διεθνισμός, internazionalismo

Ζ όπως Ζαπατισμός. Το χρώμα της γης – Z come Zapatismo. Il colore della terra

 

Δημοσιεύτηκε στις  · in Testi ·στα  Κείμενα

του Fabrizio Lorusso

[Το απόσπασμα ανακτήθηκε από το περιοδικό Nuova Rivista Letteraria (Εξαμηνιαίο Κοινωνικής Λογοτεχνίας που ιδρύθηκε από τον  Stefano Tassinari) n. 15 (n. 5 Νέα σειρά) του μαίου 2017. Το νούμερο του περιοδικού έχει  21 λογοτεχνικά κείμενα, ένα για κάθε γράμμα του αλφαβήτου, αφιερωμένα σε διάφορες επαναστατικές προσπάθειες και κοινωνικής μετατροπής-μετασχηματισμού της ιστορίας ]

Είναι το πρώτο από τα πολλά βήματα των ζαπατίστας στην Πόλη του Μεξικού

και σε όλους τους τόπους του Μεξικού. Ας ελπίσουμε πως όλοι εσείς θα περπατήσετε μαζί μας.

Comandanta Ramona (1959-2006), EZLN, 1996 διοικητής Ραμόνα

Città del Messico, 30 ιουνίου 2018 Πόλη του Μεξικού

Εικοσιτέσσερις ώρες πριν από τις εκλογές της κυριακής πρώτης ιουλίου στο γενικό επιτελείο του υποψηφίου AMLO, αρκτικόλεξο που αποστάζει το μακρύ του πλήρες όνομα, Andrés Manuel López Obrador, ήδη αισθάνεσαι στον αέρα το άρωμα της νίκης. Θα είναι η πρώτη φορά στην ιστορία για ένα κόμμα της αριστεράς σε εθνικό επίπεδο. Οι σημαίες του Κινήματος Εθνικής Αναγέννησης ή MoReNa, το κόμμα δημιούργημα του ηγέτη, κυματίζουν λίγο οπουδήποτε στην μεξικανική πρωτεύουσα η οποία, από πάντα, είναι το προπύργιο των διαφόρων ψυχών της κεντροαριστεράς.

Στα αυτάρεσκα χαμόγελα των αγωνιστών εντυπώνεται η χαρά, η κάθαρση έπειτα από σχεδόν είκοσι χρόνια εκλογικών ηττών και απογοητεύσεων. Στα μάτια που λάμπουν κάποιων στενών συνεργατών του πιθανού μελλοντικού προέδρου, που δίδεται επικεφαλής από όλες τις δημοσκοπήσεις και υποστηρίζεται από μεγάλες εθνικές τηλεοπτικές αλυσίδες ακόμη και από ένα διακριτικό αριθμό μεγιστάνων, προοδευτικών της τελευταίας στιγμής, διακρίνονται, ανάμεσα σε δάκρυα χαράς και έντασης, οι αρχέτυπες προεικονίσεις υπουργικών πολυθρόνων και κοινοβουλευτικών εδρών. Υπάρχει θέληση για αλλαγή.

Επιτέλους, όπως πολλές φορές επανέλαβε το AMLO στα συλλαλητήρια της προεκλογικής εκστρατείας , “η τρίτη είναι εκείνη η καλή”, συνεπώς ύστερα από την ήττα την πρώτη φορά το 2006 από τον καθο-συντηρητικό Felipe Calderón και τις εκλογικές απάτες του κόμματος του, Acción Nazional(PAN), και στη συνέχεια το 2012 από τον τηλε-υποψήφιο που ηλιθιοποιήθηκε, τον Enrique Peña Nieto, ήρθε η στιγμή της λύτρωσης.

Να ανοικοδομήσουμε την Χώρα, να νικήσουμε την διαφθορά και να αντιστρέψουμε την πορεία που πάρθηκε το 1982 με την αρχή των άγριων νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων και την αποσυναρμολόγηση του Κράτους: αυτή, σε ένα tweet, η περίληψη του προγράμματος, ή καλύτερα των συνθημάτων, της αριστεράς που έχει σημείο αναφοράς το MoReNa.

Η άλλη κοινοβουλευτική αριστερά, δηλαδή μια πρώην αριστερά που σύμφωνα με κάποιες δημοσκοπήσεις θα γίνει και πρώην κοινοβουλευτική, μιας και κινδυνεύει να εξαφανιστεί από τον εκλογικό χάρτη, είναι εκείνη του PRD, του Partido de la Revolución Democrática, του Κόμματος της Δημοκρατικής Επαναστάσεως. Το 1997 τα κατάφερε στην επιχείρηση να κατακτήσει την Πόλη του Μεξικού, προπύργιο του PRI (Κόμμα Επαναστατικό Θεσμικό, Partido Revolucionario Institucional), ηγεμονικό σε όλο το Μεξικό και στην πρωτεύουσα για 70 χρόνια τον εικοστό αιώνα XX, και από τότε το διαχειρίζεται. Ο Andrés Manuel υπήρξε δήμαρχος της μεγαλούπολης από το 2000 έως το 2005 και στη συνέχεια υπήρξε ο υποψήφιος του PRD στις προεδρικές για δυο συνεχείς φορές, αμφότερες χαμένες. Αυτή την φορά, όμως, τα πράγματα πηγαίνουν διαφορετικά, ο leader κάνει για τον εαυτό του και είναι σίγουρος πως θα κερδίσει.

 

 

Είμαστε στοχασμός και κραυγές

Subcomandante Marcos, Πόλη του Μεξικού, 11 μαρτίου 2001 Υποδιοικητής Μάρκος

Marzo 2001, Colore della Terra e Autonomia Μάρτιος 2001, Χρώμα της Γης και Αυτονομία

“Ξεκινάει αυτή η πορεία σήμερα, τώρα που είναι νέα η σελήνη, έτσι ώστε ή γη να δώσει τελικά τους καρπούς της δικαιοσύνης για εκείνους που είναι το χρώμα της γης. Ξεκινά η πορεία της αξιοπρέπειας των ιθαγενών, η πορεία του χρώματος της γης”. Το ανακοινωθέν, που στάλθηκε από τα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού στις 24 φεβρουαρίου, είναι υπογεγραμμένο από την Γενική Διοίκηση του Ζαπατιστικού Στρατού, Comando Generale dell’Esercito Zapatista di Liberazione Nazionale (EZLN), και ανακοινώνει μια πορεία αναχώρησης από το νότιο κράτος των Chiapas. “Έτσι ώστε ο κόσμος να είναι επιτέλους ο τόπος όλων και όχι η ατομική ιδιοκτησία αυτού που κατέχει του χρήματος το χρώμα και τη βρώμα, το σκουπίδι. Ένας κόσμος με το χρώμα της ανθρωπότητας”, συνεχίζει.

Το EZLN έρχεται από το Νότο για να μιλήσει στον κόσμο στις πλατείες και στους κοινοβουλευτικούς που συζητούν την Ley Cocopa, που στάλθηκε από τον πρόεδρο στις Camere. O κανόνας, ο νόμος θα πρέπει να ενσωματώσει σε Σύνταγμα τις Συμφωνίες του San Andrés  1996, που παρέχουν νομική προσωπικότητα στους ιθαγενείς πληθυσμούς, τους αυτόχθονες λαούς, και να ανοίξει μια χαραμάδα για την επίλυση της σύγκρουσης που ξεκίνησε το 1994, όταν οι ζαπατίστας στα όπλα κατέλαβαν πέντε πόλεις, κάνοντας τη φωνή τους ν’ ακουστεί παγκοσμίως, κραυγή άξια θυμού και εξέγερσης: “¡Ya Basta!”, adesso basta, φτάνει πια!.

Η φτώχεια στη γη των Αζτέκων εκρήγνυται κυκλικά και επιμένει. Και οι ανισότητες επίσης αυξάνονται, το Μεξικό στα χρόνια ’90 έχει “παγκοσμιοποιηθεί” αλλά έχει εξομοιωθεί σε πεντηκοστό κράτος της Αμερικανικής Ένωσης. Ο νεοφιλελεύθερος πρόεδρος Carlos Salinas μιλούσε αντιθέτως για μια Χώρα που εισέρχονταν στον  “πρώτο κόσμο”. “Αξίζει την προσπάθεια, συμπατριώτες μου, για το καλό του μεγάλου μας έθνους, είναι για το Μεξικό”, είχε πει εορτάζοντας την έναρξη ισχύος, την 1 ιανουαρίου 1994, της NAFTA, συνθήκης ελεύθερου εμπορίου της Βορείου Αμερικής. Μα δεν σκέφτονταν όλοι και όλες όπως αυτός.

Παρά την στρατιωτικοποίηση, τις παραστρατιωτικές επιθέσεις και τον πόλεμο χαμηλής έντασης της κυβέρνησης, επτά χρόνια μετά την εξέγερση, οι ζαπατίστας εξακολουθούν να αγωνίζονται. Στις 11 μαρτίου 2001 η πιο μεγάλη πλατεία και πολιτική καρδιά της Χώρας, η zocalo, τους υποδέχεται, γεμάτη ασφυκτικά με κόσμο όπως ποτέ νωρίτερα για να συνοδεύσουν από κοντά τα αιτήματα της αναγνώρισης των δικαιωμάτων τους και του πολιτισμού τους από την κυβέρνηση Fox.

“Αδερφέ, αδερφή αυτόχθονη. Αδερφέ, αδελφή μη αυτόχθονη. Εδώ ήρθαμε για να πούμε πως βρισκόμαστε εδώ. Και όταν λέμε ‘εδώ είμαστε’, ονομάζουμε επίσης το διαφορετικό. Αδελφέ αδελφή είτε είσαι μεξικάνος είτε δεν είσαι. Με σένα λέμε  ‘είμαστε εδώ’ και με εσένα είμαστε. Αδελφέ αδελφή αυτόχθονη και μη αυτόχθονη. Ένας καθρέφτης είμαστε”, τα λόγια του Marcos έχουν σπάσει τη σιωπή και ο δριμύς ήλιος προμηνύει την αιώνια άνοιξη του οροπεδίου. “Δεν είμαστε εκείνοι που, αφελείς, περιμένουν πως απ’ τα ψηλά θα έρθει η δικαιοσύνη που αναπτύσσεται μόνο απ’ τα χαμηλά, η ελευθερία που κατακτάται μοναχά με όλους, η δημοκρατία που πάντα πρέπει να πολεμήσεις γι αυτήν και σε όλα τα επίπεδα. Δεν θα είμαστε”. Ένα πλήθος προσεκτικό και σιωπηλό ακούει τα λόγια των εξεγερμένων.

Avenida Universidad, η μεγάλη αρτηρία λεωφόρος που συνδέει το κέντρο της πρωτεύουσας με την πανεπιστημιούπολη, έδρα του μεγαλύτερου ateneo της Αμερικής, βρίσκεται σε κίνηση και βράζει. Οι ζαπατίστας διανυκτερεύουν στα islas, στα νησιά δηλαδή από χορτάρι, γκαζόν και πλατείες του Αυτόνομου Εθνικού Πανεπιστημίου  που εξωτερικά κλείνονται από τα κτίρια των σχολών, από το κτίριο της Πρυτανείας και της κεντρικής βιβλιοθήκης, επιβλητικής με τους δώδεκα ορόφους τα ψηλά ταβάνια και την εξωτερική πρόσοψη διακοσμημένη από ένα μωσαϊκό του muralista O’Gorman. Κι εδώ, μια ημέρα μετά την διαδήλωση της zocalo, οι ζαπατίστας μαζεύουν γύρω τους χιλιάδες υποστηριχτές.

Ένας γάλλος φοιτητής, στο Μεξικό για μια ανταλλαγή και για να προσπαθήσει να κάνει μια διατριβή, διαβάζει το ανακοινωθέν της πορείας σε ένα φυλλάδιο που διανέμεται από τους συντρόφους του πανεπιστημίου. Αντιγράφει κάποια αποσπάσματα και τα μεταφέρει σε μεγάλους χαρακτήρες επάνω σε ένα μεγάλο χαρτόνι. Το τοποθετεί σε ένα τραπέζι στη μέση της αυλής του συγκροτήματος και αρχίζει να μοιράζει αντίγραφα στους περαστικούς. Επίσης ενώνει και μια πρόσκληση γραμμένη επάνω σε ένα ορθογώνιο πανί που πάρθηκε από ένα σεντόνι: “Συλλογή τροφίμων σε αλληλεγγύη με τους ζαπατίστας: ρούχα, ρύζι, και φασόλια είναι καλοδεχούμενα”.

Οι ιθαγενείς που αγωνίζονταν διέσχισαν τη χώρα, κάνοντας περισσότερα από έξι χιλιάδες χιλιόμετρα, και έφτασαν στην Πόλη του Μεξικού μετά από τρεις εβδομάδες ταξιδιού. Έχουν ανάγκη τροφής και ρουχισμού.

Μια ηλικιωμένη κυρία πλησιάζει τον νεαρό φοιτητή, τον εξετάζει προσεκτικά και αρχίζει να τον χλευάζει: “Μας έλειπε μοναχά κόσμος από έξω να μπερδευτούν στα πολιτικά ζητήματα της Χώρας, θυμήσου πως μπορούμε να ζητήσουμε την απέλαση για εκείνους σαν κι εσάς, το λέει το Σύνταγμα!”.

“Γιατί δεν απομακρύνετε το ξενοφοβικό τσιπάκι απ’ το κεφάλι σας;”, απαντά ο νεαρός που, αλλαγμένος λίγο στην συμπεριφορά του αλλά όχι τρομαγμένος δεν γίνεται κατανοητός και σε αντάλλαγμα λαμβάνει μια γκριμάτσα. Μέχρι πριν λίγα λεπτά βρίσκονταν στη συντροφιά δυο μεξικάνων compas οι οποίοι, με κάποιο τρόπο, κάλυπταν την παρουσία του, αλλά στη συνέχεια παρέμεινε μόνος στο έλεος ενοχλημένων βλεμμάτων κάποιων δεξιόστροφων και των αναθεμάτων μιας γριάς αντιζαπατίστα.

Εν τω μεταξύ οι zapatisti, την ώρα που στο κοινοβούλιο διαπληκτίζονταν για το τι να κάνουν, είχαν επιστρέψει στα Chiapas. Στις 28 μαρτίου μια αντιπροσωπεία είκοσι τριών διοικητών επιστρέφει στην πρωτεύουσα. Μια γυναίκα λαμβάνει τον λόγο μπροστά σε ολόκληρη την Χώρα, στο κτίριο της νομοθετικής εξουσίας: “Υποφέρουμε τρεις φορές διότι είμαστε γυναίκες, είμαστε αυτόχθονες και είμαστε φτωχές”, εγκαλεί. “Ερχόμαστε εδώ για να μας ακούσετε και για να ακούσουμε και για να κάνουμε διάλογο”, επαναλαμβάνει. Είναι η comandanta Esther. Ο Marcos δεν εισέρχεται, μιλούν οι άλλοι. Είναι στρατηγικής σημασίας η απουσία του, έξυπνη κίνηση. Το διάστημα που είναι αφιερωμένο στην ποίηση και στις ανακοινώσεις καταλαμβάνεται από τις αιτιάσεις του αγώνα και της πορείας και ο Υποδιοικητής μοναχά εξηγεί πως “σήμερα ο πόλεμος είναι λίγο μακρύτερα και η ειρήνη με δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια λιγάκι κοντύτερα”.

Ένα μήνα αργότερα τα κόμματα που έχουν την πλειοψηφία των δυο τρίτων στο κοινοβούλιο, με την οποίαν έχουν τη δυνατότητα να μετατρέψουν το Σύνταγμα, είναι ο δεινόσαυρος PRI και το PAN, που έφτασε στο σημείο να κερδίσει την προεδρία με τον Vicente Fox τον προηγούμενο χρόνο, και ψηφίζουν μια αντιμεταρρύθμιση που προδίδει το γράμμα και τις προθέσεις των συμφωνιών. Ένα PRD διαιρεμένο και σχιζοφρενικό ψηφίζει ενάντια στην Camera και υπέρ στο Senato, μα η μεταρρύθμιση περνά έτσι κι αλλιώς. Τότε οι zapatisti κλείνουν με τις πολιτικές των συνεννοήσεων με τους γραφειοκράτες των σαλονιών, οι Βάσεις Στήριξης τους σφίγγουν γύρω από την Comandancia, την Διοίκηση για να  συγκεκριμενοποιήσουν εκ των πραγμάτων, όχι πλέον μέσω νόμων, την αυτονομία και να ιδρύσουν τις κοινότητες των caracoles.

Περνούν τα χρόνια, το 2006 ο πρόεδρος Calderón εξαπολύσει μια αυτοκτονική εκστρατεία  “πολέμου στο ναρκοεμπόριο” και αφήνει στον »αγωνιστικό χώρο», μέσα σε μια δεκαετία,  200 χιλιάδες νεκρούς και 31 χιλιάδες desaparecidos, αγνοούμενους. Μα στα Chiapas μια νέα γενιά zapatista είναι έτοιμη. Ο subcomandante Marcos αποφασίζει να βγει από την σκηνή, ανακοινώνει το θάνατο του και μεταμορφώνεται σε Galeano τον μάϊο του 2014, λίγες μέρες μετά την άγρια δολοφονία, που διέπραξαν παραστρατιωτικοί, του δασκάλου και συντρόφου José Solís López, γνωστού ακριβώς σαν Galeano. “Πιστεύουμε πως είναι απαραίτητο ένας από εμάς να πεθάνει ούτως ώστε να ζήσει ο Galeano”, είναι η εξήγηση που δίδει ο Marcos. Ο subcomandante Moisés γίνεται ο νέος εκπρόσωπος. Ο Marcos ανακοινώνει την “αντικατάσταση” του και, μιλώντας για την καταγωγή της δημόσιας φιγούρας του, γράφει: “Ξεκινά με αυτό τον τρόπο μια πολύπλοκη μανούβρα αντιπερισπασμού, ένα τέχνασμα μαγείας τρομερό και θαυμάσιο, ένα άτακτο τέχνασμα της αυτόχθονης καρδιάς μας, η αυτόχθονη σοφία προκαλούσε τη νεωτερικότητα σε ένα από τα προπύργια της: τα μέσα ενημέρωσης. Ξεκίνησε τότε η δημιουργία της προσωπικότητας, του χαρακτήρα που ονομάζεται Marcos”. Τώρα δεν υπάρχει άλλο,  »ανοίγουμε το χώρο» στις νέες γενιές.

 

 

Καλούμε όλους και όλες να μην ονειρεύονται, αλλά να κάνουν κάτι απλούστερο και οριστικό: σας ζητούμε να ξυπνήσετε εκ νέου.

Subcomandante Marcos, ιανουάριος 1999

San Cristóbal de las Casas, Universidad de la Tierra, 14 οκτωβρίου 2016 Πανεπιστήμιο της Γης

“Να τρέμει στα κέντρα της η Γη”, το ανακοινωθέν ταξιδεύει διαγαλαξιακά από την  selva lacandona του Chiapas στο διάστημα. “Δηλώνουμε πως βρισκόμαστε σε διαρκή συνέλευση και διαβουλευόμαστε σε καθεμιά από τις γεωγραφίες μας, τα εδάφη μας και τις διοικήσεις μας την συμφωνία αυτού του Πέμπτου CNI, για να ορίσουμε ένα αυτόχθονο συμβούλιο κυβέρνησης της οποίας ο λόγος θα ενσωματώνεται από μια γυναίκα ιθαγενή”. Το Congresso Nazionale Indigeno (CNI), το Εθνικό Αυτόχθονο Συνέδριο, χώρος συνάντησης και οργάνωσης του ιθαγενούς κινήματος σε εθνικό επίπεδο που ιδρύθηκε το 1996 και σύμμαχος του EZLN, ταράζει τα νερά προτείνοντας γυναίκα και ιθαγενή για την προεδρία. “Επιβεβαιώνουμε πως ο αγώνας μας δεν είναι για την εξουσία, δεν την επιζητούμε, αλλά να καλέσουμε τους αυτόχθονες λαούς και την κοινωνία των πολιτών να οργανωθούν για να μπλοκάρουμε αυτή την καταστροφή, να ενδυναμώσουμε τις αντιστάσεις μας και τις εξεγέρσεις μας, δηλαδή την υπεράσπιση της ζωής κάθε ανθρώπου, κάθε οικογένειας, κάθε κολλεκτίβας, κοινότητας ή συνοικίας. Να χτίσουμε την ειρήνη και την δικαιοσύνη καταλήγοντας από κάτω, απ’ όπου είμαστε αυτό που είμαστε”.

“Ciao, μα έχεις ακούσει; διάβασες; το CNI για να καταπολεμήσει την λεηλασία των εδαφών και των κοινοτήτων προσπαθεί, το » ζήτημα των ιθαγενών’’ επιστρέφει στο κέντρο”, ο τόνος της φωνής είναι διεγερμένος. Ο φοιτητής, ο οποίος εν τω μεταξύ έχει τελειώσει την διατριβή του και παρακολουθεί ένα διδακτορικό, ακούει και κλείνει τα μάτια για να συγκεντρωθεί. Μόλις που αντιλαμβάνεται ποιος είναι ο φίλος από την άλλη πλευρά της συσκευής ο οποίος παίρνει αμέσως φόρα και αρχίζει να τον παροτρύνει: “Τώρα υπάρχει μια εναλλακτική στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα!”. Μετά την ρήξη των zapatisti με το πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς ο γάλλος, που παρέμεινε στο Messico για να ζήσει, δεν ξέρει τι να σκεφτεί και η απαισιοδοξία του είναι σχεδόν κοσμική: “Ναι, ok, μα εσύ πως είσαι; Είδα λιγάκι τα νέα, όντως, για πρώτη φορά στην ιστορία εδώ μπορούν να παρουσιαστούν υποψήφιοι ανεξάρτητοι έξω από τα κόμματα, αλλά πρέπει να τραβήξουν κοντά τους 800 χιλιάδες υπογραφές, αλλά στη συνέχεια με ποιους θα κυβερνήσουν χωρίς κόσμο στο κοινοβούλιο;”. “Εντάξει, μα είναι έτσι κι αλλιώς κάτι ιστορικό, δεν το έχουμε ξαναδεί, εμπρός”, επιμένει ο φίλος στο τηλέφωνο. “Το ξέρω, θα δούμε, ήδη υπάρχουν αυτοί που λεν πως θέλουμε να φτιάξουμε μια σκιώδη κυβέρνηση ή κάτι τέτοιο, δεν έχω καταλάβει”, αναστενάζει ο φοιτητής. “Θα τα πούμε καλύτερα αργότερα, να κάνουμε μια συνέλευση, κάτι…”, καταλήγει ο καλέσας. “Claro, claro, εντάξει, εντάξει, μια αγκαλιά σύντομα!”, αποδεσμεύεται ο φοιτητής. Δυσκολεύεται να πιστέψει το νέο, είναι έκπληκτος, κι ευτυχισμένος, μα μπερδεμένος. Η μεξικάνικη πολιτική κάνει να χάνουν εύκολα την πυξίδα ακόμη και αυτοί που την μασούν από καιρό.

Αμέσως είναι άγριες οι αντιδράσεις της προοδευτικής intellighenzia και κομμάτων όπως το  PRD και το MoReNa που φοβούνται πως θα χάσουν ψήφους από τα αριστερά τους και ήδη παροτρύνουν “το λαό” στην “χρήσιμη ψήφο” για να μπλοκάρουν τις δεξιές. Από την άλλη πλευρά αντιθέτως υπάρχει αυτός που διεκδικεί το δικαίωμα στον οποιονδήποτε να διεκδικεί την υποψηφιότητα, ειδικότερα όταν μάλιστα πρόκειται για οργανώσεις ιστορικά αποκλεισμένες. Ο στόχος τους είναι να διοικούν υπακούοντας μέσα από ένα συμβούλιο αυτόχθονο κυβέρνησης και μιαν προεδρεύουσα-εκπρόσωπο εκλεγμένη από τις βάσεις. Οι εφημερίδες του καθεστώτος κατηγορούν τους ζαπατίστας και το CNI πως είναι προβοκάτορες και πως δεν έχουν ελπίδες. Η συζήτηση ανάβει, και είναι ένα πρώτο σημαντικό αποτέλεσμα για τους αυτόχθονες οργανωμένους λαούς.

Εγώ αγωνίζομαι για ιδανικά και προσπαθώ την μετατροπή του Μεξικού με ειρηνικό τρόπο

Η ψήφος είναι το μοναδικό όπλο που έχει ο λαός ώστε να αλλάξει τα πράγματα

Andrés Manuel López Obrador

Città del Messico, 2 ιουλίου 2018 Πόλις του Μεξικού

Είναι νύχτα, σχεδόν μεσάνυχτα. Βρέχει με τη σέσουλα. Ο leader είναι μόνος του. Βλέπει στην οθόνη τα αποτελέσματα. Γελά, τα μάτια του γυαλίζουν και σκέφτεται αυτά που θα κάνει. Του είπαν να μείνει ήρεμος, μετά το έμφραγμα πριν πέντε χρόνια η καρδιά του έχει ανάγκη διαλογισμού. Δεκάξι ώρες δουλειάς, τρία συλλαλητήρια την ημέρα, ριπές συναισθημάτων και μια εκλογική εκστρατεία διαρκής που διαρκεί εδώ και περισσότερα από δέκα χρόνια θα έριχνε κάτω οποιονδήποτε. Το AMLO έχει κάνει ολόκληρη την tour σε όλους τους δήμους του Μεξικού, η εμπειρία του στην επικράτεια είναι πολύτιμη και η ομάδα του έχει πολλά ταλέντα, κυρίως στον χώρο του πολιτισμού και των κοινωνικών πολιτικών.

Ο leader ζήτησε από όλους να βγουν από το δωμάτιο. Ακόμη δεν το πιστεύει. Συγκαλεί τους συνεργάτες τους σε μια επείγουσα reunión για να χειριστούν το καλύτερο δυνατόν τις πρώτες δηλώσεις στον τύπο. Σε 89 εκατομμύρια έχοντες δικαίωμα, χθες ψήφισαν τα δυο τρίτα υπήρξε μια εκλογή η πιο συμμετοχική της ιστορίας. Μα ο Andrés Manuel δεν νίκησε. Κανένα κόμμα δεν νίκησε.

Το εκλογικό ινστιτούτο επικοινώνησε τα αποτελέσματα της προκαταρκτικής καταμέτρησης: το AMLO πήρε το 25%, η Margarita Zavala, σύζυγος του πολεμοκάπηλου Calderón, το 17%, ο Osorio Chong, του PRI, το 13%, οι ανεξάρτητοι το 1% και ο Mancera, του PRD, το 9%. Η υποψήφια του  EZLN και του CNI νίκησε τους υποψηφίους και εδραιώνει την προεδρία με το 35% των ψήφων. Το συμβούλιο της αυτόχθονης κυβέρνησης την συνοδεύει, θα εγκατασταθεί την πρώτη δεκεμβρίου. Κανένα προγνωστικό, καμία εικασία, δεν το είχαν φανταστεί. Στο κοινοβούλιο, μοναχά το MoReNa είχε φτάσει σε μια πλειοψηφία που, αν και ευάλωτη, μπορεί να αποφασίσει εάν θα υποστηρίξει την presidenta ή θα βυθίσει την Χώρα στο χάος.

Αφήνουν τον τύπο να εισέλθει. Ο AMLO είναι κουρασμένος αλλά ήρεμος. “Τι έχετε σκοπό να κάνετε;”, ένας reporter της La Jornada τον ρωτά. Ο πολιτικός είχε υποσχεθεί πως θα αποσύρονταν σε ιδιωτική ζωή σε περίπτωση ήττας. “Νικήσαμε – εξηγεί – αλλά κυρίως χάσαμε, διότι ήμουν μοναχά εγώ το κέντρο, το κόμμα, μα τώρα για το MoReNa ήρθε η ώρα να διοικήσει υπακούοντας  και  να υποστηρίξει την αλλαγή”.

Εν τω μεταξύ ένα αυθόρμητο πλήθος, τεράστιο και εορτάζων κατακλύζει τις Insurgentes και Reforma, τις μεγαλοπρεπείς avenidas λεωφόρους που κόβουν σε σταυρό την μεξικανική πρωτεύουσα από βορά προς νότο και από ανατολή προς δύση. Το τελετουργικό είναι εντυπωσιακό. Ένας αιώνιος φοιτητής περπατά στο κέντρο, δεν μοιάζει ούτε καν ένας ξένος ύστερα από τόσα χρόνια, με την αχτένιστη γενειάδα του και το χάλκινο δέρμα του στην αιώνια μεξικάνικη άνοιξη. Έχει δει τόσα πολλά χρώματα της γης αυτά τα χρόνια,  έχει δει τη σκόνη του Μεξικού να βάφεται με αίμα και την ελπίδα να γκριζάρει από σφαίρες και μακάβριες καταμετρήσεις θυμάτων. Mα σήμερα, όπως και το ενενήντα τέσσερα, είναι πολύχρωμες και αντάρτισσες οι κραυγές που μουσκεύουν απ’ τη βροχή μες τη χαρά. Βλέπει τα σύννεφα ν’ ανοίγουν, κάθεται, παρατηρεί τον ομφαλό της σελήνης και ξέρει πως δεν είναι πια μόνος ενώ περιμένει την αυγή της αλήθειας και της δικαιοσύνης.

https://www.carmillaonline.com/2017/09/20/z-zapatismo-colore-della-terra/

διεθνισμός, internazionalismo

Rojava, το λουλούδι της ερήμου. Συνέντευξη με τον Davide Grasso, μαχητή YPG στην Siria

του Fabrizio Lorusso

Ο Davide Grasso, αγωνιστής  και e blogger τριαντάρης, είναι ένας ιταλός μαχητής που το  2016 ενώθηκε στις γραμμές των Unità di Protezione del Popolo (YPG) Μονάδων Προστασίας του Λαού στα βόρεια της Συρίας για να αγωνιστεί ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος, (ISIS) και να υπερασπιστεί τον δημοκρατικό συνοσπονδισμό που οι κούρδοι επιτελούν στα τρία καντόνια (Kobane, Jazira e Afrin) που ελέγχουν στα σύνορα με την Τουρκία. Ο Abdullah Öcalan, ο τούρκος leader του Κόμματος των Κούρδων Εργατών, Partito dei Lavoratori Curdi (PKK) στην φυλακή από το 1999, διατύπωσε το 2005 αυτό το πολιτικό μοντέλο που βασίζεται στην αυτονομία, στον διαπολιτισμικό σεβασμό, στον κοσμικό χαρακτήρα και στο δικαίωμα στην αυτοάμυνα των κοινοτήτων και όπως, εξηγεί στο βιβλίο του “Δημοκρατικός συνοσπονδισμός” (link), είναι “ανοικτό προς άλλες ομάδες και πολιτικές παρατάξεις” καθώς και “ευέλικτο, πολυπολιτισμικό, αντιμονοπωλιακό και βασισμένο στη συναίνεση”. “Στη διάρκεια της μακράς του φυλάκισης στο νησί του İmralı, ο Öcalan εμβάθυνε την μελέτη της ελευθεριακής σκέψης , οικολογικής και του κοινοτισμού, αντιμετωπίζοντας και συγκρίνοντας ιδιαίτερα τις θεωρίες του αμερικανού αναρχικού Murray Bookchin (1921 – 2006). Προήλθε ένα θεωρητικό “σημείο καμπής” του κινήματος, που σήμερα πλέον δεν φιλοδοξεί να οικοδομήσει ένα κράτος-έθνος κουρδικό μα να διευρύνει ζώνες αυτονομίας και αυτοκυβέρνησης. Το όνομα που έχει δοθεί σε αυτή την ρύθμιση είναι “δημοκρατικός συνοσπονδισμός”. Τα  πρώτα σημαντικά πειράματα από αυτή την άποψη δεν λαμβάνουν χώρα στο »τουρκικό» Κουρδιστάν μα στο »συριακό» Κουρδιστάν, στην Rojava (που στα κουρδικά απλά σημαίνει Δύση)” (fonte: storify.com Wu Ming Foundation). Μετά την απελευθέρωση της Kobane από τον ISIS το 2015, μέσα στο πλαίσιο του καταστροφικού συριακού πολέμου, το επαναστατικό κουρδικό πείραμα στα βόρεια της Συρίας είναι ένα “λουλούδι της ερήμου” που δημιούργησε ένα ισχυρό φαντασιακό και έσπρωξε πολλούς ξένους να το υποστηρίξουν και με τα όπλα. Επιστρέφοντας στην Torino όπου γεννήθηκε ο Davide Grasso σκιαγραφεί έναν απολογισμό της προσωπικής του εμπειρίας και της πολιτικής -κοινωνικής κατάστασης στην συριακή σκακιέρα (Syria Live Map link) [F. L.].

F.L. – Ποια είναι η ιστορία σου; τι έκανες πριν ξεκινήσεις για την Συρία;

D.G. – Δεν έκανα ποτέ μια μοναδική εργασία, πρώτα υπήρξα φοιτητής και μετά έκανα το διδακτορικό μου. Εργάστηκα με κοινωνικούς συνεταιρισμούς και της διαφήμισης, όπως επίσης έκανα part-time συνεργασίες με το πανεπιστήμιο. Πριν φύγω ήμουν κοινωνικός λειτουργός στο Τορίνο με τους δίχως στέγη και τα άτομα με αναπηρία και όταν επέστρεψα αυτούς τους τελευταίους μήνες καταπιάστηκα βασικά με την ενημέρωση γύρω από αυτό που συμβαίνει στην Μέση Ανατολή.

– Και σαν στρατευμένος;

– Πάντα ενδιαφερόμουν για τα κοινωνικά και τα πολιτικά ζητήματα . Όσον αφορά την Ιταλία πήρα μέρος στα φοιτητικά κινήματα όπως η Onda Anomala, το κίνημα No-Tav και όσον αφορά την Μέση Ανατολή στο πανεπιστήμιο ασχολήθηκα συχνά σε δραστηριότητες σχετικές με την εμβάθυνση του παλαιστινιακού ζητήματος, σεμινάρια ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, συνεπώς πάντοτε έδρασα με αυτό τον τρόπο, υπό αυτή την έννοια.

– Πως γεννήθηκε η εμπειρία στην Συρία;

– Στην πραγματικότητα γεννήθηκε ήδη το 2014 όταν έμαθα για τα γεγονότα της Sinjar [4 αυγούστου 2014, το ISIS σφαγιάζει ή σκλαβώνει χιλιάδες yezidi, γιαζίντι, θρησκευτική κοινότητα κουρδικής γλώσσας στο Ιράκ, link p. 3-4] του οποίου γεγονότος ακριβώς σήμερα είναι η επέτειος, η τρίτη. Ενώ η επίσημη πληροφόρηση έδινε μια κάποια εκδοχή, ανακάλυψα χάρη σε ένα σάϊτ του οποίου ήμουν κι εγώ συντάκτης, Infoaut, όπως στη συνέχεια και στο Wu Ming, πως υπήρχε μια διαφορετική εκδοχή των γεγονότων, δηλαδή πως αυτοί που προσπαθούσαν να αντισταθούν σε αυτές τις σφαγές που διεξήγαγε το ISIS 2014 Iraq δεν ήταν οι κουρδικές φατρίες των peshmerga [κούρδοι-ιρακινοί στρατιωτικοί φιλοαμερικανοί , filo USA] που υποστηρίζονταν από την ιταλική κυβέρνηση. Ήταν αντιθέτως μια παράταξη της αριστεράς που η κυβέρνηση θεωρούσε τρομοκρατική. Οπότε από εκεί και στη συνέχεια ξεκίνησα να παρακολουθώ από πολύ κοντά εκείνο που συνέβαινε στο Ιράκ και τη Συρία, μα γενικότερα, όπως όλοι απ’ όταν εμφανίστηκε το φαινόμενο του Ισλαμικού Κράτους, αναθερμάνθηκε το ενδιαφέρον μου για την Μέση Ανατολή που το τελευταίο διάστημα είχε λιγάκι χαλαρώσει. Στη συνέχεια όλα άρχισαν να εξελίσσονται. Υπήρξαν οι σφαγές που έλαβαν χώρα από την τουρκική κυβέρνηση εις βάρος των κούρδων στην Cizre, governo turco a Cizre [ai danni dei curdi], για τις οποίες έμαθα τον σεπτέμβρη του 2015, συνεπώς, μιας και έληγε το συμβόλαιο μου ακριβώς εκείνες τις ημέρες, χρησιμοποίησα την αποζημίωση για να πάω στην Τουρκία και να επισκεφτώ την Cizre. Εκεί γνώρισα πολλούς νεαρούς που πολεμούσαν, κάποιοι από αυτούς σκοτώθηκαν μετά από λίγο. Οπότε όταν γύρισα στην Ιταλία, ήδη ήμουν επιρρεπής στο να γυρίσω, όμως, μιας και αμέσως με την επιστροφή μου συνέβησαν οι βομβιστικές επιθέσεις στο Παρίσι, attentati del Bataclan [13 νοεμβρίου 2015], εκείνες υπήρξαν αποφασιστικές. Συνειδητοποίησα πως εκείνη την στιγμή αυτή η οργάνωση [ISIS, DAESH ή Ισλαμικό Κράτος] κυριολεκτικά έρχονταν να ψάξουν δρόμο προς δρόμο εκείνους σαν εμένα, σαν εμάς, δηλαδή έναν ορισμένο τύπο νέων ευρωπαίων, με ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής, συνεπώς σκέφτηκα πως ήταν απαραίτητο να επιστρέψω εκεί για να κάνω διαφορετική πληροφόρηση και για να πολεμήσω, αν έβρισκα το κουράγιο, ανάμεσα στα άλλα.

– Πως ακριβώς έφθασες στους κούρδους της Συρίας;

– Πήγα στο Ιράκ. Οργάνωσα ένα reportage οπότε υπήρξε μια αυτοχρηματοδότηση με συναυλίες στην Ιταλία το φθινόπωρο του 2015. Τον φεβρουάριο του 2016 αναχώρησα, βρέθηκα πρώτα στην Παλαιστίνη μετά στο Ιράκ, περνώντας από Ιορδανία. Σε όλες αυτές τις χώρες μιλούσα γι αυτά που έβλεπα, έκανα συνεντεύξεις με τελικό στόχο να φτάσω στην βόρεια Συρία. Εκεί όμως οι ιρακινοί peshmerga δεν επέτρεπαν στους δημοσιογράφους, όπως συμβαίνει και τώρα, να εισέλθουν στη Συρία, και είναι κάτι σοβαρότατο. Μια σοβαρότατη παραβίαση του διεθνούς δικαίου πληροφόρησης. Γι αυτό χρειάστηκε να εισέλθω με ένα τέχνασμα και, μόλις τα κατάφερα, ήλθα σε επαφή με την πολιτική κοινωνία, τους θεσμούς και τα κέντρα μέσων ενημέρωσης της Rojava e i media center del Rojava. Έτσι γεννήθηκε η επαφή, δεν είχα καμία άλλη πριν φθάσω εκεί.

– Πότε μπήκες στη Συρία και πόσο έμεινες εκεί;

– Στη Συρία έμεινα επτά μήνες. Από αρχές μαρτίου μέχρι αρχές οκτώβρη  2016.

– Είχες σκοπό να πολεμήσεις ευθύς εξ αρχής;

– Είχα την πρόθεση, αλλά δεν ήμουν σίγουρος πως θα έβρισκα το κουράγια να το κάνω. Πίστευα πως ήταν σωστό κάποιος που κατά τύχη δεν βρίσκονταν στο Bataclan ή στα άλλα μαγαζιά που χτυπήθηκαν στο Παρίσι, που έτσι κι αλλιώς είναι τόποι και συνοικίες που εγώ γνωρίζω, όπως πολλοί από εμάς, δηλαδή κάποιος που δεν βρέθηκε εκεί άοπλος, στο έδαφος, να σφαγιάζεται από αυτά τα άτομα, θα έπρεπε να πάει εκεί αυτοπροσώπως να πάρει τα όπλα να πολεμήσει ενάντια σε αυτά τα υποκείμενα. Πάνω απ’ όλα για να μην αναθέσει στις κυβερνήσεις μας να το κάνουν και ιδιαίτερα στην γαλλική, σε αυτή την περίπτωση, διότι όποιος είναι λιγάκι συνειδητοποιημένος γι αυτά που συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο γνωρίζει πως οι κυβερνήσεις μας είναι οι πρώτοι υπεύθυνοι γι αυτή την κατάσταση και πως το μόνο που μπορούν είναι να την χειροτερεύσουν με τις πολιτικές τους  και τα συμφέροντα τους. Συνεπώς είχα ήδη την πρόθεση, μόνο που μέχρι την τελευταία στιγμή βρισκόμουν σε δίλημμα διότι το να μπεις στον συριακό εμφύλιο πόλεμο σαν μαχητής, δίχως προηγούμενη στρατιωτική εμπειρία, όντας δηλαδή πάντοτε πολίτης, ήταν μια πράξη που σήμαινε πως ήταν εύκολο να μην επιστρέψω πίσω οπότε ας πούμε πως η οριστική απόφαση ωρίμασε όταν ήμουν ήδη στη Συρία.

– Πως ήταν λοιπόν αυτό το βήμα; Με τι ανθρώπους σχετίστηκες;

– Γνώρισα ανθρώπους διαφόρων τύπων. Κατοίκων της Rojava, τόσο κούρδους όσο και άραβες, που ζουν τις συνθήκες του πολέμου και της επανάστασης, ο καθένας με τον τρόπο του. Γνώρισα πολιτικούς αγωνιστές κούρδους και διεθνείς ακτιβιστές, κυρίως ευρωπαίους, που βρίσκονταν εκεί για να γνωρίσουν αυτή την επανάσταση και να την υποστηρίξουν. Αυτοί υπήρξαν καθοριστικοί διότι σίγουρα με ώθησαν, το να βλέπεις το παράδειγμα άλλου είναι πάντοτε σημαντικό και μετά γνώρισα επίσης διεθνείς μαχητές των YPG combattenti internazionali delle YPG (Unità di Protezione del Popolo curdο) [κουρδικών Μονάδων Προστασίας του Λαού] που ήταν νεότατοι στην ηλικία και δεν ήταν απολύτως πολιτικοποιημένοι, αντιθέτως ζούσαν στα μέρη τους μια ζωή τελείως απολιτική και είχαν πάει εκεί για να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους επειδή ήταν αγανακτισμένοι από εκείνο που συμβαίνει σε μια Χώρα μακρινή από τη δική τους. Συνεπώς μπροστά σε όλα αυτά καθίσταται δύσκολο να μην πάρεις τα όπλα με την σειρά σου.

– Πως ενώθηκες με τις Μονάδες Προστασίας του κουρδικού Λαού (YPG);

– Γίνεται μια εκπαίδευση, μερικές εβδομάδες κατάρτισης στη διάρκεια των οποίων έλαβα πολλά μαθήματα κουρδικής γλώσσας, συνομοσπονδιακής ιδεολογίας, δηλαδή της μορφής σοσιαλισμού που προωθείται από τις YPG, όπως επίσης και μαθήματα ιστορίας της Μέσης Ανατολής και του Κουρδιστάν. Και στη συνέχεια η τεχνική κατάρτιση για τη χρήση των όπλων, σκίτσα με τακτικές επίσης. Θα πρέπει επίσης να λάβουμε υπ όψιν πως ο εμφύλιος πόλεμος στην Συρία είναι ένα τόσο τραγικό και χαοτικό γεγονός για το οποίο όμως αυτές οι πολιτοφυλακές δεν έχουν την δυνατότητα να ξεφύγουν από το είδος της εκπαίδευσης στην οποίαν υπόκεινται οι τακτικοί στρατοί.

– Τι όπλα είχατε στην κατοχή σας;

– Οι λεπτομέρειες δεν μπορούν να ειπωθούν για στρατιωτικούς λόγους, όμως μπορούμε να πούμε πως το πρόβλημα των κουρδικών πολιτοφυλακών και των συριακών δημοκρατικών δυνάμεων είναι πως έχουν κυρίως, στο 99%, ελαφρά όπλα και αυτό δεν είναι ένα μυστήριο. Εκ των πραγμάτων η μεγάλη πλειοψηφία των μαχητών έχει στη διάθεση της ένα kalashnikov και ευτυχώς δεν μου φάνηκε πως υπήρχε μεγάλη έλλειψη πυρομαχικών γιατί μου φαίνεται πως τουλάχιστον σε αυτό συνέβαλε ο συνασπισμός, οι Ηνωμένες Πολιτείες, συνέβαλαν και η Ρωσία επίσης έδωσε κάτι. Αυτά για τα πυρομαχικά, όσον αφορά τα όπλα, μιλάμε για ελαφρά όπλα, παλιά, σίγουρα ξεπερασμένα σε ένα γενικότερο πλαίσιο. Μετά στην πραγματικότητα στην Συρία δεν είναι έτσι γιατί το μεγαλύτερο μέρος των ένοπλων συγκρούσεων στη μάχη, εκεί που δεν παίρνει μέρος ο τακτικός στρατός, γίνεται με αυτόματα όπλα σοβιετικής προέλευσης και κατασκευής, δηλαδή πολυβόλα τύπου Pkm και Pks, το Dushka ή Dshk ή το Kalashnikov. Αυτά είναι τα όπλα που χρησιμοποιούνται περισσότερο.

– Μίλησες για  “Επανάσταση, Rivoluzione”. Τι συμβαίνει στον Βορά της Συρίας;

–  Στην Βόρεια Συρία και γενικότερα σε όλη τη Χώρα από το 2011 βρίσκεται σε εξέλιξη μια επανάσταση. Η συριακή επανάσταση αναπτύχθηκε σε δύο μεγάλες αντιτιθέμενες τάσεις. Η μία πήγε πολύ άσχημα διότι πήρε μια ισλαμική εξέλιξη και μια αντίθετα πήγε πολύ καλά διότι πήρε μια κατεύθυνση σοσιαλιστική φεμινιστική και διαφωτισμένη. Αυτή η τελευταία είναι η συνομοσπονδιακή επανάσταση που καταγράφηκε αρχικά στα κουρδικά εδάφη αλλά τώρα σε ολόκληρο τον Βορά της Συρίας σε ζώνες κυρίως αραβικές ή χριστιανικές. Αντιθέτως η ισλαμική πλευρά στη συνέχεια διασπάστηκε σε διάφορα κομμάτια: το ISIS κατά μήκος του Ευφράτη και οι διαφορετικές από το ισλαμικό κράτος ισλαμικές ομάδες ήδη στην επαρχεία της Idlib αυτή την στιγμή. Συνεπώς η συριακή επανάσταση εξελίχθηκε σε δυο διαφορετικές επαναστάσεις που αντιμάχονται μεταξύ τους και αμφότερες μάχονται επίσης ενάντια στο καθεστώς του Bashar al-Assad.

– Τι αποστολές και δραστηριότητες ανέλαβες;

– Στην αρχή ήμουν στο μέτωπο της Ain Issa που εκείνο τον καιρό ήταν το μέτωπο της Raqqa, ενώ σήμερα αυτό το μέτωπο, ευτυχώς, είναι μέσα στην ίδια την Raqqa διότι κατέβηκε μέχρι μέσα την πόλη, όμως ένα χρόνο πριν βρίσκονταν 63 km βόρεια της Raqqa. Κι εκεί βρίσκονταν η πόλη της Ain Issa όπου στάθμευε η μονάδα μου και καθήκον μας ήταν εκείνο να προστατεύουμε το καντόνι της Kobane από το ISIS, ενώ την ίδια στιγμή υπήρχε η επίθεση στα βόρεια του Χαλεπιού από πλευράς των συριακών δημοκρατικών δυνάμεων στα δυτικά του Ευφράτη που κέρδιζε όλες τις εκστρατείες γύρω από μια στρατηγική πόλη που ονομάζεται Mambij: ήταν να πάμε να τις ελευθερώσουμε για να να κόψουμε τις επικοινωνίες ανάμεσα στην Raqqa και την Turchia. Εκείνη η πόλη ήταν η τελευταία επικοινωνία ανάμεσα στην Raqqa και την Turchia, στην περίπτωση αυτή μεταξύ Raqqa και του έξω κόσμου. Στο ξεκίνημα δεν πήρα μέρος σε αυτή την επίθεση, κυρίως καθήκον μου ήταν να υπερασπίζομαι το καντόνι την ώρα που προχωρούσαν οι εχθροπραξίες. Μετά στα τέλη ιουνίου η μονάδα μου στάλθηκε στην Mambij οπότε τον ιούλιο κι εμείς μπήκαμε στη μάχη σε αυτή την επιχείρηση για την απελευθέρωση της πόλης.

– Υπήρχαν άλλοι ξένοι και ιταλοί;

– Υπήρχαν πολλοί ξένοι όταν εγώ ήμουν εκεί, μα όχι ιταλοί. Ήμουν ο μοναδικός. Γνωρίζαμε πως υπήρχαν και άλλοι ιταλοί, ιδιαίτερα εγώ ρωτούσα πάντα για τον Karim Franceschi γιατί είχα διαβάσει το βιβλίο του. Όμως εκείνη της στιγμή δεν υπήρχε κανείς άλλος. Υπήρχαν πολλοί ξένοι που έρχονταν κυρίως από την Ευρώπη, από την Βόρεια Αμερική, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, από τα Βαλκάνια. Γνώρισα και ένα αγόρι χιλιανής καταγωγής και ξέρω πως βρίσκονταν εκεί και κάποιοι νοτιοαμερικάνοι στις YPG.

– Ταυτίζεσαι με τον όρο foreign fighter?

– Αυτή την στιγμή πρακτικά υπάρχουν εκφράσεις που δεν μπορούν να απαντηθούν μόνο με ένα »ναι» ή ένα »όχι». Θα αποκαλούσα τον εαυτό μου  foreign fighter, αν και η χρήση που κάνουν τα Μέσα έχουν αλλάξει το νόημα του όρου, όμως υπάρχει μια πρωτότυπη αίσθηση, ένα νόημα πρωτότυπο που είναι διαφορετικό. Με την έννοια των μέσων ενημέρωσης του όρου, δεν ταυτίζομαι διότι οι mass media έχουν πετάξει ένα άσχημο φως επάνω στον όρο, διότι μονομερώς έχουν συνδέσει με αυτόν και αυτούς που μάχονται για το ισλαμικό κράτος. Όσον όμως αφορά το αυθεντικό νόημα ναι, νομίζω πως πρόκειται για την πιο όμορφη έκφραση που μπορούμε να φανταστούμε. Οπότε σίγουρα με τη στενή σημασία αυτού που σημαίνει, εξ άλλου είναι αρκετά ταυτολογικό πως εγώ υπήρξα. Και νομίζω πως η αντίφαση στη χρήση των μέσων ενημέρωσης φαίνεται επίσης στο γεγονός πως εγώ και οι άλλοι διεθνείς που πολεμήσαμε στη Mambij, κόβοντας εκείνη την τελευταία οδό επικοινωνίας με την Τουρκία του ISIS, μηδενίσαμε οριστικά την εισροή foreign fighters του ISIS στην Siria που προηγουμένως ήταν πολύ μεγάλη. Απ όταν ακριβώς ένα χρόνο πριν η πόλη ελευθερώθηκε un anno fa la città è stata liberata, έγινε μηδενική αυτή η εισροή. Συνεπώς foreign fighters ναι, μα εξαρτάται από πια πλευρά στέκονται.

– Να μιλήσουμε ίσως για »διεθνιστές»;

– Λοιπόν, αναγκαστικά. Αν και στις YPG στις συζητήσεις λέμε πως ήμαστε επίσης και »διεθνιστές», είναι επίσης αλήθεια πως η πολιτική θεωρία που εμπνέει τις YPG στην πραγματικότητα περισσότερο από την έννοια του »διεθνισμού» μιλά για την έννοια της »παγκοσμιότητας». Γιατί; Λόγω ενός ίσως περίπλοκου αλλά σημαντικού συλλογισμού σύμφωνα με τον οποίον η εποχή του διεθνισμού, εκείνη στην οποίαν θεωρήθηκε ότι η αναφορά ήταν τα έθνη κράτη και για τους σοσιαλιστές , παρήλθε οπότε διεθνισμός ήταν η αλληλεγγύη του περασμένου αιώνα και αντιθέτως οι YPG προτιμούν “παγκοσμιότητα, universalismo” διότι σήμερα βρισκόμαστε σε μια παγκόσμια κατάσταση όπου όντως όλος ο κόσμος είναι μια μητρόπολη συνεπώς, εάν θέλουμε, ακόμη περισσότερο διεθνισμό απ’ ότι πριν.

– Σύμφωνα με την εμπειρία σου ενάντια στο ISIS τι μπορείς να πεις για τον μύθο γύρω από το αήττητο τους στο πεδίο των μαχών; 

– Στο πεδίο έχω να πω, δίχως να θέλω να κάνω προπαγάνδα, ειλικρινά έχω δει την ασυναγώνιστη κατάσταση των YPG, ενώ για το ISIS έχω δει το γεγονός πως ηττήθηκαν όταν ήμουν εκεί το περασμένο καλοκαίρι. Υπήρξε δύσκολο, μα θα σου εξηγήσω γιατί. Μου το επιβεβαίωσαν επίσης αμερικανοί μαχητές που είχαν μακρά εμπειρία στον στρατό τους, είχαν πολεμήσει και στο Iraq και έλεγαν πως, συγκρίνοντας τον αγώνα ενάντια στο ISIS με άλλες πολύ σκληρές φάσεις του ιρακινού πολέμου και αυτών των τύπων συγκρούσεων, το ISIS είναι μια δύναμη στρατιωτικά πολύ ικανή και οργανωμένη όπου πραγματικά βλέπεις ότι υπάρχουν μυαλά αρκετά υψηλού στρατηγικού επιπέδου στα σύγχρονα πρότυπα. Στρατηγική τους είναι να προκαλέσουν το μεγαλύτερο αριθμό νεκρών στις εχθρικές γραμμές με τον μικρότερο αριθμό νεκρών στις δικές τους. Συνεπώς θεμελιώδης είναι η χρήση από την πλευρά τους των ναρκών, των εκρηκτικών παγίδων, των ελεύθερων σκοπευτών που έχουν επίσης μια θρησκευτική ιδεολογία που δίνει τη δυνατότητα και προκαλεί εκατοντάδες ανθρώπους να προστρέχουν στις γραμμές τους με την ελπίδα πως θα πεθάνουν το συντομότερο δυνατό πεπεισμένοι πως θα γευματίσουν με τον Θεό και θα έχουν κι εγώ δεν ξέρω πόσες παρθένους στην διάθεση τους. Το ISIS μπορεί να χρησιμοποιεί με μια σταθερή συχνότητα ανθρώπους που τινάζονται στον αέρα, καμιόνια βόμβες και αυτοκίνητα βόμβες που οδηγούνται με όλη την ταχύτητα τους ενάντια στον εχθρό.

Αυτό είναι ένα πλεονέκτημα, όμως αυτός ο μύθος που έχουν δημιουργήσει τα media είναι τελείως λανθασμένος όπως πολλά πράγματα που δημιουργούν τα Μέσα διότι είναι ένα φαινόμενο που αναλύεται πλήρως με τα όρια και τις δυνατότητες του. Σίγουρα υπάρχουν πολλοί του ISIS που αυτοκτονούν, όμως πρέπει επίσης να πούμε πως για παράδειγμα στο μέτωπο μας της Ain Issa υπήρξαν επιθέσεις αυτοκτονίας από την πλευρά αυτών που τις έκαναν αλλά και στρατιωτικές επιθέσεις, με την έννοια πως όταν ένας στέλνει 30 πολιτοφύλακες να επιτεθούν τελείως σποραδικά δίχως καμία απολύτως έννοια στην οικονομία του πολέμου, στην οποία επίθεση και οι τριάντα σκοτώνονται με μοναχά ένα νεκρό από τους δικούς μας των YPG, είναι ξεκάθαρο πως αυτά τα πρόσωπα βρίσκονταν στη λίστα για να σταλούν στο μαρτύριο διότι θα έχουν και τα προβλήματα τους με τους  “υποψήφιους προς το μαρτύριο” που θέλουν να παν εκεί… Αλλά πρέπει να δούμε πως αυτό στρατιωτικά είναι μια τρέλα. Υπάρχουν εξάλλου και αντιφατικές πτυχές που όλες μαζί βγάζουν προς τα έξω την εικόνα μιας δύναμης που, όπως όλες, έχει τα ελαττώματα της και τα πλεονεκτήματα της από την οπτική του πολέμου.

– Πολλοί αναρωτιούνται με ποιoν τρόπο θα νικηθεί το ISIS. Υπήρξε μια έλλειψη πολιτικής ή στρατιωτικής βούλησης ή είναι κάτι πιο πολύπλοκο;

– Είναι δύσκολο αλλά όχι στρατιωτικά. Είναι δύσκολο πολιτικά. Στρατιωτικά πρέπει να σημειώσουμε πως ουσιαστικά τα εδάφη που είχε κατακτήσει μεταξύ Συρίας και Ιράκ σχεδόν εξαντλήθηκαν, ήτοι μέσα σε τρία χρόνια, που έτσι κι αλλιώς είναι πάντα ένα χρονικό διάστημα πολύ μικρότερο εκείνου που υπήρξε η κατοχή του Ιράκ ή είναι ακόμη και σήμερα ο συριακός εμφύλιος πόλεμος , αυτό το φαινόμενο σε στρατιωτικό επίπεδο έχει κατασταλεί. Εκείνο που είναι δύσκολο όμως είναι η πολιτική πτυχή. Πρώτον επειδή υπάρχουν πολιτικές πτυχές που επιβραδύνουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις γιατί ούτως ή άλλως, θέλεις δεν θέλεις, βρίσκω ότι σε πολλές συγκρούσεις, αν και όλο και λιγότερο με το πέρασμα του χρόνου, υπάρχει μια ελάχιστη αναφορά στους κανόνες του πολέμου, σε ένα διεθνές δίκαιο του πολέμου και σε συμβάσεις.

Αυτό το ισλαμικό κράτος δεν το αναγνωρίζει με κανένα τρόπο διότι όλοι αυτοί οι νόμοι είναι καρποί μιας λαϊκής δημοκρατικής ή φιλελεύθερης κυριαρχίας που γι αυτούς είναι αμαρτία , με την έννοια πως ο μοναδικός νόμος που υπάρχει είναι εκείνος του Θεού. Συνεπώς δεν σέβονται καμία ηθική του πολέμου και χρησιμοποιούν τους πολίτες σαν ανθρώπινες ασπίδες. Λέγω, θα μπορούσαμε να κατηγορήσουμε οποιαδήποτε παρτιζάνικη δύναμη που κρύβεται μέσα στον πληθυσμό όμως άλλο είναι να κρύβεσαι μέσα στον κόσμο σαν παρτιζάνικη δύναμη και άλλο είναι να κάνεις τον κόσμο κρέας για σφαγείο με το ζόρι, εκεί όπου μάλιστα κυριαρχεί μια λογική του τύπου “το χειρότερο, τόσο το καλύτερο” πάνω στο οποίο στοχεύει το ISIS. Οπότε αυτή είναι η πρώτη πολιτική δυσκολία. Την είδα με τα μάτια μου, όταν προσπαθούσαμε να προωθηθούμε μέσα σε μια πόλη στην οποίαν το ISIS εμπόδιζε τους πολίτες να αφήσουν τα σπίτια τους. Αυτό σημαίνει πως πρακτικά χρειάζεται να φρενάρουμε τις επιχειρήσεις για να καταφέρουμε χειρουργικά να κυκλώσουμε τα κτίρια, να τα υπερασπιστούμε, να βγάλουμε έξω τους πολίτες και να τους διώξουμε μακριά και στη συνέχεια να προχωρήσουμε για να ξετρυπώσουμε τους πολιτοφύλακες απ’ όπου κι αν βρίσκονται. Κι απ’ την οπτική του πολέμου απ’ τον αέρα αυτή είναι μια τεράστια επιπλοκή διότι πάντα ζητείται η εκκένωση πολιτών όταν υπάρχει η γνώση πως ξεκινά ένας πόλεμος ή μια μάχη με αεροπορικές επιχειρήσεις και, εάν μια πραγματικότητα όπως το ISIS δεν το κάνει, μπορείτε να φανταστείτε τις συνέπειες μα και την επιβράδυνση των επιχειρήσεων.

Η άλλη πολιτική δυσκολία είναι πως υπάρχει ένα εκ των πραγμάτων πρόβλημα που δεν είναι μόνον του Ιράκ ή της Συρίας μα του κόσμου ολόκληρου: υπάρχουν ανισορροπίες πλούτου, εξουσίας, πολιτιστικής ηγεμονίας στον κόσμο και υπάρχουν προβλήματα φτώχειας από πολλές απόψεις, δηλαδή υπάρχουν εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι, κυρίως στην Αφρική και την Ασία και χρειάζονται, που έχουν ανάγκη μιας λογικής, μιας ιδεολογίας λύτρωσης και κάποιες φορές εκδίκησης και έκφρασης του θυμού. Έτσι το Ισλαμικό Κράτος είναι στην πραγματικότητα, δυστυχώς, μια παγκόσμια εξέγερση που έρχεται να γεμίσει το κενό του τέλους των κομουνισμών, των σοσιαλισμών, και συνεπώς, μέχρι να εξαλειφθούν οι κοινωνικές αντιθέσεις ή αντιφάσεις ή δεν είναι δυνατόν να δημιουργηθεί μια εναλλακτική πολιτική σε αυτό το είδος εξεγέρσεων, μια εναλλακτική κατά την οποίαν υπάρχει μια μορφή εξέγερσης ορθολογική και όχι ανορθολογιστική, θα μπορεί να νικηθεί στρατιωτικά αλλά θα επιστρέψει σε μορφές ολοένα χειρότερες.

– Πρόσφατα έχουν αυξηθεί οι καταπατήσεις του τουρκικού στρατού και στα κουρδικά καντόνια. Ποιος είναι ο ρόλος  της Τουρκίας στα σύνορα με την Συρία; 

– Όταν βρισκόμουν στην Kobane, τον σεπτέμβρη του 2016, όντως υπήρξε μια από τις χειρότερες στιγμές διότι η Τουρκία παρενέβη με την δικαιολογία πως έχτιζε ένα πολύ μεγάλο τοίχο μεταξύ επαναστατημένης Συρίας του βορά και των εδαφών της, που στο μεγαλύτερο τους μέρος είναι περιοχές κοινοτήτων που έχουν και μια δική τους αυτονομία, μεταξύ των οποίων υπάρχουν κούρδοι. Με αυτή την δικαιολογία προκαλούσαν πολύ στην περιφέρεια της Kobane, ακριβώς επάνω στο σύνορο, με τα τεθωρακισμένα. Προκάλεσαν εννέα ημέρες εξέγερσης του πληθυσμού της Kobane στα σύνορα που κόστισαν και δυο νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Αυτό υπήρξε ήδη ένα πρώτο επεισόδιο. Τώρα υπήρξε ένα ακόμη το οποίο ευτυχώς διήρκησε μόνο μια βραδιά κατά την οποία τα τουρκικά μέσα εκ νέου καταπάτησαν κοντά στην Kobane καταλαμβάνοντας δυο χωριά και εκδιώχθηκαν πίσω από τις YPG. Όμως η Kobane, και για την συμβολική της αξία, είναι στην πραγματικότητα η πόλη που έχει υποστεί τα λιγότερα από πλευράς Τουρκίας διότι υπάρχουν άλλες πόλεις όπως για παράδειγμα η Tel Abyad, που πολυβολείται κάθε ημέρα κάθε 10 λεπτά εδώ και ενάμιση χρόνο πλέον και συχνά δέχεται επίσης και χτυπήματα όλμου από την Τουρκία, και σαν την Tel Abyad (Gire Spi για τους κούρδους), και οι Qamisho, Amude, Serekani (Ras al-Ayn για τους άραβες), στις οποίες ρίχτηκαν πολλές φορές ρουκέτες όταν βρισκόμουν εγώ εκεί κάτω.

Και μετά πάνω απ’ όλα η πιο σοβαρή περίπτωση είναι εκείνη της Afrin, που είναι το πιο απομονωμένο καντόνι διότι είναι απομακρυσμένη από την Kobane και συνορεύει με την Turchia ή με περιοχές της Συρίας που ελέγχουν οι ισλαμιστές. Και είναι η Afrin που υφίσταται τς χειρότερες επιδρομές. Είναι πλέον τρεις μήνες τώρα που η Τουρκία βομβαρδίζει την Afrin δίχως σταματημό, λοιπόν, υπάρχουν εκατοντάδες νεκροί μεταξύ των αμάχων, των μαχόμενων και των μονάδων ασφαλείας μέσα στην πληρέστερη διεθνή σιγή. Και ο Erdogan απειλεί επίσης πως θα εισβάλει πλήρως σε αυτό το καντόνι έτσι θα ήθελε να εισβάλει στη Συρία και να αντιμετωπίσει την κουρδική αριστερά και στη Συρία όπως και στην Τουρκία.

Μόνο που είναι δύσκολο. Εκτός από το ότι ήδη προσπάθησε να το κάνει πρόσφατα στο Ιράκ και αυτό δεν έγινε γνωστό: λιγότερο από ένα μήνα πριν προσπάθησε μια εισβολή μεγάλης κλίμακας η Τουρκία στα βουνά  του Ιράκ  όπου υπάρχει το PKK (Partito dei Lavoratori Curdi, Κόμμα των Κούρδων Εργαζομένων) και αναγκάστηκε να αποσυρθεί εγκαταλείποντας δεκάδες νεκρούς στο πεδίο των μαχών στις γραμμές της. Το πρόβλημα γι αυτούς είναι πως οι Ηνωμένες Πολιτείες προστατεύουν την Rojava και, σε μια πολύ πιο διφορούμενη μορφή, το κάνει με κάποιο μέτρο και η Ρωσία, που τείνει να μην εγκρίνει αυτές τις παρεμβάσεις της Τουρκίας. Αυτός είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίον δεν έχει υπάρξει μέχρι στιγμής ένα λουτρό αίματος διότι έτσι κι αλλιώς η τουρκική κυβέρνηση είναι εξτρεμιστική από πολιτική άποψη  και το κλίμα στην τουρκική κοινωνία είναι ιδιαίτερα εκφυλισμένο οπότε η πιθανότητα μιας αποφασιστικής εισβολής είναι πάντοτε παρούσα

– Η Kobane χαρακτηρίζεται σαν ένα “λουλούδι της ερήμου”, γιατί;

–  Στη σύγχρονη εποχή όλα μοιάζουν να πηγαίνουν προς το χειρότερο. Μια χώρα σαν το Μεξικό το γνωρίζει καλά σε ορισμένα σημεία, έτσι όπως χώρες σαν την Συρία ή την Τουρκία, μα και στην Ευρώπη φαίνεται πως η κοινή λογική μετακινείται ολοένα προς θέσεις συντηρητικές και σε όλο τον κόσμο κυριαρχούν οι πιο αντιδραστικές, αυτές που περιχαρακώνονται στην ταυτότητα, στους εθνικισμούς, στους σεχταριστικούς και θρησκευτικούς φανατισμούς. Ωστόσο η εξουσία χάρη σε όλα αυτά παραμένει σταθερή στα χέρια μιας πλουσιότατης μειοψηφίας εις βάρος της συντριπτικής πλειοψηφίας. Έτσι έχει κάνει σε όλους εντύπωση, έχουν όλοι επηρεαστεί από το γεγονός πως μια επανάσταση αναδύεται με την έννοια πως η εξουσία λαμβάνεται πραγματικά και συγκεκριμένα σε μια περιοχή από τις δυνάμεις που ακολουθούν μια εντελώς αντίθετη λογική, διότι η δική τους είναι κοσμοπολίτικη, κοινωνικής ισότητας, αμοιβαίου σεβασμού και θρησκευτικής ανοχής, και πάνω απ’ όλα της κεντρικής θέσης που κατέχει η γυναίκα και της λύτρωσης αυτής σε μια από τις περιοχές όπου οι γυναίκες υποφέρουν περισσότερο την πατριαρχία. Κανείς δεν το περίμενε και είναι μια αμφισβήτηση του δόγματος σύμφωνα με το οποίο σε αυτό τον αιώνα οι επαναστάσεις δεν είναι πλέον δυνατές και για αυτό πιστεύω πως χρησιμοποιήθηκε αυτή η έκφραση.

– Δημοκρατικός συνοσπονδισμός, αυτονομία, διαπολιτισμικότητα είναι λέξεις που συνδέονται με την κουρδική επανάσταση. Ψάχνουν για ανεξαρτησία από την Συρία;

– Λοιπόν πρέπει να πούμε πως οι κούρδοι είναι χωρισμένοι ανάμεσα σε μια κουρδική δεξιά και μια αριστερά. Η εθνικιστική δεξιά θέλει όντως ένα κουρδικό κράτος, το θέλει τόσο στο Iraq και στη Siria, στο Iran και στην Turchia. Η κουρδική αριστερά, με δυνάμεις όπως οι YPG, οι YPJ (Unità di Protezione delle Donne, Μονάδες Προστασίας των Γυναικών) ή το PKK, δεν θέλουν ένα κουρδικό κράτος διότι είναι πεπεισμένες πως είναι απαραίτητη μια επανάσταση που να πάει πέρα από τον καπιταλισμό και θεωρούν πως αυτό δεν είναι δυνατό μέσα από  “το Κράτος – lo Stato”, και πως το Κράτος είναι κάτι το αρνητικό αυτό καθεαυτό και είναι αντιφατικό να αναζητούμε ένα τέτοιο. Έτσι αυτοί τείνουν να αναπτύσσουν μορφές αυτονομίας που είναι και κοινωνικές, με την μετατροπή των κοινωνικών σχέσεων και των σχέσεων των φύλων, μέσα στα κράτη όπου βρίσκονται για να μπορέσουν να επηρεάσουν τους μη κουρδικούς πληθυσμούς και να υπερβούν την “κουρδική διάσταση” της επανάστασης. Αυτό συμβαίνει στη Συρία.

Πρέπει να πούμε πως σχετικά με τη κουρδική εθνικιστική δεξιά, με την οποίαν εγώ είμαι αντίθετος για πολλούς λόγους, πάντως ένας κούρδος ή μια κούρδη την σήμερον ημέραν είτε θέλουν ένα κουρδικό κράτος είτε όχι, που, επαναλαμβάνω, δεν είναι η θέση για την οποίαν ξοδεύω τον χρόνο μου εγώ, δεν μπορούν να καταδικαστούν διότι το Κουρδιστάν γεωγραφικά υπάρχει. Για παράδειγμα ένα κράτος όπως η Συρία ή το Ιράκ δημιουργήθηκαν από τις αποικιακές δυνάμεις δίχως κανένα σεβασμό για την κοινωνική γεωγραφία της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνεπώς σε κάθε περίπτωση λέγω αυτό για εκείνους που νομίζουν ότι μπορούν να στρέψουν τον δείκτη ενάντια στους κούρδους ή σε άλλους πληθυσμούς, όπως για παράδειγμα τους βερβέρους amazigh [berberi] στο Μαρόκο, ή άλλους στον κόσμο που  θέλουν ανεξαρτησία ή αυτονομία: σε κάθε περίπτωση πιστεύω πως δεν μπορούν να τους το αρνηθούν.

– Οι κούρδοι υιοθέτησαν επίσης ένα Σύνταγμα στα βόρεια της Συρίας που είναι πολύ προχωρημένο και δημοκρατικό. Ποια είναι η γνώμη σου; Λειτουργεί;

–  Στην καθομιλουμένη λέγεται Σύνταγμα. Στην πραγματικότητα ονομάζεται Κοινωνικό Συμβόλαιο ακριβώς διότι το “Σύνταγμα” θα όριζε την δημιουργία ενός Κράτους. Όμως σίγουρα εκείνο το κείμενο είναι πολύ προχωρημένο όπως κι αν το δεις, απ’ όλες τις απόψεις. Πρέπει να λάβουμε υπ όψη την υλική διαδικασία αυτής της επανάστασης. Ο στόχος είναι μια μορφή κομουνισμού και εξάλειψης του Κράτους, που ονομάζουν δημοκρατικό συνοσπονδισμό διότι γι αυτούς η δημοκρατία είναι κομουνιστική δίχως Κράτος ή δεν είναι, και είναι συνομοσπονδιακή διότι είναι βασισμένη στην αυτονομία όλων των κοινοτήτων που πρέπει να συνδέονται οικειοθελώς μεταξύ τους και όχι αυτό να επιβάλλεται από τα επάνω.

Οπότε στοχεύουν σε αυτό αλλά έχουν επίγνωση ότι δεν μπορούν να προσεγγίσουν σε αυτό από την μια ημέρα στην άλλη συνεπώς σφυρηλάτησαν την έννοια της δημοκρατικής αυτονομίας, που είναι ο τρόπος με τον οποίο το κίνημα του δημοκρατικού συνοσπονδισμού συμβαδίζει κάθε φορά με το υπάρχον Κράτος. Για παράδειγμα αυτά τα καντόνια και τα συμβούλια των καντονιών που διατηρούν τον διαχωρισμό των εξουσιών, και με κάποιο τρόπο μοιάζουν με ένα Κράτος, είναι η δημοκρατική αυτονομία, δηλαδή είναι μια πρόταση για την Συρία για μια θεσμική διευθέτηση που θα θέσει τέλος στον πόλεμο και, όμως, δεν θα ακυρώσει την επανάσταση.

Αυτή είναι η έννοια των θεσμών που δημιουργήθηκαν που δεν είναι  “ο δημοκρατικός συνοσπονδισμός” αλλά “η δημοκρατική αυτονομία” διότι ο συνοσπονδισμός στον Βορά της Συρίας είναι εκείνος που εκπροσωπείται από τις κοινότητες, από τις αγροτικές και οικονομικές κοινότητες, από τις αστικές, από την αντεξουσία που ασκείται και σε ένοπλο επίπεδο από αυτούς τους θεσμούς, από τους συνεταιρισμούς, από τη νέα σχέση που υπάρχει μεταξύ γυναικών και κοινωνίας. Αυτή είναι η επανάσταση. Δεν μπορεί να βρει μια οριστική διέξοδο, γι αυτό αυτοί, μη θέλοντας να διατρέξουν το μοντέλο των μπολσεβίκων διότι τελικά απέτυχε, δεν αντιλαμβάνονται την “κατάκτηση της εξουσίας” με την έννοια της “δημιουργίας ενός σοσιαλιστικού Κράτους ” που στη συνέχεια θα σβήσει. Αντιθέτως είναι μέρος ενός κινήματος που κάθε φορά δημιουργεί θεσμούς για να συμφιλιωθεί με το Κράτος στο οποίο προέκυψε το οποίο προφανώς εκ νέου να θέσει πάντα σε αμφισβήτηση και να συνεχίσει  αυτή τη διαδικασία.

– Μιλώντας για αυτονομία στο Μεξικό βλέποντας τους ζαπατίστας και το EZLN έδειξε συμπάθεια για την επανάσταση και τους σύρους κούρδους.

– Ξέρω πως γενικά ο ζαπατισμός και τα Τσιάπας θεωρούνται σημείο αναφοράς στην Rojava και σε ολόκληρο το Kurdistan διότι το κουρδικό κίνημα ξεκίνησε την θεωρητική του μεταμόρφωση τα χρόνια 2000 όταν πλέον ήδη από διάφορα χρόνια στο Μεξικό υπήρξε μια εργασία συζήτησης και η επεξεργασία μιας προοπτικής. Επιπλέον σε πολλές περιπτώσεις στο Μεξικό έχουν επιτευχθεί συγκεκριμένα αποτελέσματα. Εκεί έχω δει πως εκείνο είναι ένα σημείο αναφοράς. Θα σου μιλήσω λιγάκι κάπως σαν »κουτσομπολιό» και με απολύτως κανέναν επίσημο τρόπο, με κάπως τυχαίο και διακριτικό τρόπο, είχε φθάσει η φήμη πως στην πραγματικότητα υπήρξαν προσπάθειες επικοινωνίας, να δημιουργηθεί μια πιο συγκεκριμένη σχέση μα είχαν πέσει στο κενό. Κάποιος προσπάθησε να μου εξηγήσει πως αυτό ίσως συμβαίνει διότι υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ αυτών των δύο λαών, ανάμεσα στη Rojava και τα Chiapas, για να διαβάσεις τα mail ποιος ξέρει πόσος χρόνος πρέπει να περάσει, και ο ρυθμός της ζωής είναι διαφορετικός από αυτόν που ήμαστε συνηθισμένοι εμείς στην Ευρώπη. Έτσι λέγαμε λιγάκι για να το διασκεδάσουμε… Εάν αυτές οι σχέσεις μεγάλωναν, νομίζω θα ήταν θετικό. Όταν κάποιους μήνες πριν στο Αμβούργο πραγματοποιήθηκε το διεθνές συνέδριο που διοργανώθηκε από την Rojava φιλοξενήθηκε μια στρογγυλή τράπεζα και για το Μεξικό και τα καρτέλ των ναρκωτικών διότι ακριβώς υπάρχει ιδιαίτερη προσοχή από πλευράς της Rojava για την Λατινική Αμερική, την Κεντρική Αμερική, το Μεξικό.

– Κάποια ιδιαίτερα ανέκδοτα που μπορείτε να μας πείτε γι αυτή την περίοδο που μαχόσασταν;

– Είναι πολλά. Για παράδειγμα μια μεγάλη απογοήτευση… Είχα γνωρίσει μια κοπέλα κούρδα που είχα συμπαθήσει πολύ και με την οποία βρισκόμουν σε επαφή για κάποιο διάστημα. Στη συνέχεια όταν πήγα να τη βρω στην οικογένεια της κάποια γιορτή των μουσουλμάνων που εορτάζεται τον σεπτέμβρη, συζητώντας μαζί τους, ανακάλυψα πως υποστήριζε τους κούρδους εθνικιστές, της κουρδικής δεξιάς, συνεπώς αφέθηκε σε σχόλια τελείως απαράδεκτα επί των αράβων, για παράδειγμα. Και κυρίως για τους κούρδους συντρόφους και για τον ίδιο τον Οτσαλάν. Ήταν μια πολύ άσχημη στιγμή για εμένα, πάνω απ’ όλα όμως δίνει πολύ καλά την εικόνα της κατάστασης στην Rojava. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που βρίσκονται στην σκιά ή στέκονται στην σιωπή μα που εργάζονται ενάντια στην επανάσταση, που προσπαθούν να την σαμποτάρουν ή να αδυνατίσουν το ηθικό των ανθρώπων ακριβώς διότι έχουν ισλαμιστικές ιδέες ή εθνικιστικές. Οπότε στην πραγματικότητα την επανάσταση, όπως πάντοτε στην ιστορία, την οδηγούν και την προωθούν άνθρωποι αποφασισμένοι ή παθιασμένοι που πρέπει να λογαριαστούν με ένα φόντο με ένα πλαίσιο και με μια συγκυρία όλα αυτά μαζί πολύ δύσκολα.

– Μια εμπειρία γεμάτη ελπίδες;

– Υπάρχουν πολλές και σε αυτή την περίπτωση. Μπορώ να αντιπαραθέσω έναν άλλο άνθρωπο που γνώρισα που είναι ένα αγόρι από την Raqqa, άραβας. Αυτός θεληματικά επέλεξε να αφήσει την Raqqa. Ήταν εργάτης σε συνεργείο, ήταν 15 χρονών, και, ενώ δούλευε, τον είχε πλησιάσει ένας από εκείνους τους πολιτοφύλακες, που σε πολλές πόλεις της Συρίας κυκλοφορούν σαν άρχοντες και κάνουν ότι θέλουν, ο οποίος του είπε: “Δείξε μου πως προσεύχεσαι”. Και αφού εκείνος προσευχήθηκε, ο άλλος του είπε: “Είσαι ψεύτικος, δεν πιστεύεις, δεν προσεύχεσαι με τον σωστό τρόπο”. Με το λοιπόν απαντά το αγόρι: “Εγώ είμαι εδώ στην πόλη μου, δουλεύω, κι έρχεται εδώ κάποιος που δεν είναι καν από την Raqqa να μ’ ενοχλήσει και να μου πει πως δεν ξέρω να προσευχηθώ”. Και με αυτά αποφάσισε να φύγει και να μεταναστεύσει προς τον βορά. Στο τέλος μπήκε στις YPG γιατί είδε τους κούρδους σαν ανθρώπους που συμπεριφέρονταν αντίθετα απ’ ότι είχε ζήσει ο ίδιος .

Υπήρξε ένας από τους πρώτους πρώτους άραβες που μπήκαν σε μια δύναμη που αρχικά ήταν κουρδική στο 100%. Τον γνώρισα, έναν χρόνο αφότου αυτό συνέβη, και ήμασταν στην ίδια Μονάδα. Είναι ένα εντυπωσιακό πρόσωπο. Πέρα από το γεγονός πως μου εξήγησε το σχέδιο του, που ήταν εκείνο να συμμετάσχει στην απελευθέρωση της Rojava που στη συνέχεια θα πρέπει να γίνει η απελευθέρωση όλης της Συρίας. Και ήθελε να πάει να πολεμήσει και στην Τουρκία, στο Ιράν και στο Ιράκ. “Επιτέλους στη συνέχεια θα μπορέσουμε να πάμε να ελευθερώσουμε την Παλαιστίνη κι έτσι και τον Λίβανο”, έλεγε. Κι αν υπήρχε ανάγκη και στην Ιταλία, θα έρχονταν κι εδώ να πολεμήσει. Είναι ένας άνθρωπος σχεδόν αναλφάβητος, που έξω από την Ράκκα δεν είδε ποτέ τίποτα άλλο, το Κομπάνι και κάτι λίγο ακόμη, όμως έχει μια γνήσια θέληση και οπτική, αυθεντική. Μιλώ στον ενεστώτα αν και δυστυχώς δεν μπορώ να είμαι σίγουρος πως είναι ακόμη ζωντανός διότι τον άφησα στον σεπτέμβρη και στην Συρία η ελπίδα για ζωή είναι αρκετά σύντομη. Πολέμησα στο πλευρό του και σαν μαχητής είναι απλά εντυπωσιακός, απερίγραπτος. Συγκεκριμένες σκηνές σε κάποιον δυτικό όπως εγώ δεν μπορούσαν παρά να τον κάνουν να σκεφτεί πως μπορούσαν να υπάρχουν μόνο σε ταινία, ένας άνθρωπος που μάχεται με αυτό τον τρόπο. Σαν προλετάριος και άνθρωπος χωρίς εκπαίδευση, αγράμματος, καταδικασμένος απ’ τη ζωή του εκ των πραγμάτων σε μια περιορισμένη πραγματικότητα, είναι ένας επαναστάτης στα πιο υψηλά επίπεδα της ιστορίας που μπορεί κανείς να φανταστεί. Έτσι ξέρω πως στα βόρεια της Συρίας υπάρχουν χιλιάδες και αυτό έχει μιαν αξία ανεκτίμητη.

– Πως ονομάζεται;

– Μπορώ να σας πως το πολεμικό του όνομα, Zagros Raqqa, γιατί κανείς στη Rojava χρησιμοποιεί το πραγματικό του όνομα.

– Ποιο ήταν το δικό σου;

– Ήταν Tiresh Gabar.

– Unità di Protezione delle Donne (YPJ), Μονάδες Προστασίας των Γυναικών, ποιες είναι οι σχέσεις τους με τις YPG?

– Η μονάδα μου ήταν ανάμικτη οπότε υπήρχαν τόσο YPJ όσο και YPG. Το μεγαλύτερο μέρος των μονάδων είναι ανάμικτες. Όπως όλα αυτά που αφορούν τις γυναίκες στην επανάσταση, έτσι και οι κοινότητες και τα συνέδρια των γυναικών, έχουν πάντα μιαν αυτονομία τους. Διαθέτουν αλυσίδες διοίκησης, συντονισμού και αποφάσεων αυτόνομες, έτσι όπως σε κάθε κοινότητα ή συνέλευση γειτονιά συναντιέται πάντα ξεχωριστά η κοινότητα των γυναικών. Έτσι η μονάδα μας για παράδειγμα ήταν μοναδική μα οι γυναίκες πραγματοποιούσαν τα σεμινάρια τους και τις συναντήσεις πριν έρθουν στις δικές μας συνελεύσεις, οπότε υπάρχει μια μορφή αυτονομίας των γυναικών που δεν είναι μια μορφή αποσχιστική αλλά ένα έξυπνο σύστημα και ισορροπημένο. Μου φαίνεται πως εναρμονίζει με καλό τρόπο το ζήτημα της γυναικείας απελευθέρωσης με αυτό της απελευθέρωσης όλων. Φυσικά δίδοντας προτεραιότητα στην γυναικεία απελευθέρωση, και αυτό φαίνεται ήδη σε αυτή την αυτονομία και στην ιδεολογία τους και συνίσταται στην αναγνώριση στις γυναίκες του ρόλου πολιτικής πρωτοπορίας στην παγκόσμια επανάσταση.

– Πως είναι οι σχέσεις με τον τοπικό άμαχο πληθυσμό;

– Τα πράγματα είναι πάντοτε διαφορετικά ανάλογα με το ποιος είναι ο τοπικός πληθυσμός. Υπάρχουν άνθρωποι που υποστηρίζουν και άνθρωποι που αντιτίθενται. Υπάρχουν αντίπαλοι οι οποίο, ας πούμε, »διαλέγονται» μαζί σου και άλλοι οι οποίοι θέλουν να »τα πούνε» με τα όπλα ή υποστηρίζουν δυνάμεις εξωτερικές. Η σχέση με τον πληθυσμό είναι εκείνη που έχει οποιαδήποτε δύναμη που κυβερνά μια επικράτεια, όμως μέσα σε μια περίοδο εμφυλίου πολέμου και μιας επανάστασης. Όμως μεταξύ άλλων υπάρχουν πολλές δυνάμεις που κατάφεραν να τον μετατρέψουν σε έναν σεκταριστικό πόλεμο, φυλετικό και γλωσσικό και είναι αυτά τα εγκλήματα που παράγουν μνησικακίες και δεν ξέρω πότε θα μπορέσουν να κατευναστούν. Για παράδειγμα, αν, όπως οι YPG, περπατάτε στους δρόμους της  Kobane ή της Qamishli, ο πληθυσμός σας αγαπά με τρόπο τεράστιο. Για τους διεθνείς μαχητές υπάρχει μια μορφή λατρείας από πλευράς των πολιτών. Ενώ αντιθέτως σε μια πόλη όπως η Tel Abyad εγώ πέρασα στην αγορά με τη στολή, γιατί έπρεπε να συνοδεύσουμε ένα σύντροφο στον γιατρό, και η αίσθηση εκεί είναι εκείνη που μπορεί να νιώθει ένας αστυνομικός όταν τριγυρνά σε μια γειτονιά του Palermo πάνω κάτω. Η παρουσία σου δεν είναι ευπρόσδεκτη διότι εκεί υπάρχει μια πλειοψηφία αραβική και στο εσωτερικό της υπάρχει μια πλειοψηφία υποστηριχτών του ISIS και μια μειοψηφία υποστηριχτών της επανάστασης, συνεπώς σαν πόλη έχει ανάγκη, όπως και άλλες, να αναπτυχθεί κυρίως στους νέους ή ανάμεσα στις γυναίκες μια πολιτική συνείδηση που είναι πολύ μικρότερη απ’ ότι σε άλλες ζώνες.

– Σκέφτεσαι να επιστρέψεις;

– Ναι, σίγουρα, το σκέφτηκα. Δεν πιστεύω πως μπορώ να μην ξαναγυρίσω ποτέ πίσω στην Rojava.

– Τι μαθήματα έφερες πίσω μαζί σου στην Ιταλία;

– Τα μεγαλύτερα μαθήματα είναι δυο. Το πρώτο είναι πως υπάρχει μια ανισότητα, ένα χάσμα, και ήδη το εγνώριζα, μεταξύ Δύσης και Μέσης Ανατολής, ή ίσως μεταξύ Δύσης και του υπολοίπου κόσμου. Είναι τόσο τρομερό που δεν μπορείτε να το φανταστείτε, δεν περιγράφεται, και δυστυχώς δεν είναι ούτε αρκετό να πάει κάποιος εκεί να πολεμήσει για την πλήρωση του, με την έννοια πως είναι ένα χάσμα μεταξύ αυτών που έχουν τα πάντα και αυτών που δεν έχουν τίποτα, ανάμεσα σε αυτόν που είναι καλά και σε αυτόν που υποφέρει. Αυτή είναι μια συνειδητοποίηση της σοβαρότητας αυτής της κατάστασης που έχει κυρίως αυτός που πηγαίνει σε εκείνες τις ζώνες σε ορισμένες καταστάσεις πολέμου.

Ένα άλλο είναι πως η επανάσταση είναι δίκαιη και απαραίτητη, όμως όταν λέμε  “επανάσταση, rivoluzione” πρέπει να ήμαστε συνειδητοποιημένοι για το βάρος αυτής της λέξης από την άποψη του πόνου, της τραγωδίας και του πόνου που προκαλεί γιατί μια επανάσταση εξακολουθεί να αποτελεί ένα σημείο καμπής της κοινωνίας, είναι μια αναταραχή της κοινωνίας που δεν συμβαίνει με ειρηνικό τρόπο, αν και είναι απαραίτητη, συνεπώς δεν πρέπει αυτό τον όρο να τον χρησιμοποιούμε με ελαφρότητα. Δεν χρειάζεται απλά να φανταζόμαστε πως είναι  “ένα όμορφο πράγμα”. Αυτοί που σκέφτονται έτσι καλύτερα να εγκαταλείψουν την πολιτική και να κάνουν κάτι άλλο, ενώ θα ήταν χρήσιμο να υπάρχουν άνθρωποι που θα αντιλαμβάνονταν πόσο άσχημο είναι το να πρέπει να κάνουν μια επανάσταση αλλά πρέπει να συνεχίσουν να σκέφτονται πως είναι απαραίτητη. .

Κλείνοντας θα ήθελα να καταγγείλω πως υπάρχουν δυο παιδιά, ένα ζευγάρι, από την Δημοκρατία της Τσεχίας, della Repubblica Ceca, σε μια τουρκική φυλακή: αυτή ονομάζεται  lei si chiama Marketa   αυτός  lui Miroslav .  Υπήρξαν πολλές φορές στην Συρία, στο Iraq και στην Turchia για ανθρωπιστικούς λόγους και καταδικάστηκαν στην Turchia σε 6 χρόνια και 3 μήνες φυλάκισης ο καθένας σαν μέλη των YPG και YPJ. Είναι κάτι σκανδαλώδες. Η Marketa είναι μια φίλη, την γνωρίζω, δεν υπήρξε ποτέ στις YPJ, οι κατηγορίες είναι απολύτως ψευδείς. Είναι ένα ακόμη έγκλημα της Τουρκίας, να μην αφήσουμε αυτούς τους δυο ανθρώπους μονάχους που τώρα αντιμετωπίζουν μια πολύ σκληρή προοπτική.

– Πως μπορούμε να πλησιάσουμε σε αυτό που συμβαίνει στους κούρδους στην Συρία;

– Μπορούμε να πληροφορηθούμε σε διάφορα ιντερνετικά σάϊτς, Ci si può informare su vari siti internet, και κυρίως , e soprattutto si può donare alla, μπορούμε να προσφέρουμε στην κουρδική Ημισέληνο Τριαντάφυλλο Mezzaluna Rosa Curda che sta a Livorno, που βρίσκεται στο Λιβόρνο. Και μπορούμε να πάμε στην Rojava να μεταφέρουμε ενεργή αλληλεγγύη και δίχως να πολεμήσουμε. Τα πιο σημαντικά πράγματα είναι οι ιατρικές βοήθειες και για την εκπαίδευση. Παρά τις δυσκολίες εάν περισσότεροι νέοι από την Ευρώπη πάνε στη Μέση Ανατολή, και αυτό το χάσμα για το οποίο μίλησα νωρίτερα θα άρχιζε τουλάχιστον να υποχωρεί. Λέγω πάντα πως σαν πρώτο πράγμα και καλύτερο απ’ όλα είναι να πάτε εκεί εάν μπορείτε, εάν όχι τότε εντάξει, δωρίστε κάτι, και ενημερωθείτε. Αυτά τα τρία πράγματα.

https://www.carmillaonline.com/2017/09/05/rojava-fiore-nel-deserto-intervista-davide-grasso-combattente-ypg-guerra-siria-rivoluzione/

https://www.infoaut.org/approfondimenti/rojava-il-fiore-del-deserto-intervista-a-davide-grasso-combattente-ypg-in-siria

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η μελαγχολία της αριστεράς. Μια κρυμμένη παράδοση. – Malinconia di sinistra. Una tradizione nascosta

Malinconia di sinistra. Una tradizione nascosta. Η μελαγχολία της αριστεράς. Μια κρυμμένη παράδοση είναι ένα βιβλίο του Enzo Traverso που βγήκε την προηγούμενη χρονιά για τoν Feltrinelli. Tη μελαγχολία πράγματι δεν πρέπει να την παραβλέπουμε ούτε και να την απομακρύνουμε, μας λέει ο συγγραφέας με ξεκάθαρη προοπτική που παραπέμπει στον Benjamin, οφείλεται δε με ρητό τρόπο στον Daniel Bensaïd. Η επαναστατική μελαγχολία όντως στρέφει το βλέμμα της προς τους χαμένους, όχι προς τα θύματα. Η διαφορά είναι ουσιαστική, σημαντική: οι πρώτοι πολέμησαν, αγωνίστηκαν, οι δεύτεροι αποκλειστικά υπέστησαν, στην σιωπηρή αποδοχή ενός πεπρωμένου που κρίθηκε αναπόφευκτο . Μέσα από αυτή την προοπτική γωνιά, αναδιατυπώνοντας τη σχέση ανάμεσα στην ιστορία και τη μνήμη, ο Traverso διατρέχει το παρελθόν για να προσφέρει τη συμβολή του σε μια ριζοσπαστική σκέψη στο ύψος του παρόντος. Pubblichiamo la recensione di Gigi RoggeroΔημοσιεύουμε την ανασκόπηση του Gigi Roggero

11 του Αυγούστου 2017.

ο Gigi Roggero επανεξετάζει την »Μελαγχολία της αριστεράς» – “Malinconia di sinistra” του Enzo Traverso

Η Carmen Castillo είναι μια κινηματογραφίστρια, ο άντρας της Miguel Enríquez ήταν ο leader του χιλιανού επαναστατικού κινήματος Mir, που δολοφονήθηκε τον οκτώβρη του 1974 από την αστυνομία του Pinochet. Τόπος όπου σκοτώθηκε ο Μιγκέλ είναι η Rue Santa Fe, που ήταν τότε η παράνομη βάση του Mir και το σπίτι όπου ζούσαν η Carmen, ο Miguel και άλλοι επαναστάτες μαχητές. Στην Rue Santa Fe είναι αφιερωμένο ένα film της Castillo, που βγήκε στις αίθουσες το 2007. Στο δεύτερο μέρος της ταινίας, αφού περιέγραψε την σημασία που αποκρυσταλλώθηκε σε εκείνο τον τόπο, η Castillo διηγείται την ιδέα της να αποκτήσει το σπίτι για να το κάνει μουσείο. Είναι κάποιοι νεαροί χιλιανοί αγωνιστές που την μεταπείθουν, που παραβιάζουν και διαρρηγνύουν εκείνη την μελαγχολική εικόνα που στερείται προοπτικής και επιστρέφει ένα πλαίσιο φαινομενικά ομαλοποιημένο, μέσα στο οποίο να κυριαρχούν ήταν η αλαζονεία των νικητών και η θλίψη των ηττημένων. “Κατάλαβα πως αυτοί οι νεαροί ήμαστε εμείς”, υποστηρίζει η Castillo; καταλαβαίνει δηλαδή πως η μνήμη πρέπει να καταστεί ζωντανή σάρκα για τον αγώνα στο παρόν και όχι μουσειοποίηση ενός παρελθόντος που δεν μπορεί πλέον να εξαργυρωθεί.

Αυτή είναι μια από τις ιστορίες που διηγείται ο Enzo Traverso στο βιβλίο η Μελαγχολία της αριστεράς – Malinconia di sinistra (Feltrinelli, 2016). Η αριστερά για την οποία μιλά ο Traverso χαρακτηρίζεται με όρους “ontologici,  οντολογικούς: τα κινήματα τα οποία, στην διάρκεια της ιστορίας, αγωνίστηκαν για να αλλάξουν την κοινωνία θέτοντας την αρχή της ισότητας ”. Η μνήμη του είναι “μια τεράστια ήπειρος, ένα πρίσμα μέσα στο οποίο διαθλώνται κατακτήσεις και ήττες, ενώ η μελαγχολία είναι ένα συναίσθημα, μια κατάσταση της ψυχής μια διάθεση και ένα μείγμα συναισθημάτων”. Πρόκειται λοιπόν να κάνουμε να αναδυθεί μια κρυμμένη παράδοση, όπως υποδύεται ο υπότιτλος. Μια παράδοση θαμμένη κάτω από τις ήττες της και, με τον ίδιο τρόπο κάτω από τα ερείπια των κατακτήσεων της. Το 1989, υποστηρίζει ο συγγραφέας, σφραγίζει την οριστική δημόσια υπαγωγή στον ολοκληρωτικό κανόνα ολόκληρης της ιστορίας του κομουνισμού, αυτό δημιούργησε κοινωνίες  έχουσες εμμονές με το παρελθόν, εύκολα θύματα του εθνικισμού, έρμαια αυτού.

Η μελαγχολία δεν πρέπει να παρακάμπτεται ή να αφαιρείται, μας λέει ο Traverso σε μια προοπτική καθαρά benjaminiana, ρητά την οφείλουμε στον Daniel Bensaïd. Η επαναστατική μελαγχολία στρέφει το βλέμμα της προς τους ηττημένους, όχι στα θύματα. Η διαφορά είναι ουσιαστική: οι πρώτοι πολέμησαν, οι δεύτεροι αποκλειστικά υπέστησαν μια μοίρα που θεώρησαν αναπόφευκτη. Ο Koselleck επιβεβαίωσε την επιστημολογική υπεροχή των ηττημένων στην ερμηνεία της ιστορίας, ενώ οι νικητές πέφτουν αναγκαστικά σε μια απολογητική ανασυγκρότηση του παρελθόντος. Και είναι γνωστό πως ο Schmitt χαρακτηρίζονταν, από την αντιδραστική πλευρά, ένας ηττημένος που γράφει την ιστορία. Δεν μιλάμε απλά πως πρέπει να τιμούμε τους ηττημένους , αλλά πως πρέπει επίσης να τους εκδικούμαστε και ως έχουμε καθήκον να ανακαλύψουμε ξανά εκείνη την ιστορία για την οποία αγωνίστηκαν, πολέμησαν.

Εξ άλλου ο τύπος της μελαγχολίας για τον οποίον γίνεται λόγος στο βιβλίο πάντα υπήρχε, σε μια πολύπλοκη και ευμετάβλητη σχέση μεταξύ ιστορίας και μνήμης. Η μαρξιστική μνήμη ήταν στρατηγική, προσανατολισμένη προς το μέλλον. Το τέλος του σοσιαλισμού είχε ως αποτέλεσμα μια κατάρρευση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος σε ένα είδος αιώνιου παρόντος. Αυτό συνέπεσε με μια μετάβαση από την ουτοπία στη μνήμη. Την ίδια στιγμή, η εξαφάνιση του μέλλοντος οδήγησε τα κινήματα να επινοήσουν εκ νέου τους εαυτούς τους δίχως να εφεύρουν μια παράδοση, όπως αντιθέτως είχαν κάνει περασμένες γενιές αγωνιστών. Έτσι εξηγείται επίσης το γιατί αυτά τα κινήματα τείνουν συχνά σε  “identity politics”, να καταφεύγουν δηλαδή σε πολιτικές ταυτότητας, δηλαδή την πολιτική εκείνων των μικρών ομάδων που διεκδικούν περισσότερα δικαιώματα για τους ανήκοντες στην δική τους κοινωνική ομάδα ή στην μικροσκοπική κοινοτική ομάδα. Η μνήμη, ξεκαθαρίζει ακόμη ο συγγραφέας, δεν μπορεί να περιοριστεί στον εορτασμό του παρελθόντος, δεν μπορεί να είναι κάτι σαν μνημόσυνο του παρελθόντος: χρειάζεται αντιθέτως να την χρησιμοποιούμε στον αγώνα ενάντια στις αδικίες του σήμερα. Η έλλειψη αυτής, η απουσία της είναι συνεπώς ένα πρόβλημα καθαρά πολιτικό: οι αραβικές εξεγέρσεις, υποστηρίζει για παράδειγμα ο Traverso, δεν είχαν ένα μοντέλο του παρελθόντος και μια φαντασία, μια μυθοπλασία του μέλλοντος. Αυτό που ακολούθησε είναι το χρονικό των ημερών μας.

Όλες λοιπόν οι μνήμες δεν είναι ίδιες. Η μνήμη του Ολοκαυτώματος καταβρόχθισε και αφαίρεσε την μνήμη των αγώνων. Από την εκδίκηση των ηττημένων περάσαμε στον εορτασμό των θυμάτων. Η καθεστηκυία τάξη έχει έτσι επαναφέρει τα πράγματα στη θέση τους, σε τάξη. Ο Traverso υποδηλώνει επομένως την ανάγκη να ξανασκεφτούμε και να επανεφεύρουμε μια πολιτική βασισμένη σε μια διαφορετική συμμαχία ανάμεσα στην ιστορία και τη μνήμη. Για την επαναστατική δράση, μας λέει, χρειάζεται ένα στρατηγικό θεμέλιο έτσι όπως ένα συναισθηματικό θεμέλιο, των οποίων η μελαγχολία είναι μέρος. Υπάρχει μετά η μελαγχολία που κατακρημνίζει την δράση και εκείνη που συνοδεύει τον προβληματισμό, αυτές ανήκουν σε στιγμές και φάσεις διαφορετικές, μα είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους. Δεν πρέπει να συγχέουμε καμία από τις δυο με την παραίτηση, και οι δυο έχουν ακυρωθεί από την κεντρικότητα που έχει αποδοθεί στα θύματα. Η επανάσταση δεν πρέπει να εορτάζεται, αλλά να υπενθυμίζεται, δηλαδή, για να επανενεργοποιήσουμε το παρελθόν πρέπει να αλλάξουμε το παρόν.

Για τον Traverso η μελαγχολία μπορεί συνεπώς να μετατραπεί σε μια διαδικασία ενεργή, είναι η προϋπόθεση για μια συλλογική επεξεργασία του πένθους που ανοίγει τον δρόμο για την σύγκρουση με το υπάρχον: “τα φαντάσματα που τριγυρνούν σήμερα στην Ευρώπη δεν είναι οι εξεγέρσεις του μέλλοντος, μα οι ηττημένες επαναστάσεις του παρελθόντος”. Στην 18η μπρυμαίρ ο Marx δηλώνει πως οι προλεταριακές επαναστάσεις, αντίθετα από αυτές τις αστικές, δεν προχωρούν από επιτυχία σε επιτυχία, αλλά “διακόπτουν κάθε στιγμή την πορεία τους, επιστρέφουν σε αυτό που ήδη φαίνονταν πως ήδη είχε επιτευχθεί για να ξεκινήσουν πάλι από την αρχή”. Είναι μέσα από την ήττα που η επαναστατική εμπειρία μεταδίδεται από την μια γενιά στην άλλη, διότι μέσα σε αυτή την διαδικασία αναπόλησης έχει αποκτηθεί επίγνωση των δυνατοτήτων του παρελθόντος, εκείνων που δεν εκφράστηκαν ή προδόθηκαν. Αυτή η διαδικασία υποδεικνύει την πίστη στις υποσχέσεις της επανάστασης, όχι στα αποτελέσματα της.

Η “διαλεκτική της ήττας”, ωστόσο, υπήρξε μέρος του μαρξιστικού ιστορικισμού, της ιδέας δηλαδή πως η ήττα προαναγγέλλει τη νίκη, την οδηγεί αντικειμενικά στην μήτρα της. Είναι ορατή στις ταινίες των κομουνιστών σκηνοθετών που αναλύονται στο κείμενο, για παράδειγμα στον Pontecorvo. Η μνήμη χρησιμεύει δηλαδή για το μέλλον, η διαλεκτική της ήττας γίνεται τελεολογία της αναγκαίας νίκης. Έτσι το τώρα μειώνεται σε διαλεκτικό πέρασμα μεταξύ ενός παρελθόντος ημιτελούς και ενός μέλλοντος ουτοπικού. Εδώ είναι που πρέπει να σπάσουμε την αλυσίδα της ιστορίας, να διακόψουμε την γραμμική αφήγηση των νικητών και εκείνη των θυμάτων, να ανοίξουμε ξανά το παρόν στην επαναστατική πιθανότητα-δυνατότητα.

Κατά κάποιο τρόπο ήδη ο Traverso αντιστρέφει την σχέση ανάμεσα στην μνήμη και την ιστορία που έχει θωρακιστεί στον μαρξισμό, σύμφωνα με την οποία η πρώτη είναι υποκειμενική συνεπώς αναξιόπιστη, η δεύτερη αντικειμενική οπότε επιστημονική. Εκείνη η μνήμη όμως δεν πρέπει να καταστεί ένας τόπος, ένα μουσείο μέσα στο οποίο θα αρχειοθετήσουμε ένα παρελθόν το οποίο θέλουμε να αφοπλίσουμε από την δυναμική του, από τις δυνατότητες που έχει για το παρόν. Να προσθέσουμε πως, μαζί με μιαν ριζική κριτική της τελεολογίας, θα έπρεπε άλλο τόσο ριζικά να ασκηθεί κριτική και στην ουτοπία, που έτσι κι αλλιώς είναι η άλλη της πλευρά, το άλλο της πρόσωπο. Δεν νιώθουμε καμιά νοσταλγία για το μέλλον, γιατί αυτό το μέλλον χρησιμοποιήθηκε σαν εργαλείο για να μπλοκαριστούν οι επαναστατικές δυνατότητες, θυσιάστηκαν στο βωμό ενός ήλιου που θα ανέτειλε, στον βωμό του μελλοντικού ήλιου που θα φώτιζε αναγκαστικά την πρόοδο της ιστορίας. Δεν πρέπει λοιπόν να υποπέσουμε στο λάθος να μετατρέψουμε την γενεαλογία σε παρελθόν, το παρόν σε presentismo, την προοπτική σε μέλλον. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να αποσπάσουμε την μνήμη από τον εορτασμό των θυμάτων, να την αντιστρέψουμε σε κατασκευή μιας ιστορίας της δικής μας πλευράς ενάντια στην ιστορία των νικητών. Διότι το τέλος βρίσκεται στην θέληση για αγώνα, όχι στο πεπρωμένο της ιστορίας.

Επομένως είναι απολύτως κατανοητή και μοιραζόμαστε μαζί τους την κριτική της πίστης στην πρόοδο και την πεφωτισμένη θρησκεία η οποία, συνεπής με την άποψη που αναφέρεται στον Benjamin διατρέχει όλο το βιβλίο. Ο Traverso μας θυμίζει για παράδειγμα πως, αντίθετα στις κυρίαρχες ερμηνείες, ο φασισμός δεν ήταν η βαρβαρότητα στην οποία αντιτάχθηκε ο πολιτισμός,  αλλά μάλλον ένα παιδί του πεφωτισμένου πολιτισμού, ένας αντιδραστικός μοντερνισμός, απλά σκεφτείτε την τυφλή λατρεία της σύγχρονης τεχνολογίας που τον χαρακτήριζε . Σε αυτό το σημείο μας έρχεται να αναρωτηθούμε γιατί ο συγγραφέας πεισματικά παραπέμπει τον εαυτό του κι εμάς, ακόμη κι από τον τίτλο, στην αριστερά, με την πίστη του στην πρόοδο και στον διαφωτιστικό ιστορικισμό, με την νοσταλγία του στην παθολογική έννοια του όρου, δηλαδή μια λατρεία των θυμάτων που τείνει να αποτρέπει την εκδίκηση των ηττημένων, με το να γίνεται ο εκπρόσωπος μιας ήττας και ενός πόνου  (των άλλων) που γι αυτήν πρέπει να παραμείνουν έτσι. Αυτή είναι η οντολογία του. Οπότε είναι μάταιο να αναζητούμε εκεί ένα καταφύγιο ταυτότητας, για να καθορίσουμε πως σε αυτό που είμαστε πάντοτε με αποφασιστικότητα αντιτέθηκε . Αντί αυτού θα άξιζε τον κόπο να ανακαλύψουμε ξανά τα νήματα της ιστορίας της δικιάς μας πλευράς ξεκινώντας να υποστηρίζουμε πως το αντίθετο της αριστεράς δεν είναι δεξιά, μα επανάσταση. Να λοιπόν πως ίσως η δική μας τίγρης μπορεί να επιστρέψει να πηδά κόντρα στην ιστορία των νικητών.

 

http://www.commonware.org/index.php/gallery/784-dimenticare-il-futuro

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 22 – χρονικό του Κινήματος ’77

FALCE E SPINELLO NUOVO ORDINE AL CERVELLO                                       XXIX                       ΔΡΕΠΑΝΙ ΚΑΙ ΜΠΑΦΟΣ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ

5. Να αποδοθεί ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο πρασίνου για κάθε κάτοικο. 6. Απελευθέρωση όλων των ζώων που βρίσκονται φυλακισμένα σε κλουβιά ή σε σπίτια. 7. Αναγνώριση σε όλα τα ζώα που βρίσκονται σε καθεστώς αιχμαλωσίας του δικαιώματος να επιστρέψουν στις χώρες καταγωγής τους.
8. Κατεδάφιση του Βωμού της Πατρίδας και αποκατάσταση-απόδοση της περιοχής στις αυθόρμητες μορφές βλάστησης και στα ζωντανά που θα επιστρέψουν να ζήσουν εκεί. Προτείνουμε μια λιμνούλα με κύκνους και πάπιες. 9. Εναλλακτική χρήση των αεροπλάνων Hercules C 110 που αποκτήθηκαν από την στρατιωτική αεροπορία από την εταιρεία Lockheed για δωρεάν μεταφορικές υπηρεσίες προς τους νέους για να μεταβούν στο
Machu Picchu, Μάτσου Πίτσου, με ευκαιρία την γιορτή του ήλιου” (βρίσκεται στο AA.VV., Radici di una rivoltaΡίζες μιας εξέγερσης,
Milano, Feltrinelli, 1977; σελ. 146).

ΣάβΒατο 26 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Enrico Berlinguer, Γράμματα στους αιρετικούς – Lettere agli eretici, Torino, Einaudi, 1977
Δημοσιεύεται ένα συγκλονιστικό πλαστό έντυπο με το όνομα του γ.γ. του ΚΚΙ Enrico Berlinguer και γραφικά πανομοιότυπο με την συλλογή από τον εκδοτικό οίκο einaudi »Νέο Πολυτεχνείο» – “Nuovo
Politecnico”: Lettere agli eretici. Γράμματα στους αιρετικούς. Ο συγγραφέας ονομάζεται στην πραγματικότητα Pierfranco Ghisleni και το βιβλίο βγαίνει σε επιμέλεια της καταστασιακής μιλανέζικης ομάδας. Μέσα από μια εναλλακτική διανομή πολλά αντίγραφα προστίθενται κρυφά  (συνεπώς δωρεάν) στις παραγγελίες,
ούτως ώστε το βιβλίο λαμβάνεται και παρατίθεται με τις τελευταίες ειδήσεις και νεώτερα σε πολλά βιβλιοπωλεία. Ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα το βιβλίο κατάσχεται και απομακρύνεται από την κυκλοφορία: Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε οκτώ επιστολές οι οποίες από τον Berlinguer απευθύνονται στις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής αριστεράς. Της πρώτης αποδέκτης είναι η ηγετική φυσιογνωμία των ριζοσπαστών Marco Pannella «Επιστολή I. Στην οποίαν περιγράφεται μια μεταρρύθμιση του κοινωνικού θεάματος, γίνεται επίπληξη στην παραδοσιακή προσφυγή στις σκληρές μεθόδους και υποστηρίζεται πως η λαϊκή δυσαρέσκεια είναι πιο χρήσιμη παρά επιβλαβής στις κυβερνήσεις»: “…ο σοσιαλισμός που εμείς προτείνουμε δεν προβλέπει ανθρώπους εθρικούς ούτε απαθείς, αλλά πολίτες που συμμετέχουν δημοκρατικά στην πολιτική ζωή, ρίχνοντας στο πιάτο κάθε καθημερινή δυσαρέσκεια (pp. 14-15). Η δεύτερη επιστολή απευθύνεται στον Goffredo Fofi ,
κινηματογραφικό κριτικό και μεταξύ των ιδρυτών και συνεργατών του περιοδικού «Ombre Rosse, Κόκκινες Σκιές»: «Επιστολή II. Στην οποίαν ο γράφων αναρωτιέται εάν τα πάθη είναι συμβατά με τον σχεδιασμό της ανάπτυξης, δίνει αρνητική απάντηση και προσκαλεί τους πολιτιστικούς φορείς να απεικονίσουν τη ζωή σε κάθε έκφανση της, σε κάθε εκδήλωση της»: “Ο καιρός των αναθεμάτων των καταγγελιών και της λογοκρισίας έχει πλέον παρέλθει.
Τώρα εμείς είμαστε για την ελευθερία της κουλτούρας σε όλα τα επίπεδα, σε όλους τους χώρους. Πως δεν έχετε ακόμη καταλάβει πως όλο αυτό που η κουλτούρα αγγίζει, σαν μια τεράστια Φιλοσοφική Λίθος, μετατρέπεται σε ανία και ασημαντότητα; (…) Πρέπει λοιπόν να προσφέρουμε ένα μαζικό σχολείο ζωντανό και αξιόπιστο έτσι ώστε να καθίστανται οι μαθητές απολύτως ακίνδυνοι, να μετατρέψουμε τις βιβλιοθήκες σε υπεραγορές, να δώσουμε ώθηση στους πολιτιστικούς κύκλους, στα ερευνητικά κέντρα, στους εκδοτικούς οίκους, ευνοώντας τις λεγόμενες εναλλακτικές κουλτούρες, επαναστατικές, avant-garde-πρωτοποριακές, τις λαϊκές αναβιώσεις και, στη συνέχεια, την πολιτιστική σύγκρουση μεταξύ των αντίθετων φατριών-παρατάξεων, ναι, έτσι ώστε να αποτραπεί, φυσικά, εκείνη η πραγματική. (…) Γι αυτό είναι απαραίτητο διανοούμενοι του δικού σας βεληνεκούς να συνεχίσουν να παράγουν πολιτισμό σε μορφές πάντοτε καινούργιες, δεν έχει σημασία ποιες θα είναι. Αλίμονο εάν θα έπρεπε να εξαφανιστείτε ή να σιωπήσετε !” (σελ.
25-27). Η τρίτη επιστολή απευθύνεται στην φεμινίστρια και ριζοσπαστική Adele Faccio: «Επιστολή III. Ο γράφων εξηγεί γιατί ο φεμινισμός πρέπει να είναι θετικός κι αφηρημένος και ελπίζει πως η εξάλειψη, ο αφανισμός του λεγόμενου εραστή δεν θα αφήσει πίσω του οποιεσδήποτε ενοχές’»: “Πέστε με τα μούτρα στη δουλειά συντρόφισσες! Η εργασία μόλις άρχισε και έχουμε ακόμη πολλά να κάνουμε για την πνευματική και ηθική επανεκπαίδευση των μαζών, ιδιαίτερα των αρσενικών. Είναι καθολικά γνωστό πως σε συγκεκριμένους κύκλους μιλούν ακόμη περί «κώλου» και, εκείνο που είναι χειρότερο, με αισθαντική αυταρέσκεια, μερικές φορές ακόμα και συσχετίζοντας το με την δράση του «τσιμπήματος» – αλλού συνηθίζουν να συκοφαντούν τον γυναικείο αυνανισμό περιγράφοντας τον με την λέξη, αηδιαστική αν υπάρχει μια, «ditalino, δαχτυλάκι» – στην διάρκεια μιας βαρετής κοινοβουλευτικής συνεδρίας μου έλαχε να τα βάλω με ένα συνάδελφο, να του γκρινιάξω, συνάδελφο όχι πλέον νέο στην ηλικία, ο οποίος για να εκδηλώσει την εκτίμηση του ως προς τις ποιότητες, σίγουρα όχι πνευματικές, μιας νεοβουλευτίνας έκανε χρήση της έκφρασης
«tocco di figa, άγγιγμα από μουνί, μουνάρα θα λέγαμε». Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να συνεχίσουν. Είναι καθήκον σας να εντοπίσετε και να στιγματίσετε το ανήθικο, το ύπουλο, την απειλή που μπορεί να κρύβεται σε κάθε συζήτηση, σε κάθε λέξη (…). Πράγματι, ή θα καταφέρετε να πραγματοποιήσετε την αποστείρωση της γλώσσας αλλιώς είστε καταδικασμένες σύντομα να εξαφανιστείτε σαν κίνημα και να απορροφηθείτε ξανά μέσα στο σύστημα αρσενικών αξιών (σελ. 39-40). “Πώς θα μπορούσαμε να κερδίσουμε ξανά τη συνηθισμένη μας μερίδα σε μουνί υγρό αν οι γυναίκες, από βίτσιο καθαρό, είχαν ξαφνικά την απαίτηση να απαχθούν από τους Σαρακηνούς, να ευθυμήσουν στη γη των παιχνιδιών ή άλλα παρόμοια καπρίτσια; Θα ήταν το τέλος του δημοκρατικού κριού ο οποίος μέχρι στιγμής πορεύτηκε με την μαζοχιστική πέψη ψημένων τροφών και βαρετών γυναικείων ζητημάτων. (…) Αν λειτουργήσετε όπως έχετε δείξει ότι γνωρίζετε τελικά θα έρθουμε σε μια κοινωνία εντελώς αδρανή από την οποίαν οι βρωμιές και οι περιπέτειες θα απαγορευτούν δια παντός. Ίσως με αυτό τον τρόπο η χαρά της ζωής θα έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, ίσως να δημιουργούνταν έτσι στερήσεις και βάσαν, ωστόσο αυτό θα γίνει προς όφελος της ανθρώπινης εξημέρωσης, που είναι αυτό, κι όχι εκείνη η ευχαρίστηση, ο σκοπός της πολιτικής δραστηριότητας, είτε είναι παραδοσιακή είτε φεμινιστική” (σελ. 41-42). Η τέταρτη επιστολή απευθύνεται στον Angelo Pezzana, ιδρυτή του FUORI,  Fronte Unitario Omosessuale Rivoluzionario Italiano: «Επιστολή IV. Στην οποία ο συγγραφέας περιπλανιέται γύρω από την ομορφιά των σωμάτων και έρχεται να θέσει το ερώτημα: τι συνέβη, που εξαφανίστηκαν τα μουνιά;»: “Αλίμονο αν η σεξουαλική διαφορετικότητα ήταν ένα σημείο εκκίνησης!

IL MIGLIOR MODO DI FARE E’ DISFARE                                                                                           Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΝΑ ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ ΕΙΝΑΙ  ΝΑ ΧΑΛΑΣ

LAVORO ZERO REDDITO INTERO TUTTA LA PRODUZIONE ALL’AUTOMAZIONΕ                     ΜΗΔΕΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ΠΛΗΡΕΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΟΛΗ Η ΠΑΡΑΓΩΓΉ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ

ENRICO E GIULIO UNITI NELLA LOTTA                                                            XXX                         Ο ΕΝΡΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΤΖΟΥΛΙΟ ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ

Αυτή αντιθέτως θα έπρεπε να είναι μια ατελής κατάσταση που φτάνει στην πληρότητα της μοναχά όταν το άτομο ξέρει να την κατακτά, μόνο τότε επιτυγχάνεται, μετά από έναν σκληρό αγώνα. Ένας φίλος μου ανέφερε ένα από τα συνθήματα σας παιχνιδιάρικο και προκλητικό, που ηχεί κάπως έτσι: «Σκληρός αγώνας ενάντια στη φύση – Lotta dura, contro natura».
Λοιπόν, πρέπει να το πάρετε στα σοβαρά, πρέπει να αγωνιστείτε κι ακόμη περισσότερο να κάνετε ν’ αγωνιστούν για να χτίσετε μια δική σας αξιοπρεπή διαφορετικότητα στην κοινωνία, οι κύκλοι σας, οι εκδόσεις σας, οι ομάδες σας να είναι οι τόποι όπου η αποκλίνουσα συμπεριφορά κερδίζεται!” (σελ. 50). Η πέμπτη επιστολή απευθύνεται στον Renato Curcio, που δεν αναφέρεται άμεσα αλλά υποδεικνύεται με το γράμμα X:
«Επιστολή V. Όπου ο γράφων, δείχνοντας κατοχή νομικών γνώσεων όχι κοινή,
καταδεικνύει πως το δίκαιο εντυπώνεται-ενσταλάζεται στο λαό»: “Η φυλακή πρέπει να υπενθυμίζει σε όλους πως η απόδραση από την ελεύθερη κοινωνία του κεφαλαίου δεν είναι δυνατή και πρέπει να εμποδίζει την δημιουργία όχι πλέον εγκληματιών, παραβατών του νόμου, αλλά αντιθέτως , να δημιουργεί λιποτάκτες, αποστάτες από τις κοινωνικές σχέσεις, φυγάδες πολιτικής και ατομικής δέσμευσης, απόντες της δημοκρατικής συμμετοχής, ελλείποντες, νεκροζώντανους, άλλους που είναι δύσκολο να τους εντοπίσεις. Αυτή πρέπει να είναι η λειτουργία της φυλακής σε περίοδο μετάβασης, και όταν η λειτουργία της θα έχει απαλλαχθεί και όλοι θα έχουν καταλάβει πως η φυγή απ’ το κεφάλαιο είναι αδύνατη, τότε αυτή δεν θα είναι πλέον απαραίτητη (σελ. 63). Η έκτη επιστολή απευθύνεται στονAndrea Valcarenghi, διευθυντή του περιοδικού «Re Nudo»: «Επιστολή VI. Όπου φαίνεται πλέον πως η φιγούρα του τοξικομανούς επιτέλους γελοιοποιείται»: “Η τοξίκωση, αγαπητέ φίλε, προσφέρει μια βίαιη επίδειξη, έχει τους νεκρούς της, τους ανάπηρους, τους δεσμοφύλακες της, τους δικαστές της, και ο λαουτζίκος, όπως είναι γνωστό, έχει ανάγκη, να παθιαστεί, χρειάζεται πάθος, ακριβώς. Επιπλέον – και αυτό είναι ο πραγματικός νεωτερισμός της παράστασης του ναρκωτικού, που την εξισώνει, λόγω μεγέθους, με το θρησκευτικό τελετουργικό – η σκηνική παρουσία του ναρκομανούς περιλαμβάνει όχι μόνο τον αφελή παρατηρητή, αλλά εξίσου τον αποτελειωμένο φουκαρά, τον ναρκομανή ακριβώς, ο οποίος προσφέρεται στα μάτια ενός νοσηρού κοινού
(σελ. 68). “Και αν στη συνέχεια στον εξαρτημένο πάρει το δρόμο της κάποια αχτίδα διαύγειας, με αποτέλεσμα την οδυνηρή αίσθηση αδυναμίας, ακαταλληλότητας, νωθρότητας, είναι πάντα σε θέση να αδειάσει το βαρέλι με τις defaillances του, τις αποτυχίες, τις βλάβες του επάνω σε ένα στοιχείο έξω από αυτόν: τα ναρκωτικά ως πληγή μιας κοινωνίας που δεν ήταν σε θέση, δεν μπόρεσε να τον καταλάβει. Στη συνέχεια, μπορεί να περιμένει με εμπιστοσύνη η κοινωνία (κατά την άποψή του, ο πραγματικός ένοχος) να αναγεννηθεί, να πλασθεί προς χρήση και κατανάλωση των δυστυχιών του. Και αυτή επίσης η όμορφη ψευδαίσθηση δεν επιτρέπεται στους απλούς πολίτες (σελ. 70-71). Το έβδομο γράμμα απευθύνεται στον Toni
Negri, θεωρητικό της Autonomia Operaia: «Επιστολή VII. Στην οποίαν ο αποστολέας εμπιστεύεται μια αποστολής εμπιστοσύνης»: “Ο σύγχρονος επαναστάτης, εκ των υστέρων, είναι αυτός που θέλει κάτι δωρεάν: αυτή είναι η εμμονή του και κάθε συμπεριφορά του έχει ως στόχο την απόκτηση αγαθών και υπηρεσιών χωρίς να πληρώνει το τίμημα της εργάσιμης ημέρας, αλλά καταφεύγοντας σε λεηλασία(σελ. 82-83). “Εγώ, αγαπητέ Antonio, με προχωρημένα πλέον τα χρόνια στις πλάτες μου και απομονωμένος σε γραφειοκρατικές πρακτικές της γραμματείας ενός κόμματος πάντα στα όρια της σκλήρωσης όταν δεν διεγείρομαι από τους ανέμους της κοινωνικής ανατροπής και ανταρσίας, σίγουρα δεν μπορώ να σας υποστηρίξω ανοιχτά αλλά, με τριάντα χρόνια λιγότερα στους ώμους μου, θα ήμουν σίγουρα στο πλευρό σας, αν όχι να τα κάνουμε μαντάρα στις πλατείες, όμως τουλάχιστον να δίνω την πνευματική συμβολή μου στην κοινωνικοποίηση εκείνων των μαζικών επιθυμιών που εσείς θέλετε να ικανοποιήσετε. (σελ. 85). Το όγδοο γράμμα έχει σαν αποδέκτες τους Ινδιάνους Μητροπολιτάνους: «Επιστολή VIII. Όπου υπάρχει η ελπίδα της υποβάθμισης, της αποδόμησης του περιβάλλοντος, με την προϋπόθεση αυτό να γίνει σε μια προγραμματισμένη μορφή»: “H φειδώ κάνει καλό στην υγεία και το σχετικό πρόγραμμα, που ονομάζεται λιτότητα, austerity, είναι ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Μου φαίνεται πως αξίζει να σημειωθεί ότι η εξοικονόμηση έχει χαιρετιστεί με ενθουσιασμό από τους νέους επαναστάτες.
Να μην ξεγελαστούμε από τις ηχηρές διακηρύξεις ενάντια στις θυσίες που κάποιες ομαδούλες δρομολόγησαν, πρόκειται για μια απόρριψη σε επίπεδο πνευματικό, δηλαδή στα λόγια. Ας κοιτάξουμε αντιθέτως τις συνήθειες των νεαρών περιθωριοποιημένων, των φοιτητών, των φεμινιστριών, των στρατευμένων αγωνιστών, των»γουρουνιών με τα φτερά»για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση της στιγμής που γίνεται αντιληπτή από όλους: μαγειρεμένα φαγητά, κατεψυγμένα, πρόχειρα ρούχα, καλύβες, κουζίνα μακροβιοτική, να το δείγμα των επαιτειών της πιο ζητιάνας απ’ όλες τις τάξεις, της ζητιάνας τάξης που είναι και διανοητικά ζητιάνα επειδή τολμά να δικαιολογεί με διάφορες προφάσεις την πρακτική φειδώ στην οποίαν κρατείται (σελ. 87-88).
Το πλαστό θεωρητικοποιήθηκε από τον Franco Berardi στο νούμερο του Φεβρουαρίου 1977 του περιοδικού
«A/traverso» με το άρθρο: «Informazioni false che producano eventi veri- Ψεύτικες πληροφορίες που παράγουν αληθινά γεγονότα  »:
»Τώρα πάμε παραπέρα. Δεν αρκεί να καταγγέλλουμε το ψεύδος της εξουσίας, πρέπει να καταγγείλουμε και να σπάσουμε την πραγματική εξουσία. Όταν η εξουσία λέει την αλήθεια και ισχυρίζεται ότι είναι Φυσική, θα πρέπει να καταγγείλουμε το μέγεθος της απανθρωπιάς και του παραλογισμού που είναι η τάξη της πραγματικότητας την οποίαν η τάξη του λόγου [ο λόγος της τάξης) αναπαράγει και αντανακλά: ενοποιεί.

LA BORGHESIA È DENTRO DI NOI: DISTRUGGIAMOLA                                                                 Η ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ: ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΟΥΜΕ

E’ ORA E’ ORA / MISERIA A CHI LAVORA                                                                                            ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ / ΦΤΩΧΕΙΑ Σ’ ΟΠΟΙΟΝ ΔΟΥΛΕΥΕΙ

ANDREOTTI E’ ROSSO, FANFANI LO SARA’                                                  XXXI                            Ο ΑΝΤΡΕΟΤΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΟΚΚΙΝΟΣ, ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΚΙ Ο ΦΑΝΦΑΝΙ

Να φέρουμε στο φως, να ξεσκεπάσουμε
το παραλήρημα της εξουσίας. Αλλά
όχι μόνο. Χρειάζεται να πάρουμε
τη θέση (να αυτοεπικυρωθούμε)
της εξουσίας, να μιλήσουμε
με την φωνή της. Να διασπείρουμε σημάδια
με την φωνή και τον τόνο
της εξουσίας. Μα ψεύτικα σημάδια.
Να παραγάγουμε πληροφορίες
ψεύτικες που να δείχνουν εκείνο
που η εξουσία κρύβει, και που
παράγουν εξέγερση ενάντια στη
ισχύ του λόγου της τάξης.
Να αναπαραγάγουμε το μαγικό παιχνίδι της παραποιημένης Αλήθειας για να πούμε με τη γλώσσα των μέσων μαζικής ενημέρωσης αυτά που θέλουν να αποφύγουν. Να αναπαραγάγουμε το μαγικό παιχνίδι.
Φθάνει μια μικρή απόκλιση
ώστε η εξουσία να προβάλει το
παραλήρημα της: ο Lama λέει στην
εποχή μας πως πρέπει να τουφεκιστούν οι εργάτες που απέχουν απ’ την δουλειά τους. Mα αυτή η αλήθεια της εξουσίας κρύβεται πίσω  από μια  γλωσσική οθόνη. Να την σπάσουμε, να υποχρεώσουμε τον Lama να πει εκείνο που σκέφτεται πραγματικά. Mα η δύναμη της εξουσίας βρίσκεται στο να μιλά με την δύναμη της ισχύος. Μπορούμε να κάνουμε να πουν οι νομαρχίες (παραποιώντας τις αφίσες τους) πως είναι δίκαιο να παίρνουμε δωρεάν το κρέας από τα κρεοπωλεία. Σε αυτό τον δρόμο, πέρα από την αντιπληροφόρηση, πέρα από την Alice, η πραγματικότητα μεταμορφώνει τη γλώσσα. Να στήσουμε στη σκηνή φοβερές πλαστογραφίες. Το « Κέντρο Διάδοσης Αυθαίρετων Ειδήσεων» της Ρώμης ανακοινώνει πως ο Argan συναντήθηκε με τον πάπα Paolo VI  για να φέρουν εις πέρας μια μαοντανταϊστική δράση, και να καταγγείλουν με αυτό τον τρόπο απροκάλυπτα την έννοια του ιστορικού συμβιβασμού
, με μια ηχηρή και εκλεπτυσμένη κίνηση. Σε διάφορες πόλεις οι αφίσες των τοπικών εφημερίδων βγαίνουν με απρόβλεπτες ειδήσεις. Στην Bologna η εφημερίδα «Il Resto del Carlino», εφημερίδα της μπουρζουαζίας, ένα πρωί βγαίνει με τους ακόλουθους τίτλους. «ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΟΙ ΕΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥΣ 4000 ΕΡΓΑΤΕΣ ΤΟ 1976» / «ΤΟ ΚΡΕΑΣ ΑΚΡΙΒΑΙΝΕΙ AGNELLI ΜΕ ΠΟΛΕΝΤΑ – «LA CARNE AUMENTA AGNELLI CON POLENTA» /  «ΕΡΕΥΝΑ: ΤΟ 90% ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ ΜΠΟΛΟΝΙΑ ΣΚΟΥΠΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΩΛΟ ΜΕ ΤΗΝ εφημερίδα IL RESTO DEL CARLINO». Τον ιανουάριο, ένα κύτταρο μαοντανταϊστών διανέμει ένα φυλλάδιο σε μια διαδήλωση οργανωμένη από τους κομουνιστές του PCI και τους ρεπουμπλικάνους του PRI, με τους Amendola και Ugo La Malfa. Το φυλλάδιο φέρει την υπογραφή μιας ένωσης αφεντικών , και εκφράζει όλο τον ενθουσιασμό της μπουρζουαζίας για την γραμμή του PCI. Οι γραφειοκράτες υποδέχονται με ηλίθια ικανοποίηση το φυλλάδιο. Αντιθέτως, χιλιάδες συντρόφων, εργατών, καταφέρνουν να διαβάσουν, μέσα στην ειρωνεία, τον ίδιο το θυμό τους, το ίδιο το μίσος τους. Τον φεβρουάριο, στην Ρώμη, το κίνημα των ινδιάνων μητροπολιτάνων μετατρέπει την ειρωνεία και την εξαπάτηση σε μαζική συμπεριφορά. Όταν
χιλιάδες και χιλιάδες νέων προλετάριων οικειοποιούνται την γλωσσική ανάπτυξη και συμπεριφορά , για την
κοινωνία της αναπαραγωγής και για την γλώσσα του καθρέπτη, της εικόνας, του προτύπου όλα γίνονται ακατανόητα. ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΓΕΛΟΙΟΣ.
Η γλώσσα είναι το σύνολο των γεγονότων του κόσμου. Μερικές φορές, όμως, δεν λογαριάζουμε πως τυχαίνει ενίοτε τα γεγονότα να ξεγλιστρούν και η γλώσσα της εξουσίας να κατακτά την επικύρωση της από την βία που είναι σε θέση να ασκήσει ακινητοποιώντας εντάσεις,επιθυμίες, ανάγκες. Μερικές φορές συμβαίνει η γλώσσα της ελπίδας να βρίσκει τον δρόμο της, και τότε λαμβάνει χώρα μια αλλαγή, μια μετατόπιση όλων των σημαδιών της γλώσσας και αυτά τα σημάδια γίνονται μόνο σινιάλα της βλακείας της εξουσίας. «Ο Lama είναι ένας Trombadori »,
αυτό είναι το πρώτο αποτέλεσμα που το κίνημα απέσπασε στη Ρώμη. Η εξουσία ενωμένη μέσα στην βλακεία της. Nessuno
Lama. Κανείς δεν τον αγαπά. «Σύντροφοι δεν αποδεχόμαστε προβοκάτσιες, Compagni non accettiamo provocazioni ». Αυτά τα λόγια εκτοξεύονται από τους υποτιθέμενους κομουνιστές σε δεκάδες συλλαλητήρια, γίνονται στην Ρώμη η κραυγή μάχης μιας ακούσιας εξέγερσης, κάτι σαν «Avanti popolo alla
riscossa, εμπρός λαέ στην αντεπίθεση». Το έργο έχει αλλάξει, ο Trombadori έρχεται στο πανεπιστήμιο να μεταφέρει το άνοστο γκριζωπό μήνυμα του, νομίζει πως μιλά σε μια συνάντηση κομματική, και σε μια συνέλευση που βρίσκεται σε αναβρασμό μοιάζει ο Buster Keaton στις καλύτερες μέρες του. Με εκτροχιασμένο το μηχανισμό συναίνεσης, η γλώσσα της εξουσίας ανίκανη να σταματήσει στην αιώνια παρανοϊκή αυτο-αναπαραγωγή αναποδογυρίζει επάνω της όλα τα γνωρίσματα με τα οποία συνήθως ομιλεί για να περιθωριοποιήσει τους διαφορετικούς.
Η γλώσσα της ουτοπίας  γίνεται έτσι το μοναδικό ουσιωδώς βιώσιμο. Μισθός σε όλους, με 20 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας. Η εξουσία, αντιθέτως, σε μια κοινωνία με υψηλή τεχνολογική παραγωγικότητα, ανακαλύπτει ξανά την αξία της χειρωνακτικής εργασίας. Mε θρυμματισμένη τη συναίνεση, με σπασμένη την ιεραρχία, η πρόταση αυτή δείχνει να είναι – η ίδια -, η πραγματική ουτοπία, η μη πραγματοποιήσιμη. Να ανοίξουν τις τρύπες και να τις γεμίσουν είναι ένα ηλίθιο τέχνασμα, αλλά είναι το μόνο που η φαντασία παραχωρεί στην εξουσία. Στην αντιστροφή του πλαισίου, μετά, κάθε λέξη αποκτά μια διαφορετική σημειολογική αξία. Σοβαρότητα, αξιοπιστία γίνεται η λέξη κλειδί, το σύνθημα του κινήματος . «Η εργασία ευλογεί, ζήτω ζήτω οι θυσίες» κραυγάζουν οι ινδιάνοι.Η εξουσία τότε εισάγει το αδιέξοδο της ακούσιας αυτοειρωνίας. Κένεντι, Νίξον, Κάρτερ, oi μάσκες της εξουσίας μοιάζουν πλέον οι καρικατούρες τους. Ο Λάμα από την πλευρά του συνέχισε την υπέροχη παράδοση του αναζωογονητικού θεάτρου της D’Origlia Palmi, έφερε το ευαγγελικό μήνυμα του μεταξύ των ομάδων των μητροπολιτικών ινδιάνων συλλέγοντας την επιτυχία που του άξιζε. Η εκδίωξη του Λάμα από το πανεπιστήμιο της Ρώμης , στις 17 φεβρουαρίου 1977, είναι το αριστούργημα της ειρωνείας της μάζας”.

FIORETTI, FIORETTI / PAGHEREMO CARO PAGHEREMO TUTTO / TUTTO IL MOVIMENTO / DEV’ESSERE DISTRUTTO                   ΦΙΟΡΕΤΤΙ  / ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ ΑΚΡΙΒΑ ΟΛΑ ΘΑ ΤΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ / ΟΛΟ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ / ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙ [γονατισμένοι μπροστά στην ομάδα περιφρούρησης του PCI, χτυπώντας τα στήθια τους]

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

 

 

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 21 – χρονικό του Κινήματος ’77

ABBIAMO DISSOTTERRATO L’ASCIA DI GUERRA                                          XXVIII                       ΞΕΘΑΨΑΜΕ ΤΟ ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Θα επιστρέψουμε στο πανεπιστήμιο διότι θέλουμε να πάρουμε ολόκληρη την πόλη, διότι θέλουμε να μετατρέψουμε τις τοποθεσίες μας, τις συνοικίες γκέτο,  σε ανατρεπτικά κρησφύγετα που κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να κλείσει γιατί ένας λαός δεν μπορεί να τεθεί εκτός νόμου. Η περιθωριοποίηση στην οποίαν μας αναγκάσατε έγινε η επαναστατική μας δύναμη, είναι το κλειδί της εξέγερσης μας!!!
Υπουργέ Kossiga, αποδεχόμαστε την πολεμική σου δήλωση, θυμίζοντας σου πως το τσεκούρι μας το ξεθάψαμε ήδη εδώ και πολλά φεγγάρια. Γνώριζε πως θα καταβάλουμε όλες μας τις δυνάμεις , όλη τη φαντασία μας έως ότου η μάχη εναντίον σου και ενάντια στη κυβέρνηση που σε επιφόρτισε να μας καταστείλεις, να μετατραπεί στον πόλεμο για την ολοκληρωτική εξολόθρευση της βρώμιkης ράτσας σου. Όσο το χορτάρι θα μεγαλώνει στη γη, όσο ο ήλιος θα ζεσταίνει τα κορμιά μας, όσο το νερό θα μας βρέχει και ο άνεμος θα πνέει στα μαλλιά μας
ΔΕΝ ΘΑ ΘΑΨΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΤΟ ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ!!! NON SOTTERREREMO MAI PIU’ L’ASCIA DI GUERRA!!! Gli indiani metropolitani di Roma-nord” ,Οι ινδιάνοι μητροπολιτάνοι της βόρειας-Ρώμης (βρίσκεται στο
AA.VV., Οι ρίζες μιας εξέγερσης. Το φοιτητικό κίνημα στη Ρώμη…, Le radici di una rivolta. Il movimento studentesco a Roma…, Milano, Feltrinelli, μάϊος 1977; σελ. 103).

Milano: Μια συνέλευση στη Σχολή των Γραμμάτων καθίσταται μια δίκη ενάντια στην Avanguardia Operaia για τις συγκρούσεις της 19 του μήνα.
Η Avanguardia Operaia [Εργατική Πρωτοπορία] και το PdUP [Κόμμα Προλεταριακής Ενότητας] εκδιώχθηκαν απ’ το κίνημα

Τρίτη 22 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977
Στη Roma προλεταριακή απαλλοτρίωση στο πολυκατάστημα Telestore της via
del Tritone με 19 άτομα να συλλαμβάνονται και να δικάζονται στο αυτόφωρο.
Μια γιορτή στη Valle Giulia. Στη Napoli διαδήλωση 30.000 ανθρώπων
“ενάντια στην κυβέρνηση των θυσιών και αυτών που την υποστηρίζουν δια της αποχής”. Πραγματοποιείται έφοδος στο φασιστικό στέκι Controcorrente. Απομονωμένες συγκρούσεις μεταξύ φασιστών και αγωνιστών της αριστεράς. Πολλοί οι τραυματίες, πολλοί οι πυροβολισμοί από πιστόλι ανάμεσα στο πλήθος.
Στο Torino πορεία 8.000 φοιτητών, των οποίων προηγούνταν οι εργάτες της Singer του Leinì σε αγώνα ενάντια στις απολύσεις.

Τετάρτη 23 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977
Στην Bologna συνέλευση στην αίθουσα του πρώην Χρηματιστηρίου, dell’ex Borsa: 4.000 άτομα μεταξύ εργατών και φοιτητών. Σκληρές κριτικές των φοιτητών στο ΚΚΙ, al PCI, που αντικρούστηκαν από τους εργάτες. Στο Bari εναλλακτική φοιτητική διαδήλωση σε εκείνη του συνδικάτου. Στη Cosenza συνδικαλιστική διαδήλωση ενάντια στη μεταρρύθμιση
Malfatti. Η ομάδα περιφρούρησης του συνδικάτου προσπαθεί να εμποδίσει την είσοδο των φοιτητών στην πλατεία και δίνει το πρόσχημα στην αστυνομία να επέμβει. Τέσσερις συλλήψεις. Στο Udine: συμπλοκή ανάμεσα σε ομάδες φοιτητών και την ομάδα περιφρούρησης του PCI.

Παρασκευή 25 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977
Στη Roma συνέλευση επάνω στη σεξουαλικότητα. “Είναι η πρώτη πρωτοβουλία αυτού του είδους και έχει τεράστια επιτυχία. Οι ινδιάνοι μητροπολιτάνοι, οι οποίοι την έχουν προωθήσει, παρουσιάζουν την διακήρυξη πολέμου τους στα γκρίζα παλτό, ένα είδος προγράμματος για να ξαναπάρουν στα χέρια τους την πόλη και την ζωή (η »πλατφόρμα, το πρόγραμμα», «piattaforma», θα διαβαστεί στην συνέχεια σαν παρέμβαση στην εθνική συνέλευση της 26 φεβρουαρίου)…” (AA.VV. V. I non garantiti, Οι ακάλυπτοι,
Roma, Savelli, ιούλιος 1977; σελ. 149):

“1. Δημόσια χρηματοδότηση των εναλλακτικών κέντρων αποτοξίνωσης από την ηρωίνη και όλων των αυτοδιαχειριζόμενων πολιτιστικών πρωτοβουλιών.
2. Πλήρης απελευθέρωση της μαριχουάνας, του χασισιού, του
LSD, στην χρήση, στην κατάχρηση, στην κυκλοφορία και στην καλλιέργεια.
3. Γενική μείωση των τιμών του κινηματογράφου, των θεάτρων και όλων των πολιτιστικών πρωτοβουλιών στις τιμές που θα οριστούν από το κίνημα. 4.
Επίταξη όλων των ανοίκιαστων κτιρίων και χρησιμοποίηση τους σαν κέντρα συνεύρεσης και κοινωνικοποίησης των νέων που θέλουν να ζήσουν διαφορετικά, με τρόπο εναλλακτικό από αυτόν της οικογένειας. Γι αυτό τον σκοπό στήνονται οι  “αντί-οικογενειακές περιπολίες, ronde anti-famiglia” των οποίων καθήκον θα είναι να απαγάγουν εκείνους τους ανήλικους που εξαρτώνται από αυταρχικούς γονείς. 5. Να αποδοθεί ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο πρασίνου για κάθε κάτοικο. 6. Απελευθέρωση όλων των ζώων που βρίσκονται φυλακισμένα σε κλουβιά ή σε σπίτια. 7. Αναγνώριση σε όλα τα ζώα που βρίσκονται σε καθεστώς αιχμαλωσίας του δικαιώματος να επιστρέψουν στις χώρες καταγωγής τους.
8. Κατεδάφιση του Βωμού της Πατρίδας και αποκατάσταση-απόδοση της περιοχής στις αυθόρμητες μορφές βλάστησης και στα ζωντανά που θα επιστρέψουν να ζήσουν εκεί. Προτείνουμε μια λιμνούλα με κύκνους και πάπιες. 9. Εναλλακτική χρήση των αεροπλάνων Hercules C 110 που αποκτήθηκαν από την στρατιωτική αεροπορία από την εταιρεία Lockheed για δωρεάν μεταφορικές υπηρεσίες προς τους νέους για να μεταβούν στο
Machu Picchu, Μάτσου Πίτσου, με ευκαιρία την γιορτή του ήλιου” (βρίσκεται στο AA.VV., Radici di una rivoltaΡίζες μιας εξέγερσης,
Milano, Feltrinelli, 1977; σελ. 146).

IL LAVORO BENEDICI / VIVA VIVA I SACRIFICI                                                             ΕΥΛΟΓΗΣΕ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ / ΖΗΤΩ ΖΗΤΩ ΟΙ ΘΥΣΙΕΣ

CHI SI ASTIENE AVVELENA ANCHE TE, DIGLI DI SMETTERE                                           ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΑΠΕΧΕΙ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΖΕΙ ΚΙ ΕΣΕΝΑ, ΠΕΣ ΤΟΥ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η φυγή προς τα εμπρός -La fuga in avanti

του Manolo Morlacchi

Morlacchi-LaFugaInAvanti.jpgManolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, ed. Agenzia X, pp. 216, € 15,00. Η φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει

La fuga in avanti Η φυγή προς τα εμπρός βγήκε στα βιβλιοπωλεία εδώ και λίγες ημέρες και υπάρχουν κάποιες παρατηρήσεις, προκλήσεις, ερωτήσεις, που εμφανίζονται κατ’ επανάληψη στις παρουσιάσεις  όπου συμμετέχω και στις κριτικές που μέχρι τώρα μπόρεσα να διαβάσω, ειδικότερα η αναφορά του Wu Ming 1 στην Nandropausa. Οπότε βεβαιώθηκα για την ανάγκη εμβάθυνσης κάποιων ζητημάτων γύρω απ’ το βιβλίο μου.

Κατά μήκος των σελίδων του La fuga in avanti περιγράφω αρκετές φορές με μεγάλη έμφαση και νοσταλγία το κλίμα μέσα στο οποίο πέρασα τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας και ενηλικίωσης, πάνω κάτω από το 1975 στο 1985. Αυτή η περιγραφή μπορεί να ξεσηκώσει κάποια ενόχληση ή αμηχανία μεταξύ εκείνων που έζησαν στην πρώτη σειρά εκείνη την πολιτική περίοδο και πλήρωσαν τις συνέπειες σκληρά. Αλλά η ανάγνωση μου είναι σκόπιμα προκλητική. Είναι η προσπάθεια να συσχετίσω τα ανθρώπινα και κοινωνικά χαρακτηριστικά αυτών που αποφάσισαν να οδηγηθούν στην σύγκρουση με το Κράτος, με τα ανθρώπινα και κοινωνικά προφίλ με τα οποία είμαστε συνηθισμένοι να ζούμε σήμερα. Είναι η προσπάθεια να δείξω πως, στο τέλος, αυτά τα ονόματα και επίθετα είναι τα ίδια όπως και τότε, πως δεν πρόκειται για προσωπικές βιογραφίες, αλλά συλλογικά γεγονότα, πολιτικές και επαναστατικές ευκαιρίες, πολύ υλικά ζητήματα. Είναι η προσπάθεια να παρέμβω επάνω στις κοινοτοπίες, τα κοινά στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία τα χρόνια ’70 υπήρξαν ένας σύγχρονος μεσαίωνας, μολυβένιος και σημαδεμένος από την ultraιδεολογία.
Oι αναμνήσεις μου περιγράφουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Στην γειτονιά μου, το Giambellino, στα χρόνια ’70, οι προλετάριοι ήταν με την μεριά των Ερυθρών Ταξιαρχιών, erano dalla parte delle Brigate Rosse. Είναι πολλές οι σχετικές μαρτυρίες. Όλοι γνώριζαν ποιοι ήταν οι παράνομοι, τύχαινε αυτούς τους παρανόμους να τους συναντάς να τρων και να πίνουν στις ταβέρνες και στους τόπους συνάντησης του Giambellino, στην Bersagliera ή στην Cooperativa, δίχως κανείς να έχει κάτι να πει  (και δεν επρόκειτο για φόβο). Στην Piazza Tirana οι BR πραγματοποίησαν κάποιες δημόσιες συγκεντρώσεις δίχως να παρέμβει η αστυνομία. Σε οροφές λαϊκών κατοικιών εμφανίζονταν συχνά κόκκινες σημαίες με το πεντάκτινο αστέρι. Οι ίδιοι οι στρατευμένοι στο PCI γνώριζαν ποιοι κρύβονταν πίσω από τις Brigate Rosse, αλλά στην χειρότερη των περιπτώσεων ζούσαν μαζί. Ο πατέρας μου ήταν τόσο δεμένος με την ιστορία του στο κόμμα ώστε, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, γράφτηκε στην Rifondazione Comunista, στην Κομουνιστική Επανίδρυση δηλαδή, και γιόρτασε την πρώτη νίκη του Prodi επί του Berlusconi!
Δεν έχω σίγουρα σκοπό να ξεχωρίσω την ιστορία των ρομαντικών ερυθρών Ταξιαρχιών της περιπέτειας, σε σχέση με την ιστορία  των αιματηρών μιλιταριστικών ερυθρών Ταξιαρχιών. Υπάρχει μια μοναδική ιστορία της ένοπλης πάλης στην Italia και ο πατέρας μου υπήρξε απόλυτα μέρος της από το 1970 μέχρι που βγήκε από την φυλακή το 1986.   Παρέμεινε αδιαπέραστος-αμετακίνητος σε κάθε προσπάθεια να ελαφρύνει την θέση του ως κρατούμενος, χωρίς να αναζητεί τις συντομεύσεις του διαχωρισμού ή την ατιμία της μετάνοιας. Τις κριτικές του και τις αμφιβολίες σχετικά με την Οργάνωση πάντα τις διατηρούσε για τους συντρόφους με τους οποίους μοιράζονταν την ίδια άκαμπτη αποστροφή για το αστικό σύστημα.
Αυτό που κίνησε εκείνα τα πρόσωπα του Giambellino και τους πολλούς που τα ακολούθησαν, ήταν μια ώθηση πολύ υλική που προέρχονταν από μακριά και δεν αντιπροσώπευε τον καρπό μιας επεξεργασίας πανεπιστημιακού σαλονιού. Σε αυτούς συνοψίζονταν πολλοί αγώνες : η Αντίσταση στον ναζιφασιμό, η πείνα που υπέφεραν στην διάρκεια και μετά τον πόλεμο, οι εργατικοί αγώνες στα εργοστάσια των χρόνων ’50, η ρήξη με το PCI και η υποστήριξη στην Κίνα, στο Βιετνάμ, στην Κούβα, στους αφρικανικούς αγώνες ενάντια στην αποικιοκρατία. Τέλος, το 1968 και η δύσκολη διαλεκτική με τους φοιτητές, “τους μελλοντικούς ηγέτες της Χώρας που είχαν την πρόθεση να οδηγούν τις πορείες”.
Ήταν αυτή η πρακτική τους συνέπεια, ακόμη και πριν από την πνευματική / ιδεολογική, που έκανε ιδιαίτερους εκείνους τους συντρόφους και συναρπαστική την παιδική μου ηλικία. Ήξερες ποιος βρισκόταν μπροστά σου. Ήξερες ότι εκείνους τους ανθρώπους τους έβρισκες να παίζουν ζάρια με τον υπόκοσμο στον σιδηροδρομικό σταθμό του San Cristoforo στην πλατεία Τirana, αλλά όταν χρειάζονταν περισσότερα επάνω σε αυτούς μπορούσες να στηριχθείς χωρίς αμφιβολία.
Αυτά τα συναισθήματα προσπάθησα να τα μεταφέρω μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, προσπαθώντας να αποφύγω κάθε επιφύλαξη. Το La fuga in avanti είναι ένα βιβλίο παρτιζάνικο που προτίθεται να βάλει μέσα στο αυλάκι των επαναστατικών αγώνων του περασμένου αιώνα την εμπειρία του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Το βιβλίο μου δεν έχει καμία ειρηνευτική πρόθεση. Είναι η προσπάθεια να κατανοήσουμε τα λάθη και τα επιτεύγματα αυτής της εμπειρίας ώστε τα συμπεράσματα να χρησιμοποιηθούν από όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η κοινωνία του κέρδους είναι ένα βδέλυγμα ενάντια του οποίου πρέπει να αγωνιζόμαστε.

Μια άλλη πτυχή που συχνά εμφανίζεται στις συζητήσεις γύρω από τη δεκαετία του ’70, είναι το θέμα της ειδικής νομοθεσίας και, γενικότερα, οι μορφές που η καταστολή ανέλαβε για να νικήσει τον ένοπλο αγώνα: επαναφορά των σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων των κρατουμένων και των οικογενειών τους, υπόγεια χρήση της θανατικής ποινής και ούτω καθεξής. Είναι συνήθεια μεγάλου μέρους της λιγότερο ή περισσότερο θεσμικής αριστεράς, να αντιμετωπίζει εκείνα τα γεγονότα και περιστατικά σαν να ήταν το αποτέλεσμα μιας συλλογικής τρέλας που μεγάλωσε μέσα στην μήτρα των δημοκρατικών θεσμών.
Σαν εκείνες οι κατασταλτικές επιλογές να ήταν ένα τέρας που ξέφυγε από το χέρι κάποιου και όχι το συγκεκριμένο προϊόν των μεθόδων με τις οποίες οι μηχανισμοί του Κράτους, οποιουδήποτε Κράτους, παρεμβαίνουν όταν η διαφωνία γίνεται επικίνδυνη. Σαν, σε σύγκριση με εκείνα τα χρόνια, να υπήρχαν σήμερα κατασταλτικές δυνατότητες λιγότερο κακές από ό, τι ήταν τότε. Θα έφτανε να διαβάσετε το θαυμάσιο βιβλίο του Emilio Quadrelli Απόδραση και εξεγέρσεις, Evasione e rivolte για να συνειδητοποιήσετε πόσο αυτό το είδος της ανάγνωσης, στην καλύτερη περίπτωση, είναι αφελές, απλοϊκό.
Εκείνοι που πολεμούν τον ιμπεριαλισμό με τα όπλα στο χέρι, χθες όπως και τώρα, γνωρίζουν τα εργαλεία με τα οποία η αστική τάξη είναι εξοπλισμένη για να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της. Είναι βελτιωμένα εργαλεία επάνω στο δέρμα εκείνων που πολέμησαν τον καπιταλισμό στην διάρκεια των επαναστατικών κύκλων τα τελευταία 150 χρόνια. Θεωρητικές εργασίες που βγήκαν από τα κεντρικά του τρόμου των ηνωμένων πολιτειών, του ισραήλ, της γαλλίας, βρετανίας, ιταλίας και που βρήκαν πρακτική εφαρμογή στα λατινοαμερικανικά σενάρια, μεσανατολικά, αφρικανικά, ινδοκινέζικα, στον αγώνα ενάντια στις μαχόμενες ευρωπαϊκές οργανώσεις και όλου του κόσμου. Σήμερα αυτά τα εγχειρίδια καταστολής βρίσκουν την πλανητική τους καθαγίαση και την σωστή ευελιξία για να ανταποκριθούν σε κάθε ποιοτική και ποσοτική αναγκαιότητα. Έτσι έχουμε την περίπτωση του Ιράκ, όπου contractor/πατριώτες ιταλοί φεύγουν για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου βιάζοντας γυναίκες και παιδάκια, και έχουμε αντιθέτως την περίπτωση της Γένοβας το 2001 όπου η αστυνομία μας περιορίζεται να δώσει τα διαπιστευτήρια της σε όσους πίστευαν ότι η μπουρζουαζία μιας δημοκρατικής χώρας χρησιμοποιεί διαφορετικά εργαλεία σε σχέση με αυτά που προορίζει για τις περιφέρειες του κόσμου. Να προσπαθούμε να τετραγωνίσουμε τον κύκλο επάνω σε αυτά τα θέματα γύρω από ένα τραπέζι και με την έγκριση των θεσμικών οργάνων είναι, για να χρησιμοποιήσουμε μια ευγενική έκφραση, αδύνατο. Εκτός αν νομίζετε ότι υπάρχει μια διχοτομία μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των συμφερόντων του κεφαλαίου.

Στο βιβλίο μου έχει επίσης επικριθεί το γεγονός πως δεν σέβεται τον πόνο των θυμάτων εκείνων των χρόνων. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Σέβομαι αυτό τον πόνο, αποφεύγοντας να μιλήσω γι ‘αυτόν. Δεν είναι ένα απλό escamotage, τέχνασμα, αλλά η βαθιά πεποίθηση ότι δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να εισέλθω σε έναν πόνο που δεν είναι δικός μου. Νομίζω ότι ο σεβασμός είναι μια κατηγορία που μερικές φορές προκαλείται από τους νικητές, όταν οι ηττημένοι δεν ζητούν «συγνώμη». Όλοι θρηνούν τους νεκρούς τους όπως το επιθυμούν. Έχω μεγάλο σεβασμό για τον ανθρώπινο πόνο που προκαλείται από τη βία, είτε επαναστατική είτε κατασταλτική. Πολύ πιο σημαντικό είναι να πούμε ότι αυτό το σεβασμό τον είχε ο πατέρας μου, η μητέρα μου και οι πολλοί σύντροφοι τους. Ανέφερα σκόπιμα στις σελίδες της Φυγής προς τα εμπρός- La fuga in avanti ένα βήμα από το Δίχως ανακωχή-Senza tregua, όταν ο διοικητής Visone βρίσκεται μπροστά στους νεκρούς του Piazzale Loreto και παρατηρεί τα πρόσωπα ευτυχισμένα και χαμογελαστά των φασιστών: «Συνειδητοποίησα εκείνη τη στιγμή πόσο μεγάλη ήταν η απόσταση που με χώριζε από τους εχθρούς μου. Εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να γελάσω μπροστά στα πτώμα του εχθρού μου. Πολύ μεγάλο ήταν το βάρος που κουβαλούσα στους ώμους μου για αυτούς τους θανάτους «.

Θέλησα να διηγηθώ μια ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών χωρίς να θαφτώ στις πτυχώσεις της Επίσημης Ιστορίας. Δεν ενδιαφέρθηκα για τα διάφορα στάδια και τις διαφορετικές ψυχές του ένοπλου αγώνα: ένοπλη προπαγάνδα, μιλιταριστική πτέρυγα, κινηματική πτέρυγα, πρώτη και δεύτερη θέση, pg, pcc, ucc κλπ . Όχι γιατί είναι ασήμαντα θέματα, αλλά επειδή δεν χρειάζονται για να περιγράψουν όλη την ιστορία της πιο σημαντικής ιταλικής ένοπλης οργάνωσης.
Έτσι όπως είναι άχρηστο να προσπαθήσουμε να την χρωματίσουμε (εκτός αν πρόκειται για μια εκ νέου ανάγνωση συμφεροντολογική) εξιστορώντας τις ασχήμιες και τις εκτροπές που συνέβησαν κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Οι στραγγαλισμοί στην φυλακή αγωνιστών οι οποίοι είχαν κάνει ομολογίες κάτω από βασανιστήρια, οι δολοφονίες για να διαδοθεί ένα φυλλάδιο, κ.λπ. κ.λπ. Η κατηγορία της βίας, σε ανάγνωση με απόλυτους όρους, κατά παρεκβολή και με ακραίο τρόπο, θα περιέγραφε το εσφαλμένο της ένοπλης επιλογής. Παίρνει τη μορφή ενός πνευματικού τεχνάσματος ώστε να κάνει όλους να συμφωνήσουν. Μα που βρίσκονταν η βία εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία; Ήταν το προϊόν μιας ομάδας τρελών που το είχαν σκάσει από κάποιο ψυχιατρείο, ή ήταν το αποτέλεσμα της κοινωνικής σύγκρουσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη;  Εάν θέταμε σε ανταγωνισμό την επαναστατική βία με εκείνην της καταπίεσης,  ε λοιπόν θα κέρδιζε με μεγάλη απόσπαση εκείνη που προκλήθηκε από τις σφαγές του Κράτους, από τα νομιμοποιημένα βασανιστήρια, από τις δολοφονίες που πραγματοποιήθηκαν στους δρόμους και τις πλατείες, στις φυλακές, από τους σφαγιασμούς που διαπράχθηκαν από τον ιμπεριαλισμό σε όλο τον κόσμο. Αλλά είναι άχρηστη αυτή η επιχείρηση, εκτός εάν, επαναλαμβάνω, αυτή είναι μια πολιτική επιχείρηση. Αλλά τότε μπαίνουμε σε έναν άλλο χώρο. Είναι όπως όταν σήμερα μας κάνουν να βλέπουμε παντού τους δολοφόνους της Αλ Κάιντα, αλλά προσέχουν πολύ από το να δημοσιεύουν τα “ηρωικά κατορθώματα” των στρατιωτών και των μισθοφόρων μας στους οίκους ανοχής της Καμπούλ, στα χωριά του Κοσσυφοπεδίου, κατά μήκος των δρόμων του Ιράκ.
Ο πατέρας και η μητέρα μου στάθηκαν πάντα κριτικοί και μακρινοί σε σχέση με ορισμένες εκτροπές που συνδέονται με την ήττα που διαφαίνονταν επί της οργάνωσης, όπως επίσης αφηγούμαι με μαρτυρίες στο βιβλίο μου. Αλλά όλα αυτά λίγη σημασία έχουν στη συνολική αξιολόγηση. Σήμερα οι BR δεν υπάρχουν πια. Αλλά η βία η καταπίεση και η καταστολή αυξάνουν γεωμετρικά. Είναι από αυτή την παραδοχή, από ότι συμβαίνει σήμερα, που πρέπει να αρχίσουμε να ξαναδιαβάζουμε εκείνα τα επεισόδια.
Βιβλία για τις ΕΤ έχουμε δεκάδες. Η βία, διαβασμένη με μονόπλευρο τρόπο, παραμένει το κύριο εργαλείο για να περιγραφεί εκείνη η εμπειρία. Ασυνάρτητη, ανιστόρητη, διανοουμενίστικη, είναι μια ανάγνωση που χρησιμεύει μόνο για να πιστοποιήσει την ιστορία που έγραψαν οι νικητές. Εγώ αντιθέτως προσπάθησα να την γράψω από την οπτική των ηττημένων, ηττημένων, που όμως δεν παραδόθηκαν, δεν το έβαλαν κάτω, δεν τα παράτησαν – sconfitti, ma non arresi.

https://www.carmillaonline.com/2008/01/03/la-fuga-in-avanti/

ιστορία, storia

Το αίνιγμα των χρόνων Εβδομήντα – L’enigma degli anni Settanta: dibattito pubblico alla Sapienza, δημόσια συζήτηση στο πανεπιστήμιο La Sapienza

Σαράντα χρόνια αργότερα, η ανάμνηση του 1977 φαίνεται να καίγεται με μια κρύα φωτιά, ξεπερασμένη. H κυκλική επέτειος επιβάλλει μια κουρασμένη μνήμη που, σήμερα περισσότερο από ποτέ, σηματοδοτεί την απόσταση με εκείνα τα γεγονότα και εκείνα τα πάθη. Έχοντας στείλει στη σοφίτα τόσο τον μυθολογικό βετερανισμό όσο και την μετα-μοντέρνα επίπληξη, φαίνεται να ήρθε ο χρόνος, η ώρα της ανεξάρτητης ιστοριογραφίας, ειδομένης από απόσταση. Ωστόσο, ακόμη και αυτή δεν βρίσκει μεταφορικό μέσο την ώρα που ερμηνεύει το αίνιγμα εκείνου του κινήματος. Σαράντα χρόνια αργότερα, γύρω από την δεκαετία του Εβδομήντα εξακολουθεί να παραμένει ένα πέπλο μυστηρίου. Μια ξεκάθαρη ένδειξη της σχέσης μεταξύ ιστορίας και πολιτικής: η έλλειψη ενδιαφέροντος της μιας αποστειρώνει την δυναμικότητα της άλλης. Ωστόσο, η φαινομενική έλλειψη επικαιρότητας του ’77 – όπως και της άλλης μεγάλης επετείου αυτού του 2017, της ρωσικής Επανάστασης – θα μπορούσε να απελευθερώσει αυθεντικά σκεπτικά, original, τα οποία να μην κάμπτονται πλέον από την αναγκαιότητα νομιμοποίησης αυτής ή εκείνης της πολιτικής λειτουργίας. Το ’77 δεν είναι πια η γη της έριδος μεταξύ ανταγωνιστικών οραμάτων της επαναστατικής πολιτικής. Είναι μια ανάμνηση ειρηνευμένη, καταδικασμένη από τους μεν, μυθοποιημένη από τους άλλους, τυλιγμένη στο πέπλο μυστηρίου έλλειψης κατανόησης τόσο στους μεν όσο και στους δε. Αξίζει λοιπόν να επιστρέψουμε να σκεφτόμαστε το ’77. Γιατί, είναι η θέση μας, εάν τίποτα δεν φαίνεται τόσο μακρινό από αυτό το έτος, πολλές από τις σημερινές δυσκολίες στο να προταθεί μια αξιόπιστη πολιτική τοποθετούν τις ρίζες τους στο εν λόγω κίνημα, ή μάλλον: στις μεταθανάτιες ερμηνείες αυτού του κινήματος. Ας προχωρήσουμε με τάξη.

Από τη δεκαετία του Εβδομήντα, και ιδίως του ’77 υπενθυμίζεται, συμπτωματικά με μιαν επιχείρηση λοξή , η επανάσταση των ηθών, των λεξιλογίων, των συμπεριφορών, των υπαρξιακών οριζόντων, των πολιτισμικών αναφορών, των σεξουαλικών ελευθεριών. Μια ομίχλη που τροφοδοτείται από την ανάγκη να διαχωριστεί το «κοινωνικό» από την πολιτική, το καλό της αντικουλτούρας από το κακό της ισορροπίας δυνάμεων, τα «όνειρα» και οι «επιθυμίες» της γενεών από την απρόσωπη βία της πολιτικής πάλης. Μια ομίχλη πλάγια, λοξή, που ενώνει το κόμμα της Repubblica με τα πολιτικά συμφέροντα μιας ριζοσπαστικής αριστεράς χωρίς πλέον ιστορικό ρόλο. Ωστόσο το να κλειδώσουμε εκείνο το κίνημα μέσα στην περίφραξη της αντικουλτούρας της νεολαίας σημαίνει πως τροφοδοτούμε το μυστήριο και την παρανόηση. Το 1977 δεν μπορεί να εξηγηθεί αν εκείνοι οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί δεν μας δίνουν πίσω μια εξαντλητική ερμηνεία, εάν δεν συγκριθούν, αν δεν αντιμετωπιστούν με την Πολιτική. Για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, η οικονομική κρίση της δεκαετίας του εβδομήντα προχωρούσε στενεύοντας τους χώρους δημόσιας ένταξης, προοδευτικής επέκτασης του κοινωνικού Κράτους, αυξανόμενων εγγυήσεων για μια μάζα εργαζόμενων που δεν γοητεύονταν πλέον από την προοπτική της ρεφορμιστικής χειραφέτησης. Η «πολιτική των θυσιών», η οποία εγκαινιάστηκε από τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1974, φάνηκε να δένει (και όντως έδεσε) το Κκι στο μέτωπο της μισθολογικής μετριοπάθειας, της μισθολογικής επιβράδυνσης. Η στρατηγική του «ιστορικού συμβιβασμού», η οποία ξεκίνησε το 1973 και συγκεκριμενοποιήθηκε το 1976 με την εξωτερική στήριξη του κομμουνιστικού Κόμματος στην κυβέρνηση Andreotti, επικύρωνε το κλείσιμο κάθε πολιτικού χώρου: μέσα στον φράκτη της «εθνικής αλληλεγγύης» τα δύο μεγάλα λαϊκά κόμματα – κομμουνιστικό Κόμμα και Χριστιανοδημοκρατία – που συμπεριλάμβαναν την μεγάλη πλειοψηφίας του ιταλικού λαού, έξω από εκεί δεν παραμένει άλλο από μια μπλοκαρισμένη εναλλακτική πολιτική, στην οποίαν, όμως, αντιστοιχεί μια κοινωνική παρουσία κάθε άλλο παρά αμελητέα, καθόλου ασήμαντη .
Το ’77 γεννήθηκε λοιπόν ως ένα κίνημα χωρίς κάποια πιθανή πολιτική ακτή, εχθρός τόσο των συμφερόντων του Κεφαλαίου όσο και εκείνων μιας εργατικής τάξης που επιτέλους βρίσκονταν στον προθάλαμο της «κυβέρνησης». Ακόμη και οι προσπάθειες ενός «ενιαίου μετώπου από τα κάτω» – στρατηγική που συμμερίζονταν τόσο το Manifesto όσο και η Avanguardia Operaia και η Lotta Continua – συγκρούονται με την εν λόγω κυβέρνηση ιστορικού συμβιβασμού που κλείνει κάθε στρατηγική προοπτική «λαϊκής υποστήριξης». Χωρίς ανάχωμα, ούτε νομιμοποίηση στην πολιτική, εκείνο το κίνημα μορφοποιεί την ταυτότητά του και την αυτο-εκπροσώπηση του επάνω στην απόρριψη, στην άρνηση, την απόρριψη της εργασίας, της λιτότητας, της ειρήνευσης, οποιασδήποτε εθνικής αλληλεγγύης, αλλά πάνω απ ‘όλα στην απόρριψη της πολιτικής, κατανοητής μόνο ως μέρος της διαμεσολάβησης και του συμβιβασμού. Εδώ γεννιούνται μερικά από τα προβλήματα των οποίων εξακολουθεί να είναι θύμα ακόμη και σήμερα κάποια πολιτική κινηματίστικη.

Αντικειμενικά ο πολιτικός χαρακτήρας του κινήματος συγκρούεται μετωπικά με το Κράτος και τις οικονομικές και κατασταλτικές διαρθρώσεις του, έτσι το ’77 αναλαμβάνει την χροιά, την έννοια κινήματος ξένου προς την Πολιτική. Απορρίπτει μια ενωτική στρατηγική, ενιαία, μια λογική συμβιβασμών και διαλεκτικής διαμεσολάβησης, μια καθορισμένη οργανωτική μορφή. Ακριβώς γι αυτό, το ότι είναι μειοψηφία δεν βιώνεται ως περιορισμός, ως όριο, αλλά ως πόρος, ως δυναμική, ως δυνατότητα. Ο «παράξενος φοιτητής» που κινεί το ’77 και ταρακουνά τις καταστάσεις, αναζητώντας την σωστή δόση καινοτομίας και ανανέωσης με μια κληρονομιά εργατικών αγώνων συσσωρευμένων στην τάξη, αλλά που έχει οστεοποιηθεί αυτή η κληρονομιά,  έχει γίνει άκαμπτη και αρτηριοσκληρωτική από τα κομουνιστικά χαλινάρια στη φάση της εθνικής αλληλεγγύης, χάνει στο δρόμο τη σχέση με την παράδοση αυτών των αγώνων , μειώνοντας τις πιθανότητές του για διάλογο με μιαν εργατική τάξη παρ ‘όλα αυτά (παρά την ισχυρά οργανική σχέση με την κομμουνιστική παράδοση) διαθέσιμη στην κινητοποίηση και τη ριζοσπαστικοποίηση. Μια σειρά από παραδοσιακά χαρακτηριστικά ήρθαν να συγκρουστούν: η εργασία, από πρωταρχική αξία για όλο το ταξικό κίνημα, γίνονταν μια αρνητική αξία. Η πειθαρχία «θλιβερή», για έναν αιώνα στη βάση της εργατικής οργάνωσης, έδινε τη θέση της στην έπαινο της απειθαρχίας, ή τουλάχιστον στη δημιουργική απελευθέρωση συνδεδεμένη με σχέση «όχι στερεότυπη». Tον πολιτικό ρεαλισμό μακιαβελικής και λενινιστικής παράδοσης, αντικαθιστούσε μια ανάγκη ελευθεριακού ιδεαλισμού ανυποχώρητου στην διαμεσολάβηση, τόσο πολιτική όσο και κοινωνική.

Αυτή η ρήξη ακόμη και σήμερα βρίσκεται σε αποσύνθεση. Όχι μόνο σήμερα: μέσα στον κύκλο των τελευταίων τριάντα χρόνων αυτές οι δυσκολίες έχουν σκάψει μέσα στα κινήματα, παίρνοντας τη θέση του «κλισέ, της κοινοτοπίας» η οποία ποτέ δεν προβλημάτισε πραγματικά. Ακόμα και σήμερα, μέσα στην ανταγωνιστική αριστερά, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα της σχέσης με την πλειοψηφία των κατώτερων, των εξαρτώμενων κοινωνικών στρωμάτων, καθώς επίσης, μέσα στην πολύμορφη αποσύνθεση η οποία με την πάροδο του χρόνου έχει φτάσει στο σημείο να λαμβάνει, καλύπτει την ταυτότητα των κοινωνικών υποκειμένων, απουσιάζει οποιοδήποτε κοινό έδαφος για το ξεπέρασμα αυτού του κατακερματισμού. Αντιμέτωποι με ένα κοινωνικό σενάριο σε διαρκή υποχώρηση, σε μια γενικευμένη φτωχοποίηση ακόμη και κοινωνικά εγκάρσια, η οποία περιλαμβάνει προοδευτικά και αφορά όλο και ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, από την δεκαετία του Ενενήντα τα κινήματα συνεχίζουν να περιορίζονται σε μια ένταση που διεκδικείται και φιλοδοξίες πλειοψηφικές αλλά ανίκανες να συμβαδίσουν με τις σημαντικές αλλαγές και τους μετασχηματισμούς προς τους οποίους προχωρά για να τους συναντήσει ο Καπιταλισμός, με τον προφανή κίνδυνο να βρεθούν παγιδευμένα σε μια κοινωνική μειοψηφία ανίκανη να επεκτείνει τις σχέσεις της και τον πολιτισμό της πέρα από τον ολοένα και στενότερο κύκλο των αγωνιστών.

Σήμερα που η πολιτική, η επίσημη, συνεχίζει και προχωρά μέσα στη στεγανότητα της απέναντι στις απαιτήσεις των λαϊκών στρωμάτων, η μόνη αξιόπιστη πολιτική επιλογή θα ήταν να προταθεί ξανά εκείνη η απόρριψη που το ’77 μπόρεσε να οργανώσει και να ζήσει μέσα σε μεγάλες ζώνες της κοινωνίας. Αλλά μερικά από τα διακριτικά χαρακτηριστικά εκείνου του κινήματος στην αναζήτηση της σωστής ισορροπίας ανάμεσα στην ανανέωση και την κομμουνιστική παράδοση, εξακολουθούν να εμποδίζουν τον στόχο εκείνης της λαϊκής συναίνεσης γύρω από ιδέες και πρακτικές πραγματικά επαναστατικές. Αυτό είναι για το οποίο πρέπει να επιστρέψουμε να συζητούμε σήμερα. Και είναι από αυτή την άποψη που εξακολουθεί να παραμένει αναπάντητο το ερώτημα που ταράζει τα όνειρα των κομμουνιστών: πως θα ανοικοδομηθεί ένα επαναστατικό κίνημα ικανό να ξεπεράσει προς τα εμπρός το τελευταίο πραγματικό και μεγάλο επαναστατικό κίνημα της χώρας μας, το κίνημα του ’77;

1916 letture totali 36 letture oggi