τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Η. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 5

Τι θυμάμαι τώρα! Όταν ανοίγει ο ασκός του Αιόλου οι θύμησες ξεδιπλώνονται στον αέρα, παίρνουν σάρκα και οστά και μας παροτρύνουν να τις κάνουμε γνωστές.
Λέω λοιπόν πως λίγο πιο πέρα, καμιά χιλιάδα μέτρα από το Κομουνάλε, το γήπεδο της Φιορεντίνα, βρίσκεται η ολυμπιακή πισίνα της πόλης. Θαυμάσια κατασκευή, ανοιχτή στο κοινό κάθε καλοκαιρινό πρωινό. Ανοιχτή και σκεπασμένη, ένα στα δύο, πνιγμένη στο πράσινο, στο μέσον ενός τεράστιου πάρκου.
Λεωφόροι δενδροφυτεμένοι, αθλητικά κέντρα, γήπεδα διάσπαρτα. Η γειτονιά Κάμπο ντι Μάρτε. Αμέσως μετά ξεκινά η συνοικία του Κοβερτσιάνο, όπου βρίσκεται το ομώνυμο εθνικό αθλητικό κέντρο.
Σε αυτόν τον χώρο, της ανοιχτής πισίνας, οργανώνει το ΚΚ συναυλία με το τρίο που γυρνά όλο τον κόσμο και ξεσηκώνει τους θεατές, οι δεξιοτέχνες της κιθάρας που κάνουν παγκόσμια περιοδεία Άλντι Μεόλα, Πάκο ντε Λουθία και Τζον Μακ Λάφλιν. Αξεπέραστοι κιθαρωδοί, αργεντίνος , ισπανός και αμερικάνος παρουσιάζουν μουσικές από τις πατρίδες τους και αυτοσχεδιάζουν όλοι μαζί σε ένα πανέμορφο χώρο μπροστά σε ένα κοινό που παραληρεί.
Σβήνουν κάποια στιγμή όλα τα φώτα και στο κρεσέντο του ρυθμού ανάβουν πυρσοί σε ένα θέαμα σπάνιο. Με τη νεολαία στον έβδομο ουρανό.

Στιγμές που είναι γραμμένες στην μουσική και πολιτιστική ιστορία.
Στέκομαι τυχερός που μπορώ και αναφωνώ : ‘Ήμουν κι εγώ εκεί’.
Να τρέχει ο κόσμος πάνω κάτω, επιχειρώντας να αποφύγει την περιφρούρηση, που εξ αιτίας του φόβου των Ιουδαίων, του ατυχήματος δηλαδή, απαγορεύει την πρόσβαση στο νερό. Θέλουν να βουτήξουν τα παιδιά και δεν τους το επιτρέπουν.
Σε έκσταση.
Χαμός. Ανεπανάληπτο.

Mediterranean, John McLaughlin Paco de Lucia Al di Meola.

  • Το πρόβλημα της στέγασης έχει γίνει εκρηκτικό σε ολόκληρη την χώρα, ιδιαίτερα στην πόλη μας. Εκατοντάδες διαμερίσματα μένουν ξενοίκιαστα, ιδίως στο ιστορικό κέντρο της πόλης, γύρω από το οποίο τριγυρνούν οι ασχολίες των χιλιάδων φοιτητών, που ζορίζονται εξαιρετικά. Ανήκουν σε μεγάλες κατασκευαστικές εταιρίες που σπεκουλάρουν πάνω στις τιμές, προκαλώντας υπερβολική ζήτηση και απογείωση των ενοικίων. Υπάρχει μεγάλη διαμαρτυρία, ξεσπούν συχνά επεισόδια. Έχουμε πορείεςκαταλήψεις, αλλά η κατάσταση δεν διορθώνεται. Στου κουφού την πόρτα, πάρε την και φύγε!
    Αποφασίζουμε λοιπόν να επιτεθούμε σε ένα από τα γραφεία που διαχειρίζονται τις ανοίκιαστες κατοικίες, στο κέντρο, μια ανάσα από το Δημαρχείο απόσταση. Φτάνει μια ομάδα των πέντε ατόμων.
    Ζούμε διάσπαρτοι στο κέντρο και τα προάστια.

Αυτή τη φορά θα ξεκινήσουμε από άλλη βάση. Εκεί μας μεταφέρουν τον οπλισμό, μια ώρα νωρίτερα.
Αλλάζουμε πανωφόρια και μακιγιαριζόμαστε. Είμαστε τέσσερα αγόρια και μια κοπέλα. Τελευταία στιγμή ο ένας αδυνατεί να έρθει, θα πάμε τέσσερις. Δυο θα φύλλασαν την είσοδο και τρεις θα εισέρχονταν για την κατάληψη. Έχουμε μελετήσει το σχέδιο εξονυχιστικά. Ωράρια, περιπολίες, [εάν υπάρχουν στην γειτονιά και κάθε πότε] της αστυνομίας, δημόσιας ή ιδιωτικής. Την κίνηση στο δρόμο, την κινητικότητα στο γραφείο, πληροφορίες για τα άτομα που απασχολούνται, κλπ.
Τρεις εκεί μέσα είμαστε αρκετοί, στον πρώτο όροφο κτιρίου που βρίσκεται σε παράδρομο του κεντρικού.
Μπαίνουμε στις 9 και 30 ακριβώς το πρωί, τελικά όλοι μαζί. Το ζευγάρι που θα φύλαγε την είσοδο, στο ισόγειο, για να ελέγχει γενικότερα την κίνηση μπαίνει κι αυτό μέσα.
Όλα πηγαίνουν κατ ευχή. Ακινητοποιούμε, δένουμε, φιμώνουμε και κλειδώνουμε στην τουαλέτα το προσωπικό, τρεις αυτοί. Πρώτα πρώτα φυσικά κόβουμε την τηλεφωνική γραμμή, για σιγουριά.
Βάζουμε μικρούς εμπρηστικούς μηχανισμούς στη χαρτούρα, ως συνήθως, στα αρχεία, όπως κάνουμε παντού. Δεν θέλουμε να διακινδυνέψουμε θύματα με την καμία. Μια μικρή καταστροφή. Τους δυσκολεύουμε το έργο, δείχνουμε τον δρόμο.

Βραδυφλεγείς, για να απομακρυνθούμε με ασφάλεια, στα τέσσερα λεπτά. Παίρνουν φωτιά όταν είμαστε πια μακριά, φεύγουμε προς διαφορετικές κατευθύνσεις.
Έχουμε γεμίσει συνθήματα τους τοίχους, αφήνουμε τα φυλλάδια μας και σκορπίζουμε μπόλικα στον δρόμο αποχωρώντας, πριν στρίψουμε τη γωνία για να εξαφανιστούμε οριστικά.
Η κίνηση είναι χαλαρή, είμαστε καλά καμουφλαρισμένοι, αδύνατο να αναγνωριστούμε από τον οποιονδήποτε. Δεν ανησυχούμε λοιπόν και πολύ, απλά είμαστε προσεχτικοί.
Χώνομαι σε μια πόρτα, βγάζω την περούκα. Βγαίνω άλλος άνθρωπος.
Είμαι μακιγιαρισμένος ακόμη, η όψη μου πάντα διαφορετική, θα καθαριστώ στο σπίτι, φοράω καπελάκι.
– Επιστρέφοντας για λίγο στο γραφείο, έχουμε καθησυχάσει, την ώρα που δένουμε, τους δύο υπάλληλους και τον υπεύθυνο της εταιρείας. Δεν έχουν λόγο να φοβούνται, δεν πρόκειται να τους πειράξουμε. Τους εξηγούμε στα πεταχτά το σκοπό της επίθεσης όσο χρόνο χρειάζεται το τελετουργικό της ‘απαγωγής’. Και που αποσκοπούμε. Πρέπει να υποχρεωθούν να αλλάξουν πολιτική όσον αφορά τη ζήτηση κατοικίας.

Όπως το έχουμε υπολογίσει, η έκταση της φωτιάς είναι περιορισμένη, κάνει ζημιά αλλά οι άνθρωποι δεν κινδυνεύουν καθόλου, βρίσκονται κλειδωμένοι μακριά από το δωμάτιο όπου υπάρχουν τα καμμένα αρχεία, τα παράθυρα ανοικτά.

Και βέβαια, πριν αποχωρήσουμε, έχουμε προλάβει ν’ αδειάσουμε το ταμείο, για την χρηματοδότηση του αγώνα φυσικά!

Μόλις βρισκόμαστε ασφαλείς, ο καθένας στον προορισμό του, άλλος σύντροφος κάνει το τηλεφώνημα στον Τύπο, για την ανάληψη της ευθύνης της επίθεσης. Η περιπολία στην πόλη έχει πετύχει, η συζήτηση που θα ξεσπάσει σύντομα θα φουντώσει και θα φέρει στην επιφάνεια ξανά τα προβλήματα που αφορούν τους πολίτες, τους αγώνες που δίνουν και τα μέσα που χρησιμοποιούν για να πετύχουν τους στόχους τους.
Είμαστε όλοι ευχαριστημένοι.
Σκέφτομαι : πόσο σύντομα γράφεται κείμενο που αφορά πράξη που οργανώνεται λεπτομερώς μήνες ολόκληρους! Για να φτάσει σε πέρας επιτυχώς ξοδεύτηκαν ώρες ατέλειωτες παρακολούθησης, συλλογής πληροφοριών και ένα σωρό άλλα θέματα και συζητήσεις και πράξεις και υποστήριξη που χρειάζεται για να έρθουν εκείνα τα λεπτά που διαρκεί μια αποφασιστική ενέργεια. Δίχως να κινδυνέψει κανείς.

Ήρωας – Δε Φοβήθηκα Ποτέ

Η κουβέντα στην κοινωνία, σε όλους τους χώρους, γίνεται καθημερινά, πάνω στο πρόβλημα στέγασης, δεν σταματά ποτέ.
Δεν χρειάζεται να ανακινήσεις ένα θέμα που καίει.
Αυθόρμητες πορείες οργανώνονται συχνά, ξεσπούν ταραχές διότι η ακρίβεια δεν παλεύεται όταν το εισόδημα δεν αρκεί. Αυτοί που έχουν την άνεση της φουσκωμένης τσέπης δεν μπορούν να νιώσουν τι σημαίνει να μη μπορείς! Να μη σου βγαίνει. Να μη φτάνουν. Η ανασφάλεια, το στρες, το ζόρι!
Δεν νοιάζονται για τον συνάνθρωπο.
Δεν δείχνουν αλληλεγγύη στον διπλανό.
Δεν θα έχουν πλέον το μονοπώλιο στη βία.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βία από το να μη μπορείς, να μη μπορείς!
Φτάνει πια με τη βία σας, σας την γυρίζουμε πίσω. Να δείτε πως μοιάζει, τι σημαίνει να μην μπορείς. Να είσαι αιχμάλωτος.
Μεγαλύτερη βία από την εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον συνάνθρωπό του, από το να μη νοιάζεσαι για τον διπλανό σου δεν υπάρχει. Πως τα βγάζει πέρα, και εάν τα βγάζει. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βία από την αδιαφορία.
Για κέρδος. Για απληστία. Για εξουσία.
Μισθωτή σκλαβιά, μισθωτή δουλεία. Σύγχρονη δουλεία.
Και η ακόμη μεγαλύτερη βία, που έχουμε υποστεί από τη στιγμή της γέννησής μας ακόμη, με όλα τα πρέπει, με όλους τους κανόνες, την ηθική, τα ψέματα και τις υποκρισίες, τα θα και τα μη. Μη αυτό, όχι εκείνο, μη στο άλλο. Φτάνει. basta!

Όσο υπάρχουν καταπιεστές και καταπιεσμένοι, θα υπάρχει επίσης κοινωνική αναταραχή, ανυπακοή, ανατρεπτικοί αγώνες, αταξία. Μεγάλη. Ανελέητη.
Όχι πια. Όχι άλλο. Λευτεριά, liberta!
Αν αγαπάς λευτερώνεσαι. Αν αγαπάς πολεμάς. Είσαι ελεύθερος όταν αγαπάς. Αγάπα λοιπόν και πολέμα.
Όχι στους διαχωρισμούς. Όχι σε όλους τους διαχωρισμούς.
Άνθρωποι, ζώα, περιβάλλον είναι ένα.
Εσείς τα διασπάτε, εμείς τα ξανά ενώνουμε. Όπως είναι στη δημιουργία.
Αυτό είναι η δημιουργία. Αυτό είναι δημιουργία. Η ενότητα. Η ενότης των πάντων.
Ξέφυγα Μιχάλη. Έφυγα.
Εμείς οι φοιτητές δίνουμε το μεγαλύτερο μέρος από τα χρήματα που καταφέρνουν να μας στείλουν οι γονείς μας, ή αποκομίζουμε από εργασία εκεί, για στέγαση. Αυτοί κερδοσκοπούν πάνω στην ανάγκη μας. Φωνάζουμε λοιπόν με τον τρόπο μας! Φτάνει!

Revolucion, Tracy Chapman.

Έχουμε μεγάλες κινήσεις καταλήψεων από τα χαμηλά οικονομικά στρώματα. Συντονισμένες αυτομειώσεις σε όλα τα κοινωνικά τιμολόγια, και όχι μόνο. Στην τροφή, στα ενοίκια, στις μεταφορές. Στον πολιτισμό. Από τους πολίτες που αυτοοργανώνονται απέναντι σε εταιρείες και κράτος. Επιβάλλουν προλεταριακές τιμές και τιμολόγια.
Τέτοιες ώρες, το χτυποκάρδι είναι μεγάλο. Ιδιαίτερα σε κάποιον ευσυγκίνητο όπως εγώ.
Η προετοιμασία μιας επίθεσης θέλει πολύ υπομονή. Θέλει προσοχή και παρατηρητικότητα. Την ώρα της δράσης επίσης προσοχή, ψυχραιμία και αποφασιστικότητα.
Η αδρεναλίνη ξεσπάει μετά. Είσαι μεθυσμένος, πέτυχες τον στόχο σου. Νιώθεις απελευθερωμένος. Είσαι ελεύθερος. Πετάς.
Φόβος υπάρχει πάντα. Όποιος λέει πως δεν φοβάται είναι επικίνδυνος. Η συναίσθηση αυτή σε κάνει καλύτερο.
Όχι στην κατάληψη. Από τον φόβο, από κάθε πάθος.
Ο μαχητής φοβάται. Να μη σου πω πως φοβάται ακόμη περισσότερο για την τύχη των άλλων, μετά σκέφτεται τον εαυτό του.
Οι επιθέσεις δεν γίνονται από βίτσιο.
Αποτελούν πολιτικές πράξεις ενταγμένες σε μια επαναστατική προοπτική κοινωνικής και προσωπικής απελευθέρωσης.
Για την κοινωνική και πολιτική αυτονομία.

Έχουν σχεδιαστεί λεπτομερώς με έμφαση στην ασφάλεια όλων των εμπλεκομένων πλευρών. Και καθότι αυτό που συμβαίνει, ας μη κρυβόμαστε, είναι πόλεμος κοινωνικός, ας μη κάνουμε τον χαζό, όλοι και το τονίζω, ακριβώς, οι πάντες είναι προετοιμασμένοι, θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι, για κάθε ενδεχόμενο. Συμπεριλαμβανομένου και του χειρότερου.
Τα θύματα είναι αχρείαστα, είναι όμως πιθανά.
Αλλιώς δεν βγαίνεις από το σπίτι.

Χρόνια συζητιέται στην χώρα η ανάγκη να επιβάλλουν επιτέλους οι καταπιεσμένοι το δίκιο τους. Τώρα, επιτέλους, το κάνουν.
Το κάνουν πολλοί με διάφορους τρόπους. Όλοι από την ίδια όχθη του ποταμού ευρίσκονται. Οι μεν θα διασχίσουν το ποτάμι με βάρκα, οι άλλοι από την γέφυρα. Δεν ξεχωρίζουν οι μεν από τους δε. Απέναντι θέλουν να περάσουν όλοι. Οι διαχωρισμοί δεν ωφελούν κανένα.
Κάποιοι ζουν πιο έντονα την λευτεριά τους, αυτό είναι όλο. Διότι η ελευθερία και η αυτονομία είναι μια πραγματικότητα πολύ προσωπική, ξεκινάει σίγουρα από τα μέσα και μετά αποτυπώνεται εξωτερικά.
Και η επανάσταση γίνεται πρώτα μέσα μας. Μετά αποτυπώνεται στις πράξεις, στο χαμόγελο, στην συμπεριφορά. Στις μικρές και μεγάλες αποφάσεις.
Στην παραβατικότητα.

Bobby Brown, Frank Zappa.

  • Επιστρέφοντας στην εισβολή, να σου πω πως τα χρήματα που βρίσκουμε στο ταμείο κατάσχονται. Απαλλοτρίωση για τις ανάγκες του αγώνα. Αυτό φυσικά είναι κανόνας σε όλες μας τις ενέργειες και επιθέσεις, σε όλες μας τις δράσεις. Δεν σηκώνει συζήτηση, είναι εύκολα κατανοητό.
    Και να πω και το άλλο. Είμαι χαρακτήρας πολύ κοινωνικός, ανοικτός. Τριγυρνώ σε πολλούς χώρους, βρίσκομαι με λίγα λόγια μέσα στο σφυγμό της πόλης, το γνωρίζεις. Σε διαβεβαιώνω πως σε συζητήσεις που γίνονται δεν άκουσα κακό λόγο γι αυτές τις ενέργειες. Μιλάμε βέβαια για τις καλοπροαίρετες συζητήσεις.

μια ιστορία του εννιακόσια 6 , Prospero Gallinari

Ο λαός, ο κόσμος έχει αισθητήριο και αντιλαμβάνεται. Καταλαβαίνει.
Το κακό είναι πως συχνά δεν αποφασίζει να ξεκουνηθεί, να τινάξει από πάνω του το πανωφόρι της πλήξης. Να αποβάλλει το σαράκι της ανάθεσης των αποφάσεων και των κινήσεων. Το, ‘μωρέ, εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα’ του έχει γίνει βαρίδιο. Παραιτείται συχνά του αυτονόητου. Που σημαίνει να πράξει ο ίδιος, με ότι μέσο διαθέτει, ανάλογα με χαρακτήρα και συνθήκες, την αυτοπραγμάτωση του. Να σηκώσει την τύχη στον ώμο του και να προχωρήσει.
Έχει την τάση να δημιουργεί συνήθειες ο άνθρωπος. Αυτές λοιπόν παρακολουθούμε κι εμείς προσεκτικά. Για να σχεδιάσουμε τις πρωτοβουλίες μας, όσο το δυνατόν αρτιότερα. Με ακρίβεια και συνέπεια. Ναι. Συνέπεια χρειάζεται τεράστια. Και μεθοδικότητα.
Εκείνο που επίσης θέλω να αναφέρω είναι πως ενδιαφέρει να μη πέφτουμε στις παγίδες του αντιπάλου.

Όταν επιθυμεί σύγκρουση, την αποφεύγουμε. Διαλέγουμε εμείς τον χρόνο και το πεδίο. Μετωπικά, είναι δυνατότερος. Θέλει ευελιξία. Αιφνιδιασμό. Χτυπάμε όταν δεν το περιμένει. Εκεί που δεν το περιμένει και όταν δεν είναι έτοιμος. Όταν έχει την πρωτοβουλία αυτός ελισσόμαστε, παραπλανούμε. Και ενεργούμε όποτε και εκεί που μας βολεύει. Αυτόνομα.
Μας ενδιαφέρει να τον νικήσουμε, στη δημιουργία συναίνεσης. Οι εντυπώσεις, η αποδοχή πρέπει να γέρνει προς τις δικές μας ενέργειες και όχι προς τις δικές του αποφάσεις.
Όταν εκείνος οδηγεί, εμείς αποφεύγουμε. Θα επιτεθούμε εκεί που θέλουμε, και όταν θέλουμε.
Νοηματοδοτούμε την ζωή μας!

Paradise, Coldplay.

  • Λίγες μέρες μετά χρειάζεται, μια τσάντα γεμάτη όπλα να αλλάξει για λίγο αέρα, κρησφύγετο.
    Έχω κάτι γνωστούς, έξω από κάθε ανάμιξη σε ότι έχει άρωμα πολιτικής δραστηριότητας. Σοβαρά παιδιά, λιγομίλητα. Διακριτικά τους προσεγγίζω, δεν μου αρνούνται να την φυλάξουν, δεν ρωτούν τι και πως. Απλά, κρύβουν την τσάντα σε στούντιο που χρησιμοποιούν για μουσικές πρόβες.
    Έχει παρατηρηθεί μια κινητικότητα στη γειτονιά, κοντά στο σπίτι όπου φυλάσσονταν αυτή η τσάντα και το περιεχόμενό της και αποφασίζεται, με ιδιαίτερη προσοχή, να απομακρυνθεί, μέχρι νεοτέρας. Ωσότου λοιπόν βρεθεί καινούριος χώρος για να την φιλοξενήσει, αυτά τα παιδιά στάθηκαν πολύτιμοι αρωγοί, και τους ευγνωμονούμε για πάντα.

οι καγκελόπορτες της μνήμης, πρωτοσέλιδα

  • Την επομένη το βραδάκι έχει στηθεί ποδοσφαιρικός αγώνας ανάμεσα σε δυο αυτόνομες κολεκτίβες. Βρίσκουμε γήπεδο λίγο έξω από το κέντρο που είναι σχετικά πυκνοκατοικημένο, οι αγωνιστικοί χώροι βρίσκονται περιφερειακά. Το αποφασίζουμε τελευταία στιγμή, κι έτσι δυσκολευόμαστε ακόμη περισσότερο να κλείσουμε ώρα. Βλέπεις, η ζήτηση είναι μεγάλη, τα γήπεδα 5 επί 5 υπάρχουν μοναχά στη φαντασία.
    Υπό το φως των προβολέων, νοικιάζεις το χώρο, τις εγκαταστάσεις κλπ. Με την ώρα. Φυσικά μιλάμε για χορτάρι. Έχουμε κερκίδα τα κορίτσια και κάμποσους φίλους, παίζουμε 90λεπτο. Μη ρωτάς για τον νικητή, δεν έχει καμία σημασία.
    Μας βγήκε η ψυχή, το να παίζεις μετά από καιρό ενενήντα λεπτά είναι εξοντωτικό. Πάλι καλά, εγώ ασκούμε συχνά. Για κάποια άλλα παιδιά όμως, στάθηκε μαρτύριο.

Μετά το ντουζάκι αποφασίζουμε να καταλήξουμε στου Ρομπέρτο. Για μπυρούλες και δροσερό λευκό κρασάκι. Για να ξεδιψάσουμε, να χαλαρώσουμε και να την τηλώσουμε με ηρωική μακαρονάδα λαδόσκορδο, το δείπνο του λαού.
Θα με ρωτήσουν αυτοί που δεν γνωρίζουν : ‘μα καλά, που θα χωρέσετε όλοι εσείς σε ένα σπίτι, δυο ενδεκάδες συν τόσοι άλλοι φίλοι ;’ φυσικά και θα το ρωτήσουν.
Πρέπει να τους εξηγήσεις Μιχάλη πως, συχνά οι νέοι, ακριβώς επειδή τα νοίκια εκτινάσσονται στα ύψη, για να εξοικονομήσουν χρήματα, μαζεύονται πολλοί μαζί, βρίσκουν στην περιφέρεια της πόλης παλιά αρχοντικά που οι ιδιοκτήτες τους ενοικιάζουν στους φοιτητές, και όχι μόνο, μιας και είναι αδύνατον να τα συντηρήσουν διαφορετικά, ή να τα κατοικήσουν οι ίδιοι. Μιλάμε για οικήματα τεράστια με ατέλειωτους χώρους, σαν αυτά που βλέπουμε στο σινεμά, στις ταινίες εποχής, να κατοικούνται από τους ευγενείς εκείνων των μακρινών καιρών. Μέσα στην εξοχή και το πράσινο, με τεράστια δωμάτια ψηλοτάβανα. Και σαλόνια ικανά να στεγάσουν αγώνα με θεατές, που λέει ο λόγος.
Χαμηλώνει έτσι το μερίδιο, στην τιμή, του καθενός, επιτρέπει συγχρόνως και μεγάλες μαζώξεις.

Σε ένα τέτοιο λοιπόν έχει βρει καταφύγιο ο καλός μας φίλος, ο Ρομπέρτο. Έχει πέσει με τα μούτρα, αυτός και οι κολλητοί του, στις προετοιμασίες, μόλις του είπαμε εκείνο το πρωινό, πριν τον αγώνα, πως το βράδυ είχαμε σκοπό να τον επισκεφτούμε όλοι εμείς. Άλλο που δεν ήθελε, θα γίνονταν μια μεγάλη γιορτή. Πολλούς από εμάς έχει να μας δει από καιρό.
Μια τέτοια κατοίκηση έχει πολλά πολλά καλά, έχει ένα αναπόφευκτο κακό. Ζεις μακριά από το κέντρο, μακριά δηλαδή από τους φίλους. Μιας λοιπόν που δεν υπάρχει δυνατότητα για αυτοκίνητα, πολλές βενζίνες κλπ  αντιλαμβάνεσαι πως αυτό σε απομονώνει λιγάκι. Συν το ότι σε τέτοιες τοποθεσίες οι συγκοινωνίες είναι λιγότερο τακτικές.
Το θετικό με την συγκεκριμένη περιοχή είναι πως φιλοξενεί σπίτια αρκετών ‘επώνυμων’ και έτσι υπάρχει λεωφορείο της γραμμής μέχρι αργά, έτσι τα καταφέρνουμε και φτάνουμε εγκαίρως. Για να ξεκινήσει η κυρίως προετοιμασία για το δείπνο και τα υπόλοιπα.

Δυο όροφοι συν ισόγειο, παρτάρουμε όλο το βράδυ σκορπισμένοι εκεί μέσα. Δεν ενοχλούμε κανέναν. Στο τέλος κοιμόμαστε στρωματσάδα στα διάφορα δωμάτια, με ότι σκέπασμα καταφέρνουμε να εξοικονομήσουμε. Πιο ζεστή από την αγκαλιά δεν υπάρχει.
Πολλοί φίλοι και γνωστοί έχουν δημιουργήσει τέτοιες καταστάσεις γύρω από την πόλη, περιτριγυρισμένη από λόφους, μες το πράσινο, μακριά από την φασαρία και τη βιασύνη. Το συνηθίζουμε λοιπόν να μαζευόμαστε συχνά, με αυτό τον τρόπο.
Δεν είμαστε μονόχνοτοι να κάνουμε παρέα μονάχα μεταξύ μας. Κομμουνιστές, φρικιά, αναρχικοί, ροκάδες, σοσιαλιστές. Φτάνει να είσαι ανοιχτόμυαλος. Να αντέχεις την κουβέντα. Να αμφισβητείς. Να σου αρέσει η μουσική και ο χορός, συχνά και οι ουσίες. Και η διαλεκτική.
Υπάρχει ιδανικό ελευθεριακό σε πολλούς. Τα ταμπού γκρεμίζονται, τοίχοι δεν χωρούν ανάμεσά μας, ρόλοι και διαχωρισμοί. Τα σύνορα έχουν πέσει.
Το προσωπικό είναι πολιτικό, λέμε. Η επανάσταση είναι τρόπος ζωής. Την ζουν όλοι μαζί, μοναχά η ιδιοσυγκρασία διαφέρει.

In a Gadda da Vida από τους Iron Butterfly.

  • Έχουμε ξεκινήσει, κάποιοι από εμάς, άσκηση. Οργανώνουμε μια ομάδα και αρχίζουμε να μαθαίνουμε αϊκίντο. Σε σχολή με πολύ καλό δάσκαλο, ωραίο χαρακτήρα. Πολεμική τέχνη, χρησιμοποιείς την δύναμη και την ενέργεια του αντίπαλου για να τον εξουδετερώσεις. Διακόπτουμε, δυστυχώς όμως, πολύ σύντομα κάποιοι από εμάς. Μας την σπάει η γενικότερη συμπεριφορά κάποιων συντρόφων, δεν θέλουμε λοιπόν πολλά πάρε δώσε, έξω από τα απαραίτητα, και σταματάμε. Είναι αυτοί οι οποίοι μας έχουν προσκαλέσει στη σχολή μήνες πριν, είναι φυσικό λοιπόν, αφού δεν ταιριάζουν πλέον τα χνώτα μας, να την κάνουμε εμείς με ελαφρά πηδηματάκια.

Αλλάζει η συμπεριφορά κάποιων με τον καιρό. Εμφανίζονται τάσεις ελιτίστικες στους συγκεκριμένους φίλους, σηκώνουν ψηλά τον αμανέ που λέμε στην καθομιλουμένη. ‘Ψήλωσαν’ ξαφνικά πολύ, και δυσκολεύονται να κοιτάξουν ‘παραέξω’, όπως παλιότερα.
Δικό τους πρόβλημα λοιπόν, μιας και επιλέγουν την απομόνωση.
Ο ψυχισμός μας δεν τα αντέχει αυτά. Είμαστε σύντροφοι γιατί μας αρέσει ένας άλλος τρόπος να είσαι και να φέρεσαι, μακριά από τα κρατούντα πρότυπα. Απλός, αυθεντικός. Άσχημο λοιπόν όταν συναντάς μέσα στις γραμμές σου κάποιους να σηκώνουν ψηλά τον αμανέ, να καβαλούν το καλάμι. Ζούμε το δικό μας σήμερα, δεν μοιάζει με αυτό που προτείνει το καθεστώς, οι μπουρζουάδες. Άλλη φορεσιά εμείς, μέσα και έξω. Το υπάρχον καταρρίπτεται.
Ο κίνδυνος είναι αναπόφευκτος, τα ρίσκα μεγάλα, χρειάζεται να είμαστε, και είμαστε προσγειωμένοι. Οι συγκεκριμένοι άλλαξαν και έτσι πέφτει λίγη ψύχρα .
Τα σύκα πρέπει να λέγονται με το όνομά τους, όχι να διαλέγουμε κουβέντες.
Θα πούμε και τα καλά, θα πούμε και τα στραβά.
Το να ωραιοποιείς μια κατάσταση δεν προσφέρει τίποτα, και σε κανέναν. Καλύτερος φίλος η ειλικρίνεια.

Τα σπάμε λοιπόν και δεν πολυκάνουμε παρέα, κόβουμε τις πολλές παρτίδες, έτσι αναγκαζόμαστε να σταματήσουμε την συγκεκριμένη διδασκαλία. Δεν πειράζει.
Οραματιζόμαστε κάτι διαφορετικό, μιαν άλλη κοινωνία, προσπαθούμε να ζούμε διαφορετικά την καθημερινότητά μας, βασιζόμενοι σε άλλες αξίες. Συμπεριφορές από το χθες είναι ανεπιθύμητες. Τις αποφεύγουμε όπως ο διάολος το λιβάνι.
Οι φίλοι μας παραμένουν στον μικρόκοσμό τους.

εξεγερσιακή μουσική

συνεχίζεται

DSC02222

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ε. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 3

Μας αρέσει να κάνουμε καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα. Στα πανέμορφα Ιόνια νησιά και παράλια, που είναι κοντά στην πατρίδα μας, κυρίως. Με σκηνάκια και υπνόσακους. Βουτάμε όλη μέρα στα καθάρια, γαλαζοπράσινα νερά και λιαζόμαστε με τις ώρες.
Λευκάδα, Παξοί, τώρα τελευταία Πάργα και Σύβοτα. Εκεί γνωρίζουμε τον Σάντρο που συζεί στη Ρώμη με την Αντρέα, γερμανίδα φοιτήτρια που έχει τελειώσει ιταλική φιλολογία, αλλά παραμένει στην χώρα με τον φίλο της και τον ακολουθεί στις διακοπές του. Ταξιδεύουν με ένα Φόρντ Τράνσιτ που χρησιμοποιεί στη δουλειά του ο Σάντρο, είναι έμπορος δερμάτινων ρούχων.

Γίναμε μια μεγάλη παρέα λοιπόν, περνάμε θαυμάσια. Γυρίζουμε όλη την περιοχή, Μέτσοβο, Βίκο, Ζαγοροχώρια και Πάργα, την περιοχή της Πρέβεζας, φτάσαμε μέχρι τον Αχέροντα και επισκεφτήκαμε την είσοδο του κάτω κόσμου. Περνούμε κοντά δέκα μέρες μαζί. Χωρίζουμε όταν οι καινούριοι μας φίλοι κατηφόρισαν προς Κρήτη. Μάλιστα εγώ, μαζί με την φιλενάδα μου την Ρέα τους ακολουθήσαμε ίσαμε τον Πειραιά, μιας και θέλουμε να επισκεφτούμε την Ακρόπολη, και με την ευκαιρία να γνωρίσουμε την Αθήνα. Πρέπει να σας αποκαλύψω πως ο πατέρας της Ρέα είχε πολεμήσει στην Ελλάδα, μιλούσε πάντα για την χώρα και τους κατοίκους της με τα καλύτερα λόγια. Ήταν θερμός φιλέλληνας και το είχε μεταδώσει και στα παιδιά του. Γνώριζε τα πάντα για τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό και αγαπούσε πολύ το τσίπουρο και την ρετσίνα.
Θυμάμαι μάλιστα πως στο πλοίο με το οποίο περάσαμε από την Στερεά στην Πελοπόννησο σήκωσα λιγάκι πυρετό. Μέχρι όμως να φτάσουμε στον Πειραιά, μου είχε περάσει.

Επιστρέψαμε στην Ιταλία, auto stop και καράβι, και στον δρόμο μας προς τον βορρά κάναμε μια διήμερη στάση στην Ρώμη για να επισκεφτούμε τους φίλους μας. Βρήκαμε μοναχά τον Σάντρο, διαπιστώσαμε λοιπόν με λύπη πως τα παιδιά είχαν χωρίσει στον δρόμο προς Κρήτη, είχαν ένα φοβερό καυγά στο καράβι και με την αποβίβαση στο νησί πήραν διαφορετικούς δρόμους. Τα ίχνη της Αντρέα χάθηκαν στην Ελλάδα.

Το χαμόγελο της Τζοκόντα, Μάνος Χατζιδάκης.

  • Αυτά όλα λοιπόν μου έρχονται στον νου όσο διάστημα προσπαθώ να ηρεμήσω, ξεφεύγοντας λιγάκι από τα πολεμικά καθέκαστα του παρόντος.
    Κάθε τόσο κοιτώ το γλυκό προσωπάκι που ακουμπά στο στήθος μου γαληνεμένο. Ήσυχο πλέον μετά το κυνηγητό που έχει προηγηθεί. Τη διαδήλωση, τις φασαρίες, το εμπόλεμο κλίμα.
    Προσπάθησα να ελέγξω την αναπνοή μου μέχρι που τα κατάφερα, ηρέμησα. Τότε πρέπει να με πήρε λιγάκι ο ύπνος κι εμένα, ταρακουνήθηκα με το φρενάρισμα του τραίνου και ξύπνησα στην αποβάθρα, νωρίς το πρωί. Περπατούμε, χάραμα στην πόλη, παίρνουμε πρωινό σε ένα μπαράκι που μόλις άνοιξε, φάγαμε ολόφρεσκες μπριός, πίνουμε φρέσκο χυμό που μας στίβει το συμπαθητικό παλικάρι που κρατά το μαγαζί και βουρ για ύπνο.
    Αυτό είναι λοιπόν, πίσω ξανά στην καθημερινότητα. Αν μπορούμε να ονομάσουμε έτσι την ένταση με την οποία γεμίζουμε αυτή την καθημερινή μας βιοτή.

Το πως αποτυπώνει ο Τύπος την μέρα που πέρασε με τα συμβάντα θα το διαβάσω αργότερα, τώρα δεν έχω όρεξη να αναμείξω τις θύμησες, που είναι ακόμη τόσο έντονα παρούσες, με τις μικροαστικές παπαρολογίες.
Βάζουμε στη ζωή μας πολύ ρίσκο, βάζουμε ένταση, η ομαλότητα μπορώ να πω πως είναι εχθρός μας. Ο νόμος φτιάχτηκε από άλλους και για άλλους. Εμείς όλοι έχουμε πολλά που μας χωρίζουν από την σύμβασηΣκεφτόμαστε αυτόνομα. Το κατεστημένο και την τάξη της πολεμάμε. Δρούμε αυτόνομα. Η άποψη των μπουρζουάδων θα είναι αποτυπωμένη στις φυλλάδες. Θα παρουσιάζουν με τον τρόπο τους τα συμβάντα, όπως τους συμφέρει.
Ο πολύς λαός όμως ακόμη δεν μασάει.
Ποιος είναι ο λαός ;
Οι από κάτω, αυτοί που θέλουν να ζουν ελεύθερα, να σκέφτονται ελεύθερα, ανεξάρτητα, να δρουν ελεύθερα, αυτόνομα. Και είναι ακόμη πάρα πολλοί.

Αυτό τρομάζει! Δια τούτο οι φυλλάδες παρουσιάζουν τα γεγονότα, που συμβαίνουν καθημερινά πλέον, την επίθεση στους θεσμούς και την καταπίεση, μέσα από παραμορφωτικούς φακούς. Προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν. Δείχνουν μία συναίνεση στις επιλογές του κεφαλαίου ψεύτικη, δεν υπάρχει τέτοια στα λαϊκά στρώματα. Στον κόσμο της εργασίας. Του κοινωνικού εργάτη που στενάζει στις γειτονιές και τους δρόμους της Μητρόπολης.
Εμείς λοιπόν την μετατρέπουμε σε ζούγκλα. Είναι το δάσος μας, απελευθερωμένη ζώνη, είναι οι κοινωνικές σχέσεις που δημιουργούμε καθημερινά, μέσα στους μικρούς και μεγαλύτερους αγώνες, η κάσμπα.
‘Κρυβόμαστε’ εκεί μέσα και επιχειρούμε με σχέδιο. Έχουμε οργανώσει τις ομάδες μας, τον στρατό μας, ελευθερώνουμε ζώνες. Είμαστε παντού, στην καθημερινότητα του καθένα δίπλα. Φτιάχνουμε την αντιεξουσία μας. Εκεί, και όποτε μας παίρνει φυσικά. Στιγμές, ώρες, μέρες ελεύθερης ζωής. Χρόνια.

Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη ένταση, ρίσκο και απρόοπτα. Σχεδιασμό και προετοιμασία.
Ζούμε το σήμερα, την στιγμή.
Σίγουρα μας νοιάζει και το αύριο. Να φέρουμε και άλλους κοντά μας.
Θέλουμε το αύριο δικαιότερο. Με ελευθερία και ισότητα για όλους. Ίσες ευκαιρίες, πραγματικά.
Περνάμε από το σφυροδρέπανο στο αστέρι. Είναι μια φυσιολογική κατάληξη. Μιας πορείας που έρχεται τρέχοντας από το ’68. Από την κριτική του υπαρκτού σοσιαλισμού στην πλήρη καταδίκη του. Στο ξεπέρασμα του Μαρξισμού και του Λενινισμού, στο ξεπέρασμα της πρωτοκαθεδρίας του κόμματος. Στην ανάδειξη των συμβουλίων και των κοινοτήτων. Στην ανάγκη δημιουργίας του επαναστατικού λαϊκού στρατού.

Υπάρχουν και οι άλλοι, που πιστεύουν ακόμη στο κόμμα, το ένοπλο, που το προτείνουν και εργάζονται για να το δημιουργήσουν. Και είναι πολύ δυνατοί.
Εμείς θέλουμε να ενεργοποιήσουμε τον λαό, την κοινωνία.
Δικός της είναι ο αγώνας και ο πόλεμος.
Δεν τον αναθέτει σε τρίτους, σε κανέναν, τον ιδιοποιείται.
Τον διεξάγει η ίδια.
Η ίδια διαλύει το κράτος, διαλύει το υπάρχον, τους θεσμούς τους κυρίαρχους. Θα δημιουργήσει νέους, θα τους επινοήσει, τους γεύεται ήδη στις συναναστροφές της,  έχουν γεύση αλλιώτικη.
Δεν θα της κάνει άλλος την δουλειά, δεν θα το κάνει άλλος γι αυτήν.
Η κοινωνία οργανώνει την αυτοάμυνα της, οργανώνει και τις επιθέσεις της. Αυτόνομα.
Διαλέγει τον χώρο και τον χρόνο, μετράει τις δυνάμεις της και δρα
Πράττει ήδη, ζει ήδη το καινούριο
Δεν περιμένει
Εξερευνά, ανακαλύπτει, χαρτογραφεί.

Φτιάχνουν τον στρατό τους, η καταστολή δεν τους τρομάζει, πολεμούν το κατεστημένο κάθε μέρα, όχι μόνο στα λόγια. Οι επαναστατημένοι.
Ελευθερώνουν τις περιοχές τους, πολεμούν τις συμβάσεις, ζούνε έξω από τα όρια, μακριά, γεννούν το έμβρυο το καινούριο.
Η ελευθερία είναι εδώ, στις καθημερινές μάχες. Η αυτονομία.
Χτυπάνε τα πλοκάμια του κατεστημένου, της εξουσίας, οι άλλοι την καρδιά του.
Μια μέρα θα νικήσουν.
Η αλλοτρίωση του ανθρώπου είναι στο στόχαστρο, η απαλλοτρίωση των ζωών τους ο στόχος.
Η απελευθέρωσή της ζωής το όραμα!

  • Από ένα φυλλάδιο μας :
    ‘επιδίωξή μας είναι ο άνθρωπος να διακόψει μια και καλή τον αυτοϋποβιβασμό του σε παραγωγό καταναλωτή, να αφυπνίσει τη δημιουργικότητά του και να διεκδικήσει την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση.

BORGHESIA CLAUDIO LOLLI ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑ

Γριά μικροαστική τάξη όσο μικρή κι αν είσαι
δεν ξέρω να πω αν μας κάνεις κυρίως να θυμώνουμε, να λυπούμαστε, να μελαγχολούμε ή αν σε σιχαινόμαστε κυρίως
ευχαριστιέσαι όταν ένας κλέφτης πεθαίνει ή όταν συλλαμβάνουν μια πουτάνα,
αν η ενορία της Ιερής Καρδιάς αποκτήσει μια νέα καμπάνα
Είσαι ικανοποιημένη με τα βάσανα και τις  ζημιές των άλλων κρατώντας σφιχτά τα χρήματα σου

Τόσο επίκαιρο που φέρνει ανατριχίλα!

  • Χθες, μετά την επίθεση στο Πρωτοδικείο, κάποια στιγμή στο δρόμο του, μπροστά σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο ακούει δύο νεαρούς να συζητούν ελληνικά, σχολιάζοντας μία αφίσα, ένα υπέροχο αγόρι λαξευμένο στο μάρμαρο, κολλημένη στα τζάμια ταξιδιωτικού πρακτορείου. Ο νους του πετάει πάλι στα Σύβοτα, θα ήθελε πολύ να ξαναβρεθεί εκεί, σκέφτηκε.
    Μέρος πανέμορφο και τελείως παρθένο, στην Ήπειρο. Τριάντα χιλιόμετρα πάνω κάτω από την Ηγουμενίτσα, προς νότο. Φτάνεις στο ψαροχώρι από χωματόδρομο. Είκοσι, τριάντα σπίτια όλα κι όλα, ένα παντοπωλείο που εκτελεί και χρέη γραφείου τηλεπικοινωνιών, μία ταβέρνα καφενείο. Φυσικό λιμάνι με πολλά νησάκια γύρω γύρω και έρημες αμμουδιές. Κάθε καλοκαίρι ο κόλπος γεμίζει ιστιοπλοϊκά σκάφη που βρίσκουν εκεί ευχάριστη προστασία και ασφάλεια.

Όπως παντού όπου τριγυρνούν τα καλοκαίρια, μια χρονιά στη Λευκάδα, μια στη Σκόπελο και αλλού, βρίσκουν και στήνουν τις σκηνές τους και τους υπνόσακους κοντά σε μέρος που αναβλύζει γλυκό νερό από την γη σε κάποια γωνίτσα. Για να μπορούν να ξεπλένονται, όλη μέρα το αλάτι δεν αντέχετε στο κορμί, είναι ενοχλητικό.
Συχνά μαγειρεύουν στην παραλία, πάντα υπάρχει παχύς ίσκιος στα μέρη που διαλέγουν να κατασκηνώσουν, πεύκα ή ελιές συνήθως. Αρμυρίκια επίσης κατεβαίνουν σχεδόν να γλείψουν το νερό. Όλη μέρα στον ήλιο είναι απελπισία, τις μεσημεριανές ιδίως ώρες ζεματάει.
Τα βραδάκια κατεβαίνουν στο χωριό, η ταβέρνα είναι πολύ φιλόξενη, τους ανοίγει με ευχαρίστηση την αγκαλιά. Κάνουν τις επαφές τους με τους ντόπιους, τους αρέσει να έχουν ζωντανή την αίσθηση του τόπου που τους φιλοξενεί, τους γεμίζει τις μπαταρίες αυτό το όλον. Άνθρωποι είναι, όχι περαστικοί. Επιθυμούν να δίνονται και να παίρνουν.

Εκεί, στα Σύβοτα μάλιστα, ο ταβερνιάρης θυμίζει αφάνταστα τον Τζούλιο Αντρεότι, στη φάτσα και στην καμπούρα. Τα πειράγματα πηγαίνουν σύννεφο. Είναι δημοκράτες γενικότερα. Ενδιαφέρονται τρομερά να μάθουν γι αυτή την περίφημη ‘στροφή’ των κομμουνιστών στην Ιταλία, με τον ‘ιστορικό συμβιβασμό’, λες και ο συμβιβασμός είναι κάτι καινούριο για τους ιταλούς ρεβιζιονιστές. Και άντε ένας τακτικός συμβιβασμός. Εδώ μιλάμε για στρατηγική στροφή τους λέμε. Την συνδιαχείριση του υπάρχοντος προτείνουν στο κεφάλαιο και τους λακέδες του οι ρεφορμιστές. Και μιλούν για μεταρρυθμίσεις που το σύστημα το καπιταλιστικό θα αναζωογονήσουν. Άμα περισσέψει κάτι θα πάρουν και οι προλετάριοι.
Ακουμπάμε λοιπόν στην γενναιοδωρία τους ; Εκεί ελπίζουμε ;
Εμείς λοιπόν, τους λέμε, οι νέοι, δεν επιθυμούμε τα ψίχουλα. Απαιτούμε το δίκιο, που λέει πως ο πλούτος ανήκει ισόποσα σε όλους. Πως απαιτούμε μιαν άλλη ποιότητα ζωής. Τα θέλουμε όλα και αμέσως. Ο πλούτος πρέπει να μοιραστεί στην κοινωνία. Άλλες αξίες να επικρατήσουν.

Ρωτούν συνεχώς, θέλουν να καταλάβουν. Και αυτό τους τιμά. Τους κάνει στα μάτια μας ακόμη πιο συμπαθείς. Μιλάμε σε μια διάλεκτο που περιλαμβάνει λίγα ελληνικά, σπαστά ιταλικά και κάποια εγγλέζικα! Όλα μαζί μισκούλιο!
Και όσο περνάει η ώρα και το κέφι ανεβαίνει η κατάσταση γίνεται πιο χαλαρή, κυριαρχεί πλέον ο άνθρωπος και αφήνει στην άκρη τον πολίτη, επικρατεί λοιπόν το καλαμπούρι και οι μεγάλοι ξαναγίνονται παιδιά.
Τους δείχνουν οι ντόπιοι να χορεύουν ακολουθώντας το ρυθμό της μουσικής που παίζει στο πικ απ. Όλοι μαζί αγκαλιασμένοι πρώτα, κείνους τους γρήγορους ρυθμούς, σε κύκλο. Και να φωνάζουν ώπα!
Και τους άλλους, τους ερωτικούς, που κουνούν την κοιλιά και τους γοφούς αναστενάζοντας. Και τα χέρια ψηλά. Αχ και βαχ, και η λίμπιντο ανεβαίνει στον ουρανό..

Ο άνθρωπος, λένε, εν κατακλείδι, είναι φτιαγμένος για να χαίρεται τη ζωή, όχι να ταλαιπωρείται. Αν λοιπόν κάποιοι πρέπει να ευτυχούν, ας είναι όλοι. Να μην τους χωρίζει το εισόδημα, η καταγωγή, το χρώμα και η φυλή ή οι ευκαιρίες.
Είναι τόσο όμορφο να είσαι χαμένος μέσα στη φύση της Μεσογείου, ηρεμιστικό και χαλαρωτικό.
Ανάμεσα σε τόσες αποχρώσεις του πράσινου του μπλε και του γαλάζιου.
Ο αέρας ευωδιαστός, το τραγούδι του ανέμου αισθησιακό, το τιτίβισμα των πουλιών χαρούμενο, η πτήση και το κράξιμο του γλάρου απελευθερωτικό.
Δεν χρειάζονται αντικαταθλιπτικά, έχεις την εξοχή, τη θάλασσα και το βουνό.

  • Αγαπάμε πολύ τη ζωή, τα χρώματα και τη γαλήνη της φύσης. Μας αρέσουν και οι εναλλαγές του καιρού, από την ηρεμία στην καταιγίδα, τα ξεσπάσματα και η επιστροφή στη νηνεμία.
    Τρεις πεταλούδες τρέχουνε στη φθινοπωρινή ομορφιά, κυνηγιούνται πετώντας σε υπέροχα σχήματα.
    Πολύχρωμες, χρώματα φανταστικά, λουσμένες στον ήλιο, όλα καθάρισαν από τη βροχή, λαμποκοπούν.
    Λιάζονται σε ανάπαυση, τις αναστατώσαμε όταν καθίσαμε να ξεκουραστούμε κι εμείς κοντά τους.

San Francisco – Scott McKenzie

ένας ακόμη »εθνικός ύμνος» , της πρώιμης νιότης μας!

  • Ξαναγυρίζοντας όμως στο χωριό, κάνουμε πολύ χάζι με το τηλέφωνο και την περιπέτεια του να καλέσεις στο σπίτι, τους δικούς σου! Όταν χρειάζεται για να ανταλλάξουμε νέα. Ακούστε λοιπόν.
    Η γυναίκα του μπακάλη, για να το ενεργοποιήσει, γυρίζει με ταχύτητα μια μανιβέλα, μέχρι να ανοίξει η γραμμή και να συνδεθούν με το κέντρο. Το οποίο μετά από κάποιο τέταρτο της ώρας επιτρέπει την επικοινωνία με την πατρίδα, σε ένα θάλαμο μικρό που χωρούν με τα ζόρι δύο άτομα. Ένα βαρύ μαύρο ακουστικό στ’ αυτιά για να ακούμε την άλλη πλευρά. Και έτσι που λέτε μιλάμε με τους δικούς μας. Μπορεί δε να φτάσεις τελευταίος και να μιλήσεις πρώτος. Ρώσικη ρουλέτα.
    Φοβερά πράγματα.
  • Να σου μιλήσω και για μια πολύ δυνατή μέρα, από αυτές που δεν ξεχνιούνται.

Αποφασίζουμε να κατεβούμε στο χωριό για τηλέφωνα, όλοι μαζί. Θα περιμένουμε που θα περιμένουμε, ας το κάνουμε παρέα.
Ξυπνάμε νωρίς διότι θέλουμε να χάσουμε όσο λιγότερο από το χρόνο μας. ‘κάνουμε κατάληψη’ στο παντοπωλείο και ξεκινάμε τις κλήσεις την ώρα που καταφτάνουν καινούριες προμήθειες σε τοπική ρακί. Από κάποιον γνωστό του μαγαζάτορα. Κάνει να δοκιμάσει, μας ρίχνει μια ματιά και μας προσφέρει τρία σφηνάκια για να πάρει τη γνώμη μας.
Δεν είναι δέκα το πρωί ακόμη, είμαστε νηστικοί αλλά κατεβάζουμε μονορούφι τη ρακί.
Αυτό ήταν. Ανοίγουμε κάτι κονσέρβες λαδερά, κάτι παστά και τέτοια διάφορα και στήνουμε κανονικό πανηγύρι. Σε μία ώρα είμαστε όλοι ντίρλα, μαζεύουμε εκεί έξω και άλλους αλλοεθνείς νεαρούς, γίνεται χαμός!
Καταφέρνουμε να μιλήσουμε και με την πατρίδα, μες την καλή χαρά, πρωινιάτικα σουρωμένοι, έχουμε γίνει μια πολύ μεγάλη παρέα όταν πέφτει σύρμα για μια φανταστική παραλία από την άλλη μεριά του βουνού!
Θα πάμε να βουτήξουμε εκεί όλοι μαζί, έτσι όπως είμαστε. Ok.
Μπαίνουμε στα αυτοκίνητα και ξεκινάμε. Αληθινή βαβέλ σου λέω. Ακούς όλων των ειδών τις γλώσσες, με άλλες τόσες προφορές!

Έχουμε σηκώσει όλο το μαγαζί προμήθειες, στη μέση της διαδρομής, στην κορφή της ανεβασιάς, στο σημείο που βλέπεις τη θάλασσα σταματάμε. Αφήνουμε τα αυτοκίνητα στην άκρη, καταλαμβάνουμε όλο το κατάστρωμα και στήνουμε χορό. Στη μέση του δρόμου. Μουσική παίζουν τα αυτοκίνητα. Άλλο κομμάτι από εδώ, άλλο από εκεί.
Πανδαιμόνιο στη μέση του πουθενά. Και ούτε έχει μεσημεριάσει!
Η κυκλοφορία φυσικά έχει σταματήσει και από τις δυο κατευθύνσεις, τα θυμάμαι και ανατριχιάζω, ενώνονται μαζί μας άλλοι τόσοι, χορεύουμε αγκαλιασμένοι, άνθρωποι που συναντιούνται για πρώτη και τελευταία φορά μεταξύ τους, άγνωστοι παντελώς. Τόσο κοντά όμως! Δεν θέλει πολλά! Μοναχά ψυχή βαθιά.

Πόση ώρα μείναμε εκεί δεν μπορώ να σου πω. Ούτε πως βρεθήκαμε κάτω στα νερά. Πως γυρίσαμε πίσω το απόγευμα άγνωστο. Και πόσοι από εμάς. Ένα ξέρω μόνο. Είναι πολύ όμορφη η ζωή όταν την ρουφάς απ’ το μεδούλι. Και πολύ απλή!

Like a rolling stone, Bob Dylan.

Κάτι ακόμη που μας κάνει εντύπωση, αρνητική αυτή την φορά. Μια άσχημη παρένθεση σε μια χώρα που την νιώθουμε δεύτερη πατρίδα μας, και την επισκεπτόμαστε συστηματικά κάθε καλοκαίρι.
Στην αμμουδιά δεν έχει ποτέ κόσμο, καθόλου φασαρία, σε καθημερινή βάση. Μοναχά την Κυριακή εμφανίζονται επισκέπτες, από τα ορεινά ή την πόλη. Είμαστε πάντα μοναχοί, σπανίζουν οι τρίτοι. Με τους ντόπιους γνωριζόμαστε πλέον καλά. Το χωριό απέχει γύρω στα τρία με τέσσερα χιλιόμετρα από την παραλία μας. Τη νιώθουμε δική μας, είμαστε πλέον ‘παλιοί’ σε κείνη την γωνιά.

Σκάνε μύτη που λέτε μια μέρα μια μεγάλη παρέα, δυο τρεις οικογένειες με τα παιδιά τους. Παρκάρουν τα αυτοκίνητα στον ίσκιο των δέντρων, στην αντίθετη πλευρά από εμάς και κατεβαίνουν στην αμμουδιά με τα τζιμπράγκαλα τους, ακριβώς απέναντι. Η απόσταση που μας χωρίζει είναι περίπου εκατό μέτρα. Σε λιγάκι όλα τα βλέμματα είναι καρφωμένα επάνω μας. Των μεγάλων δηλαδή.
Τι το πιο φυσικό από το να κάνεις γυμνισμό σε μια παραλία όπου συνήθως, εκτός από εσένα και δυο τρεις ακόμη ‘πεταμένους’, η μόνη παρουσία είναι αυτή των γλάρων. Οι επισκέπτες μας λοιπόν πρέπει να έχουν, τι να πω, ενοχληθεί ;
Κοιτάζουν επίμονα προς την πλευρά μας και μας κάνουν να αναρωτηθούμε για την συνέχεια. Ώσπου το παίρνουν απόφαση και στέλνουν αντιπρόσωπο να μας πει πως ζητούν από τα αγόρια να φορέσουν τα μαγιό τους διότι, λέει, ενοχλούνται τα παιδιά!
Για τα κορίτσια ούτε συζήτηση, μπορούν να παραμείνουν όπως τα γέννησε η μαμά τους! Οποία υποκρισία! με όλο της το μεγαλείο. Το πρόβλημα δηλαδή έχει με τις δικές μας μαλαπέρδες που λεύτερες κι αυτές λιάζονται ξένοιαστες!

  • Άσε που μου συνέβη και το άλλο, διηγείται ο Μάριος στη συνέχεια.

Σε παλιότερη επίσκεψη στην περιοχή, ένα ή δυο καλοκαίρια νωρίτερα.
Έφτασα μόνος ένα απογευματάκι, αποφάσισα να περιμένω τους υπόλοιπους στην Ηγουμενίτσα. Ήταν αργούτσικα και η κίνηση ελάχιστη στον δρόμο για να επιχειρήσω να φτάσω στο χωριό. Πεινάω σαν λύκος και κάνω μια αναγνωριστική βόλτα στην παραλία για να διαλέξω την ταβερνούλα μου και να ξαποστάσω. Και να την τηλώσω. Διασταυρώνομαι στο δρόμο με δύο κορίτσια, πέφτουν κάποια χαμόγελα. Ακούω πως μιλούν γερμανικά, η μια ψιλόλιγνη και εμφανώς ομορφούλα, η άλλη χοντρούλα μα πολύ συμπαθητική.
Κάθομαι σε μια χαριτωμένη ‘γωνιά’ λίγο πιο κάτω και παραγγέλνω κρασάκι να ξεδιψάσω. Για μεζέδες βλέπουμε αργότερα. Σουβλάκια που αρέσουν σε όλους και ελληνική σαλάτα, ‘χωριάτικη’ όπως την ονομάζετε.

Σε πέντε με δέκα λεπτά επιστρέφουν προς τα πίσω τα κορίτσια και αποφασίζουν να καθίσουν και αυτά για φαγητό. Τα προσκαλώ αμέσως στο τραπέζι μου, αποδέχονται με χαρά και σύντομα συζητάμε σαν να είμαστε φιλαράκια από τα παλιά, γινόμαστε μια όμορφη παρέα. Τα αγγλικά μας είναι αρκετά για να επικοινωνούμε αξιοπρεπώς και ερχόμαστε γρήγορα στο κέφι.
Έπεσε για τα καλά η νύχτα, είπαμε να πάμε απέναντι στο συμπαθητικό λιμανάκι με τα σκαφάκια, το τεράστιο εμπορικό είναι πιο πέρα. Πίνουμε ένα τσιγαράκι και μου λεν πως έχουν κατασκηνώσει στο κάμπινγκ. Μιας και έχουν αυτοκίνητο, τους προτείνω να τους δείξω τα δικά μας μέρη, την τοποθεσία όπου τις επόμενες μέρες περιμένω να με προσεγγίσουν οι φίλοι, την αμμουδιά μας, το συμπαθέστατο ψαροχώρι και όλα όσα με λίγα λόγια γνωρίζετε ήδη.
Προθυμοποιήθηκαν ενθουσιασμένες. Με χαρά λοιπόν ξεκινάμε για Σύβοτα και λίγο αργότερα την πέφτουμε στην φεγγαράδα της έρημης γωνιάς μας. Μαγεία. Η αμμουδιά είναι λουσμένη στο φως.
Η διαδρομή στάθηκε εκρηκτική, έχουμε και τα ίδια γούστα στη μουσική, φτάσαμε στην παραλία χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι. Η νύχτα προμηνύεται μακριά και θερμή.

Κάνουμε μπάνιο στη θάλασσα που είναι λάδι, σε τραβάει σαν μαγνήτης, λαμποκοπάει. Ανάβουμε φωτιά μπροστά στο νερό, εκεί, δίπλα στα βράχια που μας προστατεύουν, δίπλα στη λιμνούλα με το στυφό νερό που χρησιμοποιούμε για να διώχνουμε το αλάτι. Πέφτει για λίγο σιωπή. Εκείνη η σιωπή που μιλάει.
Τις αγκαλιάζω και τις δύο, δεν δέχομαι να τις χωρίσω, είναι αφύσικο σε εκείνη την κατάσταση, τόσες ώρες οι τρεις μας μοιραζόμαστε τα πάντα.
Κάτω από άλλες συνθήκες θα συνέβαινε το αυτονόητο, εδώ όμως δεν βγαίνει, δεν πάει, δεν το σηκώνει η ίδια η στιγμή, η φάση, το momentum.
Δεν μου πηγαίνει να διαλέξω, αρνούμαι.

Η ομορφονιά ταράζεται. Θυμώνει. Τσαντίζεται. Τα βροντάει όλα, παίρνει τη φιλενάδα της και άρον άρον, όπου φύγει φύγει, τρέχοντας σχεδόν. Αφήνοντάς με σίξιλο, παγωτό που λέμε, στα κρύα του λουτρού.
Δεν μου έχει τύχει κάτι παρόμοιο στη ζωή, φαίνεται απολύτως φυσικό όμως, έτσι όπως έχουν καθίσει οι συνθήκες, τι να κάνω;   Μας συγχωρείς φιλενάδα, πάμε εμείς λίγο παραπέρα, κάθισε εσύ εδώ να απολαύσεις …..τη μοναξιά σου ;
Δεν μου κάθεται τίμιο. Σίγουρα μου αρέσει πολύ περισσότερο το ένα κορίτσι. Εκεί και όπως έχουν έρθει τα πράγματα, δεν καταφέρνω να σκεφτώ εγωιστικά, ναι!
Τόσα χρόνια μετά, πιστεύω πως και σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο θα έκανα.
Από τις στιγμές που μένουν βαθιά χαραγμένες στην ψυχή και στις θύμησες.
Μου έλαχε να το ζήσω και αυτό. Εγωισμός υπάρχει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Ο εγωισμός είναι η πληγή του σύγχρονου κόσμου, η πληγή της ανθρωπότητας.

Laurie Anderson, Lost Art of Conversation

 

  • Φτάνω στη σχολή και ανεβαίνω τα σκαλιά τρέχοντας μέχρι τους επάνω ορόφους όπου βρίσκονται οι αίθουσες. Ακόμη τα νέα δεν έχουν μαθευτεί, δεν γνωρίζει ουδείς για την επίθεση.
    Είναι ότι πιο δυνατό έχουμε κάνει μέχρι εκείνη τη μέρα στην πόλη.
    Έτσι αναμιγνύομαι στις συζητήσεις που γίνονταν για τρέχοντα ζητήματα ακούγοντας με προσοχή τους διαλόγους.
    Τα παιδιά συζητούν για το επαναστατικό υποκείμενο, το ρόλο του εργάτη σαν κεντρική φιγούρα στο δρόμο προς την επαναστατική αλλαγή στις κοινωνικές σχέσεις. Λέγονταν πως στη σκηνή των αγώνων έχουν θορυβωδώς εισέλθει και άλλες φιγούρες που διεκδικούν το μερίδιό τους στα πράγματα και τις αποφάσεις που παίρνονται πάνω στα σημαντικά θέματα που αφορούν τη ζωή και τις σχέσεις τις κοινωνικοπολιτικές, τις σχέσεις τις καθημερινές. Φιγούρες που απαιτούν να πάρουν μέρος στις διαδικασίες από την εμπροσθοφυλακή, που θέλουν να παίξουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας επαναστατικής πλατφόρμας. Που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην απελευθέρωσή του από τα δεσμά της εργασίας και του κέρδους. Που θα φρενάρει την εμπορευματοποίηση του ατόμου και των σχέσεων.
    Φτάνει με την εκμετάλλευση λένε.
    Άνεργοι, επισφαλώς εργαζόμενοι, γυναίκες.
    Εργασία στο σπίτι.

‘Εμείς οι φοιτητές’, φωνάζει κάποιος.
‘Οι εργασίες μας καταλήγουν σε επιχειρηματικά γραφεία και αξιοποιούνται από τα μεγάλα αφεντικά, που τις εντάσσουν στο σχεδιασμό και στα πλάνα τους.’
‘Δουλεύουμε δωρεάν για το κεφάλαιο το μεγάλο, που αντλεί κέρδη από τον κόπο μας’.
‘και στα σχολεία, στις μεγάλες τάξεις, το ίδιο δεν γίνεται ;’
Άλλοι συμφωνούν, άλλοι όχι.
Από κάποιους κατηγορούνται οι φοιτητές για μικροαστισμό, τους φωνάζουν και αριστεριστές.
Εγώ απαντώ πως η επαναστατικότητα πλέον είναι θέμα συνείδησης και όχι απλά ταξικό. Ότι η κυριαρχία έχει εισέλθει σε όλες τις σχέσεις και τις στιγμές της καθημερινότητας. Βλέπε κτητικότητα στις διαπροσωπικές, στον έρωτα, στην οικογένεια.
Και πως αυτός που νιώθει, και θέλει, αγωνίζεται για την υπέρβαση, για την ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, σχέσεις εκμετάλλευσης. Αυτός που οραματίζεται λοιπόν και κινείται σε χνάρια καινούρια, και ψάχνει νέα μονοπάτια, αυτόνομα, και τα διαβαίνει.
Αυτός δικαιούται να ονομάζεται επαναστάτης και να χαρακτηρίζεται έτσι.

Όταν η συζήτηση γυρνά στα μέσα που δικαιούται ο επαναστάτης να επιστρατεύσει στον αγώνα του, οι τόνοι ανεβαίνουν. Κι εδώ οι απόψεις διίστανται.
Υπέρ και κατά της επαναστατικής βίας, της χρήσης των όπλων, στους δρόμους, στο εργοστάσιο, στις γειτονιές στις σχολές. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πυρποληθεί τη νύχτα αυτοκίνητα καθηγητών πολύ αντιδραστικών, άλλης σχολής. Άλλοι επικροτούν με επιχειρήματα, άλλοι όχι, καταδικάζουν. Πολλοί κρατούν ουδέτερη στάση, κάποιοι μιλούν για σύγχρονους Ρομπέν των μοντέρνων καιρών, κάποιοι απλώς χαμογελούν.

μια ιστορία του εννιακόσια 4 Prospero Gallinari

Παλιότερα θα είχα και εγώ αναμειχθεί. Τον τελευταίο καιρό κρατώ στάση λιγάκι αποστασιοποιημένη. Είμαι περισσότερο προσεχτικός. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν τόσα άλλα παιδιά που μπορούν άριστα να υποστηρίξουν τις θέσεις της πράξης και του ανταρτοπόλεμου, πως οι συνθήκες δεν ωριμάζουν από μόνες τους, πως από τα σήμερα πρέπει να δημιουργηθούν μονάδες του δικού μας στρατού, να εκπαιδευτεί στις επιθέσεις επί του εχθρού που την βία την έχει ψωμοτύρι, που κάνει ντοκτορά επί καθημερινής βάσης στην καταστολή, που σπάζει κόκαλα, που επιτίθεται με αγριότητα σε όσους διεκδικούν, που χτυπά αγώνες. Σύντροφοι που είναι ακόμη στην περιφέρεια της μάχης, που συμπαθούν τους μαχητές.
Πράξεις χρειάζονται, καλά και τα λόγια, χρειάζεται δράση. Όλες οι μορφές αγώνα πρέπει να μπουν στο παιχνίδι.
Θα ετοιμαστούν αρκετοί από αυτούς τους συντρόφους, σιγά σιγά. Προσεκτικά. Τη θέση τους θα πάρουν άλλοι. Βήμα βήμα. Υπάρχει μεγάλη συμπάθεια. Αναπτύσσεται σε όλους τους χώρους. Στις συνελεύσεις, στα πηγαδάκια, στις επιτροπές και τις κοινότητες. Άσε που τα φυλλάδια των αυτόνομων ομάδων και των αντάρτικων οργανώσεων εμφανίζονται ως δια μαγείας σε κάθε γωνιά. Αφίσες, αυτοκόλλητα, παντού. Υπάρχει ρεύμα.
Όλα είναι θεμιτά.

Θέλεις να ζήσεις ελεύθερος, αυτόνομα, και χρησιμοποιείς ότι όπλο χωρά στην φαρέτρα σου, κάποια από αυτά έστω. Λόγο, δολιοφθορά, ενέδρα, κινηματική διαδικασίαΑυτό που σου ταιριάζει. Όλα χρειάζονται, δεν αποκλείεται τίποτα, όλα είναι καλοδεχούμενα. Δεν υπάρχει διαχωρισμός, καλύτερο ή χειρότερο, όλα είναι αναγκαία

Brothers in Arms, Dire Straits.

  • Μου αρέσει πολύ να βρίσκομαι στην εξοχή, τα αρώματα και τα χρώματα στη φύση με τρελαίνουν. Το περιβάλλον γαληνεύει την ψυχή μου, ξεχνώ τα πάντα, σαν να γίνομαι αλλιώς. Άλλος. Ειρήνη.
  • Πέντε με δέκα λεπτά από το κέντρο είναι κτισμένα, ανηφορικά στους καταπράσινους λόφους, πανέμορφα, τα παλάτια των Μεδίκων και των άλλων ευγενών που κυβέρνησαν την πόλη. Με τεράστια πάρκα, πολλά από τα οποία είναι σήμερα ανοιχτά στον κόσμο, κήποι, λουλούδια, συντριβάνια, σωστά δάση σε κάποια σημεία τους, απίστευτη ομορφιά, ατέλειωτη.

Όταν λοιπόν έχω χρόνο, στην πλάτη το σακίδιο με μέσα το τόπι, διασχίζω το ποτάμι και ανηφορίζω στο πάρκο. Συνηθίζω να παίζω με την μπάλα, από το ένα πόδι στο άλλο ίσαμε να γίνω μούσκεμα. Λίγο χαλάρωση και μετά τριγυρίζω τους κήπους χαζεύοντας τις ομορφιές. Πανέμορφα τα κτίρια, ζεις στον Μεσαίωνα εκεί μέσα, μακριά απ’ τους θορύβους και τη βιασύνη.
Πόσα παιδιά γνώρισα εκεί !!
Έχω και έναν φίλο που σπουδάζει Γυμναστική Ακαδημία. Αυτός λοιπόν μου έδειξε ασκήσεις και κινήσεις του μποξ, με γοητεύει το χορευτικό τους, έχουν και χρησιμότητα στον δρόμο. Συχνά λοιπόν τις εξασκώ εκεί. Μάλιστα, που και που με ακολουθεί και ο Πιέρο, τότε έχουμε την ευκαιρία να γυμναστούμε παρέα, να κάνουμε και λίγη πρακτική, άμεσα.

Δεν έχουν όμως πολλοί την τρέλα μου, τις περισσότερες φορές είμαι μόνος, σου είπα, κάνω γνωριμίες καινούριες.
Η καλύτερή μου είναι όταν η κολεκτίβα της σχολής ή της mensa-του φοιτητικού εστιατορίου αποφασίζει να κάνει εξάσκηση στη ρίψη μπουκαλιών. Αυτό συνήθως γίνεται στο δάσος, κοντά έξω από την πόλη. Γίνεται κανονική εκδρομή, αγόρια και κορίτσια ετοιμάζουν σαντουϊτσάκια, φορτώνονται σακίδια και μπυρόνια, κάποιο λεωφορείο θα μας φέρει κοντά στην αρχή της τοποθεσίας που έχουμε επιλέξει, χωνόμαστε στο δάσος, βρίσκουμε το ξέφωτο που μας ταιριάζει και το κολατσιό ξεκινά, με χωρατά και μουσικούλα, χαλαρά.
Και όταν έρχεται η ώρα, γεμίζουμε ένα μπουκάλι με νερό, κάνουμε έναν μεγάλο κύκλο και το πετάμε ο ένας στον άλλο που πρέπει να το αρπάξει στον αέρα, δεν θα γεμίσουμε τον τόπο γυαλιά. Από απόσταση. Υπάρχει κέφι αλλά και σοβαρότητα. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Αγαπημένοι και αποφασισμένοι. Σιγά σιγά γίναμε ατσίδες στο σημάδι και τη ρίψη.

Την Άνοιξη όλα είναι φανταστικά, μαγευτικά. Απίθανοι χρωματισμοί. Η εξοχή της Τοσκάνης είναι υπέροχη.
Και όταν ο καιρός έχει ζεστάνει για τα καλά, έχουμε ανακαλύψει κάτι ζούλες με τρεχούμενα νερά και μέρη με βαθέματα όπου μπορούμε και βουτάμε κανονικά. Εδώ δεν υπάρχει κάτι να μας τρομάξει. Θα καταλάβεις αμέσως τι εννοώ.
Κάποια χρόνια αργότερα κάνω ταξίδι με την κοπελιά μου στην Κεντρική Αμερική, να ‘χαθούμε’ για κάποιο διάστημα, τώρα που τα πράγματα πάνε να χαλάσουν για τα καλά, και εκτός από ένα καλό ξελαμπικάρισμα, [χρειάζεται να καθαρίσει το μυαλό μας, να αφουγκραστούμε καθαρότερα τις νέες συνθήκες], χρειάζεται να σβήσουμε τα ίχνη μας.

Βρεθήκαμε σε κάποιο άγριο οροπέδιο που είναι λίμνη, κρατήρας ανενεργού ηφαιστείου. Βλάστηση απίθανη, ζούγκλα κανονική, δεν υπάρχει ηλεκτρισμός. Δυο ώρες χρειάζονται να διασχίσεις με σκάφος το νερό. Ανακαλύπτουμε λοιπόν στην όχθη, απέναντι από εκεί που καταλήγει ο δρόμος, πάνω στα βράχια και τρία λεπτά απόσταση από το χωριό, μια ταβέρνα καφέ μπαράκι, όλα μαζί, τα έχει στήσει μια πανέξυπνη Ιταλίδα που περνά από εδώ τέσσερα χρόνια πριν, μαγεύεται και μένει για πάντα να εξυπηρετεί τους τουρίστες. Και κανένα ντόπιο που και που.
Φτιάχνει λιχουδιές θαυμάσιες, έχει να προσφέρει και ένα σωρό κρασιά.

Ζέστη πολύ, κλίμα τροπικό κι ας είμαστε ψηλά. Θέλουμε πολύ να κολυμπήσουμε στην πεντακάθαρη λίμνη με την πλούσια βλάστηση και τα ήρεμα νερά. Άγρια παραισθησιογόνα μανιτάρια παντού στα υψώματα, μέχρι και στις σαλάτες τα χώνουν εάν το ζητήσεις προσεκτικά.
Ζούμε ένα παραμύθι.
Έλα όμως που ξετρυπώνουν ιγκουάνα μεγάλα ίσαμε μισό χέρι, με πολύχρωμο δέρμα που φωσφορίζει, και βουτάνε στα νερά με μεγαλοπρέπεια. Μας λένε πως δεν πειράζουν, ποιος όμως ακούει, τα βλέπεις και σου σηκώνεται η τρίχα. Μοιάζουν απειλητικά χωρίς να είναι. Βουτάς εσύ στο νερό; Εμείς πάντως όχι. Άλλη φορά, σε άλλο μέρος θα κολυμπήσουμε.
Κοιτάμε το νερό αναστενάζοντας και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για αργότερα. Δεν το διακινδυνεύουμε με τίποτα.

Αρχαίοι ινδιάνοι οι ντόπιοι που έχουν ασπαστεί τον χριστιανισμό από τους Ισπανούς κατακτητές αλλά κρατούν σφιχτά ήθη και έθιμα. Τις παραδόσεις, τη γλώσσα τους. Ντυμένοι με πανέμορφες πολύχρωμες φορεσιές, σφάζουν μπροστά στα αγάλματα της Παναγίας και των Αγίων τους κοκόρια κυρίως, μέσα κι έξω από τεράστιους ναούς, σε χωριά χωρίς άσφαλτο και ηλεκτρισμό πολλές φορές, πνιγμένα στη σκόνη, στη λάσπη όταν έχει βρέξει.
Παθητικότητα κυριαρχεί, στα δικά μας μάτια τουλάχιστον.
Τα πανηγύρια τους είναι φανταστικά, η αποθέωση της πολυχρωμίας.
Έχουμε ξεκινήσει δυο από την Ευρώπη και έχουμε γίνει πολλοί με το που πατήσαμε το πόδι στη νέα ήπειρο. Πληθαίνουμε όσο προχωρούμε, ο καθένας μεταφέρει και προσθέτει εμπειρίες. Όλοι αλάνια και αντισυμβατικοί. Χίπιδες, αυτόνομοι, παραβατικοί και ότι καρυδιάς καρύδι μπορείς να φανταστείς.

White Rabbit, Jefferson Airplane.

  • Κάτι που ταιριάζει γάντι : ‘όταν ήρθαν οι ιεραπόστολοι, οι Αφρικανοί είχαν τη γη και οι ιεραπόστολοι κρατούσαν τη βίβλο. Μας έμαθαν να προσευχόμαστε με τα μάτια κλειστά. Όταν τα ανοίξαμε, εκείνοι είχαν την γη κι εμείς κρατούσαμε τη Βίβλο’, έγραψε ο Γιομο Κενυάτα.

Στην χώρα των Αζτέκων, στην χώρα των Μάγια, το ίδιο, οι Ινδιάνοι στον κόσμο τους. Ίσως να ετοιμάζονται !

  • Στο νησί, στα νότια, Isla Mujeres, γνωρίζω δύο φανταστικούς μαροκίνους-γάλλους, καθηγητές στην Μασσαλία. Κάνουν ταξίδι εκπαιδευτικό και αναψυχής μαζί με νέους από ‘ειδικό’ σχολείο που βρίσκονται σε πρόγραμμα κοινωνικής επανένταξης. Ο ένας από τους δύο ερωτεύεται κεραυνοβόλα ένα κορίτσι από την παρέα. Μπαίνει λοιπόν κάθε πρωί στο νερό το καταπράσινο, η θάλασσα είναι ρηχή για πολλά μέτρα απόσταση από την ακτή, βοηθάει αυτό γιατί κρατά μακριά τα σκυλόψαρα. Από τα βαθιά λοιπόν το παλικάρι της τραγουδά με τις ώρες τραγούδια ερωτικά της πατρίδας του με φωνή παραπονιάρικη, στη μητρική του γλώσσα. Όνειρο να τον ακούς με κείνο τον παθιάρικο τρόπο να τραγουδά ανατολίτικους αμανέδες στην καρδιά της αμερικανικής ηπείρου. Όλα αυτά γίνονται πρωί, μόλις μεσημεριάσει και ανέβει ο ήλιος ψηλά, η ζέστη γίνεται ανυπόφορη στην παραλία, άντε να κάτσεις μέσα στο νερό, θα την φας τη σφαλιάρα κατακούτελα από τον Ηλία.

Έχουμε στήσει τη σκηνή μας σε ένα υποτυπώδες κάμπινγκ όπου μπορείς να νοικιάσεις αιώρα με την μέρα, σε στρατιωτικά παραπήγματα που αερίζονται από σίτες, για τον φόβο των κουνουπιών που κάνουν θραύση παντού εκεί πέρα, από την ώρα της δύσης και μετά. Η καλύτερή σου το βραδάκι είναι να κλειστείς στη ντίσκο του χωριού, έχει κλιματισμό που σπάει λιγάκι την υγρασία. Νιώθεις βέβαια λιγάκι σαν ποντικός στη φάκα κλεισμένος σε τέσσερις τοίχους χωρίς παράθυρα σε τέτοιο περιβάλλον, αλλά τουλάχιστον μπορείς να αναπνεύσεις λίγο καλύτερα. Αυτή είναι η αίσθηση που έχεις.
Έτσι μαθαίνουμε πως η χειμωνιάτικη θερμοκρασία σε εκείνους τους τόπους είναι ακριβώς αυτή του κλιματισμού στους εσωτερικούς χώρους. Και πως βρέχει ασταμάτητα για ένα με δύο μήνες. Απελπισία.
Βέβαια, ο άνθρωπος συνηθίζει στις συνθήκες που βιώνει.

Έχουμε λοιπόν, για να επιστρέψουμε στη διήγηση μας, τη σκηνή μας απέναντι σε αυτή ενός ζευγαριού από την Γαλλία, νεαρά και αυτά παιδιά. Η κοπέλα είναι ίσως το ωραιότερο πλάσμα που έχω δει ποτέ στη ζωή μου.
Όπως έχεις καταλάβει, ο τόπος είναι γεμάτος Γάλλους.
Συνηθίζω να ξυπνώ νωρίς το πρωί για να θαυμάσω ένα φαινόμενο που αντιλήφθηκα τυχαία και θα σου μιλήσω γι αυτό αμέσως. Κάποια συγκεκριμένη ώρα, κάθε νύχτα, ένας στρατός από καβούρια μεγέθους παλάμης χεριού, και λίγο μεγαλύτερα, ανηφορίζουν την αμμουδιά και χάνονται στο βάθος, πίσω από τις σκηνές μας. Επιστρέφουν λίγα λεπτά πριν την ανατολή, για να χαθούν στον ωκεανό.
Κοιμόμαστε με τα κεφάλια προς την ανοιχτή πόρτα, για να μπορούμε να πάρουμε ανάσες, όποιος γνωρίζει τι σημαίνει τροπικό κλίμα καταλαβαίνει τι εννοώ.

Έχει πάρει χαμπάρι το σκηνικό και το κορίτσι και ξυπνά και αυτή μαζί μου για να το θαυμάσει επίσης. Σιγά σιγά λοιπόν αρχίζουμε να ξυπνάμε και ο ένας για τον άλλον. Μου αρέσει πολύ να την κοιτάζω, δεν χρειάζεται να μιλάμε.
Δεν αργούμε να γνωριστούμε και να γίνουμε κολλητοί. Δεν τόλμησα ποτέ να κάνω τον παραμικρό υπαινιγμό.
Είναι χρόνια πολύ ελευθεριακά. Ο έρωτας είναι αναζήτηση, παιχνίδι που συνεπαίρνει, τα ταμπού και οι συμβάσεις έχουν καταρριφθεί από τον ίδιο τον φεμινισμό.
Φτιάχνουμε μια όμορφη παρέα, και αυτό αρκεί. Θα μπορούσαν να χαλάσουν όλα με μια βιαστική κίνηση. Δεν χρειάζονταν, κανείς δεν το επιθυμεί. Περνάμε καλά και έτσι, μας φτάνει. Η συμπάθεια είναι αμοιβαία. Χορεύουμε ασταμάτητα στο γνωστό μαγαζάκι, μια τρύπα είναι. Γινόμαστε στουπί στη τεκίλα σε παρτάκι στην αμμουδιά που οργανώνει  παρέα αμερικάνων, ξερνάμε ο ένας στον ώμο της άλλης και το αντίθετο.
Δεν της δίνω όμως ούτε ένα φιλί.

Είναι προορισμός Γάλλων το νησί, τα τσάρτερς προσγειώνονται στην ακτή απέναντι, στο Κανκούν σαν τις μύγες. Βλέπεις, το νησί έχει μήκος ενάμισυ χιλιόμετρο, πλάτος γύρω στα διακόσια μέτρα στο φαρδύτερο σημείο, και το ύψωμα που υπάρχει σε κάποιο σημείο δεν ξεπερνά τα είκοσι! Από εκεί πάνω τα βλέπεις όλα γύρω γύρω.
Το Νησί των Γυναικών. Στον κόλπο του Μεξικού, δυο ώρες δρόμο με το καίκι από την ακτή.
Από την άλλη μεριά, απέναντι, βρίσκετε η Κούβα, μας λένε.
Κι όντως, μια νύχτα που ψωνίζουμε κάποια πράγματα στο μοναδικό μάρκετ που υπάρχει, από το ραδιόφωνο που έχουν ανοικτό ακούγεται δυνατά, μέσα σε χαμό, ομιλία του Φιντέλ. Μέρα γιορτής για τους Κουβανούς και ο μεγάλος ηγέτης απευθύνεται στον λαό του.

Ακούω την αγάπη, Τρύπες.

νεκ, πάμε Τζαμάικα

ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΜΕ ΦΤΕΡΑ

Μήτε μυθιστόρημα, μήτε δοκίμιο, μήτε λίβελος απελευθερωτικής προπαγάνδας, τα ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΜΕ ΦΤΕΡΑ είναι μια προβληματική πάνω στο ζευγάρι, τη σεξουαλικότητα, την ομοφυλοφιλία, την πολιτική, την οικογένεια, από τη σκοπιά δυο εφήβων, του Ρόκκο και της Αντόνια: δυο κατοίκων της Ρώμης, μικροαστών, εξωκοινοβουλευτικών.
Ο φόβος, η περιέργεια, ο έρωτας, η μοναξιά, οι φαντασιώσεις, όλα αυτά αξεδιάλυτα μπλεγμένα με φόντο τον κάπως αλλοτριωτικό χώρο του φοιτητικού κόσμου της αριστεράς. Οι σκέψεις του Ρόκκο εκφράζονται με τη φωνή ενός άντρα και της Αντόνια με τη φωνή μιας γυναίκας. Έτσι έχουμε σαν αποτέλεσμα μια συνεχή εναλλαγή διαφορών, τόσον όσον αφορά το στυλ του γραψίματος όσο και τα περιεχόμενα – κι αυτό αποτελεί και το μεγαλύτερο προτέρημα του βιβλίου. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

συνεχίζεται

DSC02199

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Γ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 1

Είναι ένα μωρό που γεννήθηκε με καισαρική τομή μέσα στο καλοκαίρι του ’12. Χρόνια κοιλοπονούσα, κράτησα σημειώσεις, πήρα συνέντευξη και πρόσθεσα φράσεις και κειμενάκια που με εκφράζουν και βρήκα εδώ κι εκεί αυτό το διάστημα που έγλειφα τις πληγές μου. Από το 2004 και μετά.
Δεν το έπλυνα, δεν το καθάρισα. Το άφησα αδούλευτο γιατί έτσι μου φαίνεται πιο αυθεντικό, πιο γνήσιο. Είναι το ταξίδι της ζωής μου. Αυθόρμητο, spontaneo, γέννημα ψυχής. Είναι ημερολόγιο. Εξομολόγηση.

Δεν σας ζητώ να συμφωνήσετε, μόνο να αφουγκραστείτε.
Σκεφτόμουν πως να το ονοματίσω και δυσκολευόμουν ώσπου χθες βράδυ, βλέποντας το Full Metal Jacket θυμήθηκα πως μαζί με το Platoon η Αποκάλυψη ήταν η σπουδαιότερη ταινία που πραγματεύτηκε τον πόλεμο του Βιετνάμ.
Όλα είναι δυνατά όταν θέλουν οι λαοί και αγωνίζονται για την ελευθερία τους.

Αποκάλυψη λοιπόν, Τώρα. Αποκαλύπτω κι εγώ τα εσώψυχα μου.

Πέρασαν μέρες και τελικά άλλαξα τη γνώμη μου όσον αφορά τον τίτλο. Νομίζω λοιπόν πως για πολλούς, ευνόητους λόγους, το όνομα που δίνω τώρα ταιριάζει περισσότερο. ‘Στην Πρώτη Γραμμή’.
Ελπίζω λοιπόν να μη χρειαστεί να αλλάξω γνώμη εκ νέου.

Φαίνεται όμως πως η περιπέτεια για το έργο μας θα περάσει από πολλά κύματα.

Αγαπήσαμε πολύ τη θάλασσα κι έτσι αυτή μου παίζει παιχνίδια.
18 του Νοέμβρη χθες κι είδα εκπομπή αφιερωμένη στον μεγάλο ’μικρούλη’ της μουσικής μας. Είναι ο συνθέτης, ο Θάνος, που αγάπησα περισσότερο απ’ όλους [μαζί με τον Μαρκόπουλο]. Αυτός που μου κράτησε πιστή συντροφιά τα δύσκολα χρόνια της εδώ προσαρμογής μου, από το ’80 και μετά. Μου θύμισε πως ο νέος άνθρωπος, για να λέγεται τέτοιος πρέπει ν’ αρπάξει τη ζωή απ’ τα κέρατα και να την παλέψει, όσο αντέξει, κι όπου τον βγάλει… Άρπαξα λοιπόν κι εγώ το στίχο του Καββαδία, που τόσο όμορφα μελοποίησε, ταίριαζε με τη ζωή μου, που ήταν αρκετά περιπετειώδης για πολλά χρόνια,και ελπίζω να σας παρουσιάσω επιτέλους το ’χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία’.
Πάμε λοιπόν.

«Ο λύκος της στέπας είχε δύο φύσεις, μια ανθρώπινη και μια λυκίσια, κι ίσως αυτό του το πεπρωμένο να μην ήταν τόσο ιδιαίτερο και σπάνιο… Μέσα του ο άνθρωπος και ο λύκος δεν συμπορεύονταν ποτέ, αλλά βρίσκονταν μεταξύ τους σε μια θανάσιμη έχθρα».

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΧΡΟΝΙΚΟ 1969
Πόσα χρόνια δίσεκτα μέσα σε μια ώρα, βάσταξες αδάκρυτη μάνα Παναγιά
πόσα βόλια σπείρανε γιε μου σε μιαν ώρα, και σε μαρμαρώσανε στην ξερολιθιά
Μέσα στα ερείπια στέκει σαν αηδόνα, το καταμεσήμερο και θρηνολογεί
κάλεσε τον Χάροντα σε κρυφό αγώνα πες και στην Χαρόντισσα να σε λυπηθεί
Κάποια ξημερώματα σε μακρύ τραπέζι, θα έρθουν να καθίσουνε μάνες και παιδιά
μέρα αναστάσιμη κι ο λαός θα παίζει τα πολλά τραγούδια του για τη λευτεριά.
Γιάννης Μαρκόπουλος, Κώστας Μύρης, Νίκος Ξυλούρης.

  • Πενήντα τόσα χρόνια πριν γεννήθηκε σε τούτη δω την πόλη ο φίλος μου. Πήγα να μάθω τα νέα του, χθες βράδυ. Έζησε ζωή γεμάτη περιπέτεια και ένταση, έζησε πόνο και χαρά, πολύ.
    Από μικρός ψαχνόταν, πνεύμα ανήσυχο, έχασε νωρίς τη μητέρα του. Γυναικολόγος ο πατέρας του αναγκάστηκε να τον στείλει στους δικούς του στην Αθήνα μέχρι να ξαναφτιάξει την ζωή του, όλοι οι συγγενείς ζούσαν εκεί κάτω.
    Ενθουσιώδης, κινδύνεψε πολύ, το αστέρι της μάνας του ήταν εκεί να τον γλυτώνει από τα χειρότερα.
    Ήταν πάντα ανοιχτός και κοινωνικός, τώρα τελευταία, μετά τα ζόρια με την υγεία του κλείστηκε πολύ.

Πιτσιρικάς – Ρίτα Αντωνοπούλου

  • ‘Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στον Άγιο Γιάννη, στο δωδέκατο πήγα σχολείο‘, μου λέει, με το θάνατο της μητέρας μου με έστειλαν στην Αναργύριο εσώκλειστο, στις Σπέτσες. Δύο χρόνια εκεί και μετά στην Αθήνα στους θείους και τις γιαγιάδες μου. Εκεί με βρήκε η χούντα. Γυρίζω Χριστούγεννα του ’67 και τελειώνω το γυμνάσιο στο Αρρένων.
    Δύσκολο να είσαι εσώκλειστος μικρούλης, μακριά από το σπίτι, από τα χάδια της μάνας, από την προσοχή των γονιών. Σε αντιστάθμισμα άρχισα να συνηθίζω να παίρνω τις αποφάσεις μόνος. Βέβαια η καθημερινότητα ήταν οργανωμένη στρατιωτικά, έστρωσα χαρακτήρα. Σκληραγωγία, βούτες χειμώνα καλοκαίρι με το καλημέρα, από το κρεβάτι στη θάλασσα.
    Πανέμορφο νησί, δεν ξαναπήγα από τότες. Καταπράσινο.

Κούκλα και η Καβάλα. Με τα καλντερίμια της και τα σκαλάκια στην ανηφοριά, τα όμορφα αρχοντικά και τα χαριτωμένα σπιτάκια με τις λουλουδιασμένες αυλές τους που έδωσαν όμως αργότερα τη θέση σε γκρίζες πολυκατοικίες όπου στοίβαξαν τους ανθρώπους τα χρόνια της αντιπαροχής του Καραμανλή, μακριά από την παράδοση, καταστρέφοντας την ομορφιά της ελληνικής πόλης. Πέτρα και κεραμίδι, και διάσπαρτη η πόλη καπναποθήκες. Εκεί μέσα γεννήθηκαν αγωνιστές, εκεί στεγάστηκαν οι καημοί τους, εκεί γράφτηκε η ιστορία της, εκεί, στα καλντερίμια και στις πλατείες της.

Θυμάμαι χαράματα τους δρόμους να πλημμυρίζουν εργάτριες και εργάτες με μαντήλια στο κεφάλι, ξεκινούσαν τη μέρα πηγαίνοντας στη δουλειά. Μύριζε καπνό η πόλη ολάκερη, γεμάτη ανθρωπιά και στεναγμούς.’ Άπονη ζωή, μας αδίκησες’ τραγουδά ο Μπιθικώτσης μου λέει, ‘το κρίμα μας βαρύ μας γέννησες φτωχούς’. Νιώθω άβολα,είμαι ακόμα πιτσιρίκι αλλά νιώθω κάπως. Οι άλλοι τραβούν για το μεροκάματο την ώρα που εγώ γυρνώ στο κρεβάτι μου πρωινιάτικα.
‘Μας βίασαν λοιπόν την αισθητική, διέρρηξαν και την έννοια του ανήκειν, της γειτονιάς.’

‘Ήταν ο τόπος μου βράχος και χώματα ήλιος και μαύρο κρασί, όργωνα θέριζα και με τον Όμηρο σε τραγουδούσα λαέ μου. Πάνω στα κύματα νύχτες ολόκληρες σε ονειρεύτηκα. Ήταν ο τόπος μου σαν το χαμόγελο όνειρο καθημερινό κάποιος το πούλησε κάποιος το ρήμαξε σαν δανεισμένη πραμάτεια, τώρα τ΄ αγόρια μου παίζουν το θάνατο στα χαρακώματα.’ ΧΡΟΝΙΚΟ.

‘Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται σιγά σιγά ο ψυχισμός μου’, λέει ο φίλος μου λίγες μέρες αργότερα που συναντηθήκαμε , άρχισα να κρατώ σημειώσεις :

‘Τα καλοκαίρια στο Μπάτη, παιχνίδι στη θάλασσα και στα βραχάκια. Βουτιές στο πεντακάθαρο γαλάζιο, τον ήλιο δεν τον φοβόμαστε ακόμη στενάζει, βόλτες με τα κανό στις διπλανές παραλίες, συλλογή από κοχύλια, ποδόσφαιρο στην αμμουδιά.
Τα πρωινά στη θάλασσα και τα απογεύματα προπόνηση στο Ναυτικό όμιλο, Στριφτούλιας, Σαββίδης κ.λ.π., τσούχτρες, πετρέλαια και κάθε λίγο επίσκεψη από τον στόλο, ελληνικό ή αμερικάνικο. Ναυτική εβδομάδα, βορειοελλαδικοί αγώνες, μεγάλες στιγμές.
Το βραδάκι σινεμαδάκι, Ροδόπη και Ολύμπια. Και μεγαλώνοντας άρχισαν τα χτυποκάρδια και τα ραντεβουδάκια. Κυνηγούσαμε φιλάκι από τις μικρούλες ξένες στο Μπάτη μιας και οι δικές μας ήταν απλησίαστες, ο πουριτανισμός και η υποκρισία της κοινωνίας στη χώρα μας εκείνα τα χρόνια ήταν απίστευτες. Κυνηγούσαμε λοιπόν, επαναλαμβάνει μια αγκαλιά στην αμμουδιά, στο φως του φεγγαριού..
Γεμάτη τότε η παραλία ξανθά πανέμορφα κεφαλάκια που τόσο μας αρέσουν.

Κι όσο μεγαλώναμε πλησιάζαμε όλο και περισσότερο Παλιό και Ηρακλίτσα. Κατασκήνωναν εκεί Άγγλοι και ήταν ατραξιόν για την περιοχή, με τις φωτιές την νύχτα στην αμμουδιά και τις μουσικές και το χορό. Εκεί διορθώσαμε τα αγγλικά μας με ρετσίνα και ουζάκι. Και με το σκάσιμο της αυγής μια δροσερή βουτιά στα κρουσταλλένια νερά. Τι ομορφιά Χριστέ μου.
Για το χειμώνα δεν το συζητάμε. Οκτώ το βράδυ σπίτι εκτός Σαββάτου που μας επέτρεπαν σινεμά μέχρι τις δέκα, Ολύμπια ή Αττικόν. Και τις Κυριακές νωρίς το απόγευμα κάποιο παρτάκι σε σπίτι φίλου με τους γονείς στο διπλανό δωμάτιο. Η χειραφέτηση ήρθε πολύ αργότερα.

Θυμάμαι από τα παιδικά και τα μαθητικά μου χρόνια τον Θόδωρο τον Θεοδωρίδη, την Τέτη και την Ευγενία Παπαδοπούλου, τον Νίκο τον Ανανιάδη, την Ελένη και τη Ευγενία Αστεριάδου . Τον Τένη τον Στωίδη, την Ελένη Δίνγκα, την Μάγκυ Παπανικολάου και την Καρολίνα. Την Υβόννη και τον Μίρκο Ιορδάνογλου, και τον Θανάση τον Ευαγγελίου, τον Τριαντάφυλλο Τσουπάρη. Θυμάμαι και άλλα αγόρια και κορίτσια λέει, με τα οποία βρεθήκαμε πολύ κοντά για κάποια χρόνια αλλά τόσο το ότι τα ονόματα μου διαφεύγουν όσο επίσης το ότι θα χρειαζόμασταν πολύ χώρο για να τα αναφέρουμε με κάνουν να σταματήσω εδώ. Θεωρώ πάντως πως ανάμεσα σε αυτά τα ‘ξεχασμένα’ πρόσωπα βρίσκεται και ο φύλακας άγγελος που χρόνια αργότερα, την κρίσιμη στιγμή γλύτωσε τη ζωή μου από τα πολλά χρόνια εγκλεισμού που με περίμεναν εάν έπαιρνα εκείνο το μοιραίο λεωφορείο Θεσσαλονίκη-Φλωρεντία στη μπασιά του 1980!

Την αγάπη στην μουσική την απέκτησα τα χρόνια της Αθήνας, μετά τις Σπέτσες. Τα ξαδέρφια μου άκουγαν πολύ, ραδιόφωνο Πετρίδης, Κογκαλίδης, Μαστοράκης, αργότερα Μηλάτος. Δίσκοι στο πικ-απ το βραδάκι που τελείωναν οι εκπομπές για τη νεολαία. Rolling Stones, Beatles, Animals και Who όπως και πολλοί άλλοι. Έγινα λάτρης της ροκ σκηνής, Santana , Hendrix, Traffic κ.λ.π, η απίστευτη εκείνη συναυλία-ταινία Γούντστοκ σημάδεψε και καθόρισε σημαντικά την ζωή μου, και είδα, το θυμάμαι ακόμη, οκτώ φορές, την πρώτη στο Λονδίνο, 16άρης.

Γνώρισα σιγά σιγά μου λέει τον Ξαρχάκο, τον Θεοδωράκη και τον Σαββόπουλο που μόλις άρχισε να γίνεται γνωστός’.

 

  • Είδε τότε στο γήπεδο της Λεωφόρου ζωντανά τη συναυλία των Stones λίγες μέρες μετά τη χούντα. Σημάδεψε τη ζωή του εκείνη η φοβερή εμπειρία, δώδεκα χρονών παιδί μέσα σε ένα γήπεδο τίνγκα νεολαίους που πάλλονταν από ενέργεια και ενθουσιασμό, σε μία διαδήλωση ενάντια στα ήθη της εποχής, το καινούριο μάχονταν την συντήρηση, το νέο την γερασμένη σύμβαση, η συνοδεία του συγκροτήματος πετούσε κόκκινα τριαντάφυλλα στον κόσμο, η αστυνομία τους ξυλοκοπούσε, ο Jagger ούρλιαζε και το πλήθος αποδοκίμαζε εν χορό τους μπάτσους. Ήταν η πρώτη επίσημη αποδοκιμασία του στρατιωτικού καθεστώτος.
    Στην άτυπη διαμάχη που υπήρχε ανέκαθεν ανάμεσα στα σκαθάρια και τις πέτρες συντάχτηκε με τους τελευταίους μια και οι πρώτοι ήταν αρκετά λάιτ. Πάντως διαχρονικά μεγάλη του αγάπη μέχρι σήμερα παραμένουν οι Pink Floyd. Και από τους Έλληνες Μαρκόπουλος και Μικρούτσικος.

http://vimeo.com/9500231

Pink Floyd στηνΠομπηία

Εκείνα τα χρόνια απέκτησε και το πάθος για τον Ολυμπιακό. Όλοι στο σπίτι αγαπούσαν την μεγάλη ομάδα του Πειραιά απ’ όπου κατάγονταν ο πατέρας του, τον έπαιρναν μαζί τους στο θρυλικό Καραϊσκάκη, πάντα στην 7 όποτε κατάφερναν να βρουν εισιτήριο, και έτσι ένιωσε εκείνη την ιδιαίτερη σχέση που έχουν οι γάβροι με την ομάδα τους.
Έτσι λοιπόν ανέμελα κυλούσε η ζωή του με πολύ ενέργεια και τρέλα στο κεφάλι. Αισιόδοξος, χαιρόταν τη ζωή με τις στιγμές της, να τριγυρνά στο βουνό και στις παραλίες, να σκαρφαλώνει στα βράχια και να ανακαλύπτει μονοπάτια. Δεν έμαθε καθιστικά παιχνίδια, είχε παλούκια στον κώλο που λέμε, δεν
σύχναζε στα καφενεία, αντίθετα έπαιζε πινγκ πονγκ με κάποιους τρελαμένους σαν κι αυτόν.

  • ‘Τελειώνοντας την τετάρτη τάξη καλοκαίρι του ’71 πηγαίνοντας στην πέμπτη, με το φροντιστήριο του Φαίδωνα του Σιδηρόπουλου πήγαμε για σαράντα μέρες’ ,συνεχίζει, στο Λονδίνο . Ήταν τεράστια εμπειρία αυτή, εκείνα τα χρόνια που η παγκόσμια νεολαία πάσχιζε να τινάξει από πάνω της κώδικες ρόλους και ταμπού κάτω από τα οποία δεκαετίες ασφυκτιούσε, σε εκείνους θέλαμε να μοιάσουμε και εμείς τότε που ακόμη μας κούρευαν με την ψιλή, μας δίκαζαν με τον νόμο περί τεντι μποϊσμού, μας αποκαλούσαν ντιντίδες και δεν θυμάμαι πως αλλιώς, μας απαγόρευαν να φορέσουμε μάλτες, έτσι έλεγαν τα μπλου τζιν’.

Έφυγε λοιπόν να σπουδάσει στην Ιταλία και άλλαξε η ζωή του. Μόλις γνώρισε τον Μάρξ και τον Λένιν εντυπωσιάστηκε, με τον Γκεβάρα απογειώθηκε. Δέθηκε αμέσως στο καινούριο περιβάλλον και στους ανθρώπους, η Ελλάδα του φαινόταν πια πολύ μακρινή.
Άβυσσος χώριζε τις δυο πραγματικότητες.
Η μία οπισθοδρομική, σε στασιμότητα, βάλτος, η ελληνική επαρχία, συντηρητισμός και συμβάσεις.
Η άλλη σε κίνηση. Νέοι άνθρωποι σε μία πορεία αλλαγών και ανατροπής.
Γεννιόταν το νέο στα ερείπια του παλαιού.
Η νεολαία στην πρώτη γραμμή. Ο φίλος μας στην μέση.
Όταν γύριζε να επισκεφτεί τον πατέρα του οι μικρότητες του φάνταζαν βουνά, πνίγονταν.

Εκεί μια συντροφικότητα μυθική στα μάτια του, μια γενιά που έστηνε τις δικές της αξίες,που απαιτούσε από την συντήρηση να κάνει πέρα, άνοιγε τον δρόμο και θέσπιζε καινούρια νοήματα παλιά όσο ο άνθρωπος, έδινε νόημα σε νέες συμπεριφορές. Η αντί εξουσία στη θέση της γερασμένης. Η αυτονομία στη θέση της επανάληψης.
Ένας δάσκαλος του έμαθε να στοχεύει ψηλά. Έτσι θα κατακτούσε μακρύτερες κορφές. Όταν στοχεύεις το εφικτό έλεγε θα καταφέρεις λιγότερα. Σημάδευε μακριά για να πετύχεις ψηλά, όσο ψηλότερα τόσο καλύτερα.
Και οι νέοι είχαν βάλει στόχο την κορυφή. Να πατήσουν τον κόσμο, να τον καβαλήσουν και να τον οδηγήσουν εκεί που ήθελαν. Σαν τον Αλέξανδρο με τον Βουκεφάλα, μαζί μέχρι το τέλος, μέχρι την άκρη της γης.
Έτσι κι αυτοί, μαζί, στη γη των ονείρων τους, για την κοινωνία χωρίς κανόνες απ’ τα πάνωαπελευθερωμένοι από τις στρεβλές συμβάσεις, του αυτόνομου ανθρώπου από τους γνωστούς έως τότε κανόνες.

Δεν είναι χλιαρός ο δικός μας, παθιάρης είναι, παθιάστηκε λοιπόν. Του ήταν φυσικό με τον χαρακτήρα που κουβαλούσε. Η εξέγερση ήταν καθημερινή βιοτή, η επανάσταση της καθημερινής ζωής, στις συμπεριφορές, στα αιτήματα, στους αγώνες, στον έρωτα, στις διεκδικήσεις, στις συνήθειες. Μου είπε πως σε ανύποπτο χρόνο διάβασε πολλές βλακείες από σχετικούς και άσχετους για το τι έλαβε χώρα εκείνα τα τρομερά χρόνια, μόνο ο Μπαλεστρίνι κατάφερε να μεταφέρει τον ‘αέρα’ εκείνης της εικοσαετίας.
Ήταν μια γιορτή με τις καλές και τις κακές στιγμές της, τα πάνω και τα κάτω. Πάντως μια γιορτή με τα όλα της. Το να ζεις στο δίκιο, ελεύθερα και ισότιμα είναι τρόπος ζωής φευγάτος, είναι αναγκαιότητα γι’ αυτούς.
Έζησαν στο μεταίχμιο δύο κόσμων, αναποδογύριζαν καθημερινά τα γνωστά και πειραματίζονταν το νέο, ταυτόχρονα. Στις σχολές, στο σπίτι, στις πλατείες τους δρόμους και τις γειτονιές, στη δουλειά.
Η χαρά ήταν όλη δική τους, ήταν για όλους ξανά η χαρά. Οικειοποιούνταν τις ζωές τους. Έκαναν πράξη το σύνθημα, τα ήθελαν όλα και τα έπαιρναν, subito, αμέσως. ΚΑΙ ΕΙΧΑΝ ΠΟΛΥ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, αυτή ήθελαν στην εξουσία και το έκαναν πράξη, όχι το κέρδος, όχι τις αγορές που θα έλεγε κάποιος σύγχρονος.
Έγιναν επαγγελματίες επαναστάτες για να ελευθερώσουν το σήμερα από το χθες, και να δείξουν στους υπόλοιπους το αύριο. Το καυχήθηκε ο δικός μου δεν το μετάνιωσε ποτές.

Πήραν τα όπλα, χιλιάδες ήταν, ενάντια σε όλους αυτούς που με όπλα φρουρούνται, και φρουρούν και επιβάλλουν με όπλα τη βία τους, την εξουσία τους, τη θέλησή τους. Αντέταξαν στη βία βία. Στην καθημερινότητα τους γλυκείς και τρυφεροί. Στον πόλεμο που υφίσταντο απάντησαν με πόλεμο.

1987 ΤΟΛΜΗΡΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ’ το πενήντα έχει να φανεί, και συ βιδώθηκες μες στο λιμάνι με ανθοδέσμη που έχει μαραθεί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.
Σε δίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική, Χάνεσαι σαν τον γλάρο στην Ομόνοια και όταν ψάχνεις λύση στη φυγή, πληρώνεις όσο-όσο τα διόδια και κομματιάζεσαι στην εθνική.
Ποιος είναι ισοβίτης στο σκοτάδι ποιος αλαφιάζει δίχως πληρωμή. Ποιος σκύβει στους αφέντες το κεφάλι και ποιος τα βράδια κλαίει σαν παιδί, ποιος ονειρεύεται πως κάποιοι άλλοι βγαίνουν και κάνουν πρώτοι την αρχή. Ναυάγια ονείρων αρμενίζουν και τα κεφάλια γέμισαν σκουριά. Στα σούπερ μάρκετ τέλειωσε η ελπίδα και συ κοκάλωσες στη σκαλωσιά. Που πήγαν οι τριακόσιοι του Λεωνίδα, και τι θα πούμε τώρα στα παιδιά, Ηλεκτρικός Θησέας και τα λοιπά.
Φοβάσαι ότι θα ‘ρθει καταιγίδα και θα μας πνίξει όξινη βροχή, βάλε σε γυάλα μέσα την πατρίδα και κρύψε την καλά μέσα στη γη Μήπως την ψάχνουν σαν την Ατλαντίδα αφού η Πανδώρα ανοίγει το κουτί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μπερδευτεί.
Ψηφοθηρία, λόγοι κι εμβατήρια ποτέ δεν έφεραν την αλλαγή, γι αυτό και χάθηκες στα σφαιριστήρια και μες τα γήπεδα την Κυριακή, τώρα καθώς κοιτάς τα διυλιστήρια ρωτάς ποιοι σ’ έχουν βάλει στο κλουβί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει τρελαθεί.
Να κλείσεις θες πληγή θανατηφόρα και μες τα Νέα ψάχνεις για δουλειά, Όσα τα κέρδισες με τα μαρτύρια τα παζαρεύουν πάλι στα χαρτιά, τρέχεις να ψάξεις μες τα καταφύγια και βρίσκεις μιαν αιχμάλωτη γενιά.
Μια πλαστική ανέμισες σημαία, πίστεψες σ’ έναν άγνωστο θεό, κρέμασες το μυαλό σε μια κεραία, ειδήσεις, σίριαλ και τσίχλα ροκ, Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν τα λάθη κλέβουν τον καιρό, και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν το ψέμα σέρνει τον χορό.
Ζωγράφισε έναν ήλιο στο ταβάνι
μίλησε με τ’ αγέρι της νυχτιάς
και χόρεψε μαζί με τη σκιά σου
στους ήχους μιας αδύναμης καρδιάς
πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου
ή ΒΓΕΣ ΞΑΝΑ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ.
Αυτοί έτσι έπραξαν, βγήκαν στο δρόμο της φωτιάς.
[ η μουσική είναι του Γ. Μαρκόπουλου, οι στίχοι του Δ .Βάρου και τραγούδησαν ο Παύλος Σιδηρόπουλος με την Μ .Φωτίου.]

Σήμερα έχει αράξει. Η κοινωνία κοιμάται τον -ύπνο του δικαίου-. Όλα ησυχάζουν, αυτός είναι ανήσυχος. Στεναχωριέται για την απάθεια. Διάβασε προχτές στον τοίχο : αυτή η κοινωνία προωθεί την ρουφιανιά το γλείψιμο και την υποταγή, συμφώνησε. Ψυχολογική καταπίεση, οι άνθρωποι παράτησαν
τα ύψη, τράβηξαν χαμηλά, χώθηκαν σε λαγούμια. Κρύφτηκαν. Δεν ονειρεύονται, δεν προσδοκούν.

Ο άνθρωπος ξέχασε τον άνθρωπο, ο γείτονας τον διπλανό του. Εμείς στα καβούκια, το σύστημα γιορτάζει
Ξόδεψε μύρια για να το καταφέρει.

Χαίρεται με τη γυναίκα και τα παιδιά του ο φίλος μου, δείχνουν με τον τρόπο τους, καθημερινά, απλά , λιτά, μιλάνε :
Οι παγωμένοι αλωνίζουν, τους ονειροπόλους τους αφήσαμε μόνους, πυρπολούν τον πλανήτη οι άπληστοι, βγάζουν και από αυτό κέρδος, τρύπησαν τον αγέρα, βρωμίζουν τα νερά, πολεμούν αυτούς που αντιστέκονται.
Γδάρτες ονείρων.

Κάποιους τους νοιάζει ο χρηματισμός, να κερδίζουν σε χρήμα και μόνο αυτό. Βάζουν το εγώ πάνω από το εμείς. Νομοθετούν τα ανθρωπάκια, δικάζουν οι φελλοί. Κυβερνούν οι τιποτένιοι. Και τα πραγματικά αφεντικά κάνουν πάρτι. Οι υπόλοιποι τους δίνουν συνεχώς τη δυνατότητα να εξουσιάζουν, άλλοι για ένα πιάτο φαί και άλλοι για κάποια μικρότερα η μεγαλύτερα προνόμια. Εάν θέλουμε να ονομάζουμε προνόμιο μια αξιοπρεπή διαβίωση. Χάσαμε την αξιοπρέπεια.
Διαπλοκή, να παίρνουν ΟΙ ΔΙΚΟΊ ΜΑΣ τις δουλειές, να μοιράζουμε και τα οφίτσια. Εάν δεν είσαι στο κόμμα και δεν έχεις γνωριμίες είσαι τελειωμένος. Άσε που αν τα καταφέρεις και δεν είσαι με αυτούς θα σου βάλουν τρικλοποδιά. Έχετε παραδείγματα στο δικό σας περιβάλλον, γνωρίζετε.
Ξεπουλάν κοινωνικό πλούτο σε εξευτελιστικές τιμές, πλούτο που φτιάχτηκε με κόπο και δουλειά δεκαετιών. Ξεπουλάν σε μια νύχτα σε ντόπιο και ξένο κεφάλαιο για να πάρουν μίζα που εξασφαλίζει πολλές γενιές μπροστά, αυτών και των συγγενών τους. Να ο λόγος που παλεύουν να εκλεγούν, να πιάσουν πόστα, να διοριστούν στις θέσεις κλειδιά.
Και δεν κουνιέται φύλλο χρόνια τώρα. Σποραδικές φωνές μονάχα. Κι όταν ξεσηκώνεται η νεολαία στέλνουν τα ΜΑΤ. Και οι πατεράδες αφήνουν τους πιτσιρικάδες μόνους αντί να κατασκηνώνουν μόνιμα στους δρόμους και να μπλοκάρουν τα πάντα.
Ξεπουλάν τα νιάτα, τα θάβουν στη ντόπα. Πως να κάνεις όνειρα σήμερα, τι να περιμένεις. Ταφόπλακα η συμπεριφορά των μεγάλων. Έχουν δώσει τα διαπιστευτήριά τους τόσα χρόνια με την πολιτική συμπεριφορά και την κοινωνική αδιαφορία. Στηρίζοντας με κάθε τρόπο τους γδάρτες τους. Αδιαφορία από τη μια, αντίθεση από την άλλη σε κάθε επιθετική συμπεριφορά.
Ο λαός έχει τους ηγέτες που του αξίζουν, από τα σπλάχνα του βγαίνουν έτσι κι αλλιώς, δεν έρχονται από τον Άρη. Εμείς φταίμε λοιπόν γι αυτό που ζούμε και αυτά που έρχονται. ‘Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία’ γράφει ο ποιητής. ‘Θέλει νεκροί χιλιάδες να ναι στους τροχούς’. Θέλει να αγωνίζεσαι, να απαιτείς και να διεκδικείς. Τη χειραφέτηση. Εύκολο το ραχάτι, μαλακή η πολυθρόνα, σου κλείνει το μάτι και η TV, θέλει να κλωτσήσεις δυνατά τις συμβάσεις, να τιναχτείς ψηλά και να ρισκάρεις καμιά φορά, να βγεις από το καβούκι σου διάολε, στα πρώτα σούτια να μη κάνεις πίσω.

Λες να ιδρώνει στον ύπνο του ο νεοέλληνας όταν σκέφτεται την αρετή, είπε πολύ εύστοχα κάποιος.
Την κάψανε τη χώρα από άκρη σε άκρη, τόσες φορές, μέχρι πότε ακόμη.
Και η αριστερά κοιμάται ύπνο βαθύ, δικαιώθηκε που την αναγνώρισαν και παρέδωσε ότι όπλο κρατούσε ακόμη όρθιο, πήρε μέρος και σε οικουμενική, τι άλλο να θέλει ακόμη, παίρνει μέρος και στα αλισβερίσια, φτάνει και περισσεύει.
Θυσίασε τα καλύτερα παιδιά της και το ότι πολέμησε για τα δίκαια του λαού νομίζει πως ήταν έγκλημα. Κι έχει και τύψεις από πάνω. Διώχνει τα παιδιά της, τα βρίζει και μετά κάνει πως μετανιώνει και τα αποκαθιστά. Μετά θάνατον. Κι εδώ υποκρισία. Κάθε τόσο θυσιάζει κινήματα μέσα στα χρόνια απλά γιατί δεν τα ελέγχει, τρέχει πίσω από τις εξελίξεις αντί να είναι μέσα τους μέχρι τα μπούνια. Κρίμα.
Και αυτή βοήθησε τον κόσμο να κλειστεί σπίτι και να παραδώσει το κλειδί στα χέρια των πολιτευτών, των μεσαζόντων και των αχρείων. Τον ευνούχισε.
Της πέταξε το σύστημα το κόκκαλο της νομιμοποίησης και έσπευσε να το αρπάξει με δύο στόματα, δεν της έφτανε το ένα. Να παίρνει και αυτή μέρος στο παζάρι, όχι παίζουμε. Τα ψίχουλα στο μεγάλο φαγοπότι της καθημερινότητας.
‘Κι εμείς οι τρεις στον καφενέ, τσιγάρο πρέφα και καφέ, βρε δε βαριέσαι αδερφέ’.

Εάν δεν έχεις δεν πειράζει, οι τράπεζες να είναι καλά. Θα σου δανείσουν, νάτη η θηλιά, έτοιμη. Η αλυσίδα στο λαιμό του σύγχρονου ανθρώπου. Ο τραπεζίτης είναι ο αρκουδιάρης που σέρνει τον χορό. Τα golden boys βαράνε τα νταούλια, με τα άψογα κουστούμια και τις υπέροχες γραβάτες. Οι σύγχρονοι ιεροεξεταστές που αποφασίζουν για τη ζωή και το θάνατο εκατομμυρίων.
Και κυνηγάς μια θέση για το παιδί σου, να σου σβήσουν το πρόστιμο, μια ευνοϊκή ρύθμιση. Κλείστηκες στο μπουντρούμι που έκτισε πάνω σου, στα μέτρα σου το σύστημα. Δάνειο στα μέτρα σου, τάφος στα μέτρα σου. Με την ευχή του αγαπημένου σου παρουσιαστή δήλωσες υποταγή στο επιτόκιο που διάλεξες ‘ελεύθερα’.

Κατασπάραξαν ότι είχε απομείνει από την ψυχή σου και τώρα σε σέρνουν στους τέσσερις ανέμους και η αριστερά να βρίζει αυτούς που ξεσπαθώνουν και ξεσπούν γιατί δεν τους γνωρίζει, που να τους μάθει κλεισμένη στο μπουρδέλο της; αποκομμένη τελείως από αυτόν που κάποτε ήταν σάρκα της.
Αυτοί είμαστε αδέρφια, παλαιοί και νέοι σύντροφοι, μη μασάτε. Εδώ ο Μπερλινγκουέρ κατέστρεψε το μεγαλύτερο αντιστασιακό απελευθερωτικό κίνημα που γνώρισε η Ευρώπη μετά τον πόλεμο στο όνομα ενός συμβιβασμού με το σύστημα, ενός συμβιβασμού και ενός εγωισμού που κατέστρεψε και αυτόν τον ίδιο, όλη την αριστερά της χώρας του, και την παρέδωσε ανυπεράσπιστη στα χέρια του Μπερλουσκονισμού.

Για έναν εγωισμό. Για να εμποδίσει την πολιτική αναγνώριση των Κόκκινων Ταξιαρχιών, για να μη αμφισβητηθεί η ηγεμονική θέση που επιθυμούσε στο χώρο της αριστεράς στην Ιταλία ο ίδιος και το ΚΚ. Θυσιάστηκε ο Μόρο, θυσιάστηκε και ο λαός στο όνομα μιας υποτιθέμενης πρωτοκαθεδρίας
Δεν θέλησε την αναγνώριση των μαχητών το κόμμα, παρέδωσε έναν λαό στο μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό που υπέστη κίνημα στην Ευρώπη.

ΧΡΟΝΙΚΟ 1969
Στα πίσω χρόνια τα πικρά οπού φωτιά δεν είχε, ο κόσμος στις βαθιές σπηλιές τ’ αλέτρι δεν κατείχε.
Μα μιαν αυγή μια Κυριακή μια επίσημον ημέρα γεμίσανε τα φυσερά λυτρωτικόν αέρα.
κατέβηκεν ο Γίγαντας μ’ ένα δαδί στο χέρι έριξε φώτα στις σπηλιές και χάρηκε το ασκέρι.
πήραν φωτιά τα σύδεντρα τα σίδερα ελυγίσαν η γης οργώθηκε καλά και τα φυτά εκαρπήσαν.
Πρωί πρωί τον πιάσανε το γίγαντα και πάνε στον Καύκασο ξημέρωνε τρία πουλιά περνάνε
πουλιά μου διαβατάρικα τι βλέπετε στις στράτες τι κουβαλάει ο γίγαντας στις σιδερένιες πλάτες.
μπροστά πηγαίνει ο σιδεράς με το σφυρί στο χέρι ξωπίσω του ο κλειδαράς της μοναξιάς του ταίρι
ο πιο μικρός ο πιο σκυφτός ο πιο σκληρός στο πλάι αυτός κρατάει τα σύνεργα γελάει μα δεν μιλάει.
Καρφώσανε το γίγαντα στο βράχο του Καυκάσου
τρία πουλάκια πέρασαν και τού λεγαν Στοχάσου

  • Πρέπει να ξανασκύψουμε πάνω από την ιστορία για να μάθουμε, εν κατακλείδι. Το μέλλον, την ιστορία συνακολούθως δεν το φτιάχνουν οι πλειοψηφίες. Οι μειοψηφίες το διαμορφώνουν. Οι πλειοψηφίες συντηρούν απλώς τα δημιουργήματα των νικητών. Που ξεκίνησαν λίγοι.
    Η ανεμελιά εξαφανίστηκε ανεπιστρεπτί μου λέει βγάζοντας το δισκάκι. Όταν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου αγανακτείς ακόμη και εάν δεν σε αγγίζει. Κι εάν είναι δύσκολο να αλλάξουμε τους κανόνες γύρω μας άμεσα μπορούμε τουλάχιστον ν’ αλλάξουμε τις συνήθειες, τους εαυτούς μας, την καθημερινότητα. Θα είναι ένα πρώτο βήμα.
    Ας βρούμε τις δικές μας απαντήσεις με το φίλο και το γείτονα.
    Ζούμε τη δικτατορία του χρήματος και της εμπορευματοποίησης. Δεν έχεις, είσαι αόρατος, ο κανένας.
    Υπάρχει θλίψη και αναλγησία, ταπείνωση. Πρέπει να μάθουμε να μετατρέπουμε το θυμό σε δημιουργικότητα.
    Η οικονομική δύναμη έχει κυριεύσει τα πάντα, παντού νούμερα, όλοι είμαστε μια εμπορευματική αξία.
    Σταμάτησα να ψηφίζω μου λέει, όχι ότι πίστευα ποτέ στη δύναμη της ψήφου. Απέχω.Ψηφίζουμε πιόνια που την κρίσιμη στιγμή προστατεύουν συμφέροντα οικονομικών δυνάμεων.
    Η ψήφος για να έχει κάποια δύναμη πρέπει να αγοράσεις και να εξαγοραστείς. Αγοράζεις προστάτη και είσαι έτοιμος μόλις σε χρειαστεί. Η ‘δημοκρατία’ λοιπόν δεν είναι για όλους. Οι ‘ειδήσεις’ είναι προπαγάνδα , πλάθουν συνειδήσεις, αγοράζουν οπαδούς για τα κόμματα. Που χρηματοδοτούν τον τύπο. Άσε που αυτός ανήκει σε μεγαλοεργολάβους που κλείνουν δουλειές με τους πολιτικούς. Αυτοί εξάλλου τους χρηματοδοτούν. ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΙΣΩ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΙ ΠΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΟΥΝ ΟΛΟΥΣ. Κάποιο οπλίζουν τα κράτη και άλλοι που διακινούν την ενέργεια. Τεράστια συμφέροντα διαπλέκονται μεταξύ τους. Αυτοί κινούν τα νήματα όσο εμείς το επιτρέπουμε παίρνοντας μέρος στο παιχνίδι, αποδεχόμενοι τους κανόνες. Μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια ‘είμαστε ελεύθεροι’ για λίγα λεπτά να διαλέξουμε τον ΤΥΡΑΝΝΟ της αρεσκείας μας.

Είναι τύραννος και ο κακός εγωισμός. Με τα χρόνια ο άνθρωπος γίνεται και συντηρητικός. Κρατιούνται νέοι οι παθιάρηδες, θέλει πάθος, θέλει να αγαπάς να ζεις και να μαθαίνεις. Χρειάζεται να ακούς, να παρατηρείς, τους άλλους και την καρδιά σου. Όταν ρισκάρεις ξεβολεύεσαι, αυτό είναι το φάρμακο. Και το  φιλότιμο!

Ο τρόπος με τον οποίο ζει ο καθένας μας είναι το καλύτερο παράδειγμα που μπορεί να δώσει στα παιδιά του και τους γύρω. Ο καθρέπτης των αρχών μας, η συμπεριφορά μας. Είναι και πολύ καλή πολιτική στάση.

  • Διάβασε για τον Σωκράτη τον Πλάτωνα και τον Αλέξανδρο, τον δάσκαλό του τον Αριστοτέλη, έμαθε για τους όμοιους και τη λοξή φάλαγγα, για την αγάπη ανάμεσα στον Πάτροκλο και τον Αχιλλέα. Για τα τείχη της Τροίας και εκείνα της Πόλης και ότι τείχη της Σπάρτης ήταν τα στήθια των πολεμιστών της, για τα ξύλινα τείχη και τον Κύρο και τον Δαρείο, τον Εφιάλτη τον Ξενοφώντα και τους μύριους.
    Για τον τελευταίο Παλαιολόγο και τους Ακρίτες. Σε τέτοιους ανθρώπους θέλησε να μοιάσει.

Αγαπάει τα χρώματα στον ορίζοντα, το πέταγμα του γλάρου στον αγέρα, το πράσινο της θάλασσας, τη μυρουδιά του πεύκου. ΤΗ ΧΡΥΣΑΦΈΝΙΑ ΑΜΜΟΥΔΙΆ αγαπά με το ζεστό της χάδι. Τη λευκότητα στα κοχύλια, στο μάρμαρο, το γλύστριμα των ψαριών στο νερό, την ποικιλία στα χρώματα και τα αρώματα στα λουλούδια που στολίζουν τη γη. Το τραγούδι του ποιητή, τον στεναγμό στο κρεβάτι, την κραυγή του αντάρτη που αντηχεί στις γωνιές του πλανήτη, τον πόνο του αγωνιστή που στριμώχνεται. Με βλέμμα καθαρό, τρυφερός και σιδερένιος συνάμα, το χέρι υψωμένο σε γροθιά, στο άλλο το μπουκάλι.

Αποκαλούν κουκουλοφόρους αυτούς που αγωνίζονται. Πάνοπλοι αντιμετωπίζουν άοπλους. Οι αρχηγοί τους καλά κρυμμένοι. Αυτοί που βοήθησαν εμάς να ψηλώσουμε, λέει, ήταν πάντα στη πρώτη γραμμή της φωτιάς. Τι ανάστημα μπορεί να έχει ένας Χρυσοχοίδης δίπλα στον Άρη τον τεράστιο. Βάλε τον Λαμπράκη δίπλα στον Πολύδωρα να σκάσουμε στα γέλια, τον Παναγούλη δίπλα στο νάνο τον Καραμανλή ή τον μικρούλη τον Γιωργάκη.

Μεγάλωσε με Κάλβο και Σολωμό, διάβασε Καβάφη, αγάπησε την Μπέλλου και τον Ξυλούρη. Τραγούδησαν το ‘πότε θα κάνει ξαστεριά’.
Και το γράψιμο όπλο είναι μου λέει. Ο λόγος και το παράδειγμα. Δώσε βάθος στη ζωή σου, μη μασάς τα λόγια σου, οι γύρω βλέπουν, ακούν . Κάποιοι θα θελήσουν να σου μοιάσουν, όπως εμείς κάναμε με τα ινδάλματά μας. Φτάνει η εικόνα να είναι φωτεινή.
‘Αδέρφια’ φώναξε προχθές στην παρέα, ‘οι νόμοι είναι για να τους πατάμε, δεν νομοθετήσαμε εμείς. Είμαστε λίγοι σήμερα αλλά γράφουμε ιστορία, πάντα έτσι γίνονταν, όταν οι πολλοί ψυχανεμίζονται πως οι συσχετισμοί πάνε να αλλάξουν στοιχίζονται πίσω από τους πρώτους. Όσο υπάρχουν εξουσιαστές θα γίνεται πόλεμος. Να καταργήσουμε τις τάξεις να σταματήσει ο αγώνας. Ας το κάνουμε να δούμε τι έχει για μετά’.

Μικρούτσικος, οι επτά νάνοι

[ότι διαβάσαμε μέχρι τώρα ήταν γραμμένο πριν το ’08 , τα βρήκα στο συρτάρι, η συνέχεια λοιπόν από το 2008 και μετά.]

μιχαλης 2 (2)

Μιλάει ο φίλος μου για τους αμέτρητους που σταυρώνουν κάθε μέρα οι εξουσιαστές, σαν το Χριστό. Πάντα υπάρχει ένας καλός λόγος για να σταυρώσεις. Όσο υπάρχουν ανισότητες αυτό θα γίνεται. Δεκάδες καθημερινοί σταυροί στο βωμό του κέρδους και των αγορών. Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΊΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, χρηματιστήρια, τράπεζες οι μεγάλοι νταβατζήδες. Καζίνο καπιταλισμό τον ονομάζουν τον βρίζουν και τον προσκυνούν μαζί, σχιζοφρένεια.
‘Εδώ σε θέλω, στα δύσκολα πες, να δεις πως αγιάζουν του κόσμου οι πληγές, εδώ σε θέλω, ν’ αντέχεις να ζεις κι απ’ τη μοναξιά σου να βγεις’ τραγουδά η Χαρούλα στο ραδιόφωνο.
Μια ζωή περνάς ξυστά.
Σεμνά και ταπεινά.

Οι πολίτες- δεν υπάρχουν τέτοιοι- ο κόσμος ψηφίζει και αναθέτει σε κάποιους να του λύσουν τα προβλήματα. Πρέπει να γίνουν λοιπόν πολίτες οι άνθρωποι, να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους, την πολιτική. Κίνημα λαϊκό χρειάζεται. Με βασικότερο μέλημα την αναδιανομή του πλούτου.

συνεχίζεται

μιχαλης 284

αυτονομία, autonomia

Toni Negri: Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ’77.

Στην Ιταλία το ’77 είναι η δεύτερη φάση του ’68. Σε όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 εξαντλείται γρήγορα πρακτικά μεταξύ του τέλους του ’67 και των αρχών του ’69. Στην Ιταλία αντιθέτως το ’68 υπήρξε η αρχή μιας εξαιρετικά έντονης περιόδου κατά την οποίαν ταξικός αγώνας, φοιτητική αναταραχή- διαμαρτυρία και επινόηση-εμπλουτισμός του τρόπου ζωής (οι κοινότητες, η γυναικεία απελευθέρωση κλπ.), λόγω πολύ ιδιαίτερων συνθηκών και καταστάσεων, βρήκαν μια συνέχεια τους. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην Ιταλία ξεκινήσαμε από μια εξαιρετικά καθυστερημένη κατάσταση. Το σύνολο των αναγκών απελευθέρωσης, χειραφέτησης, παρεμποδίζονταν από πολύ ισχυρές και άκαμπτες αντιφάσεις. Για το λόγο αυτό το κίνημα αναγκάστηκε να κινηθεί στο έδαφος αυτό και να απελευθερωθεί από τους αρχικούς αυτούς προσδιορισμούς.Πρέπει επίσης να επιμένουμε στο γεγονός πως στο ’68 υπήρξε εμφανής και σημαντική μέσα στο κίνημα η παρουσία ενός ορισμένου ιταλικού τύπου κομμουνισμού, δηλαδή ενός πρωταρχικού και συντηρητικού σοσιαλισμού, που διαπερνούσε την καθημερινή ζωή.Από αυτή την άποψη, τα λενινιστικά κόκκινα βιβλία, μαοϊστικά, τροτσκιστικά, τσε γκεβαρικά υπήρξαν θεμελιώδους σημασίας κείμενα, πολύ περισσότερο απ ‘ό, τι του Marcuse ή της Σχολής της Φρανκφούρτης, πολύ περισσότερο απ’ ότι μια σειρά διαφορετικών και πιο προηγμένων-προχωρημένων πολιτισμικών λόγων που ζούσαν ήδη για παράδειγμα στο γαλλικό ή το γερμανικό κίνημα.Το ιταλικό κίνημα υπήρξε επί μακρόν επηρεασμένο από το επίσημο εργατικό κίνημα και οι διαμαρτυρίες κατά του ρεβιζιονισμού μόλις απέκρυπταν τον ομφάλιο σύνδεσμο που, αντίθετα με ό, τι συνέβαινε σε άλλες χώρες, συνέδεε το κίνημα με το ιδεολογικό και οργανωτικό σύμπαν του σοσιαλιστικού κόσμου.Τώρα, σχεδόν αμέσως το κίνημα ήταν υποχρεωμένο να απελευθερωθεί από αυτούς τους αρχικούς προσδιορισμούς, και να εξοργίσει και να καεί μέσα σε αυτή την οργή-την απελπισία, τη σχέση του με το εργατικό κίνημα. Αλλά υπήρξε ακριβώς αυτό το πέρασμα κριτικής εμβάθυνσης και κρίσης της σχέσης με το επίσημο εργατικό κίνημα, που παρήγαγε μια σειρά εξαιρετικά σημαντικών επιπτώσεων, γεγονός που καθιστά την ιταλική περίπτωση της δεκαετίας του ’70 ένα εξαιρετικό κοινωνικό και πολιτικό εργαστήριο.

Για να το πούμε απλά, στα τέλη του 1968-69 το κίνημα βρέθηκε να έχει ένα πραγματικά σταθερό μαζικό ακροατήριο, μια πολύ ισχυρή διείσδυση στους χώρους εργασίας, μια εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μεθοδολογία πολιτικής και πολιτιστικής δουλειάς, και ένα σύνολο υλικών μέσων για την ανάπτυξή του, παρόλα αυτά, ευέλικτο και πλούσιο.Υπήρχαν τρεις εφημερίδες, δεκάδες και δεκάδες περιοδικά, εκδοτικοί οίκοι που εργάζονταν για το κίνημα, ένας απροσδιόριστος αλλά σταθερός αριθμός χώρων και εδρών πολιτικής οργάνωσης κλπ..Όλα αυτά επέτρεψαν στο κίνημα (πέρα από εκείνη που συχνά ήταν η γελοία περίπτωση των πολιτικών του κατευθύνσεων) να ριζώσει κοινωνικά με τρόπο τελείως άγνωστο στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αν όντως στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 συνέχισε να επηρεάζει τα κοινωνικά και θεσμικά κινήματα από πολιτιστική άποψη (και / ή παράνομη τρομοκρατική) ως κοινωνική δύναμη ήταν πολύ λιγότερο ισχυρό.Στην Ιταλία αντιθέτως – μόνη χώρα στην Ευρώπη – το κίνημα καθιερώθηκε ως κοινωνική δύναμη για μεγάλο χρονικό διάστημα, αναπτύσσοντας μια δυναμική που ήρθε σταδιακά να επιδεικνύει τη σημασία της ιστορικής καινοτομίας του 1968. Αυτή η καινοτομία περιλάμβανε την ανακάλυψη του εδάφους της αυτονομίας, τη ρήξη του συστήματος των κομμάτων, την εκκαθάριση του σοσιαλισμού, την πρόταση κομμουνιστικών θεματικών, τη συγκεκριμένη κριτική στην μισθωτή εργασία.Όλο αυτό αντιπροσώπευσε το περιεχόμενο της φαντασίας στην εξουσία, και αναπτύχθηκε για ολόκληρη μια δεκαετία. Το 1977 είναι η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται, συνεπώς μια διαδικασία ρήξης αλλά πάνω απ ‘όλα συνέχειας, «work in progress».Η σχέση μεταξύ του ’68 και του ’77 είναι μια πολύ στενή σχέση, εσωτερική, ζεστή, οικεία, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά διαφορετική διότι η αυστηρή-επιτακτική πολεμική που ανοίγει ανάμεσα στο επαναστατικό κίνημα και το επίσημο εργατικό κίνημα το ’68, το ’77 καταλήγει σε μη αναστρέψιμη ρήξη. Το κίνημα του ’77 έχει μια δύναμη απολύτως καινοτόμα .Το ’68, πέρα από τα λόγια, στην πραγματικότητα η εμβάθυνση της πολιτιστικής κριτικής, η τροποποίηση των συστημάτων της ζωής, η σύσταση κοινοτήτων, παρέμεναν δηλώσεις προθέσεων, συχνά αναποτελεσματικών, άκαρπων: όλα αυτά το ’77 γίνονται πραγματικότητα. Η αυτονομία του κινήματος ανακαλύπτεται και αναπτύσσεται κατά τα έτη που πηγαίνουν από το 1968 έως το ’77, αλλά πραγματοποιείται ως μαζικό φαινόμενο μόνο το ’77.

Το ’77 είναι η επινόηση μιας πολιτικής νέου τύπου, πολιτική της βάσης, εντελώς εγκάρσια, άμεση άσκηση της αντιεξουσίας. Είναι επίσης μια πρώτη απόκτηση εργαλείων μαζικής επικοινωνίας, υπαγόμενων στην επαναστατική πρωτοβουλία. Νομίζω πως η κουβέντα σχετικά με την άρνηση της εργασίας μπορεί να αντιπροσωπεύει την πραγματική αμφισημία της σχέσης 1968-77.Η συζήτηση για την άρνηση της εργασίας αντιπροσωπεύει μαζί τη συνέχεια, την απόγνωση και την υπερνίκηση της σοσιαλιστικής κριτικής της εργασίας: σε αυτό βρίσκεται η αμφισημία της. Αλλά σε αυτό συνίσταται και ο πλούτος της, διότι αν ο άμεσος υπαινιγμός στον κομμουνισμό τον αποσπά από την σοσιαλιστική ιδεολογία της εργασίας, η ανάγκη να οικοδομηθεί μια νέα κοινωνική πραγματικότητα, μια δύναμη, ένας νέος τρόπος εργασίας τον ενώνει με τα θετικά περιεχόμενα μιας ουτοπίας της χειραφέτησης.Γίνεται έτσι σαφές ότι η άρνηση της εργασίας πρέπει να ανακαλυφθεί ως κάτι θετικό, ενεργό, υπό την έννοια της κατασκευής ενός συνόλου σχέσεων, ιδεών, μορφών παραγωγής και αναπαραγωγής. Και από την άποψη αυτή η άρνηση της εργασίας ερμηνεύτηκε όχι με τρόπο περιοριστικό από το ’77.Ωστόσο, αυτό δεν ήταν αρκετό για να εξαλείψει ένα μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε στο περιθώριο και στο όριο της άρνησης της εργασίας: αυτή η θετική ουτοπία δεν κατάφερνε να οριστεί ως πολιτικό πρόγραμμα. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος γιατί υπήρχε η πιθανότητα εδώ να επανεισαχθούν, όπως επανεισήχθησαν, στοιχεία σταλινισμού και τρομοκρατικά ένστικτα.Θέλω να πω πως όταν φτάναμε εκεί και αναρωτιόμασταν: τι κάνουμε; και ανακαλύπταμε ότι δεν υπήρχαν προκατασκευασμένα μοντέλα, δεν υπήρχε πρόγραμμα, ήταν εύκολο να επανεισαχθεί από το παράθυρο ένας ορισμένος τύπος παλαιού σοσιαλισμού αφού είχε πεταχτεί έξω από την πόρτα.Αντιθέτως έπρεπε να ακολουθήσουμε την οδό της κοινωνικής εναλλακτικής με αυστηρότητα και συνοχή. Η κουβέντα για την άρνηση της εργασίας έπρεπε να τροποποιηθεί, να διορθωθεί, να αναπτυχθεί όχι μόνο εναντίον κάθε τρομοκρατικής συντόμευσης και κατά της επανεμφάνισης της σοσιαλιστικής ιδεολογίας: έπρεπε να μελετηθεί μέσα στις νέες συνθήκες αναδιάρθρωσης του τρόπου παραγωγής (αυτοματισμού, πληροφορικής), σε συνδυασμό με τις εμπειρίες της αυτο-αξιοποίησης, με εκείνη δηλαδή που είναι η αυτοδιάθεση των νέων πολιτικών υποκειμένων.
Με αυτό φτάνουμε σε μιαν άλλη θεμελιώδη κουβέντα του ’77, μια συζήτηση που εξακολουθεί να είναι σήμερα επίκαιρη και ξεκινά από την διαπίστωση του γεγονότος ότι οι νέοι και γενικότερα το στρώμα των εργαζομένων, των εργατών που ήταν περιθωριοποιημένοι, αποκομμένοι από την παραγωγική ανάπτυξη, δεν ήθελαν πλέον να επανενταχθούν στο παλαιό παραγωγικό σύστημα, αλλά ήθελαν να εκπροσωπούνται επαρκώς μέσα σε ένα νέο τρόπο παραγωγής.Έτσι, όταν μιλούσαμε για άρνηση της εργασίας ήταν σωστό να την καταλαβαίνουμε ως άρνηση «της εργασίας στο εργοστάσιο» (έτσι όπως το είχαμε δει να καθιερώνεται στην Ιταλία μεταξύ της δεκαετίας του ’50 και της δεκαετίας του ’60 μέχρι το ’68), αλλά από την άλλη πλευρά έπρεπε υπογραμμίζονται τουλάχιστον δύο νέες συνθήκες: ότι βρισκόμασταν, καταρχάς, αντιμέτωποι με την Τρίτη βιομηχανική επανάσταση και ότι προς στιγμήν αυτή είχε απλώς σαν συνέπεια μια μαζική περιθωριοποίηση, δεύτερον ότι βρισκόμασταν μπροστά (και ήταν ακόμη πιο σημαντικό) σε ένα νέο υποκείμενο που είχε τα χαρακτηριστικά μιας επινοητικής, δημιουργικής, πνευματικής, εντελώς αφηρημένης εργατικής δύναμης: ένα υποκείμενο που μπορούσε να παράγει μόνο μέσα σε νέες καταστάσεις και συνθήκες του βιομηχανικού οικονομικού κοινωνικού συστήματος, ένα κοινωνικό επαναστατικό υποκείμενο.Το θέμα της απόρριψης της εργασίας ήταν, λοιπόν, και εξακολουθεί να είναι, ένας τρομερός μοχλός επειδή φέρει μαζί της μια ολόκληρη σειρά διεκδικήσεων, από τη μείωση του χρόνου εργασίας στο θέμα του κοινωνικού ή πολιτικού μισθού, μέχρι την πλήρη αναδιάρθρωση της κοινωνικής εργάσιμης ημέρας, μέχρι την πολιτική της δημόσιας δαπάνης, και τις συνδέει με μια ισχυρή αναφορά στον κομμουνισμό.Γύρω στο θέμα της απόρριψης της εργασίας υπάρχουν λοιπόν μια σειρά από νέες προβληματικές διαστάσεις που ανοίγουν: πρέπει να καταφέρουμε να καταλάβουμε τι είναι ο κομμουνισμός, μέχρι τα βάθη, όχι απλώς ως μια αναδιοργάνωση ενός καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (που παραμένει τέτοιος ακόμη κι αν οι άνθρωποι εργάζονται δύο ώρες την ημέρα).Το πρόβλημα ήταν και είναι να εισαχθούν στόχοι, μια διαφορετική ορθολογικότητα στον τρόπο παραγωγής: αυτά είναι θέματα που ήταν εξ ολοκλήρου εμφανή και παρόντα το ’77.
Αλλά δεν αρκεί να έχουμε αυτά τα ζητήματα μπροστά στα μάτια μας. Μάλλον ηττηθήκαμε λόγω της ανικανότητας μας να παράξουμε ένα νέο κοινωνικό μοντέλο από τα μέσα της απόρριψης της εργασίας, να συνδέσουμε ένα πρόγραμμα στην πρακτική μας. Χάσαμε λόγω της έλλειψης πνευματικού εξτρεμισμού.Συνεπώς εξτρεμιστής υπήρξε αντιθέτως ο αντίπαλος που χρησιμοποίησε τις νέες παραγωγικές δυνατότητες για να μας απομονώσει, να μας περιθωριοποιήσει και να μας καταστρέψει. Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ίδιο πρόβλημα, δηλαδή με το γεγονός ότι η πληροφορική και το σύστημα αυτοματισμού καθίστανται ένα τελειοποιημένο είδος τεϊλορισμού-taylorism και πως οι νέες μηχανές, αντί να μας δίνουν περισσότερη ελευθερία, οργανώνουν και το πνευματικό εργατικό δυναμικό (αυτόματες μηχανές, υπολογιστές, ρομποτική) και αυξάνουν τον βαθμό της εκμετάλλευσης.Ολόκληρη η νέα οργάνωση της εργασίας αποσκοπεί, στην Τρίτη βιομηχανική επανάσταση, στην αποταμίευση ζωντανής εργασίας στο εργοστάσιο και στην ανάκτηση της ζωντανής εργασίας στην κοινωνία. Το πρόβλημα του κομμουνισμού σήμερα είναι εκείνο να καταλάβουμε τι σημαίνει να αντιστρέψουμε αυτή τη χρήση των μηχανών.Πρόκειται για ένα πολύπλοκο πρόβλημα και σίγουρα δεν είναι η λενινιστική αντίληψη του προβλήματος της οργάνωσης που θα μας βοηθήσει να το λύσουμε.Αυτή η αντίληψη μας οδηγούσε στο μοναδικό πρόγραμμα της δολιοφθοράς.Ένα άθλιο πρόγραμμα.Σαμποτάζ ήταν να πάμε ενάντια στις μηχανές που υπήρχαν.Αντίθετα δεν μπορούσαμε να επινοήσουμε μια μέθοδο για να σαμποτάρουμε τις μελλοντικές μηχανές: και γι ‘αυτό χάσαμε. Από το γεγονός ότι η φαντασία μας, η φαντασία μας για δολιοφθορά, δεν μπορούσε να υπερβεί το υπάρχον.Και ήταν σχεδόν αναπόφευκτο ότι η τρομοκρατία, σε αυτό το σημείο καμπής, να εμφανίζεται ως θεωρία της πρόσβασης στην εμβάθυνση της θεματικής της οργάνωσης, μια πρακτική οπορτουνιστική απλούστευσης ή διαφυγής από τα στρατηγικά προβλήματα.
Αλλά ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πώς, σε κάποιο κεντρικό σημείο, το ’77 δεν είναι τόσο η συνέπεια και η ολοκλήρωση του ’68, αλλά μάλλον η πρόβλεψη εκείνων των προβλημάτων που σήμερα αποτελούν το αντικείμενο των αγώνων και τα οποία προτείνονται στην μετασχηματιστική κριτική.Μπορεί λοιπόν να είναι χρήσιμο να παρατηρήσουμε πώς αναπτύσσεται η μορφή του εργοστασίου που σήμερα επιβάλλεται με όρους κοινωνικούς, δηλαδή με όρους ενοποίησης, οργάνωσης, πειθάρχισης της κοινωνικά διάχυτης εργασίας.Η δημιουργία αυτής της ενιαίας διαδικασίας – που έχει επεκταθεί όσο επεκτείνεται η κοινωνία – κατέστη δυνατή λόγω του γεγονότος πως η κοινωνία έχει καταστεί πλήρως διαφανής από τις ροές της επικοινωνίας.Είναι διαμέσου των διαύλων της επικοινωνίας που η κοινωνική παραγωγικότητα απορροφάται και η συλλογική γνώση τίθεται στη διάθεση της παραγωγής. Τόσο περισσότερο όσο αυτή τη γνώση είναι εναλλακτική, της βάσης, αυθόρμητη: ακόμη περισσότερο αν αυτή είναι ο καρπός της «άρνησης της εργασίας» του εργοστασίου.Χρειάζεται πλέον να ζωγραφίσουμε την κοινωνία ως ένα ελεύθερο σύνολο επικοινωνιακών ροών που αντιπροσωπεύουν θέσεις και φιγούρες της κοινωνικής εργασίας: τώρα, η εξουσία θέλει να τα οργανώσει, να τα περιορίσει στην δική της πειθαρχία, να τα απορροφήσει και να τα αναπαράγει ως πληροφορία.Σε αυτό συνίσταται η εκμετάλλευση, σήμερα.Κατά συνέπεια, η νέα μορφή της προλεταριακής οργάνωσης και απελευθέρωσης πρέπει να περάσει μέσα από την επανοικειοποίηση της κοινωνικής επικοινωνίας.Το πρόβλημα των αγώνων κατά της εκμετάλλευσης σήμερα είναι εκείνο του αγώνα ενάντια στην απαλλοτρίωση της επικοινωνίας και της καπιταλιστικής οργάνωσης της πληροφόρησης.
Τώρα, το 77, στο κίνημα, η ευαισθησία σε αυτό το ζήτημα υπήρχε και ήταν επίσης πολύ αναπτυγμένη: αλλά και σε αυτή την περίπτωση με διφορούμενο τρόπο. Στην πραγματικότητα μπερδέψαμε τον εκδημοκρατισμό της επικοινωνίας με ασαφείς προθέσεις ελευθερίας (καλά συγκεκριμένες μόνο από την πλευρά της καπιταλιστικής άποψης), την επανοικειοποίηση της πληροφορίας με τον εκσυγχρονισμό της.Κινηθήκαμε σύμφωνα με μια θεωρία δυο χρόνων – πρώτα η απελευθέρωση, μετά ο εκδημοκρατισμός – που ήταν σίγουρα η πιο μακρινή και ξένη προς τις συμπεριφορές της αυτονομίας αντίληψη. Έτσι τα παίξαμε τελείως, γίναμε η αιτία της απελευθέρωσης του αιθέρα, ως εκ τούτου, οι παραγωγοί, των πιο σκανδαλωδών μορφών απαλλοτρίωσης της γνώσης και ενστάλαξης των θεωριών του καθεστώτος.Εμείς ήμασταν το 1977 που καθορίσαμε τον Μπερλουσκόνι, αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν κάναμε μέχρι τέλους το ’77 μια μάχη για την δημόσια επανοικειοποίηση από τα κάτω της πληροφόρησης. Με αυτό τον τρόπο θέσαμε τις συνθήκες για μια γενικότερη ήττα.Η μάχη για την πληροφόρηση ήταν στην πραγματικότητα ένα μέρος εκείνης που ταυτόχρονα διεξάγεται γύρω από τη νέα οργάνωση της κοινωνικής επικοινωνίας, δηλαδή της κοινωνικής παραγωγής .Αυτό ήταν το θέμα επάνω στο οποίο έπρεπε να είμαστε δεσμευμένοι, να στρατευτούμε. Αντιθέτως εκείνο ήταν επάνω στο οποίο τα αφεντικά αναδιάρθρωσαν τα μεγάλα εργοστάσια και την FIAT πάνω από όλα.Αδειάζουν τα εργοστάσια όχι τόσο από τους εργάτες, όσο από την εργατική οργάνωση. Αν μετά η εργατική οργάνωση ήταν αυτόνομη, της βάσης, και συνέπεπτε με την πλειοψηφία των εργατών, τότε τα αφεντικά έστελναν όλους στο σπίτι. Πως θα συνεχίσουν να παράγουν; Μέσα από την αναδιοργάνωση της περιοχής γύρω από το εργοστάσιο, και τη χρήση της κοινωνικά διάχυτης εργασίας – πρώτα, σε δεύτερη φάση, μέσω της αυτοματοποίησης της παραγωγής στο εργοστάσιο.

Και οι δύο αυτοί στόχοι ( εισαγωγή και εφαρμογή συστημάτων πληροφορικής στην κοινωνία, αυτοματοποίηση των εργοστασίων) θεωρούσαν ως προϋπόθεση την υποταγή της κοινωνικής και επιστημονικής επικοινωνίας στο σχέδιο του αφεντικού. Για παράδειγμα να θυμηθούμε τι συνέβη στη Fiat, αυτό τον υποδειγματικό πόλο της ταξικής πάλης στην Ιταλία: εδώ χάσαμε μετά από δέκα χρόνια αγώνων, μεταξύ του 1979 και 1981, πρώτα με την εκκαθάριση των 61 (συμβολικά, η επίθεση και το διώξιμο των επαναστατών πρωτοποριών συνέβη στις 7 απριλίου) και μετά,ενάμιση χρόνο αργότερα, με το πορεία των 40 χιλιάδων ενάντια στους απεργούς.Αλλά και στην Fiat στην πραγματικότητα ήμασταν εμείς που είχαμε δώσει το έναυσμα στην αυτοματοποίηση για μια ορισμένη χρήση από τα αφεντικά της κοινωνικής επικοινωνίας. Τα αφεντικά, στη Fiat, παρήγαγαν σύγχρονα συστήματα ρομποτισμού επάνω στα οποία πειραματίζονταν από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Αυτά αποτελούσαν μια συνέπεια των μεγάλων αγώνων της δεκαετίας του εξήντα, το προϊόν της άρνησης της εργασίας και μια απάντηση στην πρώτη διαμόρφωση της κοινωνικής οργάνωσης του νέου υποκειμένου.Τώρα αυτή η διαθεσιμότητα της νέας τεχνολογίας, η οποία αντιστοιχούσε στις νέες ανάγκες των εργατών, της απόρριψης της εργασίας και παραγωγικής κοινωνικοποίησης, μπλοκαρίστηκε, αυτή η νέα τεχνολογική δύναμη παρέμεινε αχρησιμοποίητη, μέχρι να επιλυθεί η σύγκρουση της εξουσίας. Τα αφεντικά Φίατ κράτησαν τα αυτόματα, τα ρομπότ και όλα τα εξελιγμένα σχέδια προηγμένης αναδιάρθρωσης, σε αναμονή (το πολύ χρησιμοποίησαν μερικούς ενδιάμεσους μηχανισμούς) για τουλάχιστον δέκα χρόνια.Μόνο αφού κέρδισαν στη μάχη της εξουσίας, τα αφεντικά πέρασαν τον εκσυγχρονισμό.Συνέβη λοιπόν και στα εργοστάσια εκείνο που συνέβη στην πληροφόρηση: υπήρξαμε στοιχεία εκσυγχρονισμού. Η αυτοκριτική μας πρέπει να αρχίσει να εξελίσσεται από αυτή την παραδοχή. Δεν υπήρξε από την πλευρά μας αγώνας εξουσίας μπροστά σε έναν εκσυγχρονισμό που και εμείς, η εργατική τάξη, τάξη κοινωνική των παραγωγών, είχαμε παράξει και που τώρα οι ιδιοκτήτες δίπλωναν προς την οργάνωσή τους.Δεν αρκεί να κατηγορούμε τα κόμματα, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, την προδοσία και την τρομοκρατία. Πρέπει να μάθουμε από τα λάθη και να ξαναρχίσουμε. Να καταλάβουμε πώς να επικρατήσουμε οργανωτικά, να καταλάβουμε τι είναι ο ανταγωνισμός, ποιες είναι οι οργανωτικές πολικότητες στο νέο επίπεδο της ταξικής πάλης, ποιο είναι το σαμποτάζ σε αυτό το επίπεδο της αναδιαρθρωμένης κοινωνίας, ποια είναι η επανοικειοποίηση.

αυτονομία, autonomia

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ.

Η φαινομενολογία των δημιουργικών πολιτισμών περιλαμβάνει ένα σύνθετο σύστημα αναφορών που παραπέμπουν στις ιστορικές avant-gardes- πρωτοπορίες, στον μαοϊσμό, αλλά και στη φιλοσοφία hippie, στον orientalism-στις ανατολικές φιλοσοφίες δηλαδή της δεκαετίας του εξήντα, στον ευτυχισμένο και κοινοτικό ουτοπισμό, που συνδέεται με την απαισιόδοξη προφητεία της «κριτικής θεωρίας».Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του εξήντα δύο τάσεις είχαν διαμορφώσει τις πολιτιστικές παραδόσεις που αποκαλούνταν νεανικές: την τάση να θεωρούν το μέλλον με εμπιστοσύνη και σιγουριά, να δέχονται το μοντέλο οικονομικής και τεχνολογικής ανάπτυξης που φαινόταν να είναι απεριόριστο και αμετάκλητο-μη αναστρέψιμο.Και μετά υπήρχε η τάση που μπορούμε να ορίσουμε ως «αντιπολιτισμική»: αυτή δεν αμφισβητούσε ουσιαστικά την σιγουριά μιας γραμμικής εξέλιξης, αλλά περιορίζονταν στην απόρριψη των συνεπειών της πολιτιστικής ενσωμάτωσης και της υπαρξιακής ισοπέδωσης, απέρριπτε την ομολογοποίηση και την απώλεια της ελευθερίας που η καταναλωτική κοινωνία καθόριζε. Το αντιπολιτισμικό κίνημα (hippie, αντιιμπεριαλιστικό, κίνημα των κοινοτήτων, φοιτητικό κίνημα) ήταν στενά συνδεδεμένο με την κοινωνία της ευημερίας, ήταν το άλλα της πρόσωπο.

Μα να που με τη δεκαετία του ’70 το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο αλλάζει: η κρίση σπάζει την εμπιστοσύνη στο μέλλον, και ο ορίζοντας δεν φαίνεται καθησυχαστικός: οι προσωπικές και συλλογικές ταυτότητες της προηγούμενης δεκαετίας (είτε ήταν ενσωματωμένες είτε εξεγερτικές) ξαναζωγραφίζονται σε ένα άλλο πανόραμα σε μιαν άλλη προσμονή για το μέλλον.Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πιο σημαντική ημερομηνία αυτής της αντιστροφής των σεναρίων και της αντίληψης είναι το ’77. Το ’77 είναι ένα έτος γεμάτο νόημα για τις κουλτούρες της νεολαίας σε ολόκληρη τη Δύση: είναι ο χρόνος που το πανκ εκρήγνυται στο Λονδίνο, και οι Sex Pistols προκαλούν την αστυνομία και τη μοναρχία με τις προβοκατόρικες συναυλίες τους, την ημέρα των εορτασμών για τη βασίλισσα.Και είναι το έτος κατά το οποίο συμβαίνουν οι πρώτες σημαντικές αντιπυρηνικές διαδηλώσεις, στην Malville και Brokdorf. Τα επαναστατικά κινήματα υπήρξαν φορείς μιας ελπίδας και μιας ιδεολογίας οργανικής και εμπιστοσύνης, τα κινήματα που εκδηλώνονται εκείνη τη χρονιά είναι αντιθέτως το σημάδι της απόρριψης και της άρνησης της νεωτερικότητας, αποκαλύπτουν μάλλον απελπισία για το σενάριο που δημιουργήθηκε από την κρίση και από την εμφάνιση των νέων τεχνολογιών, παρά μιαν ελπίδα στην τεχνολογική και οικονομική πρόοδο.Μια ολόκληρη ιστορική προοπτική αντιστρέφεται, οι κουλτούρες της νεολαίας καταγράφουν αυτήν την ανατροπή το 77: από την επέκταση της βιομηχανικής κοινωνίας προχωρούμε στην κρίση της, και επιπλέον, η βιομηχανική πρόοδος αρχίζει να εκθέτει τις καταστροφικές της τάσεις. 

Η αναστροφή της προοπτικής σημαδεύεται επίσης από τη μετάβαση στην κοινωνία που κυριαρχείται από την ηλεκτρονική, από την τεχνολογική ψυχρότητα και την ανταγωνιστική αλαζονεία, από την παντοδυναμία του θεάματος και της πληροφόρησης. Οι νέοι που έρχονται στη σκηνή μετά το ’77 είναι στην πραγματικότητα πολύ διαφορετικοί από αυτούς που είχαν προηγηθεί: είναι οι θεατές της κατάρρευσης των κοινωνικών μύθων του μοντέρνου: η κρίση της προοπτικής της σύγχρονης κοινωνίας τους φαίνεται σαν η έλλειψη κάθε μέλλοντος Το Punk είναι, με αυτή την έννοια, η ευδιάκριτη, διαυγής συνειδητοποίηση μιας αλλαγής σημαδιακής, που θα αφήσει εποχή.Ειδωμένο επάνω αυτό το φόντο, το ιταλικό ’77 αποκτά μια ιδιαίτερη πυκνότητα: σε εκείνο το έτος προστίθενται οι επιπτώσεις μιας παρατεταμένης εποχής εργατικών αγώνων και μιας πολιτιστικής έκρηξης των εξεγερσιακών κινημάτων της νεολαίας και των ανέργων, όλων εκείνων που αισθάνονται ότι απειλούνται από τη νέα παραγωγική οργάνωση που διακρίνεται στον ορίζοντα της μεταβιομηχανικής εποχής. Το κίνημα του ’77 στην Ιταλία συνοψίζει όλα τα διαφορετικά πρόσωπα της αντικουλτούρας της νεολαίας: η πολιτική ψυχή μαοϊκής μήτρας, η αντάρτικη επιθετικότητα συνδυάζονται με τον δημιουργισμό της ξεκάθαρης hippie προέλευσης: όλα αυτά καταλήγουν να εισρεύσουν μέσα στη σκοτεινή και απεγνωσμένη αναπαράσταση της πρώτης εμφάνισης του πανκ.Ενώ στους καυτούς μήνες της άνοιξης του ’77 (όταν οι εξεγέρσεις της πλατείας στη Μπολόνια και στη Ρώμη εξερράγησαν) ο κυρίαρχος τόνος ήταν εκείνος της μεσσιανικής ελπίδας, της αναζωογονητικής εμπιστοσύνης σε μια απελευθερωμένη κοινότητα, στο χτίσιμο απελευθερωμένων περιοχών.Μέσα στους επόμενους μήνες, μετά τον αντίκτυπο με την σκληρότητα της καταστολής και κυρίως με τη αδυσώπητη λογική της περιθωριοποίησης, της ανεργίας, της ανταγωνιστικότητας, ο απελπισμένος και αυτοκαταστροφικός τόνος κατέστησαν κυρίαρχοι, το συναίσθημα της έλευσης μιας απάνθρωπης εποχής, όπου όλες οι αξίες της αλληλεγγύης θα είχαν ακυρωθεί-διαγραφεί.Με αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε ότι το 77 ήταν ταυτόχρονα μια σύνθεση της δεκαετίας του »60 και της δεκαετίας του ’70, και ένα ζοφερό προαίσθημα της δεκαετίας του ’80.

Μετά το ’77 εμφανίστηκαν με ευρύτατο τρόπο οι τάσεις εκείνες που χαρακτηρίζουν τις συμπεριφορές του νεαρού πληθυσμού στα λεγόμενα χρόνια της «παρακμής» : μεταβάλλονται οι συμπεριφορές οι στάσεις και οι θέσεις ως προς την εργασία, συμπεριφορές προς την διαδικασία κοινωνικοποίησης, η ανάγκη για κοινότητα και η ακραία και περιφρονητική γεύση για την περήφανη μοναξιά του.Και τελικά εκείνη την στιγμή ωριμάζει η μετάβαση από τις πολιτισμικές μορφές που φέρουν το αποτύπωμα του κολεκτιβισμού και του εξισωτισμού προς τις μορφές που κυριαρχούνται από τον ατομικισμό. Το 1977 αντιπροσωπεύει μια κριτική κάθε ψυχολογικής επένδυσης για το μέλλον, και η διεκδίκηση μιας εμμένειας χωρίς υπολείμματα, μιας βιοτής στο παρόν που δεν αφήνει χώρο στις ιδεολογίες ή προσδοκίες.Στην κουλτούρα του ’77 η εξέγερση είναι μια πράξη που είναι όλη παρούσα, μια πράξη που αξίζει την αμεσότητα της και όχι για το μέλλον που πρέπει να εδραιώσει. Επάνω σε αυτή την απόρριψη της επένδυσης στο μέλλον βασίζεται και η κριτική που η κουλτούρα του 1977 απηύθυνε στην παραδοσιακή πολιτική στράτευση.Η ευτυχία πρέπει να βιωθεί άμεσα, και δεν πρέπει να προταθεί για το μετα-επαναστατικό μέλλον. Αλλά εάν βλέπουμε τα πράγματα σε προοπτική, με τα μάτια της επακόλουθης εμπειρίας, συνειδητοποιούμε το γεγονός πως η ευτυχής εμμένεια του ’77, η διεκδίκηση ενός ενιαίου μέλλοντος που πρέπει να βιωθεί πλήρως, δεν είναι άλλο παρά η πρόβλεψη ενός «no future» του πανκ, που αμέσως μετά την δύση της καυτής εμπειρίας του 77 εξαπλώνεται στη νεανική συνείδηση.Δεν χρειάζεται να περιμένουμε τίποτα από το μέλλον γιατί δεν υπάρχει μέλλον για τις ανθρώπινες αξίες, για την αλληλεγγύη, την ελευθερία, την ευχαρίστηση ζωής. Το μέλλον εμφανίστηκε ξαφνικά σημαδεμένο από τα φαντάσματα της στρατιωτικοποίησης, του μιλιταρισμού, της βίας, του κομφορμισμού, της μιζέριας. 

Και πράγματι είναι μετά το ’77 που οι στρατιωτικές επενδύσεις αυξάνονται τρομακτικά και το κλίμα του ψυχρού Πολέμου ξαναρχίζει σε συνδυασμό με τη νίκη του Ρέιγκαν, είναι μετά το ’77 που ένα κύμα απολύσεων πέφτει επάνω στους εργάτες σε ολόκληρη τη βιομηχανική Δύση, και οι νέες τεχνολογίες εξαλείφουν εκατομμύρια θέσεις εργασίας, καθιστώντας την ανεργία των νέων ένα ανεκρίζωτο διαρθρωτικό δομικό γεγονός.Το μέλλον φαίνεται ξηρό και έρημο, και μάλιστα είναι από εκείνη τη στιγμή που η ηρωίνη εμφανίζεται μαζικά στην αγορά ναρκωτικών, και είναι επίσης η στιγμή κατά την οποίαν, αναγκασμένοι να βρουν ένα χώρο στον κόσμο της «απορρύθμισης-deregulation» και της αδίστακτης επιθετικότητας μεταξύ ανέργων, κάνουν την επανεμφάνιση τους ατομικισμός και ανταγωνισμός, προκαλώντας μια βαθιά κρίση των μορφών αλληλέγγυων κοινοτήτων των προηγούμενων ετών.Εν ολίγοις, είναι εκείνη τη στιγμή που το σενάριο αλλάζει: αλλά αυτό αλλάζει κυρίως μέσα στο σύστημα προσδοκιών και των πιθανών φαντασιακών του μέλλοντος. Αλλάζει, δηλαδή, μέσα στην κοινωνική σκέψη, στην πολιτισμική αντίληψη, μέχρι να σφραγιστεί ζοφερά μέσα στην κομφορμιστική και αναισθητοποιητική ομολογία της δεκαετίας του ’80 που ξεδιπλώθηκε.

αυτονομία, autonomia

Η ΕΚΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ (17).

Στη στιγμή κατά την οποίαν, για δεύτερη φορά, η διάσκεψη Ανατολής-Δύσης πραγματοποιείται στο Βελιγράδι, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στα σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν την παρούσα στιγμή στην Ιταλία και, ειδικότερα, στην καταστολή που επιπίπτει στους στρατευμένους εργάτες και διανοούμενους σε αγώνα ενάντια στον ιστορικό συμβιβασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, τι σημαίνει σήμερα, στην Ιταλία, «ιστορικός συμβιβασμός»; Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» αποκάλυψε την πραγματική του όψη τους τελευταίους μήνες: από την μια πλευρά ανάπτυξη ενός συστήματος καταπιεστικού-κατασταλτικού ελέγχου σε μια εργατική τάξη και ένα νεανικό προλεταριάτο που αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης, από την άλλη σχεδιασμός κατανομής του κράτους με την DC (τράπεζες και στρατό στην Χ. Δ., αστυνομία, κοινωνικός και εδαφικός έλεγχος στο Κ.Κ.Ι.) μέσω ενός πραγματικού «μοναδικού» κόμματος, είναι ενάντια σε αυτή την ντε φάκτο κατάσταση που εξεγέρθηκαν οι νεαροί προλετάριοι και οι διαφωνούντες διανοούμενοι τους τελευταίους μήνες.

Πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση; Τι συνέβη ακριβώς; Από τον μήνα φεβρουάριο η Ιταλία κλονίζεται από την εξέγερση των νέων προλετάριων, των ανέργων και των φοιτητών, των ξεχασμένων από τον ιστορικό συμβιβασμό και από το θεσμικό παιχνίδι. Στην πολιτική λιτότητας και θυσιών αυτοί απάντησαν με την κατάληψη των πανεπιστημίων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τον αγώνα ενάντια στη μαύρη δουλειά, τις άγριες απεργίες, το σαμποτάζ και την απουσία στα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας όλη την άγρια ειρωνεία και την δημιουργικότητα εκείνων που, αποκλεισμένοι από την εξουσία, δεν έχουν τίποτα περισσότερο να χάσουν: «Θυσίες! Θυσίες!» «Lama,μαστίγωσε μας«, «Οι χριστιανοδημοκράτες κλέφτες είναι αθώοι, οι αληθινοί εγκληματίες ήμαστε εμείς!«, «Περισσότερες εκκλησίες, λιγότερα σπίτια!». Η απάντηση της αστυνομίας, της D.C. και του P.C.I. υπήρξε χωρίς σκιά αμφισημίας: απαγόρευση οποιασδήποτε διαδήλωσης στη Ρώμη, μόνιμη κατάσταση πολιορκίας στη Μπολόνια με τεθωρακισμένα στους δρόμους, πυροβολισμούς στο πλήθος. Και είναι εναντίον αυτής της μόνιμης πρόκλησης-προβοκάτσιας που το κίνημα έπρεπε να αμυνθεί. Σε εκείνους που τους κατηγορούν πως χρηματοδοτούνται από την Cia και από την K.G.B., οι αποκλεισμένοι από τον ιστορικό συμβιβασμό απαντούν: «Η συνωμοσία μας είναι η νοημοσύνη, η εξυπνάδα μας, η δική σας είναι αυτή που χρειάζεστε για να χρησιμοποιήσετε το εξεγερσιακό κίνημά μας για να ξεκινήσετε την κλιμάκωση του τρόμου».

Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως: – Τρεις εκατοντάδες αγωνιστές, μεταξύ των οποίων πολλοί εργάτες, βρίσκονται αυτή την στιγμή στη φυλακή στην Ιταλία. – Οι υπερασπιστές τους συστηματικά διώκονται: σύλληψη των δικηγόρων Cappelli, Senese, Spazzali και εννέα άλλων αγωνιστών της κόκκινης Βοήθειας, της Red Relief, Soccorso rosso, μορφές καταστολής αυτές που εμπνέονται από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στη Γερμανία. – Ποινικοποίηση των καθηγητών και φοιτητών του Ινστιτούτου πολιτικών επιστημών στην Πάντοβα, εκ των οποίων δώδεκα κατηγορούνται για «ανατρεπτική ένωση»:  Guido Bianchini,  Luciano Ferrari Bravo,  Antonio Negri κ.λπ. – Έρευνες σε εκδοτικούς οίκους: Area, Erba Voglio, Bertani, με τη σύλληψη αυτού του τελευταίου εκδότη. Γεγονός χωρίς προηγούμενο: η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων προέρχεται από ένα βιβλίο για το κίνημα της Μπολόνια. Έρευνες στα σπίτια των συγγραφέων Nanni Balestrini και Elvio Fachinelli.Σύλληψη του Angelo Pasquini, συντάκτη του λογοτεχνικού περιοδικού «Zut». – Κλείσιμο του σταθμού Radio Alice στη Μπολόνια και κατάσχεση του υλικού, σύλληψη δώδεκα συντακτών του Radio Alice. – Εκστρατεία του τύπου με στόχο: ταύτιση της πάλης του κινήματος και των πολιτιστικών εκφράσεών του με μια συνωμοσία, υποκίνηση του κράτους να οργανώσει ένα πραγματικό «κυνήγι μαγισσών».

Οι υπογράφοντες ζητούν την άμεση απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων αγωνιστών, το τέλος της δίωξης και της εκστρατείας δυσφήμισης ενάντια στο κίνημα και την πολιτιστική του δραστηριότητα, διακηρύσσοντας την αλληλεγγύη τους με όλους τους αντιφρονούντες που βρίσκονται υπό διερεύνηση.J.P. Sartre, M. Foucault, F. Guattari, G. Deleuze, R. Barthes, F.Vahl, P. Sollers, D. Roche, P. Gavi, M. A. Macciocchi, C. Guillerme e altri.

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

αυτονομία, autonomia

ΤΑ ΕΚΑΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗΣ ΓΝΩΣΗΣ.

Σε μια περίοδο που διασχίσθηκε από αντισυνταγματικού χαρακτήρα εντάσεις, μεταξύ των εσωτερικών δυναμικών στη μορφή του αγώνα δεν πρέπει να λησμονούνται εκείνες που σχετίζονται με τον τομέα των επιστημών ή της επιστήμης «tout court». Εδώ δεν υπάρχουν μόνο οι τεχνολογικές καινοτομίες που αναπτύχθηκαν για να ελέγξουν την εργατική-ταξική σύγκρουση , υπάρχει επίσης ο κόσμος της ιατρικής και της ψυχιατρικής, τα προβλήματα της υγείας του σώματος και του νου. Η δεκαετία του 70 υπήρξε μια ριζοσπαστική και καινοτόμος κριτική, χωρίς επιστροφή, του ιατρού ως «τεχνικού του κεφαλαίου», του ψυχίατρου ως «τεχνικού του ελέγχου». Ήδη σε αυτούς τους ορισμούς περιέχεται η κριτική διαδρομή που θα φέρει μερικούς «τεχνικούς» των ολοκληρωτικών θεσμών να αμφισβητήσουν τον ρόλο τους, ακολουθώντας ένα παρόμοιο μονοπάτι που εφαρμόστηκε από τους διαφωνούντες διανοούμενους της δεκαετίας του εξήντα. Το 1968 κυκλοφόρησε το βιβλίο  «L’istituzione negata.Rapporto da un ospedale psichiatrico»,»Το θεσμικό όργανο που αμφισβητήθηκε. Έκθεση ενός ψυχιατρικού νοσοκομείου» που επεξεργάστηκε ο Franco Basaglia. Το βιβλίο που δημοσιεύει ο εκδοτικός οίκος Einaudi θα πουλήσει 60.000 αντίτυπα μεταξύ του ’68 και του ’72, και θα συναντηθεί γρήγορα με το πλατύ κίνημα διαμαρτυρίας ενάντια στην κοινωνία του κεφαλαίου.

Ο τεράστιος αντίκτυπος του έργου της Basaglia δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι καθιστά εμφανή τη φρίκη του θεσμού του ασύλου, του ψυχιατρίου και τη πληγωμένη ανθρωπιά των έγκλειστων (θα ήταν στην περίπτωση αυτή ένα απλό καταγγελτικό καθήκον ρεφορμιστικού τύπου), αλλά και το ότι πηγαίνει στις ρίζες της λειτουργίας της ψυχιατρικής και της φιγούρας του «τρελού», του «ανισόρροπου», σαν φιγούρες και λειτουργίες όλες εσωτερικές στη λογική της κυριαρχίας του κεφαλαίου. «Ο Μάρξ κάποτε μίλησε για την «τρέλα του κεφαλαίου» σε μια μεταφορική και λογοτεχνική έννοια. (Πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη τους μαρξικούς μεταφορικούς ισχυρισμούς). Τρέλα του κεφαλαίου είναι ακριβώς το αντίθετο του «τρελού κεφαλαίου».) Δηλαδή μίλησε για την πραγματικότητα ως μια «ανατραπείσα» πραγματικότητα (που διπλασιάστηκε, διασπάστηκε, αντικαταστάθηκε) […].Η τρέλα και οι ασθένεια είναι η αντιφατική συστατική έκφραση της «διπλής» υπάρχουσας πραγματικότητας ως αντιστρεπτική σχέση των κοινωνικών σχέσεων και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, του «χρόνου εργασίας» και «χρόνου ζωής»[…].Το ον-άνθρωποι των «αρρώστων» ή των «υγιών» ως ον- εμπόρευμα των ανθρώπων, συνιστά και καθορίζει, θετικά ή αρνητικά, την οικειοποίηση ή την απαλλοτρίωση της ανθρώπινης-κοινωνικής αυτοπαραγωγής, των σχέσεων μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου, ανάμεσα στον άνθρωπο και τα προϊόντα του « (9).

Αποτέλεσμα εικόνας για Franco Basaglia

Ουσιαστικά ο «τρελός», ο «ανισόρροπος» στην ανάδυση του είναι ένας «αντιφρονούντας» της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων της «τρέλας του κεφαλαίου» που ωθεί το ιδιωτικό και το κοινωνικό μέσα στο κλουβί της εμπορευματοποίησης των ανθρώπινων αναγκών. Το άσυλο, το ψυχιατρείο, το ίδρυμα και η ψυχιατρική επιστήμη έχουν στη συνέχεια ως καθήκον να καταστήσουν την κατηγορία της τρέλας παραγωγική και λειτουργική. Είναι βέβαιο ότι με το έργο του Basaglia και την εμπειρία του ψυχιατρικού νοσοκομείου της Gorizia (όπου δρούσε ο Basaglia), ο «τρελός», ο «αποκλεισμένος», έγινε ένα υποκείμενο των αγώνων και, ενώ χιλιάδες φοιτητών συνέρρεαν για να παράσχουν εθελοντική εργασία στην Gorizia, η κουλτούρα και η πρακτική της αντι-ψυχιατρικής γίνονταν ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της επαναστατικής κουλτούρας. Τα έργα των Laing, Cooper, Goffman άρχισαν να διαδίδονται ευρέως, συμβάλλοντας στην ενεργοποίηση στο έδαφος της πολιτικής και κοινωνικής εξέγερσης, των θεμάτων των «τεχνικών απελευθέρωσης», των μεθόδων μέσα από τις οποίες να διαφύγει κάποιος από τις χειραγωγήσεις και τις επιρροές, τους επηρεασμούς, εσωτερικούς και εξωτερικούς στις προσωπικές εμπειρίες, για να ανακτήσει αυτονομία και αυτοδιάθεση.

Σχετική εικόνα

Και στην διαδρομή που ήδη ασκήθηκε από την «ιδιαιτερότητα» της beat και hippy εμπειρίας, η δημιουργική «κατανάλωση» αντιψυχιατρικών προβληματισμών και αναγνώσεων ως εργαλείο ατομικής και συλλογικής απελευθέρωσης ενεργοποιείται και γίνεται καθημερινή πρακτική. Αυτή η διαδρομή ποτέ δεν υπήρξε εύκολη και γραμμική, αρμονική. Αφού είχε ένα μεγάλο χώρο το ’68, τέθηκε σοβαρά στο περιθώριο από την εμφάνιση των γραφειοκρατικών-λενινιστικών οργανώσεων, παραμένοντας προνόμιο του underground χώρου, της αντικουλτούρας, για να επιβεβαιωθεί ξανά μέσα στη μεγάλη εποχή του «προσωπικού που είναι πολιτικό» συνδεδεμένου με το γυναικείο κίνημα .

Σχετική εικόνα

Η οποία, εάν κατάφερε να θέσει στο κέντρο της σύγκρουσης «τη μεγαλύτερη από όλες τις διαφορετικότητες», ίσως να μην κατάφερε να αντιληφθεί πλήρως το γεγονός πως το ότι ήταν και ένα κοινωνικό και μαζικό κίνημα το καθιστούσε ένα «μέρος του συνόλου». Και πως, αποσυντιθέμενη με το τέλος του ’77 η συνολική συνέπεια των κινημάτων (εργατικών, κοινωνικών, πολιτικών και υπαρξιακών), η δυνατότητα της «ανατροπής» της αμοιβαίας διάκρισης μετατρέπονταν σε ευρέως διαδεδομένη ψυχαναλυτική πρακτική, μοναχά ως αντιμετώπιση στην δυσφορία, στην αγωνία και την ταλαιπωρία, όχι ως μια συνολική επανάσταση του εαυτού. «[…] δεν γίνεται να αρνηθούμε, ας πούμε, την απόδειξη της ολότητας. Ήδη ο Nietzsche έλεγε ότι το να αποκλείεις ένα κομμάτι σημαίνει να αποκλείεις τα πάντα Η ανατροπή είναι ολική ως ανεστραμμένη ολότητα, σε όλες τις διαστάσεις και τα επίπεδα της: στο σύστημα της εργασίας, της επικοινωνίας, της »γλώσσας», των αναγκών, της «σεξουαλικότητας», της εξουσίας» (10).

Αποτέλεσμα εικόνας για rivista sapere giulio maccacaro anni 70

Πολλά είναι τα περιοδικά που γεννήθηκαν σε αυτόν τον χώρο της κριτικής της καθημερινής ζωής και των αντιφάσεων που προκάλεσε η υπαρξιακή ανησυχία. Τεράστιας σημασίας το «Sapere, Γνώση» που διηύθυνε ο Giulio Maccacaro, τόσο για το κύρος των συνεργατών του όσο και για την πολλαπλότητα των θεμάτων με τα οποία ασχολήθηκαν [μπορεί να πει κανείς ότι είχαν προβλέψει-προκαταβάλει σχεδόν τα πάντα: από την οικολογία μέχρι την κριτική της ιατρικής του «κεφαλαίου», από την αντιπυρηνική μάχη μέχρι την απομυθοποίηση της «βιομηχανικής ανάπτυξης» ως υπεύθυνης για την καταστροφική ρύπανση του πλανήτη, μέχρι την κριτική των ίδιων των θεμελίων της τεχνικής επιστημονικής γνώσης]. Το περιοδικό «L’Erba Voglio», το οποίο ιδρύθηκε από τον ψυχαναλυτή Elvio Fachinelli και την Lea Melandri, αξίζει μια ιδιαίτερη μνεία. Γεννημένο στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, θα συνεχίσει για χρόνια μια επίκαιρη κριτική των σεχταριτικών υπερβολών της ιδεολογικής στράτευσης και των αυταρχικών πρακτικών, ακόμη και όταν ήταν κρυμμένες από την αριστερή μήτρα.

Αποτέλεσμα εικόνας για rivista l'erba voglio anni 70

Σημείο αναφοράς για τις αντιαυταρχικές πρακτικές στο σχολείο (ειδικά για τα μικρά παιδιά) το «L’Erba Voglio» τοποθετείται συνεχώς στην καρδιά της πολιτιστικής συζήτησης που αντιπαραθέτει τις υπαρξιακές συμπεριφορές στις άκαμπτες ιδεολογικές θεωρητικοποιήσεις. Αλλά και στον δημιουργικό και καλλιτεχνικό τομέα (θέατρο, μουσική, κινηματογράφο κλπ.) πολλά πράγματα πρέπει να εξερευνηθούν και να εκπροσωπηθούν μέσα στα γεγονότα των κινημάτων. Από τη διαμαρτυρία των διανοουμένων και καλλιτεχνών του ’68 (καταλήψεις της Triennale του Milano και της Biennale της Βενετίας) στην μεγάλη άνθιση των «ελεύθερων ραδιοφώνων» το ’77. Και πάνω απ ‘όλα, εκτός από τη μεγάλη παραγωγή πολιτικού θεάτρου και καμπαρέ, την στράτευση και τη νοημοσύνη του Κύκλου La Comune, Η Κομούνα, του Dario Fo και της Franca Rame. Ένας οργανισμός που σε πολλές φάσεις λειτούργησε ως ένα αυθεντικό μεγάλο «μέσο» ερμηνείας-αναπαραγωγής των διάσπαρτων πολιτικών αγώνων.

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

Αποτέλεσμα εικόνας για Circolo La Comune di Dario Fo e Franca RameΣχετική εικόνα