σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

παρέμβαση Καβάλα

Σάββατο 22/02/2020, 10:30 το πρωί με τρυκάκια και συνθήματα κάναμε παρέμβαση στο φόρουμ Energy&Hubs Kavala 2020
μπήκαμε μέσα στην αίθουσα την ώρα που είχε ξεκινήσει το φόρουμ της ντροπής …με δυνατό παλμό και τα εξής συνθήματα:
ΕΜΠΟΡΙΟ ΟΠΛΩΝ ΜΙΖΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΑΣ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ
ΠΟΛΕΜΟΙ ΘΑΝΑΤΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΕΣ ΡΟΕΣ ΔΕΝ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΕΣ
ΜΕ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΜΙΖΕΣ ΦΤΙΑΧΝΟΥΝ ΑΓΩΓΟΥΣ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΠΩΣ ΘΑ ΖΕΣΤΑΘΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΟΥΣ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥΣ
ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ TIERRA Y LIBERTAD
TERRA INCOGNITA
UTOPIA AD
ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΣΤΕΚΙ ΚΑΒΑΛΑΣ
*θα ακολουθήσει βίντεο

 

2:46 μ.μ. · 22 Φεβ 2020Twitter Web App
θεωρία, teoria

Ανάμεσα στον κλιματικό αρνητισμό και την green economy- πράσινη οικονομία. Παρέμβαση του Massimo De Angelis

Ακολουθεί μια σειρά από σκέψεις του Massimo De Angelis, καθηγητή της «Πολιτικής Οικονομίας και Κοινωνικής Αλλαγής»-“Political Economy and Social Change” στο Πανεπιστήμιο του East London.Τα επιχειρήματά του σχετίζονται με το ευρύ θέμα της πολιτικής οικολογίας, ξεκινώντας από τη σχέση ανάμεσα στη φύση, το κεφάλαιο και το ανθρώπινο υποκείμενο, περνώντας μέσα από την τρέχουσα πολιτική συζήτηση για τις κλιματικές αλλαγές ανάμεσα στον αρνητισμό και τις «πράσινες» προοπτικές υπαγωγής, φτάνοντας τη συζήτηση σε γενικές υποθέσεις για το θέμα του επαναπροσδιορισμού της οργάνωσης της κοινωνικής αναπαραγωγής από μια οπτική μαρξιστική. Το κείμενο είναι μια μεταγραφή της ομιλίας του De Angelis στη δεύτερη συνάντηση του «Μέχρι την επανάσταση – Εργαστήριο κριτικής και πολιτικής οικολογίας»- «Until the Revolution – Laboratorio di critica ed ecologia politica» που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Μπολόνια. Συνάντηση με τίτλο «Μεταξύ κλιματικού αρνητισμού και πράσινης οικονομίας»-“Tra negazionismo cimatico e green economy”.

Tra negazionismo climatico e green economy. Intervento di Massimo De Angelis

Ξεκινώ προσπαθώντας να διευκρινίσω δύο πράγματα. Μιλάμε για τον Μαρξ και την ανάλυσή του για το εμπόρευμα. Ο Μαρξ αντιμετώπιζε μαζί με αυτό το πρόβλημα του εμπορεύματος, της εμπορευματοποίησης και του φετιχισμού, και εκείνο της αλλοτρίωσης, που συνδέεται με αυτές τις θεματικές που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Λέγεται ότι σε σχέση με την καπιταλιστική εκμετάλλευση υπάρχει και η αλλοτρίωση του ανθρώπου, η οποία διαρθρώνεται σε διάφορες στιγμές. Η άρθρωση του ανθρώπου ως παραγωγού, σε σχέση με το εμπόρευμα που παράγει. Αυτό το βλέπουμε σε όσους εργάζονται σε ένα εργοστάσιο υπό τον κύριο-το αφεντικό. Παράγεις κάτι επάνω στο οποίο δεν έχεις κάποια αυτόνομη ενέργεια-δύναμη-input σχετικά με το πού, πώς, πόσο ή γιατί. Μετά υπάρχει η αποξένωση, η αλλοτρίωση του παραγωγού σε σχέση με τους συμ-παραγωγούς του, επειδή σε ένα καπιταλιστικό πλαίσιο έχεις ισχυρούς περιορισμούς στην αυτονομία του τρόπου παραγωγής αυτού που παράγεις, του τρόπου με τον οποίο συσχετίζεσαι και συνεργάζεσαι με τους άλλους. Η αλλοτρίωση-αποξένωση του παραγωγού, το εννοούμε με την ευρεία έννοια, όχι μόνο στο εργοστάσιο, αλλά και στην οικιακή εργασία, είναι επίσης σε σχέση με τη φύση, στη σχέση με αυτήν. Με τη φύση εννοούμε λοιπόν, τη φύση έξω από τους ανθρώπους, επειδή και εμείς κατά τα άλλα είμαστε φύση. Η φύση δεν είναι έξω από εμάς, είναι και μέσα μας. Όταν μιλάμε για τη φύση μιλάμε και για τους εαυτούς μας, σε σχέση με το περιβάλλον μέσα στο οποίο υπάρχουμε και στο οποίο συσχετιζόμαστε με διάφορες μορφές. Η ανάλυση της μορφής αυτής της σχέσης ανθρώπου-φύσης έξω από εμάς, είναι ένα πολιτικό ζήτημα. Στον καπιταλισμό, σύμφωνα με τον Μαρξ, αυτή η αλλοτρίωση-αποξένωση εκφράζεται ακριβώς με τη φύση. Φτάνει να σκεφτούμε την δραματική λίστα που προκύπτει κάθε χρόνο σε σχέση με τα εργατικά ατυχήματα, με θανάτους, άγχος, σημειώνουμε το κακό που μας κάνει ένα συγκεκριμένο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα.

Μετά υπάρχει η τελευταία αλλοτρίωση για την οποία μιλάει ο Μαρξ που είναι η αποξένωση από το ίδιο το δικό του είδος. Το ανθρώπινο είδος διακρίνεται από τα άλλα είδη για την ικανότητά του να επεξεργάζεται, να σκέπτεται και να αυτοπροσδιορίζεται μέσω μιας γνώσης που αναπτύσσεται. Ας ξεκινήσουμε από αυτή την αλλοτρίωση διότι αυτή είναι και σήμερα παρούσα με δραματικό τρόπο. Αγγίζει τα μεγάλα τρέχοντα ζητήματα της κλιματικής αλλαγής αλλά όχι μόνο, επειδή όταν βλέπουμε αυτούς τους αγώνες να εκφράζονται με αναβρασμό όπως στο Λονδίνο με την εμφάνιση του Extinction Rebellion (που υπήρξε μια μεγάλη στιγμή έκφρασης αυτής της τεράστιας αγωνίας, αυτού του φόβου) βλέπουμε πως συσσωρεύονται με άλλες ανησυχίες-αγωνίες. Μέχρι προχθές συζητούσαμε για επισφάλεια, για υλική ασφάλεια, για το πώς θα τα βγάλουμε εις πέρας, τώρα υπάρχει ένα νέο άγχος, αυτό της κλιματικής αλλαγής, για το οποίο δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης.

Μαζί με αυτήν υπάρχουν και πολλές άλλες θεματικές, εκείνες που έχουν καθορίσει μελετητές όπως ο Steffen σε σχέση με τη λέξη Anthropocene -1]. Μιλάμε για μια προσπάθεια συγκέντρωσης όλων των περιβαλλοντικών ζητημάτων που δεν περιλαμβάνουν μόνο την κλιματική αλλαγή αλλά και την απώλεια βιοποικιλότητας, σχεδόν 60% από τη δεκαετία του ’50, με τη διάβρωση των ακτών λόγω της μαζικής παραγωγής αγαθών όπως οι κανονικές γαρίδες που καταστρέφουν γαίες και κοινωνικές οργανώσεις όπως αυτές των αγροτών, θέτοντας σε κίνδυνο και τα υπόγεια ύδατα. Ή την εκπομπή μεθανίου λόγω της μαζικής παραγωγής κρέατος εξ αιτίας του αυξανόμενου αστικού πληθυσμού ολοένα και πιο πεινασμένου που υποκινείται από τις αγρο-business. Υπάρχουν μεταξύ άλλων πολλά περισσότερα από αυτά τα πράγματα, με το έργο του ίδιου του Steffen ο οποίος, μέσω δεκάδων και δεκάδων γραφημάτων περιγράφει πως ξεκινώντας από τη Βιομηχανική Επανάσταση υπήρξε μια αλλαγή πορείας στις εκπομπές ανυδρίτη, η οποία σταδιακά πήρε την πάνω βόλτα.

Με την παγκόσμια επιτάχυνση του καπιταλισμού υπάρχει μια επιτάχυνση και όλων των άλλων αρνητικών δεικτών της οικολογικής κατάστασης του κόσμου, ακόμη και πέρα από το ζήτημα των εκπομπών. Βρισκόμαστε σε μια τεράστια περιβαλλοντική κρίση, η οποία δεν είναι ότι καταστρέφει τη φύση (γι αυτό θέλει πολύ ακόμη). Μάλλον καταστρέφει τις συνθήκες ζωής που είναι απαραίτητες στην ανθρώπινη αναπαραγωγή, στην ανθρώπινη ζωή σε αρμονία με τη φύση. Ο καπιταλισμός έχει πραγματοποιήσει ένα είδος πειρατείας μιας περιόδου, μιας γεωλογικής εποχής που ονομάζεται Οlocene-Ολόκαινο-2] στην οποία αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε θεωρητική γραμμή, που είναι μια εποχή που θεωρητικά θα έπρεπε να διαρκέσει χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια, όπου οι κλιματικές διακυμάνσεις είναι πολύ περιορισμένες, χρήσιμες για μια σταθερή ανάπτυξη των ανθρώπινων πολιτισμών. Ο καπιταλισμός κατάφερε να τερματίσει αυτή την εποχή, όπου όλες οι αξίες που αποτελούσαν το όραμα-την έννοια της Olocene είναι ξεπερασμένες και συνεχίζουν να ξεπερνιούνται..

Φαίνεται ότι δεν υπάρχει όριο σε αυτήν την τρέλα του καπιταλισμού. Ο κίνδυνος είναι αυτός, και είναι τεράστιος. Γινόταν λόγος περί αρνητισμού, και πράσινης οικονομίας. Οι αρνητιστές είναι για λόγους που πολύ συχνά έχουν να κάνουν με τους ευαγγελιστές όπως στις ΗΠΑ. Πολλοί από τους αρνητιστές ωστόσο γνωρίζουν πολύ καλά ποιο είναι το πρόβλημα, μόνο που σκέφτονται από την οπτική της νοοτροπίας των οικονομολόγων. Η κυρίαρχη οικονομία έχει τεράστια ευθύνη για αυτά τα φαινόμενα και την κατανόησή τους. Μια λέξη κλειδί μέσα σε αυτή τη συζήτηση είναι η λέξη «αειφορία-βιωσιμότητα». Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για το κενό αυτής της λέξης, που εφαρμόζεται τόσο στο περιβάλλον όσο και στις business. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, γίνεται λόγος να καταστούν οι business συνεχείς, δίχως τέλος. Η περιβαλλοντολογική είναι αντιθέτως ικανότητα της φύσης να απολαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο και από τις επόμενες γενιές. Αυτή η ιδέα προέρχεται από την μεγάλη διορατικότητα των εσκιμώων πληθυσμών για τους οποίους κάθε απόφαση που πρέπει να ληφθεί μέσα στην κοινότητα πρέπει να είναι μακρόπνοη, λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες και τις επιδράσεις αυτής της απόφασης στις επτά μελλοντικές γενιές. Κάθε απόφαση θεωρούνταν από τις αυτόχθονες κοινότητες ως μια σημαντική απόφαση, είχε μεγάλη βαρύτητα γι αυτές. Εκείνοι που θα έπρεπε να πληρώσουν τις συνέπειες συγκεκριμένων αποφάσεων έπρεπε να ληφθούν υπόψη.

Στην τρέχουσα συζήτηση υπάρχουν δύο τρόποι κατανόησης της λέξης βιωσιμότητα-αειφορία. Υπάρχουν επιστήμονες, όπως οι επιστήμονες του κλίματος, που διαβάζουν τις οικολογικές διεργασίες και σκιαγραφούν μια ισχυρή αντίληψη της βιωσιμότητας. Δεν μπορείτε να συνεχίσετε να εκπέμπετε αέρια θερμοκηπίου πάνω από 380 μέρη ανά εκατομμύριο, διότι διαφορετικά το κλίμα αναστατώνεται. Απλό, ξεκάθαρο, βασισμένο στη βάση ότι η βιόσφαιρα έχει τελειώσει. Κάθε φράση των κυβερνήσεων που αρνείται αυτό το λόγο είναι ένα μεγάλο ψέμα. Κάθε οικονομίστικη, νεο-φιλελεύθερη ή κεϋνσιανή τάση, βασίζεται επάνω σε μια οικονομική ανάπτυξη που δεν αγκαλιάζει το όριο που θέτουν οι επιστήμονες. Δεν μπορούμε να εκπέμπουμε περισσότερο, αντιθέτως πρέπει να πάμε προς τα πίσω, να μειώσουμε με κάποιο τρόπο, ακόμα κι αν πρόκειται για μια ευρεία συζήτηση.

Υπάρχει επίσης μια άλλη ιδέα της αδύναμης βιωσιμότητας, όπως την ονομάζουν αυτοί. Για αυτή τη γραμμή σκέψης υπάρχει το υλικό κεφάλαιο (μηχανές, κτίρια, πρώτες ύλες) και στη συνέχεια υπάρχει το φυσικό κεφάλαιο. Για το ρεύμα αυτό, είναι δυνατόν να καταστρέφεται το φυσικό κεφάλαιο, αρκεί να μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με υλικό κεφάλαιο. Γι αυτούς, είναι δυνατό να αντικαταστήσουμε στο φυσικό κεφάλαιο το κεφάλαιο που δημιουργείται από τα οικονομικά συστήματα. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα, όπως να βάλουμε ανακλαστικές ουσίες γύρω από την ατμόσφαιρα ώστε να αντανακλούν τον ήλιο, έτσι ώστε να μειωθεί η θερμοκρασία και να συνεχίσουμε να αναπτύσσουμε και να εκπέμπουμε αδιάκοπα διασφαλίζοντας την ισορροπία.

Από αυτή την άποψη εδώ πρέπει επίσης να αναρωτηθούμε για την ιδέα σύμφωνα με την οποία αναρωτιόμαστε σχετικά με το τι φαντάζεται για το μέλλον ο καπιταλισμός. Τι είδους ύπαρξη προτείνει; Μια στην οποία όλοι εξαρτώνται από τις τεχνολογίες επάνω στις οποίες κερδίζονται δισεκατομμύρια, για παράδειγμα για να σταματήσουν τις ακτίνες του ήλιου όπως αναφέρθηκε προηγουμένως; Δεν ξέρω αν έχετε δει ποτέ την ταινία «Total Recall» του Schwarzenegger, μια ταινία από τη δεκαετία του ’80 στην οποία ο Schwarzenegger πηγαίνει στον Άρη, μια ανθρώπινη αποικία, στην οποία ο καπιταλιστής μονοπωλεί τον αέρα ως προϋπόθεση της ζωής όπου μπορεί να εκβιάσει τους πάντες. Το κεφάλαιο, δηλαδή ο αέρας, βρίσκεται στα χέρια εκείνων που διαχειρίζονται την αποικία. Αν υπάρχει κάποια ομάδα που επαναστατεί, απλώς αφαιρούν τον αέρα, αυτό φτάνει. Το πρόβλημα αντιμετωπίζεται στη βάση της αναπαραγωγής. Αυτή είναι μια από τις ευκαιρίες των αρνητιστών, μία προς την οποία τείνουν.

Πρόσφατα, ο κ. Mike Pompeo, υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, είπε σε μια πολύ σαφή δήλωση ότι πράγματι, ναι, ίσως υπάρχει ένα κλιματικό πρόβλημα. Αλλά ταυτόχρονα είπε ότι με το λιώσιμο των πάγων υπάρχουν τεράστιες οικονομικές ευκαιρίες, τόσο για τις διαδρομές logistics μεταξύ της Ασίας και της Αμερικής, αλλά και για την εξερεύνηση πετρελαιοπηγών για παράδειγμα. Η ιδέα τους πρέπει να διαβαστεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο, να συνεχιστεί η ανάπτυξη ως έχει, και μάλιστα να επιταχυνθεί χάρη και σε αυτές τις φυσικές μεταβολές. Εσύ σκέφτεσαι, δεν είναι πως επηρεάζει και εκείνους αυτή η διαδικασία; Λοιπόν, έχουν υπάρξει πολλά έργα για το πώς το 1% επιθυμεί και μπορεί να προστατευθεί από αυτές τις καταστροφές. Στην αγορά των ιδιοκτησιών τα διάφορα bunker κατά της κλιματικής αλλαγής εκτινάσσονται όσον αφορά την αγορά. Υπάρχουν βίλες εξοπλισμένες για να διατηρήσουν την ασφάλεια όσων ζουν εκεί από οποιαδήποτε εκδήλωση, από πυρηνικούς πολέμους έως κλιματικές καταστροφές. Εάν υπάρχει πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί τότε, η τεχνολογία θα το κάνει, η οποία με τη σειρά της θα προσφέρει και άλλες δυνατότητες για κερδοφορία και συνεχή ανάπτυξη. Θα στήσουν δεξιά κι αριστερά βάσεις για το ηλιακό σύστημα.

Η άλλη δυνατότητα, η πράσινη, είναι λίγο πιο λοξή. Πηγαίνει μεταξύ εκπροσώπων στυλ Ocasio-Cortez, αυτοαποκαλούμενης σοσιαλίστριας ΗΠΑ, του αποκαλούμενου Green New Deal, μέχρι τμημάτων του Εργατικού Κόμματος στη Μεγάλη Βρετανία κοντινών στην ίδια Ocasio, μέχρι οικονομολόγους ευνοϊκούς α λα Stiglitz. Πρέπει να πούμε ότι αυτή η πρόταση δεν αλλάζει πολύ τα χαρτιά στο τραπέζι. Μιλούν για ανάπτυξη και πράσινη ανάπτυξη, για τεχνολογική μετατροπή. Πράσινη ανάπτυξη, είναι λιγάκι ένας κόμπος που πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Οι ειδικοί της κυκλικής οικονομίας, οι οποίοι ασχολούνται με την ανακύκλωση των αγαθών, λένε ότι το μέγιστο που μπορεί να επιτευχθεί είναι γύρω στο 30% των πρώτων υλών που χρησιμοποιήθηκαν αρχικά. Και είναι ένα ποσοστό προοπτικής, το σημερινό εξακολουθεί να είναι ακόμη μικρότερο.

Ωστόσο, η οικονομική ανάπτυξη, έστω και πράσινη, έχει περιβαλλοντικές επιπτώσεις, μιλάμε για αφαίρεση υλικών, ρύπανση και ούτω καθεξής. Υπάρχει το πρόβλημα της αντικατάστασης των ορυκτών καυσίμων με ηλιακούς συλλέκτες και άλλες μορφές ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Απλά σκεφτείτε αυτό που σημαίνει από υλικής πλευράς η εξόρυξη μετάλλων, σπάνιων γαιών για να φτιαχτούν πάνελ και αιολικά πάρκα ικανά να αντικαταστήσουν όλη την ενέργεια που παράγεται σήμερα. Μια κατεύθυνση προς τις ανανεώσιμες θα σήμαινε μέσα στον καπιταλισμό να πρέπει να παράγει τουλάχιστον την ίδια τρέχουσα ενέργεια, αν όχι περισσότερο. Θα σήμαινε ότι ο κόσμος θα ήταν ένα ανοιχτό ορυχείο για να επιτρέψει αυτή τη μετάβαση. Το θέμα της land grabbing-αρπαγής της γης ενάντια στην οποία έχουν εφορμήσει κοινωνικά κινήματα σε διάφορα μέρη του κόσμου, και εν όψει μιας οικολογικής μετάβασης, θα θέτονταν ακόμα πιο έντονα. Πολλές από τις γαίες που κλάπηκαν από τις διάφορες κυβερνήσεις στις κοινότητες είχαν μέσα τους ορυκτά απαραίτητα για τη μετάβαση.

Αυτά είναι μόνο μερικές απόψεις, υπάρχει μετά το κοινωνικό ζήτημα, του είδους των κοινωνικών σχέσεων που μπορούν να παραχθούν. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει μια εναλλακτική λύση πέρα από τους δύο αυτούς πόλους. Όσον αφορά αυτό τον τελευταίο, τον πράσινο, του Πράσινου Νέου Συμβολαίου-Green New Deal δεν γίνεται αντιληπτό ποιος ωφελείται και ποιος χάνει. Πόσο πράσινο και πόσο «κόκκινο» είναι αυτό το νέο συμβόλαιο με όρους κοινωνικών νικών; Αν αυξήσουμε το βλέμμα μας, εάν το ρίξουμε σε ολόκληρη την σφαίρα, βλέπουμε πως ζούμε επάνω σε έναν πλανήτη που έχει και άλλες προκλήσεις, ξεκινώντας από το ζήτημα της πείνας για παράδειγμα, το οποίο έχει αυξηθεί. Οι συνθήκες του πλανήτη στο σύνολό του είναι τρομερές από την άποψη των προβλημάτων που δημιουργούνται από την καπιταλιστική ανάπτυξη. Τι να κάνουμε λοιπόν; Και τι θέλουμε, πέρα από αυτό που μπορούμε να κάνουμε; Ποιος είναι ο ορίζοντας μας;

Ο πρώτος ορίζοντας είναι να απορρίψουμε εκείνο των συντηρητικών α λα Trump και Bolsonaro, εκείνων που σπρώχνουν προς την αγρο-business, μοντέλο γεωργίας που έχει ένα τεράστιο κόστος επί του πλανήτη. Αν σκεφτείτε καθέναν από τους τομείς που είναι υπεύθυνοι γι αυτές τις διαδικασίες, όλοι πρέπει να αλλάξουν. Αλλά πολλές ουτοπίες ακόμη και των «παλαιών κομμουνιστών» επάνω στην κοινωνική οργάνωση καταρρέουν απέναντι σε αυτό το είδος κεφαλαίου. Η αγρο-business με ελκυστήρες-τρακτέρ, λιπάσματα, μεγάλες παραγωγές και ούτω καθεξής πρέπει να εξαλειφθεί. Πώς μπορούμε να ξανασκεφτούμε τη γεωργία; Από εδώ πρέπει να περάσουμε. Σε μια φάση προηγμένου καπιταλισμού όπως είναι ο δικός μας πρέπει να αναρωτηθούμε ξανά σχετικά με τη γεωργία. Αυτή απασχολεί πλέον ένα πολύ μικρό ποσοστό εργαζομένων σε χώρες όπως η δική μας ή η Αγγλία. Δεν το σκεπτόμαστε σχεδόν ποτέ όταν κάνουμε πολιτική, αλλά είναι ένας τομέας κλειδί στον οποίο ένα διαφορετικό γεωργικό μοντέλο είναι ένα από τα κλειδιά για να κατανοήσουμε πως να οικοδομήσουμε ένα νέο κόσμο.

Πιστεύω ότι αυτό το γενικό πρόβλημα δημιουργεί άριστα το κάδρο του προβλήματος των «κοινών»-“commons” που παρακμάζουν α λα αγγλικά. Στην Ιταλία μιλάμε πολύ για τα κοινά αγαθά. Το νερό, τη γη, μια ατελείωτη λίστα. Δεν υπάρχει όριο, είναι όλα κοινά αγαθά πλέον. Μέρος της λογοτεχνίας έχει παραχθεί τώρα δημιουργώντας μεγάλη σύγχυση. Για παράδειγμα το κοινό αγαθό δεν είναι αγαθό για όλους. Ποια είναι η διαφορά τότε με το δημόσιο αγαθό; Είναι διαφορετικά. Το δημόσιο αγαθό είναι προσβάσιμο σε όλους, αλλά διαχειρίζεται από το Κράτος, από το ιεραρχικό του σύστημα, με τις προτεραιότητές του. Αντίθετα, εγώ πιστεύω, εμπνευσμένος πολύ από τις αυτόχθονες κοινότητες, ότι το κοινό αγαθό πρέπει να είναι ένα αγαθό το οποίο μια πληθώρα υποκειμένων αξιώνει-διεκδικεί ως τέτοιο, φροντίζοντας το. Το κοινό αγαθό, για παράδειγμα, είναι η γη του Mondeggi, μια συλλογική διαδρομή στην οποία οικειοποιηθήκαμε περίπου 200 εκτάρια γης που είχαν αφεθεί να καταστραφούν για να δημιουργηθεί μια κοινότητα η οποία, μέσα από την κοινή δράση, άρχισε να δημιουργεί σύστημα.

I commons-τα κοινά είναι για μένα εκείνο το σύστημα, εκείνα τα συστήματα που γεννιούνται από μια κοινότητα, από μια πλειάδα που απαιτεί ένα ή περισσότερα κοινά αγαθά και στη συνέχεια κάνοντας-δημιουργώντας κοινώς (commoning) προχωρεί. Εδώ δημιουργούνται τρόποι ζωής και παραγωγής αξίας που είναι εναλλακτικοί από αυτούς του κεφαλαίου. Η σχέση με τη φύση έξω από μας είναι εκεί μια συμβιωτική σχέση. Υπάρχει μια σχέση αξίας, την οποία αποκαλώ αγρο-οικολογική στην οποία η γη είναι υποκείμενο, και όχι ένας πόρος που πρέπει να χρησιμοποιηθεί και τέλος. Στη συνέχεια, υπάρχει μια σχέση αμοιβαίας βοήθειας, η αλλοτρίωση-αποξένωση μεταξύ παραγωγού και προϊόντος, χάνεται, εξαφανίζεται, καθώς και η αποξένωση μεταξύ παραγωγού και συμπαραγωγών μου, αφού αποφασίζουμε από κοινού, δεν υπάρχει ένας ηγέτης. Υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις, άλλα παραδείγματα, όπως εκείνο ορισμένων στο Rosarno. Αυτό του Mondeggi είναι ένα από τα πολλά παραδείγματα του συστήματος, να κάνουμε από κοινού που είναι ένα σύνορο του αγώνα. Υπάρχει ένας αγώνας που διεξάγεται εδώ και μερικά χρόνια, με τον Δήμο να θέλει να κλείσει αυτή την εμπειρία για να έχει κέρδος, να κερδοσκοπήσει. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν εκείνοι που ακολουθούν αυτήν την εμπειρία που αγωνίζονται να δημιουργήσουν νομιμοποίηση για διαφορετικές κοινωνικές αξίες και μηχανισμούς. Δίνοντας πηγές ζωής σε όσους εργάζονται και πειραματίζονται με νέες, αγρο-οικολογικές μεθόδους. Προσπαθώντας να ακυρώσουν την μαρξιάνα αποξένωση-αλλοτρίωση και δημιουργώντας μια υπεραξία που δεν βασίζεται στην εκμετάλλευση, αλλά ανακατανέμεται σε όλους.

Υπάρχουν καταστάσεις αυτού του είδους σε πολλά μέρη. Δεν υπάρχει μόνο το ζήτημα της γης. Κατά τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης, από το 2008 και μετά, γεννήθηκαν ως μανιτάρια αυτοδιαχειριζόμενες κλινικές, γεννημένες εξ ανάγκης λόγω των περικοπών στην υγειονομική υπηρεσία. Ωστόσο, ανακαλύφθηκε ότι υπήρχε η οργανωτική εφικτότητα ενός εναλλακτικού μοντέλου. Σκεφτείτε να χρηματοδοτούνταν. Αυτά τα μοντέλα μας δείχνουν έναν ορίζοντα, πολιτικό. Το κεντρικό πολιτικό ερώτημα-ζήτημα σήμερα σύμφωνα με εμένα σε αυτή την περιβαλλοντική και οικονομική κρίση είναι ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί η διαχείριση των υλικών συνθηκών της κοινωνικής αναπαραγωγής υπό την ευρεία έννοια. Τα κοινά-commons ως οργανωτικό μοντέλο, οριζόντια, συναινετικά, συνδεδεμένα μεταξύ τους σε διευρυμένη κλίμακα, με στόχο να ανακτήσουν κομμάτι με κομμάτι, σε διαφορετικούς τομείς, την κοινωνική αναπαραγωγή στο σύνολό της. Στην Ιταλία, ο αριθμός των νέων που επιθυμούν να παραμείνουν στη γεωργία έχει αυξηθεί, όπως σε όλη την Ευρώπη, και στη Μεγάλη Βρετανία, επειδή η επιστροφή στην ύπαιθρο επιτρέπει περισσότερες παραγωγικές δυνατότητες, επιτρέπει τη δημιουργία νέων μοντέλων, και για να είμαστε αυτόνομοι, για να αυξήσουμε την αυτονομία από το κεφάλαιο. Σε αυτή την περίπτωση σημαίνει να αυξήσουμε την πρόσβαση στις συνθήκες κοινωνικής αναπαραγωγής.

1] Antropocene: Ο όρος δηλώνει την τρέχουσα γεωλογική εποχή στην οποία οι κύριες αιτίες των εδαφικών, διαρθρωτικών και κλιματικών αλλαγών αποδίδονται στους ανθρώπους και τις δραστηριότητές τους

2] Οlocene-Ολόκαινο:  Γεωλογική περίοδος, η τελευταία της τεταρτοταγούς εποχής, η αρχή της οποίας υπολογίζεται μεταξύ 12.000 και 9.000 ετών.

 

https://www.infoaut.org/no-tavbeni-comuni/tra-negazionismo-climatico-e-green-economy-intervento-di-massimo-de-angelis

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Πόλεις για τουρίστες – Città per turisti

του Alessandro Barile

Sarah Gainsforth, Airbnb città merce, Airbnb πόλις εμπόρευμα, DeriveApprodi, 2019, pp. 191, € 18,00

Θα ήταν απαραίτητο να προβληματιστούμε για την καθυστέρηση που η Ιταλία – και ειδικότερα η Ρώμη – εκτίει σε σχέση με τα ζητήματα της gentrification-αστικού εξευγενισμού-αναβάθμισης και ανανέωσης, της «τουριστικοποίησης» των αστικών κέντρων, των ανακατατάξεων που αυτές τις τελευταίες δεκαετίες έχουν ανατρέψει τη μορφολογία των κυριότερων πόλεων τέχνης της. Μια χώρα πρωτοπόρος του αστικού σχεδιασμού βρέθηκε ξαφνικά απροετοίμαστη στις βασανιστικές προκλήσεις που διακρίνουν-ξεχωρίζουν το πρόσωπο της πόλης και της μητρόπολης της εποχής μας. Για να πούμε την αλήθεια, τα τελευταία χρόνια έχουμε δει μια αναπόφευκτη ανάκαμψη: ο μετασχηματισμός της πόλης έχει επιβληθεί ως λόγος για την ανάλυση ενός νέου μοντέλου εξορυκτικού, παράλληλα παραγωγικού, οικονομικού και παρασιτικού. Το βιβλίο της Sarah Gainsforth ταιριάζει ακριβώς σε αυτό το κίνημα πολιτικο-πολιτιστικού ακτιβισμού: ανάκτηση του χαμένου χρόνου, επικαιροποίηση των θολών ερμηνειών, που δεν είναι πλέον ικανές να κατανοήσουν τα κοινωνικά φαινόμενα που επηρεάζουν το αστικό περιβάλλον. Όπως κάθε έργο αυτού του τύπου, παρουσιάζεται αμέσως ενδιαφέρον και αναπόφευκτα μερικό. Ενδιαφέρον γιατί η συγγραφέας καταγράφει τον αποφασιστικό λόγο: να αποκαλύψει τη ρητορική του παρασιτικού καπιταλισμού που σαρώνει τα αστικά κέντρα και τα μετατρέπει σε κάτι άλλο (αλλά τι άλλο; Αυτό παραμένει το ερώτημα από το οποίο δεν μπορούμε να αποδράσουμε). μερικό, διότι, ακριβώς, πρωτοποριακό – τουλάχιστον, όπως αναφέρθηκε, στη χώρα μας – και που συνεπώς δεν μπορεί να κάνει χρήση μιας αξιοπρεπούς και κοινόχρηστης μάζας σχετικών επί του θέματος ιταλικών μελετών. Ως εκ τούτου, παρουσιάζεται ως έργο από το οποίο πρέπει να ξεκινήσουμε, και είναι αναμφισβήτητη η σημασία του.

Ας προσπαθήσουμε να χτυπήσουμε το θέμα αμέσως, ελευθερώνοντας τον εαυτό μας από τις κοινωνιολογικές ή πολεοδομικές αγκύλες που μπερδεύουν το πρόβλημα μέσα σε πολύ στενές οπτικές γωνίες για να αποκαλύψουμε πλήρως την πολυπλοκότητα της ιστορίας: η σημερινή πόλη είναι το προϊόν της οικονομικής κρίσης. Μία μακροχρόνια οικονομική κρίση, η οποία προκαλείται πανηγυρικά με τη φούσκα των subprime υποθηκών-υψηλού κινδύνου του 2008, αλλά που χαρακτηρίζει το δυτικό καπιταλιστικό μοντέλο τουλάχιστον από το τέλος των μυθοποιημένων «ένδοξων τριάντα». Θα ήταν πραγματικά πολύ εξεζητημένο-απαιτητικό να δοκιμάσουμε σε λίγα λόγια τα χαρακτηριστικά αυτής της κρίσης, που παρουσιάζεται – σε τελευταία ανάλυση – ως κρίση αξιοποίησης-βελτιστοποίησης των ιδιωτικών κεφαλαίων. Η καμπύλη ανάπτυξης αυτών των κεφαλαίων – ειδωμένων ως σύνολο – σε μια συγκεκριμένη στιγμή επιβραδύνεται μέχρι να σταματήσει, δημιουργώντας παράλληλα τον γεωμετρικό πολλαπλασιασμό του ιδιωτικού χρέους για να υποστηρίξει μια βελτιστοποίηση που, για να διαιωνιστεί, δεν μπορεί παρά να είναι συνεχώς ντοπαρισμένη: η κατανάλωση αντέχει, αλλά το κάνει αποσυνδεόμενη πιο έντονα από το πραγματικό επίπεδο των εισοδημάτων που δημιουργούνται μέσα στη σχέση μεταξύ διαθέσιμης εργασίας και οικονομικής παραγωγής.

Αυτή η κρίση μπορεί να εκτιμηθεί από διαφορετικές οπτικές γωνίες, όλες σημαντικές. Όσον αφορά αυτό που μας απασχολεί εδώ, εκείνο που την πληρώνει είναι η αστική διάσταση, η οποία ποδοπατήθηκε μετωπικά από τις στρεβλώσεις ενός καπιταλισμού που εξαφανίζει την «μικτή» φάση του – που υποστηρίζεται κατά τρόπο αντιφατικό από ιδιωτικά και δημόσια κεφάλαια εξίσου-σε ίσο βαθμό, και σταδιακά αποσυναρμολογεί τη σειρά των δεσμών που υποστήριζαν τη σχέση μεταξύ του Κράτους (που θεωρείται ως πολιτική περίφραξη ) και της οικονομικής ανάπτυξης. Πάντα περιοριζόμενοι στην αστική-περίπτωση, ο David Harvey – σε ένα γνωστό του άρθρο του 1989 – χαρακτήρισε αυτή τη μετάβαση από τη διευθυντική πόλη στην επιχειρηματική πόλη. Ποια είναι η σημασία αυτού του (ιστορικού) περάσματος; Ουσιαστικά οι πόλεις – όλες οι πόλεις, αλλά κυρίως οι μητροπόλεις που έχουν γίνει «παγκόσμιες» – πολιτικά δομημένες για τη διαχείριση των πόρων που τους μεταβίβαζε το Κράτος από τη γενική φορολογία, έχουν εκτοξευθεί βίαια στην επιχειρηματική διάσταση, έπρεπε να γίνουν – για να υποστηρίξουν το σύνολο των υπηρεσιών που κατέχουν – αστικές επιχειρήσεις, γεννώντας από μόνες τους εκείνους τους οικονομικούς πόρους που δεν τους μεταφέρονται πλέον από το κεντρικό Κράτος.

Πάντα μιλώντας κατά προσέγγιση και με έναν απερίφραστα συνοπτικό τρόπο, η τουριστικοποίηση των αστικών κέντρων τοποθετείται μέσα σε αυτό το σχήμα, ανταποκρινόμενη στην ίδια ανάγκη που οδήγησε τις πόλεις να ιδιωτικοποιήσουν την οικονομία τους, «απελευθερώνοντας» τις υπηρεσίες, «τιτλοποιώντας» την δημοτική-κοινοτική ακίνητη περιουσία, ξεπουλώντας ολοένα αυξανόμενα τμήματα δημόσιας περιουσίας, διακόπτοντας ολοένα και περισσότερες δραστηριότητες που εμφανίζονταν ως πρόσθετο κόστος ενός προϋπολογισμού που συνέχιζε να μην ‘βγαίνει’, που δεν μπορούσε πλέον να επιστρέψει στην μοιραία ισορροπία. Η επιχειρηματική πόλη είναι το αποτέλεσμα της (φορολογικά) αποτυχημένης πόλης. Συνοπτικά: από την πόλη ήταν απαραίτητο να εξαχθεί εισόδημα για να καλυφθούν οι πόροι που δεν μεταφέρονται πλέον από το Κράτος. Αυτή η ανάγκη συναντήθηκε με τη δυσκολία των ιδιωτικών κεφαλαίων – όπως αναφέρθηκε προηγουμένως – να αξιοποιηθούν, να ενισχυθούν, να αναπτυχθούν σταθερά, εμπλέκοντας το ναρκωτικό του ιδιωτικού χρέους. Και ποια καλύτερη επένδυση από την επιστροφή στα έσοδα; Η οικονομική κρίση δεν προκάλεσε στην πραγματικότητα μείωση των κεφαλαίων σε κυκλοφορία, αντίθετα: στον κόσμο δεν υπήρξε ποτέ τόσο μεγάλη αχρησιμοποίητη μάζα ιδιωτικού κεφαλαίου, χρηματιστικοποιημένου αλλά όχι βελτιστοποιημένου, διότι έχει σπάσει η θεμελιώδης αλυσίδα που δημιουργούσε αξία για αυτά τα κεφάλαια: η εσωτερική κατανάλωση των πλούσιων οικονομιών της Δύσης. Αυτή η κυριολεκτικά ατέλειωτη διάσταση του πλασματικού κεφαλαίου – πολλαπλασιασμένου οικονομικά και φτάνοντας σε
αρκετά πολλαπλάσια που δεν μπορούν πλέον να μετρηθούν για το παγκόσμιο ΑΕΠ – αναγκάζεται να βρει συγκεκριμένες απαντήσεις στις οποίες να αγκυροβοληθεί. Τα έσοδα από ακίνητα είναι το κυριότερο αγκυροβόλιο. Ως εκ τούτου, μεταξύ άλλων, η τουριστικοποίηση.

Όπως διδάσκεται στο πρώτο έτος της πολιτικής οικονομίας, δεν είναι η ζήτηση που γεννά την προσφορά, αλλά το αντίθετο: είναι η προσφορά που δημιουργεί τις ανάγκες που υποκινούνται. Αφήνοντας στην άκρη τις βασικές ανάγκες (που στοχεύουν ουσιαστικά στην αναπαραγωγή του ανθρώπου), το σύμπαν των δευτερογενών αναγκών προκαλείται από την οικονομική προσφορά. Από αυτή την οπτική γωνία, θα πρέπει να αναποδογυρίσει ολόκληρη η ρητορική για τον τουρισμό: δεν είναι αυτός που προσβάλει τις χώρες της Δύσης, αναγκάζοντάς τες να αλλάξουν παραγωγικά και να τον μετατρέψουν σε τουριστική δεκτικότητα. είναι οι δυτικές χώρες (και όχι μόνο αυτές, φυσικά) που προσελκύουν τις παγκόσμιες τουριστικές ροές επενδύοντας επάνω σε μια επαγόμενη ζήτηση, η οποία – κατά κάποιο τρόπο – αναγκάζει στην ανάγκη τουρισμού (δηλαδή στην ανάγκη εξωτερικών εισόδων-εσόδων στο αστικό ή εθνικό σύστημα). Οι ροές κατασκευάζονται και τροφοδοτούνται από τις χώρες εκείνες που λένε ότι είναι αντικείμενα αυτών «ενάντια στη θέλησή τους». Με την (εν μέρει) υποχώρηση της δύναμης οικονομικής κατεύθυνσης από πλευράς του Κράτους, με την μεταμόρφωση της πόλης σε επιχειρηματική οντότητα, είναι οι ίδιες οι πόλεις που πλάθονται στην υπηρεσία του παγκόσμιου τουρισμού-με προορισμό αυτόν. Παραμορφώνοντας – κυριολεκτικά – την μορφολογία τους, τόσο την αστική όσο και την (κι ακόμη περισσότερο) την κοινωνική, δηλαδή τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του πληθυσμού.

Η Sarah Gainsforth απεικονίζει αυτή τη μακροσκοπική ιστορία μέσα από ένα synecdoche-μια συνεκδοχή, η οποία, όμως, αγγίζει-βρίσκει πραγματικά το στόχο: τη μελέτη και την αποκάλυψη ενός κομματιού αυτής της οικονομίας του τουρισμού – Airbnb – για να περιγράψει την πολυπλοκότητά της, επιστρέφοντας μια συνολική δυστοπική εικόνα που εξακολουθεί σήμερα να δυσκολεύεται να επικρατήσει έξω από τα πιο πολιτικά χειραφετημένα κυκλώματα. Υπάρχουν επίπεδα που τέμνονται-διασταυρώνονται σε ένα έργο αυτού του τύπου, και είναι ο μόνος τρόπος να κατανοήσουμε το νόημά του. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η δύσκολη αναμέτρηση με τα νούμερα και τα δεδομένα της πραγματικότητας που διακρίνουν τη διαδικασία τουριστικοποίησης. Μέσω της εστιασμένης εστίασης ορισμένων αστικών περιπτώσεων που επέλεξε η συντάκτης, μας χτυπά αμέσως η δύναμη των αριθμών. Μερικά παραδείγματα: Η Λισαβόνα έχει περίπου 500 χιλιάδες κατοίκους, αλλά υποφέρει κάθε χρόνο 14 εκατομμύρια τουριστών. Μετά τη «διάσωση» των πορτογαλικών δημόσιων λογαριασμών από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μία από τις ρήτρες αγχόνες του μνημονίου «προσκαλούσε στην τόνωση της αγοράς ακινήτων με παρεμβάσεις αστικής αναγέννησης και μια μαζική απελευθέρωση των ενοικίων». Το αποτέλεσμα, πέρα από το τέλος της δίκαιης αμοιβής και του πολλαπλασιασμού των εξώσεων, ήταν η παράδοση στο Airbnb ενός σημαντικού τμήματος ολόκληρης της αγοράς ενοικίασης: 22.000 καταλύματα διαχειρίζεται η Airbnb μόνο στο κέντρο της πόλης. μοναχά στη συνοικία της Santa Maria Maior – 1,5 τ.χλμ. – 3 χιλιάδες σπίτια ενοικιάζονται στο Airbnb.

Και πάλι: ύστερα (προσοχή: μετά) από την κρίση του 2008, οι τιμές των κατοικιών του Σαν Φρανσίσκο – καρδιά της πολυεθνικής Airbnb – πολλαπλασιάστηκαν απεριόριστα: «σήμερα περισσότερα από τα μισά σπίτια στο Σαν Φρανσίσκο κοστίζουν πάνω από 1 εκατομμύριο δολάρια. Στη γειτονιά του Westwood Park, τα 1 εκατομμυρίου σπίτια ήταν 3% το 2012. το 2016 ήταν το 96%. Σε 14 συνοικίες της Bay Area, ως επί το πλείστον συγκεντρωμένες γύρω από το Palo Alto, το 100% των σπιτιών κοστίζει περισσότερο από αυτή την αξία». Και, προσοχή, σε μια πόλη που αντιμετωπίζει μια τεράστια-ιστορική στεγαστική κρίση, και όπου είναι η «μεσαία τάξη», όχι τα πιο λαϊκά στρώματα, που πρέπει να μετακινηθεί αλλού, όλο και μακρύτερα από μια πόλη όπου ωστόσο εξακολουθεί να συχνάζει-γυρνά-εξαρτάται λόγω εργασιακών υποχρεώσεων. Τα υψηλά ενοίκια επηρεάζουν τις οικογένειες με 100 χιλιάδες δολάρια εισοδήματος ετησίως. Και ακόμη: «Το Τορόντο βρίσκεται στη μέση μιας έκρηξης ακινήτων και, ταυτόχρονα μιας άνευ προηγουμένου στεγαστικής κρίσης. […] Το 2016 τα σπίτια που αφαιρέθηκαν από τη συνηθισμένη αγορά του Τορόντο ήταν περίπου 3000, το 2017 είχαν γίνει 45.000 και ένα χρόνο αργότερα, το 2018 ήταν 65.000». Και πάλι, στη τύχη μεταξύ των στοιχείων που παραθέτονται με έμφαση αλλά δικαίως από την συγγραφέα: «Στην αστική περιοχή του ιστορικού κέντρου της Ρώμης το 19% των διαμερισμάτων ενοικιάζονται από την Airbnb. […] Στην Βενετία το 12% των σπιτιών στην ιστορική πόλη, […] νοικιάζεται στους τουρίστες όλο τον χρόνοè. […] Η Φλωρεντία είναι η πόλη με την υψηλότερη συγκέντρωση κατοικιών στην Airbnb στο ιστορικό κέντρο, το 18% ». Είναι σημαντικό: δεν μιλάμε για ξενοδοχεία, b & b ή άλλες «επίσημες» εγκαταστάσεις διαμονής. Μιλάμε για ιδιωτικά διαμερίσματα που προστίθενται στην ήδη γιγάντια προσφορά τουριστικών καταλυμάτων. Εξοργιστικά ποσοστά – κοντά λοιπόν στο 50% του συνολικού κατοικήσιμου αποθέματος μιας πόλης, ή τουλάχιστον του ιστορικού της κέντρου – μετατρέπονται σε τουρισμό. Με ποια αποτελέσματα είναι εύκολο να φανταστεί κανείς: «Στη Ρώμη, ολόκληρη η αγορά ενοικίασης υπολογίζεται από την Istat σε 210.000 σπίτια. Ο πρώτος διαχειριστής στέγασης είναι η Ater Roma, με 48.000. […] Ο δεύτερος είναι ο Δήμος, ο οποίος διαθέτει 28.000 δημόσιες κατοικίες. Ο τρίτος, επειδή στην πραγματικότητα είναι ένας διαχειριστής ακινήτων, είναι η Airbnb, με σχεδόν 19.000 ολόκληρα σπίτια, αλλά αν μετρήσουμε και τα μεμονωμένα δωμάτια φθάνουμε τα 30.000 ». Το αποτέλεσμα-η συνέπεια, για να λέμε την αλήθεια, έχει επίσης υπολογιστεί: «Στη Βοστώνη, μια έρευνα του τμήματος Οικονομικών του Πανεπιστημίου διαπίστωσε όχι μόνο μια συσχέτιση αλλά μια αιτιώδη σχέση μεταξύ της διάδοσης των Airbnb και των τιμών των κατοικιών: σε κάθε 12 ανακοινώσεις σχετικά με την Airbnb για κάθε ζώνη απογραφής αντιστοιχεί μια απώλεια κατοικιών στη συνήθη αγορά κατά 5,9%, μια αύξηση των ενοικίων κατά 0,4% και αύξηση των τιμών των ακινήτων κατά 0,76% «. Κάθε δώδεκα ανακοινώσεις. Αντιμετωπίζουμε έναν σεισμό που κατακλύζει άμεσα τις πόλεις, την φυσιογνωμία τους και, πάνω απ ‘όλα, τους κατοίκους.

Θα ειπωθεί, και πράγματι λέγεται, ότι όλα αυτά ανταποκρίνονται σε μοριακές δυναμικές, οικείες διαδικασίες του ιδιωτικού καπιταλισμού, σε μεμονωμένες επιλογές-ατομικές, όπως για παράδειγμα η τοποθέτηση ενός σπιτιού ή ενός δωματίου προς ενοικίαση σε ένα σάιτ, «αποδιαμεσολαβώντας» την κανονική δεκτική προσφορά, διαμονής, κάμπτοντας αναπόφευκτα τις πόλεις σε ασταμάτητες ροές που μπορούν μόνο να «κυβερνηθούν» αλλά όχι να περιοριστούν.Και φτάνουμε στο δεύτερο επίκεντρο-focus του βιβλίου της Gainsforth, δηλαδή στον ιδεολογικό χαρακτήρα αυτού του φαινομένου: «ήταν σαφές σχεδόν αμέσως ότι μόλις το 10% των host Airbnb ήταν μισθωτές που έβγαζαν το κάτι παραπάνω, στο 90% των περιπτώσεων επρόκειτο για ιδιοκτήτες που ενοικίαζαν όλο τον χρόνο. […] Πολλά από ολόκληρα τα κτίρια όπου οι ένοικοι είχαν εκδιωχθεί με τη χρήση του Ellis Act ήταν τα ίδια όπου τα διαμερίσματα εμφανίζονταν στις αγγελίες για Airbnb και VRBO ». Και πάλι: » τα host με περισσότερα από ένα ενοικιαζόμενο σπίτι […] διαχειρίζονται το 56,2% όλων των ενοικιαζόμενων κατοικιών του Airbnb στη Ρώμη: 10.583 είναι τα διαμερίσματα των χρηστών με περισσότερες από μία αγγελίες». Με άλλα λόγια, ο θρύλος, ο μύθος – διότι περί αυτού πρόκειται – ότι η Airbnb είναι μέρος της «διαδικασίας αποδιαμεσολάβησης» της οικονομίας, απελευθερώνοντας τις ενέργειες του μικρού ιδιωτικού καπιταλισμού, είναι μια φάρσα: η Airbnb είναι ένας διαχειριστής, ένας από τους μεγαλύτερους, περιουσίας ακινήτων, η οποία κατανέμει σε τουριστικά καταλύματα συμβάλλοντας στον πολλαπλασιασμό τους. Δεν ανταποκρίνεται σε μια ανάγκη (περισσότερα δωμάτια ή διαμερίσματα για τουρίστες), αλλά την δημιουργεί. Δεν είναι η Airbnb που απαντά σε μια ζήτηση τουρισμού: είναι η Airbnb που δημιουργεί τη ζήτηση όλο και περισσότερο τουρισμού. «Το Airbnb είναι μέχρι στιγμής η κύρια ιστορία επιτυχίας-το success story του καπιταλισμού των προγραμμάτων και της νεοφιλελεύθερης και startupper ιδεολογίας, σύμφωνα με την οποία όλοι είναι επιχειρηματίες του εαυτού τους. […] Οι πλατφόρμες έχουν βρει τον τρόπο να εμπορευματοποιούν πάντα νέους πόρους, επεκτείνοντας τη σφαίρα αυτού που μπορεί να γίνει κερδοφόρο – το σπίτι, τον χρόνο, τις πόλεις. […] Ο τουρισμός […] είναι ένα εργαλείο παραγωγής θερέτρων για την απόσπαση αξίας από την πόλη-εμπόρευμα». Και ακόμη, πιο μπροστά και με αποφασιστικό τρόπο: «ο τουρισμός είναι σήμερα το κύριο εργαλείο ανάπλασης και marketing των πόλεων, που έχουν γίνει την ίδια στιγμή επιχειρηματίες και καταναλωτικά αγαθά, ο πόρος και το τελικό προϊόν, που πωλούνται στην παγκόσμια αγορά».

Ωστόσο αν η δυναμικές είναι παγκόσμιες, δηλαδή απαντούν στις στρατηγικές λίγων τεράστιων ιδιωτικών και μη τοπικών πολυεθνικών, διαμορφώνοντας ξεκάθαρα το αστικό ιστό στο σύνολό του, οι συνέπειες παραμένουν τοπικές. Η ιδεολογία της αποδιαμεσολάβησης, των νεοεμφανιζόμενων επιχειρήσεων-startup και της οικονομίας που μοιράζεται-sharing economy χρησιμεύει στην κατεδάφιση των αστικών ρυθμιστικών καθεστώτων, σε απόλυτη ευθυγράμμιση με την επίθεση στα κρατικά ρυθμιστικά καθεστώτα που διεξάγεται από την ευρύτερη διεργασία παγκοσμιοποίησης της παγκόσμιας οικονομίας. Παραμένοντας στην πόλη, η αντικατάσταση που βρίσκεται σε εξέλιξη είναι αυτή του κατοίκου πληθυσμού με έναν προσωρινό, διερχόμενο, «χρήστη» της πόλης, πράγματι: της πόλης, γενικά, χωρίς να κατοικεί εκεί, σύμφωνα με την (πλέον) κλασική διαίσθηση του Martinotti που αναφέρεται στους μητροπολιτικούς επιχειρηματίες-metropolitan businessperson. Κι όμως ένας κάτοικος πληθυσμός θα συνεχίσει αναπόφευκτα να υπάρχει. Αλλά θα μετακινηθεί όλο και πιο μακριά, όλο και περισσότερο έξω από τα αστικά σύνορα, και παρόλα αυτά αναγκασμένος – για λόγους εργασίας – να γυρνά εκεί γύρω, συχνά-συνήθως γύρω από εκείνο το κέντρο της πόλης το οποίο στο μεταξύ έχει γίνει τόπος διέλευσης των ροών του τουρισμού και της παγκόσμιας οικονομίας.

Για να ολοκληρώσουμε, λοιπόν, η πόλη που έχει μετατραπεί σε μητρόπολη εμφανίζεται ολοένα και περισσότερο ως δυαδικότητα: ένα μικρό νευραλγικό κέντρο – όχι πάντα ή κατ ανάγκη υπερκείμενο στο γεωγραφικό κέντρο – που περιβάλλεται από μια τεράστια περιφέρεια που εκτείνεται πολύ πέρα από την επαρχία και συμπίπτει με την περιοχή αναφοράς, δίχως λύση συνέχειας. Αλλά δεν είναι παιχνίδι με μηδενικό άθροισμα: στην αποαστικοποιημένη περιφέρεια που πλέον δεν είναι δημοτική αυτά που ανατρέπονται είναι πια εκείνα τα δικαιώματα κατοίκησης επάνω στα οποία βασίζεται η ίδια η έννοια της πόλης. Για εκείνους που μπορούν ακόμα να τα αντέξουν οικονομικά, δηλαδή να τα αγοράσουν, θα παραμείνουν. Για όλους τους άλλους, δηλαδή για τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, ανοίγεται μια νέα φάση κοινωνικών σχέσεων (που έχει ήδη ανοίξει).

 

Città per turisti

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Μια πραγματεία πολιτικής οικολογίας προς χρήση των νέων γενεών – Un trattato di ecologia politica ad uso delle giovani generazioni

του Sandro Moiso

Razmig Keucheyan, Η φύση είναι ένα πεδίο μάχης. Δοκίμιο πολιτικής οικολογίαςLa natura è un campo di battaglia. Saggio di ecologia politica, Ombre corte, Verona 2019, pp. 168, 15,00 euro

Η εμπειρία της γενιάς μας: το γεγονός ότι ο καπιταλισμός δεν θα πεθάνει από φυσικό θάνατο (Walter Benjamin)

Από την παραπομπή του Benjamin που παρατέθηκε ανωτέρω το κείμενο του Razmig Keucheyan αποκαλύπτει την πρόθεσή του: να διερευνήσει τη στενή διασύνδεση μεταξύ της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της χρήσης της Φύσης και της ιδεολογίας της και της δημιουργίας περιβαλλοντικών ανισοτήτων για να αποκαλύψει πώς όλα αυτά οφείλονται αυστηρά στην ταξική σύγκρουση που στηρίζει και καθορίζει κάθε οικονομική, πολιτική και κοινωνική επιλογή της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Όχι μόνο στη Δύση, αλλά σε πλανητική κλίμακα.

Ο συγγραφέας, γεννημένος το 1975, είναι επί του παρόντος καθηγητής στο Κέντρο Émile Durkheim του Πανεπιστημίου του Μπορντό και μέλος του συντακτικού συμβουλίου του περιοδικού «Actuel Marx». Εκτός από αυτό αναγνωρίζεται ως ένας από τους πιο εξειδικευμένους γνώστες του έργου του Antonio Gramsci και έχει προσχωρήσει στο αντικαπιταλιστικό Nouveau Parti, έχει επίσης υπογράψει, το 2014, την έκκληση του Κινήματος για την VI Répubblica που ξεκίνησε από τον Jean-Luc Mélenchon και από το Parti de gauche.

Μια πολιτική και πολιτισμική »αριστερή» στράτευση και «gramsciana» που προκύπτει από κάθε σελίδα ενός κειμένου το οποίο, ακριβώς για τους λόγους αυτούς, είναι συγχρόνως διεγερτικό και αμφισβητήσιμο (λόγω μιας έκδηλης και ίσως υπερβολικής μεταρρυθμιστικής ελπίδας) για όλους εκείνους που αυτή τη στιγμή ασχολούνται με προβλήματα που σχετίζονται με την περιβαλλοντική, οικονομική και κλιματική κρίση και τις συνέπειες που μπορεί να έχουν αυτές επάνω στις κοινωνικές συγκρούσεις που έχουν ήδη ξεκινήσει όπως και τις μελλοντικές.

Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στη Γαλλία το 2014, το κείμενο βασικά περιστρέφεται γύρω από τρία θέματα που θεωρούνται θεμελιώδη από τον συντάκτη και τα οποία αποτελούν τα τρία μέρη που το απαρτίζουν: περιβαλλοντικός ρατσισμός, χρηματιστηριοποίηση της φύσης μέσω ασφαλιστικών πρακτικών έναντι κλιματικών κινδύνων και στρατιωτικοποίηση της οικολογίας. Όλα είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους.

Τρία θέματα μέσα από τα οποία ο συγγραφέας περιγράφει και οριοθετεί έναν διάλογο στο κέντρο του οποίου τίθεται συνεχώς το θέμα των κοινωνικών, οικονομικών και «φυλετικών» ανισοτήτων που αποτελούν το κεντρικό και σίγουρα το πλέον αντιφατικό-εχθρικό πρόβλημα της τρέχουσας κλιματικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης που, πέρα από τις περιβαλλοντικές και φυσικές της υποδηλώσεις, αποδεικνύεται πρωτίστως να είναι ξανά ένα ζήτημα ταξικό.

Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει στον συγγραφέα να ξεπεράσει τις τυπικές οικολογικές θέσεις ενός κινήματος όπως οι Παρασκευές για το Μέλλον- Fridays For Future, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοσιακές οικολογικές τάσεις, φαίνεται να θέλουν να ενώσουν όλη την ανθρωπότητα, χωρίς διακρίσεις τάξεων ή συμμετοχής-καταχώρισης στις φτωχότερες περιοχές του πλανήτη, σε μια κοινή μάχη για τη σωτηρία ενός οίκου που θεωρείται «κοινός», όπως και τις θέσεις εκείνης της αριστεράς, οι οποία, στο όνομα μιας όλο και λιγότερο αξιόπιστης προόδου και μιας ολοένα και πιο καταστροφικής εξέλιξης, απορρίπτουν τους περιβαλλοντικούς αγώνες θεωρώντας τους ένα απλό προϊόν της αστικής ιδεολογίας.

Εάν είναι πράγματι αλήθεια ότι, μέσα στην τρέχουσα κρίση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο πράσινος καπιταλισμός-green capitalism μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο επανέναρξης της καινοτόμου και παραγωγικής δυναμικής χρήσιμης για την ανάκαμψη των διεργασιών συσσώρευσης όλο και πιο ασφυκτικών, είναι επίσης αλήθεια ότι ακριβώς αυτές οι πολιτικές, που ισχυρίζονται ότι προτείνουν ένα πιο βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης, θα τείνουν να επιτείνουν τις ταξικές διαφοροποιήσεις και να διαχωρίζουν όλο και περισσότερο τη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας η οποία, εκ των πραγμάτων, θα τις υποφέρει-υποστεί από μια μειοψηφία που θα επωφεληθεί από αυτές αποκομίζοντας κέρδος.

Ως απόδειξη αυτού του γεγονότος αρκεί να αναλογιστούμε επί του γεγονότος ότι το ίδιο το γαλλικό κίνημα των κίτρινων γιλέκων-gilets jaunes προέκυψε ακριβώς ξεκινώντας από μια αύξηση του κόστους των καυσίμων που δικαιολογήθηκε από την κοινή ανάγκη χρηματοδότησης πρωτοβουλιών για την προστασία του περιβάλλοντος ή την ανανέωση των παραγωγικών μηχανισμών με πράσινο χαρακτήρα. Ένα από τα συνθήματα του κινήματος δήλωνε πράγματι ότι την περιβαλλοντική κρίση πρέπει πρώτοι απ’ όλους να την πληρώσουν εκείνοι, κυβερνήτες και επιχειρηματίες, που ήταν η αιτία αυτής της κρίσης.

Συνεπώς τοποθετούμε στο ακριβές πλαίσιο την τρέχουσα πλανητική κατάσταση έκτακτης ανάγκης από την ταξική οπτική (στην οποία πρέπει να προστεθούν στη συνέχεια, όπως κάνει ο συγγραφέας, η φυλετική και φύλου, μιας και είναι συχνά οι γυναίκες που αποτελούν τον πιο αδύναμο και πιο ευάλωτο κρίκο στην αλυσίδα εκείνων που υφίστανται-υποφέρουν περισσότερο από τις συνέπειες της) και ως εκ τούτου καθίσταται πολύ σημαντική η επανάληψη ενός κοινού αιτήματος για περιβαλλοντική δικαιοσύνη που να μη βασίζεται πάλι σε παγκόσμιες αρχές, πολύ συχνά γενικές και απατηλές, αλλά στην υπέρβαση μιας εξαιρετικά συγκεκριμένης δυσφορίας-αντιξοότητας και στις απαντήσεις που πρέπει να δοθούν σε ανάγκες και επιθυμίες που δεν ανήκουν με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους τομείς του πληθυσμού, αλλά οι οποίες, πολύ συχνά επικεντρώνονται κυρίως στις περιοχές που κατοικούν οι φτωχότερες και περισσότερο μειονεκτούσες ομάδες.

Είτε πρόκειται για χώρους ταφής τοξικών αποβλήτων κοντά σε υποβαθμισμένες αστικές περιοχές, είτε πρόκειται για τις διάφορες συνέπειες που μπορούν να έχουν δήθεν «φυσικές» καταστροφές (για παράδειγμα ο τυφώνας Katrina το 2005) σε διαφορετικούς τομείς πολιτών: χάσιμο του σπιτιού και των υπαρχόντων (για παράδειγμα από το αφρο-αμερικανικό στοιχείο της Νέας Ορλεάνης) και τεράστια κέρδη επάνω στην κερδοσκοπία του οικοδομικού κλάδου που συνδέεται με την ανακατασκευή για το άλλο (λευκό και πλούσιο).

Αλλά, όπως δείχνει πολύ καλά το κείμενο, και οι πόλεμοι φέρουν (τολμώ να πω από πάντα) τη συμβολή τους στην περιβαλλοντική καταστροφή, δίδοντας ζωή σε μεταναστευτικές κινήσεις, με διαφορετική ένταση ανάλογα με τη σύγκρουση και τις πληγείσες περιοχές, των οποίων σήμερα βλέπουμε τις συνέπειες στην τεράστια μάζα προσφύγων που προσπαθούν να ξεφύγουν από όλα αυτά. Και για τους οποίους δεν υπάρχει ακόμα το «κοινό σπίτι» για το οποίο μιλά η Greta Thunberg.

Πόλεμοι που, επιπλέον, αποθηκεύουν τις αξέχαστες αναμνήσεις τους επί μακρόν σε εδάφη και σώματα: από τον πορτοκαλί πράκτορα [αποφυλλωτικό που ψεκάστηκε ευρέως παντού και ονομάστηκε κατ’ αυτό τον τρόπο από τον αμερικανικό στρατό] στο Βιετνάμ, ο οποίος κατέστρεψε τη χώρα εκείνη για πολλά χρόνια ακόμη και μετά το τέλος του πολέμου και τα σώματα πολλών από εκείνους που πολέμησαν σε αυτόν, στο ένα μέτωπο ή στο άλλο. στο εμπλουτισμένο ουράνιο που με τη σειρά του μαστίζει τα περιβάλλοντα, και για άλλη μια φορά τα σώματα, σε όλους τους τομείς όπου το Νατο παρενέβη για τις ειρηνευτικές του αποστολές.

Η φύση, όπως λέει ο τίτλος του κειμένου, είναι πραγματικά ένα πεδίο μάχης, μάλλον είναι θέατρο ενός αυθεντικού ταξικού πολέμου, που δεν ομολογείται και εκ των πραγμάτων τον αρνούνται όλοι εκείνοι που τον ξεκίνησαν και τον οδηγούν στο όνομα του κέρδους και του ιδιωτικού συμφέροντος, και το βιβλίο του Keucheyan μας βοηθά να το κατανοήσουμε ακόμα καλύτερα. Ώστε να μπορέσουμε, τελικά, ακριβώς να επιτύχουμε να πεθάνει ο καπιταλισμός.

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Ρουβίκωνας: Παρέμβαση στην οικία του πρέσβη της Βραζιλίας (+βίντεο)

Το πάθος του καπιταλισμού για κέρδη και επέκταση είναι ακόρεστο. Οι επιπτώσεις της περιβαλλοντικής καταστροφής αργούν λίγα χρόνια να φανούν, δεν υπάρχει η άμεση απειλή. Γιαυτό και οι περιβαλλοντικές μάχες είναι πάντα δύσκολες. Αλλά τελικά περιοχές που κάηκαν πλημμυρίζουν και κόσμος πεθαίνει. Η θερμοκρασία ανεβαίνει παντού. Τα νερά λιγοστεύουν. Εκτός από τον Αμαζόνιο κάηκε και η Σιβηρία. Στο νοσηρό αυτό πάθος του κέρδους τα θύματα θα είμαστε όλοι. Δεν είναι βέβαιο ότι ο αγώνας αυτός θα κερδηθεί πριν η ζημιά να γίνει ανεπίστρεπτη. Για να κερδηθεί όμως πρέπει να γιγαντωθεί, πρέπει να απειλήσει το κράτος με την ισχύ του. Ο καθένας και η καθεμιά πρέπει να αναρωτηθεί αν τελικά θα συνεχίσει να μην παίρνει χαμπάρι τίποτα και να αδιαφορεί για το που και πως θα ζει μετά από 4-5 χρονια αυτός/ή και τα παιδιά… Ή αν θα πληροφορηθεί τι συμβαίνει και θα πλαισιώσει τους αγώνες που διεξάγονται σε τόσα μέτωπα στην Ελλάδα δίνοντας την μάχη για την γη και την ελευθερία…

Βραζιλία Περιβάλλον / Οικολογία Καταστροφή δασών


Ας κάνουμε μια υποθετική προβολή αυτού που συμβαίνει στην Βραζιλία, εδώ στην Ελλάδα.

Η μισή χώρα δηλαδή να ήταν τροπικό δάσος στο οποίο ζουν διάσπαρτες φυλές «πρωτόγονων» ιθαγενών. Το δάσος αυτό θα μπορούσε να προμηθεύσει άπειρη ξυλεία, θα μπορούσε να χερσωθεί και να γίνει είτε καλλιεργήσιμη γη είτε βοσκοτόπια για αγελάδες, ενώ στο υπέδαφός του υπάρχουν τεράστια κοιτάσματα χαλκού, χρυσού και άλλων ορυκτών. Την ίδια στιγμή αυτό το δάσος είναι καθοριστικής σημασίας για την περιβαλλοντική επιβίωση, όχι μόνο της Βραζιλίας, αλλά όλου του πλανήτη. Τι θα είχε συμβεί εδώ;

Θα είχαν διαμορφωθεί τέσσερις πλευρές. Μια πλευρά δεν θα είχε πάρει χαμπάρι τίποτα και δεν θα την ένοιαζε τίποτα. Μια πλευρά θα ήταν αυτοί που θα προσπαθούσαν να υπερασπιστούν το δάσος με κάθε μέσο και θα υποστήριζαν ότι πρέπει, χωρίς δεύτερη σκέψη, να χαθούν τα κέρδη, να μην έρθει η ανάπτυξη που μας προπαγανδίζουν με την εκμετάλλευση του δάσους. Μια άλλη πλευρά θα έλεγε πως ανάπτυξη και προστασία «συμβιβάζονται», θα έβγαζε οικολογικές κορώνες ενώ θα έκοβε με τακτ κομμάτια από το δάσος για να τα δώσει προς εκμετάλλευση στα μουλωχτά. Η τέταρτη πλευρά θα αμφισβητούσε την χρησιμότητα του δάσους, θα έλεγε πως πρόκειται για ψέματα «οικολόγων» ή για δικαιολογίες «ακραίων» ή για σχέδια εχθρών του Ελληνισμού, ότι οι ιθαγενείς είναι λίγοι, βάρβαροι και κλέφτες. Θα έλεγε ότι στόχος είναι η ανάπτυξη, ότι έτσι θα μειωθεί η ανεργία και θα ετοίμαζε τις συμφωνίες με τις πολυεθνικές. Αυτές οι πλευρές υπάρχουν και στην Βραζιλία. Και οι πιο ακραίοι της τελευταίας πλευράς είναι σήμερα στην εξουσία. Και ο Αμαζόνιος καίγεται.

Ένα δάσος που αγνοώντας κάθε ιδέα συνόρων και κρατών προμηθεύει όλο τον πλανήτη με το 20% του οξυγόνου, που φιλοξενεί τις τελευταίες ίσως κοινότητες ιθαγενών που διατηρούν πλήρως τον αρχέγονο πολιτισμό τους, που κρατάει σταθερό το κλίμα του κόσμου μας. Και το ερώτημα είναι αν θα μετατραπεί σε κέρδος εταιρειών ή όχι. Για δεκαετίες το τροπικό δάσος μικραίνει. Επίσημα ή ανεπίσημα εκτάσεις του καταπατούνται είτε από φτωχούς αγρότες που σπρώχνονται από το κράτος για να ανοίξουν δρόμο στην καταστροφή που ακολουθεί, είτε από μεγάλες εταιρείες κτηνοτροφίας αλλά και εξορυκτικές δραστηριότητες. Ο νέος πρόεδρος της Βραζιλίας, Ο Ζαΐχ Μπολσονάρου, που φυσικά εκλέχθηκε «δημοκρατικά», επιθυμεί να ανοίξει τον δρόμο στην ανάπτυξη και στην πλήρη εκμετάλλευση του τροπικού δάσους.

Ο Μπολσονάρου είναι ένας φασίστας, πρώην αξιωματικός του στρατού της Βραζιλιάνικης χούντας (που μπροστά της η Ελληνική ήταν πολύ μετριοπαθής) και καταδικασμένος για ακροδεξιά τρομοκρατία. Αντικομμουνιστής, με ατζέντα «νόμος και τάξη» και ασφαλώς πιστεύει απόλυτα στην ελεύθερη οικονομία και την ανάπτυξη. Δεν θα πούμε πως τις χιλιάδες τώρα ενεργές φωτιές παντού μέσα στο δάσος, τις έχει βάλει η κυβέρνηση της Βραζιλίας. Η εξήγηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη και της κλιματικής αλλαγής, με εξαίρεση τους «ψεκασμένους» συνωμοσιολόγους που την αρνούνται, φτάνει και περισσεύει για να τις εξηγήσει. Η αλήθεια όμως είναι ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη, που αυτή ευθύνεται για την κλιματική αλλαγή βοηθάει τον εαυτό της. Είναι η κυβέρνηση Μπολσονάρου που θα πρέπει να σβήσει τις πυρκαγιές, είναι αυτή που μετά το τέλος τους θα πρέπει να προστατέψει τις καμένες εκτάσεις. Καθόλου αισιόδοξη προοπτική. Ούτε και στην Ελλάδα η προοπτική είναι αισιόδοξη.

Αυτό που γίνεται εκεί, στο τροπικό δάσος του Αμαζονίου μπορούμε πραγματικά πλέον να το προβάλουμε εδώ. Εδώ λοιπόν στα δάση της Ηπείρου, σε όλη την Δυτική Ελλάδα ανεξέλεγκτες πετρελαϊκές εταιρείες (παγκόσμιοι κολοσσοί) αλωνίζουν και κάνουν γεωτρήσεις μέσα σε προστατευόμενες περιοχές, σε χωράφια, μες την νύχτα σαν μαφιόζοι. Αγωγοί πετρελαίου θα περάσουν από παρθένα δάση, εξορυκτικές εταιρείες καταστρέφουν βουνά και τα χωριά τους στην Χαλκιδική, φράγματα σχεδιάζονται, οι τελευταίοι ελεύθεροι χώροι στην αττική θα γίνουν «ουρανοξύστες». Ακόμα βέβαια στην Ελλάδα δεν έχουν επιστρατευτεί δολοφόνοι για να εκτελούν περιβαλλοντικούς ακτιβιστές ή αντιστεκόμενους ιθαγενείς όπως στην Βραζιλία. Να μην αμφιβάλλουμε ότι αυτό συμβαίνει μόνο γιατί τα κέρδη που απειλούνται είναι πολύ μικρότερα από αυτά του Αμαζονίου.

Ξέρουμε ότι σε πολύ κόσμο όλα αυτά ακούγονται ξένα και αδιάφορα. Η Ήπειρος είναι μακριά πόσο μάλλον ο Αμαζόνιος. Είναι αυτή η πρώτη πλευρά στην κοινωνική βάση που δεν έχει πάρει χαμπάρι τίποτα και δεν την νοιάζει τίποτα. Και τελικά αυτή η πλευρά, όσες δικαιολογίες κι αν έχει για την άγνοια ή την αδιαφορία της, είναι που φέρει το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης. Οι πιο αριστερές εξουσίες το πάνε «με το μαλακό», οι πιο δεξιές πιο άμεσα, αλλά αυτή είναι η δουλειά των εξουσιών. Το να μην μας απασχολεί κάτι μόνο και μόνο γιατί η επίδραση του φαίνεται χρόνο με τον χρόνο αντί για μέρα με την μέρα, είναι αυτοκτονικό.

Πέρα από ένα λιθαράκι αύξησης της πίεσης προς την βραζιλιάνικη κυβέρνηση, μέσω της διεθνοποίησης, δεν υπάρχουν πολλά άλλα που μπορούμε να προσφέρουμε από την Ελλάδα στην σωτηρία του Αμαζονίου. Μπορούμε όμως να προσφέρουμε πολλά προστατεύοντας την «φύση» που είναι κοντά μας. Μπορούμε να εμποδίσουμε τα σχέδια που έχουν ξεκινήσει και, με αιχμή την βιομηχανία ενέργειας – παραδοσιακή ή ανανεώσιμη- απειλούν το περιβάλλον, αλλάζουν το κλίμα, υποβαθμίζουν την ζωή όλων. Πρέπει να πούμε ξεκάθαρα ότι δεν τις θέλουμε τις «νέες θέσεις εργασίας» αν, όποτε και όσες κι αν υπάρξουν μέσα από την περιβαλλοντική καταστροφή. Δεν θέλουμε να «κινηθεί το χρήμα», να αυξηθεί το ΑΕΠ, να «δανείζεται φτηνά η χώρα». Δεν θέλουμε επίσης ούτε το «δώρο» που θα κάνουν – γιατί σίγουρα κάποιο καρότο κοινωνικής πολιτικής θα εμφανίσουν για να πείσουν τους πολλούς να σιωπήσουν για το μεγάλο έργο.

Μπορούμε να κινητοποιηθούμε και να σώσουμε αυτά που είναι δίπλα μας. Με κάθε μέσο, νόμιμο ή λιγότερο νόμιμο. Ατομικό, αλλά πάνω από όλα συλλογικό. Στις πόλεις αλλά και τα ίδια τα χωριά. Κάτοικοι και αλληλέγγυοι. Να μην αφήσουμε να μολυνθούν τα νερά που πίνουμε ή ο αέρας που αναπνέουμε.. Να μην χερσωθεί η γη. Τα βουνά να παραμείνουν άγρια και οι λίγοι που επέλεξαν – ή υποχρεώνονται από την επιβίωση– να ζουν σε αυτά, να συνεχίσουν τουλάχιστον να το κάνουν σε ένα ανθρώπινο μέρος.

Το πάθος του καπιταλισμού για κέρδη και επέκταση είναι ακόρεστο. Οι επιπτώσεις της περιβαλλοντικής καταστροφής αργούν λίγα χρόνια να φανούν, δεν υπάρχει η άμεση απειλή. Γιαυτό και οι περιβαλλοντικές μάχες είναι πάντα δύσκολες. Αλλά τελικά περιοχές που κάηκαν πλημμυρίζουν και κόσμος πεθαίνει. Η θερμοκρασία ανεβαίνει παντού. Τα νερά λιγοστεύουν. Εκτός από τον Αμαζόνιο κάηκε και η Σιβηρία. Στο νοσηρό αυτό πάθος του κέρδους τα θύματα θα είμαστε όλοι. Δεν είναι βέβαιο ότι ο αγώνας αυτός θα κερδηθεί πριν η ζημιά να γίνει ανεπίστρεπτη. Για να κερδηθεί όμως πρέπει να γιγαντωθεί, πρέπει να απειλήσει το κράτος με την ισχύ του. Ο καθένας και η καθεμιά πρέπει να αναρωτηθεί αν τελικά θα συνεχίσει να μην παίρνει χαμπάρι τίποτα και να αδιαφορεί για το που και πως θα ζει μετά από 4-5 χρονια αυτός/ή και τα παιδιά… Ή αν θα πληροφορηθεί τι συμβαίνει και θα πλαισιώσει τους αγώνες που διεξάγονται σε τόσα μέτωπα στην Ελλάδα δίνοντας την μάχη για την γη και την ελευθερία…
ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΜΑΣ
Αναρχική συλλογικότητα Ρουβίκωνας

Αρχεία:

vrazil22.mp4

   

 

https://athens.indymedia.org/post/1599916/

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ciao Nanni, Γεια σου, σήμερα όπως χθες τα Θέλουμε Όλα!

Με βαθιά θλίψη μάθαμε πως χάσαμε το Nanni Balestrini. Ποιητής, συγγραφέας, αγωνιστής μας αφήνει στην ηλικία των 83 ετών. Ας θυμηθούμε το έργο του δημοσιεύοντας ένα απόσπασμα ενός από τα κείμενα που περισσότερο αγαπήσαμε, μεταξύ πολλών, του Nanni: «Θέλουμε τα πάντα!»-«Vogliamo Tutto!». Ένα κείμενο που για τα 40 χρόνια από τη δημοσίευσή του χαρακτηρίσαμε «έναν γλωσσολογικό εκρηκτικό μηχανισμό υπολογισμένης ισχύος και συγκρατημένου πάθους. Μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους: ως απολογισμός των κοινωνικών μαχών του μητροπολιτικού προλεταριάτου, ως ένα προτρεπτικό αντίφωνο στην εξάπλωση της αυτονομίας των εργατών, ως ένα ανεξάρτητο βλέμμα, ή σαν μια χειρονομία συμπάθειας της γλώσσας για τη ζωή. Δημοσιευμένο για πρώτη φορά το 1971, τα Θέλουμε όλα είναι η ιστορία ενός εργάτη που ήρθε από το Νότο σε μια Fiat σε αναβρασμό, η ιστορία της ανακάλυψης της μητρόπολης, της καπιταλιστικής βίας και καταπίεσης, της προλεταριακής κοινότητας που σχηματίζεται, της εξέγερσης που σέρνεται σαν φίδι και στη συνέχεια εκρήγνυται: «Σήμερα, καθώς αποχαιρετούμε το Nanni, ας ξαναδιαβάσουμε κάποιες από αυτές τις σελίδες γεμάτες εξέγερση και ποίηση.Το χώμα που σε σκεπάζει να είναι ελαφρύ, σύντροφε!

Ciao Nanni, oggi come ieri Vogliamo Tutto!

[..] Σύντροφοι όπως όλοι γνωρίζετε στη Fiat κάθε μέρα το ποσοστό των απουσιών είναι πολύ υψηλό. Είναι άνθρωποι που δεν καταφέρνουν πλέον να συμβαδίζουν με τους εξαντλητικούς ρυθμούς εργασίας που επιβάλλουν τα αφεντικά. Είναι άνθρωποι που μένουν στο σπίτι για να προστατέψουν τη φυσική τους ύπαρξη. Είναι μια διαρκής απόδραση από την παραγωγική εργασία. Μιλάμε για το δικαίωμα στην υγεία, για αγώνες κατά της βλαπτικότητας. Αλλά κανείς δεν λέει ότι το μοναδικό ζήτημα είναι πως η εργασία είναι επιβλαβής. Η μετανάστευση των νέων από το Νότο από τη Fiat προχωρεί τους τελευταίους μήνες με αυξανόμενο ρυθμό. Δεδομένων των ισχυρών αυτοαπολύσεων εργατών που δεν θέλουν πλέον να ξέρουν τίποτα για τους ρυθμούς της Fiat και δεδομένων των απολύσεων των εργατών που κάνουν πάρα πολλές απουσίες. Όλα αυτά είναι βολικά για τη Fiat επειδή οι καινούργιοι εργάτες που προσλαμβάνονται έχουν χαμηλότερους μισθούς για τα πρώτα τέσσερα χρόνια εκμετάλλευσης στο εργοστάσιο.

Σε αυτό να προσθέσουμε τον φαύλο κύκλο που αφαιρεί σχεδόν όλο το μισθό. Νεαροί μετανάστες που μετακινούνται ανάμεσα σε ένα εστιατόριο και έναν ενοικιαστή δωματίου. Να βάζεις χρήματα στην άκρη για την εξόφληση των χρεών μετακίνησης προς βορρά και για να στέλνεις χρήματα στο νότο ήταν εφικτό μέχρι πριν από έξι ή επτά χρόνια. Ο πραγματικός μισθός της Fiat πήγε πίσω όλα αυτά τα χρόνια. Έτσι η απεργία που κάναμε για τη Battipaglia ως Battipaglia στο νότο υπήρξε το τέλος της φιλικής προς το νότο πολιτικής της Χριστιανοδημοκρατίας και του PCI-ΚΚΙ του Κράτους και των μονοπωλίων εκείνη η απεργία υπήρξε η ευκαιρία για μια πολιτική απεργία εναντίον του κρατικού σχεδιασμού και της Φίατ.

Όσον αφορά αυτή την απεργία της πέμπτης δεν είναι τα συνδικάτα που αντιλήφθηκαν ότι οι εργάτες δεν μπορούν πλέον να αντέξουν τα νοίκια. Αλλά ήταν οι εργάτες με αυτές τις πράξεις εξέγερσης έξω από κάθε συνδικαλιστική και πολιτική γραμμή που έδειξαν ότι είχαν πάνω από τα μαλλιά τους την αύξηση του κόστους ζωής για ενοικίαση. Και ότι σε κάποιο σημείο δεν μπορούν πλέον να ικανοποιηθούν με τον μισθό πείνας που παίρνουν σήμερα. Ζητούμε εγγυημένο μισθό ζητάμε να πληρωνόμαστε πάντα ανάλογα με τις ανάγκες μας τόσο όταν εργαζόμαστε όσο και όταν είμαστε άνεργοι. Χειροκροτήματα.

Σύντροφοι τώρα μετά από όλες αυτές τις εβδομάδες απεργιών στις οποίες γονατίσαμε το αφεντικό όλοι μας λένε να μην το παρακάνουμε. Οι συνδικαλιστές στο εργοστάσιο μας το λένε αυτό μας το λένε οι εφημερίδες έξω. Ότι αν συνεχιστεί έτσι θα υπάρξει κρίση πως πρέπει να είμαστε προσεκτικοί διότι όλη αυτή η μικρότερη παραγωγή καταστρέφει την οικονομία της Ιταλίας. Και τότε όλοι θα ήμαστε χειρότερα θα υπάρξει ανεργία και πείνα. Αλλά δεν μου φαίνεται εμένα ότι τα πράγματα είναι ακριβώς έτσι. Ας αφήσουμε επίσης στην άκρη ότι όπως είπε και ο σύντροφος πριν αν η οικονομία των αφεντικών χρεοκοπήσει εμάς δεν μας νοιάζει καθόλου. Αντιθέτως μας χαροποιεί πολύ.

Αυτό είναι πολύ αληθινό, αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Είναι ότι δεν μας νοιάζει διότι έτσι κι αλλιώς γνωρίζουμε ότι εδώ μέχρι να αλλάξουν όλα είμαστε πάντοτε εμείς στη χειρότερη θέση. Δεν ήμασταν πάντα εμείς να πληρώνουμε το υψηλότερο αντίτιμο για όλους τους αγώνες; Σύντροφοι εγώ είμαι από το Σαλέρνο έχω κάνει όλες τις δουλειές στο νότο όπως στο βορρά και ένα πράγμα έχω καταλάβει: Ότι ο εργάτης έχει μόνο δύο δυνατότητες ή μια σφαγιαστική δουλειά όταν τα πράγματα πάνε καλά ή την ανεργία και την πείνα όταν στραβώνουν. Δεν είμαι σίγουρος ποιο από τα δύο πράγματα είναι χειρότερο. Αλλά δεν είναι πως ο εργάτης μπορεί να αποφασίσει είναι το αφεντικό που πάντα αποφασίζει γι αυτόν.

Δεν χρειάζεται λοιπόν όταν τσαντιζόμαστε γιατί δεν αντέχουμε άλλο να έρχονται να μας παρακαλούν να επιστρέψουμε στην δουλειά. Να έρχονται να μας κάνουν ηθική ότι είμαστε μία μόνο χώρα ένα μόνο γενικό συμφέρον που ο καθένας έχει τη λειτουργία και το καθήκον του και αυτά τα πράγματα εδώ. Με αυτή την αρχαία ιστορία πως το στομάχι δεν μπορεί να γεμίσει αν τα μπράτσα δεν δουλεύουν και τότε ολόκληρο το σώμα πεθαίνει. Και έτσι μας παρακαλούν και μας απειλούν να επιστρέψουμε στη δουλειά γιατί διαφορετικά θα είναι χειρότερα για μας. Αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι γιατί όπως είπα πριν εμείς όσο έχουν την εξουσία αυτοί εμείς με αυτούς πάντα πεθαίνουμε και σε κάθε περίπτωση είτε δουλεύουμε είτε όχι.

Και σε αυτή την παγίδα δεν πέφτουμε πια επειδή ακριβώς εμείς και αυτοί δεν είμαστε το ίδιο σώμα. Δεν έχουμε τίποτα κοινό είμαστε δύο διαφορετικοί κόσμοι είμαστε εχθροί και φτάνει εμείς και αυτοί. Η μέγιστη δύναμη που έχουμε εμείς είναι ακριβώς αυτό το γεγονός ότι έχουμε πεισθεί επιτέλους ότι με την δουλειά των αφεντικών και με το Κράτος των αφεντικών εμείς δεν έχουμε πραγματικά κανένα κοινό συμφέρον. Όμως έχουμε όλα τα συμφέροντα εναντίον. Όλοι οι υλικοί μας στόχοι είναι εναντίον αυτής της οικονομίας είναι ενάντια σε αυτήν την ανάπτυξη είναι ενάντια στο γενικό συμφέρον που είναι αυτό του Κράτους των αφεντικών. Τώρα μας λένε ότι η Fiat φτιάχνει ένα εργοστάσιο στο Togliattigrad στη Ρωσία και ότι θα πρέπει όλοι να πάμε εκεί για να μάθουμε να δουλεύουμε όπως εργάζονται στον κομμουνισμό.

Και τι στον πούτσο μας νοιάζει εμάς αν και στη Ρωσία τους εργάτες τους εκμεταλλεύονται και πως είναι το σοσιαλιστικό κράτος που τους εκμεταλλεύεται αντί του καπιταλιστή αφεντικού. Σημαίνει ότι εκείνος δεν είναι κομμουνισμός αλλά είναι κάτι που δεν είναι καλό. Και όντως νομίζω ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για την παραγωγή και για να πάνε στο φεγγάρι αντί για την ευημερία του κόσμου. Επειδή η ευημερία έρχεται πρώτα απ ‘όλα από το να μας κάνουν να δουλεύουμε λιγότερο. Αυτός είναι ο λόγος που λέμε τώρα όχι στα τρομαγμένα αφεντικά που μας ζητούν να τους βοηθήσουμε στην παραγωγή τους. Που μας εξηγούν ότι πρέπει να συμμετάσχουμε επειδή είναι προς το συμφέρον όλων μας.

Λέμε όχι στις μεταρρυθμίσεις για τις οποίες το κόμμα και το συνδικάτο θέλουν να μας κάνουν να αγωνιζόμαστε. Επειδή κατανοήσαμε ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις χρησιμεύουν μόνο για τη βελτίωση του συστήματος με το οποίο μας εκμεταλλεύονται τα αφεντικά. Τι μας νοιάζει να μας εκμεταλλεύονται καλύτερα με λίγα σπίτια λίγα φάρμακα ή κάποια περισσότερα σχολεία. Όλα αυτά βελτιώνουν μόνο το Κράτος βελτιώνουν το γενικό συμφέρον βελτιώνουν την ανάπτυξη. Αλλά οι δικοί μας στόχοι είναι κατά της ανάπτυξης είναι ενάντια στο γενικό συμφέρον είναι δικοί μας και αυτό είναι, φτάνει. Οι στόχοι μας δηλαδή τα υλικά συμφέροντα της εργατικής τάξης είναι ο θανάσιμος εχθρός του καπιταλισμού και των συμφερόντων του.

Εμείς ξεκινήσαμε αυτόν τον μεγάλο αγώνα ζητώντας περισσότερα χρήματα και λιγότερη εργασία. Τώρα γνωρίζουμε ότι αυτό είναι ένα σύνθημα που ανατρέπει που στέλνει στον αέρα όλα τα σχέδια των αφεντικών όλο το σχέδιο του κεφαλαίου. Και τώρα πρέπει να προχωρήσουμε από τον αγώνα για τους μισθούς στον αγώνα για την εξουσία. Σύντροφοι αρνούμαστε την εργασία. Θέλουμε όλη την εξουσία θέλουμε όλο τον πλούτο. Θα είναι ένας μακροχρόνιος αγώνας με επιτυχίες και αποτυχίες με ήττες και προωθήσεις. Αλλά αυτός είναι ο αγώνας που πρέπει τώρα να ξεκινήσουμε ένας σκληρός και βίαιος εις βάθος αγώνας. Πρέπει να αγωνιστούμε για να εξαφανιστεί η δουλειά. Πρέπει να αγωνιστούμε για τη βίαιη καταστροφή του κεφαλαίου. Πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια σε ένα Κράτος που βασίζεται στην εργασία. Λέμε: Ναι στη εργατική βία.

Επειδή είμαστε εμείς οι προλετάριοι του νότου εμείς οι εργάτες μάζα αυτή η τεράστια μάζα των εργατών εμείς εκατόν πενήντα χιλιάδες εργάτες της Fiat που έχουμε χτίσει την ανάπτυξη του κεφαλαίου και αυτού του Κράτους του. Είμαστε αυτοί που έχουν δημιουργήσει όλο τον πλούτο που υπάρχει και του οποίου μας αφήνουν μόνο τα ψίχουλα. Δημιουργήσαμε όλο αυτό τον πλούτο ψοφώντας στη δουλειά στη Fiat ή ψοφώντας από πείνα στο νότο. Και τώρα που είμαστε η μεγάλη πλειοψηφία του προλεταριάτου δεν θέλουμε πλέον να δουλεύουμε και να πεθαίνουμε για την ανάπτυξη του κεφαλαίου και του Κράτους του. Δεν θέλουμε πλέον να συντηρούμε όλα αυτά τα γουρούνια.

Ε λοιπόν λέμε ότι είναι καιρός να τελειώνουμε με αυτά τα γουρούνια και πως όλο αυτό τον τεράστιο πλούτο που εμείς παράγουμε εδώ και στον κόσμο μετά εκτός των άλλων δεν ξέρουν άλλο από να τον καταστρέφουν ή να τον σπαταλούν. Τον σπαταλούν για να κατασκευάζουν χιλιάδες ατομικές βόμβες ή για να πάνε στο φεγγάρι. Καταστρέφουν ακόμη και τόνους φρούτων ροδάκινα και αχλάδια επειδή υπάρχουν πάρα πολλά και τότε χάνουν αξία. Επειδή όλα πρέπει να έχουν μια τιμή γι αυτούς όλα πρέπει να έχουν μια αξία που είναι το μόνο πράγμα που τους ενδιαφέρει όχι τα προϊόντα που δίχως αξία γι’ αυτούς δεν μπορούν να υπάρξουν. Για αυτούς δεν μπορούν να εξυπηρετούν τους ανθρώπους που δεν έχουν φαγητό. Με όλο αυτό τον πλούτο που υπάρχει οι άνθρωποι θα μπορούσαν πλέον να μην πεθαίνουν από την πείνα θα μπορούσαν πλέον να μη δουλεύουν. Ας πάρουμε λοιπόν εμείς όλο αυτό τον πλούτο ας πάρουμε λοιπόν τα πάντα.

Μα έχουμε τελείως τρελαθεί; Τα αφεντικά μας κάνουν να δουλεύουμε σαν ζώα και στη συνέχεια καταστρέφουν τον πλούτο που εμείς έχουμε παράξει. Αλλά ήρθε η ώρα να τελειώνουμε με αυτό εδώ τον κόσμο. Ήρθε η ώρα να τα γαμήσουμε όλα αυτά τα γουρούνια να τα καθαρίσουμε και να τα ξεφορτωθούμε μια για πάντα. Κράτος και αφεντικά προσέξτε είναι ο πόλεμος είναι ο τελικός αγώνας. Ας πάμε μπροστά σύντροφοι να προχωρήσουμε όπως στη Battipaglia να τα κάψουμε όλα να ξεσκίσουμε αυτά τα καθάρματα να συντρίψουμε αυτή τη δημοκρατία. Πολύ πλατιά χειροκροτήματαi. [..]

απόσπασμα από την »συνέλευση»- «L’assemblea», κεφάλαιο 9 του »Τα θέλουμε όλα»- «Vogliamo Tutto»

 

https://www.infoaut.org/culture/ciao-nanni-oggi-come-ieri-vogliamo-tutto

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Κείμενο της “Συνέλευσης Θεσσαλονίκης για Γη & Ελευθερία” σχετικά με την εξόρυξη υδρογονανθράκων

Η ΒΙΩΣΙΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΤΟΝ ΠΥΡΗΝΑ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΜΑΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ

…και ένα ηπειρώτικο μοιρολόι για την ανάπτυξη
Εδώ κι ενάμιση χρόνο, όταν χωρίς προηγουμένως να τους ενημερώσει ή ρωτήσει κανείς, οι κάτοικοι της Ηπείρου άκουσαν για τις παραχωρήσεις οικοπέδων προς έρευνα κι εκμετάλλευση πακέτο για εξόρυξη υδρογονανθράκων και ιδίως όταν τους τελευταίους μήνες άρχισαν να ακούν σε κάποια χωριά και τις εκρήξεις από τις έρευνες, απέκτησαν ξαφνικά και αυτοί το (αμφίβολο) προνόμιο του να βρίσκεσαι στην πλεονεκτική θέση παρατήρησης της μετατροπής του τόπου σου σε «ατμομηχανή της ανάπτυξης». Και όχι τίποτα ανάπτυξης με τυριά και τσαντήλες, σαν τη Δωδώνη που τη διαλύσανε, αλλά της άλλης, της καλής, της ενεργειακής, που τη θέλει κι η Ευρώπη, και σέρνει λεφτά με το τσουβάλι.

Βρίσκονται συνεπώς και οι τοπικές κοινότητες της Ηπείρου να μοιράζονται μια παρόμοια προνομιακή οπτική γωνία εκτίμησης του μοντέλου της ανάπτυξης και δη της ενεργειακής με τους κατοίκους πληθώρας περιοχών της ενδοχώρας και των νησιών που δέχονται την επέλαση των φαραωνικών ΑΠΕ, μικρών και μεγάλων Η/Ε, καύσης σκουπιδιών, επέκτασης εξορύξεων, αγωγών μεταφοράς και διασύνδεσης και άλλων πράσινων και πάντα κερδοφορ… συγγνώμη, αειφορικών έργων. Μα, θα ρωτήσετε, τι είδους προνόμιο και γιατί είναι αυτό που το μοιράζεται πιά σύμπασα η επικράτεια (ντου παντού και από παντού), θάλασσες, ποτάμια, δάση, βουνά;

Ναι, αλλά η μισή Ελλάδα στην Αθήνα κατοικοεδρεύει και από τους λοιπούς οι πολλοί σε άλλα άστεα και στην ξενιτιά και πού να πάρουνε χαμπάρι. Βλέπουν μόνο όταν περνάν με το αυτοκίνητο τις συστοιχίες των αιολικών να ξεφυτρώνουν παντού σαν φόντο και μόνο ακούν: την Facebook και τη Google να μας πιπιλάνε με την κλιματική αλλαγή για να δουλέψει η αρπαχτή με τις ΑΠΕ, fake news τύπου ότι πρόεδρος της Βενεζουέλας σήμερα είναι ο Γουαιδό, την τηλεόραση και τον Τσίπρα που μιλάνε για τη στρατηγική αναβάθμιση του ενεργειακού ρόλου της χώρας, που γίνεται παίκτης με το ενεργειακό «χαρτί», δηλ. ότι η αξιοποίηση της θέσης και των αποθεμάτων της και των δικτύων που θα «φιλοξενήσει» (αφιλοκερδώς ως αποικία), θα καταστήσουν την ψωροκώσταινα ενεργειακό leader της περιοχής.
Όμως για να έχεις να βλέπεις και να ακούς τα fake news στα κινητά και λοιπά συστήματα χρειάζονται ως γνωστόν τα μέταλλα, άρα εξορύξεις. Και τα αυτοκίνητα θέλουν βεβαίως καύσιμα και οι εταιρίες που μας κάνουν την τιμή δεν είναι τίποτα ψιλικατζήδες, αλλά εταιρίες κολοσσοί που λέει και καμαρώνει κι ο κ.Σταθάκης, που ήρθαν τώρα, όπως δήλωσε πέρυσι το Φλεβάρη στην ενημέρωση στο Ζαγόρι ο εκπρόσωπος της Repsol: ήρθαμε τώρα γιατί έχουμε τεχνολογία και υπάρχει κατάλληλο νομικό πλαίσιο, τουτέστιν τώρα που μας παίρνει. Άλλωστε η ίδια η προοπτική της ανάπτυξης δεν ήταν που σήκωσε τον κόσμο απ΄τα χωριά και τους έφερε στις όλο και πιο ενεργοβόρες πόλεις και που για να τους τρέφει, αποδασώνει, αποστραγγίζει και νεκρώνει τη γεωργική γη σαν χίλιες Repsol μαζί;

Ενώ όταν είσαι πρώτο τραπέζι πίστα έχεις τη δυνατότητα όχι μόνο να αντιλαμβάνεσαι αλλά και να νιώθεις στο πετσί σου τις αβρές διαδικασίες και συνέπειες της μετατροπής π.χ. μιας περιοχής από βουκολική σε βιομηχανική, δυνατότητα που απέκτησαν πλέον και προνομιακά οι κάτοικοι της Ηπείρου. Το παραπάνω γεγονός όμως τους φέρνει εξ ανάγκης και μπροστά στο δυνητικό ενδεχόμενο να διερωτηθούν συλλογικά και αυτοθεσμισμένα για τα ίδια τα ιδεολογήματα της ανάπτυξης-μεγένθυνσης-καταναλωτισμού-παραγωγισμού σαν μονόδρομο για την επιβίωσή τους, ξεκινώντας φυσικά από το ενεργειακό μοντέλο ανάπτυξης που επιχειρείται βίαια να τους επιβληθεί. Και εν τέλει η δυνατότητα να αμφισβητήσει μια κοινωνία τη λογική ότι πρέπει να μεγαλώνει συνέχεια η πίττα μήπως και πέφτει και στους αποκάτω κανένα ψίχουλο, αποτελεί, ιδίως σήμερα, ένα ΠΡΟΝΟΜΙΟ. Κατά συνέπεια είναι οι ίδιες οι τοπικές κοινωνίες, που οφείλουν στο παρόν και στο μέλλον του τόπου τους να θέσουν εμφατικά το ερώτημα: ΕΝΕΡΓΕΙΑ και ανάπτυξη για ποιόν; Πόση; Από πού; Με ποιο οικολογικό αποτύπωμα; Και με ποιες εναλλακτικές;

Από το αν θα επιχειρήσουν να θέσουν εξαρχής αυτά τα ερωτήματα και φυσικά από τις απαντήσεις που θα δώσουν, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και το αν θα καταφέρουν να αντισταθούν με αξιοπρέπεια και αποτελεσματικότητα, η στρατηγική κατεύθυνση και ο χαρακτήρας του αγώνα.

Σε μια τέτοια κατεύθυνση η κατανόηση τού ότι το μέτωπο απέναντι σε εξορύξεις και εγκατάσταση των δήθεν ΑΠΕ καλύπτει πλέον σχεδόν το σύνολο του ελλαδικού χώρου και συνδέεται άμεσα με τους ενεργειακούς σχεδιασμούς στη ΝΑ Μεσόγειο και στην ευρύτερη περιοχή, θα τους βγάλει από τα όρια του στενού τοπικισμού και θα υποδείξει τους φυσικούς συμμάχους, άλλα δηλ. κινήματα αντίστασης. Το γεγονός ότι σήμερα παγκόσμια η παραγωγή και διαχείριση της ενέργειας και μάλιστα της πράσινης (και τα ΕΛΠΕ ακόμα επενδύουν «εξισορροπητικά» στις ΑΠΕ), μέσω της μηχανής των δημόσιων επιδοτήσεων, η ληστεία δηλ. που ονομάζεται «πράσινη μετάβαση», αποτελεί την κύρια επενδυτική κατεύθυνση των οικονομικών ελίτ για τα επόμενα χρόνια, δίνει μια πολύ ακριβή εικόνα του πλαισίου μέσα στο οποίο τοποθετείται το πρόβλημα, καθώς και για το ποιοι είναι οι φίλοι και ποιοι οι λύκοι με προβιά συμμάχου.

Και για να μη νιώσουν αδύναμοι απέναντι στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό τέρας και τα εγχώρια θεσμικά πλοκάμια και κολαούζους του, θα μπορέσουν, αν το επιλέξουν, να εμπνευστούν από τα μικρά και μεγάλα παραδείγματα πετυχημένων κοινωνικών αγώνων αυτοοργάνωσης και αποτροπής των τελευταίων χρόνων στον ευρωπαικό χώρο και όχι μόνο, όπως το ZAD στη Γαλλία, το Gorleben και το Hambacher Forst στη Γερμανία και να παραδειγματιστούν από τις μεθόδους τους.

Από τη μεριά μας, ως Γη & Ελευθερία Θεσσαλονίκης, κομμάτι της ομώνυμης δικτύωσης τοπικών κινήσεων της Βόρειας Ελλάδας που αντιστέκονται στη λεηλασία και καταστροφή της φύσης και φέρουν ήδη τις ανάλογες εμπειρίες, θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε κάποιες από αυτές συντασσόμενοι σε έναν αγώνα που δεν μπορεί παρά να είναι κοινός και ενιαίος, όπως τέτοιος είναι και ο αντίπαλος.

Για μας εν τέλει, το διακύβευμα στην περίπτωση της Ηπείρου είναι τεράστιο γιατί αφορά κάποιες από τις πλέον ανόθευτες (από τις «ήπιες» καταστροφές της τρέχουσας ανάπτυξης) περιοχές, που αποτελούν και τις τελευταίες καθαρές εφεδρείες μας, όχι μόνον ως προς τη διατήρηση του φυσικού πλούτου-πράγμα αυτονόητο, αλλά και ως τις πλέον πρόσφορες για τις οικολογικές πρακτικές επιβίωσης μιας ζητούμενης ισορροπημένης κοινωνίας.

Ενδεχόμενη απαλλοτρίωση και καταστροφή τους, θα άφηνε τις επόμενες γενιές χωρίς εναλλακτικές και καταφυγή απέναντι σε ένα δυστοπικό μέλλον, σαν αυτό που προλέγουν οι σχεδιασμοί των κυρίαρχων της οικονομίας και της τεχνοεπιστήμης. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι αν παραδώσουμε κυριολεκτικά «γή και ύδωρ» αμαχητί στην Ήπειρο και σε όλο το υπόλοιπο τεράστιο μέτωπο των εξορύξεων της Δυτ. Ελλάδας, τότε κατισχύοντας ο αρμαγεδώνας της ενεργειακής ανάπτυξης θα σαρώσει εύκολα και ό,τι απομένει.
Και τότε κανένα ηπειρώτικο μοιρολόι δεν θα μπορεί να θρηνήσει τον κόσμο που χάσαμε κι αυτόν που δεν θα έχουμε πιά καμία ελπίδα να φτιάξουμε όπως θέλουμε.

Ανάπτυξη σημαίνει λεηλασία, αγώνας για τη γη και την ελευθερία
Γη & Ελευθερία Θεσσαλονίκης
Μάιος 2019