αυτονομία, autonomia

Η εργατική Αυτονομία και η κοινότητα αγώνα vicentina

Ένα ωραίο βιβλίο αυτό: L’Autonomia operaia vicentina. Dalla rivolta di Valdagno alla repressione di Thiene, Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene, πέμπτος τόμος της συλλογής »Οι Αυτόνομοι» – «Gli Autonomi» (DeriveApprodi, pp.256, euro 19). Συγγραφέας είναι ο Donato Tagliapietra.

Πρόκειται για ένα αληθινό βιβλίο, από ορισμένες απόψεις εξαιρετικό, και μιλάει για την μοναδική ιστορία ενός από εκείνα τα εκατό αυτόνομα κέντρα κομμουνιστικής πρωτοβουλίας που στα χρόνια ’70 ενήργησαν στα εργοστάσια και τα ιταλικά εδάφη, επιβεβαιώνοντας εργατική αντιεξουσία και κερδίζοντας μισθούς και δικαιώματα.

ΚΑΘΕΝΑ ΑΠΟ ΑΥΤΆ ΤΑ ΚΕΝΤΡΑ είναι μια μοναδική εμπειρία, το σύνολο ενός επαναστατικού επεισοδίου. Η διήγηση, των εργατών και των αγωνιστών της Βιτσέντζα, δείχνει την συμβολή ενός κοινωνικού κινήματος που ξέσπασε από το ’68 και μιας γενεαλογικής κοινότητας λόγων και συναισθημάτων πολιτικών, που υποδηλώνει με υποδειγματικό τρόπο την ανεπανάληπτη ποιότητα της άσκησης της πολιτικής της Αυτονομίας εκείνων των χρόνων. Αυτό τον κόσμο μπορούμε συνεπώς να τον κοιτάξουμε από δύο πλευρές, εκείνη του ταξικού αγώνα και τη γενεαλογική, αλλά αυτές οι δύο πλευρές δεν διαχωρίζονται ποτέ. Κάθε σελίδα μπορεί να διαβαστεί ως μια διήγηση για τον τρόπο με τον οποίον μια ηλικιακή ομάδα εργατών και φοιτητών βρέθηκε να αμφισβητεί, ριζικά, τo εργοστασιακό και κοινωνικό σύστημα και τον τρόπο με τον οποίο κάθε ομάδα συντρόφων ήθελε να να ζήσει αυτή τη ρήξη και να ορίσει τον δικό της δρόμο για να την χτίσει.
«Πεπρωμένο και ελευθερία», θα μπορούσαμε να πούμε φιλοσοφικά. Αλλά ειπωμένο στην διάλεκτο του βένετο, με μια έμφαση και μια αποφασιστικότητα τόσο σκληρές όσο ήταν τότε ο καταναγκασμός στην μισθωτή εργασία ενάντια σε μια γενιά νέων, που ήδη αποκαλούνταν ως μάζα διανοούμενων υπό δημιουργία.Το βιβλίο χτίζεται σχεδόν αποκλειστικά από έγγραφα που παρήγαγε η οργάνωση – οι Βενετικές Πολιτικές Κολεκτίβες, i Collettivi Politici Veneti της περιοχής του alto vicentino – και από συνεντεύξεις με τους στρατευμένους εκείνης της εποχής. Και ακολουθεί την εξαιρετική επέκταση των αγώνων, που ενθαρρύνονται και / ή οργανώνονται από τις συλλογικότητες των χωριών, από την εξέγερση του εργοστασίου Marzotto του Valdagno τον απρίλιο του 1968 μέχρι την καταστολή των αρχών της δεκαετίας του 1980. Από την αρχή μέχρι το τέλος αυτής της περιόδου παράγεται μια όλο και πιο διαδεδομένη οργανωτική συγκέντρωση στην περιοχή και γίνεται όλο και πιο διεισδυτική, αιχμηρή.

Η ΚΟΙΝΌΤΗΤΑ ΑΓΩΝΑ είναι επίσης μια κοινότητα ζωής: αυτή η αλήθεια ξεχειλίζει από την διήγηση. Να απελευθερωθούν από τη δυστυχία-την μιζέρια της μισθωτής εργασίας, να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη ακριβά αποτέλεσε έναν τρόπο οικοδόμησης μιας διαφορετικής ζωής. Οι απεργίες στο εργοστάσιο και οι περιπολίες κατά της μαύρης εργασίας πήγαιναν μαζί με την κατάκτηση δωρεάν συναυλιών, με τον αγώνα ενάντια στα υψηλά ενοίκια και την κατάληψη σπιτιών και την γενναιόδωρη απαλλοτρίωση αγαθών στα σούπερ μάρκετ. Μαζική παρανομία, ναι, αλλά και επινόηση ενός τρόπου ζωής που απέρριπτε τη φτώχεια των σωμάτων και τη μιζέρια του πνεύματος. Μια γενιά νέων πρότεινε, με μεγάλη ωριμότητα, το σχέδιο μιας ελεύθερης ζωής.

ΠΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ να το αφηγούμαστε σήμερα σε εκείνους που προσποιούνται ότι είναι ελεύθεροι. Ωστόσο η ανάγνωση αυτής της ιστορίας ξυπνά στα βάθη κάθε ψυχής εκείνη την ατελή συνειδητοποίηση του ψεύδους και της ανελευθερίας που προκαλεί η χυδαιότητα της ζωής κάτω από αφεντικό: δεν δίνεται στον καθένα η δυνατότητα να μετασχηματίζει αυτή την αφύπνιση σε μια πράξη ρήξης. Επειδή είμαστε μόνοι. Από την άλλη πλευρά, εκείνα τα παιδιά από την Thiene και τα γύρω χωριά, μέχρι τη Schio, μέχρι το Bassano, μέχρι τη Vicenza είχαν διαρρήξει κάθε πεπρωμένο μοναξιάς: ήταν μαζί, αισθάνονταν δυνατοί, έδωσαν ένα παράδειγμα αξιοπρέπειας. Μαζί, όλοι μαζί.
Η σύγκρουση με την εξουσία ήταν εξαιρετικά βίαιη. Όπως και στο σύνολο του Veneto, εξάλλου, όπου μεταξύ της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του 1970 δόθηκαν μερικές από τις σημαντικότερες μαζικές εμπειρίες αντάρτικης οργάνωσης, πρώτα στα μεγάλα εργοστάσιο και στη συνέχεια στο διάχυτο εργοστάσιο, και συγχρόνως στα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Γιατί ο ταξικός αγώνας έγινε τόσο σκληρός στην περιοχή του Βένετο; Επειδή – όπως δείχνει αυτό το βιβλίο – η εξέγερση δεν συνέβη μόνο εναντίον του κυρίου-του αφεντικού, αλλά, δεδομένης της καθυστέρησης της κοινωνικής πειθαρχίας εκμετάλλευσης, ήταν μια σύγκρουση επάνω στη ζωή συνολικά: ήταν ένα άλμα στο νέο και μια ανακάλυψη της κοινότητας, ένας ριζοσπαστικός τρόπος συνεύρεσης μέσα στον αγώνα και η βούληση να οικοδομήσουν μια νέα κοινωνία.

ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΗ ΑΚΡΙΒΏΣ ΥΠΗΡΞΕ η σύγκρουση με την καταστολή. Ωστόσο ακόμη και στα επεισόδια ένοπλου αγώνα ως απάντηση στην καταστολή, η γραμμή των Κολεκτίβων ήταν πάντα η διατήρηση των εδαφών του «κοινωνικού εργάτη» και δεν ήταν ποτέ δολοφονική, αλλά αποσκοπούσε στο χτίσιμο ελεύθερων κοινοτήτων. Δεν ήταν τυχαίο ότι δεν υπήρξαν ούτε καταδότες ή μετανιωμένοι όταν η καταστολή κέρδισε. Όταν μετά την τραγωδία της 11ης απριλίου του 1979, όταν πέθαναν τρεις σύντροφοι ενώ προετοιμάζονταν να απαντήσουν στο blitz της 7ης απριλίου, και όταν δολοφονήθηκε ένας τέταρτος σύντροφος στη φυλακή, το μαύρο έργο των καταστολέων του Calogero και του Dalla Chiesa, υπήρξε άγριο. Στα επόμενα χρόνια, στην φυλάκιση για πολλούς, προστέθηκε η ηρωίνη για ακόμη περισσότερους.
Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο στους Antonietta Berna, Lorenzo Bortoli, Angelo Dal Santo και Alberto Graziani, στους τέσσερις πεσόντες εκείνου του καταραμένου απρίλη, με πικρό τρόπο, όχι πένθιμο ωστόσο, αλλά με υπερηφάνεια αναφωνώντας πόσο εκείνη η ζωή των ελεύθερων ανθρώπων που δολοφονήθηκαν ήταν αληθινή και υποδειγματική.

* Πηγή: Toni Negri, IL MANIFESTO

 

L’Autonomia operaia e la comunità di lotta vicentina

φυλακές, carcere

Αναμνήσεις των κολασμένων της γης

του Alexik

“Εκεί, όπου ήταν πιο υγρά
άνοιξαν ένα τεράστιο χαντάκι
και μες τον βράχο έσκαψαν
κόγχες και τις θωράκισαν
μετά ύψωσαν πύργους γέφυρες και παρατηρητήρια
κι έβαλαν στρατιώτες, να φυλάν
μας φόρεσαν πανωφόρια
και μας αποκάλεσαν κακοποιούς                                           τέλος, θέλησαν να κλειδώσουν με κάγκελα τον ουρανό

δεν τα κατάφεραν τελείως
εκεί ψηλά
κοιτάζουμε τους γλάρους να πετούν”.

(Sante  Notarnicola, Φυλακή. Favignana 1 Ιουνίου 1973)

[Έφτασαν εδώ και λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, σε επανέκδοση από τον Pgreco, “Η νοσταλγία και η μνήμη” και “Ελεύθεροι από την σιωπή” * του Sante Notarnicola. Περιέχουν ποιήματα και κείμενα διακοσμημένα με σχέδια της Stefania Venturini και του Marco Perrone και μια μακρά συνέντευξη που παραχωρήθηκε το 1992 από τον συγγραφέα στο Radio Sherwood.]

Λέγεται ότι η ποίηση είναι μερικές φορές σε θέση να προφέρει παγκόσμιες λέξεις, έγκυρες ανά πάσα στιγμή, σε κάθε χρόνο.
Συμβαίνει με τους στίχους του Sante Notarnicola, που συντίθενται κυρίως κατά τη διάρκεια μιας φυλάκισης που διήρκεσε 21 χρόνια – από το 1967 έως το 1988.
Στίχοι που εξακολουθούν να είναι χρήσιμοι και σήμερα, και θα παραμείνουν τέτοιοι μέχρι όσο μένει όρθια και η τελευταία φυλακή.
Παρόλο που η σύνθεση του σώματος των κρατουμένων και τα επίπεδα μαχητικότητας και συνείδησής του έχουν αλλάξει, αν και οι μορφές ελέγχου έχουν τελειοποιηθεί και διαφοροποιηθεί, τα κάγκελα παραμένουν ουσιαστικά ακόμα ίδια.
Ίδια είναι η αντίδραση του ανθρώπου στην άρνηση του αέρα και των χρωμάτων, και όλου αυτού του εξωτερικού κόσμου που είναι φτιαγμένος από την απεραντοσύνη των χώρων, των τόπων και των αγαπημένων ανθρώπων.
Ίση είναι η βία στην οποία υποβάλλεται, η ένταση και ο θυμός, η αλαζονεία και η αυθαιρεσία. Ίδια είναι η απάθεια των ακίνητων ωρών, η ευαισθησία και η τρυφερότητα στις κουβέντες όταν δέχεται επισκεπτήριο και η επιθυμία.

“Συγκεκριμένη είναι η απουσία της χειρονομίας, και του χαμόγελου”. Για να αντισταθείς πρέπει να μάθεις να τα ξαναχτίζεις στον ύπνο, στην φαντασία, στις αναμνήσεις και στην ελπίδα. Η ποιητική του Sante είναι μια εκπαίδευση στη φυλακή, σου διδάσκει πώς ο συνολικός θεσμός μπορεί να σε χτυπήσει στην εσωτερική διάστασή σου, και που μπορείς να βρεις τη δύναμη να αντιδράσεις.

Μα είναι επίσης μνήμη της εξέγερσης, η εποποιία των Κολασμένων της Γης, εκείνων των φυλακισμένων που ύψωσαν το κεφάλι ενάντια στις μεσαιωνικές φυλακές και τους φασιστικούς κώδικες.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 μια νέα γενιά φυλακισμένων, λίγο απείθαρχων παιδιών εργατικών οικογενειών και ήδη εκπαιδευμένων στη σύγκρουση, άρχισε να παλεύει ενάντια στην κατασταλτική φυλακή – τη φυλακή του καθικιού και της πείνας, των ξυλοδαρμών και των υπόγειων κελιών της απομόνωσης.
Συνάντησαν συντρόφους με πολιτική εμπειρία, όπως ο Sante, και κατάλαβαν ότι εάν ήθελαν να βελτιώσουν την κατάστασή τους έπρεπε να κάνουν σαν τους πατεράδες τους στα εργοστάσια, όχι πλέον με ατομικές χειρονομίες εξέγερσης αλλά ενωμένοι σε μια συλλογική δύναμη.Έτσι άρχισαν να σταματούν στον προαυλισμό, μπροστά στους τρομαγμένους ανθρωποφύλακες, άρχισαν να γράφουν, να επικοινωνούν με τον έξω κόσμο, να μεταμορφώνουν τις δίκες σε βήματα καταγγελίας των συνθηκών φυλάκισης.
Σε ένα κρεσέντο ανυπακοής άρπαξαν τις φυλακές, ακόμα και 20 κάθε φορά σε όλη την Ιταλία. Και τις κατέστρεψαν, για το δικαίωμα στην τροφή και το στυλό, στις επισκέψεις και στο βιβλίο, στην αξιοπρέπεια και την απόδραση.
Υποβλήθηκαν σε ξυλοδαρμούς, απομόνωση, κελιά κυρώσεων, συνεχείς μετακινήσεις, νέα χρόνια ποινής για να εκτίσουν.
Άφησαν τρεις καμένους νεκρούς στην San Vittore στον αγώνα για να πάρουν το δικαίωμα στo καμινέτο στρατοπέδου, τη δυνατότητα μαγειρέματος στο κελί.

