας σκέψη, ούτε αποσιωπάτε το ναι.

Και όταν εκείνος είναι σιωπηλός, η καρδιά σας δεν παύει για ν’ ακούσει την καρδιά του.

Γιατί στη φιλία, όλες οι σκέψεις, όλες οι επιθυμίες, όλες οι προσδοκίες γεννιούνται και μοιράζονται χωρίς λέξεις, με χαρά που είναι άφωνη.

Όταν χωρίζεσαι από το φίλο σου, δε λυπάσαι, γιατί αυτό που αγαπάς πιο πολύ σ’ αυτόν μπορεί να είναι πιο φανερό στην απουσία του, όπως ο ορειβάτης βλέπει πιο καθαρά το βουνό από την πεδιάδα.

Και μη βάζετε κανένα σκοπό στη φιλία εκτός από το βάθαιμα του πνεύματος. Γιατί η αγάπη που γυρεύει κάτι άλλο εκτός από την αποκάλυψη του δικού της μυστηρίου δεν είναι αγάπη παρά ένα δίχτυ που ρίχνεται στη θάλασσα και μόνο το ανώφελο θα πιάσει.

Και δίνετε το καλύτερο εαυτό σας στο φίλο σας. Aφού θα γνωρίσει την άμπωτη του κυμάτου σας, δώστε του να γνωρίσει και την παλίρροιά του.

Είναι ο φίλος σας κάτι που θα έπρεπε να γυρεύετε όταν έχετε ώρες που θέλετε να σκοτώσετε;

Καλύτερα να γυρεύετε το φίλο σας πάντα όταν έχετε ώρες να ζήσετε. Γιατί έργο του φίλου σας είναι να εκπληρώσει τις ανάγκες σας, αλλά όχι να γεμίσει το κενό σας.

Και μέσα στη γλύκα της φιλίας κάνετε να υπάρχει γέλιο, και μοίρασμα χαράς.

Γιατί στις δροσοστάλες των μικρών πραγμάτων η καρδιά βρίσκει την καινούργια αυγή της και ξανανιώνει.

 

The wall on which the prophets wrote
Is cracking at the seams
Upon the instruments of death
The sunlight brightly gleams…

King Crimson

ΆλμπουμIn the Court of the Crimson King

Epitaph

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΣΣ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 13

Δυο λόγια για τον εργατισμό τώρα.
Ναι, για κάποια χρόνια υπήρχε η κεντρικότητα της φιγούρας του εργάτη-μάζα για την επανάσταση.
Από την στιγμή όμως που το εργοστάσιο διαχέεται στην πόλη και υπεραξία παράγεται παντού, [σχολείο, πανεπιστήμιο, σπίτι, γυναίκες, άνεργοι] κεντρική φιγούρα αναδεικνύεται ο κοινωνικός εργάτης σαν επαναστατική εμπροσθοφυλακή.
Αυτός που μες το πλήθος έχει συναίσθηση της πραγματικότητας που τον καθιστά σύγχρονο είλωτα, αυτός είναι η επαναστατική φιγούρα.
Και θέλει να ελευθερωθεί ολοκληρωτικά, οικονομικά και αξιακά.

αρνείται λοιπόν την μισθωτή εργασία στο εργοστάσιο, σαμποτάρει την παραγωγή διαρκώς, και επανοικειοποιείται τον πλούτο που του κλέβουν με χίλιους δυο τρόπους, παράνομους ή ημιπαράνομους, οργανώνοντας την αντιβία του, με λιγότερη ή περισσότερη δύναμη και ένταση, εφευρίσκοντας τρόπους και μορφές απαλλοτρίωσης καθημερινής της υπεραξίας που του κλέβουν, στο εργοστάσιο, στο σπίτι, στο σχολείο και τις σχολές, στον πολιτισμό και στον ελεύθερό του χρόνο.

Τώρα για τους ρόλους και τις ιεραρχίες.
Αυτές καταργούνται κάθε μέρα μέσα στη ζωή και στον αγώνα, με τη συζήτηση στην κοινότητα, και από τις δύο πλευρές.
Διότι δεν έχουμε όλοι τις ίδιες δυνατότητες, τις ίδιες ικανότητες, πρέπει να ξεχυθούνε ολονών αυτές, να μη μπλοκάρουμε κανέναν και να δώσουμε ίσο βάρος σε όλους, δεν είναι όμως όλοι ίδιοι.
Όλοι οι καλοί χωρούν στο επαναστατικό προτσές, φτάνει να αγωνίζονται για την απελευθέρωση της εκμετάλλευσης και καταπίεσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο.
Στην κοινωνία και μέσα του!

Προσωπικά στην ζωή με έχουν στηρίξει πολλοί φιλικά ψυχολογικά, οικονομικά οι συγγενείς μου.
Δεξιοί και αριστεροί
Τα περισσότερα μπινελίκια τα άκουσα από αριστερούς, όπως και από ανθρώπους που με γνώριζαν χρόνια και θα έπρεπε αν μη τι άλλο να προσέξουν ότι δεν έχω πρόθεση όταν λανθάνω!
Δεν λανθάνω με σκοπό, για να κερδίσω.
Η ζήλια είναι ο χειρότερος σύμβουλος του ανθρώπου, μετά έρχεται η περιορισμένη διανοητική ικανότητα και αντίληψη.

Γι αυτό λοιπόν επανοηματοδότηση χρειάζεται της ζωής γενικότερα! Αυτονομία.
Πράξεις και όχι λόγια!
Στις κουβέντες όλοι ήμαστε άριστοι.
Πράξεις να δούμε πολλές!
Όχι συντηρητικούρες και μεγάλους σταυρούς.
Μεγάλη νίκη για τον καπιταλισμό στάθηκε αυτή στα νοήματα.
Ονόμασε ελευθερία τη δυνατότητα να καταναλώνουν οι άνθρωποι, έστω και με δανεικά, να κάνουν πως μοιάζουν στους πλούσιους [life style ] οι μέτριοι, με αντάλλαγμα να τον αφήνουν να κυβερνά και να κουμαντάρει.

Έσπασε τις συλλογικότητες με το μότο ‘ο θάνατός σου η ζωή μου’,
‘εμπρός εμείς και δε γαμείς’.
Έκανε τα συνδικάτα συντεχνίες, κλαδικές.
‘εμείς να είμαστε καλά’.
Το σπίτι μας να μη βουλιάξει κι ας πνιγούν όλοι οι υπόλοιποι.
Ατομικισμός λοιπόν, κίνδυνος θάνατος.
Όχι στην κτητικότητα,όπου και αν αυτή παρουσιάζεται!
Αν δώσουμε αρχές και αξίες στα παιδιά μας όπως μας ζητούσε παλιότερα η συντρόφισσα, πέρα από τον πλουτισμό και το κέρδος τότε σίγουρα την επανάσταση θα την κάνουν μια μέρα.
Έτσι θα υπάρχει αντίβαρο.
Και αυτές οι αρχές και αξίες θα πρέπει να είναι και να τις κάνουμε να φαίνονται ελκυστικές! Με την πράξη μας!

Η φαντασία στην εξουσία, όχι η συντήρηση!
Τα θέλουμε όλα τώρα!
Εδώ και τώρα ζούμε την κοινωνικότητά μας,
στις κοινότητες μας
Αυτή είναι η αντιεξουσία μας
Για την κατάργηση της εξουσίας
Από τις κοινότητες. Για την αυτονομία.

Ακόμη δυο λογάκια για τον ρατσισμό, τον έρποντα φασισμό.
Θα σας θυμίσω στους παλιότερους πόσα λέγονταν για τον Νικόλα τον ίδιο, το μπαράκι του και τους θαμώνες. Θα σας θυμίσω πώς φέρθηκαν πολλοί στον Γιάννη και την Ελπίδα πριν το διάβημα.
Δεν θέλω να επεκταθώ, οι γνωρίζοντες καταλαβαίνουν, για τους υπόλοιπους έχουμε πει τόσα και τόσα, φτάνει να σας θυμίσω πόσο ξύλο έπεσε πανελλαδικά για να μπορούν πλέον τα πρώην αλβανάκια που αριστεύουν να σηκώνουν τη σημαία.

Θέλετε κι άλλα; Πως συμπεριφερθήκαμε τα πρώτα χρόνια στους ρωσοπόντιους μέχρι τελικά να τους αποδεχτούμε θυμάστε;
Όταν ήμασταν μικροί μας έλεγαν να μη κάνουμε παρέα με τα παιδιά από τις ‘κατώτερες’ τάξεις, έτσι αποκαλούσαν τους φτωχότερους! μετά με αυτά των κομμουνιστών, μετά με τους ίδιους τους κομμουνιστές,μιας και είχαν χωρίσει την χώρα στα δύο – οι εθνικόφρονες και τα μιάσματα! κάπως έτσι έκαναν οι αμερικάνοι με τους μαύρους, έτσι κάνουμε σήμερα με τους μετανάστες και τους ‘κουκουλοφόρους.’

Ποιος έχει όμως αντικοινωνική συμπεριφορά, ο εξουσιαστής ή ο αντιεξουσιαστής; Τεράστια η ευθύνη της αριστεράς,που δεν κάνει εμφανή την ευθύνη της εξουσίας στην αντικοινωνική της συμπεριφορά. Όμως είπαμε σάρκα από την σάρκα της είναι πλέον και αίμα από το αίμα της.
Ο αντιεξουσιαστής τουλάχιστον οικειοποιείται αυτό που του υφαρπάζουν,καταστρέφει και τη ‘βιτρίνα’ του συστήματος γιατί δεν θέλει να της μοιάξει!
Σας θυμίζω πως στα χρόνια μου όποιο κοριτσάκι γουστάριζε τον έρωτα το αποκαλούσαν πουτάνα! Αυτοί που, κατά τα άλλα, το κυνηγούσαν απεγνωσμένα για να αρπάξουν λίγη από την χάρη της.
ΕΔΏ ΠΟΥ ΦΤΆΣΑΜΕ ΔΕΝ ΈΓΙΝΕ ΜΕ ΠΑΡΘΕΝΟΓΈΝΝΗΣΗ

Θυμάστε οι παλιότεροι πως φέρονταν στον ‘Τάκα τάκα’ ‘ευαίσθητοι’ καβαλιώτες,που σκορπούσαν καταγής τα κέρματα για να σκύβει να τα μαζέψει και να ξεσπάσουν έτσι σε ουρανομήκη χάχανα. Θεωρώντας πως σπάζουν πλάκα! Ή τι κλωτσομπουνίδι έχει φάει ο Ψαρός επειδή έκανε το λάθος να είναι ‘διαφορετικός’;
Λαός που έχει μνήμη πάει μπροστά!
Σήμερα δεν γίνεται τίποτα χωρίς αντίτιμο, όλα κοστίζουν, δεν υπάρχει εξυπηρέτηση, για ότι γίνει πρέπει να υπάρξει κέρδος.
Σημαντικό το τραγούδι ‘οι μάγκες δεν υπάρχουν πια’, σημάδεψε την εποχή του. Στις αρχές του ‘80.
Θυμηθείτε τους στοίχους.

Ο μύθος περί ελληνικής παλικαριάς και μαγκιάς έσβησε σε μια στιγμή. Ήταν το τίμημα που πλήρωσε ο Έλληνας στις τράπεζες και τον σοσιαλ φασισμό του Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ.
Μήπως κατά λάθος έλεγε παλικάρια τους κλέφτες και όλους τους παράνομους με τελευταίο τρανταχτό παράδειγμα τους αδελφούς Παλαιοκώστα και παλιότερα τον Ρωχάμη [άλλη βέβαια αντίφαση που δείχνει πόσο διχασμένη προσωπικότητα είναι ο νεοέλληνας, αυτός ο τελευταίος βαρούσε τις γυναίκες, ψευτο παλικαράς].
Έχουμε πολλούς τέτοιους στη χώρα μας!
Ο έλληνας σήμερα είναι πολύ διχασμένη προσωπικότητα, πολύ διασπασμένη. Τρανό παράδειγμα η συμπεριφορά του στις τελευταίες εκλογές. Σχιζοφρενής με τα όλα του.

Τον νέο τον καταπιέζουμε, από φόβο, από τη στιγμή που γεννιέται. Μόλις λοιπόν αρχίσει και καταλαβαίνει πέντε πράγματα αντιδρά και με την ενηλικίωσή του ξεσπά, ψάχνει να βρει τα νοήματά του, τι του αρέσει και τι του ταιριάζει. Παίρνει τον δικό του δρόμο,ψάχνει τη δική του απελευθέρωση, κάνει την επανάσταση του.

Ο δρόμος θα είναι ανάλογος με τις αρχές που διαμόρφωσε όλα αυτά τα χρόνια και τα νοήματα που ανακάλυψε.
Αυτό έγινε και με εμάς. Φοβερή σημασία παίζουν οι συγκυρίες!

Ήμουν τυχερός να βρεθώ μέσα στην καρδιά των γεγονότων και των νοημάτων του παρατεταμένου Ιταλικού Μάη – ‘68,‘78, της αυτονομίας και του αντάρτικου στις πόλεις. Του κομμουνισμού στην πράξη.

Prospero Gallinari μια ιστορία του εννιακόσια 1

Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα, με τις συνθήκες του τώρα, με τις μορφές που παίρνει στην ιδιαιτερότητά του, στον ευρύτερο αναρχικό και αντί εξουσιαστικό χώρο σε διάφορες παραλλαγές.
Γι αυτό: μη πυροβολείτε τον πιανίστα. Όσοι δεν λαμβάνετε μέρος. Αν δεν μπορείτε να χειροκροτήσετε, τουλάχιστον μην εναντιώνεστε, η ιστορία γεννάει, και τι θα βγει εξαρτάται από την συμπεριφορά όλων μας.
Εγώ προσωπικά παρακολουθώ και συμμετέχω όσο μπορώ στις κινηματικές διαδικασίες. Παραπάνω δεν δύναμαι για τους λόγους που γνωρίζω εγώ και οι δικοί μου άνθρωποι. Δεν κριτικάρω αυτούς που δεν μπορώ και δεν θέλω να ακολουθήσω στις πρακτικές τους. Κι αυτοί το ίδιο πράγμα μ’ εμένα θέλουν στο κάτω- κάτω.
Οι άλλοι δεν το επιθυμούν, αυτούς πυροβολήστε!

Όπως μπορεί, γουστάρει και αντέχει ο καθένας.
Μένω έξω από το κομματικό σύστημα.
Δεν διαπλέκομαι, δεν ζητώ.
Και όσο μπορώ αντιστέκομαι στο χρηματοοικονομικό αλισβερίσι.
Απορρίπτω το αξιακό συναπάντημα.
Περιμένω και ελπίζω.
Δεν παραδίδομαι, απέχω ενεργά από όλο το πελατειακό καθεστώς.

Δείχνουμε τον πολιτισμό μας στον δρόμο όπου η συμπεριφορά είναι επιεικώς απαράδεκτη προς όποιον θεωρούμε υποδεέστερο, το δείχνουμε και στο γήπεδο, στην αμμουδιά που έχει καταντήσει τασάκι γι’ αποτσίγαρα,στο δάσος που έγινε ο μεγάλος σκουπιδοτενεκές μας.

Ήρθα πάλι αντιμέτωπος με τον ‘πολιτισμό’ μας σήμερα. Πήγα να κολυμπήσω κι έκανα μια βόλτα στην παραλία πριν βουτήξω. Πίτα στην πλαστικούρα η αμμουδιά! Γεμάτη σακούλες και ότι άλλη πλαστική βρωμιά μπορείτε να φανταστείτε. Οι ‘καθαροί’ συμπατριώτες μας παρατάνε τα σκουπίδια τους μέσα στα πλαστικά φεύγοντας για το σπίτι, πεταμένα στην άμμο διότι τους είναι ‘δύσκολο’ να τα μεταφέρουν στον πλησιέστερο κάδο που υπάρχει εκεί κοντά! Με τον πρώτο αέρα η βρωμιά βρίσκεται στο νερό, και από εκεί ο νοτιάς τα ξαναστέλνει πίσω. Βέβαια, και οι περίφημοι ψαράδες μας αμολάνε τα σκουπίδια τους στο μεγάλο δοχείο που λέγεται θάλασσα, που μας ταίζει κι από πάνω! Έτσι, οι ακτές είναι γεμάτες με κάθε λογής βρώμα, που δεν ανακυκλώνεται από τη σοφή φύση. Χημική βρώμα.
Ακούστε λοιπόν :

Οι πλαστικές σακούλες παρασκευάζονται από πολυαιθυλένιο, παράγωγο του πετρελαίου. Η παραγωγή τους προσθέτει στην μόλυνση της ατμόσφαιρας και στην κατανάλωση ενέργειας. Κάθε χρόνο παρασκευάζονται περί τα 5 τρισεκατομμύρια πλαστικές σακούλες. Η ‘ζωή’ τους στα σπίτια των καταναλωτών είναι ελάχιστη. Όταν πεταχτούν, η συνεχιζόμενη ‘παραμονή’ τους στον πλανήτη είναι ολέθρια!
Χρειάζονται χίλια χρόνια για να αποσυντεθεί μία πλαστική σακούλα. Καθώς αποσυντίθεται, τοξικές ουσίες εισρέουν στο χώμα και εισέρχονται αργότερα στη διατροφική μας αλυσίδα. Τα τρόφιμα δηλαδή που βάζουμε στις πλαστικές σακούλες αγοράζοντας τα από τα σούπερ μάρκετ περιέχουν ήδη τοξικές ουσίες από παλαιότερες σακούλες που έχουν αποσυντεθεί.

Ένα δισεκατομμύριο θαλασσοπούλια και άλλα θηλαστικά πεθαίνουν κάθε χρόνο επειδή συγχέουν τις πλαστικές σακούλες με τροφή, τις καταπίνουν και πνίγονται.

Θα ανοίξω εδώ μια παρένθεση για να πούμε και για του στραβού το δίκιο. Να πω λοιπόν για μια αίσθηση που μου δημιουργήθηκε σε ανύποπτο ακόμη χρόνο, τότε που η Ελλάδα, επίσημα τουλάχιστον, δεν αντιμετωπίζονταν σαν αποπαίδι, σαν ο αποδιοπομπαίος τράγος των ‘Ευρωπαίων’. Αυτοί λοιπόν μου φαίνονταν από τότες ακόμα χειρότεροι. Μας έβλεπαν στην αμμουδιά ανέμελους να απολαμβάνουμε, ναι, ακριβώς, να απολαμβάνουμε τα πέντε δέκα πράγματα που μας ευχαριστούν,και ζήλευαν,φαίνονταν,έκανε μπαμ, ακόμη και στις κουβέντες τους,το θυμάμαι χαρακτηριστικά, ήταν όλο γκρίνια για την δική τους τη βαριά και ξινή καθημερινότητα και για την ανεμελιά με την οποία οι έλληνες αντιμετώπιζαν την βιοτή τους. Και όλα αυτά πολύ πριν την κατάκτηση του ευρωμπάσκετ, πριν ξεκινήσει η επέλαση των δανεικών, έστω αν θέλετε πριν ακόμη αυτά κατευθυνθούν προς λαό πλευρά.

Είναι ρατσιστές από κούνια οι βορειοευρωπαίοι, για τους χι- ψι λόγους που μόνο αυτοί ξέρουν θεωρούν πως είναι ανώτεροι από τους νότιους. Και τώρα που έχουν και κάποιο δίκιο όσον αφορά τον τρόπο που διαχειρίστηκαν οι κρατούντες τα δανεικά, και τον τρόπο με τον οποίο εμείς ανεχτήκαμε να γίνεται αυτό,παίρνοντας πολλοί από εμάς μέρος στον ‘μυστικό δείπνο, βρήκαν ευκαιρία να ξεσαλώσουν.
Στον βορρά έχουν θεοποιήσει την έννοια της εργασίας. Επειδή λοιπόν δεν έχουν τι άλλο να κάνουν όλη μέρα,εργάζονται – πρέπει να το κάνουν και όλοι οι υπόλοιποι.

Ζηλεύουν και το κλίμα που παραείναι ‘θερμό’ για τα μέτρα τους, και μας οδηγεί σε σιέστες κλπ,συχνές τα καλοκαίρια που συνήθως μας επισκέπτονται, και σε όλες εκείνες τις μικρές απολαύσεις που είναι το αλάτι της ζωής.
Δεν θέλω να γενικεύω, νιώθω όμως πως για τους περισσότερους από δαύτους έτσι έχουν τα πράγματα.

Το ότι μια κοινωνία ελεύθερη θέλει να καταργήσει τους ρόλους και τις ηγεσίες δεν σημαίνει πως θέλει να πάψει να αναδεικνύει τα ταλέντα των ανθρώπων.
Απλά θα πάψει να τους διαχωρίζει, να τους αναδεικνύει ή καταδεικνύει αξιακά.
Να τους αμείβει διαφορετικά οικονομικά, ψυχολογικά, πολιτιστικά κλπ.

Υπάρχει και ανάποδη εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Εμείς θέλουμε να καταργήσουμε την εκμετάλλευση.
Υπάρχουν άνθρωποι που παθιάζονται στην ζωή με τα ταλέντα τους και τα προσφέρουν απλόχερα στο σύνολο.
Υπάρχουν και άνθρωποι που δεν παθιάζονται με τίποτα και παραμένουν μόνιμα στο περιθώριο. Αυτοί από μόνοι τους παραμερίζονται από την κοινότητα, από την διαλεκτική και την ζύμωση, την συζήτηση.
Στο όνομα της κυκλικότητας δεν θα παραμερίσεις το ταλέντο. Ο αξιότερος στον λόγο θα χρησιμοποιηθεί ανάλογα. Δεν θα τον ‘ξεχωρίσουμε’ όμως, θα σκουπίσει και θα μαγειρέψει επίσης.
Στο όνομα της κυκλικότητας δεν θα δημιουργήσουμε σύγχυση.

Δεν επιζητούμε την ισοπέδωση, την απρόσκοπη ανάδειξη επιζητούμε. Δεν θα ξεχωρίσουμε τους ανθρώπους, θα τους ενώσουμε.
‘εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο’, γράφει ο ποιητής και τραγουδά ο καλλιτέχνης.

Από καταβολής κόσμου, από τότε που ο άνθρωπος ανακάλυψε την γραφή και έτσι μας άφησε τις εικόνες και τις σκέψεις του, είδα πως υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων. Αυτοί που τους ενδιαφέρει η εξουσία επί των άλλων, και αυτοί που νοιάζονται για αξίες και αρχές. Δεν έχει σημασία πως ονομάζονται. Ή θέλεις να αποτινάξεις τον ζυγό για να υποδουλώσεις εσύ τους υπόλοιπους, ή θέλεις να το κάνεις για να μην υπάρχουν πλέον ζυγοί ! Με γοήτευσαν λοιπόν οι δεύτεροι, δεν γνωρίζω να σου πω γιατί. Ίσως ν’ άφησε κάποιος αυτό τον σπόρο μέσα μου, ίσως να είναι αυτό το στάδιο μετενσάρκωσης στο οποίο βρίσκομαι ! Ποιος ξέρει ;

Με την ευκαιρία να πω πως με αυτό το πόνημα θέλω να συνεισφέρω κι εγώ στην κουβέντα για το μέλλον της κοινωνίας μας και για το πως θα φθάσουμε εκεί που ονειρευόμαστε και επιθυμούμε.

Ο δάσκαλος είναι δάσκαλος και δεν χρειάζεται να το παίξει αρχηγός.
Ο ηγέτης θα είναι πάντα ηγέτης, γιατί τέτοιους η ζωή δεν βγάζει κάθε μέρα.
Κανένας ηγέτης δεν το έπαιξε ποτέ αρχηγός. Και όταν υπήρξε τέτοιος αποκαθηλώθηκε από την ίδια την ιστορία, την πραγματική, όχι αυτή που γράφουν οι ψευτο νικητές στα κιτάπια τους και που χρησιμοποιούν οι ψευτο δάσκαλοι για να αποβλακώνουν τις μάζες.

Το να είναι κάποιος σήμερα παραβατικός σημαίνει το να είναι ελεύθερος, είναι θέμα αξιοπρέπειας και όχι ιδεολογίας.
Σήμερα η σύμβαση στηρίζεται στο απόλυτο ψέμα. Βγαίνεις λοιπόν από τη σύμβαση για να είσαι εν τάξει με τον εαυτό σου, να τα έχεις καλά μαζί του! να μην αυτο κοροϊδεύεσαι δηλαδή. Θεσμοθετεί και εκτελεί μια αισχρή μειοψηφία στο όνομα μιας πλειοψηφίας που αμελεί, παραδομένη ραγιαδικά! Η αξιοπρέπεια σε κάνει πρώτα απ’ όλα να εξεγείρεσαι και μετά το άδειο στομάχι!!!! η αντίθεσή σου, η αντίσταση στο ‘δημοκρατικό’ ψέμα. Έτσι απλά. Τα υπόλοιπα έχουν να κάνουν με το πως ονειρεύεσαι την διαφορά. Και εκεί πάνω συζητάς με τους υπόλοιπους γιατί σου αρέσει η ελευθερία και ο κοινοτισμός, έτσι απλά!. Δεν χρειάζεται τόσο πολύ να είσαι κάτι, όσο το να μην είσαι με τίποτα αυτό που κυκλοφορεί μεταμφιεσμένο τριγύρω σου !!

ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ! λοιπόν.

αγύριστο κεφάλι 2001 άλκης αλκαίος μίλτος πασχαλίδης
»Φυσάει ένας αέρας που σαρώνει ενθύμια παλιά και φυλακτά, οι ήρωες το σκαν απ’ την οθόνη ξυλάρμενοι τραβάνε στ’ ανοιχτά
που μας πηγαίνει αυτό το τρεχαντήρι, δεν ξέρω γέμισέ μου το ποτήρι.
Τα μάρμαρα στο φως αντιφεγγίζουν σε ποιό ταξίδι σ’ έχω ξαναδεί, τυφλά πουλιά το τζάμι μου ραμφίζουν το πλένει στα φανάρια ένα παιδί,
κι ένας τελάλης σ’ έρημη πλατεία τριάντα χρόνια ψάχνει την αιτία.
Στους δρόμους καβαλάρηδες καλπάζουν και κυνηγούν τ’ αδέσποτα σκυλιά, και οι νοικοκυραίοι που τρομάζουν, ξορκίζουν μ’ αγιασμό το σατανά.
Δεν είναι εδώ Βαλκάνια σου το ‘πα ,εδώ είναι παίξε γέλασε και σώπα.
Φυσάει ένας αέρας που σαρώνει, μα εγώ ειμ’ ένα τραγούδι αλλοτινό, στου δρόμου το λιοπύρι και το χιόνι αγύριστο κεφάλι θα γυρνώ
στα χέρια σου αφήνω το τιμόνι κι η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνει».

  • Η κριτική στην κοινωνία είναι ολική και ενάντια σε ότι αυτή αντιπροσωπεύει σε αξίες. Επάνω σε ποιες από αυτές βασίζει εδώ και δεκαετίες το κεφάλαιο την εξουσία του επί της κοινωνίας ;
    Πατρίς – θρησκεία – οικογένεια .
    Μέσα στο φαντασιακό των ανθρώπων αυτές οι αξίες κατέχουν πρωτεύουσα σημασία. Εδώ πάνω στηρίζεται η καταπίεση, αφόρητη στον πυρήνα κάθε επαναστάτη, σε τεράστια κομμάτια της νεολαίας τότε και τώρα. Και η υποκρισία στο μεγαλείο της μιας και σχεδόν οι πάντες γνωρίζουν πόσο διεφθαρμένες είναι στον πυρήνα τους, συντηρητικές και παλαιολιθικές αυτές οι αποτυχημένες αξίες. Με όλα τα σύμβολα και τους θεσμούς τους!

Η φαντασία στην εξουσία σημαίνει την ολομέτωπη επίθεση σε αυτές τις αξίες.
Ο θεός ευλογεί τα όπλα των εκάστοτε ελίτ που θα σκορπίσουν τον όλεθρο βομβαρδίζοντας λαούς για να τους κατακτήσουν με εθνικούς και υπερεθνικούς στρατούς δημιουργώντας κύματα μεταναστών που κατακλύζουν το κέντρο από την περιφέρεια που διαμελίζεται. Εκεί τους κυνηγούν ανελέητα αστυνομίες,σύμβολα και ρατσιστές για να συνεχίσουν το μακελειό. Και η οικογένεια είναι το κεντρικό εργαλείο που διαχέει στον χρόνο και μεταβιβάζει από γενιά σε γενιά την πίστη στην ‘καθαρότητα’ της φυλής, τον αποτροπιασμό στην διαφορετικότητα, την καταπίεση των φύλων, την πίστη σε ιερά και τα όσια στο όνομα των οποίων γίνονται τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Στο όνομα του κέρδους που στέκει περήφανο πίσω από όλα αυτά τα ‘ιερά και όσια’.
Παπάδες, στρατηγοί, αξιωματικοί και τίμιοι οικογενειάρχες φαντάροι και πολιτικοί βρίσκονται εκεί και χειροκροτούν στο βωμό της αγοράς.
Της μόνης πραγματικής αξίας.
Ο πιο αποτυχημένος και άλλο τόσο σταθερός σαν βράχος θεσμός στα χρόνια που η εξουσία εφηύρε ανά τους αιώνες είναι ο γάμος και η οικογένεια.
Εδώ μέσα διαιωνίζεται στους αιώνες η κυριαρχία των ελίτ στον λαό. Του θεού στον λαό, του αφέντη στο λαό Και ο νεο ραγιάς οικογενειάρχης προσκυνά για ένα πιάτο φαί και λίγη, πολύ λίγη σιγουριά.

ο τελευταίος των μοϊκανών

  • Η επίθεση υπήρξε ολομέτωπη και γι αυτό έχει αποσιωπηθεί παντελώς. Ότι παρήγαγε εκείνο το τεράστιο αυτόνομο κίνημα πετάχτηκε στην πυρά. Και όχι φυσικά γιατί σήκωσε τα όπλα. Το είχαν κάνει λιγότερο από διακόσια χρόνια πριν ενάντια στην τότε εξουσία του βασιλιά οι αστοί. Πάλι νομιμοποιημένοι από την επίσημη εκκλησία. Απλά άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τα ρούχα του αλλιώς., παραμέρισε τον προλετάριο,κράτησε την εξουσία,την χρησιμοποίησε για να νομιμοποιήσει την αφεντιά του και όλα μέλι γάλα.

Το περιεχόμενο τρέμουν, των νέων επαναστατημένων ! Γιατί ξεθεμελιώνει από την ρίζα εκεί που έχουν βασίσει την εξουσία τους, στα νοήματα!.
Αυτά τους κρατούν ακόμα εκεί. Έχουν υποδουλωμένο τον κόσμο στα νοήματα. Ο πόλεμος παίζεται στα νοήματα. Αυτός που κρατάει την κυριαρχία στα μεγάλα νοήματα είναι ο σύγχρονος εξουσιαστής.
Διέλυσαν την παραγωγή, την έστειλαν- ότι απέμεινε- στην περιφέρεια, εξαφάνισαν τον ταξικό τους αντίπαλο, τον εργάτη, τον έτρεμαν γαρ, τους είχε πει ο Μαρξ πως νομοτελειακά, αργά ή γρήγορα θα τους πάρει τα γκέμια. Διέλυσαν λοιπόν την παραγωγή και τον αποτέλειωσαν στο φαντασιακό του. Τον έκαναν σύμμαχο στο μυαλό και στην καρδιά, λακέ τους. Για λίγα αργύρια.

Και έφτιαξαν μια τεράστια μικροαστική τάξη που την πάνε και την φέρνουν δεξιά και αριστερά με μεγάλη ευκολία, σαν φτερό στον άνεμο, ανάλογα με τα κέφια τους. Γιατί οι μικροαστοί από ανέκαθεν φέρονται και άγονται, ανάλογα με την φορά του ανέμου.
Και την στρέφουν προς τους επαναστατημένους γιατί δεν ξέρει τι της γίνεται. Τρέμει τους από πάνω, φοβάται και τους από κάτω. Ναι, αλλά για να τα βάλει με τους από πάνω θέλει κότσια ενώ με το που τα βάζει με τους από κάτω βοηθάει και το σύστημα γιατί έτσι κάνει τη δουλειά του.
Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Έγινε και τότε, γίνεται και τώρα. Τότε ήταν το ΚΚΙ ο Δούρειος Ίππος.

Σήμερα είναι οι ‘ψευτοκομμουνιστές’, οι Ανεξάρτητοι και τα χρυσαύγουλα. Επαναλαμβάνω : θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία! Να μη ξεχάσω και τους Δημ.ΑΡ ήττες.

  • Δεν έχω γνωρίσει μέχρι σήμερα άντρα που να μην έχει απατήσει,και οι λίγοι που δεν το έχουν τολμήσει το ονειρεύονται στον ύπνο και στον ξύπνιο. Την γυναίκα όμως που θα το κάνει την αποκαλούν πουτάνα!
    Και την ρίχνουν στην πυρά! Οποία υποκρισία στο όνομα της ‘αγίας και ιερής οικογένειας’.

Οικογένεια χωρίς ατομική ιδιοκτησία δεν νοείται φίλοι μου. Να τη λοιπόν η λατρεία. Δεν νοείται κοινοκτημοσύνη και να κρατάς τον άντρα ή τη γυναίκα φυλακισμένους. Και μη μου πείτε για την αγάπη. Αυτή με την ιδιοκτησία και την κτητικότητα δεν έχει καμία σχέση. Αγαπάς απλά! Δεν κατέχεις. Τελεία και παύλα. Και άμα το παίζετε και χριστιανοί βάλτε να παίξει τον ‘Ύμνο στην Αγάπη’ ή διαβάστε τον, όλο και κάποια Διαθήκη θα βρίσκεται σπίτι σας. Διαβάστε προσεκτικά, με μυαλό και με καρδιά κυρίως αυτό το υπέροχο κείμενο που έγραψε ένας κατά τα άλλα μεγάλος μισογύνης,όπως φάνηκε σ’ εμένα, ο Απόστολος Παύλος.! Διαβάστε το και τα ξαναλέμε.
Ουαί σε σας γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές !! Από τα κεφάλια μέχρι πίσω την ουρά ! Και μας έχετε κάτσει στο σβέρκο και μας πιέζετε ! Και θέλετε κι άλλο! Βρε ουστ !

Και το έκτρωμα που ζείτε το αποκαλείτε ‘δημοκρατία’, να την βάλετε εκεί που γνωρίζετε, αν και από τις γυναίκες ακούω πως και αυτό έχετε ξεχάσει να το κάνετε!

  • Αφού λοιπόν διέλυσε τους παραγωγούς ο καπιταλισμός και τους ενσωμάτωσε, ήλθε ‘το τέλος της ιστορίας’. Εκεί τέλειωσε όποια επαναστατική φαντασίωση στις ψυχές των καταπιεσμένων.
    Η κοινωνία των παραγωγών είναι πλέον κοινωνία των καταναλωτών. Έτσι άρχισε η παραγωγή επιθυμιών και ‘αναγκών’ και από εκεί η παραγωγή των προϊόντων που θα κάλυπταν αυτές τις ανάγκες. Και η διαδικασία ενσωμάτωσης ολοκληρώθηκε.

Αυτή πρέπει να σπάσουμε και τις συμβάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται, αυτό το ‘ψευτο οικοδόμημα’ που μοιάζει ανίκητο χάρη στην απάθεια της κοινωνίας, χάρη στην δική μας απάθεια. Που πρέπει να βληθεί από όλες τις μπάντες. Αυτό είναι το καθήκον μας. Ένα ψευτο οικοδόμημα που φαίνεται πανίσχυρο αλλά στην πράξη στηρίζεται στην άμμο της λαϊκής ανοχής.

Eugenio Finardi Musica ribelle Parco Lambro 1976, αντάρτισσα μουσική

συνεχίζεται

μιχαλης 271

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΞΞ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 10

Ας επιστρέψουμε όμως και πάλι πίσω. Βρίσκομαι λοιπόν για λίγο ακόμα στη Θεσσαλονίκη, είναι αρχές του 2000 όταν χωρίζουμε με τη Λίνα. Τότε ήταν που γνώρισα εκείνα τα παιδιά από τα οποία άκουσα για ρέικι, με μύησαν κιόλας, μου έδειξαν καινούρια πράγματα, εμπειρίες και τρόπους εναλλακτικούς να κάνεις θέατρο ας πούμε, με αυτό ασχολήθηκα εγώ, εμπειρίες εξωστρέφειας, άνοιγμα του μέσα, του εγώ, εξωτερίκευση μύχιων σκέψεων και προβληματισμών, κάτι σαν ομαδική ψυχοθεραπεία κάποιες στιγμές, εξωτερικεύεσαι κάνοντας τέχνη. Εμείς, η ομάδα στην οποία μετείχα το έκανε δημιουργώντας θέατρο, παράσταση Και όπως σας είπα με μύησαν στο ρέικι,το οποίο άφησα αργότερα, στα χρόνια που ξεκίνησε ο φόβος, [μετά τις αρρώστιες].

Έχω επιστρέψει από τη ‘συμπρωτεύουσα’ καλοκαίρι του ‘01,αφού πεθαίνει ο πατέρας μου και απολύομαι από τη δουλειά στον κλιματισμό,μιας και υπάρχουν μεγάλες αλλαγές και ανακατατάξεις στην επιχείρηση. Γίνομαι ασφαλιστής με εκπαιδεύουν στην Καβάλα και στην Αθήνα για το καινούριο ξεκίνημα.Ζορίζομαι πολύ,χρειάζεται να ντύνομαι σαν χαρτογιακάς, όχι ότι δεν μου πάει,μου κάθεται όμως κάπως, στάθηκα αξιοπρεπώς στο χώρο,μα κάτι δεν μου ταιριάζει. Υπάρχει και αυτή η λαθεμένη άποψη περί λαμογιάς του κλάδου, μέχρι να πάρω μπρος,μπαμ και κάτω, στηθάγχη και ανάγκη τετραπλού by pass !! Πάρτον κάτω! Χοληστερίνη κληρονομική, βουλωμένες αρτηρίες, εγχείρηση ανοικτής καρδιάς, εντατική κλπ. Από τότε λοιπόν άρχισαν οι κρίσεις πανικού.

Έχω ήδη γνωρίσει, ερωτευτεί και παντρευτεί τη Βίκυ, γεννιέται και ο Προδρομάρας ένα πρωινό του Γενάρη ανήμερα τα Φώτα, και χιονίζει αβέρτα. Είναι πια το 2004, η χρονιά του μεγάλου μας τσίρκου. Μου αρέσουν τα σπορ, τρελαίνομαι για τον στίβο,γουστάρω πολύ. Για την Ελλάδα όμως είναι καταστροφή και το λέμε από πριν.
Βλέπουμε την τελετή στο Paradiso και μετά πάρτι στην Αλμύρα με τον John Digweed. Όλη νύχτα, αλλά το μέλλον έχει υποθηκευτεί.
Η εντατική μαρτύριο, 21 του δεκέμβρη εγχειρίζομαι, τα φάρμακα με έχουν κάνει άνω κάτω, η ψυχολογία γάμησε τα, βγαίνω τη μέρα του μεγάλου τσουνάμι στην Ανατολή, στην Ταϋλάνδη, έχοντας αφήσει γερά τα σημάδια μου στους νοσηλευτές. Μέχρι τότε ένιωθα άτρωτος, ο φόβος έχει φωλιάσει στην ψυχή μου. Άγιος Λουκάς, Αντώνης Πίτσης. Εντατική, μ’ έχουν πειράξει τα κατασταλτικά φάρμακα, κάνω δυο μέρες να κλείσω μάτι, αντιστέκομαι στη ‘δολοφονία’ που ‘πιστεύω’ πως μου ετοιμάζουν οι νοσηλευτές για να δώσουν την καρδιά μου σε πρώην αθλητή του Άρη που νοσηλεύεται στο διπλανό σε εμένα κρεβάτι!
Αβάστακτο έμοιαζε τότες, κακό όνειρο σήμερα.
Συνήλθα!

Βέβαια μέχρι να γίνει οριστικά αυτό άλλες Συμπληγάδες Πέτρες. Εκεί που πάω να συνέλθω για τα καλά από την επέμβαση, τα παρελκόμενα και το πατατράκ, άρπα την, ανακαλύπτω τυχαία φθινόπωρο του 06 πως έχω λέμφωμα! Άντε βγάλε τα πέρα! Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία! τυχερός βέβαια στην ατυχία μου,δεν είναι καλπάζουσα. Αρχίζουν επιθετικές χημειοθεραπείες, ο γιατρός μου είναι της αμερικάνικης σχολής, αντιμετωπίζει την αρρώστια επιθετικά και την εξαφανίζει. Αντέχω. Εγώ ξέρω πως ! Εμμανουηλίδης, Διαβαλκανικό Ο πρώτος καιρός ήταν μαρτυρικός, τότε που δεν έχεις ακόμη καταλάβει τι παίζει, τι εστι βερίκοκο, ποια θα είναι η εξέλιξη,πως θα ανταποκριθεί ο οργανισμός. Σιγά σιγά συνηθίζεις, στην αρχή είναι πιο ζόρικα γιατί δεν ξέρεις τι σε περιμένει. Βέβαια μεγαλώνει η κόπωση με τον καιρό, εκείνο τα ασφυκτικό συναίσθημα. Νιώθεις να πνίγεσαι συχνά. Και ξαναγύρισαν οι κρίσεις πανικού που είχανε πάει ταξίδι. Βράσε τα Χαράλαμπε, πέρασε κι αυτό ,αντέξαμε, μοιάζουν άσχημο όνειρο όλα αυτά πλέον. Κι άλλο κακό ας μη μας βρει !!

Ήμουν ασφαλιστής και σχεδόν από την πρώτη μέρα δούλευα . …να μη πούμε ψυχικά ανάπηρος, από τη δεύτερη και σωματικά. Μη το συζητάμε! η Βίκυ κοιμήθηκε το βράδυ μαζί μου και ήμουν γερός, ξύπνησε ράκος. Μεγάλα λόγια αλλά αληθινά. Τα κουράγια να με εγκαταλείπουν, παρατρίχα να την πληρώσει ο Πρόδρομος,που έπρεπε να μεγαλώσει φυσιολογικά κι εγώ μόνο τέτοιος δεν ήμουν για πολύ, πολύ καιρό. Πέρασε και αυτό, μου έχει αφήσει σημάδια. Μου λείπει η ενέργεια, αργώ να επανέλθω, είναι τραυματισμένη η ψυχή,αυτό είναι το κυριότερο. Τι γίνεται με την αυτοπεποίθηση; Καταλαβαίνεις πλέον, συνειδητοποιείς πόσο ευάλωτος είναι ο άνθρωπος. Από πρώτο χέρι.
Φοβήθηκα !
Εκνευρίζομαι ευκολότερα, ήμουν νευρικός και ευέξαπτος έτσι κι αλλιώς.

  • Επιστρέφουν οι θύμησες.
    Τι εμπειρία και αυτή στον Ορειβατικό με τον Τσιλογιώργη, ανεβήκαμε τα βουνά της Βόρειας Ελλάδας με όλους τους τρόπους, μάθαμε την αναρρίχηση στον πάγο, περπατήσαμε και σκαρφαλώσαμε στο χιόνι, τσουλήσαμε σε απότομες πλαγιές για να μάθουμε να φρενάρουμε, περάσαμε τέλεια, είδαμε ομορφιές απίθανες, κολυμπήσαμε στον παγωμένο Βοϊδομάτη και στις πηγές του, ήταν τέλεια.
    Είχα και μοτόρια, Tenere πρώτα και Africa μετά, ένα 400άρι ενδιάμεσα,ταξίδεψα πολύ, μέσα στην Ελλάδα φυσικά μιας και το εξωτερικό είναι απαγορευμένο, Δεν καίγομαι,είναι πανέμορφη η χώρα, άσε που τώρα πια το να γυρίσεις ή να κάνεις διακοπές γίνεται ολοένα δυσκολότερο και σε πολύ λίγο θα μοιάζει απαγορευμένο και αυτό.

Με κάλεσαν φίλοι στη Γερμανία, χρόνια πίσω, ο Γιώργος με τον Vladan.Είπα, θα με έχουν ξεχάσει πια είκοσι χρόνια μετά τις διώξεις. Πήγα.Με τσίμπησαν στα σύνορα, μόλις κατέβηκα το αεροπλάνο, η Έλλη έκανε να ξαναμιλήσει ένα μήνα. Στάμνχαιμ, Στουτγάρδη, παρέα με κούρδους, βόσνιους, κροάτες και μόνο προς το τέλος με έναν έλληνα. Το εθνικιστικό ήταν σε έξαρση, τα χρόνια του εμφύλιου στην Γιουγκοσλαβία, υπήρξε όμως αλληλεγγύη στη φυλακή, όχι ρατσισμός και τέτοια, δεν σκέφτηκαν να μας πειράξουν μουσουλμάνοι ή καθολικοί που ήταν πολλοί περισσότεροι μάλιστα.
Με θέλανε πίσω οι Ιταλοί,με είχαν καταδικάσει ερήμην πολλά χρόνια, καμιά εικοσαριά. Η δίκη όμως στην Ελλάδα,που οι ίδιοι είχαν ζητήσει, προηγείτο, άρα η καταδίκη στην Ιταλία δεν έχει καμία νομική ισχύ σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Δεν δικαιούται λοιπόν η Γερμανία να με εκδώσει και επιστρέφω ελεύθερος. Έμεινα σαράντα μέρες στον τόπο όπου αντάρτες της Raf άφησαν τη τελευταία τους πνοή.
Τι ζητάω; Μια ευκαιρία στον Παράδεισο να πάω!

Έγινα καπετάνιος, ταξιδευτής, αναζητητής, ήμουν μαχητής, έχω να θυμάμαι. Ζωή σαν παραμύθι μοιάζει τώρα που τη ξετυλίγω..
Τις πορείες, τις καταλήψεις στα εστιατόρια της πόλης για να επιβάλλουμε προλεταριακή τιμή στο φαγητό, ίση με αυτή των φοιτητικών εστιατορίων. Τις καταλήψεις σε κτίρια και σχολές, μέρες και νύχτες αγκαλιασμένοι, αδελφωμένοι, αυτόνομοι.
Τις συγκρούσεις, η αδρεναλίνη στα ύψη,η αίσθηση του απόλυτουη αντιεξουσία στην πράξη, η πόλη μας ανήκει. Φτάσαμε παντού με τραίνα που έχουν καταληφθεί. Ρώμη, Μπολόνια, Μιλάνο, Νάπολι,Πίζα, Λιβόρνο,Τζένοβα, Ραβέννα μου έρχονται στο μυαλό. Στις μεγάλες πάνω από μία φορές. Χιλιάδες, όλοι όμοιοι, ο ένας να φυλάει τα νώτα του άλλου. Είδα κτίρια στις φλόγες, οι σφαίρες να σκίζουν τον αέρα, μια φορά στη τεράστια διαδήλωση της Ρώμης το ’77 τις ένιωσα σχεδόν κυριολεκτικά στο πετσί μου,τότε που οι σύντροφοι άνοιξαν δυο τρία οπλοπωλεία. Κτίρια σύμβολα της κρατικής εξουσίας να βάλλονται με πραγματικά πυρά. Τρεχάλα, πορεία και ξανά τρεχάλα, άλλοτε συντεταγμένα, άλλοτε μας διασπούσαν, διασκορπισμένοι για να ανασυνταχθούμε λίγο πιο κάτω, για ώρες.. Απαλλοτριώσεις μεγάλων καταστημάτων, επανοικειοποίηση του πλούτου.Που από ιδιωτικός, ατομικός γινότανε κοινωνικός. Εισβολές σε γραφεία και εταιρίες. Αυτά!

συνέδριο στην Bologna

Για να είμαστε πολλοί μαζί στην καθημερινότητα της διαβίωσης, ψάχναμε παλιά αρχοντικά με τα οποία ήταν διάσπαρτη η ύπαιθρος γύρω από την πόλη. Τα νοικιάζαμε λοιπόν αρκετοί μαζί κι έτσι η τιμή γίνονταν προσιτή. Πανέμορφα τεράστια κτίσματα, κρυμμένα συνήθως στο πράσινο, μέσα σε δάση, που οι ιδιοκτήτες τους απόγονοι ξεπεσμένων ευγενών αδυνατούσαν να συντηρήσουν. Ήταν λίγο απομακρυσμένα βέβαια και η συγκοινωνία όχι και τόσο συχνή. Όλο κι έσκαγε κάποιος με αυτοκίνητο όμως και διευκόλυνε τα πράγματα.

Ξαναλέω πως αδυνατώ να ορίσω το σωστό και το λαθεμένο μιας και οι απόψεις διίστανται, είναι υποκειμενικές. Η κοινωνία,οι πολλοί δείχνουν χρόνια τώρα πως αρκούνται στο να είναι θεατές σε αυτά που συμβαίνουν, και μάλιστα στο ίδιο έργο. Τους αρκεί να αποδέχονται παθητικά άλλοι να ορίζουν τις τύχες τους, την έκβαση των υποθέσεων που τους αφορούν. Μην παίζουμε με τις λέξεις, η παθητικότητα τους χαρακτηρίζει, αντιπαθούν το ξεκούνημα. Αρκούνται στην ετερονομία. Και με αυτή τους την στάση καθορίζουν και τις ζωές των υπολοίπων. Που όταν εξεγείρονται ακούνε βρισίδια κι από πάνω. Τους αφήνουν απροστάτευτους. Βέβαια τα οφέλη από τις κινητοποιήσεις τα καρπούνται όλοι!

Γράφω αυτές τις γραμμές γυμνός στα βράχια του Μπάτη,στη μύτη, απέναντι από την Κακόπλακα. Βλέπω πιο πίσω την Καβάλα που αστράφτει στον ήλιο, και ζωγραφίζεται μια εικόνα που αποτυπώνει την κατάσταση για την οποία μιλάμε. Η Παναγία κάνει τη μεγάλη διαφορά μέσα στο κάδρο. Με σπίτια που έχουν άποψη, που έχουν χρώμα. Με τα κόκκινα κεραμίδια. Σχεδιασμένα με ευαισθησία. Η υπόλοιπη εικόνα άχρωμη, όλα ίδια, γκρίζες πολυκατοικίες, τετράγωνα μεγάλα κουτιά. Χωρίς ψυχή Κάποτε τα μαστόρια έδιναν ζωή στα δημιουργήματά τους. Σήμερα. … να τελειώνουμε μια ώρα νωρίτερα.
Χώροι για να μαντρώνουν, να κοιμίζουν.

Θελήσαμε ν’ αλλάξουμε την κοινωνία,φτιάχναμε και τους εαυτούς μας διαφορετικά, όλα διαμορφώνονται, έτσι κι αλλιώς. Με τα χρόνια, με τις προσπάθειες. Ότι σπέρνεις φυτρώνει. Η σπορά μένει. Αύριο θα καρπίσει!
ΤΟ ΚΑΛΌ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΥΝΥΠΑΡΧΟΥΝ. Εκείνο που χρειάζεται είναι να ισορροπείς, σαν τον σχοινοβάτη. Κι όταν επικρατεί η αγάπη και η αλληλεγγύη είναι καλό. Ο ένας για όλους και όλοι για τον ένα.

Θα αδίκησα σίγουρα κάποιους, δεν έγινε με πρόθεση.

Και, άντε να γράψεις μπαλάντα σαν το One και να την ερμηνεύσεις όπως ο Bono.
In the name of love.
Ο οποίος φυσικά διαγράφηκε από την καρδιά μας μόλις έγινε αυλοκόλακας προέδρων-δολοφόνων.

Ταξίδεψα, είδα και άλλη ήπειρο. Μεξικό, Σαλβαδόρ, Βρετανική Ονδούρα. Σε αυτή την τελευταία μάλιστα που είναι όλη κι όλη η χώρα μια πόλη, κτισμένη ολοκληρωτικά με ξύλο και την αποχέτευση να χύνεται σε ποταμάκι που την διασχίζει. Μοναδικό και φυσικά σιχαμερό. Το μακρινό 1979 νομίζω, καλοκαίρι.Μέρη διαφορετικά, ζούγκλα, υγρασία αφόρητη, πήγα στις πυραμίδες των Αζτέκων και αυτές των Μάγια, βαθιά μες τη ζούγκλα, σκαρφαλώνεις σχετικά εύκολα μα το κατέβασμα είναι σκέτη περιπέτεια,γιατί είναι πολύ απότομες. Και το ασήμι πάμφθηνο.
Σε υψόμετρο, με λίμνες τεράστιες, ιθαγενείς που μιλούν σχεδόν μόνο την αρχαία γλώσσα τους και δεν καταλαβαίνεις λέξη, συνεννόηση μονάχα με νοήματα, Με τους υπόλοιπους εμείς ιταλικά,αυτοί ισπανικά με ξεχωριστή προφορά, ρίζα λατινική και οι δύο γλώσσες, συνεννοούμασταν. Mexico City αχανές,το κέντρο πανέμορφο, στην περιφέρεια παραγκούπολη.

Πολύ αργότερα,πίσω ξανά, ο μεγάλος Τζίμας κάνει παρέα στο Τεμπελχανείο με τον Μανώλη, τον Βαγγέλη και τ’ άλλα παιδιά, θα μας φύγει κι αυτός βρε γαμώτο! Ο Καρράς ανοίγει ξανά την Μυροβόλο παίρνοντας την σκυτάλη από τον Τσαλκιτζόγλου, αφού έχει περάσει εν τω μεταξύ από τον Κήπο και την Μαρκίζα. Ο Γκάλης Ελλαδογραφία, στα Καπνομάγαζα τώρα, έκανα κι εγώ κάποια μεροκάματα εκεί για να βοηθηθώ στο ξεκίνημά μου σαν ασφαλιστής, μέχρι ν’ αρχίσω να βγάζω κάποια χρήματα απ’ την καινούργια μου δουλειά. Πολλά χρόνια πριν με τα παιδιά του Έρεβος φτιάξαμε και δουλέψαμε το Πικ Νικ στη Βενιζέλου. Ήταν τα χρόνια του Ωκεανίς, Σαρίδης, Picchio Rosso με τους αδελφούς Κοντόρια, Salina και Νικολαϊδης με τον αγαπητό Σούλη στην Ηρακλίτσα, Enjoy στην Πέραμο,και Χρήστος Τουμανίδης στο Παλιό με το Joyfull. Γίνεται friend αργότερα και κατεβαίνει και αυτός παραλία. Στο χωριό,στην Ηρακλίτσα κάποια στιγμή ο Μίκης με τον Καφά φτιάχνουν το Ναυτίλο, και στους παρθένους ακόμη αμμόλοφους ο Βαγγέλης ο Γκαγκάκιας ένα απλό,χαριτωμένο μπαράκι για να ξεδιψούν οι γυμνιστές που αναγκαστήκαν να φορέσουνε μαγιό. Αυτό,ακόμη πιο πίσω στον χρόνο.

Dire Straits & Eric Clapton – Walk of Life [Wembley -88]

Ανέβηκε στις 3 Σεπ 2008

Dire Straits performing live with Eric Clapton at Wembley Stadium at Nelson Mandela 70th Birthday Party 11th June 1988.

Ήταν τα χρόνια του Bico και του Νέλσωνα Μαντέλα, των μεγάλων μουσικών ραντεβού για την ελευθερία, ενάντια στον ρατσισμό και το απαρτχάιντ, για την απελευθέρωση του μεγάλου ηγέτη. Των αγώνων ενάντια στην νεοαποικιοκρατία, για το δικαίωμα στη ζωή, ενάντια στην καταλήστευση του Τρίτου Κόσμου, αυτό που αργότερα έγινε αγώνας ενάντια στο χρέος. Τότε επίσημα χρεωμένος φαίνονταν μοναχά ο Τρίτος Κόσμος,που τον λήστευαν απ’ όλες τις πλευρές για να απολαμβάνουμε προνόμια εμείς οι υπόλοιποι και μία ‘άνετη’ ζωή.

Σήμερα ζούμε τα χρόνια που θα έπρεπε να πολεμάμε ενάντια στα χρέη του ‘Πρώτου Κόσμου’.
‘Για ένα κομμάτι ψωμί δεν φτάνει μόνο η δουλειά, δεν φτάνει μόνο το μυαλό σου, δεν φτάνει μόνο το κορμί σου, το πιο σπουδαίο είν’ η ψυχή σου δικέ μου. Έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία.’

1976, τραγούδι Μίκης Θεοδωράκης. Τους στίχους, συγκλονιστική προφητεία ο Νίκος Γκάτσος.
Τη μουσική ο Μάνος Χατζιδάκις.
ΕΛΛΑΔΟΓΡΑΦΊΑ.
Τω καιρώ εκείνο ο ακμαιότατος κλάδος της πελασγικής δρυός εκάλυπτε τρείς οικισμούς πέριξ του μυστηριώδους Βράχου της Ακροπόλεως. Αλλά μετά τα δραματικά γεγονότα της Μεσοποταμίας, τα οποία οδήγησαν εις την έξωσιν των πρωτοπλάστων εκ της κοιλάδας του Τίγρεως και προεκάλεσαν σύγχυσιν εις τας φρένας των ανθρώπων οι οικισμοί των Αθηνών ήρχισαν να πληθύνονται παραλόγως. Αποτέλεσμα υπήρξεν η αλματώδης επέκτασις της πόλεως και η δημιουργία του μεγάλου άστεως, το οποίο κατά τους αρχαιόπληκτους ιστορικούς εμεγαλούργησε και περιεβλήθη την αίγλη της αιωνιότητος.
Επίσκοποι και προεστοί
κατακτητές και στρατηλάτες
επαναστάτες και αστοί
της ιστορίας οι πελάτες.
Αλλά οι αρχαίοι Θεοί, εν τη μερίμνη των διά τα υπόλοιπα πελασγικά φύλα, απεφάσισαν την βαθμιαία κατάρρευσιν των Αθηνών ως ηγέτιδος πόλεως, και την απαλλαγήν του Ελληνισμού, ως εθνικού πλέον συνόλου, εκ των κινδύνων του συγκεντρωτισμού. Κατά τους επόμενους μακρούς αιώνας κατεβλήθησαν αρκεταί προσπάθειαι δια την αναβίωσιν του παλαιού άστεως, αλλ’ αύται απέβησαν άκαρποι. Ευτυχώς δε, διότι κατά την νεωτέραν και σκληροτέραν δοκιμασίαν του γένους, η εκ νέου κυριαρχία των Αθηνών θα απεδυνάμωνε τας κορυφάς και τας πεδιάδας της πελασγικής γης, αι οποίαι διεμόρφωσαν την οριστικήν φυσιογνωμίαν της φυλής και κατηύγασαν δι ανεσπέρου φωτός τους ομιχλώδεις ορίζοντας της περιδεούς ανθρωπότητος.
Στο Σούλι και στην Αλαμάνα
κάναμε φως τη συμφορά
θα μας θυμούνται τάχα μάνα
καμμιά φορά ;
Ματαία ελπίς. Ουδείς τους ενεθυμήθη ως ζώσαι αιωνιότητας, ουδείς τους κατενόησεν εις τας πραγματικάς των διαστάσεις. Και αι Αθήναι, καταστάσαι πρωτεύουσα του νεοπαγούς κράτους, ήρχισεν να προετοιμάζονται δια την εκ νέου απορρόφησιν της ικμάδας του έθνους. Αλλά η προγονική κληρονομιά δεν είχεν εξ ολοκλήρου σπαταληθεί και οι μεταγενέστεροι αδελφοί του μικρού Χαρμόπουλου ,εκ των Ηπειρωτικών ορέων και εξ όλων των στενωπών της αθανάτου πατρίδος, διέπλευσαν την Αχερουσίαν της μοίρας των με την γαλήνην του μαρτυρίου και της θυσίας. Και τα βαρβαρικά έθνη ηπόρησαν και κατ’ ιδίαν εκάγχασαν ακριβώς όπως
αι Αθήναι
Χτυπάτε της οργής προφήτες
καμπάνα στην Καισαριανή
να ρθουν απόψε οι Διστομίτες
να ρθουν κι οι Καλαβρυτινοί
με σπαραγμό κι απελπισία
για τη χαμένη τους θυσία.
Άραγε είναι αληθές ότι η θυσία των απέβη επί ματαίω ;
Ουδείς δύναται να αποφανθή μετά βεβαιότητος και ουδείς δύναται να προεξοφλήση το μέλλον διότι η ιστορία του ανθρώπου είναι μία συνεχής παλινδρόμησις. Αλλά με την διαρκώς ογκούμενην υπερτροφίαν της Αττικής αι προοπτικαί διαγράφονται σκοτειναί. Οι αρχαίοι Θεοί δεν υπαρχουν πλέον δια να δώσουν την λύσιν, και ούτω, θάττον ή βράδιον, αι Αθήναι θα συγκεντρώσουν εις τους κόλπους των και θα εξαφανίσουν διά παντός την Ελληνικήν αρετήν, ως ο Κρόνος εις το απώτατον παρελθόν κατέτρωγε τα ίδια αυτού τέκνα ή ως ο Ήλιος εις το απώτατον μέλλον θα συγκεντρώσει εις τας αγκάλας του τους πλανήτας του
και θα καταβροχθίσει αυτούς!
Γένοιτο! και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.
Πότε θ’ ανθίσουν τούτοι οι τόποι ;
Πότε θα ρθούνε καινούργιοι ανθρώποι
να συνοδεύσουνε τη βλακεία
στην τελευταία της κατοικία ;

  • Θα ξεχωρίσω και θα αναφέρω δύο φανταστικές συναυλίες που είδα στην πόλη αυτά τα χρόνια. Η πρώτη στο θεατράκι της Παναγίας,με τα κρουστά του Δημήτρη Τουλιάτου και τον Ρος Ντέιλυ στην μπάντα, αξέχαστοι. Η δεύτερη στο αρχαίο θέατρο των Φιλίππων αποτέλεσε για μένα μια ντροπιαστική στιγμή στην πόλη, ο Γιάννης Μαρκόπουλος με όλο το επιτελείο του,και μιλάμε για εξαιρετικούς καλλιτέχνες, Χαλκιάς, Γαργανουράκης, Λαβίνα,δεν καταφέρνουν να μαζέψουν πάνω από τριακόσιους θεατές. Δεν πτοούνται όμως και δίνουν μια εξαιρετική παράσταση. Αξέχαστη.

Θα αναφέρω επίσης το υπέροχο feeling των περιστρεφόμενων ντερβίσηδων στο θεατράκι του κάστρου. Πανέμορφα.[ Tο θεατράκι αυτό πρέπει να εγκαινιάστηκε με παράσταση του Θεατρικού Εργαστηριού, εάν θυμάμαι καλά, τα χρόνια που βρέθηκα κι εγώ μαζί με τα παιδιά, την περίοδο πριν μετεξελιχθεί σε ΔΗΠΕΘΕ.]
Πρέπει να έχουμε ξαναμιλήσει για τις συγκρούσεις ανάμεσα σε Τζάγκερ αστυνομικούς και θεατές τον Απρίλη του 67 στην Αθήνα, κατά την διάρκεια της συναυλίας των Stones. Nα πούμε λοιπόν με την ευκαιρία και για άλλα σημαντικά μουσικά γεγονότα στα οποία στάθηκα τυχερός να παρευρίσκομαι.

Και πρώτα απ’ όλα στη φανταστική συναυλία των Pink Floyd στο ΟΑΚΑ, ότι ποιο δυνατό μου έχει συμβεί ΜΟΥΣΙΚΆ ΣΤΗ ΖΩΉ ΜΟΥ. Μάιος του 89. Mε το φίλο μου τον Τάκη τον ‘Μαπίκ‘. Θα πω μόνο πως ξεκίνησαν χαλαρά κι όσο περνούσε η ώρα η ένταση ανέβαινε, ο κόσμος στην αρχή αποσβολωμένος ξαφνικά ξέσπασε σε ένα ασταμάτητο παραλήρημα στο τελευταίο μέρος του θεάματος. Απλά πανζουρλισμός! Στην κιθάρα,δεν έχω λόγια να σας μεταφέρω τον τρόπο με τον οποίο την χειρίζονταν ο Gilmour. Δεν νομίζω να έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο.

Σεπτέμβρης 97, Θεσσαλονίκη και U2, ΣΤΟ ΛΙΜΆΝΙ, η πόλη για τρεις ημέρες ανέπνεε αλλιώς. Μηχανές. Απόλυτος άρχοντας στη σκηνή ο Bono, φανταστικός στην κιθάρα ο Edge. Τρομεροί. Τρεις μέρες ατέλειωτη γιορτή στην πόλη που την έχουν κατακλύσει νέοι απ’ όλα τα Βαλκάνια.

http://www.mixanitouxronou.gr/i-proti-synaylia-ton-u2-stin-ellada-peninta-chiliades-thaymastes-plimmyrisan-to-limani-tis-thessalonikis-pos-i-apergia-ton-teloneiakon-

Και να γυρίσουμε πιο πίσω στο μακρινό 88, είναι Οκτώβρης, πολύ ζεστός καιρός, έχω κατέβει με τη μηχανή στην Αθήνα μέσω Σκοπέλου, η μεγάλη συναυλία της Διεθνούς Αμνηστίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η πιο πολιτική και συγκινητική μιας και κεντρική στιγμή στάθηκε αυτή που 30 με 50 ‘μητέρες των εξαφανισμένων της Αργεντινής’ παρέλασαν στη σκηνή, με τα μάτριξ να μεταδίδουν εικόνες από την καταστολή του φασιστικού καθεστώτος του στρατηγού Βιντέλα. Τρέϊσι Τσάπμαν, Πίτερ Γκάμπριελ, Γιου Σου Ν’ Ντουρ, ο δικός μας Γιώργος Νταλάρας να ξενερώνει την κατάσταση, ο Στίνγκ και ο Μπρούς Σπρίνγκστιν, έπαιξαν, τραγούδησαν και φώναξαν στον κόσμο να ‘ξεσηκωθεί για τα δικαιώματά του’. Πάλι στο ΟΑΚΑ.

  • Ιδιώτευσα λοιπόν πολλά χρόνια. Από την εξέγερση του 2008 και μετά πήρα τα πάνω μου, πέρσι με το κίνημα των πλατειών βγήκα απ’ το καβούκι μου, με τις όποιες δυνάμεις έχω. Είναι ενθαρρυντική η κατάσταση, κι ας μη φαίνεται αρκετά, κι ας αποκρύπτεται μαζικά από τα μέσα χειραγώγησης και παραπληροφόρησης. Ένα ικανό κίνημα έχει απλωθεί στις γειτονιές της Αθήνας και σε πολλούς χώρους της υπόλοιπης χώρας, αυτόνομο.Έχει δημιουργήσει αντιδομές, οργανώνοντας τον κόσμο της χειραφέτησης. Θέλει πολύ δρόμο ακόμη και υπομονή, και να σταθούμε μακριά από ιδεοληψίες. Θέλει ψυχραιμία. Το σύστημα χρησιμοποιεί απροκάλυπτα όλα τα όπλα που διαθέτει, κρατικά και παρακρατικά για να φιμώσει ή και να σβήσει τελείως όπου μπορεί τις μορφές αντίστασης και ανυπακοής. Οι δομές των ελεύθερων ανθρώπων που αυτοοργανώνονται είναι εκεί έξω. Οι αυτόνομες φωνές.

Ας κρατήσουν οι χοροί, υπάρχουν ήδη στέκια αλλιώτικα, επαρχιώτικα και παντού! Με χορούς κυκλωτικούς κι άλλο τόσο ελεύθερους σαν ποταμούς! ας πληθύνουν,ας δυναμώσουν. Έχουμε ένα πλούσιο παρελθόν από το οποίο να μάθουμε.
Δεν μοιάζουμε με κανένα από αυτά που κυκλοφορούν σαν πρότυπα από τους θεσμικούς παίχτες αυτού του ‘παιχνιδιού’ που λέγεται καπιταλισμός και αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Ακούστε το με προσοχή.

Από τους τοίχους:
Αφήστε τις σακούλες και πιάστε τις κουκούλες.
Σκάσε και ψώνιζε.
Καταναλώνω, άρα υπάρχω.
Οι συνειδήσεις γεννιούνται στα οδοφράγματα.
Δούλευε, ψήφιζε και σκάσε.
Αφήστε τα ψώνια και πιάστε τα καδρόνια.
24ωρο της υποταγής, δουλειά και κατανάλωση και στ’ άλλα θεατής.
Ύλη παντού, αγάπη πουθενά.

συνεχίζεται

μιχαλης 277

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΜΜ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 9

το πέταγμα, πινκ φλόιντ

Δεύτερο σπίτι μας από μικρά παιδιά τα καλοκαίρια ο Μπάτης. Εκεί από τον Θοδωρή τον Γιαννακούδη έμαθα wind surfing και θαλάσσιο σκι πρώτα, ιστιοπλοία ανοιχτής θάλασσας αργότερα. Όταν ένιωσα πως το να γίνω και εγώ εκπαιδευτής θαλάσσιων αθλημάτων ήταν κάτι πολύ ταιριαστό στο χαρακτήρα μου αυτός ήταν που με συμβούλευσε να μεταφερθώ στο Εστέλλα του Τοτού στην Ηρακλίτσα. Έλεγε πως εκεί θα ήταν η παραλία του μέλλοντος.  Και έπεσε διάνα.Στον Μπάτη μεγάλωσα και ενηλικιώθηκα, στα βραχάκια του έκανα και τον πρώτο μου γυμνισμό, οι αμμόλοφοι ήταν ακόμη πολύ μακριά. Γνωρίστηκα εν τω μεταξύ και με τα θαυμάσια παιδιά του Θεατρικού Εργαστηριού. Γιάννης Κουκιάς, Δημήτρης Μπουζάνης, Ζωή κι Γιούλη Αποκατανίδου με τον Λαδά της τον Ανδρέα, ο Λεόντιος ο Πετμεζάς,η Έλσα ο Δημήτρης Ορφανίδης και ο Άγγελος,ο Γιώργος Κρασογιάννης, η Πάτρα, η Ευγενία και η Μαρία η Κρεάδα, ο Γιώργος ο Μαστοράκης και ο Φάνης κάποια από τα ονόματα που θυμάμαι μαζί με πολλά ακόμη θαυμάσια αγόρια και κορίτσια. Μοιραστήκαμε υπέροχες στιγμές.

Μαθαίνω πολλά, γίναμε πολύ καλό τημ, δουλέψαμε σκληρά, έχουμε γερούς δασκάλους. Πρώτα από τα Γιάννενα ο Νάκος ο Γιώργος με τα μούσια. Μετά ο Δημήτρης ο Ιωάννου από τη Θεσσαλονίκη. Ανεβάζουμε παραστάσεις σε Θάσο, Καβάλα, Δράμα και Θεσσαλονίκη. Μου στάθηκαν πολύ τα παιδιά και στις δικαστικές μου διαμάχες με διαβήματα στις αρχές και την πόλη. Και βεβαίως στάθηκαν τα πιο δημιουργικά χρόνια της ‘νέας εποχής μου’, τα πιο συναρπαστικά. Και μιας και ο αέρας μου ταιριάζει,φέρνουμε και το πρώτο ιδιωτικό ιστιοπλοϊκό σκαφάκι στην Καβάλα με τον ιδιοκτήτη και συμμαθητή και φίλο, τον Γιάννη τον Καραβά. Από τον Πειραιά στην Καβάλα σε τρία τριήμερα, εγώ πήρα μέρος στη διαδρομή Ραφήνα-Φτελιά Βόλου. Με την ευκαιρία να σας πω πως ο Πτελεός είναι το χωριό καταγωγής του παλιού μου φίλου Νίκου Αθανασίου και του Μάριου [ο οποίος,χρόνια αργότερα,παντρεύτηκε στη Θεσσαλονίκη την εξαιρετική Στέλλα, γλυκιά φίλη απ‘ τα παλιά].  Θέλησα πολύ να πάρω μέρος και στα άλλα ταξίδια, μου ήταν όμως αδύνατο μιας και έγιναν καλοκαίρι κι εγώ ήμουν απασχολημένος με την δουλειά μου στην παραλία..

Εκείνα τα χρόνια είχα, και δεν την ξεχνώ με τίποτα, μια πολύ δυνατή εμπειρία στο νερό. Ήταν για μένα ‘βάπτισμα πυρός’ στα δύσκολα, στην πραγματικότητα της αληθινής θάλασσας. Που έχει και τα στραβά της. Βλέπετε ήμουν συνηθισμένος στα ήρεμα νερά μέσα στον κόλπο όπου εκπαίδευα τους πελάτες μου.

Βρέθηκα ένα Σαββατοκύριακο στη Θάσο με το σκαφάκι γιατί με χρειάζονταν ο φίλος μου ο Αλέξης ο Σαπουντζής. Ετούτος είχε ένα δωδεκάμετρο τότε,ίσως και μεγαλύτερο, τη διάδοχο της βασιλικής Ναυκρατούσας. Άραξε τη νύχτα του Σαββάτου στον Λιμένα και φύγαμε με το δικό μου το μικρούλι να κάνει ψαροντούφεκο στα Κύνηρα. Όπως και έγινε. Κοιμηθήκαμε αργότερα στο μεγάλο και το άλλο πρωί κάναμε το γύρο του νησιού, ψήσαμε και φάγαμε τη λεία στα βράχια στις Αλυκές, κολυμπήσαμε στον Αρχάγγελο, φάγαμε λουκουμάδες στα Λιμενάρια και δώστου απόγευμα προς βράδυ Κυριακής για επιστροφή. Μόνο που ο καιρός άρχισε να χαλάει και μας βρήκε το μπουρίνι μεσοπέλαγα! Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε, πήγαινα στα επτά κοντά μέτρα πίσω από το μεγάλο για να κόβει, μέσα στα απόνερα του. Κι όμως ο αέρας με σήκωνε σαν καρυδότσουφλο, πείρα δεν είχα, βούτηξε στο νερό ο Αλέξης, ανέβηκε στο μικρό μιας και είχε αφήσει στο τιμόνι του δικού του τον Ντόρη τον Λυμπερόπουλο,ο οποίος κάποια χρόνια μετά το έκανε δικό του, πήρε το τιμόνι και έτσι έμαθα πώς οδηγούν στην τρικυμία Μας οδήγησε ασφαλείς στην Ηρακλίτσα όπου είχα αφήσει στη θέση μου να κρατάει το ‘μαγαζί’ άλλο καλό φίλο τον Κώστα τον Χατζηγιώργη. Έτσι έμαθα τι σημαίνει πραγματικά θάλασσα!

Τελειοποίησα και την ιστιοπλοία μου πάντα με τον Γιαννάκη τον Καραβά σε διήμερα Καβάλα Ηρακλίτσα και Καβάλα Θάσος, αρχές φθινοπώρου που σταματούσε η δουλειά. Ψαρέματα, ψησίματα, ύπνος στο σκάφος και γυμνισμός όταν μας έπαιρνε. Μαθαίνουμε να πετάμε και με αλεξίπτωτο πλαγιάς, μια μεγάλη παρέα, τη Φαίη θυμάμαι μοναχά.

Παντρεύομαι κιόλας τη Λίνα, γεννιέται πρώτα η Έλλη και μετά η Μαριλένα, έχουμε δοκιμάσει εν τω μεταξύ μήπως και καταφέρουμε να εγκατασταθούμε Θεσσαλονίκη μιας και η αδελφή μου η Μανίνα και ο γαμπρός μου ο Δημήτρης μας προσφέρουν δουλειά σε μόνιμη βάση. Κάθε φορά που μπαίνει άνοιξη όμως και μυρίζει καλοκαίρι το μυαλό πετάει στην θάλασσα με την οποία ακόμη είμαι πολύ καψούρης, κι έτσι ο εγκλιματισμός αποτυγχάνει. Οι παραλίες με τραβάνε σαν μαγνήτης. Ήταν τα χρόνια της Σελήνης και του Δον Κιχώτη, του Berlin λίγο αργότερα. Και του Ηρακλή του Δούκα. Ανατέλλει το άστρο του Παπάζογλου και του Ρασούλη, ας είναι και οι δύο καλά στην καινούρια τους κατοικία. Λίγο μετά και αυτό του Ζερβουδάκη, αμούστακο ακόμη τον γνωρίσαμε στην Αμουλιανή, ‘πεταμένο’ ένα Πάσχα στην αμμουδιά με την Μαρία Φωτίου. Μας γνώρισαν την Τήνελα στην Τούμπα. Εκείνο το διάστημα τραγούδησαν με τον μεγάλο Παύλο Σιδηρόπουλο για τον άλλο τεράστιο, τον Γιάννη Μαρκόπουλο, ‘μάθε το ζήτω κι έλα μαζί μας’ και άλλα πολλά, σε συναυλία μάλιστα στο Ηρώδειο.

Στο μεταξύ η Ελλάδα αναστενάζει στα γήπεδα, δεν υπάρχουν ακόμη μαγαζιά στα Λαδάδικα, ή άλλες τέτοιες γειτονιές στέκια, αν εξαιρέσεις τα βραδινά Κάστρα, με τις ταβέρνες τους, υπάρχει όμως το Κρυφό Σχολειό [βραδάκια],και το Όλυμπος Νάουσα [μεσημέρια], όπου τρώει το φοιτηταριό. Τριγυρνώ συχνά στις σχολές, παρακολουθώ, αλλά δεν τρελαίνομαι κιόλας. Συνεργάζομαι στην Καβάλα με τον Σάββα τον Σιμιτσή,[που εν τω μεταξύ μας βάπτισε την Έλλη], και τον Καφά τον Χρήστο στο Απαραίτητο. Και λίγο μετά με τον Σαλαβάτη στο 32 που πήρε ο Νικόλας από τον Γιώργο τον Καψιτίδη και τον Περικλή. Είναι η περίοδος που δένομαι ακόμη περισσότερο με τον Καρρά. Μουσική παίζει ο Σάκης ο Ασβεστάς και σερβίρει ο εξαιρετικός με τα πινέλα Μανώλης Κελαϊδίτης.

Είναι τα χρόνια που ανθίζει ξανά το κίνημα του ζηλωτισμού, Άγιο Όρος, Μονή Εσφιγμένου, ‘Ορθοδοξία ή Θάνατος’, σας μίλησα νωρίτερα για τον φίλο μου τον Μαλέζη. Μου έχει αφήσει τον σπόρο,ψάχνομαι κι εγώ, πηγαίνω με τον φίλο και σύντροφο Χρήστο Γεωργιάδη στο Όρος, στη μονή Διονυσίου, γνωρίζω τον παπα Παύλο και τον μοναχό Αγάπιο, μελετώ το κήρυγμα της αγάπηςερωτεύομαι το περιβάλλον και την ησυχία, το ταπεινό πνεύμα και το κήρυγμα της συμπόνιας, πέφτω με τα μούτρα στο ψάξιμο, νιώθω ξανά χρήσιμος, εξομολογούμαι στον Παύλο, μου βάζει κανόνα.

Κρατάει χρόνια, παρακολουθώ και την κοινωνική και πολιτική κατάσταση. Αν εξαιρέσουμε τους φοιτητές και τους μαθητές που συχνά με τους αγώνες τους ταράζουν τα νερά του πράσινου ύπνου στον οποίο έχει βυθιστεί η κοινωνία,είναι τα χτυπήματα της 17ης Νοέμβρη, του ΕΛΑ και της Αντικρατικής Πάλης που τραντάζουν την ψευτο ευδαιμονία της πήλινης νιρβάνα που έχει καταλάβει τους μικροαστούς, τους στηλοβάτες του σοσιαλφασισμού που έχει σαρώσει τα πάντα. Τα ελεύθερα Εξάρχεια, Κουφοντίνας, Τσουτσουβής,Πρέκας,Μαρίνος, Σμυρναίος, Μαζοκόπος, Καλτεζάς, Κουμής, Κανελοπούλου. Και Αρκουδέας, Ντάνος Κρυστάλης μερικά από τα ονόματα που έμειναν χαραγμένα στη συλλογική μνήμη. Μαζί με τους αδελφούς Παλαιοκώστα αργότερα.

url

θα πληρώσετε για όλα 3

Τα καλοκαίρια στην παραλία ξεφεύγω τελείως, σαν να βρίσκομαι σε άλλον πλανήτη. Πρώτα σκηνή μετά τροχόσπιτο. Μεταξύ άλλων γνωρίζω τον Βαγγέλη τον Καψιμάλη και τον Ιορδάνη. Όλη μέρα στο σκάφος, το βράδυ φωτιά στην αμμουδιά, κρασάκια και κουβέντα, μουσική και χορός πολύ συχνά. Η άλλη πραγματικότητα είναι πολύ μακριά, κρατάμε μακριά τηλεόραση και ραδιόφωνο,δεν ακούμε ‘ειδήσεις’. Στην εξοχή,για εμάς, μια αυτάρκης ελεύθερη νησίδα στη μέση του ’πολιτισμού’ που είναι το κάμπινγκ. Με τους δικούς μας κανόνες. Δεν υπάρχουν αρχές παρά μόνο εμείς. Εξωτερική ενόχληση καμία.

Μόνο τώρα, τόσα χρόνια μετά, συνειδητοποιώ τι σήμαινε για όλους όσους το έζησαν εκείνα τα φοβερά καλοκαίρια στην ελεύθερη παραλία της Ηρακλίτσας. Η ουτοπία έχει ξαναγίνει πραγματικότητα. Επί μήνες, κάθε καλοκαίρι, για πάνω από 15 χρόνια ζήσαμε χωρίς κανέναν απολύτως έλεγχο κάμποσοι άνθρωποι, δίχως διαχωρισμούς και προκαταλήψεις, δίχως αποκλεισμούς και ανισότητες! ΔΊΧΩΣ ΝΑ Μας ‘ΖΑΛΊΖΕΙ ΚΑΝΈΝΑΣ ΤΟΝ ΈΡΩΤΑ.’ Ένα μαγιό όλη μέρα εξισώνει όποια ανισότητα!

Πετάω αβέρτα αλεξίπτωτα, τους ξεκινάω και τους προσγειώνω όλους στην αμμουδιά, ανάμεσα στις ομπρέλες και τους λιαζόμενους. Έχω σκοινί εκατό μέτρα και μπορώ και μανουβράρω το σκάφος μακριά από αυτούς που κολυμπούν, σε απόσταση από την αμμουδιά. Χρησιμοποιώ τον αέρα που με βοηθά να κρατώ ψηλά το αλεξίπτωτο και να οδηγώ με χαμηλές ταχύτητες, ελαχιστοποιώντας τον κίνδυνο για όλους. Και μιας και είμαι μακριά από την ακτή και οι υπολογισμοί στις αποστάσεις καμιά φορά αστοχούν,δύο ή τρεις φορές μου μπλέχτηκε το πανί στα μπροστινά δέντρα της αμμουδιάς, πάνω από τα κεφάλια των ‘θεατών’, λίγο πριν την προσγείωση, πάνω από το μπαράκι. Προς τέρψη όλων.Ακόμη τα θυμούνται και γελούν.

Είναι φοβερή εμπειρία το πέταγμα, κάθε φορά σαν τη πρώτη ! δεν βαριόμουν να τραβώ ποτέ. Μου έμαθε ο Άκης ο Βέτας πως να ανεβοκατεβάζω το αλεξίπτωτο, μαλακά πάνω από τα νερά, χρησιμοποιώντας τον αέρα, με τον δεμένο ‘αναβάτη’ να το απολαμβάνει. Εγώ απλά το πήγα πιο πέρα και τους ανεβοκατέβαζα πάνω από τα κεφάλια τουριστών και ντόπιων που ξάπλωναν στην αμμουδιά ηλιοκαμένοι. Αν μάλιστα επρόκειτο για κάποια όμορφη κοπέλα τότε την προσοχή όλων μονοπωλούσε η πτήση. Στην αμμουδιά οι πάντες ‘ξεβρακώνονται’.

Καλύτερος βοηθός από τον αέρα δεν υπάρχει, μπορείς να κάνεις όλους τους ελιγμούς με την ελάχιστη ταχύτητα. Και προσγειώνεις τον ‘αναβάτη’ πολύ μαλακά. Εάν δεν φυσά,τον αφήνουμε μαλακά στο νερό ‘κόβοντας’ σιγά- σιγά ταχύτητα στο σκάφος. Η παραλία περίμενε κάθε μέρα αυτόν που θα κάνει την αρχή, για να ξεκινήσει το θέαμα. Εάν οι συνθήκες είναι καλές μπορείς να κρατάς μια αμμουδιά καθηλωμένη. Πολύ συχνά συνέβαινε αυτό,και κάθε καλοκαίρι επέστρεφαν πολλοί ‘θαμώνες’ του προηγούμενου έτους. Όταν καθυστερούσε να ξεκινήσει η εργασιακή μέρα πετούσα για κράχτη την Έλλη, ξεκίνησε να πετά από τα τέσσερά της, η Μαριλένα δεν πρόλαβε.

  • Να ανοίξω όμως μια μικρή παρένθεση και να θυμηθώ εκείνη τη ζόρικη μέρα,με την απίστευτη φάση, όταν γλιτώσαμε τη ζωή ενός ανθρώπου σχεδόν από θαύμα. Ξέχασαν [και όμως είναι δυνατόν !] τα παιδιά στην αμμουδιά να δέσουν από το αλεξίπτωτο μια κοπελιά, ελληνογερμανίδα! δεν το πρόσεξα κι εγώ! και το κακό έρχεται τρέχοντας! Αυτή η τρομερή όμως καταφέρνει ν’ ανέβει τα πάνω από εξήντα μέτρα από την επιφάνεια του νερού, κρεμασμένη από τα μπράτσα της!! Κάτι κατάλαβα, η στάση του σώματος δεν ήταν φυσιολογική, άρχισα να την κατεβάζω σιγά- σιγά, για να μη πανικοβληθεί, να ζοριστεί λιγότερο. Και η απίστευτη, μου κάνει νόημα, όχι! θέλει να ξανανέβει, έτσι κρεμασμένη από τη δύναμή της!
  • Αργότερα μου είπε πως πίστευε πως αυτό ήταν το φυσιολογικό!
  • Για να μη σας τα πολυλογώ, την ανέβασα δεύτερη φορά ψηλά αλλά πλέον ήμουν πολύ ανήσυχος, δεν μου άρεσε αυτό που έβλεπα και αποφάσισα ότι θα την κατεβάσω οριστικά, όπως και έκανα, σωθήκαμε όλοι μαζί. Διότι, όπως είχα σωστά καταλάβει, το κορίτσι δεν πετούσε δεμένο!

Εκτός από ατέλειωτες συγνώμες και άπειρα κεράσματα γίναμε και πολύ καλοί φίλοι. Το επόμενο καλοκαίρι ήταν πάλι εδώ                                                                                                Εκεί γύρω βρίσκονται και τα νυχτερινά μαγαζιά με την μεγαλύτερη κίνηση σε όλη την περιοχή. Κάθε νύχτα κανονική κατάληψη από τη νεολαία. Στην αμμουδιά αμέτρητος κόσμος σε παρέες με κιθάρες, φωτιές και μουσική, τα μπαράκια και τα κλαμπ γεμάτα πιτσιρικάδες και μεγαλύτερους. Φυσικό λοιπόν, όταν όλα ησύχαζαν, αργά τα χαράματα, κάποιοι θερμόαιμοι να ρίχνουν τα θαλάσσια ποδήλατα στο νερό για μια βόλτα στα ανοιχτά!

Ένα πρωϊνό λοιπόν που κατεβαίνω στην αμμουδιά βλέπω πως ένα ποδήλατο λείπει. Βρε αμάν, που πήγε το ευλογημένο; περιμένω λιγάκι να μαζευτούν οι ‘βοηθοί’ μου, και με το που καταφτάνουν αρπάζω έναν, πρέπει να είναι ο Βασάκης, παίρνουμε το σκάφος και ορμάμε στο ψάξιμο. Με τα πολλά βρίσκουμε το καημένο ριγμένο στα βράχια, στη διαδρομή προς Παλιό, λίγο πριν το σπίτι του Γιώργου του Πετρίδη και της Λίλης. Το δένουμε πίσω από τη βάρκα και το ρυμουλκούμε σιγά σιγά. Έχει τρύπα, μπάζει νερά, καβαντζάρουμε την στροφή της Αρετούσας, προχωράμε αργά, εκατό μέτρα από την ακτή το χάνουμε τελείως. Πάτωσε.

Το βάθος είναι καμιά τέσσερα με πέντε μέτρα υπολογίζουμε. Τώρα; Αποφασίζουμε το απίστευτο. Ρίχνουμε σημαδούρα για να μη το χάσουμε μιας και ο πάτος είναι γεμάτος φύκια,η θάλασσα σκουραίνει και δεν μπορείς να δεις στο βυθό από την επιφάνεια. Βγαίνουμε στην ακτή, παίρνουμε μαζί μας ένα ακόμη έμπειρο παλικάρι και επιστρέφουμε πίσω. Οι δυο μας λοιπόν βουτάμε και ο τρίτος βγάζει έξω το σκάφος. Εμείς θα μεταφέρουμε το ποδήλατο στην ακτή περπατώντας στον πάτο! Όσο και να σας φαίνεται απίθανο, τα καταφέρνουμε. Το σηκώνουμε στα χέρια μας μες το νερό, κάνουμε λίγα βήματα, το αφήνουμε, βγαίνουμε επάνω στην επιφάνεια για να πάρουμε ανάσες, ξανά πίσω, στον πάτο. Τα ίδια, μέχρι που φτάνουμε στην παραλία, μέτρο μέτρο, βήμα βήμα. Κάθε τι βυθισμένο στο νερό χάνει το μισό του τουλάχιστον βάρος, γίνεται ελαφρύτερο. Τα καταφέραμε σηκώνοντας το κυριολεκτικά στις πλάτες μας στον βυθό περπατώντας λίγο λίγο! Χρειάστηκε πολύ ώρα και υπομονή, τα πνευμόνια μας αντέχουν γερά, είμαστε αποφασισμένοι να γυρίσουμε οπωσδήποτε πίσω με το τρόπαιο μας! Έτσι κι έγινε! Αξέχαστη εμπειρία.

Μόλις έρχονταν το σούρουπο γίνονταν το ρεφενέ και όσοι παρέμεναν μοιράζονταν τα ‘διακονήματα’ ενώ εγώ έπλενα τον εξοπλισμό. Όταν η δουλειά ήταν λιγότερη, αρχή και τέλος καλοκαιριού που η κίνηση ήταν σπασμένη, είχα τον χρόνο πριν βραδιάσει, έπαιρνα δυο- τρεις ακόμη, πάντα τον Σάκη, και ‘τρέχαμε’ στην Αρετούσα να βγάλουμε φούσκες αχινούς και μύδια. Ο Νικολαίδης ο Νίκος που έρχονταν συχνά μαζί μας έδειξε και ένα ‘γερό’ μέρος πίσω από τα κόκκινα βράχια και εκεί σε βάθος δύο, δυόμισι μέτρων βρίσκαμε μύδια τεράστια, τα βγάζαμε ένα- ένα με το χέρι. Έξω κάποιος ετοίμαζε τη φωτιά, ο Μάξ αναλάμβανε τα ψησίματα. Κρασί είχαμε μπόλικο και μερικά τσιγάρα καμιά φορά.

Κιθάρες που και που, καθημερινά το κασετοφωνάκι. Σουξέ μας για πολλά χρόνια το Sunday, Bloody Sunday, ακούγαμε πολύ U2 τότε. Και Dire Straits. Hey hey May may  Rock and Roll can never die τραγουδάει ο Νηλ Γιάνγκ.

  • Οι αναμνήσεις τρέχουν. Θα σας διηγηθώ εν τάχει ένα συμβάν που αξίζει ν’ ακούσουμε μιας και θαύμα θυμίζει, κάποια χρόνια πριν έτσι θα το ονόμαζαν, σίγουρα. Η ιστορία του Παύλου στα βράχια της Ηρακλίτσας. Είναι αρχή καλοκαιριού, αργά το απόγευμα, ο ήλιος έχει πέσει, είναι μέρα ακόμη. Λίγος ο κόσμος στην αμμουδιά. μας καλούν στο μπαράκι που βρίσκεται στο εσωτερικό, πίσω από τα δέντρα, μια παρέα Γερμανών τουριστών που επιθυμούν να μας κεράσουν κάποια ποτά. Τους ευχαριστήσαμε νωρίτερα στην παραλία με τα θαλασσινά παιχνίδια και θέλουν να δείξουν τη χαρά τους κερνώντας μας ότι επιθυμούμε. Δεν αρνιόμαστε, η αμμουδιά σχεδόν άδεια, έχουμε καθαρίσει και συμμαζέψει τον εξοπλισμό μας, το σκάφος δεμένο στη σημαδούρα του στα βαθιά, μπορούμε άνετα να ανέβουμε για ποτάκι, πράγμα που κάνουμε αμέσως.

Πίνουμε μπύρες με σφηνάκια όταν με πλησιάζει έντρομος ένας κύριος και τρέμοντας μου λέει πως μόλις παρακολούθησε τρομαγμένος την πτήση ενός αυτοκινήτου από τον απέναντι γκρεμό προς την θάλασσα, και πως πρέπει κάτι να κάνω μιας και είμαι ο μόνος εκείνη τη στιγμή που θα μπορούσα να δώσω ένα χέρι βοήθειας σε περίπτωση που υπήρχε ζωντανός! το πράγμα φαίνεται απίθανο, η πτήση είναι κοντά στα 70 μέτρα, τόσο το ύψος του γκρεμού, από κάτω βράχια, το βάθος του νερού όχι περισσότερο από μισό μέτρο σε εκείνο το σημείο. Η πρόσκρουση είναι τρομερή! Τρέχω προς τη θάλασσα, με ακολουθεί και ο Σάκης. Από πίσω μας τα παιδιά μας, Ο ΓΙΩΡΓΆΚΗς ΦΩΝΆΖΕΙ ΠΩΣ ΘΈΛΕΙ ΝΑ ΔΕΙ ΤΟΝ ΝΕΚΡΌ. ΠΑΡΑΚΑΛΏ ΑΠΌ ΜΈΣΑ ΜΟΥ ΤΟ ΘΈΑΜΑ ΠΟΥ ΘΑ ΑΝΤΙΚΡΙΣΩ ΝΑ ΜΗ ΜΕ ΣΟΚΆΡΕΙ ΠΟΛΎ, ΝΑ ΚΑΤΑΦΈΡΩ ΝΑ ΣΤΑΘΏ ΣΤΟ ΎΨΟς ΤΗΣ ΠΕΡΊΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΝΑ ΒΟΗΘΉΣΩ ΌΠΩς ΜΠΟΡΏ.

Πλησιάζουμε στα γρήγορα, έχει κύμα και μας δυσκολεύει, το αυτοκίνητο είναι καρφωμένο στα τέσσερα, μισό μέσα στο νερό και μισό απ’ έξω, ένας τύπος ντυμένος, μούσκεμα, ξυπόλητος είναι καθισμένος στα βράχια και μονολογεί! άθικτος. Ούτε γρατζουνιά, σε κατάσταση σοκ! Επαναλαμβάνει συνεχώς τα ίδια λόγια. Τον ανεβάζουμε στο σκάφος, τον κοιτάμε από πάνω μέχρι κάτω, δεν πονάει πουθενά, σκέφτεται τον πατέρα του, την κακιά του τύχη, εμείς την καλή του που τον έχει ζωντανό και άθικτο. Τον βγάζουμε στην αμμουδιά, τον ξαπλώνουμε σε μια ξαπλώστρα, τον φορτώνουμε στο τζιπάκι του Μανιού του Γιάννη και τον ανεβάζουμε στο Νοσοκομείο. Ασθενοφόρο πουθενά.

Ξέχασα να πω πως στα βράχια έχει κατέβει γνωστός μου ορειβάτης από τη Δράμα, το όνομα του οποίου λησμονώ, για να βοηθήσει όπου χρειαστεί. Στην αλάνα πάνω από το συμβάν έχει μαζευτεί άπειρος κόσμος που παρακολουθεί σαστισμένος τα τεκταινόμενα. Για να μη πολυλογώ, ο Παύλος τη γλίτωσε με το σπάσιμο μιας και μοναδικής κλείδας κάτω από τον λαιμό του. Συνήλθε από το σοκ την ώρα που πλησιάζαμε στο Σανατόριο και ζήτησε το σκυλάκι του. Επικοινωνήσαμε με τους φίλους που αφήσαμε πίσω κι έτσι ο Σάκης ξαναπήρε το σκάφος, πήγε πάλι στα βράχια, βρήκε από τα γαβγίσματα το σκυλάκι,και το άλλο πρωί ο Παύλος έχει ξανά τη συντροφιά του. Γίναμε φίλοι έκτοτε και όποτε συναντιόμαστε να δείτε αγκαλιές και φιλιά! Αυτά με τον φίλο μας και την περιπέτειά του στον γκρεμό της Ηρακλίτσας.

Κλείνω την παρένθεση και επιστρέφω στις ροκιές, Do ‘nt forghet about me και Simple Minds για να ελευθερώσουμε τον Μαντέλα. Και Bico, που τον δολοφονούν στη γαμημένη νότια Αφρική οι λευκοί φασίστες στο κελί γιατί ήταν μαύρος και κομουνιστής! τα αιώνια κακά! κι εκεί όπως κι εδώ όπως και παντού σε αυτό τον άχρηστο ντουνιά!

Και όσο και αν μοιάζει αντιφατικό με το όλο κλίμα,βοηθώ στους ψαλμούς,τους χειμώνες βέβαια,στην εκκλησία του Αγίου Παύλου με τον παπα Βασίλη και τον μεγάλο δάσκαλο της Βυζαντινής μουσικής και εξαιρετικό ψάλτη κ Βασιλειάδη Θανάση.ΜΊΑ ΦΟΒΕΡΉ ΕΜΠΕΙΡΊΑ ΚΑΙ ΑΥΤΉ! Να πω πως με τον δάσκαλο ξανασυναντιόμαστε χρόνια μετά μιας και υπήρξε καθηγητής μου μουσικής στο γυμνάσιο .

Φωτιές σε Καβάλα και Θάσο, το βυθισμένο στο λιμάνι καράβι αμολάει λιπάσματα και ρυπαίνει τη θάλασσα, έρχεται και ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία να δώσει τη χαριστική βολή σε μια περιοχή που χάνει τον τουρισμό της μέρα με τη μέρα, η δουλειά πέφτει κατακόρυφα, πρέπει να τα παρατήσουμε μιας και ξαναεμφανίζεται μπροστά η προοπτική της Θεσσαλονίκης, ο γαμπρός μου με χρειάζεται, έχουμε φτάσει στο 1997 πλέον, ξαναγυρνάμε για μια πενταετία που ίσως να είναι και η τελευταία. Βέβαια στη ζωή πρέπει να ξέρεις να μη λες ποτές ποτέ. Εκεί γνωρίσαμε και τον Σάκη τον Μανάφη όπως και άλλα αξιόλογα παιδιά.

Με κρατάει το 5 επί 5, στου Κωφίδη, του Νικολούδη και σε όλα τα γηπεδάκια τελικά της κεντρικής και ανατολικής Θεσσαλονίκης, κολύμπησα στις πισίνες της καλοκαίρι και χειμώνα, τότε ήταν που ο φίλος ο Βασάκης μου έδειξε να κατεβαίνω με snow board στο χιόνι,πρώτα στον Λαϊλιά στις Σέρρες,απ’ όπου κατάγεται, και μετά στο Σέλι. Τον Άκη τον συνάντησα στη Θεσσαλονίκη μιας και για πολλά χρόνια με συντρόφευσε στις παραλιακές μου ασχολίες, ήταν για μεγάλο διάστημα ο βοηθός μου στην αμμουδιά. Εκεί ξανασυνάντησα επίσης και τον Αντώνη τον ‘Λυκουρέζο’, δικηγόρο που ζει στην Θεσ-νίκη και η καταγωγή του είναι από Ηρακλίτσα. Αυτός μου έδειξε τη Σμίξη και τη Βασιλίτσα. Τη Νάουσα με τα τρία πέντε πηγάδια είχα προλάβει να την επισκεφτώ με τον Θανάση τον Μαρωνόπουλο όπως και το Νυμφαίο και τόσα πολλά άλλα όμορφα μέρη, Όλυμπο, Ζαγοροχώρια κλπ με τον ορειβατικό όμιλο.

Γνώρισα το Καϊμακτσαλάν και το Ελατοχώρι. Οι κατεβασιές στην ησυχία των πλαγιών των κάτασπρων από το χιόνι είναι το κάτι άλλο, η ησυχία του βουνού, η θέα η απίθανη από τις κορυφές, εκείνη η καθαρότητα, η φρεσκάδα. Στη θάλασσα κουράζεσαι, στο βουνό ηρεμείς. Στην αμμουδιά τσιτώνεις, μόνο στο πέλαγος βαθιά, στην ησυχία του πανιού μπορείς να ηρεμήσεις, μετά το μεσημέρι. Οι κατεβασιές δίνουν πνοή, σε ανεβάζουν, είσαι λεύτερος ειδικά όταν χάνεσαι στο απάτητο μακριά απ’ τους άλλους. Ξεπηδούν από μέσα αρχαία ένστικτα. Όπως στο πέταγμα στην αφρισμένη θάλασσα με το πανί. Εδώ ταιριάζει απόλυτα ο Moby και οι φοβερές του μουσικές, όπως επίσης Placebo.

Η πτήση απ’ την πλαγιά έχει άλλη ομορφιά, εδώ πάλι γαληνεύεις. Νιώθεις μοναδικά, αξεπέραστα,πάντα ο άνθρωπος ζήλευε το πουλί! Αυτές οι ομορφιές που ξεσηκώνουν τις αισθήσεις είναι αξεπέραστες, σαν πολλά τριπάκια μαζί, αξίζει κανείς να δοκιμάσει, αν μάλιστα διαλογιστεί πάνω στο πόσα χρήματα ξοδεύει στις πιόλες και στα τσιγάρα, κάθε είδους. Δεν μετράνε μία μπροστά στην αδρεναλίνη που εκρήγνυται στο βουνό ή στη θάλασσα. Να μνημονεύσω και έναν άλλο δάσκαλο, σε άλλο άθλημα, τον Ανδρέα τον Σαραλιώτη που με γύμναζε στη σχολή του Σίμου του Ζαχόπουλου στο κικ μποξινγκ. Ήμασταν γνωστοί από τον Νικόλα,έρχονταν κι αυτός συχνά στο Vanitas.Πολύ γερός. Μαλλιάς κι εκείνος, καλή καρδιά. Μεγάλος δάσκαλος και ο Σίμος, με τον τρόπο του, και ο Σωκράτης ο Καραίτης με το βάθος του. Απλός και προσιτός και ο Τάσος, καλό παλικάρι.

Και λέω πως δάσκαλος είναι αυτός που σου δείχνει τον δρόμο που ακολούθησε εκείνος για να φτάσει εκεί που στόχευσε, προκρίνοντας σε και σπρώχνοντας σε να βρεις τον δικό σου,σύμφωνα με τον χαρακτήρα και τα μέτρα σου !

Κατέβηκα συχνά στην Αθήνα για διάφορους λόγους, κυρίως για να δω μεγάλα παιχνίδια του Θρύλου. Συναντούσα με την ευκαιρία τον καλό μου φίλο τον Αποστόλη τον αγιογράφο του οποίου τα ίχνη δυστυχώς έχω χάσει. Κάποια στιγμή ο Απόστολος έχει σπουδάσει στο ΤΕΙ της Καβάλας κι έτσι τον γνωρίσαμε, δεν θυμάμαι ποιος πρώτος, τελευταίος συνδετικός κρίκος είναι ο Χρήστος ο Γεωργιάδης. Βλεπόμασταν εδώ με τον Γερούδη, την Ελλάδα και την Αννούλα την Ησαία που και αυτήν την χάσαμε πριν λίγο καιρό, να ναι καλά εκεί που βρίσκεται. Έλεγα λοιπόν για τον φίλο μου, δεν τον ξεχνώ, κάπου θα τον ξανασκαλώσω. Εξαιρετικός, ψυχούλα, με πήγαινε στη μαρίνα του Φλοίσβου, στον Άλιμο και πίναμε κρασάκι, και αναλύαμε τον άνθρωπο και τις αδυναμίες του και τις ομορφιές της ζωής. Ανεβαίναμε στα βράχια του Λυκαβηττού, μπανίζαμε την Αθήνα από ψηλά και δώστου κουβεντούλα, και τα μεγάλα ερωτήματα. Για την επανάσταση που χάθηκε νωρίς. Και τον σκοπό της ζωής. Για τους νηπτικούς και την καρδιακή προσευχή. Μου γνώρισε και τον παπα Φιλόθεο τον Φάρο, στην Πλάκα, ήπιαμε τσιπουράκι στο Αρχονταρίκι του. Καπνίσαμε τσιγαράκι στο Θησείο, στα αρχαία, στην Αγορά. Μου έδειξε και τα Αναφιώτικα κάτω από τον Βράχο,αν τα λέω καλά.

Και μιας και θυμήθηκα την Άννα ας μνημονεύσω και άλλους φίλους που έφυγαν,με τους οποίους μοιράστηκα πράγματα και στιγμές μαζί, σαν τον Μίμη,τον Κωστίκα, τον Άρη τον Ανδριανάκη,τον Φωστηρόπουλο, τον Μαρμάγκαλο, και την αδερφή της Γιούλης,τη Ζωή που ήταν τόσο όμορφη και ευαίσθητη! Τον Θανασάκη τον Βούρα και πολύ παλιότερα τον γιατρό τον Καμαράτο που ήταν πάντα δίπλα στους νέους, με εκείνο το τσιγάρο, μόνιμα κολλημένο στα χείλια. Τον Ηρακλή τον Ανανιάδη. Δεν θα ξεχάσουμε και τον Γιάννη, τον ‘Ζανό’. Και φυσικά τον Άλκη τον Κριθαρέλη. Τον Γιώργο τον Κερανόπουλο, τον Παντελή την ‘Αλεπού’και τον κύριο Αντώνη, τον Γιάννη τον Ζαχαρόπουλο και τον Guido, τους δυο ξάδελφους Γιάννη και Διαμαντή Γεωργιάδηδες,  έκανα πολύ παρέα με τον δεύτερο, είναι αυτός που μου γνώρισε τον Ηρακλή τον Δούκα με το Μπανάλ του στην Θεσσαλονίκη, μπαρ που και αυτό σημάδεψε την εποχή του.

Και φυσικά την Λέτα.

Πολλά μου δίδαξε και ο μοναχός Αγάπιος στην Διονυσίου με εκείνο τον άμεσο τρόπο που είχε. Νομίζω πως μοιάζαμε πολύ. Ο παπα Παύλος με ‘έσκισε‘ στις νηστείες και τα διδάγματα. Την καρδιά μου την άγγιξε ο Αγάπιος. Τους τιμώ, όπως και τον γέροντα Ξάνθης. Σίγουρα στάθηκαν σταθμοί στην ζωή μου,την ‘σφράγισαν‘. Στάθηκα τυχερός είχα εξαιρετικούς δασκάλους στο πέρασμά μου, έδειξαν το δρόμο τους για να ζωγραφίσω κι εγώ τον δικό μου, αυτόνομα! Η ιδέα του θείου και της αθανασίας με γοητεύει αφάνταστα. Έψαξα και το δρόμο της Ανατολής. Παντού μιλούν για την αγάπη! Μιλούν για την ακινησία,πρέπει να τα ζήσεις τελικά, δεν εξηγούνται. Σιντάρτα, αέναη κίνηση, παρατήρηση, διαλογισμός ,Όσσο, Κρισναμούρτι, τεράστιοι. Ο Όσσο στάθηκε δάσκαλος για τον Ρασούλη, και για μένα. Και οι εξαιρετικοί σούφι.

Παράδεισος ή μετεμψύχωση, μετενσάρκωση ή ανυπαρξία; Ποιος ξέρει; Ψάξου, αγάπησε, αφήσου. Ταπεινά, δέξου τη διαφορετικότητα. Κτύπα και θ’ ακούσεις. Την καρδιά σου. Άνοιξε τα μάτια και θα δεις. Αυτό που σου ταιριάζει. Άκου όμως. Δέξου. Δίχως φανατισμούς. Αιώνια ερωτήματα. Τα πάντα ρέουν. Όλα τριγύρω αλλάζουνε. Θυμάστε το εργοστάσιο του Αποστολόπουλου που χώριζε στα δύο τον δρόμο στο Περιστέρι; μύριζε ξύλο η περιοχή και ήταν όμορφα. Για να κλείσεις τη μύτη σου λίγο πιο κάτω στα Αλίπαστα εκεί στου Κατσόμαλου, στην Ιχθυόσκαλα που πάστωναν τα ψάρια. Στα καπνομάγαζα που τώρα υπάρχει ηλεκτρομάγαζο,στην Αμύντα, στον όροφο ήταν ο ‘Θείος’ με τα μπιλιάρδα και τα μπαλάκια κλπ.Και στην Αστυνομική Διεύθυνση η Πυροσβεστική. Θυμάστε το Εργατικό Κέντρο τότες που γίνονταν αγώνες; Καμία σχέση με το σημερινό παλάτι. Στη γωνία απέναντι από τον κτηνίατρο τον Συμεωνίδη κατεβαίνοντας την Δημοκρατίας ήταν το Χάνι, ποιος το θυμάται το αληθινό το χάνι με την αυλή του; όπου παίζαμε μπαλάκια στις κοπάνες μας απ’ το Αρρένων. Στην Αμύντα πίναμε κρασάκι από τα βαρέλια,στου Μπαλτά.

Σήμερα έχουμε κινητά τηλέφωνα και δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς. Δίχως κινητό στην τσέπη νιώθουμε άδειοι,χαμένοι. Κάρλ Γιούνγκ, Καζαντζάκης. Φραγγίσκος. Ερμαν Έσσε. Σημάδεψαν τη ψυχή μου. Φιλοκαλία των νηπτικών Πατέρων. Και ο Ρουμί,και ο Γέρος του Βουνού με τους Ασασσίνους του. Μαζί και ο Πάκο Ινιάσσιο Ταίμπο. Το Χρέος του Μίκη ήταν το πρώτο πολιτικό βιβλίο που διάβασα μετά τη Μυθολογία και τις ιστορίες για τον Αχιλλέα,τον Αλέξανδρο και τους Σπαρτιάτες. Όπως επίσης και την Πηνελόπη Δέλτα. Και με την ευκαιρία θέλω να πω πως είναι τεράστιο λάθος που αφήνει η σύγχρονη διανόηση να αλωνίζουν και να διαστρεβλώνουν την Ιστορία μας τα φασισταριά.Να την ερμηνεύουν όπως θέλουν αυτοί. Αυτό έχω να πω κι αν ψαχτούμε καλά πιστεύω πως ο φασισμός καπηλεύεται την ιδέα της ανδρείας και της δόξας που έκανε τους αρχαίους να μεγαλουργούν. Απομονώνει φράσεις και έργα που δόξασαν λαούς, που δεν έχουν τίποτα να κάνουν με τη μισαλλοδοξία του κηρύγματος του.

the end

Ο μέγιστος Γκεβάρα αιώνιο σύμβολο. Και λυπάμαι όταν ακούω τεράστιες παπαριές από κάθε είδους τύπους, δεν ξέρω πως να τους χαρακτηρίσω όλους αυτούς που αμολάν στο διαδίκτυο ένα κάρο κοτσάνες,από την ξενοιασιά του δωματίου τους, για τον μεγάλο αργεντίνο. Μιλώ για προοδευτικά σάϊτς που φιλοξενούν αυτά τα σχόλια.

συνεχίζεται

μιχαλης 270

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΛΛ. στη χώρα του ποτέ…ή 11

»Σε αυτή την περίοδο υπήρχαν ήδη πράξεις που διεκδικούνταν απ’ τις Ομάδες και φαινόταν καθαρά ότι ο Μίκης ήταν μέσα σε μία δομή καλά καθορισμένη που διαρθρωνόταν μέσα στις ομάδες.
Μία παραπέρα προσπάθεια ανάμιξης ήταν ο προγραμματισμός μιας απαλλοτρίωσης στην οποία και η ομάδα μας θα έπρεπε να συμμετάσχει. Οι στόχοι μου υποδείχθηκαν από τον Μίκη και τον Νάκη, σε συνάντηση που είχαμε στον πρώτο όροφο της αρχιτεκτονικής σχολής. Δύο καταστήματα ρούχων και παπουτσιών στην οδό τάδε. Αυτοί θέλανε να σηκώσουμε πράγματα και χρήματα, εγώ έλεγα να αφήσουμε συμβολικό αντίτιμο.

Άλλη διαφορά. Αυτοί σκεφτόντουσαν να μπούνε μέσα λίγα άτομα, πολύ αποφασισμένα, που έπρεπε ν’ ακινητοποιήσουν υπαλλήλους και πελάτες με κολλητική ταινία. Εγώ έλεγα να γίνει μαζική είσοδος και να γίνει αυθαίρετη μείωση.
Κατέληξαν στη θέση μου γιατί διαφορετικά τους είπα πως δεν θα συμμετείχαμε.
Τα γκρούπ ήταν του Συσσιτίου, της Αρχιτεκτονικής και ένα επονομαζόμενο ‘Επιτροπή Νέων’.
Του Φοιτητικού Εστιατορίου είχε επικεφαλής τον Μίκη, εκείνο της Αρχιτεκτονικής τον Νάκη.
Άλλα γκρούπ με 70 έως 80 άτομα θα φρουρούσαν τις παρακείμενες περιοχές ώστε να δώσουν αφορμή για συμπλοκές πεζοδρομίου όπου θα επενέβαινε η αστυνομία.

Είμαστε επί τόπου με στόχο το κατάστημα ρούχων όταν ακούστηκε η φωνή πως οι άλλοι που δρούσαν στο μαγαζί με τα παπούτσια θα έκαναν απαλλοτρίωση με όλη την σημασία της λέξης και πως υπήρχαν και οπλισμένοι.
Αυτό προκάλεσε τη διακοπή της επιχείρησης.
Σε εκείνη την περίπτωση ο Μίκης και ο Νάκης είχαν κάνει λόγο για ομάδα ένοπλης κάλυψης, είπαν ότι σε περίπτωση ανάγκης θα ήταν σε θέση να σηκώσουν το επίπεδο της σύγκρουσης. Είδα στο Μπόργκο Αλμπίτσι για πρώτη φορά αυτόν που στη συνέχεια έμαθα ότι ονομαζόταν Κώστας, θυμάμαι έκανε βόλτες με ένα κορίτσι.»
‘Αυτά συμβαίνουν τον Νοέμβρη του ’77.
Επιδεινώθηκαν οι σχέσεις μας.

Έγιναν συζητήσεις και βγήκε προς τα έξω ότι στην ουσία τα γκρούπ στα οποία ήταν επικεφαλής ο Μίκης έδιναν πίστη για δυνατότητες της ομάδας μου οι οποίες στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν.
Πίστευαν δηλαδή πως ακόμη από την εποχή του Συνεχή Αγώνα είχαμε κρατήσει όπλα, εκρηκτικά,ντοκουμέντα αντιπληροφόρησης που παλαιότερα ανήκαν σε αυτόν και έμειναν σε εμάς μετά την διάλυσή του, όπως και μία ικανότητα στρατιωτικού τύπου [χρήση όπλων και εκρηκτικών.]
Όπως και το ότι είχαμε ικανότητα συσπείρωσης προσωπικοτήτων που ανήκαν στο κίνημα.
Η αλήθεια ήταν πως τίποτα από τα δύο δεν ίσχυε.
Γεννήθηκαν λοιπόν οι διαφωνίες και οι δυό τους πρότειναν να κρατούν επαφές όχι μόνο μ’ εμένα αλλά και με τους άλλους της ομάδας.
Οι άλλοι δεν συμφώνησαν.’

‘Μου ανέφεραν για την διοίκηση των ομάδων, εδαφική δομή που δρούσε σε όλη την πόλη. Έμαθα πως κάθε ομάδα έκφραζε έναν εκπρόσωπο στο εσωτερικό της διοίκησης. Ποτέ δεν έμαθα πόσες είναι οι ομάδες, ήξερα όμως πως η επιτροπή συσσιτίου έκφραζε δύο ομάδες και άλλες δύο η αρχιτεκτονική. Καθεμιά ομάδα αποτελούνταν από πέντε έως επτά άτομα. Πιστεύω πως μία ομάδα εκφραζόταν από την επιτροπή νέων. Μία ομάδα θεωρούνταν η δική μας,από την οποία ζητούσαν κάποιος να μπει στην διοίκηση των ομάδων, σύντροφος με πολιτική πείρα επαρκή, και προσωπικότητα με παρελθόν που να μην τον εξέθετε στην προσοχή των οργάνων της αστυνομίας.
Στην πραγματικότητα λοιπόν κανείς από εμάς δεν πήρε μέρος σε συγκέντρωση της διοίκησης γιατί είμαστε αρκετοί που είμαστε γνωστοί στην αστυνομία, μιας και οι λιγότερο γνωστοί δεν είχαν αρκετή πολιτική πείρα.

Βρήκαμε λοιπόν ένα σύστημα για να προωθηθεί η μέγιστη ομοιογένεια κατεύθυνσης ανάμεσα στην ομάδα μας και τις υπόλοιπες. Την μέρα που συγκεντρωνόταν η Διοίκηση εγώ φρόντιζα να μαζεύω το δικό μου γκρούπ. Έτσι ο Μίκης, ο Νάκης ή και οι δύο με συναντούσαν μόλις η συνάντησή τους τελείωνε, μου εξέθεταν τα θέματα που είχαν κουβεντιάσει και τις αποφάσεις που είχαν παρθεί, μου μετέφεραν τους προσανατολισμούς που πρόβαλαν μέσα στη Διοίκηση και στο εσωτερικό του γκρούπ μου, συζήτηση που συχνά έφερνε στο φως διαφορές δεμένες κατ’ ουσίαν με τον διαφορετικό τρόπο προεικόνισης των μεθόδων επίτευξης των στόχων.

Εγώ μετά εξέθετα στους συντρόφους μου τις λύσεις που είχαν υιοθετηθεί από την Διοίκηση, κι εμείς, παρόλο που εξασφαλίζαμε ένα επίπεδο αυτονομίας προσπαθούσαμε να γίνουμε όσο περισσότερο ομοιογενείς με τις κατευθύνσεις της διοίκησης.
Ο Νάκης μου είπε πως έπαιρνε μέρος στη Διοίκηση.
Ο Μίκης δεν μου το είπε ποτέ
αλλά ήταν φανερό ότι έπαιρνε μέρος κι αυτός γιατί αν μη τι άλλο ήταν πάντα σε θέση να μου διηγηθεί εκείνο που είχε συμβεί στις συναντήσεις της Διοίκησης, άσε που οι θέσεις του ενός και του άλλου ταυτίζονταν.
Οι συναντήσεις διεξήγοντο στις βάσεις των ομάδων αλλά ποτέ δεν γνώρισα καμιά από αυτές καθ’ όσον θα έπρεπε να μείνουν μυστικές σ’ όποιον δεν είχε μακριά αγωνιστική θητεία στις πιο σπουδαίες δομές των ομάδων.

Συναντούσα τον Μίκη κι τον Νάκη κάτω από τις καμάρες στην πλατεία ντέλλα Λιμπερτά και κάποια στιγμή με συνόδεψαν με το κόκκινο αυτοκίνητο του Μίκη που είχαν παρκαρισμένο στην οδό Πίππο Σπάνο.’
‘Τα γεγονότα για τα οποία μιλάμε φτάνουν λίγο πριν το τέλος του ’77.’

Μορούτσι, 1

‘Τότε άρχισαν να με προμηθεύουν με ντοκουμέντα που πολυγραφούντο στο Τορίνο με υπογραφή ‘Προλεταριακές Ομάδες Μάχης.’
‘Ιδιαίτερα θυμάμαι ένα που πραγματευόταν την δομή της ομάδας. Οι βασικές αρχές ήταν πως καθεμιά έπρεπε να είναι αυτάρκης και να διαθέτει τρεις βασικούς τομείς :
-έναν τεχνικό,επιμελητειακό
-έναν αντιπληροφοριακό και
-έναν επιχειρησιακό.
Ο πρώτος αφορούσε τον εξοπλισμό, την φύλαξη και την συσσώρευση των όπλων, των εκρηκτικών κλπ. Έπρεπε λοιπόν κάποιος να ειδικευτεί σε αυτά τα θέματα σε ένα κύκλο μαθημάτων. Εδώ επίσης είχε ανατεθεί και η μελέτη των συστημάτων παρακώλυσης των επικοινωνιών της αστυνομίας.

Ο δεύτερος τομέας έπρεπε να αποκτάει πληροφορίες για τις δυνάμεις της καταπίεσης και όχι μόνο, γινόταν αναφορά στο ‘κοινωνικό μπλόκ’, καταστηματάρχες ας πούμε που οπλίζονταν πχ.
Ο τρίτος προοριζόταν για την υλική εκτέλεση των επιχειρήσεων.
Η βάση φυλασσόταν από ένα μόνο άτομο και κάθε ομάδα διέθετε περισσότερες βάσεις. Άτομο πλατιά διαθέσιμο και πολιτικά έμπιστο.
Αναφέρονταν στους υποστηριχτές επαγγελματίες όπως γιατροί, δικηγόροι και παρόμοιοι
και προλετάριοι που κατοικούσαν στις λαϊκές συνοικίες.
Ένιωθαν τις προλεταριακές συνοικίες σαν απελευθερωμένα εδάφη
και φυσικά άλλο βάση εννοούμενη σαν αποθήκη υλικού και άλλο η βάση που το γκρούπ έκανε τις συναντήσεις του.
Η ομάδα μας ποτέ δεν κατάφερε να κάνει μια παρόμοια διάρθρωση’.
‘Υπήρξε ανάμεσά μας ένας χωρισμός καθηκόντων, σε θεωρητικό επίπεδο. Σε μένα ανατέθηκε εκείνο της αντιπληροφόρησης και το τεχνικο-επιμελητειακό, στον Φαίδωνα το επιχειρησιακό.’

Μιλά μετά για την έννοια διπολικότητας στην οποία αναφέρθηκε εκφράζοντας την σχέση ανάμεσα στην οργάνωση Πρώτη Γραμμή και των Προλεταριακών Ομάδων Μάχης.
Η πρώτη λειτουργεί στο ένοπλο κόμμα
οι δεύτερες στην επέκταση της πάλης των μαζών.
‘Προσθέτω ότι στην διοίκηση των ομάδων και σε κάθε μία ομάδα μπορούσαν να υπάρχουν μέλη της Π.Γ. με την διαφορά ότι αυτή τους η ιδιότητα παρέμενε άγνωστη στα άλλα μέλη της Διοίκησης ή της ομάδας’.
‘Πάντα από τον Μίκη και τον Νάκη πήρα το καθήκον να μελετήσω ένα οπλοπωλείο ή ένα μεγάλο συλλέκτη για να βρούμε όπλα αλλά μετά έφτασε εντολή που ακύρωσε την πρώτη γιατί όπλα είχαν πλέον αγοραστεί’.

‘Μετά μου ειπώθηκε από αυτούς τους δύο για μιά εκστρατεία που έπρεπε να πραγματοποιηθεί κατά της Χριστιανικής Δημοκρατίας και μου ανατέθηκε και στο γκρούπ μας να μελετήσουμε μία έδρα.
Με δύο τρόπους δρούσαμε
ή ταυτόχρονα σε πολλούς στόχους μιας ορισμένης κατηγορίας
ή κλιμακώνοντας τα σε διαφορετικές μέρες με μία τελική διεκδίκηση.
Αυτός ο δεύτερος ήταν περισσότερο λειτουργικός διότι εάν κάποιος συλλαμβάνονταν δεν θα γίνονταν η διεκδίκηση ώστε το γεγονός να φαίνεται πως μοιάζει με ατομική πρωτοβουλία και όχι από ομάδα. Άσε που ξεγελιόνταν έτσι και οι δυνάμεις της αστυνομίας που δεν θα περίμεναν περαιτέρω επεισόδια την επομένη κλπ.’
‘Δεν κάναμε τίποτα τελικά διότι μας φάνηκε σαν ντιρεκτίβα αυτή η εκστρατεία που δεν προήλθε από συζήτηση.’

την επομένη συνεχίζει:
αναφέροντας πως το κόκκινο αυτοκίνητο δεν ήταν δικό μου, αλλά του Νάκη.
‘Είμαστε στα τέλη του ’77, αρχές του ’78, η ομάδα μας βρίσκεται σε κατάσταση σύγχυσης, κάποιοι απομακρύνονται κι εγώ συλλαμβάνομαι για εξύβριση τροχονόμου, μαζί με τον Πέτρο.Έμεινα στις Μουράτε για μία εβδομάδα,όπου ήταν και ο Ντίνος και δυο- τρείς ακόμη, ο ένας είχε συλληφθεί κατά τη διάρκεια ένοπλης συμπλοκής και λέγονταν Νότης, οι άλλοι Παύλος και Ερμής. Αυτά τα άτομα, αν και με κατηγορούσαν ότι έπεσα στα χέρια της αστυνομίας για ένα κοινό επεισόδιο, μου συμπαραστάθηκαν να ξεπεράσω τις δυσκολίες της φυλακής, δίνοντάς μου για παράδειγμα τρόφιμα.

Γίνονταν συζητήσεις πολιτικού χαρακτήρα αλλά ο Ερμής μιλούσε περισσότερο για θέματα που αφορούσαν την μάχη, αναφερόμενος μεταξύ άλλων στην ανάγκη να βγάλουμε συντρόφους από την φυλακή. Θυμάμαι ότι μιλούσε για την αναγκαιότητα απελευθέρωσης του κρατούμενου προλεταριάτου
΄όπως επίσης στην αναγκαιότητα να εναντιωθούν στις υπερφυλακές που ξεκινούσαν να κτίζονται έξω από την πόλη.’
‘Είχαν χρηματική άνεση, έδωσαν χρήματα σε ένα μικροκλέφτη όταν βγήκε από την φυλακή. Μου έδωσαν να καταλάβω πως υπήρχαν στενές επαφές μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού περιβάλλοντος. Είχαν ένα ραδιοκασσετόφωνο στο κελί του Νότη και του Παύλου και δεν άλλαζαν ποτέ σταθμό, ούτε καν το ακουμπούσαν.
Κρατούσαν αρνητική στάση προς συγκεκριμένους.
Λίγες μέρες μετά βγήκα όπως και ο Πέτρος που φαινόταν πολύ αποπροσανατολισμένος.’

‘Τότε έγινε το επεισόδιο – προσπάθεια απελευθέρωσης κρατουμένων και πιαστήκαμε από τους καραμπινιέρους που νόμισαν πως είχαμε κάποια ανάμιξη. Μας άφησαν όμως γρήγορα, μάλιστα μου είχαν βρει στην τσέπη ένα γραμμάριο χασίς’.

‘Ξανάρχισαν οι επαφές με τους δύο και μου είπαν πως έπρεπε να ξεκινήσει μία καμπάνια ενάντια στις αστυνομικές δυνάμεις, κρατικές και ιδιωτικές. Εγώ προσπάθησα να ξαναστήσω την ομάδα μου στα πόδια της’.
Αναφέρεται λοιπόν,ύστερα από υπόδειξη του Νάκη, στους σταθμούς Τροχονόμων και Αστυνομίας στις Κούρε, για τους οποίους μιλήσαμε. Λέει για κάποιες επιχειρησιακές λεπτομέρειες, πως προτάθηκε ένας χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων αστυνομίας ή καραμπινιέρων προς την Περέτολα, και πως ο Νάκης τον διαβεβαίωσε πως θα του έδινε έναν οπλισμένο άνδρα για προκάλυψη.Θα χρησιμοποιούσαν δυναμίτες που θα τους δίναμε εμείς, σε μάτσα των πέντε, και θα τους πετούσαν πάνω από τον τοίχο της περίφραξης, τοποθετούμενοι σε ένα υπερύψωμα, περνώντας από τα γειτονικά κτίρια.

‘Με εφοδίασε με σκόνη, φυτίλι και εκπυρσοκροτητές,μαζί με οδηγίες.’ Η παράδοση έγινε όταν συνάντησα στο μπάρ Σαν Γκάλλο τον Νάκη που μου είπε ότι θα έβρισκα το υλικό κοντά στο αμάξι μου. Πράγματι, το βρήκα και το έκρυψα κάτω από την γέφυρα του σιδηροδρόμου στις Κούρε.’
Χρησιμοποίησαν τα υλικά και έφτιαξαν τις βόμβες, ονοματίζει τους συνεργάτες του,Φαίδωνα, Σπανό, Λάκη και Ανδρέα.
και λέει ,’όσο κι αν του στοιχίζει ακριβά’, πως η διεκδίκηση έγινε από την γυναίκα του.
Συνεχίζει επαφές με τον Ντίνο ‘που όταν έμαθε πως ήμουν παντρεμένος με ρώτησε εάν έχω ανάγκη από χρήματα, διέθεσε κι ένα δωμάτιο του σπιτιού του σε δύο συντρόφους της ομάδας μας που ξέμειναν, τον Σπανό και τον Πέτρο, στην πλατεία Τζιορτζίνι.’

Πήγαν να κάνουν αυτοψία σε ένα αστυνομικό σταθμό στην Περέτολα, τέσσερις, μεταξύ των οποίων ο ένας θα μπορούσε να ήμουν εγώ. Μπήκαν σε μονόδρομο και τους σταμάτησαν ζητώντας στοιχεία. Ο Φαίδων και ο Σπανός ήταν οι άλλοι δύο.’Πήραμε την οδό Νόβολι και μετά μπήκαμε στην οδό Μπαράκκα από τον μονόδρομο’.
‘Η ομάδα μας δεν τα πήγαινε καλά, μας ενοχλούσε ο τρόπος που γίνονταν όλα αυτά, έτσι η απόπειρα δεν είχε το προβλεπόμενο αποτέλεσμα.’

‘Τότε ο Σπανός άρχισε να έχει επαφές με τον Μίκη και ήταν συχνά μαζί του η Ροσσάνα. Εγώ σταμάτησα να τον βλέπω και τον αντικατέστησε ο Κώστας που μου συστήθηκε από τον Νάκη σαν μέλος των Ομάδων.
Αυτός λοιπόν μου έλεγε πως καλές και σπουδαίες οι ομάδες, τουλάχιστον εννοούμενες σαν έκφραση της παρανομίας των μαζών, αλλά περισσότερο είχε σημασία το οπλισμένο κόμμα, του οποίου οι ομάδες είναι μία στρατηγική στιγμή. Έλεγε πως οι ομάδες δεν είναι το πάν,μιάς και η καταπίεση-καταστολή αυξάνονταν. Έπρεπε λοιπόν να ενισχυθεί το οπλισμένο κόμμα.
Εγώ είχα παθητική συμπεριφορά που πιθανώς να την εξέλαβε σαν συγκατάθεση.’

‘Τούπα πως ήμουν πολύ γνωστός στην αστυνομία, εάν σκεφτόταν κάτι συγκεκριμένο για το άτομό μου και μου πρότεινε να με φέρει σε επαφή με μία κοπέλα, όπως και έκανε, που μου μίλησε για την σπουδαιότητα τομέων αντιπληροφόρησης και επιμελητείας, και πως χρειάζονταν κάποιον σαν κι εμένα, και πως θα πληρωνόμουν.’
‘Το ραντεβού με τον Κώστα είχε γίνει στους κήπους που είναι απέναντι από το μπάρ ‘Αμίτσι Μιέι’. Με την κοπέλα η συνάντηση έγινε στους κήπους της ‘Πόρτα Σαν Νικολό’, σε δύο μέρες ξαναβρεθήκαμε, αυτή την φορά στους κήπους της ‘Ορτικολτούρα’, στην ‘Κόκκινη Γέφυρα’, ήταν εκεί και ο Ντίνος. Χρησιμοποιούσαμε ψευδώνυμα, την κοπέλα την έλεγαν Φιόνα. Θα έρχονταν και κάποιος Μάριο ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε μιάς κι εγώ δεν έδινα συγκατάθεση’.

‘Γίνανε και άλλες συναντήσεις, γνώρισα και έναν Ρένο, καταζητούμενο στο Τορίνο. Την φορά που συναντήθηκα με αυτόν σε ένα μπάρ πίσω από την Στάντα της οδού Τσερετάνι, με έφερε στο οπλοπωλείο του ‘Πόντε αλ Πίνο’, πήγαμε με λεωφορείο και μου ζήτησε να εξετάσω τον μηχανισμό με τον οποίο κλείνει η πόρτα, αφού μπω στο εσωτερικό’.
Περιγράφει τον τύπο,που έπρεπε να μένει στην οδό Μόρο.
‘Γνωστοποίησα πως δεν ήθελα να ανακατευτώ στην οργάνωση εκθέτοντας και την οικογενειακή μου κατάσταση και μου εγγυήθηκαν οικονομική βοήθεια. Κατάλαβα εν τω μεταξύ πως η κοπέλα για την οποία σας μίλησα ήταν η εγγύηση για τις διασυνδέσεις μεταξύ συντρόφων άλλων πόλεων’.

‘Κατάλαβα πως κάποιες φορές μάλιστα στην πόλη δρούσαν σύντροφοι από άλλες περιοχές’ και παρουσιάζει ένα περιστατικό στο οποίο βρέθηκε τυχαία και του έδωσε αυτή την εντύπωση,σε δημόσιο χώρο, να μη σας κουράζω με λεπτομέρειες.
Τον ρωτούν για κάποιους άλλους και αναφέρει αυτά που γνωρίζει.
Του ζήτησαν να μεριμνήσει για την ανεύρεση σπιτιών, δωματίων στην περιοχή του Σέστο.’Μου μίλησαν και για λατομεία που έπρεπε να βρίσκονται στην Γκαρφανιάνα. Δεν έκανα ποτέ αυτά που μου ζητούσαν.’
‘Φτάσαμε σε αποφασιστική αντίθεση και είπα στην κοπέλα πως δεν συμμεριζόμουν καμιά απ’ τις μεθόδους τους’.
‘Είχα ξαναρχίσει να χρησιμοποιώ ναρκωτικά,όπως και ο Πέτρος.’
‘ο καθένας μας ήταν στον κόσμο του, άλλος έφυγε για την Ινδία, ο Ανδρέας, άλλος είχε προσωπικά θέματα, ο Λάκης, άλλος αφιερωνόταν στους συναισθηματισμούς ,ο Φαίδων, και στην πραγματικότητα, ομάδα δεν υπάρχει πλέον, από την αρχή του καλοκαιριού του ’78.’

Μορούτσι 2

Τον Μάρτη τον ξαναφωνάζουν για διευκρινήσεις. Αντιγράφω :
‘σκεπτόμενος καλύτερα δεν είμαι σε θέση να πω, με απόλυτη σιγουριά εάν ο Μίκης ή ο Νάκης είναι αυτός που μου έδωσε το εκρηκτικό. Προς στιγμήν σκεφτόμουν τον Νάκη, μου φαίνεται πιο πιθανό να μου έδωσε το εκρηκτικό ο Μίκης. Βλέποντας τις σχέσεις ανάμεσα στους δύο είχα την εντύπωση ότι ο Μίκης είχε ένα βαθμό μεγαλύτερο του Νάκη μέσα στην οργάνωση!!!’
‘Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι ήταν μέλος της Διοίκησης. Για τον Νάκη αυτή την σιγουριά δεν την έχω, απλά μου ανέφερε ότι και ο Μίκης,κι έτσι συμπεραίνω πως ήταν και αυτός’.

Αναγνωρίζει καμιά εικοσαριά συντρόφους από φωτογραφίες,είναι οι ήδη γνωστοί μας και από τις περιγραφές των προηγούμενων, συν δυο-τρία καινούρια ονόματα
Κάποιους έβλεπε μαζί με άλλους, κάποιος ήταν το αγόρι της Άννας και ‘ήταν στην μέση αυτών των πραγμάτων’, κάποιος΄’ήταν πάντα μαζί με τον Κώστα και τον Ντίνο’, κάποια την γνωρίζει γιατί έμενε με την άλλη, κάποιον τον έβλεπε συχνά αλλά δεν είχε σχέση μαζί του, τον άλλο τον γνώριζε σαν άτομο που κάπνιζε χασίς,και ούτω καθ’ εξής.

‘Μπορώ να πω ότι είναι δυο χρόνια που δεν συχνάζω πια σ’ αυτά τα άτομα’

Τον Απρίλη τον ξαναφωνάζουν και τον ρωτούν για τον Ρούλη, για την δραστηριότητα που ανέπτυξε στην κατάληψη στην Μπόργκο λα Κρότσε.
Τους απαντά πως ο Ρούλης συμμετείχε πιό δραστήρια στην κατάληψη της οδού Καλτσαιουόλι και ερχόταν κατά διαστήματα στην Μπόργκο λα Κρότσε.
‘Δεν μπορώ να επιβεβαιώσω,αλλά ούτε να αποκλείσω ότι τις προκηρύξεις της Πρώτης Γραμμής που βρέθηκαν στο καταλυμένο κτίριο τις έφερε ο Ρούλης. Δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ ποιος τις έφερε.Με αυτόν έλαβα μέρος σε μία διανομή προκηρύξεων μπροστά στο Σούπερ-Μάρκετ του ‘Ολτράρνο’, κατά την διάρκεια της οποίας επενέβη η αστυνομία και πήρε τα στοιχεία της Λέλας, της κοπέλας του Κώστα, και άλλων. Θυμάμαι ότι το θέμα των προκηρύξεων ήταν εκείνο για την ακρίβεια της ζωής και δεν ήταν μονογραμμένο από τις ‘Περιπολίες’, ήταν υπογραμμένο με την λέξη ‘Αυτονομία’.
‘Πρίν την διάλυσή της, που έγινε στα μέσα του ’75, ο Συνεχής Αγώνας πρότεινε την ιδέα της αυτομείωσης των αποδείξεων του ΟΤΕ και της ΔΕΗ. Εγώ όμως δεν έλαβα μέρος σ’ αυτή τη φάση του αγώνα γιατί είχα αρχίσει να χρησιμοποιώ ναρκωτικά.’

‘Στην επιτροπή για την αυτομείωση, του ‘Σέστο Φιορεντίνο’, πήγαινα καμιά φορά μετά από πρόσκληση του Τσέκου που προσπαθούσε να με ξαναφέρει στην πολιτική’. Δεν βρήκα εκεί κανέναν ‘από τους μεγάλους’, δηλαδή τον Ντίνο ή τον Κώστα, που μετά με πλησίασαν για επαφές, όπως είπα στις προηγούμενες ανακρίσεις’.
‘Ξαναδιαβάζοντας όσα δήλωσα την 13η Ιανουαρίου 1980 επ’ ευκαιρία της εκστρατείας ενάντια στις δυνάμεις της αστυνομίας, θέλω να κάνω περισσότερο ακριβές ότι ο Νάκης ήταν το άτομο που μου μιλούσε,μετά από μία συνέλευση,νομίζω, της Διοίκησης, αφού συναντηθήκαμε στο συνηθισμένο μπάρ, στην πλατεία Ελευθερίας. Ενώ, όσον αφορά την πλευρά της δράσης, παράδοση της σκόνης με το χαρτί με τις οδηγίες, υπόσχεση προκάλυψης με οπλισμένο άνδρα, ενδιαφέρθηκε ο Μίκης και όχι ο Νάκης, που λανθασμένα προηγουμένως επιβεβαιώθηκε από μένα.

Ομολογεί ξανά πως έκανε λάθος και τα λέει ανάποδα. Και αυτό γιατί θυμάται πως πήγα μαζί τους να κάνουμε αναγνώριση.
Βέβαια, στο τέλος δεν έγινε τίποτα μιας και δεν μπορούσαν ν’ αποφασίσουν τι θέλουν να κάνουν, ή αν θέλουν πραγματικά να κάνουν κάτι, μια και διαφωνούν συνεχώς με τα πάντα και για όλα.
Και όλοι αυτοί που τους εμπλέκει στην υπόθεση είναι τόσο μαλάκες ώστε να τον πιλατεύουν επί μήνες να αναλάβει κάποια πρωτοβουλία, αυτός ή η ομάδα του!

‘Σε μένα ο Φαίδωνας δεν είπε ποτέ ότι έχει κάνει απόπειρα εμπρησμού της Χ.Δ. του Γκαλλούτσο και στο αυτοκίνητο του καθηγητή τάδε’. Άσχετο.

‘Αναφέρω ότι μετά από τις δηλώσεις που έκανα, έλαβα απειλές’.
Έλαβε απειλητικά γράμματα στο σπίτι του που τα διάβασε η γυναίκα του. Του ζητούν να ανακαλέσει όπως έχουν κάνει και οι υπόλοιποι. Του ανέφεραν ότι ο Ντένης θα ανακαλούσε και ότι ο μοναδικός που δεν ανακάλεσε ήταν αυτός.
Επαναλαμβάνει πως η συμπεριφορά των συντρόφων που είχε γνωρίσει στη φυλακή από τον Ντίνο έμοιαζε με ατόμων που ετοιμάζονταν να δραπετεύσουν, διευκρινίζοντας πως αυτό το σκέφτηκε μετά, όταν συσχέτισε την συμπεριφορά τους με αυτά που έγιναν αργότερα.

‘Μετά την απόπειρα στην Τροχαία της Βιλλαμάνια, η ομάδα, της οποίας ήμουν αρχηγός, διέλυσε.. Ήμουν σ’ αυτό το σημείο, που στην προσπάθεια να ξαναφτιαχτεί, επενέβη ο Κώστας και άρχισε επαφές κατ’ ευθείαν μ’ εμένα, ενώ ο Μίκης συνέχιζε τις σχέσεις του με τον Σπανό.’
‘Ο Κώστας έλεγε ότι κάθε ομάδα θα έπρεπε να είναι εξ ολοκλήρου αυτοδύναμη από την πλευρά της τεχνικοεπιμελητείας, της αντιπληροφόρησης και της δράσης’.

Του παρουσίασαν ένα νέο, που τον αναγνωρίζει σε φωτογραφία, ειδικό στον ηλεκτρονικό τομέα, που θα έπρεπε να τους μάθει να συντονίζουν τα ράδια στα μήκη κύματος της αστυνομίας. Αυτό έγινε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, παρόντος και του Φαίδωνα.
Επιστρέφει στην συνάντηση στο σπίτι της οδού Μπάρντι, μας μίλησε και ο Σπανός γι αυτή, την καλοκαιρινή περίοδο του ’78, όπου βρισκόμουν εγώ, ο Νάκης,ο Σάσσα, ο Κώστας και άλλοι.Περιγράφει το σπίτι.Εκεί του παρουσίασαν τον ‘μεγάλο ειδικό στα όπλα, και τον αναγνωρίζει. Είναι ο Σαμάνος.

Θυμάται πως μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για την 9άρα Μπερέττα, ‘έλυσε το όπλο μπροστά μας για να μας το δείξει.’ Μίλησε για πιστόλια, κοντόκανα τουφέκια, τα χαρακτηριστικά τους και πού και πώς χρησιμοποιούνταν. Ανέφερε και το δίκαννο με σπαστή κάνη, και τουφέκια, λέγοντας πως το καλύτερο ήταν εκείνο που έχει η αστυνομία, το Μ12.’
‘Μίλησε επίσης και για την ψυχολογική επίδραση που προξενεί το πέταγμα μιάς χειροβομβίδας’. ‘Θυμάμαι ότι με την ευκαιρία, μίλησε για ένα επεισόδιο που έγινε σ’ εκείνη την εποχή, εις βάρος κάποιου Στρατοπέδου, εγκρίνοντάς το, αφού με παρόμοιες ενέργειες επιτυγχάνουμε έναν διπλό σκοπό σαν εκείνο του να αφοπλιστεί ο εχθρός και ν’ αποκτήσουμε σύγχρονα όπλα’.

Μιας και έχουν μιλήσει για την αναγκαιότητα της τεχνικο-επιμελητείας να εφοδιαστούν με ράδια θυμάται πως ο Σπανός έκλεψε δύο από κατάστημα ναυτικών ειδών.
Λέει πως δεν θυμάται το ψευδώνυμο του Σπανού, αναφέρει για τον εαυτό του ψευδώνυμο διαφορετικό από αυτό που έδωσε προηγούμενη φορά.
Θυμάται ότι την εποχή των Ομάδων, τέλη του ’77, του δόθηκε ραντεβού μπροστά σ’ ένα σπίτι της οδού Βίνια Νουόβα, όπου τον περίμενα εγώ, και μας άνοιξε ο Κώστας. Ήταν και ο Νάκης εκεί και άλλα άτομα από την Εμίλια. Υπήρχε ανάγκη να μεταφερθούν μηχανήματα που παραποιούν έγγραφα και είχαν οι Εμιλιάνοι, σε μία τοποθεσία.
‘Συζητήθηκε η αναγκαιότητα να βγεί μια εφημερίδα που να δείχνει τις δύο περιοχές με ενωτικό τρόπο, πράγμα που έγινε ένα μήνα μετά. Ο τίτλος της ήταν ‘Αντιεξουσία’, σε μαύρο χρώμα. ‘Είδα μερικές εφημερίδες στην οδό Οστερία ντελ Γκουάντο.’Η διανομή γίνονταν στα μέρη που σύχναζε η κίνηση. Τα μέρη που αφορούσαν την Φλωρεντία τα επιμελήθηκε ο Κώστας. Είδα ένα νούμερο του οποίου η κεντρική σελίδα είχε ένα κατάλογο με τις απόπειρες που επαληθεύτηκαν στην Τοσκάνα.’

‘Νομίζω ότι Γάκης αμοιβόταν απ’ την οργάνωση, αυτό το συμπεραίνω από το γεγονός ότι δεν εργαζόταν, είχε πρόβλημα στο να εξηγήσει στο σπίτι του πώς ζούσε χωρίς να εργάζεται.
Σε κάποια στιγμή είχε και αυτοκίνητο. Ξέρω, γιατί μου το είπε ο Σπανός, ότι έλαβε μέρος σε μία εισβολή σε εταιρεία ακινήτων, το ’78, εισβολή που δεν πραγματοποιήθηκε μέχρι τέλους γιατί μιά κοπέλλα που βρίσκονταν μέσα άρχισε να ουρλιάζει, και τότε όλοι, δηλαδή και ο Σπανός που είχε μπει πρώτος ,και όσοι ήταν μαζί του, έφυγαν’.

‘Ξέρω ότι ο Φαίδων, έλαβε μέρος σε μία εισβολή στη Φλωρεντία σε βάρος μιας κτηματικής μαζί με τον Κώστα. Γράψανε στους τοίχους. Απ’ όσα μου είπε, βρισκόταν όλη την ώρα δίπλα του και ότι αυτή η εμπειρία τον είχε ταράξει πολύ. Είχε μείνει άναυδος.’
‘Τον χρησιμοποίησαν γιατί ήθελαν να τον δέσουν με την οργάνωση, όπως προσπαθούσαν να κάνουν και μ’ εμένα.’ ‘Πρέπει να πήρε μέρος και ο Σάσσα.’

‘Με καλείτε να δείξω τις διάφορες ομάδες. Σε μία ήταν αρχηγός ο Κώστας, σε μία ο Νάκης, σε μία ο Μίκης και σε μία ο Λουκάς. Ο Κώστας,ο Νάκης, ο Σάσσα και ο Λουκάς αποτελούσαν μία Ομάδα Φωτιάς της οργάνωσης. Ο Ντίνος ήταν επικεφαλής σε περισσότερες από μία περιοχές. Η Φιόνα είχε την αποστολή να φροντίζει τα άτομα που έρχονταν έξω από την Φλωρεντία. Επί πλέον, αναζητούσε τις καινούργιες βάσεις.’
Αυθορμήτως λέει: ‘και ο Έκτορας ήταν αρχηγός ομάδας.’ ‘Αυτό το ξέρω, όμως δεν μου έρχονται οι λεπτομέρειες στο μυαλό. Θυμάμαι μόνο ότι τον έβλεπα συχνά με τους άλλους, μπορώ να προσθέσω ότι του μίλησα όπως μιλάνε σε αρχηγό, δηλαδή μιλώντας του για πράγματα που σε άλλον δεν θα είχα πει’.

‘Με ερωτάτε να εξηγήσω από πού πήρα τα στοιχεία βάση των οποίων βεβαιώνω ότι τα ονόματα που ανέφερα ήταν μέρος της διοίκησης των ομάδων, ή ότι ήταν αρχηγοί των ομάδων, με ιδιαίτερη αναφορά στον Έκτορα, στον Λουκά και στον Μίκη’.
‘Έχω ήδη μιλήσει για τις συγκεντρώσεις που γινόντουσαν στην Οδό Πίππο Σπάνο, στις οποίες δεν συμμετείχα ποτέ. Διαψεύδω τις δηλώσεις που έγιναν σε αυτό το σημείο από τον Σπανό που λέει ότι έγιναν δύο συναντήσεις στις οποίες έλαβα μέρος με αυτόν συναντώντας τον Ντίνο και την Φιόνα με παρόντα τον Βαγγέλη. Εγώ δεν έλαβα ποτέ μέρος. Όχι μόνο στις αρχές του ’79 ήμουν έξω από τον γύρο, αλλά σε αυτό το διαμέρισμα πήγα με τον Σπανό μία φορά να πάρουμε τον Κώστα. ‘

‘Γυρίζοντας στις συγκεντρώσεις, θυμάμαι ότι κάποτε είδα τον Νάκη και τον Μίκη αλλά και άλλα άτομα μπροστά στο κτίριο της οδού Πίππο Σπάνο, όπου εγώ περίμενα μέσα στο αυτοκίνητο. Μία φορά μπόρεσα να δω καλά αυτά τα άτομα που έβγαιναν από την συγκέντρωση, όλους αυτούς για τους οποίους με ρωτάτε, και δεν ξέρω αν και άλλους. Μια άλλη φορά είδα κάποιους που είχαν φύγει από την συγκέντρωση και σταμάτησαν στο μπάρ’!

Δεν χρειάζεται να σχολιάσω, έτσι δεν είναι; Τα έχει κάνει πλέον θάλασσα!
‘Οι αρχηγοί βγαίνουνε πάντοτε μαζί! ‘

‘με ρωτάτε για την Άννα, εγώ δεν έμαθα ποτέ ότι είχε σχέση με τις ομάδες ή την οργάνωση. Πήγα με αυτή και άλλους μια φορά στο σπίτι του Φαίδωνα για να καπνίσουμε.’ Έβγαλα το συμπέρασμα πως δεν είχε σχέση, δεν μίλησαν για θέματα αφορώντα τις ομάδες και την οργάνωση’.

Λίγο νωρίτερα τον έχουν ρωτήσει ξανά επί πλέον λεπτομέρειες αναφορικά με την συγκέντρωση στην οδό ντει Μπάρντι στην διάρκεια της οποίας δόθηκαν οδηγίες διαφόρου είδους από την Σαμάνο.
‘Πράγματι είναι αλήθεια ότι πήραν μέρος και ο Σπανός με τον Φαίδωνα. Δεν το είχα πει την άλλη φορά για να μην τους μπλέξω’.
‘Όμως δεν είναι αλήθεια ότι σ’ εκείνη την συγκέντρωση ήλθε μετά από μένα ο Σπανός γιατί ήταν παρέα μου πριν απ’ την συγκέντρωση. Αυτός ήλθε μόνος του, ενώ είναι αλήθεια ότι ο Φαίδων ήλθε μαζί μου, μια που και οι δύο,εξαιτίας της σημαντικής θέσης στην ομάδα που καθοδηγούνταν από εμένα, είχαμε κληθεί.’

Τους μίλησε ο Σαμάνος για τα όπλα και τις επιχειρήσεις που γίνονται με αυτά. Μίλησε για εισβολές και χτυπήματα στα πόδια εξηγώντας τις διαφορές των όπλων που χρησιμοποιούνται σε κάθε περίπτωση, όπως επίσης και τη σημασία του όπλου με ταμπούρο,που δεν σκορπίζει κάλυκες, σε αντίθεση με το αυτόματο. Θα έπρεπε να γίνουν και άλλες συναντήσεις αυτού του τύπου και συζήτηση και κατανόηση άλλων μορφών στρατιωτικού τύπου, τις οποίες θ’ ακολουθούσαν πρακτικές ασκήσεις.
Δεν κλήθηκε άλλο γιατί η ομάδα τους είχε αρχίσει να διαλύεται.
Ο Γιώργος ο Σπανός είχε υιοθετήσει έναν αυτόνομο ρόλο, βλέπει από μόνος του εμένα.

Μιλά για κλοπές αυτοκινήτων και πως δεν ήθελε να βοηθήσει, να πάρει μέρος γιατί είναι ‘εκτεθειμένος’, όταν του ζήτησε ο Σπανός να συνεργαστεί μαζί του. ‘Μάλιστα του παρατήρησα πως εκτεθειμένος είναι και ο ίδιος.’ Αργότερα έμαθε για ένα περιστατικό από αυτόν, μία τρέλα όπως την αποκάλεσε όταν του είπε πως θα είχε ένοπλη κάλυψη. Τον κάλεσαν σε συνάντηση,στο πάρκο της πλατείας, στην οποία συμμετείχαν η Φιόνα και ο Ντίνος, ο οποίος οργισμένος δήλωσε »πως μία εντολή σε μία οργάνωση ‘στρατιωτικού τύπου’ δεν αμφισβητείται, δεν συζητιέται. Εγώ έκανα την συνήθη κριτική μου και αυτός με άφησε να καταλάβω πως οι επιπλοκές που προέκυψαν από την αντίθεσή μου είχαν τινάξει στον αέρα κάτι. Το γεγονός συνέβη το ’78,σίγουρα πριν το καλοκαίρι, διότι τότε εγώ είχα ξαναρχίσει την χρήση ηρωίνης, από τον Ιούνη και μετά».

‘Είχαν όλοι πλέον καταλάβει τί παίζει και δεν μου ζητούσαν πλέον τίποτα, μάλιστα με συνάντησε μιά μέρα στην πλατεία του Άγιου Πιερίνου ο Κώστας με το κορίτσι του και μου έκανε επίπληξη, επειδή κατάλαβε πως βρισκόμουν στην περιοχή επειδή έψαχνα ναρκωτικά’. ‘Θυμάμαι ότι εκείνη την εποχή σύχναζε, μάλλον κατοικούσε από όσο ξέρω, στην οδό Φιεζολάνα, πηγαίνοντας προς την οδό ντέλι Αλφάνι, στο σπίτι ενός φοιτητή, του οποίου κι εγώ είχα κάνει γνωριμία, και τον έβλεπα συχνά παρέα με τον Κώστα.’
‘Αναγνωρίζω στο άλμπουμ τον Λουκά’.
Του δείχνουν και τον Σαμάνο και τον αναγνωρίζει.

‘Ο Μίκης με τον Νάκη διαμαρτύρονταν για την αδράνειά μας [μιλά για το προηγούμενο διάστημα] και αποφασίσαμε να πάρουμε ενεργητικό μέρος στην καμπάνια-εκστρατεία ενάντια στην Χριστιανοδημοκρατία.’ ‘Είχαν γίνει διάφορες απόπειρες, εξάλλου, δίχως την συμμετοχή μας’.
‘Αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι κι εμείς, δύο επιχειρήσεις, δύο ομάδες. Αντόνιο, Λάκης, Φαίδων, Ανδρέας, Σπανός και Μπάμπης, ευρισκόμενοι συγκεντρωμένοι μπροστά στο Τεχνικό Ινστιτούτο Γκαλιλέϊ.’

‘Χωριστήκαμε σε δύο ομάδες, πήγαμε να βάλουμε φωτιά στο παράθυρο του τμήματος της οδού Φαεντίνα, εγώ με τον Σπανό και τον Λάκη. Οι άλλοι ασχολήθηκαν με το τμήμα του Γκαλούτσο.Την διεκδίκηση πρέπει να έκαναν ο Φαίδων με τον Λάκης με τηλεφώνημα από την καμπίνα της πλατείας ντελλα Ρεπούμπλικα.’

Τον ρωτούν για άλλες απόπειρες εναντίων εδρών της Χρ. Δημοκρατίας της οδού Βέργκα, του Βιάλε Μανφρέντο Φάντι και του Βιάλε Γκουϊντόνι, απόπειρες που έγιναν όλες με εμπρηστικές φιάλες και λέει πως δεν γνωρίζει. Το σύστημα με το οποίο έγιναν του θυμίζει όμως και του φέρνει στο νού εκείνο που χρησιμοποιήθηκε για το ‘Μπάρ Τορίνο’, στο λάργκο που πάει από την πλατεία Ντονατέλλο στην πλατεία ντέλλα Λιμπερτά, μπάρ που είχε υποστεί επίθεση σε εποχή πρόσφατη. Αυτό το σύστημα χρησιμοποίησε μία ‘ομαδούλα’ επονομαζόμενη ‘ομάδα επέμβασης νέων’ που είχε σχηματιστεί για να επεμβαίνει στο νεανικό προλεταριάτο, στην οποία έπρεπε να παίρνουν μέρος τρία,τέσσερα παιδιά με επικεφαλής τον Γάκη που μένει στο Βιάλε ντει Μίλλε, μπροστά από την εκκλησία ντει Σέττε Σάντι, ο Μίρκος, ο Ντένης και ο Βαγγέλης.’
‘Αυτή η ομάδα, όμως, από όσο μου προκύπτει, διαλύθηκε πρίν από την δική μας’.

Του δείχνουν τη φωτογραφία του Γάκη και τον αναγνωρίζει, σαν ένα από τους νέους που σύχναζαν στην πλατεία Σαν Μάρκο και τον συνάντησε μια μέρα σε μία συνάντηση στον κήπο Ορτικολτούρα, στους κήπους του Πόντε Ρόσσο με την Φιόνα, ‘μία από τις συναντήσεις όπου η κοπέλα συζητούσε μ’ εμένα και τον Σπανό τα θέματα του επονομαζόμενου ‘Επιτελειακού-Τεχνικού’ τομέα. Από τα πράγματα που είπε μου έδωσε την εντύπωση ότι είχε μπεί στην οργάνωση, είχε σχέση πολύ άνετη με την Φιόνα και τον Ντίνο, και δεν φαίνονταν όπως εκείνος που ορισμένα πράγματα τα μάθαινε ή τα άκουγε για πρώτη φορά.’

‘Μιά φορά μας ανατέθηκε το καθήκον να πάμε να κοιτάξουμε για ενδεχόμενη ληστεία στο παράρτημα του Μόντε ντει Πάσκι του Βιάλε ντει Μίλλε. Το κόλπο έπρεπε να μελετηθεί για την στιγμή της επιστροφής των υπαλλήλων, μετά την παύση για το γεύμα. Κάναμε μισής ώρας βάρδιες ο καθένας. Στο τέλος τον συνόδεψα στο σπίτι του κι έτσι έμαθα που μένει. Μου συστήθηκε με άλλο όνομα, αργότερα έμαθα το βαπτιστικό του.’
‘Πρίν ξεκινήσουν οι συναντήσεις του Ε.Τ. Τομέα αποκαλούσαμε ο ένας τον άλλο με τα πραγματικά μας ονόματα, αργότερα υιοθετήσαμε ψευδώνυμα. Μπερδευόμουν καμιά φορά κι εκεί που έπρεπε ν’ αποκαλώ κάποιον με το ψευδώνυμό του τον καλούσα με το κανονικό του ή το αντίθετο. Δημιουργείτο εκνευρισμός’.

Τον ξαναφωνάζουν τον Σεπτέμβρη και τον ρωτούν γιατί δεν παρουσιάστηκε στην αντιπαράσταση με τον Σπανό, όπως είχε συμφωνηθεί.
‘Η κατάσταση είναι πως στην Φλωρεντία κυκλοφορεί η φήμη πως ο μόνος που έχει μιλήσει είμαι εγώ. Μάλιστα έγινε και μία εκπομπή στον ελεύθερο ραδιοφωνικό σταθμό Ράδιο Τσέντο Φιόρι που βεβαιώνει ότι οι ανακριτές κατηγόρησαν 90 άτομα,χωρίς καμία απόδειξη, αλλά μοναχά στη βάση βεβαιώσεων ενός ή δύο τοξικομανών, που τους έχει στο χέρι η αστυνομία, και από αυτή την εκπομπή εγώ υποδείχθηκα στον κύκλο των γνωριμιών μου.’

‘Μας ζητήσατε τρείς φορές, εμένα και τον Σπανό να έρθουμε σε αντιπαράσταση. Και τις τρείς, το προηγούμενο βράδυ, ήρθε στο σπίτι μου και μου ζήτησε να δώσω μία εκδοχή συμφωνημένη για τα γεγονότα που ήταν γι αυτόν δυσμενή.
Είπε πως γνώριζε που υπάρχουν αντιθέσεις. Εγώ ούτε βεβαίωσα ούτε αρνήθηκα ότι έκανα στον ανακριτή τις εν λόγω βεβαιώσεις.
Δεν ήθελα να γεννηθούν μεγάλες διαφορές ανάμεσά μας, αυτό και αναφορικά με την σχέση φιλίας μεταξύ των οικογενειών μας’.

‘Σε σχέση με την πρώτη αντίθεση επικαλούμαι όσα έχω δηλώσει, ότι δηλαδή,μετά την διάλυση της ομάδας μας που έγινε λόγω της σύλληψης του Πέτρου για το γνωστό περιστατικό της κλεπταποδοχής των διαβατηρίων, που έγινε πάνω κάτω το καλοκαίρι του ’78, όσον αφορά τις συναντήσεις με εκείνους της Πρώτης Γραμμής στην οδό Πίππο Σπάνο πήραμε με τον Σπανό μέρος σαν οργανικοί της Πρώτης Γραμμής και όχι πιά σαν τα μέλη των ομάδων, με αυτή την ιδιότητα συμμετείχε σε αυτές τις συναντήσεις και ο Φαίδων’.

‘Αναφορικά με την διήγηση του Σπανού σχετική με μία εισβολή στην Πίζα σε Κτηματικό Γραφείο στην διάρκεια της οποίας μία γυναίκα ξεφώνισε, επιμένω ότι ήταν αυτός ο ίδιος που έκανε αυτή την εξιστόρηση.Η εισβολή έγινε 17-2-79. Καταλαβαίνω γιατί αρνείται. Σημαίνει ότι εκείνη την εποχή ήταν ακόμη στην οργάνωση ενώ εγώ είχα βγει προγενέστερα.’
‘Μέχρι που υπήρχε η ομάδα μας, στις συνεδριάσεις της διοίκησης πηγαίναμε εγώ και ο Φαίδων. Σε μία μόνο πήρε μέρος κρυφά ο Σπανός, ενώ μετά που διαλύθηκε η ομάδα, αρχές καλοκαιριού του ’78, ο Σπανός όπως εγώ συμμετείχε σε συνεδρίαση της Πρώτης Γραμμής σαν οργανικός στον τεχνικοεπιμελητειακό τομέα’.

‘Με ρωτάτε για την κλοπή του χρυσαφιού Γκόλφ που έκλεψε ο Σπανός, σε σχέση με τον ‘τσακωμό’ που έγινε με τον Ντίνο για την άρνηση της ένοπλης κάλυψης, αυτοκίνητο που έπρεπε να κλαπεί το πρωί και εκλάπη μετά τις έξι το απόγευμα,καταστρέφοντας έτσι την επιχείρηση για την οποία προορίζονταν. Μπορεί ο Σπανός να έκανε την κλοπή με τον Βαγγέλη.’
‘Είναι αλήθεια ότι οικειοποιήθηκα ένα ποσόν χρημάτων, κέρδος πλασαρίσματος ελαφρών ναρκωτικών, είναι αλήθεια ότι αυτό προκάλεσε μία ψυχρότητα μεταξύ μας, ενώ ήδη από καιρό είχα κλείσει τις σχέσεις σε πολιτικό επίπεδο’.
‘Δεν ξέρω τίποτα σχετικά με το μάζεμα χρημάτων που ο Σπανός μαζί με άλλους είχε κάνει πιθανόν για να διευκολύνει την φυγοδικία του Γάκη. Δεν είχα σχέσεις φιλίας με αυτόν’.

  • Έτσι, δικάστηκα την πρώτη φορά, το ’81 για ληστεία, εμπρησμό εκ προθέσεως, έκρηξη, διακεκριμένη φθορά, συμμορία και παράβαση περί των εκρηκτικών υλών, όπως και παράβαση των νόμων περί όπλων για την καταστολή της τρομοκρατίας
    την δεύτερη το 1985 για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως κατά συναυτουργία, για ληστεία κατά συρροή εν συναυτουργία, για έκρηξη κατά συρροή εν συναυτουργία, αγορά εισαγωγή προμήθεια κατοχή μεταφορά όπλων, πυρομαχικών, εκρηκτικών εν συναυτουργία κατ’ εξακολούθηση.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%27%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%27-%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE#/page/1

τρομοκρατία, φυλακή

  • Βίοι παράλληλοι :
    ‘Η ιστορία των ΝΑΡ, Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες, έχει κι ένα κεφάλαιο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον,
    [γράφει ο Κώστας Καλφόπουλος στο διαδίκτυο για την ιστορία των ΝΑΡ]
    και για τις δικές μας εξελίξεις στην υπόθεση της ελληνικής τρομοκρατίας.’
    [εγώ εδώ θα πω πως υπάρχει αντάρτικο,στην Ελλάδα και τον κόσμο, τρομοκράτες είναι οι φασίστες και οι φονταμενταλιστές που επιτίθενται τυφλά, στο πλήθος].

‘Στις 11 Μαρτίου του ’75, μετά από έκρηξη βόμβας στην οδό Κονσάλβο της Νάπολης, σκοτώνεται ο Βιταλίνο Πρίντσιπε και τραυματίζεται βαριά ο Αλφρέντο Παπάλε. Στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται, μόλις βγήκε από το χειρουργείο, ο ανακριτής τον υπέβαλε σε δεκατετράωρη ανάκριση. Αρκεί το σχόλιο της δικηγόρου, κυρίας Λομπάρντι, που υπερασπίζεται τον Παπάλε :
‘Δεν βασανίζουν έτσι κάποιον που έχει χάσει το ένα του μάτι και του οποίου το σώμα είναι γεμάτο θραύσματα. Όμως δεν περιορίστηκαν σε αυτό. Οι ανακριτικές αρχές προσπάθησαν να εκφοβίσουν τον κατηγορούμενο επισείοντάς του την ποινή των ισοβίων.’

Εικοσιεπτά χρόνια μετά ακριβώς το ίδιο σκηνικό, με τις ίδιες πρακτικές θα επαναληφθεί στην Ελλάδα, με τον Σάββα Ξηρό, το πρώτο ταυτοποιημένο μέλος ένοπλης οργάνωσης που συλλαμβάνεται μετά την έκρηξη στον Πειραιά.’

Τσε, Βασίλης

  • Δευτέρα του Πάσχα σήμερα που ολοκληρώνω το ταξίδι μας στη Χώρα του Ποτέ τριάντα πέντε χρόνια μετά
    κατά την Μεγάλη Εβδομάδα του ’13, παρέα με την λοίμωξη μου.
    Ασυναίσθητα λοιπόν και αυτονόητα μου έρχεται ν’ αναφερθώ στο μεγάλο θέμα που απασχολεί όλους,
    το αναπόφευκτο του θανάτου, η αναζήτηση του μετά, η πίστη και η θρησκεία.
    Δεν γνωρίζω εάν υπάρχει Θεός
    σίγουρα θα μου άρεσε να μη τελειώνουν όλα εδώ και τώρα, να υπάρχει συνέχεια.
    Αυτό δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από αυτό που ακούγεται, από αυτό που λέμε.

Σημαίνει πως για το μετά δεν γνωρίζουμε τίποτα.
‘Κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό’ λέει ο σοφός λαός.
‘Άνθρωπε αγάπα’ τραγουδά ο ποιητής
μη περιμένεις ανταπόδοση!
δεν χρειάζεται να προσμένεις ανταμοιβή.
Αγαπάς γιατί σ’ αρέσει, γεμίζεις όταν προσφέρεις, μεθάς όταν μοιράζεσαι,
νιώθεις ολοκληρωμένος με το άλλο σου μισό στην αγκαλιά.
Ο άνθρωπος χρειάζεται να νιώθει ασφαλής, αυτή την ασφάλεια ψάχνει,μέσα του, και την αποκαλεί Θεό.

Εγώ νιώθω ασφαλής όταν συνεργάζομαι με άλλους. Νιώθω ασφαλής όταν η συνείδησή μου είναι ήσυχη, όταν νιώθω καθαρός, τίμιος, δίκαιος, πως να το πω καλύτερα; δεν ξέρω
Τις Βίβλους δεν τις θέλω πια. Αυτές οι βεβαιότητες έχουν προκαλέσει μύρια δεινά στην ανθρωπότητα, που άλλο δεν παίρνει!
και σίγουρα ευτυχία και ασφάλεια δεν έφεραν στους λαούς.
Άσε που τις θρησκείες χρησιμοποίησαν οι δυνατοί για να εξασφαλίσουν την κατοχή τους, διαχρονικά.
Οι άνθρωποι δεν χρειάζονται διαχωρισμούς. Ενότητα και συνεργασία χρειάζονται. Ισότητα και αυτονομία.
Ούτε κατοχή χρειάζονται.

Η Γη, ο πλούτος, τα αγαθά είναι για όλους. Για να μοιράζονται σε όλους, σύμφωνα με τις ανάγκες τους.
Δεν θα κοροϊδέψω ποτέ κανέναν για την πίστη, το χρώμα ή την ιδεολογία του.
Αυτός είναι. Ας πρόσεχε.
Δείχνεις με το παράδειγμά σου.
Αλληλεγγύη χρειαζόμαστε, να οργανωθούμε σε παρέες, στις γειτονιές, παντού.
Και να διευθύνουμε εμείς τις ζωές μας από κοινού, αυτόνομα.
Φτάνει πια με τους σωτήρες!

Είμαστε εμείς άγιοι και δαίμονες μαζί. Ισορροπία χρειαζόμαστε.
Ας είναι όπως θέλει νάναι
σήμερα είναι ώρα για δράση
σήμερα είναι η ώρα για καλύτερη ζωή
αυτήν έχουμε, αυτή γνωρίζουμε
δίκαιη, όμορφη. Γιατί ωραία η γη μας
γεμάτη ομορφιές που περιμένουν να τις ψαχουλεύσουμε, να τις εξερευνήσουμε. Όλοι
ΑΦΉΣΤΕ ΝΑ ΤΟ ΚΆΝΟΥΜΕ!

Let love in, Nic Cave.

ευχαριστώ τα κορίτσια που με ανέχτηκαν, τους φίλους που με υπέμειναν
η Βίκυ στάθηκε ήρωας, με γνώρισε στην δυσκολότερη περίοδο της ζωής μου και δεν λάκισε. Βράχος. Την ευγνωμονώ
έχω τρία υπέροχα παιδιά, πέρασαν κι αυτά μέσα από Συμπληγάδες.
Τους ευχαριστώ όλους που υπάρχουν, που μου στέκονται
την αδελφή μου, τον άντρα της,τ’ ανίψια μου, τα ξαδέλφια και τις οικογένειές τους, τα υπέροχα πεθερικά μου.
Είναι όλοι τους θαυμάσιοι
στα μεγάλα μαρτύρια δεν με άφησαν, ο καθένας με τον τρόπο του, νιώθω πολύ τυχερός.
Τους ευχαριστώ θερμά για μια ακόμη φορά!

Δικαίωμα στο όνειρο ΛΆΚΗΣ ΠΑΠΑΔΌΠΟΥΛΟΣ 1985

Μιά σιωπή καταλυτική
Η πόρτα κλειδωμένη
Το στίγμα σου ξεμακραίνει,
κι η νύχτα απορρυπαντική
Βλέμμα γυάλινο, χλωμό
Σ’ ένα παιχνίδι χαμένο
ψάχνεις για κερδισμένο
κι εγώ πάλι στο βυθό
Όμως με τίποτα δεν μπορείς
να μου στερήσεις το όνειρο
Δικαίωμα στο όνειρο,
δικαίωμα στο τίποτα
Φυγάς σε δίκη που εκκρεμεί,
που τίποτα δεν περιμένει
παρά απόφαση καταδικαστική
Μέσα σε γυάλινο κελί
η τύχη σου δοσμένη
Το μέλλον ξεμακραίνει
Η όψη σου αποθαρρυντική
Όμως με τίποτα, με τίποτα, με τίποτα, με τίποτα
δεν μπορείς
να μου στερήσεις το όνειρο.

  • Αυτή είναι η ιστορία των παιδιών που ονειρεύτηκαν την χώρα του Ποτέ και είπαν να ψάξουν να την βρούνε. Δοκίμασαν. Το τόλμησαν.
    Δεν φοβήθηκαν το ταξίδι, δεν δείλιασαν στο άγνωστο, δεν τρόμαξαν να ρισκάρουν, αψήφησαν τους κινδύνους, εμπιστεύτηκαν το όνειρο, τράβηξαν αντίθετα στο ποτάμι, από κάποια στιγμή τουλάχιστον και μετά.
    Δεν δικαιώθηκαν, την ιστορία την γράφουν οι νικητές.
    Το στίγμα όμως που αφήνουν οι νικημένοι δεν εξαφανίζεται. Είναι εκεί δυνατό και όμορφο, μια παρακαταθήκη που βγαίνει από ψυχές άδολες, σαν το αγαπημένο, γαλλικό σύνθημα που φωνάζαμε στις πορείες μας τα χρόνια της φωτιάς : ‘δεν είναι παρά μόνο η αρχή, θα συνεχίσουμε να μαχόμαστε’ !

Sunday morning, Velvet Underground.

Richie Havens, Freedom, (Woodstock)

DSC02215

Η Μπαλάντα Του Μαουτχάουζεν

https://aenaikinisi.wordpress.com/2015/03/07/%CE%B7-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%87%CE%AC%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%B5%CE%BD/

 

συνεχίζεται