αυτονομία, autonomia

ΤΟ ΕΤΟΣ ΣΥΝΟΡΟ.

Όταν το έκτακτο, το εξαιρετικό το ζούμε ως καθημερινό συνηθισμένο τότε αυτό σημαίνει ότι η επανάσταση είναι σε εξέλιξη. Αυτή είναι η αίσθηση, αυτό είναι το νόημα μιας μεγίστης του «Τσε» που ταιριάζει καλά στην «κατάσταση του νου, στα συναισθήματα» των πρωταγωνιστών του κινήματος του ’77, το έτος της μεγάλης εξέγερσης. Αλλά το ’77 είναι επίσης το πιο σκοτεινό έτος, το πιο απομακρυσμένο από τις μνήμες. Από την πλευρά της θεσμικής εξουσίας, η απομάκρυνση [από την σκέψη] δεκαετής πλέον εκφράζει το φόβο να αντιμετωπίσει ξανά τα περιεχόμενα ενός πολιτικού πολιτισμικού κοινωνικού κινήματος, το οποίο παρουσιάστηκε εκείνη την χρονιά με αναλλοίωτα επαναστατικά χαρακτηριστικά. Το ’77 δεν ήταν σαν το ’68, το ’68 ήταν έτος διαμαρτυρίας, το ’77 ήταν ριζικά εναλλακτικό, γι ‘αυτό και η «επίσημη» εκδοχή ορίζει το ’68 σαν καλό και το ’77 σαν κακό, όντως το ’68 είναι εδώ, έχει ανακτηθεί ενώ το ’77 εξαφανίστηκε, εξολοθρεύτηκε. Για το λόγο αυτό το ’77, σε αντίθεση με το ’68, δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι ένα έτος εύκολου εορτασμού.

Σχετική εικόνα

Ωστόσο, η επιχείρηση να παραχωθεί στη λήθη το κίνημα του ’77 πραγματοποιήθηκε και από τους δικούς του πρωταγωνιστές. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν εσωτερικεύσει τις καταστροφικές επιπτώσεις της καταπιεστικής, κατασταλτικής τρομοκρατίας του κράτους, ακυρώνοντας μαζί με τη μνήμη αυτής της εμπειρίας και την ανταγωνιστική ταυτότητά τους. Πέρα από αυτά τα δυο «εθελοντικά» ‘θαψίματα’ της μνήμης, η μηδενική επίδραση της κοινωνικής μνήμης που παράχθηκε από τη γιγαντιαία αλλαγή στις τεχνολογίες επικοινωνίας. Παρ ‘όλα αυτά όμως, τα ερωτήματα που τέθηκαν από το τελευταίο αντιθεσμικό μαζικό κίνημα στην Ιταλία παραμένουν επίκαιρα επειδή δεν έχουν επιλυθεί. «Ποια εξέλιξη για ποιο μέλλον;» ήταν το βασικό ερώτημα, απλό και τρομερό, στο να συνοψίσει την «διαίσθηση» του να ζεις εκείνη τη στιγμή ως την κορυφογραμμή, την ακμή ενός περάσματος μετασχηματισμού που σημάδεψε μιαν εποχή, που κατέστη σαφής από την κρίση και από την εξάντληση των κανόνων σχέσεων και κοινωνικής οργάνωσης βασισμένες στο βιομηχανικό σύστημα. Η ευαισθησία εκείνου του κινήματος υπήρξε το να αντιληφθεί το δράμα του αναγκαστικού περάσματος στην σκοτεινή και δυσανάγνωστη κοινωνία της μετα-βιομηχηχανικής εποχής. Από εδώ η συνειδητοποίηση ότι το κίνημα του ’77 έπρεπε να αντιληφθεί, από πλευράς περιεχομένου, το κέντρο των προβλημάτων που αυτό το πέρασμα συνεπαγόταν: το πρόβλημα της εργασίας και των μετασχηματισμών της.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Η θορυβώδης εισβολή στην κοινωνική σκηνή του κινήματος του ’77, του οποίου η σύνθεση ήταν φοιτητών, νέων προλετάριων και γυναικών με επισφαλή και «μη εγγυημένη» τοποθέτηση στην αγορά εργασίας, υποχρέωσε τους εμπειρογνώμονες της εθνικής κοινωνιοπολιτολογίας να αναλύσουν τα τόσο καινούργια και ανεξιχνίαστα χαρακτηριστικά τoυ. Αλλά αυτά τα υποκείμενα, από την αρχή, δεν εμφανίστηκαν διατεθειμένα στο κλασσικό οπλοστάσιο της κοινωνιολογικής και ψυχαναλυτικής έρευνας, η οποία θα έπρεπε να έδινε τουλάχιστον λίγο φως στους λόγους της απόκλισης τους από τους κανόνες της «πολιτικής, αστικής συνύπαρξης».Έτσι, χωρίς στοιχεία, αριθμoύς και εγκεφαλογραφήματα στην διάθεση τους, στους «ειδικούς» μας αποδείχθηκε αδύνατο να ξεπεράσουν το καθήκον να πληρώσουν το κενό των γνώσεων τους με ένα αδιάκοπο ξεδίπλωμα ανοησιών που δημοσιεύονται επί μήνες σε εφημερίδες και περιοδικά, τόσο ανεξάρτητα όσο και κομματικά.Αυτό μέχρι την κατάβαση, στην αρένα της «συζήτησης», της σοβαρής διαύγειας των διανοουμένων του P.C.I. Έλαχε στον Asor Rosa, πρώην «εργατιστή» των «Quaderni Rossi» και της «ClasseOperaia», την επαύριο της εκδίωξης του Lama από το Πανεπιστήμιο της Ρώμης, να διατυπώσει μια ανάλυση που πραγματοποιήθηκε επάνω στα νέα κοινωνικά υποκείμενα της εξέγερσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη.

Αυτή η στοχαστική προσπάθεια που πήρε το όνομα «Θεωρία των δύο κοινωνιών» ήταν τόσο επιτυχής που έγινε αμέσως η επίσημη ανάλυση.Xoνδρικά η συλλογιστική έτρεχε σε αυτή τη φιλολογική: η κρίση καθορίζει την ανεργία από την οποία οι πιο πληγέντες είναι οι νέοι, η ανεργία είναι περιθωριοποίηση από το σύστημα της παραγωγικής εργασίας (που είναι εκείνο της εργατικής τάξης του εργοστασίου), η περιθωριοποίηση με τη σειρά της μεταφράζεται σε αποσύνθεση και απελπισία, οι οποίες τελικά φθάνουν στο σημείο να μεταφραστούν σε παράλογη και αλόγιστη βία. Αυτά τα οριακά υποκείμενα (κοινωνικά περιθωριακά μιας και δεν περιλαμβάνονται στο κεντρικό σύστημα παραγωγής του εργοστασίου), είναι ακριβώς η «δεύτερη κοινωνία», «που αναπτύσσεται δίπλα στην πρώτη, και ίσως βαρύνει επί αυτής, χωρίς όμως να έλκει σημαντικά πλεονεκτήματα, χωρίς να έχει μια διέξοδο και δίχως ένα ρίζωμα στην πρώτη κοινωνία» (11) (εκείνη την εργατική).

Σχετική εικόνα

Για την κουλτούρα του βιομηχανισμού του ιστορικού εργατικού κινήματος, η «εργατική κεντρικότητα» είναι η σταθερή θέση δουλειάς στα εργοστάσια των καταναλωτικών αγαθών με διάρκεια, έτσι ώστε όσοι δεν έχουν αυτή την τοποθέτηση είναι απαραιτήτως οριακοί, περιθωριακοί. Ξεκινώντας από αυτή την ανάγνωση ένα κίνημα που αποτελείται από αυτά τα υποκείμενα, το οποίο επιπλέον αξιώνει την πλήρη αυτονομία από τους ιστορικούς θεσμούς του εργατικού κινήματος (κόμματα και συνδικάτα), δεν μπορούσε να θεωρηθεί παρά επικίνδυνο φαινόμενο περιθωριοποίησης και παρασιτισμού κορπορατικού, εύκολα εκμεταλλεύσιμο από τις αντιδραστικές και συντηρητικές δυνάμεις. Δεν είναι τυχαίο ότι άλλοι ορισμοί του κινήματος που επινόησε ο Giorgio Amendola, διακεκριμένος διανοούμενος του Κ.Κ.Ι., ήταν εκείνοι του «neosquadrismo»[α] e «diciannovismo«β]. Η κρίση που έδωσε η ιστορική αριστερά για το «κίνημα του ’77» είχε λοιπόν τις προϋποθέσεις της σε μια ανάλυση της ταξικής σύνθεσης που δεν έλαβε υπόψη τη μεγάλη μεταμόρφωση των παραγωγικών διαδικασιών και της κοινωνικής εργασιακής ημέρας που ξεκίνησε από την αναδιάρθρωση που διενήργησαν οι καπιταλιστικές δυνάμεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Αυτή η αναδιάρθρωση, η οποία πήρε το όνομα της «βιομηχανικής αναπροσαρμογής», ξεκίνησε το 1974 (ημερομηνία της πετρελαϊκής Κρίσης) και αμέσως προέκυψε ως επίθεση στην τεχνική και πολιτική σύνθεση της εργατικής τάξης των μεγάλων εργοστασίων. Η cassa integrazione γ] [ταμείο παροχών ανεργίας], υπήρξε το πρώτο ισχυρό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε από τα αφεντικά για να φρενάρει, να εξολοθρεύσει τον κύκλο των αγώνων της εργάτη μάζα ανατρέποντας την «ακαμψία» του, δηλαδή την υλική και πολιτική ομοιογένεια από την οποία έλκυε τις συνθήκες της δύναμης του πρώτα στο εργοστάσιο και στη συνέχεια στην κοινωνία..Οι πρώτες επιπτώσεις αυτής της αναδιάρθρωσης παίρνουν την μορφή ως σύσταση ενός δικτύου αποκέντρωσης, διάχυσης, διασποράς, ρευστοποίησης στο κοινωνικό σημαντικών τμημάτων της παραγωγικής και αναπαραγωγικής διαδικασίας.Μέσα σε αυτό το δίκτυο απορροφήθηκαν νέες κοινωνικές φιγούρες, που ήταν παραδοσιακά αποκλεισμένες από την αγορά εργασίας, στο οποίο οι συνθήκες εργασίας ανέλαβαν το χαρακτηριστικό δίχως πρότυπο της ημι-ανεργίας και της επισφάλειας. Αυτό που το κομμουνιστικό Κόμμα και το συνδικάτο δεν μπόρεσαν ή δεν ήθελαν να καταλάβουν ήταν ότι αυτές οι νέες επισφαλείς και μη εγγυημένες φιγούρες είχαν έτσι κι αλλιώς άμεση ή έμμεση παραγωγική λειτουργία: ότι η φύση τους ήταν εργατική μιας και από αυτές εξάγονταν υπεραξία, πως αυτές οι φιγούρες αποτελούσαν συστατικό μέρος της νέας ταξικής σύνθεσης που διαμορφώνονταν επάνω στους ρυθμούς μιας μεταμόρφωσης της παραγωγικής διαδικασίας που ρυθμίζεται ως συστολή των παραδοσιακών χειρωνακτικών εργασιών, προς όφελος μιας ανάπτυξης του μαζικού πνευματικού έργου.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Αντί να στρέψουν την προσοχή σε αυτές τις νέες παραγωγικές φιγούρες, διαπιστώνοντας το φορτίο καινοτομίας που εξέφραζαν στο επίπεδο των αναγκών της ανάπτυξης και της πολιτικής οργάνωσης, το κομμουνιστικό Κόμμα και το συνδικάτο αντέταξαν την πιο τραχιά, την πιο πρόχειρη ανάλυση που κατέληξε να τις μαρκάρει σαν ένα φαινόμενο επικίνδυνου ανορθολογισμού ενός νέου μαζικού υποπρολεταριάτου, εναντίον του οποίου έπρεπε να αντιτάξουν την ορθολογική δημοκρατική σταθερότητα μιας εγγυημένης εργατικής τάξης οχυρωμένης στους μεγάλους βιομηχανικούς καθεδρικούς ναούς καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση πως θα βαστάξει, θα αντέξει την πολιορκία της καπιταλιστικής επίθεσης. Όσον αφορά τη θεσμική πολιτική, η στρατηγική του «ιστορικού συμβιβασμού» του Κ.Κ.Ι. είχε την καίρια στιγμή της στο αποτέλεσμα των διοικητικών εκλογών του ’75, όταν κατέλαβε πολλές και σημαντικές τοπικές αρχές και ακόμη περισσότερο το επόμενο έτος, στις πολιτικές εκλογές, όταν άγγιξε το προσπέρασμα της χριστιανοδημοκρατίας D.C.I. H παταγώδης εκλογική επιτυχία, έφτασε επάνω στο κύμα των αγώνων των μαζικών κινημάτων των προηγούμενων ετών που το κόμμα θεώρησε ότι είχε επαναφέρει σε λειτουργία ιμάντων μετάδοσης στο κοινωνικό του σχεδίου του. Σε αυτό το σημείο, θέτοντας τη δική του υποψηφιότητα ως «κυβερνητικό κόμμα», έστρεψε όλη του την ένταση και την προσοχή στους ελιγμούς συμμαχίας και διαπραγμάτευσης με τα άλλα κόμματα.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Η ανησυχία ότι η νομιμότητα της διακυβέρνησης θα έπρεπε να περάσει από την οικοδόμηση μιας εικόνας δημοκρατικής αξιοπιστίας, το ώθησε να αποδεχτεί το αντάλλαγμα να αναλάβει το ρόλο του εγγυητή της κοινωνικής συγκρουσιακής έντασης, έτσι ώστε αυτή να μειωθεί, να ελεγχθεί, να μπει σε κανάλια και να καταστεί διαχειρίσιμη ή μη εκτιμώμενη, αφορισμένη και υπό καταστολή στις ασυμβίβαστες πτυχές της με την επιβίωση του συστήματος σε κρίση. Κατά συνέπεια, κυρίως στους χώρους εργασίας, οι οργανώσεις και οι συνδικαλιστικοί τομείς που ελέγχονται από το PCI ανέπτυξαν μια γραμμή η οποία, αφενός, αποσκοπούσε σε μιαν αποφασιστική εξάλειψη οποιασδήποτε μη ελεγχόμενης ή μη συνεργατικής εργατικής αντίθεσης-αντιπαράθεσης, ενώ, από την άλλη, έθετε υποψηφιότητα, στις σχέσεις τους με τις βιομηχανικές τάξεις, σε δύναμη ικανή να προωθήσει την έξοδο από την παραγωγική κρίση. Το αποτέλεσμα αυτής της αντιπαράθεσης ήταν η αποδοχή της «πολιτικής των δυο χρόνων» από συνδικαλιστικής πλευράς: πρώτα οι θυσίες της εργατικής τάξης, για να αποκατασταθούν τα περιθώρια συσσώρευσης κεφαλαίων που διαβρώθηκαν από τους αγώνες των προηγούμενων ετών, στη συνέχεια η ανάκαμψη της παραγωγής και μια δίκαιη ανακατανομή των εισοδημάτων και των εξουσιών. Το 1977, με αυτές τις πολιτιστικές και πολιτικές προϋποθέσεις, το ΚΚΙ και το συνδικάτο βρέθηκαν αντιμέτωποι με την απρόβλεπτη εμφάνιση ενός κινήματος αποτελούμενου από μια ποικιλία υψηλά μορφωμένων προλεταριακών υποκειμένων, πολύ ευαίσθητα στην αντίληψη των επιπτώσεων της επιτάχυνσης των μετασχηματισμών ενός παραγωγικού συστήματος που αποσκοπούσε στη διάλυση της κεντρικής σημασίας της βιομηχανικής εργασίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Αυτά τα υποκείμενα ήταν το τερματικό συμπύκνωμα, το τεράστιο χωνί, στο οποίο εισρέει το απόθεμα μιας γνώσης και μιας μνήμης της οργάνωσης ενός αδιάσπαστου κύκλου αντι-θεσμικών αγώνων, συνεπώς αυτόνομων και ριζοσπαστικών, που ξεκίνησαν μέσα στα χρόνια Εξήντα. Όντες κυρίως το ιστορικό προϊόν, το προκύπτον παράγωγο του μαζικού εργάτη από την άποψη της διαλεκτικής σχέσης με την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, τα υποκείμενα αυτά αποδείχθηκαν ιδιαίτερα επιθετικά στο επίπεδο των ανταγωνιστικών πολιτικών τους εκφράσεων.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77

Η έννοια της απόρριψης της εργασίας που είχε διασχίσει όλη τη δεκαετία του 60 και το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70 είχε βρει επιτέλους την πιο ολοκληρωμένη γενιά της, μια γενιά που έκανε αυτής της έννοιας το δικό της στοιχείο πολιτιστικής, κοινωνικής και πολιτικής ταυτότητας. Αν η αναδιάρθρωση, ρευστοποιώντας την αγορά εργασίας, διαμόρφωσε μια νέα παραγωγική δομή στην οποία η εργατική δραστηριότητα χαρακτηρίζονταν ως επισφαλής, περιστασιακή και εναλλάξιμη μεταξύ χειρωνακτικών και πνευματικών λειτουργιών, τα υποκείμενα του ’77 έκαναν δικό τους αυτό το πεδίο ακραίας κινητικότητας μεταξύ διαφορετικών θέσεων εργασίας και μεταξύ εργασίας και μη απασχόλησης, θεωρώντας την εργατική απόδοση ως ένα περιστασιακό στοιχείο παρά ως συστατικό θεμέλιο της ύπαρξης τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για 1977, italia, la rivolta

Αντί να πιέζουν και να αγωνίζονται για να εξασφαλίσουν τον «μόνιμο τόπο, την μόνιμη θέση» για όλη τη ζωή, στο εργοστάσιο ή στο γραφείο, έδειξαν την προτίμηση τους στα πειράματα για τις πιθανές μορφές εναλλακτικής λύσης στην προμήθεια εισοδήματος. Για αυτά τα υποκείμενα η κινητικότητα στη σχέση με την εργασία κατέστη από επιβαλλόμενη μορφή, συνειδητή και προνομιούχος επιλογή σε σχέση με την εγγυημένη εργασία των οκτώ ωρών την ημέρα καθ ‘όλη τη διάρκεια της ζωής. Οι νέοι εργάτες που εργάζονταν ήδη στα εργοστάσια, αφού αναμετρήθηκαν με την αδυναμία και την ματαιότητα αντίστασης στη διαδικασία αναδιάρθρωσης με τον αγώνα για την «προστασία της θέσης εργασίας», αυτοαπολύονται επιλέγοντας το μέτωπο της κινητής εργασίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77

Είναι πρωτίστως για αυτές τις συμπεριφορές και για αυτές τις επιλογές, και όχι για την τάση να ασκούν τη βία στους αγώνες, που οι νέοι του κινήματος του 1977 προκάλεσαν σκάνδαλο στις τάξεις του ιστορικού εργατικού κινήματος.Για τους λόγους αυτούς γίνεται κατανοητό πώς, στο κίνημα του 1977, ολόκληρη η παράδοση του ιστορικού εργατικού κινήματος, που έχει εμφυτευτεί επάνω στην ιδεολογία της εργασίας, δεν μπορούσε παρά να εμφανιστεί, εκτός από βαθιά ξένη, και αντικειμενικά εχθρική, εχθρική προς την δική τους ανάγκη, που είχε ωριμάσει από την εξαιρετική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, να απελευθερώσουν τη ζωή από τη σκλαβιά του εκβιασμού της εντολοδόχου εργασίας.

Σχετική εικόνα

Και η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη, και ήταν σκληρή.Έτσι, μέσα στο ’77, ξέσπασε η καθημερινή γενίκευση μιας πολιτικής και πολιτιστικής διαμάχης που διακλαδώθηκε σε όλα τα μέρη της κοινωνίας, αντιπροσωπευτικό δείγμα της σύγκρουσης που διαπέρασε όλη τη δεκαετία του ’70, μια σκληρή μάχη, ίσως η πιο σκληρή, μεταξύ των τάξεων και μέσα στην τάξη, που συνέβη ποτέ από την ενοποίηση της Ιταλίας. Σαράντα χιλιάδες καταγγέλθηκαν, δεκαπέντε χιλιάδες συνελήφθησαν, τέσσερις χιλιάδες καταδικάστηκαν σε χιλιάδες χρόνια φυλάκισης, και στη συνέχεια νεκροί και τραυματίες, εκατοντάδες, και από τις δύο πλευρές.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento '77, la grande rivolta

Αυτά τα νούμερα σίγουρα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως το απλό αποτέλεσμα ενός αλόγιστου στοιχήματος της παραληρηματικής γνώσης μιας αχρείας χούφτας κακών δασκάλων που μπολιάστηκε στις νιχιλιστικές εντάσεις των υποκουλτουροποιημένων και περιθωριοποιημένων κοινωνικών στρωμάτων. Αυτή η σύγκρουση ήταν μάλλον ένα ραντεβού που αναγκάστηκε από την κατακρήμνιση των κοινωνικών αντιφάσεων μεταξύ των τάξεων που, μέσα στην γενικευμένη κρίση, έσπτωχναν προς μια άμεση και μετωπική διένεξη για τον επαναπροσδιορισμό νέων κανόνων εξουσίας.

Σχετική εικόνα

 α] squadrismo, Πολιτικό-κοινωνικό φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από τη βίαιη δραστηριότητα ομάδων δράσης, με ιδιαίτερη αναφορά στους φασίστες που κατά τα έτη μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο λειτουργούσαν χωρίς κανέναν ενδοιασμό, με εκφοβισμούς και βιαιότητες συχνά θανατηφόρες κατά των δημοκρατικών πολιτικών οργανώσεων.
 β] diciannovismo, Σύνολο πολιτικών και κοινωνικών φαινομένων που χαρακτήριζαν τα χρόνια μετά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ειδικότερα σε σχέση με τη γέννηση του φασισμού
γ]  cassa integrazione  το ταμείο παροχών ανεργίας είναι ένας από τους κύριους κοινωνικούς απορροφητές κραδασμών που προβλέπει το νομικό σύστημα και συνίσταται, σε γενικές γραμμές, στην καταβολή από το INPS χρηματικού ποσού υπέρ των εργαζομένων των οποίων ο εργοδότης έχει μειώσει την αμοιβή τους ως αποτέλεσμα μιας μείωσης (ή μια ριζικής αναστολής) της εργασίας λόγω πολλαπλών αιτιών
αυτονομία, autonomia

PARCO LAMBRO: ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ.

Πλησιάζοντας το καλοκαίρι του 1976, το ιστορικό ραντεβού του φεστιβάλ του πάρκο Lambro επανεμφανίζεται για το μιλανέζικο κίνημα. Η ομάδα του «Re Nudo», η οποία έχει την επιμέλεια των εκδόσεων για χρόνια, συντονίζεται με τους αναρχικούς, την Lotta continua και τους αυτόνομους για να αντιμετωπίσει αυτό που αναμένεται να είναι μια μαμούθ συνάντηση δεκάδων χιλιάδων νέων. Πράγματι, κατά τη διάρκεια των τριών ημερών του φεστιβάλ μαζεύονται γύρω στους 100 χιλιάδες νέοι από όλη την Ιταλία. Οι πολιτικές και πολιτισμικές αντιφάσεις μέσα στο κίνημα και στα οργανωμένα του κομμάτια εκρήγνυνται βίαια, αποκαλύπτοντας ξαφνικά τα όρια της ιδεολογίας της γιορτής, του φεστιβάλ. Είναι ένα τραύμα για όλους γιατί βρισκόμαστε μπροστά στην πραγματικότητα που είναι: μοναξιά, βία, υλική δυστυχία πολλαπλασιασμένη για 100 χιλιάδες νέους.

Σχετική εικόνα

Αυτό κοινωνικοποίησε εκείνο που έπρεπε να είναι η αιχμή της γιορτής του νεανικού προλεταριάτου: «Κυλιόμαστε για τέσσερις μέρες στη μέση μιας θάλασσας σκουπιδιών με τον καταπιεστικό ήλιο και τη λασπώδη βροχή των νυχτών, με τις κατσαρίδες στον σάκκο και τα αηδιαστικά πλαστικά πιάτα […] απαλλοτριώνονται τα περίπτερα των συντρόφων και μεταξύ των απαλλοτριωτών υπάρχουν εκείνοι που καταστρέφουν το γλέντι των gay του Cony, κάποιοι επιτίθεται στις γυναίκες και κατά τη διάρκεια της νύχτας οργανώνουν ομάδες που φωνάζουν: άνδρες του Lambro έφοδος! Η επιθετικότητα της αδυναμίας αναμετράται με την αδυναμία αυτής της επιθετικότητας και όλες οι εντάσεις εκτονώνονται στο γκέτο, όπου η απαλλοτρίωση αντικαθίσταται από την παράστασή της. Εν τω μεταξύ, άλλοι κλείνονται στη σκηνή για να ‘καπνίσουν’ διαμαρτυρόμενοι επειδή «αυτοί ήρθαν εδώ για να αποκαταστήσουν την ενότητα της ψυχής με το σώμα, αλλά και εδώ υπάρχει η βία». Όλα τα σκατά, η μιζέρια, η αδυναμία οικοδομεί εδώ την ιδεολογία της, το κίνημα των διαχωρισμών καταλήγει στον διαχωρισμό των απομονώσεων ή στην εξαπόλυση της επιθετικότητας» (5).
Αποτέλεσμα εικόνας για Re nudo, Parco Lambro
Ο προβληματισμός σχετικά με την έκβαση του φεστιβάλ του πάρκο Lambro φέρνει στο φως τις θέσεις εκείνων των τομέων του κινήματος που αναφέρονται στον χώρο της εργατικής αυτονομίας, οι οποίοι είναι οι μόνοι που μπορούν να διαβάσουν τους λόγους της αποτυχίας και να προσφέρουν μιαν ένδειξη διαδρομών αγώνα για την έξοδο από την κρίση στην οποία κινδυνεύει να βαλτώσει το κίνημα.»Η ιδεολογία της γιορτής και της ζωής όταν το νέο υποκείμενο δεν καταφέρνει να κατανοήσει τον εαυτό του ως μια φιγούρα μέσα στην μεταβαλλόμενη ταξική σύνθεση είναι μια ιδεολογία παρηγορητική, καθολική ιδεολογία, και σε τελική ανάλυση λειτουργική στο σχεδιασμό γκετοποίησης και περιθωριοποίησης των στρωμάτων κοινωνικού χρόνου που απελευθερώνεται από την εργασία» (6).
Σχετική εικόνα
«Οι καταλήψεις σπιτιών, οι οικειοποιήσεις στα σούπερ μάρκετ, οι μισθολογικοί αγώνες, η οργάνωση κατά της διακίνησης ηρωίνης, τα απελευθερωτικά κινήματα, η έκρηξη του φεμινιστικού κινήματος έχουν εισέλθει στο φεστιβάλ σαν πρωταγωνιστές και έχουν διατάξει το θάνατο του ποπ Φεστιβάλ του ‘Re Nudo‘.«Ένα πράγμα ήταν ξεκάθαρο σε όλους: ότι οι νέοι προλετάριοι επιθυμούν να κάνουν την γιορτή για να διασκεδάσουν, αλλά και για να επιβεβαιώσουν τις ανάγκες τους. Και αυτές πηγαίνουν ενάντια στην τάξη της καπιταλιστικής μητρόπολης, ενάντια στην εργασία του εργοστασίου του κεφαλαίου, ενάντια στην καταπίεση της κουλτούρας των αφεντικών. Σε όλο αυτό οι νέοι προλετάριοι θέλουν να κάνουν το πάρτι, την γιορτή.«Η ένταση να βγουν από το πάρκο Lambro, που τώρα θεωρείται σαν ένα γκέτο, και να φέρουν την γιορτή μέσα στην πόλη, εναντίον της πόλης, είναι η κατάκτηση αυτού του φεστιβάλ.
Αποτέλεσμα εικόνας για Re nudo, Parco Lambro
Η ένδειξη που έρχεται από πολλούς συντρόφους μέσα στο φεστιβάλ να επιστρέψουν για να φέρουν τα περιεχόμενα που εκφράζονται στις απαλλοτριώσεις και στην συνέλευση στις συνοικίες είναι ένα πρόγραμμα πολιτικής δουλειάς και συνέχειας. Είναι η συνειδητοποίηση της ανάγκης να επανενωθούν σε μορφές αγώνα και να οργανώσουν τις ανάγκες που εξέφρασε το νεανικό προλεταριάτο στο Lambro με τους αγώνες των εργατών εναντίον της εργασίας, με τους αγώνες των ανέργων για το μισθό, με την επίθεση των κρατουμένων στο καταπιεστικό κράτος, με την άρνηση της κυριαρχούμενης από τους άνδρες καταπίεσης στις γυναίκες. Να επιστρέψουμε στις γειτονιές και τα εργοστάσια ώστε το λουλούδι της εξέγερσης που άνθισε στο Lambro να πολλαπλασιαστεί σε εκατό άνθη της οργάνωσης, σε χιλιάδες επεισόδια οικειοποίσης, σε σταθερές βάσεις αντιεξουσίας. Σε ικανότητα να διοργανώσουμε για το επόμενο έτος μια μεγάλη γιορτή: την δική μας γιορτή ενάντια στην μητρόπολη.»‘
Σχετική εικόνα
 «Ένα ήρεμο festival pop φόβου» (Gianfranco Manfredi).
Το πάρκο έχει πολλές εισόδους ποιος ξέρει ποιος θα πληρώσει αλλά το πάρκο δεν έχει εξόδους την τιμή δεν την γνωρίζουμε ζήτησες μιαν απάντηση και η ομάδα σου τη δίνει είναι κλεισμένη σε ένα σάντουιτς χαμηλής ποιότητας. Η δημοτική αρχή μας έχει χορηγήσει το λιβάδι και το νερό όχι η δημοτική αρχή είναι αριστερή η βρωμιά δεν ξέρω και μετά μας κόψαν το ρεύμα ώστε να ζούμε στο σκοτάδι την αποξένωση μας. Και είμαστε όλοι μαζί αλλά ο καθένας είναι για την πάρτη του ονειρευόμαστε την ανασύνθεση αλλά δεν υπάρχει ο καθένας στον σάκο του ή γυμνός ανάμεσα στην κοπριά μόνος σαν νεοσσός, βρεγμένος σαν σκύλος.Η σκηνή είναι σαν μια γέφυρα που δεν ενώνει τίποτα περνούν οι τραγουδιστές που σφυρίζονται από τον κόσμο κάποιος λίγο εξυπνότερος τους κάνει να χτυπούν τα χέρια ή ξεκινά το κορεό των ναπολιτάνων. Και θέλεις να δεις το νεανικό προλεταριάτο γιατί αυτός είναι ο προσκεκλημένος που έπρεπε να έρθει αλλά ήδη αισθάνεσαι μια παράξενη δόνηση στον αέρα που γεννιέται απ’ τα φετίχ ντυμένα σαν άνθρωποι.Όλα είναι ένα μεγάλο σκατό, φταίει το κράτος, ο ρεφορμισμός, οι ομάδες, ο δεν ξέρω το εμπόρευμα αγκαλιάζει την λαϊκή γιορτή και μπαίνει μέσα στα σώματα ανάμεσα στο κατούρημα και τις σημαίες. Όλα γίνονται κομμάτια μέχρι και η Θεωρία επειδή το Νέο Υποκείμενο φαίνεται να μην υπάρχει και εάν η απαλλοτρίωση σημαίνει κάτι είναι πως η ζωή μας έχει γίνει κάτι.
Αποτέλεσμα εικόνας για parco lambro anni 70
Η επιθυμία φωνάζει: να η αστυνομία! καπνός από δακρυγόνα κανείς δεν ξέρει πού είναι αλλά υπάρχει κάποιος στο άλλο λιβάδι που κάνει μασάζ ίσως με γιόγκα σε πιάνει λίγη αμηχανία. Δεν καταλαβαίνουμε τίποτα θέλουμε να ξεφύγουμε από τη γιορτή … ποια γιορτή; δεν μπορείς να σταθείς πια, κάποιος με τον πούτσο του έξω είναι ακόμα εκεί και ψάχνει θέλει να πάρει μαζί του στη σκηνή την γυναίκα για να γαμήσει.Κάποιος κατόρθωσε να κερδίσει τη νύχτα περιμένοντας την αυγή πιο μπροστά πέφτουν μπουνιές κάποιος κατόρθωσε να μπει στα βλέμματα να διαβάσει στα μάτια πως δεν είναι πολύ αργά. Γιορτάζουν στη σκηνή την τελευταία παντομίμα καίνε τους φακέλους δειλή η ηρωίνη αλλά υπάρχουν εκείνοι που τον εχθρό τους ψάχνουν γύρω στο λιβάδι και μαζί με τον διακινητή χτυπούν με λοστό τον χρήστη. 
Σχετική εικόνα
Είναι η τελευταία παράσταση όχι μόνο της γιορτής η γενιά μου που αδειάζει το κεφάλι της θέλει να δει τα κομμάτια της και δεν θέλει να τα δει θέλει να διαβάζεται στο σώμα, αλλά και στην εφημερίδα. Στις πέντε το πρωί παίζουμε μουσική όλοι μαζί χορεύουμε σαν τρελοί μοιάζει να περνάμε καλά και γυναίκες το έσκασαν υπάρχει μόνο μια μοντέλα που χορεύει all’africana την τελευταία tarantella. Και εδώ στην ιεροτελεστία υπάρχει η αντίφαση στην ευτυχία η νέα καταπίεση το πάρκο είναι τώρα κρυμμένο είναι όλο ένα κουτάκι μπύρα κάναμε τον απολογισμό και τίποτα δεν είναι όπως πριν.
Σχετική εικόνα
αυτονομία, autonomia

ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΤΟΥ ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

Οι εμπειρίες που έκαναν οι γυναίκες μέσα στο φεμινιστικό κίνημα έγιναν ολοένα και πιο πολυάριθμες και διαφορετικές μεταξύ τους. Αυτή η διάδοση, χωρίς αμφιβολία θετική, έχει φέρει μαζί της το πρόβλημα της ανταλλαγής και της επικοινωνίας μεταξύ των συλλογικοτήτων.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento femminista anni 70

Την στιγμή που καταφέρνουν επιτέλους να έρθουν σε επαφή, είναι συχνά δύσκολο να γίνουν αντιληπτές μεταξύ τους ίσως διότι τα συμφέροντα είναι διαφορετικά και πάνω απ ‘όλα διαφορετικές είναι οι μορφές έκφρασης, τα λεξιλόγια. Αυτό επαναλαμβάνεται στις διάφορες μορφές επικοινωνίας, κινηματογράφου, εικαστικών τεχνών, γραφής με μερικά ακόμα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Παρά όλα τα εμπόδια, τα εργαλεία επικοινωνίας των προσωπικών και συλλογικών εμπειριών, ιδίως εφημερίδες και περιοδικά, γίνονται ολοένα και πιο πολυάριθμα. Μερικά από τα κανάλια που δημιουργούνται, συνήθως αυτοδιαχειριζόμενα, ακολουθούν τους χρόνους ανάπτυξης των κολεκτίβων που αναφέρονται σε αυτά, άλλα πρέπει να λογαριαστούν με την εκδοτική βιομηχανία, με την επίσημη διανομή.Αυτοί οι τρόποι επικοινωνίας έχουν κάτι κοινό: γράφουν όχι μόνο για τον εαυτό τους, αλλά για κάποιον άλλο, για τις γυναίκες του κινήματος, για τις «άλλες», για ένα κοινό που δεν γνωρίζουν. Και τότε με διαφορετικές αποχρώσεις κάθε γυναίκα που γράφει και γνωρίζει ότι το έργο της θα δημοσιευθεί τίθεται μπροστά σε έναν συνομιλητή, έστω και απροσδιόριστο.Οι γραπτές λέξεις ταξιδεύουν έξω, ένα μέρος του εαυτού τους είναι «δημόσιο». Πρόκειται για μια καινοτομία, σχετική, για τις γυναίκες. «Αφού πήραμε ξανά τον λόγο φωνάζοντας δημόσια τη ζωή μας, σήμερα παίρνουμε πίσω τη γραπτή λέξη.» Ξεκινώντας από την πρακτική που γίνεται μέσα στο κίνημα, ομάδες γυναικών ξαναρχίζουν την αναζήτηση μιας γλώσσας που δεν σβήνει την ποικιλομορφία, την διαφορετικότητα, την ιδιαιτερότητα της γυναίκας και που προχωρεί πέρα από την γυναικεία αμεσότητα.

Αποτέλεσμα εικόνας για giornali femministi anni '70

Αναφέρουμε συνοπτικά μια ανασκόπηση των κύριων φεμινιστικών περιοδικών που βγήκαν στη δεκαετία του ’70, συχνά ως μοναδικά νούμερα ή περιοδικά τετράδια. Το ‘Sottosopra’ γεννιέται το 1973 με πρωτοβουλία ορισμένων φεμινιστικών ομάδων στο Μιλάνο. Σκοπός η δημιουργία ενός εργαλείου συζήτησης και σύνδεσης μεταξύ φεμινιστικών ομάδων, όχι μόνο μιλανέζικων. Ο ευρύτερος στόχος είναι η συγκρότηση μιας πραγματικότητας διαφορετικής από την μικρή ομάδα, μεγαλύτερη, ευρύτερη, πιο περίπλοκη. Σημαντική είναι η διάταξη, η σελιδοποίηση, τα γραφικά, η φωτογραφία, υπάρχει μια προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν διαφορετικά λεξιλόγια. Τελειώνει το δεκέμβριο του ’76 ως περιοδικό, αλλά τα «φύλλα» συνεχίζουν να βγαίνουν χωρίς περιοδικότητα.

Αποτέλεσμα εικόνας για giornale sottosopra, anni '70, foto

«Differenze», ‘Διαφορετικότητες’ γεννιέται στη Ρώμη το 1976.» Διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών, μεταξύ τάξης και τάξης, μεταξύ γυναικών και γυναικών, μεταξύ του φεμινισμού του 19ου αιώνα και του σημερινού φεμινισμού, μεταξύ χειραφέτησης και απελευθέρωσης, μεταξύ φεμινισμού και φεμινισμού, μεταξύ αριθμού και αριθμού αυτών των εκδόσεων.» Δεν θα είναι μια έκδοση που θα αντιπροσωπεύει το φεμινιστικό κίνημα, θα επιβλέπεται κάθε φορά από μια διαφορετική ομάδα, αυτά που θα είναι γραμμένα θα φέρουν την ευθύνη όσων υπογράφουν και δεν θα εκπροσωπούν την τελευταία λέξη του φεμινισμού επάνω στο θέμα που αντιμετωπίζεται. Τελειώνει τις δημοσιεύσεις το ’77.

donne e cultura differenze riunione herstory  femminismo luoghi donne storia gruppi Roma

«Nuova dwf – donnawomanfemme «είναι ένα τριμηνιαίο περιοδικό διεθνών μελετών επάνω στην γυναίκα, που συνδέεται με εκείνο το τμήμα του κινήματος που ενεργοποιείται στα ιταλικά και ξένα πανεπιστήμια και σε άλλα ερευνητικά κέντρα. Σκοπός του δεν είναι, ή όχι μόνο εκείνος της επανεξέτασης του πολιτισμού για να ανακαλύψει πόσες ή ποιες συνεισφορές έχουν κάνει οι γυναίκες κατά τη διάρκεια της ιστορίας, όσο αυτός της επεξεργασίας μιας μεθοδολογίας και μιας ερευνητικής προσέγγισης επί της γυναίκας που να μην είναι η επίπεδη εφαρμογή προκαθορισμένων σχημάτων, αλλά η προσπάθεια να επινοήσει εκ νέου δημιουργικά τα εργαλεία μιας διαφορετικής κουλτούρας. Το περιοδικό βγήκε πάντα με μονογραφικούς αριθμούς: γυναίκες και επιστημονική έρευνα, γυναίκες και μετάδοση του πολιτισμού, γυναίκες και ιστορική έρευνα, κίνημα και θεσμοί, γυναίκα και λογοτεχνία, ιμπεριαλισμός και μητρότητα.

Αποτέλεσμα εικόνας για "Nuova dwf - donnawomanfemme ", anni 70

«Quotidiano donna «, ‘Eφημερίδα Γυναίκα’, γεννήθηκε από έναν προβληματισμό ορισμένων γυναικών στο κίνημα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο από πάντα οι γυναίκες επηρεάζονται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τόσο στα περιεχόμενα που αυτά επιβάλουν, όσο και στην εικόνα των» γυναικών» που αυτά προτείνουν. Ως εκ τούτου, η ανάγκη για διαφορετική πληροφόρηση, των γυναικών για τις γυναίκες, αλλά που όμως πρέπει ακόμη να επινοηθεί.

Αποτέλεσμα εικόνας για Quotidiano donna, giornale, anni '70, foto

«Οι εργάτριεςτου σπιτιού «, Le operaie della casa» βγαίνει το 1976 από τη συντακτική ομάδα της Επιτροπής για το μισθό της οικιακής εργασίας στην Πάδοβα. Οι συντάκτριες το ορίζουν ως μια «εφημερίδα-κολάζ », λέξεων, σχεδίων, φωτογραφιών. Με νέα για τους αγώνες που οι γυναίκες προωθούν στα σπίτια, στα εργοστάσια και στα σχολεία ενάντια στην εργασία και την εκμετάλλευση που αναγκάζονται να υποφέρουν-υποβάλλονται.«

Σχετική εικόνα

»…Και είμαστε πολλές, E siamo tante … » είναι το δελτίο του ρωμαϊκού φεμινιστικού Κινήματος της οδού Pompeo Magno (το οποίο επαναλαμβάνει να κυκλοφορεί το 1976 μετά από δύο χρόνια διακοπής). Σκοπός είναι να βγουν έξω από την κολεκτίβα οι θέσεις της ομάδας. Ο κυριότερος στόχος είναι αυτός της «δημιουργίας σχέσεων μεταξύ μας αναγκαίων για την ανάλυση των περιεχομένων που θέλουμε να επικοινωνήσουμε«.

riunione Movimento femminista romano Pompeo Magno herstory  luoghi donne gruppi lesbiche Roma archiviaMovimento collettivo  Pompeo Magno herstory  luoghi donne gruppi lesbiche femminismo Roma archiviavolantino collettivo  Pompeo Magno herstory  luoghi donne gruppi lesbiche femminismo Roma archivia

«Lilith» είναι η εφημερίδα του αυτόνομου Κινήματος απελευθέρωσης της γυναίκας, αποτελούμενο από μια ομάδα στρατευμένων μαρξιστριών που διαχωρίστηκαν από το Κίνημα απελευθέρωσης της γυναίκας, μετά που αυτό επιβεβαίωσε, στο συνέδριο του 1975, την ομοσπονδιοποίηση του στο ριζοσπαστικό Κόμμα. Σκοπός της ομάδας είναι εκείνος να «κερδίσει στον φεμινιστικό αγώνα έναν σωστό χώρο μέσα στην γενικότερη σφαίρα της ταξικής πάλης […] να γίνει κατανοητό […] ότι ο αγώνας για την απελευθέρωση της γυναίκας είναι αποφασιστική συνιστώσα του επαναστατικού αγώνα«.

MLDA giornale lilith herstory  femminismo luoghi donne storia gruppi Roma

αυτονομία, autonomia

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΟΠΛΑ.

Ριζοσπαστικότητα, πρόκληση, παραβατικότητα, ρήξη της δεδομένης εικόνας: πώς παρεμβαίνει όλο αυτό στην πολιτική ιστορία της αριστεράς; Της αριστεράς της δεκαετίας του ’70; Στις 6 δεκεμβρίου 1975, σε μια μεγάλη διαδήλωση για την έκτρωση, η πρώτη ορατή έκφραση ενός αποσχιστισμού που υπήρξε πολιτική πρακτική εδώ και χρόνια, ένα στέλεχος της νέας αριστεράς δέχεται ένα χαστούκι γιατί παραβίασε την ομάδα περιφρούρησης που εμπόδιζε τους άνδρες από την πρόσβαση στην πορεία.Ήταν ο πρώτος συμβολισμός στην υπηρεσία των media μιας μη διευθετήσιμης σύγκρουσης μέσα στη νέα αριστερά, και των δυσκολιών της παλιάς και της νέας αριστεράς να διαχειριστούν αυτό που δεν παρουσιάζονταν σαν μια μεταβλητή της κύριας αντίφασης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Οι διαδηλώσεις μόνων γυναικών καθίστανται συνήθης πρακτική. Είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες τις μικτές.Τσόκαρα, μπούκλες, φούστες λουλουδάτες, οι διαδηλώτριες τραγουδούν, χορεύουν, κρατιούνται από τα χέρια, αγκαλιάζονται, κάνουν girotondi, κυκλικούς χορούς.Η ευτυχία του «να είναι όλες εκεί, » πολλές, χωρίς άνδρες, μοιάζει ο αληθινός σκοπός αυτού του να βρίσκονται μαζί.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento femminista anni 70

Έτσι, η 8η μαρτίου θα ανακοινωθεί με πανό σε λευκά και ροζ τετράγωνα. Έτσι, η ρωμαϊκή κολεκτίβα Pompeο Magno θέτει τη φαντασία της στη διάσπαση του κλασικού σχήματος αυτών που διαδηλώνουν σε πορεία και ρίχνουν συνθήματα: εδώ είναι μια μεγάλη κάμπια που ξετυλίγεται στους δρόμους της Ρώμης. Έτσι η πορεία για το «Παίρνουμε πίσω τη νύχτα» έχει στο επίκεντρο της ακριβώς το αίτημα, την διεκδίκηση, για τις γυναίκες, να περπατούν μόνες την πόλη: όχι μόνο το μεσημέρι, αλλά και τα μεσάνυχτα. Φυσικά, αυτή η πολιτική των γυναικών και οι εκφράσεις της είναι όλο και λιγότερο συμβατές με την πολιτική της αριστεράς. Και η δυσκολία μετατρέπεται σε διαζύγιο.Με το συνέδριο στο Ρίμινι της Lotta continua και τη διάλυση της (1976), με την έξοδο των γυναικών από το »manifesto» και από άλλες μικτές ομάδες. Η κριτική στην πολιτική ενθαρρύνει την έξοδο από οργανώσεις των οποίων η κουλτούρα αναπαράγει, σύμφωνα με τις γυναίκες, μορφές κυριαρχίας που υπέστησαν και καταγγέλθηκαν κάποια άλλη στιγμή.Μιας και εκεί διαχωρίζεται «το προσωπικό από το πολιτικό» η οικονομία από τη σεξουαλικότητα, το άτομο από το συλλογικό.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento femminista anni 70

 Η Lea Melandri ένα χρόνο νωρίτερα είχε γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Η αρχέγονη ατιμία»: «Δύο θεσμικά όργανα, το σχολείο και η οικογένεια, ανασυντίθενται μέσα σε μια ιδανική τάξη, το Delegate Order, τη Τάξη που έχει Ανατεθεί. Το χαμόγελο του Franti είναι ‘η ατιμία, το διαφορετικό’, που δεν διστάζει να διασπάσει το ειδύλλιο μιας εύχρηστης πλειοψηφίας, μιας πλειοψηφίας που συναινεί. »Ο στρατευμένος επαναστάτης ξαναθυμάται τα ιδιωτικά του όνειρα και η υποψία ότι η Πολιτική είναι ένα όνειρο, γεννιέται σε αυτόν. Αυτό που τόσο καιρό το ήλεγχε, το αρνούνταν ή διαχωρίζονταν από αυτό, το ξεχώριζε, εμφανίζεται με ντροπή ή με τον πειρασμό παράφωνων ‘φωνών’, τη «φωνή» που «εισάγει διακρίσεις, διαιρεί, υποδεικνύει μια διαφορά‘.«Αλλά μέσα, στη ρωγμή, αποκαλύπτεται το χαμόγελο του Φράντι: ένα κακόφημο χαμόγελο που σκοτώνει μαζί τη μητέρα και τον Malfatti, την Καρδιά και την Πολιτική.«Στα τελευταία αυτά χρόνια, ενώ μεγάλα και μικρά κόμματα έχουν ενισχύσει τις ιεραρχικές και γραφειοκρατικές τους δομές, φανταστικών πυραμίδων παλαιών οικίων «γεωμετριών», ο επαναστατικός αυθορμητισμός ανακαλύπτει ολοένα και πιο καθαρά την αλήθεια όλων αυτών που η αστική ιδεολογία έχει εκδιώξει από τη δημόσια σφαίρα ,μέσα στο γκέτο των σπιτιών, της σχέσης μεταξύ ανδρών και γυναικών, της ατομικής αποκλίσεως. Η αναζήτηση της κυκλικότητας και της σύνθεσης ανάμεσα στο «προσωπικό και το πολιτικό», που είχαν τεχνητά διαχωριστεί, φαίνεται να είναι η τελευταία όχθη πέρα από την οποία, ή γεννιέται ένας νέος τρόπος να υπάρχεις πολιτικά, ή η ίδια η πολιτική πεθαίνει ως συλλογικό σχέδιο απελευθέρωσης.»Οι δυσκολίες που συναντά η αυτονομία στις διάφορες μορφές συσσωμάτωσής της (αυτόνομες συνελεύσεις, ομάδες αυτοσυνειδησίας, κοινότητες κλπ.) δεν διαφέρουν από εκείνες που αναγκάζουν τους «απογοητευμένους» αγωνιστές να αναδημιουργήσουν το κόμμα ως ξεχωριστό χώρο της πολιτικής. Αλλά για όσους έχουν αφήσει αυτή την ψευδαίσθηση πίσω τους, ο κίνδυνος είναι η επιστροφή στην ιδιωτική ζωή.«Η «νοσταλγία» και η «επανάληψη» εντάσσονται διακριτικά συνεχώς εκεί όπου η εμφάνιση διαφορετικών και πιο ελεύθερων στάσεων ζωής και συμπεριφορών γίνεται αισθητή ως απειλή μοναξιάς και περιθωριοποίησης σχετικά με μια κοινωνικότητα που, αν και αναγνωρίζεται σαν νοητή και καταπιεστική, αποδεικνύεται λιγότερο ανησυχητική. »Η δουλεία σε κάνει να συνηθίζεις να φοβάσαι την ελευθερία. Η ιδέα της κίνησης κουβαλά μαζί της σαν σκιά εκείνη της παράλυσης.«Σε αυτό το σημείο κάποιος αναρωτιέται αν δεν είναι πάντα πολύ βιαστικός στο να χαράξει σύνορα ανάμεσα στη «συντήρηση» και στην «επανάσταση». Αν για συντήρηση εννοούμε όχι μόνο την υπεράσπιση των προνομίων, αλλά σε μια ευρύτερη έννοια, την υποταγή σε κανόνες και σχέσεις που εγγυώνται μια αλλοτριωμένη επιβίωση, τα σύνορα μετακινούνται, εισέρχονται στην ιστορία του καθενός, αγγίζουν τις πιο ‘ιδιωτικές’ καταστάσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για  anni 70,Lea Melandri
«Φαντάσματα και πραγματικότητα από πάντοτε διαπλέκονταν στην ιδιωτική / κοινωνική μας ιστορία.Η καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής για να αποδώσει ορθότητα σε αφαιρέσεις (χρήμα, ανταλλακτική αξία) χρειάστηκε να τοποθετήσει τον εαυτό της ως αμετάβλητη αντικειμενικότητα (φύση). Την ίδια τύχη είχαν όλα όσα είχαν να κάνουν με αυτήν: καταμερισμός της εργασίας, τεχνολογία, σχέση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας κ.λπ. Η «φυσικότητα» της οικονομίας και της πολιτικής είναι η εξαπάτηση της καπιταλιστικής ιδεολογίας, που διατηρείται σε μεγάλο βαθμό και από εκείνους που θέλουν να την καταστρέψουν. Το να να ανακαλύπτονται εμπλοκές σε μια μηχανή που φαινόταν άψογη-τέλεια σημαίνει επομένως το άνοιγμα μιας χαραμάδας στην προσπάθεια να επανοικειοποιηθεί η πραγματικότητα. Όταν το «κοινωνικό» δεν μας φαίνεται πλέον στην λανθασμένη σταθερότητα ‘αυτού που είναι αντικειμενικά’, έξω και εντελώς διαφορετικό από εμάς, ξένο, είναι ευκολότερο να δούμε την συγγένεια που αυτό έχει με την ιστορία του καθενός μας. »Αυτά τα τελευταία χρόνια η εικόνα ενός ακλόνητου και ορθολογικού συστήματος έχει υποστεί ένα ρήγμα που είναι δύσκολο να αποκατασταθεί. Οι ιδεολογικές και ηθικές παραποιήσεις στις οποίες η αστική κοινωνία έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα υποχωρούν, ενώ γίνεται αντιληπτό ότι η διαβίωση δεν είναι πλέον εγγυημένη». Μπορεί να φαίνεται σαν η πιο ευνοϊκή στιγμή για να τερματίσουμε την μαζική εξάρτηση. Κάποιος σίγουρα επένδυσε σε αυτό. Υπάρχουν όμως και σημάδια που δείχνουν αντίθετες τάσεις: η ανατίμηση των θεσμών (οικογένεια, σχολείο, κόμμα), η νοσταλγία της επιστροφής στην ιδιωτική ζωή, η εμφάνιση νέων μορφών διαφυγής θρησκευτικού μαγικού τύπου ως καταφύγιο στη μοναξιά και την αβεβαιότητα. Το πρόβλημα της «εξάρτησης», εκτός από το ότι είναι πιο σύγχρονο από ποτέ, είναι σαν να αποκαλύπτεται τώρα γεμάτο από πολύπλοκες και βαθιές επιπτώσεις, υπαινιγμούς.
Αποτέλεσμα εικόνας για  anni 70,Lea Melandri
Μπροστά σε μια τάξη που καταρρέει, η προσπάθεια να συγκολληθούν οι διαχωρισμοί και να καλυφθούν οι παραφωνίες απαντά στην ανάγκη επιβίωσης-συντήρησης όχι λιγότερο υλικής από τη φυσική συντήρηση με τη στενή έννοια. Οι ίδιοι άνθρωποι που επιθυμούν την αποσύνθεση της καπιταλιστικής πυραμίδας δεν επιτυγχάνουν πάντοτε να αποφύγουν τον πειρασμό να εδραιώσουν τις κορυφές-τα ηγετικά στελέχη άλλων οργανώσεων που είναι μόνο κατά τα φαινόμενα εναλλακτικές.«Η «διατήρηση» παραπέμπει στην «επιβίωση». Τι είναι αυτό που δεν μπορούμε να διακινδυνέψουμε να χάσουμε, εκτός από την τροφή, για να εξασφαλιστεί η ζωή; » Μεμονωμένο υποκείμενο και κοινωνικό υποκείμενο παρουσιάζονται, μέσα στο πλαίσιο της τρέχουσας οικονομικής δομής, αμφότερα με αλλοτριωμένες αποχρώσεις: τα άτομα, τα οποία η αστική ιδεολογία περιγράφει ως ενεργά, ελεύθερα, αυτόνομα υποκείμενα, στην πραγματικότητα μειώνονται σε παθητικά αντικείμενα, αφηρημένα άτομα, η μάζα των παραγωγών και των εκτελεστών, αντίθετα, αποτελείται από άτομα άγνωστα μεταξύ τους, απομονωμένα και εκτοπισμένα από το προϊόν της δουλειάς τους. Φέρνοντας αντιμέτωπα το κοινωνικό υποκείμενο (τάξη) στο άτομο, σαν η τάξη να ήταν ήδη «από μόνη της», αντικειμενικά, το υποκείμενο της επανάστασης, ο διαλεκτικός υλισμός κινδυνεύει να προσδώσει ρεαλισμό και επαναστατική δύναμη σε μια οντότητα όχι λιγότερο αφηρημένη και αλλοτριωμένη από το άτομο.«Επομένως, η αναζήτηση μιας «συγκεκριμένης ατομικότητας» συνδέεται αναπόφευκτα με την αναζήτηση μιας «νέας κοινωνικότητας». «Όταν μιλάμε για «προσωπικό» και «πολιτικό», ως παρουσίες που υπάρχουν αμφότερες στο επαναστατικό κίνημα, ο κίνδυνος είναι, αντίθετα , να επιστρέψουμε συνεκτικότητα και πολικότητα σε δύο στιγμές που αντιθέτως παρουσιάζονται συγκεχυμένες και μπερδεμένες. Να βουτήξουμε μέσα στην ιστορία αυτού που ειδώθηκε μόνο ως ιδιωτικό και ατομικό είναι σαν να μας έχει καταπιεί μια χοάνηIΟ πραγματικός χρόνος και η πολιτική πρόθεση γίνονται ολοένα και πιο θολές, ενώ ένα βάθος χωρίς ιστορία φαίνεται να διαμορφώνεται, όπου λίγα πάθη αναδεύονται, έντονα, πάντα τα ίδια. Το «προσωπικό» παίρνει την όψη του «διαφορετικού»: ένα είδος «φύσης» αμετάβλητης που ερχόμενη ξανά στην επιφάνεια παράγει θρυμματισμό και σύγχυση μέσα σε ένα κοινωνικό ιστό που επιθυμεί να είναι ομοιογενής.«Πίσω από την αλήθεια που υπάρχει σε όλο αυτό (μεροληψία ενάντια σε μια φαντασιακή ενότητα, η σύγκρουση ενάντια σε μια πλασματική αλληλεγγύη) μπορούμε να καταλήξουμε όμως να αναπαράγουμε ακούσια την ιδεολογική παραποίηση: βλέποντας ως «φυσική» ώθηση και διαχωρισμένο αυτό που είναι το αποτέλεσμα και στήριγμα ταυτόχρονα στη συνέχιση μιας παραμορφωμένης και αφηρημένης κοινωνικότητας.
Σχετική εικόνα
«Η ζήλια, ο ανταγωνισμός, το αίτημα για αγάπη είναι το παραμορφωμένο πρόσωπο μιας κοινωνικής ενσωμάτωσης που περνάει καταναγκαστικά μέσω της δυαδικότητας-τριγωνικότητας των οικογενειακών σχέσεων. «Από αυτό το σημείο προέλευσης το μοντέλο μιας« αλλοτριωτικής επιβίωσης» και καταστροφικής φαίνεται να διασχίζει, με μικρές τροποποιήσεις, ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση». Σε μια ομάδα γυναικών που προτείνουν να δώσουν μια συγκεκριμένη, μη ιδεολογική βάση, στην πολιτική τους σχέση, η άφιξη νέων προσώπων επικεντρώνει τη συζήτηση επάνω στο πρόβλημα εάν η ομάδα έπρεπε να κρατηθεί ανοιχτή ή να δώσει στον εαυτό της ένα ελάχιστο κανονισμού.
«Αλλά ποιες είναι οι «καινούργιες»; Η Μ. δηλώνει ανοιχτά εχθρική σε κάθε νέα παρουσία που αισθάνεται σαν «αντίπαλο-ανταγωνίστρια» σε σχέση με την ομάδα, υπό την έννοια ότι μπορεί να αφαιρέσει την προσοχή και την αγάπη της ομάδας. Η ομάδα είναι σαφώς διαμορφωμένη σαν «τρίτη ομάδα / πρόσωπο», στην οποία δίδεται ή φοβούνται να δώσουν μια εμφάνιση, μια έκφραση, ένα πρόσωπο. Η ιστορία μας φαίνεται ανεπανόρθωτα σημαδεμένη από τριγωνικές σχέσεις.‘Έχει υπάρξει ποτέ – αναρωτιέται η Λ. – ένα τέταρτο ενεργό; «Για την Γ. η ομάδα είναι φιλόξενη, ζεστή σαν τη μήτρα μιας μητέρας, όχι πάντα, μερικές φορές την αισθάνεται ξένη και σχεδόν δεν αναγνωρίζει τα πρόσωπα. Όταν αισθάνεται άνετα θέλει να μιλήσει. Η φωνή διεισδύει, αδηφάγα, αλλά προδίδει επίσης τον φόβο μήπως καταβροχθισθεί. «Για άλλες η ομάδα δεν έχει το πρόσωπο καμιάς ειδικότερα, θέλουν να παραμείνει ουδέτερη, ανώνυμη. Έτσι προτείνουν και πάλι, αλλά κατά τρόπο που μπορούν να την δουν και να την αναλύσουν, την θεμελιώδη και πιο ανθεκτική δομή από όλες τις διαπροσωπικές σχέσεις: την δυαδικότητα / τριγωνικότητα του τύπου της κοινωνικής σχέσης που εκτυπώνει η οικογένεια σε κάθε έναν από εμάς. Όποιο και αν είναι το πρόσωπο της ομάδας (η μητέρα, το γονικό ζεύγος), η ‘αρχική κατάσταση’ είναι εκεί, εμπλέκεται μέσα στην εύθραυστη λογικότητα των συνομιλιών μας, μέσα στην ηρεμία των σωμάτων μας. Να απελευθερώσουμε τον λόγο σημαίνει «να προδοθούμε» αποκαλύπτοντας παρορμήσεις και φαντασιώσεις που είναι εν μέρει άγνωστες σε εμάς, αλλά όχι τόσο πολύ ώστε να μην προαισθανθούμε σε αυτές την επανεμφάνιση κάτι τις που ήδη γνωρίζουμε.
Σχετική εικόνα
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το αίτημα για συναισθηματικές εγγυήσεις σε μια ομάδα γυναικών προκαλεί βαθιές ανησυχίες: υπάρχει ο φόβος της απόρριψης διότι ανυπόφορη επανάληψη της αρχικής εγκατάλειψης, αλλά και της συγκατάθεσης, της διαθεσιμότητας, επειδή ανακαλεί συγχωνευτικές φαντασιώσεις, θανάσιμους εγκλωβισμούς, λες και λόγω της καθησυχαστικής «διαφοράς» που έχει ο άνδρας, της διαφορετικότητας του αυτής που γίνεται ιστορικά εξουσία, οι γυναίκες βρίσκονται αντιμέτωπες η μια απέναντι στην άλλη χωρίς όρια, αμοιβαία διαπερατά. «Πριν λήξει η συνάντηση μια προτείνει να βρεθούν σε δείπνο, να ξανασυναντήσει τις άλλες ‘έξω από την ομάδα’ και να ξεχωρίσει πιο εύκολα τα πρόσωπα και τη φωνή της καθεμιάς από τα φαντάσματα τους. Η συνάντηση πραγματοποιείται λίγες μέρες αργότερα σε ένα περιβάλλον όπου, λόγω της φασαρίας που προκαλεί η μουσική, είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσουν. Η ανάγκη να αναφερθούν σε μια ανώνυμη ομάδα / πρόσωπο αντιστέκεται στην επιθυμία για πιο ελεύθερες σχέσεις.Το «ενεργό τέταρτο» γεννιέται αργά και με δυσκολία. Στην ενδιάμεση περίοδο, η επιβίωση.
«Μια γυναίκα αποφάσισε να χωρίσει από τον σύζυγό της. Πέρασε το βράδυ μόνη της, γρήγορα κοιμήθηκε αλλά ξύπνησε με πονοκέφαλο. Φαντάζεται πως αρρώστησε βαριά και ότι την πήγαν στο νοσοκομείο. Θέλει ο σύζυγός της να το μάθει και συγκινείται για τη τύχη του. Άλλες φαντασιώσεις: ξεγυμνώνεται από κάθε επιθυμία και αφιερώνει τον εαυτό της στον θρησκευτικό διαλογισμό, ή: γίνεται σαν τη μητέρα, διακριτική, οικονόμος, θυσιάζεται στις οικογενειακές υποχρεώσεις.«Μπορεί να ξεφύγει από την εξάρτηση, την προσδοκία ότι κάποιος ή κάτι «από έξω» εγγυάται τη ζωή, αλλά αυτό που παραμένει απαγορευμένο είναι ‘να παίζει ελεύθερα‘. Το προνόμιο του άνδρα είναι επίσης πως επιτρέπεται να «πεινάει» και ταυτόχρονα να «παίζει»‘.Μια αλλοτριωμένη ισορροπία ανάμεσα στην επιβίωση και την ευχαρίστηση που βασίζεται στον διαχωρισμό, αλλά που επιτρέπει να αποφεύγονται τα δεινά εκείνων που εξαναγκάζονται, μέσα στην έλλειψη ευχαρίστησης, να «πεινούν» ντροπιαστικά.«Το σπάσιμο του κύκλου της εξάρτησης είναι να μπαίνεις σε μια φάση «μετάβασης» όπου ο κίνδυνος είναι να εξαλειφθεί μαζί με το πτώμα μιας αλλοτριωμένης ύπαρξης και η ευχαρίστηση και η ζωντάνια που παγώνουν σε ένα είδος αναγκαστικής παιδικής ηλικίας.«
Σχετική εικόνα
Η επιβίωση πρέπει να επανεξεταστεί ξεκινώντας από το «σημείο προέλευσης»: μια ένδειξη που δεν ισχύει μόνο για την ανάλυση της συγκεκριμένης αλλοτρίωσης των γυναικών, αλλά για όλες τις πολιτικές οργανώσεις που δίνουν έμφαση στην αυτονομία ως απαραίτητη στιγμή για τη δημιουργία μιας πραγματική πολιτικής συλλογικότητας.«Η πολιτική πρακτική των φεμινιστικών ομάδων, τη στιγμή κατά την οποίαν κάνει αυτά τα θέματα δικά της (την επιβίωση, το προσωπικό, κλπ.) προσκρούει ενάντια σε μια Τάξη και μια Ενότητα ιδανικές που επιστρέφουν συνεχώς χωρίς μεγάλες διαφορές στην ιστορία της αριστεράς. Στην περίπτωση αυτή η μεροληψία, το μερικό παρουσιάζεται κατηγορηματικά ως «διαφορετικότητα και παραφωνία», απειλή αλλαγών και νέων απροσδόκητων αντιφάσεων.«Το γεγονός ότι οι γυναίκες έχουν δώσει στους εαυτούς τους οργανωτικές μορφές που παρακάμπτουν οποιοδήποτε προηγούμενο μοντέλο, οι οποίες εμφανίζονται αυθόρμητες (με την έννοια των «μη οργανώσεων») μόνο σε όσους έχουν κατά νου ιεραρχικές και γραφειοκρατικές δομές τινάζουν στον αέρα την ψευδαίσθηση εκείνων που εξακολουθούν να εύχονται η σύγκρουση μεταξύ ανδρών και γυναικών να επιστρέψει ειρηνευμένη μέσα στη Μεγάλη μοναδική ταξική ενότητα.«Όταν μια εντολή, μια τάξη πραγμάτων, όποια κι αν είναι, αισθάνεται να την απειλούν, η αντίδραση είναι η ίδια: λογοκρισία, δημιουργία εμποδίων και απόσπασης, ενσωμάτωση.
Σχετική εικόνα
«Η επιβίωση εξακολουθεί να τίθεται για τις γυναίκες ακόμη και στην ενηλικίωση, στην αρχική της μορφή: ανάγκη να την τρέφουν – ανάγκη να θρέψει, ανάγκη να αγαπηθεί – ανάγκη να δώσει αγάπη. Δεν εμφανίζεται, αν όχι σπάνια, η επεξεργασία της ανάγκης στις διάφορες μορφές που χαρακτηρίζουν αντιθέτως την ανάπτυξη του ανδρός: επιβεβαίωση, δύναμη, ανταγωνισμός, εξουσία.«Και οι δραστηριότητες του ανδρός, από την οικονομική στην πολιτιστική, την καλλιτεχνική, την πολιτική κ.λπ., φέρουν το σημάδι της αρχικής σχέσης εξάρτησης από τη γυναίκα-μητέρα.Αλλά φέρνουν επίσης την «διαφορετικότητα» που προκύπτει από το προνόμιο της ικανότητας, της δυνατότητας να στέκεται σε σχέση με την μητέρα σε μια θέση εξουσίας.«Η συναισθηματική επιβίωση είναι εγγυημένη στον άνδρα, ακόμη και αν δεν υπάρχουν μητρικές φιγούρες, από την συνειδητοποίηση ότι παίζει έτσι κι αλλιώς τον ρόλο αυτού που «μπορεί» ή «κατέχει». Ο κόσμος, έτσι όπως είναι δομημένος, ανεξάρτητα από τις οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές δομές που τον διέπουν και τον στηρίζουν, το επιβεβαιώνει σε καθημερινή βάση με την κληρονομική κατοχή του: την προσήλωση, την αφοσίωση της γυναίκας.«Όλες οι κουλτούρες, υποστηρίζει ο G. Ròheim, μπορούν να μοιάζουν με την ιστορία ενός ατόμου με τις νευρώσεις του, τις άμυνές του, τις ανησυχίες του και τα άγχη του. Ο πολιτισμός ως επέκταση της παιδικής ηλικίας; Αλλά αυτός που μπορεί να «δημιουργήσει πολιτισμό» είναι κάποιος που κατάφερε κατά κάποιο τρόπο να βρει ικανοποίηση στις ανάγκες της παιδικής ηλικίας, ο οποίος κατάφερε να επεξεργαστεί τον αποχωρισμό από τη μητέρα επειδή μπόρεσε να επαναλάβει με άλλες γυναίκες τον δεσμό, τη σχέση προέλευσης.Που δεν σημαίνει αυτονομία και ελευθερία σε σχέση με τις πρωταρχικές σχέσεις, αλλά μόνο το να ακουμπάς τα πόδια σε μια ασφαλή γη, επάνω σε μια «ύλη» αρκετά σταθερή ώστε να αφήσεις τη διαθεσιμότητα για να «κάνεις κάτι άλλο»». «Οικονομική επιβίωση και συναισθηματική επιβίωση» [ να σε αγαπούν να σε τρέφουν) στην αρχική κατάσταση δεν είναι διακριτές. Ο ερωτισμός είναι ένα μέρος της σχέσης μέσω της οποίας μεταδίδεται η ζωή που δεν διαχωρίζεται. Ο επακόλουθος διαχωρισμός (παραγωγή-αναπαραγωγή, οικονομικές σχέσεις-οικογενειακές σχέσεις, εργασία-σεξουαλικότητα) είναι ήδη το σημάδι μιας βαθιάς αλλοτρίωσης που έχει τη ρίζα της στη σεξιστική, πατριαρχική δομή, πριν ακόμη από εκείνη την καπιταλιστική«Η επιβίωση, όπως παρουσιάζεται στην καθημερινή εμπειρία των γυναικών, είναι σαν να μην είχε ούτε χρόνο ούτε ιστορία. Σημείο άφιξης και αναχώρησης παραμένει το σημείο προέλευσης, μια επιμονή και ακινησία που προκαλούν την παράλυση ή τον ακρωτηριασμό του «να κάνεις».
Σχετική εικόνα
Μόνο με μεγάλη προσπάθεια η γυναίκα καταφέρνει να κάνει δικό της το έργο του ανδρός, διατηρώντας ταυτόχρονα ένα είδος επιφύλαξης σε σχέση με αυτό. Οι ενέργειές της παραμένουν πεισματικά συνδεδεμένες με την αναζήτηση μιας ιδανικής μητρικής αγάπης επάνω στην οποία βαραίνει ο φόβος και η ενοχή. Το μόνο «που μπορεί να κάνει» είναι η μητρότητα, να μεταμορφωθεί από εγκαταλελειμμένη κόρη σε γενναιόδωρη μητέρα. Η εμπειρία της μητρικής εγκατάλειψης-προδοσίας βάζει την γυναίκα στην κατάσταση να πρέπει να ψάξει αναγκαστικά στον άνδρα την απόδειξη της ύπαρξής της και της αξίας της. «Βρίσκεται έτσι απαλλοτριωμένη της ζωής και της σημασίας που θα μπορούσε να έχει η ζωή της, αναγκασμένη να επαναφέρει τις παρορμήσεις της μέσα στα όρια που επιβάλλει ο άνδρας για να ικανοποιήσει τις δικές του, να μετρήσει και να παραποιήσει τις επιθυμίες της ώστε να μην επαναλάβει την εμπειρία της εγκατάλειψης.«Αλλά η «ανυπαρξία» των γυναικών είναι και η δύναμή τους. Αυτός που μπορεί να δει καθαρά «αυτό που βρίσκεται στην καταγωγή, στην προέλευση», επειδή δεν έχει ποτέ διαχωριστεί από αυτήν, είναι φορέας μιας αλήθειας που κλονίζει όλες τις κοινωνικές και πολιτικές αναλύσεις που έχουν μεγαλώσει επάνω στην άρνηση και την παραποίηση αυτής της ίδιας καταγωγής.«Η προσπάθεια από πολλές πλευρές, στην οποία γινόμαστε σήμερα μάρτυρες, να φέρουν στα έδρανα των διασκέψεων, των πανεπιστημίων ή των κομμάτων αυτό που έχει γίνει μια πολιτική πρακτική για το γυναικείο κίνημα, είναι η συντηρητική Αντίδραση εκείνων που αισθάνονται ότι απειλείται το καθημερινό τους προνόμιο και η ίδια η αξιοπιστία τους σαν διανοούμενοι ή πολιτικοί.«Μα πλέον το καινούργιο γεγονός, πως η κριτική της επιβίωσης μπορεί να γίνει αναπόσπαστο μέρος μιας πολιτικής πρακτικής, έχει συμβεί.«Η τροφή και η αγάπη, η σεξουαλικότητα και η πράξη, το παιχνίδι και η αναγκαιότητα δεν μπορούν παρά να ξαναγεννηθούν μαζί» (5). Εδώ γεννιέται μια πολιτική πρακτική που βασίζεται στη σχέση μεταξύ γυναικών. Ωστόσο, αυτή η θέση, ευρέως διαδεδομένη, θα εξασφαλίσει στο κίνημα των γυναικών την απόδοση της μητρότητας της αποκαλούμενης «ύφεσης» του κινήματος ή του ναρκισσισμού που πλέον εξαπλώνεται ραγδαία, και πρακτικά έχει καταστεί μαζικός.
Αποτέλεσμα εικόνας για anni 70,Lea Melandri
αυτονομία, autonomia

ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ/ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ.

Αποτέλεσμα εικόνας για "Le operaie della casa" del maggio 1975, foto

Μια άλλη τορπίλη που ρίχτηκε εναντίον του μοντέλου που παρέχεται από το εργατικό κίνημα προτείνει αντιθέτως μια νομισματοποίηση της σπιτικής εργασίας μέσω μιας οικονομικο-κοινωνικής κριτικής (εμπνευσμένης από την ανάλυση του εργατισμού) της αδήλωτης εργασίας, που διαβάζεται εντός της κατηγορίας της εκμετάλλευσης. Το σχέδιο για την απελευθέρωση των γυναικών, σύμφωνα με την ανάλυση αυτή, συνίσταται στο να δώσουν την δυνατότητα να αναδειχθεί το μέγεθος του κόπου της προσπάθειας και του εισοδήματος που κρύβονται σε αυτή τη μεταμόρφωση από τις αξίες χρήσης στις τιμές ανταλλαγής. Στην Πάντοβα οι φεμινίστριες ζητούν »μισθό στις νοικοκυρές». Στην εφημερίδα τους «Le operaie della casa»-»Οι εργάτριες του σπιτιού» μάιος 1975 διαβάζουμε: «Εμείς οι γυναίκες σε όλο τον κόσμο εκτελούμε την ίδια εργασία: περιμένουμε παιδιά, τα γεννούμε, τα μεγαλώνουμε, φροντίζουμε τον σύζυγό μας, τους συγγενείς μας. Είμαστε πάντα έτοιμες να στηρίξουμε να ανακουφίσουμε και να παρηγορήσουμε τα παιδιά μας που επιστρέφουν από το σχολείο, τους συζύγους μας και τους πατέρες μας που επιστρέφουν από το εργοστάσιο, από τα γραφεία κλπ., τους γονείς μας και τα πεθερικά μας που ζουν με τον τρόμο να καταλήξουν στο γηροκομείο ή που αισθάνονται πως βαραίνουν στο σπίτι.«Όταν είμαστε μόνες στο σπίτι, είμαστε σαν τρένα, οργανωμένες στο λεπτό, πάντοτε σε κούρσα: στρώνουμε τα κρεβάτια, καθαρίζουμε τα τζάμια, κάνουμε τα ψώνια, σκουπίζουμε και γυαλίζουμε τα πατώματα και τις σκάλες, καθαρίζουμε το μπάνιο, διπλώνουμε και μαζεύουμε τα ρούχα,πλένουμε και σιδερώνουμε, κλπ.» ‘Όταν οι άντρες επιστρέφουν στο σπίτι, όλα είναι ήδη καθαρά και τακτοποιημένα’, δεν αντιλαμβάνονται πόση δουλειά μας κόστισε, δεν το σκέφτονται. Έτσι η εργασία στο σπίτι περνά καλπάζοντας, επειδή αν υπάρχει κάποιος που είναι κουρασμένος, κάποιος που είναι άρρωστος, που υποφέρει, κάποιος που ανησυχεί, δεν μπορεί παρά να είναι αυτός.»

operaie casa

‘Αντιθέτως τα παιδιά παρακολουθούν το έργο μας το απόγευμα’, αλλά είναι πολύ μικρά για να κάνουν κάτι άλλο από το να μας αγαπούν και να μας κάνουν να δουλεύουμε, και αμέσως μας τα καταστρέφουν διδάσκοντας τους να μην μας σέβονται. Αυτή είναι η ζωή που οι περισσότερες από εμάς κάνουν μέσα στην οικογένεια. «Αλλά έτσι συσσωρεύουμε με το πέρασμα των χρόνων μια χρόνια σωματική κόπωση, μια πικρία, μια οργή, μια νευρικότητα, μια αποστροφή και μια μεγάλη βία ενάντια σε όλα και σε όλους.«Φτιάχνε και ξαναφτιάχνε καθημερινά τα ίδια πράγματα που οι άλλοι ξεκάμνουν συνεχώς, το να δουλεύει κάποιος με τους τρελούς ρυθμούς, όπως δουλεύουμε εμείς, να προσπαθούμε να τα βγάλουμε πέρα, να θυμηθούμε χιλιάδες πράγματα, να πληρώσουμε τους λογαριασμούς, το νοίκι που θα βάλουμε στην άκρη και θα πάμε να πληρώσουμε, τα πράγματα που θα ψωνίσουμε, θα διορθώσουμε κ.λπ., μας τινάζουν τα νεύρα στον αέρα, ενώ κανείς, ούτε σύζυγος ούτε παιδιά, ούτε συγγενείς, νοιάζεται πραγματικά για εμάς.«Τελειώνει πάντα πως αγαπάμε περισσότερο από αυτό που μας ανταποδίδουν, πως υπηρετούμε «πολύ περισσότερο» από όσο μας υπηρετούν, ότι παρηγορούμε «πολύ περισσότερο» από όσο μας παρηγορούν. Πρέπει να κάνουμε όλο και περισσότερα για να έχουμε όλο και λιγότερα. Αυτό είναι που μας τελειώνει, μας εξαντλεί. Γενικά στα σαράντα έχουμε ήδη νευρική εξάντληση. Δεν βαστάμε πλέον, δεν αντέχουμε. Έχουν στάσει τα νεύρα μας, έχει εξαντληθεί η ψυχή μας, έχουν καταρρεύσει οι μύες μας. Τότε ο νευρολόγος μας παραγγέλλει ψυχοφάρμακα: «Την ‘σταδιοδρομία της θυσίας’ των γυναικών την ‘διέκοψαν απότομα’. Βγήκε έξω η εξέγερση.

Σχετική εικόνα

Κάθε γυναίκα θέλει να έχει την ίδια προσοχή και τον ίδιο σεβασμό που έχει αυτή για τους δικούς της, την ίδια ποσότητα και ποιότητα αγάπης, «το ίδιο ωράριο εργασίας». »Οι άντρες που στήνονται στην πολυθρόνα, ακόμα και μετά από 8 ώρες σκληρής δουλειάς, ενώ αυτή πλένει τα πιάτα, την βγάζουν πλέον όλο και πιο άνετα. Και αυτή εργάστηκε σκληρά κατά τη διάρκεια της ημέρας και για περισσότερο από 8 ώρες. Έτσι, το λιγότερο που μπορεί να γίνει είναι να χωριστεί η δουλειά που παραμένει. Καμιά δεν κάνει πίσω από αυτό τον δρόμο. Στα σπίτια υπάρχουν πολλές διαμάχες μεταξύ ανδρών και γυναικών, μεταξύ αδελφών αγοριών και κοριτσιών, για όλα τα πράγματα που όλο και περισσότερο «δεν πηγαίνουν» στην οικογένεια μεταξύ ανδρών και γυναικών ». Και επίσης «έξω από την οικογένεια» οι γυναίκες είναι όλο και περισσότερο θυμωμένες. Ενάντια με όσους αυξάνουν τους λογαριασμούς του νερού, του φυσικού αερίου, του ρεύματος, του τηλεφώνου, του ενοικίου, των τιμών των πραγμάτων που χρειαζόμαστε για να ζήσουμε, που μας αρέσουν και που θα θέλαμε να έχουμε.Αυτά ήταν πάντοτε θέματα συζήτησης μεταξύ των γυναικών, αλλά «σήμερα ο τόνος με τον οποίο οι γυναίκες θυμώνουν με εκείνους που έχουν την εξουσία είναι ισχυρότερος». »Επίσης το άλλο αιώνιο θέμα της συζήτησης μεταξύ των γυναικών, ‘το θέμα των παιδιών’ αντιμετωπίζεται διαφορετικά. ‘Αντιμετωπίζεται σαν οικιακή εργασία, είναι επίσης θέμα χρημάτων»: ένα παιδί δίνει πολύ περισσότερη εργασία και χρειάζονται πολλά χρήματα για να το μεγαλώσουμε, το τίμημα που πληρώνουμε για να κάνουμε ένα παιδί είναι πάρα πολύ υψηλό σήμερα. Είναι γεγονός ότι «οι γυναίκες έχουν μειώσει τον αριθμό των παιδιών ακριβώς κάνοντας αυτούς τους λογαριασμούς που τις αφορούν‘.

Σχετική εικόνα

Και με αυτό τον τρόπο σώθηκαν λιγάκι από την παλίρροια μιας δουλειάς χωρίς τέλος και τη συνεχιζόμενη έλλειψη χρημάτων. Λίγο σώθηκαν, λέγαμε, αλλά όχι πάρα πολύ διότι ακόμη σήμερα πρέπει να ξοδέψουμε χιλιάδες ώρες οικιακής εργασίας. Σε κάποιες χώρες οι γυναίκες κατάφεραν επίσης να ‘έχουν λίγα χρήματα’ για την εργασία της ανατροφής παιδιών». Απλά σκεφτείτε, για να κάνουμε ένα πολύ γνωστό παράδειγμα, τους αγώνες των γυναικών υπό κρατική βοήθεια στη Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.«Σήμερα είναι τα πάντα η «οικιακή δουλειά» που εμείς θέτουμε στην ημερήσια διάταξη: «ως ωράριο και ως έλλειψη μισθού». Θέλουμε να οργανώσουμε τον «αγώνα κατά της εκμετάλλευσής μας». Αυτός είναι ο φεμινισμός μας. »Γυναίκες, εμείς εργαζόμαστε διπλάσια από τους άνδρες και στις 27 δεν έχουμε το paycheck μας.»Η εκκλησία τιμά την οικογένεια, το κράτος βασίζεται στην οικογένεια, αλλά όταν πρόκειται για δουλειά, είμαστε εμείς που πρέπει να τραβήξουμε το κουπί. Και είναι πολύ αν μας πουν ευχαριστώ. Αλλά με τα ευχαριστώ δεν ζούμε. «Με τον μισθό του συζύγου μπορούμε μόνο να επιβιώσουμε. Θέλουμε ένα μισθό για οικιακή εργασία για να αρχίσουμε να ΖΟΥΜΕ.» Η αντίφαση άνδρας-γυναίκα, η σεξουαλικότητα, που μέχρι στιγμής έχουν αρνηθεί, υποδεικνύονται από το κίνημα των γυναικών ως προνομιακοί τόποι της καταπίεσης. Μιας καταπίεσης που διαιωνιζόταν από το ανδρικό φύλο ενάντια στο γυναικείο. Μέχρι τώρα το μόνο κλειδί για την ανάγνωση της κατάστασης των γυναικών ήταν η εκμετάλλευση.

Σχετική εικόνα

Τώρα το έργο επικεντρώνεται στη σεξουαλικότητα, και στην άρνηση της γυναικείας σεξουαλικότητας, που πρέπει απαραίτητα να συμπίπτει με την επιθυμία του άνδρα. Η Luce Irigaray με το «Speculum» (4) διατρέχει τα κείμενα της φιλοσοφίας στην ψυχανάλυση, από τον Πλάτωνα στον Φρόιντ, και τονίζει πως η γυναίκα αποκλείεται από την παραγωγή του λόγου. Μειωμένη σε σιωπηλή πλαστικότητα, παρεξηγημένη από τη λογική του ενός, του ίδιου.

Luce Irigaray

Στην Γαλλία γεννιούνται οι ομάδες της «Politique et Psychoanalyse»; στην Ιταλία το  κίνημα θα διαχωριστεί ανάμεσα σε αυτές που θα ακολουθήσουν την «πρακτική του ασυνείδητου-la pratica dell’inconscio» και εκείνες, αντιθέτως, που θεωρούν σωστή μια «παρέμβαση στο κοινωνικό» (για παράδειγμα την ρωμαϊκή κολεκτίβα της via Pomponazzi).

effe Collettivo femminista Pomponazzi herstory  donne storia collettivi manifestazioni gruppi mappa

Αυτές θα είναι οι λύσεις που επιδιώκουν να απαντήσουν στην κρίση των μικρών ομάδων αυτοσυνειδησίας, οι οποίες, ταυτόχρονα, πιέζονται από το άγχος της πολιτικής και την αδυναμία να προχωρήσουν βαθιά στην ανάλυση της εξάρτησης (που θα οδηγήσει πολλές να επιλέξουν την ψυχανάλυση]. Οι γυναίκες δίνουν στον εαυτό τους ως εργαλείο τη συλλογική συνάντηση ενώ ξεκινά μια πρακτική ξεχωριστών διακοπών. Οι χώροι των συνεδρίων, των συναντήσεων, όπως οι Pinarella, Paestum, Carloforte, έρχονται στο μυαλό μας. Αυτό που μετρά είναι μια πολιτική συζήτηση όχι κλειστή σε μια ξεχωριστή σφαίρα. Απολαμβάνουν να μιλούν μαζί.

Σχετική εικόνα

Δεν συναντιόμαστε μεταξύ γυναικών για να σκουπίζουμε δάκρυα. Στο «Sottosopra» του 1973 διαβάζουμε τη μαρτυρία μιας γυναίκας που επέστρεψε από ένα από αυτά τα συνέδρια: «Και πείστηκα κατά βάθος ότι οι γυναίκες, εγώ, δεν είμαστε μόνο η καταπιεσμένη κάστα που εξεγείρεται, δεν είμαστε μόνο σε θέση να καταλήξουμε σε μια σωστή ανάλυση για μια αποτελεσματική στρατηγική, δεν είμαστε μόνο συντρόφισσες σε έναν απελευθερωτικό αγώνα.Αυτά υπάρχουν όλα, αλλά σαν να λέμε ζυμωμένα, έχουν γίνει εκθαμβωτικά και ευτυχισμένα και ισχυρά από την μαρτυρία, από την δοκιμή, που έχω ζήσει, πως οι γυναίκες για τις γυναίκες μπορούν να είναι πλάσματα που μπορείς να εμπιστευτείς, στα οποία μπορείς να βασιστείς, με τα οποία περνάς καλά μαζί, με τα οποία μπορείς να παίξεις φλάουτα και ταμπούρλα, για ολόκληρες νύχτες, με τα οποία διασκεδάζεις και χορεύεις, συζητάς, κάνεις σχέδια και τα κάνεις πραγματικά, πράγματα που πρώτα ήταν γνωστά μόνο με την συντροφιά των ανδρών.»Και στη συνέχεια λέει πώς αυτό το «να ερωτεύομαι τις γυναίκες» ήταν για εκείνη «το πρώτο εντελώς νέο βήμα σε σύγκριση με την αρχαία συνείδηση της κοινής καταπίεσης, για να φθάσω να αναγνωρίζω και εμένα με χαρά στις γυναίκες, για να ξαναχτίζω την ταυτότητά μου όχι μόνο στον πόνο και στον θυμό, αλλά στον ενθουσιασμό και στο γέλιο«.

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

αυτονομία, autonomia

Κεφάλαιο 9. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΥ.

Αποτέλεσμα εικόνας για rivolta femminile 1970

ΤΑ ΦΥΛΑ ΕΙNΑΙ ΔΥΟ. «Η γυναίκα δεν πρέπει να οριστεί σε σχέση με τον άνδρα. Επάνω σε αυτή τη συνείδηση τόσο ο αγώνας μας όσο και η ελευθερία μας είναι θεμελιωμένοι.Ο άνδρας δεν είναι το μοντέλο για να προσαρμόσει τη διαδικασία της αυτοανακάλυψης της η γυναίκα. Η γυναίκα είναι το άλλο σε σχέση με τον άντρα. Ο άντρας είναι το άλλο σε σχέση με τη γυναίκα.» Έτσι ανοίγει το μανιφέστο για της «γυναικείας Εξέγερσης» (1) το οποίο είναι του ιουλίου 1970. Και έτσι συνεχίζει: «Η ισότητα είναι μια ιδεολογική προσπάθεια για να υποδουλώσει την γυναίκα σε υψηλότερα επίπεδα. Το να αναγνωρίσουμε την γυναίκα στον άνδρα σημαίνει την ακύρωση του τελευταίου δρόμου απελευθέρωσης». Η απελευθέρωση για την γυναίκα δεν σημαίνει να αποδέχεται την ίδια ζωή με τον άνδρα διότι αυτή δεν είναι βιώσιμη, είναι ακατάλληλη, αλλά να εκφράσει την δική της αίσθηση, το δικό της νόημα της ύπαρξης.«Η γυναίκα ως υποκείμενο δεν απορρίπτει τον άνδρα ως υποκείμενο, αλλά τον απορρίπτει ως έναν απόλυτο ρόλο. Στην κοινωνική ζωή τον απορρίπτει ως αυταρχικό ρόλο. «Μέχρι στιγμής ο μύθος της συμπληρωματικότητας έχει χρησιμοποιηθεί από τον άνδρα για να δικαιολογήσει τη δική του δύναμη, την εξουσία του». Οι γυναίκες πείθονται από την παιδική ηλικία να μην λαμβάνουν αποφάσεις και να εξαρτώνται από ένα «ικανό» και «υπεύθυνο» πρόσωπο: τον πατέρα, τον σύζυγο, τον αδελφό«Η γυναικεία εικόνα με την οποία ο άντρας έχει ερμηνεύσει την γυναίκα ήταν δική του εφεύρεση. «Παρθενία, αγνότητα, αφοσίωση, πίστη, δεν είναι αρετές, αλλά περιορισμοί για την οικοδόμηση και διατήρηση της οικογένειας. Η τιμή είναι η επακόλουθη κατασταλτική κωδικοποίηση. »Στον γάμο η γυναίκα, που στερείται του ονόματός της, χάνει την ταυτότητά της που σημαίνει το πέρασμα της ιδιοκτησίας που έγινε μεταξύ του πατέρα της και του συζύγου.«Αυτή που δημιουργεί δεν έχει το δικαίωμα να αποδίδει στα παιδιά το δικό της όνομα: το δικαίωμα της γυναίκας εφαρμόστηκε από άλλους για τους οποίους έχει γίνει το προνόμιο. «Μας υποχρεώνουν να διεκδικήσουμε την απόδειξη, την μαρτυρία ενός φυσικού γεγονότος.» Αναγνωρίζουμε στον γάμο τον θεσμό που έχει υποτάξει τη γυναίκα στο αντρικό πεπρωμένο. Είμαστε ενάντια στο γάμο.

Σχετική εικόνα

«Το διαζύγιο είναι ένα εμφύτευμα γάμων από το οποίο ο θεσμός αναδύεται ενισχυμένος. «Η μετάδοση της ζωής, ο σεβασμός της ζωής, το νόημα της ζωής είναι έντονη εμπειρία της γυναίκας και αξίες που αυτή διεκδικεί.» Το πρώτο στοιχείο δυσαρέσκειας της γυναίκας προς η κοινωνία βρίσκεται στο ότι αναγκάζεται να αντιμετωπίσει τη μητρότητα ως ένα aut-aut. «Καταγγέλλουμε τη στρέβλωση, την παραμόρφωση μιας μητρότητας που πληρώνεται με την τιμή του αποκλεισμού.» Η άρνηση της ελευθερίας των αμβλώσεων αποτελεί μέρος του παγκόσμιου βέτο που ασκείται στην αυτονομία της γυναίκας «. Δεν θέλουμε να σκεφτόμαστε στη μητρότητα σε όλη τη ζωή και να συνεχίζουμε να είμαστε ασυναίσθητα μέσα-εργαλεία πατριαρχικής εξουσίας.«Η γυναίκα έχει βαρεθεί να μεγαλώνει ένα παιδί που θα της γίνει κακός εραστής.Σε μια ελευθερία που αισθάνεται να αντιμετωπίζει, η γυναίκα ελευθερώνει επίσης το παιδί της και το παιδί είναι η ανθρωπότητα: «Σε όλες τις μορφές συμβίωσης, να ταίζεις, να καθαρίζεις, να φροντίζεις και κάθε στιγμή της καθημερινής ζωής πρέπει να είναι αμοιβαίες χειρονομίες. «Με την εκπαίδευση και με τη μίμηση ο άνδρας και η γυναίκα βρίσκονται ήδη στους ρόλους στην πρώτη παιδική ηλικία.» Αναγνωρίζουμε τον παραπλανητικό χαρακτήρα όλων των ιδεολογιών διότι μέσω των λογικών μορφών εξουσίας [ θεολογική, φιλοσοφική, πολιτική) έχουν αναγκάσει την ανθρωπότητα σε μια μη αυθεντική, καταπιεσμένη και συναινετική κατάσταση.«Πίσω από κάθε ιδεολογία εμείς βλέπουμε την ιεραρχία των φύλων «Δεν θέλουμε από τώρα και στο εξής να υπάρχει οθόνη ανάμεσα σε εμάς και τον κόσμο». Ο φεμινισμός υπήρξε η πρώτη πολιτική στιγμή της ιστορικής κριτικής στην οικογένεια και στην κοινωνία. »Ενώνουμε τις καταστάσεις και τα επεισόδια της φεμινιστικής ιστορικής εμπειρίας: σε αυτήν η γυναίκα εκδήλωσε τον εαυτό της διακόπτοντας για πρώτη φορά τον μονόλογο του πατριαρχικού πολιτισμού. «Αναγνωρίζουμε στην μη αμειβόμενη οικιακή εργασία την απόδοση που επιτρέπει στον καπιταλισμό, τον ιδιωτικό και τον κρατικό, να υφίσταται.«Θα επιτρέψουμε αυτό που συνεχώς επαναλαμβάνεται στο τέλος κάθε λαϊκής επανάστασης όταν η γυναίκα, που έχει πολεμήσει μαζί με τους άλλους, βρίσκει τον εαυτό της να έχει παραγκωνιστεί με όλα τα προβλήματά της; «Απεχθανόμαστε τους μηχανισμούς της ανταγωνιστικότητας και τον εκβιασμό που ασκείται στον κόσμο από την ηγεμονία της αποτελεσματικότητας. Εμείς θέλουμε να θέσουμε την εργασιακή μας ικανότητα στη διάθεση μιας κοινωνίας που έχει ανοσοποιηθεί.
Σχετική εικόνα
«Ο πόλεμος ήταν πάντα η συγκεκριμένη δραστηριότητα του αρσενικού και το μοντέλο της ανδρείας συμπεριφοράς του. «Η ίση αμοιβή είναι ένα δικαίωμά μας, αλλά η καταπίεση μας είναι κάτι άλλο. Μα φθάνει η μισθολογική ισότητα όταν έχουμε ήδη στις πλάτες μας ώρες οικιακής εργασίας; »Να επανεξετάσουμε τις δημιουργικές συνεισφορές των γυναικών στην κοινότητα και να διαλύσουμε το μύθο της επικουρικότητας της δουλειάς της.» Η προσφορά υψηλής αξίας στις «μη παραγωγικές» στιγμές είναι μια επέκταση ζωής που προτείνουν οι γυναίκες. «Όποιος έχει την εξουσία δηλώνει: ‘Είναι μέρος του ερωτισμού να αγαπάς ένα κατώτερο ον’. Η διατήρηση του status quo είναι επομένως μια δική του πράξη αγάπης.«Χαιρετίζουμε την ελεύθερη σεξουαλικότητα σε όλες τις μορφές της, διότι έχουμε πάψει να θεωρούμε την ψυχρότητα ως μια αξιέπαινη εναλλακτική λύση. «Η συνέχιση της ρύθμισης της ζωής μεταξύ των φύλων είναι μια αναγκαιότητα της εξουσίας, η μόνη ικανοποιητική επιλογή είναι μια ελεύθερη σχέση. »Είναι ένα δικαίωμα των παιδιών και των εφήβων η περιέργεια και τα σεξουαλικά παιχνίδια.«Παρακολουθήσαμε για 4000 χρόνια: τώρα έχουμε δει! «Πίσω από εμάς, στις πλάτες μας βρίσκεται η χιλιετής αποθέωση της ανδρικής υπεροχής, οι θεσμοθετημένες θρησκείες υπήρξαν το ισχυρότερο βάθρο της. Και η έννοια της ‘μεγαλοφυίας’ αποτέλεσε το ανέφικτο σκαλοπάτι της.»Η γυναίκα είχε την εμπειρία να βλέπει κάθε μέρα κατεστραμμένο εκείνο που έφτιαχνε. «Θεωρούμε ελλιπή μια ιστορία που έχει διαμορφωθεί στα ίχνη που δεν είναι αλλοιώσιμα». Δεν παραδόθηκε τίποτα, ή αυτό έγινε με λάθος τρόπο, από την παρουσία της γυναίκας: εναπόκειται σε μας να το ανακαλύψουμε ξανά για να μάθουμε την αλήθεια.«Ο πολιτισμός μας έχει αποκαλέσει κατώτερες, η εκκλησία μας έχει αποκαλέσει φύλο, η ψυχανάλυση μας έχει προδώσει, ο μαρξισμός μας έχει πουλήσει στην υποθετική επανάσταση. «Ζητάμε παραπομπές από χιλιετίες φιλοσοφικής σκέψης που θεωρητικοποίησε την κατωτερότητα των γυναικών. »Για τον μεγάλο εξευτελισμό που ο πατριαρχικός κόσμος μας έχει επιβάλει εμείς θεωρούμε υπεύθυνους τους συστηματικούς της σκέψης: αυτοί έχουν διατηρήσει την αρχή της γυναίκας ως προσθετικό oν για την αναπαραγωγή της ανθρωπότητας, δεσμό με τη θεότητα ή το κατώφλι του ζωικού κόσμου, ιδιωτική σφαίρα και ‘pietas ».
Αποτέλεσμα εικόνας για rivolta femminile 1970
Δικαιολόγησαν στη μεταφυσική αυτό που ήταν άδικο και φρικτό στη ζωή της γυναίκας. «Φτύνουμε επάνω στον Χέγκελ.» Η διαλεκτική υπηρέτης-αφεντικό είναι μια ρύθμιση των λογαριασμών ανάμεσα σε συλλογικότητες των ανδρών: αυτή δεν προβλέπει την απελευθέρωση της γυναίκας, του μεγάλου καταπιεσμένου του πατριαρχικού πολιτισμού. «Ο ταξικός αγώνας, σαν μια επαναστατική θεωρία που αναπτύχθηκε από την διαλεκτική υπηρέτη-αφεντικού, εξίσου αποκλείει τη γυναίκα. Εμείς θέτουμε ξανά υπό αμφισβήτηση τον σοσιαλισμό και τη δικτατορία του προλεταριάτου.»Μην αναγνωρίζοντας τον εαυτό της στην αρσενική κουλτούρα, η γυναίκα της αφαιρεί την ψευδαίσθηση της οικουμενικότητας. «Ο άνδρας μίλησε πάντοτε στο όνομα του ανθρώπινου είδους, αλλά το μισό του γήινου πληθυσμού τον κατηγορεί τώρα πως έχει εξυψώσει έναν ακρωτηριασμό. »Η δύναμη του ανδρός βρίσκεται στην αναγνώρισή του με τον πολιτισμό, η δική μας στην απόρριψη του. «Μετά από αυτή την πράξη συνείδησης, ο άνδρας θα ξεχωρίζεται από τη γυναίκα και θα πρέπει να ακούει από αυτήν όλα όσα την ανησυχούν, που την αφορούν.»Ο κόσμος δεν θα τιναχθεί στον αέρα αν ο άνδρας δεν θα έχει πλέον την ψυχολογική ισορροπία που βασίζεται στην υποβολή μας, την υποταγή μας.«Στην καυτή πραγματικότητα ενός σύμπαντος που ποτέ δεν αποκάλυψε τα μυστικά του, εμείς αφαιρούμε μεγάλο μέρος της πίστωσης που δίνεται στις μανίες, στα ξεσπάσματα του πολιτισμού. Θέλουμε να ζήσουμε, να είμαστε στο ύψος ενός σύμπαντος χωρίς απαντήσεις. «Επιδιώκουμε την αυθεντικότητα της χειρονομίας της εξέγερσης και δεν θα την θυσιάσουμε ούτε στην οργάνωση ούτε στον προσηλυτισμό ». Επικοινωνούμε μόνο με γυναίκες
Σχετική εικόνα
Η Carla Lonzi είναι ο συγγραφέας αυτού του μανιφέστο. Σε αυτό το γραπτό οφείλεται ο πρώτος πολιτικός ορισμός της σεξουαλικής διαφοράς στην Ιταλία που, από τότε, θα καταστεί ο λόγος και πηγή του αγώνα των γυναικών.Ένας μη γραμμικός αγώνας που δεν θα είναι πάντα σύμφωνος με αυτή τη δήλωση. Αλλά ένας αγώνας που από εκείνη την στιγμή θα προχωρήσει φέροντας μέσα του την αναγκαιότητα να σημάνει κοινωνικά κάτι που ποτέ πριν δεν είχε σημασία : τα φύλα που θέλουν μια ελεύθερη ύπαρξη είναι δύο και όχι ένα. Από αυτό το σημείο τίθεται σε αμφισβήτηση, όλο και πιο ξεκάθαρα, το »κοινωνικό σύμφωνο».
Διότι εκείνη η συμφωνία είναι η συντριβή και η άρνηση της ύπαρξης των δύο φύλων. Το ένα, λοιπόν, προσπαθεί να χωριστεί σε δύο.
Σχετική εικόνα
Η πρώτη εθνική συνάντηση των φεμινιστικών ομάδων έλαβε χώρα στο Μιλάνο τον ιούνιο του 1971. Μιλάνε, κυρίως, το Demau (Απομυθοποίηση του πατριαρχικού αυταρχισμού) και η θηλυκή Εξέγερση, Rivolta femminile. Μιλούν κατά της οικογένειας και κατά της πατριαρχίας. Εν τούτοις, το νεογέννητο φεμινιστικό κίνημα πρέπει πολύ νωρίς να ψαχτεί, να συγκριθεί με το «άλλο κίνημα» και με τις κατηγορίες της επανάστασης, της ταξικής πάλης, με τις στρατηγικές της κατάληψης της εξουσίας, με την έννοια του «γενικότερου συμφέροντος» και εκείνη του «υψηλότερου συμφέροντος» της τάξης. Σίγουρα, το εργατικό κίνημα και το ιταλικό κομμουνιστικό Κόμμα είχαν ξεπεράσει μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ταξική επανάσταση θα είχε οδηγήσει σε λύση του «γυναικείου ζητήματος». Και το «γυναικείο ζήτημα» είχε γίνει ήδη ένα εθνικό ζήτημα, ένα από αυτά που διέσχιζαν »τον ιταλικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό». Αλλά το να προσθέτουν «θηλυκό-γυναικείο» στη θέση του »νότιου», «νεανικό» δίπλα στον όρο «ζήτημα» ισοδυναμούσε με τη διατήρηση της έννοιας «γενικού ενδιαφέροντος». Για χρόνια θα προχωρήσουν απαριθμώντας τους μεν δίπλα στους δε και στις άλλες, γυναίκες, νέους, νότιους, ανέργους, ηλικιωμένους και αυτούς με ειδικές ανάγκες. Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα θα ξεκινήσουν πιο ρητά να λεν ότι κάθε σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού που βασίζεται στην απoσιώπηση της ύπαρξης των γυναικών είναι στην πραγματικότητα ένα μερικό αρσενικό σχέδιο, που καθορίζεται από χρόνους, επιθυμίες, αντιφάσεις ενός μόνο φύλου που θέτει τον εαυτό του ως μοντέλο και για τον άλλο, »Δεύτερο φύλο» – «Secondo sesso» (2), λοιπόν, από τον τίτλο του δοκιμίου της Simone de Beauvoir.
αυτονομία, autonomia

Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ.

Σχετική εικόνα

Στην ίδια την φόρμουλα «απόρριψη της εργασίας» πρέπει να υπογραμμίσουμε δύο διαφορετικές έννοιες, και δύο διαφορετικές προοπτικές θεωρητικής και πρακτικής λειτουργίας. Η άρνηση της εργασίας σημαίνει: α) ένα ερμηνευτικό σύστημα όλης της διαδικασίας μέσα στην οποία οι εργατικοί αγώνες και η καπιταλιστική ανάπτυξη συνυφαίνονται, η ανυπακοή και η τεχνολογική αναδιάρθρωση, β) μια διαδεδομένη συνείδηση, ευρεία, μια αντιπαραγωγική κοινωνική συμπεριφορά, μια υπεράσπιση της δικής μας ελευθερίας και της δικής μας υγείας: μια συνείδηση που έγινε πολύ ισχυρή και αποτέλεσε ουσιαστικά την απρόσβλητη βάση της εργατικής αντίστασης κατά των προσπαθειών της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70.Ας εξετάσουμε πιο αναλυτικά την έννοια αυτών των δύο διαφορετικών προοπτικών, μέσα στην οποία μπορούμε να κατανοήσουμε την φόρμουλα της άρνησης της εργασίας.Πρώτα απ ‘όλα, η άρνηση της εργασίας είναι μια μορφή άμεσης συμπεριφοράς εκείνων των προλετάριων οι οποίοι, τοποθετημένοι μέσα στο κύκλωμα της προηγμένης βιομηχανικής παραγωγής χωρίς να έχουν υποστεί την μακροχρόνια και παραμορφωτική αντιληπτική, υπαρξιακή και ψυχολογική μείωση που αποτελεί την ιστορία του βιομηχανικού εκσυγχρονισμού, εξεγείρονται σχεδόν ενστικτωδώς. Ο πεδεμόντιος που εκπαιδεύτηκε να θεωρεί την εργασία στη Fiat ως οικογενειακό πεπρωμένο, που μεγάλωσε μέσα στη λατρεία των αξιών του βιομηχανισμού, ίσως μπορούσε να ανέχεται την συνεχή αύξηση της εκμετάλλευσης που σημειώνονταν σε εκείνα τα χρόνια της έκρηξης της αυτοκινητοβιομηχανίας.Αλλά για ένα καλαβρέζο που μεγάλωσε κατά μήκος της θάλασσας και μέσα στον ήλιο εκείνη η σκατένια ζωή φαινόταν αμέσως αφόρητη

Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70

Η αντίληψη του καλαβρέζου, φυσικά, ήταν η σωστή, έκανε δική του την δυνατότητα να χειραφετηθεί από αυτή την υποβάθμιση, αυτή την αποκτήνωση. Η άρνηση της εργασίας, μέσα σε αυτή την προοπτική, ήταν άμεση αντίδραση, αλλά και η εκλεπτυσμένη και διορατική συνείδηση αυτού που έλεγε: όχι μόνο αυτή η δουλεία είναι απάνθρωπη για τους εργάτες, είναι επίσης άχρηστη για την κοινωνία. Και εδώ περνάμε στην άλλη προοπτική της άρνησης της εργασίας, δηλαδή τον ορίζοντα της άρνησης της εργασίας ως ερμηνευτικού μοντέλου των κοινωνικών δυναμικών και του ιστορικού μετασχηματισμού. Ολόκληρη η ιστορία της επιστημονικής εξέλιξης, τεχνολογικής, παραγωγικής, μπορεί να διαβαστεί ως η ιστορία της άρνησης των ανθρώπων να δώσουν, να παραχωρήσουν την προσοχή τους, την κούραση, τον κόπο τους, την ικανότητά τους και τη δημιουργικότητά τους στην υλική αναπαραγωγή.Αυτή η απόρριψη προκάλεσε την διαίρεση σε τάξεις (μερικοί απορρίπτουν την εργασία και κάνουν άλλους να δουλεύουν στη θέση τους, υποδουλώνοντας τους). Αλλά η αρχή της απόρριψης της εργασίας, που ελέγχεται και κατευθύνεται από την συλλογική κοινωνική νοημοσύνη, θα μπορούσε αντιθέτως να πραγματοποιήσει μια χρήση της τεχνολογίας και των μηχανών ικανές να απελευθερώσουν τους ανθρώπους από τη δουλεία της μισθωτής εργασίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70

Ο προβληματισμός για την τεχνική, για τη χρήση της που καθορίζεται από το κέρδος, για την χρήση της με σκοπό τον πολιτικό έλεγχο ή την στρατιωτική επιθετικότητα – ο στοχασμός για τη δομή της επιστημονικής γνώσης – καθίσταται κεντρικός στην πολιτική και φιλοσοφική συζήτηση των αρχών της δεκαετίας του 1970. Ο στοχασμός αυτός συνδέθηκε με την προβληματική του τεχνολογικού άλματος και της ταξικής σύνθεσης, δύο ουσιαστικά νέες εκφράσεις στην επαναστατική σκέψη και στο πεδίο του μαρξισμού.Η έννοια της ταξικής σύνθεσης εξέφραζε τις κοινωνικές, πολιτικές και οργανωτικές μορφές διαμέσου των οποίων το προλεταριάτο κατασκευάζει την υποκειμενική του ταυτότητα και την δική του συνείδηση σύμφωνα με την καθορισμένη δομή του παραγωγικού συστήματος, σύμφωνα με τη σχέση μεταξύ ζωντανής και νεκρής εργασίας, σε σχέση με τις τεχνολογικές και οργανωτικές συνθήκες της εργασιακής διαδικασίας.Ουσιαστικά με την έκφραση σύνθεση της τάξης έκφρασης αναφερόμασταν στην υποκειμενική και συνειδητή επεξεργασία των αντικειμενικών συνθηκών της παραγωγικής σχέσης.Σε ένα ορισμένο βαθμό, η έννοια της ταξικής σύνθεσης βρίσκει τη φιλοσοφική ρίζα της στη σκέψη της μαρξιστικής αριστεράς των χρόνων ’20, και ειδικότερα στην lukácsiana έννοια της «οντογένεσης της κοινωνικής συνείδησης».

Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70

Πώς διαμορφώνεται η κοινωνική συνείδηση; Ποιες είναι οι διαδικασίες μέσω των οποίων μια μάζα εξατομικευμένων, χωρισμένων, κατακερματισμένων μέσα στην παραγωγική διαδικασία και στην οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση ανθρώπων καταφέρνει να μεταμορφωθεί σε ενεργό κίνημα, να παράγει μια κοινή πολιτική άποψη, να επεξεργαστεί μορφές συμπεριφοράς και ορίζοντες ευαισθητοποίησης-επίγνωσης που είναι ουσιαστικά κοινές, ακόμη και αν σέβονται τις διαφορές στην ευαισθησία και την κατάρτιση; Πώς συμβαίνει αυτό το θαύμα σύμφωνα με το οποίο η εργατική δύναμη μετατρέπεται σε εργατική τάξη, και η πειθαρχία του εργοστασίου μετατρέπεται σε οργανωμένη εξέγερση, και ο διαχωρισμός των κοινωνικών πλαισίων μετατρέπεται σε επαναστατικό κίνημα, ανεξέλεγκτο κύμα που κατακλύζει και παρασύρει την κατάσταση των παρόντων πραγμάτων; Σε αυτές οι ερωτήσεις ψάχναμε μια απάντηση με τη διατύπωση της διαδικασίας της «ταξικής ανασύνθεσης», ξεκινώντας από συγκεκριμένες τεχνολογικές συνθήκες της εργασιακής διαδικασίας.Εδώ λοιπόν η έννοια της ταξικής σύνθεσης, ως συνειδητή και οργανωμένη υποκειμενικοποίηση των συλλογικών συμπεριφορών μιας κοινότητας που εμπλέκεται στη διαδικασία μαζικής επεξεργασίας, συνεπάγεται μια βαθιά εξέταση του τεχνολογικού συστήματος, της σχέσης μεταξύ τεχνολογιών και παραγωγικής κοινωνικής δραστηριότητας, συνειδητής δραστηριότητας, προσοχή, αντίληψη, μνήμη, φαντασία.
Σχετική εικόνα
Για παράδειγμα, πώς συμβαίνει και σε κάποιες τεχνολογικές και οργανωτικές καταστάσεις της παραγωγικής διαδικασίας αντιστοιχεί μια συγκεκριμένη συνείδηση, μια συγκεκριμένη πολιτική οργάνωση, μια ορισμένη ιδεολογία και μια ορισμένη κοινωνική φαντασία ; Γιατί η τεχνικο-παραγωγική δομή των πρώτων δεκαετιών του αιώνα έδινε μορφή σε μοντέλα συμβουλευτικού τύπου; Είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε τη διαδικασία της ταξικής ανασύνθεσης μέσα στις συνθήκες του μηχανικού εργοστασίου της εποχής πριν τον τεϊλορισμό, είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε τα χαρακτηριστικά του εξατομικευμένου και εξειδικευμένου έργου του επαγγελματοποιημένου εργάτη.Είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε τις συνθήκες της κοινωνικότητας που ήταν δυνατές μέσα στο εργοστάσιο του 1920, ένα εργοστάσιο στο οποίο οι εργαζόμενοι είχαν μια σφαίρα κοινωνικότητας και παραγωγικής αυτονομίας, όπου η σχέση ανθρώπου-μηχανής ήταν εξατομικευμένη και σχετικά προσωποποιημένη, στην οποία η δεξιότητα διέφερε. Τότε λοιπόν θα καταλάβουμε επίσης γιατί οι εργαζόμενοι εκείνης της περιόδου διεκδικούσαν με υπερηφάνεια τον παραγωγικό τους ρόλο, διεκδικούσαν το δικαίωμα να διαχειρίζονται, να ελέγχουν και να οργανώνουν την εργασία, τον κοινωνικό προορισμό της, τη χρησιμότητά της.
Σχετική εικόνα
Όμως, μέσα στη δεκαετία του εξήντα, τίποτα από αυτό δεν υπήρχε στα μεγάλα εργοστάσια. Ο τεϊλορισμός και η εισαγωγή αυτοματοποιημένων τεχνικών, η γραμμή συναρμολόγησης, η τυποποίηση των ρυθμών και τα ωράρια εργασίας, όλα αυτά είχαν κάνει το εργοστάσιο έναν απολύτως μη κοινωνικό χώρο μέσα στον οποίον οι επικοινωνίες μεταξύ ενός εργάτη και ενός άλλου ήταν σχεδόν αδύνατες λόγω της απόστασης, του θορύβου, του σωματικού διαχωρισμού, και στον οποίο ο χώρος εργασίας ήταν αποπροσωποποιημένος και διαρθρωμένος με δεσποτικό, επαναλαμβανόμενο τρόπο, σχεδιασμένο να επιβάλλει χρόνους, κινήσεις, χειρονομίες, αντιδράσεις σε έναν όλο και λιγότερο ανθρώπινο χειριστή, όλο και πιο μηχανικό.Η ταξική ανασύνθεση των εργατών των γραμμών συναρμολόγησης ξεκινά ακριβώς από αυτή την απανθρωποποίηση, την αποκτήνωση.Η εξέγερση του εργάτη μάζα είναι η εξέγερση του μηχανοποιημένου ανθρώπου που παίρνει τη μηχανοποίησή του κατά γράμμα και λέει: τότε, αν πρέπει να είμαι απόλυτα αποκτηνωμένος, αν δεν πρέπει να έχω ψυχή, σκέψη, ατομικότητα, θα είμαι έτσι μέχρι τέλους, σίγουρα, απεριόριστα, χωρίς ντροπή. Δεν θα συμμετέχω πλέον με το μυαλό στην εργασιακή διαδικασία, θα είμαι ξένος, κρύος, αποσπασμένος. Θα είμαι άγριος, βίαιος, απάνθρωπος όπως θέλησε να είμαι το αφεντικό. Αλλά θα είμαι τέτοιος μέχρι το σημείο να μην παραχωρώ πλέον ούτε ένα χιλιοστόγραμμο της νοημοσύνης μου, της διαθεσιμότητάς μου, της διαίσθησής μου στην εργασία, στην παραγωγή.
Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70
Αυτή που οι φιλόσοφοι είχαν περιγράψει ως αλλοτρίωση που υπέστη ο εργάτης μετατρέπεται εδώ στη συνέχεια σε μια σκόπιμη, οργανωμένη, εσκεμμένη, δημιουργική αδιαφορία. Η αδιαφορία σημαίνει: ούτε καν μια ουγγιά ανθρωπιάς στην παραγωγή. Όλη η ανθρωπιά στον αγώνα. Καμία επικοινωνία και κοινωνικότητα για την παραγωγή Δεν υπάρχει διαθεσιμότητα για την πειθαρχία.Όλη η διαθεσιμότητα για την συλλογική απελευθέρωση. Ανασύνθεση της τάξης, λοιπόν, ήθελε να πει, απλά και κατά συνέπεια: σαμποτάζ, αποκλεισμός, καταστροφή των εμπορευμάτων και των εγκαταστάσεων, βία κατά των ελεγκτών των ωραρίων δουλείας. Η εργατική νοημοσύνη αρνήθηκε να είναι παραγωγική νοημοσύνη , και εκφράστηκε εξ ολοκλήρου σε δολιοφθορά, στην κατασκευή χώρων αντιπαραγωγικής ελευθερίας.
Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70
Η ζωή άρχισε να ανθίζει ξανά ακριβώς εκεί που είχε ριζικά εξαλειφθεί και σβήστηκε, μεταξύ των γραμμών, στα τμήματα, στις τουαλέτες, όπου οι νεαροί προλετάριοι άρχισαν να πίνουν μπάφους, να κάνουν έρωτα, να περιμένουν τους επιστάτες καθάρματα για να τους ρίξουν μπουλόνια κατακέφαλα και ούτω καθεξής. Το εργοστάσιο θεωρήθηκε σαν ένα απάνθρωπο lager, και άρχισε να γίνεται τόπος μελέτης, συζήτησης ελευθερίας και αγάπης. Αυτή ήταν η άρνηση της εργασίας. Αυτή ήταν η ανασύνθεση της τάξης. Αλλά δίπλα στο ζήτημα της ανασύνθεσης και της απόρριψης της εργασίας τοποθετείται, όπως ήδη είπαμε, το πρόβλημα της παραγωγικής αναδιάρθρωσης και του τεχνολογικού άλματος.Τι σημαίνει αναδιάρθρωση; Σημαίνει την αναδιοργάνωση ενός συστήματος, επανάκτηση της λειτουργικότητας και της οριστικοποιημένης εκτελεστικότητας ενός συστήματος, σε απάντηση σε παράγοντες αναταραχής (εσωτερικούς ή εξωτερικούς του ίδιου του συστήματος) που έχουν διαταράξει, παραμορφώσει ή εντελώς αναστατώσει τη λειτουργία και τη δομή του. Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα ο αγώνας των εργατών είχε κάνει εντελώς άνω κάτω το πειθαρχικό σύστημα του κοινωνικού εργοστασίου, και το οικονομικό σύστημα του κέρδους, μέσα σε αυτό το σεισμό, ακριβώς εκείνα τα χρόνια, τα μεγάλα αφεντικά, οι οικονομολόγοι, ο οργανωτικός εγκέφαλος του κεφαλαίου προσπαθούσαν να επανενεργοποιήσουν μερικές από τις θεμελιώδεις λειτουργίες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Πάνω απ ‘όλα έπρεπε να επανενεργοποιηθεί η παραγωγικότητα – που είχε δραματικά τεθεί σε κρίση από την ανυποταξία, από την απουσία των εργατών από την δουλειά/assenteismo – και η πειθαρχία, η οποία είχε τεθεί δραστικά σε κρίση από την εργατική αλληλεγγύη από την ισονομία και το αντι-αυταρχικό κλίμα.
Σχετική εικόνα
Αλλά για να κάνει αυτό, ο καπιταλιστικός εγκέφαλος ήξερε καλά ότι δεν θα μπορούσε να βασιστεί στη άσχημη δύναμη. Όταν κατέφευγαν στην ισχύ, εκείνα τα χρόνια, έπαιρναν μια απάντηση εξαιρετικά σκληρή και επαρκή, Το είχε δείξει corso Traiano, το είχε δείξει η Via Larga, το έδειχναν εκατοντάδες πικετοφορίες και σκληρές πορείες σε όλες τις ιταλικές πόλεις.Ως εκ τούτου, ήταν απαραίτητο να δοθεί ζωή σε μια μεγάλη ποσοστιαία αναδιάρθρωση, σε μεγάλες αναλογίες, ικανή να μειώσει σημαντικά το ποσοτικό βάρος του εργατικού δυναμικού στην παραγωγή (δηλαδή να αλλάξει την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνοντας το βάρος των μηχανημάτων, των τεχνολογιών «laborsaving») και συνεπώς να μειώσει το ποιοτικό βάρος της συνειδητής εργατικής τάξης.
Αποτέλεσμα εικόνας για corso traiano, lotta di classe, anni 60-70
Σε αυτό το έργο η σχεδιαστική νοημοσύνη του διεθνούς καπιταλισμού (και ιδιαίτερα του ιταλικού) εφαρμόστηκε σοβαρά καθ ‘όλη τη διάρκεια των αρχών της δεκαετίας του ’70 – και στα μέσα της δεκαετίας του 70, στην πράξη, τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της επίθεσης και αυτής της αναδιάρθρωσης άρχισαν να γίνονται αισθητά, για να εκδηλωθούν στη συνέχεια με τρόπο εκρηκτικό στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 και για όλα τα χρόνια ογδόντα, αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα.Εν τω μεταξύ, μες το ’69, αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε την προοπτική μέσα στην οποία έπρεπε να διεξαχθεί η διαδικασία, αρχίσαμε να μιλάμε για τεχνολογικό άλμα, αρχίσαμε να περιγράφουμε τη δυνατότητα ενός μεταβιομηχανικού μετασχηματισμού ολόκληρης της κοινωνίας, της παραγωγής. Το κεφάλαιο έπρεπε να λογαριαστεί με την άρνηση της εργασίας, έπρεπε να μετατρέψει την εργατική άρνηση σε οργανωμένη εξοικονόμηση μέσω της αυτοματοποίησης. Η επαναστατική σκέψη άρχισε να προβληματίζεται με αυτά τα ζητήματα και διατύπωσε τις κατηγορίες του τεχνολογικού άλματος, και προετοίμασε τις πολιτιστικές λεπτομέρειες που ήταν απαραίτητες για να τα αντιμετωπίσει.
Σχετική εικόνα
Αυτή του τεχνολογικού άλματος αποτελεί μια από τις γόνιμες εμμονές που καταδιώκουν το επαναστατικό ρεύμα του »εργατισμού» κατά τη διετή περίοδο 1968-69. »Είναι το ίδιο το κεφάλαιο που μας προσφέρει το ραντεβού.Η προετοιμασία του τεχνολογικού άλματος στο μέτρο στο οποίο καλύπτει όλη μαζί την ταξική πραγματικότητα δεν μπορεί να μην αντιπροσωπεύει για μας μια κατάσταση γενικής σύγκρουσης Η τεχνολογική πρόοδος, σαν βία των αφεντικών και του κράτους τους, δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ένα διαπραγματεύσιμο στοιχείο. Επάνω σε αυτή τη βάση εμείς θέλουμε την εκ των προτέρων ρήξη, για να χτυπήσουμε, να κερδίσουμε το αφεντικό και να οικοδομήσουμε την ενότητα για την εδραίωση και την ανάκαμψη της δικής μας πολιτικής οργάνωσης» (34).Πολιτική οργάνωση ενάντια στο τεχνολογικό άλμα. Αλλά τι σήμαινε το τεχνολογικό άλμα, μέσα στη φαντασία και την πρόβλεψη των επαναστατών και των εργατικών πρωτοποριών; Και γιατί ήταν απαραίτητο να αντιταχθούν σε αυτό, σαν να είχαν μπροστά τους τον χειρότερο εχθρό; Στην πραγματικότητα εδώ βρίσκει την προέλευσή του και τη ρίζα του ένα διάκενο που θα καθοριστεί στη θεωρία και στην πρακτική των εργατικών κινημάτων κατά τη δεκαετία του ογδόντα, με έναν κατά κύριο λόγο ασυνείδητο τρόπο. Εδώ βυθίζει τη ρίζα της η ανεπίλυτη αμφισημία των κινημάτων απέναντι στην καπιταλιστική καινοτομία, της συνεχούς τεχνολογικής και συμβολικής επανάστασης που εισάγει το κεφάλαιο στην κοινωνία, χειραγωγώντας συνεχώς τα περιγράμματα και τις ταυτότητές της, αποσυνθέτoντας τις οργανωμένες μορφές της και ανατρέποντας τις κοινωνικές και πολιτικές ταυτότητες.
Σχετική εικόνα
Η άρνηση της εργασίας θεωρήθηκε σαν ένα βασικό ελατήριο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Χωρίς εργατικούς αγώνες, χωρίς αποφυγή απ’ την πλευρά των εργατών της εκμετάλλευσης, χωρίς δολιοφθορά, σαμποτάζ, απουσία από την εργασία, δεν υπάρχει ανάπτυξη. Η ανάπτυξη είναι ουσιαστικά κλοπή της καινοτομίας των εργατών, καπιταλιστική κλοπή της δημιουργικότητας του εργάτη ο οποίος για να καπνίσει ένα τσιγάρο με την ησυχία του βρίσκει τον τρόπο να κάνει το κομμάτι του πιο γρήγορα. O τεχνολογικός εκσυγχρονισμός είναι ουσιαστικά ένα κύριο εύρημα των αφεντικών που προσπαθεί να εξαλείψει ένα κομμάτι της ζωντανής εργασίας, έναν χειριστή, ένα ολόκληρο τμήμα, μια απασχόληση, μια αρμοδιότητα, έναν ρόλο. Εν ολίγοις, η τεχνολογική καινοτομία είναι η απαραίτητη μορφή για την εξοικονόμηση εργασίας, είναι η κύρια απάντηση των αφεντικών στην άρνηση της εργασίας. Αλλά τότε: η αναδιάρθρωση, η καινοτομία, ο εκσυγχρονισμός, το τεχνολογικό άλμα πρέπει πραγματικά να θεωρηθεί εχθρός; Μήπως δεν υπάρχει στην αναδιάρθρωση η προϋπόθεση της ελευθερίας η συνθήκη για τη μείωση της εξάρτησης της ζωής από την εργασία; Το ερώτημα πρέπει να εξεταστεί σε όλη του την πολυπλοκότητα.Στην πραγματικότητα η πρόθεση του αφεντικού, όταν μετασχηματίζει ένα εργαστήριο ή αυτοματοποιεί ένα τμήμα εργασίας, είναι εκείνη να μεγιστοποιήσει το συνολικό κέρδος, να εξαλείψει τους θύλακες της ανυπακοής, να επιτύχει έναν πιο στενό μηχανικό έλεγχο στην ανθρώπινη εργασία.Η καπιταλιστική χρήση της τεχνολογίας μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: να λυγίσει τη δομή της μηχανής, του εργαλείου εργασίας, καθώς και την γνωστική επιστημονική δομή, που είναι απαραίτητη για την παραγωγή αυτής της μηχανής, να την λυγίσει σε ένα στόχο ελέγχου, μιας ολοένα και πιο τέλειας υποβολής, όλο και πιο ολοκληρωτικής, όλο και πιο ασφυκτικής.
Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70
Η καπιταλιστική χρήση της τεχνολογίας – και η αναδιάρθρωση ως καπιταλιστική επανάσταση των μηχανημάτων, του τεχνολογικού συστήματος – διαπερνά τις ίδιες δομές, τη μορφή και τη λειτουργία των αντικειμένων, και εμμέσως διαπερνά τα μυαλά, τις κοινωνικές σχέσεις, τον παραγωγικό κόσμο. Η σκέψη και η πρακτική του επαναστατικού εργατισμού πολύ σύντομα έρχεται αντιμέτωπη με μια αντίφαση, και σε κάποιο βαθμό θα παραμείνει αιχμάλωτη αυτής.Η έντονη τεχνολογική επανάσταση που ξεδιπλώνεται κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, και η οποία ωριμάζει στα τέλη αυτής της δεκαετίας ωριμάζει στα τέλη αυτής της δεκαετίας και εκδηλώνεται με αληθινά, πραγματικά κύματα μαζικών απολύσεων, είναι η αιτία της κρίσης της εργατικής αυτονομίας, αλλά στην πραγματικότητα είναι και η αιτία της τάσης διάλυσης της εργατικής τάξης του εργοστασίου και της βιομηχανίας ως κυρίαρχο σύστημα παραγωγής. Η αναδιάρθρωση, η τεχνολογική καινοτομία και ο εκσυγχρονισμός είναι η απάντηση στην άρνηση της εργασίας, αλλά και η εκπλήρωση της. Μέσα από την αναδιάρθρωση, όντως, ο εργατικός στόχος επιτυγχάνεται για να μειώσει την απαραίτητη εργασία, αλλά οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες καθορίζεται αυτή η μετατόπιση κυριαρχούνται από το καπιταλιστικό συμφέρον, αποσκοπούν στην κυριαρχία και το κέρδος, όχι στην κοινωνική χρησιμότητα. Και να λοιπόν που το αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης είναι μια μεγαλύτερη εκμετάλλευση, μια μεγαλύτερη εξάρτηση, μια πολιτική διαίρεση, ένας πολιτικός διαχωρισμός μεταξύ απασχολουμένων και ανέργων.
Σχετική εικόνα
Αλλά αυτό εμφανίζεται, κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, επειδή το επαναστατικό κίνημα δεν καταφέρνει να εκτελέσει μέχρι τέλους το πρόγραμμά του εργατικής κατεύθυνσης επί όλης της διαδικασίας παραγωγικής μεταμόρφωσης, διότι στο σημείο αυτό η συνδικαλιστική διαμεσολάβηση και ο εξτρεμισμός έρχονται αντιμέτωποι χωρίς να μπορούν να βρουν το σημείο διεξόδου: τη γενικευμένη μείωση του χρόνου εργασίας, την κοινωνική ανακατανομή του κοινωνικά απαιτούμενου χρόνου εργασίας. Εν ολίγοις, την εργατική εξουσία επάνω στις συνθήκες της μεταβιομηχανικής μετάβασης, επάνω στις συνθήκες της αποβιομηχανοποίησης και του μετασχηματισμού ολόκληρου του κόσμου της παραγωγής. Αλλά εδώ δεν είναι το μέρος για να αναπτύξουμε ένα τέτοιο θέμα, εδώ ασχολούμαστε με την ανακατασκευή των γενικών γραμμών μιας διαδικασίας που αρχίζει με την έκρηξη των αυθόρμητων αγώνων του ’68, με την συνάντηση του φοιτητικού κινήματος και των εργατικών οργανισμών βάσης, και φτάνει στη γενίκευση το φθινόπωρο του 1969. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία ετοιμάζονται εκείνα τα στοιχεία που θα ξαναβρούμε, σε πολύ διαφορετικό βαθμό πυκνότητας και ανάμιξης, στην έκρηξη της εργατικής αυτονομίας, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70.
Σχετική εικόνα
Σχετική εικόνα