σκόρπιες σκέψεις...

οι νέοι και οι παλιοί κομουνιστές

Αποτέλεσμα εικόνας

δεν είμαι πια κομουνιστής, μάλλον δεν είμαι πλέον τίποτα για την ακρίβεια, δηλαδή δεν ξέρω τι είμαι γιατί απλούστατα ξέρω τι δεν είμαι

αλλά δεν βρίσκομαι εδώ γι αυτό

βρίσκομαι εδώ για να σας μιλήσω για τότες που εγνώρισα για πρώτη φορά στη ζωή μου τους κομουνιστές, παλιούς και νέους. Παλιοί ήταν οι μεγαλύτεροι στην ηλικία, στην συντριπτικοί τους πλειοψηφία εγγεγραμμένοι στο κομουνιστικό κόμμα, εργάτες επίσης πάρα μα πάρα πολλοί, όλοι πρώην παρτιζάνοι είχαν κάνει την αντίσταση και είχαν κρύψει τα όπλα διάσπαρτα σε διάφορα μέρη, πολλοί μικροαστοί επίσης, διανοούμενοι και άλλοι τέτοιοι πολλοί.

Οι καινούργιοι κομουνιστές ήταν όλοι νεαροί. Δεν είχαν ζήσει την αντίσταση, δεν είχαν υποστεί την πλύση εγκεφάλου της κομματικής προπαγάνδας, ήταν τέκνα της εσωτερικής μετανάστευσης που είχε επιβληθεί από την φτώχεια που επικρατούσε στον Ιταλικό νότο [ξέχασα να σας πω πως πολιτικοποιήθηκα στην Ιταλία όπου και βρέθηκα το μακρινό ’73 για να σπουδάσω] και βρέθηκαν να εργάζονται στις φάμπρικες του ιταλικού βορά ως ανειδίκευτο προσωπικό.

Σας τα λέω όσο πιο επιγραμματικά μπορώ για να μην σας ζαλίσω το έρωτα με τα πολλά λόγια. Μέχρι τώρα λοιπόν έχουμε ήδη αντιληφθεί τον πρώτο διαχωρισμό. Νέοι ανειδίκευτοι εναντίον μεγαλύτερων στην ηλικία ειδικευμένων. Χάσμα γενεών συν χάσμα στις απολαβές. Έχουμε ένα 2-0 καθαρό από τα αποδυτήρια. Προχωράμε.

Εμείς ήμασταν φοιτητές. Κάναμε παρέα με τους πάντες. Πολλοί ανάμεσα μας ήταν παιδιά που αναγκάζονταν να εργάζονται περιστασιακά, ότι μπορείς να φανταστείς έκαναν, και στα εργοστάσια παρτ τάιμ  για να συμπληρώνουν το πενιχρό έμβασμα που έρχονταν απ’ τους γονείς τους. Το πρώτο που μας έλεγαν λοιπόν για την εργατική τους εμπειρία σε σχέση με τους παλαιότερους ήταν το εξοργιστικό εκείνο πως: »αυτοί αγαπούσαν το εργοστάσιο όπου δούλευαν και τις μηχανές που τους καταπίεζαν διαρκώς με τα χρονοδιαγράμματα, ενώ εμείς τα φτύναμε όλη μέρα αυτά τα παλιομηχανήματα που μας πίνανε το αίμα»! Όταν λοιπόν άρχισαν τα πρώτα σαμποτάζ, οι άγριες απεργίες, η αμφισβήτηση των επίσημων συνδικαλιστικών οργανώσεων και η αυτοοργάνωση  των εργατών, οι εσωτερικές πορείες στα εργοστάσια, παλιοί και νέοι βρέθηκαν αντιμέτωποι. Γιατί οι μεν συνέχιζαν να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας ενώ οι δε ήταν πλέον ενάντια στην ίδια την συνθήκη της εργασίας, αμφισβητούσαν την ίδια την εργασία υπό αυτές τις επικρατούσες συνθήκες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του εργάτη από το αφεντικό του, υπό την διαρκή επιτήρηση του επιστάτη.

Και να ήταν μονάχα αυτό. Δεν έφτανε που οι παλιοί κομουνιστές είχαν αποδεχτεί την οικονομική συνθήκη της εκμετάλλευσης της εργατικής τους δύναμης ικανότητας και αξίας από τους καπιταλιστές, τώρα ήθελαν να συνεργαστούν και στην κυβέρνηση με τους αστούς, αυτούς τους μπουρζουάδες που ήταν υπεύθυνοι χιλιάδων εγκλημάτων ενάντια στον κόσμο της εργασίας και όχι μόνο. Και δεν χρειάζονταν να πάμε πολλά χρόνια πίσω, παρά μόνο δυο τρία, στο όχι μακρινό ’69, τότε που οι μυστικές υπηρεσίες σε συνεργασία με τους φασίστες, σε αυτήν που ονομάστηκε περίοδος της στρατηγικής της έντασης δολοφονούσαν δεκάδες σε Ρώμη και Μιλάνο την ώρα που οι μπάτσοι εκπαραθυρώνουν αναρχικούς. Τι κομουνιστές τέλος πάντων ήταν αυτοί βρε παιδιά;

Αριστοκράτες στη δουλειά, συνεργάτες με τους επιστάτες στα εργοστάσια, λίγο αργότερα καταδότες στην αστυνομία των αγωνιστών και των μαχητών στα εργοστάσια και στις πλατείες, στα δικαστήρια και στις δημόσιες υπηρεσίες. Κανονικοί χαφιέδες. Απίστευτοι! Στην κρατική πολιτική γενικότερα, στην αρχή δειλά δειλά κάνουν πλάτες στην δεξιά, ολοένα και περισσότερο, μέχρι που με την ανοχή τους δεξιές κυβερνήσεις δένουν και ράβουν και ξηλώνουν  και κάνουν ότι θέλουν και καταδικάζουν σε θάνατο έναν άνθρωπο, σίγουρα όχι αθώα περιστέρα, με το έτσι θέλω απλά για να κάνουν το κέφι των ψευτο κομουνιστών της πλάκας που σήμερα όχι μόνο δεν υπάρχουν αλλά τους έχει καταδικάσει με όλες τις μπάντες η ίδια η ιστορία. Δεν λέω ότι εμείς φερθήκαμε έξυπνα. Στρατιωτικοποιήσαμε υπερβολικά τα πράγματα, [όχι πως δεν χρειάζονταν, όχι τόσο στο υψηλό επίπεδο- εκεί έφτανε και περίσσευε, σε χαμηλό έπρεπε να εξαπλωθεί ακόμη περισσότερο  το αντάρτικο στις πόλεις ] , στην πορεία χάσαμε την μπάλα.

Και μας έπνιξε η  ιστορία μέσα στα μπουντρούμια της »δημοκρατίας» ή μας εξαφάνισε στις εξορίες . Λέω απλά πως αν αυτοί έσκυβαν για λίγο επάνω μας ν’ ακούσουν κάτι τις, και ν’ αφουγκραστούν το καινούργιο που άφριζε από μέσα μας  και έρχονταν με δύναμη απ’ την ανατολή με τα νοήματα του, τις ανατροπές που επιζητούσε, τις βουτιές προς το μέλλον, και την ορμή, την ζωντάνια του νεαρού της ηλικίας μας, τότε ναι, σήμερα τα πράγματα, ίσως, μάλλον, θα ήταν πολύ καλύτερα, σήμερα,

κι έτσι λοιπόν στο όνομα της συνεργασίας των τάξεων, [ που με απλά λόγια σημαίνει: εσείς δουλεύετε εμείς να κερδίζουμε, κι όλο γρηγορότερα]

και ανεμίζοντας τις μπαντιέρες της συνεργασίας όλων των δυνάμεων του »δημοκρατικού» τόξου,  [που σημαίνει στα πόστα κλειδιά εμείς, εσείς στην βιτρίνα], φασιστών συμπεριλαμβανομένων, ‘σοσιαλιστές’ και ‘κομουνιστές’ όλων των αποχρώσεων, σε όλη την Ευρώπη, ακολουθώντας τα διδάγματα του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, με προεξάρχοντα τον Φρανσουά Μιτεράν και κάτι άλλα γερόντια με περίεργα ονόματα όπως Παπανδρέου, Σοάρες,  Καρίγιο κλπ έπνιξαν ότι ωραιότερο ελεύθερο και αυθεντικά αυτόνομο εξέφραζαν κινήματα νεανικά που ποθούσαν μια κοινωνία διαφορετική όπου ο άνθρωπος δεν θα καταπατούσε άνθρωπο περιβάλλον φύση ζωντανά, και το κέρδος θα έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, για να εξαλειφθεί σιγά σιγά. Ο καταναλωτισμός θα υποχωρούσε και στο κέντρο της ύπαρξης θα έρχονταν επιτέλους η ζωντανή αφιλοκερδής δημιουργία για την δημιουργία. Γιατί την ζωή φανταζόμασταν σαν δημιουργία και όχι σαν αυτό που σήμερα μοιάζει με κάτι εξωπραγματικό, ένας αγώνας ταχύτητας για ένα βραβείο που κατά βάθος δεν θέλει κανένας, μοιάζει κατάρα, μόνον κάποιοι ελάχιστοι που ζουν εις βάρος των απείρως περισσοτέρων, ζέχνει δηλητήριο.

