σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Συνέντευξη σε δυο διεθνιστές γερμανούς στην Rojava

Stampa

 

344

Δημοσιεύουμε τη συνέντευξη ενός συντρόφου του Infoaut που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στη Rojava σε δύο γερμανούς διεθνιστές. Καλή ανάγνωση.

Intervista a due internazionalisti tedeschi in Rojava

Σε αυτούς τους τρεις μήνες στην Ομοσπονδία της Βόρειας Συρίας, είχα τη χαρά να συναντήσω πολλούς ανθρώπους με τους οποίους αντάλλαξα ιδέες, αναλύσεις και σχέδια. Θέλω να μοιραστώ μια σύντομη, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη μεταξύ δύο φίλων του Radikal Linke / Berlin below.

Ποιοι είναι οι λόγοι που σας οδήγησαν να ξεκινήσετε αυτήν την εμπειρία στη Ομοσπονδία της Βόρειας Συρίας;

A: Η οργάνωση μας «Radical Linke / Berlin» από την ίδρυση της στάθηκε αλληλέγγυα με το ΡΚΚ και με όλα τα επαναστατικά κινήματα του Κουρδιστάν. Ακόμη και πριν από την αντίσταση της Kobane αρχίσαμε να συνδεόμαστε με το κουρδικό κίνημα στη Γερμανία σε μια πρακτική διάσταση. Για παράδειγμα, διοργανώσαμε διαδηλώσεις ή εκδηλώσεις μαζί και χτίσαμε σταθερούς πολιτικούς δεσμούς. Πέρυσι μερικοί σύντροφοι ήρθαν στη Ροζάβα και τώρα εμείς είμαστε εδώ για να μάθουμε, να βελτιώσουμε τους εαυτούς μας και να αναπτύξουμε τους αγώνες μας: εδώ διαβάσαμε επίσης περισσότερα για την ιδεολογία του Αμπντουλάχ Οτσαλάν και συζητήσαμε γι αυτήν. Πιστεύουμε ότι υπάρχουν διάφορες ιδέες που μπορούν να αποτελέσουν μεγάλη έμπνευση και αφετηρία για τις καθημερινές μας δράσεις, για την δραστηριότητα μας. Αναπτύσσουμε μια αρκετά ισχυρή κριτική του έργου των ομάδων της επαναστατικής αριστεράς στη Γερμανία των τελευταίων 20 χρόνων, αυτό περιλαμβάνει επίσης την ίδια την δική μας πρακτική σε διαφορετικές ομάδες στο παρελθόν αλλά και την τρέχουσα πρακτική μετά την ίδρυσή μας. Αυτές οι κριτικές αναφέρονται στην προσέγγιση με την κοινωνία, την κατανόηση του τι είναι μια επανάσταση, το ρόλο των επαναστατών και πολλά άλλα. Για τους λόγους αυτούς είναι αρκετά φυσικό εμείς, τώρα, να βρισκόμαστε εδώ και είμαστε βέβαιοι ότι άλλοι σύντροφοι τα επόμενα χρόνια θα έρθουν για να μάθουν και να υποστηρίξουν, ο καθένας με τις ικανότητές του, αλλά ένας άλλος λόγος που μας οδήγησε σε αυτή την επανάσταση είναι ότι βλέπουμε αυτόν τον τόπο ως μια πιθανότητα για την Ευρώπη για έναν νέο διεθνισμό. Πολλοί διεθνείς από όλο τον κόσμο, αλλά κυρίως ευρωπαίοι, κοιτάζουν με ενδιαφέρον σε αυτή την επανάσταση, έρχονται εδώ για να συμμετάσχουν και να βρουν απαντήσεις στα προβλήματα με τα οποία, στην Ευρώπη, όλοι πρέπει να αντιπαρατεθούμε ή από τα οποία βρίσκουμε έμπνευση. Έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε και, ελπίζουμε, να βρούμε έναν κοινό τρόπο να συντονίσουμε τους αγώνες μας.

G: η οργάνωση μας είναι πραγματικά ετερογενής, υπάρχουν τόσο νεώτεροι σύντροφοι όσο μερικοί μεγαλύτεροι που έχουν ήδη συμμετάσχει σε άλλους διεθνιστικούς αγώνες, με τους οποίους έχουν βαθείς δεσμούς όπως για παράδειγμα στην Παλαιστίνη και τη Λατινική Αμερική. Σίγουρα η παρουσία μας στη Ροζάβα είναι και μια παράδοση διεθνισμού και ως εκ τούτου, στο τέλος, είναι επίσης το αποτέλεσμα του διεθνιστικού έργου του παρελθόντος.

7 copia

Ξεκινήσατε αυτή την εμπειρία με διαφορετικές προσδοκίες αφορούσες την οργάνωση σας αλλά και με την φιλοδοξία ενός συντονισμού των αγώνων στην Ευρώπη. Θέλω λοιπόν να σας ρωτήσω ποιες απαντήσεις, μέχρι τώρα, έχετε βρει σε αυτή την επανάσταση και ποιες είναι οι σημαντικότερες πτυχές που πρέπει να διερευνηθούν, να εμβαθυνθούν;

G: Ένα πράγμα που μπορεί να δεις ξεκάθαρα εδώ στη Rojava και παντού στο Κουρδιστάν είναι η σημασία της οργάνωσης. Αυτό σημαίνει να είναι οργανωμένοι σε όλες τις πλευρές της ζωής: η οργάνωση των γυναικών, της νεολαίας, της αυτοάμυνας, της εκπαίδευσης, ένα υψηλό επίπεδο οργάνωσης της κοινωνίας έχει επιτευχθεί σε όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής, αποτέλεσμα χρόνων και χρόνων πάλης που βασίζεται στο «kadro work» (έργο των αγωνιστών) και που επιτρέπει σε αυτή την επανάσταση να καθιερώσει ένα νέο δημοκρατικό σύστημα μέσα σε αυτήν την φεουδαρχική κοινωνία. Χωρίς αμφιβολία υπάρχει το ζήτημα της απελευθέρωσης των γυναικών που είναι μια από τις θεμελιώδεις βάσεις αυτής της επανάστασης, προσωπικά πιστεύω πως στην Ευρώπη δεν συνδέεται με τρόπο τόσο στενό και δυνατό με την κοινωνία, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν φεμινιστικές ομάδες οι οποίες, ωστόσο, αυτή την στιγμή δεν παίζουν ένα πρωτοποριακό ρόλο στους αγώνες όπως συμβαίνει εδώ. Ένας από τους πιο ενδιαφέροντες και σημαντικούς ρόλους διαδραματίζει η αυτόνομη δομή της νεολαίας, η οποία είναι σε θέση να πάρει τις δικές της αποφάσεις χωρίς να εξαρτάται από κάποιον άλλο και είναι το μέρος της γενικής δομής που επικεντρώνεται περισσότερο στην εξέγερση, η αλλαγή αφορά την ώθηση προς τα εμπρός της επαναστατικής γραμμής.

Όσον αφορά τις μεθόδους που βρήκαμε εκπληκτικά αποτελεσματικές, υπάρχει η χρήση που κάνει το κίνημα της ιδέας της κριτικής και αυτοκριτικής: αξιολογεί και αξιοποιεί τα πάντα μέσα στην κοινωνία σε υψηλότερο επίπεδο, διότι πραγματοποιείται παντού. Παρόλο που πρόκειται για μια kadro revolution (επανάσταση που διεξάγεται από τους πολιτικούς αγωνιστές), μπορώ να πω ότι η διαδικασία λήψης αποφάσεων προχωρά από κάτω προς τα πάνω, διότι η θέση των στελεχών δεν είναι υψηλότερη από αυτή των απλών ανθρώπων, αντιθέτως αυτοί αποτελούν ένα παράδειγμα απόλυτης απάρνησης των προσωπικών προοπτικών υπέρ αυτών της κοινωνίας. Ευρισκόμενος εδώ κατάλαβα ότι αν θέλεις να καταλάβεις βαθιά αυτή την επαναστατική διαδικασία δεν αρκεί να επικεντρωθείς μόνο στις θεωρητικές πτυχές, αλλά πρέπει να τη δεις για να την αισθανθείς, να τη νιώσεις. Όταν βλέπεις τα ερείπια της Kobane, όπου η τελευταία αμυντική γραμμή πολεμούσε το Daesh για τόσο πολύ καιρό, με μεγάλη προσπάθεια και με τόσους πολλούς Sehid (μάρτυρες), νιώθεις πως αυτή η σχέση, η σύνδεση με τη δική τους γη και την δική τους κοινωνία είναι η κινητήρια δύναμη αυτής της επανάστασης. Ο αγώνας και τα εξαιρετικά αποτελέσματα της γυναικείας επανάστασης εναντίον χιλιάδων ετών πατριαρχικής νοοτροπίας στη μέση ανατολή είναι κάτι που κανένα βιβλίο δεν μπορεί να σου εξηγήσει, ο βαθύς σεβασμός για τους Sehid που εξαλείφει κάθε αυταρέσκεια και περσοναλισμό είναι η βάση που ενώνει όλα τα μέλη της κοινωνίας και του μετασχηματισμού της.

A: Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας στη Ροζάβα ήμασταν τυχεροί να μας φιλοξενούν διάφορες οικογένειες και, μιλώντας μαζί τους, μπορέσαμε να αντιληφθούμε την πραγματική σχέση και σύνδεση με την επανάσταση που αντανακλά τις αξίες της στην κοινωνία, για παράδειγμα εμείς βρισκόμασταν σε μια οικογένεια όπου η μητέρα μας είπε ότι ήμασταν τα παιδιά της, πως η μητέρα της ήταν και δική μας. Εγώ αντιλήφθηκα ότι αυτό δεν ήταν μια φόρμουλα ευγένειας, αλλά το κοινοτικό πνεύμα που διαπερνά αυτούς τους ανθρώπους τόσο πολύ ώστε, ακόμη και αν υπάρξουν στρατιωτικές ήττες, η κοινωνία είναι σίγουρα έτοιμη να μην κάνει ούτε ένα βήμα πίσω και να αγωνιστεί για αυτές τις αξίες μέχρι στο τέλος.

G: Προφανώς υπάρχουν λάθη, αντιφάσεις και δυσκολίες, αλλά ως διεθνιστές επαναστάτες δεν πρέπει να προσεγγίσουμε αυτή την επανάσταση ως κριτικοί θεατές, αλλά μάλλον να την αντιληφθούμε ως δική μας και να ασχοληθούμε με τις ικανότητές μας για να βοηθήσουμε στο χτίσιμο της. Εδώ καλούμαστε σαφώς από τους συντρόφους να επικρίνουμε εποικοδομητικά και να εργαστούμε μαζί για να ξεπεράσουμε αυτές τις δυσκολίες.

IMG 0240

Οπότε έχετε αποκτήσει πολλές γνώσεις από αυτή την εμπειρία, αλλά σύμφωνα με εσάς ποια είναι η προοπτική για το μέλλον των δικών σας αγώνων μόλις επιστρέψετε στο Βερολίνο;

A: σίγουρα θα επιστρέψουμε στο σπίτι με πολλές γνώσεις που σκοπεύουμε να υλοποιήσουμε.

Ως οργανωμένη πραγματικότητα έχουμε αναλάβει μια εργασία στις γειτονιές σε μια προσπάθεια να τις οργανώσουμε μέσα από μια κοινοτική μέθοδο: αυτό δίνει στους τοπικούς ανθρώπους την ευκαιρία να μπορούν να αποφασίσουν για το τι συμβαίνει στους χώρους και τους τόπους τους και να κατανοήσουν τον ρόλο της κοινότητας και να την βελτιώσουν. Για μια τέτοια προοπτική, η εμπειρία που βιώνουμε σε αυτά τα μέρη μας διδάσκει πολλά.

Αυτή η προσέγγιση δεν είναι κάτι που δεν υπήρξε ποτέ εδώ. Υπάρχει ήδη και υπάρχουν πολλά παραδείγματα αντίστασης στα οποία μπορούμε επίσης να εμπνεύσουμε. Αλλά πρέπει επίσης να παραδεχτούμε ότι θα πρέπει να δεσμευθούμε με μεγαλύτερη προσπάθεια και σοβαρότητα στην επαναστατική διαδικασία αν θέλουμε να μας λάβει σοβαρά υπόψη η κοινωνία. Νομίζω ότι η οικοδόμηση μιας ισχυρής επαναστατικής προοπτικής για τη Γερμανία, αλλά και για την Ευρώπη, είναι ο καλύτερος τρόπος να υποστηρίξουμε αυτή την επανάσταση, σίγουρα μπορούμε να έρθουμε εδώ και αυτός είναι ένας τρόπος, πιθανότατα μέχρι τώρα ο μόνος, να αποκτήσουμε αυτές τις γνώσεις, αλλά η γενική προσέγγιση πρέπει να είναι εκείνη να δώσουμε ζωή σε ένα επαναστατικό κίνημα στην Ευρώπη, διότι, τελικά, είναι οι ευρωπαϊκές βόμβες που ρίχνονται επάνω στην Ροζάβα και επάνω σε άλλες επαναστάσεις. Είναι τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά όπλα που εδώ σκοτώνουν τους ανθρώπους που δεσμεύονται και στρατεύονται για να νικήσουν τον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό.

G: μια πολύ σημαντική πτυχή που πρέπει να αναπτύξουμε, εμπνευσμένη από το κουρδικό κίνημα, είναι η ιστορία μας. Ως ομάδα συμμετείχαμε σε κάποια αναμνηστικά γεγονότα και εκδηλώσεις αναμνηστικού χαρακτήρα, αλλά πρέπει να αναλύσουμε τις ιστορικές μας ρίζες για να κατανοήσουμε την σημερινή κοινωνία, θα πρέπει επίσης να αγωνιστούμε περισσότερο για την υπεράσπιση της ιστορίας μας, για τη μνήμη των δικών μας μαρτύρων της RAF, της Bewengun 2 Juni, της Revolution’re Zellen, και πάλι άλλων επαναστατημένων ανθρώπων και ομάδων και να ήμαστε προσεκτικοί να μην νομιμοποιήσουμε την ιστορία της μπουρζουαζίας και του κράτους. Εάν δεν γνωρίζουμε την ιστορία μας, την ιστορία της αντίστασης, των επαναστάσεων και των αγώνων, θα είναι δύσκολο να οικοδομήσουμε τη ίδια την δική μας ιστορία στο μέλλον. Μια άλλη εργασία που πρέπει να πάρουμε σοβαρά υπόψη μας είναι οι αλλαγές στην προσωπικότητά μας για να γίνουμε αγωνιστές. Μόνο επάνω στο δρόμο προς αυτή την αλλαγή θα μπορέσουμε να βρεθούμε στην θέση να απορρίψουμε κάθε καπιταλιστική επιρροή μέσα μας, αγωνιζόμενοι χωρίς αντιφάσεις. Εάν δεν αγωνιζόμαστε ενάντια στους εαυτούς μας ως άτομα που εξαρτώνται από ένα συλλογικό πλαίσιο θα είναι δύσκολο, ή πιθανότατα αδύνατο, να βρούμε έναν νέο τρόπο να ζούμε που να μπορεί να μας προσφέρει αξιοπιστία, που να μπορεί να είναι ένα παράδειγμα για να επηρεάσει την κοινωνία και να είναι σε θέση αυτοπροστατευθεί.

 

https://www.infoaut.org/approfondimenti/intervista-a-due-internazionalisti-tedeschi-in-rojava

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Για τον Hîwa Bosco, που σκοτώθηκε στα σύνορα μεταξύ Συρίας και Τουρκίας, πρώτο ιταλό πεσόντα στην επανάσταση της #Rojava

Δημοσιεύτηκε 42 λεπτά νωρίτερα,  

Είναι η είδηση που πολύ καιρό φοβόμασταν πως θα λάβουμε. Ο θάνατος βρισκόταν πάντα στο περιθώριο της εικόνας, υποκείμενος κάθε συζήτησης, κάθε ενημέρωσης σχετικά με την κατάσταση, απ’ όταν συντρόφισσες και σύντροφοι άρχισαν να φεύγουν στη Βόρεια Συρία με σκοπό να συμβάλουν στην επανάσταση του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού.

Πρέπει πάντα να υπενθυμίζουμε, πως υπάρχει μια επανάσταση: δεν επρόκειτο «μονάχα» για την καταπολέμηση του ISIS – κάτι που δεν θα ήταν λίγο, εξ ου και τα εισαγωγικά -, αλλά αυτή γίνεται στο όνομα του χτισίματος μιας νέας κοινωνίας, μιας καινοτόμου και πολύτιμης κοινοτικής εμπειρίας.

Χωρίς αυτό το ελατήριο, ο αγώνας των YPG και YPJ κατά του Daesh δεν θα ήταν τόσο αποτελεσματικός. Επί πλέον: χωρίς αυτό το ελατήριο, οι YPG και οι YPJ δεν θα υπήρχαν.

Είναι απαραίτητο να έχουμε κατά νου τη γενεαλογία αυτής της εμπειρίας, για να καταλάβουμε τι ωθεί τους αυτόχθονους μαχητές, τους διεθνείς εθελοντές και ολόκληρο τον πληθυσμό της Ροζάβα.

Βρισκόμαστε στην εκβολή ενός μεγάλου ποταμού, αποτελούμενου από εκατό χρόνια κουρδικής αντίστασης, πολιτικής και πολιτιστικής αντίστασης. Η Μέση Ανατολή είναι το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα του γεγονότος πως δεν έχει τελειώσει ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, πώς συνεχίζουμε να υποφέρουμε άμεσα τις συνέπειές του. Κάνουμε τους λογαριασμούς με την ιμπεριαλιστική κατάτμηση της πρώην οθωμανικής αυτοκρατορίας από τις νικηφόρες δυνάμεις. Κατά τη διάρκεια της εκατονταετηρίδας που μόλις διασχίσαμε, σπαταλήσαμε χίλιες ευκαιρίες για να το συζητήσουμε. Να το κάνουμε προσπαθήσαμε λίγοι από εμάς.

Το τελευταίο τμήμα αυτού του ποταμού έχει σκάψει τριάντα πέντε χρόνια δραστηριότητας του ΡΚΚ. Υπάρχουν κοινωνικά δίκτυα που έχουν χαλυβδωθεί σε χρόνια ανταρτοπόλεμου εναντίον του δεύτερου μεγαλύτερου στρατού του ΝΑΤΟ, του τουρκικού στρατού. Υπάρχουν οι θεωρητικές επεξεργασίες του Abdullah Öcalan, στη φυλακή από είκοσι χρόνια κυρίως εξ αιτίας της Ιταλίας, ή καλύτερα, μιας ιταλικής κεντροαριστερής κυβέρνησης (έχουμε τη συνήθεια της μνήμης).

Λέγαμε: είναι η είδηση που φοβόμασταν να λάβουμε. Ο πρώτος Ιταλός πεσών όχι (γενικά) «στον πόλεμο στη Συρία», όπως έγραψε κάποιος, αλλά στην επανάσταση της Βόρειας Συρίας.

Για εμάς ένας ιταλός επαναστάτης που έπεσε δεν «ζυγίζει» περισσότερο από έναν πεσόντα επαναστάτη άλλων εθνικοτήτων. Είναι όλοι στο ίδιο επίπεδο. Οι άνθρωποι – γυναίκες και άνδρες – που πέθαναν στη Ροζάβα αποτελούν ένα πολυεθνικό μωσαϊκό με ποικίλες και αντιτιθέμενες αποχρώσεις. Αλλά είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο θάνατος ενός ιταλού προκαλεί σκέψεις σχετικά με την εγγύτητα μεταξύ του σχηματισμού του και του δικού μας, μεταξύ των εμπειριών του και των δικών μας.

Ο μαχητής των YPG Giovanni Francesco Asperti σκοτώθηκε κοντά στην Dêrika/Al Mālikiyah, πόλη στα μακρινά βορειοανατολικά σύνορα της Συρίας, στα σύνορα με την Τουρκία, κάτω από απροσδιόριστες συνθήκες. Η έκθεση μιλά για ένα «ατυχές γεγονός». Το όνομα του μάχης ήταν Hîwa Bosco. Στα κουρδικά, hîwa σημαίνει «ελπίδα».

Ο Asperti ήταν 53 ετών, έρχονταν από την Ponteranica, στην επαρχία του Μπέργκαμο, και ήταν ο πατέρας δύο εφήβων παιδιών. Δεδομένου ότι «είχε οικογένεια», στο παχύ έντερο του μικροαστικού ωχαδελφισμού θα σφυρηλατηθεί ήδη, το σχετικό ερώτημα: «Ποιος τον έβαλε να το κάνει;» Κάποιος θα του αποδώσει τυχοδιωκτισμό, άλλος θα τον αποκαλέσει αλόγιστο γονέα, αναζητητή ανατριχίλας, «τουρίστα στις επαναστάσεις άλλων ανθρώπων». Από τον θάνατο ακόμη του Enzo Baldoni, το 2004, εμφανίστηκε μια Italietta πάντα έτοιμη να ξεράσει τόνους μίσους και κοροϊδίας επάνω σε όσους αποφασίζουν να μην  «γράφουν όλα στα παλιά τους παπούτσια». Σε απαγάγουν; Πήγαινες γυρεύοντας! Σε δολοφονούν; Καλύτερα να καθόσουν σπίτι σου! Σε βιάζουν; Ίσως να σου άρεσε κιόλας!

Πράγματι: όταν πρόκειται για μια γυναίκα, ανοίγεται η άβυσσος, όπως είδαμε για πολλοστή φορά τον νοέμβριο, όταν η 23χρονη συνεργαζόμενη Silvia Romano απήχθη στην Κένυα, πιθανότατα από σομαλούς τζιχαντιστές. Και δεν πρόκειται μόνο για «μισoύντες των social» ή διακηρυγμένους φασίστες. Θα ήταν πολύ εύκολο. Αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι, στην πρώτη σελίδα της Corriere della Sera, ο σχολιαστής Gramellini – «ευγενικός» προπαγανδιστής κάθε αντιδραστικής κοινοτυπίας υπό τον ουρανό – αποκάλεσε την προσπάθεια της Silvia για αλληλεγγύη «μανία αλτρουισμού«.

Όλα αυτά, να το θυμίσουμε, στη χώρα όπου κάθε μέρα οι ρατσιστές προσπαθούν να εξωραΐσουν τις αηδίες που κάνουν, επαναλαμβάνοντας: «Να τους βοηθήσουμε στο σπίτι τους!»

Θα μας προκαλέσει έκπληξη το γεγονός, λοιπόν, εάν κάποιος γεμάτος ζήλο εισαγγελέας χαρακτηρίσει «κοινωνικά επικίνδυνο» κάποιον που πήγε να βοηθήσει τον λαό της Rojava και να πολεμήσει εναντίον του ISIS, και ζητήσει να υποβληθεί σε ειδική επιτήρηση;

Αυτή είναι, όχι άλλη, η συμπεριφορά που θα είχαν επιφυλάξει στον Asperti εάν είχε επιστρέψει στην Ιταλία ασφαλής και υγιής.

Δεν γνωρίζαμε τον Asperti, για τη ζωή του και για την ενδεχόμενη ακτιβιστική του δράση στην Ιταλία δεν γνωρίζουμε τίποτα, αλλά γνωρίζουμε συντρόφους και συντρόφισσες που έχουν κάνει την δική του επιλογή, και ξεκίνησαν μια διαδρομή παρόμοια με την δική του, και πάνω απ’ όλα ένα πράγμα αισθανόμαστε να πούμε: η βρωμιά κάτω από τα νύχια του ποδιού ενός μόνο από αυτούς τους ανθρώπους έχει περισσότερη αξιοπρέπεια από όλες ολόκληρες τις υπάρξεις αυτών που τους επιτίθενται και τους προσβάλλουν.

 

 

https://www.wumingfoundation.com/giap/2019/01/per-hiwa-bosco-morto-al-confine-tra-siria-e-turchia-primo-caduto-italiano-nella-rivoluzione-in-rojava/?utm_source=feed

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Ζητήθηκε η ειδική επιτήρηση για πέντε ιταλούς που έχουν υποστηρίξει τον αγώνα ενάντια στο ISIS στην Συρία

Stampa

1.1K42

Στις 3 ιανουαρίου η Digos του Torino έχει κοινοποιήσει το αίτημα ειδικής επιτήρησης για δύο χρόνια με απαγόρευση διαμονής από το Τορίνο, που προωθήθηκε από τον εισαγγελέα του Τορίνο εναντίον εκείνων που υποστήριξαν την επανάσταση της Ροζάβα.

Chiesta la sorveglianza speciale per cinque italiani che hanno sostenuto la lotta all’ISIS in Siria

Οι παραλήπτες αυτού του μέτρου είναι οι Paolo, Eddi, Jak, Davide και Jacopo, πέντε νέοι που για διάφορους λόγους τα τελευταία δύο χρόνια υποστήριξαν στο πεδίο τις προσπάθειες των λαών της Βορείου Συρίας για την υπεράσπιση της συνομοσπονδιακής επανάστασης ενάντια στην επιθετικότητα του Ισλαμικού Κράτους . Η ειδική επιτήρηση είναι ένα διεισδυτικό μέτρο ελέγχου το οποίο επιβάλλει, μετά από απόφαση ενός δικαστή, την απαγόρευση απομάκρυνσης από την κατοικία στην οποία ζει κάποιος και την υποχρέωση να παρουσιάζεται στις εποπτικές αρχές κατά τις προγραμματισμένες ημέρες και κάθε φορά που αυτό θα ζητηθεί. Ένα μέτρο έντονα επιζήμιο για την προσωπική ελευθερία, που προέρχεται από τον φασιστικό κώδικα Rocco αλλά επιβεβαιώνεται επανειλημμένα με τρόπο χειρότερο, και το οποίο μπορεί να ανανεωθεί από το δικαστήριο που το επιβάλλει.

Το αίτημα της εισαγγελικής αρχής Emanuela Pedrotta, η οποία εξειδικεύεται στη συστηματική δίωξη του αγώνα No Tav και των πολιτικών αγωνιστών του Τορίνο, ξεκινά από την υπόθεση της κοινωνικής επικινδυνότητας των πέντε οι οποίοι, αφού ενώθηκαν με τους YPG και τις YPJ, τις λαϊκές μονάδες προστασίας στρατευμένες στην καταπολέμηση του ISIS, θα έχουν διδαχθεί τη χρήση των όπλων. Μια διαδικασία την ίδια στιγμή συνοπτική και προφανής, γελοία. Εάν, αφενός, είναι σίγουρο πως σε μια ζώνη πολέμου είναι απαραίτητο να υπερασπιστούν τον άμαχο πληθυσμό με κάθε τρόπο και όλα τα μέσα,  από τρομοκρατικούς σχηματισμούς ακριβώς όπως το κάνουν οι YPG και YPJ με προφανή λειτουργία προστασίας και όχι κοινωνικής επικινδυνότητας, είναι επίσης αλήθεια, όπως μαρτυρούν οι διάφορες αλληλογραφίες και μαρτυρίες αυτών των πέντε, ότι δεν εντάχθηκαν όλοι στους στρατιωτικούς και λαϊκούς σχηματισμούς αλλά συνέβαλαν στην υπεράσπιση της Ροζάβα υποστηρίζοντας επίσης και συμμετέχοντας στις πολιτικές δομές της Ομοσπονδίας της Βορείου Συρίας. Μια επικίνδυνη γενίκευση που φαίνεται να υπονομεύει το δικαίωμα και το καθήκον καταγραφής και εξιστόρησης των ανθρώπων που φτάνουν και ζουν στην περίπλοκη πραγματικότητα των πολεμικών ζωνών, ειδικά τώρα που υπάρχει ένα εξαιρετικά παραπλανητικό σενάριο στα δυτικά μέσα ενημέρωσης όπως εκείνο της συριακής σύγκρουσης. Σε αυτό το portal όντως με χαρά φιλοξενήσαμε τις ανταποκρίσεις μερικών από τους πέντε σχετικά με την εξέλιξη της λαϊκής αντίστασης στις τζιχαντιστικές συμμορίες στις πόλεις της Afrin ή της Manbij. Μια αξιοσημείωτη συμβολή, σχεδόν απούσα στο ενημερωτικό πανόραμα αυτής της χώρας, και που, όπως επαναλαμβάνει ένας από τους αποδέκτες του αιτήματος της εισαγγελίας αυτές τις ώρες, «θα το έκανα άλλες εκατό φορές».

Για τις 23 ιανουαρίου στις 10 ορίστηκε η ακρόαση του αιτήματος από προωθήθηκε από την εισαγγελέα του Τορίνο. Ενημερώσεις θα ακολουθήσουν για τις κινητοποιήσεις που θα πραγματοποιηθούν από τώρα έως τις 23 ιανουαρίου ενάντια σε αυτήν την επίθεση και τον εκφοβισμό που θα ήθελε να χτυπήσει όσους αγωνίζονται και υποστηρίζουν την ελευθερία των πληθυσμών ενάντια στην τυραννία του Ισλαμικού Κράτους.

Αλληλεγγύη στους πέντε, Biji YPG, Biji YPJ

 

https://www.infoaut.org/conflitti-globali/chiesta-la-sorveglianza-speciale-per-cinque-italiani-che-hanno-sostenuto-la-lotta-all-isis-in-siria

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ένα ταξίδι για τους φίλους: #Hevalen πάνω κάτω στο στιβάλι. Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την Συρία;

Stampa

του Davide Grasso *

Un viaggio per gli amici: #Hevalen su e giù per lo Stivale. Di cosa parliamo quando parliamo di #Siria?

Παρουσίαση του Hevalen στο Πανεπιστήμιο L’Orientale της Napoli, 21 μαρτίου 2018.

Στα τέλη νοεμβρίου του 2017 προσγειωνόμουν για δεύτερη φορά σε ένα ευρωπαϊκό αεροδρόμιο αφού βρέθηκα στη Συρία. Αυτή τη φορά είχα αφήσει δύο φίλους πίσω μου: η Eddi και ο Jacopo παρέμειναν για να υπερασπιστούν και να συνεχίσουν την επανάσταση του βορρά. Θα είχα φθάσει στο Τορίνο το βράδυ και, το επόμενο βράδυ, θα είχα προσεγγίσει στην πλατεία Santa Giulia, όπου θα είχα παρατηρήσει – για άλλη μια φορά – τη νυχτερινή ζωή μιας μεγάλης πόλης έχοντας μια ζώνη πολέμου στα μάτια μου. Όχι ότι η βόρεια Συρία – ή η Ροζάβα – είναι απλά μια ζώνη πολέμου. Είναι ο τόπος όπου σήμερα, μέσα στο πρώτο τέταρτο του εικοστού πρώτου αιώνα, αναπτύσσεται το μεγαλύτερο επαναστατικό κίνημα της γης, σε έναν κόσμο χωρίς επαναστάσεις. Ακόμη μια φορά, μετά από δύο μήνες μεσοποταμιακών διαδρομών, συνελεύσεων, συναντήσεων και σεμιναρίων που υποστηρίχτηκαν με πολεμικούς ρυθμούς – σαν να ήμασταν ζωντανοί, σαν να προσπαθούσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο – δεν μπορούσα παρά να κοιτάζω με αμηχανία την αντανάκλαση του εαυτού μου σε όλα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνης της νυχτερινής Παρασκευής. Γιατί δεν οργανώναμε κάτι μεγάλο κι εδώ, αντί να ουρλιάζουμε άσκοπα με μερικές μπύρες στο χέρι;

Τότε, εννέα μήνες πριν, δεν ήμουν ακόμη σε θέση να αγγίξω ένα αντίγραφο του βιβλίου που είχα γράψει μερικούς μήνες νωρίτερα, εκείνο στο οποίο διηγούμουν για το χάσμα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης ανατολής, και για τον λόγο για τον οποίον είχα πάει για να πολεμήσω το Isis, ή το Daesh. Μετά το βράδυ στην Piazza Santa Giulia δεν περίμενα πολύ να επιστρέψω στο ταξίδι. Αυτή τη φορά ήταν η Ιταλία που είχα σκοπό να διασχίσω, με το βιβλίο που είχα γράψει. Όπως είναι γνωστό, τα τουφέκια απέχουν πολύ από το να είναι το μοναδικό όπλο που θα χρησιμοποιηθεί σε αυτόν τον κόσμο, και, όπως εξήγησα στους φίλους μου στη Συρία, το Hevalen είναι μια πολιτική δράση: γραμμένο διαφορετικά από το πώς θα το είχαν εκδώσει οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, ίσως ακόμη και διαφορετικά από το πώς οι αναγνώστες θα το είχαν θελήσει, το σκέφτηκα με τρόπο τέτοιο ώστε να προσπαθεί να μεταδώσει – όσο μπορεί να γίνει δυνατή η μετάδοση – αυτό που είναι πιο οδυνηρό εκεί όπου πονάει περισσότερο: δηλαδή ότι δεν υπάρχει κανένας τρόπος μέσα στον οποίο εσείς και εγώ μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς και τίμιοι με τους εαυτούς μας, ζωντανοί, σε έναν τέτοιο κόσμο.

Από τότε, μέχρι την τελευταία παρουσίαση στο festival Υψηλή Ευτυχία-Alta Felicità, στην Val Susa, στις 27 ιουλίου που μόλις πέρασε  [Audio στο κάτω μέρος σε αυτό το post, N.d.R.], γύρισα την Ιταλία να φέρω σε πέρας πενήντα οκτώ παρουσιάσεις σε άλλες τόσες δημόσιες αίθουσες, κύκλους, ταβέρνες, πανεπιστήμια, σχολεία, κοινωνικά κέντρα, σπίτια του λαού, συνδικαλιστικά γραφεία, σε χωριά των 600 κατοίκων όπως και σε μητροπόλεις εκατομμυρίων ανθρώπων, από τους Δολομίτες μέχρι το Παλέρμο, από την Αδριατική μέχρι τις δυτικές γωνιές της Σαρδηνίας. Είδα ξανά φίλους, συνάντησα διαφορετικά πρόσωπα και ανθρώπους, άκουγα διαλέκτους, κλίσεις και αδυναμίες, έθιμα φιλοξενίας και πολύ διαφορετικούς τρόπους έκφρασης των αμφιβολιών ή των ιδεών τους. Μερικές φορές με περίμενε η ερώτηση: πώς είσαι; Πώς είναι εκεί κάτω; Υπάρχει ελπίδα; Μερικές φορές φαίνονταν να θέλουν να εννοήσουν πως, αν υπάρχει, μπορεί να υπάρχει και εδώ. Άλλες φορές φαίνονταν ότι το υπόβαθρο της ερώτησης ήταν περισσότερο απογοητευμένο. «Μιας κι εδώ απ’ ότι φαίνεται ελπίδα δεν υπάρχει… θα μας πεις για εκείνους τους μακρινούς τόπους;»

Γιατί να μιλήσουμε γι αυτό που είναι μακριά; Σε κάποιους η αίσθηση, η έννοια αυτής της δραστηριότητας μου διαφεύγει, αλλά πρέπει να πάμε μακριά, μερικές φορές, για να βρούμε κοντινές απαντήσεις, ειδικά όταν, στη γύρω περιοχή, φαίνεται να βρίσκουμε μόνο τοίχους για να χτυπήσουμε το κεφάλι.

Στην Bologna, σε έναν από τους πρώτους σταθμούς, συνάντησα τον Wu Ming 1, που με είχε ακολουθήσει στη συγγραφή του βιβλίου. Η παρέμβαση του ενώπιον των φοιτητών με ταρακούνησε. Πάντα πίστευα ότι αν κάποιος είχε διαβάσει, εκτός από το Hevalen, το μοναδικό άλλο βιβλίο που είχα γράψει (τέσσερα χρόνια νωρίτερα, όταν είχα επιστρέψει από μια περίοδο σπουδών στις States, και η Συρία δεν καταλάμβανε ούτε κατά διάνοια τις σκέψεις μου), δεν θα μπορούσε να πιστέψει πως ο συγγραφέας ήταν ο ίδιος. Εγώ πρώτος δυσκολεύομαι να το πιστέψω. New York Regina Underground  ήταν αυτοβιογραφικός απολογισμός για τις μητροπολιτικές τρέλες, γιορτές και παράδοξα της ευχαρίστησης και, κατά κάποιο τρόπο, και για το βίτσιο. Το Hevalen ονομάζει γεγονότα στα οποία, ως επί το πλείστον, θα ήθελα να καταφέρω να μην σκέφτομαι πλέον, αν μη τι άλλο επειδή δεν δημιουργούν μόνο εμμονές, αλλά κάστρα από εμμονές. Ωστόσο όχι μόνο είμαι ο ίδιος συγγραφέας, είπε ο Wu Ming 1, αλλά μάλιστα θα έπρεπε να διαβάσετε το Νέα Υόρκη Regina Underground πριν διαβάσετε το Hevalen.

Με την πρώτη ματιά θα μπορούσε να εμφανιστεί σχεδόν σαν μια προσέγγιση όχι και τόσο διακριτική, και είναι εύκολο, μπροστά στον πόλεμο, να λείπει ακούσια ο σεβασμός. Δεν ήταν έτσι: ο Wu Ming 1 είχε καταλάβει πόσο βαθιά είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε την αρχή του Hevalen για να απαντήσουμε στην ερώτηση που γράφτηκε στο εξώφυλλο. Δεν ήταν ίσως τα χαμόγελα του Bataclan και τα cocktails της Rue de Charonne, που κάποτε πνίγηκαν στο αίμα στις 13 νοεμβρίου του 2015, που με ώθησαν να πάρω ένα όπλο για πρώτη φορά στη ζωή μου, να αντιμετωπίσω τους υπεύθυνους για εκείνη τη σφαγή με τα ίδια μέσα που είχαν χρησιμοποιήσει για να την φέρουν σε πέρας; Και δεν ήταν, εκείνα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνα, τα ίδια που ήταν οι πρωταγωνιστές του πρώτου μου πραγματικού ταξιδιού έξω από την Ευρώπη – προς τα δυτικά – και συνεπώς του πρώτου βιβλίου; σίγουρα: μια παρόμοια αγάπη για τη δική μου νυκτερινή αντανάκλαση, και για τη διάθλασή της σε εκατομμύρια άλλων σε χίλιες άλλες νύχτες, μπορεί να ενοχλήσει. Παρ ‘όλα αυτά, ακριβώς επειδή είναι αλήθεια δεν κάνει τίποτα για να ευχαριστήσει.

Όταν ένα μπλουζάκι του God Save The Queen των Sex Pistols έχει τα ίδια χρώματα της σημαίας των YPG. Κοινωνικό κέντρο Cartella, Reggio Calabria, 10 ιουλίου 2018.

Και άλλοι διεθνείς μαχητές γνώριζαν επίσης κάτι για την αγάπη αυτή, στην Rojava, καθένας με διαφορετικό τρόπο. Κατά τη διάρκεια των παρουσιάσεων του βιβλίου συναντήθηκα με άλλα παιδιά που είχαν πολεμήσει στις YPG μετά από μένα. Τους παρατήρησα: μικροκαμωμένοι, παιδιά, μερικές φορές με παιδικά πρόσωπα, μπλουζάκια που κρέμονται σε μικροσκοπικούς ώμους ή ένα χαρτάκι για να στρίβουν τον καπνό στο χέρι τους. Αυτοί; Μαχητές; Μαχητές στη Συρία; ενάντια στο Isis; Είναι μια ολοκληρωτικά κατανοητή δυσπιστία, που πολλοί δεν μπορούν παρά να έχουν και για λογαριασμό μου. Είναι ότι το έχουμε ξεχάσει, με όλους αυτούς τους Rambo και αυτούς τους Terminator που περνούν στις εφημερίδες και στην τηλεόραση, με αυτούς τους επαγγελματίες στρατιώτες οι οποίοι, ψηλοί και φουσκωμένοι, πομπώδεις, επηρμένοι, περιπολούν τους σταθμούς και τους δρόμους της νύχτας, ξεχάσαμε λοιπόν πως πάντοτε τον πραγματικό πόλεμο εμείς τον κάναμε: φτωχοί και losers, με τους πατέρες και τα παιδιά μας. Τον κάνουν τα αγόρια της Manbij και του Deir El Zor με τα πολύ μακριά τους πόδια ή πολύ στραβά, με τις κυρτές τους μύτες και το βλέμμα τους χαμένο ποιος ξέρει που, κρατώντας το τουφέκι σαν να μην θέλουν να είναι στον κόσμο με αυτό το πράγμα, και οι δύο στην ίδια στιγμή! Ξύπνα! Μας έχει απομείνει λιγάκι μνήμη; Πώς ήταν οι νεκροί μας του Caporetto, οι νεκροί της Grappa; Πώς ήταν οι νεαροί που μαχαιρώθηκαν στις πλάτες στη Γαλλία, της υποχώρησης της Ρωσίας, της Balmafol; Πάντα δικοί μας είναι οι νεκροί, αλλά και οι μαχόμενοι: πρέπει να θυμόμαστε.

Συμβαίνει λοιπόν, για αυτούς τους ανθρώπους, πως οι μητέρες, οι ελιές, τα χαμόγελα ή οι προσευχές να είναι σημαντικές. Είμαι υπερήφανος που αγωνίστηκα, που πολέμησα με τον ήχο των χορδών των Dire Straits στο μυαλό, δίπλα σε νέους ανθρώπους που τα πρόσωπα τους έλαμπαν εάν, σε ένα σπίτι που μόλις κατέλαβαν κατά τη διάρκεια των μαχών, έβρισκαν ένα αντίγραφο του Κορανίου. Επειδή για εμάς τους κοινούς θνητούς, πιστούς ή όχι, η συνύπαρξη μέσα στη διαφορά – και η συνεργασία μέσα στη διαφορά – είναι μια αναγκαιότητα.

Στην Φλωρεντία ήταν ο Wu Ming 4 που παρουσίασε το Hevalen. Με είχε ήδη βοηθήσει να καταλάβω καλύτερα γιατί πήγα στη Συρία χάρη σε ένα αξιόλογο κριτικό δοκίμιο που έγραψε αυτός και το οποίο διάβασα κατόπιν σύστασής του στην επιστροφή, L’eroe imperfetto, Ο ατελής ήρωας. Είχε μιλήσει στους σπουδαστές για μια φλασιά που είχε στο Λονδίνο, νομίζω στο Hyde Park. Ο γιος του έπαιζε με άλλα παιδάκια και, όπως συχνά συμβαίνει σε εκείνη την πόλη, οι οικογένειες που βρίσκονταν γύρω ήταν: ένα πολύ ξανθό ζευγάρι, ίσως ουαλοί, μια κυρία που φορούσε το hijab με τον σύζυγό της, ίσως αιγύπτια, και άτομα με ινδοκινεζικά χαρακτηριστικά, ή αφρικανοί. Κοιτάζοντας εκείνη τη σκηνή συνειδητοποίησε ότι εκείνο «ήταν όλο αυτό για το οποίο είχα και για το οποίο θα είχα θελήσει να πολεμήσω», και ήταν το ίδιο, συνειδητοποιούσε τώρα, για το οποίο αγωνίζονταν οι σύριοι, οι άραβες, οι κούρδοι, οι ιρανοί, οι μεσοανατολίτες και οι δυτικοί του Hevalen. Στο Hevalen, είπε στη Φλωρεντία, γίνεται λόγος για ένα «τρόπο, για ένα στυλ ζωής»: δεν είναι όμως ο «τρόπος ζωής» του Emmanuel Macron ή της Theresa May, που βλέπει στον καταναγκασμό της επανάληψης του εστιατορίου και του dehor, της βιτρίνας ως τη μόνη δυνατή ταυτότητα, την νιχιλιστική επιτακτική ανάγκη της κατανάλωσης, χωρίς δονήσεις και χωρίς ζωή. Είναι το στυλ ζωής εκατομμυρίων νέων προλετάριων του παγκόσμιου melting pot, χωνευτηρίου – που κάνουν εκατομμύρια νύχτες να είναι ζωντανές και δονητικές, και στη μουσική, και στη νυχτερινή ζωή.

Είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι με ένα τέτοιο σενάριο ή, ακόμα λιγότερο, με την περισυλλογή επί αυτού. Ο κόσμος είναι αμφίθυμος, αντιμαχόμενος. Οι μόνες ψευδείς σημαίες είναι εκείνες που πιστεύουν ότι κυματίζουν στον άνεμο που φυσά μόνο από μία κατεύθυνση. Πίσω από τα ουράνια τόξα που πρέπει να υπερασπιστούμε υπάρχουν οι καταιγίδες του αβυσσαλέου χάσματος που προκαλείται από την αδικία. Προσπάθησα να διευκρινίσω κατά μήκος της μπότας ότι το βιβλίο μου είναι ένα βιβλίο επάνω στην αδικία – μέχρι τις ακραίες συνέπειες. Αντιμετώπισα, κατόπιν παρότρυνσης του Christian Raimo, στη Ρώμη, την αφιέρωση στην αρχή του κειμένου, που λόγω ενός ταρακουνήματος υλισμού – χειρονομία εξέγερσης της οποίας ο αναγνώστης βρίσκει στη συνέχεια την εξήγηση – δεν περιλαμβάνει τους πεσόντες. Οι πεσόντες είναι οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, αλλά το βιβλίο δεν είναι αφιερωμένο σε αυτούς. Πρέπει να αισθανόμαστε την απουσία τους για να τους είμαστε πιστοί. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχουν πλέον. Δεν μπορούν να μας ακούνε.

Παρουσίαση του Hevalen στο Barrio Campagnola του Bergamo, 7 μαρτίου 2018.

Με τα παιδιά του κοινωνικού κέντρου Dordoni και με τον βιβλιοπώλη από την Κρεμόνα Mario Feraboli συζήτησα για αυτό το διάκενο μεταξύ του «εμείς» που (επι)βιώνουμε και «αυτών», που πεθαίνουν. Δεν είναι εύκολο. Χωρίς επιφυλακτικότητα ή αξιολύπητες πόζες, με απόλυτη ειλικρίνεια. Το καταφέραμε στην Cremona. Εξ αιτίας όσων ήταν εκεί εκείνο το βράδυ, αλλά και κατά πρώτο λόγο λόγω εκείνων που δεν ήταν εκεί. Των παιδιών που αγωνίζονται στη Συρία και που με άλλαξαν, καθιστώντας ένα ελάχιστο, ένα απειροελάχιστο λιγότερο διαστρεβλωμένη και εγωκεντρική την προσωπικότητά μου, των πεσόντων, που με καρφώνουν στις ευθύνες μου μπροστά σε οποιονδήποτε. Των πεσόντων σχετικά με τους οποίους μπόρεσα για τελευταία φορά να αντιμετωπίσω τον φίλο Peppino, αγωνιστή του Boccaccio της Monza, που λίγο αργότερα μας άφησε. Υπάρχει ένας αξιοπρεπής και σεβαστός τρόπος με τον οποίο μπορούμε να εκφράσουμε τις αναφορές μας στην καταραμένη αναγκαιότητα της βίας; Αυτός γνώριζε τις συνέπειες αυτής της αναγκαιότητας, εξαιτίας του φίλου του για τον οποίον μου είχε μιλήσει, που είχε βοηθήσει τους Ypg και έπειτα αφαίρεσε την ζωή του, για αυτό που υπήρξε αναγκαίο. Αναγκαίο; Για ποιον; Για αυτούς, για μας; Για μένα; Στο Παλέρμο, η φιλόσοφος Serena Marcenò μου υπενθύμισε ότι, γι αυτή την αναγκαιότητα, ακόμα και μετά την ανάγνωση του βιβλίου μου, κάποιος μπορεί να παραμείνει κάθε άλλο παρά πεπεισμένος.

Όταν προσγειώθηκα στην piazza Santa Giulia, πριν από εννέα μήνες, η Raqqa μόλις είχε απελευθερωθεί και η εκστρατεία κατά του Daesh στην ανατολική έρημο είχε ξεκινήσει. Η ειρήνη φαίνονταν κοντινή. Το συριακό καθεστώς έσπρωχνε τον εχθρό από το νότο, χωρίς να περιφρονεί να βομβαρδίζει και τους συντρόφους μας. Ένας δύσκολος αλλά αναγκαίος συμβιβασμός μεταξύ δύο αντιτιθέμενων δυνάμεων – ένα σοσιαλιστικό και ελευθεριακό κίνημα από την μία πλευρά, ένα αυταρχικό και φασιστικό κράτος από την άλλη – ενωμένων από το κοινό συμφέρον για να εμποδιστεί η γέννηση μιας θεοκρατικής Συρίας, φαίνονταν να επιτυγχάνεται χάρη στη φυσική διαμεσολάβηση της Ρωσίας, στρατιωτικού συμμάχου και των δύο. Αντιθέτως δύο μήνες αργότερα το σενάριο αυτό θάφτηκε από τον Πούτιν, ο οποίος προτιμούσε να ευνοήσει την τουρκική περιφερειακή δύναμη, κάποτε εχθρική σε αυτόν, παραδίδοντας της την Αφρίν, προπύργιο της επανάστασης.

Γυρνώντας την Ιταλία με το Hevalen στο χέρι προσπάθησα να ενημερώσω για τις φάσεις του αγώνα και της μάχης, μοιράστηκα τα βίντεο που έστειλαν οι Jacopo, Eddi, Gelhat, Dilsoz – όλοι ιταλοί στρατευμένοι και μαχόμενοι – ενώ κινούμουν από το Βένετο στην Ούμπρια, από Λάτσιο έως Λομβαρδία και στις Marche, στην περιοχή της Emilia Romagna. Δρομολόγησα ξανά τα συνθήματα αντίστασης από τις πορείες του Τορίνο και του Μιλάνο. Με βρίσκουν στο Φεστιβάλ παλαιστινιακού κινηματογράφου στο Κάλιαρι όταν όμως η Αφρίν, ξαφνικά, μεταξύ 17 και 18 μαρτίου, έπεσε, εκκενώθηκε από τις επαναστατικές δυνάμεις. Από την σφαγή του πληθυσμού, ο οποίος παρέμεινε ως επί το πλείστον στην πόλη, είχε προτιμηθεί ο ανταρτοπόλεμος, η αντίσταση σε καθεστώς παρανομίας που εξακολουθεί να διαρκεί. Σε εκείνη την τρομερή φάση το να δέχομαι βροντερά χειροκροτήματα για την προηγούμενη στρατιωτική μου στράτευση, όπως συνέβη στην αρχή της παρέμβασής μου στο Δημαρχείο της Πάντοβα, υπήρξε ευκαιρία να μην κάνω τον αδιάφορο, αλλά να αντιμετωπίσω το κρυφό πρόβλημα που σε εκείνα τα χειροκροτήματα ήταν κρυμμένο.

Η πρόθεση στα χειροκροτήματα, στα σφιξίματα στα χέρια και στην απόδοση εκτίμησης απέναντι μου, και απέναντι στους άλλους ιταλούς των YPG, είναι σαφής, ξεκάθαρη και καλή, αλλά είναι το αποτέλεσμα, η συνέπεια για εκείνους που έχουν πάρει τα όπλα σε έναν πόλεμο, ακόμα σε εξέλιξη, που είναι αντιφατική. Με αυτή την ευκαιρία χρειάστηκα δύο λεπτά για να εξηγήσω ότι τα χειροκροτήματα και τα συγχαρητήρια είναι κατανοητά και αποδεκτά σύμφωνα με την ιταλική οπτική, που εκείνοι που πολέμησαν στη Συρία κατέχουν πλέον μόνο εν μέρει. Από τη συριακή οπτική, από την επαναστατική άποψη, το να έχουμε διαθέσει το σώμα μας για πέντε μήνες, όπως έκανα εγώ, δεν είναι τίποτα. Αυτή είναι η αλήθεια. Κάποιος με ρώτησε: πώς μπορείς να γυρνάς όλη την ώρα, χωρίς ποτέ να σταματάς; Δεν είσαι κουρασμένος; Είναι τίποτα. Εκεί οι άνθρωποι αγωνίζονται και μάχονται μια ζωή. Οι νεαροί μάχονται και εξακολουθούν να αγωνίζονται, να μάχονται, μέχρι το νέο χωριό και τη νέα επιχείρηση, μέχρι το θάνατο, και είναι νέοι που χαμογελούν σαν εμένα και σαν εσάς, που κλαίνε σαν εσάς, που έχουν θάρρος και φόβο σαν κι εσάς. Ποιο δικαίωμα έχουμε για να δεχόμαστε επαίνους λαϊκούς;

A και V στον πίνακα. Λύκειο Walther von der Vogelweide, Bozen/Bolzano, 20 απριλίου 2018.

Είναι σωστό ότι η παρουσίαση του Hevalen χρησίμευσε επίσης για να επεξηγήσει αυτό: επειδή αυτό είναι γραμμένο στο βιβλίο. Είναι γραμμένο ότι αυτά τα παιδιά μας φωνάζουν πως το να ελπίζει κανείς, ή να προσποιείται πως ελπίζει, δεν εξυπηρετεί, πρέπει να αγωνιστούμε – ακόμη και στο έδαφος της ειρήνης γιατί, αν όχι ο πόλεμος, είναι ο αγώνας που είναι παγκόσμιος. Τις ημέρες των λεηλασιών της Afrin, προσγειώθηκα στη Νάπολη. Μια ομάδα παράξενων σπουδαστών έκανε να βρεθεί μια τρίχρωμη σημαία με τρία αστέρια ευθυγραμμισμένα πάνω από την πύλη της Orientale: την σημαία του λεγόμενου Ελεύθερου Συριακού Στρατού, ο οποίος – παράδοξο – δεν ήταν ποτέ ελεύθερος και ποτέ δεν υπήρξε συριακός (και ποτέ δεν υπήρξε ένας στρατός ). Είναι η ίδια σημαία που είχαν κρεμάσει δυο μέρες πριν οι αλήτες που κατέλαβαν την Αφρίν σε ένα παρόμοιο μπαλκόνι, εκείνο του δημαρχείου της, δίπλα στην τουρκική σημαία. Εκείνο το έμβλημα θανάτου και κλοπής, παντού όπως στην πόλη εκείνη προοίμιο της αναγκαστικής μεταλλαγής των μειονοτήτων, των συστηματικών βασανιστηρίων των αντιφρονούντων, της εθνοκάθαρσης, της απομόνωσης και των διακρίσεων των γυναικών, κυμάτιζε στους τοίχους ενός από τα ευγενέστερα ιταλικά πανεπιστήμια. Είπα στους σπουδαστές που με είχαν καλέσει πως θα απομάκρυνα τη σημαία εγώ ο ίδιος, εάν δεν το έκαναν αυτοί. Σε λίγα λεπτά εξαφανίστηκε.

Μόλις κάθισα, άρχισα να καταγράφω τα εγκλήματα και τις φρικαλεότητες που διαπράττονται στη Συρία πίσω από αυτό το έμβλημα από τους τζιχαντιστές που οι τελεειδήσεις μας, λόγω της πρόστυχης ιταλικής εξωτερικής πολιτικής, αποκαλούν «αντάρτες». Ένα κορίτσι με τα μαλλιά να καλύπτονται από το hijab, στην τρίτη σειρά, προσπάθησε να με διακόψει. Δεν με ενδιέφεραν τα παράπονά της. Το ντύσιμο της μπορούσε να την κατατάξει ως πρώην αποικισμένη, ή μετανάστρια. Πρέπει να ευχαριστήσω τη Συρία που με έκανε απρόσβλητο – τουλάχιστον το ελπίζω – από εκείνο τον συγκεκριμένο ρατσισμό, της «αριστεράς» αυτή τη φορά, που χαρακτηρίζεται ως αφόρητος πατερναλισμός, αλόγιστος κατευνασμός σε οποιαδήποτε συμπεριφορά που προέρχεται, για παράδειγμα, από ανθρώπους που θεωρούνται ως μουσουλμάνοι, λες και ο σεβασμός προς τον άλλον δεν εκφράζεται πρώτα απ’ όλα ακριβώς στο να δίνεις στον καθένα την αξιοπρέπεια να είναι πραγματικός συνομιλητής και όχι μόνο τυπικά, όχι είδος ανήλικου διαταραγμένου μειωμένης ικανότητας να αντιπαρατεθεί, αν χρειαστεί έντονα, στα ίσα και να δεχτεί, εάν χρειαστεί, κριτικές. Μία νοοτροπία που θα με είχε ωθήσει να υποκύψω στις πιέσεις αυτού του κοριτσιού, μόνο και μόνο για το πέπλο που φορούσε. Αντιθέτως συνέχισα. Τους είπα – για τα θύματα, για τους μάρτυρες. Το κορίτσι άρχισε να κλαίει. Συνέχισα. Αυτή όπως και όλοι έπρεπε να ακούσει την αλήθεια των αποκεφαλισμένων παιδιών, των γυναικών που βιάστηκαν, των οικογενειών που ήταν κλειδωμένες στα κλουβιά. Όταν τελείωσα, ζήτησε συγγνώμη για τη συμπεριφορά της και είπε ότι γνώριζε από καιρό ότι δεν μπoρούσε πλέον να ανεμίζει εκείνη τη σημαία, πως έπρεπε να την κρατά «κλειδωμένη στο συρτάρι, εξαιτίας εκείνων που πρόδωσαν τα αρχικά ιδανικά». Μέσα στον κοινό σεβασμό για τις απαρχές της συριακής επανάστασης σφίξαμε τα χέρια στο τέλος της συζήτησης. Ανακάλυψα ότι ήταν ιταλίδα, που είχε ασπαστεί το Ισλάμ.

Το ταξίδι μέσα στην Ιταλία καθιστά δυνατή την κατανόηση πως η πραγματικά κακή πίστη δεν κατοικεί, συχνά, μέσα στους πρώτους ύποπτους, αλλά τους πολίτες πάνω από κάθε υποψία. Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της Περούτζια γνώρισα μια ομάδα τοπικών οπαδών που τους απέκλεισαν από κάθε αθλητική διοργάνωση επειδή άνοιξαν, κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, ένα πανό με την επιγραφή «Defend Afrin, terrorist Erdogan, Να υπερασπιστούμε την Αφρίν, Ερντογάν τρομοκράτη». Ο διοικητής της αστυνομίας δικαιολόγησε τη διάταξη σύμφωνα με την οποία το πανό προσέβαλε στην τιμή ενός αρχηγού ξένου κράτους. Επωφελήθηκα από την παρέμβασή μου για να προσκαλέσω τον διοικητή της Περούτζια να μετακομίσει με την οικογένειά του στη νέα Αφρίν του Ερντογάν, για να νιώσει τι ζουν κάτω από μια θεοκρατική εξουσία που διοικείται από κακοποιούς, ανάμεσα σε αντιφρονούντες που κρέμονται από στύλους και αποκεφαλισμούς στην πλατεία με την κραυγή «Allah Akhbar, ο Θεός είναι Μεγάλος !». Στην Πίζα οι σπουδαστές που με υποδέχτηκαν είχαν μόλις φτιάξει μια τοιχογραφία για την Αφρίν, αλλά είχε σβηστεί από το πανεπιστήμιο. Αν μόνο ο πρύτανης της Πίζα έπρεπε να αγκαλιάσει κάποιον που αιμορραγεί για την υπεράσπιση της πόλης του, ή για την ίδια την δυνατότητα να υπάρχουν τα πανεπιστήμια, θα καταλάβαινε πως ορισμένες χειρονομίες είναι αποδεκτές μόνο από μια ιταλική οπτική, εκείνη που εμείς έχουμε εν μέρει χάσει.

Στη μνήμη του Francesco Viviani, καθηγητού αντιφασισμού στο Liceo Ariosto της Ferrara, στη συνέχεια διοικητικού στελέχους του βερονέζικου CLN, που πέθανε στο  Buchenwald.

Ήταν κουραστικό, αλλά και όμορφο, να βλέπω τη χώρα μου, την οποία αγαπώ. Στο Appennino παρενέβην στις Casematte της Aquila, όπου χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν καταφύγιο κατά τη διάρκεια του σεισμού, στη Φερράρα. Συζήτησα με αξιολάτρευτους φοιτητές – μερικοί ιταλοί, άλλοι παλαιστίνιοι (το Hevalen είναι επίσης ένα βιβλίο για την Παλαιστίνη) – στο Λύκειο Αριόστο. Στους τοίχους του σχολείου μια πλάκα με έκανε να ανακαλύψω ότι ένας από τους καθηγητές λατινικών και ελληνικών πέθανε από το ναζιστικό-φασιστικό χέρι. Το να διασχίζεις την Ιταλία είναι να διασχίζεις αναμνήσεις αντίστασης: φθάνει να σταματήσεις για μια στιγμή και να μην προχωρήσεις περισσότερο, να δώσεις στον εαυτό σου χρόνο. Ένας φίλος με μετέφερε με ένα φορτηγό από το Carpi στο Reggio Emilia, δείχνοντάς μου την ατέλειωτη ροή των μνημάτων των καταδικασθέντων και το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Fossoli, σε εκείνο το τρίγωνο του θανάτου όπου ο απαραίτητος αγώνας ενάντια στον φασισμό υπήρξε τόσο σκληρός. Μεταξύ των υψηλών και επιβλητικών βουνών της Val Belluna, όπου είχαν ενεργήσει άλλες μονάδες παρτιζάνων, συνάντησα και πάλι τον μαχητή δίχως όπλα Fabio Vettorel, ο οποίος αντιστάθηκε με σαφήνεια και συνέπεια στις γερμανικές φυλακές μετά τη σύνοδο των G20 στο Αμβούργο.

Στο Bozen / Bolzano συνάντησα μια γερμανόφωνη σχολική ομάδα με τους οποίους συζήτησα τη σημασία της γλωσσικής προστασίας, της άρνησης της αφομοίωσης και του συστήματος των δημοκρατικών αυτονομιών στη βόρεια Συρία ως πρότυπο που θα μπορούσαμε να προωθήσουμε και στην Ευρώπη. Πολλοί, εκεί και αλλού, με ρώτησαν: είναι πιθανό μερικές από τις κατακτήσεις της Rojava να βρουν επιβεβαίωση στα μέρη μας; Τίποτα δεν μπορεί να εξαχθεί σαν ένα δέμα πατάτες, στην πολιτική, αλλά οι σύριοι ή οι κούρδοι έχουν δύο πόδια και δύο χέρια σαν κι εμάς, έτσι ώστε να έχουν δημιουργήσει μια κοινωνία που βασίζεται στις κοινότητες, η ιδέα της οποίας προέρχεται από την ευρωπαϊκή επαναστατική ιστορία, και οι κοινότητες διήρκεσαν στην Ροζάβα περισσότερο από ό, τι στο Παρίσι, σίγουρα δεν κόστισαν λιγότερο αίμα απ’ ότι εδώ σε εμάς. Υπάρχουν πηγές έμπνευσης σε όλες τις επαναστάσεις, και εκείνη της βόρειας Συρίας δεν αποκλείεται, ακόμα περισσότερο επειδή δίπλα στους πρακτικούς μετασχηματισμούς βρίσκονται σε διεργασία εκεί κάτω βαθιές και χρήσιμες θεωρητικές σκέψεις και προβληματισμοί επάνω στην ιστορία του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και της αποικιοκρατίας, και επάνω στην αυτοκριτική που πρέπει να εμβαθύνουν οι επαναστάτες αυτού του αιώνα (της οποίας ένα από τα πιο πολύτιμα χαρακτηριστικά είναι, τελικά και επιτέλους, να κατανοήσουν κριτικά το 1989).

Παλαιστίνη και PKK. Padova, Δημαρχείο, 1 ιουνίου 2018.

Σίγουρα, λίγο χρησιμεύει να αντλήσουμε έμπνευση από τις κοινότητες και τα συνέδρια των γυναικών, ή από τους συνεταιρισμούς ισονομίας της Ροζάβα, εάν δεν θέσουμε στους εαυτούς μας το πρόβλημα του πώς άρχισαν όλα και πώς μπορεί να υπάρξει συνέχεια: μιας και όλοι όσοι έχουν διασχίσει αυτή τη διαδικασία αλλαγής ξέρουν πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος ενός ισχυρού και οργανωμένου κινήματος, του επαναστατικού υποκειμένου και των αγωνιστών του. Η αλήθεια είναι αυτή: ούτε μια κοινότητα δεν θα είχε αναδυθεί χωρίς τη δράση ερεθίσματος, ώθησης, κατάρτισης και οργάνωσης που ασκείται από το κόμμα, ακόμη και πριν από τις αναταραχές του 2011, όταν κάτω από τo τακούνι του Assad ενεργούσαν στην παρανομία, και το πιο παράδοξο είναι ότι για μερικούς, στη Συρία όπως στην Ιταλία, αυτό καταλήγει να είναι θεμέλιο σκεπτικισμού, και όχι προβληματισμού ξεκινώντας από τις δικές τους αποτυχίες, οι οποίες με αυτό το θέμα δύσκολα μπορεί να μην σχετίζονται. Σήμερα το έργο και η νοοτροπία των συνομοσπονδιακών μαχητών είναι το πιο πολύτιμο κληροδότημα για τους νέους που αναζητούν ένα παράδειγμα αφοσίωσης, θάρρους, οράματος, πραγματισμού και πειθαρχίας στην Ευρώπη.

Άλλοι με ρώτησαν: πώς μπορούμε να βοηθήσουμε, από εδώ; Πάντα απάντησα ότι είναι απαραίτητο να βρούμε το θάρρος να ταξιδέψουμε, παρόλο που αυτά τα ταξίδια δεν μπορούν και δεν πρέπει να αναληφθούν με επιπολαιότητα, ούτε να τα κάνουμε μόνοι. Το ταξίδι είναι σημαντικό όχι για να πολεμήσουμε, αλλά για να δείξουμε ότι είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε διαφορετικά τις διαδρομές που κάνουν άλλοι για να βρουν μια καλύτερη ζωή ή να σωθούν, και για να αποδείξουμε εκ των πραγμάτων ότι δεν είναι όλοι οι «δυτικοί» ίδιοι, αν υπάρχει ακόμη και εκείνος που είναι πρόθυμος, τουλάχιστον σε ένα μικρό βαθμό, να γίνει μετανάστης απ’ την ανάποδη. Μπορούμε επίσης να πληροφορηθούμε και να ενημερώσουμε, πάντα είπα, και να δωρίσουμε στην Ερυθρά Ημισέληνο Κουρδιστάν Ιταλία Onlus για να υποστηρίξουμε τους τραυματίες και τους πρόσφυγες.

Ήμουν έτοιμος να φύγω για το τελευταίο μέρος του ταξιδιού μου, τον ιούνιο προς νότο, όταν η Eddi και ο Jacopo, που είχα αφήσει στη Συρία το νοέμβριο, ξαφνικά, επέστρεψαν. Χωρίς να σκεφτούν δύο φορές, δίχως να πάρουν αναπνοή, ενώθηκαν το ταξίδι μου, ως πραγματικοί hevalen και μαζί βρεθήκαμε στο Pigantaro, στη Sparanise, στο Venaus και στην Cosenza, αυτή η τελευταία μια βραδιά που για μένα θα παραμείνει ξεχωριστή, διότι προστέθηκε εκεί σχεδόν κατά τύχη η μαρτυρία και του Dilsoz, ενός Ιταλού μαχητή Ypg που επέστρεψε πριν πολύ λίγο από την Afrin, όπως και αυτοί.

Η απώλεια της Afrin στάθηκε τρομερή για όλους. Ακόμη και για μένα που, σε αντίθεση με αυτούς, δεν βρέθηκα ποτέ εκεί. Οι hevalen αντιστέκονται, επιτίθενται στον εχθρό όποτε μπορούν, βρίσκοντας καταφύγιο στις αγροικίες, στις εγκαταλελειμμένες γειτονιές και χωριά, σε macchie, στην ύπαιθρο. Είναι πεπεισμένοι ότι μια μέρα η πόλη θα επιστρέψει ελεύθερη, όπως μόνο αυτοί που πιστεύουν και αγωνίζονται μπορούν να είναι πεπεισμένοι. Η «Οργή των ελαιόδεντρων» (έτσι αποκάλεσαν την αντίσταση) χτυπά επίσης στην καρδιά των ισλαμιστικών γαιών που έχουν καταληφθεί από την Τουρκία, στην Idlib, στο Azaz, και ο αγώνας ενάντια στο ISIS δεν έχει με τίποτα τελειώσει, στο Deir El Zor.

Ο Dilsoz, μια φορά, ενώ ανταλλάσσαμε χαμόγελα και πίναμε κοκτέιλ, ξαφνικά σταμάτησε. Μου έδειξε την φωτογραφία ενός αγοριού. Ήταν ένα παιδί άραβας ακριβώς από την Deir El Zor, το οποίο είχε γνωρίσει. Είχε πεθάνει προσπαθώντας να απελευθερώσει το χωριό του από το Isis.

Προσεύχονταν πέντε φορές την μέρα, μου είπε.

Γι αυτούς τους φίλους πρέπει να κάνουμε ότι είναι δυνατόν.

Να γράψουμε βιβλία, αν είναι απαραίτητο, και ακόμη πολλά άλλα.

*Ο Davide Grasso έχει δημοσιεύσει ανεξάρτητα ρεπορτάζ από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Μέση ανατολή και αρκετά άρθρα σχετικά με τη φιλοσοφία της τέχνης και τη θεωρία της κοινωνικής πραγματικότητας. Το 2013 δημοσίευσε New York Regina Underground. Racconti dalla Grande Mela για τον Stilo Editrice. Από το 2015 δραστηριοποιείται μεταξύ Ευρώπης και Συρίας σε υποστήριξη της δημοκρατικής Ομοσπονδίας της Βόρειας Συρίας. Το 2016 ενώθηκε στις συριακές Δυνάμεις για να πολεμήσει το Daesh. Την εμπειρία του διηγείται στο βιβλίο Hevalen. Perché sono andato a combattere l’Isis in Siria, που βγήκε για τις Edizioni Alegre στην συλλογή Quinto Tipo σε επίβλεψη από το Wu Ming 1.

από wumingfoundation.com

logoinfoaut

αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος έκτο

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ

Πριν τελειώσω, λίγες ακόμη διευκρινήσεις. Προωθείς την υποψία, Carlo,
πως εγώ θέλω «να κάνω προεκλογική προπαγάνδα».
Ξέρεις πόσο πολύ με νοιάζει να κάνω τον βουλευτή! Αποφάσισα να προταθώ για να μπορώ να αποκτήσω εργαλεία για να κρατήσω ανοικτά κάποια ζητήματα, την αμνηστία πρώτα απ’ όλα, επάνω στην οποίαν υπάρχει ο κίνδυνος να εξαπλωθεί ένα πέπλο λήθης. Πρότεινα τις λίστες
«ουράνιο τόξο» και τα θέματα της αμνηστίας, του εγγυημένου εισοδήματος, της μάχης για τα δικαιώματα και την ελευθερία των μεταναστών, τον αγώνα ενάντια στο κεντρικό Κράτος που προωθείται από την οπτική των μειοψηφικών ταυτοτήτων, αυτών επίσης που αμφισβητούνται ή απορρίπτονται, των αυτονομιών 
και των δυνατοτήτων τοπικής αυτοκυβέρνησης, 
διότι αυτή υπήρξε η πρακτική μου εδώ και κάποια χρόνια στην Γαλλία.

Θα ήθελα να εκλεγώ
για να μπορέσω να πάω σε αυτές τις βρωμερές γαλλικές φυλακές για να «κάνω φασαρία’
ενάντια τον λευκό θάνατο της απομόνωσης,
στη Napoli για να προτείνω στους νέους να καταλάβουν εκείνο που μπορούν και να μπλοκάρουν τους δρόμους
για να διεκδικήσουν εγγυημένο εισόδημα, αντί
να αναγκάζονται να καταταγούν στην
camorra για να το αποκτούν, μπροστά στα εργοστάσια
του θανάτου για να προτείνω
στους εργάτες να αγωνιστούν συγχρόνως για το κλείσιμο αυτών και για το εγγυημένο εισόδημα,                                                                                                                                                  στην Λισαβόνα και στην Rebibbia για να συζητήσω με τον
Otelo και με τον Renato γι αυτά που πρέπει να γίνουν
σχετικά με την μάχη για την αμνηστία…                                                                                        Θα χρειάζονταν το μεγάφωνο,
o πολλαπλασιαστής, τα φόρουμ
που μια εκλογική εκστρατεία σου προσφέρει,
και τα μέσα που μια πιθανή εκλογή σου διαθέτει.

Είχα αποφασίσει να ελαχιστοποιήσω στο μέγιστο
τους κινδύνους να γίνω πραγματικά (κοινωνικά και
πολιτιστικά) ένας «βουλευτής-deputato». Για παράδειγμα
ανατρέχοντας σε μια όχι νέα διορθωτική κίνηση όπως η «εναλλαγή-rotazione». Είχα σκεφτεί να παρουσιαστώ in tiket με ένα σύντροφο
που έχει μια εμβληματική ιστορία. Ονομάζεται Giovanni Stefan, πέρασε τα εφηβικά του χρόνια στην Lotta Continua, σαν φοιτητής, σαν νεαρός εργάτης.
Κατηγορήθηκε για ένα σύντομο πέρασμα στην Prima
Linea, διέφυγε εγκαίρως. Η τανάλια μεταξύ των κατηγοριών ενός                         «μετανιωμένου» και οι επιβεβαιώσεις
«καθαρές» («μιλώ για μένα, δεν κάνω ονόματα άλλων, δεν επιβεβαιώνω ούτε διαψεύδω») δυο ‘διαχωρισμένων που ομολόγησαν», του χάρισαν
τα ισόβια για τον θάνατο του ηγετικού φασιστικού στελέχους Pedenovi.
Στη διάρκεια της ‘φυγής του δίχως τέλος’ γνώρισε την τραγωδία, υπήρξε ο μοναδικός επιζών ενός φονικού ατυχήματος, χρειάστηκε να ‘χωνέψει’
τον θάνατο αδελφών και αλληλέγγυων γυναικών και ανδρών που τον συνόδευαν διαμέσου ενός συνόρου, υπέστη σοβαρό τραυματισμό που του άφησε σοβαρά σωματικά τραύματα, διέσχισε το καθαρτήριο μιας φυλάκισης
«περιμένοντας την έκδοση’… Θα μπορούσε να ‘εναλλάσσεται’ μαζί μου, εάν συμφωνούσε να είναι υποψήφιος, και εκλέγονταν.

Η ΑΥΤΟΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

Μα πάνω απ’ όλα, Carlo, για εμένα αυτό το πράγμα
των εκλογών ήδη έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα, τώρα με έχει κατακτήσει πολύ περισσότερο αυτή η τελική μάχη γύρω από την αναγκαιότητα μιας ιστορικής ανάληψης συνυπευθυνότητας, πολιτικής και ηθικής συλλογικής από πλευράς της «γενιάς» μας, για όλα αυτά που συνέβησαν από αυτή την πλευρά του οδοφράγματος στην διάρκεια των ‘αξέχαστων χρόνων ’70’.

Εδώ που βρισκόμαστε, θέλουμε να πάμε μέχρι τέλους. Προτείνουμε να λάβουμε την συλλογική απόφαση να προχωρήσουμε σε μια πράξη αναπόφευκτα ατομική πολιτικής ανυπακοής, να παρουσιάσουμε αυτο-καταγγελίες με όλους τους κανόνες,
«σε καλή και δέουσα μορφή», για τα αδικήματα τα σχετικά με τα άρθρα 284 και 286 του οινικού Κώδικα: «εξέγερση» και
«εμφύλιος πόλεμος».

Ας δούμε εάν αυτό τουλάχιστον
θα χρησιμεύσει για να διασπάσει τον τοίχo
της αναγκαστικής αφαίρεσης της ιστορικής μνήμης,  πλαστογράφησης και πνευματικής omertà, να σπάσουμε τον μηχανισμό
αυτής της πραγματικής ελευθεριοκτόνας συνωμοσίας, που η ‘βδέλλα»,
η πνευματική μαφία της μεγάλης και μικρής αριστεράς, παλιάς και  «νέας», έχει υφάνει.
Ας δούμε εάν θα χρησιμεύσει ‘να βάλουμε το πόδι μας για να εμποδίσουμε το κλείσιμο της πόρτας που βλέπει σε μιαν ελπίδα ελευθερίας, πριν αυτή κλείσει για πάντα’...

Όπως βλέπεις, Carlo, μπροστά σε αυτό το
enjeu, διακύβευμα, πλέον έχω σχεδόν ξεχάσει τις εκλογές.
Εάν βέβαια στη συνέχεια θα μπορέσουμε να κάνουμε κι αυτές,
ακόμη καλύτερα…

ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ

Αλήθεια είναι πως, κατά κάποιον τρόπο, με φοβούνται. Διότι αποφάσισα να είμαι διατεθειμένος να τα παίξω όλα για όλα,
συνεπώς μπορώ να επιτρέψω στον εαυτό μου να μην είμαι ‘προσεκτικός», επιτέλους να είμαι
«ασύνετος’… Σαν να ακούω τις φωνές
της κοροϊδίας -«μεγαλομανία», «ρητορική»,
‘ντελίριο». Δεν φαντάζεσαι, Carlo, πως είναι υπέροχα ευχάριστο
να μην σε νοιάζει όλο αυτό: είναι σαν ένα ‘άλμα προς την ελευθερία‘…
Μέσα σε αυτή την ίδια στιγμή έληξε
‘η φυγή μου δίχως τέλος’. Η αγωνία της αστυνομίας
που χτυπά στις έξι το πρωί, ή που πέφτει επάνω σου
σαν μια αγέλη σκυλιών,
εμφανιζόμενη από το πουθενά, όταν βρίσκεσαι στον δρόμο
για να αγοράσεις την εφημερίδα… Εάν με το τέλος όλων αυτών
με συλλάβουν, με απελάσουν, με εκδώσουν, ακόμη καλύτερα: ή καταλήγω σε κατ’ οίκον περιορισμό όπως ο Sofri και οι άλλοι,
ή μετατρέπουν τον χρόνο της κράτησης μου
σε μια άγρια παγίδα, σε μια βόμβα αργής ανάφλεξης. Θα μου φθάσει να υπάρχω στην φυλακή, για να δείξω πως ‘ο Βασιλιάς είναι γυμνός»,
για να παρασύρω όλες τις όμορφες ψυχές
της μεγάλης αφαίρεσης και της μεγάλης, ελευθεριοκτόνου
ψευτιάς, στην ντροπή του να πρέπει να είναι συνεργοί
αυτής της προφανούς αδικίας:
O Sofri στην lmpruneta, εγώ σε μια «Ειδική».
Μια αδικία που ήδη υπάρχει, εξάλλου: μόνο
που ο κόσμος είναι τόσο χειραγωγημένος και
διεφθαρμένος, που ούτε καν του έρχεται στο νου
ή σύγκριση ανάμεσα στον Sofri και έναν από τους τόσους
Nicola Abbatangelo. Ενώ από εμένα, κατά
βάθος, δεν μπορούν να απελευθερωθούν: λόγω
μιας κάποιας ασάφειας, [διφορούμενης κατάστασης], αν μη τι άλλο τροφοδοτούμενης από τα
‘μέσα’, εγώ είμαι και λιγάκι, κατά κάποιον τρόπο, «ένας από αυτούς», ενώ οι Nicola είναι το άλλο. Μεταξύ εμού και των πολλών Nicola και των πολλών
Mariapia, υπάρχει τέλος πάντων η διαφορά πως,
στα μάτια του ρατσιστή, τρέχει μεταξύ του εβραίου και του
«νέγρου». Όπως υπογράμμιζε o Marek Halter
σε μια προσπάθεια να επεξηγήσει την έννοια της κουλτούρας της «τελικής λύσης», ο λευκός ρατσιστής
έχει εμμονή με τον εβραίο διότι
δεν μπορεί να ξεχωρίσει από αυτόν,  δεν μπορεί να τον απορρίψει ως εμφανώς διαφορετικό, συνεπώς του αποκαλύπτεται
πιο λεπτεπίλεπτα αφόρητος και ανησυχητικός: λόγος για τον οποίον, για να ελευθερωθεί από αυτό τον διαφορετικό υπερβολικά όμοιο δεν χρειάζεται, δεν φθάνει να τον κλείσει σε ένα ‘bantustan’,
πρέπει να τον εξολοθρεύσει.
Εάν είναι έτσι, ας χρησιμοποιήσουμε κι αυτό!

PIERROT LE FOU?

Δεν ξέρω αν μπορείς να φανταστείς, Carlo, την
κατάσταση χάριτος, στην οποίαν φτάνεις όταν
είσαι βαθιά πεπεισμένος πως δεν έχεις τίποτα να χάσεις, ή
όταν είσαι διατεθειμένος να χάσεις τα πάντα…
Εδώ και κάποια εβδομάδα, όπως σου έλεγα, για μένα
τέλειωσε ο φόβος, o εφιάλτης της φυλακής.
Εάν θα επιστρέψω εκεί, αυτή την φορά δεν θα βυθιστώ
σε αρρωστημένη κατάσταση, γιατί
κάθε μέρα μου στην φυλακή θα έχει ένα νόημα.
Στους συντρόφους, στους φίλους, στην Lucia που ανησυχούν, λέω πως εάν με στείλουν στην φυλακή μου κάνουν χάρη, και μπαίνουν
στην ομάδα των «μεγάλων ψηφοφόρων» μου, μαζί
με την μικρή ομάδα των 16 τωρινών φίλων. Μα δεν είναι βέβαιο πως είναι έτσι, η
γάγγραινα μπορεί να πάει παραπέρα, η
ψευτο-συνείδηση του συστήματος – και της
αριστεράς – μπορεί να έγινε ικανή να χωνέψει και να αγνοήσει και αυτό.
Mα δεν είναι αυτό το θέμα μας: μακροπρόθεσμα, η
ωρολογιακή βόμβα μου θα εκραγεί. Εάν στη συνέχεια δεν γίνει έτσι, αυτό θα σήμαινε         πως η δύναμη
της «πραγματικής υπαγωγής» έχει ήδη παράξει
μια τέτοια ανθρωπολογική μεταλλαγή, ώστε να βρισκόμαστε ήδη ολοκληρωτικά μέσα σε έναν καφκικό ή οργουελικό εφιάλτη. Σε αυτή
την περίπτωση, εάν η ελευθερία δεν
έχει αξία κάποιος να την ζει, θα μπορούσα κάλλιστα
να μείνω στην φυλακή…

ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΔΥΝΑΜΕΩΝ, ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Να είναι ξεκάθαρο: εγώ θέλω να κάνω μια πολιτική μάχη, όχι την ακραία μάχη του βουδιστή μοναχού που βάζει φωτιά στον εαυτό του. Γι αυτό
θα προτείνουμε να οργανώσουμε πολιτικά 
αυτή την εκστρατεία, θα ζητήσουμε να μας στείλετε
επιστολές δέσμευσης και εάν και όταν θα έχουμε                                                                       (δεν ξέρω) χίλιες, θα αποφασίσουμε να προχωρήσουμε στην παρουσίαση των καταγγελιών στην Εισαγγελία.
Θέλω όμως και να προειδοποιήσω (και όχι για να εκβιάσω), πως και εάν ούτε αυτό λειτουργήσει, εγώ πιστεύω πως θα αποφασίσω (θα περάσει αυτή η στιγμή σολιψισμού, κάποιες φορές μπορούμε να επανεκκινήσουμε μοναχά από την δική μας μοναδικότητα] να πάω να παρουσιάσω την δική μου αυτοκαταγγελία στον Γενικό Εισαγγελέα του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, στη Ρώμη.

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΠΟΥ ΑΥΤΟΕΚΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ

Ελπίζω να μην υπάρχουν πτωχοί τω πνεύματι
που να επιτρέψουν στους εαυτούς τους να δουν σε αυτό μια πράξη υποβολής, παράδοσης, αναγνώρισης νομιμοποίησης στη νομιμότητα. Ο
χαρακτήρας πρόκλησης –
κι αν ακόμη μοιάζει χαμένη απ’ το ξεκίνημα – θα μπορούσε να είναι ξεκάθαρος ακόμη και στα πιο μανιακά υποκείμενα.
Εμείς (μα εάν δεν καταφέρουμε να ενσωματώσουμε αυτούς τους »εμείς» είμαι διατεθειμένος να πω »εγώ]
πρέπει να ασκήσουμε ένα δικό μας ιερό και απαραβίαστο δικαίωμα αντίστασης.

Όπως μας δίδαξαν οι Ιησουίτες Πατέρες
το δικαίωμα αντίστασης νομιμοποιεί μέχρι την τυραννοκτονία. Αλλά μιας και στην περίπτωση μας, εδώ και τώρα, στα μέρη μας, »στην φάση της πραγματικής κυριαρχίας», ο τύραννος έχει καταστεί ανώνυμος, αφηρημένος, με χίλια μάτια, φτιαγμένος από μέρη εναλλάξιμα, μπορούμε μοναχά να κάνουμε έκκληση σε μια διαφορετική μορφή αγώνα συλλογικού, μπαίνοντας στο παιχνίδι, εάν χρειαστεί, ξεκινώντας από δέκα, δυο τρεις, ένας…

Διάλεξα σαν εμβλήματα το ταρώ του τρελού, το εξώφυλλο
του Ηλίθιου του Dostojewskij, τον ιππότη του Ronzinante: οι δύσπιστοι σκεπτικιστές
σε υπηρεσία εξαιρούνται λοιπόν απ’ το να ξοδέψουν την ανάσα τους, περιφρόνηση και κοροϊδία για να ρίξουν πόρτες ανοικτές.
Και όποιος θα ζήσει, θα δει. Όπως λέει ο Nickolson
στη »Φωλιά του κούκου», πάντα θα μπορώ να λέω:
»να πάτε να γαμηθείτε, τουλάχιστον προσπάθησα».
Τέλειωσα. Ξέρω πως και οι πιο κοντινοί φίλοι μου θα είναι, στο ξεκίνημα, μπερδεμένοι και αναστατωμένοι.
Αλλά, όπως ο πατέρας σου, ανήκω στην ράτσα
εκείνων που αγαπούν να στοιχηματίζουν
στο αντίθετο ρεύμα. Όπως ο Giangiacomo
άρχισε να κάνει στα δεκαέξι του, όταν
εγκατέλειψε για πρώτη φορά την Ιθάκη του για να πάει με τους αντάρτες. Λέγοντας στους ενήλικες συντρόφους – όπως στο τραγούδι –
«εάν μας μένει ακόμη κόσμος, είμαι έτοιμος, που πάμε;»
Ciao, Carlo
Παρίσι, 20 σεπτεμβρίου 1988 Oreste Scalzone

 

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf

ιστορία, storia

Ο ‘οικοδόμος’ της ταξικής πάλης

του Fiorenzo Angoscini

Ottone Ovidi, Salvatore Ricciardi, Bordeaux, Roma, μάϊος 2018, σελ. 118, € 12,00

Αυτή η ευέλικτη έκδοση είναι μια περιορισμένη βιογραφία  (1960-1980) που πραγματοποιήθηκε υπό μορφή συνέντευξης, με ερωτήματα και απαντήσεις, που έλαβε χώρα από τον Ottone Ovidi, ρωμαίο συντάκτη του περιοδικού «Zapruder-Storie in Movimento-Ιστορίες σε Κίνηση» και συγγραφέα μια κοινωνικής-ιστορικής-πολιτικής πρότασης εκείνης της περιόδου, στον Salvatore Ricciardi, προλετάριο-πολιτικό αγωνιστή της λαϊκής  borgata της Garbatella.

Ήδη εγγεγραμμένος στo Psiup (Partito Socialista di Unità Proletaria-Σοσιαλιστικό Κόμμα Προλεταριακής Ενότητας), που γεννήθηκε από μια διάσπαση στα αριστερά του Psi, διαλύθηκε επειδή δεν έπιασε το quorum, το όριο στις πολιτικές εκλογές του 1972 και του οποίου τα ηγετικά στελέχη, μετά από αυτή την debacle, πανωλεθρία, συγκλίνουν μαζικά στο Κκι, Pci. Μεταξύ των πιο εμφανών: Lucio Libertini, Dario Valori, Tullio Vecchietti, από την borgata. Παρά το δίπλωμα βιομηχανικού Εμπειρογνώμονα, αρχίζει την εργατική και πολιτική δραστηριότητα μεταξύ των εργατών στις κατασκευές, με τους οποίους συμμετέχει στους ενεργητικούς αγώνες του 1961-1963 που θα κορυφωθούν με τις συγκρούσεις (130 συνελήφθησαν) της Piazza Santi Apostoli στη Ρώμη. Αφού κέρδισε έναν μοιραίο διαγωνισμό, μπαίνει στον μηχανισμό Κρατικών Σιδηροδρόμων: τεχνικό γραφείο. Αρχικά εντάσσεται στο συνδικάτο Sfi-Cgil, στη συνέχεια αποσπάται [εκδιώκεται, μαζί με άλλους, όταν έχουν ήδη αποχωρήσει] και, το 1971, ιδρύει τον αυτόνομο οργανισμό Cub-Ferrovieri της Ρώμης, ο οποίος «οργάνωνε» (συγκέντρωνε) 1500 εργαζόμενους. Στη συνέχεια, η συνάντηση με τους σπουδαστές:

“Όταν ξεκίνησαν τα πρώτα σημάδια του 1968 από τα μέρη του σταθμού Termini όπου υπάρχουν πολλά σχολεία και γυμνάσια στα οποία άρχισαν να κάνουν συνελεύσεις, οι φασίστες που έρχονταν από την περιοχή του Corso Italia τους επιτίθενται. Εμείς πηγαίναμε με το ελεύθερο από το συνδικάτο, συχνά μαζί με εκείνους του PCI και βρεθήκαμε δίπλα-δίπλα αποκρούοντας αυτές τις φασιστικές επιθέσεις”.

Σχεδόν ταυτόχρονα (1969-1970) οι πρώτες επαφές με τους Συντρόφους του Collettivo Politico Metropolitano του Μιλάνο (ένας από τους οργανισμούς που θα δώσουν ζωή στις BR).Η πορεία πολιτικής εξέλιξής του (χωρίς καμία απολογητική πρόθεση) κορυφώνεται (1976) με το πέρασμα του στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Ο γέρος (γεννημένος τον σεπτέμβριο του 1940, χωρίς καμιά επιθετική πρόθεση, αλλά για να τονίσουμε τη σημαντική διαφορά στην ηλικία με εκείνη την μέση του αγωνιστικού σώματος. Μόνο ο Renato Curcio – έτος γέννησης 1941 – μπορεί να θεωρηθεί «σύγχρονος» του. Ο Prospero Gallinari ήταν 11 ετών νεότερος, ένας άλλος από το Reggio, συνιδρυτής των Br και, αργότερα, του Αντάρτικου Κόμματος, Partito Guerriglia, «ακατανόμαστος» για πολλούς πρώην συντρόφους, είχε 7 λιγότερα, ο Ario Pizzarelli είχε 14 λιγότερες ‘ανοίξεις’ στην πλάτη του. Ο Walter Alasia, μάλιστα, βρίσκονταν 16 χρόνια σε απόσταση), όπως ονομάζονταν από τους συναγωνιστές του στην Κομμουνιστική Μαχόμενη Οργάνωση, λόγω της δραστηριότητά του στο «ένοπλο Κόμμα» συλλέγει 30 χρόνια φυλάκισης:

Ε.: «Θυμάσαι την πρώτη ενέργεια που έγινε στη Ρώμη;»                                                      Α.: «Ένας δικαστής που υπέγραφε τις εντολές έξωσης και τις εκκενώσεις, ακριβώς λόγω του ότι αυτή η ενέργεια γέννησε τη ρωμαϊκή φάλαγγα, ο οποίος χτυπήθηκε, τραυματίστηκε. Μια άλλη δράση εκείνης της περιόδου, η οποία μας έδωσε μεγάλη δημοσιότητα επειδή αφορούσε έναν χαρακτήρα ιδιαίτερα μισητό από το ρωμαϊκό προλεταριάτο, ήταν η δολοφονία ενός εργολάβου, με το παρατσούκλι «Jack the harness, ο εκμεταλλευτής», πολύ δραστήριος στις εξώσεις και στο να καλεί την δημόσια δύναμη ενάντια στους παραβάτες ένοικους, οι οποίοι ήταν όλοι λαϊκές οικογένειες σε προαστιακές γειτονιές».1

Από αυτά τα 30 χρόνια, ο Ricciardi περνά τα «20 έγκλειστος και 10 σε ημιελευθερία και υπό όρους ελευθερία».2
Σε αυτό το βιβλίο, όχι στη γραπτή συνέντευξη, πολύ λιγότερο στη σύντομη αυτοβιογραφία, ο Ricciardi δεν θυμάται τη σοβαρότητα της κατάστασης υγείας του. Από σεβασμό για το πρόσωπο και τη θέλησή του, δεν θα το είχαμε κάνει ούτε εμείς, αλλά μας φαίνεται μια συμπεριφορά αξιοπρεπούς συνέπειας που αξίζει να τονιστεί.
Μετά τα χρόνια της φυλακής, ο Ricciardi, ξαναμπαίνει στα πολιτικά φόρουμ (;), ενδιαφέρεται και ασχολείται με την φυλακή, τους κρατούμενους και τα δικαιώματα. Το βιβλίο, στο οποίο προηγείται ένα post scriptum από τον Ottoni, επικεντρώνεται στην ιστορική μεθοδολογία, κλείνει με την παρέμβασή του σε αυτό το τελευταίο θέμα.

Χωρίς vis polemica, μόνο μερικές σημειώσεις σχετικά με παραλείψεις και λάθη.Ο Giangiacomo Feltrinelli δεν πεθαίνει το 1971 (σελ. 43) αλλά στις 14 μαρτίου 1972. Και πάλι, σχετικά με το θέμα του Luigi Longo, πρώην γραμματέα του PCI από το 1964 έως το 1972, υποστηρίζει:

“Μεταξύ άλλων στο κόμμα υπήρξε μια μετάλλαξη, για την οποίαν «κατά πρώτο λόγο» μίλησε ο Luigi Longo το 1975-1976 … που προειδοποίησε την υπόλοιπη ηγεσία για την απώλεια μελών εργατικής προέλευσης υπέρ των μεσαίων τάξεων. Και είναι για μένα το αποτέλεσμα πολιτικής δράσης στοχευμένης να ευνοήσει αυτά τα στρώματα και όχι άλλα”.

Αλλά ήδη ο Παλμίρο Τολλιάττι, εθνικός γενικός γραμματέας του κόμματος, στις 24 σεπτεμβρίου 1946, στο δημοτικό θέατρο του Reggio Emilia, ανέπτυξε μια συλλογιστική υπό την έννοια αυτή, με τίτλο: μεσαία τάξη και Emilia Rossa, Κόκκινη Εμίλια.                        Επίσης, η «L’Unità» (πρώτη σελίδα της 25ης σεπτεμβρίου) ανέφερε το νέο: «Οι μεσαίες τάξεις έχουν κοινά συμφέροντα με εκείνα των εργαζόμενων» 3. Λίγες μέρες αργότερα, κυριολεκτικά, δημοσιεύτηκε μια μπροσούρα με τον ίδιο τίτλο της διάσκεψης.4              Ήταν μεγάλο το ενδιαφέρον να πιέσουν αυτό το κουμπί.

Ο Ricciardi έχει κάνει κάποιες εκδόσεις με δική του υπογραφή: Cos’è il carcere. Vademecum di resistenza, Τι είναι η φυλακή; Εγχειρίδιο αντίστασης5 και Maelstrom. Scene di rivolta ed autorganizzazione di classe in Italia dal 1960 al 1980, Σκηνές εξέγερσης και ταξικής αυτοοργάνωσης στην Ιταλία από το 1960 στο 1980  6.
Τον ιανουάριο του 2013, μαζί με πολλούς άλλους Συντρόφους, και όχι μόνον πρώην μαχητές των Brigate Rosse, συμμετέχει στην κηδεία του ρετζιάνου Κομουνιστή, Comunista reggiano, Prospero Gallinari7 και γι αυτό, μαζί με τον Sante Notarnicola, έναν από τους πρώτους πολιτικούς κρατούμενους που κατοίκησαν τις πατρικές φυλακές, τον Loris Tonino Paroli, πρώην στρατευμένο της οργάνωσης και τον Davide Mattioli, ακτιβιστή No-Tav του Reggio Emilia, viene indagato, διερευνήθηκε για υποκίνηση σε διάπραξη εγκλήματος.
Στη συνέχεια το όλον θα κλείσει με μιαν αρχειοθέτηση.

Στην Lidia
Αυτό είναι το πρώτο γραπτό που ‘προσπαθώ’ να επεξεργαστώ αφού, με άφησες για πάντα, στις 20 ιανουαρίου.
Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να σε κάνω να το διαβάσεις, όπως συνήθως, πριν το διαδώσω.
Δεν κατάφερα καν να ευεργετηθώ των πολύτιμων συμβουλών και προτάσεων σου, των κριτικών σου.
Μου λείπεις πολύ.
Μου λείπεις και γι αυτό.

(Fiorenzo, 30 ιουνίου 2018)


  1. pag. 46  
  2. pag. 47  
  3. L’Unità, pag. 1, 25 settembre 1946  
  4. Palmiro Togliatti, Ceto medio ed Emilia Rossa, Tipografia popolare, Reggio Emilia, 1946  
  5. Salvatore Ricciardi, Cos’è il carcere. Vademecum di resistenza. Prefazione di Erri De Luca, DeriveApprodi, Roma, 2015, pag, 128  
  6. Salvatore Ricciardi, Maelstrom. Scene di rivolta ed autorganizzazione di classe in Italia dal 1960 al 1980, DeriveApprodi, Roma, 2011, pag. 400  
  7. 1 gennaio 1951-14 gennaio 2013  
αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος πρώτο

Screenshot_2018-12-10-12-19-02 (1)

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ CARLO
FELTRINELLI

Αγαπητέ Carlo,
Λες πως εγώ «προσέβαλα» την μνήμη του πατέρα σου, διότι είπα πως μεταξύ ιουλίου του ’71 και της στιγμής του θανάτου του, αυτός, φίλος μου που πέρασε στην παρανομία, επανειλημμένα μου μίλησε για την τρομερή  ‘ιστορική αναγκαιότητα» να εκτελεστεί ο κομισάριος Luigi Calabresi. Ο πατέρας σου ήταν ένας τρυφερός άνθρωπος, και σίγουρα δεν έλεγε ελαφριά τη καρδία κάτι τέτοιο, αλλά θεωρούσε και δικό του καθήκον να προχωρήσει στις πρακτικές συνέπειες αυτής της  ‘αναγκαιότητας». Τώρα ξέρουμε – εγώ, εσύ και πολλοί άλλοι – πόσες καταστροφές και πολύ πιο σοβαρές του θανάτου ενός κομισάριου της δημόσιας ασφάλειας πιθανότατα δολοφόνου ενός αναρχικού, έχει δημιουργήσει αυτή η ιδεολογία της  ‘αίσθηση της Ιστορίας», των »νόμων της ανάπτυξης της», της επιστημονικής θεμελίωσης της απόφασης του »επαναστατικού επείγοντος» ως νέας πηγής νομιμοποίησης. Μα λοιπόν, αν και με τρόπους και με κουλτούρες και θεωρίες αρκετά διαφορετικές, όλοι παίζαμε λιγάκι αυτή την παρτιτούρα.
Γι αυτό, Carlo, εγώ δεν »προσέβαλα» τον πατέρα σου. Αντίθετα, προσπάθησα να του ξαναεπιστρέψω ένα κομμάτι από εκείνη την ταυτότητα και αλήθεια που ήταν δικιά του, που και πάλι του αρνούνται, για πολύ μίζερους λόγους.

Στο λέω εγώ, Carlo, που τον γνώρισα πολύ καλύτερα απ’ όσο, δυστυχώς, σ’ εσένα δόθηκε να τον γνωρίσεις: είναι πάνω απ’ όλα ως
«σύντροφος Osvaldo», μαχόμενος κομουνιστής, που ο μπαμπάς σου θα αγαπούσε να τον θυμούνται: εκείνοι τον απεχθάνονταν, εμείς τον αγαπούσαμε («βλέπεις, αυτή είναι η δική τους
Westminster», έλεγε ο Lenin στον Trotzkii
γυρνώντας στους δρόμους του Λονδίνου… ).

ΙΘΑΚΗ

Έτσι, μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, ο «Osvaldo, παρέμεινε δίχως ταφή. Και αυτοί, ξεκινώντας από τον κοντινό του ‘entourage’- ‘περίγυρο’, θέλησαν να του αρνηθούν την ανάμνηση και την επεξήγηση των δικών του, ίσως συζητήσιμων, αιτιών και λόγων, δεν είναι παρά ένα κλαν (όχι μια λεγεώνα) «ασβεστωμένων τάφων. Μιλώ,
έτσι για να μην κάνουμε ονόματα, του lobby των
«miglioristi’. Ξέρουμε, οι σταλινικοί – σε ισχύ ή καθαιρεμένοι – διατηρούν μια σχέση με την αλήθεια αρκετά περιστασιακή. Και από την άλλη πλευρά, αυτές οι γραμμές των «miglioristi,
που είναι στρατευμένοι κυρίως για να «migliorare» – ‘καλυτερεύουν’ το δικό τους ‘status’, δεν είναι αυτοί που, για να χρυσώσουν το οικόσημο, έστειλαν προς καταστροφή τα »μαρξιστικά έντυπα» και την »μαρξιστική ύλη», με μια χειρονομία Ιεράς Εξέτασης, πογκρόμ, »νύχτας κρυστάλλων», σοβιετικού Υπουργείου της Αλήθειας που κόβει και βάζει αυτό κι εκείνο στις συσκευές για νταγκεροτυπία της ομάδας, σαν μακαρθική έρευνα;  Είναι άνθρωποι που επεξεργάστηκαν τις ιδεολογίες της άρνησης,
του θριάμβου της κουλτούρας της ‘μετάνοιας’ της ‘μεταμέλειας’ και του ‘διαχωρισμού», της ‘διάστασης’, του πληβείου αγώνα και σαν parvenus να θυσιάσουν στο χυδαίο μαντείο της νεοφιλελεύθερης αλαζονείας… –
Ίσως νομίζεις, Carlo, πως σου λέω πράγματα σοβαρά, άδικα και ακραία:
παρόλα αυτά σε παρακαλώ να τα σκεφτείς, αν και μπορεί
να αποτελεί αυτό μια σκληρή άσκηση.
Όσον αφορά εμένα, πίστεψε με, έχω την πιο μεγάλη περιφρόνηση γι αυτή
την χούφτα σφετεριστών, που έχουν αδράξει,
που έγιναν κύριοι της πετρώδους Ιθάκης του πατέρα σου, την οποία
αυτή την φορά ο Οδυσσέας δεν θα ξαναδεί ποτέ πια.

OSVALDO

Σε μια μπροσούρα στη μνήμη του,
ο Giampiero Brega αναφέρεται στον Gianqiacomo
Feltrinelli με ένα απόσπασμα δεν ξέρω πλέον ποιου:
«είναι ο μόνος και ο μοναδικός homo novus που εγώ έχω γνωρίσει.»                                Είναι αλήθεια. Εγώ τον
θεωρούσα, και, ξεροκέφαλο, ρομαντικό, αρχαϊκό θεωρητικά, ονειροπόλο,                  «παλαιο-κομουνιστή’ και λιγάκι
απλά  «τριτοκοσμικό» και
καστρικό. Μαλώναμε σχετικά με τη φύση
της Εσσδ, για τον «σοσιαλιστικό χώρο», για την εμμονή του
με τον φασισμό και το πραξικόπημα, για τον
Secchia. Αλλά σεβόμασταν αλλήλους. Όταν
(ακόμη ισχυρός εκδότης που μας βοηθούσε με
μια προ-αγορά μιας χιλιάδας φύλλων της εφημερίδας Potere Operaio) πρότεινε να καταχωρήσουμε στο εβδομαδιαίο μας ένα φύλλο του
«Rassegna comunista-κομουνιστική Ανασκόπηση«, που στα μάτια μας ήταν                  υστερο-αντιστασιακή, άρρωστος με το νεο-παρτιζανισμό και τον «fochismo-φοκισμό».
χρειάστηκε να του πούμε όχι και να μην επιμένει [έκανε στη συνέχεια, σχεδόν μόνος, την δική του  » Voce comunista«- »κομουνιστική Φωνή»).                                                                       Όταν επεξεργάζονταν και εξέδιδε -‘»από τον Feltrinelli'», όπως έλεγε αυτός- το περιοδικό Compagni-Σύντροφοι (στην σύντομη ζωή του οποίου πήραν μέρος και οι                              Eco, Nanni Baleslrini και άλλοι διανοούμενοι ‘πρώτης γραμμής’) μας
πρότεινε ντροπαλά να του δημοσιεύσουμε
μια συνέντευξη, στην οποία εξηγούσε τους λόγους
του περάσματος του στην παρανομία
ευρύτερα από αυτό που μπόρεσε να κάνει στην περίφημη επιστολή στο περιοδικό Espresso. Ήταν
τα πάντα. Εκείνους τους καιρούς των Berlusconi, ένα σπάνιο
μάθημα στυλ.
Μαλώναμε (η ξεροκεφαλιά του ήταν
παροιμιώδης – και η δική μας, «θεωρητική»‘) αλλά
πάντα κρατήσαμε μεταξύ μας κάτι περισσότερο από φιλία, αλληλεγγύη
συναίσθημα, στοργή: μια βαθιά συνενοχή.

‘TRANCHES DE VIE’
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ

Έτσι, όταν αποφάσισε να φύγει, εγώ και κάποιοι άλλοι σύντροφοι
τον βοηθήσαμε,
αν και δεν συμμεριζόμασταν τις προβλέψεις του για  ‘πραξικόπημα’, και από την προτίμηση που έδειχνε στον  «αγώνα που έδινε ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τον γερμανικό sub-ιμπεριαλισμό» προτιμούσαμε τον εργατικό αγώνα ενάντια σε εκείνο του σπιτιού μας.
Όταν μου ζήτησε να πάω στην βιβλιοθήκη
του lstituto Feltrinelli για να ανακτήσω από τις εφημερίδες
τον έλεγχο των νεκρών από λευκούς θανάτους, ή να
πάω να περιμαζέψω στο Lugano μια βαλίτσα γεμάτη
μπροσούρες της «Brigata Gap Canossi» (που αλάτιζε τις μπετονιέρες των
εργοταξίων των λευκών θανάτων, εκείνων όπου
οι οικοδόμοι σκοτώνονταν πέφτοντας από τις σκαλωσιές, μετά από super-εργασία και λόγω έλλειψης μέτρων ασφαλείας, που τα αφεντικά θεωρούσαν πολύ ακριβά να εγκαταστήσουν) το έκανα.

IVALDI

Θυμάμαι πως διάλεξε το όνομα «Osvaldo».
Βολτάραμε στην Genova, είδαμε
μια φωτεινή επιγραφή με γραμμένο επάνω της
«Osvaldo lvaldi», αυτός έπρεπε να φύγει και ήθελε ένα όνομα σε κωδικό.
«Να- είπε – θα ονομαστώ Osvaldo».
Όταν το ξανασκέφτηκα επιστρέφοντας στο Terni με
τραίνο, το κρύο πρωινό της ημέρας της Πρωτοχρονιάς ’70, μου είπε πως ήταν ένας αθεράπευτα ρομαντικός: Osvaldo είναι το όνομα του
Pesce, του θρυλικού αρχηγού των «Gruppi
d’azione patriottica»-»Ομάδων πατριωτικής δράσης» της Αντίστασης της πόλης, και «lvaldi» το όνομα μάχης του,
όπως αυτός ο ίδιος διηγείται στο «Senza
tregua, la guerra dei Gap»΄»Χωρίς ανακωχή, ο πόλεμος των Gap». Και από την sigla Gap
ο Osvaldo εμπνεύστηκε τις δικές του ‘‘Ομάδες παρτιζάνικης δράσης»- «Gruppi d’azione
partigiana» (όπως άλλες, στη συνέχεια, οι εφήμερες ‘οπλισμένες’ και ‘προλεταριακές’
«Gruppi armati partigiani», και «proletari»).

Θυμάμαι πως είχε δάκρυα στα μάτια,
ένα κρύο ηλιόλουστο πρωινό με αέρα στη γέφυρα της οδού Farini στο Milano, δυο βήματα από τα γραφεία μας, την επομένη που είχε συμβεί η τραγωδία της ‘’22 Οκτώβρη»- «22 Ottobre» στη
Genova (στη διάρκεια μιας ληστείας ο Mario Rossi
– άνθρωπος γνωστός κατά τα άλλα για την ηπιότητα του – είχε άθελα του σκοτώσει τον μεταφορέα αξιών Alessandro Floris, κάποιος κατάφερε να τον αποθανατίσει σε μια  foto που κατέστη διάσημη,
τον κατεδίωξαν και συνέλαβαν).

O Osvaldo προτιμούσε να φτιάχνει τα ‘timers’ με τα
κουτιά από φασόλια, όπως του είχε μάθει ο
Fidel, και δέχονταν να διακινδυνεύει αυτοπροσώπως
να πηγαίνει να πάρει χρήματα σε μια τράπεζα,
όχι βέβαια για να μην  ‘σπαταλήσει’ την
περιουσία του (είναι τη ζωή που στην συνέχεια έθεσε σε κίνδυνο), ούτε μόνο λόγω πίστης στις παραδόσεις και
στους ‘νόμους’ των επαναστατικών κινημάτων και κομμάτων
και των αντάρτικων οργανώσεων. Ούτε (όπως ήταν για εμένα εκείνο τον καιρό) επειδή  «ο εργατικός μισθός, εξ ορισμού, δεν φθάνει για να καλύψει τα κόστη της ταξικής οργάνωσης.» Μα
κυρίως λόγω μιας προσωπικής και βαθιάς αιτίας, της οποίας ντρεπόταν: ήξερε
πως, εάν είχε υποκύψει στον πειρασμό
της ευκολότερης οδού, εκείνης να κάνει τον
προστάτη διότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα’,
θα είχε εισάγει ένα στοιχείο που θα είχε
διαφθείρει το μαχητικό δίκτυο στο οποίο ήταν δεμένος, και θα είχε καταλήξει αναπόφευκτα
να περιτριγυριστεί από «μισθοφόρους» (στη ζωή του ως εκδότης
συχνά περιτριγυρίζονταν, παρά την θέληση του, από αυλικούς.                                     

2018-12-10 12.21.29

Θυμάμαι πως, μιλώντας για την παραμονή του                                                                            με τους «Tupamaros» (των οποίων βρήκε τον τρόπο να δημοσιεύσει δυο βιβλία), συνήθιζε να διηγείται πως, για
παράδειγμα, εκείνοι οι σύντροφοι θεωρούσαν
δικαίως την «kidnapping» αντίθετη στην
«επαναστατική ηθική». Είχε δίκιο, και επιπλέον γινόταν τρυφερός, μαλάκωνε: είμαι σίγουρος πως
σκέφτονταν και σε εσένα, τον μικρό Carlo
Fitzgerald, για τον οποίον όταν μιλούσε –
αυτός
συνήθως ντροπαλός και χαμηλών τόνων –
φωτίζονταν το πρόσωπο του και γελούσαν τα μάτια του.
Όταν έμαθε πως για εμένα και την Lucia
γεννήθηκε ο γιος μας Emiliano, μου έφερε ένα ξύλινο παιχνίδι. Το θυμήθηκα οκτώ μήνες μετά, όταν ο Emiliano πέθανε λόγω
«rio morbo selvaggio’-  η οποία όρμηξε ξαφνικά στην μικρούλα ζωή του

RADIO GAP

Ο Osvaldo ήταν όλα εκτός από »τρομοκράτης»,
ήθελε να εξηγήσει στον κόσμο με τα λόγια,
δεν ήθελε να τους αφήσει μόνους μπροστά το τετελεσμένο γεγονός
των δράσεων. Δεν είναι τυχαίο πως στρατεύτηκε σαν τρελός για το «Radio Gap» (στο οποίο έκανε ηχώ από την Ρώμη το «Radio clandestina
operaia- εργατικό παράνομο ραδιόφωνο», περιβάλλοντος – έλεγε
αυτός –
«sindacalista rivoluzionaria-επαναστατικού συνδικαλισμού», πιο
κοντινό στην κουλτούρα μας).

BLACK OUT ΣΤΟ MILANO

Τον είδα για τελευταία φορά σε έναν κινηματογράφο
(όπως συχνά αγαπούσε να κάνει, πράγμα που μου
έδωσε το άλλοθι να δω κάποιες όμορφες ταινίες
που ειδάλλως θα είχα μετανιώσει) λίγες ημέρες
πριν το θάνατο του, τον μάρτη του ’72.

Στο Milano η εξωκοινοβουλευτική αριστερά
όλη ενωμένη προετοίμαζε μια κινητοποίηση για
να εμποδίσει ένα συλλαλητήριο του [φασίστα] Almirante στην piazza
Castello. Allora non si trattava di «sparare
sull’ambulanza». O Almirante ήταν στο 7 στα εκατό, στην κυβέρνηση υπήρχε η κεντροδεξιά των
Andreotti και Malagodi. Σίγουρα, εμείς δεν
συμφωνήσαμε ποτέ με τις χοντράδες σαν αυτές που μιλούσαν για
τον «fanfascismo» που αγαπούσε πολύ η Lotta
Continua, και είχαμε μια δυσπιστία
«bordighista» για κάθε μορφή μετώπου
που μας φαίνονταν (συνεχίζω να πιστεύω,
δικαίως) ως επιβλαβές για την αυτονομία
πολιτική και κοινωνική της εργατικής τάξης, η οποία
θα ήταν οριστικά εξαρτώμενη από το δημοκρατικό Κράτος.                                                Όμως μας ενδιέφερε να χτυπήσουμε στους φασίστες την ακραία παραφυάδα ενός αντεργατικού δικτύου στους τόπους δουλειάς
και στις προλεταριακές συνοικίες.

ΟΜΑΔΕΣ ΦΩΤΙΑΣ

Ο Osvaldo με έψαξε διότι προβλέπονταν
σοβαρές συγκρούσεις, με τον συνήθη
νεκρό που θα προκαλούνταν από τις αστυνομικές δυνάμεις. Με ρώτησε
εάν κατά την γνώμη μου το κίνημα θα είχε
μπορέσει να αποδεχτεί αυτός και κάποιοι
σύντροφοι του να έρχονταν στη διαδήλωση οπλισμένοι, με καθήκοντα
μιας πιθανής αυτοάμυνας. Ήταν η πρώτη φορά που
άκουσα την έκφραση »ομάδες φωτιάς».
Το σκέφτηκα, του απάντησα αρνητικά. Μοναχά τρεις μήνες
πριν εμείς του Potere Operaio είχαμε δεχτεί επίθεση και
απομονωθήκαμε από την υπόλοιπη
εξωκοινοβουλευτική αριστερά (εκτός από κάποιες σπάνιες εξαιρέσεις), διότι ήμασταν αποφασισμένοι να  απορρίψουμε την απαγόρευση του
Αστυνομικού διευθυντή να διαδηλώσουμε, στην δεύτερη επέτειο των βομβών της piazza Fontana και του
θανάτου του Pinelli, και πρώτη επέτειο του θανάτου (στη διάρκεια των συγκρούσεων που συνέβησαν
στις 12 δεκεμβρίου του ’70] του νεαρού
bordighista αγωνιστή Saverio
Saltarelli. Κι όταν – αφού αφεθήκαμε μόνοι και κατηγορηθήκαμε για »τυχοδιωκτισμό»
η αστυνομία μας είχε βρει 250 μπουκάλια
‘molotov’ και είχε συλλάβει επτά συντρόφους, σχεδόν όλοι δεν εξέφρασαν καμιά αλληλεγγύη.
Το να φέρουν πυροβόλα όπλα σε μια διαδήλωση ήταν συνεπώς, τότε,
πολιτικά αδύνατο να υποστηριχθεί:
αυτά, ουσιαστικά, είπα στον
πατέρα σου. Αυτός αισθάνθηκε άσχημα, πικράθηκε, απογοητεύτηκε,
ταράχτηκε. Ξεκίνησε μια κάποια πολεμική όχι καινούρια
σχετικά με τον ‘κινηματικό τυχοδιωκτισμό» μας που εκδηλώνονταν
στο γεγονός πως  «τραβούσαμε την ουρά μας», και στη συνέχεια
υποβαθμίζαμε την «αντεπανάσταση» και
το ‘στρατιωτικό ζήτημα». Για μια ακόμη φορά
προσέτρεξε σε μιαν εικόνα που του ήταν πολύ αγαπητή: εμείς οι εξωκοινοβουλευτικοί ήμασταν σαν τα μπαλάκια του ping-pong που χόρευαν στον αέρα υποστηριζόμενα από τα νερά που αναπηδούσαν από ένα σιντριβάνι. Το νερό που εκτοξεύονταν ήταν οι κοινωνικοί αγώνες: όταν- αναπόφευκτα, μιας και
ο αγώνας ήταν κυκλικός –
αυτοί θα αποδυναμώνονταν, εμείς θα νεκρώναμε.
Το πρόβλημα του ήταν εκείνο να δει πως θα διατηρηθεί η μονιμότητα της επιθετικότητας (ή τουλάχιστον η ανάπτυξη
αντεπίθεσης και αντίστασης) στους σκληρούς καιρούς
της ‘κοιλότητας του κύματος’ που προετοιμάζονταν.
Γι αυτό, υπήρχε το πρόβλημα ενός
πολιτικού-στρατιωτικού σκελετού του κινήματος. Που αυτός δεν έβλεπε στη  μορφή του »αντάρτικου Κόμματος, Partito-guerriglia», [όπως μετά, για παράδειγμα οι Ερυθρές Ταξιαρχίες) αλλά σε εκείνη ενός διαρθρωμένου πλουραλιστικού και πολύμορφου μετώπου.
Στο οποίο, μια ημέρα – κι εδώ ριζικά διαφέραμε – θα αναγκάζονταν από τα γεγονότα και τις συγκυρίες να πάρουν μέρος και οι »ιστορικές» οργανώσεις
του ρεφορμιστικού εργατικού Κινήματος.

 

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf