σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Κανένας σύντροφος μόνος στα χέρια του παρακράτους

Την Πέμπτη 30/1/2019 πραγματοποιήθηκε ένα ακόμα δικαστήριο στην Καβάλα, με κατηγορούμενο σύντροφο από το Αυτόνομο Στέκι, ύστερα από στημένες καταγγελίες φασιστών της Πατριωτικής Κίνησης Πολιτών Καβάλας .

Για πολλοστή φορά, οι φασίστες και πιο συγκεκριμένα η πρώην “νεολαία” της πατριωτικής κίνησης, κατηγόρησαν τον σύντροφο για ηθική αυτουργία σε απρόκλητη σωματική βλάβη και συμμετοχή του σε συμμορία, με αυτόν τον σκοπό. Μια συνταγή των φασιστών που ακολουθείται εδώ και καιρό. Κάθε φορά που τα ασπόνδυλα τραμπούκιζαν ή έδερναν κάποιον αδύναμο, μετανάστη ή αριστερό, προχωρούσαν σε επευφημίες στο διαδίκτυο και σε επίδειξη δύναμης στο δρόμο. Όσες φορές όμως τους επιστρέφονταν η ρατσιστική τους βία, τη θέση της υπεράσπισης τους έπαιρναν τα στημένα κατηγορητήρια και οι ψευδείς καταγγελίες σε βάρος συντρόφων.

Έτσι και τον Σεπτέμβριο του ’14 οι “νεολαίοι” των ακροδεξιών θυλάκων της Π.Κ.Π.Κ. προσπάθησαν να επιβληθούν με την βία σε απλούς πιτσιρικάδες της ηλικίας τους. Μόνο που αυτή η βία τους γύρισε μπούμερανγκ και εισέπραξαν το ρατσιστικό τους μένος, με τον ίδιο τρόπο που τόσο απλόχερα έριξαν. Ως αποτέλεσμα, ήταν να φύγουν τρέχοντας, παίρνοντας κάποιοι τον μπαμπά τους τηλέφωνο (εξίσου μέλος της Π.Κ.), να ειδοποιήσουν τους μπάτσους και να πάνε να κουρνιάσουν στις τρύπες τους γλείφοντας τις πληγές τους.

Ακολούθησε η γνωστή τακτική, δηλαδή 6-7 μήνες μετά, πήγαν στο τμήμα, έδωσαν ψεύτικες καταθέσεις και πέρα από το ρουφιάνεμα των πιτσιρικάδων που ενεπλάκησαν, χρέωσαν έτσι απλά την ηθική αυτουργία στο σύντροφό μας. Τα ψέμματα τους “αξιοποίησαν” η αστυνομία και η εισαγγελία και για να ξεπεράσουν το γεγονός ότι οι φασίστες δεν υπέβαλαν μηνύσεις , “βάφτισαν” τις σωματικές βλάβες ως απρόκλητες και πρόσθεσαν και την κατηγορία της συμμορίας. Έτσι κινήθηκε αυτεπάγγελτη δίωξη χωρίς βεβαίως κανένα στοιχείο , ούτε καν κάποια ιατροδικαστική έκθεση που να επιβεβαιώνει τους δήθεν σοβαρούς τραυματισμούς τους.

Μόνο που δεν τα υπολόγισαν σωστά, καθώς οι κατηγορούμενοι πιτσιρικάδες, φυσικοί αυτουργοί στην υπόθεση, ξευτέλισαν κυριολεκτικά τους φασίστες στο δικαστήριο. Μάλιστα οι φασίστες έφυγαν πριν καν απαγγείλει την απόφαση η έδρα. Η εισαγγελέας πρότεινε την αθώωση του συντρόφου τόσο για τη κατηγορία της συμμορίας , όσο και για αυτή της ηθικής αυτουργίας για απρόκλητες σωματικές βλάβες , σχολιάζοντας όμως ότι δεν αποδείχθηκαν αν και πιστεύει (η εισ.) ότι τελέστηκαν. Τελικά, το δικαστήριο αποφάσισε ξεκάθαρα ότι ο σύντροφος είναι αθώος για όλες τις κατηγορίες.

Κάθε φορά που οι φασίστες βρίσκονται σε μειονεκτική θέση, το κράτος μέσω των στημένων κατηγορητηρίων και των μαγειρεμένων δικογραφιών, φροντίζει να προβάλει τον αντιφασιστικό αγώνα ως το άλλο άκρο, προσφέροντας στην κοινωνία την εικόνα του ελέγχου και της ασφάλειας. Μόνο που εδώ δεν χωράει καμία λογική των άκρων. Χωράει όμως η λογική των δύο κόσμων.

Ο ένας των διακρίσεων, του ρατσισμού, του μίσους και της μισαλλοδοξίας και ο άλλος της αλληλεγγύης, της ισότητας, της ανθρωπιάς και του αλληλοσεβασμού.

Κανένας σύντροφος μόνος στα χέρια του παρακράτους.

Αυτόνομο στέκι Καβάλας

υ.γ. : 5 Μαρτίου 2019 ο ίδιος σύντροφος δικάζεται σε δεύτερο βαθμό στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Θράκης για αδικήματα που στηρίζονται πάλι σε ψευδείς μηνύσεις των ίδιων ασπόνδυλων της Πατριωτικής Κίνησης Πολιτών Καβάλας.

http://anarxikoikavalas.squat.gr/

αθλητισμός, sport

Αθλητισμός και το περιβάλλον του – Επεισόδια μιας συζήτησης για την μπάλα, τον καλύτερο ιδεολογικό μηχανισμό στην υπηρεσία του κεφαλαίου

του Gioacchino Toni

Luca Pisapia, Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone, Σκότωσε τον Paul Breitner. Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα. Edizioni Alegre, Roma, 2018, pp. 285, € 16,00

«[Στην Ιταλία της δεκαετίας του εβδομήντα] ενώ η πολιτική στράτευση από τα κάτω αρχίζει να καταλαμβάνει τις κερκίδες των σταδίων, η ακραία πνευματική αριστερά, πέρα από πολύ σπάνιες εξαιρέσεις, δεν κατανοεί τη στιγμή για να εισέλθει στους μηχανισμούς εκείνης που είναι ήδη η σημαντικότερη πολιτιστική βιομηχανία της χώρας, αφήνοντάς την στα χέρια των αφεντικών που μπορούν, μέσω αυτής, να παράγουν τον κυρίαρχο λόγο. Ακριβώς όταν γεννιέται η στρατευμένη κριτική στον κινηματογράφο, και η εκ νέου γκραμσική ανακάλυψη επιτρέπει να εντοπίζουμε στην τέχνη και τον πολιτισμό ένα ισχυρό ιδεολογικό όπλο ικανό να επηρεάσει και να καταπνίξει την επιθυμία, κανείς δεν κάνει τον κόπο να αποικοδομήσει τη βιομηχανία της μπάλας που γεννιέται, η οποία προορίζεται μέσα σε λίγα χρόνια να υποκαταστήσει τον κινηματογράφο λόγω ευκολίας παραγωγής και κατανάλωσης. […] Κανείς δεν ασχολείται να γκρεμίσει τον τέταρτο τοίχο μεταξύ της ποδοσφαιρικής σκηνής και του θεατή, με τον τρόπο του Bertold Brecht, και η μπάλα παραμένει η πιο ισχυρή ιδεολογική συσκευή στα χέρια του κεφαλαίου: το μεγαλειώδες εργοστάσιο της αλλοτρίωσης»

Αυτό δεν είναι το βιβλίο τους, να το πούμε αμέσως σε όλους τους παθιασμένους του ποδοσφαίρου που έχουν γίνει θηράματα εκείνου του είδους νοσταλγίας της μπάλας για ένα άθλημα που μοιάζει να έχει εξαφανιστεί μαζί με την παιδική τους ηλικία, νοσταλγίας με την οποίαν, και κατά τρόπο απίστευτο, θεωρούν πως έχουν συμβληθεί και πολλοί ανήκοντες σε γενιές που εκείνου του ποδοσφαίρου έχουν μοναχά ακούσει τόσο αξιόπιστες ιστορίες όσο οι καλοκαιρινές περιπέτειες για τις οποίες γίνεται λόγος σε ένα κουρείο του παρελθόντος. Στα Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα του Luca Pisapia αυτός που αισθάνεται ορφανός ενός ποδοσφαίρου προηγούμενου του σύγχρονου δεν θα βρει κανένα ίχνος νοσταλγίας σχετικά με ένα άθλημα που ασκείται απ’ όταν οι μύλοι ήταν ακόμα λευκοί, όταν παίζονταν με γυμνά πόδια στα λιβάδια των πολλών via Gluck πριν το χόρτο μετατραπεί σε πόλη, ή όταν ακόμη τις ώρες των ντέρμπι δεν τις αποφάσιζαν οι pay tv. Κατά κάποιον τρόπο το βιβλίο αυτό μας θυμίζει ότι οι εκείνοι οι μύλοι ήταν κάθε άλλο παρά λευκοί, πως σε αυτά τα προαστιακά λιβάδια στην πραγματικότητα σπάζαμε την πλάτη χωρίς πολλή ποιητικότητα και πως στα παιχνίδια που βλέπαμε ασπρόμαυρα με μια Brionvega Algol 11 ιντσών φορητή με απόκλιση ενενήντα βαθμούς γερμένη για να διευκολύνεται η ορατότητα δεν κρύβονταν ρομαντικά ανάμεσα στα τρανζίστορ ένα ποδόσφαιρο και ένας κόσμος πολύ καλύτεροι από εκείνους που είναι κρυμμένοι μεταξύ των επεξεργαστών των σημερινών εκατό ιντσών υψηλής ευκρίνειας έξυπνων τηλεοράσεων.

Πεπεισμένος για την τρέχουσα αδυναμία ενός οργανικού λόγου για την μπάλα, είναι μέσω μιας σειράς επεισοδίων επάνω στην κουβέντα που ο Pisapia προσπαθεί να αποκαταστήσει την πολυπλοκότητά της περιορίζοντας ταυτόχρονα οποιαδήποτε πρόθεση συστηματοποίησης με ένα βιβλίο προικισμένο με αφηγηματική δομή στην οποία οι πραγματικοί και φανταστικοί χαρακτήρες είναι αλληλένδετοι, μυθοπλασία και τεκμηριωμένα γεγονότα, ποδόσφαιρο και πολιτική, οικονομία και μέσα ενημέρωσης. Προσπαθώντας να καταστήσει εύλογο το αληθινό και το αντίστροφο ο συγγραφέας σκοπεύει να εκφράσει την παρουσία του μακρού χεριού του κεφαλαίου στο άθλημα που ακολουθείται περισσότερο στον κόσμο, χέρι που κινεί τα νήματα των μεγάλων θεαματικών γεγονότων σε παγκόσμια θέαση για τον διπλό σκοπό να δημιουργήσει κέρδος και να πλαστογραφήσει φαντασιακά καθιστώντας αυτά που υπάρχουν πίσω από τα παρασκήνια απρόσωπα, μη παρουσιάσιμα.

Το άνοιγμα ανήκει στο αργεντίνικο Mundial του 1978, εκείνο που παίχτηκε στο δέρμα εκείνων των εξαφανισμένων-desaparecidos που βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια του Proceso de Reorganización Nacional που τέθηκε σε εφαρμογή από το διαβόητο στρατιωτικό καθεστώς του Jorge Rafael Videla και κρατήθηκαν στο σκοτάδι από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης καθ όλη τη διάρκεια των αναμετρήσεων εν μέρη στο όνομα μιας αξιολύπητης ουδετερότητας του αθλητισμού και εν μέρει στο όνομα του κέρδους. Στην Ιταλία της πτωτικής πορείας των κινημάτων και της εθνικής αλληλεγγύης δεν είναι λίγα τα όργανα πληροφόρησης που εμφανίζονται όχι πολύ εχθρικά προς το αργεντίνικο καθεστώς και γενναιόδωρα στην τέχνη της ελαχιστοποίησης της άγριας καταστολής που διεξάγεται στη χώρα. Σε αυτό το μερίδιο του λέοντος ανήκει στην «Corriere della sera» που έχει έναν ιδιοκτήτη της εκδοτικής ομάδας και έναν διευθύνοντα σύμβουλο οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στην P2 μασονική Στοά, την ίδια στην οποία ανήκουν αρκετοί εξέχοντες στρατιωτικοί της Αργεντινής, όπως ο στρατηγός Suárez Mason και ο ναύαρχος Massera, που δεν φείδεται, αυτός ο τελευταίος, να υποστηρίζει την ομάδα της οδού Solferino στην απόκτηση σε τιμές ευκαιρίας εγκαταστάσεων του μεγαλύτερου εκδοτικού οίκου της Αργεντινής που απαλλοτριώθηκε από το καθεστώς.

«Ενώ η καταστολή το 1978 φθάνει στο αποκορύφωμα της απέχθειας, στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες οι Ολλανδοί και η Αργεντινή παίζουν τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ο στόχος του καθεστώτος είναι το μεγάλο γεγονός να αποσπάσει την προσοχή από το λουτρό αίματος στο οποίο βυθίζεται η Χώρα. Μάταια προσπαθεί να εξαφανίσει ακόμα και τον Arcadio Lopez, μια μυστηριώδη φιγούρα που αναγκάζεται μέσα σε ένα bunker να παρακολουθεί τον τελικό από μια μικρή τηλεόραση, υποφέροντας από σπαραξικάρδιες κραυγές και εσωτερικές φωνές».

Νάμαστε σε εκείνη την 25η ιουλίου 1978, εκείνη την κυριακή το απόγευμα, που μεταδίδεται παγκοσμίως, στην οποία παίζεται ο τελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου μεταξύ Αργεντινής και Ολλανδίας. Και πάλι ένας τελικός για την Ολλανδία, μετά από αυτόν που έπαιξε το 1974 εναντίον της Δυτικής Γερμανίας όπου, παρά την ήττα, έδειξε στον κόσμο την ουσία του «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου», δηλαδή, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Sandro Modeo, «ένα στυλ παιχνιδιού που βασίζεται στη συνεργασία και τη συλλογική σκέψη, ένα στυλ του οποίου ο ρυθμός βασισμένος στην προσοχή στο χρόνο και το χώρο προσανατολίζει την ομάδα ανεξάρτητα από τον αντίπαλο».

Αυτή του 1974 είναι η Ολλανδία που καθοδηγείται από τον Rinus Michels που έχει πειραματιστεί με τον Ajax ένα συλλογικό ποδόσφαιρο με γεωμετρική ακρίβεια και που στην διήγηση προσδιορίζεται με την «depilastrizzazione που στη δεκαετία του Eξήντα έδωσε τη θέση της στην κατεδάφιση των ιερών πυλώνων στους οποίους ήταν κάθετα χωρισμένη η ολλανδική κοινωνία στο όνομα μιας πιο δυναμικής και λειτουργικής κοινωνικής συνοχής», στις γεωμετρικές τοπικές καλλιέργειες και στον πολεοδομικό σχεδιασμό του Άμστερνταμ »όπου τα εξπρεσιονιστικά κτίρια με τις επικλινείς στέγες και τις εκκεντρικές προσόψεις συνδιαλέγονται με τον λειτουργικό πολεοδομικό σχεδιασμό της κυψέλης, συμβάλλοντας στην κατασκευή μονάδων πολλαπλών χρήσεων όπου κάθε στοιχείο είναι πλήρες μόνο σε σχέση με τα στοιχεία που το περιβάλλουν». Ο Michels, που μοιάζει πραγματικά να ενσαρκώνει την προτεσταντική-καπιταλιστική ηθική, επιβάλλει στις ομάδες του μια σιδερένια πειθαρχία και εξαντλητικές προπονητικές πρακτικές, τόσο πολύ ώστε να αποκαλείται «ο Στρατηγός» από τους παίκτες του. «Όπως ο Ėjzenštejn, έτσι και αυτός σχεδιάζει σκίτσα αμιγούς αφαίρεσης σε λευκά φύλλα, δυναμικές γραμμές που στοχεύουν στην κατάληψη κάθε πιθανού χώρου», πυκνούς ιστούς περασμάτων που επιτίθενται στον χώρο και τον μειώνουν σε ενότητες.

Στα ίδια χρόνια κατά τα οποία η Ολλανδία αφιερώνεται στο totaalvoetbal, στο γήπεδο της Liverpool επιβάλλεται το passing game του William “Bill” Shankly: το ποδόσφαιρο δύο αγγιγμάτων, συλλογική εργασία και τρέξιμο, με την μπάλα που πρέπει να εξημερωθεί και να διανεμηθεί γρήγορα. «Είναι το loop της γραμμής συναρμολόγησης και της εξόρυξης. Είναι η κομμουνιστική πειθαρχία, ο μυστικισμός της μηχανικής […], όπως στο ορυχείο έτσι και στο γήπεδο ποδοσφαίρου παίζουν μαζί, ο καθένας πρέπει να είναι σε θέση να εκπληρώσει το καθήκον του καθενός, να δώσει εκείνο που είναι σε θέση να δώσει για να λάβει αυτό που χρειάζεται να λάβει».

Οι Michels και Shankly, όπως λέει στο βιβλίο, μπορούν να θεωρηθούν ως απόγονοι του ούγγρου Béla Guttmann, «όνομα πολλών συστατικών και λειτουργικών στοιχείων ενός μύστη της μηχανικής που υπάρχει από και για πάντα, το οντολογικό έμφυτο σχέδιο στο οποίο βρίσκουν οι Rinus Michels και Bill Shankly έμπνευση για να θέσουν τα θεμέλια του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου ». Είναι ακριβώς ο Guttmann, μετά τον πόλεμο, που θέτει στη σκηνή ένα παιχνίδι στο οποίο η πειθαρχία και η φαντασία αναμειγνύονται, η νεωτερικότητα και η παρακμή, με βάση το «δώσε την μπάλα-ξαναδώστην και σούταρε», όπου ενώνονται η προσωπική και αντάρτικη έλλειψη δυναμισμού ενός καλλιεργημένου και χαμένου γιου μιας παρηκμασμένης αυτοκρατορίας και η αυστηρότητα του κομμουνιστικού ποδοσφαίρου του Gusztáv Sebes που κάνει μεγάλη την Aranycsapat, την “ομάδα από χρυσάφι”», της Ουγγαρίας των χρόνων Πενήντα.

Ο Ajax του Michels και η Liveroppol του Shankly συναντώνται στο Champions Cup γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’60 που σηματοδοτήθηκε από μια ευρεία επιθυμία συλλογικής χειραφέτησης. «Στα οδοφράγματα που σηκώθηκαν στους δρόμους, στις πορείες που πλημμύριζαν τις πλατείες, στις καταλήψεις που ξαναγράφουν την καθημερινή λειτουργία των τόπων μελέτης και εργασίας και διασκέδασης, οι άνεμοι των ελευθεριακών περιστάσεων πνέουν στην ήπειρο από διαφορετικές κατευθύνσεις. Έτσι και στο ποδόσφαιρο. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Rinus Michels είναι η καπιταλιστική σοσιαλδημοκρατία κόρη του καλβινισμού. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Bill Shankly είναι η αμοιβαία κομμουνιστική συνεργασία κόρη των αγώνων των εργατών. Και οι δύο είναι τέτοιες σαν αποτέλεσμα αλλαγής των σχέσεων παραγωγής σε μια δεδομένη ιστορική εποχή και σε ένα δεδομένο γεωγραφικό πλαίσιο, όπως φαίνεται από έναν από τους σημαντικότερους επιγόνους τους: τον ρώσο συνταγματάρχη Valerij Lobanovs’kvj […] την υψηλότερη έκφραση της ακαμψίας του επιστημονικού σοσιαλισμού που εφαρμόζεται στο ποδόσφαιρο […] Απόφοιτος της μηχανολογίας και πιστός στη γραμμή του κόμματος, ο Valerij Lobanovs’kvj γνωρίζει ότι πρέπει να μεταφράσει τη νέα κυβερνητική πορεία του υπαρκτού σοσιαλισμού στα γήπεδα ποδοσφαίρου». Και εδώ ανοίγει μια άλλη ιστορία, όλη να την διαβάσουμε.

Επιστρέφοντας σε εκείνη την 25 ιουλίου του 1978 με εκείνη τη θλιβερή φιγούρα του Arcadio Lopez που αρχίσαμε να γνωρίζουμε στις πρώτες σελίδες του βιβλίου προσπαθώντας να βουλώσει τα αυτιά του μάταια για να μην ακούει τις φωνές που βουίζουν στο κεφάλι του και «τις ελπιδοφόρες διεκδικήσεις για έναν καλύτερο κόσμο να υπόκεινται σε ηλεκτρικές εκκενώσεις που παραμορφώνουν τα γυμνά σώματα που με δυσκολία τις ανέχονται»με τις οποίες βρίσκεται να μοιράζεται το bunker των βασανιστηρίων, εκείνη είναι η ημέρα που η Ολλανδία, προπονούμενη αυτή τη φορά από τον Ernst Happel, βγαίνει ξανά νικημένη από έναν τελικό του Κυπέλλου του κόσμου. Κάτω από τα μάτια του Videla στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες και των πολλών Arcadio Lopez μπροστά στις τηλεοράσεις, η Αργεντινή που προπονείται από τον σοσιαλιστή César Luis Menotti ο οποίος επιμένει να μας λέει ότι έχει οδηγήσει την ομάδα για τον λαό και όχι για το καθεστώς, γιορτάζει, και μαζί της η στρατιωτική δικτατορία. Σε κάποιους ιταλούς δημοσιογράφους απεσταλμένους στην Αργεντινή δεν απομένει παρά να επιμείνουν στην οργανωτική αποτελεσματικότητα, την ευγένεια των οδηγών ταξί και την νοστιμιά που έχουν οι μπριζόλες που σερβίρονται στο Μπουένος Άιρες. Ούτε οι επίμονες μητέρες της Plaza de Mayo καταστρέφουν την όρεξη και την παράσταση σε μεγάλο μέρος από τους φημισμένους γραφιάδες της δημοσιογραφίας μας (αθλητικής και όχι).

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η ιστορία μετακινείται στη Βραζιλία, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά το Mundial της ντροπής του 1978. Αργεντίνικη ντροπή, φυσικά, αλλά και του υπόλοιπου εκείνου κόσμου που σκέφτηκε, στην καλύτερη περίπτωση, να αναστείλει για τη διάρκεια της παράστασης την κρίση και να εστιάσει την προσοχή μόνο στα πράσινα ορθογώνια που προβάλλονται από τις καθοδικές λυχνίες, σεβόμενος αυστηρά τον κανόνα του θεατή που λέει πως πρέπει να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από τον αγωνιστικό χώρο, αποφεύγοντας έτσι να σκεφτεί τι απομένει έξω από τα ορθογώνια του παιχνιδιού, έξω από τα τηλεοπτικά πλάνα και από τις διηγήσεις των περισσότερων απεσταλμένων.

Περνάμε λοιπόν σε εκείνα τα Παγκόσμια Κύπελλα του 2014 όπου «τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επικεντρώνουν τα φώτα τους στα γήπεδα ποδοσφαίρου της Βραζιλίας, αφήνοντας στη σκιά τις διαμαρτυρίες ενάντια στις σπατάλες και τις βάρβαρες επιχειρήσεις « ευπρεπισμού» της κυβέρνησης. Εδώ συναντάμε, μεταξύ των υψηλότερων κτιρίων στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον »κ. Μ., έναν βρώμικο σούπερ αστυνομικό που σκοπεύει να καλύψει τις ίντριγκες της FIFA.» Τα βραζιλιάνικα γεγονότα διασχίζονται από επεισόδια που προέρχονται από την εποχή των σφιγμένων γροθιών στον αθλητισμό: από εκείνες που υψώνονται στον ουρανό από τους αφροαμερικανούς Tommie Smith και John Carlos στους ολυμπιακούς αγώνες του Μεξικού του 1968, που γνωρίζουν καλά πώς να ανάψουν φωτιές και να μείνουν στην ιστορία, σε εκείνες ικανές να προκαλέσουν μοναχά μια σπίθα του Paolo Sollier, του ιταλού ποδοσφαιριστή της Avanguardia operaia που καταγγέλλει δημοσίως τις παραμορφώσεις και υποκρισίες εκείνου του ποδοσφαιρικού κόσμου που θέλει να μείνει έξω από οτιδήποτε άλλο.

Έπειτα, υπάρχει χώρος για την αλληλοσύνδεση του αθλητισμού και της πολιτικής σε εκείνη τη Χιλή η οποία ανακηρύσσει τον στρατηγό Pinochet με κανονιές στις 11 σεπτεμβρίου 1973 με την μη ασήμαντη βοήθεια με αστέρια και ρίγες. Στη συνέχεια πέφτουμε επάνω στην άρνηση της σοβιετικής Ένωσης να παίξει στη Χιλή ένα παιχνίδι για τα προκριματικά του παγκοσμίου κυπέλλου του 1974 στη Γερμανία, άρνηση που αναγκάζει τη χιλιανή στρατιωτική χούντα να υπερβεί τα όρια του γελοίου παρουσιάζοντας την ομάδα της στον αγωνιστικό χώρο απουσία του αντιπάλου και σκοράροντας με τον αρχηγό Francisco Valdés το γκολ της πρόκρισης. Εάν η ΕΣΣΔ διατηρεί την ίδια αδιαλλαξία προς τη χιλιανή δικτατορία και το 1976, όταν αρνείται να αντιμετωπίσει την ομάδα του τένις στον ημιτελικό του Κυπέλλου Davis, αντιθέτως χωρίς πολλούς ενδοιασμούς συμμετέχει κανονικά στο παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου του 1978 στην Αργεντινή των στρατιωτικών.

Άλλα επεισόδια της κουβέντας για την μπάλα είναι αφιερωμένα στον ποδοσφαιριστή Rachid Mekhloufi που εγκαταλείπει τη φανέλα της εθνικής ομάδας της Γαλλίας για να φορέσει εκείνη του αλγερινού Front de Libération nationale, πεπεισμένος ότι αυτό που έχει καταφέρει να κάνει για τους κολασμένους της γης, το έκανε με την μπάλα ανάμεσα στα πόδια, παίζοντας για την επανάσταση. Με ένα άλμα στο Αμβούργο το βιβλίο εστιάζει στον Volker Ippig, τερματοφύλακα της St. Pauli που ζει μεταξύ των καταληψιών της γειτονιάς και που γύρω από τα μέσα της δεκαετίας του Ογδόντα αποφασίζει να μετακινηθεί προς τη Νικαράγουα για έξι μήνες για να διδάξει το ποδόσφαιρο στα παιδιά στα σχολεία του Frente Sandinista de Liberación Nacional, για να επιστρέψει κατόπιν στο Αμβούργο να υπερασπιστεί ξανά την εστία της St. Pauli μέχρι το τέλος της αγωνιστικής δραστηριότητας όταν, μη μπορώντας να ανακυκλωθεί μέσα στον κόσμο του ποδοσφαίρου, τελικά βρίσκει εργασία στο λιμάνι. Σχετικά με τη γερμανική πόλη της Βόρειας Θάλασσας, κάποιες σελίδες του βιβλίου δεν μπορούσαν παρά να είναι αφιερωμένες στην διαπλοκή αθλητισμού- πολιτικής που χαρακτηρίζει την περιοχή μεταξύ της Hafenstrasse και του Millerntor-Stadion της St. Pauli.

Επιστρέφοντας στο Παγκόσμιο Κύπελλο Βραζιλίας του 2014, σε αυτούς η ιταλική εθνική ομάδα φτάνει μετά την κάκιστη φιγούρα τέσσερα χρόνια νωρίτερα στη Νότια Αφρική. Σε εκείνη την περίπτωση ζητήθηκαν οι αιτιολογίες της καταστροφής στην αποβολή του Marchisio, «του μέσου της Γιουβέντους ο οποίος στην πατρίδα απολαμβάνει της ασυλίας που κατοχυρώνεται στους bianconeri από το πρώτο άρθρο του ποδοσφαιρικού Συντάγματος». Ο αποδιοπομπαίος τράγος, φθάνει να μην παραδεχτούν την ήττα ολόκληρου του έθνους, πρέπει να βρεθεί. «Γι αυτό αθλητικοί δημοσιογράφοι, ειδικοί της επικοινωνίας των πρακτορείων μάρκετινγκ που χρησιμοποιεί η ιταλική ομοσπονδία ποδοσφαίρου, πρώην πολιτιστικοί αντάρτες κατά τη διάρκεια του πανεπιστημίου που κεραυνοβολήθηκαν επάνω στην οδό της εξουσίας, θέτουν ήδη σε κίνηση το εργοστάσιο συναίνεσης. Το θύμα, προκειμένου να επαναληφθεί η απόλυτη αθωότητά του, χρειάζεται έναν αποδιοπομπαίο τράγο καταδικασμένο να περιπλανιέται στην έρημο κουβαλώντας επάνω του τις αμαρτίες του έθνους. Για τη Βραζιλία του 2014 επιλέχθηκε ο Mario Balotelli: ο νέγρος».

Το Επεισόδια… Frammenti di un discorso sul pallone μεταφέρει αυτούς που διαβάζουν στο Παγκόσμιο Κύπελλο των ΗΠΑ το 1994, «όταν το ποδόσφαιρο υπέστη την οριστική μετατροπή σε ένα τηλεοπτικό προϊόν, το οποίο παρακολουθούμε μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που κοιτάζει μια οθόνη μέσα σε ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο με δυστοπική και ballardiana ατμόσφαιρα».

Υποστηρίζει ένας χαρακτήρας στο βιβλίο ότι εάν και το ποδόσφαιρο γνωρίζει την πρώτη βιομηχανική επανάσταση στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα με την κωδικοποίησή του σε «πολιτιστική βιομηχανία που μπορεί να εισαχθεί σε μια καπιταλιστική οικονομία οικογενειακής μήτρας, όπως ο τομέας της κλωστοϋφαντουργίας ή της μεταποίησης», η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση θα ξεκινούσε με την έλευση της τηλεόρασης στο ποδόσφαιρο μέσα στη δεκαετία του Εξήντα για να φτάσει στη συνέχεια στο αποκορύφωμά της τις μέρες μας. Η τρίτη επανάσταση αντιθέτως θα έπρεπε να έχει σχέση με τη δυνατότητα που προσφέρεται στο χρήστη από τις νέες τεχνολογίες για την «εξαγωγή εξατομικευμένων προγραμμάτων κατανάλωσης». Πέρα από τους μελλοντικούς μετασχηματισμούς, σίγουρα η εμφάνιση της τηλεόρασης, και όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αποτέλεσε ένα σημαντικό σημείο καμπής, και όταν υπάρχουν στη μέση οι τηλεοράσεις η λέξη κλειδί είναι «the show must go on – η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί», και λίγες ιστορίες, και από αυτή την άποψη ούτε οι νεκροί μπορούν να σταματήσουν την μηχανή του θεάματος και των επιχειρηματικών υποθέσεων.

Η επανάσταση της τηλεόρασης έχει συνδυαστεί με εκείνη των «ατομικών καθισμάτων» στα στάδια, δομές που, χάρη στις ολοένα και υψηλότερες τιμές, πρέπει να γίνουν μέρη προσβάσιμα σε περιορισμένο αριθμό θεατών που βρίσκονται υπό έλεγχο ενώ οι άλλοι θα πρέπει να προσφύγουν στη συνδρομητική τηλεόραση. Οι τραγωδίες του Haysel στις Βρυξέλλες στις 29 μαΐου 1985 και του Hillsborough στο Σέφιλντ στις 15 απριλίου 1989, αποδείχτηκαν από αυτή την άποψη ευκαιρίες που δεν πρέπει να χαθούν για να πιεστεί περαιτέρω ο επιταχυντής του μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Για να τα πούμε όλα, στην περίπτωση του Σέφιλντ η κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποκρύψει τις οργανωτικές ευθύνες που σχετίζονται με τους χώρους που έχουν δεσμευτεί για τους οπαδούς και την λανθασμένη συμπεριφορά των αστυνομικών δυνάμεων που, μαζί με την ισχυρή περίφραξη ενάντια στις εισβολές που εισήγαγε η κυβέρνηση μετά την τραγωδία του Heysel, βοήθησαν να παγιδευτούν οι παρόντες σε ένα πολύ μικρό χώρο. Η κυβέρνηση της Σιδηρής Κυρίας έφτασε μάλιστα στο σημείο να εκμεταλλευτεί τον εξυπηρετικό προς αυτήν Τύπο για να διαδώσει ψευδείς και παρεκκλίνουσες έρευνες σχετικά με τις ευθύνες για το περιστατικό. “The show must go on”, σίγουρα, και μαζί με το θέαμα πρέπει να γίνουν τα πάντα ώστε να προωθηθεί κάθε προσπάθεια να καταστεί ακόμα πιο κερδοφόρο, με οποιοδήποτε απαραίτητο μέσο. Αλίμονο, ο κόσμος των επιχειρήσεων δεν διστάζει, δεν αμφιταλαντεύεται ποτέ μπροστά στους νεκρούς.

Μερικά αποσπάσματα μπαλαδορικής κουβέντας είναι επίσης αφιερωμένα στον Éric Cantona, έναν μαρσεγιέζο στον οποίο ο ρόλος του απλού ποδοσφαιριστή, αν και εξαιρετικού, του ήταν πάντα σφιχτός και που, πάνω απ ‘όλα, ποτέ δεν απέφυγε να λέει και να κάνει εκείνο που περνούσε απ’ το κεφάλι του: από το πάθος για την ζωγραφική στο να δηλώνει ότι προσελκύεται από την άρνηση της εξουσίας που ασκούσαν οι γάλλοι ληστές της δεκαετίας του ’70 Mesrine και Spaggiari, από τις εκστρατείες για να καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα στο να προσφέρεται για τη διαφήμιση μεγάλων εμπορικών σημάτων, από τη στάση του εναντίον γάλλων πολιτικών στη μόδα μέχρι τις κινηματογραφικές του συμμετοχές.

Αφού άνοιξε με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 στην Αργεντινή, το βιβλίο κλείνει με μια ιστορία επικεντρωμένη σε εκείνο τον Paul Breitner που βρίσκουμε στον τίτλο του τόμου, εκείνου του γερμανού ποδοσφαιριστή που συνήθιζε να παρουσιάζεται στις προπονήσεις της Μπάγερν Μονάχου με το Μικρό Κόκκινο Βιβλίο του Μάο πεπεισμένου πως μπορούσε να συμβιώνει τον κομμουνιστικό του λόγο με τα χρήματα που κέρδιζε στην Ρεάλ Μαδρίτης, την ομάδα του Φρανσίσκο Φράνκο, και που γι αυτές του τις αντιφάσεις καταλήγει, σε αυτές τις σελίδες, στόχος ορισμένων μελών της Rote Armee Fraction.

