σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Τοπικοί αγώνες των χρόνων Εβδομήντα: Torino ανάμεσα στη διάλυση της Lotta Continua και το Εβδομήντα επτά

του Giorgio Del Vecchio

Αναμένουμε την κυκλοφορία του βιβλίου του Alberto Pantaloni στις 31 Ιανουαρίου Η διάλυση της Lotta continua και το κίνημα του ’77, για τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi, με την ανασκόπηση του Giorgio Del Vecchio.

****

Ένα από τα αμέτρητα βίτσια που χαρακτηρίζουν τη δημόσια συζήτηση της ιταλικής Δεκαετίας του 70 είναι η τάση να θεωρείται αυτή η περίοδος ως ένα είδος μονόλιθου στην πρόσφατη ιστορία της Χώρας. Ένας άθραυστος ογκόλιθος που συνεχίζει να βαραίνει επάνω στη συλλογική μνήμη, ο οποίος αντανακλάται στις δημόσιες αναπαραστάσεις της. Αρκεί να υπενθυμίσουμε εδώ τη συστηματική χρήση τύπων, όρων, εννοιών όπως «χρόνια μολυβιού» και «ένοπλου κόμματος», τόσο συναρπαστικών για τα ξεκάθαρα όσο και βιαστικά, θαμπά και ουσιαστικά ανακριβή περιγράμματα τους. Ή τη σχεδόν νοσηρή προσοχή για μεμονωμένα χρόνια (το εξήντα οκτώ, το εβδομήντα επτά), μήνες (οι 55 ημέρες του Moro), ακόμη και ημέρες (η 12η Δεκεμβρίου 1969 και η σφαγή της Piazza Fontana), που γίνονται εκ των υστέρων οι μοναδικοί ερμηνευτικοί φακοί μέσω των οποίων θα διερευνηθεί και θα συνοψισθεί μια μακρά και πυκνή δεκαετία.

Αντίθετα, όπως γνωρίζουν οι μελετητές πολύ καλά, η δεκαετία του 70 είναι ένα περίπλοκο και πολυεδρικό πλάσμα, ένα μεγάλο και πολύπλευρο ψηφιδωτό που αποτελείται από έναν άπειρο αριθμό καρτών που πρέπει να αποσυναρμολογούνται και να ανοικοδομούνται διαρκώς για να προσπαθήσουν να προτείνουν την αίσθηση της συνολικής φιγούρας, εικόνας. Ο Alberto Pantaloni, με το πλήρως ιστοριογραφικό του δοκίμιο, επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι αυτού του περίπλοκου παζλ, που σχετίζεται με τη διάλυση της Lotta continua, που ξεκίνησε το 1976, με τη σύγχρονη παραβολή του κινήματος του 1977 στο πλαίσιο της πόλης του Τορίνο. Είναι μια επιλογή που περιγράφει πολύ καλά την έρευνα, αλλά αυτό δεν είναι καθόλου ευτελές ή αυθαίρετο. Το Τορίνο αντιπροσωπεύει πρωτίστως ένα προνομιούχο παρατηρητήριο της ιταλικής δεκαετίας του ’70 (κυρίως αλλά όχι μόνο, λόγω της παρουσίας της FIAT), κατά τη διάρκεια της οποίας η πόλη χαρακτηριζόταν από την ανθεκτικότητα των κοινωνικών συγκρούσεων, οι οποίες συχνά έφταναν σε μεγάλη ένταση και ποικιλία μορφών. Στα κεντρικά χρόνια της δεκαετίας ξεχώριζε, δίχως αμφιβολία, το έντονο ρίζωμα της Lotta continua, αλλά και μια ορισμένη διάχυση των κολεκτίβων και των αυτόνομων εμπειριών και του φαινομένου του ένοπλου αγώνα. Χωρίς να ξεχνάμε, φυσικά, την κεντρική λειτουργία που διεξήγαγε το κομμουνιστικό Κόμμα. Υπό αυτή την έννοια το Τορίνο ήταν ένα ιδιαίτερα ποικίλο πλαίσιο, μια συγκυρία στην οποία συνυπήρχαν διαφορετικές εμπειρίες, αντιτίθονταν και αλληλοσυνδέονταν, ειδικά κατά το χρονικό διάστημα που αναλύθηκε από τον Pantaloni, από το φθινόπωρο του 1976 έως το τέλος του 1977, που αποτελούσε μια θεμελιώδη φάση μετάβασης όχι μόνο για κοινωνικά κινήματα, αλλά για ολόκληρη την ιταλική κοινωνία.

Ο Pantaloni διαρθρώνει το έργο του σε δύο διαφορετικά μέρη. Στο πρώτο αναλύει την κρίση της Lotta Continua στο Τορίνο και τις δυναμικές της διάλυσης της. Μία διαδικασία περισσότερο απ’ ότι μια εκδήλωση, όπως δείχνει ο ίδιος ο ερευνητής, αργή και βαθμιαία, η οποία ξεκίνησε με την εκλογική ήττα που υπέστη η λίστα της Προλεταριακής Δημοκρατίας στις εκλογές του Ιουνίου του 1976, για να ξεδιπλωθεί από πολλές απόψεις μέσα στο δραματικό συνέδριο του Ρίμινι, του οκτωβρίου του ιδίου έτους. Ο Pantaloni ανακατασκευάζει με έναν προσεκτικό και τεκμηριωμένο τρόπο την έκρηξη της LC στο Τορίνο, παρουσιάζοντας τις αιτίες αυτής. Πρώτα απ ‘όλα, υπήρξε μια βαθιά κριτική στην στράτευση όπως είχε αναπτυχθεί από το 1968 και μετά, που προωθήθηκε όχι μόνο από τα νέα κοινωνικά υποκείμενα που γρήγορα (επαν) πολιτικοποιούνταν, όπως οι γυναίκες και οι νέοι, αλλά και από τους ίδιους τους εργάτες, που είχαν εκπροσωπήσει το επίκεντρο της πολιτικής δράσης της ομάδας. Η πολιτική πρακτική με την οποία εκδηλώθηκε αυτή η δυσφορία ήταν αυτή του αποσχιστισμού, η οποία έρχονταν σε αντίθεση με την εγκάρσια και οριζόντια φιλοδοξία, τον πόθο που προκάλεσε από την αρχή τις επαναστατικές προοπτικές της LC. Αυτός ο διαχωριστικός χαρακτήρας αντηχούσε όχι μόνο σε δριμείες αντιπαραθέσεις μεταξύ των διαφόρων υποκειμένων, αλλά και κυρίως σε μια κάθετη και ολοκληρωτική αντιπαράθεση μεταξύ της βάσης και της ηγετικής ομάδας της οργάνωσης, μια πραγματική κρίση νομιμοποίησης που αποδείχθηκε μη αποφασιστική. Ο Pantaloni προχωρά στη συνέχεια για να περιγράψει την οργανωτική διάλυση της LC. Υπήρξε, εν προκειμένω, η προσπάθεια ορισμένων τμημάτων να συνεχίσουν ένα πολιτικό έργο στην επικράτεια του Τορίνο, ενώ πολλά μέλη της ομάδας περιφρούρησης, κυρίως οι νέοι, μιας και ξεθώριασε η προοπτική μίας επικείμενης εξέγερσης, πίεζαν για μια ριζοσπαστικοποίηση των ρεπερτορίων, των επιλογών. Ενδιαφέρουσα είναι η παράγραφος αφιερωμένη στην εξέλιξη της εφημερίδας του ομίλου, η οποία κατάφερε εν μέρει να απορροφήσει το τραύμα και να διατηρήσει την αξιοπιστία τουλάχιστον καθ ‘όλη τη διάρκεια του 1977 ως ένα από τα σημαντικότερα όργανα πληροφόρησης του κινήματος στην πρωτεύουσα του Πεδεμόντιου.

Το δεύτερο μέρος του δοκίμιου είναι αφιερωμένο στην παραβολή του Κινήματος του 1977 στο Τορίνο. Ο Pantaloni επιτελεί μια ενδιαφέρουσα επιχείρηση, «αποσυνθέτοντας» την ανάλυση ενός φαινομένου-συμβάντος. Σωστά, αυτός εξιστορεί την τροχιά των τριών πολιτικών παικτών που έδωσαν ζωντάνια, που κινητοποίησαν το Κίνημα στο Τορίνο και όχι μόνο. Πρώτα απ ‘όλα οι εργάτες, αν και με διαφορετικούς τρόπους σε σχέση με τον κύκλο των βιομηχανικών συγκρούσεων 1969-73 δεδομένου του μεταβαλλόμενου πλαισίου, που ήδη έδειχνε σημάδια μιας βαθιάς κρίσης του μοντέλου συσσώρευσης της χρυσής εποχής. Στη συνέχεια το γυναικείο κίνημα, στο οποίο ο Pantoni αφιερώνει σελίδες μεγάλης πυκνότητας, ανακατασκευάζοντας τα πεδία παρέμβασης του, τις θεωρίες και τις αξιώσεις, ζωγραφίζοντας μια πολύπλοκη και διαφοροποιημένη εικόνα.Τέλος το φοιτητικό κίνημα και οι κύκλοι του νεανικού προλεταριάτου, οι οποίοι διαδραμάτισαν επίσης θεμελιώδη ρόλο, κινούμενοι εγκάρσια σε σχέση με τα άλλα προαναφερθέντα υποκείμενα. Συγκεκριμένα, έδειξαν μεγάλη προδιάθεση για την εξάπλωση ριζοσπαστικών πρακτικών, όπως η επίθεση του Angelo Azzurro, μπαρ κατηγορούμενου ότι ήταν σημείο συνάντησης για δεξιά στοιχεία και εμπόρους ναρκωτικών, όπου ο Roberto Crescenzio έχασε τη ζωή του και που έκλεισε οριστικά την παραβολή του τορινέζικου Εβδομήντα επτά.

Σχεδόν σε ρόλο παραρτήματος ο Pantaloni προσθέτει ακόμα δύο κομμάτια. Από τη μία πλευρά τα γεγονότα που συνδέονται με τη φυλακή και τους αγώνες των κρατουμένων, οι οποίοι στο Τορίνο το 1977 είχαν σημασία που δεν ήταν καθόλου δευτερεύουσα. Από την άλλη πλευρά το ευαίσθητο και αμφιλεγόμενο θέμα του παράνομου ένοπλου αγώνα και των σχέσεών του με τη «δημόσια» διάσταση των αγώνων. Από αυτή την άποψη, ο Pantaloni επικεντρώνεται στην εμπειρία της Prima Linea- Πρώτης γραμμής η οποία ήταν ιδιαίτερα σημαντική εκείνους τους μήνες στο Τορίνο, και στην οποία, από την αρχή, πολλοί από τους εξερχόμενους της LC συγκλίνουν, ειδικότερα η ομάδα περιφρούρησης. Ο συγγραφέας είναι επίσης διεισδυτικός υπογραμμίζοντας και σε αυτή την περίπτωση την πολυπλοκότητα της δυναμικής που οδήγησε, το 1977 και τα επόμενα χρόνια, στην έκρηξη του φαινομένου του λεγόμενου «διάχυτου ανταρτοπόλεμου». Αρνείται ριζικά τις απλοποιήσεις και τους αυτοματισμούς, υπογραμμίζοντας τις περίπλοκες διαπλέξεις και τις αμέτρητες γκρίζες περιοχές που υπάρχουν στη σχέση μεταξύ των παράνομων κινημάτων και της παράνομης στράτευσης.

Συνολικά, η επιχείρηση που επιχειρείται από τον Pantaloni είναι πειστική, αξίζει τον κόπο, εδώ, να τονίσουμε δύο στοιχεία ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Πρώτον, από την ιστοριογραφική άποψη, ο συγγραφέας συνδυάζει δύο από τις πιο ενδιαφέρουσες και πρόσφατες προσεγγίσεις της μελέτης για την ιταλική Δεκαετία του ’70. Από τη μία πλευρά, η τάση να διερευνάται η δυναμική της συγκεκριμένης τοπικής πραγματικότητας (στην προκειμένη περίπτωση το Τορίνο). Από την άλλη επικεντρώνεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του εβδομήντα, μιας περιόδου που επανακτά την πλήρη ιστοριογραφική της σημασία εδώ και λίγα μόνο χρόνια. Όπως ο Falciola, στο δοκίμιο του για το 1977, και πιο πρόσφατα ο Τanturli, σε εκείνο για την Prima Linea, δείχνουν ότι πρόκειται για χρόνια κρίσης και περάσματος, σίγουρα μέσα σε σύγχυση και δραματικότητα, αλλά αποκαλύπτουν όμως ερευνητικά μονοπάτια θεμελιώδους σημασίας για την κατανόηση της Δεκαετίας του ’70, κυρίως όσον αφορά την ανάπτυξη ριζοσπαστικών milieux-φόντων και τη μετατροπή της δυναμικής των κοινωνικών συγκρούσεων.

Το δεύτερο στοιχείο αφορά αντιθέτως την ικανότητα που δείχνει ο Pantaloni να ανασυνθέσει ιδιαίτερα ευαίσθητα γεγονότα που έλαβαν χώρα σε ένα πολύ περίπλοκο πλαίσιο (Τορίνο του 1976-1977) μέσω μιας προσέγγισης και μέσων που είναι εξ ολοκλήρου ιστορικά. Μέσω της χρήσης σχεδόν εξ ολοκλήρου «εσωτερικών» πηγών, που παράγονται από τους παίκτες για τους οποίους γίνεται λόγος, μια επιλογή που σίγουρα ενισχύει το διαλεκτικό σύστημα, η διάλυση της Lotta Continua και το τορινέζικο Εβδομήντα επτά αναδύονται ως διαδικασίες συνεχούς εξέλιξης, αποτελούμενες από πολλές τροχιές και παράγοντες διαφορετικούς και συνυπάρχοντες και σε συνεχή διάλογο μεταξύ τους. Ο Pantaloni επιστρέφει πίσω την πολυπλοκότητα αυτής της αλληλεπίδρασης, προτείνει πειστικές γραμμές ερμηνείας, δίνοντας έμφαση στις μη γραμμικές δυναμικές που χαρακτήριζαν την κοινωνική σύγκρουση εκείνων των ετών.

Print Friendly, PDF & Email
μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Για τον Hîwa Bosco, που σκοτώθηκε στα σύνορα μεταξύ Συρίας και Τουρκίας, πρώτο ιταλό πεσόντα στην επανάσταση της #Rojava

Δημοσιεύτηκε 42 λεπτά νωρίτερα,  

Είναι η είδηση που πολύ καιρό φοβόμασταν πως θα λάβουμε. Ο θάνατος βρισκόταν πάντα στο περιθώριο της εικόνας, υποκείμενος κάθε συζήτησης, κάθε ενημέρωσης σχετικά με την κατάσταση, απ’ όταν συντρόφισσες και σύντροφοι άρχισαν να φεύγουν στη Βόρεια Συρία με σκοπό να συμβάλουν στην επανάσταση του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού.

Πρέπει πάντα να υπενθυμίζουμε, πως υπάρχει μια επανάσταση: δεν επρόκειτο «μονάχα» για την καταπολέμηση του ISIS – κάτι που δεν θα ήταν λίγο, εξ ου και τα εισαγωγικά -, αλλά αυτή γίνεται στο όνομα του χτισίματος μιας νέας κοινωνίας, μιας καινοτόμου και πολύτιμης κοινοτικής εμπειρίας.

Χωρίς αυτό το ελατήριο, ο αγώνας των YPG και YPJ κατά του Daesh δεν θα ήταν τόσο αποτελεσματικός. Επί πλέον: χωρίς αυτό το ελατήριο, οι YPG και οι YPJ δεν θα υπήρχαν.

Είναι απαραίτητο να έχουμε κατά νου τη γενεαλογία αυτής της εμπειρίας, για να καταλάβουμε τι ωθεί τους αυτόχθονους μαχητές, τους διεθνείς εθελοντές και ολόκληρο τον πληθυσμό της Ροζάβα.

Βρισκόμαστε στην εκβολή ενός μεγάλου ποταμού, αποτελούμενου από εκατό χρόνια κουρδικής αντίστασης, πολιτικής και πολιτιστικής αντίστασης. Η Μέση Ανατολή είναι το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα του γεγονότος πως δεν έχει τελειώσει ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, πώς συνεχίζουμε να υποφέρουμε άμεσα τις συνέπειές του. Κάνουμε τους λογαριασμούς με την ιμπεριαλιστική κατάτμηση της πρώην οθωμανικής αυτοκρατορίας από τις νικηφόρες δυνάμεις. Κατά τη διάρκεια της εκατονταετηρίδας που μόλις διασχίσαμε, σπαταλήσαμε χίλιες ευκαιρίες για να το συζητήσουμε. Να το κάνουμε προσπαθήσαμε λίγοι από εμάς.

Το τελευταίο τμήμα αυτού του ποταμού έχει σκάψει τριάντα πέντε χρόνια δραστηριότητας του ΡΚΚ. Υπάρχουν κοινωνικά δίκτυα που έχουν χαλυβδωθεί σε χρόνια ανταρτοπόλεμου εναντίον του δεύτερου μεγαλύτερου στρατού του ΝΑΤΟ, του τουρκικού στρατού. Υπάρχουν οι θεωρητικές επεξεργασίες του Abdullah Öcalan, στη φυλακή από είκοσι χρόνια κυρίως εξ αιτίας της Ιταλίας, ή καλύτερα, μιας ιταλικής κεντροαριστερής κυβέρνησης (έχουμε τη συνήθεια της μνήμης).

Λέγαμε: είναι η είδηση που φοβόμασταν να λάβουμε. Ο πρώτος Ιταλός πεσών όχι (γενικά) «στον πόλεμο στη Συρία», όπως έγραψε κάποιος, αλλά στην επανάσταση της Βόρειας Συρίας.

Για εμάς ένας ιταλός επαναστάτης που έπεσε δεν «ζυγίζει» περισσότερο από έναν πεσόντα επαναστάτη άλλων εθνικοτήτων. Είναι όλοι στο ίδιο επίπεδο. Οι άνθρωποι – γυναίκες και άνδρες – που πέθαναν στη Ροζάβα αποτελούν ένα πολυεθνικό μωσαϊκό με ποικίλες και αντιτιθέμενες αποχρώσεις. Αλλά είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο θάνατος ενός ιταλού προκαλεί σκέψεις σχετικά με την εγγύτητα μεταξύ του σχηματισμού του και του δικού μας, μεταξύ των εμπειριών του και των δικών μας.

Ο μαχητής των YPG Giovanni Francesco Asperti σκοτώθηκε κοντά στην Dêrika/Al Mālikiyah, πόλη στα μακρινά βορειοανατολικά σύνορα της Συρίας, στα σύνορα με την Τουρκία, κάτω από απροσδιόριστες συνθήκες. Η έκθεση μιλά για ένα «ατυχές γεγονός». Το όνομα του μάχης ήταν Hîwa Bosco. Στα κουρδικά, hîwa σημαίνει «ελπίδα».

Ο Asperti ήταν 53 ετών, έρχονταν από την Ponteranica, στην επαρχία του Μπέργκαμο, και ήταν ο πατέρας δύο εφήβων παιδιών. Δεδομένου ότι «είχε οικογένεια», στο παχύ έντερο του μικροαστικού ωχαδελφισμού θα σφυρηλατηθεί ήδη, το σχετικό ερώτημα: «Ποιος τον έβαλε να το κάνει;» Κάποιος θα του αποδώσει τυχοδιωκτισμό, άλλος θα τον αποκαλέσει αλόγιστο γονέα, αναζητητή ανατριχίλας, «τουρίστα στις επαναστάσεις άλλων ανθρώπων». Από τον θάνατο ακόμη του Enzo Baldoni, το 2004, εμφανίστηκε μια Italietta πάντα έτοιμη να ξεράσει τόνους μίσους και κοροϊδίας επάνω σε όσους αποφασίζουν να μην  «γράφουν όλα στα παλιά τους παπούτσια». Σε απαγάγουν; Πήγαινες γυρεύοντας! Σε δολοφονούν; Καλύτερα να καθόσουν σπίτι σου! Σε βιάζουν; Ίσως να σου άρεσε κιόλας!

Πράγματι: όταν πρόκειται για μια γυναίκα, ανοίγεται η άβυσσος, όπως είδαμε για πολλοστή φορά τον νοέμβριο, όταν η 23χρονη συνεργαζόμενη Silvia Romano απήχθη στην Κένυα, πιθανότατα από σομαλούς τζιχαντιστές. Και δεν πρόκειται μόνο για «μισoύντες των social» ή διακηρυγμένους φασίστες. Θα ήταν πολύ εύκολο. Αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι, στην πρώτη σελίδα της Corriere della Sera, ο σχολιαστής Gramellini – «ευγενικός» προπαγανδιστής κάθε αντιδραστικής κοινοτυπίας υπό τον ουρανό – αποκάλεσε την προσπάθεια της Silvia για αλληλεγγύη «μανία αλτρουισμού«.

Όλα αυτά, να το θυμίσουμε, στη χώρα όπου κάθε μέρα οι ρατσιστές προσπαθούν να εξωραΐσουν τις αηδίες που κάνουν, επαναλαμβάνοντας: «Να τους βοηθήσουμε στο σπίτι τους!»

Θα μας προκαλέσει έκπληξη το γεγονός, λοιπόν, εάν κάποιος γεμάτος ζήλο εισαγγελέας χαρακτηρίσει «κοινωνικά επικίνδυνο» κάποιον που πήγε να βοηθήσει τον λαό της Rojava και να πολεμήσει εναντίον του ISIS, και ζητήσει να υποβληθεί σε ειδική επιτήρηση;

Αυτή είναι, όχι άλλη, η συμπεριφορά που θα είχαν επιφυλάξει στον Asperti εάν είχε επιστρέψει στην Ιταλία ασφαλής και υγιής.

Δεν γνωρίζαμε τον Asperti, για τη ζωή του και για την ενδεχόμενη ακτιβιστική του δράση στην Ιταλία δεν γνωρίζουμε τίποτα, αλλά γνωρίζουμε συντρόφους και συντρόφισσες που έχουν κάνει την δική του επιλογή, και ξεκίνησαν μια διαδρομή παρόμοια με την δική του, και πάνω απ’ όλα ένα πράγμα αισθανόμαστε να πούμε: η βρωμιά κάτω από τα νύχια του ποδιού ενός μόνο από αυτούς τους ανθρώπους έχει περισσότερη αξιοπρέπεια από όλες ολόκληρες τις υπάρξεις αυτών που τους επιτίθενται και τους προσβάλλουν.

 

 

https://www.wumingfoundation.com/giap/2019/01/per-hiwa-bosco-morto-al-confine-tra-siria-e-turchia-primo-caduto-italiano-nella-rivoluzione-in-rojava/?utm_source=feed

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ένα ταξίδι για τους φίλους: #Hevalen πάνω κάτω στο στιβάλι. Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την Συρία;

Stampa

του Davide Grasso *

Un viaggio per gli amici: #Hevalen su e giù per lo Stivale. Di cosa parliamo quando parliamo di #Siria?

Παρουσίαση του Hevalen στο Πανεπιστήμιο L’Orientale της Napoli, 21 μαρτίου 2018.

Στα τέλη νοεμβρίου του 2017 προσγειωνόμουν για δεύτερη φορά σε ένα ευρωπαϊκό αεροδρόμιο αφού βρέθηκα στη Συρία. Αυτή τη φορά είχα αφήσει δύο φίλους πίσω μου: η Eddi και ο Jacopo παρέμειναν για να υπερασπιστούν και να συνεχίσουν την επανάσταση του βορρά. Θα είχα φθάσει στο Τορίνο το βράδυ και, το επόμενο βράδυ, θα είχα προσεγγίσει στην πλατεία Santa Giulia, όπου θα είχα παρατηρήσει – για άλλη μια φορά – τη νυχτερινή ζωή μιας μεγάλης πόλης έχοντας μια ζώνη πολέμου στα μάτια μου. Όχι ότι η βόρεια Συρία – ή η Ροζάβα – είναι απλά μια ζώνη πολέμου. Είναι ο τόπος όπου σήμερα, μέσα στο πρώτο τέταρτο του εικοστού πρώτου αιώνα, αναπτύσσεται το μεγαλύτερο επαναστατικό κίνημα της γης, σε έναν κόσμο χωρίς επαναστάσεις. Ακόμη μια φορά, μετά από δύο μήνες μεσοποταμιακών διαδρομών, συνελεύσεων, συναντήσεων και σεμιναρίων που υποστηρίχτηκαν με πολεμικούς ρυθμούς – σαν να ήμασταν ζωντανοί, σαν να προσπαθούσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο – δεν μπορούσα παρά να κοιτάζω με αμηχανία την αντανάκλαση του εαυτού μου σε όλα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνης της νυχτερινής Παρασκευής. Γιατί δεν οργανώναμε κάτι μεγάλο κι εδώ, αντί να ουρλιάζουμε άσκοπα με μερικές μπύρες στο χέρι;

Τότε, εννέα μήνες πριν, δεν ήμουν ακόμη σε θέση να αγγίξω ένα αντίγραφο του βιβλίου που είχα γράψει μερικούς μήνες νωρίτερα, εκείνο στο οποίο διηγούμουν για το χάσμα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης ανατολής, και για τον λόγο για τον οποίον είχα πάει για να πολεμήσω το Isis, ή το Daesh. Μετά το βράδυ στην Piazza Santa Giulia δεν περίμενα πολύ να επιστρέψω στο ταξίδι. Αυτή τη φορά ήταν η Ιταλία που είχα σκοπό να διασχίσω, με το βιβλίο που είχα γράψει. Όπως είναι γνωστό, τα τουφέκια απέχουν πολύ από το να είναι το μοναδικό όπλο που θα χρησιμοποιηθεί σε αυτόν τον κόσμο, και, όπως εξήγησα στους φίλους μου στη Συρία, το Hevalen είναι μια πολιτική δράση: γραμμένο διαφορετικά από το πώς θα το είχαν εκδώσει οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, ίσως ακόμη και διαφορετικά από το πώς οι αναγνώστες θα το είχαν θελήσει, το σκέφτηκα με τρόπο τέτοιο ώστε να προσπαθεί να μεταδώσει – όσο μπορεί να γίνει δυνατή η μετάδοση – αυτό που είναι πιο οδυνηρό εκεί όπου πονάει περισσότερο: δηλαδή ότι δεν υπάρχει κανένας τρόπος μέσα στον οποίο εσείς και εγώ μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς και τίμιοι με τους εαυτούς μας, ζωντανοί, σε έναν τέτοιο κόσμο.

Από τότε, μέχρι την τελευταία παρουσίαση στο festival Υψηλή Ευτυχία-Alta Felicità, στην Val Susa, στις 27 ιουλίου που μόλις πέρασε  [Audio στο κάτω μέρος σε αυτό το post, N.d.R.], γύρισα την Ιταλία να φέρω σε πέρας πενήντα οκτώ παρουσιάσεις σε άλλες τόσες δημόσιες αίθουσες, κύκλους, ταβέρνες, πανεπιστήμια, σχολεία, κοινωνικά κέντρα, σπίτια του λαού, συνδικαλιστικά γραφεία, σε χωριά των 600 κατοίκων όπως και σε μητροπόλεις εκατομμυρίων ανθρώπων, από τους Δολομίτες μέχρι το Παλέρμο, από την Αδριατική μέχρι τις δυτικές γωνιές της Σαρδηνίας. Είδα ξανά φίλους, συνάντησα διαφορετικά πρόσωπα και ανθρώπους, άκουγα διαλέκτους, κλίσεις και αδυναμίες, έθιμα φιλοξενίας και πολύ διαφορετικούς τρόπους έκφρασης των αμφιβολιών ή των ιδεών τους. Μερικές φορές με περίμενε η ερώτηση: πώς είσαι; Πώς είναι εκεί κάτω; Υπάρχει ελπίδα; Μερικές φορές φαίνονταν να θέλουν να εννοήσουν πως, αν υπάρχει, μπορεί να υπάρχει και εδώ. Άλλες φορές φαίνονταν ότι το υπόβαθρο της ερώτησης ήταν περισσότερο απογοητευμένο. «Μιας κι εδώ απ’ ότι φαίνεται ελπίδα δεν υπάρχει… θα μας πεις για εκείνους τους μακρινούς τόπους;»

Γιατί να μιλήσουμε γι αυτό που είναι μακριά; Σε κάποιους η αίσθηση, η έννοια αυτής της δραστηριότητας μου διαφεύγει, αλλά πρέπει να πάμε μακριά, μερικές φορές, για να βρούμε κοντινές απαντήσεις, ειδικά όταν, στη γύρω περιοχή, φαίνεται να βρίσκουμε μόνο τοίχους για να χτυπήσουμε το κεφάλι.

Στην Bologna, σε έναν από τους πρώτους σταθμούς, συνάντησα τον Wu Ming 1, που με είχε ακολουθήσει στη συγγραφή του βιβλίου. Η παρέμβαση του ενώπιον των φοιτητών με ταρακούνησε. Πάντα πίστευα ότι αν κάποιος είχε διαβάσει, εκτός από το Hevalen, το μοναδικό άλλο βιβλίο που είχα γράψει (τέσσερα χρόνια νωρίτερα, όταν είχα επιστρέψει από μια περίοδο σπουδών στις States, και η Συρία δεν καταλάμβανε ούτε κατά διάνοια τις σκέψεις μου), δεν θα μπορούσε να πιστέψει πως ο συγγραφέας ήταν ο ίδιος. Εγώ πρώτος δυσκολεύομαι να το πιστέψω. New York Regina Underground  ήταν αυτοβιογραφικός απολογισμός για τις μητροπολιτικές τρέλες, γιορτές και παράδοξα της ευχαρίστησης και, κατά κάποιο τρόπο, και για το βίτσιο. Το Hevalen ονομάζει γεγονότα στα οποία, ως επί το πλείστον, θα ήθελα να καταφέρω να μην σκέφτομαι πλέον, αν μη τι άλλο επειδή δεν δημιουργούν μόνο εμμονές, αλλά κάστρα από εμμονές. Ωστόσο όχι μόνο είμαι ο ίδιος συγγραφέας, είπε ο Wu Ming 1, αλλά μάλιστα θα έπρεπε να διαβάσετε το Νέα Υόρκη Regina Underground πριν διαβάσετε το Hevalen.

Με την πρώτη ματιά θα μπορούσε να εμφανιστεί σχεδόν σαν μια προσέγγιση όχι και τόσο διακριτική, και είναι εύκολο, μπροστά στον πόλεμο, να λείπει ακούσια ο σεβασμός. Δεν ήταν έτσι: ο Wu Ming 1 είχε καταλάβει πόσο βαθιά είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε την αρχή του Hevalen για να απαντήσουμε στην ερώτηση που γράφτηκε στο εξώφυλλο. Δεν ήταν ίσως τα χαμόγελα του Bataclan και τα cocktails της Rue de Charonne, που κάποτε πνίγηκαν στο αίμα στις 13 νοεμβρίου του 2015, που με ώθησαν να πάρω ένα όπλο για πρώτη φορά στη ζωή μου, να αντιμετωπίσω τους υπεύθυνους για εκείνη τη σφαγή με τα ίδια μέσα που είχαν χρησιμοποιήσει για να την φέρουν σε πέρας; Και δεν ήταν, εκείνα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνα, τα ίδια που ήταν οι πρωταγωνιστές του πρώτου μου πραγματικού ταξιδιού έξω από την Ευρώπη – προς τα δυτικά – και συνεπώς του πρώτου βιβλίου; σίγουρα: μια παρόμοια αγάπη για τη δική μου νυκτερινή αντανάκλαση, και για τη διάθλασή της σε εκατομμύρια άλλων σε χίλιες άλλες νύχτες, μπορεί να ενοχλήσει. Παρ ‘όλα αυτά, ακριβώς επειδή είναι αλήθεια δεν κάνει τίποτα για να ευχαριστήσει.

Όταν ένα μπλουζάκι του God Save The Queen των Sex Pistols έχει τα ίδια χρώματα της σημαίας των YPG. Κοινωνικό κέντρο Cartella, Reggio Calabria, 10 ιουλίου 2018.

Και άλλοι διεθνείς μαχητές γνώριζαν επίσης κάτι για την αγάπη αυτή, στην Rojava, καθένας με διαφορετικό τρόπο. Κατά τη διάρκεια των παρουσιάσεων του βιβλίου συναντήθηκα με άλλα παιδιά που είχαν πολεμήσει στις YPG μετά από μένα. Τους παρατήρησα: μικροκαμωμένοι, παιδιά, μερικές φορές με παιδικά πρόσωπα, μπλουζάκια που κρέμονται σε μικροσκοπικούς ώμους ή ένα χαρτάκι για να στρίβουν τον καπνό στο χέρι τους. Αυτοί; Μαχητές; Μαχητές στη Συρία; ενάντια στο Isis; Είναι μια ολοκληρωτικά κατανοητή δυσπιστία, που πολλοί δεν μπορούν παρά να έχουν και για λογαριασμό μου. Είναι ότι το έχουμε ξεχάσει, με όλους αυτούς τους Rambo και αυτούς τους Terminator που περνούν στις εφημερίδες και στην τηλεόραση, με αυτούς τους επαγγελματίες στρατιώτες οι οποίοι, ψηλοί και φουσκωμένοι, πομπώδεις, επηρμένοι, περιπολούν τους σταθμούς και τους δρόμους της νύχτας, ξεχάσαμε λοιπόν πως πάντοτε τον πραγματικό πόλεμο εμείς τον κάναμε: φτωχοί και losers, με τους πατέρες και τα παιδιά μας. Τον κάνουν τα αγόρια της Manbij και του Deir El Zor με τα πολύ μακριά τους πόδια ή πολύ στραβά, με τις κυρτές τους μύτες και το βλέμμα τους χαμένο ποιος ξέρει που, κρατώντας το τουφέκι σαν να μην θέλουν να είναι στον κόσμο με αυτό το πράγμα, και οι δύο στην ίδια στιγμή! Ξύπνα! Μας έχει απομείνει λιγάκι μνήμη; Πώς ήταν οι νεκροί μας του Caporetto, οι νεκροί της Grappa; Πώς ήταν οι νεαροί που μαχαιρώθηκαν στις πλάτες στη Γαλλία, της υποχώρησης της Ρωσίας, της Balmafol; Πάντα δικοί μας είναι οι νεκροί, αλλά και οι μαχόμενοι: πρέπει να θυμόμαστε.

Συμβαίνει λοιπόν, για αυτούς τους ανθρώπους, πως οι μητέρες, οι ελιές, τα χαμόγελα ή οι προσευχές να είναι σημαντικές. Είμαι υπερήφανος που αγωνίστηκα, που πολέμησα με τον ήχο των χορδών των Dire Straits στο μυαλό, δίπλα σε νέους ανθρώπους που τα πρόσωπα τους έλαμπαν εάν, σε ένα σπίτι που μόλις κατέλαβαν κατά τη διάρκεια των μαχών, έβρισκαν ένα αντίγραφο του Κορανίου. Επειδή για εμάς τους κοινούς θνητούς, πιστούς ή όχι, η συνύπαρξη μέσα στη διαφορά – και η συνεργασία μέσα στη διαφορά – είναι μια αναγκαιότητα.

Στην Φλωρεντία ήταν ο Wu Ming 4 που παρουσίασε το Hevalen. Με είχε ήδη βοηθήσει να καταλάβω καλύτερα γιατί πήγα στη Συρία χάρη σε ένα αξιόλογο κριτικό δοκίμιο που έγραψε αυτός και το οποίο διάβασα κατόπιν σύστασής του στην επιστροφή, L’eroe imperfetto, Ο ατελής ήρωας. Είχε μιλήσει στους σπουδαστές για μια φλασιά που είχε στο Λονδίνο, νομίζω στο Hyde Park. Ο γιος του έπαιζε με άλλα παιδάκια και, όπως συχνά συμβαίνει σε εκείνη την πόλη, οι οικογένειες που βρίσκονταν γύρω ήταν: ένα πολύ ξανθό ζευγάρι, ίσως ουαλοί, μια κυρία που φορούσε το hijab με τον σύζυγό της, ίσως αιγύπτια, και άτομα με ινδοκινεζικά χαρακτηριστικά, ή αφρικανοί. Κοιτάζοντας εκείνη τη σκηνή συνειδητοποίησε ότι εκείνο «ήταν όλο αυτό για το οποίο είχα και για το οποίο θα είχα θελήσει να πολεμήσω», και ήταν το ίδιο, συνειδητοποιούσε τώρα, για το οποίο αγωνίζονταν οι σύριοι, οι άραβες, οι κούρδοι, οι ιρανοί, οι μεσοανατολίτες και οι δυτικοί του Hevalen. Στο Hevalen, είπε στη Φλωρεντία, γίνεται λόγος για ένα «τρόπο, για ένα στυλ ζωής»: δεν είναι όμως ο «τρόπος ζωής» του Emmanuel Macron ή της Theresa May, που βλέπει στον καταναγκασμό της επανάληψης του εστιατορίου και του dehor, της βιτρίνας ως τη μόνη δυνατή ταυτότητα, την νιχιλιστική επιτακτική ανάγκη της κατανάλωσης, χωρίς δονήσεις και χωρίς ζωή. Είναι το στυλ ζωής εκατομμυρίων νέων προλετάριων του παγκόσμιου melting pot, χωνευτηρίου – που κάνουν εκατομμύρια νύχτες να είναι ζωντανές και δονητικές, και στη μουσική, και στη νυχτερινή ζωή.

Είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι με ένα τέτοιο σενάριο ή, ακόμα λιγότερο, με την περισυλλογή επί αυτού. Ο κόσμος είναι αμφίθυμος, αντιμαχόμενος. Οι μόνες ψευδείς σημαίες είναι εκείνες που πιστεύουν ότι κυματίζουν στον άνεμο που φυσά μόνο από μία κατεύθυνση. Πίσω από τα ουράνια τόξα που πρέπει να υπερασπιστούμε υπάρχουν οι καταιγίδες του αβυσσαλέου χάσματος που προκαλείται από την αδικία. Προσπάθησα να διευκρινίσω κατά μήκος της μπότας ότι το βιβλίο μου είναι ένα βιβλίο επάνω στην αδικία – μέχρι τις ακραίες συνέπειες. Αντιμετώπισα, κατόπιν παρότρυνσης του Christian Raimo, στη Ρώμη, την αφιέρωση στην αρχή του κειμένου, που λόγω ενός ταρακουνήματος υλισμού – χειρονομία εξέγερσης της οποίας ο αναγνώστης βρίσκει στη συνέχεια την εξήγηση – δεν περιλαμβάνει τους πεσόντες. Οι πεσόντες είναι οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, αλλά το βιβλίο δεν είναι αφιερωμένο σε αυτούς. Πρέπει να αισθανόμαστε την απουσία τους για να τους είμαστε πιστοί. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχουν πλέον. Δεν μπορούν να μας ακούνε.

Παρουσίαση του Hevalen στο Barrio Campagnola του Bergamo, 7 μαρτίου 2018.

Με τα παιδιά του κοινωνικού κέντρου Dordoni και με τον βιβλιοπώλη από την Κρεμόνα Mario Feraboli συζήτησα για αυτό το διάκενο μεταξύ του «εμείς» που (επι)βιώνουμε και «αυτών», που πεθαίνουν. Δεν είναι εύκολο. Χωρίς επιφυλακτικότητα ή αξιολύπητες πόζες, με απόλυτη ειλικρίνεια. Το καταφέραμε στην Cremona. Εξ αιτίας όσων ήταν εκεί εκείνο το βράδυ, αλλά και κατά πρώτο λόγο λόγω εκείνων που δεν ήταν εκεί. Των παιδιών που αγωνίζονται στη Συρία και που με άλλαξαν, καθιστώντας ένα ελάχιστο, ένα απειροελάχιστο λιγότερο διαστρεβλωμένη και εγωκεντρική την προσωπικότητά μου, των πεσόντων, που με καρφώνουν στις ευθύνες μου μπροστά σε οποιονδήποτε. Των πεσόντων σχετικά με τους οποίους μπόρεσα για τελευταία φορά να αντιμετωπίσω τον φίλο Peppino, αγωνιστή του Boccaccio της Monza, που λίγο αργότερα μας άφησε. Υπάρχει ένας αξιοπρεπής και σεβαστός τρόπος με τον οποίο μπορούμε να εκφράσουμε τις αναφορές μας στην καταραμένη αναγκαιότητα της βίας; Αυτός γνώριζε τις συνέπειες αυτής της αναγκαιότητας, εξαιτίας του φίλου του για τον οποίον μου είχε μιλήσει, που είχε βοηθήσει τους Ypg και έπειτα αφαίρεσε την ζωή του, για αυτό που υπήρξε αναγκαίο. Αναγκαίο; Για ποιον; Για αυτούς, για μας; Για μένα; Στο Παλέρμο, η φιλόσοφος Serena Marcenò μου υπενθύμισε ότι, γι αυτή την αναγκαιότητα, ακόμα και μετά την ανάγνωση του βιβλίου μου, κάποιος μπορεί να παραμείνει κάθε άλλο παρά πεπεισμένος.

Όταν προσγειώθηκα στην piazza Santa Giulia, πριν από εννέα μήνες, η Raqqa μόλις είχε απελευθερωθεί και η εκστρατεία κατά του Daesh στην ανατολική έρημο είχε ξεκινήσει. Η ειρήνη φαίνονταν κοντινή. Το συριακό καθεστώς έσπρωχνε τον εχθρό από το νότο, χωρίς να περιφρονεί να βομβαρδίζει και τους συντρόφους μας. Ένας δύσκολος αλλά αναγκαίος συμβιβασμός μεταξύ δύο αντιτιθέμενων δυνάμεων – ένα σοσιαλιστικό και ελευθεριακό κίνημα από την μία πλευρά, ένα αυταρχικό και φασιστικό κράτος από την άλλη – ενωμένων από το κοινό συμφέρον για να εμποδιστεί η γέννηση μιας θεοκρατικής Συρίας, φαίνονταν να επιτυγχάνεται χάρη στη φυσική διαμεσολάβηση της Ρωσίας, στρατιωτικού συμμάχου και των δύο. Αντιθέτως δύο μήνες αργότερα το σενάριο αυτό θάφτηκε από τον Πούτιν, ο οποίος προτιμούσε να ευνοήσει την τουρκική περιφερειακή δύναμη, κάποτε εχθρική σε αυτόν, παραδίδοντας της την Αφρίν, προπύργιο της επανάστασης.

Γυρνώντας την Ιταλία με το Hevalen στο χέρι προσπάθησα να ενημερώσω για τις φάσεις του αγώνα και της μάχης, μοιράστηκα τα βίντεο που έστειλαν οι Jacopo, Eddi, Gelhat, Dilsoz – όλοι ιταλοί στρατευμένοι και μαχόμενοι – ενώ κινούμουν από το Βένετο στην Ούμπρια, από Λάτσιο έως Λομβαρδία και στις Marche, στην περιοχή της Emilia Romagna. Δρομολόγησα ξανά τα συνθήματα αντίστασης από τις πορείες του Τορίνο και του Μιλάνο. Με βρίσκουν στο Φεστιβάλ παλαιστινιακού κινηματογράφου στο Κάλιαρι όταν όμως η Αφρίν, ξαφνικά, μεταξύ 17 και 18 μαρτίου, έπεσε, εκκενώθηκε από τις επαναστατικές δυνάμεις. Από την σφαγή του πληθυσμού, ο οποίος παρέμεινε ως επί το πλείστον στην πόλη, είχε προτιμηθεί ο ανταρτοπόλεμος, η αντίσταση σε καθεστώς παρανομίας που εξακολουθεί να διαρκεί. Σε εκείνη την τρομερή φάση το να δέχομαι βροντερά χειροκροτήματα για την προηγούμενη στρατιωτική μου στράτευση, όπως συνέβη στην αρχή της παρέμβασής μου στο Δημαρχείο της Πάντοβα, υπήρξε ευκαιρία να μην κάνω τον αδιάφορο, αλλά να αντιμετωπίσω το κρυφό πρόβλημα που σε εκείνα τα χειροκροτήματα ήταν κρυμμένο.

Η πρόθεση στα χειροκροτήματα, στα σφιξίματα στα χέρια και στην απόδοση εκτίμησης απέναντι μου, και απέναντι στους άλλους ιταλούς των YPG, είναι σαφής, ξεκάθαρη και καλή, αλλά είναι το αποτέλεσμα, η συνέπεια για εκείνους που έχουν πάρει τα όπλα σε έναν πόλεμο, ακόμα σε εξέλιξη, που είναι αντιφατική. Με αυτή την ευκαιρία χρειάστηκα δύο λεπτά για να εξηγήσω ότι τα χειροκροτήματα και τα συγχαρητήρια είναι κατανοητά και αποδεκτά σύμφωνα με την ιταλική οπτική, που εκείνοι που πολέμησαν στη Συρία κατέχουν πλέον μόνο εν μέρει. Από τη συριακή οπτική, από την επαναστατική άποψη, το να έχουμε διαθέσει το σώμα μας για πέντε μήνες, όπως έκανα εγώ, δεν είναι τίποτα. Αυτή είναι η αλήθεια. Κάποιος με ρώτησε: πώς μπορείς να γυρνάς όλη την ώρα, χωρίς ποτέ να σταματάς; Δεν είσαι κουρασμένος; Είναι τίποτα. Εκεί οι άνθρωποι αγωνίζονται και μάχονται μια ζωή. Οι νεαροί μάχονται και εξακολουθούν να αγωνίζονται, να μάχονται, μέχρι το νέο χωριό και τη νέα επιχείρηση, μέχρι το θάνατο, και είναι νέοι που χαμογελούν σαν εμένα και σαν εσάς, που κλαίνε σαν εσάς, που έχουν θάρρος και φόβο σαν κι εσάς. Ποιο δικαίωμα έχουμε για να δεχόμαστε επαίνους λαϊκούς;

A και V στον πίνακα. Λύκειο Walther von der Vogelweide, Bozen/Bolzano, 20 απριλίου 2018.

Είναι σωστό ότι η παρουσίαση του Hevalen χρησίμευσε επίσης για να επεξηγήσει αυτό: επειδή αυτό είναι γραμμένο στο βιβλίο. Είναι γραμμένο ότι αυτά τα παιδιά μας φωνάζουν πως το να ελπίζει κανείς, ή να προσποιείται πως ελπίζει, δεν εξυπηρετεί, πρέπει να αγωνιστούμε – ακόμη και στο έδαφος της ειρήνης γιατί, αν όχι ο πόλεμος, είναι ο αγώνας που είναι παγκόσμιος. Τις ημέρες των λεηλασιών της Afrin, προσγειώθηκα στη Νάπολη. Μια ομάδα παράξενων σπουδαστών έκανε να βρεθεί μια τρίχρωμη σημαία με τρία αστέρια ευθυγραμμισμένα πάνω από την πύλη της Orientale: την σημαία του λεγόμενου Ελεύθερου Συριακού Στρατού, ο οποίος – παράδοξο – δεν ήταν ποτέ ελεύθερος και ποτέ δεν υπήρξε συριακός (και ποτέ δεν υπήρξε ένας στρατός ). Είναι η ίδια σημαία που είχαν κρεμάσει δυο μέρες πριν οι αλήτες που κατέλαβαν την Αφρίν σε ένα παρόμοιο μπαλκόνι, εκείνο του δημαρχείου της, δίπλα στην τουρκική σημαία. Εκείνο το έμβλημα θανάτου και κλοπής, παντού όπως στην πόλη εκείνη προοίμιο της αναγκαστικής μεταλλαγής των μειονοτήτων, των συστηματικών βασανιστηρίων των αντιφρονούντων, της εθνοκάθαρσης, της απομόνωσης και των διακρίσεων των γυναικών, κυμάτιζε στους τοίχους ενός από τα ευγενέστερα ιταλικά πανεπιστήμια. Είπα στους σπουδαστές που με είχαν καλέσει πως θα απομάκρυνα τη σημαία εγώ ο ίδιος, εάν δεν το έκαναν αυτοί. Σε λίγα λεπτά εξαφανίστηκε.

Μόλις κάθισα, άρχισα να καταγράφω τα εγκλήματα και τις φρικαλεότητες που διαπράττονται στη Συρία πίσω από αυτό το έμβλημα από τους τζιχαντιστές που οι τελεειδήσεις μας, λόγω της πρόστυχης ιταλικής εξωτερικής πολιτικής, αποκαλούν «αντάρτες». Ένα κορίτσι με τα μαλλιά να καλύπτονται από το hijab, στην τρίτη σειρά, προσπάθησε να με διακόψει. Δεν με ενδιέφεραν τα παράπονά της. Το ντύσιμο της μπορούσε να την κατατάξει ως πρώην αποικισμένη, ή μετανάστρια. Πρέπει να ευχαριστήσω τη Συρία που με έκανε απρόσβλητο – τουλάχιστον το ελπίζω – από εκείνο τον συγκεκριμένο ρατσισμό, της «αριστεράς» αυτή τη φορά, που χαρακτηρίζεται ως αφόρητος πατερναλισμός, αλόγιστος κατευνασμός σε οποιαδήποτε συμπεριφορά που προέρχεται, για παράδειγμα, από ανθρώπους που θεωρούνται ως μουσουλμάνοι, λες και ο σεβασμός προς τον άλλον δεν εκφράζεται πρώτα απ’ όλα ακριβώς στο να δίνεις στον καθένα την αξιοπρέπεια να είναι πραγματικός συνομιλητής και όχι μόνο τυπικά, όχι είδος ανήλικου διαταραγμένου μειωμένης ικανότητας να αντιπαρατεθεί, αν χρειαστεί έντονα, στα ίσα και να δεχτεί, εάν χρειαστεί, κριτικές. Μία νοοτροπία που θα με είχε ωθήσει να υποκύψω στις πιέσεις αυτού του κοριτσιού, μόνο και μόνο για το πέπλο που φορούσε. Αντιθέτως συνέχισα. Τους είπα – για τα θύματα, για τους μάρτυρες. Το κορίτσι άρχισε να κλαίει. Συνέχισα. Αυτή όπως και όλοι έπρεπε να ακούσει την αλήθεια των αποκεφαλισμένων παιδιών, των γυναικών που βιάστηκαν, των οικογενειών που ήταν κλειδωμένες στα κλουβιά. Όταν τελείωσα, ζήτησε συγγνώμη για τη συμπεριφορά της και είπε ότι γνώριζε από καιρό ότι δεν μπoρούσε πλέον να ανεμίζει εκείνη τη σημαία, πως έπρεπε να την κρατά «κλειδωμένη στο συρτάρι, εξαιτίας εκείνων που πρόδωσαν τα αρχικά ιδανικά». Μέσα στον κοινό σεβασμό για τις απαρχές της συριακής επανάστασης σφίξαμε τα χέρια στο τέλος της συζήτησης. Ανακάλυψα ότι ήταν ιταλίδα, που είχε ασπαστεί το Ισλάμ.

Το ταξίδι μέσα στην Ιταλία καθιστά δυνατή την κατανόηση πως η πραγματικά κακή πίστη δεν κατοικεί, συχνά, μέσα στους πρώτους ύποπτους, αλλά τους πολίτες πάνω από κάθε υποψία. Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της Περούτζια γνώρισα μια ομάδα τοπικών οπαδών που τους απέκλεισαν από κάθε αθλητική διοργάνωση επειδή άνοιξαν, κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, ένα πανό με την επιγραφή «Defend Afrin, terrorist Erdogan, Να υπερασπιστούμε την Αφρίν, Ερντογάν τρομοκράτη». Ο διοικητής της αστυνομίας δικαιολόγησε τη διάταξη σύμφωνα με την οποία το πανό προσέβαλε στην τιμή ενός αρχηγού ξένου κράτους. Επωφελήθηκα από την παρέμβασή μου για να προσκαλέσω τον διοικητή της Περούτζια να μετακομίσει με την οικογένειά του στη νέα Αφρίν του Ερντογάν, για να νιώσει τι ζουν κάτω από μια θεοκρατική εξουσία που διοικείται από κακοποιούς, ανάμεσα σε αντιφρονούντες που κρέμονται από στύλους και αποκεφαλισμούς στην πλατεία με την κραυγή «Allah Akhbar, ο Θεός είναι Μεγάλος !». Στην Πίζα οι σπουδαστές που με υποδέχτηκαν είχαν μόλις φτιάξει μια τοιχογραφία για την Αφρίν, αλλά είχε σβηστεί από το πανεπιστήμιο. Αν μόνο ο πρύτανης της Πίζα έπρεπε να αγκαλιάσει κάποιον που αιμορραγεί για την υπεράσπιση της πόλης του, ή για την ίδια την δυνατότητα να υπάρχουν τα πανεπιστήμια, θα καταλάβαινε πως ορισμένες χειρονομίες είναι αποδεκτές μόνο από μια ιταλική οπτική, εκείνη που εμείς έχουμε εν μέρει χάσει.

Στη μνήμη του Francesco Viviani, καθηγητού αντιφασισμού στο Liceo Ariosto της Ferrara, στη συνέχεια διοικητικού στελέχους του βερονέζικου CLN, που πέθανε στο  Buchenwald.

Ήταν κουραστικό, αλλά και όμορφο, να βλέπω τη χώρα μου, την οποία αγαπώ. Στο Appennino παρενέβην στις Casematte της Aquila, όπου χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν καταφύγιο κατά τη διάρκεια του σεισμού, στη Φερράρα. Συζήτησα με αξιολάτρευτους φοιτητές – μερικοί ιταλοί, άλλοι παλαιστίνιοι (το Hevalen είναι επίσης ένα βιβλίο για την Παλαιστίνη) – στο Λύκειο Αριόστο. Στους τοίχους του σχολείου μια πλάκα με έκανε να ανακαλύψω ότι ένας από τους καθηγητές λατινικών και ελληνικών πέθανε από το ναζιστικό-φασιστικό χέρι. Το να διασχίζεις την Ιταλία είναι να διασχίζεις αναμνήσεις αντίστασης: φθάνει να σταματήσεις για μια στιγμή και να μην προχωρήσεις περισσότερο, να δώσεις στον εαυτό σου χρόνο. Ένας φίλος με μετέφερε με ένα φορτηγό από το Carpi στο Reggio Emilia, δείχνοντάς μου την ατέλειωτη ροή των μνημάτων των καταδικασθέντων και το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Fossoli, σε εκείνο το τρίγωνο του θανάτου όπου ο απαραίτητος αγώνας ενάντια στον φασισμό υπήρξε τόσο σκληρός. Μεταξύ των υψηλών και επιβλητικών βουνών της Val Belluna, όπου είχαν ενεργήσει άλλες μονάδες παρτιζάνων, συνάντησα και πάλι τον μαχητή δίχως όπλα Fabio Vettorel, ο οποίος αντιστάθηκε με σαφήνεια και συνέπεια στις γερμανικές φυλακές μετά τη σύνοδο των G20 στο Αμβούργο.

Στο Bozen / Bolzano συνάντησα μια γερμανόφωνη σχολική ομάδα με τους οποίους συζήτησα τη σημασία της γλωσσικής προστασίας, της άρνησης της αφομοίωσης και του συστήματος των δημοκρατικών αυτονομιών στη βόρεια Συρία ως πρότυπο που θα μπορούσαμε να προωθήσουμε και στην Ευρώπη. Πολλοί, εκεί και αλλού, με ρώτησαν: είναι πιθανό μερικές από τις κατακτήσεις της Rojava να βρουν επιβεβαίωση στα μέρη μας; Τίποτα δεν μπορεί να εξαχθεί σαν ένα δέμα πατάτες, στην πολιτική, αλλά οι σύριοι ή οι κούρδοι έχουν δύο πόδια και δύο χέρια σαν κι εμάς, έτσι ώστε να έχουν δημιουργήσει μια κοινωνία που βασίζεται στις κοινότητες, η ιδέα της οποίας προέρχεται από την ευρωπαϊκή επαναστατική ιστορία, και οι κοινότητες διήρκεσαν στην Ροζάβα περισσότερο από ό, τι στο Παρίσι, σίγουρα δεν κόστισαν λιγότερο αίμα απ’ ότι εδώ σε εμάς. Υπάρχουν πηγές έμπνευσης σε όλες τις επαναστάσεις, και εκείνη της βόρειας Συρίας δεν αποκλείεται, ακόμα περισσότερο επειδή δίπλα στους πρακτικούς μετασχηματισμούς βρίσκονται σε διεργασία εκεί κάτω βαθιές και χρήσιμες θεωρητικές σκέψεις και προβληματισμοί επάνω στην ιστορία του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και της αποικιοκρατίας, και επάνω στην αυτοκριτική που πρέπει να εμβαθύνουν οι επαναστάτες αυτού του αιώνα (της οποίας ένα από τα πιο πολύτιμα χαρακτηριστικά είναι, τελικά και επιτέλους, να κατανοήσουν κριτικά το 1989).

Παλαιστίνη και PKK. Padova, Δημαρχείο, 1 ιουνίου 2018.

Σίγουρα, λίγο χρησιμεύει να αντλήσουμε έμπνευση από τις κοινότητες και τα συνέδρια των γυναικών, ή από τους συνεταιρισμούς ισονομίας της Ροζάβα, εάν δεν θέσουμε στους εαυτούς μας το πρόβλημα του πώς άρχισαν όλα και πώς μπορεί να υπάρξει συνέχεια: μιας και όλοι όσοι έχουν διασχίσει αυτή τη διαδικασία αλλαγής ξέρουν πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος ενός ισχυρού και οργανωμένου κινήματος, του επαναστατικού υποκειμένου και των αγωνιστών του. Η αλήθεια είναι αυτή: ούτε μια κοινότητα δεν θα είχε αναδυθεί χωρίς τη δράση ερεθίσματος, ώθησης, κατάρτισης και οργάνωσης που ασκείται από το κόμμα, ακόμη και πριν από τις αναταραχές του 2011, όταν κάτω από τo τακούνι του Assad ενεργούσαν στην παρανομία, και το πιο παράδοξο είναι ότι για μερικούς, στη Συρία όπως στην Ιταλία, αυτό καταλήγει να είναι θεμέλιο σκεπτικισμού, και όχι προβληματισμού ξεκινώντας από τις δικές τους αποτυχίες, οι οποίες με αυτό το θέμα δύσκολα μπορεί να μην σχετίζονται. Σήμερα το έργο και η νοοτροπία των συνομοσπονδιακών μαχητών είναι το πιο πολύτιμο κληροδότημα για τους νέους που αναζητούν ένα παράδειγμα αφοσίωσης, θάρρους, οράματος, πραγματισμού και πειθαρχίας στην Ευρώπη.

Άλλοι με ρώτησαν: πώς μπορούμε να βοηθήσουμε, από εδώ; Πάντα απάντησα ότι είναι απαραίτητο να βρούμε το θάρρος να ταξιδέψουμε, παρόλο που αυτά τα ταξίδια δεν μπορούν και δεν πρέπει να αναληφθούν με επιπολαιότητα, ούτε να τα κάνουμε μόνοι. Το ταξίδι είναι σημαντικό όχι για να πολεμήσουμε, αλλά για να δείξουμε ότι είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε διαφορετικά τις διαδρομές που κάνουν άλλοι για να βρουν μια καλύτερη ζωή ή να σωθούν, και για να αποδείξουμε εκ των πραγμάτων ότι δεν είναι όλοι οι «δυτικοί» ίδιοι, αν υπάρχει ακόμη και εκείνος που είναι πρόθυμος, τουλάχιστον σε ένα μικρό βαθμό, να γίνει μετανάστης απ’ την ανάποδη. Μπορούμε επίσης να πληροφορηθούμε και να ενημερώσουμε, πάντα είπα, και να δωρίσουμε στην Ερυθρά Ημισέληνο Κουρδιστάν Ιταλία Onlus για να υποστηρίξουμε τους τραυματίες και τους πρόσφυγες.

Ήμουν έτοιμος να φύγω για το τελευταίο μέρος του ταξιδιού μου, τον ιούνιο προς νότο, όταν η Eddi και ο Jacopo, που είχα αφήσει στη Συρία το νοέμβριο, ξαφνικά, επέστρεψαν. Χωρίς να σκεφτούν δύο φορές, δίχως να πάρουν αναπνοή, ενώθηκαν το ταξίδι μου, ως πραγματικοί hevalen και μαζί βρεθήκαμε στο Pigantaro, στη Sparanise, στο Venaus και στην Cosenza, αυτή η τελευταία μια βραδιά που για μένα θα παραμείνει ξεχωριστή, διότι προστέθηκε εκεί σχεδόν κατά τύχη η μαρτυρία και του Dilsoz, ενός Ιταλού μαχητή Ypg που επέστρεψε πριν πολύ λίγο από την Afrin, όπως και αυτοί.

Η απώλεια της Afrin στάθηκε τρομερή για όλους. Ακόμη και για μένα που, σε αντίθεση με αυτούς, δεν βρέθηκα ποτέ εκεί. Οι hevalen αντιστέκονται, επιτίθενται στον εχθρό όποτε μπορούν, βρίσκοντας καταφύγιο στις αγροικίες, στις εγκαταλελειμμένες γειτονιές και χωριά, σε macchie, στην ύπαιθρο. Είναι πεπεισμένοι ότι μια μέρα η πόλη θα επιστρέψει ελεύθερη, όπως μόνο αυτοί που πιστεύουν και αγωνίζονται μπορούν να είναι πεπεισμένοι. Η «Οργή των ελαιόδεντρων» (έτσι αποκάλεσαν την αντίσταση) χτυπά επίσης στην καρδιά των ισλαμιστικών γαιών που έχουν καταληφθεί από την Τουρκία, στην Idlib, στο Azaz, και ο αγώνας ενάντια στο ISIS δεν έχει με τίποτα τελειώσει, στο Deir El Zor.

Ο Dilsoz, μια φορά, ενώ ανταλλάσσαμε χαμόγελα και πίναμε κοκτέιλ, ξαφνικά σταμάτησε. Μου έδειξε την φωτογραφία ενός αγοριού. Ήταν ένα παιδί άραβας ακριβώς από την Deir El Zor, το οποίο είχε γνωρίσει. Είχε πεθάνει προσπαθώντας να απελευθερώσει το χωριό του από το Isis.

Προσεύχονταν πέντε φορές την μέρα, μου είπε.

Γι αυτούς τους φίλους πρέπει να κάνουμε ότι είναι δυνατόν.

Να γράψουμε βιβλία, αν είναι απαραίτητο, και ακόμη πολλά άλλα.

*Ο Davide Grasso έχει δημοσιεύσει ανεξάρτητα ρεπορτάζ από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Μέση ανατολή και αρκετά άρθρα σχετικά με τη φιλοσοφία της τέχνης και τη θεωρία της κοινωνικής πραγματικότητας. Το 2013 δημοσίευσε New York Regina Underground. Racconti dalla Grande Mela για τον Stilo Editrice. Από το 2015 δραστηριοποιείται μεταξύ Ευρώπης και Συρίας σε υποστήριξη της δημοκρατικής Ομοσπονδίας της Βόρειας Συρίας. Το 2016 ενώθηκε στις συριακές Δυνάμεις για να πολεμήσει το Daesh. Την εμπειρία του διηγείται στο βιβλίο Hevalen. Perché sono andato a combattere l’Isis in Siria, που βγήκε για τις Edizioni Alegre στην συλλογή Quinto Tipo σε επίβλεψη από το Wu Ming 1.

από wumingfoundation.com

logoinfoaut

αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος τέταρτο

«ΚΑΙ ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η
ΛΗΣΤΕΙΑ ΜΙΑΣ
ΤΡΑΠΕΖΑΣ… »

Εσύ λες, Carlo, πως εγώ θα είχα »στείλει
μπροστά τους άλλους». Κοινοί φίλοι θα έπρεπε
να σε συμβουλεύσουν να είσαι πιο προσεκτικός.
Θα έπρεπε ίσως να σου διηγηθώ πως σε χρόνια μακρινά,
με όλα τα άγχη και τις αγωνίες προερχόμενες από μια
απόφαση που πάρθηκε μέσα σε απόλυτη μοναξιά,
έξω από τη «νομιμότητα» της ίδιας της πολιτικής οργάνωσης μου και της «συνενοχής»
των πιο κοντινών και πλέον γνωστών φίλων και συντρόφων, χρειάστηκε να πάρω την απόφαση να κάνω ένα άλμα από το επίπεδο της πολιτικής αγκιτάτσιας σε εκείνο των αδικημάτων ενάντια στην ιδιοκτησία, συμμετέχοντας στη ληστεία μιας τράπεζας; Και αυτό, όχι μόνο και όχι τόσο
επειδή «ο εργατικός μισθός δεν καλύπτει
τα έξοδα της επαναστατικής οργάνωσης»,
ή επειδή οι πιο γενναιόδωροι διανοούμενοι και θαμώνες
αγαπούσαν άλλες, πιο ευχάριστες και φολκλόρ ομάδες, αλλά, πάνω απ’ όλα, για να αποτρέψουμε τους νεαρούς κομουνιστές προλετάριους –
επαρκώς «στερημένους» ώστε να εμπιστεύονται μονάχα αυτούς που διακινδύνευαν προσωπικά  – να νομίζουν πως η μοναδική δυνατή εγγύηση ενάντια στον οπορτουνισμό και τους γραφειοκρατικούς εκφυλισμούς συνεχώς σε ενέδρα (όπως δίδασκε η ιστορία
των οργανώσεων του Εργατικού Κινήματος)
ήταν η επιλογή του μοντέλου του Κόμματος του ανταρτοπόλεμου-del
Partito-guerriglia. Και πως η μοναδική εγγύηση
ενάντια σε μια «διαίρεση της στρατευμένης δουλειάς»
ιεραρχικού τύπου και αστικού σε τελική ανάλυση ήταν η αναγκαστική ομογενοποίηση όλων μέσα στην κοινή κατάσταση- ‘status’ του
παράνομου.
Αυτό που μπορώ να σου πω, Carlo, είναι πως 
ποτέ, λέω ποτέ,
δεν υπαινίχτηκα ή πρότεινα σε κάποιον να κάνει πράγματα 
που εγώ ο ίδιος δεν είχα ήδη κάνει, ή που ήμουν διατεθειμένος να κάνω.
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σου εξηγήσω πως είναι πολύ περισσότερα τα πράγματα στα οποία συνέβαλα να εμποδίσω, οι ‘εκτροπές’ και ‘παρεκκλίσεις’
που συνέβαλα να σταματήσουν, παρά εκείνα που προώθησα;
Δεν είναι η στιγμή για να μιλήσουμε γι αυτά, μα το
αντίθετο. Βλέπεις, Carlo, όπως λεν και οι «μετανιωμένοι-pentiti» που με κατηγορούν, εγώ υπήρξα, στη διάρκεια όλων των χρόνων ’70, ενάντια
στην επιλογή της «στρατηγικής παρανομίας-clandestinità strategica» και της
απόφασης της πολιτικής δολοφονίας. Κι όμως
είμαι διατεθειμένος να χαρακτηρίσω τον εαυτό μου
«συνυπεύθυνο» και για όλο αυτό, και
δεν πιστεύω πως είμαι ο μοναδικός…
Σε αυτό – σε αυτή την αποφασιστικότητα
οργισμένη μα όχι απελπισμένη, και
στην οποία έφτασα πάνω απ’ όλα με διαύγεια – με αναγκάζει
η φρίκη εκείνης της »πολιτιστικής γενοκτονίας» στην οποίαν συνεργάζεται πρώτα απ’ όλα (σε διαφορετικές μορφές, και αντίθετες μεταξύ τους –
θυμήσου το ΚΚΙ- PCI και τους «garantisti») όλη η αριστερά, και που αποτελεί την βάση για την διάψευση μιας
ελπίδας για αμνηστία.

Πολλοί λεν πως είμαι τρελός, να
«διεκδικώ, να αναλαμβάνω την ευθύνη μιας ληστείας» την στιγμή κατά την οποίαν πρόκειται να παρουσιαστώ στις ευρωπαϊκές εκλογές. Πάντως, πρώτα απ’ όλα, ακόμη πιστεύω πως, παρόλο που η φράση κατέστη
μπανάλ και ‘kitsch», είναι και αυτή την ώρα
σωστό να λέμε:
«και
τι είναι μια ληστεία σε τράπεζα σε σχέση με την ίδρυση
μιας τράπεζας;» Τα μαύρα ιταλικά χρονικά, οι ιστορίες
των διάφορων Calvi, των Sindona, της πολυεθνικής
των ναρκωτικών που μόλις έχει δολοφονήσει
τον Mauro Rostagno, ο Sanatano ‘ο άνθρωπος που
είχε μάθει να αγκαλιάζει τους λεπρούς’, προσφέρει μια επιβεβαίωση υπερ-ρεαλιστική
του πυκνού θεωρητικού ‘blitz’ της μπρεχτικής φράσης.
Επίσης διεκδικώ την αμετακίνητη διαφοροποίηση
ανάμεσα σε αυτόν που «απαλλοτρίωσε τους απαλλοτριωτές»,
παίρνοντας πίσω ξανά λίγη υπεραξία
για να μπορέσει να χρηματοδοτήσει την εργατική αγκιτάτσια (και πάντα, όπως εμείς, έζησε φτωχικά
διότι είχαμε θεωρήσει αδιανόητο
να αποσπάσουμε μια λιρέτα για προσωπική χρήση),
και την πολιτική-εγκληματική τάξη που κυριαρχεί στην Χώρα.
Βλέπεις, πρέπει να είσαι υπερήφανος για
τον πατέρα σου, για εκείνο που ήταν, Carlo. Ανάμεσα στο παιδί
του »πιο πλούσιου ανθρώπου του κόσμου» (όπως οι
Τimes χαρακτήρισαν τον παππού σου όταν πέθανε
με κυάνιο μέσα στο τραίνο επιστρέφοντας στο Milano ύστερα
από μια συνάντηση με τον Mussolini που τον
κατηγορούσε για συμφωνία με την Ρωσία των
Soviet) που πηγαίνει να κάνει μια ληστεία για λόγους
αρχής και «επαναστατικής παιδαγωγικής»,
και εκείνο το βδελυρό μείγμα κυνισμού και φιλοδοξίας
που είναι, για παράδειγμα, το μεγάλο μέρος
των δημόσιων διαχειριστών στην ltalia –
για τους οποίους η λαϊκή έκφραση θα έλεγε πως «ο πιο
καθαρός έχει την ψώρα»- υπάρχει μια ηθική άβυσσος.

ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ

Θεωρώ, Carlo, πως ήρθε η στιγμή
να αντιπαραθέσουμε στην διεστραμμένη δικαστική λογική του
«συλλογικού χαρακτήρα της ποινικής ευθύνης», την
διεκδίκηση μιας γενικής συνυπευθυνότητας από
την δική μας πλευρά για όλο εκείνο
που συνέβη στη διάρκεια εκείνου του σχεδόν-πολέμου τον οποίον πολεμήσαμε μετά το ’69 στην ltalia. Πηγαίνοντας και πέρα
από τις ευθύνες που ο καθένας μας είχε.
Mε τρόπο τετριμμένο μου παρατηρούν πως
«θα έπρεπε όμως να ήμαστε περισσότεροι». Απαντώ εξίσου κοινότοπα πως, για να γίνουμε πολλοί,
κάποιος, ακόμη και ένας,
πρέπει να σπάσει τον κύκλο της παθητικότητας, να σπάσει την surplace, την ακινησία και να πάρει μπροστά, να ξεκινήσει!

Βλέπεις, Carlo, μπορεί κανείς να υπομένει για ένα χρόνο,
μπορεί να υπομένει για δυο, δέκα χρόνια,
αλλά έρχεται η στιγμή κατά την οποίαν λέγει φτάνει!
basta! Δεν μπορείς να υπομένεις να βλέπεις
εκείνους που θα έπρεπε να είναι οι κληρονόμοι
της Κομούνας του Παρισιού –
τις αριστερές όλων των διαβαθμίσεων –
να έχουν καταντήσει κόπρος, εκείνο το απωθητικό περιβάλλον,
αυτή η αυλή των θαυμάτων κωφών, τυφλών,
πουτάνας γιοί, ψόφιες ψυχές, δίχως πάθη,
δίχως τόλμη, χωρίς τινάγματα περηφάνιας, χωρίς ριζοσπαστικότητα, και χωρίς καρδιά. Τρομαγμένοι από την ίδια την σκιά τους, από τον ήχο των ίδιων των βημάτων τους, έχουν καταστεί ανίκανοι να σκεφτούν με μεγαλείο,
ανίκανοι να διακινδυνεύσουν την φάλαγγα του αριστερού μικρού δακτύλου στην προσπάθεια να »ανατρέψουν τον αυτοκράτορα»… Λοβοτομημένοι, και σαν
ανάπηροι από το μεγαλείο της ανταρσίας,
έχοντας παραλύσει από τον φόβο να λαθέψουν και
να αποδοκιμαστούν, βιάζονται να τρέξουν για να φέρουν στον Βασιλιά ρούχα για να αλλάξει, εάν ένας τρελός φωνάξει πως είναι γυμνός.
Περνούν την ώρα τους με την μύτη στον αέρα για να εισπνεύσουν l’air du temps, τον αέρα των καιρών, και με τ’αυτιά τεντωμένα να αρπάξουν  la‘vox populi’, την ‘φωνή του λαού’
για να συνταχτούν μαζί της, με τα μάτια να στενεύουν για να κατανοήσουν αμέσως το ίχνος ενός μισού χαμόγελου στην φάτσα κάποιου που βρίσκεται στα όρια της εξουσίας και φιλοξενείται στα chambres de
bonnes, στα δωμάτια των καλών των Ανακτόρων, υπομονετικοί σαν εξημερωμένα σκυλιά να περιμένουν ανεπαίσθητα σημάδια καλοσύνης, ένα υπόλειμμα απ’ το γιορτινό τραπέζι και ένα χάδι.
Ah, Carlo, δεν γνωρίζω εάν για εσένα είναι μια ατυχία ή μια τύχη
να έχεις μεγαλώσει μετά, να μην έχεις δοκιμάσει την πικρή γεύση του φόβου και του αγώνα… Υπάρχει μια παλιά εβραϊκή κατάρα που λέει πως »σου εύχομαι μια ενδιαφέρουσα ζωή» : είναι, ακριβώς, μια κατάρα..

 

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf

αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος δεύτερο

RENATO

Σκέφτομαι, τώρα, πόσο πολύ ήθελε να ανοίξει μια θεωρητική κουβέντα   γύρω από αυτά τα ζητήματα. Εν τω μεταξύ έχω την εντύπωση
πως έβλεπε – ή τουλάχιστον
προσπαθούσε να δει – »όλους» (θέλω να πω, ακόμη και όλους εκείνους που μετά τον είχαν απαρνηθεί, όπως τον
San Pietro). Θυμάμαι πως μου έλεγε συχνά
με μια μίξη συμπάθειας τρυφερότητας και ‘ζήλιας’ (ή καλύτερα, με ένα
πνεύμα ανταγωνισμού) «πρέπει να δω τον Renato,
να μιλήσουμε για την δημιουργία του μετώπου…»

2018-12-10 12.23.30

Και μετά είχε ένα αληθινό παιδαγωγικό πάθος. Εκείνα τα χρόνια δημοσιεύσει,
έμμεσα,  την
»ένοπλη εξέγερση» του Neuberg (‘ψευδώνυμο’ μιας ομάδας εργασίας της Τρίτης Διεθνούς που συντόνιζαν οι Togliatti
και
Ho-Chi-Minh). Και μετά την συλλογή «Lenin σχετικά με τον παρτιζάνικο πόλεμο», το εγχειρίδιο «Die Total Krieg», που είχε προετοιμαστεί από τον ελβετικό στρατό για ένα πιθανό σενάριο αντικομουνιστικού ανταρτοπόλεμου, «Guerriglia e guerra
rivoluzionaria – Ανταρτοπόλεμος και επαναστατικός πόλεμος» (αφιερωμένο – σε επιβεβαίωση του γεγονότος πως ο
Feltrinelli δεν υπήρξε ποτέ σταλινικός-«στον Στρατάρχη Mihail
Tukacewskj, ήρωα και ιδιοφυία του Κόκκινου
Στρατού που τουφεκίστηκε στη διάρκεια των »εκκαθαρίσεων»
του Στάλιν»). Και στη συνέχεια πολλά άλλα κείμενα που τώρα δεν θυμάμαι. Από την άλλη, ήδη πριν από το πέρασμα του στην παρανομία και την δράση,
είχε εκδώσει τα »Ημερολόγια του Τσε»
και ακόμη πολυάριθμο υλικό, ‘προσανατολισμένο’ έντονα
Με λίγα λόγια – αντίθετα με αυτό που υποστηρίζει
αυτός που θέλει να τον ακρωτηριάσει, να τον μικρύνει δηλαδή και να τον μειώσει,
να απλοποιήσει την ταυτότητα και την μνήμη του – ο
πατέρας σου, Carlo, ήταν ένας πολύπλοκος άνθρωπος
και πολύμορφος
πολυσχιδής. Που σίγουρα «πάντα περιφρονούσε
να αποκρύπτει τις αληθινές του προθέσεις,
και κήρυττε την αναγκαιότητα της βίαιης ανατροπής της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης…»

ΠΡΟΣ ΤΙΣ SEGRATE

Εκείνο το απόγευμα, λοιπόν, έμεινε
πικραμένος και απογοητευμένος, ευνουχισμένος. Χωρίσαμε
με αυτό το πέπλο της θλίψης. Για πολύ
καιρό ένιωθα τύψεις.
Στις 11 μαρτίου υπήρξαν συγκρούσεις, σκληρές. Εμείς,
μετά την πρώτη επίθεση της αστυνομίας, διασκορπιστήκαμε
και  ‘μεταφέραμε τη φωτιά’ στην
μητρόπολη. Επιτεθήκαμε με χτυπήματα
cocktail-molotov την έδρα της εφημερίδας Corriere στην via
Solferino, και ρίξαμε κάτω τις τζαμαρίες και πυρπολήσαμε μια σειρά από υποκαταστήματα Renault (τη γαλλική Régie
όπου, λίγες ημέρες νωρίτερα, ένας φύλακας της Billancourt, Joseph Tramoni,
είχε σκοτώσει εν ψυχρώ ένα νεαρό αγωνιστή της Προλεταριακής Αριστεράς- Gauche
Prolétarienne, τον Pierre Overney. Λίγο χρόνο αργότερα ο Tramoni, που βγήκε μετά από μια πολύ σύντομη παραμονή στη φυλακή,
»εκτελέστηκε» από τους Noyaux armés pour
l’ autonomie prolétarienne- ένοπλους Πυρήνες για την προλεταριακή αυτονομία, στο Παρίσι).

ΖΩΗ ΚΑΙ ΜΟΙΡΑ

Η αστυνομία χτύπησε στα τυφλά, κάνοντας ένα νεκρό – τον ηλικιωμένο περαστικό Giuseppe Tavecchio, που σκοτώθηκε από ένα δακρυγόνο
που ρίχτηκε ως συνήθως σε ευθεία βολή
σε ύψος ανθρώπου, που τον χτύπησε καταπρόσωπο.
Ποιος ξέρει εάν ο Osvaldo ήταν στη διαδήλωση, ή τουλάχιστον στην περιοχή.
Φαντάζομαι όμως τι μπορεί να είχε σκεφτεί. Πιστεύω πως κατάλαβε ότι έπρεπε να αποφασίσει πυρετωδώς κάτι να κάνει, και σκέφτηκε το black-out του Milano
σαν αντίποινα, σίγουρος πως χρειάζονταν
μια δράση ηχηρή για να
«αποφευχθεί η αποθάρρυνση του κινήματος». Έτσι πρέπει να ήταν,                                μέσα σε αυτό το πολιτικό και ψυχολογικό κλίμα, υπό την
ώθηση ενός δυνατού συστατικού,                                                                                              όπως θα έλεγε ο Sartre, αγανάκτησης,                                                                                                που η επιχείρηση black-out προετοιμάστηκε τόσο άσχημα, και τέλειωσε όπως τέλειωσε, με εκείνο τον φρικτό θάνατο
σε εκείνο τον καταραμένο πυλώνα της
Segrate εξ αιτίας ενός λάθους που σε κάνει να σκέφτεσαι
μια τραγική ειρωνεία της μοίρας.

ΤΟ ΡΟΛΟΙ ΤΗΣ SEGRATE

Ο Osvaldo πίστευε πως όλα τα στρατιωτικά εργαλεία
θα έπρεπε να είναι «χειροποίητα-αυτοσχέδια»: όχι λόγω
της ιδεολογίας της ‘φτώχειας’, που θα ήταν έτσι κι αλλιώς
κατανοητή σε έναν σαν κι αυτόν, ‘αποστάτη
της μπουρζουαζίας’, όσο λόγω μιας θεώρησης »στρατηγικής»,                                                 εξ αιτίας της αναγκαιότητας αναπαραγωγής σε πλατιά σκάλα
των μέσων δράσης και των επιχειρησιακών τεχνικών  (πράγμα που δείχνει την »λαϊκή» αντίληψη του, »μαζική» ουσιαστικά, για τις μορφές του ‘ταξικού αγώνα’).
Πιστός στις αρχές του και στις επιλογές του,
ο Osvaldo προετοίμασε από μόνος του τα timers, προσαρμόζοντας ρολόγια. Ίσως πάνω στην βιασύνη, μέσα στην
διέγερση, έκανε λάθος, και έβγαλε τον δείκτη των ωρών
αντί εκείνο των λεπτών, αφήνοντας αυτό τον τελευταίο για την επαφή.
Να λοιπόν το γιατί αυτού του φρικτού μπανάλ λάθους, τα εκρηκτικά έσκασαν μετά, ας πούμε 15 λεπτά, αντί μετά από τρεις ώρες. Έτσι έγινε.

Ο ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ

Όμως η κακιά συνείδηση της
πνευματικής και πολιτικής τάξης της αριστεράς
δεν μπόρεσε και δεν θέλησε να αποδεχτεί
αυτή την γυμνή αλήθεια. Πολλούς κινδύνους θα είχαν διατρέξει,
που δεν ήθελαν να αγγίξουν ούτε εκ του μακρόθεν, και μετά
οι καλύτεροι, οι λιγότερο ‘ψόφιες ψυχές'(σκέφτομαι για παράδειγμα
τον φτωχό Giulio Maccacaro)
υπερβολικά πολλές ανησυχίες, αντιθέσεις
και ρήξεις θα έπρεπε να ζήσουν, μπροστά
στην θαυμάσια πρόκληση εκείνης της συνέπειας ανάμεσα στον λόγο και την πρακτική, μεταξύ των ονείρων και των επιλογών, ανάμεσα στις διατυπώσεις και την ζωή.
Έτσι – με ένα πάντρεμα μεταξύ αποδόμησης, απόρριψης, αποσιώπησης, μυωπίας, κυνισμού πολιτικάντικου, περιστασιακής σχέσης,
σταλινικής και μπουρζουάδικης, που ξοδεύτηκε με την
αλήθεια – στον πατέρα σου, Carlo, στέρησαν την
αναγνώριση και την απόδοση στη μνήμη
των λόγων που τον κίνησαν, του νοήματος ενός κομματιού της
ζωής του και του ίδιου του θανάτου του. Στον Giangiacomo Feltrinelli στέρησαν την ταφή του. Υπήρχε ανάγκη μιας Αντιγόνης
ικανής να φέρει μέχρι τέλους την λογική της pietas, του χρέους ενάντια σε εκείνη της εξουσίας, της διεκδίκησης των θεμελίων του δικαιώματος ενάντια στον θρίαμβο της νομιμότητας. Εμείς προσπαθήσαμε, αλλά η φωνή μας
πνίγηκε από έναν χορό αλαζονικό και χυδαίο. Και όλα
ξαναμπήκαν μέσα στην υποκρισία του Κανόνα

2018-12-10 12.24.04

ΔΙΧΩΣ ΤΗΝ
VARSOVIENNE

Η τελετή της κηδείας στο Κοιμητήριο
Monumentale του Milano, εκείνη την θλιβερή και ηλιόλουστη μέρα,  υπήρξε η ολοκλήρωση μιας προδοσίας
που θα είχε βαρύνει ‘a futura
memoria’, επάνω στη ζωή και την μοίρα των κινημάτων των χρόνων που έρχονταν.
Εκείνη η τελετή ήταν, για να το πω σωστά,
ανίερη. Ήταν μια προδοσία τα λευκά λουλούδια του
Oberhof επάνω στο φέρετρο, που εμείς κοκκινήσαμε
με τις σημαίες του Potere Operaio
που είχαμε καταφέρει να μπάσουμε στο κοιμητήριο, καντρίλιες της αστυνομίας όπως σε μια σκηνή
της Μαδρίτης του Rossif.
τις είχαμε κρύψει κάτω από μπουφάν και μπλούζες.
Κοκκινήσαμε εκείνο το λευκό με μια ιδέα απλή και θεατρική: όταν περνούσαμε ακολουθώντας την ινδιάνικη γραμμή,
δίπλα απ’ το κενοτάφιο, τραβούσαμε απ’ τα μανίκια του παλτό τα κόκκινα βραχιόλια που φέραμε σε ένδειξη πένθους, και τα πετούσαμε, σαν να ήταν λουλούδια, επάνω σε εκείνα τα κλαδάκια με λευκά λουλούδια του
Oberhof …
Θυμάμαι τους Franco, Marione. Emilio. Livia.
Toni, Paola, Serqio. Lucia. Maiiolino.
Alberto, Marisa, Giaiio, Cecéo, Roberto.
Chiara, Grazia, Claudia, Adriana, Nanni…
Ενώ, στην πόρτα στο παρεκκλήσι της οικογένειας, έβγαζαν λόγο οι επίσημοι ομιλητές
(θυμάμαι τους Maria Antonietta Macciocchi.
Régis Débray, Klaus Wagenbach), εγώ, με ανέβασαν στις πλάτες τους κάποιοι σύντροφοι, φώναξα: «ο σύντροφος Feltrinetti δεν είναι ένα θύμα, μα ένας κομουνιστής που διάλεξε να προδώσει την τάξη των αφεντικών για να γίνει ένας μαχητής του απελευθερωτικού κοινωνικού πολέμου.»
Εκεί Carlo, γύρω από το φέρετρο του πατέρα σου, καταναλώνονταν εκείνη η ρήξη που όλο και περισσότερο θα μας είχε κάνει να αποκλίνουμε από τις μελλούμενες «νεο-κοινοβουλευτικές’ τύχες του μεγαλύτερου μέρους του
‘gauchisme’, της αριστεράς. Εμείς πηγαίναμε προς την δική μας μοίρα, εκείνοι ξεκίνησαν εκεί την δική τους ‘μετατόπιση’ που θα τους είχε μεταφέρει να εισέλθουν στις μύτες των ποδιών τους στους προθαλάμους της εξουσίας

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf

αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος πρώτο

Screenshot_2018-12-10-12-19-02 (1)

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ CARLO
FELTRINELLI

Αγαπητέ Carlo,
Λες πως εγώ «προσέβαλα» την μνήμη του πατέρα σου, διότι είπα πως μεταξύ ιουλίου του ’71 και της στιγμής του θανάτου του, αυτός, φίλος μου που πέρασε στην παρανομία, επανειλημμένα μου μίλησε για την τρομερή  ‘ιστορική αναγκαιότητα» να εκτελεστεί ο κομισάριος Luigi Calabresi. Ο πατέρας σου ήταν ένας τρυφερός άνθρωπος, και σίγουρα δεν έλεγε ελαφριά τη καρδία κάτι τέτοιο, αλλά θεωρούσε και δικό του καθήκον να προχωρήσει στις πρακτικές συνέπειες αυτής της  ‘αναγκαιότητας». Τώρα ξέρουμε – εγώ, εσύ και πολλοί άλλοι – πόσες καταστροφές και πολύ πιο σοβαρές του θανάτου ενός κομισάριου της δημόσιας ασφάλειας πιθανότατα δολοφόνου ενός αναρχικού, έχει δημιουργήσει αυτή η ιδεολογία της  ‘αίσθηση της Ιστορίας», των »νόμων της ανάπτυξης της», της επιστημονικής θεμελίωσης της απόφασης του »επαναστατικού επείγοντος» ως νέας πηγής νομιμοποίησης. Μα λοιπόν, αν και με τρόπους και με κουλτούρες και θεωρίες αρκετά διαφορετικές, όλοι παίζαμε λιγάκι αυτή την παρτιτούρα.
Γι αυτό, Carlo, εγώ δεν »προσέβαλα» τον πατέρα σου. Αντίθετα, προσπάθησα να του ξαναεπιστρέψω ένα κομμάτι από εκείνη την ταυτότητα και αλήθεια που ήταν δικιά του, που και πάλι του αρνούνται, για πολύ μίζερους λόγους.

Στο λέω εγώ, Carlo, που τον γνώρισα πολύ καλύτερα απ’ όσο, δυστυχώς, σ’ εσένα δόθηκε να τον γνωρίσεις: είναι πάνω απ’ όλα ως
«σύντροφος Osvaldo», μαχόμενος κομουνιστής, που ο μπαμπάς σου θα αγαπούσε να τον θυμούνται: εκείνοι τον απεχθάνονταν, εμείς τον αγαπούσαμε («βλέπεις, αυτή είναι η δική τους
Westminster», έλεγε ο Lenin στον Trotzkii
γυρνώντας στους δρόμους του Λονδίνου… ).

ΙΘΑΚΗ

Έτσι, μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, ο «Osvaldo, παρέμεινε δίχως ταφή. Και αυτοί, ξεκινώντας από τον κοντινό του ‘entourage’- ‘περίγυρο’, θέλησαν να του αρνηθούν την ανάμνηση και την επεξήγηση των δικών του, ίσως συζητήσιμων, αιτιών και λόγων, δεν είναι παρά ένα κλαν (όχι μια λεγεώνα) «ασβεστωμένων τάφων. Μιλώ,
έτσι για να μην κάνουμε ονόματα, του lobby των
«miglioristi’. Ξέρουμε, οι σταλινικοί – σε ισχύ ή καθαιρεμένοι – διατηρούν μια σχέση με την αλήθεια αρκετά περιστασιακή. Και από την άλλη πλευρά, αυτές οι γραμμές των «miglioristi,
που είναι στρατευμένοι κυρίως για να «migliorare» – ‘καλυτερεύουν’ το δικό τους ‘status’, δεν είναι αυτοί που, για να χρυσώσουν το οικόσημο, έστειλαν προς καταστροφή τα »μαρξιστικά έντυπα» και την »μαρξιστική ύλη», με μια χειρονομία Ιεράς Εξέτασης, πογκρόμ, »νύχτας κρυστάλλων», σοβιετικού Υπουργείου της Αλήθειας που κόβει και βάζει αυτό κι εκείνο στις συσκευές για νταγκεροτυπία της ομάδας, σαν μακαρθική έρευνα;  Είναι άνθρωποι που επεξεργάστηκαν τις ιδεολογίες της άρνησης,
του θριάμβου της κουλτούρας της ‘μετάνοιας’ της ‘μεταμέλειας’ και του ‘διαχωρισμού», της ‘διάστασης’, του πληβείου αγώνα και σαν parvenus να θυσιάσουν στο χυδαίο μαντείο της νεοφιλελεύθερης αλαζονείας… –
Ίσως νομίζεις, Carlo, πως σου λέω πράγματα σοβαρά, άδικα και ακραία:
παρόλα αυτά σε παρακαλώ να τα σκεφτείς, αν και μπορεί
να αποτελεί αυτό μια σκληρή άσκηση.
Όσον αφορά εμένα, πίστεψε με, έχω την πιο μεγάλη περιφρόνηση γι αυτή
την χούφτα σφετεριστών, που έχουν αδράξει,
που έγιναν κύριοι της πετρώδους Ιθάκης του πατέρα σου, την οποία
αυτή την φορά ο Οδυσσέας δεν θα ξαναδεί ποτέ πια.

OSVALDO

Σε μια μπροσούρα στη μνήμη του,
ο Giampiero Brega αναφέρεται στον Gianqiacomo
Feltrinelli με ένα απόσπασμα δεν ξέρω πλέον ποιου:
«είναι ο μόνος και ο μοναδικός homo novus που εγώ έχω γνωρίσει.»                                Είναι αλήθεια. Εγώ τον
θεωρούσα, και, ξεροκέφαλο, ρομαντικό, αρχαϊκό θεωρητικά, ονειροπόλο,                  «παλαιο-κομουνιστή’ και λιγάκι
απλά  «τριτοκοσμικό» και
καστρικό. Μαλώναμε σχετικά με τη φύση
της Εσσδ, για τον «σοσιαλιστικό χώρο», για την εμμονή του
με τον φασισμό και το πραξικόπημα, για τον
Secchia. Αλλά σεβόμασταν αλλήλους. Όταν
(ακόμη ισχυρός εκδότης που μας βοηθούσε με
μια προ-αγορά μιας χιλιάδας φύλλων της εφημερίδας Potere Operaio) πρότεινε να καταχωρήσουμε στο εβδομαδιαίο μας ένα φύλλο του
«Rassegna comunista-κομουνιστική Ανασκόπηση«, που στα μάτια μας ήταν                  υστερο-αντιστασιακή, άρρωστος με το νεο-παρτιζανισμό και τον «fochismo-φοκισμό».
χρειάστηκε να του πούμε όχι και να μην επιμένει [έκανε στη συνέχεια, σχεδόν μόνος, την δική του  » Voce comunista«- »κομουνιστική Φωνή»).                                                                       Όταν επεξεργάζονταν και εξέδιδε -‘»από τον Feltrinelli'», όπως έλεγε αυτός- το περιοδικό Compagni-Σύντροφοι (στην σύντομη ζωή του οποίου πήραν μέρος και οι                              Eco, Nanni Baleslrini και άλλοι διανοούμενοι ‘πρώτης γραμμής’) μας
πρότεινε ντροπαλά να του δημοσιεύσουμε
μια συνέντευξη, στην οποία εξηγούσε τους λόγους
του περάσματος του στην παρανομία
ευρύτερα από αυτό που μπόρεσε να κάνει στην περίφημη επιστολή στο περιοδικό Espresso. Ήταν
τα πάντα. Εκείνους τους καιρούς των Berlusconi, ένα σπάνιο
μάθημα στυλ.
Μαλώναμε (η ξεροκεφαλιά του ήταν
παροιμιώδης – και η δική μας, «θεωρητική»‘) αλλά
πάντα κρατήσαμε μεταξύ μας κάτι περισσότερο από φιλία, αλληλεγγύη
συναίσθημα, στοργή: μια βαθιά συνενοχή.

‘TRANCHES DE VIE’
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ

Έτσι, όταν αποφάσισε να φύγει, εγώ και κάποιοι άλλοι σύντροφοι
τον βοηθήσαμε,
αν και δεν συμμεριζόμασταν τις προβλέψεις του για  ‘πραξικόπημα’, και από την προτίμηση που έδειχνε στον  «αγώνα που έδινε ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τον γερμανικό sub-ιμπεριαλισμό» προτιμούσαμε τον εργατικό αγώνα ενάντια σε εκείνο του σπιτιού μας.
Όταν μου ζήτησε να πάω στην βιβλιοθήκη
του lstituto Feltrinelli για να ανακτήσω από τις εφημερίδες
τον έλεγχο των νεκρών από λευκούς θανάτους, ή να
πάω να περιμαζέψω στο Lugano μια βαλίτσα γεμάτη
μπροσούρες της «Brigata Gap Canossi» (που αλάτιζε τις μπετονιέρες των
εργοταξίων των λευκών θανάτων, εκείνων όπου
οι οικοδόμοι σκοτώνονταν πέφτοντας από τις σκαλωσιές, μετά από super-εργασία και λόγω έλλειψης μέτρων ασφαλείας, που τα αφεντικά θεωρούσαν πολύ ακριβά να εγκαταστήσουν) το έκανα.

IVALDI

Θυμάμαι πως διάλεξε το όνομα «Osvaldo».
Βολτάραμε στην Genova, είδαμε
μια φωτεινή επιγραφή με γραμμένο επάνω της
«Osvaldo lvaldi», αυτός έπρεπε να φύγει και ήθελε ένα όνομα σε κωδικό.
«Να- είπε – θα ονομαστώ Osvaldo».
Όταν το ξανασκέφτηκα επιστρέφοντας στο Terni με
τραίνο, το κρύο πρωινό της ημέρας της Πρωτοχρονιάς ’70, μου είπε πως ήταν ένας αθεράπευτα ρομαντικός: Osvaldo είναι το όνομα του
Pesce, του θρυλικού αρχηγού των «Gruppi
d’azione patriottica»-»Ομάδων πατριωτικής δράσης» της Αντίστασης της πόλης, και «lvaldi» το όνομα μάχης του,
όπως αυτός ο ίδιος διηγείται στο «Senza
tregua, la guerra dei Gap»΄»Χωρίς ανακωχή, ο πόλεμος των Gap». Και από την sigla Gap
ο Osvaldo εμπνεύστηκε τις δικές του ‘‘Ομάδες παρτιζάνικης δράσης»- «Gruppi d’azione
partigiana» (όπως άλλες, στη συνέχεια, οι εφήμερες ‘οπλισμένες’ και ‘προλεταριακές’
«Gruppi armati partigiani», και «proletari»).

Θυμάμαι πως είχε δάκρυα στα μάτια,
ένα κρύο ηλιόλουστο πρωινό με αέρα στη γέφυρα της οδού Farini στο Milano, δυο βήματα από τα γραφεία μας, την επομένη που είχε συμβεί η τραγωδία της ‘’22 Οκτώβρη»- «22 Ottobre» στη
Genova (στη διάρκεια μιας ληστείας ο Mario Rossi
– άνθρωπος γνωστός κατά τα άλλα για την ηπιότητα του – είχε άθελα του σκοτώσει τον μεταφορέα αξιών Alessandro Floris, κάποιος κατάφερε να τον αποθανατίσει σε μια  foto που κατέστη διάσημη,
τον κατεδίωξαν και συνέλαβαν).

O Osvaldo προτιμούσε να φτιάχνει τα ‘timers’ με τα
κουτιά από φασόλια, όπως του είχε μάθει ο
Fidel, και δέχονταν να διακινδυνεύει αυτοπροσώπως
να πηγαίνει να πάρει χρήματα σε μια τράπεζα,
όχι βέβαια για να μην  ‘σπαταλήσει’ την
περιουσία του (είναι τη ζωή που στην συνέχεια έθεσε σε κίνδυνο), ούτε μόνο λόγω πίστης στις παραδόσεις και
στους ‘νόμους’ των επαναστατικών κινημάτων και κομμάτων
και των αντάρτικων οργανώσεων. Ούτε (όπως ήταν για εμένα εκείνο τον καιρό) επειδή  «ο εργατικός μισθός, εξ ορισμού, δεν φθάνει για να καλύψει τα κόστη της ταξικής οργάνωσης.» Μα
κυρίως λόγω μιας προσωπικής και βαθιάς αιτίας, της οποίας ντρεπόταν: ήξερε
πως, εάν είχε υποκύψει στον πειρασμό
της ευκολότερης οδού, εκείνης να κάνει τον
προστάτη διότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα’,
θα είχε εισάγει ένα στοιχείο που θα είχε
διαφθείρει το μαχητικό δίκτυο στο οποίο ήταν δεμένος, και θα είχε καταλήξει αναπόφευκτα
να περιτριγυριστεί από «μισθοφόρους» (στη ζωή του ως εκδότης
συχνά περιτριγυρίζονταν, παρά την θέληση του, από αυλικούς.                                     

2018-12-10 12.21.29

Θυμάμαι πως, μιλώντας για την παραμονή του                                                                            με τους «Tupamaros» (των οποίων βρήκε τον τρόπο να δημοσιεύσει δυο βιβλία), συνήθιζε να διηγείται πως, για
παράδειγμα, εκείνοι οι σύντροφοι θεωρούσαν
δικαίως την «kidnapping» αντίθετη στην
«επαναστατική ηθική». Είχε δίκιο, και επιπλέον γινόταν τρυφερός, μαλάκωνε: είμαι σίγουρος πως
σκέφτονταν και σε εσένα, τον μικρό Carlo
Fitzgerald, για τον οποίον όταν μιλούσε –
αυτός
συνήθως ντροπαλός και χαμηλών τόνων –
φωτίζονταν το πρόσωπο του και γελούσαν τα μάτια του.
Όταν έμαθε πως για εμένα και την Lucia
γεννήθηκε ο γιος μας Emiliano, μου έφερε ένα ξύλινο παιχνίδι. Το θυμήθηκα οκτώ μήνες μετά, όταν ο Emiliano πέθανε λόγω
«rio morbo selvaggio’-  η οποία όρμηξε ξαφνικά στην μικρούλα ζωή του

RADIO GAP

Ο Osvaldo ήταν όλα εκτός από »τρομοκράτης»,
ήθελε να εξηγήσει στον κόσμο με τα λόγια,
δεν ήθελε να τους αφήσει μόνους μπροστά το τετελεσμένο γεγονός
των δράσεων. Δεν είναι τυχαίο πως στρατεύτηκε σαν τρελός για το «Radio Gap» (στο οποίο έκανε ηχώ από την Ρώμη το «Radio clandestina
operaia- εργατικό παράνομο ραδιόφωνο», περιβάλλοντος – έλεγε
αυτός –
«sindacalista rivoluzionaria-επαναστατικού συνδικαλισμού», πιο
κοντινό στην κουλτούρα μας).

BLACK OUT ΣΤΟ MILANO

Τον είδα για τελευταία φορά σε έναν κινηματογράφο
(όπως συχνά αγαπούσε να κάνει, πράγμα που μου
έδωσε το άλλοθι να δω κάποιες όμορφες ταινίες
που ειδάλλως θα είχα μετανιώσει) λίγες ημέρες
πριν το θάνατο του, τον μάρτη του ’72.

Στο Milano η εξωκοινοβουλευτική αριστερά
όλη ενωμένη προετοίμαζε μια κινητοποίηση για
να εμποδίσει ένα συλλαλητήριο του [φασίστα] Almirante στην piazza
Castello. Allora non si trattava di «sparare
sull’ambulanza». O Almirante ήταν στο 7 στα εκατό, στην κυβέρνηση υπήρχε η κεντροδεξιά των
Andreotti και Malagodi. Σίγουρα, εμείς δεν
συμφωνήσαμε ποτέ με τις χοντράδες σαν αυτές που μιλούσαν για
τον «fanfascismo» που αγαπούσε πολύ η Lotta
Continua, και είχαμε μια δυσπιστία
«bordighista» για κάθε μορφή μετώπου
που μας φαίνονταν (συνεχίζω να πιστεύω,
δικαίως) ως επιβλαβές για την αυτονομία
πολιτική και κοινωνική της εργατικής τάξης, η οποία
θα ήταν οριστικά εξαρτώμενη από το δημοκρατικό Κράτος.                                                Όμως μας ενδιέφερε να χτυπήσουμε στους φασίστες την ακραία παραφυάδα ενός αντεργατικού δικτύου στους τόπους δουλειάς
και στις προλεταριακές συνοικίες.

ΟΜΑΔΕΣ ΦΩΤΙΑΣ

Ο Osvaldo με έψαξε διότι προβλέπονταν
σοβαρές συγκρούσεις, με τον συνήθη
νεκρό που θα προκαλούνταν από τις αστυνομικές δυνάμεις. Με ρώτησε
εάν κατά την γνώμη μου το κίνημα θα είχε
μπορέσει να αποδεχτεί αυτός και κάποιοι
σύντροφοι του να έρχονταν στη διαδήλωση οπλισμένοι, με καθήκοντα
μιας πιθανής αυτοάμυνας. Ήταν η πρώτη φορά που
άκουσα την έκφραση »ομάδες φωτιάς».
Το σκέφτηκα, του απάντησα αρνητικά. Μοναχά τρεις μήνες
πριν εμείς του Potere Operaio είχαμε δεχτεί επίθεση και
απομονωθήκαμε από την υπόλοιπη
εξωκοινοβουλευτική αριστερά (εκτός από κάποιες σπάνιες εξαιρέσεις), διότι ήμασταν αποφασισμένοι να  απορρίψουμε την απαγόρευση του
Αστυνομικού διευθυντή να διαδηλώσουμε, στην δεύτερη επέτειο των βομβών της piazza Fontana και του
θανάτου του Pinelli, και πρώτη επέτειο του θανάτου (στη διάρκεια των συγκρούσεων που συνέβησαν
στις 12 δεκεμβρίου του ’70] του νεαρού
bordighista αγωνιστή Saverio
Saltarelli. Κι όταν – αφού αφεθήκαμε μόνοι και κατηγορηθήκαμε για »τυχοδιωκτισμό»
η αστυνομία μας είχε βρει 250 μπουκάλια
‘molotov’ και είχε συλλάβει επτά συντρόφους, σχεδόν όλοι δεν εξέφρασαν καμιά αλληλεγγύη.
Το να φέρουν πυροβόλα όπλα σε μια διαδήλωση ήταν συνεπώς, τότε,
πολιτικά αδύνατο να υποστηριχθεί:
αυτά, ουσιαστικά, είπα στον
πατέρα σου. Αυτός αισθάνθηκε άσχημα, πικράθηκε, απογοητεύτηκε,
ταράχτηκε. Ξεκίνησε μια κάποια πολεμική όχι καινούρια
σχετικά με τον ‘κινηματικό τυχοδιωκτισμό» μας που εκδηλώνονταν
στο γεγονός πως  «τραβούσαμε την ουρά μας», και στη συνέχεια
υποβαθμίζαμε την «αντεπανάσταση» και
το ‘στρατιωτικό ζήτημα». Για μια ακόμη φορά
προσέτρεξε σε μιαν εικόνα που του ήταν πολύ αγαπητή: εμείς οι εξωκοινοβουλευτικοί ήμασταν σαν τα μπαλάκια του ping-pong που χόρευαν στον αέρα υποστηριζόμενα από τα νερά που αναπηδούσαν από ένα σιντριβάνι. Το νερό που εκτοξεύονταν ήταν οι κοινωνικοί αγώνες: όταν- αναπόφευκτα, μιας και
ο αγώνας ήταν κυκλικός –
αυτοί θα αποδυναμώνονταν, εμείς θα νεκρώναμε.
Το πρόβλημα του ήταν εκείνο να δει πως θα διατηρηθεί η μονιμότητα της επιθετικότητας (ή τουλάχιστον η ανάπτυξη
αντεπίθεσης και αντίστασης) στους σκληρούς καιρούς
της ‘κοιλότητας του κύματος’ που προετοιμάζονταν.
Γι αυτό, υπήρχε το πρόβλημα ενός
πολιτικού-στρατιωτικού σκελετού του κινήματος. Που αυτός δεν έβλεπε στη  μορφή του »αντάρτικου Κόμματος, Partito-guerriglia», [όπως μετά, για παράδειγμα οι Ερυθρές Ταξιαρχίες) αλλά σε εκείνη ενός διαρθρωμένου πλουραλιστικού και πολύμορφου μετώπου.
Στο οποίο, μια ημέρα – κι εδώ ριζικά διαφέραμε – θα αναγκάζονταν από τα γεγονότα και τις συγκυρίες να πάρουν μέρος και οι »ιστορικές» οργανώσεις
του ρεφορμιστικού εργατικού Κινήματος.

 

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

στη χώρα του ποτέ…ή 19

Πρώτη Γραμμή

milano5

από την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια :

Prima Linea (PL) η Πρώτη Γραμμή [ΠΓ] ήταν μια ένοπλη οργάνωση της άκρας αριστεράς της Ιταλίας κομουνιστικής μήτρας. αρχικά εξωκοινοβουλευτική νόμιμη πολιτική ένωση, που εξήλθε από τον Συνεχή Αγώνα,  da Lotta Continua, στα στελέχη της σχεδόν αμέσως ωρίμασε η επιλογή της ένοπλης πάλης.

γεννήθηκε το φθινόπωρο του  1976 και επίσημα διαρθρώθηκε την επόμενη χρονιά, την άνοιξη, σαν τρομοκρατική οργάνωση, η Prima Linea θα είναι η δεύτερη στην Italia μόνο πίσω από της Ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate Rosse,  σε νούμερο προσώπων που χτυπήθηκαν  (39 από τους οποίους οι 16 σκοτώθηκαν), σε ένοπλες επιχειρήσεις (101 επιθέσεις για τις οποίες ανέλαβε την ευθύνη) και σε αριθμό μελών.

το όνομα εμπνεύστηκαν από τις ομάδες περιφρούρησης των κινημάτων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που, στα χρόνια του εβδομήντα, τοποθετούνταν στην κεφαλή των πορειών καταλαμβάνοντας, ακριβώς, την πρώτη γραμμή.

Ευρετήριο

 

§Ιστορία

§1974-1976: η προέλευση

οι ρίζες της οργάνωσης  Prima Linea αναζητούνται στην ιταλική ιστορική περίοδο που, στα δεύτερα μισά των χρόνων εβδομήντα, βλέπει μια μεγάλη ανάπτυξη του αποκαλούμενου ένοπλου κόμματος.

ανάμεσα στην άνοιξη και το φθινόπωρο του  1974, μέσα στις τάξεις του Συνεχή Αγώνα, Lotta continua, προκαλείται μια ρήξη με συνέπεια την διάσπαση από μέρους κάποιων αγωνιστών, που στο μεγαλύτερο μέρος τους ανήκουν στο ρεύμα και στην φράξια  alla corrente e alla frazione[1], δηλαδή σε δυο από τις κυριότερες ομαδοποιήσεις που, αποτελούνταν κατά κύριο λόγο από στελέχη της ομάδας περιφρούρησης της ομάδας και ήταν ιδιαίτερα ριζωμένες MilanoTorinoNapoli  και στην Brianza, ασκούν κριτική στην υπερβολικά διανοουμενίστικη γραμμή της οργάνωσης υπέρ μιας επαναστατικής προοπτικής και πρωτοβουλίας περισσότερο παρεμβατικής. μια πρόσκληση που μεταφράζεται στην πρόταση συμμετοχής στην ένοπλη πάλη η οποία, όμως, αμέσως απορρίπτεται από την ηγετική ομάδα του ΣΑ, LC, γεγονός που επέφερε λοιπόν στην αναπόφευκτη ρήξη.[2]

αφού λοιπόν βρίσκεται έξω από την Lotta continua, το 1975, η ομάδα ξεκινά να σφίγγει δεσμούς με άλλους αγωνιστές που προέρχονταν από τις γραμμές ενός άλλου σχηματισμού της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, την Εργατική Εξουσία,  sinistra extraparlamentare,Potere operaio, συνδεδεμένου με την εμπειρία του περιοδικού Senza Tregua, Δίχως Ανακωχή, που είχε ρίζες στο εργοστάσιο και στον χώρο του αποκαλούμενου μαχητικού αντιφασισμού, antifascismo militante.[1]

το φθινόπωρο του 1976, μετά από δυο συναντήσεις που προώθησε η ηγετική ομάδα του περιοδικού και έλαβαν χώρα, αντιστοίχως, σε  Salò και Stresa, έχουμε εκ νέου διασπορά που θα φέρει σε πολυδιάσπαση εκείνης της εμπειρίας και στον σχηματισμό τριών νέων οργανώσεων : τις κομουνιστικές επαναστατικές Επιτροπές, τις μαχητικές κομουνιστικές Μονάδες και, ακριβώς, της Πρώτη Γραμμή –  i Comitati comunisti rivoluzionari, le Unità comuniste combattenti e, appunto, Prima Linea.[2]

ιδρυτικός στόχος της  PL είναι εκείνος του να αντιπροσωπεύει την πρωτοπορία των προλεταριακών μαζών και του κινήματος του ’77, movimento del ‘77, παραμένοντας μέρος των ιδίων και δίχως να μετασχηματιστεί σε μια ελίτ μαχητών, élite di combattenti: ένας τρόπος, αυτός, καταδίκης του ιδεολογικού δογματισμού των ερυθρών Ταξιαρχιών,  delle Brigate Rosse, παρότι υποστήριζαν τις δράσεις τους και συμμετείχαν στις επιχειρήσεις ανταρτοπόλεμου ενάντια στο ιταλικό κράτος.[3]

στρατιωτικά, οι απαρχές του σχηματισμού, χαρακτηρίζονται από μια οπτική εκτελεστική στο εσωτερικό των εργοστασίων, με δράσεις ένοπλες (raid των προλεταριακών περιπολιών) που συνίστανται στον τραυματισμό των επιστατών και εταιρικών διευθυντών,[4] ένας τρόπος που σαν στόχο έχει »πάνω από την αρπαγή της εξουσίας, μια προοδευτική διάλυση της εξουσίας» – «più che una presa di potere, una progressiva dissoluzione del potere»[3]

αρχικά αποτελούμενη κυρίως από εργάτες και φοιτητές, της πρώτης ομάδας της  PL στελέχη ήταν οι: Sergio SegioSusanna Ronconi (ex BR), Roberto RossoRoberto SandaloMarco Donat CattinEnrico BaglioniSergio D’EliaEnrico GalmozziBruno La Ronga, Giulia Borelli, Silviera Russo, Diego Forastieri, Maurice Bignami, Michele Viscardi, Fabrizio Giai.[3]

§1976-1977: οι πρώτες ενέργειες

« Prima Linea non è un nuovo nucleo combattente comunista, ma l’aggregazione di vari nuclei guerriglieri che finora hanno agito con sigle diverse »
(Volantino di rivendicazione del 30 novembre 1976[5])»η Πρώτη Γραμμή δεν είναι ένας νέος κομουνιστικός μαχητικός πυρήνας, αλλά η συνάθροιση διάφορων αντάρτικων πυρήνων που μέχρι στιγμής έδρασαν κάτω από διαφορετικές ονομασίες»

από φυλλάδιο ανάληψης ευθύνης της 30ης νοεμβρίου 1976

το 1976 ήταν το έτος των πρώτων ένοπλων δράσεων της ομάδας. όπως έγραφαν όμως στο φυλλάδιο ανάληψης ευθύνης που διένειμαν με ευκαιρία την πρώτη στρατιωτική πράξη της ομάδας, δηλαδή την εισβολή στα γραφεία των Διευθυντών της Fiat , nella sede dei Dirigenti Fiat στο Torino, del 30 novembre 1976, στις 30 νοεμβρίου ’76, στην αρχή η ονομασία Πρώτη Γραμμή , Prima Linea (ονομασία που, στις προθέσεις του κινήματος, βασίζονταν στις ομάδες περιφρούρησης που χρησιμοποιούνταν στην διάρκεια των διαδηλώσεων στην πλατεία, που τοποθετούνταν στην κεφαλή, στην πρώτη γραμμή, ακριβώς, για την προστασία της πορείας , del corteo[6]) δεν χρησιμοποιήθηκε αμέσως, λόγω της πίστης στις ιδρυτικές αρχές του κινήματος που αυτο-παρουσιάζεται σαν ένωση πολλών ονομασιών της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

η πρώτη εκτέλεση που χαρακτηρίζει την ομάδα της  Prima Linea ήταν εκείνη του Enrico Pedenovi, περιφερειακού συμβούλου του φασιστικού κινήματος Movimento Sociale Italiano, που σκοτώθηκε στις 29 απριλίου  1976 στο Milano, με ευκαιρία την πρώτη επέτειο του θανάτου του νεοφασίστα αγωνιστή  Sergio Ramelli.[7]

όπως ήδη είπαμε για την εκτέλεση δεν ανέλαβε την ευθύνη η ομάδα, που είχε αρχικά αποφασίσει να μην υπογράφει τις δράσεις της, κυρίως στην περίπτωση των εκτελέσεων. στο δικαστήριο, όμως, στο πλαίσιο της διαδικασίας ενάντια στην Prima Linea του 1984, la Corte d’assise di Milano , η μιλανέζικη Έδρα αναγνώρισε στους  Enrico GalmozziBruno La Ronga και Giovanni Stefan (όλοι στελέχη της ΠΓ) τους φυσικούς εκτελεστές του θανάτου, αποφασίζοντας δυο καταδίκες σε ισόβια και μια σε 27 χρόνια κάθειρξης gli .[8]

ένα τέταρτο μέλος της οργάνωσης, ο Piero del Giudice, δέχτηκε ποινή σε 28 χρόνια νια συνεργία ηθική στον φόνο, που σχεδιάστηκε σαν εκδίκηση, για τον θάνατο ενός νεαρού αγωνιστή της αριστεράς, του Gaetano Amoroso, που σκοτώθηκε στην διάρκεια επίθεσης, από μέρους νεοφασιστών, στις 27 απριλίου  1976. La Corte di cassazione , στο Εφετείο μετατράπηκε η απόφαση, εν μέρη, μειώνοντας σε 29 χρόνια τα ισόβια του  La Ronga και αθωώνοντας τον  Del Giudice.[9]

το πρωινό της 12ης μαρτίου  1977, ένα commando της PL, σκοτώνει στο Torino  τον Giuseppe Ciottabrigadiere di Pubblica Sicurezza, ταξίαρχο της αστυνομίας 29 χρόνων.  την ώρα που ήταν έτοιμος να πάρει το αυτοκίνητό του, για να πάει στην δουλειά του, τρία άτομα τον πλησίασαν και τον εκτέλεσαν με τρεις πυροβολισμούς. [10] και για αυτή την εκτέλεση, της οποίας την ευθύνη ανέλαβε εκείνη την περίοδο η οργάνωση ‘μαχητικές κομουνιστικές Ταξιαρχίες,  Brigate comuniste combattenti, αναγνωρίστηκε ένοχος στην συνέχεια ο Enrico Galmozzi.[11]

αν και οι πρώτες επιχειρήσεις της ομάδας χρονολογούνται τον προηγούμενο χρόνο, η επίσημη πράξη γέννησης της καταχωρείται αργότερα, τον απρίλη του 1977, με το πρώτο συνέδριο της οργάνωσης στο San Michele a Torri, στα περίχωρα της Φλωρεντίας, Firenze, και με την σύσταση μιας εθνικής διοίκησης, comando nazionale στην οποίαν παίρνουν μέρος, δίπλα στην μιλανέζικη ομάδα, οι αντιπροσωπείες από το  BergamoTorinoFirenze και Napoli. εδώ καθορίζονται και οι δυο βασικές ιδρυτικές αρχές της νεογέννητης οργάνωσης : «l’univocità politico-militare del quadro d’organizzazione»[1], δηλαδή η »πολιτική-στρατιωτική μοναδικότητα του στελέχους της οργάνωσης», οπότε και η σύμπτωση ανάμεσα στους πολιτικούς και στρατιωτικούς ρόλους και τις πρακτικές, και στην συνέχεια η  «bipolarità», η »διπολικότητα», δηλαδή η ύπαρξη δυο επιπέδων, ένα εσωτερικό στα μαζικά κινήματα, [οι Ομάδες και οι Περιπολίες],  (le Squadre o le Ronde) και κεντρικό που δρα τόσο σε τοπικό όσο και εθνικό επίπεδο, οργανικά και τα δυο για να »κλείσουν τo κενό που έχει ανοίξει ανάμεσα στην μαχητική οργάνωση και την προλεταριακή μαχητικότητα»,  «chiudere la forbice che si è aperta tra organizzazione combattente e combattimento proletario»[2]

ένα οργανωτικό μοντέλο, εκείνο της Πρώτης Γραμμής, που προέβλεπε δίπλα σε μια δομή κεντρική (il Comando Nazionale), της Εθνική Διοίκηση, ολόκληρη μια σειρά μεμονωμένων πυρήνων με μια κάποια αυτονομία που εξασφάλιζαν την σύνδεση με το Κίνημα,  Movimento[6] σε διαφοροποίηση από τις ερυθρές Ταξιαρχίες,  Brigate Rosse, στη συνέχεια, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο μαχητής της  Prima Linea υιοθετούσε την παρανομία, διατηρώντας με αυτόν τον τρόπο την παρουσία του στους τόπους δουλειάς και στα κινήματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς,  sinistra extraparlamentare, με σκοπό να αποτρέψει την απομόνωση και να διατηρήσει την διαρκή του διασύνδεση με την βάση. την ίδια στιγμή, με τον ίδιο τρόπο, η ομάδα χρειάζονταν βάσεις και στρατιωτικές αποθήκες, φυλάσσοντας έγγραφα και όπλα στα ίδια τα σπίτια των μαχητών,  dei militanti.[3]

το 1977 οι ενέργειες της ομάδας αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται : πρόκειται κυρίως για δράσεις πρόκλησης ζημιών, για επιθέσεις, τραυματισμούς, ληστείες χρηματοδότησης. στις 19 μαίου μαχητές της ΠΓ βάζουν φωτιά στις αποθήκες της  Sit Siemens και της Magneti Marelli στο Milano.

στις 20 ιουνίου 1977 στο Milano, τραυματίζουν στα πόδια τον διευθυντή της  Sit-SiemensGiuseppe D’Ambrosio,[12]   ενώ τρεις μέρες αργότερα, στις 23 ιουνίου, μια ομάδα φωτιάς χτυπά τον  Giancarlo Niccolai, ηγετικό στέλεχος της Χριστιανικής Δημοκρατίας,  Democrazia Cristiana της Pistoia. οι τρεις πυροβολισμοί που του έριξαν με το P38 τους, του προκάλεσαν ρήξη και στα δυο του μηριαία οστά.[13]

το 1977 είναι επίσης η χρονιά των πρώτων συλλήψεων και των πρώτων πεσόντων στο κίνημα.[14] στις 19 ιουλίου, στην Tradate (VA), στην διάρκεια ληστείας σε οπλοπωλείο σκοτώνεται, από τον ιδιοκτήτη, ο μαχητής  Romano Tognini (όνομα μάχης Valerio από τον οποίον θα πάρει τον τίτλο του μια μιλανέζικη ομάδα φωτιάς). τέσσερις ημέρες μετά (23 ιουλίου), με μια επίθεση ενάντια στο κατάστημα του οπλοποιού, η ομάδα θέλησε να εκδικηθεί στο όνομά της τον πεσόντα μαχητή.[4]

παράλληλα με τις επιχειρήσεις του, το κίνημα αρχίζει να μεγαλώνει από την αριθμητική άποψη και, από τους περίπου εκατό αρχικούς μαχητές, με τα τέλη του χρόνου μπορεί να υπολογίζει στους δυο χιλιάδες οπλισμένους ανθρώπους.[14]

§1978-1979: η ακμή του ένοπλου αγώνα

η διετία 19781979 αποδεικνύεται καίριας σημασίας για την οργάνωση, μια αναζωπύρωση της ένοπλης δράσης η οποία σε αυτά τα χρόνια φτάνει στο απόγειό της με τις πιο γνωστές επιχειρήσεις της ομάδας.

οι πρώτοι μήνες του 1978 είναι επίσης εκείνοι της συνένωσης , »για να ομογενοποιηθεί η γραμμή», «per omogeneizzare la linea» con le Formazioni comuniste combattenti di Corrado Alunni e di Marco Barbone, με τους κομουνιστικούς μαχητικούς Σχηματισμούς, και σε συνέχεια της οποίας δόθηκε ζωή στην ενοποιημένη εθνική Διοίκηση, Comando nazionale unificatoοι δυο ομάδες θα συνεχίσουν εν πάση περιπτώσει να δρουν ξεχωριστά, όμως με μια κοινή στρατηγική και αναλαμβάνοντας την ευθύνη από κοινού  (σαν FCC-PL) ολόκληρη μια σειρά από επιθέσεις ενάντια στις δυνάμεις της τάξης.[14]

στις 20 ιανουαρίου 1978, στην διάρκεια μιας επιχείρησης που σαν σκοπό είχε την απόδραση κάποιων φυλακισμένων από την φυλακή Μουράτε της Φλωρεντίας,  carcere delle Murate di Firenze, η ομάδα των ανταρτών της ΠΓ έγινε αντιληπτή από ένα περιπολικό της αστυνομίας. ανταλλάχθηκαν πυροβολισμοί στην διάρκεια των οποίων σκοτώθηκε ο αστυνομικός  Fausto Dionisi, ενώ ο άλλος αστυνομικός, Dario Atzeni, που χτυπήθηκε από τέσσερις σφαίρες στην βουβωνική χώρα, θα σωθεί ύστερα από χειρουργική επέμβαση.[15]

10 μαίου, στο Milano, ο διευθυντής της  Montedison, Francesco Giacomazzi, τραυματίζεται στα πόδια στη διάρκεια ενέδρας. αυτού του επεισοδίου θα ακολουθήσουν άλλα, πάντα μέσα στο  1978, που προορίζονταν να χτυπήσουν/τραυματίσουν πολιτικά σύμβολα όπως και των δυνάμεων της τάξης : στις 11 του επόμενου μαίου, πάντα στο Milano, τραυματίζεται ο γενικός διοικητής της  Chemical Bank, Mario Astarita; ο αστυνομικός της αντιτρομοκρατικής  Digos Roberto Demartini (Torino, 17 μαίου); ο ασφαλιστής  Salvatore Russo (Torino, 19 ιουλίου); ο γιατρός της μιλανέζικης φυλακής,  carcere di San Vittore, Mario Marchetti (Milano, 13 νοεμβρίου).[16]

στις 11 οκτωβρίου του ίδιου έτους εκτελείται ο  Alfredo Paolella, καθηγητής πανεπιστημίου εγκληματικής ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νάπολι,  all’Università di Napoli και τεχνικός παρατηρητής στην φυλακή του Pozzuoli. μια ομάδα αποτελούμενη από τρεις άνδρες και μια γυναίκα πυροβολεί για να σκοτώσει τον  Paolella ο οποίος, αφού τον βρήκαν εννέα χτυπήματα, όλα σε ζωτικά όργανα, πεθαίνει επί τόπου.[15]

την 1η του δεκέμβρη του  1978[17], σε μια ενέδρα, σε συνέχεια μιας συζήτησης που έλαβε χώρα σε ένα μπαρ του Μιλάνο, κοντά στην  Porta Romana, τρεις πολίτες (Domenico Bornazzini, Carlo Lombardi e Piero Magri) χτυπιούνται θανάσιμα από δυο μέλη της Prima Linea. στη διάρκεια της έρευνας που έλαβαν χώρα πριν από την δίκη, προέκυψε πως τα τρία θύματα χτυπήθηκαν λόγω μιας πολιτικής λογομαχίας με τους κατηγορούμενους, που τελικά καταδικάστηκαν.[18]

Emilio Alessandrini, ο δικαστής που εκτελέστηκε από την  Prima Linea το 1979

το πρωινό της 19ης ιανουαρίου 1979 σκοτώνεται ο αστυνομικός  Giuseppe Lorusso στο Torino. κάτω από το σπίτι του τον περιμένει η ομάδα φωτιάς που αποτελείται από τους  Maurice BignamiBruno La RongaFabrizio Giai και Silveria Russo, όλοι ευρισκόμενοι επάνω σε ένα κόκκινο  128 . δέκα σφαίρες βρίσκουν στο κεφάλι τον Lorusso, στο αριστερό μπράτσο, στον θώρακα, στην κοιλιά και ο αστυνομικός πεθαίνει επί τόπου.[15]

ένα από τα σημεία καμπής στην ιστορία του γκρουπ ήταν η εκτέλεση του  Emilio Alessandrinisostituto Procuratore della Repubblica di Milano, εισαγγελέα στο Μιλάνο, που κατηγορήθηκε από τους αντάρτες πως ήταν ρουφιάνος, «essere una spia” και τον σκότωσαν στο Milano στις 29 ιανουαρίου 1979[2], μια ομάδα της  PL που αποτελούνταν από τους Sergio Segio και Marco Donat Cattin (οι οποίοι πυροβόλησαν τον δικαστικό ), υποστηριζόμενοι από τους  Michele Viscardi, Umberto Mazzola και Bruno Russo Palombi. οι δυο έριξαν πολλά χτυπήματα με πιστόλια και ο δικαστικός πεθαίνει αμέσως επί τόπου.[19]   Alessandrini, που οδηγούσε αρκετές δικογραφίες και έρευνες γύρω από την »τρομοκρατία» (ανάμεσα στις οποίες και εκείνη για την  Prima Linea), δέχτηκε την επίθεση ενώ, στο τιμόνι του αυτοκινήτου του, ήταν σταματημένος σε ένα φανάρι της λεωφόρου  Umbria. για την επίθεση η ευθύνη ανελήφθη με τηλεφώνημα στην εφημερίδα  La Repubblica.

στις 28 φεβρουαρίου του 1979, στη διάρκεια ανταλλαγής πυρών στο bar dell’Angelo, που βρίσκεται στην  Piazza Stampalia, στο Torino, δυο μαχητές της Prima Linea σκοτώνονται από αστυνομικούς, που κάλεσε στο μπαρ ένας επιχειρηματίας. ο θάνατος των δυο ανταρτών,  dei due pielliniMatteo Caggegi και Barbara Azzaroni[20], αντιστοίχως των  29 και 20 χρόνων, που αιφνιδίασαν οι δυο αστυνομικοί στο bar dell’Angelo που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από μια βάση της  Prima Linea, ξεκινά μια σειρά από αντίποινα άλλο τόσο αιματηρά ενάντια στις δυνάμεις της τάξης.[2]

τα αντίποινα της ομάδας δεν αργούν και, στις 9 μαρτίου που ακολουθεί, ένα commando της Prima Linea αποτελούμενο από τους Bignami, La Ronga, Silveria Russo, Giai και Giancarlo Scotoni, πάντα στο Torino, επιτίθεται σε περιπολικό της αστυνομίας σε μιαν ενέδρα σε τοπική κάβα της  Via Millio. στην διάρκεια της ένοπλης μάχης, χάνει ατυχώς την ζωή του ένας νεαρός περαστικός,  Emanuele Iurilli.[3] η εκδίκηση, La vendetta, για τα συμβάντα στο  bar dell’Angelo, ολοκληρώνεται στις 18 ιουλίου: ο Carmine Civitate, ιδιοκτήτης του καταστήματος και που θεωρούνταν υπεύθυνος της αναγνώρισης των δυο ανταρτών, σκοτώνεται από μια ομάδα φωτιάς που αποτελούνταν από τους  Bignami και Donat-Cattin οι οποίοι, μαζί με τους Giai, Viscardi και Roberto Sandalo που καλύπτουν από το εξωτερικό, μπαίνουν στο μπαρ και εκτελούν τον Civitate.[21]στην  διάρκεια της δίκης θα προκύψει πως ο επιχειρηματίας είχε αποκτήσει το μπαρ μόνο μετά τον θάνατο των δυο ανταρτών οπότε δεν ήταν αυτός που είχε ειδοποιήσει την αστυνομία.[15]

στις 13 ιουλίου, στη διάρκεια ληστείας στην  Cassa di Risparmio στο Druento (Torino), σκοτώνεται ο τροχονόμος  Bartolomeo Mana, που την φυλούσε άοπλος. η ομάδα φωτιάς που τον εκτέλεσε με χτύπημα στο κεφάλι από κοντινή απόσταση, αποτελούνταν από τους  Marco Donat-Cattin, Francesco Giuffrida, Vito Biancorosso και Roberto Sandalo (ο οποίος και πυροβόλησε με αποτέλεσμα τον θάνατο του ανδρός )[22]

η ανύψωση του επιπέδου σύγκρουσης, και η απομάκρυνση από το εργατικό κίνημα, δημιουργεί εκ των πραγμάτων την πρώτη διάσπαση στο εσωτερικό του κινήματος. τον σεπτέμβρη του 1979, όντως, λαμβάνει χώρα μια συνάντηση της οργάνωσης στην Bordighera (Imperia)[23] στην οποίαν εμφανίζεται μια αντίθεση ανάμεσα στις δυο ιστορικές ψυχές της ΠΓ: εκείνοι που ήθελαν να διατηρήσουν ένα ρίζωμα στα κινήματα και εκείνοι που αντιθέτως ήθελαν να ριζοσπαστικοποιήσουν την σύγκρουση και να προκαλέσουν μιαν επίθεση ακόμη πιο αποφασιστική στους θεσμούς. εξ αιτίας αυτών των αντιθέσεων, κάποια μέλη, άφησαν την οργάνωση, θεωρώντας πως οι πολιτικές συγκυρίες και οι κατασταλτικές δράσεις ανάγκαζαν εκ των πραγμάτων σε μια στρατηγική οπισθοχώρηση και σε μια στάση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.[2]

όμως οι ένοπλες δράσεις δεν φαίνεται να ελαττώνονται. στο μέτωπο των εργατικών αγώνων, στις 21 σεπτεμβρίου 1979, σκοτώνεται στο Torino ο διευθυντής Fiat Carlo Ghiglieno, υπεύθυνος του τμήματος στρατηγικού Σχεδιασμού: εκτελείται με 7 χτυπήματα από πιστόλι  38 special, από μια ομάδα 4 ατόμων που τον πλησιάζει την ώρα που ετοιμάζεται να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο, για να πάει στην εργασία του και τον χτυπά θανάσιμα.[24]

τον νοέμβρη, ο αρραβώνας με τις Formazioni comuniste combattenti, έχει ήδη τελειώσει: αν και η λογική του ένοπλου αγώνα είναι όντως παρόμοια, οι διαφορές που έχουν να κάνουν με της σχέση με τις Brigate Rosse και γύρω από την διαχείριση της παρανομίας οδηγούν στον χωρισμό των δρόμων για τα δυο κινήματα.[14]

στις 11 δεκεμβρίου, ένας πυρήνας της Πρώτης Γραμμής εισβάλλει στο εσωτερικό της Σχολής εκπαίδευσης επιχειρηματιών, Scuola di formazione aziendale[25] καταλαμβάνοντάς την στρατιωτικά για 45 λεπτά: αφού συγκέντρωσαν φοιτητές και καθηγητές στο αμφιθέατρο της σχολής, οι αντάρτες διαβάζουν μια διακήρυξη στους παρόντες και, στην συνέχεια, σε ένα διπλανό δωμάτιο, στήνουν στον τοίχο πέντε καθηγητές και πέντε φοιτητές γαμποποιώντας τον καθένα με δυο χτυπήματα από το πιστόλι.[3]

το 1979 κλείνει με τον θάνατο ενός ακτιβιστή της PL. Στις 14 δεκεμβρίου, στην Rivoli(Torino)[4], η αστυνομία αιφνιδιάζει έναν πυρήνα της ΠΓ την ώρα που ετοιμάζει επίθεση στο εργοστάσιο μεταλλουργίας  Elgat. στην διάρκεια της μάχης, κατά την οποίαν τραυματίζονται ο ταξίαρχος Massimo Osnaghi και ο αστυνομικός Giovanni Serra, σκοτώνεται ο μαχητής  Roberto Pautasso, 21 χρόνων.[26]

§1980-1981: οι μετανιωμένοι και η πτώση

μέσα στο 1980, η ομάδα εγκαινιάζει επίσημα την ρωμαϊκή της εμπειρία, απαραίτητη σε εκείνη την λογική εξάπλωσης γεωγραφικής, που υπαγορεύεται από ανάγκες επιμελητείας λόγω της εντατικοποίησης της κατασταλτικής δράσης, όπως επίσης και για την εξάπλωση του πολιτικού μηνύματος του κινήματος. το νέο έτος βλέπει να υπερισχύει, στην εσωτερική διαλεκτική της ομάδας, την ριζοσπαστική πλευρά της  PL και τις θέσεις που υποστηρίζουν την ριζοσπαστικοποίηση της σύγκρουσης η οποία, μέσα στον μήνα ιανουάριο, στο Συνέδριο του κινήματος στην Morbegno, θα κατοχυρωθεί στην συνέχεια ως κυρίαρχη κίνηση.[2]από αυτό τον προβληματισμό στην συνέχεια θα ωριμάσει, σύντομα, η επιχείρηση ενάντια στον  Guido Galli, δικαστικό και καθηγητή Εκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνο Στατάλε, magistrato e docente di Criminologia all’Università Statale di Milano.[4]

στις 5 φεβρουαρίου 1980 σκοτώνεται στην Monza, ο Paolo Poletti, υπεύθυνος παραγωγής στην  ICMESA του Seveso, την εταιρεία που ήταν υπεύθυνη για το τοξικό σύννεφο διοξίνης, που δημιουργήθηκε το καλοκαίρι του 1976,  nube tossica di diossina, nell’estate del 1976. ο Paoletti σκοτώνεται στις  8.15 το πρωί, την ώρα που πηγαίνει στην δουλειά του, με τρία χτυπήματα από πιστόλι που του ρίχνει ένας αντάρτης, ο οποίος στην συνέχεια απομακρύνεται με ένα  Fiat 128 μεταλλικού γκρι χρώματος μαζί με έναν ακόμη άνδρα και μια γυναίκα.[15] η ανάληψη της ευθύνης για την εκτέλεση έγινε μετά από λίγο με ένα σύντομο τηλεφώνημα στο μιλανέζικο παράρτημα του πρακτορείουANSAκαλημέρα δεσποινίς ήμαστε από την Πρώτη Γραμμή και αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τον θάνατο του  Paolo Paoletti, που έγινε σήμερα το πρωί στην Monza. θα ακολουθήσειανακοίνωση»[27]

στις 19 μαρτίου 1980 στο Milano, εκτελείται ο δικαστικός και εγκληματολόγος  Guido Galli, από μια ομάδα φωτιάς της  Prima Linea μέρος της οποίας ήταν οι  Sergio Segio, Maurice Bignami, Michele Viscardi. χτυπημένος στην αρχή στην πλάτη, πέφτει στην γη, και οι αντάρτες τον αποτελειώνουν με δυο σφαίρες στον αυχένα. για εκτέλεση, που γίνεται στην αίθουσα  309 (που σήμερα είναι αφιερωμένη στην μνήμη του) dell’Università degli Studi di Milano, στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνο, λίγο μετά τις  17,εκείνη την ίδια ημέρα, αναλαμβάνεται η ευθύνη στην Ansa με μια ανακοίνωση υπογεγραμμένη Πρώτη Γραμμή – Πυρήνας Φωτιάς Βαλέριο Τονίνι, Prima Linea – Nucleo di fuoco Valerio Tognini.[28]   

« ο Galli ανήκει στο ρεφορμιστικό και εγγυητικό τμήμα του δικαστικού σώματος, που ασχολείται σε πρώτο πρόσωπο στην μάχη για να χτιστεί από την αρχή το γραφείο εκπαίδευσης στο Μιλάνο σαν κέντρο αποτελεσματικής δικαστικής εργασίας, προσαρμοσμένο στις ανάγκες  αναδιάρθρωσης, νέου καταμερισμού εργασίας του δικαστικού σώματοςappartiene  »
(Volantino di rivendicazione omicidio Galli[29])  Φυλλάδιο ανάληψης ευθύνης της εκτέλεσης Γκάλλι

μέσα στο 1980, στην διάρκεια μαχών εξ αιτίας ληστειών για χρηματοδότηση και επιχειρήσεων αφοπλισμού από πλευράς μαχητών piellinni, σκοτώνονται οι καραμπινιέροι, i carabinieri Antonio Chionna (3 ιουνίου), Ippolito CortellessaPietro Cuzzoli (11 αυγούστου) και Filippo Giuseppe (28 νοεμβρίου).[15]

πάντα στο 1980, η οργάνωση διασχίζεται, εκτός από εσωτερικές διαφωνίες, και από τις πρώτες διασπάσεις και αποστασίες. όμως το 1980 είναι, κυρίως, η χρονιά των πρώτων εσωτερικών στην ομάδα μεταμελειών που σημειώνουν ένα σημείο δίχως επιστροφή προς το τέλος του κινήματος. θα είναι, όντως, κυρίως οι ομολογίες των διάφορων Sandalo (τον απρίλη), Donat-Cattin (τον μάη) και Viscardi (τον νοέμβρη) που συμβάλουν στο κύμα συλλήψεων οι οποίες, εκ των πραγμάτων, θα σημειώσουν την διάλυση και την εξάρθρωση του σχηματισμού.

γι αυτόν τον λόγο, το καλοκαίρι εκείνου του χρόνου, λαμβάνουν χώρα δυο Συνέδρια της οργάνωσης (στο Rimini και στην Senigallia) σαν αποτέλεσμα της εσωτερικής συζήτησης και του προβληματισμού για τα πιθανά αντισταθμιστικά μέτρα που έπρεπε να παρθούν και στην οποίαν, το θεμελιώδες πολιτικό ζήτημα, ήταν ο προβληματισμός για την δυνατότητα συνέχισης του ένοπλου αγώνα, υπό το φως της κατασταλτικής σκλήρυνσης και της αύξησης του φαινομένου της μετάνοιας,  del pentitismo.[2]

μέσα σε αυτό το κλίμα υποψίας προς εν δυνάμει πληροφοριοδότες ή αισθήματα μετάνοιας αγωνιστών της οργάνωσης είναι που, στις 7 φεβρουαρίου 1980, η PL αποφασίζει να χτυπήσει ένα στέλεχός της, τον William Waccher, εμπλεκόμενο στην έρευνα για την εκτέλεση  Alessandrini που κατηγορείται σαν πληροφοριοδότης και πως έδωσε αποκαλύψεις στους ερευνητές.[4]

στις 29 απριλίου, στην διάρκεια εφόδου των δυνάμεων της τάξης, συλλαμβάνεται ο  Roberto Sandalo,  από τα κορυφαία στελέχη της ηγετικής ομάδας ο οποίος, έναν μήνα μετά την σύλληψή του, ξεκινά μια διαδρομή συνεργασίας με τους ερευνητές, αποδεχόμενος ανάμεσα στα άλλα την συμμετοχή του στις εκτελέσεις  Ghiglieno, Civitate e Mana.[30]οι ομολογίες του, μαζί με εκείνες του Michele Viscardi, επέτρεψαν στους αστυνομικούς να συλλάβουν, τον δεκέμβρη του  1980, 165 μέλη της PL (που στην πραγματικότητα σχεδόν εκμηδενίζεται) και να γνωρίσουν ονόματα και στελέχη της οργάνωσης όπως, για παράδειγμα, εκείνο του  Marco Donat Cattin, γιου του Carlo, ήδη εξέχοντος στελέχους της Χριστιανικής Δημοκρατίας,  Democrazia Cristiana και εκείνη την εποχή υπουργού Εργασίας και αναπληρωτή γραμματέα του κόμματος, ministro del Lavoro , e vicesegretario del suo partito.[3]

όπως αποκαλύπτεται στα έγγραφα της κοινοβουλευτικής επιτροπής έρευνας (στην συνεδρίαση της 29ης μαίου 1980), που αφορούν στην μαρτυρία του  Carlo Donat Cattin, στις 24 απριλίου, λίγο πριν την σύλληψή του, ο Sandalo συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό, Francesco Cossiga ο οποίος, ύστερα από αίτημα του συναδέλφου του στο κόμμα, είχε τεθεί στα ίχνη του φυγόδικου γιού του .[31]οι ομολογίες του Sandalo διασταυρώθηκαν λοιπόν με εκείνες του  Patrizio Peci, διοικητή της φάλαγγας των ερυθρών Ταξιαρχιών του Τορίνο, capo colonna delle Brigate Rosse di Torino, ο οποίος είχε συλληφθεί προηγουμένως στις 19 φεβρουαρίου και ο οποίος, την δεύτερη ημέρα της ανακρίσεώς του (στις 2 απριλίου), επιβεβαίωσε πως είχε μάθει πως ο  Marco Donat Cattin είναι μαχητής της PL.[31]

στις 5 μαίου 1980, εκδίδεται το ένταλμα σύλληψης για τον Marco Donat Cattin για »συμμετοχή και οργάνωσης ένοπλης ομάδας με το όνομα Πρώτη Γραμμή», per «partecipazione e organizzazione di banda armata denominata Prima Linea«.[32] την ίδια ημέρα κατά την οποίαν η είδηση παρουσιάζεται από τις εφημερίδες, και πριν ακόμη συλληφθεί, ο  Donat Cattin καταφέρνει όμως να το σκάσει στην Γαλλία, in Francia. η φυγή του υπήρξε αντικείμενο σκληρής διαμάχης στον πολιτικό κόσμο που συμπεριέλαβε τον πατέρα του και τον τότε πρωθυπουργό Κοσίγγα, il padre e l’allora presidente del ConsiglioFrancesco Cossiga, ο οποίος κατηγορήθηκε πως πληροφόρησε προληπτικά τον Carlo Donat Cattin όσον αφορά τις έρευνες για τον γιο του και πως μάλιστα τον διευκόλυνε στην φυγή του στο εξωτερικό. riguardo alle indagini sul figlio e di averne addirittura agevolato la fuga all’estero. οι μετέπειτα έρευνες δεν έδειξαν καμία ευθύνη από πλευράς Cossiga.[33]

στις 20 δεκεμβρίου 1980 ο  Marco Donat Cattin τελικά εντοπίζεται και συλλαμβάνεται στο Παρίσι,  a Parigi και στην συνέχεια εκδίδεται στην Ιταλία, τον φεβρουάριο του  1981. λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 5 δεκεμβρίου, 95 μαχητές που παίρνουν μέρος στην Prima Linea διώκονται για ένοπλη ομάδα, χάρη στις αποκαλύψεις του μετανιωμένου  Roberto Sandalo: ανάμεσα στους κατηγορούμενους φιγουράρουν οι Roberto RossoSusanna RonconiMarco Donat Cattin e Maurizio Bignami.[34]

το 1981 στο Barzio, στην επαρχεία του Κόμο, provincia di Como, λαμβάνει χώρα ένα νέο Συνέδριο,una nuova Conferenza της Οργάνωσης που αποφασίζει την διάλυση της Prima Linea και την γέννηση ενός νέου οργανωτικού πόλου, e la nascita del nuovo Polo Organizzato,[2] ένα δίκτυο  προστασίας για τους μαχητές οι οποίοι αναζητούνται. στα δεύτερα μισά του ιδίου έτους, ενώ οι επιζήσαντες ατομικά συγκλίνουν στις ερυθρές Ταξιαρχίες,  nelle Brigate Rosse, τα πιο γνωστά στελέχη, που βρίσκονται ακόμα ελεύθερα, καταφέρνουν να ανασυνταχθούν σε δυο ομάδες: i Nuclei comunisti combattenti, κομουνιστικοί μαχητικοί Πυρήνες οδηγούμενοι από τον  Sergio Segio, και οι οργανωμένοι κομουνιστές για την προλεταριακή απελευθέρωση,  Comunisti organizzati per la liberazione proletaria, ένας σχηματισμός που είχε για σκοπό την απελευθέρωση των κρατουμένων για ένοπλη μπάντα και για πολιτικά αδικήματα γενικότερα, οδηγούμενοι από την  Giulia Borelli.[3]

§1982-1983: η διάλυση

στις 3 ιανουαρίου 1982, ο Segio, και άλλοι μαχητές, καταφέρνουν ν’ ανοίξουν ένα πέρασμα στον περιμετρικό τοίχο της φυλακής στο Rovigo και να ελευθερώσουν την συντρόφισσά του, Susanna Ronconi, η οποία δραπετεύει μαζί με 3 άλλες φυλακισμένες της  Prima Linea. στην διάρκεια της έκρηξης, όμως, σκοτώνεται ένας περαστικός, ο Angelo Furlan.[15]

στην διάρκεια της δίκης της Prima Linea στην Firenze, το 1983,  η απόφαση αυτοδιάλυσης ανακοινώνεται επίσημα. η απόφαση είχε επικυρωθεί σε Συνέδριο εσωτερικό της οργάνωσης που είχε γίνει στην φυλακή του  Torino της άνοιξη-καλοκαίρι 1983, και που στην συνέχεια επεξηγήθηκε σε ένα μακρύ μανιφέστο με τίτλο »Είναι πως έχετε έναν καταραμένο τοίχο στο κεφάλι σας», “Sarà che avete nella testa un maledetto muro” (noto anche come Il Muro), [γνωστό και ως ο Τοίχος], στο οποίο θεσπίζεται η παραίτηση στα όπλα.[2]στο έγγραφο, με το οποίο οι μαχητές παίρνουν  αποστάσεις τόσο από την ταξιαρχίτικη ορθοδοξία όσο και από τα φαινόμενα διάστασης των πρώτων μετανιωμένων, αναδύεται η λήψη απόστασης από την ένοπλη πάλη και, ταυτοχρόνως, η συνέχιση της πολιτικής δέσμευσης διαμέσου άλλων εργαλείων, »συγκρουσιακής διαμεσολάβησης», di «mediazione conflittuale«.

« η παρτίδα που παίζεται είναι η ικανοποιητική ανάκτηση μιας επαναστατικής διαδικασίας τελικά απηλλαγμένης από κάθε ολοκληρωτική υπόθεση που θα πτωχοποιεί τον τεράστιο πλούτο και την πολυπλοκότητα των ανταγωνιστικών πρακτικών. πρέπει να αντιληφθούμε την βαθιά επιθυμία ελευθερίας, των προσωπικών και συλλογικών ελευθεριών που διατρέχει το σώμα της κοινωνίας και, οπότε, να συνδεθούμε με εκείνα τα κινήματα που διεισδύουν, διασχίζουν, τέμνουν το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνίας,  μεταφέροντας επίσης στο εσωτερικό του ριζοσπαστική κριτική, αλληλεπιδρώντας μαζί του για να επιβάλλοντας  εκ νέου τροποποιήσεις ή αποσπώντας νίκες. […] είναι η περίπτωση μεγάλων δημοφιλών επιλογών σε θέματα κοινωνικών ελευθεριών και ανθρωπίνων ανθρώπινων πεπρωμένων, διαζύγιο, εκτρώσεις, πυρηνικοί σταθμοί, κλπ. »
(από το ντοκουμέντο »ο Τοίχος», ιούνιος 1983 – Dal documento “Il Muro”, giugno 1983[35])

στην ιστορία της, η Prima Linea ήταν παρούσα κυρίως σε CalabriaCampaniaEmilia-RomagnaLazioLombardiaPiemontePugliaToscana και Veneto και, στην δραστηριότητά της, ενεπλάκησαν  923 άνθρωποι.[2]

§γεγονότα που ακολούθησαν

στις 21 φεβρουαρίου 1987 (ακολουθώντας αυτό που είχαν ήδη κάνει οι Sergio D’Elia και Maurice Bignami) Federico Alfieri, Gianfranco Mattacchini, Adriano Roccazzella, Rosaria Roppoli, Paolo Zambianchi, Roberto Rosso, Liviana Tosi, Susanna Ronconi, Sergio Segio, Paolo Cornaglia, κρατούμενοι στην φυλακή του  Torino και καταδικασμένοι για αδικήματα σχετικά  με την ιδιότητα του μέλους τρομοκρατικής ομάδας, γράφονται στο ριζοσπαστικό κόμμα,  si iscrivono al partito radicale[36] φέροντας εις γνώσιν τα ιδεολογικά κίνητρα με μια μακρά επεξηγηματική επιστολή γύρω από το θέμα :  Le regole del gioco e la democrazia., »οι κανόνες του παιχνιδιού και η δημοκρατία». το κείμενο διακηρύσσει την εγκατάλειψη λανθασμένων επιλογών τόσο στις μεθόδους που είχαν χρησιμοποιηθεί όσο και στις οπτικές που είχαν επιλεγεί για την ανάλυση της ιταλικής πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης εκείνου του καιρού.

« όταν, πριν λίγο χρόνο, επιλέξαμε και ζητήσαμε την εγγραφή στο ριζοσπαστικό Κόμμα, το κάναμε ζητώντας την δεύτερη ταυτότητα, παρά το ότι δεν κατέχαμε την πρώτη. με αυτό θέλαμε να υπογραμμίσουμε την σύνεση, τις αμφιβολίες, ίσως και την συστολή μας, με την οποίαν πλησιάζουμε στο δύσκολο πρόβλημα των κανόνων του παιχνιδιού, της δημοκρατίας. πρόβλημα δύσκολο όχι μόνο για εμάς που το πλησιάζουμε αυτή την στιγμή σαν νεοφώτιστοι, έχοντας ανατρέψει τις παρελθούσες οπτικές  […] εμείς δεν έχουμε να δώσουμε μεγάλους ορισμούς; έχουμε μόνο την ζωντανή ανάμνηση μιας εποχής που μόλις ολοκληρώθηκε, τελειώνοντας σαν τραγωδία  […] θέλουμε λοιπόν η πρώτη ταυτότητα να εκφράζει τις αμηχανίες μας και τις δυσκολίες μας στο να πλησιάσουμε τα μεγάλα θέματα τα οποία ο παρόν χρόνος θέτει; με την δεύτερη ταυτότητα, που κοιτάζει προς το μέλλον, διακινδυνεύουμε, παραθέτουμε την διάθεσή μας για συμμετοχή και για συνάντηση στα πολλά επίπεδα που η πραγματικότητα αυτής της χώρας όπως και η διακρατική προσφέρουν με την ριζοσπαστικότητα που διαπερνά τις καταστάσεις . »
(Notizie Radicali n· 62 del 18 marzo 1987[37]), Ριζοσπαστικά Νέα

την πρώτη μαίου 1987 η αντάρτικη οργάνωση επίσημα κηρύσσεται διαλυμένη παραδίδοντας τον εαυτό της στο Διακρατικό Ριζοσπαστικό Κόμμα,  consegnandosi nelle mani del Partito Radicale Transnazionale

ο Sergio Segio, ένας από τους  leader, αφού έχει εκτίσει ποινή 22 χρόνων, εργάζεται για την αποκατάσταση μειονεκτούντων της κοινωνίας συνεργαζόμενος σε αυτό με τον πατέρα, donLuigi Ciotti.[38]  έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα γύρω από τις θεματικές της φυλακής και το 2005 βγήκε το βιβλίο του «Miccia Corta«, που μιλά για την ιστορία της  PL.

ο Marco Donat-Cattin, ελεύθερος από τον μάιο του 1987, πέθανε στις 18 ιουνίου  1988, στον αυτοκινητόδρομο  Serenissima, κοντά στα διόδια της Verona sud, αφού τον παρέσυρε αυτοκίνητο την ώρα που, έχοντας κατέβει από το δικό του, προειδοποιούσε τα αυτοκίνητα που διέρχονταν να κόψουν ταχύτητα για να αποφύγουν ένα ατύχημα στο οποίο και αυτός ο ίδιος είχε ελαφρά εμπλακεί.[39]

στις 10 απριλίου 2008 ο Roberto Sandalo συνελήφθη από τους Καραμπινιέρους της  ROS και τους αστυνομικούς της  DIGOS του Milano μετά από παραγγελία σύλληψης που είχε σχέση με επιθέσεις στα τζαμιά και στα πολιτιστικά ισλαμικά κέντρα του Μιλάνο που συνέβησαν τους μήνες που προηγήθηκαν.[40]

ο Sergio D’Elia, στις πολιτικές εκλογές του απριλίου 2006 εκλέχθηκε βουλευτής στην Camera dei deputati για την Rosa nel Pugno και στην συνέχεια ορίστηκε σαν γραμματέας στην Προεδρία της Κάμερας, ed è in seguito stato nominato segretario alla Presidenza della Camera. είναι Γραμματέας της ριζοσπαστικής ένωσης  Nessuno Tocchi Caino, [σε ελεύθερη μετάφραση Κανείς να μην αγγίξει τον Κάιν], που ιδρύθηκε το 1993, με στόχο να καταργηθεί η ποινή του θανάτου. είναι επίσης μη βίαιος ακτιβιστής , un attivista nonviolento ενάντια στα βασανιστήρια, contro la tortura , e in difesa dei diritti umani in Italia e nel mondo, υπερασπιζόμενος τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ιταλία και σε όλον τον κόσμο.

§Esponenti di Prima Linea, κάποιοι από τους μαχητές

§Filmografia, ταινία

  • «La prima linea«, του Renato De Maria, film που βγήκε στις αίθουσες το 2009 και είναι ελεύθερα εμπνευσμένο από το βιβλίο »Κοντό Φυτίλι»του  Sergio Segio, «Miccia Corta»[41]

§Note, σημειώσεις

  1. ^ a b c Agasso, 2013, p. 18
  2. ^ a b c d e f g h i j k Prima linea: lo spontaneismo armato comunista su Arianna Editrice.
  3. ^ a b c d e f g h Movimentismo e militarismo. Prima Linea anima armata del ‘68 su Gnosis.
  4. ^ a b c d e Breve storia di Prima Linea su Settantasette.
  5. ^ Relazione della Commissione Parlamentare sul Terrorismo in Archivio ‘900
  6. ^ a b Agasso, 2013, p. 19
  7. ^ Schede/1976/Enrico Pedenovi su Associazione Italiana Vittime del Terrorismo.
  8. ^ Il delitto Pedenovi su Blog di Ugo Maria Tassinari.
  9. ^ È stato vittima di pazzi criminali Dopo i delitti sciavano al Sestriere su Archivio ‘900.
  10. ^ Schede/1977/Giuseppe Ciotta su Associazione Italiana Vittime del Terrorismo.
  11. ^ L’ex terrorista su Facebook: nella mia vita solo danni su il Corriere della Sera.
  12. ^ Caduti a Milano e in Lombardia per fatti di eversione e terrorismo tra il 1969 e il 1982 su Associazione Italiana Vittime del Terrorismo.
  13. ^ Giancarlo Niccolai insignito della medaglia d’onore su il Tirreno.
  14. ^ a b c d Agasso, 2013, p. 36
  15. ^ a b c d e f g Cronologia di Prima Linea su Renatadurando.com.
  16. ^ Galli, 2007, p. 139
  17. ^ Omicidio di Domenico Bornazzini, Carlo Lombardi e Piero Magri, 1º dicembre 1978 su Rete degli archivi.
  18. ^ Schede/1978/Domenico Bornazzini su Associazione Italiana Vittime del Terrorismo.
  19. ^ Agasso, 2007, p. 130
  20. ^ Galli, 2007, p. 145
  21. ^ Galli, 2007, p. 150
  22. ^ Ex terrorista confessa omicidio di un agente: reato prescritto in Il Corriere della Sera.
  23. ^ Agasso, 2013, p. 37
  24. ^ Cinquant’anni di bombe, terrorismo e violenza politica – 1979 su Aivit.
  25. ^ di Torino
  26. ^ Galli, 2007, p.158
  27. ^ 1980: il terrorismo in Brianza su Associazione culturale Storia&Territorio.
  28. ^ L’uccisione del giudice Guido Galli in il Fatto Quotidiano.
  29. ^ Cronologia di Prima Linea in «Renatadurando.com»
  30. ^ Biografia di Roberto Sandalo su il Corriere della Sera.
  31. ^ a b L’affare Donat Cattin su Fondazione Italiani.
  32. ^ AaVv, 1992, p. 906
  33. ^ Cossiga, Donat-Cattin e la rivelazione sul figlio terrorista in Il Corriere della Sera.
  34. ^ AaVv, 1992, p. 942
  35. ^ La Storia di Sergio D’Elia in Nessuno tocchi Caino
  36. ^ Notizie Radicali n· 62 del 18 marzo 1987 su Radio Radicale.
  37. ^ Notizie Radicali del 18 marzo 1987 in Radio Radicale
  38. ^ Sergio Segio. Militante politico su Archivio ‘900.[1]
  39. ^ Fermatevi fermatevi è un’auto l’ha falciato in la Repubblica.[2]
  40. ^ Attentati a moschee e centri islamici arrestato Sandalo (ex Prima Linea) in la Repubblica.[3]
  41. ^ Scamarcio e Mezzogiorno armati attraversano le strade di Adria in Il Resto del Carlino.[4]

§Bibliografia, βιβλιογραφία

ο τσάμικος