αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 22 – χρονικό του Κινήματος ’77

FALCE E SPINELLO NUOVO ORDINE AL CERVELLO                                       XXIX                       ΔΡΕΠΑΝΙ ΚΑΙ ΜΠΑΦΟΣ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ

5. Να αποδοθεί ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο πρασίνου για κάθε κάτοικο. 6. Απελευθέρωση όλων των ζώων που βρίσκονται φυλακισμένα σε κλουβιά ή σε σπίτια. 7. Αναγνώριση σε όλα τα ζώα που βρίσκονται σε καθεστώς αιχμαλωσίας του δικαιώματος να επιστρέψουν στις χώρες καταγωγής τους.
8. Κατεδάφιση του Βωμού της Πατρίδας και αποκατάσταση-απόδοση της περιοχής στις αυθόρμητες μορφές βλάστησης και στα ζωντανά που θα επιστρέψουν να ζήσουν εκεί. Προτείνουμε μια λιμνούλα με κύκνους και πάπιες. 9. Εναλλακτική χρήση των αεροπλάνων Hercules C 110 που αποκτήθηκαν από την στρατιωτική αεροπορία από την εταιρεία Lockheed για δωρεάν μεταφορικές υπηρεσίες προς τους νέους για να μεταβούν στο
Machu Picchu, Μάτσου Πίτσου, με ευκαιρία την γιορτή του ήλιου” (βρίσκεται στο AA.VV., Radici di una rivoltaΡίζες μιας εξέγερσης,
Milano, Feltrinelli, 1977; σελ. 146).

ΣάβΒατο 26 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Enrico Berlinguer, Γράμματα στους αιρετικούς – Lettere agli eretici, Torino, Einaudi, 1977
Δημοσιεύεται ένα συγκλονιστικό πλαστό έντυπο με το όνομα του γ.γ. του ΚΚΙ Enrico Berlinguer και γραφικά πανομοιότυπο με την συλλογή από τον εκδοτικό οίκο einaudi »Νέο Πολυτεχνείο» – “Nuovo
Politecnico”: Lettere agli eretici. Γράμματα στους αιρετικούς. Ο συγγραφέας ονομάζεται στην πραγματικότητα Pierfranco Ghisleni και το βιβλίο βγαίνει σε επιμέλεια της καταστασιακής μιλανέζικης ομάδας. Μέσα από μια εναλλακτική διανομή πολλά αντίγραφα προστίθενται κρυφά  (συνεπώς δωρεάν) στις παραγγελίες,
ούτως ώστε το βιβλίο λαμβάνεται και παρατίθεται με τις τελευταίες ειδήσεις και νεώτερα σε πολλά βιβλιοπωλεία. Ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα το βιβλίο κατάσχεται και απομακρύνεται από την κυκλοφορία: Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε οκτώ επιστολές οι οποίες από τον Berlinguer απευθύνονται στις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής αριστεράς. Της πρώτης αποδέκτης είναι η ηγετική φυσιογνωμία των ριζοσπαστών Marco Pannella «Επιστολή I. Στην οποίαν περιγράφεται μια μεταρρύθμιση του κοινωνικού θεάματος, γίνεται επίπληξη στην παραδοσιακή προσφυγή στις σκληρές μεθόδους και υποστηρίζεται πως η λαϊκή δυσαρέσκεια είναι πιο χρήσιμη παρά επιβλαβής στις κυβερνήσεις»: “…ο σοσιαλισμός που εμείς προτείνουμε δεν προβλέπει ανθρώπους εθρικούς ούτε απαθείς, αλλά πολίτες που συμμετέχουν δημοκρατικά στην πολιτική ζωή, ρίχνοντας στο πιάτο κάθε καθημερινή δυσαρέσκεια (pp. 14-15). Η δεύτερη επιστολή απευθύνεται στον Goffredo Fofi ,
κινηματογραφικό κριτικό και μεταξύ των ιδρυτών και συνεργατών του περιοδικού «Ombre Rosse, Κόκκινες Σκιές»: «Επιστολή II. Στην οποίαν ο γράφων αναρωτιέται εάν τα πάθη είναι συμβατά με τον σχεδιασμό της ανάπτυξης, δίνει αρνητική απάντηση και προσκαλεί τους πολιτιστικούς φορείς να απεικονίσουν τη ζωή σε κάθε έκφανση της, σε κάθε εκδήλωση της»: “Ο καιρός των αναθεμάτων των καταγγελιών και της λογοκρισίας έχει πλέον παρέλθει.
Τώρα εμείς είμαστε για την ελευθερία της κουλτούρας σε όλα τα επίπεδα, σε όλους τους χώρους. Πως δεν έχετε ακόμη καταλάβει πως όλο αυτό που η κουλτούρα αγγίζει, σαν μια τεράστια Φιλοσοφική Λίθος, μετατρέπεται σε ανία και ασημαντότητα; (…) Πρέπει λοιπόν να προσφέρουμε ένα μαζικό σχολείο ζωντανό και αξιόπιστο έτσι ώστε να καθίστανται οι μαθητές απολύτως ακίνδυνοι, να μετατρέψουμε τις βιβλιοθήκες σε υπεραγορές, να δώσουμε ώθηση στους πολιτιστικούς κύκλους, στα ερευνητικά κέντρα, στους εκδοτικούς οίκους, ευνοώντας τις λεγόμενες εναλλακτικές κουλτούρες, επαναστατικές, avant-garde-πρωτοποριακές, τις λαϊκές αναβιώσεις και, στη συνέχεια, την πολιτιστική σύγκρουση μεταξύ των αντίθετων φατριών-παρατάξεων, ναι, έτσι ώστε να αποτραπεί, φυσικά, εκείνη η πραγματική. (…) Γι αυτό είναι απαραίτητο διανοούμενοι του δικού σας βεληνεκούς να συνεχίσουν να παράγουν πολιτισμό σε μορφές πάντοτε καινούργιες, δεν έχει σημασία ποιες θα είναι. Αλίμονο εάν θα έπρεπε να εξαφανιστείτε ή να σιωπήσετε !” (σελ.
25-27). Η τρίτη επιστολή απευθύνεται στην φεμινίστρια και ριζοσπαστική Adele Faccio: «Επιστολή III. Ο γράφων εξηγεί γιατί ο φεμινισμός πρέπει να είναι θετικός κι αφηρημένος και ελπίζει πως η εξάλειψη, ο αφανισμός του λεγόμενου εραστή δεν θα αφήσει πίσω του οποιεσδήποτε ενοχές’»: “Πέστε με τα μούτρα στη δουλειά συντρόφισσες! Η εργασία μόλις άρχισε και έχουμε ακόμη πολλά να κάνουμε για την πνευματική και ηθική επανεκπαίδευση των μαζών, ιδιαίτερα των αρσενικών. Είναι καθολικά γνωστό πως σε συγκεκριμένους κύκλους μιλούν ακόμη περί «κώλου» και, εκείνο που είναι χειρότερο, με αισθαντική αυταρέσκεια, μερικές φορές ακόμα και συσχετίζοντας το με την δράση του «τσιμπήματος» – αλλού συνηθίζουν να συκοφαντούν τον γυναικείο αυνανισμό περιγράφοντας τον με την λέξη, αηδιαστική αν υπάρχει μια, «ditalino, δαχτυλάκι» – στην διάρκεια μιας βαρετής κοινοβουλευτικής συνεδρίας μου έλαχε να τα βάλω με ένα συνάδελφο, να του γκρινιάξω, συνάδελφο όχι πλέον νέο στην ηλικία, ο οποίος για να εκδηλώσει την εκτίμηση του ως προς τις ποιότητες, σίγουρα όχι πνευματικές, μιας νεοβουλευτίνας έκανε χρήση της έκφρασης
«tocco di figa, άγγιγμα από μουνί, μουνάρα θα λέγαμε». Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να συνεχίσουν. Είναι καθήκον σας να εντοπίσετε και να στιγματίσετε το ανήθικο, το ύπουλο, την απειλή που μπορεί να κρύβεται σε κάθε συζήτηση, σε κάθε λέξη (…). Πράγματι, ή θα καταφέρετε να πραγματοποιήσετε την αποστείρωση της γλώσσας αλλιώς είστε καταδικασμένες σύντομα να εξαφανιστείτε σαν κίνημα και να απορροφηθείτε ξανά μέσα στο σύστημα αρσενικών αξιών (σελ. 39-40). “Πώς θα μπορούσαμε να κερδίσουμε ξανά τη συνηθισμένη μας μερίδα σε μουνί υγρό αν οι γυναίκες, από βίτσιο καθαρό, είχαν ξαφνικά την απαίτηση να απαχθούν από τους Σαρακηνούς, να ευθυμήσουν στη γη των παιχνιδιών ή άλλα παρόμοια καπρίτσια; Θα ήταν το τέλος του δημοκρατικού κριού ο οποίος μέχρι στιγμής πορεύτηκε με την μαζοχιστική πέψη ψημένων τροφών και βαρετών γυναικείων ζητημάτων. (…) Αν λειτουργήσετε όπως έχετε δείξει ότι γνωρίζετε τελικά θα έρθουμε σε μια κοινωνία εντελώς αδρανή από την οποίαν οι βρωμιές και οι περιπέτειες θα απαγορευτούν δια παντός. Ίσως με αυτό τον τρόπο η χαρά της ζωής θα έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, ίσως να δημιουργούνταν έτσι στερήσεις και βάσαν, ωστόσο αυτό θα γίνει προς όφελος της ανθρώπινης εξημέρωσης, που είναι αυτό, κι όχι εκείνη η ευχαρίστηση, ο σκοπός της πολιτικής δραστηριότητας, είτε είναι παραδοσιακή είτε φεμινιστική” (σελ. 41-42). Η τέταρτη επιστολή απευθύνεται στον Angelo Pezzana, ιδρυτή του FUORI,  Fronte Unitario Omosessuale Rivoluzionario Italiano: «Επιστολή IV. Στην οποία ο συγγραφέας περιπλανιέται γύρω από την ομορφιά των σωμάτων και έρχεται να θέσει το ερώτημα: τι συνέβη, που εξαφανίστηκαν τα μουνιά;»: “Αλίμονο αν η σεξουαλική διαφορετικότητα ήταν ένα σημείο εκκίνησης!

IL MIGLIOR MODO DI FARE E’ DISFARE                                                                                           Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΝΑ ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ ΕΙΝΑΙ  ΝΑ ΧΑΛΑΣ

LAVORO ZERO REDDITO INTERO TUTTA LA PRODUZIONE ALL’AUTOMAZIONΕ                     ΜΗΔΕΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ΠΛΗΡΕΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΟΛΗ Η ΠΑΡΑΓΩΓΉ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ

ENRICO E GIULIO UNITI NELLA LOTTA                                                            XXX                         Ο ΕΝΡΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΤΖΟΥΛΙΟ ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ

Αυτή αντιθέτως θα έπρεπε να είναι μια ατελής κατάσταση που φτάνει στην πληρότητα της μοναχά όταν το άτομο ξέρει να την κατακτά, μόνο τότε επιτυγχάνεται, μετά από έναν σκληρό αγώνα. Ένας φίλος μου ανέφερε ένα από τα συνθήματα σας παιχνιδιάρικο και προκλητικό, που ηχεί κάπως έτσι: «Σκληρός αγώνας ενάντια στη φύση – Lotta dura, contro natura».
Λοιπόν, πρέπει να το πάρετε στα σοβαρά, πρέπει να αγωνιστείτε κι ακόμη περισσότερο να κάνετε ν’ αγωνιστούν για να χτίσετε μια δική σας αξιοπρεπή διαφορετικότητα στην κοινωνία, οι κύκλοι σας, οι εκδόσεις σας, οι ομάδες σας να είναι οι τόποι όπου η αποκλίνουσα συμπεριφορά κερδίζεται!” (σελ. 50). Η πέμπτη επιστολή απευθύνεται στον Renato Curcio, που δεν αναφέρεται άμεσα αλλά υποδεικνύεται με το γράμμα X:
«Επιστολή V. Όπου ο γράφων, δείχνοντας κατοχή νομικών γνώσεων όχι κοινή,
καταδεικνύει πως το δίκαιο εντυπώνεται-ενσταλάζεται στο λαό»: “Η φυλακή πρέπει να υπενθυμίζει σε όλους πως η απόδραση από την ελεύθερη κοινωνία του κεφαλαίου δεν είναι δυνατή και πρέπει να εμποδίζει την δημιουργία όχι πλέον εγκληματιών, παραβατών του νόμου, αλλά αντιθέτως , να δημιουργεί λιποτάκτες, αποστάτες από τις κοινωνικές σχέσεις, φυγάδες πολιτικής και ατομικής δέσμευσης, απόντες της δημοκρατικής συμμετοχής, ελλείποντες, νεκροζώντανους, άλλους που είναι δύσκολο να τους εντοπίσεις. Αυτή πρέπει να είναι η λειτουργία της φυλακής σε περίοδο μετάβασης, και όταν η λειτουργία της θα έχει απαλλαχθεί και όλοι θα έχουν καταλάβει πως η φυγή απ’ το κεφάλαιο είναι αδύνατη, τότε αυτή δεν θα είναι πλέον απαραίτητη (σελ. 63). Η έκτη επιστολή απευθύνεται στονAndrea Valcarenghi, διευθυντή του περιοδικού «Re Nudo»: «Επιστολή VI. Όπου φαίνεται πλέον πως η φιγούρα του τοξικομανούς επιτέλους γελοιοποιείται»: “Η τοξίκωση, αγαπητέ φίλε, προσφέρει μια βίαιη επίδειξη, έχει τους νεκρούς της, τους ανάπηρους, τους δεσμοφύλακες της, τους δικαστές της, και ο λαουτζίκος, όπως είναι γνωστό, έχει ανάγκη, να παθιαστεί, χρειάζεται πάθος, ακριβώς. Επιπλέον – και αυτό είναι ο πραγματικός νεωτερισμός της παράστασης του ναρκωτικού, που την εξισώνει, λόγω μεγέθους, με το θρησκευτικό τελετουργικό – η σκηνική παρουσία του ναρκομανούς περιλαμβάνει όχι μόνο τον αφελή παρατηρητή, αλλά εξίσου τον αποτελειωμένο φουκαρά, τον ναρκομανή ακριβώς, ο οποίος προσφέρεται στα μάτια ενός νοσηρού κοινού
(σελ. 68). “Και αν στη συνέχεια στον εξαρτημένο πάρει το δρόμο της κάποια αχτίδα διαύγειας, με αποτέλεσμα την οδυνηρή αίσθηση αδυναμίας, ακαταλληλότητας, νωθρότητας, είναι πάντα σε θέση να αδειάσει το βαρέλι με τις defaillances του, τις αποτυχίες, τις βλάβες του επάνω σε ένα στοιχείο έξω από αυτόν: τα ναρκωτικά ως πληγή μιας κοινωνίας που δεν ήταν σε θέση, δεν μπόρεσε να τον καταλάβει. Στη συνέχεια, μπορεί να περιμένει με εμπιστοσύνη η κοινωνία (κατά την άποψή του, ο πραγματικός ένοχος) να αναγεννηθεί, να πλασθεί προς χρήση και κατανάλωση των δυστυχιών του. Και αυτή επίσης η όμορφη ψευδαίσθηση δεν επιτρέπεται στους απλούς πολίτες (σελ. 70-71). Το έβδομο γράμμα απευθύνεται στον Toni
Negri, θεωρητικό της Autonomia Operaia: «Επιστολή VII. Στην οποίαν ο αποστολέας εμπιστεύεται μια αποστολής εμπιστοσύνης»: “Ο σύγχρονος επαναστάτης, εκ των υστέρων, είναι αυτός που θέλει κάτι δωρεάν: αυτή είναι η εμμονή του και κάθε συμπεριφορά του έχει ως στόχο την απόκτηση αγαθών και υπηρεσιών χωρίς να πληρώνει το τίμημα της εργάσιμης ημέρας, αλλά καταφεύγοντας σε λεηλασία(σελ. 82-83). “Εγώ, αγαπητέ Antonio, με προχωρημένα πλέον τα χρόνια στις πλάτες μου και απομονωμένος σε γραφειοκρατικές πρακτικές της γραμματείας ενός κόμματος πάντα στα όρια της σκλήρωσης όταν δεν διεγείρομαι από τους ανέμους της κοινωνικής ανατροπής και ανταρσίας, σίγουρα δεν μπορώ να σας υποστηρίξω ανοιχτά αλλά, με τριάντα χρόνια λιγότερα στους ώμους μου, θα ήμουν σίγουρα στο πλευρό σας, αν όχι να τα κάνουμε μαντάρα στις πλατείες, όμως τουλάχιστον να δίνω την πνευματική συμβολή μου στην κοινωνικοποίηση εκείνων των μαζικών επιθυμιών που εσείς θέλετε να ικανοποιήσετε. (σελ. 85). Το όγδοο γράμμα έχει σαν αποδέκτες τους Ινδιάνους Μητροπολιτάνους: «Επιστολή VIII. Όπου υπάρχει η ελπίδα της υποβάθμισης, της αποδόμησης του περιβάλλοντος, με την προϋπόθεση αυτό να γίνει σε μια προγραμματισμένη μορφή»: “H φειδώ κάνει καλό στην υγεία και το σχετικό πρόγραμμα, που ονομάζεται λιτότητα, austerity, είναι ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Μου φαίνεται πως αξίζει να σημειωθεί ότι η εξοικονόμηση έχει χαιρετιστεί με ενθουσιασμό από τους νέους επαναστάτες.
Να μην ξεγελαστούμε από τις ηχηρές διακηρύξεις ενάντια στις θυσίες που κάποιες ομαδούλες δρομολόγησαν, πρόκειται για μια απόρριψη σε επίπεδο πνευματικό, δηλαδή στα λόγια. Ας κοιτάξουμε αντιθέτως τις συνήθειες των νεαρών περιθωριοποιημένων, των φοιτητών, των φεμινιστριών, των στρατευμένων αγωνιστών, των»γουρουνιών με τα φτερά»για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση της στιγμής που γίνεται αντιληπτή από όλους: μαγειρεμένα φαγητά, κατεψυγμένα, πρόχειρα ρούχα, καλύβες, κουζίνα μακροβιοτική, να το δείγμα των επαιτειών της πιο ζητιάνας απ’ όλες τις τάξεις, της ζητιάνας τάξης που είναι και διανοητικά ζητιάνα επειδή τολμά να δικαιολογεί με διάφορες προφάσεις την πρακτική φειδώ στην οποίαν κρατείται (σελ. 87-88).
Το πλαστό θεωρητικοποιήθηκε από τον Franco Berardi στο νούμερο του Φεβρουαρίου 1977 του περιοδικού
«A/traverso» με το άρθρο: «Informazioni false che producano eventi veri- Ψεύτικες πληροφορίες που παράγουν αληθινά γεγονότα  »:
»Τώρα πάμε παραπέρα. Δεν αρκεί να καταγγέλλουμε το ψεύδος της εξουσίας, πρέπει να καταγγείλουμε και να σπάσουμε την πραγματική εξουσία. Όταν η εξουσία λέει την αλήθεια και ισχυρίζεται ότι είναι Φυσική, θα πρέπει να καταγγείλουμε το μέγεθος της απανθρωπιάς και του παραλογισμού που είναι η τάξη της πραγματικότητας την οποίαν η τάξη του λόγου [ο λόγος της τάξης) αναπαράγει και αντανακλά: ενοποιεί.

LA BORGHESIA È DENTRO DI NOI: DISTRUGGIAMOLA                                                                 Η ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ: ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΟΥΜΕ

E’ ORA E’ ORA / MISERIA A CHI LAVORA                                                                                            ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ / ΦΤΩΧΕΙΑ Σ’ ΟΠΟΙΟΝ ΔΟΥΛΕΥΕΙ

ANDREOTTI E’ ROSSO, FANFANI LO SARA’                                                  XXXI                            Ο ΑΝΤΡΕΟΤΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΟΚΚΙΝΟΣ, ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΚΙ Ο ΦΑΝΦΑΝΙ

Να φέρουμε στο φως, να ξεσκεπάσουμε
το παραλήρημα της εξουσίας. Αλλά
όχι μόνο. Χρειάζεται να πάρουμε
τη θέση (να αυτοεπικυρωθούμε)
της εξουσίας, να μιλήσουμε
με την φωνή της. Να διασπείρουμε σημάδια
με την φωνή και τον τόνο
της εξουσίας. Μα ψεύτικα σημάδια.
Να παραγάγουμε πληροφορίες
ψεύτικες που να δείχνουν εκείνο
που η εξουσία κρύβει, και που
παράγουν εξέγερση ενάντια στη
ισχύ του λόγου της τάξης.
Να αναπαραγάγουμε το μαγικό παιχνίδι της παραποιημένης Αλήθειας για να πούμε με τη γλώσσα των μέσων μαζικής ενημέρωσης αυτά που θέλουν να αποφύγουν. Να αναπαραγάγουμε το μαγικό παιχνίδι.
Φθάνει μια μικρή απόκλιση
ώστε η εξουσία να προβάλει το
παραλήρημα της: ο Lama λέει στην
εποχή μας πως πρέπει να τουφεκιστούν οι εργάτες που απέχουν απ’ την δουλειά τους. Mα αυτή η αλήθεια της εξουσίας κρύβεται πίσω  από μια  γλωσσική οθόνη. Να την σπάσουμε, να υποχρεώσουμε τον Lama να πει εκείνο που σκέφτεται πραγματικά. Mα η δύναμη της εξουσίας βρίσκεται στο να μιλά με την δύναμη της ισχύος. Μπορούμε να κάνουμε να πουν οι νομαρχίες (παραποιώντας τις αφίσες τους) πως είναι δίκαιο να παίρνουμε δωρεάν το κρέας από τα κρεοπωλεία. Σε αυτό τον δρόμο, πέρα από την αντιπληροφόρηση, πέρα από την Alice, η πραγματικότητα μεταμορφώνει τη γλώσσα. Να στήσουμε στη σκηνή φοβερές πλαστογραφίες. Το « Κέντρο Διάδοσης Αυθαίρετων Ειδήσεων» της Ρώμης ανακοινώνει πως ο Argan συναντήθηκε με τον πάπα Paolo VI  για να φέρουν εις πέρας μια μαοντανταϊστική δράση, και να καταγγείλουν με αυτό τον τρόπο απροκάλυπτα την έννοια του ιστορικού συμβιβασμού
, με μια ηχηρή και εκλεπτυσμένη κίνηση. Σε διάφορες πόλεις οι αφίσες των τοπικών εφημερίδων βγαίνουν με απρόβλεπτες ειδήσεις. Στην Bologna η εφημερίδα «Il Resto del Carlino», εφημερίδα της μπουρζουαζίας, ένα πρωί βγαίνει με τους ακόλουθους τίτλους. «ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΟΙ ΕΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥΣ 4000 ΕΡΓΑΤΕΣ ΤΟ 1976» / «ΤΟ ΚΡΕΑΣ ΑΚΡΙΒΑΙΝΕΙ AGNELLI ΜΕ ΠΟΛΕΝΤΑ – «LA CARNE AUMENTA AGNELLI CON POLENTA» /  «ΕΡΕΥΝΑ: ΤΟ 90% ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ ΜΠΟΛΟΝΙΑ ΣΚΟΥΠΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΩΛΟ ΜΕ ΤΗΝ εφημερίδα IL RESTO DEL CARLINO». Τον ιανουάριο, ένα κύτταρο μαοντανταϊστών διανέμει ένα φυλλάδιο σε μια διαδήλωση οργανωμένη από τους κομουνιστές του PCI και τους ρεπουμπλικάνους του PRI, με τους Amendola και Ugo La Malfa. Το φυλλάδιο φέρει την υπογραφή μιας ένωσης αφεντικών , και εκφράζει όλο τον ενθουσιασμό της μπουρζουαζίας για την γραμμή του PCI. Οι γραφειοκράτες υποδέχονται με ηλίθια ικανοποίηση το φυλλάδιο. Αντιθέτως, χιλιάδες συντρόφων, εργατών, καταφέρνουν να διαβάσουν, μέσα στην ειρωνεία, τον ίδιο το θυμό τους, το ίδιο το μίσος τους. Τον φεβρουάριο, στην Ρώμη, το κίνημα των ινδιάνων μητροπολιτάνων μετατρέπει την ειρωνεία και την εξαπάτηση σε μαζική συμπεριφορά. Όταν
χιλιάδες και χιλιάδες νέων προλετάριων οικειοποιούνται την γλωσσική ανάπτυξη και συμπεριφορά , για την
κοινωνία της αναπαραγωγής και για την γλώσσα του καθρέπτη, της εικόνας, του προτύπου όλα γίνονται ακατανόητα. ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΓΕΛΟΙΟΣ.
Η γλώσσα είναι το σύνολο των γεγονότων του κόσμου. Μερικές φορές, όμως, δεν λογαριάζουμε πως τυχαίνει ενίοτε τα γεγονότα να ξεγλιστρούν και η γλώσσα της εξουσίας να κατακτά την επικύρωση της από την βία που είναι σε θέση να ασκήσει ακινητοποιώντας εντάσεις,επιθυμίες, ανάγκες. Μερικές φορές συμβαίνει η γλώσσα της ελπίδας να βρίσκει τον δρόμο της, και τότε λαμβάνει χώρα μια αλλαγή, μια μετατόπιση όλων των σημαδιών της γλώσσας και αυτά τα σημάδια γίνονται μόνο σινιάλα της βλακείας της εξουσίας. «Ο Lama είναι ένας Trombadori »,
αυτό είναι το πρώτο αποτέλεσμα που το κίνημα απέσπασε στη Ρώμη. Η εξουσία ενωμένη μέσα στην βλακεία της. Nessuno
Lama. Κανείς δεν τον αγαπά. «Σύντροφοι δεν αποδεχόμαστε προβοκάτσιες, Compagni non accettiamo provocazioni ». Αυτά τα λόγια εκτοξεύονται από τους υποτιθέμενους κομουνιστές σε δεκάδες συλλαλητήρια, γίνονται στην Ρώμη η κραυγή μάχης μιας ακούσιας εξέγερσης, κάτι σαν «Avanti popolo alla
riscossa, εμπρός λαέ στην αντεπίθεση». Το έργο έχει αλλάξει, ο Trombadori έρχεται στο πανεπιστήμιο να μεταφέρει το άνοστο γκριζωπό μήνυμα του, νομίζει πως μιλά σε μια συνάντηση κομματική, και σε μια συνέλευση που βρίσκεται σε αναβρασμό μοιάζει ο Buster Keaton στις καλύτερες μέρες του. Με εκτροχιασμένο το μηχανισμό συναίνεσης, η γλώσσα της εξουσίας ανίκανη να σταματήσει στην αιώνια παρανοϊκή αυτο-αναπαραγωγή αναποδογυρίζει επάνω της όλα τα γνωρίσματα με τα οποία συνήθως ομιλεί για να περιθωριοποιήσει τους διαφορετικούς.
Η γλώσσα της ουτοπίας  γίνεται έτσι το μοναδικό ουσιωδώς βιώσιμο. Μισθός σε όλους, με 20 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας. Η εξουσία, αντιθέτως, σε μια κοινωνία με υψηλή τεχνολογική παραγωγικότητα, ανακαλύπτει ξανά την αξία της χειρωνακτικής εργασίας. Mε θρυμματισμένη τη συναίνεση, με σπασμένη την ιεραρχία, η πρόταση αυτή δείχνει να είναι – η ίδια -, η πραγματική ουτοπία, η μη πραγματοποιήσιμη. Να ανοίξουν τις τρύπες και να τις γεμίσουν είναι ένα ηλίθιο τέχνασμα, αλλά είναι το μόνο που η φαντασία παραχωρεί στην εξουσία. Στην αντιστροφή του πλαισίου, μετά, κάθε λέξη αποκτά μια διαφορετική σημειολογική αξία. Σοβαρότητα, αξιοπιστία γίνεται η λέξη κλειδί, το σύνθημα του κινήματος . «Η εργασία ευλογεί, ζήτω ζήτω οι θυσίες» κραυγάζουν οι ινδιάνοι.Η εξουσία τότε εισάγει το αδιέξοδο της ακούσιας αυτοειρωνίας. Κένεντι, Νίξον, Κάρτερ, oi μάσκες της εξουσίας μοιάζουν πλέον οι καρικατούρες τους. Ο Λάμα από την πλευρά του συνέχισε την υπέροχη παράδοση του αναζωογονητικού θεάτρου της D’Origlia Palmi, έφερε το ευαγγελικό μήνυμα του μεταξύ των ομάδων των μητροπολιτικών ινδιάνων συλλέγοντας την επιτυχία που του άξιζε. Η εκδίωξη του Λάμα από το πανεπιστήμιο της Ρώμης , στις 17 φεβρουαρίου 1977, είναι το αριστούργημα της ειρωνείας της μάζας”.

FIORETTI, FIORETTI / PAGHEREMO CARO PAGHEREMO TUTTO / TUTTO IL MOVIMENTO / DEV’ESSERE DISTRUTTO                   ΦΙΟΡΕΤΤΙ  / ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ ΑΚΡΙΒΑ ΟΛΑ ΘΑ ΤΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ / ΟΛΟ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ / ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙ [γονατισμένοι μπροστά στην ομάδα περιφρούρησης του PCI, χτυπώντας τα στήθια τους]

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

 

 

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 21 – χρονικό του Κινήματος ’77

ABBIAMO DISSOTTERRATO L’ASCIA DI GUERRA                                          XXVIII                       ΞΕΘΑΨΑΜΕ ΤΟ ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Θα επιστρέψουμε στο πανεπιστήμιο διότι θέλουμε να πάρουμε ολόκληρη την πόλη, διότι θέλουμε να μετατρέψουμε τις τοποθεσίες μας, τις συνοικίες γκέτο,  σε ανατρεπτικά κρησφύγετα που κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να κλείσει γιατί ένας λαός δεν μπορεί να τεθεί εκτός νόμου. Η περιθωριοποίηση στην οποίαν μας αναγκάσατε έγινε η επαναστατική μας δύναμη, είναι το κλειδί της εξέγερσης μας!!!
Υπουργέ Kossiga, αποδεχόμαστε την πολεμική σου δήλωση, θυμίζοντας σου πως το τσεκούρι μας το ξεθάψαμε ήδη εδώ και πολλά φεγγάρια. Γνώριζε πως θα καταβάλουμε όλες μας τις δυνάμεις , όλη τη φαντασία μας έως ότου η μάχη εναντίον σου και ενάντια στη κυβέρνηση που σε επιφόρτισε να μας καταστείλεις, να μετατραπεί στον πόλεμο για την ολοκληρωτική εξολόθρευση της βρώμιkης ράτσας σου. Όσο το χορτάρι θα μεγαλώνει στη γη, όσο ο ήλιος θα ζεσταίνει τα κορμιά μας, όσο το νερό θα μας βρέχει και ο άνεμος θα πνέει στα μαλλιά μας
ΔΕΝ ΘΑ ΘΑΨΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΤΟ ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ!!! NON SOTTERREREMO MAI PIU’ L’ASCIA DI GUERRA!!! Gli indiani metropolitani di Roma-nord” ,Οι ινδιάνοι μητροπολιτάνοι της βόρειας-Ρώμης (βρίσκεται στο
AA.VV., Οι ρίζες μιας εξέγερσης. Το φοιτητικό κίνημα στη Ρώμη…, Le radici di una rivolta. Il movimento studentesco a Roma…, Milano, Feltrinelli, μάϊος 1977; σελ. 103).

Milano: Μια συνέλευση στη Σχολή των Γραμμάτων καθίσταται μια δίκη ενάντια στην Avanguardia Operaia για τις συγκρούσεις της 19 του μήνα.
Η Avanguardia Operaia [Εργατική Πρωτοπορία] και το PdUP [Κόμμα Προλεταριακής Ενότητας] εκδιώχθηκαν απ’ το κίνημα

Τρίτη 22 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977
Στη Roma προλεταριακή απαλλοτρίωση στο πολυκατάστημα Telestore της via
del Tritone με 19 άτομα να συλλαμβάνονται και να δικάζονται στο αυτόφωρο.
Μια γιορτή στη Valle Giulia. Στη Napoli διαδήλωση 30.000 ανθρώπων
“ενάντια στην κυβέρνηση των θυσιών και αυτών που την υποστηρίζουν δια της αποχής”. Πραγματοποιείται έφοδος στο φασιστικό στέκι Controcorrente. Απομονωμένες συγκρούσεις μεταξύ φασιστών και αγωνιστών της αριστεράς. Πολλοί οι τραυματίες, πολλοί οι πυροβολισμοί από πιστόλι ανάμεσα στο πλήθος.
Στο Torino πορεία 8.000 φοιτητών, των οποίων προηγούνταν οι εργάτες της Singer του Leinì σε αγώνα ενάντια στις απολύσεις.

Τετάρτη 23 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977
Στην Bologna συνέλευση στην αίθουσα του πρώην Χρηματιστηρίου, dell’ex Borsa: 4.000 άτομα μεταξύ εργατών και φοιτητών. Σκληρές κριτικές των φοιτητών στο ΚΚΙ, al PCI, που αντικρούστηκαν από τους εργάτες. Στο Bari εναλλακτική φοιτητική διαδήλωση σε εκείνη του συνδικάτου. Στη Cosenza συνδικαλιστική διαδήλωση ενάντια στη μεταρρύθμιση
Malfatti. Η ομάδα περιφρούρησης του συνδικάτου προσπαθεί να εμποδίσει την είσοδο των φοιτητών στην πλατεία και δίνει το πρόσχημα στην αστυνομία να επέμβει. Τέσσερις συλλήψεις. Στο Udine: συμπλοκή ανάμεσα σε ομάδες φοιτητών και την ομάδα περιφρούρησης του PCI.

Παρασκευή 25 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977
Στη Roma συνέλευση επάνω στη σεξουαλικότητα. “Είναι η πρώτη πρωτοβουλία αυτού του είδους και έχει τεράστια επιτυχία. Οι ινδιάνοι μητροπολιτάνοι, οι οποίοι την έχουν προωθήσει, παρουσιάζουν την διακήρυξη πολέμου τους στα γκρίζα παλτό, ένα είδος προγράμματος για να ξαναπάρουν στα χέρια τους την πόλη και την ζωή (η »πλατφόρμα, το πρόγραμμα», «piattaforma», θα διαβαστεί στην συνέχεια σαν παρέμβαση στην εθνική συνέλευση της 26 φεβρουαρίου)…” (AA.VV. V. I non garantiti, Οι ακάλυπτοι,
Roma, Savelli, ιούλιος 1977; σελ. 149):

“1. Δημόσια χρηματοδότηση των εναλλακτικών κέντρων αποτοξίνωσης από την ηρωίνη και όλων των αυτοδιαχειριζόμενων πολιτιστικών πρωτοβουλιών.
2. Πλήρης απελευθέρωση της μαριχουάνας, του χασισιού, του
LSD, στην χρήση, στην κατάχρηση, στην κυκλοφορία και στην καλλιέργεια.
3. Γενική μείωση των τιμών του κινηματογράφου, των θεάτρων και όλων των πολιτιστικών πρωτοβουλιών στις τιμές που θα οριστούν από το κίνημα. 4.
Επίταξη όλων των ανοίκιαστων κτιρίων και χρησιμοποίηση τους σαν κέντρα συνεύρεσης και κοινωνικοποίησης των νέων που θέλουν να ζήσουν διαφορετικά, με τρόπο εναλλακτικό από αυτόν της οικογένειας. Γι αυτό τον σκοπό στήνονται οι  “αντί-οικογενειακές περιπολίες, ronde anti-famiglia” των οποίων καθήκον θα είναι να απαγάγουν εκείνους τους ανήλικους που εξαρτώνται από αυταρχικούς γονείς. 5. Να αποδοθεί ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο πρασίνου για κάθε κάτοικο. 6. Απελευθέρωση όλων των ζώων που βρίσκονται φυλακισμένα σε κλουβιά ή σε σπίτια. 7. Αναγνώριση σε όλα τα ζώα που βρίσκονται σε καθεστώς αιχμαλωσίας του δικαιώματος να επιστρέψουν στις χώρες καταγωγής τους.
8. Κατεδάφιση του Βωμού της Πατρίδας και αποκατάσταση-απόδοση της περιοχής στις αυθόρμητες μορφές βλάστησης και στα ζωντανά που θα επιστρέψουν να ζήσουν εκεί. Προτείνουμε μια λιμνούλα με κύκνους και πάπιες. 9. Εναλλακτική χρήση των αεροπλάνων Hercules C 110 που αποκτήθηκαν από την στρατιωτική αεροπορία από την εταιρεία Lockheed για δωρεάν μεταφορικές υπηρεσίες προς τους νέους για να μεταβούν στο
Machu Picchu, Μάτσου Πίτσου, με ευκαιρία την γιορτή του ήλιου” (βρίσκεται στο AA.VV., Radici di una rivoltaΡίζες μιας εξέγερσης,
Milano, Feltrinelli, 1977; σελ. 146).

IL LAVORO BENEDICI / VIVA VIVA I SACRIFICI                                                             ΕΥΛΟΓΗΣΕ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ / ΖΗΤΩ ΖΗΤΩ ΟΙ ΘΥΣΙΕΣ

CHI SI ASTIENE AVVELENA ANCHE TE, DIGLI DI SMETTERE                                           ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΑΠΕΧΕΙ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΖΕΙ ΚΙ ΕΣΕΝΑ, ΠΕΣ ΤΟΥ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η φυγή προς τα εμπρός -La fuga in avanti

του Manolo Morlacchi

Morlacchi-LaFugaInAvanti.jpgManolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, ed. Agenzia X, pp. 216, € 15,00. Η φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει

La fuga in avanti Η φυγή προς τα εμπρός βγήκε στα βιβλιοπωλεία εδώ και λίγες ημέρες και υπάρχουν κάποιες παρατηρήσεις, προκλήσεις, ερωτήσεις, που εμφανίζονται κατ’ επανάληψη στις παρουσιάσεις  όπου συμμετέχω και στις κριτικές που μέχρι τώρα μπόρεσα να διαβάσω, ειδικότερα η αναφορά του Wu Ming 1 στην Nandropausa. Οπότε βεβαιώθηκα για την ανάγκη εμβάθυνσης κάποιων ζητημάτων γύρω απ’ το βιβλίο μου.

Κατά μήκος των σελίδων του La fuga in avanti περιγράφω αρκετές φορές με μεγάλη έμφαση και νοσταλγία το κλίμα μέσα στο οποίο πέρασα τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας και ενηλικίωσης, πάνω κάτω από το 1975 στο 1985. Αυτή η περιγραφή μπορεί να ξεσηκώσει κάποια ενόχληση ή αμηχανία μεταξύ εκείνων που έζησαν στην πρώτη σειρά εκείνη την πολιτική περίοδο και πλήρωσαν τις συνέπειες σκληρά. Αλλά η ανάγνωση μου είναι σκόπιμα προκλητική. Είναι η προσπάθεια να συσχετίσω τα ανθρώπινα και κοινωνικά χαρακτηριστικά αυτών που αποφάσισαν να οδηγηθούν στην σύγκρουση με το Κράτος, με τα ανθρώπινα και κοινωνικά προφίλ με τα οποία είμαστε συνηθισμένοι να ζούμε σήμερα. Είναι η προσπάθεια να δείξω πως, στο τέλος, αυτά τα ονόματα και επίθετα είναι τα ίδια όπως και τότε, πως δεν πρόκειται για προσωπικές βιογραφίες, αλλά συλλογικά γεγονότα, πολιτικές και επαναστατικές ευκαιρίες, πολύ υλικά ζητήματα. Είναι η προσπάθεια να παρέμβω επάνω στις κοινοτοπίες, τα κοινά στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία τα χρόνια ’70 υπήρξαν ένας σύγχρονος μεσαίωνας, μολυβένιος και σημαδεμένος από την ultraιδεολογία.
Oι αναμνήσεις μου περιγράφουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Στην γειτονιά μου, το Giambellino, στα χρόνια ’70, οι προλετάριοι ήταν με την μεριά των Ερυθρών Ταξιαρχιών, erano dalla parte delle Brigate Rosse. Είναι πολλές οι σχετικές μαρτυρίες. Όλοι γνώριζαν ποιοι ήταν οι παράνομοι, τύχαινε αυτούς τους παρανόμους να τους συναντάς να τρων και να πίνουν στις ταβέρνες και στους τόπους συνάντησης του Giambellino, στην Bersagliera ή στην Cooperativa, δίχως κανείς να έχει κάτι να πει  (και δεν επρόκειτο για φόβο). Στην Piazza Tirana οι BR πραγματοποίησαν κάποιες δημόσιες συγκεντρώσεις δίχως να παρέμβει η αστυνομία. Σε οροφές λαϊκών κατοικιών εμφανίζονταν συχνά κόκκινες σημαίες με το πεντάκτινο αστέρι. Οι ίδιοι οι στρατευμένοι στο PCI γνώριζαν ποιοι κρύβονταν πίσω από τις Brigate Rosse, αλλά στην χειρότερη των περιπτώσεων ζούσαν μαζί. Ο πατέρας μου ήταν τόσο δεμένος με την ιστορία του στο κόμμα ώστε, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, γράφτηκε στην Rifondazione Comunista, στην Κομουνιστική Επανίδρυση δηλαδή, και γιόρτασε την πρώτη νίκη του Prodi επί του Berlusconi!
Δεν έχω σίγουρα σκοπό να ξεχωρίσω την ιστορία των ρομαντικών ερυθρών Ταξιαρχιών της περιπέτειας, σε σχέση με την ιστορία  των αιματηρών μιλιταριστικών ερυθρών Ταξιαρχιών. Υπάρχει μια μοναδική ιστορία της ένοπλης πάλης στην Italia και ο πατέρας μου υπήρξε απόλυτα μέρος της από το 1970 μέχρι που βγήκε από την φυλακή το 1986.   Παρέμεινε αδιαπέραστος-αμετακίνητος σε κάθε προσπάθεια να ελαφρύνει την θέση του ως κρατούμενος, χωρίς να αναζητεί τις συντομεύσεις του διαχωρισμού ή την ατιμία της μετάνοιας. Τις κριτικές του και τις αμφιβολίες σχετικά με την Οργάνωση πάντα τις διατηρούσε για τους συντρόφους με τους οποίους μοιράζονταν την ίδια άκαμπτη αποστροφή για το αστικό σύστημα.
Αυτό που κίνησε εκείνα τα πρόσωπα του Giambellino και τους πολλούς που τα ακολούθησαν, ήταν μια ώθηση πολύ υλική που προέρχονταν από μακριά και δεν αντιπροσώπευε τον καρπό μιας επεξεργασίας πανεπιστημιακού σαλονιού. Σε αυτούς συνοψίζονταν πολλοί αγώνες : η Αντίσταση στον ναζιφασιμό, η πείνα που υπέφεραν στην διάρκεια και μετά τον πόλεμο, οι εργατικοί αγώνες στα εργοστάσια των χρόνων ’50, η ρήξη με το PCI και η υποστήριξη στην Κίνα, στο Βιετνάμ, στην Κούβα, στους αφρικανικούς αγώνες ενάντια στην αποικιοκρατία. Τέλος, το 1968 και η δύσκολη διαλεκτική με τους φοιτητές, “τους μελλοντικούς ηγέτες της Χώρας που είχαν την πρόθεση να οδηγούν τις πορείες”.
Ήταν αυτή η πρακτική τους συνέπεια, ακόμη και πριν από την πνευματική / ιδεολογική, που έκανε ιδιαίτερους εκείνους τους συντρόφους και συναρπαστική την παιδική μου ηλικία. Ήξερες ποιος βρισκόταν μπροστά σου. Ήξερες ότι εκείνους τους ανθρώπους τους έβρισκες να παίζουν ζάρια με τον υπόκοσμο στον σιδηροδρομικό σταθμό του San Cristoforo στην πλατεία Τirana, αλλά όταν χρειάζονταν περισσότερα επάνω σε αυτούς μπορούσες να στηριχθείς χωρίς αμφιβολία.
Αυτά τα συναισθήματα προσπάθησα να τα μεταφέρω μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, προσπαθώντας να αποφύγω κάθε επιφύλαξη. Το La fuga in avanti είναι ένα βιβλίο παρτιζάνικο που προτίθεται να βάλει μέσα στο αυλάκι των επαναστατικών αγώνων του περασμένου αιώνα την εμπειρία του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Το βιβλίο μου δεν έχει καμία ειρηνευτική πρόθεση. Είναι η προσπάθεια να κατανοήσουμε τα λάθη και τα επιτεύγματα αυτής της εμπειρίας ώστε τα συμπεράσματα να χρησιμοποιηθούν από όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η κοινωνία του κέρδους είναι ένα βδέλυγμα ενάντια του οποίου πρέπει να αγωνιζόμαστε.

Μια άλλη πτυχή που συχνά εμφανίζεται στις συζητήσεις γύρω από τη δεκαετία του ’70, είναι το θέμα της ειδικής νομοθεσίας και, γενικότερα, οι μορφές που η καταστολή ανέλαβε για να νικήσει τον ένοπλο αγώνα: επαναφορά των σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων των κρατουμένων και των οικογενειών τους, υπόγεια χρήση της θανατικής ποινής και ούτω καθεξής. Είναι συνήθεια μεγάλου μέρους της λιγότερο ή περισσότερο θεσμικής αριστεράς, να αντιμετωπίζει εκείνα τα γεγονότα και περιστατικά σαν να ήταν το αποτέλεσμα μιας συλλογικής τρέλας που μεγάλωσε μέσα στην μήτρα των δημοκρατικών θεσμών.
Σαν εκείνες οι κατασταλτικές επιλογές να ήταν ένα τέρας που ξέφυγε από το χέρι κάποιου και όχι το συγκεκριμένο προϊόν των μεθόδων με τις οποίες οι μηχανισμοί του Κράτους, οποιουδήποτε Κράτους, παρεμβαίνουν όταν η διαφωνία γίνεται επικίνδυνη. Σαν, σε σύγκριση με εκείνα τα χρόνια, να υπήρχαν σήμερα κατασταλτικές δυνατότητες λιγότερο κακές από ό, τι ήταν τότε. Θα έφτανε να διαβάσετε το θαυμάσιο βιβλίο του Emilio Quadrelli Απόδραση και εξεγέρσεις, Evasione e rivolte για να συνειδητοποιήσετε πόσο αυτό το είδος της ανάγνωσης, στην καλύτερη περίπτωση, είναι αφελές, απλοϊκό.
Εκείνοι που πολεμούν τον ιμπεριαλισμό με τα όπλα στο χέρι, χθες όπως και τώρα, γνωρίζουν τα εργαλεία με τα οποία η αστική τάξη είναι εξοπλισμένη για να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της. Είναι βελτιωμένα εργαλεία επάνω στο δέρμα εκείνων που πολέμησαν τον καπιταλισμό στην διάρκεια των επαναστατικών κύκλων τα τελευταία 150 χρόνια. Θεωρητικές εργασίες που βγήκαν από τα κεντρικά του τρόμου των ηνωμένων πολιτειών, του ισραήλ, της γαλλίας, βρετανίας, ιταλίας και που βρήκαν πρακτική εφαρμογή στα λατινοαμερικανικά σενάρια, μεσανατολικά, αφρικανικά, ινδοκινέζικα, στον αγώνα ενάντια στις μαχόμενες ευρωπαϊκές οργανώσεις και όλου του κόσμου. Σήμερα αυτά τα εγχειρίδια καταστολής βρίσκουν την πλανητική τους καθαγίαση και την σωστή ευελιξία για να ανταποκριθούν σε κάθε ποιοτική και ποσοτική αναγκαιότητα. Έτσι έχουμε την περίπτωση του Ιράκ, όπου contractor/πατριώτες ιταλοί φεύγουν για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου βιάζοντας γυναίκες και παιδάκια, και έχουμε αντιθέτως την περίπτωση της Γένοβας το 2001 όπου η αστυνομία μας περιορίζεται να δώσει τα διαπιστευτήρια της σε όσους πίστευαν ότι η μπουρζουαζία μιας δημοκρατικής χώρας χρησιμοποιεί διαφορετικά εργαλεία σε σχέση με αυτά που προορίζει για τις περιφέρειες του κόσμου. Να προσπαθούμε να τετραγωνίσουμε τον κύκλο επάνω σε αυτά τα θέματα γύρω από ένα τραπέζι και με την έγκριση των θεσμικών οργάνων είναι, για να χρησιμοποιήσουμε μια ευγενική έκφραση, αδύνατο. Εκτός αν νομίζετε ότι υπάρχει μια διχοτομία μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των συμφερόντων του κεφαλαίου.

Στο βιβλίο μου έχει επίσης επικριθεί το γεγονός πως δεν σέβεται τον πόνο των θυμάτων εκείνων των χρόνων. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Σέβομαι αυτό τον πόνο, αποφεύγοντας να μιλήσω γι ‘αυτόν. Δεν είναι ένα απλό escamotage, τέχνασμα, αλλά η βαθιά πεποίθηση ότι δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να εισέλθω σε έναν πόνο που δεν είναι δικός μου. Νομίζω ότι ο σεβασμός είναι μια κατηγορία που μερικές φορές προκαλείται από τους νικητές, όταν οι ηττημένοι δεν ζητούν «συγνώμη». Όλοι θρηνούν τους νεκρούς τους όπως το επιθυμούν. Έχω μεγάλο σεβασμό για τον ανθρώπινο πόνο που προκαλείται από τη βία, είτε επαναστατική είτε κατασταλτική. Πολύ πιο σημαντικό είναι να πούμε ότι αυτό το σεβασμό τον είχε ο πατέρας μου, η μητέρα μου και οι πολλοί σύντροφοι τους. Ανέφερα σκόπιμα στις σελίδες της Φυγής προς τα εμπρός- La fuga in avanti ένα βήμα από το Δίχως ανακωχή-Senza tregua, όταν ο διοικητής Visone βρίσκεται μπροστά στους νεκρούς του Piazzale Loreto και παρατηρεί τα πρόσωπα ευτυχισμένα και χαμογελαστά των φασιστών: «Συνειδητοποίησα εκείνη τη στιγμή πόσο μεγάλη ήταν η απόσταση που με χώριζε από τους εχθρούς μου. Εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να γελάσω μπροστά στα πτώμα του εχθρού μου. Πολύ μεγάλο ήταν το βάρος που κουβαλούσα στους ώμους μου για αυτούς τους θανάτους «.

Θέλησα να διηγηθώ μια ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών χωρίς να θαφτώ στις πτυχώσεις της Επίσημης Ιστορίας. Δεν ενδιαφέρθηκα για τα διάφορα στάδια και τις διαφορετικές ψυχές του ένοπλου αγώνα: ένοπλη προπαγάνδα, μιλιταριστική πτέρυγα, κινηματική πτέρυγα, πρώτη και δεύτερη θέση, pg, pcc, ucc κλπ . Όχι γιατί είναι ασήμαντα θέματα, αλλά επειδή δεν χρειάζονται για να περιγράψουν όλη την ιστορία της πιο σημαντικής ιταλικής ένοπλης οργάνωσης.
Έτσι όπως είναι άχρηστο να προσπαθήσουμε να την χρωματίσουμε (εκτός αν πρόκειται για μια εκ νέου ανάγνωση συμφεροντολογική) εξιστορώντας τις ασχήμιες και τις εκτροπές που συνέβησαν κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Οι στραγγαλισμοί στην φυλακή αγωνιστών οι οποίοι είχαν κάνει ομολογίες κάτω από βασανιστήρια, οι δολοφονίες για να διαδοθεί ένα φυλλάδιο, κ.λπ. κ.λπ. Η κατηγορία της βίας, σε ανάγνωση με απόλυτους όρους, κατά παρεκβολή και με ακραίο τρόπο, θα περιέγραφε το εσφαλμένο της ένοπλης επιλογής. Παίρνει τη μορφή ενός πνευματικού τεχνάσματος ώστε να κάνει όλους να συμφωνήσουν. Μα που βρίσκονταν η βία εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία; Ήταν το προϊόν μιας ομάδας τρελών που το είχαν σκάσει από κάποιο ψυχιατρείο, ή ήταν το αποτέλεσμα της κοινωνικής σύγκρουσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη;  Εάν θέταμε σε ανταγωνισμό την επαναστατική βία με εκείνην της καταπίεσης,  ε λοιπόν θα κέρδιζε με μεγάλη απόσπαση εκείνη που προκλήθηκε από τις σφαγές του Κράτους, από τα νομιμοποιημένα βασανιστήρια, από τις δολοφονίες που πραγματοποιήθηκαν στους δρόμους και τις πλατείες, στις φυλακές, από τους σφαγιασμούς που διαπράχθηκαν από τον ιμπεριαλισμό σε όλο τον κόσμο. Αλλά είναι άχρηστη αυτή η επιχείρηση, εκτός εάν, επαναλαμβάνω, αυτή είναι μια πολιτική επιχείρηση. Αλλά τότε μπαίνουμε σε έναν άλλο χώρο. Είναι όπως όταν σήμερα μας κάνουν να βλέπουμε παντού τους δολοφόνους της Αλ Κάιντα, αλλά προσέχουν πολύ από το να δημοσιεύουν τα “ηρωικά κατορθώματα” των στρατιωτών και των μισθοφόρων μας στους οίκους ανοχής της Καμπούλ, στα χωριά του Κοσσυφοπεδίου, κατά μήκος των δρόμων του Ιράκ.
Ο πατέρας και η μητέρα μου στάθηκαν πάντα κριτικοί και μακρινοί σε σχέση με ορισμένες εκτροπές που συνδέονται με την ήττα που διαφαίνονταν επί της οργάνωσης, όπως επίσης αφηγούμαι με μαρτυρίες στο βιβλίο μου. Αλλά όλα αυτά λίγη σημασία έχουν στη συνολική αξιολόγηση. Σήμερα οι BR δεν υπάρχουν πια. Αλλά η βία η καταπίεση και η καταστολή αυξάνουν γεωμετρικά. Είναι από αυτή την παραδοχή, από ότι συμβαίνει σήμερα, που πρέπει να αρχίσουμε να ξαναδιαβάζουμε εκείνα τα επεισόδια.
Βιβλία για τις ΕΤ έχουμε δεκάδες. Η βία, διαβασμένη με μονόπλευρο τρόπο, παραμένει το κύριο εργαλείο για να περιγραφεί εκείνη η εμπειρία. Ασυνάρτητη, ανιστόρητη, διανοουμενίστικη, είναι μια ανάγνωση που χρησιμεύει μόνο για να πιστοποιήσει την ιστορία που έγραψαν οι νικητές. Εγώ αντιθέτως προσπάθησα να την γράψω από την οπτική των ηττημένων, ηττημένων, που όμως δεν παραδόθηκαν, δεν το έβαλαν κάτω, δεν τα παράτησαν – sconfitti, ma non arresi.

https://www.carmillaonline.com/2008/01/03/la-fuga-in-avanti/

ιστορία, storia

Το αίνιγμα των χρόνων Εβδομήντα – L’enigma degli anni Settanta: dibattito pubblico alla Sapienza, δημόσια συζήτηση στο πανεπιστήμιο La Sapienza

Σαράντα χρόνια αργότερα, η ανάμνηση του 1977 φαίνεται να καίγεται με μια κρύα φωτιά, ξεπερασμένη. H κυκλική επέτειος επιβάλλει μια κουρασμένη μνήμη που, σήμερα περισσότερο από ποτέ, σηματοδοτεί την απόσταση με εκείνα τα γεγονότα και εκείνα τα πάθη. Έχοντας στείλει στη σοφίτα τόσο τον μυθολογικό βετερανισμό όσο και την μετα-μοντέρνα επίπληξη, φαίνεται να ήρθε ο χρόνος, η ώρα της ανεξάρτητης ιστοριογραφίας, ειδομένης από απόσταση. Ωστόσο, ακόμη και αυτή δεν βρίσκει μεταφορικό μέσο την ώρα που ερμηνεύει το αίνιγμα εκείνου του κινήματος. Σαράντα χρόνια αργότερα, γύρω από την δεκαετία του Εβδομήντα εξακολουθεί να παραμένει ένα πέπλο μυστηρίου. Μια ξεκάθαρη ένδειξη της σχέσης μεταξύ ιστορίας και πολιτικής: η έλλειψη ενδιαφέροντος της μιας αποστειρώνει την δυναμικότητα της άλλης. Ωστόσο, η φαινομενική έλλειψη επικαιρότητας του ’77 – όπως και της άλλης μεγάλης επετείου αυτού του 2017, της ρωσικής Επανάστασης – θα μπορούσε να απελευθερώσει αυθεντικά σκεπτικά, original, τα οποία να μην κάμπτονται πλέον από την αναγκαιότητα νομιμοποίησης αυτής ή εκείνης της πολιτικής λειτουργίας. Το ’77 δεν είναι πια η γη της έριδος μεταξύ ανταγωνιστικών οραμάτων της επαναστατικής πολιτικής. Είναι μια ανάμνηση ειρηνευμένη, καταδικασμένη από τους μεν, μυθοποιημένη από τους άλλους, τυλιγμένη στο πέπλο μυστηρίου έλλειψης κατανόησης τόσο στους μεν όσο και στους δε. Αξίζει λοιπόν να επιστρέψουμε να σκεφτόμαστε το ’77. Γιατί, είναι η θέση μας, εάν τίποτα δεν φαίνεται τόσο μακρινό από αυτό το έτος, πολλές από τις σημερινές δυσκολίες στο να προταθεί μια αξιόπιστη πολιτική τοποθετούν τις ρίζες τους στο εν λόγω κίνημα, ή μάλλον: στις μεταθανάτιες ερμηνείες αυτού του κινήματος. Ας προχωρήσουμε με τάξη.

Από τη δεκαετία του Εβδομήντα, και ιδίως του ’77 υπενθυμίζεται, συμπτωματικά με μιαν επιχείρηση λοξή , η επανάσταση των ηθών, των λεξιλογίων, των συμπεριφορών, των υπαρξιακών οριζόντων, των πολιτισμικών αναφορών, των σεξουαλικών ελευθεριών. Μια ομίχλη που τροφοδοτείται από την ανάγκη να διαχωριστεί το «κοινωνικό» από την πολιτική, το καλό της αντικουλτούρας από το κακό της ισορροπίας δυνάμεων, τα «όνειρα» και οι «επιθυμίες» της γενεών από την απρόσωπη βία της πολιτικής πάλης. Μια ομίχλη πλάγια, λοξή, που ενώνει το κόμμα της Repubblica με τα πολιτικά συμφέροντα μιας ριζοσπαστικής αριστεράς χωρίς πλέον ιστορικό ρόλο. Ωστόσο το να κλειδώσουμε εκείνο το κίνημα μέσα στην περίφραξη της αντικουλτούρας της νεολαίας σημαίνει πως τροφοδοτούμε το μυστήριο και την παρανόηση. Το 1977 δεν μπορεί να εξηγηθεί αν εκείνοι οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί δεν μας δίνουν πίσω μια εξαντλητική ερμηνεία, εάν δεν συγκριθούν, αν δεν αντιμετωπιστούν με την Πολιτική. Για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, η οικονομική κρίση της δεκαετίας του εβδομήντα προχωρούσε στενεύοντας τους χώρους δημόσιας ένταξης, προοδευτικής επέκτασης του κοινωνικού Κράτους, αυξανόμενων εγγυήσεων για μια μάζα εργαζόμενων που δεν γοητεύονταν πλέον από την προοπτική της ρεφορμιστικής χειραφέτησης. Η «πολιτική των θυσιών», η οποία εγκαινιάστηκε από τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1974, φάνηκε να δένει (και όντως έδεσε) το Κκι στο μέτωπο της μισθολογικής μετριοπάθειας, της μισθολογικής επιβράδυνσης. Η στρατηγική του «ιστορικού συμβιβασμού», η οποία ξεκίνησε το 1973 και συγκεκριμενοποιήθηκε το 1976 με την εξωτερική στήριξη του κομμουνιστικού Κόμματος στην κυβέρνηση Andreotti, επικύρωνε το κλείσιμο κάθε πολιτικού χώρου: μέσα στον φράκτη της «εθνικής αλληλεγγύης» τα δύο μεγάλα λαϊκά κόμματα – κομμουνιστικό Κόμμα και Χριστιανοδημοκρατία – που συμπεριλάμβαναν την μεγάλη πλειοψηφίας του ιταλικού λαού, έξω από εκεί δεν παραμένει άλλο από μια μπλοκαρισμένη εναλλακτική πολιτική, στην οποίαν, όμως, αντιστοιχεί μια κοινωνική παρουσία κάθε άλλο παρά αμελητέα, καθόλου ασήμαντη .
Το ’77 γεννήθηκε λοιπόν ως ένα κίνημα χωρίς κάποια πιθανή πολιτική ακτή, εχθρός τόσο των συμφερόντων του Κεφαλαίου όσο και εκείνων μιας εργατικής τάξης που επιτέλους βρίσκονταν στον προθάλαμο της «κυβέρνησης». Ακόμη και οι προσπάθειες ενός «ενιαίου μετώπου από τα κάτω» – στρατηγική που συμμερίζονταν τόσο το Manifesto όσο και η Avanguardia Operaia και η Lotta Continua – συγκρούονται με την εν λόγω κυβέρνηση ιστορικού συμβιβασμού που κλείνει κάθε στρατηγική προοπτική «λαϊκής υποστήριξης». Χωρίς ανάχωμα, ούτε νομιμοποίηση στην πολιτική, εκείνο το κίνημα μορφοποιεί την ταυτότητά του και την αυτο-εκπροσώπηση του επάνω στην απόρριψη, στην άρνηση, την απόρριψη της εργασίας, της λιτότητας, της ειρήνευσης, οποιασδήποτε εθνικής αλληλεγγύης, αλλά πάνω απ ‘όλα στην απόρριψη της πολιτικής, κατανοητής μόνο ως μέρος της διαμεσολάβησης και του συμβιβασμού. Εδώ γεννιούνται μερικά από τα προβλήματα των οποίων εξακολουθεί να είναι θύμα ακόμη και σήμερα κάποια πολιτική κινηματίστικη.

Αντικειμενικά ο πολιτικός χαρακτήρας του κινήματος συγκρούεται μετωπικά με το Κράτος και τις οικονομικές και κατασταλτικές διαρθρώσεις του, έτσι το ’77 αναλαμβάνει την χροιά, την έννοια κινήματος ξένου προς την Πολιτική. Απορρίπτει μια ενωτική στρατηγική, ενιαία, μια λογική συμβιβασμών και διαλεκτικής διαμεσολάβησης, μια καθορισμένη οργανωτική μορφή. Ακριβώς γι αυτό, το ότι είναι μειοψηφία δεν βιώνεται ως περιορισμός, ως όριο, αλλά ως πόρος, ως δυναμική, ως δυνατότητα. Ο «παράξενος φοιτητής» που κινεί το ’77 και ταρακουνά τις καταστάσεις, αναζητώντας την σωστή δόση καινοτομίας και ανανέωσης με μια κληρονομιά εργατικών αγώνων συσσωρευμένων στην τάξη, αλλά που έχει οστεοποιηθεί αυτή η κληρονομιά,  έχει γίνει άκαμπτη και αρτηριοσκληρωτική από τα κομουνιστικά χαλινάρια στη φάση της εθνικής αλληλεγγύης, χάνει στο δρόμο τη σχέση με την παράδοση αυτών των αγώνων , μειώνοντας τις πιθανότητές του για διάλογο με μιαν εργατική τάξη παρ ‘όλα αυτά (παρά την ισχυρά οργανική σχέση με την κομμουνιστική παράδοση) διαθέσιμη στην κινητοποίηση και τη ριζοσπαστικοποίηση. Μια σειρά από παραδοσιακά χαρακτηριστικά ήρθαν να συγκρουστούν: η εργασία, από πρωταρχική αξία για όλο το ταξικό κίνημα, γίνονταν μια αρνητική αξία. Η πειθαρχία «θλιβερή», για έναν αιώνα στη βάση της εργατικής οργάνωσης, έδινε τη θέση της στην έπαινο της απειθαρχίας, ή τουλάχιστον στη δημιουργική απελευθέρωση συνδεδεμένη με σχέση «όχι στερεότυπη». Tον πολιτικό ρεαλισμό μακιαβελικής και λενινιστικής παράδοσης, αντικαθιστούσε μια ανάγκη ελευθεριακού ιδεαλισμού ανυποχώρητου στην διαμεσολάβηση, τόσο πολιτική όσο και κοινωνική.

Αυτή η ρήξη ακόμη και σήμερα βρίσκεται σε αποσύνθεση. Όχι μόνο σήμερα: μέσα στον κύκλο των τελευταίων τριάντα χρόνων αυτές οι δυσκολίες έχουν σκάψει μέσα στα κινήματα, παίρνοντας τη θέση του «κλισέ, της κοινοτοπίας» η οποία ποτέ δεν προβλημάτισε πραγματικά. Ακόμα και σήμερα, μέσα στην ανταγωνιστική αριστερά, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα της σχέσης με την πλειοψηφία των κατώτερων, των εξαρτώμενων κοινωνικών στρωμάτων, καθώς επίσης, μέσα στην πολύμορφη αποσύνθεση η οποία με την πάροδο του χρόνου έχει φτάσει στο σημείο να λαμβάνει, καλύπτει την ταυτότητα των κοινωνικών υποκειμένων, απουσιάζει οποιοδήποτε κοινό έδαφος για το ξεπέρασμα αυτού του κατακερματισμού. Αντιμέτωποι με ένα κοινωνικό σενάριο σε διαρκή υποχώρηση, σε μια γενικευμένη φτωχοποίηση ακόμη και κοινωνικά εγκάρσια, η οποία περιλαμβάνει προοδευτικά και αφορά όλο και ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, από την δεκαετία του Ενενήντα τα κινήματα συνεχίζουν να περιορίζονται σε μια ένταση που διεκδικείται και φιλοδοξίες πλειοψηφικές αλλά ανίκανες να συμβαδίσουν με τις σημαντικές αλλαγές και τους μετασχηματισμούς προς τους οποίους προχωρά για να τους συναντήσει ο Καπιταλισμός, με τον προφανή κίνδυνο να βρεθούν παγιδευμένα σε μια κοινωνική μειοψηφία ανίκανη να επεκτείνει τις σχέσεις της και τον πολιτισμό της πέρα από τον ολοένα και στενότερο κύκλο των αγωνιστών.

Σήμερα που η πολιτική, η επίσημη, συνεχίζει και προχωρά μέσα στη στεγανότητα της απέναντι στις απαιτήσεις των λαϊκών στρωμάτων, η μόνη αξιόπιστη πολιτική επιλογή θα ήταν να προταθεί ξανά εκείνη η απόρριψη που το ’77 μπόρεσε να οργανώσει και να ζήσει μέσα σε μεγάλες ζώνες της κοινωνίας. Αλλά μερικά από τα διακριτικά χαρακτηριστικά εκείνου του κινήματος στην αναζήτηση της σωστής ισορροπίας ανάμεσα στην ανανέωση και την κομμουνιστική παράδοση, εξακολουθούν να εμποδίζουν τον στόχο εκείνης της λαϊκής συναίνεσης γύρω από ιδέες και πρακτικές πραγματικά επαναστατικές. Αυτό είναι για το οποίο πρέπει να επιστρέψουμε να συζητούμε σήμερα. Και είναι από αυτή την άποψη που εξακολουθεί να παραμένει αναπάντητο το ερώτημα που ταράζει τα όνειρα των κομμουνιστών: πως θα ανοικοδομηθεί ένα επαναστατικό κίνημα ικανό να ξεπεράσει προς τα εμπρός το τελευταίο πραγματικό και μεγάλο επαναστατικό κίνημα της χώρας μας, το κίνημα του ’77;

1916 letture totali 36 letture oggi
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Συμβουλές [ή όχι] για τις αγορές σας: Έτρεχα σκεπτόμενος την Anna, του Pasquale Abatangelo – Consigli (o sconsigli) per gli acquisti: Correvo pensando ad Anna, di Pasquale Abatangelo

Μια ιστορία των χρόνων εβδομήντα

Μέσα από την κοπριά των πολλών δήθεν απομνημονευμάτων για τη δεκαετία του Εβδομήντα, συμβαίνει σε κάποιο σημείο να ξεθάψουμε το πιο όμορφο λουλούδι. Είναι η ειλικρινής και τραγική ζωή του Pasquale Abatangelo που μας επιστρέφει, μας δίνει πίσω την έννοια και την σημασία μιας συλλογικής ιστορίας που θάφτηκε από την μνησίκακη ιστορία των νικητών, της δεξιάς και της αριστεράς. Εδώ και πάρα πολύ καιρό έχουν αλλάξει το όνομα στα πράγματα, αλλά παραμένει άγρια αληθινός ο στίχος της Gertrude Stein, Γερτρούδης Στάιν: ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο. Αυτή η αυτοβιογραφία επιστρέφει νόημα σε ένα όνομα που πλέον έχει στραγγιστεί από υλικά νοήματα, από φυσικές έννοιες και σημασίες : τον κομμουνισμό. Η ζωή του Abatangelo Pasquale είναι ο ιταλικός κομμουνισμός των χρόνων Εβδομήντα. Η ζωή του ως συνεκδοχή μιας γενιάς επαναστατών αγωνιστών οι οποίοι, στερημένοι από τα πάντα, εκτός από την πειθαρχία και την αυτοθυσία τους, βρέθηκαν σε θέση να βάλουν το φόβο στην εξουσία, μπόρεσαν να κάνουν την εξουσία να φοβηθεί. Είναι αυτό ένα προνόμιο που πλήρωσαν ακριβά: πολλοί δεν άντεξαν, άλλοι διατήρησαν την αξιοπρέπειά τους ανέπαφη. Ο Pasquale ήταν ένας από αυτούς.

Η ζωή του Pasquale περικλείει συμβολικά την αίσθηση και το νόημα της μακράς δεκαετίας των ταξικών αγώνων στην Ιταλία ανάμεσα στο 1968 και το τέλος της δεκαετίας του Εβδομήντα. Μια ζωή ανθρώπων που δεν τους έδιναν μεγάλη σημασία, ζωή ανθρώπων δίχως αξία, και ήταν πολλές εκείνη την εποχή, απ’ το σχολείο σε αυτό του δρόμου, την πρώτη ληστεία, στη φυλακή. Αλλά η αναγέννηση στον κομμουνισμό έγινε μέσα σε εκείνη την συλλογική ιστορία που συγκλόνισε τις μοίρες μιας γενιάς. Ο απολιτικός Pasquale έπρεπε να λογαριαστεί με την επαναστατική επείγουσα ανάγκη, με τον επαναστατικό χαρακτήρα μιας γενιάς που σάρωσε τα ατομικά πεπρωμένα: «Εδώ δημιουργήθηκαν οι βάσεις, τα θεμέλια της ιταλικής ιδιαιτερότητας. Και στη Γαλλία, και στη Γερμανία, στην Αγγλία, στις ΗΠΑ το Εξήντα οκτώ βρήκε τις λέξεις για να κατανοήσει, να περιγράψει και να απορρίψει στο σύνολο τους τους θεσμούς . Αλλά μόνο στην Ιταλία δημιουργήθηκε μια equal δυναμική, ομότιμη, οριζόντια και οσμωτική ανάμεσα στους ποινικούς και τους επαναστάτες. Χρόνια αργότερα, στα βιβλία φιλοσοφίας βρήκα τις σωστές λέξεις για να περιγράψω την σημασία αυτής της συνάντησης: αμοιβαία αναγνώριση «. Η αμοιβαία αναγνώριση στην οποίαν αναφέρεται ο Pasquale δεν είναι «μόνο» μεταξύ των κοινών κρατουμένων και των πολιτικών αγωνιστών, μαχητών. Είναι εκείνη ανάμεσα σε ένα κομμάτι των κατώτερων τάξεων και των επαναστατικών πρωτοποριών. Αυτή είναι η σχέση που εξηγεί την μη φυσιολογική διάρκεια και την σκληρότητα της μάχης, της σύγκρουσης που έσυρε την χώρα σε έναν αληθινό εμφύλιο πόλεμο – αν και “χαμηλής έντασης”. Αυτή είναι η ιταλική ιδιαιτερότητα, η οποία επέτρεψε την δημιουργία ενός μαζικού επαναστατικού κινήματος και, ταυτόχρονα, την ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα:«Οι νέοι αμφισβητίες που διαμαρτύρονταν και κατέληγαν στη φυλακή συνέβαλαν στη διεύρυνση των πολιτικών και πολιτιστικών οριζόντων των πρωτοποριών του κινήματος των κρατουμένων. Αλλά και οι ληστές και οι κλέφτες εμπλούτιζαν τις πολιτικές και ανθρώπινες αποσκευές των αγωνιστών της άκρας αριστεράς. Η επιρροή αναπτύσσονταν και στις δύο κατευθύνσεις. Οι κατάδικοι ιδιοποιούνταν την κουλτούρα και την πολιτική εμπειρία των εξηνταοκτάρηδων, που ήταν απαραίτητες για να δώσουν νόημα σε μια συλλογική αναταραχή, σε εκείνο το τίναγμα και ξέσπασμα που διαφορετικά θα προορίζονταν να πυρποληθεί και να καεί μέσα σε ένα είδος jaquerie. Οι εξωκοινοβουλευτικοί, στο μεγαλύτερο τους μέρος μικροαστικής κοινωνικής προέλευσης, κατάπιναν με γρήγορες γουλιές την συγκεκριμένη γνώση των κρατουμένων, φρούτο και αποτέλεσμα των όξινων εμπειριών που βίωναν στα περιθώρια της κοινωνίας».

Αλλά μέσα σε αυτή τη συλλογική ιστορία περιλαμβάνεται η συγκεκριμένη ιστορία του Pasquale, κατανοητή μόνο αν τοποθετηθεί μέσα στη δεκαετία του Εβδομήντα, αλλά – ταυτόχρονα – πλήρως αντάξια των εξαιρετικών χαρακτηριστικών του ανθρώπου. Ο Pasquale συνελήφθη την τελευταία και οριστική φορά το 1974. πολιτικοποιείται μέσα σε λίγο χρόνο, ιδρύει μαζί με άλλους συντρόφους τους Nap της Φλωρεντίας, τους ένοπλους προλεταριακούς Πυρήνες, και κατά τη διάρκεια μιας προλεταριακής απαλλοτρίωσης που έληξε με τραγικό τρόπο συλλαμβάνεται και φυλακίζεται μέχρι το 1993 για να βγει με αναστολή, στην οποίαν ακολούθησαν άλλα δέκα χρόνια ημιελευθερίας και επιτηρημένης ελευθερίας. Είκοσι χρόνια συνεχούς κράτησης στις ειδικές φυλακές, είκοσι χρόνια εξεγέρσεων, ταξικών αγώνων στο εσωτερικό των κατασταλτικών δομών, ξυλοδαρμών που υπέστη, τους οποίους, όταν ήταν δυνατόν, ανταπέδιδε, είκοσι χρόνια εγκλεισμού δίχως καμιά θυματοποίηση από πλευράς του. Δεν υπήρχαν περιθώρια για κλαψούρισμα κατά τη διάρκεια της πάλης των τάξεων, αλλά είναι ένα πράγμα να το λέμε ή και μόνο να το «σκεπτόμαστε» με ψυχραιμία, ένα άλλο είναι να το ασκούμε για είκοσι ολόκληρα ατέλειωτα χρόνια, μακριά από αυτούς που αγαπάμε, από την κανονική ζωή, ή ακόμα και από την στράτευση σε συνθήκες ελευθερίας. Ο κομμουνισμός στην Ιταλία και στη δεκαετία του Εβδομήντα σήμαινε και αυτό: όχι μόνο «την μετατροπή» ενός προλετάριου σε πειθαρχημένο επαναστάτη αγωνιστή της ταξικής πάλης, αλλά το άνοιγμα του κόσμου της «κουλτούρας» σε όσους πάντα αρνούνταν τους ταξικούς μηχανισμούς της: «Τα βιβλία μου έδωσαν αυτοπεποίθηση, παραδίδοντας μου αλήθειες που ποτέ δεν θα ξεχάσω σε όλη μου την ζωή σαν κομμουνιστή αγωνιστή. Αλλά με δίδαξαν, επίσης, ότι το να μισώ δεν έφτανε, και ήταν εύκολο να το παραδεχτώ αν ο κόσμος που έπρεπε να κληρονομήσουμε ήταν αυτός του Fabrizio del Dongo ή του Pierre Bezuchov, πιο δύσκολο γίνονταν αν η ανάγνωση διακόπτονταν από τις κραυγές που έρχονταν από τους διαδρόμους, σε εκείνη την σκατένια φυλακή όπου το να χτυπούν τους κρατούμενους ήταν σαν να παίζουν tresette, στα χαρτιά». Ο αντάρτης Abatangelo, ο εξεγερμένος, ήταν μια μηχανή που κατασκευάστηκε από την κοινωνία για να μισεί. Η φυλακή ήταν ο τόπος όπου αυτό το μίσος πολλαπλασίαζε τη δύναμή του και κυλούσε στις φλέβες των κρατουμένων. Αλλά η αναγέννηση στον κομμουνισμό συνεπάγονταν επίσης την αμφισβήτηση της εξεγερμένης φύσης των: το ταξικό μίσος ήταν η πηγή, το ελατήριο, που δεν μπορούσε να παρακαμφθεί, αλλά η επαναστατική μαχητικότητα τους δεν θα μπορούσε να επιλυθεί μόνο μες το μίσος, έχοντας σαν ποινή την επιστροφή στην εξεγερτικότητα ως αυτοσκοπό, από την οποίαν όμως είχαν απομακρυνθεί, με δυσκολία, και είχαν χειραφετηθεί με ριζοσπαστικό τρόπο. Κι εδώ: εύκολο να το γράψεις, πολύ δύσκολο να το κάνεις μέσα στο κύκλωμα των ειδικών φυλακών, όπου η εκμηδένιση της προσωπικότητας σου ήταν ο πρώτος στόχος της καταστολής. Ακόμη περισσότερο: εύκολο για κάποιον «πολιτικό» ο οποίος γρήγορα μορφώθηκε από τις σκληρότητες της φυλακής, πολύ λιγότερο για έναν εξεγερμένο προλετάριο που πολιτικοποιήθηκε αργότερα, ακριβώς σε εκείνη τη φυλακή που ευνοούσε την κακία και το μίσος σαν τον μοναδικό υπαρξιακό ορίζοντα.
Αλλά η «δύναμη» του βιβλίου είναι κάπου αλλού και όχι στην απλή επίκληση της προσωπικής εμπειρίας, που είναι έτσι κι αλλιώς σημαντική, και σε πολλά χωρία, συγκινητική ακριβώς λόγω της ειλικρίνειας που είναι απαλλαγμένη από κάθε προσπάθεια μεταθανάτιας νομιμοποίησης. Το βιβλίο δεν είναι μόνο μνήμη και μαρτυρίες, αλλά και πολιτική ανάλυση. Δεν έχει υποβιβαστεί σε αντικείμενο απλής απομνημόνευσης, που είναι από μόνη της εργασία αξιοπρεπής, αλλά κατά κάποιο τρόπο «ήσσονος σημασίας». Οι μνήμες του Pasquale, οι αναμνήσεις του, συνυφασμένες διαπλέκονται με τον πολιτικό στοχασμό για τον ένοπλο αγώνα, για το τέλος του, σχετικά με τους πιθανούς δρόμους τους οποίους δεν μπόρεσε να ακολουθήσει με αποτέλεσμα το τέλος του κομμουνισμού στην Ιταλία νοούμενου σαν το πραγματικό κίνημα που ανατρέπει την καθεστηκυία τάξη, την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων : «Οι BR ουδέποτε υπήρξαν ένα «σύμβολο», ένα εμπορικό σήμα, όπως λέγετε σήμερα. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν ένα οργανωμένο σώμα ανδρών και γυναικών που είχαν δώσει βάθος στις ενέργειές τους μαχόμενοι, και που έσβησε κάνοντας τον ένοπλο αγώνα, διότι, στις στρατηγικές και τακτικές επιλογές, δεν κατάφερε να κοιτάξει πέρα από το κοινωνικό κύκλο αγώνων που το είχε παράξει σαν πολιτική και στρατιωτική πρωτοπορία ».

Όπως έχουμε πει πολλές φορές, η δεκαετία του Ογδόντα – νοούμενη ως γενικευμένη απομάκρυνση της κοινωνίας από την πολιτική, τα χρόνια Ογδόντα νοούμενα σαν οριστική εξαφάνιση του κομμουνισμού ως ορίζοντα των ταξικών αγώνων στη χώρα – δεν ήταν αναπόφευκτα στην Ιταλία. Παρά την σκληρότητα και την μεγάλη διάρκεια της σύγκρουσης που έλαβε χώρα την προηγούμενη δεκαετία, ήταν δυνατές πολιτικές εξελίξεις σε θέση να αλλάξουν τις μορφές πάλης, χωρίς να εγκαταλειφθεί η ουσία. Αλλού – σε συνθήκες και περιπτώσεις παρόμοιες που σημαδεύτηκαν από την κατασταλτική βία – αυτό το βήμα έγινε, αυτό το πέρασμα, συσσωρεύοντας στα ανταγωνιστικά κινήματα μια σχέση ανάμεσα στις ανάγκες επιβίωσης και στις αντικαπιταλιστικές πολιτικές στρατηγικές. Αν και έγινε αναρροή όσον αφορά τον στόχο, διατηρήθηκε ένας δεσμός, ιστορικός και ιδανικός. Στην Ιταλία όχι. Στην Ιταλία,  όπως γράψαμε σε άλλη ευκαιρία, in un’altra occasione, «με τη δεκαετία του Εβδομήντα εξαφανίζεται ο κομμουνισμός, δηλαδή η δυνατότητα να οργανώνονται ταξικοί αγώνες για την δύναμη, την ενέργεια που περιέχουν, σίγουρα με τις μορφές και τα νέα περιεχόμενα που απαιτεί και επιβάλει η επικαιρότητα, μια εναλλακτική πολιτική στον καπιταλισμό, και να ξέρουν, να είναι σε θέση μέσα από αυτήν να οικοδoμήσουν, να καθιερώσουν σχέσεις με την πλειοψηφία του ιταλικού προλεταριάτου. Αυτός που ήταν σε θέση να το κάνει (όπως το κίνημα που οδήγησε στην Γένοβα), το έκανε σε βάρος του ίδιου του κομμουνισμού, με το να συρρικνώνεται σε έναν ριζοσπαστικό ρεφορμισμό α-κομμουνιστικό και διεκδικιστικό. Εκείνοι που παρέμειναν κομμουνιστές, δεν ήταν πλέον σε θέση να υφαίνουν την πολιτική τους εμπειρία με αυτήν της πλειοψηφίας (οπότε και της συναίνεσης) του εθνικού προλεταριάτου, έχοντας συρρικνωθεί στην κατάσταση υπαρξιακής μειοψηφίας από την οποία δεν ξέρουν πώς να εξέλθουν (τόσο στις συγκρουσιαστικές εκδόσεις της όσο και σε εκείνες τις μικρο-κομματικές) ».

Είναι πάλι ο Pasquale που το εντοπίζει με τον καλύτερο τρόπο και με τις κατάλληλες λέξεις σε ένα από τα τελευταία βήματα του βιβλίου: «Ο ένοπλος αγώνας γεννήθηκε σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, συγκυρία. Ενσάρκωνε μια πολιτική πρόκληση που προϋπέθετε μια κοινωνία διαποτισμένη με κομμουνισμό και μια ισχυρή ριζοσπαστικοποίηση των μαζών. Αυτές οι προϋποθέσεις, αυτές οι συνθήκες είχαν εξαφανιστεί. Να τις επανενεργοποιήσουμε ήταν ένα καθήκον. Αλλά δεν μπορούσαμε να υποκαταστήσουμε μια παρόμοια δουλειά με τη χρήση μεμονωμένων δράσεων, δεν έπρεπε, σε μιαν Ιταλία όπου, αν μη τι άλλο, το πρόβλημα ήταν πως χρειάζονταν μια νέα μαρξιστική παιδεία, εκπαίδευση των κινημάτων, χρειάζονταν ένας νέος μαρξιστικός αλφαβητισμός των κινημάτων που, σε γενικές γραμμές, δήλωναν πως ήταν κατά της παγκοσμιοποίησης».

Είναι από εδώ πού θα πρέπει σήμερα να ξεκινήσουμε πάλι απ’ την αρχή. Είναι αυτός ο τρόπος, το νόημα του προβληματισμού, της σκέψης, του στοχασμού που πρέπει να κινηθεί εκ νέου μέσα στα ιταλικά αντικαπιταλιστικά κινήματα. Να επανενεργοποιηθεί ένας κύκλος ταξικών αγώνων που να μπορούν να συνδεθούν με τις αναγκαιότητες του προλεταριάτου, σε θέση να δημιουργήσει μαζί του και να καθιερώσει μια γλώσσα και συμπεριφορές ενιαίες και κοινές, αλλά – ταυτόχρονα – να μην θυσιάζει στο βωμό αυτής της σχέσης τον κομμουνισμό. Είναι ένας προβληματισμός, μια παρατήρηση ωστόσο, την οποίον πολλοί από τους συντρόφους του Pasquale έκαναν στη δεκαετία του Ενενήντα, ένα σχόλιο που δεν εισακούστηκε από ένα κίνημα αποπλανημένο από τις μεταμοντέρνες σειρήνες του τέλους της ιστορίας. Λάθεψαν κατ΄αρχάς οι ερυθρές Ταξιαρχίες, που δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν ενιαίο ένα σκεπτικό και επιχείρημα που χάθηκε μέσα στα ρυάκια του κατακερματισμού που πήγαν να συναντήσουν στη δεκαετία του Ογδόντα. Έκανε λάθος ένα κίνημα που εγκατέλειψε κάθε επαναστατική στρατηγική, εν και μέσα στο δίκαιο καθήκον να συνεχίσει να παραμένει γαντζωμένο με οποιοδήποτε μέσο απαραίτητο στα ζωντανά ρεύματα μιας κοινωνίας που βρίσκονταν στη φάση της προοδευτικής διάσπασης προς τον ατομικισμό. Όμως, η συλλογιστική που προτείνει ο Pasquale μας φαίνεται να αντέχει πλήρως, και γι αυτό σας μεταφέρουμε ένα μεγάλο απόσπασμα:

«Αν σκοτώνω τον Biagi και τον D’Antona χωρίς κανένα κοινωνικό υπόβαθρο, μόνο και μόνο επειδή ο πόλεμος μακράς διάρκειας θα πρέπει να έχει κάποιες αναλαμπές κάθε δέκα με δεκαπέντε χρόνια μέσα στην έρημο της ιστορίας, αναλαμβάνω τις ευθύνες. Αν πηγαίνω στη Γένοβα για να τους αμφισβητήσω, να διαμαρτυρηθώ ενάντια στους G8 με ένα happening που, μπροστά στην αγριότητα της αστυνομίας, αφήνει πίσω του μόνο απογοήτευση και θυματοποίηση, αποδέχομαι την ευθύνη. Αυτό είναι το παιχνίδι που παίζουμε, όταν προσπαθούμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Το να είσαι συνεπής είναι σημαντικό. Όντες επαναστάτες, όμως, σημαίνει κάτι περισσότερο. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αυταπάτες όσον αφορά τον εχθρό. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε την ταπεινότητα να ξεκινήσουμε από το τέλος, ξανά από την αρχή, από τα κάτω, όταν οι ήττες έχουν αποκόψει τις πρωτοπορίες από τις μάζες. Σημαίνει να κατανοήσουμε ότι δεν μπορούμε πάντα να είμαστε συμπαθείς και πως, αν η αντίφαση μεταξύ των μέσων και των σκοπών του αγώνα πάντα ανθίζει μέσα στην ιστορία, πρέπει να υπάρχει ένας λόγος. Στρατηγική και τακτική, λέγαμε κάποτε. Είναι λόγια που τα αναιρέσαμε πάρα πολύ σύντομα. Λόγια που δοκίμασα να στρώσω επάνω στα κρεβάτια της διαμαρτυρίας, της αμφισβήτησης, και που πρέπει να τα συμπεριλάβουμε και πάλι στον λόγο μας, αν θέλουμε να επανέλθουμε, για να φοβίσουμε ξανά την εξουσία».

Αυτό το βιβλίο είναι ένα επίκαιρο θέμα, είναι ένα επίκαιρο αντικείμενο. Δεν είναι μια μουσειακή διεκδίκηση-ανάληψη ευθύνης μιας πολιτικής εμπειρίας, κι ας ήταν εξαιρετική. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, οι εξομολογήσεις ενός επαναστάτη, σημαντικές ακριβώς επειδή δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να είναι τέτoιες ρητώς. Το μόνο μειονέκτημα είναι η πιθανή απουσία του ίδιου του βιβλίου από τα μεγάλα κυκλώματα της διανομής βιβλίων. Με αυτή την έννοια, θα πρέπει να είναι καθήκον των συντρόφων να βγάλουν από την αφάνεια αυτό το έργο, μέσα στην οποίαν, δυστυχώς, θα μπορούσε να υποβιβαστεί χωρίς την κατάλληλη υποστήριξη και προώθηση. Θα ήταν μια χαμένη ευκαιρία.

Δύσκολο να «προβούμε σε απολογισμό» της μεγάλης επιχειρηματολογίας του Pasquale Abatangelo. Θα δανειστούμε τα λόγια του, που κάνουμε δικά μας σε όλες τις αποχρώσεις τους, γιατί κατά κάποιο τρόπο καθοδηγούν το σκεπτικό των επαναστατών κάθε ηλικίας και εποχής: «Πώς μπορούμε να κερδίσουμε; Αυτό δεν είναι εύκολο. Το πρώτο πράγμα είναι να εγκαταλείψουμε τις αυταπάτες. Το δεύτερο είναι να καταλάβουμε ότι πρέπει να οργανωθούμε. Οι αντάρτες, οι επαναστάτες, οι εξεγερμένοι χρειάζονται λίγο χρόνο για να κατανοήσουν αυτά τα πράγματα. Προσκολλούνται σε όνειρα προσωπικής αντεκδίκησης. Περιφρονούν την πειθαρχία, γιατί νομίζουν ότι είναι ένα σημάδι αδυναμίας. Αλλά κάτω από ορισμένες συνθήκες, ένας εξεγερμένος μπορεί να γίνει επαναστάτης. Είναι ήδη μια νίκη. Όχι επειδή κάποιος, ένας φοιτητής ή ένας εργαζόμενος, τον έβαλε μέσα σε ένα καθαρό και τακτοποιημένο σπίτι. Αλλά επειδή ο θυμός του έχει βρει έναν ορίζοντα. Και αυτός ο ορίζοντας γίνεται τη ζωή του». Επιπλέον, όπως τελειώνει ο Pasquale, « οι ιστορίες σαν τις δικές μου πάντα ξεκινούν και πάλι». Είναι η ομορφιά και η τραγωδία του κομμουνισμού.

 

1944 letture totali 276 letture oggi

μα τι χαρακτήρας!, grandezza carattere !

Ο ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού που ο Κασιδιάρης έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα

Οι τελευταίες στιγμές του ήρωα του ΕΛΑΣ Νίκου Γόδα

Νησάκι Λαζαρέτο, Κέρκυρα. Ξημερώματα 19ης Νοεμβρίου 1948

Κατέβηκε τα πέτρινα σκαλοπάτια με σταθερό βήμα. Προχώρησε λίγα μέτρα, συνοδεία των αστυφυλάκων, προς τον χώρο εκτελέσεων. Στάθηκε στη μέση. Το ύφος του δεν πρόδιδε φόβο. Έβγαλε το πανωφόρι του και έμεινε μόνο με τη φανέλα. Την κόκκινη φανέλα με τις λευκές κάθετες ρίγες.

Κοίταξε το εκτελεστικό απόσπασμα. Ο αξιωματικός κρατούσε ένα μαύρο ύφασμα. Τον πλησίασε και τον ρώτησε: «Μελλοθάνατε, έχεις κάποια τελευταία επιθυμία;». Ο άνδρας τού αποκρίθηκε: «Έχω. Να μου ρίξετε και να με δολοφονήσετε με τη φανέλα του Ολυμπιακού, και να μη μου δέσετε τα μάτια, για να βλέπω τα χρώματα της ομάδας μου πριν από τη χαριστική βολή».

Στο «επί σκοπόν» έφερε το αριστερό του χέρι στην καρδιά και έπιασε το σήμα της αγαπημένης του ομάδας. Τράβηξε την μπλούζα και χαμήλωσε το κεφάλι. Φίλησε τον δαφνοστεφανωμένο έφηβο και φώναξε: «Ζήτω ο Ολυμπιακός, ζήτω ο Δημοκρατικός Στρατός, ζήτω το ΚΚΕ». Στο «Πυρ» τα μάτια του τρεμόπαιξαν, πριν οι σφαίρες τού ξεσκίσουν το κορμί και κόψουν το νήμα της ζωής του στα 28 του χρόνια.

Λίγες ώρες νωρίτερα

Οι μελλοθάνατοι στο κάτεργο της Κέρκυρας μόλις είχαν πάρει το δείπνο τους. Ο Νίκος Γόδας είχε καλή διάθεση. Πήγε στο κελί του, έψησε μάλιστα και έναν τούρκικο καφέ, άναψε τσιγάρο, έφερε το πρόσωπό του στο μικρό φινιστρίνι της σιδερένιας πόρτας του και άρχισε να σιγοτραγουδάει για να τον ακούνε οι συγκρατούμενοί του: «Απόψε γύρισα νωρίς, στην καμαρούλα μας μην απορείς…».

godas00

Από τα διπλανά κελιά οι σύντροφοί του τον επευφημούσαν με σιγανή φωνή και κάποιοι δειλά τον χειροκροτούσαν. Ξαφνικά στην πτέρυγα έπεσε σιωπή. Ακούστηκαν τα βαριά βήματα από μια ομάδα δεσμοφυλάκων και χωροφυλάκων που περπατούσαν στον άδειο διάδρομο. Τα βήματα πλησίαζαν και δημιουργούσαν ηχώ. Σταμάτησαν μπροστά από το κελί του παίκτη του Ολυμπιακού και ξεκλείδωσαν. Οι σύντροφοί του κατάλαβαν ότι πλέον είχαν έρθει τα στερνά του. «Γεια σου Νικόλα» φώναζαν και χτυπούσαν με τις μεταλλικές τσάσκες τους τα κάγκελα των πορτών τους.

Η πόρτα άνοιξε βαριά με έναν ανατριχιαστικό ήχο. Μέσα στο κελί του Γόδαβρίσκονταν και άλλοι δυο συγκρατούμενοί του. Ήξεραν όλοι πως οι χωροφύλακες είχαν έρθει για να πάρουν κάποιον, αλλά δεν ήξεραν ποιον. Μόνο ο Γόδας κάθισε ψύχραιμος στο κρεβάτι του με το πανωφόρι του ριγμένο στους ώμους του και συνέχισε να καπνίζει. Ένιωθε ότι ήρθαν για εκείνον.

Ο επικεφαλής χωροφύλακας τον κοίταξε κατευθείαν και του είπε:

«Νίκο, ήρθε κάποιος από τους παράγοντες του Ολυμπιακού και σε θέλουνε στο γραφείο του διευθυντή».

Ο Γόδας χαμογέλασε: «Μα εξήγησα στον κ. Διευθυντή ότι δεν τον χρειάζομαι».

Ο χωροφύλακας συνέχισε: «Σε θέλει όμως αυτός».

Ο Γόδας κοίταξε τους υπόλοιπους χωροφύλακες. Είχαν όλοι χαμηλωμένο το κεφάλι και κανείς δεν τον κοίταζε. Αμέσως κατάλαβε: «Είσαστε ψεύτες, βρε! Ντροπή σας! Μου παίζετε ένα άτιμο παιχνίδι. Πέστε μου καθαρά, πάω για εκτέλεση, ναι ή όχι;».

Ο επικεφαλής χωροφύλακας δεν βρήκε το θάρρος να πει την αλήθεια: «Όχι, στ’ ορκίζομαι, στο γραφείο σε θέλουν».

Ο ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού, που είχε καταπλήξει τους πάντες με το ταλέντο του, την ταχύτητα και τη δύναμή του στο γήπεδο, ο άνδρας από το Αϊβαλί που είχε τιμήσει τη φανέλα του Ολυμπιακού, ο άνθρωπος που κυνήγησε λυσσασμένα τους προδότες Έλληνες και τους χαφιέδες του Μπλόκου της Κοκκινιάς, χαμογέλασε πικρά: «Τους όρκους σας τους ξέρω. Σταθείτε, λοιπόν, να ντυθώ κι έρχομαι».

Ξεντύθηκε, και για τελευταία φορά έβαλε κατάσαρκα το λευκό παντελονάκι και την ερυθρόλευκη φανέλα που τα είχε κρυμμένα στη βαλίτσα. Από πάνω φόρεσε το παλτό του με τον γιακά όρθιο.

Η πομπή του θανάτου περνούσε από τα κελιά. Οι κρατούμενοι έκλαιγαν. Κάποιοι από αυτούς έσπαγαν την παγερή σιωπή: «Βάστα γερά, Νικόλα, αδερφέ μας», «Καλή αντάμωση, Νίκο».

godas0

Με την ερυθρόλευκη φανέλα ο Νίκος Γόδας συνοδευόμενος από χωροφύλακες, οδηγείτο στο απόσπασμα. Στη μέση της ακτίνας των μελλοθανάτων σταμάτησε. Κοίταξε γύρω του. Κοίταξε ψηλά στα άλλα κελιά. Τότε αποχαιρέτησε και εκείνος τους συντρόφους του: «Σύντροφοι, χαίρομαι που σαν αθλητής θα κόψω αύριο το πρωί το νήμα, χαρίζοντας σε όλους τους φιλάθλους την ωραιότερη νίκη της ζωής μου. Νενικήκαμεν. Ζήτω οι Ολυμπιονίκες του Σοσιαλισμού. Γεια σας συναθλητές μου».

Τρία χρόνια πριν 

Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας. Έκτακτο Στρατοδικείο

Η δικαστική αίθουσα ήταν κατάμεστη. «Συγγενείς» των θυμάτων, μαυροφορεμένες γυναίκες με μαντίλες, πατέρες που κοίταζαν το πάτωμα και άναβαν το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, αδέρφια που περίμεναν να λιντσάρουν τους κατηγορουμένους. Ηλεκτρισμός. Οι στρατοδίκες πίστευαν ότι θα είχαν ένα εύκολο έργο.

Η πλαϊνή πόρτα άνοιξε και οι 25 κατηγορούμενοι, δεμένοι με χειροπέδες, ο ένας πίσω από τον άλλον, προχώρησαν προς το εδώλιο. Δεν είχαν το κεφάλι σκυμμένο όπως θα περίμενε κάποιος. Κοίταζαν τον κόσμο με γεμάτο βλέμμα, δίχως προκλήσεις.

godas7

Οι συγγενείς ξέσπασαν και κάποιοι άρχισαν να πλησιάζουν επικίνδυνα: «Δολοφόνοι», «Κατσαπλιάδες», «Κουμμούνια, θα πεθάνετε», «Αλήτες», «Θάνατος». Η δύναμη της χωροφυλακής και οι στρατιώτες μέσα στην αίθουσα δήθεν συγκρατούσαν το οργισμένο πλήθος, αλλά το άφησαν σε κοντινή απόσταση από τους κατηγορουμένους. Μπορούσε άνετα να τους προπηλακίζει και να τους φτύνει. Σε λίγες στιγμές θα ξεκινούσε άλλη μια δίκη – παρωδία, από τις πολλές που έστηνε το καθεστώς για να στείλει στην εξορία και στον θάνατο εκείνους που πολέμησαν τον κατακτητή. Μάρτυρες κατηγορίας φυσικά δεν ήταν άλλοι παρά πρώην συνεργάτες των Ες Ες και πρωταγωνιστές της σφαγής του Μπλόκου της Κοκκινιάς, που τότε κατέδιδαν Έλληνες στους Γερμανούςκαι τώρα, με τον μανδύα της εθνικοφροσύνης, έλυναν και έδεναν.

Οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν την ποινή του θανάτου. Το κατηγορητήριο ανέφερε ότι στο Άσυλο Αλητοπαίδων Κοκκινιάς, οι κομμουνιστές κατέσφαξαν 400 αθώους πολίτες κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών. Οι εξαγριωμένοι «συγγενείς» των θυμάτων ζητούσαν εκδίκηση. Το ίδιο και ο Τύπος της εθνικής παρατάξεως που με πηχυαίους τίτλους μιλούσε για «θανόντες εθνικόφρονες, θύματα του ΕΛΑΣ στο λεγόμενο “Άσυλο Αλητοπαίδων”». 

Οι στρατοδίκες είχαν βγάλει από πριν την απόφασή τους.

Οι «συγγενείς» περίμεναν να την ακούσουν πώς και πώς. «Το σφαγείο των Δεκεμβριανών», «Η νέα Ούλεν», «Οι κομμουνιστές έσφαζαν ακόμη και παιδιά με στομωμένα κονσερβοκούτια και πετούσαν τα θύματά τους σε ομαδικούς τάφους».

Οι μάρτυρες κατηγορίας αναφέρονταν σε ομαδικούς τάφους στη βορινή πλευρά του Ασύλου με 70 πτώματα. Σε παραπλήσιο πηγάδι γεμάτο πτώματα αγνώστου αριθμού. Σε μια σπηλιά στο Σχιστό με 27 πτώματα χωροφυλάκων και συνολικά μέχρι και 107 πτώματα. Οι εφημερίδες χαρακτήρισαν τη χαράδρα στο Σχιστόως «Κόκκινη Χαράδρα, η οποία δέχθηκε εκατοντάδες θανόντες».

Τι κι αν, όπως αποδείχτηκε, τα περισσότερα πτώματα και τα περισσότερα πειστήρια από πτώματα ανήκαν σε ΕΛΑΣίτες.

Τι κι αν μεγάλος αριθμός θυμάτων ανήκε σε φονευθέντες από τους Γερμανούςλίγο πριν από την αποχώρησή τους, καθώς στο Άσυλο στρατοπέδευε γερμανική μονάδα. Ψιλά γράμματα. Τι κι αν παρουσιάστηκαν στοιχεία από την υπεράσπιση ότι χειρουργοί είχαν διαταχθεί από την Ασφάλεια να κόβουν μαστούς από γυναικεία πτώματα και να δημιουργούν κακώσεις σε άλλα πτώματα, ώστε οι ιατροδικαστές να συντάσσουν εκθέσεις αποδίδοντας ευθύνες στους ΕΛΑΣίτες. 

Τίποτε δεν συγκίνησε τα αυτιά των στρατοδικών.

Ακόμη και όταν παρουσιάστηκε γυναίκα που κατέθεσε πως έχασε τον άνδρα της από καρδιά και τον είχε στο νεκροτομείο. Την επομένη που πήγε να τον πάρει για να τον θάψει, οι χωροφύλακες της έδειξαν έναν κουβά με κομμένα τα μέλη του και το κεφάλι του και της είπαν πως το έκαναν οι κομμουνιστές: «Μα χθες ήταν αρτιμελής. Τι μου λέτε; Ο άνδρας μου πέθανε από καρδιά». Οι στρατοδίκες απαντούσαν: «Δεν μας ενδιαφέρουν, μάρτυς, τα οικογενειακά σας. Επί του θέματος να μας μιλήσετε». Και η χήρα απάντησε: «Μα για το θέμα σας μιλάω. Ο άνδρας μου δεν φονεύτηκε στο Άσυλο όπως λέτε. Πέθανε από καρδιά. Δεν μένουμε στην Κοκκινιά»… Ψιλά γράμματα.

Ακόμη και όταν η υπεράσπιση έφερε τα ντοκουμέντα από το ληξιαρχείο που αποτύπωναν την αλήθεια, δεν ίδρωσε κανενός το αυτί.

godas1

Οι στρατοδίκες στο έργο τους και οι «συγγενείς» στο δικό τους. Τι έγραφαν τα ντοκουμέντα; Οι ληξιαρχικές εγγραφές θανάτων αναφέρουν: Στο χρονικό διάστημα από 18.11.1944 έως 26.1.1945 εγγράφηκαν 29 θάνατοι με αιτιολογία την εκτέλεση από τους στασιαστές (ΕΛΑΣιτες). Επρόκειτο για άνδρες, εκ των οποίων οι 20 ανήκαν στη Χωροφυλακή και εξ αυτών οι 13 είχαν τόπο κατοικίας τον Πειραιά ή την Αθήνα, δηλαδή δεν ήταν Κοκκινιώτες. Τα επίσημα έγγραφα μιλούσαν για νεκρούς κατά τις μάχες των Δεκεμβριανών. Όσο για τα εκατοντάδες φρικτά βασανισμένα και παραμορφωμένα πτώματα, εκείνα ανήκαν ακόμη και σε καρδιοπαθείς που πέθαναν σε άλλες περιοχές. Ψιλά γράμματα…

Η «σκληρή κομμουνιστική» Κοκκινιά έπρεπε να διαλυθεί.

«Η Μόσχα της Αττικής» έπρεπε να πάψει να υπάρχει. Στους κατηγορουμένους έπρεπε να δοθεί ένα καλό μάθημα. Και ένας από αυτούς, ο Νίκος Γόδας, έπρεπε παραδειγματικά να τιμωρηθεί. Ή να αποκηρύξει… Για τον λόγο αυτόν του είχαν φορτώσει στον φάκελό του την κατηγορία της δολοφονίας…70 ανδρών της Χωροφυλακής!!!

Οι μάρτυρες κατηγορίας δεν ξεπερνούσαν τους 75, ενώ οι μάρτυρες υπεράσπισης ήταν περισσότεροι από 100. Η στημένη κωμωδία έφτασε στο αποκορύφωμά της όταν κλήθηκαν να καταθέσουν ως μάρτυρες κατηγορίας τρεις άνθρωποι που όλος ο Πειραιάς ήθελε να λιντσάρει.

Θεόδωρος Σαραντάρης: Πράκτορας της Ειδικής Ασφάλειας.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής οι Γερμανοί τον έστειλαν στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Από εκεί που μια Πρωτομαγιά ξεκίνησαν 200 πατριώτες για να εκτελεστούν στην Καισαριανή από τους ναζί. Φυσικά δεν τον έστειλαν «ως» κρατούμενο, αλλά «σαν» κρατούμενο. Ο Σαραντάρης έδινε πληροφορίες στους Γερμανούς για όλους τους κρατουμένους. Λίγο αργότερα ο Σαραντάρης, με τα μηχανοκίνητα του Μπουραντά και μεγάλες μονάδες των Ες Ες, περικύκλωσαν την Κοκκινιά και δολοφόνησαν εν ψυχρώ Έλληνες πατριώτες.

Λουκάς και Δημήτρης Κασιδιάρης: Αδέλφια από τα Μανιάτικα του Πειραιά.

Ο ένας ήταν πρεσαδόρος και ο άλλος οδηγός. Τα αδέλφια Κασιδιάρη ήταν από τους πρωταιτίους του Μπλόκου της Κοκκινιάς. Δίχως να φορούν κουκούλα και ενώ οι Γερμανοί είχαν γονατιστούς όλους τους άνδρες της περιοχής, τα αδέλφια Κασιδιάρη περνούσαν ανάμεσά τους και έδειχναν με το δάχτυλο στους Γερμανούς ποιοι έκαναν αντίσταση. Οι Γερμανοί, δίχως δεύτερη κουβέντα, τους σήκωναν όρθιους, τους έστηναν στον τοίχο και τους δολοφονούσαν.

O Λουκάς και ο Δημήτρης Κασιδιάρης ανήκαν στην Ειδική Ασφάλεια, που συνεργαζόταν με τους Γερμανούς επί Κατοχής. Δεν πολέμησαν για την απελευθέρωση, δεν έχυσαν το αίμα τους για την ελευθερία όπως χιλιάδες άλλοι άνθρωποι. Προτίμησαν να συνεργαστούν με τους ναζί και να προδίδουν.

Από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει πως όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, άνηκαν είτε στα Τάγματα Ασφαλείας είτε στην Ειδική Ασφάλεια είτε ήταν χωροφύλακες, ενωμοτάρχες, μοίραρχοι κ.ο.κ. Όπως, για παράδειγμα, και ο μάρτυρας κατηγορίας Γεώργιος Σγούρος, που ως αρχηγός του Β’ Τάγματος Ασφαλείας οργάνωσε το Μπλόκο στην Κοκκινιά τον Αύγουστο του 1944. Στον καταιγισμό ερωτήσεων από την υπεράσπιση ο ταγματασφαλίτης αρκέστηκε να πει πως «σε αυτό το Μπλόκο (της Κοκκινιάς) μερίμνησε για να σωθεί κόσμος». 

Και οι μέρες περνούσαν και οι κατηγορίες έπεφταν στο κενό η μια μετά την άλλη, αλλά «οι στασιαστές έπρεπε να παταχθούν».

Και κάποιο ξημέρωμα στις 4.30 το πρωί οι στρατοδίκες έβγαλαν την απόφασή τους. Έντεκα από τους κατηγορουμένους «εις θάνατον», εννέα σε ισόβια και πέντε απαλλάχθηκαν. Ανάμεσα στους 11, ήταν και ο ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού, ο λοχαγός του ΕΛΑΣ Νίκος Γόδας. 

Ο Νίκος Γόδας, το 1944, πολέμησε τους Γερμανούς και τους Έλληνεςσυνεργάτες τους, επικεφαλής του επίλεκτου 5ου λόχου του ΕΛΑΣ, στη μάχη της 7ης Μαρτίου στην Κοκκινιά. Επίσης έλαβε μέρος σε μάχες στον Πειραιά και στο Πέραμα, όπως και στην κρίσιμη επιχείρηση για την προστασία της Ηλεκτρικής Εταιρείας (Power, η σημερινή ΔΕΗ Κερατσινίου) από γερμανικό σαμποτάζ, κατά την εκκένωση της Αθήνας και του Πειραιά από τις κατοχικές δυνάμεις. Κάποιοι είπαν πως, κατά τη διάρκεια της «μάχης της Ηλεκτρικής» με τους Γερμανούς, ο Γόδας βρέθηκε στα πολυβολεία του όρους Αιγάλεω και από ’κεί κατέρριψε ένα γερμανικό αεροσκάφος.

man

Φήμες που οργίαζαν, έλεγαν πως πολλοί άνθρωποι, απλοί ολυμπιακοί που καμία σχέση δεν είχαν με τα πολιτικά, επισκέφτηκαν τον Μιχάλη Μανούσκο, Πειραιώτη μεγαλοβιομήχανο με εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας και τότε πρόεδρο του Ολυμπιακού, και ζήτησαν να μεσολαβήσει για να μην εκτελεστεί ο Γόδας.

Ο Μανούσκος, ο οποίος ήταν και δήμαρχος του Πειραιά, ενώ το 1951 υποψήφιος βουλευτής με τον συνδυασμό του Παπάγου «Ελληνικός Συναγερμός», φέρεται να απάντησε για τον Γόδα: «Όπως έστρωσε να κοιμηθεί».

Ο θάνατος δεν τρόμαξε τον Γόδα. Ποτέ του δεν τον φοβήθηκε.

Ο ίδιος ενώ ήξερε τη μοίρα του αρνήθηκε να υπογράψει δήλωση μετανοίας. Έμεινε πιστός στις ιδέες του. Κάποια στιγμή σε μια μάχη με τους Άγγλους γύρω και μέσα στο νεκροταφείο της Ανάστασης, ο ανθυπολοχαγός του ΕΛΑΣ Σταμάτης Σκούρτης άκουσε τον λοχαγό του, Νίκο Γόδα, καθώς οι σφαίρες σφύριζαν δίπλα του, να αυτοσαρκάζεται, να γελά και να λέει: «Ωραία θα ’ναι να σκοτωθούμε εδώ, δεν θα χρειασθούμε και τάφο».

Ο Νίκος Γόδας, εκτός από τον Ολυμπιακό, λάτρευε και τα ρεμπέτικα ως γνήσιος Ίωνας και Πειραιώτης. Μετά την εκτέλεσή του, επεστράφησαν στην οικογένειά του τα ρούχα και το ρολόι του.

godas2

«Τα ρούχα, το ρολόι μου, θα στα γυρίσω πίσω, γιατί μες στο Γεντί-Κουλέ τα νιάτα μου θ’ αφήσω» λέει ένα ζεϊμπέκικο του Τσιτσάνη, που ο Γόδας σιγοτραγουδούσε στο κελί του.

Ο Σταμάτης Σκούρτης και ο Σπύρος Ανδρεάδης, οι δυο μελλοθάνατοι μαζί με τον Γόδα, σώθηκαν ύστερα από παρέμβαση του ΟΗΕ το 1949.

* Πληροφορίες από το ντοκιμαντέρ του Χρήστου Γόδα για τον θείο του, Νίκο

** Πληροφορίες και πρακτικά της δίκης από τον ιστοτοπο: redagainstthemachine.gr

***Το σκίτσο του Νίκου Γόδα είναι από του Κωνσταντίνου Ρουγγέρη από τον «Οδηγητή»

Ποντίκι

Lefteria:

μα τι χαρακτήρας!, grandezza carattere !

Δ. Κουφοντίνας: Στον αντίποδα του φόβου σιγοβράζει η οργή

dimitris-koufontinas-5701-805x450

Πριν από λίγες μόνο μέρες, στη συνέντευξή του σε αυτή την εφημερίδα, ο πρωθυπουργός διαβεβαίωνε ότι δεν θα φέρει «ούτε ένα ευρώ επιπλέον μέτρα». Όμως, «πριν αλέκτορα φωνήσαι», ή μάλλον μόλις έκρωξε ο μαύρος γερμανικός κόρακας, η κυβέρνηση απαρνήθηκε και τα τελευταία υπολείμματα της αριστεροσύνης της.

Βράδυ Παρασκευής αρχίζουν να χαράζονται αυτές οι γραμμές, και το ραδιόφωνο ήδη αναγγέλλει ότι δρομολογήθηκε η νέα αποκρουστική συμφωνία παράδοσης. Η κυβέρνηση τράπηκε σε άτακτη υποχώρηση, τώρα βάζει στο τραπέζι όσα της ζήτησαν και ξαναβάζει τον ελληνικό λαό στον πάγκο του (Γερμανικού) χασάπη.

Παραδίνει πρώτα τα εργασιακά, αυτό το τελευταίο προπύργιο της «αριστερής» κυβέρνησης. Μαζί και τα ενεργειακά, ξεπουλά και τη ΔΕΗ στο γερμανικό κεφάλαιο. Και μαζί παίρνει νέα μέτρα (όχι «ούτε ένα ευρώ», αλλά) 3,6 δις ευρώ, μειώνει το αφορολόγητο και τις συντάξεις. Και, επιπλέον, επεκτείνει τα θανατηφόρα πλεονάσματα του 3,5 τα εκατό του ΑΕΠ για τα επόμενα χρόνια. Που σημαίνει, διαρκή μέτρα, συνεχή λιτότητα, λεηλασία, αποικιοποίηση.

Για πόσα χρόνια αλυσοδένει τον ελληνικό λαό ο ΣΥΡΙΖΑ;

Δεν μιλάμε εδώ για απλή επέκταση του τρίτου μνημονίου, όχι, εδώ υπογράφουν στην ουσία το τέταρτο. Και μάλιστα προκαταβολικά («αντιδημοκρατικό», «αντισυνταγματικό» έλεγαν πριν ότι είναι αυτό –και πραγματικά έτσι είναι). Η κυβέρνηση αυτή γίνεται η πρώτη που υπογράφει στη σειρά δύο μνημόνια. Πρόκειται για μια ακόμα ήττα, μια ήττα στρατηγικού χαρακτήρα, μια συμφορά στρατηγικού χαρακτήρα από αυτή την «αριστερά» της ΤΙΝΑ.

Που, με όλα αυτά, αποκαθαίρει, ξεπλένει όλο το παλιό και χρεοκοπημένο πολιτικό προσωπικό. Νεκρανασταίνει βρικόλακες και εφιάλτες του παρελθόντος, και ανοίγει το δρόμο στην πιο άγρια και κυνική, ακραία και νεοφιλελεύθερη δεξιά, που περιμένει χαιρέκακα τον ΣΥΡΙΖΑ να υπογράψει τα πάντα, για να έρθει και να ολοκληρώσει αδίστακτα την κοινωνική καταστροφή.

Πατώντας με άνεση πάνω στο πλαίσιο που διαμόρφωσε αυτή η «αριστερά».

Αποκαθαίρει, ακόμα, και τον κεντρώο πόλο, που αναθαρρεύει όσο ο ΣΥΡΙΖΑ παίρνει την κάτω βόλτα. Εκεί, ξανασυσπειρώνονται όλα τα πολιτικά υλικά κατεδάφισης του παλιού ΠΑΣΟΚ, οι υπόλογοι για τη χρεοκοπία της χώρας, για να αποτελέσουν το πολιτικό «δεκανίκι» μιας συγκυβέρνησης είτε με τη δεξιά, είτε με τον ΣΥΡΙΖΑ, είτε με ό,τι προκύψει από τη σημερινή ή την αυριανή Βουλή.

Αυτή ακριβώς η ευκολία με την οποία το ΠΑΣΟΚ μπορεί να συγκυβερνήσει είτε με τη δεξιά είτε με τον ΣΥΡΙΖΑ, δείχνει τον κοινό (μνημονιακό) παρονομαστή και των τριών, με όλες βέβαια τις μικρές και τις μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ τους. Με τον σκληρό ανταγωνισμό τους για την εξουσία (που φτάνει στο τρομακτικό σημείο να περνούν τα μνημόνια σε δεύτερη μοίρα –μια και εκεί ομοφωνούν), αλλά με την ίδια υποταγή να μοιράζονται στο βαθμό που αναλογεί πλέον στον καθένα την ευθύνη για τη μετατροπή της χώρας σε αποικία, όπου κυβέρνηση και Βουλή δεν μπορούν να λάβουν καμία σημαντική απόφαση δίχως την έγκριση των επικυρίαρχων. Και αν κάποτε παρακούσουν, σπεύδουν να υποβάλουν αμέσως δηλώσεις μετανοίας και νομιμοφροσύνης.

Ομοφωνούν ακόμη σε κάτι:

Διατηρούν τον λαό επιμελώς έξω από τις μεταξύ τους αντιπαραθέσεις. Και, ταυτόχρονα, κινδυνολογούν ασύστολα και δαιμονοποιούν οποιαδήποτε άποψη υποστηρίζει ως λύση σωτηρίας την έξοδο από τη φυλακή του ευρώ και της Ε.Ε. («Είναι πραγματική προδοσία» η έξοδος από το ευρώ, είπε ο πρωθυπουργός στη συνέντευξη).

Γιατί ο τρόμος, μαζί με το μόνιμο καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, είναι η άλλη όψη της μνημονιακής διαχείρισης. Η ανάγκη του κεφαλαίου να αναπληρώνει τις απώλειές του από την κρίση, μέσα από την υπερεκμετάλλευση και τη λεηλασία, απαιτεί το ανάλογο μείγμα καταστολής – συναίνεσης, που συμπληρώνεται με την απαραίτητη δοσολογία του φόβου. Του φόβου που παραλύει, που διαλύει συλλογικότητες, υποκινεί κοινωνικούς αυτοματισμούς, αναμοχλεύει αγελαίες καταστάσεις και πρωτόγονα ένστικτα.

Όμως, στον αντίποδα του φόβου σιγοβράζει η οργή.

Ο κοινωνικά υγιής θυμός που ξεπερνά την πίκρα της εξαπάτησης, της διάψευσης. Οργή που διογκώνεται όταν οι μεσσίες που στραγγαλίζουν την ελπίδα καταφεύγουν σε μαγγανείες και προφητείες, όπως για την αιφνίδια θερινή ανάπτυξη που θα αναδυθεί και «θα τρίβουμε τα μάτια μας» –τέτοιο δούλεμα. Τέτοια φαιδρά, που συγκρούονται με τη ζοφερή πραγματικότητα.

Μετά και τη νέα επαίσχυντη συμφωνία, το τέταρτο μνημόνιο, γίνεται πια ολοφάνερο ότι τα μνημόνια δεν ήρθαν για να φύγουν, ήρθαν για να μείνουν μόνιμα. Και ότι το κυρίαρχο πολιτικό προσωπικό της χώρας είναι «πρόθυμο» να θυσιάσει τα συμφέροντα του ελληνικού λαού στο όνομα της γερμανικής Ευρώπης. Επιμένει να ακολουθεί, «εις το διηνεκές», τον ίδιο μνημονιακό δρόμο, που αυτή την επταετία έφερε σωρευτική απώλεια του ΑΕΠ κατά 31 τα εκατό και συρρίκνωση της εσωτερικής αγοράς πάνω από 50 τα εκατό, και να μετρά με αυτοϊκανοποίηση την πολιτική του επιτυχία με το ότι «δεν ψάχνουν οι Έλληνες στους σκουπιδοτενεκέδες», και να διαβεβαιώνουν ότι έτσι θα επιστρέψει η ανάπτυξη, ότι αυτή είναι η συνταγή.

Απέναντι σε αυτόν τον κοινωνικό πόλεμο εναντίον μας, νεολαία και εργαζόμενοι πρέπει πρώτα απ’ όλα να ξεκαθαρίσουμε μέσα μας ότι δεν υπάρχει κανένα μέλλον για μας μέσα στα μνημόνια, την ευρωζώνη, την Ε.Ε. Ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τη ρήξη. Ότι, όπως έγραφε ο Ρήγας Φεραίος, «όταν οι κυβερνήτες καταφρονούν τα δίκαια του λαού, το να κάμει ο λαός επανάσταση, είναι το πιο ιερό από όλα του τα δίκαια».

Και άλλοτε βρέθηκε ο ελληνικός λαός σε παρόμοιες συνθήκες, παρότι σήμερα είναι συνθήκες οιονεί πολέμου και κατοχής. Όμως τότε η Αριστερά δεν είπε ότι «είναι προδοσία» να βγούμε από τη γερμανική Νέα Ευρωπαϊκή Τάξη. Συγκρότησε λαϊκό μέτωπο και αντιστάθηκε απέναντι σε πανίσχυρες αυτοκρατορίες.

Και σήμερα είναι απαραίτητο το ευρύ μέτωπο αντίστασης.

Αυτή είναι η απαίτηση των καιρών, αλλιώς η Ιστορία θα μας προσπεράσει. Ασφαλώς οι λαϊκές πολιτικές δυνάμεις έχουν διαφορές, διαφέρουν στο πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας την κοινωνική εξέλιξη. Όμως μπροστά στην ανάγκη των καιρών επιβάλλεται η συσπείρωση γύρω από ένα ελάχιστο πρόγραμμα κοινής δράσης, υπάρχουν ήδη ελπιδοφόρες μικρές κινήσεις και πρωτοβουλίες, χρειάζεται να στηριχτούν, να διευρυνθούν, να συναντηθούμε ξανά στο δρόμο του αγώνα, να θυμηθούμε ξανά τα λόγια του Ρήγα.

Δημήτρης Κουφοντίνας 10 – 2 – 2017

hitandrun

Lefteria:ο Κουφοντίνας γιά τούς εξουσιαστές θεωρείται τρομοκράτης,εκδικητικά του αρνούνται το δικαίωμα αδείας….ποιός είναι λοιπόν ο τρομοκράτης; ο έγκλειστος στό Κορυδαλλό; ή μήπως οι μακελάρηδες της εξουσίας πού ξεπουλούν τίς ζωές μας ,τα όνειρα μας…..τόν αέρα πού αναπνέουμε εξυπηρετώντας τα συμφέροντα τών ιμπεριαλιστών

https://lefterianews.wordpress.com/2017/02/13/%CE%B4-%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%86%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%86%CF%8C%CE%B2%CE%BF%CF%85/