βασανιστήρια, tortura

Βασανιστήρια από τα ΜΑΤ με κυβερνητική υπογραφή

Γυμνός στη Μπουμπουλίνας ανάμεσα σε αστυνομικούς που περηφανεύονταν για «χούντα»

«Τα βασανιστήρια είναι κάτι περισσότερο από ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται για να επιβληθούν ανεπιθύμητες πολιτικές σε εξεγερμένους ανθρώπους. Είναι, επίσης, μια μεταφορά για την υποκειμενική λογική του δόγματος του σοκ» (Ναόμι Κλαιν)

Το πρωινό της Παρασκευής 8 Νοεμβρίου ο Λάμπρος Γούλας εμφανίστηκε στον εισαγγελέα φορώντας χειροπέδες και κολάρο στον αυχένα, κουτσαίνοντας και φέροντας εμφανή τραύματα. Ο δικαστικός λειτουργός, αντί να απαιτήσει εξηγήσεις από τους αστυνομικούς που ευθύνονταν γι’ αυτή την απερίγραπτη εικόνα και να κινήσει τις αντίστοιχες ποινικές διαδικασίες, απλώς επικύρωσε ένα σαθρό κατηγορητήριο εις βάρος του ως παραπέτασμα ψεύδους για να συγκαλυφθεί η βίαιη κακοποίηση που είχε υποστεί το προηγούμενο βράδυ. Και δε ντράπηκε. Όπως, εξάλλου, δε ντράπηκε και η συντριπτική πλειονότητα των αστυνομικών συντακτών που καθ’ υπόδειξη της ΓΑΔΑ άναψε λεκτικά πυροτεχνήματα, γράφοντας ότι συνελήφθη «στέλεχος του Ρουβίκωνα» αλλά αποκρύπτοντας ουσιωδώς την αλήθεια, ότι δηλαδή ξυλοκοπήθηκε, βασανίστηκε και στάλθηκε στο νοσοκομείο «στέλεχος του Ρουβίκωνα».

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Το βράδυ της Πέμπτης 7 Νοεμβρίου ένα κλιμάκιο της ομάδας Δίας δέχτηκε επίθεση στην οδό Χαριλάου Τρικούπη. Αμέσως μετά αστυνομικές δυνάμεις των ΜΑΤ και της ΟΠΚΕ κατέκλυσαν την πλατεία Εξαρχείων κυνηγώντας αδιακρίτως ανθρώπους. Πάνω σ’ αυτό το ντελίριο καταστολής περικυκλώνουν το Καφενείο που ήταν γεμάτο θαμώνες και εργαζόμενους και επιχειρούν να εισβάλλουν μέσα χωρίς ένταλμα, χωρίς εισαγγελέα. Πολιορκούν για αρκετή ώρα το χώρο αποκλείοντας τις εισόδους του. Στο σημείο έσπευσαν, αφού κλήθηκαν από τον εγκλωβισμένο και υπό απειλή κόσμο οι δικηγόροι Γιάννα Κούρτοβικ και Άννυ Παπαρρούσου. «Κλήθηκα ως δικηγόρος από συνέταιρο της επιχείρησης του παραδοσιακού καφενείου των Εξαρχείων. Ήταν περικυκλωμένο από αστυνομικές δυνάμεις χωρίς λόγο. Δεν υπήρχε εισαγγελέας. Οι άνθρωποι κινδύνευαν. Πήγα για να διασφαλίσω τη σωματική τους ακεραιότητα, για να υπάρχει δικηγόρος – μάρτυρας και να γίνει καταγραφή των παρατυπιών που εξελίσσονταν, καθώς δεν πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της νομοθεσίας για την έρευνα. Ήταν ξεκάθαρα μια καταχρηστική συμπεριφορά των αρχών που αυθαιρετούσαν ανεξέλεγκτα» επισημαίνει η Άννυ Παπαρρούσου.

Το κλίμα φόβου που προσπάθησαν να επιβάλλουν οι δυνάμεις καταστολής πέραν κάθε λογικής και νομικού πλαισίου, δεν εμπεδώθηκε. Έξω από το καφενείο είχαν συγκεντρωθεί κάτοικοι και περαστικοί που απαιτούσαν να λυθεί η πολιορκία και να φύγουν τα ΜΑΤ. Όπως και έγινε. Τα ΜΑΤ ξεκίνησαν να αποχωρούν και ο κόσμος φώναζε συνθήματα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή και χωρίς καμία αφορμή, εξαπέλυσαν μια νέα επίθεση με δακρυγόνα και κρότου – λάμψης και προχώρησαν στη στοχευμένη σύλληψη του Λάμπρου Γούλα, τον άγριο ξυλοδαρμό του και στη συνέχεια στο βασανισμό του στην οδό Μπουμπουλίνας. Γιατί η σημειολογία είναι συνήθως φαρμακερή και διάφανη. Στον ίδιο δρόμο ακριβώς βρισκόταν επί δικτατορίας το κτίριο της ασφάλειας που λειτούργησε στην επταετία ως επίγειο κολαστήριο για αγωνιστές και αγωνίστριες. Οι βασανιστές κάθε εποχής ακολουθούν μια μεθοδολογική και τοπογραφική συνέχεια.

Παραθέτουμε, λοιπόν, τη λεπτομερή και ανατριχιαστική μαρτυρία του Λάμπρου Γούλα για τα όσα συνέβησαν, έτσι όπως τα περιέγραψε στο omniatv:

Όταν σχόλασα από τη δουλειά, πήγα με το αφεντικό μου σ’ ένα διπλανό μαγαζί να φάμε και να δούμε τον Ολυμπιακό. Κάποια στιγμή άρχισαν να καταφθάνουν μηνύματα στο κινητό μου ότι γίνεται χαμός στην πλατεία και ότι η Αστυνομία έχει αποκλείσει το καφενείο. Πήγα χωρίς δεύτερη σκέψη, γιατί βρίσκονταν μέσα αρκετοί σύντροφοι και φίλοι μου. Η εικόνα που αντίκρισα μόλις έφτασα ήταν αποκαλυπτική. Δε μπορούσες ούτε να μπεις, ούτε να βγεις από το καφενείο. Οι είσοδοι ήταν αποκλεισμένοι από την Αστυνομία.

Έκατσα απ’ εξω, όπου ήδη μαζευόταν κόσμος και διαμαρτύρονταν. Ζητούσαν να φύγουν τα ΜΑΤ και να ελευθερωθεί ο χώρος. Ξεκίνησαν να φεύγουν και ο κόσμος που βρισκόταν στην πλατεία φώναζε συνθήματα. Εγώ βρισκόμουν στη γωνία Τοσίτσα και Τσαμαδού. Χωρίς την παραμικρή αφορμή αρχίσουν κα ρίχνουν χημικά. Εμένα άνοιξαν τη φυσούνα στο πρόσωπο μου κανονικά. Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου εκείνη τη στιγμή. Προσπάθησα να φύγω για να απομακρυνθώ από τα δακρυγόνα. Ένας ματατζής μου έριξε μια κλωτσιά από πίσω κι έπεσα κάτω. Έρχονται κι άλλοι από την ίδια διμοιρία, πέφτουν πάνω μου και με βαράνε με το γκλοπ ενώ ήμουν ακινητοποιημένος. Με σηκώνουν, με κρατάνε δύο ματατζήδες από τα χέρια κι ένας με πιάνει από το σβέρκο και με ξαναγυρίζουν προς την πλατεία. Αγχώθηκα γιατί δεν καταλάβαινα τι γίνεται. Εμφανίζεται μάλλον η άλλη μισή ομάδα της διμοιρίας, με πετάνε σ’ αυτούς και αρχίζει το πανηγύρι.

Σ’ όλη τη διαδρομή στην Τσαμαδού και στην Τοσίτσα με χτυπούσαν. Κάναμε δεξιά στη Μπουμπουλίνας και λίγο πριν φτάσουμε στο Υπουργείο Πολιτισμού ακούω τον έναν που λέει «μη τον πάτε στο Υπουργείο, έχει κάμερες, βάλτε τον εδώ πέρα». Με βάζουν σε μια γωνία κι ούτε που ξέρω πόσο με χτύπησαν, έχασα το μέτρημα. Ο ένας από αυτούς ήταν πιο τρελαμένος, μου κοπάναγε το κεφάλι στον τοίχο και προσπαθούσα να το προστατέψω. Αυτός κάποια στιγμή έδωσε εντολή να με γδύσουν. Με πέταγε ο ένας στον άλλον και προσπαθούσαν να μου βγάλουν τα ρούχα. Έδωσα μάχη να κρατήσω το εσώρουχο μου. Με πετάνε γυμνό, μόνο με το εσώρουχο στον τοίχο και ούρλιαζαν «στον τοίχο». Αρχίζουν και ψάχνουν τα πράγματα μου. Δε βρίσκουν τίποτα ούτε στην τσάντα μου, ούτε στα ρούχα μου. Βγάζει ο συγκεκριμένος την ταυτότητα μου, διαβάζει «Γούλας» και μου κοπανάει ξανά το κεφάλι. Μετά ανοίγει το πορτοφόλι μου. Βρίσκει τα χρήματα μου, λέει μια εξυπνάδα που δεν τη θυμάμαι και αρχίζει να τα σκορπάει. Το αντιλαμβάνομαι, γυρίζω και προσπαθώ να τα μαζέψω. Αυτοί χλεύαζαν και με χτυπούσαν πάλι πετώντας με ο ένας στον άλλον. Μετά από κανα πεντάλεπτο κυνηγητό και ξύλο τέτοιου τύπου, με πιάνει πάλι ο συγκεκριμένος και με κολλάει στον τοίχο. Τότε συνέβη κάτι φοβερό. Μου κατεβάζει το εσώρουχο, κολλάει από πίσω μου και φωνάζει «Έτσι γαμάνε οι χακί. Στα Εξάρχεια έχουμε χούντα ρε, το κατάλαβες; Όποιος δε δέχεται φάπα και πούτσα δε θα μπαίνει στα Εξάρχεια. Εμείς κάνουμε κουμάντο». Τελείωσε όλο αυτό. Έχασα τη αίσθηση του χρόνου αλλά νομίζω ότι όλη η φάση πρέπει να διήρκεσε περίπου ένα μισάωρο.

Ήρθαν από την Άμεση Δράση. Μου είπαν να ντυθώ, μου πέρασαν χειροπέδες πισθάγκωνα και με έβαλαν πάλι βίαια στο περιπολικό. Έφτασα στην ασφάλεια χτυπημένος, πρησμένος και σέρνοντας την αριστερή μου πλευρά. Με το που μπήκα, άκουσα που λέγανε «μας φέρανε το Γούλα». Παρότι είχα άλλους 14 προσαχθέντες , με βάλανε σ’ ένα γραφείο μόνο μου. Μέσα σε τρία λεπτά, άκουσα που λέγανε «Διώξτε τους όλους, κρατάμε μόνο το Γούλα».

Ζήτησα να πάρω τηλέφωνο τη δικηγόρο μου. «Μην ανησυχείς – μου είπαν – ξέρει, θα πάρει μόνη της». Όντως, δεν ξέρω αν παρακολουθούν και τη δικηγόρο μου αλλά μετά από 5 λεπτά πήρε. Έκανε πολλές παρεμβάσεις ζητώντας να με μεταφέρουν στο νοσοκομείο.

Μετά από μια ώρα με πήγαν στον Ευαγγελισμό, σαν εγκληματία βέβαια, με χειροπέδες. Οι γιατροί μου φέρθηκαν μια χαρά, απαίτησαν να βγουν οι χειροπέδες, μου έδωσαν πρώτες βοήθειες, μου έκαναν εξετάσεις. Επέστρεψα στη ΓΑΔΑ και μετά αυτόφωρο.

Στο δικαστήριο είχε δηλωθεί ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον μου ένας αστυνομικός από τη διμοιρία. Εννοείται πως δεν εμφανίστηκε. Απαίτησα να εμφανιστεί κι έτσι το δικαστήριο πήρε αναβολή για τις 20 Νοέμβρη.

Το ζήτημα δεν είναι απλώς η απόλυτη αντιστροφή των ρόλων θύτη – θύματος, καθώς ένας άνθρωπος θα συρθεί σε δίκη χωρίς να έχει κάνει απολύτως τίποτα, ενώ οι βασανιστές του θα συνεχίσουν αμέριμνοι να παρενοχλούν κόσμο, να προκαλούν τρόμο στα Εξάρχεια και να εκτονώνουν ελεύθερα την τοξική τους αρρενωπότητα. Το ζήτημα είναι ότι πρόκειται για ένα περιστατικό που επανεισάγει στην Ελληνική Αστυνομία μεθόδους εκτροπής και αποτυπώνει ανάγλυφα το ρεβανσισμό του κρατικού μηχανισμού απέναντι σε οποιαδήποτε φωνή αντίσταση. Ο Λάμπρος Γούλας συμμετέχει ενεργά στους κοινωνικούς αγώνες, είναι μέλος της αναρχικής συλλογικότητα Ρουβίκωνα και είναι ο πρώτος άνθρωπος που πέτυχε δικαστική απόφαση να καταστραφεί δείγμα του γενετικού του υλικού, το οποίο παρανόμως είχε ληφθεί – απόφαση που ακόμα δεν έχει υλοποιηθεί. Η βάναυση μεταχείριση του από τις αρχές σχετίζεται απολύτως με αυτές του τις ιδιότητες.

Άνθρωποι που βρίσκονταν μέσα στο καφενείο μου είπαν ότι η διμοιρία με το που με έπιασε πανηγύριζε φωνάζοντας «πάμε να φύγουμε, τον έχουμε». Πιστεύω ότι με αναγνώρισαν γιατί συμμετέχω αδιάλειπτα εδώ και 14 χρόνια στις κινηματικές διαδικασίες και μπορώ να βάλω το χέρι μου στη φωτιά ότι η απόφαση να μετατρέψουν την προσαγωγή μου σε σύλληψη στον 6ο όροφο της ΓΑΔΑ υπαγορεύτηκε από τα ανώτατα κλιμάκια της Αστυνομίας, επειδή είμαι μέλος του Ρουβίκωνα. Ωστόσο, δεν είναι αυτό για μένα το σοκαριστικό. Τα ΜΑΤ αυτό κάνουν, σε πιάνουν και τρως ξύλο μέχρι να μπεις στο περιπολικό. Το υπόλοιπο, όμως, να με γδύσουν, να έρχεται ο άλλος να κολλάει πάνω μου κραυγάζοντας ότι έχουμε χούντα, είναι ανήκουστο. Δηλαδή αν ήταν μια κοπέλα στη θέση μου, τι θα έκαναν; Θα τη βίαζαν; Μόνοι τους οι άνθρωποι της ασφάλειας με το που μπήκα παραδέχτηκαν ότι τα ΜΑΤ είναι ανεξέλεγκτα. Οι άνθρωποι είναι φασίστες πέρα από κάθε αμφιβολία. Έδειξαν όλο το ομοφοβικό και σεξιστικό τους υπόβαθρο. Δε σταμάτησαν στιγμή να με αποκαλούν «πουτάνα» και «καριόλη». Με είχαν σα λάφυρο, φέρονταν σαν πρωτόγονοι που χορεύουν γύρω από το θήραμα τους. Να είμαι γυμνός, να με βρίζουν και με χτυπάνε. Τον έναν που γλεντούσε περισσότερο και έδινε εντολές, μπορώ να τον αναγνωρίσω γιατί ήταν ο μόνος που έβγαλε το κράνος του αλλά δε μου το ζήτησε κανείς. Γιατί όλα αυτά γίνονται με τη συναίνεση Χρυσοχοιδη και κυβέρνησης. Αν ζούσαμε σε άλλη κοινωνία, μπορεί να είχε προσδοκίες για δικαιοσύνη και τιμωρία αλλά μη κοροϊδευόμαστε. Ποτέ δεν έχουν τιμωρηθεί οι αστυνομικοί. Ο,τι γουστάρουν κάνουν. Ας γνωρίζουν, όμως, ότι δεν πρόκειται να λυγίσουν κανέναν, ούτε εμένα, ούτε κανέναν άλλον αγωνιστή/στρια του αναρχικού χώρου. Στο δρόμο θα είμαστε.

δηλώνει ο Λάμπρος Γούλας.

«Η σύλληψη του ήταν προσχηματική και σκόπιμη. Υπέστη βασανιστήρια πριν μεταφερθεί στην Κρατική Ασφάλεια, τα οποία είδαν αυτόπτες μάρτυρες. Ο συνδυασμός υπέρμετρης αστυνομικής βίας και βαριάς προσβολής της προσωπικότητας συντελέστηκε με συγκεκριμένες μεθόδους που είναι γνωστές σε συνθήκες κατάλυσης της δημοκρατίας. Οι πράξεις των αστυνομικών είναι κακουργηματικές και ως τέτοιες θα έπρεπε να κριθούν» σημειώνει η Αννυ Παπαρρούσου, συνήγορος του Λάμπρου Γούλα.

Είναι γνωστό από παλιά ότι ο Μιχάλης Χρυσοχοίδης δεν έχει χρόνο για διάβασμα. Ας κάνει έναν κόπο, όμως, να διαβάσει το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ή το άρθρο 137Α του Ποινικού Κώδικα – είναι μικρότερα σε έκταση από το κείμενο του Μνημονίου. Εύκολα θα διαπιστώσει ότι οι πράξεις που περιγράφονται εμπίπτουν πλήρως στον ορισμό των βασανιστηρίων και διώκονται τόσο από την εγχώρια, όσο και από τη διεθνή νομοθεσία. Αντιστοίχως ποινικά κολάσιμες είναι οι δημόσιες προτροπές σε βία και αυθαιρεσία, οι οποίες αρθρώθηκαν αγόγγυστα από κυβερνητικά στελέχη, όπως ο βουλευτής Μαρκόπουλος που ζητούσε «να τρέξει λίγο αιματάκι αναρχικού» ή ο Άδωνις Γεωργιάδης που ονειρεύεται να δει τα ΜΑΤ να σπάνε πόρτες. Το κανάκεμα των αστυνομικών και η πάγια τακτική ατιμωρησίας τους για όποιο έγκλημα κι αν διαπράξουν εκτρέφουν νέους Κορκονέες, ανθρώπους έτοιμους και αποφασισμένους να τραμπουκίσουν, να παρενοχλήσουν σεξουαλικά, να ξεδιπλώσουν το ρατσιστικό, μισογυνικό και ομοφοβικό τους μένος, να απειλήσουν, να βασανίσουν και να εγκωμιάσουν δημόσια τη χούντα. Αλήθεια, πόσο τραγικά ειρωνικό ακούγεται όλο αυτό καθώς πλησιάζουμε την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου; Οι θεματοφύλακες του νόμου είναι οι πρώτοι που τον ακυρώνουν συστηματικά για να διατρανώσουν την εξουσία τους, θεμελιωμένη πάνω στο φόβο και το αίμα. Ο Αγκάμπεν το κωδικοποιούσε ως «κατάσταση εξαίρεσης», ο κομαντάντε Μάρκος ως «το απόλυτο στριπτίζ του κράτους». Το σίγουρο είναι ότι ένα φυτώριο φασιστών, βασανιστών και εν δυνάμει δολοφόνων διογκώνεται με την ανοχή ή και τη συναίνεση της κυβέρνησης.

 

https://omniatv.com/853454496

θεωρία, teoria

Να ελευθερώσουμε το είδος, να πραγματώσουμε τη ζωή

του Sandro Moiso

Raoul Vaneigem, Για την αυτοδιαχείριση της καθημερινής ζωής. Συμβολή στην επείγουσα ανάγκη απελευθερωμένων εδαφών από την κρατική και εμπορική επιχείρηση – Sull’autogestione della vita quotidiana. Contributo all’emergenza dei territori liberati dall’impresa statale e mercantile, DeriveApprodi, Roma 2019, σελ. 140, Euro 12,00

Αυτό που βρίσκεται σε εξέλιξη κάτω από τα μάτια μας δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αλλαγή πολιτισμού

Ο Raoul Vaneigem, γεννημένος το 1934, τελευταίος και ίσως σημαντικότερος εκπρόσωπος (μετά τον Guy Debord, που απουσιάζει από τον κόσμο των ζωντανών από το 1994) της εμπειρίας της Internazionale Situazionista-Situationist International-Καταστασιακής Διεθνούς (από την οποία απομακρύνθηκε οικειοθελώς το 1970) δείχνει για άλλη μια φορά, στο κείμενο που μόλις δημοσίευσε το DeriveApprodi, πως δεν είναι μόνο η αναγραφική ηλικία που καθορίζει τη νεότητα και την επικαιρότητα μιας σκέψης, αλλά και πως η ριζοσπαστική κριτική εξακολουθεί να είναι ένα έγκυρο αξιόπιστο αναγκαίο και απαραίτητο εργαλείο για να κατανοηθούν οι τάσεις που εμπεριέχονται στα τρέχοντα πραγματικά κινήματα και για να καθοριστεί μια αυθεντική πορεία απελευθέρωσης του είδους από τα δεσμά και τους περιορισμούς που επιβάλλει ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής.

Αυτή η νεανικότητα και εγκυρότητα των σχημάτων-διατυπώσεων που περιέχονται στο έργο (άπειρη και δύσκολα να αναφερθεί σε μια βιβλιογραφία που θα έπρεπε να περιλαμβάνει και έναν τεράστιο αριθμό γραπτών που έμειναν ανώνυμα ή αποδίδονται σε συγγραφείς με ονόματα που επινοήθηκαν από τον ίδιο) του στρατευμένου, στοχαστή και μελετητή αναρχο-καταστασιακού (όμως δεν είμαι εξ ολοκλήρου βέβαιος ότι αυτός ο ορισμός θα άρεσε στον συγγραφέα) αποκαλύπτεται αμέσως από τη συνέχεια μεταξύ αυτού του τελευταίου γραπτού και εκείνου του Avis aux civilisés relativement à l’autogestion généralisée, που περιέχεται στον αριθμό 12 του 1969 της «Internationale Situationniste».

Έχουν περάσει ακριβώς πενήντα χρόνια και η επικαιρότητα των προβληματισμών του Vaneigem δεν είναι δεδομένη λόγω της βούλησης να υπερασπιστούμε και να επαναλαμβάνουμε ως μάντρα την προσφορά και τα σχήματα μιας εποχής που έχει περάσει εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα (όπως δυστυχώς εξακολουθεί να συμβαίνει πολύ συχνά για πολλά σχήματα που αναφέρονται ταλμουδικά από τις διάφορες μαρξιστικές και ελευθεριακές αιρέσεις, απομακρυσμένες από το παρόν και αγνοώντας το αδυσώπητο ξεδίπλωμα μιας Ιστορίας που πάντοτε αποδεικνύεται κάτι άλλο παρά γραμμικό), αλλά ακριβώς λόγω της χρησιμότητας τους ώστε να κατανοήσουμε και να αναλύσουμε τα μονοπάτια της απελευθέρωσης που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη μέσα στην κοινωνία. Πάνω απ’ όλα εκείνα που ανάγονται λιγότερο στο παλαιότερο και ορθόδοξο φαντασιακό της αριστεράς και συνδικαλιστικό.

Από την άλλη πλευρά το γεγονός ότι αυτά τα κινήματα, που σχεδόν ποτέ δεν μνημονεύονται άμεσα αλλά συνοψίζονται προφανώς σε εκείνο από τα απελευθερωμένα εδάφη που περιλαμβάνεται στον τίτλο, είναι κατά κάποιον τρόπο η φυσική και ζωντανή αναπαράσταση της ζωντάνιας εκείνης της σκέψης που επιβεβαιώνει επίσης ότι υπήρξε η πρακτική δράση των ζωντανών που πηγαίνει προς την κατεύθυνση που υποδεικνύει εδώ και καιρό ο βέλγος αγωνιστής και θεωρητικός και αντιθέτως δεν οφείλεται με τίποτα σε κάποιο τέχνασμα του ίδιου για να αναπροσαρμοστεί ή να την αναπροσαρμόσει στις εποχές.

Θα αρκούσε η αφιέρωση που περιέχεται in esergo [1] για να συνοψίσουμε την κατευθυντήρια αρχή ολόκληρου του κειμένου και του συνόλου του έργου του Vaneigem: Σε όλους εκείνους που προτιμούν να αγωνίζονται για να ζήσουν παρά να μάχονται για να επιβιώσουν.
Ο αγώνας δεν μπορεί ποτέ να είναι για έναν μακρινό στόχο, για ένα στόχο που αναβάλλεται.
Ο αγώνας δεν μπορεί να αποτελεί στόχο από μόνος του. Ακόμη περισσότερο σε καθαρά πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο.

Αλλά μέσα στην αμεσότητα του αγώνα, ειδικά όταν αυτός θέτει στον εαυτό του το καθήκον να απελευθερώσει τάξεις και είδος από την υποταγή στην εργασία και την κοινωνική υπαγωγή-εξάρτηση στους στόχους της κρατικής και εμπορικής επιχείρησης, ήτοι του Κεφαλαίου, πρέπει πλέον να υλοποιηθούν οι κύριοι στόχοι του ίδιου : η ατομική και συλλογική ευτυχία και η απελευθέρωση του μεμονωμένου υποκειμένου και των συλλογικών υποκειμένων από τα ερείπια, τα απομεινάρια μιας πατριαρχικής, καταναλωτικής και καταπιεστικής κοινωνίας που τώρα προορίζεται να εξαφανιστεί, αλλά σαν τέλειο ζόμπι συνεχίζει να τροφοδοτείται με τα σώματα και τα μυαλά των θυμάτων της.

Τέλος μου φαίνεται χρήσιμο να παραθέσουμε, εδώ στη συνέχεια, ένα απόσπασμα από το κείμενο που συνοψίζει τέλεια τον προσανατολισμό που έχει μέχρι εδώ αναφερθεί.

Εγώ δεν αντιλαμβάνομαι άλλο κίνητρο για τον επαναστατικό αγώνα παρά τη καθιέρωση μιας καθολικής ευτυχίας.
Υπάρχει μια απόλαυση που είναι εγγενής στην αναζήτηση των ζωντανών. Αυτό που την κατατάσσει δικαιωματικά ως εξεγερτική απόλαυση είναι το γεγονός πως είναι δωρεά και απόλυτα ασυμβίβαστη με ένα σύστημα που βασίζεται στο κέρδος. Δεν θα σταματήσουμε ποτέ να το λέμε: η εμπορική οικονομία είναι ένα έγκλημα κατά της ζωής.
Η απόλαυση των όντων και των πραγμάτων ακυρώνει την οικειοποίηση τους. Η αναζήτηση των ζωντανών είναι η τέχνη να έχουν κατακτηθεί από τα δώρα της καρδιάς και της γης. Η εκτροπή- ανωμαλία που παρέδωσε τις έννοιες του Μαρξ στην ιδεολογία (την οποίαν εξάλλου, δεν εμπιστεύονταν), υπήρξε εκείνη πως δεν είδε την αιτία της αλλοτρίωσης μας στο έργο της εκμετάλλευσης της φύσης. πιο δραματικά ακόμη, πως ταυτοποίησε την εργασία με μια διαδικασία εξανθρωπισμού του άνδρα και της γυναίκας.

[…] Συμβαίνει το Κράτος να κάνει ελεημοσύνη μιας μεταρρύθμισης, να καταργεί έναν νόμο, δείχνει ότι είναι συμφιλιωτικό με τα επίμονα, τα πεισματάρικα κινήματα διαμαρτυρίας. Ωστόσο, οι φαινομενικά προς τα πίσω κινήσεις του είναι μόνο πονηράδες και δισταγμοί. Όταν διστάζει, το άγχος του είναι ένα προοίμιο για νέες προσβολές, για μια νέα επιθετικότητα που έρχεται. Αφήνει τον μιλιταρισμό να εκθειάζει τις δράσεις του για μια φαινομενική στρατιωτική νίκη διότι για το Κράτος κάθε πεδίο μάχης είναι ένα έδαφος κατάκτησης.
Ο αγωνιστής θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να διακρίνει μέσα του το σύνορο που χωρίζει το παιχνίδι για να ζήσει από εκείνο στο οποίο ο θάνατος οδηγεί το παιχνίδι του σκακιού. Δεν του προτείνω να χυθεί στην ενδοσκόπηση για να ξακαθαρίσει πώς η κίνηση της ζωής υπόκειται σε αιφνιδιαστικές μεταστροφές. Ευελπιστώ μόνο σε έναν προβληματισμό σχετικά με το θέμα: η στρατιωτικοποίηση δεν εγγράφεται ίσως σε μια προοπτική θανάτου;
Από τη στιγμή κατά την οποίαν η αλληλεγγύη ακυρώνει το πνεύμα της θυσίας, ο ριζοσπαστισμός γίνεται μέρα. Αυτή εκδηλώνεται στους στρατευμένους που αγωνίζονται κατά του αποκλεισμού των μεταναστών, κατά της εκδίωξης των καταληψιών μιας περιοχής που υπερασπίζονται (ZAD), κατά της καταστροφής των τοπίων, κατά της ρύπανσης του αέρα, του νερού, της γης, των τροφών. Ακόμη κι αν πολλές από αυτές τις δεσμεύσεις ανακτηθούν από τον αριστερισμό-gauchismo, από τον ριζοσπαστισμό των ελευθεριακών προθέσεων, από τον πολιτικό ανθρωπισμό και από την αγορά της φιλανθρωπίας, αυτές διατηρούν τη ζύμωση ενός ριζοσπαστισμού ικανού να διασπείρει τους σπόρους του πολύ πέρα από την αρχική χειρονομία και κίνητρο.
Κάθε συλλογικότητα κινούμενη από τη βούληση να κυριαρχήσει ο άνθρωπος πάνω στην οικονομία εγκαινιάζει μια γη όπου η βαρβαρότητα έχει απαγορευτεί, μια γη που λιπαίνει τη χαρά της ζωής.
Ακόμη και αν προορίζεται να εξασθενίσει, να ηρεμήσει, ο θυμός έχει από μόνος του κάτι να ξεπεράσει την εκπλήρωση ενός ξεσπάσματος, μιας εκτόνωσης, μιας δυσαρέσκειας που εκσπερμάτωσε πρόωρα. Η ύβρις αποπνέεται από μια κίνηση ζωής ανυπόμονη να συντρίψει τα εμπόδια. Κάτω από την ηλιθιότητα του πολίτη που πιστεύει σε ένα πιο δίκαιο και πιο συμπονετικό Κράτος ξεπροβάλει η μυστική επιθυμία να τελειώνουμε με όλες οι μορφές διακυβέρνησης-governance και εξουσίας.
Το Κράτος ενεργεί μέσω μιας πολιτικής του τετελεσμένου γεγονότος. Είναι ένα προνόμιο των αρχών που στέφθηκαν δημοκρατικά. Όταν ο αγωνιστής είναι κυρίως ένας ψηφοφόρος, δίνει την εγγύηση του σε εκείνο που μάχεται και συγκαταβαίνει να τον γρονθοκοπήσουν στη μύτη δύο φορές.

[…] Το να δημιουργήσουμε τρύπες στον ιστό της αράχνης στον οποίο μας παγιδεύει ο παρασιτικός καπιταλισμός, δεν αρκεί. Για να εξαλείψουμε την βλαπτικότητα του, δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά η ποίηση που φτιάχθηκε από όλους, η συνείδηση και το πάθος να διεργαστούμε μια κοινωνία στην οποία η ζωή ακυρώνει, μηδενίζει όλες τις μορφές καταπίεσης.1

R. Vaneigem, Sull’autogestione della vita quotidiana, pp. 50-53  Για την αυτοδιαχείριση της καθημερινής ζωής

TAGGED WITH →  •  •  •  •  •  •  •  • 

[1] in esergo: Επιγραφή, σύνθημα.

 

Liberare la specie, realizzare la vita

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Kritik

Kritik

«Η επίθεση πρέπει να προετοιμαστεί προσεκτικά

όχι πλέον κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι αλλά δύναμη ενάντια σε δύναμη

μπορούμε ν’ ακούσουμε την ηχητική σχίση

το αίμα ρέει στη νέα ζωή που έρχεται»

Εγχειρίδιο επιβίωσης στην αγωνία του κεφαλαίου

Το βιβλίο αυτό αποτελεί μέρος της παράδοσης των «καλλιτεχνικών βιβλίων». Είναι δηλαδή ο καρπός μιας σοφής συνάθροισης εικόνων και κειμένων που εκπονούνται από ανελέητους κριτικούς (μερικών με διεθνή φήμη) για την κρίση του καπιταλιστικού πολιτισμού.
Αυτοί ενώθηκαν σε αυτή την περιπέτεια αποδεχόμενοι την πρόταση ενός πλήρως αντί-συγγραφικού ανωνυμάτου, συμμετέχοντες έτσι στην πραγματοποίηση ενός «συλλογικού έργου».
Στο βιβλίο, οι διάφορες κριτικές στο καπιταλιστικό σύστημα επικεντρώνονται στις αγωνιώδεις εκδηλώσεις των κύριων οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών δομών του, χρησιμοποιώντας τα διαφορετικά αρχεία καταγραφής της επιστημονικής ανάλυσης, της αφήγησης, της εικόνας. Όμως σε ανασκόπηση περνούν οι εξαιρετικές μορφές αντίστασης που άτομα, ομάδες και κινήματα ήξεραν να επινοήσουν και να εκφράσουν ενάντια στις ψυχικές και περιβαλλοντικές καταστροφές που ο παλαιός κόσμος που καταρρέει έχει καθορίσει και καθορίζει. Το αποτέλεσμα που προκύπτει για τον αναγνώστη είναι η προσέγγιση ενός χρήσιμου εργαλείου (ενός «εγχειριδίου», ακριβώς) για να κατανοήσουμε τις μη αναστρέψιμες κρίσεις στις οποίες έχουμε βυθιστεί. αλλά και ένα υποβλητικό και ελκυστικό αντικείμενο που πρέπει να εξεταστεί με μια παιχνιδιάρικη, οπτική και καλλιτεχνική προσέγγιση. Ενδιαφέρον για τη μοναδική και συναρπαστική «δομή» αυτού του βιβλίου θα έχουν πάνω απ’ όλα οι νέοι και οι πολύ νέοι, επειδή είναι συνηθισμένοι, μέσω της διαδεδομένης χρήσης των νέων μέσων, σε μια αποσπασματική και πολλαπλών ειδικοτήτων κατανάλωση των γνώσεων και μια οπτική αντίληψη βασισμένη στην επιλεκτικότητα και τη φινέτσα.

Kritik

Έψαχνα μια ήρεμη θάλασσα αλλά βρήκα εσένα

on .

 

Παραθέτουμε ένα απόσπασμα των «Εννέα καλών λόγων για να ξεκινήσουμε από το μηδέν» που δημοσιεύτηκε στο Kritik. Prontuario di sopravvivenza all’agonia del capitale,Εγχειρίδιο επιβίωσης στην αγωνία του κεφαλαίου (DeriveApprodi, στα βιβλιοπωλεία από 12 απριλίου 2019)

 

1. Το Κίνημα δεν υπάρχει πλέον. Μην ανησυχείτε, μείνετε ήσυχοι: δεν αναφερόμαστε στα κοινωνικά κινήματα, που ακόμα και τα τελευταία χρόνια, μερικές φορές εμφανίστηκαν, με αποσπασματικό, σποραδικό τρόπο, χωρίς να συνθέτουν κύκλο, με διφορούμενες και αντιφατικές γλώσσες, πρακτικές και αξιώσεις. Αλλά είναι και ίσως όλο και περισσότερο θα είναι έτσι, τα κινήματα μέσα στη μόνιμη κρίση είναι τερατώδη και μπάσταρδα πλάσματα. Εμείς – αν αυτή η αντωνυμία εξακολουθεί να έχει νόημα, εκεί όπου το Κίνημα δεν υπάρχει πια – καταλαβαίνουμε πολύ λίγο αυτά τα πλάσματα, επειδή δεν ανταποκρίνονται στις επιθυμίες μας, στους κώδικες μας, στη ρητορική μας. Αντίθετα, τα απορρίπτουμε συχνά, τα χαρακτηρίζουμε ως αντιδραστικά, συγχαίρουμε τους εαυτούς μας όταν η προφητεία είναι αυτοεκπληρούμενη. Σπάνια αντιθέτως προσπαθούμε να μας εκτοπίσουμε παραγωγικά: είναι αναμφισβήτητα πιο εύκολο να καταγγείλουμε την ασχήμια του τέρατος για να απαλλαγούμε από την ανεπάρκεια μας, αντί να αναρωτηθούμε συγκεκριμένα για τις δικές μας ανεπάρκειες ώστε να τοποθετήσουμε τους εαυτούς μας μέσα στα σπλάχνα του ανησυχητικού πλάσματος.

Λοιπόν, το κίνημα για το οποίο μιλάμε και το οποίο δεν υπάρχει πλέον είναι εκείνο της ιταλικής ανωμαλίας των χρόνων ’60 και ’70, της αλληλεπίδρασης μεταξύ αυτόνομης οργάνωσης και ταξικής αυτονομίας, μεταξύ σχεδίου έργου και αγώνα, μεταξύ ομάδων και διαδικασιών σύγκρουσης. Ήταν πραγματικά, σε εκείνη τη συγκεκριμένη συγκυρία, το κίνημα που καταργεί την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων. Είναι εκείνη η ανωμαλία, με μια ισχυρή έννοια, που μας επέτρεπε να ονομάσουμε τους εαυτούς μας ως «αγωνιστές του κινήματος» στη δεκαετία του ’80 και του ’90 χωρίς να χρειάζεται να δώσουμε περαιτέρω εξηγήσεις. Αυτό δεν συνέβαινε σε άλλα μέρη του κόσμου, όπου για κίνημα εννοούν απλά μια κινητοποίηση που αρχίζει και τελειώνει, γύρω από μια περιορισμένη αξίωση, και όπου ο σκληρός όρος του αγωνιστή αντικαθίσταται από την υγρή μορφή του ακτιβιστή.Τώρα, και όχι μόνο από σήμερα, είναι σαφές σε όλους ότι αυτή η ανωμαλία επιβιώνει μόνο ως ιδεολογική ταυτότητα, ή αν θέλουμε σαν λαμπρή γενεαλογία. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι επαναστάσεις δεν γίνονται με την ταυτότητα, την ιδεολογία ή την απλή γενεαλογία, είναι απαραίτητο να προχωρήσουμε. Όχι για χάρη του νέου, λέξη από μόνη της κενή και χωρίς νόημα, αλλά για το άχρηστο της νοσταλγίας, δηλαδή να φορέσουμε τα ρούχα του νεκρού για να αποφύγουμε το πένθος, να μην το επεξεργαστούμε.

Μετά το τέλος του Κινήματος, υπάρχει μόνο κατακλυσμός, μοναξιά και απελπισία; Όχι, καθόλου. Υπάρχει ανάγκη να αρχίσουμε πάλι. Επειδή κατά βάθος οι επαναστάτες μαχητές πάντα ξεκινούν απ’ την αρχή. Και όταν σταματούν να ξαναρχίζουν, σταματούν να είναι επαναστάτες αγωνιστές.

[…]

4. Το μέλλον είναι νεκρό. Ακούμε ήδη το βουητό του θορύβου στο παρασκήνιο: ιδού εκεί, αυτοί που κολακεύουν το νιχιλιστικό εξτρεμισμό. Χαλαρώστε και προσπαθήστε να σκεφτείτε, αν είστε σε θέση. Ο μηδενισμός, κυρίως μεταξύ των νέων, είναι ένα γεγονός. Είναι ένα πρόβλημα; Φυσικά, είναι ένα πρόβλημα. Αλλά αυτό το πρόβλημα είναι μέσα στα πράγματα, όχι στα λόγια που περιγράφουν τα πράγματα. Είναι ο μηδενισμός που παράγεται από το κεφάλαιο και από την κρίση. Είναι ο μηδενισμός της χρηματοδότησης και των λύκων της Wall Street ως μοντέλο ζωής. Είναι ο μηδενισμός των προσδοκιών που δεν βρίσκονται άλλο σε φθίνουσα πορεία, αλλά έχουν πλέον φθίνει. Σύντροφοι και συντρόφισσες, αν πραγματικά σας κοστίζει μεγάλη κούραση να κάνετε έρευνα και όχι ιδεολογία, τουλάχιστον την ώρα που πηγαίνετε στο κοινωνικό κέντρο ή στο πανεπιστήμιο συντονίστε το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου στα hit του καλοκαιριού. «Μόνο για απόψε – αγάπη και capoeira», «ένα αύριο δεν θα υπάρξει – λίγο σαν τις ιστορίες στο instantgram», «απόψε δεν θα σου πω όχι», και ούτω καθεξής. Προσοχή, δεν είναι η χαρούμενη κατάληψη του παρόντος του νεανικού προλεταριάτου, πίσω από το οποίο έδυε η θρησκευτική ηθική των θυσιών του κομμουνιστικού κόμματος. Και δεν είναι ούτε το no future των πανκ, σε ένα μίγμα θυμού και απόρριψης, απελπισίας και αυτοαποκλεισμού από μια κοινωνία που πήγαινε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό το presentism είναι εξ ολοκλήρου εσωτερικό στη μόνιμη κρίση και στην ριζοσπαστική ασυμμετρία των σχέσεων εξουσίας της, των ισορροπιών δυνάμεων αυτής, είναι η παραιτημένη συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχουν προσδοκίες και σημασία έχει απλά να απολαμβάνεις αυτό το λίγο που έχεις. Είναι ένας παθητικός, μη ενεργός μηδενισμός.

Το πρόβλημα δεν είναι να καταδικάσουμε όσους καίγουν τα πάντα. Οι αριστεροί το κάνουν αυτό γιατί φοβούνται ότι αργά ή γρήγορα κάποιος θα τους δώσει φωτιά και αυτούς. Το πρόβλημα είναι πώς οργανώνουμε προοπτική από την τέφρα, που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το μέλλον, διότι έχει τις ρίζες στην ουσιαστικότητα-την υλικότητα του παρόντος, εκείνου που είμαστε και εναντίον αυτού που προσπαθούμε να είμαστε. Πως αναλαμβάνουμε την αποτυχία των προοπτικών που προσφέρει το κεφάλαιο με ενεργό και όχι παθητικό τρόπο, δηλαδή σαν ευκαιρία για να οικοδομήσουμε απόλυτα αυτόνομες προσδοκίες. Πως κάνουμε δική μας την υπόθεση πως η ρήξη είναι μια διαδικασία και όχι ένα γεγονός, ένα θέλουμε τα πάντα και δεν ικανοποιούμαστε με τα περιθώρια, συλλογική αυτονομία και όχι τις παρενθετικές κοινότητες.

[…]

6. Δεν είμαστε εμείς εξτρεμιστές, η πραγματικότητα είναι ακραία. Η τυπικά δημοκρατική και αριστερή ιδέα σύμφωνα με την οποία η μετριοπάθεια των τόνων αντιστοιχεί σε μια διεύρυνση της συναίνεσης, υπήρξε πάντοτε πολιτικά βλαβερή, δηλητηριώδης. Στην πραγματικότητα βασίζεται σε μια ποσοτική αντίληψη της πολιτικής, οπότε κοιτάζουμε τα νούμερα και όχι την υποκειμενική δυναμικότητα. Αυτή η αντίληψη μπορεί να είναι χρήσιμη για όσους πρέπει να πάρουν ψήφους, είναι καταστροφική για όσους τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς θέλουν να καταστρέψουν. Ή είναι χρήσιμη για εκείνους που θέλουν να αναπαράγουν το δικό τους θεσμό, όσο loser και oριακός κι αν είναι, της πλάκας: και επιστρέφουμε στην ικανοποίηση για τους δύο επισυναπτόμενους συντρόφους. Σύγκρουση και συναίνεση, έλεγαν πριν από είκοσι χρόνια εκείνοι που έκαναν τα γλυκά μάτια στην κοινωνία των πολιτών (brrrr!), Πράγμα που σήμαινε: να προσποιούνται ότι κάνουν τη σύγκρουση με σκοπό να καταφέρουν συναίνεση για τους εαυτούς τους.

Ωστόσο, σήμερα εκείνη η ιδέα είναι επίσης ψευδής, επειδή η κρίση παράγει μια κοινωνική πόλωση στην οποία αντιστοιχεί μια πόλωση των συμπεριφορών, των παθών, των δυνατοτήτων. Πάντα συνέβη με αυτόν τον τρόπο, υπάρχουν φάσεις στις οποίες τα όρια μεταξύ επανάστασης και αντίδρασης στεγνώνουν. και το όριο μεταξύ των δυνατοτήτων κινητοποίησης με μια έννοια ή με την αντίθετη έννοια, είναι φευγαλέο εφήμερο και αναστρέψιμο.Αυτή η αναστρεψιμότητα δεν διαρκεί για πάντα: όταν σταθεροποιείται, το σύνορο παύει να είναι φευγαλέο. Μέχρι τότε, ισχύει αυτό που λέει ο ποιητής: όπου ο κίνδυνος είναι μέγιστος, εκεί αναπτύσσεται και αυτό που σώζει. Σήμερα είναι η σύγκρουση που περιέχει μέσα της την συναίνεση. Οι αντιδραστικοί το έχουν καταλάβει, «εμείς» όχι.

Όταν σήμερα ακούτε κάποιον να καλεί σε δημοκρατικά μέτωπα, να ξέρετε ότι είναι ένας εχθρός. Επειδή τα μέτωπα είναι ο εχθρός μας, που σημαίνει να ρίχνουμε νερό στο μύλο εκείνων που θέλουν να διατηρήσουν το status quo. Και, πάνω απ ‘όλα, μας είναι εχθρική η δημοκρατία, ένας εξαιρετικός μηχανισμός αποπολιτικοποίησης και εξάντλησης της υποκειμενικότητας. Η δημοκρατία δεν αρνείται τη δυνατότητα της σύγκρουσης, αλλά την αναισθητοποιεί και επιλύει μέσα στα όρια της συναίνεσης, δηλαδή των ίδιων των μορφών της αυτοαναπαραγωγής. Ο ποιητής σήμερα θα έλεγε: εκεί όπου αμφισβητείται η δημοκρατία, εκεί αυξάνεται και αυτό που σώζει. Προσθέτουμε: όπου υπάρχει η αριστερά και η δημοκρατία, πυροβολούμε χωρίς έλεος. Χωρίς δάκρυα για τα τριαντάφυλλα.

[…]

8. Έτσι, αγαπητές συντρόφισσες και αγαπητοί σύντροφοι προσκολλημένοι στις γκροτέσκες βεβαιότητες της κενής ταυτότητας σας, οι δρόμοι μας χωρίζονται αμείλικτα. Χωρίς πολεμικές, χωρίς μίσος, χωρίς μνησικακία. Δεν είστε εχθροί μας ούτε αντίπαλοι μας. Απλά, είστε άχρηστοι. Δεν αισθανόμαστε κανένα θυμό προς εσάς. Νιώθουμε κάτι που ίσως είναι πολύ χειρότερο: θλίψη και πόνο. Αν έχουμε χρόνο σας λέμε γρήγορα αντίο. Εάν αποφασίσετε να επιβιώσετε, αναπαράγοντας αυτό που είστε, δεν θα ξανασυναντηθούμε. Εάν αποφασίσετε να πεθάνετε για να ξαναγεννηθείτε, ξέρετε πού να μας βρείτε: μέσα και ενάντια σε μια πραγματικότητα που φτάνει απλά να την κοιτάξετε για να αισθανθείτε μίσος και θέληση να την καταστρέψετε.

9. Εμείς δεν είμαστε αιώνιοι: πρέπει να πεθάνουμε για να κατακτήσουμε την αθανασία. Πρέπει να μπαίνουμε συνεχώς σε κρίση για να γινόμαστε αυτό που πάντα υπήρξαμε. Είναι γνωστό ότι ένας από τους πιο όμορφους αν και ασυνείδητους ορισμούς του επαναστάτη αγωνιστή τον έδωσε ο Άγιος Παύλος: είμαστε άντρες και γυναίκες μέσα σε αυτόν τον κόσμο, όχι αυτού του κόσμου. Σήμερα πολλοί από εκείνους που βρίσκονται γύρω μας και στους οποίους είπαμε αντίο έχουν επιλέξει να είναι το αντίθετο: άντρες και γυναίκες αυτού του κόσμου, όχι μέσα – και κατά συνέπεια ενάντια σε – αυτόν τον κόσμο. Το άτομο είναι μόνο του, είπαμε. και είναι μόνη η οργάνωση που αναδιπλώθηκε για τη διαχείριση της ύπαρξης της, προσθέσαμε. Η συνειδητοποίηση των ηττών μας είναι αυτό που μας επιτρέπει να κάνουμε, εκ νέου και πάντα, την έφοδο στον ουρανό. Πίσω από τις αυτάρεσκες και θριαμβευτικές ρητορικές σας εμείς βλέπουμε την αποδοχή της χειρότερης ήττας: τη μοναξιά όσων από εκείνη την έφοδο έχουν οριστικά παραιτηθεί. Το έχετε βάλει στις ιστοσελίδες σας και το εκτυπώνετε στις μπλούζες σας επειδή δεν υπάρχει πλέον μέσα στο κεφάλι σας και στον τρόπο να ενεργείτε, να δράτε.

Και τότε, η μοναξιά μπορεί να νικηθεί μόνο μέσα στην μαχητική συνέρευνα μέσα στην ταξική σύνθεση, δηλαδή μέσα στο χάος, τις αντιφάσεις και τις αμφισημίες που την εμψυχώνουν, της δίνουν ζωή και την θρυμματίζουν. Μέσα και ενάντια. Να θρέφουν την οργάνωση με αυθορμητισμό και να οδηγούν την οργάνωση μέσα στον αυθορμητισμό. Η αυτονομία ήταν πάντα αυτό: είναι η οργάνωση που αντικατοπτρίζει και στοχάζεται επάνω στον αυθορμητισμό της, είναι ο αυθορμητισμός που αντικατοπτρίζει και στοχάζεται πάνω στη δική του οργάνωση. Είναι ένα στοίχημα που πηγαίνει στη ρίζα, θέτοντας σε λειτουργία εκείνο (to λίγο) που έχουμε, για να μπορέσουμε να κατακτήσουμε εκείνο (to πολύ) που επιθυμούμε.

Αν ψάχνετε μια ήρεμη θάλασσα για να απολαύσετε μια ιδεολογική ταυτότητα, μείνετε μακριά από αυτά τα κύματα. Εμείς ψάχνουμε ξανά την καταιγίδα. Είναι άχρηστο να ξεφορτώνουμε τις ανεπάρκειες μας επάνω στην υπάρχουσα υποκειμενικότητα. Εσείς που βλέπετε βαθύ σκοτάδι παντού, αναρωτηθείτε εάν είναι οι φακοί σας, τα γυαλιά σας που είναι σκούρα ή κοιτάζετε προς λάθος κατεύθυνση. Λοιπόν, δεν το έχετε καταλάβει ακόμα; Κανείς δεν κοιμάται – υπάρχει ο ήλιος ακόμα και τη νύχτα – το έχω πει χιλιάδες φορές – όλα μπορούν να συμβούν. Είμαστε έτοιμοι για κάτι περισσότερο από μια ξεχωριστή βραδιά;

 

Αν ψάχνετε μια ήρεμη θάλασσα για να απολαύσετε μια ιδεολογική ταυτότητα, μείνετε μακριά από αυτά τα κύματα. Εμείς ψάχνουμε ξανά την καταιγίδα. Είναι άχρηστο να ξεφορτώνουμε τις ανεπάρκειες μας επάνω στην υπάρχουσα υποκειμενικότητα. Εσείς που βλέπετε βαθύ σκοτάδι παντού, αναρωτηθείτε εάν είναι οι φακοί σας, τα γυαλιά σας που είναι σκούρα ή κοιτάζετε προς λάθος κατεύθυνση. Λοιπόν, δεν το έχετε καταλάβει ακόμα; Κανείς δεν κοιμάται – υπάρχει ο ήλιος ακόμα και τη νύχτα – το έχω πει χιλιάδες φορές – όλα μπορούν να συμβούν. Είμαστε έτοιμοι για κάτι περισσότερο από μια ξεχωριστή βραδιά;

 

http://commonware.org/index.php/gallery/879-cercavo-un-mare-calmo-ma-ho-trovato-te

ιστορία, storia

MAELSTROM: μια ακόμη ανασκόπηση

8 ιουλίου 2011

Δεν θα σταματήσω εύκολα να μιλάω γι αυτό το βιβλίο questo libro, όπως δεν σταματώ -ΑΔΥΝΑΤΟΝ- να αγαπώ τον συγγραφέα του, 
κομμάτι καρδιάς, αίματος, ζωής.
Αυτή είναι μια άλλη ανασκόπηση – un’altra recensione – ενός βιβλίου που ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ  ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ! Τι «γροθιά», αυτό το βιβλίο, καμία σχέση με τη σκιά του Banco [α] που εμφανίζεται ξανά σαν φάντασμα για να διαταράξει το μυαλό του Macbeth, εδώ είναι ένας ζωντανός και στα καλά του κύριος 71 ετών ο οποίος μετά από περισσότερα από 30 χρόνια φυλακής χτυπά με αυτό το βιβλίο την πόρτα μας να μας πει με το νι και με το σίγμα τι συνέβη στην Ιταλία και στον κόσμο σε εκείνα τα 20 χρόνια που προηγήθηκαν της σύλληψής του, και που, τα επόμενα 30 χρόνια, εκείνοι που τον συνέλαβαν αποφεύγουν με κάθε τρόπο να διηγούνται.

387 σελίδες εγγράφων, μαρτυριών και πολλών άλλων διατυπώνονται και παραδίδονται με την φροντίδα και το αδιαμφισβήτητο αυτού που είχε 30 χρόνια για να αναδιατάξει και να μεταβολίσει από «μέσα» εκείνα τα 20 χρόνια ζωής που έζησε, ενώ «έξω» λειτουργούσε η πιο εκκωφαντική από τις αποδομήσεις, και που σήμερα, έχοντας απίστευτα επιβιώσει (όχι μόνο στο σώμα αλλά κυρίως στο μυαλό) σε όλα εκείνα, διεκδικεί το δικαίωμα του «ηττημένου» να εμπλουτίσει την ιστορία που γράφτηκε μέχρι σήμερα, όπως πάντοτε, από τον νικητή, για τον απλό λόγο ότι και αυτός … ήταν εκεί.
Λοιπόν «1960-1980 σκηνές εξέγερσης και ταξικής αυτοοργάνωσης στην Ιταλία» διαβάζουμε στον υπότιτλο διότι ο συγγραφέας βίωσε από πρώτο χέρι και όλο και περισσότερο ως πρωταγωνιστής εκείνη την εικοσαετία αγώνων του εργατικού κινήματος που σημάδεψε ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της χώρας μας κατά την περίοδο που πηγαίνει από την αρχή του λεγόμενου οικονομικού boom στην εποχή del riflusso – της πτώσης, της υποχώρησης των κινημάτων των χρόνων ’80. [β]
Σε αυτό το μακρύ ταξίδι ο συγγραφέας συμμετείχε άμεσα σε πολλά γεγονότα που κατά κάποιον τρόπο είναι «παράλληλα» και «συνδέονται» με την εικοσαετή στράτευση του ως αγωνιστή εργατιστή, συμπεριλαμβανομένων των περίφημων ’68 και ’77 μέχρι την τελική προσγείωση στην σημαντικότερη οργάνωση ένοπλου αγώνα που έδρασε στην Ιταλία που το βιβλίο αυτό μας εξηγεί ως υποχρεωτική φυσική συνέχεια με όλα του τα «πριν», και που επομένως αντιπροσωπεύει μόνο ένα τελικό στάδιο μιας πολύ μακρύτερης και πιο σύνθετης διαδρομής που ξεκινάει από πολύ μακριά.

Αυτό που είναι πιο εντυπωσιακό σε αυτό το βιβλίο, και το οποίο το καθιστά μοναδικό κατά τη γνώμη μου, είναι το γεγονός ότι αντί να μιλάει, όπως έκαναν τόσοι πολλοί άλλοι πρώην ταξιαρχίτες, για την εμπειρία τους στον ένοπλο αγώνα ενθυμούμενοι μακάρι μέσα σε λίγες σελίδες όσα τους οδήγησαν σε μια τέτοια επιλογή, ή να διηγούνται τη δική τους οδύσσεια στα πολυετή χρόνια της ειδικής φυλακής, ο Ricciardi κάνει ακριβώς το αντίθετο.
Ο Salvatore Ricciardi χρησιμοποιεί το βιβλίο αυτό για να ανασυνθέσει λεπτομερώς την αγωνιστική του ζωή υπέρ των πολλών ιταλικών μεταπολεμικών εργατικών αγώνων από το 1958 έως το 1977 μέχρι την ένταξή του στις BR μετά την τελική αποτυχία του κινήματος του 1977, και στη συνέχεια επαναφέρει την διήγηση από τον πρώτο του χρόνο φυλάκισης στο Trani όπου οργανώνει τη περίφημη εξέγερση του 1980, για να κλείσει στη συνέχεια με την επακόλουθη μεταφορά του στην τιμωρητική φυλακή του Bad ‘a Carros στις αρχές του 1981.

Για τα υπόλοιπα τίποτα, τίποτα για τα 3 χρόνια της συμμετοχής του στην ρωμαϊκή φάλαγγα των ΕΤ και τίποτα για τα επόμενα 30 χρόνια φυλάκισης. Γιατί λοιπόν, πέρα από το εντυπωσιακό ιστορικό έργο της επίπονης ανοικοδόμησης των ιταλικών εργατικών αγώνων και των πολλών επαναστατικών ταραχών στον κόσμο εκείνων των χρόνων, που ανακαλεί, με μεγάλη προσοχή και πληρότητα το περίφημο βιβλίο « Η Χρυσή Ορδή» των Ballestrini και Moroni κάποιων χρόνων νωρίτερα, αυτό το βιβλίο, έλεγα στην αρχή, είναι μια «γροθιά»;

Διότι τεκμηριώνει πολλά χρόνια αργότερα και με έναν απολύτως αναμφισβήτητο τρόπο αυτά που συνέβησαν πραγματικά στη χώρα μας μέσα στην εικοσαετία από το 1960 έως το 1980, κάτι που κανείς δεν είχε ποτέ τολμήσει ή ίσως μπόρεσε να κάνει, και θα έλεγα ότι αυτός είναι ο λόγος, κάτι περισσότερο από αρκετός, για να ευχηθούμε μια διάδοση του maelstrom όσο το δυνατόν πιο εκτεταμένη σε όσους κατά τη διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων μπόρεσαν να ακούσουν μόνο την διήγηση αυτών που κέρδισαν, αλλά φοβάμαι ότι αυτό δεν θα συμβεί. Ωστόσο αυτό δεν αφαιρεί καμία αξία, να καταλαβαινόμαστε, από την επιλογή να έχει γράψει σήμερα αυτό το πολύ σημαντικό κείμενο και μετά από 30 χρόνια φυλάκισης, μόνο και μόνο επειδή, όπως καταλήγει ο συντάκτης παραθέτοντας μια φράση από τον θεατρικό συγγραφέα Samuel Beckett: «Προσπάθησα πάντα. Πάντα απέτυχα. Μην συζητάς. Δοκίμασε ξανά. Απέτυχε πάλι. Απέτυχε καλύτερα! «.
Μιλώντας για όμορφες φράσεις, τόσες πολλές πρέπει να πω, η σκέψη που με εντυπωσίασε περισσότερο εμφανίζεται σχεδόν στην αρχή του βιβλίου, δεν θυμάμαι τα ακριβή λόγια αλλά έλεγε πάνω κάτω ότι να γίνεις «σύντροφος» είναι επιχείρηση που απαιτεί και έναν κάποιο …χρόνο.

Εν κατακλείδι η προσωπική μου ιδέα, ίσως λαθεμένη, αυτού του βιβλίου είναι ότι το μήνυμα του συγγραφέα είναι  «με συλλάβατε και παρέμεινα σιωπηλός για 30 χρόνια, τώρα που είμαι ελεύθερος μου φάνηκε σωστό να αναφέρω πριν από κάθε τι άλλο και όλα αυτά που δεν ειπώθηκαν ποτέ επάνω σε εκείνα τα χρόνια, και τώρα αν θέλετε μπορούμε να αρχίσουμε πραγματικά να … μιλάμε γι αυτά «

DAVIDE STECCANELLA

α] essere l’ombra di Banco

Όντας η έμμονη θύμηση μιας κακής πράξης, ενός σφάλματος.Το ρητό αναφέρεται σε μια σκηνή από τον Macbeth (Act III, σκηνή IV) του William Shakespeare, στην οποία το φάντασμα του Banquo έρχεται να τρομοκρατήσει τον πρωταγωνιστή που είχε κηλιδωθεί με το αίμα του.

β] riflusso είναι ένας όρος της δημοσιογραφικής και πολιτικής γλώσσας που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια στάση που χαρακτηρίζεται από πολιτική και κοινωνική απεμπλοκή και από την υποχώρηση στην ιδιωτική σφαίρα μέσα σε ένα κλίμα απογοήτευσης και επιστροφής στις αξίες του παρελθόντος

 

MAELSTROM: ancora una recenzione

 

αυτονομία, autonomia

Όταν ο κοινωνικός εργάτης έγινε κρέας

on .

Ο Gigi Roggero εξετάζει και αξιολογεί το βιβλίο Η εργατική Αυτονομία vicentina του Donato Tagliapietra

Η Thiene είναι ένα χωριό του vicentino, περίπου δέκα χιλιόμετρα από την Schio, το μικρό Μάντσεστερ του βένετο. Στη δεκαετία του 70 έχει μια ευημερούσα εμπορική δραστηριότητα, φημισμένες βιοτεχνίες επίπλων και έναν εξειδικευμένο βιομηχανικό τομέα. Η περιοχή δεν κυριαρχείται από μεγάλα εργοστάσια, όπως στην κοντινή Schio, είναι αντιθέτως ένα παράδειγμα του διάχυτου εργοστασίου, μέσα στο οποίο σχηματίζεται μια νέα ταξική σύνθεση: νεαρή, μαχητική, έτοιμη να κάνει τα πάντα για να μην αλυσοδεθεί από την μισθωτή εργασία. Είναι ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στη Thiene, όταν μια τρομερή έκρηξη διαλύει τις ζωές τριών νεαρών συντρόφων: Angelo, Alberto, Maria Antonietta, στους οποίους ο Lorenzo θα προστεθεί μερικούς μήνες αργότερα, αυτοκτόνησε στη φυλακή εξ αιτίας της εκδικητικότητας του Κράτους, που συμβολίζεται από την 7η απριλίου και από το pcista πρόσωπο του Calogero.

“Υπάρχει ένα πριν κι ένα μετά την 11η απριλίου 1979”, μας λέει ο Donato Tagliapietra στο βιβλίο του Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene (πρόσφατα τυπωμένο από τον DeriveApprodi, πέμπτο τόμο αφιερωμένο από τον εκδοτικό οίκο στους Αυτόνομους). Δεν υπάρχει ποτέ σε αυτές τις σελίδες, ακόμα και σε εκείνες που αγγίζουν πιο άμεσα τα ξεσκέπαστα νεύρα της υποκειμενικής εμπειρίας, κάποιος χώρος για την θυματοποίηση, ή για τη ρομαντική λατρεία των μαρτύρων. Στο βιβλίο του Donato πράγματι, όπως υπογραμμίζεται από την όμορφη εισαγωγή της Elisabetta Michielin, δικαίως δηλώνεται πόλεμος στον ναρκισσισμό που συχνά, πολύ συχνά, ακυρώνει τις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών αυτής της εξαιρετικής φάσης αγώνα, με αποτέλεσμα μια κουραστική απομνημονευματολογία στραμμένη στο παρελθόν. Στον τόμο αυτό, όπως πάντα πρέπει να κάνει ένας στρατευμένος, η ενέργεια επικεντρώνεται στην παροχή όπλων πολιτικού προβληματισμού για το παρόν. Αυτό που αναλύεται στο βιβλίο είναι μια εντελώς συλλογική ιστορία, στην οποία έλαβαν μέρος οι Donato, Angelo, Alberto, Maria Antonietta, Lorenzo και αρκετές δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι στο Βένετο και σε ολόκληρη την Ιταλία. Ακόμα και όταν μιλά για προσωπικές εμπειρίες, πάντα αναπνέουμε το αίσθημα του ανήκειν σε μια συλλογική, μαζική και οργανωμένη διαδικασία. Το άτομο εξαφανίζεται ή, ακόμα καλύτερα γίνεται ακριβώς κοινωνικό και πολιτικό στο βαθμό που τα σπάει με τον εαυτό του, δηλαδή με τη θέση και τον ρόλο που του παρέδωσε το κυρίαρχο σύστημα.

Η συλλογική ιστορία που αναλύεται από τον Donato είναι εκείνη των πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο και, μέσα σε αυτό, αλλά με την ιδιαιτερότητά της, της εδαφικής πραγματικότητας vicentina, ιδίως σε εκείνο το τμήμα του διάχυτου εργοστασίου ακριβώς μεταξύ Valdagno, Schio, Chiuppano, Marano και Thiene. Όχι, δεν πρόκειται για μικρές περιπέτειες της πικαρέσκο λογοτεχνίας νεαρών εξεγερμένων, αλλά για ένα σημαντικό πολιτικό εργαστήριο πειραματισμού των πρακτικών αγώνα και οργάνωσης του κοινωνικού εργάτη. Ο αριθμός αυτός ενσωματώνεται κάτω από τα μάτια του αναγνώστη στην υλικότητα των συμπεριφορών και μορφών αντιπαράθεσης, στη διαφυγή από το εργοστάσιο και σε εμπειρίες ζωής που – από τη μουσική στα ταξίδια στην καθημερινή κοινωνικοποίηση – ποτέ δεν καταναλώνονται ατομικά, αλλά αποτελούν μέρος των διαδρομών μιας ομογενοποιημένης μειοψηφίας, δηλαδή ισχυρής και μη μειοψηφικής. Επομένως γράφει ο Donato: “Το στυλ της στράτευσης έρχεται να αλλάξει υπό το φως των νέων υποκειμένων στον χώρο και της σύγκρουσής τους με τους νέους παραγωγικούς μηχανισμούς. Η μετάβαση πραγματοποιείται επάνω σε ένα κοινωνικό σώμα πολύ νεαρών ανθρώπων, που συμπεριλαμβάνονται σε μια ηλικιακή ομάδα από τα 17-18 έως 24-25 χρόνια, έντονα μορφωμένη, προορισμένη στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, αλλά που θα αποκαλύψει μια πολύ έντονη ένταση για την οικοδόμηση μιας κοινής καθημερινότητας μισώντας τον εξαναγκασμό στην υπό εντολή εργασία”. Να λοιπόν που, προχωρώντας στην ανάγνωση, μας περιγράφεται τι είναι και πώς σχηματίζεται ένας αγωνιστής, δηλαδή μια μορφή ζωής που επιλέγει να τα σπάσει με το δικό της πεπρωμένο: Εκείνο που ιστορικά είναι το σκαλάκι με τις μεγαλύτερες εντάσεις στη ζωή ενός ανθρώπου – την έναρξη της παραγωγής μέσα στην ζωντανή εργασία – υπερπηδάται, για πρώτη φορά, αντί να υποβληθεί σε αυτήν, μια γενιά οργανώνεται, ακόμη και με τα όπλα, για να την αποφύγει, σαμποτάροντάς την. Αποφασίζοντας ότι η απελευθέρωση από την εργασία ή είναι για όλους ή δεν μπορεί να είναι για κανέναν. Δεν τίθεται θέμα για το γεγονός ότι δεν θα ακολουθούσαμε τη μοίρα των πατέρων μας, αναγκασμένων σε οκτώ ώρες από την εξαιρετικά βίαιη ακαμψία εκείνης που ονομάζεται με φανφάρες μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Και αυτό ως «ευχαριστίες» επειδή μπόρεσαν να νικήσουν φασισμό και ναζισμό. Για εμάς αυτό που ήταν να δώσουν το έδωσαν οι πατεράδες μας! «. Η απόρριψη της εργασίας, συμπεριφορά μαζική και πρακτική γίνεται μορφή στράτευσης.

Αυτή η νέα υποκειμενική σύνθεση φέρνει όντως μαζί της, μαζί με συγκεκριμένες ανάγκες και επιθυμίες, νέα ζητήματα πρακτικής και οργάνωσης. Είναι σύντομα προφανές ότι τα προηγούμενα σχήματα δεν λειτουργούν πλέον. Όχι μόνο εκείνα που συνδέονται πιο άμεσα με την κεντρική θέση του εργοστασίου και του εργάτη μάζα, τώρα πλέον σε μια φάση πολιτικής κάμψης (χωρίς να χρειάζεται να υπογραμμίσουμε ότι το PCI-ΚΚΙ, αφού τον εξοστράκισε στην κορυφή των δυνατοτήτων του, όταν είναι πλέον πολιτικά νικημένος, τον κάνει μια άδεια εικόνα να χρησιμοποιηθεί κατά των αυτόνομων κινημάτων). Έχουν φθαρεί επίσης και τα σχήματα πλατείας, δεν βλάπτουν πλέον τον εχθρό, καταλήγουν μόνο να χαρίζουν στο άλλο μέρος συντρόφους που συλλαμβάνονται και, ακόμη περισσότερο, το πλεονέκτημα της προβλεψιμότητας. Από αυτή την συνειδητοποίηση γεννιέται η πρακτική του εδαφικού ελέγχου, για να παραβιάσει το τελετουργικό των προγραμματισμένων προθεσμιών και να υπαγορεύσει αυτόνομα χρόνους, τόπους και μεθόδους της χρήσης δύναμης. Το βάπτισμα του πυρός είναι η 9η Ιουνίου 1976: περίπου διακόσιοι ένοπλοι σύντροφοι από την Πάντοβα και το Βένετο καταλαμβάνουν μια συνοικία της πόλης, την Arcella, ενώ μια περιπολία ασκεί τους στόχους (από την απαλλοτρίωση των σούπερ μάρκετ μέχρι τον εμπρησμό των γραφείων των φασιστών).

Είναι μέσα σε αυτό το πέρασμα, από τον μαζικό εργάτη στον κοινωνικό εργάτη, από ένα οργανωτικό σχέδιο που επικεντρώνεται στο εργοστάσιο σε ένα που βασίζεται στο διάχυτο εργοστάσιο, που τοποθετείται η γέννηση των ενετικών πολιτικών Κολεκτίβων: «Η πρόταση υιοθετείται από όλες τις συμμετέχουσες πραγματικότητες: Rovigo, Vicenza Pordenone και Mestre / Βενετία. Και γίνεται διατηρώντας, μάλλον ενισχύοντας, δίδοντας μεγαλύτερη αξία στην δική τους εδαφική ιδιαιτερότητα, δεδομένου ότι η οργανωτική πρόταση προβλέπει μια πλήρη αυτονομία των επιμέρους επαρχιών. Στην πράξη μοιάζει πολύ με ένα ομοσπονδιακό σύμφωνο. Δεν μας λένε κομμουνιστικές πολιτικές Κολεκτίβες, ή επαναστατικές ή προλεταριακές. Όχι, ονομαζόμαστε πολιτικές βενετικές κολεκτίβες (Cpv). Είναι ένα μοναδικό παράδειγμα στο εθνικό πανόραμα «.

Η ιστορία των CPV καλύπτεται εδώ για πρώτη φορά, από την οπτική γωνία της ανάπτυξης της Αυτονομίας vicentina. Ο πιεστικός ρυθμός της αφήγησης ανιχνεύει τον δίχως ανακωχή ρυθμό της κατασκευής μιας συλλογικής δύναμης, στην οποία οι περιπολίες έχουν ένα καθοριστικό βάρος. Περιπολίες ενάντια στις υπερωρίες, αλλά θα ήταν πιο σωστό να τις ονομάζουμε περιπολίες ενάντια στη δουλική εργασία, εργασία sans phrase. Για να το θέσω με τα λόγια του Ντονάτο, στην πραγματικότητα, «ήδη η συνηθισμένη δουλειά είναι αφόρητη, πόσο μάλλον πρέπει να είναι εκείνη η έκτακτη». Σε αυτή την ιστορία το Εβδομήντα επτά είναι προφανώς ένα σημαντικό πέρασμα, αλλά μόνο αν τοποθετηθεί μέσα σε μια διαδικασία που έχει τις ρίζες της στο πριν και πηγαίνει πολύ πέρα. Πράγματι, σε αυτά τα εδάφη δεν είναι η κορυφή της σύγκρουσης. Η συνέχεια της οργανωτικής διαδικασίας είναι πιο σημαντική από την καταβύθιση στο γεγονός.

Παίρνουν μέρος σε αυτή την διαδικασία διάφορα υποκείμενα, τα οποία σχεδιάζουν συνολικά την φιγούρα του κοινωνικού εργάτη – ο οποίος, όπως επανειλημμένα τονίσαμε, δεν πρέπει ποτέ να περιοριστεί σε μια απλή επαγγελματική ή κοινωνιολογική τοποθέτηση, αλλά δείχνει τη δυνατότητα μιας ανασυνθετικής τάσης. Εργάτες, φοιτητές, άνεργοι και όσοι αργότερα θα ονομάζονταν επισφαλείς. Μια παράγραφος του βιβλίου είναι αφιερωμένη στον αγώνα για το σπίτι. Διαβάζοντας το, μπορούμε να αντλήσουμε πολύτιμες ενδείξεις και για το παρόν. Πράγματι, εκείνος ο αγώνας, παράγει μαχητική υποκειμενικότητα και εδαφική αντιεξουσία. Η σύγχρονη μεταμόρφωσή του σε μια λογική παροχής βοήθειας και παροχής υπηρεσιών, η οποία είναι κατά τα άλλα φτωχή και ατυχής, δεν εξαρτάται μόνο από την αντιστροφή που συνέβη στις ισορροπίες δυνάμεων υπέρ του εχθρού μας: περιγράφει την ανατροπή του αγωνιστή σε ακτιβιστή, της αναζήτησης της σύγκρουσης στην αναζήτηση της συναίνεσης, της αντιεξουσίας στην παραίτηση από την άσκηση της δύναμης.

Όταν μιλάμε για μια πληθώρα κοινωνικών υποκειμένων πρέπει να διευκρινίσουμε. Σήμερα νομίζουμε ότι το πρόβλημα είναι απλώς να προσθέσουμε μια πληθώρα τομέων και ταυτοτήτων, αυτή είναι με λίγα λόγια η αποκαλούμενη διατομεακότητα [ αλληλεπικάλυψη (ή «διασταύρωση») διαφορετικών κοινωνικών ταυτοτήτων] που από τις αμερικανικές ακαδημίες έχει διεισδύσει στις ακαδημίες του »κινήματος». Η αυτονομία, από την άλλη πλευρά, δεν είναι ποτέ το αλγεβρικό άθροισμα των αυτονομιών, διότι ανασύνθεση σημαίνει να αναλαμβάνεις εξ ολοκλήρου τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις εντός της τάξης, δηλαδή να θέτεις στον εαυτό σου το πρόβλημα της μη αποδοχής των υποκειμένων έτσι όπως είναι, όπως δίνονται δηλαδή στην καπιταλιστική ιεραρχία, αλλά προοδευτικά να τα μετατρέπεις, να τα ανατρέπεις, να τα υπονομεύεις. Δημιουργώντας ένα υποκείμενο που δεν υπάρχει ακόμη, που δεν μπορεί παρά να είναι ενάντιο σε αυτό που είμαστε σήμερα. Ο Donato το εξηγεί με ακρίβεια: «Δεν μας ενδιέφερε ποτέ να ακολουθήσουμε τις χιλιάδες αυτονομίες, γυναίκες, σπουδαστές κλπ. όπως δεν μας ενδιαφέρει να οργανώσουμε έναν τομέα μετά τον άλλο, πιστεύουμε ότι η μόνη δυνατότητα να ζήσουμε τον κομμουνισμό στην καθημερινή ζωή είναι η ανασυνθετική δύναμη του προγράμματος που μπορεί μόνο να ενοποιήσει τα χίλια κοινωνικά στρώματα επάνω στις κοινές ανάγκες και πρακτικές ».Συνεπώς, μπορεί να καταλήξει υποστηρίζοντας ότι «η Αυτονομία δεν ήταν ποτέ ένας άκαμπτος και κλειστός οργανωτικός χώρος, αλλά μάλλον μια μέθοδος που επιτρέπει να διασχίσουμε με την ταξική σύγκρουση τις αντιφάσεις που φέρνει μαζί της η ανάπτυξη του κεφαλαίου καθημερινά”.

Το εύρωστο τελικό προσάρτημα του βιβλίου είναι πολύτιμο, διότι επιτρέπει την άμεση σύγκριση με κείμενα, έγγραφα και φυλλάδια που παράγονται στην εξαιρετική εμπειρία που αναλύει το βιβλίο. Εδώ, όπως και στον υπόλοιπο τόμο, μπορούμε να βρούμε τη θεμελιώδη διαφορά σε σχέση με τις ανακατασκευές της δεκαετίας του 1970 που έγιναν από τους αγωνιστές των μαχόμενων σχηματισμών, στους οποίους η εργατική και προλεταριακή υποκειμενικότητα τείνει να εξαφανίζεται, ή να γίνεται ένα ιδεολογικό φετίχ του οποίου τα νήματα τραβιούνται από τον ηρωισμό διαχωρισμένων πρωτοποριών. Προσοχή, το θέμα δεν είναι καθόλου το ζήτημα των όπλων ή της χρήσης της δύναμης (ο Donato υπενθυμίζει ότι «μεταξύ του 1976 και του 1980 περισσότερες από πεντακόσιες πράξεις «προσεγμένης χρήσης της δύναμης» καταγράφονται στο Βένετο»). Το θέμα είναι ότι, σε μια πλήρη ανατροπή των πρακτικών των Μαρξ και Λένιν, στον μαρξισμό-λενινισμό των παράνομων οργανώσεων ο ένοπλος αγώνας γίνεται η στρατηγική. Για τους αυτόνομους από την άλλη πλευρά, η χρήση της δύναμης, η οποία χαμηλώνει στο επίπεδο της μαζικής παρανομίας, είναι πάντα ένα εργαλείο για την κατασκευή και την άσκηση της αντιεξουσίας. Ο εργατισμός ενσωματώνεται εδώ στις συμπεριφορές του κοινωνικού εργάτη: η τακτική στο κόμμα, η στρατηγική στην τάξη. Η αυτονομία είναι πραγματικά, σε αυτές τις σελίδες και σε αυτήν την ιστορία, η οργάνωση που αντικατοπτρίζει στον δικό της αυθορμητισμό, και ο αυθορμητισμός που αντανακλά στην οργάνωσή του.

Τέλος, πρέπει να ειπωθεί ότι εκείνη η εμπειρία δεν υπήρξε χωρίς όρια, δίχως τα οποία δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε εκείνη που μπορούμε να αποκαλέσουμε – με δύο προειδοποιήσεις – μια ήττα. Πρώτη προειδοποίηση: είναι κουραστικό να πιστεύουμε ότι τα πολιτικά σχέδια απλά ηττώνται με την καταστολή, όπως δυστυχώς συνηθίζεται να γίνεται στις ανοικοδομήσεις της πολιτικής αυτοδικαιολόγησης. Δεύτερη προειδοποίηση: ήττα σημαίνει πάντα, για τους αγωνιστές και γι αυτούς -όπως και ο Donato- που δεν έχουν περιορίσει την στράτευση σε μια νεανική φάση της ζωής τους, να κάνουν θησαυρό των ορίων στις μεμονωμένες μάχες για να επανενταχθούν μέσα στον πόλεμο. Η ήττα είναι μια τόσο σημαντική κληρονομιά που αποτελείται από τον πλούτο, τις προωθήσεις, τις μερικές νίκες. Για να μπορέσω να επιβεβαιώσω μαζί με τον Donato, χωρίς τις φαντασιώσεις του ουτοπικού και με την ήρεμη αδιαλλαξία του αγωνιστή: «Θα νικήσουμε».

 

http://commonware.org/index.php/gallery/877-quando-l-operaio-sociale-si-e-fatto-carne

διεθνισμός, internazionalismo

Τιμή στον Lorenzo Orsetti, μαχητή Ypg

του Davide Grasso

Αυτή τη στιγμή όλοι μιλάνε για τον Lorenzo Orsetti, όνομα μάχης Tekosher Piling, γνωστό στο Facebook ως Orso Dellatullo. Ο Orso ήταν ιταλός μαχητής των Μονάδων λαϊκής προστασίας (YPG) πλαισιωμένες στις δημοκρατικές συριακές Δυνάμεις (Sdf). Ο heval μας, ο φίλος μας, έπεσε σε μια μάχη στην περιοχή της Baghuz, στη Συρία, όπου οι Ypg αντιστέκονται στις τελευταίες αντιστάσεις του αυτοαποκαλούμενου «ισλαμικού Κράτους» (Isis]. Μπροστά σε ένα παράδειγμα θάρρους και γενναιοδωρίας όπως το δικό του, που ενσαρκώνεται από την πράξη του μαρτυρίου και φωτίζεται από το τελευταίο του μήνυμα, όλοι, ακόμη και σε μια ιστορική στιγμή όπου η κοινωνική εκτίμηση για τις συλλογικές αξίες βρίσκεται στο ελάχιστο, σταμάτησαν για μια στιγμή και ένιωσαν μια αίσθηση θαυμασμού για το υπερήφανο, καθαρό και επαναστατικό βλέμμα του Tekosher. Τα ίδια εθνικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, συνήθως περισσότερο απρόθυμα να εκτιμήσουν φιγούρες όπως η δική του, δεν θέλησαν ή κατάφεραν να αποφύγουν την αποδοχή της αξίας του στις σελίδες εφημερίδων ή σε ρεπορτάζ στην TV.

Σε πολλές εκφράσεις συμπάθειας ή θαυμασμού για τον Lorenzo, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στα θεσμικά όργανα, είναι σαν να εμφανίζεται, ωστόσο, κάποια αμηχανία, η οποία μάλλον προορίζεται να αυξηθεί. Γιατί; Ο Lorenzo έκανε κάτι που, αν και ευγενές, σύμφωνα με την πολιτική και τα επικοινωνιακά της παραρτήματα δεν έπρεπε να γίνει. Για παράδειγμα, πολλά τηλεοπτικά δίκτυα ισχυρίστηκαν ότι, προκειμένου να πάει να πολεμήσει το Isis, ο Lorenzo «παραβίασε» και «αμφισβήτησε» τους νόμους του ιταλικού κράτους, αν και αυτό δεν ισχύει. O Lorenzo δεν έχει παραβιάσει κανέναν ιταλικό ή διεθνή νόμο, καθώς δεν υπάρχει κανένας κανόνας που να απαγορεύει τη συμμετοχή σε μια ξένη σύγκρουση, εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις: οι νόμοι, για παράδειγμα, απαγορεύουν την προσχώρηση σε οργανώσεις που θεωρούνται τρομοκρατικές, στο εξωτερικό όπως στην Ιταλία . Ωστόσο, οι YPG, με τις οποίες μάχονταν ο Tekosher, δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων που συνέταξαν η Ιταλία, η Ευρωπαϊκή Ένωση ή το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Γιατί, λοιπόν, τα ΜΜΕ επιμένουν σε μια διαφορετική εκδοχή των γεγονότων, αν και ψευδή;

H προφανής νομική δυσφήμηση της επιλογής του κρύβει την πραγματική, η οποία είναι πολιτική. Ο Lorenzo ενήργησε στο υψηλότερο επίπεδο: εκείνο της μετατροπής της πραγματικότητας, της επαναστατικής αλλαγής, και το έκανε χωρίς να πλαισιώνεται σε κάποια θεσμική δομή της χώρας του: αυτό που το κράτος, στο σημερινό ιστορικό πλαίσιο και συγκυρία, φαίνεται ότι δεν μπορεί να αντέξει, να ανεχθεί. Είναι αλήθεια ότι οι δημοκρατικές δυνάμεις της Συρίας, στις οποίες συμμετέχει το YPG, είναι σύμμαχοι της Ιταλίας στον πόλεμο εναντίον της ISIS, μέσω της Συνδυασμένης Κοινής Δύναμης, Combined Joint Task Force, που δημιουργήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη διεθνή αποστολή Inherent Resolve, η οποία αποσκοπεί στην καταστροφή του χαλιφάτου. Παρόλα αυτά οι Ypg, οι οποίες κατέχουν τη διοίκηση των SDF, δεν εξαρτώνται, ούτε δέχονται εντολές, από το διεθνή Συνασπισμό. O Sheid Tekosher – «ο μάρτυρας Tekosher»: όρος που πρέπει να γίνει κατανοητός εδώ με μια αυστηρά πολιτική έννοια – κινούνταν κάτω από μια εντελώς επαναστατική διοίκηση, εντελώς έξω από τον έλεγχο οποιουδήποτε κράτους.

Η σχέση των διοικήσεων του με το ΝΑΤΟ ήταν συνεργασίας στην επαρχία της Deir El Zor, κατά του ISIS, αλλά και εχθρότητας και πολεμική, εν προκειμένω κατά του φιλοτζιχαντιστικού τουρκικού στρατού (που είναι μέρος του ΝΑΤΟ), στην Αφρίν, στην διάρκεια της τουρκικής επίθεσης στην πόλη (μια επίθεση, εκείνη ναι, χωρίς οποιαδήποτε διεθνή νομιμότητα, σε πλήρη παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας της Συρίας). Ο Lorenzo, έστω και εντός των ορίων του νόμου, έχει κινηθεί εκτός των πολιτικών προσδοκιών των κυβερνώντων στη χώρα του. Αυτή η «πολιτική παρατυπία» του Tekosher είναι, πιστεύω, έκφραση μιας πολύ πιο βαθιάς «παρατυπίας»: μια ηθική παρατυπία, η οποία προκύπτει σαφώς από την επιστολή του. Όπως εκφράστηκε στο λογαριασμό του, την ημέρα μετά το μαρτύριο του, ο ανθρωπολόγος Roberto Beneduce, το ηθικό στοιχείο που εντυπωσιάζει στον Lorenzo συνίσταται στην επιλογή να εισέλθει με ορμή στην παγκόσμια πολιτική κατάσταση «απελευθερώνοντας το πεδίο» από μια ολόκληρη σειρά πολιτικά και γεωπολιτικά φορτία που ο κάτοικος του πλανήτη, σήμερα, κληρονομεί από την ιστορία και αισθάνεται να πιέζει στους ώμους του.

Το έκανε στο Κουρδιστάν, πρόσθεσε ο Beneduce, επειδή αυτό το τελευταίο, σε έναν φαινομενικά μπλοκαρισμένο κόσμο, είναι σήμερα ο «χώρος του δυνατού, του εφικτού». Για να εισέλθει ορμητικά μέσα σε αυτό τον χώρο ο Lorenzo έθεσε υπό αμφισβήτηση πολύ περισσότερα από τις προσδοκίες του κράτους απέναντι του. Τα έσπασε με πολύ περισσότερα.

Το πρώτο βάρος από το οποίο απελευθερώθηκε ο Lorenzo είναι το πιο ισχυρό του αιώνα. Έχει αντιταχθεί στην καλοσύνη, στην ευγένεια ή την αναγκαιότητα του καπιταλισμού ως πρότυπο πολιτισμού, και στη διάσημη προϋπόθεση ότι ένας τρόπος εργασίας, δράσης και συνεργασίας εναλλακτικός δεν μπορεί να υποτεθεί, πόσο μάλλον να τεθεί σε εφαρμογή. Ο Lorenzo ήταν αηδιασμένος από το σύστημα εκμετάλλευσης στον κόσμο του εστιατορίου στον οποίο εργάστηκε στη Φλωρεντία και, γενικά, από την ιταλική αγορά εργασίας με τα χαρακτηριστικά της αγριότητας και της αναλγησίας της: αποδοχή απαράδεκτων χρονοδιαγραμμάτων και απάνθρωπης κούρασης, ανταγωνισμός όλων ενάντια σε όλους, περιφρόνηση και αδιαφορία για τους άλλους στο όνομα του κέρδους, εξόντωση κάθε αυτόνομου χώρου ζωής στο όνομα του δόγματος της αναγκαίας και απόλυτης σχέσης μεταξύ της ανθρώπινης αξίας και της εργατικής απόδοσης. Υψώνοντας γαλήνια το μεσαίο δάχτυλο στο πρόσωπο όλου αυτού πήρε αεροπλάνο και πήγε εκεί όπου η επανάσταση των γυναικών και των κοινοτήτων, το 2017, είχε ήδη χτίσει, σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας και στην κοινοτιστική-κομουνιστική ζωή των Ypg, ένα μοντέλο μοιράσματος ριζοσπαστικό, εξελικτικής ακύρωσης των προνομίων και οικοδόμησης μορφών συνεργατισμού που προσανατολίζονται προς τη συνεργασία περισσότερο παρά στον παρασιτισμό και την εκμετάλλευση.

Για να κάνει αυτό ο Lorenzo πήρε τα όπλα. Αποδέχτηκε να προστατεύσει τον εαυτό του και τους πολίτες που εφάρμοζαν αυτές τις αλλαγές, τις γυναίκες που επέβαλαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο τους, τα παιδιά που σπούδαζαν μέσα σε ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα. Ενεργώντας στο πλαίσιο ενός επαναστατικού κινήματος διέρρηξε μια ακόμη παγίδα, αμφισβήτησε μια άλλη δοξασία: εκείνη σύμφωνα με την οποία τα καθήκοντα συλλογικής προστασίας πρέπει να ανήκουν αποκλειστικά στα κράτη, ή σε παράνομες μορφές παρα-κρατικές, πάντα βασισμένες στην ταξική διαίρεση. Κάνοντας αυτό, αντιτάχθηκε επίσης στην αρχή σύμφωνα με την οποία η χρήση βίας είναι πάντα λαθεμένη. Ο αγώνας αυτού του Αγωνιστή υπενθύμισε σε όλους ότι η μη άσκηση βίας στην Αφρίν, στο Deir El Zor ή στη Baghuz θα σήμαινε να αφήσει ατιμώρητα τον πληθυσμό στα χέρια εκείνων που θα τον καταδίκαζαν (και στην Afrin, δεδομένης της ήττας, αυτό συνέβη) σε ένα πεπρωμένο όπου η βία γίνεται μια όχι πικρή εξαίρεση αλλά απαραίτητη, ένας ακρογωνιαίος λίθος ενός συστήματος κυριαρχίας. Ποια ηθική, ο Lorenzo πρέπει να ρώτησε τον εαυτό του, θα είχαν εκείνοι που απέφυγαν να βοηθήσουν όσους την χρειάζονταν αυτή την βοήθεια για να προστατεύσουν τις ιδιοτροπίες της αυτο-εκπροσώπησης τους, εξωτερικής ή εσωτερικής;

Δεν είναι αρκετό. Ο Sheid Tekosher δεν δίστασε να αγωνιστεί ενάντια στα τουρκικά drones που είχαν δοκιμαστεί στην Ουάσινγκτον και τα οποία στόχευαν τους πολίτες της Afrin, αλλά δεν δίστασε επίσης να προχωρήσει στην έρημο με την υποστήριξη της αμερικανικής αεροπορίας. Δεν πίστευε ότι μια συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν απαραίτητα λανθασμένη, και ως εκ τούτου, ούτε πως οποιαδήποτε ενέργεια που προωθούνταν από τα καπιταλιστικά κράτη έπρεπε να μποϋκοτάρεται για λόγους αρχής. Έδειξε μια πνευματική ευελιξία σπάνια στους αριστερούς αγωνιστές και έθεσε πάνω απ
όλα τόσο τις πραγματικές ανησυχίες για τους ανθρώπους όσο και τις στρατηγικές ανάγκες της επανάστασης – που θεωρείται ως μια πραγματική αλλαγή, ως «χώρος του δυνατού-του εφικτού», και όχι ως ένα φανταστικό φετίχ , αξιολύπητο και άχρηστο. Υπάρχουν κι άλλα, περισσότερα. Κινούμενος, ως αναρχικός, μέσα σε έναν αυστηρά πειθαρχημένο στρατό, αν και στερημένο βαθμών και διακριτικών, και αποδεχόμενος σαφείς και αναγνωρίσιμες γραμμές διοίκησης, έδειξε ότι αποδίδει αξία στην ιδέα στο βαθμό που αυτή παρουσιάζεται ικανή να επιβάλει τα δικαιώματά της επί της πραγματικότητας.

Ως λευκός, ευρωπαίος, γιος μιας αποικιοκρατικής ηπείρου, που έπεσε στον αγώνα μαζί με σύριους σε μια συριακή επανάσταση, έδειξε ότι δεν είναι όλοι οι ευρωπαίοι, οι λευκοί, οι ιταλοί αναγκαστικά κινούμενοι από την επιθυμία για υποδούλωση άλλων λαών ή από μια απροκάλυπτη περιφρόνηση απέναντι τους. Ως αγωνιστής μιας κουρδικής οργάνωσης σε μια κατ ‘εξοχήν αραβική χώρα έδειξε ότι για να νικηθεί ο ισλαμισμός και οι συνέπειές του, ή για να αποκατασταθεί η ειρήνη στη Συρία, δεν είναι απαραίτητο να υποταχθεί κάποιος στο μύθο της ανωτερότητας μιας ηγεμονικής εθνικής ταυτότητας, όσο κι αν είναι πλειοψηφική σε γλωσσικό και θεσμικό επίπεδο στην ιστορία της repubblica. Ως μαχητής των δημοκρατικών συριακών Δυνάμεων, ο οποίος έπεσε στο πλευρό των αράβων rafiq  («συντρόφων») του έδειξε ότι οι πολιτικοποιημένοι επαναστάτες όπως ο ίδιος, σε αντίθεση με τους απλούς εξεγερμένους ή τους απλούς μαχητές, δεν υποκύπτουν στον πειρασμό να ερωτευτούν ένα έθνος μεταξύ άλλων, όσο καταπιεσμένο κι αν είναι, επειδή η συνύπαρξη είναι απαραίτητη και ο πλουραλισμός είναι υποχρεωτική επιλογή για μια άξια κοινωνική ζωή.

Ως μαχητής ενάντια στον φονταμενταλισμό έδειξε ότι η υψηλότερη ηθική αίσθηση προκύπτει με ευκολία εκεί όπου η απουσία πίστης σε έναν Θεό δονείται, και επικρατεί η ανησυχία για μια δικαιοσύνη και μια ισότητα που είναι αναθεματισμένα γήινα αγαθά για εμάς τους θνητούς, σε αυτό τον μικρό πλανήτη όπου ακόμα οι Αγωνιστές σαν αυτόν δεν υποβάλλονται, παρά τα βάσανα του ανθρώπινου πεπερασμένου, σε μια φερόμενη-υποτιθέμενη Αποκάλυψη. Χωρίς Θεό, αποστάτης άπιστος ο οποίος πήρε τα όπλα μαζί με χιλιάδες πιστούς χριστιανούς, μουσουλμάνους και γιεζίντι, σε μια χώρα όπου το θρησκευτικό συναίσθημα ξεχειλίζει, έδειξε ότι η μη επιβολή θρησκείας δεν σημαίνει ότι δεν ασκείται ο σεβασμός στα διαφορετικά μονοπάτια ζωής από τη δική του – αντιθέτως μάλιστα. Δυτικός επαναστάτης που βρήκε την πλήρη πραγμάτωση του σε μια ανατολική επανάσταση, δεν υπέκυψε στον εξωτισμό, διαψεύδοντας ταυτόχρονα το δόγμα σύμφωνα με το οποίο η κατανόηση του κόσμου σε αυτή την εποχή πρέπει να προσανατολίζεται σύμφωνα με τις κατευθύνσεις μιας δυαδικής αντιπαράθεσης μεταξύ «κουλτούρας» και «πολιτισμού» που θεωρείται αναπόφευκτη ή απαραίτητη.

Αλλά το δόγμα, η παγίδα ή το φορτίο που έσπασε ο Tekosher με τον πιο ιλιγγιώδη τρόπο είναι το πιο δύσκολο να σπάσει για έναν δυτικό και έναν διεθνιστή. Όλοι και όλες μας, που συμμετείχαμε για λίγους μήνες ή χρόνια στην επανάσταση της βόρειας Συρίας, έχουμε με διαφορετικές μορφές και τρόπους αποδεχθεί να θέσουμε τη ζωή μας σε κίνδυνο. Μου φαίνεται, αν μπορώ να εκφράσω μια γνώμη που δεν είναι μόνο η δική μου, ότι ο Tekosher αποδέχτηκε την πιθανότητα του θανάτου με τρόπο που ήταν κάπως διαφορετικός.Αν και δεν τον έψαχνε με κανένα τρόπο, η πιθανότητα του τέλους έγινε αποδεκτή από τον ίδιο με μια ιδιαίτερη γαλήνη, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την αδιαφορία ή την παραίτηση: το αντίθετο. Η Ιταλία στο σύνολό της το γνωρίζει τώρα, διότι έχει μάθει τα γραπτά του λόγια και αυτά που εμπιστεύθηκε, με αυτοειρωνεία και τόλμη, σε μια τηλεκάμερα. Ο κοινός σκοπός τον καθιστούσε ευτυχισμένο. Ήταν ικανοποιημένος από τον αγώνα, και έβρισκε εκπλήρωση σε αυτόν. Ο θάνατος, αν και ανεπανόρθωτος, δεν ήταν ίσως ο χειρότερος όλων των προοπτικών για αυτόν, διότι μαζί με αυτόν και το μήνυμα ενός Αγωνιστή, και όχι ενός ποιητή ή ενός Θεού, θα μπορούσε να έρθει στη Φλωρεντία του, και να κερδίσει για άλλη μια φορά χιλιάδες αιώνες επί της σιωπής.

https://www.carmillaonline.com/2019/03/23/omaggio-a-lorenzo-orsetti-combattente-ypg/

αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος δεύτερο

RENATO

Σκέφτομαι, τώρα, πόσο πολύ ήθελε να ανοίξει μια θεωρητική κουβέντα   γύρω από αυτά τα ζητήματα. Εν τω μεταξύ έχω την εντύπωση
πως έβλεπε – ή τουλάχιστον
προσπαθούσε να δει – »όλους» (θέλω να πω, ακόμη και όλους εκείνους που μετά τον είχαν απαρνηθεί, όπως τον
San Pietro). Θυμάμαι πως μου έλεγε συχνά
με μια μίξη συμπάθειας τρυφερότητας και ‘ζήλιας’ (ή καλύτερα, με ένα
πνεύμα ανταγωνισμού) «πρέπει να δω τον Renato,
να μιλήσουμε για την δημιουργία του μετώπου…»

2018-12-10 12.23.30

Και μετά είχε ένα αληθινό παιδαγωγικό πάθος. Εκείνα τα χρόνια δημοσιεύσει,
έμμεσα,  την
»ένοπλη εξέγερση» του Neuberg (‘ψευδώνυμο’ μιας ομάδας εργασίας της Τρίτης Διεθνούς που συντόνιζαν οι Togliatti
και
Ho-Chi-Minh). Και μετά την συλλογή «Lenin σχετικά με τον παρτιζάνικο πόλεμο», το εγχειρίδιο «Die Total Krieg», που είχε προετοιμαστεί από τον ελβετικό στρατό για ένα πιθανό σενάριο αντικομουνιστικού ανταρτοπόλεμου, «Guerriglia e guerra
rivoluzionaria – Ανταρτοπόλεμος και επαναστατικός πόλεμος» (αφιερωμένο – σε επιβεβαίωση του γεγονότος πως ο
Feltrinelli δεν υπήρξε ποτέ σταλινικός-«στον Στρατάρχη Mihail
Tukacewskj, ήρωα και ιδιοφυία του Κόκκινου
Στρατού που τουφεκίστηκε στη διάρκεια των »εκκαθαρίσεων»
του Στάλιν»). Και στη συνέχεια πολλά άλλα κείμενα που τώρα δεν θυμάμαι. Από την άλλη, ήδη πριν από το πέρασμα του στην παρανομία και την δράση,
είχε εκδώσει τα »Ημερολόγια του Τσε»
και ακόμη πολυάριθμο υλικό, ‘προσανατολισμένο’ έντονα
Με λίγα λόγια – αντίθετα με αυτό που υποστηρίζει
αυτός που θέλει να τον ακρωτηριάσει, να τον μικρύνει δηλαδή και να τον μειώσει,
να απλοποιήσει την ταυτότητα και την μνήμη του – ο
πατέρας σου, Carlo, ήταν ένας πολύπλοκος άνθρωπος
και πολύμορφος
πολυσχιδής. Που σίγουρα «πάντα περιφρονούσε
να αποκρύπτει τις αληθινές του προθέσεις,
και κήρυττε την αναγκαιότητα της βίαιης ανατροπής της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης…»

ΠΡΟΣ ΤΙΣ SEGRATE

Εκείνο το απόγευμα, λοιπόν, έμεινε
πικραμένος και απογοητευμένος, ευνουχισμένος. Χωρίσαμε
με αυτό το πέπλο της θλίψης. Για πολύ
καιρό ένιωθα τύψεις.
Στις 11 μαρτίου υπήρξαν συγκρούσεις, σκληρές. Εμείς,
μετά την πρώτη επίθεση της αστυνομίας, διασκορπιστήκαμε
και  ‘μεταφέραμε τη φωτιά’ στην
μητρόπολη. Επιτεθήκαμε με χτυπήματα
cocktail-molotov την έδρα της εφημερίδας Corriere στην via
Solferino, και ρίξαμε κάτω τις τζαμαρίες και πυρπολήσαμε μια σειρά από υποκαταστήματα Renault (τη γαλλική Régie
όπου, λίγες ημέρες νωρίτερα, ένας φύλακας της Billancourt, Joseph Tramoni,
είχε σκοτώσει εν ψυχρώ ένα νεαρό αγωνιστή της Προλεταριακής Αριστεράς- Gauche
Prolétarienne, τον Pierre Overney. Λίγο χρόνο αργότερα ο Tramoni, που βγήκε μετά από μια πολύ σύντομη παραμονή στη φυλακή,
»εκτελέστηκε» από τους Noyaux armés pour
l’ autonomie prolétarienne- ένοπλους Πυρήνες για την προλεταριακή αυτονομία, στο Παρίσι).

ΖΩΗ ΚΑΙ ΜΟΙΡΑ

Η αστυνομία χτύπησε στα τυφλά, κάνοντας ένα νεκρό – τον ηλικιωμένο περαστικό Giuseppe Tavecchio, που σκοτώθηκε από ένα δακρυγόνο
που ρίχτηκε ως συνήθως σε ευθεία βολή
σε ύψος ανθρώπου, που τον χτύπησε καταπρόσωπο.
Ποιος ξέρει εάν ο Osvaldo ήταν στη διαδήλωση, ή τουλάχιστον στην περιοχή.
Φαντάζομαι όμως τι μπορεί να είχε σκεφτεί. Πιστεύω πως κατάλαβε ότι έπρεπε να αποφασίσει πυρετωδώς κάτι να κάνει, και σκέφτηκε το black-out του Milano
σαν αντίποινα, σίγουρος πως χρειάζονταν
μια δράση ηχηρή για να
«αποφευχθεί η αποθάρρυνση του κινήματος». Έτσι πρέπει να ήταν,                                μέσα σε αυτό το πολιτικό και ψυχολογικό κλίμα, υπό την
ώθηση ενός δυνατού συστατικού,                                                                                              όπως θα έλεγε ο Sartre, αγανάκτησης,                                                                                                που η επιχείρηση black-out προετοιμάστηκε τόσο άσχημα, και τέλειωσε όπως τέλειωσε, με εκείνο τον φρικτό θάνατο
σε εκείνο τον καταραμένο πυλώνα της
Segrate εξ αιτίας ενός λάθους που σε κάνει να σκέφτεσαι
μια τραγική ειρωνεία της μοίρας.

ΤΟ ΡΟΛΟΙ ΤΗΣ SEGRATE

Ο Osvaldo πίστευε πως όλα τα στρατιωτικά εργαλεία
θα έπρεπε να είναι «χειροποίητα-αυτοσχέδια»: όχι λόγω
της ιδεολογίας της ‘φτώχειας’, που θα ήταν έτσι κι αλλιώς
κατανοητή σε έναν σαν κι αυτόν, ‘αποστάτη
της μπουρζουαζίας’, όσο λόγω μιας θεώρησης »στρατηγικής»,                                                 εξ αιτίας της αναγκαιότητας αναπαραγωγής σε πλατιά σκάλα
των μέσων δράσης και των επιχειρησιακών τεχνικών  (πράγμα που δείχνει την »λαϊκή» αντίληψη του, »μαζική» ουσιαστικά, για τις μορφές του ‘ταξικού αγώνα’).
Πιστός στις αρχές του και στις επιλογές του,
ο Osvaldo προετοίμασε από μόνος του τα timers, προσαρμόζοντας ρολόγια. Ίσως πάνω στην βιασύνη, μέσα στην
διέγερση, έκανε λάθος, και έβγαλε τον δείκτη των ωρών
αντί εκείνο των λεπτών, αφήνοντας αυτό τον τελευταίο για την επαφή.
Να λοιπόν το γιατί αυτού του φρικτού μπανάλ λάθους, τα εκρηκτικά έσκασαν μετά, ας πούμε 15 λεπτά, αντί μετά από τρεις ώρες. Έτσι έγινε.

Ο ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ

Όμως η κακιά συνείδηση της
πνευματικής και πολιτικής τάξης της αριστεράς
δεν μπόρεσε και δεν θέλησε να αποδεχτεί
αυτή την γυμνή αλήθεια. Πολλούς κινδύνους θα είχαν διατρέξει,
που δεν ήθελαν να αγγίξουν ούτε εκ του μακρόθεν, και μετά
οι καλύτεροι, οι λιγότερο ‘ψόφιες ψυχές'(σκέφτομαι για παράδειγμα
τον φτωχό Giulio Maccacaro)
υπερβολικά πολλές ανησυχίες, αντιθέσεις
και ρήξεις θα έπρεπε να ζήσουν, μπροστά
στην θαυμάσια πρόκληση εκείνης της συνέπειας ανάμεσα στον λόγο και την πρακτική, μεταξύ των ονείρων και των επιλογών, ανάμεσα στις διατυπώσεις και την ζωή.
Έτσι – με ένα πάντρεμα μεταξύ αποδόμησης, απόρριψης, αποσιώπησης, μυωπίας, κυνισμού πολιτικάντικου, περιστασιακής σχέσης,
σταλινικής και μπουρζουάδικης, που ξοδεύτηκε με την
αλήθεια – στον πατέρα σου, Carlo, στέρησαν την
αναγνώριση και την απόδοση στη μνήμη
των λόγων που τον κίνησαν, του νοήματος ενός κομματιού της
ζωής του και του ίδιου του θανάτου του. Στον Giangiacomo Feltrinelli στέρησαν την ταφή του. Υπήρχε ανάγκη μιας Αντιγόνης
ικανής να φέρει μέχρι τέλους την λογική της pietas, του χρέους ενάντια σε εκείνη της εξουσίας, της διεκδίκησης των θεμελίων του δικαιώματος ενάντια στον θρίαμβο της νομιμότητας. Εμείς προσπαθήσαμε, αλλά η φωνή μας
πνίγηκε από έναν χορό αλαζονικό και χυδαίο. Και όλα
ξαναμπήκαν μέσα στην υποκρισία του Κανόνα

2018-12-10 12.24.04

ΔΙΧΩΣ ΤΗΝ
VARSOVIENNE

Η τελετή της κηδείας στο Κοιμητήριο
Monumentale του Milano, εκείνη την θλιβερή και ηλιόλουστη μέρα,  υπήρξε η ολοκλήρωση μιας προδοσίας
που θα είχε βαρύνει ‘a futura
memoria’, επάνω στη ζωή και την μοίρα των κινημάτων των χρόνων που έρχονταν.
Εκείνη η τελετή ήταν, για να το πω σωστά,
ανίερη. Ήταν μια προδοσία τα λευκά λουλούδια του
Oberhof επάνω στο φέρετρο, που εμείς κοκκινήσαμε
με τις σημαίες του Potere Operaio
που είχαμε καταφέρει να μπάσουμε στο κοιμητήριο, καντρίλιες της αστυνομίας όπως σε μια σκηνή
της Μαδρίτης του Rossif.
τις είχαμε κρύψει κάτω από μπουφάν και μπλούζες.
Κοκκινήσαμε εκείνο το λευκό με μια ιδέα απλή και θεατρική: όταν περνούσαμε ακολουθώντας την ινδιάνικη γραμμή,
δίπλα απ’ το κενοτάφιο, τραβούσαμε απ’ τα μανίκια του παλτό τα κόκκινα βραχιόλια που φέραμε σε ένδειξη πένθους, και τα πετούσαμε, σαν να ήταν λουλούδια, επάνω σε εκείνα τα κλαδάκια με λευκά λουλούδια του
Oberhof …
Θυμάμαι τους Franco, Marione. Emilio. Livia.
Toni, Paola, Serqio. Lucia. Maiiolino.
Alberto, Marisa, Giaiio, Cecéo, Roberto.
Chiara, Grazia, Claudia, Adriana, Nanni…
Ενώ, στην πόρτα στο παρεκκλήσι της οικογένειας, έβγαζαν λόγο οι επίσημοι ομιλητές
(θυμάμαι τους Maria Antonietta Macciocchi.
Régis Débray, Klaus Wagenbach), εγώ, με ανέβασαν στις πλάτες τους κάποιοι σύντροφοι, φώναξα: «ο σύντροφος Feltrinetti δεν είναι ένα θύμα, μα ένας κομουνιστής που διάλεξε να προδώσει την τάξη των αφεντικών για να γίνει ένας μαχητής του απελευθερωτικού κοινωνικού πολέμου.»
Εκεί Carlo, γύρω από το φέρετρο του πατέρα σου, καταναλώνονταν εκείνη η ρήξη που όλο και περισσότερο θα μας είχε κάνει να αποκλίνουμε από τις μελλούμενες «νεο-κοινοβουλευτικές’ τύχες του μεγαλύτερου μέρους του
‘gauchisme’, της αριστεράς. Εμείς πηγαίναμε προς την δική μας μοίρα, εκείνοι ξεκίνησαν εκεί την δική τους ‘μετατόπιση’ που θα τους είχε μεταφέρει να εισέλθουν στις μύτες των ποδιών τους στους προθαλάμους της εξουσίας

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf