διεθνισμός, internazionalismo

Συνέντευξη στον Emory Douglas: τέχνη, Black Panthers και ζαπατισμός

των Martino Sacchi και Alessandro Peregalli

zapantera-neraΣήμερα, 15 oκτωβρίου 2016, είναι η επέτειος των 50 χρόνων από την γέννηση, στο Oakland, California, του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων, del Partito delle Pantere Nere.

Τον Δεκέμβρη του 2013 είχαμε συναντήσει στο San Cristobal de las Casas, Chiapas, τον Emory Douglas, Υπουργό Πολιτισμού του Black Panther Party μέχρι την διάλυση του κινήματος. Όπως κι εμείς, ο Douglas ήταν ένας από τους πέντε χιλιάδες φοιτητές που θα είχαν πάρει μέρος στο ζαπατιστικό σχολείο, στην escuelita zapatista: στιγμή κατά την οποίαν οι ζαπατιστικές κοινότητες του νοτιοανατολικού Μεξικού άνοιξαν τα σπίτια τους για να φιλοξενήσουν ακτιβίστριες και ακτιβιστές απ’ όλο τον κόσμο και να παρουσιάσουν τις διαδρομές αυτονομίας που προωθούσαν μέσα στα πάνω από είκοσι χρόνια αγώνα. Λίγους μήνες αργότερα είχαμε την δυνατότητα να τον συναντήσουμε εκ νέου στο σπίτι του στην περιφέρεια του San Francisco, και του κάναμε αυτή την συνέντευξη, που υπήρξε κυρίως μια κουβεντούλα γύρω από την βιογραφία του σαν αγωνιστή, καλλιτέχνη, διεθνιστή. Σαν καλός σύντροφος, αφροαμερικανός, κληρονόμος μιας παράδοσης αγώνα που περισσότερο από ποτέ είχε αναπτυχθεί μέσα από γραμμές μετακινήσεων και φευγιού, μετατοπίσεις, εκτοπίσεις και εξόδους (από το μεσαίο πέρασμα του Ατλαντικού, dal middle passage atlantico στις εμπειρίες ενάντια στην δουλεία της ξενοφοβίας ), δεν μας εξέπληξε η φυσική ικανότητά του να συσχετίσει διαφορετικές αντιστάσεις και αγώνες σε διαφορετικά θέματα και συγκυρίες όπως του Όκλαντ στη δεκαετία του ’60 και του ’70, και τα βουνά και το αυτόχθονο δάσος του νοτιοανατολικού Μεξικού σήμερα. Από τις άμεσες περιγραφές ενός καλλιτέχνη του δρόμου όπως ο Emory Douglas, μπορούμε να εντοπίσουμε εκείνα τα επαναστατικά πολιτικά κυκλώματα που συνέδεσαν τους Μαύρους Πάνθηρες στην Κίνα του Μάο, τις σελίδες του Φανόν και τα απελευθερωτικά κινήματα στην Αγκόλα. Στην τέχνη του Douglas τέμνονται αυτές οι διεθνικές τροχιές, από την τέχνη της Πολιτιστικής Επανάστασης, στις αφίσες για τη Διάσκεψη Tricontinental της Κούβας το 1966, μέχρι το έργο «Zapantera Negra» που ξεκίνησε το 2012 για τη στήριξη του αγώνα στην Τσιάπας.

Mάϊος 2014, San Francisco: Είσαι πρώτα απ ‘όλα ένας καλλιτέχνης όσο και ένας πολιτικός ακτιβιστής. Κανένα από αυτά τα συστατικά μπορεί να θεωρηθεί ως χωριστό από τα άλλα. Ξεκινώντας από την προσωπική σου πορεία μέσα από τα κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και του ’70, με τι τρόπο αυτές οι δύο όψεις της τέχνης και του πολιτικού ακτιβισμού διασταυρώθηκαν;

Αυτές οι δυο συνιστώσες συναντήθηκαν στην συμμετοχή μου στο Black Arts Movement, πριν από τους Μαύρους Πάνθηρες. Ήταν ένα ευρύτατο κίνημα στην Δυτική Ακτή, nella West Coast, στην Ανατολική Ακτή και λιγάκι στο Νότο, όπου συνάντησα τον Amiri Baraka (LeRoi Jones) κι άρχισα να κάνω τον υποβολέα για τα θεατρικά έργα του ενώ παρακολουθούσα το San Francisco Community College. Την ίδια περίοδο – ήταν ο ιανουάριος του 1967 – κάποιοι νεαροί ακτιβιστές οργάνωναν μια συνάντηση με ευκαιρία την άφιξη του Malcom X στην Bay Area: αυτοί ήξεραν πως ήμουν μέρος του Black Arts Movement και μου ζήτησαν να κάνω τα γραφικά για την πρωτοβουλία. Όταν στη συνέχεια βρέθηκα στην συνάντηση μου είπαν πως κάποιοι αδελφοί έφταναν για να οργανώσουν μια συνέλευση γύρω από την αυτοάμυνα και την ασφάλεια. Πήγα εκεί και βρέθηκα για πρώτη φορά με τον Bobby Seale; αυτό λοιπόν συνέβη πολύ πριν αυτός μου ζητήσει να ενωθώ στο Black Panther Party. Έβαλε στο χέρι μου ένα εισιτήριο λεωφορείου – δεν είχα αυτοκίνητο – και με προσκάλεσε σπίτι του όπου πολύς κόσμος ζούσε σε κοινότητα. Τέλος πάντων η γραφική εργασία για τον Malcom X υπήρξε η πρώτη μου πολιτική συμμετοχή σαν καλλιτέχνης. Τον Μάϊο πάντα του ’67 έκανα το πρώτο εξώφυλλο ενός tabloid, εργαζόμενος πολύ επάνω στα γραφικά για τα περιοδικά. Ήταν μια περίοδος  κατά την οποίαν η τέχνη άρχιζε να γίνεται αντιληπτή σαν μια αντανάκλαση της πολιτικής, μα ήταν επίσης και κάτι ξεχωριστό από το Black Panther Party. Πρακτικά σε εκείνη την δουλειά τοποθέτησα μια σειρά από τεχνικές που απέκτησα όταν βρισκόμουν στο City College βασισμένες στο εμπορικό στυλ που συνήθως χρησιμοποιείται για τους χαρτοφύλακες, εκείνους που χρησιμοποιείς όταν ψάχνεις δουλειά. Όταν μετά μπήκα στους Μαύρους Πάνθηρες ανέπτυξα ένα πιο ελεύθερο στυλ, εμπνευσμένο από τα Δέκα Σημεία του προγράμματος και απ’ την γραμμή μας, και οι Bobby Seale και Huey Newton μου άφησαν πλήρη αυτονομία. Ήταν εκεί που η τέχνη έγινε για εμένα μια αντανάκλαση αυτού που συνέβαινε στον κόσμο σε ένα επίπεδο τοπικό, εθνικό και διεθνές.

Ποιες καλλιτεχνικές και πολιτικές εμπειρίες έχουν συμβάλει στην ανάπτυξη αυτού του νέου στυλ για το οποίο μιλάς;

Μεγάλο μέρος από τις πολιτικές επιρροές προέρχονταν από την Κούβα. Οι OSPAAAL [Organization of Solidarity for People of Asia, Africa and Latin America], παρήγαγαν πάρα πολλά poster σε αλληλεγγύη με τους παγκόσμιους αγώνες. Μπορείτε να τα βρείτε online σήμερα, είναι χιλιάδες poster, και βρίσκονταν στη ρίζα μέρους της καλλιτεχνικής δουλειάς που έφτιαξα. Στην συνέχεια επηρεάστηκα πολύ από την τέχνη που έρχονταν από το Vietnam, από την κινεζική και ρωσική κάθε τόσο, έτσι όπως και από τις δουλειές που προήλθαν από το κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ εδώ, στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ποιος ήταν ο ρόλος σου μέσα στο Black Panther Party; Πως συνδέονταν οι καλλιτεχνικές στρατηγικές με την μαχητική στράτευση στο κόμμα;

Αρχικά μου δόθηκε ο τίτλος του “revolutionary artist” κι εργαζόμουν κυρίως στην εφημερίδα. Χέρι χέρι που το κόμμα άρχισε να μεγαλώνει προικίστηκε με μια δομή για να συγκεντρώσει τα άτομα που ενώνονταν και ήθελαν να συνεισφέρουν. Έτσι σχηματίστηκαν τα υπουργεία κι εγώ έγινα Υπουργός πολιτισμού, με το καθήκον να συντονίζω όλες τις πρωτοβουλίες που έλκονταν γύρω από αυτό τον τομέα, από πανό και αφίσες, στις επαφές για την συγκέντρωση κεφαλαίων. ο Santana για παράδειγμα ήταν ο πρώτος που συμμετείχε, πολύ πριν γίνει γνωστός, μετά οι Jerry Garcia, The Greatful Dead, John Lee Hooker, άνθρωποι όλων των ειδών στη διάρκεια των χρόνων. Να, εκείνα ήταν μέρος των ευθυνών μας. Ήταν ουσιαστικά να διδάξουμε πράγματα ο ένας στον άλλον, να μοιραστούμε ικανότητες, να υποδεχθούμε νέα μέλη. Στο πλαίσιο αυτό, υπήρχαν και μαθήματα πολιτικών επιστημών, πολιτικής έρευνας όσο εξελισσόμασταν σε διάφορες συλλογικότητες και κολεκτίβες.

Εκτός από αυτά υπήρχε η πολιτική καθημερινή δουλειά: να πουλάμε εφημερίδες, να συμμετέχουμε επαγρυπνώντας για την αστυνομία (copwatching) με τις ομάδες αυτοάμυνας στις γειτονιές, και πάει λέγοντας.

Υπό το φως μιας εμπειρίας όπως εκείνη της αυτονομίας Zapatista, στην οποίαν πλησίασες πρόσφατα, μπορείς να μας περιγράψεις τα κύρια χαρακτηριστικά της πολιτικής πρακτικής του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων;

Υπάρχουν σίγουρα δυνατές διαφορές σε επίπεδο πλαισίου, σε επίπεδο συγκυρίας. Oakland είναι μια πόλη στην οποίαν προσπαθούσαμε να αμυνθούμε και να οδηγήσουμε έναν αγώνα αυτοδιάθεσης. Στο δάσος είναι όλα διαφορετικά, ένα άλλο πράγμα, είναι ένα έδαφος, ένα διαφορετικό επίπεδο.

Σε ιδεολογικό επίπεδο το Black Panther Party εμπνέονταν από τον μαρξισμό και τον λενινισμό, αν και επεξεργαστήκαμε μια δική μας ιδεολογία, ψάχνοντας αυθεντικούς τρόπους σύνδεσης με τους παγκόσμιους αγώνες. Βέβαια διαβάζαμε τα πάντα, μας είχε ζητηθεί, και κάποιοι στο κόμμα ήταν μαρξιστές, μα άλλοι, όπως εγώ για παράδειγμα, δεν είχαμε απολύτως καμία ιδέα για οτιδήποτε όταν μπήκαμε. Οπότε δεν ήταν τόσο απαραίτητο να αντιμετωπίσουμε θέματα πνευματικά, διανοητικής φύσεως, αλλά να τα αποσυνθέσουμε, να τα διασπάσουμε σε μια κοινή γλώσσα. Αυτή ήταν η ιδιοφυία των Μαύρων Πανθήρων, ειδικότερα του Bobby Seale που ήταν ο πιο διανοούμενος, ένας μεγάλος επικοινωνιακός, ενώ ο Eldridge Cleaver ήταν περισσότερο επικεντρωμένος στην καθημερινή στράτευση, αν και ήταν και οι δυο πολύ σεβαστοί, ήταν ικανοί να επικοινωνούν και μέσα στο ίδιο το κόμμα. Πολλοί Πάνθηρες ήταν νεότατοι, εγώ μπήκα στα 21 μου χρόνια αλλά υπήρχαν στελέχη ανάμεσα στα 16 και τα 19 χρόνια. ο Bobby Seale ήταν 30 χρονών και θεωρούνταν μεγάλος, γέρος. Ο Fred Hampton ήταν 21 χρόνων, αλλά δραστηριοποιούνταν ήδη στους youngster πριν εισέλθει στις Pantere Nere. Σκοτώθηκε το 1969 όταν η καταστολή έγινε βαρύτερη κι όταν άλλοι δυο πάνθηρες, ο Bunchy Carter και ο John Huggins, δολοφονήθηκαν στο campus του πανεπιστημίου του Los Angeles. Λίγο μετά την δολοφονία του Fred Hampton υπήρξε μια ανταλλαγή πυροβολισμών επί πολλές ώρες μεταξύ της αστυνομίας και της ενότητας του Los Angeles του Black Panther Party. Άρχισαν να διεισδύουν πράκτορες προβοκάτορες στις Pantere Nere, πραγματικές παραστρατιωτικές επιθέσεις, όπως περίπου κάνουν σήμερα με τους ζαπατίστας. Το COINTELPRO [programma di controspionaggio, πρόγραμμα αντικατασκοπίας του FBI] διέδιδε και κυκλοφορούσε ψευδείς δηλώσεις για να θέσει τους μεν ενάντια στους άλλους, για να μαλώνουμε μεταξύ μας δηλαδή.

Όσον αφορά την πολιτική πρακτική, προωθούσαμε την αυτοοργάνωση ξεκινώντας από τις πρωταρχικές ανάγκες, όπως η ιατρική φροντίδα ή το breakfast program: δείχναμε τις αντιθέσεις σχετικά με όσα η κυβέρνηση δεν έκανε. Το πρώτο breakfast program έγινε στην εκκλησία του West Oakland και σύντομα το σχέδιο διαδόθηκε σε πολλές πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών: Πάνθηρες που σηκώνονταν στις 4 το πρωί για να ετοιμάσουν το πρωινό στα παιδάκια της συνοικίας πριν πάνε στο σχολείο. Γύρω από εμάς υπήρχε αλληλεγγύη για παράδειγμα από πλευράς πολλών καταστηματαρχών, αλλά και μεγάλος εκφοβισμός και διάφορες υποσχέσεις διευκολύνσεων σε όσους δεν συνεργάζονταν μαζί μας. Μια φορά, για παράδειγμα, η αστυνομία έστειλε ένα ψεύτικο γράμμα απειλητικό, που φαινομενικά υπογράφονταν από τον Huey Newton, σε έναν επιχειρηματία που χρηματοδοτούσε το σχέδιο.

Είσαι ανάμεσα στους πρωταγωνιστές αυτής της μακράς πολιτικής αφροαμερικανικής διαδρομής και πιο πρόσφατα πήρες μέρος στα δίκτυα αλληλεγγύης με το ζαπατιστικό μεξικάνικο κίνημα. Ποια πολιτική και βιογραφική σύνδεση υπάρχει ανάμεσα σε αυτές τις δυο  εμπειρίες;

Εμείς πάντοτε υπήρξαμε διεθνιστές. Είχαμε συντρόφους στο βόρειο Βιετνάμ. Είχαμε συντρόφους στην Βόρεια Κορέα, συντρόφους που βρήκαν άσυλο στην Αλγερία το 1969. Ήμασταν καλεσμένοι να μιλήσουμε σε ολόκληρο τον κόσμο σε υποστήριξη των κινημάτων αλληλεγγύης και αντίστασης ενάντια στους πολέμους. Ο Bobby Seale και οι άλλοι Πάνθηρες ταξίδευαν πολύ. Κι εδώ στις USA βρισκόμασταν σε επαφή με διάφορους αγώνες επάνω στην ράτσα: υπήρχαν οι Young Lords πορτορικάνοι, οι ασιάτες Red Guards, τα κινήματα τσικάνος. Ήμασταν σε επαφή με τους συνεχείς αγώνες στην Λατινική Αμερική, θυμηθείτε την Ολυμπιάδα της Πόλης του Μεξικού του 1968 όταν υπήρξε η σφαγή των φοιτητών στο Tlatelolco. Γι αυτό όταν ο Caleb Duarte, ένας νεαρός καλλιτέχνης που είχα συναντήσει πέντε ή έξι χρόνια νωρίτερα και είχε ανοίξει ένα καλλιτεχνικό κέντρο στο San Cristobal, στα Chiapas, μου ζήτησε να πάω στα νότια του Μεξικού σαν artist in residency, ανταποκρίθηκα, η ιδέα ήταν να δείξει πως οι αισθητικές στρατηγικές είχαν εμπνεύσει τις διαδρομές αυτοδιάθεσης αμφοτέρων των κινημάτων, ζαπατιστικού και αφροαμερικανικού. Έτσι γεννήθηκε ο σχεδιασμός του έργου Zapantera Negra, που δρα ακόμη και σήμερα. Ο Caleb γνώριζε διάφορους ζαπατίστας και είχε επαφές στα Caracoles και κατάφερε να οργανώσει την συνεισφορά μας στις κοινότητες υπό μορφήν murales, τοιχογραφιών και ζωγραφικής. Ήταν πολύ όμορφο, πολλοί νέοι από την περιοχή πήραν μέρος δραστικά, εγώ δυστυχώς δεν μιλώ ισπανικά αλλά μπορούσα να αισθανθώ τις δονήσεις και τον ενθουσιασμό. Στην αρχή πρόθεση μας ήταν να πάμε εκεί κάτω να συναντήσουμε ανθρώπους, και κατά  μια έννοια ήταν να κάνουμε κάτι του οποίου πάντοτε ήμουν κομμάτι, δηλαδή να μεταφέρουμε αλληλεγγύη. Το 2012 μου ζήτησαν να κάνω μια παρουσίαση του τόμου μου με τους Μαύρους Πάνθηρες, και ήταν παρούσες ομάδες αλληλέγγυες απ’ όλο τον κόσμο. Έμεινα εκεί ένα μήνα, ήταν τιμή μου να πάω εκεί να γνωρίσω εκείνη την πραγματικότητα με τα μάτια μου. Από την Bay Area πολύς κόσμος κατέβηκε στα Chiapas στην διάρκεια των χρόνων, μα εκείνη την περίοδο έξω από κάποιες επιτροπές αλληλεγγύης λίγοι άνθρωποι ακολουθούσαν αυτό που συνέβαινε στο Μεξικό. Και τέλος επέστρεψα αυτή την χρονιά [Δεκέμβρης 2013] για την ζαπατιστική Escuelita, το ζαπατιστικό Σχολείο όταν και συναντηθήκαμε.

Μίλησε μας για την εμπειρία σου στην escuelita…

Εγώ βρισκόμουν στο Caracol της Morelia. Ο votàn μου [φύλακας, προσωπικός οδηγός του καθενός μαθητού ή μαθήτριας της escuelita στην διάρκεια της παραμονής στις κοινότητες] ήταν ένας νεαρός zapatista δεκατριών ετών. Εγώ δεν μιλούσα ισπανικά κι αυτός δεν μιλούσε αγγλικά, αλλά μας είπαν πως θα τα καταφέρναμε. Φθάσαμε στο Caracol ύστερα από 7 ώρες στο πούλμαν κι όλοι οι ζαπατίστες ήταν εκεί για να μας υποδεχτούν. Η συλλογικότητα όπου βρισκόμασταν εμείς απείχε μισή ώρα δρόμου από το Caracol και ήταν μικτή, κάποιο ήταν ζαπατίστες και άλλοι όχι. Εμείς δουλεύαμε κάθε μέρα στα κοινά εδάφη. Ήταν κάτι απλό, με το χωμάτινο πάτωμα και το ντους έξω, στην πλευρά του κοντινού βουνού κι όπου μεγάλωνε τμήμα του σιταριού. Το νους σχηματίζονταν από ένα σωλήνα που αντλούσε νερό και πλενόσουν μες τη λάσπη, έξω [γελά], με ένα πλαστικό φύλλο τεντωμένο μεταξύ των δένδρων. Και όταν έπρεπε να πας στο μπάνιο έπρεπε να κάνεις τον γύρο του λόφου προσέχοντας να μην γλιστρήσεις στη λάσπη. Τρώγαμε κυρίως φασόλια και ρύζι κι εκείνο το ποτό από καλαμπόκι ζεσταμένο [αυτό που στο Μεξικό ονομάζουν pozole]. Βροχή τη νύχτα και ήλιος την μέρα, αυτοί βάδιζαν ήσυχα, εγώ θα έπεσα έξι φορές [γελάride] ή για να υπερπηδήσω ένα ποταμάκι έπρεπε να συγκεντρωθώ πάρα πολύ [γελά]. Oh… είναι ένας κόσμος διαφορετικός, φιλικός.

https://www.carmillaonline.com/2016/10/15/intervista-emory-douglas-arte-black-panthers-zapatismo/

ένοπλη πάλη, lotta armata

Ένα βιβλίο: Pasquale Abatangelo -Correvo pensando ad Anna, Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, του Salvatore Ricciardi

Ciao Pasquale,

ευχαριστώ για το βιβλίο σου: Pasquale Abatangelo, Correvo pensando ad Anna. Una storia degli anni settanta, Μια ιστορία των χρόνων εβδομήντα, Edizioni Dea, Firenze 2017, σελ. 325, € 16,00

Σε ευχαριστώ για το γεγονός ότι μας έφερες ξανά, με την προσεκτική και πιστή διήγηση σου, στα χρόνια με τις ισχυρότερες αγάπες μας, τα χρόνια του μεγάλου πάθους, εκείνα τα πάθη και εκείνο το ζήλο που μας επέτρεψαν να επιφέρουμε μια πρόκληση στην καπιταλιστική τάξη σε μια κοινωνία με ένα σύστημα οικονομικό και στρατιωτικό που την τοποθετούν στην έβδομη θέση μεταξύ των δυνάμεων . Eκείνη τη δυνατή φλόγα και την ζέση που αντιτίθεται για τα καλά στην σημερινή εποχή που είναι γεμάτη αδύναμο και θλιβερό ζήλο, μηδέν πάθος, εποχή δίχως φλόγα που θα ήθελε να αποτελέσει παγίδα για τις νέες γενιές, καθιστώντας τες υπάκουες. Ατονία, νωθρότητα, αποχαύνωση που δεν διασπάστηκε ούτε για λίγο από τα υπερβολικά αναμνηστικού τύπου τελετουργικά των 40 χρόνων από το κίνημα του ’77.

Διαβάζοντας σε ένιωσα στο πλευρό μου, μαζί με πολλούς άλλους, να πηγαινοερχόμαστε ξανά εκείνα τα σκονισμένα βήματα στο πλακόστρωτο από τραχύ τσιμέντο, τραχύ σαν την ατμόσφαιρα που αναπνέαμε στις «ειδικές». Ξανά στα κελιά, να ξυπνάμε την αυγή απ’ τα ψαξίματα και τους ελέγχους (perquise) ή από τις ξαφνικές αναχωρήσεις (sballi), στις συγκρούσεις με τους φρουρούς, στα σχέδια απόδρασης, στους συνεχείς ιδεασμούς γι απόπειρες απόδρασης συχνά αποτυχημένες ή που κατέρρευσαν την τελευταία στιγμή ή, μερικές φορές, στις πετυχημένες απόπειρες, να κρύψουμε στις πιο απροσδόκητες θέσεις όλα εκείνα που θα προσπαθούσαμε να ανακτήσουμε αργότερα και που μας έρχονταν απ’ έξω, επινοώντας ευφάνταστους τρόπους. Στις επιστολές που γράφαμε κουρνιασμένοι στην κούνια και  σε εκείνες τις αναμονές περπατώντας πέρα δώθε την ώρα του προαυλισμού, όταν στη φωνή του φρουρού «ταχυδρομείο» ορμούσαμε προς την πόρτα όπου μας μοίραζαν τα γράμματα ήδη σε μεγάλο βαθμό λογοκριμένα. Στα βιβλία, στις ομάδες μελέτης, στις σημειώσεις που γράφαμε με χαρακτήρες πολύ μικρούς  σε ξεχαρβαλωμένα τετράδια από τις συνεχείς μετακινήσεις και έρευνες, ή και στα μηνύματα τα γραμμένα στα χαρτάκια των τσιγάρων για να τα κάνουμε αόρατα στους φρουρούς. Στην ακατανίκητη επιθυμία να μάθουμε, με την πεποίθηση ότι θα έπρεπε να υπάρχει ένας τρόπος κι ένας δρόμος που να αντιστοιχεί στην επιθυμία μας να πραγματοποιήσουμε μια κοινωνία διαφορετική από εκείνη που μας είχε αναγκάσει να την μισούμε τόσο πολύ ώστε να θέλουμε να την ανατρέψουμε.

Εκείνα τα ισχυρά πάθη, στην κορυφή η αλληλεγγύη, είναι το κόκκινο νήμα της αφήγησης σου, επειδή ήταν η ταυτότητά μας εκείνα τα χρόνια, μέσα και έξω. Τέτοια η ισχύς τους που κατάφεραν να μολύνουν οποιονδήποτε ήρθε εντός εμβέλειας, με την προϋπόθεση από την ίδια πλευρά του ταξικού οδοφράγματος.

Όλες και όλοι εμείς προερχόμασταν από διαφορετικά περιβάλλοντα και η αφήγηση σου εμφανίζει με τον καλύτερο τρόπο εκείνα τα κοινά χαρακτηριστικά που έφεραν τόσο κοντά διαφορετικά κοινωνικά υποκείμενα ώστε να μοιάζουν με μια αδελφοσύνη. Αλλά δεν είναι, όπως λένε σε ορισμένα μέρη, μια συνάντηση μεταξύ «απογόνων του ’68» μικροαστών διανοούμενων και «ληστών» κακοποιών του δρόμου, που ξεπήδησε για να ικανοποιήσει την περιέργεια, σχεδόν νοσηρή, ανάμεσα σε αντιτιθέμενα άκρα. Φυσικά και όχι! Εάν ένα χαρακτηριστικό έχει εξέχουσα θέση στα κινήματα της δεκαετίας του εβδομήντα ήταν ότι δεν χρειάστηκαν ποτέ, μέσα στην ανάπτυξη της σύγκρουσης τους μικροαστούς διανοούμενους, δεν είχαν την ανάγκη τους ούτε για μια στιγμή. Σίγουρα, υπήρξαν και προσπάθησαν να κατευθύνουν εκείνα τα θυελλώδη κινήματα, αλλά, δίχως να τα καταφέρουν, λίγο αργότερα εγκατέλειψαν, ή είχαν ένα τελείως περιθωριακό ρόλο. Εκείνοι που συνέχισαν, με αυτή την αδρότητα που χαρακτηρίζει την τάξη απ’ όπου προέρχονται, ήταν οι εργάτες, η νεολαία των προλεταριακών συνοικιών, οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες, και επίσης φοιτητές που προέρχονταν από προλεταριακές πραγματικότητες, κάνοντας και λάθη, αλλά σίγουρα όχι για να ακολουθήσουν τις οδηγίες του ιδεολόγου της βάρδιας. Ως εκ τούτου η συνάντηση με το παράνομο προλεταριάτο δεν υπήρξε η δελεαστική ανακάλυψη των βαρεμένων παιδιών-του-μπαμπά σε αναζήτηση περιπετειωδών συγκινήσεων και ανατριχίλας, αλλά η αναπαραγωγή αυτού που συνέβαινε στις γειτονιές, στα προάστια. Έχω ήδη μιλήσει για το πως στους Σιδηροδρόμους, στις αρχές της δεκαετίας του Εξήντα, ήταν ευρέως διαδεδομένες παράνομες πρακτικές για τη στήριξη των εργαζομένων συναδέλφων που είχαν υποστεί ατύχημα, το ίδιο και στα εργοτάξια των κατασκευών, μα ήταν πρακτική διαδεδομένη και σε άλλους εργατικούς τομείς απασχόλησης. Περίεργα που σπάνια συμβαίνουν σε κοινωνίες κατακερματισμένες στις οποίες κάθε κοινωνική ομάδα, σήμερα όλο και περισσότερο, κλείνεται στον μικρόκοσμο του συγκεκριμένου επαγγέλματος. Περίεργα που όταν εμφανίζονται, μας λένε ότι βρισκόμαστε στην παρουσία πιθανότητας μεγάλων αλλαγών που θα αφήσουν εποχή. Και εμείς, αυτό το ασυνήθιστο μείγμα της διαφορετικότητας, δεν αφήσαμε να μας επηρεάσει ο «μύθος» της νομιμότητας, όπως κινδυνεύουν οι άνθρωποι να επηρεάζονται σήμερα.

Δεν είχαμε βεβαιότητες, εκτός από εκείνη του να θέλουμε να φέρουμε την επανάσταση, να φέρουμε τα πάνω κάτω στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων, δεν είχαμε προεπιλεγμένες διαδρομές, ούτε προγραμματισμένα στάδια, φάσεις. Ούτε άκαμπτες και προκατασκευασμένες θεωρίες που να μας καθοδηγούν μηχανικά στη δράση, μάλλον το αντίθετο, ήταν η δράση που υπαγόρευε τις θεωρητικές επιλογές. Τουλάχιστον όσο κράτησε η επίθεση! Το σκοτάδι ήρθε όταν άλλαξε πρόσημο, όταν η επίθεση εξόκειλε, όταν η προέλαση προσάραξε. Εκείνη την εποχή υπήρξε μια εξάπλωση των θεωριών που χτίστηκαν επάνω σε πραγματικότητες που φανταστήκαμε, εκεί ήταν η αρχή της ήττας. Εμείς, όπως και όλα τα κινήματα εκείνων των χρόνων, κινήματα που πίστευαν ακράδαντα πως δάγκωναν απτά την πραγματικότητα, θελήσαμε να ξεκινήσουμε ένα ταξίδι σκληρό χωρίς να έχουμε βεβαιότητες των αποτελεσμάτων του, ούτε συγκεκριμένα σημεία άφιξης. Θέλαμε να αλλάξουμε το υπάρχον που τρέφονταν με εκμετάλλευση και καταπίεση, που παρήγαγε πολέμους και καταστροφές, που ταμπουρώνονταν περιτριγυριζόμενο από τείχη, φυλακές, ψυχιατρεία και αποξένωση, αλλοτρίωση.

Όλα αυτά για εμάς ήταν ο κομουνισμός, ένας κομουνισμός σε κίνηση, ένας κομουνισμός σαν κίνημα που μεταμορφώνει το παρόν. Η διαδρομή εκείνου του κινήματος στόχευε στην ριζική αλλαγή του παρόντος, στην κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος και του Κράτους του όπως επίσης και του νομικού οπλοστασίου του. Σκεφτείτε πόσο θα μπορούσαν να μας ενδιαφέρουν οι φράχτες που ήταν χτισμένοι πάνω στο μύθο της νομιμότητας; Ο στόχος μας ήταν το χτίσιμο μιας άλλης κοινωνίας που έπρεπε να εφεύρουμε, να την επινοήσουμε απ’ την αρχή, βασισμένη όμως στην άμεση δημοκρατία του προλεταριάτου. Αυτή την διαδρομή ονομάζαμε κομουνισμό.

Έκανες μια εξαιρετική δουλειά, Pasquale, επιστρέφοντας μας με ειλικρίνεια την αλληλεγγύη η οποία έφτανε μέχρι τη συνενοχή, που μας χαρακτήριζε, φαίνονταν, πολλές φορές, σε εκείνο το είδος αγώνα που γίνονταν για την ανάληψη της ευθύνης, μπροστά στον επικεφαλής της φρουράς που παρατάσσονταν για τον ξυλοδαρμό μας ή τιμωρία σοβαρή, απέναντι σε ένα γεγονότος που είχε παραβιάσει την αυστηρή τάξη του εγκλεισμού.  Μια αλληλεγγύη που συνοδεύονταν από μια ακραία εμπιστοσύνη, του ενός προς τον άλλο και όλων προς όλους. Εμπιστοσύνη τόσο σημαντική που, στο αντίθετο της εξέφρασε, κατά τη λήξη του επιθετικού κύκλου, έναν καταστροφικό θυμό προς όλους εκείνους που πρόδιδαν την εμπιστοσύνη αυτή. Και συνέβη, δυστυχώς συνέβη στιγμές θυμού καταστροφικού εξερράγησαν μέσα μας. Αυτό έγινε ανοίγοντας τεράστια ερωτήματα. Συνέβη με αποτελέσματα εμπαθούς θρυμματισμού και αγριότητας απέναντι σε αδύναμους συντρόφους μας μπροστά στις πιέσεις του εχθρού. Έγιναν τα πάντα και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ήταν δυνατόν να μην είχαν συμβεί όταν ξεκινά μια διαδικασία και τίθενται στόχοι, όπως αυτοί που θέσαμε, να έρθουμε αντιμέτωποι και να συγκρουστούμε με τις πιο ισχυρές δυνάμεις που η ανθρωπότητα έχει δει ποτέ, για να τους νικήσουμε, να τους καταρρίψουμε και να μετατρέψουμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Ειδική φυλακή του Trani, η εξέγερση, οι Gis των καραμπινιέρων με τα ελικόπτερα και οι ριπές με τ’ αυτόματα, ο ολοκληρωτικός ξυλοδαρμός, στη συνέχεια η επανέναρξη του αγώνα αν και μαύροι απ’ το ξύλο, η αναχώρηση για Nuoro, η τιμωρητική Badu ‘e Carros,και η συνέχεια… Όμορφες στιγμές! Έτσι κι αλλιώς οι μπουνιές ξεχνιούνται, κάποιες μελανιές, ουλές εδώ κι εκεί που ούτε φαίνονται, αλλά οι όμορφες σχέσεις δεν ξεχνιούνται, τις θυμάσαι, και πως! Και είναι το αλάτι της ζωής.

Ένα τελευταίο πράγμα που θα ήθελα να προσθέσω, και αφορά από πλησιέστερα την ενδιαφέρουσα εμπειρία σου: από περιθωριοποιημένο παράνομο σε κομμουνιστή μαχητή. Θα είναι δυνατό κάτι τέτοιο σήμερα; Πρέπει να Είναι! Φυσικά, σήμερα οι ληστές, οι παράνομοι δεν είναι εκείνοι οι αντάρτες των νεανικών σου χρόνων, το ξέρουμε, αλλά σήμερα, οι εργατικές δυσκολίες και κυρίως μισθολογικές, αναγκάζουν πολλούς εργαζόμενους, σε διάφορους τομείς, να πρέπει να στρογγυλέψουν το κοκαλιάρικο εισόδημα τους με μια δεύτερη δουλειά, εκείνη που καταφέρνουν να βρουν. Τι βρίσκουμε σήμερα; Μπορεί να συμβεί, και συμβαίνει πολύ συχνά, οι εργάτες και οι προλετάριοι πρέπει να «στρογγυλεύουν» τους πενιχρούς μισθούς με παράνομες δραστηριότητες, γιατί αυτές βρίσκονται, κάποιες άλλες όχι. Είναι προϋπόθεση της ύπαρξής τους, ετούτων και αυτών που εξαρτώνται από αυτούς, και δεν μπορούν να περιμένουν. Από εδώ επαναλαμβάνω αυτό που έχω προτείνει εδώ και αρκετό καιρό, μέχρι τώρα δεν μ’ έχουν ακούσει: να απαλλαγούμε από τη συνήθεια της νομιμότητας, να την πετάξουμε μακριά και να αντιμετωπίσουμε μαζί με αυτούς τους προλετάριους το πρόβλημα του πώς να οργανώσουμε όλους και όλες όσους εργάζονται σε κάθε τομέα – ακόμη και η παρανομία είναι ένας παραγωγικός τομέας – και οι οποίοι θα έχουν να κερδίσουν ανατρέποντας αυτή την κοινωνία, επαναστατώντας εναντίον της.

Ένα βιβλίο πολύ χρήσιμο ειδικά για τα κορίτσια και τα αγόρια, στα οποία συστήνω την ανάγνωση. Ένα βιβλίο το οποίο, επαναλαμβάνω, με ενθουσίασε. Λιγότερο ενθουσιασμό ένιωσα όταν είδα να επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν την ιστορία σου / μας για να στηρίξουν τις τρέχουσες πολιτικές θέσεις. Κάθε πολιτική άποψη μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα και να επαληθευτεί στην πραγματική ζωή, αλλά αυτό γίνεται, βάζοντας το πρόσωπο μπροστά και όλα τα άλλα, διακινδυνεύοντας. Αυτή είναι η επαλήθευση. Αυτό είναι το δίδαγμα της δεκαετίας του Εβδομήντα!

Γεια σου Pasquale, a presto, σύντομα μαζί

Salvatore Ricciardi
ιστορία, storia

8 απριλίου 1964: ο Malcom X παρεμβαίνει στο Militant Labour Forum

Στις 8 Απριλίου 1964 ο Malcolm X, ιστορικός Αφροαμερικανός επαναστατικός ηγέτης, εκφώνησε μια ομιλία στη συνεδρίαση του Μαχητικού Εργατικού Κόμματος, Militant Labour Party, οργάνωση που διαμορφώνεται κυρίως από λευκούς και σοσιαλιστικής έμπνευσης. Αυτή η συζήτηση έγινε σημαντική επειδή, μετά την ομιλία του Malcolm, τέθηκαν από το κοινό πολλές ερωτήσεις που άγγιζαν τα βασικά ζητήματα τόσο της γενικότερης σκέψης του Malcolm X, αλλά κυρίως για το θέμα της απελευθέρωσης των μαύρων αφροαμερικανών και των αφρικανών από την λευκή αποικιοκρατία.

8 aprile

Το 1964 για τον Malcolm, ήταν μια κρίσιμη χρονιά. Σε αυτή την χρονιά, όντως, ήρθε σε μια μεγαλύτερη ωριμότητα της πολιτικής σκέψης του, που τον ώθησε να κάνει ένα ταξίδι στην Αφρική, που τον άλλαξε πολύ, και ήταν επίσης το έτος κατά το οποίο απαλλάχθηκε με τρόπο σχεδόν ολοκληρωμένο από τον ισλαμικό σεχταρισμό, για να οικοδομήσει μια επαναστατική διαδικασία απελευθέρωσης των μαύρων και για τα ανθρώπινα δικαιώματα ευρύτερη και περισσότερο δομημένη.

Μίλησε αρκετές φορές στο laubor forum κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου της ζωής του, και η εφημερίδα που συνδέονταν με αυτό, η «Militant», του έδωσε αρκετό χώρο για δημοσίευση και ήταν από τους λίγους που μετά την απομάκρυνση του από το ισλαμικό έθνος συνέχισε να τον υποστηρίζει ανοιχτά.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης του τέθηκε μια ερώτηση που του ζητούσε εάν ήταν δυνατόν οι μαύροι (τόσο οι αφροαμερικάνοι όσο και οι αφρικάνοι) θα μπορούσαν να απελευθερωθούν χωρίς τη βοήθεια των λευκών ριζοσπαστών, οι οποίοι είχαν συσσωρεύσει με την πάροδο του χρόνου περισσότερες εμπειρίες πάλης. Το ερώτημα αυτό, σίγουρα προκλητικό, αναφέρονταν στο πρόσφατο πραξικόπημα κατά του Λουμούμπα στο Κονγκό, και την συγκέντρωση των μη-βίαιων φοιτητών (λευκών) στην έδρα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, ζητώντας την παρέμβαση για την υπεράσπιση των μαύρων στις ΗΠΑ. Αυτός αποκρίθηκε, σπάζοντας στα δύο την απάντηση του: από τη μια πλευρά αναφέρθηκε εκτενώς στην υπόθεση Λουμούμπα, και από την άλλη για τις μεθόδους που οι λευκοί προοδευτικοί και φιλελεύθεροι χρησιμοποιούσαν για να δείξουν την αλληλεγγύη τους στους μαύρους.

Ο Λουμούμπα βρίσκονταν στην ηγεσία του κινήματος απελευθέρωσης του Κονγκό και έγινε πρωθυπουργός στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Δολοφονήθηκε μετά από ένα πραξικόπημα που πραγματοποιήθηκε από τον συνταγματάρχη Μομπούτου το 1960. Ο Malcolm κατά τη διάρκεια της συζήτησης επανέλαβε και επιβεβαίωσε πως η πραξικοπηματική παρέμβαση τροφοδοτήθηκε και υποστηρίχθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, και ότι αυτό που προπαγανδίζονταν ως μια αφρικανική αποτυχία αυτοδιάθεσης, στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια ακόμα ιμπεριαλιστική επέμβαση από την πλευρά των λευκών στην Αφρική.

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησης είναι πολύ πιο διεξοδικό να σας παρέχουμε ένα απόσπασμα από την απάντηση που έδωσε ο μαύρος ηγέτης: «Όταν πρόκειται για την ελευθερία των μαύρων, ο λευκός κάνει τον αναβάτη ελευθερίας και καθιστικές διαμαρτυρίες, il freedom rider e il sit-in, δεν είναι βίαιος και τραγουδά We Shall Overcome και πράγματα αυτού του είδους. Αλλά όταν η ιδιοκτησία του λευκού απειλείται ή η ελευθερία του λευκού απειλείται, τότε ο λευκός δεν είναι πλέον μη βίαιος … Έτσι, αν σε αυτόν τον αγώνα είναι ειλικρινείς, οι λευκοί θα δείξουν στον μαύρο πως να χρησιμοποιεί καλύτερες τακτικές, τακτικές που να αποφέρουν αποτελέσματα, και όχι σε εκατό χρόνια. Αν αυτό είναι το σπίτι της ελευθερίας , της δικαιοσύνης, της ισότητα για όλους (αναφερόμενος στην έδρα του labur forum) αν είναι πραγματικά όλα αυτά, τότε ας πάρουμε αυτά τα πράγματα. Και αν όλοι εμείς δεν μπορούμε να τα έχουμε, κανείς δεν θα τα έχει.

 

Pubblicato in STORIA di CLASSE Δημοσιεύτηκε στην ΤΑΞΙΚΉ ΙΣΤΟΡΊΑ

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Φωτιά στους μέτριους – Fuoco ai mediocri di Giuseppe Milazzo

Το βιβλίο,  (Hellnation libri, Red Star 2016) διηγείται μια παράξενη ιστορία, αλλά με τον τρόπο της συλλογική ιστορία, κάποιων παιδιών που μεγάλωσαν στους δρόμους των προαστίων και της επαρχίας, ανάμεσα στις κερκίδες των γηπέδων ή σε εκείνες τις γειτονιές όπου, κάθε μέρα, ήταν και είναι μια μάχη. Το κεφάλαιο που κλείνει το βιβλίο ανοίγει με αυτά τα λόγια: »Το πρώτο βήμα που σε φέρνει στην ηλικία ενήλικα είναι να καταλαβαίνεις ότι μερικές από τις αξίες με τις οποίες ήσουν δεμένος παραμένουν μάταιες μουντζούρες στο χαρτί. Ανάμεσα στα ιδανικά που το μυαλό θρέφει και την αηδία που είναι η πραγματικότητα υπάρχει πάντα μια διαφορά αγεφύρωτη, μέχρι σημείου να μαραθούν τα πιο εμπρηστικά όνειρα, διαλυμένα σε τέφρα πριν μπορέσουν να γίνουν φωτιά. »

 

στις 07 Mαρτίου 2017.

Ο Liucs αξιολογεί το βιβλίο  “Fuoco ai mediocri” ,»Φωτιά στους μέτριους» του Giuseppe Milazzo

Τα καλύτερα βιβλία είναι αυτά που καταφέρνουν να σου χαρίσουν συναισθήματα, ειδικά όταν σε αυτά βλέπεις ξανά αυτή που θα μπορούσε να είναι η ιστορία σου, και η φαντασία γίνεται μνήμη. Η πρώτη αντίδραση που είχα μόλις τέλειωσα την τελευταία λέξη της τελευταίας σελίδας ήταν να καλέσω φίλους, μεταξύ των ultras και των συντρόφων, για να περιγράψω τα συναισθήματα, τις αντιδράσεις και τη διάθεση που αυτό το κείμενο μου άφησε.

ο Giuseppe Milazzo με το βιβλίο Φωτιά στους μέτριους (libri Hellnation, Red Star 2016) βάζει το μαύρο επάνω στο άσπρο για εκείνη που θα μπορούσε να είναι η ιστορία του καθενός από εμάς, μεγαλωμένοι στους δρόμους των προαστίων και της επαρχίας, στις κερκίδες των σταδίων (για εκείνους που έχουν μια κάποια ηλικία ίσως να τις θυμούνται ακόμα!) ή σε εκείνες τις γειτονιές όπου, κάθε μέρα, ήταν και είναι μια μάχη ενάντια σε έναν τρόπο επιβολής ενός συγκεκριμένου τρόπου να σκέφτεσαι την κοινωνία.

Ένα βιβλίο που διαμέσου της άμεσης γλώσσας του, σκληρής, κόρης του δρόμου, εκθέτει όλα εκείνα τα αναγκαία και ουσιαστικά συναισθήματα για την αφήγηση μιας ιστορίας που είναι συλλογική.

Ιστορίες που φαινομενικά θα μπορούσαν να είναι άσχετες μεταξύ τους, αλλά στην πραγματικότητα βλέπουν τον δρόμο ως κοινό παρονομαστή. Βλέπουν μια γειτονιά, την πλατεία και τους δρόμους της, εκείνα τα κτίρια, όπου το να καταλάβεις διαμερίσματα είναι η καθημερινότητα, όπου υπάρχει και παραμένει ακόμα μια αίσθηση επανοικειοποίησης, πνεύμα επιβίωσης και εκείνη η αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων που μετατρέπεται σε οργή όταν οι νομικίστικες λογικές και ασφάλειας προσπαθούν να αποκαταστήσουν την καθεστηκυία τάξη.

«Όταν η απελπισία δεν έχει πλέον μια χαραμάδα, μια αχτίδα διαφυγής, γίνεται αιματηρή εξέγερση.»

Μετά υπάρχει το στάδιο, πέταλο ή σκαλοπάτια, και οι κερκίδες του.

Eκείνη η σπίθα, μια τρελή ιδέα, η οποία οδηγεί σε σχηματισμό μιας ομάδας, να βρισκόμαστε σε έναν κοινό χώρο μέσα σε εκείνους τους ίδιους δρόμους, δίπλα στις τοιχογραφίες, σαφές μήνυμα προς την αντίθετη πλευρά και τους αντιπάλους. Τα πρώτα ταξίδια εκτός έδρας, με μεγάλες δυσκολίες και πολλές θυσίες. Άγρυπνες νύχτες να σκεφτόμαστε τις οργανωμένες δυνάμεις των υποστηρικτών, των οργανωμένων οπαδών του εχθρού, ειδικά εκείνες στο βορρά, τις πιο δύσκολες αλλά και τις πιο όμορφες και συναρπαστικές.

 

Ιστορίες πραγματικής ζωής, που βιώθηκε πραγματικά σε όλη τη διαδρομή, πέρα ως πέρα, που σε κάποιο σημείο, όμως, σε κάνει να συνειδητοποιήσεις ότι έχεις μεγαλώσει. Ο χρόνος σε έκανε έναν άλλον.

Το κεφάλαιο που κλείνει το βιβλίο ανοίγει με αυτά τα λόγια: «Το πρώτο βήμα που σε φέρνει σε ηλικία ενήλικα είναι ότι αντιλαμβάνεσαι ότι μερικές από τις αξίες με τις οποίες ήσουν δεμένος παραμένουν μάταιες μουντζούρες στο χαρτί. Ανάμεσα στα ιδανικά που το μυαλό θρέφει και την αηδία που είναι η πραγματικότητα υπάρχει πάντα μια διαφορά αγεφύρωτη, μέχρι σημείου να ξεθωριάσουν τα πιο εμπρηστικά όνειρα, που διαλύονται  σε στάχτη πριν μπορέσουν να γίνουν φωτιά. «

Σαφής και συγκεκριμένη ανάλυση της εξέλιξης αυτού του κόσμου που είναι ο κόσμος μας, που διαπερνάται από την απογοήτευση της πολιτικής και εκείνης ενός ποδοσφαίρου αγνώριστου, που δεν είναι πλέον δικό μας, η συνειδητοποίηση ότι μέσα σε αυτούς τους κόσμους σε αποσύνθεση, ακριβώς για να συνεχίσουμε να νιώθουμε την αίσθηση του ανήκειν και να αντιμετωπίσουμε την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων, δεν μπορούμε πλέον να σταθούμε εκεί μέσα .

Ειλικρινής, και επιστρέφω στις λέξεις που έχουν ανοίξει αυτή την αξιολόγηση, η Φωτιά στους μέτριους θα μπορούσε να είναι η ιστορία της ζωής μου, η ιστορία του καθενός από εμάς. Ιστορίες όπου η ζωή και ο χρόνος σε κάνουν να συνειδητοποιείς ότι κάθε δράση και κάθε επιλογή έχουν ένα «νόημα» που είναι στο χέρι μας να το δώσουμε, αλλά πάνω απ ‘όλα ότι «η ζωή είναι μια στιγμή,» και ότι πρέπει να αγωνιζόμαστε για να αποσπάσουμε από αυτήν τη χαρά σε κάθε δευτερόλεπτο.

 

http://www.commonware.org/index.php/gallery/750-fuoco-ai-mediocri

μα τι χαρακτήρας!, grandezza carattere !

Η ΕΠΑΝΆΣΤΑΣΗ ΕΊΝΑΙ Η ΕΦΑΡΜΟΓΉ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΎΝΗΣ – LA RIVOLUZIONE È L’APPLICAZIONE DELLA GIUSTIZIA.

image

Γράμμα σε ένα νεαρό επαναστάτη Lettera ad un giovane rivoluzionario

Γραμμένο από τον: Antonino Roseto στο Il Teatro degli Indecenti, Politica&Ideali 24 φεβρουαρίου 2015

«ο επαναστάτης πιστεύει στον άνθρωπο, στις ανθρώπινες υπάρξεις. Αυτός που δεν πιστεύει στο ανθρώπινο ον δεν είναι ένας επαναστάτης ». Ποτέ μην σταματήσεις να πιστεύεις στον άνθρωπο, ακόμα και ειδικά όταν είναι πιο δύσκολο. Μην σταματάς ποτέ να παίρνεις θέση στο πλάι των τελευταίων, των ηττημένων, των αδύναμων. Θα στους παρουσιάσουν ως τον εχθρό που πρέπει να πολεμήσεις. Από αυτούς, θα θελήσουν να σε διαχωρίσουν. Αυτοί δεν έχουν καμία φωνή. Είναι μόνο σε θέση να ψιθυρίζουν. Ψιθύρισε μαζί τους, και θα έχετε τη δύναμη του ανέμου.

Ποτέ μην σταματήσουμε να πιστεύουμε σε μια πιο δίκαιη κοινωνία. Γιατί οι ναρκομανείς, οι πόρνες και όλοι οι αόρατοι στην κοινωνία μας, «αν και δεν είναι κρίνα εξακολουθούν να είναι τα παιδιά, τα θύματα αυτού του κόσμου». Μην κρίνετε, αλλά και μην δικαιολογείτε ακόμη και ανεξαρτήτως, δίχως να εξετάσετε το γιατί. Αγκαλιάστε τα αδέλφια σας, των οποίων η φτώχεια καθιστά λιγότερο σωστή την ευημερία μας. Θα σας πουν ότι είστε επιδειξίες καθωσπρέπει και υποκριτές. Απαντήστε ότι αυτός είναι ο κόσμος που θέλετε να αλλάξετε, αυτός στο οποίο το μίσος είναι ο κανόνας και η αλληλεγγύη θεωρείται καθωσπρεπισμός και επίδειξη.

Δεν σταματάμε ποτέ να αγανακτούμε μπροστά στις αδικίες. Μπροστά σε έναν επιχειρηματία που κερδίζει χίλιες φορές περισσότερο από έναν εργαζόμενο. Αντιμέτωποι με μια πολιτική που ανοίγει τα δημόσια σχολεία σε ιδιώτες, που παραμένει σιωπηλή όταν διαγράφονται τα δικαιώματα των εργαζομένων ή όταν μια επιχείρηση, η οποία βοηθήθηκε από το κράτος, μετακινεί την φορολογική της έδρα στο εξωτερικό. Μπροστά στην καταστροφή του κράτους πρόνοιας. Αντιμέτωποι με ωράρια εργασίας εξαντλητικά, έναν εκβιασμό που οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να αποδεχθούν προκειμένου να είναι σε θέση να βάζουν ένα πιάτο στο τραπέζι κάθε μέρα. Να εξοργιστούμε, όταν μας λεν ότι όλα αυτά »τα απαιτεί η αγορά». Επειδή την αγορά εμείς την δημιουργήσαμε, και εμείς μπορούμε να την αλλάξουμε. Επειδή πάντα θα αξίζει περισσότερο η ζωή ενός ανθρώπου παρά ένας χρηματιστηριακός δείκτης.

Ποτέ μην σταματάμε να πιστεύουμε στα ιδανικά μας. Δεν θα τα προδώσουμε, είναι το πιο οικείο πράγμα που έχουμε. Να τα προστατεύσουμε, θα προσπαθήσουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι είναι λάθος. Δεν θα τα αλλάξουμε ανάλογα με τις αναγκαιότητες. Είναι το προστατευτικό κιγκλίδωμα στον δρόμο μας. Θα ταρακουνηθούμε και θα γλιστρήσουμε στη ζωή, αλλά αυτά είναι εκεί, να μας υπενθυμίζουν τι, για εμάς, είναι σωστό. Να μας διδάσκουν, κάθε φορά και περισσότερο, να μην χάνουμε τον δρόμο μας, και να περπατάμε ευθεία.

Ποτέ μην σταματήσουμε να κρεμάμε την αφίσα του Τσε Γκεβάρα ή του Quarto Stato στο δωμάτιό μας. Αλλά μόνο αν ξέρουμε τι αντιπροσωπεύουν. Ο κόσμος δεν θα αλλάξει σε μια μέρα. Αλλά εσείς, σε μια μέρα, μπορείτε να αλλάξετε τον κόσμο σας και εκείνο των ανθρώπων δίπλα σας. Θα προσπαθούν πάντα να σας κάνουν να πιστεύετε ότι δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα, πως έτσι έχουν τα πράγματα. Εσύ βγες έξω ανάμεσα στους ανθρώπους, και εκείνα τα «πράγματα», άρχισε να τα αλλάζεις. Στον μικρό περίγυρο σου. Στην πόλη σου ή στη χώρα σου, στο χωριό σου. Είτε πρόκειται να κολλήσεις μια αφίσα διαμαρτυρίας ή να ακούσεις τα προβλήματα μιας γειτονιάς που βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Απαλλάξου από τα δεσμά που αυτή η κοινωνία προσπαθεί να βάλει μέσα στις σκέψεις σου. Από εδώ, ξεκινά η πραγματική επανάσταση.

‘Λεν πως εμείς οι επαναστάτες είμαστε ρομαντικοί’. Είναι αλήθεια. Κοίταξε ψηλά. Πολλοί είμαστε που το κάνουμε αυτή την στιγμή. Δεν είσαι μόνος σου.

 

image

Quarto Stato.jpg

The Fourth Estate
Έργο τέχνης

 

Compagno Graber

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/03/la-rivoluzione-e-lapplicazione-della-giustizia/

φυλακές, carcere

Fondo di solidarietà per i militanti prigionieri – Ταμείο αλληλεγγύης φυλακισμένων αγωνιστών

Il fondo è stato creato nel 2010 in una situazione nella quale da un lato la crudele ristrutturazione capitalista era in attacco contro di noi con veicolo la «crisi economica» e dall’ altro l’ area radicale, con recente l’ esperienza dell’ esplosione sociale del Dicembre ’08, si trovava in crescente attività. In tali circostanze, la repressione è diventata ancora più severa, con risultato l’ aumento del numero dei prigionieri politici. In questo contesto è stato costituito il fondo di solidarietà che ha fissato come obiettivo iniziale il supporto coerente e costante per coloro che sono perseguitati o imprigionati per le loro attività rivoltose e la loro partecipazione alle lotte sociali.

Το ταμείο δημιουργήθηκε το 2010 σε μια συγκυρία όπου απ’ τη μια πλευρά η σκληρή καπιταλιστική αναδιάρθρωση εφορμούσε με όχημα την «οικονομική κρίση» και από την άλλη ο ριζοσπαστικός χώρος, με πρόσφατη την εμπειρία της κοινωνικής έκρηξης του Δεκέμβρη του ΄08, βρισκόταν σε μια άνθιση δραστηριοποίησης.  Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η καταστολή έγινε ακόμα πιο σφοδρή με αποτέλεσμα τον ολοένα και αυξανόμενο αριθμό πολιτικών κρατούμενων. Σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο συγκροτήθηκε το ταμείο αλληλεγγύης που ως αρχικό στόχο έθεσε την συνεπή και σταθερή στήριξη όσων διώκονται ή φυλακίζονται για την ανατρεπτική τους δράση και τη συμμετοχή τους στους κοινωνικούς αγώνες.

L’obiettivo principale della struttura è stato quello di garantire una vita decente per i compagni / le compagne prigionieri attraverso un processo di movimento che porterebbe la dimensione fisica della solidarietà un ulteriore passo avanti dagli stretti rapporti familiari o di amicizia, nonché l’assistenza dei compagni ed il sostegno diretto e immediato delle situazioni di emergenza (costi legali dei perseguitati). Oltre a ciò, tra le priorità delle persone che compongono il fondo rimangono gli atti e le pratiche di solidarietà, costruire ponti di comunicazione dall’ interno delle prigioni con la parte esterna e lo sviluppo delle lotte sociali all’interno e all’esterno delle mura.

Βασική στόχευση της δομής αποτέλεσε η εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης για τους/τις φυλακισμένους/ες συντρόφους/ισσες μέσα από μια κινηματική διαδικασία που θα πήγαινε την υλική διάσταση της αλληλεγγύης ένα βήμα παραπέρα από τις στενές οικογενειακές /φιλικές/συντροφικές σχέσεις, όπως επίσης και η συνδρομή στην άμεση κάλυψη έκτακτων καταστάσεων (δικαστικά έξοδα και εγγυήσεις διωκόμενων). Από εκεί και πέρα, ανάμεσα στις προτεραιότητες των ανθρώπων που το απαρτίζουν παραμένουν οι έμπρακτες κινήσεις αλληλεγγύης, το χτίσιμο γεφυρών επικοινωνίας των μέσα με των έξω και η ανάπτυξη κοινωνών αγώνων εντός και εκτός των τειχών.

Il fondo di solidarietà per i compagni ed i militanti prigionieri e perseguitati è una struttura nazionale costituita da singoli assemblee delle città greche. L’assemblea di ogni città è aperta a tutti ed opera autonomamente, decidendo e progettando azioni, attività, eventi, dibattiti che coinvolgono i prigionieri politici e la questione della moderna incarcerazione infernale. Ogni tre mesi, i membri delle assemblee locali si incontrano nella riunione del fondo a livello nazionale, che ha un carattere pubblico e dove decidono su eventi, pubblicazioni di libri e opuscoli ed azioni in grado di sostenere ed evidenziare gli scopi della struttura. Le decisioni si prendono in senso orizzontale ed equo, al di là di logiche di concorrenza e gerarchia, in un quadro di conformazione dopo il dibattito e la prassi politica e lontano da pratiche di voto e di nomine.

Το ταμείο αλληλεγγύης φυλακισμένων και διωκόμενων αγωνιστών είναι μια πανελλαδική δομή που συνίσταται από επιμέρους συνελεύσεις πόλεων. Η συνέλευση κάθε πόλης είναι ανοιχτή και λειτουργεί αυτόνομα, αποφασίζοντας και σχεδιάζοντας δράσεις, εκδηλώσεις, συζητήσεις που αφορούν τόσο τους πολιτικούς κρατούμενους όσο και το ζήτημα του εγκλεισμού στα σύγχρονα κολαστήρια. Ανά τρεις μήνες, μέλη των τοπικών αυτών συνελεύσεων συναντώνται στην πανελλαδική συνέλευση του ταμείου, η οποία έχει δημόσια χαρακτήρα και λαμβάνονται αποφάσεις για εκδηλώσεις, εκδόσεις βιβλίων-εντύπων και δράσεις που μπορούν να στηρίξουν και να αναδείξουν τους σκοπούς της δομής. Οι αποφάσεις λαμβάνονται οριζόντια και ισότιμα, πέρα από λογικές ανταγωνισμού και ιεραρχίας, σε πλαίσιο συνδιαμόρφωσης μετά από πολιτική ζύμωση των μελών και μακριά από πρακτικές ψηφοφορίας και ανάθεσης.

Dal 2010 ad oggi il fondo si adopera di raggiungere il supporto stabile e coerente (fisico, morale, politicο) attraverso un processo collettivo di raccolta dei mezzi che derivano, principalmente, dalla sensibilizzazione individuale e la partecipazione di tutti noi e di tutte. La continua repressione di stato, tuttavia, ha come risultato il gran numero di prigionieri politici e in tal modo il notevole aumento dei bisogni materiali. A causa delle avverse condizioni economiche prevalenti in questo momento, il fondo non è in grado di soddisfare le esigenze economiche solo con la pubblicazione periodica di libri e l’organizzazione di eventi. Riteniamo necessario estendere il sostegno individuale e collettivo, per arrivare al punto di essere in grado di coprire la questione dei mezzi di sussistenza dei prigionieri senza compromettere l’importo mensile in loro disposizione.

Από το 2010 μέχρι σήμερα το ταμείο προσπαθεί την επίτευξη σταθερής και συνεπούς στήριξης (υλικής, ηθικής, πολιτικής) μέσα από μια συλλογική διαδικασία συγκέντρωσης πόρων που προέρχονται, κατά βάση, από την ατομική συνειδητοποίηση και συμμετοχή της καθεμιάς και του καθενός μας. Η διαρκής κρατική καταστολή ωστόσο, έχει ως αποτέλεσμα το μεγάλο αριθμό των πολιτικών κρατουμένων και κατ’ επέκταση τις ιδιαίτερα αυξημένες υλικές ανάγκες. Λόγω των δυσμενών οικονομικών συνθηκών που επικρατούν τη δεδομένη χρονική περίοδο, το ταμείο αδυνατεί να καλύψει τις οικονομικές απαιτήσεις μόνο με την περιοδική έκδοση βιβλίων και τη διοργάνωση εκδηλώσεων. Θεωρούμε ότι είναι αναγκαία η διεύρυνση της ατομικής και της συλλογικής στήριξης, προκειμένου να μπορέσουμε να καλύψουμε το βιοποριστικό ζήτημα των κρατουμένων χωρίς να μειώσουμε το μηνιαίο ποσό που τους δίνεται.

Nel momento in cui il fondo supporta circa 20 detenuti, che matematicamente equivale a una quantità enorme di denaro annuo, invitiamo tutte e tutti, individualmente e collettivamente, a rafforzare la struttura del fondo sia partecipando attivamente alle riunioni oppure tramite il sostegno politico ed economico.

Σε μια χρονική περίοδο που το ταμείο στηρίζει περίπου 20 κρατούμενους, γεγονός που με απλά μαθηματικά ισοδυναμεί σε ένα υπέρογκο ποσό το χρόνο, καλούμε όλους και όλες, ατομικά και συλλογικά, να ενισχύσετε τη δομή του ταμείου είτε συμμετέχοντας ενεργά στις συνελεύσεις είτε μέσω της οικονομικής και πολιτικής στήριξης.

διεθνισμός, internazionalismo

»Είμαστε όλοι κατά κάποιον τρόπο μετανάστες σε αναζήτηση του προορισμού μας, της μοίρας μας» – “Siamo tutti in qualche modo dei migranti in cerca del nostro destino”

 

του  Enrico Campofreda

229 visualizzazioni

image[2]

Τα λόγια ενός καθηγητή που μετανάστευσε στο Δέλτα του Πάδου

Καθηγητά De Santis, εσείς είστε ένας ιταλός μετανάστης στις κοιλάδες του Comacchio, όπου στήσατε μια οικογένεια και ζωή. Περιμένατε ένα περιστατικό όπως αυτό της Gorino; [σε αυτό το χωριό της βορείου Ιταλίας, οι ντόπιοι αρνήθηκαν να δεχτούν λίγες οικογένειες μεταναστών από τις εμπόλεμες ζώνες]

Ήταν μια έκπληξη λιγάκι για όλους. Στο Δέλτα του Πάδου, όπου ζω εδώ και σαράντα χρόνια πλέον δεν είμαστε συνηθισμένοι σε τέτοια περιστατικά. Το κλίμα είναι πολύ πολιτισμένο και το επίπεδο της αλληλεγγύης είναι μεταξύ των υψηλότερων στην Ιταλία. Σπάνια υπήρξαν επεισόδια μισαλλοδοξίας. Στην πραγματικότητα, αντιθέτως, μπορώ εύκολα να βεβαιώσω ότι η υποδοχή και ο σεβασμός είναι κοινές αξίες, με βαθιές ρίζες στον πληθυσμό.

Αλλά όλη αυτή την κοινότητα βγήκε στους δρόμους, κατά την άποψή σας είναι όμηρος της ξενοφοβική ιδεολογίας της Λίγκας του βορρά-Lega, η οποία κατοικεί επίσης στο ιταλικό Κοινοβούλιο, ή η αγροτική Ιταλία οπισθοχωρεί, κάνει βήματα προς τα πίσω;

Το φαινόμενο αυτό θα πρέπει να μελετηθεί σε όλη την πολυπλοκότητά του. Τα πράγματα ποτέ δεν συμβαίνουν κατά τύχη. Πρώτα θα πρέπει να γίνει μια διάκριση: δεν πρόκειται για το Goro, αλλά για το Gorino, που είναι ένα κλάσμα, ένα διαμέρισμα 600 κατοίκων, η πιο ακραία μύτη του Δέλτα της Φερράρα. Και χρειάζεται να κάνουμε ένα μικρό χρονικό, να μιλήσουμε για την ιστορία του τόπου εν τάχει: το Gorino είναι μια αλιευτική κοινότητα, που ζούσε με ελάχιστα μέχρι πριν από τριάντα χρόνια περίπου. Στη συνέχεια ήρθε μια ξαφνική επιδρομή πλούτου, που ήρθε σαν βροχή από την σπορά μυδιών: εισοδήματα-μισθοί υψηλοί για ανθρώπους που είχαν συνηθίσει απλά να την βγάζουν και δεν κατάφεραν να τους διαχειριστούν. Οι νέοι άνθρωποι, αντί να σπουδάζουν, προτίμησαν να αφοσιωθούν στη συλλογή των μυδιών, να εργάζονται λίγο και να κερδίζουν πολλά, με αρνητικές συνέπειες σε κοινωνικό επίπεδο: αύξηση του ποσοστού εξάρτησης από τα ναρκωτικά, αλκοολισμός, νυχτερινά ξεφαντώματα, διαδεδομένα τροχαία ατυχήματα. Εγώ δεν θα μιλήσω περί ξενοφοβίας, αν και η υποκουλτούρα της Λίγκας έχει παράξει τεράστιες ζημιές για την ειρηνική συνύπαρξη και την αποδοχή μεταξύ των λαών.

Γιατί φοβούνται τους πρόσφυγες – εισβολή, βιαιότητες και όλα τα στερεότυπα που αντλούνται από τα χρονικά, τις ειδήσεις – ή παραμένει ο αταβιστικό φόβος του διαφορετικού;

unnamed-77

Αναμφίβολα ο φόβος του διαφορετικού, σε συνδυασμό με την υπεράσπιση μιας ευημερίας που ξαφνικά ήρθε εξ ουρανού βοήθησε μιαν αυθόρμητη δράση εξέγερσης που δεν μελετήθηκε επαρκώς. Επιπλέον υπήρξαν λάθη της Νομαρχίας, η οποία δεν προειδοποίησε επαρκώς τον του πληθυσμό και η οποία παρουσιάστηκε με τους καραμπινιέρους και τους παρατρεχάμενους με συμπεριφορά εξαναγκασμού. Δεν ενεργούν έτσι, δεν είναι τρόπος αυτός αντιμετώπισης του θέματος, αν και νομίζω ότι αυτή η συμπεριφορά είναι θυγατέρα των καιρών: εκεί όπου λείπει ο πολιτισμός, τον αντικαθιστούν με τις «κραυγές» που θυμίζουν Manzoni ή τα οδοφράγματα ενάντια στον πιο αδύναμο.

Στην προσωπική σας εμπειρία το καλωσόρισμα ήταν το αποτέλεσμα οικογενειακών δεσμών ή παλιότερα εκείνη η κοινωνία ήταν πιο ανοιχτή;

Ποτέ δεν είχα προβλήματα. Πράγματι με αποδέχτηκαν με τις καλύτερες προθέσεις, με τον καλύτερο τρόπο για να με κάνουν να νιώσω άνετα Είναι αλήθεια ότι ήμουν ένας ειδικός τύπος μετανάστη, διπλωματούχος πανεπιστημίου, παντρεμένος με μια γυναίκα ντόπια και στη συνέχεια καθηγητής, αλλά την ίδια μεταχείριση, εξ όσων γνωρίζω, έχουν επίσης λάβει μετανάστες άλλης κοινωνικής κατηγορίας και διαφορετικών προελεύσεων. Μπορώ ακόμα να καταθέσω για αυτή την πραγματικότητα, απ’ όσα γνωρίζω, την άποψη ότι οι αξίες της ανοχής, του σεβασμού, της αλληλεγγύης και της συμμετοχής του πολίτη, της πολιτικής δέσμευσης, είναι παγιωμένες, το αποτέλεσμα ίσως μιας λαϊκής και σοσιαλιστικής κουλτούρας, ενός πολιτισμού πολύ διαδεδομένου εδώ. Κάποια αποστασιοποίηση εκδηλώθηκε πρόσφατα, ιδίως μεταξύ των νεότερων γενεών. Εκτός αυτού, θα ήταν αδιανόητο το αντίθετο, αν αυτό δεν είχε συμβεί: πολλοί πιστεύουν ότι η πολιτική κουλτούρα και τη πληροφόρηση έχουν μικρή βαρύτητα, αλλά δεν είναι έτσι: η έγκριση και η αναγνώριση δρουν από πάνω προς τα κάτω.

Εσείς διδάσκετε εδώ και πολλά χρόνια ιταλική γλώσσα στα ιδρύματα αυτής της επαρχίας, πως είναι οι δεκαοκτάρηδες και πως είναι οι γονείς τους, οι σαραντάρηδες, ενδιαφέρονται για τα γεγονότα του κόσμου;

PP8MRBCX

Τα παιδιά είναι πάντα ίδια, με τα ίδια προβλήματα και την ίδια επιθυμία που είχαμε εμείς να καβαλήσουμε την ζωή μας και επιβεβαιώσουμε, να διακηρύξουμε τα ιδανικά μας. Περισσότερο αλαζονικοί και λιγότερο παρόντες είναι οι γονείς που συχνά αναθέτουν σε άλλους τις ευθύνες τους. Ίσως ήταν καλύτεροι οι πατέρες μας που είχαν και μας μετέδωσαν λίγες και σωστές αξίες. Σήμερα θέλουν τα πάντα με τη μία, αμέσως, χωρίς να αναρωτιούνται από πού προέρχονται και πώς κατακτούνται πράγματα. Αυτό που έχει σημασία είναι το χρήμα, η εξουσία και η εικόνα.

Στον υπερ-συνδεδεμένο κόσμο του σήμερα είναι δυνατόν να παρουσιάζονται τέτοια δραστικά »κλεισίματα», εμπόδια προς εκείνους που δραπετεύουν από τρομερές τραγωδίες: έχουμε γίνει τόσο ρηχοί, εγωιστές, κυνικοί;

 

CU26H92FΟ άνθρωπος είναι εξ ορισμού επιφανειακός, ρηχός, εγωιστής και κυνικός. Και δεν σημαίνει ότι είναι μειονεκτήματα αυτά, εάν τα ζούμε, με τρόπο λειτουργικό προς την ύπαρξη. Γίνονται τέτοια, αρνητικά, μειονεκτήματα δηλαδή όταν συνοδεύονται με μια θέληση επικράτησης, καταπίεσης και ανικανότητας, ακαταλληλότητας, απρέπειας, η οποία υπονοείται και εμπεριέχεται στην καπιταλιστική οικονομία, και με μιαν πληροφόρηση που αντί να αδράξει τις ειδήσεις για να μάθει από αυτές τις καταβροχθίζει για να μην δει, και να ξεχάσει. Για άλλη μια φορά είναι μια συμπεριφορά, μια στάση ζωής που προέρχεται από την έλλειψη κουλτούρας, πολιτισμού: λιγότερα ξέρουμε, λιγότερα γνωρίζουμε, περισσότερα καταναλώνουμε, και περισσότερο ήσυχοι καθόμαστε με τη συνείδησή μας. Ένας λαός που δεν ξέρει και δεν μπορεί πλέον να αγανακτεί μπροστά σε μια τραγωδία, όπως αυτή στο Χαλέπι ή για τους νεκρούς στη θάλασσα οι οποίοι διαφεύγουν προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών, δεν έχει πλέον ψυχή, είναι άδειος. Η Χώρα μας βαδίζει προς αυτή την κατεύθυνση και τα πολιτικά κόμματα που τον αντιπροσωπεύουν και τον εκπροσωπούν έχουν κατ’ ουσίαν βάλει το χέρι τους.

Έχεte επίσης ασχοληθεί με τις τοπικές ενώσεις και τον εκδοτικό οίκο Abao Aqu, μικρό αλλά ενδιαφέροντα για τη διάδοση του πολιτισμού και σε κοινωνικο-πολιτικά θέματα. Παραμένει χρήσιμη η δημοσίευση βιβλίων, η συζήτηση γύρω από θέματα όπως η μετανάστευση των λαών;

Αγγίζετε τον αδύναμο κρίκο, ένα ευαίσθητο θέμα. Ακόμη και η δική μου είναι μια κίνηση για να μην αισθάνομαι άχρηστος, για να πιστεύω ακόμη ότι ο πολιτισμός είναι το προϊόν της δέσμευσης των πολλών οι οποίοι ελπίζουν στην ανθρωπότητα, στην ανθρωπιά. Και ίσως είναι πραγματικά έτσι, ή ίσως έχει νόημα μόνο για μένα. Ένα πράγμα είναι σίγουρο: εγώ αγαπώ τη ζωή και δεν θα μπορούσα να την συλλάβω, για τον σεβασμό που της χρωστάω, χωρίς να μιλώ γι αυτήν πράγμα που σημαίνει να ξαναζούμε συναισθήματα, αισθήματα και την ικανότητα να θυμώνουμε για όλα τα είδη της αδικίας. Αυτό είναι το νόημα της δέσμευσής μου και αυτό είναι το νόημα του Abao Aqu: να προσπαθήσουμε να γεμίσουμε το κενό, την έλλειψη κουλτούρας που συνοδεύει την εποχή μας. Είμαστε όλοι κατά κάποιο τρόπο μετανάστες σε αναζήτηση της μοίρας μας.

Αν δεν είχατε έρθει στις κοιλάδες του Comacchio, που θα είχατε προσγειωθεί; που θα είχατε αγκυροβολήσει;

Τώρα ξέρω σίγουρα ότι σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου υπάρχει κάτι για να αναζητηθεί, που χρειάζεται να το αναζητήσουμε και για το οποίο μπορούμε να αγωνιστούμε, έστω και αν δεν το βρούμε.

 

άρθρο που δημοσιεύτηκε στο http://enricocampofreda.blogspot.it

Ancora ____________________________________________________________

Ο Giuseppe De Santis γεννήθηκε στο Portocannone (Cb), μια κοινότητα arbëreshe της περιοχής Molise. Σήμερα ζει στο Bosco Mesola (Fe) και είναι καθηγητής των Ανθρωπιστικών Επιστημών, Materie Letterarie, στο Polo Tecnico της Adria (Ro). Υπήρξε από τους ιδρυτές και διηύθυνε το Quadernetto, μοναδικό παράδειγμα περιοδικού που γεννήθηκε σε ένα σχολείο ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που είχε την τύχη να επωφεληθεί της συνεισφοράς συνεργατών του διαμετρήματος των: Antonia Arslan, Carmine Abate, Fernando Bandini, Guido Conti, Nando dalla Chiesa, Erri De Luca, Franco Loi, Giovanni Lugaresi, Loriano Macchiavelli, Giuseppe Marchetti, Moni Ovadia, Roberto Piumini, Franco Marcovaldi, Silvio Ramat, Mario Rigoni Stern.

Είναι πρόεδρος της Ένωσης – Associazione LiberEventi η οποία διοργανώνει πολιτιστικά συμβάντα στο  Delta del Po και εκδίδει βιβλία με το σήμα, την ένδειξη ABao AQu edizioni. Έχει δημοσιεύσει τα ακόλουθα μυθιστορήματα: Il segreto, Bastogi, 1999. Με τις εκδόσεις ABao AQu Il cacciatore di talpe, 2007, Il fiore di Brueghel, 2011, Il piantatore di melograni, 2014. Εδώ και λίγες ημέρες βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία η τελευταία του εργασίας, La promessa di Bala, ένας στοχασμός επάνω στον πόλεμο, στις αντιθέσεις ανάμεσα στους λαούς και τις θρησκείες, για την σημαντικότητα της μεταναστευτικής κουλτούρας, για την αγάπη και την ποίηση.

27 oκτωβρίου 2016 – © Δυνατή η αναπαραγωγή ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΌ ΡΗΤΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ της ΣΥΝΤΑΞΗΣ του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: 27 oκτωβρίου 2016, ώρα 10:09STAMPA