ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

“Ένα λουλούδι άνθισε, Un fiore è sbocciato”

του Fiorenzo Angoscini

Davide Steccanella, Le indomabili. Storie di donne rivoluzionarie, Οι αδάμαστες. Ιστορίες επαναστατριών. Εκδόσεις, Edizioni Pagina Uno, Vedano al Lambro (Mb) σελ. 224, φεβρουαρίου 2017, € 15,00

Η τελευταία εργασία του Davide Steccanella, μαζί με εκείνη που πραγματοποίησε ο Milton Danilo Fernàndez (“Donne, pazze, sognatrici, rivoluzionarie…”, »τρελές Γυναίκες, ονειροπόλες, επαναστάτριες…» Rayuela Edizioni, Milano, 2015), μπορεί να θεωρηθεί το μοναδικό βιβλίο που γράφτηκε από έναν άνδρα, έχοντας στο κέντρο μόνο και όλες γυναίκες εξεγερμένες, που αξίζει να εξεταστεί. Είπαμε γυναίκες: αντικομφορμίστριες, αντάρτισσες, ανεξάρτητες, δίχως προκαταλήψεις. Και όμορφες, έξω και πάνω από τους φυσικούς και αισθητικούς κανόνες που κυριαρχούν αυτή τη στιγμή.

Ο Steccanella, συνοδεύει την επαγγελματική του δραστηριότητα, με την αγάπη και το πάθος του για ορισμένα ζητήματα και θέματα συγκεκριμένα που, συχνά, ολοκληρώνει σε γραπτά και δημοσιεύσεις. Έτσι, η αγάπη του για την όπερα πήρε τη μορφή ενός βιβλίου με θέμα την »απόλυτη τελευταία σοπράνο», Μονσεράτ Καμπαγιέ, Montserrat Caballè, και με μια σειρά σημειώσεων για την ακρόαση της λυρικής μουσικής. Ο Steccanella είναι επίσης ένας παθιασμένος γνώστης της μουσικής rock και φανατικός οπαδός του ποδοσφαίρου (Interista-λενινιστής) της Internazionale, της μαυρομπλέ Ίντερ του Μιλάνο. Στο ποδόσφαιρο έχει αφιερώσει το «ο ξένος δεν θα περάσει, Non passa lo straniero (Ήτοι, όταν το ποδόσφαιρο ήταν αυταρχικό)».

Τα τελευταία χρόνια έχει αναλύσει ιδιαίτερα και έχει μελετήσει-ερευνήσει τις επαναστατικές εμπειρίες και της ένοπλης πάλης. Καρπός αυτών των εμβαθύνσεων κάποιες δημοσιεύσεις, από το προσχέδιο 1 εκείνου που θα γίνει Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα. Χρονολογία μιας χαμένης επανάστασης,  Gli anni della lotta armata. Cronologia di una rivoluzione mancata  μέχρι την »Επαναστάτρια. 2017 Ατζέντα 12 μηνών, “Rivoluzionaria. 2017 Agenda 12 mesi”3 στην οποίαν, για κάθε ημέρα του χρόνου, θυμάται ένα γεγονός ή ένα ιδιαίτερα σημαντικό συμβάν: τον θρίαμβο της Κουβανικής Επανάστασης την δολοφονία του Ernesto Che Guevara, την απαγωγή του Mario Sossi, την απόδραση από την φυλακή του Pozzuoli (Na) των Franca Salerno και Maria Pia Vianale, τη νίκη του Όχι στο δημοψήφισμα για την κατάργηση της απαγόρευσης του διαζυγίου.

Επάνω στην στρατευμένη και επαναστατική εμπειρία των γυναικών άλλα αφιερώματα και συνεισφορές, αποκλειστικά θηλυκές, έχουν μια ιδιαίτερη σημασία και αξία.
Από τον πρώτο φόρο τιμής της Ida Farè στην Margherita Cagol4 μέχρι το τελευταίο (με χρονολογική σειρά δημοσίευσης) της Paola Staccioli5 του οποίου πραγματοποιήθηκαν πολλές νέες εκτυπώσεις. Δίχως να ξεχνάμε την άλλη συνεισφορά της Paola Staccioli, που γράφτηκε με τέσσερα χέρια μαζί με την Haidi Gaggio Giuliani με πρόλογο της Silvia Baraldini.6 Ενώ σε ένα άλλο επίπεδο, και σε μιαν οπτική, τελείως διαφορετική, τοποθετείται το “Donne oltre le armi, Γυναίκες πέρα από τα όπλα”.7

Ο συγγραφέας, αφού αφιέρωσε τον πρόσφατο κόπο του στις Maria Elena, Paola και Valentina ξεκινά τον ιστορικό-πολιτικό καλπασμό του ξεκινώντας από τα μέσα του ‘800. Από τα πρώτα  ‘femmine ribelli-εξεγερμένα θηλυκά’ θυμάται την Louise Michel (1830-1905) μαχόμενη στη διάρκεια των ημερών της Κομούνας. Για τον αδάμαστο και πολεμιστή χαρακτήρα της, από τον καθώς πρέπει τύπο χαρακτηρίστηκε ‘θηρίο που διψούσε για αίμα- La belva assetata di sangue’ και ο Paul Verlaine της αφιέρωσε ένα ποίημα , “Lei ama il povero, Αυτή αγαπά τον φτωχό”.

Nel suo ‘excursus’, Στην διάρκεια του ταξιδιού του περνά στη συνέχεια από την Rosa Rossa Luxemburg, την Κόκκινη Ρόζα, και φθάνει στην πρώτη (νοέμβριος 1910) ‘επανάσταση’ του XX° αιώνα , την μεξικάνικη, μαζί με την κύρια θηλυκή πρωταγωνίστρια της: Petra Herrera που αποκαλούνταν Pedro η οποία “…πήγαινε στην έφοδο με τόση ζέση ώστε να παρασέρνει με το παράδειγμα της άνδρες και γυναίκες  μαζί”. Για να εισχωρήσει στη συνέχεια στην πιο σημαντική Επανάσταση, αυτή με την μεγαλύτερη σημασία, συμβολική που χαρακτήρισε ον περασμένο αιώνα, εκείνη των Μπολσεβίκων του οκτώβρη (1917).

Μιλώντας γι αυτήν, διατρέχει το  προφίλ κάποιων πρωταγωνιστών αυτής: Aleksandra Michajlovna Kollontaj, ‘Commissaria del Popolo per l’Assistenza sociale, Επίτροπος Λαϊκής κοινωνικής Βοήθειας’, για την οποίαν ο Steccanella τονίζει πως “…ήταν η πρώτη γυναίκα στον κόσμο που υπήρξε υπουργός μιας κυβέρνησης”, προαγωγέας, μαζί με πολλές άλλες Σοβιετικές γυναίκες, των νόμων για την έκτρωση και το διαζύγιο (1920). Στην πατρίδα των Σοβιέτ οι γυναίκες απολάμβαναν ήδη του δικαιώματος στην ψήφο και στην εκπαίδευση, να εκλέγονται, και να λαμβάνουν μισθό ίσο με εκείνο των ανδρών. Η Kollontaj, στην διάρκεια της θητείας της, διέταξε την διανομή στους αγρότες των γαιών που ανήκαν στα μοναστήρια, , την ίδρυση κρατικών παιδικών σταθμών και την φροντίδα της μητρότητας.

Μια άλλη ‘Bolscevica’ (“Μπολσεβίκα ενθουσιώδη και ευφυή” l θα την χαρακτηρίσει ο Λένιν) είναι η Inessa Armand, γεννημένη Elise Stèphanne, που καθιέρωσε σχέσεις και εδραίωσε συμφωνίες πολιτικές με τους ρώσους επαναστάτες μέχρι την ολοκλήρωση και τη σύσταση της κυβέρνησης των εργατών και αγροτών. Όταν (16 ιουλίου 1914) “Το Γραφείο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς συγκαλεί, στις Βρυξέλλες, ένα συνέδριο για να συζητήσουν εκ νέου για την επανένωση όλων των ρευμάτων των ρώσων σοσιαλδημοκρατών” ο Lenin, μυρίστηκε την παγίδα με την οποίαν γίνονταν προσπάθεια να εγκριθεί, από την Διεθνή, μια ευνοϊκή πρόταση στην ενοποίηση, έχοντας επίγνωση των ικανοτήτων και των ταλέντων της ‘συντρόφισσας’, ζήτησε από την Inessa να τον εκπροσωπήσει, πυροδοτώντας την οργή των Kautsky, Luxemburg, Trockij, Plechanov και Marlov. Στο διφορούμενο ψήφισμα αντέταξε μια πρόταση που καλούσε όλους τους σοσιαλδημοκράτες να ενωθούν με το πρόγραμμα των μπολσεβίκων. Παρότι το δικό του αντί-ψήφισμα απορρίφθηκε, ο Λένιν ήταν περισσότερο από ικανοποιημένος: “Οδήγησες την υπόθεση πολύ καλύτερα απ’ ότι θα μπορούσα να είχα κάνει εγώ. Εγώ θα είχα εκραγεί. Δεν θα είχα κατορθώσει να ανεχθώ εκείνη την κωμωδία και θα τους είχα αντιμετωπίσει σαν αχρείους”.
Καλή πιανίστρια, εκτέλεσε την La Patetica, την σονάτα που προτιμούσε ο Vladimir Ilic Ulianov (Lenin) και στις κηδείες του Paul Lafargue και της Laura Marx (Παρίσι, 3 δεκεμβρίου 1911) ο επικήδειος λόγος που διαβάστηκε από τον Λένιν μεταφράστηκε στα γαλλικά από την Inessa η οποία, εκτός από την μητέρα γαλλική γλώσσαo, ήταν εξαιρετική γνώστης άλλων ξένων γλωσσών.

Μετά το Μεξικό και τον ‘Ottobre- Οκτώβρη’, Έρχεται η Ισπανία!.
Στις 17 ιουλίου 1936 οι πραξικοπηματίες, με επικεφαλής τον Franco, διακηρύττουν τον ‘ξεσηκωμό’, την ένοπλη φασιστική επίθεση στην ισπανική Repubblica. Ανάμεσα στις κυριότερες φιγούρες του αγώνα στον φρανκισμό, ξεχωρίζει εκείνη της Πασιονάρια, della Pasionaria, της Dolores Ibàrruri από την χώρα των βάσκων, προσωπική φίλη του Stalin και, όπως αυτοαποκαλείται, μια γυναίκα  “di pura razza mineraria, από καθαρή ράτσα μετάλλου”. Στο αυτοβιογραφικό της βιβλίο που αναλαμβάνει, στον τίτλο, την ομιλία που εκφώνησε σε υπεράσπιση της Δημοκρατίας στο όνομα του Ισπανικού Κομουνιστικού Κόμματος στις 19 Ιουλίου 1936, “No pasaràn!-Αναμνήσεις μιας επαναστάτριας” 8   επαναλαμβάνει το πως κατάφερε να μετατρέψει τον “απεγνωσμένο της θυμό και το αίσθημα ανταρσίας και εξέγερσης σε πολιτική και ιδεολογική συνείδηση, για εκείνη την μεταμόρφωση μιας απλής γυναίκας του λαού σε μια επαναστάτρια μαχόμενη, σε μια Κομουνίστρια”.

Μετά την Ισπανία, το βουνό…
Πραγματικά πολλές, και με ρόλους πρώτης γραμμής, οι μαχόμενες ιταλίδες για την ελευθερία. Ο Steccanella θυμάται την μεγάλη εκπροσώπησηricorda : “70.000 oργανωμένες στις Ομάδες υπεράσπισης της γυναίκας, 35.000 μαχόμενες παρτιζάνες, 20.000 με λειτουργίες υποστήριξης, 4.563 συλληφθείσες, βασανισμένες και καταδικασμένες από τα φασιστικά Δικαστήρια, 2.900 έπεσαν ή σκοτώθηκαν σε μάχη 2.750 μεταφέρθηκαν στη Γερμανία στα ναζιστικά lager, 1.700 τραυματίστηκαν, 623 εκτελέστηκαν, 512 Επίτροποι πολέμου, 19 χρυσά μετάλλια και 17 αργυρά”.
Κάποια ονόματα, Alcuni nomi, διάσημα ή λιγότερο γνωστά, για όλες: Irma Bandiera, Carla Capponi, Iris Versari, Joyce Lussu, Vandina Saltini, και πολλές άλλες ‘Stelle Rosse, Κόκκινα Αστέρια’.

Άλλες σημαντικές παρουσίες, είναι εκείνες των πρωταγωνιστών γυναικών στον αγώνα για τα δικαιώματα των αφροαμερικανών, για την χειραφέτηση των ‘τελευταίων’ και για την κοινωνική λύτρωση, της βορείου Αμερικής: Rosa Louise Parks, η Μαύρη Πάνθηρας Kathleen Claver μετά, όταν τα σπάει με το κόμμα των μαύρων πανθήρων BPP, στρατευμένη στο ‘Revolutionary People’s Communication Network’, και το πιο γνωστό σύμβολο της εξέγερσης των μαύρων της Αμερικής: Angela Davis. Στον τόμο υπενθυμίζεται ο ορισμός που η Davis μας παρέχει για την λέξη ‘ριζοσπάστης’: “Ριζοσπάστης απλούστατα σημαίνει να αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα από τις ρίζες τους”.
Ίσως, σε αυτή την ενότητα, θα έπρεπε να γίνει λόγος και για την Εθελ Ρόζενμπεργκ, Ethel Rosenberg, αποδιοπομπαίο τράγο του αχαλίνωτου μακαρθισμού.

Άμεσα ή έμμεσα, η Λατινική Αμερική σφυρηλατεί πολλές αντάρτισσες γυναίκες. Να θυμίσουμε την Tania Haydèe Tamara Bunke Bider,9 που σκοτώθηκε στα εικοσιεννιά της στο Puerto Mauricio ακολουθώντας την βολιβιανή του Che. Μια άλλη τευτονικηλατίνη, teutonico-latina είναι η Monika Ertl Imilla,10 που την 1 απριλίου 1967, στο Αμβούργο,οπλισμένη από τον Feltrinelli, εκδικείται τον Comandante Che, εκτελώντας τον δήμιο του: Roberto Quintanilla.
Παραμένοντας στον χώρο του νησιού της Καραϊβικής, ο Steccanella θυμίζει πως στην Κούβα, μαζί με άλλες γυναίκες που ιδεολογικά και στρατιωτικά διαμορφώθηκαν στο ευτυχισμένο νησί, βρήκε πολιτικό άσυλο και συνεχίζει να ζει η αφρο-τζαμαϊκανή επαναστάτρια, αγωνίστρια του Black Liberation Army, Assata Shakur, που ονομάζονταν όταν ήταν δούλη JoAnne Chesimard, στης οποίας την απελευθέρωση (όχι απόδραση, όπως η ίδια διευκρινίζει) πήρε μέρος, στην τελική της φάση, και η Silvia Baraldini.11

Ο συγγραφέας αφιερώνει προσοχή και στις γυναίκες που πήραν μέρος στους αγώνες ανεξαρτησίας στην Ευρώπη τον αιώνα που μας πέρασε: Βόρεια Ιρλανδία και Euskadi.
Στην βόρειο Ιρλανδική σύγκρουση πολέμησαν οι Bernadette Devlin, Mairead Farrell που σκοτώθηκε στο Γιβραλτάρ, στις 6 μαρτίου 1988, από μια ‘ομάδα θανάτου’ του αγγλικού στρατού.
Ένα από τα μεγαλύτερα ‘σύμβολα’, λόγω του κύρους και της σημασίας, του αγώνα του βασκικού λαού, δίχως άλλο είναι η Eva Forest, πρωτομάστορας του ‘Σχεδίου Ogro’ (εξολόθρευση του Luis Carrero Blanco, ‘ηγέτη’ της κυβέρνησης του Franco). Τον τίναξαν στον αέρα με το αυτοκίνητο του στην Μαδρίτη στις 20 δεκεμρίου 1973. Στο βιβλίο της “Επιχείρηση Ogro. Πως και γιατί σκοτώσαμε τον Carrero Blanco” 12 ξεκινά την διήγηση της με αυτό τον τρόπο: “Ο Carrero Blanco είχε ένα όνειρο: να πετάξει. Μια ημέρα η Eta έκανε το όνειρο του μια μεγάλη πραγματικότητα”.

Στην μεγάλη έκθεση των σχεδόν σαράντα προφίλ επαναστατριών (αν και θα μας είχε αρέσει να μας μιλούσε επίσης και για την Olga Benario, κομουνίστρια και εβραία, απεσταλμένη της Κομουνιστικής Διεθνούς στην Βραζιλία, δολοφονημένη στο lager di Bernburg-Euthanasia Centre στις 23 απριλίου 1942;13 την comandante Celia Sànchez της κουβανικής επανάστασης: “εκείνη που έπαιρνε τις κυριότερες αποφάσεις”; 14 Genoeffa Cocconi, μητέρα των αδελφών Cervi και την Carla Verbano.15 ) Ο Steccanella καλλιεργεί δυο ιδιαίτερα ‘κόκκινα λουλούδια’ : την Margherita Mara Cagol (ιδρύτρια των Brigate Rosse, ‘που εκτελέστηκε’, σύμφωνα με την μαρτυρία ενός μαχητού παρόντος στην ανταλλαγή πυροβολισμών που είχε προηγηθεί, με έναν πυροβολισμό από πιστόλι στον αυχένα, ενώ ήταν γονατισμένη έχοντας παραδοθεί, στις 5 ιουνίου 1975 στην Cascina Spiotta,στο αγρόκτημα στην περιοχή Arzello di Melazzo (Al). Οι Σύντροφοι της στην ανακοίνωση χαιρετισμού δηλώνουν: “Mara, ένα λουλούδι άνθισε, και αυτό το λουλούδι ελευθερίας οι Ερυθρές Ταξιαρχίες θα συνεχίσουν να το καλλιεργούν μέχρι τη νίκη! Ένοπλη πάλη για τον κομουνισμό!”) και την Ulrike Meinhof, δημοσιογράφο και αγωνίστρια της Rote Armee Fraktion, που πέθανε  ‘μυστηριωδώς’ στην φυλακή του Stammheim το βράδυ μεταξύ 8 και 9 μαίου 1976. Ένα μανιφέστο της Κόκκινης Βοήθειας, del Soccorso Rosso την θυμάται με αυτό τον τρόπο: “Ένα λουλούδι άνθισε. Θα το καλλιεργούν οι επαναστάτες όλου του κόσμου. Θα το καλλιεργούν μέχρι τη νίκη”.16

Λόγω της μαχητικής αλληλεγγύης, σεβασμού και εκτίμησης, οι τελευταίες δύο γυναίκες που αναφέρονται στο βιβλίο είναι η »Γιαγιά Μάο», “Nonna Mao”-Cesarina Carletti, πρώην παρτιζάνα , βιβλιοπώλης μεταχειρισμένου στην αγορά της Porta Palazzo στο Torino, που συνελήφθη στις 15 ιουλίου 1975 ως ύποπτη ταξιαρχίτισσα: “είναι να γελάς, ’με αυτή την τελευταία είναι είκοσι μία φορές που μπήκα φυλακή. Και δεν θα είχα ποτέ φανταστεί πως θα μου καταλόγιζαν ξανά τις ίδιες κατηγορίες με αυτές τριάντα τριών χρόνων νωρίτερα, όταν ήμουν παρτιζάνα: συμμετοχή σε ένοπλη μπάντα”.

Η Caterina Rina Picasso, κατηγορία 1908, ‘η γιαγιούλα των BR’, αναφέρεται με αυτό τον τρόπο από τον Prospero Gallinari όταν την θυμάται: “ η Caterina Picasso είναι ένα κομμάτι του παρελθόντος μας. Ένα πρόσωπο της βαθιάς πόλης, της αντιφασιστικής και κομουνιστικής έντασης της ιστορίας της Τζένοβα”. Στην ηλικία των 72 χρόνων “καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε τρία χρόνια και τέσσερις μήνες , που στο εφετείο αυξήθηκαν σε τέσσερα χρόνια, Έξω απ’ το κελί της εκθέτει μια στοιχειώδη κόκκινη σημαία ραμμένη με διάφορα κομμάτια από ύφασμα”.

Τέλος, αλλά απολύτως όχι τελευταία, αναφέρεται μια, την θυμάται με τον τρόπο του, ‘μαχήτρια’ με ένα τρόπο που καμιά καμιά ανθολογία, βιβλίο αυτοβιογραφιών ή έκθεση γυναικών αναφέρει: Anna Magnani. Όταν πλέον την είχαν σημαδέψει οι ‘φθορές του χρόνου’, αγνοώντας την αισθητική : “LΑφήστε μου όλες τις ρυτίδες, μην μου αφαιρέσετε ούτε μια. Χρειάστηκε μια ολόκληρη ζωή για να τις φτιάξω
Μια πρόσληψη μιας πολύ διαφορετικής συνειδητοποίησης από τα τρέχοντα αισθητικά και καλλιτεχνικά στερεότυπα, όχι μόνο γυναικεία.


  1. Davide Steccanella, Le Brigate Rosse e la lotta armata in Italia. Cronologia degli eventi che hanno contrassegnato 15 anni del nostro paese- Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες και η ένοπλη πάλη στην Ιταλία. Χρονολογία των γεγονότων που σημάδεψαν 15 χρόνια στη χώρα μας, Simplicissimus, Loreto (An)-Catania, 2012  
  2. επαναλάμβανεDavide Steccanella, Gli anni della lotta armata. Cronologia di una rivoluzione mancata- Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα. Χρονολογία μια χαμένης επανάστασης, Bietti, Milano, 2013  
  3. Davide Steccanella, Rivoluzionaria- Επαναστάτρια, 2017 Ημερολόγιο 12 μηνών, Agenda 12 mesi, Mimesis, Sesto San Giovanni (Mi), 2016  
  4. Ida Farè-Franca Spirito, Mara e le altre. Le donne e la lotta armata: storie interviste riflessioni- Η Μάρα και οι άλλες. Οι γυναίκες και η ένοπλη πάλη: ιστορίες συνεντεύξεις στοχασμοί, Feltrinelli, Milano, 1979  
  5. Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie Κι ας ήμαστε γυναίκες. Ιστορίες επαναστατριών, DeriveApprodi, Roma, 2015  
  6. Haidi Gaggio Giuliani-Paola Staccioli, Non per odio ma per amore. Storie di donne internazionaliste- Όχι από μίσος αλλά λόγω τη αγάπης. Ιστορίες διεθνιστών γυναικών, DeriveApprodi, Roma, 2012  
  7. Rosella Simone, Donne oltre le armi. Tredici storie di sovversione e genere- Γυναίκες πέρα από τα όπλα. Δεκατρείς ιστορίες ανατρεπτικής δραστηριότητας και φύλου, Milieu Edizioni, Milano 2017  
  8. Dolores Ibàrruri, Memorie di una rivoluzionaria- Αναμνήσεις μιας επαναστάτριας,  Editori Riuniti, Roma, 1963  
  9. Marta Rojas-Mirta Rodriguez Caldiron, a cura di- Tania la guerrigliera, Τάνια η αντάρτισσα, Feltrinelli, Milano, 1971  
  10. Jurgen Schreiber, La ragazza che vendicò Che Guevara. Storia di Monika Ertl- Η κοπέλα που εκδικήθηκε τον Τσε Γκεβάρα. Ιστορία της Μόνικα Έρτλ,  casa editrice Nutrimenti, Roma, 2011  
  11. Assata Shakur, Assata, un’autobiografia, Ασσάτα, μια αυτοβιογραφία, εισαγωγή με επιμέλεια του Giovanni Senzani, introduzione e cura di Giovanni Senzani, CONTROInformazione internazionale, Erre emme Edizioni, Roma, dicembre 1992  
  12. Marco Laurenzano, a cura di, Eva Forest, Operazione Ogro. Come e perchè abbiamo ucciso Carrero Blanco- Επιχείρηση Ogro. Πως και γιατί σκοτώσαμε τον Καρρέρο Μπλάνκο,  Red Star Press, Roma, dicembre 2013  
  13. Ruth Wener, Olga Benario. Una vita per la rivoluzione. La storia di una vita coraggiosa- Όλγα Μπενάριο. Μια ζωή για την επανάσταση. Η ιστορία μιας θαρραλέας ζωής, Zambon Editore, Francoforte, 2012  
  14. Dieci donne rivoluzionarie…che non appaiono nei libri di storia- Δέκα επαναστάτριες γυναίκες…που δεν εμφανίζονται στα βιβλία της ιστορίας,  Kathleen Harris, 2014 https://www.bibliotecapleyades.net/sociopolitica/sociopol_globalupraising81.htm  
  15. Carla Verbano με την Alessandra Capponi, Sia folgorante la fine- Να είναι εκθαμβωτικό το τέλος,  Rizzoli, Milano, 2010  
  16. La morte di Ulrike Meinhof, Rapporto della Commissione Internazionale d’inchiesta- Ο θάνατος της Ουλρίκε Μάϊνχοφ, Αναφορά της Διεθνούς Επιτροπής έρευνας, μετάφραση της Petra Krause και Elisa D’Ambrosio, Tullio Pironti Editore, Napoli, settembre 1979 – Ulrike Meinhof, Bambule. Rieducazione, ma per chi?- BambuleΑναμόρφωση, αλλά για ποιον; Edizioni della battaglia, Palermo, gennaio 1998  

Share

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 3 – χρονικό του Κινήματος ’77

VIII IX

ΝΑ ΓΡΑΨΟΥΜΕ ΕΠΑΝΩ ΜΑΣ

«Οι εργασίες επάνω σε κείμενα του Μαγιακόφσκι και η επεξεργασία αυτών έχει γίνει σήμερα μια μαζική δραστηριότητα: οι νεαροί προλετάριοι, οι οποίοι είναι η κοινωνική φιγούρα του απελευθερωμένου χρόνου – και όχι τα θύματα της ανεργίας, όπως αρέσει να τους παρουσιάζει η παλαιο-σοσιαλιστική ιδεολογία – έχουν αρχίσει να γράφουν, γράφουν στη μητρόπολη, με τις μαζικές jam-session, γράφουν στους τοίχους, με την καταστροφή των μηχανισμών του θεάματος, με την απαλλοτρίωση των εμπορευμάτων. Μια γραφή ακόμα μόνο αρνητική , συμπτωματική, ένα λεξιλόγιο ακόμη ως επί το πλείστον σιωπηλό. Αλλά αρχίζει να γίνεται σαφής και συνειδητή η συλλογική γραφή: όχι για να αφήσει ένα ίχνος, εντυπωσιακό και ξεχωριστό (…). Αλλά για να αλλάξει την μορφή των μητροπόλεων, για να αναστατώσει την κωδικοποιημένη επικοινωνία, για να μεταμορφώσει τη ζωή» (Συλλογικότητα A/traverso, η Alice είναι ο διάβολος, Μιλάνο, L’Erba Voglio, 1976, σελ. 122).

“ΚΑΤΩ Η ΗΘΙΚΗ ΣΑΣ / ΚΑΤΩ Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΣΑΣ / ΚΑΤΩ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΑΣ / ΚΑΤΩ Η ΤΕΧΝΗ ΣΑΣ // για όλους εκείνους που μέσα στα οικονομικά σας σχέδια πρέπει να δουλεύουν και να μην απέχουν /να μην εξεγείρονται ενάντια στους λοχίες της εθνικολαϊκής κουλτούρας / θα τους αρκούν ακόμη τα σκατά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας / της οικογενειακής μεταρρύθμισης / οι ταινίες του petri / η καθεστωτική κουλτούρα / οι δικοί σας salinarisciasciavolponi. [Paolo Volponi, Carlo Salinari, Leonardo Sciascia] // Αλλά εσείς όχι / για εσάς τα αυτοκίνητα (ανεπιθύμητα) του ronconi / σίγουρα / υπό την προϋπόθεση οι κώλοι σας να κάθονται δίπλα σε εκείνους της μπουρζουαζίας του νέου καθεστώτος, / για εσάς δεν χρειάζεται λεξιλόγιο, κατανοητό / τόρνοςαλυσίδα που τρέχει -δουλειά με το κομμάτι- παραγμένα προϊόντα / μηχανές άνευ λειτουργίας. O.K. / όποιος δεν έκανε τα καινούργια πειράματα ανακαλεί κριτικά τα παλιά. / η RADIO ALICE επαναλαμβάνει κάτω / στέλνει μηνύματα ακατανόητα / μέσα στην τάξη της γλώσσας που παράγει / μιλά για το πόσες ώρες είμαστε υποχρεωμένοι να βρισκόμαστε στο εργοστάσιο / λέει για τους πολλούς συντρόφους που σκοτώνει η αστυνομία μέσα σε μια εβδομάδα / λέει zut / μιλά για τις ατέλειωτες ώρες δουλειάς που κοστίζει ένα κιλό κρέας / λέει για τις πολλές φορές που θα θέλαμε να βγούμε έξω το βράδυ  και ο μπαμπάς- διατάγματα-εκπρόσωποι λέει πως αυτό δεν είναι καλό για μια γυναίκα / λέει W Verdi λέει το υπερεγώ πηγαίνει διακοπές. / δεν επιβεβαιώνουμε αμέσως πως πρόκειται για ηλιακές μηχανές προσπαθούμε / πρώτα να αποδείξουμε πως δεν είναι τηγανητά ψάρια. / Δεν μας πληρώνει ούτε ο Agnelli ούτε ο Conti ούτε ο James Brook / γι αυτό η RADIO ALICE έχει ανάγκη από χρήματα / γι αυτό η RADIO ALICE ήθελε να κάνει μια συναυλίαγιορτή / στο Palasport / αλλά για όλους αυτούς τους λόγους της το αρνήθηκαν. // Η RADIO ALICE είναι η φωνή ενός σωρού ανθρώπων και μπορεί να γίνει μια μεγάλη βροντερή φωνή, / έτσι όπως όταν είπε / ΚΑΤΩ Η ΤΕΧΝΗ ΣΑΣ – ΚΑΤΩ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΑΣ – ΚΑΤΩ Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΣΑΣ – ΚΑΤΩ Η ΗΘΙΚΗ ΣΑΣ. RADIO ALICE” (φυλλάδιο που αναπαράγεται στο Collettivo A/ traverso, η Alice είναι ο διάβολος, Milano, L’Erba Voglio, 1976; σελ. 39).

Σάββατο / Τρίτη 26-29 ΙΟΥΝΙΟΥ 1976. Milano, Parco Lambro: VI Γιορτή του Νεανικού προλεταριάτου    “To «ευτυχισμένο νησί» που μετατράπηκε σε έδαφος ανταρτοπόλεμου, με τα δακρυγόνα που ίπτανται μέσα στα δέντρα και την απειλή μιας εισβολής της αστυνομίας για την εκκένωση του πάρκου, οι προλεταριακές απαλλοτριώσεις στο κοντινότερο σούπερ μάρκετ και η έφοδος στο ψυγείο φορτηγό της εταιρείας Motta, η επιθετικότητα που εκφράστηκε με πολλούς τρόπους: ενάντια στους οργανωτές, ενάντια στους τραγουδιστές, ενάντια στα κοτόπουλα (που χρησιμοποιήθηκαν για να κορεστεί η πείνα, αλλά επίσης και για να παιχτεί ποδόσφαιρο), ενάντια στους ομοφυλόφιλους των οποίων το stand καταστράφηκε, ενάντια στις φεμινίστριες, που αμύνθηκαν όμως εξαιρετικά, με χτυπήματα κιθάρας, ενάντια στους διακινητές ηρωίνης, μα επίσης και στους ίδιους τους ηρωινομανείς” (βρίσκεται στο βιβλίο  Marisa Rusconi, La festa del Parco Lambro, Padova, Mastrogiacomo, 1978; σελ. 10).

ΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΡΑΔΙΟΦΩΝΑ / ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΒΟΚΑΤΣΙΑ / ΟΛΗ Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ/

ΖΗΤΩ Η ΣΥΝΤΡΟΦΙΣΣΑ ΑΠΟΧΗ / ΤΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΑΦΕΝΤΙΚΩΝ / ΚΑΝΕΙ ΚΑΛΟ ΣΤΟΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 2 – χρονικό του Κινήματος ’77

VII
ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΙΝΉΜΑΤΟΣ ‘77
Παρασκευή 2 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1976. Στην Bologna γεννιέται το Radio Alice
«Στις αρχές του ’76, τους πρώτους μήνες, όλες οι εφημερίδες της Ιταλίας άρχισαν να μιλούν για το »χυδαίο λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται από ένα ελεύθερο ραδιόφωνο της Μπολόνια, ραδιόφωνο Alice το όνομα του. Ποια είναι η Αλίκη, τι κάνει η Αλίκη; Ερωτήσεις αφελείς, γιατί η Αλίκη πάντα στέκεται από την άλλη πλευρά – Είναι δυνατόν ποτέ η πολιτική γλώσσα να μην είναι επίπληξη για κάτι σε κάποιον; να μην είναι εργαλείο κάποιου για να διευθύνει άλλους; είναι δυνατόν να μην είναι η εκπροσώπηση στη σκηνή των βουβών της ιταλικής πολιτικής;»
(Κολλεκτίβα A/traverso,
Alice είναι ο διάβολος, Μιλάνο, L’ Erba Voglio, 1976, από το πίσω κάλυμμα).
“Radio Alice. Καλημέρα. Δευτέρα 26 ιανουαρίου. Εχθές χιόνιζε. Σήμερα το βράδυ υπήρχε φεγγάρι και στις 31 θα είναι γεμάτο. Ήμαστε στον αστερισμό του υδροχόου και οι γεννημένοι αυτή την ημέρα είναι κατά βάση μπλέ, αυτό σηματοδοτεί την τάση ευτυχισμένων απεργιών… Κι εδώ βρισκόμαστε πάντα στο radio Alice, στην δικιά μας φωλιά γεμάτη με παράξενα όντα. Μια ποσότητα megaertz είδους ενυδρείου. Μάτια λίγο τρελαμένα και τα μηχανήματα μας είναι πειραματικά όπως εμείς
(Collettivo A/traverso,
Alice è il diavolo,
Milano, L’Erba Voglio,1976: σελ. 12).
«Η Radio Alice είναι άσεμνη όπως η ταξική πάλη. Αστυνομικοί, δικαστές, δημοσιογράφοι είπαν ότι η Radio Alice είναι άσεμνη. Αλλά τι δεν είναι άσεμνο μέσα στον πολιτισμό μας για τους αστυνομικούς, τους γραφιάδες του κίτρινου τύπου και για εκείνους που τους τρέφουν; οι ανάγκες μας, το σώμα, η σεξουαλικότητα, να θέλουμε να κοιμόμαστε το πρωί, η επιθυμία, η απελευθέρωση από την εργασία. Όλα αυτά μέσα στους αιώνες ήταν κρυμμένα, βυθισμένα, μας τα αρνούνταν, δεν λέγονταν, κανένας δεν μιλούσε γι αυτά. Ύπαγε οπίσω μου Σατανά. Ο εκβιασμός της μιζέριας, η πειθαρχία της εργασίας, η ιεραρχική τάξη, η θυσία, η πατρίδα και το γενικό συμφέρον. Όλα αυτά έχουν κάνει να σιγήσει η φωνή του σώματος. (…) Γι αυτό τον λόγο όλα εκείνα που δεν στέκονται μέσα σε αυτή την τάξη είναι άσεμνα, σύμφωνα με την αστυνομία και τους εισαγγελείς. Θα έπρεπε να μυρίσεις τα σκατά, εκεί μυρίζεις την ύπαρξη. (…) Η επιθυμία δίνει φωνή στον εαυτό της. Και γι ‘αυτούς είναι άσεμνη. Πέρα από την φτώχεια, ενάντια στην εργασία, μιλάει το σώμα, η επιθυμία, η ιδιοποίηση του χρόνου. Η Radio Alice έχει εγκατασταθεί σε αυτό τον χώρο και γι αυτό είναι άσεμνο. Να δώσουμε φωνή στην επιθυμία μας – κάθε συλλογικότητα ένα μικρόφωνο – να αναμεταδώσουμε επάνω μας «
 (Collettivo A/traverso,
Alice è il diavolo, η Αλίκη είναι ο διάβολος
Milano, L’Erba Voglio, 1976; σελ. 34-35).
«Γκρίζοι ανόητοι επικίνδυνοι θέλουν να κάνουν τον κόσμο να τους ταιριάζει, θέλουν τον κόσμο στα μέτρα τους: επικίνδυνο θαμπό γκρι. Η απολυταρχική κοινωνία του κεφαλαίου ζει από την μονότονη επανάληψη του υπάρχοντος. Χρησιμοποιεί τα αφεντικά, τους αστυνομικούς, τους δικαστές. Κανένας από αυτούς δεν είναι απαραίτητος για τη δομή που χρειάζεται. Κάνουν μια σκατένια ζωή για να είναι ο μόνος δυνατός τρόπος ζωής. Αλλά ο κομουνισμός είναι νέος και όμορφος. (…) Η πρακτική της ευτυχίας είναι ανατρεπτική, όταν συλλογικοποιείται, η θέληση μας για ευτυχία και απελευθέρωση είναι ο τρόμος τους, τους τρομάζει και αντιδρούν με την φυλακή, όταν η καταπίεση της εργασίας, της πατριαρχικής οικογένειας και τους σεξισμού δεν είναι αρκετή. Μα τότε ας το πουν ανοιχτά: το να συνωμοτείτε σημαίνει να αναπνέετε μαζί και γι αυτό είμαστε κατηγορούμενοι, αυτός είναι ο λόγος που μας κατηγορούν, θέλουν να μας κόψουν την αναπνοή, να μας την αφαιρέσουν, διότι αρνηθήκαμε να αναπνέουμε ατομικά, μεμονωμένα, στον τόπο εργασίας μας που προκαλεί ασφυξία, που μας πνίγει, στην σχέση μας μεμονωμένα οικογενειακή, στο ατομοποιημένο σπίτι μας . (…) Ας το πουν λοιπόν ανοικτά: είναι ντανταϊσμός που τρομοκρατεί τους επικίνδυνους βαρετούς γκρίζους φύλακες της τάξης της εκμετάλλευσης και της μιζέριας «.
(Coll. A/traverso,
Alice è il diavolo, η Αλίκη είναι ο διάβολος
Milano, L’Erba Voglio, 1976: σελ. 44-45).
TRASMETTIAMOCI ADDOSSO
   E   R   A   U   N   A   N   O   T   T   E   D   I   L   U   P   I   F   E   R   O   C   I ,   L   ’   A   B   B   I   A   M   O   R   I   E   M   P   I   T   A   D   I   S   U   O   N   I   E   D   I   V   O   C   I
Ήταν μια νύχτα άγριων λύκων, την γεμίσαμε με ήχους και φωνές
αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 1 – χρονικό του Κινήματος ’77

Μαζική παρανομία,  Δίχως ανακωχή,  Τα θέλουμε όλα,  να πάρουμε την πόλη, επίθεση στον ουρανό,  θα είναι ένα ριζότο που θα σας θάψει, μετά τον Μάρξ Απρίλης μετά τον Μάο Ιούνης,  σε σκατένιο μισθό σκατένια δουλειά,  Συνεχής Αγώνας   κάποια απ’ τα συνθήματα που διαβάζουμε εδώ πάνω

Βιβλία και ντοκουμέντα του Κινήματος του ’77, ιούνιος ’76 – μάϊος ’78

Με μια χρονολόγηση του Paolo Tonini

Πορτρέτο μιας γενιάς
»Είναι σαραντάρηδες / πενηντάρηδες άνω-κάτω, γυναίκες που γίνονται όμορφες τώρα, γλυκοί άνδρες που μεγάλωσαν μόνοι τους παιδιά που είναι πλέον έφηβοι, εκπαιδευτικοί όλο και αριστερότεροι από τις τάξεις τους, συνδικαλιστές περιθωριοποιημένοι που δέχονται άσχημη αντιμετώπιση, πελάτες ψυχαναλυτών, ψυχαναναλυτές οι οποίοι επιμένουν να εργάζονται στις USL, κρατούμενοι αμετανόητοι, μετανιωμένοι που δεν φυλακίστηκαν, άλλοι που απλά δεν μετάνιωσαν, ηρωινομανείς από απόγνωση. Άνθρωποι που στέκονται όρθιοι, έξω από την πόρτα, βρεγμένοι μέχρι το κόκκαλο, που όμως δεν χτυπούν το κουδούνι, η πρώτη γενιά αρσενικών που δεν κτύπησε την γυναίκα του, η οποία κατανόησε την ομορφιά στο σκούπισμα του κώλου στα μωρά τους, η πρώτη γενιά γυναικών που διαχειρίστηκε την σεξουαλικότητά της πληρώνοντας όλο το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει για την ελευθερία (και ακόμη περισσότερο). Η πρώτη γενιά γονιών που δεν εκπαίδευσαν τα παιδιά όπως είχαν μορφώσει αυτούς οι γονείς τους. Ξένοι μες την πατρίδα».
 (Raul Mordenti)
III
ΓΙΑ ΤΗΝ ELISA 
Από την VI γιορτή του νεανικού προλεταριάτου (Μιλάνο, Parco Lambro ’76) μέχρι το θάνατο του Άλντο Μόρο τον μάιο 1978 γεννιέται αναπτύσσεται και εξαφανίζεται στην Ιταλία ένα περίεργο κίνημα περίεργων φοιτητών, το κίνημα ’77. Ο Ουμπέρτο Έκο ήταν μεταξύ των πρώτων που αντιλήφθηκε την αυθεντικότητα του σε ένα άρθρο που ονομάζεται Αντικουλτούρα, που δημοσιεύθηκε στο «Πολιτισμός των Μηχανών», «Civiltà delle Macchine» (Έτος XXV ν. 1/2, ιανουάριος / απρίλιος 1977). Δεν ήταν εύκολο να βάλουν μέσα σε πλαίσιο αυτό το νέο Κίνημα, το οποίο τα Χριστούγεννα ήθελε να φάει το αφεντικό αλλά χωρίς να παραιτηθεί από το panettone, το τσουρέκι, Κίνημα που χλευάζει τους εκπροσώπους των θεσμών φωνάζοντας «sceeemo – sceeemo» [»βλάκας-βλάκας»], το οποίο χρησιμοποιούσε το λεξιλόγιο σύμφωνα με τη λογική των Μαρινέτι και Μαγιακόφσκι, Κίνημα που δεν ήξερε που να πάει και δεν ήθελε ούτε να το ξέρει, το οποίο εκφράστηκε μέσα από μια πληθώρα ελεύθερων ραδιοφώνων, συλλογικοτήτων, περιοδικών, ομάδων τελείως αυτόνομων και ανοργάνωτων. Ήταν οι μέρες κατά τις οποίες οι θυσίες φαίνονταν απαραίτητες για την εθνική σωτηρία. Ακριβώς όταν θα έπρεπε να θριαμβεύσει η αυστηρή ομοφωνία, στην επίσημη έκκληση χιλιάδες νέοι δίχως δουλειά χωρίς συνείδηση δίχως μέλλον δήλωσαν απόντες, πήραν στην κατοχή τους, επανοικειοποιήθηκαν την πολιτική, την γλώσσα τους, τα στέκια στις συνοικίες, τις πλατείες κάθε πόλης, τους τοίχους, τα σχολεία και τα χρησιμοποίησαν για να παίξουν , να μιλήσουν, να γράψουν, να ζήσουν, αλλάζοντας πραγματικά για μια στιγμή τη ζωή. Ήταν μια στιγμή απέραντης ελευθερίας, ευτυχίας και επώδυνης συνειδητοποίησης. Βιβλία και περιοδικά είναι εδώ να μαρτυρούν εκείνη τη συλλογική δυναμική, εκείνη την συλλογική ορμή όπου όλοι ήταν εξίσου πρωταγωνιστές, χιλιάδες συγγραφείς χωρίς δικαιώματα: γραπτά στους τοίχους, συνθήματα, θραύσματα σκέψεων, τα λόγια τα έργα και οι πράξεις.
 
Βρίσκομαι στο εργοστάσιο οκτώ ώρες τη μέρα και έχετε την απαίτηση να δουλεύω;
Κυβέρνηση της αριστεράς; Όχι σε κάθε σχεδιασμό καπιταλιστικής σταθεροποίησης
Αγαπητή Elisa, η φιλία σου δεν θα πάψει ποτέ να μου είναι αγαπημένη. Ξεκίνησε σαν μια jaquerie … και για λίγο ήταν η πιο ευτυχισμένη αταξία, αναταραχή. Aκόμη και σήμερα υπάρχουν και εκείνοι που επιμένουν να θέλουν να εξηγήσουν το πώς και σε ποιο βαθμό εκείνες οι ημέρες θα ήταν ένα ορόσημο στην ιστορία του κάτι τι, ένα βήμα για να φτάσουμε σε αυτές τις θαυμαστές και προοδευτικές τύχες του μετά. Αλλά εγώ δεν νομίζω ότι έχουν συμβάλει σε οτιδήποτε μετριέται τόσο στην θλίψη όσο και στην ισορροπία του σήμερα, διαφορετικά απ’ ότι έγινε το ’68. Ήταν μάλλον μια απόκλιση, κάτι απροσδόκητο που διατάραξε τις ισορροπίες των αρχών και της εξουσίας και έδειξε για μια στιγμή τις αβύσσους  φτωχές προλεταριακές και μικροαστικές της δημιουργικότητας και του θυμού. Οι υπέροχες ημέρες που γνωριστήκαμε, η εμπειρία μιας επανάστασης που έμοιαζε να κάνει άνω κάτω την ιστορία και που αντιθέτως ήταν ήδη πέρα, κάπου αλλού. Ημέρες γεμάτες ενθουσιασμό αλλά και φόβο, που δημόσια ομολογήθηκε στα πρώτα συνθήματα που απέρριπταν την σκληρή και καθαρή λογική του αγωνιστή: «Η αστυνομία που πυροβολεί μας φοβίζει πάρα πολύ / παρόλα αυτά ο αγώνας θα είναι σκληρός», σε αντίθεση με όσους, όπως εγώ, έλεγαν πως φόβο δεν είχαν. Και θυμάμαι πολλές συζητήσεις μαζί σου: πάντα μου μιλούσες για μια πραγματικότητα που δυσκολευόμουν να λογαριαστώ με αυτήν, προτιμώντας ηρωικούς προορισμούς και στόχους και μιαν μικρή κατάκτηση του σήμερα. Αλλά συζητώντας και μαλώνοντας ανταλλάξαμε το καλύτερο που είχαμε, τα δεκαεπτά μας χρόνια, όλα εκείνα τα λάθη εκείνη την χαρά, και ήταν μια εμπειρία αγάπης που δεν πληρώνεται με τίποτα. «Eα εα εα / εα εα / εα εα». Ημέρες κατά τις οποίες στις πορείες καλύπταμε το πρόσωπό και με τα δάχτυλά αναπαριστούσαμε «την συντρόφισσα P38», ενώ στην άλλη πλευρά τα πρόσωπα των αστυνομικών ήταν εξοργισμένα από την ένταση, φαινόταν σαν ένα παιχνίδι, αλλά τα θύματα
V
ήταν αληθινά και οι αμοιβαίες κατηγορίες θέατρο, υποκρισία. Mπορούσε να συμβεί στη διάρκεια ενός χορού σε κύκλο, ή μια συνέλευση όπου ο καθένας αντί να συζητά τα θέματα στην ημερήσια διάταξη μιλούσε για τον εαυτό του, και κάποιος αγανακτισμένος συντονιστής ή leader χλευάζονταν με ένα «Ué Guagliò vatténne / ci hai scassato o’ cazzo» »φύγε, μας έπρηξες τ’ αρχίδια». Πως το προσωπικό ήταν πολιτικό το είχαν ουρλιάξει οι γυναίκες και είχε γραφτεί σε ένα βιβλίο, Porci con le ali , Γουρούνια με φτερά, βιβλίο που συζητήθηκε πολύ, δέχτηκε κριτικές αλλά διαβάστηκε από όλους. Ο θυελλώδης λεκές που ζωγράφισες εξακολουθεί ν’ απεικονίζει έναν μπλε τοίχο καθρέφτη. Δικαστής ή νοικοκυρά, όποιο δρόμο κι αν διάλεξες είμαι σίγουρος πως το βλέμμα σου αντανακλά την πραγματικότητα με την ειρωνεία και την εξυπνάδα που είχες πάντα. Μια άλλη και πιο ευτυχισμένη ωριμότητα μπορώ να την φανταστώ και να σου την ευχηθώ, απεριόριστη.
Το ότι σου γράφω σήμερα μετά από είκοσι και πλέον χρόνια μέσα από ένα κατάλογο βιβλίων μπορεί να φαίνεται εκκεντρικό. Μα ένας άλλος τρόπος να θυμάμαι δεν υπήρχε. Μου αρέσει να φαντάζομαι πως μία ημέρα θα συμβεί να βρεις αυτό τον κατάλογο, στο σπίτι φίλων, ποιος ξέρει, ίσως πάνω στον πάγκο μεταχειρισμένων βιβλίων ή ανάμεσα στα συσσωρευμένα με βαριεστημάρα χαρτιά διαφημιστικών deidépliants.  Ήθελα μόνο να σου πω ότι μετά από μερικά knock-out είμαι λιγότερο καλός αλλά σε καταλαβαίνω λίγο περισσότερο. Η όλο και πιο έξυπνη ιστορία αφήνει κάτι τις στους ανθρώπους, είτε τους συντρίψει, είτε περάσει από πάνω τους περιφρονητική, και μερικές φορές είναι αβέβαιη η γεύση, μια μουσική που διαπερνά ή η ιδέα μιας κατεύθυνσης, δεν ξέρω τι άλλο. Το ’77 έχει αφήσει το ίχνος του, όχι εύκολα κατανοητό, περισσότερο ερωτήσεις παρά απαντήσεις και ακραίες προσπάθειες απελευθέρωσης: «Ας τελειώνουμε με την Καρδιά και την Πολιτική», για παράδειγμα. Και πάνω κάτω σου μοιάζουν. Γεια σου Paolo 

https://aenaikinisi.wordpress.com/dopo-marx-aprile/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, ξ

image

Πόσο αμοιβαία και πικρή ήταν η απόσπαση, η απόσταση ανάμεσα σε αυτούς τους δυο κόσμους, θα το ανακάλυπτε σύντομα αμέσως μετά τη σύλληψή της χάρη σε μια διαμάχη που ξέσπασε ανάμεσα σε μια καλή δημοσιογράφο, που είχε εντυπωσιαστεί από τη δημοσίευση την σχετική με λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής της, της κατοικίας της, των πραγμάτων της, και αναρωτιόταν ποια να ήταν άραγε αυτή η κοπέλα πέρα από τα απλοϊκά στερεότυπα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, και μια φεμινίστρια μάλλον αγανακτισμένη, αρκετά θα έλεγα, που θεωρούσε μέχρι και προσβλητική μια τέτοια περιέργεια. Γι αυτήν δεν υπήρχε στην πραγματικότητα τίποτα να καταλάβει. Όλα είχαν ήδη συμπεριληφθεί στις βίαιες επιλογές που είχαν σκάψει μια άβυσσο ανάμεσα σε αυτήν, την τρομοκράτισσα, και το υπόλοιπο του γυναικείου φύλου.

Στις γυναίκες το καθήκον να ράβουν και να επιδιορθώνουν την καταστροφική μανία των ανδρών. Στις γυναίκες η κουλτούρα της ζωής και ο διαχωρισμός από εκείνη του θανάτου. Στις γυναίκες το ενδιαφέρον για την απελευθέρωσή τους, αυτό τους συμφέρει και όχι να γίνονται όργανα της πολιτικής των ανδρών.

Έτσι λοιπόν είχε κάνει σε όλα λάθος, είχε λαθέψει σκόπιμα, και άξιζε μια δίκαιη τιμωρία: τον εξοστρακισμό από την πλευρά των γυναικών τις οποίες είχε εγκαταλείψει και βλάψει.

Νοήμων η μία , απορρίπτει τις απλουστεύσεις, υποφέρει την ώρα που αναρωτιέται για όλα.

Μισαλλόδοξη και φανατικά αλαζονική άλλη, που δεν γνωρίζει ποτέ την αμφιβολία.

Αυτή στη μέση, χωρίς κανένα δικαίωμα απάντησης, χωρίς να είναι σε θέση να αποδεχθεί την πρόσκληση να εξηγήσει, ούτε να αντικρούσει τον αγκαθερό και ενοχλητικό εξοστρακισμό.

Προφανώς ο τρόπος της να είναι κομουνίστρια είχε εισέλθει σε πορεία σύγκρουσης με την φεμινιστική έκφραση του να είσαι γυναίκα. Έχοντας φθάσει στην ίδια διασταύρωση, ενώ εκείνη συνέχιζε στον παλιό δρόμο, η πλειοψηφία τα έσπαζε με τα πρότυπα της κοινωνικής πολιτικής και με κάθε παραδοσιακό «γυναικείο χαρακτηριστικό» .

Οι νέες γυναίκες δεν ήθελαν πλέον να γνωρίζουν τίποτα περί θυσίας των χώρων ελευθερίας τους «εδώ και τώρα» για μια επανάσταση που ανέβαλε για μετά την απελευθέρωσή τους. Για μια επανάσταση που, στη συνέχεια, πάντα τις έστελνε στο σπίτι.

Πως να τους δώσει άδικο;

Η θεμελίωση του γενικού,  στο συμβολισμό των ανθρώπινων σχέσεων, και ορισμένου κατοπτρισμού σε σχέση με τον εχθρό που έπρεπε να πολεμήσουν, είχαν προσφέρει άθλιες υπηρεσίες κυρίως στις γυναίκες, ακόμα και στην αντίληψη του αμετάβλητου των κοινωνικών ρόλων στα μάτια των ίδιων των συντρόφων τους στον αγώνα.

Σαν ένα τραγικό αστείο, η αλγερινή αντάρτισσα με την τσάντα για τα ψώνια γεμάτη εκρηκτικά, που κατάφερε να ξεπεράσει τα φυλάκια ελέγχου επειδή στα μάτια των αλεξιπτωτιστών ήταν απλά μια ακίνδυνη γυναίκα που ήταν απασχολημένη με τα καθημερινά της καθήκοντα, βρήκε τον εαυτό της για μια ακόμη φορά να συνθλίβεται μέσα στο στερεότυπο που είχε συμβάλει τόσο πολύ στην επιτυχία εκείνης της επανάστασης ανδρών και γυναικών. Το κέρδος: μόνο στην ανάπτυξη της συνείδησης της, στην επίγνωση ότι εκείνη η επανάσταση δεν υπήρξε αρκετά ριζοσπαστική ώστε να αλλάξει ακόμη και τα υποκείμενα που την είχαν υποκινήσει.

Επιστρέφουν στη μνήμη μου οι γυναίκες με τις οποίες, στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, μοιράστηκα εκείνους τους αγώνες που σχεδόν πάντα ήταν επίσης στιγμές κοινωνικοποίησης, όταν δεν ήταν στιγμές γιορτής. Ειδικά στις καταλήψεις, όπου το να ζούμε μαζί τα έσπαζε με την στατικότητα του καθημερινού της καθεμιάς μας και έκανε δυνατό να καλλιεργήσουμε την ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν θα επέστρεφε να είναι όπως πριν, η επιστροφή στην κανονικότητα ήταν αδύνατη.

Όταν έφτανε η στιγμή κατά την οποίαν τα πάντα ολοκληρώνονταν, το πρώτο συμπέρασμα που έβγαζαν εκείνες οι γυναίκες ήταν πάντα πως έπρεπε να λογαριαστούν με την επικείμενη απώλεια εκείνης της στιγμής που αναστέλλονταν η απομόνωσή τους μέσα στους τέσσερις τοίχους του νοικοκυριού τους. Και αυτό εμφανίζονταν μικρό και άσχημο στην πολιτική τους κρίση για την επιτυχία ή την αποτυχία του αγώνα που μόλις είχε ολοκληρωθεί, επειδή δεν άγγιζε με τον ίδιο τρόπο όλους και όλες, παρά το ότι πολλά λέγονταν γύρω από τη δυνατότητα να μεταφερθεί η επανάσταση βαθιά μέσα στο κεφάλι και την καρδιά του καθενός.

Πώς να τους δώσεις άδικο; ξαναζώντας την αμηχανία που δημιουργήθηκε με την ικανοποίηση που εκφράστηκε από τον Τσε σχετικά με τις συντρόφους  στον αγώνα αναντικατάστατες μαγείρισσες, νοσηλεύτριες και παρηγορήτρες, ή λόγω του προκατειλημμένου μισογυνισμού της κομμουνιστικής παράδοσης του τόπου μας η οποία ελάχιστα αναμετρήθηκε με την εσωτερική αντίφαση μιας πολιτικής κουλτούρας συζευγμένης με το αρσενικό φύλλο που ακόμη εξακολουθεί να διανοείται πως το να είσαι γυναίκα είναι μια αδυναμία και συνιστά ευθύνες, μερίδια και δεξιότητες υπουργικές φυλετικά καθορισμένες.

Κι όμως ένιωθα ότι ο ισχυρότερος δεσμός μου και η αναγνώριση μου ήταν για εκείνες τις γυναίκες κομμουνίστριες που, πριν από εμένα, είχαν μοιραστεί και υποφέρει την επαναστατική πολιτική με τους άνδρες, περισσότερο από ό, τι γι αυτές τις κόρες τους που τα έσπαζαν με αυτή την παράδοση. Και όσο ισχυρότερη αυτή η σχέση τόσο μεγαλύτερη η δυσανεξία για εκείνο τον τρόπο να έρχονται πάντοτε δεύτερες, πρώτα απ ‘όλα σε σχέση με τους ίδιους τους συντρόφους τους.

Πώς να τους δώσεις άδικο; σκέφτονταν την macho εκμετάλλευση που γίνονταν γύρω από το πολιτικό χάρισμα πολλών ηγετών και ηγετίσκων του κινήματος, που χρησίμευε επίσης για να προσελκύει, περισσότερο απ’ ότι γίνονταν με άλλους, το βλέμμα των συντροφισσών. Μισητές συμπεριφορές, ανελεύθερες, απαρχαιωμένες, οι οποίες της επιβεβαίωναν την ιδέα ότι μόνο κατά προτεραιότητα αναγκαιότητες μπορούσαν να επιβάλουν την αναβολή γι αργότερα ορισμένων ζητημάτων, όταν ευνοϊκότερες συνθήκες θα είχαν επιτρέψει να αντιμετωπιστεί ξανά ο εσωτερικός εχθρός. Εκείνη την εποχή ήταν αρκετή η επιλογή και η αποφυγή, στοχεύοντας διαρκώς το γενικό επιτελείο. Ανοίγοντας πυρ αν χρειαζόταν, συμπεριλαμβανομένων και των υπνοδωματίων.

Μα πως να τους δώσει δίκιο;

Τι είδους επανάσταση είναι αυτή όταν δίνει την εντύπωση τόσης προχειρότητας εξ αιτίας της απομυθοποίησης ενός ανταγωνισμού που παρασέρνονταν από τα κύματα; η οποία κολακεύονταν από φωτισμένες μπουρζουάδικες φωνές επειδή δεν ήταν επιθετική και βίαιη ; η οποία δεν έκανε καμία διάκριση στο εσωτερικό της παρά μόνο για το φύλλο; η οποία περιορίζονταν στην διεύρυνση των δικαιωμάτων του πολίτη; η οποία, όταν κοίταζε προς τα αριστερά, δεν είχε τίποτα να πει εκτός απ’ το να ζητά μεγαλύτερη αναγνώριση στο εσωτερικό της;

Εκτός και αν δεν θέλαμε να πιστέψουμε στην εξέλιξη δύο κόσμων χωριστών και παραλλήλων, έπρεπε να επιλέξουμε, αρπάζοντας την περίπτωση της μοναδικής πολιτικής που προσέφερε κάποια καλύτερη ευκαιρία. Για να προχωρήσουμε τουλάχιστον λίγο γρηγορότερα. Και να μην αφήσουμε στους άνδρες την αποκλειστική αρμοδιότητα των δημόσιων χώρων όπου λαμβάνονταν οι αποφάσεις και για τους κοινωνικούς ρόλους της καθεμιάς, παρούσα ή απούσα κι αν ήταν.

Αυτά σκέφτονταν, αυτές οι πεποιθήσεις της την ώρα που φορούσε τα δικά τα γκριζωπά της ρούχα, έκοβε τα μακριά μαλλιά της και σχεδόν με δάκρυα στα μάτια χωρίζονταν από το άχρηστο πλέον τελευταίο ζευγάρι τσόκαρα της. Σχεδόν καινούρια.

 

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Πέρα απ’ τον ήρωα: η επαναστατική »διαδικασία» – Oltre l’eroe: il “processo” rivoluzionario

του Fabio Ciabatti

«Η πράξη της απελευθέρωσης δεν είναι σολιπσιστική, που πραγματοποιείται από μια μοναδική ευφυή οντότητα : τον ηγέτη … Είναι πάντα μια πράξη διυποκειμενική, συλλογική, κοινή συναινέσει … Πρόκειται για μια δράση « οπισθοφυλακής » από τον ίδιο τον λαό» .1 Όσο κι αν συμφωνούμε, αυτή η δήλωση από τον Enrique Dussel εμφανίζεται σε αντίθεση με το γεγονός πως κάθε επανάσταση φαίνεται να έχει τον ήρωά της από τον οποίον, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, εξαρτώνται οι τύχες της: από τον Ροβεσπιέρο στον Toussaint Louverture, από τον Λένιν στο Μάο, για να τελειώσουμε με τους Μοράλες και Τσάβες . Για αυτό πρέπει να αποδομήσουμε την εικόνα, την φιγούρα του ήρωα, όχι για να αρνηθούμε την ύπαρξη ή τη σημασία της, αλλά να προσπαθήσουμε να την τοποθετήσουμε στο πραγματικό της μέγεθος, στην πραγματική της διάσταση.

l43-venezuela-hugo-chavez-130110162034_bigΕν προκειμένω, η σύγχρονη Νότια Αμερική αντιπροσωπεύει ένα ενδιαφέρον εργαστήριο και στο πλαίσιο αυτό μου φαίνεται χρήσιμο να ξεκινήσω από την εικόνα του Τσάβες μέσα από ένα πρόσφατο βιβλίο: Δημιουργήσαμε τον Chavez, We Created Chavez .2 Σύμφωνα με τον συγγραφέα, τον George Ciccariello-Maher, για να κατανοήσουμε τον πραγματικό ρόλο που επιτέλεσε ο ηγέτης της Βενεζουέλα, θα πρέπει να ξαναγράψουμε την ιστορία από τα κάτω και αυτό σημαίνει να αλλάξουμε το χρονικό τόξο, την χρονική περίοδο αναφοράς: η ιστορία από τα επάνω εστιάζει στο 1992 (το αποτυχημένο πραξικόπημα του Τσάβες ενάντια σε μια κυβέρνηση ένοχη αιματηρής καταστολής κατά του λαού) και στο 1998 ( πρώτη εκλογική νίκη του Τσάβες), δηλαδή στο προσωπικό έργο, στην κατάληψη του κράτους, της καθεστηκυίας τάξης. Η ιστορία από τα κάτω αντιθέτως επικεντρώνεται στο 1989 (η λαϊκή εξέγερση που πέρασε μέσα από τα πρωτοσέλιδα ως Caracazo, εκείνη που δίνει το έναυσμα στην δράση του Τσάβες) και στο 2002 (η νικηφόρα λαϊκή αντίσταση στο πραξικόπημα κατά του Τσάβες), αναγνωρίζοντας ότι το προσωπικό έργο κλίνει και ακουμπά επάνω σε μια μαζική βάση, στην συντακτική εξουσία.

Το 1989, ο πρόεδρος Pérez εγκαινιάζει ένα άγριο πακέτο νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων. Η λαϊκή εξέγερση είναι αυθόρμητη και μαζική. Eμφανίζεται ένας μεγάλος συντονισμός μεταξύ των μεμονωμένων πραγματικοτήτων και μια γρήγορη πολιτικοποίηση της λεηλασίας. Η κυβέρνηση διακηρύττει την κατάσταση πολιορκίας: 300 είναι επίσημα οι νεκροί, πολλοί σκοτώθηκαν στα σπίτια τους. Οι τεράστιες αυξήσεις της βενζίνης στην χώρα διαρρηγνύουν το κοινωνικό σύμφωνο που βλέπει τα προϊόντα του υπεδάφους ως κοινή περιουσία. To Caracazo σπάει την ψευδαίσθηση της κοινωνικής αρμονίας και ιδιαιτερότητας της Βενεζουέλα, και τελικά οδηγεί σε μια διαίρεση στο στρατό.
Το 2002 γινόμαστε μάρτυρες μιας άνευ προηγουμένου συμμαχίας μεταξύ της καθιερωμένης εξουσίας και της συντακτικής εξουσίας: οι υπουργοί της έκπτωτης κυβέρνησης Τσάβες τίθενται υπό την προστασία των κοινωνικών κινημάτων – ιδιαίτερα των ένοπλων πολιτοφυλακών του Barrio 23 de Enero – την ώρα που αυτές βγαίνουν στους δρόμους για να αποκαταστήσουν την συνταγματική τάξη. Εκατομμύρια φτωχοί βεμνεζουελάνοι κατεβαίνουν στους δρόμους με τρόπο φαινομενικά αυθόρμητο από τους λόφους που περιτριγυρίζουν το Καράκας, μπλοκάροντας κάθε δρόμο, που συγκλίνουν προς το κέντρο. Η καταστολή των πραξικοπηματιών ήταν ταχεία και αυστηρή. Ο στρατός πιστός στον Τσάβες κινείται, αλλά μόνο υπό την πίεση του λαού.

Η αυθόρμητη μαζική αντίδραση που λαμβάνει χώρα και στις δύο περιπτώσεις, δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε ότι ο αυθορμητισμός είναι το αποτέλεσμα οργανωτικών προσπαθειών που διήρκησαν δεκαετίες, ιδίως στο αστικό υποπρολεταριάτο, την πιο σταθερή βάση της τσαβισμού. Η μαζική αστικοποίηση, ταχεία και ανεξέλεγκτη, οδηγεί τους κατοίκους των μπάριος να αντιμετωπίζουν τόσο την έλλειψη των πιο βασικών υπηρεσιών, όσο και την αστυνομική βία. Έτσι αρχίζουν δυναμικές αυτοκυβέρνησης στις γειτονιές, στα μπάριος δηλαδή, με ένοπλες πολιτοφυλακές θεμελιωδώς με αμυντικούς σκοπούς. Η πολιτική πράξη, της οποίας πρωταγωνιστές είναι οι ίδιοι οι κάτοικοι των barrios, βρίσκεται μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, και οδηγεί σε μια έντονη κοινωνική παρέμβαση. Ενοποιητικό καθήκον είναι η εκδίωξη των εμπόρων ναρκωτικών. Σε αυτήν την περίοδο οι ταξικές απαιτήσεις έχουν αποκτήσει έτσι μια εδαφική χροιά δημιουργώντας ένα είδος συνείδησης ή κουλτούρας του barrio, τόπου όπου οι παραδόσεις της αγροτικής κοινότητας ταυτόχρονα αναπαράγονται και μεταμορφώνονται (π.χ. η συνήθεια να μαγειρεύουν και να πίνουν συλλογικά σε εξωτερικούς χώρους), δημιουργώντας κοινότητες γειτονιάς. Η συγκέντρωση των σωμάτων στις φαβέλες, σαν προϋπόθεση πολιτικής συνάθροισης, αντικαθιστά εκείνη την εμπειρία που ασκήθηκε νωρίτερα στους χώρους εργασίας. Αυτός είναι ο μηχανισμός που έχει υποστηρίξει τις πρώτες λαϊκές συνελεύσεις που άνθισαν κατά την περίοδο πριν από το Caracazo, και, στην αμέσως επόμενη περίοδο, τα πατριωτικά στέκια και τα μπολιβαριανά στέκια, μέχρι τα πιο πρόσφατα δημοτικά συμβούλια.

Ο ρόλος της άτυπης εργασίας ήταν απόρροια στρατηγικής θέσης της: το κατώτερο προλεταριάτο, που εργάζεται ως μέρος της κυκλοφορίας και την αναπαραγωγής, με την υψηλή κινητικότητα του και την καθημερινή του παρουσία στους γεμάτους ζωή δρόμους της πόλης, συντονίζει και συνδέει την πόλη. Αλλά υπάρχουν και άλλα. Είναι μια πολύ μεγάλη κοινωνική συνιστώσα (από 35% το 1980 σε 53% το 1989) που χαρακτηρίζεται από άμεσα πολιτικά αιτήματα, μιας και δεν έχει συνδικαλιστικούς διαύλους μέσω των οποίων να εκφραστεί.

Η ιστορία του αποτυχημένου πραξικοπήματος δείχνει ότι η δύναμη του Τσάβες έχει εξαρτηθεί, τελικά, από τη λαϊκή και ένοπλη κινητοποίηση, και από τις οργανώσεις είχε προς τα αριστερά του, αν και αυτές είχαν μερικές φορές δεχτεί σκληρή επίθεση από τον πρόεδρο της Βενεζουέλας. Οι τομείς αυτοί δεν είχαν σχέση με το πρόσωπο του Τσάβες, αλλά με αυτό που αντιπροσώπευε, με αυτό που ονομάζεται «διαδικασία». Είναι στήριξη υπό όρους. Έτσι ο Τσάβες ήταν, τουλάχιστον εν μέρει, έκφραση μιας δύναμης εναλλακτικής από τα κάτω που δεν κατάκτησε την κρατική εξουσία, αλλά έχει τοποθετήσει ένα πρόσωπο σε μια στρατηγική θέση εντός του κράτους. Ή, για να το πούμε καλύτερα, ο ίδιος ο Τσάβες αποτέλεσε το αντικείμενο ενός αγώνα για την ηγεμονία. Φυσικά, κατά τη διάρκεια αυτού του αγώνα, ο πρόεδρος της Βενεζουέλας σταδιακά ριζοσπαστικοποιείται και κατά συνέπεια παρεμβαίνει αρκετές φορές από την κορυφή για να διευκολύνει την ανάπτυξη της επαναστατικής δύναμης από τα κάτω, για παράδειγμα μέσω του νόμου περί δημοτικών συμβουλίων. Πρόκειται ουσιαστικά για μια δυναμική δυαδικής εξουσίας, δηλαδή, για έναν αστερισμό εκ φύσεως ασταθή δυνάμεων που, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να ενοποιηθούν, αλλά πρέπει να επεκτείνονται, να εξαπλώνονται ή να αποσύρονται. Η κατάληψη της εξουσίας γίνεται η ίδια μια διαδικασία, που οδηγείται και, τουλάχιστον κατά καιρούς, ηγεμονεύεται από κάτω, από χαμηλά.

Αυτή η ώθηση από τα κάτω αποκτά την αποφασιστική της δύναμη μετά από μια περίοδο διασποράς των λαϊκών δυνάμεων, που ήταν αποτέλεσμα της ήττας του ανταρτοπόλεμου. Μια πολλαπλότητα κινημάτων και αγώνων, που γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα, βρήκαν μια επανένωση στην αλυσίδα των γεγονότων που ξεκινά από το Caracazo και φτάνει στην εκλογή του Τσάβες. Tο πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί σε αυτό το σημείο είναι το εξής: πώς δημιουργήθηκε αυτή η διαδικασία ενοποίησης γύρω από την φιγούρα του Τσάβες; Ή, με άλλα λόγια, είναι ο Τσάβες ο οποίος δημιουργεί αυτή την ενοποίηση ή είναι η διαδικασία ενοποίησης που δημιουργεί την φιγούρα του Τσάβες; Σύμφωνα με τον Ciccarello-Maher, η δυναμική στο ερώτημα μπορεί να νοηθεί με δύο τρόπους: αφενός με την έννοια του σημαίνοντος κενού του Laclau, από την άλλη, μέσα από αυτό που ο Dussel (ακολουθώντας τον Boaventura de Sousa) ονομάζει «διάλογο και μετάφραση» μεταξύ των συνιστωσών του μπλόκ των οπαδών του Τσάβες.

Θα είναι χρήσιμο να επαναλάβουμε στο σημείο αυτό ότι αυτά που λέμε εδώ δεν στοχεύουν στο να αρνηθούμε τη σημασία προσωπικοτήτων όπως ο Τσάβες. Ένας από τους ανθρώπους που ερωτήθηκαν στο βιβλίο που έχουμε αναλύσει μέχρι αυτό το σημείο, ο Valentin Santana, ηγέτης του Barrio la Piedrita, υποστήριξε ότι ο πρόεδρος της Βενεζουέλα ήταν η μόνος σε θέση να αποτρέψει η κοινωνική σύγκρουση στη χώρα της Νότιας Αμερικής να μετατραπεί σε εμφύλιο πόλεμο. Ως εκ τούτου, ο Τσάβες ήταν ένα σημείο ισορροπίας μεταξύ των δυνάμεων στον αγωνιστικό χώρο και, ταυτόχρονα, το πρόσωπο που μπορούσε να έχει μια σημαντική συμβολή, από πάνω, για να προωθήσει τη «διαδικασία». Στην πραγματικότητα, μετά το θάνατο του Τσάβες και την διαδοχή του από τον Maduro, leader σίγουρα λιγότερο χαρισματικό από τον προκάτοχό του, ο εμφύλιος πόλεμος είναι μια από τις πιθανότερες εκβάσεις στην υπόθεση της Βενεζουέλα. Σε κάθε περίπτωση, οι πιθανότητες να προστατευτούν οι κατακτήσεις της μπολιβαριανής επανάστασης που βρίσκεται κάτω από βαριά επίθεση πρακτικά θα ήταν σχεδόν μηδενικές, αν εξαρτιόταν εξ ολοκλήρου ή σε μεγάλο βαθμό από τη δράση του αείμνηστου ηγέτη. Η ελπίδα θα ήταν ακόμα ζωντανή, αν αντιθέτως αυτά τα επιτεύγματα και αυτές οι κατακτήσεις ήταν το αποτέλεσμα μιας πράξης συλλογικής απελευθέρωσης.

 


  1. Enrique Dussel, 20 tesi di politica, Asterios, 2008, p. 137. ↩
  2. George Ciccariello-Maher, We Created Chavez. A People History of Venezuelan Revolution, Duke University Press, 2013. ↩

Oltre l’eroe: il “processo” rivoluzionario

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Εξεγερμένη νεολαία στο Λονδίνο – Gioventù ribelle a Londra

Από τους Teddy Boys στην ψυχεδέλεια (1956-1977)

€ 15.00 € 12.75
Η νεολαία ως κατηγορία (κοινωνική, πολιτική, εμπορική, πολιτιστική) γεννήθηκε στο Λονδίνο μεταξύ του 1956 και 1967. Στο διάστημα εκείνων των δέκα καταραμένων και ελεύθερων χρόνων η βρετανική πρωτεύουσα γίνεται ένα είδος «εργαστηρίου της σύγχρονης νεολαίας», όπου γεννιούνται, συγκλίνουν και  οξύνονται οι κυριότερες αντιπολιτιστικές τάσεις. Εκρήγνυνται μουσικά φαινόμενα που καινοτομούν και ανανεώνουν τον τρόπο ζωής (το skiffle, το rock’n’roll, το beat, η ποπ). Η μόδα γίνεται ένας παράγοντας ταυτοποίησης, ταυτότητας. Η αγάπη ελευθερώνεται και γίνεται διαδρομή υπαρξιακής αναζήτησης. Πειραματίζονται ναρκωτικά και ακούγονται οι ποιητές μπήτνικς. Γίνονται διαδηλώσεις στους δρόμους κατά των πυρηνικών όπλων και για την ειρήνη στο Βιετνάμ. Ενώ σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ετοιμάζεται ένα πολιτικό ’68, στο Λονδίνο, θα ζήσουν ένα μακρύ αντιπολιτιστικό ξύπνημα. Έτσι, μεταξύ 1956 και 1967, η πόλη αλλάζει όψη και ουσία: από την μετά-βικτοριανή ηθική υποκρισία περνά στην νεωτερικότητα, που ερμηνεύεται από τη νεολαία ,ε έναν εντελώς νέο τρόπο.
ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

 

«Η Βρετανία της δεκαετίας του εξήντα – σε αντίθεση με τη Γαλλία, τη Γερμανία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και ιδιαίτερα την Ιταλία – δεν ζει μια εποχή γενικευμένης διαμαρτυρίας των φοιτητών: είναι περισσότερο θέμα επιμέρους επεισοδίων, όπως η κατάληψη της σχολής μεγάλου κύρους London School of Economics και Political Scienses. Πρέπει αντ ‘αυτού να μιλήσουμε για μια έντονη αντι-πολιτιστική εποχή. Ξεκινώντας από τις εμπορικές επιρροές στη μουσική και τα είδη ένδυσης (μεταξύ των των Beatles και της Mary Quant, Carnaby Street και Rolling Stones), διερχόμενοι από το διάσημο poetry reading του ’65 στο Royal Albert Hall, φτάνουμε στον Ιούλιο του ’67 με το συνέδριο στο Round House σχετικά με τh «διαλεκτική της απελευθέρωσης», με χιλιάδες συμμετέχοντες και δεκάδες διανοουμένων κριτικών πρωταγωνιστών – από τον Μαρκούζε στον Carmichael, από τον Goodman στον Σουήζυ. Διοργανωτές είναι μερικές από τις κορυφαίες προσωπικότητες του αντι-ψυχιατρικού κινήματος – Laing και Cooper στην πρώτη θέση – οι οποίοι εμβαθύνουν θέματα όπως η κατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, το ψυχιατρείο ως συνολικό θεσμικό όργανο για να καταγγείλει την οικογένεια και την αστική κοινωνία.

Την αυγή του ’66, στη συνέχεια, γεννιέται το ψυχεδελικό κίνημα που κυμαίνεται και ταξιδεύει από τις εικαστικές τέχνες στην ένδυση, από το στήσιμο θεατρικών θεαμάτων και αυτοσχεδιασμού στην κεντρικότητα της μουσικής επανάστασης, που χαρακτηρίζεται από ονόματα όπως οι Pink Floyd και οι Soft Machine, ηλεκτρονικά όργανα και τα φώτα του φάρου. Στον κινηματογράφο εδραιώνεται η αγγλική nouvelle vague με το κίνημα των Reisz, Anderson, Schlesinger (ο ελεύθερος κινηματογράφος). Δεν είναι τυχαίο που ο Μικελάντζελο Αντονιόνι αποφασίζει να κινηματογραφήσει ακριβώς στο Λονδίνο το αριστούργημα του Blow up . Η τζαζ και τα μπλουζ ριζώνουν και ανανεώνονται με ονόματα όπως ο Chris Barber και ο Ian Carr, ο Αlexis Korner και ο John Mayall. Η βρετανική πρωτεύουσα στη δεκαετία του εξήντα είναι ένα θεμελιώδες διεπιστημονικό πειραματικό εργαστήριο που προλαμβάνει, και συμβάλλει στη δημιουργία, ταυτόχρονα με την μεταμοντέρνα νεολαία, μιας σειράς από μοντέλα (συχνά «αντι-πρότυπα») απαραίτητα και θεμελιώδη για τον ιστορικό, τον κοινωνιολόγο και για τον μελετητή του σύγχρονου πολιτισμού «.