ιστορία, storia

Το αίνιγμα των χρόνων Εβδομήντα – L’enigma degli anni Settanta: dibattito pubblico alla Sapienza, δημόσια συζήτηση στο πανεπιστήμιο La Sapienza

Σαράντα χρόνια αργότερα, η ανάμνηση του 1977 φαίνεται να καίγεται με μια κρύα φωτιά, ξεπερασμένη. H κυκλική επέτειος επιβάλλει μια κουρασμένη μνήμη που, σήμερα περισσότερο από ποτέ, σηματοδοτεί την απόσταση με εκείνα τα γεγονότα και εκείνα τα πάθη. Έχοντας στείλει στη σοφίτα τόσο τον μυθολογικό βετερανισμό όσο και την μετα-μοντέρνα επίπληξη, φαίνεται να ήρθε ο χρόνος, η ώρα της ανεξάρτητης ιστοριογραφίας, ειδομένης από απόσταση. Ωστόσο, ακόμη και αυτή δεν βρίσκει μεταφορικό μέσο την ώρα που ερμηνεύει το αίνιγμα εκείνου του κινήματος. Σαράντα χρόνια αργότερα, γύρω από την δεκαετία του Εβδομήντα εξακολουθεί να παραμένει ένα πέπλο μυστηρίου. Μια ξεκάθαρη ένδειξη της σχέσης μεταξύ ιστορίας και πολιτικής: η έλλειψη ενδιαφέροντος της μιας αποστειρώνει την δυναμικότητα της άλλης. Ωστόσο, η φαινομενική έλλειψη επικαιρότητας του ’77 – όπως και της άλλης μεγάλης επετείου αυτού του 2017, της ρωσικής Επανάστασης – θα μπορούσε να απελευθερώσει αυθεντικά σκεπτικά, original, τα οποία να μην κάμπτονται πλέον από την αναγκαιότητα νομιμοποίησης αυτής ή εκείνης της πολιτικής λειτουργίας. Το ’77 δεν είναι πια η γη της έριδος μεταξύ ανταγωνιστικών οραμάτων της επαναστατικής πολιτικής. Είναι μια ανάμνηση ειρηνευμένη, καταδικασμένη από τους μεν, μυθοποιημένη από τους άλλους, τυλιγμένη στο πέπλο μυστηρίου έλλειψης κατανόησης τόσο στους μεν όσο και στους δε. Αξίζει λοιπόν να επιστρέψουμε να σκεφτόμαστε το ’77. Γιατί, είναι η θέση μας, εάν τίποτα δεν φαίνεται τόσο μακρινό από αυτό το έτος, πολλές από τις σημερινές δυσκολίες στο να προταθεί μια αξιόπιστη πολιτική τοποθετούν τις ρίζες τους στο εν λόγω κίνημα, ή μάλλον: στις μεταθανάτιες ερμηνείες αυτού του κινήματος. Ας προχωρήσουμε με τάξη.

Από τη δεκαετία του Εβδομήντα, και ιδίως του ’77 υπενθυμίζεται, συμπτωματικά με μιαν επιχείρηση λοξή , η επανάσταση των ηθών, των λεξιλογίων, των συμπεριφορών, των υπαρξιακών οριζόντων, των πολιτισμικών αναφορών, των σεξουαλικών ελευθεριών. Μια ομίχλη που τροφοδοτείται από την ανάγκη να διαχωριστεί το «κοινωνικό» από την πολιτική, το καλό της αντικουλτούρας από το κακό της ισορροπίας δυνάμεων, τα «όνειρα» και οι «επιθυμίες» της γενεών από την απρόσωπη βία της πολιτικής πάλης. Μια ομίχλη πλάγια, λοξή, που ενώνει το κόμμα της Repubblica με τα πολιτικά συμφέροντα μιας ριζοσπαστικής αριστεράς χωρίς πλέον ιστορικό ρόλο. Ωστόσο το να κλειδώσουμε εκείνο το κίνημα μέσα στην περίφραξη της αντικουλτούρας της νεολαίας σημαίνει πως τροφοδοτούμε το μυστήριο και την παρανόηση. Το 1977 δεν μπορεί να εξηγηθεί αν εκείνοι οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί δεν μας δίνουν πίσω μια εξαντλητική ερμηνεία, εάν δεν συγκριθούν, αν δεν αντιμετωπιστούν με την Πολιτική. Για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, η οικονομική κρίση της δεκαετίας του εβδομήντα προχωρούσε στενεύοντας τους χώρους δημόσιας ένταξης, προοδευτικής επέκτασης του κοινωνικού Κράτους, αυξανόμενων εγγυήσεων για μια μάζα εργαζόμενων που δεν γοητεύονταν πλέον από την προοπτική της ρεφορμιστικής χειραφέτησης. Η «πολιτική των θυσιών», η οποία εγκαινιάστηκε από τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1974, φάνηκε να δένει (και όντως έδεσε) το Κκι στο μέτωπο της μισθολογικής μετριοπάθειας, της μισθολογικής επιβράδυνσης. Η στρατηγική του «ιστορικού συμβιβασμού», η οποία ξεκίνησε το 1973 και συγκεκριμενοποιήθηκε το 1976 με την εξωτερική στήριξη του κομμουνιστικού Κόμματος στην κυβέρνηση Andreotti, επικύρωνε το κλείσιμο κάθε πολιτικού χώρου: μέσα στον φράκτη της «εθνικής αλληλεγγύης» τα δύο μεγάλα λαϊκά κόμματα – κομμουνιστικό Κόμμα και Χριστιανοδημοκρατία – που συμπεριλάμβαναν την μεγάλη πλειοψηφίας του ιταλικού λαού, έξω από εκεί δεν παραμένει άλλο από μια μπλοκαρισμένη εναλλακτική πολιτική, στην οποίαν, όμως, αντιστοιχεί μια κοινωνική παρουσία κάθε άλλο παρά αμελητέα, καθόλου ασήμαντη .
Το ’77 γεννήθηκε λοιπόν ως ένα κίνημα χωρίς κάποια πιθανή πολιτική ακτή, εχθρός τόσο των συμφερόντων του Κεφαλαίου όσο και εκείνων μιας εργατικής τάξης που επιτέλους βρίσκονταν στον προθάλαμο της «κυβέρνησης». Ακόμη και οι προσπάθειες ενός «ενιαίου μετώπου από τα κάτω» – στρατηγική που συμμερίζονταν τόσο το Manifesto όσο και η Avanguardia Operaia και η Lotta Continua – συγκρούονται με την εν λόγω κυβέρνηση ιστορικού συμβιβασμού που κλείνει κάθε στρατηγική προοπτική «λαϊκής υποστήριξης». Χωρίς ανάχωμα, ούτε νομιμοποίηση στην πολιτική, εκείνο το κίνημα μορφοποιεί την ταυτότητά του και την αυτο-εκπροσώπηση του επάνω στην απόρριψη, στην άρνηση, την απόρριψη της εργασίας, της λιτότητας, της ειρήνευσης, οποιασδήποτε εθνικής αλληλεγγύης, αλλά πάνω απ ‘όλα στην απόρριψη της πολιτικής, κατανοητής μόνο ως μέρος της διαμεσολάβησης και του συμβιβασμού. Εδώ γεννιούνται μερικά από τα προβλήματα των οποίων εξακολουθεί να είναι θύμα ακόμη και σήμερα κάποια πολιτική κινηματίστικη.

Αντικειμενικά ο πολιτικός χαρακτήρας του κινήματος συγκρούεται μετωπικά με το Κράτος και τις οικονομικές και κατασταλτικές διαρθρώσεις του, έτσι το ’77 αναλαμβάνει την χροιά, την έννοια κινήματος ξένου προς την Πολιτική. Απορρίπτει μια ενωτική στρατηγική, ενιαία, μια λογική συμβιβασμών και διαλεκτικής διαμεσολάβησης, μια καθορισμένη οργανωτική μορφή. Ακριβώς γι αυτό, το ότι είναι μειοψηφία δεν βιώνεται ως περιορισμός, ως όριο, αλλά ως πόρος, ως δυναμική, ως δυνατότητα. Ο «παράξενος φοιτητής» που κινεί το ’77 και ταρακουνά τις καταστάσεις, αναζητώντας την σωστή δόση καινοτομίας και ανανέωσης με μια κληρονομιά εργατικών αγώνων συσσωρευμένων στην τάξη, αλλά που έχει οστεοποιηθεί αυτή η κληρονομιά,  έχει γίνει άκαμπτη και αρτηριοσκληρωτική από τα κομουνιστικά χαλινάρια στη φάση της εθνικής αλληλεγγύης, χάνει στο δρόμο τη σχέση με την παράδοση αυτών των αγώνων , μειώνοντας τις πιθανότητές του για διάλογο με μιαν εργατική τάξη παρ ‘όλα αυτά (παρά την ισχυρά οργανική σχέση με την κομμουνιστική παράδοση) διαθέσιμη στην κινητοποίηση και τη ριζοσπαστικοποίηση. Μια σειρά από παραδοσιακά χαρακτηριστικά ήρθαν να συγκρουστούν: η εργασία, από πρωταρχική αξία για όλο το ταξικό κίνημα, γίνονταν μια αρνητική αξία. Η πειθαρχία «θλιβερή», για έναν αιώνα στη βάση της εργατικής οργάνωσης, έδινε τη θέση της στην έπαινο της απειθαρχίας, ή τουλάχιστον στη δημιουργική απελευθέρωση συνδεδεμένη με σχέση «όχι στερεότυπη». Tον πολιτικό ρεαλισμό μακιαβελικής και λενινιστικής παράδοσης, αντικαθιστούσε μια ανάγκη ελευθεριακού ιδεαλισμού ανυποχώρητου στην διαμεσολάβηση, τόσο πολιτική όσο και κοινωνική.

Αυτή η ρήξη ακόμη και σήμερα βρίσκεται σε αποσύνθεση. Όχι μόνο σήμερα: μέσα στον κύκλο των τελευταίων τριάντα χρόνων αυτές οι δυσκολίες έχουν σκάψει μέσα στα κινήματα, παίρνοντας τη θέση του «κλισέ, της κοινοτοπίας» η οποία ποτέ δεν προβλημάτισε πραγματικά. Ακόμα και σήμερα, μέσα στην ανταγωνιστική αριστερά, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα της σχέσης με την πλειοψηφία των κατώτερων, των εξαρτώμενων κοινωνικών στρωμάτων, καθώς επίσης, μέσα στην πολύμορφη αποσύνθεση η οποία με την πάροδο του χρόνου έχει φτάσει στο σημείο να λαμβάνει, καλύπτει την ταυτότητα των κοινωνικών υποκειμένων, απουσιάζει οποιοδήποτε κοινό έδαφος για το ξεπέρασμα αυτού του κατακερματισμού. Αντιμέτωποι με ένα κοινωνικό σενάριο σε διαρκή υποχώρηση, σε μια γενικευμένη φτωχοποίηση ακόμη και κοινωνικά εγκάρσια, η οποία περιλαμβάνει προοδευτικά και αφορά όλο και ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, από την δεκαετία του Ενενήντα τα κινήματα συνεχίζουν να περιορίζονται σε μια ένταση που διεκδικείται και φιλοδοξίες πλειοψηφικές αλλά ανίκανες να συμβαδίσουν με τις σημαντικές αλλαγές και τους μετασχηματισμούς προς τους οποίους προχωρά για να τους συναντήσει ο Καπιταλισμός, με τον προφανή κίνδυνο να βρεθούν παγιδευμένα σε μια κοινωνική μειοψηφία ανίκανη να επεκτείνει τις σχέσεις της και τον πολιτισμό της πέρα από τον ολοένα και στενότερο κύκλο των αγωνιστών.

Σήμερα που η πολιτική, η επίσημη, συνεχίζει και προχωρά μέσα στη στεγανότητα της απέναντι στις απαιτήσεις των λαϊκών στρωμάτων, η μόνη αξιόπιστη πολιτική επιλογή θα ήταν να προταθεί ξανά εκείνη η απόρριψη που το ’77 μπόρεσε να οργανώσει και να ζήσει μέσα σε μεγάλες ζώνες της κοινωνίας. Αλλά μερικά από τα διακριτικά χαρακτηριστικά εκείνου του κινήματος στην αναζήτηση της σωστής ισορροπίας ανάμεσα στην ανανέωση και την κομμουνιστική παράδοση, εξακολουθούν να εμποδίζουν τον στόχο εκείνης της λαϊκής συναίνεσης γύρω από ιδέες και πρακτικές πραγματικά επαναστατικές. Αυτό είναι για το οποίο πρέπει να επιστρέψουμε να συζητούμε σήμερα. Και είναι από αυτή την άποψη που εξακολουθεί να παραμένει αναπάντητο το ερώτημα που ταράζει τα όνειρα των κομμουνιστών: πως θα ανοικοδομηθεί ένα επαναστατικό κίνημα ικανό να ξεπεράσει προς τα εμπρός το τελευταίο πραγματικό και μεγάλο επαναστατικό κίνημα της χώρας μας, το κίνημα του ’77;

1916 letture totali 36 letture oggi
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Συμβουλές [ή όχι] για τις αγορές σας: Έτρεχα σκεπτόμενος την Anna, του Pasquale Abatangelo – Consigli (o sconsigli) per gli acquisti: Correvo pensando ad Anna, di Pasquale Abatangelo

Μια ιστορία των χρόνων εβδομήντα

Μέσα από την κοπριά των πολλών δήθεν απομνημονευμάτων για τη δεκαετία του Εβδομήντα, συμβαίνει σε κάποιο σημείο να ξεθάψουμε το πιο όμορφο λουλούδι. Είναι η ειλικρινής και τραγική ζωή του Pasquale Abatangelo που μας επιστρέφει, μας δίνει πίσω την έννοια και την σημασία μιας συλλογικής ιστορίας που θάφτηκε από την μνησίκακη ιστορία των νικητών, της δεξιάς και της αριστεράς. Εδώ και πάρα πολύ καιρό έχουν αλλάξει το όνομα στα πράγματα, αλλά παραμένει άγρια αληθινός ο στίχος της Gertrude Stein, Γερτρούδης Στάιν: ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο. Αυτή η αυτοβιογραφία επιστρέφει νόημα σε ένα όνομα που πλέον έχει στραγγιστεί από υλικά νοήματα, από φυσικές έννοιες και σημασίες : τον κομμουνισμό. Η ζωή του Abatangelo Pasquale είναι ο ιταλικός κομμουνισμός των χρόνων Εβδομήντα. Η ζωή του ως συνεκδοχή μιας γενιάς επαναστατών αγωνιστών οι οποίοι, στερημένοι από τα πάντα, εκτός από την πειθαρχία και την αυτοθυσία τους, βρέθηκαν σε θέση να βάλουν το φόβο στην εξουσία, μπόρεσαν να κάνουν την εξουσία να φοβηθεί. Είναι αυτό ένα προνόμιο που πλήρωσαν ακριβά: πολλοί δεν άντεξαν, άλλοι διατήρησαν την αξιοπρέπειά τους ανέπαφη. Ο Pasquale ήταν ένας από αυτούς.

Η ζωή του Pasquale περικλείει συμβολικά την αίσθηση και το νόημα της μακράς δεκαετίας των ταξικών αγώνων στην Ιταλία ανάμεσα στο 1968 και το τέλος της δεκαετίας του Εβδομήντα. Μια ζωή ανθρώπων που δεν τους έδιναν μεγάλη σημασία, ζωή ανθρώπων δίχως αξία, και ήταν πολλές εκείνη την εποχή, απ’ το σχολείο σε αυτό του δρόμου, την πρώτη ληστεία, στη φυλακή. Αλλά η αναγέννηση στον κομμουνισμό έγινε μέσα σε εκείνη την συλλογική ιστορία που συγκλόνισε τις μοίρες μιας γενιάς. Ο απολιτικός Pasquale έπρεπε να λογαριαστεί με την επαναστατική επείγουσα ανάγκη, με τον επαναστατικό χαρακτήρα μιας γενιάς που σάρωσε τα ατομικά πεπρωμένα: «Εδώ δημιουργήθηκαν οι βάσεις, τα θεμέλια της ιταλικής ιδιαιτερότητας. Και στη Γαλλία, και στη Γερμανία, στην Αγγλία, στις ΗΠΑ το Εξήντα οκτώ βρήκε τις λέξεις για να κατανοήσει, να περιγράψει και να απορρίψει στο σύνολο τους τους θεσμούς . Αλλά μόνο στην Ιταλία δημιουργήθηκε μια equal δυναμική, ομότιμη, οριζόντια και οσμωτική ανάμεσα στους ποινικούς και τους επαναστάτες. Χρόνια αργότερα, στα βιβλία φιλοσοφίας βρήκα τις σωστές λέξεις για να περιγράψω την σημασία αυτής της συνάντησης: αμοιβαία αναγνώριση «. Η αμοιβαία αναγνώριση στην οποίαν αναφέρεται ο Pasquale δεν είναι «μόνο» μεταξύ των κοινών κρατουμένων και των πολιτικών αγωνιστών, μαχητών. Είναι εκείνη ανάμεσα σε ένα κομμάτι των κατώτερων τάξεων και των επαναστατικών πρωτοποριών. Αυτή είναι η σχέση που εξηγεί την μη φυσιολογική διάρκεια και την σκληρότητα της μάχης, της σύγκρουσης που έσυρε την χώρα σε έναν αληθινό εμφύλιο πόλεμο – αν και “χαμηλής έντασης”. Αυτή είναι η ιταλική ιδιαιτερότητα, η οποία επέτρεψε την δημιουργία ενός μαζικού επαναστατικού κινήματος και, ταυτόχρονα, την ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα:«Οι νέοι αμφισβητίες που διαμαρτύρονταν και κατέληγαν στη φυλακή συνέβαλαν στη διεύρυνση των πολιτικών και πολιτιστικών οριζόντων των πρωτοποριών του κινήματος των κρατουμένων. Αλλά και οι ληστές και οι κλέφτες εμπλούτιζαν τις πολιτικές και ανθρώπινες αποσκευές των αγωνιστών της άκρας αριστεράς. Η επιρροή αναπτύσσονταν και στις δύο κατευθύνσεις. Οι κατάδικοι ιδιοποιούνταν την κουλτούρα και την πολιτική εμπειρία των εξηνταοκτάρηδων, που ήταν απαραίτητες για να δώσουν νόημα σε μια συλλογική αναταραχή, σε εκείνο το τίναγμα και ξέσπασμα που διαφορετικά θα προορίζονταν να πυρποληθεί και να καεί μέσα σε ένα είδος jaquerie. Οι εξωκοινοβουλευτικοί, στο μεγαλύτερο τους μέρος μικροαστικής κοινωνικής προέλευσης, κατάπιναν με γρήγορες γουλιές την συγκεκριμένη γνώση των κρατουμένων, φρούτο και αποτέλεσμα των όξινων εμπειριών που βίωναν στα περιθώρια της κοινωνίας».

Αλλά μέσα σε αυτή τη συλλογική ιστορία περιλαμβάνεται η συγκεκριμένη ιστορία του Pasquale, κατανοητή μόνο αν τοποθετηθεί μέσα στη δεκαετία του Εβδομήντα, αλλά – ταυτόχρονα – πλήρως αντάξια των εξαιρετικών χαρακτηριστικών του ανθρώπου. Ο Pasquale συνελήφθη την τελευταία και οριστική φορά το 1974. πολιτικοποιείται μέσα σε λίγο χρόνο, ιδρύει μαζί με άλλους συντρόφους τους Nap της Φλωρεντίας, τους ένοπλους προλεταριακούς Πυρήνες, και κατά τη διάρκεια μιας προλεταριακής απαλλοτρίωσης που έληξε με τραγικό τρόπο συλλαμβάνεται και φυλακίζεται μέχρι το 1993 για να βγει με αναστολή, στην οποίαν ακολούθησαν άλλα δέκα χρόνια ημιελευθερίας και επιτηρημένης ελευθερίας. Είκοσι χρόνια συνεχούς κράτησης στις ειδικές φυλακές, είκοσι χρόνια εξεγέρσεων, ταξικών αγώνων στο εσωτερικό των κατασταλτικών δομών, ξυλοδαρμών που υπέστη, τους οποίους, όταν ήταν δυνατόν, ανταπέδιδε, είκοσι χρόνια εγκλεισμού δίχως καμιά θυματοποίηση από πλευράς του. Δεν υπήρχαν περιθώρια για κλαψούρισμα κατά τη διάρκεια της πάλης των τάξεων, αλλά είναι ένα πράγμα να το λέμε ή και μόνο να το «σκεπτόμαστε» με ψυχραιμία, ένα άλλο είναι να το ασκούμε για είκοσι ολόκληρα ατέλειωτα χρόνια, μακριά από αυτούς που αγαπάμε, από την κανονική ζωή, ή ακόμα και από την στράτευση σε συνθήκες ελευθερίας. Ο κομμουνισμός στην Ιταλία και στη δεκαετία του Εβδομήντα σήμαινε και αυτό: όχι μόνο «την μετατροπή» ενός προλετάριου σε πειθαρχημένο επαναστάτη αγωνιστή της ταξικής πάλης, αλλά το άνοιγμα του κόσμου της «κουλτούρας» σε όσους πάντα αρνούνταν τους ταξικούς μηχανισμούς της: «Τα βιβλία μου έδωσαν αυτοπεποίθηση, παραδίδοντας μου αλήθειες που ποτέ δεν θα ξεχάσω σε όλη μου την ζωή σαν κομμουνιστή αγωνιστή. Αλλά με δίδαξαν, επίσης, ότι το να μισώ δεν έφτανε, και ήταν εύκολο να το παραδεχτώ αν ο κόσμος που έπρεπε να κληρονομήσουμε ήταν αυτός του Fabrizio del Dongo ή του Pierre Bezuchov, πιο δύσκολο γίνονταν αν η ανάγνωση διακόπτονταν από τις κραυγές που έρχονταν από τους διαδρόμους, σε εκείνη την σκατένια φυλακή όπου το να χτυπούν τους κρατούμενους ήταν σαν να παίζουν tresette, στα χαρτιά». Ο αντάρτης Abatangelo, ο εξεγερμένος, ήταν μια μηχανή που κατασκευάστηκε από την κοινωνία για να μισεί. Η φυλακή ήταν ο τόπος όπου αυτό το μίσος πολλαπλασίαζε τη δύναμή του και κυλούσε στις φλέβες των κρατουμένων. Αλλά η αναγέννηση στον κομμουνισμό συνεπάγονταν επίσης την αμφισβήτηση της εξεγερμένης φύσης των: το ταξικό μίσος ήταν η πηγή, το ελατήριο, που δεν μπορούσε να παρακαμφθεί, αλλά η επαναστατική μαχητικότητα τους δεν θα μπορούσε να επιλυθεί μόνο μες το μίσος, έχοντας σαν ποινή την επιστροφή στην εξεγερτικότητα ως αυτοσκοπό, από την οποίαν όμως είχαν απομακρυνθεί, με δυσκολία, και είχαν χειραφετηθεί με ριζοσπαστικό τρόπο. Κι εδώ: εύκολο να το γράψεις, πολύ δύσκολο να το κάνεις μέσα στο κύκλωμα των ειδικών φυλακών, όπου η εκμηδένιση της προσωπικότητας σου ήταν ο πρώτος στόχος της καταστολής. Ακόμη περισσότερο: εύκολο για κάποιον «πολιτικό» ο οποίος γρήγορα μορφώθηκε από τις σκληρότητες της φυλακής, πολύ λιγότερο για έναν εξεγερμένο προλετάριο που πολιτικοποιήθηκε αργότερα, ακριβώς σε εκείνη τη φυλακή που ευνοούσε την κακία και το μίσος σαν τον μοναδικό υπαρξιακό ορίζοντα.
Αλλά η «δύναμη» του βιβλίου είναι κάπου αλλού και όχι στην απλή επίκληση της προσωπικής εμπειρίας, που είναι έτσι κι αλλιώς σημαντική, και σε πολλά χωρία, συγκινητική ακριβώς λόγω της ειλικρίνειας που είναι απαλλαγμένη από κάθε προσπάθεια μεταθανάτιας νομιμοποίησης. Το βιβλίο δεν είναι μόνο μνήμη και μαρτυρίες, αλλά και πολιτική ανάλυση. Δεν έχει υποβιβαστεί σε αντικείμενο απλής απομνημόνευσης, που είναι από μόνη της εργασία αξιοπρεπής, αλλά κατά κάποιο τρόπο «ήσσονος σημασίας». Οι μνήμες του Pasquale, οι αναμνήσεις του, συνυφασμένες διαπλέκονται με τον πολιτικό στοχασμό για τον ένοπλο αγώνα, για το τέλος του, σχετικά με τους πιθανούς δρόμους τους οποίους δεν μπόρεσε να ακολουθήσει με αποτέλεσμα το τέλος του κομμουνισμού στην Ιταλία νοούμενου σαν το πραγματικό κίνημα που ανατρέπει την καθεστηκυία τάξη, την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων : «Οι BR ουδέποτε υπήρξαν ένα «σύμβολο», ένα εμπορικό σήμα, όπως λέγετε σήμερα. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν ένα οργανωμένο σώμα ανδρών και γυναικών που είχαν δώσει βάθος στις ενέργειές τους μαχόμενοι, και που έσβησε κάνοντας τον ένοπλο αγώνα, διότι, στις στρατηγικές και τακτικές επιλογές, δεν κατάφερε να κοιτάξει πέρα από το κοινωνικό κύκλο αγώνων που το είχε παράξει σαν πολιτική και στρατιωτική πρωτοπορία ».

Όπως έχουμε πει πολλές φορές, η δεκαετία του Ογδόντα – νοούμενη ως γενικευμένη απομάκρυνση της κοινωνίας από την πολιτική, τα χρόνια Ογδόντα νοούμενα σαν οριστική εξαφάνιση του κομμουνισμού ως ορίζοντα των ταξικών αγώνων στη χώρα – δεν ήταν αναπόφευκτα στην Ιταλία. Παρά την σκληρότητα και την μεγάλη διάρκεια της σύγκρουσης που έλαβε χώρα την προηγούμενη δεκαετία, ήταν δυνατές πολιτικές εξελίξεις σε θέση να αλλάξουν τις μορφές πάλης, χωρίς να εγκαταλειφθεί η ουσία. Αλλού – σε συνθήκες και περιπτώσεις παρόμοιες που σημαδεύτηκαν από την κατασταλτική βία – αυτό το βήμα έγινε, αυτό το πέρασμα, συσσωρεύοντας στα ανταγωνιστικά κινήματα μια σχέση ανάμεσα στις ανάγκες επιβίωσης και στις αντικαπιταλιστικές πολιτικές στρατηγικές. Αν και έγινε αναρροή όσον αφορά τον στόχο, διατηρήθηκε ένας δεσμός, ιστορικός και ιδανικός. Στην Ιταλία όχι. Στην Ιταλία,  όπως γράψαμε σε άλλη ευκαιρία, in un’altra occasione, «με τη δεκαετία του Εβδομήντα εξαφανίζεται ο κομμουνισμός, δηλαδή η δυνατότητα να οργανώνονται ταξικοί αγώνες για την δύναμη, την ενέργεια που περιέχουν, σίγουρα με τις μορφές και τα νέα περιεχόμενα που απαιτεί και επιβάλει η επικαιρότητα, μια εναλλακτική πολιτική στον καπιταλισμό, και να ξέρουν, να είναι σε θέση μέσα από αυτήν να οικοδoμήσουν, να καθιερώσουν σχέσεις με την πλειοψηφία του ιταλικού προλεταριάτου. Αυτός που ήταν σε θέση να το κάνει (όπως το κίνημα που οδήγησε στην Γένοβα), το έκανε σε βάρος του ίδιου του κομμουνισμού, με το να συρρικνώνεται σε έναν ριζοσπαστικό ρεφορμισμό α-κομμουνιστικό και διεκδικιστικό. Εκείνοι που παρέμειναν κομμουνιστές, δεν ήταν πλέον σε θέση να υφαίνουν την πολιτική τους εμπειρία με αυτήν της πλειοψηφίας (οπότε και της συναίνεσης) του εθνικού προλεταριάτου, έχοντας συρρικνωθεί στην κατάσταση υπαρξιακής μειοψηφίας από την οποία δεν ξέρουν πώς να εξέλθουν (τόσο στις συγκρουσιαστικές εκδόσεις της όσο και σε εκείνες τις μικρο-κομματικές) ».

Είναι πάλι ο Pasquale που το εντοπίζει με τον καλύτερο τρόπο και με τις κατάλληλες λέξεις σε ένα από τα τελευταία βήματα του βιβλίου: «Ο ένοπλος αγώνας γεννήθηκε σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, συγκυρία. Ενσάρκωνε μια πολιτική πρόκληση που προϋπέθετε μια κοινωνία διαποτισμένη με κομμουνισμό και μια ισχυρή ριζοσπαστικοποίηση των μαζών. Αυτές οι προϋποθέσεις, αυτές οι συνθήκες είχαν εξαφανιστεί. Να τις επανενεργοποιήσουμε ήταν ένα καθήκον. Αλλά δεν μπορούσαμε να υποκαταστήσουμε μια παρόμοια δουλειά με τη χρήση μεμονωμένων δράσεων, δεν έπρεπε, σε μιαν Ιταλία όπου, αν μη τι άλλο, το πρόβλημα ήταν πως χρειάζονταν μια νέα μαρξιστική παιδεία, εκπαίδευση των κινημάτων, χρειάζονταν ένας νέος μαρξιστικός αλφαβητισμός των κινημάτων που, σε γενικές γραμμές, δήλωναν πως ήταν κατά της παγκοσμιοποίησης».

Είναι από εδώ πού θα πρέπει σήμερα να ξεκινήσουμε πάλι απ’ την αρχή. Είναι αυτός ο τρόπος, το νόημα του προβληματισμού, της σκέψης, του στοχασμού που πρέπει να κινηθεί εκ νέου μέσα στα ιταλικά αντικαπιταλιστικά κινήματα. Να επανενεργοποιηθεί ένας κύκλος ταξικών αγώνων που να μπορούν να συνδεθούν με τις αναγκαιότητες του προλεταριάτου, σε θέση να δημιουργήσει μαζί του και να καθιερώσει μια γλώσσα και συμπεριφορές ενιαίες και κοινές, αλλά – ταυτόχρονα – να μην θυσιάζει στο βωμό αυτής της σχέσης τον κομμουνισμό. Είναι ένας προβληματισμός, μια παρατήρηση ωστόσο, την οποίον πολλοί από τους συντρόφους του Pasquale έκαναν στη δεκαετία του Ενενήντα, ένα σχόλιο που δεν εισακούστηκε από ένα κίνημα αποπλανημένο από τις μεταμοντέρνες σειρήνες του τέλους της ιστορίας. Λάθεψαν κατ΄αρχάς οι ερυθρές Ταξιαρχίες, που δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν ενιαίο ένα σκεπτικό και επιχείρημα που χάθηκε μέσα στα ρυάκια του κατακερματισμού που πήγαν να συναντήσουν στη δεκαετία του Ογδόντα. Έκανε λάθος ένα κίνημα που εγκατέλειψε κάθε επαναστατική στρατηγική, εν και μέσα στο δίκαιο καθήκον να συνεχίσει να παραμένει γαντζωμένο με οποιοδήποτε μέσο απαραίτητο στα ζωντανά ρεύματα μιας κοινωνίας που βρίσκονταν στη φάση της προοδευτικής διάσπασης προς τον ατομικισμό. Όμως, η συλλογιστική που προτείνει ο Pasquale μας φαίνεται να αντέχει πλήρως, και γι αυτό σας μεταφέρουμε ένα μεγάλο απόσπασμα:

«Αν σκοτώνω τον Biagi και τον D’Antona χωρίς κανένα κοινωνικό υπόβαθρο, μόνο και μόνο επειδή ο πόλεμος μακράς διάρκειας θα πρέπει να έχει κάποιες αναλαμπές κάθε δέκα με δεκαπέντε χρόνια μέσα στην έρημο της ιστορίας, αναλαμβάνω τις ευθύνες. Αν πηγαίνω στη Γένοβα για να τους αμφισβητήσω, να διαμαρτυρηθώ ενάντια στους G8 με ένα happening που, μπροστά στην αγριότητα της αστυνομίας, αφήνει πίσω του μόνο απογοήτευση και θυματοποίηση, αποδέχομαι την ευθύνη. Αυτό είναι το παιχνίδι που παίζουμε, όταν προσπαθούμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Το να είσαι συνεπής είναι σημαντικό. Όντες επαναστάτες, όμως, σημαίνει κάτι περισσότερο. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αυταπάτες όσον αφορά τον εχθρό. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε την ταπεινότητα να ξεκινήσουμε από το τέλος, ξανά από την αρχή, από τα κάτω, όταν οι ήττες έχουν αποκόψει τις πρωτοπορίες από τις μάζες. Σημαίνει να κατανοήσουμε ότι δεν μπορούμε πάντα να είμαστε συμπαθείς και πως, αν η αντίφαση μεταξύ των μέσων και των σκοπών του αγώνα πάντα ανθίζει μέσα στην ιστορία, πρέπει να υπάρχει ένας λόγος. Στρατηγική και τακτική, λέγαμε κάποτε. Είναι λόγια που τα αναιρέσαμε πάρα πολύ σύντομα. Λόγια που δοκίμασα να στρώσω επάνω στα κρεβάτια της διαμαρτυρίας, της αμφισβήτησης, και που πρέπει να τα συμπεριλάβουμε και πάλι στον λόγο μας, αν θέλουμε να επανέλθουμε, για να φοβίσουμε ξανά την εξουσία».

Αυτό το βιβλίο είναι ένα επίκαιρο θέμα, είναι ένα επίκαιρο αντικείμενο. Δεν είναι μια μουσειακή διεκδίκηση-ανάληψη ευθύνης μιας πολιτικής εμπειρίας, κι ας ήταν εξαιρετική. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, οι εξομολογήσεις ενός επαναστάτη, σημαντικές ακριβώς επειδή δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να είναι τέτoιες ρητώς. Το μόνο μειονέκτημα είναι η πιθανή απουσία του ίδιου του βιβλίου από τα μεγάλα κυκλώματα της διανομής βιβλίων. Με αυτή την έννοια, θα πρέπει να είναι καθήκον των συντρόφων να βγάλουν από την αφάνεια αυτό το έργο, μέσα στην οποίαν, δυστυχώς, θα μπορούσε να υποβιβαστεί χωρίς την κατάλληλη υποστήριξη και προώθηση. Θα ήταν μια χαμένη ευκαιρία.

Δύσκολο να «προβούμε σε απολογισμό» της μεγάλης επιχειρηματολογίας του Pasquale Abatangelo. Θα δανειστούμε τα λόγια του, που κάνουμε δικά μας σε όλες τις αποχρώσεις τους, γιατί κατά κάποιο τρόπο καθοδηγούν το σκεπτικό των επαναστατών κάθε ηλικίας και εποχής: «Πώς μπορούμε να κερδίσουμε; Αυτό δεν είναι εύκολο. Το πρώτο πράγμα είναι να εγκαταλείψουμε τις αυταπάτες. Το δεύτερο είναι να καταλάβουμε ότι πρέπει να οργανωθούμε. Οι αντάρτες, οι επαναστάτες, οι εξεγερμένοι χρειάζονται λίγο χρόνο για να κατανοήσουν αυτά τα πράγματα. Προσκολλούνται σε όνειρα προσωπικής αντεκδίκησης. Περιφρονούν την πειθαρχία, γιατί νομίζουν ότι είναι ένα σημάδι αδυναμίας. Αλλά κάτω από ορισμένες συνθήκες, ένας εξεγερμένος μπορεί να γίνει επαναστάτης. Είναι ήδη μια νίκη. Όχι επειδή κάποιος, ένας φοιτητής ή ένας εργαζόμενος, τον έβαλε μέσα σε ένα καθαρό και τακτοποιημένο σπίτι. Αλλά επειδή ο θυμός του έχει βρει έναν ορίζοντα. Και αυτός ο ορίζοντας γίνεται τη ζωή του». Επιπλέον, όπως τελειώνει ο Pasquale, « οι ιστορίες σαν τις δικές μου πάντα ξεκινούν και πάλι». Είναι η ομορφιά και η τραγωδία του κομμουνισμού.

 

1944 letture totali 276 letture oggi

μα τι χαρακτήρας!, grandezza carattere !

Ο ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού που ο Κασιδιάρης έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα

Οι τελευταίες στιγμές του ήρωα του ΕΛΑΣ Νίκου Γόδα

Νησάκι Λαζαρέτο, Κέρκυρα. Ξημερώματα 19ης Νοεμβρίου 1948

Κατέβηκε τα πέτρινα σκαλοπάτια με σταθερό βήμα. Προχώρησε λίγα μέτρα, συνοδεία των αστυφυλάκων, προς τον χώρο εκτελέσεων. Στάθηκε στη μέση. Το ύφος του δεν πρόδιδε φόβο. Έβγαλε το πανωφόρι του και έμεινε μόνο με τη φανέλα. Την κόκκινη φανέλα με τις λευκές κάθετες ρίγες.

Κοίταξε το εκτελεστικό απόσπασμα. Ο αξιωματικός κρατούσε ένα μαύρο ύφασμα. Τον πλησίασε και τον ρώτησε: «Μελλοθάνατε, έχεις κάποια τελευταία επιθυμία;». Ο άνδρας τού αποκρίθηκε: «Έχω. Να μου ρίξετε και να με δολοφονήσετε με τη φανέλα του Ολυμπιακού, και να μη μου δέσετε τα μάτια, για να βλέπω τα χρώματα της ομάδας μου πριν από τη χαριστική βολή».

Στο «επί σκοπόν» έφερε το αριστερό του χέρι στην καρδιά και έπιασε το σήμα της αγαπημένης του ομάδας. Τράβηξε την μπλούζα και χαμήλωσε το κεφάλι. Φίλησε τον δαφνοστεφανωμένο έφηβο και φώναξε: «Ζήτω ο Ολυμπιακός, ζήτω ο Δημοκρατικός Στρατός, ζήτω το ΚΚΕ». Στο «Πυρ» τα μάτια του τρεμόπαιξαν, πριν οι σφαίρες τού ξεσκίσουν το κορμί και κόψουν το νήμα της ζωής του στα 28 του χρόνια.

Λίγες ώρες νωρίτερα

Οι μελλοθάνατοι στο κάτεργο της Κέρκυρας μόλις είχαν πάρει το δείπνο τους. Ο Νίκος Γόδας είχε καλή διάθεση. Πήγε στο κελί του, έψησε μάλιστα και έναν τούρκικο καφέ, άναψε τσιγάρο, έφερε το πρόσωπό του στο μικρό φινιστρίνι της σιδερένιας πόρτας του και άρχισε να σιγοτραγουδάει για να τον ακούνε οι συγκρατούμενοί του: «Απόψε γύρισα νωρίς, στην καμαρούλα μας μην απορείς…».

godas00

Από τα διπλανά κελιά οι σύντροφοί του τον επευφημούσαν με σιγανή φωνή και κάποιοι δειλά τον χειροκροτούσαν. Ξαφνικά στην πτέρυγα έπεσε σιωπή. Ακούστηκαν τα βαριά βήματα από μια ομάδα δεσμοφυλάκων και χωροφυλάκων που περπατούσαν στον άδειο διάδρομο. Τα βήματα πλησίαζαν και δημιουργούσαν ηχώ. Σταμάτησαν μπροστά από το κελί του παίκτη του Ολυμπιακού και ξεκλείδωσαν. Οι σύντροφοί του κατάλαβαν ότι πλέον είχαν έρθει τα στερνά του. «Γεια σου Νικόλα» φώναζαν και χτυπούσαν με τις μεταλλικές τσάσκες τους τα κάγκελα των πορτών τους.

Η πόρτα άνοιξε βαριά με έναν ανατριχιαστικό ήχο. Μέσα στο κελί του Γόδαβρίσκονταν και άλλοι δυο συγκρατούμενοί του. Ήξεραν όλοι πως οι χωροφύλακες είχαν έρθει για να πάρουν κάποιον, αλλά δεν ήξεραν ποιον. Μόνο ο Γόδας κάθισε ψύχραιμος στο κρεβάτι του με το πανωφόρι του ριγμένο στους ώμους του και συνέχισε να καπνίζει. Ένιωθε ότι ήρθαν για εκείνον.

Ο επικεφαλής χωροφύλακας τον κοίταξε κατευθείαν και του είπε:

«Νίκο, ήρθε κάποιος από τους παράγοντες του Ολυμπιακού και σε θέλουνε στο γραφείο του διευθυντή».

Ο Γόδας χαμογέλασε: «Μα εξήγησα στον κ. Διευθυντή ότι δεν τον χρειάζομαι».

Ο χωροφύλακας συνέχισε: «Σε θέλει όμως αυτός».

Ο Γόδας κοίταξε τους υπόλοιπους χωροφύλακες. Είχαν όλοι χαμηλωμένο το κεφάλι και κανείς δεν τον κοίταζε. Αμέσως κατάλαβε: «Είσαστε ψεύτες, βρε! Ντροπή σας! Μου παίζετε ένα άτιμο παιχνίδι. Πέστε μου καθαρά, πάω για εκτέλεση, ναι ή όχι;».

Ο επικεφαλής χωροφύλακας δεν βρήκε το θάρρος να πει την αλήθεια: «Όχι, στ’ ορκίζομαι, στο γραφείο σε θέλουν».

Ο ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού, που είχε καταπλήξει τους πάντες με το ταλέντο του, την ταχύτητα και τη δύναμή του στο γήπεδο, ο άνδρας από το Αϊβαλί που είχε τιμήσει τη φανέλα του Ολυμπιακού, ο άνθρωπος που κυνήγησε λυσσασμένα τους προδότες Έλληνες και τους χαφιέδες του Μπλόκου της Κοκκινιάς, χαμογέλασε πικρά: «Τους όρκους σας τους ξέρω. Σταθείτε, λοιπόν, να ντυθώ κι έρχομαι».

Ξεντύθηκε, και για τελευταία φορά έβαλε κατάσαρκα το λευκό παντελονάκι και την ερυθρόλευκη φανέλα που τα είχε κρυμμένα στη βαλίτσα. Από πάνω φόρεσε το παλτό του με τον γιακά όρθιο.

Η πομπή του θανάτου περνούσε από τα κελιά. Οι κρατούμενοι έκλαιγαν. Κάποιοι από αυτούς έσπαγαν την παγερή σιωπή: «Βάστα γερά, Νικόλα, αδερφέ μας», «Καλή αντάμωση, Νίκο».

godas0

Με την ερυθρόλευκη φανέλα ο Νίκος Γόδας συνοδευόμενος από χωροφύλακες, οδηγείτο στο απόσπασμα. Στη μέση της ακτίνας των μελλοθανάτων σταμάτησε. Κοίταξε γύρω του. Κοίταξε ψηλά στα άλλα κελιά. Τότε αποχαιρέτησε και εκείνος τους συντρόφους του: «Σύντροφοι, χαίρομαι που σαν αθλητής θα κόψω αύριο το πρωί το νήμα, χαρίζοντας σε όλους τους φιλάθλους την ωραιότερη νίκη της ζωής μου. Νενικήκαμεν. Ζήτω οι Ολυμπιονίκες του Σοσιαλισμού. Γεια σας συναθλητές μου».

Τρία χρόνια πριν 

Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας. Έκτακτο Στρατοδικείο

Η δικαστική αίθουσα ήταν κατάμεστη. «Συγγενείς» των θυμάτων, μαυροφορεμένες γυναίκες με μαντίλες, πατέρες που κοίταζαν το πάτωμα και άναβαν το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, αδέρφια που περίμεναν να λιντσάρουν τους κατηγορουμένους. Ηλεκτρισμός. Οι στρατοδίκες πίστευαν ότι θα είχαν ένα εύκολο έργο.

Η πλαϊνή πόρτα άνοιξε και οι 25 κατηγορούμενοι, δεμένοι με χειροπέδες, ο ένας πίσω από τον άλλον, προχώρησαν προς το εδώλιο. Δεν είχαν το κεφάλι σκυμμένο όπως θα περίμενε κάποιος. Κοίταζαν τον κόσμο με γεμάτο βλέμμα, δίχως προκλήσεις.

godas7

Οι συγγενείς ξέσπασαν και κάποιοι άρχισαν να πλησιάζουν επικίνδυνα: «Δολοφόνοι», «Κατσαπλιάδες», «Κουμμούνια, θα πεθάνετε», «Αλήτες», «Θάνατος». Η δύναμη της χωροφυλακής και οι στρατιώτες μέσα στην αίθουσα δήθεν συγκρατούσαν το οργισμένο πλήθος, αλλά το άφησαν σε κοντινή απόσταση από τους κατηγορουμένους. Μπορούσε άνετα να τους προπηλακίζει και να τους φτύνει. Σε λίγες στιγμές θα ξεκινούσε άλλη μια δίκη – παρωδία, από τις πολλές που έστηνε το καθεστώς για να στείλει στην εξορία και στον θάνατο εκείνους που πολέμησαν τον κατακτητή. Μάρτυρες κατηγορίας φυσικά δεν ήταν άλλοι παρά πρώην συνεργάτες των Ες Ες και πρωταγωνιστές της σφαγής του Μπλόκου της Κοκκινιάς, που τότε κατέδιδαν Έλληνες στους Γερμανούςκαι τώρα, με τον μανδύα της εθνικοφροσύνης, έλυναν και έδεναν.

Οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν την ποινή του θανάτου. Το κατηγορητήριο ανέφερε ότι στο Άσυλο Αλητοπαίδων Κοκκινιάς, οι κομμουνιστές κατέσφαξαν 400 αθώους πολίτες κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών. Οι εξαγριωμένοι «συγγενείς» των θυμάτων ζητούσαν εκδίκηση. Το ίδιο και ο Τύπος της εθνικής παρατάξεως που με πηχυαίους τίτλους μιλούσε για «θανόντες εθνικόφρονες, θύματα του ΕΛΑΣ στο λεγόμενο “Άσυλο Αλητοπαίδων”». 

Οι στρατοδίκες είχαν βγάλει από πριν την απόφασή τους.

Οι «συγγενείς» περίμεναν να την ακούσουν πώς και πώς. «Το σφαγείο των Δεκεμβριανών», «Η νέα Ούλεν», «Οι κομμουνιστές έσφαζαν ακόμη και παιδιά με στομωμένα κονσερβοκούτια και πετούσαν τα θύματά τους σε ομαδικούς τάφους».

Οι μάρτυρες κατηγορίας αναφέρονταν σε ομαδικούς τάφους στη βορινή πλευρά του Ασύλου με 70 πτώματα. Σε παραπλήσιο πηγάδι γεμάτο πτώματα αγνώστου αριθμού. Σε μια σπηλιά στο Σχιστό με 27 πτώματα χωροφυλάκων και συνολικά μέχρι και 107 πτώματα. Οι εφημερίδες χαρακτήρισαν τη χαράδρα στο Σχιστόως «Κόκκινη Χαράδρα, η οποία δέχθηκε εκατοντάδες θανόντες».

Τι κι αν, όπως αποδείχτηκε, τα περισσότερα πτώματα και τα περισσότερα πειστήρια από πτώματα ανήκαν σε ΕΛΑΣίτες.

Τι κι αν μεγάλος αριθμός θυμάτων ανήκε σε φονευθέντες από τους Γερμανούςλίγο πριν από την αποχώρησή τους, καθώς στο Άσυλο στρατοπέδευε γερμανική μονάδα. Ψιλά γράμματα. Τι κι αν παρουσιάστηκαν στοιχεία από την υπεράσπιση ότι χειρουργοί είχαν διαταχθεί από την Ασφάλεια να κόβουν μαστούς από γυναικεία πτώματα και να δημιουργούν κακώσεις σε άλλα πτώματα, ώστε οι ιατροδικαστές να συντάσσουν εκθέσεις αποδίδοντας ευθύνες στους ΕΛΑΣίτες. 

Τίποτε δεν συγκίνησε τα αυτιά των στρατοδικών.

Ακόμη και όταν παρουσιάστηκε γυναίκα που κατέθεσε πως έχασε τον άνδρα της από καρδιά και τον είχε στο νεκροτομείο. Την επομένη που πήγε να τον πάρει για να τον θάψει, οι χωροφύλακες της έδειξαν έναν κουβά με κομμένα τα μέλη του και το κεφάλι του και της είπαν πως το έκαναν οι κομμουνιστές: «Μα χθες ήταν αρτιμελής. Τι μου λέτε; Ο άνδρας μου πέθανε από καρδιά». Οι στρατοδίκες απαντούσαν: «Δεν μας ενδιαφέρουν, μάρτυς, τα οικογενειακά σας. Επί του θέματος να μας μιλήσετε». Και η χήρα απάντησε: «Μα για το θέμα σας μιλάω. Ο άνδρας μου δεν φονεύτηκε στο Άσυλο όπως λέτε. Πέθανε από καρδιά. Δεν μένουμε στην Κοκκινιά»… Ψιλά γράμματα.

Ακόμη και όταν η υπεράσπιση έφερε τα ντοκουμέντα από το ληξιαρχείο που αποτύπωναν την αλήθεια, δεν ίδρωσε κανενός το αυτί.

godas1

Οι στρατοδίκες στο έργο τους και οι «συγγενείς» στο δικό τους. Τι έγραφαν τα ντοκουμέντα; Οι ληξιαρχικές εγγραφές θανάτων αναφέρουν: Στο χρονικό διάστημα από 18.11.1944 έως 26.1.1945 εγγράφηκαν 29 θάνατοι με αιτιολογία την εκτέλεση από τους στασιαστές (ΕΛΑΣιτες). Επρόκειτο για άνδρες, εκ των οποίων οι 20 ανήκαν στη Χωροφυλακή και εξ αυτών οι 13 είχαν τόπο κατοικίας τον Πειραιά ή την Αθήνα, δηλαδή δεν ήταν Κοκκινιώτες. Τα επίσημα έγγραφα μιλούσαν για νεκρούς κατά τις μάχες των Δεκεμβριανών. Όσο για τα εκατοντάδες φρικτά βασανισμένα και παραμορφωμένα πτώματα, εκείνα ανήκαν ακόμη και σε καρδιοπαθείς που πέθαναν σε άλλες περιοχές. Ψιλά γράμματα…

Η «σκληρή κομμουνιστική» Κοκκινιά έπρεπε να διαλυθεί.

«Η Μόσχα της Αττικής» έπρεπε να πάψει να υπάρχει. Στους κατηγορουμένους έπρεπε να δοθεί ένα καλό μάθημα. Και ένας από αυτούς, ο Νίκος Γόδας, έπρεπε παραδειγματικά να τιμωρηθεί. Ή να αποκηρύξει… Για τον λόγο αυτόν του είχαν φορτώσει στον φάκελό του την κατηγορία της δολοφονίας…70 ανδρών της Χωροφυλακής!!!

Οι μάρτυρες κατηγορίας δεν ξεπερνούσαν τους 75, ενώ οι μάρτυρες υπεράσπισης ήταν περισσότεροι από 100. Η στημένη κωμωδία έφτασε στο αποκορύφωμά της όταν κλήθηκαν να καταθέσουν ως μάρτυρες κατηγορίας τρεις άνθρωποι που όλος ο Πειραιάς ήθελε να λιντσάρει.

