μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

H εμπειρία της επανάστασης. Η Eddi και ο Jacopo επέστρεψαν από τη Βόρεια Συρία

Stampa

 

44316

 

Η εμπειρία της επανάστασης. Η Eddi και ο Jacopo επέστρεψαν από την Βόρεια Συρία

Η Eddi και ο Jacopo μόλις επέστρεψαν στο Torino αφού πέρασαν τους τελευταίους εννιά μήνες στο συριακό Κουρδιστάν. Τους ζητήσαμε να μας μιλήσουν γι αυτή την εμπειρία. Γιατί δυο νεαροί ιταλοί αποφάσισαν να παν στη Συρία; Ποια ήταν η επίπτωση με τον πόλεμο, ο αντίκτυπος; Τι σημαίνει συγκεκριμένα μια κοινωνική επανάσταση στα 2018; Πως μια ριζοσπαστική αλλαγή στον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας επηρεάζει τους ανθρώπους; Μια συνέντευξη επεξεργασμένη από το Infoaut

 

O Jacopo στρατεύτηκε στις αστικές δομές της επανάστασης ενώ η Eddi στρατολογήθηκε στις ypj, τις μονάδες προστασίας των γυναικών. Αμφότεροι πήραν μέρος στην αντίσταση της Αφρίν ενάντια στην επίθεση του τουρκικού στρατού τον περασμένο φεβρουάριο.

Ε. Μόλις επέστρεψα από την βόρεια Συρία όπου πέρασα σχεδόν εννιά μήνες, έφτασα εκεί σαν πολίτης, στη συνέχεια εντάχτηκα στις ypj, τις μονάδες υπεράσπισης των γυναικών. Πήρα μέρος στην υπεράσπιση της ένοπλης επανάστασης στην Συρία του Βορά.

J. Εγώ πήγα εκεί, πήγαμε μαζί, πρώτα απ’ όλα, είχα ακούσει να μιλούν για μια επανάσταση στην Μέση Ανατολή, εκείνο που ξέρεις είναι ότι υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα, πολλά πράγματα που δεν φαίνονται παράξενα και σε εμάς, όπως η εξουσία του λαού με τις κοινότητες, οπότε πήγα να δω πως ήταν.

Ε. Τι είναι αυτό που βρίσκουμε εκεί, νομίζω πως είναι αρκετά εντυπωσιακό, γιατί αυτό που μας εντυπωσιάζει εδώ στην πατρίδα είναι οι εξωτερικές αλλαγές, είναι οι πληροφορίες που έχουμε για το πως μπορεί ν’ αλλάξει η οργάνωση της κοινωνίας. Όταν κάποιος φτάνει εκεί βλέπει ποια είναι τα αποτελέσματα των αλλαγών, η κυκλικότητα, πως μέσα στην κοινωνία γεννιέται μια νέα μορφή οργάνωσης, και πως αυτή η νέα μορφή οργάνωσης αλλάζει την ίδια την κοινωνία. Σαφώς η αυτονομία των γυναικών και για εμένα στάθηκε η πιο δυνατή επίδραση, κάθε μορφή απόφασης, δηλαδή οργάνωσης, στις κοινότητες, σε όλες τις επιτροπές την διαχειρίζονται με το σύστημα της συν-προεδρίας , υπάρχει πάντα ένας υπεύθυνος και μια υπεύθυνη. Οι γυναίκες επιπλέον οργανώνονται αυτόνομα, ξεκινώντας από την ιδιαιτερότητα των αναγκών τους.

J. Οι κοινότητες είναι το όργανο της εξουσίας στην επικράτεια, και ξεκινά από το περιβάλλον της καθημερινότητας. Υπάρχουν ομάδες εκατό οικογενειών, για παράδειγμα, που συναντώνται, συζητούν και αποφασίζουν σχετικά με αυτά που συμβαίνουν στην περιοχή τους, για παράδειγμα την άμυνα, την ασφάλεια. Υπάρχουν δυνάμεις που ονομάζονται δυνάμεις υπεράσπισης της κοινωνίας, που είναι αυτοοργανωμένες από τις κοινότητες, οι οποίες τριγυρνούν και  εποπτεύουν, ελέγχουν, επιβλέπουν την περιοχή της κοινότητας, φυσικά είναι άνθρωποι από την γειτονιά, των εκατό οικογενειών που προστατεύουν, συνεπώς, γνωρίζουν πολύ καλά τους πάντες, οπότε δεν πρόκειται για μια ‘αστυνομική’ προστασία όπως την βλέπουμε στα δικά μας μέρη, δεν υπάρχει ο φόβος, η υποψία απέναντι σε αυτούς που τριγυρνούν και πρέπει να σε ‘προστατέψουν’ που υπάρχει σε εμάς, αλλά είναι η κοινότητα που δίνει στον εαυτό της αυτό το εργαλείο, που είναι επίσης συχνά μια μορφή προστασίας και προς τα έξω.

E. …ένα κοινωνικό σώμα του οποίου η συνοχή δεν είναι εξωτερική, εξωγενής, με την έννοια πως υπάρχει η ανάληψη ευθύνης προς αυτόν που βρίσκεται κοντά, είναι κάτι που για εμάς που ερχόμαστε από μια δυτική μητρόπολη είναι καταπληκτικό, μας εκπλήσει.

J. Αυτό που βρήκα όταν έφτασα εκεί, που μου έκανε εντύπωση, δεν το περίμενα κατ’ αυτό τον τρόπο, ήταν το πόσο βαθιές είναι οι ρίζες που έχει αυτή η επανάσταση στην κοινωνία, κατάλαβες; είναι κάτι..πηγαίνεις στις οικογένειες, μιλάς με τους ανθρώπους, είναι πολύ συνειδητοποιημένοι για εκείνο που κάνουν, που χτίζουν, βρίσκεις ανθρώπους που δεν έχουν σπουδάσει που είναι επαναστάτες, παίρνουν μέρος στην επανάσταση, είναι άνθρωποι κανονικοί, σου κάνουν πολιτικές συζητήσεις με βάθος, με ματιά διεισδυτική, σου μιλούν για την κατάσταση τους, για την επανάσταση, για την παγκόσμια κατάσταση, κουβέντες ιδιαίτερα επιτυχημένες, που βρίσκουν στόχο, βλέπεις πως δεν υπάρχει ο φόβος για πράγματα από περασμένες εμπειρίες, λάθη παρελθόντων καταστάσεων, η αναβίωση μιας προπαγάνδας, ακέφαλος δογματισμός.

E. Εάν ανοιχθείς σε μια τέτοια εμπειρία, αν αρχίσεις να παίρνεις μέρος σε αυτό το σύστημα, εάν έρθεις σε επαφή με αυτή την κοινωνία, οπωσδήποτε θ’ αλλάξεις, η επιλογή να παραμείνω εκεί ήταν επειδή αυτή η αλλαγή ήταν βαθύτατη, για να πραγματοποιήσω και την δική μου μάχη, έπρεπε να μείνω εκεί να την πολεμήσω την μάχη μου, δεν μπορούσε να γίνει στις πλάτες κάποιου άλλου.

J. βρεθήκαμε σε μια μικρή συνέλευση, την ώρα που διεξάγονταν μια συζήτηση, όπου υπήρχαν μερικοί οι οποίοι, κατά κάποιον τρόπο έθεσαν υπό αμφισβήτηση αυτή τη σύνθετη φύση της επανάστασης – άραβες, κούρδοι, τουρκομάνοι – έλεγαν: εμείς οι κούρδοι αξίζουμε περισσότερο, ήμαστε καλύτεροι. Δεν μιλούσα ακόμη πολύ καλά την γλώσσα, καταλάβαινα πως η κουβέντα που γίνονταν ήταν αυτού του τύπου, όμως, ο υπεύθυνος εκεί μέσα, σε εκείνη την ζώνη της πόλης, άμεσα ξεκαθάρισε πως αυτά που λέγονταν δεν είχαν βάση, ξέκοψε αμέσως αυτές τις αντιρρήσεις γύρω από την πολιτιστική και γλωσσολογική διαφοροποίηση, έλεγε: »μα πως; γιατί πρέπει να αναγνωρίσουμε κάτι περισσότερο σε κάποιον μοναχά επειδή είναι κούρδος, την ώρα που πολλοί άραβες έχουν πέσει στα πεδία των μαχών μάρτυρες, για να υπερασπιστούν αυτή την γη όπου ζούμε όλοι μαζί, ενάντια στο Daesh. Πήγαινε, έλεγε, στο κοιμητήριο των μαρτύρων, και κοίταξε πόσοι άραβες είναι θαμμένοι δίπλα στους κούρδους, συνεπώς, αυτό είναι που μας ενώνει.

E. Αυτός που είναι διοικητής κινδυνεύει περισσότερο, όχι λιγότερο, δεν στέκεται πίσω επειδή διοικεί, όντας διοικητής δίνεις το παράδειγμα, διακινδυνεύεις περισσότερο, διότι κάθε θέση διοίκησης είναι υπευθυνότητα, δεν είναι κυριαρχία, οπότε δεν υπάρχει κανένα προνόμιο, δεν έχει κάποιο είδος εξουσίας απέναντι στους άλλους με την μορφή κυριαρχίας, σίγουρα είναι μια στρατιωτική δομή, χρειάζεται κάποιος να διοικεί, πάντα υπάρχει η διοικητική αλυσίδα, μα φυσικά είναι μια αλυσίδα υπευθυνότητας, όχι κυριαρχίας, είναι κάτι που το κάνουν όλοι μαζί, αλλά ενώ εγώ φροντίζω για την ένοπλη υπεράσπιση αυτής της κοινωνίας, εσύ πρέπει να την οικοδομήσεις, και το γεγονός πως αυτό αντανακλάται επάνω μου, σ’ εμένα με το καλάσνικοφ στα χέρια, με καθιστά μέρος αυτής [της διαδικασίας-της κοινωνίας].

J. Μερικές φορές νομίζεις το πως να κάνεις εκεί την επανάσταση είναι ευκολότερο απ’ ότι εδώ σε μας, είναι μια σκέψη που εύκολα έρχεται σε κάποιον. Υπάρχουν αντικειμενικές συνθήκες, το πως είναι φτιαγμένη η κοινωνία, οπότε αυτό μπορεί να έχει κάποιο νόημα, λες, η κοινωνία είναι διαφορετική, προσπαθείς να εξεγερθείς, να τα αλλάξεις όλα,  από ένα σημείο και μετά είναι πολυπλοκότερο να θέσεις σε κίνηση τους ανθρώπους. Εκείνο επάνω στο οποίο πρέπει να στοχαστούμε, να προβληματιστούμε, είναι το γεγονός πως δεν είναι ευκολότερα εκεί τα πράγματα, και αυτό γιατί  εκείνη η επανάσταση βασίζεται στο γεγονός ότι υπήρξαν δεκάδες χιλιάδες νεκροί.

E. Στην Αφρίν, και όχι μόνο στην Αφρίν, η κατάσταση υπήρξε συγκλονιστική, εντυπωσιακή, από την άποψη πως, μεταξύ των ανθρώπων άνετα μπορούσε να ξεσπάσει..[..], εδώ έγινε ακριβώς το αντίθετο, ή θα σωθούν όλοι ή δεν θα σωθεί κανένας, …[..], κάποια στιγμή δεν υπήρχε πλέον νερό, η Αφρίν ήταν περικυκλωμένη εδώ και χρόνια, κανείς δεν έφυγε, αντιθέτως, οργανώθηκαν για να αντισταθούν, την στιγμή που πραγματοποιήθηκε η επίθεση και ξέσπασε ο πόλεμος οι πολίτες αντί να φύγουν παρέμειναν στην πόλη τους, μάλιστα έφτασαν καινούργιοι πρόσφυγες, απ’ όλα τα μέρη της βόρειας Συρίας.

J. H επίδραση που έχει ο πόλεμος στον καθένα είναι διαφορετική, ακόμη και πριν δει τον πόλεμο.  Είναι διαφορετικό να ζεις από κοντά τον πόλεμο. Στην βόρεια Συρία τελικά τον πόλεμο τον νιώθεις, τον αντιλαμβάνεσαι αμέσως. Σίγουρα ο αντίκτυπος στην αρχή είναι διαφορετικός, είναι κάτι στο οποίο δεν ήμαστε συνηθισμένοι, πρέπει πάντα να λογαριάζεσαι με την κοινωνία, πρέπει να προστατεύσεις τον εαυτό σου, υπάρχουν για παράδειγμα τα παγιδευμένα αυτοκίνητα ή οι άνθρωποι βόμβες του Isis, τριγυρνάς, πηγαίνεις να φας σε οικογένειες, όλοι έχουν ένα παιδί που έπεσε μάρτυρας, βλέπεις τραυματίες,  ανθρώπους δίχως πόδια, αρχίζεις λοιπόν σταδιακά να αντιλαμβάνεσαι τον πόλεμο αλλιώς, αν και…E. δεν έχεις μπροστά σου όλο το πανόραμα, είναι μια καταστροφή ο πόλεμος, κάτι ιδιαίτερο, η Συρία είναι μια πανέμορφη χώρα, αλλά πονάει όταν την διασχίζεις, γιατί κάποια στιγμή, ειδικότερα για εμάς που δεν ήμαστε συνηθισμένοι, το μάτι κουράζεται με αυτή την ερήμωση, την θλίψη, την απογοήτευση που αφήνουν τα ερείπια,

J. Είναι απαίσιο, φαντάσου ήταν εκεί ο Ερντογάν με τον ρώσο υπουργό Εξωτερικών που συναντιούνται σε κάποια διπλωματική συνάντηση, σε κάποιο πεντάστερο ξενοδοχείο με το διάλειμμα τους για καφέ που μοιάζει με το γεύμα της πρώτης Κοινωνίας, και μιλούν για τα γεωστρατηγικά τους συμφέροντα, που γι αυτούς είναι περισσότεροι ψήφοι στις εκλογές, χρήματα, πελατείες, επιχειρήσεις, αυτά τα πράγματα, και αποφασίζουν, στην πολυθρόνα, μπροστά στις τηλεκάμερες, να κάνουν τον πόλεμο. Και μετά, εσύ τον πόλεμο τον βλέπεις, είσαι εκεί, βόμβες που πέφτουν ανάμεσα σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, νιώθεις ανήμπορος, να είσαι κάτω από αυτή την διαστρωμάτωση, αυτή την φοβερή ιεραρχία, της κοινωνίας μας, και αυτό είναι ένα στοιχείο που με σημάδεψε, γιατί οι άνθρωποι που ζουν εκεί, αντιθέτως, για να υπερασπιστούν ένα ιδανικό επανάστασης και κοινωνίας διαφορετικής, συλλογικότητας και ανθρωπιάς διαφορετικής, είναι τόσο θαρραλέοι, γενναιόδωροι, είναι αυτοί που στη συνέχεια πεθαίνουν εξ αιτίας αποφάσεων ανθρώπων σαν κι εκείνους!

E. Και εγώ τι κάνω μπροστά σε όλο αυτό; Εκείνο που μπορώ να κάνω είναι να δώσω ότι έχω και δεν έχω, ώστε αυτή να μην είναι η τελευταία λέξη, εκείνη εκεί η έκφραση να μην είναι η τελευταία διεγερτική κραυγή αυτής της γης!

 

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ο μαχόμενος δημοσιογράφος. Συνέντευξη στον Claudio Locatelli

Claudio Locatelli, Τριάντα ετών, από το Curno στην επαρχία Μπέργκαμο, είναι ένας από τους διεθνείς μαχητές που εντάχθηκαν στις κουρδικές τάξεις των YPG για να πολεμήσουν εναντίον του ISIS. Ήταν από τους απελευθερωτές της Raqqa στη Συρία: με τα όπλα στο χέρι αντιμετώπισε τους πολιτοφύλακες του Χαλιφάτου και όταν μπορούσε γύριζε σκηνές αγώνα, παρέχοντας έτσι μια πολύτιμη άμεση δημοσιογραφική μαρτυρία στο πεδίο των μαχών. Ήταν στην Tabqa που τον ονόμαζαν «δημοσιογράφο – μαχητή». Είναι επίσης ο συντάκτης του βιβλίου «No surrender», που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Alberto Marzocchi και συνεχίζει να διαδίδει και να ευαισθητοποιεί για την υπόθεση ενάντια στη  νοοτροπία του τρόμου, της κουρδικής αντίστασης και της επανάστασης στη Rojava στη σελίδα: https://www.facebook.com/Claudio-Locatelli-Il-giornalista-combattente-1918536748367010/

Locatelli, από τι γεννήθηκε αυτή η δραστική επιλογή να ενταχθείτε με τους κούρδους για να πολεμήσετε τους τζιχαντιστές στη Μέση Ανατολή;

Πρώτον, για έναν λόγο συνέπειας: δεν μπορούμε πάντα να ισχυριζόμαστε ότι είμαστε ενάντια στα κακά του κόσμου και στη συνέχεια να μην κάνουμε τίποτα γι ‘αυτό. Πρώτα απ ‘όλα πρέπει να βάλουμε τα χέρια μας στη λάσπη, να βουτήξουμε στην πρώτη γραμμή. Για να αλλάξουμε τα πράγματα πρέπει να εργαστούμε σε πρώτο πρόσωπο, να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα: λάβετε υπ όψιν για παράδειγμα ότι βρισκόμουν ήδη στο μέτωπο του σεισμού στην Amatrice, ακόμη νωρίτερα στην Εμίλια και στο Abruzzo και στο Veneto μετά την πλημμύρα. Ο δεύτερος λόγος είναι πιο συναισθηματικός: το 2014 υπήρξε εκείνο το μεγάλο κύμα βιαιοτήτων που μετατράπηκε σε μια γενοκτονία εις βάρος των γυναικών Yazidi. Εντυπωσιάστηκα πολύ από τις εικόνες που διοχέτευσαν οι ειδήσεις στην τηλεόραση, όπου υπήρχε ένας ολόκληρος λαός στο Σενγκάλ, μια πόλη που βρισκόταν στην ορεινή περιοχή με το ίδιο όνομα στο Ιράκ, η οποία δέχτηκε επίθεση από το Isis. Στη συνέχεια, το 2015 πήγα ως διεθνής παρατηρητής κατά τη διάρκεια του Νεβρόζ, κουρδικοί εορτασμοί, στην κουρδική πρωτεύουσα Ντιγιαρμπακίρ της Τουρκίας και συνάντησα εκεί στα στρατόπεδα Yazidi ολόκληρες οικογένειες προσφύγων, στις οποίες, όμως, έλειπαν οι κόρες. Αυτές είχαν απαχθεί και εξαναγκάστηκαν να γίνουν σκλάβες του σεξ από τους άνδρες του Χαλιφάτου, κατάλληλες μόνο στην ευχαρίστηση εκείνων των θηρίων: για μένα όλα αυτά ήταν ανυπόφορα. Αυτός ο τρόπος σκέψης, η ιδέα ότι υπήρχαν ακόμα οργανωμένες πραγματικότητες που έβλεπαν τις γυναίκες σαν αντικείμενα, σαν δευτερεύουσες πραγματικότητες για μένα δεν ήταν πλέον αποδεκτό. Αυτοί οι λόγοι με έσπρωξαν να διακινδυνεύσω τη ζωή μου σε πρώτο πρόσωπο. Θέλω όμως να διευκρινίσω ότι το ISIS δεν είναι μόνο μια τρομοκρατική ομάδα. Το Isis είναι φασισμός, είναι σεξισμός, είναι θρησκευτικός ριζοσπαστισμός, είναι η ιδέα πως μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη βία στην πολιτική, με λίγα λόγια, όλα αυτά τα πράγματα κατά των οποίων έχω αγωνιστεί πάντα στη ζωή μου, προφανώς όχι με το καλάσνικοφ στο χέρι, ενώ στη Συρία ήταν καθήκον να το κάνω και με αυτό τον τρόπο.

Γιατί γοητευτήκατε τόσο πολύ από το κουρδικό ζήτημα και ιδιαίτερα από τις Ypg;

Εκτός από το να πολεμούμε ενάντια σε κάτι πρέπει πάντα να παλεύουμε για κάτι: ας το παραδεχτούμε, δεν θα είχα κατέβει να θέσω σε κίνδυνο τη ζωή μου μόνο και μόνο για την καταπολέμηση του ισλαμικού κράτους, το έκανα και για να φέρω κάτι καλύτερο. Οι YPG, οι YPJ, οι αντρικές μονάδες και οι γυναικείες μονάδες της πρώτης αντίστασης της Kobane το 2015, είναι ίσως ο κύριος λόγος για τον οποίο αποφάσισα να πολεμήσω. Ήταν και εξακολουθούν να είναι μια ελπίδα για ολόκληρο τον κόσμο. Όταν στις 17 του οκτωβρίου 2017 έπεσε η Raqqa, δεν υπήρξε ένας άνθρωπος στον κόσμο που δεν χάρηκε, που δεν ήταν περήφανος για το αίμα των νεκρών συντροφισσών και συντρόφων μου που έπεσαν για να την απελευθερώσουν και να ελευθερώσουν ως εκ τούτου ολόκληρο τον κόσμο. Το κουρδικό ζήτημα εμπλέκεται σε αυτό, οι κούρδοι είναι ο πρώτος καταπιεσμένος λαός, χωρίς εδαφικότητα, έδωσαν τα πάντα για μας. Θυμάμαι ότι η μάχη τους εναντίον του ISIS είναι μια μάχη για ολόκληρο τον κόσμο. Επί πλέον υπάρχει η επανάσταση για τις γυναίκες, μια επανάσταση που ο κουρδικός λαός στην Rojava οδηγεί με αποφασιστικότητα και δύναμη.

Επί του παρόντος, τα φώτα της δημοσιότητας των μέσων μαζικής ενημέρωσης επάνω στα συριακά γεγονότα φαίνεται να έχει σκιάσει, σαν να έχει τελικά ηττηθεί οριστικά το ISIS, και παρ ‘όλα αυτά συνεχίζονται οι μάχες, έτσι δεν είναι;

Ακριβώς, απολύτως! Πρώτα απ ‘όλα θα ήθελα να σας υπενθυμίσω ότι το Isis δεν νικήθηκε ως νοοτροπία, στην πραγματικότητα είναι πρωτίστως ένας τρόπος σκέψης. Ένας εξτρεμιστικός τρόπος που θα ήθελε τη γυναίκα μόνο στην κουζίνα, μια στάση, μια συμπεριφορά, μια οπτική των πραγμάτων που ο καθένας και από από εμάς θα μπορούσε να αναλάβει. Θυμάμαι ότι οι ευρωπαίοι τρομοκράτες που εντάχθηκαν στο ISIS, συχνά άνθρωποι απροσάρμοστοι, ήταν υποκείμενα με αυτή τη νοοτροπία. Οπότε αυτή η φάση εξακολουθεί να υπάρχει εκεί πέρα. Αντίθετα, στρατιωτικά αντιστέκεται στο Αφγανιστάν και τη Λιβύη, υπάρχουν κύτταρα στη Βοσνία και την Αλβανία και μικρότερα στην Ιταλία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και το Λίβανο. Θυμάμαι ότι μόνο πριν από δύο μήνες οι ιταλικές μυστικές υπηρεσίες οδήγησαν σε 14 συλλήψεις μεταξύ των δικτύων τζιχαντιστών. Στο Udine ένα αγοράκι παραλίγο να τινάξει στον αέρα τον εαυτό του σε ένα γυμνάσιο. Το Isis εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Έχουμε εξολοθρεύσει το κύριο στρατιωτικό κέντρο τους, αλλά πρέπει ακόμα να πολεμήσουμε σε υψηλά επίπεδα. Στη Συρία, στην περιοχή του Ευφράτη, στα σύνορα με το Ιράκ, αναμένουμε να συλλάβουμε τον Abū Bakr al-Baghdādī ήτοι τον ιδρυτή του Isis τους προσεχείς μήνες. Ήδη τον περασμένο μήνα συλλάβαμε τον εκπρόσωπό τους και ακόμη νωρίτερα έναν από τους αρχιτέκτονες της επίθεσης της 11ης σεπτεμβρίου, που κατέληξε στις φυλακές του Assad και στη συνέχεια στρατολογήθηκε με το Χαλιφάτο. Συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε, πολεμούμε, παρά το γεγονός ότι ο κόσμος στράφηκε προς την άλλη πλευρά. Η άλλη ζώνη μάχης στη Συρία αυτή τη στιγμή είναι η ερημική περιοχή, όπου βρίσκονται μικρά χωριά. Σήμερα είναι εκεί ο Botan, ένα αγόρι από τη Varese με τον οποίο πολέμησα στην Raqqa, ο Paolo «Azadi» και πολλοί άλλοι σύντροφοι μου συμπολεμιστές.

Από τα διαρρεύσαντα νέα, φαίνεται ότι οι στρατιώτες του Χαλιφάτου είχαν εξειδικευμένα, σύγχρονα όπλα, ποιοι τους τα προμηθεύουν;

Το Isis ή το Daesh υποστηρίχθηκε από τα ταμεία της Σαουδικής Αραβίας και του Quatar. Θυμάμαι λοιπόν ότι αρχικά οι ΗΠΑ και η Ευρώπη χρηματοδότησαν επίσης τζιχάντ ομάδες ενάντια στον Assad. Ορισμένα από τα χρήματα που προέρχονται από τους φόρους μας και από τους υπόλοιπους ευρωπαίους φορολογούμενους κατέληξαν επίσης σε αυτές τις ομάδες, μερικές από τις οποίες έφτασαν στη συνέχεια να ενωθούν με το ISIS. Όταν κάποιος λέει ότι η Αμερική έχει δημιουργήσει το ISIS, είναι λάθος: μάλλον είναι σωστό να πούμε ότι η Αμερική δημιούργησε το υπόβαθρο από το οποίο γεννήθηκε το ISIS. Πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι το Χαλιφάτο έχει ισχυρές διεθνείς ρίζες, καταφέρνει να αποκτά «ισλαμικές δωρεές» από διάφορα μέρη του κόσμου. Όσον αφορά τα όπλα, μπορώ να σας πω ότι, ενώ για παράδειγμα στη Raqqa εμείς χρησιμοποιούσαμε drones με απλές κάμερες, το ISIS χρησιμοποίησε οπλισμένα drones, έκαστο των οποίων έχει κόστος περίπου 60.000 ευρώ. Ας μιλήσουμε λοιπόν για τα τεράστια χρηματικά διαθέσιμα.

Οι αμερικανοί που είχαν κάποτε βοηθήσει την κουρδική επίθεση, φαίνεται να έχουν παρατήσει τους συμμάχους τους: τι σου ανέφεραν οι σύντροφοί σου σχετικά με αυτό;

Οι αμερικανοί υπήρξαν ναι σύμμαχοι μας,αλλά μόνο στρατιωτικά. Ποτέ δεν αποδεχθήκαμε κάποιον πολιτικό συμβιβασμό στην επανάσταση της Rojava. Θυμάμαι ότι ακόμη και ο Κάστρο στην πρώτη φάση της επανάστασης του στην Κούβα άντλησε κεφάλαια που είχαν συγκεντρωθεί στις ΗΠΑ. Στην αρχική φάση μια επανάσταση δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς συμμάχους. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η Αμερική δεν είναι σύμμαχος εμπιστοσύνης. Αν είχατε τον τρόπο να διαβάσετε το βιβλίο μου, θα είχατε διαβάσει ότι ακόμα και προτού επαληθευτεί αυτό, γνωρίζαμε ότι εκείνη που αποκαλούσα «ημέρα προδοσίας» θα έρθει: όχι επειδή είμαστε προφήτες, αλλά επειδή γνωρίζουμε να διαβάζουμε την ιστορία, ήταν σαφές ότι θα γίνονταν αυτό. 

Οι αμερικανοί ήταν η αεροπορία μας ενάντια στους ισλαμιστές τρομοκράτες, αλλά δεν υπήρξαν τέτοιοι στην Αφρίν. Στις 18 μαρτίου η ελεύθερη πόλη μας έπεσε, εισέβαλε πίσω από τις πλάτες μας η Τουρκία. Οι αμερικανοί μας εγκατέλειψαν, αφήνοντάς τους να εισβάλουν στα μέρη μας μετά από έναν ανταρτοπόλεμο δύο μηνών, που διεξήχθη εναντίον ενός στρατιωτικού συνόλου που είχε εξοπλισμό που δεν μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε. Εκεί χάσαμε εκατοντάδες συντρόφους και συντρόφισσες. Ένα πράγμα που μπορώ να προσθέσω είναι ότι επί του παρόντος μια άλλη θέση είναι εκείνη της Γαλλίας, η οποία θέλει να αποκαταστήσει μια παγκόσμια σύλληψη-επιρροή ισχυρής γεωπολιτικής. Έχουν αναπτύξει στρατεύματα στο έδαφος, τα οποία δεν χρησιμοποιούν. Συντονίζονται μαζί μας από την άποψη της εφοδιαστικής, αλλά δεν κάνουν τίποτα αυτή τη στιγμή. Ελπίζουν ότι από τη στιγμή που θα φύγουν οι αμερικανοί θα μπορούν να πάρουν τον έλεγχο της περιοχής υφαίνοντας μια συμμαχία μαζί μας. Είμαστε πολύτιμοι τόσο για τους αμερικανούς όσο και για τους γάλλους, επειδή αποτελούμε την τελευταία σταθερή πραγματικότητα ενάντια στο ισλαμικό κράτος, δεν στεκόμαστε στο πλευρό του Άσαντ που δεν είναι σύμμαχός μας, αλλά δεν είναι ούτε και εχθρός μας.

Αυτή τη στιγμή, απ’ ότι γνωρίζετε, πόσοι ιταλοί είναι στρατευμένοι και πολεμούν ανάμεσα στις κουρδικές γραμμές;

Μπορώ να σου πω ότι από το 2015 περίπου είκοσι ιταλοί έχουν συμμετάσχει στην επίθεση εναντίον του ISIS με το κουρδικό στρατό. Υπήρχαν τέσσερις από εμάς στη Raqqa: εγώ, ο Botan, ένα αγόρι από το Τορίνο και ένα άλλο αγόρι από τη Senigallia.

Θα ξαναφύγεις για το μέτωπο;

Έδωσα την συμβολή μου, θέτοντας τη ζωή μου σε κίνδυνο, αλλά η μάχη δεν σταματά στο πεδίο. Προς το παρόν προσπαθώ να διαθέσω τις ικανότητές μου, τα μέσα επικοινωνίας μου για να υποστηρίξω την υπόθεση. Αλλά αν η Τουρκία επιτεθεί σε ολόκληρη την επανάσταση μας, ειδικά αν επιτεθεί για να πάρει την Qamişlo, που για μένα είναι πολύ συμβολική επειδή είναι η μεγαλύτερη πόλη που έχουμε, αν δεν ήταν απλώς μια χαμένη μάχη, αλλά ολόκληρη η επανάσταση να καταρρέει, δεν ξέρω αν θα μπορούσα να μείνω εδώ να παρακολουθώ.

Μια τελευταία ερώτηση, διαφορετικού χαρακτήρα από τις προηγούμενες: σε περισσότερες από μία συνεντεύξεις, ο δημοσιογράφος σε υπηρεσία σας ρώτησε αν έχετε σκοτώσει εχθρούς. Ίσως ελπίζοντας στoν εντυπωσιασμό sensazionalità μιας απάντησης, προσποιούμενος πως ξεχνά ότι στον πόλεμο δεν πηγαίνει κάποιος για να παίξει;

Ακριβώς, συχνά θέτοντας μου τέτοιες ερωτήσεις αναζητούν τον εντυπωσιαμό, ξεχνώντας ότι είναι ένας πόλεμος. Όπως έχω πει επανειλημμένα, σιχαίνομαι τον πόλεμο: πρέπει πάντα να αποφεύγεται ως αποτυχία κάθε διπλωματίας. Βεβαίως, η κατοχή, η ζωή σε καταπίεση δεν αποτελεί εναλλακτική λύση, όπως δεν αποτελεί εναλλακτική να αφήνεις εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες να πεθάνουν. Δεν νομίζω λοιπόν ότι είναι μια κατάλληλη ερώτηση: δεν είναι ένα παιχνίδι, δεν βρεθήκαμε εκεί για να παίξουμε. Ήταν μια θυσία που κάναμε και πολλοί από μας πέθαναν.

Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι δύο εμπνευσμένες προσωπικότητες της διαδρομής μου ήταν ο Νέλσον Μαντέλα και ο Φιντέλ Κάστρο. Το 2008 είχα δώσει το λόγο μου ότι θα πήγαινα στην κηδεία και των δύο και έτσι έγινε. Το 2013 ήμουν στην κηδεία του Μαντέλα και το 2016 σε εκείνη του Κάστρο. Αυτό για να εξηγήσω ποια είναι η ψυχολογική και πολιτική μου πορεία, και πώς έφτασα να επιλέξω να αφιερώσω τη ζωή μου σε κάτι τόσο βαθύ όπως εκείνο για το οποίο μιλήσαμε.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ένοπλη πάλη, lotta armata

Αλντομορολογία: μια ερμηνεία

Συνεχίζουμε να παρακολουθούμε εδώ και χρόνια, και μάλιστα εδώ και δεκαετίες, ένα είδος συλλογικού παραληρήματος, που αντί να ησυχάζει όπως συμβαίνει αργά ή γρήγορα στους αστικούς θρύλους, μεγαλώνει κάθε χρόνο.

Mιλάμε για τις μπούρδες, τις ψευτιές και την διετρολογία-συνωμοσιολογία [1.] σχετικά με την απαγωγή του Aldo Moro. Είναι πλέον τόσες πολλές και ποικίλες, που έχω κατά νου να τις συλλέξω και να τις αναλύσω σε ένα δοκίμιο. Μέχρι σήμερα, ο τίτλος του θα είναι: «Αλδομορολογία, ανάλυση ενός ντελίριου. Από τη λίμνη της Δούκισσας μέχρι τις μαλακίες του Σαντόρο.» Αλλά θα πρέπει να αναζητήσω έναν πιο ουδέτερο τίτλο, διότι η επιδημιολογία μας διδάσκει ότι η τεράστια μπούρδα που πυροβόλησε την πέμπτη ο Santoro δεν θα είναι η τελευταία.

Για όσους – τυχεροί αυτοί – δεν είδαν εκείνη την τηλεοπτική φάρσα το βράδυ της πέμπτης, ουσιαστικά ο Santoro εφηύρε ότι ο Franco Piperno έκανε ένα ταξίδι στις ΗΠΑ τον φεβρουάριο του 78 για να «συναντηθεί με τη CIA και να σχεδιάσει την απαγωγή Moro».

Γελάμε για να μην κλαίμε: όποιος ξέρει ελάχιστη ιστορία, γνωρίζει ότι ο Πιπέρνο είχε κερδίσει μια θέση ως «επισκέπτης επιστήμονας», “visiting scientist” στο MIT (μια θέση που δεν είναι τόσο αντάξια των οιονεί-διαμονών για σπουδές του Conte, ή της μαεστρίας του Renzi στην αγγλική γλώσσα, αλλά ας είμαστε ικανοποιημένοι). Ακριβώς λόγω της κατασταλτικής αναζωπύρωσης που ακολούθησε την απαγωγή του Moro, ο Piperno αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την αναγνωρισμένου κύρους θέση. Ο Piperno, μετά, δεν είχε κανένα ρόλο στις BR: μόνο οι ύστεροι ανόητοι επίγονοι του στρατηγού Dalla Chiesa είναι πεπεισμένοι ότι η Autonomia Operaia και το Potere Operaio είχαν κάτι να κάνουν με τις BR.

Ο κατάλογος των GMD (Μεγάλες Διετρολογικές Μαλακίες) θα είναι πολύ μακρύς. Ακόμη και σήμερα είναι δύσκολο να πεθάνει η πεποίθηση ότι ο Moretti ήταν «ένας άνθρωπος των μυστικών υπηρεσιών», οι BR ήταν ετεροκαθοδηγούμενες (από οποιονδήποτε, από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες, από εκείνες του Ισραήλ, την RAF, τους Βούλγαρους: μέχρι στιγμής κανείς δεν έχει βάλει στην μέση τον Πούτιν, και είμαι έκπληκτος γι αυτό), στη Via Fani υπήρχαν μερικοί πολύ ταλαντούχοι και μυστηριώδεις ελεύθεροι σκοπευτές, και πάει λέγοντας με αυτό το παραληρηματικό βήμα.

Δεν έφτασε μια πλούσια μισή ντουζίνα από Κοινοβουλευτικές Επιτροπές που ουσιαστικά συνέβαλαν στη βιομηχανία χαρτιού και μελανιού. Δεν ήταν αρκετά δοκίμια ακριβή μέχρι σχολαστικότητας (όπως για παράδειγμα αυτό του Persichetti και των συνυπογραφόντων, και πολλά άλλα) τα οποία για εκείνες τις 55 ημέρες μας διηγήθηκαν όλα αυτά που μπορούν να ειπωθούν, αποσαφηνίζοντας κάθε αμφιβολία που θα μπορούσε να αποσαφηνιστεί μετά από 40 χρόνια: προσμετρώντας επίσης πως οι πρωταγωνιστές και οι δευτεραγωνιστές εκείνης της εποχής ήταν ανθρώπινα όντα, οπότε σίγουρα θα παραμείνει άγνωστο τι έφαγαν στο δείπνο τους οι φύλακες του Moro στις 28 απριλίου του 1978, και άλλα σκοτεινά και πολύ σημαντικά μυστήρια.

Τελειώνοντας με τα αστεία, προσπάθησα να βρω έναν λόγο, μιαν αιτία σε αυτό το παραλήρημα: που δεν είναι ακριβώς παραλήρημα . Προσπαθώ να προτείνω την ερμηνεία μου, τι εννοώ.

Γνωρίζουμε ότι οι BR πέρασαν από πολύ σημαντικά αιτήματα για την απελευθέρωση του Moro (απελευθέρωση 13 κρατουμένων με βαριές καταδίκες και κατηγορίες) μέχρι του σημείου – το τελευταίο διάστημα – να εκφράσουν ηπιότερα αιτήματα: φαίνεται ότι ένα άνοιγμα για την απελευθέρωση ενός μόνο κρατουμένου θα ήταν αρκετό, καθώς και μια «σιωπηρή αναγνώριση» των BR ως αντιστάθμισμα, για να εμποδιστεί ή τουλάχιστον να ανασταλεί η εκτέλεση του Moro: όταν διαπραγματευόμαστε, δεν πυροβολούμε, είπε ακριβώς ο Moretti.

Το «μέτωπο της αποφασιστικότητας, της σταθερότητας» ήταν αντίθετα αδιαπέραστο. Οι χριστιανοδημοκράτες – με τον Andreotti επικεφαλής – είχαν τον Μόρο για χαμένο, ειδικά μετά από τις σκληρές επιστολές που έγραψε στους συντρόφους του (σκεφτείτε το κατηγορητήριο εναντίον του Taviani ή τα μηνύματα που έστελνε στον Zaccagnini με τα γράμματα του ): ένας ελεύθερος Μόρο θα ήταν, για την DC, μια πραγματική κινούμενη νάρκη. Εδώ αναφέρουμε μιαν άλλη GMD [μαλακία]: ο Μόρο που έγραφε εκείνες τις επιστολές «δεν ήταν αυτός», ήταν σίγουρα βασανισμένος σωματικά και ψυχολογικά από τους φύλακες του, ή ακόμα και ναρκωμένος.

Για το ανυπόστατο αυτών των δηλώσεων αποφάνθηκε μάλιστα μέχρι και ο Mario Sossi, τον οποίο απήγαγαν και απελευθέρωσαν οι BR τέσσερα χρόνια νωρίτερα, και σίγουρα ήταν γνωστό για το ότι δεν ήταν ένας δικαστής με συμπάθειες προς την αριστερά.

In cauda venenum, το άσχημο έρχεται τελευταίο. Το «μέτωπο της σταθερότητας» είχε τους πιo σκληρούς σημαιοφόρους του στα στελέχη του PCI. Πιθανόν, για να είναι πλήρως διαπιστευμένο ως «δημοκρατική δύναμη» και αξιόπιστη στη δύση ενόψει μιας επικείμενης εισόδου στην κυβέρνηση, τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο από το να δείξουν ότι είναι αδιάλλακτοι, πιο ρεαλιστές από το βασιλιά. Εάν το ταξίδι του Piperno το φεβρουάριο του 78 είναι ένα παραμύθι, αντιθέτως πραγματικότητα ήταν το ταξίδι του Giorgio Napolitano στις ΗΠΑ τον απρίλιο του ’78, κατά τις ημέρες της απαγωγής. Εκτός από το γεγονός πως είχε αποτίσει στα κρυφά φόρο τιμής προς τον Gianni Agnelli, ο Napolitano έτυχε μεγάλης εκτίμησης στα αμερικανικά πολιτικά περιβάλλοντα: πιθανότατα λόγω του placet, της ψήφου εμπιστοσύνης – ή τουλάχιστον της ανοχής – των ηνωμένων πολιτειών στην είσοδο του ΚΚΙ στην κυβέρνηση να συμπεριλαμβάνονταν ως αντάλλαγμα για τη συνολική αδιαλλαξία του προς τις BR, πασιέντζα που παίχτηκε στο δέρμα του Aldo Moro.

Εάν πράγματι στο PCI αντέδρασαν στα πρώτα χρόνια λέγοντας ότι οι BR ήταν φασίστες, αργότερα αρνήθηκαν – όπως η Rossana Rossanda τους προέτρεψε με ειλικρινή επιδεξιότητα – να κοιτάξουν «στο οικογενειακό άλμπουμ» του μαρξισμού-λενινισμού για να αναγνωρίσουν στα πρόσωπα ορισμένων BR γνωστά πρόσωπα της οικογένειας.

Φθάνω λοιπόν στην εξήγηση του aldomorismο και της επιδημιολογίας των GMD. Βλέπουμε όντως ότι αγαπούν ιδιαίτερα να μιλούν διετρολογικά λέγοντας μαλακίες τα στελέχη της λεγόμενης «αριστεράς» : για να κατανοήσουμε πόσο πολύ αυτός ο ορισμός είναι ψεύτικος, δεν πρέπει να κάνουμε άλλο από το να θυμόμαστε ότι ένας από τους καλύτερους εκπροσώπους του είναι ακριβώς ο Michele Santoro.

Όλο αυτό το φαινομενικό παραλήρημα εξηγείται με μια ψυχολογικά απλή έννοια: ονομάζεται κακή συνείδηση. Μια ερμηνεία του τι συνέβη σε εκείνες τις 55 ημέρες βλέπει συνεπώς το PCI να πληρώνει με το δέρμα του Moro την οριστική «λύτρωση» του από την επαναστατική του προέλευση: όσοι γνωρίζουν την ιστορία της Αντίστασης και της περιόδου των πρώτων χρόνων μετά την αντίσταση μπορούν να καταλάβουν για τι πράγμα μιλάμε .

Sic stantibus rebus, είναι βολικό – για τους επιγόνους της «αριστεράς» που φιλοδοξούν στην κυβέρνηση ή για τους ύστερους κυνερνητικούς οπαδούς αυτής – το να φυσάν περισσότερο καπνό και ομίχλη επάνω σε εκείνα τα γεγονότα και τις ημέρες εκείνες, να προπαγανδίζουν μυστήρια και μισές αποκαλύψεις. Είναι μια πολύ γνωστή διαδικασία στην ψυχολογία: ονομάζεται αυταπάτη ή αυτο-απάτη, self deception. Αν πίσω από την απαγωγή του Moro υπάρχουν ίσως η CIA και η Mossad και οι μυστικές υπηρεσίες, τότε οι σύντροφοι του PCI έκαναν πολύ καλά να συμπεριφερθούν με εκείνη την γραμμή, όχι; Να είναι «εθνικά υποστηρικτικοί, αλληλέγγυοι» με τους χριστιανοδημοκράτες.

Ποιος είναι υπεύθυνος για τη δολοφονία του Aldo Moro και της συνοδείας του το γνωρίζουμε, πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία. Πλήρωσαν όλοι μαζί με τη φυλακή. Ορισμένοι εξακολουθούν να υπόκεινται σε μέτρα κράτησης, αρχίζοντας από τον Mario Moretti (από το 1981 …).

Αυτά, τα γεγονότα. Μετά από 40 χρόνια, ίσως αρχίσουμε να καλωσορίζουμε τον πολλαπλασιασμό της Αλντομορολογίας, [Aldomorologia] με ιλαρότητα. Έτσι κι αλλιώς, το να ελπίζουμε ότι τελικά μπορούμε να θεωρήσουμε αυτή την υπόθεση κλεισμένη, είδαμε να είναι αδύνατο.

1]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο,, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή ύστερα από ρητή συναίνεση της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Από το άτομο στην κοινωνία, η ουσιαστική ουτοπία της Ροζάβα, Rojava

Το βιβλίο της γερμανικής ιστοσελίδας πληροφόρησης Lower Class Magazine βγαίνει στην Ιταλία, μια μακρά έκθεση- reportage από το Κουρδιστάν που επικεντρώνεται στην ανάλυση των εργαλείων του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού και της υλοποίησής του. Σε ένα διπλό επίπεδο: εκείνο το προσωπικό, για το άτομο, την δημιουργία του νέου ανθρώπου, και εκείνο το συλλογικό, τον μετασχηματισμό της κοινωνίας

“Για εμάς ιδεολογία, τρόπος ζωής και στρατιωτικός αγώνας στέκονται μαζί, είναι το ίδιο πράγμα, είναι ένα και το αυτό. Δεν είναι ότι τριγυρνάμε με το Καλάσνικοβ στο ένα χέρι και ένα βιβλίο στο άλλο, αλλά ο τρόπος ζωής μας βασίζεται στην ενότητα της επαναστατικής σκέψης και της καθημερινής πρακτικής”.

Τα λόγια του Heval Azad, που συλλέγονται από το περιοδικό Lower Class, είναι η καρδιά της επανάστασης που βρίσκεται στα σκαριά στο Κουρδιστάν: η προσωπική πορεία του μεμονωμένου επαναστάτη και η συλλογική πορεία ολόκληρης της κοινωνίας. Αφηγημένη από πολλές απόψεις και οπτικές, πρωταγωνίστρια βιβλίων, ρεπορτάζ, ντοκιμαντέρ που προσθέτουν η καθεμιά ένα κομμάτι σε μια μοναδική και συγκεκριμένη διαδικασία, πραγματική, η διαδικασία του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Ροζάβα βρήκε μια επιπλέον φωνή στο «Μια πραγματική ουτοπία, Un’utopia concreta «: το μονοπάτι που ακολουθούν οι άνθρωποι που το χτίζουν.

Το βιβλίο, «Μια ουσιαστική ουτοπία. Τα βουνά του Κουρδιστάν και η επανάσταση στη Ροζάβα: ένα ταξιδιωτικό ημερολόγιο «που δημοσιεύθηκε στην ιταλική γλώσσα από το Rete Kurdistan (Unaltrastoria, σελίδες 220, 16 ευρώ) θα παρουσιαστεί σήμερα στο Acrobax στη Ρώμη στη Via della Vasca Navale 6 στις 18.30) . Ένα μεγάλο ρεπορτάζ, παιδί των ταξιδιών στο Κουρδιστάν μιας ομάδας γερμανών δημοσιογράφων μεταξύ του 2016 και του 2017, που αντιμετωπίζει τη Ροζάβα από διαφορετικές οπτικές γωνίες, που εμβαθύνει τις ψυχές της επανάστασης και τις φυσικές αντιθέσεις της, που μέσω της αφήγησης των δημοσιογράφων του Lower Class Μagazine – ενός γερμανικού ιστότοπου πληροφοριών δραστήριου από το 2013, που αφιερώνεται στην ανάλυση γεγονότων ανά τον κόσμο, από τη Μέση Ανατολή έως τη Λατινική Αμερική – φέρνει τον αναγνώστη μέσα στην Ιστορία.

Η πραγματικότητα της επανάστασης είναι η πραγματικότητα των τόπων, που περιγράφονται και ζωγραφίζονται μεταξύ των σελίδων, καθιστώντας ευκολότερη την απεικόνιση στο φαντασιακό του περιβάλλοντος και των πρωταγωνιστών, των στόχων και των φόβων τους. Ένα δημοσιογραφικό αλλά ταυτόχρονα μαχητικό, αγωνιστικό ντοκουμέντο, ένα μείγμα ανιχνεύσιμο στις μαρτυρίες των δημοσιογράφων που έχουν ζήσει επί μήνες δίπλα στον πληθυσμό, στα σπίτια των γυναικών και στα σπίτια του λαού, των μονάδων λαϊκής άμυνας Ypg και Ypj.

Αναδυόμενο είναι το διπλό επίπεδο της επανάστασης, δύο αναγκαιότητες που συναντιούνται δίδοντας πλαστικότητα στην αλλαγή: το ατομικό επίπεδο, του ατόμου, που εννοεί την πολιτική ως κύρια δραστηριότητα της καθημερινής ζωής, και το συλλογικό επίπεδο, η κοινή πορεία προς έναν αναγνωρισμένο στόχο που συνοψίζεται καλά με την κουρδική λέξη Rehevalti, το αίσθημα κοινότητας ανάμεσα σε συντρόφισσες και συντρόφους που έχει στη βάση το σχηματισμό του νέου ανθρώπου θεωρημένο από τον αρχηγό του Pkk Ocalan. Και μέσω του νέου ανθρώπου η δημιουργία μιας νέας κοινωνίας, δυνατή μόνο μέσω της μετατροπής της ατομικής και συλλογικής νοοτροπίας.

Μέσα στις σελίδες βρίσκει χώρο η περιγραφή των τόπων, του περιβάλλοντος, του φυσικού πλούτου του, η φιλοσοφία του Ocalan, η οποία, μέσω της καθημερινής εργασίας και κατάρτισης, γίνεται συγκεκριμένη, γίνεται πραγματικότητα, η αυτοκριτική και η αυτο-ανάλυση, βασικά-θεμελιώδη εργαλεία για την προώθηση της διαδικασίας. Και υπάρχουν τα φυσικά κοινωνικά εμπόδια, η συνειδητοποίηση της ύπαρξής τους και, συνεπώς, η ανάγκη της δράσης βήμα προς βήμα, χωρίς ρήξεις ούτε επιβολές.

“Ένα από τα πιο εντυπωσιακά πλεονεκτήματα του κουρδικού κινήματος κατά τη γνώμη μου είναι ότι κατά το διάστημα αυτό κατάλαβε τη διαλεκτική των προσωπικών, συλλογικών και κοινωνικών αλλαγών στο σύνολό τους και τις έθεσε σε εφαρμογή – γράφει στο βιβλίο ο Peter Schaber, συντάκτης του περιοδικού Lower Class και το 2017 μέλος των YPG στην επιχείρηση απελευθέρωσης της Raqqa – Ένα μέρος αυτού του αγώνα λαμβάνει χώρα μέσα μας. Οι σχέσεις-δεσμοί με το καπιταλιστικό σύστημα, την πατριαρχία και το Κράτος θα ξεπεραστούν όταν τα κακά χαρακτηριστικά που κληρονομήσαμε θα εγκαταλειφθούν. Το δεύτερο επίπεδο ασχολείται με τον τρόπο ζωής στην συλλογικότητα τους, με συντρόφισσες και συντρόφους, στο περιβάλλον τους, με τον πληθυσμό. Το τρίτο επίπεδο στοχεύει στην επανάσταση της κοινωνίας στο σύνολό της, τελικά σε παγκόσμιο επίπεδο”.

Ένα κείμενο που πρέπει να διαβάσουμε για να κατανοήσουμε καλύτερα μια διαδικασία που προσελκύει την προσοχή πολλών δυτικών αριστερών κινημάτων, τα οποία σήμερα συχνά αδυνατούν να διατυπώσουν νέες στρατηγικές για την ανάλυση της πραγματικότητας, αλλά έχοντας επίγνωση της ανάγκης για ένα παγκόσμιο δίκτυο αντίστασης στον νεοκαπιταλισμό. Με αυτή την έννοια, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η εστίαση που αφιερώνει η «Μια συγκεκριμένη-ουσιαστική ουτοπία», “Un’utopia concreta”, στην οικονομία της Ροζάβα, στις νέες μορφές αυτοδιαχείρισης και συνεταιρισμού.

Από Nena News

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ο δικός μας, νεαρός, Marx

του Salvatore Prinzi

Μόλις έγινε 200 χρόνων, αλλά για κάποιους είναι ακόμα νέος. Σίγουρα για τον Raoul Peck, του οποίου η ταινία για τον νεαρό Καρλ Μαρξ ξεχωρίζει αυτή τη στιγμή, μέσα στην πλημμύρα των άρθρων της σειράς και ακαδημαϊκών διασκέψεων, ως το καλύτερο αφιέρωμα στον γερμανό φιλόσοφο και επαναστάτη. Λέω «το καλύτερο», γιατί η ταινία όχι μόνο μας επιτρέπει να διαδώσουμε την φιγούρα και το έργο, αλλά και να παθιαστούμε, να βρούμε ξανά έναν πιο δικό μας Μαρξ, να οδηγηθούμε σε κάποια σκέψη γενικότερου χαρακτήρα, να πάρουμε κουράγιο και να δράσουμε. Δεν είναι λίγο, αυτούς τους καιρούς. Αλλά ας δούμε καλύτερα.

Η ιδέα και η πραγματοποίηση

Παραδέχομαι ότι η είδηση μιας ταινίας για τον Μαρξ μου έφερε τρεμούλα. Ο Μάρξ δεν είναι Γκεβάρα και ούτε καν Λένιν, δεν πυροβολεί και δεν αγορεύει ξεσηκώνοντας τα πλήθη από ένα τεθωρακισμένο, είναι δύσκολο να μεταφερθούν οι ιδέες του από κινηματογραφική άποψη, η περιπέτεια της ζωής του, περισσότερο συνδεδεμένη με διανοητικές διαμάχες παρά με επικές στιγμές. Δύο δυνατότητες: είτε ένα σύννεφο από σκόνη θέσεων, υπερδιδακτικό και βαρετό, ή κάποια μεταμοντέρνα εύρεση-έμπνευση για να μετατραπεί σε κάτι εμπορικά ευχάριστο. Από την άλλη πλευρά, έλεγα στον εαυτό μου, δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε εκατό χρόνια ιστορίας κινηματογράφου δεν υπήρξε ποτέ μια ταινία για ένα τόσο διάσημο υποκείμενο: δεν λειτουργεί. Ο Peck επιλύει επιδέξια το πρόβλημα με επίκεντρο τον νεαρό Μαρξ, ο οποίος μόλις μέσα σε πέντε χρόνια αλλάζει τέσσερις χώρες, δραπετεύει από άλλες τόσες αστυνομικές δυνάμεις, συναντά όλους τους πιο τρελούς επαναστάτες της εποχής, περνά από μια ευκατάστατη ζωή στη μιζέρια, φέρνει στον κόσμο ποικίλες κόρες, ιδρύει ένα »κόμμα» … με λίγα λόγια, η περιπέτεια δεν λείπει. Και ενώ οι σκηνές ακολουθούν η μία την άλλη η έκπληξη γίνεται: πώς είναι δυνατόν κανείς να μην έχει φτιάξει πριν, την ταινία; Να, όταν ένας δημιουργός κάνει να φαίνεται φυσικό κάτι που φαινόταν αδύνατο, κάνει να φαίνεται απαραίτητο κάτι που έλειπε μέχρι εκείνη την στιγμή, σημαίνει ότι η επιχείρηση επέτυχε.

Αλλά, πέρα από την ιδέα, υπάρχει η τεχνική πραγματοποίηση. Που είναι θεμελιώδης, γιατί οι σχέσεις μας με τις ιδέες είναι επίσης σχέσεις με τις ιστορίες, τις εικόνες, τα συναισθήματα που μας εμπνέουν. Και μια ταινία για τον Μαρξ που είναι χάλια είναι πιο ανησυχητική από μια ταινία που είναι απλώς χάλια. Ο Peck είχε ξεχωρίσει πριν από δύο χρόνια για ένα όμορφο ντοκιμαντέρ για τον James Baldwin, δεν είμαι ο νέγρος σας,  I’m not your negro, πολύ έγκυρο και άξιο από πολιτική άποψη, στην επιλογή των συνεντεύξεων, στην επιμέλεια και το μοντάζ, στο soundtrack, αλλά ακριβώς: ένα ντοκιμαντέρ. Μια ταινία είναι ένα άλλο πράγμα, αν είναι και «ιστορική» απαιτεί μεγάλη παραγωγή. Και εδώ δεν υπάρχουν αμερικανοί. Αντίθετα, μια άλλη έκπληξη: τα περιποιημένα κοστούμια και οι εσωτερικοί χώροι, οι πολύ καλές σκηνογραφίες, οι καλλιεργημένες εικονογραφικές παραπομπές, η φωτογραφία που καταφέρνει να δώσει τον σωστό τόνο σε κάθε εννοιολογική διασταύρωση. Φυσικά, δεν είναι μια colossal, καμία μαζική σκηνή, τα γυρίσματα, οι λήψεις παραμένουν σφιχτές, αλλά οι οικονομίες δεν παρατηρούνται, επειδή το μοντάζ είναι δυναμικό, οι ηθοποιοί εκφραστικοί, το σενάριο επίμονο, έχει ρυθμό, πιέζει. Ναι, το σενάριο: γράφτηκε από τον Pascal Bonitzer, πτυχιούχο της φιλοσοφίας, ιστορικό συνεργάτη των Cahiers du cinéma, σίγουρα δεν είναι ο τελευταίος αφιχθείς λόγω της γνώσης του θέματος και του υποκειμένου. Και όντως η ιστορία δεν ψεύδεται, ούτε στην βιογραφία του Μαρξ ούτε στις έννοιές του, που εισήχθησαν κυρίως μέσα στους διάλογους με τους άλλους επαναστάτες. Αλλά πάνω απ ‘όλα, παρά το λίγα διδακτικά περάσματα, κρατά το ρυθμό, και θέλεις να μάθεις πώς τελειώνει ακόμα κι αν ήδη το γνωρίζεις. Δεν είναι εύκολο να ενθουσιάσεις χωρίς να μπορείς να παίξεις το τελευταίο σου χαρτί έχοντας αποτέλεσμα!

Ο Μαρξ που προκύπτει απ’ την ταινία και η επίδραση στο κοινό

Ο ρυθμός δίνεται επίσης από την αναγνώριση, την ταυτοποίηση, από την συμφωνία των χαρακτήρων με τον κόσμο του θεατή. Ο Μαρξ που τέθηκε στην οθόνη δεν είναι το μνημείο, ο γενειοφόρος άρχοντας της κλασσικής εικονογραφίας: είναι ένας νέος, ανήσυχος, αντικομφορμιστής, που γυρνά σε όλη την Ευρώπη, κάνει σεξ, υποβάλλεται σε συνεντεύξεις εργασίας, πληρώνεται καθυστερημένα, χαίρεται για ένα καλό γεύμα . Είναι ένας Μαρξ ανθρώπινος, ακατάστατος και λαμπρός, που δεν σέβεται την εξουσία, τις αρχές, ακόμη και εκείνη των ευγενών πατέρων του σοσιαλιστικού κινήματος, που κινείται σε έναν 19ο αιώνα τόσο παρόμοιο με την εποχή μας, εκείνον της επισφαλούς εργασίας, των συνοριακών ελέγχων, της ιδεολογικής σύγχυσης . Μια φιγούρα και ένας κόσμος, εν συντομία, όπου το κοινό μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του – με όλα αυτά που μπορούν να επακολουθήσουν …

Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί και η πολυγλωσσία της ταινίας: στο αρχικό κείμενο οι πρωταγωνιστές περνούν συνεχώς από τα γερμανικά στα γαλλικά στα αγγλικά, ανάλογα με τους τόπους όπου βρίσκονται, ανάλογα με τις αποχρώσεις του νοήματος που θέλουν να επικοινωνήσουν. Δεν είναι απλώς ένα τέχνασμα για να γίνει η σκηνογραφία πιο λαμπρή, ούτε υπάρχει η βούληση να ξαναχτιστεί φιλολογικά η ζωή του Μαρξ και του περιβάλλοντός του, del suo entourage, αλλά ένα στρατήγημα για να αγγιχτούν κάποιες χορδές στη γενιά Erasmus, η οποία μεγάλωσε κατά κάποιο τρόπο με μια συνείδηση ευρωπαϊκή, η οποία σε αυτά τα είκοσι χρόνια έχει πηδήξει από χώρα σε χώρα, αναμιγνύοντας τις γλώσσες, προσαρμόζοντάς τες στον εκφραστικό σκοπό. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και σύντροφοι και συνεργάτες, είναι οι ήρωες της πρώτης παγκοσμιοποίησης – και όχι συμπτωματικά ο Peck αναφέρει τις πρώτες σελίδες του Μανιφέστο για την παγκόσμια αγορά – που μιλούν στα παιδιά της τελευταίας παγκοσμιοποίησης χωρίς μεσάζοντες, μιλούν σαν κι αυτούς. Tο πλέγμα των γλωσσών γίνεται έτσι μια αναφορά, μια παραπομπή στον προλεταριακό διεθνισμό, ακόμη πιο αναγκαίο σήμερα.

Υπάρχουν όμως και άλλα δύο στοιχεία που λειτουργούν ως γέφυρα μεταξύ του κόσμου της ταινίας και του δικού μας. Το πρώτο: η προσοχή του Peck προς το ρόλο των γυναικών. Η φιγούρα της Jenny von Westphalen, της συζύγου του Μαρξ, καθώς και εκείνη της Mary Burns, συντρόφου του Engels, επιστρέφονται με όλη τους την ιστορική σημασία. Jenny και Mary είναι γυναίκες που επιλέγουν να χειραφετηθούν από την μοίρα που προβλέπεται για αυτές: η πρώτη τα σπάζει με την αριστοκρατική οικογένεια της, στρατεύεται, εργάζεται στο πλευρό των Μαρξ και Ένγκελς στη σύνταξη του Μανιφέστο, η Μαry αγωνίζεται στο εργοστάσιο, συνοδεύει τον Ένγκελς στις περιοχές της εργατικής τάξης για να καταρτίσει την πρώτη έρευνα σχετικά με τις κοινωνικές τάξεις, απορρίπτει το γάμο ως αστική σύμβαση. Οι φιγούρες τους αντιτίθενται με εκείνη της συζύγου του Arnold Ruge, που αντιθέτως υπηρετεί προσεκτικά το σύζυγό της και τον φιλοξενούμενο, συζητά όπως θα περίμενε κανείς, σύμφωνα με τις συμβάσεις, εκφράζοντας την αλήθεια της μπουρζουάδικης ύπαρξης τους, εκείνη την αλήθεια που ο Ruge κρύβει πίσω από μεγάλες και ασαφείς- άσκοπες διακηρύξεις υπέρ του σοσιαλισμού. Εάν η κατάσταση της γυναίκας είναι ο δείκτης επάνω στον οποίο θα μετρηθεί η πρόοδος μιας κοινωνίας πέρα από αυτό που λέει για τον εαυτό της, η Jenny και η Mary είναι η αλήθεια του Karl και του Friedrich, της προσπάθειάς τους να ξεσηκώσουν πραγματικά, να επαναστατήσουν τον κόσμο και τον εαυτό τους.

Ο κόσμος και αυτοί οι ίδιοι: αυτό είναι ένα άλλο στοιχείο που λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ των νέων στην οθόνη και των νέων στο ακροατήριο, στην πλατεία. Ο Peck μας δείχνει τον Μαρξ θύμα της αστυνομικής αλαζονείας- θρασύτητας, έναν κουρασμένο και πεινασμένο Μαρξ, με τους πιστωτές στην πόρτα, τον Μαρξ που τα έσπασε με τον καθωσπρέπει κόσμο, στον οποίο, με το ταλέντο του και την κατάρτιση του, θα μπορούσε άνετα να τακτοποιηθεί. Ο Peck μας υπενθυμίζει, δηλαδή, πως το να κάνεις πολιτική από την πλευρά της εκμεταλλευόμενων είναι μια ηθική επιλογή, η οποία καλύπτει όλη την συμπεριφορά και τον άνθρωπο, που μπορεί μια μέρα να πληρώσεις γι αυτήν, να έχεις συνέπειες, ακόμη και σκληρές, δεν μπαίνεις στα καλά σαλόνια με αυτήν, αλλά εκδιώκεσαι, λόγω αυτής μπορεί να μην γίνεις αγαπητός, αλλά περιφρονημένος και χλευασμένος από εκείνους τους λίγους που όμως κρατούν τα κλειδιά της γενικής άποψης και γνώμης. Το να είσαι κομμουνιστής δεν είναι μια ευχάριστη βόλτα, δεν είναι κάτι που στέκεται δίπλα σε άλλες επιλογές, μια προτίμηση, είναι μια επιλογή ζωής. Και εδώ ο δέκατος ένατος αιώνας πέφτει μέσα στο σήμερα δίχως διαμεσολαβήσεις: μετά από μια μακρά παρένθεση κατά την οποία το να είσαι κομμουνιστής δεν απαιτούσε να τροποποιήσεις, να μεταβάλλεις την ύπαρξη, αντιθέτως μπορούσε και να ανοίξει κάποιες πόρτες, να διευκολύνει μια καριέρα, έχουμε επιστρέψει στο έτος μηδέν, στον στιγματισμό, στο κυνήγι του εξτρεμιστή. Σαν να ήθελε να μας προειδοποιήσει η ταινία: αν ξεκινήσεις σήμερα, μην περιμένεις κάτι διαφορετικό από αυτό. Αλλά, ακριβώς για αυτό, επέλεξε να ξεκινήσεις.

Τους προβληματισμούς, τους στοχασμούς που μας επιτρέπει

Φτάνουμε εδώ στο πολιτικό ζουμί της ταινίας και στις πιθανές θεωρητικές και πρακτικές της καταβυθίσεις-στοχασμούς. Εδώ πιστεύω ότι η αξία του Peck δεν είναι τόσο να προσφέρει ένα είδος καινοτόμου ερμηνείας του Μαρξ, αλλά το ότι ανακτά τη δύναμη της πρωτότυπης-αυθεντικής του συμπεριφοράς-κίνησης την ώρα που ελευθερώνει κάποια κατακάθια που παρεμποδίζουν σήμερα τη δράση. Όπως και στην αρχαιολογία, όταν ξεθάβεις το αρχαίο οδηγείς σε μια νέα ανακάλυψη.

Ποια ανακάλυψη, για παράδειγμα; Αυτή πως το προλεταριάτο είναι με δυσκολία μια τάξη, πως είναι μάλλον μια διασπασμένη μάζα που αποτελείται από εκβιασμένους ανθρώπους, γεμάτους άγνοια, ζήλιες, όχι πιο ηρωική από άλλες. Η ταινία ανοίγει ακριβώς επάνω στη βία των αρχουσών τάξεων: η επίθεση της αστυνομίας σε ένα δάσος όπου άθλιοι συλλέκτες ξύλου «κλέβουν» τα ξηρά κλαδιά. Η δυστυχισμένοι το σκαν, ποδοπατούν ο ένας στον άλλο, δεν αρπάζουν τις πέτρες, δεν αντιστέκονται. Σφαγιάζονται. Ίδιο σκηνικό στη σύγχρονη Μάντσεστερ: οι εργάτριες διαμαρτύρονται επειδή μια από αυτές έχει χάσει δύο δάχτυλα στα μηχανήματα, η Μαry μπαίνει μπροστά και καταγγέλει τις συνθήκες εργασίας, ο πατέρας του Ένγκελς την απολύει: κανείς δεν την υπερασπίζεται, όλες σκύβουν το κεφάλι. Πού είναι η σημασία αυτών των σκηνών; Κατ ‘αρχάς στο ότι μας υπενθυμίζει, σε εμάς που σήμερα έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε «μια φορά ναι οι άνθρωποι αγωνίζονταν, σήμερα αντιθέτως …», και ως εκ τούτου θλιβόμαστε, είναι καταθλιπτικό, νιώθουμε ότι ζούμε σαν κατώτεροι σε σύγκριση με ένα μυθικό παρελθόν, και ως εκ τούτου μας συμβαίνει να αποδεχόμαστε το άθλιο παρόν, που όχι, δεν είναι αλήθεια, κάποτε ήταν όπως τώρα, οι άνθρωποι χαμήλωναν το κεφάλι, και μόνο με αντίτιμο θυσίες, αγώνες, επίπονη συσσώρευση εμπειριών και ιστορίας, το προλεταριάτο κατάφερε να γίνει μια τάξη ικανή για χειρονομίες αυτές ναι ηρωικές όπως η Κομμούνα ή οι εργατικές εξεγέρσεις της κόκκινης διετίας.

Ο Peck αφαιρεί αμέσως κάθε ψευδαίσθηση σχετικά με τη φυσική καλοσύνη ή ελευθερία του ανθρώπου – ο κομμουνισμός δεν είναι ένας ιδεαλισμός, είναι ένας υλισμός: η καλοσύνη και η ελευθερία είναι ιστορικά κατασκευασμένες έννοιες και κοινωνικά παραγόμενες πρακτικές. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται καλά αν τεθούν σε θέση να το πράξουν, οι εργαζόμενοι αγωνίζονται εάν τεθούν ή τίθενται στη κατάσταση να το πράξουν. Ποια είναι αυτή η θέση, η κατάσταση, αυτή η προϋπόθεση; Η ενότητα, ως εκ τούτου η συνείδηση της συμμετοχής σε μιαν ίδια τάξη, και η οργάνωση, που συμπληρώνει το ένστικτο, εκείνο το ένστικτο που στην ταινία οδηγεί τις εργάτριες να σαμποτάρουν τα μηχανήματα ή τους οικοδόμους να βοηθήσουν τον Καρλ και τον Φρίντριχ στη διαφυγή τους από την αστυνομία , αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να γίνει μια πραγματική δύναμη.

Σύγκρουση και οργάνωση: αυτό είναι το θεωρητικό νήμα που ακολουθεί ο Peck από την αρχή της ταινίας μέχρι την κορυφαία σκηνή. Εκείνη στην οποία ο Μαρξ και ο Ένγκελς κυριαρχούν- επιβάλλονται στο Κογκρέσο της Ένωσης των Δικαίων, και αλλάζοντας το όνομά της σε Ένωση των Κομμουνιστών και αλλάζοντας το σύνθημά της, που περνάει από ένα γενικό «Όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια» στο διάσημο «Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε ». Σε αυτή την κίνηση ο Peck αναγνωρίζει το γεγονός της γέννησης της σύγχρονης αριστεράς: από δίκαιοι σε κομμουνιστές, από ένα ηθικό στοιχείο-δεδομένο, ατομικό, σε ένα δεδομένο υλικό, συλλογικό, που σχετίζεται με τις σχέσεις παραγωγής. Από μια δήλωση αρχής, από την επίκληση της καλοσύνης-ευγένειας, σε μια ρεαλιστική ένδειξη λειτουργικού χαρακτήρα, που πρώτα απ’ όλα διαιρεί το κοινωνικό πεδίο – διότι οι «προλετάριοι» δεν είναι οι «όλοι» – και στη συνέχεια το επανασυνδέει στο «ενωθείτε»! …

Είναι σαφές ότι ο Peck τονίζει τη σκηνή για να αντιπαραθέσει εκείνη τη χειρονομία προς τη σημερινή αριστερά. Που όντως, εδώ και τριάντα χρόνια σε αυτά τα μέρη, έχει εγκαταλείψει ένα ταξικό όραμα-μια ταξική οπτική και δεν θέλησε ή δεν ήξερε πώς να σχεδιάσει μια γραμμή διάκρισης μεταξύ φίλων και εχθρών, υποχωρώντας σε θέσεις προηγούμενες του 1848, στις ανθρωπιστικές αφαιρέσεις, στον διανοουμενισμό ενός Bauer , στις ουτοπίες ενός Proydhon, στον μηδενισμό ενός Μπακούνιν. Έχει χάσει μια οργανική σχέση με τη ζωή της τάξης, και από εδώ προέρχονται οπορτουνισμός και σεκταρισμός, απoλύτως καταχρηστικοί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το γεγονός, η δράση, η συμπεριφορά που αποθανατίζει ο Peck στην ταινία πρέπει σήμερα να επαναληφθεί ξανά.

Πώς; Με τρία πράγματα, φαίνεται να προτείνει η ταινία. Πρώτα απ ‘όλα με τη θεωρία. Απέναντι στον Wilhelm Weitling, ο οποίος μέσα στον επαναστατικό μυστικισμό του πιστεύει ότι αρκεί να κάνει έκκληση στο πνεύμα, στη διάθεση, ο Μαρξ φωνάζει ενάντια στην άγνοια. Οι εκμεταλλευόμενοι άνθρωποι χρειάζονται μια επιστημονική θεωρία, δεν χρειάζονται φλυαρία. Μια θεωρία λογικά σταθερή, που αναγνωρίζει την ιστορική δυναμική και επιτρέπει να καταγράψουμε τις ενέργειές μας μέσα σε αυτήν. Αλλά που να έχει – και εδώ η σημασία της έρευνας, της συμμετοχής στις εργατικές συναντήσεις, της παρουσίας των αγωνιστών στα εργοστάσια και στις γειτονιές – ένα εμφύτευμα στην πραγματικότητα. Ισχυρές κατηγορίες, σταθερές, συγκεκριμένη ανάλυση αλλά και σταθερή παρουσία μέσα στην τάξη, συναισθηματική και ζωτική σχέση-σύνδεση: αυτά είναι τα δύο παλαιά στοιχεία που σήμερα εμφανίζονται ολοκαίνουργια, όλα αυτά πρέπει να κατακτηθούν.

Αλλά η λεπτότητα του Peck φαίνεται να προτείνει επίσης ένα τρίτο στοιχείο: τη συνοχή της ηγετικής ομάδας. Οι Karl, Friedrich, Jenny, Mary, και οι σύντροφοι που περιστρέφονται γύρω τους δεν είναι επαγγελματίες πολιτικοί, αλλά νεαροί που κινούνται και εμπνέονται από μια επιθυμία αλλαγής και γι ‘αυτό μοιράζονται τα πάντα, δεν κρατούν κάτι για τον εαυτό τους. Επιτυγχάνουν στην αιφνιδιαστική επίθεση στην Lega των Δικαίων επειδή είναι ενωμένοι συμπαγείς, επειδή αγαπιούνται. Ο Peck συλλαμβάνει μια κίνηση που ενώνει αυτήν την περιπέτεια με άλλες ανάλογες: την ομάδα της Νέας Τάξης που θα ιδρύσει το PCI, τους κουβανούς barbudos, τους μαύρους πάνθηρες … Εμπειρίες δημιουργίας οργάνωσης που βασίζονται όχι μόνο σε μια θεωρία ή σε μια εσωτερικότητα στο υποκείμενο αναφοράς, αλλά και στη δύναμη των δεσμών, σε μια κοινή ζωή, σε μια φιλία με την υψηλή έννοια. Με έναν χαρακτήρα φιλοδοξίας χωρίς την οποία κάθε λειτουργία-επιχείρηση οργανωτικής κατασκευής παραμένει κρύα, αποστειρωμένη.

Ο Gramsci είχε μαντέψει, είχε νιώσει κάτι παρόμοιο στο Il nostro Marx, ο δικός μας Μάρξ, ένα άρθρο που έγραψε το 1918, με την ευκαιρία της πρώτης εκατονταετηρίδας του φιλόσοφου. Σύμφωνα με τον Γκράμσι, μέσα από τον Μαρξ, μπορούμε να γνωριστούμε καλύτερα και να συνειδητοποιήσουμε πόσο αξίζει η δική μας «ατομική βούληση, και πώς αυτή μπορεί να καταστεί ισχυρή από το γεγονός ότι, υπακούοντας, πειθαρχώντας στην ανάγκη, καταλήγει να κυριαρχεί επί της ίδιας της ανάγκης.» Αν ο Μαρξ ξεκαθαρίζει τις υλικές δυναμικές, επιμένει στην αντικειμενικότητα, δεν είναι για να υποδουλωθεί σε αυτήν, αλλά για να μας επιτρέψει να κυριαρχήσουμε επί αυτής και να είμαστε σε θέση να παράξουμε, με την συμπαγή ενέργεια -δράση μας, κάτι που φαινόταν αδύνατο. Επομένως, είναι λάθος να θεωρηθεί ως κάτι καθαρά αυθαίρετο να έχεις φιλοδοξίες: «Θέληση, μαρξιστική, σημαίνει συνειδητοποίηση του σκοπού, που με τη σειρά του σημαίνει ακριβής έννοια και αντίληψη της δύναμης σου και των μέσων για να την εκφράσεις σε δράση. Ως εκ τούτου, σημαίνει σε πρώτη φάση διάκριση, αναγνώριση της τάξης, ανεξάρτητη πολιτική ζωή από εκείνη της άλλης τάξης, συμπαγή οργάνωση και πειθαρχημένη για τους ιδιαίτερους σκοπούς και στόχους της, χωρίς παρακάμψεις και δισταγμούς. Σημαίνει ευθεία ώθηση, παλμό προς το μέγιστο αποτέλεσμα, δίχως βόλτες στα πράσινα λιβάδια της εγκάρδιας αδελφοσύνης, έχοντας μαλακώσει από τα πράσινα χορταράκια και από τις μαλακές δηλώσεις εκτίμησης και αγάπης …».

Απόρριψη μιας αφηρημένης αδελφοσύνης, ταξική γραμμή, σημασία μιας ταιριαστής οργάνωσης και αποφασισμένης, μέσα στην οποίαν όλοι θα αισθάνονται κοντά ο ένας με τον άλλον, συναίσθημα – τελικά – μιας ισχύος: δεν ξέρω αν ο Peck είχε διαβάσει αυτό το κείμενο του Gramsci, εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι στην ταινία του παίζονται ακριβώς αυτά τα σημεία. Που είναι κεντρικά, θεμελιώδη και για εμάς. Μόνο σε ένα πράγμα είναι νόμιμο να διαφωνούμε με τον Gramsci. Στο τέλος του άρθρου του, απεικονίζει τον Μαρξ ως έναν «απέραντο και γαλήνιο σκεπτόμενο εγκέφαλο», μια «ατομική στιγμή» ενός «πνεύματος» που αγωνίζεται εδώ και αιώνες για να εκδηλωθεί, αλλά που τελικά φαίνεται να έχει βρει τον δρόμο του. Από την άλλη πλευρά, ο Gramsci έγραφε την επομένη της επανάστασης του Οκτώβρη, ενώ ο σοσιαλισμός μεγάλωνε – λίγους μήνες αργότερα θα είχε συγκεντρώσει το 32% στις γενικές εκλογές – με την πεποίθηση ότι το μέλλον θα έπρεπε »μονάχα» να επιταχυνθεί …

Αυτός ο χεγκελισμός σε εμάς δεν επιτρέπεται. Η ηρεμία δεν γνωρίζουμε καλά τι είναι. Το μέλλον δεν ξέρουμε αν έλθει. Ο δικός μας Μαρξ είναι νέος, ενεργεί oρμητικά, αυθόρμητα, είναι ακόμη στην αναζήτηση ενός δρόμου. Για μας ακόμη όλα πρέπει να γίνουν. Η ιστορία είναι, και πάλι, στην εκκολαπτόμενη-αναδυόμενη κατάσταση.https://www.carmillaonline.com/2018/06/17/il-nostro-giovane-marx/

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Για μια «ζωή που ν’ αξίζει κάποιος να την ζει»

Stampa

 

10

Per una “vita degna di essere vissuta”

Μεταφέρουμε την εισαγωγή της Silvia Federici στο “Reincantare il mondo, να αποπλανήσουμε ξανά τον κόσμο” που δημοσιεύτηκε από το CommonwareCommonware.

 

Ο ήχος ορισμένων φωνών από το πιο μακρινό αμερικανικό παρελθόν έρχεται από το μέλλον. Αρχαίες φωνές. Συνεχίζουν να μας λένε, για παράδειγμα, ότι εμείς είμαστε παιδιά της γης, και ότι η μητέρα δεν πωλείται ούτε παραδίδεται προς ενοικίαση. Ενώ στην Πόλη του Μεξικού πέφτει μια βροχή από νεκρά πουλιά, και τα ποτάμια μετατρέπονται σε υπονόμους και οι θάλασσες σε σκουπιδότοπους και τα δάση σε έρημο, αυτές οι φωνές πεισματικά ζωντανές μας αναγγέλλουν έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό από αυτόν τον δηλητηριαστή των υδάτων, του εδάφους, του αέρα. Και της ψυχής. Και έναν άλλο κόσμο μας ανακοινώνουν δυνατό οι αρχαίες φωνές που μιλάνε για την κοινότητα. Η κοινότητα, ο κοινοτικός τρόπος παραγωγής και ζωής, είναι η πιο απομακρυσμένη παράδοση της Αμερικής, η πιο αμερικανική όλων των παραδόσεων: ανήκει στις ρίζες των καιρών και των λαών, αλλά και των επόμενων καιρών, είναι ο προάγγελος ενός Νέου Κόσμου.

Eduardo Galeano,  Il libro degli abbracci το βιβλίο των εναγκαλισμών

Η δημοσίευση ενός βιβλίου που αφιερώνεται στην πολιτική των κοινών, commons, σήμερα μπορεί να φαίνεται μια πράξη μεγάλης αθωότητας, αφέλειας, καθώς ήμαστε περιτριγυρισμένοι από τη συνεχή απειλή των πολέμων και οικονομικών και οικολογικών κρίσεων που μαστίζουν ολόκληρες περιοχές. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η διαρκής απειλή καθιστά αναγκαίο να επιβεβαιώσουμε ότι παρά τα εμπόδια ένας άλλος κόσμος αναδύεται, σαν το χορτάρι που φυτρώνει ανάμεσα στις ρωγμές τους αστικού τσιμέντου, φθείροντας την ηγεμονία του ιδιωτικού και του Κράτους, γιατί μέσα σε ένα πλαίσιο και μια συγκυρία όπου ανάπτυξη σημαίνει βία και η θεσμική πολιτική είναι όλο και πιο ασήμαντη και αμελητέα για την πλειοψηφία του πληθυσμού, το να αναγνωρίζουμε την δική μας ουσιαστική αλληλεξάρτηση και να ενισχύσoυμε την ικανότητά μας για συνεργασία είναι ο μόνος τρόπος για την επιβίωση. Αυτή είναι η δύναμη που εκφράζεται από τους πολλούς αγώνες που, σε οποιοδήποτε μέρος της γης, αντιτίθενται στην επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων, για την υπεράσπιση του κοινού συμφέροντος και των κοινών καλών και για να οικοδομήσουμε κοινωνίες που βασίζονται στην αλληλεγγύη και την κοινή χρήση των φυσικών και παραγόμενων πλούτων.

Είναι μέσα στο πλαίσιο αυτών των αγώνων που αναπτύχθηκε από τη δεκαετία του ’90 μια τεράστια βιβλιογραφία, που συμπεριλαμβάνει θεωρητικές αναλύσεις, ιστορικές ανακατασκευές, καθώς και αναφορές σχετικά με τον πειραματισμό που διεξάγεται σε διάφορες χώρες αφιερωμένες στα κοινά. Στο προσάρτημα αυτού του τόμου υπέδειξα τα σημαντικότερα έργα, ειδικά στον φεμινιστικό τομέα, για την εργασία μου. Εδώ θέλω μόνο να υπογραμμίσω ότι τα δοκίμια που συλλέχθηκαν σε αυτόν τον τόμο είναι χρεωμένα σε αυτή τη σημαντική παραγωγή, της οποίας μοιράζομαι τις βασικές διατριβές και θέσεις και την πολιτική προοπτική που την διαμορφώνει, που της δίδει μορφή. Αυτό που η έννοια των κοινών, αν και μπορούμε να την αποκαλέσουμε με διάφορους τρόπους – commons, commoning, el común, comunalidad -, είναι σήμερα η γλώσσα στην οποία εκφράζεται η εναλλακτική προς τη λογική του καπιταλισμού, και αναφέρεται σε μία περίπλοκη πραγματικότητα στην οποία τα υλικά αγαθά που έχουμε να μοιραστούμε, οι κοινωνικές σχέσεις και οι κανονισμοί που αφορούν τη χρήση και τη φροντίδα του φυσικού ή παραγόμενου πλούτου σχηματίζουν ένα σύνολο που είναι αδιαίρετο τόσο θεωρητικά όσο και στην πρακτική. Αυτό σημαίνει πως, όπως υποστηρίζει ο Massimo de Angelis στο Omnia Sunt Communia[1][1],  με την λέξη commons εννοούμε ένα κοινωνικό σύστημα, έναν τρόπο παραγωγής, με μια λογική ενιαία και την ικανότητα να αυτο-αναπαράγεται2][2]. Ταυτόχρονα, το «κοινό» υπάρχει ήδη, σε εμβρυϊκή μορφή, σε μια μεγάλη ποικιλία σχεδιασμών και πρωτοβουλιών – από τους αστικούς κήπους στις καταλήψεις στα ανακτηθέντα εργοστάσια, από το κίνημα του ελεύθερου λογισμικού μέχρι τους comedores populares – με τους οποίους αναζητούνται λύσεις στα προβλήματα που ο καπιταλισμός δεν μπορεί να επιλύσει”[3][3].

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση που προτείνω επεκτείνει την θεματική των κοινών σε έναν τομέα που δεν έχει διερευνηθεί μέχρι στιγμής, τουλάχιστον στη βιβλιογραφία σχετικά με τα κοινά που παράγεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρόκειται για το σύνολο των δραστηριοτήτων που προβλέπουν στην αναπαραγωγή της καθημερινής ζωής και της εργατικής- δύναμης, οι οποίες εξακολουθούν να εκτελούνται κυρίως από τις γυναίκες. Όπως παρατήρησε η Dolores Hayden, στο κλασικό έργο της The Grand Domestic Revolution, η επιθυμία να κοινωνικοποιηθεί αυτό το έργο έχει μακρά ιστορία[4][4]. Ήδη στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, φεμινίστριες σοσιαλίστριες (fourieriane, oweniste) και μεταρρυθμίστριες έδωσαν ζωή σε σημαντικά πειράματα, τείνοντας να σπάσουν την απομόνωση στην οποία η οργάνωση της οικιακής εργασίας καταδίκαζε τις γυναίκες, συνδέοντας το σπίτι με την γειτονιά και οικοδομώντας συλλογικές μορφές αναπαραγωγής, όπως οι συλλογικές κουζίνες[5][5].

Σήμερα, αυτά που στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα παρέμεναν πειράματα περιορισμένα σε ομάδες και δίκτυα φεμινιστριών ή γυναικών που ήταν στρατευμένες σε θεσμικό επίπεδο σε σχέδια σοσιαλδημοκρατικών μεταρρυθμίσεων της κοινωνικής αναπαραγωγής, επανεμφανίζονται αλλά πραγματοποιούμενα σε μεγάλη κλίμακα, υπαγορευμένα όχι από πολιτικές ιδεολογίες αλλά από την ανάγκη να επινοηθούν συλλογικά νέες μορφές επιβίωσης.

Αυτή η πτυχή της κοινής πολιτικής των commons βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος μου εδώ και χρόνια, διότι είμαι πεπεισμένη ότι η οικοδόμηση πιο συνεργάσιμων μορφών αναπαραγωγής είναι η προϋπόθεση όχι μόνο μιας «ζωής που να αξίζει κάποιος να την ζήσει» – η σημερινή αξίωση διαφόρων φεμινιστικών και μη κινημάτων – αλλά και της αντίστασης στην προώθηση των καπιταλιστικών σχέσεων και της δημιουργίας μιας κοινωνίας που δεν υποτάσσεται στη λογική του κέρδους και της αγοράς.

Διάφορα άρθρα που συγκεντρώθηκαν εδώ («Φεμινισμός και πολιτική των κοινών, Femminismo e la politica dei commons», «Η κοινότητα της πόλης, “Il comune della città”», «Από την κρίση στα κοινά, “Dalla crisi ai commons”» και «Μαρξ, φεμινισμός και ανασυγκρότηση των κοινών, “Marx, il femminismo e la ricostruzione dei commons”») είναι αφιερωμένα σε αυτό το θέμα, το οποίο είναι σε μεγάλο μέρος εμπνευσμένο από τους αγώνες των γυναικών στη Λατινική Αμερική, όπως οι αγώνες των mujeres villeras του Μπουένος Άιρες, που συναντήθηκαν στη Villa Retiro Bis[6][6]. Όμως το βιβλίο αντιμετωπίζει και άλλες θεματικές.

Αναπόφευκτα, το πρώτο μέρος είναι αφιερωμένο στις νέες μορφές enclosure [περιφράξεων] που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της παγκοσμιοποίησης και είναι εν μέρει το κίνητρο, o λόγος για την εμφάνιση μιας πολιτικής των κοινών. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησα δοκίμια που δημοσιεύτηκαν στις “Midnight Notes” της δεκαετίας του ’90, επιστρέφοντας από μια περίοδο διδασκαλίας στη Νιγηρία κατά τη διάρκεια της οποίας μπορέσαμε να δούμε άμεσα την εμφάνιση μιας νέας φάσης ανάπτυξης και επαναποικιοποίησης, που προωθούσε η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο όνομα της κρίσης του χρέους, με στόχο την αποκοπή από τις ρίζες από την αφρικανική ήπειρο, όπου εξακολουθεί να έχει βαθιές ρίζες, κάθε μορφή κοινοτικοποίησης, κομουναλισμού, ειδικά όσον αφορά την ιδιοκτησία της γης. Ιδιαίτερα σημαντικό μεταξύ αυτών είναι το δοκίμιο The New Enclosures[7][7] (εδώ αναδημοσιεύθηκε ως «Οι Νέοι Φράχτες», “Le nuove recinzioni” ), ένα από τα πρώτα στις Ηνωμένες Πολιτείες που διάβασε την παγκοσμιοποίηση ως μια διαδικασία «πρωταρχικής συσσώρευσης». Η θεωρητική γραμμή που προτείνει αυτό το δοκίμιο εκφράζεται στη συνέχεια σε δύο δοκίμια αφιερωμένα στις συνέπειες της διαρθρωτικής προσαρμογής στην Αφρική και της μετάβασης στον καπιταλισμό στην Κίνα, στόχος του οποίου είναι να υπογραμμίσει ότι παρά την ποικιλομορφία των τρόπων και στις πολιτικές και γεωγραφικές σφαίρες-πεδία δράσης, η καταστροφή των κοινοτικών καθεστώτων και της πρόσβασης στα μέσα της (ανα) παραγωγής, παραμένει η πρωταρχική προϋπόθεση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και είναι ο λόγος της βίας που την συνοδεύει, αυτή την στιγμή.

Παραδείγματα αυτής της βίας εξετάζονται σε δύο δοκίμια του πρώτου Μέρους («Κυνήγι μαγισσών, παγκοσμιοποίηση και φεμινιστική αλληλεγγύη» και «Βία κατά των γυναικών και νέες μορφές συσσώρευσης»). Το πρώτο αφορά το νέο κυνήγι μαγισσών, το οποίο βήμα προς βήμα με την ιδιωτικοποίηση της γης και τη μετάβαση σε καθεστώτα ατομικών τίτλων έχει εξαπολυθεί σε διάφορες περιοχές της Αφρικής, της Ινδίας, του Νεπάλ και άλλων περιοχών, κυρίως σε περιοχές που προορίζονται για εμπορικές χρήσεις. Το δεύτερο εξετάζει, σε μια γενικότερη μορφή, το ποσοτικό και ποιοτικό άλμα που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια, παγκοσμίως στη βία κατά των γυναικών, η οποία σήμερα παίρνει μορφές που υπενθυμίζουν το κυνήγι μαγισσών του δέκατου έκτου και δέκατου έβδομου αιώνα. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για έναν πραγματικό πόλεμο που, όχι τυχαία, χτυπά τη γυναίκα ως υποκείμενο που είναι πιο άμεσα υπεύθυνο για την αναπαραγωγή της κοινότητας και για τη διατήρηση της συλλογικής της μνήμης και της συνοχής της. Το να υπογραμμίζεται αυτή η σχέση μεταξύ της ιδιωτικοποίησης και των νέων μορφών βίας κατά των γυναικών είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια εποχή που, στο όνομα του «Ni una menos»[8][8], ένα νέο φεμινιστικό κίνημα αναπτύσσεται σχεδόν σε κάθε μέρος του κόσμου για να καταγγείλει αυτή τη βία και να αποκαλύψει τους ενόχους και τα αίτια.

Ενώ το πρώτο μέρος ανασυνθέτει το πλαίσιο μέσα στο οποίο έχει ωριμάσει η πολιτική των κοινών, το δεύτερο προσπαθεί να καθορίσει τη σημασία των κοινών τόσο ως πραγματικότητα που ασκείται στο παρόν όσο και ως προβλεπόμενη προοπτική σε εμβρυϊκό επίπεδο ενός κόσμου πέρα από τον καπιταλισμό.

Όπως ανέφερα ήδη εν συντομία, τα πιο προτεινόμενα-δημιουργικά μέρη αυτής της ανάλυσης είναι εκείνα που εμπνέονται από τα κινήματα των γυναικών που ασχολούνται με τον λεγόμενο «λαϊκό φεμινισμό» στη Λατινική Αμερική, που βλέπουν την προστασία των φυσικών αγαθών, τη δημιουργία συνεργατικών μορφών αναπαραγωγής και τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και την πατριαρχία ως ουσιαστικά στοιχεία μιας ενιαίας διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού. Σήμερα, μέρος αυτού του αγώνα κατευθύνεται επίσης κατά των ανισοτήτων που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις εξουσίας σε διάφορα κοινοτικά καθεστώτα στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική και που, ξεκινώντας από την Διάσκεψη του Πεκίνου (1995), έχουν αξιοποιηθεί έξυπνα από την Παγκόσμια Τράπεζα για να προωθήσουν την ιδιωτικοποίηση και την ατομική τιτλοποίηση, οι οποίες αμφότερες παρουσιάζονται ως μια υπεράσπιση του δικαιώματος των γυναικών να έχουν πρόσβαση στη γη. Το μάθημα, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύει η Gladys Tzul Tzul, σχετικά με τη συμμετοχή των γυναικών στα κοινοτικά καθεστώτα του οροπεδίου του Totonicapan (Guatemala)[9][9] είναι ότι η αναγνώριση της εξουσίας λήψης αποφάσεων των γυναικών είναι, εκτός από μια αρχή-συστατικό δικαιοσύνης, μια εγγύηση ζωής για τα κοινά, που διαφορετικά θα ήταν αλλοιωμένα από εσωτερικές διαιρέσεις που θα τα εξέθεταν ευκολότερα σε απαλλοτρίωση.

Πώς λοιπόν να ξεχωρίσουμε κοινοτικά καθεστώτα ή πειράματα ικανά να δημιουργήσουν μια εναλλακτική λύση στη λογική της εκμετάλλευσης από μορφές κομμουναλισμού που λειτουργούν, αντιθέτως, ως βαλβίδες ασφαλείας, με τις οποίες ένα καπιταλιστικό σύστημα σε κρίση προσπαθεί να ελαφρύνει τις εντάσεις που η ώθηση στην ιδιωτικοποίηση κάθε αγαθού και κοινωνικής σχέσης αναπόφευκτα δημιουργεί; Στην Omnia sunt Communia, ο Massimo de Angelis μας προειδοποιεί σωστά να μην προσπαθήσουμε να εξαναγκάσουμε την αναγκαστικά ρευστή πραγματικότητα, πειραματική, κάθε μορφής communalidad μέσα στα στενά ιδεολογικών μοντέλων καθορισμένων a priori, εκ των προτέρων. Ωστόσο, είναι αδύνατο να μην αναρωτηθούμε από την άποψη αυτή, πολιορκημένοι όπως είμαστε από τον πολλαπλασιασμό των κοινών που, ναι, ενώνονται (με βάση τις εθνοτικές, ταξικές, θρησκευτικές ταυτότητες) αλλά μόνο για να αποκλείσουν, για να προστατεύσουν προνόμια και πλεονεκτήματα ή, όπως αναφέρθηκε , για να εκτρέψουν την αντίθεση στην ιδιωτικοποίηση.

Είναι με αυτόν τον στόχο που, στο «Commons Against and beyond Capitalism», “Commons contro e oltre il capitalismo”, που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Γιώργο Καφεντζή, George Caffentzis, έχει διευκρινιστεί ότι η πολιτική των κοινών δεν είναι μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά μια πραγματικότητα που μπορεί να οικοδομηθεί μόνο μέσα από αγώνες, και επίσης ότι τα κοινά δεν μπορούν να διαλυθούν στο «δημόσιο», ότι η ύπαρξή τους εξαρτάται από την ύπαρξη μιας κοινότητας και αυτή, με τη σειρά της, βασίζεται στη συνεργασία, στη συλλογική εργασία, στην αμοιβαία φροντίδα μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ αυτών και το περιβάλλον.

Με τον ίδιο στόχο εξέτασα επίσης τη σχέση μεταξύ κοινοτισμού και κομμουνισμού στο έργο του Μαρξ, τουλάχιστον σε εκείνο το μέρος του έργου του που ο Μαρξ αποφάσισε να δημοσιεύσει και που επηρέασε πιο άμεσα το σοσιαλιστικό κίνημα σε διεθνές επίπεδο. Η ανάλυση μου σχετικά είναι μόνο μερική, καθώς περιορίζεται στην καταγραφή των πιο εμφανών διαφορών μεταξύ της εικόνας των κοινών που προβάλλονται από τα σημερινά κοινωνικά κινήματα και, αφενός, της μαρξιάνας κριτικής στον «ουτοπικό σοσιαλισμό» και αφετέρου, στο όραμα του Μαρξ για τον κομμουνισμό όπως μπορεί να συναχθεί από τις διάφορες αναφορές του στον ρόλο του Κράτους, στη δικτατορία του προλεταριάτου, στην ενοποιητική λειτουργία της επέκτασης των παγκόσμιων καπιταλιστικών σχέσεων και ούτω καθεξής[10][10]. Αυτό που λείπει σε αυτή την ανάλυση είναι η ανακατασκευή του περάσματος – κατά προσέγγιση ανιχνεύσιμου στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα – από μια ιστορική-πολιτική στιγμή στην οποία η ιδέα της κοινoχρησίας των αγαθών – που ταυτίζεται με την κοινοχρησία της γης – που εξακολουθεί να αποτελεί τον πρωταρχικό ισχυρισμό, την πρωταρχική διεκδίκηση των επαναστατών στην Ευρώπη (από τον Winstanley στον Babeuf), σε μια στιγμή κατά την οποίαν επιβάλλεται ο «κομμουνισμός», που προσδιορίζεται με τη απαλλοτρίωση και την από κοινού διαχείριση, των μέσων παραγωγής, από ελεύθερες ενώσεις παραγωγών. Ωστόσο, δύο στοιχεία διακρίνονται, ακόμα και σήμερα, να διαχωρίζουν τους θεωρητικούς των κοινών που κινούνται σε φεμινιστικούς, οικολογικούς, αναρχικούς και μαρξιστικούς φεμινιστικούς τομείς και χώρους από τους θεωρητικούς desarrollisti – developmentalists – a] ή επιταχυντές – accelerazionisti, οι οποίοι (όπως συχνά ο Μαρξ) βλέπουν την καταστροφή των υφιστάμενων commons ως αναγκαία συνθήκη για την υλοποίηση της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας. Αυτά είναι η απόδοση στο Κράτος του καθήκοντος της απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών και της εξάλειψης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας – σε σχέση με το χτίσιμο, ξεκινώντας από το παρόν, μορφών έστω και περιορισμένων αυτοκυβέρνησης – και η ώθηση προς την καθολίκευση των καπιταλιστικών σχέσεων ως ενοποιητικό στοιχείο του προλεταριάτου σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά της επιβεβαίωσης της ανάγκης για πολλαπλές μορφές  κομουναλισμού, σε αντιστοιχία με τις διαφορές στις ιστορικές και πολιτιστικές τροχιές και τις διαφορετικές γεωγραφικές και περιβαλλοντικές συνθήκες.Oι σημερινοί commoners  δεν πιστεύουν στο Κράτος και διεκδικούν την ικανότητα να αποφασίζουν για τη δική τους ζωή, να ανακτήσουν τον έλεγχο των πιο ουσιωδών συνθηκών αναπαραγωγής τους, καθώς θεωρούν καταπιεστική την επιβολή ενιαίου μοντέλου κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής. Όχι μόνο αυτό. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά τη δημοσίευση του Κεφαλαίου μπορούμε να επαληθεύσουμε ότι η τεχνολογική ανάπτυξη στην οποία ο Μαρξ ανέθετε την κατασκευή των υλικών βάσεων του κομμουνισμού καταστρέφει όχι μόνο τα κοινοτικά καθεστώτα που υπάρχουν ακόμη, αλλά τις δυνατότητες αναπαραγωγής και ζωής για έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό ειδών στον πλανήτη μας.

Είναι σε όσες και όσους αγωνίζονται, με μεγάλους κινδύνους για τη ζωή τους, εναντίον αυτής της καταστροφής, που αυτό το βιβλίο είναι αφιερωμένο..

 

a] [desarrollismo, σημαίνει ιδεολογία που υποστηρίζει την καθαρά οικονομική ανάπτυξη ως στόχο προτεραιότητας.]

[1][1] Massimo de Angelis, Omnia Sunt Communia. On the Commons and the Transformation to Postcapitalism, Zed Books, Londra 2017.

[2][2] Ivi, pp. 240 ss. “Omnia sunt Communia” – “tutto deve essere in comune, όλα πρέπει να είναι κοινά” – είναι τα τελευταία λόγια, λέγεται, που πρόφερε ο Thomas Müntzer, ο leader του πολέμου των χωρικών στη Γερμανία, που συνελήφθη μετά την μάχη του Frankenhausen στα 1525, πριν πεθάνει από βασανιστήρια.

[3][3] Ivi, p. 270.

[4][4] Dolores Hayden, The Grand Domestic Revolution, MiT Press, Cambridge MA 1985.

[5][5] Γράφει η Hayden: “Μεταξύ του τέλους του εμφυλίου πολέμου και της έναρξης της Μεγάλης ύφεσης, τρεις γενεές υλιστών φεμινιστριών εξέτασαν, αξιολόγησαν θεμελιωδώς τη λεγόμενη «γυναικεία σφαίρα» και «εργασία των γυναικών». […] Για να ξεπεράσουν ένα μοντέλο αστικού και οικιακού χώρου που απομόνωνε τις γυναίκες και καθιστούσε την οικιακή εργασία αόρατη, ανέπτυξαν νέες μορφές οργάνωσης γειτονιάς, όπως οι συνεταιρισμοί των νοικοκυρών, τα νηπιαγωγεία, οι δημόσιες κουζίνες και οι λέσχες – εστιατόρια της κοινότητας. Φαντάστηκαν επίσης ιδανικές φεμινιστικές πόλεις. Επαναπροσδιορίζοντας την οικιακή εργασία και τις ανάγκες των γυναικών και των οικογενειών τους σχετικά με το σπίτι, αυτές έσπρωξαν τους αστικούς αρχιτέκτονες και σχεδιαστές να επανεξετάσουν τις επιπτώσεις της αρχιτεκτονικής στην οικογενειακή ζωή.” (ivi, p. 1).

[6][6] “Villa” είναι το όνομα που δίνεται στην Αργεντινή στις λαϊκές γειτονιές που χτίστηκαν χωρίς άδεια, είναι το ισοδύναμο της favela στη Βραζιλία. Η Villa 31 Retiro Bis είναι μια «villa μιζέρια», δηλαδή ένας από τους πολλούς ανεπίσημους οικισμούς που βρίσκονται στην πόλη του Μπουένος Άιρες. Ιδρύθηκε το 1932, με το όνομα της Villa ανεργία, αποτέλεσε αντικείμενο πολλών προσπαθειών από τις αρχές να την καταστρέψουν, που όμως ποτέ δεν ήταν επιτυχείς. Σχετικά με την Villa Retiro Bis σε σχέση με την πολιτική των κοινών, δείτε Raúl Zibechi, Descolonizar el pensamiento crítico y la práticas emancipatorias, Ediciones desde abajo, Bogotà 2015, σελ. 99-100.

[7][7] Midnight Notes #10, The New Enclosures, Jamaica Plain MA, φθινόπωρο 1990.

[8][8] Αυτό είναι το σύνθημα με το οποίο, τον οκτώβριο του 2016, οι φεμινίστριες της Αργεντινής, που συγκεντρώθηκαν για την ετήσια συνάντησή τους στην πόλη του Ροζάριο, εξαπέλυσαν μια έκκληση ώστε η 8η μαρτίου του 2017 να αφιερωθεί στον αγώνα εναντίον της βίας κατά των γυναικών. Αυτό αφού τις ίδιες μέρες της συνάντησης μια άλλη νεαρή γυναίκα σκοτώθηκε με βαρβαρότητα στην πόλη Mar de la Plata.

[9][9] Gladys Tzul Tzul, Sistemas de Gobierno Comunal Indígena. Mujeres y tramas de parentesco en Chuimeq’ena’, Editorial Maya Wuj, Guatemala 2016.

[10][10] Δείτε Gerrard Winstanley, La nuova legge di giustizia (1649), Ο νέος νόμος για την δικαιοσύνη, in Atonino recupero (a cura di), La terra a chi la lavora!, H γη σε αυτόν που την δουλεύει, Guaraldi, Firenze 1974. Δείτε επίσης Maurice Dommanget, Babeuf e la congiura degli uguali, και η συνωμοσία των ίσων, Edizioni- Εκδόσεις immanenza, Napoli 2015.

https://www.infoaut.org/segnalazioni/per-una-vita-degna-di-essere-vissuta

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Qandil, δράσεις ανταρτοπόλεμου του PKK ενάντια στον τούρκο εισβολέα

Stampa

 

644

 Video

Οι επιθέσεις του τουρκικού στρατού ενάντια στις βάσεις του Pkk, στο βόρειο ιρακινό έδαφος, Bashur, έχουν ενταθεί. Πολλοί οι βομβαρδισμοί από τουρκικά πολεμικά αεροπλάνα εναντίον θέσεων ανταρτών και χωριών.

Qandil, azioni di guerriglia del PKK contro l’invasore turco

Εκτός από τους βομβαρδισμούς, ο τουρκικός στρατός κατόρθωσε να διεισδύσει σε 20 χιλιόμετρα σε ιρακινό έδαφος. Υπάρχουν όλο και περισσότερα σημάδια επικείμενης μεγάλης κλίμακας εισβολής στην ιρακινή κουρδική επικράτεια, συμπεριλαμβανομένης της ορεινής περιοχής του Qandil στο βόρειο Ιράκ, σε μια προσπάθεια να περικυκλωθούν περισσότερο και να στραγγαλιστεί ο μόνος τόπος ελευθερίας στην περιοχή. Η αντίσταση που ασκούν οι αντάρτες προκαλεί μεγάλες απώλειες στον τουρκικό στρατό. Υπάρχουν εκατοντάδες τούρκοι στρατιώτες που σκοτώθηκαν, πολλοί από τους οποίους ανήκουν σε ειδικές ομάδες, που δημιουργήθηκαν ειδικά για να πολεμήσουν σε ορεινές περιοχές.

 

Παρακάτω δημοσιεύουμε ένα από τα βίντεο των τελευταίων εβδομάδων, τα οποία δείχνουν την αποφασιστικότητα της κουρδικής αντίστασης: