μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Τα τελευταία λόγια του Enrico

Πριν από ένα μήνα ο σύντροφος Enrico αυτοκτόνησε, πέφτοντας από το παράθυρο του σπιτιού όπου ζούσε στο Παρίσι. Ο Enrico, σύντροφος και αγαπητός φίλος, βρισκόταν στο Παρίσι για περισσότερο από τριάντα χρόνια εξόριστος και πρόσφυγας, μαζί με δεκάδες άλλους συντρόφους και συντρόφισσες που είχαν δραπετεύσει από τον μπαλτά του δήμιου, αυτόν που καταδιώκει αμείλικτα, δίχως ανακωχή εκείνους που επαναστατούν και εξεγείρονται. σε αυτό προστέθηκε η επιθετικότητα ενός όγκου: βλ. το προηγούμενο ποστ    https://aenaikinisi.wordpress.com/2019/10/09/%ce%ad%cf%86%cf%85%ce%b3%ce%b5-%ce%bf-enrico-se-ne-e-andato-via       post precedente
Παρακάτω ένα έγγραφο του γραμμένο λίγες μέρες πριν πεθάνει σχετικά με τον ταξικό αγώνα στη Γαλλία, μέσα από μια συζήτηση για τα «κίτρινα γιλέκα» που μας ήρθε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
αυτό ακολουθείται από την αποχαιρετιστήρια επιστολή, που άφησε ο Enrico στον υπολογιστή, όπου μιλά για τους λόγους που τον ώθησαν σε αυτήν.
=*=*=*=*=*=*=

Είναι εδώ και λίγος καιρός που προσπαθώ να γράψω κάτι για να «κάνω τις αξιολογήσεις μου γνωστές» (όπως εσύ λες ευγενικά) αλλά οι μεταβλητές που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι τόσο πολυάριθμες και η κατάσταση τόσο περίπλοκη που χρειάζομαι πολύ περισσότερο χρόνο από αυτόν που είχα υπολογίσει στην αρχή, και επιπλέον είμαι μόνος. Εάν δεν θέλουμε να κάνουμε μια ανάλυση που να είναι υπερβολικά απλοϊκή και να δέχεται εύκολα επίθεση/κριτική, θα πρέπει να επικεντρωθούμε λίγο περισσότερο και να απλωθούμε (χάνοντας κατά συνέπεια στη σύνθεση). Ποτέ δεν ήμουν καλός συγγραφέας, ούτε καλός ομιλητής (είναι τα όριά μου), αλλά πάντα η διαίσθηση μου λειτουργούσε καλά, όμως δεν μπορώ να την επικοινωνήσω-μεταφέρω σωστά στους άλλους, γι αυτό χρειάζομαι χώρο και χρόνο.

Προσπαθώ να σκιτσάρω μερικά σημεία, ένα είδος σχεδίου (αλλά πάντα εσύ ήσουν ο επαγγελματίας των σκαριφημάτων … hihihi!).

Μπορώ να σου πω για ποιο λόγο το άρθρο της Le Figaro μου έκανε εντύπωση πραγματικά και με εξέπληξε (με εκπλήσσει λόγω του βήματος από το οποίο προέρχεται) και μου έδωσε μερικές ιδέες προβληματισμού.

Το άρθρο συνοπτικά λέει ότι μόνο ο μισθός που πληρώνει το «αφεντικό» δεν επαρκεί πλέον για την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού, επομένως το Κράτος με τις βοήθειες του συμμετέχει άμεσα (πληρώνοντας με την ανακατανομή) στην αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού ή τουλάχιστον, το μέρος που οφείλεται στο Κράτος είναι υπό αύξηση. Σε αυτό το πλαίσιο εγγράφεται και η ευρύτερη συζήτηση για το «εισόδημα ιθαγένειας»..

Η φράση του Macron, φράση που εμφανίζεται επίσης στο άρθρο με τίτλο «Πόσοι γάλλοι μπορούν να ζήσουν χωρίς κρατική ενίσχυση;» [Ο τίτλος τα λέει όλα], είναι σαφής στην ανάλυση που της κάνει: «Θέλουμε μια Γαλλία στην οποία να μπορεί κανείς να ζει αξιοπρεπώς από την εργασία του», συνεπώς θέλει να πει ότι παρά το γεγονός ότι κάποιος έχει έναν πλήρη μισθό και μόνιμη δουλειά ζει δίχως αξιοπρέπεια.

Αυτό σχετίζεται με το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων».

Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτού του αυθεντικού κινήματος είναι ότι ΑΜΕΣΩΣ (από την αρχή, από το νοέμβριο) δεν απαιτεί πλέον μισθό από τον «κύριο» του, αλλά απαιτεί περισσότερα χρήματα από το Κράτος. Δεν ζητά πλέον άμεσο μισθό (στο pay slip, στο πακέτο αποδοχών), αλλά απαιτεί περισσότερο έμμεσο μισθό (περισσότερο από βοήθεια). [Σχεδόν σαν να είχαν κατανοήσει ότι δεν μπορούν να έχουν αύξηση μισθού, δεν μπορούν να αυξήσουν το κόστος των αγαθών σε μια παγκοσμιοποιημένη και υπερ-ανταγωνιστική αγορά]. Δεν αναζητά επιχειρηματίες ως συνομιλητές, αλλά απευθύνεται απευθείας στο Κράτος ζητώντας μια διαφορετική ανακατανομή του εθνικού πλούτου, και σπρώχνει το Κράτος να αναζητήσει τη χρηματοδότηση κάνοντας να πληρώσουν οι GAFA και οι πλουσιότεροι που αποφεύγουν τους φόρους..

Τοποθετημένος στο επίπεδο του κράτους, ο αγώνας αυτός γίνεται αμέσως ταξικός, και επομένως πολιτικός λόγω του επιλεγμένου συνομιλητή. Με αυτό δεν θέλω να πω ότι ένας μισθολογικός αγώνας στο εργοστάσιο δεν είναι πολιτικός (όλα είναι πολιτικά συνηθίζαμε να λέμε πριν από μερικά χρόνια … hihihihi!). Αλλά υπερπηδώντας ευθύς αμέσως την κλασική/παραδοσιακή σχέση κεφαλαίου/ εργασίας και τιθέμενο ενάντια στο Κράτος, το περιεχόμενο είναι διαφορετικό.

Απαιτώντας συνεπώς περισσότερο από την εθνική αλληλεγγύη περισσότερο «σοσιαλισμό». Από την αρχή της θητείας του, το οικονομικό σχέδιο του Macron ήταν πάντα να ευνοεί το μεγάλο και μεσαίο κεφάλαιο (χρηματιστικό και άλλο, για παράδειγμα κατάργηση των φόρων επί της περιουσίας, μείωση μισθολογικών παραχωρήσεων που βαρύνουν τα αφεντικά) εις βάρος του προλεταριάτου (μέχρι στιγμής τίποτα νέο, μια δεξιά πολιτική). Το σχέδιο αυτό υλοποιούνταν για εξοικονόμηση 60 δισ. ευρώ σε δύο χρόνια :

μείωση της βοήθειας (κοινωνική δαπάνη), μείωση των προϋπολογισμών των δημοσίων δαπανών (υγεία, εκπαίδευση, μεταφορές, μείωση της μισθολογικής μάζας στους κρατικούς θεσμούς, συμπεριλαμβανομένης της αστυνομίας κ.λπ. … ο κατάλογος είναι μεγάλος) και μετατοπίζοντας την φορολογική επιβάρυνση από το άμεσο (φόροι επί του εισοδήματος, [πρόσεξε καλά, το 45% των γαλλικών οικογενειών, εκείνων που λαμβάνουν τα χαμηλότερα εισοδήματα, είναι ήδη απαλλαγμένο από τον φόρο εισοδήματος, εάν θα έπρεπε να καταβάλλουν επί πλέον και τους φόρους επί του εισοδήματος, το εργατικό δυναμικό δεν θα μπορούσε πλέον να αναπαράγεται) σε εκείνο το έμμεσο (ΦΠΑ, ειδικοί φόροι κατανάλωσης καυσίμων, καπνός, rachet προστίμων, cotizzazioni εις βάρος μισθωτών και συνταξιούχων κ.λπ.).

Αλλά το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» ξαφνικά (κανείς δεν το είχε δει να έρχεται) με τον ριζοσπαστισμό του και με τα περιεχόμενα του αλλάξει εντελώς την κατάσταση. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να φτάσουν στο τέλος του μήνα και το Κράτος τους ζητά να συμμετάσχουν στον αγώνα ενάντια στο τέλος του κόσμου πληρώνοντας πιο ακριβή τη βενζίνη. Το σύνθημα είναι πολύ σαφές «Το πρόβλημά μου είναι το τέλος του μήνα, όχι το τέλος του κόσμου» απαντά ο πληθυσμός.

Τον δεκέμβριο, όλα αποκρυσταλλώνονται αυθόρμητα, βρισκόμαστε σε μια προ-εξεγερτική φάση (κάποιος μιλάει μάλιστα για μια καθαρά εξεγερτική φάση). Οι πιο ριζοσπάστες στο κίνημα δεν καταλαμβάνουν τα εργοστάσια, δεν επιτίθενται στην Ένωση Βιομηχάνων, δεν παραλύουν τις αποθήκες καυσίμων αλλά επιτίθενται στις τράπεζες, τα καταστήματα πολυτελείας, τα καταστήματα που ανήκουν στις πολυεθνικές (εκείνους που δεν πληρώνουν τους φόρους και επομένως δεν συμμετέχουν σε μια δυνητική ανακατανομή) μάλιστα και σε μια νομαρχία και την έδρα ενός υπουργείου.

Ορισμένα συνθήματα του κινήματος εκφράζουν/δηλώνουν «να εφορμήσουμε στο χειμερινό ανάκτορο» (η περιοχή του προεδρικού μεγάρου καθίσταται κόκκινη ζώνη, κανείς δεν μπορεί να πλησιάσει σε αυτήν) και το κίνημα συγκεντρώνει τη συναίνεση της πλειοψηφίας των γάλλων [φτάσαμε στο 80% της συγκατάθεσης), σχεδόν όλοι οι γάλλοι λένε ότι τα «κίτρινα γιλέκα» έχουν δίκιο.

Λίγα λόγια σχετικά με την κοινωνιολογική σύνθεση του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων»: η πλειοψηφία προέρχεται από τον τριτογενή τομέα (υπηρεσίες κ.λπ.), περισσότερο από το 50% προέρχεται από αγροτικές περιοχές (επαρχία), πολύ λίγοι άνεργοι, σχεδόν πλήρης απουσία υποπρολεταριάτου, και λίγοι εργάτες, μα πάρα πολλοί επισφαλείς, φοιτητές και μη, τεχνίτες, μικροί έμποροι, μικροί αγρότες που στραγγαλίστηκαν από την κρίση, συνταξιούχοι και πολλές διαζευγμένες γυναίκες με παιδιά. Οι αγρότες περιφρουρούν 24/24 τις οδικές διασταυρώσεις στην επαρχία, έρχονται τα σάββατα στις μεγάλες πόλεις για να διαδηλώσουν, αλλά μετά τη διαδήλωση επιστρέφουν σε περιοχές με χαμηλή πυκνότητα κατοίκων. Μέσα στο κίνημα δεν υπάρχουν ούτε τα συνδικάτα ούτε τα κόμματα (η άκρα δεξιά διεισδύει στο κίνημα, αλλά επίσημα δεν συμμετέχει), και κανείς δεν τα θέλει. Για αυτούς τους ανθρώπους, ο όρος «πολιτική» είναι ήδη συνώνυμος της διαμάχης-της διάθεσης για σύγκρουση [με αυτό αναφέρομαι στην Piazza Statuto και στις τρεις κατηγορίες του Accornero συγκρουσιμότητα-ανταγωνισμός-επανάσταση], της διαμεσολάβησης, συνεπώς ΔΕΝ θέλουν ένα πολιτικό κίνημα, αλλά είναι ήδη » πολιτικοί», δεν θέλουν να ανακτηθούν από την «παραδοσιακή» πολιτική οπότε να προδοθούν, δεν θέλουν ούτε μια δική τους πολιτική κατεύθυνση-διεύθυνση, θέλουν περισσότερα, είναι ήδη τουλάχιστον ανταγωνιστές-ανταγωνιστικοί.

Ιστορικά οι γάλλοι προλετάριοι τείνουν να «αναρχοφέρνουν» πολύ περισσότερο από τους ιταλούς. Ως αναρχικοί, απορρίπτουν όλες τις μορφές κρατικής οργάνωσης και όχι μόνο (ακόμη και τη δική τους οργάνωση), μια συγκεντροποίηση των αποφάσεων είναι ήδη συνώνυμη με την έμμεση δημοκρατία, την διαμεσολάβηση και τη διαφθορά των αξιών. Θέλουν μια άμεση δημοκρατία (όχι τυχαία ένας από τους στόχους είναι το δημοψήφισμα για την ιθαγένεια.

Ξέρουν τι ΔΕΝ θέλουν (για παράδειγμα την αντιπροσωπευτική δημοκρατία), χωρίς να γνωρίζουν τι θέλουν, εκτός από το να ζουν καλύτερα και να παράγουν διαφορετικά, είναι σιωπηρά και αντικειμενικά ήδη αντικαπιταλιστές. Μέσα στο κίνημα υπάρχουν όλες οι πιθανές πολιτικές θέσεις που μπορείς να φανταστείς (η κλασική δεξιά και αριστερή βάση, αναρχικοί, ακραία αριστερά, ακραία δεξιά), αλλά και πολλοί άνθρωποι χωρίς πολιτική ιδεολογία και που ποτέ δεν συμμετείχαν σε κανέναν αγώνα ούτε πολιτικό, ούτε μισθολογικό. Οι δικαστές που έχουν κληθεί να κρίνουν τους συλληφθέντες αντιμετωπίζουν ανθρώπους με καθαρό ποινικό μητρώο (γυναίκες και άνδρες), χωρίς πολιτικά προγενέστερα, με μέσο όρο ηλικίας 40-45 χρόνια (άνθρωποι που μιας και δεν έχουν ποτέ συμμετάσχει σε κάποιον αγώνα δεν γνωρίζουν καν τους κανόνες και πιάνονται με ευκολία). Με λίγα λόγια, «κανονικοί» άνθρωποι (οι εφημερίδες αναφέρονται σε «λαό», έτσι μιλούν για λαϊκιστές).

Ο Macron κυριολεκτικά χέζεται πάνω του, γιατί συγκεντρώνοντας την εξουσία στο πρόσωπο του (δεν έχει ένα «κλασικό» κόμμα, δεν έχει ένα συνδικάτο, οι βουλευτές του προέρχονται από την κοινωνία, δεν έχει χωροταξικά γραφεία, δεν έχει τοπικούς πολιτικούς εκπροσώπους, δεν έχει στρατευμένους, ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΟΝΟΣ, συνεπώς είναι και ο στόχος) είναι αυτός ο εχθρός που πρέπει να ρίξουν.

Αν εξαφανιστεί ο Macron, εξαφανίζεται και ο μακρονισμός, είναι αυτός που ενσαρκώνει το πολιτικό πρόγραμμα. Έτσι, μέσα σε βιασύνη και μανία, το επίπεδο καταστολής αυξάνεται, αλλά ταυτόχρονα, τον δεκέμβριο, παραχωρεί 10 δισεκατομμύρια ευρώ στο κίνημα (δεν αυξάνει τον νόμιμο ελάχιστο μισθό, επειδή ο «παραδοσιακός μισθός» καταβάλλεται από το «αφεντικό», αλλά αυξάνει το μέρος που αναλογεί στο κράτος, «καλώντας [hihihihi !] τις εταιρείες να καταβάλουν πριμοδότηση παραγωγής». Και τον απρίλιο (μετά την εθνική συζήτηση) προσθέτει άλλα 7 δισεκατομμύρια ευρώ (κάποιος λέει 8). Προσέξτε συνολικά 17 δισεκατομμύρια, πολύ περισσότερα από εκείνα που έχουν επιτύχει οι συνδικαλιστικοί και κοινωνικοί αγώνες κατά τα προηγούμενα 5-10 χρόνια κοινωνικών συγκρούσεων.

Πως είναι δυνατόν;

Ήθελε να εξοικονομήσει 60 δισεκατομμύρια ευρώ και αντίθετα επέλεξε (υποχρεωμένος ή όχι) να δώσει 17;

Πώς γίνεται να μειώνει τις κρατικές δαπάνες και να αυξάνει την ανακατανομή του πλούτου; Πώς μπορεί να είναι περισσότερο «σοσιαλιστής» (το λέει και το άρθρο του Le Figaro «… γενόμενος περισσότερο καπιταλιστής κοινωνικοποιώντας όλο περισσότερο τους καρπούς της ανάπτυξής του …) μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο και hyper-φιλελεύθερο καπιταλιστικό σύστημα;

Και δεν έχει τελειώσει εδώ. Οι λόγοι για τους οποίους γεννήθηκε το κίνημα εξακολουθούν να είναι παρόντες, ακόμη και με 100 ευρώ περισσότερα, το τέλος του μήνα παραμένει ακόμη πολύ μακριά. Τα 17 δισεκατομμύρια που παραχώρησε η κυβέρνηση είναι μόνο μια σταγόνα νερού σε σχέση με αυτό που αναμένει το κίνημα. Αν και έχει μαλακώσει από τη μακρά διαμάχη και ποινικοποιήθηκε (είναι αγώνας 6 μηνών με μια συχνότητα μιας διαδήλωσης κάθε σάββατο), το κίνημα μπορεί να ξεκινήσει ξανά αυθόρμητα ανά πάσα στιγμή (αλλά ισχύει και το αντίθετο ) και η κυβέρνηση έχει πολύ σφιχτά περιθώρια ελιγμών.

Ο Macron παραμένει σε κατάσταση ακραίας ευθραυστότητας, αυτός δεν έχει μια πραγματική σταθερή εκλογική βάση για να στηρίζεται, αυτοί που τον ψηφίζουν διαρκώς αλλάζουν, η πτέρυγα της συντηρητικής αριστεράς που κατάφερε να συνεταιριστεί ήδη τον εγκαταλείπει και είναι σε θέση να ψαρεύει μόνο στα δεξιά του. Οι οικολόγοι ενισχύονται τόσο από δεξιά (η αριστερά των μακρονιστών) όσο και από αριστερά (σοσιαλιστικό, κομμουνιστικό, κόμμα, insoumis). Ιστορικά το γαλλικό οικολογικό κίνημα έχει αριστερή βάση, βλέπε και ακροαριστερή (μιλάω για τη βάση, οι ηγέτες του οικολογικού κινήματος έχουν πιο ποικίλες θέσεις, υπάρχει επίσης ένας οικολογισμός της δεξιάς, για παράδειγμα οι κυνηγοί).

Το συνδικάτο CGT και τα κόμματα της «gauche», αριστεράς, προσπαθούν μόνο να καβαλήσουν το κίνημα (μιλώ για τα «gilets jaunes») με έναν τρόπο συμφεροντολογικό για να μπορέσουν να ενισχυθούν, επειδή κανείς πλέον δεν πιστεύει στην παλιά αριστερά και οι κάρτες μέλους μειώνονται κάθε μήνα. Δεν τους καταλαβαίνουν και ούτε καν προσπαθούν να τους καταλάβουν και το κίνημα δεν θέλει καν να τους ακούσει να μιλούν, ούτε να ακούσει να μιλούν γι αυτούς. Την 1η μαΐου (ημέρα των εργατών), η CGT δεν κατάφερε καν να πάρει την κεφαλή της πορείας, επικεφαλής μπήκαν τα ‘κίτρινα γιλέκα’-«gilets jaunes» και τα «μαύρα μπλοκ»-i «black-blocs».

Εκλογική παρέκκλιση ευρωπαϊκή ψηφοφορία. Το PCF δεν θα έχει κανένα βουλευτή στο Στρασβούργο, επειδή το ελάχιστο ήταν 5% των ψήφων, και αυτοί είναι στο 3,2%. Οι σοσιαλιστές και οι insoumis έχουν το 6% των ψήφων έκαστος, ενώ οι οικολόγοι έχουν πάνω από 13% (σοσιαλιστές + insoumis έχουν μαζί λιγότερες ψήφους απ ‘ότι οι οικολογιστές από μόνοι τους), η παλιά κλασική δεξιά καταρρέει από 20% σε 8%, σε μια συμμετοχή του 50% των ψηφοφόρων. Το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» δεν πήγε καν να ψηφίσει, παρά την ύπαρξη αρκετών ανεξάρτητων καταλόγων που δηλώνουν ότι είναι η έκφρασή τους και πως θέλουν να μεταφέρουν τα περιεχόμενα τους.

Δεν είμαστε ακόμη στο τέλος του κύκλου, για πολλούς παρατηρητές, είμαστε μόνο στην αρχή αυτού του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων». Και μεταξύ άλλων, τίποτα δεν θα είναι το ίδιο όπως πριν, τα περιεχόμενα που εκφράζονται είναι ένα σημείο μη επιστροφής. Κανένας άλλος αγώνας δεν θα μπορεί να αρχίσει χωρίς να ξεκινήσει από εκεί που έφθασαν τα «κίτρινα γιλέκα».

Οι εκτιμήσεις μου δεν είναι καθόλου ολοκληρωμένες, με αυτές τις γραμμές αναπτύσσω μερικές μόνο από αυτές. Συνεχίζω να αισθάνομαι μαρξιστής, στο «Κεφάλαιο» όλα αυτά τα πράγματα είναι ήδη εκεί (μπροστά σε όσους λένε ότι ο μαρξισμός είναι νεκρός).

Ο ταξικός αγώνας είναι πάντα υπαρκτός, μόνο οι κεντρικές φιγούρες «ίσως» είναι διαφορετικές. Η ευγένεια σου μου επιτρέπει να είμαι και λίγο ανακριβής, γνωρίζω πολύ καλά ότι ξέρεις να διαβάζεις μεταξύ των γραμμών και θα καταλάβεις το νόημα και το βάθος των πραγμάτων που λέω εις βάρος της φόρμας. Όπως βλέπεις, δεν είμαι εξοπλισμένος «συνοπτικά» και οι μεταβλητές είναι πολλές, οι παλιές κατηγορίες δεν είναι πλέον χρησιμοποιήσιμες, αλλά οι νέες δεν υπάρχουν ακόμα. Πώς να εξηγήσω τα πράγματα όταν οι λέξεις έχουν διαφορετικό νόημα από ότι στο παρελθόν; Θα μπορούσα και θα ήθελα να μιλήσω για ώρες.

Κράτησε αυτές τις «εκτιμήσεις» απλά ως τροφή για σκέψη.

…κι αυτή είναι η επιστολή που ανακτήσαμε από το computer του: una lettera d’ addio-μια επιστολή αποχαιρετισμού!

Ο καρκίνος με καταστρέφει κυρίως σωματικά. Δεν μπορώ να αντέξω να βλέπω τον εαυτό μου να μαραίνεται μέρα με τη μέρα. Αυτή η ασθένεια είναι ανίατη στην περίπτωσή μου, όσο ο συμβιβασμός μέσα στα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα μου επέτρεπε να έχω μικρές ικανοποιήσεις τις αποδεχόμουν, αλλά αυτή η περίοδος πέρασε, έτσι ώστε να «περιμένω» τον θάνατο χωρίς άλλη εναλλακτική λύση. Η ζωή δεν έχει πλέον νόημα για μένα.
Δεν μπορώ να αποδεχτώ να επιβιώνω χωρίς κανένα σκοπό και χωρίς καμία ελπίδα.
Όπως και στο τραγούδι της Nina Simone “My Way” (https://www.youtube.com/watch?v=E5slKnOULnU), έζησα με τον τρόπο μου με τη μεγαλύτερη δυνατή ειλικρίνεια, αλλά δεν ήμουν πάντα ο κατά το δυνατόν πιο τίμιος με όλους.
Υπάρχουν κάποιες πράξεις που έχω διαπράξει που με βαραίνουν σε όλη μου τη ζωή, πάντα ντρεπόμουν γι αυτό, μέχρι σημείου να τρέμω από αηδία και θυμό προς τον εαυτό μου. Σε εκείνες τις στιγμές με σιχαινόμουν, γιατί είχα υποκύψει στον οπορτουνισμό ο οποίος μου προκαλεί φρίκη. Αλλά στο σύνολο δεν ντρέπομαι για τη διαδρομή μου. Ποτέ δεν ήμουν υποκριτής, υπερασπίστηκα πάντα αυτό που πίστευα χωρίς να λαμβάνω υπόψη τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα που αυτό θα μου προκαλούσε. Σε σημείο να βάζω τη ζωή μου την ίδια σε κίνδυνο, αλλά με τον τρόμο πως εάν είχα επιλέξει το πρωταρχικό συμφέρον μου ενάντια σε αυτό στο οποίο πίστευα, δεν θα μπορούσα να κοιτάξω τον εαυτό μου μπροστά στον καθρέφτη. Να με εκτιμώ ήταν πάντα η στολή μου. Τα κατάφερα; Πραγματικά δεν ξέρω, αλλά το σημαντικό είναι ότι έκανα ότι μπορούσα για να αποφύγω να με απογοητεύω, το μόνο κριτήριο που πάντα μετρούσε για μένα. Θα μπορούσα να γίνω ένας μικροαστός και να σκέφτομαι το συμφέρον μου χωρίς να λαμβάνω υπόψη τους άλλους, αλλά ο ανθρωπισμός μου δεν μπορούσε να παραλείψει να λαμβάνει υπόψη την ευτυχία των άλλων. Μπορούσα να είμαι χαρούμενος αν και οι άνθρωποι που αγαπούσα θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη ευτυχία μου, ακόμα και εκείνοι που δεν γνωρίζω, ο Άνθρωπος με το Α κεφαλαίο.
Προφανώς έκανα επίσης πολλά λάθη, προσπαθώντας να τα αναγνωρίσω και να τα διορθώσω όταν μπορούσα, ακόμα και εκεί έκανα τα πάντα, ότι καλύτερο μπορούσα, με κάθε ειλικρίνεια και τιμιότητα.
Αφαιρώ τη ζωή μου με απλότητα, χωρίς κάποιος να με έχει σπρώξει ή να με επηρεάσει.
Είναι η επιλογή μου.
Αγάπησα, θαύμασα πολλούς ανθρώπους και κάποιοι με αγάπησαν, ευχαριστώ αυτούς τους τελευταίους, δεν κατάλαβα ποτέ γιατί με αγαπούσαν, αλλά συνέβη και αυτοί οι άνθρωποι ήταν πολύ σημαντικοί για μένα. Αδελφική αγάπη, σωματική αγάπη, γυναίκες και άνδρες μεταξύ των οποίων πρώτοι απ ‘όλους οι σύντροφοι μου στον αγώνα, συντρόφισσες και σύντροφοι που θα αναγνωρίσουν τους εαυτούς τους γιατί συχνά τους το έλεγα. Salvo, Barbara, Picchio, Mario, Prospero, Bertolazzi, Giovanni, Maurizio, Roberta, Marina ed ect, θα ξέρουν να αναγνωρίσουν τους εαυτούς τους.
Μα και πρόσωπα όπως Mimi, André, Danièle, Remo, Irene Villa (με βοήθησε πολύ οικονομικά), Irene Terrel, Lucia, Erika, Judith, Gigi Bergamin, Mai, Liana, η αδελφή μου παρόλο που μαζί της οι αντιθέσεις υπήρξαν όμορφες και πολύ άσχημες, κάνοντάς μας να περάσουμε αξέχαστες στιγμές και πολύ κακές στιγμές. Με έκανε ευτυχισμένο και δυσαρεστημένο με την ίδια ένταση, αλλά δεν το θέλω, όλοι προσπαθούν να κάνουν το καλύτερο τους. Κι εγώ δεν είμαι κάποιος να μπορώ να κρίνω τους άλλους. Πάντα πίστευα ότι οι γυναίκες είναι το καλύτερο κομμάτι της ανθρωπότητας και μερικές από αυτές που συνάντησα με αγάπησαν (δεν ξέρω πώς να τις ευχαριστήσω). Όλα αυτά τα λόγια μπορεί να φαίνονται μακρινά και κρύα, αλλά εγγυώμαι ότι τα αισθάνομαι μέχρι βαθιά στην καρδιά μου. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι με βοήθησαν να ζήσω, και είναι ακριβώς στο να με δεχτούν που επικεντρώθηκαν οι προσπάθειές μου.
Κατάπια 4 κουτιά Fentanyl (30 χαπάκια, ίσως λίγο λιγότερα), όπως και Oxynorme, j’ai ajouté de la vodka et tout ce que pouvais – αλλά και βότκα, και για να μην αποτύχω στην αυτοκτονία μου. Ακόμη και αν αποτύχει αυτή η προσπάθεια: Δηλώνω:
Δεν θέλω να ζήσω πια, θέλω απολύτως να διακοπεί κάθε θεραπεία, να μείνω ζωντανός σαν ένα φυτό δεν με νοιάζει, και ως υλιστής και ορθολογιστής δεν πιστεύω στη ζωή του πέρα. Είμαι ένα θηλαστικό και μετά το θάνατό μου δεν πιστεύω ότι υπάρχει τίποτα άλλο παρά αποσύνθεση της ύλης που συμμετέχει στον κύκλο της φύσης.
MY WAY, Nina simone το αγαπημένο μου τραγούδι, θα ήθελα να χρησιμοποιηθεί την ημέρα X.

=*=*=*=*=*=
αυτά είναι τα λόγια του τραγουδιού που αγαπούσε ο Enrico:
Και τώρα, που το τέλος πλησιάζει
Κι αντιμετωπίζω την αυλαία
Φίλοι μου, θα το πω ξεκάθαρα
Θα εκθέσω τα επιχειρήματά μου, για τα οποία είμαι σίγουρος
Έχω ζήσει μια ζωή που είναι πλήρης
Ταξίδεψα κάθε και όποιο μεγάλο δρόμο
Μα κυρίως και πάνω απ’ όλα, ότι έκανα το έκανα με το δικό μου τρόπο
Μετανιώνω, για λίγα
Αλλά και πάλι, πολύ λίγα για να τ’ αναφέρω
Έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω και εμβάθυνα χωρίς εξαιρέσεις
Προγραμμάτισα κάθε πορεία που χαράσσεται, κάθε μου προσεκτικό βήμα σε δρομάκι
Μα κυρίως και πάνω απ’ όλα, ότι έκανα το έκανα με το δικό μου τρόπο
Ναι, υπήρξαν στιγμές, είμαι βέβαιος ότι το γνωρίζατε
Ότι “κατάπινα” περισσότερα απ’ όσα μπορούσα ν’ αντέξω
Αλλά πάνω απ’ όλα όταν υπήρχε αμφιβολία
Τα “έτρωγα” μετά τα “έφτυνα”
Αντιμετώπισα τα πάντα και παρέμεινα στο ύψος μου
και το έκανα με τον τρόπο μου
Αγάπησα, γέλασα και έκλαψα
Συμπληρώθηκα και ένιωσα την απώλεια
Και τώρα καθώς τα δάκρυα υποχωρούν
Θεωρώ πως είναι όλα τόσο διασκεδαστικά
Και σκεφτείτε πως έκανα όλα αυτά
και επιτρέψτε μου να πω δίχως ντροπή
«Ω, όχι, Ω, όχι, όχι εγώ, Το έκανε με τον τρόπο μου»
Στο κάτω κάτω τι είναι άνθρωπος; Τι έχει;
Αν δεν έχει τον εαυτό του, τότε έχει το τίποτα
Για να λέει τα πράγματα που αισθάνεται πραγματικά
Και όχι τα λόγια κάποιου που γονατίζει
Το αποτέλεσμα δείχνει πως δέχθηκα πλήγματα
Και το έκανα με το δικό μου τρόπο.
Ναι … με το δικό μου τρόπο.

Γεια σου σύντροφε Enrico υπήρξε όμορφο που περπατήσαμε για το ίδιο μονοπάτι!

 

Le ultime parole di Enrico

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ξανά για τους ήρωες των καιρών μας – Ancora sugli eroi del nostro tempo

του Sandro Moiso

Αφιέρωμα-φόρος τιμής στη Rojava. Το συριακό μέτωπο, η συνομοσπονδιακή επανάσταση και ο αγώνας κατά του τζιχαντισμού στην αφήγηση των διεθνών μαχητών YPG, RED STAR Press, Roma 2019, σελ. 212, 16 ευρώ

“Να ξέρεις να αναγνωρίζεις ποιος ή τι
στη μέση της κόλασης δεν είναι κόλαση
είναι να του δίνεις χώρο, δίνοντας του διάρκεια”

Πριν από λίγες εβδομάδες, με την ευκαιρία μιας βραδιάς αφιερωμένης στον Ivan Della Mea ένας από τους ομιλητές μιλώντας για τον κομμουνιστή τραγουδοποιό είπε ότι  τελευταίος από τους ήρωες ήταν ο Che Guevara.
Αυτά τα λόγια, που πρόφερε κάποιος που φαινόταν να κάνει δική του την κρίση του Ιβάν με έκαναν να καταλάβω, για άλλη μια φορά, το τεράστιο κενό που έχει ανοίξει μεταξύ της λεγόμενης αριστεράς, όχι μόνο θεσμικής, και της πραγματικότητας του σημερινού κόσμου.

Χωρίς να θέλω να αφαιρέσω τίποτα ούτε από τη φιγούρα του Che, πόσο μάλλον από εκείνη του Della Mea μου φαίνεται προφανές ότι παρόμοια έλλειψη παραγωγής μορφών που να μπορούν να τρέφουν το σύγχρονο ανταγωνιστικό φαντασιακό είναι εμβληματική, τουλάχιστον όσον αφορά την μικρή ιταλία με την οποία πρέπει να λογαριαζόμαστε καθημερινά, μιας βαθιάς κρίσης ενός πολιτικού τμήματος της κοινωνίας, όλο και πιο κλειδωμένου στις ήττες του και στα ξεπερασμένα μοντέλα του, του 20ου αιώνα.

Όμως είναι γνωστό o Bertolt Brecht, στο έργο του Vita di Galileo, η Ζωή του Γαλιλαίου, είπε: «Ευλογημένοι οι λαοί που δεν χρειάζονται ήρωες». Δυστυχώς, ή ευτυχώς εξαρτάται μόνο από τις οπτικές γωνίες, ο σύγχρονος κόσμος, πρωτίστως των νεαρών, εξακολουθεί να έχει μια ισχυρή ανάγκη για ήρωες, ή μοντέλα αναφοράς ικανά να ενθαρρύνουν ενέργειες, επιθυμίες, ελπίδες και οργή εκείνων που αντιλαμβάνονται, ακόμη και μόνο ασυνείδητα, ότι δεν έχουμε ακόμη βγει, τόσο ατομικά όσο κοινωνικά, από αυτό που ο Μαρξ όριζε τον δέκατο ένατο αιώνα ως  ‘προϊστορία της ανθρωπότητας’.

Η πρόσφατη επιτυχία της φιγούρας του Τζόκερ στις κοινωνικές εξεγέρσεις, ιδιαίτερα της Χιλής και του Λιβάνου, η οποία αντικατέστησε γρήγορα τη μάσκα του Anonymous που πάρθηκε από το κόμικ και από την ταινία V for Vendetta, μας μιλά όχι τόσο για μια κυριαρχία της αμερικανικής πολιτιστικής και κινηματογραφικής βιομηχανίας στην μαζική σύγχρονη κουλτούρα, αλλά μάλλον για την αναζήτηση ενός μοντέλου που να μην επαναλαμβάνει μόνο τις παλιές »μπαγιάτικες» συνταγές και μυθογραφίες μιας αριστεράς εικοστού αιώνα που όχι μόνο νικήθηκε, αλλά και αποφασιστικά παραπλάνησε-πρόδωσε στην ιστορική της διαδρομή (από τη Ρωσία στην Κίνα και από την Ευρώπη σε κάθε γωνιά του πλανήτη ) τις προσδοκίες των απόκληρων όλου του κόσμου. Ειδικά σε μια εποχή που, αντίθετα με τις υποσχέσεις του καπιταλισμού και επιβεβαιώνοντας τις προβλέψεις του Καρλ Μαρξ, η προλεταριοποίηση έχει διευρυνθεί με την αποδυνάμωση, την φτωχοποίηση εκείνων που κάποτε ορίζονταν ως μεσαίες τάξεις.

Να λοιπόν που το κείμενο που μόλις κυκλοφόρησε από την Red Star Press, του οποίου τα έσοδα με τη ρητή βούληση των δημιουργών θα συνεισφέρουν στη σύσταση του Πολιτιστικού Συλλόγου «Lorenzo Orsetti», μπορεί να αποτελέσει ένα αυθεντικό μανιφέστο για τον νέο σύγχρονο ήρωα, και μάλιστα για τους νέους σύγχρονους ήρωες. Ανώνυμοι ήρωες, γνωστοί κυρίως με το όνομα της μάχης, που κινούνται από διαφορετικά κίνητρα, που δεν ενώθηκαν από μια μοναδική πολιτική προτίμηση, πόσο μάλλον κομματική. Συχνά συνδεδεμένοι από το νεαρό της ηλικίας (αν και αυτό είναι ένα σταθερό χαρακτηριστικό των ηρώων όλων των εποχών) και, πάνω απ ‘όλα, επειδή ήταν σε θέση να αναγνωρίσουν αμέσως, με σχεδόν επιδερμικό τρόπο περισσότερο από βαθιά συνειδητοποιημένο, έναν σκοπό, έναν αγώνα στον οποίον να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους και για τον οποίο να αξίζει ο κίνδυνος φυλάκισης και ακόμη και ο θάνατος.

Προέρχονται από πολλές χώρες (Ιταλία, Γαλλία, Ιρλανδία, Καταλονία, Ηνωμένες Πολιτείες, Ρωσία, Αλβανία, Γερμανία, Χώρα των Βάσκων και Κεμπέκ, αλλά άλλες χώρες θα μπορούσαν να προστεθούν εάν οι συντάκτες που επιλέχθηκαν για την επιλογή του βιβλίου ήταν διαφορετικοί) και, αν και στο τρέχον βιβλίο οι μαρτυρίες είναι μόνο αρσενικές, ανήκουν αδιακρίτως στα δύο φύλα. Ελπίζουμε πράγματι σε μια μεταγενέστερη δημοσίευση των απομνημονευμάτων γυναικών που μάχονται για την ίδια υπόθεση, για τον ίδιο σκοπό.

Η υπόθεση-ο σκοπός-ο αγώνας, ο τίτλος το αποκαλύπτει, είναι στην περίπτωση αυτή η κουρδική ανεξαρτησία και της Rojava ειδικότερα και όλες οι μαρτυρίες προέρχονται από τις εμπειρίες που έγιναν είτε στο IFB (Διεθνές Τάγμα Ελευθερίας-International Freedom Battalion) είτε στις YPG (Yekιneyên Parastina Gel – Μονάδες Προστασίας του Λαού) στο πλευρό των κούρδων-σύριων μαχητών και μαχητριών.

Όπως αναφέρεται στις εισαγωγικές σελίδες από τους επιμελητές, θα ήταν εξαιρετικά απλοϊκό να διαβάσουμε τη συμμετοχή των διεθνιστών στις μάχες που διεξήγαγαν οι κούρδοι στη βόρεια Συρία σύμφωνα με μια οπτική αποκλειστικά αντι-ISIS. Αυτός είναι ένας λόγος που συχνά τίθεται στο προσκήνιο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, έστω και αν στην πραγματικότητα ακόμη και όσοι ξεκίνησαν αρχικά να πολεμούν στο πλευρό μιας αντιφασιστικής υπόθεσης και εναντίον του πιο εξευτελιστικού ισλαμικού ριζοσπαστισμού βρέθηκαν πολύ σύντομα εμπλεκόμενοι στην υπεράσπιση ενός πολιτικού και κοινωνικού πειράματος, του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού και της πολιτικής-στρατιωτικής οργάνωσης από κάτω, ακόμα πιο σημαντικής και ουσιαστικής από την πρώτη.

Είναι νεαροί αναρχικοί, κομμουνιστές ή άνδρες που στερούνταν πολιτικής ιδεολογίας στο ξεκίνημα, που μας μιλούν για τις εμπειρίες τους, στο μέτωπο ή όχι, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Μερικοί από αυτούς έμειναν μόνο για λίγο, κάποιους μήνες στις YPG και στο IFB, για να αφιερωθούν στη συνέχεια στην προπαγάνδιση της υπόθεσης της Rojava μόλις επέστρεψαν στη χώρα καταγωγής τους. άλλοι έχουν μείνει περισσότερο καιρό στους δύο σχηματισμούς και ανυπομονούν να επιστρέψουν εκεί για να συνεχίσουν να δίνουν τη συμβολή τους στην πρώτη γραμμή.

Μερικές φορές εκφράζουν διαφορετικές απόψεις για διαφορετικές πτυχές της ζωής, της πειθαρχίας, των σχέσεων με άλλους άραβες, τουρκομάνους και κούρδους μαχητές, αλλά όλοι εκφράζουν μια ζωντάνια, αποφασιστικότητα, ένα θάρρος σχεδόν πάντα απαλλαγμένο από κάθε είδους ρητορική. Ορισμένοι επικεντρώνονται περισσότερο στις στρατιωτικές πτυχές, όπως για παράδειγμα ο ρωσο-πολωνός Ilyas, άλλοι στη ζωή και την πειθαρχία των taburs (διμοιριών) στις οποίες ανήκουν. Όλοι γνώρισαν μαχητές, άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι πέθαναν αργότερα κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων και συχνά, όπως ορισμένοι ιταλοί σύντροφοι-μαχητές και άλλης εθνότητας, χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν προβλήματα με τη δικαιοσύνη ή την επικοινωνία που χειραγωγείται των επίσημων μέσων μαζικής ενημέρωσης, μόλις επέστρεφαν στις χώρες καταγωγής.

Αλλά είναι όλη η βαρβαρότητα, το μοιραίο, η σκληρότητα και η βία του πολέμου που αντηχούν από τις σελίδες του Homage al Rojava. Η βία για την οποία οι άνανδροι ειρηνιστές, οι διανοούμενοι του σαλονιού και οι σύντροφοι της ταβέρνας δεν θέλουν να ακούσουν να γίνεται λόγος και που, μάλιστα, δεν μπορούν ούτε να φανταστούν, ακριβώς επειδή δεν καταφέρνουν να φανταστούν, και ούτε να καταλάβουν, την ταξική σύγκρουση όπως αυτή εκδηλώνετε στην κορύφωση της και καθίσταται στην ουσία της: εκείνη του ταξικού και εμφυλίου πολέμου.
Χωρίς ρομαντισμό και χωρίς ιδεολογικές και ηθικολογικές παρωπίδες

“Φτάνω στο χωριό ψόφιος, έχω μέρες να πλυθώ, και είμαι εντελώς καλυμμένος με αίματα. Δεν με νοιάζει, πέφτω πάνω σε ένα στρώμα καταγής και καταρρέω σε ένα βαθύ ύπνο. Το επόμενο πρωί ένας από τους πρεσβύτερους με συνοδεύει σε ένα άλλο σπίτι. Μου προσφέρουν χίλια τσιγάρα, χίλια çay (κουρδικό τσάι), και ένα πλούσιο πρωινό. Δέχομαι τα πάντα περισσότερο από πρόθυμα. Έπλυνα τα χέρια μου όσο καλύτερα μπορούσα, αλλά το νερό ήταν λίγο, και η μυρωδιά του αίματος διέτρεχε το φλιτζάνι του τσαγιού. Μου λένε να μείνω μια δυο μέρες για να ξεκουραστώ, αλλά δεν με νοιάζει, εκτός από μια μικρή αδιαθεσία δεν είμαι τραυματισμένος και μπορώ να συνεχίσω.
Επιμένουν, τους λέω ότι θέλω μόνο το όπλο μου και να τρέξω στην άλλη ομάδα επάνω στο λόφο. Αυτή τη φορά δέχονται, και μετά από ένα δίωρο και μερικές τηλεφωνικές κλήσεις ένας σύντροφος έρχεται να με πάρει: Ευχαριστώ για το πρωινό, αποχαιρετιόμαστε με μεγάλη θέρμη. Θα ανακαλύψω μόνο αργότερα ότι όλοι όσοι ήταν παρόντες σε εκείνο το δωμάτιο θα πεθάνουν την επόμενη μέρα.
Η πρώτη νύχτα στο νέο λόφο είναι η νύχτα των «cobra». Το ελικόπτερο πετά ακριβώς από πάνω μας, πυροβολώντας ριπές στην τύχη επάνω σε όλους τους θάμνους. Περιμένουμε να απομακρυνθεί για να ελιχθούμε να γυρίσουμε πίσω και υποχωρούμε σε άλλους θάμνους. Περνούμε τη νύχτα εκεί, χωρίς κουβέρτες, με τα αυτιά μας τεντωμένα στον ουρανό. Να νιώθουμε την επόμενη μέρα, κάτω από τον υπνόσακο, την θερμότητα που ρέει ξανά μέσα στα πόδια θα είναι μια από τις πιο όμορφες αισθήσεις που θυμάμαι.
Είμαστε σταματημένοι δύο μέρες, και δεν καταλαβαίνω γιατί. Η πτήση των drones και των πολεμικών αεροπλάνων γίνεται πιο έντονη. Βρέχει καταρρακτωδώς, είμαι μούσκεμα, και είναι την ώρα που αναρωτιέμαι πώς θα καταφέρω να αντιμετωπίσω την παγωνιά της νύχτας σε αυτές τις συνθήκες που με προειδοποιούν ότι κινούμαστε. Μια πιο φρέσκια ομάδα θα πάρει τη θέση μας και θα έχουμε λίγο χρόνο για να ξεκουραστούμε.
Ευχαριστώ τον ουρανό και συλλέγω τα πράγματα μου βιαστικά.
Στο χωριό αμέσως παρατηρώ ότι η ατμόσφαιρα έχει αλλάξει πολύ, δεν έχει απομείνει σχεδόν κανείς, και εκείνοι οι λίγοι που βρίσκονται εκεί είναι πολύ πιο προσεκτικοί. Τα πρόσωπα είναι τεταμένα, και υπάρχει ελάχιστη επιθυμία για αστεία.
Βλέπω τα ερείπια του κτιρίου όπου είχα πάρει πρωινό, many sheit λέει ένας σύντροφος.
Τα αεροπλάνα που είχαν ακουστεί εκείνη την ημέρα να περνούν είχαν χτυπήσει πολύ σκληρά. Οι περισσότεροι από τους μαχητές είχαν μετακινηθεί στους λόφους, άλλοι σε μερικές πιο ασφαλείς θέσεις.
Θα ήθελα να γράψω ένα διαφορετικό τέλος, να μοιάζει με ένα στο οποίο αρπάζαμε το χωριό από τον εχθρό δίχως προβλήματα, αλλά η πραγματικότητα δεν είναι μια καλή αφήγηση, και τελικά για αυτή την ιστορία δεν υπάρχει ακόμη ένα τέλος. στους λόφους της Αφρίν αντιστεκόμαστε, κερδίζουμε και χάνουμε, ζούμε και πεθαίνουμε, αλλά αν ο αγώνας δεν σβήνει σημαίνει ότι η ελπίδα εξακολουθεί να ζει” 1

Είναι ακριβώς μέσα στα λόγια του Tekosher, ίσως καταμετρημένα μεταξύ των τελευταίων γραμμών που έγραψε ο Lorenzo Orsetti, που κλείνουν το βιβλίο, που μπορούμε να βρούμε όλο το πνεύμα των μαρτυριών που περικλείονται σε αυτό. Μαρτυρίες που ανατρέχουν στη μνήμη άλλων ανώνυμων ηρώων άλλων ταξικών πολέμων, από την Ισπανία μέχρι την ιταλική Αντίσταση, συχνά προδομένων και σχεδόν πάντα ηττημένων στους απώτερους σκοπούς και στόχους τους, αλλά χρήσιμων να ανανεώσουν την ελπίδα σε έναν άλλο κόσμο και διαφορετικό από το σημερινό.
Εκείνο στον οποίο δεν θα υπάρχει πλέον ανάγκη ηρώων.


  1. Omaggio al Rojava, σελ. 209-210  
TAGGED WITH →  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  • 
διεθνισμός, internazionalismo

Η “Διαδικασία Ειρήνευσης” είναι μια συνταγή του κεφαλαίου. Συνέντευξη με τον Jon Iurrebaso Atutxa

 

Δημοσιεύουμε τη δεύτερη από δύο συνεντεύξεις που είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε χάρη σε ιταλούς συντρόφους που ζουν και αγωνίζονται στην Euskal Herria γύρω από την τρέχουσα κατάσταση στη Χώρα των Βάσκων και τον αγώνα για ανεξαρτησία και σοσιαλισμό. Σε αυτή τη συνέντευξη θέσαμε κάποιες ερωτήσεις στον Jon Iurrebaso Atutxa, πρώην πολιτικό κρατούμενο βάσκο και πρώην μαχητή της Ε.Τ.Α. σχετικά με τη λεγόμενη ειρηνευτική διαδικασία και τις συνέπειές της. Για να διαβάσετε την πρώτη συνέντευξη με τον Sendoa Jurado σχετικά με το Κίνημα για την Αμνηστία και ενάντια στην Καταστολή, κάντε κλικ qui.

Il “Processo di Pace” è una formula del capitale. Intervista a Jon Iurrebaso Atutxa

1.- Μας εξηγείς εν συντομία την αγωνιστική πορεία σου στη βασκική αριστερά;

Το Κίνημα Εθνικής Απελευθέρωσης των Βάσκων, θέλω να πω ότι το δικό μου είναι το ίδιο μαχητικό μονοπάτι που πολλοί από τους συντρόφους μου πραγματοποίησαν στο Βασκικό Κίνημα Εθνικής Απελευθέρωσης. Όσον αφορά εμένα, τόσο όσον αφορά την δέσμευση όσο και τον αριθμό των ετών στράτευσης, έχω αγωνιστεί στην ΕΤΑ, στην Βασκική Σοσιαλιστική Επαναστατική Οργάνωση Εθνικής Απελευθέρωσης (Nazio Askapenerako Euskal Erakunde Sozialista Iraultzailea), στο Euskadi Ta Askatasuna. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο συνελήφθην, δικάστηκα και φυλακίστηκα τρεις φορές, τόσο στα ισπανικό κράτος όσο και στο γαλλικό. Ήμουν φυγάς δύο φορές και ήμουν επίσης μέλος άλλων οργανώσεων του Ε.Ν.Α.Μ., ακριβώς όπως και πολλοί άλλοι βάσκοι επαναστάτες μαχητές, όπως αναφέρθηκε παραπάνω.

2.- Πώς γεννήθηκε η αποκαλούμενη ειρηνευτική διαδικασία και πώς την αντιλήφθηκε το βασκικό κίνημα;

Είναι ένα ευρύ και σύνθετο ζήτημα-ερώτημα για να μπορέσω να απαντήσω σε τέσσερις γραμμές. Παρ ‘όλα αυτά, θα προσπαθήσω να διευκρινίσω ορισμένα σημεία, πάντα σύμφωνα με την άποψή μου και σε σχέση με την αγωνιστική μου εμπειρία, διότι δεν σκοπεύω να μιλήσω γι’ αυτό παρά μόνο στο όνομά μου. Θα μιλήσω σε προσωπικό επίπεδο, ως επαναστάτης μαχητής, στο όνομα καμιάς οργάνωσης.

Αρχικά θα ασχοληθώ με την «Ειρηνευτική Διαδικασία» (P.d.P.). Για να αναλύσουμε λίγο τον όρο αυτό αρκεί να διευκρινίσουμε εκείνο που κρύβεται μέσα του, στην Euskal Herria όπως στην Ιρλανδία, στη Βόρεια Αφρική, στο Σαλβαδόρ, στη Γουατεμάλα και σε κάθε γωνιά του κόσμου … Στις χώρες αυτές δεν χρησιμοποιήθηκε συστηματικά η ίδια μαγική φόρμουλα, ο ιμπεριαλισμός έχει χρησιμοποιήσει κάποια άλλη μεταμφίεση, αλλά όλες αυτές οι διαδικασίες, κατά τη γνώμη μου, έχουν το ίδιο εμπορικό-εργοστασιακό σήμα, ακόμη και αν έχουν αναπτυχθεί σε διαφορετικό χρόνο, σε μια διαφορετική απόσταση και σε διαφορετικό πολιτικό πλαίσιο και συγκυρία. Με λίγα λόγια, τι περιέχει η Ειρηνευτική Διαδικασία; Απλά, την αποδοχή της ήττας από πλευράς των επαναστατικών δυνάμεων. Εάν σε μια ειρηνευτική διαδικασία μια επαναστατική δύναμη αφήνει τα οικονομικά μέσα παραγωγής στα χέρια του εχθρού και ακέραιο το καταπιεστικό-κατασταλτικό σύστημα, αν όλα συνεχίζουν να εξαρτώνται από το κεφάλαιο, εάν αποδέχεται την «Ειρήνη», άδεια λέξη, γυμνή, μακρινή από τον ταξικό αγώνα, ως αφηρημένο γεγονός … όλα έχουν τελειώσει. Πρώτα έχασαν ιδεολογικά, επειδή παρέδωσαν τα θεωρητικά όπλα πριν ακόμα από τα υλικά. Χώθηκαν μέσα σε μια στρατηγική ήττα, μερικές φορές χωρίς να το συνειδητοποιήσουν. Είναι σκληρό να λέμε αυτό, αλλά είναι η αλήθεια. Οι επαναστάτες όλου του κόσμου πρέπει να το γνωρίζουν, ειδικά τώρα, διότι στην Κολομβία, για άλλη μια φορά, έχει αποδειχθεί σε τι πράγμα οι «Ειρηνευτικές Διαδικασίες» που προωθούνται από τον ιμπεριαλισμό συνίστανται πραγματικά.

Θέλω να πω ότι δεν είναι αλήθεια ότι σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή μια επαναστατική και απελευθερωτική διαδικασία πρέπει σε κάθε περίπτωση (ναι ή ναι) να υποχωρήσει μπροστά στο κεφάλαιο, παίρνοντας ως πρόσχημα την επαναστατική δύναμη και τις υποτιθέμενες γενικές συνθήκες, δεν καταλαβαίνω σε ποια καταστροφική κατάσταση ζουν. Αυτή η παραίτηση-παράδοση μπορεί να συγκαλυφθεί με πολλούς τρόπους: «Βλέποντας και λαμβάνοντας υπόψη ότι η ώρα των όπλων έχει περάσει, με απλά πολιτικά μέσα μπορούμε να αποκτήσουμε εκείνο που με τα όπλα δεν καταφέραμε …», «Ο ένοπλος αγώνας δεν είναι ηθικός», “Μπορούμε να ξεκινήσουμε τη διαδρομή μέσα από τα θεσμικά όργανα», «Πρέπει να οικοδομήσουμε συμμαχίες για να κρύψουμε κάποιες ρωγμές», «Χωρίς μια συμφωνία με την αστική τάξη δεν θα υπάρξει πρόοδος». Η φιλοσοφία του «εφικτού», εκείνη που φτάνει με τους στόχους του καπιταλισμού ή με εκείνους των χωρών καταπιεστών. Συμβιβαστική στάση, ποσιμπιλισμός λοιπόν. Ή βάζοντας κατά μέρος την επαναστατική ηθική και την επαναστατική αισθητική, ενώ οι αξίες και οι φιλοσοφικές έννοιες της μπουρζουαζίας εξαπλώνονται σιγά-σιγά … και ένα μεγάλο κλπ..

bj

Σε κάθε περίπτωση, το μονοπώλιο της βίας παραμένει στα χέρια του κεφαλαίου, ενώ τα καταπιεσμένα έθνη πρέπει να καταστρέψουν ή να παραδώσουν τα αμυντικά τους εργαλεία στο κεφάλαιο. Το ότι η δομή o μηχανισμός και η μορφή του κράτους (για την ακρίβεια η μορφή του κράτους του κεφαλαίου) δεν αλλάζει είναι πράγμα που αποδεικνύεται στα έθνη που αναφέρθηκαν παραπάνω και σε όλες τις ειρηνευτικές διαδικασίες. Από την άλλη πλευρά, έχει αποδειχθεί ότι η μπουρζουαζία, η ολιγαρχία, τα μονοπώλια του διεθνούς κεφαλαίου ή όποια κι αν είναι η οντότητα / η κατάσταση ενισχύονται από την ειρηνευτική διαδικασία. Με λίγα λόγια, η «Ειρηνευτική Διαδικασία» είναι μια φόρμουλα του κεφαλαίου, μια νίκη της πλειοψηφίας, για να αποφευχθεί η επανάσταση των εργαζομένων στη χώρα. Αυτές οι σάπιες υποτιθέμενες «ειρηνευτικές διαδικασίες» υπήρξαν εργαλεία πολέμου του ιμπεριαλισμού. Χωρίς εξαιρέσεις.

Εάν το κεφάλαιο δεν επιτύχει το στόχο του μέσω της «Διαδικασίας Ειρήνευσης», μπορεί πάντα να κάνει εκείνο που έκανε με τους Ταμίλ τίγρεις και με το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού του ή με εκείνο που κάνει με την Παλαιστίνη. Για την εργαζόμενη τάξη και την καταπιεσμένη χώρα ο καπιταλισμός είναι βαρβαρότητα. Για το κεφάλαιο και την αστική τάξη, αντιθέτως, η αγριότητα συνίσταται στην οικειοποίηση του μέλλοντος τους από την εργαζόμενη τάξη και τους καταπιεσμένους. Δεν είναι καθόλου περίπλοκο. Δεν θα παραχωρήσουν εύκολα τα προνόμιά τους. Θα αμυνθούν με όλα τα όπλα που κατέχουν. Προσωπικά πιστεύω ότι θα πρέπει να κάνουμε το ίδιο πράγμα. Και θα πρέπει να είμαστε σαφείς ότι ο ισχύων νόμος είναι ο νόμος του κεφαλαίου και των κατακτητών, που είναι ο νόμος των ιμπεριαλιστών. Είμαστε ακριβώς εμείς εκείνοι που είναι απόλυτα νομιμοποιημένοι να αγωνιστούμε και να αμυνθούμε.

Τούτου λεχθέντος, γιατί φτάσαμε σε διαφορετικές ειρηνευτικές διαδικασίες στην Euskal Herria; Υπάρχουν αρκετές διαδικασίες αυτού του τύπου: αυτή που πραγματοποιήθηκε στην Αλγερία (αποκαλούμενη «Οι συνομιλίες του Αλγερίου», του 1989), εκείνη που αποκαλούν «Lizarra Garazi» (από το 1998-στο 1999) και η τελευταία, που διεξήχθη από το 2005 έως το 2007. Η Ειρηνευτική Διαδικασία προέρχεται από τη Στρατηγική της Διαπραγμάτευσης (S.d.N.). Τα τελευταία 60 χρόνια, για την ακρίβεια απ’ όταν γεννήθηκε η ΕΤΑ, διεξήχθησαν συζητήσεις και διασπάσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας απελευθέρωσης των Βάσκων τόσο όσον αφορά στην πολιτική θέση, όσο και στην ιδεολογική και τακτική, και όσον αφορά στη στρατηγική, όπως εξ άλλου συνέβη και σε άλλες χώρες. Θα ήταν λίγο μακρύ να μιλήσουμε για όλο αυτό τώρα. Ωστόσο, τουλάχιστον, θα δώσω τη γνώμη μου σχετικά με την Στρατηγική των Διαπραγματεύσεων. Η S.d.N. και το P.d.P. είναι αδελφός και αδελφή και αμφότεροι είναι παιδιά του κεφαλαίου, αλλά όχι μόνο του κεφαλαίου. Γιατί; Επειδή η σοσιαλδημοκρατία, ο ρεφορμισμός, ο οπορτουνισμός και διάφοροι τομείς της αστικής τάξης προωθούν, βοηθούν και επικροτούν, χειροκροτούν. Χιλιάδες άνθρωποι της βασκικής εθνικιστικής αριστεράς (Ezker Abertzalea) πίστεψαν ειλικρινά ότι θα είχαμε αγωνιστεί (συμπεριλαμβανομένου του ένοπλου αγώνα) κατά της Γαλλίας, κατά της Ισπανίας και κατά του κεφαλαίου μέχρι να επιτύχουμε την ανεξαρτησία και τον σοσιαλισμό. Η αλήθεια υπήρξε πιο σκληρή, απάνθρωπη, και εξακολουθεί να είναι. Υπήρξε μια προσπάθεια να αποδυναμωθούν και να εξολοθρευτούν όλοι οι επαναστατικοί αγώνες, και σχεδόν κατάφεραν να επιτευχθεί ο στόχος τους, καταστρέφοντας το Κίνημα Εθνικής Απελευθέρωσης των Βάσκων (Ε.Ν.Α.Μ.- Euskal Nazio Askapenerako Mugimendua). Αλλά πολλοί έχουν πει «ΟΧΙ» σε αυτή την προδοσία και σε αυτή την επαίσχυντη παράδοση. Και συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε για τους παντοτινούς στόχους : την ανεξαρτησία, τον σοσιαλισμό, την ανάκτηση / την επανοικειοποίηση της βασκικής γλώσσας (την euskara) και την εθνική επανένωση.

Η Στρατηγική της Διαπραγμάτευσης δεν μπόρεσε ποτέ να είναι ένα τακτικό εργαλείο ικανό να επιτύχει ικανοποιητικά αποτελέσματα, διότι το κεφάλαιο και οι σύμμαχοί του είχαν / έχουν πλήρως υπό έλεγχο την ίδια την Ειρηνευτική Διαδικασία. Και πολύ λιγότερο όταν η S.d.N. και η P.d.P. μετατράπηκαν σε ένα στόχο. Οπότε έλαβε τέλος η επαναστατική θέση του Ε.Ν.Α.Μ. Το ίδιο το Ε.Ν.Α.Μ., στο σύνολό του, έπρεπε να γνωρίζει ότι το κεφάλαιο και οι σύμμαχοί του είχαν εφεύρει τη Στρατηγική της Διαπραγμάτευσης, και ότι η P.d.P. [Ειρηνευτική Διαδικασία] δεν ήταν παρά ένα δηλητηριώδες σύνθημα. Μερικοί από το Ε.Ν.Α.Μ. ναι το γνώριζαν, και αρκετά καλά μεταξύ άλλων. Η ρεφορμιστική, οπορτουνιστική, possibilist και υποχωρητική ηγεσία του ξεπουλήματος γνώριζαν όλα αυτά επακριβώς. Εμείς, επαναστατικοί τομείς του Ε.Ν.Α.Μ., δεν είχαμε τις επαρκείς θεωρητικές και στρατηγικές ικανότητες για να κατανοήσουμε όλο αυτό, ήταν το τρομερό λάθος μας. Κάναμε αυτοκριτική, σε βάθος, για το λόγο αυτό συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε, να διορθώνουμε τα λάθη που έγιναν στα προηγούμενα στάδια με όλη την ελευθερία δράσης. Μάθαμε λανθάνοντας και τώρα ξέρουμε ότι πρέπει να μελετήσουμε σε βάθος την επαναστατική θεωρία, πρέπει να συνεχίσουμε τον θεωρητικό-ιδεολογικό αγώνα δίχως έλεος. Πρέπει πάντα να πολεμούμε την ηγεμονία της μικροαστικής τάξης, με νύχια και με δόντια, για να εγγυηθούμε την ηγεσία από πλευράς της βασκικής εργαζόμενης τάξης κατά τη διάρκεια της επαναστατικής απελευθερωτικής διαδικασίας, για την ακρίβεια το βασκικό προλεταριάτο.

Λοιπόν, πώς το πήρε το Ε.Ν.Α.Μ.; Λέω ότι η S.d.N. έτρεχε από το 1988, επομένως εκείνοι που την οδήγησαν ήξεραν ότι δεν θα ωφελήσει τη Χώρα των Βάσκων, αλλά οι μεταρρυθμιστές-ρεφορμιστές της Ezker Abertzalea, οι σοσιαλδημοκράτες και η μικροαστική τάξη είχαν ήδη κάνει την επιλογή τους. Μιλώντας με σαφήνεια και ειλικρίνεια, μια οποιαδήποτε επαναστατική δομή πρέπει να γνωρίζει ότι ο κύριος στόχος της Ειρηνευτικής Διαδικασίας είναι η παράδοση των όπλων, διότι αυτό ακριβώς είναι το πιο σημαντικό εργαλείο που το κεφάλαιο, τα κράτη και το σύστημα που οργανώνονται από αυτό δεν μπορούν να αποδεχθούν. Και δεν μιλάμε για ένοπλο αγώνα ως ένα τοτέμ, αλλά ως ένα μέσο, μια μορφή αγώνα, που πρέπει επομένως να γίνει κατανοητή ως μια ολοκληρωμένη και αναπόσπαστη επαναστατική στρατηγική στην υπηρεσία του σοσιαλισμού και της ανεξαρτησίας.

 

DoNgHJNX0AA62FX

Όπως αναφέρθηκε, ορισμένοι επέλεξαν από καιρό να εγκαταλείψουν τον ένοπλο αγώνα και τα λαϊκά κινήματα (και άλλα πράγματα) για να εισέλθουν στο γαλλικό και ισπανικό σύστημα. Οι άλλοι ούτε που το φαντάζονταν όλο αυτό. Πίστευαν ειλικρινά, αθώα θα λέγαμε τώρα, ότι η Στρατηγική της Διαπραγμάτευσης θα μας είχε οδηγήσει στη νίκη. Αφού είδαμε κάποια από τα πράγματα που έγιναν αυτά τα τελευταία χρόνια (ή δεν έγιναν, κατά περίπτωση), όλο αυτό μας οδήγησε στο να σκεφτούμε ότι το Ε.Ν.Α.Μ. τελείωσε όπως έπρεπε να τελειώσει. Γιατί; Λόγω μιας τρομερής έλλειψης κατάρτισης, επειδή ο πολιτικο-στρατιωτικός αγώνας δεν είχε καθιερώσει / συνεισφέρει επαρκείς συζητήσεις, διότι το γαλλικό και το ισπανικό σύστημα επιτέθηκαν στη Χώρα των Βάσκων πολιτισμικά, οικονομικά και με την καταστολή, ενώ η μπουρζουαζία και η μικροαστική τάξη έκαναν / κάνουν τη δουλειά τους. Και επίσης διότι, εκείνη τον καιρό, δεν προετοιμάσαμε και δεν εξοπλίσαμε επαρκώς την αντίσταση με την επαναστατική θεωρία, όπως συνέβη εξάλλου σε πολλές άλλες χώρες. Δηλαδή, εάν οι στόχοι μας είναι η ανεξαρτησία και ο σοσιαλισμός, γιατί να μην δημιουργήσουμε μια επαναστατική κομμουνιστική δομή, ακόμα περισσότερο όταν η δημιουργία της δεν έρχονταν σε αντίθεση με τον ένοπλο πολιτικο-στρατιωτικό αγώνα;

Είναι προφανές ότι ο αγώνας που πρέπει να συνεχίσουμε πρέπει να είναι ένας ολοκληρωμένος αγώνας, ο οποίος αναπόφευκτα περνά κατ ‘ανάγκην μέσα από την κατασκευή του Βασκικού Σοσιαλιστικού Κράτους. Και για άλλη μια φορά διαπιστώθηκε σαφώς ότι τα συμφέροντα της βασκικής μπουρζουαζίας και εκείνα της βασκικής εργαζόμενης τάξης είναι ανταγωνιστικά, κι ας λένε ότι είναι όλοι βάσκοι.

3.- Ποιοι ήταν οι στόχοι της αλλαγής της στρατηγικής και ποιες, κατά την άποψή σου, είναι οι υποτιμημένες αντιφάσεις που οδήγησαν στην αποτυχία της;

Όσον αφορά το πρώτο μέρος της ερώτησης, οι λόγοι για τη μεταβολή της στρατηγικής είναι γνωστοί σύμφωνα με τους εκπροσώπους των σοσιαλδημοκρατών (Sortu / EHBildu). Αφενός, μετά τις τζιχαντιστικές επιθέσεις, ο ένοπλος αγώνας δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Από την άλλη πλευρά το πρόβλημα ήταν ο ίδιος ο ένοπλος αγώνας, επειδή εμπόδιζε το μήνυμα του Ε.Ν.Α.Μ. να εξαπλωθεί, να διαχυθεί και να διαδοθεί. Ο βασκικός λαός ήταν ώριμος …Και μιας και ο εχθρός μας αρνούνταν να διαπραγματευτεί με την Ε.Τ.Α. (οι συνέπειες της σύγκρουσης και όχι η αιτία), η Επίσημη Ρεφορμιστική Εθνικιστική Αριστερά προώθησε μερικά μονομερή βήματα: την παράδοση των όπλων, την παράδοση της επαναστατικής θεωρίας, την αποδοχή του νόμου και της νομοθεσίας του εχθρού και ένα μακρύ κλπ. Εν τω μεταξύ έλεγαν ότι θα είχαν ξεκινήσει την πορεία της ανυπακοής, αλλά αυτό που συνέβη είναι προφανές. Δεν αναπτύχθηκε καμία πολιτική αντίσταση, από καμία πλευρά. Η Επίσημη Ρεφορμιστική Εθνικιστική Αριστερά έχει εξαλείψει όλες τις οργανώσεις του Ε.Ν.Α.Μ. (συμπεριλαμβανομένης της E.T.A.) και ενσωματώθηκε στο σύστημα του εχθρού μας. Η Επίσημη Μεταρρυθμιστική Εθνικιστική Αριστερά (Sortu / EHBildu) έχει τώρα αποδεχθεί μια φρανκική μεταρρύθμιση, την οποία στον καιρό της είχε αρνηθεί και απορρίψει, η οποία διευρύνθηκε και αναπτύχθηκε το 1978, με το θάνατο του Φράνκο. Πόσο ακόμη; Μέχρι του σημείου να παρουσιαστούν ως υποψήφιοι στις εκλογές για τον αρχηγό της κυβέρνησης του Βασιλείου της Ισπανίας.

Το Ezker Abertzalea ανέκαθεν ισχυρίζονταν ότι το 1978 η δικτατορία, μέσω μιας συμβολικής μεταρρύθμισης, μεταμορφώθηκε σε ένα κοινοβουλευτικό αστικό μοναρχικό σύστημα (γιατί είναι πάντα μια δικτατορία της αστικής τάξης, προφανώς) και ότι αγνοούνταν τα εθνικά και κοινωνικά δικαιώματα της Χώρας των Βάσκων. Σήμερα το EHBildu θεωρεί το P.S.O.E.-G.A.L. (Partido Socialista Obrero Español-Grupos Antiterroristas de Liberación, Σοσιαλιστικό Εργατικό Ισπανικό Κόμμα-Αντιτρομοκρατική Απελευθερωτική Ομάδα) ως αριστερή δύναμη. Έτσι έχουν τα πράγματα, τόσο ωμά. Εάν αυτό ήταν λίγο, βρισκόμαστε μπροστά σε μια τρομερή οικονομική και πολιτική κρίση. Ορισμένοι την παρομοιάζουν με εκείνη του είκοσι εννέα του περασμένου αιώνα, εκείνη του 1929, και ισχυρίζονται ότι αυτή η τελευταία μεγάλη κρίση οδήγησε στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, επειδή το κεφάλαιο ήθελε να βάλει τα πράγματα πίσω στη θέση τους. Υπό αυτή την έννοια είναι λογικό να πιστεύουμε ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αυτή η κρίση πρέπει να περάσει στην Euskal Herria. Τώρα δεν έχει πλέον νόημα να κάνουμε το παιδί του P.N.V. που τάχει χάσει: «Σφάλαμε, συγγνώμη …». Όλοι θα πρέπει να επιλέξουμε. Με ποιον είμαστε; Με την εργαζόμενη τάξη; «Με όλους»; «Με την Euskal Herria»; Αυτό που λέμε είναι απλό: δεν υπάρχει απελευθέρωση, αν δεν υπάρχει πλήρης απελευθέρωση. Δεν μας μένει τίποτα άλλο να κάνουμε από το να οικοδομήσουμε ένα Βασκικό Σοσιαλιστικό Κράτος. Και για την επίτευξη της ανεξαρτησίας και του σοσιαλισμού είναι απαραίτητη η επανάσταση. Ο μόνος δρόμος. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

Όσον αφορά το δεύτερο μέρος της ερώτησης, αν κατάλαβα σωστά, με ρωτάτε γιατί ήρθαμε σε αυτήν την κατάσταση. Με άλλα λόγια: το Ε.Ν.Α.Μ. δεν θα μπορούσε να είχε ξεπεράσει τις αντιφάσεις που είχε μέσα του, για να μην φτάσει σε αυτή την κατάσταση;

Προηγουμένως έδωσα μερικά κλειδιά ανάγνωσης. Πάντα κατά τη γνώμη μου. Πριν από τη δεκαετία του ’80 στο Ε.Ν.Α.Μ. υπήρχε η δυνατότητα όχι μόνο να εργαστούμε για την Ανεξαρτησία, αλλά και να εμβαθύνουμε το θέμα του σοσιαλισμού σε κάθε τομέα του κινήματος. Αυτό θα έπρεπε να είναι πρωτίστως μια ευθύνη της E.T.A .. Γιατί; Επειδή ήταν σαφές ότι, εντός του Ε.Ν.Α.Μ., η Ε.Τ.Α. ήταν ο πολιτικός οδηγός της διαδικασίας. Δεν ήταν έτσι, ο ρεφορμισμός και η μικροαστική τάξη άρχισαν να κερδίζουν πολιτικό βάρος και μας οδήγησαν στο σημείο όπου είμαστε σήμερα ή όπου φτάσαμε. Είναι αλήθεια ότι, και πρέπει να λεχθεί χωρίς κόμπλεξ, η κομμουνιστική ευαισθησία (τα διαφορετικά ρεύματα της αριστεράς, αλλά σε κάθε περίπτωση επαναστατικά) δεν γνώριζε ή δεν ήθελε να δημιουργήσει μια κομμουνιστική δομή. Κατά τη γνώμη μου υπάρχουν μερικοί κύριοι λόγοι. Ο ένας είναι ότι ζούμε σε ένα καπιταλιστικό κέντρο του κόσμου. Έχουμε περάσει από περιόδους πολέμου, αλλά πολλοί βάσκοι έχουν συσσωρεύσει πλούτη από γενιά σε γενιά, και η φιλοσοφία που όλα αυτά συνεπάγονται είναι πολύ αστική … Από την άλλη πλευρά, μπροστά στις αντιφάσεις προέκυπτε ένα διαδεδομένο συναίσθημα: «Πρέπει να οδηγήσουμε μπροστά όλη την παράγκα». Είναι ένας τρόπος να το πούμε. Μια ιδεολογία διαταξική. «Πρέπει να κερδίσουμε την ελευθερία όλων». Όλοι μαζί, στην εθνική ένωση …

Σίγουρα, ποια απελευθέρωση; Εθνική; Κοινωνική; Στον 21ο αιώνα η μπουρζουαζία ενός έθνους δεν έχει άλλη επιλογή (και ούτε την θέλει) εκτός από το να πολεμήσει με μερικούς από τους ταξικούς εχθρούς της. Έτσι το να συμμαχούμε με την αστική τάξη είναι μια μεγάλη παγίδα. Η εργαζόμενη τάξη ενός καταπιεσμένου έθνους πρέπει να κρατήσει τα σύμβολα του σοσιαλισμού και της ανεξαρτησίας ψηλά, όρθια και με ψηλά το κεφάλι. Θα πρέπει επίσης να ειπωθεί ξακάθαρα, σαφώς, ότι αυτοί οι καταπιεσμένοι δεν θα πάρουν ποτέ μέρος σε μικρούς ή μεγάλους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, αντίθετα, θα πάρουν μέρος με την παγκόσμια εργαζόμενη τάξη. Δεν είναι αλήθεια ότι πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα στον «δικό μας κόσμο». Τι είναι τότε ο «κόσμος των άλλων»; Δεν θα υπάρξει ειρήνη σε αυτό τον πλανήτη μας όσο θα υπάρχει καταπίεση. Πρέπει να τερματίσουμε κάθε καταπίεση,να θέσουμε τέλος. Δεν υπάρχει μέλλον δίχως τον έλεγχο των καταπιεσμένων σε όλους τους τομείς και τα συμφραζόμενα, τις συγκυρίες και τα περιβάλλοντα. Εάν δεν είμαστε σε θέση να πάρουμε, να διατηρήσουμε και να αναπτύξουμε τη δύναμη-την εξουσία των καταπιεσμένων, είμαστε χαμένοι. Ή εμείς ή εσείς. Δεν υπάρχει μέση οδός.

IMG 20190125 211859 compressed

4.- Πόσο οι υποκειμενικότητες που οδήγησαν τη διαδικασία καθόρισαν την γραμμή της και πόσο αντιθέτως ο αφοπλισμός απαντούσε σε ένα ευρέως διαδεδομένο αίτημα μέσα στη βασκική κοινωνία;

Εδώ, σε αυτόν τον αγώνα, υπήρξαν και υπάρχουν προσεγγίσεις ταξικές ή υπο-ταξικές, τόσο από πλευράς Γαλλίας και Ισπανίας όσο και από την Euskal Herria. Η ανάπτυξη της ταξικής πάλης στην Euskal Herria, εξάλλου. Αυτά είναι τα πράγματα. Η ανώτερη αστική τάξη και πάνω απ ‘όλα η φιλοσοφία της μικροαστικής τάξης υπήρξαν μόνιμα παρούσες από τότε που γεννήθηκε η ΕΤΑ. Στην οργάνωση (στην ΕΤΑ), ειδικά στα πρώτα 15-20 χρόνια, διεξήχθησαν πολλές συζητήσεις σχετικά με την κατάσταση στην οποία πάσχει η Βασκική Χώρα. Είναι ένα έθνος η Euskal Herria; Αν είναι, ποια Euskal Herria θέλουμε; Θέλουμε μια δημοκρατία σαν αυτή που μας καταπιέζει; Στο τέλος ορίστηκαν τα υποκείμενα και οι στόχοι. Για πολλά χρόνια ο στόχος ήταν εκείνος να κάνουμε την σοσιαλιστική επανάσταση στην Euskal Herria. Το υποκείμενο η βασκική εργαζόμενη τάξη και γενικότερα ο βάσκος εργαζόμενος. Και για τα επόμενα χρόνια … αυτό που μόλις είπαμε. Το βασιλεύον Κεφάλαιο. Η θριαμβεύουσα μπουρζουαζία, η νικηφόρα. Αυτή τη στιγμή.

Η κοινωνία των Βάσκων ζητούσε από την Ε.Τ.Α. να αφήσει τα όπλα; Κατά τη γνώμη μου δεν είναι καθόλου ηθικό να τίθεται η ερώτηση με αυτό τον τρόπο. Μήπως διηγηθήκαμε την ιστορία με αυτόν τον τρόπο; Η E.T.A. παρέδωσε τον εξοπλισμό της και την επαναστατική της θεωρία επειδή το ήθελε, ή καλύτερα επειδή οι μαχητές της εποχής εκείνης αποφάσισαν να το κάνουν, λόγω των απειλών (επειδή είχαν επιλέξει κάποιες στρατηγικές αλλαγές) ή με δική τους βούληση.

Σε κάθε περίπτωση, η κοινωνία των Βάσκων ήθελε πολλά πράγματα, εκτός από το γεγονός να μην υπάρχουν κάποιοι στόχοι. Δεν ήθελε ανεργία, ήθελε μια ποιοτική δημόσια υγεία, ένα αξιοπρεπές μισθό, η euskara να είναι η επίσημη γλώσσα σε ολόκληρη τη Χώρα των Βάσκων, όλοι να μπορούμε να έχουμε μια αξιοπρεπή οικιστική διαβίωση … συνεχίζω; Μπορώ να συνεχίσω λέγοντας πολλά ακόμη. Εάν στηρίζεσαι στο κράτος, εάν λογαριάζεις σε αυτό, στο πολιτικό κόμμα και στην εκκλησία για να διαδώσεις μαζικά και επικοινωνιακά μια επιθυμία (για παράδειγμα αυτή την επιθυμία της βασκικής κοινωνίας), αυτό θα μετατραπεί σε μια ουσιαστική εντολή σε μια δεδομένη στιγμή. Για να την χρησιμοποιήσεις, επιπλέον, όποτε θέλεις και με την ένταση που επιθυμείς.

Ποιος λέει ότι η βασκική κοινωνία διεκδικούσε τον αφοπλισμό της Ε.Τ.Α. και την εξαφάνιση των δυναμικών της πορείας προς την ανεξαρτησία και τον σοσιαλισμό; Αν η βασκική κοινωνία δεν διεκδικούσε αυτό, γιατί εκείνοι που έκαναν ένα πραγματικό πραξικόπημα για στρατηγική αλλαγή διακήρυξαν την ανυπακοή και δεν έχουν κάνει ούτε ένα βήμα από τότε; Είναι προφανές. Επειδή το γαλλικό και το ισπανικό κράτη συμφωνούσαν και συμφωνούν να μην ξεπεράσουν τα ανυπέρβλητα σύνορα-περιθώρια στην Euskal Herria. Σήμερα εκείνο το Ε.Ν.Α.Μ. που ήταν στην πρώτη γραμμή ενάντια στο ευρωπαϊκό κεφάλαιο και ενάντια στον ιμπεριαλισμό δεν υπάρχει πλέον. Αυτό που έχουμε σήμερα είναι απλό: είναι τα δημοκρατικά συστήματα που μας καταλαμβάνουν και που θεωρούν αριστερό το κόμμα P.S.O.E.-G.A.L. (Partido Socialista Obrero Español – Grupos Antiterroristas de Liberación). Είναι σχιζοφρενικό να λέμε ότι θα απελευθερωθούμε από αυτά τα ίδια συστήματα, σεβόμενοι τη νομοθεσία τους και μειλίχια και ηπίως να αποτελούμε μέρος των δομών τους που διατηρούν την εθνική και κοινωνική καταπίεση που υποφέρουμε. Εδώ πραγματοποιήθηκε η ταξική πάλη και ο αγώνας αυτός μόλις ξεκίνησε.

5.- Από απόσταση έχει κανείς την εντύπωση ότι η ειρηνευτική διαδικασία συμπίπτει με σχεδόν ένα διαζύγιο μεταξύ των δύο ιστορικών πυλώνων του βασκικού κινήματος: τον σοσιαλισμό και την ανεξαρτησία. Πιστεύεις ότι είναι αλήθεια; Και αν ναι, γιατί;

Γαλλία και Ισπανία εκτελούν κάθε είδους κατοχή απέναντι στην Euskal Herria, πρέπει να εντοπιστούν άλλες παράμετροι, δηλαδή ότι η ουσία της υπόθεσης έγκειται στην κατοχή και την καταπίεση της Ισπανίας και της Γαλλίας κατά της βασκικής εργαζόμενης τάξης, και σε τίποτα άλλο. Από τη μία πλευρά υπάρχουν οι σοσιαλδημοκράτες, οι γραφειοκράτες, η μικρή και η ανώτερη βασκική μπουρζουαζία, από την άλλη οι ομόλογοι τους στη Γαλλία και την Ισπανία, αλλά δεν είναι εχθροί μεταξύ τους, τουλάχιστον να μην διεξάγουν έναν ταξικό πόλεμο. Εκτός αυτού, λίγοι στη Γαλλία και την Ισπανία είναι έτοιμοι να δουν με σεβασμό τη βασκική επανάσταση. Επομένως, για να προωθηθεί η βασκική επανάσταση υπάρχουν η βασκική εργαζόμενη τάξη, το βασκικό προλεταριάτο και οι ζώνες των πόλεων. Όλα αυτά τα υποκείμενα αποτελούν τον εργαζόμενο βασκικό λαό. Αυτό είναι το πανόραμα.

Συνεχίζοντας στην ίδια γραμμή, το EHBildu έχει ενσωματωθεί στο σύστημα που μας καταπιέζει και μας έχει καταλάβει. Αποδέχθηκε τη δημοκρατία και τα συντάγματά τους και δεν είναι έτοιμο να ξεπεράσει τα όρια που θέτουν τα δύο αυτά κράτη. Αλλά ταυτόχρονα λένε ότι μόλις πετύχουν την ανεξαρτησία της Euskal Herria θα απαλλαγούν από όλες τις άλλες καταπιέσεις. Μια απλή ερώτηση: μα πώς είναι δυνατό να το κάνουν μέσα από το σύστημα των εχθρών μας; Η βασκική μπουρζουαζία έχει ταλέντο να κινείται μέσα σε αυτά τα σάπια νερά, και αυτοί οι σοσιαλδημοκράτες φθάνουν αργά με αυτή την κουβέντα, διότι εδώ όλοι γνωριζόμαστε πολύ καλά. Αυτό που συνέβη εδώ είναι αυτό που συνέβη πριν από 40 χρόνια στην Ισπανία: και στην Euskal Herria η μεταρρύθμιση εγκαταστάθηκε και σταθεροποιήθηκε με την άδεια της Επίσημης Ρεφορμιστικής Εθνικιστικής Αριστεράς (Ezker Abertzale Ofizial Erreformista) και με τη δημόσια και ενεργό συμμετοχή της. Εμείς, από την άλλη πλευρά, το λέμε ξεκάθαρα: πάμε να κάνουμε την επανάσταση και αυτό περνά τόσο μέσα από την εθνική ανεξαρτησία όσο και μέσα από την κοινωνική ανεξαρτησία, και θα περάσουμε πέρα από κάθε ανυπέρβλητο όριο, ναι ή ναι. Θα αγωνιστούμε χωρίς ανάπαυλα μέχρι να πετύχουμε την πλήρη νίκη του εργαζόμενου λαού των Βάσκων. Δεν υπάρχει μέση οδός. Όπως πάντα λέγαμε στην ETΑ: «Ελευθερία ή θάνατος! Επανάσταση ή θάνατος! «.

6.- H γνώμη σου για τη διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Καταλονία-Catalunya και τα διαταξικά χαρακτηριστικά της;

Όταν ο δικτάτορας Francisco Franco αποφάσισε να αποκαταστήσει τη μοναρχία, αποδέχτηκαν το σύνταγμα του 1978. Ως αποτέλεσμα η Καταλονία εισήχθη πλήρως στο νεοφρανκικό σύστημα: από την μια η καταλανική αστική τάξη έφτιαξε σύμφωνο με την ισπανική ολιγαρχία, προκειμένου να μπορεί να απολαμβάνει μια λιγάκι ευρύτερη αυτονομία, και από την άλλη τα ρεφορμιστικά κόμματα της εργαζόμενης καταλανικής τάξης, το σοσιαλιστικό P.S.C. και το ευρωκομουνιστικό P.S.C.U., βούτηξαν ολοταχώς στη «δημοκρατία». Εκείνοι που παρέμειναν εκτός αυτής της συναίνεσης είχαν υποβαθμιστεί. Για πολλά χρόνια η θέληση για ανεξαρτησία ήταν μειοψηφική.

Αυτή η θεσμική συμφωνία έσπασε το 2011 από το Λαϊκό Κόμμα, το Partido Popular του José María Asnar και του Mariano Rajoy. Ως αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος της καταλανικής μπουρζουαζίας αποφάσισε να παίξει το χαρτί της ηγεμονίας-κυριαρχίας, βλέποντας πως μια μεγάλη πλειοψηφία καταλανών εργαζομένων ενώνονταν στον αγώνα για την ανεξαρτησία. Η καταλανική αστική τάξη σκέφτονταν ότι θα μπορούσε να ελέγξει και να κατευθύνει το κίνημα ανεξαρτησίας σύμφωνα με τα συμφέροντά της. Για να επιτύχει μια πλατύτερη αυτονομία στο εσωτερικό του Ισπανικού κράτους, ένα συνομοσπονδιακό καθεστώς-status. Αλλά η Ισπανία δεν μπορεί να το αποδεχτεί με κανέναν τρόπο, καθώς τα πράγματα έγιναν πιο έντονα σε εκείνο το παιχνίδι του Mus, όπου τελικά η καταλανική αστική τάξη στοιχημάτισε τα πάντα σε μια ριψοκίνδυνη κίνηση: στο δημοψήφισμα για την αυτοδιάθεση της 1ης οκτωβρίου 2017.

Τώρα γνωρίζουμε ότι εκείνη την ημέρα η καταλανική αστική τάξη φοβήθηκε, αφενός βλέποντας την αποφασιστικότητα των καταλανών εργαζομένων, το πάθος, το θάρρος στον αγώνα και τη δύναμή τους, και αφετέρου μπροστά στη βίαιη τρομοκρατική καταστολή του Βασιλείου της Ισπανίας. Το σύνολο του κράτους, με επικεφαλής τον βασιλιά Filippo VI, ήταν έτοιμο να προχωρήσει μέχρι τέλους χωρίς να υπολογίζει τους νεκρούς. Και με αυτό όλα τα ισπανικά εθνικιστικά κόμματα συμφωνούσαν, συμπεριλαμβανομένου του P.S.O.E. και των Podemos.

Έτσι η καταλανική αστική τάξη έκανε πίσω, και έμεινε χωρίς μια στρατηγική υπέρ της ανεξαρτησίας. Δεδομένου ότι, τελικά, η υποτιθέμενη αριστερά της ανεξαρτησίας, δηλαδή η C.U.P., δεν ήταν άλλο παρά ένας δορυφόρος της καταλανικής αστικής τάξης.

Συνεπώς, αυτή τη στιγμή, η διαδικασία εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης της Καταλονίας είναι μπλοκαρισμένη, αλλά εγώ δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αργά ή γρήγορα οι καταλανοί εργαζόμενοι θα βρουν το δρόμο τους, εκείνον της ανεξαρτησίας και του σοσιαλισμού, διεκδικώντας και οικοδομώντας την Καταλανική Σοσιαλιστική Δημοκρατία. Αυτό θα αναπτυχθεί με την αλλαγή από το εσωτερικό της ίδιας της C.U.P. και της υπόλοιπης αριστεράς της ανεξαρτησίας ή δημιουργώντας μια νέα επαναστατική δύναμη; Η πρακτική θα απαντήσει στην ερώτηση αυτή.

Εμείς, μετά απ’ όλα αυτά, έχουμε εκφράσει μια πλήρη αλληλεγγύη στους καταλανούς εργαζόμενους, και κοιτάμε με θαυμασμό το μεγάλο και πλατύ μαζικό κίνημα που έχουν δημιουργήσει. Τους λέμε μόνο ένα πράγμα: θεωρώντας ότι η εποχή της αστικής γραμμής-ηγεμονίας για την επίτευξη της ανεξαρτησίας έχει τελειώσει, η καταλανική μπουρζουαζία δεν θα αγωνιστεί για την ανεξαρτησία και ακόμα λιγότερο για τον σοσιαλισμό, γιατί αντιβαίνει στα συμφέροντα της τάξης της. Μόνο η εργαζόμενη τάξη μπορεί να οδηγήσει το καταλανικό έθνος στην ανεξαρτησία, πραγματοποιώντας τη σοσιαλιστική επανάσταση.

P1130523 compressed

7.- Μας εξηγείς ποιες είναι αυτή τη στιγμή οι συνθήκες των βάσκων πολιτικών κρατουμένων;

Η κατάσταση των βάσκων πολιτικών κρατουμένων είναι πολύ σκληρή. Εκείνη η πολιτική πρωτοπορία που εργάστηκε τα τελευταία 60 χρόνια έχει αφήσει ακριβώς εκεί τους μαχητές της, στη φυλακή (υποστηρίζοντας ότι η ισπανική κυβέρνηση δεν ήθελε να διαπραγματευτεί μαζί τους), και η καταπίεση-καταστολή που υφίστανται μαζί με άλλους βάσκους πολιτικούς κρατούμενους είναι όπως και το παρελθόν ή ακόμα πιο βίαιη. Η Ε.Α.Ο.Ε. Ezker Abertzale Ofiziala Erreformista (θυμόμαστε ότι είναι ενσωματωμένοι στην EHBildu) τους διέταξε να αποδεχθούν το πολιτικό σωφρονιστικό νόμο του εχθρού, και πολλοί πολιτικοί κρατούμενοι εργάζονται επάνω σε αυτό. Γνωρίζουμε ότι πολλοί δεν έχουν πάρει αυτό το δρόμο και γνωρίζουμε ότι είναι σε θέση να διατηρήσουν σταθερές την πολιτική και προσωπική αξιοπρέπεια, την ανθρώπινη και πολιτική αλληλεγγύη και τους πολιτικούς τους στόχους. Γνωρίζουμε επίσης ότι 6 βάσκοι πολιτικοί κρατούμενοι δεν είναι πλέον στο E.P.P.K. (Euskal Preso Politikoen Kolektiboa), επειδή δεν συμφωνούν με την πολιτική γραμμή που επέλεξε το E.P.P.K., εκείνο που είναι το ιστορικό E.P.P.K., από την ίδια την Ε.Τ.Α. και γενικότερα από τη βασκική σοσιαλδημοκρατία.

IMG 20180602 115221 325

 

Potrebbe interessarti

    • ||||

      Addio a Immanuel Wallerstein

      È morto ieri all’età di 88 anni il sociologo americano teorico dei Sistemi-Mondo.

      Una vita spesa per smascherare i meccanismi di sfruttamento

    • ||||

      Night boat to Cairo

      Sulle nuove «discese in campo» centriste

      Nella serie TV 1992 (con i seguiti 1993 e a breve 1994) si descrive il periodo

    • ||||

      Amazzonia: non serve a molto pregare

      In questi giorni sui social fioriscono numerosi appelli, grafiche e slogan che hanno come obiettivo di denunciare le gravissime

  • ||||

    Il «salvinismo» sfidato dalla realtà

    Personaggi controversi e viscidi quale un buon esempio è Matteo Salvini, venuto alla ribalta grazie a un’attenta costruzione mediatica

  • ||||

    “Lottare è legittimo. Amnistia totale!” Intervista a Sendoa Jurado

    Pubblichiamo la prima di due interviste che abbiamo avuto l’occasione di condurre grazie a dei compagni italiani che vivono

https://www.infoaut.org/notes/il-processo-di-pace-e-una-formula-del-capitale-intervista-a-jon-iurrebaso-atutxa

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Από την άμπωτη του αριστερού πατριωτισμού στην παλίρροια του ταξικού αντιφασιστικού κινήματος

Σε λίγες μέρες άλλη μια «γιορτή της δημοκρατίας» ολοκληρώνεται με τη μισή χώρα, απ’ ότι φαίνεται, να μην θέλει να γιορτάσει. Δεν πειράζει, «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα» όπως λέει και ο Τσίπρας. Εν μέσω εκλογικού αναβρασμού λοιπόν το παρόν κείμενο είναι μια προσπάθεια ερμηνείας του αναμορφωμένου εκλογικού τοπίου και ανάγνωσης της πολιτικής συγκυρίας από την σκοπιά του ταξικού αντιφασιστικού κινήματος.

Στις γραμμές που ακολουθούν προσπαθούμε να απαντήσουμε σε κάποια σημαντικά κατά τη γνώμη μας ερωτήματα: γιατί ηττήθηκε (όλη) η αριστερά και τι σηματοδοτεί αυτή η ήττα για τις ελευθεριακές δυνάμεις; Τι σημαίνει η εκλογική καθίζηση της Χρυσής Αυγής; Τι κρύβεται πίσω από την αποχή;

Από την εξέταση των παραπάνω ερωτημάτων, οι θέσεις που αναπτύχθηκαν διαμορφώνονται συνοπτικά ως εξής:

Πρώτα και κύρια, το εκλογικό παιχνίδι κρίθηκε στο μακεδονικό. Στη βάση αυτή, η αριστερά ηττήθηκε λόγω της αξιακής και τακτικής της πρόσδεσης στο άρμα του «υγιούς πατριωτισμού», με την ήττα της να σηματοδοτεί την ήττα της ριζοσπαστικής εκδοχής του κοινοβουλευτισμού. Ακόμα, σε αντίθεση με τους φαιδρούς πανηγυρισμούς του «συνταγματικού τόξου» η εκλογική καθίζηση της ΧΑ δεν μεταφράζεται σε πολιτική ήττα του εθνικισμού. Ο εθνικισμός είναι εδώ, δυνατός στη βουλή, αδύνατος στον δρόμο.

Τέλος, η πρόσφατη εκλογική διαδικασία επιβεβαίωσε ξανά την ύπαρξη ενός κοινωνικού τμήματος για το οποίο η αποχή αποτελεί πολιτική στάση. Δεν υποστηρίζουμε ότι το εν λόγω τμήμα πιάνει το σύνολο του 40-50% που απέχει, δεν ξέρουμε καν αν είναι πλειοψηφικό. Είναι όμως ένα τμήμα του και μάλιστα μαζικό, νεανικό και προλεταριακό· είναι το νέο ευέλικτο προλεταριάτο που αναδύεται στις στάχτες της μνημονιακής επίθεσης και αποτελεί τη νέα ριζοσπαστική γενιά της αποχής.

 

Ας μιλήσουν οι αριθμοί

Στις ευρωεκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε με σχεδόν 10% διαφορά από τη ΝΔ των μακεδονομάχων. Το ΚΚΕ (5,35%) έχασε καμιά 40αριά χιλιάδες ψήφους από τις ευρωεκλογές του 2014 και στις δημοτικές έχασε 4 από τους 5 δήμους του. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ (0,64%) έπεσε κι αυτή σε σχέση με 2014 και 2015. Οι πατριώτες της ΛΑΕ (0,56%) και της Πλεύσης Ελευθερίας (1,61%) δεν κατάφεραν να εξαργυρώσουν εκλογικά τη συστράτευσή τους με τους φασίστες στο μακεδονικό, ενώ οι λοιποί σταλινο-μαο-τροτσκιστές (Μ-Λ ΚΚΕ [0,22%], ΟΚΔΕ [0.09%]) συνέχισαν κλασσικά τη σκοπιά τους ως αριστεροί φαντάροι του κοινοβουλευτισμού. Μοναδικός νικητής, ο ταγός των αριστερών εντρεπρενέρ Γιάννης Βαρουφάκης (2,99%), που ως υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 είχε δηλώσει αξέχαστα ότι σε καιρούς οικονομικής κρίσης, τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του κεφαλαίου είναι κοινά.

Στο άλλο στρατόπεδο του κοινοβουλευτισμού, οι εθνικιστές τα πήγαν μια χαρά. Στις εκλογές φυσικά γιατί στην πραγματική ζωή οι αντιφασιστικές δυνάμεις τους κρατάνε στις τρύπες τους. Παρόλα τα πανηγύρια για την απώλεια 260 χιλιάδων ψήφων της ΧΑ, ο εθνικισμός δεν έχασε καμία. Ανακυκλώθηκαν όλες σε ΝΔ, Ελληνική λύση και λοιπά ακροδεξιά ζόμπι.

Δεν είναι φυσικά το ίδιο νομιμοποιημένη, άρα και το ίδιο ανεξέλεγκτη, μια ΧΑ με 3% και μια ΧΑ με 13%. Οι ταγμένοι χρυσαυγίτες όμως είναι έτσι κι αλλιώς 200 άτομα σε όλη την Ελλάδα. Εγκληματίες μεν αλλά μαλθακοί, οπορτουνιστές και εξαρτημένοι από τους μπάτσους και το ρευστό. Οι ψηφοφόροι τους από την άλλη είναι χιλιάδες και οι απόψεις τους είναι επικίνδυνες όπου και να το ρίχνουν.

Το ότι χιλιάδες λοιπόν πρώην ψηφοφόροι της ΧΑ πήγαν ντουγρού στην κυριλέ ΝΔ, δεν θα πρέπει να εφησυχάζει κανέναν. Το ’91 η ΝΔ δεν χρειάστηκε χρυσαυγίτες για να επιτεθεί στα κατειλημμένα σχολεία της Πάτρας και να δολοφονήσει τον Τεμπονέρα. Είχε τις δικές της παρακρατικές εγκληματικές ομάδες κρούσης, όπως οι Κένταυροι και οι Rangers, και τους δικούς της δολοφόνους όπως ο Ιωάννης Καλαμπόκας, πρόεδρος τότε της ΟΝΝΕΔ Αχαΐας.

 

Η νέα ριζοσπαστική γενιά της αποχής

Το πραγματικό μήνυμα των εκλογών δόθηκε κατά τη γνώμη μας στην αποχή της νεολαίας και του ευέλικτου προλεταριάτου. Η αποχή έφτασε πάλι στα ύψη με περίπου 42% στις 26 Μαΐου και περίπου 55% στις επαναληπτικές της 2ας Ιουνίου. Τέσσερα εκατομμύρια (4.154.494) άνθρωποι δεν πήγαν να ψηφίσουν. «Βαρέθηκαν να τραβηχτούν μέχρι τον τόπο τους» λένε στα καφενεία. Ούτε καν. Ακόμα και η Καθημερινή παραδέχεται ότι τα υψηλά ποσοστά αποχής που χτυπάνε κόκκινο στα αστικά κέντρα -όπου δεν υπάρχει δυσκολία μετακίνησης- αποδεικνύουν ότι η αποχή δεν οφείλεται στην απόσταση αλλά έχει καθαρά πολιτικό χαρακτήρα. Η αποχή λοιπόν για ένα τμήμα όσων απείχαν αποτελεί πολιτική στάση ενάντια στον κοινοβουλευτισμό, τον διάχυτο εθνικισμό και τον ξύλινο κομματικό λόγο.

Πρωταγωνιστές της αποχής είναι και πάλι οι νέοι. Αυτοί που δεν χρειάζονται καθοδήγηση για να καταλάβουν ότι οι φασίστες θέλουν ξύλο. Αυτοί που έλκονται ενστικτωδώς από τις ελευθεριακές ιδέες γιατί η αυτοοργάνωση και η μαχητικότητα είναι γι’ αυτούς ζωτικές ανάγκες και όχι ιδεολογικά εργαλεία. Αυτοί που δεν συγκινούνται από την επαναστατική φανφαρολογία της αριστεράς γιατί καταλαβαίνουν ότι νοσεί από πασιφισμό και ψηφοθηρία.

Ο στρατός των επισφαλών εργαζόμενων στα κάτεργα των υπηρεσιών, η ψυλλιασμένη νεολαία των αστικών κέντρων και οι αντιφασιστικές παρέες ανά την Ελλάδα, δεν το έριξαν και δεν θα το ρίξουν πουθενά το 2019. Και δεν μιλάμε για μια χούφτα αλλά για χιλιάδες ανθρώπους μεταξύ 18-35 ετών. Η νεανική αποχή που οι αστικές φυλλάδες ονομάζουν «αποπολιτικοποίηση των νέων» για μας είναι το ακριβώς αντίθετο. Είναι η αντίσταση του κόσμου της σύγχρονης ευέλικτης εργασίας που το μόνο που ξέρει είναι το μίσος για τη δουλειά και η λαχτάρα του να απελευθερωθεί από τη ρουτίνα. Δεν είναι η εργατική τάξη που το ΚΚΕ και οι υπόλοιποι θέλουν περήφανη για την επαγγελματική της ταυτότητα. Είναι η οργισμένη εργατική τάξη που δεν αντέχει τις σκατοδουλειές και τα μικρο-μεγάλα αφεντικά τους. Είναι η νέα ριζοσπαστική γενιά της αποχής και δεν ανήκει στην αριστερά.

  

Αριστερός υγιής πατριωτισμός

Το μίνι κοινωνικό κράτος που προσπάθησε να χτίσει ο ΣΥΡΙΖΑ στα συντρίμμια της τελευταίας φάσης της μνημονιακής επίθεσης στην εργατική τάξη, δεν ήταν αρκετό για να τον κρατήσει στην εξουσία. Και εντάξει ο ΣΥΡΙΖΑ, κυβέρνηση είναι θα χάσει. Οι τραγικές συνέπειες της στάσης της υπόλοιπης αριστεράς (κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής), αποτυπώνονται και στο γεγονός ότι δεν μπόρεσε εκλογικά να καρπωθεί ούτε λίγο από το αντικυβερνητικό κλίμα και να το ριζοσπαστικοποιήσει. Το ΚΚΕ έβγαζε την Κανέλλη να μιλάει για την καταγωγή των Ελλήνων από τον μέγα στρατηλάτη, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ εμφανίστηκε δειλά-δειλά στον δρόμο μόνο για τα προσχήματα και ο Λαφαζάνης κατέβαινε στο Σύνταγμα με ελληνικές σημαίες.

Για άλλη μια φορά η αριστερά υποτίμησε τη δύναμη του εθνικισμού.

Ένα μεγάλο τμήμα της, κράτησε ψηλά τη σημαία του πατριωτισμού, χαμήλωσε τη σημαία του ταξικού αντιφασισμού και έμεινε σπίτι, μην θίξει τους μπαρμπάδες των συλλαλητηρίων και την κατηγορήσουν για εθνοπροδοσία. Έλα μου όμως που στην πατριωτική διελκυστίνδα κερδίζει πάντα ο εθνικιστής.

Είναι απλό. Όπως ήταν εμφανές ήδη εδώ και έναν χρόνο, το εκλογικό παιχνίδι παίχτηκε στα εθνικά ζητήματα, δηλαδή στο γήπεδο των εθνικιστών και όχι στα «οικονομικά» (μισθοί και επιδοματική πολιτική). Αντί να συγκρουστεί στη βάση του μαχητικού ταξικού αντιφασισμού και να μαζέψει τον κόσμο έξω από το γήπεδο, η αριστερά συγκρούστηκε στη βάση του «υγιούς πατριωτισμού» και προσπάθησε να κερδίσει τον αντίπαλο μέσα.

Αντί δηλαδή να καλέσει την εργατική τάξη να βγει μαχητικά στον δρόμο ως ανάχωμα στις φασιστικές συγκεντρώσεις και να φωνάξει ότι οι προλετάριοι δεν έχουν «εθνικό» συμφέρον, επέλεξε να παλεύει με τους εθνικιστές για το ποιος είναι ο πραγματικός πατριώτης. Αντί να προσπαθήσει να πλημμυρίσει τον δημόσιο χώρο και να απονομιμοποιήσει κοινωνικά τα συλλαλητήρια διαλύοντας τον παλλαϊκό-πανεθνικό χαρακτήρα τους, περιορίστηκε στο να καλεί τους αγνούς πατριώτες των συλλαλητηρίων να μην παρασύρονται από τους φασίστες.

Έτσι, η μακεδονία κατάπιε τους μισθούς και τα επιδόματα, δηλαδή οι εθνικές ιδέες απασχόλησαν τον κόσμο περισσότερο από «το ψωμί» και ο εθνικισμός κέρδισε το εκλογικό σώμα.

Είναι από εκείνες τις στιγμές που οι μαρξιστές αναλυτές βρίσκονται σε αδιέξοδο. «Τι άλλο έπρεπε να κάνουμε;» αναρωτιούνται «και καλοί πατριώτες ήμασταν και ενάντια στα μνημόνια και τους πλούσιους». Είναι οι στιγμές που το «εποικοδόμημα» καταπλακώνει τη «βάση» και οι αριστερές κοινωνικές εξισώσεις δεν λύνονται ούτε με τον Γκράμσι.

Όπως ο σερβικός εθνικισμός του «συντρόφου» Μιλόσεβιτς κατάπιε την σοσιαλιστική αδελφοσύνη στον εμφύλιο της Γιουγκοσλαβίας. Όπως η ανιαρή και καταπιεστική ζωή στη Ρωσία κατάπιε το κοινωνικό κράτος της Σοβιετικής Ένωσης, που έπεσε χωρίς να ανοίξει ρουθούνι, ενώ οι ουρές έξω από τα McDonalds στη Μόσχα το ‘90 μετρούσαν κάτι χιλιάδες κάθε μέρα. Η μηδενική ανεργία δεν ήταν αρκετή για να κινητοποιήσει τον ρωσικό λαό να υπερασπιστεί τον σοσιαλισμό απέναντι στην καταναλωτική ουτοπία της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Αλλά ξεχάσαμε… για όλα φταίει ο ιμπεριαλισμός.

Ας μην πέφτουν λοιπόν από τα σύννεφα. Οι αναρχικοί πάντα φώναζαν ότι όταν μιλάς για ταξικό αγώνα χωρίς να επιτίθεσαι στο έθνος-κράτος, σπρώχνεις τον κόσμο στην αγκαλιά της ακροδεξιάς. Ίσως είναι καιρός να τους ακούσουν.

 

 Μην το ψάχνετε δεν έχει άλλους

Τι στο διάολο δηλαδή, έγιναν όλοι εθνικιστές και φιλελέδες;

Όχι. Απλά οι εκατοντάδες χιλιάδες νέοι-ες αντιφασίστες-ριες που η αριστερά προσδοκούσε να την στηρίξουν δεν πήγαν να ψηφίσουν ενώ οι εθνικιστές και τα σόγια τους κατέβηκαν μαζικά προς τις κάλπες. Έτσι ο εθνικισμός φαίνεται να κυριαρχεί. Ωστόσο, το ότι οι εκλογές εμφανίζουν τον εθνικισμό ψηλά δεν σημαίνει ότι αυτό αντανακλά τη δύναμή του έξω από τις κάλπες. Τα 4 εκατομμύρια που απείχαν δεν είναι φασίστες, ούτε φιλελέδες.

Άρα η αποχή των αριστερών χαντάκωσε την αριστερά;

Και πάλι όχι. Γιατί οι εκατοντάδες χιλιάδες νέοι-ες αντιφασίστες-ριες που αναφέραμε πριν, δεν ανήκουν στην αριστερά. Ίσως είναι δύσκολο να το χωνέψουν αλλά ο μέσος 20άρης-30άρης αντιφασίστας σήμερα δεν είναι αριστερός. Δηλαδή; Απορρίπτει την κομματική οργάνωση και την επαναστατική φλυαρία. Η νέα ριζοσπαστική γενιά της αποχής που λέγαμε παραπάνω, μοιάζει περισσότερο με κοινωνικό συνοδοιπόρο του αναρχικού χώρου παρά με εναλλακτική εκλογική πελατεία.

Σε κάθε εκλογική διαδικασία τα τελευταία χρόνια γίνεται ακόμα πιο σαφές ότι η εκλογική δεξαμενή της αριστεράς στους κόλπους της νεολαίας και του σύγχρονου ευέλικτου προλεταριάτου στερεύει. Και αυτό γιατί συνεχίζει να βαράει σκοπιά στο έθνος, την κοινοβουλευτική νομιμότητα και τον τραγέλαφο των εκλογών. Οι αριστεροί ψήφισαν, δεν απείχαν. Απλά αυτοί είναι όλοι κι όλοι. Οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι της αριστεράς μαζί με τους εθνικιστές και τους φιλελεύθερους έμειναν να ασχολούνται με τις εκλογές.

Η αριστερά λοιπόν έχασε ψήφους όχι από τους αριστερούς που δεν πήγαν στις κάλπες αλλά από τους αντιφασίστες και τις αντιφασίστριες που δεν ψήφισαν. Και κατά την εκτίμησή μας δεν θα ψηφίσουν ούτε τον Ιούλη, επιβεβαιώνοντας έτσι μια άβολη αλήθεια: ότι η ελληνική αριστερά «δεν έχει άλλους».

Η εκλογική καθίζηση της αριστεράς σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο αποτελεί την ήττα της ριζοσπαστικής εκδοχής του κοινοβουλευτισμού που σιγά-σιγά καταρρέει σε ολόκληρο τον κόσμο. Κι αν κάποιοι αισιόδοξοι ερμήνευσαν τις κραυγές των ΣΥΡΙΖΟPODEMOS ως σάλπισμα νίκης της ευρωπαϊκής αριστεράς, τώρα καταλαβαίνουν ότι δεν ήταν παρά ο επιθανάτιος ρόγχος της. Η εκλογική ήττα της αριστεράς όμως δεν σημαίνει ήττα του ταξικού αντιφασιστικού κινήματος αλλά ίσως το ακριβώς αντίθετο: την μαχητική του αναγέννηση, μέσα από το καμίνι της ευέλικτης εργασίας και την ζωτικότητα του μαχητικού αντιφασισμού.

  

Ας αφήσουμε τον κοινοβουλευτισμό να φυτοζωεί και ας οικοδομήσουμε τις κοινότητες μας

Μας είναι αδιανόητο πως άνθρωποι με κριτική σκέψη, επιτρέπουν στον εαυτό τους να παραιτείται και να επαναλαμβάνει δεκαετίες τώρα την ίδια μάταιη διαδρομή μέχρι το παραβάν, για να ψηφίσει ανάμεσα σε ημιθανείς ηλικιωμένους με σταυρωμένα ψηφοδέλτια και μάτσο πατριάρχες που υποδεικνύουν στη γυναίκα τους ακόμα και πώς να σφραγίσει τον φάκελο.

Παρόλα αυτά, όποιος/α καίγεται τόσο πολύ ας πάει να ψηφίσει μπας και αισθανθεί καλύτερα με τη μιζέρια του. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο η ψήφος καθαυτή όσο η παθητική πολιτική στάση που συνήθως τη συνοδεύει. Η αποχή δεν αποτελεί για μας κάποιου είδους θρησκεία. Αν αύριο χτυπήσει 90% με την εργατική τάξη χωρίς δομές και κλεισμένη σπίτι όπως σήμερα, ελάχιστα πράγματα θα αλλάξουν και δεν ξέρουμε αν θα είναι προς το καλύτερο. Κυβέρνηση θα βγει χωρίς να τίθεται ζήτημα νομιμότητας και η ζωή θα συνεχιστεί κανονικά με την τηλεόραση να παίζει και τα αφεντικά να πλουτίζουν. Με απλά λόγια η αποχή δεν συνιστά από μόνη της εξεγερσιακό γεγονός ούτε συνεπάγεται οργανωτική αναβάθμιση του κινήματος.

Δεν πανηγυρίζουμε με ανθρώπους που δεν ψηφίζουν επειδή αδιαφορούν για το τι συμβαίνει. Αντίθετα θέλουμε ανθρώπους που ενώνονται και προασπίζονται τα ταξικά τους συμφέροντα και τις συλλογικές ελευθερίες στη γειτονιά, στην πόλη, στη δουλειά, στα σχολεία, στα πανεπιστήμια. Ανθρώπους που ενώνονται σε ελευθεριακές κοινότητες αγώνα που δρουν από κοινού για την ικανοποίηση των συλλογικών αναγκών και την εκπλήρωσή των ατομικών επιθυμιών. Κοινότητες αγώνα που απλώνονται στην πόλη και την κατακτούν από τα κάτω, με κύτταρά τους τις Καταλήψεις, τα αυτοδιαχειριζόμενα στέκια, τις πολιτικές συλλογικότητες, τα πρωτοβάθμια σωματεία, τις εργατικές συνελεύσεις, τους αντιφασιστικούς πυρήνες, τις φεμινιστικές ομάδες, τα συνεργατικά εγχειρήματα, τους αυτοδιαχειριζόμενους συναυλιακούς χώρους, τους αυτοοργανωμένους αθλητικούς συλλόγους και ό,τι άλλο μπορεί να γεννηθεί όταν η ανθρώπινη δημιουργικότητα συναντά τον αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση.

Το ενεργό πολιτικά άτομο για μας, δεν έχει καμία σχέση με τη φιγούρα ενός φλύαρου κομματικού στελέχους. Αντιθέτως, είναι ο καθένας και η καθεμία που εντάσσεται σε μια κοινότητα αγώνα με τον τρόπο που βρίσκει πιο πρόσφορο. Αρκεί να ενταχθεί σε ένα από τα κύτταρά της και να έχει συνείδηση των συλλογικών συμφερόντων-αναγκών που υπηρετεί. Αυτό εχθρεύονται οι εκλογές. Την απελευθέρωση της ανθρώπινης δημιουργικότητας στη συνεργατική και εξωθεσμική της μορφή.

Και ποιο είναι το καθήκον σου στη δημοκρατία; Μισή μέρα δουλειά, μισή μέρα τηλεόραση -γιατί είσαι ψόφιος- και κάθε τέσσερα χρόνια ψήφος για να νιώσεις ότι η γνώμη σου μετράει. Θες και κάτι παραπάνω. Γίνε «ενεργός πολίτης». Κατέβα δημοτικός σύμβουλος, κάνε δημόσια σχόλια για τα σκουπίδια ή για τους ασυνείδητους που παρκάρουν σε θέσεις ΑΜΕΑ, γίνε πρόεδρος στον τοπικό πολιτιστικό σύλλογο και ούτω καθεξής. Με λίγα λόγια, ασχολήσου με κάτι ακίνδυνο, τετριμμένο που δεν απαιτεί παρά βασικές γνώσεις δημοτικού και εμπιστεύσου τα υπόλοιπα στα παιδιά με τα σακάκια.

Σε 80 χρόνια ζωής, ένας άνθρωπος ψηφίζει περίπου 30 φορές (εθνικές, ευρωεκλογές, δημοτικές κλπ.). Σύνολο, μερικές ώρες που αποτελούν την πολιτική δράση μας ως πολίτες. Αυτό μας προσφέρει η κοινοβουλευτική δημοκρατία για να υπερασπιστούμε τα συμφέροντα μας. Κι όλες τις υπόλοιπες, μας αφήνει ελεύθερους να παλεύουμε τα αυτοάνοσα που μας προκαλεί το άγχος, τις δουλειές που δεν θα έπρεπε να είναι δουλειές, την ελληνική γραφειοκρατία, τα καθάρματα της αστυνομίας, τους φασίστες της διπλανής πόρτας. Ψήφιζε κάθε 4 χρόνια βάσει φυσιογνωμίας (ποιον γουστάρεις περισσότερο στην τηλεόραση) και το υπόλοιπο διάστημα κράζε ελεύθερα στα καφενεία και στα οικογενειακά τραπέζια. Αυτό είναι όλο, δεν είσαι υπόλογος σε κανέναν, δεν έχεις ευθύνη για τίποτα.

Ο κοινοβουλευτισμός δεν σου ζητάει πολλά, μόνο την ίδια σου τη ζωή.

Εμείς λοιπόν δεν θα του τη δώσουμε. Δεν θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια, ούτε θα κοιτάξουμε την πάρτη μας για να ζήσουμε πιο ήσυχα. Δεν θα κοιτάμε τους φασίστες να δηλητηριάζουν την πόλη μας, ούτε τα ντόπια αφεντικά να παραβιάζουν όποια διάταξη έχει μείνει όρθια από την κατεστραμμένη εργατική νομοθεσία. Δεν θα κοιτάμε τους ομοφοβικούς να σπέρνουν τον φόβο και τους νοικοκύρηδες να μας πετάνε στον δρόμο για να κάνουν τα σπίτια μας airbnb.

 

Οργάνωση για τις εξεγέρσεις που έρχονται

Τον Ιούλιο έχουμε αλλαγή βάρδιας στον κρατικό μηχανισμό. Από την αριστερή στη δεξιά αντιεξέγερση. Όχι δεν είναι το ίδιο αλλά δεν ξέρουμε και τι είναι χειρότερο. Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι υποσχέσεις του δρομολόγησαν μια διαδικασία κινηματικής απερήμωσης που θα σταματήσει με τον Μητσοτάκη. Η άμεση καταστολή θα είναι σφοδρή και το ταξικό αντιφασιστικό κίνημα θα απαντήσει.

Δεν ξέρουμε αν η ΝΔ θα κλείσει περισσότερες καταλήψεις από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ξέρουμε σίγουρα ότι θα εντείνει το πετσόκομμα των προλεταριακών κατακτήσεων, θα γιγαντώσει την καταστολή, θα υψώσει περισσότερες ξενοδοχειακές μονάδες με δούλους των 600 ευρώ, θα σιγοντάρει περισσότερο τους φασίστες σε τοπικό επίπεδο.

Μαθημένα όμως τα βουνά απ’ τα χιόνια.

Η Ελλάδα δεν είναι Ελβετία. Εδώ ο δημόσιος χώρος είναι ακόμα ανθηρός. Η εργατική τάξη και ο αντιφασιστικός κόσμος δίνει ακόμα ζωή στους δρόμους και στις πλατείες. Και δεν πρόκειται να σταματήσει. Σε καιρούς που ο φασισμός αναγεννιέται ως πολιτικό κίνημα παγκοσμίως και κατακτά δρόμους και κοινοβούλια, εδώ συνεχίζουμε να κατέχουμε το πρώτο. Ας μείνει στο γκέτο της βουλής για όσο ακόμα τον συντηρούν οι αστοί επιχειρηματίες και οι μικροαστοί νοικοκυραίοι του. Στην πραγματική ζωή δεν θα επιβληθεί ποτέ.

Εδώ και 10 περίπου χρόνια, από την έναρξη δηλαδή της μνημονιακής επίθεσης και την πολιτική αναδιοργάνωση του φασισμού καταφέραμε αρκετά. Οι δυνάμεις του ανεξάρτητου μαχητικού συνδικαλισμού έδειξαν ότι οι προλεταριακές κινητοποιήσεις μπορούν να δημιουργήσουν το δικό τους έδαφος, μακριά και ενάντια στα συνδικαλιστικά βαμπίρ. Ο μαχητικός αντιφασισμός απέδειξε ότι η τόλμη και η οργάνωση μπορούν να συντρίψουν τους φασίστες. Ακόμα και στο μακεδονικό που τα πάντα -από την αστυνομία μέχρι τα κανάλια- ήταν με το μέρος τους, η πραγματική ισχύς των φασιστών στον δρόμο αποδείχτηκε πενιχρή μπροστά στην αποφασιστικότητα και την εμπειρία των δυνάμεων του μαχητικού αντιφασισμού.

Η συμβολή του ελευθεριακού χώρου σε όλα τα παραπάνω είναι κάτι περισσότερο από καθοριστική. Η διάχυσή του σε μαχητικά ταξικά σχήματα και η τόλμη του απέναντι στους φασίστες, κινητοποίησαν αρκετό κόσμο, ακόμα κι αν οι αριθμοί είναι προς στιγμήν περιορισμένοι. Συν τοις άλλοις, όλα τα παραπάνω απέδειξαν την οξυδέρκεια των αναλύσεών του στο πεδίο του ταξικού αγώνα και της αντιφασιστικής τακτικής. Μια προλεταριακή οξυδέρκεια που τα ινστιτούτα των σταλινικών μάνατζερ της εργατικής τάξης δεν θα κατακτήσουν ποτέ.

Το τέλος της αριστερής διακυβέρνησης, μπορεί να συνοδεύεται από τη γενική καθίζηση της αριστεράς, όχι όμως κι από τη δική μας. Στον νέο πόλεμο που έρχεται θα είμαστε εκεί από την αρχή. Οι ελευθεριακές πολιτικές δυνάμεις, τα μαχητικά εργατικά σχήματα και ο στρατός του μαχητικού αντιφασισμού πρέπει να βγουν και πάλι στην πρώτη γραμμή όπως το έκαναν τα τέσσερα τελευταία χρόνια, παρά το κινηματικό μαρμάρωμα που προκάλεσαν οι συριζαίικες σειρήνες.

Να οργανωθούμε για τα εξεγερσιακά γεγονότα των επόμενων χρόνων. Να προετοιμάσουμε την προλεταριακή άμυνα. Να ανάψουμε τη φλόγα της προλεταριακής εξέγερσης, στέλνοντας σινιάλο ελπίδας και αντίστασης σε όλο τον κόσμο.

 

ΟΥΤΕ ΒΗΜΑ ΠΙΣΩ

 

αναρχική συλλογικότητα

Οκτάνα

μέλος της Αναρχικής Ομοσπονδίας

oktana.espivblogs.net

 

Από την άμπωτη του αριστερού πατριωτισμού στην παλίρροια του ταξικού αντιφασιστικού κινήματος

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Kritik

Kritik

«Η επίθεση πρέπει να προετοιμαστεί προσεκτικά

όχι πλέον κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι αλλά δύναμη ενάντια σε δύναμη

μπορούμε ν’ ακούσουμε την ηχητική σχίση

το αίμα ρέει στη νέα ζωή που έρχεται»

Εγχειρίδιο επιβίωσης στην αγωνία του κεφαλαίου

Το βιβλίο αυτό αποτελεί μέρος της παράδοσης των «καλλιτεχνικών βιβλίων». Είναι δηλαδή ο καρπός μιας σοφής συνάθροισης εικόνων και κειμένων που εκπονούνται από ανελέητους κριτικούς (μερικών με διεθνή φήμη) για την κρίση του καπιταλιστικού πολιτισμού.
Αυτοί ενώθηκαν σε αυτή την περιπέτεια αποδεχόμενοι την πρόταση ενός πλήρως αντί-συγγραφικού ανωνυμάτου, συμμετέχοντες έτσι στην πραγματοποίηση ενός «συλλογικού έργου».
Στο βιβλίο, οι διάφορες κριτικές στο καπιταλιστικό σύστημα επικεντρώνονται στις αγωνιώδεις εκδηλώσεις των κύριων οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών δομών του, χρησιμοποιώντας τα διαφορετικά αρχεία καταγραφής της επιστημονικής ανάλυσης, της αφήγησης, της εικόνας. Όμως σε ανασκόπηση περνούν οι εξαιρετικές μορφές αντίστασης που άτομα, ομάδες και κινήματα ήξεραν να επινοήσουν και να εκφράσουν ενάντια στις ψυχικές και περιβαλλοντικές καταστροφές που ο παλαιός κόσμος που καταρρέει έχει καθορίσει και καθορίζει. Το αποτέλεσμα που προκύπτει για τον αναγνώστη είναι η προσέγγιση ενός χρήσιμου εργαλείου (ενός «εγχειριδίου», ακριβώς) για να κατανοήσουμε τις μη αναστρέψιμες κρίσεις στις οποίες έχουμε βυθιστεί. αλλά και ένα υποβλητικό και ελκυστικό αντικείμενο που πρέπει να εξεταστεί με μια παιχνιδιάρικη, οπτική και καλλιτεχνική προσέγγιση. Ενδιαφέρον για τη μοναδική και συναρπαστική «δομή» αυτού του βιβλίου θα έχουν πάνω απ’ όλα οι νέοι και οι πολύ νέοι, επειδή είναι συνηθισμένοι, μέσω της διαδεδομένης χρήσης των νέων μέσων, σε μια αποσπασματική και πολλαπλών ειδικοτήτων κατανάλωση των γνώσεων και μια οπτική αντίληψη βασισμένη στην επιλεκτικότητα και τη φινέτσα.

Kritik

Έψαχνα μια ήρεμη θάλασσα αλλά βρήκα εσένα

on .

 

Παραθέτουμε ένα απόσπασμα των «Εννέα καλών λόγων για να ξεκινήσουμε από το μηδέν» που δημοσιεύτηκε στο Kritik. Prontuario di sopravvivenza all’agonia del capitale,Εγχειρίδιο επιβίωσης στην αγωνία του κεφαλαίου (DeriveApprodi, στα βιβλιοπωλεία από 12 απριλίου 2019)

 

1. Το Κίνημα δεν υπάρχει πλέον. Μην ανησυχείτε, μείνετε ήσυχοι: δεν αναφερόμαστε στα κοινωνικά κινήματα, που ακόμα και τα τελευταία χρόνια, μερικές φορές εμφανίστηκαν, με αποσπασματικό, σποραδικό τρόπο, χωρίς να συνθέτουν κύκλο, με διφορούμενες και αντιφατικές γλώσσες, πρακτικές και αξιώσεις. Αλλά είναι και ίσως όλο και περισσότερο θα είναι έτσι, τα κινήματα μέσα στη μόνιμη κρίση είναι τερατώδη και μπάσταρδα πλάσματα. Εμείς – αν αυτή η αντωνυμία εξακολουθεί να έχει νόημα, εκεί όπου το Κίνημα δεν υπάρχει πια – καταλαβαίνουμε πολύ λίγο αυτά τα πλάσματα, επειδή δεν ανταποκρίνονται στις επιθυμίες μας, στους κώδικες μας, στη ρητορική μας. Αντίθετα, τα απορρίπτουμε συχνά, τα χαρακτηρίζουμε ως αντιδραστικά, συγχαίρουμε τους εαυτούς μας όταν η προφητεία είναι αυτοεκπληρούμενη. Σπάνια αντιθέτως προσπαθούμε να μας εκτοπίσουμε παραγωγικά: είναι αναμφισβήτητα πιο εύκολο να καταγγείλουμε την ασχήμια του τέρατος για να απαλλαγούμε από την ανεπάρκεια μας, αντί να αναρωτηθούμε συγκεκριμένα για τις δικές μας ανεπάρκειες ώστε να τοποθετήσουμε τους εαυτούς μας μέσα στα σπλάχνα του ανησυχητικού πλάσματος.

Λοιπόν, το κίνημα για το οποίο μιλάμε και το οποίο δεν υπάρχει πλέον είναι εκείνο της ιταλικής ανωμαλίας των χρόνων ’60 και ’70, της αλληλεπίδρασης μεταξύ αυτόνομης οργάνωσης και ταξικής αυτονομίας, μεταξύ σχεδίου έργου και αγώνα, μεταξύ ομάδων και διαδικασιών σύγκρουσης. Ήταν πραγματικά, σε εκείνη τη συγκεκριμένη συγκυρία, το κίνημα που καταργεί την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων. Είναι εκείνη η ανωμαλία, με μια ισχυρή έννοια, που μας επέτρεπε να ονομάσουμε τους εαυτούς μας ως «αγωνιστές του κινήματος» στη δεκαετία του ’80 και του ’90 χωρίς να χρειάζεται να δώσουμε περαιτέρω εξηγήσεις. Αυτό δεν συνέβαινε σε άλλα μέρη του κόσμου, όπου για κίνημα εννοούν απλά μια κινητοποίηση που αρχίζει και τελειώνει, γύρω από μια περιορισμένη αξίωση, και όπου ο σκληρός όρος του αγωνιστή αντικαθίσταται από την υγρή μορφή του ακτιβιστή.Τώρα, και όχι μόνο από σήμερα, είναι σαφές σε όλους ότι αυτή η ανωμαλία επιβιώνει μόνο ως ιδεολογική ταυτότητα, ή αν θέλουμε σαν λαμπρή γενεαλογία. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι επαναστάσεις δεν γίνονται με την ταυτότητα, την ιδεολογία ή την απλή γενεαλογία, είναι απαραίτητο να προχωρήσουμε. Όχι για χάρη του νέου, λέξη από μόνη της κενή και χωρίς νόημα, αλλά για το άχρηστο της νοσταλγίας, δηλαδή να φορέσουμε τα ρούχα του νεκρού για να αποφύγουμε το πένθος, να μην το επεξεργαστούμε.

Μετά το τέλος του Κινήματος, υπάρχει μόνο κατακλυσμός, μοναξιά και απελπισία; Όχι, καθόλου. Υπάρχει ανάγκη να αρχίσουμε πάλι. Επειδή κατά βάθος οι επαναστάτες μαχητές πάντα ξεκινούν απ’ την αρχή. Και όταν σταματούν να ξαναρχίζουν, σταματούν να είναι επαναστάτες αγωνιστές.

[…]

4. Το μέλλον είναι νεκρό. Ακούμε ήδη το βουητό του θορύβου στο παρασκήνιο: ιδού εκεί, αυτοί που κολακεύουν το νιχιλιστικό εξτρεμισμό. Χαλαρώστε και προσπαθήστε να σκεφτείτε, αν είστε σε θέση. Ο μηδενισμός, κυρίως μεταξύ των νέων, είναι ένα γεγονός. Είναι ένα πρόβλημα; Φυσικά, είναι ένα πρόβλημα. Αλλά αυτό το πρόβλημα είναι μέσα στα πράγματα, όχι στα λόγια που περιγράφουν τα πράγματα. Είναι ο μηδενισμός που παράγεται από το κεφάλαιο και από την κρίση. Είναι ο μηδενισμός της χρηματοδότησης και των λύκων της Wall Street ως μοντέλο ζωής. Είναι ο μηδενισμός των προσδοκιών που δεν βρίσκονται άλλο σε φθίνουσα πορεία, αλλά έχουν πλέον φθίνει. Σύντροφοι και συντρόφισσες, αν πραγματικά σας κοστίζει μεγάλη κούραση να κάνετε έρευνα και όχι ιδεολογία, τουλάχιστον την ώρα που πηγαίνετε στο κοινωνικό κέντρο ή στο πανεπιστήμιο συντονίστε το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου στα hit του καλοκαιριού. «Μόνο για απόψε – αγάπη και capoeira», «ένα αύριο δεν θα υπάρξει – λίγο σαν τις ιστορίες στο instantgram», «απόψε δεν θα σου πω όχι», και ούτω καθεξής. Προσοχή, δεν είναι η χαρούμενη κατάληψη του παρόντος του νεανικού προλεταριάτου, πίσω από το οποίο έδυε η θρησκευτική ηθική των θυσιών του κομμουνιστικού κόμματος. Και δεν είναι ούτε το no future των πανκ, σε ένα μίγμα θυμού και απόρριψης, απελπισίας και αυτοαποκλεισμού από μια κοινωνία που πήγαινε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό το presentism είναι εξ ολοκλήρου εσωτερικό στη μόνιμη κρίση και στην ριζοσπαστική ασυμμετρία των σχέσεων εξουσίας της, των ισορροπιών δυνάμεων αυτής, είναι η παραιτημένη συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχουν προσδοκίες και σημασία έχει απλά να απολαμβάνεις αυτό το λίγο που έχεις. Είναι ένας παθητικός, μη ενεργός μηδενισμός.

Το πρόβλημα δεν είναι να καταδικάσουμε όσους καίγουν τα πάντα. Οι αριστεροί το κάνουν αυτό γιατί φοβούνται ότι αργά ή γρήγορα κάποιος θα τους δώσει φωτιά και αυτούς. Το πρόβλημα είναι πώς οργανώνουμε προοπτική από την τέφρα, που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το μέλλον, διότι έχει τις ρίζες στην ουσιαστικότητα-την υλικότητα του παρόντος, εκείνου που είμαστε και εναντίον αυτού που προσπαθούμε να είμαστε. Πως αναλαμβάνουμε την αποτυχία των προοπτικών που προσφέρει το κεφάλαιο με ενεργό και όχι παθητικό τρόπο, δηλαδή σαν ευκαιρία για να οικοδομήσουμε απόλυτα αυτόνομες προσδοκίες. Πως κάνουμε δική μας την υπόθεση πως η ρήξη είναι μια διαδικασία και όχι ένα γεγονός, ένα θέλουμε τα πάντα και δεν ικανοποιούμαστε με τα περιθώρια, συλλογική αυτονομία και όχι τις παρενθετικές κοινότητες.

[…]

6. Δεν είμαστε εμείς εξτρεμιστές, η πραγματικότητα είναι ακραία. Η τυπικά δημοκρατική και αριστερή ιδέα σύμφωνα με την οποία η μετριοπάθεια των τόνων αντιστοιχεί σε μια διεύρυνση της συναίνεσης, υπήρξε πάντοτε πολιτικά βλαβερή, δηλητηριώδης. Στην πραγματικότητα βασίζεται σε μια ποσοτική αντίληψη της πολιτικής, οπότε κοιτάζουμε τα νούμερα και όχι την υποκειμενική δυναμικότητα. Αυτή η αντίληψη μπορεί να είναι χρήσιμη για όσους πρέπει να πάρουν ψήφους, είναι καταστροφική για όσους τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς θέλουν να καταστρέψουν. Ή είναι χρήσιμη για εκείνους που θέλουν να αναπαράγουν το δικό τους θεσμό, όσο loser και oριακός κι αν είναι, της πλάκας: και επιστρέφουμε στην ικανοποίηση για τους δύο επισυναπτόμενους συντρόφους. Σύγκρουση και συναίνεση, έλεγαν πριν από είκοσι χρόνια εκείνοι που έκαναν τα γλυκά μάτια στην κοινωνία των πολιτών (brrrr!), Πράγμα που σήμαινε: να προσποιούνται ότι κάνουν τη σύγκρουση με σκοπό να καταφέρουν συναίνεση για τους εαυτούς τους.

Ωστόσο, σήμερα εκείνη η ιδέα είναι επίσης ψευδής, επειδή η κρίση παράγει μια κοινωνική πόλωση στην οποία αντιστοιχεί μια πόλωση των συμπεριφορών, των παθών, των δυνατοτήτων. Πάντα συνέβη με αυτόν τον τρόπο, υπάρχουν φάσεις στις οποίες τα όρια μεταξύ επανάστασης και αντίδρασης στεγνώνουν. και το όριο μεταξύ των δυνατοτήτων κινητοποίησης με μια έννοια ή με την αντίθετη έννοια, είναι φευγαλέο εφήμερο και αναστρέψιμο.Αυτή η αναστρεψιμότητα δεν διαρκεί για πάντα: όταν σταθεροποιείται, το σύνορο παύει να είναι φευγαλέο. Μέχρι τότε, ισχύει αυτό που λέει ο ποιητής: όπου ο κίνδυνος είναι μέγιστος, εκεί αναπτύσσεται και αυτό που σώζει. Σήμερα είναι η σύγκρουση που περιέχει μέσα της την συναίνεση. Οι αντιδραστικοί το έχουν καταλάβει, «εμείς» όχι.

Όταν σήμερα ακούτε κάποιον να καλεί σε δημοκρατικά μέτωπα, να ξέρετε ότι είναι ένας εχθρός. Επειδή τα μέτωπα είναι ο εχθρός μας, που σημαίνει να ρίχνουμε νερό στο μύλο εκείνων που θέλουν να διατηρήσουν το status quo. Και, πάνω απ ‘όλα, μας είναι εχθρική η δημοκρατία, ένας εξαιρετικός μηχανισμός αποπολιτικοποίησης και εξάντλησης της υποκειμενικότητας. Η δημοκρατία δεν αρνείται τη δυνατότητα της σύγκρουσης, αλλά την αναισθητοποιεί και επιλύει μέσα στα όρια της συναίνεσης, δηλαδή των ίδιων των μορφών της αυτοαναπαραγωγής. Ο ποιητής σήμερα θα έλεγε: εκεί όπου αμφισβητείται η δημοκρατία, εκεί αυξάνεται και αυτό που σώζει. Προσθέτουμε: όπου υπάρχει η αριστερά και η δημοκρατία, πυροβολούμε χωρίς έλεος. Χωρίς δάκρυα για τα τριαντάφυλλα.

[…]

8. Έτσι, αγαπητές συντρόφισσες και αγαπητοί σύντροφοι προσκολλημένοι στις γκροτέσκες βεβαιότητες της κενής ταυτότητας σας, οι δρόμοι μας χωρίζονται αμείλικτα. Χωρίς πολεμικές, χωρίς μίσος, χωρίς μνησικακία. Δεν είστε εχθροί μας ούτε αντίπαλοι μας. Απλά, είστε άχρηστοι. Δεν αισθανόμαστε κανένα θυμό προς εσάς. Νιώθουμε κάτι που ίσως είναι πολύ χειρότερο: θλίψη και πόνο. Αν έχουμε χρόνο σας λέμε γρήγορα αντίο. Εάν αποφασίσετε να επιβιώσετε, αναπαράγοντας αυτό που είστε, δεν θα ξανασυναντηθούμε. Εάν αποφασίσετε να πεθάνετε για να ξαναγεννηθείτε, ξέρετε πού να μας βρείτε: μέσα και ενάντια σε μια πραγματικότητα που φτάνει απλά να την κοιτάξετε για να αισθανθείτε μίσος και θέληση να την καταστρέψετε.

9. Εμείς δεν είμαστε αιώνιοι: πρέπει να πεθάνουμε για να κατακτήσουμε την αθανασία. Πρέπει να μπαίνουμε συνεχώς σε κρίση για να γινόμαστε αυτό που πάντα υπήρξαμε. Είναι γνωστό ότι ένας από τους πιο όμορφους αν και ασυνείδητους ορισμούς του επαναστάτη αγωνιστή τον έδωσε ο Άγιος Παύλος: είμαστε άντρες και γυναίκες μέσα σε αυτόν τον κόσμο, όχι αυτού του κόσμου. Σήμερα πολλοί από εκείνους που βρίσκονται γύρω μας και στους οποίους είπαμε αντίο έχουν επιλέξει να είναι το αντίθετο: άντρες και γυναίκες αυτού του κόσμου, όχι μέσα – και κατά συνέπεια ενάντια σε – αυτόν τον κόσμο. Το άτομο είναι μόνο του, είπαμε. και είναι μόνη η οργάνωση που αναδιπλώθηκε για τη διαχείριση της ύπαρξης της, προσθέσαμε. Η συνειδητοποίηση των ηττών μας είναι αυτό που μας επιτρέπει να κάνουμε, εκ νέου και πάντα, την έφοδο στον ουρανό. Πίσω από τις αυτάρεσκες και θριαμβευτικές ρητορικές σας εμείς βλέπουμε την αποδοχή της χειρότερης ήττας: τη μοναξιά όσων από εκείνη την έφοδο έχουν οριστικά παραιτηθεί. Το έχετε βάλει στις ιστοσελίδες σας και το εκτυπώνετε στις μπλούζες σας επειδή δεν υπάρχει πλέον μέσα στο κεφάλι σας και στον τρόπο να ενεργείτε, να δράτε.

Και τότε, η μοναξιά μπορεί να νικηθεί μόνο μέσα στην μαχητική συνέρευνα μέσα στην ταξική σύνθεση, δηλαδή μέσα στο χάος, τις αντιφάσεις και τις αμφισημίες που την εμψυχώνουν, της δίνουν ζωή και την θρυμματίζουν. Μέσα και ενάντια. Να θρέφουν την οργάνωση με αυθορμητισμό και να οδηγούν την οργάνωση μέσα στον αυθορμητισμό. Η αυτονομία ήταν πάντα αυτό: είναι η οργάνωση που αντικατοπτρίζει και στοχάζεται επάνω στον αυθορμητισμό της, είναι ο αυθορμητισμός που αντικατοπτρίζει και στοχάζεται πάνω στη δική του οργάνωση. Είναι ένα στοίχημα που πηγαίνει στη ρίζα, θέτοντας σε λειτουργία εκείνο (to λίγο) που έχουμε, για να μπορέσουμε να κατακτήσουμε εκείνο (to πολύ) που επιθυμούμε.

Αν ψάχνετε μια ήρεμη θάλασσα για να απολαύσετε μια ιδεολογική ταυτότητα, μείνετε μακριά από αυτά τα κύματα. Εμείς ψάχνουμε ξανά την καταιγίδα. Είναι άχρηστο να ξεφορτώνουμε τις ανεπάρκειες μας επάνω στην υπάρχουσα υποκειμενικότητα. Εσείς που βλέπετε βαθύ σκοτάδι παντού, αναρωτηθείτε εάν είναι οι φακοί σας, τα γυαλιά σας που είναι σκούρα ή κοιτάζετε προς λάθος κατεύθυνση. Λοιπόν, δεν το έχετε καταλάβει ακόμα; Κανείς δεν κοιμάται – υπάρχει ο ήλιος ακόμα και τη νύχτα – το έχω πει χιλιάδες φορές – όλα μπορούν να συμβούν. Είμαστε έτοιμοι για κάτι περισσότερο από μια ξεχωριστή βραδιά;

 

Αν ψάχνετε μια ήρεμη θάλασσα για να απολαύσετε μια ιδεολογική ταυτότητα, μείνετε μακριά από αυτά τα κύματα. Εμείς ψάχνουμε ξανά την καταιγίδα. Είναι άχρηστο να ξεφορτώνουμε τις ανεπάρκειες μας επάνω στην υπάρχουσα υποκειμενικότητα. Εσείς που βλέπετε βαθύ σκοτάδι παντού, αναρωτηθείτε εάν είναι οι φακοί σας, τα γυαλιά σας που είναι σκούρα ή κοιτάζετε προς λάθος κατεύθυνση. Λοιπόν, δεν το έχετε καταλάβει ακόμα; Κανείς δεν κοιμάται – υπάρχει ο ήλιος ακόμα και τη νύχτα – το έχω πει χιλιάδες φορές – όλα μπορούν να συμβούν. Είμαστε έτοιμοι για κάτι περισσότερο από μια ξεχωριστή βραδιά;

 

http://commonware.org/index.php/gallery/879-cercavo-un-mare-calmo-ma-ho-trovato-te

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

μιλά ο Salvatore Ricciardi στην κατάληψη Terra Incognita

Per Comp greci για τους έλληνες Συντρόφους

= ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ –

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στις γειτονιές της Ρώμης που εκείνη την εποχή ήταν πολύ πολιτικοποιημένες και αριστερές: Garbatella και Testaccio, έγιναν σήμερα γειτονιές μικρής- μεσαίας αστικής τάξης και ψυχαγωγίας. Η γέννησή μου συνέπεσε με την αρχή εκείνης της σφαγής στην οποία το καθεστώς έριξε τη χώρα, τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Ένας πόλεμος, πέρα από μια μεγάλη σφαγή, είναι επίσης μια θύελλα κοινωνικής κινητικότητας. Φτωχοποιεί κάποιους και πλουτίζει άλλους. Όσοι πλουτίζουν είναι οι πιο έξυπνοι, εκείνοι που δεν έχουν ενδοιασμούς, αυτοί που είναι διατεθειμένοι να κλέψουν από τους νεκρούς, να εκμεταλλευτούν την πείνα και τη δυστυχία των άλλων. Μετά από κάθε πόλεμο εμφανίζονται τα χειρότερα στοιχεία της ανθρωπότητας, εκείνοι που γίνονται η νέα άρχουσα τάξη χρήσιμη στην διατήρηση της καπιταλιστικής τάξης.

Στις γειτονιές ήταν συνεχείς οι βίαιες επιθέσεις από ιδιοκτήτες κτιρίων (επιχειρηματίες εργολάβοι) οι οποίοι, σε συνεργασία με τους διοικητικούς διαχειριστές της πόλης, έκλεβαν εκείνο τον λίγο πράσινο και ελεύθερο χώρο που υπήρχε.

Η παραμορφωμένη ανάπτυξη της δεύτερης μεταπολεμικής περιόδου προκάλεσε μια μαζική μετανάστευση στη δεκαετία του ’51 -61: ο Νότος παρουσίαζε ένα αρνητικό δημογραφικό ισοζύγιο 1.700.000 μονάδων. Ο πληθυσμός στο νότο μειώνονταν. Ταυτόχρονα, η πόλη του Τορίνο αύξανε τον πληθυσμό της κατά 50% και η Fiat πολλαπλασίαζε τους υπαλλήλους της από 50.000 στη δεκαετία του ’50 σε 128.000 το 1968, σε 140.000 το ’69. Στη δεκαετία μεταξύ του ’52 και του ’62, περίπου 15.000.000 ιταλοί, περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού, άλλαξαν διαμονή. Ποτέ δεν υπήρξε, μια τόσο μεγάλη κινητικότητα, στη χώρα.

= ΞΑΝΑΡΧΙΖΕΙ Η ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ –

Η δεκαετία του ’50 υπήρξαν χρόνια σκληρής κυβερνητικής καταπίεσης και από τους εργοδότες, η κυβέρνηση ήθελε να εξαλείψει την ταξική σύγκρουση, χτυπώντας τα αριστερά συνδικάτα (Cgil), τo KKI- PCI και το ΣΚΙ-PSI με κάθε δυνατό τρόπο.

Η πρώτη διαδήλωση στην οποία πήρα μέρος τους πρώτους μήνες των χρόνων Εξήντα ήταν κατά της κυβέρνησης Tambroni, όταν οι Χριστιανοδημοκράτες (DC) προσπάθησαν να «ανοιχτούν προς τα δεξιά», τους φασίστες και τους μοναρχικούς.

Πιθανότατα αυτά ήταν τα χαρτιά που έριχνε στο τραπέζι η DC για να πείσει τους σοσιαλιστές να εισέλθουν στον κυβερνητικό χώρο (κεντροαριστερή υπόθεση) τηρώντας ορισμένες προϋποθέσεις: βοήθεια στις επιχειρήσεις, πολιτικές στενότητας για τους προλετάριους και πίστη στον ατλαντισμό, διαφορετικά ήταν έτοιμη η συμμαχία με τους φασίστες και τους μοναρχικούς. Ίσως υπήρχε και το χεράκι του Βατικανού και του Λευκού Οίκου.

Ο Tambroni παρουσιάζεται στην βουλή για να εγκαταστήσει μια μειοψηφική κυβέρνηση με μόνη την DC, αλλά αποκτά τις ψήφους του Msi (κατά γενική ομολογία πρώην φασίστες). Ένταση στη χώρα, και οι φασίστες θέλουν να την καβαλήσουν διοργανώνοντας το συνέδριο του κόμματος στη Γένοβα, χρυσό μετάλλιο της αντίστασης, κόκκινη και εργατική πόλη. Το εργατικό Κέντρο καλεί σε απεργία και πορεία στις 30 ιουνίου η οποία ολοκληρώνεται με συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας, με αυτή την τελευταία να τα βρίσκει σκούρα και τον διοικητή των ομάδων ταχείας επέμβασης-celere (ομάδες αστυνομικών που εκπαιδεύονται να εφορμούν στις διαδηλώσεις) να καταλήγει, heheheh, μέσα στα νερά του συντριβανιού της Piazza De Ferrari. Το Msi αναγκάζεται να ακυρώσει το συνέδριο.

Οι συγκρούσεις συνεχίζονται σε ολόκληρη τη χώρα ενάντια στην κυβέρνηση Tambroni. Στις 6 ιουλίου στη Ρώμη συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας η οποία μάλιστα επιτίθεται στην κεφαλή της πορείας που σχηματίστηκε από παρασημοφορημένους παρτιζάνους, την προηγούμενη ημέρα, στις 5 ιουλίου, η αστυνομία πυροβολεί στην Licata (Σικελία) και σκοτώνει τον Vincenzo Napoli, 25 χρόνων, τραυματίζοντας σοβαρά άλλους είκοσι τέσσερις διαδηλωτές. Στις 7 Ιουλίου, στο Reggio Emilia, η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 5 διαδηλωτές: τον Afro Tondelli (35χρονο εργάτη παρτιζάνο της 76° Sap), τον Lauro Farioli, 22 χρόνων, τον Marino Serri, 41 χρόνων [παρτιζάνο της 76ης Ταξιαρχίας], τον Ovidio Franchi (έναν 19χρονο εργάτη), τον Emilio Reverberi (39 ετών, εργάτη, είχε απολυθεί επειδή ήταν κομμουνιστής το 1951 από τις Officine Meccaniche Reggiane, παρτιζάνος στην 144η Ταξιαρχία).

Στο Palermo η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει 4 άτομα, 40 τραυματίστηκαν, 300 προσήχθησαν: τον Francesco Vella (42 ετών, μάστορα οικοδόμο και οργανωτή των οικοδομικών συνδικάτων την ώρα που βοηθούσε ένα νεαρό), τον Giuseppe Malleo (16 ετών, οικοδόμο μαθητευόμενο, στρατευμένο στην κομμουνιστική νεολαία, πέθανε στις 29 δεκεμβρίου. Σκοτώνεται επίσης ο Andrea Gangitano, άνεργος 18χρονος χειρωνάκτης. Την Rosa Barbera 53 χρόνων βρίσκει μια σφαίρα την ώρα που έκλεινε τα παραθυρόφυλλα. Οι τραυματίες από πυροβόλα όπλα είναι 40. Στην Catania, ο Salvatore Novembre, 19 χρόνων, άνεργος, σφαγιάζεται από χτυπήματα γκλομπ στην πλατεία Stesicoro. Καταρρέει αιμόφυρτος στη γη. Ενώ χάνει τις αισθήσεις του ένας αστυνομικός τον πυροβολεί επανειλημμένα, σκόπιμα. Ένα, δύο, τρία χτυπήματα τον μακελεύουν, μέχρι το σημείο να καταστεί αγνώριστος. Η αστυνομία εμποδίζει, με τα αυτόματα στα χέρια, όλους εκείνους που θέλουν να βοηθήσουν τον νεαρό ο οποίος, καθώς το αίμα απλώνεται επάνω στο πεζοδρόμιο, σβήνει αργά.

Κόστισε 11 νεκρούς, δεκάδες και δεκάδες τραυματιών, εκατοντάδες συλλήψεων αυτή η μανούβρα της Dc.

= PIAZZA STATUTO 1962  –

Τα υψηλότερα σημεία της επανάληψης της ταξικής σύγκρουσης έλαβαν χώρα στο Τορίνο τον ιούνιο του 1962 με 24ωρη εθνική απεργία που κήρυξαν τα τρία συνδικάτα Fiom, Fim, Uilm. Μετά από σχεδόν εννέα χρόνια εκφοβισμού του Valletta (προέδρου Fiat), οι εργάτες της Fiat «έσπασαν τον πάγο», όπως λένε εδώ, και κατέβηκαν σε απεργία με όλους τους άλλους μεταλλουργούς. Μεταρρυθμίζεται το εργατικό μέτωπο; Μεταρρυθμίζεται η εργατική ενότητα; Είναι μοναχά ανταρσία ή είναι και συνειδητοποίηση; Ο Valletta κλείνει τη Fiat για 48 ώρες στις 25 ιουνίου. Πρόκειται για ένα  lockout. O Valletta έχει καταλάβει ότι πρέπει να διακόψει την εργατική ανάκαμψη, πρέπει να ηρεμήσει την κατάσταση. Το κατάλαβε αυτό νωρίτερα και καλύτερα από το PCI και την Cgil. 26 ιουνίου, τώρα τα νέα είναι σαφέστερα: η Fiat έχει κλείσει και θα πληρώσει μόνο το έκτακτο των 27.000 λιρετών σε όλους. «Οι Agnelli και Valletta αποδρούν μπροστά στον αγώνα των εργατών», γράφει ένα άρθρο της «Unita». 27 ιουνίου, μια άλλη ημέρα απεργίας και πικετοφοριών μπροστά στη Fiat, στα μεσαία και μικρά εργοστάσια.

Στις 7 ιουλίου, η Fiom και η Fim κηρύττουν απεργία όλων των μεταλλουργών του Τορίνο. Έξω από το Mirafiori και τα άλλα εργοστάσια σημειώθηκαν βίαιες συγκρούσεις μετά τις πικετοφορίες, οι εργάτες μπλοκάρουν τις εισόδους, αναποδογύρισαν αυτοκίνητα και χτύπησαν μερικά ηγετικά στελέχη της διοίκησης χωρίς η αστυνομία να καταφέρει να ελέγξει την κατάσταση. Στη διάρκεια του πρωινού υπήρξε η φήμη ότι η Uil και η Sida, το «κίτρινο» εργοδοτικό συνδικάτο, είχαν φτάσει σε ξεχωριστή συμφωνία με τη διοίκηση της Fiat. Μετά από αυτό 7000 εργάτες, σε απόγνωση από αυτήν την είδηση, συγκεντρώθηκαν το απόγευμα στην πλατεία Statuto μπροστά στην έδρα της Uil. Για δύο ημέρες εκείνη η πλατεία υπήρξε θέατρο μιας εκπληκτικής σειράς συγκρούσεων μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας: η πρώτοι, οπλισμένοι με σφεντόνες, ραβδιά και αλυσίδες. Βιτρίνες και παράθυρα σπασμένα, στοιχειώδη οδοφράγματα, τα κορδόνια της αστυνομίας δέχονται επανειλημμένες επιθέσεις, οι αστυνομικοί απαντούν εφορμώντας στα πλήθη με τα τζιπ, πνίγοντας την πλατεία με δακρυγόνα και χτυπώντας τους διαδηλωτές με τα κοντάκια των τουφεκιών. Οι συγκρούσεις παρατείνονται μέχρι αργά το βράδυ τόσο σάββατο 7 όσο δευτέρα 9 ιουλίου 1962. Χίλιοι διαδηλωτές συλλαμβάνονται από την αστυνομία και πολλοί μηνύονται.Οι εφημερίδες και ιδιαίτερα η «La Stampa» (εφημερίδα του Τορίνο) ξεσπούν ενάντια στους διαδηλωτές.

Τα συνδικάτα, το Psi και τo Pci, όλοι συμφώνησαν ότι οι συγκρούσεις υπήρξαν το αποτέλεσμα της δράσης «προβοκατόρων». Ο Diego Novelli, ο μελλοντικός κομμουνιστής δήμαρχος του Τορίνο, δήλωσε ότι πολλοί νεαροί είχαν λάβει 1500 λιρέτες και τσιγάρα για να δημιουργήσουν ταραχές στην πλατεία. Ωστόσο, όταν έφτασε η ημέρα της δίκης, ήταν δύσκολη η αποφυγή της ανησυχητικής αλήθειας: η συντριπτική πλειοψηφία όσων συμμετείχαν στις ταραχές της piazza Statuto ήταν νεαροί εργάτες, εκ των οποίων τουλάχιστον οι μισοί ήταν νότιοι.       [Dario Lanzardo, La rivolta di Piazza Statuto- η εξέγερση της Πλατείας Statuto, 1979]

*Τα παιδιά του ιουλίου ’60 έφεραν το θυμό τους μέχρι μέσα στις θέσεις εργασίας τους, τώρα, το ’62, η ίδια γενιά έφερνε τον θυμό από το εργοστάσιο στους δρόμους. Ένα χρόνο αργότερα, τον οκτώβριο του ’63, η τάξη και η παραγωγή της Fiat ανατράπηκε από τις απεργίες των «αγριόγατων» – a «gatto selvaggio».

 

= Το πολιτικό σημείο αναφοράς μου υπήρξε η ομάδα και το περιοδικό «Quaderni Rossi» (Q.R.). που ιδρύθηκε το 1961, σύντροφοι και συντρόφισσες προερχόμενες από πολλές οργανώσεις (Cgil, Psi, Pci) και διάφορους άλλους χώρους προσχώρησαν σε αυτήν. Το ενδιαφέρον που τους ένωνε αφορούσε την ανάλυση της ταξικής πάλης στο εργοστάσιο και της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας, καθώς και ο επείγον χαρακτήρας του προβληματισμού σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα του μαρξισμού, τα οποία μέχρι τότε παρέμεναν βαλσαμωμένα από τις μοσχοβίτικες προσεγγίσεις που έδιδαν προτεραιότητα στη βιομηχανική πρόοδο και την τεχνολογική ανάπτυξη. Αλλά η εργατική ανάκαμψη με τους αγώνες των αρχών της δεκαετίας του ’60 έδειχνε την δυσανεξία των εργαζομένων σε αυτά τα δόγματα. Ήταν ζήτημα διερεύνησης των μορφών καπιταλιστικής κυριαρχίας επί του εργατικού δυναμικού (ο Panzieri, ο κορυφαίος θεωρητικός του Q.R. την χαρακτηρίζει: » δεσποτισμό του κεφαλαίου»). Οι αναλύσεις παράγουν μεγαλύτερη σαφήνεια για το στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης: το κεφάλαιο υποβάλλει την «τεχνολογική ορθολογικότητα» στα δικά του συμφέροντα για να ενισχύσει την κυριαρχία του σε βάρος της εργατικής δύναμης που μειώνεται όλο και περισσότερο σε δουλεία. Από εδώ, ξεκινά η προσπάθεια συνάντησης με την εργατική υποκειμενικότητα. Η εργατική έρευνα είναι το χρήσιμο εργαλείο για αυτή τη συνάντηση, σκοπός της οποίας είναι να εξακριβωθεί το πραγματικό επίπεδο συνείδησης των εργαζομένων. Συνεπώς, πρέπει να διεξάγεται με την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων ( συνέρευνα-conricerca) για τον προσδιορισμό των στόχων της πολιτικής παρέμβασης. Ο στόχος είναι να επιτευχθεί ο εργατικός έλεγχος στο σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας, είναι επομένως απαραίτητο να δημιουργηθούν τα εργατικά εργαλεία για την άσκηση αυτού του ελέγχου και είναι αμέσως σαφές ότι το συνδικάτο δεν είναι κατάλληλο για το έργο αυτό. Από την γέννηση του το συνδικάτο θεωρεί τη δομή του πάγιου κεφαλαίου ως «αντικειμενική» και «ορθολογική», αφιερώνεται να διορθώσει τις στρεβλώσεις και τις αδυναμίες του κεφαλαίου, πιέζοντας την κυβέρνηση να κατευθύνει τις επενδύσεις για να ανταμείψει τα υψηλότερα επίπεδα καπιταλιστικής ορθολογικότητας.

= Για τον Panzieri το καθήκον της επαναστατικής οργάνωσης είναι να επεξεργαστεί τη σοσιαλιστική στρατηγική, προϋπόθεση της οποίας είναι η εργατική απόρριψη της μισθωτής εργασίας την οποίαν αρχίζουν να ασκούν πρακτικά τομείς της εργατικής τάξης, επινοώντας νέες μορφές αγώνα. Το καθήκον της οργάνωσης είναι να υποδείξει τις νέες κομμουνιστικές αξίες για τη μετατροπή της εργατικής συνείδησης. Μια διαδικασία μετασχηματισμού που δεν μπορεί να οριστεί εκ των προτέρων από την οργάνωση αλλά καθορίζεται από το επίπεδο του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης.

“Το επίπεδο της τάξης εκφράζεται όχι ως πρόοδος αλλά ως ρήξη, όχι ως «αποκάλυψη» της μασκαρεμένης ορθολογικότητας που είναι εγγενής στην παραγωγική διαδικασία, αλλά ως χτίσιμο μιας ριζικά νέας ορθολογικότητας και αντίθετης προς την ορθολογικότητα που ασκείται από τον καπιταλισμό”.

[Raniero Panzieri, Sull’uso capitalistico delle macchine – Περί της καπιταλιστικής χρήσης των μηχανών 1961]

 

«Οι συνδικαλιστικές μάχες του ’62 και τα γεγονότα στην piazza Statuto έδειξαν ότι τα όνειρα μιας αρμονικής κοινωνικής ανάπτυξης που παράγεται από το «οικονομικό θαύμα» ήταν λαθεμένα. Αν από τη μία πλευρά η «έκρηξη» (επιταχυνόμενη καπιταλιστική ανάπτυξη) ευνοούσε έναν μεγαλύτερο ατομικισμό και διευκόλυνε την αφομοίωση από πλευράς του προλεταριάτου των κυρίαρχων αστικών αξιών, από την άλλη ήταν η αιτία της συνάντησης των νότιων νεαρών με τους βόρειους εργάτες και την παράδοση της Αντίστασης. Αυτή η συνάντηση είχε εκρηκτικές συνέπειες, και έδειξε πως οι ανατρεπτικές παρορμήσεις των ιταλικών λαϊκών τάξεων ήταν μακράν από το να έχουν εξαφανιστεί». [Paul Ginsborg, Storia d’Italia dal dopoguerra a oggi – Ιστορία της Ιταλίας από μετά τον πόλεμο μέχρι σήμερα 2006]

 

= Η πρόσβαση-προσέγγιση των αναλύσεων εκείνης της περιόδου θα εξαπλωθεί παντού και θα αφορά σημαντικά ζητήματα όπως τη ΜΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ – στην πράξη αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν δυνατόν να πάρουμε τα καπιταλιστικά εργοστάσια και, γενικότερα, την παραγωγή έτσι όπως είναι, και να κάνουμε όλο αυτό εργαλείο για την ευημερία όλων και για ένα άλλο κοινωνικό μοντέλο. Το εργοστάσιο, η τεχνολογία, οι μηχανές, η επιστήμη είναι λειτουργικές για να παράγουν κέρδη και εξουσία για τους κυρίους-τα αφεντικά και εργατική δουλεία. ΄Έτσι και το σχολείο και η έρευνα. Όλα θα πρέπει να μετατραπούν ριζικά.

Μια ανάλυση που θέτει στο κέντρο της ταξικής σύγκρουσης την παραγωγή που πρέπει να μετασχηματιστεί, δηλαδή την καρδιά του καπιταλισμού, πολύ περισσότερο από τη διανομή. Δεν έχει κανένα νόημα να συνεχίζουμε να παράγουμε όπλα, δηλητήρια και εργαλεία θανάτου και καταστροφής και στη συνέχεια να κατανείμουμε τα κέρδη πιο ομοιόμορφα μεταξύ των τάξεων. Αυτό σημαίνει αποδοχή υποταγής στο κεφάλαιο. Αυτή ήταν η λογική των ρεφορμιστικών κομμάτων.

 

= Η άλλη προσέγγιση είναι η ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ μιας και αυτό θεωρεί την καπιταλιστική δομή ένα αντικειμενικό γεγονός, μέσα στο οποίο θα πρέπει να επιτύχει έναν καλύτερο ρόλο, μια καλύτερη κατάσταση εργασίας. Και επίσης κριτική για την ακινησία των συνδικάτων και την λήψη αποφάσεων από την κορυφή προς τα κάτω. Οι εσωτερικές Επιτροπές, οι οποίες κατέστησαν «parlamentini-πολιτικοί οργανισμοί μειωμένης σημασίας» των διαφόρων συνδικαλιστικών οργανώσεων, κρίνονταν ανεπαρκείς. Προτείναμε φιγούρες αντιπροσώπων παρόμοιες με τον «shop-stewart», τον «εκπρόσωπο της μονάδας» των αγγλικών εργοστασίων, αλλά με ευρύτερες, πιο πολιτικές εξουσίες. Ένας «εκπρόσωπος της μονάδας»- «delegato di reparto» που εκλέγεται απευθείας από τους εγγεγραμμένους και μη εγγεγραμμένους εργαζόμενους, «όλοι ψηφοφόροι και όλοι επιλέξιμοι», ο οποίος γίνονταν κομιστής των απαιτήσεων της βάσης όχι μόνο για τα προβλήματα της μονάδας, αλλά για όλα εκείνα του εργοστασίου, της κατηγορίας της εταιρείας και της κοινωνίας ως σύνολο, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Σε πολλά εργοστάσια οι αντιπρόσωποι εξαπλώθηκαν και οδήγησαν σε μια μεγάλη στράτευση-δέσμευση τομέων της τάξης και για την υποστήριξη στους αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες.

 

*Εγώ μόλις τελείωσα τα 5 χρόνια στο βιομηχανικό τεχνικό Ινστιτούτο βρήκα εργασία σε ένα εργοτάξιο μιας μεγάλης εταιρείας που έχτιζε βιομηχανικά κτίρια. Εκείνα τα χρόνια, μόλις τελειώναμε το σχολείο πηγαίναμε αμέσως να δουλέψουμε. Στις εργοτάξιο εργαζόμασταν από δευτέρα έως σάββατο, και επίσης την κυριακή το πρωί. Έμεινα εκεί λίγο παραπάνω από δύο χρόνια και εκεί γνωρίστηκα με τις πρώτες μορφές εργατικού αγώνα, την απεργία και την πικετοφορία. Άφησα το εργοτάξιο για να πάω να δουλέψω στους Σιδηροδρόμους του κράτους, ένα πολύ πολιτικοποιημένο περιβάλλον συντρόφων και εκεί ασκούσα συνδικαλιστική και πολιτική δραστηριότητα. Το καλοκαίρι του ’71, με την αριστερή πτέρυγα της Cgil, πραγματοποιήσαμε συνελεύσεις σιδηροδρομικών για να ξεκινήσουμε μια μάχη σχετικά με το ωράριο εργασίας και την ασφάλεια στο χώρο εργασίας. Το συνδικάτο στάθηκε αντίθετο, έτσι δημιουργήσαμε την Cub [επιτροπή βάσης] των σιδηροδρομικών της Roma Termini, η οποία επεκτάθηκε αμέσως στις άλλες σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις της Ρώμης και έγινε η Cub των σιδηροδρομικών της Ρώμης, αποκτώντας σημασία και χώρο στις εφημερίδες λόγω της απεργίας 48 ωρών που καλέστηκε από την Cub ξεκινώντας από τις 9 μ.μ. της 7ης αυγούστου. Η απεργία πέτυχε παρά την, αποτυχημένη, προσπάθεια να οργανωθεί απεργοσπαστισμός από τα λεγόμενα ενωσιακά συνδικάτα. Η γέννηση ενός σώματος «αυτοοργανωμένου» όπως η Cub, διεγείρει στην ρωμαϊκή πραγματικότητα τον σχηματισμό οργανισμών «αυτοοργανωμένων» σε εργατικές δομές όπως Νοσοκομειακών (Policlicico Umberto I), Enel [ενέργεια], Sip (τηλέφωνο), ρωμαϊκά Αεροδρόμια και πολλές άλλες ακόμη και στις γειτονιές.

= ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ – Η δεκαετία του 1960 ήταν γεμάτη αντιαποικιακούς αγώνες για εθνική απελευθέρωση – Κούβα 1958 – Αλγερία το 1962 και μεγάλο μέρος της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.

Εκείνα τα χρόνια, οι εκμεταλλευόμενοι στις βιομηχανικές χώρες και οι καταπιεσμένοι από τις αποικισμένες περιοχές, οι τελευταίοι της γης, ξεκινούσαν μια ισχυρή πίεση, σε έκταση και βάθος μεταξύ των σημαντικότερων της σύγχρονης εποχής. Είχαν σταματήσει να υπομένουν στη σιωπή και, όπως προέτρεπαν τα πρώτα λόγια του ύμνου της Διεθνούς: «debout les damnés de la terre»- »ξεσηκωθείτε κολασμένοι της γης’‘, σηκώθηκαν στα πόδια τους, με χιλιάδες προβλήματα και αντιφάσεις, αλλά ήθελαν να οδηγηθούν προς την απελευθέρωσή τους, και μεγάλο μέρος των νέων γενεών των ευρωπαϊκών χωρών επιθυμούσε να σταθεί στο πλάι τους, όχι μόνο με την αλληλεγγύη.

 

* Εμείς οι νέοι εκείνων των χρόνων ζούσαμε τα ζητήματα της εργασίας και τα διεθνή με τρόπο αλληλένδετο. Ένα σύνθημα που εξαπλώθηκε εκείνες τις μέρες ήταν το εξής: «Agnelli (ή ένας άλλος ιδιοκτήτης εταιρείας) έχεις το Βιετνάμ μες το συνεργείο «. Με αυτή την έννοια είχαμε αποδεχτεί το μήνυμα του «Τσε» «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna-Να δημιουργήσουμε δυο, τρία πολλά Βιετνάμ, αυτό είναι το σύνθημα!”

 

= Ο “Τσε”     Τι μπορούμε να προσθέσουμε που δεν έχει ήδη γραφτεί για τον Che;

Οι επιλογές της ζωής του μας σημάδεψαν όπως τα πολιτικά του μονοπάτια. Η δύναμη του Τσε ήταν ότι σφράγισε άρρηκτα τις επιλογές της ζωής με τα επαναστατικά του ιδανικά. Η συνέπεια υπήρξε το πιο συναρπαστικό στοιχείο της διδασκαλίας του, εκείνη που αγνοήθηκε περισσότερο από το πολιτικό περιβάλλον και της αριστεράς. Μπορούσαμε να ενθουσιαστούμε για μια περιπετειώδη ζωή, αλλά δεν μπορούσαμε να προσποιηθούμε πως αγνοούσαμε ότι εκείνη τη ζωή ο Τσε την είχε αφιερώσει σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο που είχε εξηγήσει χίλιες φορές με χιλιάδες τρόπους, τα λόγια του δεν επέτρεπαν παρερμηνείες, δισταγμό, αναποφασιστικότητα:

Η αλληλεγγύη του προοδευτικού κόσμου με τον λαό του Βιετνάμ έχει την ίδια γεύση της πικρής ειρωνείας που είχε για τους μονομάχους του τσίρκου η προτροπή της πλέμπας, δεν μιλάμε να ευχόμαστε τη νίκη στο θύμα, αλλά να μοιραζόμαστε τη μοίρα του: να πάμε μαζί του στο θάνατο ή στη νίκη. […] Και οι αγώνες δεν θα είναι απλές μάχες στο δρόμο, πέτρες ενάντια σε δακρυγόνα, ούτε γενικές ειρηνικές απεργίες, ούτε θα είναι ο αγώνας ενός εξοργισμένου λαού που καταστρέφει τον κατασταλτικό μηχανισμό μέσα σε δύο ή τρεις μέρες, θα είναι ένας μακρύς, αιματηρός αγώνας […] Και ημών εκμεταλλευόμενων του κόσμου, ποια είναι η θέση μας, ποιο είναι το καθήκον μας; Τι πρέπει να κάνουμε; Να επιτεθούμε σκληρά, αδιάκοπα σε κάθε σημείο της αντιπαράθεσης, πρέπει να είναι η γενική τακτική των λαών. […] Από την άλλη οι αυτόχθονες μπουρζουαζίες έχουν χάσει κάθε ικανότητα να αντιταχθούν στον ιμπεριαλισμό – εάν ποτέ την είχαν  – […] Δεν υπάρχουν άλλες αλλαγές να γίνουν: ή σοσιαλιστική επανάσταση ή μια καρικατούρα επανάστασης.

Η διαφορά μεταξύ της πρότασης του Τσε και της σκέψης που μας έρχονταν από το Κκι και τη Μόσχα ήταν τεράστια: ο Che παρότρυνε να έχουμε πάντα μια διεθνή ματιά, να εκτιμούμε ότι η σύγκρουση μεταξύ του ιμπεριαλισμού και των λαών σε μάχη ήταν ήδη σε εξέλιξη, ήταν πολύπλοκη και παγκόσμια. Ως εκ τούτου, για να συμμετάσχουμε στον αγώνα για την αλλαγή στις τύχες του κόσμου ήταν απαραίτητο να ανοίξουμε ένα αντάρτικο μέτωπο οπουδήποτε κι αν βρισκόμασταν, ακόμα κι αν οι συνθήκες για τη νίκη δεν ήταν βέβαιες-σίγουρες.

Ο Τσε πρότεινε ένα είδος αντάρτικης διεθνούς, όχι ένα συγκεντρωτικό κόμμα όπως η Τρίτη Διεθνής, αλλά μια διαφοροποιημένη και ισχυρά αλληλέγγυα περιοχή. Η Tricontinental θα έπρεπε να είναι ο πυρήνας εκείνου του είδους αντάρτικης διεθνούς, η οποία ξεκίνησε το ταξίδι της με το ραντεβού της Αβάνας από τις 3 έως τις 15 ιανουαρίου ’66, »τη Διάσκεψη Αλληλεγγύης των Λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής», και ξεκινούσε την Ospaaal (Οργάνωση Αλληλεγγύης των λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής). Το μήνυμα του Τσε προς την Tricontinental: «Crear dos, tres muchos Vietnam, es la consigna!» δημοσιεύονταν στις 16 απριλίου του ’67. Εμφανίστηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού ‘Tricontinental’ τον ιούλιο-αύγουστο του ’67 και έγινε, μετά από τη δολοφονία του δύο μήνες αργότερα, στις 9 οκτωβρίου, η πολιτική του διαθήκη.

Για λίγα χρόνια το περιοδικό, που εκδόθηκε στην Αβάνα σε τέσσερις γλώσσες: ισπανικά, αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά (διανεμήθηκε στην Ευρώπη από τις εκδόσεις Maspero του Παρισιού και από το βιβλιοπωλείο Feltrinelli στο Μιλάνο), διαδραμάτισε αναντικατάστατο ρόλο πληροφόρησης για τους επαναστατικούς αγώνες και απελευθέρωσης στις τρεις ηπείρους, καθώς και καταγγελίας της στρατιωτικής επιθετικότητας και της πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής παρέμβασης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και της Δυτικής Ευρώπης ενάντια στον Τρίτο κόσμο. Το μίσος ως παράγοντας πάλης, το αδιάλλακτο μίσος για τον εχθρό, που ωθεί τον άνθρωπο πέρα από τα φυσικά όρια και τον μετατρέπει σε μια αποτελεσματική, βίαιη, επιλεκτική και ψυχρή μηχανή για να σκοτώσει. Οι στρατιώτες μας πρέπει να είναι έτσι, ένας λαός χωρίς μίσος δεν μπορεί να θριαμβεύσει επί ενός βίαιου εχθρού. [Τσε, δημιουργήστε δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ]

 

* Πολύ δημοφιλές τραγούδι ανάμεσα στους συντρόφους και τις συντρόφισσες εκείνη την εποχή:

-Όλος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη, / η Λατινική Αμερική μάχεται, / ο ένοπλος αγώνας κερδίζει στην Ινδοκίνα, / όλοι οι λαοί στον κόσμο αποκτούν συνείδηση / και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη σωστή βία. Συνεπώς: τι θέλεις περισσότερο σύντροφε, για να καταλάβεις / ότι σήμανε η ώρα του τουφεκιού; [Pino Masi, L’ora del fucile, η ώρα του τουφεκιού 1971]

 

= το 1968-   «Δεν είναι δυνατόν, σε μια ιστορική κρίση μας, να διαχωρίζουμε αυστηρά το τι συνέβη το 1969 από όλα όσα συνέβησαν το 1968, δηλαδή από το κλίμα συλλογικής κινητοποίησης και μιας ισχυρής αναβίωσης της κοινωνικής σύγκρουσης (και εργατικής) που είχε εκραγεί εκείνο το έτος. Όχι μόνο επειδή το ’68 ήταν πράγματι διάσπαρτο από σημαντικούς αγώνες στο εργοστάσιο (από την Pirelli του Μιλάνο μέχρι το χημικό κόμβο του Porto Marghera, για να αναφέρουμε μόνο τους πιο σημαντικούς), αλλά διότι υπήρξε μια συνεχής, σταθερή κυκλικότητα εμπειριών μεταξύ σπουδαστών και εργατών, με το σχηματισμό μεταξύ άλλων συλλογικοτήτων και επιτροπών βάσης με μικτή συμμετοχή (λίγο στο παράδειγμα των γαλλικών «comités d’action»).

[Marco Scavino, L’anno degli operai, το έτος των εργατών 2001]

= Το κίνημα του 68, του 69 και των επόμενων ετών είναι ποικίλo και πολύμορφο. Μέσα σε αυτό το κίνημα γεννιούνται οι οργανώσεις: Potere Operaio, Lotta Continua, Il Manifesto, Avanguardia Operaia και άλλες. Στο Μιλάνο η Μητροπολιτική Πολιτική Κολεκτίβα (CPM) γεννιέται στις 8 σεπτεμβρίου 1969, προωθούμενη από την CUB Pirelli, από την GdS (ομάδα μελέτης) Sit-Siemens, από την GdS IBM, από κάποιες κολεκτίβες εργατών- φοιτητών, από ομάδες συντρόφων της Alfa Romeo, της Marelli, των Κρατικών τηλεφώνων, της οργάνωσης φοιτητικό Κίνημα-del Movimento studentesco, καθώς και από αγωνιστές χωρίς οργάνωση. Το CPM θα είναι ακριβώς ο αρχικός πυρήνας από τον οποίο, μέσω διαφόρων μετασχηματισμών, οι BR-ΕΤ θα γεννηθούν και θα αναπτυχθούν.

* Και στη Ρώμη με άλλους συντρόφους/ισσες, μετά την επίθεση καταστολής κατά τα έτη ’73 και ’74, όχι μόνο προς τις οργανωμένες ομάδες των συντρόφων/ισσών αλλά και προς τους αγώνες εργοστασίων και γειτονιών, σκεφτήκαμε ότι έφτασε η στιγμή να σχετιστούμε με την άνοδο του ύψους της σύγκρουσης που αποφασίστηκε από το κράτος, έτσι δημιουργούμε επαφές με τις Br. Η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br σχηματίζεται το 1976, αναπτύσσοντας τον ένοπλο αγώνα στις βιομηχανικές δραστηριότητες των «υπηρεσιών» (σιδηρόδρομοι, ηλεκτρισμός, τηλέφωνα, νοσοκομεία) και στις γειτονιές της μητρόπολης.

 

= Στα χρόνια του Εβδομήντα και Ογδόντα περισσότερες από 250 ένοπλες ονομασίες-ομάδες ήταν ενεργές, 36.000 πολίτες διερευνήθηκαν για ένοπλη μπάντα και 6.000 από αυτούς καταδικάστηκαν σε δεκαετίες φυλάκισης, και 7.866 επιθέσεις καταγράφηκαν σε πράγματα και 4.290 σε ανθρώπους.

 

 

=Καταγωγή του ένοπλου Αγώνα, μερικές θέσεις που παρήχθησαν από τις εν τη γενέσει Κόκκινες Ταξιαρχίες:

Τον αγώνα στο εργοστάσιο πρέπει να τον δούμε «μέσα στο ευρύτερο κίνημα της ταξικής πάλης σε παγκόσμιο επίπεδο, και στις ευρωπαϊκές της διαρθρώσεις».
Όσον αφορά το έδαφος του αγώνα καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως «πάνω απ ‘όλα στον μητροπολιτικό χώρο ο ταξικός αγώνας τίθεται με επαναστατικούς όρους των οποίων η διέξοδος αντιπροσωπεύεται από την ΕΝΟΠΛΗ ΛΑΙΚΗ ΠΑΛΗ».

«Εμείς βλέπουμε στην προλεταριακή αυτονομία το ενοποιητικό περιεχόμενο των αγώνων των φοιτητών, των εργατών και των τεχνικών που επέτρεψαν το ποιοτικό άλμα 1968-69. Η αυτονομία δεν είναι ένα φάντασμα ή μια κενή φόρμουλα στην οποία σήμερα, μπροστά στην αντεπίθεση του συστήματος, οι νοσταλγοί των περασμένων αγώνων προσκολλώνται. Η αυτονομία είναι το κίνημα απελευθέρωσης του προλεταριάτου από τη συνολική ηγεμονία της μπουρζουαζίας, και συμπίπτει με την επαναστατική διαδικασία. Από αυτή την άποψη η αυτονομία δεν είναι σίγουρα κάτι νέο, μια εφεύρεση της τελευταίας ώρας, αλλά μια πολιτική κατηγορία του επαναστατικού μαρξισμού, υπό το φως της οποίας θα αξιολογηθεί η συνοχή και η κατεύθυνση ενός μαζικού κινήματος.

Αυτονομία από: αστικούς πολιτικούς θεσμούς (κράτος, κόμματα, συνδικάτα, νομικά θεσμικά όργανα κ.λπ.), οικονομικά ιδρύματα (στο σύνολο του τον καπιταλιστικό μηχανισμό παραγωγής- διανομής), πολιτιστικά ιδρύματα (την κυρίαρχη ιδεολογία σε όλες τις διαρθρώσεις της) κανονιστικούς οργανισμούς, την αστική «ηθική».
Αυτονομία για: την κατεδάφιση του παγκόσμιου συστήματος εκμετάλλευσης και την οικοδόμηση μιας εναλλακτικής κοινωνικής οργάνωσης ».

«Οι Κόκκινες Ταξιαρχίες δεν ήταν ένα απομονωμένο φαινόμενο που ξεπήδησε σαν ένα μανιτάρι στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Η πολιτική διαφωνία που βρίσκεται στη βάση της γέννησης και της ανάπτυξης των ενόπλων σχηματισμών αυτού του τύπου προέρχεται από την πεποίθηση, εκ μέρους των εργατών, των φοιτητών, των εργαζομένων, ότι είχαν προδοθεί από την πολιτική διεύθυνση. (σημείο καμπής, η μεταστροφή του Σαλέρνο του 1944, η αντιπολίτευση σε αυτή που θεωρείται μια στάση παραίτησης είναι παρούσα και εκφράζεται στις πιο ποικίλες μορφές. Επιβεβλημένη από την ΕΣΣΔ στο PCI, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας διαίρεσης του κόσμου σε σφαίρες επιρροής, που βλέπουμε στα συνέδρια της Γιάλτα και της Τεχεράνης. Στην διοίκηση του Κομμουνιστικού Κόμματος υπέστησαν την επιλογή αυτή, ανεπιθύμητη, και δεν θα υπάρξουν αντίθετες θέσεις, ενώ στη βάση υπήρξαν πολυάριθμες εξεγέρσεις και «επιστροφή στα βουνά» εναντίον διαχειριστών εταιρειών και δημόσιων αξιωματούχων πρώην φασιστών που ανακυκλώθηκαν μέσα στη δημοκρατία (Ragusa, Catania, Bologna, Modena, Reggio Emilia και Milano στη Breda).

Τον φεβρουάριο του 1949 ανεβαίνει στο προσκήνιο η Κόκκινη Φτερωτή- la Volante Rossa, ένας σχηματισμός που δραστηριοποιούνταν εδώ και δύο χρόνια στην περιοχή του Μιλάνο, και συγκεκριμένα στην γειτονιά Sesto San Giovanni.). Η ανάγκη για κομμουνισμό και ισότητα παρέμεινε ζωντανή στη βάση που ένιωθε απογοητευμένη. Το φαινόμενο, που ονομάστηκε «εξτρεμισμός» ή «μαξιμαλισμός» ή «τυχοδιωκτισμός», αξίζει μια σημαντική θέση στην ιστορική παράδοση του ιταλικού εργατικού κινήματος, μιας και είναι μια σταθερά, μερικές φορές ακόμη και πλειοψηφική, με διάφορες μορφές. Επομένως, είναι αδύνατο να μιλήσουμε για τις BR ή για άλλους ανάλογους σχηματισμούς, προηγούμενους ή ταυτόχρονους, χωρίς να επιστρέψουμε σε εκείνους που είναι οι ιστορικές τους ρίζες)».

[από την ‘κόκκινη βοήθεια‘- “soccorso rosso”  Brigate Rosse]

 

= Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΚΛΙΜΑΚΩΝΕΤΑΙ –

Αλλά οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν στέκονταν να παρακολουθούν, κατά τη δεκαετία του Πενήντα είχαν συντρίψει εν τη γενέσει κάθε προσπάθεια δημοκρατικής αλλαγής που διεξάγονταν στις χώρες που κυριαρχούσαν οι συμμαχικές δικτατορίες της Ουάσινγκτον. Το 1953 στο Ιράν η Cia και οι πολυεθνικές του πετρελαίου είχαν βοηθήσει τον δικτάτορα Reza Palhevi, τον αιμοδιψή Σάχη, να ανακτήσει την εξουσία με το πνίξιμο στο αίμα της δημοκρατικής αλλαγής του Mossadeq, υποστηριζόμενης από τα αριστερά κόμματα, που ήθελε να αποτρέψει τη ληστεία του ιρανικού πετρελαίου από τις πολυεθνικές.

Μετά το πραξικόπημα, ο χασάπης Reza Palhevi τριγυρνά για να ευχαριστήσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνένοχους για το αιματηρό πραξικόπημα. Στο Βερολίνο, στις 2 ιουνίου του ’67, στην ευαίσθητη γερμανική νεολαία δεν άρεσε εκείνη την άθλια παρέλαση και μπλόκαρε την πόλη με μεγάλες διαδηλώσεις. Η γερμανική αστυνομία, προς υπεράσπιση του Σάχη, δολοφόνησε τον εικοσιεπτάχρονο φοιτητή Benno Ohnesorg. Από εκείνη την εγκληματική δολοφονία του Κράτους στο δυτικογερμανικό νεανικό κίνημα ωρίμασε μια άνοδος της ριζοσπαστικότητας, περισσότερο από ποτέ αναγκαία για να καταγγείλει την «επιστροφή των φιλοναζιστών» στην κορυφή της ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η ημερομηνία εκείνη, 2 ιουνίου, έγινε το σύμβολο ενός κινήματος ένοπλων αγώνων στη δυτική Γερμανία στο πλευρό της RAF και άλλων σχηματισμών.

Και στην Κεντρική Αμερική η συμμαχία μεταξύ ιμπεριαλισμού Usa και πλούσιων τάξεων δεν ανέχεται ούτε καν φιλελεύθερες εναλλακτικές λύσεις όπως στη Γουατεμάλα και σε άλλες χώρες. Στην Ευρώπη τα υπέργηρα φασιστικά καθεστώτα όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, καθώς και τα νέα όπως η Ελλάδα, απολάμβαναν την πλήρη υποστήριξη των ΗΠΑ. Και στην Αφρική αιματηρές σφαγές, πραγματικές γενοκτονίες, συνέβησαν στο Κονγκό στη δεκαετία του 1960 και στην Ινδονησία το ’65, με σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους που σκοτώθηκαν επειδή ήταν ύποπτοι να είναι κομμουνιστές – σηματοδότησαν την παρουσία του δολοφονικού πέλματος του Λευκού Οίκου και των ευρωπαϊκών καγκελαριών.

Στο Κονγκό, οι Βέλγοι βασιλεύοντες ευλογημένοι από την Εκκλησία που υποστηρίχθηκαν από τη Γαλλία, ενορχήστρωσαν την απόσχιση της Katanga, της πλουσιότερης περιοχής της χώρας. Το Κογκό είχε επιτέλους κατακτήσει την ανεξαρτησία, με επικεφαλής τον Patrice Lumumba. Δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά δεν άρεσε στην βελγική αυλή, ούτε στις πολυεθνικές. Ο Lumumba ήθελε να φέρει ισότητα σε εκείνες τις περιοχές που καταστράφηκαν από τη φτώχεια και την πείνα που προκάλεσε η αποικιοκρατική εκμετάλλευση, ήταν επομένως ύποπτος ότι μπορούσε να γίνει κομμουνιστής. Ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος, με τεράστιες σφαγές κάτω από το αδιάφορο βλέμμα του ΟΗΕ.

Η προσβολή της σιωπής έπεσε επάνω σε εκείνες τις σφαγές. Έκτοτε συνειδητοποιήσαμε ότι το χειρότερο έγκλημα μπροστά στις σφαγές είναι να απέχουμε από μια απάντηση, ακόμη και αν πρέπει να είναι βίαιη. Η σιωπή και η συγκατάθεση είναι το πραγματικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Το ’67 το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα προκάλεσε πολλή συζήτηση. Αλλά πώς; έλεγαν κάποιοι, μια χώρα όπου γεννήθηκε η δημοκρατία, η χώρα του Περικλή; Το δολοφονικό χέρι των ΗΠΑ έφτανε στη Μεσόγειο.

Πέσαμε με τα μούτρα στις ακόμα ενοποιημένες πλατείες, με τους αγωνιστές του PCI οι εντάσεις ήταν ακόμη μόνο λεκτικές, οι συγκρούσεις ήρθαν αργότερα. Υπήρχαν ακόμα ορισμένα κοινά συνθήματα κατά των συνταγματαρχών.

Αυτά για το Βιετνάμ αποκλίνουν: «Βιετνάμ ελεύθερο αυτοί», «κόκκινο Βιετνάμ» εμείς, ακολουθούμενο από «το Βιετνάμ κερδίζει γιατί πυροβολεί», και πάλι «Πόλεμος όχι! Guerrilla ναι-ναι στον ανταρτοπόλεμο ».

 

* 1973 – ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ:

αντιμέτωποι με την εντατικοποίηση της Καταστολής, οι ομάδες διαλύονται, το κίνημα υποφέρει ταρακούνημα. Δύο προτάσεις παραμένουν ζωντανές αποδεχόμενες τη σύγκρουση χωρίς να κάνουν βήματα προς τα πίσω: ο ένοπλος αγώνας και η οργανωμένη αυτονομία.

Εν τω μεταξύ, στις μεγάλες πόλεις: Milano, Roma, Torino, Napoli, Palermo κ.λ.π. διαχέονται συνθήματα και πρακτικές: »PRENDIAMO I TRASPORTI-ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ», «IL TRASPORTO SI PRENDE L’ABBONAMENTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ,»   LA CASA SI PRENDE L’AFFITTO NON SI PAGA-ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΟ ΝΟΙΚΙ

 

= ΘΕΣΕΙΣ BR  “Το πραγματικό μας πρόβλημα δεν είναι επομένως τόσο η ποσοτική οριζόντια επέκταση της σύγκρουσης (από τον αγώνα του εργοστασίου για μεγαλύτερο μισθό στον κοινωνικό αγώνα για την υπεράσπιση των μισθών), αλλά ένα πολιτικό άλμα του αγώνα, – που ταυτόχρονα να υπερασπίζεται και να επεκτείνει το επίπεδο της αυτονομίας που με κόπο κατέκτησε σε αυτά τα τελευταία χρόνια του αγώνα. Να επεκτείνουμε τον συνεχή αγώνα από τα παραγωγικά κέντρα στην κοινωνία, από τις διαδηλώσεις της άμεσης εκμετάλλευσης στις συνολικές διαδηλώσεις της εκμετάλλευσης, να πραγματοποιήσουμε αυτή την επέκταση κατανοώντας όλους τους όρους, τους περιορισμούς και τα προβλήματα που θέτει η νέα κοινωνική σφαίρα του αγώνα στην αυτονομία είναι η προϋπόθεση ώστε η ανάγκη που εκφράζεται από τους αγώνες, ανάγκη για επαναστατική οργάνωση, να μεταφραστεί σε πραγματικότητα ενεργή”.

… η πόλη είναι σήμερα η καρδιά του συστήματος, το οργανωτικό κέντρο της οικονομικοπολιτικής εκμετάλλευσης, η βιτρίνα όπου εκτίθεται το «υψηλότερο σημείο», το μοντέλο που θα έπρεπε να συνιστά την προλεταριακή ολοκλήρωση. Αλλά είναι και το πιο αδύναμο σημείο του συστήματος: όπου οι αντιφάσεις εμφανίζονται πιο οξείς, όπου το οργανωμένο χάος που χαρακτηρίζει την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία εμφανίζεται πιο ξεκάθαρο…
Είναι εδώ, στην καρδιά του, που το σύστημα πρέπει να χτυπηθεί
”. [«Il Collettivo, Η Κολεκτίβα» ν. μοναδικό, ιανουάριος 1970, ντοκουμέντα του «Collettivo,» Κοινωνικός αγώνας και οργάνωση στην μητρόπολη]. Αναφέρεται στο CPM, collettivo politico metropolitano.

Οι πρώτες ενέργειες των BR αναπτύχθηκαν, βέβαια, μέσα στα εργοστάσια όπου η μητρική οργάνωση, το CPM, αργότερα Προλεταριακή Αριστερά) ήταν ισχυρότερη: Sit-Siemens και Pirelli. Η πυρπόληση ενός αυτοκινήτου διοικητικού στελέχους της Sit-Siemens, υπογεγραμμένη με το σύμβολο του πεντάκτινου αστεριού και της γραφής Brigate Rosse (17 σεπτεμβρίου 1970). Καθώς η αναδιάρθρωση του πολιτικού μηχανισμού προχωρούσε για να διαχειριστεί την καπιταλιστική κρίση και να οδηγήσει την καταστολή του επαναστατικού κινήματος, προσδιορίζεται η στρατηγική επίθεσης στην καρδιά του κράτους στον «ιστορικό συμβιβασμό» δηλαδή στο αγκάλιασμα της Dc με το Pci, παρότι το Κκι στις εκλογές του ’75 και του ’76 σχεδόν έφτανε και ξεπερνούσε την DC, αλλά ακριβώς από αυτό το αποτέλεσμα το Pci αποκαλύπτει τα χαρτιά του, υποκείμενου της καπιταλιστικής τάξης

 

Θέμα: ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης των Br, Απρίλιος 1975

Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο κέντρο του οποίου βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, στο κέντρο των οποίων βρίσκονται οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες και τα συμφέροντά τους. Με το πέρασμα των χρόνων το σύστημα αυτό έχει διαρθρωθεί και διαστρωματιστεί από λειτουργικές περιοχές παραγωγής και κατανάλωσης που είναι συγχρόνως πολιτικές και στρατιωτικές περιοχές.
Οι χώρες της «Γηραιάς Ηπείρου» αποτελούν ένα σημαντικό οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό χώρο του ιμπεριαλισμού. Η περιοχή αυτή, από μια ουσιαστικά ομοιογενή καπιταλιστική άποψη, ορίζεται στρατηγικά ως το «δυτικό δημοκρατικό σύστημα ”.

Σήμερα εμφανίζει μια ΚΡΙΣΗ λόγω της αστάθειας ορισμένων υποκείμενων καθεστώτων, λόγω του εργατικού και προλεταριακού αγώνα, λόγω των εξεγέρσεων των καταπιεσμένων τάξεων τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. μια κρίση που έχει στρατιωτικές πτυχές λόγω της αποσύνδεσης ορισμένων σημαντικών χωρών από το ΝΑΤΟ · λόγω των αγώνων των καταπιεσμένων λαών που αντιστέκονται στις πλανητικές ηγεμονικές απαιτήσεις.

Το να λέμε ότι η Ιταλία είναι ο αδύναμος κρίκος του «δυτικού δημοκρατικού συστήματος» συνεπάγεται ότι είναι η χώρα όπου η αντεπανάσταση θα ξεσπάσει πιο δυνατά και ολόκληρο το ιμπεριαλιστικό σύστημα θα αναλάβει την ευθύνη αυτής της διαδικασίας. Το ιταλικό προλεταριάτο με την εντατικοποίηση του ταξικού πολέμου στη χώρα, δεν θα βρεθεί να «λογαριάζεται» μόνο με τον εσωτερικό εχθρό του, αλλά με ολόκληρη την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική οργάνωση του ιμπεριαλισμού.
Ο επαναστατικός ταξικός πόλεμος στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις είναι άμεσα ένας αντιιμπεριαλιστικός πόλεμος απελευθέρωσης, επειδή η χειραφέτηση ενός λαού μέσα σε ένα ιμπεριαλιστικό περιβάλλον πρέπει να λογαριαστεί με την ιμπεριαλιστική καταπίεση-καταστολή.

Η «στρατηγική» του Ιστορικού Συμβιβασμού έχει τις προϋποθέσεις της σε δύο αποφασιστικές παρεξηγήσεις: τον πολεμοκάπηλο χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού, και τον αντιδραστικό και ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της χριστιανοδημοκρατίας-DC.

= Το κύριο καθήκον της επαναστατικής δράσης σε αυτή τη φάση είναι επομένως η μέγιστη δυνατή πολιτική αποδιάρθρωση τόσο του καθεστώτος όσο και του Κράτους. Και αυτή είναι η μέγιστη δυνατή ανάπτυξη αντιφάσεων μεταξύ των θεσμών και, μέσα σε κάθε έναν από αυτούς, μεταξύ των διαφόρων τακτικών σχεδίων για την επίλυση της κρίσης και μέσα σε κάθε ένα από αυτά.

 

 Μερικές θεματικές των BR σχετικά με τον ιμπεριαλισμό (Ψήφισμα Στρατηγικής Διεύθυνσης Φεβρουάριος 1978)

= Με τον ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ εννοούμε τη φάση του ιμπεριαλισμού στην οποία δεσπόζει το πολυεθνικό μονοπώλιο κεφάλαιο.
Το πολυπαραγωγικό πολυεθνικό μονοπώλιο, δηλαδή μεγάλα trust, με εταιρείες σε διάφορες χώρες και επενδύσεις σε διάφορους τομείς, αποτελεί σήμερα το κυρίαρχο δομικό στοιχείο και τη θεμελιώδη βάση των κινήσεων του κεφαλαίου, επομένως δεν είναι πλέον η εθνική περιοχή, αλλά η καπιταλιστική περιοχή ως σύνολο.
Εάν το θεμελιώδες συστατικό στοιχείο του ιμπεριαλισμού υπήρξε το μονοπωλιακό κεφάλαιο ευθύς από την γέννηση του, όμως είναι μόνο με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που εδραιώνεται οριστικά σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό χώρο το πολυεθνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο. Οι μεγάλες μονοπωλιακές ομάδες μπορούν τώρα να ξεπεράσουν οριστικά τα εθνικά τους σύνορα ώστε να κυκλοφορούν ελεύθερα σε ολόκληρο τον χώρο και η πολυεθνική δομή καθίσταται απαραίτητος και αναπόσπαστος παράγοντας για κάθε περαιτέρω ανάπτυξη. Είναι στην πραγματικότητα χάρη σε αυτήν που μπορεί κανείς να εκμεταλλευτεί πλήρως τα διάφορα ποσοστά κέρδους που υπάρχουν στο χώρο και έτσι να πραγματοποιήσει εκείνα τα τεράστια πλεονάσματα τα οποία είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία της συσσώρευσης στην ιμπεριαλιστική φάση. Η «Πολυεθνικότητα» δεν είναι απλώς διεθνοποίηση της καπιταλιστικής αγοράς, αλλά διεθνοποίηση του κεφαλαίου στο σύνολό του! δομές παραγωγής, αγορές, σχέσεις ιδιοκτησίας κ.λ.π.
Αυτή η διεργασία διεθνοποίησης του κεφαλαίου καθορίζει την κυριαρχία της ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑΣ μέσα στο αστικό μέτωπο, ταξική έκφραση πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και παράλληλα με την επικράτηση του εδραιώνονται και τα θεσμικά μέσα διαμεσολάβησης και κυριαρχίας (Τριμερής, Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών), ΝΑΤΟ, ΔΝΤ, ΕΟΚ, …).

= Με αυτό δεν αρνούμαστε την ύπαρξη και αντιθέσεων μεταξύ των διαφόρων καπιταλιστικών «εθνών» ή μεταξύ μονοπωλιακού κεφαλαίου και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, αλλά πιστεύουμε ότι αυτές οι αντιφάσεις είναι ουσιαστικά η αντανάκλαση πολύ βαθύτερων αντιθέσεων μεταξύ πολυεθνικών ομάδων.

= Οι διάφορες εθνικές περιοχές επιβιώνουν τώρα ως μια ενδοχώρα για τις πολυεθνικές: για κάθε πολυεθνική, η εθνική περιοχή στην οποία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε γίνεται το «ισχυρό σημείο» της, η ζώνη στην οποία απολαμβάνει ένα σχεδόν αδιαφιλονίκητο μονοπώλιο. Όταν μιλάμε για πολυεθνικές υπονοούμε πράγματι «πολυεθνικές με εθνικό πόλο» και γι ‘αυτό χρησιμοποιούμε τις εκφράσεις, εκ πρώτης όψεως αντιφατικές, «αμερικανικές, γερμανικές πολυεθνικές, κλπ.».
Το μη μονοπωλιακό κεφάλαιο, που εξαρτάται οργανικά από το μονοπωλιακό, σίγουρα ζει μαζί του σε μια αντιφατική ενότητα, αλλά προφανώς δεν μπορεί να έχει τη δυνατότητα και την υλική δύναμη να οδηγήσει σε μια πολιτική έκφραση αυτών των αντιφάσεων με τη μορφή διάρρηξης του ιμπεριαλιστικού μετώπου. Ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών παρουσιάζεται επομένως ως ένα σύστημα παγκόσμιας κυριαρχίας στο οποίο οι διάφοροι «εθνικοί καπιταλισμοί» είναι απλά οργανικές του διαρθρώσεις, και οι διαφορετικές «εθνικές περιοχές» υφίστανται ως γεωγραφική έκφραση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας που καθορίζεται από αυτόν.
Επομένως μπορούμε να συνάγουμε μια πρώτη εκτίμηση. Σε κάθε εθνική περιοχή το προλεταριάτο δεν βρίσκεται στη θέση να λογαριάζεται με την «εθνική μπουρζουαζία» του αλλά με την τοπική διάρθρωση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας. Αυτό προσδίδει, και, στις μητροπόλεις, στον ταξικό αγώνα του προλεταριάτου τον χαρακτήρα αντιιμπεριαλιστικού αγώνα και επομένως, γενικότερα, ΤΑΞΙΚΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ. Στις μητροπόλεις είναι αμέσως και ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΑΚΡΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ.
Ωστόσο η ιμπεριαλιστική αλυσίδα παραμένει, όπως είδαμε, χαρακτηριζόμενη από την ανομοιογενή εξέλιξή της, η οποία εκδηλώνεται σε κάθε δαχτυλίδι της μέσω της ιδιαιτερότητας του οικονομικού και κοινωνικού του σχηματισμού (σχέσης μεταξύ του κυρίαρχου πολυεθνικού κεφαλαίου και πολυεθνικού κεφαλαίου του «πόλου», μεταξύ μονοπωλιακού και μη μονοπωλιακού κεφαλαίου, ανάμεσα στην «εσωτερική» ιμπεριαλιστική αστική τάξη και το προλεταριάτο) οπότε ο ταξικός αγώνας, ακόμα και σε αυτή τη στρατηγική ομοιογένεια περιεχομένου και προοπτικής, εξακολουθεί να παρουσιάζεται με ευεργετικές μορφές και δικούς του χρόνους ανάλογα με τις διάφορες εθνικές περιοχές.
= Οι διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν μπορούν να κάνουν μεταξύ τους πόλεμο εάν δεν έχουν το δικό τους υπόβαθρο «ειρηνευμένο και υποστηρικτικό» για να μπορούν έτσι να υπομένουν τη σκληρότητα της σύγκρουσης. Θα μπορούσαμε να δώσουμε πολλά παραδείγματα ενδοϊμπεριαλιστικών πολέμων που έληξαν μόλις παρουσιάστηκε και μόνο ο κίνδυνος της κομμουνιστικής επανάστασης και των διαφόρων ιμπεριαλισμών, οι οποίοι πρώτα παρουσιάζονταν εντόνως εχθρικοί, ενώθηκαν ενάντια στο προλεταριάτο που ξεσηκώθηκε στα όπλα. Δύο είναι αρκετά: η Κομμούνα του Παρισιού και η Οκτωβριανή Επανάσταση.
Να το μάθημα που ο Μαρξ αντλεί από την Κομμούνα:

» … Ότι μετά τον πιο συγκλονιστικό πόλεμο της σύγχρονης εποχής, ο ηττημένος και ο νικητής αδελφοποιούνται για να σφαγιάσουν από κοινού το προλεταριάτο, αυτό το πρωτοφανές γεγονός αποδεικνύει, όχι όπως νομίζει ο Bismarck την οριστική συντριβή μιας νέας κοινωνίας στην ανάδυση της, αλλά την πλήρη αποσύνθεση της παλιάς αστικής κοινωνίας. Το μεγαλύτερo άλμα ηρωισμού του οποίου εξακολουθεί να είναι ικανή η παλιά κοινωνία είναι ο εθνικός πόλεμος: και τώρα αποδεικνύεται ότι πρόκειται για μια απλή μυθοποίηση, μια απάτη των διαφόρων κυβερνήσεων, η οποία τείνει να καθυστερήσει και να θάψει τον ταξικό αγώνα και παραμερίζεται αμέσως μόλις αυτή η ταξική πάλη φουντώσει σε εμφύλιο πόλεμο».

a – «Είναι απαραίτητο πρώτα απ ‘όλα να καθορίσουμε ορισμένα μεθοδολογικά κριτήρια τα οποία βρίσκονται στη βάση του προσδιορισμού της έννοιας του Ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Επομένως, αρχίζουμε λέγοντας ότι δεν πιστεύουμε ότι η ουσία του καπιταλισμού, δηλαδή οι συγκεκριμένες αντιφάσεις του, έχει αλλάξει κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα. Αντιθέτως έχει αλλάξει η μορφή και αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο, αυτές οι αντιφάσεις τείνουν να εκδηλώνονται ιστορικά.
b – Το Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών είναι η «εθνική» θεσμική υπερκατασκευή που αντιστοιχεί στη φάση του ιμπεριαλισμού των πολυεθνικών. Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του είναι: ο σχηματισμός ενός ιμπεριαλιστικού πολιτικού προσωπικού. αυστηρή συγκέντρωση των κρατικών δομών υπό τον έλεγχο της Εκτελεστικής Εξουσίας · ρεφορμισμός και εξόντωση ως ολοκληρωμένες-ενσωματωμένες μορφές της ίδιας λειτουργίας: της προληπτικής αντεπανάστασης.
= Ονομάζουμε «εσωτερική» ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία εκείνο το τμήμα της αστικής τάξης ενσωματωμένης στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, έκφραση του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και κινητήρια δύναμη της διαδικασίας της ιμπεριαλιστικής αναδιάρθρωσης του οικονομικού μας χώρου και των σχετικών πολιτικών και θεσμικών υπερδομών.

Την ίδια περίοδο τα υπερεθνικά θεσμικά όργανα (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ), μέσω των οποίων η ιμπεριαλιστική αστική τάξη θέλει να επιβάλει την παγκόσμια στρατηγική της, αποκτούν δύναμη και αναλαμβάνουν ένα βαθμό εξουσίας τέτοιο ώστε να υποτάσσουν και να καθιστούν λειτουργικά σε αυτά τα «εθνικά κράτη» που μέσα σε αυτή τη διαδικασία αναγκάζονται να επαναπροσδιοριστούν στις εσωτερικές τους δομές.
Με την αναδιάρθρωση τους, τα Κράτη αυτά προετοιμάζονται να διαδραματίσουν δύο βασικούς ρόλους:
– Ζώνη μεταβίβασης εντολών των παγκόσμιων οικονομικών-στρατηγικών συμφερόντων του κυρίαρχου ιμπεριαλισμού,
– «Κανονικοποίηση της περιοχής», δηλαδή οργάνωση της προληπτικής αντεπανάστασης προκειμένου να εξαλείψουν κάθε επαναστατική «φιλοδοξία».
«Το Κράτος-έθνος γίνεται ζώνη μεταβίβασης εντολών για το διεθνές κεφάλαιο που οργανώνεται εναντίον του λαού. Το αστικό συνταγματικό-Κράτος, κατά τη διαδικασία της αντιφατικής εξέλιξης του ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και της διεθνούς συγκέντρωσης του κεφαλαίου πρέπει να διαλυθεί και να αντικατασταθεί από το ισχυρό Κράτος ή την ένοπλη δημοκρατία». (Croissant)

= Η επιβεβαίωση των συνολικών συμφερόντων του ιμπεριαλισμού περνά επομένως από μια μεταβατική φάση στην οποία οι διάφορες αστικές δυνάμεις συγκρούονται και συνυπάρχουν, αντιπροσωπεύοντας ένα εσωτερικό στοιχείο της κρίσης του Κράτους. Και όμως, αυτή η κρίση, που βασανίζει το κράτος, δεν σπρώχνει προς την αποσύνθεση του, αλλά στην αναδιάρθρωσή του: Αυτή η τάση κρίση-αναδιάρθρωση, δείχνει ότι η κύρια αντίφαση του επαναστατικού κινήματος είναι εκείνη που το θέτει άμεσα ενάντια στο ιμπεριαλιστικό σύστημα εξουσίας σε παγκόσμια κλίμακα.
Το να αντιμετωπίσουμε αυτή την αντίφαση συνεπάγεται επομένως να κινηθούμε στο έδαφος ενός μακρόχρονου ταξικού πολέμου.

=
Ως εκ τούτου το αλφάδι όλης της πολύπλοκης επιχείρησης είναι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και των θεμελιωδών κινητήριων μηχανών του ιμπεριαλισμού (ΔΝΤ, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ …) με την έννοια ότι η «εσωτερική» πολιτική της οποίας η Χριστιανοδημοκρατία- DC πρέπει να καταστεί υποκινητής δεν μπορεί παρά να είναι μια άμεση λειτουργία της «εξωτερικής» πολιτικής εκείνων των χωρών και εκείνων των κέντρων.
Επιπλέον δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και το Κεφάλαιο γνωρίζει τον όχι πλέον κυκλικό χαρακτήρα των αντιφάσεών του. πως σκοπός του είναι να επιβιώσει μέσα σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης του. Οι θεωρίες σχετικά με την «μηδενική ανάπτυξη» έχουν ανακαλυφθεί από την αστική επιστήμη εδώ και καιρό. Το ανεπίλυτο των αντιφάσεων στην οικονομική σφαίρα οδηγεί στην αναζήτηση μιας «ανεξαρτησίας» της πολιτικής-κοινωνικής δομής μέσω της ενίσχυσης του μηχανισμού κυριαρχίας που διαμορφώνεται ως αντεπαναστατικός «προληπτικός πόλεμος». Δηλαδή: το κράτος καθίσταται «υποκείμενο της πολιτικής», όπως δηλώνουν οι σύντροφοι της RAF. Αλλά, σε αυτό δεν πρέπει να βλέπουμε την προσπάθεια εξομάλυνσης των κοινωνικών αντιφάσεων σύμφωνα με τον μηχανισμό καταστολή – μετάβαση σε μια νέα φάση ανάπτυξης, αλλά τη συγκράτηση τους μέσα από την εξόντωση κάθε σχεδίου ανασύνθεσης της ταξικής σύγκρουσης επάνω σε ένα ανταγωνιστικό πρόγραμμα.

= Kαι ο ένοπλος αγώνας, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, θα έπρεπε να γκετοποιηθεί, περιορισμένος, σαν ενδημικό φαινόμενο, αυθόρμητη έκφραση της περιθωριοποίησης, για παράδειγμα, ένας αγώνας που να μην βλέπει, πέρα από τους εθνικούς πολιτικούς μηχανισμούς (παραγωγικούς, διοικητικούς, θεσμικά κόμματα), εκείνους του προληπτικού ιμπεριαλιστικού πολέμου.

= Καθώς με τον σχηματισμό του ιμπεριαλιστικού Κράτους αποκαλύπτεται εις βάθος ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της ταξικής αντιφάσεως, ενισχυμένος περαιτέρω από την αντίθεση μεταξύ του παγκόσμιου συμφέροντος του ιμπεριαλισμού και των ιδιαίτερων συμφερόντων της περιοχής (ενδοϊμπεριαλιστική αντίφαση), οι μορφές και τα εργαλεία της κυριαρχίας πρέπει απαραίτητα να ενισχυθούν και να τελειοποιηθούν στον μέγιστο βαθμό. Εκπαιδευόμενο από τους σύγχρονους και παλαιούς αγώνες των λαών σε πλανητική κλίμακα, έχοντας επίγνωση της στρατηγικής του αδυναμίας και της τακτικής δυνάμεως που του παρέχει ο τεράστιος μηχανισμός, ο ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών στοχεύει στο μοναδικό στόχο που μπορεί να παρατείνει την επιβίωσή του: να προλάβει να αποτρέψει και να εξολοθρεύσει την επανάσταση πριν αυτή μπορέσει να ξεδιπλωθεί με όλη της την δύναμη και να κινητοποιήσει όλες τις δυνάμεις του στο ζωτικό στρατηγικό έργο: την προληπτική αντεπανάσταση.
Με τον ρεφορμισμό, τις μικρές παραχωρήσεις προς τις μητροπολιτικές «αριστοκρατίες», προσπαθεί να εμποδίσει τον προλεταριακό αγώνα πριν φτάσει σε επίπεδα συναγερμού, για να τον περιορίσει, και στη συνέχεια να τον κλείσει στο εσωτερικό της «ανάπτυξης» του. την ίδια στιγμή, με ειρηνοποιημένα τα μετόπισθεν, περνά στην εξόντωση εκείνου του τμήματος του προλεταριάτου που δεν μπορεί να «εξαγοράσει» ή να κλειδώσει ξανά μέσα στην ανάπτυξή του.
Ο ρεφορμισμός δεν είναι ποτέ αποκομμένος από την εξόντωση. Δεν είναι κάτι άλλο. Ο ρεφορμισμός δεν είναι μια πολιτική της εργατικής τάξης, αλλά μια πολιτική του ιμπεριαλιστικού κράτους ενάντια στο μητροπολιτικό προλεταριάτο.
Επομένως το ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών παρουσιάζεται ως μια ιδιαίτερα ολοκληρωμένη και συγκεντρωτική ρεφορμιστική-κατασταλτική δομή. Από τη μία πλευρά έχουμε τα ειρηνικά μέσα σκοπός των οποίων είναι η εξασφάλιση της συναίνεσης των μαζών: θεσμικά κόμματα, συνδικάτα, μέσα μαζικής ενημέρωσης-mass-media. Από την άλλη μεριά τα στρατιωτικά εργαλεία με σκοπό την εξόντωση: ειδικοί πυρήνες, ειδικά δικαστήρια, ειδικές φυλακές, δηλαδή δυνάμεις για την γενικευμένη καταστολή-καταπίεση. Όλες συνυπάρχουν και είναι λειτουργικά μέρη της ίδιας πολιτικής. Όλες είναι μορφές της ίδιας κατάστασης, του ίδιου Κράτους.
Αυτή η συνύπαρξη των ρεφορμιστικών-κατασταλτικών λειτουργιών υφίσταται, ανάλογα με τις φάσεις του οικονομικού κύκλου, ποιοτικές τροποποιήσεις μιας κάποιας σημασίας, αλλά όχι τέτοιες ώστε να επηρεάζουν την ουσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους.
Έτσι, στη φάση της οικονομικής επέκτασης, το ιμπεριαλιστικό Κράτος εμφανίζει πάνω απ’ όλα το ανθρώπινο και ειρηνικό πρόσωπο του ρεφορμισμού το οποίο όμως κρύβει χαλύβδινα δόντια. Η ειρήνη βασιλεύει σε αυτή τη φάση, αλλά πρόκειται για μια «ένοπλη ειρήνη». Αντίθετα, στη φάση της οικονομικής κρίσης εμφανίζονται πρωτίστως τα όπλα και η σχέση μεταξύ κοινωνίας και Κράτους ολοένα να στρατιωτικοποιούνται περισσότερο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ιμπεριαλιστικό Κράτος παραιτείται από τη χρήση του ρεφορμισμού. Μόνο που τώρα αυτό, έχοντας χάσει την υλική του βάση μετατρέπεται σε «καθαρή ιδεολογία» και τείνει να αναλάβει τη λειτουργία να «ελέγχει τις μάζες»,  «αντιπρολεταριακή αστυνομία».
Σε αυτή τη φάση, η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται ολοένα και πιο γενικευμένη και μπαίνουμε έτσι σε μια νέα φάση: τον πόλεμο!
Η διαδικασία της προληπτικής αντεπανάστασης που χαρακτηρίζει το κίνημα της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας σε αυτή τη φάση επιβάλλει στις επαναστατικές δυνάμεις μια νέα επεξεργασία της στρατηγικής για την κατάληψη της εξουσίας και ως εκ τούτου και των οργανωτικών αρχών και μορφών.
Αφού δεν υπάρχει πλέον μια πολιτική φάση ξεχωριστή από τη στρατιωτική διότι μεταρρύθμιση και εξόντωση συνυπάρχουν και είναι λειτουργικές στο ιμπεριαλιστικό Κράτος, η μόνη δυνατότητα άσκησης του πολιτικού εδάφους της σύγκρουσης δίδεται με το όπλο στο χέρι.
Η εξεγερσιακή στρατηγική που προέρχεται από την ιστορία της τρίτης διεθνούς βγαίνει από την ιστορία και εισέρχεται ο ανταρτοπόλεμος, ο μακροχρόνιος ταξικός πόλεμος.
Στη φάση που ορίσαμε ως «ένοπλη ειρήνη» (δηλαδή στη φάση της επέκτασης του κύκλου στον οποίο επικρατεί η χρήση των ρεφορμιστικών μέσων έναντι εκείνων καταφανώς πιο κατασταλτικών) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η τακτική ένοπλης προπαγάνδας ενώ στη φάση του «πολέμου» (δηλαδή στη φάση της κρίσης του κύκλου στον οποίο τα όργανα καταστολής και εξάλειψης των ανταγωνιστικών συμπεριφορών της τάξης δεσπόζουν) από την πλευρά των επαναστατικών δυνάμεων κυριαρχεί η πρακτική του επαναστατικού εμφυλίου πολέμου.

 

= Κατά τη μετάβαση από την ένοπλη ειρήνη στον πόλεμο η σύγκρουση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης γίνεται όλο και πιο άμεση και γενικευμένη, αλλά δεν υπάρχει, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, μια μεταμόρφωση του δημοκρατικού Κράτους σε φασιστικό Κράτος. Αντιθέτως βρισκόμαστε πάντοτε με την παρουσία ενός Κράτους το οποίο, με την αναδιάρθρωση, υπέστη αλλαγές στο ειδικό βάρος των θεμελιωδών στοιχείων του · πρώτα τα ειρηνικά-μεταρρυθμιστικά εργαλεία κυριαρχούσαν πάνω στα στρατιωτικά-κατασταλτικά, αλλά τώρα η εξόντωση υπερισχύει και υποτάσσει στον εαυτό της την μεταρρυθμιστική λειτουργία.
Φασισμός και σοσιαλδημοκρατία υπήρξαν πολιτικές μορφές που κινούνται περιοδικά τις οποίες ανέλαβε η εξουσία της αστικής τάξης στη φάση του εθνικού μονοπωλιακού καπιταλισμού. Μπορούμε να προσθέσουμε περαιτέρω, απλουστεύοντας στο μέγιστο, ότι φασισμός και σοσιαλδημοκρατία έχουν αμοιβαία αποκλειστεί ο ένας από την άλλη στην ιστορία. Στο ιμπεριαλιστικό κράτος αντιθέτως συνυπάρχει η ουσία αυτών των πολιτικών μορφών, δίδοντας τόπο σε ένα πρωτότυπο «καθεστώς» που όμως δεν είναι ούτε φασιστικό ούτε σοσιαλδημοκρατικό, αλλά αντιπροσωπεύει μια διαλεκτική υπερνίκηση αμφοτέρων.

= Άλλοι σε αυτή τη μεταβατική φάση πιστεύουν ότι ξεχωρίζουν μια τάση προς την μεταμόρφωση του Κράτους με μια σοσιαλδημοκρατική έννοια και αναρωτιούνται εάν η σοσιαλδημοκρατία αντιπροσωπεύει ή όχι τη διέξοδο από την ιμπεριαλιστική κρίση και, πιο συγκεκριμένα, εάν το ΚΚΙ ετοιμάζεται να κάνει ή όχι την είσοδό του στον χώρο της εξουσίας. Αυτό το ερώτημα περιέχει μέσα του ένα άλλο, δηλαδή το αν το PCI είναι ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ή όχι.
Οι διαφορές μεταξύ της σοσιαλδημοκρατίας και του σύγχρονου ρεφορμισμού είναι πολυάριθμες και ορισμένες είναι θεμελιώδεις Η σοσιαλδημοκρατία είναι ένα τυπικό φαινόμενο εκείνων των φάσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης κατά τις οποίες οι κρίσεις εξακολουθούν να ακολουθούν μια κυκλική τάση: βγαίνοντας από περιόδους ύφεσης, ο καπιταλισμός μπορεί, καταφεύγοντας σε μια μεταρρυθμιστική πολιτική, να «διαφθείρει τα στρώματα της εργατικής αριστοκρατίας» που αποτελούν τη βάση μάζα της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας.
Με άλλα λόγια, η δυνατότητα μιας παραγωγικής ανάκαμψης επιτρέπει στην αστική τάξη ένα περιθώριο πραγματικής διαπραγμάτευσης με την «εργατική δεξιά»: αυτό προκαλεί, μεταξύ άλλων επιπτώσεων, την ενσωμάτωση των ηγετικών ομάδων των ρεφορμιστικών κομμάτων μέσα στο κοινωνικό μπλοκ που κατέχει την ισχύ-την εξουσία. Η συμμαχία ανάμεσα στην αστική τάξη και τον ρεφορμισμό είναι συνεπώς κοινωνικής και πολιτικής φύσης: οι σοσιαλδημοκράτες και οι «επαγγελματίες εργάτες» στέκονται δίπλα στο αφεντικό επειδή μαζί του έχουν πραγματικά κοινά συμφέροντα (την ανάκαμψη της συσσώρευσης και την παραγωγική αναδιάρθρωση) και επειδή φιλοδοξούν να γίνουν αυτοί οι ίδιοι αφεντικά με βάσιμες πιθανότητες να το καταφέρουν. Επιπλέον, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Κράτους σε αυτό το στάδιο της ιστορίας του καπιταλισμού διευκολύνουν την είσοδο της σοσιαλδημοκρατίας σε εκείνη την κυβέρνηση που είναι από πάντα ο προθάλαμος της εξουσίας: το Κράτος ακόμη σχετικά αυτόνομο από την οικονομία, αιτιολογεί σε κάποιο βαθμό την ψευδαίσθηση ότι η κατάκτηση και η χρήση του από την εργατική τάξη είναι δυνατή.
Αυτά τα δεδομένα δεν ισχύουν πλέον σήμερα. Η κρίση του ιμπεριαλιστικού συστήματος δεν είναι προβλέψιμο να έχει ως αποτέλεσμα την ανάκαμψη της συσσώρευσης, τόσο επειδή η οικονομία έχει εισέλθει σε μια φάση στασιμότητας η οποία θα επιλυθεί μόνο με τον πόλεμο για μια διαφορετική διαίρεση-μοίρασμα των αγορών, όσο και διότι οι υιοθετηθείσες από τα κράτη οικονομικές πολιτικές τείνουν να περιορίζουν, παρά να επεκτείνουν, την παραγωγική βάση. Συνεπώς λείπουν, τόσο οι δομικές βάσεις (φύση και πορεία της κρίσης) όσο και οι υποκειμενικές (πολιτικές κυβερνήσεων και κρατών) ώστε να επιτρέψουν την ενσωμάτωση των ρεβιζιονιστών σε ένα κοινωνικό μπλοκ που να επιδιώκει και να ακολουθεί μια μεταρρυθμιστική πολιτική. Ή καλύτερα, είναι ακόμα πιθανό οι ρεβιζιονιστές (η ηγετική ομάδα τους) να φιλοξενηθούν προσωρινά εντός της Κυβέρνησης, αλλά αποκλείεται ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση στρωμάτων της αριστοκρατίας της εργατικής τάξης ή των μεσαίων τάξεων μέσα σε ένα μπλοκ εξουσίας που του έχει ανατεθεί να διαχειριστεί ένα είδος ανάπτυξης που δεν μπορεί πλέον να δοθεί, δεδομένου του ιμπεριαλιστικού και πολυεθνικού χαρακτήρα του καπιταλισμού της εποχής μας. Τι πράγμα, όντως, οι καπιταλιστές μπορούν να χορηγήσουν στον επαγγελματία εργάτη σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία του αν όχι το ταμείο ανεργίας, τις απολύσεις, την αύξηση της εκμετάλλευσης και την προοδευτική αλλά σταθερή μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών; Και ούτως ή άλλως, πέραν των υλικών ανταλλαγμάτων, μέσα σε ποια υπόθεση ανάπτυξης μπορούν να εμπλακούν, ακόμη και μοναχά ιδεολογικά, εκείνα τα στρώματα εργατικών αριστοκρατιών που έχουν πλέον εξαντλήσει το προοδευτικό δυναμικό τους από την οπτική του κεφαλαίου;
Η απουσία διαρθρωτικών συνθηκών για το σχηματισμό ενός νέου κοινωνικoύ μπλοκ εξουσίας δεν αποκλείει όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της σχέσης που, από την άλλη πλευρά, εξαρτώνται από την ταξική κατάσταση, καθώς και από το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων.
Εάν να πληρώσουν το αντίτιμο της ανόδου στην εξουσία της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας υπήρξαν πριν απ’ όλα οι αγρότες, από την στιγμή που η επανάληψη της συσσώρευσης πραγματοποιούνταν εις βάρος της υπαίθρου, σήμερα η προτιμησιακή σχέση της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας με τους ρεβιζιονιστές βασίζεται στον εντοπισμό του «περιθωριοποιημένου προλεταριάτου» ως μεταβλητή η κατοχή του ελέγχου της οποίας είναι απαραίτητη.
Με άλλα λόγια, ο επαγγελματίας εργάτης «θα έπρεπε να γίνει ταυτόχρονα, ένας πραγματικός στρατιώτης της παραγωγής και να λειτουργεί ως αστυνομικός τόσο προς τους συναδέλφους του, όσο και κυρίως απέναντι στη μάζα των περιθωριοποιημένων προλετάριων της μεγάλης μητρόπολης».
Για όλους αυτούς τους λόγους είναι αναπόφευκτο ότι η ρεβιζιονιστική πολιτική θα χάσει σταδιακά όλα τα ρεφορμιστικά της χαρακτηριστικά για να αναλάβει απόλυτα κατασταλτικά: από προοδευτική, η λειτουργία του PCI γίνεται έτσι, εκ των πραγμάτων και ανεξάρτητα από τη βούληση των αγωνιστών του, συντηρητική, με σκοπό να ασκεί άκαμπτο έλεγχο επί της αγοράς εργασίας και να οργανώνει τη συναίνεση γύρω από ένα σχέδιο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που λόγω της φύσης του ιμπεριαλισμού, όντος ανίκανου να κινητοποιήσει και να εμπλέξει τις μάζες (όπως είχε καταφέρει να το κάνει ο φασισμός για παράδειγμα ), θα αναγκάσει όλο και περισσότερο τους ρεβιζιονιστές να καταφεύγουν σε καταναγκαστικά εργαλεία και να επιβάλουν συναίνεση με το ζόρι, αντί να την ζητούν και να την ερμηνεύουν.
Αυτό θα συμβεί διότι, εάν ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός που σαπίζει δεν υπάρχει περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων χωρίς να διαταραχθούν οι αντίστοιχες παραγωγικές σχέσεις, αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη να παραμείνουν αμετάβλητες θα πρέπει να συγκρουστεί με τη βούληση να τις τροποποιήσει και πως τα μεταρρυθμιστικά κόμματα εργατικής παράδοσης, από εργαλεία κοινωνικής ειρήνης θα μετατραπούν σε άλλα τόσα εργαλεία για τον εμφύλιο πόλεμο.
Με αυτή την έννοια είναι δυνατόν να υποστηρίξουμε ότι οι ρεβιζιονιστές βρίσκονται στην υπηρεσία του ιμπεριαλιστικού Κράτους των πολυεθνικών και ότι η αντίθεση με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό, πέραν του να είναι ανταγωνιστική, πρέπει να αντιμετωπιστεί και στο στρατιωτικό επίπεδο. Ήδη σήμερα χάρη στη διαμεσολάβηση των ρεβιζιονιστών, η στρατιωτικοποίηση επεκτείνεται από το εργοστάσιο στην γειτονιά, στις διαπροσωπικές σχέσεις, στις οικογένειες, σε μια αλυσίδα ιεραρχικών και βίαιων κοινωνικών σχέσεων, που κυριαρχούνται από τους νόμους μιας καταπιεστικής κοινωνίας που ο ιμπεριαλισμός θα επιθυμούσε όλο και περισσότερο όμοια με ένα lager εκατομμυρίων παραγωγών.
Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι, ένας από τους λόγους για τους οποίους η συμμαχία με τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό είναι επιθυμητή για την αστική τάξη, συνίσταται στη δυνατότητα να διεισδύσει με μεγαλύτερη ευκολία στις αγορές της Ανατολικής ευρώπης.

= Στο εσωτερικό του ρεβιζιονιστικού κόμματος ζει επομένως μια αμφισημία μεταξύ δύο τάσεων, μία που θα μπορούσαμε να ορίσουμε εσφαλμένα ως «την αριστερή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας» η οποία έκανε δικό της και το δυτικό σύστημα αξιών με την αποδοχή του ΝΑΤΟ, η άλλη που εμπνέεται από τον «Κρατικό καπιταλισμό» και που βλέπει τον «συμβιβασμό» ως το πρώτο τακτικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό συνεπάγεται πως η σχέση μεταξύ του ρεβιζιονιστικού κόμματος και του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού εξαρτάται από τη θέση μεγαλύτερης ισχύος της δεύτερης τάσης, σε σχέση με την πρώτη.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο ο ultraρεβιζιονισμός επιδιώκει να λειτουργήσει ως αυτόνομη δύναμη, ηγεμονική δύναμη σε σχέση με έναν πολιτικό χώρο που βλέπει ενωμένους σκυλιά και γουρούνια της αριστεράς της σοσιαλδημοκρατίας, περνώντας μέσα από τους «διάφορους ευρωκομμουνισμούς», για να φτάσουμε στις ψεύτικες λενινιστικές παροτρύνσεις τύπου Πορτογαλίας. Αντιμετωπίζει τον ιμπεριαλισμό ως μια εσωτερική-εξωτερική δύναμη, και γι ‘αυτό εμπνέει υποψία στον Κάρτερ και στους ευρωπαίους υποτελείς του, οι οποίοι και θα έμπαιναν στον πειρασμό να τον χρησιμοποιήσουν, φιλόδοξα, ως καταλύτη της «διαφωνίας» στις ανατολικές χώρες, αλλά προς το παρόν παραμένει ένα όπλο δίκοπο.

= ΑΠΑΓΩΓΗ DOZIER – 17 δεκεμβρίου 1981 ήταν δεύτερος επικεφαλής του προσωπικού της Διοίκησης Δυνάμεων Εδάφους του ΝΑΤΟ στη Νότια Ευρώπη (FTASE). Η απαγωγή πραγματοποιήθηκε στο διαμέρισμα του, περίπου στις 6:00 μ.μ. Μετά από 42 ημέρες, στην Πάντοβα σε μια βάση Br, η ειδική αστυνομική μονάδα Nocs (λειτουργικός Πυρήνας κεντρικής ασφάλειας της Αστυνομίας του Κράτους) – εξαιρετικά εκπαιδευμένες δυνάμεις, ιδιαίτερα στη χρήση των όπλων, όπως οι Gis (ομάδα ειδικών παρεμβάσεων των Καραμπινιέρων), εισβάλλουν συλλαμβάνοντας 4 συντρόφ * και απελευθερώνοντας τον στρατηγό. Με την απαγωγή Dozier οι Br δηλώνουν τη γέννηση του σχηματισμού Br-Partito Comunista Combattente/εΤ-Κομουνιστικό Μαχόμενο Κόμμα (Br-Pcc) μετά τις διασπάσεις που έλαβαν χώρα (Κόμμα Guerrilla και φάλαγγα Walter Alasia). Στη συνέχεια διαχέεται ένα νέο «στρατηγικό ψήφισμα» με τίτλο «Δύο χρόνια πάλης» στο οποίο πέρα από την εξήγηση των περιπετειών της διάσπασης, αποφασίζονταν να δοθεί έμφαση της δραστηριότητας τους ενάντια στο ΝΑΤΟ που αντιπροσώπευε τον στρατιωτικό βιομηχανικό μηχανισμό των πολυεθνικών.

«Μέσα από σένα δικάζουμε τη στρατιωτική κατοχική δομή, το ΝΑΤΟ, και την ιμπεριαλιστική πολιτική της Αμερικής προς το ιταλικό προλεταριάτο. Αυτή η πολιτική εξαπλώθηκε από το 1945 μέχρι σήμερα. Έδωσε τη δυνατότητα στις ΗΠΑ, υπό τον εκβιασμό των όπλων, πρώτα με τον ιταλικό στρατό κατοχής, στη συνέχεια με τον ενσωματωμένο στρατό του ΝΑΤΟ, να χτιστεί μια πολιτικο-στρατιωτική τάξη πλήρως υποταγμένη στα συμφέροντα των πολυεθνικών ΗΠΑ. Η ιστορία αυτών των κυβερνήσεων είναι η ιστορία της Κρατικής τρομοκρατίας, που χτίστηκε από τη CIA. Από το Σχέδιο Μάρσαλ μέχρι την υποδούλωση στην πολιτική Ρέιγκαν με τους πυραύλους του Comiso, σημαίνει τον σχεδιασμό της ιστορίας της υποταγής των ιταλικών κεφαλαίων και μιας πολιτικής τάξης που παρά την αποδεδειγμένη πολιτική και κοινωνική απονομιμοποίηση, παραμένει όρθια μόνο χάρη στον τρόμο των ειδικών μονάδων εκπαιδευμένων από τους αμερικανούς και την οικονομική πολιτική των πολυεθνικών USA».

= Στις 15 φεβρουαρίου 1984, στις 6.45 μ.μ., οι Br-Pcc μαζί με τη Ένοπλη Λιβανέζικη Επαναστατική Φράξια (FARL) πλήττουν τον Leamon Hunt, πρεσβευτή και πρώην διευθυντή της Πολυεθνικής Δύναμης και Παρατηρητών (MFO) και υπεύθυνο διαχείρισης της Πολυεθνικής Δύναμης του Σινά.

(ντοκουμέντα): Οι εκστρατείες εναντίον του ΝΑΤΟ αποτελούν ένα σημείο του θεμελιώδους προγράμματος για την ιταλική επαναστατική διαδικασία, δεδομένου ότι τοποθετούν τις Br δίπλα σε όλες τις άλλες αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις προς το γενικό συμφέρον του ευρωπαϊκού προλεταριάτου.

Δυστυχώς η απαγωγή του Dozier κατέληξε σε μια ήττα, και επειδή η προετοιμασία δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τα συνήθη κριτήρια (οι βάσεις ήταν γνωστές σε ακτιβιστές του κινήματος, και από εκεί έφτασαν οι δυνάμεις της καταστολής). Το κράτος χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια για να αποσπάσει απαραίτητες πληροφορίες από συντρόφους του κινήματος για να φτάσει στη βάση όπου φυλάσσονταν ο Dozier. Πάντα με τα βασανιστήρια αποσπάστηκαν πληροφορίες από ορισμένους συντρόφους εσωτερικούς στη δράση που επέτρεψαν στην καταστολή να δώσει ένα αποφασιστικό πλήγμα στις Br.

Ακόμα στις 10 φεβρουαρίου 1986 οι Br-CCS έπληξαν σκοτώνοντας τον Lando Conti, πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας, με την κατηγορία πως συνεργάστηκε για μια μεγαλύτερη ενσωμάτωση της Ιταλίας στο ΝΑΤΟ και στο λεγόμενο σχέδιο των πολέμων των άστρων που προώθησε η αμερικανική κυβέρνηση με επικεφαλής τον Ronald Regan, μέσω της ιταλικής Κοινοπραξίας για τις στρατηγικές τεχνολογίες (Cites).

 

* Με συνέλαβαν τον μάιο του 1980, ειδικές φυλακές και πολύ σκληρή μεταχείριση. Μαζί με άλλους διοργάνωσα την εξέγερση στην ειδική φυλακή του Trani (δεκέμβριος 1980), μια εξέγερση που κατεστάλει με τη χρήση ελικοπτέρων και πυροβόλων όπλων και σφαγή των εξεγερμένων. Μεταφορά στη Σαρδηνία στην τιμωρητική φυλακή του Nuoro και στη συνέχεια Cuneo, ξανά Trani, Novara και μετά από 15 χρόνια περιπλάνησης τελικά στη Ρώμη-Rebibbia. Το 1999 κατακτώ τη δυνατότητα να δουλεύω εξωτερικά (semilibertà-ημιελευθερία) και τελειώνω τη φυλάκιση τον δεκέμβριο του 2010. Επιστρέφω στο κίνημα και συμμετέχω στους αγώνες των εργαζομένων στον τομέα της εφοδιαστικής (φόρτωση, εκφόρτωση και μεταφορά εμπορευμάτων), οι περισσότεροι από αυτούς τους εργαζόμενους είναι μετανάστες [εδώ στη Ρώμη ως επί το πλείστον ερυθραίοι, ρουμάνοι, από την Γκάνα, κλπ.), με ένα τρομερό επίπεδο εκμετάλλευσης. Έχουν σημειωθεί πολλά βήματα προς τα εμπρός, ιδίως στην πολιτική ανάπτυξη πολλών εργαζομένων και σε ορισμένες από τις αξιώσεις που έχουν κερδηθεί. Το ταξίδι είναι πολύ μακρύ, και διότι δεν υπάρχουν πολλοί άλλοι αγώνες με τους οποίους να συνδεθούμε.

 

 

 

 

 

ιστορία, storia

Μια συνεισφορά στο “Μοντέλο vittimario”-θυματοποιητικό

Ένοπλος αγώνας. Ιστορία, μνήμη και μοντέλο vittimario

της   Silvia De Bernardinis

1.

Η παρέμβαση μου επικεντρώνεται στο θυματοποιητικό μοντέλο, το οποίο συνδέει και συγχέει την κυρίαρχη μνήμη – που παρουσιάζεται ως κοινή μνήμη – και την ιστορία, στην προσέγγιση της μελέτης του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία στα χρόνια του ’70 και του ’80. Όπως σωστά γράφουν οι διοργανωτές του συνεδρίου, είναι δύσκολο να μιλήσουμε για την δεκαετία του ’70 στην Ιταλία χωρίς να διακινδυνεύουμε να αναμοχλεύσουμε και να προκαλέσουμε εντάσεις.

269 ένοπλοι σχηματισμοί, 7 866 επιθέσεις σε πράγματα και 4 290 σε ανθρώπους, 36.000 πολίτες που διερευνήθηκαν και πάνω από 6.000 άνθρωποι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δεκαετιών 1, εκατοντάδες ποινές ισόβιας κάθειρξης, προσφυγή σε βασανιστήρια (συστηματικά κατά τη διάρκεια του 1982) και νόμους εξαίρεσης σε 18 χρόνια ιστορίας. Για να δοθεί το μέγεθος του φαινομένου, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, σε περιόδους φασιστικής δικτατορίας, μεταξύ του 1926 (έτος ίδρυσης του Ειδικού Δικαστηρίου) και του 1943, 15 806 αντιφασίστες παραπέμφθηκαν στο Ειδικό Δικαστήριο, 5 620 δικάστηκαν, βάσει των καταγγελιών της Οvra, και καταδικάστηκαν 4 596 2. Αυτά είναι μερικά από τα στοιχεία που μας επιστρέφει η Ιστορία, αλλά φαίνεται να μην αρκούν – όπως επίσης φαίνεται πως δεν αρκούν τα 40 χρόνια που μας χωρίζουν από το τέλος αυτού του κύκλου κοινωνικών αγώνων των οποίων ο ένοπλος αγώνας υπήρξε μία από τις εκδηλώσεις – για να ελευθερώσουν το έδαφος, που τροφοδοτείται από την πολιτική και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αλλά υποστηρίζεται και από ένα μεγάλο μέρος της ιστοριογραφίας, από μια σειρά κοινοτοπιών-κλισέ που της προσδίδουν μια παραμορφωμένη εικόνα και νόημα. Ο ένοπλος αγώνας στην Ιταλία προέκυψε μέσα σε ένα ακριβές ιστορικό περιβάλλον, το οποίο διήρκεσε περίπου είκοσι χρόνια, από το 1969 έως το δεύτερο μισό των χρόνων ’80. Μια κρίσιμη περίοδος στην ιταλική και διεθνή ιστορία, η οποία φέρει ολόκληρη την περίοδο μετάβασης από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, δηλαδή μια φάση αλλαγών που άφησαν εποχή και που έχουν μεταμορφώσει και επανασχεδιάσει τον κόσμο, τα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά του σενάρια. Μια αναταραχή, μια αναστάτωση που προκλήθηκε από τις ίδιες δυναμικές του κεφαλαίου υπό μετασχηματισμό. Κόρη μιας περιόδου κατά την οποία οι επαναστατικές διαδικασίες και ανυποταξίας στο υπάρχον εκδηλώνονταν σε όλες τις περιοχές του πλανήτη τότε χωρισμένου στα δύο, εκείνες υπό τον ατλαντικό έλεγχο και εκείνες υπό τον σοσιαλιστικό έλεγχο. Κόρη μιας περιόδου που έκανε να αναδυθούν υποκειμενικότητες μέχρι τότε αόρατες ή περιθωριακές μετατρέποντάς τες σε πρωταγωνιστές των διαδικασιών πολιτικής χειραφέτησης. Ο ένοπλος αγώνας ιστορικά ανήκει σε αυτό το περιβάλλον, γεννιέται στο φορντικό εργοστάσιο, όπου η άρνηση της εργασίας δημιούργησε ένα ταξικό κίνημα που για μερικά χρόνια, στην Ιταλία, κανείς δεν κατόρθωσε να κυβερνά, από τα συνδικάτα στα κόμματα, στις δυνάμεις της τάξης, σε μια διαδικασία μη αναστρέψιμης ρήξης μεταξύ θεσμικής αριστεράς και επαναστατικής αριστεράς: Δεν υπάρχει νίκη, δεν υπάρχει κατάκτηση χωρίς το μεγάλο κομμουνιστικό κόμμα, φώναζε και ξαναφώναζε το PCI-ΚΚΙ στις διαδηλώσεις στους δρόμους και τις πλατείες. Ένα σύνθημα που ήθελε να σημαίνει κατεύθυνση και έλεγχο επί των αγώνων στο εργοστάσιο και στην κοινωνία, αλλά και μονοπώλιο της διαφωνίας και της διαμάχης σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπονταν ούτε γίνονταν αποδεκτές άλλες μορφές έκφρασης της διαφωνίας και του αγώνα στα αριστερά του ΚΚΙ, ούτε υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν. Τα χρόνια του ’68 υπήρξαν η συγκεκριμένη διάψευση, ακόμα κι αν αυτό δεν σήμαινε την ανικανότητα του κόμματος να κεφαλαιοποιήσει και να κάνει δικούς του, στη συνέχεια, να προσαρμόσει εκείνους τους αγώνες που κοιτούσε με καχυποψία, που δεν τους ήθελε και που βοήθησε στην αποδυνάμωση τους, ένα εμπόδιο επί της πορείας οικοδόμησης μιας «δημοκρατικής αξιοπιστίας και σεβασμού» που θα το άλλαζαν αμετάκλητα.

Η χρονική απόσταση είναι ένα από τα στοιχεία που επιτρέπουν τον ιστορικισμό, αλλά όχι το μοναδικό. Μια περίοδος που έχει τελειώσει ιστορικοποιείται και ακριβώς η έλλειψη πολιτικού κλεισίματος μοιάζει να συνιστά το βασικό της εμπόδιο, αφήνοντάς το σε αναστολή, σε ένα είδος ελεύθερης ζώνης όπου ένας πόλεμος νοημάτων βγαίνει στη σκηνή που περνά σήμερα μέσα από το πεδίο της μνήμης. Όπως έγραψε ο Agamben πριν από είκοσι χρόνια δικαιολογώντας την ανάγκη αμνηστίας για τα πολιτικά αδικήματα εκείνης της περιόδου, «αυτό που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ιστορικής έρευνας αντιμετωπίζεται ως ένα πολιτικό πρόβλημα του σήμερα  3 ». Και είκοσι δύο χρόνια μετά από τα λόγια του Agamben, η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο, με το κυνήγι των «επικίνδυνων δολοφόνων» που σήμερα έχουν περάσει τα εξήντα και έχουν ζήσει τα τελευταία σαράντα χρόνια σε μια πολύ λιγότερο χρυσή εξορία από αυτήν που, χωρίς την παραμικρή απόδειξη, πλασάρεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μέσα σε αυτή την οπτική μπορεί να αναγνωσθεί, εν μέρει, η έλλειψη του ιστοριογραφικού κορμού που παράγεται μέχρι σήμερα, δηλαδή, ως συντριβή επί του παρόντος, σε μια χρονικογραφική διάσταση που για πολλά χρόνια έκανε δυνατό να μην θεωρείται αντικείμενο ιστορικής έρευνας. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το βάρος του παρόντος επί του παρελθόντος εάν παρατηρηθούν οι όροι που χρησιμοποιούνται για να οριοθετηθεί το αντικείμενο «ένοπλος αγώνας», το τι και το πώς, οι ερμηνείες του.

Είναι σημαντικό, για παράδειγμα, ότι γύρω από τον ένοπλο αγώνα υπάρχει μια στάση ηθικής καταδίκης που, αν δεν απέκλεισε τη μελέτη του, την επηρέασε και συνεχίζει να την επηρεάζει, εμποδίζοντας τους μελετητές να έχουν μια βέβηλη, ριζοσπαστική στάση, τόσο ώστε κάποιοι να αισθάνονται υποχρεωμένοι να δηλώσουν την ηθική τους αποδοκιμασία ως προς το αντικείμενο της μελέτης, ή να δώσουν μια αρνητική υποδήλωση με ηθικούς όρους στα κείμενά τους 4, παραμένοντας μέσα στην πορεία που σχεδιάστηκε από την πολιτική για την οποία ο ένοπλος αγώνας είναι ένα εγκληματικό και αδικαιολόγητο φαινόμενο, ακατανόητο μέσα στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού συστήματος. Ένα ζήτημα, συνεπώς, που αφορά τη συνείδηση και όχι τη γνώση. Και είναι εξίσου σημαντικό το γεγονός πως η ιστοριογραφία έχει αναλάβει άκριτα το πολιτικό-επικοινωνιακό λεξιλόγιο που χτίστηκε γύρω από τη δεκαετία του Εβδομήντα, και ειδικότερα τον ένοπλο αγώνα, χωρίς να αμφισβητεί, χωρίς να αναρωτηθεί σχετικά με την ορθότητα, από ιστοριογραφική άποψη, των ερμηνευτικών κατηγοριών που, αντί να παράγουν ιστορική γνώση και κατανόηση, καταλήγουν να αναπαράγουν την κοινή λογική [Ο όρος κοινή λογική αντικατοπτρίζει την «αίσθηση» που έχει κανείς για κάτι χωρίς πολλή σκέψη, στηριγμένος στη μέση εμπειρία και γνώση του καθημερινού ανθρώπου]. Ξεκινώντας από τους κεντρικούς όρους που χρησιμοποιούνται, όπως τρομοκρατία ή βία, τον πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο, ένα είδος μπαμπούλα, φόβητρου που ανεμίζεται αν χρειαστεί. Σίγουρα δεν ζούμε σε έναν λιγότερο βίαιο κόσμο σήμερα, αλλά η βία της δεκαετίας του ’70 αφηγείται, περιγράφεται ως η πιο άγρια. H ad hoc τερατοποίηση που δημιουργήθηκε επί των πρωταγωνιστών της τελευταίας ταξικής σύγκρουσης του εικοστού αιώνα – από τις τρελές δολοφονίες τις απομονωμένες από την κοινωνία, σε αυτούς που παρεισφρύουν, στους ανόητους ετεροκαθοδηγούμενους – εξυπηρετεί στο να καλύπτει το πραγματικό ακάλυπτο νεύρο εκείνης της ιστορικής περιόδου, δηλαδή, την πρακτική και θεωρητική αμφισβήτηση, του μονοπωλίου της Κρατικής βίας από τις κατώτερες τάξεις. Η βία της δεκαετίας του ’70 είναι ανείπωτη γιατί υπήρξε βία των κυριαρχούμενων προς τους κυρίαρχους.

Εκείνοι που μελετούν την ιστορία των ένοπλων σχηματισμών, και ειδικότερα των Ερυθρών Ταξιαρχιών, γνωρίζουν ότι πρέπει να μας δώσουν πίσω, πρώτα απ ‘όλα, την αυθεντικότητα τους, στην διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων, μεταξύ δύο κυρίαρχων παραδειγμάτων: εκείνο το διετρολογικό [α]-συνωμοσιολογικό που έχει σκοπό να επηρεάσει, να ακυρώσει την αυθεντικότητα μιας πολιτικής διαδρομής, και εκείνο το θυματοποιητικό, με στόχο την ανάθεση του μονοπωλίου του λόγου και της ιστορίας στα θύματα του ένοπλου αγώνα. Ακριβώς αυτά τα δύο παραδείγματα αντιπροσωπεύουν τα δύο μεγαλύτερα εμπόδια, όχι τόσο για το πως φτιάχνεται η ιστορία εκείνης της περιόδου, κάτι που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια εκ των πραγμάτων αλλά, πάνω απ ‘όλα, στην εμφάνιση της σε σχέση με μια επίσημη αφήγηση που έχει ελάχιστη σχέση με την Ιστορία και που είναι αντιθέτως το αποτέλεσμα της επιβεβαίωσης μιας κυρίαρχης μνήμης, με τη σειρά την ενδεικτική των σημερινών σχέσεων εξουσίας, της σημερινής ισορροπίας δυνάμεων.

2.

Τι είδους μνήμη έχει εδραιωθεί για τον ένοπλο αγώνα; Από πότε και μέσα σε ποιο πλαίσιο επικράτησε η θυματοποιητική ιδεολογία; Στο πλαίσιο του επαναπροσδιορισμού ενός νέου συμβολικού ιδρυτικού συμφώνου της Δεύτερης Δημοκρατίας που οδήγησε στην καθιέρωση αρκετών ημερών μνήμης, το 2006 υποβλήθηκαν διάφορα νομοσχέδια για την καθιέρωση της ημέρας μνήμης για τα θύματα της τρομοκρατίας. Η συζήτηση επικεντρώνεται στην επιλογή της πιο κατάλληλης ημερομηνίας. Και η προσοχή εστιάζεται σε εκείνη την 12 δεκεμβρίου, ημερομηνία της σφαγής της piazza Fontana στο Μιλάνο το 1969, αναγνωρισμένης ως αρχή της «στρατηγικής της έντασης», για την οποία μέχρι σήμερα δεν υπάρχει μια δικαστική αλήθεια, και στην 9 μαΐου, ημερομηνία της δολοφονίας του Aldo Moro από τις BR, για την οποία διεξήχθησαν πέντε δίκες και εκδόθηκαν οι αντίστοιχες αποφάσεις. Η πρόταση που θα περάσει θα είναι η δεύτερη, που υποβλήθηκε από τη Sabina Rossa, γερουσιαστή του Δημοκρατικού Κόμματος, κόρη του Guido, συνδικαλιστή ηγέτη του αριστερού συνδικάτου CGIL που σκοτώθηκε στη Γένοβα από τις BR το 1979. Η κουβέντα για τις δύο ημερομηνίες υπογράμμιζε, στην κοινοβουλευτική συζήτηση, την αναβίωση των αναγνώσεων και ερμηνειών που εδραιώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια σχετικά με τα γεγονότα που διέσχισαν τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και έφθασαν στις αρχές των χρόνων ’80. Από την θέση της σύγκρουσης μεταξύ αντίθετων εξτρεμισμών, στην ανθρωποκτονική τρέλα, στην θεωρία του διπλού κράτους, στην θέση του «εκφυλισμού» του 1968, ενός 1968 που θα έπρεπε να διασωθεί και να διαχωριστεί από αυτό που συνέβη στη συνέχεια, ένα πολιτισμικό και γενεαλογικό φαινόμενο με εξτρεμιστικές εξάρσεις και υπερβολές που υπαγορεύονταν από νεανικό ενθουσιασμό που στη συνέχεια επιμελώς υποχώρησε,επέστρεψε στην κανονικότητα. Ή, από την αντίθετη άποψη, του 1968 ως προέλευση του κακού και της βίας. Βρήκε επίσης χώρο ένα από τα θεωρήματα που προτάθηκαν επανειλημμένα από παράγοντες του κινήματος της εποχής, δηλαδή εκείνο της «τρομοκρατίας» της αριστεράς ως αιτίας της κρίσης των κινημάτων, που βρέθηκαν να συμπιέζονται μεταξύ της βίας των ένοπλων οργανώσεων και της καταστολής του Κράτους 5. Δεν υπήρξε καμία αναφορά στην πολιτική φύση του φαινομένου, ούτε στην ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων σε εκείνη τη σύγκρουση. Παρόλο που δεν υπήρξε ομοφωνία σχετικά με την ημερομηνία, πολλοί από τους ομιλητές στη συζήτηση, ενώ αναγνώρισαν στην 12η του δεκέμβρη ως την πιο σωστή ημερομηνία – επειδή ημερομηνία περιοδολόγησης της ιταλικής ιστορίας – προκειμένου να ευνοηθεί η κατασκευή μίας «κοινής μνήμης», επέλεξαν την 9η μαΐου, ημερομηνία που αναφέρεται στην πρόταση νόμου ως σύμβολο της ένωσης όλων των πολιτικών κομμάτων και της κοινωνίας κατά της τρομοκρατίας, η οποία πέρασε με την ευνοϊκή ψήφο όλων των κομμάτων, την αποχή της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης και του Κόμματος ιταλών κομουνιστών και μία ψήφο κατά.

Τα λόγια της Olga D’Antona, συζύγου του Massimo D’Antona, που σκοτώθηκε στη Ρώμη από τις Νέες Ερυθρές Ταξιαρχίες το 1999, συνόψιζαν τη θέση που εκφράστηκε από την πλειοψηφία :

Ελπίδα είναι ότι η ημέρα της μνήμης μπορεί να αποτελέσει την ευκαιρία να δοθεί τελικά φωνή σε εκείνους που έχουν πέσει θύματα εκείνων των πράξεων τρόμου. Ήρθε η ώρα να δώσουμε φωνή σε εκείνους των οποίων οι ζωές έχουν καταστραφεί για πάντα και οι οποίοι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, έχουν καταδικαστεί στη λήθη και στη σιωπή. Είναι καιρός η δική μας ιστορία τρομοκρατίας να ειπωθεί όχι μόνο από τους τρομοκράτες και επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε τι συνέβη από την άλλη πλευρά, από την πλευρά εκείνων των αθώων και ανυπεράσπιστων πολιτών που υπήρξαν θύματα της 6.

Η κεντρικότητα των θυμάτων, το ότι τους δίδεται φωνή και το ότι ασχολούμαστε με αυτούς συγκεκριμένα, καθίσταται από εκείνη τη στιγμή, για λόγους που στην πραγματικότητα δεν έχουν να κάνουν με το σεβασμό της μνήμης τους, πρίσμα της κυρίαρχης ανάγνωσης επί της ιστορίας της δεκαετίας του ’70.

Αρχικά και κατά τη διάρκεια των χρόνων ’90 οι συγγενείς των θυμάτων που σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις με ένοπλες οργανώσεις ζητούσαν από το Κράτος, μέσω της αναγνώρισης του καθεστώτος τους, οικονομική αποζημίωση 7. Για να το εισάγουμε σε ένα πλαίσιο και να κατανοήσουμε την προέλευσή του, είναι απαραίτητο να επιστρέψουμε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, στη φάση της «εξόδου από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης της τρομοκρατίας». Οι ένοπλες οργανώσεις εξαρθρώθηκαν, το σχέδιο και το πολιτικό υποκείμενο που τις είχε δημιουργήσει μέσα στα μεγάλα εργοστάσια του Βορρά στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ηττήθηκε πολιτικά – η τάξη και η παραγωγική αναδιάρθρωση πέρασαν στα εργοστάσια – ,μεγάλο μέρος των αγωνιστών συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν ή βρίσκονταν με δίκες υπό εξέλιξη. Το ιταλικό Κράτος είχε να αντιμετωπίσει χιλιάδες καταδίκες για πολιτικά εγκλήματα. Ήταν, όπως επισημαίνει ο Sommie 8, μια μοναδική περίπτωση στην Ευρώπη και στις δυτικές δημοκρατίες, με έναν πολύ μεγάλο αριθμό πολιτικών κρατουμένων και την ανάγκη να κλείσει και να εξομαλυνθεί μια μακρά περίοδος κοινωνικής σύγκρουσης. Οι νόμοι εξαίρεσης και η στρατιωτική επίθεση από μόνη της δεν ήταν επαρκείς για να υπονομεύσουν τον κοινωνικό ιστό από τον οποίο οι ένοπλες οργανώσεις αντλούσαν δύναμη, σε απόδειξη του πόσο βαθιά ριζωμένος και ευρέως διάχυτος ήταν αυτός. Από αυτό, η ανάγκη παρέμβασης όχι μόνο στο κατασταλτικό επίπεδο, έπρεπε να βρεθεί ένα είδος πολιτικής λύσης για να τερματιστεί η κοινωνική και ένοπλη σύγκρουση εκείνων των χρόνων. Η απόφαση της πολιτικής ήταν να την αποπολιτικοποιήσει, αναθέτοντας την στο δικαστικό σώμα και στη συνέχεια στον σωφρονιστικό μηχανισμό. Έτσι γεννιέται ο θεσμός της διάστασης-διαχωρισμού και η φιγούρα του «διαχωρισμένου», που ευνοείται από το μεταβαλλόμενο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο-περιβάλλον. Σε αυτή την κατάσταση, τα μέλη των ένοπλων οργανώσεων στη φυλακή, παίρνοντας αποστάσεις από τον ένοπλο αγώνα του οποίου υπήρξαν πρωταγωνιστές, πρότειναν μια συνεργασία με τα θεσμικά όργανα, την αποκήρυξη της ιστορίας τους με αντάλλαγμα μια μείωση της ποινής. Το κάνει πρώτα απ ‘όλους ο Toni Negri το 1982 απευθυνόμενος απευθείας στον Domenico Sica στον οποίο προτείνει να αγωνιστούν μαζί ενάντια στους «τρομοκράτες» και θα ακολουθηθεί μετά από λίγο από την Prima Linea, η οποία θα αναλάβει τη διάσταση ως ενιαία θέση της οργάνωσης, και από την πλειοψηφία των μελών της φάλαγγας Walter Alasia των ΕΤ. Οι επιπτώσεις αυτής της θέσης ήταν καταστροφικές για τις ένοπλες οργανώσεις και αποδείχτηκε έτσι ένας από τους ισχυρότερους μηχανισμούς της διάλυσης τους, με την επίθεση στην εσωτερική τους αλληλεγγύη και απομακρύνοντας τες από την ιστορία τους.

Ασχολούμενο περισσότερο με τους τρομοκράτες απ ‘ότι με τα θύματα σήμαινε λοιπόν να δίνει προτεραιότητα, μέσα από τον διαχωρισμό και την μετάνοια-μεταμέλεια, στην επίλυση μιας πολιτικό-κοινωνικής σύγκρουσης, «ομαλοποιώντας» την, ένα πρόβλημα που για το Κράτος ήταν επείγον και βαρύ σε σχέση με τα αιτήματα αποζημίωσης που ταυτόχρονα προέρχονταν από τις οικογένειες των θυμάτων και που εκ των πραγμάτων για αρκετά χρόνια παρέμεναν ανήκουστα. Η AIVITER (Ιταλική Ένωση Θυμάτων Τρομοκρατίας και Ανατρεπτικής Δράσης κατά της συνταγματικής τάξης του Κράτους) ιδρύεται το 1985 ακριβώς με σκοπό να ζητήσει νομοθετικές παρεμβάσεις αντισταθμιστικού χαρακτήρα υπέρ όσων σκοτώθηκαν κατά τη σύγκρουση με τις ένοπλες οργανώσεις. Και ακριβώς επάνω στο διαχωρισμό-διάσταση, που θα γίνει νόμος το 1987, αλλά που άρχισε να εφαρμόζεται ήδη από νωρίτερα, ξεκίνησε η πρώτη πολεμική της ένωσης των θυμάτων της τρομοκρατίας. Ο Maurizio Puddu, επαρχιακός σύμβουλος της χριστιανοδημοκρατίας DC, ένα από τα θύματα των ΕΤ, και πρόεδρος του Συλλόγου, δήλωνε ότι ήταν απαραίτητος ο σεβασμός του νόμου, αλλά πως το δίκαιο δεν πρέπει να παραμορφώνεται κατ ‘αυτόν τον τρόπο. Η μετάνοια δεν απαιτείται στα άρθρα της διάταξης, μόνο η διάσταση. Θα μπορούσε τουλάχιστον να συμπεριληφθεί μια σημείωση με την οποία στους τρομοκράτες επιβάλλονταν να ζητούν από τα θύματα συγνώμη 9.

Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με την ερμηνεία του Puddu, η διάσταση ήταν η πραγματική πράξη μετάνοιας: αντίθετα με τον «μετανοημένο» (παραδοσιακή φιγούρα του καταδότη), ο πρώην «διαχωρισμένος τρομοκράτης» λάμβανε υπόψη τα λάθη του, αποκήρυσσε το παρελθόν του και δεσμεύονταν για το μέλλον να μην χρησιμοποιεί πλέον τη βία ως μέθοδο πολιτικής πάλης. Συνεργάζονταν ενεργά να γκρεμίσει τα θεμέλια της οργάνωσής του και να θέσει και τις άλλες σε κρίση, προσφέροντας στο Κράτος μια πολύ πιο αποτελεσματική δουλειά από αυτήν του καταδότη και για την οποία απολάμβανε την επιείκεια του Κράτους, δηλαδή τη μείωση της ποινής. Μια πρακτική πολύ παρόμοια με τις διαδικασίες που διεξάγονταν πριν από αιώνες από την Εκκλησία ενάντια σε αιρετικούς και μακριά από το δίκαιο που με αυτή την έννοια, ναι, έβγαινε παραμορφωμένο, και όχι μόνο για τις μειώσεις της τιμωρίας που χορηγούνταν με βάση τη «μετάνοια, την αποκατάσταση». Στη συνέχεια, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, το αίτημα του Puddu – το υστερόγραφο που απαιτούσε από τον φυλακισμένο να ζητήσει ρητά τη συγχώρεση των θυμάτων – έγινε αποδεκτό. Πράγματι, αν και δεν προβλεπόταν σε κανένα νόμο, οι εποπτικοί δικαστές, κατά την κρίση τους, επέβαλαν ως περαιτέρω απαίτηση για την απόκτηση της υπό όρους απελευθέρωσης την γραπτή επαφή μεταξύ κρατουμένων και θυμάτων ή συγγενών των θυμάτων, στραπατσάροντας εκ νέου το δίκαιο 10, μερικούς αιώνες ιστορίας του δικαίου. Ολόκληρος ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας διεξήχθη, εξάλλου, διαφορετικά από ότι ισχυρίζονταν τότε τα κόμματα και τα θεσμικά όργανα, και από αυτά που επαναλαμβάνουν σήμερα, με μέσα και εργαλεία που δεν καλύπτονται, δεν προβλέπονται από το «δημοκρατικό Κράτος δικαίου ».

Η πολεμική από πλευράς των θυμάτων αυξήθηκε όταν, μεταξύ του 1987 και του 1988, άρχισε να υποτίθεται η δυνατότητα χάριτος για τους μη διαχωρισθέντες και αμετανόητους, μετά την πρόταση μιας πολιτικής λύσης που πρότειναν οι κύριοι ηγέτες των BR: σημειώνοντας την εξάντληση ενός κύκλου αγώνων και το ανεπανάληπτο των εμπειριών που τον χαρακτήριζαν, έθεταν την ανάγκη μιας «υπέρβασης», χωρίς αποκηρύξεις και μεταμέλειες σχετικές με την ιστορία τους, και την αναγκαιότητα μιας αμνηστίας για τους πολιτικούς κρατούμενους και για τους εξόριστους. Όχι μια πράξη ειρήνευσης, αλλά μια πολιτική διάταξη η οποία, θεωρώντας μια εποχή κλεισμένη-τελειωμένη, θα επέτρεπε έναν ιστορικό-πολιτικό και μη δικαστικό προβληματισμό, με μια σύγκριση-αντιπαράθεση επεκταθείσα σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Η πρόταση προκάλεσε μια συζήτηση στα κυριότερα κόμματα, πρωτίστως DC, PCI και PSI – χριστιανοδημοκρατία κομουνιστές και σοσιαλιστές – βρίσκοντας στο εσωτερικό τους, αν και μεταξύ διακρίσεων, την προθυμία για άνοιγμα ενός διαλόγου. Μικρότερη διαθεσιμότητα, από την αρχή, εκφράστηκε από τα θύματα και ένα μεγάλο μέρος του τύπου. Ήταν η Maria Cristina Tarantelli, η αδελφή του Ezio, που σκοτώθηκε από τις Br, που απάντησε από τις σελίδες της La Repubblica – την εφημερίδα που ήταν περισσότερο αφοσιωμένη στο μέτωπο του όχι στην πολιτική λύση – επιτιθέμενη στο Κράτος, ακλόνητη μπροστά στα αιτήματα οικονομικής υποστήριξης για τα θύματα, σκεπτικιστική προς τις μετάνοιες και τους διαχωρισμούς 11. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, από την πλευρά των συγγενών και των ενώσεων των θυμάτων, το ζήτημα συνέχιζε ουσιαστικά να γυρνά γύρω από το αίτημα αποζημίωσης. Ήταν το αντίθετο μέτωπο, παρόν εγκάρσια μέσα σε όλα τα κόμματα, μπροστά στα ανοίγματα, που ανακινεί με χρηστικό τρόπο ακριβώς το ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων να εμποδίζει τη συζήτηση 12, η οποία ξεκίνησε ούτως ή άλλως. Υπήρξαν μια σειρά συναντήσεων στη φυλακή μεταξύ αντιπροσώπων όλων των κομμάτων και ορισμένων θεσμικών αξιωματούχων και μαχητών των ΕΤ που είχαν ενταχθεί στην πρόταση της πολιτικής λύσης. Οι συναντήσεις διακόπτονται όταν, το 1988, οι αγωνιστές των BR που εξακολουθούσαν να δραστηριοποιούνται, ενάντιοι στην προοπτική ξεπεράσματος του ένοπλου αγώνα, σκότωσαν τον Ruffilli σε μια δράση. Για τους αμετανόητους και μη διαχωρισμένους πολιτικούς κρατούμενους, των οποίων ο αριθμός ήταν υψηλός και αποτελούσε ένα πρόβλημα για το Κράτος, ο πολιτικός κόσμος επέλεξε μια «ατομική διέξοδο», αναθέτοντας, αυτή τη φορά στο σωφρονιστικό μηχανισμό, την αναζήτηση μιας λύσης, δίνοντας στους πολιτικούς κρατούμενους που δεν συμμετείχαν στη διάσταση τη δυνατότητα πρόσβασης στα οφέλη που προβλέπονταν για τους κοινούς κρατούμενους στον νόμο Gozzini. Ανεξάρτητα από έναν νόμο και ένα γενικό πρόγραμμα, όλα εξαρτώνταν από τις κατευθυντήριες γραμμές και τους προσανατολισμούς των διευθυντών φυλακών, των εποπτικών δικαστών, οι οποίοι αποφάσιζαν, κατά περίπτωση, τη χορήγηση αδειών, την πρόσβαση σε εξωτερικές εργασίες και την ακόλουθη διαδικασία για την απόκτηση της ελευθερίας υπό όρους. Οι προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης συνεχίστηκαν επανειλημμένα, όχι πλέον ως συζήτηση μεταξύ πολιτικών κρατουμένων και θεσμικών εκπροσώπων, αλλά ως πρωτοβουλίες των κομμάτων ή μεμονωμένων βουλευτών. Το 1989 υποβλήθηκε σχέδιο νόμου του οποίου η πρόθεση, σαφώς από τη διατύπωση των άρθρων που το απάρτιζαν, πρότεινε μια δικαστική λύση, θέτοντας το ζήτημα της επανεξισορρόπησης των κυρώσεων, οι οποίες για τους πολιτικούς κρατούμενους ήταν μεγαλύτερες από εκείνες των κοινών κρατουμένων επειδή επιδεινώνονταν από τους ειδικούς νόμους. Παρόλο που δεν ήταν συνεπώς θέμα «συγχώρεσης», η συζήτηση, ειδικά στον Τύπο, πήρε αυτά τα περιγράμματα. Την επομένη της υποβολής του νομοσχεδίου, η εφημερίδα La Repubblica – στη μέση της εκστρατείας κατά της αμνηστίας / χάριτος – έδιδε ξανά χώρο στην Maria Cristina Tarantelli, φιλοξενώντας μια επιστολή που απευθύνονταν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με πολύ σκληρούς τόνους, με τους οποίους επαναλαμβάνονταν η ανισότητα της προσοχής που υπάρχει ανάμεσα στα θύματα, ακόμη σε αναμονή ενός νόμου για να τα αποζημιώνει, και τους «εκτελεστές-δημίους», προς τους οποίους το Κράτος κινούνταν βιαστικά για την κοινωνική επανένταξή τους 13. Για περίπου δύο χρόνια παρεμβάσεις εναλλάσσονταν μέσω δημόσιων συζητήσεων, μεταξύ εκείνων που θεωρούσαν ώριμες τις συνθήκες να κλείσουν οριστικά ένα κεφάλαιο της ιταλικής ιστορίας και εκείνων οι οποίοι, αντιθέτως, πίστευαν ότι οποιαδήποτε διάταξη έπρεπε να θεωρηθεί καθυστερημένη πολιτική αναγνώριση που χορηγείται στους ένοπλους σχηματισμούς, στις ΕΤ πρώτη απ’ όλες.

Σε αυτό το περιβάλλον μέσα η φιγούρα του θύματος αρχίζει να παίρνει μια δημόσια διάσταση, γίνεται το νέο όχημα μέσω του οποίου η πολιτική, αφού πρώτα αποπολιτικοποίησε την κοινωνική σύγκρουση της δεκαετίας του ’70 αναθέτοντας τη διαχείριση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στο δικαστικό σώμα και εκ των πραγμάτων πολιτικοποιώντας τις λειτουργίες αυτού του τελευταίου, θα προσπαθήσει να την αποπολιτικοποιήσει στο επίπεδο της μνήμης και της ιστορίας.

Ο τύπος της συζήτησης, που αρχικά επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένα ζητήματα πολιτικού χαρακτήρα που θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει στο πολιτικό κλείσιμο εκείνης της ιστορικά εξαντληθείσας σύγκρουσης, επισημοποιώντας το σε νομοθετικό επίπεδο, ανέλαβε μια χροιά που στηρίζονταν πλήρως στην ηθική σφαίρα και που έπαιζε χρηστικά στο ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων. Ο ιδιωτικός χώρος, ο πόνος και η μνησικακία, καθώς και η διάθεση προς συγχώρεση εκείνων που επηρεάστηκαν προσωπικά από τη σύγκρουση εκείνων των χρόνων, σταδιακά μονοπωλεί τη δημόσια σφαίρα, της πολιτικής, με λίγες κριτικές φωνές να παραμένουν αντιμέτωπες. Ο Franco Fortini, ειδικότερα, είχε καταλάβει με ευφυία το έδαφος στο οποίο γλιστρούσαμε και που αργότερα θα αποτελούσε το θεμέλιο της θυματοποιητικής ιδεολογίας – dell’ideologia vittimaria – όταν, το 1988, έγραφε :

Τότε τι είναι αυτός ο άνθρωπος, εκείνος ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάτε, όταν του αφαιρείται η διάσταση της κοινής δράσης για την αλληλεγγύη, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ισότητα, εγώ πραγματικά δεν μπορώ να τον φανταστώ. Τι είναι ένας άνθρωπος που περιορίζεται στην απλή διάσταση της ηθικής εσωτερικότητας; Έχω την δική μου, για να μην αναφέρω τους μέγιστους χριστιανούς, τον Μαρξ, τον Νίτσε, τον Φρόιντ και τον Σαρτ. Με καθησυχάζουν αυτοί: πρέπει να πρόκειται για έναν αχρείο. Ή για ένα θύμα. Και τι θέλουν πράγματι από εμάς οι θεματοφύλακες της Κρατικής δεοντολογίας, της ηθικής του Κράτους αν όχι να μας καταστήσουν απατεώνες ή θύματα; 14

Η δεκαετία του ’90 θα χαρακτηρίζεται από την ίδια διαμάχη, με την ευκαιρία της πρότασης τoυ Cossiga να χορηγήσει χάρη στον Renato Curcio 15, τις πρώτες άδειες που χορηγήθηκαν στα πιο γνωστά ονόματα του ένοπλου αγώνα, σε όλες τις περιπτώσεις δημόσιας έκθεσης των «τρομοκρατών». Στο βάθος, από έναν αφηρημένο πολιτικό κόσμο ο οποίος εν τω μεταξύ αντιμετωπίζει τις άλλες δομικές «καταστάσεις έκτακτης ανάγκης», από τη μαφία στην Tangentopoli, επανεμφανίζεται κάθε τόσο το ζήτημα της αμνηστίας, η κουβέντα της οποίας συζητήθηκε και πάλι στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής το 1997 για να τερματιστεί σε ένα τίποτα, και στην οποία οι ενώσεις των οικογενειών των θυμάτων εκφράστηκαν και πάλι με αντίθετο τρόπο. Εν τω μεταξύ η νομοθετική διαδικασία υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας συνεχίζονταν με αργούς ρυθμούς, η οποία προχώρησε από το 1980 έως το 2000 μέσω μιας σειράς κανονισμών, και μόνο το 2004 θα καταστεί νόμος 16.

Ακριβώς μέσα σ ‘αυτή την προοπτική όπου κυριαρχεί η ηθική σφαίρα, η αγανάκτηση προς τους «αμετανόητους-αμετακίνητους» εδραιώνονταν στην επικοινωνιακή συζήτηση, τους «μη μετανιωμένους ή διαχωρισμένους τρομοκράτες» που άρχισαν να έχουν πρόσβαση στα πρώτα οφέλη του νόμου Gozzini. Πέρα από τη θρησκευτική-ηθική κατηγορία που προκαλούν οι όροι, κάποιος «ξεχνούσε» ότι επρόκειτο αποκλειστικά για νομικές κατηγορίες. Και η κατηγορία του «αμετακίνητου» συγκέντρωνε, πέρα από τις διάφορες θέσεις που ανέλαβαν τότε τα άτομα σε σχέση με τη δική τους ιστορία, όλους εκείνους που δεν εντάσσονταν, σύμφωνα με την εξαιρετική νομοθεσία, στις κατηγορίες του μετανοημένου ή διαχωρισμένου. Το γεγονός να είναι κάποιος αμετανόητος και μη διαχωρισμένος είναι συνεπώς ισοδύναμο με το γεγονός ότι εκτίει ποινές μεγαλύτερης διάρκειας από εκείνους που έχουν επωφεληθεί από τις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους.

Να εξουδετερώνει το πολιτικό κλείσιμο υπήρξε πάντοτε παρόν, είναι σημαντικό να τονιστεί, ένας άλλος παράγοντας: ζητούνταν από τους ταξιαρχίτες να λένε «όλη την αλήθεια» για την υπόθεση Μόρο, η οποία εν τω μεταξύ τροφοδοτούνταν με έρευνες εντυπωσιασμού κενές πραγματικών απαντήσεων-αντιστοιχιών, που έδιδαν ζωή σε μια ανεξάντλητη φλέβα διετρολογικής-συνωμοσιολογικής λογοτεχνίας, τα «μυστήρια της υπόθεσης Moro», σε ένα είδος επαναπροσδιορισμού της πολιτικής της αποφασιστικότητας που περνούσε τώρα στο ιστορικό-πολιτικό επίπεδο, για να απομακρύνει κάθε συζήτηση σχετική με τις ευθύνες των κυριότερων υπέρμαχων της, DC και PCI. Υπό αυτή την έννοια η ανάγνωση του PCI, η οποία θεωρούσε ότι οι κρίσεις των δικαστηρίων των διαφόρων δικών Moro δεν ήταν εξαντλητικές, κέρδιζε δύναμη, και διάβαζε την ιταλική ιστορία την μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως μια μακρά ανατρεπτική ίντριγκα ενάντια στη δημοκρατία – και το κόμμα – από τη σφαγή της Portella della Ginestra στις σφαγές της δεκαετίας του ’70 και του ’80, στον κομμουνιστικό ένοπλο αγώνα. Με την υιοθέτηση ενός μονοπωλίου διαφωνίας που δεν προέβλεπε ούτε παραδέχονταν άλλες μορφές έκφρασης στα αριστερά του, πολύ περισσότερο «αυθεντικά» υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν, το PCI κατέφυγε, στην διάρκεια των δεκαετιών, στις θεωρίες συνωμοσίας, των προβοκατόρων και των παρεισφρύσεων ενάντια στο κόμμα, ένα επιχείρημα που, στο επίπεδο της προπαγάνδας, ειδικά στην αριστερά, έβρισκε γόνιμο έδαφος και στην δύναμη του αντικομμουνισμού μέσα στην ιταλική κοινωνία.

3.

Είναι στις αρχές της δεκαετίας του 2000 που, δίπλα στο συνωμοσιολογικό παράδειγμα, διαμορφώνεται πλήρως εκείνο της θυματοποίησης. Από τον κόσμο που είχε γεννήσει τον ένοπλο αγώνα, δεν είχε μείνει πλέον τίποτε άλλο παρά οι μαχητές των ένοπλων σχηματισμών, οι οποίες είχαν εξαφανιστεί εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια, και εξακολουθούσαν να κρατούνται στη φυλακή. Τα κόμματα είχαν αλλάξει τα ονόματά τους, άλλα γεννήθηκαν και κυβερνούσαν. Τα «παιδιά του Salò» γιορτάστηκαν στο κοινοβούλιο από τον Luciano Violante, δικαστή και ηγετικό στέλεχος του PCI-PDS-DS που στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή ενάντια στους «τρομοκράτες». Ο εξαντλημένος 20ος αιώνας και οι επαναστάσεις του, οι οποίες όμως αν και ατελείς είχαν έτσι κι αλλιώς απελευθερώσει εκατομμύρια ανθρώπους προηγουμένως αόρατους, είχαν ηττηθεί, και μαζί τους και η έννοια της αντιπαλότητας, η συγκρουσιακή έννοια ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, που εκδιώκονταν πίσω από τον σύγχρονο πολιτικό ορίζοντα και από την Ιστορία. Ο θριαμβευτικός νεοφιλελευθερισμός και η ιδεολογία του, που προωθούνταν μιλώντας για «τέλος της ιστορίας», βιαστικά απαλλάσσονταν από αυτόν: ο Εικοστός αιώνας έγινε ο αιώνας της φρίκης, των γενοκτονιών, των ολοκληρωτισμών. Η ιστορία ηγεμονεύεται από τη μνήμη και μπερδεύεται με αυτήν, συγχέεται, σαν να ήταν συνώνυμη με αυτήν. Η αφηγηματική μνήμη που αφηγείται τον Εικοστό αιώνα είναι μνήμη του πόνου, είναι ο μάρτυρας των φρικαλεοτήτων των ολοκληρωτισμών του σύντομου αιώνα, του Ολοκαυτώματος επί των πάντων. Και αναδύεται ως κεντρικός πρωταγωνιστής το θύμα. Το θύμα τοποθετείται ως ιδανικό μοντέλο για να εμπνευστεί ο καθείς από αυτό: είναι η παθητικοποίηση του υπάρχοντος, το να υποβάλλεσαι και να υπομένεις που επιβάλλεται στη δράση, να κάνεις τίποτα, να μην αντιδράς, να μην λερώνεις τα χέρια σου ως υπέρτατη αξία της ειρηνευμένης κοινωνίας στην ομόφωνη φιλελεύθερη συναίνεση 17.

Η προσωπική ιστορία, η οικεία και οικογενειακή διάσταση, δηλαδή η ιδιωτική διάσταση, καταλαμβάνει το δημόσιο χώρο. Η Iστορία με τις μη γραμμικές, αντιφατικές διεργασίες της, με τις συγκρούσεις της εξαφανίζεται. Οι ανανεωμένες ιταλικές άρχουσες τάξεις εκφράζουν σε μια γλώσσα που είναι εν μέρει μόνο νέα, διότι είναι ήδη παρούσα αλλά όχι ακόμη πλήρως δομημένη, την αφήγηση των » θλιβερών χρόνων του μολυβιού». Αυτή τη φορά το κενό της θεσμικής πολιτικής γεμίζει με τον ιδιωτικό πόνο των θυμάτων, και ιδίως των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, των εχθρών του δημοκρατικού Κράτους. Δεν θα μπορούσαν να είναι τα θύματα των σφαγών, που στερούνται δικαστικής αλήθειας καθώς και ιστορικής, σε έναν χώρο που παραμένει αδιαφανής περιοχή. Το λέει ξεκάθαρα ο Giorgio Napolitano στην ομιλία του κατά τον εορτασμό της πρώτης Ημέρας μνήμης των θυμάτων της τρομοκρατίας, όταν δηλώνει την κυριαρχία, μέσα στην ιταλική ιστορία των χρόνων του ’70, των «ανατρεπτικών μηχανορραφιών» της «εξτρεμιστικής και επαναστατικής αριστεράς» και ειδικότερα της «διασποράς της τρομοκρατίας των ερυθρών Ταξιαρχιών» σε σχέση με εκείνες του «νεοφασιστικής δεξιάς […] με συμπαιγνίες ακόμα και μέσα στους μηχανισμούς του Κράτους». Δεν υπάρχει θαμπάδα όσον αφορά το γεγονός πως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες πολέμησαν εναντίον του Κράτους. Όσον αφορά τις συνενοχές και τις ευθύνες του κρατικού μηχανισμού στις επιθέσεις που προκάλεσαν σφαγές, αντίθετα, οι πολλές περιοχές αδιαφάνειας-θαμπάδας δεν διαλύθηκαν. Στη συνέχεια πρέπει να διευκρινίσουμε, σύμφωνα με τα στοιχεία που μας επιστρέφει η ιστορία, ότι δεν ήταν ο ένοπλος αγώνας που έκανε τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων. 18. Αλλά το θυματοποιητικό παράδειγμα-πρότυπο δεν χρειάζεται την Ιστορία για την αφήγησή του, τροφοδοτείται μιας μοναδικής κυρίαρχης μνήμης που κάποιοι θα ήθελαν να γίνει «κοινή μνήμη, κοινόχρηστη».

Το σημάδι της νέας εποχής είχε αποκαλυφθεί με παραδειγματικό τρόπο από τον κινηματογράφο λίγα χρόνια νωρίτερα, με την ταινία του Mimmo Calopresti Η δεύτερη φορά- La seconda volta (1995), μια τεχνητή απόπειρα αντιπαράθεσης-συνάντησης μεταξύ ενός πρώην τρομοκράτη και του θύματος του που αποδεικνύεται αδύνατη, επειδή δεν προβλέπεται, στην ταινία και στην πραγματικότητα, να δίνεται ο λόγος στον »δήμιο» παρά μόνο για να εκφράσει και επιβεβαιώσει την αλήθεια των νικητών. Κυριαρχεί ο υπερκείμενος μονόλογος του θύματος που δεν έχει τίποτα να ακούσει, πεπεισμένος για την απόλυτη αλλοτριότητα και τυχαιότητα αυτού που του συνέβη, αγνοώντας και ξεχνώντας ένα κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο-περιβάλλον του οποίου ήταν μέρος και μέσα στο οποίο γίνονταν πολιτική και με τα όπλα 19. Η αλλαγή του παραδείγματος-προτύπου είναι ορατή και κυρίως στην τηλεοπτική δημοσιογραφία, η οποία εγκαινιάζει, χρησιμοποιώντας τον ορισμό του De Luna, την «τηλεόραση του πόνου». Το 1989 ο Enzo Biagi, απαντώντας στη χήρα του δικαστή Terranova που σκοτώθηκε από τη μαφία, που εξέφραζε κριτική και λύπη για την επιλογή του δημοσιογράφου για συνέντευξη από τον Luciano Liggio, έλεγε: «Μοιράζομαι τον πόνο της κυρίας Terranova και του γιου του αξιωματικού Mancuso. Αλλά δεν είναι καθήκον των οικογενειών των θυμάτων να ορίζουν τι είναι σωστό και τι όχι να γίνεται στην τηλεόραση 20 ». 18 χρόνια μετά, το 2007, ο Corrado Augias καλωσόριζε την έκκληση των συγγενών των νεκρών στη Via Fani και του Giorgio Napolitano, «που είχαν φρικάρει 21 » για μια συνέντευξη που μεταδόθηκε στην τηλεόραση του πρώην ταξιαρχίτη διαχωρισμένου Alberto Franceschini που γυρίστηκε στη Via Fani. Μια τηλεόραση στην οποία ούτε καν ο Sergio Zavoli, συγγραφέας του Η νύχτα της Δημοκρατίας-La notte della Repubblica, θα έβρισκε πλέον χώρο.

Πάντα κατά την πρώτη γιορτή της ημέρας αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας, ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας, Giorgio Napolitano, ο οποίος έζησε το σύνολο και διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στην πολιτική της δεκαετίας του ’70, δήλωνε την ανάγκη να «δοθεί φωνή όχι σε όσους πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, αλλά σε εκείνους που την υπέφεραν 22 ». Εάν μείνουμε στην περίοδο που υποδεικνύεται από τον Napolitano, δηλαδή από το 1969 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80, τα δεδομένα της κοινής μνήμης και εκείνα της Ιστορίας αποκλίνουν. Για την Ιστορία, δύσκολα μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι οι ένοπλοι σχηματισμοί πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, ειδικά εάν σιωπήσουμε αναφορικά με το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο και το περιβάλλον που βρίσκεται στην απαρχή της γέννησή τους. Το γεγονός που επιταχύνει το σχηματισμό των ένοπλων ομάδων, σύμφωνα με τις δηλώσεις εκείνων που αγωνίστηκαν σε αυτές και με μια εδραιωμένη ιστοριογραφία, είναι η σφαγή της 12ης δεκεμβρίου 1969 η οποία, πρέπει να θυμόμαστε, έρχεται στο τέλος ενός έτους που κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό ωρών απεργιών (250 εκατομμύρια συνολικά, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις κατηγορίες) και ένα επίπεδο συγκρουσιμότητας των εργατών που ούτε τα συνδικάτα, ούτε τα αριστερά κόμματα κατάφερναν να συγκρατήσουν. Το πρώτο θύμα στα χέρια μιας ένοπλης ομάδας έλαβε χώρα στη Γένοβα το 1971, κατά τη διάρκεια ληστείας από την Banda XXII Ottobre. Ο πρώτος πολιτικός φόνος είναι εκείνος του αστυνομικού κομισάριου Calabresi (1972), που θεωρήθηκε υπεύθυνος για το θάνατο του αναρχικού Giuseppe Pinelli, ο οποίος εκπαραθυρώθηκε από το αστυνομικό τμήμα ενώ ανακρίνονταν ως ύποπτος δράστης της σφαγής της piazza Fontana. Η δολοφονία του Calabresi, την ευθύνη της οποίας δεν ανέλαβε ποτέ καμία οργάνωση, θα αποδοθεί πολλά χρόνια αργότερα από ένα δικαστήριο στην Lotta Continua. Η πρώτη σχεδιασμένη εκτέλεση της οποίας την ευθύνη ανέλαβαν οι κόκκινες Ταξιαρχίες είναι του 1976.

Αλλά ο Napolitano λέει και άλλα: «Όσοι έχουν διευθετήσει τους λογαριασμούς τους με τη δικαιοσύνη έχουν το δικαίωμα να επανενταχθούν στην κοινωνία, αλλά με διακριτικότητα και μέτρο και να μην ξεχνούν ποτέ τις ηθικές τους ευθύνες ακόμα κι ας μην είναι πλέον ποινικές 23 ». Για το θυματοποιητικό πρότυπο, ο «δήμιος» δεν επιστρέφει, αφού έχει εκτίσει την ποινή του, στις λειτουργίες που έχουν ρυθμιστεί από τους νόμους του δημοκρατικού Κράτους, να είναι ένας ελεύθερος πολίτης, αλλά υποχρεούται σε μια μόνιμη κατάσταση σιωπής, λόγω ηθικών ευθυνών ακατάσβεστων, οι οποίες συνεπώς δείχνουν ένα άδειασμα των κανόνων δικαίου. Το επιβεβαιώνει η αποκαταστατική δικαιοσύνη, χρησιμοποιώντας μορφές φαινομενικά πιο ανοιχτές και συμφιλιωτικές σε σχέση με τις αυταρχικές εκείνες που εκφράστηκαν κυρίως από τις ενώσεις των θυμάτων και ενισχύθηκαν από το επικοινωνιακό σύστημα που θα επιθυμούσε ένα είδος πολιτικής ισόβιας ποινής για τους «δημίους» του ένοπλου αγώνα, αλλά στην πραγματικότητα πιο ύπουλες λόγω των επιπτώσεων που παρουσιάζουν. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη επιβεβαιώνει, θέτοντας τις βάσεις για το άδειασμα και την υπέρβαση της αμεροληψίας του δικαίου, πως η εξιλέωση μιας ποινικής τιμωρίας είναι ανεπαρκής απάντηση στο πένθος των θυμάτων, δεν εκπληρώνει το αίτημα για δικαιοσύνη, δεν επιτρέπει την ενσωμάτωση στη μήτρα της κοινότητας και την επανεκπαίδευση που το άρθρο 27 του Συντάγματος αποδίδει στην τιμωρία ως στόχο, στον επίσημο εορτασμό της δύναμης της δημοκρατίας 24 », όπως γράφει ο Luigi Manconi. Μέσα σε αυτό τον χώρο δίδεται ο λόγος, η αποκατάσταση επιτρέπεται, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από τον Giancarlo Caselli, σε εκείνους που «έχουν συνειδητοποιήσει τον παραλογισμό τους». Μπορούν να μιλήσουν χρησιμοποιώντας επικυρωμένα λόγια σε έναν εγκεκριμένο χώρο, ή για να λέμε καλύτερα, σε έναν νέο χώρο φυλακισμένο, μέσα σε μια αφήγηση που αποσκοπεί στο να επιβεβαιώσει εκείνη την ανάγνωση σύμφωνα με την οποία μέρος μιας γενιάς, οδηγούμενης από εγκληματική τρέλα και μια αιματηρή ιδεολογία, έθεσε σε κίνδυνο, για μια στιγμή, τις αντοχές του «δημοκρατικού Κράτους». Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, εκτός από το άδειασμα του δικαίου, ήμαστε μπροστά σε μια διαδρομή κληρικο-μετανοούσα και μια επιχείρηση κατασκευής κοινής μνήμης, σκοπός της οποίας είναι να αρνηθεί και να εξαλείψει το συγκρουσιακό πολιτικό σχέδιο που έχει εγγραφεί στην ιστορία. Μια περαιτέρω εμπεριστατωμένη μελέτη των εγγενών επιπτώσεων της διάστασης, όπου η ανταλλαγή μεταξύ της αναθεώρησης της καταδίκης και της ιδεολογικής αναθεώρησης είναι ενεργή προσκόλληση-συγκατάθεση στην κοινή μνήμη, με αποτέλεσμα να επηρεάζει και να διαστρεβλώνει την ανάγνωση της ιστορίας.

Μεταξύ 2006 και 2009, κατασκευάζονταν κομμάτι με κομμάτι, το μονοπώλιο του λόγου, και της ιστορίας, των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, αρνούμενοι τη νομιμότητα της ύπαρξης των αναμνήσεων του ένοπλου αγώνα, και όχι μόνο εκείνων που δεν συμμορφώνονται με την κοινή μνήμη.Οι κύριοι πρωταγωνιστές του ένοπλου αγώνα δεν είχαν δικαίωμα να γράφουν και, πάνω απ ‘όλα, να δημοσιεύουν και να συζητούν σε δημόσιους χώρους, βροντούσε η ιταλική διανόηση από τις σελίδες των κυριότερων εφημερίδων 25. Στους πρώην μαχητές αντιτάσσονταν, σε μια μεγάλη εκστρατεία επικοινωνιακή / διαφημιστική, και πάνω από όλα ιδεολογική, από τις σελίδες των μεγάλων εφημερίδων, οι εκδόσεις των «διάσημων» παιδιών των θυμάτων, από τον Tobagi έως τον Calabresi, στην Rossa, τα βιβλία των οποίων έγιναν η νέα παράμετρος για να μπορούμε να μιλήσουμε για τα χρόνια του ’70. Ονόματα που κατέχουν σημαντικές θέσεις στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, που έχουν στη διάθεση τους ενώσεις, τα οποία έχουν μετατραπεί σε εξουσιοδοτημένους αποδέκτες της αφήγησης των «χρόνων του μολυβιού», ακριβώς δυνάμει της ταυτότητάς τους ως συγγενών των θυμάτων της «τρομοκρατίας». Όταν δίνεται στο θύμα η εξουσία της λογοκρισίας και του μονοπωλίου του λόγου, απορρίπτεται η ταυτότητά του ως θύμα. Το θύμα γίνεται άσκηση ενός επαγγέλματος λογοκριτικού, που προστατεύεται από το κέλυφος μιας υποτιθέμενης ανώτερης ηθικής.

Το θύμα και η οικογένεια του θύματος, καθαγιασμένοι στην επίσημη τελετουργία της ημέρας μνήμης, θεσμοθετημένοι από τον δημόσιο λόγο, θεαματοποιημένοι επικοινωνιακά, φτάνουν στην πραγματικότητα στο σημείο να ενσωματώνουν μια ανώτερη ηθική. Ο λόγος τους, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστός σε σχέση με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους για τους οποίους μιλά, και η θέση τους που εκφράζει απόλυτη δημόσια εκδηλωμένη στενοχώρια και πόνο, γίνεται απρόσβλητος, η κριτική καθίσταται βρισιά, προσβολή. Φτάνει κάτι πολύ λιγότερο από την κριτική, φτάνει σήμερα και μόνο το γεγονός να κατατίθεται ένας άλλος λόγος που να ξεφεύγει από τη ρητορική του πόνου και της καταδίκης του κακού, ώστε να ξεσπάσει η λογοκρισία και η δημόσια αποδοκιμασία που επιβάλλεται επικοινωνιακά, ακόμη και το άνοιγμα αρχείων – ακόμη και χωρίς την υπόθεση τέλεσης αδικήματος – από πλευράς εισαγγελιών, οι καταγγελίες ενώπιον των δικαστηρίων από τις ενώσεις των θυμάτων της τρομοκρατίας 26. Ακόμη και η συμμετοχή στην κηδεία ενός ταξιαρχίτη διαμορφώνεται ως δυνητικό έγκλημα και κοστίζει την κατηγορία της υποκίνησης εγκληματικών πράξεων. Είναι μια οργισμένη αγανάκτηση εκείνη που εξέφρασε η Benedetta Tobagi, με αφορμή το θάνατο του Prospero Gallinari, το 2013 – στου οποίου την κηδεία πήραν μέρος όχι μόνο οι σύντροφοι του, αλλά από αρκετές εκατοντάδες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων πολλών νεαρών, για την « καθαγίαση σε πρωταγωνιστή της Ιστορίας «, για τους» θύλακες που αντιστέκονται σε ένα έδαφος κοινά αποδεκτών αξιών 27 ». Είναι κατανοητή, πάνω από όλα ανθρώπινη, από εκείνους που έχουν υποστεί προσωπικές απώλειες ή ταλαιπωρία πένθος και πόνο, μια αντίδραση αγανάκτησης και διαμαρτυρίας μπροστά στον υπεύθυνο για το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας. Η έκφραση του μίσους, της εκδίκησης, της δυσαρέσκειας γίνεται κατανοητή και έχει το λόγο ύπαρξης ως προσωπικές και ιδιωτικές εκδηλώσεις του πόνου καθενός. Ανήκουν ακριβώς στην ιδιωτική σφαίρα. Και είναι εξίσου προφανές ότι ο ιδιωτικός πόνος, που μεταφέρεται στην δημόσια και θεσμοθετημένη σφαίρα, μετατρέπεται σε άσκηση λογοκρισιακής εξουσίας που δεν έχει καμία σχέση με το «σεβασμό προς τα θύματα» και τη μνήμη των θυμάτων, αλλά περισσότερο με ένα είδος σύγχρονου δικαστηρίου πολιτικού-επικοινωνιακού όπου οι «κοινές αξίες» είναι οι κυρίαρχες αξίες, χωρίς τη δυνατότητα κριτικής έκφρασης και διαφωνίας. Ο Franco Fortini το είχε εκφράσει σαφώς, ξεκάθαρα :

Οποιαδήποτε πνευματική και πολιτική δύναμη οργανώνεται ως αντίπαλη στους ήδη καθιερωμένους τρόπους έκφρασης των συμφερόντων και της θέλησης καταγγέλλεται αμέσως σαν συνεργός ή απολογητής ή εξομοιωτής της τρομοκρατίας. Οποιοσδήποτε ιστορικός ή θεωρητικός προβληματισμός σχετικά με το ρόλο και το νόημα της βίας μέσα στην ανθρώπινη ιστορία που δεν τελειώνει με τον εορτασμό και την εξύψωση, την εξύμνηση του καθεστώτος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως ανώτατης κορυφής-κορύφωσης της ανθρώπινης συνύπαρξης (και με την καταδίκη της αναζήτησης οποιουδήποτε άλλου τρόπου ή δρόμου) απορρίπτεται ως έργο διαφθοράς 28.

Είναι σαφές ότι είναι από τις πολιτικές σχέσεις εξουσίας, από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων, από τους κοινωνικούς ρόλους, από εκείνους που έχουν κερδίσει και από εκείνους που έχασαν, που το καθεστώς του θύματος είναι προσβάσιμο, επειδή τα θύματα δεν είναι όλα ίδια. Η διαφοροποίηση μεταξύ των αδύναμων θυμάτων και των ισχυρών θυμάτων, των υποκειμένων θυμάτων και των κυρίαρχων θυμάτων, και κατά συνέπεια μεταξύ των υποτελών αναμνήσεων και των κυρίαρχων αναμνήσεων, εξαρτάται από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων. Είναι πάρα πολύ τετριμμένο – και κατά βάθος είναι ακριβώς επάνω στην ανωριμότητα της ανάγνωσης και της ιστορικής κατανόησης που βασίζεται στην θυματοποιητική ιδεολογία – να επιβεβαιώνεται πως από την προοπτική που αναλαμβάνεται θα έχουν ένα διαφορετικό βάρος οι πολλές προλεταριακές σφαγές που είναι διάσπαρτες στην δημοκρατική ιστορία, οι τουφεκισμοί της αστυνομίας στους διαδηλωτές στις πλατείες, οι σφαγές – όταν ακόμη οι ΕΤ ήταν πολύ μακριά από το να υπάρχουν – και οι πεσόντες με στολή του Κράτους από τα χέρια των ΕΤ. Μια λογική που καταλήγει να καταπιεί μέσα της ακόμη και εκείνους που επικρίνουν τον θυματοποιητικό μηχανισμό, την στιγμή κατά την οποία παρουσιάζουν και αντιπαραβάλλουν θύματα στα θύματα, δίνοντάς τους τροφή και αναγνώριση ως ερμηνευτική και αξιολογική κατηγορία που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα της παγίωσης της αίσθησης και της ιστορικής και πολιτικής κατανόησης. Υπάρχουν θύματα και δολοφόνοι εκεί όπου δεν υπάρχει μια σύγκρουση. Και ότι για ένα διάστημα είκοσι χρόνων υπήρξε μια κοινωνική σύγκρουση εντός της οποίας και ο ένοπλος αγώνας βρήκε χώρο είναι εγγεγραμμένο στην Ιστορία, το λεν οι αριθμοί, οι νεκροί στα αντιτιθέμενα μέτωπα, οι ειδικοί νόμοι, η ειδική φυλακή, τα βασανιστήρια, οι εξόριστοι. Να ξεχνάμε ότι το κράτος έχει κάνει τις οικογένειες των θυμάτων της σφαγής της Πιάτσα Φοντάνα να πληρώσουν τις δικαστικές δαπάνες χωρίς καν να τους δώσουν μια δικαστική αλήθεια σίγουρα δεν μπορούμε, δεν γίνεται. Και αν η δικαστική αλήθεια δεν έχει πλέον πολύ νόημα σήμερα, είναι σημαντική αντίθετα μια ιστορική αλήθεια. Η οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί εάν η Ιστορία διαβάζεται ως σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού – όπου το καλό και τα θύματα συμπίπτουν με τις αξίες που επιβάλλονται ως κυρίαρχες, και είναι τέτοιες ακριβώς επειδή είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής και κοινωνικής ισορροπίας δυνάμεων που καθορίστηκε από το αποτέλεσμα των συγκρούσεων – , εάν η Ιστορία χρησιμοποιείται για τη θεσμοθέτηση της μνησικακίας, ως κοινωνική και πολιτική εκδίκηση των νικητών. Δεν είναι μια ιταλική ιδιαιτερότητα, είναι η ιδεολογική βάση του νεοφιλελευθερισμού και ο σκοπός της είναι ακριβώς να απομακρύνει την αντιπαλότητα , να διώξει την συγκρουσιακή διάθεση που βρίσκεται στην ιστορία και την πολιτική, αποπολιτικοποιώντας την. Αλλά η Ιταλία προηγήθηκε των καιρών σε αυτή την περίπτωση, αμφισβητώντας, αρνούμενη επανειλημμένα την πολιτική διάσταση εκείνης της σύγκρουσης: κατά την διάρκεια της ανάπτυξής της, με την πολιτική της αποφασιστικότητας, στην κατάληξη, με τον διαχωρισμό και τη λύση της «εξατομικευμένης εξόδου», απαλλασσόμενη του προβλήματος των πολιτικών κρατουμένων χωρίς να αναλαμβάνει ένα μέτρο πολιτικής φύσεως στο τέλος μιας εποχής πολιτικά και ιστορικά ολοκληρωμένης, και τέλος, σε αυτά τα τελευταία χρόνια, προσπαθώντας να διαγράψει τη μνήμη εκείνης της σύγκρουσης με την θυματοποιημένη αφήγηση και να αφαιρέσει την αυθεντικότητά της με αυτή τη μεγάλη «ψεύτικη αφήγηση» – « fake narration » που είναι η διετρολογία-συνωμοσιολογία. Να αφαιρέσουν το λόγο, και την ιστορία, σε αυτούς που υπήρξαν οι πρωταγωνιστές μιας κοινωνικής σύγκρουσης, της οποίας ο ένοπλος αγώνας ήταν αναπόσπαστο μέρος, είναι μια εξαιρετικά ιδεολογική επιχείρηση, τέλεια για να κρύβει αυτό που δεν μπορεί να σιγήσει από την άποψη της ιστορίας, στο επίπεδο της ιστορίας και που επανεμφανίζεται κάθε φορά που πλησιάζουμε στις πηγές της ιστορίας. Η μνήμη – η άμεση μαρτυρία αυτών που ενσάρκωσαν εκείνη τη σύγκρουση – είναι μία από τις πηγές για την ανασυγκρότηση της ιστορίας, και η ιστοριογραφική έρευνα μπορεί να αγνοηθεί από τη μνήμη των παιδιών και των εγγονών των θυμάτων, να είναι ανεξάρτητη από αυτές τις μνήμες, αλλά δεν μπορεί να κάνει χωρίς τις αναμνήσεις των «εκτελεστών, των δημίων». Για την Ιστορία, η ύπαρξη μιας πληθώρας αναμνήσεων, μαρτύρων των γεγονότων, σε σύγκρουση μεταξύ τους, είναι απαραίτητη για την ανακατασκευή, την κατανόηση και την αποτίμηση της κοινωνικής πολυπλοκότητας και των φαινομένων που αυτή δημιούργησε, των σχέσεων δύναμης παρόντων σε συγκεκριμένες περιστάσεις και εποχές, απαραίτητων για την ιστορική γνώση. Και όσο περισσότερο επεκτείνεται και εμβαθύνεται η μελέτη του κοινωνικού περιβάλλοντος της περιόδου, των ιστοριών, των πολιτικών διαδρομών των μαχητών των ένοπλων οργανώσεων, με άλλα λόγια, όσο περισσότερο απομακρύνεται μια ιστορική περίοδος από την «κανονικοποίηση» κάτω από την οποία συμπιέστηκε, τόσο περισσότερο πέφτουν τα κλισέ, οι κοινοτοπίες μέσα στις οποίες όλη εκείνη η εποχή των αγώνων – και των κατακτήσεων που έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά διαγραφεί σήμερα – περιορίστηκε.

Για τη σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού, μεταξύ θύματος και δημίου, για το θυματοποιητικό παράδειγμα, όλα αυτά είναι άχρηστα, Η Ιστορία είναι άχρηστη, δεν χρειάζεται: αντιθέτως, είναι ένα πρόβλημα.

Silvia De Bernardinis

α]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

1 Δες AaVv., La mappa perduta-ο χαμένος χάρτης, Roma, Sensibili alle foglie, 1994 και Steccanella Davide, Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα-Gli anni della lotta armata, Milano, Bietti, 2018.

2 De luna Giovanni, « Tribunale speciale per la difesa dello Stato-ειδικό Δικαστήριο για την υπεράσπιση του Κράτους », στο De Grazia Victoria, Luzzatto Sergio (dir.),Dizionario del fascismo-Λεξικό του φασισμού, Torino, Einaudi, 2003, vol. 2, p. 739.

3 Agamben Giorgio, « Cattive memorie-Κακές αναμνήσεις », Il Manifesto, 23 δεκεμβρίου 1997.

4 Τα παραδείγματα είναι πολυάριθμα, αναφέρω ένα πρόσφατο και εμβληματικό από την Anna Maria Vinci η οποία, αναφερόμενη στη σπουδαιότητα της μελέτης των πηγών, καταλήγει ως εξής: «Επομένως δεν ασκεί καμία μορφή «ταξιαρχίτικου υποκειμενισμού» αυτός που προσεγγίζει στην διαστρεβλωμένη και σκοτεινή πρόζα εκείνων των ανατρεπτικών κινημάτων: είναι ένα αναγκαίο πέρασμα που απαιτεί, μεταξύ άλλων, μια σημαντική κριτική προσπάθεια (και υπομονή). Οι μηρυκασμοί που δεν διαβάζονται πολλών από τις πηγές που αναφέρθηκαν αξίζουν, πράγματι, μια μη αποστασιοποιημένη αξιολόγηση του λεξιλογίου μιας γενιάς, στη συνεύρεση και / ή στη σύγκρουση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, ανάμεσα στο «οικογενειακό λεξικό» και τον πολιτικό λόγο «, Battelli Giuseppe, Vinci Anna Maria, Parole e violenza politica. Gli anni Settanta nel Novecento italiano-Λόγια και πολιτική βία. Η δεκαετία του ’70 στον ιταλικό εικοστό αιώνα, Roma, Carocci Editore, 2013, p. 21.

5 Συζήτηση του νομοσχεδίου: S. 1003 – Γερουσιαστές Rossa και άλλοι: Δημιουργία της «Ημέρας της Μνήμης» αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας (Εγκρίθηκε από τη μόνιμη Επιτροπή της Γερουσίας) (Α.C.2489), και των προτεινόμενων νόμων Ascierto , Angela Napoli , Zanella και άλλοι , Zanotti και άλλοι (A.C. 1071136119952007), Συνεδρίαση n. 150, 2 μάιος 2007, στο

http://documenti.camera.it/apps/nir/getRiferimentiNormativi.aspx?base=1&blnDea=0&strURL=http://documenti.camera.it/leg15/resoconti/assemblea/html/sed0150/stenografico.htm

6 D’Antona Olga, Ibid, Ίδια αναφορά

7 Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν στο The Lost Map- La mappa perduta-Ο χαμένος χάρτης, τα θύματα των ένοπλων οργανώσεων της αριστεράς ήταν 128, εκ των οποίων περισσότεροι από τους μισούς ήταν της Αστυνομίας του Κράτους (38), των Carabinieri (21), της ιδιωτικής αστυνομίας (10), της σωφρονιστικής αστυνομίας (8), των ενόπλων δυνάμεων (2) , του δικαστικού σώματος (8), πολιτικών (6).

8 Sommier Isabelle, Pentimento e dissociazione. Fine degli anni di piombo in Italia ?, Μετάνοια και διάσταση. Τέλος των ετών μολυβιού στην Ιταλία ;, στο http://www.bellaciao.org/it/spip.php?article3213

9 Patruno Roberto, « Primo sconto per i dissociati BR »,«Πρώτη έκπτωση για τους διαχωρισμένους BR», La Repubblica, 12 μαρτίου 1987.

10 Η πρώτη περίπτωση κατά την οποία ένα δικαστήριο επιτήρησης απευθύνθηκε στην Ένωση θυμάτων ήταν εκείνη του Vincenzo Acella, BR που διαχώρισε τη θέση του το 1999.

11 Tarantelli Maria Cristina, « Vittime e carnefici- Θύματα και δήμιοι», La Repubblica, 21 ιανουαρίου 1988.

12 Ο Cesare Salvi, επικεφαλής του τμήματος Δικαιοσύνης του PCI, δήλωνε: «Οι οικογένειες των θυμάτων δεν μπορούν να αποτελούν εμπορεύματα ανταλλαγής. Είναι ντροπιαστικό το γεγονός ότι το Κράτος δεν έχει εκπληρώσει τα καθήκοντά του απέναντι τους, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις συζητούμενες πρωτοβουλίες. Πρέπει να ακούσουμε τη φωνή τους, αλλά δεν μπορούμε να ξεφορτωθούμε στους ώμους τους αυτό που είναι δουλειά του κράτους », M.S.,« Το ΚΚΙ- PCI ζητάει σαφήνεια », La Repubblica, 28 Ιανουαρίου 1988.

13 Tarantelli Maria Cristina, « Έτσι το Κράτος προστατεύει τους τρομοκράτες αλλά δεν φροντίζει τα θύματα », La Repubblica, 21 ιουλίου 1989.

14 Fortini Franco, « Non è solo a voi che sto parlando-Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ », στις Απείθειες ΙΙ– Disobbedienze II, Roma, Il Manifesto Libri-Βιβλία, 1996.

15 Σε μια διαμάχη με τον τότε πρόεδρο της χριστιανοδημοκρατίας DC, Ciriaco De Mita, και με τον Υπουργό Χάρης και Δικαιοσύνης, Martelli, ο Francesco Cossiga δήλωνε: «μόνο όσοι πολέμησαν τον πόλεμο μπορούν να ζητήσουν ειρήνη», στο Rizzo Renato, «Αγαπητέ Martelli, δεν είμαστε παιδάκια »La Stampa, 18 αυγούστου 1991.

16 Διάβασε 3 αυγούστου 2004, n. 206, Νέοι κανόνες υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας – Nuove norme in favore delle vittime del terrorismo e delle stragi di tale matrice.

17 Cfr. Giglioli Daniele, Critica della vittima-Κριτική του θύματος, Milano, Nottetempo, 2014.

18 Ο αριθμός των θυμάτων, για την περίοδο από το 1969 έως το 1982, είναι 351, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσαν οι Dalla PortaDonatella, Rossi Maurizio, Σκληροί αριθμοί. Απολογισμός της ιταλικής τρομοκρατίας-Cifre crudeli. Bilancio dei terrorismi italiani, Μπολόνια, Ερευνητικό υλικό του Ινστιτούτου Cattaneo, 1984. Πιο συγκεκριμένα του ένοπλου αγώνα, σύμφωνα με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από την Progetto Memoria- Σχέδιο Μνήμης,τα θύματα που προκλήθηκαν από τους ένοπλους σχηματισμούς της αριστεράς ήταν 128 , από αυτά τα 72 προκλήθηκαν από τις δράσεις των BR όσον αφορά την περίοδο 1970-1988. Εάν εξετάσουμε την περίοδο 1970-1981 – από την ίδρυση της οργάνωσης έως την πρώτη διάσπαση της φάλαγγας Walter Alasia – τα θύματα είναι 48. Στη συνέχεια, 6 θάνατοι προκλήθηκαν από δράσεις της W. Alasia (1981-1983), 12 από τις BR-PG (μεταξύ απριλίου 1981 και οκτωβρίου 1982), 6 από τις BR-PCC (από το 1981 έως το 1988 ), βλ Ο χαμένος χάρτης-La mappa perdutaop. cit.

19 Cfr. Balzerani Barbara, Compagna luna-Συντρόφισσα Σελήνη, Roma, DeriveApprodi, 1998, p. 125-133.

20 Bolzoni Attilio, « Quell’infame discorso di Liggio-Εκείνη η βρώμικη ομιλία του Liggio », La Repubblica, 23 μαρτίου 1989.

21 Augias Corrado, « Να ακούμε τους δολοφόνους των αγαπημένων μας στην τηλεόραση », La Repubblica, 9 μαρτίου 2007.

22 Napolitano Giorgio, Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας Giorgio Napolitano στην Ημέρα Μνήμης αφιερωμένη στα θύματα της τρομοκρατίας, Palazzo del Quirinale, 9 μαΐου 2008, in http://presidenti.quirinale.it/elementi/Continua.aspx?tipo=Discorso&key=1246

23 Ibid.

24 Manconi Luigi, Graziani Federica, « Η δίκαιος χωρισμός από το βάρος  εκείνων των χρόνων-Il giusto congedo dal peso di quegli anni », Il Manifesto, 24 ιανουαρίου 2017.

25 Υπό την έννοια αυτή, ο Antonio Tabucchi ήταν πρόδρομος το 1998, με μια παρέμβαση λογοκρισίας, από τις σελίδες της Corriere della Sera, εναντίον του βιβλίου της Barbara Balzerani, Compagna Luna-Συντρόφισσα Σελήνη, που εκδόθηκε από τον οίκο Feltrinelli, και δικό του εκδοτικό οίκο, στον οποίο έστειλε τελεσίγραφο, απαιτώντας από αυτόν να επιλέξει μεταξύ της παραμονής της Balzerani ή του ιδίου. Και αυτή η απειλή έληξε υπέρ αυτού.

26 Αυτό που συνέβη με τη Barbara Balzerani όταν είπε ότι εκείνο του θύματος είναι ένα λογοκριτικό επάγγελμα με την ευκαιρία της παρουσίασης ενός από τα βιβλία της στο Centro Popolare Autogestito-Λαϊκό Αυτοδιαχειριζόμενο Κέντρο (CPA) στη Φλωρεντία στις 16 μαρτίου 2018. Με την ευκαιρία αυτή το όλο γεγονός γυρίστηκε χωρίς άδεια , με κρυφές κάμερες, και μετά μεταδόθηκε σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα με σκοπό να προκαλέσει εντυπώσεις.

27 Tobagi Benedetta, « Se il carceriere di Moro diventa eroe sul web- Αν ο δεσμοφύλακας του Moro γίνεται ήρωας στον ιστό», La Repubblica, 15 ιανουαρίου 2013, e Id., « Irriducibili. Perché gli ultimi terroristi fanno ancora discutere- Αμετακίνητοι. Γιατί οι τελευταίοι τρομοκράτες εξακολουθούν να συζητιούνται», La Repubblica, 24 ιανουαρίου 2013.

28 Fortini Franco, Non è solo a voi che sto parlandoop. cit., p. 37-38. Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ

 

Un contributo sul “Paradigma vittimario”