Αφού κατάφεραν λοιπόν να απαλλαγούν λίγο νωρίτερα στην Πορτογαλία από εκείνο το υπέροχο κίνημα των γαρυφάλλων  που με αρχηγό τον ταγματάρχη Οτέλο Σαράιβα ντε Καρβάλιο έριξε τον δικτάτορα Σαλαζάρ, απαλλάχθηκαν και στην Ιταλία από ένα εξίσου πανέμορφο κίνημα που εδώ κράτησε δέκα με δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, ξεκίνησε με το θερμό φθινόπωρο του ’69 και τους μαζικούς εργατικούς αγώνες και συνέχισε με τον παρατεταμένο μάη που έφερε η θερμή άνοιξη της εργατικής αυτονομίας και του ανταρτοπόλεμου που τελείωσε στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα

εγώ τότε ήμουν νέος, σήμερα είμαι παλιός, περιμένω ένας νέος κάτι να μου γράψει, κάτι να μου πει, θα έχει κάτι να μου πει, κάτι να ψιθυρίσει στο αυτί μου αν θέλει

 

διεθνισμός, internazionalismo

Συνέντευξη στον Emory Douglas: τέχνη, Black Panthers και ζαπατισμός

των Martino Sacchi και Alessandro Peregalli

zapantera-neraΣήμερα, 15 oκτωβρίου 2016, είναι η επέτειος των 50 χρόνων από την γέννηση, στο Oakland, California, του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων, del Partito delle Pantere Nere.

Τον Δεκέμβρη του 2013 είχαμε συναντήσει στο San Cristobal de las Casas, Chiapas, τον Emory Douglas, Υπουργό Πολιτισμού του Black Panther Party μέχρι την διάλυση του κινήματος. Όπως κι εμείς, ο Douglas ήταν ένας από τους πέντε χιλιάδες φοιτητές που θα είχαν πάρει μέρος στο ζαπατιστικό σχολείο, στην escuelita zapatista: στιγμή κατά την οποίαν οι ζαπατιστικές κοινότητες του νοτιοανατολικού Μεξικού άνοιξαν τα σπίτια τους για να φιλοξενήσουν ακτιβίστριες και ακτιβιστές απ’ όλο τον κόσμο και να παρουσιάσουν τις διαδρομές αυτονομίας που προωθούσαν μέσα στα πάνω από είκοσι χρόνια αγώνα. Λίγους μήνες αργότερα είχαμε την δυνατότητα να τον συναντήσουμε εκ νέου στο σπίτι του στην περιφέρεια του San Francisco, και του κάναμε αυτή την συνέντευξη, που υπήρξε κυρίως μια κουβεντούλα γύρω από την βιογραφία του σαν αγωνιστή, καλλιτέχνη, διεθνιστή. Σαν καλός σύντροφος, αφροαμερικανός, κληρονόμος μιας παράδοσης αγώνα που περισσότερο από ποτέ είχε αναπτυχθεί μέσα από γραμμές μετακινήσεων και φευγιού, μετατοπίσεις, εκτοπίσεις και εξόδους (από το μεσαίο πέρασμα του Ατλαντικού, dal middle passage atlantico στις εμπειρίες ενάντια στην δουλεία της ξενοφοβίας ), δεν μας εξέπληξε η φυσική ικανότητά του να συσχετίσει διαφορετικές αντιστάσεις και αγώνες σε διαφορετικά θέματα και συγκυρίες όπως του Όκλαντ στη δεκαετία του ’60 και του ’70, και τα βουνά και το αυτόχθονο δάσος του νοτιοανατολικού Μεξικού σήμερα. Από τις άμεσες περιγραφές ενός καλλιτέχνη του δρόμου όπως ο Emory Douglas, μπορούμε να εντοπίσουμε εκείνα τα επαναστατικά πολιτικά κυκλώματα που συνέδεσαν τους Μαύρους Πάνθηρες στην Κίνα του Μάο, τις σελίδες του Φανόν και τα απελευθερωτικά κινήματα στην Αγκόλα. Στην τέχνη του Douglas τέμνονται αυτές οι διεθνικές τροχιές, από την τέχνη της Πολιτιστικής Επανάστασης, στις αφίσες για τη Διάσκεψη Tricontinental της Κούβας το 1966, μέχρι το έργο «Zapantera Negra» που ξεκίνησε το 2012 για τη στήριξη του αγώνα στην Τσιάπας.

Mάϊος 2014, San Francisco: Είσαι πρώτα απ ‘όλα ένας καλλιτέχνης όσο και ένας πολιτικός ακτιβιστής. Κανένα από αυτά τα συστατικά μπορεί να θεωρηθεί ως χωριστό από τα άλλα. Ξεκινώντας από την προσωπική σου πορεία μέσα από τα κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και του ’70, με τι τρόπο αυτές οι δύο όψεις της τέχνης και του πολιτικού ακτιβισμού διασταυρώθηκαν;

Αυτές οι δυο συνιστώσες συναντήθηκαν στην συμμετοχή μου στο Black Arts Movement, πριν από τους Μαύρους Πάνθηρες. Ήταν ένα ευρύτατο κίνημα στην Δυτική Ακτή, nella West Coast, στην Ανατολική Ακτή και λιγάκι στο Νότο, όπου συνάντησα τον Amiri Baraka (LeRoi Jones) κι άρχισα να κάνω τον υποβολέα για τα θεατρικά έργα του ενώ παρακολουθούσα το San Francisco Community College. Την ίδια περίοδο – ήταν ο ιανουάριος του 1967 – κάποιοι νεαροί ακτιβιστές οργάνωναν μια συνάντηση με ευκαιρία την άφιξη του Malcom X στην Bay Area: αυτοί ήξεραν πως ήμουν μέρος του Black Arts Movement και μου ζήτησαν να κάνω τα γραφικά για την πρωτοβουλία. Όταν στη συνέχεια βρέθηκα στην συνάντηση μου είπαν πως κάποιοι αδελφοί έφταναν για να οργανώσουν μια συνέλευση γύρω από την αυτοάμυνα και την ασφάλεια. Πήγα εκεί και βρέθηκα για πρώτη φορά με τον Bobby Seale; αυτό λοιπόν συνέβη πολύ πριν αυτός μου ζητήσει να ενωθώ στο Black Panther Party. Έβαλε στο χέρι μου ένα εισιτήριο λεωφορείου – δεν είχα αυτοκίνητο – και με προσκάλεσε σπίτι του όπου πολύς κόσμος ζούσε σε κοινότητα. Τέλος πάντων η γραφική εργασία για τον Malcom X υπήρξε η πρώτη μου πολιτική συμμετοχή σαν καλλιτέχνης. Τον Μάϊο πάντα του ’67 έκανα το πρώτο εξώφυλλο ενός tabloid, εργαζόμενος πολύ επάνω στα γραφικά για τα περιοδικά. Ήταν μια περίοδος  κατά την οποίαν η τέχνη άρχιζε να γίνεται αντιληπτή σαν μια αντανάκλαση της πολιτικής, μα ήταν επίσης και κάτι ξεχωριστό από το Black Panther Party. Πρακτικά σε εκείνη την δουλειά τοποθέτησα μια σειρά από τεχνικές που απέκτησα όταν βρισκόμουν στο City College βασισμένες στο εμπορικό στυλ που συνήθως χρησιμοποιείται για τους χαρτοφύλακες, εκείνους που χρησιμοποιείς όταν ψάχνεις δουλειά. Όταν μετά μπήκα στους Μαύρους Πάνθηρες ανέπτυξα ένα πιο ελεύθερο στυλ, εμπνευσμένο από τα Δέκα Σημεία του προγράμματος και απ’ την γραμμή μας, και οι Bobby Seale και Huey Newton μου άφησαν πλήρη αυτονομία. Ήταν εκεί που η τέχνη έγινε για εμένα μια αντανάκλαση αυτού που συνέβαινε στον κόσμο σε ένα επίπεδο τοπικό, εθνικό και διεθνές.

Ποιες καλλιτεχνικές και πολιτικές εμπειρίες έχουν συμβάλει στην ανάπτυξη αυτού του νέου στυλ για το οποίο μιλάς;

Μεγάλο μέρος από τις πολιτικές επιρροές προέρχονταν από την Κούβα. Οι OSPAAAL [Organization of Solidarity for People of Asia, Africa and Latin America], παρήγαγαν πάρα πολλά poster σε αλληλεγγύη με τους παγκόσμιους αγώνες. Μπορείτε να τα βρείτε online σήμερα, είναι χιλιάδες poster, και βρίσκονταν στη ρίζα μέρους της καλλιτεχνικής δουλειάς που έφτιαξα. Στην συνέχεια επηρεάστηκα πολύ από την τέχνη που έρχονταν από το Vietnam, από την κινεζική και ρωσική κάθε τόσο, έτσι όπως και από τις δουλειές που προήλθαν από το κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ εδώ, στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ποιος ήταν ο ρόλος σου μέσα στο Black Panther Party; Πως συνδέονταν οι καλλιτεχνικές στρατηγικές με την μαχητική στράτευση στο κόμμα;

Αρχικά μου δόθηκε ο τίτλος του “revolutionary artist” κι εργαζόμουν κυρίως στην εφημερίδα. Χέρι χέρι που το κόμμα άρχισε να μεγαλώνει προικίστηκε με μια δομή για να συγκεντρώσει τα άτομα που ενώνονταν και ήθελαν να συνεισφέρουν. Έτσι σχηματίστηκαν τα υπουργεία κι εγώ έγινα Υπουργός πολιτισμού, με το καθήκον να συντονίζω όλες τις πρωτοβουλίες που έλκονταν γύρω από αυτό τον τομέα, από πανό και αφίσες, στις επαφές για την συγκέντρωση κεφαλαίων. ο Santana για παράδειγμα ήταν ο πρώτος που συμμετείχε, πολύ πριν γίνει γνωστός, μετά οι Jerry Garcia, The Greatful Dead, John Lee Hooker, άνθρωποι όλων των ειδών στη διάρκεια των χρόνων. Να, εκείνα ήταν μέρος των ευθυνών μας. Ήταν ουσιαστικά να διδάξουμε πράγματα ο ένας στον άλλον, να μοιραστούμε ικανότητες, να υποδεχθούμε νέα μέλη. Στο πλαίσιο αυτό, υπήρχαν και μαθήματα πολιτικών επιστημών, πολιτικής έρευνας όσο εξελισσόμασταν σε διάφορες συλλογικότητες και κολεκτίβες.

Εκτός από αυτά υπήρχε η πολιτική καθημερινή δουλειά: να πουλάμε εφημερίδες, να συμμετέχουμε επαγρυπνώντας για την αστυνομία (copwatching) με τις ομάδες αυτοάμυνας στις γειτονιές, και πάει λέγοντας.

Υπό το φως μιας εμπειρίας όπως εκείνη της αυτονομίας Zapatista, στην οποίαν πλησίασες πρόσφατα, μπορείς να μας περιγράψεις τα κύρια χαρακτηριστικά της πολιτικής πρακτικής του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων;

Υπάρχουν σίγουρα δυνατές διαφορές σε επίπεδο πλαισίου, σε επίπεδο συγκυρίας. Oakland είναι μια πόλη στην οποίαν προσπαθούσαμε να αμυνθούμε και να οδηγήσουμε έναν αγώνα αυτοδιάθεσης. Στο δάσος είναι όλα διαφορετικά, ένα άλλο πράγμα, είναι ένα έδαφος, ένα διαφορετικό επίπεδο.

Σε ιδεολογικό επίπεδο το Black Panther Party εμπνέονταν από τον μαρξισμό και τον λενινισμό, αν και επεξεργαστήκαμε μια δική μας ιδεολογία, ψάχνοντας αυθεντικούς τρόπους σύνδεσης με τους παγκόσμιους αγώνες. Βέβαια διαβάζαμε τα πάντα, μας είχε ζητηθεί, και κάποιοι στο κόμμα ήταν μαρξιστές, μα άλλοι, όπως εγώ για παράδειγμα, δεν είχαμε απολύτως καμία ιδέα για οτιδήποτε όταν μπήκαμε. Οπότε δεν ήταν τόσο απαραίτητο να αντιμετωπίσουμε θέματα πνευματικά, διανοητικής φύσεως, αλλά να τα αποσυνθέσουμε, να τα διασπάσουμε σε μια κοινή γλώσσα. Αυτή ήταν η ιδιοφυία των Μαύρων Πανθήρων, ειδικότερα του Bobby Seale που ήταν ο πιο διανοούμενος, ένας μεγάλος επικοινωνιακός, ενώ ο Eldridge Cleaver ήταν περισσότερο επικεντρωμένος στην καθημερινή στράτευση, αν και ήταν και οι δυο πολύ σεβαστοί, ήταν ικανοί να επικοινωνούν και μέσα στο ίδιο το κόμμα. Πολλοί Πάνθηρες ήταν νεότατοι, εγώ μπήκα στα 21 μου χρόνια αλλά υπήρχαν στελέχη ανάμεσα στα 16 και τα 19 χρόνια. ο Bobby Seale ήταν 30 χρονών και θεωρούνταν μεγάλος, γέρος. Ο Fred Hampton ήταν 21 χρόνων, αλλά δραστηριοποιούνταν ήδη στους youngster πριν εισέλθει στις Pantere Nere. Σκοτώθηκε το 1969 όταν η καταστολή έγινε βαρύτερη κι όταν άλλοι δυο πάνθηρες, ο Bunchy Carter και ο John Huggins, δολοφονήθηκαν στο campus του πανεπιστημίου του Los Angeles. Λίγο μετά την δολοφονία του Fred Hampton υπήρξε μια ανταλλαγή πυροβολισμών επί πολλές ώρες μεταξύ της αστυνομίας και της ενότητας του Los Angeles του Black Panther Party. Άρχισαν να διεισδύουν πράκτορες προβοκάτορες στις Pantere Nere, πραγματικές παραστρατιωτικές επιθέσεις, όπως περίπου κάνουν σήμερα με τους ζαπατίστας. Το COINTELPRO [programma di controspionaggio, πρόγραμμα αντικατασκοπίας του FBI] διέδιδε και κυκλοφορούσε ψευδείς δηλώσεις για να θέσει τους μεν ενάντια στους άλλους, για να μαλώνουμε μεταξύ μας δηλαδή.

Όσον αφορά την πολιτική πρακτική, προωθούσαμε την αυτοοργάνωση ξεκινώντας από τις πρωταρχικές ανάγκες, όπως η ιατρική φροντίδα ή το breakfast program: δείχναμε τις αντιθέσεις σχετικά με όσα η κυβέρνηση δεν έκανε. Το πρώτο breakfast program έγινε στην εκκλησία του West Oakland και σύντομα το σχέδιο διαδόθηκε σε πολλές πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών: Πάνθηρες που σηκώνονταν στις 4 το πρωί για να ετοιμάσουν το πρωινό στα παιδάκια της συνοικίας πριν πάνε στο σχολείο. Γύρω από εμάς υπήρχε αλληλεγγύη για παράδειγμα από πλευράς πολλών καταστηματαρχών, αλλά και μεγάλος εκφοβισμός και διάφορες υποσχέσεις διευκολύνσεων σε όσους δεν συνεργάζονταν μαζί μας. Μια φορά, για παράδειγμα, η αστυνομία έστειλε ένα ψεύτικο γράμμα απειλητικό, που φαινομενικά υπογράφονταν από τον Huey Newton, σε έναν επιχειρηματία που χρηματοδοτούσε το σχέδιο.

Είσαι ανάμεσα στους πρωταγωνιστές αυτής της μακράς πολιτικής αφροαμερικανικής διαδρομής και πιο πρόσφατα πήρες μέρος στα δίκτυα αλληλεγγύης με το ζαπατιστικό μεξικάνικο κίνημα. Ποια πολιτική και βιογραφική σύνδεση υπάρχει ανάμεσα σε αυτές τις δυο  εμπειρίες;

Εμείς πάντοτε υπήρξαμε διεθνιστές. Είχαμε συντρόφους στο βόρειο Βιετνάμ. Είχαμε συντρόφους στην Βόρεια Κορέα, συντρόφους που βρήκαν άσυλο στην Αλγερία το 1969. Ήμασταν καλεσμένοι να μιλήσουμε σε ολόκληρο τον κόσμο σε υποστήριξη των κινημάτων αλληλεγγύης και αντίστασης ενάντια στους πολέμους. Ο Bobby Seale και οι άλλοι Πάνθηρες ταξίδευαν πολύ. Κι εδώ στις USA βρισκόμασταν σε επαφή με διάφορους αγώνες επάνω στην ράτσα: υπήρχαν οι Young Lords πορτορικάνοι, οι ασιάτες Red Guards, τα κινήματα τσικάνος. Ήμασταν σε επαφή με τους συνεχείς αγώνες στην Λατινική Αμερική, θυμηθείτε την Ολυμπιάδα της Πόλης του Μεξικού του 1968 όταν υπήρξε η σφαγή των φοιτητών στο Tlatelolco. Γι αυτό όταν ο Caleb Duarte, ένας νεαρός καλλιτέχνης που είχα συναντήσει πέντε ή έξι χρόνια νωρίτερα και είχε ανοίξει ένα καλλιτεχνικό κέντρο στο San Cristobal, στα Chiapas, μου ζήτησε να πάω στα νότια του Μεξικού σαν artist in residency, ανταποκρίθηκα, η ιδέα ήταν να δείξει πως οι αισθητικές στρατηγικές είχαν εμπνεύσει τις διαδρομές αυτοδιάθεσης αμφοτέρων των κινημάτων, ζαπατιστικού και αφροαμερικανικού. Έτσι γεννήθηκε ο σχεδιασμός του έργου Zapantera Negra, που δρα ακόμη και σήμερα. Ο Caleb γνώριζε διάφορους ζαπατίστας και είχε επαφές στα Caracoles και κατάφερε να οργανώσει την συνεισφορά μας στις κοινότητες υπό μορφήν murales, τοιχογραφιών και ζωγραφικής. Ήταν πολύ όμορφο, πολλοί νέοι από την περιοχή πήραν μέρος δραστικά, εγώ δυστυχώς δεν μιλώ ισπανικά αλλά μπορούσα να αισθανθώ τις δονήσεις και τον ενθουσιασμό. Στην αρχή πρόθεση μας ήταν να πάμε εκεί κάτω να συναντήσουμε ανθρώπους, και κατά  μια έννοια ήταν να κάνουμε κάτι του οποίου πάντοτε ήμουν κομμάτι, δηλαδή να μεταφέρουμε αλληλεγγύη. Το 2012 μου ζήτησαν να κάνω μια παρουσίαση του τόμου μου με τους Μαύρους Πάνθηρες, και ήταν παρούσες ομάδες αλληλέγγυες απ’ όλο τον κόσμο. Έμεινα εκεί ένα μήνα, ήταν τιμή μου να πάω εκεί να γνωρίσω εκείνη την πραγματικότητα με τα μάτια μου. Από την Bay Area πολύς κόσμος κατέβηκε στα Chiapas στην διάρκεια των χρόνων, μα εκείνη την περίοδο έξω από κάποιες επιτροπές αλληλεγγύης λίγοι άνθρωποι ακολουθούσαν αυτό που συνέβαινε στο Μεξικό. Και τέλος επέστρεψα αυτή την χρονιά [Δεκέμβρης 2013] για την ζαπατιστική Escuelita, το ζαπατιστικό Σχολείο όταν και συναντηθήκαμε.

Μίλησε μας για την εμπειρία σου στην escuelita…

Εγώ βρισκόμουν στο Caracol της Morelia. Ο votàn μου [φύλακας, προσωπικός οδηγός του καθενός μαθητού ή μαθήτριας της escuelita στην διάρκεια της παραμονής στις κοινότητες] ήταν ένας νεαρός zapatista δεκατριών ετών. Εγώ δεν μιλούσα ισπανικά κι αυτός δεν μιλούσε αγγλικά, αλλά μας είπαν πως θα τα καταφέρναμε. Φθάσαμε στο Caracol ύστερα από 7 ώρες στο πούλμαν κι όλοι οι ζαπατίστες ήταν εκεί για να μας υποδεχτούν. Η συλλογικότητα όπου βρισκόμασταν εμείς απείχε μισή ώρα δρόμου από το Caracol και ήταν μικτή, κάποιο ήταν ζαπατίστες και άλλοι όχι. Εμείς δουλεύαμε κάθε μέρα στα κοινά εδάφη. Ήταν κάτι απλό, με το χωμάτινο πάτωμα και το ντους έξω, στην πλευρά του κοντινού βουνού κι όπου μεγάλωνε τμήμα του σιταριού. Το νους σχηματίζονταν από ένα σωλήνα που αντλούσε νερό και πλενόσουν μες τη λάσπη, έξω [γελά], με ένα πλαστικό φύλλο τεντωμένο μεταξύ των δένδρων. Και όταν έπρεπε να πας στο μπάνιο έπρεπε να κάνεις τον γύρο του λόφου προσέχοντας να μην γλιστρήσεις στη λάσπη. Τρώγαμε κυρίως φασόλια και ρύζι κι εκείνο το ποτό από καλαμπόκι ζεσταμένο [αυτό που στο Μεξικό ονομάζουν pozole]. Βροχή τη νύχτα και ήλιος την μέρα, αυτοί βάδιζαν ήσυχα, εγώ θα έπεσα έξι φορές [γελάride] ή για να υπερπηδήσω ένα ποταμάκι έπρεπε να συγκεντρωθώ πάρα πολύ [γελά]. Oh… είναι ένας κόσμος διαφορετικός, φιλικός.

https://www.carmillaonline.com/2016/10/15/intervista-emory-douglas-arte-black-panthers-zapatismo/

ιστορία, storia

ερυθρές Ταξιαρχίες-Brigate rosse, μια ιστορία που έρχεται από μακριά. Το βιβλίο του Salvatore Ricciardi

Posted on luglio 4, 2011, ιούλιος 2011

Κριτικές – Ανήσυχη αργή κίνηση μιας επίθεσης στον ουρανό: Maelstrom, Σκηνές από την ταξική πάλη στην Ιταλία από το 1960 στο 1980, του Salvatore Ricciardi, DeriveApprodi 2011

Marco Clementi
il manifesto 3 ιουλίου 2011

To Maelstrom του Salvatore Ricciardi, είναι ένα άλμα μέσα στην κοινωνική και πολιτική ιστορία της χώρας μας ειδωμένη με τα μάτια αυτού ο οποίος, για μια δεκαπενταετία, προσπάθησε να αλλάξει τις θεσμικές και οικονομικές διαρθρώσεις της. Ο υπότιτλος είναι επεξηγηματικός: πρόκειται για «σκηνές εξέγερσης και αυτοοργάνωσης ταξικές στην Italia από το 1960 στο 1980» (DeriveApprodi, σελ. 369, euro 22). Ο Ricciardi υπήρξε ένας αγωνιστής των ερυθρών Ταξιαρχιών, Brigate rosse, αλλά το δικό του δεν είναι ακόμη ένα βιβλίο αναμνήσεων επάνω στην ένοπλη οργάνωση, «εκδοχή του μαχητή» που διηγείται υποκειμενικά την πορεία του. Ο συγγραφέας προσπαθεί να ανακατασκευάσει, υφαίνοντας ιστορική και κοινωνιολογική έρευνα, την πορεία, την διαδρομή τουλάχιστον δύο γενεών, βρίσκοντας στη δεκαετία του Εξήντα τις πρώτες ενδείξεις, τους προδρόμους για εκείνο που επρόκειτο να συμβεί μέσα στην επόμενη δεκαετία, κάτι που αποφεύγεται πάρα πολύ συχνά από εκείνους που έχουν μελετήσει τα λεγόμενα «μολυβένια χρόνια». Σε πολλές έρευνες η πολυπλοκότητα των κοινωνικών και ταξικών σχέσεων πραγματικά θυσιάστηκε στο όνομα αναπαραστάσεων και ανακατασκευών που περνούσαν από το ένα αιματηρό γεγονός στο άλλο περιοριζόμενες στην ανάλυση της προσωπικής ώθησης και χρησιμοποιώντας μια κατηγορία, εκείνη της πολιτικής βίας, που τίποτα το ιστορικό έχει και ελάχιστο κοινωνιολογικό. Το Maelstrom αντιθέτως τρέχει επάνω σε μια διπλή τροχιά, εκείνη της εμπειρίας στις φυλακές, που συνδέεται με την απαγωγή του δικαστή d’Urso που έφεραν εις πέρας οι Br το 1980 και στην εξέγερση που επακολούθησε στην «ειδική» του Trani, την φυλακή υψίστης ασφαλείας, συνδέεται επίσης με τους κοινωνικούς αγώνες που άγγιξαν την Italia ξεκινώντας από την κρίση του λεγομένου οικονομικού boom. Κρίση στην οποία η άρχουσα τάξη δεν βρήκε τον τρόπο να αντιδράσει και η οποία πυροδότησε μια σειρά φαινομένων άνευ προηγουμένου που άλλαξαν το πρόσωπο της χώρας, από τον συνδικαλισμό βάσης στις φοιτητικές εξεγέρσεις, μέχρι την περίοδο των σφαγών, που σημαδεύτηκαν από τον τραγικό δεκέμβρη 1969. Ήταν η απώλεια της αθωότητας, αναρωτιέται ο Ricciardi; Η απάντηση είναι άμεση: «στην χώρα και στην Ευρώπη δεν υπήρχε ίχνος αθωότητας. Μετά την σφαγή του πολέμου μας παρουσίασαν την άλλη σκηνή, εκείνη της ανοικοδόμησης . Ο εγωιστικός καριερισμός, η αποθησαύριση δίχως φόβο, το κέρδος επί των νεκρών, το μαύρο χρηματιστήριο, η πείνα και η υπερεκμετάλλευση, ο πλουτισμός επάνω στις πλάτες αλλονών (…). Αυτό ήταν εκείνο που οι προηγούμενες γενιές μας είχαν αφήσει κληρονομιά. Που βρίσκονταν η αθωότητα;

Δεν είναι η μοναδική περίπτωση στην οποίαν ο συγγραφέας αναποδογυρίζει την σημασία όρων και εννοιών που έχουν μπει σήμερα στο συλλογικό φαντασιακό με μιαν συγκεκριμένη άποψη-έννοια. Για παράδειγμα, η «μνήμη» για έναν φυλακισμένο είναι κάτι που πρέπει να αποφευχθεί: «stop στις σκέψεις για το παρελθόν, κι εάν έχεις στις πλάτες μια μακρά ποινή ή τα ισόβια, και σε εκείνες για το μέλλον». Η  «σύγκρουση του πολιτισμού», έκφραση που έγινε διάσημη χάρη στο βιβλίο του Samuel Huntigton, φαίνεται από τον Ricciardi σαν η αντιπαράθεση μεταξύ αυτού που τον εκμεταλλεύονταν και αυτού που εκμεταλλεύονταν τους άλλους. Και η έκφραση «λευκοί θάνατοι», που χρησιμοποιείται για τους πεσόντες στην δουλειά, αντιστρέφεται. Η ανάμνηση ενός νεότατου συναδέλφου που έπεσε από μια σκαλωσιά, το ξερό χτύπημα που του σπάει την πλάτη και το αίμα που απλώνεται στην γη (που μιας και βγήκε δεν ξαναμπαίνει μέσα), δίνουν μια αίσθηση θυμού ακούγοντας την έκφραση αυτή: πρόκειται για την υποκρισία αυτού που θέλει να γλυκάνει το συμβάν, ενώ η αλήθεια είναι πως είναι άνθρωποι σκοτωμένοι, «δολοφονημένοι».  Και στην έννοια των αντίθετων εξτρεμισμών ασκείται κριτική. Τι να λέμε «κόκκινοι» και «μαύροι»: εκείνα τα χρόνια, για τον συγγραφέα, διακυβεύονταν η προλεταριακή επανάσταση, η νίκη επί του καπιταλισμού και το χτίσιμο μιας διαφορετικής κοινωνίας, δίχως τις φυλακές, το επιλεκτικό σχολείο, τους θανάτους στην εργασία, τις ιεραρχίες και τους πολέμους. Οι «μαύροι», οι φασίστες, εισήλθαν σε αυτή την δυναμική «με τον ίδιο ρόλο που έχουν οι μπράβοι στις εισόδους των ντισκοτέκ: να την πέφτουν βίαια σε όποιον δεν συμμορφώνεται με τους κανόνες και την καθεστηκυία τάξη, στις ιεραρχίες και στην ιδιοκτησία». Από την Piazza Statuto στους νεκρούς της Reggio Emilia, από την σφαγή της piazza Fontana στην βόμβα στον σταθμό της Bologna, το βιβλίο διατρέχει τα δάκρυα που έχυσε και τα βάσανα που υπέστη η Ιταλία με την απόσπαση του μελετητή, δίχως να ψάχνει δικαιολογίες για τις επιλογές του συγγραφέα, την στράτευση του στον ανταρτοπόλεμο, την παραβολή πρώτα ανοδική και στη συνέχεια ανελέητα καθοδική και πτωτική της οργάνωσης στην οποίαν ανήκε.  Ο Ricciardi όμως δεν διηγείται την ιστορία των Br, αλλά την τοποθετεί μέσα στην ιταλική, αποφεύγοντας να πέσει μέσα στην παγίδα που έχει στηθεί στους ιταλούς αναγνώστες από την συνομωσιολογία, την σκευωρία, η οποία βλέπει σε εκείνη την ένοπλη οργάνωση το εκτελεστικό χέρι μιας μεγάλης συνωμοσίας με σκοπό να σταματήσει την είσοδο του Κκι στην κυβέρνηση. Κι όμως το Partito comunista italiano σε εκείνη την κυβέρνηση είχε υπάρξει, από το 1944 μέχρι το 1947, είχε συνεισφέρει στην ανοικοδόμηση της χώρας, είχε κυβερνήσει πόλεις και επαρχίες, υποστηρίξει, τέλος, κυβερνήσεις της χριστιανοδημοκρατίας στα χρόνια Εβδομήντα με αντάλλαγμα της προεδρίας κοινοβουλευτικών επιτροπών. Και όχι γιατί υπήρχαν οι Brigate rosse αλλά διότι, όπως είπε σε περισσότερες από μια φορές ο Aldo Moro, από τις κάλπες του 1976 είχαν εξέλθει δυο νικητές, η Dc και το Pci. Δεν επρόκειτο για τον ιστορικό συμβιβασμό του Μπερλιγκουέρ, που ο Ricciardi τον βλέπει σαν το «σημείο κατάληξης μιας στρατηγικής που είχε επεξεργαστεί το Κκι αμέσως μετά το τέλος του πολέμου», αλλά για μια ρεαλιστική οπτική της πολιτικής πραγματικότητας.  Οι Χριστιανοδημοκράτες δεν μπορούσαν να κυβερνήσουν μόνοι τους και μόνο η υποστήριξη των κομμουνιστών, που εξακολουθούσαν να διατηρούνται εκτός κυβέρνησης, θα είχαν εξασφαλίσει την απαραίτητη σταθερότητα στις πολιτικές των θυσιών σε μια χώρα με διψήφιο πληθωρισμό. Ο ταξιαρχισμός προσπάθησε να χωρέσει σε αυτή τη διαλεκτική με την απαγωγή του Άλντο Μόρο, αλλά δεν πέτυχε τον σκοπό μιας διαπραγμάτευσης με τα κόμματα της πλειοψηφίας, τα οποία βρέθηκαν ενωμένα στο να καταστήσουν αβλαβή τα λόγια που ο χριστιανοδημοκράτης ηγέτης έγραφε από την λεγόμενη «φυλακή του λαού ». Ήταν μια σημαντική πολιτική ήττα για τις ερυθρές Ταξιαρχίες και η εκτέλεση του ομήρου κατάφερε, ίσως, να καθυστερήσει την αποσάθρωση της οργάνωσης για ένα-δύο χρόνια. Για τον Ricciardi, το 1967 είναι το εκπληκτικό έτος, è l’anno mirabilis. Γιατί δολοφονήθηκε ο Τσε, επειδή το Ισραήλ κέρδισε τον πόλεμο των έξι Ημερών, γιατί στην Ελλάδα μια χούφτα συνταγματαρχών ανέτρεψε τη δημοκρατία, με την ίδρυση ενός τρομοκρατικού καθεστώτος, αν και δεν ήταν φασιστικό, και στις 2 Ιουνίου η αστυνομία στο Δυτικό Βερολίνο σκότωσε τον φοιτητή Benno Ohnesorg κατά τη διάρκεια των διαμαρτυριών για την επίσκεψη του πέρση πραξικοπηματία Reza Pahlavi, Ρεζά Παχλαβί. Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να δώσει πλήρεις απαντήσεις σε όλα αυτά και συνθήματα που μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν σημαίες καθίστανται φθαρμένα. Όταν ο νεαρός Ricciardi ανακάλυψε την απάτη του ψευδή μύθου της προδομένης Αντίστασης, η απογοήτευσή του ήταν τεράστια. Διάβασε αρκετές φορές με άλλους συντρόφους ότι το PCI, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα δεν θέλησε να φέρει εις πέρας μια κοινωνική επανάσταση, αλλά να συνεργαστεί με άλλες αντι-φασιστικές δυνάμεις για τη γέννηση μιας νέας Ιταλίας. Ήταν όλα αλήθεια: κανείς δεν θέλησε ποτέ να μετατρέψει τον αγώνα εκείνο σε κάτι διαφορετικό, να κάνει ότι ο Τίτο στη Γιουγκοσλαβία, και ο μύθος που γεννήθηκε με το ξέσπασμα του ψυχρού πολέμου οφείλονταν αποκλειστικά και μόνο στην επιλογή να διατηρήσει προνομιακές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση : μια όμορφη ιστορία να λέγεται στους νέους, τίποτα περισσότερο. Οι απαντήσεις, ως εκ τούτου, ήρθαν από το εξωτερικό: στο Viet-Nam οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν μια απροσδόκητη αντίσταση, ενώ στην Κίνα, ο Μao Tze Dong ξεκινά την πολιτιστική επανάσταση. Αυτό όλο μεταφράστηκε στην Ιταλία στην αναζήτηση της ανεξαρτησίας από το σύστημα του κεφαλαίου και στην απομάκρυνση από την πολιτική του κομμουνιστικού Κόμματος. Όλα τέθηκαν σε κίνηση και γεννήθηκαν, από εκεί και μέσα σε μερικά χρόνια, πολλές οργανώσεις, κάποιες ένοπλες, άλλες όχι. Ο Ricciardi σημειώνει μόνο πως ανάμεσα στην σχεδόν με γεωμετρική πρόοδο ανάπτυξη των ερυθρών Ταξιαρχιών και την απότομη πτώση τους πέρασαν μερικά χρόνια, αλλά έμοιαζαν δεκαετίες.   Το κράτος αντέδρασε με μια ειδική νομοθεσία και, σε ορισμένες περιορισμένες περιπτώσεις που κρίθηκαν από το δικαστικό σώμα, με τα βασανιστήρια. Στη συνέχεια ήρθαν οι πρώτες καταδόσεις, το φαινόμενο της μετάνοιας και του διαχωρισμού, μια «διάρροια διαχωρίσεων» τις αποκαλεί ο Ricciardi. Ήταν ο διαχωρισμός, η διάσταση, που έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην οργάνωση, αφαιρώντας με τους πρωταγωνιστές και τις επιμέρους ιστορίες, που κομμάτι κομμάτι κατεδάφισαν την ιστορική αλήθεια και τη μνήμη εκείνης της εμπειρίας. Και για να πει όχι σε όλα αυτά ο Salvatore Ricciardi αισθάνθηκε την ανάγκη να συνθέσει την δική του βιογραφία, αλλά τοποθετώντας την προσεκτικά μέσα στο αποτέλεσμα μιας έρευνας σχετικά με το παρελθόν του και εκείνο της χώρας του.

 

Link
Anni Settanta
Lotta armata
Recensioni

Brigate rosse, una storia che viene da lontano. Il libro di Salvatore Ricciardi

διεθνισμός, internazionalismo

YPJ: Women’s Defense Units (Women’s Protection Units) – English/Kurdî

Δημοσιεύτηκε στις 25 Σεπ 2016

We are an all-female armed force, formed to push forward women’s role in the protection of our people and revolution in Rojava, Northern Syria. We are an autonomous unit of the YPG, the People’s Defense Units, practicing self-organization through a communal lifestyle, based on our

http://www.infoaut.org/

αυτονομία, autonomia

Ντοκιμαντέρ | Μαριναλέντα, η Γη της Ουτοπίας

από @@ 17/12/2016 1:33 μμ.

Η Γη της Ουτοπίας, η Μαριναλέντα είναι ένα ουτοπικό χωριό 3.000 κατοίκων στην Ανδαλουσία. Ίσως η προσπάθεια να περιγράψει κάποιος τη διαφορετικότητα του χωριού με όρους πολιτικής και οικονομίας να είναι και δύσκολο και αντιφατικό. Στην Μαριναλέντα ταιριάζουν περισσότερο το παράδειγμα και οι ήρωες ενός κόμικ: Του Αστερίξ. Ένα τρελό χωριό με τους δικούς του κανόνες μέσα στην αυτοκρατορία του χρήματος. Με αυτοδιαχείριση, κοινοκτημοσύνη και έναν τρελό δήμαρχο, απέναντι στους κανόνες λειτουργίας ενός καπιταλισμού σε βαθιά κρίση. Η Μαριναλέντα δεν θα ήταν αυτό που είναι, αν ο Γκορντίγιο, στα δεκαεννιά του χρόνια, το 1979, δεν εκλεγόταν δήμαρχος. Η κομμούνα του κλείνει 31 χρόνια ύπαρξης. Την ώρα που η υφήλιος παλεύει με την κρίση, η Μαριναλέντα μοιάζει ένας άλλος κόσμος. Η Γη της Ουτοπίας καλωσορίζει το «Κουτί της Πανδώρας» Πέμπτη 4 Νοεμβρίου στη ΝΕΤ «Επειδή τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται»

Μαριναλέντα, η Γη της Ουτοπίας     https://vimeo.com/16501735

https://athens.indymedia.org/post/1566869/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Οι Huck, Ishmael και ο ταξικός πόλεμος , e la guerra di classe

του Sandro Moiso

fugitive daysBill Ayers, Fugitive Days. Memorie dai Weather Underground, DeriveApprodi 2016, pp. 336, € 22,00

Ο Bill Ayers αφηγείται την ιστορία μιας χούφτας αγοριών και κοριτσιών που ήθελαν να κάνουν την επανάσταση. Βάζει κάτω από τα μάτια μας το ημερολόγιο της προσπάθειας, που έθεσε σε κίνηση μια ομάδα νεαρών απερίσκεπτων και θαρραλέων, να φέρουν τον πόλεμο μέχρι την καρδιά της αυτοκρατορίας, όταν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα και στα χρόνια εβδομήντα, μερικοί αγωνιστές της ριζοσπαστικής αριστεράς κήρυξαν επίσημα τον πόλεμο στο ιμπεριαλιστικό τέρας. Ενώ, την ίδια στιγμή, μας αφηγείται την ιστορία της συλλογικής αναζήτησης ενός άλλου κόσμου, μιας άλλης ζωής και άλλων εμπειριών, στα χνάρια του Huckleberry Finn και του Ισμαήλ, το εγώ αφηγητή του «Moby Dick».

Ο συγγραφέας σήμερα στα εβδομήντα ένα, αγωνιστής και ιδρυτής της παράνομης οργάνωσης των Weather Underground, μας χαρίζει μία από τις ωραιότερες αυτοβιογραφίες γραμμένες από έναν επαναστάτη. Eπική, συγκινητική, αστεία και ειρωνική κάποιες στιγμές , αλλά ποτέ, απολύτως ποτέ, να σημαδεύεται από οποιαδήποτε μορφή αυταρέσκειας ή, αντίστροφα, από την άνευ όρων παράδοση στις αιτιάσεις του εχθρού. Πράγματι, το κείμενο λάμπει ακριβώς λόγω της ικανότητας του αφηγητή να εκθέτει περισσότερο από μια κριτικές της πρακτικής, στρατιωτικής και ιδεολογικής, των Weathermen, χωρίς λόγω τούτου να ολισθαίνει στην απόρριψη της επαναστατικής μαχητικότητας ή της άμεσης δράσης.

«Δεν θα μπορούσα να φανταστώ, σήμερα, να βάζω μια βόμβα σε ένα κτίριο. Όλο αυτό μου φαίνεται πως ανήκει ξεκάθαρα στο παρελθόν. Αλλά, την ίδια στιγμή, δεν μπορώ να φανταστώ να απορρίπτω εντελώς την πιθανότητα. Η δήλωση, «Θέλουμε δικαιοσύνη» έχει για μένα την απόλυτη έννοια που είχε πάντα και, ως εκ τούτου, το να προσθέτουμε «Αλλά, φυσικά, όχι με οποιοδήποτε μέσο,« μου φαίνεται ότι είναι ισοδύναμο με το να βάζουμε το κεφάλι μας επάνω στο κούτσουρο «(σελ.322)

Οι Weather Underground, που γεννήθηκαν από έναν σχηματισμό ο οποίος διαχωρίστηκε από τους «SDS (Φοιτητές για μια Δημοκρατική Κοινωνία) ξεκινώντας από τις συγκρούσεις του Δημοκρατικού Συνεδρίου του Σικάγο του 1968 και από τις μετέπειτα Ημέρες του Θυμού, έθεσαν πολύ σύντομα το πρόβλημα της βίας. Κυρίως και ειδικότερα «ποιας βίας». Μια βία που πλήττει μόνο τα πράγματα ή ακόμα και τους ανθρώπους;

 

diana e tedΠέρα από την καθαρά ιδεολογική συζήτηση που, όπως πάντα, χρησίμευσε μόνο για την σύγχυση των ιδεών πολλών και την άσκοπη εξύψωση του μαχητικού ζήλου κάποιων άλλων, ήρθε να επιλύσει το δίλημμα, με τρόπο καταστροφικό και καθαρτικό, η έκρηξη που, τον μάρτιο του 1970,  έλαβε χώρα σε ένα κομψό κτήριο που βρίσκεται στο νούμερο 18 της Δυτικής Ενδέκατης Οδού στο Greenwich Village και που κυριολεκτικά σάρωσε, μαζί με τους τοίχους του κτιρίου, και τις ζωές επίσης των τριών μαχητών που ετοίμαζαν μια βόμβα με υψηλό δυναμικό που προορίζονταν να χτυπήσει τις πολύ μισητές δυνάμεις της τάξης.

 

Ο ξαφνικός θάνατος των Diana Oughton, Τed Gold και Terry Robbins (του οποίου δεν βρέθηκε καν το σώμα του) σηματοδότησε ανεπανόρθωτα την μετέπειτα πορεία της οργάνωσης που, ενώ συνεχίζει να χτυπά με βόμβες στρατιωτικούς θεσμούς, της αστυνομίας, των τραπεζών και διάφορους άλλους οικονομικούς του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει την βία ως μέθοδο για να καταστρέψει τα σώματα. Κι ας είναι και αντιπάλων. Μια δύσκολη επιλογή που ταυτόχρονα απείλησε να στρέψει εναντίον τους τόσο τα μέλη της ειρηνιστικής πτέρυγας του κινήματος διαμαρτυρίας για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, όσο και εκείνα τα πιο ριζοσπαστικά και πολιτικοποιημένα.

Αλλά, πριν φτάσουν σε εκείνες τις δραματικές επιλογές, η πορεία του Ayers και των άλλων αγωνιστών υπήρξε μακρά, βασανιστική και σημαδεύτηκε από πολλές εμπειρίες της αυτο-οργάνωσης (σχολεία για τα φτωχά παιδιά, σχεδόν αποκλειστικά αφροαμερικανάκια, στο Σικάγο ή Ντιτρόιτ), αυτοάμυνας (η εξέγερση του Κλίβελαντ το 1966), υπεράσπισης των έγχρωμων πολιτών και των δικαιωμάτων τους (από τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα) και, πάνω απ ‘όλα, από την άρνηση ενός πολέμου που θεωρήθηκε βαθιά άδικος και λαθεμένος: ακριβώς εκείνον στο Βιετνάμ.

 

weatherman-days-of-rage-chicago-october-9-1969

H εκπαιδευτική διαδρομή, από την παιδική ηλικία σε ένα αξιοπρεπές αστικό περιβάλλον μέχρι την επιλογή μιας ολικής στράτευσης που διεξήχθη στην παρανομία, σκιαγραφείται από τον συγγραφέα με ένα κόψιμο συχνά αντάξιο του Μαρκ Τουέιν, ισόποσα χωρισμένο ανάμεσα σε ειρωνεία, νταηλίκι- καυχησιάρικη κατά καιρούς, και πικρία. Το ποτάμι της Ιστορίας, από τη δράση αντι-δουλείας του John Brown πριν από τον εμφύλιο πόλεμο ή ακόμα και νωρίτερα, από το Boston Tea Party, που ξεκίνησε τον πόλεμο της ανεξαρτησίας ή την εξέγερση του Shay που ακολούθησε, μέχρι τη δράση των IWW και τα λόγια του Τσε ή εκείνα του Χο Τσι Μιν, γίνεται ένα είδος ιδανικού και μακρύτατου Μισισιπή κατά μήκος του οποίου ο Ayers κατεβαίνει επάνω στα χνάρια και τα βήματα του Huckleberry Finn ή του ίδιου του Twain.

Ενώ, ειδικά στα μέρη που βρίσκονται πλησιέστερα προς την αυτοκριτική και την λύπη, την νοσταλγία για την απώλεια των φίλων και της γυναίκας που αγαπούσε, το κείμενο φαίνεται ανακαλεί στη μνήμη  εκείνο το «Call me Ιsmael», με το οποίο αρχίζει το πιο όμορφο μυθιστόρημα της αμερικανικής λογοτεχνίας του δέκατου ένατου αιώνα: Moby Dick . Και αυτή η ομοιότητα έγινε δυνατή όχι μόνο από τη ρητή κίνηση και προσπάθεια , από το Συνέδριο του Σικάγο του ’68 ακόμα, να χτυπηθεί με το καμάκι το καπιταλιστικό τέρας και η δημοκρατική του λευκή φάλαινα , αλλά επίσης και από το γεγονός ότι ο εύθραυστος Pequod και η εύθραυστη οργάνωση της οποίας ο συντάκτης ήταν μέρος προορίζονται να εξαφανιστούν ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία θα έχει επιτευχθεί ο στόχος τους.

Επίσης του Ισμαήλ ποτέ δεν θα γνωρίσουμε το επίθετο ή το πραγματικό όνομα, καθώς και ο συγγραφέας θα χάσει το πραγματικό του όνομα για χρόνια μέχρι σχεδόν να το ξεχάσει για να ζήσει, κάτω από άλλα ονόματα, στην παρανομία, και τις πιο διαφορετικές κοινωνικές και εργασιακές ταυτότητες. Το Εγώ εδώ αποκαλύπτεται έτσι να είναι κάτι ταυτόχρονα, συλλογικό και άκρα υποκειμενικό. Συλλογική η ώθηση, συλλογικά τα κίνητρα και οι φιλοδοξίες, υποκειμενική η επιλογή και υποκειμενικοί οι στοχασμοί, οι σκέψεις. Υποκειμενικό, ιδιαίτερα το θάρρος, συνοδεύεται πάντα από μια κάποια ταπεινότητα.

Ταπεινότητα που φαίνεται να αφήνει στο βάθος την σπουδαιότητα της άμεσης δράσης στο κλείσιμο της αμερικανικής παρέμβασης στον πόλεμο στην Ινδοκίνα, ταπεινότητα που αναθέτει μόνο στην οργάνωση και στο θάρρος των μαχητών και των πληθυσμών του Βιετνάμ και της Καμπότζης την αξία της στρατιωτικής νίκης. Και όμως, και όμως …

«Είχαμε αναλάβει την ευθύνη για μισή ντουζίνα επιθέσεων, η κάθε μια εξαιρετικά μεγενθυμένη από την συμβολική αξία του στόχου, από την οντότητα, σκόπιμα προσεκτική και συνετή της έκρηξης, και από τις έγκαιρες και συνηθισμένες δημόσιες ανακοινώσεις-αναλήψεις ευθύνης που παρουσίαζαν την φοβερή ή συναρπαστική είδηση ότι στην Αμερική σχηματίζονταν ένα εσωτερικό κίνημα ανταρτοπολέμου. Εξερράγη ένα θετικό κύμα βίας και απελπισίας, αλλά τώρα πλέον είχαμε λίγες αυταπάτες σχετικά με τις πραγματικές μας δυνατότητες, και μπορούσαμε να δούμε αυτό που συνέβαινε σε όλο τον κόσμο. Η κλιμάκωση των επιθέσεων στις έδρες του ROTC (Σώμα Κατάρτισης Εφέδρων Αξιωματικών ), στα στρατιωτικά γραφεία και τα κέντρα στρατολόγησης, διαρκούσε για τουλάχιστον δύο χρόνια, και οι στόχοι της πολιτικής βίας περιλαμβάνουν τώρα μεγάλες επιχειρήσεις που σαφώς συνδέονται με την επιθετικότητα και την επέκταση των ΗΠΑ : Bank of America, United Fruit, Chase Manhattan Bank, IBM, η Standard Oil, Anaconda, General Motors. Από την αρχή του 1969 μέχρι την άνοιξη του 1970, στις ΗΠΑ υπήρξαν πάνω από 40.000 απειλές ή επιθέσεις και 5000 εκρήξεις που πέτυχαν εναντίον κυβερνητικών ή επιχειρηματικών στόχων, κατά μέσο όρο έξι επιθέσεις την ημέρα. Εκτός από δύο ή τρεις περιπτώσεις, όλο το όργιο εκρήξεων στρεφόταν κατά της περιουσίας, όχι εναντίον ανθρώπων […] Πέντε χιλιάδες εκρήξεις, περίπου έξι επιθέσεις την ημέρα, και οι Weather Underground είχαν αναλάβει συνολικά την ευθύνη για έξι από αυτές. Είναι στοιχεία που πρέπει να σας κάνουν να σκεφτείτε, να αναλογιστείτε »(σελ.262)

Να προσθέσουμε σε όλα αυτά την εξέγερση σε εκατοντάδες των πανεπιστημιακών campus, την αυτοοργανωμένη δράση από πλευράς του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων, την θανάτωση από το χέρι των δυνάμεων της αταξίας δεκάδων λευκών φοιτητών και μαύρων αγωνιστών , την εξέγερση, όχι πολύ υπόγεια, των στρατιωτών στο μέτωπο και εκείνων που επέστρεψαν πίσω στο σπίτι και θα καταλάβουμε γιατί ο πόλεμος του Βιετνάμ είναι η δεύτερη και μοναδική διεθνής σύγκρουση του’900 που έκλεισε, όπως ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος όχι μονάχα και μόνο λόγω στρατιωτικής ήττας, αλλά επίσης, και πάνω απ ‘όλα, λόγω του φόβου των κυρίαρχων τάξεων για το άνοιγμα μιας ανίατης και αξεπέραστης εσωτερικής σύγκρουσης προορισμένης να οδηγήσει, αναπόφευκτα, σε μια κοινωνική επανάσταση.

Ο Ayers δεν το λέει, δεν το ισχυρίζεται ούτε διεκδικεί, αντίθετα τείνει να απομυθοποιήσει και να περιορίσει τον ρόλο του δικού του κινήματος αν και ο συμβολικός ρόλος που ανέλαβε σίγουρα δεν ήταν ξένος προς όλα αυτά που συνέβησαν. Χάριν επίσης στην προπαγάνδα με την οποία το Ομοσπονδιακό Γραφείο (FBI), τα εργαλεία της καταστολής και παραπληροφόρησης διόγκωσαν την επικινδυνότητα των μεμονωμένων αγωνιστών της οργάνωσης. Καταζητούμενων, κυνηγημένων, διασκορπισμένων, αλλά ποτέ δεν νικημένων. Όπως η παράδοση των τελευταίων μαχητών το 1980 (συμπεριλαμβανομένου του ιδίου του Ayers και της συντρόφου του Bernadine Dohrn) και η γρήγορη απελευθέρωσή τους, με την αποκάλυψη των βρωμερών  ψευδών και της απάτης που χρησιμοποιήθηκε εναντίον τους από το FBI, κάλλιστα αποδεικνύουν.

 

billayersfbi

«Οι ισχυρισμοί της ομοσπονδιακής αστυνομίας για συνωμοσία που μας είχε τοποθετήσει στη λίστα των δέκα πιο καταζητούμενων από το FBI , κατά ειρωνεία της τύχης, καταπίπτουν λόγω της συμπεριφοράς της κυβέρνησης, πολύ κακής. Ανακαλύφθηκε, μετά το σκάνδαλο Watergate, πως το Bureau είχε ξεδιάντροπα παρακολουθήσει τηλέφωνα, είχε παραβιάσει σπίτια, έφτασε στο σημείο και επεξεργάστηκε ένα σχέδιο γα να απαγάγει το ανιψάκι της Bernardine «(σελ.329)

 

Αλλά δεν έφτασε μόνο αυτό τα αποδεικτικά στοιχείο για τη διαφύλαξη της σωματικής ακεραιότητας και την ελευθερία για τους σημαντικότερους εκπροσώπους των Weathermen. Ο άλλος, και κύριος παράγοντας, συνίστατο σε μια δομή «μη-κομματική» και ως εκ τούτου μη ιεραρχική ή πυραμιδοειδή της οργάνωσης και από την δόμηση της σε κύτταρα ή «φυλές» χωρισμένες οργανωτικά και ενωμένες μονάχα από την πρακτική και από τους επιδιωκόμενους στόχους.Μαζί, φυσικά, με το γεγονός ότι μεταξύ των συλληφθέντων ήταν πολύ λίγοι εκείνοι οι πρόθυμοι να μιλήσουν 1 ή να μετανιώσουν.

Το βιβλίο αφηγείται πολύ πιο φυσικά: μεταδίδει συναισθήματα και προκαλεί σκέψεις και στοχασμούς που εξακολουθούν όλες να είναι εξαιρετικά επίκαιρες. Είναι ένα πολύ όμορφο βιβλίο όχι αναμνήσεων , αλλά επάνω στη μνήμη, για την μνήμη. Στη μνήμη των ηττημένων, των νικητών, των κρατών, των επαναστατών, των αντεπαναστατών και των ατόμων. Με όλες τις ελλείψεις και τις αδυναμίες τους.«Όταν η Αμερική έχασε τον πόλεμο – παταγωδώς, στο τέλος – παρέλειψε, όπως αναμενόταν, να παραδεχτεί την ήττα, να θυμάται και να λογαριαστεί με την πραγματικότητα […] Η αλήθεια είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχασαν τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Η αλήθεια είναι ότι νίκησαν εκείνοι οι άλλοι «(σελ. 324)

«Δεν ζούμε, μπορούμε να είμαστε σίγουροι γι αυτό, στα βουνά, σε επαναστατικούς καιρούς, και αυτό είναι ένα γεγονός. Ζούμε στην κοιλάδα – την εποχή της αβεβαιότητας και σύγχυσης, χρόνους ενδημικού ανεπανόρθωτου χαρακτήρα και όλο και πιο βαθιάς απελπισίας. Είναι οι καιροί κατά τους οποίους πρέπει να παραμείνουμε ξύπνιοι και συνειδητοποιημένοι, να συγκεντρώσουμε τις δυνάμεις μας, να μελετήσουμε και να κατασκευάσουμε τα σχέδια μας, να καταβάλουμε κάθε δυνατή σεμνή συνεισφορά, για να φυσήξουμε απαλά στην χόβολη της δικαιοσύνης – και να θυμόμαστε «(Σελ.323) Πράγμα που ο συγγραφέας στο βιβλίο του καταφέρνει να κάνει πολύ καλά.

 

1 Στην περίπτωση που η αυτοβιογραφική συνέντευξη του Toni Negri σας δημιουργήσει βαρεμάρα ή σας τσατίσει, πετάξτε την και, δίχως να το μετανιώσετε, βάλτε τα ακουστικά για να ακούσετε τα “Volunteers” των Jefferson Airplane, “Kick Out The Jams, Motherfuckers!” των MC5 ή “Brown Shoes Don’t Make It” των Mothers of Invention. Μετά αρχίστε να διαβάζετε τον Ayers, δεν θα το μετανιώσετε.


  1. Όπως επίσης δείχνει το ωραιότατο ντοκυμαντέρ The Weather Underground του Sam Green και Bill Siegel  ↩
  2. https://www.carmillaonline.com/2016/04/25/huck-ishmael-la-guerra-classe/
σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Καβάλα: 5o αυτοοργανωμένο φεστιβάλ κινηματογράφου

cinefest2016blog

5o αυτοοργανωμένο φεστιβάλ κινηματογράφου καβάλας

24-25/6 στο παρκάκι της Κατάληψης Βύρωνος 3

Το Αυτοοργανωμένο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καβάλας ξεκίνησε το 2012 ως μια προσπάθεια να μειωθεί η απόσταση που χωρίζει τους δημιουργούς κινηματογραφικών ταινιών και το κοινό. Έτσι η κινηματογραφική ομάδα του Αυτόνομου Στεκιού Καβάλας, ΑΚ-46, αποφάσισε πάλι με τις δικές της δυνάμεις, χωρίς χορηγούς και σπόνσορες αλλά στη βάση της αυτοοργάνωσης να διοργανώσει το 1ο Underground Φεστιβάλ Κινηματογράφου στο πάρκο μπροστά από την Κατάληψη Βύρωνος 3. Όπως γράφαμε και τότε, πρόκειται για ένα αυτο-οργανωμένο φεστιβάλ όχι με τη γνώριμη κινηματογραφική έννοια. Δε θα βρείτε ούτε διαγωνιστικό τμήμα, ούτε κριτική επιτροπή, ούτε βραβεία.

no fascists, no sponsors, free entrance!

Πρόγραμμα προβολών:

Παρασκευή 24/06
21:30 Oppression” των Μυρτώ Συμεωνίδου & Νίκου Πανιεράκη (45′)
23:00: “Viktor Ullmann: Βιογραφία μιας ηχογράφησης” των Γρηγορόπουλου Ιωάννη & Αριστείδου Μιχάλη (33′)

Σάββατο 25/06
21:30“Αυτοργάνωσέ το” των Βlackuroi.gr (38′)
22:30: “Spectrum” των Tangerine Productions (32′)

Μετά τις προβολές θα ακολουθεί συζήτηση με συντελεστές των ντοκιμαντέρ

5o αυτοοργανωμένο φεστιβάλ κινηματογράφου καβάλας (24-25/6)