ένοπλη πάλη, lotta armata

ΑΝΑΛΗΨΗ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ LANDO CONTI

BRIGATE ROSSE – PCC

Στις 10 Φεβρουαρίου 1986 ένας ένοπλος πυρήνας της Οργάνωσης μας εκτέλεσε τον Lando Conti, επικεφαλής της SMA και στενό συνεργάτη του υπουργού πολέμου, του σιωνιστή γουρουνιού Spadolini.
Ο Lando Conti ήταν μέρος εκείνης της πολιτικής-επιχειρηματικής κλάσης που είναι η σπονδυλική στήλη της Ιμπεριαλιστικής Μπουρζουαζίας στα σχέδια της αυτής της συγκυρίας. Πολιτική τάξη που παντρεύει άμεσα τα οικονομικά συμφέροντα που συνδέονται με τον πολεμικό τομέα με τις γενικές επιλογές του δυτικού ιμπεριαλισμού.
Πράγματι, υπήρξε ένας ακούραστος υποστηριχτής πολιτικών πιέσεων για μια πιο άμεση συμμετοχή της Ιταλίας, και με την στρατιωτική έννοια, στην ατλαντική συμμαχία..
Τον βρίσκουμε συνεχώς δίπλα στον εν λόγω υπουργό πολέμου να δραστηριοποιείται στην προώθηση και ανοιχτή υποστήριξη της αμερικανικής θέσης στη Μεσόγειο.
Η SMA (θαλάσσια και εναέρια σηματοδότηση-segnalamento marittimo ed aereo), μια μικρή και ευέλικτη εταιρεία από αυτοπροσδιορισμό, συμμετέχει στα σημαντικότερα συστήματα όπλων και κυρίως στο αμερικανικό πρόγραμμα SDI Star Wars-πολέμου των άστρων, μέσω της ιταλικής κοινοπραξίας στρατηγικών τεχνολογιών (CITES) που προωθεί η Agusta. Αυτή αποτελεί μέρος του «κλαμπ Melara», ενός κύκλου που περιέχει ότι καλύτερο της ιταλικής πολεμικής παραγωγής, ελέγχει αρκετές εταιρείες του κλάδου με υποκαταστήματα και στο εξωτερικό, η παραγωγή της κυμαίνεται από συστήματα ραντάρ μέχρι ηλεκτρονικά εξαρτήματα για πυραύλους. Ποιοτικές παραγωγές που σε μια αναπτυσσόμενη αγορά προκάλεσαν το ενδιαφέρον της Fiat σε μια σημαντική μετοχική συμμετοχή.
Η επέκταση της παραγωγής της SMA και στις παγκόσμιες αγορές αποδεικνύεται από τις εξαγωγές της σε όλα τα μέρη του κόσμου, χωρίς να ξεχνάμε μεταξύ άλλων τους ισραηλινούς σιωνιστές, τους πραξικοπηματίες ΝΑΤΟ της Τουρκίας, το καθεστώς απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής, το καθεστώς των Φιλιππίνων του δικτάτορα Marcos και τα διάφορα καθεστώτα της Νότιας Αμερικής για να αναφέρουμε μόνο λίγα.
Ο ρόλος που διαδραμάτισε ο Lando Conti τόσο στο διοικητικό συμβούλιο της SMA, όσο ως εξέχον μέλος του ρεπουμπλικανικού κόμματος PRI, όπως επίσης και στο πανόραμα της τοπικής πολιτικής εξουσίας είναι ενδεικτικός για να κατανοήσουμε πλήρως τις διασυνδέσεις πολιτικού-οικονομικού-στρατιωτικού ενδιαφέροντος που αναλήφθηκαν σήμερα από τον πολεμικό κλάδο.
Εάν ξεφυλλίσουμε ένα οποιοδήποτε εγχειρίδιο σχετικό με τα προβλήματα του πολέμου, θα βρούμε να αναφέρεται η αρχή σύμφωνα με την οποίαν το μέγιστο άμυνας είναι σε άμεση αναλογία της προσβλητικής ικανότητας. Ένας γενικός νόμος του πολέμου που δεν μπορούν να ακυρώσουν, όχι ένα, αλλά ούτε χίλια τζάκια της Γενεύης.
Η αποκαλούμενη «Στρατηγική Αμυντική Πρωτοβουλία»-SDI που προωθείται από τις ΗΠΑ καθορίζει αναγκαστικά μια κούρσα για τον επανεξοπλισμό, μια κούρσα που δεν αφορά μόνο το διάστημα, προσβάλλοντας σε μεγάλο βαθμό την τεχνολογική-επιθετική αναπροσαρμογή των συστημάτων συμβατικών όπλων, μέσα στο αυλάκι της ιδέας οδηγού της »αστρικής ασπίδας» που συνίσταται στην πραγματοποίηση των προϋποθέσεων για να καταστεί εφικτή η χρήση του πυρηνικού οπλοστασίου (διατρέχοντας έναν αποδεκτό κίνδυνο). Ωστόσο, θα ήταν απλοϊκό να παρουσιάσουμε την SDI αποκλειστικά ως ένα γιγαντιαίο στρατιωτικό όργανο, θα ήταν σαν να ήμασταν τυφλοί μπροστά στα κίνητρα οικονομικού χαρακτήρα. Κίνητρα που αποτελούν τη βάση της άμεσης συμμετοχής στο πρόγραμμα τεράστιων τομέων της οικονομίας δημιουργώντας μια στενή σχέση μεταξύ του πολιτικού, του στρατιωτικού, του βιομηχανικού και του ακαδημαϊκού επιστημονικού.

Το SDI είναι το πιλοτικό πρόγραμμα που προτίθεται να υιοθετήσει η Αυτοκρατορική Μπουρζουαζία για να ανταποκριθεί στις δικές της ανάγκες που συνίστανται στον επανασχεδιασμό ενός νέου διεθνούς καταμερισμού της εργασίας με την ρήξη των σημερινών ενδοϊμπεριαλιστικών σχέσεων δύναμης, ως απαραίτητη προϋπόθεση για μιαν επαρκή αξιοποίηση των χρησιμοποιηθέντων κεφαλαίων.
Είκοσι έξι δισεκατομμύρια δολάρια επενδύθηκαν μόνο στον τομέα της έρευνας, μια εκτίμηση των 1500-2000 δισεκατομμυρίων δολαρίων δαπάνης για την πραγματοποίηση της σημαίνει έναν πολλαπλασιαστικό κύκλο εργασιών που ανοίγει την όρεξη στους καπιταλιστές-τους διεγείρει μεγάλη επιθυμία, άσχημα κρυμμένη με τις υποκριτικές πολιτικές αμηχανίες που εκφράστηκαν από τις διάφορες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Η έναρξη του ευρωπαϊκού καρτέλ Eureka, αν και δεν έχει τη δυναμικότητα να ανταγωνιστεί το Πρόγραμμα USA, ενισχύει τις ευρωπαϊκές θέσεις στην απόκτηση αμερικανικών παραγγελιών σε ποσότητα και ποιότητα, ενώ παράλληλα προσπαθεί να αποκρύψει, πίσω από τη δημαγωγία μιας «αυτόνομης Ευρώπης», την πολεμική επιλογή που έχει ως αποτέλεσμα να τίθεται στο κάρο της SDI. Αυτή η μάζα κεφαλαίων προηγμένης τεχνολογίας, είναι μια νόστιμη μπουκιά για την ανεξάντλητη πείνα κερδών των βιομηχανιών πολέμου και όχι μόνο.
Για το πολυεθνικό κεφάλαιο ΗΠΑ η προώθηση και ανάπτυξη αυτού του προγράμματος αντιπροσωπεύει την επανεκκίνηση και την ενίσχυση της υπεροχής του στον κόσμο, διατηρώντας υπό την ηγεσία του τον επαναπροσδιορισμό του διεθνούς καταμερισμού εργασίας. Από τη μια πλευρά η περαιτέρω τσιμεντοποίηση των ιεραρχικών σχέσεων εντός της δυτικής ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. από την άλλη το σχέδιο να επιβάλει στην ΕΣΣΔ την αιμορραγία μιας κούρσας για όλο και πιο εξελιγμένα όπλα, επιδιώκοντας έτσι τον στόχο της συρρίκνωσης της μπροστά και στην μη παρουσία ενός πραγματικού άμεσου πολέμου, αναγκάζοντας την σε μια σαφή πολιτική υποταγή.
Μια μανία να κερδίσει τον πόλεμο χωρίς να ρίξει έναν πυροβολισμό που δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας δεδομένων και των υποχρεωτικών στρατιωτικών αντιμέτρων που προετοιμάζονται στην Ανατολή. Αυτή που βιώνουμε είναι μια ιστορική δημιουργούμενη κρίση του Τρόπου της Καπιταλιστικής Παραγωγής που έχει τις ρίζες της στις εσωτερικές της αντιφάσεις. Αυτή δημιουργήθηκε από την απόλυτη υπερπαραγωγή κεφαλαίων, όχι λόγω περίσσιου πλούτου, αλλά από την υπερβολική παραγωγή μέσων εργασίας και διαβίωσης σε σχέση με τη δυνατότητα μιας χρήσης τους στην εκμετάλλευση της τάξης σε συνθήκες κέρδους που να επιτρέπουν την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, την εκτεταμένη συσσώρευση και αναπαραγωγή.
Η πολυεθνική δομή είναι μια απαραίτητη προϋπόθεση για τον σύγχρονο πολυπαραγωγικό μονοπωλιακό καπιταλισμό για να αρπάξει τα περιθώρια κέρδους που είναι ακόμα δυνατά.
Μόνο αυτή είναι σε θέση να αντιμετωπίσει με τεράστιες τεχνολογικές-οικονομικές δυνατότητες τις συνεχείς δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί στον τομέα των παραγωγικών αναδιαρθρώσεων. Τα με διαφορετικό τρόπο δομημένα κεφάλαια συνεχίζουν να υφίστανται αλλά μέσα σε μια σαφή εξάρτηση, και προορίζονται εντούτοις να ενσωματωθούν.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ κεφαλαίων εξελίσσεται σε μια διακρατική διάσταση και βλέπει τις οικονομικές δομές κάθε μεμονωμένης Χώρας βαθιά νευρωμένες σε όλα τα επίπεδα με κεφάλαια που έχουν τον κύριο πόλο σε άλλες χώρες της περιοχής.
Η ουσία των συγκεκριμένων αντιθέσεων του κεφαλαίου δεν έχει παραμορφωθεί, αλλά η μορφή με την οποία εκδηλώνονται σήμερα έχει αλλάξει. Όλα αυτά συνεπάγονται μια πολύπλοκη ολοκλήρωση και μια ιεραρχική αλληλεξάρτηση που έχει προφανείς συνέπειες στις πολιτικές κάθε Κράτους, το οποίο σίγουρα δεν είναι ένα ξένο εργαλείο που λειτουργεί για λογαριασμό ενός απρόσωπου κεφαλαίου που ακυρώνει κάθε εθνικό του χαρακτήρα, αντιθέτως, κάθε Εκτελεστικό εκτελεί μια ευαίσθητη λειτουργία διαμόρφωσης των πολιτικών που ταιριάζουν καλύτερα στις ανάγκες των κεφαλαίων, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου υφιστάμενου Κοινωνικού Οικονομικού Σχηματισμού, όλα αυτά σύμφωνα με τις γενικές ή ειδικές ενδείξεις, οι οποίες με όλο και πιο δεσμευτικό τρόπο περνούν σε διεθνές επίπεδο, στων οποίων την εκπόνηση κάθε μεμονωμένη κυβέρνηση, καθώς και κάθε κεφάλαιο, συμμετέχει σε σχέση με τη δική της συνολική δύναμη.
ΔΝΤ, εκτελεστική επιτροπή της ΕΟΚ, SME, ευρωπαϊκή τράπεζα επενδύσεων, εκτελούν μια δραστηριότητα άκαμπτης διεύθυνσης που συνεπάγεται έντονες επιπτώσεις ειδικότερα για τα ασθενέστερα κράτη. Το ΔΝΤ είναι το προνομιούχο μέσο με το οποίο οι ΗΠΑ ασκούν την υπεροχή τους σε παγκόσμιο επίπεδο, μανουβράροντας την έκδοση χρηματοδότησης υπό όρους για την υιοθέτηση ευπρόσδεκτων πολιτικών, είτε αντιπληθωριστικών είτε εκείνων που αποσκοπούν στη διαιώνιση της κατάστασης πλήρους εξάρτησης μεγάλου μέρους του κόσμου, προσπαθώντας να ελέγξουν άμεσα τις αντιθέσεις που παρουσιάζονται με στρεβλωτικά αποτελέσματα, όπως στην περίπτωση του τεράστιου χρέους που έχει συσσωρευτεί από τις εξαρτημένες Χώρες, μια αυθεντική κινούμενη νάρκη που περιπλανιέται σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο, που βλέπει μεταξύ των μέγιστων υπεύθυνων για την απειλητική παρουσία της τους ίδιους τους «πυροτεχνουργούς».
Συγκεκριμένα στην Ευρώπη, οι οργανισμοί της ΕΟΚ καθορίζουν από τα όρια των διακυμάνσεων των νομισμάτων στις ποσοστώσεις της παραγωγής σε διάφορους παραγωγικούς τομείς.
Όσον αφορά την ιταλική κατάσταση, οι αποφάσεις αυτές είχαν σαν αποτέλεσμα, για παράδειγμα στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, τον παροπλισμό σημαντικών εγκαταστάσεων, καθώς και όρια που τέθηκαν στον γεωργικό τομέα. Προφανώς τα μέτρα αυτά προκαλούν αντιδράσεις και συγκρούσεις, όπως δείχνει η οδυνηρή ιστορία αυτών των οργανισμών, κανείς δεν είναι πρόθυμος να εφαρμόσει με αδιαφορία τέτοιους περιορισμούς, αλλά είναι επαληθεύσιμη μια ουσιαστική ευθυγράμμιση σε αυτούς με τη συνείδηση του γενικού πλαισίου της κρίσης, των ορίων ισχύος, μέσα στην έλλειψη πραγματοποιήσιμων εναλλακτικών λύσεων.
Δεν είναι μια ειρηνική αδελφοποίηση μεταξύ κεφαλαίων και Κρατών, αλλά ούτε και μια επίπεδη αναπαραγωγή πολιτικών και οικονομικών πλαισίων που έχουμε ξαναδεί, προσελκύοντας τις διαφορές μεταξύ ποσότητας και ποιότητας και το σημείο όπου μπορεί η μια να μετατραπεί στην άλλη.
Είναι ξεκινώντας από αυτή την κατάσταση που μπορούμε να βρούμε τις πραγματικές βάσεις που στη συνέχεια οδηγούν στις πολιτικές των ιμπεριαλιστικών Κρατών, τόσο σε σχέση με τις συνθήκες ζωής του προλεταριάτου, που του επιτίθενται συνεχώς μεμονωμένες κυβερνήσεις, όσο και στην κατάσταση της ολοένα αυξανόμενης αντίθεσης-συγκρουσιακής διάθεσης μεταξύ των δύο συνασπισμών. Μέσα σε αυτό το ηφαιστειακό χωνευτήρι ζουν τα θεμέλια μιας όλο και πιο έντονης τάσης για πόλεμο.
Η ιστορία μας διδάσκει ότι άλλες σοβαρές κρίσεις έχουν κλονίσει την MPC και ότι αυτές έχουν ξεπεραστεί με το ξέσπασμα των δια-ιμπεριαλιστικών πολέμων που με τις τεράστιες καταστροφές μέσων παραγωγής, εργατικού δυναμικού, εμπορευμάτων επιτρέπουν στη συνέχεια την επεκτατική ανάκαμψη του οικονομικού κύκλου, μια διαφορετική κατανομή των περιοχών εξάρτησης στον κόσμο.
Στην ανάγκη επέκτασης του κεφαλαίου που αναπτύχθηκε περισσότερο πρέπει να τοποθετηθούν όλες οι επιθέσεις που η διοίκηση USA απευθύνει ενάντια στις συμφωνίες της Γιάλτα, επειδή αυτές αντιπροσωπεύουν την κύρωση ισορροπιών μεταξύ των δύο μπλοκ που δεν είναι πλέον αποδεκτές σήμερα.
Υποδεικνύουμε τις ΗΠΑ και τους ευρωπαίους συμμάχους της σαν τους κύριους υπεύθυνους για την τρέχουσα τάση στον πόλεμο, όχι λόγω μιας αξιολόγησης θετικού ιδεολογικού τύπου σε σχέση με το μπλοκ κυριαρχίας ΕΣΣΔ, δηλώνουμε αντιθέτως ότι και σε αυτή την περίπτωση βρισκόμαστε μπροστά σε μια καπιταλιστική Χώρα όπου η κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής δεν σημαίνει αυτόματα σοσιαλισμό.
Δεν πρόκειται λοιπόν περί αυτού αλλά για την αξιολόγηση του διαφορετικού τύπου ανάπτυξης του κεφαλαίου και των αντιθέσεων που το διαπερνούν, οι οποίες κατά συνέπεια το οδηγούν σε διαφορετικές πολιτικές-οικονομικές επιλογές, οπότε μπορούμε να πούμε ότι σε αυτή τη φάση η κούρσα για επανεξοπλισμό, γενικά, δεν διαδραματίζει έναν θετικό οικονομικό ρόλο στη Σοβιετική Ένωση, δεδομένης της ανάγκης να επενδυθούν κεφάλαια σε τομείς όπου εγγράφονται χρόνιες ελλείψεις, παρά την αποφασιστικότητα να διατηρήσει την περιοχή επιρροής της.
Όσον αφορά το δυτικό στρατόπεδο υπάρχουν διάφορα παραδείγματα της σχέσης μεταξύ της οικονομικής κρίσης και του πολέμου.
Σε απάντηση στην κρίση του ’29, η αστική τάξη υιοθετεί τις Kεϋνσιανές πολιτικές που οδηγούν την αμερικανική «Νέα Συμφωνία»- “New Deal” που συνίσταται στη μαζική παρέμβαση του Κράτους ως παραγωγού πρόσθετης ζήτησης, μέσω κατάλληλων μέτρων για τον καθορισμό του επιτοκίου, των φορολογικών αρχών, ελέγχου της συνολικής μάζας των επενδύσεων. Αλλά μέσα στο σύντομο χρονικό διάστημα από την θέσπιση τους μέχρι την παραμονή του β ‘παγκοσμίου πολέμου, αυτή η αντικυκλική απάντηση καταδεικνύει όλους τους περιορισμούς και τις αντιφάσεις της: μια ομοσπονδιακή δαπάνη που σχεδόν διπλασιάζεται παρουσία μιας ταυτόχρονης καθαρής πτώσης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος και ενός εξαπλασιασμού της ανεργίας.

Η έξοδος από τη σοβαρή κρίση αντιθέτως θα ξεκινήσει με το ξέσπασμα της σύγκρουσης, με τις στρατιωτικές προμήθειες στις Συμμαχικές Χώρες και την επακόλουθη άμεση παρέμβαση που θα προκαλέσουν την επιτάχυνση της παραγωγής με την επακόλουθη σχεδόν εξαφάνιση της ανεργίας. Την ίδια εποχή και η Γερμανία επιδιώκει να βγει από την κρίση με τις πολιτικές σχεδιασμού του ναζιστικού Κράτους, με σκοπό να επιλύσει με τη βία την πτώση της κεφαλαιακής εκτίμησης. Βασίστηκαν στην ανάπτυξη της πολεμικής παραγωγής χρηματοδοτούμενης από το Κράτος, με τον έλεγχο του εξωτερικού εμπορίου της αγοράς συναλλάγματος, των τιμών και, φυσικά, των μισθών.
Η παραγωγή ξεκίνησε εκ νέου σε πλήρες καθεστώς το 1937. Σε σύγκριση με το 1928, ο δείκτης παραγωγής συνδεδεμένος με τον πόλεμο ήταν 37,2% υψηλότερος απέναντι, την ίδια περίοδο, μιας αύξησης κατά 4,5% στις βιομηχανίες παραγωγής αγαθών προοριζόμενων για μαζική κατανάλωση. Σε παρουσία μιας μείωσης των μισθών το συνολικό ύψος των κερδών αυξήθηκε πάνω από το 100%. Μια κατάσταση που δεν μπορούσε να μην προκαλέσει ανεξέλεγκτα αποτελέσματα με την πάροδο του χρόνου, αλλά στην πραγματικότητα αυτός ο χρόνος δεν θα είχε ωριμάσει δεδομένης της προγραμματισμένης πρόθεσης να ξεφορτωθούν οι αντιθέσεις αυτές προς τα έξω.
Κατά την έκρηξη του Κορεατικού πολέμου, σε φάση στασιμότητας της οικονομίας, η πολεμική δαπάνη εξακολουθεί να διαδραματίζει έναν ρόλο ατμομηχανής με τα αποτελέσματα της να δημιουργούν νέες επενδύσεις, όπως κατά τη διάρκεια του πολέμου της Ινδοκίνας με το 80% της αύξησης των ομοσπονδιακών αγορών που σχετίζονται με στρατιωτικές δαπάνες που οδήγησαν σε μία από τις μακρύτερες προόδους της οικονομίας ΗΠΑ. με λίγα λόγια, η σχέση μεταξύ του «Κράτους Πρόνοιας» και του Κράτους Πολέμου – “Welfare State” και Warfare State εμφανίζεται και πάλι. Στα γεγονότα αυτά προστίθεται στη συνέχεια η πραγματικότητα που είναι πάντοτε ενεργή του εμπορίου όπλων μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης και μεταξύ αυτών και του «Τρίτου Κόσμου», με διαφορετικά ύψη ανάλογα με το αν πρόκειται για Χώρες με δυνατότητα άμεσης πληρωμής (σε μετρητά ή πρώτες ύλες) ή όχι. Σε αυτές τις πωλήσεις αυστηρά πολιτικά κριτήρια εφαρμόζονται προφανώς που έχουν σχέση με τον βαθμό αξιοπιστίας και την στρατηγική σημασία κάθε Χώρας. Περιττό να πούμε ότι το συνολικό ύψος της πολεμικής τούρτας εξαγωγών καταβροχθίζεται κατά 3/4 από τον δυτικό ιμπεριαλισμό.                                                              Ας δούμε, τώρα τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της πολεμικής παραγωγής … μπαίνουμε στην κοιλιά του θηρίου.                                                                                                                    Αν είναι πάντοτε λανθασμένο να τραβήξουμε μια σαφή διαχωριστική γραμμή μεταξύ της παραγωγής εμπορευμάτων και του πολιτικού πλαισίου αυτό είναι ακόμα πιο παράλογο στην περίπτωση του εμπορεύματος-όπλου διότι αυτό περιέχει μέσα του τον μέγιστο πολιτικό χαρακτήρα. Εν τω μεταξύ πολιτικός κατ ‘εξοχήν είναι ο αγοραστής, δηλαδή τα Κράτη, με ξεκάθαρα πολιτική επακόλουθη χρήση, που απευθύνεται αφενός στο εσωτερικό και αφετέρου στοχεύει προς το εξωτερικό. Στο εσωτερικό η κατοχή του αντιπροσωπεύει ένα είδος ασφάλισης επί της ζωής, η καλύτερη επένδυση για να διαιωνιστεί η ταξική κυριαρχία του. οι μάζες που με το έργο τους σφυρηλατούν τα εργαλεία που προορίζονται να διατηρήσουν τη θέση τους των καταπιεσμένων και που, μέσω της φορολογικής ληστείας αναγκάζονται να χρηματοδοτήσουν την αγορά του!
Στο εξωτερικό ως εργαλείο ισχύος για την προστασία των συμφερόντων του και για την αντιμετώπιση του αντίπαλου μπλοκ προσπαθώντας να κατακτήσει νέους χώρους για τα πολυεθνικά κεφάλαια που αποτελούν πλεόνασμα στη γεωπολιτική περιοχή στην οποία λειτουργούν ήδη με αυτοκρατορική ή υπο-αυτοκρατορική λογική ανάλογα με τις περιπτώσεις.
Το γεγονός ότι ο πελάτης είναι ένα Κράτος αντιπροσωπεύει έναν εξαιρετικά θετικό παράγοντα για τις πολεμικές βιομηχανίες επειδή εγγυάται τη σταθερότητα της ζήτησης με αντίστοιχη σταθερότητα, προς τα πάνω, των τιμών.
Η παρουσία μιας συνεχούς κούρσας προς την τεχνολογική προσαρμογή, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα επεξεργασίας μακροπρόθεσμων προγραμμάτων, δεδομένης της εγγύησης αυτής της σταθερότητας, επιτρέπει την ανάπτυξη πάγιων στοιχείων ενεργητικού κεφαλαίων μεγαλύτερη από τις υπόλοιπες παραγωγές. Για όλα αυτά μπορούμε να πούμε ότι ο τομέας αυτός είναι ο πιο ελκυστικός για το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο, δεδομένης της ουσιαστικής απουσίας κινδύνου.
Πράγματι σε χρόνια κρίσης υπάρχει μια διαφορετική τάση στο κέρδος μεταξύ άλλων εμπορευμάτων και του πολεμικού υπέρ αυτού
του τελευταίου.
Στο επίκεντρο αυτού του κολοσσιαίου deal βρίσκεται ο ιμπεριαλισμός USA, στο εσωτερικό του οποίου λειτουργεί από καιρό, ως αποτέλεσμα των προαναφερθέντων ιστορικών γεγονότων, ένα ενισχυμένο πολιτικό-βιομηχανικό-στρατιωτικό-επιστημονικό σύμπλεγμα ικανό να επηρεάσει όλους τους θεσμικούς τομείς και να επεκτείνει την επιρροή του σε όλο το δυτικό στρατόπεδο, υλοποιημένο και σε μια ανταλλαγή πολεμικού υλικού με τους ευρωπαίους Συμμάχους, το οποίο κατατάσσεται υπέρ των ΗΠΑ σε αναλογία 10 προς 1, αυτό ως πρακτική συνέπεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου που σηματοδότησε τη γενική πολιτική εξάρτηση που εξακολουθεί να λειτουργεί.
Στον συγκεκριμένο πολεμικό τομέα η αμερικανική πολιτική αρχικά διατυπώθηκε με μια απλή και καθαρή μαζική παροχή όπλων στην ευρωπαϊκή σκακιέρα, για να απαντήσει στις ανάγκες άμεσης απειλής προς την ΕΣΣΔ και στη συνέχεια αναπτύχθηκε παρουσία των διαφόρων ευρωπαϊκών βιομηχανιών πολέμου, από την μια μανουβράροντας παραγγελίες και άδειες – συναίνεση, συμμετέχοντας άμεσα με την μετοχική παρουσία και τη διαχειριστική, από την άλλη προσπαθώντας να περιορίσει τη δραστηριότητά τους σε τεχνολογικά μεσαίου επιπέδου παραγωγικούς τομείς, διατηρώντας για τον εαυτό της την ικανότητα να σχεδιάζει και να παράγει τα νέα οπλικά συστήματα.
Μέσα σε αυτό το πανόραμα καταλαβαίνουμε καλά το σχέδιο να ομογενοποιήσουν τα οπλικά συστήματα όλο και περισσότερο, με τελευταία αυτά τα διαστημικά, μιας και αυτό, πέρα από τα καθαρά στρατιωτικά τεχνικά προβλήματα, επιτρέπει τη διαιώνιση του ελέγχου USA στη στιγμή του σχεδιασμού και της παραγωγής της τεχνολογικής»καρδιάς» πηγαίνοντας στη συνέχεια κατά προτίμηση σε διμερείς συμφωνίες με κάθε μεμονωμένο partner. Αυτή η πολιτική δεν μπορούσε να μην αντιμετωπίσει αντιστάσεις στην Ευρώπη, αυτές εφαρμόστηκαν ιδιαίτερα από τη Γαλλία, ενώ αντιθέτως όσον αφορά την Ιταλία, πάντα κυριάρχησε η αποστροφή προς την εγκαθίδρυση μιας παραγωγικής αυτονομίας, τόσο λόγω της καθολικής πολιτικής υποδούλωσης στις ενδείξεις της Ουάσιγκτον, όσο επειδή μια τέτοια υπόθεση θα την έβλεπε σε κάθε περίπτωση περιθωριοποιημένη δεδομένου του προβλέψιμου σχηματισμού μιας άγγλο-γαλλο-γερμανικής ηγεμονίας, παγκοσμίως καλύτερα εξοπλισμένων.
Ένα βασικό χαρακτηριστικό της ιταλικής βιομηχανίας του πολέμου είναι η εξειδίκευση των προμηθειών στις Xώρες του «Τρίτου Κόσμου» με μια εξέλιξη εντυπωσιακού κύκλου εργασιών: περάσαμε τα τελευταία χρόνια σε αυξήσεις ακόμη και δέκα φορές μεγαλύτερες σε σχέση με τα τέλη της δεκαετίας του ’60, με καταστροφικές συνέπειες για τις συνθήκες διαβίωσης (ή θανάτου) εκείνων των λαών των οποίων οι κυβερνήτες οπλίζονται όλο και περισσότερο για να κατακτήσουν την ηγεμονία στις δικές τους περιοχές με μια λογική υποαυτοκρατορίας, προσπαθώντας να χαρακτηριστούν ως καταλληλότεροι για τη διατήρηση της «ηρεμίας» στις διαδρομές-οδούς εφοδιασμού των καπιταλιστικών Χωρών που τους προμηθεύουν. Στα ιστορικά προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί σε αυτές τις Χώρες, ως συνέπεια της παλιάς και νέας αποικιοκρατίας, ληστείας του φυσικού πλούτου, άγριας εκμετάλλευσης του εργατικού δυναμικού, ανεπάρκειας τροφίμων που προκαλείται από την επιβολή της μονοκαλλιέργειας, χρέους προς ξένες χώρες, πολιτικής εξάρτησης που πραγματοποιείται από τις ντόπιες μπουρζουαζίες, προστίθεται η αιμορραγία για την αγορά πολεμικού υλικού που αντιπροσωπεύει το ένα τρίτο των εισαγωγών προηγμένης τεχνολογίας, απορροφώντας τεράστιους πλούτους που αποτελούν μια υποθήκη για τις δυνατότητες μιας μελλοντικής ανάπτυξης, δεδομένης και της συνέχισης περαιτέρω δαπανών που οφείλονται στη συντήρηση, στην επιχειρησιακή ενημέρωση που πραγματοποιείται συχνά από προσωπικό που προέρχεται από την προμηθεύτρια Χώρα λόγω της αναντιστοιχίας που υπάρχει μεταξύ της υψηλής τεχνολογίας που ενσωματώνεται στα οπλικά συστήματα και της τοπικής υπανάπτυξης.
Στον ιταλικό πόλο είναι επεξηγηματικός ο ρόλος που διαδραματίζει η μεγαλύτερη ιδιωτική ομάδα κεφαλαίων, η FIAT, που έχει μια πολύ ζωντανή ιστορική μνήμη σχετική με την σημασία της πολεμικής βιομηχανίας και του ίδιου του πολέμου. Όντως την παραμονή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου βρίσκονταν στην τριακοστή θέση στην Ιταλία όσον αφορά το βιομηχανικό μέγεθος, στο τέλος αυτού την βρίσκουμε στην τρίτη θέση, με ένα κοινωνικό κεφάλαιο επτά φορές μεγαλύτερο και με 40.000 εργαζόμενους αντί των 4.000 και δεδηλωμένα κέρδη ίσα με το 80% του επενδεδυμένου κεφαλαίου.
Η δημιουργία ενός χάρτη της παρουσίας της στον πόλεμο σημαίνει κάλυψη ολόκληρης της τομεακής πανοραμικής: από το διάστημα μέχρι την αεροναυτική, από τον μηχανικό έως το ναυτικό έως τον ηλεκτρονικό. Εκείνο που είναι ενδιαφέρον και πρέπει να αξιολογηθεί είναι η συνεχώς αυξανόμενη δέσμευση της αυτή την τελευταία περίοδο (ιδιαίτερα στην SNIA μεγάλη παραγωγό πυραυλικών καυσίμων) ακριβώς ενόψει της SDI, εξάλλου ο Agnelli είναι ξεκάθαρος, δεδομένου ότι όσον αφορά πιθανές συμφωνίες με βιομηχανίες της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, θέτει ως κεντρικό θέμα την επιθυμία της FIAT να χρησιμοποιήσει τέτοιες σχέσεις προκειμένου να εισαχθεί καλύτερα στα επόμενα αμερικανικά σχέδια του Πενταγώνου.

Στον χώρο της ιταλικής πολεμικής παραγωγής – έχοντας υπόψη ότι το ιταλική είναι σχετικό, δεδομένου ότι το ξένο τεχνολογικό στοιχείο, ιδιαίτερα των ΗΠΑ, δεν αντιπροσωπεύει ποτέ λιγότερο από το ένα τέταρτο της συνολικής αξίας – είναι κατανεμημένη κατά το ήμισυ μεταξύ του δημόσιου και ιδιωτικού κλάδου και μπορούμε να εντοπίσουμε ότι ο πρώτος κυριαρχεί σε εκείνους τους τομείς όπου είναι υψηλότερα τα επενδυτικά κόστη που πρέπει να υποστηρίξει το Κράτος λόγω της στρατηγικής σημασίας που αυτά καλύπτουν. Όπως ο αεροναυπηγικός (2/3) εξαιρετικά ανεπτυγμένος τεχνολογικά και ο ναυτικός (3/4) για μεγάλο χρονικό διάστημα σε κρίση, σχετικά με τον οποίον αξίζει να θυμόμαστε ότι ακριβώς λόγω της ανάγκης επέκτασης του γεννήθηκε η κρατική βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα με κρατική παρέμβαση.
Μέσα στον δημόσιο τομέα υπάρχει μια διάκριση μεταξύ IRI και EFIM που συχνά οδηγεί σε αλληλεπικαλύψεις και συγκρούσεις για τον έλεγχο των διαφόρων κλάδων, που σε αυτή την πολιτική συγκυρία χαρακτηρίζονται ως ένα από τα εδάφη μάχης μεταξύ χριστιανοδημοκρατίας-DC και σοσιαλιστών-PSI.
Διακυβεύεται η καθοδήγηση ενός τομέα, ο οποίος ακριβώς λόγω αυτής της σχέσης μεταξύ της πολεμικής βιομηχανίας και της πολιτικής εξουσίας, παρουσιάζεται ως ένα νευραλγικό σημείο για την ενίσχυση του πολιτικού-οικονομικού-στρατιωτικού συμπλέγματος επάνω στο παράδειγμα του αμερικανικού.
Είναι επομένως μέσα σε αυτή τη συγκυρία και στην προοπτική του ενδοϊμπεριαλιστικού πολέμου, που η παραγωγή του πολεμικού τομέα διαδραματίζει έναν κινητήριο ρόλο, οδηγώντας την οικονομία. Δεν είναι τυχαίο ότι η προηγμένη τεχνολογία, η βασική έρευνα, η εφαρμογή ευέλικτων συστημάτων, η ενισχυμένη αυτοματοποίηση και οι υπολογιστές πέμπτης γενιάς βρίσκουν στον «στρατιωτικό» τομέα το δικό τους φυσικό έδαφος επέκτασης. Ακριβώς αυτός ο προωθητικός ρόλος του πολεμικού τομέα έχει τέτοιες συνέπειες για τις οικονομικές πολιτικές των διαφόρων Κρατών ώστε να τα εμπλέκει άμεσα στον ανηλεή ανταγωνισμό σε εξέλιξη μεταξύ των ισχυρότερων πολυεθνικών προκειμένου να καπαρώσουν αυτή την αγορά.
Η περίπτωση Westland απεικονίζει τα τεράστια συμφέροντα που περιστρέφονται γύρω από αυτό τον συγκεκριμένο τομέα. Η Westland, που συνδέεται στενά με το αμερικανικό πρόγραμμα αστρικών πολέμων-Star Wars, τράβηξε γύρω από τη «διάσωση» της τις ισχυρότερες οικονομικές-χρηματιστικές συγκεντρώσεις (Fiat-Sikorsky από την μια και «european consortium» από την άλλη), υποστηριζόμενες κατάφωρα από τα Κράτη που με αυτά τα λόμπι έχουν περισσότερα συμφέροντα. Μια πικρή σύγκρουση, ακριβώς λόγω αυτής της συμμετοχής, μπορεί να έχει επιπτώσεις, αυτή είναι η περίπτωση που συμβαίνει, στις δομές και την πολιτική ισορροπία μεταξύ των διαφόρων φατριών της ιμπεριαλιστικής Μπουρζουαζίας.
Η πραγματοποίηση της μεγαλύτερης δέσμευσης του Κράτους στην στρατιωτική δαπάνη δεν είναι ήδη άμεσα κοινωνικά ανώδυνη. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι μια αντικατάσταση αυτής έναντι των άλλων εξόδων, ιδιαίτερα εκείνων που αποδίδονται στις κατακτήσεις που επιτεύχθηκαν από τους προλεταριακούς αγώνες. Το πολιτικό γεγονός που προκύπτει είναι συνεπώς ότι τα στρατιωτικά-πολιτικά προγράμματα που έχουν αναπτυχθεί θα είναι σε θέση να επιτύχουν τη μέγιστη ανάπτυξή τους εάν συμβεί μια ιστορική ήττα της τάξης. Στόχος που η αστική τάξη σκοπεύει να ακολουθήσει μέχρι τέλους, ακόμα και διότι μέσα σε αυτά τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκαν κάποιες ευνοϊκές σχέσεις δύναμης υπέρ αυτής, παιδιά μιας γενικής επίθεσης που αναπτύχθηκε από το οικονομικό έδαφος, στο πολιτικό, στο στρατιωτικό.
Η επίθεση στις συνθήκες ζωής της τάξης είχε το σημείο καμπής της στη δεκαετία του ’80 στη Fiat. η επιτυχία που επιτεύχθηκε εδώ από την αστική τάξη με την εκδίωξη χιλιάδων εργαζομένων και τον αποκεφαλισμό των πρωτοποριών σημάδεψε το ελεύθερο στην επιτυχία σε ολόκληρη τη Χώρα των παραγωγικών αναδιαρθρώσεων. Στο βωμό του Κεφαλαίου θυσιάστηκαν εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας οι οποίες αύξησαν την ήδη εξολοθρευμένη στρατιά των ανέργων και αυτών της part-time εργασίας. όλα μέσα σε ένα πλαίσιο επαναπροσδιορισμού ολόκληρης της αγοράς εργασίας, με την αποκατάσταση των ονομαστικών προσκλήσεων, την εκμετάλλευση της μαύρης εργασίας ή της μερικής απασχόλησης, την προοπτική να χρειαστεί να πηδήξουμε από μια υποεργασία στην άλλη για να εξασφαλίσουμε την επιβίωση, με μια κατάσταση για τους «τυχερούς» που παρέμειναν στα εργοστάσια φτιαγμένη από υπερεκμετάλλευση, μέσα σε ένα κλίμα όπου η απλή ασθένεια συλλαμβάνεται ως πράξη απειθαρχίας, ανυπακοής. Έτσι ώστε ο κ. Romiti μπόρεσε να δηλώσει με ικανοποίηση ότι »το υγιές ψυχολογικό στοιχείο του φόβου» εισήλθε στο εργοστάσιο.
Μια γενική κατάσταση που βλέπει το Εκτελεστικό ως τον πρωταγωνιστή δύο γύρων τριγωνικών διαπραγματεύσεων με την Confindustria και τα συνδικάτα σχετικά με το μονοπάτι ενός νεοκορπορατιβιστικού μοντέλου για το οποίο η Οργάνωση μας εκφράστηκε χτυπώντας τον Giugni και τον Tarantelli υπεύθυνους στα υψηλότερα επίπεδα της υλοποίησης της προσπάθειας για κοινωνικό σύμφωνο.
Είναι ολόκληρη η θεσμική σφαίρα που επικαλύπτεται από εκείνη που αποκαλείται η «Μεγάλη Θεσμική Μεταρρύθμιση», το δυνατό χαρτί των ‘σοσιαλιστών’ του Craxi που ακριβώς επάνω σε αυτό το προγραμματικό πεδίο κέρδισε την ηγεσία του Εκτελεστικού. Ακριβώς λόγω της έκτασης της αναδιάρθρωσης, λόγω των επιπτώσεων και των μεταβολών γενικού χαρακτήρα που την συνόδευσαν, αυτή αλλάζει όλες τις πτυχές της πολιτικής και θεσμικής διαμεσολάβησης μεταξύ των διαφόρων παρεμβάσεων του Κράτους στη σχέση τους με την τάξη. Στο γενικό επίπεδο της σύγκρουσης τάξης-Κράτους, η ίδια η ουσία της προληπτικής αντεπανάστασης, βρίσκει την προσαρμογή της στο επίπεδο των σχέσεων δύναμης που έχουν καθιερωθεί. σε ένα πολύπλοκο πεδίο διαμεσολάβησης, ρεφορμισμού και εξόντωσης, θέτοντας σε εφαρμογή μέσω όλων των «δημοκρατικών θεσμών» την προσπάθεια να καταστούν συμβατές και να συγκρατηθούν οι πιο ανταγωνιστικές ωθήσεις της ταξικής πάλης: αν και το οριακό κίνημα των σπουδαστών έχει απλοποιήσει αυτή τη λειτουργία μόνιμης παρέμβασης όπου ο δημαγωγικός ρεφορμισμός του κράτους συνοδεύεται στενά από την καταστολή της αστυνομίας προκειμένου να το μετατρέψει σε ένα αντιδραστικό μαζικό κίνημα πιστό προς τις αντιπρολεταριακές πολιτικές του Κράτους.
Στην επιτυχία αυτής της πρώτης φάσης ανάπτυξης του επαναπροσδιορισμού με αντιδραστική έννοια ολόκληρου του Κοινωνικού και Οικονομικού Σχηματισμού δεν είναι ξένη η ήττα που αυτά τα τελευταία χρόνια υπέστη η κομμουνιστική μαχόμενη πρωτοπορία, καθορίζοντας την αδυναμία μιας απαραίτητης πολιτικής ηγεσίας-κατεύθυνσης της τάξης.
Έτσι όπως είμαστε ξεκάθαροι στο να υποστηρίζουμε χωρίς άχρηστα διαστρεβλωτικά πέπλα, ότι η αστική τάξη έχει καταφέρει σημαντικές νίκες και ότι η τάξη μας υπέστη τις σχετικές αποδιοργανωτικές επιπτώσεις, είμαστε εξίσου αποφασιστικοί να σημειώσουμε ότι οι κύκλοι αγώνα που ακολούθησαν τις συμφωνίες της 22/1/83 και 14/2 / 84 εξέφρασαν μια σημαντική πολιτική αυτονομία από τις συνδικαλιστικές και ρεβιζιονιστικές διαστρεβλώσεις και μια μαζική κατανόηση της πολιτικής ουσίας που υπήρχε μέσα στις συμφωνίες αυτές, στρέφοντας τον αγώνα της εναντίον της κυβέρνησης, ξεπερνώντας την οικονομική διεκδίκηση. Αυτοί οι αγώνες είχαν μια κυκλική εξέλιξη-τάση, έχοντας εκραγεί σε σύμπτωση με τις πιο σημαντικές επιθέσεις που οδηγούνταν ενάντια στην τάξη, και έπειτα επανέρχονται σε καταστάσεις φαινομενικής στάσης διαρρηγμένες από επεισόδια αγώνα σε μεμονωμένες καταστάσεις, με μια επανάληψη της ηγεμονίας των συνδικάτων που βασίζεται περισσότερο στην έλλειψη μιας σοβαρής πολιτικής-οργανωτικής εναλλακτικής λύσης, η οποία υποχρεώνει την τάξη σε μια κατάσταση αναμονής, όχι σε κάποια μορφή συγκατάθεσης σε μια προσέγγιση που δεν θέλει να προστατεύσει ούτε καν τις απλές οικονομικές ανάγκες, αφού πρότεινε να κινηθεί σύμφωνα με όλες τις αυστηρές συμβατότητα που προέκυψαν από την αναδιάρθρωση και αυτό επίσης ως άμεσοι επεξεργαστές αυτών.
Χρόνια αγώνων ισονομίας περιγράφονται ως «απάνθρωπη ισοπέδωση» που πρέπει να εξαλειφθεί, με αποτέλεσμα να γεννιούνται έτσι οι συμβασιακές πλατφόρμες που βασίζονται σε πολύ διαφοροποιημένες αυξήσεις από τη μία κατηγορία στην άλλη, η διαφοροποίηση του ενιαίου σημείου συγκυρίας – σε πέντε ζώνες στην συνδικαλιστική πρόταση -, η ελαχιστοποίηση των αυτόματων αυξήσεων και ο επαναπροσδιορισμός εκείνων που συνδέονται με την «αξία» στο πλαίσιο της γενικής μεταρρύθμισης της μισθολογικής δομής. Να υπογραμμιστεί ο «υπόγειος» χαρακτήρας που ανέλαβε ο τελευταίος γύρος διαβουλεύσεων, υλοποιώντας, ακόμη και σε επίσημο επίπεδο, τον αντιδραστικό χαρακτήρα του νεοκορπορατίστικου κοινωνικού συμφώνου.
Η τάξη με τις αξίες της, τα επιτεύγματά της, τις κατακτήσεις της, υπόκειται σε μια σειρά ομόκεντρων επιθέσεων. Επάνω στο πολιτικό της πτώμα οι εχθροί της παίζουν τη δυνατότητα να βρίσκονται μέσα σε ευνοϊκές συγκυριακά συνθήκες που παρουσιάζονται σε παγκόσμιο επίπεδο. στιγμές που σίγουρα δεν έχουν δυναμικές επίλυσης σε σχέση με τις επείγουσες ανάγκες του μεγάλου κεφαλαίου, του οποίου οι δυσκολίες, για να παραμείνουμε στην ιταλική κατάσταση έγκεινται κυρίως στην προσπάθεια που πρέπει να διατηρεί για να συμβαδίζει με τα πιο προχωρημένα σημεία της παγκόσμιας παραγωγής, λόγω των διαρθρωτικών ελλείψεων της Χώρας μας και του πώς τοποθετείται μέσα στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, πάντα έτοιμη να εξισορροπεί ανάμεσα στο να είναι ενεργό μέρος του ιμπεριαλιστικού κέντρου και να αποκλείεται από τις σημαντικότερες αποφάσεις που λαμβάνονται διεθνώς από την ομάδα των ισχυρότερων Χωρών.
Στο σχέδιο καθορισμού του πολιτικού βάρους της τάξης, εξακολουθεί να διαδραματίζει θανατηφόρο ρόλο το PCI-ΚΚΙ, το οποίο στην αναζήτηση μιας θέσης σε κυβερνητικό πλαίσιο, μαζί με τις αστικές δυνάμεις, βρίσκεται μέσα σε μια σοβαρή πολιτική κρίση που παίζεται στην αναζήτηση των γιατί αυτής της αποτυχημένης πρόσβασης. Οι προτεινόμενες θεραπείες ποικίλουν, μερικές φορές τόσο αστείες όπως εκείνη της αλλαγής μητρώου, αλλά όλες αποφεύγουν να λένε την αλήθεια που τους είναι άριστα γνωστή: το PCI διατηρείται στην αντιπολίτευση γιατί από εκεί πρέπει να διαδραματίζει το ρόλο του της θεσμικής συγκράτησης της ταξικής αντίθεσης εφαρμόζοντας έτσι την αντιπρολεταριακή λειτουργία του που εκτιμάται τόσο πολύ από την μπουρζουαζία. Ένας ρόλος δηλητηριώδης, μια βλαβερή λειτουργία η οποία εξάλλου αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο στο επίπεδο της μάζας όπως φαίνεται από τα ίδια τα στοιχεία για τη μείωση των εγγεγραμμένων, κυρίως στις μητροπολιτικές βιομηχανικές περιοχές όπου η απωθητική πλοκή εκφράζεται συχνότερα.
Και στο αντιπολεμικό κίνημα το PCI προσπαθεί να περάσει στο επίπεδο των μαζών την πιο εξημερωμένη θέση που έδωσε ο διαταξικός πασιφισμός ο οποίος ποτέ δεν κατάφερε να εμποδίσει μια σύγκρουση, ενώ στα πολιτικά έδρανα υποστηρίζει τα χειρότερα ιμπεριαλιστικά σχέδια, από το Σινά στη Βηρυτό, την έγκριση της χρηματοδότησης της βιομηχανίας όπλων (AMX), αντιτιθέμενο στα λαϊκά κινήματα όπως εκείνο που στη Maddalena θέλει την απομάκρυνση της βάσης για τα πυρηνικά υποβρύχια ή εγκρίνοντας στο Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο την έκθεση του χριστιανοδημοκράτη Egon Klepsch που υποστηρίζει τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού οργανισμού για την προμήθεια όπλων σε αντίθεση ακόμη και με την κοινοβουλευτική ομάδα του γαλλικού κομουνιστικού κόμματος PCF, γραμμή η οποία επιβεβαιώθηκε από την ανοικτή υποστήριξη που δόθηκε στο έργο Eureka που παρουσίασαν οι ρεβιζιονιστές στο δελτίο «Europe Italy» ως «επανάληψη της έρευνας και των προηγμένων τεχνολογιών» , μοναδικός πραγματικά επιτάφιος ύμνος για ένα πρόγραμμα που βασίζεται στην εξελιγμένη ανάπτυξη των εξοπλισμών! Ίσως οι ενδιαφερόμενοι λαοί θα πρέπει να ενθουσιαστούν με την προοπτική της αυτοπαραγώμενης καταστροφής; Μετά τα μεγαλεία του «Ευρωκομμουνισμού» που έχουν πλέον ξεθωριάσει, πρέπει να είμαστε μάρτυρες της έναρξης του «Ευρωθανάτου»;

ΝΑ ΕΠΙΤΕΘΟΥΜΕ ΣΤΟ ΝΕΟΚΟΡΠΟΡΑΤΙΚΟ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΟ! ΝΑ ΑΠΟΡΡΙΨΟΥΜΕ ΤΟΝ ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΤΙΚΟ ΣΑΜΑΤΑ!

Οι κύκλοι αγώνα που αναπτύχθηκαν από το προλεταριάτο έχουν τονίσει το όριο τους που συνίσταται ακριβώς στο να είναι ένα κίνημα αντίστασης. παραμένοντας στο έδαφος αυτό δεν μπορούν παρά να υποχωρήσουν λιγότερο ή περισσότερο γρήγορα κάτω από τα χτυπήματα που, με συνέπεια και όλο πιο έντονα πολιτικά άλματα, στρέφονται προς αυτό από την αστική τάξη και τους πολιτικούς της εκπροσώπους. Να δώσουμε μια διαφορετική προοπτική σε αυτή την κατάσταση σημαίνει να αντιμετωπίσουμε προβλήματα τα οποία δεν μπορούν να επιλυθούν αυθόρμητα από ένα μαζικό κίνημα όσο ώριμο μπορεί να είναι και το οποίο ακριβώς στις πιο γενικές του πτυχές θέτει στόχους που συγκρούονται με το όλο και πιο στενό πλέγμα οικονομικών συμβατοτήτων που υπαγορεύονται από σχετικές κρίσεις και αναδιαρθρώσεις.
Αν και δεν υποστηρίζουμε το αναπόφευκτο του μετασχηματισμού του οικονομικού αγώνα – ο οποίος προφανώς συνεχίζει να υπάρχει – σε πολιτικό αγώνα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι διάφορες κινητοποιήσεις έρχονται σε άμεση σύγκρουση με οικονομικές πολιτικές που είδαν την κεντρικότητα του ρόλου της κυβέρνησης, καθιστώντας ακόμη πιο εμφανή την αναγκαιότητα μιας επαναστατικής πολιτικής εκπροσώπησης των γενικών συμφερόντων της τάξης που να την οδηγεί στην σύγκρουση. Η ιστορική νομιμοποίηση της Οργάνωσης μας έγκειται ακριβώς στο ότι γνωρίζει τον τρόπο απόκρισης σε αυτή την ανάγκη και από αυτήν την οπτική εξηγείται η ικανότητα της να αντιδράσει σε σκληρές ήττες, που οφείλονται τόσο στα πολιτικά μας λάθη όσο και ταυτόχρονα από τα χτυπήματα της αντεπανάστασης. Δεν μιλάμε συνεπώς για μια γενικού τύπου «ανυποχωρησία» ή για ένα απλό θέμα καλύτερης υλικής προετοιμασίας από άλλες εμπειρίες που έχουν πλέον διαλυθεί. αλλά είναι ένα ζωντανό κομμάτι της γενικής σύγκρουσης μεταξύ των τάξεων τη στιγμή κατά την οποίαν ανταποκρίνεται στην ανάγκη να δοθεί στρατηγική προοπτική στο έδαφος της άμεσης αντιπαράθεσης εναντίον του Κράτους. Η εκπλήρωση σε αυτό τον απαραίτητο ρόλο είναι ο καλύτερος τρόπος για να ανοίξει ο δρόμος για την ταξική επίθεση.
Η απόρριψη της προσέγγισης σύμφωνα με την οποία για να εξασφαλίσουν συναίνεση οι κομμουνιστές θα έπρεπε να δράσουν με μαχόμενες ενέργειες για να εγγυηθούν επιμέρους αποτελέσματα στον τομέα του οικονομικού αγώνα, σε μια λογική ένοπλου βραχίονα ή ως εργαλείο για την εκπαίδευση των μαζών στην αναγκαιότητα της βίαιης επανάστασης, μια κομμουνιστική οργάνωση που στοχεύει να γίνει το κόμμα οδηγός του μητροπολιτικού προλεταριάτου, πρέπει να είναι σε θέση να αναπτύξει την πολιτική-στρατιωτική παρέμβαση της επιτιθέμενη στις συγκυριακές πολιτικές που θέτει στον αγωνιστικό χώρο η αστική τάξη επάνω στα κεντρικά σημεία που κυριαρχούν στη σύγκρουση μεταξύ των τάξεων, εντοπίζοντας την κεντρική πολιτική αντίφαση.
Όταν μιλάμε για συγκεκριμένες νίκες που πρέπει να επιτύχουμε πρέπει να εννοούμε όχι την κατάκτηση με δόσεις του κομμουνισμού, αλλά την ικανότητα να νικήσουμε την αστική τάξη στα συγκυριακά της σχέδια, καταφέρνοντας κατά συνέπεια την τάξη να προχωρήσει σε πιο ευνοϊκές πολιτικές θέσεις για τις επόμενες φάσεις της σύγκρουσης.
Μεταφρασμένο στην πράξη αυτό σήμαινε την δράση Tarantelli, δηλαδή την ικανότητα να διεξάγουμε επαναστατική τακτική. Επιλογή του στόχου που βασίζεται στην κυρίαρχη πολιτική αντιπαράθεση – το νεοκορπορατικό κοινωνικό σύμφωνο – χτυπώντας στην ευνοϊκότερη στιγμή της συγκυρίας που έβλεπε αφενός τις επιπτώσεις στην τάξη της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής, και αφετέρου την έκρηξη αντιθέσεων μεταξύ δυνάμεων πολιτικών και συνδικαλιστικών δυνάμεων. Οι επιπτώσεις που επιτεύχθηκαν ήταν η αποδυνάμωση της αστικής παράταξης και η ενίσχυση της προλεταριακής, μιας αναπόφευκτης σε αυτό το σημείο επιτυχίας της πολιτικής της Οργάνωσης σε μαζικό επίπεδο και πρωτοπορίας που επαληθεύτηκε ξεκάθαρα με λόγια και πράξεις. Ένα εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο αυτό το τελευταίο, αλλά του οποίου την άμεση παρουσία δεν πρέπει να δούμε ως απαραίτητη προϋπόθεση δεσμευτική για την επαναστατική πρωτοβουλία, αυτό διότι η δραστηριότητα μιας OCC-Κομουνιστικής Μαχόμενης Οργάνωσης δεν πρέπει να δεσμεύεται άκαμπτα στον μέσο βαθμό πολιτικής συνείδησης που εκφράζεται στο μαζικό κίνημα, αν συνέβαινε αυτό η δραστηριότητα της θα μειωνόταν σε μια γελοία πολεμική επέκταση, χάνοντας από τα μάτια το κεντρικό στοιχείο που δίδεται από την ιστορική αναγκαιότητα ενός Κόμματος που να οδηγεί το προλεταριάτο στον αγώνα ενάντια στο Κράτος. Αντιπροσωπεύοντας τα ταξικά συμφέροντα, το Κόμμα είναι εσωτερικό σε αυτό το κίνημα, αλλά ως οργάνωση κομμουνιστών αναπτύσσει τη δική του ξεχωριστή δραστηριότητα η οποία, λαμβάνοντας, σίγουρα, υπόψη τον γενικό βαθμό συγκρουσιμότητας που αναπτύσσεται στην διαμάχη Μπουρζουαζίας-Προλεταριάτου, δεν δεσμεύει την δραστηριότητα του στην άμεση κατανόηση εκατομμυρίων προλετάριων ταυτόχρονα. Η επαναστατική πολιτική συνείδηση δεν γεννιέται αυθόρμητα από αυτά τα ανταγωνιστικά κινήματα, τα οποία δεν κατέχουν τη γενική επιστημονική γνώση όλων των πτυχών της πραγματικότητας, η οποία εκφράζεται ακριβώς στην υποκειμενική δραστηριότητα του Κόμματος, μέσω των γενικών συγκυριακών προγραμμάτων του σε αυστηρή διαλεκτική με τον στρατηγικό στόχο αυτού του σταδίου, την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και την εγκαθίδρυση της Δικτατορίας του Προλεταριάτου. Στην ικανότητα να εφαρμόζει αυτή την αληθινή επιστήμη της κατεύθυνσης του επαναστατικού αγώνα του προλεταριάτου εκπληρούνται ή όχι οι λόγοι που, με υποκειμενική επιλογή, οδήγησαν στη γέννηση της Οργάνωσης μας. Άλλο πράγμα είναι να σκεφτόμαστε ότι μπορούμε να οργανώσουμε στις τρέχουσες συνθήκες τους μαζικούς αγώνες που ακολουθούν, διότι αυτό, εκτός από το ότι είναι εξωπραγματικό, θα σήμαινε προσαρμογή σε πολιτικές συνθήκες που έρχονται σε αντίθεση με τους στρατηγικούς μας στόχους..
Στα διάφορα μαζικά κινήματα υπάρχουν επίπεδα συνείδησης που συνυπάρχουν και ένας διαφορετικός τρόπος να σχετίζεσαι πρέπει ως εκ τούτου να υιοθετηθεί από εμάς σε σχέση με την ανταγωνιστική κοινωνική μάζα χαρακτηρίζοντας μας με τα σημεία του δικού μας προγράμματος συγκυρίας να επικρατούν πάνω στο σύνολο των διαφορετικών προθέσεων που σε αυτήν ανακινούνται. Στην περίπτωση αντιθέτως των πρωτοποριών που έχουν σπάσει τους δεσμούς της ρεβιζιονιστικής ή νεορεβιζινιστικής προστασίας, χωρίς να πέσουν στην αγύρτικη παγίδα τους, τότε δίχως καθυστέρηση η σχέση πρέπει να εξελιχθεί προς την κατεύθυνση που δείχνει η αντικρατική πολιτική-στρατιωτική στρατηγική.
Αναπόσπαστη κατάκτηση της επαναστατικής δραστηριότητας αυτών των χρόνων είναι η συνειδητοποίηση ότι ο Ένοπλος Αγώνας για τον Κομμουνισμό δεν είναι ένα όργανο της κομμουνιστικής πολιτικής, αλλά μια πολιτική-στρατιωτική στρατηγική που το οργανωμένο προλεταριάτο που καθοδηγείται από το Κόμμα πρέπει να υιοθετεί, στην προοπτική του μακροπρόθεσμου ταξικού πολέμου για να ανατρέψει το Κράτος και να κερδίσει την πολιτική εξουσία.
Αυτό γνωρίζοντας ότι ακολουθούμε ένα μονοπάτι που διαφοροποιείται από εκείνα που ακολούθησαν άλλα Κόμματα σε άλλες ιστορικές εποχές, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι εφάρμοσαν στρατηγικές και τακτικές που ταίριαζαν καλύτερα στις συνθήκες τις οποίες επρόκειτο να επηρεάσουν και που, γενικότερα έβλεπαν τη στιγμή της ένοπλης δράσης να επικεντρώνεται στη φάση της εξέγερσης. Στρατηγική και τακτική των κομμουνιστών καθορίζονται ιστορικά και ποικίλλουν ανάλογα με τη συγκεκριμένη κατάσταση. Το καθήκον των κομμουνιστών είναι να υιοθετήσουν τις καταλληλότερες με βάση τη μαρξιστική-λενινιστική ανάλυση, αξιοποιώντας τις εμπειρίες του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Σε εκείνες τις ιστορικές στιγμές ήταν σωστό να συμμετάσχουν στα αστικά κοινοβούλια και εξτρεμιστικό να μην το πράξουν, σήμερα μια τέτοια πράξη θα ήταν μια αντεπαναστατική πράξη. το Κόμμα εξοπλίζονταν με συνδικάτα και άλλες μαζικές νόμιμες δομές, σήμερα αυτό θα ήταν εγκληματικό επειδή θα έστελνε στη σφαγή εκείνους τους προλετάριους που αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους στο δικό μας σχεδιασμό.
Οι ιστορικοί μετασχηματισμοί του τρόπου με τον οποίο ασκείται η κυριαρχία της αστικής τάξης στην ταξική σύγκρουση, η πιο ώριμη διάρθρωση των θεσμικών μορφών της σε διαλεκτική με τις μεταμορφώσεις που σημειώθηκαν στον Καπιταλιστικό Τρόπο Παραγωγής και στη γενικότερη Κοινωνική Οικονομική Διαμόρφωση στο σημερινό διεθνές πλαίσιο οδήγησαν από την αρχή της δραστηριότητάς μας στην επιλογή της υιοθέτησης της στρατηγικής της Ένοπλης Πάλης, που δεν εννοείται ως σύγκρουση μεταξύ μηχανισμών που διαιωνίζεται με γραμμικό τρόπο αγνοώντας τις συγκεκριμένες συνθήκες της ταξικής σύγκρουσης, αλλά σε διαλεκτική με αυτήν, σε κάθε περίπτωση μέσα στη συνείδηση πως λειτουργεί μέσα σε μια γενική μη επαναστατική κατάσταση που σίγουρα δεν βλέπει μια κυριαρχία της στρατιωτικής πλευράς, αλλά γνωρίζοντας ότι η υποκειμενική παρέμβαση των κομμουνιστών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος στον καθορισμό των αντικειμενικών υλικών συνθηκών αυτής της σύγκρουσης.

ΝΑ ΕΠΙΤΕΘΟΥΜΕ ΣΤΑ ΚΥΡΙΑΡΧΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΗΣ ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑΣ ΝΑ ΧΤΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΚΟΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑΧΟΜΕΝΟ ΚΟΜΜΑ.

Η χάραξη της εικόνας της επιθετικής δραστηριότητας του ιμπεριαλισμού αυτά τα τελευταία χρόνια σημαίνει να αγκαλιάσουμε όλες τις περιοχές του κόσμου.
Αν θέλουμε να περιοριστούμε στα πιο σημαντικά γεγονότα, μπορούμε να αναφέρουμε την τοποθέτηση των πυραύλων «Pershing 2» και «Cruise» στην Ευρώπη, το σχέδιο που βρίσκεται ήδη στη φάση των δοκιμών για τους αστρικούς πολέμους όπως επίσης και τις αληθινές αιματηρές στρατιωτικές επιχειρήσεις: την εισβολή στη Γρενάδα που πραγματοποιήθηκε ανοιχτά διότι δεν ήταν αρεστή η εσωτερική και εξωτερική πολιτική της. την αποστολή στον Λίβανο για την καταστολή των λιβανέζων και παλαιστινίων πατριωτών. την κατάρριψη των αεροσκαφών της λιβυκής Jamahirya και την τρέχουσα τρομοκρατική εκστρατεία του ιμπεριαλισμού – στο πλαίσιο του διαβόητου «αγώνα κατά της τρομοκρατίας» – την πρόσφατη επιδρομή στη Μεσόγειο και στην Ιταλία ιδίως με την αεροπειρατεία του αιγυπτιακού αεροπλάνου, που αργότερα μιμήθηκαν οι σιωνιστές υπηρέτες τους με το αεροπλάνο της Λιβύης. τη συνεχή υποστήριξη με άνδρες και μέσα στους μισθοφόρους που μάχονται εναντίον του λαού της Νικαράγουα, σε μια περιοχή της Κεντρικής Αμερικής που ολοένα και περισσότερο θεωρείται μια «αυλή του σπιτιού τους» από τους yankee.
Όλες οι χώρες της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας έχουν όλο και περισσότερο δεσμευτεί σε μια επιθετική πολιτική, όπως και ενάντια στην ΕΣΣΔ, και προς τους λαούς όλου του κόσμου. Ο επαναβεβαιωθείς αυτοκρατορικός ρόλος της «σοσιαλιστικής» Γαλλίας στην Αφρική, στην καταστολή του αγώνα των υπέρμαχων της ανεξαρτησίας στη Νέα Καληδονία, στο αποκρουστικό θέαμα των υποκριτικών οικονομικών-στρατιωτικών μέτρων κατά της Νότιας Αφρικής που με την έκρηξη της εξέγερσης στα γκέτο βλέπει να αναδεικνύεται ο ρόλος της χωροφυλάκου του πολύ σημαντικού αυτού χώρου, τόσο για τη γεωγραφική θέση του – πέρασμα μεταξύ του Ατλαντικού και του Ινδικού Ωκεανού -, όσο και για τον πλούτο πρώτων υλών στρατηγικής σημασίας που κατέχει, διαδραματίζει έναν υποαυτοκρατορικό ρόλο με τον έλεγχο που ασκεί στη Namibia, Lesotho, Botswana, Swaziland, με συνεχείς επιθέσεις σε πρώην αποικιακές Χώρες: Αγκόλα, Μοζαμβίκη, Ζιμπάμπουε.
Στην ανατολή η Ιαπωνία αποφασιστικά, με αμερικανική ώθηση, έχει αναλάβει τον δρόμο του επανεξοπλισμού, ο οποίος, χάρη στην υψηλή οικονομική της δυναμική, είναι σε θέση να διατρέχει μέσα από αναγκαστικά στάδια. ο ρόλος της είναι να ελέγχει εκείνες τις θάλασσες και να αντιπροσωπεύει ένα επικίνδυνο αγκάθι στην ανατολική πλευρά της ΕΣΣΔ.
Στην περιγραφόμενη κατάσταση ο ρόλος της Ιταλίας δεν είναι ούτε αμελητέος ούτε απλής υπηρετικής εκτέλεσης. Η πολιτική της υπήρξε πρώτης γραμμής στην Ευρώπη, τόσο στην εγκατάσταση των νέων πυραύλων, όσο και στην συμμετοχή στο πρόγραμμα αστρικών πολέμων ξεπερνώντας τις δημαγωγικές προφυλάξεις που εκδηλώνει τώρα, ο ανάδοχος αυτών στον κόσμο, με την χορηγία σε ολόκληρο τον κόσμο, ο υπουργός Πολέμου, το σιωνιστικό γουρούνι Spadolini, έφτασε μάλιστα στο σημείο να τους προτείνει στην Αργεντινή …
Ένα σημαντικός ρόλο διαδραματίζει η Ιταλία στη Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή, όπου αναπτύσσει μια πολύπλοκη πολιτική-διπλωματική πρωτοβουλία με εναλλασσόμενες τύχες, από την επιθυμία για ένα προτεκτοράτο στη Μάλτα, στα ταξίδια του Craxi στο Κέρας της Αφρικής – στα εδάφη του τόπου στον ήλιο -, σε προνομιακές σχέσεις με την Αίγυπτο και τα άλλα Αραβικά Κράτη που προδίδουν την παλαιστινιακή υπόθεση. Το Πανόραμα συμπληρώνεται με τεράστιες στρατιωτικές προμήθειες (όταν ο Μουμπάρακ προειδοποιήθηκε για την πειρατεία του «Lauro» παρακολουθούσε μια επίδειξη εκτόξευσης ιταλικών πολεμικών πυραύλων), όλα με την πρόθεση να καταστεί συμβατή η προστασία των τεράστιων οικονομικών συμφερόντων, με την αναγνώριση του απαραίτητου στρατηγικού ρόλου του Ισραήλ. Μια ισορροπία που δεν είναι πάντοτε εύκολη όπως αποδεικνύεται από την πολιτική σύγκρουση που γεννήθηκε επάνω στην υπόθεση «Achille Lauro», τις εντάσεις με τις ΗΠΑ και την επακόλουθη κρίση της κυβέρνησης από το σιωνιστικό γουρούνι.
Όλα γεγονότα που δεν πρέπει να μας κάνουν να παραβλέψουμε την πραγματικότητα μιας επιχειρησιακής συνεννόησης με τον υπόλοιπο δυτικό ιμπεριαλισμό επάνω στις μεγάλες πολιτικές-στρατιωτικές επιλογές στην περιοχή, όπως δείχνουν οι αποστολές στον Λίβανο και η ένοπλη προστασία – με τους στρατιώτες που στέλνονται στο Sinai – των συμφωνιών του Camp David. Αυτά είναι τα γεγονότα που χαρακτηρίζουν όλο και περισσότερο την Ιταλία ως προπύργιο για την προστασία της Μεσογείου, δεδομένου του ουσιαστικού οράματος των γραμμών ανάπτυξης που ακολουθούνται στον επαναπροσδιορισμό των καθηκόντων που πρέπει να επιτελέσουν οι Ένοπλες Δυνάμεις. Το υπουργείο Πολέμου με τις διαχειρίσεις Lagorio-Spadolini έχει σημειώσει σημαντικά άλματα προς τα εμπρός σε ποσότητα και ποιότητα. Περιοριζόμενοι στα επίσημα στοιχεία βλέπουμε ότι ο λογαριασμός του κυμαίνεται από 5,780 δισεκατομμύρια των χρόνων ’80 στα 11,890 το ’83, με μια αύξηση ίση με 105,7%, με μια πρόβλεψη – πάντα επίσημη – για το ’85 της τάξεως των 16,512 δισεκατομμυρίων, 20% μεγαλύτερη από το προηγούμενο έτος. Από αυτά τα έστω και πλυμένα επίσημα στοιχεία προκύπτει ότι οι στρατιωτικές δαπάνες στην Ιταλία αυξάνονται περισσότερο από αυτές που αποφασίστηκαν στο ΝΑΤΟ, με μια εξέλιξη που είναι η υψηλότερη μεταξύ των Χωρών της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσες είναι οι ποιοτικές αλλαγές που προκύπτουν από τα νέα οπλικά συστήματα, αλλά και από μια σημαντική εσωτερική αναδιοργάνωση για την αναπροσαρμογή στα νέα καθήκοντα που πρέπει να εκτελεστούν. Από τον αυξανόμενο αριθμό των μισθοφόρων σε σχέση με αυτόν των στρατιωτών που υπηρετούν τη θητεία τους, σε ένα πλαίσιο που βλέπει τη σχέση στρατιώτου-οπλισμού τροποποιημένη υπέρ αυτού του τελευταίου. στην διαφορετική ανάπτυξη των βάσεων ΗΠΑ και ΝΑΤΟ με μια προοδευτική στροφή προς το νότο.
Η παλαιά άποψη πως στην Ιταλία με τις βάσεις της έχει ανατεθεί το καθήκον της υπεράσπισης της νότιας πλευράς του ΝΑΤΟ είναι ολοένα και πιο λανθασμένη. Η υιοθέτηση του αεροπλανοφόρου «Garibaldi» με επιθετικά καταδιωκτικά επί του σκάφους προικίζει το Πολεμικό Ναυτικό με τη δική του αεροπορική δύναμη επιτρέποντας του να λειτουργεί με το στρατιωτικό μοντέλο του σώματος των Marines. η ύπαρξη μιας δύναμης έκτακτης παρέμβασης (FOPI), καθώς και η ίδρυση της δύναμης ταχείας επέμβασης (FIR), αποτελούμενες από τους πιο προικισμένους καταδρομείς των διαφόρων όπλων καθιστούν σαφές τον ευρύτατο επιθετικό ρόλο που παίζουν οι ιταλικές Ένοπλες Δυνάμεις στη Μεσόγειο, με τα νότια σύνορα της συμμαχίας που μετακινείται ολοένα και περισσότερο «από το Κέρας της Αφρικής προς τις Αζόρες» για τον Spadolini, «από το Cape Horn (!) έως την περιοχή του Κόλπου» σύμφωνα με τον Lagorio. Επιπλέον, η τοποθέτηση στο Comiso ενός τμήματος των ευρωπυραύλων αποτελεί σαφή ένδειξη αυτής της επιθετικής λειτουργίας που απευθύνεται προς τις χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, επιβεβαιωμένη από τη στρατιωτικοποίηση στο ίδιο το νησί 22.000 εκταρίων στα βουνά Nebrodi. Η σημασία του αεροδρομίου της Sigonella επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από το αμερικανικό ενδιαφέρον να εγκατασταθεί εκεί μόνιμα η Delta Force. επίσης τα νέα στρατιωτικά αεροδρόμια στη Λαμπεντούζα και στην Παντελερία. η μετατόπιση ενός σμήνους MRCA TORNADO στη Gioia del Colle της Puglia, ενός επιθετικού βομβαρδιστικού καταδιωκτικού σχεδιασμένου να φέρει εξελιγμένες ατομικές βόμβες στην καρδιά του εχθρικού εδάφους. ακόμα σε αυτή την περιοχή, στη Birgi, υπάρχει η βάση των αμερικανικών AWCS. ενώ στο Maddaloni (CE) ξεκινούν οι εργασίες κατασκευής του Εθνικού Κέντρου Αεροδιαστημικής, γεγονός στρατηγικής σημασίας που είναι ακόμα ανυπολόγιστο. Η διεθνοποίηση της παραγωγής και των κεφαλαίων, καθορίζει τις συνθήκες παρομοίωσης των πολιτικών αναδιάρθρωσης που κάθε μεμονωμένο Κράτος της δυτικής ιμπεριαλιστικής αλυσίδας προσαρμόζει σε σχέση με τις δικές του ιδιαίτερες συνθήκες, αναπτύσσοντας πολιτικές προληπτικής αντεπανάστασης σε οικονομικό-πολιτικό-θεσμικό επίπεδο ενάντια στην τάξη. Αυτές οι πολιτικές, σε σχέση ακριβώς με τον βαθμό πολιτικής-οικονομικής-στρατιωτικής συνάθροισης που επιτυγχάνεται, βρίσκουν στιγμές έντονης διαβούλευσης μεταξύ των Κρατών σε σχέση με την πολιτική-στρατιωτική δραστηριότητα του ανταρτοπόλεμου. διαβούλευση η οποία, παρά τις διαφορές, επιδιώκεται επίσης στις πολιτικές επιθετικότητας εναντίον των λαών που μάχονται για τη χειραφέτηση τους.
Όλο αυτό μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της κρίσης, που αφενός ενισχύει αυτές τις τάσεις, αφετέρου διαταράσσει τις διεθνείς ισορροπίες καθιστώντας τες ακόμη πιο επισφαλείς. Αυτή η εικόνα της αστάθειας και της πόλωσης σε διεθνές επίπεδο επηρεάζει άμεσα τα εθνικά τοπία, ένα γεγονός που καθιστά εξωπραγματική την πιθανότητα αποσύνδεσης ενός σημαντικού κρίκου στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, χωρίς την πολιτική-στρατιωτική αποδυνάμωση του δυτικού ιμπεριαλισμού.
Η ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας στη Χώρα μας, για την επίτευξη του πρώτου σταδίου, κινείται μέσα και ενάντια στις ισορροπίες αυτής της γενικής κατάστασης και δεν μπορεί να μην λάβει υπόψιν, για την εξέλιξη της, την αποδυνάμωση του δυτικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή. αυτό το τελευταίο στοιχείο είναι κοινό σε όλες τις επαναστατικές δυνάμεις που αγωνίζονται εναντίον του, ανεξάρτητα από τους στρατηγικούς στόχους που αυτές επιδιώκουν.
Ο δυτικός ιμπεριαλισμός, με τις ΗΠΑ επικεφαλής, είναι ο κύριος και δηλωμένος εχθρός του διεθνούς προλεταριάτου και των προοδευτικών λαών που μάχονται για τη χειραφέτησή τους.
Αυτό, αντικειμενικά, καθορίζει ένα τεράστιο και ποικίλο – τόσο σε μορφή όσο και σε στόχους – μέτωπο αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, μέσα στο οποίο σχετιζόμαστε σύμφωνα με τις αρχές του προλεταριακού διεθνισμού, που συνίστανται στην μαχητική αλληλεγγύη και κυρίως στο να κάνουμε την επανάσταση στην χώρα μας.
Είναι από αυτό το σύμπλεγμα παραγόντων που βρίσκει προώθηση η πρόταση της υποκειμενικής εδραίωσης του Αντιιμπεριαλιστικού Μετώπου Αγώνα στον χώρο, που δρομολογούμε ως στόχο που πρέπει να επιτευχθεί σε αυτή τη διεθνή συγκυρία.
Μέτωπο που ενεργεί ενάντια στον κύριο εχθρό, τον δυτικό ιμπεριαλισμό, χωρίς απαραίτητα να στέκεται στο πλευρό του αντίπαλου μπλοκ. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο στόχος είναι απαραίτητο να εμβαθυνθεί μια αποτελεσματική αντιπαράθεση με όλες τις επαναστατικές δυνάμεις που μάχονται τον δυτικό ιμπεριαλισμό, πέρα από κάθε ιδεολογικό σεκταρισμό, αλλά με τη διαφύλαξη των αρχών που καθοδηγούν κάθε επαναστατική δύναμη. Συζήτηση μέσω της οποίας θα προσδιοριστούν τα σημεία πολιτικής συμμαχίας ενάντια στον κοινό εχθρό, βρίσκοντας τα αναγκαία επίπεδα συνεργασίας με σεβασμό των ιδιαιτεροτήτων και των διαφορών που χαρακτηρίζουν αυτές τις δυνάμεις. Μέσα σε αυτή τη διαλεκτική είναι δυνατόν να επιδιωχθεί η υπέρβαση της αντίφασης μεταξύ μορφής και περιεχομένου που χαρακτηρίζει μερικές φορές την επίθεση κατά του ιμπεριαλισμού.
Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες για το ΜΚΚ τοποθετούν τον αντιιμπεριαλισμό ως αναπόσπαστο μέρος του μακρόχρονου ταξικού πολέμου για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, όπως καταδεικνύει η σύλληψη του στρατηγού Dozier, η εκτέλεση του επικεφαλής του FMO στο Σινά, εγγυητή των συμφωνιών του Camp David, Leamon Hunt και την εκτέλεση του διευθυντή της SMA, Lando Conti.
Οι Κόκκινες Ταξιαρχίες για το Κ.Μ.Κ., εργάζονται για την διαλεκτική ενότητα μεταξύ της «επίθεσης στην καρδιά του Κράτους» και του Μετώπου Αντιιμπεριαλιστικού Αγώνα.
Είναι στον γεωπολιτικό μας χώρο Ευρώπη-Μεσογειακή λεκάνη-Μέση Ανατολή, που οι αντιθέσεις του δυτικού ιμπεριαλισμού καθίστανται οξύτερες τόσο από τους αγώνες του ευρωπαϊκού προλεταριάτου ενάντια στις πολιτικές αναδιάρθρωσης και του αυξανόμενου επανεξοπλισμού, όσο των πολιτικών-στρατιωτικών πρωτοβουλιών του ανταρτοπόλεμου στην Ευρώπη και των Απελευθερωτικών Αγώνων και χειραφέτησης των εξαρτημένων Χωρών.
Αυτό γεννά από την μια τη σχετική πολιτική αδυναμία του ιμπεριαλισμού, από την άλλη την αντικειμενική τάση για μια σύγκλιση μεταξύ των συμφερόντων του ευρωπαϊκού προλεταριάτου με εκείνα των προοδευτικών λαών της περιοχής.
Η συνάντηση και διασταύρωση των διαφορετικών επιπέδων αντιθέσεων σχηματίζουν ένα πλήθος αντιτιθέμενων συμφερόντων και επισφαλών ισορροπιών, που καθιστούν την περιοχή αυτή τη στιγμή, το σημείο της μέγιστης κρίσης στον κόσμο. Πράγματι η Ευρώπη, ως ιμπεριαλιστικό κέντρο, συγκεντρώνει τις αντιφάσεις του MPC-μαχόμενου προλεταριακού κινήματος. ως διαχωριστική γραμμή των ισορροπιών που προέκυψαν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, συγκεντρώνει τις αντιθέσεις μεταξύ των δύο μπλοκ. ως σημείο επαφής μεταξύ των Χωρών της βιομηχανοποιημένης δύσης και των εξαρτημένων Χωρών διαπερνάται άμεσα από τις συγκρούσεις που παράγει ο δυτικός ιμπεριαλισμός σε αυτές τις περιοχές – που επιδεινώνονται κυρίως από το παλαιστινιακό ζήτημα, που είναι πάντα εδώ λόγω του ηρωικού αγώνα αυτού του λαού, παρά την γραμμή παραίτησης που καταδεικνύεται με τις συμφωνίες του Amman, από την αστική ηγεσία της ΟΑΠ-OLP -. Αυτές οι αντιφάσεις καθιστούν την προσπάθεια επιβολής του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού πιο επίμονη, με σκοπό να επιβεβαιώσει προς τους συμμάχους – πρωτίστως τους ευρωπαίους – μια όλο και πιο έντονη ώθηση προς την κατεύθυνση της πολεμοχαρούς γραμμής τους. γραμμή που κρύβεται πίσω από τον διαβόητο «πόλεμο κατά της διεθνούς τρομοκρατίας», πραγματικός στόχος, αντίθετα, η διατήρηση και η διεύρυνση του ελέγχου στην περιοχή.
Από την αμερικανική παρέμβαση στη Sigonella προκύπτει ότι υπήρξε μια σειρά από πραγματικές πράξεις τρομοκρατίας, μέχρι την ωρίμανση της αποκαλούμενης «λιβυκής κρίσης». αυτές έχουν προκαλέσει μια επιτάχυνση των παραγόντων κρίσης, έτσι ώστε να αλλάξουν ουσιαστικά την εικόνα των σχέσεων στη Μεσόγειο.
Αυτές οι τροποποιήσεις περνούν και μέσα από την ανοιχτή διεκδίκηση των ΗΠΑ και του πιστού φρουρού τους, των σιωνιστών χασάπηδων, της Κρατικής τρομοκρατίας ως μεθόδου παρέμβασης σαν επικύρωση των πράξεων τους.
Οι πράξεις αυτές τείνουν να αναδιατυπώσουν τη θέση των ευρωπαίων Συμμάχων τόσο σε πολιτικό όσο και σε διπλωματικό επίπεδο, τόσο σε σχέση με τις ΗΠΑ όσο και με τις Χώρες της περιοχής, φέρνοντας τις πίσω ουσιαστικά σε μια στενότερη Ατλαντική πίστη.
Όσον αφορά την ιταλική θέση, έχει συμμορφώσει τον ακτιβισμό της τόσο εντός της συμμαχίας όσο και στις σχέσεις με τις αραβικές Χώρες. σε αυτή την εναλλαγή, όχι τελευταία η αξιολύπητη απόπειρα του δίδυμου Craxi-Gonzales να ανταλλάσσουν τη γεωγραφική-στρατηγική θέση τους με οικονομικά πλεονεκτήματα.
Αυτές οι επισπεύσεις θέτουν το καθήκον στις επαναστατικές δυνάμεις να αναζητήσουν τις απαραίτητες και δυνατές πολιτικές συμμαχίες και, να συνεισφέρουν συνεπώς στην ενίσχυση του Μετώπου Αντιιμπεριαλιστικού Αγώνα.
Επομένως δεν είναι επιμονή κομμουνιστών ανυποχώρητων να επιδιώκουν το στόχο της αποσύνδεσης αυτών των κρίκων της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας όπου οι συνθήκες το καθιστούν εφικτό. όπως δεν είναι στείρος ρεαλισμός να αναζητούμε μια σχέση μεγαλύτερης συμμαχίας με τις ευρωπαϊκές επαναστατικές δυνάμεις και με όλες τις επαναστατικές δυνάμεις του χώρου. στόχοι αυτοί που βρίσκουν δύναμη και πιθανή λύση στις αυξανόμενες δυσκολίες που βρίσκει ο ιμπεριαλισμός στην επίλυση της βαθιάς κρίσης του.
Επάνω στην προγραμματική αυτή κατεύθυνση σκοπεύουμε να εργαστούμε για την ενίσχυση του Αντιιμπεριαλιστικού Μετώπου Αγώνα, επιδιώκοντας μέσα του τον απαράβατο στόχο της διεθνούς ενότητας των κομμουνιστών.
Με βάση τις μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές, το καθήκον των κομμουνιστών σε διεθνές επίπεδο, είναι να χτίσουν συγκεκριμένα την εναλλακτική λύση στα δύο κυρίαρχα μπλοκ στον κόσμο και να εργαστούν χωρίς καθυστέρηση, μέσα στον επαναστατικό αγώνα, στα απαραίτητα επίπεδα ενότητας και συμμαχίας εναντίον του ιμπεριαλισμού. Ενότητα των κομμουνιστών που σίγουρα δεν πρέπει να αναζητηθεί μέσα στην δογματική καθαρότητα των αιώνιων «μ.λ.» κομματιδίων, των δίχως καμία επιρροή μέσα στις κοινωνικές δυναμικές.
Η ενότητα πρέπει να αναζητηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένης δράσης των μαρξιστικών επαναστατικών δυνάμεων που ασκούν πολιτική-στρατιωτική πρακτική, εκπροσωπώντας τα γενικά συμφέροντα του προλεταριάτου μέσα στη ζωντάνια της σύγκρουσης μεταξύ των τάξεων της Χώρας τους.
Ενότητα με όλους τους συνεπείς κομμουνιστές που, παρά την ποικιλομορφία συγκεκριμένων καταστάσεων, επιδιώκουν τον στρατηγικό σκοπό της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας και της εγκαθίδρυσης της Δικτατορίας του Προλεταριάτου.
Η στρατηγική πρόταση του Ένοπλου Αγώνα για τον Κομμουνισμό στο προλεταριάτο της Χώρας τους, είναι η βάση της γενικότερης πολιτικής και οργανωτικής ενοποίησης των κομμουνιστών σε διεθνές επίπεδο, ζωτικής σημασίας για μια αποτελεσματική διεθνιστική πολιτική.
Σήμερα όπως πάντα οι μαρξιστικές επαναστατικές δυνάμεις αντιπροσωπεύουν το πιο προηγμένο σημείο στον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό. είναι μέσα στην πραγματική σχέση με την αποδυνάμωση αυτού του τελευταίου που πρέπει να αναζητηθεί μέσα στο Μέτωπο μια προνομιακή σχέση με αυτές, χωρίς ωστόσο να μειώνεται ο ρόλος που παίζουν σήμερα οι άλλες επαναστατικές δυνάμεις.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ! ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟ NATO!
ΝΑ ΕΔΡΑΙΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ !
ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΟΜΟΥΝΙΣΤΩΝ!
ΝΑ ΜΕΤΑΤΡΕΨΟΥΜΕ ΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ ΣΕ ΤΑΞΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ!

Φεβρουάριος 1986
για τον κομουνισμό
BRIGATE ROSSE
για το χτίσιμο του Μαχόμενου Κομουνιστικού Κόμματος – PCC

 

http://www.sebbenchesiamodonne.it/860/

Σχετική εικόναΣχετική εικόναΣχετική εικόνα

Αποτέλεσμα εικόνας για lando conti, br

Σχετική εικόνα

ένοπλη πάλη, lotta armata

ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ DOZIER – ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ N.6

BRIGATE ROSSE – PCC

Σε όλο το επαναστατικό κίνημα.
Τα γεγονότα αυτών των ημερών, μετά την απελευθέρωση από την μπουρζουαζία του δημίου Dozier, επιβάλλουν έναν προσεκτικό προβληματισμό και μιαν αξιολόγηση που να επιτρέπει τον επαναπροσδιορισμό και τη συνέχιση, με την απαραίτητη δύναμη, της επαναστατικής πρωτοβουλίας στο γενικό πρόγραμμα της συγκυρίας.
Την επίθεση από τον ανταρτοπόλεμο στην ηγετική δομή του ιμπεριαλιστικού πολέμου, το Νατο, τη μεγαλύτερη επίθεση που δέχτηκε ποτέ ο ιμπεριαλισμός: τον ανταρτοπόλεμο που συλλαμβάνει έναν στρατηγό των Ηπα! Σίγουρα δεν μπορούν να την διαγράψουν με ένα blitz, με μια μάχη που κέρδισε η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία.
Οι λέξεις-κλειδιά: «χτίσιμο του αντιιμπεριαλιστικού μαχόμενου μετώπου». «καταστροφή της ιμπεριαλιστικής φυλακής και απελευθέρωση του διεθνούς φυλακισμένου προλεταριάτου», δεν είναι και δεν μπορούν να ακυρωθούν επειδή ζουν μέσα στους αγώνες του ιταλικού και ευρωπαϊκού μητροπολιτικού προλεταριάτου, και μέσα στους αγώνες των λαών που καταπιέζονται από τον ιμπεριαλισμό.
Η σαφήνεια και τα επαναστατικά περιεχόμενα της σύλληψης-δίκης στον δήμιο Dozier που σημάδεψαν την εκστρατεία επάνω στο γενικό πρόγραμμα της συγκυρίας, αντιπροσωπεύουν μέσα στο διεθνές σκηνικό τα υψηλότερα σημεία επάνω στα οποία να προχωρήσουμε για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας που βασίζεται στις προσδοκίες εκατομμυρίων προλετάριων που θέλουν να είναι απαλλαγμένοι από τη δουλεία της μισθωτής εργασίας και το ζυγό του ιμπεριαλισμού.
Μπορεί να εξοντωθεί το μαζικό ανταγωνιστικό κίνημα που τους τελευταίους μήνες έχει βγει στους δρόμους ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο; Μπορεί να εξαλειφθεί η συνειδητοποίηση ότι μόνο ο αντιιμπεριαλιστικός εμφύλιος πόλεμος μπορεί να συντρίψει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο; Μπορεί να εξοντωθεί με ένα αιφνιδιαστικό χτύπημα το πεδίο αγώνα επάνω στο οποίο ζουν και συνθήματα όπως «έξω το Νατο από την Ιταλία» και «δρόμο οι πύραυλοι απ’ το Comiso»;
Όλα αυτά είναι μέρος της κληρονομιάς δέκα χρόνων προλεταριακών αγώνων, στους οποίους η μπουρζουαζία αποκρίνεται μόνο με έναν τρόπο: επιτάχυνση του ιμπεριαλιστικού πολέμου, του οποίου το προλεταριάτο πρέπει να πληρώσει το οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό κόστος.

Σύντροφοι,
για όλες αυτές τις 42 ημέρες η αστική τάξη και ο ισχυρότερος στρατός στον κόσμο προσπάθησαν να επιλύσουν τις αντιφάσεις που άνοιξε η επαναστατική πρωτοβουλία, παρουσιάζοντας την ταξική σύγκρουση ως ιδιωτικό πόλεμο μεταξύ των Occ-μαχόμενων κομουνιστικών Οργανώσεων και του Κράτους, με τις διάφορες προσκλήσεις για διαπραγμάτευση, με τη συνήθη τακτική της «υποτίμησης του κρατουμένου», με τη σπασμωδική χρήση των μέσων μαζικής ενημέρωσης … «Ο στρατηγός δεν μιλάει» … «Ο στρατηγός έτσι κι αλλιώς δεν είναι τόσο σημαντικός» … «Η κυβέρνηση δεν υποχωρεί στον εκβιασμό».
Εν τω μεταξύ … εισήχθη η πρακτική της επικήρυξης, χωρίς η κυβέρνηση να έχει τη δύναμη να την διεκδικήσει ή να την αρνηθεί. Πρότειναν τη χρήση του στρατού σε λειτουργίες δημόσιας τάξης, και ο Capuzzo έπρεπε να παρέμβει λέγοντας ότι αυτό θα είχε προκαλέσει βλάβες και αντιφάσεις αντί να λύσει τα προβλήματα. Για πρώτη φορά στην ιστορία των αποκαλούμενων συνταγματικών δημοκρατιών ψηφίστηκαν μυστικοί νόμοι, και ο Spadolini ήταν τόσο γελοίος όσο και ανήθικος καθώς ξεφυσούσε να πει ότι δεν είναι αλήθεια, αλλά πως … η διαδικασία των μυστικών νόμων προχωρά και η κυβέρνηση αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη!
Φυσικά, κύριοι του πολέμου, έχετε την πλήρη ευθύνη για το ότι ξεκινήσατε τον αντιπρολεταριακό εμφύλιο πόλεμο, πρέπει να απαντήσετε σε αυτή την ευθύνη, και γι αυτό πρέπει να πληρώσετε, μπροστά σε όλο το προλεταριάτο!!
Τι προκύπτει από αυτή την εικόνα αν όχι η αδυναμία, η απονομιμοποίηση ενός καθεστώτος σπαραγμένου από τις αντιφάσεις!!
(…), αυτό το πολιτικό-στρατιωτικό προπύργιο του δυτικού πολιτισμού, όπως θα ήθελαν να το παρουσιάσουν, στην πραγματικότητα ένα όργανο κυριαρχίας και επιθετικότητας, (…) Dozier του πολέμου στο Βιετνάμ, από τους αμερικανούς της βοήθειας προς τις λατινοαμερικανικές και τουρκικές δικτατορίες, αυτό το προπύργιο της βαρβαρότητας και του πολέμου (…) αυτό κατηγορεί τα χτυπήματα, και στο εσωτερικό του σπαράσσεται από αντιθέσεις. Ακόμη και στις κυρώσεις εναντίον της Πολωνίας, τα μέλη του Νατο δεν καταφέρνουν να συμφωνήσουν γιατί αυτό που παίρνει το πάνω χέρι είναι η ανάγκη όλων των μπουρζουαζιών να ξεφύγουν από την κρίση, να είναι ανταγωνιστικές, να κατακτήσουν αγορές … (…) η Cocom, άλλη παράνομη δομή του ιμπεριαλισμού των πολυεθνικών, η οποία επιβλέπει τις βιομηχανικές και εμπορικές σχέσεις με τις χώρες της (…) καταφέρνει να εμποδίσει βολικές συμβάσεις σε ορισμένους τομείς της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης … ωστόσο, οι ευρωπαϊκές χώρες στέλνουν την δική τους task-force για να διεξάγει τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή!
Εδώ, λοιπόν, είναι το μόνο έδαφος επάνω στο οποίο ξαναβρίσκουν την ενότητα: ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος και ο εσωτερικός πόλεμος εναντίον του προλεταριάτου.
Καλούμε ονομαστικά το όργανο με το οποίο η αστική τάξη κέρδισε αυτή τη μάχη: ήταν τα βασανιστήρια!
Το μόνο όπλο για να σταματήσει το χτίσιμο του Ένοπλου Προλεταριακού Συστήματος Ισχύος, και η ανάπτυξη της επαναστατικής πρωτοβουλίας. αναπόφευκτη επιλογή για κάθε καθεστώς σε αγωνία. καθρέφτης της σήψης της κοινωνίας της μισθωτής εργασίας.
Αυτή η βαρβαρότητα είναι η μόνη ουσία που ανασυντάσσει και ενοποιεί σε ένα μόνο μέτωπο αγώνα ενάντια στον ανταρτοπόλεμο, χώρες που πηγαίνουν από την Ιταλία στην Τουρκία στο Σαλβαδόρ.
Υπουργέ Rognoni, μην λες μαλακίες: η Ιταλία είναι η μόνη χώρα στην οποία νικήθηκε ο αντάρτικος πόλεμος χωρίς ειδικά μέτρα; Όχι!!! Η διαφορά είναι άλλη: στη «δημοκρατική μας χώρα» τα βασανιστήρια πρέπει να περάσουν μέσα από τη διαχείριση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά: η Ιταλία είναι μέρος της ΕΟΚ, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, δέχεται επίσημα το «δημοκρατικό» παιχνίδι, σε αντίθεση με την Τουρκία και το Σαλβαδόρ όπου κανείς πλέον δεν προσπαθεί να αρνηθεί την πρακτική των σφαγών.
Τα βασανιστήρια γίνονται σεβασμός της «συνταγματικής υπαγόρευσης». τα βασανιστήρια στις σελίδες των εφημερίδων, καθίστανται μια «λαμπρή επιχείρηση», χορωδία επαίνων στους διάφορους «…μαλάκες » για την αποτελεσματικότητά τους.
Ποια αποτελεσματικότητα, εάν όλο αυτό είναι ένας γάντζος στο ταβάνι στο οποίο να κρεμάσουν προλετάριους και κομμουνιστές για να τους βιάσουν, και ένα ραβδί με το οποίο να τους σοδομίσουν!!!
Στρατηγέ Dozier, είδαμε τι σημαίνει να συλλαμβάνουμε έναν στρατηγό του στρατού των ΗΠΑ! Δεν ήταν ίσως το Nατο, στη φυλακή του λαού, που ζητούσε να διαπραγματευτεί με τους αντάρτες !!! Δεν ήταν ίσως το Nato, στη φυλακή του λαού, που έλεγε ότι η Ιταλία είναι μια αποσταθεροποιημένη χώρα και πως η ιταλική κυβέρνηση ήταν αμήχανη απέναντι σε αυτό έχοντας βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση!!
Κύριοι του πολέμου, υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στην ταυτότητά σας ως δημίων ιμπεριαλιστών σφαγέων, και της συνείδησης των προλετάριων και των κομμουνιστών που μάχονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό.
Οι ανοησίες σας σχετικά με τις «διεθνείς ίντριγκες», στις (…) δεν είναι αρκετές. οι προσπάθειες που καταβάλλετε για να δημιουργήσετε επάνω στο πετσί των συντρόφων εικόνες που είναι μόνο δικές σας και αυτού του καθεστώτος. την πραγματικότητα δεν μπορείτε να την θολώσετε: οι εργάτες, οι φοιτητές, οι σιδηροδρομικοί είναι η δύναμη του κόμματος και του επαναστατικού κινήματος.
Δεν θα επιτρέψουμε να προστεθεί και η καταστροφή της πολιτικής ταυτότητας τους στη φυσική καταστροφή των συντρόφων.
Οι κομμουνιστές ξέρουν να αναγνωρίζουν εκείνους που προδίδουν για να περάσουν στις τάξεις του εχθρού και εκείνους που από κάθε άποψη ανήκουν στις τάξεις των επαναστατών.
Τον μηχανισμό και τις δομές των πρακτικών των βασανιστηρίων, από τους Sica στους Simone στους δημοσιογράφους με τα εύκολα χαμόγελα τους γνωρίζουμε καλά. Επαναλαμβάνουμε: τους γνωρίζουμε καλά. Να είστε σίγουροι πως τίποτα δεν θα μείνει ατιμώρητο.

Σύντροφοι,
η αστική τάξη σημείωσε αναμφισβήτητα ένα σημείο προς όφελός της. Αυτό το σημείο δεν μπορεί πλέον να περικλείεται μόνο στο συνηθισμένο καρναβάλι του καθεστώτος φτιαγμένο από ‘ super man’ με πλαστικές σακούλες στο κεφάλι, η μπουρζουαζία έχει αντιληφθεί ένα πολιτικό γεγονός θεμελιώδους σημασίας: πώς να αναγνωρίζει και να διαλύει τους χώρους των μαζικών κινημάτων από τους οποίους γεννιέται η δύναμη που θα την καταστρέψει. απ’ όπου γεννιέται το σύστημα της προλεταριακής ένοπλης εξουσίας για την μετάβαση στον κομμουνισμό.
Το πρόβλημα για τους επαναστάτες, για ολόκληρο το επαναστατικό κίνημα είναι να καταλάβουμε ότι η μάχη που ξεκίνησε από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες με τη δίκη στον μπόγια Dozier που διέκοψε η μπουρζουαζία, δεν είναι ένα ατύχημα που μπορούσε να αποφευχθεί με μερικές ακόμη προφυλάξεις, αλλά ένα επεισόδιο μιας γενικής αλλαγής στις ισορροπίες δυνάμεων υπέρ της αστικής τάξης.
Οι εκατοντάδες συλλήψεις μέσα σε λίγες μέρες δείχνουν ότι εναντίον του εκκολαπτόμενου συστήματος προλεταριακής εξουσίας το καθεστώς αυτό ξεκινάει την πιο σκληρή επίθεση σε όλα τα επίπεδα, από το πολιτικό μέχρι το στρατιωτικό. Και αυτό, ακριβώς επειδή συνειδητοποίησε την τεράστια επαναστατική δυνατότητα που περιέχεται μέσα στο πρόγραμμα που το προλεταριάτο και τα έμβρυα των μαζικών οργανισμών έχουν ξεκινήσει. των κοινωνικών αιτιών του ταξικού πολέμου, του ριζώματος του ένοπλου αγώνα μέσα στην τάξη.
Αν από την πλευρά μας το ότι έχουμε εντοπίσει τα κεντρικά σημεία του επαναστατικού προγράμματος και αρχίσαμε να τα εφαρμόζουμε, έχει καταστήσει σαφές πόση αποσταθεροποιητική δύναμη έχει για την αστική τάξη και πόση ενωτική δύναμη έχει αυτό το πρόγραμμα για το προλεταριάτο. εάν αυτό έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη αντεπαναστατική επίθεση που θυμόμαστε. πρέπει επίσης να καταλάβουμε ότι όλο αυτό δεν είναι πλέον αρκετό.
Παράλληλα με τη σαφήνεια και την ορθότητα των κοινωνικών αιτιών του επαναστατικού πολέμου, πρέπει επίσης να καταλάβουμε ποια είναι η επαναστατική θεωρία που μας καθιστά ικανούς να οδηγήσουμε αυτό τον πόλεμο.
Η διεξαγωγή του επαναστατικού πολέμου δεν αποτελεί πρόβλημα εξευγενισμού των στρατιωτικών μέσων, αλλά η κατανόηση του τρόπου με τον οποίον μπορεί να συνεχίσει να ζει η επαναστατική πολιτική, των τρόπων με τους οποίους είναι δυνατή η κατάκτηση των προγραμμάτων σε αυτές τις συνθήκες της σύγκρουσης.
Επομένως τα προβλήματα δεν είναι τα blitz, ούτε η υποτιθέμενη ικανότητα με την οποία τα φέρουν εις πέρας, αλλά η ικανότητα, που επιτεύχθηκε από αυτό το Κράτος να διαταράξει τις επαναστατικές γραμμές ξεκινώντας από τον πολιτικό προσδιορισμό των χώρων, των κινημάτων, των προλετάριων που συνιστούν το δίκτυο, το πολιτικό υποκείμενο στο οποίο αναφέρονται, τον τρόπο ύπαρξης και χτισίματος του συστήματος της προλεταριακής εξουσίας.
Για την μπουρζουαζία το να καταφέρει να εισέλθει μέσα σε αυτό το συνθετικό ιστό, σήμανε να τοποθετήσει τις προφυλακές της μέσα στο κίνημα, επιτιθέμενη σε αυτό από μέσα με τα εργαλεία του τρόμου, των βασανιστηρίων, των σφαγών, του εκβιασμού για χιλιάδες και χιλιάδες προλετάριους.
Για το επαναστατικό κίνημα είναι ζωτικής σημασίας να εμποδίσει αυτό να συμβεί, είναι ζωτικής σημασίας να αποφευχθεί η ικανότητα της μπουρζουαζίας να καταλάβει πώς συμβαίνει η διαδικασία του επαναστατικού χτισίματος, ποια είναι τα σημεία συνάντησης, συζήτησης, επαναστατικής οργάνωσης, ποια τα εργαλεία πολιτικής εργασίας ανάμεσα στις μάζες. Αυτό σημαίνει ενίσχυση του υπό κατασκευή συστήματος εξουσίας, εγκαταλείποντας κάθε ψευδαίσθηση ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτός ο πόλεμος με τα εργαλεία του παρελθόντος. Αυτό σημαίνει ότι το σύνθημα της μαζικής παρανομίας, της παρανομίας των καναλιών επικοινωνίας μας και αγώνα πρέπει να προσαρμοστούν στο επίπεδο που μας επιβάλλεται. αυτό σημαίνει να αποτρέψουμε την ταυτοποίηση, πρώτα πολιτική, μετά στρατιωτική, από πλευράς εξουσίας. σημαίνει ότι παρά το αναπόφευκτο αντίτιμο που πρέπει να πληρώσουμε για να απελευθερωθούμε από την ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα, πρέπει να προστατευθεί η συνέχεια και η ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας, ξεκινώντας από τις προϋποθέσεις και τις αρχές επάνω στις οποίες στηρίζεται: τα πολιτικά-στρατιωτικά-οργανωτικά εργαλεία που επιτρέπουν στο επαναστατικό πρόγραμμα να εδραιωθεί, να ζήσει και να κερδίσει.
Στην επίθεση που υφιστάμεθα, είμαστε πεπεισμένοι ότι μια ενίσχυση του συνόλου του συστήματος της ένοπλης προλεταριακής εξουσίας μπορεί να επανεμφανισθεί, επειδή έχουμε δει τα όρια της αστικής τάξης, η εικόνα της παντοδυναμίας της δεν έχει καμία κοινωνική νομιμοποίηση, διότι μέσα στη σύγκρουση μαθαίνουμε να χτίζουμε και τα δικά μας όπλα: το πρόγραμμα και την επαναστατική θεωρία του εμφυλίου πολέμου στις μητροπόλεις.
Επάνω σε αυτό δεν υπάρχει επιστροφή, επάνω σε αυτό η μπουρζουαζία δεν θα μπορέσει να μας κάνει να υποχωρήσουμε παρά τις δειλές προσπάθειές της να μας οδηγήσει στο επίπεδο της στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Αυτό που φοβάται είναι η πολιτική δύναμη των συνθημάτων μας, η ανικανότητα της να απαντήσει στις κοινωνικές αιτίες του ταξικού πολέμου: αυτή είναι η δύναμή μας, αυτό θα επιβάλλουμε μαζί με τις μάζες.

Να εξουδετερώσουμε και να διαλύσουμε το χτίσιμο των αντεπαναστατικών βάσεων μέσα στο επαναστατικό κίνημα. Πόλεμος στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο! Πόλεμος στην αντεπανάσταση! Πόλεμος στην καθεστωτική πληροφόρηση! Πόλεμος στα βασανιστήρια και την απαγωγή «με αργεντίνικους τρόπους»!
Να μετατρέψουμε το σχέδιο της αστικής τάξης σε αντιιμπεριαλιστικό εμφύλιο πόλεμο!

Για τον κομουνισμό – Per il comunismo
ερυθρές Ταξιαρχίες για το χτίσιμο του κομουνιστικού μαχόμενου Κόμματος – Brigate rosse per la costruzione del Pcc.

5-2-82

http://www.sebbenchesiamodonne.it/campagna-dozier-comunicato-n-6/

Αποτέλεσμα εικόνας για sequestro dozier

Αποτέλεσμα εικόνας για sequestro dozier

Αποτέλεσμα εικόνας για sequestro dozier

Αποτέλεσμα εικόνας για sequestro dozier

Αποτέλεσμα εικόνας για sequestro dozier

ένοπλη πάλη, lotta armata

ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ DOZIER – ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ N.5

BRIGATE ROSSE – PCC

Σε όλο το επαναστατικό κίνημα.
Στο εγγύς μέλλον, σε μια Ευρώπη που κατάντησε πυρηνική ζώνη με την εγκατάσταση πυραύλων, κάτι που αποφασίστηκε στις Βρυξέλλες από τα αμερικάνικα αφεντικά, δεν θα διατρέξουμε τον κίνδυνο να ξυπνήσουμε από κατακλυσμούς όπως ο σεισμός, αλλά θα μπορούμε να κοιμηθούμε ευλογημένοι επάνω σε σκληρά μαξιλάρια πυρηνικών κεφαλών και ίσως να περάσουμε «ακούσια» από τον ύπνο στον αιώνιο ύπνο. Στους εκρηκτικούς μηχανισμούς ανεξέλεγκτης καταστροφικής δύναμης, προστίθεται η τελευταία ανακάλυψη της αμερικανικής τεχνολογίας: η βόμβα ‘Ν’ περιορισμένης ακτίνας δράσης, ικανή να εξοντώσει τους ανθρώπους αφήνοντας ανέπαφα τα πράγματα που είναι ακόμη πιο πολύτιμα!
Στην υπόθεση ενός περιορισμένου πυρηνικού πολέμου, υπόθεση που κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος ανάμεσα στους νέους αμερικανούς θεωρητικούς ο πολεμοχαρής Reagan ξεκίνησε την παραγωγή 1200 βομβών νετρονίου. Οι βάσεις του Νατο είναι ήδη εξοπλισμένες με μέσα μεταφοράς και εκτόξευσης (τύπου «δόρατος») αυτών των βομβών. Έτσι αναμένεται η πιθανότητα μιας περιορισμένης πυρηνικής σύγκρουσης Ευρώπης-Εσσδ, με τις προβλέψιμες συνέπειες της ολικής καταστροφής της εμπλεκόμενης γεωγραφικής περιοχής.
Η υπεράσπιση της Δύσης περιορίζεται έτσι στη διατήρηση της αμερικανικής επικράτειας, μέσα στο λαμπερό και εγκληματικό σχέδιο να διαφυλαχθεί η μέγιστη καπιταλιστική παγκόσμια δύναμη χάρη στην αναγκαστική θυσία των ευρωπαϊκών πληθυσμών. Αυτός είναι ο επίλογος της αμερικανικής «αδελφικής βοήθειας» που ξεκίνησε με την στρατιωτική κατοχή της Ευρώπης το ’45.

Σύντροφοι, προλετάριοι,
η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία, την στιγμή που εξαπολύει τον πόλεμο στο διεθνές προλεταριάτο, φλυαρεί για πιθανές διαπραγματεύσεις με το επαναστατικό κίνημα.
Να διαπραγματευτεί; Το προλεταριάτο δεν έχει τίποτε να διαπραγματευτεί με την αστική τάξη, το μοναδικό του καθήκον είναι να απαλλαγεί από αυτήν και όλα τα καλαμπαλίκια της!
Σε αυτές τις τελευταίες μέρες τα πλήγματα που δημιούργησε η επαναστατική επίθεση μέσα στο καθεστώς εκδηλώνονται ανοιχτά και, στην γελοία προσπάθεια να τα κρύψει, η ιμπεριαλιστική αστική τάξη δείχνει τη στρατηγική της αδυναμία. Η ζοφερή αναζήτηση μέσα από τα μέσα ενημέρωσης για μια διαπραγμάτευση ως πιθανή λύση στη δίκη του yankee δημίου, δεν είναι ένα πρόβλημα που μπορεί να μας αφορά. Οι κεκαλυμμένες και επίμονες παροτρύνσεις για το άνοιγμα μιας διαπραγμάτευσης, τοποθετούνται μέσα στην προσπάθεια απομόνωσης μιας μάχης και του κομμουνιστικού ανταρτοπόλεμου από ολόκληρο το επαναστατικό κίνημα ενάντια στον πόλεμο, λες και ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος να αφορά μόνο τις Ερυθρές Ταξιαρχίες! Το πρόβλημα του πολέμου στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο δεν αφήνει πλέον περιθώρια για διαμεσολάβηση επάνω στα οποία να καθιερώσουμε μια «ειρηνική» συζήτηση-αντιπαράθεση ούτε με τους αγωνιζόμενους λαούς ούτε με το ευρωπαϊκό μητροπολιτικό προλεταριάτο: αυτό που επιβεβαιώνεται είναι η τάση για επανάσταση σε παγκόσμια κλίμακα, αν και γίνεται προσπάθεια να συντριβεί με κάθε μέσο. Όντως Νατο σημαίνει και εσωτερικός πόλεμος. οι καραμπινιέροι- CC, αιχμή του δόρατος του αντεπαναστατικού μηχανισμού, είναι άμεσα ενσωματωμένοι ή υποταγμένοι σε αυτή τη δομή. Στη φάση της ένοπλης ειρήνης ο αμερικανικός έλεγχος πάνω σ ‘αυτό το μηχανισμό διατηρεί έναν περισσότερο ή λιγότερο κρυφό χαρακτήρα, ενώ μέσα στην επίταση του εμφυλίου πολέμου, αποκαλύπτεται ξεκάθαρα στην άμεση πρόσληψη από την αμερικανική πλευρά της πολιτικής, στρατιωτικής και ιδεολογικής κατεύθυνσης του εσωτερικού πολέμου. Αυτό είναι που συνέβη στην Τουρκία, αυτό είναι που συμβαίνει στην Ιταλία. Το δημοκρατικό πραξικόπημα στην Τουρκία κατευθύνθηκε από το Νato. είναι Νατο οι στρατηγοί που το διηύθυναν. Δεν είναι η στρατηγική της διείσδυσης στο επαναστατικό κίνημα αμερικανική; Η θεώρηση, η αντιμετώπιση του ανταρτοπόλεμου ως υπ’ αριθμόν ένα κινδύνου; Δεν είναι αμερικανικές οι μέθοδοι βασανισμού που εφαρμόζονται στην Τουρκία και αυτές που ξεκίνησαν στην Ιταλία; Για να εκτιμηθεί ο βαθμός πολιτικής και οικονομικής «αποσταθεροποίησης» μιας χώρας όπως η Ιταλία είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη ο ρόλος μέσα στη συνολική ισορροπία μεταξύ των μπλοκ και η ένταξή της στο δυτικό οικονομικό πλαίσιο, που χαρακτηρίζεται από έναν ακριβή τρόπο λειτουργίας. Εάν, για παράδειγμα, μια χώρα της Λατινικής Αμερικής μπορεί να επιτύχει ένα ποσοστό πληθωρισμού 120%, η Ιταλία πρέπει να παραμείνει στην κλίμακα 16/20% που καθορίζει η ΕΟΚ. Αυτό σημαίνει ότι για να μπορεί να καθοριστεί μια κατάσταση εμφυλίου πολέμου σε μια χώρα όπως η Ιταλία, σίγουρα δεν είναι απαραίτητο να φθάσουμε στα επίπεδα αποσταθεροποίησης που αγγίζονται από χώρες όπως η Χιλή, το Σαν Σαλβαδόρ, η Αργεντινή κλπ.
Tο ξέσπασμα της κρίσης στις πόλεις του κεφαλαίου και η ενδυνάμωση των επαναστατικών τάσεων, προκαλεί μια τροποποίηση της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής: η «αποσταθεροποιητική» παρέμβαση στις χώρες της αλυσίδας φτάνει σε επίπεδα έντασης που μέχρι χθες δεν μπορούσαμε να τα υποψιαστούμε, ακριβώς επειδή εδώ είναι το κινητικό κέντρο της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, είναι εδώ που μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση οριστικά η ίδια η ύπαρξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Σύντροφοι,
το γεγονός ότι η ιμπεριαλιστική αστική τάξη προσπαθεί να επιλύσει τις ταξικές αντιφάσεις με μια γενική επίθεση στο μητροπολιτικό προλεταριάτο, με απολύσεις, επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης και με τη γενικευμένη πρακτική της εξόντωσης, του βασανισμού, σίγουρα δεν αποδεικνύει τη δύναμη αυτού του καθεστώτος αλλά την πραγματική του αδυναμία. Έχουμε ήδη δει όλες τις προσπάθειες του ενσωματωμένου αντεπαναστατικού μηχανισμού να επιτεθεί στον ανταρτοπόλεμο από το εσωτερικό του να ναυαγούν. Η ίδια η στρατηγική της «μετάνοιας» και της διάστασης είναι τώρα ένα όπλο αναποτελεσματικό, καθώς το εκκολαπτόμενο Σύστημα Ένοπλης Προλεταριακής Εξουσίας μπόρεσε να την αντιμετωπίσει και να επιτεθεί στα θεμέλιά της: δεν υπάρχουν πλέον οι διάφοροι Peci, οι Sandalo και όλος ο χορός των διεστραμμένων που γνωρίζουμε πολύ καλά μέσα στην επαναστατική διαδικασία. και πράγματι αυτή η αντίφαση σήμερα αφορά μόνο το καθεστώς που την παρήγαγε: μόλις τελειώσει ο ρόλος αυτών των παράσιτων, δεν ξέρουν πλέον τι να τους κάνουν ούτε πώς να τους προστατεύσουν. Αλλά η αντεπανάσταση δεν εγκαταλείπει τα σχέδιά της τόσο εύκολα: αφού το όπλο της «μετάνοιας» και της διάστασης απορρίπτεται, το μόνο που της απομένει είναι ο βασανισμός για τους προλετάριους και τους κομμουνιστές συλληφθέντες. Αυτός είναι ένας από τους «μυστικούς» νόμους που πέρασε το Ciis. Αυτό που υποφέρουμε σήμερα επάνω στο πετσί μας είναι οι ίδιες μέθοδοι που χρησιμοποιούνται από τους αμερικανούς δολοφόνους στο Βιετνάμ, τη Λατινική Αμερική, την Τουρκία … Όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ακόμη εκδήλωση της μοναδικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής απέναντι στους αγώνες που επιτίθενται στο σχέδιο κυριαρχίας της: η βαρβαρότητα είναι το μαζικό στοιχείο. Όλο αυτό το περιμέναμε. Όλο αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο μέσα στη συνείδηση του διεθνούς προλεταριάτου. Το νομιμοποιημένο πλέον καθεστώς της πάλης στο εργοστάσιο, στις γειτονιές, στις φυλακές, αντιδρά με τον τρόμο. Σήμερα να μιλάς για βασανιστήρια, συζητώντας γι αυτά, να αποκτάς μέσα στη συνείδηση αυτό το άλμα που προκάλεσε η αντεπανάσταση, δεν είναι μια έκκληση στη δημοκρατία αλλά η προετοιμασία των εργαλείων για την καταπολέμηση του με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο. Τα βασανιστήρια είχαν μια μακρά επώαση: από τους επιστημονικούς και μαζικούς ξυλοδαρμούς μέσα στις ειδικές φυλακές, μέχρι την εξαφάνιση για μήνες των μαχητών και προλετάριων πρωτοποριών στις κάμαρες ασφαλείας στο εσωτερικό των στρατώνων της αστυνομίας-PS και των καραμπινιέρων-CC, στις σφαγές των νεαρών προλετάριων από vigilantes, τροχονόμους, πληρώματα περιπολικών, μέχρι να φτάσουμε στα βασανιστήρια που υπέστησαν οι τελευταίοι συλληφθέντες σύντροφοι. Αυτοί οι σύντροφοι για μέρες και μέρες μεταφέρονταν από ένα θάλαμο βασανιστηρίων σε άλλο στα περιβόητα καταφύγια των μπάτσων, που δεν είναι τίποτα περισσότερο από τους πιο γνωστούς στρατώνες CC και PS. Τους κρεμούν στο ταβάνι, τους χτυπούν επιστημονικά στα πιο ευαίσθητα σημεία, τους πνίγουν με λίτρα και λίτρα αλμυρού νερού, τους ξεσκίζουν και πασπαλίζουν με αλάτι, όλα συνοδευόμενα από την εξαναγκασμένη κατάποση άγνωστων ουσιών για να εξασθενίσουν τη φυσική τους αντίσταση, για να περάσουν στη συνέχεια στην καταστροφή της πολιτικής τους ταυτότητας, παρουσιάζοντας τους στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων ως τους νέους μεταμεληθέντες.
Οι κομμουνιστές ξέρουν πώς να αναγνωρίζουν εκείνους που προδίδουν για να περάσουν στις γραμμές του εχθρού και εκείνους που ανήκουν στις γραμμές των επαναστατών με όλη την καρδιά τους.
Τον μηχανισμό και τις δομές των πρακτικών του βασανισμού, από τους Sica έως τους Simone, στους δημοσιογράφους με το εύκολο χαμόγελο, τους γνωρίζουμε καλά. Επαναλαμβάνουμε, τους γνωρίζουμε καλά! Και να είστε βέβαιοι ότι, στο τέλος τίποτα δεν θα μείνει ατιμώρητο!!
Η επίθεση σε αυτό τον μηχανισμό είναι ένα σημείο του προγράμματος για τις επαναστατικές δυνάμεις, είναι ένα σημείο του προγράμματος που δεν αφορά μόνο τους κομμουνιστές. Αυτός ο μηχανισμός από την μια είναι ένα άμεσο όργανο φυσικής και πολιτικής εξόντωσης των πρωτοποριών, από την άλλη χρησιμεύει να τρομοκρατεί και να λειαίνει το δρόμο για την εξόντωση ολόκληρου του ανταγωνιστικού κινήματος. Μόνο μία απάντηση είναι δυνατή: να οπλιστούμε με επαναστατική συνείδηση και να οργανωθούμε και να πολεμήσουμε ενάντια σε αυτές τις βαρβαρότητες, για την εξουσία και για τον Κομμουνισμό.
Πόλεμο στον μηχανισμό της σύλληψης με αργεντίνικα μέσα, να καταστρέψουμε με κάθε τρόπο τη δομή που μελετά, υλοποιεί, διαχειρίζεται τον βασανισμό!

Σύντροφοι,
αυτό που έχει μετατοπίσει ενεργά τις ισορροπίες δυνάμεων είναι ένα ισχυρό επαναστατικό κίνημα που έχει κάνει την «κυβερνητικότητα» ασταθή, απονομιμοποιώντας το σημερινό σύστημα εξουσίας. Ποια σημασία έχει το γεγονός ότι η συνδικαλιστική πλατφόρμα απορρίφθηκε από τη συντριπτική πλειονότητα των εργατών, αν όχι πως τα έσπασε με το κοινωνικό σύμφωνο; Η συνδικαλιστική πλατφόρμα, η οποία συνδέει το κόστος εργασίας με τον πληθωρισμό, είναι όλη μέσα στο κυβερνητικό σχέδιο: η εργατική τάξη συμπαγής είπε όχι! Το να καταφέρει να εγκριθεί η πλατφόρμα, για το συνδικάτο σημαίνει να υπογράψει την εκεχειρία, να καταβάλει το κοινωνικό Σύμφωνο. και οι τροπολογίες βρίσκονται στο έδαφος της συμφιλίωσης του ανταγωνισμού, δρόμος που, οι ισχυροί θα προσπαθήσουν να εκμεταλλευτούν στον δεύτερο γύρο ψηφοφορίας. Αλλά η εργατική τάξη έθεσε μια σαφή άρνηση καταστρέφοντας έτσι με ένα μόνο χτύπημα το κοινωνικό και νεο κορπορατιβίστικο σύμφωνο, πραγματικά δίχτυα αράχνης που το συνδικάτο έχει πλέξει για να δέσει, να φρενάρει τον ταξικό ανταγωνισμό. Η εργατική τάξη θα πρέπει να εγκρίνει χιλιάδες απολύσεις, η απόρριψη αυτής της διακήρυξης πολέμου πηγαίνει στην κατεύθυνση της απόρριψης της διαιώνισης της σχέσης εμπορευματοποίησης, δηλαδή, της κατεδάφισης του συστήματος της μισθωτής εργασίας μέσα στην επαναστατική προοπτική του να εργάζονται όλοι, να εργάζονται λιγότερο και για διαφορετικούς σκοπούς!
Αυτοί οι αγώνες τοποθετούνται μέσα στην ευρύτερη σφαίρα ενός εθνικού και διεθνούς κινήματος ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, που προκάλεσε η κρίση. Γύρω από αυτές τις θεματικές διαμορφώνεται ένα μαζικό κίνημα που είναι ικανό να συμπυκνώσει μίσος, περιφρόνηση, οργανωμένη συνείδηση ενάντια στο ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών. Το επαναστατικό κίνημα και το υπό κατασκευή Κόμμα έχουν ως δυνατό στόχο συγκυρίας εκείνο να τινάξουν στον αέρα τα σχέδια πολέμου και αναδιάρθρωσης του ιμπεριαλισμού και να οικοδομήσουν υπομονετικά την μετάβαση στη νέα κοινωνία. Η επαναστατική επίθεση που εξαπολύθηκε στην καρδιά της αμερικανικής πολεμικής μηχανής, το Νατο, έσπασε το κλουβί που η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία έχτιζε γύρω από την επανάληψη των αγώνων ενάντια στον πόλεμο. Η σαφήνεια των περιεχομένων που ασκούν οι ιταλικές και οι ευρωπαϊκές επαναστατικές δυνάμεις, θέτει τα θεμέλια για το χτίσιμο του Αντιιμπεριαλιστικού Μαχόμενου Μετώπου και της μετάβασης στον κομμουνισμό. Η εξόντωση του αναπληρωτή στρατιωτικού υπεύθυνου στο Παρίσι, που χτυπήθηκε από τους λαούς της Μέσης Ανατολής οι οποίοι αγωνίζονται για απελευθέρωση από τον σιωνιστικό και αμερικανικό ιμπεριαλισμό, η σύλληψη στην Ισπανία ενός υπηρέτη των πολυεθνικών, ο πολλαπλασιασμός των επιθέσεων στις δυνάμεις και τις στρατιωτικές δομές του ιμπεριαλισμού σε όλη την Ευρώπη, στις οικονομικές και εμπορικές στην Ιταλία, αντιπροσωπεύουν την πλέον σημαντική στιγμή του κινήματος αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. δείχνουν ένα αξιοσημείωτο άλμα προς τα εμπρός και τίθενται ως αναφορά και κατεύθυνση για όλο το κίνημα του αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό υποδεικνύοντας σε μορφές αγώνα και σε περιεχόμενο δύναμης, τη μόνη δυνατότητα να νικήσουμε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο: τον αντιιμπεριαλιστικό εμφύλιο πόλεμο. Σε αυτή τη στρατηγική πολέμου στον ιμπεριαλισμό, με την επίθεση στην κεντρική δομή του Νato, είναι δυνατή η αληθινή αποσύνδεση του αδύναμου κρίκου της Ιταλίας από την ιμπεριαλιστική αλυσίδα και το χτίσιμο ενός νέου Προλεταριακού Διεθνισμού. μόνο με αυτό τον τρόπο τα συνθήματα «έξω η Ιταλία από το Νατο», «δρόμο οι πύραυλοι από το Comiso» μπορούν να γίνουν αληθινό έδαφος αγώνα και οργάνωσης των επαναστατικών μαζών. Μόνο μέσα σε μια διαδικασία αντιιμπεριαλιστικού εμφυλίου πολέμου είναι δυνατόν να γίνουν συγκεκριμένα και αυτά τα συνθήματα που διαφορετικά θα παραμείνουν κενά slogan, στερημένα οποιασδήποτε επιθετικής και αγωνιστικής ικανότητας.
Να επιτεθούμε στους ανθρώπους και τις δομές της ιμπεριαλιστικής πολεμικής μηχανής: το Νατο. Να επιτεθούμε στο πολιτικό, οικονομικό και ιδεολογικό σχέδιο της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης! Να επιτεθούμε στον στρατό κατοχής με κάθε μέσο, όπου κι αν αυτός παρουσιαστεί: κανένας αμερικανός μισθοφόρος και της δομής του Νato δεν πρέπει να κυκλοφορεί ήσυχος! Να διώξουμε τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις κατοχής και να καταστρέψουμε τους στρατιωτικούς δούλους τους!

Σύντροφοι,                                                                                                                                                το γεγονός ότι το καθεστώς διατηρεί μυστικούς τους νόμους που διέταξε το Ciis, δεν θέτει σίγουρα την ιμπεριαλιστική αστική τάξη στην επίθεση, αντιθέτως αποδεικνύει την απονομιμοποίηση της απέναντι σε ολόκληρο το προλεταριάτο. Αυτές οι μυστικές αποφάσεις ξεκινούν από τη συναίνεση όλων των κομμάτων στις πρακτικές των βασανιστηρίων, στην έναρξη της ποσοτικής και ποιοτικής διεύρυνσης της διαφοροποιημένης στρατηγικής σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις που βρίσκουν γι άλλη μια φορά το κεντρικό της εργαστήριο στην ιμπεριαλιστική φυλακή.
Η διεύρυνση της διαφοροποιημένης στρατηγικής στην ιμπεριαλιστική φυλακή είναι μια περαιτέρω προσαρμογή στα επίπεδα της ταξικής σύγκρουσης στην Ευρώπη. η σημερινή τάση είναι να εξομοιωθεί η μεταχείριση των προλετάριων φυλακισμένων με εκείνη των χωρών που έχουν χτυπηθεί περισσότερο από τον Προλεταριακό και κομμουνιστικό ανταρτοπόλεμο · με την Τουρκία και την Ιρλανδία επικεφαλής. Όλα αυτά πρέπει να εξεταστούν στη σχέση Επανάστασης-Αντεπανάστασης, η οποία στη χώρα μας οδήγησε πάντα σε μια πιο ώριμη ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας, αποδιοργανώνοντας, συγκυρία μετά την συγκυρία, το έργο της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης. Το 1977, με την έναρξη των ειδικών φυλακών το καθεστώς σκέφτονταν πως διαιρεί, για να εξολοθρεύσει στη συνέχεια, το προλεταριάτο των κρατουμένων και τις πρωτοπορίες του. σήμερα, μπροστά στην επίθεση που οδήγησε το επαναστατικό κίνημα σε εκείνο το επίπεδο διαφοροποιημένης στρατηγικής μέσα στις φυλακές, η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία αναγκάζεται να επαναπροσδιορίσει το σχέδιό της, ξεκινώντας ένα νέο ’77. Οι μυστικοί νόμοι αντιπροσωπεύουν αυτό το πέρασμα φάσης στην ιμπεριαλιστική φυλακή: να χωρίσουν τις πρωτοπορίες του αγώνα από το προλεταριάτο των κρατουμένων, να διαφοροποιήσουν μεταξύ κομμουνιστών και κομμουνιστών, για να προετοιμάσουν μια νέα σφαγή.
Μέσα σε αυτό το σχέδιο η χρήση των μέσων μαζικής ενημέρωσης αποτελεί μέρος της διαδικασίας, που, στα όργανα πληροφόρησης τους, προετοιμάζει το έδαφος για να νομιμοποιήσει αυτό το έργο. Ένα έργο που δεν έχει τίποτα μυστικό και το οποίο έχει ήδη συγκεκριμένες βάσεις στις »ακτίνες μακρού ελέγχου», στη ρύθμιση της εξόντωσης μέσω της επέκτασης του άρθρου 90 σε ολόκληρο το κύκλωμα στην πρακτική της σφαγής των πιο μαχητικών προλετάριων κρατουμένων, μέσα από την χρήση δολοφόνων πληρωμένων από τους καραμπινιέρους και από τους λοχαγούς των φρουρών, στους όλο και συχνότερους ξυλοδαρμούς κυρίως στην Pianosa και στο Nuoro, στην επανεισαγωγή του γυάλινου διαχωριστικού στα επισκεπτήρια ως πλήρες κλείσιμο της εσωτερικής-εξωτερικής κοινωνικότητας. Οι CC-καραμπινιέροι προετοιμάζονται να αναλάβουν την διοίκηση, τόσο για την εξωτερική επιτήρηση, όσο και για εσωτερική, με καθήκοντα διαχείρισης στους φύλακες και το «πολιτικό» προσωπικό. Αυτές οι επιλογές του εκτελεστικού οργάνου είναι η πιο δειλή προσπάθεια να αποκατασταθεί η ισορροπία δυνάμεων προς όφελος του, και, αν παραμένουν ακόμη μυστικές είναι επειδή μέσα στην εξέλιξη της τρέχουσας εκστρατείας, προσπαθεί να οικοδομήσει, να προετοιμάσει την κατάλληλη στιγμή για να θέσει σε εφαρμογή μια νέα σφαγή. προς το παρόν χρησιμοποιεί το απόρρητο επί των διατάξεων ως εκβιασμό για όλο το επαναστατικό κίνημα.
Όλο αυτό πρέπει να τιναχτεί στον αέρα!
Πρέπει να τιναχτεί στον αέρα όχι μόνο ως επίθεση κατά της διαφοροποιημένης στρατηγικής στη φυλακή αλλά, ξεκινώντας από τον πόλεμο ενάντια στο Νατο, ως επίθεση σε όλα τα σημεία του Γενικού Προγράμματος της Συγκυρίας. Δεν είναι πλέον θέμα να αναλαμβάνουμε κάθε φορά ένα μέτωπο μάχης, αλλά να δώσουμε ζωή σε ολόκληρο το επαναστατικό Πρόγραμμα ενάντια στο συνολικό σχέδιο της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας, για να οικοδομήσουμε τα θεμέλια του αντιιμπεριαλιστικού εμφυλίου πολέμου.
Το να έχουμε θέσει τις βάσεις της πολιτικής ενότητας γύρω από το Γενικό Πρόγραμμα της συγκυρίας και έχοντας αποκαταστήσει μια αδιάσπαστη σχέση μεταξύ προλεταριάτου και του υπό κατασκευή κόμματος σχετικά με τα νέα καθήκοντα της ταξικής σύγκρουσης, καθιστά δυνατή και αναγκαία την εφαρμογή του σλόγκαν «Ενότητα των μαζικών επαναστατικών οργανισμών επί του γενικού προγράμματος της συγκυρίας και των κομμουνιστών στην οικοδόμηση του κόμματος”.
Είναι στόχος αυτής της εκστρατείας να εκφράσει και να δώσει φωνή στις Omr-μαζικές επαναστατικές Οργανώσεις, στις Επιτροπές αγώνων στις μητροπολιτικές φυλακές και στις ειδικές, στα έμβρυα των επαναστατικών μαζικών οργανώσεων ολόκληρου του μητροπολιτικού προλεταριάτου. Αυτές οι στιγμές επαναστατικής οργάνωσης που δίνει στον εαυτό του το προλεταριάτο, είναι η ενεργός υλοποίηση του Συστήματος Ένοπλης Προλεταριακής Εξουσίας, που συνθέτουν τις προϋποθέσεις για την υλοποίηση και την οικοδόμηση της προλεταριακής και επαναστατικής κοινωνικής επικοινωνίας.
Μόνο η απογοητευτική βλακεία αυτού του καθεστώτος δεν αντιλαμβάνεται ότι κάθε προσπάθεια να καταπνίξει οποιαδήποτε μορφή έκφρασης και επικοινωνίας προορίζεται να ναυαγήσει σε μεγάλο βαθμό.

Να κατεδαφίσουμε το κύκλωμα της διαφοροποίησης !!! Να απελευθερώσουμε το διεθνές φυλακισμένο προλεταριάτο!!! Πόλεμος στην ρύθμιση της εξόντωσης !!! Πόλεμος στο άρθρο 90 !!! Να κλείσουμε με κάθε μέσο τα τμήματα μακρού ελέγχου !!! Να δώσουμε φωνή στους μαζικούς επαναστατικούς οργανισμούς, οικοδομώντας την επαναστατική κοινωνική επικοινωνία μέσα στον αγώνα, για την κατασκευή του προγράμματος μετάβασης στην κυριαρχία!!!
Πόλεμος στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο !!! Πόλεμος στο Νατο!!! Πόλεμος στην προληπτική αντεπανάσταση!!! Πόλεμος στην εφαρμογή του σχεδίου εκδίωξης του εργατικού δυναμικού !!! Πόλεμος στη νέα οργάνωση της εργασίας !!! Πόλεμος στον επαναπροσδιορισμό-σιδηρά κυβέρνηση της αγοράς εργασίας !!! Πόλεμος στο σχέδιο διαφοροποιημένης συμπίεσης του κόστους κοινωνικής αναπαραγωγής !!!
Τιμή στον σύντροφο Lucio Di Giacomo.
Τιμή σε όλους τους πεσόντες μαχητές για τον κομουνισμό.

Για τον κομουνισμό-Per il comunismo.
ερυθρές Ταξιαρχίες για το χτίσιμο του κομουνιστικού μαχόμενου κόμματος-Brigate rosse per la costruzione del Pcc

25-1-82

 

http://www.sebbenchesiamodonne.it/campagna-dozier-comunicato-n-5/

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

μιλά ο Salvatore Ricciardi στην κατάληψη Terra Incognita

Per Comp greci για τους έλληνες Συντρόφους

= ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ –

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στις γειτονιές της Ρώμης που εκείνη την εποχή ήταν πολύ πολιτικοποιημένες και αριστερές: Garbatella και Testaccio, έγιναν σήμερα γειτονιές μικρής- μεσαίας αστικής τάξης και ψυχαγωγίας. Η γέννησή μου συνέπεσε με την αρχή εκείνης της σφαγής στην οποία το καθεστώς έριξε τη χώρα, τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Ένας πόλεμος, πέρα από μια μεγάλη σφαγή, είναι επίσης μια θύελλα κοινωνικής κινητικότητας. Φτωχοποιεί κάποιους και πλουτίζει άλλους. Όσοι πλουτίζουν είναι οι πιο έξυπνοι, εκείνοι που δεν έχουν ενδοιασμούς, αυτοί που είναι διατεθειμένοι να κλέψουν από τους νεκρούς, να εκμεταλλευτούν την πείνα και τη δυστυχία των άλλων. Μετά από κάθε πόλεμο εμφανίζονται τα χειρότερα στοιχεία της ανθρωπότητας, εκείνοι που γίνονται η νέα άρχουσα τάξη χρήσιμη στην διατήρηση της καπιταλιστικής τάξης.

Στις γειτονιές ήταν συνεχείς οι βίαιες επιθέσεις από ιδιοκτήτες κτιρίων (επιχειρηματίες εργολάβοι) οι οποίοι, σε συνεργασία με τους διοικητικούς διαχειριστές της πόλης, έκλεβαν εκείνο τον λίγο πράσινο και ελεύθερο χώρο που υπήρχε.

Η παραμορφωμένη ανάπτυξη της δεύτερης μεταπολεμικής περιόδου προκάλεσε μια μαζική μετανάστευση στη δεκαετία του ’51 -61: ο Νότος παρουσίαζε ένα αρνητικό δημογραφικό ισοζύγιο 1.700.000 μονάδων. Ο πληθυσμός στο νότο μειώνονταν. Ταυτόχρονα, η πόλη του Τορίνο αύξανε τον πληθυσμό της κατά 50% και η Fiat πολλαπλασίαζε τους υπαλλήλους της από 50.000 στη δεκαετία του ’50 σε 128.000 το 1968, σε 140.000 το ’69. Στη δεκαετία μεταξύ του ’52 και του ’62, περίπου 15.000.000 ιταλοί, περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού, άλλαξαν διαμονή. Ποτέ δεν υπήρξε, μια τόσο μεγάλη κινητικότητα, στη χώρα.

= ΞΑΝΑΡΧΙΖΕΙ Η ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ –

Η δεκαετία του ’50 υπήρξαν χρόνια σκληρής κυβερνητικής καταπίεσης και από τους εργοδότες, η κυβέρνηση ήθελε να εξαλείψει την ταξική σύγκρουση, χτυπώντας τα αριστερά συνδικάτα (Cgil), τo KKI- PCI και το ΣΚΙ-PSI με κάθε δυνατό τρόπο.

Η πρώτη διαδήλωση στην οποία πήρα μέρος τους πρώτους μήνες των χρόνων Εξήντα ήταν κατά της κυβέρνησης Tambroni, όταν οι Χριστιανοδημοκράτες (DC) προσπάθησαν να «ανοιχτούν προς τα δεξιά», τους φασίστες και τους μοναρχικούς.

Πιθανότατα αυτά ήταν τα χαρτιά που έριχνε στο τραπέζι η DC για να πείσει τους σοσιαλιστές να εισέλθουν στον κυβερνητικό χώρο (κεντροαριστερή υπόθεση) τηρώντας ορισμένες προϋποθέσεις: βοήθεια στις επιχειρήσεις, πολιτικές στενότητας για τους προλετάριους και πίστη στον ατλαντισμό, διαφορετικά ήταν έτοιμη η συμμαχία με τους φασίστες και τους μοναρχικούς. Ίσως υπήρχε και το χεράκι του Βατικανού και του Λευκού Οίκου.

Ο Tambroni παρουσιάζεται στην βουλή για να εγκαταστήσει μια μειοψηφική κυβέρνηση με μόνη την DC, αλλά αποκτά τις ψήφους του Msi (κατά γενική ομολογία πρώην φασίστες). Ένταση στη χώρα, και οι φασίστες θέλουν να την καβαλήσουν διοργανώνοντας το συνέδριο του κόμματος στη Γένοβα, χρυσό μετάλλιο της αντίστασης, κόκκινη και εργατική πόλη. Το εργατικό Κέντρο καλεί σε απεργία και πορεία στις 30 ιουνίου η οποία ολοκληρώνεται με συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας, με αυτή την τελευταία να τα βρίσκει σκούρα και τον διοικητή των ομάδων ταχείας επέμβασης-celere (ομάδες αστυνομικών που εκπαιδεύονται να εφορμούν στις διαδηλώσεις) να καταλήγει, heheheh, μέσα στα νερά του συντριβανιού της Piazza De Ferrari. Το Msi αναγκάζεται να ακυρώσει το συνέδριο.

Οι συγκρούσεις συνεχίζονται σε ολόκληρη τη χώρα ενάντια στην κυβέρνηση Tambroni. Στις 6 ιουλίου στη Ρώμη συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας η οποία μάλιστα επιτίθεται στην κεφαλή της πορείας που σχηματίστηκε από παρασημοφορημένους παρτιζάνους, την προηγούμενη ημέρα, στις 5 ιουλίου, η αστυνομία πυροβολεί στην Licata (Σικελία) και σκοτώνει τον Vincenzo Napoli, 25 χρόνων, τραυματίζοντας σοβαρά άλλους είκοσι τέσσερις διαδηλωτές. Στις 7 Ιουλίου, στο Reggio Emilia, η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 5 διαδηλωτές: τον Afro Tondelli (35χρονο εργάτη παρτιζάνο της 76° Sap), τον Lauro Farioli, 22 χρόνων, τον Marino Serri, 41 χρόνων [παρτιζάνο της 76ης Ταξιαρχίας], τον Ovidio Franchi (έναν 19χρονο εργάτη), τον Emilio Reverberi (39 ετών, εργάτη, είχε απολυθεί επειδή ήταν κομμουνιστής το 1951 από τις Officine Meccaniche Reggiane, παρτιζάνος στην 144η Ταξιαρχία).

Στο Palermo η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 4 άτομα, 40 τραυματίστηκαν, 300 προσήχθησαν: τον Francesco Vella (42 ετών, μάστορα οικοδόμο και οργανωτή των οικοδομικών συνδικάτων την ώρα που βοηθούσε ένα νεαρό), τον Giuseppe Malleo (16 ετών, οικοδόμο μαθητευόμενο, στρατευμένο στην κομμουνιστική νεολαία, πέθανε στις 29 δεκεμβρίου. Σκοτώνεται επίσης ο Andrea Gangitano, άνεργος 18χρονος χειρωνάκτης. Την Rosa Barbera 53 χρόνων βρίσκει μια σφαίρα την ώρα που έκλεινε τα παραθυρόφυλλα. Οι τραυματίες από πυροβόλα όπλα είναι 40. Στην Catania, ο Salvatore Novembre, 19 χρόνων, άνεργος, σφαγιάζεται από χτυπήματα γκλομπ στην πλατεία Stesicoro. Καταρρέει αιμόφυρτος στη γη. Ενώ χάνει τις αισθήσεις του ένας αστυνομικός τον πυροβολεί επανειλημμένα, σκόπιμα. Ένα, δύο, τρία χτυπήματα τον μακελεύουν, μέχρι το σημείο να καταστεί αγνώριστος. Η αστυνομία εμποδίζει, με τα αυτόματα στα χέρια, όλους εκείνους που θέλουν να βοηθήσουν τον νεαρό ο οποίος, καθώς το αίμα απλώνεται επάνω στο πεζοδρόμιο, σβήνει αργά.

Κόστισε 11 νεκρούς, δεκάδες και δεκάδες τραυματιών, εκατοντάδες συλλήψεων αυτή η μανούβρα της Dc.

= PIAZZA STATUTO 1962  –

Τα υψηλότερα σημεία της επανάληψης της ταξικής σύγκρουσης έλαβαν χώρα στο Τορίνο τον ιούνιο του 1962 με 24ωρη εθνική απεργία που κήρυξαν τα τρία συνδικάτα Fiom, Fim, Uilm. Μετά από σχεδόν εννέα χρόνια εκφοβισμού του Valletta (προέδρου Fiat), οι εργάτες της Fiat «έσπασαν τον πάγο», όπως λένε εδώ, και κατέβηκαν σε απεργία με όλους τους άλλους μεταλλουργούς. Μεταρρυθμίζεται το εργατικό μέτωπο; Μεταρρυθμίζεται η εργατική ενότητα; Είναι μοναχά ανταρσία ή είναι και συνειδητοποίηση; Ο Valletta κλείνει τη Fiat για 48 ώρες στις 25 ιουνίου. Πρόκειται για ένα  lockout. O Valletta έχει καταλάβει ότι πρέπει να διακόψει την εργατική ανάκαμψη, πρέπει να ηρεμήσει την κατάσταση. Το κατάλαβε αυτό νωρίτερα και καλύτερα από το PCI και την Cgil. 26 ιουνίου, τώρα τα νέα είναι σαφέστερα: η Fiat έχει κλείσει και θα πληρώσει μόνο το έκτακτο των 27.000 λιρετών σε όλους. «Οι Agnelli και Valletta αποδρούν μπροστά στον αγώνα των εργατών», γράφει ένα άρθρο της «Unita». 27 ιουνίου, μια άλλη ημέρα απεργίας και πικετοφοριών μπροστά στη Fiat, στα μεσαία και μικρά εργοστάσια.

Στις 7 ιουλίου, η Fiom και η Fim κηρύττουν απεργία όλων των μεταλλουργών του Τορίνο. Έξω από το Mirafiori και τα άλλα εργοστάσια σημειώθηκαν βίαιες συγκρούσεις μετά τις πικετοφορίες, οι εργάτες μπλοκάρουν τις εισόδους, αναποδογύρισαν αυτοκίνητα και χτύπησαν μερικά ηγετικά στελέχη της διοίκησης χωρίς η αστυνομία να καταφέρει να ελέγξει την κατάσταση. Στη διάρκεια του πρωινού υπήρξε η φήμη ότι η Uil και η Sida, το «κίτρινο» εργοδοτικό συνδικάτο, είχαν φτάσει σε ξεχωριστή συμφωνία με τη διοίκηση της Fiat. Μετά από αυτό 7000 εργάτες, σε απόγνωση από αυτήν την είδηση, συγκεντρώθηκαν το απόγευμα στην πλατεία Statuto μπροστά στην έδρα της Uil. Για δύο ημέρες εκείνη η πλατεία υπήρξε θέατρο μιας εκπληκτικής σειράς συγκρούσεων μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας: η πρώτοι, οπλισμένοι με σφεντόνες, ραβδιά και αλυσίδες. Βιτρίνες και παράθυρα σπασμένα, στοιχειώδη οδοφράγματα, τα κορδόνια της αστυνομίας δέχονται επανειλημμένες επιθέσεις, οι αστυνομικοί απαντούν εφορμώντας στα πλήθη με τα τζιπ, πνίγοντας την πλατεία με δακρυγόνα και χτυπώντας τους διαδηλωτές με τα κοντάκια των τουφεκιών. Οι συγκρούσεις παρατείνονται μέχρι αργά το βράδυ τόσο σάββατο 7 όσο δευτέρα 9 ιουλίου 1962. Χίλιοι διαδηλωτές συλλαμβάνονται από την αστυνομία και πολλοί μηνύονται.Οι εφημερίδες και ιδιαίτερα η «La Stampa» (εφημερίδα του Τορίνο) ξεσπούν ενάντια στους διαδηλωτές.

Τα συνδικάτα, το Psi και τo Pci, όλοι συμφώνησαν ότι οι συγκρούσεις υπήρξαν το αποτέλεσμα της δράσης «προβοκατόρων». Ο Diego Novelli, ο μελλοντικός κομμουνιστής δήμαρχος του Τορίνο, δήλωσε ότι πολλοί νεαροί είχαν λάβει 1500 λιρέτες και τσιγάρα για να δημιουργήσουν ταραχές στην πλατεία. Ωστόσο, όταν έφτασε η ημέρα της δίκης, ήταν δύσκολη η αποφυγή της ανησυχητικής αλήθειας: η συντριπτική πλειοψηφία όσων συμμετείχαν στις ταραχές της piazza Statuto ήταν νεαροί εργάτες, εκ των οποίων τουλάχιστον οι μισοί ήταν νότιοι.       [Dario Lanzardo, La rivolta di Piazza Statuto- η εξέγερση της Πλατείας Statuto, 1979]

*Τα παιδιά του ιουλίου ’60 έφεραν το θυμό τους μέχρι μέσα στις θέσεις εργασίας τους, τώρα, το ’62, η ίδια γενιά έφερνε τον θυμό από το εργοστάσιο στους δρόμους. Ένα χρόνο αργότερα, τον οκτώβριο του ’63, η τάξη και η παραγωγή της Fiat ανατράπηκε από τις απεργίες των «αγριόγατων» – a «gatto selvaggio».

 

= Το πολιτικό σημείο αναφοράς μου υπήρξε η ομάδα και το περιοδικό «Quaderni Rossi» (Q.R.). που ιδρύθηκε το 1961, σύντροφοι και συντρόφισσες προερχόμενες από πολλές οργανώσεις (Cgil, Psi, Pci) και διάφορους άλλους χώρους προσχώρησαν σε αυτήν. Το ενδιαφέρον που τους ένωνε αφορούσε την ανάλυση της ταξικής πάλης στο εργοστάσιο και της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας, καθώς και ο επείγον χαρακτήρας του προβληματισμού σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα του μαρξισμού, τα οποία μέχρι τότε παρέμεναν βαλσαμωμένα από τις μοσχοβίτικες προσεγγίσεις που έδιδαν προτεραιότητα στη βιομηχανική πρόοδο και την τεχνολογική ανάπτυξη. Αλλά η εργατική ανάκαμψη με τους αγώνες των αρχών της δεκαετίας του ’60 έδειχνε την δυσανεξία των εργαζομένων σε αυτά τα δόγματα. Ήταν ζήτημα διερεύνησης των μορφών καπιταλιστικής κυριαρχίας επί του εργατικού δυναμικού (ο Panzieri, ο κορυφαίος θεωρητικός του Q.R. την χαρακτηρίζει: » δεσποτισμό του κεφαλαίου»). Οι αναλύσεις παράγουν μεγαλύτερη σαφήνεια για το στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης: το κεφάλαιο υποβάλλει την «τεχνολογική ορθολογικότητα» στα δικά του συμφέροντα για να ενισχύσει την κυριαρχία του σε βάρος της εργατικής δύναμης που μειώνεται όλο και περισσότερο σε δουλεία. Από εδώ, ξεκινά η προσπάθεια συνάντησης με την εργατική υποκειμενικότητα. Η εργατική έρευνα είναι το χρήσιμο εργαλείο για αυτή τη συνάντηση, σκοπός της οποίας είναι να εξακριβωθεί το πραγματικό επίπεδο συνείδησης των εργαζομένων. Συνεπώς, πρέπει να διεξάγεται με την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων ( συνέρευνα-conricerca) για τον προσδιορισμό των στόχων της πολιτικής παρέμβασης. Ο στόχος είναι να επιτευχθεί ο εργατικός έλεγχος στο σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας, είναι επομένως απαραίτητο να δημιουργηθούν τα εργατικά εργαλεία για την άσκηση αυτού του ελέγχου και είναι αμέσως σαφές ότι το συνδικάτο δεν είναι κατάλληλο για το έργο αυτό. Από την γέννηση του το συνδικάτο θεωρεί τη δομή του πάγιου κεφαλαίου ως «αντικειμενική» και «ορθολογική», αφιερώνεται να διορθώσει τις στρεβλώσεις και τις αδυναμίες του κεφαλαίου, πιέζοντας την κυβέρνηση να κατευθύνει τις επενδύσεις για να ανταμείψει τα υψηλότερα επίπεδα καπιταλιστικής ορθολογικότητας.

= Για τον Panzieri το καθήκον της επαναστατικής οργάνωσης είναι να επεξεργαστεί τη σοσιαλιστική στρατηγική, προϋπόθεση της οποίας είναι η εργατική απόρριψη της μισθωτής εργασίας την οποίαν αρχίζουν να ασκούν πρακτικά τομείς της εργατικής τάξης, επινοώντας νέες μορφές αγώνα. Το καθήκον της οργάνωσης είναι να υποδείξει τις νέες κομμουνιστικές αξίες για τη μετατροπή της εργατικής συνείδησης. Μια διαδικασία μετασχηματισμού που δεν μπορεί να οριστεί εκ των προτέρων από την οργάνωση αλλά καθορίζεται από το επίπεδο του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης.

“Το επίπεδο της τάξης εκφράζεται όχι ως πρόοδος αλλά ως ρήξη, όχι ως «αποκάλυψη» της μασκαρεμένης ορθολογικότητας που είναι εγγενής στην παραγωγική διαδικασία, αλλά ως χτίσιμο μιας ριζικά νέας ορθολογικότητας και αντίθετης προς την ορθολογικότητα που ασκείται από τον καπιταλισμό”.

[Raniero Panzieri, Sull’uso capitalistico delle macchine – Περί της καπιταλιστικής χρήσης των μηχανών 1961]

 

«Οι συνδικαλιστικές μάχες του ’62 και τα γεγονότα στην piazza Statuto έδειξαν ότι τα όνειρα μιας αρμονικής κοινωνικής ανάπτυξης που παράγεται από το «οικονομικό θαύμα» ήταν λαθεμένα. Αν από τη μία πλευρά η «έκρηξη» (επιταχυνόμενη καπιταλιστική ανάπτυξη) ευνοούσε έναν μεγαλύτερο ατομικισμό και διευκόλυνε την αφομοίωση από πλευράς του προλεταριάτου των κυρίαρχων αστικών αξιών, από την άλλη ήταν η αιτία της συνάντησης των νότιων νεαρών με τους βόρειους εργάτες και την παράδοση της Αντίστασης. Αυτή η συνάντηση είχε εκρηκτικές συνέπειες, και έδειξε πως οι ανατρεπτικές παρορμήσεις των ιταλικών λαϊκών τάξεων ήταν μακράν από το να έχουν εξαφανιστεί». [Paul Ginsborg, Storia d’Italia dal dopoguerra a oggi – Ιστορία της Ιταλίας από μετά τον πόλεμο μέχρι σήμερα 2006]

 

= Η πρόσβαση-προσέγγιση των αναλύσεων εκείνης της περιόδου θα εξαπλωθεί παντού και θα αφορά σημαντικά ζητήματα όπως τη ΜΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ – στην πράξη αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν δυνατόν να πάρουμε τα καπιταλιστικά εργοστάσια και, γενικότερα, την παραγωγή έτσι όπως είναι, και να κάνουμε όλο αυτό εργαλείο για την ευημερία όλων και για ένα άλλο κοινωνικό μοντέλο. Το εργοστάσιο, η τεχνολογία, οι μηχανές, η επιστήμη είναι λειτουργικές για να παράγουν κέρδη και εξουσία για τους κυρίους-τα αφεντικά και εργατική δουλεία. ΄Έτσι και το σχολείο και η έρευνα. Όλα θα πρέπει να μετατραπούν ριζικά.

Μια ανάλυση που θέτει στο κέντρο της ταξικής σύγκρουσης την παραγωγή που πρέπει να μετασχηματιστεί, δηλαδή την καρδιά του καπιταλισμού, πολύ περισσότερο από τη διανομή. Δεν έχει κανένα νόημα να συνεχίζουμε να παράγουμε όπλα, δηλητήρια και εργαλεία θανάτου και καταστροφής και στη συνέχεια να κατανείμουμε τα κέρδη πιο ομοιόμορφα μεταξύ των τάξεων. Αυτό σημαίνει αποδοχή υποταγής στο κεφάλαιο. Αυτή ήταν η λογική των ρεφορμιστικών κομμάτων.

 

= Η άλλη προσέγγιση είναι η ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ μιας και αυτό θεωρεί την καπιταλιστική δομή ένα αντικειμενικό γεγονός, μέσα στο οποίο θα πρέπει να επιτύχει έναν καλύτερο ρόλο, μια καλύτερη κατάσταση εργασίας. Και επίσης κριτική για την ακινησία των συνδικάτων και την λήψη αποφάσεων από την κορυφή προς τα κάτω. Οι εσωτερικές Επιτροπές, οι οποίες κατέστησαν «parlamentini-πολιτικοί οργανισμοί μειωμένης σημασίας» των διαφόρων συνδικαλιστικών οργανώσεων, κρίνονταν ανεπαρκείς. Προτείναμε φιγούρες αντιπροσώπων παρόμοιες με τον «shop-stewart», τον «εκπρόσωπο της μονάδας» των αγγλικών εργοστασίων, αλλά με ευρύτερες, πιο πολιτικές εξουσίες. Ένας «εκπρόσωπος της μονάδας»- «delegato di reparto» που εκλέγεται απευθείας από τους εγγεγραμμένους και μη εγγεγραμμένους εργαζόμενους, «όλοι ψηφοφόροι και όλοι επιλέξιμοι», ο οποίος γίνονταν κομιστής των απαιτήσεων της βάσης όχι μόνο για τα προβλήματα της μονάδας, αλλά για όλα εκείνα του εργοστασίου, της κατηγορίας της εταιρείας και της κοινωνίας ως σύνολο, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Σε πολλά εργοστάσια οι αντιπρόσωποι εξαπλώθηκαν και οδήγησαν σε μια μεγάλη στράτευση-δέσμευση τομέων της τάξης και για την υποστήριξη στους αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες.

 

*Εγώ μόλις τελείωσα τα 5 χρόνια στο βιομηχανικό τεχνικό Ινστιτούτο βρήκα εργασία σε ένα εργοτάξιο μιας μεγάλης εταιρείας που έχτιζε βιομηχανικά κτίρια. Εκείνα τα χρόνια, μόλις τελειώναμε το σχολείο πηγαίναμε αμέσως να δουλέψουμε. Στις εργοτάξιο εργαζόμασταν από δευτέρα έως σάββατο, και επίσης την κυριακή το πρωί. Έμεινα εκεί λίγο παραπάνω από δύο χρόνια και εκεί γνωρίστηκα με τις πρώτες μορφές εργατικού αγώνα, την απεργία και την πικετοφορία. Άφησα το εργοτάξιο για να πάω να δουλέψω στους Σιδηροδρόμους του κράτους, ένα πολύ πολιτικοποιημένο περιβάλλον συντρόφων και εκεί ασκούσα συνδικαλιστική και πολιτική δραστηριότητα. Το καλοκαίρι του ’71, με την αριστερή πτέρυγα της Cgil, πραγματοποιήσαμε συνελεύσεις σιδηροδρομικών για να ξεκινήσουμε μια μάχη σχετικά με το ωράριο εργασίας και την ασφάλεια στο χώρο εργασίας. Το συνδικάτο στάθηκε αντίθετο, έτσι δημιουργήσαμε την Cub [επιτροπή βάσης] των σιδηροδρομικών της Roma Termini, η οποία επεκτάθηκε αμέσως στις άλλες σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις της Ρώμης και έγινε η Cub των σιδηροδρομικών της Ρώμης, αποκτώντας σημασία και χώρο στις εφημερίδες λόγω της απεργίας 48 ωρών που καλέστηκε από την Cub ξεκινώντας από τις 9 μ.μ. της 7ης αυγούστου. Η απεργία πέτυχε παρά την, αποτυχημένη, προσπάθεια να οργανωθεί απεργοσπαστισμός από τα λεγόμενα ενωσιακά συνδικάτα. Η γέννηση ενός σώματος «αυτοοργανωμένου» όπως η Cub, διεγείρει στην ρωμαϊκή πραγματικότητα τον σχηματισμό οργανισμών «αυτοοργανωμένων» σε εργατικές δομές όπως Νοσοκομειακών (Policlicico Umberto I), Enel [ενέργεια], Sip (τηλέφωνο), ρωμαϊκά Αεροδρόμια και πολλές άλλες ακόμη και στις γειτονιές.

= ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ – Η δεκαετία του 1960 ήταν γεμάτη αντιαποικιακούς αγώνες για εθνική απελευθέρωση – Κούβα 1958 – Αλγερία το 1962 και μεγάλο μέρος της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.

Εκείνα τα χρόνια, οι εκμεταλλευόμενοι στις βιομηχανικές χώρες και οι καταπιεσμένοι από τις αποικισμένες περιοχές, οι τελευταίοι της γης, ξεκινούσαν μια ισχυρή πίεση, σε έκταση και βάθος μεταξύ των σημαντικότερων της σύγχρονης εποχής. Είχαν σταματήσει να υπομένουν στη σιωπή και, όπως προέτρεπαν τα πρώτα λόγια του ύμνου της Διεθνούς: «debout les damnés de la terre»- »ξεσηκωθείτε κολασμένοι της γης’‘, σηκώθηκαν στα πόδια τους, με χιλιάδες προβλήματα και αντιφάσεις, αλλά ήθελαν να οδηγηθούν προς την απελευθέρωσή τους, και μεγάλο μέρος των νέων γενεών των ευρωπαϊκών χωρών επιθυμούσε να σταθεί στο πλάι τους, όχι μόνο με την αλληλεγγύη.

 

* Εμείς οι νέοι εκείνων των χρόνων ζούσαμε τα ζητήματα της εργασίας και τα διεθνή με τρόπο αλληλένδετο. Ένα σύνθημα που εξαπλώθηκε εκείνες τις μέρες ήταν το εξής: «Agnelli (ή ένας άλλος ιδιοκτήτης εταιρείας) έχεις το Βιετνάμ μες το συνεργείο «. Με αυτή την έννοια είχαμε αποδεχτεί το μήνυμα του «Τσε» «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna-Να δημιουργήσουμε δυο, τρία πολλά Βιετνάμ, αυτό είναι το σύνθημα!”

 

= Ο “Τσε”     Τι μπορούμε να προσθέσουμε που δεν έχει ήδη γραφτεί για τον Che;

Οι επιλογές της ζωής του μας σημάδεψαν όπως τα πολιτικά του μονοπάτια. Η δύναμη του Τσε ήταν ότι σφράγισε άρρηκτα τις επιλογές της ζωής με τα επαναστατικά του ιδανικά. Η συνέπεια υπήρξε το πιο συναρπαστικό στοιχείο της διδασκαλίας του, εκείνη που αγνοήθηκε περισσότερο από το πολιτικό περιβάλλον και της αριστεράς. Μπορούσαμε να ενθουσιαστούμε για μια περιπετειώδη ζωή, αλλά δεν μπορούσαμε να προσποιηθούμε πως αγνοούσαμε ότι εκείνη τη ζωή ο Τσε την είχε αφιερώσει σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο που είχε εξηγήσει χίλιες φορές με χιλιάδες τρόπους, τα λόγια του δεν επέτρεπαν παρερμηνείες, δισταγμό, αναποφασιστικότητα:

Η αλληλεγγύη του προοδευτικού κόσμου με τον λαό του Βιετνάμ έχει την ίδια γεύση της πικρής ειρωνείας που είχε για τους μονομάχους του τσίρκου η προτροπή της πλέμπας, δεν μιλάμε να ευχόμαστε τη νίκη στο θύμα, αλλά να μοιραζόμαστε τη μοίρα του: να πάμε μαζί του στο θάνατο ή στη νίκη. […] Και οι αγώνες δεν θα είναι απλές μάχες στο δρόμο, πέτρες ενάντια σε δακρυγόνα, ούτε γενικές ειρηνικές απεργίες, ούτε θα είναι ο αγώνας ενός εξοργισμένου λαού που καταστρέφει τον κατασταλτικό μηχανισμό μέσα σε δύο ή τρεις μέρες, θα είναι ένας μακρύς, αιματηρός αγώνας […] Και ημών εκμεταλλευόμενων του κόσμου, ποια είναι η θέση μας, ποιο είναι το καθήκον μας; Τι πρέπει να κάνουμε; Να επιτεθούμε σκληρά, αδιάκοπα σε κάθε σημείο της αντιπαράθεσης, πρέπει να είναι η γενική τακτική των λαών. […] Από την άλλη οι αυτόχθονες μπουρζουαζίες έχουν χάσει κάθε ικανότητα να αντιταχθούν στον ιμπεριαλισμό – εάν ποτέ την είχαν  – […] Δεν υπάρχουν άλλες αλλαγές να γίνουν: ή σοσιαλιστική επανάσταση ή μια καρικατούρα επανάστασης.

Η διαφορά μεταξύ της πρότασης του Τσε και της σκέψης που μας έρχονταν από το Κκι και τη Μόσχα ήταν τεράστια: ο Che παρότρυνε να έχουμε πάντα μια διεθνή ματιά, να εκτιμούμε ότι η σύγκρουση μεταξύ του ιμπεριαλισμού και των λαών σε μάχη ήταν ήδη σε εξέλιξη, ήταν πολύπλοκη και παγκόσμια. Ως εκ τούτου, για να συμμετάσχουμε στον αγώνα για την αλλαγή στις τύχες του κόσμου ήταν απαραίτητο να ανοίξουμε ένα αντάρτικο μέτωπο οπουδήποτε κι αν βρισκόμασταν, ακόμα κι αν οι συνθήκες για τη νίκη δεν ήταν βέβαιες-σίγουρες.

Ο Τσε πρότεινε ένα είδος αντάρτικης διεθνούς, όχι ένα συγκεντρωτικό κόμμα όπως η Τρίτη Διεθνής, αλλά μια διαφοροποιημένη και ισχυρά αλληλέγγυα περιοχή. Η Tricontinental θα έπρεπε να είναι ο πυρήνας εκείνου του είδους αντάρτικης διεθνούς, η οποία ξεκίνησε το ταξίδι της με το ραντεβού της Αβάνας από τις 3 έως τις 15 ιανουαρίου ’66, »τη Διάσκεψη Αλληλεγγύης των Λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής», και ξεκινούσε την Ospaaal (Οργάνωση Αλληλεγγύης των λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής). Το μήνυμα του Τσε προς την Tricontinental: «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna!» δημοσιεύονταν στις 16 απριλίου του ’67. Εμφανίστηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού ‘Tricontinental’ τον ιούλιο-αύγουστο του ’67 και έγινε, μετά από τη δολοφονία του δύο μήνες αργότερα, στις 9 οκτωβρίου, η πολιτική του διαθήκη.

Για λίγα χρόνια το περιοδικό, που εκδόθηκε στην Αβάνα σε τέσσερις γλώσσες: ισπανικά, αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά (διανεμήθηκε στην Ευρώπη από τις εκδόσεις Maspero του Παρισιού και από το βιβλιοπωλείο Feltrinelli στο Μιλάνο), διαδραμάτισε αναντικατάστατο ρόλο πληροφόρησης για τους επαναστατικούς αγώνες και απελευθέρωσης στις τρεις ηπείρους, καθώς και καταγγελίας της στρατιωτικής επιθετικότητας και της πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής παρέμβασης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και της Δυτικής Ευρώπης ενάντια στον Τρίτο κόσμο. Το μίσος ως παράγοντας πάλης, το αδιάλλακτο μίσος για τον εχθρό, που ωθεί τον άνθρωπο πέρα από τα φυσικά όρια και τον μετατρέπει σε μια αποτελεσματική, βίαιη, επιλεκτική και ψυχρή μηχανή για να σκοτώσει. Οι στρατιώτες μας πρέπει να είναι έτσι, ένας λαός χωρίς μίσος δεν μπορεί να θριαμβεύσει επί ενός βίαιου εχθρού. [Τσε, δημιουργήστε δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ]

 

* Πολύ δημοφιλές τραγούδι ανάμεσα στους συντρόφους και τις συντρόφισσες εκείνη την εποχή:

-Όλος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη, / η Λατινική Αμερική μάχεται, / ο ένοπλος αγώνας κερδίζει στην Ινδοκίνα, / όλοι οι λαοί στον κόσμο αποκτούν συνείδηση / και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη σωστή βία. Συνεπώς: τι θέλεις περισσότερο σύντροφε, για να καταλάβεις / ότι σήμανε η ώρα του τουφεκιού; [Pino Masi, L’ora del fucile, η ώρα του τουφεκιού 1971]

 

= το 1968-   «Δεν είναι δυνατόν, σε μια ιστορική κρίση μας, να διαχωρίζουμε αυστηρά το τι συνέβη το 1969 από όλα όσα συνέβησαν το 1968, δηλαδή από το κλίμα συλλογικής κινητοποίησης και μιας ισχυρής αναβίωσης της κοινωνικής σύγκρουσης (και εργατικής) που είχε εκραγεί εκείνο το έτος. Όχι μόνο επειδή το ’68 ήταν πράγματι διάσπαρτο από σημαντικούς αγώνες στο εργοστάσιο (από την Pirelli του Μιλάνο μέχρι το χημικό κόμβο του Porto Marghera, για να αναφέρουμε μόνο τους πιο σημαντικούς), αλλά διότι υπήρξε μια συνεχής, σταθερή κυκλικότητα εμπειριών μεταξύ σπουδαστών και εργατών, με το σχηματισμό μεταξύ άλλων συλλογικοτήτων και επιτροπών βάσης με μικτή συμμετοχή (λίγο στο παράδειγμα των γαλλικών «comités d’action»).

[Marco Scavino, L’anno degli operai, το έτος των εργατών 2001]

= Το κίνημα του 68, του 69 και των επόμενων ετών είναι ποικίλo και πολύμορφο. Μέσα σε αυτό το κίνημα γεννιούνται οι οργανώσεις: Potere Operaio, Lotta Continua, Il Manifesto, Avanguardia Operaia και άλλες. Στο Μιλάνο η Μητροπολιτική Πολιτική Κολεκτίβα (CPM) γεννιέται στις 8 σεπτεμβρίου 1969, προωθούμενη από την CUB Pirelli, από την GdS (ομάδα μελέτης) Sit-Siemens, από την GdS IBM, από κάποιες κολεκτίβες εργατών- φοιτητών, από ομάδες συντρόφων της Alfa Romeo, της Marelli, των Κρατικών τηλεφώνων, της οργάνωσης φοιτητικό Κίνημα-del Movimento studentesco, καθώς και από αγωνιστές χωρίς οργάνωση. Το CPM θα είναι ακριβώς ο αρχικός πυρήνας από τον οποίο, μέσω διαφόρων μετασχηματισμών, οι BR-ΕΤ θα γεννηθούν και θα αναπτυχθούν.

* Και στη Ρώμη με άλλους συντρόφους/ισσες, μετά την επίθεση καταστολής κατά τα έτη ’73 και ’74, όχι μόνο προς τις οργανωμένες ομάδες των συντρόφων/ισσών αλλά και προς τους αγώνες εργοστασίων και γειτονιών, σκεφτήκαμε ότι έφτασε η στιγμή να σχετιστούμε με την άνοδο του ύψους της σύγκρουσης που αποφασίστηκε από το κράτος, έτσι δημιουργούμε επαφές με τις Br. Η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br σχηματίζεται το 1976, αναπτύσσοντας τον ένοπλο αγώνα στις βιομηχανικές δραστηριότητες των «υπηρεσιών» (σιδηρόδρομοι, ηλεκτρισμός, τηλέφωνα, νοσοκομεία) και στις γειτονιές της μητρόπολης.

 

= Στα χρόνια του Εβδομήντα και Ογδόντα περισσότερες από 250 ένοπλες ονομασίες-ομάδες ήταν ενεργές, 36.000 πολίτες διερευνήθηκαν για ένοπλη μπάντα και 6.000 από αυτούς καταδικάστηκαν σε δεκαετίες φυλάκισης, και 7.866 επιθέσεις καταγράφηκαν σε πράγματα και 4.290 σε ανθρώπους.

 

 

=Καταγωγή του ένοπλου Αγώνα, μερικές θέσεις που παρήχθησαν από τις εν τη γενέσει Κόκκινες Ταξιαρχίες:

Τον αγώνα στο εργοστάσιο πρέπει να τον δούμε «μέσα στο ευρύτερο κίνημα της ταξικής πάλης σε παγκόσμιο επίπεδο, και στις ευρωπαϊκές της διαρθρώσεις».
Όσον αφορά το έδαφος του αγώνα καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως «πάνω απ ‘όλα στον μητροπολιτικό χώρο ο ταξικός αγώνας τίθεται με επαναστατικούς όρους των οποίων η διέξοδος αντιπροσωπεύεται από την ΕΝΟΠΛΗ ΛΑΙΚΗ ΠΑΛΗ».

«Εμείς βλέπουμε στην προλεταριακή αυτονομία το ενοποιητικό περιεχόμενο των αγώνων των φοιτητών, των εργατών και των τεχνικών που επέτρεψαν το ποιοτικό άλμα 1968-69. Η αυτονομία δεν είναι ένα φάντασμα ή μια κενή φόρμουλα στην οποία σήμερα, μπροστά στην αντεπίθεση του συστήματος, οι νοσταλγοί των περασμένων αγώνων προσκολλώνται. Η αυτονομία είναι το κίνημα απελευθέρωσης του προλεταριάτου από τη συνολική ηγεμονία της μπουρζουαζίας, και συμπίπτει με την επαναστατική διαδικασία. Από αυτή την άποψη η αυτονομία δεν είναι σίγουρα κάτι νέο, μια εφεύρεση της τελευταίας ώρας, αλλά μια πολιτική κατηγορία του επαναστατικού μαρξισμού, υπό το φως της οποίας θα αξιολογηθεί η συνοχή και η κατεύθυνση ενός μαζικού κινήματος.

Αυτονομία από: αστικούς πολιτικούς θεσμούς (κράτος, κόμματα, συνδικάτα, νομικά θεσμικά όργανα κ.λπ.), οικονομικά ιδρύματα (στο σύνολο του τον καπιταλιστικό μηχανισμό παραγωγής- διανομής), πολιτιστικά ιδρύματα (την κυρίαρχη ιδεολογία σε όλες τις διαρθρώσεις της) κανονιστικούς οργανισμούς, την αστική «ηθική».
Αυτονομία για: την κατεδάφιση του παγκόσμιου συστήματος εκμετάλλευσης και την οικοδόμηση μιας εναλλακτικής κοινωνικής οργάνωσης ».

«Οι Κόκκινες Ταξιαρχίες δεν ήταν ένα απομονωμένο φαινόμενο που ξεπήδησε σαν ένα μανιτάρι στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Η πολιτική διαφωνία που βρίσκεται στη βάση της γέννησης και της ανάπτυξης των ενόπλων σχηματισμών αυτού του τύπου προέρχεται από την πεποίθηση, εκ μέρους των εργατών, των φοιτητών, των εργαζομένων, ότι είχαν προδοθεί από την πολιτική διεύθυνση. (σημείο καμπής, η μεταστροφή του Σαλέρνο του 1944, η αντιπολίτευση σε αυτή που θεωρείται μια στάση παραίτησης είναι παρούσα και εκφράζεται στις πιο ποικίλες μορφές. Επιβεβλημένη από την ΕΣΣΔ στο PCI, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας διαίρεσης του κόσμου σε σφαίρες επιρροής, που βλέπουμε στα συνέδρια της Γιάλτα και της Τεχεράνης. Στην διοίκηση του Κομμουνιστικού Κόμματος υπέστησαν την επιλογή αυτή, ανεπιθύμητη, και δεν θα υπάρξουν αντίθετες θέσεις, ενώ στη βάση υπήρξαν πολυάριθμες εξεγέρσεις και «επιστροφή στα βουνά» εναντίον διαχειριστών εταιρειών και δημόσιων αξιωματούχων πρώην φασιστών που ανακυκλώθηκαν μέσα στη δημοκρατία (Ragusa, Catania, Bologna, Modena, Reggio Emilia και Milano στη Breda).

Τον φεβρουάριο του 1949 ανεβαίνει στο προσκήνιο η Κόκκινη Φτερωτή- la Volante Rossa, ένας σχηματισμός που δραστηριοποιούνταν εδώ και δύο χρόνια στην περιοχή του Μιλάνο, και συγκεκριμένα στην γειτονιά Sesto San Giovanni.). Η ανάγκη για κομμουνισμό και ισότητα παρέμεινε ζωντανή στη βάση που ένιωθε απογοητευμένη. Το φαινόμενο, που ονομάστηκε «εξτρεμισμός» ή «μαξιμαλισμός» ή «τυχοδιωκτισμός», αξίζει μια σημαντική θέση στην ιστορική παράδοση του ιταλικού εργατικού κινήματος, μιας και είναι μια σταθερά, μερικές φορές ακόμη και πλειοψηφική, με διάφορες μορφές. Επομένως, είναι αδύνατο να μιλήσουμε για τις BR ή για άλλους ανάλογους σχηματισμούς, προηγούμενους ή ταυτόχρονους, χωρίς να επιστρέψουμε σε εκείνους που είναι οι ιστορικές τους ρίζες)».

[από την ‘κόκκινη βοήθεια‘- “soccorso rosso”  Brigate Rosse]

 

= Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΚΛΙΜΑΚΩΝΕΤΑΙ –

Αλλά οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν στέκονταν να παρακολουθούν, κατά τη δεκαετία του Πενήντα είχαν συντρίψει εν τη γενέσει κάθε προσπάθεια δημοκρατικής αλλαγής που διεξάγονταν στις χώρες που κυριαρχούσαν οι συμμαχικές δικτατορίες της Ουάσινγκτον. Το 1953 στο Ιράν η Cia και οι πολυεθνικές του πετρελαίου είχαν βοηθήσει τον δικτάτορα Reza Palhevi, τον αιμοδιψή Σάχη, να ανακτήσει την εξουσία με το πνίξιμο στο αίμα της δημοκρατικής αλλαγής του Mossadeq, υποστηριζόμενης από τα αριστερά κόμματα, που ήθελε να αποτρέψει τη ληστεία του ιρανικού πετρελαίου από τις πολυεθνικές.

Μετά το πραξικόπημα, ο χασάπης Reza Palhevi τριγυρνά για να ευχαριστήσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνένοχους για το αιματηρό πραξικόπημα. Στο Βερολίνο, στις 2 ιουνίου του ’67, στην ευαίσθητη γερμανική νεολαία δεν άρεσε εκείνη την άθλια παρέλαση και μπλόκαρε την πόλη με μεγάλες διαδηλώσεις. Η γερμανική αστυνομία, προς υπεράσπιση του Σάχη, δολοφόνησε τον εικοσιεπτάχρονο φοιτητή Benno Ohnesorg. Από εκείνη την εγκληματική δολοφονία του Κράτους στο δυτικογερμανικό νεανικό κίνημα ωρίμασε μια άνοδος της ριζοσπαστικότητας, περισσότερο από ποτέ αναγκαία για να καταγγείλει την «επιστροφή των φιλοναζιστών» στην κορυφή της ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η ημερομηνία εκείνη, 2 ιουνίου, έγινε το σύμβολο ενός κινήματος ένοπλων αγώνων στη δυτική Γερμανία στο πλευρό της RAF και άλλων σχηματισμών.

Και στην Κεντρική Αμερική η συμμαχία μεταξύ ιμπεριαλισμού Usa και πλούσιων τάξεων δεν ανέχεται ούτε καν φιλελεύθερες εναλλακτικές λύσεις όπως στη Γουατεμάλα και σε άλλες χώρες. Στην Ευρώπη τα υπέργηρα φασιστικά καθεστώτα όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, καθώς και τα νέα όπως η Ελλάδα, απολάμβαναν την πλήρη υποστήριξη των ΗΠΑ. Και στην Αφρική αιματηρές σφαγές, πραγματικές γενοκτονίες, συνέβησαν στο Κονγκό στη δεκαετία του 1960 και στην Ινδονησία το ’65, με σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους που σκοτώθηκαν επειδή ήταν ύποπτοι να είναι κομμουνιστές – σηματοδότησαν την παρουσία του δολοφονικού πέλματος του Λευκού Οίκου και των ευρωπαϊκών καγκελαριών.

Στο Κονγκό, οι Βέλγοι βασιλεύοντες ευλογημένοι από την Εκκλησία που υποστηρίχθηκαν από τη Γαλλία, ενορχήστρωσαν την απόσχιση της Katanga, της πλουσιότερης περιοχής της χώρας. Το Κογκό είχε επιτέλους κατακτήσει την ανεξαρτησία, με επικεφαλής τον Patrice Lumumba. Δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά δεν άρεσε στην βελγική αυλή, ούτε στις πολυεθνικές. Ο Lumumba ήθελε να φέρει ισότητα σε εκείνες τις περιοχές που καταστράφηκαν από τη φτώχεια και την πείνα που προκάλεσε η αποικιοκρατική εκμετάλλευση, ήταν επομένως ύποπτος ότι μπορούσε να γίνει κομμουνιστής. Ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος, με τεράστιες σφαγές κάτω από το αδιάφορο βλέμμα του ΟΗΕ.

Η προσβολή της σιωπής έπεσε επάνω σε εκείνες τις σφαγές. Έκτοτε συνειδητοποιήσαμε ότι το χειρότερο έγκλημα μπροστά στις σφαγές είναι να απέχουμε από μια απάντηση, ακόμη και αν πρέπει να είναι βίαιη. Η σιωπή και η συγκατάθεση είναι το πραγματικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Το ’67 το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα προκάλεσε πολλή συζήτηση. Αλλά πώς; έλεγαν κάποιοι, μια χώρα όπου γεννήθηκε η δημοκρατία, η χώρα του Περικλή; Το δολοφονικό χέρι των ΗΠΑ έφτανε στη Μεσόγειο.

Πέσαμε με τα μούτρα στις ακόμα ενοποιημένες πλατείες, με τους αγωνιστές του PCI οι εντάσεις ήταν ακόμη μόνο λεκτικές, οι συγκρούσεις ήρθαν αργότερα. Υπήρχαν ακόμα ορισμένα κοινά συνθήματα κατά των συνταγματαρχών.

Αυτά για το Βιετνάμ αποκλίνουν: «Βιετνάμ ελεύθερο αυτοί», «κόκκινο Βιετνάμ» εμείς, ακολουθούμενο από «το Βιετνάμ κερδίζει γιατί πυροβολεί», και πάλι «Πόλεμος όχι! Guerrilla ναι-ναι στον ανταρτοπόλεμο ».

 

* 1973 – ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ:

αντιμέτωποι με την εντατικοποίηση της Καταστολής, οι ομάδες διαλύονται, το κίνημα υποφέρει ταρακούνημα. Δύο προτάσεις παραμένουν ζωντανές αποδεχόμενες τη σύγκρουση χωρίς να κάνουν βήματα προς τα πίσω: ο ένοπλος αγώνας και η οργανωμένη αυτονομία.

Εν τω μεταξύ, στις μεγάλες πόλεις: Milano, Roma, Torino, Napoli, Palermo κ.λ.π. διαχέονται συνθήματα και πρακτικές: »PRENDIAMO I TRASPORTI-ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ», «IL TRASPORTO SI PRENDE L’ABBONAMENTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ,»   LA CASA SI PRENDE L’AFFITTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΟ ΝΟΙΚΙ

 

= ΘΕΣΕΙΣ BR  “Το πραγματικό μας πρόβλημα δεν είναι επομένως τόσο η ποσοτική οριζόντια επέκταση της σύγκρουσης (από τον αγώνα του εργοστασίου για μεγαλύτερο μισθό στον κοινωνικό αγώνα για την υπεράσπιση των μισθών), αλλά ένα πολιτικό άλμα του αγώνα, – που ταυτόχρονα να υπερασπίζεται και να επεκτείνει το επίπεδο της αυτονομίας που με κόπο κατέκτησε σε αυτά τα τελευταία χρόνια του αγώνα. Να επεκτείνουμε τον συνεχή αγώνα από τα παραγωγικά κέντρα στην κοινωνία, από τις διαδηλώσεις της άμεσης εκμετάλλευσης στις συνολικές διαδηλώσεις της εκμετάλλευσης, να πραγματοποιήσουμε αυτή την επέκταση κατανοώντας όλους τους όρους, τους περιορισμούς και τα προβλήματα που θέτει η νέα κοινωνική σφαίρα του αγώνα στην αυτονομία είναι η προϋπόθεση ώστε η ανάγκη που εκφράζεται από τους αγώνες, ανάγκη για επαναστατική οργάνωση, να μεταφραστεί σε πραγματικότητα ενεργή”.

… η πόλη είναι σήμερα η καρδιά του συστήματος, το οργανωτικό κέντρο της οικονομικοπολιτικής εκμετάλλευσης, η βιτρίνα όπου εκτίθεται το «υψηλότερο σημείο», το μοντέλο που θα έπρεπε να συνιστά την προλεταριακή ολοκλήρωση. Αλλά είναι και το πιο αδύναμο σημείο του συστήματος: όπου οι αντιφάσεις εμφανίζονται πιο οξείς, όπου το οργανωμένο χάος που χαρακτηρίζει την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία εμφανίζεται πιο ξεκάθαρο…
Είναι εδώ, στην καρδιά του, που το σύστημα πρέπει να χτυπηθεί
”. [«Il Collettivo, Η Κολεκτίβα» ν. μοναδικό, ιανουάριος 1970, ντοκουμέντα του «Collettivo,» Κοινωνικός αγώνας και οργάνωση στην μητρόπολη]. Αναφέρεται στο CPM, collettivo politico metropolitano.

Οι πρώτες ενέργειες των BR αναπτύχθηκαν, βέβαια, μέσα στα εργοστάσια όπου η μητρική οργάνωση, το CPM, αργότερα Προλεταριακή Αριστερά) ήταν ισχυρότερη: Sit-Siemens και Pirelli. Η πυρπόληση ενός αυτοκινήτου διοικητικού στελέχους της Sit-Siemens, υπογεγραμμένη με το σύμβολο του πεντάκτινου αστεριού και της γραφής Brigate Rosse (17 σεπτεμβρίου 1970). Καθώς η αναδιάρθρωση του πολιτικού μηχανισμού προχωρούσε για να διαχειριστεί την καπιταλιστική κρίση και να οδηγήσει την καταστολή του επαναστατικού κινήματος, προσδιορίζεται η στρατηγική επίθεσης στην καρδιά του κράτους στον «ιστορικό συμβιβασμό» δηλαδή στο αγκάλιασμα της Dc με το Pci, παρότι το Κκι στις εκλογές του ’75 και του ’76 σχεδόν έφτανε και ξεπερνούσε την DC, αλλά ακριβώς από αυτό το αποτέλεσμα το Pci αποκαλύπτει τα χαρτιά του, υποκείμενου της καπιταλιστικής τάξης

 

Θέμα: ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης των Br, Απρίλιος 1975

Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο κέντρο του οποίου βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, στο κέντρο των οποίων βρίσκονται οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες και τα συμφέροντά τους. Με το πέρασμα των χρόνων το σύστημα αυτό έχει διαρθρωθεί και διαστρωματιστεί από λειτουργικές περιοχές παραγωγής και κατανάλωσης που είναι συγχρόνως πολιτικές και στρατιωτικές περιοχές.
Οι χώρες της «Γηραιάς Ηπείρου» αποτελούν ένα σημαντικό οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό χώρο του ιμπεριαλισμού. Η περιοχή αυτή, από μια ουσιαστικά ομοιογενή καπιταλιστική άποψη, ορίζεται στρατηγικά ως το «δυτικό δημοκρατικό σύστημα ”.

Σήμερα εμφανίζει μια ΚΡΙΣΗ λόγω της αστάθειας ορισμένων υποκείμενων καθεστώτων, λόγω του εργατικού και προλεταριακού αγώνα, λόγω των εξεγέρσεων των καταπιεσμένων τάξεων τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. μια κρίση που έχει στρατιωτικές πτυχές λόγω της αποσύνδεσης ορισμένων σημαντικών χωρών από το ΝΑΤΟ · λόγω των αγώνων των καταπιεσμένων λαών που αντιστέκονται στις πλανητικές ηγεμονικές απαιτήσεις.

Το να λέμε ότι η Ιταλία είναι ο αδύναμος κρίκος του «δυτικού δημοκρατικού συστήματος» συνεπάγεται ότι είναι η χώρα όπου η αντεπανάσταση θα ξεσπάσει πιο δυνατά και ολόκληρο το ιμπεριαλιστικό σύστημα θα αναλάβει την ευθύνη αυτής της διαδικασίας. Το ιταλικό προλεταριάτο με την εντατικοποίηση του ταξικού πολέμου στη χώρα, δεν θα βρεθεί να «λογαριάζεται» μόνο με τον εσωτερικό εχθρό του, αλλά με ολόκληρη την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική οργάνωση του ιμπεριαλισμού.
Ο επαναστατικός ταξικός πόλεμος στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις είναι άμεσα ένας αντιιμπεριαλιστικός πόλεμος απελευθέρωσης, επειδή η χειραφέτηση ενός λαού μέσα σε ένα ιμπεριαλιστικό περιβάλλον πρέπει να λογαριαστεί με την ιμπεριαλιστική καταπίεση-καταστολή.

Η «στρατηγική» του Ιστορικού Συμβιβασμού έχει τις προϋποθέσεις της σε δύο αποφασιστικές παρεξηγήσεις: τον πολεμοκάπηλο χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού, και τον αντιδραστικό και ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της χριστιανοδημοκρατίας-DC.

= Το κύριο καθήκον της επαναστατικής δράσης σε αυτή τη φάση είναι επομένως η μέγιστη δυνατή πολιτική αποδιάρθρωση τόσο του καθεστώτος όσο και του Κράτους. Και αυτή είναι η μέγιστη δυνατή ανάπτυξη αντιφάσεων μεταξύ των θεσμών και, μέσα σε κάθε έναν από αυτούς, μεταξύ των διαφόρων τακτικών σχεδίων για την επίλυση της κρίσης και μέσα σε κάθε ένα από αυτά.

 

 Μερικές θεματικές των BR σχετικά με τον ιμπεριαλισμό (Ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης Φεβρουάριος 1978)

= Με τον ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ εννοούμε τη φάση του ιμπεριαλισμού στην οποία δεσπόζει το πολυεθνικό μονοπώλιο κεφάλαιο.
Το πολυπαραγωγικό πολυεθνικό μονοπώλιο, δηλαδή μεγάλα trust, με εταιρείες σε διάφορες χώρες και επενδύσεις σε διάφορους τομείς, αποτελεί σήμερα το κυρίαρχο δομικό στοιχείο και τη θεμελιώδη βάση των κινήσεων του κεφαλαίου, επομένως δεν είναι πλέον η εθνική περιοχή, αλλά η καπιταλιστική περιοχή ως σύνολο.
Εάν το θεμελιώδες συστατικό στοιχείο του ιμπεριαλισμού υπήρξε το μονοπωλιακό κεφάλαιο ευθύς από την γέννηση του, όμως είναι μόνο με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που εδραιώνεται οριστικά σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό χώρο το πολυεθνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο. Οι μεγάλες μονοπωλιακές ομάδες μπορούν τώρα να ξεπεράσουν οριστικά τα εθνικά τους σύνορα ώστε να κυκλοφορούν ελεύθερα σε ολόκληρο τον χώρο και η πολυεθνική δομή καθίσταται απαραίτητος και αναπόσπαστος παράγοντας για κάθε περαιτέρω ανάπτυξη. Είναι στην πραγματικότητα χάρη σε αυτήν που μπορεί κανείς να εκμεταλλευτεί πλήρως τα διάφορα ποσοστά κέρδους που υπάρχουν στο χώρο και έτσι να πραγματοποιήσει εκείνα τα τεράστια πλεονάσματα τα οποία είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία της συσσώρευσης στην ιμπεριαλιστική φάση. Η «Πολυεθνικότητα» δεν είναι απλώς διεθνοποίηση της καπιταλιστικής αγοράς, αλλά διεθνοποίηση του κεφαλαίου στο σύνολό του! δομές παραγωγής, αγορές, σχέσεις ιδιοκτησίας κ.λ.π.
Αυτή η διεργασία διεθνοποίησης του κεφαλαίου καθορίζει την κυριαρχία της ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑΣ μέσα στο αστικό μέτωπο, ταξική έκφραση πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και παράλληλα με την επικράτηση του εδραιώνονται και τα θεσμικά μέσα διαμεσολάβησης και κυριαρχίας (Τριμερής, Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών), ΝΑΤΟ, ΔΝΤ, ΕΟΚ, …).

= Με αυτό δεν αρνούμαστε την ύπαρξη και αντιθέσεων μεταξύ των διαφόρων καπιταλιστικών «εθνών» ή μεταξύ μονοπωλιακού κεφαλαίου και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, αλλά πιστεύουμε ότι αυτές οι αντιφάσεις είναι ουσιαστικά η αντανάκλαση πολύ βαθύτερων αντιθέσεων μεταξύ πολυεθνικών ομάδων.

= Οι διάφορες εθνικές περιοχές επιβιώνουν τώρα ως μια ενδοχώρα για τις πολυεθνικές: για κάθε πολυεθνική, η εθνική περιοχή στην οποία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε γίνεται το «ισχυρό σημείο» της, η ζώνη στην οποία απολαμβάνει ένα σχεδόν αδιαφιλονίκητο μονοπώλιο. Όταν μιλάμε για πολυεθνικές υπονοούμε πράγματι «πολυεθνικές με εθνικό πόλο» και γι ‘αυτό χρησιμοποιούμε τις εκφράσεις, εκ πρώτης όψεως αντιφατικές, «αμερικανικές, γερμανικές πολυεθνικές, κλπ.».
Το μη μονοπωλιακό κεφάλαιο, που εξαρτάται οργανικά από το μονοπωλιακό, σίγουρα ζει μαζί του σε μια αντιφατική ενότητα, αλλά προφανώς δεν μπορεί να έχει τη δυνατότητα και την υλική δύναμη να οδηγήσει σε μια πολιτική έκφραση αυτών των αντιφάσεων με τη μορφή διάρρηξης του ιμπεριαλιστικού μετώπου. Ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών παρουσιάζεται επομένως ως ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο οποίο οι διάφοροι «εθνικοί καπιταλισμοί» είναι απλά οργανικές του διαρθρώσεις, και οι διαφορετικές «εθνικές περιοχές» υφίστανται ως γεωγραφική έκφραση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας που καθορίζεται από αυτόν.
Επομένως μπορούμε να συνάγουμε μια πρώτη εκτίμηση. Σε κάθε εθνική περιοχή το προλεταριάτο δεν βρίσκεται στη θέση να λογαριάζεται με την «εθνική μπουρζουαζία» του αλλά με την τοπική διάρθρωση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας. Αυτό προσδίδει, και, στις μητροπόλεις, στον ταξικό αγώνα του προλεταριάτου τον χαρακτήρα αντιιμπεριαλιστικού αγώνα και επομένως, γενικότερα, ΤΑΞΙΚΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ. Στις μητροπόλεις είναι αμέσως και ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΑΚΡΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ.
Ωστόσο η ιμπεριαλιστική αλυσίδα παραμένει, όπως είδαμε, χαρακτηριζόμενη από την ανομοιογενή εξέλιξή της, η οποία εκδηλώνεται σε κάθε δαχτυλίδι της μέσω της ιδιαιτερότητας του οικονομικού και κοινωνικού του σχηματισμού (σχέσης μεταξύ του κυρίαρχου πολυεθνικού κεφαλαίου και πολυεθνικού κεφαλαίου του «πόλου», μεταξύ μονοπωλιακού και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, ανάμεσα στην «εσωτερική» ιμπεριαλιστική αστική τάξη και το προλεταριάτο) οπότε ο ταξικός αγώνας, ακόμα και σε αυτή τη στρατηγική ομοιογένεια περιεχομένου και προοπτικής, εξακολουθεί να παρουσιάζεται με ευεργετικές μορφές και δικούς του χρόνους ανάλογα με τις διάφορες εθνικές περιοχές.
= Οι διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν μπορούν να κάνουν μεταξύ τους πόλεμο εάν δεν έχουν το δικό τους υπόβαθρο «ειρηνευμένο και υποστηρικτικό» για να μπορούν έτσι να υπομένουν τη σκληρότητα της σύγκρουσης. Θα μπορούσαμε να δώσουμε πολλά παραδείγματα ενδοϊμπεριαλιστικών πολέμων που έληξαν μόλις παρουσιάστηκε και μόνο ο κίνδυνος της κομμουνιστικής επανάστασης και των διαφόρων ιμπεριαλισμών, οι οποίοι πρώτα παρουσιάζονταν εντόνως εχθρικοί, ενώθηκαν ενάντια στο προλεταριάτο που ξεσηκώθηκε στα όπλα. Δύο είναι αρκετά: η Κομμούνα του Παρισιού και η Οκτωβριανή Επανάσταση.
Να το μάθημα που ο Μαρξ αντλεί από την Κομμούνα:

» … Ότι μετά τον πιο συγκλονιστικό πόλεμο της σύγχρονης εποχής, ο ηττημένος και ο νικητής αδελφοποιούνται για να σφαγιάσουν από κοινού το προλεταριάτο, αυτό το πρωτοφανές γεγονός αποδεικνύει, όχι όπως νομίζει ο Bismarck την οριστική συντριβή μιας νέας κοινωνίας στην ανάδυση της, αλλά την πλήρη αποσύνθεση της παλιάς αστικής κοινωνίας. Το μεγαλύτερo άλμα ηρωισμού του οποίου εξακολουθεί να είναι ικανή η παλιά κοινωνία είναι ο εθνικός πόλεμος: και τώρα αποδεικνύεται ότι πρόκειται για μια απλή μυθοποίηση, μια απάτη των διαφόρων κυβερνήσεων, η οποία τείνει να καθυστερήσει και να θάψει τον ταξικό αγώνα και παραμερίζεται αμέσως μόλις αυτή η ταξική πάλη φουντώσει σε εμφύλιο πόλεμο».

a – «Είναι απαραίτητο πρώτα απ ‘όλα να καθορίσουμε ορισμένα μεθοδολογικά κριτήρια τα οποία βρίσκονται στη βάση του προσδιορισμού της έννοιας του Ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Επομένως, αρχίζουμε λέγοντας ότι δεν πιστεύουμε ότι η ουσία του καπιταλισμού, δηλαδή οι συγκεκριμένες αντιφάσεις του, έχει αλλάξει κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα. Αντιθέτως έχει αλλάξει η μορφή και αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο, αυτές οι αντιφάσεις τείνουν να εκδηλώνονται ιστορικά.
b – Το Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών είναι η «εθνική» θεσμική υπερκατασκευή που αντιστοιχεί στη φάση του ιμπεριαλισμού των πολυεθνικών. Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του είναι: ο σχηματισμός ενός ιμπεριαλιστικού πολιτικού προσωπικού. αυστηρή συγκέντρωση των κρατικών δομών υπό τον έλεγχο της Εκτελεστικής Εξουσίας · ρεφορμισμός και εξόντωση ως ολοκληρωμένες-ενσωματωμένες μορφές της ίδιας λειτουργίας: της προληπτικής αντεπανάστασης.
= Ονομάζουμε «εσωτερική» ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία εκείνο το τμήμα της αστικής τάξης ενσωματωμένης στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, έκφραση του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και κινητήρια δύναμη της διαδικασίας της ιμπεριαλιστικής αναδιάρθρωσης του οικονομικού μας χώρου και των σχετικών πολιτικών και θεσμικών υπερδομών.

Την ίδια περίοδο τα υπερεθνικά θεσμικά όργανα (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ), μέσω των οποίων η ιμπεριαλιστική αστική τάξη θέλει να επιβάλει την παγκόσμια στρατηγική της, αποκτούν δύναμη και αναλαμβάνουν ένα βαθμό εξουσίας τέτοιο ώστε να υποτάσσουν και να καθιστούν λειτουργικά σε αυτά τα «εθνικά κράτη» που μέσα σε αυτή τη διαδικασία αναγκάζονται να επαναπροσδιοριστούν στις εσωτερικές τους δομές.
Με την αναδιάρθρωση τους, τα Κράτη αυτά προετοιμάζονται να διαδραματίσουν δύο βασικούς ρόλους:
– Ζώνη μεταβίβασης εντολών των παγκόσμιων οικονομικών-στρατηγικών συμφερόντων του κυρίαρχου ιμπεριαλισμού,
– «Κανονικοποίηση της περιοχής», δηλαδή οργάνωση της προληπτικής αντεπανάστασης προκειμένου να εξαλείψουν κάθε επαναστατική «φιλοδοξία».
«Το Κράτος-έθνος γίνεται ζώνη μεταβίβασης εντολών για το διεθνές κεφάλαιο που οργανώνεται εναντίον του λαού. Το αστικό συνταγματικό-Κράτος, κατά τη διαδικασία της αντιφατικής εξέλιξης του ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και της διεθνούς συγκέντρωσης του κεφαλαίου πρέπει να διαλυθεί και να αντικατασταθεί από το ισχυρό Κράτος ή την ένοπλη δημοκρατία». (Croissant)

= Η επιβεβαίωση των συνολικών συμφερόντων του ιμπεριαλισμού περνά επομένως από μια μεταβατική φάση στην οποία οι διάφορες αστικές δυνάμεις συγκρούονται και συνυπάρχουν, αντιπροσωπεύοντας ένα εσωτερικό στοιχείο της κρίσης του Κράτους. Και όμως, αυτή η κρίση, που βασανίζει το κράτος, δεν σπρώχνει προς την αποσύνθεση του, αλλά στην αναδιάρθρωσή του: Αυτή η τάση κρίση-αναδιάρθρωση, δείχνει ότι η κύρια αντίφαση του επαναστατικού κινήματος είναι εκείνη που το θέτει άμεσα ενάντια στο ιμπεριαλιστικό σύστημα εξουσίας σε παγκόσμια κλίμακα.
Το να αντιμετωπίσουμε αυτή την αντίφαση συνεπάγεται επομένως να κινηθούμε στο έδαφος ενός μακρόχρονου ταξικού πολέμου.

=
Ως εκ τούτου το αλφάδι όλης της πολύπλοκης επιχείρησης είναι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και των θεμελιωδών κινητήριων μηχανών του ιμπεριαλισμού (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ …) με την έννοια ότι η «εσωτερική» πολιτική της οποίας η Χριστιανοδημοκρατία- DC πρέπει να καταστεί υποκινητής δεν μπορεί παρά να είναι μια άμεση λειτουργία της «εξωτερικής» πολιτικής εκείνων των χωρών και εκείνων των κέντρων.
Επιπλέον δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και το Κεφάλαιο γνωρίζει τον όχι πλέον κυκλικό χαρακτήρα των αντιφάσεών του. πως σκοπός του είναι να επιβιώσει μέσα σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης του. Οι θεωρίες σχετικά με την «μηδενική ανάπτυξη» έχουν ανακαλυφθεί από την αστική επιστήμη εδώ και καιρό. Το ανεπίλυτο των αντιφάσεων στην οικονομική σφαίρα οδηγεί στην αναζήτηση μιας «ανεξαρτησίας» της πολιτικής-κοινωνικής δομής μέσω της ενίσχυσης του μηχανισμού κυριαρχίας που διαμορφώνεται ως αντεπαναστατικός «προληπτικός πόλεμος». Δηλαδή: το κράτος καθίσταται «υποκείμενο της πολιτικής», όπως δηλώνουν οι σύντροφοι της RAF. Αλλά, σε αυτό δεν πρέπει να βλέπουμε την προσπάθεια εξομάλυνσης των κοινωνικών αντιφάσεων σύμφωνα με τον μηχανισμό καταστολή – μετάβαση σε μια νέα φάση ανάπτυξης, αλλά τη συγκράτηση τους μέσα από την εξόντωση κάθε σχεδίου ανασύνθεσης της ταξικής σύγκρουσης επάνω σε ένα ανταγωνιστικό πρόγραμμα.

= Kαι ο ένοπλος αγώνας, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, θα έπρεπε να γκετοποιηθεί, περιορισμένος, σαν ενδημικό φαινόμενο, αυθόρμητη έκφραση της περιθωριοποίησης, για παράδειγμα, ένας αγώνας που να μην βλέπει, πέρα από τους εθνικούς πολιτικούς μηχανισμούς (παραγωγικούς, διοικητικούς, θεσμικά κόμματα), εκείνους του προληπτικού ιμπεριαλιστικού πολέμου.

= Καθώς με τον σχηματισμό του ιμπεριαλιστικού Κράτους αποκαλύπτεται εις βάθος ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της ταξικής αντιφάσεως, ενισχυμένος περαιτέρω από την αντίθεση μεταξύ του παγκόσμιου συμφέροντος του ιμπεριαλισμού και των ιδιαίτερων συμφερόντων της περιοχής (ενδοϊμπεριαλιστική αντίφαση), οι μορφές και τα εργαλεία της κυριαρχίας πρέπει απαραίτητα να ενισχυθούν και να τελειοποιηθούν στον μέγιστο βαθμό. Εκπαιδευόμενο από τους σύγχρονους και παλαιούς αγώνες των λαών σε πλανητική κλίμακα, έχοντας επίγνωση της στρατηγικής του αδυναμίας και της τακτικής δυνάμεως που του παρέχει ο τεράστιος μηχανισμός, ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών στοχεύει στο μοναδικό στόχο που μπορεί να παρατείνει την επιβίωσή του: να προλάβει να αποτρέψει και να εξολοθρεύσει την επανάσταση πριν αυτή μπορέσει να ξεδιπλωθεί με όλη της την δύναμη και να κινητοποιήσει όλες τις δυνάμεις του στο ζωτικό στρατηγικό έργο: την προληπτική αντεπανάσταση.
Με τον ρεφορμισμό, τις μικρές παραχωρήσεις προς τις μητροπολιτικές «αριστοκρατίες», προσπαθεί να εμποδίσει τον προλεταριακό αγώνα πριν φτάσει σε επίπεδα συναγερμού, για να τον περιορίσει, και στη συνέχεια να τον κλείσει στο εσωτερικό της «ανάπτυξης» του. την ίδια στιγμή, με ειρηνοποιημένα τα μετόπισθεν, περνά στην εξόντωση εκείνου του τμήματος του προλεταριάτου που δεν μπορεί να «εξαγοράσει» ή να κλειδώσει ξανά μέσα στην ανάπτυξή του.
Ο ρεφορμισμός δεν είναι ποτέ αποκομμένος από την εξόντωση. Δεν είναι κάτι άλλο. Ο ρεφορμισμός δεν είναι μια πολιτική της εργατικής τάξης, αλλά μια πολιτική του ιμπεριαλιστικού κράτους ενάντια στο μητροπολιτικό προλεταριάτο.
Επομένως το ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών παρουσιάζεται ως μια ιδιαίτερα ολοκληρωμένη και συγκεντρωτική ρεφορμιστική-κατασταλτική δομή. Από τη μία πλευρά έχουμε τα ειρηνικά μέσα σκοπός των οποίων είναι η εξασφάλιση της συναίνεσης των μαζών: θεσμικά κόμματα, συνδικάτα, μέσα μαζικής ενημέρωσης-mass-media. Από την άλλη μεριά τα στρατιωτικά εργαλεία με σκοπό την εξόντωση: ειδικοί πυρήνες, ειδικά δικαστήρια, ειδικές φυλακές, δηλαδή δυνάμεις για την γενικευμένη καταστολή-καταπίεση. Όλες συνυπάρχουν και είναι λειτουργικά μέρη της ίδιας πολιτικής. Όλες είναι μορφές της ίδιας κατάστασης, του ίδιου Κράτους.
Αυτή η συνύπαρξη των ρεφορμιστικών-κατασταλτικών λειτουργιών υφίσταται, ανάλογα με τις φάσεις του οικονομικού κύκλου, ποιοτικές τροποποιήσεις μιας κάποιας σημασίας, αλλά όχι τέτοιες ώστε να επηρεάζουν την ουσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Έτσι, στη φάση της οικονομικής επέκτασης, το ιμπεριαλιστικό Κράτος εμφανίζει πάνω απ’ όλα το ανθρώπινο και ειρηνικό πρόσωπο του ρεφορμισμού το οποίο όμως κρύβει χαλύβδινα δόντια. Η ειρήνη βασιλεύει σε αυτή τη φάση, αλλά πρόκειται για μια «ένοπλη ειρήνη». Αντίθετα, στη φάση της οικονομικής κρίσης εμφανίζονται πρωτίστως τα όπλα και η σχέση μεταξύ κοινωνίας και Κράτους ολοένα να στρατιωτικοποιούνται περισσότερο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ιμπεριαλιστικό Κράτος παραιτείται από τη χρήση του ρεφορμισμού. Μόνο που τώρα αυτό, έχοντας χάσει την υλική του βάση μετατρέπεται σε «καθαρή ιδεολογία» και τείνει να αναλάβει τη λειτουργία να «ελέγχει τις μάζες»,  «αντιπρολεταριακή αστυνομία».
Σε αυτή τη φάση, η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται ολοένα και πιο γενικευμένη και μπαίνουμε έτσι σε μια νέα φάση: τον πόλεμο!
Η διαδικασία της προληπτικής αντεπανάστασης που χαρακτηρίζει το κίνημα της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας σε αυτή τη φάση επιβάλλει στις επαναστατικές δυνάμεις μια νέα επεξεργασία της στρατηγικής για την κατάληψη της εξουσίας και ως εκ τούτου και των οργανωτικών αρχών και μορφών.
Αφού δεν υπάρχει πλέον μια πολιτική φάση ξεχωριστή από τη στρατιωτική διότι μεταρρύθμιση και εξόντωση συνυπάρχουν και είναι λειτουργικές στο ιμπεριαλιστικό Κράτος, η μόνη δυνατότητα άσκησης του πολιτικού εδάφους της σύγκρουσης δίδεται με το όπλο στο χέρι.
Η εξεγερσιακή στρατηγική που προέρχεται από την ιστορία της τρίτης διεθνούς βγαίνει από την ιστορία και εισέρχεται ο ανταρτοπόλεμος, ο μακροχρόνιος ταξικός πόλεμος.
Στη φάση που ορίσαμε ως «ένοπλη ειρήνη» (δηλαδή στη φάση της επέκτασης του κύκλου στον οποίο επικρατεί η χρήση των ρεφορμιστικών μέσων έναντι εκείνων καταφανώς πιο κατασταλτικών) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η τακτική ένοπλης προπαγάνδας ενώ στη φάση του «πολέμου» (δηλαδή στη φάση της κρίσης του κύκλου στον οποίο τα όργανα καταστολής και εξάλειψης των ανταγωνιστικών συμπεριφορών της τάξης δεσπόζουν) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η πρακτική του επαναστατικού εμφυλίου πολέμου.

 

= Κατά τη μετάβαση από την ένοπλη ειρήνη στον πόλεμο η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται όλο και πιο άμεση και γενικευμένη, αλλά δεν υπάρχει, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, μια μεταμόρφωση του δημοκρατικού Κράτους σε φασιστικό Κράτος. Αντιθέτως βρισκόμαστε πάντοτε με την παρουσία ενός Κράτους το οποίο, με την αναδιάρθρωση, υπέστη αλλαγές στο ειδικό βάρος των θεμελιωδών στοιχείων του · πρώτα τα ειρηνικά-μεταρρυθμιστικά εργαλεία κυριαρχούσαν πάνω στα στρατιωτικά-κατασταλτικά, αλλά τώρα η εξόντωση υπερισχύει και υποτάσσει στον εαυτό της την μεταρρυθμιστική λειτουργία.
Φασισμός και σοσιαλδημοκρατία υπήρξαν πολιτικές μορφές που κινούνται περιοδικά τις οποίες ανέλαβε η εξουσία της αστικής τάξης στη φάση του εθνικού μονοπωλιακού καπιταλισμού. Μπορούμε να προσθέσουμε περαιτέρω, απλουστεύοντας στο μέγιστο, ότι φασισμός και σοσιαλδημοκρατία έχουν αμοιβαία αποκλειστεί ο ένας από την άλλη στην ιστορία. Στο ιμπεριαλιστικό κράτος αντιθέτως συνυπάρχει η ουσία αυτών των πολιτικών μορφών, δίδοντας τόπο σε ένα πρωτότυπο «καθεστώς» που όμως δεν είναι ούτε φασιστικό ούτε σοσιαλδημοκρατικό, αλλά αντιπροσωπεύει μια διαλεκτική υπερνίκηση αμφοτέρων.

= Άλλοι σε αυτή τη μεταβατική φάση πιστεύουν ότι ξεχωρίζουν μια τάση προς την μεταμόρφωση του Κράτους με μια σοσιαλδημοκρατική έννοια και αναρωτιούνται εάν η σοσιαλδημοκρατία αντιπροσωπεύει ή όχι τη διέξοδο από την ιμπεριαλιστική κρίση και, πιο συγκεκριμένα, εάν το ΚΚΙ ετοιμάζεται να κάνει ή όχι την είσοδό του στον χώρο της εξουσίας. Αυτό το ερώτημα περιέχει μέσα του ένα άλλο, δηλαδή το αν το PCI είναι ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ή όχι.
Οι διαφορές μεταξύ της σοσιαλδημοκρατίας και του σύγχρονου ρεφορμισμού είναι πολυάριθμες και ορισμένες είναι θεμελιώδεις Η σοσιαλδημοκρατία είναι ένα τυπικό φαινόμενο εκείνων των φάσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης κατά τις οποίες οι κρίσεις εξακολουθούν να ακολουθούν μια κυκλική τάση: βγαίνοντας από περιόδους ύφεσης, ο καπιταλισμός μπορεί, καταφεύγοντας σε μια μεταρρυθμιστική πολιτική, να «διαφθείρει τα στρώματα της εργατικής αριστοκρατίας» που αποτελούν τη βάση μάζα της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας.
Με άλλα λόγια, η δυνατότητα μιας παραγωγικής ανάκαμψης επιτρέπει στην αστική τάξη ένα περιθώριο πραγματικής διαπραγμάτευσης με την «εργατική δεξιά»: αυτό προκαλεί, μεταξύ άλλων επιπτώσεων, την ενσωμάτωση των ηγετικών ομάδων των ρεφορμιστικών κομμάτων μέσα στο κοινωνικό μπλοκ που κατέχει την ισχύ-την εξουσία. Η συμμαχία ανάμεσα στην αστική τάξη και τον ρεφορμισμό είναι συνεπώς κοινωνικής και πολιτικής φύσης: οι σοσιαλδημοκράτες και οι «επαγγελματίες εργάτες» στέκονται δίπλα στο αφεντικό επειδή μαζί του έχουν πραγματικά κοινά συμφέροντα (την ανάκαμψη της συσσώρευσης και την παραγωγική αναδιάρθρωση) και επειδή φιλοδοξούν να γίνουν αυτοί οι ίδιοι αφεντικά με βάσιμες πιθανότητες να το καταφέρουν. Επιπλέον, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Κράτους σε αυτό το στάδιο της ιστορίας του καπιταλισμού διευκολύνουν την είσοδο της σοσιαλδημοκρατίας σε εκείνη την κυβέρνηση που είναι από πάντα ο προθάλαμος της εξουσίας: το Κράτος ακόμη σχετικά αυτόνομο από την οικονομία, αιτιολογεί σε κάποιο βαθμό την ψευδαίσθηση ότι η κατάκτηση και η χρήση του από την εργατική τάξη είναι δυνατή.
Αυτά τα δεδομένα δεν ισχύουν πλέον σήμερα. Η κρίση του ιμπεριαλιστικού συστήματος δεν είναι προβλέψιμο να έχει ως αποτέλεσμα την ανάκαμψη της συσσώρευσης, τόσο επειδή η οικονομία έχει εισέλθει σε μια φάση στασιμότητας η οποία θα επιλυθεί μόνο με τον πόλεμο για μια διαφορετική διαίρεση-μοίρασμα των αγορών, όσο και διότι οι υιοθετηθείσες από τα κράτη οικονομικές πολιτικές τείνουν να περιορίζουν, παρά να επεκτείνουν, την παραγωγική βάση. Συνεπώς λείπουν, τόσο οι δομικές βάσεις (φύση και πορεία της κρίσης) όσο και οι υποκειμενικές (πολιτικές κυβερνήσεων και κρατών) ώστε να επιτρέψουν την ενσωμάτωση των ρεβιζιονιστών σε ένα κοινωνικό μπλοκ που να επιδιώκει και να ακολουθεί μια μεταρρυθμιστική πολιτική. Ή καλύτερα, είναι ακόμα πιθανό οι ρεβιζιονιστές (η ηγετική ομάδα τους) να φιλοξενηθούν προσωρινά εντός της Κυβέρνησης, αλλά αποκλείεται ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση στρωμάτων της αριστοκρατίας της εργατικής τάξης ή των μεσαίων τάξεων μέσα σε ένα μπλοκ εξουσίας που του έχει ανατεθεί να διαχειριστεί ένα είδος ανάπτυξης που δεν μπορεί πλέον να δοθεί, δεδομένου του ιμπεριαλιστικού και πολυεθνικού χαρακτήρα του καπιταλισμού της εποχής μας. Τι πράγμα, όντως, οι καπιταλιστές μπορούν να χορηγήσουν στον επαγγελματία εργάτη σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία του αν όχι το ταμείο ανεργίας, τις απολύσεις, την αύξηση της εκμετάλλευσης και την προοδευτική αλλά σταθερή μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών; Και ούτως ή άλλως, πέραν των υλικών ανταλλαγμάτων, μέσα σε ποια υπόθεση ανάπτυξης μπορούν να εμπλακούν, ακόμη και μοναχά ιδεολογικά, εκείνα τα στρώματα εργατικών αριστοκρατιών που έχουν πλέον εξαντλήσει το προοδευτικό δυναμικό τους από την οπτική του κεφαλαίου;
Η απουσία διαρθρωτικών συνθηκών για το σχηματισμό ενός νέου κοινωνικoύ μπλοκ εξουσίας δεν αποκλείει όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της σχέσης που, από την άλλη πλευρά, εξαρτώνται από την ταξική κατάσταση, καθώς και από το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων.
Εάν να πληρώσουν το αντίτιμο της ανόδου στην εξουσία της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας υπήρξαν πριν απ’ όλα οι αγρότες, από την στιγμή που η επανάληψη της συσσώρευσης πραγματοποιούνταν εις βάρος της υπαίθρου, σήμερα η προτιμησιακή σχέση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας με τους ρεβιζιονιστές βασίζεται στον εντοπισμό του «περιθωριοποιημένου προλεταριάτου» ως μεταβλητή η κατοχή του ελέγχου της οποίας είναι απαραίτητη.
Με άλλα λόγια, ο επαγγελματίας εργάτης «θα έπρεπε να γίνει ταυτόχρονα, ένας πραγματικός στρατιώτης της παραγωγής και να λειτουργεί ως αστυνομικός τόσο προς τους συναδέλφους του, όσο και κυρίως απέναντι στη μάζα των περιθωριοποιημένων προλετάριων της μεγάλης μητρόπολης».
Για όλους αυτούς τους λόγους είναι αναπόφευκτο ότι η ρεβιζιονιστική πολιτική θα χάσει σταδιακά όλα τα ρεφορμιστικά της χαρακτηριστικά για να αναλάβει απόλυτα κατασταλτικά: από προοδευτική, η λειτουργία του PCI γίνεται έτσι, εκ των πραγμάτων και ανεξάρτητα από τη βούληση των αγωνιστών του, συντηρητική, με σκοπό να ασκεί άκαμπτο έλεγχο επί της αγοράς εργασίας και να οργανώνει τη συναίνεση γύρω από ένα σχέδιο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που λόγω της φύσης του ιμπεριαλισμού, όντος ανίκανου να κινητοποιήσει και να εμπλέξει τις μάζες (όπως είχε καταφέρει να το κάνει ο φασισμός για παράδειγμα ), θα αναγκάσει όλο και περισσότερο τους ρεβιζιονιστές να καταφεύγουν σε καταναγκαστικά εργαλεία και να επιβάλουν συναίνεση με το ζόρι, αντί να την ζητούν και να την ερμηνεύουν.
Αυτό θα συμβεί διότι, εάν ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός που σαπίζει δεν υπάρχει περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων χωρίς να διαταραχθούν οι αντίστοιχες παραγωγικές σχέσεις, αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη να παραμείνουν αμετάβλητες θα πρέπει να συγκρουστεί με τη βούληση να τις τροποποιήσει και πως τα μεταρρυθμιστικά κόμματα εργατικής παράδοσης, από εργαλεία κοινωνικής ειρήνης θα μετατραπούν σε άλλα τόσα εργαλεία για τον εμφύλιο πόλεμο.
Με αυτή την έννοια είναι δυνατόν να υποστηρίξουμε ότι οι ρεβιζιονιστές βρίσκονται στην υπηρεσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους των πολυεθνικών και ότι η αντίθεση με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό, πέραν του να είναι ανταγωνιστική, πρέπει να αντιμετωπιστεί και στο στρατιωτικό επίπεδο. Ήδη σήμερα χάρη στη διαμεσολάβηση των ρεβιζιονιστών, η στρατιωτικοποίηση επεκτείνεται από το εργοστάσιο στην γειτονιά, στις διαπροσωπικές σχέσεις, στις οικογένειες, σε μια αλυσίδα ιεραρχικών και βίαιων κοινωνικών σχέσεων, που κυριαρχούνται από τους νόμους μιας καταπιεστικής κοινωνίας που ο ιμπεριαλισμός θα επιθυμούσε όλο και περισσότερο όμοια με ένα lager εκατομμυρίων παραγωγών.
Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι, ένας από τους λόγους για τους οποίους η συμμαχία με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό είναι επιθυμητή για την αστική τάξη, συνίσταται στη δυνατότητα να διεισδύσει με μεγαλύτερη ευκολία στις αγορές της Ανατολικής ευρώπης.

= Στο εσωτερικό του ρεβιζιονιστικού κόμματος ζει επομένως μια αμφισημία μεταξύ δύο τάσεων, μία που θα μπορούσαμε να ορίσουμε εσφαλμένα ως «την αριστερή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας» η οποία έκανε δικό της και το δυτικό σύστημα αξιών με την αποδοχή του ΝΑΤΟ, η άλλη που εμπνέεται από τον «Κρατικό καπιταλισμό» και που βλέπει τον «συμβιβασμό» ως το πρώτο τακτικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό συνεπάγεται πως η σχέση μεταξύ του ρεβιζιονιστικού κόμματος και του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού εξαρτάται από τη θέση μεγαλύτερης ισχύος της δεύτερης τάσης, σε σχέση με την πρώτη.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο ο ultraρεβιζιονισμός επιδιώκει να λειτουργήσει ως αυτόνομη δύναμη, ηγεμονική δύναμη σε σχέση με έναν πολιτικό χώρο που βλέπει ενωμένους σκυλιά και γουρούνια της αριστεράς της σοσιαλδημοκρατίας, περνώντας μέσα από τους «διάφορους ευρωκομμουνισμούς», για να φτάσουμε στις ψεύτικες λενινιστικές παροτρύνσεις τύπου Πορτογαλίας. Αντιμετωπίζει τον ιμπεριαλισμό ως μια εσωτερική-εξωτερική δύναμη, και γι ‘αυτό εμπνέει υποψία στον Κάρτερ και στους ευρωπαίους υποτελείς του, οι οποίοι και θα έμπαιναν στον πειρασμό να τον χρησιμοποιήσουν, φιλόδοξα, ως καταλύτη της «διαφωνίας» στις ανατολικές χώρες, αλλά προς το παρόν παραμένει ένα όπλο δίκοπο.

= ΑΠΑΓΩΓΗ DOZIER – 17 δεκεμβρίου 1981 ήταν δεύτερος επικεφαλής του προσωπικού της Διοίκησης Δυνάμεων Εδάφους του ΝΑΤΟ στη Νότια Ευρώπη (FTASE). Η απαγωγή πραγματοποιήθηκε στο διαμέρισμα του, περίπου στις 6:00 μ.μ. Μετά από 42 ημέρες, στην Πάντοβα σε μια βάση Br, η ειδική αστυνομική μονάδα Nocs (λειτουργικός Πυρήνας κεντρικής ασφάλειας της Αστυνομίας του Κράτους) – εξαιρετικά εκπαιδευμένες δυνάμεις, ιδιαίτερα στη χρήση των όπλων, όπως οι Gis (ομάδα ειδικών παρεμβάσεων των Καραμπινιέρων), εισβάλλουν συλλαμβάνοντας 4 συντρόφ * και απελευθερώνοντας τον στρατηγό. Με την απαγωγή Dozier οι Br δηλώνουν τη γέννηση του σχηματισμού Br-Partito Comunista Combattente/εΤ-Κομουνιστικό Μαχόμενο Κόμμα (Br-Pcc) μετά τις διασπάσεις που έλαβαν χώρα (Κόμμα Guerrilla και φάλαγγα Walter Alasia). Στη συνέχεια διαχέεται ένα νέο «στρατηγικό ψήφισμα» με τίτλο «Δύο χρόνια πάλης» στο οποίο πέρα από την εξήγηση των περιπετειών της διάσπασης, αποφασίζονταν να δοθεί έμφαση της δραστηριότητας τους ενάντια στο ΝΑΤΟ που αντιπροσώπευε τον στρατιωτικό βιομηχανικό μηχανισμό των πολυεθνικών.

«Μέσα από σένα δικάζουμε τη στρατιωτική κατοχική δομή, το ΝΑΤΟ, και την ιμπεριαλιστική πολιτική της Αμερικής προς το ιταλικό προλεταριάτο. Αυτή η πολιτική εξαπλώθηκε από το 1945 μέχρι σήμερα. Έδωσε τη δυνατότητα στις ΗΠΑ, υπό τον εκβιασμό των όπλων, πρώτα με τον ιταλικό στρατό κατοχής, στη συνέχεια με τον ενσωματωμένο στρατό του ΝΑΤΟ, να χτιστεί μια πολιτικο-στρατιωτική τάξη πλήρως υποταγμένη στα συμφέροντα των πολυεθνικών ΗΠΑ. Η ιστορία αυτών των κυβερνήσεων είναι η ιστορία της Κρατικής τρομοκρατίας, που χτίστηκε από τη CIA. Από το Σχέδιο Μάρσαλ μέχρι την υποδούλωση στην πολιτική Ρέιγκαν με τους πυραύλους του Comiso, σημαίνει τον σχεδιασμό της ιστορίας της υποταγής των ιταλικών κεφαλαίων και μιας πολιτικής τάξης που παρά την αποδεδειγμένη πολιτική και κοινωνική απονομιμοποίηση, παραμένει όρθια μόνο χάρη στον τρόμο των ειδικών μονάδων εκπαιδευμένων από τους αμερικανούς και την οικονομική πολιτική των πολυεθνικών USA».

= Στις 15 φεβρουαρίου 1984, στις 6.45 μ.μ., οι Br-Pcc μαζί με τη Ένοπλη Λιβανέζικη Επαναστατική Φράξια (FARL) πλήττουν τον Leamon Hunt, πρεσβευτή και πρώην διευθυντή της Πολυεθνικής Δύναμης και Παρατηρητών (MFO) και υπεύθυνο διαχείρισης της Πολυεθνικής Δύναμης του Σινά.

(ντοκουμέντα): Οι εκστρατείες εναντίον του ΝΑΤΟ αποτελούν ένα σημείο του θεμελιώδους προγράμματος για την ιταλική επαναστατική διαδικασία, δεδομένου ότι τοποθετούν τις Br δίπλα σε όλες τις άλλες αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις προς το γενικό συμφέρον του ευρωπαϊκού προλεταριάτου.

Δυστυχώς η απαγωγή του Dozier κατέληξε σε μια ήττα, και επειδή η προετοιμασία δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τα συνήθη κριτήρια (οι βάσεις ήταν γνωστές σε ακτιβιστές του κινήματος, και από εκεί έφτασαν οι δυνάμεις της καταστολής). Το κράτος χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια για να αποσπάσει απαραίτητες πληροφορίες από συντρόφους του κινήματος για να φτάσει στη βάση όπου φυλάσσονταν ο Dozier. Πάντα με τα βασανιστήρια αποσπάστηκαν πληροφορίες από ορισμένους συντρόφους εσωτερικούς στη δράση που επέτρεψαν στην καταστολή να δώσει ένα αποφασιστικό πλήγμα στις Br.

Ακόμα στις 10 φεβρουαρίου 1986 οι Br-CCS έπληξαν σκοτώνοντας τον Lando Conti, πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας, με την κατηγορία πως συνεργάστηκε για μια μεγαλύτερη ενσωμάτωση της Ιταλίας στο ΝΑΤΟ και στο λεγόμενο σχέδιο των πολέμων των άστρων που προώθησε η αμερικανική κυβέρνηση με επικεφαλής τον Ronald Regan, μέσω της ιταλικής Κοινοπραξίας για τις στρατηγικές τεχνολογίες (Cites).

 

* Με συνέλαβαν τον μάιο του 1980, ειδικές φυλακές και πολύ σκληρή μεταχείριση. Μαζί με άλλους διοργάνωσα την εξέγερση στην ειδική φυλακή του Trani (δεκέμβριος 1980), μια εξέγερση που κατεστάλει με τη χρήση ελικοπτέρων και πυροβόλων όπλων και σφαγή των εξεγερμένων. Μεταφορά στη Σαρδηνία στην τιμωρητική φυλακή του Nuoro και στη συνέχεια Cuneo, ξανά Trani, Novara και μετά από 15 χρόνια περιπλάνησης τελικά στη Ρώμη-Rebibbia. Το 1999 κατακτώ τη δυνατότητα να δουλεύω εξωτερικά (semilibertà-ημιελευθερία) και τελειώνω τη φυλάκιση τον δεκέμβριο του 2010. Επιστρέφω στο κίνημα και συμμετέχω στους αγώνες των εργαζομένων στον τομέα της εφοδιαστικής (φόρτωση, εκφόρτωση και μεταφορά εμπορευμάτων), οι περισσότεροι από αυτούς τους εργαζόμενους είναι μετανάστες [εδώ στη Ρώμη ως επί το πλείστον ερυθραίοι, ρουμάνοι, από την Γκάνα, κλπ.), με ένα τρομερό επίπεδο εκμετάλλευσης. Έχουν σημειωθεί πολλά βήματα προς τα εμπρός, ιδίως στην πολιτική ανάπτυξη πολλών εργαζομένων και σε ορισμένες από τις αξιώσεις που έχουν κερδηθεί. Το ταξίδι είναι πολύ μακρύ, και διότι δεν υπάρχουν πολλοί άλλοι αγώνες με τους οποίους να συνδεθούμε.

 

 

 

 

 

ιστορία, storia

«Ήταν κάτι θαυμάσιο!» 45 χρόνια από την πορτογαλική επανάσταση

του Luca Cangianti

Μια επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει με ένα τραγούδι. Στις 25 απριλίου 1974, είκοσι λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, ο Teodomiro Leite de Vasconcelos μεταδίδει στο Radio Renascença το τραγούδι Grândola Vila Morena του José Alfonso. Το Κίνημα των ενόπλων δυνάμεων, αποτελούμενο από προοδευτικούς στρατιωτικούς, παίρνει υπό την κατοχή του στρατηγικά σημεία, ζητά από τους πορτογάλους να παραμείνουν στο σπίτι και επαναλαμβάνει την πρόσκληση δέκα φορές. Ο λαός, ωστόσο, δεν θέλει να ακούσει τίποτα: εκείνο που θα έπρεπε να είναι ένα απλό πραξικόπημα για να τερματιστεί ένας δαπανηρός αποικιακός πόλεμος (40% των κρατικών δαπανών) και χωρίς ελπίδα νίκης, καθίσταται μια εντυπωσιακή επανάσταση που παρασέρνει τα πάντα.

Η μακρύτερη φασιστική δικτατορία διήρκεσε 48 χρόνια. Στα δεκατρία χρόνια των συγκρούσεων στις αποικίες δεν απέφυγε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια και βομβαρδισμούς με ναπάλμ στους τοπικούς πληθυσμούς. Τελικά κατέρρευσε μίζερα, χωρίς αντίσταση, ενώ ο λαός ξεχύνονταν στους δρόμους: οι άνθρωποι αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο, αντάλλασσαν φιλιά, έκλαιγαν από την χαρά, κάλυπταν τους στρατιώτες με κόκκινα και λευκά γαρίφαλα προσφέροντάς τους ζεστό ψωμί και σούπα. Οι πολιτικοί κρατούμενοι απελευθερώθηκαν, οι εργαζόμενοι στις τράπεζες οργανώθηκαν για να αποφύγουν την φυγή κεφαλαίων. Στη Λισαβόνα, την πρώτη εβδομάδα μετά τις 25 απριλίου καταλήφθηκαν 1.500 έως 2.000 λαϊκά σπίτια και η 1η μαΐου γιορτάζεται με μια εντυπωσιακή διαδήλωση μισού εκατομμυρίου ανθρώπων. Στα εργοστάσια δημιουργούνται οι επιτροπές των εργαζομένων που εκκαθαρίζουν τα φασιστικά στοιχεία, οργανώνουν απεργιακές κινητοποιήσεις με διεκδικήσεις και καταλαμβάνουν φρουρώντας τις εγκαταστάσεις έτσι ώστε να μην αφαιρεθούν τα μηχανήματα. Αργότερα άρχισαν να ασκούν μορφές εργατικού ελέγχου πάνω στην παραγωγή. Στις γειτονιές γεννιούνται οι επιτροπές των κατοίκων που διαχειρίζονται καταλήψεις, παιδικούς σταθμούς και κέντρα πολλαπλών χρήσεων στα οποία παρέχονται αμοιβαία και εθελοντικά όλες οι υπηρεσίες. Σε πολλές περιπτώσεις λαϊκά δικαστήρια οργανώνονται ως εγγυητές της δικαιοσύνης και ισονομίας των ενεργειών απαλλοτρίωσης. Τέλος επιτροπές των στρατιωτών με εκλεκτικά και ανακλητά αξιώματα προκύπτουν, όπως και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις. Πρόκειται για ένα διακλαδισμένο κοινωνικό δίκτυο αυτόνομων από τα κόμματα οργανώσεων, και από το Συνδικάτο, που θυμίζουν τα ρωσικά σοβιέτ του 1905 και 1917, τα ιταλικά συμβούλια του 1919-20 και εκείνα τα χιλιανά του 1972-73. Πρόκειται για μια παράλληλη εξουσία που ασκεί την δημοκρατία της βάσης και ανταγωνίζεται με αυτήν του κράτους για 19 μήνες, δηλαδή μέχρι το πραξικόπημα της 25ης νοεμβρίου 1975 μετά το οποίο η πορτογαλική πολιτική κατάσταση στρέφεται πίσω στις γραμμές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

«Αν και υπήρχαν τα αμερικανικά πλοία μπροστά στην ακτή, κανείς δεν φοβόταν», θυμάται ο Rigel Polani που έφθασε στη Λισαβόνα με ένα Citroën Mehari και τέσσερις φίλους κατά τη διάρκεια της veraõ quente, του καυτού καλοκαιριού του 1975, δηλαδή την περίοδο της μέγιστης κοινωνικής σύγκρουσης. «Οι διαδηλώσεις συχνά δεν είχαν ένα πάλκο για τις παρεμβάσεις. Πορευόμασταν και φωνάζαμε συνθήματα σαν σε μια παράσταση στην οποία ήμασταν ηθοποιοί και θεατές ταυτόχρονα. Δεν θυμάμαι ποτέ να είδαμε την αστυνομία. Ήταν όλοι ευτυχισμένοι, όλοι συμμετείχαν, όλοι αφοσιωμένοι στην οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου. Η αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία που ονειρευόμουν είχε υλοποιηθεί μπροστά στα μάτια μου». Στους δρόμους της Λισαβόνας άκουγες πολύ συχνά να μιλούν ιταλικά. Χιλιάδες και χιλιάδες νέοι αγωνιστές της επαναστατικής αριστεράς ξεκίνησαν από την Ιταλία. Διέσχισαν τη Γαλλία και την Ισπανία με αυτοκίνητο, με μοτοσικλέτα ή με τρένο για να φτάσουν στα δυτικά σύνορα της Ευρώπης: «Είχαμε πάει στην Πορτογαλία για να δούμε να αναδύεται ένας νέος κόσμος» γράφει ο Sandro Moiso στο Riti di passaggio, ενθυμούμενος το κλίμα της χαρούμενης συλλογικής μέθης: «Σε εκείνες τις μέρες και εκείνα τα χρόνια δεν αισθανθήκαμε ποτέ κουρασμένοι.»
Ο Rigel σταματά για λίγο, δεν είναι σίγουρος ότι εγώ μπορώ να καταλάβω εκείνη την εμπειρία χωρίς να την έχω ζήσει: «Θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Μια φορά στο δρόμο συναντάμε νέους ανθρώπους σαν εμάς. Ήταν εργάτες και μας προσκάλεσαν να παρακολουθήσουμε μια συνέλευση στο εργοστάσιό τους. Συζητήσαμε πώς να διαχειριστούμε και να αναπτύξουμε την παραγωγή. Παρά τις γλωσσικές δυσκολίες καταφέραμε να αντιληφθούμε την έντονη αίσθηση επαγγελματικής εμπειρίας, δεξιότητας και πρακτικότητας. Ο λαός είχαν πάρει την κατοχή της ζωής του. Αποφάσιζε το πεπρωμένο του.»

Στην πραγματικότητα μέσα στην επανάσταση υπήρχε επίσης μια σκοτεινή πλευρά, ή ίσως «ενοχλητική»: η τραγωδία των δεκάδων χιλιάδων retornados, αυτών που επέστρεφαν από τις αποικίες με τα διάφορα ανακοινωθέντα ανεξαρτησίας. «Τα πορτογαλικά μαύρα πόδια, pieds noirs – ο Moiso θυμάται – κατέβηκαν στο πολεμικό μονοπάτι. Όπως και τα άγρια εξαγριωμένα παιδιά συνέρρεαν σε μια γη που ήταν ξένη σε αυτούς, συχνά χωρίς να έχουν καν γεννηθεί εκεί. Υπήρχε ο φόβος ταραχών όπως εκείνων που είχαν ήδη σημειωθεί στον Βορά. Μπροστά από το παλάτι του São Bento, έδρα του κοινοβουλίου, βρεθήκαμε λίγοι από εμάς με έναν στρατιωτικό απόσπασμα από τη μια πλευρά και εκατοντάδες διαδηλωτές εχθρικούς από την άλλη. Η αμηχανία ήταν διπλή για εμάς, γιατί από την άλλη πλευρά υπήρχε ένα πλήθος κατατρεγμένων.»
Η Erika Dellacasa τότε ήταν στα είκοσι ένα. Τον απρίλιο και τον μάιο του 1974 στάλθηκε στην Πορτογαλία εξ ονόματος της γενουατικής εφημερίδας «Il Lavoro»: «Υπήρχε μια ατμόσφαιρα μεγάλης ευφορίας που δεν σταματούσε ποτέ. Οι δρόμοι ήταν πάντα γεμάτοι. Υπήρχαν μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον, μεγάλη ελπίδα για δικαιοσύνη και τεράστια επιθυμία για ελευθερία. Ήταν κάτι τόσο απτό που συγκινούσε. Δεν είναι ότι μιλούσαν πολύ, αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο και αντάλλασσαν μεγάλες χειραψίες. Δεν ήταν ασυνήθιστο για μερικούς ανθρώπους να κλαίνε. Την πρώτη νύχτα στη Λισαβόνα μου έκανε μεγάλη εντύπωση μια ομάδα τραβεστί εμφανώς μεθυσμένων που τραγουδούσαν και χόρευαν. Ένας έπεσε καταγής και τον βοήθησε να σηκωθεί ένας στρατιωτικός πολύ ευγενικά. Ήταν μια κάπως αταίριαστη σκηνή για το πώς ήταν γνωστή η Πορτογαλία εκείνα τα χρόνια: καταπιεσμένη και καταπιεστική. Ένιωθες έναν αέρα ελευθερίας, ελευθερία να κάνεις πράγματα απαγορευμένα ή αδιανόητα μέχρι πριν λίγες ημέρες. «Στη φασιστική Πορτογαλία το 68% των γυναικών ηλικίας μεταξύ 20 και 54 ετών ήταν νοικοκυρές και δεν επιτρέπονταν να εγκαταλείψουν τη χώρα χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου που είχε επίσης το δικαίωμα να ανοίγει την αλληλογραφία τους. Όπως συμβαίνει συχνά κατά τις επαναστάσεις, η κατάρρευση των παλαιών δομών εξουσίας οδήγησε στην έκρηξη του γυναικείου πρωταγωνισμού. Μετά τις 25 απριλίου ιδρύθηκαν διάφορες φεμινιστικές οργανώσεις και οι γυναίκες βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των καταλήψεων, στις πικετοφορίες και στους αγώνες ενάντια στην ακρίβεια.

Με το πραξικόπημα της 25ης απριλίου, η εθνική- λαϊκή Δράση, το μόνο κόμμα στην εξουσία, διαλύθηκε. Ο Marcelo Caetano, τελευταίος πρόεδρος του συμβουλίου του φασιστικού Estado Novo, συνελήφθη και εξορίστηκε στη Βραζιλία, η μυστική αστυνομία Pide / Dgs διαλύεται αφού όμως έχει προλάβει να δολοφονήσει τέσσερα άτομα που διαδήλωναν μπροστά από την έδρα της στην rua de António Maria Cardoso 22. Στο μέτωπο της αντιπολίτευσης, το σοσιαλιστικό Κόμμα μέχρι το 1974 δεν ήταν παρά ένας κύκλος διανοούμενων εξόριστων και το ίδιο ισχύει και για τους φιλελεύθερους του δημοκρατικού λαϊκού Κόμματος το οποίο παρουσιάζονταν ως σοσιαλδημοκρατικό (ένα όνομα που θα αναλάβει το 1976 παρά την κεντροδεξιά του τοποθέτηση) . Η κατάσταση του κομμουνιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας ήταν διαφορετική, σκληρυμένου ύστερα από σχεδόν μισό αιώνα παρανομίας, με τρεις χιλιάδες στρατευμένους υπό τη δικτατορία και ισχυρές ρίζες στα εργοστάσια και στην ύπαιθρο. Τέλος στην πορτογαλική επανάσταση υπήρχαν περίπου εβδομήντα αριστερές ομάδες που κάλυπταν ολόκληρο το φάσμα των ετερόδοξων θέσεων, από τον γκεβαρισμό μέχρι τον τροτσκισμό περνώντας μέσα από διάφορες αποχρώσεις του μαοϊσμού. Ακόμη και μέσα στον τυπικό τους κατακερματισμό αυτοί οι σχηματισμοί έφτασαν στο σημείο να συγκεντρώσουν μια μαχητική δύναμη τριών χιλιάδων ατόμων με θέσεις πλειοψηφίας στα πανεπιστήμια και τις ακολουθούσαν όχι αμελητέες δυνάμεις σε πολλές εργατικές καταστάσεις. Σε αντίθεση με το φιλοσοβιετικό κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο, σύμφωνα με τις συμφωνίες της Γιάλτα και Πότσνταμ, έσπρωχνε προς ένα συμβιβασμό μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας μέσα σε ένα δημοκρατικό-κοινοβουλευτικό πλαίσιο, η άκρα αριστερά προετοιμαζόταν για μια δεύτερη φάση της επανάστασης. Αυτή θα είχε οδηγήσει στη διάλυση της συστατικής Συνέλευσης που ψηφίστηκε στις 25 Απριλίου 1975, στην κατάργηση του καπιταλισμού και τη μετάβαση στη λαϊκή εξουσία αποτελούμενη από αυτόνομους οργανισμούς βάσης όπως ήταν οι επιτροπές εργαζομένων, κατοίκων και στρατιωτών. Σοσιαλιστές και κομμουνιστές επιτέθηκαν ενάντια στο κύμα των «αναρχικών» απεργιών που αναπτύχθηκαν το 1974-75 και ένας υπουργός του κπΚ έφτασε στο σημείο να οδηγήσει ακόμη και μια διαδήλωση «ενάντια στην απεργία για την απεργία» υπαινισσόμενος την παρουσία φασιστικών στοιχείων μεταξύ των γραμμών της εργαζομένων.

Ο ισχυρός κοινωνικός αναβρασμός και ο δυϊσμός της εξουσίας που διέσχιζε την πορτογαλική κοινωνία ήταν στη βάση της αστάθειας των έξι προσωρινών κυβερνήσεων που διαδέχτηκαν η μια την άλλη οδηγώντας τη χώρα, των ρωγμών μεταξύ σοσιαλιστών και κομμουνιστών, και των συγκρούσεων μεταξύ μετριοπαθών και επαναστατών μέσα στο Κίνημα των ενόπλων δυνάμεων. Παρά τη δύναμη, το ρίζωμα και την ευρύτατη διάδοση των οργανισμών αντιεξουσίας που διακλαδώθηκαν μέσα και στον ίδιο τον στρατό, δεν υπήρξε ένας επαρκής εθνικός συντονισμός ικανός να αντισταθεί στο αντεπαναστατικό πραξικόπημα του στρατηγού António Ramalho Eanes. Οι κομμουνιστές που με την προσωρινή κυβέρνηση no 5 του Vasco Gonçaves δέχτηκαν την υποστήριξη της άκρας αριστεράς αρνήθηκαν να αντιδράσουν, ενώ οι στρατιώτες της επαναστατικής πτέρυγας του στρατού, προσωποποιημένης από την ιστορική προσωπικότητα του Otelo Saraiva de Carvalho, συνελήφθησαν μαζικά
Σύμφωνα με την ιστορικό Raquel Varela, «η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των κοινωνικών τάξεων μέσα στην επανάσταση (που χαρακτηρίζεται από τη δύναμη των εργατικών τομέων και από την πολιτική και στρατιωτική αποδυνάμωση της πορτογαλικής αστικής τάξης) έθετε τις προϋποθέσεις για μια γενική απεργία … με εξεγερτικό χαρακτήρα. Ωστόσο, οι επιτροπές των εργαζομένων που διηύθυναν αυτές τις απεργίες δεν ήταν ποτέ ενοποιημένες σε ένα εθνικό όργανο διαφορετικό από το Συνδικάτο, το οποίο κατευθύνονταν κυρίως από φιλοκομουνιστικά στοιχεία που αντιτάσσονταν στις απεργίες.»1 Εκτός από την απροθυμία αμφισβήτησης των μεταπολεμικών συμφωνιών μεταξύ της καπιταλιστικής Δύσης και της Ανατολής του υπαρκτού σοσιαλισμού, η ηγεσία του Pcp-πκΚ ήταν στην πραγματικότητα σκεπτικιστική απέναντι στη δυνατότητα νίκης της λαϊκής εξουσίας διότι κατά την άποψή της στην Πορτογαλία ήταν κυρίαρχο το βάρος των μεσαίων τάξεων και της μικρής ιδιοκτησίας.

Η δύναμη της προηγούμενης επαναστατικής ώθησης ωστόσο ανάγκασε την αστική τάξη να δεχτεί πολλές εθνικοποιήσεις για να συγκρατήσει τις κοινωνικές συγκρούσεις και να σώσει το καπιταλιστικό κράτος από την κρίσιμη οικονομική συγκυρία μετά το πετρελαϊκό σοκ. Επίσης όσον αφορά τα εισοδήματα η σχέση μεταξύ των εκείνων που προέρχονταν από την εργασία (μισθοί και κοινωνικές παροχές) και αυτών που προέρχονταν από το κεφάλαιο (τόκοι, κέρδη και ενοίκια) πέρασε από το 50% του ΑΕΠ για καθένα από αυτά τα στοιχεία το 1973, σε μια σχέση του 70 και 30% το 1975.2 Δημιουργήθηκαν επίσης ινστιτούτα για την κοινωνική ασφάλιση, την παροχή βοήθειας, την αναπηρία, τη μητρότητα, την κοινωνική στέγαση και τα επιδόματα ανεργίας.
Με τον τρόπο αυτό πραγματοποιήθηκε ένας «σοσιαλδημοκρατικός συμβιβασμός» που θα επισημοποιηθεί στο Σύνταγμα του 1976 που καθιέρωσε την αμετάκλητη εθνικοποίηση, την δωρεάν εθνική υγειονομική υπηρεσία, τον στόχο της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, την απόρριψη της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, το δικαίωμα αντίστασης. Ορισμένα από αυτά τα στοιχεία θα τροποποιηθούν κατά τη διάρκεια μεταγενέστερων συνταγματικών αναθεωρήσεων, αλλά ακόμη και σήμερα στο προοίμιο του πορτογαλικού θεμελιώδους νόμου διαβάζουμε ότι είναι βούληση του λαού «να ανοίξει ο δρόμος προς μια σοσιαλιστική κοινωνία».

Σε ένα ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε στη Λισαβόνα τις ημέρες της επανάστασης, ο βραζιλιάνικος σκηνοθέτης Glauber Rocha παίρνει συνέντευξη από έναν άνδρα στη μέση ενός πλήθους ανθρώπων στην piazza del Rossio:

«Εσείς, Κύριε, είστε εργάτης ποιου είδους βιομηχανίας;»
«Αστικές κατασκευές.»
«Τι νομίζετε για αυτό που συμβαίνει στην Πορτογαλία;»
«Ήταν ένα θαυμάσιο πράγμα!»
«Ελπίζατε όλα αυτά ή ήταν μια έκπληξη;»
«Ήλπιζα αυτό εδώ και πολύ καιρό και μόνο τώρα συνέβη.»3

Εάν επισκέπτεστε τη Λισαβόνα μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ως οδηγό για τις εξερευνήσεις σας το 25 de abril – Roteiro da revolução.4 Είναι ένας τόμος γεμάτος φωτογραφίες, τόπους και μαρτυρίες που θα σας βυθίσουν στη θάλασσα των γεγονότων και των συναισθημάτων εκείνων των ημερών. Στη συνέχεια πηγαίνετε σε ένα από τα τυπικά belvedere που ξεφυτρώνουν στους λόφους της πόλης. Κατά το ηλιοβασίλεμα κλείστε τα μάτια σας, αναγκάστε τον εαυτό σας να αγνοήσει τους τουρίστες, επικεντρωθείτε μόνο στις κραυγές των γλάρων και στον απέραντο ουρανό, χαραγμένο με τα ζεστά χρώματα της ημέρας που τελειώνει. Σήμερα, στη θλιβερή νεοφιλελεύθερη κόλαση της ευρωπαϊκής Ένωσης, εμείς είμαστε όπως ο εργάτης της Rossio πριν από τις 25 απριλίου. Η καθημερινή μελέτη και δράση πρέπει να θρέφουν την ελπίδα μας.

[Fotografie di Rigel Polani]


  1. Raquel Varela, Historia do Povo na Revolução portuguesa 1974-75, Bertrand, 2014, p. 136. È disponibile anche un’edizione in inglese: A People’s History of the Portuguese Revolution, Pluto Press, 2019. 
  2. Cfr. ivi, p. 487. 
  3. Ivi, p. 54. Il documentario è As armas e o Povo
  4. José Mateus, Raquel Varela, Susana Gaudêncio, 25 de abril – Roteiro da revolução, Parsifal, 2017. 
αυτονομία, autonomia

Η εργατική αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene. Του Donato Tagliapietra

Lorenzo Bortoli (1952-1979), La fabbrica, Το εργοστάσιο, λάδι σε καμβά, 50×60, 1967.
Το εργοστάσιο είναι η πρώτη γνωστή ζωγραφιά του Lorenzo. Το γεγονός ότι ένα 15χρονο αγόρι ζωγραφίζει αυτό το θέμα μας βοηθά να κατανοήσουμε το βάρος του εργοστασίου που έχει στην πόλη του Marano Vicentino. Αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει είναι εκείνο που βλέπει στο εργοστάσιο, γιατί αυτό είναι που βλέπουμε όλοι: ένα θλιβερό μέρος, χωρίς φως και ζωή, ένα σκοτεινό κτίριο που συνθλίβεται από ένα μολυβένιο ουρανό με μια ενιαία ζωντανή παρουσία, το σπίτι σε πρώτο πλάνο [το σπίτι του;) όπου, λόγω του φωτός που φιλτράρεται μέσα από τα παράθυρα, γνωρίζουμε ότι υπάρχει ανθρωπιά.Όχι τόσο στο εργοστάσιο, νεκρό μέρος για την σκέψη και τα όνειρα και, πάνω απ ‘όλα, για την ευαισθησία ενός δεκαπεντάχρονου που εμφανίζεται στον κόσμο. Είναι μια αποκαλυπτική ζωγραφιά.”

Ο Lorenzo Bortoli, αφέθηκε (μετά από δύο απόπειρες) να αυτοκτονήσει στη φυλακή της Βερόνα λίγους μήνες μετά τη σύλληψη στο πλαίσιο της έρευνας για τις Πολιτικές Κολεκτίβες του Βένετο που συνδέονταν με την έκρηξη όπου πεθαίνουν η συντρόφισσα Maria Antonietta Berna, ο εργάτης Angelo Dal Santo και ο φοιτητής Alberto Graziani. Οι τρεις σύντροφοι έφτιαχναν έναν αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό. Εδώ μια βιογραφία / ανάμνηση του,  Qui una sua biografia/ricordo από την οποία λαμβάνεται ο τελευταίος αποχαιρετισμός του Bortoli.

Φύλλο αίτησης, Φυλακή της Verona 18-6-79
Στον κύριο διευθυντή του σωφρονιστικού ιδρύματος της Verona.
Θα ήμουν πολύ ευγνώμων αν μπορούσατε να στείλετε το ακόλουθο τηλεγράφημα στην οικογένειά μου: «Έφτασα στην Antonia. Παρακαλώ να θαφτώ μαζί της. Σας διαβεβαιώνω ότι είμαι καλά έτσι. Μια αγκαλιά. Πείτε στη Vanna να μην κλαίει, αλλά να θυμάται πόσο ευτυχισμένοι ήμασταν όπως τώρα που είμαστε και πάλι μαζί. Lorenzo»
Σας παρακαλώ να στείλετε και την ομάδα φωτογραφιών, υπολογίζοντας τα έξοδα από τον προσωπικό μου λογαριασμό. Σας ευχαριστώ πολύ.


Δημοσιεύουμε την εισαγωγή της Elisabetta Michielin στον πέμπτο τόμο που ο εκδοτικός οίκος Derive Approdi αφιέρωσε στην ανακατασκευή της ιστορίας της ιταλικής εργατικής Αυτονομίας. Ειδικότερα, το βιβλίο του Donato Tagliapietra, ανασυγκροτεί την ιστορία των πολιτικών Κολεκτίβων vicentini μέσω πολιτικών εγγράφων, φυλλαδίων και μαρτυριών εκείνων που ήταν πρωταγωνιστές αυτών των γεγονότων και της περιοχής εκείνης.

Τι όμορφο βιβλίο έγραψε ο Donato ο «κόκκινος». Κόκκινος στα μαλλιά και στην πλευρά που διάλεξε! Το λέμε αμέσως. Ένα απαραίτητο βιβλίο γιατί ανασυνθέτει με πλούτο και πάθος μια κρίσιμη περίοδο στην ιστορία των επαναστατικών προσπαθειών της χώρας μας και της βορειοανατολικής επικράτειας. Μια άσκηση γραφής και προβληματισμού που τραβά μια διαγραμμένη μνήμη έξω από το σκοτάδι, που παραδόθηκε στις αίθουσες της δικαιοσύνης ή στη μνήμη εκείνων που την ξανακτίζουν μόνο για να την δυσφημίσουν ή να αποτρέψουν την πιθανή επαναπρόταση της.

Ο Donato ανασυνθέτει την περίοδο που τον είδε μεταξύ των πρωταγωνιστών των βενετικών πολιτικών κολεκτίβων στην περιοχή του άνω vicentino χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά τα έγγραφα που παρήγαγε η ίδια η οργάνωση και τις συνεντεύξεις με τους αγωνιστές εκείνης της εποχής.

Μια ιστορία που ποτέ δεν καταφεύγει στον μεμονωμένο βιογραφισμό και στις ναρκισσιστικές του αποκλίσεις επειδή είναι πάντα αγκυροβολημένη σε ένα κίνημα που έχει συμπεριλάβει δεκάδες και δεκάδες αγωνιστές και που διατηρεί πάντα μαζί την υποκειμενικότητα και την περιοχή όπου γεννήθηκε αυτή η υποκειμενικότητα, αναπτύχθηκε, απέκτησε νόημα και επηρέασε με συγκεκριμένο τρόπο τις σχέσεις εξουσίας και τις ταξικές σχέσεις, ακόμη και στο ζωντανό σώμα των εργατικών οργανώσεων.

Στον Donato αναγνωρίζουμε την αξία της επιτυχίας στο να την περιγράφει με απλότητα, χωρίς έμφαση. Σε σελίδες από τις πιο ζωντανές και εθιστικές του βιβλίου, την βλέπουμε στο έργο επάνω σε συγκεκριμένες διαμάχες σχετικά με το ωράριο εργασίας και την επιβολή της επαναπρόσληψης απολυμένων εργατών, στις εκστρατείες «εργασία για όλους λιγότερη εργασία» με τις περιπολίες και τις πικετοφορίες ενάντια στην μαύρη εργασία και τη χρήση υπερωριών ή σε εκείνες που αφορούν το δικαίωμα στέγασης και την επιβολή πολιτικών τιμών για τα αγαθά βασικών αναγκών.

Νάτοι λοιπόν οι αυτόνομοι στο έργο, πολύ νεαρά κορίτσια και αγόρια που χωρίς καμία αίσθηση κατωτερότητας ή υποταγής, αρχίζουν να ανοίγουν τις πρώτες ρωγμές στις άκαμπτες δομές του συνδικάτου, που από όλη αυτή την ιστορία βγαίνει με σπασμένα τα κόκαλα. Η CISL ειδικότερα, με τα αλαζονικά και αξιολύπητα στελέχη της. Αλλά είναι με τις περιπολίες, τις πικετοφορίες και τις συνελεύσεις που αρπάζονται με μια άσκηση δημόσιας εξουσίας από το αφεντικό και το συνδικάτο που το βλέμμα του Donato γίνεται πιο προσεκτικό και άγρυπνο. Είναι μέσα στα ατομικά γεγονότα, αλλά και στο περιθώριο, σκόπιμα, και το αποτέλεσμα για τον αναγνώστη είναι απορίας: μα αυτά τα πράγματα συνέβαιναν πραγματικά; Ναι, συνέβαιναν χάρη σε αυτούς τους τύπους που εκτός από το ψωμί απαιτούσαν τριαντάφυλλα: να μπαίνουν δωρεάν στις συναυλίες, να τρώνε δωρεάν στα φοιτητικά εστιατόρια και τα εστιατόρια, καταλαμβάνουν χώρους για κοινωνικοποίηση, πολεμούν την ηρωίνη που κάθε τόσο σαρώνει την χώρα. Παιδιά που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο αλλά και να ικανοποιήσουν άμεσα τις ανάγκες και την επιθυμία για μια νέα κοινωνικότητα, άλλη, διαφορετική.

Μια πλούσια ιστορία αλλά και αντιφατική και με ένα ίχνος τραγωδιών όπως ο θάνατος των Antonietta, Angelo, Alberto, Lorenzo, αλλά μόνο το μεταθανάτιο μάτι του νικητή είναι που του επιτρέπει να δημιουργήσει τους δικούς του καθαρισμένους μύθους ενώ βλέπει τις ιστορίες να διακόπτονται ως μια απλή σειρά εγκληματικών και βίαιων συμπεριφορών.

Μπορούμε λοιπόν να εισέλθουμε στο πολιτικό εργαστήρι της Συλλογικότητας η οποία υπήρξε επίσης τόπος βαθιάς φιλίας, βλέποντας τη δημιουργία αυτής της οργάνωσης, τη διαμόρφωσή της μέσω κειμένων, φυλλαδίων, πολιτικών εγγράφων, τους προβληματισμούς εκείνης της πλευράς χωρίς την πρόσβαση, αν όχι οριακή, σε άλλες πηγές: δημοσιογραφικές, συνδικαλιστικές, του ΚΚΙ-PCI ή ποινικές.Εάν η επιλογή αυτή μπορεί να φανεί περιοριστική από ιστορική άποψη – γιατί πιστεύουμε ότι η ιστορία πρέπει να ανακατασκευαστεί συνθέτοντας και φωτίζοντας την εξεταζόμενη περίοδο μέσα από την αναμέτρηση και αντιπαραβολή διαφορετικών απόψεων – σε αυτό το βιβλίο αντιθέτως είμαστε περήφανα αγκυροβολημένοι στο να διαλέγουμε πλευρά, στην ιδέα ότι μια ουδέτερη ή ειρηνοποιημένη ιστορία δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει, δεδομένου ότι, ακόμη και με άλλες μορφές, εξακολουθούμε να ήμαστε βυθισμένοι σε εκείνη την κοινωνική σχέση και σε εκείνο το δίλημμα που δεν καταφέραμε να μηδενίσουμε. Απ’ τη στιγμή που πρόκειται για μια κοινωνική και εξουσιαστική σχέση, η αλήθεια μπορεί να θεωρηθεί μόνο από την οπτική γωνία του εκμεταλλευόμενου που μπορεί να της επιτεθεί από τη θέση του, προσπαθώντας να την διαρρήξει επιλύοντας προς όφελός του. «Σκεπτόμενοι με τα χέρια» θα έπρεπε να είναι ο τίτλος του βιβλίου.

Αλλά γιατί ο Donato, αντίθετα από άλλους μάρτυρες και αγωνιστές της εποχής, μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του να σταματήσει, σε απόσταση 40 ετών, σε αυτή τη «γωνία» χωρίς να μοιάζει ή να είναι ένας νοσταλγικός; Νομίζουμε ότι μπορεί να το κάνει γιατί η εμπειρία των Πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο έχει πολλά να διδάξει και να παραδώσει στην εποχή μας. Πρόκειται για μια ιστορία που από πολλές απόψεις έχει προκαταλάβει τη δική μας. Σκεφτείτε την επικράτεια. Οι Collettivi Politici Veneti σκέφτηκαν το έδαφος-την επικράτεια όχι μόνο ως τόπο όπου δημιουργείται και ενισχύεται το κεφάλαιο – και αυτό συμβαίνει σήμερα – αλλά το έχουν επινοήσει κυριολεκτικά ως τόπο της σύγκρουσης και της παραγωγής ανταγωνιστικής υποκειμενικότητας. Και όντως μόνο επειδή συνδέονταν με την επικράτεια αυτά τα αυτόνομα άτομα μπορούσαν να ασκήσουν ένα στυλ αγωνιστικότητας-μαχητικότητας που περιελάμβανε μια μέση χρήση της βίας: δεν την απέκλειες εκ των προτέρων, αλλά δεν έκανες αυτής ούτε ένα φετίχ εξυψώνοντας την ως το υψηλότερο επίπεδο της επαναστατικής υποκειμενικότητας. Το πρόγραμμα παρέμβασης στην επικράτεια την εξέταζε μέσα στην εμπειρία της μαζικής παρανομίας και μέσα σε μια πραγματική άσκηση αντιεξουσίας, με λίγα λόγια, έπρεπε να έχει ρίζες μέσα στις δομές που κατάφερνες να δημιουργήσεις σε απελευθερωμένους χώρους όπου δημιουργούσες πραγματική αυτοαξιοποίηση και ενίσχυση.

Ένα καλό παράδειγμα ιστορικής ανασυγκρότησης, λέγαμε. Είναι αλήθεια, επειδή η άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή αυτής της εργασίας είναι ότι, περισσότερο από μια άσκηση μετά προβληματισμού – είτε πρόκειται για κριτική είτε για αξίωση – έχει αντιθέτως την φρεσκάδα της ιστορίας που χτίζεται στιγμή προς στιγμή. Στην ουσία η παλιά παροιμία «πρώτα οι αγώνες, μετά η θεωρία» ισχύει και στην περίπτωση του Collettivo vicentino. Με την ανάγνωση αυτών των εγγράφων και αυτής της ανασυγκρότησης βυθιζόμαστε στο συγκεκριμένο των αποφάσεων και των συμπεριφορών που δίδονταν στιγμή προς στιγμή τόσο σε σχέση με τον τόπο όπου ζούσες και με την παρέμβαση που μέρα με την μέρα έκαμες, όσο σε σχέση με αυτό που συνέβαινε στην Ιταλία εκείνη την εποχή, δηλαδή τα τρέχοντα κινήματα αναδιάρθρωσης, τις προσπάθειες να τραβηχτείς έξω από την καπιταλιστική κυριαρχία και το έργο μεγάλων τμημάτων του προλεταριάτου, τη σκληρή και έγκαιρη αντιπαράθεση με τις άλλες οργανώσεις τόσο από την πλευρά του ένοπλου αγώνα όσο και από εκείνη των άλλων οργανώσεων της Autonomia operaia.

Ξαφνικά, μας λέει ο Ντονάτο, αυτά τα παιδιά – μερικά από αυτά νεότατα – δεν στέκονται πλέον στην πειθαρχία. Έτσι οι δύο μεγάλοι οργανισμοί ομαλοποίησης και κοινωνικής αναπαραγωγής, το σχολείο και το εργοστάσιο, αρχίζουν να αδειάζουν και να ανατρέπονται. Αυτά τα παιδιά δεν είναι πλέον διαθέσιμα να μπουν στο εργοστάσιο όπως οι πατεράδες τους που είχαν αγωνιστεί μέσα στο εργοστάσιο και εναντίον του εργοστασίου, παρά την ύπαρξη σχέσης με τους πατεράδες τους. Ο Donato ανοικοδομεί πολύ καλά την ιστορία που προηγήθηκε της γέννησης των Collettivi, την παρουσία της Lotta Continua, την μεγάλη αγκαλιά των συνδικάτων, επιστρέφοντας πίσω μέχρι τις κληρονομιές της Αντίστασης.

Έτσι, χάρη στους «αυτόνομους», η περιοχή του alto vicentino παύει να είναι ο κοιτώνας στη σκιά των εκκλησιών του παραδοσιακού Βένετο.Ο τόπος αλλάζει εικόνα και γίνεται ένας χώρος όπου γεννιούνται επιθυμίες και ασκείται μια διαφορετική πρακτική-ζωή, γνωρίζουν ο ένας τον άλλον και δημιουργούνται δεσμοί αλληλεγγύης που θα αντισταθούν στη συνέχεια και σε μια σκληρή καταστολή.

Εδώ γεννιούνται οι «κοινωνικές Ομάδες», όπου η στράτευση είναι φιλία και η φιλία είναι μαχητικότητα-στράτευση. Δεν γίνεται να δουλεύεις οκτώ ώρες στο εργοστάσιο, να κοιμάσαι για άλλες οκτώ και για το χρόνο που σου απομένει να μένεις με την οικογένειά σου ή να κάνεις τον αγωνιστή. Για όλες τις 24 ώρες της ημέρας σου είσαι ένας αγωνιστής, και όχι από καθήκον, αντίθετα, επειδή καμιά στιγμή στη ζωή σου δεν μπορεί να είναι δίχως νόημα, διότι σε ολόκληρη τη ζωή σου χτίζεις νέες και κομμουνιστικές σχέσεις. Υπάρχει πολλή θυμωμένη χαρά ή πολλή χαρούμενη οργή στη ζωή αυτών των νεαρών παιδιών, σε αυτές τις περιφέρειες που αντί να είναι ο τόπος της αναπαραγωγής μιας ζωής πουλημένης στο εργοστάσιο, έχουν γίνει τόποι επανα-γνωριμίας, όπου παίρνουν εκείνο που θέλουν, για να έχουν μια ζωή που αξίζει να την ζουν. Είναι η πρώτη γενιά που επέλεξε όλα τα μέσα για να αποφύγει την δουλειά στο εργοστάσιο στην οποία είχαν αλυσοδεθεί οι πατεράδες τους, η πρώτη που έδειξε ότι ήταν κομμουνίστρια χωρίς να περάσει από το εργοστάσιο.

Ο Tinto Brass, ο σκηνοθέτης που στη συνέχεια θα οικοδομήσει την καριέρα του σε ερωτικές ταινίες – την πιο αναλώσιμη μορφή της επιθυμίας – γυρνά μια νόστιμη ταινία το 1963 – Αυτός που εργάζεται είναι χαμένος – που καταγράφει πλήρως την αύρα του καιρού εκείνου. Ο Bonifacio, ο νεαρός πρωταγωνιστής, πρόκειται να προσληφθεί στο εργοστάσιο, περιπλανιέται με την φαντασία του στη Βενετία επειδή δεν έχει καμία όρεξη να ξεκινήσει. Δεν είναι όπως οι φίλοι του στο PCI που πιστεύουν περισσότερο στις θαυματουργικές αρετές της εργασίας, γι αυτόν το να δουλεύει είναι απλώς μια εναλλακτική λύση στη φυλακή ή σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα: μια δουλειά όχι για την δουλειά αλλά για πενταροδεκάρες. Αξίζει περισσότερο να «ληστεύει τις τράπεζες, τουλάχιστον αυτά είναι χρήματα για τα χρήματα». Από την άλλη πλευρά και στην πύλη του Άουσβιτς ήταν γραμμένο πως η εργασία καθιστά ελεύθερους!

Τα ίδια πράγματα θα πει και ο Felice Maniero στον οποίο πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε την ειλικρίνεια της αυτο-αφήγησης: γιατί έγινες ένας ληστής; Επειδή πήγα στην τρίτη των μεσαίων τάξεων και δεν ήθελα να κάνω 40 χρόνια στο εργοστάσιο.

Αυτοί οι χαλαροί νεαροί και γεμάτοι επιθυμία, όπως χιλιάδες και χιλιάδες άλλοι νέοι σε όλη την Ιταλία, αρνήθηκαν συλλογικά την εργοστασιακή εργασία. Καλύτερα να πιάσουν το τουφέκι, σκεπτόμενοι και προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να κάνουν πραγματική την απόσπαση τους από την εργασία. Κατά βάθος το νόημα αυτής της ιστορίας είναι ακριβώς αυτό. Αλλά υπάρχει μια άλλη πτυχή της που αξίζει προσοχή, η οποία μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την κεντρική θέση που ανέλαβε η περιοχή-il territorio στην πολιτική πρακτική του vicentino τμήματος των Collettivi veneti: καμία μιλιταριστική απόκλιση και καμία μάστιγα μετάνοιας-μεταμέλειας.

Επειδή τα σύνορα της «στενής πόρτας» της πολιτικής δολοφονίας δεν τα πέρασαν, αλλά κυρίως επειδή το ρίζωμα στο χώρο- στην περιοχή, οι φιλικές σχέσεις, μια στράτευση- μαχητικότητα που διαμορφώθηκε μέσα στη βαθιά γνώση των τόπων του αγώνα επέτρεψαν μια νοημοσύνη και εξυπνάδα της πολιτικής δράσης – μοναδική περίπτωση – η οποία στη συνέχεια κατάφερε να διασχίσει τον αιώνα φέρνοντας μαζί της την επιθυμία να συνεχίσει να αγωνίζεται παρά ένας μηχανισμός ελέγχου και πραγματικής πρόβλεψης του βενετσιάνικου μοντέλου που έχει γεμίσει τόσο πολύ τα πολιτικά και βιομηχανικά χρονικά.

Το ότι είδαν σωστά, έχοντας εξετάσει το έδαφος-την περιοχή ωστόσο δημιουργεί ένα πρόβλημα. Πώς μπόρεσε να συμβεί το ίδιο έδαφος, η ίδια περιοχή, η ίδια άρνηση της εργασίας, οδήγησαν σε μια απρόσμενη αλλαγή σημείου στον ριζοσπαστισμό της; Με λίγα λόγια, πώς και γιατί παρήχθη ο άνθρωπος της λίγκας; Αυτοί οι τύποι που, αντί να μπαίνουν στο εργοστάσιο αποφάσισαν να πάρουν τα όπλα, πώς έγιναν οι εκμεταλλευτές των εαυτών τους στις μυριάδες των μικρών βιοτεχνιών που έκαναν το θαύμα στα βορειοανατολικά στα τέλη του περασμένου αιώνα; Πώς υπήρξε δυνατό τα ίδια εδάφη που διασχίστηκαν από τις περιπολίες νέων ανθρώπων που δεν ήταν διαθέσιμοι και ήταν ενοχλητικοί, έγιναν οι τόποι της ταυτότητας της λίγκας; Και ακόμη: πως εκείνη η παραγωγή της υποκειμενικότητας, ένας πολλαπλασιαστής της ελευθερίας και της επινόησης, έχει γεννήσει το τέρας της αυτοαναφορικότητας και του αποκλεισμού, με μια λέξη την απόλυτη εχθρότητα απέναντι στον άλλο και την πλήρη ταυτοποίηση με την εργασία;

Προφανώς η απάντηση δεν μπορεί να είναι αυτή που θα μπορούσε να προτείνει το τέλος της παρτίδας, έστω και αθόρυβα. Είναι αλήθεια, τα παιδιά μας την είδαν άσχημα μετά την 11η απριλίου 1979. Ο Ντονάτο μας μιλά για την αστυνομική και δικαστική καταστολή που συντονίστηκε από τον στρατηγό του καραμπινιέρων Dalla Chiesa και από τον εισαγγελέα Rende. Μια διήγηση, και εδώ, χωρίς μουτζούρες. Σαν να λέμε: είμαστε σε πόλεμο και είναι λογικό να απαντήσει ο εχθρός. Οι έρευνες στο σπίτι, τα σημεία ελέγχου, οι αυθαίρετες κρατήσεις, οι συλλήψεις και οι καταδίκες ήταν μέρος του παιχνιδιού και εμείς το λάβαμε υπόψη και με αυτή τη λογική και ο μικρός ανθρωπάκος που κατουρά, ο Calogero, αποκτά μια δική του αξιοπρέπεια, ένα νόημα.

Αλλά τότε φτάνουν οι νεκροί, με τον πιο απροσδόκητο και σκληρό τρόπο και ούτε καν από τα χέρια του Κράτους, τουλάχιστον άμεσα. Αλλά σε αυτό το σημείο η διήγηση τελειώνει. Ο Ντονάτο καταθέτει το ρόλο του ιστορικού για να φορέσει εκείνο του συντρόφου και του τραυματισμένου φίλου στα βαθύτερα συναισθήματα. Μας υπενθύμισε το πρόσωπο του ελληνικού χορού που συχνά έκρυβε ένα μυστικό στην καρδιά του. Η αποκάλυψή του, καθιστούσε δυνατή τη λύση της τραγωδίας. Υπό το πρίσμα εκείνων των θανάτων, η ιστορία του Collettivo vicentino μας φαίνεται επίσης τραγική: ένα είδος διαδρομής από την αθωότητα στην ενοχή «στην οποία η τραγωδία εμφανίζεται ως η ενοχή του δικαίου [και] η κωμωδία ως η δικαίωση του ενόχου[1]. Ναι, η κωμωδία. Ακριβώς αυτή που ξεκίνησε στην Ιταλία από τη νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση, προάγγελος η 7η απριλίου του Calogero και η 8η σεπτεμβρίου του Cesare Romiti. Μέσα εκεί θα πρέπει να αναζητήσουμε τις απαντήσεις στις ερωτήσεις μας. Αλλά αυτή είναι αληθινά μια άλλη ιστορία.

[1] G. Agamben, Categorie italiane. Studi di poetica, Marsilio, Venezia 1996, p. 12.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Donato Tagliapietra
Gli autonomi
L’autonomia operaia vicentina.
Dalla rivolta di Valdagno alla repressione

pp 256
2019
€ 19,00
Derive Approdi

 

 

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

DONATO TAGLIAPIETRA

(1954) εμπορεύεται αντίκες. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 ήταν μέλος των Πολιτικών Συλλογικοτήτων του Βένετο. Το 1980, μετά από ένα χρόνο και μισό στην παρανομία, [φυγόδικος] συνελήφθη και εξέτισε τρία χρόνια φυλάκισης. Το 2007 συνέβαλε στο χτίσιμο του κινήματος «No Dal Molin», ενάντια στη νέα αμερικανική στρατιωτική βάση. Στα επόμενα χρόνια συνθέτει εκ νέου το αρχείο των στρατευμένων υλικών που είχαν διασπαρεί από την καταστολή και εργάζεται για την γραφή αυτού του βιβλίου.

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Μεταξύ πολιτικής τακτικής και επαναστατικής ηθικής

του Alessandro Barile

Στοχασμοί ξεκινώντας από  το δοκίμιο Τρόμος και τρομοκρατία Terrore e terrorismo του Francesco Benigno

«Η δικαιοσύνη του λαού είναι τρομερή»

[Ανάμεσα στο πλήθος του Παρισιού, 10 αυγούστου 1793]

«Ο επαναστάτης είναι ένας άνθρωπος χαμένος»

[Sergej Nečaev, 1869]

«Μόνο χάρη στους απελπισμένους μας δίδεται ελπίδα»

[Walter Benjamin, Angelus Novus]

Σε αυτό το «ιστορικό δοκίμιο επάνω στην πολιτική βία», όπως ορίζεται στον υπότιτλο «Τρόμος και Τρομοκρατία, Einaudi 2018, σελ. 370, 32,00 ευρώ», o ιστορικός Francesco Benigno ωθείται να αποκαλύψει δύο χαρακτήρες ξεχασμένους από τις ερμηνείες σχετικά με την τρομοκρατία [ θα χρησιμοποιήσουμε αυτό τον όρο με την έννοια που προτείνεται από τον συντάκτη, δηλαδή σαν αναγκαστικά συνώνυμο της «πολιτικής βίας»): που αυτό είναι ένα ευρωπαϊκό προϊόν και όχι «βάρβαρο», που είναι ένα πολιτικό και όχι (αυστηρά) θρησκευτικό γεγονός. Δύο απαραίτητες προειδοποιήσεις, δεδομένου του έκτακτου και έμφυτου χαρακτηριστικού των προβληματισμών σχετικά με το θέμα. Κανένας από τους εκατοντάδες διαθέσιμους ορισμούς (το 1988, ο συγγραφέας μας υπενθυμίζει, μια έρευνα που διεξήχθη από τους μελετητές του φαινομένου οδήγησε σε έναν κατάλογο 109 ορισμών) έρχεται πραγματικά να αντλήσει την ουσία του φαινομένου, λόγος για τον οποίο εκχωρείται στην τρομοκρατία από καιρό σε καιρό μια τυχαία και δημοσιογραφική απόδοση.

Επιπλέον, ακολουθώντας πάντοτε το νήμα της εισαγωγικής ομιλίας που πρότεινε ο συγγραφέας, η τρομοκρατία είναι από μόνη της ένας αξιολογητικός και κατά συνέπεια ένας υποτιμητικός όρος. Δεν βρισκόμαστε με την παρουσία ενός ουδέτερου λεξικού. Αντίθετα, ο όρος περιέχει μια αξία κρίσης, που μεταφράζεται σε ηθική κατηγορία: μέσω ενός ορισμού που παρουσιάζεται ως τεχνικός προχωράμε στο στίγμα που διακρίνει όχι τόσο το γεγονός από μόνο του όσο το υποκείμενο που το φέρει εις πέρας. Τίποτα δεν απαγορεύει, βέβαια, να προχωρήσουμε με την ανάλυση και ταυτόχρονα να μαχόμαστε ιδανικά το αντικείμενο της μελέτης. Συμπεριφερόμαστε μαζί του ως ασθένεια, το κατανοούμε και το αντιμετωπίζουμε χωρίς λύση συνέχειας. Αλλά όταν η επιστήμη και η πολιτική προχωρούν με τη σύγχυση των ρόλων τους (η μια λυγίζει στην δικαιολόγηση της άλλης), η στρέβλωση που καθιστά στείρα την ασυνήθιστη ποσότητα ερευνών αυτών των καιρών γίνεται εμφανής. Στο τέλος των εκατοντάδων αντιφατικών μεταξύ τους ορισμών, ο μόνος κοινός παρονομαστής είναι το εμπειρικό γεγονός: τρομοκρατία είναι αυτό που κάνει ο τρομοκράτης. «Αυτό θα συνίστατο συνεπώς σε εκείνο που εμπειρικά και με διαισθητικό τρόπο θα φαίνονταν να είναι κάτω από τα μάτια όλων, μια άσκοπη βία, δίχως νόημα», λέει ο Benigno. Ο καθορισμός της τρομοκρατίας μέσω των πρακτικών της δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην αθεράπευτη αντίφαση: εάν η πρακτική είναι αυτή της «άσκοπης βίας», μεγάλο μέρος της πολιτικής δραστηριότητας φέρει μαζί της, τουλάχιστον εν υπνώσει, τα χαρακτηριστικά της τρομοκρατίας. Ένας βομβαρδισμός κατά αμάχων, για παράδειγμα (είναι οι ΗΠΑ τρομοκρατικό κράτος;), μια αντάρτικη δράση (είναι η αντίσταση στο ισλαμικό Κράτος τρομοκρατία;), είναι ο θάνατος του «τυράννου» μια πράξη από μόνη της τρομοκρατική ή απελευθερωτική; Και ούτω καθεξής, κλειδώνουμε τον εαυτό μας στην δημοσιογραφική ή απλώς αστυνομική περίφραξη: όχι η βία ως τέτοια, αλλά η βία των «κακών» ενάντια στους «καλούς» είναι η μόνη που πρέπει να χαρακτηρίζεται από τον εν λόγω όρο. Αλλά, και εδώ, ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί, αν όχι ιδιαίτεροι ιστορικοί προσδιορισμοί που, από καιρό σε καιρό, ορίζουν ποιος θεωρείται καλός και ποιος κακός;

Εάν πρόκειται για επιστημονικό ορισμό, η έννοια της τρομοκρατίας θα πρέπει να ισχύει τόσο για τους μεν όσο και για τους άλλους «διεκδικητές» στον αγωνιστικό χώρο, εάν αντιθέτως ενεργεί σε συζητητικό και πολεμικό επίπεδο, βοηθά στον στιγματισμό του εχθρού αλλά χάνει την επιστημονική χροιά, την παγκοσμίως αποδεκτή, με την οποίαν θα ήθελε να εξοπλισθεί. Εν ολίγοις, το πράγμα δεν βγαίνει. Το μόνο δυνατό εργαλείο είναι μια προσεκτική ιστορική αναγνώριση-εξερεύνηση του φαινομένου που να μπορεί να οδηγήσει σε μια (μερική) παρέκταση των καθοριστικών χαρακτηριστικών. Αυτή είναι η προσπάθεια του Francesco Benigno μέσω του τελευταίου έργου του. Ένα απαραίτητο και απαιτητικό έργο. Απαραίτητο για όλα αυτά που λέγαμε: χαμένη στο δρόμο η παρατήρηση της ιστορικής του τροχιάς, δεν μας μένει παρά μια διαταραγμένη και αναποτελεσματική ποσότητα οριστικού άγχους που βασίζεται στην ενδεχόμενη τρομοκρατική πρακτική, απαιτητική και εξεζητημένη διότι η μόνη ιστορική έρευνα αποκαλύπτει (και πανηγυρικά) τα σημερινά όρια αλλά δεν αρκεί για τη συνολική αξιολόγηση του φαινομένου. Στο τέλος, από άλλους δρόμους, βγαίνουμε έτσι κι αλλιώς σε ένα τυφλό σοκάκι, πιο προχωρημένο από την αντίστοιχη δημοσιογραφική μανία αλλά ακόμα μέσα στο λαβύρινθο.

Εάν η τρομοκρατία ορίζεται με βάση τη συμπεριφορά του τρομοκράτη, θα είναι αναπόφευκτο να επικεντρωθεί η προσοχή -όπως πράγματι γίνεται και από τη σχετική βιβλιογραφία- στην ψυχολογία του υποκείμενου. Όπως καταλήγει ο Benigno, «η επιστημονική βιβλιογραφία έχει προσπαθήσει επί μακρόν να εντοπίσει μια» τρομοκρατική προσωπικότητα «, ένα αποτύπωμα ικανό να λογοδοτεί για άτομα τόσο διαφορετικά πολιτισμικά και ιδεολογικά, ορίζοντας έτσι με οριστικό τρόπο την ουσία ενός τρομοκράτη». Με αυτό το ρυθμό, θα είναι εξίσου αναπόφευκτη η αντιμετώπιση αυτής της ψυχολογικής έρευνας από την άποψη της εγκληματικής παθολογίας. Ο τρομοκράτης είναι έκφραση μιας απόκλισης από την κανονική και αποδεκτή ανθρώπινη συμπεριφορά. Με άλλα λόγια, από το νόμο: νομικό ή ηθικό, δεν έχει σημασία. Όμως αυτό έρχεται σε σύγκρουση με μια ιστορική έρευνα που δεν είναι παρά στοιχειώδης, πρωτόγονη. Ποια ψυχολογική κατάσταση ενώνει-συνδέει τον Sante Caserio με τον Giangiacomo Feltrinelli, τον Vera Figner στον Rosario Bentivegna, τον George Habbash στον Mario Moretti, και αυτούς με κάποιο μαχητή του Isis;

Δεν είναι απλό να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, διότι στην πραγματικότητα υπάρχει πράγματι μια κοινή ψυχολογική κατάσταση, που όμως μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο ξεκινώντας από έξω, από τις υλικές αιτίες που έφεραν συγκεκριμένους ανθρώπους σε συγκεκριμένες επιλογές. Το διακριτικό γνώρισμα και, αν θέλουμε, ψυχολογικό, που συνδέει ιδανικά τις πιο ποικίλες τρομοκρατικές εμπειρίες έγκειται σε αυτό: ο κάθε μαχητής διαπνέεται από αυτό που ο Franco Venturi, με βάση μια ρωσική ορολογία που αναφέρεται στον λαϊκισμό του δεύτερου μισού του δέκατου ένατου αιώνα, θα αποκαλέσει »συνεπακόλουθο πνεύμα», την πλήρη και αναπόφευκτη αφοσίωση σε μια αιτία, σε έναν σκοπό που ξεκινά από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Την πεποίθηση, ηθική πριν ακόμη από πολιτική, πως μόλις φτάσουμε στην αλήθεια μετά δεν μπορούμε παρά να συμπεριφερθούμε αναλόγως. Οι προϋποθέσεις επομένως.

Η τρομοκρατία δεν γεννιέται από μια ηθική απουσία, όσο και αν θέλει να έχει εξαναγκαστεί μέσα στα πλέγματα του υπαρξιακού νιχιλισμού, αλλά από έναν ηθικά υπερκείμενο αυτο-προβληματισμό που εμποδίζει το υποκείμενο να συμπεριφέρεται σαν να μην υπήρχαν οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες μιλήσαμε πιο πάνω. Ο τρομοκράτης γνωρίζει καλά το αδιέξοδο μέσα στο οποίο αποφασίζει εθελοντικά να τοποθετηθεί. Δεν υπάρχει καμιά ηθική δικαιολογία που μπορεί να τεθεί μπροστά στο πρόβλημα του να «δώσει τον θάνατο», κι όμως ο τρομοκράτης αποφασίζει να δράσει ούτως ή άλλως. Από μια συνεπή μηδενιστική άποψη δεν θα υπήρχε αντίφαση ούτε τραγωδία: το δίλημμα θα είχε εύκολη λύση ελλείψει δεοντολογικών αρχών που μοιράζονται με το θύμα. Ποιο είναι τότε το αποφασιστικό κίνητρο; Το κριτήριο δεν είναι άλλο από αυτό της θυσίας. Προκειμένου η απλή ανταρσία να μετατραπεί σε επανάσταση, έτσι ώστε να μπορεί να κερδίσει η εξέγερση, ο επαναστάτης αναγκάζεται να αποκηρύξει προσωπικά εκείνες τις αξίες για τις οποίες αγωνίζεται συλλογικά. Υπάρχει μια στιγμή κλειδί, εκείνη στην οποία όλη η πραγματικότητα μειώνεται στη σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης. Είναι ένας χρόνος που έχει σταματήσει όπου είναι αναγκασμένος να κάνει μια υποχρεωτική επιλογή. Το σχήμα υιοθετήθηκε από τον Albert Camus στο δικό του Homme révolté: «Στην πραγματικότητα, αν η ιστορία, έξω από κάθε αρχή, συνίσταται μόνο σε μια πάλη μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης, η μόνη διέξοδος είναι να ενταχθείς πλήρως σε μία από αυτές τις δύο αξίες, για να πεθάνεις ή να αναστηθείς εκεί». Κατά συνέπεια, «όταν η επανάσταση είναι η μόνη αξία, δεν υπάρχουν πλέον δικαιώματα, υπάρχουν μόνο καθήκοντα».

Προσφέρεται συνεπώς όχι [μόνο] η δική του ζωή, αλλά η δική του ψυχή, η δική του επαναστατική καθαρότητα, σε μια ιδέα που κρίνεται ανώτερη από την προσωπική ταλαιπωρία που καθορίζεται από την τρομοκρατική επιλογή. Στο γνωστό μυθιστόρημα του Boris Sàvinkov, Cavallo pallido χλωμό Άλογο (1909), στον ορθολογισμό του τρομοκρατικού αινίγματος (το να σκοτώσει δεν είναι επιτρεπτό) υπάρχει το αντιστάθμισμα της ηθικής του επαναστάτη (πρέπει να γίνει ούτως ή άλλως). Πρέπει να σκοτώσει έτσι ώστε κάποια στιγμή να σταματήσουν οι σκοτωμοί. Είναι η επανάσταση που επεξηγεί τη θυσία, και αυτό καθιερώνει μια ηθική που αναστέλλει στιγμιαία (και τραγικά, γιατί δεν υπάρχει διέξοδος) τους καθιερωμένους κανόνες για τους ανθρώπους, πριν από όλους την μη διαθεσιμότητα της ζωής άλλων. Όπως πράγματι θα πει ο Sergej Kravčinskij στο δικό του The Career of a Nihilist, «Αν πρέπει να υποφέρουμε, τόσο το καλύτερο! Τα βάσανα μας θα είναι ένα νέο όπλο μας. Αφήστε τους να μας κρεμάσουν, αφήστε τους να μας πυροβολήσουν, αφήστε τους να μας σκοτώσουν στα υπόγεια τους κελιά. Όσο πιο άγρια μας συμπεριφερθούν, τόσο περισσότεροι θα μας ακολουθήσουν, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η συνέχεια μας». Το κίνητρο της θυσίας, δηλαδή της οριστικής απώλεια της αθωότητας, βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο του διάσημου ποιήματος του Brecht A coloro che verranno Σε αυτούς που θα έρθουν (1939): «και το μίσος ενάντια στην προστυχιά στρεβλώνει το πρόσωπο. Και η οργή για την αδικία κάνει τη φωνή βραχνή. Ω, εμείς που θελήσαμε να προετοιμάσουμε το έδαφος για την καλοσύνη, την ευγένεια, δεν μπορέσαμε να είμαστε ευγενικοί». Η εποχή της καλοσύνης, ήτοι της ολοκληρωμένης ανθρωπιάς, θα εγκαινιαστεί από εκείνους που δεν μπόρεσαν να είναι ανθρώπινοι. Το βραβείο θα είναι μοναχά μεταθανάτιο: «Αλλά εσείς, όταν θα έρθει η ώρα που στον άνθρωπο μια βοήθεια θα είναι ο άνθρωπος, σκεφτείτε μας με επιείκεια». Εξάλλου, πάλι με τον Καμύ, «η επανάσταση συνίσταται στο να αγαπάς έναν άνθρωπο που δεν υπάρχει ακόμη». Όλα αυτά έχουν μια σαφή θρησκευτική αναφορά. Για να ολοκληρώσουμε με τα λόγια του Friedrich Hebbel τα οποία αναφέρει ο Lukács στο δικό του Tattica e etica Τακτική και ηθική(1919), «Και αν ο Θεός είχε τοποθετήσει την αμαρτία μεταξύ εμού και της δράσης που μου επιβλήθηκε, ποιος είμαι εγώ ώστε να μπορέσω να ξεφύγω από αυτό;». Εάν λοιπόν «δεν υπάρχει τρομοκρατία χωρίς σκοπούς και μάλλον, χωρίς έναν Σκοπό», όπως δικαίως τονίζει ο Benigno, αυτό εξηγεί εκείνο τον «χώρο της δυνατότητας» που ο συγγραφέας αποδίδει σωστά στην τρομοκρατία ως όργανο-εργαλείο της πολιτικής, που εκμεταλλεύτηκαν ιστορικά όλα τα υποκείμενα στον αγωνιστικό χώρο (μακριά συνεπώς από τις απλές ηθικολογίες εκείνων που στιγμιαία κρατούν τα ηνία του πολιτικού λόγου).

Το πρώτο μέρος του δοκιμίου του Benigno μιλά για αυτή την επικαιρότητα της επανάστασης. Είτε πρόκειται για αναρχική, αναγεννησιακή, λαϊκίστικη ρωσική, αντιαποικιακή ή – τέλος – κομμουνιστική, ήταν εντός αυτής της ιδέας- δύναμης που διαλύονταν ο άρρηκτος κόμπος της σχέσης μεταξύ της βαθιάς ανθρωπιάς της επαναστατικής ιδέας και της άλλο τόσο δραστικής απάνθρωπης συμπεριφοράς της τρομοκρατικής πρακτικής (δεν υπάρχει πρόβλημα στην αναγνώρισή του: η τρομοκρατία, stricto sensu, είναι απάνθρωπη πρακτική). Κι όμως έξω από την επανάσταση η βία της τρομοκρατίας συνέχισε να καρπώνεται τα θύματά της. Στα είκοσι χρόνια που μόλις διανύσαμε ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός ήταν η πηγή νομιμοποίησης της πολιτικής βίας. Στην πραγματικότητα ο θρησκευτικός λόγος γέμισε περισσότερο το χάσμα παρά αντικατέστησε εκείνο τον πολιτικό. Βλέποντας καλύτερα οι στόχοι της ισλαμικής τρομοκρατίας παραμένουν αυστηρά πολιτικοί, αν και είναι ντυμένοι με ομολογιακά ενδύματα. Η ιδέα της επανάστασης εξαλείφεται, αυτός δεν είναι λόγος για να ελαττωθεί η ιδέα ενός ιστορικού χρόνου tempo storico για τον οποίον αξίζει κάποιος να αγωνιστεί, αντιτιθέμενος στον παρόντα χρόνο tempo presente του οποίου συνεχίζουν να είναι θύματα οι μάζες (νεο)αποικισμένες που τίθενται έξω από τον δυτικό λόγο, την κουβέντα στη δύση. Ο ρόλος του ριζοσπαστικού Ισλάμ, αρέσει δεν αρέσει στους σχολιαστές του ατλαντικού, μετα-μορφώνει με άλλα λόγια και με άλλες ιδέες (δεν είναι πολύ χρήσιμο να τα χαρακτηρίσουμε ως «αντιδραστικά» σε αυτή την περίπτωση) τις ανησυχίες απελευθέρωσης από την εκμετάλλευση, την καταπίεση, την εξωτερική παρεμβολή, την υποταγή, που ένα μέρος του κόσμου συνεχίζει να αισθάνεται συγκεκριμένα επάνω στο πετσί του. Όπως ακριβώς η επανάσταση, ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός ικανοποιεί τόσο τις άμεσες ανάγκες, την κοινοτική άμυνα από τη φτώχεια που επιβάλλουν οι ιμπεριαλιστικές πολιτικές, όσο και τις ιδανικές, άϋλες, υπερβατικές ανάγκες αυτών των ίδιων μαζών (γίνονται πρωταγωνιστές και όχι μόνο θύματα της ιστορίας). Το Islam – si parva licet: esattamente come il comunismo ακριβώς όπως ο κομουνισμός– οικοδομεί το ιδεολογικό-υλικό πλαίσιο μιας κοινότητας του πεπρωμένου εντός του οποίου βρίσκουν απαντήσεις (είναι αυτονόητο, χειραγωγημένες-πλαστογραφημένες: είναι πραγματικά ανάγκη να το θυμίσουμε;) οι βασικές ανάγκες του ανθρώπου, εκείνες οι πολιτικές ανάγκες που την ίδια στιγμή που επιλύουν το πρόβλημα του ψωμιού λένε επίσης: μαχόμαστε για ένα μέλλον στο οποίο δεν θα υπάρχει πλέον αγώνας για το ψωμί. Είναι μέσα σε αυτό το πολιτικο-εσχατολογικό σενάριο που επανα-δραστηριοποιείται η διαλεκτική μεταξύ της πολιτικής τακτικής και της επαναστατικής ηθικής, στην οποία βρίσκει νόημα, για τον τρομοκράτη, να «δώσει τον θάνατο» και να πεθάνει ταυτόχρονα, θυσιάζοντας τον εαυτό του για ένα μέλλον του οποίου δεν θα απολαύσει κάποιον καρπό. Όλα αυτά, φυσικά, ευνοούνται από τη διεξοδικά θρησκευτική διάσταση που χτίζει έναν ορίζοντα νοήματος και για τα «πέρα από εδώ», εκεί όπου για τον επαναστάτη μαχητή υπήρχε μόνο ένα «από την πλευρά αυτή» που καθόριζε τον αξεπέραστο χαρακτήρα της θυσίας του. Ο πράκτορας της επανάστασης γνωρίζει ότι αγωνίζεται για κάτι εξωτερικό και ανέφικτο, και παρόλα αυτά αποφασίζει να κάνει το καθήκον τουΚάτι που συνέλαβε επίσης ο φιλελεύθερος- δημοκρατικός Turgenev, και όμως τόσο λεπτά «συνένοχος» με εκείνους τους επαναστάτες που μαρκάρισε, δεύτερος ορισμός που προοριζόταν να αποτυπωθεί μέσα στο χρόνο, σαν nihilists,νιχιλιστές. Στο ποίημα Στο κατώφλι Sulla soglia (1878) αυτό θα κάνει την πρωταγωνίστρια να λέει (διαμορφώθηκε στη μορφή της Vera Zasulič, που θα υπογράψει, ακριβώς το ’78, την πρώτη «τρομοκρατική» δράση του ρωσικού λαϊκισμού επιτιθέμενη στη ζωή του στρατηγού Trepov): «Είσαι έτοιμη στη θυσία; – Ναι. – Σε ανώνυμη θυσία; Θα αφανιστείς και κανείς…κανένας θα ξέρει ούτε καν ποιανού τη μνήμη να τιμήσει! – Δεν έχω ανάγκη ούτε για αναγνώριση, ούτε για συμπόνια. Δεν έχω ανάγκη ενός ονόματος».

Η θυσία ως συνέπεια μιας κατάστασης που δεν είναι πλέον σε θέση να υποφέρουν. Όλα αυτά, προφανώς, θεωρούνται μέσα σε μια συλλογική διαδικασία ωρίμανσης πολιτικο-υπαρξιακών επιλογών αλλιώς αδύνατο να υποστηριχτούν (και να κατανοηθούν). Αυτός είναι ο λόγος πίσω από την τρομοκρατική επιλογή. Μια επιλογή η οποία σήμερα είναι δικαίως δυσανάγνωστη. Μόλις εξαφανιστεί το πλαίσιο, σβηστεί η σχέση με τις υλικές αιτίες που τίθενται στη ρίζα μιας επιλογής ζωής, η τρομοκρατική επιλογή, τουλάχιστον ειδωμένη με τα δυτικά μάτια, αποτελεί μέρος της ψυχιατρικής παθολογίας που πρέπει να εξαλειφθεί με την θεραπεία και με το νόμο. Εξ ου και η πορεία της λύτρωσης (ένα άλλο θρησκευτικό κίνητρο) για όσους συνεργάζονται και αιώνιας τιμωρίας για εκείνους που εμμένουν στην «αμετακινησία» τους. Εάν, αντιθέτως, θέλαμε να κατανοήσουμε τους λόγους πίσω από μια επιλογή τόσο μακριά από τις ήσυχες υπάρξεις μας, αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να μιλήσουμε για κάτι άλλο. Για την αδικία και την δυστυχία, την αποστέρηση και την υποτέλεια. Από εδώ μέχρι την ιστορική κατανόηση της τρομοκρατίας το πέρασμα θα είναι σύντομο.