αθλητισμός, sport

Γραμμές διαφυγής. Τα ίχνη από θειάφι του μεγαλειώδους Éric Cantona

τοτ Gioacchino Toni

Je so’ pazzo je so’ pazzo / e vogl’essere chi vogl’io / ascite fora d’a casa mia / je so’ pazzo je so’ pazzo / c’ho il popolo che mi aspetta / e scusate vado di fretta / non mi date sempre ragione / io lo so che sono un errore / nella vita voglio vivere / almeno un giorno da leone / e lo Stato questa volta / non mi deve condannare / pecché so’ pazzo / je so’ pazzo / e oggi voglio parlare (Pino Daniele)

Στις 11 μαΐου 1997 είδαμε για τελευταία φορά στον αγωνιστικό χώρο την φανέλα με τον αριθμό 7 της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ να φέρει στην πλάτη το όνομα του Cantona. Εκείνη τη μέρα ένας κόμπος στο λαιμό εξαπλώθηκε όχι μόνο στις κερκίδες του Old Trafford αλλά και σε πολλούς λάτρεις του ποδοσφαίρου που, ανεξάρτητα από τη φανέλα που υποστήριζαν, ήταν αρκετά τυχεροί να έχουν παρακολουθήσει τα κατορθώματα του Éric Daniel Pierre Cantona και δεν είχε σημασία εάν ήταν αντίπαλος . Εάν τα παπούτσια του γάλλου στο τέλος του παιχνιδιού που έπαιξε εναντίον της West Ham εκείνη την ημέρα του μαίου σταμάτησαν να δίνουν παράσταση, η αύρα του Καντονά έχει επιβιώσει και αν οι υποστηρικτές, οι supporters της United, που έχουν δει να φορούν την κόκκινη φανέλα θρύλοι του ποδοσφαίρου όπως ο Best, ο Law και ο Charlton, τον έχουν εκλέξει ως «ποδοσφαιριστή του αιώνα», πρέπει να υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο σε αυτόν τον ευερέθιστο ποδοσφαιριστή που γεννήθηκε το 1966 στο Les Caillols, ένα προάστιο της Μασσαλίας, από μητέρα καταλανή και πατέρα σάρδο.

Κατά κάποιον τρόπο, ο Cantona υπήρξε μια από τις τελευταίες μεγάλες φιγούρες ενός ποδοσφαίρου που έχει πλέον μεταμορφωθεί από ένα δημοφιλές άθλημα πνιγμένο ανάμεσα στις κόκκινες πέτρες των σπιτιών και των παμπ στη γειτονιά του Trafford, στην Greater Manchester, σε τηλεοπτική παράσταση που διαχέεται από αλληγορίες, από μύθους σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο γάλλος δημοσιογράφος Philippe Auclair αφιερώνει το μνημειώδες βιβλίο Cantona. Ο αντάρτης που θέλησε να γίνει βασιλιάς, σε αυτόν τον καλλιτέχνη του ποδοσφαίρου που δεν απαξιώνει να δοκιμαστεί με την ζωγραφική και τον κινηματογράφο, και δημοσιεύθηκε το 2017 στα ιταλικά από τον εκδότη Le Milieu.

Ο Éric Cantona είναι κάτι περισσότερο από ένας απλός ποδοσφαιριστής: είναι μια ανήσυχη ψυχή που ζει το ποδόσφαιρο ως μια τέχνη μεταξύ των άλλων, ως ένα εργαλείο με το οποίο εκφράζεται η ευαισθησία και η τρέλα που είναι μέρος του ανθρώπου και που δεν πρέπει ποτέ να ασφυκτιούν, να πνίγονται. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Cantona εκφράζει τον εαυτό του σε μια συνέντευξη με το περιοδικό «France Football» το φθινόπωρο του 1987: «Χρειάζομαι, έχω ανάγκη τρελών αντιδράσεων για να είμαι ευτυχής – και επίσης για να σταθώ στο γήπεδο, να αποδώσω. Πρέπει να έχεις τη δύναμη να είσαι τρελός. Όχι στη στιγμή, όταν η ειλικρίνεια είναι θεμελιώδης, αλλά αργότερα, για να διεκδικήσεις την αυθεντικότητα σου. Το ποδόσφαιρο δεν δέχεται τις διαφορές, και αυτή είναι η πτυχή που με απογοητεύει περισσότερο. Οι παίκτες είναι πάρα πολύ μπανάλ, ασήμαντοι, κοινότυποι. Είναι μηχανήματα κατασκευασμένα για να παίζουν, δεν έχουν το δικαίωμα να σκέφτονται με το δικό τους κεφάλι. […] Είμαι πολύ απογοητευμένος από το περιβάλλον του ποδοσφαίρου. Οι άνθρωποι που έρχονται για να παρακολουθήσουν τα παιχνίδια δεν έχουν καμία ευαισθησία, καμιά τρέλα, καμία ικανότητα να σκέφτονται. Είναι ένα πλαίσιο και μια συγκυρία στο οποίο δεν ζω τη ζωή που θα ήθελα να ζήσω. Απλά, μοναχά πλησιάζω σε μιαν άλλη ζωή, μιαν άλλη ζωή που περιμένω […] Το ποδόσφαιρο είναι μια μικρότερη τέχνη. Εμένα ενδιαφέρει η μεγάλη τέχνη […] όλοι ξέρουν ότι ζωγραφίζω. Αλλά έχω άλλα πάθη. Θέλω να ζήσω μέσα στην τρέλα του καλλιτέχνη δημιουργού «(σελ. 74-75). «Υπάρχει ένα λεπτό σύνορο ανάμεσα στην ελευθερία και το χάος. Με κάποιους τρόπους, αγκαλιάζω την ιδέα της αναρχίας. Αυτό που πραγματικά αναζητώ είναι μια αναρχία σκέψης, μια απελευθέρωση του νου από όλες τις συμβάσεις »(σελ.267).

Είναι σίγουρα ασυνήθιστο να βρεθεί ένας ποδοσφαιριστής που ισχυρίζεται ότι προσελκύεται από φιγούρες ληστών που ταρακούνησαν τη δεκαετία του ’70 την Γαλλίας. «Τα ονόματα του Mesrine και του Spaggiari για τους γάλλους έχουν βαθιά και ζοφερή απήχηση. Ήταν και οι δύο διάσημοι ληστές της δεκαετίας του εβδομήντα, οι οποίοι έγιναν ήρωες για ορισμένους τομείς της κοινωνίας επειδή είχαν επιτεθεί με θαρραλέο τρόπο στα σύμβολα του αστικού establishment […]. Για αυτούς, ή τουλάχιστον αυτά έλεγαν, το έγκλημα αποτελούσε και μια πράξη εξέγερσης, έναν ηθικό και πολιτικό λόγο, ο οποίος, με κάποιους τρόπους, τους οδηγούσε πέρα από τα όρια που δημιουργήθηκαν μεταξύ του καλού και του κακού. Ο Spaggiari είχε κάποια δικαιολογία για να το δηλώνει. Ήταν ο δράστης μιας από τις πιο εκπληκτικές ληστείες όλων των εποχών, την κλοπή πενήντα εκατομμυρίων φράγκων από την Société Générale της Νίκαιας το 1976, αφήνοντας το σύνθημα «Sans armes, ni haine, ni violenc» (χωρίς όπλα, ούτε μίσος, ούτε βία) ) επάνω σε ένα χρηματοκιβώτιο. O Mesrine, ο οποίος στην επιτυχημένη αυτοβιογραφία του, γραμμένη στη φυλακή (Tο ένστικτο του θανάτου) υπερηφανευόταν ότι είχε κάνει όχι λιγότερες από τριάντα εννέα δολοφονίες, ενσαρκώνει ένα είδος Ρομπέν των Δασών της σύγχρονης εποχής, αμφισβητήσιμο. Μετά από μια απίθανη απόδραση από ένα δωμάτιο ανάκρισης, ο Spaggiari πέρασε στην παρανομία τα τελευταία δώδεκα χρόνια της ζωής του, πριν πεθάνει στην Ιταλία από έναν όγκο στο λαιμό. Ο Mesrine, ένας εγκληματίας με μεγάλο χάρισμα ο οποίος, με ένα πούρο ανάμεσα στα χείλη του, προσέφερε σαμπάνια στον αστυνομικό που τον είχε ανακαλύψει στο κρησφύγετο του, πέθανε διάτρητος από ένα χαλάζι σφαίρες το 1979, με χειροβομβίδες στα χέρια του και αυτόματα όπλα στα πόδια του . Θα ήταν εύκολο να σκεφτεί κανείς ότι η αναφορά του Cantona σε εκείνους τους διάσημους εγκληματίες ήταν συνδεδεμένη με τις συμβάσεις στη γαλλική κοινωνία – θυμάμαι τα ονόματα των Spaggiari και Mesrine να αναφέρονται με ένα συγκεκριμένο θαυμασμό στη διάρκεια δείπνου στην οικογένειά μου τον καιρό των δράσεων τους – αλλά, εκτός από το ότι προδίδουν μια ταυτοποίηση με τον αντικαθεστωτικό τυχοδιωκτισμό, το γεγονός αποκαλύπτει επίσης έναν πολιτικό μηδενισμό που για περισσότερο από έναν αιώνα υπήρξε ένας συνεχής πειρασμός για τους ατομικιστές. Η πολιτική υπόκλιση του Éric δεν μπορεί να οριστεί σύμφωνα με την κλασική διχοτόμηση δεξιά-αριστερά. […] Αυτό που ένωνε τους Mesrine και Spaggiari – και που πρέπει να είχε αποπλανήσει τον Cantona – ήταν η απόρριψη των αρχών, της εξουσίας, όποια κι αν ήταν αυτή. Ο Éric ποτέ δεν συντάχθηκε με οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα, αλλά ήταν μάλλον πολύ ευτυχής να σηκώνεται όρθιος και να ανταποκρίνεται, να απαντά όταν του ζητούσαν να πάρει θέση (από τους φίλους ή τις περιστάσεις) να εκφράζεται ενάντια στους πολιτικούς ή στις ιδέες που μισούσε. Το «σύστημα». Τον ρατσισμό. Τα δικαστική λάθη (κάποια στιγμή εξέφρασε την υποστήριξή του προς τον κορσικανό πάστορα Yvan Colonna, που καταδικάστηκε για τη δολοφονία του νομάρχη Érignac). Είναι εκείνος […] που είχει δηλώσει ζωντανά στην τηλεόραση: «Πρέπει να επαινέσουμε τον Ναπολέοντα, αν και έχει αποκαταστήσει τη δουλεία. Ένας γίγαντας, ενώ αντιθέτως ήταν ένας νάνος που αντικαταστάθηκε σήμερα από ένα Le Pen που φοράει μια μάσκα: τον Σαρκοζί «. Διαβάζοντας ξανά μερικά αποσπάσματα από τα απομνημονεύματα του Mesrine, έπεσα επάνω σε αυτή την πρόταση: «Αν ζείτε στις σκιές, ποτέ δεν θα πλησιάσετε τον ήλιο.» Και σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να είναι του Καντονά. Το θράσος, η τόλμη αυτής της δήλωσης, χωρίς απάνθισμα, μου θύμισε πολλά από εκείνα τα ωραία που είπε στους δημοσιογράφους όταν ήταν ένας πολλά υποσχόμενος νεαρός στην Auxerre: δείχνοντας θεατρικά την κλίση του για την αλήθεια και αποκαλύπτοντας όμως μιαν επιθυμία και μια ανάγκη να τον δουν σαν έναν révolté, έναν αντάρτη, έναν εξεγερμένο, μια λέξη της οποίας δεν μπορώ να βρω μιαν αντίστοιχη της στα αγγλικά. Ίσως ένας «επαναστάτης», του οποίου όμως η εξέγερση προέρχεται από μια έμφυτη δίψα για δικαιοσύνη, την οποία ξέρει ότι δεν μπορεί να καταπνίξει »(σελ. 265).

Ο Philippe Auclair ανακατασκευάζει τη ζωή του «βασιλιά Éric», όπως ακόμα και σήμερα χαρακτηρίζεται από τους υποστηρικτές των κόκκινων διαβόλων, επισκεπτόμενος τους χώρους όπου έζησε και παίρνοντας συνεντεύξεις από περισσότερους από διακόσιους μάρτυρες των πράξεών του μέσα και έξω από το πράσινο ορθογώνιο, από τους πρώτους προπονητές μέχρι τους συντρόφους στις ομάδες. Δυσανεκτικός με την εξουσία και τις αρχές, εκτός και εντός γηπέδου, ιδιόμορφος και απρόβλεπτος, ο Cantona καίει γρήγορα τις φάσεις και τις αποστάσεις ποδοπατώντας τα γαλλικά γήπεδα της Auxerre, της Μασσαλίας, του Bordeaux, του Montpellier και της Nîmes και στη συνέχεια διασχίζει το κανάλι και πηγαίνει στο Leeds μέχρι να προσγειωθεί, απόλυτος πρωταγωνιστής, στη σκηνή του Old Trafford στο Μάντσεστερ.

Το βιβλίο, το οποίο ανοίγει με μια τοιχογραφία της μητρικής μπάσταρδης περιφέρειας της Μασσαλίας, δεν παραλείπει να τονίσει τις πτυχές του Καντονά που ο κόσμος της μπάλας θεωρεί απλώς υπερβολικά βίτσια αυτού που σκοπεύει να είναι πρωτότυπος, αυθεντικός με κάθε κόστος, όπως στην περίπτωση του πάθους για την ζωγραφική του Éric, πάθος που του προκαλεί κάτι παραπάνω από λίγα κοροϊδευτικά σχόλια στο τραχύ ποδοσφαιρικό περιβάλλον. «Ένας ποδοσφαιριστής που ζωγραφίζει; Τι γέλιο, ένας παραλογισμός. Στο αρσενικό σύμπαν του ποδοσφαίρου, και ιδιαίτερα του αγγλικού, μεταξύ των λόγων του οστρακισμού, μια καλλιτεχνική κλίση, ειδικά αν μια αγνή κλίση όπως αυτή του Καντονά, ταξινομείται αμέσως μετά την ομοφυλοφιλία. Για τους εχθρούς του, το ενδιαφέρον του για την τέχνη δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια ακόμη απόδειξη της ανυπόφορης αλαζονείας του.   Το «Ζωγραφίζω» σήμαινε: «Είμαι καλύτερος από εσάς». Το οποίο ήθελε να πει πως πραγματικά γνωρίζουμε πολύ λίγο τον άνθρωπο (κάτι που θα συνέβαινε συχνά). Η ματαιοδοξία δεν είχε καμία σχέση με εκείνη την ανάγκη για ενδοσκόπηση «(σελ. 29-30). «Η ιδέα που έχουν οι άνθρωποι για μένα δεν με ενδιαφέρει. Όταν βρίσκομαι στην πασαρέλα του Paco Rabanne, για παράδειγμα, δεν χρειάζεται να πάμε να ψάξουμε έναν άλλο λόγο, δίνω μοναχά ευχαρίστηση στο σώμα μου. Το πιο σημαντικό πράγμα είναι να αισθανόμαστε άνετα με το σώμα μας, χωρίς εξαπάτηση. Ποζάροντας για έναν μεγάλο φωτογράφο είναι μια εγωιστική ευχαρίστηση – αλλά στη ζωή δεν υπάρχει τίποτα αθώο. «Tout est égoïsme» » (σελ. 223).

Το πρώτο επαγγελματικό συμβόλαιο o Cantona τo υπογράφει με την Auxerre και τα καλά αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν σύντομα τον οδηγούν στο Stade Vélodrome της δικής του Olympique Marsiglia όπου όμως, και λόγω του δύσκολου χαρακτήρα του, δεν έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα και καταλήγει να ντυθεί σε εναλλασσόμενες φάσεις με τις φανέλες της Μπορντό, της Μονπελιέ και της Nîmes. Καυγάδες και μανιώδεις διαμάχες με τους συμπαίκτες και τους διαιτητές, έντονη κριτική εναντίον του προπονητή της γαλλικής Εθνικής καταλήγουν να του δημιουργήσουν διάφορους πονοκεφάλους στους οποίους αντιδρά με τη συνήθη αλαζονική συμπεριφορά.
Στις 7 δεκεμβρίου του 1991, κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού της Nimes εναντίον της Σεντ Ετιέν, μετά τη νιοστή φορά που δέχεται φάουλ το οποίο δεν σφυρίχτηκε, ο Cantona θέτει στη σκηνή μια από τις αξιομνημόνευτες, αξέχαστες coup de théâtre: σουτάρει την μπάλα επάνω στον διαιτητή και πηγαίνει απευθείας στα αποδυτήρια χωρίς να στραφεί προς τον ατυχή που ανεμίζει αδέξια μια κόκκινη κάρτα προς την κατεύθυνση του. Στην πειθαρχική επιτροπή ο Cantona δηλώνει ότι είναι έτοιμος να πληρώσει το λογαριασμό από την άποψη του αποκλεισμού αλλά ζητά να αντιμετωπιστεί όπως οποιοσδήποτε άλλος παίκτης. Αλλά ο Καντονά δεν είναι ένας παίκτης όπως οποιοσδήποτε άλλος, προς θεού! «Δεν μπορούμε να σας κρίνουμε σαν οποιονδήποτε άλλο παίκτη. Όταν περνάτε, αφήνετε πάντα πίσω σας ίχνη από θειάφι. Από ανθρώπους σαν εσάς μπορούμε να περιμένουμε τα πάντα «(σελ. 128). Έτσι εκφράζεται ο πρόεδρος του πειθαρχικού. Η αντίδραση του Καντονά; Εξετάζει ένα προς ένα τα μέλη της επιτροπής, επαναλαμβάνοντας ένα στεγνό και κατηγορηματικό όρο: «Idiot», κερδίζοντας έτσι άλλους δυο μήνες αποκλεισμού, εκτός από την τιμωρία τεσσάρων αγώνων αποκλεισμού που μόλις είχε δεχτεί. Μια αυτοκτονία, ποδοσφαιρικά μιλώντας. Πράγματι, μια πρώτη ποδοσφαιρική αυτοκτονία, διότι ο δικός μας θα αυτοκτονήσει, πάντα μιλώντας ποδοσφαιρικά, μια δεύτερη φορά.

Το κλίμα στη Γαλλία έγινε βαρύ γι ‘αυτόν, οπότε καταλαβαίνει ότι ίσως είναι καλύτερο να αλλάξει αέρα και αποφασίζει να μετακομίσει στο West Yorkshire, στο θρυλικό Elland Road της Leeds United, το στάδιο που έχει υποδείξει ο Alex Ferguson ως το πιο εκφοβιστικό που έχει ποτέ παίξει ή προπονήσει. Στην αναπαράσταση της κατάστασης του αγγλικού ποδοσφαίρου την στιγμή που ο νεαρός μαρσεγιέζος πατά το πόδι του στο Λιντς, ο δημοσιογράφος Philippe Auclair γράφει: «Η απαγόρευση από τους ευρωπαϊκούς αγώνες μετά την εποχή Heysel είχε ωθήσει το ποδόσφαιρο να ζαρώσει προς την χειρότερη πλευρά του, ένα στρεβλωμένο μείγμα φόβου – των άλλων, των ξένων, των εκκεντρικών – και δοξασίας προς τις »ανδρικές» αρετές, στις οποίες ένας αμερόληπτος παρατηρητής θα μπορούσε να δει μόνο τραχύτητα και αγριότητα. Το θέαμα στον αγωνιστικό χώρο αντανακλούσε αυτό που συνέβαινε στις κερκίδες. Το ποδόσφαιρο στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90 προσέφερε ένα θαμπό και μερικές φορές βίαιο θέαμα.. Υπήρχε αφθονία κεντρώων ποδοσφαιριστών με ένα μόνο πόδι που έτρεχαν από την μια περιοχή του γηπέδου στην άλλη, ικανών μονάχα στο σκληρό παιχνίδι, να εξουδετερώνουν τον αντίπαλο και να κάνουν μακρινές μπαλιές. Σχεδόν όλες οι ομάδες είχαν τον λεγόμενο «τυπικό» ή «παλιομοδίτικο» επιθετικό, σέντερ φορ, όλο κεφαλιές και αγκωνιές. Μερικοί ήταν καλοί επαγγελματίες […]. Αλλά πολλοί άλλοι ήταν μόνο νταήδες, φόβητρα, που θα είχαν εκδιωχθεί με τα δύο πόδια στην Ήπειρο. Οι κεντρικοί αμυντικοί πετούσαν μακριά από την επικίνδυνη ζώνη τις μπάλες με την ευλογία των προπονητών τους. Όλοι έτρεχαν με εκατό την ώρα, βαπτίζοντας τις φανέλες τους με έναν έντιμο ιδρώτα, κλωτσώντας, αρπάζοντας κλωτσιές, θυσιάζοντας το ενδεχόμενο ταλέντο τους στην αδιάκοπη αναζήτηση για νίκη […] Κατά τη διάρκεια των οκτώ ετών που έτρεξαν μεταξύ του μακελειού του Heysel και του πρώτου τίτλου της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ από το 1967, το αγγλικό ποδόσφαιρο έδινε την εντύπωση ότι έπαιζε μέσα στην καρδιά του χειμώνα, στους ανεμοδαρμένους και λασπώδεις από τη βροχή αγωνιστικούς χώρους. Θα μπορούσε να έχει ακόμα μια γοητεία για τους habitué του σαββάτου, αλλά ήταν όλο και λιγότεροι, παρά τις δημοφιλείς τιμές των εισιτηρίων, και όχι μόνο επειδή οι αποκαλούμενοι κανονικοί οπαδοί ήθελαν να αποφύγουν τα προβλήματα. Ο χουλιγκανισμός ήταν το σύμπτωμα, και όχι απαραίτητα μια αιτία, εκείνης της θλιβερής παρακμής «(σελ. 164-165).

Από ορισμένες απόψεις, υποστηρίζει ο Auclair, η τύχη του Cantona είναι πως φτάνει στην Αγγλία σε μια εποχή όπου το τοπικό ποδόσφαιρο είναι το αντίθετο του δικού του παιχνιδιού «beau geste»: σε περίπτωση αποτυχίας, θα μπορούσε εύκολα η ενοχή να αποδοθεί στην ασυμβατότητα μεταξύ των δύο φιλοσοφιών του ποδοσφαίρου, σε περίπτωση επιτυχίας, ωστόσο, η πίστωση θα πήγαινε στον παίκτη ικανό να επιβληθεί ενάντια σε όλα και σε όλους. Οι διαφορές μεταξύ των δύο τρόπων αντιμετώπισης να ζει κάποιος το ποδόσφαιρο εξηγούνται καλά από τον συντάκτη του βιβλίου που ξεκινά από μερικές γαλλικές εκφράσεις ποδοσφαιρικές που δεν έχουν άμεσο αντίστοιχο αγγλικό. «Το πρώτο πρόβλημα που αντιμετώπισα ήταν η αναζήτηση του ισοδύναμου του l’amour du geste, μιας έκφρασης που o Éric πάντα αγαπούσε να χρησιμοποιεί. Το «Geste» δεν έχει ισοδύναμο στην αγγλική γλώσσα, εκτός αν κάποιος αποφασίσει να πάρει για καλή την «τεχνική χειρονομία», στην οποία όμως λείπει η ευγένεια (ίσως υπερβολική) του γαλλικού ουσιαστικού, του οποίου η σημασιολογική ιστορία περιέχει τόσο την μυθοπλασία όσο και τη λογοτεχνία της ιπποσύνης (την οποία στη Γαλλία ονομάζουμε chanson de geste – ο Cantona στο ρόλο του Lancelot, εδώ είναι μια καλή ιδέα για μια ταινία). Οι Βρετανοί είχαν «μοσχοκάρυδο» για την pétit pont (μικρή σήραγγα, μια έκφραση που δεν χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση) αλλά τίποτα για το grand pont, το οποίο στη Γαλλία χρησιμοποιούμε όταν ένας παίκτης παρακάμπτει τον αντίπαλο αγγίζοντας τη μπάλα από τη μια πλευρά και ρίχνοντας τον εαυτό του από την άλλη για να την ανακτήσει αφού ξεπεράσει τον αντίπαλο. Όλα τα άλλα τα ονόμαζαν άγγιγμα. Ποτέ δεν βρήκα τίποτα που να έμοιαζε με το «aile de pigeon» (φτερό περιστεριού, φυσικά), μια θαυμάσια σημασιολογική συντόμευση για ένα από τα πιο κομψά «gestes» στο ποδόσφαιρο: το ιπτάμενο τακουνάκι, με το οποίο φέρνουμε μπροστά τη μπάλα , αφού μας ήρθε πολύ πίσω ή δίνουμε πάσα σε ένα σύντροφο. Εμείς έχουμε επίσης το «madjer», από τον μαροκινό παίκτη Rabah Madjer, για να περιγράψουμε μια παρόμοια κίνηση που χρησιμοποιείται για να σκοράρουμε ένα γκολ. Και το «coup du sombrero», μια ειδικότητα του Patrick Vieira, με την οποία η μπάλα, συνήθως αμέσως μετά το σταμάτημα, περνάει πάνω από το κεφάλι του αντιπάλου για να ανακτηθεί στη συνέχεια. Για να βρείτε ένα σωστό παράδειγμα, κοιτάξτε το αριστούργημα του Cantona με τη φανέλα της Leeds εναντίον της Chelsea προς το τέλος της σεζόν 1991-1992, όταν ο ατυχής Paul Elliot υπέστη – δύο φορές στη σειρά – ένα τέλειο κρέμασμα. Ο Paul Gascoigne που χλευάζει τον Colin Hendry πριν σκοράρει ένα από τα ωραιότερα γκολ του με την εθνική στο Wembley. Υπάρχουν πολλές άλλες λέξεις αυτού του είδους, μεταξύ των οποίων η «feuille morte» – το νεκρό φύλλο, που είναι ένα σουτ, συνήθως σε φάουλ, που χτυπιέται με ελάχιστη δύναμη και το οποίο, χάρη στην ακρίβειά του και στη συνέπεια της έκπληξης, καταλήγει αργά κάτω από τη γωνιά των δοκαριών εξαπατώντας τον τερματοφύλακα – και η » coup du foulard» – το χτύπημα rabona – είναι μόνο δύο από τα πιο γνωστά στη χώρα μου. Ακόμη και για μια στοιχειώδη χειρονομία σαν μια «απόκρουση,“déviation”» στην Αγγλία, ο όρος «άγγιγμα» χρησιμοποιείται πάντοτε. Αυτό που με εκπλήσσει περισσότερο είναι ότι αυτά τα «κομάτια δεξιότητας» δεν προέρχονται από έναν πλανήτη άγνωστο στους βρετανούς παίκτες. Όλα ήταν μέρος του ρεπερτορίου των George Best, Robin Friday και Chris Waddle. […] Το εκπληκτικό γεγονός είναι ότι οι Βρετανοί δεν δημιούργησαν ποτέ ένα λεξιλόγιο που θα τους επέτρεπε να αναφερθούν (στην προπόνηση, στις αναφορές για τους αγώνες ή σε δημόσιο λόγο, στις pub) σε μερικές από τις πιο αρμονικές και μερικές φορές πιο αποτελεσματικές εκδηλώσεις του ταλέντου ενός ποδοσφαιριστή σε έναν αγωνιστικό χώρο. Ίσως επειδή αυτές οι φανταστικές πινελιές-αγγίγματα ήταν και εξακολουθούν να θεωρούνται αθέμιτες, ανέντιμες; Ή επειδή ήταν υπερβολικά αλαζονικές και πήγαιναν ενάντια στο αληθινό πνεύμα του παιχνιδιού; »(Σελ. 220-221).

Επιστρέφοντας στην παρουσία τoυ Cantona στην Λιντς, αν και σύντομη είναι αρκετή για να τον δούμε να ετοιμάζει τις βαλίτσες αφού ήταν μεταξύ των πρωταγωνιστών της εποχής της νίκης του τίτλου του 1992 και έχοντας κάνει ένα ιστορικό hat-trick στο Λίβερπουλ στην με 4 – 3 νίκη στην Charity Shield. Στα νέα του αποχαιρετισμού στην ομάδα, ο τηλεφωνικός πίνακας της «Post» του Leeds βυθίστηκε από 1337 τηλεφωνήματα οπαδών και 1065 από αυτούς είναι εξοργισμένοι για την παραχώρηση του, αισθάνονται προδομένοι από την αναχώρησή του προς ένα μισητό club αλλά διάφορες προσωπικότητες χαρακτήρες που αιωρούνται γύρω από τη λέσχη της πόλεως του Δυτικού Γιορκσάιρ, αναπνέουν ένα αναστεναγμό ανακούφισης, έχοντας απαλλαγεί από έναν χαρακτήρα δύσκολο, που τους έφερνε σε δύσκολη θέση, αλαζονικό χαρακτήρα και, επιπλέον, γάλλο. Η προδοσία είναι ένα κακό τέρας στο ποδόσφαιρο και σε μια στιγμή οι πανηγυρικοί των κερκίδων του Elland Road για τον Καντόνα μετατρέπονται σε μίσος. Εν τω μεταξύ, σε γαλλικό εθνικό επίπεδο, οι ευρωπαϊκοί του 1992, που στη συνέχεια κέρδισε η Δανία, είναι καταστροφικοί: παρά την ποιότητα των παικτών, η Γαλλία βγαίνει κακήν κακώς από την διοργάνωση και η συμβολή του Καντονά αποδεικνύεται υποθετική. Οι τσάντες που έχουν κλείσει στο Λιντς ξανανοίγονται στην πόλη του Μάντσεστερ όπου ο παίκτης φθάνει στην United του Alex Ferguson United και είναι εκεί όπου ο παίκτης καθαγιάζεται ως θρύλος. «Αν ένας τέλειος παίκτης για την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ υπήρξε ποτέ στη γη, αυτός ήταν ο Καντονά. Νομίζω ότι είχε ψάξει κάποιον που θα τον κοίταζε και θα τον έκανε να νιώθει σαν στο σπίτι σε όλη του τη ζωή. Είχε ταξιδέψει πολύ: ορισμένοι άνθρωποι έχουν κάποια τάση να είναι νομάδες. Αλλά όταν έφτασε εδώ, το κατάλαβε αμέσως: αυτό είναι το σπίτι μου » Alex Ferguson (σελ. 200).

Τα κλιπ που βρίσκονται στο διαδίκτυο και που έχουν την απαίτηση μέσα σε λίγα λεπτά να δείξουν l’ amour du geste που έριχνε στη σκηνή ο Cantona με το μπλουζάκι της Manchester United, προσφέρουν μόνο μια χλωμή ιδέα εκείνου που ζούσαν οι οπαδοί ζωντανά στις κερκίδες και που ad libitum έχουν ειπωθεί μεταξύ μιας μπύρας και της άλλης στις παμπ. Στις 25 Ιανουαρίου του 1995, ο βασιλιάς Éric, ποδοσφαιρικά μιλώντας, αυτοκτονεί για δεύτερη φορά: έχοντας αποβληθεί, εγκαταλείποντας τον αγωνιστικό χώρο, εξαπέλυσε ένα δολοφονικό κτύπημα kung-fu σε έναν οπαδό της Crystal Palace σε ανταπόδοση των προσβολών που δέχονταν.   Αυτή η τρέλα κοστίζει στον παίκτη εννέα μήνες αποκλεισμού. Στη συνέντευξη Τύπου, κάτω από τα μάτια δεκάδων φωτογραφικών μηχανών και τηλεοπτικών μηχανών, ο Cantona δεν βρίσκει τίποτα καλύτερο από το να αντιμετωπίσει αυτό που συνέβη βγαίνοντας με μια φράση που προορίζεται να παραμείνει στην ιστορία: «Όταν οι γλάροι [μια γουλιά νερό] ακολουθούν ένα αλιευτικό σκάφος [ ένα σχεδόν ανεπαίσθητο »ο», τεντώνεται προς τα πίσω, χαμογελώντας και σταματώντας και πάλι], είναι επειδή σκέφτονται [μια ακόμη παύση] πως οι σαρδέλες πρόκειται να πεταχτούν [μικρός δισταγμός] στη θάλασσα (ένα χαμόγελο και ένα νεύμα με το κεφάλι). Σας ευχαριστώ, πραγματικά «(σελ. 309). Οι ερμηνείες του αθλητικού τύπου σπαταλούνται, μάταια. «Ο δικηγόρος μου και οι διοικούντες ήθελαν να μιλήσω. Έτσι έκανα. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο αυτό που είπα, δεν είχε κάποια κρυφή σημασία. Θα μπορούσα να είχα πει: «Οι κουρτίνες είναι ροζ, αλλά μου αρέσουν εξ ίσου» »(σελ. 309). Την 1η οκτωβρίου 1995 ο Cantona επιστρέφει στο γήπεδο στον αγώνα ενάντια στη Λίβερπουλ και μέχρι τις 11 μαΐου 1997 εξακολουθεί να προσφέρει απολαύσεις στους οπαδούς με l’amour du geste.

Στη συνέχεια η ιστορία γίνεται διαφορετική, ή ίσως όχι. Ανάμεσα σε χίλιες αντιφάσεις η ανησυχία του Καντονά συνεχίζει να κατακτά τη σκηνή, ανάμεσα σε εκστρατείες για την εξουδετέρωση- την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, κερδοφόρες διαφημίσεις για πολυεθνικές και κινηματογραφικές συμμετοχές. Μεταξύ όλων αυτών, πρέπει να θυμηθούμε τουλάχιστον την κυκλοφορία το 2009 της ταινίας Looking for Eric (My friend Eric) σε σκηνοθεσία Ken Loach, με βάση μια ιδέα του ίδιου του Cantona με σενάριο του Paul Laverty.

Share
διεθνισμός, internazionalismo

Ούτε κομουνιστική ούτε αναρχική, είναι μια καλή επανάσταση – “Nè comunista né anarchica, è una buona rivoluzione”.

“Nè comunista né anarchica, è una buona rivoluzione”. Intervista a un compagno europeo in Rojava

 »Ούτε κομουνιστική ούτε αναρχική». Συνέντευξη σε έναν ευρωπαίο σύντροφο στην Ροζάβα

rojava

To να φτάσουμε στην Rojava έγινε όλο και δυσκολότερο, τους τελευταίους μήνες, εξ αιτίας του κλεισίματος των τουρκικών συνόρων, που διαρκεί πλέον εδώ και χρόνια, όπως και των κουρδικών-ιρακινών ανατολικά, που πρόσφατα ο πετρολ- πρόεδρος Massud Barzani, εχθρικός προς το Pkk και το Pyd, εγκαθίδρυσε απαντώντας θετικά στα αιτήματα της Τουρκίας. Παρόλα αυτά συνεχίζεται η εισροή συντροφισσών και συντρόφων ακόμη και ανθρώπων μη ιδεολογικοποιημένων, που απ’ όλο τον κόσμο προστρέχουν για να πολεμήσουν ενάντια στο ισλαμικό κράτος, να αναλάβουν διάφορους ρόλους στην επαναστατική διαδικασία, να κάνουν ανεξάρτητη πληροφόρηση επάνω σε αυτό που συμβαίνει ή, απλά, να μάθουν από αυτά που διαδραματίζονται. Κάτω από αυτό το τελευταίο περίγραμμα, η επανάσταση που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Rojava αντιπροσωπεύει ένα αξιοσημείωτο τεστ για την ιδέα πως είναι δυνατό να ανοιχτούν χώροι κοινωνικής αλλαγής που να βρίσκονται στο ύψος των καιρών μας, επιπλέον σε μιαν περιοχή που την διαπερνούν πολλαπλά καπιταλιστικά  συμφέροντα και αντιδραστικές οπτικές, κατεστραμμένη από την παγκόσμια και εμφύλια σύρραξη. 

Η συνέντευξη που ακολουθεί πραγματοποιήθηκε με έναν σύντροφο που έφτασε από μια ευρωπαϊκή χώρα, που προέρχεται από εκείνο το εκτενές αρχιπέλαγος από πολιτικές πραγματικότητες, θεωρίες, συλλογικότητες, καταλήψεις και κοινωνικούς χώρους που χαρακτηρίζουν αυτό που στην Ευρώπη, με μια σοβαρή μα φαινομενικά βαθιά ριζωμένη παρανόηση ορολογίας, αποκαλείται από τα χρόνια Εβδομήντα  “κίνημα”.  Ο προβληματικός χαρακτήρας αυτής της ονομασίας φαίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρα σε αυτόν που παρατηρεί την ανάπτυξη ενός πραγματικού κινήματος όχι μόνο στην Rojava, αλλά στο Bakur, δηλαδή στην Turchia (καθώς επίσης και σε πολλές άλλες περιοχές του κόσμου). Όχι μόνο: αυτό που κάνει εντύπωση στους διεθνείς συντρόφους που καταφτάνουν στο Kurdistan είναι πως η επαναστατική ουτοπία εδώ συνδέεται και σχετίζεται, και συλλέγει  τους καρπούς της στην διάρκεια του ταξιδιού της, με την κεντρικότητα μιας οργανωμένης πολιτικής υποκειμενικότητας σύμφωνα με κριτήρια που η ευρωπαϊκή θεωρητική κερδοσκοπική εικασία είχε αναλάβει την δέσμευση να τα εξαλείψει στην διάρκεια των δεκαετιών, θεωρώντας την βλαβερή ή ανίκανη να επαναπροσδιοριστεί στον σύγχρονο κόσμο.  

Γι αυτούς τους λόγους, εκτός από το ότι είναι προφανής η σπουδαιότητα να υποστηρίξουμε άμεσα την επανάσταση της Rojava και να μάθουμε για και από την ανάπτυξη της, είναι σημαντικό να διεγείρουμε μια πολιτική συζήτηση που να ξεκινά από πληροφορίες αληθινές που θα έχουμε εμβαθύνει, και να μην επαναπαυτούμε στην συνήθεια μας να φιλτράρουμε αυτό που είναι μακρινό, αυθεντικό, απρόβλεπτο και απροσδόκητο, μέσα στα σχήματα  “που ήδη έχουμε σκεφτεί”, “που ήδη έχουμε θεωρητικοποιήσει”, “τα ήδη γνωστά” και “που έχουμε ήδη καθορίσει – επισημάνει”, γεγονός που χαρακτηρίζει την αταβιστική τοποθέτηση πολλών ευρωπαίων συντρόφων. Η συζήτηση που ακολουθεί αφήνει να αναδυθεί το πως, για πολλούς συντρόφους που καταφτάνουν εδώ, το να αντιμετωπίσουν μιαν πραγματική επανάσταση είναι κάτι σοκαριστικό, που θέτει υπό αμφισβήτηση και κάνει να καταρρεύσουν πολλές βεβαιότητες, θέτοντας υπό συζήτηση την εις βάθος πολιτική συνείδηση; πράγμα που, εκ των υστέρων, είναι ένας από τους πιο πολύτιμους καρπούς του μετασχηματισμού ως έχει.

Γιατί αποφάσισες να έρθεις στην Rojava?

Για την επανάσταση. Αυτό που σκεφτόμουν ήταν πως η επανάσταση δεν είναι δυνατή, υπήρχε το παράδειγμα των ζαπατίστας στην χώρα των Chiapas, μα είναι μια επανάσταση που έχει κάποια πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, για παράδειγμα το γεγονός πως πρόκειται για έναν αυτόχθονα πληθυσμό. Εδώ λαμβάνει χώρα μια επανάσταση που βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου, που προσπαθεί να δημιουργήσει ένα σύστημα κατάλληλο σε όλους για έναν κόσμο διαφορετικό. Αυτό είναι που μ’ ενδιαφέρει, να μάθω όλα αυτά που μπορώ.

Με ποια μορφή εκφράζεται το ενδιαφέρον σου?

Υπάρχει αυτός που ενδιαφέρεται περισσότερο για την φιλοσοφία και την θεωρία αυτής της επανάστασης, εγώ ενδιαφέρομαι περισσότερο για την κοινωνία, την καθημερινότητα, για τα βήματα και τα περάσματα μέσα από τα οποία η κοινωνία μετασχηματίζεται. Είναι ένα καλό σύστημα, που ξεκινά  από τις κομμούνες, δεν είναι όμως αρκετό, δεν υπάρχει η εγγύηση πως η επανάσταση θα φτάσει παντού, διότι κι εδώ υπάρχει πολύς κόσμος που δεν χρησιμοποιεί αυτές τις δομές.

Που δεν χρησιμοποιεί τις κομμούνες?

Ακριβώς.

Από τι είδους εμπειρία προέρχεσαι?

Στην πόλη μου, στην Ευρώπη, προωθώ ένα σχέδιο μαζί με μια διακοσαριά ανθρώπους σε μια γειτονιά αρκετά κεντρική της πόλης. Η ιδέα μας είναι να καταστήσουμε σιγά σιγά αυτόνομη αυτή τη γειτονιά, βήμα βήμα, δημιουργώντας υπηρεσίες επιμελητείας, έχουμε ένα συνεταιρισμό κατασκευών, φτιάχνουμε επαγγελματική εκπαίδευση με τους εργάτες, συλλέγουμε χρήματα γι αυτούς που δυσκολεύονται πολύ. Έχουμε επίσης μια κολλεκτίβα με μια ομάδα οικογενειών οι οποίες, μαζί, προσπαθούν να ασχοληθούν μαζί μας με την εκπαίδευση των μικρών. Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στην Ευρώπη είναι πως οι συνοικίες είναι ησυχαστήρια.

Έχουμε επίσης ένα συνεταιρισμό για να παράγουμε βιολογική τροφή; φυσικά  το πρόβλημα σε αυτό το σημείο είναι πως μια τέτοια παραγωγή κοστίζει και η τιμή μεγαλώνει, μα η προοπτική είναι πως θέλουμε να προσπαθήσουμε να κάνουμε τις τιμές περισσότερο λαϊκές, αν και ο κυριότερος στόχος μας είναι η κοινωνικότητα στην συνοικία μας. Έχουμε επίσης μια λαϊκή βιβλιοθήκη με θέματα για την πολιτική και το συνεταιριστικό κίνημα. Έχουμε ένα μοναδικό στόχο: να κάνουμε αυτόνομη την γειτονιά μας, ενώνοντας τον κόσμο.

Βλέπεις ομοιότητες ανάμεσα σε αυτό που κάνετε στην πόλη σου και αυτό που γίνεται εδώ?

Οι κομμούνες. Είναι η ίδια ιδέα. Εδώ όμως είναι πιο μπροστά, αν και ενίοτε… Εδώ το καλό είναι πως έχουν την “εξουσία” και μπορούν να αναπτύξουν το σύστημα σε όλη την κοινωνία, μα εμείς έχουμε μεγαλύτερη ικανότητα να επινοούμε, δεν ξέρω… Οι κομμούνες εδώ έχουν μια λειτουργία βασισμένη στην δημιουργία εσωτερικών επιτροπών που ασχολούνται με συγκεκριμένες πτυχές. Η δομή είναι σφιχτή : εσύ κάνεις αυτό, εσύ κάνεις εκείνο, όλα είναι οργανωμένα. Το σχέδιο μας είναι παρόμοιο, μα δεν έχουμε αυτό τον μηχανισμό, οπότε μπορούμε να σκεφτούμε εάν και πως θα δημιουργήσουμε συνεταιρισμούς, δεν πρέπει να μιλήσουμε με υπουργούς όπως συμβαίνει εδώ, κλπ. [Aναφορά στις διασυνδέσεις του συστήματος των συνεταιρισμών της Rojava με το σύστημα της αυτονομίας της Rojava, του οποίου μέρος είναι και το εκτελεστικό συμβούλιο και οι ανάλογες διακλαδώσεις του με υπουργεία, Ndr’Σημείωμα της σύνταξης].

Αμφότερες οι καταστάσεις, εάν συγκρίνω την δική μας με την δική τους, έχουν θετικές πλευρές και αρνητικές. Το κόστος της προσέγγισης μας είναι πως σε τελική ανάλυση είμαστε ένα μικρό οχυρό μέσα σε μια γειτονιά, ενώ αυτοί μπορούν να σκεφτούν και να δράσουν σε μεγαλύτερο βαθμό, καθολικά. Μιλάμε πολύ με τα διάφορα στελέχη για όλο αυτό [Ndr: Τα “στελέχη” είναι, στην επανάσταση της Rojava, οι στρατευμένοι στο κόμμα, που δρουν σύμφωνα με την γραμμή της οργάνωσης ύστερα από μιαν έντονη διαδικασία πολιτικής εκπαίδευσης και εμπειρίας, ακόμη και νεότατοι, και έχουν κάνει δική τους μια ισχυρή έννοια επαναστατικής πειθαρχίας]. Τα στελέχη μας επεξηγούν την ουτοπία  τους και είναι ξεκάθαρο πως αυτό που υπάρχει αυτή την στιγμή στην Rojava απέχει ακόμα πολύ από αυτή την ουτοπία, μα αυτοί σκέφτονται και πιστεύουν πως ο χρησιμότερος τρόπος για να φτάσουν σε αυτήν είναι να περάσουν μέσα από αυτή την διαδικασία, να την διασχίσουν.

Εσύ τι λες, πως το σκέφτεσαι, τι νομίζεις?

Συμφωνώ. Είμαστε καταπιεσμένοι σε όλο τον κόσμο, στην Ευρώπη όπως κι εδώ. Είμαι αναρχικός και στην αρχή αυτή η μεγα-δομή δεν μου άρεσε, μου θύμιζε τις μαρξιστικές ιδέες, μα στην συνέχεια κατάλαβα, μαθαίνοντας. Υπάρχουν δυο τρόποι: να σκέφτεσαι πως θέλεις να καταστρέψεις όλα και αμέσως, και υπάρχουν πολύ λίγες πιθανότητες να το καταφέρεις, υπάρχει επίσης και ο σταδιακός τρόπος, βήμα προς βήμα, είναι ο τρόπος που εδώ είχε επιτυχία. Ο περισσότερος κόσμος, στην γη, δεν ενδιαφέρεται να αλλάξει τα πράγματα. Εδώ άρχισα να στοχάζομαι επάνω σε αυτό, και τώρα πιστεύω πως να οδηγήσεις μπροστά την επανάσταση μαζί με όλη την κοινωνία είναι το καλύτερο.

Είναι σίγουρο πως τα στελέχη και τα μέλη του Tev Dem [Κίνημα για την δημοκρατική κοινωνία που προωθεί τον μετασχηματισμό της Rojava, καρπός της ένωσης διαφορετικών κοινωνικών οργανώσεων και κομμάτων, Ndr-σημειώνει ο συντάκτης], ή οι υπουργοί ή εκείνοι του κόμματος έχουν πλήρη συναίσθηση και επίγνωση πολλών πραγμάτων, μα ο απλός κόσμος όχι, οπότε χρειάζεται να πεισθεί και να εκπαιδευτεί, χρειάζεται χρόνος.

Ποια είναι η συμπεριφορά των άλλων “διεθνών” που γνωρίζεις και βρίσκονται αυτή την στιγμή στην Rojava?

Κανείς δεν έχει να πει κάτι διαφορετικό ή ενάντια σε αυτά που γίνονται σε αυτή την επανάσταση, μα το πρόβλημα είναι πως στην Ευρώπη μας λένε πως είναι μια αναρχική επανάσταση, ενώ δεν είναι αλήθεια, διότι στην πραγματικότητα είναι κάτι που έχει και από μαρξισμό και από αναρχισμό. Υπάρχει η μαρξιστική ιδέα του βήματος προς βήμα και η ιδέα να χτίσουν μια δομή, και ξεκινώντας από αυτή την δομή να αλλάξουν την κοινωνία. Παρόλα αυτά ο τρόπος με τον οποίον αυτό γίνεται και κυρίως η τελική ιδέα δεν είναι μαρξιστική αλλά αναρχική. Επιπλέον η καρδιά του τρέχοντος συστήματος επάνω στην οποίαν οι σύντροφοι εδώ επιμένουν διαρκώς, δηλαδή πως η εξουσία πηγαίνει από χαμηλά προς τα ψηλότερα και όχι αντιθέτως είναι διαφορετική από εκείνο που έλεγε ο Marx, ο οποίος μιλούσε για “δικτατορία του προλεταριάτου ”.  Πάντως για τους αναρχικούς που ήρθαν εδώ υπήρξε λιγάκι ένα “wow”, ένα σοκ θα έλεγα.

Είναι απογοητευμένοι?

Ναι, διότι στην Ευρώπη δεν υπάρχει καλή πληροφόρηση επάνω σε αυτό που συμβαίνει εδώ. Μαθαίνουμε πράγματα με τρόπο απλοποιημένο και πως μοιάζει με αναρχική επανάσταση, αλλά εάν έρθεις εδώ βλέπεις πως τα πράγματα είναι διαφορετικά.Υπάρχουν και διεθνείς που αυτό το πράγμα δεν το αποδέχονται.

Σύμφωνα με την γνώμη σου αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για να προχωρήσεις με μια επανάσταση, ή θα υπήρχαν άλλοι τρόποι?

Στην θεωρία δεν είναι ο μοναδικός τρόπος, μα στην πρακτική ναι. Δεν ξέρω εάν εκείνο που έχουμε στο μυαλό μας στην Ευρώπη είναι δυνατό, διότι ακόμη δεν πειραματιστήκαμε γύρω από αυτό, μα αυτό που κάνουν εδώ λειτουργεί. Εάν θέλουμε  να κάνουμε μια επανάσταση αυτός είναι ένας καλός τρόπος. Πάντως “επανάσταση” σημαίνει να συμμετέχεις, οπότε και να έχεις μια κριτική άποψη, είναι το όμορφο πράγμα της επανάστασης. Tα στελέχη δρουν μέσα στην επανάσταση ώστε να μην υπάρχουν ιεραρχίες, είναι το καθήκον τους, στην συνέχεια μέχρι πιο σημείο αυτή η επανάσταση θα μπορέσει να προχωρήσει  είναι στα χέρια της κοινωνίας.

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα: η υπηρεσία-τμήμα δικαιοσύνης είναι ένα στοιχείο θετικό εδώ διότι, αν και το έργο τους είναι  να δικάζουν τον κόσμο, είπαν πως θέλουν την καταστροφή του ποινικού συστήματος, ήτοι μια κοινωνία σε θέση να επιλύει τα προβλήματα σε τοπικό επίπεδο, συνοικίας, κλπ. Στην Ευρώπη, αντιθέτως, τα προβλήματα δημιουργούνται εσκεμμένα για να δικαιολογηθεί και συντηρηθεί το ποινικό σύστημα ή και να διευρυνθεί: η ανθρώπινη “κακοήθεια” είναι απαραίτητη στον καπιταλισμό. Το να αλλάξεις αυτή την κουλτούρα είναι η αρχή, μετά πρέπει να προωθήσεις μιαν ανατροπή αυτής της αντίληψης που μπορεί να είναι αργή ή γρήγορη, μα το σημαντικό είναι πως υπάρχει αυτή η θεμελιώδης ιδέα στο βάθος.

Εάν θα έπρεπε να στείλεις ένα μήνυμα στους ευρωπαίους συντρόφους από την Rojava, τι θα τους έλεγες?

O κόσμος δεν γνωρίζει τίποτα για την πολιτική επανάσταση στην Rojava και το Bakur. Δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία, ήδη άλλες επαναστάσεις πέθαναν διότι δεν είχαν υποστήριξη. Πρέπει να ενδιαφερθεί για όλο αυτό που συμβαίνει εδώ, αρχικά, και να το υποστηρίξει, δεν ξέρω πως, μα πρέπει να αντιληφθεί ο κόσμος πως πρόκειται για μιαν σημαντική στιγμή για όλες τις κοινωνίες που ζουν μέσα σε πόλεμο και κρίση, αυτή της Rojava είναι μια μεγάλη ευκαιρία. Πρέπει να προσαρμόσουμε αυτή την επανάσταση στις χώρες μας.

Δεν έχει σημασία εάν είσαι κομουνιστής, αναρχικός ή σοσιαλιστής, η αλήθεια είναι πως στην Ευρώπη παίζουμε την επανάσταση, δηλαδή κάνουμε τους επαναστάτες και αυτοί οι μικροί πόλεμοι μεταξύ αναρχικών και κομουνιστών, αυτές οι επαναστάσεις μες το bar είναι άχρηστες και δεν δημιουργούν τίποτα. Αυτή η επανάσταση δεν είναι κομουνιστική και δεν είναι αναρχική, μα είναι μια καλή επανάσταση. Να κριτικάρουν αυτό που συμβαίνει εδώ διότι ο Bakunin ή ο Lenin έγραψαν κάτι διαφορετικό, όπως κριτικάρουν τον προπονητή μπροστά σε μια παρτίδα ποδοσφαίρου με μια μπύρα στο χέρι, είναι αντεπαναστατικό.

Από τον απεσταλμένο του Radio Onda d’Urto και Infoaut στην Rojava, Siria

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η ψυχή του ανθρώπου στο Σοσιαλισμό, Όσκαρ Ουάϊλντ

Εισαγωγή-μετάφραση Ολυμπία Καράγιωργα, Εκδόσεις ΣΟΚΟΛΗ

Μεταφράζοντας την »Ψυχή του Ανθρώπου στο Σοσιαλισμό», του Όσκαρ Ουάϊλντ

– Μερικές σκέψεις.

Γεννήθηκε τον Οκτώβρη του 1856 στο Δουβλίνο και πέθανε το Νοέμβρη του 1990 στο Παρίσι, εξόριστος, στο Hotel d’ Alsace, 13 Rue des Beaux Arts, στο Δρόμο των Καλών Τεχνών όπως έτυχε [;] να λέγεται. Έζησε, δηλαδή, 44 χρόνια. Στη διάρκεια τους πρόφθασε να νοιώσει τα πιο δυνατά και τα πιο τρυφερά συναισθήματα, να σκεφτεί τις πιο βαθιές, τις πιο ανελέητες, τις πιο άξαφνες και συναρπαστικές σκέψεις.

Υπήρξε ένας φοβερός παρατηρητής του αιώνα του, πιο ειδικά της λονδρέζικης κοινωνίας που ζούσε. Και φυσικά τιμωρήθηκε. Η δίκη του, στο βάθος, ήταν μια δίκη εκδίκησης παρά δικαιοσύνης. Με το δικαίωμα του ζωντανού ιδανικού και της πίστης σε μια κοινωνία όπου »το κάθε μέλος θα έχει μερίδιο από  την γενική ευημερία κι ευτυχία», κι όπου η »συγκλονιστική υπαρκτή Ατομικότητα που κρύβεται πλούσια μέσα στον κάθε άνθρωπο» θα μπορέσει »ν’ αναπτύσσεται φυσικά και απλά όπως ένα λουλούδι ή ένα δένδρο» έχοντας πια γαληνέψει από την ευτυχία και τη χαρά της εκπλήρωσης της μια κι »ο πόνος της τέλειας προσωπικότητας δεν είναι ένας πόνος επανάστασης, αλλά γαλήνης» – κτυπάει αμείλικτα κάθε τι που στέκεται εμπόδιο στην πραγμάτωση αυτού του ιδανικού, που τόσο μοιάζει όχι με τον παράδεισο που χάσαμε αλλά με τον παράδεισο που, σαν κοινωνία ανθρώπων, δε γνωρίσαμε ποτέ.

Κάπου λέει πως »ο κόσμος μισεί την Ατομικότητα». Κι όμως, είναι ότι πολυτιμότερο φέρνομε μαζί μας καθώς γεννιόμαστε. Αυτή η διαφορά απ’ τον άλλο. Κομμάτια ενός μωσαϊκού, μιας αρμονίας που πρέπει να πραγματωθεί. Κάθε ανθρώπινης προσωπικότητας η εκπλήρωση μια διαταγή. Αλλιώς, σκορπάμε, χαμένοι σε μιαν ύπαρξη δίχως νόημα κι αρχίζουν αμείλικτα, αναπάντητα τα »γιατί». Μα τι ν’ απαντήσουν αυτά τα γιατί μια και η απάντηση βρίσκεται στον ίδιο που ρωτάει, στην »εκπλήρωση της τελειότητας της ψυχής που βρίσκεται μέσα του».

Πόσο απλά και φυσικά ηχεί αυτή η εκπλήρωση, πόσο δύσκολη είναι. Πόσο επικίνδυνη. Τόσο επικίνδυνη που άνθρωποι σωστοί και σοφοί στην παιδεία στον αιώνα μας, να δουν όχι μόνο τη θέση τους μα και τη ζωή τους να κινδυνεύει γιατί πρότειναν τρόπους άμεσους, χειροπιαστούς να γίνει η παιδεία πηγή χαράς  κι ευτυχίας μέσα απ’ την εκπλήρωση της προσωπικότητας, του κυρίαρχου ταλέντου του κάθε παιδιού, κι όχι επίσημη εισαγωγή σε μια αξιοπρεπή, ελεγμένη έλλειψη νοήματος και καθημερινή υπάκουη δυστυχία.

Η εκπλήρωση οδηγεί στην ευτυχία κι η ευτυχία στην μόνη πραγματική ελευθερία. Και τον πραγματικά ελεύθερο άνθρωπο – ελεύθερο στη σκέψη, στο σώμα, στην καρδιά, στην ψυχή – δεν τον θέλει στην πραγματικότητα κανείς. Αυτόν καραδοκεί κάθε σύστημα.

Όπου κι αν βρίσκεται στημένο το σύστημα αυτό. Ακόμα θάλεγα, κι η αναρχία. Η κάννη του όπλου σα μαγνήτης στρέφεται αιώνια, σταθερά μέρα και νύχτα ακούραστα σ’αυτόν. Είναι ο μεγάλος, ο αληθινός ΕΧΘΡΟΣ. Ο ομοούσιος, αυτός που υψώνεται, που υψώνει τους άλλους, που πάει το είναι του, την ανθρωπότητα ένα ακόμα βήμα πέρα. Ο ΛΑΜΠΕΡΟΣ! Όμως το μεγάλο μήνυμα,η μεγάλη ελπίδα, αυτού του γραφτού είναι πως ο  ομοούσιος, ο λαμπερός, μπορεί να είναι, μπορεί να γίνει, ο καθένας μας. Φτάνει το είναι του να γίνει ο εαυτός του. Όπως λέει: »Μπορεί να είναι ένας μεγάλος ποιητής, ή ένας μεγάλος επιστήμονας, ένας νεαρός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο, ή κάποιος που φυλάει πρόβατα στο βάλτο…».

Διαβάζοντας αυτό το κείμενο του Όσκαρ Ουάϊλντ, σε πιάνει μια νοσταλγία για ευτυχία και χαρά. Πως μιλάει για τη ΧΑΡΑ! Νοιώθεις περίεργα να τη συναντάς έτσι απρόσμενα σε »σοβαρό κείμενο». »Η χαρά» μας λέει »είναι η απάντηση της φύσης, το σήμα της παραδοχής της».

Είναι γιατί ξεχάσαμε. Το σκοπό της ζωής. Το σκοπό της επιστήμης. Το σκοπό της πολιτικής: η χαρά που έρχεται απ’ την εκπλήρωση. Τι άλλο; Ας σοβαρευτούμε κι ας τολμήσουμε την ευτυχία, φαίνεται να μας λέει ο Όσκαρ, πάντα τωρινός, όντας αληθινός καλλιτέχνης και σοφός, πάντα μ’ εκείνο το ειρωνικό, γεμάτο χιούμορ και γοητεία, βαθυστόχαστο βλέμμα του.

»Η ψυχή του ανθρώπου στο Σοσιαλισμό», κείμενο γραμμένο το 1890 γίνεται φοβερά επίκαιρο στην Ελλάδα του 1982. Ας ακούσουμε τι έχει να πει. Μπορεί νάχομε να κερδίσομε. Μπορεί κάποιον απώτερο σκοπό του Σοσιαλισμού να ξεχάσαμε, που πρέπει, πρέπει να θυμηθούμε.

ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΑ

Παλιό ψυχικό, Κυριακή, 21.2.82

 

 

 

 

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΠΥΡΗΝΩΝ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ – ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ – ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΑΝΑΡΧΙΑΣ

Σκέψεις πάνω στο κάλεσμα των συντρόφων της κατάληψης Παπαμιχελάκη, αναρχικής βιβλιοθήκης Τεφλόν, Ραδιοφραγμάτων και Συνεχούς Αποδόμησης για τη θεματική των καταλήψεων…

Το παρακάτω κείμενο ανταποκρίνεται σε στιγμιότυπα και χαρακτηριστικά που συναντάμε στο ρεύμα των καταλήψεων του ελλαδικού χώρου.

 

i) Η ιδιοκτησία είναι κλοπή

«Η ιδιοκτησία είναι κλοπή» λέει ένα απ’ τα πιο παλιά αναρχικά συνθήματα. Είναι κλοπή της συλλογικής ζωής, είναι κατάργηση της κοινότητας, είναι το καταφύγιο της ιδιώτευσης του φόβου…

Η ιδιοκτησία και η δίδυμη αδερφή της η εξουσία, γεννάνε τους διαχωρισμούς των ανθρώπων με τίτλους, αξιώματα και προνόμια…

Όπως ο ουρανός δεν έχει σύνορα, έτσι και η γη δεν θα έπρεπε να έχει ιδιοκτησία.

Ο άνθρωπος από συλλογικό ον, γίνεται ιδιοκτήτης. Ιδιοκτήτης, όχι όμως της ζωής του, αλλά τοίχων, παραθύρων, επίπλων…

Οι καταλήψεις, ξεκίνησαν ως μία μορφή άρνησης της ιδιοκτησίας και αυτοοργανωμένης έκφρασης.

Η πορεία του κινήματος των καταλήψεων έχει πολλές αποχρώσεις… άλλες πιο μαχητικές, άλλες πιο ακίνδυνες… Υπάρχουν αναρχικές καταλήψεις και εναλλακτικές καταλήψεις, καταλήψεις εστίες ανομίας και καταλήψεις αφυδατωμένα πολιτιστικά κέντρα.

Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν περισσότερες καταλήψεις από παλιότερα, όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά σε πολλές πόλεις.

Κάθε κατάληψη ξεκινάει με μία εχθροπραξία. Ακυρώνει την ιδιοκτησία (θεμέλιο λίθο της εξουσίας) και απελευθερώνει έδαφος από συμβόλαια, φορολογικούς ελέγχους, λογαριασμούς, νομιμότητα.

Το στοίχημα, όμως, αρχίζει ακριβώς από εκείνη τη στιγμή…

Η κατάληψη και η αυτοδιαχείριση ενός χώρου είναι ένα αιχμηρό εργαλείο, που μπορεί είτε να μαχαιρώσει τον κόσμο της ιδιοκτησίας, είτε να γίνει σουβενίρ και να σκουριάσει…

Σίγουρα μία κατάληψη, αλλάζει τον δικό μας μικρό κόσμο, όσο όμως ο κόσμος μας, συνορεύει με τον κόσμο της εξουσίας αν δεν οπλιστεί για να του επιτεθεί, θα γίνει μία οφθαλμαπάτη όασης περιτριγυρισμένη απ’ την έρημο του υπάρχοντος.

 

ii) «Το σπίτι της Αναρχίας»

Η εξουσία για να διατηρήσει τον θρόνο της, παράγει διαίρεση. Διαιρεί τους ανθρώπους με νόμους, με κανόνες, με ρατσισμό, με ανασφάλειες, με κλειδαριές, με βιτρίνες, με οθόνες…

Κατασκευάζει την μοναξιά του πλήθους… «ο καθένας μόνος του… ο καθένας για την πάρτη του»…

Η απόλυτη αρχή του «διαίρει και βασίλευε»…

Η κατάληψη μπορεί να γίνει, ένα σημείο συνάντησης χωρίς διαχωρισμούς, να αποτελέσει μία ανοιχτή πιθανότητα να ξαναβρούμε τον συλλογικό μας εαυτό, να δημιουργήσουμε ξανά κοινότητες…

Εδώ μπορούν να συναντηθούν παλιοί και νέοι σύντροφοι, να μοιραστούν εμπειρίες, να συζητήσουν, να σταθούν ο ένας δίπλα στον άλλον, να αναπτύξουν δεσμούς αλληλεγγύης, να σχεδιάσουν επιθέσεις, να οργανώσουν τον εσωτερικό εχθρό και να ενισχύσουν τον ένοπλο αγώνα για την ελευθερία και την αναρχία.

Μέσα από τη διοργάνωση εκδηλώσεων βιβλιοπαρουσιάσεων, συζητήσεων αυτομόρφωσης, αυτοοργανωμένων βιβλιοθηκών, προπονήσεων μάχης και σωματικής εξάσκησης, οι καταλήψεις μπορούν να γίνουν «εργαστήρια» της διαρκούς αναρχικής επανάστασης.

Παράλληλα, μία αναρχική κατάληψη είναι το πρώτο κύτταρο μίας αναρχικής κοινότητας. Οι σύντροφοι που συμμετέχουν σε αυτήν, μαθαίνουν να μοιράζονται, να συναποφασίζουν, να δημιουργούν μία κοινοτική ζωή, απαλλαγμένη από τα μικροαστικά κατάλοιπα της ιδιοκτησίας και του φιλοτομαρισμού.

Εκτός, όμως, από τις πολιτικές συλλογικές διαδικασίες, μία αναρχική κατάληψη δοκιμάζει τον εαυτό της μέσα από την επανάσταση της καθημερινής ζωής.

Γιατί η συνέλευσή της, δεν έχει μόνο να αποφασίσει για μία εκδήλωση ή για μία πορεία, αλλά και για καθημερινά ζητήματα διαβίωσης (εργασίες συντήρησης του σπιτιού, μαγείρεμα, καθαριότητα, κ.α.). Εκεί δοκιμάζονται να σπάσουν οι άτυποι καθημερινοί ρόλοι, η ανάθεση και οι έμφυλοι διαχωρισμοί.

Είναι η αυτοοργάνωση της καθημερινής ζωής στην πράξη.

 

iii) Ενυδρεία «ελευθερίας»

Όμως, εδώ θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί.

Γιατί συχνά κάποιοι συμμετέχοντες σε αυτοοργανωμένα εγχειρήματα, όπως μία κατάληψη, αυτομαγεύονται από την ερμηνεία του φαντασιακού του ρόλου και μετατρέπουν το μέσο σε αυτοσκοπό. Αναπτύσσουν, μάλιστα, μία υποσυνείδητη ιδιοκτησιακή σχέση με το εγχείρημα, ξεχνώντας πως μία αναρχική κατάληψη δεν είναι τα ντουβάρια και οι πόρτες, αλλά οι σχέσεις των συντρόφων με προοπτική την επίθεση με όλα τα μέσα ενάντια στην εξουσία.

Τεμαχίζοντας την ολότητα της αναρχίας, κάποιοι κατασκευάζουν ιδεολογικά σχήματα, μεγένθυνσης του εγχειρήματος, παρουσιάζοντας την κατάληψη ως το κέντρο του σύμπαντος.

Οι ρεφορμιστικοί κύκλοι, διαστρεβλώνοντας το νόημα των καταλήψεων, τις εμφανίζουν ως νησίδες ελευθερίας που μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, υποκαθιστώντας και περιθωριοποιώντας τις επιθετικές και τις ένοπλες πρακτικές.

Η συκοφαντία και η εσωστρέφεια θα αναλάβουν την ολοκλήρωση του «έργου»…

Μάλιστα, σε αυτές τις περιπτώσεις, ο «υπέρτατος σκοπός» είναι να μην κλείσει η κατάληψη, όποιος κι αν είναι ο συμβιβασμός.

Γιατί ο φόβος να μην χτυπηθεί η κατάληψη απ’τον κίνδυνο της καταστολής, μπορεί να φτάσει ακόμα και στην δημιουργία μίας «άτυπης ζώνης ασφαλείας» με την «απαίτηση» κάποιων ρεφορμιστών να μην γίνονται ενέργειες άμεσης δράσης, στην κοντινή περιοχή που βρίσκεται το στέκι ή η κατάληψη για να μην τις χρεωθούν οι ίδιοι και κλείσει το εγχείρημά τους.

Το ζήτημα, προφανώς, δεν είναι να αδιαφορούμε ή να προβοκάρουμε τους κατηλειμμένους χώρους που φτιάχτηκαν με αγώνες, αλλά φυσικά ούτε να θυσιάζουμε την επίθεσή μας για αυτούς…

Το βασικό είναι ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μία αναρχική κατάληψη θα είναι εστία διάχυσης επιθετικών πρακτικών ή θα αφομοιωθεί…

Δεν πρέπει να αρκούμαστε στις στιγμές ελευθερίας, που μας προσφέρει ένας κατειλημμένος χώρος, αλλά να διεκδικούμε τη συνολική ελεύθερη ζωή, που η κατάληψη απλώς αποτελεί μία στιγμιαία αντανάκλασή της.

Με λίγα λόγια να μην αγαπάμε τις καταλήψεις και τα στέκια μας αλλά να αγαπάμε τον σκοπό που εξυπηρετούν.

Την αναρχική επίθεση στο εδώ και στο τώρα.

 

iv) Ορατότητα μέσα στην ομίχλη.

Μία κατάληψη μπορεί, λοιπόν, να είναι μία κουκίδα πάνω στον χάρτη της αναρχίας με κατεύθυνση την διαρκή εξέγερση και επανάσταση. Μπορεί να αποτελεί ορμητήριο που θα ξεχύνονται άπειρες δυνατότητες εχθροπραξιών ενάντια στην εξουσία.

Μακριά από απομονωμένα πλαίσια νησίδων ψευτοελευθερίας που απλά ξεγελάνε την ελευθερία, εσωτερικεύοντας την σε μικρόκοσμους, υπάρχουν καταλήψεις που κρατάνε ανοιχτή την προοπτική της αναρχικής επίθεσης.

Και σίγουρα υπάρχει η δυνατότητα να φτιαχτούν και άλλες…

Οι κατασταλτικές μεθοδεύσεις και οι εμπρησμοί από φασίστες σε αυτοοργανωμένους χώρους, επιβεβαιώνουν τη δυνατότητα των καταλήψεων να αποτελούν χώρους ανταρσίας ενάντια στην εξουσία…

Απ’τη δική μας πλευρά, των αναρχικών της πράξης, μπορούμε να επιταχύνουμε αυτήν την δυνατότητα…

Μέσα απ’τις καταλήψεις, μπορούν να ενισχυθούν οι δημόσιες υποδομές, αυτομόρφωσης, τα εγχειρήματα αντιπληροφόρησης, τα ταμεία αλληλεγγύης, να δημιουργηθεί τομέας υπόθαλψης καταζητούμενων συντρόφων καθώς και να οργανωθούν ομάδες κρούσης, όχι μόνο για την περιφρούρηση της κατάληψης, αλλά και για τη διάχυση των επιθέσεων σε φασίστες, μπάτσους και στόχους της κυριαρχίας με προοπτική την ενίσχυση του αναρχικού αντάρτικου πόλης.

Το γεγονός ότι οι καταλήψεις είναι ορατές στην καταστολή (παρουσία ασφαλιτών κοντά σε καταλήψεις για εξακρίβωση στοιχείων), ίσως οδηγήσει τους συντρόφους που θέλουν να οργανωθούν στο αντάρτικο πόλης να απομακρυνθούν από αυτές για λόγους συνωμοτικότητας.

Όμως, η απομάκρυνση απ’τον κτιριακό χώρο της κατάληψης, δεν σημαίνει απομάκρυνση ή υποτίμηση του εγχειρήματος. Άλλωστε το εγχείρημα της κατάληψης δεν είναι οι τέσσερις τοίχοι της.

Είναι ο σκοπός που εξυπηρετεί. Η κατάληψη μπορεί να γίνει η γέφυρα μεταξύ δημόσιου και παράνομου τομέα της αναρχίας.

Μπορεί να αποτελέσει το ανοικτό πέρασμα απ’τη συνάντηση συντρόφων στην οργάνωση αντάρτικων υποδομών.

Με αυτόν τον τρόπο αναπτύσσεται η αναρχική δράση, όταν το δημόσιο συναντιέται με το παράνομο και σμίγουν σε μία ολότητα με σκοπό την καταστροφή της εξουσίας.

Τότε πραγματικά οι καταλήψεις μπορούν να γίνουν το σπίτι της Αναρχίας…

 

Στη μνήμη του Μαουρίτσιο Μοράλες

 

Το κείμενο αυτό αφιερώνεται στη μνήμη του Μαουρίτσιο Μοράλες, ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη μεταφορά βόμβας που προοριζόταν για τη σχολή δεσμοφυλάκων στη Χιλή στις 22/5/2009.

Ο Μαουρίτσιο συμμετείχε στην κατάληψη βιβλιοθήκη Σάκο και Βαντσέτι κάνοντας πράξη την συνάντηση της δημόσιας και της παράνομης δράσης.

Καταληψίας και βομβιστής δεν διαχώρισε τα μέσα δράσης και δεν εγκλωβίστηκε σε νησίδες ψευτοελευθερίας.

Η μνήμη του δεν τροφοδοτεί επετειακά μνημόσυνα, αλλά πυροδοτεί τον πυροκροτητή της αναρχικής πράξης.

Για εμάς και για αυτούς που έπεσαν στον αγώνα…

Για την Αναρχία.

 

Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς/FAI-IRF

Πυρήνας Αντάρτικου Πόλης

Τσάκαλος Χρήστος

Τσάκαλος Γεράσιμος

Πολύδωρος Γιώργος

Οικονομίδου Όλγα

https://athens.indymedia.org/post/1558859/

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Ο αγώνας ενάντια στις μαφίες και τον κοινωνικό κανιβαλισμό ως κόμβος μιας επαναστατικής στρατηγικής για τα Εξάρχεια

pano__plateia_2

Στα Εξάρχεια διεξάγεται σήμερα μια σκληρή κοινωνικοπολιτική αναμέτρηση. Με αιχμή το ζήτημα της μαφίας και του κοινωνικού κανιβαλισμού –που πυροδoτήθηκε εκ νέου από τη δολοφονική επίθεση ναρκεμπόρων εναντίον τριών μελών του κατειλημμένου κοινωνικού κέντρου Βοξ στις 27 Φεβρουαρίου- δύο κόσμοι έχουν λάβει θέση μάχης, ξεδιπλώνοντας δύο διαμετρικά αντίθετες στρατηγικές για την περιοχή. Η μια, φορέας της οποίας είναι ο κόσμος του κράτους και του κεφαλαίου, είναι σαφής: εδραίωση της -πλήρως ελεγχόμενης απο το αστυνομικοδικαστικό σύμπλεγμα- ναρκομαφίας, εξάπλωση της λουμπενοποίησης και των φαινομένων κοινωνικού κανιβαλισμού, αστυνομικός αποκλεισμός της περιοχής, κλείσιμο των δομών κοινωνικής αυτοοργάνωσης, μετατροπή των Εξαρχείων σε ένα χαμηλής αισθητικής διασκεδαστήριο, εντατικής και κακοπληρωμένης εργασίας. Με άλλα λόγια, η ριζική αλλοίωση των κοινωνικών, πολιτικών και ιστορικών χαρακτηριστικών της περιοχής και τελικά, η κοινωνική και πολιτική της ερημοποίηση. Στρατηγική απόλυτα συμβατή βέβαια με τη γενικότερη αστική στρατηγική εν μέσω κρίσης, την οποία συμπυκνώνει η ανελέητη επίθεση στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές κατακτήσεις, που με αιματηρούς αγώνες κέρδισε τις προηγούμενες δεκαετίες το κοινωνικό-λαϊκό κίνημα.

Η υποτίμηση, λοιπόν, των όρων επβίωσης της εργατικής τάξης, ως αναγκαίος όρος για την υπέρβαση της κρίσης προς όφελος του κεφαλαίου, προσδιορίζει και στην περίπτωση των Εξαρχείων τον χαρακτήρα και τον τελικό σκοπό της εκεί ασκούμενης κρατικής πολιτικής. Υπό αυτήν την έννοια, τόσο το περιεχόμενο μιας έκφρασης της πολιτικής αυτής -όπως είναι αυτή της μαφίας- όσο και η αντίδραση σε αυτήν δεν μπορεί να ειδωθεί έξω από τον ταξικό της καθορισμό. Ως αντιπρολεταριακή αντικινηματική αιχμή από τη μια, και ως προλεταριακή κινηματική αντίσταση από την άλλη. Αν έτσι όμως, συνοψίζεται η αστική στρατηγική στα Εξάρχεια, πώς διαμορφώνονται τα πράγματα στην άλλη πλευρά; Ποιο σχέδιο, δηλαδή, καθοδηγεί τους φορείς της προλεταριακής-λαϊκής πολιτικής στην περιοχή, τις δομές κοινωνικής αυτοοργάνωσης και ταξικής αλλήλεγγύης, τις αναρχικές και κομμουνιστικές συλλογικότητες; Τι σημαίνει για τις δυνάμεις αυτές η σύγκρουση με τις μαφίες και τον κοινωνικό κανιβαλισμό; Είναι απλά μια έκφραση αντίστασης απέναντι σε μια κατάσταση που απλά δεν πάει άλλο, ή μήπως η πάλη για να φύγει το ναρκεμπόριο από τα Εξάρχεια υπηρετεί μια γενικότερη στρατηγική για την περιοχή;

Ισχυριζόμαστε το δεύτερο. Παρά τις επιμέρους διαφορές ανάμεσα στις δυνάμεις που συγκροτούμε αυτή τη στιγμή το μέτωπο ενάντια στις μαφίες, είναι κοινός μας τόπος ότι η πάλη αυτή αποτελεί κεντρικό κόμβο μιας στρατηγικής που δεν αρκείται σε «Εξάρχεια χωρίς μαφίες και κοινωνικό κανιβαλισμό», αλλά ανιχνεύει στο εδώ και τώρα της ταξικής πάλης τη δυνατότητα συγκρότησης μαζικών δομών προλεταριακής-λαϊκής αντιεξουσίας. Στρατηγική που επικοινωνεί και βρίσκεται σε πλήρη συνάφεια με τη γενικότερη στρατηγική του προλεταριακού- λαϊκού κινήματος στις σημερινές συνθήκες, όπου η φτωχοποίηση μεγάλων κομματιών του πληθυσμού, η εξαφάνιση των μηχανισμών κοινωνικής πρόνοιας, η στρατιωτικοποίηση της καταστολής και η προσφυγική κρίση έχουν καταστήσει τις δομές κοινωνικής αυτοοργάνωσης και ταξικής αλληλεγγύης σε κεντρικούς άξονες της επαναστατικής πολιτικής.

Ως τέτοιες δομές δεν εννοούμε φυσικά κάποιους κομμουνιστικούς ή αναρχικούς μικροκόσμους αποκομμένους από τον καπιταλιστικό περίγυρο, αλλά δομές που ξεδιπλώνουν αντικαπιταλιστικές πρακτικές, δομές που εκφράζουν δυνητικές μορφές κοινωνικής απελευθέρωσης, μορφές δηλαδή, που τηρουμένων των αναλογιών, υλοποιούν την τάση για κοινωνική χειραφέτηση. Ωστόσο, κάτι τέτοιο προϋποθέτει τη ρήξη με την ίδεα του κομμουνισμού και της αναρχίας ως ιδανικών προς εφαρμογή σε κάποιο ακαθόριστο μέλλον. Η αναρχία, ο κομμουνισμός είναι κάτι πολύ διαφορετικό από ένα ιδεώδες∙ είναι, όπως έλεγε ο Μαρξ, η «πραγματική κίνηση που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων», μια δυναμική τάση του παρόντος που διαπερνά το σύνολο των κοινωνικών και πολιτικών πρακτικών. Ως τέτοια επομένως, αναπτύσσεται μέσα από το σημερινό κίνημα∙ στοχεύει στην ανατροπή των υφιστάμενων συσχετισμών και τη συγκέντρωση δυνάμεων για αναμετρήσεις που θα θέσουν επί τάπητος το κύριο επίδικο μιας επαναστατικής διαδικασίας: αυτό της εξουσίας και της αντιεξουσίας.

Μιλώντας βέβαια για εξουσία και αντιεξουσία (ή για δυαδική εξουσία), δεν αναφερόμαστε απλά στην οριακή συνθήκη όπου δύο εχθρικά ταξικά στρατοπέδα διατάσσονται εντός μια συνθήκης επαναστατικής κρίσης, αλλά για κάτι πολύ πιο άμεσο και απτό: για τη συνθήκη εκείνη όπου μέσα από τη δυναμική της ταξικής πάλης, την όξυνση της οικονομικής και πολιτικής κρίσης και την άνοδο της λαϊκής συνειδητότητας, αναδύονται μορφές μιας νέας θέσμισης (κοινωνικής, πολιτικής, οικονομκής) σε σύγκρουση με τις υπάρχουσες αστικές-κρατικές. Τι άλλο από αυτό συμβαίνει σήμερα στις φτωχογειτονιές της Κωνσταντινούπολης και του Ντιγιαρμπακίρ, στις επαρχίες του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ στην Α. Ουκρανία, στη Τσιάπας στο Μεξικό, στη Γάζα και αλλού; Και τί άλλο εκφράζουν τα παραπάνω παραδείγματα, αν όχι την ανάπτυξη μιας δυαδικής εξουσίας, μιας επαναστατικής διαδικασίας που συνδυάζοντας τον πόλεμο με την οικοδόμηση συγκροτεί νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, νέους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς;

Υπό αυτήν την έννοια, η περιφρούρηση των Εξαρχείων απέναντι στην πολύμορφη καταστολή έχει ένα βαθύτερο περιεχόμενο. Στην πραγματικότητα, από την αποτελεσματική υπεράσπιση της γειτονιάς και των κοινωνικών της δομών, κρίνεται η δυνατότητα του κινήματος να δημιουργεί ανταγωνιστικές μορφές κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, κρίνεται η δυνατότητα σύμπηξης πλατιών κοινωνικών συμμαχιών, κρίνεται εν τέλει η ικανότητά του να δρα επαναστατικά. Σε αυτό το πλαίσιο, οι υπάρχουσες -όσο και οι μελοντικές- δομές κοινωνικής αυτοοργάνωσης και ταξικής αλληλεγγύης στην περιοχή είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα δίχτυ ασφαλείας για εργαζόμενους, άνεργους, νέους, προσφυγες. Ένα λαϊκό συσσίτιο, ένα κοινωνικό ιατρείο, ένα κοινωνικό κέντρο, μια δομή αυτοάμυνας, όλα αυτά δεν προστατεύουν μόνο από την ανέχεια, την αποξένωση και την καταστολή, αλλά υποδεικνύουν έμπρακτα, τόσο σε αυτούς που τα λειτουργούν, όσο και σε αυτούς που τα χρησιμοποιούν, μια άλλη προοπτική. Την προοπτική ενός άλλου κόσμου. Την προοπτική της κοινωνικής επανάστασης, της αναρχίας και του κομμουνισμού.

ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ,

ΤΙΣ ΜΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΝΙΒΑΛΙΣΜΟ,

ΣΑΒΒΑΤΟ 2/4, ΠΛ. ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ, 5ΜΜ

Συνέλευση αναρχικών- κομμουνιστών για την ταξική αντεπίθεση ενάντια στην ΕΕ

ιστορία, storia

Salvador Puig Antich δολοφονείται σάν σήμερα από το καθεστώς Φράνκο

Posted: 2 Μαρτίου 2016 in Αρθρα, Αναρχισμός, Διεθνή
Ετικέτες:

311_25802819348_25801464348_711242_5824_nΣαν σήμερα 02/03/1974 το καθεστώς του δικτάτορα Franco δολοφονεί τον αναρχικό Salvador Puig Antich με στραγγαλισμό

O Salvador Puig Antich (1948 – 2 Μαρτίου, 1974) ήταν ένας Καταλανός αναρχικός, γεννημένος στη Βαρκελώνη, που δρουσε κατά την δεκαετία του ’60. Μέλος του Movimiento Ibérico de Liberación (MIL), εκτελέστηκε απ’ το δικτατορικό καθεστώς του Franco, αφού δικάστηκε από στρατιωτκό δικαστήριο και βρέθηκε ένοχος για το θάνατο ενός αστυφύλακα. Η εκτέλεσή του ήταν πολύ αντιδημοτική.

Ο Καταλανός ζωγράφος Antoni Tàpies έφτιαξε μια σειρά από λιθογραφίες ονομαζόμενη «Assasins» και τους παρουσίασε στην gallery »Maeght» στο Παρίσι, εις τη μνήμη του Salvador. Οι Groupes d’action révolutionnaire internationalistes (GARI) σχηματίστηκαν επίσης μετά το θάνατό του.

Η ζωή του

Ένα παιδί μιας οικογένειας μεσαίας τάξης, ο Salvador ήταν ο τρίτος ανάμεσα σε 6 αδέρφια. Ο πατέρας του, Joaquim Puig, ήταν ακτιβιστής στην Acció Catalana, ένα καταλανικό πολιτικό κίνημα, κατά τη διάρκεια της 2ης Ισπανικής δημοκρατίας. Αφού εξορίστηκε στη Γαλλία σε ένα προσφυγικό καταφύγιο στην Argelès-sur-Mer, καταδικάστηκε σε θάνατο με την επιστροφή του στην Ισπανία.
Ο Salvador ξεκίνησε να μελετά στο θρησκευτικό σχολείο La Salle Bonanova μέχρι που αποβλήθηκε λόγω απειθαρχείας.

Από τα 16, o Salvador συνδύασε τη δουλειά στο γραφείο μαζί με νυχτερινές σπουδές στο Ινστιτούτο Maragall όπου έκανε φίλους τον Xavier Garriga και τα αδέρφια Solé Sugranyes, οι οποίοι θα γινόντουσαν μελλοντικοί σύντροφοι στο MIL, μία αναρχική οργάνωση που πάλευε εναντίον του καθεστώτος του Franco και του καπιταλισμού.
Τα γεγονότα του Μάη του ’68 στη Γαλλία, ήταν καθοριστικά για την απόφαση του Salvador να συμβάλει στον αγώνα εναντίον της δικτατορίας του Franco. Η πρώτη του εμπλοκή ήταν στην Οργάνωση Εργατών (Workers’ Commissions, Comisiones Obreras «CCOO»), που σχηματίστηκε κυρίως από την Μαθητική Οργάνωση του Ινστιτούτου Maragall. Ιδεολογικά, γρήγορα προσελκύστηκε από τις αναρχικές θέσεις, που απορρίπτουν κάθε είδος ιεραρχίας και εξαναγκασμού, μέσα από πολιτικές οργανώσεις και ενώσεις για τον αγώνα απελευθέρωσης της εργατικής τάξης.

Αφού ξεκίνησε σπουδές στο Πανεπιστήμιο στα οικονομικά, ο Salvador έκανε στρατιωτική θητεία στην Ibiza, δουλεύοντας στην κλινική του στρατώνα. Μόλις ολοκλήρωσε τη θητεία του, έγινε μέλος στο MIL, σαν μέλος στον αγωνιστικό τομέα του. O Salvador συμμετείχε στις ενέργειες του κινήματος κάνοντας τον οδηγό κατά τη διάρκεια τραπεζικών ληστειών. Τα λεφτά που κλέβανε χρησιμοποιούνταν για την ενίσχυση των παράνομων δημοσιεύσεων του MIL, αλλά και για την υποστήριξη των απεργών.
Ο Salvador και οι σύντροφοι του εισχώρησαν εύκολα στα παράνομα κυκλώματα και συχνά ταξίδευαν στη Νότια Γαλλία, όπου συνδέονταν με του παλιούς αγωνιστές του CNT-F.
Συναθροίστηκαν τον Αύγουστο του 1973 για ένα συνέδριο του MIL. Τον επόμενο μήνα, μετά από μία επίθεση στη Savings και την Pension Banks της Βαρκελώνης, ένα επιθέτικο κλίμα δημιούργηθηκε γύρω από το MIL.

Από τα πρώτα θύματα αυτής της επιθετικότητας ήταν ο Oriol Sole Sugranyes και Josep Lluis Pons Llobet, και πιο μετά ο Santi Soler, ο οποίος προφυλακίστηκε, ανακρίθηκε, βασανίστηκε και τελικά εξομόλογησε τα μυστικά μέρη συναντήσεων των συντρόφων του. Ο Soler χρησιμοποιήθηκε σαν παγίδα από τους ασφαλίτες για να πιάσουν τον Xaviuer Garigga και τον Salvador. Η σχολαστικά προετοιμασμένη επιχείρηση τέθηκε σε εφαρμογή στις 25 Σεπεμβρίου, 1973 στη Βαρκελώνη. Οι 2 αναρχικοί εντοπίστηκαν και αμέσως μετά ξέσπασαν πυροβολισμοί, οι οποίοι είχαν σαν αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του Salvador και το θάνατο του αστυνομικού Francisco Anguas Barragán.

O Salvador φυλακίστηκε, κατηγορούμενος ότι έριξε τις σφαίρες που σκότωσαν τον Anguas Barragán και αφού δικάστηκε από στρατοδικείο, καταδικάστηκε σε θάνατο. Σε κάποια μέρη της Ευρώπης και μέχρι την Αργεντινή, έγιναν διαδηλώσεις που απαιτούσαν να γίνει η εκτέλεση του Salvador σε δημόσια θέα, αλλά ο Franco έμεινε αμετάπειστος και το αίτημα δεν έγινε αποδεκτό.

Ο Salvador, 25 χρονών τότε, εκτελέστηκε από μία εκτελεστική μηχανή στραγγαλίσματος (garrotte) σε ένα κελί της κεντρικής φυλακής της Βαρκελώνης στις 2 Μαρτίου 1974 στις 9:40 π.μ.

Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτή ήταν η τελευταία χρήση της garrotte σαν μέθοδος εκτέλεσης στην Ισπανία.

Μία καλή ταινία που περιγράφει τη ζωή του Salvador Puig Antich είναι η ομώνυμη ταινία Salvador (Puig Antich) (2006) του Manuel Huegra.

Μανικάκος

parallhlografos

https://lefterianews.wordpress.com/2016/03/02/salvador-puig-antich-%CE%B4%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%86%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CE%AC%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%B8/

αυτονομία, autonomia

Αυτονομία και ελληνική Ιστορία

Αυτονομία και ελληνική Ιστορία

Posted on 3 Ἀπριλίου 2013

 

Αυτονομία και ελληνική Ιστορία

 

AOX_Oute-gar-arxein_AF

Σε αυτό το σύντομο άρθρο θα ασχοληθώ με την ελληνική ιστορία ως πηγή έμπνευσης του προτάγματος της αυτονομίας. Οι πηγές που θα αναφερθούν είναι οι πιο γνωστές και δεν καλύπτουν όλο το εύρος των στοιχείων που μας χρειάζονται για να στηρίξουμε την άποψή μας. Με αφορμή λοιπόν την άνοδο του εθνικισμού και την αποδοχή των ιδεών του ναζισμού από ένα μέρος της Ελληνικής κοινωνίας, υπάρχει μια τάση σήμερα από μια μερίδα ανθρώπων να θεωρούν τα ακροδεξιά κόμματα ως γνήσιους φορείς του Ελληνικού πολιτισμού, με αποτέλεσμα να γίνονται κινήσεις δημιουργίας σχολείων που θα διδάσκουν στα παιδιά την «πραγματική ελληνική Ιστορία», ενώ οποιαδήποτε άλλη θεώρηση της ελληνικής ιστορίας βαφτίζεται ως «μπολσεβίκικη», «ανθελληνική», και Νέο-ταξική. Όποιο είδος γνώσης δηλαδή δεν συνάδει με το χριστιανικό και φυλετικό φαντασιακό τείνει να θεωρείται ως εχθρικό προς την υποτιθέμενη ιστορική αλήθεια του λαού και της παιδείας του. Κάνουν όμως λάθος. Η αρχαία Ελλάδα δεν αποτελεί προνόμιο ούτε των αστών, ούτε των εθνικιστών, αλλά ούτε και ένας αγνοημένος και αδιάφορος χώρος επαναστατικής έμπνευσης όπου κυριαρχεί η ‘ταξική’ δουλοκτητική κοινωνία, όπως τόσα χρόνια μας το παρουσιάζουν οι θιασώτες του ψευδο-επαναστατικού προτάγματος του Μαρξισμού. Η πραγματικότητα που προκύπτει από την μελέτη της αρχαιοελληνικής λογοτεχνίας αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο, ότι δηλαδή οι ρίζες, τόσο της επαναστατικής σκέψης, όσο και η συμπεριφορά του αυτόνομου και ολοκληρωμένου δημοκρατικού αμφισβητία πολίτη, βρίσκονται στην Αρχαία Ελλάδα. Το αυτόνομο- αντιεξουσιαστικό κίνημα σε όλο τον κόσμο εμπνέεται από τις πολιτική δομή των Ελληνικών Πόλεων και της άμεσης δημοκρατίας, (Παρισινή κομμούνα 1870, επανάσταση του 1905, τα πρώτα soviet, η CNT το 1936 στην Ισπανία, τα Ουγγρικά συμβούλια κ.λ.π) όσο κανένας άλλο πολιτικός χώρος. Τα διδάγματα για μια συνεχή αμφισβήτηση της εξουσίας και για ένα πολιτικά ελεύθερο τρόπο ζωής συναντώνται στη σκέψη δεκάδων φιλοσόφων, καλλιτεχνών, και τραγικών ποιητών, για τους οποίους φυσικά ελάχιστα ακούσαμε να αναφέρονται στα μαθητικά μας χρόνια. Ο 20ός αιώνας μπορεί να αποκαλείται ο αιώνας των τεχνολογικών επιτευγμάτων και της καταναλωτικής ευημερίας, αλλά πολιτικά τουλάχιστον ποτέ δεν ξέφυγε από το μεταφυσικό-οντολογικό πλαίσιο του Πλατωνισμού και του Χριστιανισμού.

Στην ουσία ο αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός ποτέ δεν εκτιμήθηκε στις σωστές του διαστάσεις, που δεν είναι άλλες από αυτές της χειραφέτησης, της αυτονομίας και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Τα επαναστατικά σπέρματα της σκέψης των αρχαίων διανοητών είναι παρόντα σε πολλά συγγράμματα που φυσικά αποσιωπήθηκαν από την κυρίαρχη κουλτούρα. Από τα Ομηρικά κιόλας έπη, και συγκεκριμένα στην Ιλιάδα, ο Θερσίτης είναι εκείνος που πρώτος υψώνει το ανάστημα του στην εξουσία του βασιλιά Αγαμέμνονα, βρίζοντας και χλευάζοντας την αλαζονεία του και φυσικά βιώνει την άμεση καταστολή της εξουσίας του. Αργότερα ο σοφιστής Πρωταγόρας λέγοντας το περίφημο «Πάντων χρημάτων μέτρον εστίν Άνθρωπος, των μεν όντων ως έστιν, των δε ουκ όντων ως ουκ έστιν». (μτφ: Μέτρο για όλα τα πράγματα αποτελεί ο Άνθρωπος. Για όσα υπάρχουν, ότι υπάρχουν και για όσα δεν υπάρχουν, ότι δεν υπάρχουν), δεν μας κηρύσσει τίποτα άλλο παρά την ανθρώπινη αυτονομία. Ο άνθρωπος είναι εκείνο το ον που στηριζόμενο στη λογική του σκέψη και στις αισθήσεις του έχει την ικανότητα να ανακαλύπτει την αλήθεια και να κρίνει το δίκαιο, ενώ με την ταυτόχρονη αμφισβήτηση του θεού που αναφέρεται στο απόσπασμα «Περί μεν Θεών ούκ έχω ειδέναι, ουθ’ως εισίν ουθ’ως ούκ εισίν ουθ’οποίοι τινές ιδέαν, πολλά γαρ τα κωλύοντα ειδέναι ή τ’αδηλότης και βραχύς ων ο βίος του ανθρώπου», (Για τους θεούς δεν μπορώ να γνωρίζω τίποτα. Ούτε ότι υπάρχουν, ούτε ότι δεν υπάρχουν, ούτε τι λογής μορφή έχουν. Γιατί είναι πολλά τα όσα εμποδίζουν να τους γνωρίζουμε: από τη μία το άδηλο του ζητήματος και από την άλλη η συντομία της ανθρώπινης ζωής), γκρεμίζεται κάθε θεϊκή προέλευση της αλήθειας και της ετερονομίας των ανθρώπινων κοινωνιών. Αλλού ο Αισχύλος τονίζει το «τους πάντας θεούς εχθαίρω» (Μισώ όλους τους θεούς) που συμπληρώνει την παραπάνω άποψη, που μαζί με το «Κράτος τε βία» (το κράτος ταυτίζεται με την βία) επιβεβαιώνει τον πυρήνα του αντιεξουσιαστικού προτάγματος ούτε «Ούτε θεός, Ούτε αφέντης».

Από την άλλη ο ιστορικός Θουκυδίδης με το «Άνδρες γαρ Πόλις» (Τη Πόλη την αποτελούν οι άνθρωποί της), περιγράφει με τρείς λέξεις την έννοια της συλλογικής αυτονομίας. Μόνο οι πολίτες της πόλεως, της κοινωνίας θα λέγαμε σήμερα, μπορούν να συμβάλλουν στην αυτοθέσμιση της, πράγμα που σημαίνει ότι αυτοί είναι οι μοναδικοί υπεύθυνοι του πολιτικού τους γίγνεσθαι. Την ίδια στιγμή η απουσία εκπροσώπων της πολιτικής ζωής μας τονίζεται στην φράση του Αριστοτέλη «Δημοκρατία εστίν μεν πολιτεία, εν η κλήρω διανέμονται τας αρχάς» (Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα εκείνο όπου τα αξιώματα μοιράζονται με κλήρωση). Στην οριζόντια δομή της Αθήνας του 5ου αιώνος η έννοια του εκπροσώπου ήταν άγνωστη. Όλες οι αποφάσεις παίρνονταν συλλογικά στην εκκλησία του Δήμου και οι ίδιοι οι πολίτες τις εκτελούσαν, ενώ προηγουμένως είχε προηγηθεί συζήτηση με εξαντλητικά επιχειρήματα για ζητήματα που αφορούσαν σχεδόν τα πάντα, καθημερινής φύσεως προβλήματα όπως και ζητήματα πολέμου. Το περίφημο δίπολο “Οπλίτης – Πολίτης” που αναγγέλλουν τα κακέκτυπα του πατριωτισμού για να τονίζουν το ηρωικό στρατιωτικό παρελθόν των αρχαίων Ελλήνων που υποτίθεται πρέπει να μιμηθούμε, εκτός του ότι δεν λαμβάνει υπόψη την έννοια του πολίτη με την έννοια της συμμετοχής που αναφέραμε παραπάνω, σαν δεύτερο όρο του δίπολου, παραλείπει να δει ότι ο πόλεμος ήταν αποτέλεσμα συνέλευσης και όχι εντολή κάποιου ανώτερου ιεραρχικά ηγέτη που αποφάσισε να κάνει πόλεμο για τα συμφέροντα μιας οικονομικής ελίτ. Με τα σημερινά δεδομένα φυσικά ‘ο πόλεμος’ μπορεί, ύστερα από συνέλευση των πολιτών, να στραφεί και εναντίον των σφετεριστών της ζωής του, των εξουσιαστών δηλαδή και να δημιουργηθεί έτσι ένας ταξικός – κοινωνικός πόλεμος πράγμα που συνέβαινε αρκετά συχνά και στον αρχαίο κόσμο αν ρίξει κανείς μια ματιά στο έργο του Αριστοτέλη «Αθηναίων Πολιτεία».

Στο κοινωνικό επίπεδο η έλλειψη μισαλλοδοξίας και απαξίωσης για τον ξένο είναι εμφανέστατη σε πολλούς διανοητές. Πρώτα ο Ηρόδοτος θεωρεί τον ελληνικό πολιτισμό ως αποτέλεσμα επιδράσεων πολιτιστικών στοιχείων άλλων πολιτισμών αποδεικνύοντας έτσι ότι η ετερότητα αποτελεί βασικό της πολιτικής κουλτούρας του 6ου και 5ου π.χ. αιώνα. Εκεί όμως που φαίνεται έντονα το στοιχείο της ανοιχτότητας της Πόλεως είναι το απόσπασμα που μας σώζεται από τον σοφιστή Αντιφώντα: «έπει φύσει πάντα πάντες ομοίως πεφύκαμεν και βάρβαροι και Έλληνες είναι», (Όλοι οι άνθρωποι δηλαδή είναι από τη φύση ίσοι και οι Έλληνες και οι βάρβαροι), και ολόκληρο το κείμενο που βρέθηκε αναφέρει τα εξής: [Εκείνους που κατάγονται από πατέρες ευυπόληπτους τους σεβόμαστε και υποκλινόμαστε μπροστά τους, ενώ εκείνους που κατάγονται από ταπεινή οικογένεια ούτε τους σεβόμαστε ούτε υποκλινόμαστε μπροστά τους. Ως προς αυτό λοιπόν το πεδίο συμπεριφοράς μας, έχουμε γίνει βάρβαροι, απολίτιστοι, γιατί ως προς τη φυσική μας υπόσταση όλοι έχουμε φτιαχτεί από την ίδια φύση και οι Βάρβαροι και οι Έλληνες…ως προς τις φυσικές μας ιδιότητες ούτε οι βάρβαροι διαφέρουν σε τίποτε (για να θεωρούνται κατώτεροι) ούτε οι Έλληνες (για να θεωρούνται ανώτεροι), αφού αέρα αναπνέουμε όλοι με το στόμα και τη μύτη και τρώμε όλοι με τη βοήθεια των χεριών μας…]. Φράση μοναδική που ρίχνει χαστούκι σε όσους θέλουν να χρησιμοποιήσουν το ιστορικό παρελθόν για να στηρίξουν απόψεις περί ρατσισμού και καθαρότητας της φυλής, ενώ ταυτόχρονα εξυψώνει στο αίσθημα δικαιοσύνης και ισότητας που διαπερνά τους ενεργούς πολίτες της Αθήνας. Για το ζήτημα του νόμου και της ταξικής του διάστασης ο Ανάχαρσης αναφέρει: «Οι Νόμοι μοιάζουν με τον ιστό της αράχνης. Όπως δηλαδή σε αυτόν, άμα πέσει καμιά μύγα ή κανένα κουνούπι πιάνεται, ενώ άμα πέσει καμιά σφήκα ή μέλισσα τον σχίζει και φεύγει, έτσι και στους νόμους, άμα πέσει στη λαβίδα τους κανένα φτωχός πιάνεται, ενώ άμα πέσει κανένας πλούσιος ή ισχυρός, τον τσακίζει κι ελεύθερα διαφεύγει» Στο ίδιο πνεύμα κινούνται και οι Κυνικοί με πρωτοπόρο τον Διογένη που αποκαλεί τον εαυτό του «πολίτη του Κόσμου» καθώς και τον Ζήνωνα τον Κιτιέα που σαν άλλος P. J. Prοudhon αναφέρει ότι «οι καρποί ανήκουν σε όλους και η γη σε κανέναν». Ασκούσε κριτική στην πολυτέλεια και σαν αρχαίος ‘situationist’ θεωρούσε ψεύτικη και παραπλανητική κάθε επίδειξη πλούτου και δύναμης. Η δε αντι-κρατική του φιλοσοφία φαίνεται στα λίγα αποσπάσματα που έχουν σωθεί και όπου οραματίζεται μια κοινωνία ελεύθερη και α-κρατική, χωρίς άρχοντες, στρατό, δικαστήρια, αστυνομία, ναούς και χρήματα. Οι άνθρωποι οφείλουν να ζουν με αλληλεγγύη και να ορίζουν μόνοι τη νομοθεσία που θα τους διέπει. Λέει χαρακτηριστικά ότι «δεν πρέπει ζούμε χωριστά σε κράτη και δήμους, παρά όλους να τους λογαριάζουμε για συνδημότες και συμπολίτες μας, και μια ζωή και οργάνωση να υπάρχει για τους πάντες».

Όσα αναφέρθηκαν αποτελούν μια μικρή εικόνα του βασικού άξονα στον οποίο κινείται η αρχαία ελληνική πολιτική σκέψη και από την οποία μπορούμε να αντλήσουμε σπέρματα αυτονομίας, ελευθερίας και αλληλεγγύης για μια κοινωνία που να σέβεται τον άνθρωπο και το περιβάλλον. Δυστυχώς τα κείμενα που έχουν σωθεί είναι ελάχιστα. Η καταστροφή τους υπήρξε ανεπανάληπτη, τόσο από τους φορείς της Χριστιανικής μισαλλοδοξίας, όσο και από τους εκάστοτε εξουσιαστές που έβλεπαν σε αυτά τα κείμενα της δημοκρατικής λογοτεχνίας ένα μελλοντικό εχθρό. Δεν τυχαίο άλλωστε που τα έργα του Πλάτωνα σώθηκαν σχεδόν ακέραια καθώς και των Νέο-Πλατωνικών, κλασσικοί διανοητές που εξυμνήθηκαν από το σύστημα και οι θεωρίες του αποτέλεσαν δεκανίκι σε βασιλιάδες, φεουδάρχες, φασίστες, κοινοβουλευτικούς και κάθε είδους δυνάστη. Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι και οι λέξεις κλειδιά που οδηγούν τους αγώνες μας έχουν επίσης την ρίζα τους στο αρχαίο – ελληνικό φαντασιακό τρόπο αντίληψης των πολιτικών πραγμάτων: Αν – αρχία ( χωρίς αρχή, χωρίς εξουσία και κυβέρνηση) και Δημο – κρατία ( Ο δήμος κυβερνά αυτόνομα – αυτοδίκαια – αυτοτελώς, χωρίς εκπροσώπους και ειδικούς).

κείμενο από Miltos C.

Διαβάστε επίσης: ο Αναρχισμός στην Αρχαία Ελλάδα


Σύντομο URL: http://eagainst.com/?p=47457

http://eagainst.com/articles/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1/#comment-6036

 αναρτήθηκε από selana