Στα κελιά στην San Vittore τρία πέτρινα λουλούδια” .

Έξω η εξέγερση διαπερνούσε το σχολείο, την οικογένεια και το εργοστάσιο.
Κάθε εβδομάδα, δεκάδες χιλιάδες πορεύονταν κάτω από τα τείχη της San Vittore.
Η Lotta Continua και ο Re Nudo έδιδαν φωνή στις εξεγέρσεις των φυλακισμένων, η Soccorso Rosso ηθική και υλική υποστήριξη.
Οι φοιτητές συρρέουν στις φυλακές λόγω συλλήψεων μετά από κάθε πορεία, φέρνοντας μέσα βιβλία για πολιτική εκπαίδευση. Οι Frantz Fanon, George Jackson, ο Eldridge Cleaver, ο Bobby Seale και ο Malcolm X συνέβαλαν στη μετατροπή των κοινών κρατουμένων σε συντρόφους, οι οποίοι επανενώνονταν στο κίνημα όταν έβγαιναν.
Η Επιτροπή Φυλακών της Lotta Continua γεννήθηκε, οι αποδράσεις ομάδων αυξήθηκαν.
Έπρεπε να τους σταματήσουν.

Τον μάιο του ’74 μια απόπειρα απόδρασης από την φυλακή της Alessandria καταλήγει με επτά νεκρούς και 15 τραυματίες  sette morti e 15 feriti μεταξύ κρατουμένων και ομήρων, μετά από ένα blitz των καραμπινιέρων του dalla Chiesa. Τον φεβρουάριο είχε ήδη σκοτωθεί ο κρατούμενος Giancarlo Del Padrone από μια ριπή αυτόματου ενός φύλακα, στην διάρκεια μιας διαμαρτυρίας στην στέγη των Murate. Στα τέλη της χρονιάς ήταν η σειρά του Venanzio Marchetti στην Piacenza.

Η σφαγή της Alessandria υπονόμευσε οριστικά τη σχέση ανάμεσα στη φυλακή και τη Lotta Continua, κατηγορούμενη ότι δεν γνώριζε πώς να υπερασπιστεί τους αγώνες.Το βλέμμα των κρατουμένων άρχισε να στρέφεται αλλού: εκείνο το έτος γεννιούνται οι N.A.P, ο Curcio δραπέτευσε από την Casale Monferrato χάρη σε μια θεαματική δράση που οργανώθηκε από το εξωτερικό της φυλακής.

Εν τω μεταξύ, το Κράτος εργάζονταν για την οριστική απόκλιση της σωφρονιστικής διαδρομής των κοινών κρατουμένων από εκείνη των πολιτικών και των εξεγερσιακών.
Από εκεί και στη συνέχεια θα ολοκληρωθεί η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος που αντικατέστησε τον παλαιό φασιστικό κώδικα, αναγνωρίζοντας (τουλάχιστον στο χαρτί) τους κρατούμενους ως νομικό αντικείμενο δικαίου και μετριάζοντας (πάντα στο χαρτί) ορισμένες πτυχές της αγριότητας της φυλακής. Εγκαινιάζονταν ένα μοντέλο κράτησης θεραπευτικού τύπου το οποίο προέβλεπε μια διαδρομή σε στάδια για την επανένταξη του φυλακισμένου στην κοινωνία, αφού καθαρίστηκε από τον ανατρεπτικό χαρακτήρα του, μέσω χορήγησης αδειών ανταμοιβής, μερικής απελευθέρωσης, εξωτερικής εργασίας κ.λ.π. Μέσα της περιείχε επίσης ένα δηλητηριασμένο φρούτο, το άρθρο 90, το οποίο επέτρεπε στο Υπουργείο Χάριτος και Δικαιοσύνης να αναστέλλει κάθε δικαίωμα ή προστασία κατά βούληση λόγω «σοβαρών και εξαιρετικών λόγους τάξης και ασφάλειας».

Ολοκληρώνονταν επίσης και το σχέδιο, που εκ νέου ανατέθηκε στον dalla Chiesa, για τον εντοπισμό και τη δημιουργία ειδικών φυλακών. Τάφοι που προορίζονταν για τους ζωντανούς όπου συγκεντρώνονταν οι αγωνιστές του ένοπλου αγώνα και της κοινωνικής ανατροπής, οι βετεράνοι των αποδράσεων, οι πρωτοπορίες των κινητοποιήσεων των φυλακών.

“Μεταξύ ιουλίου και αυγούστου 1977 περίπου 2500 αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν με τρένα, ελικόπτερα, αεροπλάνα σε πέντε φυλακές: Fossombrone, Termini Imerese, Asinara, Favignana, Nuoro. Αυτές οι μεταφορές πραγματοποιήθηκαν με μια πραγματική στρατιωτική επιχείρηση“.

Στον Sante έλαχε η Asinara: «Εκεί άρχισα να αισθάνομαι πεινασμένος και πάλι (και είμαι αρκετά λιτοδίαιτος, κάποιος που είναι ικανοποιημένος με λίγα … αλλά εκεί το πράγμα ήταν επιστημονικό), γιατί ακριβώς με την λιμοκτονία, καθώς και με τους ξυλοδαρμούς και όλα τα υπόλοιπα, ήθελαν να μας εξοντώσουν ».
Και μετά η υποχρεωτική σιωπή, η υγρασία και το κρύο, τα γυάλινα χωρίσματα στις επισκέψεις, η παρενόχληση και οι ύβρεις στους συγγενείς. Ιατρική περίθαλψη μηδέν. Στις ειδικές ο Fabrizio Pelli αφέθηκε να πεθάνει από λευχαιμία.

“Αιωρούνται
τα υπολείμματα της μέρας
και
μες το λιτό φως
ακούμε μια θάλασσα
παραιτημένη
στην ώθηση των ανέμων.
Παρατηρούμε έναν λευκό τοίχο

Παρατηρούμε έναν σκληρό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο γεμάτο εξογκώματα
Παρατηρούμε έναν επιθετικό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο
έναν τοίχο
έναν τοίχο
που σφυροκοπεί
τοίχο
επάνω στον οποίο συνεχίζουμε
να γράφουμε…
Σε αυτό το τοπίο μέσα
ξένο στην ψυχή
με έναν τοίχο
θα ήθελαν να ισοπεδώσουν
τις συνειδήσεις μας.”

(Lager. Asinara 22 αυγούστου 1977)

Εκείνος ο τείχος τινάχτηκε στον αέρα με πλαστικό το 1979, μαζί με την μισή φυλακή. Το 1980 οι τελευταίοι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν υπό την πίεση της απαγωγής d’Urso και της εξέγερσης της φυλακής του Trani, που πνίγηκε στο αίμα (πάντα υψηλότερο ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί).
Η Asinara έκλεισε, αλλά όχι οριστικά, παραμένοντας διαθέσιμη για τα βασανιστήρια μιας επόμενης δεκαετίας.
Σε αντιστάθμισμα ο ειδικός εγκλεισμός εξυπηρετούσε πραγματικά την ισοπέδωση των συνειδήσεων.

Με την Μεγάλη Στροφή
ήρθε η αποκατάσταση
και υπήρξαν απαραίτητες
οι πέτρες και οι χάλυβες.
Γρήγορα αποπροσανατολιστήκαμε
χάσαμε τους σκοπούς μας και δεν ήταν πλέον δυνατό να ζήσουμε πάνω από τις ρίγες.
Σε μια γωνιά
μια γυναίκα περιμένει ακόμα σήμερα.
Ένα μεγάλο δάκρυ 
γλιστρά μακριά.
Πολύ μεγάλο για να στεγνώσει“.

(Ένα δάκρυ)

Πικρά ποιήματα όπως η προδοσία, ένα τρέχον θέμα στην τεσσαρακοστή επέτειο της 7ης απριλίου.

Το ότι έμπλεξαν τον Negri ως τηλεφωνητή της υπόθεσης Moro, σήμαινε ότι τον ανάγκασαν, για να απενοχοποιήσει τον εαυτό του, να εξηγεί – ως λαμπρός διανοούμενος που ήταν – τι ακριβώς ήταν το επαναστατικό κίνημα. Και αυτός έκανε 10-15 ώρες ανάκρισης, εξηγώντας τα πάντα …
… μέχρι τότε κανένας κρατούμενος, από το μεγαλύτερο ηγετικό στέλεχος στον πιο απροετοίμαστο σύντροφο, είχε αποδεχτεί μια σχέση με το δικαστικό σώμα. Ξέρω δεκάδες και δεκάδες παιδιά που επειδή δεν απάντησαν στις ερωτήσεις των δικαστών άρπαξαν 10-15 χρόνια στη φυλακή και όλοι τους χέστηκαν, χωρίς να λένε μια λέξη. Η εξήγηση μιας περίστασης θα τους έσωζε χρόνια, και δεν το έκαναν“.

Τι απομένει μετά από πολύ καιρό, ως κληρονομιά αυτών των παλιών ιστοριών;

-Η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος του ’75 λειτούργησε πράγματι για να αποδυναμώσει τις αναταραχές στις συνηθισμένες φυλακές, παρέχοντας στους περισσότερους κρατουμένους μια διέξοδο από αυτούς τους τοίχους μέσα από μια ικανοποιητική σταδιακή πορεία επιβράβευσης που θα κερδηθεί με την καλή συμπεριφορά και την τάση προς τη μετάνοια.
Με τον τρόπο αυτό η καθημερινή βία στα σωφρονιστικά ιδρύματα του κοινού κυκλώματος απέκτησε νέες δυνατότητες εκβιασμού, δεδομένου ότι οποιαδήποτε αντίδραση στην κατάχρηση ενός φύλακα θα μπορούσε να εμποδίσει την πρόσβαση των κρατουμένων σε άδειες, ή να διακόψει την πορεία προς την ημιελευθερία.
Και η κατάσταση είναι ακόμη αυτή.

-Η διάσταση-ο διαχωρισμός διέσχισε τις δεκαετίες, καθορίζοντας όχι μόνο την πολιτική ήττα της επαναστατικής προσπάθειας της εποχής, αλλά προσαρμοζόμενος στις μεταβαλλόμενες εποχές. Και μας αφορά.
Επέστρεψε κατά τη διάρκεια της G8 στη Γένοβα μέσω της λογικής της διαφοροποίησης μεταξύ καλών και κακών που κατέστρεψε το κίνημα, με τον Bertinotti να μας ζητά να «διαχωριστούμε από τη βία εκείνων που πέταξαν μια πέτρα».
Έχει επιστρέψει τα τελευταία χρόνια, εκταφιασμένη από εκείνους που ζητούσαν από τους εργαζόμενους του εφοδιασμού να «διαχωριστούν από τη βία των πικετοφοριών».

-Οι νόμοι της μόνιμης έκτακτης ανάγκης είναι στρωματοποιημένοι και αποτελούν πλέον τον κανόνα για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε κοινωνικού προβλήματος. Ο ποινικός λαϊκισμός τρελαίνεται.

-Το άρθρο 90 εξελίχθηκε στην υψηλή ασφάλεια και στο βάσανο του 41bis. Υπάρχουν άνθρωποι ακόμα μέσα, από τότε. Η Altra συνεχίζει να μας αποτελειώνει.

-Στη φυλακή συνεχίζουν να πεθαίνουν και να υποφέρουν βία.
Ιστορίες του χθες στο Viterbo:

«Έχω υποστεί βία, σοβαρές σωματικές βλάβες και διάφορα βασανιστήρια». «Με κρατούσαν χειμωνιάτικα με το σώβρακο για μέρες σε ένα» γυμνό κελί «και με γέμισαν γροθιές. Το κεφάλι μου είναι γεμάτο από ουλές». «Έχουν τρεις ομάδες μόνο για να χτυπούν φυλακισμένους». «Βοηθήστε με να την κάνω από αυτή τη φυλακή». «Αν πω κάτι εδώ με χτυπούν». «Εδώ προσπαθούμε να επιβιώσουμε στις αδικίες και να μείνουμε στη θέση μας, πάντα με σταθερά τα νεύρα. Όλο και περισσότερο επιστρέφω να πείθομαι ότι βρίσκομαι στην κόλαση. Δεχόμαστε ταπεινώσεις από τους φρουρούς όταν στις εβδομαδιαίες έρευνες που πραγματοποιούν αφήνουν το κελί άνω κάτω… Η στολή που φορούν τους δίνει μια εξουσία, δεν τους δίνει καμιά τιμή και μπορούν συνεπώς να βιαιοπραγούν στον κρατούμενο, όπως και όταν το θέλουν, να τον καθιστούν αβοήθητο … υπάρχουν αρκετές ιστορίες ξυλοδαρμών που έχουν υποστεί κάποιοι κρατούμενοι του ίδιου τμήματος μου και παραμένουν κρυμμένοι στη σιωπή. Εδώ ζούμε με τον ατομικό φόβο, το σκοτάδι, τους εφιάλτες. Προς το παρόν εξακολουθώ να επιβιώνω, αλλά όταν βγω από αυτή την τρύπα θα αγωνιστώ ώστε η αλήθεια να βγει προς τα έξω».1

Τι μένει τότε;
Βιβλία παλιών ισοβιτών, πολύτιμα εργαλεία.
Που μας διδάσκουν να αντιστεκόμαστε με αξιοπρέπεια, να σπάμε τη σιωπή, να κρατούμε ίσια την πλάτη.

 

* “Liberi dal silenzio” περικλείει “Materiale interessante“, που δημοσιεύτηκε το 1997 για τις εκδόσεις- le Edizioni della Battaglia, και “…Camminare sotto il cielo di notte“, που δημοσιεύτηκε το 1993 απότην Calusca.


  1. Patrizio Gonnella, Viterbo, un carcere dove vige il terrore, Il manifesto, 5 απριλίου 2019 
αυτονομία, autonomia

Οι αυτόνομοι – τόμος V

Gli autonomi – volume V
53Assemblea Nievo sperimentale dopo il 7 aprile54Digitalizzato_20150820 (3)

«Il quinto volume sulla storia dei movimenti autonomi in Italia» αφιερωμένος στον φίλο μου τον Τονι που ταξιδεύει Ιταλία για να πάρει μέρος στην παρουσίαση του »πέμπτου τόμου της ιστορίας των αυτόνομων κινημάτων στην Ιταλία»,   Μιχάλης

Η εργατική αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή. (1968- 1979)

Με αυτόν τον πέμπτο τόμο των αυτόνομων- gli autonomi ο εκδοτικός οίκος deriveapprodi προσθέτει ένα επιπλέον στοιχείο στην κατασκευή ενός ιστορικού αρχείου για τα κινήματα της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του ’70. Η αφήγηση της εδαφικής ιδιαιτερότητας (μερικές φορές επαρχιακής, όπως στην περίπτωση αυτή) καθεμιάς από εκείνες τις εμπειρίες μας επιτρέπει να κατανοήσουμε την ιστορική σημασία της υπόθεσης στην εθνική της γενικότητα.

Η Πάντοβα ήταν το κέντρο της δικαστικής επιχείρησης της «7ης απριλίου 1979» και η προσοχή των μέσων ενημέρωσης επικεντρώθηκε γύρω από τη σχολή Πολιτικών Επιστημών και ειδικότερα την φιγούρα του «κακού maestro-καθηγητού» Τόνι Νέγκρι. Αλλά αν όλοι έχουν ακούσει να γίνεται λόγος για την Πάντοβα ως ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της εμπειρίας της εργατικής Αυτονομίας στην Ιταλία, λίγα έχουν γραφτεί και δημοσιευτεί μέχρι στιγμής σχετικά με την αγωνιστική ιστορία και την πάλη που έχει διασχίσει η υπόλοιπη περιφέρεια του Βένετο. Στην πραγματικότητα, η ανταγωνιστική εμπειρία που συγκεκριμενοποιήθηκε σε εκείνη την περιοχή είναι πλούσια μιας πληθώρας πολύ ζωντανών καταστάσεων που αναπτύχθηκαν σε τμήματα της επικράτειας που της περιφέρειας: ήταν όχι μόνο σημαντικά κέντρα που συμμετείχαν στη γέννηση της βιομηχανικής επανάστασης, αλλά και τόποι όπου το νέο αναπτυξιακό μοντέλο, μετά τη φάση των μεγάλων εργοστασίων παραγωγής, έπαιρνε τη μορφή του «διάχυτου εργοστασίου», της «επικράτειας- εργοστάσιο». Στα βιομηχανικά νησιά του αρχιπελάγους βένετο, η εργατική Αυτονομία ήταν μια εμπειρία που είδε την πραγματικότητα του αγρότη που κατέστη εργάτης να μεταμορφώνεται σε μια ανατρεπτική πρακτική που ξεκινώντας από τα χωριά συχνά κατάφερε να δημιουργήσει σημαντικούς χώρους αντιεξουσίας στην περιοχή. Στην περίοδο κατά την οποία ένα μεγάλο μέρος της Αυτονομίας γλιστρούσε προς τις πρακτικές των μαχόμενων οργανώσεων, οι «πολιτικές Κολεκτίβες του βένετο-Collettivi politici veneti» έχτιζαν το δίκτυο των «κοινωνικών Ομάδων-Gruppi sociali» οργανώνοντας διάχυτους αγώνες στην περιοχή. Η εμπειρία του vicentino, που γεννήθηκε με τη μυθική εξέγερση των εργατών του Valdagno το 1968, συνεχίζεται με εξαιρετικούς κύκλους αγώνων στη διάρκεια όλης της δεκαετίας του ’70 μέχρι τη μεγάλη καταστολή της 7ης απριλίου 1979 και τη συνδεόμενη με αυτήν τραγωδία της Thiene, όπου τέσσερις νεαροί αυτόνομοι αγωνιστές βρίσκουν το θάνατο.

Στη δεκαετία του εβδομήντα, χάρη στους «αυτόνομους», η περιοχή του alto vicentino παύει να είναι ο κοιτώνας στη σκιά των εκκλησιών του παραδοσιακού Βένετο.Ο τόπος αλλάζει εικόνα και γίνεται ένας χώρος όπου γεννιούνται επιθυμίες και ασκείται μια διαφορετική πρακτική-ζωή, γνωρίζουν ο ένας τον άλλον και δημιουργούνται δεσμοί αλληλεγγύης που θα αντισταθούν στη συνέχεια και σε μια σκληρή καταστολή.
Εδώ γεννιούνται οι «κοινωνικές Ομάδες», όπου η στράτευση είναι φιλία και η φιλία είναι μαχητικότητα-στράτευση. Και για όλες τις είκοσι τέσσερις ώρες της ημέρας είναι αγωνιστές, σε εκείνες τις περιφέρειες που αντί να είναι οι χώροι αναπαραγωγής μιας ζωής πουλημένης στο εργοστάσιο γίνονται οι χώροι όπου παίρνουν αυτό που χρειάζονται για μια ζωή που να αξίζει να την ζουν.
Στην ουσία, ήταν η πρώτη γενιά νέων, και νεότατων, που επέλεξαν κάθε χρήσιμο μέσο για να αποφύγουν την εργοστασιακή εργασία στην οποία είχαν αλυσοδεθεί οι πατεράδες τους, η πρώτη που έδειξε ότι κάποιος θα μπορούσε να είναι κομμουνιστής χωρίς να περάσει από την κόλαση του εργοστασίου. Έτσι ώστε για να ξεφύγουν από το πεπρωμένο τους εκείνοι οι «χαλαροί» νέοι που απέφευγαν την κούραση και ήταν γεμάτοι επιθυμία, όπως χιλιάδες και χιλιάδες συνομήλικοι τους σε όλη την Ιταλία, ήρθαν στη θέση να πιάσουν το τουφέκι.
Αλλά σε εκείνη την τόσο ριζοσπαστική επιλογή υπάρχουν πτυχές που αξίζουν προσοχή: καμία μιλιταριστική απόκλιση και καμία «μετάνοια-μεταμέλεια». Επειδή τα σύνορα της «στενής πόρτας» της πολιτικής δολοφονίας δεν τα πέρασαν, αλλά κυρίως επειδή το ρίζωμα στο χώρο- στην περιοχή, οι φιλικές σχέσεις, μια στράτευση- μαχητικότητα που διαμορφώθηκε μέσα στη βαθιά γνώση των τόπων του αγώνα επέτρεψαν μια νοημοσύνη και εξυπνάδα της πολιτικής δράσης – μοναδική περίπτωση – η οποία στη συνέχεια κατάφερε να διασχίσει τον αιώνα φέρνοντας μαζί της την επιθυμία να συνεχίσει να αγωνίζεται.

Un assaggio… Μια γεύση

Από την εισαγωγή της Elisabetta Michielin:
Τι όμορφο βιβλίο έγραψε ο Donato ο «κόκκινος». Κόκκινος στα μαλλιά και στην πλευρά που διάλεξε! Το λέμε αμέσως. Ένα απαραίτητο βιβλίο γιατί ανασυνθέτει με πλούτο και πάθος μια κρίσιμη περίοδο στην ιστορία των επαναστατικών προσπαθειών της χώρας μας και της βορειοανατολικής επικράτειας. Μια άσκηση γραφής και προβληματισμού που τραβά μια διαγραμμένη μνήμη έξω από το σκοτάδι, που παραδόθηκε στις αίθουσες της δικαιοσύνης ή στη μνήμη εκείνων που την ξανακτίζουν μόνο για να την δυσφημίσουν ή να αποτρέψουν την πιθανή επαναπρόταση της.
Ο Donato ανασυνθέτει την περίοδο που τον είδε μεταξύ των πρωταγωνιστών των βενετικών πολιτικών κολεκτίβων στην επικράτεια του άνω vicentino χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά τα έγγραφα που παρήγαγε η ίδια η οργάνωση και τις συνεντεύξεις με τους αγωνιστές εκείνης της εποχής.
Μια ιστορία που ποτέ δεν καταφεύγει στον μεμονωμένο βιογραφισμό και στις ναρκισσιστικές του αποκλίσεις επειδή είναι πάντα αγκυροβολημένη σε ένα κίνημα που έχει συμπεριλάβει δεκάδες και δεκάδες αγωνιστές και που διατηρεί πάντα μαζί την υποκειμενικότητα και την περιοχή όπου γεννήθηκε αυτή η υποκειμενικότητα, αναπτύχθηκε, απέκτησε νόημα και επηρέασε με συγκεκριμένο τρόπο τις σχέσεις εξουσίας και τις ταξικές σχέσεις, ακόμη και στο ζωντανό σώμα των εργατικών οργανώσεων.

 

ISBN: 978-88-6548-270-4
PAGINE: ΣΕΛΙΔΕΣ 320
ANNO: ΕΤΟΣ 2019
COLLANA: ΣΥΛΛΟΓΗ I libri di DeriveApprodi τα βιβλία του οίκου
TEMA: ΘΕΜΑ Anni SettantaMovimenti Χρόνια Εβδομήντα, Κινήματα
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

DONATO TAGLIAPIETRA

(1954) εμπορεύεται αντίκες. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 ήταν μέλος των Πολιτικών Συλλογικοτήτων του Βένετο. Το 1980, μετά από ένα χρόνο και μισό στην παρανομία, [φυγόδικος] συνελήφθη και εξέτισε τρία χρόνια φυλάκισης. Το 2007 συνέβαλε στο χτίσιμο του κινήματος «No Dal Molin», ενάντια στη νέα αμερικανική στρατιωτική βάση. Στα επόμενα χρόνια συνθέτει εκ νέου το αρχείο των στρατευμένων υλικών που είχαν διασπαρεί από την καταστολή και εργάζεται για την γραφή αυτού του βιβλίου.

Padova και Schio: Παρουσίαση του βιβλίου “L’Autonomia Operaia Vicentina” του Donato Tagliapietra

 

Κυριακή 7 απριλίου από τις 17:30 στις 23:30. GAS Altragricoltura Nordest, corso Australia 61, Padova παρουσίαση του βιβλίου του Donato Tagliapietra “L’Autonomia Operaia Vicentina” (Ed. DeriveApprodi)


Επόμενη ημερομηνία: Σάββατο 13 Απριλίου, ώρα 18.00, Palazzo Toaldi Capra, Schio

 

https://www.ilpopoloveneto.it/notizie/cultura/2019/04/04/79210-padova-presentazione-del-libro-lautonomia-operaia-vicentina

διεθνισμός, internazionalismo

Φλωρεντία. Κάτω τα χέρια από τους/τις διεθνιστές/ες!

Κάτω τα χέρια από αυτούς/αυτές που αγωνίζονται για την ελευθερία!

Αυτές τις ώρες πραγματοποιείται η ακρόαση για την επικύρωση της αίτησης για περιοριστικά μέτρα της προσωπικής ελευθερίας σε πέντε διεθνιστές του Τορίνο, οι οποίοι κατηγορούνται για «κοινωνική επικινδυνότητα» από τους Δημόσιους Εισαγγελείς του Τορίνο υπό την ένδειξη της Digos και της τοπικής αστυνομικής αρχής.

Για αυτούς τους συντρόφους απαιτήθηκε η ειδική Επιτήρηση με την υποχρέωση διαμονής, ένα μέτρο το οποίο, αν και επινοήθηκε στα διάφορα διατάγματα ασφαλείας των τελευταίων ετών, τοποθετείται μέσα στην παράδοση παρόμοιων μέτρων παρόντων στον φασιστικό ποινικό κώδικα. Το διαβατήριο και η άδεια οδήγησης αποσύρονται από τον ειδικά επιτηρούμενο, κάθε άδεια ή εγγραφή στο επαγγελματικό μητρώο ανακαλείται, και ο τρόπος ζωής τους επηρεάζεται από μια σειρά υποχρεώσεων (να παρουσιάζονται στις εποπτικές αρχές κατά τις καθορισμένες ημέρες) και απαγορεύσεις [ να συναντούν περισσότερα από τρία άτομα κάθε φορά, να κάνουν παρέα με άτομα που έχουν καταδικαστεί, να μένουν έξω από το σπίτι μετά από κάποια ώρα κλπ.) με στόχο την απομόνωση των ατόμων που έχουν πληγεί από αυτά τα μέτρα.

Ο λόγος αυτής της κατηγορίας προς τους συντρόφους που επέστρεψαν από τη Ροζάβα (Συριακό Κουρδιστάν), όπου στρατεύτηκαν με τις τάξεις των Λαϊκών Μονάδων της Λαϊκής Άμυνας και των Γυναικών (YPG-YPJ) ή είχαν εργαστεί στις λαϊκές δομές της κοινωνίας των πολιτών, τελώντας ένα πολύτιμο έργο πληροφόρησης σχετικής με αυτό που συνέβαινε στις περιοχές που βρίσκονταν υπό επίθεση από τον τουρκικό στρατό και τις πολιτοφυλακές των τζιχαντιστών, σύμφωνα με τους εισαγγελείς θα πρέπει να εντοπίζονταν στο γεγονός πως εκπαιδεύτηκαν στη χρήση των όπλων.

Η βαρύτητα της υπόθεσης είναι ίση με την υποκρισία εκείνων που ισχυρίζονται ότι μάχονται ενάντια στους πολέμους και το ISIS και στη συνέχεια υποστηρίζουν συμφωνίες και επιχειρήσεις με χώρες όπως η Τουρκία και οι πετρομοναρχίες του Κόλπου, εκείνων που «κλαίνε» και μνημονεύουν έναν νεκρό εθελοντή που πέθανε στη Συρία, αλλά στη συνέχεια ελέγχουν και δικάζουν εκείνους που επιστρέφουν από τη Ροζάβα, εκείνων που προετοιμάζονται να αποποινικοποιήσουν και ενθαρρύνουν τη χρήση όπλων με το νόμο για τη νόμιμη άμυνα, και δεν ανέχονται να μαθαίνουν να τα χρησιμοποιούν να είναι οι πολιτικοί αγωνιστές των περιβόητων κοινωνικών κέντρων ή ακτιβιστές των κινημάτων No Tav

Κοινωνικά επικίνδυνη δεν είναι τόσο η εμπειρία τους στη Rojava, αλλά το φαινόμενο της επίγνωσης και συνειδητοποίησης, πως είναι όλο και περισσότερο αναγκαίο να αγωνιζόμαστε και να οργανωνόμαστε για να εφαρμόσουμε ένα πολιτικό σύστημα και σχέσεις που τερματίζουν τον καπιταλισμό και την πατριαρχία.

Αυτό που φοβίζει τους δικαστές, την κυβέρνηση και την αστυνομία είναι ότι βίωσαν από πρώτο χέρι πως οι ιδέες και η δύναμη των αξιών της ισότητας και της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης της επανάστασης που προωθεί το κουρδικό κίνημα, το οποίο είναι σήμερα ένα χειραφετητικό εργαλείο για τις γυναίκες, για τους εργαζόμενους και για τους λαούς όλης της Μέσης Ανατολής, μπορούν και πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή και από όλους και όλες μας!

Ως εκ τούτου, θέλουμε να επαναλάβουμε την αλληλεγγύη μας προς τους τορινέζους συντρόφους και μαζί τους σε όλους τους άλλους διεθνείς που στην Ιταλία και την Ευρώπη πλήττονται από την καταστολή κατά την επιστροφή τους από τη βόρεια Συρία. Θέλουμε να επιβεβαιώσουμε ότι, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των ακροάσεων και των δικαστικών υποθέσεων, κανείς από αυτούς δεν πρέπει να μείνει μόνος διότι η αλληλεγγύη είναι και παραμένει το πιο ισχυρό μας όπλο. Και θα το κάνουμε με δύναμη και κατά τη διάρκεια της πορείας που θα διασχίσει τους δρόμους της Φλωρεντίας την Κυριακή 31 μαρτίου για να αποτίσουμε φόρο τιμής στον σύντροφο Orso Tekoser και σε όλους εκείνους που αφιερώνουν τη ζωή τους στον αγώνα.

 

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

http://contropiano.org/regionali/toscana/2019/03/26/firenze-giu-le-mani-dagli-dalle-internazionalisti-e-0113796
ιστορία, storia

Το κίνημα του 1977 στην Ιταλία

Il movimento del 1977 in Italia

Luca Falciola

Il movimento del 1977 in Italia

ΕΚΔΟΣΗ: 2016

Εν συντομία

Σε όλο τον κόσμο η εμπειρία του Εξήντα οκτώ εξαντλήθηκε μέσα στο πρώτο μισό της Δεκαετίας του ’70, μπροστά στην παρακμή των ιδεολογιών και την οπισθοχώρηση στην ιδιώτευση. Αντ ‘αυτού στην Ιταλία, το 1977, μια γενιά αριστερών αγωνιστών πίστευε ακόμα στη δυνατότητα μιας επανάστασης και έθεσε σε εφαρμογή μια ακραία προσπάθεια να υπονομεύσει, να ανατρέψει την κοινωνία. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κίνημα που ισορροπούσε ανάμεσα στην αποθέωση και το ξεπέρασμα της πολιτικής, ανοιχτό σε ριψοκίνδυνες πολιτισμικές επιμολύνσεις και ικανό για τολμηρούς δημιουργικούς πειραματισμούς, αλλά και άρρηκτα συνδεδεμένο με βίαια δόγματα και πρακτικές, ώστε να εγκαινιάσει την πιο σκοτεινή φάση των «χρόνων του μολυβιού». Το κίνημα του ’77 εξακολουθεί να περιμένει μια συστηματική ανάλυση, εκτός από το ότι αφήνει ανοικτά ερωτήματα που είναι αναπόφευκτα για να κατανοήσουμε και τελικά να ιστοριοποιήσουμε τη Δεκαετία του ’70. Το βιβλίο ανασυνθέτει – για πρώτη φορά με επιστημονική αυστηρότητα και με βάση μια εντυπωσιακή αρχειακή και τεκμηριωτική έρευνα – το πλαίσιο της κρίσης μέσα στο οποίο ο κύκλος αυτός της διαμαρτυρίας ωρίμασε, τις πνευματικές αναφορές που ενέπνευσαν την κινητοποίηση, το όραμα του κόσμου και τους ισχυρισμούς, τις διεκδικήσεις των διαδηλωτών, τα ερμηνευτικά σχήματα που ευνοούσαν τη βίαιη κλιμάκωση, την αντίδραση των θεσμών και τη διαλεκτική μεταξύ του κινήματος και των παράνομων ένοπλων οργανώσεων.

http://www.carocci.it/index.php?option=com_carocci&task=schedalibro&Itemid=72&isbn=9788843076284

1977: ένας κόμπος της δημοκρατικής Ιταλίας και ένα ψηφιδωτό για ανασύνθεση – του Alberto Pantaloni

Ανασκόπηση στο βιβλίο του Luca Falciola, Il movimento del 1977 in Italia, Το κίνημα του 1977 στην Ιταλία, Carocci, Roma 2016

*****

Πλησιάζουμε την τεσσαρακοστή επέτειο εκείνου του φαινομένου της νέας κοινωνικής διαμαρτυρίας γνωστής ως Κίνημα του ’77, και είναι πιθανό ότι θα υπάρξουν διαφορετικές πολιτιστικές, εκδοτικές και πολιτικές πρωτοβουλίες αφιερωμένες σε αυτό το ραντεβού, αν και εικάζεται ότι θα είναι μικρότερες σε τόνο σε σχέση με εκείνες που γιόρτασαν μια άλλη διάσημη επέτειο: εκείνη του ’68. Αυτό βασικά διότι, ενώ γι αυτό το τελευταίο, μπόρεσαν ουσιαστικά να παράσχουν μια σαφή και σε γενικές γραμμές ομοιογενή εικόνα, όσον αφορά το ’77 ο ιστοριογραφικός διάλογος εξακολουθεί να αγωνίζεται με μια κατακερματισμένη και θολή εικόνα, όπου οι διαφορετικές ψυχές και οι διαφορετικές εκδηλώσεις αυτού του κινήματος αλληλοεπικαλύπτονται, αντιτίθενται, μέσα σε σύγχυση, σύγκρουση και όπου είναι συχνά δύσκολο να βρεθεί το κλειδί του προβλήματος, η άκρη του νήματος. Αυτό το «έδαφος που το βαραίνει η μνήμη», όπως το χαρακτήρισε η Monica Galfrè, είναι δύσκολο να εμβαθυνθεί και να αντιμετωπιστεί σε μια προσπάθεια να αποσαφηνιστεί ταυτόχρονα η εσωτερική ετερογένεια και αντίφαση, αλλά και οι κυριότερες γραμμές που χαρακτήρισαν την αυτοπροσωποποίηση του και την επικοινωνία του.  Αντί να είναι ένα αντικείμενο σπουδών που απαιτεί την απαραίτητη απόσπαση και την επιστημονική αυστηρότητα, το ’77 στην Ιταλία εξακολουθεί να είναι σήμερα αιχμάλωτο πολιτικής προπαγάνδας αφενός και μιας οπτικής συχνά ηρωικής [βετεράνων] και αυτοαναφορικής από την άλλη.

Αυτό που έκανε ο Luca Falciola είναι λοιπόν η προσπάθεια να ανασυνταχθεί εκείνο που ονόμασε ο ίδιος το «μωσαϊκό» του ’77 στην Ιταλία. Όπως και στην καλύτερη blochiana παράδοση, ο συγγραφέας de-constructs- απο-συνθέτει για να αναλύσει το φαινόμενο και στη συνέχεια να το ανακατασκευάσει κομμάτι κομμάτι και να φτάσει σε ορισμένες γραμμές ερμηνείας και μερικές ιστοριογραφικές θέσεις. Ένα πολύπλοκο και εκτεταμένο έργο (αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό και μόνο με μια γρήγορη ματιά στις βιβλιογραφικές σημειώσεις) που για μία φορά δεν έφερε στο προσκήνιο μαρτυρίες και ερμηνείες. Η υπερτροφία αυτών των τελευταίων έχει οδηγήσει, αφενός, σε εξαιρετικά εορταστικού τύπου, νοσταλγικές και αυτοαναφορικές ανακατασκευές, και αφετέρου στην ανάπτυξη μιας συζήτησης που απέχει όλο και περισσότερο από την εμπειρική έρευνα και κατευθύνεται αντικειμενικά σε ιδεολογικά συμφέροντα για να λυγίσει τα γεγονότα στις θέσεις που θέλουν κάποιοι να υποστηρίξουν. Ο Falciola έχει ως εκ τούτου αξιοποιήσει σχεδόν αποκλειστικά τις πηγές των ντοκουμέντων, πάνω απ’ όλα εκείνες που παρήχθησαν από το ίδιο το κίνημα καθώς και δημοσιογραφικές και αρχειακές πηγές. Ένας ακριβής και διαλεκτικός τρόπος για να επισημανθεί μια ολιστική διάσταση του φαινομένου του ’77 («ένα ενιαίο δίκτυο κινημάτων»), αλλά, εκθέτοντας την έρευνα για το 77 σύμφωνα με θέματα και όχι σύμφωνα με πόλη ή με πολιτικές ιδεολογικές πολιτιστικές ομάδες, χωρίς να πέσει σε μονόπλευρες ερμηνείες ή οπτικές.

Η έρευνα διέτρεξε τρεις μακρο-οδούς: η πρώτη είναι η ανασυγκρότηση του ιστορικού οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικο-πολιτιστικού πλαισίου, μέσα στο οποίο παράχθηκε η τοιχογραφία του ’77, η δεύτερη είναι η ραδιογραφία του κινήματος που επισημαίνει τις διαφορετικές πολιτικο-πολιτισμικές και ιδεολογικές του εκφάνσεις, η τρίτη είναι η απεικόνιση που του κινήματος είχαν τα θεσμικά όργανα, τόσο αυτά του Κράτους, όσο εκείνα των κομμάτων και / ή των συνδικάτων, κυρίως στα αριστερά. Η θέση είναι ότι το κίνημα του ’77 ήταν το τελευταίο ιταλικό του Εικοστού αιώνα που αντιστάθηκε στις διαδικασίες απο-πολιτικοποίησης και ιδιωτικοποίησης που ξεκίνησαν μέσα στην κοινωνία και μέχρι και σε ένα μέρος του αριστερού κόσμου της νεολαίας». Το έργο του Falciola κινείται συνεπώς μέσα στο αυλάκι μιας διαδεδομένης ερμηνείας στον ιστοριογραφικό τομέα (De Luna, Galfrè, Crainz, για να αναφέρουμε μόνο λίγα ονόματα), η οποία δεν μοιράζεται την κρίση του ’77 ως «αντιπολιτικό» φαινόμενο: αυτό ήταν ναι ο επίλογος της δεκαετίας της συλλογικής πολιτικής δράσης που ανοίχθηκε από το ’68 (όπως έγραψε ο Marco Grispigni), το «τραγούδι του κύκνου» της πολιτικής (όπως επεσήμανε η Maria Luisa Boccia), αλλά ταυτόχρονα ήταν ο πρόδρομος μιας διαδικασίας που, και μέσα από βαθιές πολιτισμικές και γλωσσικές καινοτομίες (σκεφτείτε για παράδειγμα στο μπολονιέζικο κίνημα ή τους ινδιάνους μητροπολιτάνους), αποκάλυψε την απαξίωση και την αχρηστία των μέσων της πολιτικής των κομμάτων και αυτών των τελευταίων καταδίκασε την κατοχή όχι μόνο και όχι τόσο των θεσμών, όσο της κοινωνίας.

Το βιβλίο είναι δομημένο σε επτά κεφάλαια. Τα δύο πρώτα κεφάλαια επικεντρώνονται στο ιστορικό πλαίσιο της περιόδου, την συγκυρία. Ο πρώτος επικεντρώνεται στον συνδυασμό τριών παραγόντων επάνω στους οποίους εξερράγη η ιταλική κοινωνική κρίση του δεύτερου μισού της Δεκαετίας του 70: την αρχή της βιομηχανικής παρακμής της Χώρας («το τέλος της κοινωνίας της εργασίας»), την αυξανόμενη εκπαίδευση και την ταυτόχρονη έλλειψη στην απασχόληση, έλλειψη εργασιακών διεξόδων και /ή επαγγελματικών και (σε σχέση με αυτή) την αύξηση της ανεργίας των νέων. Το δεύτερο κεφάλαιο είναι αντίθετα αφιερωμένο σε αυτό που σήμερα μπορεί να ονομαστεί «πολιτική κρίση»: αφενός η αυξανόμενη δυσπιστία των πολιτών απέναντι της πολιτικής, παρά την εκλογική ενίσχυση του PCI-ΚΚΙ και, μάλλον, ακριβώς εξαιτίας του μέτριου αποτελέσματος του ιστορικού συμβιβασμού, από την άλλη την τραυματική και ταχεία εξαφάνιση των σχηματισμών που αποτελούσαν την επαναστατική αριστερά ή Νέα Αριστερά, η οποία με το εκλογικό φιάσκο της Προλεταριακής Δημοκρατίας το 1976 έδειξε ότι δεν ήταν πλέον σε συντονισμό με το πολιτικό φαντασιακό της γενιάς των νεαρών που ήταν τότε πρωταγωνίστρια του ‘ 77. Το τρίτο κεφάλαιο αντιμετωπίζει αντιθέτως τις «γενετικές μεταλλάξεις» που, από την οπτική των ιδεολογικών και πολιτικο-οργανωτικών οριζόντων, χαρακτήρισαν το κίνημα, με την προοδευτική μόλυνση έργο κάποιων σημαντικών ρευμάτων (φεμινισμός, αντιψυχιατρία, νεανική αντικουλτούρα, φιλόσοφοι και διανοούμενοι πέρα από τις Άλπεις, όπως οι Deleuze, Guattari, Sartre, Foucault και η θεωρία των αναγκών της Agnes Heller). Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε από τον συγγραφέα στην πολιτική διαδρομή της Εργατικής Αυτονομίας, ενός σχηματισμού που, μοναδικός σε σύγκριση με το πανόραμα της επαναστατικής αριστεράς, επηρέασε με κάποιο τρόπο αποφασιστικό το κίνημα σχεδόν σε ολόκληρη τη Χώρα.

Τα κεφάλαια 4 και 5 εμβαθύνουν τις θεματικές και τις θέσεις που δέχτηκαν την έφοδο του κινήματος. Το τέταρτο κεφάλαιο επικεντρώνεται στην άποψη των εβδομηνταεπτάρηδων σχετικά με τα ζητήματα επάνω στα οποία αυτοί παρήγαγαν τις κινητοποιήσεις τους: από την Εγκύκλιο Malfatti για το πανεπιστήμιο στην οικονομική κρίση, από την αναδιάρθρωση στα εργοστάσια στα περιβαλλοντικά θέματα, από την ανεργία στις σχέσεις με το εργατικό κίνημα. Όσον αφορά αυτό το τελευταίο θέμα, το κεφάλαιο αφιερώνει μεγάλο χώρο στη σχέση μεταξύ κινήματος και PCI, που θεωρείται μια από τους πυροκροτητές στην έκρηξη της διαμαρτυρίας και τη βίαιη εξέλιξή της.Το πέμπτο κεφάλαιο, αντιθέτως, ασχολείται με το «κατ ‘εξοχήν πρόβλημα: εκείνο των πολιτικο-επαναστατικών προοπτικών του κινήματος, του »τι πρέπει να κάνει» και της επιρροής που μέσα στην εθνική συζήτηση είχαν εκείνες οι πλευρές που φαντάζονταν μια «μοριακή» αντίθεση [με την έννοια που προέρχονταν από τις θέσεις του Φουκώ) που βασίζονταν επάνω στα νέα λεξιλόγια, στις νέες κατασκευές ακόμη και συντακτικές, στους νεο-ντανταϊσμούς πολιτισμικούς και καλλιτεχνικούς, στην ανατίμηση της διάστασης του »προσωπικού», του ατόμου, ενάντια στον κολεκτιβιστικό ολοκληρωτισμό πίσω από τον οποίο κρύβονταν μόνο η μεγάλη εξαπάτηση της εξουσίας. Μια πολύ ενδιαφέρουσα παράγραφος είναι, τέλος, αφιερωμένη στις ομοιότητες μεταξύ του κινήματος του ’77 και του φαινομένου του πανκ στη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ, και επάνω στις πρώτες σημαντικές εμπειρίες αυτού του μουσικού ρεύματος στην Ιταλία.

Το έκτο κεφάλαιο ασχολείται με το θέμα της βίας. Διαχωρίζεται σε δύο μέρη: το πρώτο μέρος αντιμετωπίζει το φαινόμενο της βίας στο δρόμο και τις πλατείες, της μαζικής βίας, ενώ το δεύτερο αφορά τη σχέση μεταξύ του κινήματος και των ένοπλων οργανώσεων. Η ξεχωριστή στάση, στην παρουσίαση, του φαινομένου της μαζικής βίας από εκείνη του ένοπλου αγώνα δεν αποσκοπεί στην θεωρητικοποίηση μιας ανύπαρκτης στεγανοποίησης (που δεν υπήρξε) αλλά στην ανάδειξη δύο κεντρικών ζητημάτων: το πρώτο είναι ότι μέσα στο κίνημα υπήρξε μια μεγάλη – και όχι πάντα ειρηνική – συζήτηση σχετικά με το θέμα της ένοπλης στρατηγικής, μολονότι υπήρχε μια σχεδόν ολική ομοιογένεια στην ιστορική αναγκαιότητα της βίας, το δεύτερο τείνει να δείξει ότι η επέκταση των ένοπλων οργανώσεων κατά την τριετία μετά το 1977 δεν οφείλεται στην ήττα του κινήματος, αλλά μάλλον αυτό το τελευταίο αντιπροσώπευσε για ομάδες όπως οι Κόκκινες Ταξιαρχίες, η Prima Linea και οι άλλοι μικρότεροι σχηματισμοί ένα «θεμελιώδες στοιχείο του ριζοσπαστικού περιβάλλοντος τους- radical milieu», συχνά ακούσιο, ενθάρρυνσης και προστασίας.

Τέλος, το έβδομο κεφάλαιο αναλύει το πεδίο του Κράτους και τις αντιδράσεις του απέναντι στο κίνημα, κυρίως από την άποψη της αναδιοργάνωσης των κατασταλτικών δομών και των σωφρονιστικών δομών. Ταυτόχρονα δύο παράγραφοι αφιερώνονται στο πώς ερμήνευσε το κίνημα και αντιμετώπισε την καταπίεση-καταστολή και τη συζήτηση για την ποινικοποίηση της διαφωνίας στην Ιταλία.

Τα συμπεράσματα που συνήγαγε ο Falciola στο τέλος της έρευνάς του είναι βασικά δύο. Το πρώτο είναι ότι η έκρηξη του ιταλικού ’77 οφειλόταν στη διασταύρωση δύο παραγόντων: αφενός της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης και της πολιτικής-θεσμικής (αλλά και της εξωκοινοβουλευτικής), από την άλλη τον ακραίο πνευματικό δυναμισμό και την καινοτόμο ανανεωτική ικανότητα της ιταλικής ανταγωνιστικής σκέψης. Ειδικότερα, αυτή η δεύτερη πτυχή προκάλεσε η  «νέα» αμφισβήτηση να είναι ένα αποκλειστικά ιταλικό φαινόμενο, σε αντίθεση με ό, τι υπήρξε το ’68. Το δεύτερο αφορά τη βίαιη έκρηξη στη σύγκρουση με το Κράτος και με το ιστορικό εργατικό κίνημα (PCI και συνδικάτα): αφενός η ερμηνεία του φαινομένου επιβεβαιώνεται ως σπειροειδής ποινικοποίηση των αγώνων – βίαιη καταστολή – βίαιη αντίδραση των κινημάτων, από την άλλη, αναδύεται μια εικόνα στην οποία η προσγείωση του κομμουνιστικού κόμματος στην κυβέρνηση (έστω και έμμεσα) και ο ισχυρισμός-η διεκδίκηση μη μεταρρυθμιστικών στόχων, για τους οποίους η δυνατότητα να συμπεριληφθούν σε ένα πλαίσιο αντιπροσωπευτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας όπως η ιταλική ήταν αδύνατη, δεν μπορούσαν παρά να οδηγήσουν αναπόφευκτα σε μια εκθετική αύξηση των βίαιων συγκρούσεων.

Εν ολίγοις, για τον πλούτο της εργασίας που πραγματοποιήθηκε και για τις πολύτιμες ιστοριογραφικές και μεθοδολογικές ενδείξεις, το έργο αυτό μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου (με την ευκαιρία της 40ής επετείου του Κινήματος) την έρευνα και ιστορική συζήτηση την σχετική με ένα σημαντικό κόμβο της πρόσφατης ιταλικής ιστορίας που [όπως προτείνει και ο συγγραφέας] θέτει ξανά πολλά και σημαντικά ερωτήματα στα οποία να δοθούν απαντήσεις (από τη σύγκριση με άλλες διεθνείς εμπειρίες στις πολιτικές συγκρίσεις με τα φαινόμενα που αναπτύχθηκαν στα Δεξιά, μέχρι τις λεπτομερείς έρευνες επάνω στις τοπικές εμπειρίες).

Εικόνα στο ξεκίνημα: Roma 17 φεβρουαρίου 1977: “Μετά την εκδίωξη του Lama”, φωτογραφία του Tano D’Amico

Print Friendly, PDF & Email

 

Όταν θέλουμε να κουβεντιάσουμε για θέσεις χαμένων επαναστάσεων, γύρνα ξαναγύρνα πάντα καταλήγουμε με μάντρα του ’68 και του ’77 διαβασμένα (επανα-συστηματοποιημένα) ως κομβικά χρόνια της ιστορίας του Εικοστού αιώνα. Είναι αναπόφευκτο να συμβεί αυτό: ’68 και ’77 προσφέρονται στην κοινωνική εξέταση ως βασικά, όμοια και αντίθετα πρόσωπα του ίδιου νομίσματος.

Το πρώτο – το Εξήντα οκτώ – πλανητικής σημασίας. Μια επανάσταση ακόμα σε κοντά παντελονάκια, ενθουσιώδης, ουτοπική, σχεδόν παιχνιδιάρικη. Συναφή με τις πρώτες πέτρες στους δρόμους εναντίον της αστυνομίας αλλά και με τη naif κληρονομιά της κουλτούρας beat περισσότερο από ότι μας αρέσει να παραδεχόμαστε.
Όταν μιλάμε για το Εβδομήντα επτά μιλάμε περισσότερο για ένα ολοκληρωτικά ιταλικό μακρύ κύμα: μια απογοητευμένη επαναστατική ώθηση, μετα-κομματική, καμπή, ορόσημο. Κοντά στoν brigatismo [brigante γενικότερα σημαίνει ληστής] τις κουκούλες και το πιστόλι P38 («Το έγκλημα πληρώνει» γράφονταν στους τοίχους), αλλά και ένα βήμα μακριά από το no-future των στιγμών πανκ.
Χαρακτηρισμοί συνδεδεμένοι με το ’77, ο ένας πιο κατάλληλος από τον άλλον, υπάρχουν πράγματι στο όμορφο  “Il movimento del 1977 in Italia” (Carocci, 2016) του Luca Falciola:

«Τρελό έτος», «ήρεμη ανταλλαγή πυροβολισμών», «συγκέντρωση ευτυχισμένου λυρισμού και τρόμου», «έτος κατά το οποίο το μέλλον ξεκίνησε», «έτος κατά το οποίο έληξε το μέλλον», «πατροκτονία», «κοινωνική έκρηξη», «καταστροφή της πολιτικής » (σ. 9)

Εάν επρόκειτο για καταστροφή, μια τυπική ιταλική καταστροφή, έχει ειπωθεί: ενώ στον υπόλοιπο πλανήτη οι πυρκαγιές του εξηνταοκτώ αμβλύνονται πράγματι στην αυγή των Εβδομήντα, σε αυτά τα γεωγραφικά πλάτη – συνένοχη ίσως η σοβαρή κοινωνική κρίση, μια κοινωνική κρίση επιπλέον στρωματοποιημένη, η πυρκαγιά της εξέγερσης δεν έσβησε, σιγοκαίει κάτω από τις στάχτες και φουντώνει σε όλο της το μεγαλείο ακριβώς το 1977. Από αυτή την άποψη ο Falciola είναι επιγραμματικός:

“Από αυτή την άποψη η Ιταλία είναι μια άτυπη περίπτωση. (…) εξακολουθεί να είναι ασαφές ποια διαδικασία εμπόδισε την έκλειψη των επαναστατικών προσδοκιών και τις ανέστησε σε μεγάλα στρώματα του νεανικού πληθυσμού από τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Από αυτή την προοπτική το 1977 είναι ένα θεμελιώδες ιστορικό σταυροδρόμι που πρέπει να διερευνηθεί” (σ. 10)

Εξ ου και η εξαιρετικά ευρεία εξέταση που διενεργήθηκε από τον συγγραφέα για το annus mirabilishorribilis, ανάλογα με την πλευρά από την οποία παρατηρείται), που διεξήχθη με βάση μια επιστημονική έρευνα που δεν παραμελεί τίποτα: τις δημόσιες πηγές όπως φυλλάδια, τη θεωρητική βάση των «ιερών» κειμένων που υπαγόρευσαν την πορεία προς τη χρυσή ορδή (για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Νάννι Μπαλεστρίνι-Nanni Balestrini) όπως τα ελεύθερα ραδιόφωνα, τους ινδιάνους μητροπολιτάνους, τις προλεταριακές απαλλοτριώσεις, τα κόμικς, τους ευτυχισμένους τσιγγάνους της Μπολόνια, πόλη-σύμβολο του φοιτητικού Κινήματος, τη βίαιη κλιμάκωση και τις αντιδράσεις του Κράτους. Il movimento del 1977 in Italia-Το κίνημα του 1977 στην Ιταλία” του Luca Falciola είναι μια τοιχογραφία στο μακρύ πεδίο των 365 ημερών που έκαναν το Έθνος να τρέμει, επέστρεψε με την αυστηρότητα της ιστορικής εμβάθυνσης και της καθαρότητας μιας πεζογραφίας που είναι προσιτή αν δεν είναι πραγματικά μαγευτική. Μην το χάσετε.

https://www.sololibri.net/movimento-1977-Italia-Falciola.html

 

«Δεν θα υπάρξει ένας ιστορικός, δεν θα ανεχτούμε να υπάρξει ένα ιστορικός, […] που να ανακατασκευάσει τα γεγονότα, μπολιασμένα στη σιωπή μας, αδιάκοπη σιωπή, ατελείωτη, θυμωμένα ξένη», είναι η σκληρή προειδοποίηση που άνοιγε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία που παρήγαγε το κίνημα των Εβδομήντα επτά (Μπολόνια, μάρτιος ’77 … δική μας υπόθεση). (Bologna, marzo ’77… fatti nostri). Εξάλλου, φαίνεται ακριβώς ότι η εγγενής φευγαλέα φύση του ίδιου του κινήματος, από την ιστοριογραφική άποψη, καθιστά πολύ πιο περίπλοκο από ποτέ να ανασυντεθεί μια συνεκτική αναλυτική και αφηγηματική εικόνα. Ο Luca Falciola γνωρίζει πολύ καλά αυτό, και κάνει το ντεμπούτο του σε αυτόν τον τόμο που φανερώνει «ένα καλειδοσκόπιο εικόνων και μια βαβέλ λέξεων. Ένα μωσαϊκό του οποίου δεν είναι δυνατόν να ανασυνθέσουμε τις συνδρομές, τις ιδιότητες μέλους» (10). Με λίγα λόγια ένας λαβύρινθος συνδέσεων, λεξιλογίων, αναπαραστάσεων στις οποίες είναι εύκολο να χαθούμε, χωρίς να υπολογίσουμε, υπενθυμίζει επίσης ο συγγραφέας, πως στη μικρή ιστοριογραφική βιβλιογραφία για τα Εβδομήντα επτά η θεμελιώδης σύγκριση με τις πηγές από τη μία πλευρά, εξακολουθεί να είναι ανεπαρκής, με το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο από την άλλη.

Ακριβώς σε αυτή τη διπλή κατεύθυνση είναι που η έρευνα κινείται, κυρίως αξιολογώντας διάφορης φύσης στοιχεία, από τον Τύπο έως τα θεσμικά αρχεία και όχι μόνο, από αδημοσίευτες πηγές διανοουμένων και ακτιβιστών. Αλλά και αφιερώνοντας άφθονο χώρο στο ευρύτερο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό σενάριο της Ιταλίας εκείνων των χρόνων, καθώς και θέτοντας τον ίδιο στόχο να μας επιστρέψει, επάνω σε αυτή τη διπλή βάση, σημαντικών αναλαμπών πολιτικής κουλτούρας του κινήματος, οργανωμένων σε εκθεσιακό επίπεδο θεματικών τομέων περισσότερο παρά ιδεολογικών «οικογενειών». Το αποτέλεσμα είναι ένα αναμφισβήτητα σημαντικό βιβλίο, μια περίπλοκη και μερικές φορές λαμπρή ανάλυση, ένα έργο που ακόμη έλειπε – με λίγα λόγια – στην ιστοριογραφία των Εβδομήντα επτά.

Μετά από ένα μεγάλο μέρος αφιερωμένο στις «κρίσεις» της οικονομίας και της εργασίας κατά τη δεκαετία του 1970, αλλά και στην παρακμή των «νέων αριστερών» ομάδων και την κατακόρυφη πτώση της εμπιστοσύνης διάχυτης σε ολοένα και περισσότερο απαξιωμένους θεσμούς, η προσοχή του συγγραφέα στρέφεται σε μερικά σημαντικά συμπτώματα που είχε αυτή η συστημική οπισθοδρόμηση στον τρόπο με τον οποίο η γενιά στα μέσα των 70’s κοίταξε στην εργασία, στον μύθο της επανάστασης, στις γνώσεις και στο πανεπιστήμιο, στην καθημερινή ζωή και στην κατανάλωση. Εάν σε ορισμένες αναλύσεις η τελευταία αυτή πτυχή (το περίφημο «δικαίωμα στο χαβιάρι», για να καταλαβαινόμαστε), και γενικότερα η νέα κεντρικότητα της θέσης των υποκειμενικών αναγκών και επιθυμιών, έχουν ενταχθεί σε ένα πολύ εύκολο «ατομικισμό» που προκαταβάλει την δεκαετία του ογδόντα, πρέπει να παραδεχτούμε ότι κάποια επιείκεια απέναντι σε αυτή την αμφισβητήσιμη ερμηνευτική τάση δεν λείπει ούτε σε αυτή την έρευνα, η οποία μερικές φορές δίνει την εντύπωση πως θεωρεί εναλλάξιμα άτομο και υποκείμενο.

Στις δραματικές σχέσεις μεταξύ του PCI και του κινήματος, όπως είναι λογικό, ο συγγραφέας αφιερώνει ιδιαίτερα προσεγμένες σελίδες (αν και, λόγω της απόλυτης συνάφειας του θέματος, θα μπορούσαν ίσως να ήταν ακόμη ευρύτερες). Ενώ το κίνημα θεωρούσε το κόμμα ως τη «νέα αστυνομία», ένα μείγμα ναζιστικής σοσιαλδημοκρατίας και σταλινισμού αλά Μπέρια, το κόμμα του Berlinguer, από την πλευρά του αφιέρωνε στους νέους του Εβδομήντα επτά τους χαρακτηρισμούς των «τραμπούκων», πρακτόρων αντιδραστικών δυνάμεων, μέχρι του σημείου να χαρακτηρίζει τον Francesco Lorusso «έναν δικό μας εχθρό», όπως είπε ο Amendola λίγο μετά τη δολοφονία του μπολονιέζου φοιτητή (149). Παρότι δραπετεύει εύστοχα σε όλο το βιβλίο από την ερμηνευτική καρικατούρα των «χρόνων του μολυβιού», ο συγγραφέας δεν αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει λεπτομερώς τον ίσως πιο σύνθετο κόμπο όλων, εκείνον της βίας, αφιερώνοντας τα δύο τελευταία κεφάλαια στην πολιτική βία, και στην καταστολή. Συνεπώς από τη μία πλευρά, εξετάζονται οι διάφορες μορφές βίας που ασκήθηκαν από το κίνημα, οι συζητήσεις που την επικαλούνται πολεμικά ή εκείνες που αντιθέτως – και σε σχέση με την εξέλιξη των συγκεκριμένων γεγονότων – εμπλέκονται σε δύσκολες διακρίσεις. Από την άλλη πλευρά, υπό ανάλυση είναι η καταστολή που εξαπολύθηκε από τους κρατικούς μηχανισμούς εναντίον των διαμαρτυρόμενων, με βάση μια απόλυτη αρχή υπεράσπισης της «νομιμότητας» που ποτέ δεν ήταν τόσο εν συγχύσει (και λόγω της στρατηγικής επιλογής του PCI-Κκι να τοποθετηθεί ακριτικά ως προπύργιο του κράτους). Είναι λυπηρό το γεγονός ότι, προς στο τέλος μιας τόσο περίπλοκης ανάγνωσης, ο συγγραφέας καταλήγει σε δηλώσεις που είναι υπερβολικά σχηματικές, όπως όταν δηλώνει πως προσδιορίζει την αποτελεσματική αιτία της βίαιης κλιμάκωσης του Εβδομήντα επτά στην ιδεολογική «προδιάθεση» του, ενώ οι «θεσμικοί παράγοντες» (ποινικοποίηση και καταστολή) «θα είχαν» δευτερεύουσα επιρροή » (258).

Είναι απλώς ένα παράδειγμα μερικών – ολίγων – ερμηνευτικών καταλήξεων, πιθανότατα λίγο υπερβολικών, και ίσως μάλιστα αναπόφευκτων, σε ένα έργο που για πρώτη φορά θέτει τον στόχο της επίτευξης ευρείας συστηματοποίησης τόσο περίπλοκου θέματος. Στοιχεία που δεν εμποδίζουν όμως να θεωρηθεί η έρευνα αυτή ένα έργο με το οποίο, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το κίνημα των Εβδομήντα επτά, στοχαζόμενοι δηλαδή επάνω σε αυτό με σοβαρότητα, θα λογαριαστούμε από τώρα και στο εξής.

 

https://storicamente.org/faciola_movimento_1977

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Ρουβίκωνας: Επίθεση με μπογιές στην Ιταλική πρεσβεία στο Κολωνάκι

Εμείς πάλι που δεν είμαστε δημοκράτες αλλά αναρχικοί αυτές τις επιλογές τις έχουμε κάνει από καιρό. Στεκόμαστε στο πλευρό των αγωνιζόμενων σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, από το Κουρδιστάν ως το Μεξικό, από την Ουκρανία έως την Χιλή. Στεκόμαστε αλληλέγγυοι-ες στον αγώνα 302 κούρδων απεργών πείνας –με την υγεία πολλών από αυτών σε οριακή κατάσταση – για την άρση του ειδικού καθεστώτος απομόνωσης του Αμπντουλάχ Οτσαλάν. Χτυπάμε τον φασισμό χωρίς τις αυταπάτες της αστικής νομιμότητας ακόμα και στο συμβολικό επίπεδο. Είμαστε εδώ όχι μόνο για να σταματήσουμε αυτό το ακροδεξιό γέννημα αλλά για βάλουμε το χέρι μας ώστε οι κοινωνικές βάσεις να ξεπαστρέψουν μια ώρα αρχίτερα την σκύλα που το γεννάει: το κράτος και το κεφάλαιο.

Κουρδικό Ζήτημα


ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ
ΕΠΙΘΕΣΗ ΜΕ ΜΠΟΓΙΕΣ ΣΤΗΝ ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ ΣΤΟ ΚΟΛΩΝΑΚΙ
Η άνοδος της ακροδεξιάς σε όλο τον κόσμο δείχνει να είναι μια πραγματική και επικίνδυνη για τις κοινωνικές βάσεις συνθήκη. Πράγματι σε μια σειρά ισχυρά κράτη, κάποια από αυτά περιφερειακές υπερδυνάμεις την εξουσία καταλαμβάνουν κόμματα και πολιτικοί που εκπροσωπούν έναν μεταμοντέρνο (και για την ώρα light) φασισμό. Ουγγαρία, Πολωνία, Αυστρία, Ινδία, Βραζιλία, Φιλιππίνες κι ο κατάλογος μεγαλώνει. Μια από τις ποιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η Ιταλία.

Αυτό που συνέβη εκεί είναι ίσως το μοντέλο για την ακροδεξιά πλημμυρίδα στην Ευρώπη. Το πρώτο που πρέπει να αντιληφθούμε είναι η πολιτική και προπαγανδιστική παρακμή της αστικής δημοκρατίας ως μέσο κοινωνικού ελέγχου και καναλιζαρίσματος της βάσης στις βολικές για το κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας κατευθύνσεις. Ο δημοκρατικός μύθος του ελέγχου της εξουσίας από τους ψηφοφόρους έχει καταρρεύσει. Η περίοδος της κρίσης ανέδειξε την αδυναμία του πολιτικού συστήματος αντιπροσώπευσης να αντιπαλέψει την επιβολή των προαποφασισμένων επιλογών της ντόπιας και διεθνούς κυριαρχίας.

Η ψήφος έχει χάσει οριστικά το κύρος της ως εργαλείο των πολλών, είναι οριακά στα πλαίσια της επιλογής μικρότερου κακού και μάλιστα με όρους marketing πολιτικών προϊόντων. Αυτή η συνθήκη βρέθηκε να υφίσταται σε μια περίοδο κρίσης και προλεταριοποίησης. Οι κοινωνικές βάσεις, τα εργατικά και μικροαστικά στρώματα μόλις είδαν τις αναθέσεις τους (που κάποιες από αυτές όπως στην μνημονιακή Ελλάδα συνδυάστηκαν με κοινωνικούς αγώνες) σε καθεστωτικά αριστερά σχήματα (όπως ο Σύριζα) να εξευτελίζονται. Το χάος αυτό αποτελεί το υπόστρωμα για την ανάθεση από μαζικοποιημένους και άβουλους ψηφοφόρους σε ακροδεξιές συσκευασίες.

Η αλήθεια είναι ότι ο μανιχαϊσμός τους (φταίνε οι ξένοι, νόμος και τάξη, επιστροφή στην θαλπωρή εθνικών/θρησκευτικών παραδόσεων) είναι πολύ θελκτικός σε αυτό το υποκείμενο. Δεν του ζητάει τίποτα άλλο από το να κάτσει στην άκρη ενώ η πατρική εξουσία θα τσακίζει τους πλέον αδύναμους καθησυχάζοντας έτσι το φόβο του ότι είναι ο επόμενος στην λίστα. Σε αυτό να προσθέσουμε ότι η πείρα έχει δείξει ότι οι ακροδεξιές ηγεσίες αποδεικνύονται πολύ πιο αποφασιστικές και μάχιμες από τα ανέκδοτα της καθεστωτικής αριστεράς τύπου Σύριζα, Ποδέμος κλπ. Και είναι λογικό. Ο ακροδεξιός λόγος έχει πολύ λιγότερες αντιφάσεις όταν λειτουργεί συστημικά, όταν οι αλλαγές γίνονται από τα πάνω σε αντίθεση με την αριστερά που αρέσκεται σε εξωσυστημικές πομφόλυγες, απραγματοποίητες χωρίς πλατιά λαϊκή συμμετοχή. Για να το πούμε απλά, με την βάση σε ρόλο χειροκροτητή, ευκολότερα «σκίζει μνημόνια» ένας «Σαλβίνι» παρά ένας «Τσίπρας».

Φυσικά πίσω από την ακροδεξιά, αυτή την για την ώρα light και δημοκρατική ακροδεξιά, υπάρχουν πτέρυγες των εθνικών αστικών τάξεων και των πολιτικών ελίτ που επιθυμούν να αντιπαλέψουν το μπλοκ συμφερόντων άλλων καπιταλιστικών/πολιτικών μπλοκ που είναι προσανατολισμένα στην τάξη πραγμάτων της παγκοσμιοποίησης. Αυτό είναι μια από τις συνέπειες του πολυπολικού κόσμου στον οποίον πλέον ζούμε και θα πρέπει να την λαμβάνουμε υπόψη ακόμα και για μικρότερες δυνάμεις στον χάρτη όπως η Ελλάδα, γιατί είναι ένας παράγοντας που θα οξυνθεί τα επόμενα χρόνια και θα λειτουργήσει σαν διαχρονικός τροφοδότης ακόμα και του original φασισμού που καιροφυλακτεί.

Για να δούμε την φύση της ακροδεξιάς πλημμυρίδας αρκεί μια λίστα με το τι έκανε ο Σαλβίνι στην Ιταλία τον τελευταίο καιρό. Χιλιάδες μετανάστες, άντρες, γυναίκες και παιδιά καταλήγουν είτε στον πάτο της μεσογείου είτε περιπλανιούνται στην θάλασσα μέχρι να φιλοτιμηθεί κάποια άλλη χώρα να τους σώσει την ζωή. Οργάνωσε μια εξαιρετικά επιτυχημένη επικοινωνιακή φούσκα αντίθεσης με την ΕΕ προσανατολισμένης στην εθνική κυριαρχία για να καταλήξει στις προσυμφωνημένες με την ΕΕ επιλογές. Στηρίζει και καλύπτει ανοιχτά τον εξωθεσμικό φασισμό και τις οργανώσεις του όπως αυτές των ναζιστών της casapound. Στέκεται ενάντια σε κάθε περιβαλλοντική προστασία και στηρίζει ανοιχτά κάθε περιβαλλοντικά βρώμικη μπίζνα όπως αυτές των ορυκτών καυσίμων. Διατηρεί ένα επικοινωνιακό προφίλ τηλεοπτικού σταρ πρωινάδικων πουλώντας την προσωπική του ζωή και εμπλεκόμενος διαρκώς σε κατασκευασμένα σκάνδαλα για να διατηρεί την εικόνα του στον αφρό. Καταργεί αντιρατσιστικούς νόμους και συνταυτίζεται με τον γηπεδικό φασισμό. Υποστηρίζει ανοιχτά συνωμοσιολογικές θεωρίες όπως αυτή του «αντιεμβολιαστικού κινήματος» που ήδη έχει πολλαπλασιάσει τους θανάτους κυρίως παιδιών σε όλη την Ευρώπη. Απειλεί, κατά το πρότυπο Ερντογάν, όποιον εκφράζεται υπέρ αντισυστημικών ενεργειών στο Ιντερνέτ. Προαναγγέλλει μαζική ρατσιστική καταγραφή των Ρομά και άλλων μειονοτήτων στην Ιταλία. Επαναφέρει τις κατασταλτικές στοχεύσεις του Ιταλικού κράτους τις δεκαετίας του 70 αρχίζοντας κυνήγι μαγισσών σε όλο τον κόσμο για καταζητούμενους από το μαζικό κίνημα εκείνης της δεκαετίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η απαγωγή στην Βολιβία του αγωνιστή Τσέζαρε Μπατίστι που επι 26 χρόνια ζούσε με πολιτικό άσυλο στην Βραζιλία κατόπιν συνεννόησης του με τον νεοκλεγέντα φασίστα πρόεδρο της Βραζιλίας Μπολσονάρο (αλλά και με τον αριστερό αστέρα Εβο Μοράλες της Βολιβίας).

Το τελευταίο του κατόρθωμα είναι η άσκηση διώξεων για πολυετείς φυλακίσεις σε αγωνιστές που πολέμησαν στην Συρία στο πλευρό των κούρδων ενάντια στο Ισλαμικό κράτος. Αντιφατικό θα έλεγε κανείς αν πάρει σοβαρά την αντι-ισλαμική ρητορική των φασιστών, την αντικατάσταση των εβραίων με τους μουσουλμάνους στην θέση του μεγάλου παγκόσμιου φόβου. Κι όμως. Όποιος καταλαβαίνει τον φασισμό γνωρίζει πως όλο αυτό είναι μια επίφαση. Ο εξωτερικός εχθρός δαιμονοποιείται για να κατασταλεί ο εσωτερικός. Πολύ περισσότερα χωρίζουν τον κάθε Σαλβίνι με τους επαναστάτες που από όλο τον κόσμο πήγαν στην Συρία να ρισκάρουν την ζωή τους στο όνομα του διεθνισμού και της ελευθερίας, από ότι τον χωρίζουν με το φονταμενταλιστικό σκοτάδι του κάθε Ισλαμικού κράτους. Φασίστες και Τζιχαντιστές μοιράζονται πολλά κοινά και λίγες διαφορές. Τελικά οι εχθροί τους είναι κοινοί.

Είμαστε κι εμείς μέρος αυτών των εχθρών τους. Κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος, καθένας και καθεμιά που αγαπάει την ελευθερία και την ισότητα είναι εχθρός τους όπου κι αν βρίσκεται στον κόσμο. Η σύγχρονη ακροδεξιά διαθέτει πλέον μια δύναμη που της την δίνει η αστικοδημοκρατική ανάθεση και η διάχυτη κοινωνική αγωνιστική αποστράτευση. Η απάντηση σε αυτή δεν μπορεί να δοθε ίαπό την μήτρα που τους γεννάει. Δεν δίνεται στις εκλογές, δεν δίνεται στο κοινοβούλιο, δεν δίνεται στα τηλεοπτικά πάνελ. Δίνεται στο πεζοδρόμιο, δίνεται με την επαναστατική οργάνωση, στον πολιτικό αγώνα, τους χώρους δουλειάς, τις γειτονιές, τους χώρους εκπαίδευσης, τα γήπεδα, τους στρατώνες, παντού. Δίνεται με την αδιάκοπη πολεμική με τον λόγο και τις αποφασιστικές πράξεις που ναι, διαταράσσουν την κοινωνική ειρήνη, την ειρήνη του επεκτεινόμενου ακροδεξιού νεκροταφείου.

Ακόμα και οι πιο πιστοί δημοκράτες πρέπει να αναρωτηθούν: θα αρκεστούν σε αυτά που ήδη έχουν οι φασίστες; Θα αφήσουν την εξουσία όσο χαλαρά την πήραν; Θα αφήσουν το αστικοδημοκρατικό πεδίο ως έχει ή θα το νοθεύσουν προς όφελός τους; Τι θα γίνει όταν από την κορυφή αρχίσουν να κινητοποιούν, με τα μέσα που τους δίνει το κράτος τα πιο αντιδραστικά κομμάτια της βάσης; Τι θα γίνει δηλαδή όταν το ρούχο της αστικής νομιμότητας αρχίσει να τους στενεύει; Ο δημοκράτες θα βρεθούν ενώπιον των αυταπατών τους και θα χρειαστεί να κάνουν δύσκολες επιλογές.

Εμείς πάλι που δεν είμαστε δημοκράτες αλλά αναρχικοί αυτές τις επιλογές τις έχουμε κάνει από καιρό. Στεκόμαστε στο πλευρό των αγωνιζόμενων σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, από το Κουρδιστάν ως το Μεξικό, από την Ουκρανία έως την Χιλή. Στεκόμαστε αλληλέγγυοι-ες στον αγώνα 302 κούρδων απεργών πείνας –με την υγεία πολλών από αυτών σε οριακή κατάσταση – για την άρση του ειδικού καθεστώτος απομόνωσης του Αμπντουλάχ Οτσαλάν.

Χτυπάμε τον φασισμό χωρίς τις αυταπάτες της αστικής νομιμότητας ακόμα και στο συμβολικό επίπεδο. Είμαστε εδώ όχι μόνο για να σταματήσουμε αυτό το ακροδεξιό γέννημα αλλά για βάλουμε το χέρι μας ώστε οι κοινωνικές βάσεις να ξεπαστρέψουν μια ώρα αρχίτερα την σκύλα που το γεννάει: το κράτος και το κεφάλαιο.

ΝΑ ΠΑΨΟΥΝ ΟΙ ΔΙΩΞΕΙΣ ΤΩΝ ΙΤΑΛΩΝ ΣΥΝΤΡΟΦΩΝ ΠΟΥ ΜΑΧΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΣΥΡΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΙΣΛΑΜΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΥΣ ΚΟΥΡΔΟΥΣ ΑΠΕΡΓΟΥΣ ΠΕΙΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΟΤΣΑΛΑΝ

Αναρχική συλλογικότητα Ρουβίκωνας

 

 

https://athens.indymedia.org/post/1595320/

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Υπέρ ή ενάντια στην επανάσταση;

Stampa

 

29739

Έχουμε μεταφράσει και δημοσιεύουμε το ακόλουθο κείμενο που εμφανίστηκε στις 2 δεκεμβρίου 2018 στον ιστότοπο Paris Luttes. Μας φαίνεται να αποκαταθιστά ορισμένες από τις κυριότερες θέσεις – και τα όρια – της συζήτησης και των στάσεων που υπάρχουν στα γαλλικά αγωνιστικά πλαίσια για το φαινόμενο των Κίτρινων Γιλέκων-Gilets Jaunes. Αλλά είναι βασικά μια χρήσιμη υπενθύμιση για όλους και για όλα.

Pro o contro la rivoluzione?

Εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα, κάποιες και κάποιοι διατύπωσαν το ζήτημα της πολιτικής τους δράσης με αυτό τον τρόπο: «Τι κάνεις με την επαναστατική ιδέα όταν η κατάσταση δεν είναι τέτοια;» Η απάντηση που έδωσαν, πολύ σωστά, με δεδομένο το ρίζωμα στις γειτονιές, ήταν εκείνη της συμμετοχής στην οικοδόμηση της αυτονομίας. Σήμερα η υπόθεση δεν είναι ακριβώς η ίδια, ο αέρας φαίνεται να είναι λίγο πιο νευρικός. Επομένως ίσως είναι καιρός να αναδιατυπώσουμε το ερώτημα: «Πώς να ανοίξουμε εκ νέου την επαναστατική υπόθεση όταν η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική;»

Τις τελευταίες εβδομάδες πολλοί αγωνιστές και αγωνίστριες περιστρέφονταν γύρω από το ζήτημα μιας κινητοποίησης που τη νιώθουν ως εξωγενή, τα Gilets Jaunes. «Κάτι συμβαίνει, αλλά αυτό δεν προέρχεται από εμάς. Είμαστε υπέρ ή κατά;» Ένας βαθύς γρίφος. Γιατί υπάρχει ένα τέτοιο χάσμα μεταξύ των αγωνιστών και της σημερινής κατάστασης;

Στην αρχή έγινε λόγος για «τραχείς ανθρώπους που δεν θέλουν να πληρώσουν φόρο». Μετά άρχισαν να δικαιολογούν την απόρριψη με την αποδοκιμασία των ρατσιστικών, σεξιστικών, ομοφοβικών ενεργειών τους. Στη συνέχεια, η σχεδόν ενστικτώδης άρνηση μετατράπηκε σε δισταγμό. Διαπιστώθηκε ότι αυτά τα υποκείμενα και αυτά τα μεμονωμένα γεγονότα δεν μπορούσαν να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικά του συνόλου του κινήματος των Gilets Jaunes, καθώς αυτό το κίνημα είναι κάτι πολύ ετερογενές.

Την εβδομάδα της 17ης, παρά τις άμεσες ενέργειες, τα σημαντικά οικονομικά μπλόκα και τις άγριες διαδηλώσεις, εξακολουθούσε να υπάρχει μια κάποια απροθυμία απέναντι στους Gilets Jaunes επειδή, αν και υπήρχε μια εξέγερση, εξίσου μέρος των στρατευμένων δεν τάσσονταν υπέρ της συμμετοχής στις διαδηλώσεις μαζί με «όλους αυτούς τους φασίστες». Ταυτόχρονα, ένα άλλο μέρος της στράτευσης έσπρωχνε αντιθέτως προς την αναγκαιότητα της αγωνιστικής παρουσίας μέσα σε αυτό το έδαφος ακριβώς για να μην το παραχωρήσει σε αυτούς. Σε κάθε περίπτωση, υπήρχε η ανάγκη να προβληματιστούμε. Για δύο εβδομάδες, σύνεση, ανάλυση, σχεδόν κανένα σχέδιο δράσης. Από την άλλη πλευρά, μια αναλλοίωτη συνέχεια των αγώνων, των συνηθισμένων. Σαν τα Κίτρινα Γιλέκα να μπλοκάρουν τους δρόμους … του Κεμπέκ.

gilets

Κάποιοι και κάποιες προτείνουν ότι, πέρα από την ταξική περιφρόνηση, ο βαθύς λόγος είναι ότι, όταν φθάνει η αποφασιστική στιγμή, οι στρατευμένοι απορρίπτουν την αλλαγή, γενική ή προσωπική κι αν είναι. Υπονοώντας ότι αυτή η απόρριψη είναι ουσιαστικά εγγενής στην αγωνιστική κατάσταση. Υπάρχει η συντηρητική απόκλιση της μαχητικότητας; Εάν υπάρχει μια μαχητική τάση να αποκρύπτει την πιθανότητα μιας ξαφνικής αλλαγής, είναι με το φόβο του απρόβλεπτου, του μη οικείου, του άγνωστου που εξηγεί τoν αποπροσανατολισμό με την εμφάνιση μιας νέας κατάστασης.

Ένα πράγμα είναι βέβαιο, υπάρχει μια έλλειψη τόσο διαθεσιμότητας όσο και γεύσης για τον αυθορμητισμό. Αυτό που πρέπει να αμφισβητηθεί είναι οι αγωνιστικές συνήθειες. Είναι αυτές που εμπόδισαν να ειδωθεί σε αυτή την αρχή πρωτοφανούς κινητοποίησης, όχι μόνο η νόμιμη οργή των Gilet Jaunes, αλλά και η δυνατότητα μιας λαϊκής εξέγερσης που ξεχειλίζει πέρα από τα περιθώρια και την ένταση ενός «κοινωνικού κινήματος».

Όλα αυτά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που δεν σταματάμε να επικρίνουμε όταν επιτίθενται στα κινήματα μας έχουν αποκτήσει ξαφνικά αξιοπιστία στα μάτια αυτών των ίδιων αγωνιστών; Αμέσως μόλις λάβει χώρα μια ρατσιστική ή ομοφοβική επίθεση, τα μέσα εκτοξεύονται εκεί πάνω. Ταυτόχρονα όμως, όταν μια παλιά υπο-νομαρχία καταλαμβάνεται στην St. Nazaire και μετονομάζεται σε «σπίτι του λαού» ή όταν κυνηγιούνται οι φασίστες στη Ρουέν ή όταν οργανωνόμαστε με τους συνδικαλιστές για να ενισχύσουμε τα οικονομικά μπλόκα … δεν υπάρχουν ειδήσεις.

Το Σάββατο 24 νοεμβρίου, αρκετοί αγωνιστές βρέθηκαν στα Ηλύσια Πεδία. Την επομένη αυτής της ημέρας εξέγερσης, βλέπουμε μια μεγαλύτερη αποδοχή των Gilets Jaunes. Οι εικόνες των Champs-Élysées, καθώς και κάποιες εκκλήσεις από σημαντικές κολεκτίβες, έδωσαν την ευκαιρία σε πολλούς να μην μπορούν πλέον να σταματήσουν στη δική τους ανάκρουση. Κάτι, ανάμεσα στον φετιχισμό της εξέγερσης και μια αυθεντική συνειδητοποίηση, οδήγησε να αντιληφθούν την δική τους μη συμμετοχή ως κάτι για το οποίο πρέπει να ντρέπονται.

Όταν οι αγωνιστές και οι αγωνίστριες άρχισαν να ζεσταίνονται, έφτασε επί τέλους η ώρα να αναρωτηθούν «τι κάνουμε;» Συμμετοχή στην διαδήλωση … και μετά; Τι έλλειψη φαντασίας ενώ υπάρχει παντού εκεί γύρω μια γιορτή.
Αντί να θεωρείται ένας κίνδυνος – να αισθανόμαστε άχρηστοι και μειοψηφικοί – η συμμετοχή σήμερα θα μπορούσε σωστά να είναι η στιγμή που οι συνήθειες πιέζονται να διαλυθούν μέσα στον πειραματισμό, και αυτά θα ήταν a priori, καλά νέα.

VERBATIM. Voici toutes les revendications des Gilets jaunes

Θα μπορούσε να μας τύχει να ακούσουμε ότι δύο, τρεις εβδομάδες «καθυστέρησης» είναι μάλλον ο χρόνος μιας δικαιολογημένης προσοχής-επιφυλακτικότητας. Θα απαντούσαμε πως, αν υπήρχε μια στιγμή κατά την οποίαν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι επρόκειτο για ένα φασιστικό κίνημα, ήταν ακριβώς επειδή αυτοί δεν είχαν αυτή την καθυστέρηση, όπως φάνηκε από την παρέλαση της Bastione Sociale στη Λυών στις 17 νοεμβρίου.
Μπορούμε επίσης να απαντήσουμε πως για να δημιουργηθεί μια άποψη, το έδαφος παραμένει αναγκαίο. Εν πάση περιπτώσει δεν είναι η καθυστέρηση που είναι ανησυχητική, όσο οι λόγοι που την έκαναν αναπόφευκτη.

Αυτή η απουσία αντιδραστικότητας είναι η απόδειξη μιας στρατηγικής σκέψης που εμποδίζει τη δράση κατά την εκδήλωση μιας κατάστασης που δεν έχει πραγματοποιηθεί από τους ίδιους. Ή αλλιώς, της ανεπάρκειας του στρατηγικού προβληματισμού tout-court.
Σε όσους έχουν απορρίψει και δυσφημίσει τoυς πρώτες κραδασμούς των Gilets Jaunse, είναι απαραίτητο να θέσουμε μια ερώτηση: πώς φαντάζονται την πυροδότηση μιας επαναστατικής κατάστασης; Ξεκινώντας από την αποφασιστική δράση μιας οργάνωσης; Εστιασμένη σε ένα ενιαίο ομογενές υποκείμενο; Ή, αν δεν φαντάζονται μια αλλαγή του ρυθμού, πώς νομίζουν ότι θα προχωρήσουν πραγματικά στην υπόθεση τους, στον αγώνα τους; Χάρη σε μια ερμητική χρονικότητα προς τους άλλους που την περιβάλουν;

Από την πλευρά μας, δεν έχουμε την πρόθεση να συζητήσουμε αν είμαστε μάρτυρες μιας επαναστατικής κατάστασης ή όχι. Ταυτόχρονα είναι πιθανό οι περισσότερες από τις εξεγέρσεις που έρχονται (και ένα μεγάλο μέρος από εκείνες του παρελθόντος) να είναι παρόμοιες με αυτές που συμβαίνουν εδώ και 3 εβδομάδες στη μητροπολιτική Γαλλία και στην Réunion. Πάνω απ ‘όλα, θεωρούμε ότι είναι επιθυμητό να δοθούν με αυτό τον τρόπο.
Χωρίς να είναι μια εξέγερση που ξεσπά από ένα πολιτικό κόμμα ή μια πολιτική οργάνωση, δίχως ένας οποιοσδήποτε ηγέτης, αντιπρόσωπος ή leader να καταφέρνει να γίνεται εκπρόσωπος της, κάθε προσπάθεια καταγγέλλεται από όλες τις πλευρές.

Εάν τα πρώτα μπλόκα ξεκίνησαν από την έκκληση ενός μικρού αριθμού ατόμων – μερικών όχι ιδιαίτερα αξιοσύστατων – και όσον αφορά συγκεκριμένο αίτημα – την ακύρωση ενός φόρου επί των καυσίμων – η υπέρβασή τους ήταν σχεδόν άμεση. Στη συνέχεια, η κινητοποίηση επεκτάθηκε σαν μια κηλίδα πετρελαίου και συγκεκριμενοποιήθηκε τοπικά, ταυτόχρονα, αλλά και σε εθνικό επίπεδο, με στιγμές σύγκλισης.                                                                                                                                          Έτσι είδαμε να ανθίζει μια τεράστια ποικιλία από χειρονομίες ανυπακοής: δωρεάν διόδια, διαδηλώσεις δίχως άδεια, οικονομικά μπλόκα, και άμεσες ενέργειες: καταλήψεις υπο-νομαρχιών, επιθέσεις τρακτέρ σε κρατικούς χώρους, διάρρηξη κατοικιών βουλευτών, λεηλασίες μεγάλων διανομέων … ο κατάλογος είναι μεγάλος.

Στη θέση των πλατειών, τώρα είναι οι κόμβοι, οι κυκλικές συγκλίσεις των δρόμων [ροτόντες] που αποτελούν τη φυσική βάση της κινητοποίησης. Είναι το σημάδι μιας μετακίνησης της οργάνωσης προς την περιφέρεια. Επί του παρόντος, σε πολλά σημεία των μπλόκων, γύρω από τις φωτιές οι στοιβαγμένες παλέτες αρχίζουν σταδιακά να μετατρέπονται σε καταυλισμούς …

Μια εξέγερση, που απαιτεί, όπως πολλές προηγούμενες, αξιοπρέπεια. Ή καλύτερα, όταν ακούς να μιλούν γι αυτήν ή συζητάς με εκείνους τους άνδρες και τις γυναίκες που κρατούν τα μπλόκα ύστερα από περισσότερες από 10 ημέρες στο κρύο και στη βροχή, αντιλαμβάνεσαι ότι αυτή την αξιοπρέπεια, αρχίζουν να την βρίσκουν και πάλι μέσα στον αγώνα, στην σύγκρουση με αυτόν ο οποίος, προς το παρόν, χαρακτηρίζεται ως ο κύριος ένοχος, ο κύριος Macron.

Πώς, λοιπόν, να μην ανησυχήσουμε από τις πολυάριθμες απεχθείς πράξεις (μια γυναίκα που της ξέσκισαν τη μαντήλα ή για τους μετανάστες που δέχτηκαν επίθεση στο Calais) και που δεν θα σταματήσουν απαραίτητα σε αυτό; Πώς να μην ενοχληθούμε από τα χειροκροτήματα μπροστά στην αστυνομία; Ή πάλι από τον αριθμό των γαλλικών σημαιών; Θα μπορούσαμε να αισθανόμαστε καλύτερα μόνο όταν η γαλλική σημαία συνοδεύεται από την σημαία της Αλγερίας, τη σημαία της Βρετάνης, την σημαία cabila, εκείνη της συριακής επανάστασης, του κινήματος Ζαπατίστας δίπλα σε εκείνες τις κόκκινες, τις μαύρες και LGBT. Επειδή πιστεύουμε ότι οι ταυτότητες δεν θα εξαφανιστούν εν μία νυκτί.
Μοιάζει μπανάλ να θυμίσουμε πως ναι, σε περιόδους εξέγερσης συμβαίνουν άσχημα πράγματα, ενοχλητικά. Αντανακλούν τον αέρα της εποχής, την έκφραση και την εξιλέωση θλιβερών ιδεών και παθών.

Η πτώση του Macron ή ακόμα και ενός καθεστώτος δεν είναι συνώνυμη με την πτώση του κράτους, του καπιταλισμού κάθε είδους καταπίεσης. Και ακόμη λιγότερο από την έλευση ενός δίκαιου και ισότιμου κόσμου. Αυτό που μπορεί να συμβεί δεν θα είναι ούτε δίκαιο ούτε εξισωτικό. Κανείς δεν πιστεύει πλέον στην «μεγάλη νύχτα», “grand soir” (ndt έννοια του τέλους του XIX – 19ου αιώνα που εκφράζει την ελπίδα μιας ξαφνικής και ριζικής ανατροπής της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης). Από την άλλη πλευρά, θα είναι ένα σημαντικό στάδιο που θα εγγράφεται σε μια μακροπρόθεσμη επαναστατική διαδικασία.

gilets1d

Από εδώ και πέρα, από αυτή την έντονη στιγμή, κανένας δεν θα μπορεί να υιοθετήσει την ίδια συμπεριφορά με αυτήν που έχει όταν προσπαθεί να χτίσει κάτι υπομονετικά. Η ερώτηση, το ζήτημα μοιάζει να είναι: πως να πάρουμε μέρος σε αυτή την στιγμή εξέγερσης κατά την οποίαν επιθυμούμε και ελπίζουμε την αποπομπή του προέδρου συμβάλλοντας στην προώθηση αυτού που θέλουμε; Δίχως να ψάχνουμε να πάρουμε την εξουσία [πράγμα που σε κάθε περίπτωση δεν θα χειροκροτήσουμε], θέτοντας εμπόδια στις προσπάθειες των εχθρών μας.

Για να εξουδετερωθούν οι δραστηριότητες αυτών των τελευταίων, θα χρειαστεί μια μαζική δόση συλλογικής οξυδέρκειας για να παραμείνουμε μέσα στα πλαίσια. Αυτή δεν είναι μια αφηρημένη έννοια αλλά κάτι που θα παίξει σε όλα τα επίπεδα, σε εθνική κλίμακα όπως και περιφερειακή, στις συζητήσεις που μεταδίδονται στην τηλεόραση όπως και σε κάθε ροτόντα, σε κάθε κόμβο.
Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να ενεργοποιήσουμε ό, τι προσπαθήσαμε να οικοδομήσουμε αυτά τα τελευταία χρόνια όσον αφορά δεσμούς, ιδέες ή εργαλεία.
Φιλίες, συμμαχίες, συναντήσεις … ήρθε η ώρα να δούμε ο ένας τον άλλον και να συζητήσουμε, όχι για ότι συμβαίνει, αλλά γι αυτά που μπορούμε να κάνουμε μαζί.

Εκτός από τους υλικούς πόρους, έχουμε αναπτύξει μέσα για την καταπολέμηση της κυριαρχίας, είτε πρόκειται για σεξιστική, ρατσιστική ή ταξική. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι ικανοποιητικό, όλα είναι απίστευτα μερικά, αλλά έχουμε κάτι να προσφέρουμε.
Οι γιατροί του δρόμου στις διαδηλώσεις, τα αιτήματα να σταματήσουμε να πληρώνουμε το ενοίκιο, τα λαϊκά τραπέζια και εστιατόρια για να συναντιόμαστε και να ήμαστε σε θέση να τα βγάλουμε πέρα στο τέλος του μήνα.

Αλλά τι θέλουμε να κάνουμε με όλα αυτά; Θησαυρό για την προσωπική μας παρηγοριά, ελπίζοντας ότι κάποιος θα πέσει πάνω μας στρίβοντας τη γωνία; Αυτό θα σήμαινε την αναπαραγωγή των προνομίων μας, ακόμα χειρότερα, την επινόηση νέων.
Ή αντιθέτως θέλουμε να προσπαθήσουμε να τα επεκτείνουμε, να τα διαθέσουμε και πάνω απ ‘όλα θέλουμε να επιτρέψουμε την αλλοίωση τους μέσα στη συνάντηση με την ένταση, με τον άλλο σε πιο πολύπλοκα επίπεδα. Πρέπει να προτείνουμε μέσα σε αυτό το πλαίσιο και αυτή την συγκυρία απαντήσεις για την καταπολέμηση τόσο του δικού μας εγώ όσο και του εχθρού ταυτόχρονα.

Ό, τι κι αν είναι, περί ότι κι αν πρόκειται, είναι καλύτερα να βοηθήσουμε να μην πάει πίσω, να μην νικηθεί μια εξέγερση παρά να προφητεύουμε την ήττα της και στη συνέχεια να απολαμβάνουμε το γεγονός πως είχαμε δίκιο.
Για να διευκρινίσουμε, η πρότασή μας δεν είναι να ζητήσουμε από όλους να βάλουν ένα κίτρινο γιλέκο. Μπορούμε να το κάνουμε, φυσικά, αλλά η έκκληση είναι μάλλον να συμμετάσχουμε στην ένταση της κινητοποίησης ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Αυτό μπορεί να σημαίνει ανάλογα με την περίπτωση να πάμε να συναντήσουμε τους καταληψίες των αυτοκινητιστικών κόμβων, στις ροτόντες, όπως και αναστατώνοντας τους ίδιους τους δικούς μας αγώνες.

Το Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου, το κίτρινο κύμα εισβάλει για τρίτη φορά στο Elysée. Το Παρίσι δέχεται εισβολή από χιλιάδες ανθρώπους που επικαλούνται την εξέγερση, την επανάσταση. Οι μετρήσεις αυτού του ρυθμού πρέπει να ληφθούν καλά. Δεν πρέπει να παίζουμε ενάντια στον χρόνο.
Το θέμα δεν είναι πλέον να συμμαχήσουμε με αυτό το «κίνημα». Δεν μπορεί κανείς να συμμαχεί με μια στιγμή. Ακόμη λιγότερο με μια εξέγερση. Μπορούμε να ενταχθούμε σε μια εξέγερση, να ενωθούμε μαζί της. Μπορούμε να βυθιστούμε σε μια εξέγερση.

Μετά από όλα αυτά, γι αυτούς που θέλουν ξανά να συζητήσουν αν είναι χρήσιμο, αν αξίζει τον κόπο να προσεγγίσουν αυτό που συμβαίνει και όχι να αναρωτιούνται τι μπορούν να κάνουν αυτοί, παρουσιάζουμε μια απλούστερη ερώτηση για να ενθαρρύνουμε τις συζητήσεις τους: «Η επανάσταση: υπέρ ή κατά;».
Εμείς έχουμε κάνει την επιλογή μας: προσθέτουμε τη δύναμή μας σε όλες εκείνες που θέλουν να σταματήσουν τη χώρα, να την ωθήσουν να προβληματιστεί και να αρχίσουμε να χτίζουμε αυτό που θέλουμε.

Να συμβάλλουμε στην πτώση του καθεστώτος και στην οργάνωση αυτού που έρχεται μετά.
(un contributore e una contributrice, ένας συνεισφέροντας και μια συνεισφέρουσα)

 

https://www.infoaut.org/segnalazioni/pro-o-contro-la-rivoluzione