Θεόδωρος Σαραντάρης: Πράκτορας της Ειδικής Ασφάλειας.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής οι Γερμανοί τον έστειλαν στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Από εκεί που μια Πρωτομαγιά ξεκίνησαν 200 πατριώτες για να εκτελεστούν στην Καισαριανή από τους ναζί. Φυσικά δεν τον έστειλαν «ως» κρατούμενο, αλλά «σαν» κρατούμενο. Ο Σαραντάρης έδινε πληροφορίες στους Γερμανούς για όλους τους κρατουμένους. Λίγο αργότερα ο Σαραντάρης, με τα μηχανοκίνητα του Μπουραντά και μεγάλες μονάδες των Ες Ες, περικύκλωσαν την Κοκκινιά και δολοφόνησαν εν ψυχρώ Έλληνες πατριώτες.

Λουκάς και Δημήτρης Κασιδιάρης: Αδέλφια από τα Μανιάτικα του Πειραιά.

Ο ένας ήταν πρεσαδόρος και ο άλλος οδηγός. Τα αδέλφια Κασιδιάρη ήταν από τους πρωταιτίους του Μπλόκου της Κοκκινιάς. Δίχως να φορούν κουκούλα και ενώ οι Γερμανοί είχαν γονατιστούς όλους τους άνδρες της περιοχής, τα αδέλφια Κασιδιάρη περνούσαν ανάμεσά τους και έδειχναν με το δάχτυλο στους Γερμανούς ποιοι έκαναν αντίσταση. Οι Γερμανοί, δίχως δεύτερη κουβέντα, τους σήκωναν όρθιους, τους έστηναν στον τοίχο και τους δολοφονούσαν.

O Λουκάς και ο Δημήτρης Κασιδιάρης ανήκαν στην Ειδική Ασφάλεια, που συνεργαζόταν με τους Γερμανούς επί Κατοχής. Δεν πολέμησαν για την απελευθέρωση, δεν έχυσαν το αίμα τους για την ελευθερία όπως χιλιάδες άλλοι άνθρωποι. Προτίμησαν να συνεργαστούν με τους ναζί και να προδίδουν.

Από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει πως όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, άνηκαν είτε στα Τάγματα Ασφαλείας είτε στην Ειδική Ασφάλεια είτε ήταν χωροφύλακες, ενωμοτάρχες, μοίραρχοι κ.ο.κ. Όπως, για παράδειγμα, και ο μάρτυρας κατηγορίας Γεώργιος Σγούρος, που ως αρχηγός του Β’ Τάγματος Ασφαλείας οργάνωσε το Μπλόκο στην Κοκκινιά τον Αύγουστο του 1944. Στον καταιγισμό ερωτήσεων από την υπεράσπιση ο ταγματασφαλίτης αρκέστηκε να πει πως «σε αυτό το Μπλόκο (της Κοκκινιάς) μερίμνησε για να σωθεί κόσμος». 

Και οι μέρες περνούσαν και οι κατηγορίες έπεφταν στο κενό η μια μετά την άλλη, αλλά «οι στασιαστές έπρεπε να παταχθούν».

Και κάποιο ξημέρωμα στις 4.30 το πρωί οι στρατοδίκες έβγαλαν την απόφασή τους. Έντεκα από τους κατηγορουμένους «εις θάνατον», εννέα σε ισόβια και πέντε απαλλάχθηκαν. Ανάμεσα στους 11, ήταν και ο ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού, ο λοχαγός του ΕΛΑΣ Νίκος Γόδας. 

Ο Νίκος Γόδας, το 1944, πολέμησε τους Γερμανούς και τους Έλληνεςσυνεργάτες τους, επικεφαλής του επίλεκτου 5ου λόχου του ΕΛΑΣ, στη μάχη της 7ης Μαρτίου στην Κοκκινιά. Επίσης έλαβε μέρος σε μάχες στον Πειραιά και στο Πέραμα, όπως και στην κρίσιμη επιχείρηση για την προστασία της Ηλεκτρικής Εταιρείας (Power, η σημερινή ΔΕΗ Κερατσινίου) από γερμανικό σαμποτάζ, κατά την εκκένωση της Αθήνας και του Πειραιά από τις κατοχικές δυνάμεις. Κάποιοι είπαν πως, κατά τη διάρκεια της «μάχης της Ηλεκτρικής» με τους Γερμανούς, ο Γόδας βρέθηκε στα πολυβολεία του όρους Αιγάλεω και από ’κεί κατέρριψε ένα γερμανικό αεροσκάφος.

man

Φήμες που οργίαζαν, έλεγαν πως πολλοί άνθρωποι, απλοί ολυμπιακοί που καμία σχέση δεν είχαν με τα πολιτικά, επισκέφτηκαν τον Μιχάλη Μανούσκο, Πειραιώτη μεγαλοβιομήχανο με εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας και τότε πρόεδρο του Ολυμπιακού, και ζήτησαν να μεσολαβήσει για να μην εκτελεστεί ο Γόδας.

Ο Μανούσκος, ο οποίος ήταν και δήμαρχος του Πειραιά, ενώ το 1951 υποψήφιος βουλευτής με τον συνδυασμό του Παπάγου «Ελληνικός Συναγερμός», φέρεται να απάντησε για τον Γόδα: «Όπως έστρωσε να κοιμηθεί».

Ο θάνατος δεν τρόμαξε τον Γόδα. Ποτέ του δεν τον φοβήθηκε.

Ο ίδιος ενώ ήξερε τη μοίρα του αρνήθηκε να υπογράψει δήλωση μετανοίας. Έμεινε πιστός στις ιδέες του. Κάποια στιγμή σε μια μάχη με τους Άγγλους γύρω και μέσα στο νεκροταφείο της Ανάστασης, ο ανθυπολοχαγός του ΕΛΑΣ Σταμάτης Σκούρτης άκουσε τον λοχαγό του, Νίκο Γόδα, καθώς οι σφαίρες σφύριζαν δίπλα του, να αυτοσαρκάζεται, να γελά και να λέει: «Ωραία θα ’ναι να σκοτωθούμε εδώ, δεν θα χρειασθούμε και τάφο».

Ο Νίκος Γόδας, εκτός από τον Ολυμπιακό, λάτρευε και τα ρεμπέτικα ως γνήσιος Ίωνας και Πειραιώτης. Μετά την εκτέλεσή του, επεστράφησαν στην οικογένειά του τα ρούχα και το ρολόι του.

godas2

«Τα ρούχα, το ρολόι μου, θα στα γυρίσω πίσω, γιατί μες στο Γεντί-Κουλέ τα νιάτα μου θ’ αφήσω» λέει ένα ζεϊμπέκικο του Τσιτσάνη, που ο Γόδας σιγοτραγουδούσε στο κελί του.

Ο Σταμάτης Σκούρτης και ο Σπύρος Ανδρεάδης, οι δυο μελλοθάνατοι μαζί με τον Γόδα, σώθηκαν ύστερα από παρέμβαση του ΟΗΕ το 1949.

* Πληροφορίες από το ντοκιμαντέρ του Χρήστου Γόδα για τον θείο του, Νίκο

** Πληροφορίες και πρακτικά της δίκης από τον ιστοτοπο: redagainstthemachine.gr

***Το σκίτσο του Νίκου Γόδα είναι από του Κωνσταντίνου Ρουγγέρη από τον «Οδηγητή»

Ποντίκι

Lefteria:

μα τι χαρακτήρας!, grandezza carattere !

Δ. Κουφοντίνας: Στον αντίποδα του φόβου σιγοβράζει η οργή

dimitris-koufontinas-5701-805x450

Πριν από λίγες μόνο μέρες, στη συνέντευξή του σε αυτή την εφημερίδα, ο πρωθυπουργός διαβεβαίωνε ότι δεν θα φέρει «ούτε ένα ευρώ επιπλέον μέτρα». Όμως, «πριν αλέκτορα φωνήσαι», ή μάλλον μόλις έκρωξε ο μαύρος γερμανικός κόρακας, η κυβέρνηση απαρνήθηκε και τα τελευταία υπολείμματα της αριστεροσύνης της.

Βράδυ Παρασκευής αρχίζουν να χαράζονται αυτές οι γραμμές, και το ραδιόφωνο ήδη αναγγέλλει ότι δρομολογήθηκε η νέα αποκρουστική συμφωνία παράδοσης. Η κυβέρνηση τράπηκε σε άτακτη υποχώρηση, τώρα βάζει στο τραπέζι όσα της ζήτησαν και ξαναβάζει τον ελληνικό λαό στον πάγκο του (Γερμανικού) χασάπη.

Παραδίνει πρώτα τα εργασιακά, αυτό το τελευταίο προπύργιο της «αριστερής» κυβέρνησης. Μαζί και τα ενεργειακά, ξεπουλά και τη ΔΕΗ στο γερμανικό κεφάλαιο. Και μαζί παίρνει νέα μέτρα (όχι «ούτε ένα ευρώ», αλλά) 3,6 δις ευρώ, μειώνει το αφορολόγητο και τις συντάξεις. Και, επιπλέον, επεκτείνει τα θανατηφόρα πλεονάσματα του 3,5 τα εκατό του ΑΕΠ για τα επόμενα χρόνια. Που σημαίνει, διαρκή μέτρα, συνεχή λιτότητα, λεηλασία, αποικιοποίηση.

Για πόσα χρόνια αλυσοδένει τον ελληνικό λαό ο ΣΥΡΙΖΑ;

Δεν μιλάμε εδώ για απλή επέκταση του τρίτου μνημονίου, όχι, εδώ υπογράφουν στην ουσία το τέταρτο. Και μάλιστα προκαταβολικά («αντιδημοκρατικό», «αντισυνταγματικό» έλεγαν πριν ότι είναι αυτό –και πραγματικά έτσι είναι). Η κυβέρνηση αυτή γίνεται η πρώτη που υπογράφει στη σειρά δύο μνημόνια. Πρόκειται για μια ακόμα ήττα, μια ήττα στρατηγικού χαρακτήρα, μια συμφορά στρατηγικού χαρακτήρα από αυτή την «αριστερά» της ΤΙΝΑ.

Που, με όλα αυτά, αποκαθαίρει, ξεπλένει όλο το παλιό και χρεοκοπημένο πολιτικό προσωπικό. Νεκρανασταίνει βρικόλακες και εφιάλτες του παρελθόντος, και ανοίγει το δρόμο στην πιο άγρια και κυνική, ακραία και νεοφιλελεύθερη δεξιά, που περιμένει χαιρέκακα τον ΣΥΡΙΖΑ να υπογράψει τα πάντα, για να έρθει και να ολοκληρώσει αδίστακτα την κοινωνική καταστροφή.

Πατώντας με άνεση πάνω στο πλαίσιο που διαμόρφωσε αυτή η «αριστερά».

Αποκαθαίρει, ακόμα, και τον κεντρώο πόλο, που αναθαρρεύει όσο ο ΣΥΡΙΖΑ παίρνει την κάτω βόλτα. Εκεί, ξανασυσπειρώνονται όλα τα πολιτικά υλικά κατεδάφισης του παλιού ΠΑΣΟΚ, οι υπόλογοι για τη χρεοκοπία της χώρας, για να αποτελέσουν το πολιτικό «δεκανίκι» μιας συγκυβέρνησης είτε με τη δεξιά, είτε με τον ΣΥΡΙΖΑ, είτε με ό,τι προκύψει από τη σημερινή ή την αυριανή Βουλή.

Αυτή ακριβώς η ευκολία με την οποία το ΠΑΣΟΚ μπορεί να συγκυβερνήσει είτε με τη δεξιά είτε με τον ΣΥΡΙΖΑ, δείχνει τον κοινό (μνημονιακό) παρονομαστή και των τριών, με όλες βέβαια τις μικρές και τις μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ τους. Με τον σκληρό ανταγωνισμό τους για την εξουσία (που φτάνει στο τρομακτικό σημείο να περνούν τα μνημόνια σε δεύτερη μοίρα –μια και εκεί ομοφωνούν), αλλά με την ίδια υποταγή να μοιράζονται στο βαθμό που αναλογεί πλέον στον καθένα την ευθύνη για τη μετατροπή της χώρας σε αποικία, όπου κυβέρνηση και Βουλή δεν μπορούν να λάβουν καμία σημαντική απόφαση δίχως την έγκριση των επικυρίαρχων. Και αν κάποτε παρακούσουν, σπεύδουν να υποβάλουν αμέσως δηλώσεις μετανοίας και νομιμοφροσύνης.

Ομοφωνούν ακόμη σε κάτι:

Διατηρούν τον λαό επιμελώς έξω από τις μεταξύ τους αντιπαραθέσεις. Και, ταυτόχρονα, κινδυνολογούν ασύστολα και δαιμονοποιούν οποιαδήποτε άποψη υποστηρίζει ως λύση σωτηρίας την έξοδο από τη φυλακή του ευρώ και της Ε.Ε. («Είναι πραγματική προδοσία» η έξοδος από το ευρώ, είπε ο πρωθυπουργός στη συνέντευξη).

Γιατί ο τρόμος, μαζί με το μόνιμο καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, είναι η άλλη όψη της μνημονιακής διαχείρισης. Η ανάγκη του κεφαλαίου να αναπληρώνει τις απώλειές του από την κρίση, μέσα από την υπερεκμετάλλευση και τη λεηλασία, απαιτεί το ανάλογο μείγμα καταστολής – συναίνεσης, που συμπληρώνεται με την απαραίτητη δοσολογία του φόβου. Του φόβου που παραλύει, που διαλύει συλλογικότητες, υποκινεί κοινωνικούς αυτοματισμούς, αναμοχλεύει αγελαίες καταστάσεις και πρωτόγονα ένστικτα.

Όμως, στον αντίποδα του φόβου σιγοβράζει η οργή.

Ο κοινωνικά υγιής θυμός που ξεπερνά την πίκρα της εξαπάτησης, της διάψευσης. Οργή που διογκώνεται όταν οι μεσσίες που στραγγαλίζουν την ελπίδα καταφεύγουν σε μαγγανείες και προφητείες, όπως για την αιφνίδια θερινή ανάπτυξη που θα αναδυθεί και «θα τρίβουμε τα μάτια μας» –τέτοιο δούλεμα. Τέτοια φαιδρά, που συγκρούονται με τη ζοφερή πραγματικότητα.

Μετά και τη νέα επαίσχυντη συμφωνία, το τέταρτο μνημόνιο, γίνεται πια ολοφάνερο ότι τα μνημόνια δεν ήρθαν για να φύγουν, ήρθαν για να μείνουν μόνιμα. Και ότι το κυρίαρχο πολιτικό προσωπικό της χώρας είναι «πρόθυμο» να θυσιάσει τα συμφέροντα του ελληνικού λαού στο όνομα της γερμανικής Ευρώπης. Επιμένει να ακολουθεί, «εις το διηνεκές», τον ίδιο μνημονιακό δρόμο, που αυτή την επταετία έφερε σωρευτική απώλεια του ΑΕΠ κατά 31 τα εκατό και συρρίκνωση της εσωτερικής αγοράς πάνω από 50 τα εκατό, και να μετρά με αυτοϊκανοποίηση την πολιτική του επιτυχία με το ότι «δεν ψάχνουν οι Έλληνες στους σκουπιδοτενεκέδες», και να διαβεβαιώνουν ότι έτσι θα επιστρέψει η ανάπτυξη, ότι αυτή είναι η συνταγή.

Απέναντι σε αυτόν τον κοινωνικό πόλεμο εναντίον μας, νεολαία και εργαζόμενοι πρέπει πρώτα απ’ όλα να ξεκαθαρίσουμε μέσα μας ότι δεν υπάρχει κανένα μέλλον για μας μέσα στα μνημόνια, την ευρωζώνη, την Ε.Ε. Ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τη ρήξη. Ότι, όπως έγραφε ο Ρήγας Φεραίος, «όταν οι κυβερνήτες καταφρονούν τα δίκαια του λαού, το να κάμει ο λαός επανάσταση, είναι το πιο ιερό από όλα του τα δίκαια».

Και άλλοτε βρέθηκε ο ελληνικός λαός σε παρόμοιες συνθήκες, παρότι σήμερα είναι συνθήκες οιονεί πολέμου και κατοχής. Όμως τότε η Αριστερά δεν είπε ότι «είναι προδοσία» να βγούμε από τη γερμανική Νέα Ευρωπαϊκή Τάξη. Συγκρότησε λαϊκό μέτωπο και αντιστάθηκε απέναντι σε πανίσχυρες αυτοκρατορίες.

Και σήμερα είναι απαραίτητο το ευρύ μέτωπο αντίστασης.

Αυτή είναι η απαίτηση των καιρών, αλλιώς η Ιστορία θα μας προσπεράσει. Ασφαλώς οι λαϊκές πολιτικές δυνάμεις έχουν διαφορές, διαφέρουν στο πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας την κοινωνική εξέλιξη. Όμως μπροστά στην ανάγκη των καιρών επιβάλλεται η συσπείρωση γύρω από ένα ελάχιστο πρόγραμμα κοινής δράσης, υπάρχουν ήδη ελπιδοφόρες μικρές κινήσεις και πρωτοβουλίες, χρειάζεται να στηριχτούν, να διευρυνθούν, να συναντηθούμε ξανά στο δρόμο του αγώνα, να θυμηθούμε ξανά τα λόγια του Ρήγα.

Δημήτρης Κουφοντίνας 10 – 2 – 2017

hitandrun

Lefteria:ο Κουφοντίνας γιά τούς εξουσιαστές θεωρείται τρομοκράτης,εκδικητικά του αρνούνται το δικαίωμα αδείας….ποιός είναι λοιπόν ο τρομοκράτης; ο έγκλειστος στό Κορυδαλλό; ή μήπως οι μακελάρηδες της εξουσίας πού ξεπουλούν τίς ζωές μας ,τα όνειρα μας…..τόν αέρα πού αναπνέουμε εξυπηρετώντας τα συμφέροντα τών ιμπεριαλιστών

https://lefterianews.wordpress.com/2017/02/13/%CE%B4-%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%86%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%86%CF%8C%CE%B2%CE%BF%CF%85/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, αη

image

Μου ανεβαίνει μια αίσθηση δυσφορίας, ενόχλησης. Πολλοί πρώην μαχητές του ένοπλου αγώνα, με σκοπό το κέρδος και την ειρήνευση σε μιαν επίσημη αλήθεια, συναινώντας στον καθωσπρεπισμό που σώζει ψυχές και είναι στην μόδα, για να αποτραβηχτούν από την άβολη θέση αυτού που έχει χάσει, που έχει ηττηθεί, μοιάζουν όλοι χτυπημένοι από ένα περίεργο σύνδρομο έλλειψης μνήμης, αμνησίας, λησμονιάς και ανικανότητας να μιλήσουν για τον εαυτό τους και εκείνο που υπήρξαν. Σαν να είχαν κινηθεί από μιαν εξωτερική άγνωστη δύναμη, ικανή να τους εξαναγκάσει κεφάλι και καρδιά, έτσι ώστε να μην αναγνωρίζουν πλέον τον εαυτό τους σε εκείνη την πλευρά της ζωής τους που την έθεσαν μέσα σε παρένθεση.

Η γυναίκα βρίσκεται στη δύσκολη θέση αυτής που πιέζεται να δώσει εξηγήσεις απλοποιημένες – υπερβολικά απλοποιημένες, για να σημαίνουν οτιδήποτε. Στη συνέχεια αναφέρει κάτι για πολιτικές καταστάσεις και συνθήκες. Κι εδώ ο διάλογος, που φαίνονταν να έχει κατακτήσει έδαφος για μιαν περισσότερο υποφερτή μορφή επικοινωνίας, ναυαγεί με θόρυβο μεγάλο, τρανταχτά, είναι τόσο μεγάλη η έλλειψη διαθεσιμότητας του καθηγητή να ακούσει και μόνο να αναφέρεται η λέξη »πολιτική». Να ακούσει πως εκείνη η σφαίρα από το πιστόλι που τον χτύπησε στο κεφάλι του ήρθε διαμέσου και εξ αιτίας της αντίθετης θέσης του στα χαρακώματα του πολέμου στον οποίον και αυτός είχε πάρει μέρος, και πολέμησε.

Ίσως με διαφορετικά όπλα, όχι όμως δίχως αρμοδιότητα και ευθύνη.

Όπως πάντα, χάρη ακριβώς στην αποτελεσματικότητα των εικόνων, ενσωματώνεται η θεωρία της ασυνέπειας των κινήτρων εκείνου του πυροβολισμού, η έλλειψη συνοχής στην αιτιολόγηση των κινήτρων εκείνου του χτυπήματος. Όλη η σχέση ανάμεσα στους δυο μειώνεται σε εκείνο τον πυροβολισμό, του οποίου ο θόρυβος καλύπτει κάθε άλλη δυνατότητα λόγου μέχρι του σημείου να διασταλεί στο απίθανο και στο παράλογο, δίχως καμία λογική.

Ο καθηγητής, που επίσης προσπάθησε και θέλησε να μιλήσουν, δεν είναι σε θέση να υποφέρει το γεγονός πως αυτή έχει μιαν άποψη διαφορετική από την δική του.

Πάντως μιαν άποψη. Κατανοητή, ακόμη και πριν τεθεί υπό κρίση.

Δεν θέλει λοιπόν να συζητήσουν. Θέλει να συνεχίσει τον δικό του μονόλογο και επιτέλους να εκδικηθεί, καθιστώντας την δυνάστη του στην σιωπηλή αποδοχή των μη εξηγήσεων που ήδη έχουν δοθεί. Δεν μπορεί να αποδεχτεί εκείνες της γυναίκας. Αλλού πρέπει να ψαχτούν αυτές οι εξηγήσεις. Στην εγκληματική τρέλα, στην ενσάρκωση του απόλυτου κακού, στο ντελίριο παντοδυναμίας κάποιων αγγέλων εξολοθρευτών.

Αλλού, έξω από τα νοητά νήματα μιας σύγκρουσης πολιτικής φύσεως.

Αρχίζει να ξεφτίζει μέσα μου το αίσθημα ενόχλησης για την αφασία της γυναίκας.

Δεν μπορεί να μιλήσει, ίσως όχι γιατί δεν ξέρει, αλλά διότι δεν πρέπει. Δεν προβλέπεται να έχει δικαίωμα λόγου και αν κάποια στιγμή το είχε, της το έκοψαν.

Γιατί? Διότι η κοινωνική βεντέτα για την ενοχή της είναι η ποινή στην σιωπή, μεγάλη είναι γι αυτήν η Άθλια νομιμοποίηση να χρησιμοποιεί λόγο συνεπή που να μπορεί να δίνει νόημα στο παράλογο.

Δεν πρέπει να μιλά. Πρέπει μονάχα να της μιλούν και να παρέχει μιαν εικόνα εξυπηρετική ώστε να κατευνάζεται η ανησυχία που προέρχεται από μια μνήμη υπερβολικά κατεστραμμένη για να συναινέσει στην ειλικρίνεια μιας διαρκούς επιβεβαίωσης, καθησύχασης. Non deve parlare.

Δεν πρέπει να μιλά. Πρέπει μόνο να της μιλούν και να παρέχει μια εικόνα συμβιβαστική, μια εικόνα που να εξυπηρετεί την ανακούφιση του άγχους που πηγάζει από μια πολύ κατεστραμμένη μνήμη η οποία δεν μπορεί να αποδεχτεί την ειλικρίνεια μιας ανθεκτικής παρηγοριάς.

Μα γιατί δεν πήγα ξανά να ατενίσω τα πετάγματα και τις βόλτες των γλάρων στον Τίβερη;

Μα είναι δυνατόν ορισμένη δικιά μας κινηματογραφία να είναι τόσο υπόδουλη ώστε να μην είναι σε θέση να παράξει άλλο πέρα από τα συνηθισμένα cliché περί αδιαμφισβήτητης αθωότητας ή ενοχής; και να μην μπορεί να θέσει κάποια ερωτήματα επιπλέον; Έχοντας συνθλιβεί ανάμεσα στην εκδοχή της »παλιάς» αριστεράς που τσάκισε εν τη γενέσει μιαν έτσι κι αλλιώς καθυστερημένη δεύτερη σκέψη επάνω στο μαξιμαλιστικό λατρεμένο κρατισμό της και σε εκείνη την »νέα», ανίκανη να επιλύσει τις ασάφειες της διπρόσωπης σχέσης-υποστήριξης με τις ένοπλες πρακτικές, βγάζει προς τα έξω μιαν αλήθεια ελλιπή και μονής κατεύθυνσης.  Που δεν χρησιμεύει σε τίποτα. Ούτε στο να καθησυχάσει από τους εφιάλτες ενός παρελθόντος που αντιστέκεται να λιώσει σε μιαν αφήγηση τόσο τετριμμένη.

Κι έτσι συνεχίζουν να κάνουν και στον κινηματογράφο. Γιατί; Για να πουν ότι στους πρώην »τρομοκράτες», που έφτασαν πια να θεωρούνται »καρναβάλια», πρέπει να αφαιρείται ο λόγος; Αυτό είναι όλο;

Αρχίζω να νιώθω συμπάθεια για αυτήν την σκηνογραφική μου συντρόφισσα. Έχει προφέρει λίγες λέξεις κι εάν δεν χρησιμοποιήθηκαν ώστε να γίνει κατανοητή, δεν μπόρεσαν ούτε να εξυπηρετήσουν την συνηθισμένη πράξη αποστασίας, αποκήρυξης. Και παρόλα αυτά καταφέρνει να κλέψει την παράσταση.

Ίσως ακριβώς με την σιωπή της, καταφέρνει να επιβάλλει ένα είδος επίπονης αξιοπρέπειας. Εκείνη με την οποίαν προσπαθεί, μέρα με την μέρα, να διατρέξει την νέα της ζωή. Ζωή προφανώς ραγισμένη και δίχως εκείνη την ελάχιστη προϋπόθεση βιωσιμότητας που μόνο η πολλαπλότητα επιλογών μπορεί να επιτρέψει.

Εισήχθη ξανά, σαν κι εμένα, σε χρόνο part-time στον κόσμο των »ελεύθερων». Σαν κι εμένα ζει την καθημερινή επαφή με τους άλλους, τακτοποιώντας από μόνη της την αλυσίδα που την κρατά δεμένη στην φυλακή, στην διαδοχή ωραρίων, διαδρομών, απαγορεύσεων, συμπεριφορών.

Σαν κι εμένα πρέπει να προσέχει το είναι της σάρκα και αίμα για ένα ένταλμα που την κάνει να μοιάζει με μιαν μισοζώντανη, με ένα παρελθόν ανεκδιήγητο, ένα παρόν φτωχοποιημένο, ένα μέλλον ανύπαρκτο.

Όπως συμβαίνει και σ’ εμένα κάθε βράδυ χτυπά ένα κουδουνάκι για να την ξανακλείσουν μέσα. Συνθήκη αυτή για να επιστρέψει έξω την επόμενη ημέρα. Και πάλι απ’ την αρχή.

Δεν μπορεί να κάνει σχέδια, να προγραμματίσει τίποτα, εκτός από εκείνο τον ελεγχόμενο χρόνο μεταξύ εξόδου και επιστροφής στην φυλακή. Δεν φέρει τα εμφανή σημάδια μιας διαφορετικότητας που μόνον αυτή μπορεί να γνωρίζει και που κανονίζει τον αυτοπεριορισμό των ίδιων της των επιθυμιών.

Είναι καταδικασμένη σε ένα άγριο είδος περιθωριοποίησης και, την ίδια στιγμή, στην επιτυχία του πειράματος που ενσαρκώνει, σε ένα παιχνίδι πειραγμένο που την φυλακίζει σε ένα κάτεργο μόνο πιο μεγάλο και πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί με τους ανεπαρκείς της πόρους.

Είναι κουρασμένη και δίχως αυταπάτες. Ξέρει πως όλες οι ελαφρύνσεις που της έχουν αποδοθεί μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανακληθούν. Μα δεν είναι αυτό που φοβάται περισσότερο, έτσι ώστε να το διακινδυνεύσει για μιαν στιγμή ελευθερίας που αποφασίζει να αρπάξει για τον εαυτό της.

Δεν γυρνά στην φυλακή για να κρυφτεί επειδή εκείνο είναι το μοναδικό της μέρος αφότου ο κόσμος της απηύθυνε ερωτήσεις στις οποίες δεν ήξερε να απαντήσει.

Επιστρέφει διότι το σύνορο ανάμεσα στην φυλακή-φυλακή και εκείνη που είναι μισή φυλακή μπορεί να περάσει διαμέσου μιας πράξης ελευθερίας που την κάνει ακόμη ικανή να αποφασίζει και να αποτραβιέται απ’ τον εκβιασμό. Στην κατάσταση που βρίσκεται έχει πραγματικά λίγα να χάσει και δεν θα κάτσει να χάσει για μια κεφαλιά .

Στην πραγματικότητα αυτό δεν συμβαίνει. Παρά την ακραία δυσκολία να ζει κάποιος που βρίσκεται στις ίδιες συνθήκες με αυτήν, κανείς δεν παραιτείται από αυτό το φειδωλό διάστημα ελευθερίας.

Γιατί; Γιατί όλα είναι καλύτερα από την φυλακή; Η αλλιώς γιατί;

Νομίζω πως ξέρω. Επειδή σε εκείνο το σύνορο περνώ κάθε μέρα.

Τώρα ξέρω πως εάν κάποιος μπορεί να ανεχθεί χρόνια εγκλεισμού, αυτό συμβαίνει διότι η αναμονή της μέρας κατά την οποίαν θα ξαναβάλει πόδι έξω από την φυλακή είναι που τον κάνει να αντέχει. Κι αυτό ακόμη και όταν είναι δύσκολο να πιστέψει πως θα συμβεί σε χρόνους που μπορεί να φανταστεί, ακόμη και όταν δεν το ομολογεί ούτε στον εαυτό του.

Μετά συμβαίνει εκείνη η μέρα να έρθει. Αλλά μπορεί επίσης να συμβεί, ξαφνικά, να πάρουν φωτιά και να καούν όλες οι προσδοκίες που τρέφονταν για χρόνια και χρόνια. Ο αποπροσανατολισμός είναι τέτοιος που σε κάνει να νιώσεις μέσα σε μια αληθινή παγίδα στην οποίαν δεν ξέρεις πως να προχωρήσεις αλλά ούτε προς τα πίσω μπορείς να κατευθυνθείς.  Συνεχίζεις να τριγυρίζεις δίχως να καταφέρνεις να σπάσεις τον φαύλο κύκλο, διότι το μοναδικό ευέλικτο σημείο, εύχρηστο, διαχειρίσιμο είναι εκείνο που επιτρέπει να γυρίσεις στην πρότερη έγκλειστη ζωή.

Μα θα μπορούσε να είναι ακόμα υποφερτή αφού έχει καταναλωθεί κάθε προσδοκία ζωής και μέλλοντος;

 

 

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, αζ

image

Μόνον μια ταινία

Τους καιρούς κατά τους οποίους μου διδάξατε τα βασικά στοιχεία των γραμμάτων και των επιστημών, ένας τύπος που τον αναγνώρισαν ένοχο ενός εγκλήματος αληθινού ή ψεύτικου είχε καεί στην Bruges, και ένας συγκάτοικος μου διηγήθηκε το μαρτύριο  […]. Για να αυξηθεί το ενδιαφέρον του θεάματος είχε δεθεί στον στύλο με μιαν μακριά αλυσίδα, πράγμα που του επέτρεπε να τρέχει έρμαιο στις φλόγες μέχρι που έπεσε με το πρόσωπο επάνω στο έδαφος, ή για να το πούμε καλύτερα, επάνω στην καρβουνιά. Εγώ πολύ συχνά έλεγα στον εαυτό μου πως μια παρόμοια φρικαλεότητα θα μπορούσε να χρησιμεύσει για να συμβολίσει την κατάσταση ενός ανθρώπου που αφέθηκε σχεδόν ελεύθερος.

Marguerite Yourcenar, Το έργο στα μαύρα

Δεν είχες ποτέ ξεχάσει την αγροτική σου καταγωγή. Είχες γίνει εργάτρια με το ζόρι αλλά διατηρούσες επίσης την τέχνη να τρατάρεις με τον καλύτερο τρόπο εκείνη την »τρελή γη» που είχες βρει στο χωριό όπου είχες μεταναστεύσει και όπου με έφερες στον κόσμο. Πως τα είχες καταφέρει να γεννήσεις κάτι καλό σε εκείνο τον τόσο ακατάλληλο στην ζωή τόπο, παρέμεινε πάντα ένα μυστήριο για μένα.  Και ίσως επειδή εγώ ήρθα στην ζωή μες τα δηλητήρια των καμινάδων, με γοήτευε εκείνη η γνώση σου, όπως τότε που με πήγαινες, στην κοντινή εξοχή, να μαζέψουμε το σιτάρι που είχε απομείνει στην γη μετά την συγκομιδή. Σαν να με μετέφερες στην άλλη μεριά του γνωστού κόσμου, εκχωρώντας μου την απόλαυση να μπερδεύομαι μέσα σε έναν ζωτικό κύκλο προηγούμενο κάθε επαναδιατύπωσης της αίσθησης και του νοήματος. Σε εκείνα τα απογεύματα μαζί σου χρεωστώ την ευχαρίστηση να περπατώ ξυπόλητη και την συνήθεια να οσμίζομαι για να ξεχωρίζω και να αγγίζω για να διαλέγω και να ακούω για να καταλαβαίνω. Αλλά σου χρωστώ επίσης όλο τον κόπο του να είμαι πάντοτε επιφυλακτική για όλα αυτά και να δυσπιστώ.

Να πάει; Να μην πάει; Μια χούφτα μέρες άδειας εξόδου από την φυλακή και αυτή πρέπει ν’ αποφασίσει εάν αφαιρέσει χρόνο από την περιπλάνηση της εκείνα τα λίγα απογεύματα που έχει στην διάθεση της για να πάει να κλειστεί μέσα σε έναν κινηματογράφο. Την φρενάρει, κυρίως ο φόβος να περάσει ένα άσχημο απόγευμα, λόγω της ταινίας για την οποίαν γίνεται λόγος.

Να πάει; Αφού επιβεβαίωσε μιαν φιλική παρουσία η οποία, στην ανάγκη, θα της κρατήσει το χέρι, τελικά πήγε.

Στο πρόγραμμα η παρουσίαση της σκηνικής συνάντησης ανάμεσα σε μιαν »πρώην τρομοκράτισσα» και ένα από τα θύματα της και, στην διάρκεια, μια άλλη παραμορφωμένη διήγηση της ιστορίας της.

Εξάλλου ο καθένας, επίσης και ανάμεσα στους πρώην συντρόφους της του παλιού καιρού, έκανε μια. Σχεδόν ποτέ να την συμμερίζεται πλήρως. Κάποιες φορές καθόλου.

Εκείνη κατά βάθος δεν ήταν παρά μόνο μια ταινία, αν και την σκέφτηκαν, την πραγματοποίησαν και στην συνέχεια την είδαν, κυρίως άνθρωποι της αριστεράς.

Ιδού το σημείο.

Κουράγιο, λοιπόν, πάμε να γίνουμε κομμάτια.

Λίγα φωτογράμματα, τρέχουν λίγες εικόνες και ήδη εμφανίζεται το νήμα που συνδέει μια διήγηση που έχει σκληρυνθεί μέσα στον παραλογισμό γεγονότων που τέθηκαν θεληματικά στην σκηνή σε ένα κενό πλαίσιο και που έχουν απλοποιηθεί σε ένα χτυπητό ενώπιος ενωπίω ανάμεσα στους δυο πρωταγωνιστές. Αυτός, ειδικός στην πολιτική αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων που έγινε καθηγητής και αυτή, εκείνη που τον πυροβόλησε, κρατούμενη σε ημερήσια έξοδο για εργασία.

Όμως η υπόθεση που τους ενώνει θα μπορούσε να είναι μιας οποιασδήποτε άλλης φύσεως. Αντιλαμβανόμαστε μονάχα το εξαιρετικά τραυματικό συστατικό, στοιχείο.

Εμφανίζονται αμφότεροι σαν αποξενωμένοι. Αυτή σχεδόν ξεθωριασμένη, είναι ελάχιστα παρούσα και σαν εξαναγκασμένη, στους τρόπους και τις σχέσεις με ότι βρίσκεται γύρω της. Αυτός, χειρονομίες με ξεσπάσματα, σπασμωδικές, και ποταμοί από λόγια, μοιάζει να καταναλώνει σε έναν φετιχοποιημένο σολιψισμό την αναζήτηση ενός σημαδιού με το οποίο να αντιμετωπίσει την σοβαρή αίσθηση απώλειας την οποίαν έχει υποστεί. Και οι δυο μοιάζουν να μην βρίσκονται εκεί, σαν να ζούνε σε μιαν άλλη σάρωση του χρόνου.

Συναντιούνται, αλλά δεν βλέπονται. Αυτή διότι δεν τον αναγνωρίζει, αυτός διότι δεν αφήνει να αναγνωριστεί. Καμία πιθανότητα ανταλλαγής στα βλέμματά τους που κοιτούν μοναχά μιαν εικόνα αντανάκλασης της μιας στον άλλον.

Τι συμβαίνει; Γιατί μιλούν ο καθένας για τον εαυτό του; Μα ποιο είναι το λεξιλόγιο που γίνεται αντιληπτό μέσα σε τόσο μεγάλο μπέρδεμα εικόνων? Αυτό που δεν λέγεται για την συγκυρία που τους έκανε να συναντηθούν χρόνια πριν, εμποδίζει την συνάντηση του σήμερα και όλα τυλίγονται στην παρανόηση, στην ασάφεια.

O καθηγητής παροτρύνει, φαίνεται να θέλει να καταλάβει και να διαλύσει έτσι τον εφιάλτη που τον βασανίζει. Όμως το δικό του δεν είναι αληθινό ενδιαφέρον να μάθει. Μοιάζει να μην είναι σε θέση να αναγνωρίσει πως έχει μπροστά του κάτι που δεν μοιάζει στην ενσάρκωση των φαντασμάτων του. Φαντάσματα που έχουν διαμορφωθεί επί χρόνια και ζορισμένα μέσα στην ηχολαλιά των τόσο αφηρημένων »γιατί» ώστε να εξυπηρετούν μονάχα στην τελετουργική απομάκρυνση από επάνω του κάθε κατανοητού συνδέσμου με όσα του συνέβησαν.

Μοιάζει με την ενσαρκωμένη αθωότητα, εμφανίζεται σαν απόλυτα διαχωρισμένος με όλο αυτό τον συνδυασμό πραγμάτων που επέδρασαν σε αυτόν και σε πολλούς άλλους, το κατεξοχήν θύμα μιας παράλογης μοίρας.

Είναι σίγουρος πως όσα του έλαχε να ζήσει θα μπορούσαν να είχαν συμβεί αδιακρίτως σε οποιονδήποτε άλλον.

Γιατί; Δεν αναπολεί, δεν λέει, αυτός στον οποίον σίγουρα δεν λείπουν οι λέξεις, ποια ήταν η ζωή του στη συνέχεια, για παράδειγμα, και γιατί τώρα κάνει ένα άλλο επάγγελμα, δεν πηγαίνει στην αναζήτηση των αιτιών. Με μασκαρεμένες ερωτήσεις που αξιώνουν τις μη απαντήσεις, ψάχνει μόνο να του επιβεβαιώσουν πως εξ αιτίας καθαρού, πεντακάθαρου ατυχήματος σκόνταψε σε έναν μηχανισμό ξένον προς αυτόν και δίχως καμία απολύτως σχέση με την κοινωνική του ύπαρξη.

Αυτή προσπαθεί να πει κάτι. Γι αυτήν και για το πως μπόρεσε να συμβεί αυτό το κάτι.

Φαίνεται να μην γνωρίζει, μοιάζουν όλα πολύ μπανάλ, συμπτωματικά.

 

 

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, αστ

image

Μα ποια ήταν; Παντρεμένη με παιδιά, είχε ένα σπίτι και μια δουλειά. Δεν αντιστοιχούσε λοιπόν σε εκείνο το cliché απελπισίας που πολλές όμορφες ψυχές θέλησαν να ράψουν επάνω τους. Ήταν μια »της διπλανής πόρτας», μια από τις πολλές που έφτιαξαν και αποτελούσαν τις ερυθρές Ταξιαρχίες.

Είχε όλες τις ευκαιρίες να επιλέξει κι εκείνη που είχε κάνει δεν ήταν με τίποτα η μοναδική δυνατότητα. Της κόστισε λοιπόν, το είχε σκεφτεί καλά, θα είχε συζητήσει βαθύτατα με τον σύντροφό της, ήξερε πολύ καλά πόσα είχε να χάσει. Ύστερα αποφάσισε και δεν το ξανασκέφτηκε ποτέ, δεν επέστρεψε ποτέ στην σκέψη της απόφασης που πήρε.

Αγαπημένη! Που δεν ένιωθε απαξιωτικό να φορέσει την ποδιά της για να καθαρίσει μέσα στο τόσο φιλόξενο κελί -σπίτι και που καμιά σούπερ στρατηγική αντί-ανταρτοπόλεμου των υπέρ ειδικών της υπέρ φυλακής είχε καταφέρει να λυγίσει μπροστά στην αλαζονεία των μίζερων αιτιολογήσεων των νικητών.

Στις επόμενες διαστρεβλωμένες αναπαραστάσεις-αποκαταστάσεις [των γεγονότων], φιγούρες σαν τη δική της είναι παραφωνία, »τσιρίζουν» σε τέτοιο βαθμό που δεν βρίσκουν θέση να σταθούν. Και παρόλα αυτά είναι αυτές ακριβώς που φτιάχνουν την μεγαλοσύνη της ταξιαρχίτικης ιστορίας, που καμιά από τις πολλές άλλες μιζεριές μπορεί να καταφέρει να καταστήσει λιγότερο μοναδική.

Vae victis! Αλίμονο στους ηττημένους! Είναι. Μες τη σκόνη και στις αλυσίδες. Μπορούσε να είναι στον λογαριασμό.

Αλλά πως να αντιμετωπιστεί η αφαίρεση του νοήματος; πως να αντιμετωπίσεις την άρνηση των αιτιολογήσεων των γεγονότων;

Μέσα στην ψυχαναγκαστική επανάληψη μικροσκοπικών διατυπώσεων, από αυτές που διώχνουν τα φαντάσματα, με τις οποίες εξολοθρεύονται οι ερυθρές Ταξιαρχίες, λοιδορείται η ένταξη τους στο κίνημα, μάλιστα αποκόπτωνται τεχνητά με το πλαίσιο κοινωνικής σύγκρουσης μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και μαζί με το οποίο έπαψαν να ζουν, παρακολουθούμε ένα ανησυχητικό φαινόμενο έλλειψης κάθε νήματος συλλογιστικής.

Το θέμα, ο συλλογισμός φαίνεται να διαφεύγει από την λογική για να καταπλεύσει στο καθαρό συναίσθημα, με όλα τα νεύρα να αποκαλύπτονται.

Η ανάλυση του φαινομένου αργοπορεί ανάμεσα στην εγκληματική ψυχανάλυση, συνομωσιολογικές έρευνες, ψυχισμό οικείο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αποσύνδεση των σχέσεων του τυχαίου. Λίγο απ’ όλα, εκτός της λαϊκότητας ενός κριτικού στοχασμού και προβληματισμού δίχως προκαταλήψεις.

Μα τι έκανε σ’ εκείνη την ευημερούσα και εργατική Ιταλία, ενωμένη στο απόγειο του »κινήματος» των μεταρρυθμίσεων υπέρ μιας δημοκρατίας που βρίσκονταν πάντα σε κίνδυνο, με το πιο δυνατό κομουνιστικό Κόμμα και συνδικάτο στην Ευρώπη, εκείνη η κομουνίστρια που ζούσε σε ένα χωριουδάκι και μάχονταν σε μιαν οργάνωση ανταρτοπόλεμου όπως οι ερυθρές Ταξιαρχίες; Πως εξηγείται το κοινωνικό ρίζωμα του κομουνιστικού ένοπλου αγώνα μέσα σε μιαν κοινοβουλευτική δημοκρατία ώριμου καπιταλισμού, συνεπώς έξω από την αντιστασιακή παράδοση και υπόθεση ξεχωριστή και διαφορετική από τα εθνικιστικά αντάρτικα όπως και αυτά του τρίτου κόσμου; Μπορούμε να ειρωνευτούμε για την συνοχή εκείνου του ριζώματος, αλλά παραμένει το γεγονός πως επρόκειτο για μιαν μαχητική παράνομη εμπειρία που διήρκησε περισσότερο από μιαν δεκαετία. Και τότε κάθε εύκολη ειρωνεία αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης. Απλά, αυτός που ειρωνεύεται δεν θέλει να καταλάβει. Είναι πιο εύκολο να αποβάλλεις την απόλυτη διαφορετικότητα και να μην διακινδυνεύσεις μια σύγκριση που θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση περισσότερα πράγματα απ’ ότι μια πολιτική διακήρυξη και ακόμη περισσότερα από την ευθύνη γύρω από τις εκβάσεις εκείνης της κοινωνικής σύγκρουσης.

Στην φυλακή άκουσα να μου απαντά ένας αγωνιστής παλιά κοπής του πρώην Κκι, κατά τα άλλα διόλου παράλογος, πως η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην δική μας ήττα και την δική τους (με την παραδοχή πως υπήρξε, μιας κι εγώ επέμενα πολύ…) βρίσκονταν κυρίως στην άμεση ορατότητα ενός γεγονότος βαθιά συμβολικού: εμείς βρισκόμασταν όλοι στην φυλακή.

Δεν υπήρξε ποτέ νωρίτερα σαφέστερη δήλωση της αναγκαιότητας για εκείνη την πολιτική πλευρά να επιλύσει τις δραματικές πληγές εκείνων των χρόνων με παραδειγματικό τρόπο. Ώστε να μπορέσει να συνεχίσει να απαιτεί μια πίστωση αξιοπιστίας στην προσπάθεια συγκράτησης ενός ταξικού κινήματος που ακριβώς δεν ήθελε να ξέρει τίποτα για ιστορικούς συμβιβασμούς και πολιτική θυσιών. Ακραία κυνική συνέπεια όλων αυτών που, έχοντας εισέλθει χθες σε πορεία σύγκρουσης με οποιονδήποτε δεν είχε πάθει ηλεκτροπληξία από την υπεράνω κάθε υποψίας δήλωση πως η εμπορευματική παραγωγή είναι »καλή από μόνη της, έτσι κι αλλιώς», σήμερα εμπιστεύονταν τον προβληματισμό και την μνήμη εκείνης της σύγκρουσης στα πρακτικά των δικαστηρίων. Κι έτσι μια ένοπλη εμπειρία αναμφίβολα μειοψηφική και χαμένη αλλά δυνατά ενδεικτική του επιπέδου απουσίας διαχείρισης των κοινωνικών αντιθέσεων που την είχαν δημιουργήσει, μετατράπηκε σε αποκλειστικό πρόβλημα κοινωνικής τάξης, που έπρεπε να δικαστεί, να θαφτεί κάτω από αιώνες φυλάκισης και να τοποθετηθεί ιστορικά έξω από κάθε κατανοητή πολιτική δυναμική.

Ο μοναδικός καλός ταξιαρχίτης, μετά από το νεκρό ταξιαρχίτη, έπρεπε να μοιάζει με μιαν φιγούρα διφορούμενη, κόρη κανενός, καθοδηγούμενη από άλλους και, κυρίως, απομονωμένη από τα μαζικά κινήματα.

Μοιάζει να έχουν περάσει αιώνες, κι όμως μοναχά εχθές (ή προχθές?) σε κάθε κλίκα της δικής μας άτολμης και φειδωλής αριστεράς αρέσκονταν να χαλαρώνουν επάνω σε παρτιζάνικες εμπειρίες οι οποίες, αντιθέτως, είχανε από την μεριά τους όχι μόνο το δίκιο των σκοπών αλλά κυρίως την αποδοχή των μαζών.

Θυμάσαι, ξεχασιάρη σύντροφε; θυμάσαι τις μαρτυρίες των μαχητών εκείνου του άλλου πολέμου  (του νικηφόρου), εκείνων που πήγαιναν μονάχοι τους στις επιχειρήσεις και που, πυροβολώντας και με τα δυο χέρια, από μόνοι τους καλύπτονταν υποχωρώντας; θυμάσαι για την αποθάρρυνση τους εξ αιτίας των ελλείψεων βοηθητικών και στις ακόμη μεγαλύτερες ελλείψεις από μέσα, για την αφάνεια των άλλων και των μαζών που συναινούσαν μαζί τους αλλά αδρανούσαν; για τις συνεχείς διαφυγές τους, και πως έπρεπε διαρκώς να κοιτούν πίσω τους; θυμάσαι που ερωτούσαν τον υπεύθυνο διοικητή τους, όταν επιτέλους τον συναντούσαν, που να ήτανε το κόμμα. Μήπως θυμάσαι την απάντηση; “Το κόμμα είσαι συ, σύντροφε.» Και μετά δρόμο.

Θα είχε νιώσει μόνος και ξεριζωμένος εκείνος ο σύντροφος που ίσως είχε πολεμήσει σε συνθήκες ακόμη δυσκολότερες από εκείνες που εγώ γνώρισα;

Σίγουρα δεν αμφέβαλε ποτέ για το πολύ δυνατό πολιτικό δεσμό ανάμεσα στην δράση του και ένα πιο πλατύ κίνημα αγώνα, αλλιώς κανείς δεν θα του είχε δώσει το θάρρος της μοναξιάς στο έργο ν’ αδράξει ένα όπλο και να το χρησιμοποιήσει ενάντια στον εχθρό. Μοναξιά προσωπική, που δεν μοιράζεται ποτέ μέχρι βάθους με κανέναν άλλον.

Μεγαλοσύνη, μεγαλοσύνη μιας ιστορίας και των πρωταγωνιστών της που, αν αποτραβηχτούν από συγκεκριμένη εικονογραφία αγιοποιητική (ή, αντιστρόφως, από την δαιμονοποίηση της προκατάληψης) και επιστραφούν στην ευφυία των γεγονότων, μπορούν πραγματικά να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε. Να καταλάβουμε, για παράδειγμα, τους δεσμούς και τις ασυνέχειες των διαφορετικών πολιτικών εμπειριών που σημάδεψαν αυτό τον αιώνα με απόπειρες επίθεσης στον ουρανό, πριν μια αμφίβολη συνειδησιακή κρίση ανάμεσα στο καλό και το κακό εμποδίσει ολοκληρωτικά την άσκηση της ιστορικής κριτικής.

Να καταλάβουμε για να αναθερμάνουμε τον αυτοστοχασμό αυτής της κοινωνίας για τον εαυτό της έτσι ώστε η ψευδαίσθηση πως μπορεί να διώξει από πάνω της τις αντιθέσεις να μην την αναγκάζει να ανατρέχει σε όλο και περισσότερες φυλακές, περισσότερα γκέτο, περισσότερα σύνορα, περισσότερους αποκλεισμούς.

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13