σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Παρίσι 1871 – Βαρσοβία 1944 – Κομπάνι 2019;

του Sandro Moiso

“Non abbiamo amici, solo le montagne-Δεν έχουμε φίλους, μόνο τα βουνά” (proverbio curdo-κουρδική παροιμία)

Τα τελευταία χρόνια έχουμε τελείως συνηθίσει με την χριστιανική ηθικολογία, με τον άνανδρο φτηνό και άχρηστο ειρηνισμό, τον λαϊκισμό και τον κυριαρχισμό-sovranismo[α] άθλιων πολιτικών, καθώς και την επιστροφή στη σκηνή των πιο θλιβερών εθνικιστικών ιδεολογιών και πολιτικών μετώπων του εικοστού αιώνα όπως και μια συμφεροντολογική αλληλεγγύη χρήσιμη μόνο στα παιχνίδια της πιο βρώμικης πολιτικής, έτσι ώστε να μη γνωρίζουμε πώς να αντιδράσουμε με τον σωστό διεθνισμό, επαναστατικό και ταξικό, στις τραγωδίες τα δράματα και τις εξεγέρσεις που ταράσσουν τον πλανήτη αυτές τις τελευταίες εβδομάδες.

Από την Rojava στο Ιράκ, από τον Ισημερινό στο Χονγκ Κονγκ, από τις γιγαντιαίες διαδηλώσεις νεολαίας για την προστασία του περιβάλλοντος, της κλιματικής δικαιοσύνης και των ειδών, ένα τεράστιο τελλουρικό κίνημα κλονίζει τις κοινωνίες, στην Ανατολή όπως στη Δύση ή στη Μέση Ανατολή.
Κάποτε τουλάχιστον θα είχαμε τραγουδήσει Ολόκληρος ο κόσμος εκρήγνυται … αλλά όχι σήμερα: ο καθένας τοποθετείται με έναν σκοπό και σε κάθε περίπτωση θα βρούμε εκείνους που τοποθετούνται στη βάση ενός από τα στοιχεία που αναφέρονται στην αρχή ή με ένα από τα δύο μέτωπα που αγωνίζονται επικαλούμενοι λόγους που προέρχονται από τη γκρίζα πολιτική των μετώπων που κληρονομήθηκε από τη δεκαετία του 1900.

Όλα αυτά δεν αποδυναμώνουν μόνο τα αγωνιζόμενα κινήματα ενάντια στο άδικο-άνισο παρόν, αλλά με αυτό τον τρόπο χάνεται κάθε διαυγής και αναγκαία ικανότητα να αναλύονται οι κινήσεις αυτού που θα πρέπει να είναι ο μόνος αντίπαλός μας (ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής) και εκείνα που θα έπρεπε να τεθούν σε κίνηση από ένα πραγματικά ανταγωνιστικό κίνημα.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, σε όλες τις μορφές τους, αρέσκονται να μιλάνε για θύματα, αδικίες, πόνο και τρόμο, με ένα τρόπο που δημιουργεί σύγχυση, όπως συνέβη στην πορεία της Ανάβασης της μνήμης στη Μπρέσια, όπου τοποθετήθηκαν δίπλα δίπλα θύματα και δήμιοι μιας βίας που φαίνεται να είναι περισσότερο μια εκδήλωση του απόλυτου Κακού παρά το προϊόν πραγματικών κοινωνικών αντιφάσεων και ταξικών μαχών. Έτσι, για να δώσoυμε ένα παράδειγμα, ο κομισάριος Calabresi μπορεί να τοποθετηθεί αμέσως μετά τον αναρχικό Serantini, ενώ του Giuseppe Pinelli δεν βρίσκεται κανένα ίχνος σε αυτή τη διαδρομή.

Έτσι, σε αυτές τις δραματικές ώρες, ενώ ο δεύτερος στρατός του ΝΑΤΟ, υποστηριζόμενος από τις φονταμενταλιστικές πολιτοφυλακές, άρχισε να συντρίβει την κουρδική αντίσταση στη Rojava, όλοι έσπευσαν να καταγγείλουν τη γενοκτονία (την οποία ο Ερντογάν προφανώς προγραμμάτιζε εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα) και να καταδικάσουν την τουρκική δράση, αλλά χωρίς ποτέ να αγγίξουν το θέμα της οργανωτικής, πολιτικής, οικονομικής, περιβαλλοντικής, ισότητας φύλου και στρατιωτικής εμπειρίας που οι κουρδικές δημοκρατικές δυνάμεις επιδιώκουν-προωθούν εδώ και χρόνια σε μια από τους πιο καυτές περιοχές (από στρατιωτική και γεωπολιτική άποψη ) του πλανήτη (qui).

Εάν το θέμα των προσφύγων το περασμένο καλοκαίρι, όταν η θεσμική αριστερά προετοίμαζε την ανάξια επιστροφή της στην κυβέρνηση, είδε γενναιόδωρες και άφθονες κινητοποιήσεις, η κινητοποίηση σε αλληλεγγύη με τους κούρδους της Ροζάβα και τις μονάδες μάχης και προστασίας τους αντιμετώπισε μεγαλύτερες δυσκολίες, έτσι ώστε οι διαδηλώσεις για την υποστήριξή τους, έστω και αν τις τελευταίες μέρες έχουν δει τους αριθμούς τους να διευρύνονται, δεν υπήρξαν ποτέ μέχρι σήμερα τόσο ενοποιημένες ή αρκετά ισχυρές ώστε να μπορούν να πιέσουν μια άθλια και φοβισμένη κυβέρνηση, ανίκανη να πάρει θέση ακριβώς λόγω των συμφερόντων των περισσότερων από 1.400 ιταλικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία, με την οποία οι εμπορικές συναλλαγές κυμαίνονται περίπου στα 20 δισ. ευρώ ετησίως.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μετά, οι αμφιβολίες πολλών «συντρόφων» ή εκείνων που υποτίθεται πως είναι τέτοιοι θα προέρχονταν από το γεγονός ότι οι κούρδοι της Ροζάβα αποδέχτηκαν, για να μπορέσουν να οπλιστούν, την αμερικανική βοήθεια στην περίοδο του αιματηρού αγώνα τους εναντίον του ISIS, με τον οποίο αντιπροσώπευσαν τη μοναδική πραγματική στρατιωτική νικηφόρα αντιπαράθεση στον επεκτατισμό του Daesh στη Μέση Ανατολή.

Άλλοι, πάλι, ανίκανοι να σκεφτούν στη Ρωσία του Πούτιν ως έναν από τους πολλούς παίκτες του ιμπεριαλισμού στην περιοχή, δεν καταφέρνουν να ξεχωρίσουν τον πολιτικό και διπλωματικό αλλά και στρατιωτικό ακτιβισμό του νέου τσάρου της Μόσχας από τις προσωπικές και αδικαιολόγητες νοσταλγικές φαντασιώσεις τους σχετικά με την ΕΣΣΔ σταλινικής μνήμης, συμβάλλοντας έτσι στην προβολή των ιδεωδών για μέτωπα στον σύγχρονο κόσμο που συνέβαλαν ήδη στην καταστροφή του ευρωπαϊκού προλεταριάτου και της αυτόνομης ταξικής του πρωτοβουλίας κατά την διάρκεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου.

Δυστυχώς, όμως, ακόμη και όσοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να υποστηρίξουν και να υπερασπιστούν την εμπειρία της Ροζάβα, ξεχνούν την Ιστορία και μπορούν να εξαπατούν τους εαυτούς τους πως μια αλλαγή συμμαχίας (το πέρασμα των κουρδικών πολιτοφυλακών στο πλευρό των στρατευμάτων του Assad, με την αόριστη υποστήριξη της Ρωσίας) ή μια ευρωπαϊκή διπλωματική παρέμβαση μπορούν να συμβάλουν στην επίλυση της στρατιωτικής κατάστασης στον αγωνιστικό χώρο. Όχι, αγαπητοί σύντροφοι, κι εσείς κάνετε λάθος. Ειδικά όταν υπερασπίζεστε την Rojava βάζοντας σε πρώτο πλάνο τη δράση της κατά του ISIS αντί της σημασίας του πολιτικού πειράματος της.

Ξεχνώντας την ιστορία, αγνοείτε μερικά πράγματα που δεν είναι καθόλου δευτερεύοντα.Το πρώτο δίδεται από το γεγονός ότι κανένας εκπρόσωπος του διεθνούς ιμπεριαλισμού, παρά τις σοβαρές πολιτικο-στρατιωτικές και οικονομικο-εδαφικές αντιφάσεις που τον στενεύουν, θα μπορούσε ποτέ να υπερασπιστεί με πίστη και επαρκή μέσα ένα κοινωνικό πείραμα που αποσκοπεί στην αντικατάσταση του και εκείνη του τρόπου παραγωγής του και των κοινωνικών σχέσεων δύναμης που τον στηρίζουν, που είναι η βάση του..

Όχι μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες »πρόδωσαν», αλλά και οι ευρωπαίοι, ακόμα και όταν προσποιούνται ότι καταδικάζουν τον κυρίαρχο της Άγκυρας. Του οποίου η στρατιωτική δύναμη, η γεωπολιτική θέση και, για άλλη μια φορά, οι εμπορικές συναλλαγές (80 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως μόνο με την Ευρώπη) είναι πιο σημαντικά για το Νατο και τη Δύση από οποιαδήποτε άλλη ανθρωπιστική και «δημοκρατική» θεώρηση.
Αντιθέτως στην πραγματικότητα, ίσως, κανείς δεν έχει προδώσει, ούτε καν ο Trump: απλά ο καθένας έχει ενεργήσει ή ενεργεί με βάση το δικό του συμφέρον προτεραιότητας. Στην κορυφή του οποίου σίγουρα δεν στέκεται το κουρδικό ζήτημα ή η σωτηρία της Ροζάβα. ενώ ο καθένας είναι πρόθυμος να στείλει τις κανονιοφόρους του για την άμυνα των πετρελαϊκών κοιτασμάτων, όπως συμβαίνει αυτή τη ώρα για τα κυπριακά κοιτάσματα (qui), δεν εμποδίζουν συλλογικά και αμέσως την πώληση όπλων στο καθεστώς της Άγκυρας.

Το δεύτερο ζήτημα είναι ακόμη απλούστερο, ακόμη και αν, μόλις ξεχαστεί η Ιστορία των κοινωνικών και στρατιωτικών συγκρούσεων, φαίνεται σήμερα πιο δύσκολο να κατανοηθεί. Η τραγωδία που πρόκειται να πραγματοποιηθεί στη Kobane, και στα άλλα μέρη όπου το πείραμα του κουρδικού δημοκρατικού συνομοσπονδισμού έχει εκδηλωθεί ως επί το πλείστον, έχει ήδη συμβεί άλλες φορές στην ιστορία των τελευταίων 148 ετών.

Πράγματι, μετά την ήττα των γαλλικών στρατευμάτων και του Ναπολέοντα ΙΙΙ στο Sedan το 1870, οι πρώσσοι διοικητές δεν είχαν καμία δυσκολία να αφήσουν ένα μέρος του γαλλικού στρατού να επανεξοπλιστεί για να καταστείλει στο αίμα το πείραμα της Παρισινής Κομμούνας, πρώτη μορφή πολιτικής αυτοδιαχείρισης, στρατιωτικής και οικονομικής του γαλλικού και ευρωπαϊκού προλεταριάτου. Ο τοίχος των ομόσπονδων στο νεκροταφείο του Père-Lachaise, όπου στις 28 μαΐου του 1871 εκτελέστηκαν 147 κομμουνάροι οι οποίοι επέζησαν μετά από την πτώση της πόλης στα χέρια των στρατευμάτων των Βερσαλιών, είναι ακόμη εκεί να μας το υπενθυμίζει, αν και πολλοί τρέχουν για να επισκεφθούν εκείνο το νεκροταφείο ως τουρίστες μόνο επειδή εκεί υπάρχει ο τάφος του Jim Morrison.

Η προώθηση των στρατευμάτων του Assad, από την άλλη πλευρά, θα είναι αργή. Ο Πούτιν δεν θέλει μια διαίρεση της Συρίας που να θέτει σε κίνδυνο την παρουσία των ρωσικών βάσεων στην περιοχή εκείνη και, ταυτόχρονα δεν θέλει να ερεθίσει το νέο του συμπέθερο Ερντογάν, τον οποίο βοήθησε να οπλιστεί με τα πιο σύγχρονα συστήματα άμυνας και επίθεσης που διατίθενται σήμερα από την ρωσική στρατιωτική τεχνολογία, την ώρα που ο συριακός στρατός κινείται προς το Κομπάνι, αλλά πότε θα φτάσει δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με σιγουριά.
Λόγος για τον οποίο ισχύει ένα δεύτερο παράδειγμα εδώ.

Ο καθένας θυμάται την ένδοξη και απελπισμένη εξέγερση του γκέτο της Βαρσοβίας την άνοιξη του 1943 (19 απριλίου – 16 μαΐου). Το μόνο γκέτο που αντέδρασε-εξεγέρθηκε ενάντια στη γερμανική προσπάθεια να εκτοπισθούν όλοι οι κάτοικοί του, είδε περίπου πεντακόσιους πρόχειρα οπλισμένους νεαρούς (κυρίως με περίστροφα και κοκτέιλ molotov) να κρατούν για ένα μήνα σχεδόν, υπό τη διοίκηση του Marek Edelman (μέλος της Bund – Γενικής Ένωσης των Εργαζόμενων Εβραίων), απέναντι σε χιλιάδες γερμανούς στρατιώτες και μέλη των SS.
Ωστόσο είναι λιγότεροι εκείνοι που θυμούνται την εξέγερση του επόμενου έτους (1 αυγούστου – 2 οκτωβρίου 1944), όταν ολόκληρη η πόλη εξεγέρθηκε ενάντια στη ναζιστική κατοχή, ενώ τα σοβιετικά στρατεύματα βρίσκονταν ήδη στις πόρτες της ίδιας. Οι μάχες οδήγησαν σε μια πρώτη υποχώρηση των στρατευμάτων της Wermacht, αλλά στη συνέχεια επέστρεψαν σε ισχύ για να νικήσουν την πολωνική αντίσταση και να σφαγιάσουν δεκάδες χιλιάδες κατοίκων (συμπεριλαμβανομένων γυναικών και παιδιών, φυσικά) κάτω από τα ατάραχα μάτια των σοβιετικών διοικητών που έφεραν τα στρατεύματα στα ερείπια της πόλης μόνο τον ιανουάριο του 1945.

Ο Στάλιν και οι σοβιετικοί σίγουρα προτιμούσαν να γίνουν μάρτυρες της σφαγής και της καταστροφής της πόλης σύμβολο της πολωνικής αντίστασης από την ανατολική όχθη του Βιστούλα, αντί να βοηθήσουν έναν λαό που θεωρείται όχι μόνο εχθρικός αλλά και θαρραλέος, αντάρτης και σθεναρά επιθυμών την ανεξαρτησία.
Ακριβώς εκείνο τον λαό που τόσο τη Πρώτη διεθνής όσο και ο Μαρξ και οι γκαριμπαλντίνοι εθελοντές, κατά τη διάρκεια δύο ατυχών εκστρατεύσεων (εκείνη του Francesco Nullo, που πυροβολήθηκε από τσαρικούς στρατιώτες στην Krzykawka, στις 5 μαΐου 1863, και εκείνη του Stanislao Bechi, που έπεσε στην Włocławek στις 17 δεκεμβρίου 1863) προσπάθησαν να στηρίξουν κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του 1863 κατά της τσαρικής κυριαρχίας.

Σε εβδομήντα χρόνια το ένα από το άλλο, αυτά τα επεισόδια φαίνεται να προβλέπουν εκείνη που θα είναι η τύχη του συνομοσπονδιακού πειράματος της Rojava, ελλείψει μιας μεγαλύτερης διεθνούς αλληλεγγύης σε παγκόσμια κλίμακα, εκτός εάν οι ίδιοι οι κούρδοι επιλέξουν ένα δρόμο αποκήρυξης των ιδανικών τους.
Η τουρκική εισβολή στη βορειοανατολική Συρία έχει διαφορετικά κίνητρα και ακόμη πιο διαφορετικές είναι οι αντιφάσεις επί τόπου που θα κάνουν την Εγγύς Ανατολή τον τόπο όπου πιθανόν θα ξεσπάσει η επόμενη παγκόσμια διαμάχη-σύγκρουση, αλλά ώστε αυτή η τελευταία πιθανότητα ξεδιπλωθεί σε όλη τη φρικτή της αποφασιστικότητα και δύναμη είναι απαραίτητο να ηττηθεί, να υποταχθεί και να καταστραφεί η Ροζάβα. Πιθανότατα στην ασήμαντη φλυαρία της Ευρώπης (η οποία σε εκείνα τα βράχια θα καταλήξει να βυθιστεί όπως στο Μόναχο τον σεπτέμβριο του 1938), στον εκκωφαντικό θόρυβο των διπλωματικών ελιγμών των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας, στην γκρίνια αντιπολιτεύσεων που μετά την απώλεια του φάρου του διεθνισμού πολύ συχνά χάνονται στην πολιτική των μετώπων και στις ιδεολογικές διαμάχες που πλέον έχουν μουμιοποιηθεί, και, κυρίως, μεταξύ των κραυγών, των θρήνων, των παραπόνων και των βλασφημιών των τραυματιών και των ετοιμοθανάτων, των μαχητών και των αμάχων της Ροζάβα. Δηλαδή αυτής της νέας Κομμούνας στο κέντρο της κόλασης που έρχεται.

Μια περιοχή στην οποία, για άλλη μια φορά, θα παιχτεί ένα κυνικό και αδίστακτο παιχνίδι στο δέρμα των πιο αδύναμων, όπου και οι πρόσφυγες θα γίνονται όλο και περισσότερο όπλα εκβιασμού απέναντι στους ευρωπαίους «συμμάχους» ή αυθεντικά μόλις μετακινηθούν στην Βόρειο-ανατολική Συρία και κληθούν να υπερασπιστούν την περιοχή που τους ανατέθηκε από το νέο Σαλαντίν, εναντίον των κούρδων. Και αυτή είναι μια απολύτως όχι νέα ιστορία αν σκεφτούμε ότι η Γαλλία αποίκησε την Αλγερία απελαύνοντας εκεί πολλούς από εκείνους που ξεσηκώθηκαν το 1848, το Ηνωμένο Βασίλειο την Αυστραλία απελαύνοντας υποπρολετάριους και επαναστάτες ιρλανδούς, μόνο για να κάνουμε δύο ιστορικές αναφορές στα γρήγορα.

Ενώ σε μια πολιτικά άνανδρη χώρα εδώ και πολύ καιρό, όπου βρίσκονται υπό έρευνα οι μαχητές που επιστρέφουν από τις κουρδικές πολιτοφυλακές, οι προδότες του Abdullah Öcalan 1, και οποιασδήποτε άλλης εναλλακτικής λύσης που δεν εξυπηρετεί πιστά τα συμφέροντα του εθνικού και του διεθνούς κεφαλαίου, υποκρίνονται ότι ξεσκίζουν τα ρούχα τους, ενώ απλά τα τσαλακώνουν λιγάκι, μονάχα.


  1. Το 1998 οι συριακές αρχές επέλεξαν να μην παραδώσουν στους Τούρκους τον ηγέτη του ΡΚΚ, αλλά τον διέταξαν να εγκαταλείψει τη χώρα. Για τον Οτσαλάν ήταν η αρχή μιας μακράς οδύσσειας προς αναζήτηση πολιτικού ασύλου κατά τη διάρκεια του οποίου κατέφυγε πρώτα στη Ρωσία από την οποία κλήθηκε να φύγει μετά από λίγες μέρες.
    Από τη Μόσχα ο Öcalan έφθασε στη Ρώμη στις 12 νοεμβρίου 1998, όπου ο ηγέτης του PKK παραδόθηκε στην ιταλική αστυνομία, ελπίζοντας να λάβει πολιτικό άσυλο, αλλά η απειλή μποϊκοτάζ προς τις ιταλικές εταιρείες ώθησε την κυβέρνηση D’Alema να επανεξετάσει. Δεν ήταν σε θέση να εκδώσει τον Οτσαλάν στην Τουρκία, και λόγω της καθυστέρησης στην παροχή του δικαιώματος ασύλου, που αναγνωρίστηκε στον Οτσαλάν πολύ αργά, στις 16 ιανουαρίου 1999, μετά από 65 ημέρες, ο Öcalan πείστηκε να φύγει για το Ναϊρόμπι. Η »υπόθεση Οτσαλάν» υπήρξε πηγή επικρίσεων στην κυβέρνηση D’Alema, κατηγορούμενη, μεταξύ άλλων, ότι παραβίασε τα άρθρα 10 και 26 του ιταλικού Συντάγματος που ρυθμίζουν το δικαίωμα ασύλου και απαγορεύουν την παθητική έκδοση σε σχέση με πολιτικά εγκλήματα.
    Στις 15 φεβρουαρίου 1999 o Öcalan fσυνελήφθη από πράκτορες των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών του Mill İstihbarat Teşkilatı [9] κατά τη διάρκεια μιας μεταφοράς του από την έδρα της ελληνικής διπλωματικής αντιπροσωπείας στην Κένυα στο αεροδρόμιο του Ναϊρόμπι και μεταφέρθηκε στην Τουρκία όπου κλείστηκε αμέσως σε φυλακή μέγιστης ασφαλείας. Όπου εξακολουθεί να εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης  

[α] sovranismo: πολιτικό δόγμα που υποστηρίζει τη διατήρηση ή την εκ νέου απόκτηση της εθνικής κυριαρχίας από έναν λαό ή ένα Kράτος, σε αντίθεση με τις εκκλήσεις και τις πολιτικές των διεθνών και υπερεθνικών οργανισμών

TAGGED WITH →  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  • 
Ο χρήστης  έκανε Retweet

Αφίσες αλληλεγγύης στην αντιστεκόμενη και επαναστατημένη Ροζάβα από την Ομοσπονδία των Επαναστατικών Συνδικαλιστικών Οργανώσεων της Βραζιλίας (FOB): 1η αφίσα: ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΗ ΡΟΖΑΒΑ ΟΛΗ Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΤΟΝ ΛΑΟ 2η αφίσα: ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

διεθνισμός, internazionalismo

Η “Διαδικασία Ειρήνευσης” είναι μια συνταγή του κεφαλαίου. Συνέντευξη με τον Jon Iurrebaso Atutxa

 

Δημοσιεύουμε τη δεύτερη από δύο συνεντεύξεις που είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε χάρη σε ιταλούς συντρόφους που ζουν και αγωνίζονται στην Euskal Herria γύρω από την τρέχουσα κατάσταση στη Χώρα των Βάσκων και τον αγώνα για ανεξαρτησία και σοσιαλισμό. Σε αυτή τη συνέντευξη θέσαμε κάποιες ερωτήσεις στον Jon Iurrebaso Atutxa, πρώην πολιτικό κρατούμενο βάσκο και πρώην μαχητή της Ε.Τ.Α. σχετικά με τη λεγόμενη ειρηνευτική διαδικασία και τις συνέπειές της. Για να διαβάσετε την πρώτη συνέντευξη με τον Sendoa Jurado σχετικά με το Κίνημα για την Αμνηστία και ενάντια στην Καταστολή, κάντε κλικ qui.

Il “Processo di Pace” è una formula del capitale. Intervista a Jon Iurrebaso Atutxa

1.- Μας εξηγείς εν συντομία την αγωνιστική πορεία σου στη βασκική αριστερά;

Το Κίνημα Εθνικής Απελευθέρωσης των Βάσκων, θέλω να πω ότι το δικό μου είναι το ίδιο μαχητικό μονοπάτι που πολλοί από τους συντρόφους μου πραγματοποίησαν στο Βασκικό Κίνημα Εθνικής Απελευθέρωσης. Όσον αφορά εμένα, τόσο όσον αφορά την δέσμευση όσο και τον αριθμό των ετών στράτευσης, έχω αγωνιστεί στην ΕΤΑ, στην Βασκική Σοσιαλιστική Επαναστατική Οργάνωση Εθνικής Απελευθέρωσης (Nazio Askapenerako Euskal Erakunde Sozialista Iraultzailea), στο Euskadi Ta Askatasuna. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο συνελήφθην, δικάστηκα και φυλακίστηκα τρεις φορές, τόσο στα ισπανικό κράτος όσο και στο γαλλικό. Ήμουν φυγάς δύο φορές και ήμουν επίσης μέλος άλλων οργανώσεων του Ε.Ν.Α.Μ., ακριβώς όπως και πολλοί άλλοι βάσκοι επαναστάτες μαχητές, όπως αναφέρθηκε παραπάνω.

2.- Πώς γεννήθηκε η αποκαλούμενη ειρηνευτική διαδικασία και πώς την αντιλήφθηκε το βασκικό κίνημα;

Είναι ένα ευρύ και σύνθετο ζήτημα-ερώτημα για να μπορέσω να απαντήσω σε τέσσερις γραμμές. Παρ ‘όλα αυτά, θα προσπαθήσω να διευκρινίσω ορισμένα σημεία, πάντα σύμφωνα με την άποψή μου και σε σχέση με την αγωνιστική μου εμπειρία, διότι δεν σκοπεύω να μιλήσω γι’ αυτό παρά μόνο στο όνομά μου. Θα μιλήσω σε προσωπικό επίπεδο, ως επαναστάτης μαχητής, στο όνομα καμιάς οργάνωσης.

Αρχικά θα ασχοληθώ με την «Ειρηνευτική Διαδικασία» (P.d.P.). Για να αναλύσουμε λίγο τον όρο αυτό αρκεί να διευκρινίσουμε εκείνο που κρύβεται μέσα του, στην Euskal Herria όπως στην Ιρλανδία, στη Βόρεια Αφρική, στο Σαλβαδόρ, στη Γουατεμάλα και σε κάθε γωνιά του κόσμου … Στις χώρες αυτές δεν χρησιμοποιήθηκε συστηματικά η ίδια μαγική φόρμουλα, ο ιμπεριαλισμός έχει χρησιμοποιήσει κάποια άλλη μεταμφίεση, αλλά όλες αυτές οι διαδικασίες, κατά τη γνώμη μου, έχουν το ίδιο εμπορικό-εργοστασιακό σήμα, ακόμη και αν έχουν αναπτυχθεί σε διαφορετικό χρόνο, σε μια διαφορετική απόσταση και σε διαφορετικό πολιτικό πλαίσιο και συγκυρία. Με λίγα λόγια, τι περιέχει η Ειρηνευτική Διαδικασία; Απλά, την αποδοχή της ήττας από πλευράς των επαναστατικών δυνάμεων. Εάν σε μια ειρηνευτική διαδικασία μια επαναστατική δύναμη αφήνει τα οικονομικά μέσα παραγωγής στα χέρια του εχθρού και ακέραιο το καταπιεστικό-κατασταλτικό σύστημα, αν όλα συνεχίζουν να εξαρτώνται από το κεφάλαιο, εάν αποδέχεται την «Ειρήνη», άδεια λέξη, γυμνή, μακρινή από τον ταξικό αγώνα, ως αφηρημένο γεγονός … όλα έχουν τελειώσει. Πρώτα έχασαν ιδεολογικά, επειδή παρέδωσαν τα θεωρητικά όπλα πριν ακόμα από τα υλικά. Χώθηκαν μέσα σε μια στρατηγική ήττα, μερικές φορές χωρίς να το συνειδητοποιήσουν. Είναι σκληρό να λέμε αυτό, αλλά είναι η αλήθεια. Οι επαναστάτες όλου του κόσμου πρέπει να το γνωρίζουν, ειδικά τώρα, διότι στην Κολομβία, για άλλη μια φορά, έχει αποδειχθεί σε τι πράγμα οι «Ειρηνευτικές Διαδικασίες» που προωθούνται από τον ιμπεριαλισμό συνίστανται πραγματικά.

Θέλω να πω ότι δεν είναι αλήθεια ότι σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή μια επαναστατική και απελευθερωτική διαδικασία πρέπει σε κάθε περίπτωση (ναι ή ναι) να υποχωρήσει μπροστά στο κεφάλαιο, παίρνοντας ως πρόσχημα την επαναστατική δύναμη και τις υποτιθέμενες γενικές συνθήκες, δεν καταλαβαίνω σε ποια καταστροφική κατάσταση ζουν. Αυτή η παραίτηση-παράδοση μπορεί να συγκαλυφθεί με πολλούς τρόπους: «Βλέποντας και λαμβάνοντας υπόψη ότι η ώρα των όπλων έχει περάσει, με απλά πολιτικά μέσα μπορούμε να αποκτήσουμε εκείνο που με τα όπλα δεν καταφέραμε …», «Ο ένοπλος αγώνας δεν είναι ηθικός», “Μπορούμε να ξεκινήσουμε τη διαδρομή μέσα από τα θεσμικά όργανα», «Πρέπει να οικοδομήσουμε συμμαχίες για να κρύψουμε κάποιες ρωγμές», «Χωρίς μια συμφωνία με την αστική τάξη δεν θα υπάρξει πρόοδος». Η φιλοσοφία του «εφικτού», εκείνη που φτάνει με τους στόχους του καπιταλισμού ή με εκείνους των χωρών καταπιεστών. Συμβιβαστική στάση, ποσιμπιλισμός λοιπόν. Ή βάζοντας κατά μέρος την επαναστατική ηθική και την επαναστατική αισθητική, ενώ οι αξίες και οι φιλοσοφικές έννοιες της μπουρζουαζίας εξαπλώνονται σιγά-σιγά … και ένα μεγάλο κλπ..

bj

Σε κάθε περίπτωση, το μονοπώλιο της βίας παραμένει στα χέρια του κεφαλαίου, ενώ τα καταπιεσμένα έθνη πρέπει να καταστρέψουν ή να παραδώσουν τα αμυντικά τους εργαλεία στο κεφάλαιο. Το ότι η δομή o μηχανισμός και η μορφή του κράτους (για την ακρίβεια η μορφή του κράτους του κεφαλαίου) δεν αλλάζει είναι πράγμα που αποδεικνύεται στα έθνη που αναφέρθηκαν παραπάνω και σε όλες τις ειρηνευτικές διαδικασίες. Από την άλλη πλευρά, έχει αποδειχθεί ότι η μπουρζουαζία, η ολιγαρχία, τα μονοπώλια του διεθνούς κεφαλαίου ή όποια κι αν είναι η οντότητα / η κατάσταση ενισχύονται από την ειρηνευτική διαδικασία. Με λίγα λόγια, η «Ειρηνευτική Διαδικασία» είναι μια φόρμουλα του κεφαλαίου, μια νίκη της πλειοψηφίας, για να αποφευχθεί η επανάσταση των εργαζομένων στη χώρα. Αυτές οι σάπιες υποτιθέμενες «ειρηνευτικές διαδικασίες» υπήρξαν εργαλεία πολέμου του ιμπεριαλισμού. Χωρίς εξαιρέσεις.

Εάν το κεφάλαιο δεν επιτύχει το στόχο του μέσω της «Διαδικασίας Ειρήνευσης», μπορεί πάντα να κάνει εκείνο που έκανε με τους Ταμίλ τίγρεις και με το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού του ή με εκείνο που κάνει με την Παλαιστίνη. Για την εργαζόμενη τάξη και την καταπιεσμένη χώρα ο καπιταλισμός είναι βαρβαρότητα. Για το κεφάλαιο και την αστική τάξη, αντιθέτως, η αγριότητα συνίσταται στην οικειοποίηση του μέλλοντος τους από την εργαζόμενη τάξη και τους καταπιεσμένους. Δεν είναι καθόλου περίπλοκο. Δεν θα παραχωρήσουν εύκολα τα προνόμιά τους. Θα αμυνθούν με όλα τα όπλα που κατέχουν. Προσωπικά πιστεύω ότι θα πρέπει να κάνουμε το ίδιο πράγμα. Και θα πρέπει να είμαστε σαφείς ότι ο ισχύων νόμος είναι ο νόμος του κεφαλαίου και των κατακτητών, που είναι ο νόμος των ιμπεριαλιστών. Είμαστε ακριβώς εμείς εκείνοι που είναι απόλυτα νομιμοποιημένοι να αγωνιστούμε και να αμυνθούμε.

Τούτου λεχθέντος, γιατί φτάσαμε σε διαφορετικές ειρηνευτικές διαδικασίες στην Euskal Herria; Υπάρχουν αρκετές διαδικασίες αυτού του τύπου: αυτή που πραγματοποιήθηκε στην Αλγερία (αποκαλούμενη «Οι συνομιλίες του Αλγερίου», του 1989), εκείνη που αποκαλούν «Lizarra Garazi» (από το 1998-στο 1999) και η τελευταία, που διεξήχθη από το 2005 έως το 2007. Η Ειρηνευτική Διαδικασία προέρχεται από τη Στρατηγική της Διαπραγμάτευσης (S.d.N.). Τα τελευταία 60 χρόνια, για την ακρίβεια απ’ όταν γεννήθηκε η ΕΤΑ, διεξήχθησαν συζητήσεις και διασπάσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας απελευθέρωσης των Βάσκων τόσο όσον αφορά στην πολιτική θέση, όσο και στην ιδεολογική και τακτική, και όσον αφορά στη στρατηγική, όπως εξ άλλου συνέβη και σε άλλες χώρες. Θα ήταν λίγο μακρύ να μιλήσουμε για όλο αυτό τώρα. Ωστόσο, τουλάχιστον, θα δώσω τη γνώμη μου σχετικά με την Στρατηγική των Διαπραγματεύσεων. Η S.d.N. και το P.d.P. είναι αδελφός και αδελφή και αμφότεροι είναι παιδιά του κεφαλαίου, αλλά όχι μόνο του κεφαλαίου. Γιατί; Επειδή η σοσιαλδημοκρατία, ο ρεφορμισμός, ο οπορτουνισμός και διάφοροι τομείς της αστικής τάξης προωθούν, βοηθούν και επικροτούν, χειροκροτούν. Χιλιάδες άνθρωποι της βασκικής εθνικιστικής αριστεράς (Ezker Abertzalea) πίστεψαν ειλικρινά ότι θα είχαμε αγωνιστεί (συμπεριλαμβανομένου του ένοπλου αγώνα) κατά της Γαλλίας, κατά της Ισπανίας και κατά του κεφαλαίου μέχρι να επιτύχουμε την ανεξαρτησία και τον σοσιαλισμό. Η αλήθεια υπήρξε πιο σκληρή, απάνθρωπη, και εξακολουθεί να είναι. Υπήρξε μια προσπάθεια να αποδυναμωθούν και να εξολοθρευτούν όλοι οι επαναστατικοί αγώνες, και σχεδόν κατάφεραν να επιτευχθεί ο στόχος τους, καταστρέφοντας το Κίνημα Εθνικής Απελευθέρωσης των Βάσκων (Ε.Ν.Α.Μ.- Euskal Nazio Askapenerako Mugimendua). Αλλά πολλοί έχουν πει «ΟΧΙ» σε αυτή την προδοσία και σε αυτή την επαίσχυντη παράδοση. Και συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε για τους παντοτινούς στόχους : την ανεξαρτησία, τον σοσιαλισμό, την ανάκτηση / την επανοικειοποίηση της βασκικής γλώσσας (την euskara) και την εθνική επανένωση.

Η Στρατηγική της Διαπραγμάτευσης δεν μπόρεσε ποτέ να είναι ένα τακτικό εργαλείο ικανό να επιτύχει ικανοποιητικά αποτελέσματα, διότι το κεφάλαιο και οι σύμμαχοί του είχαν / έχουν πλήρως υπό έλεγχο την ίδια την Ειρηνευτική Διαδικασία. Και πολύ λιγότερο όταν η S.d.N. και η P.d.P. μετατράπηκαν σε ένα στόχο. Οπότε έλαβε τέλος η επαναστατική θέση του Ε.Ν.Α.Μ. Το ίδιο το Ε.Ν.Α.Μ., στο σύνολό του, έπρεπε να γνωρίζει ότι το κεφάλαιο και οι σύμμαχοί του είχαν εφεύρει τη Στρατηγική της Διαπραγμάτευσης, και ότι η P.d.P. [Ειρηνευτική Διαδικασία] δεν ήταν παρά ένα δηλητηριώδες σύνθημα. Μερικοί από το Ε.Ν.Α.Μ. ναι το γνώριζαν, και αρκετά καλά μεταξύ άλλων. Η ρεφορμιστική, οπορτουνιστική, possibilist και υποχωρητική ηγεσία του ξεπουλήματος γνώριζαν όλα αυτά επακριβώς. Εμείς, επαναστατικοί τομείς του Ε.Ν.Α.Μ., δεν είχαμε τις επαρκείς θεωρητικές και στρατηγικές ικανότητες για να κατανοήσουμε όλο αυτό, ήταν το τρομερό λάθος μας. Κάναμε αυτοκριτική, σε βάθος, για το λόγο αυτό συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε, να διορθώνουμε τα λάθη που έγιναν στα προηγούμενα στάδια με όλη την ελευθερία δράσης. Μάθαμε λανθάνοντας και τώρα ξέρουμε ότι πρέπει να μελετήσουμε σε βάθος την επαναστατική θεωρία, πρέπει να συνεχίσουμε τον θεωρητικό-ιδεολογικό αγώνα δίχως έλεος. Πρέπει πάντα να πολεμούμε την ηγεμονία της μικροαστικής τάξης, με νύχια και με δόντια, για να εγγυηθούμε την ηγεσία από πλευράς της βασκικής εργαζόμενης τάξης κατά τη διάρκεια της επαναστατικής απελευθερωτικής διαδικασίας, για την ακρίβεια το βασκικό προλεταριάτο.

Λοιπόν, πώς το πήρε το Ε.Ν.Α.Μ.; Λέω ότι η S.d.N. έτρεχε από το 1988, επομένως εκείνοι που την οδήγησαν ήξεραν ότι δεν θα ωφελήσει τη Χώρα των Βάσκων, αλλά οι μεταρρυθμιστές-ρεφορμιστές της Ezker Abertzalea, οι σοσιαλδημοκράτες και η μικροαστική τάξη είχαν ήδη κάνει την επιλογή τους. Μιλώντας με σαφήνεια και ειλικρίνεια, μια οποιαδήποτε επαναστατική δομή πρέπει να γνωρίζει ότι ο κύριος στόχος της Ειρηνευτικής Διαδικασίας είναι η παράδοση των όπλων, διότι αυτό ακριβώς είναι το πιο σημαντικό εργαλείο που το κεφάλαιο, τα κράτη και το σύστημα που οργανώνονται από αυτό δεν μπορούν να αποδεχθούν. Και δεν μιλάμε για ένοπλο αγώνα ως ένα τοτέμ, αλλά ως ένα μέσο, μια μορφή αγώνα, που πρέπει επομένως να γίνει κατανοητή ως μια ολοκληρωμένη και αναπόσπαστη επαναστατική στρατηγική στην υπηρεσία του σοσιαλισμού και της ανεξαρτησίας.

 

DoNgHJNX0AA62FX

Όπως αναφέρθηκε, ορισμένοι επέλεξαν από καιρό να εγκαταλείψουν τον ένοπλο αγώνα και τα λαϊκά κινήματα (και άλλα πράγματα) για να εισέλθουν στο γαλλικό και ισπανικό σύστημα. Οι άλλοι ούτε που το φαντάζονταν όλο αυτό. Πίστευαν ειλικρινά, αθώα θα λέγαμε τώρα, ότι η Στρατηγική της Διαπραγμάτευσης θα μας είχε οδηγήσει στη νίκη. Αφού είδαμε κάποια από τα πράγματα που έγιναν αυτά τα τελευταία χρόνια (ή δεν έγιναν, κατά περίπτωση), όλο αυτό μας οδήγησε στο να σκεφτούμε ότι το Ε.Ν.Α.Μ. τελείωσε όπως έπρεπε να τελειώσει. Γιατί; Λόγω μιας τρομερής έλλειψης κατάρτισης, επειδή ο πολιτικο-στρατιωτικός αγώνας δεν είχε καθιερώσει / συνεισφέρει επαρκείς συζητήσεις, διότι το γαλλικό και το ισπανικό σύστημα επιτέθηκαν στη Χώρα των Βάσκων πολιτισμικά, οικονομικά και με την καταστολή, ενώ η μπουρζουαζία και η μικροαστική τάξη έκαναν / κάνουν τη δουλειά τους. Και επίσης διότι, εκείνη τον καιρό, δεν προετοιμάσαμε και δεν εξοπλίσαμε επαρκώς την αντίσταση με την επαναστατική θεωρία, όπως συνέβη εξάλλου σε πολλές άλλες χώρες. Δηλαδή, εάν οι στόχοι μας είναι η ανεξαρτησία και ο σοσιαλισμός, γιατί να μην δημιουργήσουμε μια επαναστατική κομμουνιστική δομή, ακόμα περισσότερο όταν η δημιουργία της δεν έρχονταν σε αντίθεση με τον ένοπλο πολιτικο-στρατιωτικό αγώνα;

Είναι προφανές ότι ο αγώνας που πρέπει να συνεχίσουμε πρέπει να είναι ένας ολοκληρωμένος αγώνας, ο οποίος αναπόφευκτα περνά κατ ‘ανάγκην μέσα από την κατασκευή του Βασκικού Σοσιαλιστικού Κράτους. Και για άλλη μια φορά διαπιστώθηκε σαφώς ότι τα συμφέροντα της βασκικής μπουρζουαζίας και εκείνα της βασκικής εργαζόμενης τάξης είναι ανταγωνιστικά, κι ας λένε ότι είναι όλοι βάσκοι.

3.- Ποιοι ήταν οι στόχοι της αλλαγής της στρατηγικής και ποιες, κατά την άποψή σου, είναι οι υποτιμημένες αντιφάσεις που οδήγησαν στην αποτυχία της;

Όσον αφορά το πρώτο μέρος της ερώτησης, οι λόγοι για τη μεταβολή της στρατηγικής είναι γνωστοί σύμφωνα με τους εκπροσώπους των σοσιαλδημοκρατών (Sortu / EHBildu). Αφενός, μετά τις τζιχαντιστικές επιθέσεις, ο ένοπλος αγώνας δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Από την άλλη πλευρά το πρόβλημα ήταν ο ίδιος ο ένοπλος αγώνας, επειδή εμπόδιζε το μήνυμα του Ε.Ν.Α.Μ. να εξαπλωθεί, να διαχυθεί και να διαδοθεί. Ο βασκικός λαός ήταν ώριμος …Και μιας και ο εχθρός μας αρνούνταν να διαπραγματευτεί με την Ε.Τ.Α. (οι συνέπειες της σύγκρουσης και όχι η αιτία), η Επίσημη Ρεφορμιστική Εθνικιστική Αριστερά προώθησε μερικά μονομερή βήματα: την παράδοση των όπλων, την παράδοση της επαναστατικής θεωρίας, την αποδοχή του νόμου και της νομοθεσίας του εχθρού και ένα μακρύ κλπ. Εν τω μεταξύ έλεγαν ότι θα είχαν ξεκινήσει την πορεία της ανυπακοής, αλλά αυτό που συνέβη είναι προφανές. Δεν αναπτύχθηκε καμία πολιτική αντίσταση, από καμία πλευρά. Η Επίσημη Ρεφορμιστική Εθνικιστική Αριστερά έχει εξαλείψει όλες τις οργανώσεις του Ε.Ν.Α.Μ. (συμπεριλαμβανομένης της E.T.A.) και ενσωματώθηκε στο σύστημα του εχθρού μας. Η Επίσημη Μεταρρυθμιστική Εθνικιστική Αριστερά (Sortu / EHBildu) έχει τώρα αποδεχθεί μια φρανκική μεταρρύθμιση, την οποία στον καιρό της είχε αρνηθεί και απορρίψει, η οποία διευρύνθηκε και αναπτύχθηκε το 1978, με το θάνατο του Φράνκο. Πόσο ακόμη; Μέχρι του σημείου να παρουσιαστούν ως υποψήφιοι στις εκλογές για τον αρχηγό της κυβέρνησης του Βασιλείου της Ισπανίας.

Το Ezker Abertzalea ανέκαθεν ισχυρίζονταν ότι το 1978 η δικτατορία, μέσω μιας συμβολικής μεταρρύθμισης, μεταμορφώθηκε σε ένα κοινοβουλευτικό αστικό μοναρχικό σύστημα (γιατί είναι πάντα μια δικτατορία της αστικής τάξης, προφανώς) και ότι αγνοούνταν τα εθνικά και κοινωνικά δικαιώματα της Χώρας των Βάσκων. Σήμερα το EHBildu θεωρεί το P.S.O.E.-G.A.L. (Partido Socialista Obrero Español-Grupos Antiterroristas de Liberación, Σοσιαλιστικό Εργατικό Ισπανικό Κόμμα-Αντιτρομοκρατική Απελευθερωτική Ομάδα) ως αριστερή δύναμη. Έτσι έχουν τα πράγματα, τόσο ωμά. Εάν αυτό ήταν λίγο, βρισκόμαστε μπροστά σε μια τρομερή οικονομική και πολιτική κρίση. Ορισμένοι την παρομοιάζουν με εκείνη του είκοσι εννέα του περασμένου αιώνα, εκείνη του 1929, και ισχυρίζονται ότι αυτή η τελευταία μεγάλη κρίση οδήγησε στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, επειδή το κεφάλαιο ήθελε να βάλει τα πράγματα πίσω στη θέση τους. Υπό αυτή την έννοια είναι λογικό να πιστεύουμε ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αυτή η κρίση πρέπει να περάσει στην Euskal Herria. Τώρα δεν έχει πλέον νόημα να κάνουμε το παιδί του P.N.V. που τάχει χάσει: «Σφάλαμε, συγγνώμη …». Όλοι θα πρέπει να επιλέξουμε. Με ποιον είμαστε; Με την εργαζόμενη τάξη; «Με όλους»; «Με την Euskal Herria»; Αυτό που λέμε είναι απλό: δεν υπάρχει απελευθέρωση, αν δεν υπάρχει πλήρης απελευθέρωση. Δεν μας μένει τίποτα άλλο να κάνουμε από το να οικοδομήσουμε ένα Βασκικό Σοσιαλιστικό Κράτος. Και για την επίτευξη της ανεξαρτησίας και του σοσιαλισμού είναι απαραίτητη η επανάσταση. Ο μόνος δρόμος. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

Όσον αφορά το δεύτερο μέρος της ερώτησης, αν κατάλαβα σωστά, με ρωτάτε γιατί ήρθαμε σε αυτήν την κατάσταση. Με άλλα λόγια: το Ε.Ν.Α.Μ. δεν θα μπορούσε να είχε ξεπεράσει τις αντιφάσεις που είχε μέσα του, για να μην φτάσει σε αυτή την κατάσταση;

Προηγουμένως έδωσα μερικά κλειδιά ανάγνωσης. Πάντα κατά τη γνώμη μου. Πριν από τη δεκαετία του ’80 στο Ε.Ν.Α.Μ. υπήρχε η δυνατότητα όχι μόνο να εργαστούμε για την Ανεξαρτησία, αλλά και να εμβαθύνουμε το θέμα του σοσιαλισμού σε κάθε τομέα του κινήματος. Αυτό θα έπρεπε να είναι πρωτίστως μια ευθύνη της E.T.A .. Γιατί; Επειδή ήταν σαφές ότι, εντός του Ε.Ν.Α.Μ., η Ε.Τ.Α. ήταν ο πολιτικός οδηγός της διαδικασίας. Δεν ήταν έτσι, ο ρεφορμισμός και η μικροαστική τάξη άρχισαν να κερδίζουν πολιτικό βάρος και μας οδήγησαν στο σημείο όπου είμαστε σήμερα ή όπου φτάσαμε. Είναι αλήθεια ότι, και πρέπει να λεχθεί χωρίς κόμπλεξ, η κομμουνιστική ευαισθησία (τα διαφορετικά ρεύματα της αριστεράς, αλλά σε κάθε περίπτωση επαναστατικά) δεν γνώριζε ή δεν ήθελε να δημιουργήσει μια κομμουνιστική δομή. Κατά τη γνώμη μου υπάρχουν μερικοί κύριοι λόγοι. Ο ένας είναι ότι ζούμε σε ένα καπιταλιστικό κέντρο του κόσμου. Έχουμε περάσει από περιόδους πολέμου, αλλά πολλοί βάσκοι έχουν συσσωρεύσει πλούτη από γενιά σε γενιά, και η φιλοσοφία που όλα αυτά συνεπάγονται είναι πολύ αστική … Από την άλλη πλευρά, μπροστά στις αντιφάσεις προέκυπτε ένα διαδεδομένο συναίσθημα: «Πρέπει να οδηγήσουμε μπροστά όλη την παράγκα». Είναι ένας τρόπος να το πούμε. Μια ιδεολογία διαταξική. «Πρέπει να κερδίσουμε την ελευθερία όλων». Όλοι μαζί, στην εθνική ένωση …

Σίγουρα, ποια απελευθέρωση; Εθνική; Κοινωνική; Στον 21ο αιώνα η μπουρζουαζία ενός έθνους δεν έχει άλλη επιλογή (και ούτε την θέλει) εκτός από το να πολεμήσει με μερικούς από τους ταξικούς εχθρούς της. Έτσι το να συμμαχούμε με την αστική τάξη είναι μια μεγάλη παγίδα. Η εργαζόμενη τάξη ενός καταπιεσμένου έθνους πρέπει να κρατήσει τα σύμβολα του σοσιαλισμού και της ανεξαρτησίας ψηλά, όρθια και με ψηλά το κεφάλι. Θα πρέπει επίσης να ειπωθεί ξακάθαρα, σαφώς, ότι αυτοί οι καταπιεσμένοι δεν θα πάρουν ποτέ μέρος σε μικρούς ή μεγάλους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, αντίθετα, θα πάρουν μέρος με την παγκόσμια εργαζόμενη τάξη. Δεν είναι αλήθεια ότι πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα στον «δικό μας κόσμο». Τι είναι τότε ο «κόσμος των άλλων»; Δεν θα υπάρξει ειρήνη σε αυτό τον πλανήτη μας όσο θα υπάρχει καταπίεση. Πρέπει να τερματίσουμε κάθε καταπίεση,να θέσουμε τέλος. Δεν υπάρχει μέλλον δίχως τον έλεγχο των καταπιεσμένων σε όλους τους τομείς και τα συμφραζόμενα, τις συγκυρίες και τα περιβάλλοντα. Εάν δεν είμαστε σε θέση να πάρουμε, να διατηρήσουμε και να αναπτύξουμε τη δύναμη-την εξουσία των καταπιεσμένων, είμαστε χαμένοι. Ή εμείς ή εσείς. Δεν υπάρχει μέση οδός.

IMG 20190125 211859 compressed

4.- Πόσο οι υποκειμενικότητες που οδήγησαν τη διαδικασία καθόρισαν την γραμμή της και πόσο αντιθέτως ο αφοπλισμός απαντούσε σε ένα ευρέως διαδεδομένο αίτημα μέσα στη βασκική κοινωνία;

Εδώ, σε αυτόν τον αγώνα, υπήρξαν και υπάρχουν προσεγγίσεις ταξικές ή υπο-ταξικές, τόσο από πλευράς Γαλλίας και Ισπανίας όσο και από την Euskal Herria. Η ανάπτυξη της ταξικής πάλης στην Euskal Herria, εξάλλου. Αυτά είναι τα πράγματα. Η ανώτερη αστική τάξη και πάνω απ ‘όλα η φιλοσοφία της μικροαστικής τάξης υπήρξαν μόνιμα παρούσες από τότε που γεννήθηκε η ΕΤΑ. Στην οργάνωση (στην ΕΤΑ), ειδικά στα πρώτα 15-20 χρόνια, διεξήχθησαν πολλές συζητήσεις σχετικά με την κατάσταση στην οποία πάσχει η Βασκική Χώρα. Είναι ένα έθνος η Euskal Herria; Αν είναι, ποια Euskal Herria θέλουμε; Θέλουμε μια δημοκρατία σαν αυτή που μας καταπιέζει; Στο τέλος ορίστηκαν τα υποκείμενα και οι στόχοι. Για πολλά χρόνια ο στόχος ήταν εκείνος να κάνουμε την σοσιαλιστική επανάσταση στην Euskal Herria. Το υποκείμενο η βασκική εργαζόμενη τάξη και γενικότερα ο βάσκος εργαζόμενος. Και για τα επόμενα χρόνια … αυτό που μόλις είπαμε. Το βασιλεύον Κεφάλαιο. Η θριαμβεύουσα μπουρζουαζία, η νικηφόρα. Αυτή τη στιγμή.

Η κοινωνία των Βάσκων ζητούσε από την Ε.Τ.Α. να αφήσει τα όπλα; Κατά τη γνώμη μου δεν είναι καθόλου ηθικό να τίθεται η ερώτηση με αυτό τον τρόπο. Μήπως διηγηθήκαμε την ιστορία με αυτόν τον τρόπο; Η E.T.A. παρέδωσε τον εξοπλισμό της και την επαναστατική της θεωρία επειδή το ήθελε, ή καλύτερα επειδή οι μαχητές της εποχής εκείνης αποφάσισαν να το κάνουν, λόγω των απειλών (επειδή είχαν επιλέξει κάποιες στρατηγικές αλλαγές) ή με δική τους βούληση.

Σε κάθε περίπτωση, η κοινωνία των Βάσκων ήθελε πολλά πράγματα, εκτός από το γεγονός να μην υπάρχουν κάποιοι στόχοι. Δεν ήθελε ανεργία, ήθελε μια ποιοτική δημόσια υγεία, ένα αξιοπρεπές μισθό, η euskara να είναι η επίσημη γλώσσα σε ολόκληρη τη Χώρα των Βάσκων, όλοι να μπορούμε να έχουμε μια αξιοπρεπή οικιστική διαβίωση … συνεχίζω; Μπορώ να συνεχίσω λέγοντας πολλά ακόμη. Εάν στηρίζεσαι στο κράτος, εάν λογαριάζεις σε αυτό, στο πολιτικό κόμμα και στην εκκλησία για να διαδώσεις μαζικά και επικοινωνιακά μια επιθυμία (για παράδειγμα αυτή την επιθυμία της βασκικής κοινωνίας), αυτό θα μετατραπεί σε μια ουσιαστική εντολή σε μια δεδομένη στιγμή. Για να την χρησιμοποιήσεις, επιπλέον, όποτε θέλεις και με την ένταση που επιθυμείς.

Ποιος λέει ότι η βασκική κοινωνία διεκδικούσε τον αφοπλισμό της Ε.Τ.Α. και την εξαφάνιση των δυναμικών της πορείας προς την ανεξαρτησία και τον σοσιαλισμό; Αν η βασκική κοινωνία δεν διεκδικούσε αυτό, γιατί εκείνοι που έκαναν ένα πραγματικό πραξικόπημα για στρατηγική αλλαγή διακήρυξαν την ανυπακοή και δεν έχουν κάνει ούτε ένα βήμα από τότε; Είναι προφανές. Επειδή το γαλλικό και το ισπανικό κράτη συμφωνούσαν και συμφωνούν να μην ξεπεράσουν τα ανυπέρβλητα σύνορα-περιθώρια στην Euskal Herria. Σήμερα εκείνο το Ε.Ν.Α.Μ. που ήταν στην πρώτη γραμμή ενάντια στο ευρωπαϊκό κεφάλαιο και ενάντια στον ιμπεριαλισμό δεν υπάρχει πλέον. Αυτό που έχουμε σήμερα είναι απλό: είναι τα δημοκρατικά συστήματα που μας καταλαμβάνουν και που θεωρούν αριστερό το κόμμα P.S.O.E.-G.A.L. (Partido Socialista Obrero Español – Grupos Antiterroristas de Liberación). Είναι σχιζοφρενικό να λέμε ότι θα απελευθερωθούμε από αυτά τα ίδια συστήματα, σεβόμενοι τη νομοθεσία τους και μειλίχια και ηπίως να αποτελούμε μέρος των δομών τους που διατηρούν την εθνική και κοινωνική καταπίεση που υποφέρουμε. Εδώ πραγματοποιήθηκε η ταξική πάλη και ο αγώνας αυτός μόλις ξεκίνησε.

5.- Από απόσταση έχει κανείς την εντύπωση ότι η ειρηνευτική διαδικασία συμπίπτει με σχεδόν ένα διαζύγιο μεταξύ των δύο ιστορικών πυλώνων του βασκικού κινήματος: τον σοσιαλισμό και την ανεξαρτησία. Πιστεύεις ότι είναι αλήθεια; Και αν ναι, γιατί;

Γαλλία και Ισπανία εκτελούν κάθε είδους κατοχή απέναντι στην Euskal Herria, πρέπει να εντοπιστούν άλλες παράμετροι, δηλαδή ότι η ουσία της υπόθεσης έγκειται στην κατοχή και την καταπίεση της Ισπανίας και της Γαλλίας κατά της βασκικής εργαζόμενης τάξης, και σε τίποτα άλλο. Από τη μία πλευρά υπάρχουν οι σοσιαλδημοκράτες, οι γραφειοκράτες, η μικρή και η ανώτερη βασκική μπουρζουαζία, από την άλλη οι ομόλογοι τους στη Γαλλία και την Ισπανία, αλλά δεν είναι εχθροί μεταξύ τους, τουλάχιστον να μην διεξάγουν έναν ταξικό πόλεμο. Εκτός αυτού, λίγοι στη Γαλλία και την Ισπανία είναι έτοιμοι να δουν με σεβασμό τη βασκική επανάσταση. Επομένως, για να προωθηθεί η βασκική επανάσταση υπάρχουν η βασκική εργαζόμενη τάξη, το βασκικό προλεταριάτο και οι ζώνες των πόλεων. Όλα αυτά τα υποκείμενα αποτελούν τον εργαζόμενο βασκικό λαό. Αυτό είναι το πανόραμα.

Συνεχίζοντας στην ίδια γραμμή, το EHBildu έχει ενσωματωθεί στο σύστημα που μας καταπιέζει και μας έχει καταλάβει. Αποδέχθηκε τη δημοκρατία και τα συντάγματά τους και δεν είναι έτοιμο να ξεπεράσει τα όρια που θέτουν τα δύο αυτά κράτη. Αλλά ταυτόχρονα λένε ότι μόλις πετύχουν την ανεξαρτησία της Euskal Herria θα απαλλαγούν από όλες τις άλλες καταπιέσεις. Μια απλή ερώτηση: μα πώς είναι δυνατό να το κάνουν μέσα από το σύστημα των εχθρών μας; Η βασκική μπουρζουαζία έχει ταλέντο να κινείται μέσα σε αυτά τα σάπια νερά, και αυτοί οι σοσιαλδημοκράτες φθάνουν αργά με αυτή την κουβέντα, διότι εδώ όλοι γνωριζόμαστε πολύ καλά. Αυτό που συνέβη εδώ είναι αυτό που συνέβη πριν από 40 χρόνια στην Ισπανία: και στην Euskal Herria η μεταρρύθμιση εγκαταστάθηκε και σταθεροποιήθηκε με την άδεια της Επίσημης Ρεφορμιστικής Εθνικιστικής Αριστεράς (Ezker Abertzale Ofizial Erreformista) και με τη δημόσια και ενεργό συμμετοχή της. Εμείς, από την άλλη πλευρά, το λέμε ξεκάθαρα: πάμε να κάνουμε την επανάσταση και αυτό περνά τόσο μέσα από την εθνική ανεξαρτησία όσο και μέσα από την κοινωνική ανεξαρτησία, και θα περάσουμε πέρα από κάθε ανυπέρβλητο όριο, ναι ή ναι. Θα αγωνιστούμε χωρίς ανάπαυλα μέχρι να πετύχουμε την πλήρη νίκη του εργαζόμενου λαού των Βάσκων. Δεν υπάρχει μέση οδός. Όπως πάντα λέγαμε στην ETΑ: «Ελευθερία ή θάνατος! Επανάσταση ή θάνατος! «.

6.- H γνώμη σου για τη διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Καταλονία-Catalunya και τα διαταξικά χαρακτηριστικά της;

Όταν ο δικτάτορας Francisco Franco αποφάσισε να αποκαταστήσει τη μοναρχία, αποδέχτηκαν το σύνταγμα του 1978. Ως αποτέλεσμα η Καταλονία εισήχθη πλήρως στο νεοφρανκικό σύστημα: από την μια η καταλανική αστική τάξη έφτιαξε σύμφωνο με την ισπανική ολιγαρχία, προκειμένου να μπορεί να απολαμβάνει μια λιγάκι ευρύτερη αυτονομία, και από την άλλη τα ρεφορμιστικά κόμματα της εργαζόμενης καταλανικής τάξης, το σοσιαλιστικό P.S.C. και το ευρωκομουνιστικό P.S.C.U., βούτηξαν ολοταχώς στη «δημοκρατία». Εκείνοι που παρέμειναν εκτός αυτής της συναίνεσης είχαν υποβαθμιστεί. Για πολλά χρόνια η θέληση για ανεξαρτησία ήταν μειοψηφική.

Αυτή η θεσμική συμφωνία έσπασε το 2011 από το Λαϊκό Κόμμα, το Partido Popular του José María Asnar και του Mariano Rajoy. Ως αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος της καταλανικής μπουρζουαζίας αποφάσισε να παίξει το χαρτί της ηγεμονίας-κυριαρχίας, βλέποντας πως μια μεγάλη πλειοψηφία καταλανών εργαζομένων ενώνονταν στον αγώνα για την ανεξαρτησία. Η καταλανική αστική τάξη σκέφτονταν ότι θα μπορούσε να ελέγξει και να κατευθύνει το κίνημα ανεξαρτησίας σύμφωνα με τα συμφέροντά της. Για να επιτύχει μια πλατύτερη αυτονομία στο εσωτερικό του Ισπανικού κράτους, ένα συνομοσπονδιακό καθεστώς-status. Αλλά η Ισπανία δεν μπορεί να το αποδεχτεί με κανέναν τρόπο, καθώς τα πράγματα έγιναν πιο έντονα σε εκείνο το παιχνίδι του Mus, όπου τελικά η καταλανική αστική τάξη στοιχημάτισε τα πάντα σε μια ριψοκίνδυνη κίνηση: στο δημοψήφισμα για την αυτοδιάθεση της 1ης οκτωβρίου 2017.

Τώρα γνωρίζουμε ότι εκείνη την ημέρα η καταλανική αστική τάξη φοβήθηκε, αφενός βλέποντας την αποφασιστικότητα των καταλανών εργαζομένων, το πάθος, το θάρρος στον αγώνα και τη δύναμή τους, και αφετέρου μπροστά στη βίαιη τρομοκρατική καταστολή του Βασιλείου της Ισπανίας. Το σύνολο του κράτους, με επικεφαλής τον βασιλιά Filippo VI, ήταν έτοιμο να προχωρήσει μέχρι τέλους χωρίς να υπολογίζει τους νεκρούς. Και με αυτό όλα τα ισπανικά εθνικιστικά κόμματα συμφωνούσαν, συμπεριλαμβανομένου του P.S.O.E. και των Podemos.

Έτσι η καταλανική αστική τάξη έκανε πίσω, και έμεινε χωρίς μια στρατηγική υπέρ της ανεξαρτησίας. Δεδομένου ότι, τελικά, η υποτιθέμενη αριστερά της ανεξαρτησίας, δηλαδή η C.U.P., δεν ήταν άλλο παρά ένας δορυφόρος της καταλανικής αστικής τάξης.

Συνεπώς, αυτή τη στιγμή, η διαδικασία εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης της Καταλονίας είναι μπλοκαρισμένη, αλλά εγώ δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αργά ή γρήγορα οι καταλανοί εργαζόμενοι θα βρουν το δρόμο τους, εκείνον της ανεξαρτησίας και του σοσιαλισμού, διεκδικώντας και οικοδομώντας την Καταλανική Σοσιαλιστική Δημοκρατία. Αυτό θα αναπτυχθεί με την αλλαγή από το εσωτερικό της ίδιας της C.U.P. και της υπόλοιπης αριστεράς της ανεξαρτησίας ή δημιουργώντας μια νέα επαναστατική δύναμη; Η πρακτική θα απαντήσει στην ερώτηση αυτή.

Εμείς, μετά απ’ όλα αυτά, έχουμε εκφράσει μια πλήρη αλληλεγγύη στους καταλανούς εργαζόμενους, και κοιτάμε με θαυμασμό το μεγάλο και πλατύ μαζικό κίνημα που έχουν δημιουργήσει. Τους λέμε μόνο ένα πράγμα: θεωρώντας ότι η εποχή της αστικής γραμμής-ηγεμονίας για την επίτευξη της ανεξαρτησίας έχει τελειώσει, η καταλανική μπουρζουαζία δεν θα αγωνιστεί για την ανεξαρτησία και ακόμα λιγότερο για τον σοσιαλισμό, γιατί αντιβαίνει στα συμφέροντα της τάξης της. Μόνο η εργαζόμενη τάξη μπορεί να οδηγήσει το καταλανικό έθνος στην ανεξαρτησία, πραγματοποιώντας τη σοσιαλιστική επανάσταση.

P1130523 compressed

7.- Μας εξηγείς ποιες είναι αυτή τη στιγμή οι συνθήκες των βάσκων πολιτικών κρατουμένων;

Η κατάσταση των βάσκων πολιτικών κρατουμένων είναι πολύ σκληρή. Εκείνη η πολιτική πρωτοπορία που εργάστηκε τα τελευταία 60 χρόνια έχει αφήσει ακριβώς εκεί τους μαχητές της, στη φυλακή (υποστηρίζοντας ότι η ισπανική κυβέρνηση δεν ήθελε να διαπραγματευτεί μαζί τους), και η καταπίεση-καταστολή που υφίστανται μαζί με άλλους βάσκους πολιτικούς κρατούμενους είναι όπως και το παρελθόν ή ακόμα πιο βίαιη. Η Ε.Α.Ο.Ε. Ezker Abertzale Ofiziala Erreformista (θυμόμαστε ότι είναι ενσωματωμένοι στην EHBildu) τους διέταξε να αποδεχθούν το πολιτικό σωφρονιστικό νόμο του εχθρού, και πολλοί πολιτικοί κρατούμενοι εργάζονται επάνω σε αυτό. Γνωρίζουμε ότι πολλοί δεν έχουν πάρει αυτό το δρόμο και γνωρίζουμε ότι είναι σε θέση να διατηρήσουν σταθερές την πολιτική και προσωπική αξιοπρέπεια, την ανθρώπινη και πολιτική αλληλεγγύη και τους πολιτικούς τους στόχους. Γνωρίζουμε επίσης ότι 6 βάσκοι πολιτικοί κρατούμενοι δεν είναι πλέον στο E.P.P.K. (Euskal Preso Politikoen Kolektiboa), επειδή δεν συμφωνούν με την πολιτική γραμμή που επέλεξε το E.P.P.K., εκείνο που είναι το ιστορικό E.P.P.K., από την ίδια την Ε.Τ.Α. και γενικότερα από τη βασκική σοσιαλδημοκρατία.

IMG 20180602 115221 325

 

Potrebbe interessarti

    • ||||

      Addio a Immanuel Wallerstein

      È morto ieri all’età di 88 anni il sociologo americano teorico dei Sistemi-Mondo.

      Una vita spesa per smascherare i meccanismi di sfruttamento

    • ||||

      Night boat to Cairo

      Sulle nuove «discese in campo» centriste

      Nella serie TV 1992 (con i seguiti 1993 e a breve 1994) si descrive il periodo

    • ||||

      Amazzonia: non serve a molto pregare

      In questi giorni sui social fioriscono numerosi appelli, grafiche e slogan che hanno come obiettivo di denunciare le gravissime

  • ||||

    Il «salvinismo» sfidato dalla realtà

    Personaggi controversi e viscidi quale un buon esempio è Matteo Salvini, venuto alla ribalta grazie a un’attenta costruzione mediatica

  • ||||

    “Lottare è legittimo. Amnistia totale!” Intervista a Sendoa Jurado

    Pubblichiamo la prima di due interviste che abbiamo avuto l’occasione di condurre grazie a dei compagni italiani che vivono

https://www.infoaut.org/notes/il-processo-di-pace-e-una-formula-del-capitale-intervista-a-jon-iurrebaso-atutxa

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η αναρχία του Fabrizio De André

του Paolo Lago

Che non ci sono poteri buoni. Il pensiero (anche) anarchico di Fabrizio De André – Δεν υπάρχουν καλές εξουσίες. Η [και] αναρχική σκέψη του Fabrizio De André, που επιμελήθηκε ο Paolo Finzi, ειδικό νούμερο του αναρχικού περιοδικού «A», εκδοτικός οίκος A, Milano, 2019, σελ. 196, € 40,00.

Είκοσι χρόνια πλέον, από τον θάνατο του Fabrizio De André, βιβλία που αφιερώνονται στο έργο του και στη βιογραφία του γεννιούνται σαν μανιτάρια, μια πραγματικά ενοχλητική και μονότονη επανάληψη λέξεων και φωτογραφιών που στοχεύουν στη διερεύνηση κάθε πτυχής της ύπαρξης του γενουάτη τραγουδοποιού. Στον De André υπάρχει κίνδυνος να προκύψει αυτό που συνέβη στον Pasolini ο οποίος, σύμφωνα με μια αποτελεσματική έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από έναν μελετητή, έχει μετατραπεί σε ένα είδος «αυγού kinder» της ιταλικής κουλτούρας, υπό την έννοια ότι όλοι αναμένουν να βρουν, εκεί μέσα, την έκπληξη που τους ευχαριστεί περισσότερο, από τους πολιτικούς της δεξιάς μέχρι εκείνους της αριστεράς. Και ο γενουάτης τραγουδοποιός κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα είδος αισθητικής εικόνας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από κάθε πολιτική σημαία, ακόμα και από εκείνες που είναι πιο απομακρυσμένες από την σκέψη του (και το μυαλό τρέχει στις πρόσφατες θετικές παρατηρήσεις, στα όμορφα σχόλια του υπουργού Εσωτερικών). Ωστόσο, έχει κυκλοφορήσει πρόσφατα ένας τόμος που διαφέρει από τα περισσότερα των βιβλίων που αφιερώνονται στην εξέταση των πιο ποικίλων πτυχών του έργου του De André: πρόκειται για μια συλλογή από δοκίμια και συνεντεύξεις που αποσκοπούν στη διερεύνηση της σκέψης του De André από ένα σημείο αμιγώς πολιτικό και κοινωνικό.

Εάν διαβάσουμε το Δεν υπάρχουν καλές εξουσίες. Η [και] αναρχική σκέψη του Fabrizio De André – Che non ci sono poteri buoni. Il pensiero (anche) anarchico di Fabrizio De André, που επιμελήθηκε ο Paolo Finzi, διευθυντής του αναρχικού περιοδικού  «A» – ένα τόμος που αντιπροσωπεύει ακριβώς ένα ιδιαίτερο τεύχος του περιοδικού – συνειδητοποιούμε πόσο δύσκολο είναι να μετατρέψουμε τα τραγούδια του Fabrizio De André σε πολλά «kinder αυγά» που μπορεί να μανουβράρει και να ανοίξει ο καθένας, διότι πίσω από κάθε μεμονωμένη φράση, πίσω από κάθε μεμονωμένη νότα, είναι δυνατό να συναντηθούμε με μια σαφώς καθορισμένη σκέψη υποστηριζόμενη από μια σταθερή ηθική ευθύτητα. Μιλάμε ουσιαστικά για μια ελευθεριακή σκέψη, που στοιχίζεται στην πλευρά των τελευταίων, των περιθωριοποιημένων, αυτών που ουσιαστικά, την εξουσία δεν την έχουν και την αμφισβητούν διαρκώς. Μια σκέψη αναμφισβήτητης αναρχικής προέλευσης: ο De André, παρά την προέλευσή του από μια οικογένεια της ανώτερης μπουρζουαζίας της Γένοβας, έδειξε πάντα, από νεαρή ηλικία, τη συμπάθεια του για την σκέψη και το αναρχικό κίνημα. Με λίγα λόγια, η «σκέψη (και) αναρχική» του De André, όπως δείχνει το βιβλίο που επιμελήθηκε ο Finzi, δεν είναι μια αδιαφόρητη φιλοδοξία για μια ελευθερία ουτοπικής μήτρας, αλλά μάλλον πρόκειται για μια σκέψη υποστηριζόμενη από σταθερές αναγνώσεις αναρχικών μελετητών όπως οι Malatesta, Bakunin, Stirner και από την συναναστροφή αναρχικών αγωνιστών. Το εν λόγω βιβλίο διαφέρει από το σύνολο των άλλων ακριβώς επειδή εξετάζει το έργο και τη ζωή του De André μέσα από το φίλτρο της αναρχίας και της ελευθεριακής σκέψης του τραγουδοποιού: πρόκειται, όπως ήδη αναφέρθηκε, για μια προσέγγιση πολιτικής και κοινωνικής φύσεως.

Ο ίδιος De André, εξάλλου, άρεσε να εισάγει τη λέξη «αναρχία» σε μερικά τραγούδια σε ζωντανή έκδοση, τροποποιώντας το κείμενο. Για παράδειγμα, στο Εάν σε έκοβαν κομμάτια, η λέξη «φαντασία» αντικαθίσταται από την λέξη «αναρχία»: «Και τώρα θα περιμένω αύριο / να έχω νοσταλγία / κυρία ελευθερία, δεσποινίς αναρχία / τόσο πολύτιμη όσο το κρασί όσο το ελεύθερο όσο η θλίψη / με το σύννεφο των αμφιβολιών και της ομορφιάς σου». Ή, στον εύθραυστο Φίλο, στο οποίο η «αναρχία» αντικαθιστά τη λέξη «θα τα ξαναπούμε, γεια σου-arrivederci»: «…Θα μπορούσα να σας ρωτήσω πως λέγεται το σκυλί σας / ο δικός μου είναι εδώ και λίγο καιρό που ονομάζεται Ελεύθερος / Θα μπορούσα να προσλαμβάνω ένα κανίβαλο την ημέρα / για να με διδάσκει την απόσταση μου από τα αστέρια / θα μπορούσα να διασχίζω λίτρα και λίτρα κοραλλιών / για να φθάσω ένα μέρος που να ονομάζεται Αναρχία….». Και, κάτω από τις κόκκινες-μαύρες σημαίες της αναρχίας, τελέστηκαν επίσης αρκετές συναυλίες του De André: μία στη Carrara το 1982, μία στη Napoli το 1991 (υπέρ της »Umanità nova-νέας Ανθρωπότητας» και του »Arivista») αλλά επίσης, πολύ λιγότερο γνωστές, μια στο Rimini το 1975 και μια στη Bologna το 1976.

Στην αρχή του βιβλίου (το οποίο παίρνει τον τίτλο του από ένα στίχο του «In the hour of my freedom-Στην ώρα της ελευθερίας μου», ένα τραγούδι από την Ιστορία ενός υπαλλήλου, ένα concept album του 1973) συναντάμε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη στον De André του 1993, όπου ο τραγουδοποιός μιλά για την προδιάθεση του για κάθε τύπο ελευθεριακού περιβάλλοντος, είτε αυτό εκπροσωπούνταν από τα carruggi [1] της Γένοβας είτε από την ύπαιθρο της Σαρδηνίας, και αυτή η προδιάθεση ωρίμασε και χάρη σε «κουβέντες με ανθρώπους που πίστευαν ανοιχτά στην αναρχία». Και μετά, για την ελευθεριακή φλέβα του συγγραφέα, η ανακάλυψη του George Brassens, του οποίου ο De André μετέφρασε επίσης μερικά τραγούδια, ήταν θεμελιώδης: «Και ο Brassens ήταν επίσης ελευθεριακός, τα τραγούδια του έσκαβαν μέσα στο κοινωνικό. Ο Brassens δεν υπήρξε μόνο ένας δάσκαλος από εκπαιδευτική άποψη, για εκείνο που μπορεί να είναι η τεχνική για την παραγωγή ενός τραγουδιού, ήταν επίσης δάσκαλος της σκέψης και της ζωής. Μου έμαθε για παράδειγμα να αφήνω τους κλέφτες μήλων να τρέχουν, όπως έλεγε αυτός. Μου δίδαξε τελικά ότι την λογική και την αυθεντική κοινωνική συνύπαρξη την βρίσκουμε περισσότερο σε εκείνο το ταπεινωμένο και περιθωριοποιημένο κομμάτι της κοινωνίας μας παρά ανάμεσα στους ισχυρούς».

Όπως αναφέρει ο Paolo Finzi σε μεταγενέστερη συνέντευξή του στον Renzo Sabatini, «η εξαιρετική ανθρώπινη και πολιτισμική του ευαισθησία απέναντι στους πιο »άτυχους» ανθρώπους περιέχει »και τον αναρχισμό του». Σύμφωνα με τον Finzi, «ο Fabrizio δεν περιορίζεται να φέρνει στο φως» τα περιθωριοποιημένα κοινωνικά στρώματα, »αλλά μοιάζει να υποδεικνύει την πορεία της συγκεκριμένης επιβεβαίωσης της αξιοπρέπειάς τους σε αντίθεση με την εξουσία».

Ο σημαντικότερος πυρήνας του τόμου αποτελείται όντως από μια σειρά ραδιοφωνικών συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν από το 2005 έως το 2006 από τον Renzo Sabatini, που τότε κατοικούσε στην Αυστραλία και στη συνέχεια δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Α» από το 2012 έως το 2014. Οι συνεντευξιαζόμενοι είναι όλοι οι χαρακτήρες που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, περιστρέφονται ή περιστράφηκαν γύρω από την φιγούρα του De André: μουσικοί, συγγραφείς, αγωνιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κάθε συνέντευξη ασχολείται με ένα θέμα που συνδέεται με την ελευθεριακή σκέψη του Fabrizio, αγκαλιάζοντας διάφορες θεματικές που σχετίζονται με φιγούρες της περιθωριοποίησης, από κρατούμενους σε πόρνες και τρανσεξουαλικούς, από μετανάστες σε ρομά και τοξικομανείς. Για παράδειγμα, για να εστιαστεί η φιγούρα της γυναίκας στα τραγούδια του τραγουδοποιού, λαμβάνονται συνεντεύξεις από την Carla Corso, ιδρυτή της Επιτροπής για τα Δικαιώματα των ιερόδουλων, και την Gabriella Gagliardo, στρατευμένης για τα δικαιώματα των γυναικών, κυρίως στο Αφγανιστάν. Σύμφωνα με αυτή την τελευταία, εάν σε πολλά τραγούδια, «το αρσενικό, ιδωμένο με έναν πολεμοχαρή τρόπο, επιθετικό, καταχρηστικό, καταγγέλλεται αναμφισβήτητα», στο Θα έρθουν να σε ρωτήσουν για την αγάπη μας, που βρίσκεται στην Ιστορία ενός υπαλλήλου, ο στίχος «θα συνεχίσω να σε κάνω να επιλέγεις ή επιτέλους θα διαλέξεις;» υποδηλώνει ένα είδος συνειδητοποίησης του εαυτού και της ζωής από την πλευρά του θηλυκού χαρακτήρα του τραγουδιού, την δυνατότητα να βγει επιτέλους από τον μύθο (μέσα στον οποίον είναι τυλιγμένες πολλές άλλες γυναικείες φιγούρες του De André από την Nancy στη Marinella) και να εισέλθουν στην ιστορία διαμέσου μιας χειρονομίας που διεκδικεί μια αυτονομία λήψης αποφάσεων.

Μεταξύ των ερωτηθέντων υπάρχουν και πρώην κρατούμενοι οι οποίοι, στη φυλακή του San Vittore, συμμετείχαν στην «παραβατική Oμάδα», μια ομάδα προβληματισμού που εμπλέκει τους κρατούμενους για να τους βοηθήσει στο ανθρώπινο ταξίδι τους και, μέσα σε αυτό, θεμελιώδους σπουδαιότητας ήταν τα τραγούδια του De André, που οδηγούσαν στο να αναλογιστούν επάνω στις αμέτρητες πράξεις ανθρωπιάς (και, μιλώντας για τη φυλακή, ο συγγραφέας αυτής της ανασκόπησης μπορεί να θυμάται με ευχαρίστηση, στο τέλος ενός χρόνου διδακτικής εμπειρίας στη φυλακή, να έχει παίξει με την κιθάρα, μαζί με τους κρατούμενους μαθητές του, τραγούδια όπως Don Raffaè και Στην ώρα της ελευθερίας μου, στο οποίο μπορούμε να ακούσουμε το στίχο: «Να αναπνέω τον ίδιο αέρα / με έναν φύλακα δεν μου κάθεται καλά».

Ένα άλλο σημαντικό θέμα που εξετάζεται είναι ο αντιμιλιταρισμός και ο παραλογισμός των πολέμων, θεματικές που δίδονται παραδειγματικά κυρίως από Τον πόλεμο του Piero και το Fiume Sand Creek, αφιερωμένο, αυτό το τελευταίο, στην εξόντωση των Cheyenne από τον συνταγματάρχη Chivington. Ένα άλλο θέμα αγγίζει την προσοχή που αφιερώνεται από τον De André στον λαό των ρομά, έναν λαό που – έλεγε – θα άξιζε το βραβείο Νόμπελ για την ειρήνη καθώς γυρίζει την Ευρώπη για δύο χιλιάδες χρόνια χωρίς ποτέ να έχει προκαλέσει έναν πόλεμο. Σύμφωνα με τον Santino “Alexian” Spinelli, rom από το Αμπρούτσο, ερευνητή της γλωσσολογίας και μουσικολογίας, καθηγητή του πολιτισμού των Ρομά στο Πανεπιστήμιο της Τεργέστης, με το τραγούδι Khorakhané, που βρίσκεται στο Anime salve (1996), ο De André κατανόησε άριστα την ευαισθησία των Ρομά, θεωρώντας τους επιπλέον φορείς αξιών, σε αντίθεση με την κοινή χυδαιότητα μέσα στην κοινωνία, η οποία τους θεωρεί φορείς προβλημάτων.

Στις συνεντεύξεις αντιμετωπίζεται επίσης και ένα θέμα καυτής επικαιρότητας όπως η μετανάστευση: ο Amara Lakhous, ένας αλγερινός συγγραφέας που ζει στην Ιταλία και αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει όλες τις κακουχίες τις δυσκολίες και τα δεινά των μεταναστών, δηλώνει ότι ο De André, σε μια στιγμή που βλέπει να αντιπαρατίθενται βάναυσα το Ισλάμ και η Δύση, «είναι ένας εξαιρετικός μάρτυρας που μας θυμίζει ότι υπάρχουν κοινά σημεία, υπάρχει μια κοινή ιστορία», μαζί με μια διαφορετικότητα που μετατρέπεται σε πλούτο (σε σχέση πάνω απ’ όλα με τους αραβικούς και ανατολικούς ήχους που υπάρχουν στο άλμπουμ Creuza de mä). Και, όσον αφορά τη μετανάστευση, ο συνεντευκτής Renzo Sabatini θυμάται μια φράση του De André επάνω στο γεγονός ότι, σήμερα, οι άνθρωποι αξίζουν λιγότερο από τα νομίσματα: εάν η χρηματαγορά είναι ελεύθερη, οι άνθρωποι αντιθέτως όχι, »σε κάθε σημείο επιβίβασης πρέπει να διασχίσουν ωκεανούς από σφραγισμένα χαρτιά».

Τέλος, ένα θέμα που συχνά επιστρέφει στις συνεντεύξεις είναι η η αντιστοιχία μεταξύ της Σαρδηνίας και των ιθαγενών αμερικανικών λαών (μια αντιστοιχία που εφαρμόστηκε από τον ίδιο τον τραγουδοποιό στο άλμπουμ που μετονομάστηκε σε L’indiano, του 1981 και, επιπλέον, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο De André έγραψε πολλά τραγούδια στην διάλεκτο της Σαρδηνίας, ειδικά στην παραλλαγή της gallurese): λίγο όπως οι ινδιάνοι, οι οποίοι έχουν περιθωριοποιηθεί και κλείστηκαν στις riserve [2]από τους ευρωπαίους εισβολείς, έτσι οι φτωχότεροι σάρδοι έχουν εκμεταλλευτεί από τους πλούσιους που προέρχονται από την ήπειρο. Και, θύμα μιας απαγωγής μαζί με τη γυναίκα του Dori Ghezzi στο αγρόκτημα τους στη Σαρδηνία, το 1979, ο τραγουδοποιός συγχώρησε τους απαγωγείς του επειδή αντιπροσώπευαν μόνο τα «εργατικά χέρια» του εγκλήματος, αναγκασμένοι να καθίστανται εκτός νόμου από την αναγκαιότητα, από την εκμετάλλευση εντολέων πλούσιων και αδίστακτων. Για άλλη μια φορά, ο αναρχικός και ελευθεριακός De André στάθηκε στην πλευρά των περιθωριοποιημένων, των χαμένων, των «θυμάτων αυτού του κόσμου», όπως έγραψε στην Παλιά Πόλη, La città vecchia, χαρίζοντας τους μια βαθιά αξιοπρέπεια ενάντια στις δυναμικές όλων των εξουσιών.

[1]. carruggio: Στενός δρόμος της πόλης ανάμεσα σε ψηλά κτίρια, χαρακτηριστικός των πόλεων της Λιγουρίας

[2]. riserva: Μια ινδιάνικη riserva δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια κατά το μάλλον ή ήττον μεγάλη έκταση γης στην οποία η δικαιοδοσία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά είναι κατά κάποιο τρόπο περιορισμένη όπου ζουν οι αυτόχθονες φυλές

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

μιλά ο Salvatore Ricciardi στην κατάληψη Terra Incognita

Per Comp greci για τους έλληνες Συντρόφους

= ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ –

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στις γειτονιές της Ρώμης που εκείνη την εποχή ήταν πολύ πολιτικοποιημένες και αριστερές: Garbatella και Testaccio, έγιναν σήμερα γειτονιές μικρής- μεσαίας αστικής τάξης και ψυχαγωγίας. Η γέννησή μου συνέπεσε με την αρχή εκείνης της σφαγής στην οποία το καθεστώς έριξε τη χώρα, τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Ένας πόλεμος, πέρα από μια μεγάλη σφαγή, είναι επίσης μια θύελλα κοινωνικής κινητικότητας. Φτωχοποιεί κάποιους και πλουτίζει άλλους. Όσοι πλουτίζουν είναι οι πιο έξυπνοι, εκείνοι που δεν έχουν ενδοιασμούς, αυτοί που είναι διατεθειμένοι να κλέψουν από τους νεκρούς, να εκμεταλλευτούν την πείνα και τη δυστυχία των άλλων. Μετά από κάθε πόλεμο εμφανίζονται τα χειρότερα στοιχεία της ανθρωπότητας, εκείνοι που γίνονται η νέα άρχουσα τάξη χρήσιμη στην διατήρηση της καπιταλιστικής τάξης.

Στις γειτονιές ήταν συνεχείς οι βίαιες επιθέσεις από ιδιοκτήτες κτιρίων (επιχειρηματίες εργολάβοι) οι οποίοι, σε συνεργασία με τους διοικητικούς διαχειριστές της πόλης, έκλεβαν εκείνο τον λίγο πράσινο και ελεύθερο χώρο που υπήρχε.

Η παραμορφωμένη ανάπτυξη της δεύτερης μεταπολεμικής περιόδου προκάλεσε μια μαζική μετανάστευση στη δεκαετία του ’51 -61: ο Νότος παρουσίαζε ένα αρνητικό δημογραφικό ισοζύγιο 1.700.000 μονάδων. Ο πληθυσμός στο νότο μειώνονταν. Ταυτόχρονα, η πόλη του Τορίνο αύξανε τον πληθυσμό της κατά 50% και η Fiat πολλαπλασίαζε τους υπαλλήλους της από 50.000 στη δεκαετία του ’50 σε 128.000 το 1968, σε 140.000 το ’69. Στη δεκαετία μεταξύ του ’52 και του ’62, περίπου 15.000.000 ιταλοί, περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού, άλλαξαν διαμονή. Ποτέ δεν υπήρξε, μια τόσο μεγάλη κινητικότητα, στη χώρα.

= ΞΑΝΑΡΧΙΖΕΙ Η ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ –

Η δεκαετία του ’50 υπήρξαν χρόνια σκληρής κυβερνητικής καταπίεσης και από τους εργοδότες, η κυβέρνηση ήθελε να εξαλείψει την ταξική σύγκρουση, χτυπώντας τα αριστερά συνδικάτα (Cgil), τo KKI- PCI και το ΣΚΙ-PSI με κάθε δυνατό τρόπο.

Η πρώτη διαδήλωση στην οποία πήρα μέρος τους πρώτους μήνες των χρόνων Εξήντα ήταν κατά της κυβέρνησης Tambroni, όταν οι Χριστιανοδημοκράτες (DC) προσπάθησαν να «ανοιχτούν προς τα δεξιά», τους φασίστες και τους μοναρχικούς.

Πιθανότατα αυτά ήταν τα χαρτιά που έριχνε στο τραπέζι η DC για να πείσει τους σοσιαλιστές να εισέλθουν στον κυβερνητικό χώρο (κεντροαριστερή υπόθεση) τηρώντας ορισμένες προϋποθέσεις: βοήθεια στις επιχειρήσεις, πολιτικές στενότητας για τους προλετάριους και πίστη στον ατλαντισμό, διαφορετικά ήταν έτοιμη η συμμαχία με τους φασίστες και τους μοναρχικούς. Ίσως υπήρχε και το χεράκι του Βατικανού και του Λευκού Οίκου.

Ο Tambroni παρουσιάζεται στην βουλή για να εγκαταστήσει μια μειοψηφική κυβέρνηση με μόνη την DC, αλλά αποκτά τις ψήφους του Msi (κατά γενική ομολογία πρώην φασίστες). Ένταση στη χώρα, και οι φασίστες θέλουν να την καβαλήσουν διοργανώνοντας το συνέδριο του κόμματος στη Γένοβα, χρυσό μετάλλιο της αντίστασης, κόκκινη και εργατική πόλη. Το εργατικό Κέντρο καλεί σε απεργία και πορεία στις 30 ιουνίου η οποία ολοκληρώνεται με συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας, με αυτή την τελευταία να τα βρίσκει σκούρα και τον διοικητή των ομάδων ταχείας επέμβασης-celere (ομάδες αστυνομικών που εκπαιδεύονται να εφορμούν στις διαδηλώσεις) να καταλήγει, heheheh, μέσα στα νερά του συντριβανιού της Piazza De Ferrari. Το Msi αναγκάζεται να ακυρώσει το συνέδριο.

Οι συγκρούσεις συνεχίζονται σε ολόκληρη τη χώρα ενάντια στην κυβέρνηση Tambroni. Στις 6 ιουλίου στη Ρώμη συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας η οποία μάλιστα επιτίθεται στην κεφαλή της πορείας που σχηματίστηκε από παρασημοφορημένους παρτιζάνους, την προηγούμενη ημέρα, στις 5 ιουλίου, η αστυνομία πυροβολεί στην Licata (Σικελία) και σκοτώνει τον Vincenzo Napoli, 25 χρόνων, τραυματίζοντας σοβαρά άλλους είκοσι τέσσερις διαδηλωτές. Στις 7 Ιουλίου, στο Reggio Emilia, η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 5 διαδηλωτές: τον Afro Tondelli (35χρονο εργάτη παρτιζάνο της 76° Sap), τον Lauro Farioli, 22 χρόνων, τον Marino Serri, 41 χρόνων [παρτιζάνο της 76ης Ταξιαρχίας], τον Ovidio Franchi (έναν 19χρονο εργάτη), τον Emilio Reverberi (39 ετών, εργάτη, είχε απολυθεί επειδή ήταν κομμουνιστής το 1951 από τις Officine Meccaniche Reggiane, παρτιζάνος στην 144η Ταξιαρχία).

Στο Palermo η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 4 άτομα, 40 τραυματίστηκαν, 300 προσήχθησαν: τον Francesco Vella (42 ετών, μάστορα οικοδόμο και οργανωτή των οικοδομικών συνδικάτων την ώρα που βοηθούσε ένα νεαρό), τον Giuseppe Malleo (16 ετών, οικοδόμο μαθητευόμενο, στρατευμένο στην κομμουνιστική νεολαία, πέθανε στις 29 δεκεμβρίου. Σκοτώνεται επίσης ο Andrea Gangitano, άνεργος 18χρονος χειρωνάκτης. Την Rosa Barbera 53 χρόνων βρίσκει μια σφαίρα την ώρα που έκλεινε τα παραθυρόφυλλα. Οι τραυματίες από πυροβόλα όπλα είναι 40. Στην Catania, ο Salvatore Novembre, 19 χρόνων, άνεργος, σφαγιάζεται από χτυπήματα γκλομπ στην πλατεία Stesicoro. Καταρρέει αιμόφυρτος στη γη. Ενώ χάνει τις αισθήσεις του ένας αστυνομικός τον πυροβολεί επανειλημμένα, σκόπιμα. Ένα, δύο, τρία χτυπήματα τον μακελεύουν, μέχρι το σημείο να καταστεί αγνώριστος. Η αστυνομία εμποδίζει, με τα αυτόματα στα χέρια, όλους εκείνους που θέλουν να βοηθήσουν τον νεαρό ο οποίος, καθώς το αίμα απλώνεται επάνω στο πεζοδρόμιο, σβήνει αργά.

Κόστισε 11 νεκρούς, δεκάδες και δεκάδες τραυματιών, εκατοντάδες συλλήψεων αυτή η μανούβρα της Dc.

= PIAZZA STATUTO 1962  –

Τα υψηλότερα σημεία της επανάληψης της ταξικής σύγκρουσης έλαβαν χώρα στο Τορίνο τον ιούνιο του 1962 με 24ωρη εθνική απεργία που κήρυξαν τα τρία συνδικάτα Fiom, Fim, Uilm. Μετά από σχεδόν εννέα χρόνια εκφοβισμού του Valletta (προέδρου Fiat), οι εργάτες της Fiat «έσπασαν τον πάγο», όπως λένε εδώ, και κατέβηκαν σε απεργία με όλους τους άλλους μεταλλουργούς. Μεταρρυθμίζεται το εργατικό μέτωπο; Μεταρρυθμίζεται η εργατική ενότητα; Είναι μοναχά ανταρσία ή είναι και συνειδητοποίηση; Ο Valletta κλείνει τη Fiat για 48 ώρες στις 25 ιουνίου. Πρόκειται για ένα  lockout. O Valletta έχει καταλάβει ότι πρέπει να διακόψει την εργατική ανάκαμψη, πρέπει να ηρεμήσει την κατάσταση. Το κατάλαβε αυτό νωρίτερα και καλύτερα από το PCI και την Cgil. 26 ιουνίου, τώρα τα νέα είναι σαφέστερα: η Fiat έχει κλείσει και θα πληρώσει μόνο το έκτακτο των 27.000 λιρετών σε όλους. «Οι Agnelli και Valletta αποδρούν μπροστά στον αγώνα των εργατών», γράφει ένα άρθρο της «Unita». 27 ιουνίου, μια άλλη ημέρα απεργίας και πικετοφοριών μπροστά στη Fiat, στα μεσαία και μικρά εργοστάσια.

Στις 7 ιουλίου, η Fiom και η Fim κηρύττουν απεργία όλων των μεταλλουργών του Τορίνο. Έξω από το Mirafiori και τα άλλα εργοστάσια σημειώθηκαν βίαιες συγκρούσεις μετά τις πικετοφορίες, οι εργάτες μπλοκάρουν τις εισόδους, αναποδογύρισαν αυτοκίνητα και χτύπησαν μερικά ηγετικά στελέχη της διοίκησης χωρίς η αστυνομία να καταφέρει να ελέγξει την κατάσταση. Στη διάρκεια του πρωινού υπήρξε η φήμη ότι η Uil και η Sida, το «κίτρινο» εργοδοτικό συνδικάτο, είχαν φτάσει σε ξεχωριστή συμφωνία με τη διοίκηση της Fiat. Μετά από αυτό 7000 εργάτες, σε απόγνωση από αυτήν την είδηση, συγκεντρώθηκαν το απόγευμα στην πλατεία Statuto μπροστά στην έδρα της Uil. Για δύο ημέρες εκείνη η πλατεία υπήρξε θέατρο μιας εκπληκτικής σειράς συγκρούσεων μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας: η πρώτοι, οπλισμένοι με σφεντόνες, ραβδιά και αλυσίδες. Βιτρίνες και παράθυρα σπασμένα, στοιχειώδη οδοφράγματα, τα κορδόνια της αστυνομίας δέχονται επανειλημμένες επιθέσεις, οι αστυνομικοί απαντούν εφορμώντας στα πλήθη με τα τζιπ, πνίγοντας την πλατεία με δακρυγόνα και χτυπώντας τους διαδηλωτές με τα κοντάκια των τουφεκιών. Οι συγκρούσεις παρατείνονται μέχρι αργά το βράδυ τόσο σάββατο 7 όσο δευτέρα 9 ιουλίου 1962. Χίλιοι διαδηλωτές συλλαμβάνονται από την αστυνομία και πολλοί μηνύονται.Οι εφημερίδες και ιδιαίτερα η «La Stampa» (εφημερίδα του Τορίνο) ξεσπούν ενάντια στους διαδηλωτές.

Τα συνδικάτα, το Psi και τo Pci, όλοι συμφώνησαν ότι οι συγκρούσεις υπήρξαν το αποτέλεσμα της δράσης «προβοκατόρων». Ο Diego Novelli, ο μελλοντικός κομμουνιστής δήμαρχος του Τορίνο, δήλωσε ότι πολλοί νεαροί είχαν λάβει 1500 λιρέτες και τσιγάρα για να δημιουργήσουν ταραχές στην πλατεία. Ωστόσο, όταν έφτασε η ημέρα της δίκης, ήταν δύσκολη η αποφυγή της ανησυχητικής αλήθειας: η συντριπτική πλειοψηφία όσων συμμετείχαν στις ταραχές της piazza Statuto ήταν νεαροί εργάτες, εκ των οποίων τουλάχιστον οι μισοί ήταν νότιοι.       [Dario Lanzardo, La rivolta di Piazza Statuto- η εξέγερση της Πλατείας Statuto, 1979]

*Τα παιδιά του ιουλίου ’60 έφεραν το θυμό τους μέχρι μέσα στις θέσεις εργασίας τους, τώρα, το ’62, η ίδια γενιά έφερνε τον θυμό από το εργοστάσιο στους δρόμους. Ένα χρόνο αργότερα, τον οκτώβριο του ’63, η τάξη και η παραγωγή της Fiat ανατράπηκε από τις απεργίες των «αγριόγατων» – a «gatto selvaggio».

 

= Το πολιτικό σημείο αναφοράς μου υπήρξε η ομάδα και το περιοδικό «Quaderni Rossi» (Q.R.). που ιδρύθηκε το 1961, σύντροφοι και συντρόφισσες προερχόμενες από πολλές οργανώσεις (Cgil, Psi, Pci) και διάφορους άλλους χώρους προσχώρησαν σε αυτήν. Το ενδιαφέρον που τους ένωνε αφορούσε την ανάλυση της ταξικής πάλης στο εργοστάσιο και της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας, καθώς και ο επείγον χαρακτήρας του προβληματισμού σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα του μαρξισμού, τα οποία μέχρι τότε παρέμεναν βαλσαμωμένα από τις μοσχοβίτικες προσεγγίσεις που έδιδαν προτεραιότητα στη βιομηχανική πρόοδο και την τεχνολογική ανάπτυξη. Αλλά η εργατική ανάκαμψη με τους αγώνες των αρχών της δεκαετίας του ’60 έδειχνε την δυσανεξία των εργαζομένων σε αυτά τα δόγματα. Ήταν ζήτημα διερεύνησης των μορφών καπιταλιστικής κυριαρχίας επί του εργατικού δυναμικού (ο Panzieri, ο κορυφαίος θεωρητικός του Q.R. την χαρακτηρίζει: » δεσποτισμό του κεφαλαίου»). Οι αναλύσεις παράγουν μεγαλύτερη σαφήνεια για το στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης: το κεφάλαιο υποβάλλει την «τεχνολογική ορθολογικότητα» στα δικά του συμφέροντα για να ενισχύσει την κυριαρχία του σε βάρος της εργατικής δύναμης που μειώνεται όλο και περισσότερο σε δουλεία. Από εδώ, ξεκινά η προσπάθεια συνάντησης με την εργατική υποκειμενικότητα. Η εργατική έρευνα είναι το χρήσιμο εργαλείο για αυτή τη συνάντηση, σκοπός της οποίας είναι να εξακριβωθεί το πραγματικό επίπεδο συνείδησης των εργαζομένων. Συνεπώς, πρέπει να διεξάγεται με την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων ( συνέρευνα-conricerca) για τον προσδιορισμό των στόχων της πολιτικής παρέμβασης. Ο στόχος είναι να επιτευχθεί ο εργατικός έλεγχος στο σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας, είναι επομένως απαραίτητο να δημιουργηθούν τα εργατικά εργαλεία για την άσκηση αυτού του ελέγχου και είναι αμέσως σαφές ότι το συνδικάτο δεν είναι κατάλληλο για το έργο αυτό. Από την γέννηση του το συνδικάτο θεωρεί τη δομή του πάγιου κεφαλαίου ως «αντικειμενική» και «ορθολογική», αφιερώνεται να διορθώσει τις στρεβλώσεις και τις αδυναμίες του κεφαλαίου, πιέζοντας την κυβέρνηση να κατευθύνει τις επενδύσεις για να ανταμείψει τα υψηλότερα επίπεδα καπιταλιστικής ορθολογικότητας.

= Για τον Panzieri το καθήκον της επαναστατικής οργάνωσης είναι να επεξεργαστεί τη σοσιαλιστική στρατηγική, προϋπόθεση της οποίας είναι η εργατική απόρριψη της μισθωτής εργασίας την οποίαν αρχίζουν να ασκούν πρακτικά τομείς της εργατικής τάξης, επινοώντας νέες μορφές αγώνα. Το καθήκον της οργάνωσης είναι να υποδείξει τις νέες κομμουνιστικές αξίες για τη μετατροπή της εργατικής συνείδησης. Μια διαδικασία μετασχηματισμού που δεν μπορεί να οριστεί εκ των προτέρων από την οργάνωση αλλά καθορίζεται από το επίπεδο του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης.

“Το επίπεδο της τάξης εκφράζεται όχι ως πρόοδος αλλά ως ρήξη, όχι ως «αποκάλυψη» της μασκαρεμένης ορθολογικότητας που είναι εγγενής στην παραγωγική διαδικασία, αλλά ως χτίσιμο μιας ριζικά νέας ορθολογικότητας και αντίθετης προς την ορθολογικότητα που ασκείται από τον καπιταλισμό”.

[Raniero Panzieri, Sull’uso capitalistico delle macchine – Περί της καπιταλιστικής χρήσης των μηχανών 1961]

 

«Οι συνδικαλιστικές μάχες του ’62 και τα γεγονότα στην piazza Statuto έδειξαν ότι τα όνειρα μιας αρμονικής κοινωνικής ανάπτυξης που παράγεται από το «οικονομικό θαύμα» ήταν λαθεμένα. Αν από τη μία πλευρά η «έκρηξη» (επιταχυνόμενη καπιταλιστική ανάπτυξη) ευνοούσε έναν μεγαλύτερο ατομικισμό και διευκόλυνε την αφομοίωση από πλευράς του προλεταριάτου των κυρίαρχων αστικών αξιών, από την άλλη ήταν η αιτία της συνάντησης των νότιων νεαρών με τους βόρειους εργάτες και την παράδοση της Αντίστασης. Αυτή η συνάντηση είχε εκρηκτικές συνέπειες, και έδειξε πως οι ανατρεπτικές παρορμήσεις των ιταλικών λαϊκών τάξεων ήταν μακράν από το να έχουν εξαφανιστεί». [Paul Ginsborg, Storia d’Italia dal dopoguerra a oggi – Ιστορία της Ιταλίας από μετά τον πόλεμο μέχρι σήμερα 2006]

 

= Η πρόσβαση-προσέγγιση των αναλύσεων εκείνης της περιόδου θα εξαπλωθεί παντού και θα αφορά σημαντικά ζητήματα όπως τη ΜΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ – στην πράξη αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν δυνατόν να πάρουμε τα καπιταλιστικά εργοστάσια και, γενικότερα, την παραγωγή έτσι όπως είναι, και να κάνουμε όλο αυτό εργαλείο για την ευημερία όλων και για ένα άλλο κοινωνικό μοντέλο. Το εργοστάσιο, η τεχνολογία, οι μηχανές, η επιστήμη είναι λειτουργικές για να παράγουν κέρδη και εξουσία για τους κυρίους-τα αφεντικά και εργατική δουλεία. ΄Έτσι και το σχολείο και η έρευνα. Όλα θα πρέπει να μετατραπούν ριζικά.

Μια ανάλυση που θέτει στο κέντρο της ταξικής σύγκρουσης την παραγωγή που πρέπει να μετασχηματιστεί, δηλαδή την καρδιά του καπιταλισμού, πολύ περισσότερο από τη διανομή. Δεν έχει κανένα νόημα να συνεχίζουμε να παράγουμε όπλα, δηλητήρια και εργαλεία θανάτου και καταστροφής και στη συνέχεια να κατανείμουμε τα κέρδη πιο ομοιόμορφα μεταξύ των τάξεων. Αυτό σημαίνει αποδοχή υποταγής στο κεφάλαιο. Αυτή ήταν η λογική των ρεφορμιστικών κομμάτων.

 

= Η άλλη προσέγγιση είναι η ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ μιας και αυτό θεωρεί την καπιταλιστική δομή ένα αντικειμενικό γεγονός, μέσα στο οποίο θα πρέπει να επιτύχει έναν καλύτερο ρόλο, μια καλύτερη κατάσταση εργασίας. Και επίσης κριτική για την ακινησία των συνδικάτων και την λήψη αποφάσεων από την κορυφή προς τα κάτω. Οι εσωτερικές Επιτροπές, οι οποίες κατέστησαν «parlamentini-πολιτικοί οργανισμοί μειωμένης σημασίας» των διαφόρων συνδικαλιστικών οργανώσεων, κρίνονταν ανεπαρκείς. Προτείναμε φιγούρες αντιπροσώπων παρόμοιες με τον «shop-stewart», τον «εκπρόσωπο της μονάδας» των αγγλικών εργοστασίων, αλλά με ευρύτερες, πιο πολιτικές εξουσίες. Ένας «εκπρόσωπος της μονάδας»- «delegato di reparto» που εκλέγεται απευθείας από τους εγγεγραμμένους και μη εγγεγραμμένους εργαζόμενους, «όλοι ψηφοφόροι και όλοι επιλέξιμοι», ο οποίος γίνονταν κομιστής των απαιτήσεων της βάσης όχι μόνο για τα προβλήματα της μονάδας, αλλά για όλα εκείνα του εργοστασίου, της κατηγορίας της εταιρείας και της κοινωνίας ως σύνολο, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Σε πολλά εργοστάσια οι αντιπρόσωποι εξαπλώθηκαν και οδήγησαν σε μια μεγάλη στράτευση-δέσμευση τομέων της τάξης και για την υποστήριξη στους αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες.

 

*Εγώ μόλις τελείωσα τα 5 χρόνια στο βιομηχανικό τεχνικό Ινστιτούτο βρήκα εργασία σε ένα εργοτάξιο μιας μεγάλης εταιρείας που έχτιζε βιομηχανικά κτίρια. Εκείνα τα χρόνια, μόλις τελειώναμε το σχολείο πηγαίναμε αμέσως να δουλέψουμε. Στις εργοτάξιο εργαζόμασταν από δευτέρα έως σάββατο, και επίσης την κυριακή το πρωί. Έμεινα εκεί λίγο παραπάνω από δύο χρόνια και εκεί γνωρίστηκα με τις πρώτες μορφές εργατικού αγώνα, την απεργία και την πικετοφορία. Άφησα το εργοτάξιο για να πάω να δουλέψω στους Σιδηροδρόμους του κράτους, ένα πολύ πολιτικοποιημένο περιβάλλον συντρόφων και εκεί ασκούσα συνδικαλιστική και πολιτική δραστηριότητα. Το καλοκαίρι του ’71, με την αριστερή πτέρυγα της Cgil, πραγματοποιήσαμε συνελεύσεις σιδηροδρομικών για να ξεκινήσουμε μια μάχη σχετικά με το ωράριο εργασίας και την ασφάλεια στο χώρο εργασίας. Το συνδικάτο στάθηκε αντίθετο, έτσι δημιουργήσαμε την Cub [επιτροπή βάσης] των σιδηροδρομικών της Roma Termini, η οποία επεκτάθηκε αμέσως στις άλλες σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις της Ρώμης και έγινε η Cub των σιδηροδρομικών της Ρώμης, αποκτώντας σημασία και χώρο στις εφημερίδες λόγω της απεργίας 48 ωρών που καλέστηκε από την Cub ξεκινώντας από τις 9 μ.μ. της 7ης αυγούστου. Η απεργία πέτυχε παρά την, αποτυχημένη, προσπάθεια να οργανωθεί απεργοσπαστισμός από τα λεγόμενα ενωσιακά συνδικάτα. Η γέννηση ενός σώματος «αυτοοργανωμένου» όπως η Cub, διεγείρει στην ρωμαϊκή πραγματικότητα τον σχηματισμό οργανισμών «αυτοοργανωμένων» σε εργατικές δομές όπως Νοσοκομειακών (Policlicico Umberto I), Enel [ενέργεια], Sip (τηλέφωνο), ρωμαϊκά Αεροδρόμια και πολλές άλλες ακόμη και στις γειτονιές.

= ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ – Η δεκαετία του 1960 ήταν γεμάτη αντιαποικιακούς αγώνες για εθνική απελευθέρωση – Κούβα 1958 – Αλγερία το 1962 και μεγάλο μέρος της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.

Εκείνα τα χρόνια, οι εκμεταλλευόμενοι στις βιομηχανικές χώρες και οι καταπιεσμένοι από τις αποικισμένες περιοχές, οι τελευταίοι της γης, ξεκινούσαν μια ισχυρή πίεση, σε έκταση και βάθος μεταξύ των σημαντικότερων της σύγχρονης εποχής. Είχαν σταματήσει να υπομένουν στη σιωπή και, όπως προέτρεπαν τα πρώτα λόγια του ύμνου της Διεθνούς: «debout les damnés de la terre»- »ξεσηκωθείτε κολασμένοι της γης’‘, σηκώθηκαν στα πόδια τους, με χιλιάδες προβλήματα και αντιφάσεις, αλλά ήθελαν να οδηγηθούν προς την απελευθέρωσή τους, και μεγάλο μέρος των νέων γενεών των ευρωπαϊκών χωρών επιθυμούσε να σταθεί στο πλάι τους, όχι μόνο με την αλληλεγγύη.

 

* Εμείς οι νέοι εκείνων των χρόνων ζούσαμε τα ζητήματα της εργασίας και τα διεθνή με τρόπο αλληλένδετο. Ένα σύνθημα που εξαπλώθηκε εκείνες τις μέρες ήταν το εξής: «Agnelli (ή ένας άλλος ιδιοκτήτης εταιρείας) έχεις το Βιετνάμ μες το συνεργείο «. Με αυτή την έννοια είχαμε αποδεχτεί το μήνυμα του «Τσε» «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna-Να δημιουργήσουμε δυο, τρία πολλά Βιετνάμ, αυτό είναι το σύνθημα!”

 

= Ο “Τσε”     Τι μπορούμε να προσθέσουμε που δεν έχει ήδη γραφτεί για τον Che;

Οι επιλογές της ζωής του μας σημάδεψαν όπως τα πολιτικά του μονοπάτια. Η δύναμη του Τσε ήταν ότι σφράγισε άρρηκτα τις επιλογές της ζωής με τα επαναστατικά του ιδανικά. Η συνέπεια υπήρξε το πιο συναρπαστικό στοιχείο της διδασκαλίας του, εκείνη που αγνοήθηκε περισσότερο από το πολιτικό περιβάλλον και της αριστεράς. Μπορούσαμε να ενθουσιαστούμε για μια περιπετειώδη ζωή, αλλά δεν μπορούσαμε να προσποιηθούμε πως αγνοούσαμε ότι εκείνη τη ζωή ο Τσε την είχε αφιερώσει σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο που είχε εξηγήσει χίλιες φορές με χιλιάδες τρόπους, τα λόγια του δεν επέτρεπαν παρερμηνείες, δισταγμό, αναποφασιστικότητα:

Η αλληλεγγύη του προοδευτικού κόσμου με τον λαό του Βιετνάμ έχει την ίδια γεύση της πικρής ειρωνείας που είχε για τους μονομάχους του τσίρκου η προτροπή της πλέμπας, δεν μιλάμε να ευχόμαστε τη νίκη στο θύμα, αλλά να μοιραζόμαστε τη μοίρα του: να πάμε μαζί του στο θάνατο ή στη νίκη. […] Και οι αγώνες δεν θα είναι απλές μάχες στο δρόμο, πέτρες ενάντια σε δακρυγόνα, ούτε γενικές ειρηνικές απεργίες, ούτε θα είναι ο αγώνας ενός εξοργισμένου λαού που καταστρέφει τον κατασταλτικό μηχανισμό μέσα σε δύο ή τρεις μέρες, θα είναι ένας μακρύς, αιματηρός αγώνας […] Και ημών εκμεταλλευόμενων του κόσμου, ποια είναι η θέση μας, ποιο είναι το καθήκον μας; Τι πρέπει να κάνουμε; Να επιτεθούμε σκληρά, αδιάκοπα σε κάθε σημείο της αντιπαράθεσης, πρέπει να είναι η γενική τακτική των λαών. […] Από την άλλη οι αυτόχθονες μπουρζουαζίες έχουν χάσει κάθε ικανότητα να αντιταχθούν στον ιμπεριαλισμό – εάν ποτέ την είχαν  – […] Δεν υπάρχουν άλλες αλλαγές να γίνουν: ή σοσιαλιστική επανάσταση ή μια καρικατούρα επανάστασης.

Η διαφορά μεταξύ της πρότασης του Τσε και της σκέψης που μας έρχονταν από το Κκι και τη Μόσχα ήταν τεράστια: ο Che παρότρυνε να έχουμε πάντα μια διεθνή ματιά, να εκτιμούμε ότι η σύγκρουση μεταξύ του ιμπεριαλισμού και των λαών σε μάχη ήταν ήδη σε εξέλιξη, ήταν πολύπλοκη και παγκόσμια. Ως εκ τούτου, για να συμμετάσχουμε στον αγώνα για την αλλαγή στις τύχες του κόσμου ήταν απαραίτητο να ανοίξουμε ένα αντάρτικο μέτωπο οπουδήποτε κι αν βρισκόμασταν, ακόμα κι αν οι συνθήκες για τη νίκη δεν ήταν βέβαιες-σίγουρες.

Ο Τσε πρότεινε ένα είδος αντάρτικης διεθνούς, όχι ένα συγκεντρωτικό κόμμα όπως η Τρίτη Διεθνής, αλλά μια διαφοροποιημένη και ισχυρά αλληλέγγυα περιοχή. Η Tricontinental θα έπρεπε να είναι ο πυρήνας εκείνου του είδους αντάρτικης διεθνούς, η οποία ξεκίνησε το ταξίδι της με το ραντεβού της Αβάνας από τις 3 έως τις 15 ιανουαρίου ’66, »τη Διάσκεψη Αλληλεγγύης των Λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής», και ξεκινούσε την Ospaaal (Οργάνωση Αλληλεγγύης των λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής). Το μήνυμα του Τσε προς την Tricontinental: «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna!» δημοσιεύονταν στις 16 απριλίου του ’67. Εμφανίστηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού ‘Tricontinental’ τον ιούλιο-αύγουστο του ’67 και έγινε, μετά από τη δολοφονία του δύο μήνες αργότερα, στις 9 οκτωβρίου, η πολιτική του διαθήκη.

Για λίγα χρόνια το περιοδικό, που εκδόθηκε στην Αβάνα σε τέσσερις γλώσσες: ισπανικά, αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά (διανεμήθηκε στην Ευρώπη από τις εκδόσεις Maspero του Παρισιού και από το βιβλιοπωλείο Feltrinelli στο Μιλάνο), διαδραμάτισε αναντικατάστατο ρόλο πληροφόρησης για τους επαναστατικούς αγώνες και απελευθέρωσης στις τρεις ηπείρους, καθώς και καταγγελίας της στρατιωτικής επιθετικότητας και της πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής παρέμβασης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και της Δυτικής Ευρώπης ενάντια στον Τρίτο κόσμο. Το μίσος ως παράγοντας πάλης, το αδιάλλακτο μίσος για τον εχθρό, που ωθεί τον άνθρωπο πέρα από τα φυσικά όρια και τον μετατρέπει σε μια αποτελεσματική, βίαιη, επιλεκτική και ψυχρή μηχανή για να σκοτώσει. Οι στρατιώτες μας πρέπει να είναι έτσι, ένας λαός χωρίς μίσος δεν μπορεί να θριαμβεύσει επί ενός βίαιου εχθρού. [Τσε, δημιουργήστε δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ]

 

* Πολύ δημοφιλές τραγούδι ανάμεσα στους συντρόφους και τις συντρόφισσες εκείνη την εποχή:

-Όλος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη, / η Λατινική Αμερική μάχεται, / ο ένοπλος αγώνας κερδίζει στην Ινδοκίνα, / όλοι οι λαοί στον κόσμο αποκτούν συνείδηση / και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη σωστή βία. Συνεπώς: τι θέλεις περισσότερο σύντροφε, για να καταλάβεις / ότι σήμανε η ώρα του τουφεκιού; [Pino Masi, L’ora del fucile, η ώρα του τουφεκιού 1971]

 

= το 1968-   «Δεν είναι δυνατόν, σε μια ιστορική κρίση μας, να διαχωρίζουμε αυστηρά το τι συνέβη το 1969 από όλα όσα συνέβησαν το 1968, δηλαδή από το κλίμα συλλογικής κινητοποίησης και μιας ισχυρής αναβίωσης της κοινωνικής σύγκρουσης (και εργατικής) που είχε εκραγεί εκείνο το έτος. Όχι μόνο επειδή το ’68 ήταν πράγματι διάσπαρτο από σημαντικούς αγώνες στο εργοστάσιο (από την Pirelli του Μιλάνο μέχρι το χημικό κόμβο του Porto Marghera, για να αναφέρουμε μόνο τους πιο σημαντικούς), αλλά διότι υπήρξε μια συνεχής, σταθερή κυκλικότητα εμπειριών μεταξύ σπουδαστών και εργατών, με το σχηματισμό μεταξύ άλλων συλλογικοτήτων και επιτροπών βάσης με μικτή συμμετοχή (λίγο στο παράδειγμα των γαλλικών «comités d’action»).

[Marco Scavino, L’anno degli operai, το έτος των εργατών 2001]

= Το κίνημα του 68, του 69 και των επόμενων ετών είναι ποικίλo και πολύμορφο. Μέσα σε αυτό το κίνημα γεννιούνται οι οργανώσεις: Potere Operaio, Lotta Continua, Il Manifesto, Avanguardia Operaia και άλλες. Στο Μιλάνο η Μητροπολιτική Πολιτική Κολεκτίβα (CPM) γεννιέται στις 8 σεπτεμβρίου 1969, προωθούμενη από την CUB Pirelli, από την GdS (ομάδα μελέτης) Sit-Siemens, από την GdS IBM, από κάποιες κολεκτίβες εργατών- φοιτητών, από ομάδες συντρόφων της Alfa Romeo, της Marelli, των Κρατικών τηλεφώνων, της οργάνωσης φοιτητικό Κίνημα-del Movimento studentesco, καθώς και από αγωνιστές χωρίς οργάνωση. Το CPM θα είναι ακριβώς ο αρχικός πυρήνας από τον οποίο, μέσω διαφόρων μετασχηματισμών, οι BR-ΕΤ θα γεννηθούν και θα αναπτυχθούν.

* Και στη Ρώμη με άλλους συντρόφους/ισσες, μετά την επίθεση καταστολής κατά τα έτη ’73 και ’74, όχι μόνο προς τις οργανωμένες ομάδες των συντρόφων/ισσών αλλά και προς τους αγώνες εργοστασίων και γειτονιών, σκεφτήκαμε ότι έφτασε η στιγμή να σχετιστούμε με την άνοδο του ύψους της σύγκρουσης που αποφασίστηκε από το κράτος, έτσι δημιουργούμε επαφές με τις Br. Η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br σχηματίζεται το 1976, αναπτύσσοντας τον ένοπλο αγώνα στις βιομηχανικές δραστηριότητες των «υπηρεσιών» (σιδηρόδρομοι, ηλεκτρισμός, τηλέφωνα, νοσοκομεία) και στις γειτονιές της μητρόπολης.

 

= Στα χρόνια του Εβδομήντα και Ογδόντα περισσότερες από 250 ένοπλες ονομασίες-ομάδες ήταν ενεργές, 36.000 πολίτες διερευνήθηκαν για ένοπλη μπάντα και 6.000 από αυτούς καταδικάστηκαν σε δεκαετίες φυλάκισης, και 7.866 επιθέσεις καταγράφηκαν σε πράγματα και 4.290 σε ανθρώπους.

 

 

=Καταγωγή του ένοπλου Αγώνα, μερικές θέσεις που παρήχθησαν από τις εν τη γενέσει Κόκκινες Ταξιαρχίες:

Τον αγώνα στο εργοστάσιο πρέπει να τον δούμε «μέσα στο ευρύτερο κίνημα της ταξικής πάλης σε παγκόσμιο επίπεδο, και στις ευρωπαϊκές της διαρθρώσεις».
Όσον αφορά το έδαφος του αγώνα καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως «πάνω απ ‘όλα στον μητροπολιτικό χώρο ο ταξικός αγώνας τίθεται με επαναστατικούς όρους των οποίων η διέξοδος αντιπροσωπεύεται από την ΕΝΟΠΛΗ ΛΑΙΚΗ ΠΑΛΗ».

«Εμείς βλέπουμε στην προλεταριακή αυτονομία το ενοποιητικό περιεχόμενο των αγώνων των φοιτητών, των εργατών και των τεχνικών που επέτρεψαν το ποιοτικό άλμα 1968-69. Η αυτονομία δεν είναι ένα φάντασμα ή μια κενή φόρμουλα στην οποία σήμερα, μπροστά στην αντεπίθεση του συστήματος, οι νοσταλγοί των περασμένων αγώνων προσκολλώνται. Η αυτονομία είναι το κίνημα απελευθέρωσης του προλεταριάτου από τη συνολική ηγεμονία της μπουρζουαζίας, και συμπίπτει με την επαναστατική διαδικασία. Από αυτή την άποψη η αυτονομία δεν είναι σίγουρα κάτι νέο, μια εφεύρεση της τελευταίας ώρας, αλλά μια πολιτική κατηγορία του επαναστατικού μαρξισμού, υπό το φως της οποίας θα αξιολογηθεί η συνοχή και η κατεύθυνση ενός μαζικού κινήματος.

Αυτονομία από: αστικούς πολιτικούς θεσμούς (κράτος, κόμματα, συνδικάτα, νομικά θεσμικά όργανα κ.λπ.), οικονομικά ιδρύματα (στο σύνολο του τον καπιταλιστικό μηχανισμό παραγωγής- διανομής), πολιτιστικά ιδρύματα (την κυρίαρχη ιδεολογία σε όλες τις διαρθρώσεις της) κανονιστικούς οργανισμούς, την αστική «ηθική».
Αυτονομία για: την κατεδάφιση του παγκόσμιου συστήματος εκμετάλλευσης και την οικοδόμηση μιας εναλλακτικής κοινωνικής οργάνωσης ».

«Οι Κόκκινες Ταξιαρχίες δεν ήταν ένα απομονωμένο φαινόμενο που ξεπήδησε σαν ένα μανιτάρι στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Η πολιτική διαφωνία που βρίσκεται στη βάση της γέννησης και της ανάπτυξης των ενόπλων σχηματισμών αυτού του τύπου προέρχεται από την πεποίθηση, εκ μέρους των εργατών, των φοιτητών, των εργαζομένων, ότι είχαν προδοθεί από την πολιτική διεύθυνση. (σημείο καμπής, η μεταστροφή του Σαλέρνο του 1944, η αντιπολίτευση σε αυτή που θεωρείται μια στάση παραίτησης είναι παρούσα και εκφράζεται στις πιο ποικίλες μορφές. Επιβεβλημένη από την ΕΣΣΔ στο PCI, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας διαίρεσης του κόσμου σε σφαίρες επιρροής, που βλέπουμε στα συνέδρια της Γιάλτα και της Τεχεράνης. Στην διοίκηση του Κομμουνιστικού Κόμματος υπέστησαν την επιλογή αυτή, ανεπιθύμητη, και δεν θα υπάρξουν αντίθετες θέσεις, ενώ στη βάση υπήρξαν πολυάριθμες εξεγέρσεις και «επιστροφή στα βουνά» εναντίον διαχειριστών εταιρειών και δημόσιων αξιωματούχων πρώην φασιστών που ανακυκλώθηκαν μέσα στη δημοκρατία (Ragusa, Catania, Bologna, Modena, Reggio Emilia και Milano στη Breda).

Τον φεβρουάριο του 1949 ανεβαίνει στο προσκήνιο η Κόκκινη Φτερωτή- la Volante Rossa, ένας σχηματισμός που δραστηριοποιούνταν εδώ και δύο χρόνια στην περιοχή του Μιλάνο, και συγκεκριμένα στην γειτονιά Sesto San Giovanni.). Η ανάγκη για κομμουνισμό και ισότητα παρέμεινε ζωντανή στη βάση που ένιωθε απογοητευμένη. Το φαινόμενο, που ονομάστηκε «εξτρεμισμός» ή «μαξιμαλισμός» ή «τυχοδιωκτισμός», αξίζει μια σημαντική θέση στην ιστορική παράδοση του ιταλικού εργατικού κινήματος, μιας και είναι μια σταθερά, μερικές φορές ακόμη και πλειοψηφική, με διάφορες μορφές. Επομένως, είναι αδύνατο να μιλήσουμε για τις BR ή για άλλους ανάλογους σχηματισμούς, προηγούμενους ή ταυτόχρονους, χωρίς να επιστρέψουμε σε εκείνους που είναι οι ιστορικές τους ρίζες)».

[από την ‘κόκκινη βοήθεια‘- “soccorso rosso”  Brigate Rosse]

 

= Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΚΛΙΜΑΚΩΝΕΤΑΙ –

Αλλά οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν στέκονταν να παρακολουθούν, κατά τη δεκαετία του Πενήντα είχαν συντρίψει εν τη γενέσει κάθε προσπάθεια δημοκρατικής αλλαγής που διεξάγονταν στις χώρες που κυριαρχούσαν οι συμμαχικές δικτατορίες της Ουάσινγκτον. Το 1953 στο Ιράν η Cia και οι πολυεθνικές του πετρελαίου είχαν βοηθήσει τον δικτάτορα Reza Palhevi, τον αιμοδιψή Σάχη, να ανακτήσει την εξουσία με το πνίξιμο στο αίμα της δημοκρατικής αλλαγής του Mossadeq, υποστηριζόμενης από τα αριστερά κόμματα, που ήθελε να αποτρέψει τη ληστεία του ιρανικού πετρελαίου από τις πολυεθνικές.

Μετά το πραξικόπημα, ο χασάπης Reza Palhevi τριγυρνά για να ευχαριστήσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνένοχους για το αιματηρό πραξικόπημα. Στο Βερολίνο, στις 2 ιουνίου του ’67, στην ευαίσθητη γερμανική νεολαία δεν άρεσε εκείνη την άθλια παρέλαση και μπλόκαρε την πόλη με μεγάλες διαδηλώσεις. Η γερμανική αστυνομία, προς υπεράσπιση του Σάχη, δολοφόνησε τον εικοσιεπτάχρονο φοιτητή Benno Ohnesorg. Από εκείνη την εγκληματική δολοφονία του Κράτους στο δυτικογερμανικό νεανικό κίνημα ωρίμασε μια άνοδος της ριζοσπαστικότητας, περισσότερο από ποτέ αναγκαία για να καταγγείλει την «επιστροφή των φιλοναζιστών» στην κορυφή της ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η ημερομηνία εκείνη, 2 ιουνίου, έγινε το σύμβολο ενός κινήματος ένοπλων αγώνων στη δυτική Γερμανία στο πλευρό της RAF και άλλων σχηματισμών.

Και στην Κεντρική Αμερική η συμμαχία μεταξύ ιμπεριαλισμού Usa και πλούσιων τάξεων δεν ανέχεται ούτε καν φιλελεύθερες εναλλακτικές λύσεις όπως στη Γουατεμάλα και σε άλλες χώρες. Στην Ευρώπη τα υπέργηρα φασιστικά καθεστώτα όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, καθώς και τα νέα όπως η Ελλάδα, απολάμβαναν την πλήρη υποστήριξη των ΗΠΑ. Και στην Αφρική αιματηρές σφαγές, πραγματικές γενοκτονίες, συνέβησαν στο Κονγκό στη δεκαετία του 1960 και στην Ινδονησία το ’65, με σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους που σκοτώθηκαν επειδή ήταν ύποπτοι να είναι κομμουνιστές – σηματοδότησαν την παρουσία του δολοφονικού πέλματος του Λευκού Οίκου και των ευρωπαϊκών καγκελαριών.

Στο Κονγκό, οι Βέλγοι βασιλεύοντες ευλογημένοι από την Εκκλησία που υποστηρίχθηκαν από τη Γαλλία, ενορχήστρωσαν την απόσχιση της Katanga, της πλουσιότερης περιοχής της χώρας. Το Κογκό είχε επιτέλους κατακτήσει την ανεξαρτησία, με επικεφαλής τον Patrice Lumumba. Δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά δεν άρεσε στην βελγική αυλή, ούτε στις πολυεθνικές. Ο Lumumba ήθελε να φέρει ισότητα σε εκείνες τις περιοχές που καταστράφηκαν από τη φτώχεια και την πείνα που προκάλεσε η αποικιοκρατική εκμετάλλευση, ήταν επομένως ύποπτος ότι μπορούσε να γίνει κομμουνιστής. Ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος, με τεράστιες σφαγές κάτω από το αδιάφορο βλέμμα του ΟΗΕ.

Η προσβολή της σιωπής έπεσε επάνω σε εκείνες τις σφαγές. Έκτοτε συνειδητοποιήσαμε ότι το χειρότερο έγκλημα μπροστά στις σφαγές είναι να απέχουμε από μια απάντηση, ακόμη και αν πρέπει να είναι βίαιη. Η σιωπή και η συγκατάθεση είναι το πραγματικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Το ’67 το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα προκάλεσε πολλή συζήτηση. Αλλά πώς; έλεγαν κάποιοι, μια χώρα όπου γεννήθηκε η δημοκρατία, η χώρα του Περικλή; Το δολοφονικό χέρι των ΗΠΑ έφτανε στη Μεσόγειο.

Πέσαμε με τα μούτρα στις ακόμα ενοποιημένες πλατείες, με τους αγωνιστές του PCI οι εντάσεις ήταν ακόμη μόνο λεκτικές, οι συγκρούσεις ήρθαν αργότερα. Υπήρχαν ακόμα ορισμένα κοινά συνθήματα κατά των συνταγματαρχών.

Αυτά για το Βιετνάμ αποκλίνουν: «Βιετνάμ ελεύθερο αυτοί», «κόκκινο Βιετνάμ» εμείς, ακολουθούμενο από «το Βιετνάμ κερδίζει γιατί πυροβολεί», και πάλι «Πόλεμος όχι! Guerrilla ναι-ναι στον ανταρτοπόλεμο ».

 

* 1973 – ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ:

αντιμέτωποι με την εντατικοποίηση της Καταστολής, οι ομάδες διαλύονται, το κίνημα υποφέρει ταρακούνημα. Δύο προτάσεις παραμένουν ζωντανές αποδεχόμενες τη σύγκρουση χωρίς να κάνουν βήματα προς τα πίσω: ο ένοπλος αγώνας και η οργανωμένη αυτονομία.

Εν τω μεταξύ, στις μεγάλες πόλεις: Milano, Roma, Torino, Napoli, Palermo κ.λ.π. διαχέονται συνθήματα και πρακτικές: »PRENDIAMO I TRASPORTI-ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ», «IL TRASPORTO SI PRENDE L’ABBONAMENTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ,»   LA CASA SI PRENDE L’AFFITTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΟ ΝΟΙΚΙ

 

= ΘΕΣΕΙΣ BR  “Το πραγματικό μας πρόβλημα δεν είναι επομένως τόσο η ποσοτική οριζόντια επέκταση της σύγκρουσης (από τον αγώνα του εργοστασίου για μεγαλύτερο μισθό στον κοινωνικό αγώνα για την υπεράσπιση των μισθών), αλλά ένα πολιτικό άλμα του αγώνα, – που ταυτόχρονα να υπερασπίζεται και να επεκτείνει το επίπεδο της αυτονομίας που με κόπο κατέκτησε σε αυτά τα τελευταία χρόνια του αγώνα. Να επεκτείνουμε τον συνεχή αγώνα από τα παραγωγικά κέντρα στην κοινωνία, από τις διαδηλώσεις της άμεσης εκμετάλλευσης στις συνολικές διαδηλώσεις της εκμετάλλευσης, να πραγματοποιήσουμε αυτή την επέκταση κατανοώντας όλους τους όρους, τους περιορισμούς και τα προβλήματα που θέτει η νέα κοινωνική σφαίρα του αγώνα στην αυτονομία είναι η προϋπόθεση ώστε η ανάγκη που εκφράζεται από τους αγώνες, ανάγκη για επαναστατική οργάνωση, να μεταφραστεί σε πραγματικότητα ενεργή”.

… η πόλη είναι σήμερα η καρδιά του συστήματος, το οργανωτικό κέντρο της οικονομικοπολιτικής εκμετάλλευσης, η βιτρίνα όπου εκτίθεται το «υψηλότερο σημείο», το μοντέλο που θα έπρεπε να συνιστά την προλεταριακή ολοκλήρωση. Αλλά είναι και το πιο αδύναμο σημείο του συστήματος: όπου οι αντιφάσεις εμφανίζονται πιο οξείς, όπου το οργανωμένο χάος που χαρακτηρίζει την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία εμφανίζεται πιο ξεκάθαρο…
Είναι εδώ, στην καρδιά του, που το σύστημα πρέπει να χτυπηθεί
”. [«Il Collettivo, Η Κολεκτίβα» ν. μοναδικό, ιανουάριος 1970, ντοκουμέντα του «Collettivo,» Κοινωνικός αγώνας και οργάνωση στην μητρόπολη]. Αναφέρεται στο CPM, collettivo politico metropolitano.

Οι πρώτες ενέργειες των BR αναπτύχθηκαν, βέβαια, μέσα στα εργοστάσια όπου η μητρική οργάνωση, το CPM, αργότερα Προλεταριακή Αριστερά) ήταν ισχυρότερη: Sit-Siemens και Pirelli. Η πυρπόληση ενός αυτοκινήτου διοικητικού στελέχους της Sit-Siemens, υπογεγραμμένη με το σύμβολο του πεντάκτινου αστεριού και της γραφής Brigate Rosse (17 σεπτεμβρίου 1970). Καθώς η αναδιάρθρωση του πολιτικού μηχανισμού προχωρούσε για να διαχειριστεί την καπιταλιστική κρίση και να οδηγήσει την καταστολή του επαναστατικού κινήματος, προσδιορίζεται η στρατηγική επίθεσης στην καρδιά του κράτους στον «ιστορικό συμβιβασμό» δηλαδή στο αγκάλιασμα της Dc με το Pci, παρότι το Κκι στις εκλογές του ’75 και του ’76 σχεδόν έφτανε και ξεπερνούσε την DC, αλλά ακριβώς από αυτό το αποτέλεσμα το Pci αποκαλύπτει τα χαρτιά του, υποκείμενου της καπιταλιστικής τάξης

 

Θέμα: ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης των Br, Απρίλιος 1975

Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο κέντρο του οποίου βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, στο κέντρο των οποίων βρίσκονται οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες και τα συμφέροντά τους. Με το πέρασμα των χρόνων το σύστημα αυτό έχει διαρθρωθεί και διαστρωματιστεί από λειτουργικές περιοχές παραγωγής και κατανάλωσης που είναι συγχρόνως πολιτικές και στρατιωτικές περιοχές.
Οι χώρες της «Γηραιάς Ηπείρου» αποτελούν ένα σημαντικό οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό χώρο του ιμπεριαλισμού. Η περιοχή αυτή, από μια ουσιαστικά ομοιογενή καπιταλιστική άποψη, ορίζεται στρατηγικά ως το «δυτικό δημοκρατικό σύστημα ”.

Σήμερα εμφανίζει μια ΚΡΙΣΗ λόγω της αστάθειας ορισμένων υποκείμενων καθεστώτων, λόγω του εργατικού και προλεταριακού αγώνα, λόγω των εξεγέρσεων των καταπιεσμένων τάξεων τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. μια κρίση που έχει στρατιωτικές πτυχές λόγω της αποσύνδεσης ορισμένων σημαντικών χωρών από το ΝΑΤΟ · λόγω των αγώνων των καταπιεσμένων λαών που αντιστέκονται στις πλανητικές ηγεμονικές απαιτήσεις.

Το να λέμε ότι η Ιταλία είναι ο αδύναμος κρίκος του «δυτικού δημοκρατικού συστήματος» συνεπάγεται ότι είναι η χώρα όπου η αντεπανάσταση θα ξεσπάσει πιο δυνατά και ολόκληρο το ιμπεριαλιστικό σύστημα θα αναλάβει την ευθύνη αυτής της διαδικασίας. Το ιταλικό προλεταριάτο με την εντατικοποίηση του ταξικού πολέμου στη χώρα, δεν θα βρεθεί να «λογαριάζεται» μόνο με τον εσωτερικό εχθρό του, αλλά με ολόκληρη την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική οργάνωση του ιμπεριαλισμού.
Ο επαναστατικός ταξικός πόλεμος στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις είναι άμεσα ένας αντιιμπεριαλιστικός πόλεμος απελευθέρωσης, επειδή η χειραφέτηση ενός λαού μέσα σε ένα ιμπεριαλιστικό περιβάλλον πρέπει να λογαριαστεί με την ιμπεριαλιστική καταπίεση-καταστολή.

Η «στρατηγική» του Ιστορικού Συμβιβασμού έχει τις προϋποθέσεις της σε δύο αποφασιστικές παρεξηγήσεις: τον πολεμοκάπηλο χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού, και τον αντιδραστικό και ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της χριστιανοδημοκρατίας-DC.

= Το κύριο καθήκον της επαναστατικής δράσης σε αυτή τη φάση είναι επομένως η μέγιστη δυνατή πολιτική αποδιάρθρωση τόσο του καθεστώτος όσο και του Κράτους. Και αυτή είναι η μέγιστη δυνατή ανάπτυξη αντιφάσεων μεταξύ των θεσμών και, μέσα σε κάθε έναν από αυτούς, μεταξύ των διαφόρων τακτικών σχεδίων για την επίλυση της κρίσης και μέσα σε κάθε ένα από αυτά.

 

 Μερικές θεματικές των BR σχετικά με τον ιμπεριαλισμό (Ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης Φεβρουάριος 1978)

= Με τον ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ εννοούμε τη φάση του ιμπεριαλισμού στην οποία δεσπόζει το πολυεθνικό μονοπώλιο κεφάλαιο.
Το πολυπαραγωγικό πολυεθνικό μονοπώλιο, δηλαδή μεγάλα trust, με εταιρείες σε διάφορες χώρες και επενδύσεις σε διάφορους τομείς, αποτελεί σήμερα το κυρίαρχο δομικό στοιχείο και τη θεμελιώδη βάση των κινήσεων του κεφαλαίου, επομένως δεν είναι πλέον η εθνική περιοχή, αλλά η καπιταλιστική περιοχή ως σύνολο.
Εάν το θεμελιώδες συστατικό στοιχείο του ιμπεριαλισμού υπήρξε το μονοπωλιακό κεφάλαιο ευθύς από την γέννηση του, όμως είναι μόνο με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που εδραιώνεται οριστικά σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό χώρο το πολυεθνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο. Οι μεγάλες μονοπωλιακές ομάδες μπορούν τώρα να ξεπεράσουν οριστικά τα εθνικά τους σύνορα ώστε να κυκλοφορούν ελεύθερα σε ολόκληρο τον χώρο και η πολυεθνική δομή καθίσταται απαραίτητος και αναπόσπαστος παράγοντας για κάθε περαιτέρω ανάπτυξη. Είναι στην πραγματικότητα χάρη σε αυτήν που μπορεί κανείς να εκμεταλλευτεί πλήρως τα διάφορα ποσοστά κέρδους που υπάρχουν στο χώρο και έτσι να πραγματοποιήσει εκείνα τα τεράστια πλεονάσματα τα οποία είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία της συσσώρευσης στην ιμπεριαλιστική φάση. Η «Πολυεθνικότητα» δεν είναι απλώς διεθνοποίηση της καπιταλιστικής αγοράς, αλλά διεθνοποίηση του κεφαλαίου στο σύνολό του! δομές παραγωγής, αγορές, σχέσεις ιδιοκτησίας κ.λ.π.
Αυτή η διεργασία διεθνοποίησης του κεφαλαίου καθορίζει την κυριαρχία της ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑΣ μέσα στο αστικό μέτωπο, ταξική έκφραση πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και παράλληλα με την επικράτηση του εδραιώνονται και τα θεσμικά μέσα διαμεσολάβησης και κυριαρχίας (Τριμερής, Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών), ΝΑΤΟ, ΔΝΤ, ΕΟΚ, …).

= Με αυτό δεν αρνούμαστε την ύπαρξη και αντιθέσεων μεταξύ των διαφόρων καπιταλιστικών «εθνών» ή μεταξύ μονοπωλιακού κεφαλαίου και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, αλλά πιστεύουμε ότι αυτές οι αντιφάσεις είναι ουσιαστικά η αντανάκλαση πολύ βαθύτερων αντιθέσεων μεταξύ πολυεθνικών ομάδων.

= Οι διάφορες εθνικές περιοχές επιβιώνουν τώρα ως μια ενδοχώρα για τις πολυεθνικές: για κάθε πολυεθνική, η εθνική περιοχή στην οποία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε γίνεται το «ισχυρό σημείο» της, η ζώνη στην οποία απολαμβάνει ένα σχεδόν αδιαφιλονίκητο μονοπώλιο. Όταν μιλάμε για πολυεθνικές υπονοούμε πράγματι «πολυεθνικές με εθνικό πόλο» και γι ‘αυτό χρησιμοποιούμε τις εκφράσεις, εκ πρώτης όψεως αντιφατικές, «αμερικανικές, γερμανικές πολυεθνικές, κλπ.».
Το μη μονοπωλιακό κεφάλαιο, που εξαρτάται οργανικά από το μονοπωλιακό, σίγουρα ζει μαζί του σε μια αντιφατική ενότητα, αλλά προφανώς δεν μπορεί να έχει τη δυνατότητα και την υλική δύναμη να οδηγήσει σε μια πολιτική έκφραση αυτών των αντιφάσεων με τη μορφή διάρρηξης του ιμπεριαλιστικού μετώπου. Ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών παρουσιάζεται επομένως ως ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο οποίο οι διάφοροι «εθνικοί καπιταλισμοί» είναι απλά οργανικές του διαρθρώσεις, και οι διαφορετικές «εθνικές περιοχές» υφίστανται ως γεωγραφική έκφραση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας που καθορίζεται από αυτόν.
Επομένως μπορούμε να συνάγουμε μια πρώτη εκτίμηση. Σε κάθε εθνική περιοχή το προλεταριάτο δεν βρίσκεται στη θέση να λογαριάζεται με την «εθνική μπουρζουαζία» του αλλά με την τοπική διάρθρωση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας. Αυτό προσδίδει, και, στις μητροπόλεις, στον ταξικό αγώνα του προλεταριάτου τον χαρακτήρα αντιιμπεριαλιστικού αγώνα και επομένως, γενικότερα, ΤΑΞΙΚΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ. Στις μητροπόλεις είναι αμέσως και ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΑΚΡΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ.
Ωστόσο η ιμπεριαλιστική αλυσίδα παραμένει, όπως είδαμε, χαρακτηριζόμενη από την ανομοιογενή εξέλιξή της, η οποία εκδηλώνεται σε κάθε δαχτυλίδι της μέσω της ιδιαιτερότητας του οικονομικού και κοινωνικού του σχηματισμού (σχέσης μεταξύ του κυρίαρχου πολυεθνικού κεφαλαίου και πολυεθνικού κεφαλαίου του «πόλου», μεταξύ μονοπωλιακού και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, ανάμεσα στην «εσωτερική» ιμπεριαλιστική αστική τάξη και το προλεταριάτο) οπότε ο ταξικός αγώνας, ακόμα και σε αυτή τη στρατηγική ομοιογένεια περιεχομένου και προοπτικής, εξακολουθεί να παρουσιάζεται με ευεργετικές μορφές και δικούς του χρόνους ανάλογα με τις διάφορες εθνικές περιοχές.
= Οι διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν μπορούν να κάνουν μεταξύ τους πόλεμο εάν δεν έχουν το δικό τους υπόβαθρο «ειρηνευμένο και υποστηρικτικό» για να μπορούν έτσι να υπομένουν τη σκληρότητα της σύγκρουσης. Θα μπορούσαμε να δώσουμε πολλά παραδείγματα ενδοϊμπεριαλιστικών πολέμων που έληξαν μόλις παρουσιάστηκε και μόνο ο κίνδυνος της κομμουνιστικής επανάστασης και των διαφόρων ιμπεριαλισμών, οι οποίοι πρώτα παρουσιάζονταν εντόνως εχθρικοί, ενώθηκαν ενάντια στο προλεταριάτο που ξεσηκώθηκε στα όπλα. Δύο είναι αρκετά: η Κομμούνα του Παρισιού και η Οκτωβριανή Επανάσταση.
Να το μάθημα που ο Μαρξ αντλεί από την Κομμούνα:

» … Ότι μετά τον πιο συγκλονιστικό πόλεμο της σύγχρονης εποχής, ο ηττημένος και ο νικητής αδελφοποιούνται για να σφαγιάσουν από κοινού το προλεταριάτο, αυτό το πρωτοφανές γεγονός αποδεικνύει, όχι όπως νομίζει ο Bismarck την οριστική συντριβή μιας νέας κοινωνίας στην ανάδυση της, αλλά την πλήρη αποσύνθεση της παλιάς αστικής κοινωνίας. Το μεγαλύτερo άλμα ηρωισμού του οποίου εξακολουθεί να είναι ικανή η παλιά κοινωνία είναι ο εθνικός πόλεμος: και τώρα αποδεικνύεται ότι πρόκειται για μια απλή μυθοποίηση, μια απάτη των διαφόρων κυβερνήσεων, η οποία τείνει να καθυστερήσει και να θάψει τον ταξικό αγώνα και παραμερίζεται αμέσως μόλις αυτή η ταξική πάλη φουντώσει σε εμφύλιο πόλεμο».

a – «Είναι απαραίτητο πρώτα απ ‘όλα να καθορίσουμε ορισμένα μεθοδολογικά κριτήρια τα οποία βρίσκονται στη βάση του προσδιορισμού της έννοιας του Ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Επομένως, αρχίζουμε λέγοντας ότι δεν πιστεύουμε ότι η ουσία του καπιταλισμού, δηλαδή οι συγκεκριμένες αντιφάσεις του, έχει αλλάξει κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα. Αντιθέτως έχει αλλάξει η μορφή και αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο, αυτές οι αντιφάσεις τείνουν να εκδηλώνονται ιστορικά.
b – Το Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών είναι η «εθνική» θεσμική υπερκατασκευή που αντιστοιχεί στη φάση του ιμπεριαλισμού των πολυεθνικών. Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του είναι: ο σχηματισμός ενός ιμπεριαλιστικού πολιτικού προσωπικού. αυστηρή συγκέντρωση των κρατικών δομών υπό τον έλεγχο της Εκτελεστικής Εξουσίας · ρεφορμισμός και εξόντωση ως ολοκληρωμένες-ενσωματωμένες μορφές της ίδιας λειτουργίας: της προληπτικής αντεπανάστασης.
= Ονομάζουμε «εσωτερική» ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία εκείνο το τμήμα της αστικής τάξης ενσωματωμένης στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, έκφραση του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και κινητήρια δύναμη της διαδικασίας της ιμπεριαλιστικής αναδιάρθρωσης του οικονομικού μας χώρου και των σχετικών πολιτικών και θεσμικών υπερδομών.

Την ίδια περίοδο τα υπερεθνικά θεσμικά όργανα (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ), μέσω των οποίων η ιμπεριαλιστική αστική τάξη θέλει να επιβάλει την παγκόσμια στρατηγική της, αποκτούν δύναμη και αναλαμβάνουν ένα βαθμό εξουσίας τέτοιο ώστε να υποτάσσουν και να καθιστούν λειτουργικά σε αυτά τα «εθνικά κράτη» που μέσα σε αυτή τη διαδικασία αναγκάζονται να επαναπροσδιοριστούν στις εσωτερικές τους δομές.
Με την αναδιάρθρωση τους, τα Κράτη αυτά προετοιμάζονται να διαδραματίσουν δύο βασικούς ρόλους:
– Ζώνη μεταβίβασης εντολών των παγκόσμιων οικονομικών-στρατηγικών συμφερόντων του κυρίαρχου ιμπεριαλισμού,
– «Κανονικοποίηση της περιοχής», δηλαδή οργάνωση της προληπτικής αντεπανάστασης προκειμένου να εξαλείψουν κάθε επαναστατική «φιλοδοξία».
«Το Κράτος-έθνος γίνεται ζώνη μεταβίβασης εντολών για το διεθνές κεφάλαιο που οργανώνεται εναντίον του λαού. Το αστικό συνταγματικό-Κράτος, κατά τη διαδικασία της αντιφατικής εξέλιξης του ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και της διεθνούς συγκέντρωσης του κεφαλαίου πρέπει να διαλυθεί και να αντικατασταθεί από το ισχυρό Κράτος ή την ένοπλη δημοκρατία». (Croissant)

= Η επιβεβαίωση των συνολικών συμφερόντων του ιμπεριαλισμού περνά επομένως από μια μεταβατική φάση στην οποία οι διάφορες αστικές δυνάμεις συγκρούονται και συνυπάρχουν, αντιπροσωπεύοντας ένα εσωτερικό στοιχείο της κρίσης του Κράτους. Και όμως, αυτή η κρίση, που βασανίζει το κράτος, δεν σπρώχνει προς την αποσύνθεση του, αλλά στην αναδιάρθρωσή του: Αυτή η τάση κρίση-αναδιάρθρωση, δείχνει ότι η κύρια αντίφαση του επαναστατικού κινήματος είναι εκείνη που το θέτει άμεσα ενάντια στο ιμπεριαλιστικό σύστημα εξουσίας σε παγκόσμια κλίμακα.
Το να αντιμετωπίσουμε αυτή την αντίφαση συνεπάγεται επομένως να κινηθούμε στο έδαφος ενός μακρόχρονου ταξικού πολέμου.

=
Ως εκ τούτου το αλφάδι όλης της πολύπλοκης επιχείρησης είναι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και των θεμελιωδών κινητήριων μηχανών του ιμπεριαλισμού (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ …) με την έννοια ότι η «εσωτερική» πολιτική της οποίας η Χριστιανοδημοκρατία- DC πρέπει να καταστεί υποκινητής δεν μπορεί παρά να είναι μια άμεση λειτουργία της «εξωτερικής» πολιτικής εκείνων των χωρών και εκείνων των κέντρων.
Επιπλέον δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και το Κεφάλαιο γνωρίζει τον όχι πλέον κυκλικό χαρακτήρα των αντιφάσεών του. πως σκοπός του είναι να επιβιώσει μέσα σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης του. Οι θεωρίες σχετικά με την «μηδενική ανάπτυξη» έχουν ανακαλυφθεί από την αστική επιστήμη εδώ και καιρό. Το ανεπίλυτο των αντιφάσεων στην οικονομική σφαίρα οδηγεί στην αναζήτηση μιας «ανεξαρτησίας» της πολιτικής-κοινωνικής δομής μέσω της ενίσχυσης του μηχανισμού κυριαρχίας που διαμορφώνεται ως αντεπαναστατικός «προληπτικός πόλεμος». Δηλαδή: το κράτος καθίσταται «υποκείμενο της πολιτικής», όπως δηλώνουν οι σύντροφοι της RAF. Αλλά, σε αυτό δεν πρέπει να βλέπουμε την προσπάθεια εξομάλυνσης των κοινωνικών αντιφάσεων σύμφωνα με τον μηχανισμό καταστολή – μετάβαση σε μια νέα φάση ανάπτυξης, αλλά τη συγκράτηση τους μέσα από την εξόντωση κάθε σχεδίου ανασύνθεσης της ταξικής σύγκρουσης επάνω σε ένα ανταγωνιστικό πρόγραμμα.

= Kαι ο ένοπλος αγώνας, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, θα έπρεπε να γκετοποιηθεί, περιορισμένος, σαν ενδημικό φαινόμενο, αυθόρμητη έκφραση της περιθωριοποίησης, για παράδειγμα, ένας αγώνας που να μην βλέπει, πέρα από τους εθνικούς πολιτικούς μηχανισμούς (παραγωγικούς, διοικητικούς, θεσμικά κόμματα), εκείνους του προληπτικού ιμπεριαλιστικού πολέμου.

= Καθώς με τον σχηματισμό του ιμπεριαλιστικού Κράτους αποκαλύπτεται εις βάθος ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της ταξικής αντιφάσεως, ενισχυμένος περαιτέρω από την αντίθεση μεταξύ του παγκόσμιου συμφέροντος του ιμπεριαλισμού και των ιδιαίτερων συμφερόντων της περιοχής (ενδοϊμπεριαλιστική αντίφαση), οι μορφές και τα εργαλεία της κυριαρχίας πρέπει απαραίτητα να ενισχυθούν και να τελειοποιηθούν στον μέγιστο βαθμό. Εκπαιδευόμενο από τους σύγχρονους και παλαιούς αγώνες των λαών σε πλανητική κλίμακα, έχοντας επίγνωση της στρατηγικής του αδυναμίας και της τακτικής δυνάμεως που του παρέχει ο τεράστιος μηχανισμός, ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών στοχεύει στο μοναδικό στόχο που μπορεί να παρατείνει την επιβίωσή του: να προλάβει να αποτρέψει και να εξολοθρεύσει την επανάσταση πριν αυτή μπορέσει να ξεδιπλωθεί με όλη της την δύναμη και να κινητοποιήσει όλες τις δυνάμεις του στο ζωτικό στρατηγικό έργο: την προληπτική αντεπανάσταση.
Με τον ρεφορμισμό, τις μικρές παραχωρήσεις προς τις μητροπολιτικές «αριστοκρατίες», προσπαθεί να εμποδίσει τον προλεταριακό αγώνα πριν φτάσει σε επίπεδα συναγερμού, για να τον περιορίσει, και στη συνέχεια να τον κλείσει στο εσωτερικό της «ανάπτυξης» του. την ίδια στιγμή, με ειρηνοποιημένα τα μετόπισθεν, περνά στην εξόντωση εκείνου του τμήματος του προλεταριάτου που δεν μπορεί να «εξαγοράσει» ή να κλειδώσει ξανά μέσα στην ανάπτυξή του.
Ο ρεφορμισμός δεν είναι ποτέ αποκομμένος από την εξόντωση. Δεν είναι κάτι άλλο. Ο ρεφορμισμός δεν είναι μια πολιτική της εργατικής τάξης, αλλά μια πολιτική του ιμπεριαλιστικού κράτους ενάντια στο μητροπολιτικό προλεταριάτο.
Επομένως το ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών παρουσιάζεται ως μια ιδιαίτερα ολοκληρωμένη και συγκεντρωτική ρεφορμιστική-κατασταλτική δομή. Από τη μία πλευρά έχουμε τα ειρηνικά μέσα σκοπός των οποίων είναι η εξασφάλιση της συναίνεσης των μαζών: θεσμικά κόμματα, συνδικάτα, μέσα μαζικής ενημέρωσης-mass-media. Από την άλλη μεριά τα στρατιωτικά εργαλεία με σκοπό την εξόντωση: ειδικοί πυρήνες, ειδικά δικαστήρια, ειδικές φυλακές, δηλαδή δυνάμεις για την γενικευμένη καταστολή-καταπίεση. Όλες συνυπάρχουν και είναι λειτουργικά μέρη της ίδιας πολιτικής. Όλες είναι μορφές της ίδιας κατάστασης, του ίδιου Κράτους.
Αυτή η συνύπαρξη των ρεφορμιστικών-κατασταλτικών λειτουργιών υφίσταται, ανάλογα με τις φάσεις του οικονομικού κύκλου, ποιοτικές τροποποιήσεις μιας κάποιας σημασίας, αλλά όχι τέτοιες ώστε να επηρεάζουν την ουσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Έτσι, στη φάση της οικονομικής επέκτασης, το ιμπεριαλιστικό Κράτος εμφανίζει πάνω απ’ όλα το ανθρώπινο και ειρηνικό πρόσωπο του ρεφορμισμού το οποίο όμως κρύβει χαλύβδινα δόντια. Η ειρήνη βασιλεύει σε αυτή τη φάση, αλλά πρόκειται για μια «ένοπλη ειρήνη». Αντίθετα, στη φάση της οικονομικής κρίσης εμφανίζονται πρωτίστως τα όπλα και η σχέση μεταξύ κοινωνίας και Κράτους ολοένα να στρατιωτικοποιούνται περισσότερο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ιμπεριαλιστικό Κράτος παραιτείται από τη χρήση του ρεφορμισμού. Μόνο που τώρα αυτό, έχοντας χάσει την υλική του βάση μετατρέπεται σε «καθαρή ιδεολογία» και τείνει να αναλάβει τη λειτουργία να «ελέγχει τις μάζες»,  «αντιπρολεταριακή αστυνομία».
Σε αυτή τη φάση, η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται ολοένα και πιο γενικευμένη και μπαίνουμε έτσι σε μια νέα φάση: τον πόλεμο!
Η διαδικασία της προληπτικής αντεπανάστασης που χαρακτηρίζει το κίνημα της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας σε αυτή τη φάση επιβάλλει στις επαναστατικές δυνάμεις μια νέα επεξεργασία της στρατηγικής για την κατάληψη της εξουσίας και ως εκ τούτου και των οργανωτικών αρχών και μορφών.
Αφού δεν υπάρχει πλέον μια πολιτική φάση ξεχωριστή από τη στρατιωτική διότι μεταρρύθμιση και εξόντωση συνυπάρχουν και είναι λειτουργικές στο ιμπεριαλιστικό Κράτος, η μόνη δυνατότητα άσκησης του πολιτικού εδάφους της σύγκρουσης δίδεται με το όπλο στο χέρι.
Η εξεγερσιακή στρατηγική που προέρχεται από την ιστορία της τρίτης διεθνούς βγαίνει από την ιστορία και εισέρχεται ο ανταρτοπόλεμος, ο μακροχρόνιος ταξικός πόλεμος.
Στη φάση που ορίσαμε ως «ένοπλη ειρήνη» (δηλαδή στη φάση της επέκτασης του κύκλου στον οποίο επικρατεί η χρήση των ρεφορμιστικών μέσων έναντι εκείνων καταφανώς πιο κατασταλτικών) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η τακτική ένοπλης προπαγάνδας ενώ στη φάση του «πολέμου» (δηλαδή στη φάση της κρίσης του κύκλου στον οποίο τα όργανα καταστολής και εξάλειψης των ανταγωνιστικών συμπεριφορών της τάξης δεσπόζουν) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η πρακτική του επαναστατικού εμφυλίου πολέμου.

 

= Κατά τη μετάβαση από την ένοπλη ειρήνη στον πόλεμο η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται όλο και πιο άμεση και γενικευμένη, αλλά δεν υπάρχει, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, μια μεταμόρφωση του δημοκρατικού Κράτους σε φασιστικό Κράτος. Αντιθέτως βρισκόμαστε πάντοτε με την παρουσία ενός Κράτους το οποίο, με την αναδιάρθρωση, υπέστη αλλαγές στο ειδικό βάρος των θεμελιωδών στοιχείων του · πρώτα τα ειρηνικά-μεταρρυθμιστικά εργαλεία κυριαρχούσαν πάνω στα στρατιωτικά-κατασταλτικά, αλλά τώρα η εξόντωση υπερισχύει και υποτάσσει στον εαυτό της την μεταρρυθμιστική λειτουργία.
Φασισμός και σοσιαλδημοκρατία υπήρξαν πολιτικές μορφές που κινούνται περιοδικά τις οποίες ανέλαβε η εξουσία της αστικής τάξης στη φάση του εθνικού μονοπωλιακού καπιταλισμού. Μπορούμε να προσθέσουμε περαιτέρω, απλουστεύοντας στο μέγιστο, ότι φασισμός και σοσιαλδημοκρατία έχουν αμοιβαία αποκλειστεί ο ένας από την άλλη στην ιστορία. Στο ιμπεριαλιστικό κράτος αντιθέτως συνυπάρχει η ουσία αυτών των πολιτικών μορφών, δίδοντας τόπο σε ένα πρωτότυπο «καθεστώς» που όμως δεν είναι ούτε φασιστικό ούτε σοσιαλδημοκρατικό, αλλά αντιπροσωπεύει μια διαλεκτική υπερνίκηση αμφοτέρων.

= Άλλοι σε αυτή τη μεταβατική φάση πιστεύουν ότι ξεχωρίζουν μια τάση προς την μεταμόρφωση του Κράτους με μια σοσιαλδημοκρατική έννοια και αναρωτιούνται εάν η σοσιαλδημοκρατία αντιπροσωπεύει ή όχι τη διέξοδο από την ιμπεριαλιστική κρίση και, πιο συγκεκριμένα, εάν το ΚΚΙ ετοιμάζεται να κάνει ή όχι την είσοδό του στον χώρο της εξουσίας. Αυτό το ερώτημα περιέχει μέσα του ένα άλλο, δηλαδή το αν το PCI είναι ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ή όχι.
Οι διαφορές μεταξύ της σοσιαλδημοκρατίας και του σύγχρονου ρεφορμισμού είναι πολυάριθμες και ορισμένες είναι θεμελιώδεις Η σοσιαλδημοκρατία είναι ένα τυπικό φαινόμενο εκείνων των φάσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης κατά τις οποίες οι κρίσεις εξακολουθούν να ακολουθούν μια κυκλική τάση: βγαίνοντας από περιόδους ύφεσης, ο καπιταλισμός μπορεί, καταφεύγοντας σε μια μεταρρυθμιστική πολιτική, να «διαφθείρει τα στρώματα της εργατικής αριστοκρατίας» που αποτελούν τη βάση μάζα της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας.
Με άλλα λόγια, η δυνατότητα μιας παραγωγικής ανάκαμψης επιτρέπει στην αστική τάξη ένα περιθώριο πραγματικής διαπραγμάτευσης με την «εργατική δεξιά»: αυτό προκαλεί, μεταξύ άλλων επιπτώσεων, την ενσωμάτωση των ηγετικών ομάδων των ρεφορμιστικών κομμάτων μέσα στο κοινωνικό μπλοκ που κατέχει την ισχύ-την εξουσία. Η συμμαχία ανάμεσα στην αστική τάξη και τον ρεφορμισμό είναι συνεπώς κοινωνικής και πολιτικής φύσης: οι σοσιαλδημοκράτες και οι «επαγγελματίες εργάτες» στέκονται δίπλα στο αφεντικό επειδή μαζί του έχουν πραγματικά κοινά συμφέροντα (την ανάκαμψη της συσσώρευσης και την παραγωγική αναδιάρθρωση) και επειδή φιλοδοξούν να γίνουν αυτοί οι ίδιοι αφεντικά με βάσιμες πιθανότητες να το καταφέρουν. Επιπλέον, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Κράτους σε αυτό το στάδιο της ιστορίας του καπιταλισμού διευκολύνουν την είσοδο της σοσιαλδημοκρατίας σε εκείνη την κυβέρνηση που είναι από πάντα ο προθάλαμος της εξουσίας: το Κράτος ακόμη σχετικά αυτόνομο από την οικονομία, αιτιολογεί σε κάποιο βαθμό την ψευδαίσθηση ότι η κατάκτηση και η χρήση του από την εργατική τάξη είναι δυνατή.
Αυτά τα δεδομένα δεν ισχύουν πλέον σήμερα. Η κρίση του ιμπεριαλιστικού συστήματος δεν είναι προβλέψιμο να έχει ως αποτέλεσμα την ανάκαμψη της συσσώρευσης, τόσο επειδή η οικονομία έχει εισέλθει σε μια φάση στασιμότητας η οποία θα επιλυθεί μόνο με τον πόλεμο για μια διαφορετική διαίρεση-μοίρασμα των αγορών, όσο και διότι οι υιοθετηθείσες από τα κράτη οικονομικές πολιτικές τείνουν να περιορίζουν, παρά να επεκτείνουν, την παραγωγική βάση. Συνεπώς λείπουν, τόσο οι δομικές βάσεις (φύση και πορεία της κρίσης) όσο και οι υποκειμενικές (πολιτικές κυβερνήσεων και κρατών) ώστε να επιτρέψουν την ενσωμάτωση των ρεβιζιονιστών σε ένα κοινωνικό μπλοκ που να επιδιώκει και να ακολουθεί μια μεταρρυθμιστική πολιτική. Ή καλύτερα, είναι ακόμα πιθανό οι ρεβιζιονιστές (η ηγετική ομάδα τους) να φιλοξενηθούν προσωρινά εντός της Κυβέρνησης, αλλά αποκλείεται ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση στρωμάτων της αριστοκρατίας της εργατικής τάξης ή των μεσαίων τάξεων μέσα σε ένα μπλοκ εξουσίας που του έχει ανατεθεί να διαχειριστεί ένα είδος ανάπτυξης που δεν μπορεί πλέον να δοθεί, δεδομένου του ιμπεριαλιστικού και πολυεθνικού χαρακτήρα του καπιταλισμού της εποχής μας. Τι πράγμα, όντως, οι καπιταλιστές μπορούν να χορηγήσουν στον επαγγελματία εργάτη σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία του αν όχι το ταμείο ανεργίας, τις απολύσεις, την αύξηση της εκμετάλλευσης και την προοδευτική αλλά σταθερή μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών; Και ούτως ή άλλως, πέραν των υλικών ανταλλαγμάτων, μέσα σε ποια υπόθεση ανάπτυξης μπορούν να εμπλακούν, ακόμη και μοναχά ιδεολογικά, εκείνα τα στρώματα εργατικών αριστοκρατιών που έχουν πλέον εξαντλήσει το προοδευτικό δυναμικό τους από την οπτική του κεφαλαίου;
Η απουσία διαρθρωτικών συνθηκών για το σχηματισμό ενός νέου κοινωνικoύ μπλοκ εξουσίας δεν αποκλείει όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της σχέσης που, από την άλλη πλευρά, εξαρτώνται από την ταξική κατάσταση, καθώς και από το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων.
Εάν να πληρώσουν το αντίτιμο της ανόδου στην εξουσία της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας υπήρξαν πριν απ’ όλα οι αγρότες, από την στιγμή που η επανάληψη της συσσώρευσης πραγματοποιούνταν εις βάρος της υπαίθρου, σήμερα η προτιμησιακή σχέση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας με τους ρεβιζιονιστές βασίζεται στον εντοπισμό του «περιθωριοποιημένου προλεταριάτου» ως μεταβλητή η κατοχή του ελέγχου της οποίας είναι απαραίτητη.
Με άλλα λόγια, ο επαγγελματίας εργάτης «θα έπρεπε να γίνει ταυτόχρονα, ένας πραγματικός στρατιώτης της παραγωγής και να λειτουργεί ως αστυνομικός τόσο προς τους συναδέλφους του, όσο και κυρίως απέναντι στη μάζα των περιθωριοποιημένων προλετάριων της μεγάλης μητρόπολης».
Για όλους αυτούς τους λόγους είναι αναπόφευκτο ότι η ρεβιζιονιστική πολιτική θα χάσει σταδιακά όλα τα ρεφορμιστικά της χαρακτηριστικά για να αναλάβει απόλυτα κατασταλτικά: από προοδευτική, η λειτουργία του PCI γίνεται έτσι, εκ των πραγμάτων και ανεξάρτητα από τη βούληση των αγωνιστών του, συντηρητική, με σκοπό να ασκεί άκαμπτο έλεγχο επί της αγοράς εργασίας και να οργανώνει τη συναίνεση γύρω από ένα σχέδιο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που λόγω της φύσης του ιμπεριαλισμού, όντος ανίκανου να κινητοποιήσει και να εμπλέξει τις μάζες (όπως είχε καταφέρει να το κάνει ο φασισμός για παράδειγμα ), θα αναγκάσει όλο και περισσότερο τους ρεβιζιονιστές να καταφεύγουν σε καταναγκαστικά εργαλεία και να επιβάλουν συναίνεση με το ζόρι, αντί να την ζητούν και να την ερμηνεύουν.
Αυτό θα συμβεί διότι, εάν ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός που σαπίζει δεν υπάρχει περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων χωρίς να διαταραχθούν οι αντίστοιχες παραγωγικές σχέσεις, αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη να παραμείνουν αμετάβλητες θα πρέπει να συγκρουστεί με τη βούληση να τις τροποποιήσει και πως τα μεταρρυθμιστικά κόμματα εργατικής παράδοσης, από εργαλεία κοινωνικής ειρήνης θα μετατραπούν σε άλλα τόσα εργαλεία για τον εμφύλιο πόλεμο.
Με αυτή την έννοια είναι δυνατόν να υποστηρίξουμε ότι οι ρεβιζιονιστές βρίσκονται στην υπηρεσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους των πολυεθνικών και ότι η αντίθεση με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό, πέραν του να είναι ανταγωνιστική, πρέπει να αντιμετωπιστεί και στο στρατιωτικό επίπεδο. Ήδη σήμερα χάρη στη διαμεσολάβηση των ρεβιζιονιστών, η στρατιωτικοποίηση επεκτείνεται από το εργοστάσιο στην γειτονιά, στις διαπροσωπικές σχέσεις, στις οικογένειες, σε μια αλυσίδα ιεραρχικών και βίαιων κοινωνικών σχέσεων, που κυριαρχούνται από τους νόμους μιας καταπιεστικής κοινωνίας που ο ιμπεριαλισμός θα επιθυμούσε όλο και περισσότερο όμοια με ένα lager εκατομμυρίων παραγωγών.
Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι, ένας από τους λόγους για τους οποίους η συμμαχία με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό είναι επιθυμητή για την αστική τάξη, συνίσταται στη δυνατότητα να διεισδύσει με μεγαλύτερη ευκολία στις αγορές της Ανατολικής ευρώπης.

= Στο εσωτερικό του ρεβιζιονιστικού κόμματος ζει επομένως μια αμφισημία μεταξύ δύο τάσεων, μία που θα μπορούσαμε να ορίσουμε εσφαλμένα ως «την αριστερή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας» η οποία έκανε δικό της και το δυτικό σύστημα αξιών με την αποδοχή του ΝΑΤΟ, η άλλη που εμπνέεται από τον «Κρατικό καπιταλισμό» και που βλέπει τον «συμβιβασμό» ως το πρώτο τακτικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό συνεπάγεται πως η σχέση μεταξύ του ρεβιζιονιστικού κόμματος και του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού εξαρτάται από τη θέση μεγαλύτερης ισχύος της δεύτερης τάσης, σε σχέση με την πρώτη.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο ο ultraρεβιζιονισμός επιδιώκει να λειτουργήσει ως αυτόνομη δύναμη, ηγεμονική δύναμη σε σχέση με έναν πολιτικό χώρο που βλέπει ενωμένους σκυλιά και γουρούνια της αριστεράς της σοσιαλδημοκρατίας, περνώντας μέσα από τους «διάφορους ευρωκομμουνισμούς», για να φτάσουμε στις ψεύτικες λενινιστικές παροτρύνσεις τύπου Πορτογαλίας. Αντιμετωπίζει τον ιμπεριαλισμό ως μια εσωτερική-εξωτερική δύναμη, και γι ‘αυτό εμπνέει υποψία στον Κάρτερ και στους ευρωπαίους υποτελείς του, οι οποίοι και θα έμπαιναν στον πειρασμό να τον χρησιμοποιήσουν, φιλόδοξα, ως καταλύτη της «διαφωνίας» στις ανατολικές χώρες, αλλά προς το παρόν παραμένει ένα όπλο δίκοπο.

= ΑΠΑΓΩΓΗ DOZIER – 17 δεκεμβρίου 1981 ήταν δεύτερος επικεφαλής του προσωπικού της Διοίκησης Δυνάμεων Εδάφους του ΝΑΤΟ στη Νότια Ευρώπη (FTASE). Η απαγωγή πραγματοποιήθηκε στο διαμέρισμα του, περίπου στις 6:00 μ.μ. Μετά από 42 ημέρες, στην Πάντοβα σε μια βάση Br, η ειδική αστυνομική μονάδα Nocs (λειτουργικός Πυρήνας κεντρικής ασφάλειας της Αστυνομίας του Κράτους) – εξαιρετικά εκπαιδευμένες δυνάμεις, ιδιαίτερα στη χρήση των όπλων, όπως οι Gis (ομάδα ειδικών παρεμβάσεων των Καραμπινιέρων), εισβάλλουν συλλαμβάνοντας 4 συντρόφ * και απελευθερώνοντας τον στρατηγό. Με την απαγωγή Dozier οι Br δηλώνουν τη γέννηση του σχηματισμού Br-Partito Comunista Combattente/εΤ-Κομουνιστικό Μαχόμενο Κόμμα (Br-Pcc) μετά τις διασπάσεις που έλαβαν χώρα (Κόμμα Guerrilla και φάλαγγα Walter Alasia). Στη συνέχεια διαχέεται ένα νέο «στρατηγικό ψήφισμα» με τίτλο «Δύο χρόνια πάλης» στο οποίο πέρα από την εξήγηση των περιπετειών της διάσπασης, αποφασίζονταν να δοθεί έμφαση της δραστηριότητας τους ενάντια στο ΝΑΤΟ που αντιπροσώπευε τον στρατιωτικό βιομηχανικό μηχανισμό των πολυεθνικών.

«Μέσα από σένα δικάζουμε τη στρατιωτική κατοχική δομή, το ΝΑΤΟ, και την ιμπεριαλιστική πολιτική της Αμερικής προς το ιταλικό προλεταριάτο. Αυτή η πολιτική εξαπλώθηκε από το 1945 μέχρι σήμερα. Έδωσε τη δυνατότητα στις ΗΠΑ, υπό τον εκβιασμό των όπλων, πρώτα με τον ιταλικό στρατό κατοχής, στη συνέχεια με τον ενσωματωμένο στρατό του ΝΑΤΟ, να χτιστεί μια πολιτικο-στρατιωτική τάξη πλήρως υποταγμένη στα συμφέροντα των πολυεθνικών ΗΠΑ. Η ιστορία αυτών των κυβερνήσεων είναι η ιστορία της Κρατικής τρομοκρατίας, που χτίστηκε από τη CIA. Από το Σχέδιο Μάρσαλ μέχρι την υποδούλωση στην πολιτική Ρέιγκαν με τους πυραύλους του Comiso, σημαίνει τον σχεδιασμό της ιστορίας της υποταγής των ιταλικών κεφαλαίων και μιας πολιτικής τάξης που παρά την αποδεδειγμένη πολιτική και κοινωνική απονομιμοποίηση, παραμένει όρθια μόνο χάρη στον τρόμο των ειδικών μονάδων εκπαιδευμένων από τους αμερικανούς και την οικονομική πολιτική των πολυεθνικών USA».

= Στις 15 φεβρουαρίου 1984, στις 6.45 μ.μ., οι Br-Pcc μαζί με τη Ένοπλη Λιβανέζικη Επαναστατική Φράξια (FARL) πλήττουν τον Leamon Hunt, πρεσβευτή και πρώην διευθυντή της Πολυεθνικής Δύναμης και Παρατηρητών (MFO) και υπεύθυνο διαχείρισης της Πολυεθνικής Δύναμης του Σινά.

(ντοκουμέντα): Οι εκστρατείες εναντίον του ΝΑΤΟ αποτελούν ένα σημείο του θεμελιώδους προγράμματος για την ιταλική επαναστατική διαδικασία, δεδομένου ότι τοποθετούν τις Br δίπλα σε όλες τις άλλες αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις προς το γενικό συμφέρον του ευρωπαϊκού προλεταριάτου.

Δυστυχώς η απαγωγή του Dozier κατέληξε σε μια ήττα, και επειδή η προετοιμασία δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τα συνήθη κριτήρια (οι βάσεις ήταν γνωστές σε ακτιβιστές του κινήματος, και από εκεί έφτασαν οι δυνάμεις της καταστολής). Το κράτος χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια για να αποσπάσει απαραίτητες πληροφορίες από συντρόφους του κινήματος για να φτάσει στη βάση όπου φυλάσσονταν ο Dozier. Πάντα με τα βασανιστήρια αποσπάστηκαν πληροφορίες από ορισμένους συντρόφους εσωτερικούς στη δράση που επέτρεψαν στην καταστολή να δώσει ένα αποφασιστικό πλήγμα στις Br.

Ακόμα στις 10 φεβρουαρίου 1986 οι Br-CCS έπληξαν σκοτώνοντας τον Lando Conti, πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας, με την κατηγορία πως συνεργάστηκε για μια μεγαλύτερη ενσωμάτωση της Ιταλίας στο ΝΑΤΟ και στο λεγόμενο σχέδιο των πολέμων των άστρων που προώθησε η αμερικανική κυβέρνηση με επικεφαλής τον Ronald Regan, μέσω της ιταλικής Κοινοπραξίας για τις στρατηγικές τεχνολογίες (Cites).

 

* Με συνέλαβαν τον μάιο του 1980, ειδικές φυλακές και πολύ σκληρή μεταχείριση. Μαζί με άλλους διοργάνωσα την εξέγερση στην ειδική φυλακή του Trani (δεκέμβριος 1980), μια εξέγερση που κατεστάλει με τη χρήση ελικοπτέρων και πυροβόλων όπλων και σφαγή των εξεγερμένων. Μεταφορά στη Σαρδηνία στην τιμωρητική φυλακή του Nuoro και στη συνέχεια Cuneo, ξανά Trani, Novara και μετά από 15 χρόνια περιπλάνησης τελικά στη Ρώμη-Rebibbia. Το 1999 κατακτώ τη δυνατότητα να δουλεύω εξωτερικά (semilibertà-ημιελευθερία) και τελειώνω τη φυλάκιση τον δεκέμβριο του 2010. Επιστρέφω στο κίνημα και συμμετέχω στους αγώνες των εργαζομένων στον τομέα της εφοδιαστικής (φόρτωση, εκφόρτωση και μεταφορά εμπορευμάτων), οι περισσότεροι από αυτούς τους εργαζόμενους είναι μετανάστες [εδώ στη Ρώμη ως επί το πλείστον ερυθραίοι, ρουμάνοι, από την Γκάνα, κλπ.), με ένα τρομερό επίπεδο εκμετάλλευσης. Έχουν σημειωθεί πολλά βήματα προς τα εμπρός, ιδίως στην πολιτική ανάπτυξη πολλών εργαζομένων και σε ορισμένες από τις αξιώσεις που έχουν κερδηθεί. Το ταξίδι είναι πολύ μακρύ, και διότι δεν υπάρχουν πολλοί άλλοι αγώνες με τους οποίους να συνδεθούμε.

 

 

 

 

 

αθλητισμός, sport

Αθλητισμός και το περιβάλλον του – Επεισόδια μιας συζήτησης για την μπάλα, τον καλύτερο ιδεολογικό μηχανισμό στην υπηρεσία του κεφαλαίου

του Gioacchino Toni

Luca Pisapia, Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone, Σκότωσε τον Paul Breitner. Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα. Edizioni Alegre, Roma, 2018, pp. 285, € 16,00

«[Στην Ιταλία της δεκαετίας του εβδομήντα] ενώ η πολιτική στράτευση από τα κάτω αρχίζει να καταλαμβάνει τις κερκίδες των σταδίων, η ακραία πνευματική αριστερά, πέρα από πολύ σπάνιες εξαιρέσεις, δεν κατανοεί τη στιγμή για να εισέλθει στους μηχανισμούς εκείνης που είναι ήδη η σημαντικότερη πολιτιστική βιομηχανία της χώρας, αφήνοντάς την στα χέρια των αφεντικών που μπορούν, μέσω αυτής, να παράγουν τον κυρίαρχο λόγο. Ακριβώς όταν γεννιέται η στρατευμένη κριτική στον κινηματογράφο, και η εκ νέου γκραμσική ανακάλυψη επιτρέπει να εντοπίζουμε στην τέχνη και τον πολιτισμό ένα ισχυρό ιδεολογικό όπλο ικανό να επηρεάσει και να καταπνίξει την επιθυμία, κανείς δεν κάνει τον κόπο να αποικοδομήσει τη βιομηχανία της μπάλας που γεννιέται, η οποία προορίζεται μέσα σε λίγα χρόνια να υποκαταστήσει τον κινηματογράφο λόγω ευκολίας παραγωγής και κατανάλωσης. […] Κανείς δεν ασχολείται να γκρεμίσει τον τέταρτο τοίχο μεταξύ της ποδοσφαιρικής σκηνής και του θεατή, με τον τρόπο του Bertold Brecht, και η μπάλα παραμένει η πιο ισχυρή ιδεολογική συσκευή στα χέρια του κεφαλαίου: το μεγαλειώδες εργοστάσιο της αλλοτρίωσης»

Αυτό δεν είναι το βιβλίο τους, να το πούμε αμέσως σε όλους τους παθιασμένους του ποδοσφαίρου που έχουν γίνει θηράματα εκείνου του είδους νοσταλγίας της μπάλας για ένα άθλημα που μοιάζει να έχει εξαφανιστεί μαζί με την παιδική τους ηλικία, νοσταλγίας με την οποίαν, και κατά τρόπο απίστευτο, θεωρούν πως έχουν συμβληθεί και πολλοί ανήκοντες σε γενιές που εκείνου του ποδοσφαίρου έχουν μοναχά ακούσει τόσο αξιόπιστες ιστορίες όσο οι καλοκαιρινές περιπέτειες για τις οποίες γίνεται λόγος σε ένα κουρείο του παρελθόντος. Στα Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα του Luca Pisapia αυτός που αισθάνεται ορφανός ενός ποδοσφαίρου προηγούμενου του σύγχρονου δεν θα βρει κανένα ίχνος νοσταλγίας σχετικά με ένα άθλημα που ασκείται απ’ όταν οι μύλοι ήταν ακόμα λευκοί, όταν παίζονταν με γυμνά πόδια στα λιβάδια των πολλών via Gluck πριν το χόρτο μετατραπεί σε πόλη, ή όταν ακόμη τις ώρες των ντέρμπι δεν τις αποφάσιζαν οι pay tv. Κατά κάποιον τρόπο το βιβλίο αυτό μας θυμίζει ότι οι εκείνοι οι μύλοι ήταν κάθε άλλο παρά λευκοί, πως σε αυτά τα προαστιακά λιβάδια στην πραγματικότητα σπάζαμε την πλάτη χωρίς πολλή ποιητικότητα και πως στα παιχνίδια που βλέπαμε ασπρόμαυρα με μια Brionvega Algol 11 ιντσών φορητή με απόκλιση ενενήντα βαθμούς γερμένη για να διευκολύνεται η ορατότητα δεν κρύβονταν ρομαντικά ανάμεσα στα τρανζίστορ ένα ποδόσφαιρο και ένας κόσμος πολύ καλύτεροι από εκείνους που είναι κρυμμένοι μεταξύ των επεξεργαστών των σημερινών εκατό ιντσών υψηλής ευκρίνειας έξυπνων τηλεοράσεων.

Πεπεισμένος για την τρέχουσα αδυναμία ενός οργανικού λόγου για την μπάλα, είναι μέσω μιας σειράς επεισοδίων επάνω στην κουβέντα που ο Pisapia προσπαθεί να αποκαταστήσει την πολυπλοκότητά της περιορίζοντας ταυτόχρονα οποιαδήποτε πρόθεση συστηματοποίησης με ένα βιβλίο προικισμένο με αφηγηματική δομή στην οποία οι πραγματικοί και φανταστικοί χαρακτήρες είναι αλληλένδετοι, μυθοπλασία και τεκμηριωμένα γεγονότα, ποδόσφαιρο και πολιτική, οικονομία και μέσα ενημέρωσης. Προσπαθώντας να καταστήσει εύλογο το αληθινό και το αντίστροφο ο συγγραφέας σκοπεύει να εκφράσει την παρουσία του μακρού χεριού του κεφαλαίου στο άθλημα που ακολουθείται περισσότερο στον κόσμο, χέρι που κινεί τα νήματα των μεγάλων θεαματικών γεγονότων σε παγκόσμια θέαση για τον διπλό σκοπό να δημιουργήσει κέρδος και να πλαστογραφήσει φαντασιακά καθιστώντας αυτά που υπάρχουν πίσω από τα παρασκήνια απρόσωπα, μη παρουσιάσιμα.

Το άνοιγμα ανήκει στο αργεντίνικο Mundial του 1978, εκείνο που παίχτηκε στο δέρμα εκείνων των εξαφανισμένων-desaparecidos που βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια του Proceso de Reorganización Nacional που τέθηκε σε εφαρμογή από το διαβόητο στρατιωτικό καθεστώς του Jorge Rafael Videla και κρατήθηκαν στο σκοτάδι από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης καθ όλη τη διάρκεια των αναμετρήσεων εν μέρη στο όνομα μιας αξιολύπητης ουδετερότητας του αθλητισμού και εν μέρει στο όνομα του κέρδους. Στην Ιταλία της πτωτικής πορείας των κινημάτων και της εθνικής αλληλεγγύης δεν είναι λίγα τα όργανα πληροφόρησης που εμφανίζονται όχι πολύ εχθρικά προς το αργεντίνικο καθεστώς και γενναιόδωρα στην τέχνη της ελαχιστοποίησης της άγριας καταστολής που διεξάγεται στη χώρα. Σε αυτό το μερίδιο του λέοντος ανήκει στην «Corriere della sera» που έχει έναν ιδιοκτήτη της εκδοτικής ομάδας και έναν διευθύνοντα σύμβουλο οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στην P2 μασονική Στοά, την ίδια στην οποία ανήκουν αρκετοί εξέχοντες στρατιωτικοί της Αργεντινής, όπως ο στρατηγός Suárez Mason και ο ναύαρχος Massera, που δεν φείδεται, αυτός ο τελευταίος, να υποστηρίζει την ομάδα της οδού Solferino στην απόκτηση σε τιμές ευκαιρίας εγκαταστάσεων του μεγαλύτερου εκδοτικού οίκου της Αργεντινής που απαλλοτριώθηκε από το καθεστώς.

«Ενώ η καταστολή το 1978 φθάνει στο αποκορύφωμα της απέχθειας, στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες οι Ολλανδοί και η Αργεντινή παίζουν τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ο στόχος του καθεστώτος είναι το μεγάλο γεγονός να αποσπάσει την προσοχή από το λουτρό αίματος στο οποίο βυθίζεται η Χώρα. Μάταια προσπαθεί να εξαφανίσει ακόμα και τον Arcadio Lopez, μια μυστηριώδη φιγούρα που αναγκάζεται μέσα σε ένα bunker να παρακολουθεί τον τελικό από μια μικρή τηλεόραση, υποφέροντας από σπαραξικάρδιες κραυγές και εσωτερικές φωνές».

Νάμαστε σε εκείνη την 25η ιουλίου 1978, εκείνη την κυριακή το απόγευμα, που μεταδίδεται παγκοσμίως, στην οποία παίζεται ο τελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου μεταξύ Αργεντινής και Ολλανδίας. Και πάλι ένας τελικός για την Ολλανδία, μετά από αυτόν που έπαιξε το 1974 εναντίον της Δυτικής Γερμανίας όπου, παρά την ήττα, έδειξε στον κόσμο την ουσία του «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου», δηλαδή, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Sandro Modeo, «ένα στυλ παιχνιδιού που βασίζεται στη συνεργασία και τη συλλογική σκέψη, ένα στυλ του οποίου ο ρυθμός βασισμένος στην προσοχή στο χρόνο και το χώρο προσανατολίζει την ομάδα ανεξάρτητα από τον αντίπαλο».

Αυτή του 1974 είναι η Ολλανδία που καθοδηγείται από τον Rinus Michels που έχει πειραματιστεί με τον Ajax ένα συλλογικό ποδόσφαιρο με γεωμετρική ακρίβεια και που στην διήγηση προσδιορίζεται με την «depilastrizzazione που στη δεκαετία του Eξήντα έδωσε τη θέση της στην κατεδάφιση των ιερών πυλώνων στους οποίους ήταν κάθετα χωρισμένη η ολλανδική κοινωνία στο όνομα μιας πιο δυναμικής και λειτουργικής κοινωνικής συνοχής», στις γεωμετρικές τοπικές καλλιέργειες και στον πολεοδομικό σχεδιασμό του Άμστερνταμ »όπου τα εξπρεσιονιστικά κτίρια με τις επικλινείς στέγες και τις εκκεντρικές προσόψεις συνδιαλέγονται με τον λειτουργικό πολεοδομικό σχεδιασμό της κυψέλης, συμβάλλοντας στην κατασκευή μονάδων πολλαπλών χρήσεων όπου κάθε στοιχείο είναι πλήρες μόνο σε σχέση με τα στοιχεία που το περιβάλλουν». Ο Michels, που μοιάζει πραγματικά να ενσαρκώνει την προτεσταντική-καπιταλιστική ηθική, επιβάλλει στις ομάδες του μια σιδερένια πειθαρχία και εξαντλητικές προπονητικές πρακτικές, τόσο πολύ ώστε να αποκαλείται «ο Στρατηγός» από τους παίκτες του. «Όπως ο Ėjzenštejn, έτσι και αυτός σχεδιάζει σκίτσα αμιγούς αφαίρεσης σε λευκά φύλλα, δυναμικές γραμμές που στοχεύουν στην κατάληψη κάθε πιθανού χώρου», πυκνούς ιστούς περασμάτων που επιτίθενται στον χώρο και τον μειώνουν σε ενότητες.

Στα ίδια χρόνια κατά τα οποία η Ολλανδία αφιερώνεται στο totaalvoetbal, στο γήπεδο της Liverpool επιβάλλεται το passing game του William “Bill” Shankly: το ποδόσφαιρο δύο αγγιγμάτων, συλλογική εργασία και τρέξιμο, με την μπάλα που πρέπει να εξημερωθεί και να διανεμηθεί γρήγορα. «Είναι το loop της γραμμής συναρμολόγησης και της εξόρυξης. Είναι η κομμουνιστική πειθαρχία, ο μυστικισμός της μηχανικής […], όπως στο ορυχείο έτσι και στο γήπεδο ποδοσφαίρου παίζουν μαζί, ο καθένας πρέπει να είναι σε θέση να εκπληρώσει το καθήκον του καθενός, να δώσει εκείνο που είναι σε θέση να δώσει για να λάβει αυτό που χρειάζεται να λάβει».

Οι Michels και Shankly, όπως λέει στο βιβλίο, μπορούν να θεωρηθούν ως απόγονοι του ούγγρου Béla Guttmann, «όνομα πολλών συστατικών και λειτουργικών στοιχείων ενός μύστη της μηχανικής που υπάρχει από και για πάντα, το οντολογικό έμφυτο σχέδιο στο οποίο βρίσκουν οι Rinus Michels και Bill Shankly έμπνευση για να θέσουν τα θεμέλια του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου ». Είναι ακριβώς ο Guttmann, μετά τον πόλεμο, που θέτει στη σκηνή ένα παιχνίδι στο οποίο η πειθαρχία και η φαντασία αναμειγνύονται, η νεωτερικότητα και η παρακμή, με βάση το «δώσε την μπάλα-ξαναδώστην και σούταρε», όπου ενώνονται η προσωπική και αντάρτικη έλλειψη δυναμισμού ενός καλλιεργημένου και χαμένου γιου μιας παρηκμασμένης αυτοκρατορίας και η αυστηρότητα του κομμουνιστικού ποδοσφαίρου του Gusztáv Sebes που κάνει μεγάλη την Aranycsapat, την “ομάδα από χρυσάφι”», της Ουγγαρίας των χρόνων Πενήντα.

Ο Ajax του Michels και η Liveroppol του Shankly συναντώνται στο Champions Cup γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’60 που σηματοδοτήθηκε από μια ευρεία επιθυμία συλλογικής χειραφέτησης. «Στα οδοφράγματα που σηκώθηκαν στους δρόμους, στις πορείες που πλημμύριζαν τις πλατείες, στις καταλήψεις που ξαναγράφουν την καθημερινή λειτουργία των τόπων μελέτης και εργασίας και διασκέδασης, οι άνεμοι των ελευθεριακών περιστάσεων πνέουν στην ήπειρο από διαφορετικές κατευθύνσεις. Έτσι και στο ποδόσφαιρο. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Rinus Michels είναι η καπιταλιστική σοσιαλδημοκρατία κόρη του καλβινισμού. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Bill Shankly είναι η αμοιβαία κομμουνιστική συνεργασία κόρη των αγώνων των εργατών. Και οι δύο είναι τέτοιες σαν αποτέλεσμα αλλαγής των σχέσεων παραγωγής σε μια δεδομένη ιστορική εποχή και σε ένα δεδομένο γεωγραφικό πλαίσιο, όπως φαίνεται από έναν από τους σημαντικότερους επιγόνους τους: τον ρώσο συνταγματάρχη Valerij Lobanovs’kvj […] την υψηλότερη έκφραση της ακαμψίας του επιστημονικού σοσιαλισμού που εφαρμόζεται στο ποδόσφαιρο […] Απόφοιτος της μηχανολογίας και πιστός στη γραμμή του κόμματος, ο Valerij Lobanovs’kvj γνωρίζει ότι πρέπει να μεταφράσει τη νέα κυβερνητική πορεία του υπαρκτού σοσιαλισμού στα γήπεδα ποδοσφαίρου». Και εδώ ανοίγει μια άλλη ιστορία, όλη να την διαβάσουμε.

Επιστρέφοντας σε εκείνη την 25 ιουλίου του 1978 με εκείνη τη θλιβερή φιγούρα του Arcadio Lopez που αρχίσαμε να γνωρίζουμε στις πρώτες σελίδες του βιβλίου προσπαθώντας να βουλώσει τα αυτιά του μάταια για να μην ακούει τις φωνές που βουίζουν στο κεφάλι του και «τις ελπιδοφόρες διεκδικήσεις για έναν καλύτερο κόσμο να υπόκεινται σε ηλεκτρικές εκκενώσεις που παραμορφώνουν τα γυμνά σώματα που με δυσκολία τις ανέχονται»με τις οποίες βρίσκεται να μοιράζεται το bunker των βασανιστηρίων, εκείνη είναι η ημέρα που η Ολλανδία, προπονούμενη αυτή τη φορά από τον Ernst Happel, βγαίνει ξανά νικημένη από έναν τελικό του Κυπέλλου του κόσμου. Κάτω από τα μάτια του Videla στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες και των πολλών Arcadio Lopez μπροστά στις τηλεοράσεις, η Αργεντινή που προπονείται από τον σοσιαλιστή César Luis Menotti ο οποίος επιμένει να μας λέει ότι έχει οδηγήσει την ομάδα για τον λαό και όχι για το καθεστώς, γιορτάζει, και μαζί της η στρατιωτική δικτατορία. Σε κάποιους ιταλούς δημοσιογράφους απεσταλμένους στην Αργεντινή δεν απομένει παρά να επιμείνουν στην οργανωτική αποτελεσματικότητα, την ευγένεια των οδηγών ταξί και την νοστιμιά που έχουν οι μπριζόλες που σερβίρονται στο Μπουένος Άιρες. Ούτε οι επίμονες μητέρες της Plaza de Mayo καταστρέφουν την όρεξη και την παράσταση σε μεγάλο μέρος από τους φημισμένους γραφιάδες της δημοσιογραφίας μας (αθλητικής και όχι).

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η ιστορία μετακινείται στη Βραζιλία, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά το Mundial της ντροπής του 1978. Αργεντίνικη ντροπή, φυσικά, αλλά και του υπόλοιπου εκείνου κόσμου που σκέφτηκε, στην καλύτερη περίπτωση, να αναστείλει για τη διάρκεια της παράστασης την κρίση και να εστιάσει την προσοχή μόνο στα πράσινα ορθογώνια που προβάλλονται από τις καθοδικές λυχνίες, σεβόμενος αυστηρά τον κανόνα του θεατή που λέει πως πρέπει να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από τον αγωνιστικό χώρο, αποφεύγοντας έτσι να σκεφτεί τι απομένει έξω από τα ορθογώνια του παιχνιδιού, έξω από τα τηλεοπτικά πλάνα και από τις διηγήσεις των περισσότερων απεσταλμένων.

Περνάμε λοιπόν σε εκείνα τα Παγκόσμια Κύπελλα του 2014 όπου «τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επικεντρώνουν τα φώτα τους στα γήπεδα ποδοσφαίρου της Βραζιλίας, αφήνοντας στη σκιά τις διαμαρτυρίες ενάντια στις σπατάλες και τις βάρβαρες επιχειρήσεις « ευπρεπισμού» της κυβέρνησης. Εδώ συναντάμε, μεταξύ των υψηλότερων κτιρίων στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον »κ. Μ., έναν βρώμικο σούπερ αστυνομικό που σκοπεύει να καλύψει τις ίντριγκες της FIFA.» Τα βραζιλιάνικα γεγονότα διασχίζονται από επεισόδια που προέρχονται από την εποχή των σφιγμένων γροθιών στον αθλητισμό: από εκείνες που υψώνονται στον ουρανό από τους αφροαμερικανούς Tommie Smith και John Carlos στους ολυμπιακούς αγώνες του Μεξικού του 1968, που γνωρίζουν καλά πώς να ανάψουν φωτιές και να μείνουν στην ιστορία, σε εκείνες ικανές να προκαλέσουν μοναχά μια σπίθα του Paolo Sollier, του ιταλού ποδοσφαιριστή της Avanguardia operaia που καταγγέλλει δημοσίως τις παραμορφώσεις και υποκρισίες εκείνου του ποδοσφαιρικού κόσμου που θέλει να μείνει έξω από οτιδήποτε άλλο.

Έπειτα, υπάρχει χώρος για την αλληλοσύνδεση του αθλητισμού και της πολιτικής σε εκείνη τη Χιλή η οποία ανακηρύσσει τον στρατηγό Pinochet με κανονιές στις 11 σεπτεμβρίου 1973 με την μη ασήμαντη βοήθεια με αστέρια και ρίγες. Στη συνέχεια πέφτουμε επάνω στην άρνηση της σοβιετικής Ένωσης να παίξει στη Χιλή ένα παιχνίδι για τα προκριματικά του παγκοσμίου κυπέλλου του 1974 στη Γερμανία, άρνηση που αναγκάζει τη χιλιανή στρατιωτική χούντα να υπερβεί τα όρια του γελοίου παρουσιάζοντας την ομάδα της στον αγωνιστικό χώρο απουσία του αντιπάλου και σκοράροντας με τον αρχηγό Francisco Valdés το γκολ της πρόκρισης. Εάν η ΕΣΣΔ διατηρεί την ίδια αδιαλλαξία προς τη χιλιανή δικτατορία και το 1976, όταν αρνείται να αντιμετωπίσει την ομάδα του τένις στον ημιτελικό του Κυπέλλου Davis, αντιθέτως χωρίς πολλούς ενδοιασμούς συμμετέχει κανονικά στο παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου του 1978 στην Αργεντινή των στρατιωτικών.

Άλλα επεισόδια της κουβέντας για την μπάλα είναι αφιερωμένα στον ποδοσφαιριστή Rachid Mekhloufi που εγκαταλείπει τη φανέλα της εθνικής ομάδας της Γαλλίας για να φορέσει εκείνη του αλγερινού Front de Libération nationale, πεπεισμένος ότι αυτό που έχει καταφέρει να κάνει για τους κολασμένους της γης, το έκανε με την μπάλα ανάμεσα στα πόδια, παίζοντας για την επανάσταση. Με ένα άλμα στο Αμβούργο το βιβλίο εστιάζει στον Volker Ippig, τερματοφύλακα της St. Pauli που ζει μεταξύ των καταληψιών της γειτονιάς και που γύρω από τα μέσα της δεκαετίας του Ογδόντα αποφασίζει να μετακινηθεί προς τη Νικαράγουα για έξι μήνες για να διδάξει το ποδόσφαιρο στα παιδιά στα σχολεία του Frente Sandinista de Liberación Nacional, για να επιστρέψει κατόπιν στο Αμβούργο να υπερασπιστεί ξανά την εστία της St. Pauli μέχρι το τέλος της αγωνιστικής δραστηριότητας όταν, μη μπορώντας να ανακυκλωθεί μέσα στον κόσμο του ποδοσφαίρου, τελικά βρίσκει εργασία στο λιμάνι. Σχετικά με τη γερμανική πόλη της Βόρειας Θάλασσας, κάποιες σελίδες του βιβλίου δεν μπορούσαν παρά να είναι αφιερωμένες στην διαπλοκή αθλητισμού- πολιτικής που χαρακτηρίζει την περιοχή μεταξύ της Hafenstrasse και του Millerntor-Stadion της St. Pauli.

Επιστρέφοντας στο Παγκόσμιο Κύπελλο Βραζιλίας του 2014, σε αυτούς η ιταλική εθνική ομάδα φτάνει μετά την κάκιστη φιγούρα τέσσερα χρόνια νωρίτερα στη Νότια Αφρική. Σε εκείνη την περίπτωση ζητήθηκαν οι αιτιολογίες της καταστροφής στην αποβολή του Marchisio, «του μέσου της Γιουβέντους ο οποίος στην πατρίδα απολαμβάνει της ασυλίας που κατοχυρώνεται στους bianconeri από το πρώτο άρθρο του ποδοσφαιρικού Συντάγματος». Ο αποδιοπομπαίος τράγος, φθάνει να μην παραδεχτούν την ήττα ολόκληρου του έθνους, πρέπει να βρεθεί. «Γι αυτό αθλητικοί δημοσιογράφοι, ειδικοί της επικοινωνίας των πρακτορείων μάρκετινγκ που χρησιμοποιεί η ιταλική ομοσπονδία ποδοσφαίρου, πρώην πολιτιστικοί αντάρτες κατά τη διάρκεια του πανεπιστημίου που κεραυνοβολήθηκαν επάνω στην οδό της εξουσίας, θέτουν ήδη σε κίνηση το εργοστάσιο συναίνεσης. Το θύμα, προκειμένου να επαναληφθεί η απόλυτη αθωότητά του, χρειάζεται έναν αποδιοπομπαίο τράγο καταδικασμένο να περιπλανιέται στην έρημο κουβαλώντας επάνω του τις αμαρτίες του έθνους. Για τη Βραζιλία του 2014 επιλέχθηκε ο Mario Balotelli: ο νέγρος».

Το Επεισόδια… Frammenti di un discorso sul pallone μεταφέρει αυτούς που διαβάζουν στο Παγκόσμιο Κύπελλο των ΗΠΑ το 1994, «όταν το ποδόσφαιρο υπέστη την οριστική μετατροπή σε ένα τηλεοπτικό προϊόν, το οποίο παρακολουθούμε μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που κοιτάζει μια οθόνη μέσα σε ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο με δυστοπική και ballardiana ατμόσφαιρα».

Υποστηρίζει ένας χαρακτήρας στο βιβλίο ότι εάν και το ποδόσφαιρο γνωρίζει την πρώτη βιομηχανική επανάσταση στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα με την κωδικοποίησή του σε «πολιτιστική βιομηχανία που μπορεί να εισαχθεί σε μια καπιταλιστική οικονομία οικογενειακής μήτρας, όπως ο τομέας της κλωστοϋφαντουργίας ή της μεταποίησης», η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση θα ξεκινούσε με την έλευση της τηλεόρασης στο ποδόσφαιρο μέσα στη δεκαετία του Εξήντα για να φτάσει στη συνέχεια στο αποκορύφωμά της τις μέρες μας. Η τρίτη επανάσταση αντιθέτως θα έπρεπε να έχει σχέση με τη δυνατότητα που προσφέρεται στο χρήστη από τις νέες τεχνολογίες για την «εξαγωγή εξατομικευμένων προγραμμάτων κατανάλωσης». Πέρα από τους μελλοντικούς μετασχηματισμούς, σίγουρα η εμφάνιση της τηλεόρασης, και όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αποτέλεσε ένα σημαντικό σημείο καμπής, και όταν υπάρχουν στη μέση οι τηλεοράσεις η λέξη κλειδί είναι «the show must go on – η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί», και λίγες ιστορίες, και από αυτή την άποψη ούτε οι νεκροί μπορούν να σταματήσουν την μηχανή του θεάματος και των επιχειρηματικών υποθέσεων.

Η επανάσταση της τηλεόρασης έχει συνδυαστεί με εκείνη των «ατομικών καθισμάτων» στα στάδια, δομές που, χάρη στις ολοένα και υψηλότερες τιμές, πρέπει να γίνουν μέρη προσβάσιμα σε περιορισμένο αριθμό θεατών που βρίσκονται υπό έλεγχο ενώ οι άλλοι θα πρέπει να προσφύγουν στη συνδρομητική τηλεόραση. Οι τραγωδίες του Haysel στις Βρυξέλλες στις 29 μαΐου 1985 και του Hillsborough στο Σέφιλντ στις 15 απριλίου 1989, αποδείχτηκαν από αυτή την άποψη ευκαιρίες που δεν πρέπει να χαθούν για να πιεστεί περαιτέρω ο επιταχυντής του μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Για να τα πούμε όλα, στην περίπτωση του Σέφιλντ η κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποκρύψει τις οργανωτικές ευθύνες που σχετίζονται με τους χώρους που έχουν δεσμευτεί για τους οπαδούς και την λανθασμένη συμπεριφορά των αστυνομικών δυνάμεων που, μαζί με την ισχυρή περίφραξη ενάντια στις εισβολές που εισήγαγε η κυβέρνηση μετά την τραγωδία του Heysel, βοήθησαν να παγιδευτούν οι παρόντες σε ένα πολύ μικρό χώρο. Η κυβέρνηση της Σιδηρής Κυρίας έφτασε μάλιστα στο σημείο να εκμεταλλευτεί τον εξυπηρετικό προς αυτήν Τύπο για να διαδώσει ψευδείς και παρεκκλίνουσες έρευνες σχετικά με τις ευθύνες για το περιστατικό. “The show must go on”, σίγουρα, και μαζί με το θέαμα πρέπει να γίνουν τα πάντα ώστε να προωθηθεί κάθε προσπάθεια να καταστεί ακόμα πιο κερδοφόρο, με οποιοδήποτε απαραίτητο μέσο. Αλίμονο, ο κόσμος των επιχειρήσεων δεν διστάζει, δεν αμφιταλαντεύεται ποτέ μπροστά στους νεκρούς.

Μερικά αποσπάσματα μπαλαδορικής κουβέντας είναι επίσης αφιερωμένα στον Éric Cantona, έναν μαρσεγιέζο στον οποίο ο ρόλος του απλού ποδοσφαιριστή, αν και εξαιρετικού, του ήταν πάντα σφιχτός και που, πάνω απ ‘όλα, ποτέ δεν απέφυγε να λέει και να κάνει εκείνο που περνούσε απ’ το κεφάλι του: από το πάθος για την ζωγραφική στο να δηλώνει ότι προσελκύεται από την άρνηση της εξουσίας που ασκούσαν οι γάλλοι ληστές της δεκαετίας του ’70 Mesrine και Spaggiari, από τις εκστρατείες για να καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα στο να προσφέρεται για τη διαφήμιση μεγάλων εμπορικών σημάτων, από τη στάση του εναντίον γάλλων πολιτικών στη μόδα μέχρι τις κινηματογραφικές του συμμετοχές.

Αφού άνοιξε με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 στην Αργεντινή, το βιβλίο κλείνει με μια ιστορία επικεντρωμένη σε εκείνο τον Paul Breitner που βρίσκουμε στον τίτλο του τόμου, εκείνου του γερμανού ποδοσφαιριστή που συνήθιζε να παρουσιάζεται στις προπονήσεις της Μπάγερν Μονάχου με το Μικρό Κόκκινο Βιβλίο του Μάο πεπεισμένου πως μπορούσε να συμβιώνει τον κομμουνιστικό του λόγο με τα χρήματα που κέρδιζε στην Ρεάλ Μαδρίτης, την ομάδα του Φρανσίσκο Φράνκο, και που γι αυτές του τις αντιφάσεις καταλήγει, σε αυτές τις σελίδες, στόχος ορισμένων μελών της Rote Armee Fraction.

«Ποια σχολή παιχνιδιού, σημαία ή αντίληψη της μπάλας κατάφερε να ξεφύγει από τις λογικές του κεφαλαίου; Όλες, καμία. Επειδή το παιχνίδι της μπάλας γεννιέται ήδη σύγχρονο. Είναι ένα εμπόρευμα, μια συσκευή του θεάματος και ένας μηχανισμός εξουσίας ». Ο Luca Pisapia καταπίνεται βαριά. Οι παθιασμένοι του ποδοσφαίρου αιχμάλωτοι της ρομαντικής νοσταλγίας για το ποδόσφαιρο των αναμνήσεων προειδοποιήθηκαν στην αρχή: το Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone πραγματικά δεν είναι το βιβλίο τους.

 

https://www.carmillaonline.com/2019/01/22/sport-e-dintorni-frammenti-di-un-discorso-sul-pallone-il-miglior-apparato-ideologico-al-servizio-del-capitale/

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Υπέρ ή ενάντια στην επανάσταση;

Stampa

 

29739

Έχουμε μεταφράσει και δημοσιεύουμε το ακόλουθο κείμενο που εμφανίστηκε στις 2 δεκεμβρίου 2018 στον ιστότοπο Paris Luttes. Μας φαίνεται να αποκαταθιστά ορισμένες από τις κυριότερες θέσεις – και τα όρια – της συζήτησης και των στάσεων που υπάρχουν στα γαλλικά αγωνιστικά πλαίσια για το φαινόμενο των Κίτρινων Γιλέκων-Gilets Jaunes. Αλλά είναι βασικά μια χρήσιμη υπενθύμιση για όλους και για όλα.

Pro o contro la rivoluzione?

Εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα, κάποιες και κάποιοι διατύπωσαν το ζήτημα της πολιτικής τους δράσης με αυτό τον τρόπο: «Τι κάνεις με την επαναστατική ιδέα όταν η κατάσταση δεν είναι τέτοια;» Η απάντηση που έδωσαν, πολύ σωστά, με δεδομένο το ρίζωμα στις γειτονιές, ήταν εκείνη της συμμετοχής στην οικοδόμηση της αυτονομίας. Σήμερα η υπόθεση δεν είναι ακριβώς η ίδια, ο αέρας φαίνεται να είναι λίγο πιο νευρικός. Επομένως ίσως είναι καιρός να αναδιατυπώσουμε το ερώτημα: «Πώς να ανοίξουμε εκ νέου την επαναστατική υπόθεση όταν η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική;»

Τις τελευταίες εβδομάδες πολλοί αγωνιστές και αγωνίστριες περιστρέφονταν γύρω από το ζήτημα μιας κινητοποίησης που τη νιώθουν ως εξωγενή, τα Gilets Jaunes. «Κάτι συμβαίνει, αλλά αυτό δεν προέρχεται από εμάς. Είμαστε υπέρ ή κατά;» Ένας βαθύς γρίφος. Γιατί υπάρχει ένα τέτοιο χάσμα μεταξύ των αγωνιστών και της σημερινής κατάστασης;

Στην αρχή έγινε λόγος για «τραχείς ανθρώπους που δεν θέλουν να πληρώσουν φόρο». Μετά άρχισαν να δικαιολογούν την απόρριψη με την αποδοκιμασία των ρατσιστικών, σεξιστικών, ομοφοβικών ενεργειών τους. Στη συνέχεια, η σχεδόν ενστικτώδης άρνηση μετατράπηκε σε δισταγμό. Διαπιστώθηκε ότι αυτά τα υποκείμενα και αυτά τα μεμονωμένα γεγονότα δεν μπορούσαν να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικά του συνόλου του κινήματος των Gilets Jaunes, καθώς αυτό το κίνημα είναι κάτι πολύ ετερογενές.

Την εβδομάδα της 17ης, παρά τις άμεσες ενέργειες, τα σημαντικά οικονομικά μπλόκα και τις άγριες διαδηλώσεις, εξακολουθούσε να υπάρχει μια κάποια απροθυμία απέναντι στους Gilets Jaunes επειδή, αν και υπήρχε μια εξέγερση, εξίσου μέρος των στρατευμένων δεν τάσσονταν υπέρ της συμμετοχής στις διαδηλώσεις μαζί με «όλους αυτούς τους φασίστες». Ταυτόχρονα, ένα άλλο μέρος της στράτευσης έσπρωχνε αντιθέτως προς την αναγκαιότητα της αγωνιστικής παρουσίας μέσα σε αυτό το έδαφος ακριβώς για να μην το παραχωρήσει σε αυτούς. Σε κάθε περίπτωση, υπήρχε η ανάγκη να προβληματιστούμε. Για δύο εβδομάδες, σύνεση, ανάλυση, σχεδόν κανένα σχέδιο δράσης. Από την άλλη πλευρά, μια αναλλοίωτη συνέχεια των αγώνων, των συνηθισμένων. Σαν τα Κίτρινα Γιλέκα να μπλοκάρουν τους δρόμους … του Κεμπέκ.

gilets

Κάποιοι και κάποιες προτείνουν ότι, πέρα από την ταξική περιφρόνηση, ο βαθύς λόγος είναι ότι, όταν φθάνει η αποφασιστική στιγμή, οι στρατευμένοι απορρίπτουν την αλλαγή, γενική ή προσωπική κι αν είναι. Υπονοώντας ότι αυτή η απόρριψη είναι ουσιαστικά εγγενής στην αγωνιστική κατάσταση. Υπάρχει η συντηρητική απόκλιση της μαχητικότητας; Εάν υπάρχει μια μαχητική τάση να αποκρύπτει την πιθανότητα μιας ξαφνικής αλλαγής, είναι με το φόβο του απρόβλεπτου, του μη οικείου, του άγνωστου που εξηγεί τoν αποπροσανατολισμό με την εμφάνιση μιας νέας κατάστασης.

Ένα πράγμα είναι βέβαιο, υπάρχει μια έλλειψη τόσο διαθεσιμότητας όσο και γεύσης για τον αυθορμητισμό. Αυτό που πρέπει να αμφισβητηθεί είναι οι αγωνιστικές συνήθειες. Είναι αυτές που εμπόδισαν να ειδωθεί σε αυτή την αρχή πρωτοφανούς κινητοποίησης, όχι μόνο η νόμιμη οργή των Gilet Jaunes, αλλά και η δυνατότητα μιας λαϊκής εξέγερσης που ξεχειλίζει πέρα από τα περιθώρια και την ένταση ενός «κοινωνικού κινήματος».

Όλα αυτά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που δεν σταματάμε να επικρίνουμε όταν επιτίθενται στα κινήματα μας έχουν αποκτήσει ξαφνικά αξιοπιστία στα μάτια αυτών των ίδιων αγωνιστών; Αμέσως μόλις λάβει χώρα μια ρατσιστική ή ομοφοβική επίθεση, τα μέσα εκτοξεύονται εκεί πάνω. Ταυτόχρονα όμως, όταν μια παλιά υπο-νομαρχία καταλαμβάνεται στην St. Nazaire και μετονομάζεται σε «σπίτι του λαού» ή όταν κυνηγιούνται οι φασίστες στη Ρουέν ή όταν οργανωνόμαστε με τους συνδικαλιστές για να ενισχύσουμε τα οικονομικά μπλόκα … δεν υπάρχουν ειδήσεις.

Το Σάββατο 24 νοεμβρίου, αρκετοί αγωνιστές βρέθηκαν στα Ηλύσια Πεδία. Την επομένη αυτής της ημέρας εξέγερσης, βλέπουμε μια μεγαλύτερη αποδοχή των Gilets Jaunes. Οι εικόνες των Champs-Élysées, καθώς και κάποιες εκκλήσεις από σημαντικές κολεκτίβες, έδωσαν την ευκαιρία σε πολλούς να μην μπορούν πλέον να σταματήσουν στη δική τους ανάκρουση. Κάτι, ανάμεσα στον φετιχισμό της εξέγερσης και μια αυθεντική συνειδητοποίηση, οδήγησε να αντιληφθούν την δική τους μη συμμετοχή ως κάτι για το οποίο πρέπει να ντρέπονται.

Όταν οι αγωνιστές και οι αγωνίστριες άρχισαν να ζεσταίνονται, έφτασε επί τέλους η ώρα να αναρωτηθούν «τι κάνουμε;» Συμμετοχή στην διαδήλωση … και μετά; Τι έλλειψη φαντασίας ενώ υπάρχει παντού εκεί γύρω μια γιορτή.
Αντί να θεωρείται ένας κίνδυνος – να αισθανόμαστε άχρηστοι και μειοψηφικοί – η συμμετοχή σήμερα θα μπορούσε σωστά να είναι η στιγμή που οι συνήθειες πιέζονται να διαλυθούν μέσα στον πειραματισμό, και αυτά θα ήταν a priori, καλά νέα.

VERBATIM. Voici toutes les revendications des Gilets jaunes

Θα μπορούσε να μας τύχει να ακούσουμε ότι δύο, τρεις εβδομάδες «καθυστέρησης» είναι μάλλον ο χρόνος μιας δικαιολογημένης προσοχής-επιφυλακτικότητας. Θα απαντούσαμε πως, αν υπήρχε μια στιγμή κατά την οποίαν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι επρόκειτο για ένα φασιστικό κίνημα, ήταν ακριβώς επειδή αυτοί δεν είχαν αυτή την καθυστέρηση, όπως φάνηκε από την παρέλαση της Bastione Sociale στη Λυών στις 17 νοεμβρίου.
Μπορούμε επίσης να απαντήσουμε πως για να δημιουργηθεί μια άποψη, το έδαφος παραμένει αναγκαίο. Εν πάση περιπτώσει δεν είναι η καθυστέρηση που είναι ανησυχητική, όσο οι λόγοι που την έκαναν αναπόφευκτη.

Αυτή η απουσία αντιδραστικότητας είναι η απόδειξη μιας στρατηγικής σκέψης που εμποδίζει τη δράση κατά την εκδήλωση μιας κατάστασης που δεν έχει πραγματοποιηθεί από τους ίδιους. Ή αλλιώς, της ανεπάρκειας του στρατηγικού προβληματισμού tout-court.
Σε όσους έχουν απορρίψει και δυσφημίσει τoυς πρώτες κραδασμούς των Gilets Jaunse, είναι απαραίτητο να θέσουμε μια ερώτηση: πώς φαντάζονται την πυροδότηση μιας επαναστατικής κατάστασης; Ξεκινώντας από την αποφασιστική δράση μιας οργάνωσης; Εστιασμένη σε ένα ενιαίο ομογενές υποκείμενο; Ή, αν δεν φαντάζονται μια αλλαγή του ρυθμού, πώς νομίζουν ότι θα προχωρήσουν πραγματικά στην υπόθεση τους, στον αγώνα τους; Χάρη σε μια ερμητική χρονικότητα προς τους άλλους που την περιβάλουν;

Από την πλευρά μας, δεν έχουμε την πρόθεση να συζητήσουμε αν είμαστε μάρτυρες μιας επαναστατικής κατάστασης ή όχι. Ταυτόχρονα είναι πιθανό οι περισσότερες από τις εξεγέρσεις που έρχονται (και ένα μεγάλο μέρος από εκείνες του παρελθόντος) να είναι παρόμοιες με αυτές που συμβαίνουν εδώ και 3 εβδομάδες στη μητροπολιτική Γαλλία και στην Réunion. Πάνω απ ‘όλα, θεωρούμε ότι είναι επιθυμητό να δοθούν με αυτό τον τρόπο.
Χωρίς να είναι μια εξέγερση που ξεσπά από ένα πολιτικό κόμμα ή μια πολιτική οργάνωση, δίχως ένας οποιοσδήποτε ηγέτης, αντιπρόσωπος ή leader να καταφέρνει να γίνεται εκπρόσωπος της, κάθε προσπάθεια καταγγέλλεται από όλες τις πλευρές.

Εάν τα πρώτα μπλόκα ξεκίνησαν από την έκκληση ενός μικρού αριθμού ατόμων – μερικών όχι ιδιαίτερα αξιοσύστατων – και όσον αφορά συγκεκριμένο αίτημα – την ακύρωση ενός φόρου επί των καυσίμων – η υπέρβασή τους ήταν σχεδόν άμεση. Στη συνέχεια, η κινητοποίηση επεκτάθηκε σαν μια κηλίδα πετρελαίου και συγκεκριμενοποιήθηκε τοπικά, ταυτόχρονα, αλλά και σε εθνικό επίπεδο, με στιγμές σύγκλισης.                                                                                                                                          Έτσι είδαμε να ανθίζει μια τεράστια ποικιλία από χειρονομίες ανυπακοής: δωρεάν διόδια, διαδηλώσεις δίχως άδεια, οικονομικά μπλόκα, και άμεσες ενέργειες: καταλήψεις υπο-νομαρχιών, επιθέσεις τρακτέρ σε κρατικούς χώρους, διάρρηξη κατοικιών βουλευτών, λεηλασίες μεγάλων διανομέων … ο κατάλογος είναι μεγάλος.

Στη θέση των πλατειών, τώρα είναι οι κόμβοι, οι κυκλικές συγκλίσεις των δρόμων [ροτόντες] που αποτελούν τη φυσική βάση της κινητοποίησης. Είναι το σημάδι μιας μετακίνησης της οργάνωσης προς την περιφέρεια. Επί του παρόντος, σε πολλά σημεία των μπλόκων, γύρω από τις φωτιές οι στοιβαγμένες παλέτες αρχίζουν σταδιακά να μετατρέπονται σε καταυλισμούς …

Μια εξέγερση, που απαιτεί, όπως πολλές προηγούμενες, αξιοπρέπεια. Ή καλύτερα, όταν ακούς να μιλούν γι αυτήν ή συζητάς με εκείνους τους άνδρες και τις γυναίκες που κρατούν τα μπλόκα ύστερα από περισσότερες από 10 ημέρες στο κρύο και στη βροχή, αντιλαμβάνεσαι ότι αυτή την αξιοπρέπεια, αρχίζουν να την βρίσκουν και πάλι μέσα στον αγώνα, στην σύγκρουση με αυτόν ο οποίος, προς το παρόν, χαρακτηρίζεται ως ο κύριος ένοχος, ο κύριος Macron.

Πώς, λοιπόν, να μην ανησυχήσουμε από τις πολυάριθμες απεχθείς πράξεις (μια γυναίκα που της ξέσκισαν τη μαντήλα ή για τους μετανάστες που δέχτηκαν επίθεση στο Calais) και που δεν θα σταματήσουν απαραίτητα σε αυτό; Πώς να μην ενοχληθούμε από τα χειροκροτήματα μπροστά στην αστυνομία; Ή πάλι από τον αριθμό των γαλλικών σημαιών; Θα μπορούσαμε να αισθανόμαστε καλύτερα μόνο όταν η γαλλική σημαία συνοδεύεται από την σημαία της Αλγερίας, τη σημαία της Βρετάνης, την σημαία cabila, εκείνη της συριακής επανάστασης, του κινήματος Ζαπατίστας δίπλα σε εκείνες τις κόκκινες, τις μαύρες και LGBT. Επειδή πιστεύουμε ότι οι ταυτότητες δεν θα εξαφανιστούν εν μία νυκτί.
Μοιάζει μπανάλ να θυμίσουμε πως ναι, σε περιόδους εξέγερσης συμβαίνουν άσχημα πράγματα, ενοχλητικά. Αντανακλούν τον αέρα της εποχής, την έκφραση και την εξιλέωση θλιβερών ιδεών και παθών.

Η πτώση του Macron ή ακόμα και ενός καθεστώτος δεν είναι συνώνυμη με την πτώση του κράτους, του καπιταλισμού κάθε είδους καταπίεσης. Και ακόμη λιγότερο από την έλευση ενός δίκαιου και ισότιμου κόσμου. Αυτό που μπορεί να συμβεί δεν θα είναι ούτε δίκαιο ούτε εξισωτικό. Κανείς δεν πιστεύει πλέον στην «μεγάλη νύχτα», “grand soir” (ndt έννοια του τέλους του XIX – 19ου αιώνα που εκφράζει την ελπίδα μιας ξαφνικής και ριζικής ανατροπής της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης). Από την άλλη πλευρά, θα είναι ένα σημαντικό στάδιο που θα εγγράφεται σε μια μακροπρόθεσμη επαναστατική διαδικασία.

gilets1d

Από εδώ και πέρα, από αυτή την έντονη στιγμή, κανένας δεν θα μπορεί να υιοθετήσει την ίδια συμπεριφορά με αυτήν που έχει όταν προσπαθεί να χτίσει κάτι υπομονετικά. Η ερώτηση, το ζήτημα μοιάζει να είναι: πως να πάρουμε μέρος σε αυτή την στιγμή εξέγερσης κατά την οποίαν επιθυμούμε και ελπίζουμε την αποπομπή του προέδρου συμβάλλοντας στην προώθηση αυτού που θέλουμε; Δίχως να ψάχνουμε να πάρουμε την εξουσία [πράγμα που σε κάθε περίπτωση δεν θα χειροκροτήσουμε], θέτοντας εμπόδια στις προσπάθειες των εχθρών μας.

Για να εξουδετερωθούν οι δραστηριότητες αυτών των τελευταίων, θα χρειαστεί μια μαζική δόση συλλογικής οξυδέρκειας για να παραμείνουμε μέσα στα πλαίσια. Αυτή δεν είναι μια αφηρημένη έννοια αλλά κάτι που θα παίξει σε όλα τα επίπεδα, σε εθνική κλίμακα όπως και περιφερειακή, στις συζητήσεις που μεταδίδονται στην τηλεόραση όπως και σε κάθε ροτόντα, σε κάθε κόμβο.
Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να ενεργοποιήσουμε ό, τι προσπαθήσαμε να οικοδομήσουμε αυτά τα τελευταία χρόνια όσον αφορά δεσμούς, ιδέες ή εργαλεία.
Φιλίες, συμμαχίες, συναντήσεις … ήρθε η ώρα να δούμε ο ένας τον άλλον και να συζητήσουμε, όχι για ότι συμβαίνει, αλλά γι αυτά που μπορούμε να κάνουμε μαζί.

Εκτός από τους υλικούς πόρους, έχουμε αναπτύξει μέσα για την καταπολέμηση της κυριαρχίας, είτε πρόκειται για σεξιστική, ρατσιστική ή ταξική. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι ικανοποιητικό, όλα είναι απίστευτα μερικά, αλλά έχουμε κάτι να προσφέρουμε.
Οι γιατροί του δρόμου στις διαδηλώσεις, τα αιτήματα να σταματήσουμε να πληρώνουμε το ενοίκιο, τα λαϊκά τραπέζια και εστιατόρια για να συναντιόμαστε και να ήμαστε σε θέση να τα βγάλουμε πέρα στο τέλος του μήνα.

Αλλά τι θέλουμε να κάνουμε με όλα αυτά; Θησαυρό για την προσωπική μας παρηγοριά, ελπίζοντας ότι κάποιος θα πέσει πάνω μας στρίβοντας τη γωνία; Αυτό θα σήμαινε την αναπαραγωγή των προνομίων μας, ακόμα χειρότερα, την επινόηση νέων.
Ή αντιθέτως θέλουμε να προσπαθήσουμε να τα επεκτείνουμε, να τα διαθέσουμε και πάνω απ ‘όλα θέλουμε να επιτρέψουμε την αλλοίωση τους μέσα στη συνάντηση με την ένταση, με τον άλλο σε πιο πολύπλοκα επίπεδα. Πρέπει να προτείνουμε μέσα σε αυτό το πλαίσιο και αυτή την συγκυρία απαντήσεις για την καταπολέμηση τόσο του δικού μας εγώ όσο και του εχθρού ταυτόχρονα.

Ό, τι κι αν είναι, περί ότι κι αν πρόκειται, είναι καλύτερα να βοηθήσουμε να μην πάει πίσω, να μην νικηθεί μια εξέγερση παρά να προφητεύουμε την ήττα της και στη συνέχεια να απολαμβάνουμε το γεγονός πως είχαμε δίκιο.
Για να διευκρινίσουμε, η πρότασή μας δεν είναι να ζητήσουμε από όλους να βάλουν ένα κίτρινο γιλέκο. Μπορούμε να το κάνουμε, φυσικά, αλλά η έκκληση είναι μάλλον να συμμετάσχουμε στην ένταση της κινητοποίησης ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Αυτό μπορεί να σημαίνει ανάλογα με την περίπτωση να πάμε να συναντήσουμε τους καταληψίες των αυτοκινητιστικών κόμβων, στις ροτόντες, όπως και αναστατώνοντας τους ίδιους τους δικούς μας αγώνες.

Το Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου, το κίτρινο κύμα εισβάλει για τρίτη φορά στο Elysée. Το Παρίσι δέχεται εισβολή από χιλιάδες ανθρώπους που επικαλούνται την εξέγερση, την επανάσταση. Οι μετρήσεις αυτού του ρυθμού πρέπει να ληφθούν καλά. Δεν πρέπει να παίζουμε ενάντια στον χρόνο.
Το θέμα δεν είναι πλέον να συμμαχήσουμε με αυτό το «κίνημα». Δεν μπορεί κανείς να συμμαχεί με μια στιγμή. Ακόμη λιγότερο με μια εξέγερση. Μπορούμε να ενταχθούμε σε μια εξέγερση, να ενωθούμε μαζί της. Μπορούμε να βυθιστούμε σε μια εξέγερση.

Μετά από όλα αυτά, γι αυτούς που θέλουν ξανά να συζητήσουν αν είναι χρήσιμο, αν αξίζει τον κόπο να προσεγγίσουν αυτό που συμβαίνει και όχι να αναρωτιούνται τι μπορούν να κάνουν αυτοί, παρουσιάζουμε μια απλούστερη ερώτηση για να ενθαρρύνουμε τις συζητήσεις τους: «Η επανάσταση: υπέρ ή κατά;».
Εμείς έχουμε κάνει την επιλογή μας: προσθέτουμε τη δύναμή μας σε όλες εκείνες που θέλουν να σταματήσουν τη χώρα, να την ωθήσουν να προβληματιστεί και να αρχίσουμε να χτίζουμε αυτό που θέλουμε.

Να συμβάλλουμε στην πτώση του καθεστώτος και στην οργάνωση αυτού που έρχεται μετά.
(un contributore e una contributrice, ένας συνεισφέροντας και μια συνεισφέρουσα)

 

https://www.infoaut.org/segnalazioni/pro-o-contro-la-rivoluzione

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

στη χώρα του ποτέ…η 20

Area – Luglio, agosto, settembre (nero)/La mela di Odessa – Ιούλιος, αύγουστος, σεπτέμβρης [μαύρος]/Το μήλο της Οδησσού

L’editore

Ο εκδότης

Ένας νεαρός σκηνοθέτης, ένας καθηγητής πανεπιστημίου, ένας βιβλιοπώλης και μια δημοσιογράφος συναντώνται στη διάρκεια ενός week-end στο  βουνό για να συζητήσουν την πιθανότητα να πραγματοποιήσουν ένα σενάριο ταινίας για την υπόθεση του Giangiacomo Feltrinelli, του εκδότη του ομώνυμου εκδοτικού οίκου που σκοτώθηκε εξ αιτίας μιας έκρηξης που στις προθέσεις του θα έπρεπε να γκρεμίσει έναν πυλώνα υψηλής τάσης στις Segrate, στις πόρτες του Milano.
Η ιστορία εκείνου του δράματος ξεδιπλώνεται μέσα από τη χρήση διαφόρων ηχογραφημένων αφηγήσεων (η ψυχρή επιστημονική γλώσσα των πρακτικών της αυτοψίας στο πτώμα, οι ειδήσεις και η ειδησεογραφική κάλυψη γεμάτη περιττά στερεότυπα, η προφορική διήγηση του κάθε μέλους του κουαρτέτου των »σεναριογράφων» που είχαν γνωρίσει από κοντά και σε βάθος τον πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος)
Μέσα από μια εξαιρετική μέθοδο μοντάζ-συναρμολόγησης αυτών των διαφορετικών εγγραφών ο Balestrini καταφέρνει να τοποθετήσει το γεγονός του θανάτου του Feltrinelli στο πυρακτωμένο σκηνικό των κοινωνικών αγώνων των ετών μετά το ’68 απονέμοντας μια δίκαιη αξιοπρέπεια σε μια προσωπικότητα που για μεγάλο χρονικό διάστημα δυσφημίστηκε και μειώθηκε στη βαθμίδα ενός ρομαντικού ονειροπόλου μιας επαναστατικής ελπίδας ανέφικτης απατηλής και επικίνδυνης για το πεπρωμένο της δημοκρατίας.

http://www.deriveapprodi.org/2006/01/leditore/

Ο εκδότης – απόσπασμα από την όγδοη Σκηνή

….. το γεγονός είναι πως βρισκόμαστε εδώ τώρα να συζητάμε για εκείνη την ιστορία και να προσπαθούμε όπως λέγαμε πριν να της δώσουμε μια σημασία ένα νόημα μιαν αξία που σύμφωνα μ’ εμένα είναι σημαντική για να καταλάβουμε τις ιστορίες εκείνων των χρόνων

υπάρχουν οι δύο μεγάλες στιγμές της μετάβασης οι δύο στιγμές καμπή, οι δυο στιγμές ορόσημο που είναι ο θάνατος του εκδότη και στη συνέχεια, η απαγωγή Μόρο η πρώτη που παρήγαγε μια νέα συνείδηση το άνοιγμα μιας διαδικασίας μέσα από μια ρήξη με τις επαναστατικές παραδόσεις που πλέον ανήκουν στο παρελθόν όπως εκείνη της αντίστασης των παρτιζάνων και εκείνη της παλιάς εργατικής τάξης ενώ ανοίγεται ένας άλλος τρελός ιστορικός κύκλος, απίστευτος, που είναι η βαθιά τροποποίηση της εργασίας τίθεται σε κίνηση η κατασκευή μιας προσωπικής και συλλογικής υποκειμενικότητας που έχει αντιστραφεί πλήρως δηλαδή από μια ιστορία σε μιαν άλλη ιστορία από μια υποκειμενικότητα σε μιαν άλλη και τελειώνει η ταξική συνείδηση γεννιέται η αποκεντρωμένη συλλογικότητα τουλάχιστον έτσι λέγαμε κάποτε

η άλλη στιγμή μετάβασης είναι η απαγωγή Μόρο που είναι το βάναυσο τέλος αυτής της διαδικασίας η διαδικασία έχει πλέον επιβληθεί έχει μετατρέψει την κοινωνία έχει μετατρέψει τον κόσμο τον τρόπο ζωής των ανθρώπων τον τρόπο που σκέφτονται αγαπούν τις επιθυμίες και τις συμπεριφορές και αυτό κυρίως χάρη στον φεμινισμό λέει αυτός ευχαριστώ πολύ λέει εκείνη μετέτρεψε και τις λέξεις, ακόμη και το πώς διηγούνται οι ιστορίες και αυτό είναι μια μη αναστρέψιμη μετάλλαξη που σηματοδοτεί επίσης την επόμενη γενιά εκείνη των χρόνων της άμπωτης αυτά τα χρόνια 80 σάπια πλέον τώρα στο τέλος, άθλια, αν και κάνουν τα πάντα για να αποβλακώσουν τελείως αυτές τις νέες γενιές με την τηλεόραση με τα ναρκωτικά ενώ οι εφημερίδες τους εξηγούν πως αυτοί θέλουν μόνο την καριέρα και οικογένεια και ίσως τον θεό

οπότε λέει ο ξανθός αυτός ο θάνατος η ιστορία εκείνου του θανάτου θα μπορούσε να γίνει μια ιστορία που αφηγείται άλλες ιστορίες την ιστορία του ανθρώπου μας την δική μας ιστορία και την ιστορία τόσων πολλών άλλων ανθρώπων την ιστορία εκείνων των τόσο μακρινών χρόνων που είναι όμως τόσο κοντινοί μας διότι ακόμη και σήμερα εμείς είμαστε όλοι φτιαγμένοι από εκείνα τα χρόνια αυτής της ιστορίας και συνεπώς σε εκείνη την ιστορία υπάρχει επίσης η ιστορία αυτών των χρόνων αλλά είναι μια ιστορία που μιλά για τόσες πολλές ιστορίες που δεν θα βρεθούμε ποτέ σε θέση να γράψουμε θα μας έφτανε να καταφέρουμε να κόψουμε ένα μικρό κομμάτι το οποίο να μπορέσει λιγάκι να δώσει τουλάχιστον την αίσθηση εκείνης της ιστορίας

εγώ θυμάμαι είπε ο βιβλιοπώλης τις συζητήσεις εκείνων των ημερών που υπήρξαν μια σημαντική στιγμή διότι το διακύβευμα ήταν να δώσουμε την εικόνα εκείνου τον οποίον όλοι ήθελαν να ξεχάσουν έτσι όπως ήταν υπήρχαν αυτοί που είχαν μια τάση ευσεβίστικη, αυτοί που μιλούσαν για εμπλοκή της Cia όλοι ήθελαν να συγκαλύψουν να τον μεταμφιέσουν δεν ήθελαν να τον δουν σαν μια φιγούρα μέσα σε ένα πλαίσιο και μια συγκυρία που ήταν η κατάσταση εκείνων των χρόνων αυτός ο θάνατος συνέπεσε αμέσως με μιαν ακύρωση και έναν εμπαιγμό αυτής της προσωπικότητας αυτού του χαρακτήρα ακύρωση εμπαιγμό εκτοπισμό τροποποίηση όλα δηλαδή παρά να μιλήσουν για το ίδιο το πράγμα, για αυτό καθεαυτό φθάνει να κοιτάξετε τις εφημερίδες εκείνων των ημερών και καταλαβαίνεις άριστα την ανάγκη να μασκαρέψουν να εκτοπίσουν αυτό τον τόσο άβολο χαρακτήρα

σίγουρα του αναγνώριζαν το γεγονός πως είχε στήσει ένα απ’ τα καλύτερα στον κόσμο ινστιτούτα έρευνας και σπουδών επάνω στο εργατικό κίνημα του αναγνώριζαν τον διάσημο και αναγνωρισμένου κύρους εκδοτικό οίκο υπό το πρίσμα όμως της παρέκκλισης που του συνέβη και της αλλαγής που εκπληρώνει κάποια συγκεκριμένη στιγμή με το ξελόγιασμα του για τον Fidel που τα είδαν όλα αυτά γενικότερα σαν μια διανοητική του σύγχυση ενώ όλοι γνωρίζουμε πως οι αναφορές που γίνονταν τότε στον Φιντέλ και σε όλα τα διάφορα απελευθερωτικά κινήματα δεν ήταν εμμονές και ξελογιάσματα μα ήταν οι πραγματικότητες μέσα στις οποίες κινούμασταν ήταν το τοπίο η συγκυρία το πλαίσιο μέσα στο οποίο και τα πράγματα που γίνονταν στην Ιταλία είχαν τη θέση τους την ένταξη και την αίσθηση τους, το νόημα τους

αυτός τυπώνει τα γραπτά του Fidel και του Che νωρίτερα όμως τύπωσε βιβλία επάνω στην αλγερινή επανάσταση και η εφημερίδα Il Giorno του Italo Pietra καταπιάνονταν με την Algeria μα ήταν η εφημερίδα του Mattei συνεπώς υπήρχε οικονομικό ενδιαφέρον και συμφέρον με την έννοια πως στην μέση υπήρχε το πετρέλαιο της Σαχάρα ήταν μια έξυπνη στρατηγική του Mattei που έλεγε εμείς υποστηρίζουμε τον αλγερινό ανταρτοπόλεμο και όταν αυτός νικήσει με την Γαλλία εμείς θα έχουμε το πετρέλαιο της Σαχάρα μετά ο Mattei πεθαίνει πέφτοντας μυστηριωδώς με το αεροπλάνο του και ένα μήνα αργότερα θυμάμαι σαν περίεργο γεγονός σε όλη την Ιταλία ανοίγουν πρατήρια διανομής Total η γαλλική βενζίνη η οποία όσο ο Mattei βρίσκονταν στη ζωή στην Ιταλία δεν υπήρχε

εκείνη όμως του εκδότη ήταν μια περίπτωση στράτευσης παρείχε εργαλεία στο ιταλικό κίνημα κι αυτός όχι μόνο τύπωνε τα ντοκουμέντα του αλγερινού αντάρτικου μα ήταν επίσης μέσα σε πρώτο πρόσωπο στο reseau Jeanson [1] και είναι εκεί που τον γνώρισα αυτός παρενέβαινε στα πράγματα άμεσα σαν αγωνιστής υπήρχε ίσως και λιγάκι αφέλεια στο πάθος του στην εξέγερση του ενάντια στην καταπίεση και την αδικία που τον έσπρωχναν να κάψει τους χρόνους και να υπερπηδήσει τις διαμεσολαβήσεις σίγουρα στη δράση του υπήρξαν λάθη και αυτοσχεδιασμοί πιθανότατα διέπραξε λόγω γενναιοδωρίας μοιραία λάθη απερισκεψίας που ίσως του κόστισαν τη ζωή

ναι λέει ο ξανθός μα τώρα εγώ νομίζω πως πρέπει να μιλήσουμε και για μια άλλη μεγάλη αποσιώπηση το γεγονός πως όλη η κοινωνία εκείνων των καιρών δεν θέλει να δώσει νομιμοποίηση στον σκληρό εργατικό αγώνα που ξεχύθηκε δυναμικά με το θερμό φθινόπωρο του 69 είναι σαν ολόκληρη η ιταλική κοινωνία να θέλει να τον εξορκίσει και βρίσκει τους λόγους της απόρριψης της στα στοιχεία της αναπόφευκτης βίας μέσα στον σκληρό αγώνα αυτής της νέας εργατικής τάξης που είναι θυμωμένη που κάνει αυτά τα πράγματα και που μέσα στην κοινωνική σύγκρουση συνδέεται με την ριζοσπαστικότητα των νέων οπότε ενάντια σε αυτούς χρησιμοποιείται η βία για να τους καταστρέψουν και ταυτόχρονα τους κατηγορούν για βιαιότητα για απόπειρα και επίθεση ενάντια στους κανόνες της δημοκρατίας ή της δημοκρατικής νομιμότητας όπως λεν οι κομουνιστές κι αυτή είναι η βρώμικη δουλειά των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των διανοούμενων της εποχής

η οπτική του Pci και των προοδευτικών δημοκρατών ήταν εκείνη του εργάτη φορέα υγιών αξιών των ηθικών αξιών του σοσιαλισμού της κοινωνίας της εργασίας στην οποίαν αντιπαρατίθεται η ιδέα αυτού που ονομάσαμε η απόρριψη της εργασίας  δηλαδή της τάξης που έχει αρνηθεί ως μοίρα αυτή του εργάτη αυτή είναι η θεμελιώδης σύγκρουση των χρόνων 70 μια πολιτιστική σύγκρουση βασισμένη στην αδυναμία τους να αντιληφθούν τις νέες πολιτιστικές αξίες της ζωής της ύπαρξης και που δημιουργεί μια αγιάτρευτη διάσπαση διότι αυτοί παρότι συνδικαλίζονται και ανήκουν στο Κκι δεν μπορούν να ανεχθούν πως εγώ παιδί εργάτου κάνω τους αγώνες για να αρνηθώ τον εαυτό μου ως εργάτη αλλά όπως εσύ τους αγώνες πρέπει να τους κάνεις για τις μισθολογικές αυξήσεις  ναι όμως συμβατές με το γεγονός πως πρέπει να παραγάγεις περισσότερο μα σκατά λέω εγώ τους αγώνες τους κάνω για να μην είμαι πλέον εργάτης ποτέ πια

είναι εδώ που λαμβάνει χώρα το πέρασμα από μια μορφή αντίστασης σε σχέση με την αντεπανάσταση σχετικά με το πραξικόπημα που είναι μια μορφή η οποία για τους νέους για το κίνημα δεν αρκεί πλέον περνούμε στο γεγονός πως θέλουμε να μετατρέψουμε ριζικά και βίαια την κοινωνία δηλαδή η επανάσταση να λοιπόν όλο αυτό μετά τον θάνατο του εκδότη κάτω από τον πυλώνα έρχεται δραματικά να αποκαλυφθεί όχι μόνο σαν θεωρία και σαν σχεδιασμός αλλά επίσης και σαν καθημερινή πρακτική και τότε ξεσπά εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα αυτή η πολυπλοκότητα αυτό το σύμφυρμα, questo mélange, αυτό το κοκτέιλ μολότοφ εμπειριών που στοχεύουν όλες σε μια επαναστατική αλλαγή

έτσι ήταν λέει αυτός και το εμβληματικό ραντεβού του θανάτου του εκδότη αντιπροσωπεύει αυτά τα μονοπάτια τα αντιπροσωπεύει αντικειμενικά αυτά τα βήματα δεν μπορούσε να βρίσκεται σε αυτόν μια οπτική και μια πρόβλεψη διαυγής και ξεκάθαρη όπως δεν μπορούσε να υπάρχει σε κανέναν από εμάς  σε μια περίοδο τόσο αντιφατική και ταραχώδη αυτός είναι το άθροισμα όλων των αντιφάσεων όπου το παλιό και το νέο δεν επιλύονται αλλά αθροίζονται συγκρούονται επικαλύπτονται αναμιγνύονται αλλά αυτός όλων αυτών των πραγμάτων είναι πάντοτε ένας μάρτυρας παθιασμένος τίμιος  βαθιά πληγωμένος που είναι πάντα σε αναζήτηση αυτών των πραγμάτων και έχει κατακλυστεί από αυτά τα πράγματα διεγείρει αυτά τα πράγματα κλείνει-τείνει προς τον κόσμο που αλλάζει μέχρι το σημείο να μεταβάλει την σχέση του με τη δουλειά του με την πολιτιστική του συνθήκη με την τάξη του με την κληρονομιά του και με την οικογένεια του

1 – Le réseau Jeanson était un groupe de militants français, agissant sous les directives de Francis Jeanson, qui opéra en tant que groupe de soutien du FLN durant la guerre d’Algérie, principalement en collectant et en transportant fonds et faux papiers.                   Το δίκτυο Jeanson ήταν μια ομάδα Γάλλων αγωνιστών, που ενεργούσε υπό την καθοδήγηση του Francis Jeanson, η οποία λειτουργεί ως ομάδα υποστήριξης του FLN κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Αλγερία, κυρίως με τη συλλογή και τη μεταφορά πόρων και πλαστών εγγράφων.

http://www.nannibalestrini.info/libri/narrativa/editore/editore8/

 

συνεχίζεται