«Ποια σχολή παιχνιδιού, σημαία ή αντίληψη της μπάλας κατάφερε να ξεφύγει από τις λογικές του κεφαλαίου; Όλες, καμία. Επειδή το παιχνίδι της μπάλας γεννιέται ήδη σύγχρονο. Είναι ένα εμπόρευμα, μια συσκευή του θεάματος και ένας μηχανισμός εξουσίας ». Ο Luca Pisapia καταπίνεται βαριά. Οι παθιασμένοι του ποδοσφαίρου αιχμάλωτοι της ρομαντικής νοσταλγίας για το ποδόσφαιρο των αναμνήσεων προειδοποιήθηκαν στην αρχή: το Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone πραγματικά δεν είναι το βιβλίο τους.

 

https://www.carmillaonline.com/2019/01/22/sport-e-dintorni-frammenti-di-un-discorso-sul-pallone-il-miglior-apparato-ideologico-al-servizio-del-capitale/

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Μια από τις πιο όμορφες χειρονομίες γενναιοδωρίας και ανθρωπιάς

 

Λοιπόν, ναι, χθες το πρωί γύρω στις 11.00 άκουσα να χτυπά το κουδούνι και ήταν η αστυνομία. «Έχουμε μια ειδοποίηση να σας κάνουμε». Υπογράφω τα φύλλα και βλέπω πέντε ονόματα γραμμένα με έντονους χαρακτήρες: το δικό μου, αυτό της Μaria Edgarda Marcucci (Eddi), του Jacopo Bindi, του Paolo Pachino και του Jack. Και οι πέντε τορινέζοι, ενωμένοι με μια λεπτομέρεια: έχουμε βρεθεί στη Συρία τα τελευταία δύο χρόνια.

Όχι για να υποστηρίξουμε τους τζιχαντιστές, όπως δυστυχώς έκαναν πολλοί άλλοι από την Ευρώπη (αλλά και πολλοί ιταλοί), αλλά για να συνεισφέρουμε στον αγώνα εναντίον τους μαζί με τους κούρδους.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι εισαγγελείς του Τορίνο θέλουν να μας εκδιώξουν από την πόλη μας και να βρεθούμε κάτω από «ειδική επιτήρηση».

Υπάρχει ένα όριο στο τι είναι αποδεκτό; Υπάρχει ένα όριο στην περιφρόνηση, στην απρέπεια;

Η ειδική επιτήρηση, παρόμοια με την παλιά υποχρέωση διαμονής μακριά από τον συνήθη τόπο κατοικίας, επιβάλλεται χωρίς κατηγορίες και χωρίς δίκη. Θα σημαίνει, τελικά, να επιστρέφεις σπίτι κάθε βράδυ στις 19.00, να μην βγαίνεις μέχρι τις 7.00 π.μ., χίλιους περιορισμούς σχετικά με το ποιον μπορείς να δεις και με ποιον μπορείς να μιλήσεις, τι μπορείς ή τι δεν μπορείς να κάνεις, που μπορείς και δεν μπορείς να πας, κατάσχεση της άδειας του διαβατηρίου και πολλά άλλα.

Ένα »αστυνομικό» μέτρο πολύ παρόμοιο με εκείνο που χρησιμοποιούν οι δικτατορίες: Δεν σε κατηγορώ για τίποτα, δεν παρουσιάζω και δεν αποδεικνύω τίποτα, δικάζω τις προθέσεις σου χωρίς προκαταρκτική έρευνα, και σε στιγματίζω ως «κοινωνικά επικίνδυνο». Πώς, εξάλλου, θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως η καταπολέμηση μιας γενοκτονικής και εγκληματικής οργάνωσης είναι κάτι λάθος;

(Και εν τω μεταξύ εμποδίζω το έργο πληροφόρησης σου. Μπλοκάρω το έργο σου δημόσιας συζήτησης. Εμποδίζω την επικοινωνία σου και την αλληλεγγύη σου. Καθιστώ αδύνατο να εκφράσεις την άποψή σου για τη Συρία, την Ιταλία, για τον κόσμο. Καθιστώ, πολύ απλά, πιο δύσκολο να ζεις.)

Είμαι κοινωνικά επικίνδυνος; Όλη η πληροφόρηση και η αλληλεγγύη που εγώ κάνω, που κάνουμε εμείς οι πέντε είναι υπό το φως του ήλιου.

Ωστόσο επαναλαμβάνουν τα δελτία της εισαγγελίας: «Πριν ανακατασκευάσουμε χρονολογικά τα ταξίδια από το 2016 έως σήμερα που έγιναν από τον Grasso στη Συρία για να πολεμήσει με τις Ypg, μεταφέρουμε τις φωτογραφίες και τις δηλώσεις του ίδιου τις πιο σημαντικές, που δείχνουν πώς συμμετείχε στις συγκρούσεις και έμαθε να χρησιμοποιούν πολεμικά όπλα όντας έτοιμος ακόμη και να πεθάνει για την υπόθεση, για τον σκοπό. Φωτογραφίες και δηλώσεις που επιβεβαιώνουν την κοινωνική επικινδυνότητα του ίδιου ».

Η πρώτη φωτογραφία που εισήγαγε η εισαγγελική αρχή για να αποδείξει την κοινωνική μου επικινδυνότητα λήφθηκε στη Manbij αργά το απόγευμα εκείνης που πιστεύω ότι ήταν η 17η ιουλίου 2016. Με απεικονίζει την παραμονή της μεγάλης επίθεσης για να εφορμήσουμε ενάντια στο Daesh στο κέντρο, αφού απελευθερώσαμε πρώτα τις νότιες συνοικίες.

Κάθε φορά που ξαναβλέπω αυτή τη φωτογραφία δεν μπορώ παρά να θυμάμαι τι είχα μπροστά στα μάτια μου, ποια ήταν η κατάσταση του μυαλού και της ψυχής μου λίγες μέρες από τα χειρότερα τραύματα που υπέστην, και που ακόμη και σήμερα εξακολουθώ να προσπαθώ να μεταβολίσω.

(Εάν μονάχα αυτοί οι άνθρωποι μπορούσαν να φανταστούν πόσο μας κόστισε να πολεμήσουμε σε εκείνο τον πόλεμο, πόσο φόβο είχαμε, πόσο δύσκολο υπήρξε να δεχτούμε την πραγματικότητα αυτών που συνέβησαν εκείνους τους μήνες, πόσοι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, άνθρωποι που είχαμε γνωρίσει και με τους οποίους είχαμε τόσα πολλά μοιραστεί, ίσως … ίσως, θα σταματούσαν. Ίσως θα αισθανόταν αυτό που εμείς οι δυτικοί δυστυχώς δεν φαίνεται να μπορούμε πλέον να νιώσουμε: ντροπή.)

(Αλλά ο μηδενισμός αυτής της εκφυλισμένης Ευρώπης δεν γνωρίζει ντροπή.)

Εμφανίζεται, στα χαρτιά της εισαγγελίας μια φωτογραφία του εξώφυλλου του βιβλίου «Hevalen». Είναι το βιβλίο που έγραψα για εκείνη την τρομερή εμπειρία. Αυτό το βιβλίο θα παρουσίαζε την «κοινωνική μου επικινδυνότητα». Θα το έχουν διαβάσει; Όχι. Είμαι βέβαιος. Τι μπορεί να τους μάθει εξάλλου για όλα αυτά; Αυτό το βιβλίο εξηγεί τα όρια μου και τις αδυναμίες μου, και τι μπορεί να έχει σημασία γι ‘αυτούς; Εξηγεί πως για να προστατεύσουμε την κοινωνία από τους κινδύνους της είναι απαραίτητο να έχουμε μια φιλία που να μπορεί να κατευθυνθεί και προς εκείνους που είναι μακριά, χωρίς να ξεχνούν ποτέ τις ρίζες τους και τον γείτονά τους.

Αλλά δεν είναι αυτό ακριβώς που μας κάνει «κοινωνικά επικίνδυνoυς» στα μάτια τους;

Να κινητοποιηθούμε από εδώ έως τις 23 ιανουαρίου.
Να υπερασπιστούμε το κύρος του αγώνα που διενεργήσαμε ενάντια στο Isis .
Να υπερασπιστούμε την αξιοπρέπεια των μαχητών των Ypg και των Ypj.

Να μην ξεχάσουμε ποτέ τους και τις μάρτυρες των Ypg και των Ypj.

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, καπέλο
Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Συνέντευξη σε δυο διεθνιστές γερμανούς στην Rojava

Stampa

 

344

Δημοσιεύουμε τη συνέντευξη ενός συντρόφου του Infoaut που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στη Rojava σε δύο γερμανούς διεθνιστές. Καλή ανάγνωση.

Intervista a due internazionalisti tedeschi in Rojava

Σε αυτούς τους τρεις μήνες στην Ομοσπονδία της Βόρειας Συρίας, είχα τη χαρά να συναντήσω πολλούς ανθρώπους με τους οποίους αντάλλαξα ιδέες, αναλύσεις και σχέδια. Θέλω να μοιραστώ μια σύντομη, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη μεταξύ δύο φίλων του Radikal Linke / Berlin below.

Ποιοι είναι οι λόγοι που σας οδήγησαν να ξεκινήσετε αυτήν την εμπειρία στη Ομοσπονδία της Βόρειας Συρίας;

A: Η οργάνωση μας «Radical Linke / Berlin» από την ίδρυση της στάθηκε αλληλέγγυα με το ΡΚΚ και με όλα τα επαναστατικά κινήματα του Κουρδιστάν. Ακόμη και πριν από την αντίσταση της Kobane αρχίσαμε να συνδεόμαστε με το κουρδικό κίνημα στη Γερμανία σε μια πρακτική διάσταση. Για παράδειγμα, διοργανώσαμε διαδηλώσεις ή εκδηλώσεις μαζί και χτίσαμε σταθερούς πολιτικούς δεσμούς. Πέρυσι μερικοί σύντροφοι ήρθαν στη Ροζάβα και τώρα εμείς είμαστε εδώ για να μάθουμε, να βελτιώσουμε τους εαυτούς μας και να αναπτύξουμε τους αγώνες μας: εδώ διαβάσαμε επίσης περισσότερα για την ιδεολογία του Αμπντουλάχ Οτσαλάν και συζητήσαμε γι αυτήν. Πιστεύουμε ότι υπάρχουν διάφορες ιδέες που μπορούν να αποτελέσουν μεγάλη έμπνευση και αφετηρία για τις καθημερινές μας δράσεις, για την δραστηριότητα μας. Αναπτύσσουμε μια αρκετά ισχυρή κριτική του έργου των ομάδων της επαναστατικής αριστεράς στη Γερμανία των τελευταίων 20 χρόνων, αυτό περιλαμβάνει επίσης την ίδια την δική μας πρακτική σε διαφορετικές ομάδες στο παρελθόν αλλά και την τρέχουσα πρακτική μετά την ίδρυσή μας. Αυτές οι κριτικές αναφέρονται στην προσέγγιση με την κοινωνία, την κατανόηση του τι είναι μια επανάσταση, το ρόλο των επαναστατών και πολλά άλλα. Για τους λόγους αυτούς είναι αρκετά φυσικό εμείς, τώρα, να βρισκόμαστε εδώ και είμαστε βέβαιοι ότι άλλοι σύντροφοι τα επόμενα χρόνια θα έρθουν για να μάθουν και να υποστηρίξουν, ο καθένας με τις ικανότητές του, αλλά ένας άλλος λόγος που μας οδήγησε σε αυτή την επανάσταση είναι ότι βλέπουμε αυτόν τον τόπο ως μια πιθανότητα για την Ευρώπη για έναν νέο διεθνισμό. Πολλοί διεθνείς από όλο τον κόσμο, αλλά κυρίως ευρωπαίοι, κοιτάζουν με ενδιαφέρον σε αυτή την επανάσταση, έρχονται εδώ για να συμμετάσχουν και να βρουν απαντήσεις στα προβλήματα με τα οποία, στην Ευρώπη, όλοι πρέπει να αντιπαρατεθούμε ή από τα οποία βρίσκουμε έμπνευση. Έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε και, ελπίζουμε, να βρούμε έναν κοινό τρόπο να συντονίσουμε τους αγώνες μας.

G: η οργάνωση μας είναι πραγματικά ετερογενής, υπάρχουν τόσο νεώτεροι σύντροφοι όσο μερικοί μεγαλύτεροι που έχουν ήδη συμμετάσχει σε άλλους διεθνιστικούς αγώνες, με τους οποίους έχουν βαθείς δεσμούς όπως για παράδειγμα στην Παλαιστίνη και τη Λατινική Αμερική. Σίγουρα η παρουσία μας στη Ροζάβα είναι και μια παράδοση διεθνισμού και ως εκ τούτου, στο τέλος, είναι επίσης το αποτέλεσμα του διεθνιστικού έργου του παρελθόντος.

7 copia

Ξεκινήσατε αυτή την εμπειρία με διαφορετικές προσδοκίες αφορούσες την οργάνωση σας αλλά και με την φιλοδοξία ενός συντονισμού των αγώνων στην Ευρώπη. Θέλω λοιπόν να σας ρωτήσω ποιες απαντήσεις, μέχρι τώρα, έχετε βρει σε αυτή την επανάσταση και ποιες είναι οι σημαντικότερες πτυχές που πρέπει να διερευνηθούν, να εμβαθυνθούν;

G: Ένα πράγμα που μπορεί να δεις ξεκάθαρα εδώ στη Rojava και παντού στο Κουρδιστάν είναι η σημασία της οργάνωσης. Αυτό σημαίνει να είναι οργανωμένοι σε όλες τις πλευρές της ζωής: η οργάνωση των γυναικών, της νεολαίας, της αυτοάμυνας, της εκπαίδευσης, ένα υψηλό επίπεδο οργάνωσης της κοινωνίας έχει επιτευχθεί σε όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής, αποτέλεσμα χρόνων και χρόνων πάλης που βασίζεται στο «kadro work» (έργο των αγωνιστών) και που επιτρέπει σε αυτή την επανάσταση να καθιερώσει ένα νέο δημοκρατικό σύστημα μέσα σε αυτήν την φεουδαρχική κοινωνία. Χωρίς αμφιβολία υπάρχει το ζήτημα της απελευθέρωσης των γυναικών που είναι μια από τις θεμελιώδεις βάσεις αυτής της επανάστασης, προσωπικά πιστεύω πως στην Ευρώπη δεν συνδέεται με τρόπο τόσο στενό και δυνατό με την κοινωνία, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν φεμινιστικές ομάδες οι οποίες, ωστόσο, αυτή την στιγμή δεν παίζουν ένα πρωτοποριακό ρόλο στους αγώνες όπως συμβαίνει εδώ. Ένας από τους πιο ενδιαφέροντες και σημαντικούς ρόλους διαδραματίζει η αυτόνομη δομή της νεολαίας, η οποία είναι σε θέση να πάρει τις δικές της αποφάσεις χωρίς να εξαρτάται από κάποιον άλλο και είναι το μέρος της γενικής δομής που επικεντρώνεται περισσότερο στην εξέγερση, η αλλαγή αφορά την ώθηση προς τα εμπρός της επαναστατικής γραμμής.

Όσον αφορά τις μεθόδους που βρήκαμε εκπληκτικά αποτελεσματικές, υπάρχει η χρήση που κάνει το κίνημα της ιδέας της κριτικής και αυτοκριτικής: αξιολογεί και αξιοποιεί τα πάντα μέσα στην κοινωνία σε υψηλότερο επίπεδο, διότι πραγματοποιείται παντού. Παρόλο που πρόκειται για μια kadro revolution (επανάσταση που διεξάγεται από τους πολιτικούς αγωνιστές), μπορώ να πω ότι η διαδικασία λήψης αποφάσεων προχωρά από κάτω προς τα πάνω, διότι η θέση των στελεχών δεν είναι υψηλότερη από αυτή των απλών ανθρώπων, αντιθέτως αυτοί αποτελούν ένα παράδειγμα απόλυτης απάρνησης των προσωπικών προοπτικών υπέρ αυτών της κοινωνίας. Ευρισκόμενος εδώ κατάλαβα ότι αν θέλεις να καταλάβεις βαθιά αυτή την επαναστατική διαδικασία δεν αρκεί να επικεντρωθείς μόνο στις θεωρητικές πτυχές, αλλά πρέπει να τη δεις για να την αισθανθείς, να τη νιώσεις. Όταν βλέπεις τα ερείπια της Kobane, όπου η τελευταία αμυντική γραμμή πολεμούσε το Daesh για τόσο πολύ καιρό, με μεγάλη προσπάθεια και με τόσους πολλούς Sehid (μάρτυρες), νιώθεις πως αυτή η σχέση, η σύνδεση με τη δική τους γη και την δική τους κοινωνία είναι η κινητήρια δύναμη αυτής της επανάστασης. Ο αγώνας και τα εξαιρετικά αποτελέσματα της γυναικείας επανάστασης εναντίον χιλιάδων ετών πατριαρχικής νοοτροπίας στη μέση ανατολή είναι κάτι που κανένα βιβλίο δεν μπορεί να σου εξηγήσει, ο βαθύς σεβασμός για τους Sehid που εξαλείφει κάθε αυταρέσκεια και περσοναλισμό είναι η βάση που ενώνει όλα τα μέλη της κοινωνίας και του μετασχηματισμού της.

A: Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας στη Ροζάβα ήμασταν τυχεροί να μας φιλοξενούν διάφορες οικογένειες και, μιλώντας μαζί τους, μπορέσαμε να αντιληφθούμε την πραγματική σχέση και σύνδεση με την επανάσταση που αντανακλά τις αξίες της στην κοινωνία, για παράδειγμα εμείς βρισκόμασταν σε μια οικογένεια όπου η μητέρα μας είπε ότι ήμασταν τα παιδιά της, πως η μητέρα της ήταν και δική μας. Εγώ αντιλήφθηκα ότι αυτό δεν ήταν μια φόρμουλα ευγένειας, αλλά το κοινοτικό πνεύμα που διαπερνά αυτούς τους ανθρώπους τόσο πολύ ώστε, ακόμη και αν υπάρξουν στρατιωτικές ήττες, η κοινωνία είναι σίγουρα έτοιμη να μην κάνει ούτε ένα βήμα πίσω και να αγωνιστεί για αυτές τις αξίες μέχρι στο τέλος.

G: Προφανώς υπάρχουν λάθη, αντιφάσεις και δυσκολίες, αλλά ως διεθνιστές επαναστάτες δεν πρέπει να προσεγγίσουμε αυτή την επανάσταση ως κριτικοί θεατές, αλλά μάλλον να την αντιληφθούμε ως δική μας και να ασχοληθούμε με τις ικανότητές μας για να βοηθήσουμε στο χτίσιμο της. Εδώ καλούμαστε σαφώς από τους συντρόφους να επικρίνουμε εποικοδομητικά και να εργαστούμε μαζί για να ξεπεράσουμε αυτές τις δυσκολίες.

IMG 0240

Οπότε έχετε αποκτήσει πολλές γνώσεις από αυτή την εμπειρία, αλλά σύμφωνα με εσάς ποια είναι η προοπτική για το μέλλον των δικών σας αγώνων μόλις επιστρέψετε στο Βερολίνο;

A: σίγουρα θα επιστρέψουμε στο σπίτι με πολλές γνώσεις που σκοπεύουμε να υλοποιήσουμε.

Ως οργανωμένη πραγματικότητα έχουμε αναλάβει μια εργασία στις γειτονιές σε μια προσπάθεια να τις οργανώσουμε μέσα από μια κοινοτική μέθοδο: αυτό δίνει στους τοπικούς ανθρώπους την ευκαιρία να μπορούν να αποφασίσουν για το τι συμβαίνει στους χώρους και τους τόπους τους και να κατανοήσουν τον ρόλο της κοινότητας και να την βελτιώσουν. Για μια τέτοια προοπτική, η εμπειρία που βιώνουμε σε αυτά τα μέρη μας διδάσκει πολλά.

Αυτή η προσέγγιση δεν είναι κάτι που δεν υπήρξε ποτέ εδώ. Υπάρχει ήδη και υπάρχουν πολλά παραδείγματα αντίστασης στα οποία μπορούμε επίσης να εμπνεύσουμε. Αλλά πρέπει επίσης να παραδεχτούμε ότι θα πρέπει να δεσμευθούμε με μεγαλύτερη προσπάθεια και σοβαρότητα στην επαναστατική διαδικασία αν θέλουμε να μας λάβει σοβαρά υπόψη η κοινωνία. Νομίζω ότι η οικοδόμηση μιας ισχυρής επαναστατικής προοπτικής για τη Γερμανία, αλλά και για την Ευρώπη, είναι ο καλύτερος τρόπος να υποστηρίξουμε αυτή την επανάσταση, σίγουρα μπορούμε να έρθουμε εδώ και αυτός είναι ένας τρόπος, πιθανότατα μέχρι τώρα ο μόνος, να αποκτήσουμε αυτές τις γνώσεις, αλλά η γενική προσέγγιση πρέπει να είναι εκείνη να δώσουμε ζωή σε ένα επαναστατικό κίνημα στην Ευρώπη, διότι, τελικά, είναι οι ευρωπαϊκές βόμβες που ρίχνονται επάνω στην Ροζάβα και επάνω σε άλλες επαναστάσεις. Είναι τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά όπλα που εδώ σκοτώνουν τους ανθρώπους που δεσμεύονται και στρατεύονται για να νικήσουν τον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό.

G: μια πολύ σημαντική πτυχή που πρέπει να αναπτύξουμε, εμπνευσμένη από το κουρδικό κίνημα, είναι η ιστορία μας. Ως ομάδα συμμετείχαμε σε κάποια αναμνηστικά γεγονότα και εκδηλώσεις αναμνηστικού χαρακτήρα, αλλά πρέπει να αναλύσουμε τις ιστορικές μας ρίζες για να κατανοήσουμε την σημερινή κοινωνία, θα πρέπει επίσης να αγωνιστούμε περισσότερο για την υπεράσπιση της ιστορίας μας, για τη μνήμη των δικών μας μαρτύρων της RAF, της Bewengun 2 Juni, της Revolution’re Zellen, και πάλι άλλων επαναστατημένων ανθρώπων και ομάδων και να ήμαστε προσεκτικοί να μην νομιμοποιήσουμε την ιστορία της μπουρζουαζίας και του κράτους. Εάν δεν γνωρίζουμε την ιστορία μας, την ιστορία της αντίστασης, των επαναστάσεων και των αγώνων, θα είναι δύσκολο να οικοδομήσουμε τη ίδια την δική μας ιστορία στο μέλλον. Μια άλλη εργασία που πρέπει να πάρουμε σοβαρά υπόψη μας είναι οι αλλαγές στην προσωπικότητά μας για να γίνουμε αγωνιστές. Μόνο επάνω στο δρόμο προς αυτή την αλλαγή θα μπορέσουμε να βρεθούμε στην θέση να απορρίψουμε κάθε καπιταλιστική επιρροή μέσα μας, αγωνιζόμενοι χωρίς αντιφάσεις. Εάν δεν αγωνιζόμαστε ενάντια στους εαυτούς μας ως άτομα που εξαρτώνται από ένα συλλογικό πλαίσιο θα είναι δύσκολο, ή πιθανότατα αδύνατο, να βρούμε έναν νέο τρόπο να ζούμε που να μπορεί να μας προσφέρει αξιοπιστία, που να μπορεί να είναι ένα παράδειγμα για να επηρεάσει την κοινωνία και να είναι σε θέση αυτοπροστατευθεί.

 

https://www.infoaut.org/approfondimenti/intervista-a-due-internazionalisti-tedeschi-in-rojava

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Για τον Hîwa Bosco, που σκοτώθηκε στα σύνορα μεταξύ Συρίας και Τουρκίας, πρώτο ιταλό πεσόντα στην επανάσταση της #Rojava

Δημοσιεύτηκε 42 λεπτά νωρίτερα,  

Είναι η είδηση που πολύ καιρό φοβόμασταν πως θα λάβουμε. Ο θάνατος βρισκόταν πάντα στο περιθώριο της εικόνας, υποκείμενος κάθε συζήτησης, κάθε ενημέρωσης σχετικά με την κατάσταση, απ’ όταν συντρόφισσες και σύντροφοι άρχισαν να φεύγουν στη Βόρεια Συρία με σκοπό να συμβάλουν στην επανάσταση του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού.

Πρέπει πάντα να υπενθυμίζουμε, πως υπάρχει μια επανάσταση: δεν επρόκειτο «μονάχα» για την καταπολέμηση του ISIS – κάτι που δεν θα ήταν λίγο, εξ ου και τα εισαγωγικά -, αλλά αυτή γίνεται στο όνομα του χτισίματος μιας νέας κοινωνίας, μιας καινοτόμου και πολύτιμης κοινοτικής εμπειρίας.

Χωρίς αυτό το ελατήριο, ο αγώνας των YPG και YPJ κατά του Daesh δεν θα ήταν τόσο αποτελεσματικός. Επί πλέον: χωρίς αυτό το ελατήριο, οι YPG και οι YPJ δεν θα υπήρχαν.

Είναι απαραίτητο να έχουμε κατά νου τη γενεαλογία αυτής της εμπειρίας, για να καταλάβουμε τι ωθεί τους αυτόχθονους μαχητές, τους διεθνείς εθελοντές και ολόκληρο τον πληθυσμό της Ροζάβα.

Βρισκόμαστε στην εκβολή ενός μεγάλου ποταμού, αποτελούμενου από εκατό χρόνια κουρδικής αντίστασης, πολιτικής και πολιτιστικής αντίστασης. Η Μέση Ανατολή είναι το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα του γεγονότος πως δεν έχει τελειώσει ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, πώς συνεχίζουμε να υποφέρουμε άμεσα τις συνέπειές του. Κάνουμε τους λογαριασμούς με την ιμπεριαλιστική κατάτμηση της πρώην οθωμανικής αυτοκρατορίας από τις νικηφόρες δυνάμεις. Κατά τη διάρκεια της εκατονταετηρίδας που μόλις διασχίσαμε, σπαταλήσαμε χίλιες ευκαιρίες για να το συζητήσουμε. Να το κάνουμε προσπαθήσαμε λίγοι από εμάς.

Το τελευταίο τμήμα αυτού του ποταμού έχει σκάψει τριάντα πέντε χρόνια δραστηριότητας του ΡΚΚ. Υπάρχουν κοινωνικά δίκτυα που έχουν χαλυβδωθεί σε χρόνια ανταρτοπόλεμου εναντίον του δεύτερου μεγαλύτερου στρατού του ΝΑΤΟ, του τουρκικού στρατού. Υπάρχουν οι θεωρητικές επεξεργασίες του Abdullah Öcalan, στη φυλακή από είκοσι χρόνια κυρίως εξ αιτίας της Ιταλίας, ή καλύτερα, μιας ιταλικής κεντροαριστερής κυβέρνησης (έχουμε τη συνήθεια της μνήμης).

Λέγαμε: είναι η είδηση που φοβόμασταν να λάβουμε. Ο πρώτος Ιταλός πεσών όχι (γενικά) «στον πόλεμο στη Συρία», όπως έγραψε κάποιος, αλλά στην επανάσταση της Βόρειας Συρίας.

Για εμάς ένας ιταλός επαναστάτης που έπεσε δεν «ζυγίζει» περισσότερο από έναν πεσόντα επαναστάτη άλλων εθνικοτήτων. Είναι όλοι στο ίδιο επίπεδο. Οι άνθρωποι – γυναίκες και άνδρες – που πέθαναν στη Ροζάβα αποτελούν ένα πολυεθνικό μωσαϊκό με ποικίλες και αντιτιθέμενες αποχρώσεις. Αλλά είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο θάνατος ενός ιταλού προκαλεί σκέψεις σχετικά με την εγγύτητα μεταξύ του σχηματισμού του και του δικού μας, μεταξύ των εμπειριών του και των δικών μας.

Ο μαχητής των YPG Giovanni Francesco Asperti σκοτώθηκε κοντά στην Dêrika/Al Mālikiyah, πόλη στα μακρινά βορειοανατολικά σύνορα της Συρίας, στα σύνορα με την Τουρκία, κάτω από απροσδιόριστες συνθήκες. Η έκθεση μιλά για ένα «ατυχές γεγονός». Το όνομα του μάχης ήταν Hîwa Bosco. Στα κουρδικά, hîwa σημαίνει «ελπίδα».

Ο Asperti ήταν 53 ετών, έρχονταν από την Ponteranica, στην επαρχία του Μπέργκαμο, και ήταν ο πατέρας δύο εφήβων παιδιών. Δεδομένου ότι «είχε οικογένεια», στο παχύ έντερο του μικροαστικού ωχαδελφισμού θα σφυρηλατηθεί ήδη, το σχετικό ερώτημα: «Ποιος τον έβαλε να το κάνει;» Κάποιος θα του αποδώσει τυχοδιωκτισμό, άλλος θα τον αποκαλέσει αλόγιστο γονέα, αναζητητή ανατριχίλας, «τουρίστα στις επαναστάσεις άλλων ανθρώπων». Από τον θάνατο ακόμη του Enzo Baldoni, το 2004, εμφανίστηκε μια Italietta πάντα έτοιμη να ξεράσει τόνους μίσους και κοροϊδίας επάνω σε όσους αποφασίζουν να μην  «γράφουν όλα στα παλιά τους παπούτσια». Σε απαγάγουν; Πήγαινες γυρεύοντας! Σε δολοφονούν; Καλύτερα να καθόσουν σπίτι σου! Σε βιάζουν; Ίσως να σου άρεσε κιόλας!

Πράγματι: όταν πρόκειται για μια γυναίκα, ανοίγεται η άβυσσος, όπως είδαμε για πολλοστή φορά τον νοέμβριο, όταν η 23χρονη συνεργαζόμενη Silvia Romano απήχθη στην Κένυα, πιθανότατα από σομαλούς τζιχαντιστές. Και δεν πρόκειται μόνο για «μισoύντες των social» ή διακηρυγμένους φασίστες. Θα ήταν πολύ εύκολο. Αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι, στην πρώτη σελίδα της Corriere della Sera, ο σχολιαστής Gramellini – «ευγενικός» προπαγανδιστής κάθε αντιδραστικής κοινοτυπίας υπό τον ουρανό – αποκάλεσε την προσπάθεια της Silvia για αλληλεγγύη «μανία αλτρουισμού«.

Όλα αυτά, να το θυμίσουμε, στη χώρα όπου κάθε μέρα οι ρατσιστές προσπαθούν να εξωραΐσουν τις αηδίες που κάνουν, επαναλαμβάνοντας: «Να τους βοηθήσουμε στο σπίτι τους!»

Θα μας προκαλέσει έκπληξη το γεγονός, λοιπόν, εάν κάποιος γεμάτος ζήλο εισαγγελέας χαρακτηρίσει «κοινωνικά επικίνδυνο» κάποιον που πήγε να βοηθήσει τον λαό της Rojava και να πολεμήσει εναντίον του ISIS, και ζητήσει να υποβληθεί σε ειδική επιτήρηση;

Αυτή είναι, όχι άλλη, η συμπεριφορά που θα είχαν επιφυλάξει στον Asperti εάν είχε επιστρέψει στην Ιταλία ασφαλής και υγιής.

Δεν γνωρίζαμε τον Asperti, για τη ζωή του και για την ενδεχόμενη ακτιβιστική του δράση στην Ιταλία δεν γνωρίζουμε τίποτα, αλλά γνωρίζουμε συντρόφους και συντρόφισσες που έχουν κάνει την δική του επιλογή, και ξεκίνησαν μια διαδρομή παρόμοια με την δική του, και πάνω απ’ όλα ένα πράγμα αισθανόμαστε να πούμε: η βρωμιά κάτω από τα νύχια του ποδιού ενός μόνο από αυτούς τους ανθρώπους έχει περισσότερη αξιοπρέπεια από όλες ολόκληρες τις υπάρξεις αυτών που τους επιτίθενται και τους προσβάλλουν.

 

 

https://www.wumingfoundation.com/giap/2019/01/per-hiwa-bosco-morto-al-confine-tra-siria-e-turchia-primo-caduto-italiano-nella-rivoluzione-in-rojava/?utm_source=feed

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Ζητήθηκε η ειδική επιτήρηση για πέντε ιταλούς που έχουν υποστηρίξει τον αγώνα ενάντια στο ISIS στην Συρία

Stampa

1.1K42

Στις 3 ιανουαρίου η Digos του Torino έχει κοινοποιήσει το αίτημα ειδικής επιτήρησης για δύο χρόνια με απαγόρευση διαμονής από το Τορίνο, που προωθήθηκε από τον εισαγγελέα του Τορίνο εναντίον εκείνων που υποστήριξαν την επανάσταση της Ροζάβα.

Chiesta la sorveglianza speciale per cinque italiani che hanno sostenuto la lotta all’ISIS in Siria

Οι παραλήπτες αυτού του μέτρου είναι οι Paolo, Eddi, Jak, Davide και Jacopo, πέντε νέοι που για διάφορους λόγους τα τελευταία δύο χρόνια υποστήριξαν στο πεδίο τις προσπάθειες των λαών της Βορείου Συρίας για την υπεράσπιση της συνομοσπονδιακής επανάστασης ενάντια στην επιθετικότητα του Ισλαμικού Κράτους . Η ειδική επιτήρηση είναι ένα διεισδυτικό μέτρο ελέγχου το οποίο επιβάλλει, μετά από απόφαση ενός δικαστή, την απαγόρευση απομάκρυνσης από την κατοικία στην οποία ζει κάποιος και την υποχρέωση να παρουσιάζεται στις εποπτικές αρχές κατά τις προγραμματισμένες ημέρες και κάθε φορά που αυτό θα ζητηθεί. Ένα μέτρο έντονα επιζήμιο για την προσωπική ελευθερία, που προέρχεται από τον φασιστικό κώδικα Rocco αλλά επιβεβαιώνεται επανειλημμένα με τρόπο χειρότερο, και το οποίο μπορεί να ανανεωθεί από το δικαστήριο που το επιβάλλει.

Το αίτημα της εισαγγελικής αρχής Emanuela Pedrotta, η οποία εξειδικεύεται στη συστηματική δίωξη του αγώνα No Tav και των πολιτικών αγωνιστών του Τορίνο, ξεκινά από την υπόθεση της κοινωνικής επικινδυνότητας των πέντε οι οποίοι, αφού ενώθηκαν με τους YPG και τις YPJ, τις λαϊκές μονάδες προστασίας στρατευμένες στην καταπολέμηση του ISIS, θα έχουν διδαχθεί τη χρήση των όπλων. Μια διαδικασία την ίδια στιγμή συνοπτική και προφανής, γελοία. Εάν, αφενός, είναι σίγουρο πως σε μια ζώνη πολέμου είναι απαραίτητο να υπερασπιστούν τον άμαχο πληθυσμό με κάθε τρόπο και όλα τα μέσα,  από τρομοκρατικούς σχηματισμούς ακριβώς όπως το κάνουν οι YPG και YPJ με προφανή λειτουργία προστασίας και όχι κοινωνικής επικινδυνότητας, είναι επίσης αλήθεια, όπως μαρτυρούν οι διάφορες αλληλογραφίες και μαρτυρίες αυτών των πέντε, ότι δεν εντάχθηκαν όλοι στους στρατιωτικούς και λαϊκούς σχηματισμούς αλλά συνέβαλαν στην υπεράσπιση της Ροζάβα υποστηρίζοντας επίσης και συμμετέχοντας στις πολιτικές δομές της Ομοσπονδίας της Βορείου Συρίας. Μια επικίνδυνη γενίκευση που φαίνεται να υπονομεύει το δικαίωμα και το καθήκον καταγραφής και εξιστόρησης των ανθρώπων που φτάνουν και ζουν στην περίπλοκη πραγματικότητα των πολεμικών ζωνών, ειδικά τώρα που υπάρχει ένα εξαιρετικά παραπλανητικό σενάριο στα δυτικά μέσα ενημέρωσης όπως εκείνο της συριακής σύγκρουσης. Σε αυτό το portal όντως με χαρά φιλοξενήσαμε τις ανταποκρίσεις μερικών από τους πέντε σχετικά με την εξέλιξη της λαϊκής αντίστασης στις τζιχαντιστικές συμμορίες στις πόλεις της Afrin ή της Manbij. Μια αξιοσημείωτη συμβολή, σχεδόν απούσα στο ενημερωτικό πανόραμα αυτής της χώρας, και που, όπως επαναλαμβάνει ένας από τους αποδέκτες του αιτήματος της εισαγγελίας αυτές τις ώρες, «θα το έκανα άλλες εκατό φορές».

Για τις 23 ιανουαρίου στις 10 ορίστηκε η ακρόαση του αιτήματος από προωθήθηκε από την εισαγγελέα του Τορίνο. Ενημερώσεις θα ακολουθήσουν για τις κινητοποιήσεις που θα πραγματοποιηθούν από τώρα έως τις 23 ιανουαρίου ενάντια σε αυτήν την επίθεση και τον εκφοβισμό που θα ήθελε να χτυπήσει όσους αγωνίζονται και υποστηρίζουν την ελευθερία των πληθυσμών ενάντια στην τυραννία του Ισλαμικού Κράτους.

Αλληλεγγύη στους πέντε, Biji YPG, Biji YPJ

 

https://www.infoaut.org/conflitti-globali/chiesta-la-sorveglianza-speciale-per-cinque-italiani-che-hanno-sostenuto-la-lotta-all-isis-in-siria

αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος πρώτο

Screenshot_2018-12-10-12-19-02 (1)

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ CARLO
FELTRINELLI

Αγαπητέ Carlo,
Λες πως εγώ «προσέβαλα» την μνήμη του πατέρα σου, διότι είπα πως μεταξύ ιουλίου του ’71 και της στιγμής του θανάτου του, αυτός, φίλος μου που πέρασε στην παρανομία, επανειλημμένα μου μίλησε για την τρομερή  ‘ιστορική αναγκαιότητα» να εκτελεστεί ο κομισάριος Luigi Calabresi. Ο πατέρας σου ήταν ένας τρυφερός άνθρωπος, και σίγουρα δεν έλεγε ελαφριά τη καρδία κάτι τέτοιο, αλλά θεωρούσε και δικό του καθήκον να προχωρήσει στις πρακτικές συνέπειες αυτής της  ‘αναγκαιότητας». Τώρα ξέρουμε – εγώ, εσύ και πολλοί άλλοι – πόσες καταστροφές και πολύ πιο σοβαρές του θανάτου ενός κομισάριου της δημόσιας ασφάλειας πιθανότατα δολοφόνου ενός αναρχικού, έχει δημιουργήσει αυτή η ιδεολογία της  ‘αίσθηση της Ιστορίας», των »νόμων της ανάπτυξης της», της επιστημονικής θεμελίωσης της απόφασης του »επαναστατικού επείγοντος» ως νέας πηγής νομιμοποίησης. Μα λοιπόν, αν και με τρόπους και με κουλτούρες και θεωρίες αρκετά διαφορετικές, όλοι παίζαμε λιγάκι αυτή την παρτιτούρα.
Γι αυτό, Carlo, εγώ δεν »προσέβαλα» τον πατέρα σου. Αντίθετα, προσπάθησα να του ξαναεπιστρέψω ένα κομμάτι από εκείνη την ταυτότητα και αλήθεια που ήταν δικιά του, που και πάλι του αρνούνται, για πολύ μίζερους λόγους.

Στο λέω εγώ, Carlo, που τον γνώρισα πολύ καλύτερα απ’ όσο, δυστυχώς, σ’ εσένα δόθηκε να τον γνωρίσεις: είναι πάνω απ’ όλα ως
«σύντροφος Osvaldo», μαχόμενος κομουνιστής, που ο μπαμπάς σου θα αγαπούσε να τον θυμούνται: εκείνοι τον απεχθάνονταν, εμείς τον αγαπούσαμε («βλέπεις, αυτή είναι η δική τους
Westminster», έλεγε ο Lenin στον Trotzkii
γυρνώντας στους δρόμους του Λονδίνου… ).

ΙΘΑΚΗ

Έτσι, μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, ο «Osvaldo, παρέμεινε δίχως ταφή. Και αυτοί, ξεκινώντας από τον κοντινό του ‘entourage’- ‘περίγυρο’, θέλησαν να του αρνηθούν την ανάμνηση και την επεξήγηση των δικών του, ίσως συζητήσιμων, αιτιών και λόγων, δεν είναι παρά ένα κλαν (όχι μια λεγεώνα) «ασβεστωμένων τάφων. Μιλώ,
έτσι για να μην κάνουμε ονόματα, του lobby των
«miglioristi’. Ξέρουμε, οι σταλινικοί – σε ισχύ ή καθαιρεμένοι – διατηρούν μια σχέση με την αλήθεια αρκετά περιστασιακή. Και από την άλλη πλευρά, αυτές οι γραμμές των «miglioristi,
που είναι στρατευμένοι κυρίως για να «migliorare» – ‘καλυτερεύουν’ το δικό τους ‘status’, δεν είναι αυτοί που, για να χρυσώσουν το οικόσημο, έστειλαν προς καταστροφή τα »μαρξιστικά έντυπα» και την »μαρξιστική ύλη», με μια χειρονομία Ιεράς Εξέτασης, πογκρόμ, »νύχτας κρυστάλλων», σοβιετικού Υπουργείου της Αλήθειας που κόβει και βάζει αυτό κι εκείνο στις συσκευές για νταγκεροτυπία της ομάδας, σαν μακαρθική έρευνα;  Είναι άνθρωποι που επεξεργάστηκαν τις ιδεολογίες της άρνησης,
του θριάμβου της κουλτούρας της ‘μετάνοιας’ της ‘μεταμέλειας’ και του ‘διαχωρισμού», της ‘διάστασης’, του πληβείου αγώνα και σαν parvenus να θυσιάσουν στο χυδαίο μαντείο της νεοφιλελεύθερης αλαζονείας… –
Ίσως νομίζεις, Carlo, πως σου λέω πράγματα σοβαρά, άδικα και ακραία:
παρόλα αυτά σε παρακαλώ να τα σκεφτείς, αν και μπορεί
να αποτελεί αυτό μια σκληρή άσκηση.
Όσον αφορά εμένα, πίστεψε με, έχω την πιο μεγάλη περιφρόνηση γι αυτή
την χούφτα σφετεριστών, που έχουν αδράξει,
που έγιναν κύριοι της πετρώδους Ιθάκης του πατέρα σου, την οποία
αυτή την φορά ο Οδυσσέας δεν θα ξαναδεί ποτέ πια.

OSVALDO

Σε μια μπροσούρα στη μνήμη του,
ο Giampiero Brega αναφέρεται στον Gianqiacomo
Feltrinelli με ένα απόσπασμα δεν ξέρω πλέον ποιου:
«είναι ο μόνος και ο μοναδικός homo novus που εγώ έχω γνωρίσει.»                                Είναι αλήθεια. Εγώ τον
θεωρούσα, και, ξεροκέφαλο, ρομαντικό, αρχαϊκό θεωρητικά, ονειροπόλο,                  «παλαιο-κομουνιστή’ και λιγάκι
απλά  «τριτοκοσμικό» και
καστρικό. Μαλώναμε σχετικά με τη φύση
της Εσσδ, για τον «σοσιαλιστικό χώρο», για την εμμονή του
με τον φασισμό και το πραξικόπημα, για τον
Secchia. Αλλά σεβόμασταν αλλήλους. Όταν
(ακόμη ισχυρός εκδότης που μας βοηθούσε με
μια προ-αγορά μιας χιλιάδας φύλλων της εφημερίδας Potere Operaio) πρότεινε να καταχωρήσουμε στο εβδομαδιαίο μας ένα φύλλο του
«Rassegna comunista-κομουνιστική Ανασκόπηση«, που στα μάτια μας ήταν                  υστερο-αντιστασιακή, άρρωστος με το νεο-παρτιζανισμό και τον «fochismo-φοκισμό».
χρειάστηκε να του πούμε όχι και να μην επιμένει [έκανε στη συνέχεια, σχεδόν μόνος, την δική του  » Voce comunista«- »κομουνιστική Φωνή»).                                                                       Όταν επεξεργάζονταν και εξέδιδε -‘»από τον Feltrinelli'», όπως έλεγε αυτός- το περιοδικό Compagni-Σύντροφοι (στην σύντομη ζωή του οποίου πήραν μέρος και οι                              Eco, Nanni Baleslrini και άλλοι διανοούμενοι ‘πρώτης γραμμής’) μας
πρότεινε ντροπαλά να του δημοσιεύσουμε
μια συνέντευξη, στην οποία εξηγούσε τους λόγους
του περάσματος του στην παρανομία
ευρύτερα από αυτό που μπόρεσε να κάνει στην περίφημη επιστολή στο περιοδικό Espresso. Ήταν
τα πάντα. Εκείνους τους καιρούς των Berlusconi, ένα σπάνιο
μάθημα στυλ.
Μαλώναμε (η ξεροκεφαλιά του ήταν
παροιμιώδης – και η δική μας, «θεωρητική»‘) αλλά
πάντα κρατήσαμε μεταξύ μας κάτι περισσότερο από φιλία, αλληλεγγύη
συναίσθημα, στοργή: μια βαθιά συνενοχή.

‘TRANCHES DE VIE’
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ

Έτσι, όταν αποφάσισε να φύγει, εγώ και κάποιοι άλλοι σύντροφοι
τον βοηθήσαμε,
αν και δεν συμμεριζόμασταν τις προβλέψεις του για  ‘πραξικόπημα’, και από την προτίμηση που έδειχνε στον  «αγώνα που έδινε ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τον γερμανικό sub-ιμπεριαλισμό» προτιμούσαμε τον εργατικό αγώνα ενάντια σε εκείνο του σπιτιού μας.
Όταν μου ζήτησε να πάω στην βιβλιοθήκη
του lstituto Feltrinelli για να ανακτήσω από τις εφημερίδες
τον έλεγχο των νεκρών από λευκούς θανάτους, ή να
πάω να περιμαζέψω στο Lugano μια βαλίτσα γεμάτη
μπροσούρες της «Brigata Gap Canossi» (που αλάτιζε τις μπετονιέρες των
εργοταξίων των λευκών θανάτων, εκείνων όπου
οι οικοδόμοι σκοτώνονταν πέφτοντας από τις σκαλωσιές, μετά από super-εργασία και λόγω έλλειψης μέτρων ασφαλείας, που τα αφεντικά θεωρούσαν πολύ ακριβά να εγκαταστήσουν) το έκανα.

IVALDI

Θυμάμαι πως διάλεξε το όνομα «Osvaldo».
Βολτάραμε στην Genova, είδαμε
μια φωτεινή επιγραφή με γραμμένο επάνω της
«Osvaldo lvaldi», αυτός έπρεπε να φύγει και ήθελε ένα όνομα σε κωδικό.
«Να- είπε – θα ονομαστώ Osvaldo».
Όταν το ξανασκέφτηκα επιστρέφοντας στο Terni με
τραίνο, το κρύο πρωινό της ημέρας της Πρωτοχρονιάς ’70, μου είπε πως ήταν ένας αθεράπευτα ρομαντικός: Osvaldo είναι το όνομα του
Pesce, του θρυλικού αρχηγού των «Gruppi
d’azione patriottica»-»Ομάδων πατριωτικής δράσης» της Αντίστασης της πόλης, και «lvaldi» το όνομα μάχης του,
όπως αυτός ο ίδιος διηγείται στο «Senza
tregua, la guerra dei Gap»΄»Χωρίς ανακωχή, ο πόλεμος των Gap». Και από την sigla Gap
ο Osvaldo εμπνεύστηκε τις δικές του ‘‘Ομάδες παρτιζάνικης δράσης»- «Gruppi d’azione
partigiana» (όπως άλλες, στη συνέχεια, οι εφήμερες ‘οπλισμένες’ και ‘προλεταριακές’
«Gruppi armati partigiani», και «proletari»).

Θυμάμαι πως είχε δάκρυα στα μάτια,
ένα κρύο ηλιόλουστο πρωινό με αέρα στη γέφυρα της οδού Farini στο Milano, δυο βήματα από τα γραφεία μας, την επομένη που είχε συμβεί η τραγωδία της ‘’22 Οκτώβρη»- «22 Ottobre» στη
Genova (στη διάρκεια μιας ληστείας ο Mario Rossi
– άνθρωπος γνωστός κατά τα άλλα για την ηπιότητα του – είχε άθελα του σκοτώσει τον μεταφορέα αξιών Alessandro Floris, κάποιος κατάφερε να τον αποθανατίσει σε μια  foto που κατέστη διάσημη,
τον κατεδίωξαν και συνέλαβαν).

O Osvaldo προτιμούσε να φτιάχνει τα ‘timers’ με τα
κουτιά από φασόλια, όπως του είχε μάθει ο
Fidel, και δέχονταν να διακινδυνεύει αυτοπροσώπως
να πηγαίνει να πάρει χρήματα σε μια τράπεζα,
όχι βέβαια για να μην  ‘σπαταλήσει’ την
περιουσία του (είναι τη ζωή που στην συνέχεια έθεσε σε κίνδυνο), ούτε μόνο λόγω πίστης στις παραδόσεις και
στους ‘νόμους’ των επαναστατικών κινημάτων και κομμάτων
και των αντάρτικων οργανώσεων. Ούτε (όπως ήταν για εμένα εκείνο τον καιρό) επειδή  «ο εργατικός μισθός, εξ ορισμού, δεν φθάνει για να καλύψει τα κόστη της ταξικής οργάνωσης.» Μα
κυρίως λόγω μιας προσωπικής και βαθιάς αιτίας, της οποίας ντρεπόταν: ήξερε
πως, εάν είχε υποκύψει στον πειρασμό
της ευκολότερης οδού, εκείνης να κάνει τον
προστάτη διότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα’,
θα είχε εισάγει ένα στοιχείο που θα είχε
διαφθείρει το μαχητικό δίκτυο στο οποίο ήταν δεμένος, και θα είχε καταλήξει αναπόφευκτα
να περιτριγυριστεί από «μισθοφόρους» (στη ζωή του ως εκδότης
συχνά περιτριγυρίζονταν, παρά την θέληση του, από αυλικούς.                                     

2018-12-10 12.21.29

Θυμάμαι πως, μιλώντας για την παραμονή του                                                                            με τους «Tupamaros» (των οποίων βρήκε τον τρόπο να δημοσιεύσει δυο βιβλία), συνήθιζε να διηγείται πως, για
παράδειγμα, εκείνοι οι σύντροφοι θεωρούσαν
δικαίως την «kidnapping» αντίθετη στην
«επαναστατική ηθική». Είχε δίκιο, και επιπλέον γινόταν τρυφερός, μαλάκωνε: είμαι σίγουρος πως
σκέφτονταν και σε εσένα, τον μικρό Carlo
Fitzgerald, για τον οποίον όταν μιλούσε –
αυτός
συνήθως ντροπαλός και χαμηλών τόνων –
φωτίζονταν το πρόσωπο του και γελούσαν τα μάτια του.
Όταν έμαθε πως για εμένα και την Lucia
γεννήθηκε ο γιος μας Emiliano, μου έφερε ένα ξύλινο παιχνίδι. Το θυμήθηκα οκτώ μήνες μετά, όταν ο Emiliano πέθανε λόγω
«rio morbo selvaggio’-  η οποία όρμηξε ξαφνικά στην μικρούλα ζωή του

RADIO GAP

Ο Osvaldo ήταν όλα εκτός από »τρομοκράτης»,
ήθελε να εξηγήσει στον κόσμο με τα λόγια,
δεν ήθελε να τους αφήσει μόνους μπροστά το τετελεσμένο γεγονός
των δράσεων. Δεν είναι τυχαίο πως στρατεύτηκε σαν τρελός για το «Radio Gap» (στο οποίο έκανε ηχώ από την Ρώμη το «Radio clandestina
operaia- εργατικό παράνομο ραδιόφωνο», περιβάλλοντος – έλεγε
αυτός –
«sindacalista rivoluzionaria-επαναστατικού συνδικαλισμού», πιο
κοντινό στην κουλτούρα μας).

BLACK OUT ΣΤΟ MILANO

Τον είδα για τελευταία φορά σε έναν κινηματογράφο
(όπως συχνά αγαπούσε να κάνει, πράγμα που μου
έδωσε το άλλοθι να δω κάποιες όμορφες ταινίες
που ειδάλλως θα είχα μετανιώσει) λίγες ημέρες
πριν το θάνατο του, τον μάρτη του ’72.

Στο Milano η εξωκοινοβουλευτική αριστερά
όλη ενωμένη προετοίμαζε μια κινητοποίηση για
να εμποδίσει ένα συλλαλητήριο του [φασίστα] Almirante στην piazza
Castello. Allora non si trattava di «sparare
sull’ambulanza». O Almirante ήταν στο 7 στα εκατό, στην κυβέρνηση υπήρχε η κεντροδεξιά των
Andreotti και Malagodi. Σίγουρα, εμείς δεν
συμφωνήσαμε ποτέ με τις χοντράδες σαν αυτές που μιλούσαν για
τον «fanfascismo» που αγαπούσε πολύ η Lotta
Continua, και είχαμε μια δυσπιστία
«bordighista» για κάθε μορφή μετώπου
που μας φαίνονταν (συνεχίζω να πιστεύω,
δικαίως) ως επιβλαβές για την αυτονομία
πολιτική και κοινωνική της εργατικής τάξης, η οποία
θα ήταν οριστικά εξαρτώμενη από το δημοκρατικό Κράτος.                                                Όμως μας ενδιέφερε να χτυπήσουμε στους φασίστες την ακραία παραφυάδα ενός αντεργατικού δικτύου στους τόπους δουλειάς
και στις προλεταριακές συνοικίες.

ΟΜΑΔΕΣ ΦΩΤΙΑΣ

Ο Osvaldo με έψαξε διότι προβλέπονταν
σοβαρές συγκρούσεις, με τον συνήθη
νεκρό που θα προκαλούνταν από τις αστυνομικές δυνάμεις. Με ρώτησε
εάν κατά την γνώμη μου το κίνημα θα είχε
μπορέσει να αποδεχτεί αυτός και κάποιοι
σύντροφοι του να έρχονταν στη διαδήλωση οπλισμένοι, με καθήκοντα
μιας πιθανής αυτοάμυνας. Ήταν η πρώτη φορά που
άκουσα την έκφραση »ομάδες φωτιάς».
Το σκέφτηκα, του απάντησα αρνητικά. Μοναχά τρεις μήνες
πριν εμείς του Potere Operaio είχαμε δεχτεί επίθεση και
απομονωθήκαμε από την υπόλοιπη
εξωκοινοβουλευτική αριστερά (εκτός από κάποιες σπάνιες εξαιρέσεις), διότι ήμασταν αποφασισμένοι να  απορρίψουμε την απαγόρευση του
Αστυνομικού διευθυντή να διαδηλώσουμε, στην δεύτερη επέτειο των βομβών της piazza Fontana και του
θανάτου του Pinelli, και πρώτη επέτειο του θανάτου (στη διάρκεια των συγκρούσεων που συνέβησαν
στις 12 δεκεμβρίου του ’70] του νεαρού
bordighista αγωνιστή Saverio
Saltarelli. Κι όταν – αφού αφεθήκαμε μόνοι και κατηγορηθήκαμε για »τυχοδιωκτισμό»
η αστυνομία μας είχε βρει 250 μπουκάλια
‘molotov’ και είχε συλλάβει επτά συντρόφους, σχεδόν όλοι δεν εξέφρασαν καμιά αλληλεγγύη.
Το να φέρουν πυροβόλα όπλα σε μια διαδήλωση ήταν συνεπώς, τότε,
πολιτικά αδύνατο να υποστηριχθεί:
αυτά, ουσιαστικά, είπα στον
πατέρα σου. Αυτός αισθάνθηκε άσχημα, πικράθηκε, απογοητεύτηκε,
ταράχτηκε. Ξεκίνησε μια κάποια πολεμική όχι καινούρια
σχετικά με τον ‘κινηματικό τυχοδιωκτισμό» μας που εκδηλώνονταν
στο γεγονός πως  «τραβούσαμε την ουρά μας», και στη συνέχεια
υποβαθμίζαμε την «αντεπανάσταση» και
το ‘στρατιωτικό ζήτημα». Για μια ακόμη φορά
προσέτρεξε σε μιαν εικόνα που του ήταν πολύ αγαπητή: εμείς οι εξωκοινοβουλευτικοί ήμασταν σαν τα μπαλάκια του ping-pong που χόρευαν στον αέρα υποστηριζόμενα από τα νερά που αναπηδούσαν από ένα σιντριβάνι. Το νερό που εκτοξεύονταν ήταν οι κοινωνικοί αγώνες: όταν- αναπόφευκτα, μιας και
ο αγώνας ήταν κυκλικός –
αυτοί θα αποδυναμώνονταν, εμείς θα νεκρώναμε.
Το πρόβλημα του ήταν εκείνο να δει πως θα διατηρηθεί η μονιμότητα της επιθετικότητας (ή τουλάχιστον η ανάπτυξη
αντεπίθεσης και αντίστασης) στους σκληρούς καιρούς
της ‘κοιλότητας του κύματος’ που προετοιμάζονταν.
Γι αυτό, υπήρχε το πρόβλημα ενός
πολιτικού-στρατιωτικού σκελετού του κινήματος. Που αυτός δεν έβλεπε στη  μορφή του »αντάρτικου Κόμματος, Partito-guerriglia», [όπως μετά, για παράδειγμα οι Ερυθρές Ταξιαρχίες) αλλά σε εκείνη ενός διαρθρωμένου πλουραλιστικού και πολύμορφου μετώπου.
Στο οποίο, μια ημέρα – κι εδώ ριζικά διαφέραμε – θα αναγκάζονταν από τα γεγονότα και τις συγκυρίες να πάρουν μέρος και οι »ιστορικές» οργανώσεις
του ρεφορμιστικού εργατικού Κινήματος.

 

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf