σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Όταν ο εργατισμός έγινε πολιτικό σχέδιο: η ιστορία του Potere Operaio – του Alberto Pantaloni

ο Alberto Pantaloni σε ανασκόπηση για την Effimera του βιβλίου εργατική Εξουσία. Η ιστορία. Η θεωρία [τόμος 1]Potere operaio. La storia. La teoria (volume I), του Marco Scavino, DeriveApprodi, Roma 2018, σελ. 185.

****

Μεταξύ των διαφόρων χώρων της εξωκοινοβουλευτικής ή επαναστατικής Αριστεράς που έδρασαν μέσα στην πολιτική και κοινωνική σύγκρουση της Ιταλίας κατά τη Δεκαετία του ’70, η εργατιστική είναι ίσως η πιο μελετημένη μέχρι στιγμής και πρέπει να ευχαριστήσουμε ουσιαστικά τους τύπους του DeriveApprodi. Είναι αδύνατο εδώ να αναφερθώ σε όλη την τεράστια παραγωγή ανατυπώσεων, νέων ερευνών, απομνημονευμάτων του εκδοτικού οίκου της Ρώμης για το θέμα αυτό. Εδώ θα περιοριστώ να θυμίσω τον γιγάντιο τόμο που επιμελήθηκαν οι Fabio Milana και Marco Trotta (L’operaismo degli anni sessanta. Da «Quaderni Rossi» a classe operaia, 2008-Ο εργατισμός των χρόνων εξήντα. Από τα »κόκκινα Τετράδια» στην εργατική τάξη), εκείνο που επιμελήθηκαν οι Francesca Pozzi και Guido Borio (Gli operaisti, 2005-Οι εργατιστές) και τους τέσσερις τόμους για την Αυτονομία-Autonomia (Gli autonomi, Le storie, le lotte, le teorie, voll. I-II-III, 2007-2008, Οι αυτόνομοι,οι ιστορίες οι αγώνες, οι θεωρίες, που επιμελήθηκαν οι Sergio Bianchi και Lanfranco Caminiti, και Οι αυτόνομοι. Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία Gli autonomi. L’autonomia operaia romana, vol, IV, 2017, που επιμελήθηκαν οι Giorgio Ferrari και G. Marco D’Ubaldo). Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη μιας εμπεριστατωμένης και συστηματοποιημένης έρευνας σχετικά με την οργάνωση που περισσότερο από όλες διεκδίκησε τη θεωρητική κληρονομιά του ιταλικού εργατισμού, δηλαδή την Potere Operaio. Μέχρι τώρα η δευτερεύουσα βιβλιογραφία στη διάθεση μας ήταν επικεντρωμένη στα δύο βιβλία που έγραψε ο δημοσιογράφος Aldo Grandi (Η γενιά των χαμένων χρόνων. Ιστορίες Εργατικής ΕξουσίαςLa generazione degli anni perduti. Storie di Potere Operaio, Einaudi, 2003, Insurrezione armata, ένοπλη Εξέγερση Rizzoli, 2005) με βάση αστυνομικές-δικαστικές πηγές και συνεντεύξεις με τους πρωταγωνιστές, και πιο πρόσφατα σχετικά με απομνημονεύματα (όπως οι δύο αυτοβιογραφικοί τόμοι του Toni Negri, που επιμελήθηκε ο Girolamo De Michele, Ιστορία ενός κομουνιστή Storia di un comunista και  Φυλακή και εξορία Galera ed esilio, Ponte alle Grazie, 2015 και 2018).

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι λοιπόν το έργο έρευνας και ανασυγκρότησης που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επί του θέματος, του οποίου ο πρώτος τόμος βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία εδώ και μερικές εβδομάδες, ενώ ο δεύτερος είναι προγραμματισμένος να κυκλοφορήσει τον ιανουάριο του 2019. Ένα δύσκολο έργο λόγω του διπλού ρόλου του συγγραφέα, εκείνου του μελετητή και εκείνου του πρωταγωνιστή και του άμεσου μάρτυρα, από τον οποίο όμως ο Scavino εξέρχεται με τον καλύτερο τρόπο. Απόδειξη είναι η όχι κοινότοπη επιλογή, στον πρώτο τόμο, των πηγών που διερευνήθηκαν στην έρευνα: σχεδόν καθόλου οι αστυνομικοί και δικαστικοί φάκελλοι (αν όχι μερικοί από εκείνους που ήδη χρησιμοποίησε άφθονα ο Grandi στους δύο τόμους του), πολύ λίγες συνεντεύξεις, σχεδόν όλα τα έγγραφα που αναλύονται αντιπροσωπεύονται από αυτό που επεξεργάστηκε και έγραψε η εργατική Εξουσία. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο σημαντικός αριθμός σημειώσεων και η έκθεσή τους προδίδουν τον ενθουσιασμό του ιστορικού για τη μελέτη αυτών των ντοκουμέντων, έναν ενθουσιασμό που αντισταθμίζει την απαραίτητη απόσπαση που χρησιμοποιείται στην αφήγηση των γεγονότων. Και η περιοδολόγηση που χρησιμοποιείται στην ανασυγκρότηση της ιστορίας του Potere Operaio υπογραμμίζει την πρόθεση να διεξαχθεί ένα σχολαστικό έργο, το οποίο χαράζει με ακρίβεια τη γενεαλογία, την ανάπτυξη, και στη συνέχεια την κατάρρευση αυτής της οργάνωσης: αυτός ο πρώτος τόμος, όντως κινήθηκε από την ανακατασκευή του πνευματικού κλίματος του εργατισμού στις αρχές της δεκαετίας του Εξήντα (δηλαδή αρκετά χρόνια πριν από τη γέννηση της ΕΕ) και τελειώνει με την αποτυχία της διαδικασίας ενοποίησης με την ομάδα Μανιφέστο στις αρχές του 1971, ενώ ο δεύτερος τόμος θα τελειώσει με το μοναδικό νούμερο του περιοδικού «Linea di condotta-Γραμμή μεθόδου, συμπεριφοράς», συνεπώς (1975) πολύ πέρα του περίφημου συνεδρίου της Rosolina του 1973, που θεωρήθηκε, λαθεμένα σύμφωνα με τον συντάκτη, η στιγμή που η οργάνωση διαλύθηκε.

Η κύρια θέση που υποστηρίζεται από τον Scavino είναι ότι η θεωρητική επεξεργασία του εργατισμού, που γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και συνεχίστηκε καθ ‘όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, έχει προκαλέσει αρκετές προσπάθειες να δώσει επαναστατική οργάνωση και προοπτική στους εργατικούς αγώνες της εποχής και ότι το Potere Operaio ήταν η πιο γνήσια, και πιο συνεπής σε πολιτικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, ακριβώς η εξάντληση του πολιτικού σχεδίου της ΕΕ αντιπροσωπεύει σύμφωνα με τον συγγραφέα, την απόδειξη της αποτυχίας αυτών των προσπαθειών (επίλογος που εξισώνει την Εργατική Εξουσία σε άλλες «δίδυμες» ομάδες, ακόμα και αν είναι ιδεολογικά όχι τόσο αυθεντικές, όπως για παράδειγμα η Lotta Continua ).

Ο πρώτος τόμος χωρίζεται σε δύο μέρη. Στον πρώτο αναλύεται αρχικά το θεωρητικό υπόβαθρο της ΕΕ, μέσω της επεξεργασίας και της εμπειρίας των περιοδικών του εργατισμού που ακολούθησαν το ένα μετά το άλλο: από τα »Κόκκινα Τετράδια- «Quaderni Rossi» (από το 1961 μέχρι την εσωτερική διάσπαση τους το 1963), περνώντας μετά στην »Εργατική Τάξη»- «Classe Operaia» (1964-1967) και την εφήμερη εμπειρία του »Contropiano»- »Αντισχέδιου» (που γεννήθηκε το 1968 από τις στάχτες της «Classe Operaia»), αλλά ήδη τον ίδιο χρόνο και μετά από δύο μόνο νούμερα ένας από τους ιδρυτές του αποχώρησε, ο Toni Negri, για εσωτερικές διαφωνίες ). Ο συγγραφέας συνεχίζει να ανασυνθέτει το σχηματισμό αυτού που αντικειμενικά θα γίνει ο κεντρικός πυρήνας, il central core του Potere Operaio, δηλαδή η ομάδα του Marghera, που αποτελείται από ορισμένους πολιτικούς αγωνιστές που συνδέονται αρχικά με το PSI (Negri, Bianchini, Tolin κλπ.) και από πολλούς αγωνιστές των συνδικάτων και εργοστασιακές πρωτοπορίες (μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει η προσωπικότητα του Italo Sbrogiò). Επρόκειτο για μια ομάδα που, πρώτα μέσα από την σοσιαλιστική εφημερίδα «Progresso Veneto» και στη συνέχεια, ξεκινώντας από την 1η Μαΐου 1967, με το «Potere Operaio» της Marghera, είχε δημιουργήσει μια πραγματική πολιτική παρέμβαση μέσα στις κινητοποιήσεις των εργατών της περιοχής, αποκτώντας σταδιακά μια ορισμένη οργανωτική συνοχή και βγαίνοντας από μια αποκλειστική διάσταση ομάδας διανοουμένων, μολονότι στρατευμένων. Το πρώτο μέρος του βιβλίου τελειώνει με την έκρηξη του Εξήντα οκτώ και τη συνάντηση της ομάδας του Marghera με το φοιτητικό κίνημα, τόσο το ενετικό, όσο και ιδιαίτερα το ρωμαϊκό (μέσα από τις φιγούρες των Piperno και Scalzone). Το δεύτερο μέρος αφορά την περίοδο κατά την οποία η ομάδα προσπαθεί να επιταχύνει την πολιτική οργάνωση, πρώτα με τη γέννηση της εφημερίδας «La Classe»- »Η Τάξη», στη συνέχεια με την συμμετοχή στους αυτόνομους αγώνες που εξερράγησαν στη Fiat την άνοιξη του ’69, μετά με την εμπειρία της συνέλευσης εργατών-φοιτητών στο Τορίνο το καλοκαίρι-φθινόπωρο του ’69, τέλος με τις αντιφάσεις που προέκυψαν μέσα της με τον άλλο πολιτικό χώρο που διαμορφωνόταν εκείνη τη στιγμή, που συνδέεται με το τορινέζικο φοιτητικό κίνημα όπως και αυτό στο Τρεντίνο και με την τοσκάνικη Εργατική Εξουσία, και που αργότερα έδωσε ζωή στη Lotta Continua. Ήταν ανάμεσα σε αυτά τα γεγονότα που αποφασίστηκε να στηθεί ένα νέο εβδομαδιαίο, αυτή τη φορά εθνικό και όχι μόνο βενετικό, το οποίο θα αντικαθιστούσε το «La Classe»: ήταν το»Potere Operaio». Ο τόμος ολοκληρώνεται με την αποτυχημένη εμπειρία της συγχώνευσης με το Μανιφέστο (εργατικό συνέδριο στο Μιλάνο, 1971), η οποία πέρα από τα αρνητικά αποτελέσματα (για πολλούς λόγους επίσης προβλέψιμη, δεδομένων των βαθέων διαφορών στη θεωρητική και οραματική στρατηγική προσέγγιση) δίνει μια περιγραφή του πώς τα ζητήματα του χτισίματος ενός αληθινά μαζικού πολιτικού και αγωνιστικού κινήματος για την «εξουσία» είχαν καταστεί κεντρικά για την ΕΕ.

Η πολιτιστική επιχείρηση που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επάνω σε αυτή την πρώτη φάση της ζωής της Εργατικής Εξουσίας δεν είναι μόνο χρονολογική, ο συγγραφέας δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε μια εποχική ανακατασκευή των γεγονότων, αν και προφανώς μας θυμίζει ότι αυτή αντιπροσωπεύει τη γραμμή στην οποία το βιβλίο κινείται. Κατά τη γνώμη μου, μέσα στην χρονοϊστορία των γεγονότων υπάρχει η προσπάθεια να τονιστούν κάποιες ιστορικές-πολιτικές λογικές. Έχουμε ήδη δει κάποιες από αυτές (τη σχέση με τη θεωρητική κληρονομιά του εργατισμού και τη μετάφρασή της στην πολιτική, σε στρατηγική πρόταση και σε τακτική διάρθρωση. Αλλά προφανώς δεν μπορεί να λείπει η σχέση με τη βία. Για δεκαετίες η ιστορία του Potere Operaio έχει μειωθεί σε «εγκληματική ιστορία» και επιπλέον ελαφρώς μυθιστορηματική. Τα ομήλικα γεγονότα και τα επόμενα της λεγόμενης «δίκης 7 απρίλη», όταν ουσιαστικά σχεδόν όλη εκείνη που ήταν η ηγετική ομάδα της Εργατικής Εξουσίας συνελήφθη με την κατηγορία (που αποκαλύφθηκε στη συνέχεια στερημένη βάσης), πως είχε προωθήσει και κατευθύνει το ποικιλόμορφο κίνημα του ένοπλου αγώνα στα αριστερά, καθόρισαν, το θυμάται και το θυμίζει ο συγγραφέας, μια στερεοτυπική οπτική αυτής της οργάνωσης. Αυτός ο πρώτος τόμος συμβάλλει σημαντικά στην αποκατάσταση μιας συνολικής εικόνας και από κάποια άποψη πολύ διαφορετικής από αυτή που δημιούργησε ο δικαστής Calogero και οι συνάδελφοί του από άλλες ιταλικές εισαγγελίες. Αυτό δεν μεταβάλλει το γεγονός πως μέσα στην ΕΕ συζητήθηκε ο ένοπλος αγώνας και ότι και επάνω σε αυτό καταναλώθηκε η κρίση της το 1973. Αλλά αυτό θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου.

 

Print Friendly, PDF & Email
ιστορία, storia

Κινήματα, βία και ένοπλη πάλη στην Ιταλία των χρόνων Εβδομήντα: όταν οι μελέτες ρίχνουν γέφυρες και δεν σηκώνουν τείχη – του Alberto Pantaloni

Ανασκόπηση από τον Alberto Pantaloni του βιβλίου Prima Linea. L’altra lotta armata (1974-1981), Πρώτη Γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας, 1 τόμος, volume I του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, 2018, σελ. 512.

****

Λίγα και με κακό τρόπο έχουν γραφτεί για την εμπειρία της ένοπλης οργάνωσης Prima Linea μέχρι στιγμής. Αν αποκλείσουμε τους πρωτεργάτες τόμους του Emilio Mentasti, ο οποίος ανέλυσε τα σημαντικά γεγονότα που αντιπροσωπεύει η εμπειρία της Senza Tregua Δίχως Ανακωχή. Ιστορία των κομουνιστικών επιτροπών για την εργατική εξουσία (Senza Tregua. Storia dei comitati comunisti per il potere operaio (1975-1976), Colibrì, 2011, Η κόκκινη φρουρά διηγείται. Ιστορία της εργατικής Επιτροπής της Magneti Marelli, La guardia rossa racconta. Storia del Comitato operaio della Magneti Marelli, Edizioni Εκδόσεις Colibrì, 2006) και εκείνη, από πολλές απόψεις βιαστική και επιφανειακή από τον Giuliano Boraso ο οποίος όμως είχε την αξία να είναι ο πρώτος γύρω από το θέμα (Άγρια Συμμορία. Άνοδος αποθέωση πτώση της οργάνωσης Πρώτη ΓραμμήMucchio Selvaggio. Ascesa apoteosi caduta dell’organizzazione Prima Linea, Castelvecchi, 2006), η λογοτεχνία και η ιστοριογραφία περιορίστηκαν ουσιαστικά να περιλάβουν την Prima Linea μέσα στο τεράστιο καζάνι του λεγόμενου «ένοπλου κόμματος». Όρος, αυτός ο τελευταίος, εξαιρετικά ατυχής και απολύτως ακατάλληλος, όπως έχει ήδη βρει τρόπο να διευκρινίσει ο Andrea Colombo από τις στήλες του “il manifesto” [1]. Γενικότερα, αυτά τα τελευταία χρόνια αναδύεται η ανάγκη να διαλυθούν οι καπνοί που αποφράσσουν τη σωστή οπτική μιας κεντρικής και θεμελιώδους περιόδου της σύγχρονης ιστορίας μας, όπως εκείνη της δεκαετίας 1968-1980, απομακρύνοντας την από τους οπορτουνισμούς και τις φρενήρεις κραυγές της επίσημης πολιτικής, χωρίς ταυτόχρονα να επιπίπτει σε αγιογραφίες και δικαιολογίες. Μια περίοδος κατά την οποία η σχέση μεταξύ κοινωνικών κινημάτων, βίας και ένοπλου αγώνα ήταν τεράστιας πολυπλοκότητας.

Εξ ου και η σπουδαιότητα του καλού έργου του Andrea Tanturli που έγκειται ακριβώς σε αυτό που ο συγγραφέας δηλώνει στην εισαγωγή: «να ρίξουμε γέφυρες, αντί να σηκώσουμε τοίχους, μεταξύ διακριτών αλλά αλληλένδετων φαινομένων». Για να γίνει αυτό χρειαζόμασταν βάθος και σοβαρότητα και επάνω σε αυτό ο Tanturli δεν μας απογοητεύει: η ποσότητα και η ποιότητα των πηγών που συμβουλεύτηκε (από τα αυτοπαράγωγα έγγραφα που υπάρχουν στα αρχεία των αστυνομικών φακέλων, από άρθρα σε εφημερίδες, είτε καθημερινών είτε κινηματικών περιοδικών, στις δικαστικές πράξεις και στις δηλώσεις των εναγομένων) επιτρέπει τη συνεχή επιβεβαίωση της εγκυρότητας ή της αληθοφάνειας των ερμηνευτικών υποθέσεων. Ως εκ τούτου μέσα από ένα μακρύ και περίπλοκο μονοπάτι (τόσο περίπλοκο όσο μπορεί να είναι μια διδακτορική διατριβή), ο συγγραφέας ανακατασκευάζει τους προδρόμους, τις αιτίες, τους παράγοντες μιας εμπειρίας όπως αυτή της Prima Linea που ελάχιστα, ή καθόλου έχει να κάνει με το άλλο μεγάλο σκέλος της αριστερής ένοπλης εμπειρίας στην Ιταλία, αυτής των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ένας «άλλος» ένοπλος αγώνας, όπως ορίζεται στον τίτλο, λόγω σύλληψης, στόχων, ποιότητας και τυπολογίας της σχέσης με τα κοινωνικά κινήματα και τις διαρθρώσεις τους. Αλλά υπάρχουν και άλλα: μέσω της ανασυγκρότησης της μακράς και πολεμικής συστατικής διαδικασίας της Prima Linea (η οποία διήρκεσε περίπου τρία χρόνια), ο Tanturli συμβάλλει επίσης στη καλύτερη διευκρίνιση δύο άλλων πτυχών που σχετίζονται μεταξύ τους, χρονολογικά και πολιτικά: αφενός τις συνέπειες της διάλυσης των ομάδων της επαναστατικής Αριστεράς (ιδιαίτερα της Εργατικής Εξουσίας και της Lotta Continua, αλλά όχι μόνο), αφετέρου την άνοδο του ακανόνιστου και σύνθετου γαλαξία της εργατικής αυτονομίας (αυστηρά με το μικρό «α»), την ακραία ετερογένεια της ακόμη και εντός των θεωρητικών οριζόντων και των κοινών πολιτικών στόχων αν όχι ομοιογενών, όσο κι αν αυτό δυσαρεστεί τους υποστηρικτές και τους προπαγανδιστές του «θεωρήματος 7 απρίλη», του οποίου σε ένα δυο μήνες θα γιορτάσουμε την σαρακοστή επέτειο. Εάν αφενός, λοιπόν, ο συγγραφέας τοποθετεί νόμιμα την εμπειρία της PL μέσα στο χωνευτήρι των αυτόνομων θεωριών και των αυτόνομων πολιτικών συμπεριφορών, επισημαίνει ταυτόχρονα τις βαθιές εσωτερικές αντιφάσεις κατά την περίοδο κυοφορίας της οργάνωσης και εκείνων με τις άλλες ψυχές της αυτονομίας, in primis με τον χώρο του “Rosso”.

Αυτός ο πρώτος τόμος, ο οποίος ασχολείται με τη χρονολογική περίοδο που πηγαίνει από το 1974 έως το 1979, διαρθρώνεται σε πέντε κεφάλαια. Το πρώτο ανασυνθέτει την πολιτική και οργανωτική γένεση της PL, ξεκινώντας από την κρίση και από τις επακόλουθες διασπάσεις που έπληξαν την Lotta Continua και το Potere Operaio, την πρώτη προσπάθεια να καθοριστούν οι διαρθρώσεις της επεξεργασίας σχεδιασμού μέσω του μοναδικού τεύχους του περιοδικού «Line of Conduct, Γραμμή συμπεριφοράς-μεθόδου» μέχρι τη φάση συνεργασίας (πολιτικής και πρωτο στρατιωτικής) μεταξύ των τομέων που εξήλθαν των LC και PO στο παραλληλόγραμμο Τορίνο-Μιλάνο-Φλωρεντία-Ρώμη ξεκινώντας από το 1975 γύρω από την εφημερίδα Senza Tregua. Το δεύτερο κεφάλαιο εξετάζει την κρίση του πολιτικού σχεδίου της Senza Tregua και την απόφαση ενός μέρους των συμμετεχόντων να πιέσουν προς το «ποιοτικό άλμα» μπροστά στην αργή οπισθοδρόμηση των εργατικών αγώνων (του οποίου εκείνη τη στιγμή δεν φαίνεται να υπάρχει συνειδητοποίηση) και στο κλείσιμο της δυνατότητας «ανοίγματος» του θεσμικού πολιτικού πλαισίου μετά τις εκλογές της 20ής ιουνίου 1976. Το τρίτο κεφάλαιο ασχολείται με την αναπόφευκτη (και αδιαμφισβήτητη) σχέση με το κίνημα του 77, το οποίο όχι μόνο αντιπροσωπεύει το καλύτερο ριζοσπαστικό περιβάλλον, radical milieu, όπως έγραψε ο Luca Falciola, που η PL μπορούσε να βρει για να αναπτύξει τη δράση της, αλλά όπου συχνά οι αγωνιστές διαδραματίζουν ένα δημόσιο και όχι δευτερεύοντα ρόλο. Ακριβώς η παρακμή αυτού του κινήματος, που προκάλεσε την είσοδο αρκετών από τους αγωνιστές του μέσα στην Πρώτη γραμμή (αλλά και τις BR, ειδικά στη Ρώμη), σε συνδυασμό με τα πρώτα χτυπήματα που υπέστη από την καταστολή του κράτους, δημιούργησε εκείνη την περαιτέρω μιλιταριστική στροφή που κατέστη μη αναστρέψιμη μετά την απαγωγή και την εκτέλεση του Aldo Moro από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί την καρδιά του τέταρτου κεφαλαίου του βιβλίου, που ορίζει τόσο τη μορφολογία της οργάνωσης, όσο και τις προσπάθειές της να ενοποιηθεί με άλλα »αδελφά» τμήματα του αριστερού ένοπλου αγώνα (όπως οι FCC, κομουνιστικοί μαχόμενοι σχηματισμοί) και τις βαθιές ιδεολογικές, πολιτικές αποκλίσεις και προγραμματικές (καθώς και κάποια αμοιβαία ανυποληψία) με τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Όμως η κριτική της PL στην επιχείρηση
Moro σύντομα θα σταματήσει για να αφήσει ανοικτό το πεδίο σε μια όλο και περισσότερο παρόμοια πρακτική, όπως θα είχαν δείξει οι δολοφονίες του Alessandrini και του Ghiglieno και, σε μια όλο και πιο αυστηρή παρανομία, σε ένα έτος (1979) που στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου ο συγγραφέας θεωρεί καθοριστικό όχι μόνο για την παραβολή της οργάνωσης, πριν από την κρίση και την αποσύνθεσή της κατά την διετή περίοδο 1980-81 (η οποία θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου), αλλά και πάνω απ ‘όλα της περίπλοκης σχέσης μεταξύ ένοπλου αγώνα, της κρίσης των κινημάτων και αναδιάρθρωσης της ιταλικής κοινωνίας.

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, ακριβώς η συνεχής προσοχή να μην αγνοηθεί αυτή τη σχέση αντιπροσωπεύει, μαζί με το γιγαντιαίο έργο έρευνας και διαβούλευσης των πηγών και για το γέμισμα του ιστοριογραφικού κενού επάνω στο θέμα αυτό, ένα άλλο ιδιαίτερα ποιοτικό στοιχείο του έργου από την άποψη της ερμηνείας. Η έξοδος από την στερεότυπη κοινοτοπία που αντιμετωπίζει τον ένοπλο αγώνα και την αριστερή τρομοκρατία στην Ιταλία ως ψυχοπαθολογικά φαινόμενα ή ως καρπούς ετερο-κατευθύνσεων και στρατηγικών συνωμοσίας από ποιος ξέρει ποιες σκοτεινές δυνάμεις, αντιπροσωπεύει σήμερα τον κύριο δρόμο για να δώσουμε πίσω στην κοινότητα και στη Χώρα την κατανόηση μιας περιόδου της πρόσφατης ιστορίας μας που σίγουρα δεν μπορεί παρά να οριστεί ως εξαιρετική (με την ετυμολογική έννοια του όρου) τόσο από την άποψη της ποσότητας των ανθρώπων που αγκάλιασαν τον ένοπλο αγώνα, όσο και από εκείνη της έντασης της σύγκρουσης με το Κράτος και τους μηχανισμούς του.

 

Note

 

[1]https://ilmanifesto.it/le-radici-politiche-di-una-parabola-buia-e-controversa/.

Print Friendly, PDF & Email
σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Τοπικοί αγώνες των χρόνων Εβδομήντα: Torino ανάμεσα στη διάλυση της Lotta Continua και το Εβδομήντα επτά

του Giorgio Del Vecchio

Αναμένουμε την κυκλοφορία του βιβλίου του Alberto Pantaloni στις 31 Ιανουαρίου Η διάλυση της Lotta continua και το κίνημα του ’77, για τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi, με την ανασκόπηση του Giorgio Del Vecchio.

****

Ένα από τα αμέτρητα βίτσια που χαρακτηρίζουν τη δημόσια συζήτηση της ιταλικής Δεκαετίας του 70 είναι η τάση να θεωρείται αυτή η περίοδος ως ένα είδος μονόλιθου στην πρόσφατη ιστορία της Χώρας. Ένας άθραυστος ογκόλιθος που συνεχίζει να βαραίνει επάνω στη συλλογική μνήμη, ο οποίος αντανακλάται στις δημόσιες αναπαραστάσεις της. Αρκεί να υπενθυμίσουμε εδώ τη συστηματική χρήση τύπων, όρων, εννοιών όπως «χρόνια μολυβιού» και «ένοπλου κόμματος», τόσο συναρπαστικών για τα ξεκάθαρα όσο και βιαστικά, θαμπά και ουσιαστικά ανακριβή περιγράμματα τους. Ή τη σχεδόν νοσηρή προσοχή για μεμονωμένα χρόνια (το εξήντα οκτώ, το εβδομήντα επτά), μήνες (οι 55 ημέρες του Moro), ακόμη και ημέρες (η 12η Δεκεμβρίου 1969 και η σφαγή της Piazza Fontana), που γίνονται εκ των υστέρων οι μοναδικοί ερμηνευτικοί φακοί μέσω των οποίων θα διερευνηθεί και θα συνοψισθεί μια μακρά και πυκνή δεκαετία.

Αντίθετα, όπως γνωρίζουν οι μελετητές πολύ καλά, η δεκαετία του 70 είναι ένα περίπλοκο και πολυεδρικό πλάσμα, ένα μεγάλο και πολύπλευρο ψηφιδωτό που αποτελείται από έναν άπειρο αριθμό καρτών που πρέπει να αποσυναρμολογούνται και να ανοικοδομούνται διαρκώς για να προσπαθήσουν να προτείνουν την αίσθηση της συνολικής φιγούρας, εικόνας. Ο Alberto Pantaloni, με το πλήρως ιστοριογραφικό του δοκίμιο, επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι αυτού του περίπλοκου παζλ, που σχετίζεται με τη διάλυση της Lotta continua, που ξεκίνησε το 1976, με τη σύγχρονη παραβολή του κινήματος του 1977 στο πλαίσιο της πόλης του Τορίνο. Είναι μια επιλογή που περιγράφει πολύ καλά την έρευνα, αλλά αυτό δεν είναι καθόλου ευτελές ή αυθαίρετο. Το Τορίνο αντιπροσωπεύει πρωτίστως ένα προνομιούχο παρατηρητήριο της ιταλικής δεκαετίας του ’70 (κυρίως αλλά όχι μόνο, λόγω της παρουσίας της FIAT), κατά τη διάρκεια της οποίας η πόλη χαρακτηριζόταν από την ανθεκτικότητα των κοινωνικών συγκρούσεων, οι οποίες συχνά έφταναν σε μεγάλη ένταση και ποικιλία μορφών. Στα κεντρικά χρόνια της δεκαετίας ξεχώριζε, δίχως αμφιβολία, το έντονο ρίζωμα της Lotta continua, αλλά και μια ορισμένη διάχυση των κολεκτίβων και των αυτόνομων εμπειριών και του φαινομένου του ένοπλου αγώνα. Χωρίς να ξεχνάμε, φυσικά, την κεντρική λειτουργία που διεξήγαγε το κομμουνιστικό Κόμμα. Υπό αυτή την έννοια το Τορίνο ήταν ένα ιδιαίτερα ποικίλο πλαίσιο, μια συγκυρία στην οποία συνυπήρχαν διαφορετικές εμπειρίες, αντιτίθονταν και αλληλοσυνδέονταν, ειδικά κατά το χρονικό διάστημα που αναλύθηκε από τον Pantaloni, από το φθινόπωρο του 1976 έως το τέλος του 1977, που αποτελούσε μια θεμελιώδη φάση μετάβασης όχι μόνο για κοινωνικά κινήματα, αλλά για ολόκληρη την ιταλική κοινωνία.

Ο Pantaloni διαρθρώνει το έργο του σε δύο διαφορετικά μέρη. Στο πρώτο αναλύει την κρίση της Lotta Continua στο Τορίνο και τις δυναμικές της διάλυσης της. Μία διαδικασία περισσότερο απ’ ότι μια εκδήλωση, όπως δείχνει ο ίδιος ο ερευνητής, αργή και βαθμιαία, η οποία ξεκίνησε με την εκλογική ήττα που υπέστη η λίστα της Προλεταριακής Δημοκρατίας στις εκλογές του Ιουνίου του 1976, για να ξεδιπλωθεί από πολλές απόψεις μέσα στο δραματικό συνέδριο του Ρίμινι, του οκτωβρίου του ιδίου έτους. Ο Pantaloni ανακατασκευάζει με έναν προσεκτικό και τεκμηριωμένο τρόπο την έκρηξη της LC στο Τορίνο, παρουσιάζοντας τις αιτίες αυτής. Πρώτα απ ‘όλα, υπήρξε μια βαθιά κριτική στην στράτευση όπως είχε αναπτυχθεί από το 1968 και μετά, που προωθήθηκε όχι μόνο από τα νέα κοινωνικά υποκείμενα που γρήγορα (επαν) πολιτικοποιούνταν, όπως οι γυναίκες και οι νέοι, αλλά και από τους ίδιους τους εργάτες, που είχαν εκπροσωπήσει το επίκεντρο της πολιτικής δράσης της ομάδας. Η πολιτική πρακτική με την οποία εκδηλώθηκε αυτή η δυσφορία ήταν αυτή του αποσχιστισμού, η οποία έρχονταν σε αντίθεση με την εγκάρσια και οριζόντια φιλοδοξία, τον πόθο που προκάλεσε από την αρχή τις επαναστατικές προοπτικές της LC. Αυτός ο διαχωριστικός χαρακτήρας αντηχούσε όχι μόνο σε δριμείες αντιπαραθέσεις μεταξύ των διαφόρων υποκειμένων, αλλά και κυρίως σε μια κάθετη και ολοκληρωτική αντιπαράθεση μεταξύ της βάσης και της ηγετικής ομάδας της οργάνωσης, μια πραγματική κρίση νομιμοποίησης που αποδείχθηκε μη αποφασιστική. Ο Pantaloni προχωρά στη συνέχεια για να περιγράψει την οργανωτική διάλυση της LC. Υπήρξε, εν προκειμένω, η προσπάθεια ορισμένων τμημάτων να συνεχίσουν ένα πολιτικό έργο στην επικράτεια του Τορίνο, ενώ πολλά μέλη της ομάδας περιφρούρησης, κυρίως οι νέοι, μιας και ξεθώριασε η προοπτική μίας επικείμενης εξέγερσης, πίεζαν για μια ριζοσπαστικοποίηση των ρεπερτορίων, των επιλογών. Ενδιαφέρουσα είναι η παράγραφος αφιερωμένη στην εξέλιξη της εφημερίδας του ομίλου, η οποία κατάφερε εν μέρει να απορροφήσει το τραύμα και να διατηρήσει την αξιοπιστία τουλάχιστον καθ ‘όλη τη διάρκεια του 1977 ως ένα από τα σημαντικότερα όργανα πληροφόρησης του κινήματος στην πρωτεύουσα του Πεδεμόντιου.

Το δεύτερο μέρος του δοκίμιου είναι αφιερωμένο στην παραβολή του Κινήματος του 1977 στο Τορίνο. Ο Pantaloni επιτελεί μια ενδιαφέρουσα επιχείρηση, «αποσυνθέτοντας» την ανάλυση ενός φαινομένου-συμβάντος. Σωστά, αυτός εξιστορεί την τροχιά των τριών πολιτικών παικτών που έδωσαν ζωντάνια, που κινητοποίησαν το Κίνημα στο Τορίνο και όχι μόνο. Πρώτα απ ‘όλα οι εργάτες, αν και με διαφορετικούς τρόπους σε σχέση με τον κύκλο των βιομηχανικών συγκρούσεων 1969-73 δεδομένου του μεταβαλλόμενου πλαισίου, που ήδη έδειχνε σημάδια μιας βαθιάς κρίσης του μοντέλου συσσώρευσης της χρυσής εποχής. Στη συνέχεια το γυναικείο κίνημα, στο οποίο ο Pantoni αφιερώνει σελίδες μεγάλης πυκνότητας, ανακατασκευάζοντας τα πεδία παρέμβασης του, τις θεωρίες και τις αξιώσεις, ζωγραφίζοντας μια πολύπλοκη και διαφοροποιημένη εικόνα.Τέλος το φοιτητικό κίνημα και οι κύκλοι του νεανικού προλεταριάτου, οι οποίοι διαδραμάτισαν επίσης θεμελιώδη ρόλο, κινούμενοι εγκάρσια σε σχέση με τα άλλα προαναφερθέντα υποκείμενα. Συγκεκριμένα, έδειξαν μεγάλη προδιάθεση για την εξάπλωση ριζοσπαστικών πρακτικών, όπως η επίθεση του Angelo Azzurro, μπαρ κατηγορούμενου ότι ήταν σημείο συνάντησης για δεξιά στοιχεία και εμπόρους ναρκωτικών, όπου ο Roberto Crescenzio έχασε τη ζωή του και που έκλεισε οριστικά την παραβολή του τορινέζικου Εβδομήντα επτά.

Σχεδόν σε ρόλο παραρτήματος ο Pantaloni προσθέτει ακόμα δύο κομμάτια. Από τη μία πλευρά τα γεγονότα που συνδέονται με τη φυλακή και τους αγώνες των κρατουμένων, οι οποίοι στο Τορίνο το 1977 είχαν σημασία που δεν ήταν καθόλου δευτερεύουσα. Από την άλλη πλευρά το ευαίσθητο και αμφιλεγόμενο θέμα του παράνομου ένοπλου αγώνα και των σχέσεών του με τη «δημόσια» διάσταση των αγώνων. Από αυτή την άποψη, ο Pantaloni επικεντρώνεται στην εμπειρία της Prima Linea- Πρώτης γραμμής η οποία ήταν ιδιαίτερα σημαντική εκείνους τους μήνες στο Τορίνο, και στην οποία, από την αρχή, πολλοί από τους εξερχόμενους της LC συγκλίνουν, ειδικότερα η ομάδα περιφρούρησης. Ο συγγραφέας είναι επίσης διεισδυτικός υπογραμμίζοντας και σε αυτή την περίπτωση την πολυπλοκότητα της δυναμικής που οδήγησε, το 1977 και τα επόμενα χρόνια, στην έκρηξη του φαινομένου του λεγόμενου «διάχυτου ανταρτοπόλεμου». Αρνείται ριζικά τις απλοποιήσεις και τους αυτοματισμούς, υπογραμμίζοντας τις περίπλοκες διαπλέξεις και τις αμέτρητες γκρίζες περιοχές που υπάρχουν στη σχέση μεταξύ των παράνομων κινημάτων και της παράνομης στράτευσης.

Συνολικά, η επιχείρηση που επιχειρείται από τον Pantaloni είναι πειστική, αξίζει τον κόπο, εδώ, να τονίσουμε δύο στοιχεία ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Πρώτον, από την ιστοριογραφική άποψη, ο συγγραφέας συνδυάζει δύο από τις πιο ενδιαφέρουσες και πρόσφατες προσεγγίσεις της μελέτης για την ιταλική Δεκαετία του ’70. Από τη μία πλευρά, η τάση να διερευνάται η δυναμική της συγκεκριμένης τοπικής πραγματικότητας (στην προκειμένη περίπτωση το Τορίνο). Από την άλλη επικεντρώνεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του εβδομήντα, μιας περιόδου που επανακτά την πλήρη ιστοριογραφική της σημασία εδώ και λίγα μόνο χρόνια. Όπως ο Falciola, στο δοκίμιο του για το 1977, και πιο πρόσφατα ο Τanturli, σε εκείνο για την Prima Linea, δείχνουν ότι πρόκειται για χρόνια κρίσης και περάσματος, σίγουρα μέσα σε σύγχυση και δραματικότητα, αλλά αποκαλύπτουν όμως ερευνητικά μονοπάτια θεμελιώδους σημασίας για την κατανόηση της Δεκαετίας του ’70, κυρίως όσον αφορά την ανάπτυξη ριζοσπαστικών milieux-φόντων και τη μετατροπή της δυναμικής των κοινωνικών συγκρούσεων.

Το δεύτερο στοιχείο αφορά αντιθέτως την ικανότητα που δείχνει ο Pantaloni να ανασυνθέσει ιδιαίτερα ευαίσθητα γεγονότα που έλαβαν χώρα σε ένα πολύ περίπλοκο πλαίσιο (Τορίνο του 1976-1977) μέσω μιας προσέγγισης και μέσων που είναι εξ ολοκλήρου ιστορικά. Μέσω της χρήσης σχεδόν εξ ολοκλήρου «εσωτερικών» πηγών, που παράγονται από τους παίκτες για τους οποίους γίνεται λόγος, μια επιλογή που σίγουρα ενισχύει το διαλεκτικό σύστημα, η διάλυση της Lotta Continua και το τορινέζικο Εβδομήντα επτά αναδύονται ως διαδικασίες συνεχούς εξέλιξης, αποτελούμενες από πολλές τροχιές και παράγοντες διαφορετικούς και συνυπάρχοντες και σε συνεχή διάλογο μεταξύ τους. Ο Pantaloni επιστρέφει πίσω την πολυπλοκότητα αυτής της αλληλεπίδρασης, προτείνει πειστικές γραμμές ερμηνείας, δίνοντας έμφαση στις μη γραμμικές δυναμικές που χαρακτήριζαν την κοινωνική σύγκρουση εκείνων των ετών.

Print Friendly, PDF & Email
ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Ένα νέο βιβλίο πηγαίνει στις ρίζες της Πρώτης γραμμής, τον άλλο ένοπλο αγώνα

 

Το «ένοπλο κόμμα» ήταν μια δημοφιλής έκφραση ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Δημοσιογραφικά αποτελεσματική, ήταν όμως λανθασμένη και παραπλανητική. Ακόμη και σήμερα επηρεάζει, παραμορφώνοντας, την εικόνα της ιστορικής αυτής φάσης. Στην πραγματικότητα απέδιδε την εικόνα ενός συνεκτικού ένοπλου μπλοκ παρά τις διαιρέσεις. Η όλη εμπειρία του ένοπλου αγώνα ήταν έτσι τυποποιημένη στις έννοιες και τις συνεκδοχές της κύριας οργάνωσης, η οποία όμως ήταν η μόνη που πραγματικά φαντάζονταν τον εαυτό της ως ένοπλο κόμμα: τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Η πραγματικότητα είναι ότι, αν υπήρχε ένα «ένοπλο κόμμα», υπήρξε επίσης και ένα «ένοπλο κίνημα» που ακολουθούσε πολύ διαφορετικές, και συχνά αντίθετες, συντεταγμένες και λογικές.

Η ΚΥΡΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ στα όπλα ήταν η Prima linea, η δεύτερη σημαντική ένοπλη οργάνωση, στην οποία ωστόσο η πληθώρα διαφημιστικών δραστηριοτήτων και η σπάνια ιστοριογραφία δεν έδωσαν μέχρι στιγμής ιδιαίτερη προσοχή, επικεντρωμένες όπως ήταν – και όπως παρέμειναν – στις Br και ειδικότερα στην εντυπωσιακότερη δράση τους, την απαγωγή Moro. Αυτό το κενό, το οποίο όμως δεν ήταν πλήρες, καλύπτεται τώρα από τον Andrea Tanturli, ερευνητή στη Φλωρεντία με το βιβλίο Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας – Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), vol. 1 (DeriveApprodi, pp. 380, euro 25).

Είναι ένα βιβλίο που πραγματικά δεν πρέπει να χάσουν όσοι ενδιαφέρονται για την ιστορία του ιταλικού επαναστατικού κινήματος της δεκαετίας του ’70. Αντιμετωπίζει την παραβολή της Pl με τα εργαλεία του ιστορικού, ακολουθώντας το χρονολογικό σχήμα αλλά χωρίς να επιδίδεται ούτε στην ανεκδοτολογία ούτε στο τυπικό δικαστικό μοντέλο που στολίζει περιγραφές επιθέσεων αλλά προσπαθεί αντ’ αυτού να ανακατασκευάσει, μέσα από ένα σχολαστικό έργο και επάνω σε ντοκουμέντα, τις πολιτικές ρίζες, την συγκυρία και το κοινωνικό πλαίσιο χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να κατανοήσουμε την πραγματικότητα της Pl. Συγχρόνως συλλαμβάνει, μέσα στον καθόλου στρεβλωμένο καθρέπτη την ιστορία της Πγ, τη διαδρομή, το δίλημμα και τέλος την παθητική απόκλιση όλης εκείνης της πλευράς του κινήματος που, μετά από την καμπή, το ορόσημο του 1974, δεν είχε επιλέξει ούτε τη θεσμοποίηση ούτε το παράνομο κόμμα.

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ απ’ ότι οι Br που πάντα προσέχουν κυρίως στη βάση του Pci-Κκι και του παραδοσιακού εργατικού κινήματος, η Pl γεννιέται από το κίνημα και για το κίνημα. Οι μαχητές και τα ηγετικά στελέχη της, που προέρχονται κυρίως από τις εμπειρίες της συνεχούς Πάλης-Lotta continua και της εργατικής Εξουσίας-Potere operaio, διατηρούν επί μακρόν μια διπλή στράτευση: παρεμβαίνουν τόσο στις κοινωνικές συγκρούσεις όσο και στις ένοπλες ενέργειες. Καθ ‘όλη τη φάση της κυοφορίας και στα πρώτα χρόνια η περιοχή της Χωρίς ανάπαυλα-Senza tregua, μετασχηματισμένη αργότερα στην Πρώτη γραμμή, θεωρεί την ένοπλη εμπειρία αναστρέψιμη: ένα εργαλείο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί ή να τεθεί κατά μέρος ανάλογα με τις συνθήκες και τις ανάγκες της ταξικής σύγκρουσης. Επί σειρά ετών περισσότερο «ημιπαράνομη-semiclandestina» παρά παράνομη, η Πγ είναι πολύ λιγότερο διαρθρωμένη από ότι οι BR, χωρίς μια πραγματική ομάδα κορυφής σε εθνικό επίπεδο, καθόλου προσεκτική στις ανάγκες του διαμερισμού, της τμηματοποίησης: συμβαίνει περισσότερες από μια φορές ορισμένοι αγωνιστές να αναγκάζονται να μη πάρουν μέρος σε ένοπλες δράσεις επειδή τραυματίστηκαν παίζοντας ποδόσφαιρο. Είναι παρούσα και δραστηριοποιείται κυρίως στο Μιλάνο, το Τορίνο και τη Φλωρεντία, εκτεινόμενη μέχρι τη Νάπολη. Από την άλλη πλευρά δεν πετυχαίνει ούτε η συνένωση με τους κομμουνιστικούς μαχόμενους Σχηματισμούς, παρά μια σύντομη φάση «ενοποιημένης διοίκησης», ούτε η «αποβίβαση» στην πρωτεύουσα, πιθανώς επειδή η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br αποτελεί μια ανωμαλία, ούσα ένα είδος «κινηματίστικης φάλαγγας» .

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ αυτή καθεαυτή είναι ξεχωριστή από τις «ομάδες», οι οποίες έχουν το καθήκον να παρεμβαίνουν στο ζωντανό των συγκρούσεων με επιθέσεις λιγότερο στρατηγικού χαρακτήρα, έστω και αν στην πράξη οι δύο χώροι συχνά καταλήγουν να επικαλύπτονται. Η Pl γεννιέται αυστηρά συνδεδεμένη με τους αγώνες των εργατών, κυρίως σε καταστάσεις όπου το κίνημα είναι περισσότερο παρόν και οι συγκρούσεις περισσότερο αποφασιστικές, αλλά στη συνέχεια θα είναι προσεκτική στις συγκρούσεις που εξαπλώνονται στο κοινωνικό, στην οικολογία, την ηρωίνη, μέχρι τον φεμινισμό. Να την θεωρήσουμε «ένοπλο βραχίονα του κινήματος», τονίζει στον πρόλογο ο Tanturli, είναι όμως ένα λάθος. Η φιλοδοξία ήταν υψηλότερη: να κατευθύνει το κίνημα προς μια κατάληξη και μια νικηφόρα διέξοδο από την αντεπίθεση που έπαιρνε μορφή στο τέλος της ανερχόμενης φάσης της εργατικής σύγκρουσης.

Αυτό τον πρώτο τόμο, ο συγγραφέας αφιέρωσε εκτενώς στη φάση της «κύησης», ακριβώς τα έτη μεταξύ 1974 και 1977. Πρωταγωνιστής δεν είναι μόνο ο χώρος της Χωρίς ανακωχή-Senza tregua, από τον οποίο θα γεννηθεί η Pl, αλλά ολόκληρη η αυτονομία ιδιαίτερα η μιλανέζικη. Η εν λόγω διατομή επιτρέπει να γίνει o απολογισμός της συνολικής εικόνας και της συζήτησης μέσα στην οποία ωρίμασε η ένοπλη επιλογή, σε τομείς πάντα μειοψηφικούς αλλά όχι ασήμαντους του κινήματος. Ήταν μια σε μεγάλο βαθμό αμυντική κίνηση, η προσπάθεια να αποφευχθεί ένα αποτέλεσμα που εμφανίζονταν σε μια προοπτική ήδη καθορισμένη, μετά την αναδιάρθρωση που ακολούθησε το πετρελαϊκό σοκ του ’73, υψώνοντας το διακύβευμα και μετακινώντας το έδαφος της ταξικής σύγκρουσης.

ΣΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΟΜΟ ο Tanturli θα ασχοληθεί με την τελευταία φάση της υπόθεσης Pl: τις διασπάσεις, τις «στρατηγικές οπισθοχωρήσεις», τη διάλυση, τη συλλογική διάσταση. Αλλά ήδη στο τέλος αυτού του τόμου καταγράφεται η ήττα του στοιχήματος της. Η «κινηματίστικη-movimentista» ένοπλη οργάνωση κατέληξε υιοθετώντας εκείνο το ταξιαρχίτικο μοντέλο σε αντίθεση με το οποίο γεννήθηκε. Ο Tanturli δικαιολογεί το στρίψιμο στο τιμόνι με τις συνέπειες της απαγωγής του Μόρο, η οποία ανάγκασε να επικρατήσουν σε όλους οι έννοιες της στρατιωτικής σύγκρουσης έναντι των πολιτικών, αλλά κυρίως στη διάλυση του κινήματος. Χωρίς το οποίο η Pl δεν είχε πλέον λόγο να υπάρχει.

* Πηγή: Andrea Colombo, IL MANIFESTO

αυτονομία, autonomia

Πριν 40 χρόνια: στις 2 φεβρουαρίου 1977 εκρήγνυται το Κίνημα του 77 – 40 anni fa: il 2 febbraio 1977 esplode il Movimento del 77

Αέναη κίνηση

Το έτος ’77 ξεκίνησε ένα μήνα νωρίτερα, στις 3 Δεκεμβρίου ’76, όταν ο Franco Maria Malfatti, υπουργός Παιδείας, έριξε τα χαρτιά του στο τραπέζι: την περίφημη εγκύκλιο του περιορίζει την επανάληψη των εξετάσεων, φορολογικές αυξήσεις, ειδικά για τους εκτός σειράς μαθημάτων, τρία επίπεδα αποφοίτησης (δίπλωμα, πτυχίο, διδακτορικό), επαναφορά της περιορισμένης πρόσβασης, κ.λπ.

Στις 24 ιανουαρίου ’77 στο Palermo οι φοιτητές κατέλαβαν την Φιλοσοφική σχολή, στις 31 ιανουαρίου εμποδίζονται  οι διδακτικές δραστηριότητες στις ανθρωπιστικές σχολές του .

Torino, Cagliari, Sassari,Salerno. A Bologna, Milano, Padova,Firenze, Pisa λαμβάνουν χώρα διαδηλώσεις, πορείες, συνελεύσεις.

2 φεβρουαρίου ’77, στο πανεπιστήμιο La Sapienza της Roma μια εξηνταριά φασιστών επιτέθηκαν σε μια συνέλευση φοιτητών. Αφού αποκρούστηκαν υποχωρώντας πυροβόλησαν με όπλο. Ο Guido Bellachioma τραυματίζεται σοβαρά στο κεφάλι. Την επομένη μια πορεία βγαίνει απ’ το πανεπιστήμιο, στην via Solferino…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 988 επιπλέον λέξεις

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Υπέρ ή ενάντια στην επανάσταση;

Stampa

 

29739

Έχουμε μεταφράσει και δημοσιεύουμε το ακόλουθο κείμενο που εμφανίστηκε στις 2 δεκεμβρίου 2018 στον ιστότοπο Paris Luttes. Μας φαίνεται να αποκαταθιστά ορισμένες από τις κυριότερες θέσεις – και τα όρια – της συζήτησης και των στάσεων που υπάρχουν στα γαλλικά αγωνιστικά πλαίσια για το φαινόμενο των Κίτρινων Γιλέκων-Gilets Jaunes. Αλλά είναι βασικά μια χρήσιμη υπενθύμιση για όλους και για όλα.

Pro o contro la rivoluzione?

Εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα, κάποιες και κάποιοι διατύπωσαν το ζήτημα της πολιτικής τους δράσης με αυτό τον τρόπο: «Τι κάνεις με την επαναστατική ιδέα όταν η κατάσταση δεν είναι τέτοια;» Η απάντηση που έδωσαν, πολύ σωστά, με δεδομένο το ρίζωμα στις γειτονιές, ήταν εκείνη της συμμετοχής στην οικοδόμηση της αυτονομίας. Σήμερα η υπόθεση δεν είναι ακριβώς η ίδια, ο αέρας φαίνεται να είναι λίγο πιο νευρικός. Επομένως ίσως είναι καιρός να αναδιατυπώσουμε το ερώτημα: «Πώς να ανοίξουμε εκ νέου την επαναστατική υπόθεση όταν η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική;»

Τις τελευταίες εβδομάδες πολλοί αγωνιστές και αγωνίστριες περιστρέφονταν γύρω από το ζήτημα μιας κινητοποίησης που τη νιώθουν ως εξωγενή, τα Gilets Jaunes. «Κάτι συμβαίνει, αλλά αυτό δεν προέρχεται από εμάς. Είμαστε υπέρ ή κατά;» Ένας βαθύς γρίφος. Γιατί υπάρχει ένα τέτοιο χάσμα μεταξύ των αγωνιστών και της σημερινής κατάστασης;

Στην αρχή έγινε λόγος για «τραχείς ανθρώπους που δεν θέλουν να πληρώσουν φόρο». Μετά άρχισαν να δικαιολογούν την απόρριψη με την αποδοκιμασία των ρατσιστικών, σεξιστικών, ομοφοβικών ενεργειών τους. Στη συνέχεια, η σχεδόν ενστικτώδης άρνηση μετατράπηκε σε δισταγμό. Διαπιστώθηκε ότι αυτά τα υποκείμενα και αυτά τα μεμονωμένα γεγονότα δεν μπορούσαν να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικά του συνόλου του κινήματος των Gilets Jaunes, καθώς αυτό το κίνημα είναι κάτι πολύ ετερογενές.

Την εβδομάδα της 17ης, παρά τις άμεσες ενέργειες, τα σημαντικά οικονομικά μπλόκα και τις άγριες διαδηλώσεις, εξακολουθούσε να υπάρχει μια κάποια απροθυμία απέναντι στους Gilets Jaunes επειδή, αν και υπήρχε μια εξέγερση, εξίσου μέρος των στρατευμένων δεν τάσσονταν υπέρ της συμμετοχής στις διαδηλώσεις μαζί με «όλους αυτούς τους φασίστες». Ταυτόχρονα, ένα άλλο μέρος της στράτευσης έσπρωχνε αντιθέτως προς την αναγκαιότητα της αγωνιστικής παρουσίας μέσα σε αυτό το έδαφος ακριβώς για να μην το παραχωρήσει σε αυτούς. Σε κάθε περίπτωση, υπήρχε η ανάγκη να προβληματιστούμε. Για δύο εβδομάδες, σύνεση, ανάλυση, σχεδόν κανένα σχέδιο δράσης. Από την άλλη πλευρά, μια αναλλοίωτη συνέχεια των αγώνων, των συνηθισμένων. Σαν τα Κίτρινα Γιλέκα να μπλοκάρουν τους δρόμους … του Κεμπέκ.

gilets

Κάποιοι και κάποιες προτείνουν ότι, πέρα από την ταξική περιφρόνηση, ο βαθύς λόγος είναι ότι, όταν φθάνει η αποφασιστική στιγμή, οι στρατευμένοι απορρίπτουν την αλλαγή, γενική ή προσωπική κι αν είναι. Υπονοώντας ότι αυτή η απόρριψη είναι ουσιαστικά εγγενής στην αγωνιστική κατάσταση. Υπάρχει η συντηρητική απόκλιση της μαχητικότητας; Εάν υπάρχει μια μαχητική τάση να αποκρύπτει την πιθανότητα μιας ξαφνικής αλλαγής, είναι με το φόβο του απρόβλεπτου, του μη οικείου, του άγνωστου που εξηγεί τoν αποπροσανατολισμό με την εμφάνιση μιας νέας κατάστασης.

Ένα πράγμα είναι βέβαιο, υπάρχει μια έλλειψη τόσο διαθεσιμότητας όσο και γεύσης για τον αυθορμητισμό. Αυτό που πρέπει να αμφισβητηθεί είναι οι αγωνιστικές συνήθειες. Είναι αυτές που εμπόδισαν να ειδωθεί σε αυτή την αρχή πρωτοφανούς κινητοποίησης, όχι μόνο η νόμιμη οργή των Gilet Jaunes, αλλά και η δυνατότητα μιας λαϊκής εξέγερσης που ξεχειλίζει πέρα από τα περιθώρια και την ένταση ενός «κοινωνικού κινήματος».

Όλα αυτά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που δεν σταματάμε να επικρίνουμε όταν επιτίθενται στα κινήματα μας έχουν αποκτήσει ξαφνικά αξιοπιστία στα μάτια αυτών των ίδιων αγωνιστών; Αμέσως μόλις λάβει χώρα μια ρατσιστική ή ομοφοβική επίθεση, τα μέσα εκτοξεύονται εκεί πάνω. Ταυτόχρονα όμως, όταν μια παλιά υπο-νομαρχία καταλαμβάνεται στην St. Nazaire και μετονομάζεται σε «σπίτι του λαού» ή όταν κυνηγιούνται οι φασίστες στη Ρουέν ή όταν οργανωνόμαστε με τους συνδικαλιστές για να ενισχύσουμε τα οικονομικά μπλόκα … δεν υπάρχουν ειδήσεις.

Το Σάββατο 24 νοεμβρίου, αρκετοί αγωνιστές βρέθηκαν στα Ηλύσια Πεδία. Την επομένη αυτής της ημέρας εξέγερσης, βλέπουμε μια μεγαλύτερη αποδοχή των Gilets Jaunes. Οι εικόνες των Champs-Élysées, καθώς και κάποιες εκκλήσεις από σημαντικές κολεκτίβες, έδωσαν την ευκαιρία σε πολλούς να μην μπορούν πλέον να σταματήσουν στη δική τους ανάκρουση. Κάτι, ανάμεσα στον φετιχισμό της εξέγερσης και μια αυθεντική συνειδητοποίηση, οδήγησε να αντιληφθούν την δική τους μη συμμετοχή ως κάτι για το οποίο πρέπει να ντρέπονται.

Όταν οι αγωνιστές και οι αγωνίστριες άρχισαν να ζεσταίνονται, έφτασε επί τέλους η ώρα να αναρωτηθούν «τι κάνουμε;» Συμμετοχή στην διαδήλωση … και μετά; Τι έλλειψη φαντασίας ενώ υπάρχει παντού εκεί γύρω μια γιορτή.
Αντί να θεωρείται ένας κίνδυνος – να αισθανόμαστε άχρηστοι και μειοψηφικοί – η συμμετοχή σήμερα θα μπορούσε σωστά να είναι η στιγμή που οι συνήθειες πιέζονται να διαλυθούν μέσα στον πειραματισμό, και αυτά θα ήταν a priori, καλά νέα.

VERBATIM. Voici toutes les revendications des Gilets jaunes

Θα μπορούσε να μας τύχει να ακούσουμε ότι δύο, τρεις εβδομάδες «καθυστέρησης» είναι μάλλον ο χρόνος μιας δικαιολογημένης προσοχής-επιφυλακτικότητας. Θα απαντούσαμε πως, αν υπήρχε μια στιγμή κατά την οποίαν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι επρόκειτο για ένα φασιστικό κίνημα, ήταν ακριβώς επειδή αυτοί δεν είχαν αυτή την καθυστέρηση, όπως φάνηκε από την παρέλαση της Bastione Sociale στη Λυών στις 17 νοεμβρίου.
Μπορούμε επίσης να απαντήσουμε πως για να δημιουργηθεί μια άποψη, το έδαφος παραμένει αναγκαίο. Εν πάση περιπτώσει δεν είναι η καθυστέρηση που είναι ανησυχητική, όσο οι λόγοι που την έκαναν αναπόφευκτη.

Αυτή η απουσία αντιδραστικότητας είναι η απόδειξη μιας στρατηγικής σκέψης που εμποδίζει τη δράση κατά την εκδήλωση μιας κατάστασης που δεν έχει πραγματοποιηθεί από τους ίδιους. Ή αλλιώς, της ανεπάρκειας του στρατηγικού προβληματισμού tout-court.
Σε όσους έχουν απορρίψει και δυσφημίσει τoυς πρώτες κραδασμούς των Gilets Jaunse, είναι απαραίτητο να θέσουμε μια ερώτηση: πώς φαντάζονται την πυροδότηση μιας επαναστατικής κατάστασης; Ξεκινώντας από την αποφασιστική δράση μιας οργάνωσης; Εστιασμένη σε ένα ενιαίο ομογενές υποκείμενο; Ή, αν δεν φαντάζονται μια αλλαγή του ρυθμού, πώς νομίζουν ότι θα προχωρήσουν πραγματικά στην υπόθεση τους, στον αγώνα τους; Χάρη σε μια ερμητική χρονικότητα προς τους άλλους που την περιβάλουν;

Από την πλευρά μας, δεν έχουμε την πρόθεση να συζητήσουμε αν είμαστε μάρτυρες μιας επαναστατικής κατάστασης ή όχι. Ταυτόχρονα είναι πιθανό οι περισσότερες από τις εξεγέρσεις που έρχονται (και ένα μεγάλο μέρος από εκείνες του παρελθόντος) να είναι παρόμοιες με αυτές που συμβαίνουν εδώ και 3 εβδομάδες στη μητροπολιτική Γαλλία και στην Réunion. Πάνω απ ‘όλα, θεωρούμε ότι είναι επιθυμητό να δοθούν με αυτό τον τρόπο.
Χωρίς να είναι μια εξέγερση που ξεσπά από ένα πολιτικό κόμμα ή μια πολιτική οργάνωση, δίχως ένας οποιοσδήποτε ηγέτης, αντιπρόσωπος ή leader να καταφέρνει να γίνεται εκπρόσωπος της, κάθε προσπάθεια καταγγέλλεται από όλες τις πλευρές.

Εάν τα πρώτα μπλόκα ξεκίνησαν από την έκκληση ενός μικρού αριθμού ατόμων – μερικών όχι ιδιαίτερα αξιοσύστατων – και όσον αφορά συγκεκριμένο αίτημα – την ακύρωση ενός φόρου επί των καυσίμων – η υπέρβασή τους ήταν σχεδόν άμεση. Στη συνέχεια, η κινητοποίηση επεκτάθηκε σαν μια κηλίδα πετρελαίου και συγκεκριμενοποιήθηκε τοπικά, ταυτόχρονα, αλλά και σε εθνικό επίπεδο, με στιγμές σύγκλισης.                                                                                                                                          Έτσι είδαμε να ανθίζει μια τεράστια ποικιλία από χειρονομίες ανυπακοής: δωρεάν διόδια, διαδηλώσεις δίχως άδεια, οικονομικά μπλόκα, και άμεσες ενέργειες: καταλήψεις υπο-νομαρχιών, επιθέσεις τρακτέρ σε κρατικούς χώρους, διάρρηξη κατοικιών βουλευτών, λεηλασίες μεγάλων διανομέων … ο κατάλογος είναι μεγάλος.

Στη θέση των πλατειών, τώρα είναι οι κόμβοι, οι κυκλικές συγκλίσεις των δρόμων [ροτόντες] που αποτελούν τη φυσική βάση της κινητοποίησης. Είναι το σημάδι μιας μετακίνησης της οργάνωσης προς την περιφέρεια. Επί του παρόντος, σε πολλά σημεία των μπλόκων, γύρω από τις φωτιές οι στοιβαγμένες παλέτες αρχίζουν σταδιακά να μετατρέπονται σε καταυλισμούς …

Μια εξέγερση, που απαιτεί, όπως πολλές προηγούμενες, αξιοπρέπεια. Ή καλύτερα, όταν ακούς να μιλούν γι αυτήν ή συζητάς με εκείνους τους άνδρες και τις γυναίκες που κρατούν τα μπλόκα ύστερα από περισσότερες από 10 ημέρες στο κρύο και στη βροχή, αντιλαμβάνεσαι ότι αυτή την αξιοπρέπεια, αρχίζουν να την βρίσκουν και πάλι μέσα στον αγώνα, στην σύγκρουση με αυτόν ο οποίος, προς το παρόν, χαρακτηρίζεται ως ο κύριος ένοχος, ο κύριος Macron.

Πώς, λοιπόν, να μην ανησυχήσουμε από τις πολυάριθμες απεχθείς πράξεις (μια γυναίκα που της ξέσκισαν τη μαντήλα ή για τους μετανάστες που δέχτηκαν επίθεση στο Calais) και που δεν θα σταματήσουν απαραίτητα σε αυτό; Πώς να μην ενοχληθούμε από τα χειροκροτήματα μπροστά στην αστυνομία; Ή πάλι από τον αριθμό των γαλλικών σημαιών; Θα μπορούσαμε να αισθανόμαστε καλύτερα μόνο όταν η γαλλική σημαία συνοδεύεται από την σημαία της Αλγερίας, τη σημαία της Βρετάνης, την σημαία cabila, εκείνη της συριακής επανάστασης, του κινήματος Ζαπατίστας δίπλα σε εκείνες τις κόκκινες, τις μαύρες και LGBT. Επειδή πιστεύουμε ότι οι ταυτότητες δεν θα εξαφανιστούν εν μία νυκτί.
Μοιάζει μπανάλ να θυμίσουμε πως ναι, σε περιόδους εξέγερσης συμβαίνουν άσχημα πράγματα, ενοχλητικά. Αντανακλούν τον αέρα της εποχής, την έκφραση και την εξιλέωση θλιβερών ιδεών και παθών.

Η πτώση του Macron ή ακόμα και ενός καθεστώτος δεν είναι συνώνυμη με την πτώση του κράτους, του καπιταλισμού κάθε είδους καταπίεσης. Και ακόμη λιγότερο από την έλευση ενός δίκαιου και ισότιμου κόσμου. Αυτό που μπορεί να συμβεί δεν θα είναι ούτε δίκαιο ούτε εξισωτικό. Κανείς δεν πιστεύει πλέον στην «μεγάλη νύχτα», “grand soir” (ndt έννοια του τέλους του XIX – 19ου αιώνα που εκφράζει την ελπίδα μιας ξαφνικής και ριζικής ανατροπής της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης). Από την άλλη πλευρά, θα είναι ένα σημαντικό στάδιο που θα εγγράφεται σε μια μακροπρόθεσμη επαναστατική διαδικασία.

gilets1d

Από εδώ και πέρα, από αυτή την έντονη στιγμή, κανένας δεν θα μπορεί να υιοθετήσει την ίδια συμπεριφορά με αυτήν που έχει όταν προσπαθεί να χτίσει κάτι υπομονετικά. Η ερώτηση, το ζήτημα μοιάζει να είναι: πως να πάρουμε μέρος σε αυτή την στιγμή εξέγερσης κατά την οποίαν επιθυμούμε και ελπίζουμε την αποπομπή του προέδρου συμβάλλοντας στην προώθηση αυτού που θέλουμε; Δίχως να ψάχνουμε να πάρουμε την εξουσία [πράγμα που σε κάθε περίπτωση δεν θα χειροκροτήσουμε], θέτοντας εμπόδια στις προσπάθειες των εχθρών μας.

Για να εξουδετερωθούν οι δραστηριότητες αυτών των τελευταίων, θα χρειαστεί μια μαζική δόση συλλογικής οξυδέρκειας για να παραμείνουμε μέσα στα πλαίσια. Αυτή δεν είναι μια αφηρημένη έννοια αλλά κάτι που θα παίξει σε όλα τα επίπεδα, σε εθνική κλίμακα όπως και περιφερειακή, στις συζητήσεις που μεταδίδονται στην τηλεόραση όπως και σε κάθε ροτόντα, σε κάθε κόμβο.
Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να ενεργοποιήσουμε ό, τι προσπαθήσαμε να οικοδομήσουμε αυτά τα τελευταία χρόνια όσον αφορά δεσμούς, ιδέες ή εργαλεία.
Φιλίες, συμμαχίες, συναντήσεις … ήρθε η ώρα να δούμε ο ένας τον άλλον και να συζητήσουμε, όχι για ότι συμβαίνει, αλλά γι αυτά που μπορούμε να κάνουμε μαζί.

Εκτός από τους υλικούς πόρους, έχουμε αναπτύξει μέσα για την καταπολέμηση της κυριαρχίας, είτε πρόκειται για σεξιστική, ρατσιστική ή ταξική. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι ικανοποιητικό, όλα είναι απίστευτα μερικά, αλλά έχουμε κάτι να προσφέρουμε.
Οι γιατροί του δρόμου στις διαδηλώσεις, τα αιτήματα να σταματήσουμε να πληρώνουμε το ενοίκιο, τα λαϊκά τραπέζια και εστιατόρια για να συναντιόμαστε και να ήμαστε σε θέση να τα βγάλουμε πέρα στο τέλος του μήνα.

Αλλά τι θέλουμε να κάνουμε με όλα αυτά; Θησαυρό για την προσωπική μας παρηγοριά, ελπίζοντας ότι κάποιος θα πέσει πάνω μας στρίβοντας τη γωνία; Αυτό θα σήμαινε την αναπαραγωγή των προνομίων μας, ακόμα χειρότερα, την επινόηση νέων.
Ή αντιθέτως θέλουμε να προσπαθήσουμε να τα επεκτείνουμε, να τα διαθέσουμε και πάνω απ ‘όλα θέλουμε να επιτρέψουμε την αλλοίωση τους μέσα στη συνάντηση με την ένταση, με τον άλλο σε πιο πολύπλοκα επίπεδα. Πρέπει να προτείνουμε μέσα σε αυτό το πλαίσιο και αυτή την συγκυρία απαντήσεις για την καταπολέμηση τόσο του δικού μας εγώ όσο και του εχθρού ταυτόχρονα.

Ό, τι κι αν είναι, περί ότι κι αν πρόκειται, είναι καλύτερα να βοηθήσουμε να μην πάει πίσω, να μην νικηθεί μια εξέγερση παρά να προφητεύουμε την ήττα της και στη συνέχεια να απολαμβάνουμε το γεγονός πως είχαμε δίκιο.
Για να διευκρινίσουμε, η πρότασή μας δεν είναι να ζητήσουμε από όλους να βάλουν ένα κίτρινο γιλέκο. Μπορούμε να το κάνουμε, φυσικά, αλλά η έκκληση είναι μάλλον να συμμετάσχουμε στην ένταση της κινητοποίησης ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Αυτό μπορεί να σημαίνει ανάλογα με την περίπτωση να πάμε να συναντήσουμε τους καταληψίες των αυτοκινητιστικών κόμβων, στις ροτόντες, όπως και αναστατώνοντας τους ίδιους τους δικούς μας αγώνες.

Το Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου, το κίτρινο κύμα εισβάλει για τρίτη φορά στο Elysée. Το Παρίσι δέχεται εισβολή από χιλιάδες ανθρώπους που επικαλούνται την εξέγερση, την επανάσταση. Οι μετρήσεις αυτού του ρυθμού πρέπει να ληφθούν καλά. Δεν πρέπει να παίζουμε ενάντια στον χρόνο.
Το θέμα δεν είναι πλέον να συμμαχήσουμε με αυτό το «κίνημα». Δεν μπορεί κανείς να συμμαχεί με μια στιγμή. Ακόμη λιγότερο με μια εξέγερση. Μπορούμε να ενταχθούμε σε μια εξέγερση, να ενωθούμε μαζί της. Μπορούμε να βυθιστούμε σε μια εξέγερση.

Μετά από όλα αυτά, γι αυτούς που θέλουν ξανά να συζητήσουν αν είναι χρήσιμο, αν αξίζει τον κόπο να προσεγγίσουν αυτό που συμβαίνει και όχι να αναρωτιούνται τι μπορούν να κάνουν αυτοί, παρουσιάζουμε μια απλούστερη ερώτηση για να ενθαρρύνουμε τις συζητήσεις τους: «Η επανάσταση: υπέρ ή κατά;».
Εμείς έχουμε κάνει την επιλογή μας: προσθέτουμε τη δύναμή μας σε όλες εκείνες που θέλουν να σταματήσουν τη χώρα, να την ωθήσουν να προβληματιστεί και να αρχίσουμε να χτίζουμε αυτό που θέλουμε.

Να συμβάλλουμε στην πτώση του καθεστώτος και στην οργάνωση αυτού που έρχεται μετά.
(un contributore e una contributrice, ένας συνεισφέροντας και μια συνεισφέρουσα)

 

https://www.infoaut.org/segnalazioni/pro-o-contro-la-rivoluzione

αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος έκτο

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ

Πριν τελειώσω, λίγες ακόμη διευκρινήσεις. Προωθείς την υποψία, Carlo,
πως εγώ θέλω «να κάνω προεκλογική προπαγάνδα».
Ξέρεις πόσο πολύ με νοιάζει να κάνω τον βουλευτή! Αποφάσισα να προταθώ για να μπορώ να αποκτήσω εργαλεία για να κρατήσω ανοικτά κάποια ζητήματα, την αμνηστία πρώτα απ’ όλα, επάνω στην οποίαν υπάρχει ο κίνδυνος να εξαπλωθεί ένα πέπλο λήθης. Πρότεινα τις λίστες
«ουράνιο τόξο» και τα θέματα της αμνηστίας, του εγγυημένου εισοδήματος, της μάχης για τα δικαιώματα και την ελευθερία των μεταναστών, τον αγώνα ενάντια στο κεντρικό Κράτος που προωθείται από την οπτική των μειοψηφικών ταυτοτήτων, αυτών επίσης που αμφισβητούνται ή απορρίπτονται, των αυτονομιών 
και των δυνατοτήτων τοπικής αυτοκυβέρνησης, 
διότι αυτή υπήρξε η πρακτική μου εδώ και κάποια χρόνια στην Γαλλία.

Θα ήθελα να εκλεγώ
για να μπορέσω να πάω σε αυτές τις βρωμερές γαλλικές φυλακές για να «κάνω φασαρία’
ενάντια τον λευκό θάνατο της απομόνωσης,
στη Napoli για να προτείνω στους νέους να καταλάβουν εκείνο που μπορούν και να μπλοκάρουν τους δρόμους
για να διεκδικήσουν εγγυημένο εισόδημα, αντί
να αναγκάζονται να καταταγούν στην
camorra για να το αποκτούν, μπροστά στα εργοστάσια
του θανάτου για να προτείνω
στους εργάτες να αγωνιστούν συγχρόνως για το κλείσιμο αυτών και για το εγγυημένο εισόδημα,                                                                                                                                                  στην Λισαβόνα και στην Rebibbia για να συζητήσω με τον
Otelo και με τον Renato γι αυτά που πρέπει να γίνουν
σχετικά με την μάχη για την αμνηστία…                                                                                        Θα χρειάζονταν το μεγάφωνο,
o πολλαπλασιαστής, τα φόρουμ
που μια εκλογική εκστρατεία σου προσφέρει,
και τα μέσα που μια πιθανή εκλογή σου διαθέτει.

Είχα αποφασίσει να ελαχιστοποιήσω στο μέγιστο
τους κινδύνους να γίνω πραγματικά (κοινωνικά και
πολιτιστικά) ένας «βουλευτής-deputato». Για παράδειγμα
ανατρέχοντας σε μια όχι νέα διορθωτική κίνηση όπως η «εναλλαγή-rotazione». Είχα σκεφτεί να παρουσιαστώ in tiket με ένα σύντροφο
που έχει μια εμβληματική ιστορία. Ονομάζεται Giovanni Stefan, πέρασε τα εφηβικά του χρόνια στην Lotta Continua, σαν φοιτητής, σαν νεαρός εργάτης.
Κατηγορήθηκε για ένα σύντομο πέρασμα στην Prima
Linea, διέφυγε εγκαίρως. Η τανάλια μεταξύ των κατηγοριών ενός                         «μετανιωμένου» και οι επιβεβαιώσεις
«καθαρές» («μιλώ για μένα, δεν κάνω ονόματα άλλων, δεν επιβεβαιώνω ούτε διαψεύδω») δυο ‘διαχωρισμένων που ομολόγησαν», του χάρισαν
τα ισόβια για τον θάνατο του ηγετικού φασιστικού στελέχους Pedenovi.
Στη διάρκεια της ‘φυγής του δίχως τέλος’ γνώρισε την τραγωδία, υπήρξε ο μοναδικός επιζών ενός φονικού ατυχήματος, χρειάστηκε να ‘χωνέψει’
τον θάνατο αδελφών και αλληλέγγυων γυναικών και ανδρών που τον συνόδευαν διαμέσου ενός συνόρου, υπέστη σοβαρό τραυματισμό που του άφησε σοβαρά σωματικά τραύματα, διέσχισε το καθαρτήριο μιας φυλάκισης
«περιμένοντας την έκδοση’… Θα μπορούσε να ‘εναλλάσσεται’ μαζί μου, εάν συμφωνούσε να είναι υποψήφιος, και εκλέγονταν.

Η ΑΥΤΟΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

Μα πάνω απ’ όλα, Carlo, για εμένα αυτό το πράγμα
των εκλογών ήδη έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα, τώρα με έχει κατακτήσει πολύ περισσότερο αυτή η τελική μάχη γύρω από την αναγκαιότητα μιας ιστορικής ανάληψης συνυπευθυνότητας, πολιτικής και ηθικής συλλογικής από πλευράς της «γενιάς» μας, για όλα αυτά που συνέβησαν από αυτή την πλευρά του οδοφράγματος στην διάρκεια των ‘αξέχαστων χρόνων ’70’.

Εδώ που βρισκόμαστε, θέλουμε να πάμε μέχρι τέλους. Προτείνουμε να λάβουμε την συλλογική απόφαση να προχωρήσουμε σε μια πράξη αναπόφευκτα ατομική πολιτικής ανυπακοής, να παρουσιάσουμε αυτο-καταγγελίες με όλους τους κανόνες,
«σε καλή και δέουσα μορφή», για τα αδικήματα τα σχετικά με τα άρθρα 284 και 286 του οινικού Κώδικα: «εξέγερση» και
«εμφύλιος πόλεμος».

Ας δούμε εάν αυτό τουλάχιστον
θα χρησιμεύσει για να διασπάσει τον τοίχo
της αναγκαστικής αφαίρεσης της ιστορικής μνήμης,  πλαστογράφησης και πνευματικής omertà, να σπάσουμε τον μηχανισμό
αυτής της πραγματικής ελευθεριοκτόνας συνωμοσίας, που η ‘βδέλλα»,
η πνευματική μαφία της μεγάλης και μικρής αριστεράς, παλιάς και  «νέας», έχει υφάνει.
Ας δούμε εάν θα χρησιμεύσει ‘να βάλουμε το πόδι μας για να εμποδίσουμε το κλείσιμο της πόρτας που βλέπει σε μιαν ελπίδα ελευθερίας, πριν αυτή κλείσει για πάντα’...

Όπως βλέπεις, Carlo, μπροστά σε αυτό το
enjeu, διακύβευμα, πλέον έχω σχεδόν ξεχάσει τις εκλογές.
Εάν βέβαια στη συνέχεια θα μπορέσουμε να κάνουμε κι αυτές,
ακόμη καλύτερα…

ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ

Αλήθεια είναι πως, κατά κάποιον τρόπο, με φοβούνται. Διότι αποφάσισα να είμαι διατεθειμένος να τα παίξω όλα για όλα,
συνεπώς μπορώ να επιτρέψω στον εαυτό μου να μην είμαι ‘προσεκτικός», επιτέλους να είμαι
«ασύνετος’… Σαν να ακούω τις φωνές
της κοροϊδίας -«μεγαλομανία», «ρητορική»,
‘ντελίριο». Δεν φαντάζεσαι, Carlo, πως είναι υπέροχα ευχάριστο
να μην σε νοιάζει όλο αυτό: είναι σαν ένα ‘άλμα προς την ελευθερία‘…
Μέσα σε αυτή την ίδια στιγμή έληξε
‘η φυγή μου δίχως τέλος’. Η αγωνία της αστυνομίας
που χτυπά στις έξι το πρωί, ή που πέφτει επάνω σου
σαν μια αγέλη σκυλιών,
εμφανιζόμενη από το πουθενά, όταν βρίσκεσαι στον δρόμο
για να αγοράσεις την εφημερίδα… Εάν με το τέλος όλων αυτών
με συλλάβουν, με απελάσουν, με εκδώσουν, ακόμη καλύτερα: ή καταλήγω σε κατ’ οίκον περιορισμό όπως ο Sofri και οι άλλοι,
ή μετατρέπουν τον χρόνο της κράτησης μου
σε μια άγρια παγίδα, σε μια βόμβα αργής ανάφλεξης. Θα μου φθάσει να υπάρχω στην φυλακή, για να δείξω πως ‘ο Βασιλιάς είναι γυμνός»,
για να παρασύρω όλες τις όμορφες ψυχές
της μεγάλης αφαίρεσης και της μεγάλης, ελευθεριοκτόνου
ψευτιάς, στην ντροπή του να πρέπει να είναι συνεργοί
αυτής της προφανούς αδικίας:
O Sofri στην lmpruneta, εγώ σε μια «Ειδική».
Μια αδικία που ήδη υπάρχει, εξάλλου: μόνο
που ο κόσμος είναι τόσο χειραγωγημένος και
διεφθαρμένος, που ούτε καν του έρχεται στο νου
ή σύγκριση ανάμεσα στον Sofri και έναν από τους τόσους
Nicola Abbatangelo. Ενώ από εμένα, κατά
βάθος, δεν μπορούν να απελευθερωθούν: λόγω
μιας κάποιας ασάφειας, [διφορούμενης κατάστασης], αν μη τι άλλο τροφοδοτούμενης από τα
‘μέσα’, εγώ είμαι και λιγάκι, κατά κάποιον τρόπο, «ένας από αυτούς», ενώ οι Nicola είναι το άλλο. Μεταξύ εμού και των πολλών Nicola και των πολλών
Mariapia, υπάρχει τέλος πάντων η διαφορά πως,
στα μάτια του ρατσιστή, τρέχει μεταξύ του εβραίου και του
«νέγρου». Όπως υπογράμμιζε o Marek Halter
σε μια προσπάθεια να επεξηγήσει την έννοια της κουλτούρας της «τελικής λύσης», ο λευκός ρατσιστής
έχει εμμονή με τον εβραίο διότι
δεν μπορεί να ξεχωρίσει από αυτόν,  δεν μπορεί να τον απορρίψει ως εμφανώς διαφορετικό, συνεπώς του αποκαλύπτεται
πιο λεπτεπίλεπτα αφόρητος και ανησυχητικός: λόγος για τον οποίον, για να ελευθερωθεί από αυτό τον διαφορετικό υπερβολικά όμοιο δεν χρειάζεται, δεν φθάνει να τον κλείσει σε ένα ‘bantustan’,
πρέπει να τον εξολοθρεύσει.
Εάν είναι έτσι, ας χρησιμοποιήσουμε κι αυτό!

PIERROT LE FOU?

Δεν ξέρω αν μπορείς να φανταστείς, Carlo, την
κατάσταση χάριτος, στην οποίαν φτάνεις όταν
είσαι βαθιά πεπεισμένος πως δεν έχεις τίποτα να χάσεις, ή
όταν είσαι διατεθειμένος να χάσεις τα πάντα…
Εδώ και κάποια εβδομάδα, όπως σου έλεγα, για μένα
τέλειωσε ο φόβος, o εφιάλτης της φυλακής.
Εάν θα επιστρέψω εκεί, αυτή την φορά δεν θα βυθιστώ
σε αρρωστημένη κατάσταση, γιατί
κάθε μέρα μου στην φυλακή θα έχει ένα νόημα.
Στους συντρόφους, στους φίλους, στην Lucia που ανησυχούν, λέω πως εάν με στείλουν στην φυλακή μου κάνουν χάρη, και μπαίνουν
στην ομάδα των «μεγάλων ψηφοφόρων» μου, μαζί
με την μικρή ομάδα των 16 τωρινών φίλων. Μα δεν είναι βέβαιο πως είναι έτσι, η
γάγγραινα μπορεί να πάει παραπέρα, η
ψευτο-συνείδηση του συστήματος – και της
αριστεράς – μπορεί να έγινε ικανή να χωνέψει και να αγνοήσει και αυτό.
Mα δεν είναι αυτό το θέμα μας: μακροπρόθεσμα, η
ωρολογιακή βόμβα μου θα εκραγεί. Εάν στη συνέχεια δεν γίνει έτσι, αυτό θα σήμαινε         πως η δύναμη
της «πραγματικής υπαγωγής» έχει ήδη παράξει
μια τέτοια ανθρωπολογική μεταλλαγή, ώστε να βρισκόμαστε ήδη ολοκληρωτικά μέσα σε έναν καφκικό ή οργουελικό εφιάλτη. Σε αυτή
την περίπτωση, εάν η ελευθερία δεν
έχει αξία κάποιος να την ζει, θα μπορούσα κάλλιστα
να μείνω στην φυλακή…

ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΔΥΝΑΜΕΩΝ, ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Να είναι ξεκάθαρο: εγώ θέλω να κάνω μια πολιτική μάχη, όχι την ακραία μάχη του βουδιστή μοναχού που βάζει φωτιά στον εαυτό του. Γι αυτό
θα προτείνουμε να οργανώσουμε πολιτικά 
αυτή την εκστρατεία, θα ζητήσουμε να μας στείλετε
επιστολές δέσμευσης και εάν και όταν θα έχουμε                                                                       (δεν ξέρω) χίλιες, θα αποφασίσουμε να προχωρήσουμε στην παρουσίαση των καταγγελιών στην Εισαγγελία.
Θέλω όμως και να προειδοποιήσω (και όχι για να εκβιάσω), πως και εάν ούτε αυτό λειτουργήσει, εγώ πιστεύω πως θα αποφασίσω (θα περάσει αυτή η στιγμή σολιψισμού, κάποιες φορές μπορούμε να επανεκκινήσουμε μοναχά από την δική μας μοναδικότητα] να πάω να παρουσιάσω την δική μου αυτοκαταγγελία στον Γενικό Εισαγγελέα του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, στη Ρώμη.

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΠΟΥ ΑΥΤΟΕΚΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ

Ελπίζω να μην υπάρχουν πτωχοί τω πνεύματι
που να επιτρέψουν στους εαυτούς τους να δουν σε αυτό μια πράξη υποβολής, παράδοσης, αναγνώρισης νομιμοποίησης στη νομιμότητα. Ο
χαρακτήρας πρόκλησης –
κι αν ακόμη μοιάζει χαμένη απ’ το ξεκίνημα – θα μπορούσε να είναι ξεκάθαρος ακόμη και στα πιο μανιακά υποκείμενα.
Εμείς (μα εάν δεν καταφέρουμε να ενσωματώσουμε αυτούς τους »εμείς» είμαι διατεθειμένος να πω »εγώ]
πρέπει να ασκήσουμε ένα δικό μας ιερό και απαραβίαστο δικαίωμα αντίστασης.

Όπως μας δίδαξαν οι Ιησουίτες Πατέρες
το δικαίωμα αντίστασης νομιμοποιεί μέχρι την τυραννοκτονία. Αλλά μιας και στην περίπτωση μας, εδώ και τώρα, στα μέρη μας, »στην φάση της πραγματικής κυριαρχίας», ο τύραννος έχει καταστεί ανώνυμος, αφηρημένος, με χίλια μάτια, φτιαγμένος από μέρη εναλλάξιμα, μπορούμε μοναχά να κάνουμε έκκληση σε μια διαφορετική μορφή αγώνα συλλογικού, μπαίνοντας στο παιχνίδι, εάν χρειαστεί, ξεκινώντας από δέκα, δυο τρεις, ένας…

Διάλεξα σαν εμβλήματα το ταρώ του τρελού, το εξώφυλλο
του Ηλίθιου του Dostojewskij, τον ιππότη του Ronzinante: οι δύσπιστοι σκεπτικιστές
σε υπηρεσία εξαιρούνται λοιπόν απ’ το να ξοδέψουν την ανάσα τους, περιφρόνηση και κοροϊδία για να ρίξουν πόρτες ανοικτές.
Και όποιος θα ζήσει, θα δει. Όπως λέει ο Nickolson
στη »Φωλιά του κούκου», πάντα θα μπορώ να λέω:
»να πάτε να γαμηθείτε, τουλάχιστον προσπάθησα».
Τέλειωσα. Ξέρω πως και οι πιο κοντινοί φίλοι μου θα είναι, στο ξεκίνημα, μπερδεμένοι και αναστατωμένοι.
Αλλά, όπως ο πατέρας σου, ανήκω στην ράτσα
εκείνων που αγαπούν να στοιχηματίζουν
στο αντίθετο ρεύμα. Όπως ο Giangiacomo
άρχισε να κάνει στα δεκαέξι του, όταν
εγκατέλειψε για πρώτη φορά την Ιθάκη του για να πάει με τους αντάρτες. Λέγοντας στους ενήλικες συντρόφους – όπως στο τραγούδι –
«εάν μας μένει ακόμη κόσμος, είμαι έτοιμος, που πάμε;»
Ciao, Carlo
Παρίσι, 20 σεπτεμβρίου 1988 Oreste Scalzone

 

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf