τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Υ. στη χώρα του ποτέ… 2

 21 Απρ 2013

Τα πεπραγμένα της εποχής είναι η αιτία, ο λόγος που θα γεμίσει το σύμπαν με αερικά. Ανυπότακτα πνεύματα ανθρώπων που θα αντιστέκονται στους «καθωσπρέπει» και τους κανόνες τους. Αερικά που θα γίνουν δαίμονες γι’ αυτούς που στο όνομα των ανθρώπων εγκληματούν εις βάρος των ανθρώπων. Αερικά που θα είναι ήρωες για κείνους τους ανθρώπους που υποφέρουν. Το άσπρο ενάντια στο μαύρο. Το ανυπότακτο πνεύμα ενάντια στη λογική των υποταγμένων.

Αερικό – 1998
Στίχοι – Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Ερμηνεία: Μελίνα Κανά

Όσες κι αν χτίζουν φυλακές
κι αν ο κλοιός στενεύει
ο νους μας είναι αληταριό
που όλο θα δραπετεύει

 

και…..Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί,
τις πόρτες σπάσαν οι οχτροί, Νίκος Ξυλούρης.

  • Χτυπά λοιπόν η πόρτα. Πρωί, λίγο μετά που έφυγε στη δουλειά ο πατέρας μου.
    Το κατάλαβα αμέσως το νόημα αυτού του χτυπήματος. Τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει.
    Βεβαιώθηκα κοιτάζοντας αθόρυβα από το ματάκι.
    Τώρα ;
    Την απέλαση της Ρόσσα φοβόμαστε περισσότερο. Δεν έχουμε παντρευτεί ακόμη, να γίνει Ελληνίδα, να μη μας χωρίσουν!
    Γαμώτο!
    Βγαίνουμε στο μπαλκόνι, πέμπτος όροφος, βλέπει λιμάνι, πάνω από το καφενείο ‘Λιμανάκι’ και την Μυροβόλο.
    Πηδάμε πάνω απ’ το διαχωριστικό στο διπλανό διαμέρισμα, πάνω απ’ το περβάζι, βλέπουμε τρεχαλητά στην παραλία. Έχουν κυκλώσει όλο το τετράγωνο οι κουφάλες, μας πήρανε χαμπάρι απ’ το λιμάνι και τρέχουν να ειδοποιήσουν τους δικούς τους.
    Κοινώς, την πατήσαμε!

Γυρνάμε πίσω, ανοίγουμε την πόρτα και παραδινόμαστε. Είχαν ξεκινήσει και τα τηλέφωνα προς τον πατέρα μου να μας πείσει ν’ ανοίξουμε την πόρτα.
Μας κρατούν στην Ασφάλεια δύο μέρες, ξεχωριστά, και μας ανακρίνουν διαρκώς. Δεν χρησιμοποιούν σωματική βία. Ένας σκληρός, ένας μαλακός.
Τους λέω πως ναι, φυσικά και είμαι σύντροφος, μέλος του κινήματος της Αυτονομίας, που θέλει ν’ αλλάξει τα πράγματα στην Ιταλία,
αλλά μέχρι εκεί, σε αντάρτικες οργανώσεις δεν έχω προσχωρήσει, το ίδιο και η κοπέλα.
Με ρωτούν διαρκώς για την 17 του Νοέμβρη και δηλώνω πλήρη άγνοια, είναι η αλήθεια άλλωστε.

Η μόνη μου σχέση με την οργάνωση είναι το λογότυπό της που ζωγράφισα στον τοίχο της σχολής μου την περίοδο της κατάληψης στην οποία συμμετείχα κάποιο καιρό νωρίτερα. Φυσικά και το κρατώ για τον εαυτό μου, όπως και την συμπάθεια που νιώθω για την οργάνωση. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία μέρα της ύπαρξής της, μαζί με χιλιάδες άλλους Έλληνες. Και καταθέτω σ’ εσάς με όλη μου την ειλικρίνεια πως δεν έχω γνωρίσει Έλληνα που να την αντιπαθούσε.
Τις πολιτικές της αναλύσεις πάνω στο παγκόσμιο όσο και τον ντόπιο καπιταλισμό κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να αντικρούσει άλλωστε, όπως αργότερα αυτές του επαναστατικού Αγώνα. Και αυτές των Ταξιαρχιών στην Ιταλία επίσης.
Εσείς πείτε ότι θέλετε.
Δικαίωμα του καθενός, και ιερό η γνώμη του, και η άποψη!
Συνεχίζω.

Κάποια στιγμή ο σκληρός με απειλεί πως έχει ήδη δώσει εντολή να ετοιμάσουν συμβατικό αυτοκίνητο για να με μεταφέρουν μέσα στην άγρια νύχτα στους παντέρημους εκείνα τα χρόνια και πανέμορφους, αληθινούς αμμόλοφους,
να με βασανίσουν στην ερημιά, μέχρι θανάτου λέει, για να τους τα ξεράσω όλα.
Χέστηκα επάνω μου. Σίγουρα. Με όση ψυχραιμία μου απέμενε του είπα πως είμαι αγωνιστής στο Ιταλικό κίνημα και πως της Ελληνικής πραγματικότητας έχω παντελή άγνοια, πως διασυνδέσεις με ξένες γενικότερα οργανώσεις, στη Φλωρεντία, μια μικρομεσαία κατάσταση δεν είχαμε ποτές, πως η Αυτονομία δεν είναι ένα ενιαίο συμπαγές κίνημα, πως με έλληνα αγωνιστή ή ελληνική οργάνωση δεν έχω ποτέ συναντηθεί.
Με πίστεψαν – δεν με πίστεψαν, δεν γνωρίζω,
πάντως στην ερημιά δεν με πήγαν.

Pink Floyd – at Pompeii «Echoes» 

Έχω ένα φιλαράκι, τον Παυλάρα, που κάθε φορά που με συναντούσε στην Ελλάδα, όταν ερχόμουν για διακοπές να συναντήσω τον πατέρα μου, μου έδινε φυλλάδια της ‘αντιπληροφόρησης’, να ενημερώνομαι για τα ελληνικά δρώμενα και καθέκαστα. Αυτή είναι η μοναδική μου σχέση με την ελληνική παρανομία, ας πούμε.
Φυσικά και αυτό το κράτησα για τον εαυτό μου, δεν χρειάζονταν να τρέχουν και τον φίλο μου, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος, που τα βρίσκεις ; κλπ.
Το παλικάρι ανέκαθεν ήταν κομμουνιστής, ανένταχτος όμως,
συμπαθούσαμε την ‘Ρήξη’ βέβαια, γιατί μας άρεσαν αυτά που έγραφε,
στην Καβάλα δεν κουνιόταν φύλλο, και ήμασταν εμείς οι δύο μοναχοί που συζητούσαμε καμιά φορά γι αυτά τα πράγματα και τίποτα άλλο.
Την πρώτη φορά που πήραμε μαζί μέρος σε πορεία για το Πολυτεχνείο, τότε που ακόμη και στην Καβάλα κατέβαιναν στον δρόμο χιλιάδες λαού, περπατούσαμε στο τέλος του πλήθους, ανένταχτοι και φωνάξαμε ‘το αίμα κυλάει, εκδίκηση ζητάει’. Μας κοίταζαν σαν να είμαστε εξωγήινοι.
Δεν ήταν λοιπόν, απ’ ότι καταλαβαίνετε για πολλά-πολλά ο κόσμος.

Έτσι κι αλλιώς, περαστικός ήμουν πάντα από εδώ, περαστικός νόμιζα πως θα είμαι και αυτή την φορά!
Ο φίλος μου ελεύθερος ήθελε πάντοτε να είναι, να κάνει του κεφαλιού του, δεν την πήγαινε την καθοδήγηση.
Και στο κάτω-κάτω, για άλλο πράγμα με-μας έχουν προσαγάγει, αυτό είναι στα υπέρ μου και το εκμεταλλεύομαι, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία επιστρέφω τη συζήτηση συνεχώς προς τα εκεί.
Ζητώ βέβαια δικηγόρο και τα γνωστά.
Σε δυο μέρες με άφησαν ελεύθερο και έστειλαν την Ρόσσα στην Κομοτηνή, να την δικάσουν για έκδοση απ’ ότι με άφησαν να καταλάβω στην συνέχεια.
Τελικά, οι Ιταλοί, έκδοση ζητούν και για τους δυο μας.

Walk on the wild side, Lou Reed.

Pink Floyd – On The Turning Away

ερυθρές ταξιαρχίες 5

Δημοσιεύτηκε στις 30 Δεκ 2014

Ανέβηκε στις 1 Μαρ 2011
η νύχτα της ‘Δημοκρατίας’ : ο Sergio Zavoli ερωτά τον Prof. Enrico Fenzi ταξιαρχίτη από την Γένοβα ο οποίος διαχώρισε την θέση του στην φυλακή

Walk on the wild side, Lou Reed.

 

  • Κάνω ένα διάλειμμα για να σας πω δυο λόγια για το ξύπνημα μου το πολιτικό, για το ξεκίνημα
    Καθοριστικό στη ζωή μου στάθηκε το παράδειγμα του Σαλβαδόρ Αλλιέντε, η μεγάλη στιγμή της Ουνιδάδ Ποπουλάρ και η θυσία του Προέδρου στο βομβαρδισμένο Παλάτσο ντελλα Μονέδα. Είμαι μόλις 18, στο ξεκίνημα της πολιτικοποίησης μου και όλη η Ευρώπη βομβαρδίζεται από τις εικόνες του Ανδρός που έπεσε με το όπλο στο χέρι, ενώ τα νέα από τις προσπάθειες του ενωμένου λαού της Χιλής να κτίσει σιγά-σιγά ένα μοντέλο ανεξάρτητου και αυτόνομου κοινωνικοποιημένου κράτους έφταναν καταιγιστικά, κάθε μέρα στα στέκια, εκεί που χτυπά η καρδιά της σκεπτόμενης νεολαίας.
    Βίαια διακόπτεται αυτό το πείραμα και τα νέα της κτηνώδους επέμβασης της φασιστικής αστυνομίας, των μυστικών υπηρεσιών που καθοδηγούν το πραξικόπημα υπό τις οδηγίες και την προστασία της κυβέρνησης των ΗΠΑ, και του στρατού της Χιλής αναστατώνουν τις ψυχές μιας νεολαίας που κατακλύζει καθημερινά τους δρόμους διαμαρτυρόμενη ενάντια στην επέμβαση της Βορειοαμερικανικής στρατιωτικής μηχανής στο Βιετνάμ.

αποκάλυψη τώρα

Εμείς όλοι είμαστε οπαδοί του MIR, συμπαθούντες του Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς, του οποίου αγαπούσαμε τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονταν, οργάνωνε την κίνησή τους, τον τρόπο με τον οποίο δρούσαν. Συγκλονισμένοι με το αγωνιστικό παράδειγμα των μελών της οργάνωσης, πριν, κατά την διάρκεια του πραξικοπήματος και στην συνέχεια στα χρόνια της χούντας, αγαπήσαμε και τον Πρόεδρο που μάχεται ανυποχώρητος μέχρι τέλους, υπερασπιζόμενος και με το όπλο στο χέρι, τα δίκια του λαού του.
Έχουμε παραδείγματα μαχητών πολύ κοντύτερα, ΕΤΑ στην γειτονική Ισπανία, IRA στον βορρά στην Βρετανία και RAF λίγο πιo πάνω στην κοντινή Γερμανία. Αργότερα γεννιέται και η Αξιόν Ντιρέκτ στη Γαλλία.
Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, οι περιπέτειες των Χιλιανών συντρόφων μας, όπως και αυτών της Ουρουγουάης, των θρυλικών Τουπαμάρος με έκαναν να τους νιώθω κοντύτερα, μες την καρδιά μου.
Πολύ κοντύτερα.

http://vimeo.com/90865784

κατάσταση πολιορκίας

Και να τους παρακολουθώ πιο άμεσα, όπως έγινε αργότερα με τους Σαντινίστας. Στις εφημερίδες με προσοχή μεγάλη σκάλιζα πρώτ’ απ’ όλα τις σελίδες να βρω νέα για τ’ αδέλφια μας και ύστερα έψαχνα για τα υπόλοιπα. Και στην τηλεόραση παρακολουθούσα μοναχά σαν αναφέρονταν σε αυτούς.
Οι εξόριστοι φοιτητές στην πόλη μας από αυτά τα μέρη γίνονται πάντα αγαπημένοι σύντροφοι. Μιλούσαμε με τις ώρες και δεν τους αφήναμε να κλείσουν το στόμα χωρίς να διηγηθούν και την τελευταία λεπτομέρεια από τις δράσεις αυτών των σπουδαίων ανθρώπων, που έχουν αποκτήσει μια μυθική σπουδαιότητα στα μάτια μας. Ιστορίες από τους τόπους τους, τις περιπέτειες, τις ήττες και τις νίκες!
Το κλίμα ίσως, το ταμπεραμέντο…….

Te Recuerdo Amanda, Victor Jara.

Los Prisioneros – El baile de los que sobran

.

  • Αντιγράφω από το βιβλίο του τεράστιου Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες για Τις Περιπέτειες του Μιγκέλ Λιττίν στην Χιλή :
    ‘Ήταν ένας σκηνοθέτης της Χιλής και της Ουνιδάδ Ποπουλάρ όταν έγινε το στρατιωτικό πραξικόπημα του Αουγκούστο Πινοσέτ κατά του λαού. Ο ίδιος ο Αλλιέντε τον είχε ορίσει το 1970 επικεφαλής στην Τσίλε Φίλμς, μέσα από την οποία [και ενώπιον της οποίας] οι χιλιανοί σκηνοθέτες επεδίωκαν την εφαρμογή των θεωριών τους για λαϊκή κουλτούρα, αλλά και λαϊκή κυριαρχία, εισάγοντας νέες μεθόδους παραγωγής και διανομής.

Ο Μιγκέλ Λιττίν, οριστικά εξόριστος από τον δικτάτορα της Χιλής, πέρασε παράνομα τα σύνορα της πατρίδας του στις αρχές του 1985, μεταμφιεσμένος σε ουρουγουανό επιχειρηματία. Ενώ προηγουμένως ήταν μελαχρινός, είχε γένια και ήταν εύσωμος, τώρα εμφανίζεται αδυνατισμένος, χωρίς γένια, με καστανά μαλλιά. ‘Ξαναμαθαίνει’ απ’ την αρχή το γέλιο, όλες τις χειρονομίες και τις κινήσεις. Καθοδηγώντας ταυτόχρονα 5 κινηματογραφικά συνεργεία που δούλευαν σε διαφορετικά μέρη, έγινε και ο ίδιος ηθοποιός, παίζοντας ένα ρόλο που απαιτούσε τελειότητα : το παραμικρό λάθος θα ήταν μοιραίο. Σκοπός του είναι να κινηματογραφήσει την αγαπημένη, λεηλατημένη πατρίδα του, να καταγράψει την ‘αποτρόπαια σιωπή’ σε μια χώρα που βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Η μεταμφίεσή του ήταν τόσο πετυχημένη, που ούτε η ίδια του η μάνα δεν τον αναγνώρισε ! όταν την επισκέφτηκε ξαφνικά.

Ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε είχε εκλεγεί πολλές φορές βουλευτής και γερουσιαστής και υπήρξε τέσσερις φορές υποψήφιος πριν εκλεγεί πρόεδρος. Επιπλέον, στην μακριά κοινοβουλευτική του καριέρα, ήταν υποψήφιος στις περισσότερες επαρχίες της χώρας, από τα σύνορα με το Περού ως την Παταγονία, έτσι, όχι μόνο γνώριζε κατά βάθος σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό τους διάφορους πολιτισμούς, τους ανθρώπους, τις πίκρες και τα όνειρά τους, αλλά και ολόκληρο τον πληθυσμό τον γνώρισε απ’ την καλή και την ανάποδη. Αντίθετα με τους πολιτικούς που τους έβλεπαν μόνο στον Τύπο και στην τηλεόραση, ή τους άκουγαν από το ραδιόφωνο, ο Αλλιέντε έκανε πολιτική μες τα σπίτια, από σπίτι σε σπίτι, σε άμεση και θερμή επαφή με τον κόσμο, όπως ήταν και στο επάγγελμά του : ένας οικογενειακός γιατρός. Η κατανόηση του ανθρώπου μαζί με ένα σχεδόν ζωώδες ένστικτο του πολιτικού επαγγέλματος κατάφεραν να ξυπνήσουν αντιφατικά συναισθήματα καθόλου εύκολα στη λύση τους. Όταν ήταν πια Πρόεδρος, ένας άνθρωπος παρέλασε μπροστά του σε μια διαδήλωση κρατώντας μια ασυνήθιστη αφίσα : »Έχουμε μια σκατοκυβέρνηση, αλλά είναι η Κυβέρνησή μου’. Σηκώθηκε, τον χειροκρότησε και κατέβηκε για να του σφίξει το χέρι.’

Inti-Illimani + Los Bunkers – La Exiliada del Sur

 

Βλέπουμε εκείνες τις μέρες και την Κατάσταση Πολιορκίας, του Κώστα Γαβρά με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, και πρωταγωνιστή τον Ύβ Μοντάν,1972, ταινία που αναφέρεται στην κατάσταση της Ουρουγουάη, τις επεμβάσεις των Βορειοαμερικανών στις χώρες του Νότου, και το κίνημα των ανταρτών Τουπαμάρος. Έχω ξαναγράψει, δεν θα επεκταθώ.
Έχει προηγηθεί ‘Η Μάχη του Αλγερίου’, του Τζίλο Ποντεκόρβο.
Τους ερωτευόμαστε!

Victor Jara Manifiesto

Los auténticos Decadentes en Chile. (Chile Despertó)

http://www.exashare.com/0132kkzqvhti

η μάχη του Αλγερίου

  • Επιστρέφουμε στη Χιλή :
    ‘Εκεί υπάρχουν δύο πεθαμένοι που ποτέ δεν πεθαίνουν : Αλλιέντε λοιπόν και ο Νερούδα, δυο ζωντανοί πεθαμένοι.
    Η λατρεία τους είναι φανερή παντού. Ο τάφος του Αλλιέντε είναι μόνιμα τόπος προσκυνήματος.
    Στο σπίτι του Νερούδα στην Ίσλα Νέγκρα εξακολουθεί να πηγαίνει εκεί μια νέα γενιά ερωτευμένων που δεν ήταν περισσότερο από οκτώ χρονών όταν ζούσε ο ποιητής. Έρχονται απ’ όλο τον κόσμο και να γράψουν ερωτικά μηνύματα πάνω στο φράκτη που εμποδίζει την είσοδο. Αλλά υπάρχουν κι άλλα που οι φρουροί δεν προλαβαίνουν να τα εμποδίσουν, ούτε να τα σβήσουν! ‘Στρατηγοί, ο έρωτας ποτέ δεν πεθαίνει. Ο Αλλιέντε και ο Νερούδα ζουν. Ενός λεπτού σκοτάδι δεν θα μας τυφλώσει’.
    Είναι γραμμένα στα πιο απίθανα σημεία κι όλος ο φράκτης δίνει την εντύπωση πως υπάρχουν επιγραφές από διάφορες γενιές, η μία πάνω στην άλλη, από την έλλειψη χώρου’.

Μια και μας δίνεται λοιπόν η ευκαιρία μεταφέρω δυο λόγια του μεγάλου ποιητή που αντιγράφω από γράμμα του φυλακισμένου αναρχικού αγωνιστή Κώστα Σακκά στο Athens Indy :
‘Αργοπεθαίνει όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές….
Αποφεύγουμε το θάνατο σε μικρές δόσεις όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μία προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη απ’ το απλό γεγονός της αναπνοής΄.

Gracias a la vida, Violeta Parra.

  • Συνεχίζω λοιπόν από εκεί που σταμάτησα την καβαλιώτικη αφήγηση :

Η Ροσσάνα βρίσκεται κλεισμένη στην Κομοτηνή, εγώ απαγορεύεται να τη δω. Έρχεται από το Ούντινε όπου κατοικεί ο Γκουίντο, ο νεότερος αδελφός της. Ψηλός, αδύνατος, ξανθός. Πολύ όμορφος, όλες τον θαυμάζουν. Καλό παλικάρι, ευγενικός, την επισκέπτεται συχνά κι έτσι ανταλλάσουμε νέα. Μένει σπίτι μας φυσικά. Προφορικά νέα, διότι τα γραπτά τα απαγορεύουν, χρειάζονται μεταφραστή, που να τον βρουν, φοβούνται και τα συνθηματικά. Πηγαίνω δυο φορές να συναντήσω τον δικηγόρο της που με χρειάζεται, τον κ. Γιαλιτάκη, εξαιρετικό νομικό και άνθρωπο
τη μια με αφήνουν να τη δω για πέντε λεπτά από το παραθυράκι της πόρτας που χωρίζει το ανδρικό από το γυναικείο τμήμα. Με πήγε ο φίλος, ο Βασίλης ο Ζωίδης με το κουπεράκι του. Τον γνώρισα στου Νικόλα, το διάστημα που ήμασταν ελεύθεροι και οι δύο. Την δεύτερη φορά μου δάνεισε το αυτοκίνητό του μιας και αδυνατούσε να με συνοδέψει. Τον ευγνωμονώ για πάντα, αυτά τα πράγματα εκείνα τα χρόνια δεν γίνονταν, δεν εμπιστευόσουν το κάρο σου σε κάποιον που γνωρίζεις μονάχα δύο μήνες!

tunnel of love, dire straits

Αργότερα μου χάρισε μάλιστα ένα υπέροχο ταξίδι μιας βδομάδας στα χωριά του Ψιλορείτη, όπου είχε φίλο καρδιακό από τα χρόνια της αντίστασης στη χούντα, στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Αριστερός, λάτρης του καλού κρασιού και του φαγητού.
Περάσαμε αξέχαστα. Αυτός και η σπουδαία σύντροφός του η Άννυ είναι δύο εξαιρετικοί άνθρωποι. Με τον καιρό χαθήκαμε.
Γίνεται τελικά η δίκη, εκεί μπορώ και την αγκαλιάζω για ένα δεκάλεπτο που μας αφήνουν κλεισμένους σε ένα γραφείο του δικαστηρίου,κλειδωμένους.
Αποφασίζουν την έκδοσή της για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, αφαιρώντας τη συμμετοχή σε ένοπλη ανατρεπτική ομάδα.
Κατήφεια, απογοήτευση.
Προσφυγή στον Άρειο Πάγο.
Την μεταφέρουν στον Κορυδαλλό και την ίδια μέρα συλλαμβάνουν εμένα, έχει περάσει μήνας απ’ τη μέρα που χτύπησαν την πόρτα.
Είναι Παρασκευή, ο διοικητής του τμήματος μου φέρεται εξαιρετικά, γνωρίζει την οικογένειά μου απ’ την μεριά της δεύτερης γυναίκας του πατέρα μου,
αν θυμάμαι καλά, ο κ. Ηλιόπουλος.
Η μάνα μου πέθανε όταν ήμουν μικρούλης, φωνάζω και νιώθω μάνα μου την καινούρια γυναίκα, την γνώρισα από παιδί.
Αντί να μ’ έχουν μονίμως κλεισμένο στο μικρό κελί που υπάρχει στον δεύτερο όροφο, περνώ τις περισσότερες ώρες σε ένα γραφείο όπου με επισκέπτεται ο πατέρας μου. Δίχως χειροπέδες, με διακριτική παρακολούθηση. Γράφω στην Ρόσσα και εγγυάται πως το γράμμα θα φτάσει στα χέρια της, όπως και έγινε.
Κοιμάμαι το βράδυ στο κελί. Αύριο θα με στείλουν Κομοτηνή. Με ρωτά αν επιθυμώ να περάσω το Σαββατοκύριακο εκεί, νάρχεται κι ο πατέρας μου να με βλέπει.
Δεν θέλω να τον στενοχωρώ περισσότερο, επιθυμώ να βρεθώ μια ώρα νωρίτερα στο περιβάλλον στο οποίο θα ζήσω το επόμενο διάστημα, προτιμώ να με στείλουν στη φυλακή το συντομότερο δυνατό.
Έτσι και γίνεται, περνώ την πόρτα και μετά τα διαδικαστικά με τοποθετούν πρόχειρα σε κάποιο κελί, μόλις που προλαβαίνω να παρακολουθήσω το μπαράζ που γίνεται στον Βόλο ανάμεσα στον Ολυμπιακό και τον Άρη για να αναδειχθεί ο πρωταθλητής του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος!
Για την ιστορία, στεφθήκαμε πρωταθλητές κερδίζοντας 2-0.
Κάθισα μέσα έξι μήνες προφυλακισμένος, σε αναμονή της δίκης μιας και η χώρα μου αποφάσισε να μη με εκδώσει και δέχτηκε να με δικάσει εδώ, ζητώντας την απαραίτητη δικογραφία. Και μιας και ο καιρός περνούσε και η διαδικασία δεν ολοκληρώνονταν,έδωσαν παράταση προφυλάκισης για ένα ακόμη εξάμηνο.

Ο θάλαμος που με τοποθέτησαν οριστικά ήταν πολύ μεγάλος, ήμασταν στριμωγμένοι καμιά δεκαπενταριά εκεί μέσα,με μία ξυλόσομπα στη μέση για τις κρύες μέρες του χειμώνα. Κάποιες περίοδες γινόμασταν και περισσότεροι, όταν η ‘εγκληματικότητα’ αυξάνονταν. Είναι δικαστικές φυλακές αυτές της Κομοτηνής, κάποιοι με μέσον όμως εκτείουν εκεί την ποινή τους.
Κάνω παρέα με τους Ιταλούς που βρίσκω έγκλειστους, τους ξένους γενικότερα. Με τους ντόπιους δεν μπορώ να συγχρωτιστώ, δεν είναι ώρα για μεγάλες αναλύσεις, η ρουφιανιά πέφτει σύννεφο για τα πιο απλά πραγματάκια, άσε που χρόνια στο εξωτερικό έχω αποκτήσει νοοτροπία διαφορετική. Είναι λιγάκι διαφορετικοί και οι κώδικες συμπεριφοράς γενικότερα, μη ξεχνάτε πως το κατώφλι της φυλακής το έχω ξαναπεράσει στη Φλωρεντία, δεν είμαι άσχετος, κι ας η παραμονή μου εκεί είχε κρατήσει λίγο.

Γενικά, τα βρίσκω καλύτερα με τους ξένους που είναι όλοι μέσα για εμπορία ναρκωτικών, ή κατοχή για κάνα δυο, τους πιο τυχερούς.
Πολιτικοί δεν υπάρχουν, είμαι ο μοναδικός.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα Γαλλοκαναδό από το Κεμπέκ, έναν υπέροχο Λιβανέζο από το Μπάαλμπεκ και ένα Σέρβο, πολύ σκληρό, όλοι τον τρέμουν. Οι περισσότεροι μέσα με πάνω από τριάντα κιλά νταλαβέρι.Μόνο ο Λίνο, ψαράς από τη νότια Ιταλία που έπεσε έξω στις δουλειές του και έκανε το ταξίδι στην Πόλη για να ορθοποδήσει πιάστηκε στα σύνορα με 3 κιλά άσπρη. Καθαρό, ξεκάθαρο δόσιμο, κάρφωμα. Απ’ τους εμπόρους τους ίδιους
όταν του έκρυβαν στο αυτοκίνητο το ‘πράμα’, ένα σακουλάκι με μισό κιλό δεν χώρεσε, δεν κατάφεραν να το καβατζώσουν και αναγκαστικά το κράτησαν.Το μήνυμα όμως είχε ήδη σταλεί και ο καημένος ο Λίνο έφαγε το ξύλο της χρονιάς του από τους Έλληνες τελωνειακούς για να αποκαλύψει που είχε ‘κρυμμένο’ το τελευταίο δεματάκι.
Ήταν ο μεγαλύτερος απ’ όλους μας αυτός ο συμπαθέστατος ‘γεροντάκος’, με είχε σαν παιδί του.

Λίγο αργότερα ήρθε και ο Λουίτζι, δούλευε στην Αλιτάλια και είχε μεγάλη ευχέρεια στα ταξίδια λόγω τζαμπέ εισιτηρίων σε κάθε γωνιά της γης.
Ελεύθεροι όταν βρεθήκαμε συναντηθήκαμε δύο φορές.
Την πρώτη ήρθε και με βρήκε στην Καβάλα με την κόρη του, πήγαμε για λίγες μέρες και στη Θάσο. Του χάρισα τότε ‘Τα παραπονεμένα λόγια’ που γνώριζε ήδη από τα μπουντρούμια, μ’ έβαζε να του τα τραγουδώ όλη την ώρα ‘ζωντανά’ και η κόρη του ανατρίχιαζε και δάκρυζε.
Τη δεύτερη φορά ήρθε με την κοπελιά του. Κάναμε ένα μεγάλο ταξίδι με το κάμπριο του, το φυσούσε το παραδάκι. Κάναμε σχεδόν τον γύρο της Χαλκιδικής, φτάσαμε τελικά μέχρι την Πάργα. Ένα βράδυ στα Σύβοτα ο Λουίτζι κοιμήθηκε νωρίς και εγώ συνέχισα έξω με το κορίτσι.

Δεν είναι όμορφη, είναι όμως εντυπωσιακή, φοβερό θηλυκό με δυνατή προσωπικότητα. Κάναμε έρωτα σε ένα σκάφος που ήταν αραγμένο μακριά, στην άκρη του μώλου, έρημο εκείνη την ώρα απ’ τους ιδιοκτήτες του. Απ’ τη πρώτη στιγμή που κοιταχτήκαμε γεννήθηκε μεταξύ μας μεγάλη έλξη, μια χημεία μαγική.
Την άλλη μέρα φυσικά του τα είπε όλα. Ο φίλος στράβωσε λιγάκι, δεν άλλαξε όμως καθόλου την συμπεριφορά του. Στην Πάργα δεν άντεξα εγώ, τους χαιρέτησα με θέρμη και έφυγα για Αθήνα. Δεν ξανά έμαθα νέα του. Χαθήκαμε οριστικά.

dire straits private investigations

Στη φυλακή η μονοτονία είναι φοβερή. Ακούμε μουσική από ραδιοφωνάκια, την τηλεόραση από τότε δεν μπορώ να την παρακολουθήσω, δεν την χωνεύω κι ας μην έχει καμία σχέση με την σημερινή εμετική πραγματικότητα. Έχουμε ανοιχτό το προαύλιο για οκτώ ώρες τη μέρα, παίζουμε συνεχώς βόλεϋ, εκεί έκανα την τέλεια ‘προετοιμασία’ που μου χρειάστηκε αργότερα, στα πανέμορφα χρόνια της παραλίας! Πίνουμε καφεδάκια κάτω από τον πλάτανο που βρίσκεται ακριβώς στη μέση της αυλής [ η φυλακή της Κομοτηνής ήταν τότε ένα παλαιό χάνι με τα όλα του που αργότερα μετατράπηκε σε χώρο εγκλεισμού].

Pink Floyd – Brain Damage / Eclipse PULSE

Ανταλλάσσω σχεδόν καθημερινά γράμματα με την Ρόσσα. Βλέπω στην τηλεόραση που την χώνουν με το ζόρι στο αεροπλάνο της επιστροφής αφού και η προσφυγή της απερρίφθη.
Μαθαίνω από τις εφημερίδες για την απαγωγή της από το κελί, για την προσπάθειά της να κόψει τις φλέβες για να αποφύγει την πτήση. Άλλοι είπαν με τα δόντια, άλλοι με το βραχιολάκι που φορούσε.
Ο πιλότος δεν δέχεται να την βάλει στο σκάφος, ένας βλάκας γιατρός αναλαμβάνει την ευθύνη, νομίζω την συνοδεύει στο ταξίδι. Η μάνα της που ήρθε να της συμπαρασταθεί τις τελευταίες Αθηναϊκές μέρες, απελπισμένη, εγώ δυστυχισμένος. Ο κ. Μιράσγεζης που κίνησε τις διαδικασίες στον Άρειο Πάγο απογοητευμένος. Μόνες ευχαριστημένες οι φυλλάδες που πουλάνε στον κόσμο ερωτικό ρομάντζο. Μονάχα κάποιες σοβαρές, όπως η δικιά μας ‘Πρωϊνή’ θυμίζει πως λίγο καιρό νωρίτερα, οι Ιταλικές αρχές είχαν αρνηθεί την έκδοση του χουντικού Ασλανίδη, που είχε καταφύγει στη χώρα τους, απαντώντας αρνητικά στο αίτημα των Ελληνικών αρχών.

Εμείς ανέκαθεν γιουσουφάκια, Aferin usta
Μέρες τώρα, από δω το πάνε κι από εκεί, αρνούνται να απαντήσουν στο αίτημα μας να παντρευτούμε, φυλακισμένοι όντες.Μέχρι την τελευταία στιγμή την αφήνουν να πιστεύει πως θα το επιτρέψουν.
Πήγα να τρελαθώ,
άντεξα.
Ο άνθρωπος έχει απίστευτες δυνάμεις στα δύσκολα.
Συνέχισα.

Prodigy, Stand up.

Βρώμικα φιλιά – Λάκης Παπαδόπουλος – vrwmika filia

DSC02242

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ρ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 16

Αντί οριστικού επιλόγου λοιπόν θα σας διαβάσω κάποια μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο της Κάρμεν Καστίγιο‘Μία νύχτα στο Σαντιάγο’.

Η Κάρμεν Καστίγιο έζησε από κοντά την ιστορία του MIR – Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς – [όταν η λέξη αριστερά είχε ακόμη σημασία], τόσο πριν όσο και μετά τη δολοφονία του Σαλβαδόρ Αλλιέντε και την άνοδο του Πινοσέτ στην Χιλή.
Από τον πρόλογο λοιπόν του βιβλίου : ‘δεν είναι η στρατευμένη γυναίκα που μιλάει, είναι η γυναίκα. Μια γυναίκα όμως που ανακαλεί στρατευμένους’ τονίζει χαρακτηριστικά για το βιβλίο της το οποίο χαρακτηρίζει ’σπάνιο δημιούργημα’ ο Nouvelle Observateur, που είναι μεγάλη εκδοτική επιτυχία στη Γαλλία, όπου κυκλοφόρησε το 1979.
Διαβάζουμε λοιπόν :

‘Χιλή. Ο Μιγκέλ Ενρίκεζ, γενικός γραμματέας του Επαναστατικού Αριστερού Κινήματος, σκοτώθηκε στο Σαντιάγκο, κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης με τον στρατό. Σκοτώθηκε το Σάββατο, 5 Οκτώβρη, κατά τη διάρκεια πολύωρης ανταλλαγής πυροβολισμών μεταξύ μελών του MIR που ήταν περικυκλωμένοι σ’ ένα σπίτι του Σαν- Μιγκέλ, λαϊκής συνοικίας του Σαντιάγκο, και ένοπλων δυνάμεων’.

Το σύντομο και λακωνικό επίσημο ανακοινωθέν, που αναγγέλλει το θάνατο του κυριότερου αρχηγού του ΕΑΚ δεν δίνει ούτε τον αριθμό ούτε τα ονόματα των άλλων θυμάτων, εκτός από την κόρη του πρώην πρύτανη του καθολικού Πανεπιστημίου του Σαντιάγκο, κα Κάρμεν Καστίγιο Ετσεβερρία, που αγωνίστηκε στο πλευρό του. Τραυματισμένη, έχει εισαχθεί σε νοσοκομείο.
Μια εφημερίδα του Σαντιάγκο, η Τercera, αναφέρει ότι ένας ανιψιός του τελευταίου προέδρου της Χιλής, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, από τους ηγέτες του MIR, έχει επίσης τραυματιστεί κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, αλλά η είδηση δεν επιβεβαιώθηκε επίσημα.
Μ’ αυτές τις λέξεις ανακοίνωσε η Monde της 8ης Οκτώβρη του ‘74 το επεισόδιο απ’ το οποίο αντλεί την καταγωγή του αυτό το βιβλίο. Η Κάρμεν Καστίγιο – που πιάστηκε και, αργότερα, εξορίστηκε στη Γαλλία – επιχειρεί εδώ μια πλατιά αναδρομή στις αναμνήσεις, προς εκείνη την 5η του Οκτώβρη.

Μας εκθέτει ένα ημερολόγιο με πολλές σκηνές : το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φε, όπου ένας άντρας, μια γυναίκα και τα παιδιά τους έζησαν την αντίσταση στη δικτατορία. Το σπίτι των βασανιστηρίων ‘Χοσέ Ντομίνγκο Κάνιας’, στην καρδιά του Σαντιάγκο, η Κούβα, όπου βρίσκονται όσοι επέζησαν, το Παρίσι.
Ένα πολυφωνικό ημερολόγιο, που αντηχεί και τον λόγο των άλλων. Της αδελφής του Αλλιέντε, του βασανιστή αξιωματικού, της μαχήτριας του ΕΑΚ, Της ΒΑΣΑΝΙΖΌΜΕΝΗς, ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΎ, ΤΟΥ ΦΊΛΟΥ.
ΣΕΛΊΔΕΣ ΥΠΟΒΛΗΤΙΚΈΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΉ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΌΤΗΤΑ Της ΚΑΤΑΠΊΕΣΗΣ. ΣΤΟ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΌ ΞΕΤΎΛΙΓΜΑ των εικόνων, που όλες τους συγκλίνουν προς εκείνη την ημέρα-τομή, η απελπισία συνυπάρχει με την ζωή, η προσμονή της ελευθερίας με την επιθυμία της εκδίκησης, το μίσος ,η αγάπη. Ανασυντίθεται, κομμάτι-κομμάτι, το παζλ, που αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο την Αντίσταση στη Χιλή, ρέει αβίαστα ο λόγος, που ομολογεί ότι κάθε αντίσταση δεν μπορεί να ξεπηδάει παρά μόνο από την αγάπη.

Jean-Claude Barreau.

Σελίδες 170-176:

Η Λάουρα Αλλιέντε, αδελφή του δολοφονημένου Προέδρου, γιαγιά της Καμίλ, βρίσκεται στο νοσοκομείο της Αβάνας βαριά άρρωστη. Εδώ και τρεις μέρες αναλαβαίνει από μια εγχείρηση, πονάει πολύ, πάρα πολύ. Ούτε ένα παράπονο, δεν μπορεί καν ν’ ανεχτεί την ιδέα ότι θα ενοχλήσει τους άλλους. Στην Κούβα, όπου η οικογένεια κρατάει τις βάρδιες στο νοσοκομείο, διαλέγω το βραδινό ωράριο.
Οι επισκέψεις αραιώνουν, μαζί με το σκοτάδι έρχεται κι η γαλήνη. Η Λαουρίτα είναι ξαπλωμένη σ’ ένα λευκό κρεβάτι, απ’ το μικρό παράθυρο φαίνονται μερικά αστέρια σ’ ένα κομμάτι ουρανού, σύννεφα που γλιστρούν γρήγορα, μαρτιάτικος άνεμος φυσάει στην Αβάνα.
Αισθανόμαστε όμορφα, μοναχές μας, και μετά από μια σιωπή, αρχίζουμε αβίαστα, χωρίς κανένα βολονταρισμό- η ερώτηση θαρρείς αναβλύζει.

Πες-μου Λαουρίτα, por favor, που ήσουν το Σάββατο, στις 5 Οκτώβρη ;
Με κοιτάζει, και μου κάνει μια ανεπαίσθητη κίνηση. Μετά δάκρυα- ένα, δύο, κι άλλα, κι άλλα. …και σιωπή.
Φαντάζομαι ότι αποκοιμήθηκε. Θα είναι κουρασμένη, σίγουρα, δεν μπορώ να επιμείνω.
Ξανανοίγει τα μάτια, εκείνα τα ωραία χρυσά μάτια της, πετάει αλλού, πολύ μακριά, κοντά στον Μιγκέλ. Το βλέμμα της καρφωμένο στο ταβάνι, και μετά μένει πάνω μου. Είμαι καθισμένη δίπλα στο κρεβάτι, έτοιμη να την ακούσω.
Γιατί, με ρωτάει, γιατί να βασανιζόμαστε έτσι ;
Δεν ξέρω. …η ανάγκη να μάθουμε περισσότερα, δεν ξεχνούμε – γιατί λοιπόν να σωπαίνουμε ; Κάθε άλλο, είναι καλό να μοιραζόμαστε, να ξαναζούμε τις αγάπες μας μαζί μ’ αυτούς που αγαπούμε. Ο καθένας, βέβαια, το βλέπει διαφορετικά, αν δεν μπορείς, αν δεν θέλεις. …αύριο, ή μεθαύριο. …έχουμε καιρό, δεν πρέπει να βιαζόμαστε.

Η Λαουρίτα αρχίζει να μιλάει, σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, η λευκή γύμνια της κάμαρας σβήνει, σκιαγραφεί εικόνες που αρχίζουν να ζουν, το νοσοκομείο εξαφανίζεται, και ξαναβρισκόμαστε στο Σαντιάγκο.
Η νύχτα του Σαββάτου 5 Οκτώβρη : η ψυχρότητα μιας ραδιοφωνικής είδησης, λιγόλογης και αδυσώπητης.
Η Λαουρίτα αποφεύγει εκείνες τις λέξεις, της αναστάτωσης και της φρίκης. Δεν λέει πως ξεπέρασε το χτύπημα και τα πρώτα λεπτά της παγωμένης περισυλλογής. Προχωρεί, στα γρήγορα, σ’ εκείνην τη δύναμη που την έστησε και πάλι όρθια, που την ώθησε έξω, να πάει να βρει εκείνους που υποφέρουν όσο κανείς άλλος.

Η Λαουρίτα ξέρει ότι θα καταφέρει να τους δει, θέλει να πάει εκεί, να είναι με τους γονείς του Μιγκέλ το ίδιο εκείνο βράδυ. Κατευθύνεται, χωρίς δισταγμό, προς το σπίτι της λεωφόρου Προβιντέντσια.
Έχει περάσει μήνας, ίσως, από τότε που οι στρατιωτικοί είχαν μεταφέρει το Δον Εντγκάρντο Ενρίκεζ, υπουργό της λαϊκής κυβέρνησης, από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του νησιού Ντάουζον, στο σπίτι του. Του απαγόρευαν κάθε μετακίνηση. Ήταν κρατούμενος, σπίτι του, κάτω από αυστηρή επιτήρηση.

Η Λαουρίτα δεν υπακούει στις διαταγές αυτού του συρφετού των δολοφόνων. Πηγαίνει στο πλευρό του δον Εντγκάρντο και της σενιόρα Ρακέλ, περνάει τα μπλόκα που κυκλώνουν το τετράγωνο.
Είχε πλημμυρίσει ο τόπος, οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, το πάρκο, απέναντι απ’ το κτίριο το πλάτωμα, βρίθουν από στρατιώτες. Άντρες με πολιτικά, οπλισμένοι, είναι μαζεμένοι στο χωλ, στην είσοδο, ακουμπάνε στους τοίχους, στη σκάλα και στους διαδρόμους.
Οι άνθρωποι με τα γκρι και τα μαύρα χαμηλώνουν τα βλέμματα, κολλούν στους τοίχους, εκμηδενίζονται στο πέρασμα αυτής της περήφανης γυναίκας. Φοβούνται και τις σκιές που την συνοδεύουν. Δεν ζητάει την άδεια, περνάει με το αγέρωχο βήμα της, χωρίς καν να τους κοιτάξει.

Η Λαουρίτα, η αριστοκρατικότητα αυτής της γυναίκας, η ομορφιά των λεπτών χαρακτηριστικών της, τα μελιά της μάτια, γεμάτα θέληση. Καταλαβαίνω γιατί δεν τόλμησαν να εμποδίσουν το σίγουρο βήμα της που ανεβαίνει τη σκάλα, προς το μέρος όπου απόθεσαν το σώμα του ‘τρομοκράτη’.
Της ανοίγει την πόρτα ο δον Εντγκάρντο. Είναι ακόμα πιο επιβλητικός απ’ ότι συνήθως, η ευγένεια της φυσιογνωμίας του εντονότερη μέσα στον πόνο του, μια απροσδόκητη λάμψη στο βλέμμα του. Ήταν μόνοι τους, νομίζω, η σενιόρα Ρακέλ κι ο δον Εντγκάρντο. Στη μεγάλη σάλα, το φέρετρο.

Δον Εντγκάρντο : δεν είναι ο υιός μου αυτός, Λαουρίτα, κοιτάξτε πως τον κατάντησαν.
Η Λαουρίτα αρνείται. Όχι, δεν θα τον δει. Ο Μιγκέλ δεν πέθανε. Είναι δυο βδομάδες μόλις που τον είχε συναντήσει. Ο Μιγκέλ γελούσε – δεν θα χαλάσει αυτή την εικόνα, τη λεπτότητα του χιούμορ του, την αλλόκοτη ταχύτητα των λέξεων του, που μπερδεύονται, το πάθος που κυριαρχεί – ο Μιγκέλ έχει τη χάρη, τη λάμψη του γέλιου και απότομα, τη δύναμη της σοβαρότητας. Όχι, η Λαουρίτα μένει στη διπλανή κάμαρα, ένας τοίχος την χωρίζει απ’ το φέρετρο, που δίπλα του ξαπλώνουν αργότερα ο δον Εντγκάρντο και η σενιόρα Ρακέλ, τις ατέλειωτες ώρες μιας νύχτας, της νύχτας του Σαββάτου 5 Οκτώβρη.
Η κηδεία, που μόνο η οικογένεια την ακολουθεί.

Η συνοδεία : δεκάδες στρατιωτικά τζιπ, φορτηγάκια κι άλλα αυτοκίνητα της D.I.N.A. ‘Αυτοί’ φοβόταν, τι όμως ; Στρατιωτικοί, με στολή και με πολιτικά, γεμίζουν τα πεζοδρόμια, τις διασταυρώσεις, τις όχθες του ποταμού Μαπότσο μέχρι την καρδιά της βορειανατολικής περιοχής της πόλης. Πλήθος στρατιωτών στις πόρτες του νεκροταφείου. Οι φάτσες τους, αυτή η επίδειξη δύναμης, δείχνουν καθαρά ότι, ακόμα και στο ζενίθ του θριάμβου τους, αισθάνονται κίνδυνο. Σαν να φοβούνται μήπως πέσει τίποτα στα κεφάλια τους, και πυκνώνουν τις γραμμές τους για να αντιμετωπίσουν αυτήν την εναγώνια, υπερκόσμια προαίσθηση, σαν κάτι να ‘πρεπε να συμβεί. Κι όμως. …ο Μιγκέλ ήταν μόνος, εκείνη την μέρα.

Ένας τάφος είναι σκαμμένος στην σκληρή γη.
Το θάρρος της μητέρας του, η δύναμη της περηφάνιας της : ‘δεν πέθανες, υιέ μου, ζεις στην καρδιά του λαού, ανάμεσά μας’. χρειάζονταν κουράγιο – αλλά και πόση αγάπη! Αυτά τα απλά λόγια ηχούν διαφορετικά, ανάμεσα στις στολές, το γκρίζο και το μαύρο. Μου είπαν ότι πάνω στον τάφο του υπάρχουν κόκκινα λουλούδια όλο τον χρόνο.

Τέλος, η Λαουρίτα φεύγει. Κάτω, στη σκάλα, την συγκρατεί μια ομάδα αντρών της DINA. Καρφώνει πάνω τους τα μάτια της και τους λέει : ‘έχετε άραγε ακόμη την ικανότητα να σκέφτεστε ; Μήπως δεν καταλαβαίνετε ; Σκοτώσατε ένα αγόρι, ένα αγόρι που έδωσε τη ζωή του για σας. Ναι. …δεν ήθελε άλλο, παρά δικαιοσύνη και ελευθερία. Θα έπρεπε να αισθάνεστε να σας πνίγει η ντροπή, ντροπή για την χυδαιότητα της δουλειάς που κάνετε εδώ’.
Μένουν άφωνοι, καρφωμένοι στο πάτωμα, ούτε μια λέξη δεν βγαίνει απ’ το στόμα τους. Η εξουσία τους καταρρέει, γιατί αυτή η γυναίκα δεν τους φοβάται.

Η Λαουρίτα τους αντιπαραθέτει τη σιγουριά της, τους φωνάζει την πίστη της. Ακόμα κι εγώ, σήμερα, είμαι αναστατωμένη. Ποιος θα τολμούσε να μιλήσει έτσι ; Η δύναμη της πίστης της κλονίζει τον εχθρό. Και μας ελέγχει.
Η Λάουρα Αλλιέντε ήταν βουλευτίνα των σοσιαλιστών, με απόλυτη πλειοψηφία στις τρεις ψηφοφορίες, στην περιφέρειά της. Η δημοτικότητά της ανάμεσα στους φτωχούς και τους άκληρους αναγνωρίζεται από φίλους και εχθρούς. Είναι εξήντα χρόνων, μητέρα τεσσάρων παιδιών. Ένα τους, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, ανέλαβε τη διεύθυνση του MIR. έτσι έγραψαν οι εφημερίδες.

Και εμείς, στην Αβάνα, αναθυμόμαστε.
Ο Μιγκέλ λείπει, το ξέρω. Όμως αγαπούμε – και με τι παράξενο πάθος- κι αυτούς που δεν υπάρχουν πια.
Ο Μιγκέλ, είναι μια νίκη ενάντια στην βιαιότητα και την μνησικακία. Για πάντα.
Η Λαουρίτα συνεχίζει την αφήγησή της, ακολουθεί τα νήματα των αναμνήσεών της. Ξεχνάει την αρρώστια της, αυτή τη στιγμή γελάει, μ’ ένα από εκείνα τα ξεσπάσματα του Μιγκέλ, τον καιρό της πρώτης τους συνάντησης στην παρανομία. Ήταν τον Αύγουστο του ‘74, νομίζω, όταν ο Μιγκέλ τα κατάφερε να της στείλει το πρώτο μήνυμα. Μα αυτό το αίτημα, να συμμετάσχει σε μια συγκεκριμένη προσπάθεια, δεν ήταν η πρώτη πράξη της Λαουρίτα ενάντια στους στρατιωτικούς. Απ’ την επαύριο, κιόλας, του πραξικοπήματος, έκανε κάθε είδους διαβήματα, για να βοηθήσει τους ανθρώπους ν’ αντισταθούν στην πείνα και την καταπίεση. Βοηθούσε τους καταζητούμενους να γίνουν δεκτοί στις πρεσβείες, μάζευε χρήματα και τρόφιμα, που τα πήγαινε στις φυλακές και τις φτωχογειτονιές. Μια μέρα είδε το μικρό της διαμέρισμα, στα προάστια του Σαν Βοργία, γεμάτο μέχρι το ταβάνι αυγά, δωρεά, ‘δεν ήξερα τι να τα κάνω, κυριολεκτικά υπήρχαν παντού αυγά’. απ’ τις φυλακές στις φτωχογειτονιές, προλαβαίνοντας τους όλους, έτσι περνούσαν οι μέρες της Λαουρίτα στο Σαντιάγκο. Ένα πρωί κάποιος της έφερε ένα γράμμα του Μιγκέλ, σε κίτρινο χαρτί, από τσιγάρα.

Δεν μπορεί να ξεχάσει το πυκνό γράψιμο, μερικές φράσεις : ‘είναι ανάγκη να σας ζητήσουμε μια υπηρεσία, που μπορεί να σας δημιουργήσει προβλήματα. Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι θα τολμήσουν να σας αγγίξουν. Η υπόθεση είναι ότι πρέπει να συζητήσετε με τον Κόνιο Αγκιλάρ, τον ‘Ισπανό’ – τον ξέρετε – και τον Πελάο, τον ‘φαλακρό’, στην φυλακή της πολεμικής Ακαδημίας της Αεροπορίας, την A.G.A. είναι μια από τις προϋποθέσεις, που βάλαμε στον στρατηγό Σεμπάλλος, αρχηγό της S.I.F.A.[ της μυστικής υπηρεσίας του στρατού αέρος] και που εμπεριέχεται στο πνεύμα μιας υποτιθέμενης ‘διαπραγμάτευσης’ ανάμεσα σ’ αυτούς και σ’ εμάς : μας προτείνει την απελευθέρωση των φυλακισμένων, και αμνήστευση, έξω από τα σύνορα της χώρας – και σε αντάλλαγμα το οριστικό σταμάτημα του αγώνα του ΕΑΚ. ΕΊΝΑΙ ΜΆΛΛΟΝ ΠΕΡΙΤΤΌ ΝΑ Σας ΞΕΚΑΘΑΡΊΣΟΥΜΕ ΌΤΙ ΘΑ ΑΡΝΗΘΟΎΜΕ ΚΙ ΌΤΙ ΘΑ ΚΑΤΑΓΓΕΊΛΟΥΜΕ ΑΥΤΉΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΆΘΕΙΑ ΟΥΔΕΤΕΡΟΠΟΊΗΣΉΣ ΜΑΣ και διαίρεσης της αριστεράς. Πίσω απ’ τον Σεμπάλλος θα βρούμε σίγουρα τον στρατηγό Λέιθ – εφ όσον η έκταση της προσφοράς μας κάνει να πιστεύουμε ότι υπάρχει η συγκατάθεση της χούντας. Εν ολίγοις, θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ευκαιρία για να συναντήσουμε τα δύο μέλη του Πολιτικού Γραφείου, που είναι φυλακισμένοι. Αυτό είναι που σας ζητούμε να κάνετε. Ούτε που θα περάσει απ’ το μυαλό του Σεμπάλλος ότι σκεφτήκαμε εσάς.

…αλλά εσείς μας εμπνέετε την μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, γι αυτή τη λεπτή υπόθεση. Δεν σας κρύβω ότι μπορεί να υπάρξει, στη συνέχεια, πιθανότητα εξορίας σας από την χώρα. Σας φιλώ. Μιγκέλ’.
Η απάντηση της Λαουρίτα στον Μιγκέλ : ‘ Σύμφωνοι, το μόνο που θέλω είναι να κάνω περισσότερα πράγματα. Είμαι ευτυχής που θα δουλέψω μαζί σου’.

Από την σελίδα 184 :

‘τα λόγια του Μιγκέλ αντηχούν στο δωμάτιο του νοσοκομείου στην Αβάνα, και η Λαουρίτα φέρνει κοντά-κοντά δύο ημερομηνίες, η απόστασή τους ενός χρόνου, σβήνεται για την Λαουρίτα εκείνη η μέρα, η 5η Οκτώβρη, μπερδεύεται, συμπλέκεται με τις 11 Σεπτέμβρη του 1973, τη μέρα του πραξικοπήματος. Τις δύο αυτές μέρες, τις κάνει ένα, κι απ’ την μια φτιάχνει δυο, από τη μια πάει στην άλλη, χωρίς ασυνέχεια, απροειδοποίητα. Βρίσκει περιττή κάθε διευκρίνηση, συνεχίζει, μια και μόνη αφήγηση.

Δεν πρέπει να παρέμβω. Εκείνη έχει τώρα τον λόγο.
Στις 9 Σεπτέμβρη του ‘73, δυο μέρες πριν το πραξικόπημα. Η Λαουρίτα αναλαμβάνει από μια εγχείρηση. Είναι η πρώτη της έξοδος. Πάει να συναντήσει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε, τον Τσίκο, όπως τον έλεγαν οι δικοί του, στο Τόμας Μόρο, την προεδρική κατοικία. Μετά το φαγητό κάνουν μια βόλτα στον κήπο.
Η Λαουρίτα σφίγγεται πάνω του, παίρνει το χέρι του, δάκρυα κυλούν στο πρόσωπό της. Ο Τσίκο την ρωτάει γιατί κλαίει. Του απαντάει ότι δεν ξέρει, ότι αισθάνεται μια καταθλιπτική αγωνία εδώ και λίγες μέρες. Ο Τσίκο, την σφίγγει πιο δυνατά πάνω του, σταματάει, την κοιτάζει στα μάτια, της λέει : ‘Κάναμε το καθήκον μας χωρίς να υποχωρήσουμε ούτε στιγμή. Έκανα ότι μου ήταν δυνατό. …Αν συμβεί και πεθάνω. …[σιωπή. Μετά :]. …έγινε, τι περισσότερο, δηλαδή, θα μπορούσα να κάνω ;’

Μια συνεδρίαση περιμένει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα τον αφήνει, δεν θέλει να γυρίσει στο σπίτι της, θα πάει να επισκεφτεί την ανιψιά της. Αλλά μια ώρα αργότερα θα ξαναγυρίσει στο Τομάς Μόρο. Θέλει να ξαναδεί τον Σαλβαδόρ.
Ο Τσίκο είναι στο γραφείο του.
Έλα να σε πάω στο αεροδρόμιο.
Όχι, δεν θέλω. …η παραμικρότερη προσπάθεια με κουράζει, δεν αισθάνομαι καλά.
Τα δάκρυα κυλούν, χωρίς να μπορεί να τα καταπιεί.

Δεν έχει πολύ καιρό που πέθανε η Ινές, η μεγαλύτερη αδελφή του Αλλιέντε. Η Λαουρίτα, αρρώστησε κι εκείνη. Ενάμισι μήνα μακριά από τα πάντα, καμία επαφή με τα γεγονότα, απομακρυσμένη από την μάχη. Δεν ξέρει γιατί αυτή η καταθλιπτική αίσθηση, που απλώνει τα φτερά της πάνω από το Σαντιάγκο.
Ο Τσίκο : Τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. …Η Χριστιανοδημοκρατία δεν θέλει να έρθουμε σε συμφωνία.

Θα της εξηγήσει τις διαφορετικές στάσεις των κομμάτων της αριστεράς απέναντι στην κρίση. Σωπαίνει για μια στιγμή, σκέφτεται, σίγουρα, και συνεχίζει : ‘Θέλω να σου πω κάτι, Λαουρίτα, όχι επειδή είσαι μάνα του Αντρές. Δεν έχω κανένα παράπονο απ’ το MIR. Όσες διαφωνίες είχαν μαζί μου, τις συζητούσαν, μου τις εξέθεταν ακόμη και εδώ. Πόσες φορές ήρθε ο Μιγκέλ σ’ αυτό το γραφείο ; Ποτέ δεν με χτύπησαν πισώπλατα, με προειδοποιούσαν όταν επρόκειτο να μου αντιπαρατεθούν δημόσια. Τους εκτιμώ πάρα πολύ’.
Και η Λαουρίτα θα ξαναφύγει. Αγκαλιάζει τον Τσίκο για τελευταία φορά.

Την Τρίτη 11 Σεπτέμβρη, η Λαουρίτα ξυπνάει πολύ νωρίς. Σκέφτεται να πάει πρώτα στη Βουλή και να περάσει μετά από την Μονέδα, να δει τον Αλλιέντε. Κατά τις οχτώ παρά τέταρτο της τηλεφωνεί ένας σύντροφος. Την ειδοποιεί ότι γίνονται κινήσεις στρατιωτικών μονάδων, ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο. Είναι το πραξικόπημα. Το μόνο που σκέφτεται η Λαουρίτα είναι να πάει να βρει τον Τσίκο, τους μαχόμενους. Προσπαθεί να βάλει μπρος την 2CV. Αδύνατο. Ο γείτονας ανακαλύπτει ότι τα καλώδια του μοτέρ έχουν βγει απ’ τη θέση τους. Η Λαουρίτα σκέφτεται ότι θα πρέπει να είναι ο καραμπινιέρος που φύλαγε σκοπιά στο σπίτι της. Είχαν γίνει κιόλας πολλές απόπειρες της ακροδεξιάς στο σπίτι της. Την αυγή της 11ης, αυτός ο μπάτσος ολοκλήρωσε το χυδαίο του σαμποτάζ πριν πάει να πυκνώσει τις γραμμές των πραξικοπηματιών. Τέλος, η Λαουρίτα παίρνει τον δρόμο της, αυτόν που ακολουθεί την Κορδελλιέρα και τον ποταμό Ελ Μαπότσο. Οι μετακινήσεις των στρατιωτικών δυνάμεων την μπλοκάρουν πενήντα μέτρα μακριά απ’ την προεδρική κατοικία.

Η Λαουρίτα ξαναθυμάται εκείνη τη στιγμή τα λόγια του Τσίκο, την Κυριακή : ‘Αν συμβεί οτιδήποτε, μην έρθεις, σε παρακαλώ, στην Μονέδα’. Όταν η Λαουρίτα διαμαρτυρήθηκε, πρόσθεσε : ‘Αν δεν μπορείς να μείνεις σπίτι σου, πήγαινε στο σοσιαλιστικό κόμμα, εδώ δεν θα μπορέσεις να με βοηθήσεις, μόνο που θα με απασχολούσες’.
Τα άρματα βομβαρδίζουν την Μονέδα. Κατεβαίνει, αφήνει το αυτοκίνητο με ορθάνοιχτες τις πόρτες. Κάποιος στρατιώτης την απειλεί να την συλλάβει αν δεν πάρει το 2CV απ’ την μέση του δρόμου.

Η Λαουρίτα ξαναπιάνει το τιμόνι, αδύνατο να σταματήσει κάπου κοντά στο προεδρικό μέγαρο, κάτω απ’ το σφύριγμα των οβίδων, την μυρωδιά της σκόνης και τις εκρήξεις των βομβών. Κατευθύνεται προς τα βορινά γραφεία του σοσιαλιστικού κόμματος. Βρίσκει εκεί δύο χωρικούς έξω από την πόρτα, στο πεζοδρόμιο. Κανείς άλλος. Οι δυο άντρες περπάτησαν όλη τη νύχτα απ’ το χωριό τους, την Λάμπα, μέχρι το Σαντιάγκο. Ήρθαν μέχρι το κόμμα για να ειδοποιήσουν γι αυτά που είχαν δει εκεί πέρα, στην ύπαιθρο. Οι στρατιωτικοί είχαν καταλάβει την πυριτιδαποθήκη. Έχοντας φτάσει στην πρωτεύουσα στις έξι το πρωί, οι χωρικοί δεν βρήκαν κανέναν να του ανακοινώσουν το νέο. Και περίμεναν σιωπηλοί απ’ εκείνη την ώρα.

Η Λαουρίτα απογοητεύεται, ότι θα συναντήσει τους συντρόφους. Συνεχίζει να περιπλανιέται στους δρόμους. Προσπαθεί, τώρα, να βρει ένα τρόπο να διασχίσει το κέντρο, να πολεμήσει, κοντά στους pobladores. Ανεβαίνει ξανά προς τα πάνω, ξανακατεβαίνει, αλλά δεν μπορεί να περάσει την αρτηρία προς τα νότια, την λεωφόρο, οι δρόμοι ερημώνουν και μετά πλημμυρίζουν από στρατιωτικές μονάδες. Σε κάποια διασταύρωση βλέπει ένα νεαρό ζευγάρι, τους κάνει νόημα ν’ ανέβουν. Η γυναίκα της λέει ότι ο Πρόεδρος παραδόθηκε. Η Λαουρίτα της απαντάει, με σταθερή φωνή : ‘Ο πρόεδρος Αλλιέντε δεν θα παραδοθεί ποτέ’. ποτέ δεν έμαθαν ποια ήταν εκείνη η γυναίκα που αλώνιζε το Σαντιάγο, μόνη της, μέσα στο 2CV της.

Γύρο με τον γύρο, τα καταφέρνει να πλησιάσει το μέγαρο Τομάς Μόρο. Οι γλώσσες της φωτιάς φτάνουν μέχρι τον ουρανό. Ο βομβαρδισμός έκανε την δουλειά του.
Λαουρίτα : Αφήστε με να περάσω, είμαι η αδελφή του Προέδρου.
Ένας στρατιωτικός : Απαγορεύεται η είσοδος.
Ένας άλλος στρατιωτικός μουρμουρίζει : φύγετε, κυρία μου, δεν υπάρχει πια κανένας μέσα. θα σας πιάσουν άδικα, ούτε η γυναίκα του Προέδρου δεν είναι πια εκεί.
Ένας περαστικός : Λεηλάτησαν τα πάντα. …η πυρκαγιά προχωράει. Θα ήμουν ευτυχής, αν θέλατε να έρθετε σπίτι μου.

Εκεί, στο σπίτι ενός αγνώστου, μαθαίνει ότι ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε σκοτώθηκε στη μάχη της Μονέδα. Η Λαουρίτα δεν κλαίει.
Κατά τις τρεις το απόγευμα, ακούει μια στρατιωτική ανακοίνωση : ‘Η Λαουρίτα Αλλιέντε οφείλει να παρουσιαστεί αμέσως στο Υπουργείο Αμύνης’. Αρνείται. Δεν θα πάει να παραδοθεί μόνη της.
Την επόμενη, ανεβαίνει τις σκάλες του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. Την ειδοποίησαν ότι εκεί είναι το σώμα του Σαλβατόρ Αλλιέντε, ότι ένα ελικόπτερο θα το πάει στο νεκροταφείο Σάντα Ινές, στη Βίνια ντελ Μάρ. Αλλά μια ομάδα αξιωματικών, την εμποδίζει να μπει, πρέπει να τους δείξει την άδεια του Υπουργείου Αμύνης. Ε λοιπόν, ναι, θα πάει πρώτα εκεί πέρα. Διασχίζει το Σαντιάγκο, οι δρόμοι, στο κέντρο είναι έρημοι – τα ίχνη των μαχών, οι εκρήξεις των οβίδων στα κτίρια, το αίμα που ξερένεται στα πεζοδρόμια, οι γκρίζες στολές και τα κράνη, τα κρύα πολυβόλα στον κρόταφο, σε κάθε γωνία. Και, ακόμα, οι αντάρτες που έχουν καταφύγει στα τελευταία πατώματα του υπουργείου Δημοσίων Έργων και του Ταμιευτηρίου. Οι σφαίρες σφυρίζουν, σκόρπιες, στην αρχή, ύστερα κατά ριπές. Η Λαουρίτα συγκλονίζεται μ’ αυτούς, που αντιστέκονται ακλόνητοι. Ξέρουν ότι μπροστά τους, βρίσκεται ο θάνατος, κι όμως συνεχίζουν τη μάχη, το πρωί της 12ης Σεπτέμβρη.

Στρατιωτικό αεροδρόμιο. Το φέρετρο του Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα συναντάει την Τένσα, τη γυναίκα του Προέδρου – υπάρχει επίσης και η μονάδα εδάφους της στρατιωτικής αεροπορίας. Την αγκαλιάζει, τα μάτια υγραίνονται : ‘Λαουρίτα, ο Πρόεδρος ήταν εξαιρετικός άνθρωπος. …το κουράγιο του δεν ήξερε όρια’. η Τένσα ζητάει από έναν αξιωματικό ν’ ανοίξει το σκέπασμα του φέρετρου, ήθελε να δει τον Σαλβατόρ, το πρόσωπό του, για μια μόνο στιγμή. Απαγορεύεται.

Το κοιμητήριο της Βίνια ντελ Μάρ. Οι τέσσερις της οικογένειας και πολλοί ναυτικοί. Η Λαουρίτα κόβει ένα κίτρινο λουλουδάκι, ένα χρυσάνθεμο, ανάμεσα από τα χόρτα που τριγυρίζουν τον τάφο. Το αποθέτει πάνω στο φέρετρο. Το λουλούδι πέφτει στο βάθος του τάφου. Οι στρατιώτες χασκογελούν. Η Λαουρίτα ξεσπάει : ‘Θα έπρεπε να ντρέπεστε. …να ντρέπεστε που θάβετε έτσι τον Πρόεδρο της Χιλής’. Μετά από μια μικρή σιγή, ξαναλέει αργά : ‘Δεν έχει σημασία αυτό. …ότι και να κάνετε, ο λαός της Χιλής δεν τον ξέχασε, ούτε θα τον ξεχάσει’.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια της και ο νεκροθάφτης πηδάει στην τρύπα, μαζεύει το λουλούδι και το ξανακουμπάει πάνω στο φέρετρο. Κανείς δεν κινήθηκε.
Μόλις γυρνούν στο Σαντιάγκο, η Τένσα πάει κατευθείαν στην πρεσβεία του Μεξικού, να δει τις κόρες της. Η Λαουρίτα της λέει το τελευταίο αντίο, την despendida : ‘Τένσα, πρέπει να φύγεις από την χώρα, να πας να καταγγείλεις σ’ όλον τον κόσμο αυτά που έγιναν στην Χιλή. Εγώ θα μείνω, αυτό είναι το καθήκον μου, έχω αναλάβει μια υποχρέωση απέναντι στους pobladores που με ψήφισαν βουλευτίνα. Η κάθε μια πρέπει να πάρει τον δρόμο της’.

Λίγες μέρες αργότερα της επιβάλλεται ‘κατ’ οίκον περιορισμός’. Εκείνη όμως κυκλοφορεί στους δρόμους. Κρυμμένη στα μαύρα. ‘Όσο θα βρίσκεστε εσείς στην εξουσία’, απαντάει στον στρατηγό Αρρελάνο Στάρκ, που την ρωτάει, ‘θα φορώ το πένθος της χώρας μου’.
Ανώνυμα χέρια, μες στα σκοτάδια κινηματογραφικών αιθουσών, στις ουρές μπροστά στις πόρτες των φυλακών, στις στάσεις των λεωφορείων, της σφίγγουν το χέρι και της ψιθυρίζουν : ‘Είμαστε εδώ, ο Πρόεδρος δεν σκοτώθηκε άδικα, θα τους νικήσουμε. …’ Η Λαουρίτα μετράει κάθε μέρα τη δύναμη που δίνει η παρουσία της στο Σαντιάγκο.

Οι στρατιωτικοί δεν ξέρουν τι να κάνουν μ’ αυτή τη γυναίκα. Μερικές φορές την πιάνουν. Ο Κοντρέρας την ανακρίνει αυτοπροσώπως, προσπαθεί να της πάρει με κάθε τρόπο πληροφορίες, για τον υιό της, τον Αντρές, το MIR. Δεν ξέρει τίποτα. Την απειλεί για το ότι κυκλοφορεί στην πόλη. Έχει πολλά να κάνει, δεν θα μείνει κλεισμένη στο σπίτι της. Δεν το ‘κανε ποτέ, γιατί να το κάνει τώρα ;

Ένας αστυνόμος της ψιθυρίζει στο αυτί : ‘Πόσο θάρρος είχε ο Πρόεδρος, Λαουρίτα’. Του απαντάει : ‘Έδρασε πάντα με θάρρος, για σας αγωνίστηκε, ενάντια στους πλούσιους και τ’ αφεντικά’.
Ένα χρόνο αργότερα, στα τέλη του Οκτώβρη του ‘74, η Λαουρίτα πιάστηκε από την DINA. ΉΤΑΝ Η ΜΆΝΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΊΟ ΣΤΉΘΗΚΕ ΤΟ ΑΓΡΙΌΤΕΡΟ ΑΝΘΡΩΠΟΚΥΝΗΓΗΤΌ. ΉΘΕΛΑΝ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΏΣΕΙ ΚΆΠΟΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΊΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΡΈΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΙΡΥ-ΑΝ, όφειλε να πληρώσει και γι αυτό το λάθος και για άλλα. Θα την κακοποιήσουν, θα την απομονώσουν για μήνες ολόκληρους. Έμεινε αλύγιστη. Ακόμα και στην τραχεία ερημιά του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Τρές Αλάμος, η Λάουρα Αλλιέντε στέκεται όρθια. Κανείς δεν μπορεί να την νικήσει.

Από σελίδα 193 :

Στις αρχές του φθινοπώρου το μήνυμα που περιμέναμε από πολλούς μήνες έφτασε. Μαζί με τις οδηγίες του Μανουέλ. Η συνάντηση επιτέλους θα γίνει.
Θα συναντήσει επιτέλους τον Αντρές. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου τώρα πια, και για κείνον και για τους άλλους. Είναι υποχρεωμένη να κάνει τον μηχανισμό να ξαναδουλέψει. Πρέπει να δικαιώσει την εμπιστοσύνη τους. Είναι υποχρεωμένη να συλλάβει κάθε απόχρωση. Ο κίνδυνος κρύβεται στις λέξεις που περιγράφουν την δράση. Να ξαναπάρουν τις θέσεις τους της μάχης οι σύντροφοι στη Χιλή – γι αυτό πρόκειται, και είναι ήδη πάρα πολύ.

Από σελίδα 209 :

Αρχίζω πάλι να συλλογιέμαι την τελευταία μου έμμονη ιδέα, χρησιμοποιώ ένα ύφος που επιζητά να είναι πειστικό, τι σκέφτεσαι κι εσύ ; Γιατί δεν μιλούμε ποτέ για την ζωή των επαναστατών ; Η μπουρζουαζία στέκεται πάντα στο θάνατο των μαχητών. Μερικές φορές πέφτουμε κι εμείς στην παγίδα, ιεράρχηση των θανάτων, οι ήρωες, οι κοινοί άνθρωποι, και οι αθάνατοι, αυτοί που πληθαίνουν το Πάνθεον. Οι καλοί και οι κακοί – μια γυναίκα που αυτοκτονεί, για παράδειγμα, μας ενοχλεί, δεν ξέρουμε που θα την τοποθετήσουμε, πως να την τιμήσουμε, την βγάζουμε λοιπόν ταχυδακτυλουργικά απ’ την μέση ή την αρνούμαστε, αλλά ο θάνατός της είναι μια πολιτική πράξη στην εξορία, μια τελευταία κραυγή εξέγερσης ενάντια στην απουσία του πολιτικού, μια τελευταία αγωνιστική φλόγα και ίσως-ίσως, η έσχατη απελπισία όπου οδηγεί αυτή η λατρεία του θανάτου. Δεν συμφωνώ να αυτοκτονούν οι άνθρωποι, η ζωή είναι που ενδιαφέρει. Θυμήσου την εμπειρία μας στην Αντίσταση : το να καταφέρεις να επιβιώσεις στην παρανομία, είναι ακριβώς να καταφέρνεις να ζεις.

Κάνουμε σαν να μη ξέρουμε ότι ο θάνατος είναι μια άμεση πραγματικότητα, επιλέγουμε τη ζωή, ακόμα κι αν το κάνουμε για να φτάσουμε στον θάνατο. Αυτό τ’ αλλάζει όλα. Η ευτυχία. …εμείς την είδαμε, την γνωρίσαμε, ήταν εκεί, μέσα στα κρησφύγετα και τις κρύπτες, δίπλα στις γυναίκες, τους άντρες, και τα παιδιά, σε κάθε χώρο, όπου υπήρχε ζωντανή αντίδραση. Περιττό να το κρύβουμε, μόνο η σύζευξη κάποιου με τον αγώνα φέρνει την ευτυχία, ακόμα κι αν αυτά δεν κρατήσουν περισσότερο απ’ όσο κρατήσει ένας στεναγμός.
Σιγά-σιγά φτάνεις να κάνεις μια ζωή κανονική, κοινή, με μερικές απαγορεύσεις. Δεν μπορείς να πας σινεμά, εκδρομή στη θάλασσα, βόλτες στον ζωολογικό κήπο, αλλά είναι μέρες με τον ίδιο ρυθμό, όπως όλου του κόσμου. Τα όπλα ;. …μα ζούμε μαζί τους στο σπίτι, γίνονται κομμάτι μας, προέκταση του χεριού μας. Χάνουν κάθε μυστήριο, ξαναπαίρνουν τις πραγματικές τους διαστάσεις, εντάσσονται στο καθημερινό σκηνικό. Τώρα ξέρω ότι ένα όπλο δεν χρησιμεύει σε τίποτα άλλο παρά για να το χρησιμοποιείς όταν αγωνίζεσαι. Συνηθίζεις τον ρυθμό της γειτονιάς, μέσα στην πείνα και τα πηγαινέλα των στρατιωτικών. Τίποτα το παράξενο, κι όμως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να αντέξεις επί πολύ. Και ν’ αντιστέκεσαι.

Ο Αντρές με ακούει, χαμογελάει με το πάθος μου, απορρίπτει μερικές λέξεις, επικροτεί άλλες, σκέφτεται σιωπηλός, καθησυχάζει την ανυπομονησία μου, ακολουθεί τις δικές του σκέψεις, μου μιλάει – ήρεμα : μας κατηγορούν για βολονταρισμό, που τον θεωρούν αυτοκτονία για το MIR, γι αυτήν την απόφασή μας να μείνουμε στην χώρα στα χρόνια της τρομοκρατίας, του άγριου κυνηγητού που έχει εξαπολύσει πάνω μας η δικτατορία. Αλλά το αύριο εγγράφεται ήδη στο χθες, δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο. Κανείς δεν σκέφτηκε να ζητήσει απ’ τον χιλιανό λαό να καταφύγει στις πρεσβείες, ούτε να φύγει μαζικά στο εξωτερικό αφήνοντας έρημα τα εργοστάσια και την ύπαιθρο. Ο Τσέ, ο Μιγκέλ, ο Σαντούτσο, κι όλοι οι άλλοι, γίνονται ζωντανή ιστορία στις μαύρες και κόκκινες σημαίες των Σαντινίστας, παράδειγμα και πάνω απ’ όλα, ενέργεια για το λαϊκό και δημοκρατικό κίνημα της Λατινικής Αμερικής. ‘Αφού μπορούμε, θα μείνουμε – εδώ υπάρχουν οι ανάγκες’, έλεγε ο Μιγκέλ : ‘για να αποφύγουμε τη διάλυση, να οργανώσουμε την υποχώρηση, να οργανώσουμε τον αντιστασιακό αγώνα, να εμποδίσουμε την οριστική σταθεροποίηση της δικτατορίας. Για να απαντήσουμε στο πραξικόπημα, στην στρατιωτική βία, στην ήττα, φτιάχνοντας χαρακώματα, υποχωρώντας μαχόμενοι. Αν ηττηθήκαμε για μια στιγμή, να σκορπιστούμε με τάξη, να ξαναγυρίσουμε απ’ τον ίδιο δρόμο, να υποχωρήσουμε, χωρίς να σταματήσουμε ούτε μια στιγμή την εξέγερση, αγωνιζόμενοι πάντα’, έλεγε στα γράμματά του, που έγραφε σε τσιγαρόχαρτα : ‘η έκταση της ήττας θα εξαρτηθεί από το πως αντιδρά και θα συμπεριφέρεται η αγωνιστική μας θέληση, απ’ το αν θαφτεί, θα ενδώσει, θα γίνει απαισιοδοξία – απ’ το αν θα υποχωρήσει, θα εξασθενήσει και θ’ αφεθεί να νικηθεί. Αν κρατήσει, αν ξεδιπλώσει την πρωτοβουλία και την πανουργία της, τότε θ’ αντέξει, θα διατηρηθεί ακέραια, ζωντανή, και θα εξαπλωθεί’. Είχε δίκιο ο Μιγκέλ : ακόμα και στις χειρότερες στιγμές, προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι υπήρχαν κι άλλοι στην Χιλή, εκτός απ’ τους στρατιωτικούς και τ’ αφεντικά – ζωογονήσαμε μια υπόγεια, σιωπηλή αντίσταση. Οι παράνομοι ήταν αυτοί που εξασφάλιζαν την επιβίωση του αγώνα, τώρα αυτή η προσπάθεια αποδίδει καρπούς. Η δράση είχε μια συγκεκριμένη έννοια………

Η ζωή στο Σαντιάγκο είναι αλλιώτικη, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει απ’ τη χρονιά 74-75. δεν βλέπεις πια εκείνα τα φοβισμένα, ταπεινωμένα βλέμματα, εκείνη στη σκιασμένη ντροπή που ανάγκαζε τους ανθρώπους να χαμηλώνουν τα μάτια μπροστά στους περαστικούς. Ο φόβος λιγόστεψε, μια απεργία πείνας ξεσπάει σε μια γειτονιά, ξεκινούν κι άλλες, τα συνδικάτα αναδιοργανώνονται, ‘η εργασία σε αργό ρυθμό’ εξαπλώνεται απ’ τα χαλκορυχεία στη σιδηρουργία, το εργοστάσιο ηλεκτρισμού του Κομπίνο παραλύει μετά από ένα σαμποτάζ, σ’ ένα τοπικό γραφείο της DINA γίνεται μια έκρηξη βόμβας και σκοτώνει ένα βασανιστή, η μαχητική ομάδα Manuel Rondriguez μοιράζει ένα φορτίο γάλα Νεστλέ σε μια φτωχογειτονιά, επιτροπές αντίστασης διακινούν την παράνομη προπαγάνδα, ένα βράδυ, μια διαδήλωση σπουδαστών σπάζει την σιωπή. Επιτέλους αναλαμπές, παντού από λίγο, οι άνθρωποι εκφράζουν τα αιτήματά τους, οργανώνονται ,μάχονται. Η κατάσταση αναταράζεται, μισανοίγουν πάλι οι πόρτες, αρχίζει η επίθεση – αλλά η παράνομη δουλειά παραμένει δύσκολη.

Είναι πάλι η ώρα της επιστροφής – αλλά οι περισσότεροι γυρνούν να στήσουν κάποια αντίσταση εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα. Δεν έχουν να τους προσφέρουν ούτε κρυψώνες, ούτε δίκτυα, ο καθένας ψάχνει τον τρόπο να επιβιώσει, τα εργαλεία της δουλειάς του. Η οικονομική στήριξη από το εξωτερικό είναι ανεπαρκής, χρειάζεται να ληστέψεις, καθένας εξασφαλίζει τα της ζωής του. Πηγαίνουν στην χώρα τους, σαν οικοδόμοι, και ξέρω ότι καταλαβαίνεις τις συνέπειες αυτού του γεγονότος. Είδαμε, τελικά, ότι υπάρχουν και ζωντανοί ήρωες, ότι, πρώτα απ’ όλα, χρειαζόμαστε μαχητές – εφ’ όρου ζωής.

  • Και για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα, σας παραθέτω ένα μικρό κείμενο του ΕΝΤΟΥΆΡΝΤΟ ΓΚΑΛΕΆΝΟ. Από την ΟΥΡΟΥΓΟΥΆΗ, φιγουράρει ανάμεσα στους πιο γνωστούς σύγχρονους λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Κατά καιρούς έχει υπάρξει δημοσιογράφος και ποιητής, αφηγητής και ιστορικός. Εδώ μας υπενθυμίζει ότι μια μικρή ιστορία έχει να πει μερικές φορές τόσα όσα μια μεγάλη ανάλυση. Το κείμενο αυτό, ΦΩΝΉ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΎ, ΕΊΝΑΙ ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΊΟ ΤΟΥ ΈΡΓΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΆΣΤΗΚΕ ΣΤΑ Γαλλικά. Το πήραμε από το μπλόγκ JAQUOU VS L’ UTOPIE.
    MONTREAL 2011
    Μετάφραση από την LE MONDE DIPLOMATIQUE.
    Δεκέμβρης 2011.

ΚΑΤΑΣΚΕΥΈΣ.
Ήμασταν στο 1964 και η Λερναία Ύδρα του διεθνούς κομμουνισμού είχε ανοίξει διάπλατα τα επτά στόματα της για να καταβροχθίσει τη Χιλή.
Η κοινή γνώμη βομβαρδίζονταν από εικόνες φλεγομένων εκκλησιών, στρατοπέδων συγκέντρωσης, ρωσικών αρμάτων, ενός τείχους του Βερολίνου στη μέση του Σαντιάγο και γενειοφόρων ανταρτών που έκλεβαν τα παιδιά.
Έγιναν εκλογές.
Ο φόβος θριάμβευσε και ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε νικήθηκε. Κατά τη διάρκεια αυτών των θλιβερών στιγμών, τον ρώτησα τι τον είχε πληγώσει.

Ο Αλλιέντε μου διηγήθηκε αυτό που συνέβη ακριβώς δίπλα, σε ένα σπίτι της γειτονιάς Προβιντέντσια. Μια γυναίκα που κοψομεσιάζονταν για να δουλεύει μαγείρισσα, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να είναι και τροφός με αντάλλαγμα έναν ισχνό μισθό έβαλε όλα της τα ρούχα σε μια πλαστική σακούλα και τα έθαψε στον κήπο των αφεντικών της ώστε οι εχθροί της ατομικής ιδιοκτησίας να μην τα καταστρέψουν.

Κάντο Χενεράλ, Πάμπλο Νερούδα, Μίκης Θεοδωράκης.

Εν κατακλείδι λοιπόν. Παντού και πάντα ίδια τα αφεντικά. Φτιασιδώνουν τα καθεστώτα ανάλογα με τα συμφέροντα, τις συγκυρίες και τις αντιστάσεις των λαών. Σκληρά- σκληρότερα ή σκληρότατα. Πάντα για τον ένα και μοναδικό σκοπό, την απρόσκοπη συσσώρευση των κεφαλαίων και της εξουσίας στα ίδια, λιγοστά χέρια.
Την διαιώνιση του είδους των.
Μέχρι να τους μπλοκάρει και εξαφανίσει ο λαϊκός αγώνας, η εξέγερση και η επανάσταση.
Αμήν.

http://www.archivochile.com/Miguel_Enriquez/Doc_sobre_miguel/MEsobre0027.pdf

http://www.lahaine.org/internacional/historia/ultimodiaEnriquez.htm

The Song Remains the Same, Led Zeppelin.

  • Συζητάω με την κόρη μου για κινηματογράφο και της λέω για το πόσο μου άρεσε η ταινία ‘ο Δρόμος της Επανάστασης’, με τον Ντι Κάπριο και την Κέιτ Γουίνσλετ που ξαναείδα προχθές.
    Μου μίλησε για τον ‘Βασιλιά’ που παίζεται αυτές τις μέρες στον ‘Ζέφυρο’, την έψαξε και μου την έστειλε διαδικτυακά.
    Θα την δούμε σήμερα το βράδυ.

Πριν χωρίσουμε της ανέφερα πως
μιας και δεν μπορούμε να κάνουμε την κοινωνική επανάσταση αυτή τη στιγμή ας κάνουμε την προσωπική μας
που σημαίνει πως
έχουμε ιερή υποχρέωση, πάνω απ’ όλα,
ν’ αντέξουμε,
ψυχικά και σωματικά.
Να επιμείνουμε να υπάρχουμε
να μην παραδοθούμε.
Να τινάξουμε από πάνω μας τον αδηφάγο ατομικισμό.

Ν’ ανοιχτούμε στον σύντροφο
με μία τεράστια αγκαλιά,
στον διπλανό, στον κοντινό,
και στον ξένο ακόμη.
Με μπούσουλα την αγάπη, την αδελφοσύνη και την αλληλεγγύη
να προχωρήσουμε
μπροστά.
Ο καπιταλισμός έσβησε.
Δεν έχει πλέον να προσφέρει τίποτα στην ανάπτυξη του ανθρώπου και της κοινωνίας.
Η έχθρα και το μίσος ανάμεσα στους ανθρώπους και τις παρέες, επίσης,

η κηδεία του Πρόσπερο Γκαλλινάρι

DSC02244Είμαστε κοινωνία ανθρώπων
και όχι αγέλη άγριων ζώων που σκοτώνονται για το ποιο θα επικρατήσει.
Ας περιμένουμε λοιπόν με εμπιστοσύνη την μέρα εκείνη που η ιστορία θα μας ζητήσει
και θα μας δώσει την ευκαιρία
να κατασπαράξουμε το τέρας που λέγεται καπιταλισμός και τρώει αχόρταγο και ασταμάτητα τα παιδιά του.

Ευχαριστώ.

In the court of the crimson King, King Crimson.

η διεθνής στην κηδεία του Πρόσπερο

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Π. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 15

 

mike oldfield crime of passion

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΆ :

Γράφω αυτά τα λόγια διανύοντας τις τελευταίες μέρες του Μάρτη ‘13, κρύες μέρες, σκέτη πλήξη. Μπαίνοντας Απρίλης περιμένουμε και την απόφαση του στρατοδικείου στη δίκη του ΕΑ. Εάν μου είχε ζητηθεί, εάν είχα σκεφτεί να καταθέσω μάρτυρας υπεράσπισης των αγωνιστών, ιδιαίτερα του Κώστα Γουρνά που τόσο εντύπωση μου έκανε η τοποθέτησή του, να τι θα έλεγα στους δικαστές :

  • ‘Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι, χοντρικά. Άνθρωποι σκληρόπετσοι και άνθρωποι ευαίσθητοι. Αυτοί οι τελευταίοι ψάχνονται πολύ, έχουν τις κεραίες ορθές, και για κάποιον ανεξήγητο λόγο σκαλίζουν συνήθως έξω από τα γνωστά κανάλια.

Η πραγματικότητα που τους περιτριγυρίζει τις περισσότερες φορές τους αφήνει αδιάφορους, πολλάκις τους πνίγει μπορώ να πω, επιθυμούν διακαώς να την προσπεράσουν.

Να την αλλάξουν, να την ομορφύνουν.

Είναι αυτή που δημιούργησαν οι προαναφερθέντες σκληρόπετσοι, αυτή που υφίσταται χάρη στην ανοχή των υπολοίπων.

Είναι πολλοί οι σκληρόκαρδοι, γίνονται περισσότεροι όμως χάριν της προπαγάνδας.

Από τα παλιά χρόνια οι κρατούντες έχουν στη διάθεσή τους μέσα πολλά για να διαχέουν τις απόψεις τους, τελευταία μάλιστα τους δόθηκε ένα πανίσχυρο που εκτός από τον λόγο περιλαμβάνει και εικόνα.

Εικόνα που εισβάλλει ακάθεκτη σε κάθε σπίτι, σε όλες τις γωνιές του πλανήτη, κυριεύει τα μυαλά και τα επηρεάζει.

Κάποιοι αντιστέκονται, οι περισσότεροι όχι.

Έτσι έγινε και μ’ εμάς, με πολλούς της γενιάς μου.

Από τη μια βλέπαμε αστροναύτες να πατούν στο φεγγάρι και από την άλλη ένα πανέμορφο παλικάρι αιχμαλωτισμένο ν’ αφήνει την τελευταία του πνοή, δολοφονημένο από κοντοκουρεμένους στρατιώτες.

Από την μία πανίσχυρους στρατοκράτες να μαλώνουν διαμοιράζοντας την παγκόσμια λεία τους και από την άλλη τους άντρες του λαϊκού απελευθερωτικού στρατού με το αστέρι στη στολή τους να ταπεινώνουν τη τρίτη κατά σειρά αυτοκρατορία.

Έναν πρόεδρο να πέφτει με το πολυβόλο στο χέρι αντιμετωπίζοντας τους σύγχρονους ναζί που σταματούν βίαια ένα πανέμορφο κοινωνικό πείραμα.

Λαοί και αγωνιστές να βασανίζονται βάναυσα όταν και εκεί που παλεύουν να βγάλουν αληθινά τα όνειρα και τα ιδανικά τους.

Όλα αυτά στο όνομα του νόμου και της τάξης.

Όλα αυτά στο βωμό του κέρδους, του πλουτισμού, του διαχωρισμού.

Άνθρωποι εναντίον αγορών.

Άνθρωποι εναντίον εμπορεύματος.

‘Ανάπτυξη’ ενάντια στην ελευθερία.

Άνθρωποι ενάντια σε ανθρώπους

Σκλαβιά ενάντια στην αυτονομία.

Εδώ στα μέρη αυτά, μας φλομώνουν με βασιλιάδες και συνταγματάρχες, κομματάρχες και στρατηγούς.

Μας ζαλίζουν τον έρωτα με καραβανάδες ενάντια σε εκτοπισμένους.

Μαθαίνουμε ότι όλοι αυτοί οι καραβανάδες είναι απόγονοι, αδέλφια και ξαδέλφια άλλων τέτοιων ένστολων καθαρμάτων, συνεργατών των ναζί που αφάνισαν την χώρα κάποια χρόνια νωρίτερα. Αυτών που αιματοκύλισαν τον πλανήτη ολάκερο και την δική μας πατρίδα.

Πάλι για να βάλουν στο χέρι τον πλούτο, να ελέγχουν και τα περάσματα.

Όλα για την μαρμίτα, ο άνθρωπος ανύπαρκτος.

Γέμισαν φυλακές και ξερονήσια οι απόγονοι των δημίων με ψυχές.

Φάτσες ξεπλυμένες ενάντια στην ομορφιά και την ευαισθησία.

Στον κόσμο παντού οι νέοι τραγουδούν την ελευθερία και την ανατροπή, εξεγείρονται.

DSC02240

Εξυμνούν τους αντάρτες. Τους μαχητές με τ’ αστέρια στους μπερέδες.

οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse 3

Ελευθερία από την απληστία.

Ελευθερία από τον διαχωρισμό.

Για την αδελφοσύνη και την ισότητα.

Αυτόνομα από τις παλιατζούρες.

Μας αρέσει λοιπόν.

Ερωτευόμαστε τον αγώνα.

Ερωτευόμαστε την αλληλεγγύη και το μοίρασμα.

Ερωτευόμαστε την ομορφιά.

Ερωτευόμαστε τον έρωτα.

Αυτοί είναι και άσχημοι και καταστροφείς.

Είναι και ανέραστοι πανάθεμα με.

Κυνηγούμε το καινούριο.

Ερωτευμένοι με τον φόβο, πουλάνε φόβο, πλασάρουν φόβο.

Σπέρνουν τον φόβο.

Ευνουχισμένοι.

Οι απογοητευμένοι σπέρνουν απογοήτευση.

Φτιάχνουν πατρίδες με το ζόρι.

Διώχνουν ανθρώπους απ’ τα σπίτια τους.

Διχοτομούν λαούς.

Οπαδοί της καταπίεσης, όλα με το ζόρι.

Οργανώνουν πραξικοπήματα, μαντρώνουν χιλιάδες. Σε στάδια, σε γήπεδα, σε φυλακές, σε στρατόπεδα.

Πάντα ο Γολιάθ ενάντια στον Δαυίδ.

Ρίχνουν φωτιά σε δάση και βουνά.

Καταστρέφουν τον πλανήτη. Τον μπουκώνουν χημικά.

Βασανίζουν χιλιάδες. Δολοφονούν χιλιάδες.

Γίνονται σύμβολα παγκόσμια κάποιοι νεαροί με μακριά μαλλιά και μαντίλια στο λαιμό.

Νεολαίοι υμνούν την αντίσταση, τραγουδούν την εξέγερση και την επανάσταση.

Οι αστυνομίες τους κυνηγούν. Σπάζουν κεφάλια, δολοφονούν.

Πληρώνονται να κυνηγούν το λαό.

Πάντα τις λαϊκές μάζες.

Ποτέ τους ευκατάστατους. Ούτως ή άλλως αυτοί δεν διαμαρτύρονται ποτέ, γιατί να το κάνουν!

Ένα μεγάλο γιατί μας στοιχειώνει.

Ρωτάμε, συζητάμε, σκεφτόμαστε, καταλαβαίνουμε.

Αποφασίζουμε.

Hasta la victoria siempre!

Μέχρι την τελική νίκη!

 

Γκεβάρα

Θα παλέψουμε μέχρι την τελική νίκη.

Με όλα μας τα όπλα.

Στο λόγο τους θα αντιτάξουμε τον δικό μας, στα όπλα τους τα δικά μας, στη βία τους την δική μας.

Πολυχρωμία ενάντια στον γύψο.

Καταστρέφουν, ρυπαίνουν, βρωμίζουν τον πλανήτη.

Μόνη τους έγνοια να βάλουν χέρι στους φυσικούς πόρους.

Θυσιάζουν τον άνθρωπο. Διαβάλουν τον άνθρωπο.

Βιάζουν τη φύση.

Μετρώντας παρά.

Διαμοιράζουν τα ιμάτια.

Όλα για τα ιμάτια.

Ο άνθρωπος εξαφανισμένος.

Και ονόμασαν τους αγωνιστές αλήτες.

Παίζουν με τα νοήματα, βιάζουν τα νοήματα. Διαβάλουν τα νοήματα.

Οι τρομοκράτες αποκαλούν έτσι τους αγωνιστές.

Την ανομία ονόμασαν νόμο και την παρανομία νομιμότητα.

Εμείς λοιπόν με αυτή τη νομιμότητα χωρίζουμε.

Την εξαφανίζουμε από το λεξιλόγιό μας γιατί

‘συλλογιέται καλά αυτός που συλλογιέται λεύτερος’.

Ο ελεύθερος.

Αυτοί όλοι δούλοι του μεγάλου τους πάθους. Του χρηματισμού και της εξουσίας.

Λυπούμαστε, δεν θα πάρουμε.

Λυπάμαι, εμείς είμαστε από άλλο ανέκδοτο.

Εσείς τον ονομάζεται ουτοπία αυτόν τον πλανήτη.

Εμείς λέμε ‘κάλλιο αργά παρά ποτέ’.

‘σώπα, όπου να ναι θα σημάνουν οι καμπάνες’ τραγουδά ο ποιητής.

Κάποιοι από εμάς, τα παιδιά μας ίσως, θα είναι εκεί όταν σημάνουν.

Πάλι ο ποιητής γράφει πως ‘σημασία έχει το ταξίδι’, κάποιοι από εμάς θα το γευτούν το τέρμα που δεν τελειώνει.

Νιώθουν γεμάτοι επειδή αγωνίζονται. Δεν σέρνονται σαν τα σκουλήκια.

Καλοί και οι σκώληκες, περήφανα τα λιοντάρια, πανέμορφη η πτήση του αετού.

Λάμπουν τα μάτια του γερακιού, ακονίζει τα νύχια του στην πέτρα.

Λαδώνει το όπλο του ο αντάρτης.

Βαπτίσατε κατάσκοπο καθάρματα τον Μπελογιάννη. Για να τον εκτελέσετε, και τον Πλουμπίδη!

Βαπτίσατε ταραχοποιό τον Αλλιέντε.

Δεν είναι ταραχοποιοί αυτοί που δικάζετε.

Ελεύθεροι άνθρωποι είναι. Εσείς εκτελείτε εντολές.

Το καθεστώς μας εκτελεί κάθε ώρα, κάθε στιγμή. Μη το στηρίζετε.

Αυτοί είναι οι ταραχοποιοί.

Διαχωρίστε τη θέση σας από αυτό το αυταρχικό μόρφωμα, κύριοι.

Συμπλεύστε με την ελευθερία.

-Τα στοιχεία της γοητείας του μύθου της Αντιγόνης

Το πρώτο στοιχείο της γοητείας που ασκεί ο μύθος της Αντιγόνης είναι η γενναιότητα του νεαρού κοριτσιού. Η Αντιγόνη αντιπροσωπεύει την ηρωίδα που δεν κάμπτεται, το σύμβολο της αντίστασης και της αξιοπρέπειας. Το όνομά της και μόνο καθορίζει μια στάση ζωής. Δεν είναι ούτε μάρτυρας, ούτε αγία, παρόλα αυτά βρίσκει το θάρρος να ακολουθήσει χωρίς παρεκκλίσεις την πορεία που έχει χαράξει.

Το δεύτερο είναι ότι αποτελεί την ενσάρκωση της αιώνιας νεότητας που εκφράζει αξίες πανανθρώπινες και άχρονες: τους δεσμούς που δένουν τους ανθρώπους μεταξύ τους, το να μένεις πιστός σε αυτά που πιστεύεις ανεξάρτητα με το κόστος, την αντίσταση στην απολυταρχία της εξουσίας, θέματα αιώνια που απασχόλησαν και απασχολούν το θέατρο και το μυθιστόρημα, την ψυχολογία και την φιλοσοφία-.

Ας επιστρέψουμε λιγάκι παλαιότερα, εκεί που φτιαχνόταν η ψυχή μας :

Μέσα σε γραφεία λουσάτων εταιριών που λυμαίνονται τους πόρους και σε πρεσβείες ατσαλάκωτοι διευθυντάδες οργανώνουν πραξικοπήματα.

Στις φωλιές τους οι μαχητές οργανώνουν την αντίσταση, απαγάγουν τα στελέχη, ζητούν την απελευθέρωση συντρόφων τους, ζητούν να μπει φρένο στο ξεπούλημα. Ανατινάζουν στρατόπεδα, λεηλατούν τράπεζες. Τα παντοτινά σύμβολα της ληστείας. Δημεύουν τα κέρδη.

Πάντα συνέβαινε αυτό, δείτε Κύπρο.

Τώρα τα πραξικοπήματα είναι ‘μοντέρνα’, οργανώνονται στις τράπεζες και τα χρηματιστήρια. Στις εταιρίες διακίνησης κεφαλαίων, μιας και το κεφάλαιο έγινε χρηματιστικό.

Πάντα για τον έλεγχο των πόρων, των διόδων.

Πετρέλαιο, νερό, τα μονοπάτια του εμπορίου, αέριο, τις οδούς.

Ήρθε η Αραβική Άνοιξη και πανηγυρίζατε γιατί είδατε καινούριες ευκαιρίες ληστείας.

Ένα χρόνο μετά και ο αγώνας συνεχίζεται.

Εσείς τώρα τσιμουδιά. Γιατί άραγε ;

Μάλλον γιατί οι λαοί, όπως και σ’ εμάς το ‘21, δεν παλεύουν να διαλέξουν αφεντικό αλλά για την χειραφέτηση.

Στη θέση του Μουμπάρακ μπήκε ένας ‘αδελφός Μουσουλμάνος’. ο λαός ξανά στο περιθώριο.

Στη θέση του Πασά ο  Μαυροκορδάτος, ο Μιαούλης ή ο Κανάρης, ο Όθωνας ή …. το Κενοβούλιο.

κι όλοι πίνουν εις υγείαν του κορόϊδου, οι διεθνείς οίκοι, τα αληθινά αφεντικά

Ο λαός παντοτινά στο περιθώριο, ποιος του δίνει σημασία!

Γι αυτό και οι ευαίσθητοι αγωνίζονται, γιατί είναι κομμάτι αυτού του λαού, το πιο προχωρημένο του, το απαλό και μυρωδάτο. Σαν το χάδι.

Οι χοντρόπετσοι ξέρουν να διατάζουν.

Για τις τσέπες και τα οφίτσια.

Οι λεπτόψυχοι αγωνίζονται.

Για τα δίκια, τη λευτεριά, την αυτονομία.

Τον άνθρωπο.

Όλα για τον άνθρωπο εμείς.

Όλα για τις τσέπες τους αυτοί.

Εσείς στη μέση. Με ποιανού τη μεριά θα πάτε ;

Προς τα που θα γύρει η ζυγαριά σας ;

Σας έδωσαν ένα πόστο, μια δουλειά, ένα καθήκον : να υπηρετείτε τον άνθρωπο, το λαό και το δίκιο.

Αφουγκραστείτε λοιπόν με προσοχή τους εαυτούς σας, τις καρδιές και τη φωνή των απλών ανθρώπων.

Προς τα που πέφτει το δίκιο ;

Ποιοι ζημιώνουν τους απλούς ανθρώπους ;

Tο καθεστώς ή οι αγωνιστές ;

Αναρωτιέμαι : γιατί κάποιες επαναστάσεις να είναι ‘καλές’ και κάποιες όχι ! ;

Τραγουδάμε εμείς κι οι Γάλλοι στον ύμνο μας την επανάσταση. Ας δούμε τι έγινε, ένα λεπτό. Επαναστάτησαν ενάντια στον βασιλιά και τους φεουδάρχες οι λαοί και τους πέρασαν από μαχαίρι. Ζήτω λοιπόν. Τους κοροϊδεύει βέβαια ο βασιλιάς και οι φεουδάρχες- τσιφλικάδες τους ανόητους, διωγμένοι από την πόρτα ξαναμπαίνουν από το παράθυρο. Στο προσκήνιο και πάλι, πιάνουν τα καλά κρεβάτια, το τραπέζι, τους καναπέδες και τις πολυθρόνες, τα ντιβάνια, ρίχνουν τον λαουτζίκο στο υπόγειο, του πετούν και κάτι ψίχουλα, ούτε γάτα ούτε ζημιά. Βάζουν και τους διανοούμενους στο κόλπο να νοηματοδοτούν όσο πιο ύπουλα γίνεται την ληστεία, να γεμίζουν αέρα κοπανιστό τα μυαλά των ανόητων, πως δήθεν όλα γίνονται στο όνομά του, για το καλό του. Φέρνουν και τα σκυλιά τους, τους φορούν και στολές για να κορδώνονται, και να τρομοκρατούν κάθε που πάει να σηκωθεί κεφάλι.

Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς χειρότερα!

Δημοκρατία, το λέει και η λέξη, είναι το κράτος του δήμου.

Βλέπετε εσείς κανένα Δήμο να κρατεί ;

Εγώ όχι. Τυφλός και κουτός δεν είμαι, ακόμη τουλάχιστον.

Αυτοί που έμαθαν να οικονομούν απ’ των άλλων την δουλειά κρατούν. Αυτοί που ξέρουν να οικονομούν χωρίς να δουλεύουν.

Αυτοί που κατέχουν τη γη, τους πόρους, τα χρήμα, τα περάσματα.

Μεγάλες εταιρείες που φτιάχνουν και διακινούν κεφάλαια, οικονομικά προϊόντα, όπλα, ενέργεια.

Που οργανώνουν τους πολέμους, οικονομικούς και στρατιωτικούς. Για την αρπαγή των πόρων.

Για να ελέγχουν τις οδούς, τα περάσματα.

Όπως ανέκαθεν γίνονταν.

Φωνάζουν και τα παπαγαλάκια και τα ΜΜΕ πως οι αντιπρόσωποι αποφασίσανε, αυτοί που εμείς στείλαμε στο κυνοβούλιο, δημοκρατία γαρ.

Βέβαια δεν λένε ποτέ πως οι αντιπρόσωποι στον αρχηγό υπακούν, που υπακούει στις πιέσεις αυτών που του επιτρέπουν να αρχηγεύει, που χρηματοδοτούν το κόμμα και τα ψώνια τους δηλαδή.

Συναίνεση δημιουργούν οι διανοούμενοι στο κόλπο.

Κέρδισε τον πόλεμο των νοημάτων ο βασιλιάς και η φεουδαρχία, σας τα είπε εξαιρετικά πρωτόδικα ο Κώστας ο Γουρνάς.

Φλομώνει φούμαρα τον λαό η διανόηση, τον τρομοκρατεί διαρκώς με καμπάνιες δηλητήριο.

Τον κρατάει υπόδουλο.

Έκανε λοιπόν επανάσταση ο λαός, καλή η επανάσταση. Καινούρια αφεντικά στο κεφάλι. Σάρκα από την σάρκα του. Μπράβο στον λαό.

Στην θέση του πασά τον βασιλιά, μπράβο.

Στη θέση των προεστών καινούριους νταβατζήδες. Τα λεφτά δανεικά για να τους κρατούν σφιχτά πιασμένους απ’ τ’ αρχίδια, να με συγχωρείτε. Τώρα όλα γίνονται νόμιμα, με την ψήφο. Ανοχής. Στον οίκο ανοχής.

Μπράβο.

Η εκκλησία πανταχού παρούσα, δεν διαμαρτύρεται ποτέ, όλα τα σφάζει-όλα τα μαχαιρώνει. Ευλόγησε όλους του δικτάτορες η εκκλησία. Προνόμια δεν έχασε ποτέ κι από κανέναν. Θεοσεβούμενοι βλέπετε οι δολοφόνοι, να μη κερδίσουν μια θέση στον παράδεισο, επίγειο ή ουράνιο!

Δουλειά κανένας! Είναι αμαρτία, μοναχά το πόπολο να αμαρτάνει!

Άλλοι παράγουν, άλλοι ωφελούνται.

Στο όνομα της δημοκρατίας.

Ο λαός βογκά στο περιθώριο.

Ο δεσπότης ρέβεται.

Από παιδί αναρωτιόμουν γιατί οι παπάδες να είναι χοντροί!

Λεπτός και αποστεωμένος ο Χριστός και οι άγιοι του. Και του λαού οι άγιοι το ίδιο.

Είδατε ποτέ στην ιστορία αντάρτη και χοντρό. Δεν είμαι ρατσιστής ρε γαμώτο, απλά, αναρωτιέμαι. Μάλλον όλοι οι άλλοι σκέφτονται με την κοιλιά!

Το φούσκωμα της τσέπης μάλλον συμβαδίζει με το φούσκωμα του στομαχιού.

Έχω συναντήσει και εξαιρετικούς ανθρώπους του θεού, δεν λέω. Λίγους δυστυχώς.

 

«Προχθές αργά στο μπαρ το ναυάγιο Βρέθηκα να τα πίνω μ’ έναν άγιο Καθότανε στο διπλανό σκαμπό και κοινωνούσε με ουίσκι και νερό Του είπα παππούλη τι ζητάς εδώ Δεν είναι μέρος για έναν άγιο αυτό μου λέει, τέκνον κάνεις μέγα λάθος εδώ είναι ο φόβος των ανθρώπων και το πάθος Κοίταξε γύρω του στεγνούς και μεθυσμένους και μου είπε εγώ τους αγαπάω τους κολασμένους αν θες ν” αγιάσεις πρέπει ν” αμαρτήσεις Ε κι αν προλάβεις, ας μετανοήσεις Προχθές αργά στο μπαρ το ναυάγιο Βρέθηκα να τα πίνω μ έναν άγιο καθότανε στο διπλανό σκαμπό Και κοινωνούσε με ουίσκι και νερό καθότανε στο διπλανό σκαμπό Στο τέλος πλήρωσε και το λογαριασμό» powered by Rubicon Project Μουσική / Στίχοι: Αρλέτα…

– Ο Camilo Torres Restrepo ήταν Κολομβιανός πρεσβύτερος, αντάρτης και επαναστάτης, πρόδρομος της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, συνιδρυτής της πρώτης Σχολής Κοινωνιολογίας και μέλος του Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού της Κολομβίας

 

Άντε

ρίξανε τον βασιλιά.

βάλανε πρόεδρο στην δημοκρατία

τον δήμο δεν τον ρώτησαν νομίζω, δεν τον ρωτάει ποτέ ο πρόεδρος τι να κάνει, απλώς το κάνει.

Δεν είπε ποτέ ο δήμος να μοιράσουν τα ιμάτια μεταξύ τους. Τους πόρους, τις μίζες κλπ. προνόμια.

Τι είναι οι τραπεζίτες, αναρωτηθήκατε ποτές ;

Ποια η δουλειά τους και τι προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο ; Ποια επακόλουθα ; Στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Γιατί απολαμβάνουν τόσα προνόμια, κράτος εν κράτη ;

Ποιος έχει εκλέξει τους τραπεζίτες που μας κυβερνούν ; Για να έχουνε άποψη και λόγο.

Πάντα στις θέσεις κλειδιά βλέπετε διορισμένους. Ποιανού τη θέληση θ’ ακολουθήσουν ;

Στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στον κόσμο.

Φυτεμένοι από τα πάνω.

Με αποφάσεις ληστρικές κυβερνιούνται οι λαοί.

Δημιουργούνται άπειροι μετανάστες.

Έχουμε χιλιάδες αυτοκτονίες. Αριθμοί θα μου πείτε, στατιστικές!

Χρεοκοπίες, ανθρώπων, χώρες ολόκληρες καταρρέουν.

Κι αυτούς που αντιστέκονται, που πολεμούν τους ονομάζουν αλήτες, ταραχοποιούς, τρομοκράτες.

Όλους αυτούς που μας εμποδίζουν να ζούμε τους έχει ήδη καταδικάσει η ιστορία, όλους όσους εμποδίζουν την ιστορία να προχωρήσει μπροστά, ν’ ανοίξει πανιά προς το καινούριο. Το όνειρο.

Δεν μπορείτε να σταματήσετε την ιστορία εσείς που γδέρνετε τα όνειρά μας!

Ο καπιταλισμός έχει πλέον χρεοκοπήσει, βρίσκεται στην εντατική, φτάνει να τραβήξει κάποιος το σωληνάκι, αυτόν τον κάποιον τρέμετε!

Είναι καταδικασμένοι από την ιστορία αυτοί που κρατούν στη ζωή το σύστημα με τεχνητά μέσα.

Νεκροθάφτες είναι της ελπίδας.

Ο πασάς, ο λουδοβίκος, ο σαμαράς κι ο βενιζέλος. Ο γιωργάκης ο κωστάκης και το κακό συναπάντημα, μπήκε και ο τσίπρας στο κόλπο!

και μαζί τους όλοι αυτοί που δεν έχουν την πυγμή να κάνουν πέρα από μόνοι τους.

Που να βρουν άραγε φιλότιμο ; Δεν το πουλάνε ούτε το μοιράζουν στα μέρη που συχνάζουν το φιλότιμο,

ποιος το έχασε για να το βρούνε ;

Στα μέρη τους λέξη άγνωστη κατάντησε!

Λείπει δραματικά από τις γνωριμίες τους, τους φίλους και κουμπάρους.

Το χρονοντούλαπο της ιστορίας άνοιξε και τους περιμένει, αργά ή γρήγορα, είναι αναπόφευκτο, θα τους ρουφήξει, θα το επισκεφτούν, θα τους χώσει η κοινωνία, εκείνη η πλευρά της που αγωνίζεται, που θα πάει!

Λευτερώστε τα καλύτερα παιδιά της.

Λευτερώστε τα καλύτερα παιδιά της!

Ανοίξτε τα μπουντρούμια να μπει καθαρός αέρας.

Δεν μπορείτε να κάνετε πως δεν βλέπετε!

έχουμε γερά γονίδια εμείς, Πανίσχυρα , αντέξαν αιώνες.
μας γέννησε ο Προμηθέας, που αψήφησε τον Δία και τις εντολές του!
μάνα μας η Αντιγόνη, που θυσίασε τη ζωή υπακούοντας την καρδιά της και όχι τους νόμους της όποιας εξουσίας!

Εμείς είμαστε εγγόνια των Μακρονησιωτών, εγγόνια της κομμούνας και των σοβιέτ, ξαδέρφια των Βιετναμέζων μαχητών, αδέρφια των Τουπαμάρος ανταρτών, παιδιά του Φιντέλ και του Γκεβάρα! Του Ενρίκεζ, του Αλλιέντε και των φενταγίν!

Της ανατρεπτικής ιστορίας της ανθρωπότητας παιδιά είναι αυτά που δικάζετε εκεί μέσα.

Μαμή η ανάγκη για ελευθερία και δικαιοσύνη, για αρετή και αλληλεγγύη και αξιοπρέπεια. Παλικαριά και γενναιότητα. Κάλλος και ανδρεία.

Τα γέννησε η ανάγκη του ανθρώπου να σκεφτεί αυτόνομα, να σπάσει την καταπίεση, τα δεσμά του καπιταλισμού και της αλλοτρίωσης!

Η ανάγκη για ανθρωπιά και αλληλεγγύη.

Η ανάγκη να μοιράσουν και να μοιραστούν.

Άλλα τα μονοπάτια αυτών των παιδιών, διαφορετικά τα δικά μας.

Κοινή η πορεία, όμοια και η ρίζα.

Politiqui, Alpha Blondy.

»Θέλω μια ριψοκίνδυνη ζωή
Θέλω μια ζωή όπως αυτή των ταινιών
Θέλω μια υπερβολική ζωή
Θέλω μια ζωή όπως ο Steve McQueen
Θέλω μια ζωή που δεν είναι ποτέ αργά
Από εκείνες που δεν κοιμάστε ποτέ         Vasco Rossi
Θέλω μια ζωή, θέλω γεμάτη φασαρίες» 

αυθόρμητη συνέντευξη στον πρώην ταξιαρχίτη Paroli

Δημοσιεύτηκε στις 7 Φεβ 2015

Δημοσιεύτηκε στις 19 Μαρ 2011
συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε από την Σύνταξη του CORTOCIRCUITO, φοιτητικής εφημερίδας του Reggio Emilia. για πληροφορίες:http://www.cortocircuito.re.it

ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ-Μπαλάντα για μια λυπημένη χώρα.-

Ανέβηκε στις 18 Δεκ 2009

Οι μέρες είναι μαγικές
όταν μπορούμε και γελάμε δίχως φόβο
όταν δεν έχει θάνατο του πρωινού καφέ η κουβεντούλα

DSC02240

6 σεπτεμβρίου 1971! η απόδραση από την Punta Carretas

6 settembre

 

στις 6 σεπτεμβρίου του 1971, είναι μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα, και στην φυλακή της Punta Carretas βασιλεύει εκείνη η φαινομενική ηρεμία που πάντοτε ανακοινώνει πως κάτι μεγάλο πρόκειται να συμβεί. όντως, όταν οι φύλακες βάζουν στα κελιά τους τους κρατούμενους, αντιλαμβάνονται πως λείπουν για τα καλά εκατόν έντεκα. εκατόν έξι τουπαμάρος, περιλαμβανομένου του Raul Sendic, που από τους αντάρτες είναι ο αναγνωρισμένος αρχηγός, και μια ολόκληρη ομάδα ληστών τραπεζών, εκείνη του Negro Vinas, ενός ‘atracador’, ληστού, που πολιτικοποιήθηκε στην φυλακή.

οι αστυνομικοί που προχωρούν προς τα πίσω το τούνελ, διαμέσου του οποίου οι tupamaros το έσκασαν, βρήκαν ένα σημείωμα που έγραφε : »σήμερα όπως πάντα, στον αγώνα για την ελευθερία». οι αντάρτες είχαν όντως αποδράσει χρησιμοποιώντας στο μεγαλύτερο μέρος του το tunnel που σαράντα χρόνια πριν ο Roscigna και οι άνθρωποί του είχαν σκάψει.

σύμφωνα με τον διοικητή της οργάνωσης και σήμερα σενατόρε στην Uruguay, τον Eleuterio Fernández Huidobro, η γέννηση του κινήματος των Tupamaros πηγαίνει πίσω στα 1965.
ξεκίνησαν με δράσεις ληστειών σε τράπεζες, με επιθέσεις σε κύκλους και άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες στα πρώτα χρόνια του εξήντα, και ακολουθούσε η διανομή στις φτωχογειτονιές του Montevideo τροφής και χρημάτων.
με τα χρόνια οι τουπαμάρος απέκτησαν γρήγορα λαϊκή αποδοχή αναγκάζοντας και το κομουνιστικό κόμμα της Ουρουγουάη να συνυπάρχει με το κίνημα, αφού όμως στην αρχή είχε καταδικάσει τις ενέργειες.

από το 1968 και μετά η καταστολή, αστυνομική και στρατιωτική που πραγματοποίησε η κυβέρνηση σκλήρυνε αποδίδοντας την σύλληψη πολλών διαφωνούντων που στη συνέχεια συστηματικά βασανίζονταν σύμφωνα με τις τεχνικές που οι αμερικανοί δίδασκαν στα στρατιωτικά καθεστώτα στους διάφορους στρατιωτικούς λατινοαμερικάνικους μηχανισμούς. έτσι οι tupamaros ξεκινούν να πράττουν πολιτικές απαγωγές και εκτελέσεις, όπως αυτή του Dan Mitrione, του πράκτορα του FBI που κατηγορήθηκε πως εκπαίδευσε σε τεχνικές βασανιστηρίων τις αστυνομικές δυνάμεις σε διάφορες λατινοαμερικανικές χώρες.

τον ιούλιο του 1973 οι στρατιωτικοί αναλαμβάνουν την εξουσία στην Uruguay και η καταστολή γίνεται ακόμα πιο βίαιη με την σύλληψη των διοικητών tupamaros Raúl Sendic, Eleuterio Fernández Huidobro, Mauricio Rosencof, José Mujica, Adolfo Wasem, Julio Marenales, Henry Engler, Jorge Manera και Jorge Zabalza, που φυλακίστηκαν σε συνθήκες κτηνώδους απανθρωπιάς, συνεχών βασανιστηρίων, προσπαθώντας να τους εμποδίσουν οποιαδήποτε επικοινωνία και υπό την απειλή της εκτέλεσης στην περίπτωση οποιαδήποτε δράση θα είχε λάβει χώρα από πλευράς MLN-T, οποιασδήποτε φύσεως και αν ήταν αυτή.

μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Uruguay το 1985, οι Tupamaros επέστρεψαν στην δημόσια ζωή σαν μέρος ενός πολιτικού κόμματος, το Κίνημα Λαϊκής Συμμετοχής, il Movimiento de Participación Popular (Movimento di Partecipazione Popolare)

δημοσιεύτηκε στην Ταξική Ιστορία

infoaut 3.0

http://www.online-movie-films.com/drama/serpico-%CF%83%CE%B5%CF%81%CF%80%CE%AF%CE%BA%CE%BF-1973/

Σέρπικο

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ξ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 13

U2 with Patti Smith, Gloria and People Have the power

 

Αγαπώ πολύ αυτήν την πόλη. Υπάρχουν γύρω- γύρω οι αγαπημένες μου γωνιές. Η καρδιά όμως είναι το τετράγωνο πλατεία Σάντα Κρότσε, [ Piazza Santa Croce ], πλατεία  Σινιορία [Piazza Signoria ] με το Παλάτσο Βέκιο [ Palazzo Vecchio ], το Δημαρχείο δηλαδή και την Γκαλλερία Ουφίτσι, Galleria degli Uffizi ], το τεράστιο Μουσείο-Πινακοθήκη. Πάμε Πόντε Σάντα Τρίνιτα, [Ponte Santa Trinita] η γέφυρα της Αγίας Τριάδας, περνάμε το ποτάμι από την άλλη μεριά, φτάνουμε μέχρι την πλατεία ντέι Μότζι, Piazza dei Mozzi] διασχίζουμε την γέφυρα των Ευχαριστιών [Ponte alle Grazie] και επιστρέφουμε στην πλατεία του Τίμιου Σταυρού. Παραποτάμια και μη είναι η αγαπημένη περιοχή, η καθημερινή βόλτα που απλώνεται μέχρι την πλατεία του αγίου Μάρκου. Με χαριτωμένα δρομάκια, κίνηση, φασαρία, πολυκοσμία, εξαιρετικά κτίρια, μεγάλη ομορφιά.

Και πάνω από τα κεφάλια μας, ψηλά στους λόφους, ανεβαίνοντας από στριφογυριστούς κατάφυτους δρόμους, δρομάκια και μονοπάτια, το πανέμορφο Piazzale Michelangelo, το τεράστιο Πιατσάλε του Μιχαήλ Άγγελου. Μέχρι την Fortezza da Basso, το Κάστρο. Και πάλι κάτω.
Με ήλιο και συννεφιά. Η ομορφιά είναι ανίκητη.
Στο ξανάπα. Η καντίνα για την οποία ήδη μίλησα είναι εκεί κάτω, μέσα σε αυτό το μεγάλο τετράγωνο, πίσω ακριβώς από την πλατεία Mozzi. Εκεί, στην ίδια περιοχή, στη γωνία του δρόμου, στο ισόγειο, μες τη βουή κατοίκησα μια χρονιά. Έχω για παρέα τον γάτο που κάποιος φίλος μου δώρισε και ονομάζω Ερνέστο. Και του μιλώ με τις ώρες για τις εξελίξεις πίνοντας και καπνίζοντας, δεν παραλείπω να του αδειάσω κι εκείνου μια τζούρα!

Η πλατεία έχει κήπο. Στο δρόμο που την διασχίζει υπάρχει μπαράκι που για κάτι φεγγάρια το κάνουμε στέκι. Αργότερα μαθαίνουμε πως έχει γυριστεί ταινία εκεί, περίφημη. Του Mario Monicelli. Mε πλειάδα γνωστών την εποχή ηθοποιών που φωτογραφίες τους κοσμούν την εσωτερική του σάλα. Ugo Tognazzi, Philippe Noiret, Duilio del Prete, Gastone Moschin, η Όλγα Καρλάτου και ο Αντόλφο Τσέλι γυρίζουν κάμποσες σκηνές εκεί μέσα το 1975. ‘Οι εντιμότατοι φίλοι μου’ λέγεται η ταινία. ‘Amici miei’, έδωσε το όνομα και στο καφέ.
Έχει μείνει από αυτή τη ταινία γνωστή στην ιστορία εκείνη η στιγμή που οι φίλοι μας, μαζεμένοι στον σιδηροδρομικό σταθμό, χαστουκίζουν! τους ταξιδιώτες οι οποίοι σκύβουν από τα παράθυρα του τραίνου που αναχωρεί για να αποχαιρετήσουν φίλους και συγγενείς. Μες τα γέλια και την καλή χαρά.

Έχει καινούρια φλιπεράκια τοποθετήσει ο ιδιοκτήτης εκείνους τους καιρούς κι έτσι μας κερδίζει. Και οι συμπαθέστατοι πρωταγωνιστές μας κοιτούν αφ’ υψηλού να σπάζουμε τα ρεκόρ μας, την μια μέρα μετά την άλλη.
Είναι τα χρόνια που ξεκινούν να ξεφυτρώνουν στην πόλη τα πρώτα μακροβιοτικά εστιατόρια και κάνουν αμέσως θόρυβο. Δύο για την ακρίβεια.
Θυμάμαι πολύ καλά το πρώτο διότι το επισκέπτομαι συχνά. Ένα μεγάλο υπόγειο, λιτά επιπλωμένο με ξύλο, στην συνοικία Σάντο Σπίριτο, διασχίζοντας το γεφύρι της Σάντα Τρίνιτα κόβεις αριστερά. Υπάρχει μεγάλη περιέργεια για τις ‘καινούριες’ τροφές και γεύσεις, δειλά -δειλά ξεκινά η κουβέντα για την σωστή διατροφή. Καταστήματα πάντως να πωλούν προϊόντα εναλλακτικά δεν υπάρχουν ακόμη, βιολογικά κλπ.
Λίγο νωρίτερα, κάποια μέτρα μακρύτερα, στην κεντρική πλατεία της γειτονιάς, μπροστά στην εκκλησία, γίνεται και η συναυλία των Άρεα.
Πίτα στον νεαρόκοσμο, μένω αποσβολωμένος με τις φωνητικές δυνατότητες αυτού του σπουδαίου Έλληνα καλλιτέχνη, του Δημήτρη του Στράτου. Έχουμε ακούσει πολλά να λέγονται γι αυτόν αλλά το να παρακολουθείς από κοντά συναυλία του είναι το κάτι άλλο. Τον έχουμε γνωρίσει λίγες μέρες νωρίτερα στο σπίτι γνωστού σου όταν ήρθε για να φιξάρει τα οργανωτικά θέματα που έχουν να κάνουν με το κοντσέρτο. Είναι συμπαθών της Avanguardia Operaia, τριγυρίζεις κι εσύ εκεί γύρω εκείνο τον καιρό και έτσι έχεις τα κονέ, τις διασυνδέσεις. Εσένα καλούν για καφεδάκι στο σπίτι που γίνεται η συνάντηση και με παίρνεις μαζί σου.

Έτσι έχουμε την μεγάλη τύχη να συναντήσουμε αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο και να τα πούμε από κοντά. ΑΦΉΝΕΙ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΊΑ ΤΟΥ ΠΝΟΉ ΛΊΓΑ ΧΡΌΝΙΑ ΑΡΓΌΤΕΡΑ ΣΤΗΝ Νέα Υόρκη, νικημένος από μια καιά ασθένεια. Στο Μιλάνο διοργανώνουν συναυλία οικονομικής ενίσχυσης για την θεραπεία του και μαζεύονται εκατό χιλιάδες νέοι. Πεθαίνει λίγες ώρες νωρίτερα και η ανακοίνωση γίνεται από τα μικρόφωνα στο συγκεντρωμένο πλήθος. Φαντάζεστε το κλίμα, την συγκίνηση !
Τέλος ‘70, αρχές του ογδόντα.
Φανταστικός άνθρωπος, μεγάλη παράσταση, υπέροχη βραδιά. Όταν παίζουν τη διεθνή με εκείνο τον μοναδικό, τζαζίστικο-ροκ τρόπο γίνεται χαμός!

area χαρά και επανάσταση

 

Νομίζω πως η συντροφιά μας φτάνει σιγά σιγά προς το τέλος της. Μέχρι να τελειώσουμε το κρασί μας θα σου μιλήσω για μια απαλλοτρίωση που κάναμε σε τράπεζα σε κωμόπολη έξω από την πόλη, στο βουνό.
Στις διάφορες δράσεις εκπαιδεύονται οι σύντροφοι σταδιακά, και θα περάσουν από όλες. Με μέτρο. Για να υπάρχει η σιγουριά και η απόδοση. Πάντα με άλλους εμπειρότερους θα δράσεις, θα κάνεις τα βήματα, όλα, ένα προς ένα. Από το απλό στο σύνθετο και πάει λέγοντας.

Αν εν τω μεταξύ μου έρθουν και άλλα πράγματα στο μυαλό που θα αξίζει να τα αναφέρουμε, εδώ είμαστε.
Νομίζω πως έδωσα παραστατικά, συνοπτικά, όλο τον αέρα που φυσούσε εκείνο το διάστημα. Το περιεχόμενο των ημερών, την καθημερινότητά μας. Ένα ημερολόγιο στάθηκε η κουβέντα μας ζωής και αγώνα, έρωτα, δράσης, σχέσεων, σκέψης. Ένα ημερολόγιο αυτονομίας, και όχι μόνο.
Το άνοιγμα προς το μέλλον ήδη στο παρόν και από το μέλλον.

Ένα ραδιοφωνικό θέαμα επίσης γεμάτο μουσική.

 

Απαλλοτριώσαμε καταστήματα πολυτελείας και υπεραγορές, επιτεθήκαμε σε σταθμούς αστυνομίας, ιδιωτικής και κρατικής και πυρπολήσαμε τα μέσα με τα οποία καταστέλλει, επιτεθήκαμε σε στρατόπεδα καραμπινιέρων και σε κομματικά γραφεία, απαλλοτριώσαμε τράπεζες και οπλοπωλεία. Και πάνω απ’ όλα, βάλαμε αλληλεγγύη και ελευθερία στη ζωή μας! Αυτοδιάθεση.

Smoke on the Water, Deep Purple.

Ανοίγω όμως μια μικρή παρένθεση, αυτό που σου έλεγα νωρίτερα. Πριν αναφερθούμε λοιπόν στην ληστεία ας δώσουμε την συνέχεια της αφήγησης του ταξιδιού προς Montalto di Castro.
Επιστρέψαμε στην Φλωρεντία λοιπόν. Λίγες μέρες αργότερα, ενώ φεύγω από την σχολή πέφτω πάνω στην Πάολα, φιλενάδα της Ρέα στην ομάδα με τις φεμινίστριες, μια από τις περισσότερο ενεργές αγωνίστριες.
Μου ζητάει τον λόγο που ‘άρπαξα τη φιλενάδα μέσα από τα χέρια της’ εκείνο το απόγευμα! Βλέπεις, εμφανίστηκα σαν φάντης μπαστούνι από το πουθενά, είχαν σκοπό να την φύγουνε μαζί!

Reamonn – Supergirl

Περνάμε από την βινερία, [κρασάδικο], που έχει ανοίξει λίγο πριν το σπίτι μου και είναι πάνω στον δρόμο μας, πίνουμε και τσιμπάμε κάτι μεζεδάκια, είμαστε και οι δυο νηστικοί από το πρωί. Καταλήγουμε κάποια στιγμή στο κρεβάτι. Να πω το κρίμα μου, το έχω απωθημένο, μου αρέσει από ανέκαθεν πάρα πολύ. Δυνατός χαρακτήρας, εκρηκτική και πολύ χαριτωμένη. Έχουμε μια σχέση πολύ τεταμένη. Ίδιοι κατά βάθος, στα καλά και τα κακά. Βαράτε με κι ας κλαίω.
Το διαμερισματάκι στο οποίο μένω αυτό το διάστημα είναι μια κούκλα. Στο ισόγειο υπάρχει ένα μικρούλη κατάστημα. Αργότερα οι σύντροφοι το νοικιάζουν και το δουλεύουν φωτοτυπικό. Ανεβαίνεις μερικές σκάλες και υπάρχει η είσοδος του σπιτιού μας. Λίγες σκάλες ακόμη και βρίσκεσαι στον κυρίως χώρο. Πλήρως και πολύ μοντέρνα επιπλωμένο. Σαλόνι τραπεζαρία μαζί, μπάνιο τουαλέτα στην μέση και υπνοδωμάτιο μετά. Υπάρχει το παράθυρο που βλέπει στο μπροστινό δρομάκι και παράθυρο στο υπνοδωμάτιο σε αυλή, ακάλυπτο χώρο με τον οποίο δεν έχουμε επαφή.

Στο καθιστικό υπάρχει σκάλα ξύλινη που σε ανεβάζει σε σοφίτα, μέσα στο διαμέρισμα που είναι πολύ ψηλοτάβανο και την χωρά άνετα. Είναι ένα επιπλέον δωμάτιο ύπνου κλπ, χωρά ένα τεράστιο κρεβάτι με κομοδίνα από τις δυο του πλευρές. Όλα τα δωμάτια είναι κοινά στα δύο αγόρια και στο κορίτσι που μοιραζόμαστε το διαμέρισμα. Δεν υπάρχει δικό μου και δικό σου. Κοιμόμαστε όπου βρούμε βασικά. Συνήθως, όποιος έχει παρέα χρησιμοποιεί την σοφίτα. Μοιραζόμαστε τα πάντα, ακόμη και τα ρούχα για όλο το διάστημα που μένουμε μαζί, νομίζω κοντά στα δυο χρόνια, ίσως και λίγο παραπάνω.

Το «Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις», είναι ένα από τα καλύτερα και πιο πολυδιαβασμένα βιβλία του Λέο Μπουσκάλια. Είναι ένας ολόκληρος θησαυρός και μία ατελείωτη πηγή έμπνευσης, θάρρους και αποφασιστικότητας για όλους όσους αναζητούν μία καινούρια διάσταση στην προσωπικότητα τους και στη ζωή τους μέσα από τους δρόμους της κατανόησης και της αγάπης. Καθηγητής της παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια, ψυχολόγος και συναρπαστικός ομιλητής, ο Μπουσκάλια σε καθηλώνει και σε μεταμορφώνει με τα βιβλία του, που όλα σχεδόν πηγάζουν από ομιλίες, διαλέξεις και ελεύθερες συζητήσεις μέσα και έξω από τις πανεπιστημιακές αίθουσες, «φωνάζει, μιμείται, γελά, δακρύζει και κλαίει», γράφει ένας σχολιαστής και συμπληρώνει: «Το να παρακολουθείς το Μπουσκάλια να μιλά είναι σαν να κουβεντιάζεις μ’ έναν παλιό φίλο πάνω σ’ ένα κοινό και ποθητό θέμα».

Jefferson Airplane – White Rabbit (Grace Slick, Woodstock, aug 17 1969)

Εκεί λοιπόν μας βρίσκει αργά το βράδυ η Ρέα. Μας έχει πάρει ο ύπνος κάποια στιγμή. Κουνά το κεφάλι και φεύγει. Έχουν προηγηθεί στιγμές θύελλας, έρωτα γέλιου νεύρου θρήνου, όλα μαζί. Είμαστε και οι δύο κάτσε καλά, έρως και θυμός, αγάπη και αντιπαλότητα μαζί, έχουμε και την Ρέα κοινή φιλενάδα και αγαπημένη. Φωνές, θυμός, κραυγές, χαστούκια, φιλιά! Είναι και η θέση της τέτοια, υπάρχει αυτή η αντιπαλότητα που έχει ξεσπάσει, στα φόρτε της αυτή ακριβώς τη στιγμή ανάμεσα στα αγόρια και τα κορίτσια. Απ’ την άλλη μοιραζόμαστε τους ίδιους κινδύνους όλοι, ένα μπλέξιμο γενικότερα. Νιώθουν διχασμό τα κορίτσια μέσα τους.

You say love is a temple, love a higher law
Love is a temple, love the higher law

You ask me to enter, but then you make me crawl
And I can’t be holding on to what you got
When all you got is hurt       
One love, one blood
One life, you got to do what you should
One life with each other
Sisters, brothers

One life, but we’re not the same
We get to carry each other, carry each other
One
One
                                    U2                                                                             

Και δίνονται και δεν δίνονται, ψάχνονται και μεταξύ τους, υπάρχουν οι σκληρές που ούτε τον λόγο μας απευθύνουν στα ξαφνικά, που να συζητήσεις για σχέσεις!
Δεν την ξεχνώ ποτές. Δεν γίνεται να συμβιώσουμε. Το παλιό έχει ξεψυχήσει μα το καινούριο είναι πολύ άγουρο. Δύσκολα νικιέται ο εγωισμός, τόσο στους άντρες όσο και στις γυναίκες. Η κτητικότητα.
Πάντως προχωράμε.
Δεν κάναμε ποτέ σχέση, είναι αδύνατον, φτάνει η παρέα, δεν γίνεται και παραπάνω.
Πολύ ενέργεια και στις δύο πλευρές, απαγορευτική.
Κλείνω την παρένθεση και συνεχίζω.

AC/DC – Thunderstruck (Live – River Plate – Concert Clip)

Η κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά πλέον. Ήδη η ανεμελιά προηγούμενων εποχών έχει παρέλθει οριστικά. Έχουν σοβαρέψει τα πράγματα θεαματικά, αλλάζουμε και εμείς με τον καιρό μαζί με τα καινούρια μας καθήκοντα. Είμαστε διαρκώς σε εγρήγορση. Προσέχουμε τα βήματά μας, τις διαδρομές. Τώρα το βλέμμα είναι καρφωμένο πίσω από την πλάτη. Από καιρό δηλαδή, τώρα όμως έχουμε αρχίσει να το συνειδητοποιούμε σε όλο του το εύρος.
Εδώ και χρόνο οι συνήθειες έχουν αλλάξει.
Οι αισθήσεις γίνονται ολοένα οξύτερες.
Ασχολούμαστε όλο και περισσότερο με τα όπλα, όλο και συχνότερα. Αυτό αυξάνει τα μέτρα και τις προφυλάξεις, την επιφυλακή.

Οι χαρούμενες εκδρομούλες στη φύση, συνδυασμένες με πικ νικ έχουν αντικατασταθεί από εξορμήσεις σε περιοχές με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, απομονωμένες και δύσβατες για να γίνεται ακίνδυνα η πρακτική εκπαίδευση στα όπλα. Στήνουμε λοιπόν κανονικές επιχειρήσεις που απασχολούν ολόκληρη την μέρα μας για να πάμε και να γυρίσουμε με ασφάλεια, από ξεχωριστούς δρόμους άνθρωποι και εξοπλισμός.
Που πρέπει επίσης να συντηρούμε, στην πόλη, ανά τακτά διαστήματα κλπ. Όπως καταλαβαίνεις, για να φτάσεις εκεί που φυλάγονται, ας πούμε για να τα καθαρίσεις, πρέπει να πάρεις όλες τις απαραίτητες επιχειρησιακές προφυλάξεις. Είναι δράση.
Είσαι πλέον μάχιμος ολοένα και συχνότερα, σχεδόν σε καθημερινή βάση, τις περισσότερες ώρες της μέρας.

Αλλάζει η ψυχολογία, η ψυχοσύνθεση, ο χαρακτήρας.
Έχει συγχρόνως ξεκινήσει η επιδρομή της ηρωίνης, αποδεκατίζει εκατοντάδες νέους σε κάθε πόλη. Και όχι μόνο αυτό. Μαζί με τα κορμιά χάνονται και οι συνειδήσεις, εξίσου τραγικό. Σου ξαναλέω, για τους αναγνώστες κυρίως, εσύ ήσουν εκεί και τα έζησες, καταλαβαίνεις καλύτερα, τα είδες με τα μάτια σου.
Ο διάλογος για την αυτονομία, την επανάσταση και την ένοπλη εκδοχή της διεξήχθη δημόσια. Κυριολεκτικά.
Για πολλά χρόνια, ένα μεγάλο διάστημα.

The Rolling Stones – Sister Morphine (RARE LIVE VERSION)

Πήρε μέρος πλήθος κόσμου, χιλιάδες άνθρωποι σε κάθε γωνιά της χώρας, και στην πιo απομακρυσμένη. Αυτό συνεπάγεται πως στην ανατρεπτική διαδικασία αναμίχθηκαν αμέτρητοι άνθρωποι. Όσο τα πράγματα σοβαρεύουν και οξύνονται, πολλοί από αυτούς κάνουν πέρα, μπαίνουν στην άκρη, δεν αντέχουν την ευθύνη. Δεν είναι μομφή, είναι γεγονός.
Όταν λοιπόν εισβάλλει στην καθημερινότητα ορμητική η ηρωίνη, με ότι αυτό συνεπάγεται, χιλιάδες εξολοθρεύονται. Είναι πλέον όμηροι της. Αιχμάλωτοι. Επιρρεπείς σε κάθε εκβιασμό.
Έχει χαθεί η συνείδηση, οι αρχές κρατούν στο χέρι ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας, έτοιμο στα πάντα προκειμένου να εξασφαλίσει δόση στο ….θάνατο!

Πιόνια, για να τους παίξεις στα ζάρια. Εν δυνάμει πληροφοριοδότες, στ’ αλήθεια και στα ψέματα. Με την πρώτη ευκαιρία θα συνεργαστούν στην εξόντωση των μαχητών.
Ότι κινείται, εκτελείται !
Για το κράτος, με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Ξεφορτώνεται ένα μεγάλο κομμάτι δυνητικών αντιπάλων, διασπά το μέτωπο του αγώνα, δημιουργεί σύγχυση και δυσπιστία, σπέρνει διχόνοια, δημιουργεί συγχρόνως δεκάδες ρουφιάνους. Κι όταν εξ αιτίας της καταστολής και της κατάληψης του δημόσιου χώρου από τα στρατεύματά της, τεράστιες δυνάμεις καραμπινιέρων και αστυνομίας κινητοποιούνται και καταλαμβάνουν τις πόλεις, εμποδίζονται τα ντήλια, τότε μεγάλο κομμάτι της ποινικής παρανομίας που είχε παραμείνει αμέτοχο, συντάσσεται και αυτό με τη υποταγή την ρουφιανιά και την αντεπανάσταση για να κερδίσει χαμένο έδαφος. Περνά με το μέρος της εξουσίας, χρησιμοποιείται κατά κόρον ενάντια στους ανατροπείς, διευκολύνοντας αφάνταστα τον πόλεμο ενάντια στην ελευθερία και τους αγωνιστές και μαχητές της.

Έχουμε ταυτόχρονα και τους νεκρούς ανάμεσα στις γραμμές μας.
Οι σύντροφοι γνωριζόμαστε από χρόνια, είμαστε όλοι κοινωνικοί αγωνιστές, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις σύντροφος βρίσκεται από κάτω. Σε όλα τα μετερίζια. Έχουμε αναπτύξει δεσμούς χρόνιους με όλα τα κινήματα, σε κάθε διεκδίκηση.
Μεγαλώνουμε ξαφνικά δεκαετίες.
Δεν είναι εύκολο πράγμα.
Τα χρόνια της αθωότητας έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί, κάποιο νήμα έχει σπάσει.
Πρέπει να προσαρμοστούμε στα καινούρια δεδομένα, δεν το καταφέρνουν όλοι.

Κακά τα ψέματα, δεν ταιριάζουν σε όλους οι μεγάλες αποφάσεις, οι ζόρικες..
Το διαπιστώνουμε, το αναφέρουμε.
Χρειάζεται αναδίπλωση. Γίνεται κουβέντα μεγάλη. Κίνδυνος διάσπασης.
Αντέχουμε.
Ξεκινούν οι συλλήψεις. Συνεχίζεται η συζήτηση εντός των τειχών. Παρένθεση:

οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse 1

Ένας αντικαπιταλιστής, αγαπημένος ακτιβιστής, τραγουδά, ήδη από το 2007 :
Serj Tankian Empty Walls

Your empty walls
Pretentius attention
Dismissive apprehension
Don’t waste your time, on coffins today
when we decline, from the confines of our mind
Don’t you see their bodies burning ?
desolate and full of yearning
dying of anticipation
choking from intoxication
I want you
to bee
left behind those empty walls
Told you
to see
from behind those empty walls
Those empty walls
I loved you
yesterday, before
you killed my family.

Λίγα χρόνια νωρίτερα, τραγουδάμε το 1975, μαζί με τον Eugenio Finardi :

‘η Anna είναι δεκαοκτώ χρονών κι αισθάνεται πολύ μόνη έχει θλιμμένο πρόσωπο και δεν βγάζει μιλιά έτσι κι αλλιώς είναι σίγουρη πως κανείς δεν θα την καταλάβαινε κι ακόμη και αν καταλάβει σίγουρα θα την προδώσει. Και το βράδυ στο δωμάτιο πριν κοιμηθεί διαβάζει για αγάπες και όλες τις περιπέτειες μέσα στα βιβλία που κάποιος άλλος γράφει που ονειρεύεται το βράδυ, αλλά την μέρα όμως δεν ζει Και ακούει το αγαπημένο της ραδιόφωνο για να νιώσει ένα κομματάκι κοινής λογικής και φωνές γεμάτες θέρμη και τους χαύνους στίχους όλων εκείνων των τραγουδιστών με παιδικά πρόσωπα και τις σπασμένες καρδιές τους Μα εδώ και λίγο καιρό είναι δύσκολο να ξεφύγεις, υπάρχει κάτι στον αέρα που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι γλυκό, μα δυνατό και δεν σ’ αφήνει ποτέ είναι ένα κύμα που μεγαλώνει και σε ακολουθεί όπου κι αν πας Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα
ο Marco από δίσκους κάνει συλλογή και γνωρίζει από μνήμης κάθε γκρουπ και εν τω μεταξύ ονειρεύεται να πάει στην Καλιφόρνια ή στις πόρτες του κόσμου που βρίσκονται επάνω στην Γερμανία Και λέει: »Εδώ σε μας, κατά βάθος, η μουσική δεν είναι άσχημη, εκείνο που δεν αντέχω είναι μόνο τα λόγια». Αλλά μετά τα ξαναβρίσκει αυτά τα λόγια κάθε φορά που βγαίνει έξω μέσα στις αφίσες ή γραμμένα πάνω στους τοίχους Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα’

  • Συνεχίζουμε: Με λίγα λόγια, μέχρι το ‘80 ας πούμε. Νωρίτερα; Μέχρι την απαγωγή Μόρο ;
    Δεν έχει σημασία, μέχρι τότε λοιπόν, την πρωτοβουλία στις κινήσεις την έχουν οι επαναστάτες στις διάφορες μορφές που αυτή εμφανίζεται. Στη συνέχεια αναλαμβάνει το κράτος.
    Από το ‘83 και μετά αρχίζει η κατάρρευση, οριστικά.
    Στο ενδιάμεσο, το επαναστατικό κίνημα μπορεί και οργανώνει αντεπιθέσεις. Από το ‘85 και μετά σχεδόν τελειώνουν όλα, σπασμωδικές κινήσεις. Κι όποιος αντέξει.

Desaparecido, Manu Chao.

Για δες πως τρέχουν τα γεγονότα  :
Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου‘13 , αντιγράφω:

‘ομάδα ελεύθερων πολιτών έκανε επίθεση τα ξημερώματα της Κυριακής στο εργοτάξιο της εταιρείας Ελληνικός Χρυσός στις Σκουριές Χαλκιδικής. Σύμφωνα με τις δυνάμεις κατοχής, οι ελεύθεροι πολίτες προκάλεσαν ζημιές σε μηχανήματα, κοντέινερ και οχήματα της εταιρείας.

Οι κατοχικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να συλλάβουν κανέναν από τους επιτιθέμενους και οι ελεύθεροι πολίτες παραμένουν ελεύθεροι, δίνοντας κουράγιο και ελπίδα στους σκλαβωμένους Έλληνες.
Τα καθεστωτικά μέσα μεταδίδουν την είδηση της επίθεσης, αν και έχουν αποκρύψει εντελώς τις αντιδράσεις και τις διαδηλώσεις των κατοίκων της Χαλκιδικής ενάντια στην επέκταση των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων και τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων από τις δυνάμεις κατοχής.
Η εταιρεία Ελληνικός Χρυσός έχει ξεσκιστεί να βάζει διαφημίσεις σε διάφορα ΜΜΕ, ώστε να εξαγοράσει τη σιωπή τους.
Άρα, η επίθεση των ελεύθερων πολιτών κρίνεται απόλυτα επιτυχημένη, αφού αναγκάζει τα καθεστωτικά μέσα να μεταδώσουν την είδηση της επίθεσης, αν και τη μεταδίδουν με άπειρα ψέματα.

Τώρα αναμένουμε την προκήρυξη της ομάδας των ελεύθερων πολιτών για να μάθουμε την αλήθεια και να πιούμε ένα ποτήρι κρασί στην υγειά τους.
[έτσι πρέπει να γράφονται αυτές οι χαρμόσυνες ειδήσεις. Στέλνω τους αγωνιστικούς μου χαιρετισμούς σε όλους τους ελεύθερους πολίτες. Καλή λευτεριά και στους υπόλοιπους.]

Freedom, Richie Havens.

  • Διασχίζουμε τη γειτονιά του Σάντο Σπίριτο, από το ποτάμι προς τα επάνω και βγαίνουμε από την πόλη, ξεκινάμε να σκαρφαλώνουμε τα υψώματα από τον επαρχιακό δρόμο. Έχουμε μια ώρα δρόμο και χαλαρώνουμε θαυμάζοντας το περιβάλλον. Φτάνουμε στη μικρή πολιτεία, περνούμε την μεγάλη πλατεία με τα σκαλιά και την εκκλησία, αφήνουμε το αυτοκίνητο με τον οδηγό στο προκαθορισμένο μέρος, στη στροφή ακριβώς. Απέναντι είναι η τράπεζα, κρυμμένη από αυτό το σημείο του δρόμου.

Γνωρίζουμε πως Παρασκευή σαν σήμερα, νωρίς το πρωί, η τράπεζα είναι γεμάτη χρήμα. Υπάρχουν μεγάλα αγροκτήματα στην περιοχή και κάμποσα εργοτάξια, την συγκεκριμένη μέρα γίνονται οι πληρωμές. Γνωστός μας που δουλεύει καιρό σε αυτά τα μέρη, σε ανύποπτο χρόνο, το έχει πληροφορηθεί από άνθρωπο με τον οποίο συναντήθηκε κάποιες φορές και είναι υπάλληλος τραπεζικός, σε κοντινό υποκατάστημα.
Την περιοχή την έχουμε επισκεφτεί τη χρονική περίοδο και μέρα που μας ενδιαφέρει πολλές φορές, έχουμε χαρτογραφήσει τα πάντα σε κάθε λεπτομέρεια και έχουμε καταστρώσει εναλλακτικό σχέδιο διαφυγής επίσης.

Σε παράδρομο, στην είσοδο της μικρής αυτής πόλης υπάρχει το αυτοκίνητο με το οποίο θα αποχωρήσουμε. Σύντροφος που οδηγεί κλεμμένο το ίδιο πρωινό αμάξι της τηλεφωνικής κρατικής εταιρείας, φορτηγάκι που επιμελείται τις βλάβες, στον ίδιο δρομάκο μας παραδίδει νωρίτερα τον οπλισμό και όλα τα σύνεργα που θα μας κάνουν αγνώριστους, μπουφάν, μουστάκια και περούκες Εκεί στα γρήγορα γινόμαστε άλλοι άνθρωποι και προσεγγίζουμε ήσυχα την τράπεζα.

Μικρό και βολικό υποκατάστημα, με πολλά χρήματα αυτή την στιγμή. Εισβάλουμε στο λεπτό δείχνοντας απλώς πως είμαστε οπλισμένοι, ένας παρακολουθεί από την πόρτα, ένας επιβλέπει στο εσωτερικό τους δυο πελάτες και τους υπαλλήλους την ώρα που ο τρίτος συγκεντρώνει στην τσάντα του τα χρήματα.
Όλα τελειώνουν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Την ίδια ώρα έχουν εξουδετερωθεί από τον άλλο μας σύντροφο τα τηλέφωνα της περιοχής, έτσι γνωρίζουμε πως η ειδοποίηση των αρχών θα καθυστερήσει.

Απομακρυνόμαστε ήρεμα προς τον γνωστό μας παράδρομο. Παραδίδουμε εξοπλισμό, σύνεργα και χρήματα στον σύντροφό μας που αποχωρεί με το φορτηγάκι του. Όσοι τον δουν στον δρόμο θα πιστέψουν πως βρίσκεται στην περιοχή για να επιβλέψει την διόρθωση των τηλεφωνικών γραμμών. Εμείς θα επιστρέψουμε στην πόλη άνετοι και πεντακάθαροι, από δρόμο δευτερεύουσας κυκλοφοριακής σημασίας, για όλα τα ενδεχόμενα.
Ούτε γάτα ούτε ζημιά, όλα πηγαίνουν πρίμα. Στην κωμόπολη φτάσαμε απαρατήρητοι και φεύγουμε με τον ίδιο τρόπο. Τα χρήματα και ο εξοπλισμός το ίδιο.

Το βαν του τηλεφωνικού συνεργείου έχει κλαπεί τα χαράματα από το μέρος που το αφήνει ο υπάλληλος της τηλεφωνικής εταιρείας κάθε νύχτα. Όταν αντιλαμβάνεται το πρωί την κλοπή πριν πάει στην δουλειά, εμείς την ίδια σχεδόν ώρα, διαπράττουμε την ληστεία χιλιόμετρα πολλά μακριά. Μέχρι να ξεκινήσουν οι έρευνες της αστυνομίας ο σύντροφός μας είναι ήδη ασφαλής όπως και το πολύτιμο για εμάς περιεχόμενο του αυτοκινήτου.
Φτάνοντας στην πόλη διασκορπιζόμαστε στις δουλειές μας. Στο δρόμο έχουμε ξεμακιγιαριστεί τελείως, στα σπίτια αλλάζουμε τα ρούχα μας, χαλαρώνουμε και ξεχυνόμαστε στις συνηθισμένες μας ασχολίες.
Συναντιόμαστε το μεσημέρι για φαγητό στην ταβέρνα της Βία ντει Νέρι, σου μίλησα νωρίτερα, έχουμε φάει και μαζί εκεί. Αυτή του Μάριο είναι κλειστή για λίγες μέρες, κάποιες εργασίες συντήρησης βλέπεις.

Μη μου ζητάς τραγούδια
χθεσινά ξαναφορεμένα
μην ψάχνεις τα φεγγάρια
τα παλιά τα περπατημένα.
Η ζωή
ξεκινά δυνατά και πατά
σ’ άλλους γαλαξίες
συγχωρεί
τους πολύ τολμηρούς
τους τρελούς και τις αξίες
η ζωή
τρέχει μ’ έτη φωτός
ο καιρός δεν την τρομάζει
προχωρεί
και γι’ αγάπες παλιές
ούτε που το κουβεντιάζει.
Μη μου ζητάς θυσίες
αρκετές έκανα για σένα
έχω πολλές αιτίες
που κρατώ το αύριο για μένα.

Η όρεξή μας φυσικά είναι μεγαλύτερη από το κανονικό, συζητάμε για άσχετα θέματα, εμφανώς χαρούμενοι μιας και τα χρήματα από τη σημερινή δράση εξασφαλίζουν τα έξοδα της οργάνωσης και των ομάδων για μεγάλο διάστημα.
Πριν γυρίσω στο σπίτι έχω να κάνω κάποια ψώνια, ανεβαίνω τον δρόμο προς τα πάνω, διασχίζω την πλατεία των Ευγενών, μπροστά από το Δημαρχείο. Έχει κόσμο στα portici, στο μουσείο. Πόσες φορές δεν μαζέψαμε αγόρια και κορίτσια, τα προηγούμενα χρόνια από εκεί για να εξασφαλίσουν στέγη ζεστή κάποιες νύχτες των ταξιδιών τους.

Συνηθίζουν να απλώνουν τους υπνόσακους κάτω από τα φιλόξενα υπόστεγα για να περνούν τη νύχτα τους οι ταξιδευτές. Βέβαια, τώρα όλα αυτά έχουν δραματικά μειωθεί. Λίγο τα σκληρά ναρκωτικά έχουν δημιουργήσει κλίμα καχυποψίας στις τάξεις των συντρόφων, των νέων γενικότερα. Είναι και η φάση που έχει σοβαρέψει ριζικά και χρειάζεται γενικότερα προσοχή, τις διεισδύσεις φοβόμαστε δηλαδή, δεν ξέρεις από που μπορεί να σε βρει το κακό.
Εντάξει, τα διαμερίσματά μας είναι καθαρά, άσκοπες συζητήσεις δεν γίνονται πουθενά, όμως, όπως και νωρίτερα κατάλαβες από τα λεγόμενα, το κλίμα δεν είναι εκείνο το χαλαρό και ανέμελο των περασμένων χρόνων. Όταν τα πράγματα σοβαρεύουν μια γενικότερη αλλαγή στους κώδικες συμπεριφοράς και στην νοοτροπία είναι αναπόφευκτη, και αυτό συμβαίνει τις περισσότερες φορές αυθόρμητα, δίχως συζήτηση, και σχεδόν χωρίς το καταλαβαίνεις, απλώς συμβαίνει, δίχως τυμπανοκρουσίες και …βεγγαλικά. Απλά συμβαίνει.

Έχουμε πάντως γνωρίσει με αυτόν τον τρόπο άπειρο κόσμο ο οποίος αργότερα μας καλεί στη γενέτειρά του για να ανταποδώσει τη φιλοξενία.
Μου μένει αξέχαστη η νύχτα που με δυο κορίτσια και το αγόρι από το Τορίνο ξημερωνόμαστε κάτω από τα υπόστεγα στο γεφύρι Βέκιο καίγοντας, κομμάτι-κομμάτι τα τρία ρολά υγείας που κουβαλούν για τις ανάγκες τους! Μια παγωμένη κυριολεκτικά νύχτα του χειμώνα που το κρύο περονιάζει αλλά η ανάγκη και χαρά για παρέα δεν νικιέται με τίποτα. Ποιος μένει ακριβώς στη συνοικία από εκεί πίσω και μας ανεβάζει σχεδόν με το στανιό να μας κοιμίσει σπίτι του, με το χάραμα, αυτό δεν το θυμάμαι.
Μια σουρεαλιστική εικόνα, πέρα από την πραγματικότητα, κάποιων νεαρών μέσα στη νύχτα, πάνω από το πνιγμένο στην ομίχλη ποτάμι, να καίνε μικρά κομματάκια χαρτί για να ζεσταθούν! Με τα χέρια απλωμένα πάνω στην φωτίτσα την τοσοδούλα, δήθεν για να νικήσουν το κρύο!

‘Ο φωτογράφος των Τρικάλων Α.Μάνθος’, Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

CANCELLI DELLA MEMORIA 5 καγκελόπορτες της μνήμης 5, καταλήγοντας

Λίγα μέτρα απόσταση υπάρχει ένας παράδρομος που κατεβάζει προς το ποτάμι, κάτω από την γέφυρα ντέλλε Γκράτσιε, εκατό μέτρα από το σπίτι μας. Κάποιο απόγευμα, λίγους μήνες αργότερα, είναι πλέον ζεστή άνοιξη, έχουμε σταματήσει το αυτοκίνητο στη γωνία, ακριβώς μετά την είσοδο αυτού του χωματόδρομου, στην αρχή της κατηφόρας. Στρίβουμε τσιγάρο και ακριβώς τη στιγμή που είναι έτοιμο και πάω να το ανάψω, μας την πέφτουνε οι μπάτσοι. Μου το παίρνουν μέσα από τα χέρια, είμαστε τρεις και εγώ κάθομαι πίσω μοναχός. Ζητούν στοιχεία και κάνουν έλεγχο από τον ασύρματο. Από τις κουβέντες τους καταλαβαίνουμε πως έχουν πληροφορίες για κάποιο ντήλι που γίνεται εκείνη την ώρα κάπου κάτω από το γιοφύρι και μας περνούν για τους ύποπτους.

Τζίφος, έξω από το τσιγάρο αυτό δεν υπάρχει τίποτα άλλο, μας αφήνουν αμέσως και συνεχίζουν. Το ωραίο είναι πως μου επιστρέφουν στα χέρια το τζόϊντ πριν απομακρυνθούν. Κι εμείς συνεχίζουμε το δρόμο μας, με το κάρο και το αναμμένο πλέον τσιγαράκι!
Στάθηκε μεγάλη καμπάνα για μας το γεγονός, από εκείνη τη μέρα η προσοχή μας αυξήθηκε κατακόρυφα, τέρμα και τα δίφραγκα. Τα ρίσκα ελαχιστοποιούνται σημαντικά, η προσοχή αυξάνεται ραγδαία, οι κεραίες ξεσκονίζονται πλέον ολοσχερώς.
Και για να μη σου πολυλογώ, δεν περνά ούτε βδομάδα, κατεβαίνω με παρέα τα σκαλιά πιτσερίας κοντά στην σχολή, καινούριο μαγαζί και στέκι ,[μόλις τώρα διαπιστώνω πως στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι χώροι στους οποίους συχνάζουμε, για παράδοξο λόγο, είναι υπόγεια!] βλέπω ένα τύπο στο βάθος να πετάγεται απάνω και να αλλάζει θέση, με την πλάτη στον τοίχο. Είναι ο αξιωματικός που ηγείτο της επιχείρησης στο ποτάμι! αυτός που μου επέστρεψε το τσιγάρο. Περισσότερο τσιτωμένος αυτή τη φορά!
Το καμπανάκι γίνεται καμπάνα! Οι καιροί λοιπόν έχουν αλλάξει οριστικά. Τα κεφάλια μέσα!

The Unforgiven, Mettalica.

Αυτή είναι η εξαετία μου Μιχάλη στην πόλη.
Που από πόλη των ονείρων γίνεται και του εφιάλτη.
Διακόπτεται απότομα. Ανωτέρα βία.
Η δίωξη ξεκινά και για μένα οριστικά πλέον, βρίσκομαι αυτοεξόριστος στο εξωτερικό. Από καθαρή τύχη, όπως κι εσύ επίσης, στο κάτω κάτω.
Το αστέρι μου με τραβά έξω από το στόμα του λύκου κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή.
Μέχρι τον Μάρτη του ‘78 δημιουργούμε. Πενήντα μέρες μετά όλα έχουν αλλάξει, εμείς η κοινωνία, ο ίδιος ο αντίπαλος. Μάλλον όχι, αυτός δεν έχει αλλάξει, βγάζει απλά την μάσκα που φοράει.
Από εδώ και μπρος απολογούμαστε, προς την κοινωνία, τους εαυτούς μας.

Lana Del Rey – Summertime Sadness

Η ζωή γίνεται πολύ δύσκολη, ασφυκτική. Η ένταση φοβερή. Η πίεση αφόρητη.
Θα σου θυμίσω το περιστατικό που μου συμβαίνει κοντά στην πλατεία Μότζι, στην αγαπημένη μου διαδρομή με αυτοκίνητο, κατεβαίνουμε από ψηλά το Πιατσάλε προς την πόλη, με πεντακοσαράκι, τρεις φίλοι.
Πέφτουμε πάνω σε μπλόκο, αστυνομία ή καράμπα, δεν θυμάμαι.

Στριμωγμένοι μέσα στο αυτοκινητάκι με τις κάνες των όπλων κυριολεκτικά καρφωμένες πάνω μας. Ζητούν χαρτιά και τους τα δίνουμε. Αργούν πολύ να τα επιστρέψουν. Ανοιχτά παράθυρα καταχείμωνο, παγωνιά, αρχίζουμε να τουρτουρίζουμε. Η ένταση χτυπά κόκκινο, ζητώ να βγω, να κουνηθώ λιγάκι, μου επιτρέπουν. Πολύ προσεκτικά, με τα χέρια στο κεφάλι, για σιγουριά, κολλημένα, βγαίνω έξω. Πηδώ πάνω κάτω, κρύο, ένταση, τι να σου πω. Ο αξιωματικός τσιτώνει παραπάνω, μου κολλάει το πολυβόλο στα πλευρά την ώρα που ακούγεται η εντολή από τον ασύρματο να μας αφήσουν να φύγουμε.
Ανακούφιση για όλους, κι εμάς και αυτούς.

Λίγες μόλις μέρες νωρίτερα τα δελτία ειδήσεων έχουν βουίξει για τον πρόεδρο των μιλανέζων βιοτεχνών που έχασε τη ζωή του με τον πιο ηλίθιο τρόπο. Εξαιτίας ακριβώς αυτής της πίεσης για την οποία μιλάμε. Από ένα τερτίπι της μοίρας.
Ανθρώπινο λάθος, παράπλευρες απώλειες, το έγκλημα βρίσκουν πάντα να το ονομάσουν έτσι που να ακούγεται αθώο.
Ανάπηρος, δίχως χέρι, πέφτει σε μπλόκο. Κάνει να βγάλει από το ντουλαπάκι τα χαρτιά του, το μεταλλικό στοιχείο στη θέση του χεριού αστράφτει στο φως της λάμπας του στύλου κάτω από τον οποίο έχουν ακινητοποιήσει το αμάξι του.
Μπαμ και κάτω. Μέχρι το όργανο να αντιληφθεί το λάθος το κακό έχει γίνει. Αυτό που γυαλίζει στο φως δεν είναι όπλο αλλά τεχνητό μέλος. Ο νεκρός δεν είναι ο στυγνός τρομοκράτης, δυστυχώς. Κι επειδή είναι ευπόληπτος γίνεται και ντόρος. Όταν όμως ο νεκρός είναι κάποιος φτωχοδιάβολος….

Αυτό είναι το κλίμα. Σου ξαναείπα δε για τις τόσες ενέδρες που στήνουν σε συντρόφους εκτελώντας εν ψυχρώ. Λόγος δε δόθηκε ποτέ.
Έτσι σιγά σιγά πεθαίνει αυτό που είναι το μεγαλύτερο αντάρτικο κίνημα, πείραμα στη σύγχρονη Ευρώπη, ίσως στην οικουμένη ολόκληρη, αν εξαιρέσεις τα απελευθερωτικά του Τρίτου Κόσμου.

U2 , Bad

Τώρα τελευταία άρχισαν να γράφουν τις εμπειρίες τους οι σύντροφοι για να τις μεταφέρουν στην κοινωνία. Ότι γράφτηκε νωρίτερα είναι από τρίτους. Σκέψεις, απόψεις, προσπάθεια ανάλυσης, καμιά φορά και εμπειρίες άμεσα εμπλεκόμενων που μεταφέρονται μέσω άλλων, όπως στην περίπτωση του Μπαλεστρίνι που σαν κι εσένα έτσι κι εκείνος έζησε μέσα στα γεγονότα δίχως να έχει εμπλακεί άμεσα σε επιθετικές δράσεις.

Εμπειρικά βιβλία γράφονται λοιπόν τώρα τελευταία. Και η δική μας προσπάθεια θα προσφέρει στον διάλογο, θα σταθεί πετραδάκι που θα σχηματίσει το μωσαϊκό.
Εγώ διηγήθηκα. Εάν μου πεις να στρώσω τον πισινό μου, να παλουκωθώ και να γράψω, αδυνατώ. Κάνε το εσύ λοιπόν για μένα, αν τα καταφέρεις. Εμένα δεν μου βγαίνει.
Βρέθηκες εκεί, τον παλμό τον γνωρίζεις, τον έπιασες τον σφυγμό. Έζησες τον αγώνα σε πολλές από τις μορφές του. Στο δρόμο, στις σχολές, στις γειτονιές.

Στα εργοστάσια, όταν κατεβαίναμε να δώσουμε χέρι αλληλεγγύης στους αγωνιζόμενους εργάτες. Στην πόλη μας δεν αναπτύχθηκε ποτέ αξιόλογο εργατικό κίνημα, τις λίγες φορές που χρειάστηκε όμως είμαστε εκεί.
Είμαστε παντού. Διεθνιστές, κινητοποιούμαστε οπουδήποτε η αλληλεγγύη μας καλεί.

Too old to Rock ‘n’ Roll, Too young to die, Jethro Tull.

Τελειώνω με τη διήγηση ενός γεγονότος που με ταρακουνά φοβερά, όσο μικρό και να φαίνεται, έχει τεράστια σημασία, δεν είναι καθόλου ουδέτερο.
Στο συνεδριακό κέντρο της πόλης διοργανώνουμε μάζωξη παγκόσμια πάνω σε θέματα αλληλεγγύης που απασχολούν διάφορες κοινότητες.
Έχει μεγάλη δύναμη, φορτώνει κυριολεκτικά η ομιλία της συντρόφισσας από την Χιλή που μας μεταφέρει εμπειρίες πριν, κατά την διάρκεια και μετά το πείραμα του συντρόφου Προέδρου Σαλβαδόρ Αλιέντε. Το να ακούς από κάποιον που τα ζει στιγμιότυπα από εμπειρίες πριν, κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος και της ζωής στη δικτατορία και την παρανομία στη χώρα του Νερούδα και του ΜΙR είναι συγκλονιστικό.

El Derecho de Vivir En Paz Victor Jara

Ξεσπά καταιγίδα ερωτήσεων στη γυναίκα με το τέλος της ομιλίας της. Μια κοπέλα, ερωτά την γνώμη της πάνω σε θέματα φεμινισμού, είναι η περίοδος που το γυναικείο ζήτημα και κίνημα γράφει δυνατές στιγμές σε όλη την Ευρώπη, ιδιαίτερα στην Ιταλία.
Με αφοπλιστική ειλικρίνεια η κυρία βάζει στην θέση της την ερωτούσα λέγοντάς της πως η πραγματικότητα στην παρανομία ενός στρατιωτικού καθεστώτος είναι τόσο ιδιαίτερη που αδυνατεί προφανώς να την κατανοήσει ερωτώντας τέτοια πράγματα. Πως έχουν τόσα πολλά να αντιμετωπίσουν και να ξεπεράσουν στην δύσκολη καθημερινότητά τους, τόσα να σκεφτούν και να προβλέψουν ώστε χώρος στο μυαλό τους για τέτοιες ‘πολυτέλειες’ δεν υπάρχει, [έτσι ακριβώς, δεν θα το ξεχάσω ποτέ]. Πως ελίσσονται καθημερινά μέσα από συμπληγάδες και πως οι καταστάσεις που ζητούν απαντήσεις είναι πολύ σοβαρότερες. Και πως τέτοια θέματα δεν τους απασχολούν.

Μια κοπελιά που εάν την δεις στην αγορά, έτσι εύθραυστη και γλυκιά θα πεις πως…. βγήκε να ψωνίσει μακιγιάζ. Κατά βάθος όμως, ναι, με φωτιά και μπαρούτι.

Hey Joe, Jimi Hendrix.

Αυτή είναι η αφήγησή μας.
Κάποιες στιγμές που φωτογράφισαν μια περίοδο.
Που την έζησε ένα κομμάτι της ιταλικής κοινωνίας καθόλου ευκαταφρόνητο, που την διέσχισαν κατά μήκος και κατά πλάτος, τα πιο ριζοσπαστικά της κομμάτια.
Έπεσε ένα πέπλο σιγής πάνω σε αυτή την πραγματικότητα, να την εξαφανίσει, σαν να μην έχει συμβεί ποτέ.
Θέλησαν να καταστήσουν τους αγωνιστές αόρατους.
Τα γεγονότα βγαίνουν ξανά στην επιφάνεια, θα δώσουν έναυσμα στην συζήτηση.
Για να αντλούμε συμπεράσματα.

Μα το κορμί είν’ αφορμή σε μια πορεία
και η σοφία το τέρμα της

Δεν ξεχνάμε.
Ταξιδεύουμε από το σήμερα στο χθες και ξαναεπιστρέφουμε στο σήμερα. Μέσα από τις διηγήσεις και τα κείμενα αγωνιστών που διαλέγουν διάφορα μονοπάτια για να κτυπήσουν την καπιταλιστική ασχήμια.
Όλοι χωρούν στις καρδιές μας. Κανείς δεν περισσεύει. Τα μονοπάτια είναι πολλά και διαφορετικά, ο καθείς διαλέγει ανάλογα με τον χαρακτήρα του, προς τα εκεί που τον τραβά η καρδιά του αρμενίζει.
Κι εγώ δεν είμαι ίδιος με το χθες. Χρόνια προστέθηκαν στην πλάτη μου, φοβίες συσσωρεύτηκαν, συντήρηση δημιουργήθηκε.
Οι συμπάθειες όμως δεν κρύβονται .

Δεν μπορείς να έχεις την απαίτηση από ένα νέο είκοσι χρονών να σκέφτεται όπως ένας πενηντάρης ή εξηντάρης.
Ας αφήσουμε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν, όλα τα δέντρα να καρπίσουν.
Δεν υπάρχει αυτός που κρατά το κλειδί του Παραδείσου.
Κλειδιά υπάρχουν δεκάδες.
Όλα χρειάζονται.
Δεν υπάρχει πράξη αγωνιστική πιο σπουδαία από την άλλη.
Η σπορά μετράει.
Ότι σπέρνεται σήμερα αύριο θα καρπίσει.
Ας σταματήσουν λοιπόν οι σεχταρισμοί και οι καταδίκες των άλλων, των διαφορετικών, των απλησίαστων.
Αυτοί που θέλουν να αγωνιστούν θα βρουν αυτό που τους ταιριάζει και θα το πλαισιώσουν.
Ας αφήσουν τους υπόλοιπους στην ησυχία τους, να χαρτογραφήσουν, ν’ αυτοσχεδιάσουν.
Σταματείστε ν’ ασχολείστε με τους διαφορετικούς.
Ας κοιτάξει ο καθένας την καμπούρα του!

the great gig in the sky, pink floyd

‘και την ιστορία την πουτάνα έτσι την γράφουνε, και οι αστοί και οι κομμουνιστές : οριζόντια, επίπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ’ αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νιώσει την ένταση, το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων σε ένα μονάχα 24ωρο από τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν και δεν κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία….

Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακατακτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία του κάθετα, όχι για λαούς και μάζες, αλλά για τον Παύλο, για την Ρηνιώ, για την Ελένη, για τον μαστρο-Στέφανο…… Τότε μονάχα οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση ‘εκατό χιλιάδες νεκροί’ ή ‘βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια ασφάλεια’.
ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ.

Για το καλό μου, Γιάννης Μηλιώκας.

Λίγο πριν αποχαιρετιστούμε, χαμένοι στο Ελληνικό πέλαγος και στις θύμησες μας, ο φίλος μου προσφέρει ένα μπουκάλι ρακί. Μου ζητά να τον θυμάμαι κάθε φορά που πίνω ένα ποτηράκι, να εύχομαι στην Πρώτη Γραμμή και στην επαναστατική εμπειρία και προοπτική. Του το υπόσχομαι με την καρδιά μου. Μέχρι σήμερα τηρώ τον λόγο που έδωσα.
Να διευκρινήσω με την ευκαιρία πως ύστερα από τις διηγήσεις του φίλου μου κατάλαβα πως από τη στιγμή των συλλήψεων και μετά η διαδρομή τους κύλησε μέσα σε κλίμα βασανιστηρίων, ξύλου από όλες τις πλευρές, αποφασιστικότητας από μέρος τους, εξεγέρσεων, ανταρσιών και καταστροφών στα κολαστήρια. Αζινάρα, Τράνι, Πάλμι, Νουόρο, Σολιτσιάνο, μερικά από τα φοβερά ονόματα.

Κέρδισαν την ελευθερία τους κάποια στιγμή.
Να χαιρετήσω με την ευκαιρία τον Γκουίντο Μανίνα, τον Νικόλα, τον Τζιάνι Μάτζι και τον Κλάουντιο Βάκερ. Δεν συναντηθήκαμε ποτέ με τους περισσότερους μέχρι στιγμής αλλά γνωριζόμαστε από τις διηγήσεις του κοινού μας φίλου και συντρόφου.
Καλό κουράγιο σε όλους.
Φυσικά θα αποκηρύξω τον ανεκδιήγητο Ενρίκο, του οποίου τα ‘κατορθώματα’ μόλις πληροφορήθηκα.
Και να προσθέσω πως τον συμπαθέστατο Γκαμπριέλε τον έχω ήδη συγχωρήσει πριν ακόμη έρθουμε σε επαφή. Καλές πλεύσεις του εύχομαι.

Simple Minds and Sinead O’Connor, Belfast Child

συνεχίζεται

DSC02248

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Θ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 7

Μεγάλη στιγμή για την πόλη, αρχές καλοκαιριού, το Ιστορικό Ποδόσφαιρο της Φλωρεντίας. Ακούστε τι λεν οι ίδιοι οι αγωνιζόμενοι γι αυτή την εμπειρία : ‘υπάρχει ένα αρχαίο παιχνίδι, ένα παιχνίδι δίχως κανόνες, όπου οι σύντροφοι είναι αδελφωμένοι με αίμα και οι αντίπαλοι ορκισμένοι εχθροί. Τέσσερις ομάδες, τέσσερα χρώματα, αγωνίζονται για τις γυναίκες τους, κερδίζουν για τη γειτονιά τους. Πολλοί άντρες, μια μόνο επιθυμία : να νικήσουν το φόβο, να ανακαλύψουν τον εαυτό τους, μέσa από γροθιές, χάδια και βεγγαλικά’.

Είναι λοιπόν το αντίστοιχο μεσαιωνικό ποδόσφαιρο. Στη Σιένα κάνουν το Palio, ιπποδρομίες μέσα στους ειδικά διαμορφωμένους δρόμους του ιστορικού κέντρου της πόλης.
Εδώ αγωνίζονται με την μπάλα, κάτι σαν ράγκμπυ, χρησιμοποιούν και τα πόδια. Πρέπει να βάλουν το γκολ με οποιονδήποτε τρόπο μπορούν, και παίζουν εικοσιπέντε από κάθε πλευρά, χωρίς αλλαγές, για πενήντα λεπτά, κάθε Μάιο.
Ντυμένοι με τις αρχαίες φορεσιές τους οι αθλητές από τις τέσσερις ιστορικές συνοικίες της πόλης, την μέρα που γιορτάζουν τον Αι Γιάννη, προστάτη της Φλωρεντίας.
Κάνουν λοιπόν το τουρνουά τους ντυμένοι στα χρώματα της γειτονιάς.
Κλείνει όλη η πλατεία των Ευγενών, στήνονται ξύλινες κερκίδες γύρω γύρω και στρώνεται χώμα καταγής. Οι παίκτες κυλιούνται, χτυπιούνται και κάνουν τα πάντα για να κερδίσουν το τόπι και να το σπρώξουν στην εστία.

Η φάση είναι αρκετά άγρια, κτυπήματα επιτρέπονται, λεπτομέρειες δεν θυμούμαι. Γίνεται πανζουρλισμός στις κερκίδες με τα τραγούδια και τα συνθήματα.
Και όταν οι καιροί είναι περισσότερο τεταμένοι από το κανονικό δίνεται στην ατμόσφαιρα και κοινωνικοπολιτική χροιά .
Έχει προηγηθεί η πορεία των αθλητών και των συνοδών τους, που τους καθοδηγούν στη διάρκεια του αγώνα πίσω από την εστία οι αρχηγοί της αποστολής.
Πρόπερσι οι θεατές συγκρούστηκαν με την αστυνομία στο τέλος, μέχρι αργά τη νύχτα. Η αφορμή άσχετη με τον αγώνα, αιτία η σκληρή στάση που κράτησε η αστυνομία στη συνοικία του Σταυρού, όπου βρίσκονται οι φυλακές της πόλης, στη διάρκεια διαμαρτυρίας των φυλακισμένων. Όλη η συνοικία στο πόδι ζητά την ικανοποίηση των όρων που θέτουν οι εξεγερμένοι. Η αστυνομία κυριολεκτικά φέρεται σαν στρατός κατοχής και καταστέλλει άγρια τη στάση. Της το φυλάνε λοιπόν οι κάτοικοι και λίγους μήνες μετά ανταπαντούν με την λήξη του τελικού του Ιστορικού Ποδοσφαίρου.

Κλείνουμε λοιπόν την μικρή παρένθεση που ανοίξαμε και επιστρέφουμε στη περιγραφή μας.
Το παιχνίδι τελειώνει πριν τη δύση του ήλιου. Βλέπεις, τα χρόνια που πρωτοπαίχτηκε δεν υπάρχει ηλεκτρισμός
Το Δημαρχείο είναι στολισμένο με τα λάβαρα των διαγωνιζομένων, όλο το σκηνικό είναι στημένο εκεί μπροστά μιας και το Κυβερνείο της πόλης δεσπόζει στην μεγάλη πλατεία με το τεράστιο άγαλμα του Δαυίδ που φιλοτέχνησε ο Μικελάντζελο.

Disoccupate le strade dai sogni, Anno 1977, CLAUDIO LOLLI

ALBA MECCANICA ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΥΓΗ
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Torino
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Milano
στην Bologna
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Βερολίνο
στη Napoli
στη Ρώμη
Μηχανικά με την έλευση του ήλιου
Αρχίζοντας να γυρνούν όλες μαζί απ’ τον ήλιο
Άρχισαν όλες να γυρνούν…….
Η αυγή επινοεί ένα γρανάζι
ο ήλιος το λειαίνει με το γράσο του
Η αυγή επινοεί μια ρόδα που γυρνά
Ανέπνευσε σύντροφε τον αέρα που φυσά
Ανέπνευσε σύντροφε μια σταγόνα από γράσο
Μα μη την ανασαίνεις σε παρακαλώ
είναι η σοσιαλδημοκρατία
και μη την ανασαίνεις πολύ δυνατά
είναι η μηχανική του θανάτου σου,
η μηχανική του θανάτου σου,
η μηχανική του θανάτου σου, του….

Σε αυτή εδώ την πλατεία, τον μήνα που μας πέρασε, ο Αλμιράντε, ηγέτης του φασιστικού κόμματος, προσπάθησε να βγάλει λόγο. Μίλησε, ναι, γιατί τον προστάτευσε όλη η αστυνομική δύναμη της περιοχής. Την ίδια ώρα όμως, ολόκληρο το κέντρο, γύρω από την πλατεία, έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης από τους χιλιάδες αντιφασίστες που διαδηλώνουν την αντίθεσή τους στην παρουσία των, καταδικασμένων στην ιστορική μνήμη, απογόνων αυτών που αιματοκύλισαν την ανθρωπότητα μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα.

Τα σκυλιά των αφεντικών γαβγίζουν και κυνηγούν. Χτυπούν, γεμίζουν τον τόπο χημικά, μόνο και μόνο για να μη διακοπεί η γιορτή της μισαλλοδοξίας. Παντού και πάντα κρυπτοφασίστες. Η φύση της δουλειάς τους τους κάνει τέτοιους. Το να είναι ιδανικό της δουλειάς σου, το καθήκον σου, να δέρνεις κόσμο δεν μπορεί να σταθεί σε έναν φυσιολογικό νου. Πρέπει να είσαι διεστραμμένος, δεν γίνεται διαφορετικά.
Τέλος πάντων. Επί ώρες δίνουμε μάχες, σώμα σώμα κάποιες στιγμές, κυρίως όμως εκ του συστάδην με τις δυνάμεις της ανομίας, προσπαθώντας να προσεγγίσουμε το σημείο.
Κάπου αλλού όμως, εκεί τριγύρω, σύντροφοι πυρπολούν παρκαρισμένες κλούβες που περιμένουν να τους περιμαζέψουν. Βλέπετε, η αχλάδα έχει την ουρά της πίσω.

Μιας λοιπόν και αυτοί είναι απασχολημένοι στο ‘θεάρεστο’, ευλογημένο από την επίσημη εκκλησία έργο τους, τα γραφεία των αεροπορικών εταιρειών της Ισπανίας Γερμανίας και Χιλής φλέγονταν. Η καταστολή και οι δολοφονίες, τα βασανιστήρια συντρόφων σε ημερήσια διάταξη στις τρεις αυτές χώρες. Οι σύντροφοι δεν ξεχνούν, δεν συγχωρούν. Στέκονται αλληλέγγυοι σε ανθρώπους που στενάζουν, που αγωνίζονται σε άλλες γωνιές της γης, προσφέροντας τις ζωές τους.
Άσε δε που, πολυκατάστημα συμφερόντων εταιρείας, μέτοχοι της οποίας δεν κρύβουν τη συμπάθειά τους στις φασιστικές πρακτικές, ‘ξαλαφρώνονται’ από προϊόντα τους. Για να προσφέρουν έτσι στον αγώνα των κοινωνικών πολεμιστών. Για να μη ξεχνιόμαστε.
Όταν συνηθίζεις σε μια τέτοια ένταση, εκεί που η αδρεναλίνη εκρήγνυται, εκεί που η ατμόσφαιρα μυρίζει φωτιά, στην αλληλεγγύη που γεννιέται στα οδοφράγματα, δεν μπορείς να κάτσεις ήσυχος μετά. Θέλεις ξανά, κι άλλο. Το ζητά ο οργανισμός σου! Στην ησυχία ‘παθαίνεις’.

Οι φασίστες δεν έχουν παρουσία στην πόλη. Όλα εκείνα τα χρόνια που έζησα εκεί είναι η μοναδική φορά που ξεμυτίζουν από τις τρύπες τους. Νομίζω πως η περίοδος είναι προεκλογική και δια τούτο κάνουν την απόπειρα.
Είναι τότε που οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ή μάλλον ότι έχει απομείνει από αυτές, κατεβαίνουν ενωμένες στην εκλογική φάρσα. Το πιο υγιές κομμάτι τους έχει διαλυθεί μέσα στο κίνημα.

Αναπτύσσονται σε κάθε χώρο αυτόνομες κοινότητες, επιτροπές, συνελεύσεις. Οι σύντροφοι από τις μεγάλες ριζοσπαστικές ανατρεπτικές οργανώσεις διαχέονται εκεί μέσα μεταφέροντας εμπειρίες χρόνων, αφομοιώνοντας καινούριες εντάσεις, νέα προτάγματα. Έχει γεννηθεί ένας καινούριος τρόπος να σκέφτεσαι, να ζεις και να δρας πολιτικά. Μια καινούρια πολιτική κουλτούρα είναι γεγονός.
Αυτόνομη.
Αφομοίωσαν και αφομοιώθηκαν.

  • Πως να ξεχάσεις εκείνες τις Απόκριες! Κάνει κρύο θανατηφόρο, έχει χιονίσει κιόλας, τα πάντα είναι παγωμένα. Μέρες τώρα κρυφές συζητήσεις, ανεπίσημα, στις παρέες, κάτι προετοιμάζουν.
    Έτοιμοι του μεγάλου Καρναβαλιού τη μέρα, παντού στην πόλη τριγυρνούν μεγάλες παρέες μασκαρεμένων. Μπαίνουν στα πολυκαταστήματα και τα ξελαφρώνουν. Γελώντας επισκέπτονται τα εστιατόρια τα απλησίαστα. Παραγγέλνουν με χαρά, χορταίνουν την πείνα τους και αποχωρούν τραγουδιστά. Δίχως να καταβάλουν αντίτιμο. Η μέρα το σηκώνει, η μέρα το ζητά. Στους κινηματογράφους επίσης. Η πρακτική των αναγκών.
    Κουβαλούν στις πλάτες τεράστιες παραστάσεις συγκρούσεων κι έτσι γίνονται άριστοι δάσκαλοι και καθηγητές. Έχουν, επί το πλείστον, αποβάλει ιεραρχικά μοντέλα και διαχωρισμούς, αφήνουν στην άκρη σκέψεις και ιδεολογήματα πρωτοπορίας, έχουν σαφώς δεχθεί ελευθεριακές επιδράσεις και απόψεις από την περιρρέουσα ευρωπαϊκή ατμόσφαιρα που γεννιέται μετά την σφοδρή καταιγίδα του ’68 και των εργατικών αναταραχών στα εργοστάσια του βορρά, από την εργατική αυτονομία στην πράξη και τις συμπεριφορές, νέοι αυτόνομοι από ότι μυρίζει γεροντίλα, αριστερή παράδοση, αριστερή συντήρηση και τα συναφή.

Αρπάζουν την ζωή από τα κέρατα, καβαλούν το φτερό του καρχαρία, επιθυμούν σφόδρα να τον οδηγήσουν εκεί που ονειρεύονται, εκεί που δεν είχε κολυμπήσει κανείς νωρίτερα. Δίχως ευνουχισμούς, δίχως αναβολές. Δεν περιμένουν να ωριμάσει τίποτα.
Το φρούτο έχει πέσει κιόλας από το δέντρο.
Με πυξίδα την καρδιά τους, αλληλεγγύη με όσους υφίστανται καταπίεση, με όλους τους εξουσιασμένους που ασφυκτιούν. Αλληλεγγύη ανάμεσα σε χώρους, εκεί κάτω, διάσπαρτους στη Μητρόπολη, τη ζούγκλα του ‘ανεπτυγμένου’ κόσμου.
Το νέο επαναστατικό υποκείμενο είναι εδώ, δεν σηκώνει την καταπίεση και απαιτεί αυτοδιάθεση, εδώ και τώρα. Αυτονομία.
Δεν δέχονται τους παλιούς κώδικες συμπεριφοράς, δοκιμάζουν τους δικούς τους που αποπνέουν φρεσκάδα, σίγουρα με το βλέμμα στραμμένο και προς εμπειρίες που το ανατρεπτικό κίνημα έχει παράξει τις δεκαετίες που πέρασαν. Ζωγραφίζουν με τα δικά τους πινέλα, αφήνουν το στίγμα τους στη μουσική, το χορό, στις τέχνες γενικότερα και τον πολιτισμό.

Η σεξουαλική απελευθέρωση και τα κινήματα αμφισβήτησης στην Αμερική και Ευρώπη έχουν σταθεί πρόδρομοι. Τα αντάρτικα κινήματα σε Λατινική Αμερική, την Ασία και την Αφρική και τελευταία στην Ευρώπη. Εκφραστές τους ο Μαρκούζε, ο Ντεμπόρ, ο Μάης. Η μάχη του Αλγερίου, οι περιπέτειες και η θυσία του Γκεβάρα. Οι ανίκητοι Βιετναμέζοι επαναστάτες Βιετκόνγκ. Ο Σαλβατόρ Αλιέντε. Η Ισπανική ΕΤΑ τότε που ο φυσικός διάδοχος του Φράνκο, ο Καρέρο Μπλάνκο ίπταται στον ουρανό της Μαδρίτης και προσγειώνεται ένα οικοδομικό τετράγωνο παραπέρα μετά από ενέδρα που του στήνουν οι σύντροφοι.
Οι Τουπαμάρος, η ΡΑΦ και ο ΙΡΑ και το MIR.

http://www.exashare.com/0132kkzqvhti

η μάχη του Αλγερίου

Ο ύπνος τους δεν είναι ήσυχος. Αυτές οι εικόνες στοιχειώνουν τα όνειρα και την φαντασία τους. Βγαίνουν κατευθείαν μέσα από τα σκαμμένα λαγούμια της Ινδοκίνας, από τα κρησφύγετα των ανταρτών όπου φυλάγονται οι απαχθέντες αμερικανοί αξιωματούχοι, που διευθύνουν τον βρώμικο πόλεμο του ιμπεριαλισμού, στην κατοχή της Νότιας Αμερικής.
Έρχεται και η Πορτογαλλική επανάσταση να χρυσώσει το κερασάκι στην τούρτα.
Φελτρινέλι, Κούρτσιο και Μάρα Καγκόλ, οι πρώτοι νεκροί, Ουλρίκε Μάιννχοφ, οι Παλαιστίνιοι αντάρτες και ο Μαύρος Σεπτέμβρης, αεροπειρατίες, Κάρλος το Τσακάλι, η κατάληψη των γραφείων των πετρελαιάδων του ΟΠΕΚ στη Βιέννη, η ματωμένη Ολυμπιάδα του Μονάχου, οι μαύροι Πάνθηρες, υψωμένες μαύρες γροθιές από τους αμερικανούς Ολυμπιονίκες στο Μεξικό, στιγμές ανεπανάληπτες, εξιτάρουν, μας πωρώνουν. Φενταγίν.

Θυμάμαι και τα λόγια των πατεράδων μας στις ταβέρνες ή όταν παίζουν με τις μπότσε, le bocce. Αναπολούν την αντίσταση και το αντάρτικο ενάντια στον Μουσολίνι και τους μελενοχίτωνες του. Νιώθουν προδομένοι από το κόμμα, που μίλησε για επανάσταση και μετά έπεσε σε κώμα.
Κι έρχεται, στη μέση της εφηβείας μας, η εκπαραθύρωση του Πινέλλι από τα γραφεία της αστυνομίας στο Μιλάνο, ‘τυφλές’ βόμβες, piazza Fontana, με δεκάδες νεκρούς στις πλατείες και τα τρένα, στο Μιλάνο, στη Μπρέσια, στη Μπολόνια.

Κρυφές επαφές των μυστικών υπηρεσιών με την Ελληνική χούντα, σχέδια προετοιμασίας πραξικοπήματος και στη χώρα μας.
Δεν ξεχνούμε, δεν συγχωρούμε, οργανωνόμαστε, προετοιμαζόμαστε. Μιας και όλα είναι πιθανά.
Δεν θα μας πιάσουν στον ύπνο.
Θέλουμε να αποφασίζουμε για τις τύχες μας.
Τα θέλουμε όλα, άμεσα. Τώρα.
Τι θέλουμε ; Τη ζωή μας. Να ορίζουμε την ζωή μας. Τις τύχες μας. Έτσι, απλά!

κίνημα ’77

Ακούμε Φραντσέσκο ντε Γκρεγκόρι, Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, Κλάουντιο Λόλλι, Άρεα, Πρεμιάτα Φορνερία Μαρκόνι, Λούτσιο Ντάλλα, Βάσκο Ρόσσι, Φραντσέσκο Γκουτσίνι και όλη την ξένη ροκ σκηνή.
Οι Ίντι Ιλιμάνι επισκέπτονται συχνά την χώρα κι έτσι μας δίνεται η ευκαιρία να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στον δοκιμαζόμενο Χιλιανό λαό. Βρίσκονταν στην Ευρώπη σε περιοδεία διεθνούς συμπαράστασης στην προσπάθεια της αριστερής κυβέρνησης στη Χιλή να στεριώσει την ειρηνική της επανάσταση όταν συμβαίνει το πραξικόπημα, δεν επέστρεψαν ποτέ. Γυρνούν όλο τον κόσμο σε συναυλίες καταγγελίας του φασισμού και του ιμπεριαλισμού, καταγγέλλοντας τη ΣΙΑ και τις βορειοαμερικάνικες εταιρείες, που σε συνεργασία με την κυβέρνηση των ΗΠΑ δολοφονούν τον χιλιανό λαό και τον ήρωα πρόεδρό του, μαντρώνοντας χιλιάδες στα γήπεδα, εξαφανίζοντας χιλιάδες. Δολοφονώντας τον πολυαγαπημένο τους λαϊκό βάρδο Βίκτορ Χάρα ύστερα από φρικτά βασανιστήρια.
Κάθε συναυλία και διαδήλωση συμπαράστασης στο λαό.
Έτσι και με εσάς τους Έλληνες. Γυρνά ο Θεοδωράκης την Ευρώπη καταγγέλλοντας με μουσική και στίχο την δικτατορία στη χώρα του. Την ανάμιξη των βορειοαμερικάνων. Τη φίμωση και τα βασανιστήρια.
Οργανώνονται αγώνες για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων. Για να αποτραπεί η εξόντωση του ήρωα Αλέκου Παναγούλη.

Γκεβάρα

Άλλοτε χαλαρά. Συχνά ξεσπούν συγκρούσεις. Αλληλεγγύη στους αντιστασιακούς σε κάθε γωνιά της γης.
Στην προβολή του Ζ ξεσπά διαδήλωση.
Αγαπούμε τον κινηματογράφο. Προτιμούμε αυτόν με νόημα.
‘Ο Ρόκο και τ’ αδέλφια του’, του Λουκίνο Βισκόντι, με τους Ντελόν, Ρενάτο Σαλβατόρι, Κλάουντια Καρντινάλε, Αννί Ζιραρντό.
Παθιαζόμαστε με τις ταινίες, ζούμε έντονα κάθε στιγμή, σαν να είμαστε οι πρωταγωνιστές. Παίρνουμε μέρος. Βλέπουμε και ξαναβλέπουμε, σου ανέφερα κάποιες. ‘Φιλμ Αγάπης και Αναρχίας’, με την Μαριάντζελα Μελάτο και τον Τζιανκάρλο Τζανίνι.

Δύο ποιήματα-αριστουργήματα των αδελφών Ταβιάνι από το ’72 και ’73, San Michele aveva un Gallo με τον Τζούλιο Μπρότζι και Allonsanfan με τον Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι, που πραγματεύονται τον αγώνα του ανθρώπου, την υπαρξιακή του αγωνία και την επανάσταση.
‘Ο Ξένοιαστος Καβαλάρης’, με τον Πήτερ Φόντα και τον Τζακ Νίκολσον στο ξεκίνημά του και τον Ντένις Χόπερ που κρατά ένα ρόλο.
Θυμάμαι ακόμη ‘το μεγάλο Ανθρωπάκι’ με τον Ντάστιν Χόφμαν. Διηγείται την ιστορία της καταστροφής του δολοφόνου στρατηγού Κάσπερ από τους Ινδιάνους των ΗΠΑ. Πανηγυρίζουμε σαν τα μικρά παιδιά.

»Η άγρια συμμορία, The wild bunch, il mucchio selvaggio του Σαμ Πέκινπα είναι για εμάς κάτι σαν μανιφέστο, όπως και η Queimada του Τζίλο Ποντεκόρβο

»Η ανταρσία του Μπάουντι», με τον Μάρλον Μπράντον

Τον ‘άνθρωπο που έλεγαν Άλογο’, με τον Ρίτσαρντ Χάρις και την Κορίνα Τσοπέϊ. Μιλά για τη ζωή και τις συνήθειες των Ινδιάνων, τα έθιμά τους τα πατροπαράδοτα.
Αγαπάμε πολύ τους Ινδιάνους.
Τους κλέφτες και τους παράνομους.
Και τους σαμουράι. Κινέζους, Γιαπωνέζους.
Τα γουέστερν του Σαμ Πέκινπα, τις ταινίες του Ρόμπερτ Άλτμαν. Και φυσικά Αντονιόνι, Μπερτολούτσι, Φελίνι, Παζολίνι, Στάνλεϊ Κιούμπρικ, εκατό χρόνια μπροστά!
Ήρθε μετά η ‘Πρόβα Ορχήστρας’ του Φελίνι και ‘La Luna’ του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι.
Χορεύουμε πολύ ναπολιτάνικες ταραντέλες στα πανηγύρια και τις γιορτές.
Η Νέα Κομπανία ντι Κάντο Ποπολάρε είναι στα φόρτε της αυτό το διάστημα.
Η ζωή στην μπρίζα.

INCUBO NUMERO ZERO, αριθμός Εφιάλτη μηδέν σε ελεύθερη μετάφραση

Η μέρα συνήθως ξεκινά βρώμικη Όπως το μελάνι της εφημερίδας μας Γραμμένο στους λευκούς τοίχους των φυλακών της Ομοσπονδιακής δημοκρατίας Μέρα με την μέρα προχωρώντας ήσυχος Βρίσκομαι σχεδόν μπροστά στο παράθυρο σου Mε μια πορεία από σπινθήρες και τα ταμπούρλα η μπάντα Η ορχήστρα. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε το σκοτεινότερο δάσος είναι κοντά, Μα σήμερα η σελήνη έχει το πρόσωπο μάγισσας Και ο ήλιος άφησε τις ακτίνες του στο υπόγειο. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε Το πιο μαύρο δάσος είναι κοντά, Αλλά ένα jumbojet γράφει »ζήτω η εργασία» Με αίμα, στον ουρανό αυτού του πρωινού.

Με ένα μεγάφωνο επάνω σε ένα κόκκινο λεωφορείο Ένας Χριστός βγαλμένος από το Circo Togni Ξεκινά έναν λόγο με αυτά τα λόγια »ελευθερώστε τους δρόμους, από τα όνειρα Είναι ενοχλητικά, άχρηστα, ζωντανά Και τα ποντίκια και τα σκουπίδια συνελήφθησαν Θα αποκεντρώσουμε το τυρί και τα αρχεία. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, για να τα κρατήσουμε σε έναν καλύτερο τρόπο, Μπορούμε να σας παρέχουμε φωτοκόπιες επιταγών, Ένα ψεύτικο δίπλωμα, ένα πορτοφόλι, έναν χαρτοφύλακα. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Και καταταγείτε στην αστυνομία, Θα χρειαστεί να πάρετε μέρος Και αυτός είναι ο τρόπος Στο δικό μας σχέδιο δημοκρατίας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και συνεχίστε να πληρώνετε το νοίκι Και κάθε ρεμάλι που έχει άλλες ανάγκες Από την απέραντη καλοσύνη μου να τρυπηθεί. Από σήμερα απαγορεύεται ο αυνανισμός Lambro e lambrusco ντυμένοι στα μαύρα Θα ανοίξουν τις λίστες της ανεργίας Επηρεάζοντας στη συνέχεια αυτές του νεκροταφείου, Και μετά, και μετά, Μετά θα χτίσουμε μεγάλα νοσοκομεία, Οι καραμπινιέροι θα είναι καλύτεροι, Η πρόνοια ίσως να είναι δωρεάν εφ όρου ζωής Και καλύτερο φαί στις φυλακές μας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και χαρίστε μας τα λόγια σας, Να μην σας πιάσουμε κρυμμένους να κάνετε έρωτα Οι εγκληματίες να φωτίζονται από τον ήλιο. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε…»

Σε αυτό το σημείο φτάνει ένα τρομπόνι Βαδίζει με τον κώλο όμως μοιάζει ψηλό Και απαγγέλλει μουσικά ένα παράξενο τραγούδι ο Χριστός το τραγουδά και μ’ ένα σάλτο, βρίσκεται επάνω μου. »Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Δεν θα υπάρξει χώρος για την φαντασία Στον καθάριο παράδεισο που απαιτεί πολύ εργασία Της δικής μας νέας [σοσιαλ] δημοκρατίας»

Σε αυτό το σημείο πηδώ από τον ουρανό πηδώ απ’ το κρεβάτι Και δίνω ένα φιλί στο στόμα σ’ ένα φρικτό τέρας Και γλύφω το μελάνι, γλείφω το μελάνι, γλύφω το μελάνι της εφημερίδας μας.

Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη

για την Ουλρίκε

Εγώ η Ουλρίκε Μάινχοφ καταγγέλω – Ωχρά Σπειροχαίτη

Ανέβηκε στις 19 Σεπ 2010

Πρόκεται για θεατρικό μονόλογο του Dario Fo και της Franka Rame. Μελοποιήθηκε από Ωχρά Σπειροχαίτη. Η εκτέλεση είναι από live στη θεσσαλονίκη.

 

Τα τραγούδια κουβαλάνε συναίσθημα, κρύβουν νοήματα, δεν είναι κείμενα που διαβάζεις και λένε συγκεκριμένα πράγματα που μεταφράσεις από γλώσσα σε γλώσσα.
Θέλω με την ευκαιρία να αναφέρω πως το έργο ‘DISOCCUPATE LE STRADE DAI SOGNI’ από τον οποίο εμπνεύστηκα τον τίτλο του βιβλίου, και από τον οποίο μόλις μετέφερα δύο τραγούδια, είναι γραμμένο για την Ουλρίκε Μάϊνχοφ και τους έγκλειστους αντάρτες της γερμανικής ΡΑΦ, από τον Κλάουντιο Λόλλι, προφητικό όσον αφορά όλα εκείνα που θα συνέβαιναν το 1977 στην Ιταλία.

  • Συνεχίζουμε.
    Αγοράζω Λαμπρέττα 180άρα, από συντρόφισσα, μεταχειρισμένη, κατεβαίνω στη Ρώμη χεινωνιάτικα με φίλο, χωρίς εξοπλισμό, τίποτα. Ντυμένοι με τζιν. Πως αντέχουμε ένας θεός ξέρει! Κράνη δανειζόμαστε από φίλους.
    Γυρνάμε στα υψώματα της επτάλοφου. Επισκεπτόμαστε όχι μόνο στέκια και συντρόφους αλλά και τις αρχαιότητες.

Have you ever seen the rain, Creedence Clearwater Revival.

DSC02203

La nostalgia e la memoria:poesia di Sante Notarnicola musiche Assalti Frontali

 Η νοσταλγία και η μνήμη: ποίημα του Σάντε Νοταρνικόλα με μουσικές των Assalti Frontali

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΑΑ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 3

Η γνώση καθιστά έναν άνθρωπο ακατάλληλο στη δουλεία
ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΟΛΑ
Ατίθασος πρωταγωνιστής αυτής της ιστορίας είναι ο νεαρός εργάτης-μάζα: ο προλετάριος του Νότου που πάνω στη δική του εργασία στηρίχτηκε η ιταλική και ευρωπαϊκή βιομηχανική ανάπτυξη στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.
Είναι ο «εργάτης για όλες τις δουλειές». Ανειδίκευτος και με τεράστια κινητικότητα, διαδοχικά εργάτης γης, οικοδόμος, άνεργος και τελικά μετανάστης, που αφηγείται με τη δική του κοφτή γλώσσα και από τη δική του ταξική σκοπιά πως έμαθε μέσα στις πελώριες αυτοκινητοβιομηχανίες του Βορρά να οργανώνει το δικό του δυναμικό εξέγερσης ενάντια στην εκμετάλλευση.
Ύστερα από μια σειρά άτυχων προσπαθειών να δουλέψει στο Νότο, ρίχνεται στην υποχρεωτική περιπέτεια της μετανάστευσης. Στο Μιλάνο, όπου δέχεται να κάνει τις πιο διαφορετικές δουλειές, αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται βουτηγμένος μέσα σε μια κοινωνία παράλογη, βασισμένη στην εξοντωτική σε ωράρια και ρυθμούς δουλειά και την κατανάλωση.
Τότε είναι που ξεκινάει έναν πρώτο, δικό του αγώνα ενάντια στην κατάσταση αυτή, έναν αγώνα αντιφατικό, γεμάτο πονηριά και αλαζονεία, για να ικανοποιήσει τις δικές του ατομικές ανάγκες και να ξεφύγει από τους αδυσώπητους νόμους της παραγωγής. Μέχρις ότου, στις αρχές του ’69, προσλαμβάνεται στη Φίατ.
Από δω και πέρα η πορεία του ήρωά μας θα είναι διαφορετική, θα είναι δεμένη με τις συνελεύσεις, τις λεπτομέρειες και τα χρονικά που ξαναζωντανεύουν μέρα τη μέρα τις φάσεις των μεγάλων ταξικών αγώνων που πέρασαν στην ιστορία του παγκόσμιου κινήματος σαν ιταλικό θερμό φθινόπωρο.
Το βιβλίο αυτό του Νάννι Μπαλεστρίνι δεν είναι απλά ένα καλό μυθιστόρημα που άντεξε στον χρόνο. Είναι κάτι παραπάνω, στον βαθμό που τόσο ως περιεχόμενο όσο και ως τίτλος, υιοθετήθηκε όχι μόνον από εκείνους που διεξήγαγαν τους κοινωνικούς αγώνες στα τέλη του 20ου αιώνα, αλλά και από αυτούς που τους συνεχίζουν και στον 21ο. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Περιεχόμενα

Από το «Τα Θέλουμε Όλα» στους «Αόρατους» και οι πρακτικές συνέπειες μιας συνειδητής επιλογής. Συνέντευξη του Νάννι Μπαλεστρίνι στον Δημήτρη Δεληολάνη

 

O Mιχάλης αλλάζει ύφος. Μου αρέσουν πολύ τα λουλούδια λέει, τρελαίνομαι να κόβω βόλτες στη γειτονιά και να παρατηρώ τις ανθισμένες την άνοιξη αυλές. Τις ποικιλίες που σκορπίζουν ευωδιές. Προχθές στο Μάο με τον Νικόλα πίναμε καφεδάκι και απολαμβάναμε τα σπαρμένα στα παρτέρια άνθη, στον πεζόδρομο. Μέσα στην πολυχρωμία έκανε μπαμ κι ένας απρόσμενος επισκέπτης, χαλούσε όλη την εικόνα η πεταμένη μες την ομορφιά νυχτερινή γόπα. Ποια είναι λοιπόν η σχέση μας με την ομορφιά και την αρμονία, σκεφτήκαμε ταυτόχρονα;

Λέει πως προτιμά την άνοιξη γιατί σε σχέση με το καλοκαίρι δεν κάνει τόσο ζέστη, τα χρώματα είναι περισσότερο φωτεινά και η ατμόσφαιρα πιο ζωηρή. Φυσά συχνότερα. Ρίχνει και βροχούλες, δροσίζει, καθαρίζει. Κάνει συχνά πορείες μικρές, μιας και οι μεγάλες τον κουράζουν, στα μονοπάτια προς Παλιά Καβάλα ή προς τον Γκολέ. Εκεί να δείτε ομορφιά! Βέβαια η μουτζούρα δεν λείπει πουθενά, μπάζα πεταμένα από δω κι από κει. Παρατημένη ασχήμια με τόση ελαφρότητα.

Ξαναγυρίζουν οι θύμησες, αλλάζει ξανά κουβέντα.

  • Οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς ήταν γέννημα του ’68, μικρογραφίες κομμάτων αυτοδιαλύθηκαν αρχές με μέσα του ’70 και διαχύθηκαν οι σύντροφοι σε αυτό το φουσκωμένο ποτάμι που ήταν η αυτονομία που παραλίγο να παρασύρει στο πέρασμά της τα πάντα.
    Επιτροπές, κολεκτίβες και συνελεύσεις όπου ανέπνεε ο άνθρωπος, μακριά από συμβάσεις, έξω και σε απόσταση από αρχηγικά πρότυπα με τα οποία λειτουργούσε μέχρι τότε η παγκόσμια αριστερά. Το νέο επαναστατικό υποκείμενο βρίσκονταν εκεί και σήκωνε στις πλάτες του πλέον το βάρος των αποφάσεων. ΑυτόνομαΑπό τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη.

Οι χώροι είχαν τις ιδιαιτερότητές τους, κάθε περιοχή την δική της. Οι επιτροπές τα ίδια, οι ομάδες, τα μέσα, κλπ. Η αλληλεγγύη- solidarietà, δεδομένη. Τα κινήματα αυτομείωσης πέτυχαν στόχο πολλές φορές. Άλλες όχι, μιας και το σαμποτάζ εκ μέρους των συνδικάτων ήταν δεδομένο. Παγκόσμιο φαινόμενο η φαγούρα που πιάνει κάθε συστημικό όταν τα γεγονότα τον ξεπερνούν. Εκεί προτιμά την πεπατημένη, την συνδιαλλαγή με την κυβέρνηση και τα αφεντικά, το φρένο στις κινητοποιήσεις. Ο λαός με την αυτομείωση έπαιρνε πίσω πλούτο που είχε παράξει και που κατέληγε στο μεγάλο κεφάλαιο.
Όταν το ένα στα εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει το πενήντα επτά του παγκόσμιου πλούτου πως είναι δυνατό να παραχθεί δημοκρατία.

Όταν κάθε 3 δευτερόλεπτα στον πλανήτη πεθαίνει ένα παιδί.
Το πάνω χέρι χρόνια τώρα το έχει το μεγάλο κεφάλαιο. Έχει δημιουργήσει τα παπαγαλάκια του, τους λακέδες του, που μέσα από ωραία λόγια προπαγανδίζουν το μοντέλο που τους συμφέρει, παγκοσμιοποίηση και ελεύθερη οικονομία. Μέσα πάντα από ‘δημοκρατικές διαδικασίες’. Διότι όταν κατέχεις χρήμα κατέχεις και τη δυνατότητα να δημιουργείς καταστάσεις, συνειδήσεις, συναίνεση. Κι έχεις και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς για τότε που τα πράγματα σκουραίνουν, εισαγγελείς, αστυνομία, στρατό, σώματα τάξης, ταξικά σώματα.
Επαναλαμβάνουμε πως αποκαλούν δημοκρατία την δικτατορία του κεφαλαίου.

Οι σύντροφοι λοιπόν οπλίζονται, αμύνονται στις επιθέσεις αστυνομίας και φασιστών πιασμένων από το χεράκι, γνωστό και στα μέρη μας φαινόμενο, παγκόσμιο θα έλεγα. Φρούρησαν τις διαδηλώσεις τους, τις καταλήψεις. Οργάνωσαν δολιοφθορές, εμπόδισαν την παραγωγή και τη μεταφορά πλούτου και εμπορευμάτων. Φίατ στο Τορίνο, Άλφα στο Μιλάνο, τεράστιες αυτοκινητοβιομηχανίες, Πόρτο Μαργκέρα στη Βενετία, μεταλλουργοί αγωνιστές πανίσχυροι, Ρώμη υπηρεσίες, στις σχολές, στις φτωχογειτονιές της σύγχρονης μητρόπολης, ο σχιζοπρολετάριος, [όπως πολύ εύστοχα τον αποκάλεσε ο Ρενάτο Κούρτσιο], είχε την πρωτοβουλία. Αντέταξε την αντιεξουσία του, contropotere proletario.

Διέλυσε η αντεπανάσταση την αλυσίδα, αποκέντρωσε την παραγωγή, την διασκόρπισε στο terittorio, δημιούργησε τον κοινωνικό εργάτη.
Φωτιές σε λουσάτες εκθέσεις αυτοκινήτων, οι οποίες αντανακλούσαν τεράστια αντίθεση ανάμεσα στο συμπιεσμένο λαϊκό εισόδημα και τα υπερπολυτελή αυτοκίνητα που απευθύνονταν σε λίγους, αυτούς τους οποίους οι κρίσεις του συστήματος δεν άγγιζαν ποτέ.
Και τόσες άλλες στιγμές σε ένα πόλεμο που βλέποντάς τον τώρα από μακριά με πιο ψύχραιμο μάτι, στον οποίο πιθανώς, από ένα σημείο και μετά συρθήκαμε. Στον οποίο οι περισσότεροι δεν κιότεψαν και τον άντεξαν μέχρι τέλους με αξιοπρέπεια. Φωτεινότατο παράδειγμα ο ΣΈΤΖΙΟ, ο ΚΟΎΡΤΣΙΟ, και τόσοι άλλοι.

ΚΑΙ ΜΟΥ ΛΈΕΙ, ΜΕ ΜΆΤΙΑ ΠΟΥ ΛΆΜΠΟΥΝ, Πως μόνο αυτός που έχει ζήσει σε αυτές τις συνθήκες γνωρίζει την ευφορία που γεμίζει την ψυχή, που αναστατώνει τον άνθρωπο, που αντανακλάται στα πρόσωπα αυτών που διαβάζουν στις εφημερίδες τα ‘πολεμικά ανακοινωθέντα της ημέρας’.

Σε όσους όλα αυτά φαίνονται ακραία έχει να αντιτάξει πως δίπλα στην ιδεολογία της πολυθρόνας υπάρχει και η ανάγκη πολλών να ονειρευτούν το αδύνατο, να ερωτευτούν την ‘ουτοπία’ και να πράξουν την αντίσταση στις καθημερινές συμβάσεις, να ζήσουν αυτόνομα.
Η ιστορία πρέπει να λέγεται, να μαθαίνεται, να διδάσκεται, ολόκληρη η ιστορία και όχι μόνο η πλευρά που συμφέρει τους νικητές και τους κρατούντες όπως γίνεται μέχρι σήμερα.

Πρέπει δε να γνωρίζουμε την συγκυρία. Εκείνα τα χρόνια είχαν καταπνίξει με βάρβαρο τρόπο, στη Λατινική Αμερική αντάρτικα εγχειρήματα αλλά και προσπάθειες ειρηνικής απεξάρτησης από το κεφάλαιο και την βόρειο αμερικάνικη οικονομική πολιτική διείσδυση, με σκληρότατες χούντες στρατιωτικές και κυριολεκτικά χιλιάδες ‘εξαφανισμένους’ από προσώπου γης πολίτες.

Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε ΠΕΘΑΝΕ ΜΕ ΤΟ ΌΠΛΟ ΣΤΟ ΧΈΡΙ ΣΤΟ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΌ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΕΙΟΥ από τις δυνάμεις του μετέπειτα δικτάτορα Πινοσέτ, τον οποίο ο ίδιος ο Πρόεδρος είχε τοποθετήσει αρχηγό του στρατού.
Εδώ σε εμάς ο Γιωργάκης τραυματίζεται πέφτοντας από ποδήλατο και ο Κωστάκης κλωτσώντας ένα τόπι. Άσε που ο τελευταίος φτιάχνει ειδικό νόμο για μία μόνο περιοχή της επικράτειας για να βάλει τον ξάδερφό του στη βουλή. Ανόμοια μεγέθη, ανόμοιες προσωπικότητες.

  • Επιστρέφοντας στα Ιταλικά χρόνια να προσθέσουμε εδώ πως οι αντάρτικες οργανώσεις είναι μέρος του κινήματος, έχουν ακολουθήσει τις διαδρομές του, απλά κάποια στιγμή θέτουν το ζήτημα της αναβάθμισης, πολιτικής και στρατιωτικής, της αυτονόμησης της οργάνωσης από τις μαζικές διαδικασίες για λόγους ασφάλειας, αναβάθμισης επιχειρησιακής και στόχων, σήκωσαν ψηλότερα τον πήχη για να το πούμε απλούστερα. Οι στόχοι πάντως επιλέγονταν από την καθημερινή ‘επαφή’ με το κίνημα, οι σύντροφοι δεν έπαψαν ούτε στιγμή να παίρνουν μέρος στις καθημερινές δραστηριότητες του κόσμου, πολλοί από αυτούς, οι περισσότεροι δηλαδή, αφουγκράζονταν από πρώτο χέρι ανάγκες και καημούς.

Επιθέσεις σε πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία, τέτοιους και παρόμοιους δικαστικούς θεσμούς – όπου προλετάριοι δικάζονταν, με τη θέμιδα να γέρνει σταθερά προς τη πλευρά των δυνατών, περιουσίες να αλλάζουν χέρια υπέρ αυτών ή μεγάλων εταιριών – είναι κάποια παραδείγματα για το δρόμο που είχε χαραχθεί. Δεν υπήρχαν υπολογιστές τότε και η καταστροφή των αρχείων ξεσήκωνε πανηγύρια στις λαϊκές γειτονιές, με τον κοσμάκη να παίρνει ανάσες για καιρό πολύ.

Οι σπαρτιάτες ήταν ενάντιοι στη συσσώρευση πλούτου, είχαν στάση ζωής ηρωική. Η ασπίδα στον πόλεμο προστάτευε πάντα τον διπλανό όμοιο. Όμοιοι σε όλα. Πώς να πολεμήσεις με αυταπάρνηση προστατεύοντας τον διπλανό σου όταν ξέρεις ότι έχει περισσότερα από σένα. Και στο κάτω- κάτω χωρίς να υπάρχει λόγος να κατέχει περισσότερα!.
Η αξία των ανθρώπων βρίσκεται στις πράξεις τους και όχι στο τι κατέχουν. Αυτό πρέπει να θεσμοθετηθεί.

»τι άλλο θέλεις σύντροφε για να καταλάβεις πως σήμανε η ώρα του τουφεκιού ;»

Τους πιο μεγάλους σταυρούς τους κάνουν οι πλουσιότεροι και οι απατεώνες. Δωρεάν πήρατε, δωρεάν δώστε είπε ο Κύριος. Βλέπεις λοιπόν μεγαλογιατρούς μεγαλοδικηγόρους κι ένα σωρό άλλους ‘μεγάλους’ πρώτη γραμμή πίστα, μετά τα μπουζούκια στην εκκλησία. Διότι και τον Χριστό ταξικό τους όργανο τον έκαναν. Έχουν ευλογήσει ένα σωρό χούντες. Για τους στοιβαγμένους στα λαθρεμπορικά καίκια, στις υπερπλήρεις φυλακές έχετε ακούσει άχνα; μούγκα! Ή για απεργούς και καταληψίες που τρώνε άγριο ξύλο.
Και στο κάτω- κάτω γιατί να τρώνε μια ζωή ξύλο οι απεργοί; και οι φοιτητές από τις ζαρντινιέρες;

Οι ανατροπείς και οι εξεγερμένοι οργανώνονται. Αυτόνομα. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά.                                                                                                                                                Δεν το φωνάζουν, δεν το διατυμπανίζουν, Οπλίζονται. Γιατί οι μεν έχουν δίκιο, αγωνίζονται. Οι άλλοι είναι εκεί προστατεύοντας τα ξένα χρήματα. Για πενταροδεκάρες.

Απαγωγές προσώπων μπλεγμένων σε σκάνδαλα, δικαστικών και άλλων τέτοιων φρούτων. Διευθυντών εργοστασίων, επιστατών. Δίκες λαϊκές,
αληθινές. Λάμψη της αλήθειας, δημοσιοποίηση στον τύπο, απελευθέρωση με τρόπο θεαματικό, σικάτο. Πάντα αξύριστος, χτύπημα στο image, με μια πινακίδα στο λαιμό να μιλά για τον αγώνα, το χάραμα, σε δημόσιο χώρο. Τεράστια στιγμή για το κίνημα, χρησιμοποιούσαν όλα τους τα όπλα με τον καινούριο δικό τους τρόπο.
Επίθεση με μολότοφ και φωτιά με χρονική απόσταση, δυναμίτης, σε ξένες εταιρίες και θεσμούς, όταν το ζητά ο διεθνισμός, το κίνημα είναι παγκόσμιο και αλληλο υποστηρίζεται.
Ωραία χρόνια, ζουν όπως ακριβώς θέλουν και τους ευχαριστεί. Αυτό είναι το μυστικό, να ζεις αυτό που θέλεις όταν το θέλεις. Να αποφασίζεις ο ίδιος για τη ζωή σου και να εκτελείς ο ίδιος τις αποφάσεις. Όχι όπως επιβάλλεται.
Δεν θέλανε να γίνουνε χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη.
Ήταν ευχαριστημένοι γιατί ήτανε μαζί. Ζούσαν ήδη την συνθήκη τους. Αυτόνομα. Δεν την οραματίζονταν για αργότερα, ‘ώριμες συνθήκες’ και τα λοιπά. Την πραγματοποιούν, κύτταρα του νεαρού κορμιού λούζονταν στα νερά της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας. Μιας συλλογικότητας φτιαγμένης από χιλιάδες ατομικότητες ενεργές, νεωτεριστικές, μες την κοινότητα. Ο επαναστατικός στρατός σε δημιουργία, κύτταρα της κόκκινης κοινωνίας.
Ζώντας το καινούριο γκρεμίζονταν το παλαιό. Στη δουλειά στο σπίτι στο σχολείο οι σχέσεις είναι πια διαφορετικές. Ίσως όχι παντού, είπαμε, εκεί που το επέτρεπαν οι συσχετισμοί. Εκεί που ήταν δυνατοί.
Η έννοια ‘ανώτερος’ , εξαφανίζονταν.

  • ‘Ήμασταν χαρούμενοι που ήμασταν μαζί, και ήμασταν πάρα πολλοί’ λέει. Πως να βαρεθείς;
    Πολλές απόψεις, πολλά αρώματα.
    ‘Να μη σου πω’, γνέφει, ‘πως κάποια στιγμή νιώσαμε άτρωτοι. Ίσως αυτή να ήταν η ύβρις, που έστειλε τη νέμεση’.
    Σήμερα έχουμε πισωγυρίσει πολύ, η δουλειά κατάντησε ξανά μπελάς, τι ζωή είναι αυτή; οι σπουδές καταπιεστικές, οι σχέσεις το ίδιο. Μοναξιά

‘Από παιδί με συγκινούσαν οι διαφορετικοί, αυτοί που επιστρέφουν πίσω τις συμβάσεις,’ θυμάται.
ΑΠΟΡΕΊ, πως είναι δυνατό χρόνια τώρα οι πολλοί να ευνοούν τους λίγους. Γιατί να τρομάζει τόσο πολύ το διαφορετικό. Και θυμάται ακόμη το πρώτο σύνθημα που διάβασε γραμμένο στη γέφυρα της Αγίας Τριάδας στη Firenze, ‘όλα ακριβαίνουν, ακόμη και η μιζέρια’

Σαν να μη πέρασε μια μέρα, τριάντα τόσα χρόνια μετά η ίδια κατάσταση. Οι αδύνατοι αδυνατίζουν παραπάνω και οι δυνατοί δυναμώνουν περισσότερο.

«Των αθανάτων το κρασί

το ‘βρετε σεις και πίνετε

ζωή για σας ο θάνατος

κι αθάνατοι θα μείνετε»

στίχοι Ευαγόρας Παλληκαρίδης, μουσική Δημήτρης Λάγιος

«Καρτερούμεν μέραν νύχταν

να φυσήσει ένας αέρας

στουν τον τόπον πο `ν καμένος

τζι’ εν θωρεί ποτέ δροσιάν

Για να φέξει καρτερούμεν

το φως τζιήνης της μέρας

πο `ν να φέρει στον καθ’ έναν

τζιαι δροσιάν τζαι ποσπασιάν»

στίχοι Δημήτρης Λιπέρτης, μουσική Δημήτρης Λάγιος

  • Δηλαδή το μόνο ιδανικό που έχουμε μουρμουρίζει είναι να βάλουμε το παιδί μας στο δημόσιο ή να κρύψουμε ένα αυθαίρετο. Γι αυτό και μόνο γίνεται όλη η δουλειά; Αυτή είναι φτώχεια ακόμα μεγαλύτερη. Σχέσεις διαπλοκής και εξάρτησης, όχι αγαπητικές σχέσεις.
    Είμαστε μία χώρα που δεν αγαπά τον εαυτό της. Εάν δεν αγαπάς τον διπλανό σου, τη δουλειά σου, εάν κατά βάθος δεν αγαπάς τον εαυτό σου, απλά τον ανέχεσαι, πως περιμένεις ότι ο άλλος θα κάνει κάτι για σένα.

Οι πόλεις μας είναι για αυτοκίνητα και τσιμέντο. Για τις τράπεζες, για τίποτα άλλο. Όλοι ονειρεύονται ένα λουξ αυτοκίνητο και ένα λουξ σπίτι. Άλλος καλύπτει τα κενά του τα εσωτερικά με την πολιτική, άλλος με το ποδόσφαιρο, άλλος με την επίφαση ψευτο χλιδής. Άλλος με το κυνήγι του χρήματος, της εξουσίας, άλλος με την θρησκεία, άλλος κάνει οικογένεια και πολλά παιδιά. Όλα αυτά υποκατάστατα των εσωτερικών κενών είναι. Κι εγώ έτσι έκανα, μορφάζει, έπεσα με τα μούτρα στα σπορ, προσπάθησα διάφορες δουλειές, έκανα οικογένειες και παιδιά. Η ψυχή μου όμως πάντα ανήσυχη, ένα κενό εκεί μέσα περιμένει να γεμίσει, άσε που την ήττα δεν τη ξέχασα ποτές. Την ομορφιά του να ζεις με εκείνο τον τρόπο, χωρίς επιβολή και εξουσιοδότηση.
Πας σε μια υπηρεσία και σου μιλούν λες και τους χρωστάς. Σου μιλούν απαξιωτικά γιατί δεν αγαπάνε αυτό που κάνουν. Είναι δυστυχισμένοι οι υπάλληλοι σήμερα, και οι έμποροι επίσης, τους νοιάζει μόνο το κέρδος.

Ζούμε σε σπίτια κλουβιά, κι έχουμε κλούβια ιδανικά…
Ακούω τις θάλασσες

και τα ποτάμια σου
Ακούω το γέλιο
ακούω το κλάμα σου
Τις μελωδίες που γεννιούνται στα σπλάχνα σου
Τις πολιτείες και τους ανθρώπους
που ταξιδεύουν κάτω απ’ το δέρμα σου
Ακούω την αλήθεια σου κι’ ακούω το ψέμα
Και μια μικρή ζεστή αγωνία μου γλυκαίνει το αίμα
Ακούω την Αγάπη
Ακούω την Αγάπη
Ακούω την Αγάπη
και δεν ακούω τις σκέψεις μου
Ακούω τους ήλιους
και τους πλανήτες σου
Ακούω τις χαρές σου
ακούω τις λύπες σου
Τις αρμονίες που γεμίζουν τις νύχτες σου
Τους εραστές και τους τρελούς
που ξενυχτάν κάτω απ’ το δέρμα σου
Ακούω την αλήθεια σου κι’ ακούω το ψέμα
Και μια μικρή ζεστή αγωνία μου γλυκαίνει το αίμα
Ακούω την Αγάπη
Ακούω την Αγάπη            Τρύπες

 

  • η απαγωγή, τον Μάρτη του ’78, και αργότερα η εκτέλεση του Άλντο Μόρο αποτέλεσε κομβικό σημείο, καθοριστικό στην αναμέτρηση του κινήματος με το κράτος. Μια επιχείρηση που έμοιαζε απλησίαστη για τις δυνάμεις μας, μακρινή, ασύλληπτη, άπιαστη, ανέβασε τον πήχη της σύγκρουσης στα ουράνια. Όσο ο γραμματέας ήταν φυλακισμένος και ανακρίνονταν η παρουσία της αστυνομίας και των καραμπινιέρων άρχισε να γίνεται στις πόλεις ολοένα και πιο αποπνικτική. Οι έλεγχοι συνεχείς, κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Αυτό άρχισε να προκαλεί δυσφορία. Για ψύλλου πήδημα βρισκόσουν μέσα για έλεγχο, η μικρο παραβατικότητα, τόσο διαδεδομένη στη χώρα, τα έφτυσε. Κινδύνεψε άμεσα και διερράγη η συμμαχία του κινήματος με τους ποινικούς, στις φυλακές και στις προλεταριακές συνοικίες των μητροπόλεων. Η οργανωμένη μεγαλο μαφία ήταν έτσι και αλλιώς εναντίον, τώρα πήρε τα ηνία της ρουφιανιάς στα χέρια της. Καταφέρονταν ανοικτά εναντίον των συντρόφων μαζεύοντας και παραδίδοντας στις αρχές οποιαδήποτε πληροφορία έρχονταν εις γνώσιν τους.

Η χαφιεδολογία του ΚΚΙ ΞΕΠΈΡΑΣΕ ΚΆΘΕ ΌΡΙΟ, κάθε προσδοκία. Ότι γνώριζαν, υπέθεταν, αφουγκράζονταν, κατασκεύαζαν εναντίον συντρόφων αναγνωρίσιμων για την πρωτοπορία τους σε αγώνες κατέληγε στα αρχεία της αστυνομίας και των δικαστικών αρχών [εισαγγελικών].
Έτσι ξεκίνησε ένα πογκρόμ εναντίον όλων των οργανωμένων πρωτοποριών του κινήματος.

Οι εργασιακές σχέσεις σκλήρυναν απότομα, μιας και τα ανακουφισμένα από την ολοένα αυξανόμενη καταστολή αφεντικά έσφιξαν τα λουριά. Στα Πανεπιστήμια το ίδιο, και στα σχολεία επίσης επέστρεψαν οι καταπιεστικές σχέσεις ενώ στις γειτονιές δεν μπορούσες να αναπνεύσεις, η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι από τους μόνιμα πλέον στρατοπεδευμένους κατασταλτικούς μηχανισμούς.
Μετά την εκτέλεση του Μόρο η χώρα πάγωσε. Τα πράγματα εκτραχύνθηκαν. Το κύμα χαφιεδισμού αυξήθηκε, βασανιστήρια και εκβιασμοί, άρχισαν να σπάνε και κάποιοι σύντροφοι μιας και η πιθανότητα αμέτρητων χρόνων φυλάκισης για μια υπόθεση που έμοιαζε ολοένα περισσότερο χαμένη ήταν γεγονός, δεν άντεξαν το βάρος των υποχρεώσεων τους, κάποιοι μάλιστα από αυτούς είχαν ήδη απομακρυνθεί νωρίτερα από τις ομάδες, αντιλαμβανόμενοι πως η κατάσταση σοβάρευε επικίνδυνα, την είχαν ήδη σκαπουλάρει που λέμε, γνώριζαν όμως πράγματα.

Το αυτόνομο κίνημα αποτέλεσε εκείνη τη δεξαμενή την τεράστια από όπου οι αντάρτικες οργανώσεις άντλησαν μαχητές. Από το λόγο του καθένα μπορούσες στο περίπου ν’ αντιληφθείς το προς το πού έκλεινε. Ειδικά στο ξεκίνημα αυτό ήταν ευκολότερο. Στη συνέχεια και όσο η κατάσταση γίνονταν πολυπλοκότερη τα πράγματα περιπλέκονταν. Τα στόματα έκλειναν ερμητικά.

Έτσι λοιπόν και οι ‘μετανιωμένοι’ που συνεργάστηκαν, στις καταθέσεις τους παρουσίαζαν ένα σωρό αερολογίες, υποθέσεις, αντιφάσεις. Είχαν ‘χάσει και ένα σωρό επεισόδια’, και αυτό βοήθησε αρκετούς συντρόφους να πέσουν στα μαλακά, μιας και η καταδίκη σε μία σοβαρή δίκη δεν ήταν δυνατό να στοιχειοθετηθεί, [έτσι έγινε και στη περίπτωση του φίλου μας που διηγείται].

Αυτοί οι ‘μετανιωμένοι’, διόγκωναν συχνά καταστάσεις για να δείξουν πόσο σοβαρά συνεργάζονταν,για να τη γλιτώσουν με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Ήταν κάτι που σίγουρα σκόρπισε μεγάλη απογοήτευση στη τεράστια πλειοψηφία των αγωνιστών που διακινδύνεψαν την ακεραιότητά τους για ιδανικά που τσαλαπατήθηκαν από καταδότες, ελαφριά τη καρδία, έτσι, ασύστολα.

  • Η παρουσία των ομάδων στους φυσικούς χώρους ήταν καθημερινή με τον λόγο τους. Τα φυλλάδια τα έβρισκες παντού και τα ανακοινωθέντα τους, σε όλους τους χώρους, απίστευτα παντού. Γιατί ήταν χιλιάδες οι αγωνιστές και οι συμπαθούντες. Και συνθήματα γραμμένα στους τοίχους, με τα σύμβολά τους.

Με λίγα λόγια, και πέρα από κάθε παρεξήγηση, η επαναστατική πρακτική στη χώρα, από κάποια στιγμή και μετά είχε καταστεί λαϊκή απαίτηση και αμέτρητοι αποφασισμένοι άνθρωποι το πραγματοποίησαν.

Την καταστολή δεν την ένοιαξε η ηθική. Η ηθική στην πολιτική δεν υφίσταται, το τονίζει ο Βασίλης Ραφαηλίδης. Γνώριζε η καταστολή πως χρειάζονταν ομήρους στα μπουντρούμια της, με αληθινά ή χαλκευμένα στοιχεία για να δημιουργήσει το πρώτο ρήγμα στις επαναστατικές δυνάμεις. Τα επόμενα θα έρχονταν από την πίεση που θα δημιουργούνταν στην κοινωνία και τους συντρόφους. Τον εκβιασμό. Γνώριζαν πως την πίεση που δημιουργεί ο παρατεταμένος βαρύς εγκλεισμός κάποιοι δεν θα την άντεχαν. Σε αυτό υπολόγισαν και τους βγήκε. Χρησιμοποίησαν και τα βασανιστήρια. Αυτό ήταν το τελειωτικό κτύπημα, το κίνημα δεν άντεξε, ΚΑΙ ΓΥΡΙΣΕ ΠΙΣΩ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ.

Δεν χρειάζεται να κατηγορηθεί κανένας, ο άνθρωπος δεν είναι υπεράνθρωπος, δεν έχουν όλοι τις ίδιες ικανότητες, τις ίδιες αντοχές, την ίδια υπομονή. Στις δυσκολίες και τις αντιξοότητες.

Άσε, μου λέει, πως ήδη υπήρχε η γκρίνια για την απόφαση της θανάτωσης του ομήρου, όπως αν θυμάμαι καλά έχουμε ξαναπεί, συμπληρώνει, ήδη πριν αυτή εκτελεστεί ακόμη. Αυτό από μόνο του είχε αποδυναμώσει την κατάσταση, είχε αποπροσανατολίσει πολλούς. Δεν θέλει να επεκταθεί άλλο, ‘είπαμε ήδη πολλά’, μουρμουρίζει, το πιάσαμε το θέμα διεξοδικά, το πιάσαμε το νόημα, κι αν κάτι μας ξέφυγε, σίγουρα δευτερεύον. Το μόνο σίγουρο είναι πως η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει, ήταν γεγονός, το ένιωθες στον αέρα, το ζούσαν όλοι, φαίνονταν στη γλώσσα του σώματος, στις συμπεριφορές και στη νευρικότητα που διακατείχε πλέον τους περισσότερους. Η σκυθρωπάδα είχε αντικαταστήσει τη γαλήνη,  σφιγμένα χείλη στη θέση του χαμόγελου και συχνά ο εκνευρισμός στη θέση της σιγουριάς και της ηρεμίας που χρειάζεται ένας αγωνιστής, ο μαχητής, ο στρατευμένος.

Σε γενικές γραμμές αυτά! Φαντάζεσαι μου λέει την απογοήτευση που κατέλαβε τις ψυχές των συντρόφων που είχαν φτιάξει μια σχέση με τον αυτόνομο αγώνα ερωτική, με σκέψη πρωτότυπη, χωρίς σκοπιμότητες. Γκρεμίζονταν τα πάντα. Πολλοί εξαφανίστηκαν στο εξωτερικό, στη Γαλλία κυρίως, ο Μιτεράν δίδαξε πολιτισμό, η πατρίδα του άνοιξε και τότε την αγκαλιά της όπως χρόνια πριν στους Έλληνες τους οποίους δέχτηκε μετά τον εμφύλιο. Οι άλλοι κλείστηκαν στους εαυτούς τους. Κι αυτοί που παρέμειναν στις φυλακές, χιλιάδες, οπλίστηκαν με κουράγιο και υπομονή.

Ένα μεγάλο κομμάτι δήλωσε μετά από κάποια χρόνια πως μια ιστορική πολιτική σελίδα έκλεισε, πως η ένοπλη πάλη αποτελούσε παρελθόν, λάθος πολιτικό. Δεν χαφιέδισαν. Αποδέχτηκαν την πολιτική ευθύνη των πράξεων τους δίχως να φορτώσουν τις ευθύνες σε άλλους, χωρίς να καταδώσουν συνεργάτες. Διέσπασαν το μέτωπο των αιχμαλώτων, λάθος τραγικό, αρνούμενοι την ίδια την ταυτότητα τους.
Κάποιοι άλλοι, μεταξύ των οποίων κι ένας των ιστορικών ηγετών του Ιταλικού αντάρτικου, ο Renato Curcio, έμειναν, προς τιμή τους και αυτών, αμετακίνητοι στις θέσεις που τόσα χρόνια είχαν αναπτύξει, δηλώνοντας βέβαια κι αυτοί πως η ένοπλη εμπειρία είχε λήξει οριστικά. Και παραμένουν ακόμη φυλακισμένοι ή σε καθεστώς πλέον ημιελευθερίας. ΑΞΙΟΙ.

Μάρα Καγκόλ

Σκεπτόμενος συνεχίζει, γυρνώντας το μυαλό και τις εικόνες πίσω, το έργο της ζωής, προσπαθώντας να αντιληφθώ τι ήταν εκείνο που μας κινούσε, που μας έδινε τόσο ενθουσιασμό και ενέργεια, τόση σιγουριά, κάθε μέρα για τόσο μεγάλο διάστημα ήταν ότι ήμασταν μαζί με εκείνο τον αυθεντικό, ανατρεπτικό τρόπο, την ποιότητα στη ζωή και στις σχέσεις που ανακαλύπταμε και πραγματώναμε καθημερινά μαζί, με τους άλλους και προσωπικά. Αποφύγαμε τους διαχωρισμούς και τις ιεραρχίες. Δεν ξεχωρίζαμε τους ανθρώπους από το τι κατέχουν, μοιράζαμε και μοιραζόμασταν όσο το δυνατόν περισσότερο, οπωσδήποτε δεν υπήρχαν τάξεις και κατηγορίες ανάμεσά μας. Σγουροί, σχιστομάτιδες μελαχρινοί ή ανοιχτόχρωμοι, όλοι χωρούσαν. Όλοι οι καλοί χωράνε. Δεν υπήρχαν αυθεντίες, κι ας ξεχώριζαν πολλοί και σε πολλά. Το σύμπαν γνωρίζει πώς και πού μοιράζει τα χαρίσματα. Τα αποδέχεσαι και τέρμα, το αποδέχεσαι, τέρμα! Ο καθένας δίνει αυτό που έχει, πλαντάζει με το παρά πάνω. Κρατάει τα απαραίτητα. Δέχεται αυτό που του χρειάζεται και αρκείται.
Με λίγα λόγια λοιπόν το γεγονός είναι πως κάναμε την ουτοπία πραγματικότητα. Πραγματοποιήσαμε την ουτοπία.

ΕΝΙΩΘΕΣ ΓΕΜΑΤΟΣ,ΗΣΟΥΝ ΓΕΜΑΤΟΣ.

  • Ο άνθρωπος υπάρχει γιατί η ζωή είναι ευλογία, όχι εργασία. Εργάζεται ένα μικρό κομμάτι της ημέρας για να δημιουργήσει τα απαραίτητα, ο πλούτος δεν είναι αυτοσκοπός.
    Είναι εξαιρετικά βίαιο και απεχθές να ξοδεύουμε τόσο χρόνο για να παράξουμε τόσα πράγματα που θα αποθηκεύσουμε για να καταναλωθούν, κι αν, και να μην έχουμε χρόνο να χαρούμε τα αυτονόητα, να απολαύσουμε το δώρο της ζωής, την καθημερινότητα.
    Μουντρούχοι και κατσουφιασμένοι τρέχουμε σαν τον Βέγγο όλη μέρα μες το άγχος, σε μίζερες πόλεις που καταντούν όλο και περισσότερο φυλακές , να αλληλοσκοτωνόμαστε σε ένα ανελέητο αγώνα για την επιβίωση, και κάποιοι να κερδίζουν από όλο αυτό μυθικά ποσά. Να αλληλοσκοτωνόμαστε σε πολέμους, στο δρόμο, από μολύνσεις και ναρκωτικά, από έλλειψη νερού ή τροφής, πάντα για συμφέροντα πολύ λίγων. Πιτσιρικάδες να δολοφονούν σε σχολεία για ψύλλου πήδημα.

Σε πολέμους κατακτητικούς με ‘έξυπνα όπλα’ που δολοφονούν αδιάκριτα, με ‘παράπλευρες απώλειες’ πολύ εξοντωτικές. Κάποτε ήταν για το ψωμί και το αλάτι, τώρα για τους δρόμους της ενέργειας και το ‘μαύρο χρυσό’. Αύριο για το νερό.

 

-»Πυρήνας του βιβλίου: Πώς και με ποιους όρους γράφεται η Ιστορία; Και από ποιες πηγές; Ποια ντοκουμέντα; Και η οπτική γωνία; Πότε και πώς βλέπεις κάτι, πότε και πώς δεν το βλέπεις; Και η δική σου όχθη στο μεγάλο ποτάμι; Απ’ όποια θέση κι αν βρίσκεσαι, σου αρκούν τα πολιτικά «φιλαράκια» σου, οι μαρτυρίες, οι αναμνήσεις και τα λογής χρονικά τους; Και η μισαλλοδοξία; Η παραχάραξη; Οι ιδεοληψίες; Οι αποσιωπήσεις;

Αγωνία του βιβλίου: Ποια είναι η θέση μας στον κόσμο και ποιες οι επιπτώσεις των γεγονότων στη ζωή μας; Πώς το φανταστικό διαπλέκεται με το πραγματικό, το επινοημένο με τις ποικίλες εκδοχές του, το απλό με το πολύπλοκο, το σημαντικό με το ασήμαντο, το ατομικό με το συλλογικό, το σήμερα με το χθες; Οι Γερμανοί, οι Βρετανοί. Οι συνεργάτες, οι συναγωνιστές, οι αντίπαλοι. Ποιοι οι κακοί; Ποιοι οι καλοί; Ποιοι οι εχθροί, ποιοι οι φίλοι; Ο δολοφονημένος λοχαγός Μανώλης Πιμπλής, ο εκτελεσμένος κομμουνιστής Βαγγέλης Κτιστάκης. Τα οράματα που θα στραπατσαριστούν. Οι σκοπιμότητες, τα συμφέροντα. Η υποκρισία, η ιδιοτέλεια, το ψέμα. Ερωτες, φιλίες, ηρωισμοί. Προδοσίες, κακίες, μικρότητες. Σε μια ρημαγμένη, πεινασμένη πόλη. Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας.

Και μια τελευταία διευκρίνιση: Το μυθιστόρημα Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ, στις γραμμές του μύθου και της Ιστορίας, αν και αυτοτελές, θα μπορούσε να θεωρηθεί, μιας και μπήκα σχεδόν ερήμην μου στον χορό, το δεύτερο βιβλίο μιας τριλογίας εν εξελίξει με πρώτο βιβλίο το μυθιστόρημα Αθώοι και φταίχτες.

 

1981 Delenda est Δήμος Μούτσης Κώστας Τριπολίτης
‘Θα σου πάρω βιολιά και ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν, Ερηνούλα μου.                  Μεταξύ μας όπως βλέπεις τα περιθώρια στενεύουν. Τις καμμένες πόλεις, τα νεκρά παιδιά θυμάμαι και το αίμα, και η δικιά μου η ζωή, δίχως νόημα δίχως φωνή και μ’ άδειο βλέμμα, Ερηνούλα μου.
Πέφτει σύρμα και οι μισθοφόροι που σε κυβερνούν, οι ίδιοι αύριο θα σε δικάζουν και
‘χαίρε, Καίσαρα μελλοθάνατε’ θα σου πουν, αυτά που λες,
‘et preterea censeo, Carthago delenda est’.
Με τρομάζεις σαν των γηπέδων τις φωνές και τις σημαίες, Ερηνούλα μου.
Φοβισμένος σε κοιτάζω διπλωμένες κρατώντας τις κεραίες.
Ξεκινάς να με βρεις κι όλο πέφτεις θαρρείς σ’ ένα τοίχο, κι ερωτεύεσαι εκεί, δίχως χρώμα δίχως οσμή και δίχως μύθο, Ερηνούλα μου.
Αλλά εγώ θα σου πάρω βιολιά κι ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν Ερηνούλα μου.

 

Αποτέλεσμα εικόνας για alberto juantorena

 

-«Σήμερα είναι μια όμορφη μέρα για την Κούβα, αλλά αύριο είναι η επέτειος μιας θλιβερής μέρας για το λαό μας, η επέτειος της αποτυχημένης επίθεσης του Κάστρο και των συντρόφων του στο στρατόπεδο της Μονκάδα». Στις 25 Ιουλίου του 1976 στο Μόντρεαλ, λίγη ώρα αφού ο Αλμπέρτο Χουαντορένα κέρδιζε το πρώτο χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο της Κούβας στο στίβο, αφήνοντας έκθαμβους τους φιλάθλους σ’ όλο τον κόσμο, εντυπωσίαζε τους δημοσιογράφους με τις δηλώσεις του, που συνέδεαν την αθλητική του επιτυχία με την πολιτική πραγματικότητα της χώρας του. Γνήσιο δημιούργημα της κουβανικής επανάστασης ο Αλμπέρτο Χουαντορένα δεν αποποιήθηκε ποτέ το ρόλο του σαν πρεσβευτή του κουβανέζικου αθλητισμού, αλλά και του λαού του.

Οκτώβριο του ’71 ο Χουαντορένα εντάσσεται στην Εθνική Ομάδα της Κούβας. Τον επόμενο χρόνο είχε καταφέρει ήδη να μπει στον ημιτελικό των 400μ στους Ολυμπιακούς του Μονάχου του 1972. Για την επιτυχία του δόθηκε το βραβείο του «ταλέντου της χρονιάς», που του απονεμήθηκε μάλιστα από την Αντζελα Ντέιβις. Ηδη είχε γίνει γνωστός στους διεθνείς στίβους με το παρατσούκλι «το άλογο» για τον εντυπωσιακό διασκελισμό που είχε στο τρέξιμό του. Ενα διασκελισμό που έφτανε στα 2,5 μ.!

Η εποποιία του Μόντρεαλ

Ομως εκτός από το φυσικό ταλέντο, ο Χουαντορένα είχε τη φλόγα του μαχητή και του νικητή. Μετά την Ολυμπιάδα του Μονάχου μπροστά του βρέθηκε μια νέα πρόκληση. Ο Πολωνός προπονητής Ζίγκμουντ Ζαμπιερζόφσκι του πρότεινε να ασχοληθεί και με τα 800 μ. Τρία χρόνια πριν τους Ολυμπιακούς του Μόντρεαλ ξεκίνησε σιγά σιγά την προπόνηση και για τα 800 μ. Ο Πολωνός προπονητής πίστευε ότι ο Χουαντορένα μπορούσε να φτάσει στη διπλή ολυμπιακή νίκη στα 400μ. και στα 800μ. κάτι που δεν είχε πετύχει κανένας αθλητής σε Ολυμπιακούς Αγώνες (υπήρχε μόνο ο Αμερικανός Πολ Πίλγκριμ που είχε κερδίσει στη Μεσοολυμπιάδα του 1906 στην Αθήνα τα 400μ. και 800μ.). Την ίδια περίοδο ο Χουαντορένα εξακολουθούσε να κυριαρχεί στα 400μ. Το 1973 και το 1974 ήταν ανίκητος στην απόσταση. Το 1975 όμως υποβλήθηκε σε δύο εγχειρήσεις στο πόδι. Το 1976 όμως ήταν αρκετά υγιής για να δικαιώσει τις προσδοκίες του Ζαμπιερζόφσκι στο Μόντρεαλ. Για να φτάσει όμως στο διπλό θρίαμβο χρειάστηκε να κάνει εφτά κούρσες στα 400 και 800μ. μέσα σε έξι μέρες, ενώ έτρεξε και σε δύο κούρσες στις σκυταλοδρομίες.

Το ξεκίνημα έγινε με τα 800μ., όπου ο Χουαντορένα έφτασε εύκολα στον τελικό. Στις 25 Ιουλίου του 1976 δοξάστηκε για πρώτη φορά, κερδίζοντας το χρυσό μετάλλιο, πετυχαίνοντας ταυτόχρονα παγκόσμιο ρεκόρ με 1.43.50.

«Το άλογο» όμως δε σταμάτησε εκεί. Μετά από τέσσερις κούρσες, έκοβε πρώτος το νήμα στον τελικό των 400μ. με 44.26, που ήταν ο καλύτερος χρόνος που είχε επιτευχθεί στο επίπεδο της θάλασσας. Μετά ακολούθησαν δύο κούρσες στη σκυταλοδρομία για να ολοκληρωθεί μια παρουσία ιστορική και επική για την Κούβα και τον Χουαντορένα. Η εποποιία αυτή αφιερώθηκε από τον Αλμπέρτο στην Κουβανέζικη Επανάσταση και στον ηγέτη της Φιντέλ Κάστρο. Εκτός όμως από τις αθλητικές του επιτυχίες ο Χουαντορένα πρόσφερε στην Κούβα και την εργασία του στο μάζεμα του ζαχαροκάλαμου, κάθε φορά που επέστρεφε στην πατρίδα του από τις ευρωπαϊκές του τουρνέ-.

Γιάννης ΤΖΟΥΣΤΑΣ

 

Μανού Τσάο στο Παρίσι, 2008

και στην φωτογραφία εδώ κάτω με τον Θόδωρα τον Θεοδωρίδη στο λεωφορείο ξεκινάμε την μεγάλη εκδρομή στην Κρήτη, στο τέλος της χρονιάς, στην έκτη τάξη του γυμνασίου, πάμε στην Κρήτη λοιπόν, έχουμε πλέον τελειώσει το γυμνάσιο, και πριν ξεκινήσουν οι εξετάσεις, αν θυμάμαι καλά, και αποφοιτήσουμε, εκδράμουμε για να χαλαρώσουμε,

με τα γυαλιά, ο καθηγητής των αρχαίων, δεν θυμούμαι το όνομα του, καλός άνθρωπος

Saltarello, Dead Can Dance

μιχαλης 282

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Δ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 2

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα, τον συναντώ και σημειώνει για τον τεράστιο ρόλο που έχει παίξει ο Χριστός ιστορικά, και άλλοι μαζί που έθεσαν το θέμα της εσωτερικότητας, της πάλης του πνεύματος με το εγώ, της ταπείνωσης με την αλαζονεία, Της ΘΥΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ, του συνόλου με το μέρος. Τον σέβεται και τον αγαπά χωρίς να τον νοιάζει τα περί Θεότητας, διότι έθεσε επί τάπητος το θέμα της αγάπης και την ανακήρυξε υπέρτατο αγαθό και αξία, τρόπο ζωής, θυσιάζοντας τη ζωή του την ίδια. Τζάμπα μάγκες αυτοί που στη συνέχεια κυβέρνησαν ή διοίκησαν στο όνομά του. Τρόπος ζωής θα έπρεπε να είναι ο χριστιανισμός όχι θρησκεία.

Η χειραφέτηση του ανθρώπου από τα πάθη του, από τα χειρότερα τουλάχιστον, είναι μεγάλο πράγμα. Είναι θαυμάσια η ζωή να την ζεις με αγάπη και συμπόνια, προς τον εαυτό σου και τον διπλανό. Άσε που δεν θα ήταν και άσχημα να υπάρχει και ζωή μετά τον θάνατο. ‘Είναι όμορφη πολύ. Να σεβαστούμε και να χαϊδέψουμε, να δημιουργήσουμε, να παίξουμε, να χορέψουμε, μαζί με άλλους, όλοι ίδιοι είμαστε, τα ίδια ερωτήματα μας απασχολούν και τις απαντήσεις ψάχνουμε όλοι, διαφορετικοί είμαστε, τους ίδιους καημούς έχουμε, χαρές και βάσανα. Ίδιες αγωνίες ίδιες ανησυχίες.

Να γεννηθώ και να ξαναγεννηθώ μου λέει,

να ερωτευθούμε να παίξουμε να κολυμπήσουμε, να ακούσουμε ξανά το τιτίβισμα των πουλιών, να κάνουμε παιδιά, να τα μεγαλώσουμε με αξίες, να δημιουργήσουμε πολιτισμούς και να γνωρίσουμε άλλους. Κοντά με άλλους. Μόνος δεν έχει γούστο να ζεις, όταν οι γύρω δεν είναι καλά δεν είμαστε κι εμείς καλά. Γι αυτά πολέμησε και ο Γκεβάρα. τα είχε όλα αλλά πονούσε που δεν τα είχαν όλοι, είχε την εξουσία, απόλυτος άρχοντας, αυτός, οι φίλοι του, ο λαός του. Και τα άφησε για να πάει να ξεσηκώσει αλλού, να πάει κοντά σε αυτούς που πολεμούσαν για τα ίδια ιδανικά. Δεν του έφτανε η δική του ευτυχία, πλάνταζε που υπήρχαν ακόμη καταπιεσμένοι, έπρεπε να ελευθερώσει και αυτούς. Κι εμείς επιτρέπουμε εδώ οι νέοι, τα παιδιά μας ρε γαμώτο, να ζουν με 700 ευρώ το μήνα, και ένας άνθρωπος να κερδίζει με μία κίνηση διακόσια μύρια, πουλώντας κάτι που δεν είναι δικό του, κάτι που φτιάχτηκε με ιδρώτα χρόνων χιλιάδων λαού.

Ή πουλώντας αέρα κοπανιστό.

βέβαια να συμπληρώσω πως αρνητικότατος ο ρόλος της εκκλησίας, πρωτοστάτης στην χειροπέδηση, τον ευνουχισμό του ανθρώπου

Καθημερινά ερχόμαστε σε επαφή με εκατοντάδες ανθρώπους. Στα τραίνα, στους δρόμους, στη δουλειά και στα θέατρα, συναντάμε συνεχώς τυχαίους περαστικούς που διαμορφώνουν την πραγματικότητά μας, αλληλοεπιδρώντας μαζί μας, με χιλιάδες και φαινομενικά άσχετους μεταξύ τους τρόπους.

Η φιλία, ο έρωτας και η αγάπη, όπως επίσης το μίσος, ο φθόνος και η μοχθηρία γεννιούνται μέσα σε αυτή τη τυχαία τριβή. Το τυχαίο και η μοίρα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή μας, η οποία σε πλείστες περιπτώσεις γίνεται υποχείριο του αναπόφευκτου.

Πορευόμαστε στο προσωπικό μας μονοπάτι, αλυσοδεμένοι και με βαρίδια στις πλάτες, ως άλλα έρμαια του πεπρωμένου, θύματα του προκαθορισμένου. Αναπνέουμε μηχανικά, χωρίς να συμμετέχουμε με όλη την ενάργεια του είναι μας στη «μαγική» διαδικασία που ονομάζουμε ζωή, καθώς θεωρούμε εσφαλμένα ότι κάποιος άλλος θα το πράξει για εμάς.

Κάποιος αγγελικός, θεόσταλτος προστάτης που είναι προγραμματισμένος να μας προστατεύει εφ’ όρου ζωής, απαλλάσσοντάς μας από το κοπιαστικό καθήκον που έχουμε να δρούμε σύμφωνα με τις δυνάμεις μας για να πετύχουμε το καλύτερο που μπορούμε.

Εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στον Θεό και αποποιούμαστε των ευθυνών μας, λες και περιμένουμε κάποια άγνωστη οντότητα να σηκώσει για χατίρι μας τα βάρη των αμαρτιών μας.

Επινοούμε διαρκώς δικαιολογίες για μεταφυσικά στοιχειά που ξεπερνούν τις δυνατότητές μας και απορρίπτουμε τον ρόλο μας που δεν είναι άλλος από το να κρατάμε στα χέρια μας τα ηνία της ζωής που μας προσφέρεται απλόχερα.

Η τύχη, η μοίρα και το πεπρωμένο εξακολουθούν να αποτελούν προσφιλή θέματα διαπληκτισμού στα φιλοσοφικά καφενεία. Ίσως όντως η θεά Μοίρα να υπάρχει και να υφαίνει στον αργαλειό της όλες τις λεπτομέρειες που δίνουν πνοή στην καθημερινότητά μας.

Ίσως πάλι, τα μοναχικά βράδια μας κρατάει συντροφιά ψιθυρίζοντας στο αυτί μας τις αποφάσεις που πρέπει να παρθούν και τις ενέργειες που χρειάζεται να ακολουθήσουμε την επόμενη μέρα.

Είναι πιθανό ο «μακρόκοσμος» στον οποίο ενδημούμε, να λειτουργεί πανομοιότυπα με το κβαντικό, εκεί όπου τα μυστηριώδη στοιχειώδη σωματίδια, οι θεμέλιοι λίθοι των πάντων, συγκρούονται διαρκώς αναμεταξύ τους και χωρίς κάποιο προφανή λόγο, δημιουργώντας το «παραμύθι» της αχαλίνωτης πραγματικότητας, αυτό που ονομάζουμε ζωή.

Ακόμη λοιπόν και αν είμαστε απότοκα τυχαίων συγκρούσεων και το πεπρωμένο, ο μοναδικός αληθινός θεός μας, δεν παύουμε να κρατάμε στα χέρια μας την ευθύνη για τη ρότα που θα χαράξουμε.

Χαράσσουμε την πορεία μας με τις αποφάσεις και τις επιλογές μας, ενώ ακολουθώντας το δύσβατο μονοπάτι της συντροφικότητας, της αλληλεγγύης και της διάθεσης για επανάσταση, διαμορφώνουμε συνειδητά τον κόσμο γύρω μας.

Δημιουργούμε μαζί με τους συντρόφους μας τις συνθήκες εκείνες που απαιτούνται έτσι ώστε η ευτυχία να είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο θα αναπνέουμε.

Η μοίρα στην τελική είμαστε εμείς οι ίδιοι. Και ας το λησμονούμε ενίοτε

Πάμε πάλι. Επιτρέπουμε στους κυβερνήτες δολοφόνους μας να υπάρχουν όταν η Θεσ/νίκη είναι η πιο ρυπογόνος πόλη στην Ευρώπη και η Αθήνα η τρίτη. Πέντε εκατομμύρια λαού ζουν σε αυτές τις δύο πόλεις, φύλλο δεν κουνιέται. Το βράδυ θα κοιμηθούμε ήσυχοι στα κρεβάτια μας και αύριο θα τρέξουμε στην αγορά να κάνουμε το καθήκον μας, να γεμίσουμε τις τσάντες μας με μολυσμένα από όλων των ειδών τους ρύπους υπερτιμημένα προϊόντα. Ρύπους με τους οποίους γεμίζουμε τη γη και τα νερά μας αδιαφορώντας για μας και τα παιδιά μας. Δολοφόνοι κυβερνούν δολοφόνους, αυτοί είμαστε, μη κρυβόμαστε, ας τα πούμε έξω από τα δόντια. Φαντάζεστε πως οι αγρότες δεν γνωρίζουν με τι ψεκάζουν, τι δηλητήρια χρησιμοποιούν για ζιζανιοκτόνα. Πυρηνικά εργοστάσια και άλλα αμολούν απόβλητα καθημερινά στον αέρα. Η ΒΦΛ είναι αθώα ; Τα ποτάμια τα έχουμε ρημάξει, εμείς και οι γύρω μας. Αυτό το έχουμε ονομάσει πολιτισμό. Και το πολίτευμα δημοκρατία. Εδώ μια φλόγα δεν μπορούν να μεταφέρουν, κάθε δέκα μέτρα μία διαμαρτυρία, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Την κρύβουν τη φλόγα, τρέχουν αρματωμένοι και χτυπούν τον κόσμο που φωνάζει, για το αυτονόητο, ‘οι δημοκράτες’. Οι άλλοι είναι οι αλήτες , οι τρομοκράτες, οι αντάρτες, οι αναρχικοί. Θα είμαι πάντα μαζί τους, μου λέει. Διότι έχουν δίκιο, αυτή είναι η αλήθεια. Υποχρέωση του καθένα μας να είναι με το σωστό. Δηλαδή τι παράδειγμα δίνει αυτός ο εκλεγμένος ‘κύριος’, ταγμένος δήθεν στην ‘υπηρεσία’ των συνανθρώπων του; Παρανομεί με τις υπηρεσίες για το σπίτι του, ψεύδεται όταν τον ανακαλύπτουν και κουκουλώνει παρανομώντας, παρανομεί με τους ρύπους και παραποιεί, έναντι της πατρίδας του και του κόσμου όλου και συνεχίζει τα ψέματα, και τα βάζει με τους φίλους του όταν ανακοινώνουν το αυτονόητο. Εξαιρετικός. Μας σκοτώνει ‘δημοκρατικά’ και με το νόμο και ζητάει και τα ρέστα. Εμείς δεν τον βάλαμε εκεί πάνω; Εμείς δεν ανεχόμαστε να μας δολοφονούν; Και με σφραγίδα. Χειροκροτούμε και από πάνω. Για μια χάρη, μια θεσούλα. Για λίγες ψήφους, μια θετική για μας υπογραφή. Αυτοί καταντήσαμε. Βγαίνουμε από την εκκλησία έχοντας ‘λατρέψει ένα και μοναδικό θεό’ και λίγο πιο κάτω, λίγα λεπτά μετά λατρεύουμε άλλους δώδεκα παρακαλώντας τους να ανάψουν τη φλόγα, δέρνουμε κιόλας αυτόν που δεν συμφωνεί. Παράνοια. Βλέπετε είμαστε ‘δημοκράτες’.

Του Ξηρού η ανάκριση ξεκίνησε στην εντατική, λίγα λεπτά μετά τον σοβαρότατο τραυματισμό του στον Πειραιά. Τον Ζαχόπουλο τον περίμεναν 3 μήνες μήπως και πάθει ψυχικό τραλαλά εάν του θύμιζαν το πρόβλημά του. Η καλή μας δημοκρατία, έτοιμη κατά τα άλλα να διώξει δικαστές και εισαγγελείς όταν λένε τα αυτονόητα δημόσια. Σας την χαρίζω αυτή τη δημοκρατία, φτιαγμένη κατ’ εικόνα και ομοίωση σας αγαπητοί ‘δημοκράτες’, να την χαίρεστε. Ο καθένας έχει αυτό που του αξίζει, θερίζουμε αυτό που σπείραμε. Ας ετοιμαζόμαστε λοιπόν για τις θύελλες που έρχονται. Γι αυτό χρειάζεται στράτευση, σε ομάδες σε κινήματα, λέει, αγώνες κοινωνικούς, αυτόνομα από τα κόμματα-διαχειριστές αυτής της διεφθαρμένης εξουσίας. Κι αγώνες προσωπικοί, πνευματικοί αγώνες κόντρα στον ατομικισμό και τη ζήλια, για συλλογικότητες με αξιοπρέπεια και ανθρωπιά. Αλληλέγγυοι, ταπεινοί. Περήφανοι όμως για την δόξα της δικαιοσύνης και της αγάπης. Από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο. Χριστός και Γκεβάρα, Άρης και Λεωνίδας. Για την επανάσταση της κάθε μέρας, τις συνεχείς ανατροπές στη καθημερινή διεργασία, έξω και μέσα, όλοι μαζί. Υπάρχουν μικρές σταυρώσεις καθημερινά που χάνονται στο χάος της ημέρας. Να μη μπορείς να προσφέρεις σύμφωνα με τις δυνατότητές σου, να μη μπορείς να πάρεις σύμφωνα με τις ανάγκες σου. Η ευπρόσδεκτη απολιτικοποίηση με τη συνακόλουθη λαϊκή αποχαύνωση αποτελεί την εγγυήτρια δύναμη αποτροπής οποιασδήποτε αταξίας, στο όνομα της πολιτικής σταθερότητας. Ευλογία η άγνοια, και η παγκοσμιοποίηση συγκροτεί κοινωνία ευλογημένων λαών, που αρκούνται πειθήνια σε ότι τους δίνουν. Πόσο όμως ακόμη θα ανέχονται οι νέοι παγκοσμίως, στον πλανήτη που αφυπνίζεται, αυτή την απειλή οικολογικής καταστροφής, ή τον αφανισμό από πείνα και δίψα; Προκαλείται επισιτιστική κρίση από το παιχνίδι των κερδοσκόπων, που δεν παίζουν μόνο με τις τιμές του πετρελαίου αλλά και των τροφίμων όπως και των αγροτικών προϊόντων από τα οποία παράγονται βιοκαύσιμα. Γεμίζουμε τα ρεζερβουάρ με πανάκριβα καύσιμα και μένουν άδεια τα στομάχια εκατομμυρίων ανθρώπων.

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, εδώ και πολλά χρόνια, η ζωή δυσκολεύει για πολλούς, μα πάρα πολλούς ανθρώπους. Προσδοκία βελτίωσης καμιά. Όσο υπάρχει δυστυχία δεν μπορούμε να σταματήσουμε να μιλάμε για εξέγερση και ανατροπή. Πρώτη στη διασπορά θανάτου από τα φουγάρα της η ΔΕΗ, τζάμπα θα την αγοράσουν οι Γερμανοί, που διώχτηκαν από εκεί γιατί βρωμίζουν τα πάντα. Σίγουρη επιχείρηση με ελάχιστο κόστος συντήρησης. Από κοντά τα διυλιστήρια, η δική μας ΒΦΛ και τα τσιμεντάδικα. Έχουμε και το ‘εμπόριο ρύπων’ Συνθήκη του Κιότο, συντελεστής ρύπων. Έχεις υψηλό συντελεστή, πουλάς ποσοστό ρύπων σε αυτόν που έχει χαμηλό και ξεμπερδεύεις. Βρε ούστ. Και βέβαια πουλώντας δεν σημαίνει πως οι κάτοικοι που ζουν στις βεβαρημένες περιοχές θα σταματήσουν να πεθαίνουν από τους ρύπους. Εμείς οι καβαλιώτες ας πούμε χεστήκαμε εάν πουλήσει ρύπους η ΒΦΛ, ίσα βάρκα ίσα πανιά. Τα εργοστάσια θα συνεχίσουν να ρυπαίνουν, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να πεθαίνουν, η χώρα που θα αγοράζει ρύπους θα είναι βρώμικη στα χαρτιά μα καθαρή στην πραγματικότητα και η συνθήκη του Κιότο θα θριαμβεύει κι αυτή. Καθαρότερος πλανήτης μιας και οι δυνατοί εξαγοράζουν με χρήμα τον κοινό θάνατο.

Αλλάζει θέμα: ρώτα τον καθένα να σου πει τι ωραιότερο θυμάται στη ζωή του; Θα απαντήσει: τα φοιτητικά του χρόνια. Είναι τα χρόνια της μάθησης, τότε που ο νέος ξεδιψά την ψυχή του. Ερωτεύεται και παλεύει για τα ιδανικά του. Τουλάχιστον έτσι ήταν στα χρόνια τα δικά του. Οι κανόνες που τροχοπεδούν τη ζωή δεν τους αγγίζουν. Συζητά, ρωτά μαθαίνει, ανταλλάσσει απόψεις, αστράφτει και βροντά. Η αγωνία για τα κοινά τον συνεπαίρνει. Αυτή είναι η γενιά μου, λέει

  • Πολιτικοποιήθηκε αμέσως, άκουγε πρώτη φορά για ταξική πάλη, για συσχετισμούς δυνάμεων, για καταστολή και επανάσταση. Για την ανάγκη ανατροπής της γενιάς των ανέραστων. Τον άγγιξαν τα λόγια των Ρηγάδων, βρέθηκε αμέσως κοντά τους. Θυμάται καλά τον Ιορδάνη τον Ανθόπουλο.  Κουκουέδες και μαοϊκοί μάλωναν διαρκώς για το ποιος θα οικοδομήσει καλύτερα τον σοσιαλισμό, εάν της Κίνας το μοντέλο ήταν ανώτερο αυτού της Σοβιετικής Ένωσης και άλλα τέτοια που του την έσπαγαν. Στην Ευρώπη ο αέρας του Μάη φυσούσε δυνατά και μυρωμένα, Σεπτέμβρη του 73 βρίσκεται στη Φλωρεντία, λίγους μήνες πριν το Πολυτεχνείο. Έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα για να ξεστραβωθεί. Μάρξ, Ένγκελς, Λένιν, Λούξεμπουργκ, Γκεβάρα, Τρότσκι, Μάο, Βιετκόνγκ, Αλιέντε, Τουπαμάρος, Μαριγκέλα, Αλγερία, Παλαιστίνη, αντάρτικα παντού.

theme of Ali, η μάχη της Αλγερίας

Τον ξένισε που οι δικοί μας ζητούσαν ντε και καλά την νομιμοποίηση. Του έκανε εντύπωση η αναντιστοιχία ανάμεσα στο λόγο και την πράξη, Γιατί τόση πρεμούρα να παίξουν μπάλα εκτός έδρας οι Έλληνες κομμουνιστές. Ποιος ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού; Δεν είναι πλέον στημένο; Δεν είμαστε άλλο κομμουνιστές λοιπόν, τι θέλουμε τελικά, ρεφορμιστές γίναμε, σοσιαλδημοκράτες, στο δρόμο χάθηκε η εξέγερση; Που πήγε η επαναστατικότητα; Πήγε να σκάσει, απομακρύνθηκε.

Πλησίασε τους Ιταλούς, άρχισε να καταλαβαίνει και τη γλώσσα, εδώ τα πράγματα ήταν πιο ξεκάθαρα. Του φάνηκαν πραγματιστές. Πίστευαν πως το χταπόδι της γραφειοκρατίας με τα χίλια πλοκάμια που αγκαλιάζουν σφιχτά κάθε γωνιά της καθημερινότητας για να ρουφήξουν υπεραξία και να πνίξουν κάθε απόπειρα χειραφέτησης του λαού, αυτό το χταπόδι λοιπόν έπρεπε να θανατωθεί, μιας και αυτοί που το δημιούργησαν θα αντιστέκονταν σκληρά. Χρειάζονταν αυτά τα πλοκάμια να κοπούν από τη ρίζα όπως ο Αλέξανδρος τσάκισε τον Γόρδιο δεσμό, δημιουργώντας τις συνθήκες για να γίνει τούτο εφικτό. Μερίδιο στην τούρτα ζητάτε, έλεγε στους παλαιούς συντρόφους του, το παλαιωμένο ρούχο το πετάμε από πάνω μας, δεν το ξανά βάφουμε να μοιάσει καινούριο. »Δύο κόσμοι αντίθετοι μεταξύ τους, διάλεξα τον δεύτερο» μου λέει Επιθετική δράση ενάντια στις τρέχουσες αξίες σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας, αυτή ήταν η πρακτική των νέων μου συντρόφων. Δεν φτάνει να καταγγέλεις και να φωνάζεις την αποστροφή σου στο υπάρχον. Ποιος θα σε πάρει στα σοβαρά; Ζούσαν σχεδόν κοινοβιακάμοιράζονταν τα πάντα, δεν υπήρχε δικό μου και δικό σου, ο καθένας στον κορβανά ανάλογα με αυτά που είχε. Νέοι, κορίτσια στον αγώνα για την χειραφέτηση. Για την αυτονομία. Ενάντια στην εμπορευματοποίηση των σεξουαλικών σχέσεων, ενάντια στην πατριαρχία και τις ιεραρχίες, ο έρωτας κοινωνικό αγαθό, κόντρα στη μοναχικότητα. Ο φόβος της μοναξιάς κλείνει τον άνθρωπο στο καβούκι του, δημιουργεί ατομικότητες και εγωισμούς, εκεί πάνω σκοντάφτει η συλλογικότητα. Όταν αγωνίζεσαι ενάντια στην ιδιοκτησία σαν μέσο πλουτισμού ή αυτοπροβολής ή κατοχής εξουσίας δεν γίνεται να είσαι κτητικός στον έρωτα ή στο σπίτι γενικότερα, στις σχέσεις. Δεν κατέχεις κανέναν και τίποτα. Ούτε καν τον εαυτό σου, ίσως, ανήκεις στους φίλους, τους συντρόφους, τη συλλογικότητα, στην κοινωνία, την ίδια, τον Δήμο, στην κοινότητα . Αυτό προσπαθήσαμε να στήσουμε ξανά αγόρια και κορίτσια, την κοινότητα. Δεν υπάρχει εξουσία ανάμεσα σε όμοιους, ελεύθερους ανθρώπους, αυτόνομους, όπου η διαφορετικότητα είναι η ποικιλία, το αλάτι σε μια υπέροχη σαλάτα.

  • ΓΥΡΊΣΑΜΕ ΤΗ ΧΏΡΑ, λέει, επισκεφτήκαμε φίλους, ανταλλάξαμε απόψεις, κουράγιο. Ένα μπουκάλι κρασί λίγα χρήματα, ένας το κάρο κι ένας τη βενζίνη. Πάντα υπήρχε κάποιο σπίτι με ανοιχτές τις πόρτες, σύντροφοι περίμεναν, η μακαρονάδα ήταν ζεστή, και στις εκδρομές γεμάτο υπνόσακους το αυτοκίνητο ή ωτοστόπ αν δεν υπήρχε. Έβρισκαν δε κι ένα άδειο σπίτι όταν ο καιρός δεν επέτρεπε ύπαιθρο, τα ξύλα και η τροφή είναι για όλους, δεν πείραξαν ποτέ τίποτα άλλο, Πόρτες ανοιχτές, καρδιές ανοιχτές, η νέα κοινωνία είναι ήδη εδώ, στα σπάργανα, χρειάζονται ακόμα πολλά να γίνουν, πολλά να κατακτηθούν. Οπλίζονταν σιγά σιγά γιατί ο αντίπαλος πάνοπλος νιώθει τα κεκτημένα να γλιστρούν κάτω από τα πόδια, ο φόβος να ξεθωριάζει, απειλεί, σκοτώνει, ονειρεύεται πραξικόπημα, οργανώνει εντάσεις δημιουργεί συνθήκες αναμέτρησης. Σφάζει. Και οι επαναστάτες, οι σύντροφοι δεν κάνουν πίσω.

Κι έχουν για πάντα στην καρδιά τους χαραγμένα τα λόγια του Μάο: »Η πολιτική δύναμη πηγάζει από την κάνη του τουφεκιού».

MM80110.jpg

φορτίνο σαμάνο

Σε ένα καθεστώς που χρησιμοποιεί την βία σε όλες τις δυνατές μορφές, που σου έχει καθίσει στο σβέρκο με το ζόρι, όπου η ψυχολογική, με το στανιό, καθημερινή πλύση εγκεφάλου δημιουργεί συναίνεση, όλο αυτό το ‘παιχνίδι’ των μέσων που χρησιμοποιεί τα αόρατα εργαλεία του για να τσακίσει τον άνθρωπο, δεν μας επέτρεψε να παρατηρούμε αμέτοχοι, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Στα γκλομπ αντιτάξαμε τα στάλιν, [τα παλούκια με τις σημαιούλες] και τα αγγλικά κλειδιά, και στα όπλα τους τα δικά μας. Η αναμέτρηση ήταν ανοικτή πλέον. Στο πυροβόλο που είναι εκεί, σε κάθε γωνία, έτοιμο να επιβάλει τη θέληση του κατόχου του, της εξουσίας, δεν αντιπαραβάλεις άλλο τα ωραία λόγια. Αρκετά πια. Χρειάζονται και αυτά μόνο που κάποιες στιγμές ξεπερνιούνται, πρέπει να απαντήσεις, να περάσεις εσύ στην επίθεση, οι συσχετισμοί αποφασίζουν το πότε και το πού. Το αυτόνομο κίνημα ένιωθε, και ήταν για κάμποσο καιρό, τεράστιο και δυνατό. Το παρακράτος αγωνιούσε, έσπερνε βόμβες και τσαμπουκά. Οπλίστηκαν και οι σύντροφοι. Πατήρ όλων ο πόλεμος είπε ο Ηράκλειτος. Σε εμπόλεμη κατάσταση είναι πλέον το παλαιό με το καινούριο, το νέο. Για χρόνια.

Σήμερα αυτά ακούγονται απίστευτα μακρινά. Όλα αυτά. Δεν κουνιέται τίποτα. Δεν υπάρχει συλλογικότητα. Κάποιοι μοναχικοί αντάρτες, ή έτσι μου φαίνεται μονολογεί. Διάφορα στέκια διάσπαρτα στη χώρα, καταλήψεις, συλλογικότητες. Μετά το ’80 η συντήρηση κατάφερε και έκλεισε τον κόσμο στο σπίτι, τους νέους ανθρώπους που κινούν την ιστορία. Να ακούς την λέξη επανάσταση και να βάζεις τα γέλια, ‘ένα αστείο’. Αποδυνάμωσε μέσα στον καθένα τη διάθεση για ρήξη. Μοιάζει πανίσχυρη, είναι;

Στην αναγκαιότητα της επιστροφής μιας πολιτικής που στρέφεται κατά της κυριαρχίας της αγοράς, υπάρχει όλη η ισχύς και η επικαιρότητα του Μαρξ. Γεια και χαρά σου Μαρξ, η σκέψη σου είναι νεότατη.

  • Μια μικρή παρένθεση: Οικονομική κρίση, κρίση, κρίση, χρόνια τώρα το ίδιο παραμύθι, όχι πως δεν υπάρχει, είναι όμως εγγενής του συστήματος, αυτή το τρέφει. Ήταν τότε, το μακρινό ’73 που άκουσε στην Ιταλία για την πετρελαϊκή κρίση που αναστάτωσε ολόκληρο το οικοδόμημα του δυτικού συστήματος που μέχρι τότε είχε βασιστεί στην αέναη, συνεχή και δίχως όρια εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών δυνάμεων του τρίτου κόσμου. Και η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε το πρώτο σαββατοκύριακο μετά την ψυχρολουσία να απαγορεύσει την κίνηση των οχημάτων στην επικράτεια. Κάτι πρωτόγνωρο, στις πόλεις δεν κουνιόταν φύλλο, απίστευτη ομορφιά την οποίαν όμως δεν κατάφερε να γευτεί πλήρως, ήταν πολύ νέος ακόμη για να αντιληφθεί πόσο όμορφη ήταν η πόλη δίχως την κίνηση των ρυπογόνων οχημάτων!

 

  • Ας συνεχίσουμε όμως από εκεί που σταματήσαμε: Φάνηκε πως το κίνημα είχε το πάνω χέρι. Ένιωσε πλειοψηφικό μέσα στην κοινωνία. Στα εργοστάσια, στις σχολές, στις γειτονιές, στις υπηρεσίες ανέπνεες φρέσκο αέρα, αέρα λευτεριάς. Το θέμα της αντιεξουσίας ήταν χρόνια στην ατζέντα, το είχε ήδη διατυπώσει η εργατική αυτονομία με τις κολεκτίβες της. Σταθήκαμε ανυπόμονοι; Βιαστήκαμε; Μάλλον. Σηκώθηκε απότομα ο πήχυς της αντιπαράθεσης ανάμεσα στα δύο κομμάτια της κοινωνίας που συγκρούονταν για το ποιο θα επικρατήσει. Με καταστροφικά αποτελέσματα για όλους.

Οι ‘δύο κοινωνίες’ δεν πρόλαβαν να γίνουν μία, τους πήρε όλους ο διάολος που λέμε. Οι σύντροφοι βρέθηκαν απομονωμένοι και εξοντώθηκαν. Αυτό ήταν, that’s it.

ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ 1976 ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ Κάθε τόσο μας έρχονται καινούριες καραβιές γερόντοι απ’ τον Μοριά ,απ’ τη Ρούμελη και από πιο πάνω απ’ τα Τρίκαλα και τη Μακεδονία Λιγνοί γερόντοι ,χοντροκόκαλοι μ’ άσπρα μουστάκια και φλοκάτες μυρίζουν σβουνιά και χωράφι μέσα στα μάτια τους βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου στα τσουλούφια τους κρέμονται οι σκιές των πλατανόφυλλων Μιλάνε λίγο δεν μιλάνε καθόλου, ωστόσο πότε -πότε το βλέπεις πού χουν συμπεθεριάσει με τα έλατα μια στιγμή που σηκώνουν τα μάτια απ’ το χώμα και τηράνε πίσω από τους ώμους μας όταν γαλανίζει το βράδυ τις τέντες κι ο αγέρας μπλέκει τα μουστάκια του στο θυμάρι όταν ο ουρανός κατεβαίνει απ’ τα βράχια Δρασκελώντας τη θύμηση με τις προκαδούρες των άστρων κι ο θάνατος κόβει βόλτες αμίλητος έξω απ’ το συρματόπλεγμα, τότες τους βλέπουμε που συνάζονται τρείς- τρεις, πέντε -πέντε σα στα παλιά τα χρόνια στις μπαρουταποθήκες του Μεσολογγιού Και τότες πια δεν ξέρεις, έτσι συναγμένοι στον αυλόγυρο της βραδιάς αξούριστοι , άλαλοι, δεν ξέρεις πια ,σαν ανάβουν τα τσακμάκια τους αν είναι ν’ ανάψουν το τσιγάρο τους ή αν είναι ν’ ανάψουν το φιτίλι του δυναμίτη Τούτοι οι γερόντοι δεν μιλάνε τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί ετούτοι χώσαν τη καρδιά τους στο βουνό σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δενδράκι καλοσύνη, ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη, κι ένα μουλάρι από θυμό μες την καρδιά τους που δεν σηκώνει τ’ άδικο Και τώρα κάθονται εδώ στην Μακρόνησο στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα δεν μιλάνε κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά της Αθήνας κοιτάνε τον ποταμό του Ιορδάνη σφίγγοντας μια πέτρα στη χωματένια φούχτα τους σφίγγοντας μες τα μάτια τους τα σκάγια των άστρων σφίγγοντας μες’ το φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν από το αστροπελέκι ΚΑΝΤΑΔΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ

»Αυτών των γερόντων εγγόνια και παιδιά είπαμε να γίνουμε κι εμείς φίλε μου» λέει ακούγοντας να τραγουδά η σπουδαία ερμηνεύτρια, »είπαμε να τους μοιάσουμε λιγάκι, αυτούς τους ήρωες που γέννησε η ζωή κι η ιστορία».

Η επίθεση στην καρδιά του κράτους απέτυχε, ο Μόρο εκτελέστηκε μιας και κανένας σύντροφος δεν ελευθερώθηκε, αμέτρητες διώξεις διέλυσαν τα πάντα. Αυτά με λίγα λόγια. Ζωντανός ο φυσικός ηγέτης της συντήρησης στην Ιταλία θα ήταν κινούμενη ανασφάλιστη βόμβα στα θεμέλια του συστήματος, νεκρός δεν κόστισε τίποτα στην πολιτική σκακιέρα, διέλυσε ολοκληρωτικά ένα αυτόνομο κίνημα που στο κάτω-κάτω δεν ήταν αυτό που πήρε την απόφαση. Αντίθετα, με όλους τους δυνατούς τρόπους είχε εκφραστεί υπέρ της απελευθέρωσης του κρατούμενου. Σφάλμα και στα μάτια του φίλου μου η εκτέλεσή του. Ο σταλινισμός είχε επικρατήσει της ευαισθησίας στις γραμμές των Ταξιαρχιτών. Διέσπασε το κίνημα, διέλυσε και την αλληλεγγύη μεγάλων κομματιών της κοινωνίας προς τη ριζοσπαστική της πλευρά. Την αλληλεγγύη προς τις πρωτοποριακές πρακτικές της οργανωμένης αυτονομίας και των αντάρτικων οργανώσεων.

Προείπαμε πως η επανάσταση διαφέρει της συντήρησης στις αξίες. Είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή φερθεί η επαναστατημένη κοινωνία άψογα στον κρατούμενο που υπερασπίστηκε τον εαυτό του με τον καλύτερο τρόπο διαμορφώνοντας κλίμα συμπάθειας σε όλους τους χώρους. Η επανάσταση δεν συμπεριφέρεται εκδικητικά, η ζωή του κρατούμενου είναι ιερή. Η κοινωνία δεν άντεξε το νεκρό σώμα του γραμματέα. Ο αιχμάλωτος είναι όμηρος στα χέρια του εχθρού του, του λαού. Οι άνθρωποι του, τον έχουν παρατήσει εντελώς με αξιοθαύμαστη εξαίρεση την οικογένειά του που κρατά στάση αξιοπρεπέστατη. Οι πολιτικοί του φίλοι και σύντροφοι σε όλες τις λοβιτούρες τον έχουν εγκαταλείψει ξεκρέμαστο, μόνο και ανυπεράσπιστο δείχνοντας όλη την ασχήμια της εξουσίας, το αποκρουστικότερο της πρόσωπο. Εδώ οι σύντροφοι αυτό δεν κατάφεραν να το αναδείξουν, έχασαν κάθε πλεονέκτημα που μέχρι εκείνη τη στιγμή την τόσο άτυχη είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν. Στην άρνηση διαπραγμάτευσης από την πλευρά των εξουσιαστών αντέτειναν την άρνηση της ζωής.

Και ηττηθήκαμε όλοι μαζί. Νομίζω, λέει, πως φαίνεσαι τεράστιος στα μάτια όλων, όταν σου αρνούνται και δεν εκδικείσαι, για μια τέτοια στιγμή τουλάχιστον μιλά και όχι γενικότερα περί εκδίκησης. Κακά το ψέματα, για όλους αυτούς που ονειρεύτηκαν και προσπάθησαν να πραγματώσουν το διαφορετικό, στα όρια του εφικτού πάντα, ζώντας ασφυκτικά περικυκλωμένοι από την αντεπανάσταση με όλα τα εργαλεία οπλισμένα, για όλους αυτούς που ζούσαν στο καινούριο, το νεκρό σώμα του ανθρώπου ήταν ένα μεγάλο χαστούκι. Και επιμένει στο θέμα διότι ξέρει από πρώτο χέρι πως από εκείνη τη μέρα και μετά κανένας τους δεν ήταν πια ο ίδιος. Μπερδεύτηκε ο κόσμος, μαζεύτηκε. Η επανάσταση έβαλε τρικλοποδιά στον εαυτό της. Και όσο εύκολο είναι να δημαγωγείς εκ των υστέρων άλλο τόσο αλήθεια είναι πως όλα αυτά ειπώθηκαν πριν ακόμη ληφθεί η απόφαση. Θυμάται επίσης ο φίλος μου πως με την απαγωγή του Μόρο, τον Μάρτη  του ’78, ο κόσμος πανηγύριζε, υπήρχε διάχυτη στην ατμόσφαιρα η ικανοποίηση, είμαστε κι εμείς εδώ έλεγε και ένιωθε ο κόσμος, οι μέρες της ατιμωρησίας σας τέλειωσαν, προς τους λακέδες της εξουσίας και τα τσιράκια της. Κι ας βομβαρδίζονταν ο τόπος από τις εικόνες της εξολοθρευμένης φρουράς του. Τεράστιο χαστούκι στην εικόνα, την αναλγησία της εξουσίας, στην αίσθηση παντοδυναμίας που ανέδιδε η συμπεριφορά της. Πενήντα μέρες μετά τον ενθουσιασμό αντικατέστησε η κατήφεια ο σκεπτικισμός και η ανησυχία.

Μαύροι σκυθρωποί όλοι προβληματισμένοι ένιωθαν την καταιγίδα να πλησιάζει. Η ζωή ξαφνικά είχε αγριέψει πολύ, τα χρόνια της ‘αθωότητας’ εξαφανισμένα, οι περισσότεροι δεν ήταν έτοιμοι, η παγίδα είχε στηθεί κι εμείς πιασμένοι στις δαγκάνες της. Έπεσε κι ο λαός στην παγίδα, γι’ αυτό, ή μάλλον, και γι’ αυτό η Ρώμη σήμερα [ που γράφονταν αυτό το κείμενο ] για πρώτη φορά στην ιστορία της έχει όχι ‘αριστερό’ ηγέτη αλλά φασίστα. Και για πρωθυπουργό τον Μπερλουσκόνι, που όλοι γνωρίζουν πως μπλέχτηκε με την πολιτική για την βουλευτική ασυλία, για να πνίξει τα σκάνδαλα στα οποία είναι μπλεγμένος. Για τον ίδιο λόγο που οι Γάλλοι έχουν Σαρκοζί και εμείς εδώ Καραμανλή. Στο κάτω, κάτω αυτοί είναι τίμιοι με τον εαυτό τους, λένε αυτό που είναι, κάνουν αυτό που πιστεύουν. Σε μια κοινωνία που τους μοιάζει. Μιας κι εμείς δεν καταφέρνουμε να δείξουμε πόσο πραγματικά διαφορετικοί είμαστε. Κλεισμένοι στους μικρόκοσμους και τους εγωισμούς μας. Η αλήθεια είναι διάσπαρτη παντού, δεν είναι κτήμα κανενός. Μόνο ενωμένη η αντί εξουσία, ζώντας διαφορετικά και αναδεικνύοντας το στην καθημερινότητα, χίλιοι καθημερινοί αγώνες, χίλιες καθημερινές κατακτήσεις, θα πέσουμε, θα φάμε και πολλά χαστούκια, και απογοητεύσεις, δεν πειράζει, όρθιοι ξανά, εκεί, στις μικρές και μεγάλες επάλξεις ,δίνουμε καθημερινές εξετάσεις. Για μας το κάνουμε στο κάτω κάτω. Κάτι θα γίνει τελικά. Ο ορίζοντας είναι γαλάζιος, είναι και μαύρο κόκκινος, γαλάζια η ομορφιά του ουρανού, κόκκινη και μαύρη η ομορφιά του καινούριου, της ανατροπής, της αυτονομίας.

  • Οι ομάδες μας, λέει, ήταν η κοινωνία σε κίνηση, οργανωμένη, στρατός και λαός μαζί, ένα, ζων οργανισμός, αυτόνομος, γεμάτος ζωντάνια, κύτταρο του νέου πολιτισμού. Χτυπούσε στόχους καθημερινούς, εύκολα κατανοητούς, αποδεχτούς σχεδόν από όλους. Εργατική αυτονομία, λαϊκή αυτονομία. Από αυτά που γνώριζε ο λαός μέχρι τότε, από αυτό που προ υπήρχε, και που επάνω του σκόνταφτε. Αυτοοργανωμένος ο κόσμος στη δουλειά, στη γειτονιά, στη σχολή. Παντού. Ήθελε, διεκδικούσε, κατακτούσε. Καθημερινά. Ζούσε και ανέπνεε μαζί, αλλιώς, διαφορετικά. Ο ένας για τον άλλο, για την άλλη. Μαζί. Αυτό το μαζί έκανε τη διαφορά. ΜΑΖΙ.

ΣΑΝ ΝΑ ΜΉΝ ΒΛΈΠΩ ΜΑΖΊ ,ΜΟΥ ΛΈΕΙ ΣΉΜΕΡΑ. Σαν να μην υπάρχει μαζί, με εξαιρέσεις φυσικά στέκια και καταλήψεις. Ο καθείς χωριστά, χάνεται. Απογοητευμένος, τρομαγμένος, αδύναμος. Ευάλωτος αρκείται μια φορά κάθε τόσο να ψηφίζει εναντίον αυτού που κατά βάθος δεν γουστάρει καθόλου.

Νίκος Δημητράτος, 1974,Σταύρος Ξαρχάκος, Νίκος Γκάτσος ΝΥΝ ΚΑΙ ΑΕΙ Εσείς που βάλατε την έγνοια προσκεφάλι, κι είχατε στρώμα της ζωής την ερημιά εσείς που χρόνια δεν σηκώσατε κεφάλι και καλοσύνη δεν σας άγγιξε καμιά Ήρθε ο καιρός πάνω στου κόσμου την πληγή ήρθε ο καιρός να ξαναχτίσετε τη γη .

Όλοι εμείς, συνεχίζει, που πήραμε μέρος τότε στον αγώνα για την ανατροπή, όλοι εμείς που βιώσαμε αυτή την περίοδο γνωρίζουμε πως ένα μεγάλο κομμάτι της νόησης και της ευαισθησίας μας προέρχεται από το γεγονός πως βουτήξαμε αυτόνομα, χωρίς να μας κατευθύνουν σε αυτές τις σπάνιες στιγμές, τις οποίες θεωρώ ως ένα δώρο της ιστορίας. Σήμερα ο κόσμος είναι πιο σκληρός, πιο οξύς, κατ’ εικόνα του χρήματος που προσκυνά, του χρήματος που δεν γνωρίζει σύνορα και που έχει γίνει η πραγματική διεθνής αξία και πατρίδα, η ανατροπή δεν μπορεί παρά να είναι παγκόσμια, εφευρετική, απαλλαγμένη από κάθε ιδεολογία η οποία θα σκότωνε οτιδήποτε ζωντανό σε κάθε αντιστασιακή δράση προς όφελος της εκάστοτε φατρίας. Είμαστε υπεύθυνοι για τους εαυτούς μας και ο καθένας οφείλει να διαφυλάξει το κομμάτι ζωής, ονείρου, παιδικότητας και επαναστατικότητας που τον καθιστά μοναδικό’.

ΕΊΜΑΣΤΕ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΕΣ. Έχουμε τα μάτια ανοιχτά και τη συνείδηση καθαρή ώστε να βλέπουμε κατάματα την πραγματικότητα. Είμαστε με αυτούς που συνθλίβονται γιατί μας συνθλίβουν κι εμάς, οικονομικά, πολιτιστικά, πολιτικά. Δεν είμαστε με αυτούς που πετούν τα τσιγάρα από το παράθυρο του αυτοκινήτου ή κορνάρουν με το παραμικρό τα μεσημέρια. Δεν είμαστε με αυτούς που τρέχουν στα πρωϊνάδικα, που διαμορφώνουν άποψη από την τηλεόραση. Δεν είμαστε με τη Γιουροβίζιον και το life style σαν πολιτιστικό γεγονός. Δεν είμαστε από αυτούς που βάζουν το προσωπικό ή το παραταξιακό συμφέρον πάνω από το κοινό. Θέλουμε να ανατρέψουμε αυτό που δεν μας αρέσει σήμερα, αυτό που υπάρχει χρόνια. Βαρέθηκα φωνάζει, να βλέπω τις ίδιες φάτσες χρόνια τώρα να μου μασουλάν τις ίδιες αηδίες. Το καινούριο θα γεννηθεί μέσα από την αβεβαιότητα, την αταξία, την φασαρία. Τα καλύτερα παιδιά κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι. Τα χειρότερα ενσωματώθηκαν στο σύστημα γιατί δεν ήταν επαναστάτες στην ψυχή, καλή ώρα σαν τον Λαλιώτη και τη Δαμανάκη εδώ σε μας, τον Κον Μπεντίτ στη Γερμανία- τι απέγιναν οι δικοί του σύντροφοι δεν γνωρίζει. Δεν θέλουμε να αλλάξουμε το σύστημα, λέει, να το καταστρέψουμε θέλουμε, δεν αλλάζει, αποδεδειγμένα. Και το καινούριο θα γεννηθεί από τα χαλάσματα, αυτός είναι ο νόμος της φύσης. Και αυτοί που διοικούν θα εργάζονται κιόλας, συγχρόνως. Φτάνει πια με τους εργατοπατέρες, είναι η μόνη δικλείδα ασφαλείας. Μιλούν στο όνομα του λαού αυτοί που με το λαό δεν έχουν πιει ένα ποτήρι κρασί μαζί. Άνθρωποι που δεν έχουν νιώσει την αγωνία της καθημερινότητας και της επιβίωσης, μιλούν στο όνομα αυτών που δεν ξέρουν τι τους επιφυλάσσει το αύριο. Και κυβερνούν στο όνομά μας άνθρωποι που δεν θα μας γνωρίσουν ποτέ, δεν νιώθουν το χτύπο της καρδιάς μας, το άρωμα της σκέψης μας. Μιλούν για ελευθερία άνθρωποι που δεν διακινδύνευσαν ποτέ στη ζωή τους. Άνθρωποι που δεν είπαν ποτέ όχι σε ανώτερο διοικούν υπουργεία, στρατούς, θέσεις κλειδιά. Ποτέ δεν ρίσκαραν, δεν ριψοκινδύνεψαν ποτές. Η παραβατικότητα είναι πολύ γλυκιά θέλει αρετή και τόλμη όμως η ελευθερία, όπως έχουμε ξαναπεί Θέλει κότσια να πας αντίθετα στο ρεύμα, στον συντηρητισμό. Αυτός ευθύνεται για τα δεινά της σημερινής ζωής μας σε μία κοινωνία άγρια, ψυχρή και υπολογιστική. Είμαστε αριστοκράτες λοιπόν. Δεν παρκάρουμε στα ήδη κατειλημμένα πεζοδρόμια από μπαρ και ταβέρνες. Δεν βρωμίζουμε τις θάλασσες και τις ακρογιαλιές.

Κομπιάζει λιγάκι. Αν δεν έχεις μπει ποτέ στη φυλακή δεν καταλαβαίνεις τη σημασία της ελευθερίας, και την έννοια αυτής. Κι αν δεν έχεις νοσηλευθεί για σοβαρή αιτία την αξία και την έννοια της υγείας. Ξέρεις πως τα έχω για τα καλά γνωρίσει και τα δύο, και με το παραπάνω. Ήμουν ‘τυχερός’ που τα έζησα και τα δύο, επαναλαμβάνει γιατί ξέρω από πρώτο χέρι. Τρεις φορές φυλακίστηκα, πολλές νοσηλεύτηκα, εγχειρίστηκα, εντατική, χημειοθεραπείες, όλα τα καλούδια.

Δεν είχαμε κανένα συμφέρον, συνεχίζει, να είμαστε με τους ‘εκτός νόμου’. Στη ζωή μας όλα κυλούσαν φυσιολογικά. Είκοσι χρονών παιδιά στο άνθος της νιότης και της ενεργητικότητας ερωτευτήκαμε τους παράνομους, τους παραβατικούς, αυτούς που ρίσκαραν τα πάντα γιατί αγαπούσαν την ελευθερία και την αυτονομία, γιατί μίσησαν το ψέμα, την υποταγή, την διαφθορά, την απληστία, την ψευτοδημοκρατία στο κάτω κάτω. Εκλογές έκαναν και οι χουνταίοι, εκλογές και οι σημερινοί. Ποια όμως από τα κρίσιμα ζητήματα λύνονται στα κυνοβούλια πραγματικά. Μόνο τα μικρο ζητήματα. Εκεί επικυρώνονται οι αποφάσεις που παίρνονται στα γραφεία των μεγάλων εταιριών που στηρίζουν τα κόμματα και χρηματοδοτούν τις καμπάνιες και τα μεγαλοστελέχη τους. Σήμερα για να θέλεις να πολιτευτείς σημαίνει πως θέλεις να οικονομήσεις χωρίς να κουραστείς, άσε που όσο και να ιδρώσεις τα λεφτά με τρόπο νόμιμο είναι περιορισμένα. Μόνο οι ανατρεπτικοί είναι ειλικρινείς. Κι αν δεν υπάρχουν μαζικά σήμερα θα υπάρξουν σίγουρα αύριο. Η ζωή και η ιστορία κύκλους κάνει. Υπομονή αδέλφια. Και αυτά που τόσο ανατρεπτικά ακούγονται σήμερα, αιρετικά, θα είναι πλειοψηφικά αύριο. Θα ακούγονται από στόματα πολύ περισσοτέρων.

Ας κρεμάσουν δέκα παλικάρια τον υπουργό στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, δεμένο, με μια πινακίδα στο λαιμό που θα μιλά για τα ‘κατορθώματά’ του, να κάτσει έτσι για μισή ωρίτσα μέχρι να τον κατεβάσουν, να νιώσει στη μούρη του την απέχθεια αυτών που δεν του μοιάζουν. Έτσι όπως έκαναν τότες οι ιταλιάνοι σύντροφοι! Να νιώσει τη βία που νιώθουμε κολλημένη σαν βδέλλα στο πετσί μας καθημερινά, όλοι μας όταν μασουλάμε το παραμύθι τους. Σας λέω πως εκατοντάδες χιλιάδες έλληνες θα πανηγυρίσουν, βγείτε έξω και ρωτήστε, χωρίς κάμερες και χαφιεδισμούς, θα σας πουν την αλήθεια.

Έβαζαν οι σύντροφοι στόχο τα γραφεία των μεγάλων κατασκευαστικών που κρατούσαν ανοίκιαστα εκατοντάδες διαμερίσματα για να σηκώσουν τις τιμές. Όλοι έλεγαν: καλά τους κάνετε. Απέκλειαν τετράγωνα με μέσα τους πολυκαταστήματα και αλυσίδες, εισέβαλαν και απαλλοτρίωναν τα αγαθά μαζί με τον κόσμο, που πανηγύριζε και έφευγε φορτωμένος, ή με αυτομείωση, κατέθεταν στα ταμεία συμβολική τιμή για τα προϊόντα πρώτης ανάγκης. Έκρηξη ενθουσιασμού και θαυμασμού στη γειτονιά. Στα ακριβά εστιατόρια το ίδιο, παντού λαϊκές τιμές, καταλήψεις για στέγαση και δημιουργία κέντρων συνάντησης και επιμόρφωσης, εισβολές στους κινηματογράφους και τα θέατρα για όσους αδυνατούσαν να καταβάλουν αντίτιμο, συμβολικές τιμές στα εισιτήρια για τους υπόλοιπους. Η αυτομείωση σε όλους τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας είχε γίνει φαινόμενο μαζικό. Τηλέφωνα, μεταφορές, νερό, ρεύμα. Ο λαός απαιτούσε, οργανώνονταν αυτόνομα, έπαιρνε αυτό που ήταν δικό του. Μαζικά.

autop, people have the power

Είναι ιερή η ζωή λέει, όμορφη, πανέμορφη. Και το έχει νιώσει μέχρι το μεδούλι γιατί κινδύνευσε να την χάσει. Γι αυτό ζήστε την με ένταση, με πάθος, με όλο σας το είναι. Είναι ιερή. Γι αυτό αισθάνονταν άβολα, κομπιάζει, όταν σύντροφοι, στον αγώνα, την αφαιρούσαν, από λαμόγια έστω.

‘Να ζήσουμε τη ζωή με τα όλα της’ ξαναλέει, ‘σε όλο της το μεγαλείο’. Να βουτήξουμε στα νερά της, ακόμη και στα παγωμένα καλό κάνει, και στα αφρισμένα, εκεί, κυρίως εκεί μαγειρεύονται πράγματα και καταστάσεις. Να δοκιμάσουμε τα αρώματα της δίχως φόβο. Να γνωρίσουμε τη φύση, να τη σεβαστούμε. Να τρέξουμε στα δάση, να ξαπλώσουμε στο χορτάρι να αναπνεύσουμε τη δημιουργία, να νιώσουμε την ελευθερία, την ευωδιά των λουλουδιών, να ακούσουμε τη μουσική που σκορπίζεται παντού, από τον άνεμο, τα δέντρα, τα πουλιά. Να πετάξουμε μαζί τους, εκεί βρίσκεται η καρδιά της ζωής, της δημιουργίας. Να αφουγκραστούμε το μήνυμα, μήνυμα αισιοδοξίας και ευτυχίας. Την ευλογία του όλου, του ολοκληρωμένου. Υπάρχει ολοκλήρωση στη φύση. Να ζήσουμε και να πεθάνουμε λεύτεροι. Εάν ήμασταν ολοκληρωμένα όντα δεν θα υπήρχαν πόλεμοι. Και μίσος για τη διαφορετικότητα. Δεν θα υπήρχαν τάξεις, ανισότητες και του κώλου τα εννιάμερα. Όλοι ήμαστε φτιαγμένοι από τα ίδια στοιχεία, ξεσπά, και την ίδια ενέργεια. Μοναδικοί στη διαφορετικότητά μας. Δεν αποτιμάται αυτή σε χρήμα. Δεν είναι γραμμένο πουθενά πως ο διπλανός είναι πιο ακριβός.

Προσελκύουμε αυτό που επιθυμούμε, αυτό που αντανακλάται από εμάς φεύγει και ξαναγυρίζει κουβαλώντας μαζί του αυτό που ζητήσαμε. Ας είναι αυτό η αγάπη και η ομόνοια, να ζήσουμε αλληλέγγυοι με τους γύρω. Ότι χρώμα κι αν έχουν, όπως κι αν ονομάζονται. Η εκτίμηση φέρνει εκτίμηση. Υπομονή λοιπόν, εκτίμηση και αγκαλιά στο γείτονα. Και κάπου εκεί γύρω υπάρχει και μια συλλογικότητα, μια αυτόνομη ομάδα. Ας την ψάξουμε, να τη βρούμε. Να την φτιάξουμε στο κάτω κάτω. Να τα απαιτήσουμε από όλους αυτά.

ΠΑΡΈΝΘΕΣΗ:

  • Ήπια καφεδάκι στο’Νικηφόρο’ του αγαπημένου παλιόφιλου, του Βασίλη του ‘Πελέ’. Λέει : ‘το μυστικό στη ζωή φίλε μου είναι να αγαπάς, αυτό ξέρω. Για να μπορείς όμως να αγαπάς χρειάζεσαι αυτογνωσία, να γνωρίζεις τα υπέρ και τα κατά σου, τα προτερήματα και τα ελαττώματα σου. Έτσι μοναχά θα μπορέσεις να αγαπήσεις τον συνάνθρωπο, την κοπέλα σου! διαφορετικά δεν γίνεται! όλα τα άλλα τα ακούω βερεσέ!’ ‘Πολύ ωραία τα λες φίλε’, του απαντάω. ‘Δεν τα λέω εγώ Μιχάλη’, συνεχίζει.’ Η ζωή το λέει, αυτήν επαναλαμβάνω’!

συνεχίζεται

James – Born Of Frustration (live)

 

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας, συνεχίζεται

μιχαλης 296