τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Λ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 10

ραδιοφωνικό πρόγραμμα

 

Με το τέλος της χρονιάς οργανώνεται νέα εθνική διαδήλωση, στο Μιλάνο αυτή τη φορά.
Όλοι οι αυτόνομοι θα είμαστε πάλι εκεί.
Καταλαμβάνουμε ξανά το τρένο και ξεκινάμε. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη όσο ποτέ. Έχουν αγριέψει πλέον για τα καλά τα πράγματα.
Απειλούν πως θα μας κατεβάσουν με τη βία αν δεν πληρώσουμε εισιτήριο. Αρνούμαστε. Ο σταθμός που ακολουθεί είναι γεμάτος αστυνομικούς παρατεταγμένους για μάχη. Φτιάχνουμε αλυσίδες στους διαδρόμους και περιμένουμε. Η κατάσταση είναι για άλλη μια φορά εκρηκτική. Μυρίζει μπαρούτι. Στιγμές μιας ησυχίας επικίνδυνης. Σιγή που μοιάζει αιώνας.
Το τρένο σφυρίζει και φεύγει μέσα σε αντεκλήσεις.

Ξεσπούμε σε ζητωκραυγές και συνθήματα. Η ένταση εξαφανίζεται, τα πρόσωπα χαλαρώνουν. Μέσα σου προετοιμάζεσαι για τα χειρότερα όταν βλέπεις τους αστυνομικούς να κατεβάζουν τη μάσκα του κράνους. Κραδαίνεις το στάλιν, τη σημαιούλα, και περιμένεις. Και όταν το θηρίο κινείται αργά μουγκρίζοντας καταλαβαίνεις πως ο κίνδυνος πέρασε προς το παρόν. Στεναγμός ανακούφισης.
Κανένα δεν τον γέννησε η μάνα του βίαιο. Ζούμε για να μάθουμε να αγαπάμε.
Φτάνουμε στην πρωτεύουσα της Λομβαρδίας και ξεχυνόμαστε στην πόλη. Υπάρχει διάχυτη ένταση. Δεν είναι όπως παλιότερα. Υπάρχει τώρα και ανησυχία. Γνωρίζουμε όλοι πως πολλές ομάδες μιλούν για εκδίκηση. Το κλίμα όμως δεν είναι πια εκείνο κάποιων μηνών νωρίτερα, της Ρώμης ας πούμε.

Έχουν ετοιμαστεί επιθέσεις, υπάρχει πολύς οπλισμός. Αν ξεσπάσουν μάχες θα γίνει της Πόπης!
Το θέλουμε ;
Ποιος αποφασίζει ;
Νιώθουμε πως θέλουν να μας σπρώξουν κάπου. Όχι προς τα εκεί που θέλουμε να πάμε εμείς. Ξέρουμε πως στην ανοιχτή αντιπαράθεση που μας οδηγούν είμαστε χαμένοι.
Επαναλαμβάνω, υπάρχει πολύς οπλισμός στη γύρα, και από τις δύο πλευρές. Μυρίζει μακελειό!
Η πορεία ξεκινά. Η διαδρομή αλλάζει μια δυο φορές. Συσκέψεις ανάμεσα στους διοργανωτές, διαφωνίες. Επικρατεί σύνεση και ψυχραιμία. Τα χειρότερα αποτρέπονται.
Πρέπει να καταλάβεις πως αποφασιστικότητα και τάσεις αυτοκτονίας δεν ταιριάζουν. Αυτό τα λέει όλα.
Γυρνάμε πίσω σώοι.

Κάτι όμως έχει αλλάξει οριστικά. Δεν εξηγείται πάντα λεκτικά.
Ο ορίζοντας έχει ….θολώσει. Δεν είναι πια καθαρός. Υπάρχει ομίχλη.
Υπάρχει διχογνωμία.
Η σιγουριά με την οποία αντιμετωπίζαμε το παρόν και το μέλλον, την όλη κατάσταση, έχει μεταβληθεί σε σκεπτικισμό.
Δεν είναι ξάστερος ο ουρανός όπως νωρίτερα.
Νιώθουμε λιγάκι μπερδεμένοι, ποιος έχει την πρωτοβουλία ;
Μήπως στη διάρκεια του άλματος που χρειάζεται να κάνουμε, στη ρότα που πρέπει να αλλάξουμε, χάνουμε λιγάκι την επαφή με την πραγματικότητα;
Άλλο τι βλέπεις και άλλο αυτό που θα ήθελες να δεις!
Έχουν αρχίσει λοιπόν να μας ζώνουνε φίδια. Σε κάποιους από εμάς. Όχι σε όλους.
Δεν είναι τόσο εμφανές. Είναι μια αίσθηση. Κάτι που αιωρείται στην ατμόσφαιρα και το νιώθεις βαθιά μέσα σου.
Είναι η ανησυχία που εκδηλώνεται πλέον.
Το μενού που σερβίρεται δεν μυρίζει υπέροχα, η γεύση έχει κάτι από καμένο.

Η επόμενη χρονιά θα είναι καταλυτική. Τι συμβαίνει ;
Τι τρέχει ;
Η επανάσταση, μέχρι στιγμής, είναι υπόθεση της κοινωνίας. Με τον χρόνο όμως που κυλά αρχίζει να γίνεται υπόθεση όλο και λιγότερων. Αυτό συμβαίνει με απλά λόγια.
Από κοινωνική απαίτηση και ανάγκη μετατρέπεται σιγά σιγά σε μάχη παρατάξεων, και από εκεί σε μάχη μηχανισμών. Από ανάγκη απελευθερωτική, ανάγκη επιβίωσης ομάδων.
Φτιάχνουμε ένα στρατό για να πάρει η κοινωνία την κατάσταση στα χέρια της μέσα στις σάρκες της, στους ιστούς της. Η κοινωνία αγωνίζεται, παίρνει μέρος στον αγώνα. Ακολουθεί, συμπαθεί, συμπάσχει.
Οι άλλοι πιστεύουν στο κόμμα, στους μηχανισμούς.

Εμείς ενεργοποιούμε την κοινωνία. Δικός της είναι ο αγώνας, ο πόλεμος. Δεν τον αναθέτει σε κανέναν. Τον διεξάγει η ίδια. Αυτή διαλύει το κράτος, τους υπάρχοντες θεσμούς. Σκέφτεται αυτόνομα.
Εφευρίσκει νέες σχέσεις. Δεν το κάνει άλλος γι αυτήν.
Ο λαός οργανώνει την αυτοάμυνα του, οργανώνει και τις επιθέσεις του. Αντίσταση και επίθεση.
Διαλέγει τον χώρο και τον χρόνο, μετρά τις δυνάμεις του και δρα, πράττει ήδη, ζει, δεν περιμένει. Εξερευνά, ανακαλύπτει. Κινείται.
Με τον καιρό όμως εμείς ξεφεύγουμε μπροστά, αφήνοντας τους υπόλοιπους να παρακολουθούν. Αδυνατούν ν’ ακολουθήσουν. Αυτό συμβαίνει ουσιαστικά. Το νιώθουμε.
Ακολουθούν όλο και λιγότεροι. Αυτό βλέπουμε.

‘Twenty-four years and my life is still
Trying to get up that great big hill of hope
For a destination
I realized quickly when I knew I should
That the world was made up of this brotherhood of man
For whatever that means
And so I wake in the morning
And I step outside
And I take a deep breath and I get real high
And I scream from the top of my lungs
What’s going on?
I said hey, what’s going on?’

 

Η αντεπανάσταση ξέρει, αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της κατάστασης. Το παιχνίδι γνωρίζει να το παίζει καλά, είναι μαέστρος, καταλαβαίνει άριστα τι πρέπει να κάνει σε ένα πεδίο δικό της πλέον εξ ολοκλήρου. Χρησιμοποιεί όλα της τα όπλα με πολύ βαρβαρότητα. Άγρια.
Εκτελεί εν ψυχρώ εδώ και καιρό. Η προπαγάνδα αφηνιάζει.
Βασανίζει. Δημιουργεί εκνευρισμό στους συντρόφους, τάσεις εκδίκησης. Θολώνει ο νους.  Στήνει ενέδρεςδολοφονεί συντρόφους, μαζικά.
Ποινικοποιεί ένα ολόκληρο κίνημα και διχάζει τους συντρόφους με το νόμο για τους ‘μετανιωμένους’ που έγινε η αποθέωση της ρουφιανιάς, με οποιοδήποτε κόστος.
Περνά με λίγα λόγια τον εκνευρισμό, τη δυσπιστία και το φόβο στη μεριά της επανάστασης, στο στρατόπεδο των εξεγερμένων.
Τη διχάζει. Μας μπερδεύει. Μας κάνει να αντιδρούμε σπασμωδικά.
Αρχίζουμε να λαθεύουμε και στους στόχους.
Κάποια στιγμή ξεκόβουμε και από την κοινωνία, όλο και περισσότερο, ίσως εντελώς.
Μέχρι την τελική ήττα

Κάποιοι συνθηκολόγησαν, κάποιοι χάθηκαν στο εξωτερικό. Άλλοι στον μικρόκοσμό τους, στην απογοήτευση.
Κάνουν και τα ναρκωτικά τη δουλειά τους, κυρίως στην περιφέρεια, στον άμεσο ή έμμεσο περίγυρο.
Η μητροπολιτική ζούγκλα εξαφανίζεται. Η κάσμπα μακραίνει, στενεύει.
Χωρίς περίγυρο, δίχως δικά σου εδάφη είσαι χαμένος, η συνέχιση καθίσταται αδύνατη.
Για πρώτη φορά χρησιμοποιείται, με επιτυχία, και η τεχνολογία ενάντια στους επαναστάτες.
Μέχρι πρότινος η καταστολή χρησιμοποιεί τους παραδοσιακούς μηχανισμούς. Διείσδυση, χαφιέδες και μαφιόζους ενάντια στους μαχητές.

Ρίχνει στην μάχη και το ΚΚ τον μηχανισμό του ενάντια σε αυτούς που δεν μπορεί να χειραγωγήσει, να ελέγξει. Πρέπει να ξαναβρεί την ηγεμονία του στις λαϊκές μάζες, που έχει χάσει από καιρό.
Διχάζει, αποπροσανατολίζει, χαφιεδίζει ανοιχτά, κυνηγά.
Ότι κινείται, εκτελείται.
Τα Μέσα, η μαύρη προπαγάνδα. Όλα στη μάχη για την σωτηρία του συστήματος. Του κεφαλαίου.
Ο φόβος λοιπόν περνάει από την εδώ μεριά. Αρχίζουν οι σύντροφοι να δυσπιστούν για τον σύντροφο, για τον διπλανό τους. Διαρρηγνύεται ο ιστός. Το κύτταρο αρρωσταίνει. Ένα θλιβερό θέαμα με τα χρόνια. Όλο και χειρότερο.
Διαμάχες μες τις οργανώσεις, στα κύτταρα, στις δομές.
Και η κοινωνία σφραγίζει τα μάτια και τ’ αυτιά, αρνείται να παρακολουθήσει. Ναρκώνεται. Παγώνουν οι αισθήσεις και οι αισθητήρες.
Θα επανέλθουμε.

Το πρώτο καμπανάκι το νιώσαμε τότες, εκείνη τη μέρα για πρώτη φορά, τη μέρα για την οποία σου μίλησα λίγο νωρίτερα. Έρχεται τρέχοντας το ‘78, εκείνη η τρομερή χρονιά με την επίθεση στην καρδιά του κράτους.
Σηκώνεται πολύ ψηλά ο πήχης για να μπορέσει η κοινωνία να τον ξεπεράσει. Ο Φόσμπερι είναι ακόμη μωρό, ίσως να μην έχει γεννηθεί κιόλας. Ας αποφορτίσουμε λιγάκι.
Δεν δύναται να ακολουθήσει, προφανώς.

Ο χαμένος τα παίρνει όλα, Γιάννης Αγγελάκας.

Ας σταματήσουμε για λίγο τη διήγηση των γεγονότων για να ακούσουμε έναν άλλον από τους πρωταγωνιστές. Θα επανέλθουμε σε λίγο. Ας ακούσουμε :

ΑΠΟΣΠΆΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ‘ΚΟΝΤΌ ΦΥΤΊΛΙ’ του ΣΕΡΤΖΙΟ ΣΈΤΖΙΟ.

‘Θυμάμαι τη σφαγή στην πλατεία Φοντάνα του Μιλάνο το 1969 που γέμισε πολλούς αγανάκτηση και διάθεση εξέγερσης, την ιδέα πως πρέπει να αντιδράσουν.
Στην καταστολή της αστυνομίας, στις βόμβες των φασιστών, στις απόπειρες πραξικοπήματος. Στην καπιταλιστική εκμετάλλευση επίσης.
Θυμάμαι τους συντρόφους σκοτωμένους στις πλατείες, τις συγκρούσεις με την αστυνομία, τους ξυλοδαρμούς των συλληφθέντων. Κι έπειτα, την οργάνωση των ομάδων περιφρούρησης, τον μαχητικό αντιφασισμό, την παραπληροφόρηση, τα πυρπολημένα γραφεία, τα πυρπολημένα αυτοκίνητα. Τέλος το πέρασμα στην ένοπλη πάλη.
Σκληρύναμε λοιπόν δίχως να καταφέρουμε να διατηρήσουμε την τρυφερότητα μας. Υπερίσχυσε τελικά η προοδευτική μας αναισθητοποίηση.

Η λογική των όπλων άρπαξε, αιχμαλώτισε, υπερίσχυσε όχι μοναχά στα χέρια μας αλλά και στην λογική και την καρδιά μας.
Μέσα σε λίγα χρόνια, τα κινήματα συνεθλίβησαν με αγριότητα. Εκτροχιάστηκαν πιεσμένα ανάμεσα στο ένοπλο κόμμα, την καταστολή, την ηρωίνη που εξαπλώθηκε και την ιδιώτευση που αναδύθηκε.
Δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι οργάνωσαν αυτόνομους αγώνες, απεργίες αυθόρμητες, μαζικές διαδηλώσεις και πρωτοποριακές ενέργειες. Οπλίστηκαν και μπήκαν στη μάχη.
Τώρα χιλιάδες είναι φυλακισμένοι, δεκάδες έχασαν τη ζωή τους. Γι αυτό είμαστε εδώ, να λαδώσουμε τα όπλα μας, να οπλίσουμε μιας και σε λιγάκι θα τα χρησιμοποιήσουμε. Σήμερα τουλάχιστον θ’ ανοίξουμε μια χαραμάδα στο τυφλό μονοπάτι για το οποίο συζητάμε.

Η πολιτική ήττα είναι πλέον εμφανής, το όνειρο κατέρρευσε, ανάμικτο με αίμα δικό μας και των θυμάτων μας, στην αγριότητα των Κρατικών φυλακών. Μα προσβάλλοντας σήμερα αυτή τη φυλακή, θα πάρουμε πίσω την ελευθερία των συντρόφων μας.’
Και :
‘Η ιστορία της Πρώτης Γραμμής δεν γράφτηκε ποτέ, ίσως τα γεγονότα τότε να ήταν πολύ κοντά. Τώρα πλέον είναι πολύ μακρινά.
Ίσως αυτό το ‘Κοντό Φυτίλι’ πυροδοτήσει επιτέλους μια επόμενη εργασία πιο πλατιά και συλλογική. Είναι προστιθέμενη αξία που εύχομαι να παραδώσουν αυτές οι σελίδες.

Που κυκλοφορούν σε μια περίοδο πιθανότατα από τις χειρότερες των τελευταίων χρόνων. Μάλλον των δεκαετιών. Στιγμή κατά την οποία αυξάνεται το πνεύμα μνησικακίας και περαιτέρω εκδικητικότητας σε ότι αφορά εκείνα τα γεγονότα των χρόνων του ‘70. Πνεύμα που παραδόξως μεγεθύνθηκε και σαφώς γιγαντώθηκε στην διάρκεια του χρόνου εξ αιτίας εκείνων των γεγονότων και των πληγών που δημιούργησαν.
Θα έπρεπε οι αριθμοί να είναι αρκετοί για να αποκαλύψουν ότι επρόκειτο για ένα φαινόμενο πλατιάς κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης :

Σύμφωνα λοιπόν με υπολογισμούς, ή μάλλον κάτω από τους υπολογισμούς, υπολογίζονται σε 20000 οι έρευνες για πράξεις ένοπλης πάλης και τουλάχιστον 4200 κλείστηκαν στην φυλακή συνέπεια κατηγοριών ένοπλης ομάδας η ανατρεπτικής οργάνωσης. 300 καταδικάστηκαν σε ποινή κάτω των 10 χρόνων, πάνω από 3100 σε ποινή ανώτερη των 10 χρόνων, σχεδόν 600 σε ποινή ανώτερη των 15 χρόνων. Εκατοντάδες τα ισόβια. Πάνω από 50000 χρόνια φυλάκισης έχουν ήδη εκτισθεί. Από τους χιλιάδες αρχικά φυλακισμένους, σχεδόν διακόσιοι βρίσκονται ακόμη εγκλεισμένοι, μερικά ή ολικά. Μεταξύ αυτών 77 ισοβίτες. Ανάλογη και η λίστα με αυτούς που βρήκαν καταφύγιο στο εξωτερικό.
Έχει παραμείνει ο πόνος αυτών που χτυπήθηκαν, των συγγενών τους, όπως επίσης των χαμένων μαχητών και των επί μακρόν φυλακισμένων.
Παρέμεινε επίσης η αιώνια μανία εις βάρος των ηττημένων.’

Sergio Segio, ο κομαντάντε Σίριο, υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Πρώτης Γραμμής, Prima Linea, της ένοπλης οργάνωσης που αριθμούσε χίλιους μαχητές και δεκάδες χιλιάδες συμπαθούντες. Σε αυτό το βιβλίο, Miccia Corta, παρουσιάζει μια από τις πιο συγκλονιστικές και τολμηρές ενέργειες της ένοπλης πάλης στην Ιταλία. Την επίθεση στις φυλακές του Ροβίγκο με την οποία ελευθέρωσε την συντρόφισσα του και δύο ακόμη πολιτικές κρατούμενες. Στις 3 Ιανουαρίου του 1982. Στο περιθώριο παρουσιάζονται εικόνες από τους αγώνες και τα κινήματα των χρόνων του ‘70.

This is the End, The Doors.

  • Αυτά λοιπόν και συνεχίζουμε από εκεί που αφήσαμε την αφήγηση του Μάριο με την πένα του Μιχάλη.

Λέγαμε λοιπόν πως η κοινωνία δεν παρακολουθεί πλέον, δεν μπορεί να ακολουθήσει το ριζοσπαστικότερο κομμάτι της. Μοιάζει να έχει σπάσει ο ομφάλιος λώρος.
Κουράζεται, ατονεί;
Μάλλον. Αυτό δείχνει.
Έτσι τουλάχιστον φαίνεται με το πέρασμα του χρόνου.
Εμείς διαχέουμε το αντάρτικο. Το ένοπλο κόμμα το επικεντρώνει, επιτίθεται στην »καρδιά».Ο καθένας σύμφωνα με τις αναλύσεις του. Είναι όλα γραμμένα, αποτυπώνονται στο χαρτί και στις πράξεις.
Η δύναμη πυρός αυξάνεται τρομερά, όμως. Η επιχειρησιακή ετοιμότητα κάνει άλματα. Η ικανότητα. Οι δεξιότητες.
Τρομάζει αυτό, δεν παρηγορεί τελικά.

Μοιάζει πλέον η επανάσταση, ο αγώνας, μάχη ανάμεσα σε μηχανισμούς που χρησιμοποιούν όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, θεμιτά και αθέμιτα. Ο κόσμος στην απ’ έξω.
Για την καταστολή δεν το συζητώ, το κάνει σχεδόν από την πρώτη μέρα, για να τρομοκρατήσει. Βλέπε Μάρα Καγκόλ, αιχμάλωτη, εκτελεσμένη εν ψυχρώ, ακινητοποιημένη.
Το ΚΚ απ’ την άλλη, μας μισεί πραγματικά. Ειδικά από την μέρα που έδιωξε το κίνημα τον Λάμα, με ολόκληρο τον μηχανισμό που κουβάλησε μαζί του, για να κάνει επίδειξη δύναμης στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπως έχουμε επαναλάβει νωρίτερα. Μας επιτίθεται διαρκώς, απροκάλυπτα και αδιάλειπτα. Επιστρατεύοντας ότι ψεύδος μπορείς να φανταστείς, χρησιμοποιώντας παραμορφωτικούς φακούς αλλοιώνοντας την αλήθεια.

Yo Yo Mundi Chi Ha Portato Quei Fiori Per Mara Cagol

Μέχρι και απεργίες και κινητοποιήσεις προσπαθεί να οργανώσει ενάντια σε κίνημα και μαχητές. Αποτυγχάνει οικτρά στην αρχή. Από την εκτέλεση του Μόρο και μετά, κάτι καταφέρνει, όχι όμως αυτό που προσδοκεί.
Χαφιεδολογεί ανοιχτά, δίχως καν να του το ζητήσουν.
Και μουλαρώνει κυριολεκτικά κάθε φορά που αντάρτες διαπραγματεύονται με την εξουσία.
Φέρεται σαν κράτος χωρίς να είναι.
Και ανοίγει διάπλατα τον δρόμο στον μπερλουσκονισμό ο οποίος προσφέρει αφειδώς στο πόπολο βυζιά με σιλικόνη και τουρλωμένους κώλους. Ξεβράκωτες.

Δεν αξίζει στον ιταλικό λαό τέτοια κατάντια. Στην Ελλάδα διαλύουν τον κοινωνικό ιστό ανάμεσα στα ‘40 και ‘50. Σε εμάς αυτό συμβαίνει από το ‘80 και μετά, χοντρά χοντρά. Ίσως να ξεκινά και λίγο νωρίτερα η διαδικασία αυτή.
Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς χειρότερα.
Οι συνασπισμένοι παγκόσμιοι κεφαλαιοκράτες.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%27%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%27-%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE#/page/1

τρομοκρατία, φυλακή

Child in Time, Deep Purple.

Και μιας και αναφερθήκαμε στο ΚΚ, θα σου μιλήσω τώρα και για μια από τις άμεσες εμπειρίες που έχω με αυτούς.
Διοργανώνουν συναυλία, στην διάρκεια της ετήσιας γιορτής του κόμματος, με γνωστό τραγουδιστή προσκαλεσμένο. Μετά από τόσα χρόνια απόσταση αδυνατώ να θυμηθώ λεπτομέρειες. Σε προάστιο της πόλης, αποκεντρώνουν τις γιορτές τους. Σεπτέμβρη μήνα ως είθισται.
Στο γήπεδο της περιοχής έχουν στήσει ολόκληρο χωριό με περίπτερα, εστιατόρια, χώρους προβολών και εκθέσεις. Και αντιπροσωπείες φίλιων κομμάτων από το εξωτερικό. Στην διοργάνωση πολιτιστικών δρώμενων είναι μανούλες.

Ένας ολόκληρος μηχανισμός κινητοποιημένος.
Οι κερκίδες γεμάτες, πίτα και ο μισός αγωνιστικός χώρος. Οι μουσικοί είναι από τους δημοφιλέστερους. Οι πιο ενθουσιώδεις από τους θεατές, ως συνήθως, καταλαμβάνουν τον χώρο μπροστά στην εξέδρα, στο πάλκο.
Αποφασίζω να πάω κι εγώ, δεν με ακολουθεί κανείς από γνωστούς και φίλους, παραδόξως. Δεν με νοιάζει και μόνος, όλα καλά.
Παρακολουθώ την συναυλία, πολύ ζεστή ατμόσφαιρα. Νέοι ενθουσιώδεις και όχι μόνο κομμουνιστές, μοιρασμένες οι προτιμήσεις. Έχουν όμως κατεβάσει όλες τις ομάδες περιφρούρησης της πόλης οι κομματικοί, για τον φόβο επεισοδίων. Κάτι ξέρουν οι μαλάκες, γενικά είναι προκλητικοί με όσων τις φάτσες δεν γουστάρουν. Ξέρεις. Οι γραφειοκράτες κάνουν μπαμ από μακριά. Βολεμένοι, δήθεν κλπ. Και ότι διαφορετικό τους ξενίζει, το φοβούνται. Είναι συντηρητικούρες και το δείχνουν με κάθε πρόφαση, σε κάθε ευκαιρία.

Κάνουν δέκα λεπτά διάλειμμα οι μουσικοί και κάποιος μεγαλόσχημος παίρνει το μικρόφωνο, αποφασίζει να αρχίσει τις αρλούμπες και τις αοριστολογίες. Και χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος εξαπολύει λεκτική επίθεση στον χώρο της αυτονομίας.
Ξεκινούν τα ξεφωνητά. Στην αρχή αραιά, σκόρπια. Στη συνέχεια εντονότερα. Ώσπου ξεσπούν οι αντεγκλήσεις, τα σπρωξίματα, οι ψιλές και το γενικευμένο ξύλο.
Την είχανε στημένη. Φαίνονταν από την αρχή. Μεγάλη η κινητοποίηση. Το κακό είναι πως δεν έδωσα σημασία. Έμεινα σε κάποια γωνιά απομονωμένος, ανάμεσα σε άγνωστους.
Τα υπόλοιπα παιδιά, οργανωμένα ή όχι δεν έχει σημασία, ήτανε όλα μαζεμένα και αποχώρησαν συντεταγμένα δίχως απώλειες, σπρωγμένα προς την έξοδο.

Μας έχουν παγιδέψει μέσα στο γήπεδο, με τις εξόδους να τις ελέγχουν οι μπράβοι τους, μας βρίζουν από τα μικρόφωνα. Έχει ξεσπάσει πανδαιμόνιο, μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία κάποιος με αναγνωρίζει και με υποδεικνύει, σου έχω ξαναπεί, άσε που το γνωρίζεις Μιχάλη είμαι γνωστός και αναγνωρίσιμος, πολύ κοινωνικός, σε όλους τους πολιτικούς κύκλους και χώρους.
Αρχίζουν λοιπόν να με κυνηγούν για να με λιντσάρουν.
Τους ξεφεύγω διαρκώς. Δεν τρέχω εγώ, δεν είμαι εγώ που ελίσσεται ανάμεσά τους. Κάποιος άλλος το κάνει. Κάποιος με φτερά. Κάποιος μου δίνει φτερά. Δεν υπάρχει Ρεντ Μπούλ ακόμη, κάποιος άλλος το κάνει.

Καταφέρνω με τα πολλά και σκαρφαλώνω ένα τοίχο και πηδώ έξω. Οι πούστηδες πηδούν και αυτοί, τρεις τον αριθμό, με κυνηγούν πλέον στα στενά. Χώνομαι σε ένα σκοτεινό ιδιωτικό υπόγειο πάρκινγκ αυτοκινήτων καβατζάροντας μια στροφή και με χάνουν. Κουρνιάζω κυριολεκτικά κάτω από ένα αυτοκίνητο. Ακούω την καρδιά μου και νομίζω πως είναι έτοιμη να εκραγεί. Φοβάμαι πως κάνει τόση φασαρία που θα με προδώσει, τι θόρυβο που κάνει! θα με ανακαλύψουν!
Τη γλιτώνω.
Αφήνω να περάσει κανένα εικοσάλεπτο, να ηρεμήσω κανονικά και να συνέλθω. Όλο εκείνο το κυνηγητό στάθηκε εξουθενωτικό, να χάσουν οριστικά τα ίχνη μου οι διώκτες. Η αλήθεια όμως είναι πως εάν θέλω να προλάβω το τελευταίο λεωφορείο πρέπει ν’ αρχίσω να ξεκουνιέμαι, η ώρα είναι περασμένη, αρχίζω να βιάζομαι. Πρέπει να του δίνω. Η συγκοινωνία σε λίγο σταματά.

Βγαίνω λοιπόν από το καταφύγιό μου και προχωρώ σταθερά, πρέπει υποχρεωτικά να περάσω μπροστά από το γήπεδο, αγχώνομαι λιγάκι, παίρνω βαθιές αναπνοές και συνεχίζω .
Για καλή μου τύχη, οι μικροπωλητές δεν έχουν ακόμη αποχωρήσει, μαζεύουν αυτή την ώρα την πραμάτεια τους σκορπισμένοι στους γύρω χώρους. Βρίσκω την ευκαιρία λοιπόν ν’ αγοράσω ένα καπελάκι για να αλλάξω λιγάκι το σουλούπι μου, ρίχνω και μια κόκκινη σημαία στις πλάτες μου σαν μανδύα και περνώ ήσυχος μπροστά από την πόρτα όπου πλέον η κίνηση έχει σταθερά μειωθεί, έχουν σχεδόν αποχωρήσει και οι τελευταίοι.

ελεύθεροι πολιορκημένοι

Είμαι πλέον αγνώριστος και άνετος, φτάνω στο πούλμαν το οποίο ξεκινά μετά από ελάχιστο χρόνο. Είμαι πλέον ασφαλής. Σε ένα μισάωρο έφτασα στο κέντρο, έχει πλέον περάσει δύο τη νύχτα όταν φτάνω στο σπίτι φίλης μου, πέρα από το ποτάμι. Δεν θέλω να μείνω μόνος. Που στοίχισε πολύ αυτή η έκρηξη κακίας και μίσους, θέλω να με κανακέψουν.
Ένας ακόμη λόγος για να ευχαριστήσω το καλό μου αστέρι σήμερα.
Σε αυτή την γειτονιά που εκτυλίχθηκε η αποψινή ιστορία κάποια χρόνια πριν γίνεται η γνωριμία μας Μιχάλη. Σε σπίτι φίλου που μας κάλεσε για τσιμπούσι. Μας έβαλες θυμάμαι ν’ ακούσουμε τους ‘Μετανάστες’ του Μαρκόπουλου. Τραγούδια για τους έλληνες που ξενιτεύονται στην Γερμανία. Είναι ο πρώτος σου χρόνος στο εξωτερικό, νιώθεις κι εσύ την νοσταλγία. Θυμάμαι πως δακρύζεις σιγοτραγουδώντας εκείνα τα υπέροχα τραγούδια.

Γιάννης Μαρκόπουλος Γιώργος Σκούρτης Λάκης Χαλκιάς 1974 Μετανάστες

Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια, τι θα φάω τι θα πιω τι θα στείλω στο χωριό
οι γυναίκες είναι χύμα, καίγομαι σαν τις κοιτώ δεν με θέλουν κι είναι κρίμα.
Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια, κάθε βράδυ στο σταθμό τριγυρίζω για να πω μια κουβέντα σ’ ένα φίλο
κι αν μια νύχτα δεν τον βρω μοιάζω με χαμένο σκύλο.
Εδώ στην ξένη χώρα αχ τι στεναχώρια. Θα γυρίσω στο χωριό, δεν αντέχω δεν βαστώ
τι κορμί βασανισμένο, ψάχνω να βρω αδερφό κι όλοι με φωνάζουν ξένο.

Και :
Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω
έχω ένα χρόνο να τα δω και λιώνω
μου γράφει η γιαγιά τους πως ρωτάνε
τα τρένα που ‘ναι στο σταθμό που πάνε.
Αδύνατος μου γράφει ο Στελάκης΄
έχει ανάγκη θάλασσας ο Τάκης
αρχίζει το σχολείο η Μαρίνα
θέλει να γίνει κάποτε γιατρίνα.
Αγόρασα λαχείο στ’ όνομά τους
αχ! Να κερδίσω να σταθώ σιμά τους.

Από τη Βίκυ Μοσχολιού.

‘Μες την κοιλάδα των Τεμπών’, Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

Η πόλη είναι γεμάτη νέους από κάθε γωνιά της γης. Κατοικούν διασκορπισμένοι στις γειτονιές της,τα σπίτια τους γίνονται στέκια μας. Έχουμε λοιπόν την ευκαιρία να γνωρίσουμε κάθε σπιθαμή του αστικού τοπίου με τις ομορφιές και τα μυστικά του. Έχουμε φίλους και γνωστούς παντού που μας καλούν καθημερινά. Κεράσματα, κουβεντούλα και γιορτούλες. Έχουμε φιλοξενηθεί, για ώρες ή για μέρες όπου μπορείς να φανταστείς, σε κάθε λογής σπιτικό, όπου το βάζει ο νους σου.

Γίνεται σιγά σιγά η Κάσμπα μας [βλέπε ‘Μάχη του Αλγερίου’, Τζίλο Ποντεκόρβο, 1966, ταινία που μιλά για τους αγώνες του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου στην ιστορική συνοικία -ακρόπολη των μουσουλμάνων στην πόλη του Αλγερίου για την ανεξαρτησία τους από τους Γάλλους το 1954. Αυτά για τους άβγαλτους].
Κάσμπα προς το παρόν φιλική η πόλη, με απελευθερωμένες ζώνες όπου φασίστες, άλλοι δεξιοί και μπάτσοι φυσικά αποφεύγουν να πλησιάσουν!

«Η Μάχη του Αλγερίου» (La Battaglia Di Algeri, 1966)

 la-battaglia-di-algeri-photos-6

Όποιος αποικιοκράτης/κατακτητής βρίσκεται στη γη κάποιου άλλου εφαρμόζοντας κάτω από τον έλεγχο του στρατού το ειδικό νομικό καθεστώς γνωστό και ως «Κώδικας των Ιθαγενών» (Code d’ Indigénat), που μεταβάλλει τους πολίτες σε υπηκόους λεηλατώντας τον πλούτο, τα δικαιώματα, τη γλώσσα, την κουλτούρα και την ιστορία μέσω διώξεων, φυλακίσεων, μαζικών δολοφονιών και πογκρόμ, μπορεί να ρίξει μια ματιά στη «Μάχη του Αλγερίου» για να δει τι τον περιμένει…

Αυτό ακριβώς είναι η «Μάχη του Αλγερίου», μια ταινία με άμεση τη σχέση μεταξύ τέχνης και πολιτικής, ένα αριστουργηματικό αντιαποικιοκρατικό ασπρόμαυρο φιλμ (ιταλοαλγερινής παραγωγής) για την αλγερινή επανάσταση, του ιταλού κινηματογραφιστή Τζίλο Ποντεκόρβο και του φωτογράφου Μαρτσέλο Γκάτι.

Η ταινία είναι γυρισμένη στα πραγματικά πεδία των μαχών (στα σοκάκια και τις συγκοινωνούσες ταράτσες του Καζμπάχ) και βασισμένη στο βιβλίο του Σααντί Γιασίφ «Αναμνήσεις από τη Μάχη του Αλγερίου». Ο Γιασίφ είχε συλληφθεί το 1957 και καταδικαστεί σε θάνατο, αλλά η ποινή δεν πρόλαβε να εκτελεστεί. Αμέσως μετά την απελευθέρωση (1962) έγινε μέλος της πρώτης μεταπελευθερωτικής κυβέρνησης, η οποία και αποφάσισε να γυριστεί μια ταινία με το θέμα του βιβλίου. Ο Ποντεκόρβο βρήκε στήριξη και χρηματοδότηση από τον πρώτο πρόεδρο της ανεξάρτητης πια Αλγερίας, Μπεν Μπελά, ο οποίος όμως είχε αρχικά εκφράσει επιφυλάξεις: «Στην αρχή θεώρησα ότι μια τέτοια ταινία θα ήταν σπατάλη, μιας και ήμασταν φτωχή χώρα. Ο Γιασίφ ωστόσο μού είπε ότι ο αγώνας μας δεν ανήκει μόνο στον αλγερίνικο λαό, ανήκει σε όλους τους καταπιεσμένους του κόσμου, και δεν μπορούσαμε να τους προδώσουμε. Έτσι, καταφέραμε και βρήκαμε τα λεφτά για την ταινία».

Μόνο και μόνο για τη ρεαλιστικότατη και αληθοφανέστατη αναπαράσταση του συγκλονιστικού ανταρτοπόλεμου των εξεγερθέντων Αλγερινών, η «Μάχη» θεωρείται (και δικαίως) ένα από τα σημαντικότερα φιλμ του 20ού αιώνα. Ένας ανταρτοπόλεμος που ξεκινά την 1η Νοέμβρη του 1954 με την προκήρυξη-κάλεσμα του FLN (Απευθερωτικό Μέτωπο Αλγερίου) για ανεξαρτησία. Όταν το FLN σκοτώνει μερικούς αστυνομικούς, ο αρχηγός της αστυνομίας σε μια πράξη ωμής αντεκδίκησης τοποθετεί βόμβα σε μια αραβική συνοικία, με συνέπεια να χαθούν πολλοί άμαχοι. Ο χορός της απροκάλυπτης βίας έχει ήδη αρχίσει. Το FLN απαντά με τρεις γυναίκες καμικάζι να επιτίθενται σε δύο καφέ και στα γραφεία της Έιρ Φρανς, στην ευρωπαϊκή συνοικία του Αλγερίου. Ένα ειδικό σώμα περίπου οκτώ χιλιάδων επίλεκτων ανδρών και γυναικών «χωρίς θεό και δίχως νόμο» βρίσκεται αντιμέτωπο με διακόσιες χιλιάδες γάλλους στρατιώτες, που επί εννέα ολόκληρους μήνες απαντούν με αιματοκύλισμα των φτωχογειτονιών της Κάσμπα (το «κάστρο» του FLN, στην πρωτεύουσα Αλγέρι) και προχωρούν σε θηριώδεις αιματοχυσίες, συλλήψεις, βασανισμούς, δολοφονίες και ισοπέδωση ολόκληρων συνοικιών. Και όλα αυτά στο όνομα της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας».

Με την απόφασή του να επιλέξει ερασιτέχνες άραβες ηθοποιούς και με την προσθήκη γυναικών (μιας και ήταν ζωτική και ουσιώδης η προσφορά τους στην ανεξαρτησία), αλλά και με ένα μόνο επαγγελματία ηθοποιό (κυρίως θεατρικό), τον Ζαν Μαρτίν (ενσάρκωσε τον συνταγματάρχη Mathieu), ο Ποντεκόρβο συνδυάζει εκπληκτικά δύο διαφορετικά είδη κινηματογράφου: το ντοκιμαντέρ και το κλασσικό σινεμά.
(Χαρακτηριστικό, μα και συνάμα οξύμωρο, είναι το σημείο της ταινίας όπου ο γάλλος συνταγματάρχης Ζαν Μαρτίν κραυγάζει προς την αντίπαλη πλευρά: «Πώς μπορείτε να μας αποκαλείτε “φασίστες”; Ήμασταν μέλη της αντίστασης, πολεμήσαμε το ναζισμό!..» μη μπορώντας να αντιληφθεί τι του καταμαρτυρεί η άλλη πλευρά, καθόσον οι μνήμες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν ακόμη νωπές…)

 Η καταιγιστική, θυελλώδης δυναμικότητα της ταινίας, με πλήρη εστίαση στην απροκάλυπτη ωμότητα της βίας και της καταστολής των γαλλικών στρατευμάτων, ενόχλησε τις γαλλικές κυβερνήσεις, οι οποίες και την είχαν απαγορεύσει ώς το 1971, ενώ η γαλλική κοινή γνώμη βρέθηκε μοιρασμένη στα δύο. Η πρώτη προβολή της στο Παρίσι (μια λογοκριμένη έκδοση που κατέβηκε αμέσως) σημαδεύτηκε από συγκρούσεις και διαδηλώσεις από ακροδεξιούς της OAS – Algerie (Οργάνωση Μυστικού Στρατού Αλγερίας) με την αστυνομία. Χαρακτηριστικό, δε, είναι ότι το φιλμ προβλήθηκε στη γαλλική τηλεόραση μόλις το 2004! Η ταινία δεν άφησε όμως «ασυγκίνητο» και το αμερικάνικο υπουργείο Εξωτερικών, καθώς το 2003 το Πεντάγωνο την πρόβαλε με αφορμή την εισβολή του αμερικανικού στρατού στο Ιράκ σε αξιωματικούς του Στρατού και ειδικούς επί πολεμικών θεμάτων υπό τον… ηχηρότατο τίτλο «Πώς να κερδίσετε τη μάχη κατά της τρομοκρατίας και να χάσετε τον πόλεμο των ιδεών», αναφέρουν οι «New York Times».

Τη μουσική της ταινίας έχει επιμεληθεί ο εκπληκτικός ιταλός συνθέτης Έννιο Μορικόνε. Ο Μορικόνε, συνδυάζοντας τον Μπαχ, τη μουσική των Βεδουίνων, τα εμβατήρια αλλά και την τζαζ του ’50, μεγαλουργεί συνθέτοντας ένα απο τα εξαιρετικότερα σάουντρακ ταινιών. Ακόμη και οι κραυγές των γυναικών, οι θρήνοι, οι ήχοι των πυρών και οι εκρήξεις των βομβών γίνονται μουσική, μια ριζοσπαστική μουσική. «Όλα ξεκίνησαν, όταν ο Gillo μού ζήτησε να γράψω τη μουσική για τη “Μάχη του Αλγερίου”» αναφέρει ο ίδιος. «Με εξέπληξε διότι ήμουν ακόμα νέος στο χώρο. Γνώριζα την προηγούμενη ταινία του, το “Kapo”, και το θεωρούσα εκπληκτικό φιλμ. Τον ρώτησα ωστόσο γιατί διάλεξε εμένα. Με εξέπληξε για ακόμα μια φορά, διότι μου είπε πως είχε δει το “Για Μια Χούφτα Δολάρια ”, το δεύτερο γουέστερν του Λεόνε, του άρεσε πολύ η μουσική και έτσι αποφάσισε να μου προτείνει το σάουντρακ της “Μάχης”. Δέχτηκα, μιας και ήμουν σίγουρος πως θα γινόταν ένα καταπληκτικό φιλμ, αλλά και πως θα έκανα πολύ καλή δουλειά». «Και πράγματι» συνεχίζει «ήμουν πολύ περήφανος εκείνο τον καιρό — κι ακόμα είμαι. Από τη μια δεν ήθελα ο σκηνοθέτης να έχει να κάνει με τη μουσική της ταινίας, αλλά ο Gillo ήξερε, διαισθητικά, τη μορφή της μουσικής που χρειαζόταν η ταινία. Η φαντασία και οι γνώσεις του πάνω στη μουσική με βοήθησαν πολύ και στη “Μάχη” αλλά και σε όλα τα υπόλοιπα φιλμ που κάναμε μαζί. Οι τέσσερις νότες που είχε στο μυαλό του για το βασικό μοτίβο ήταν πολύ απλές. Ήταν η βάση για όλη τη μουσική που συνέθεσα για την ταινία. Το σημαντικό είναι ότι αυτό το μικρό θέμα ήταν σε απόλυτη αρμονία με το προφίλ του αλγερινού λαού και, αν και ήταν μια δυτικής μορφής σύνθεση, είχε τις βάσεις της στην τοπική μουσική παράδοση. Στη σκηνή της σφαγής η μουσική είναι κατεξοχήν δική μου. Σ’ αυτό το σημείο δεν ήθελα ο Gillo να έχει καμία ανάμειξη. Ήθελα η μουσική να μην επηρεαστεί ούτε στο ελάχιστο από εκείνον. Είναι η ίδια μουσική που υπάρχει και στη σκηνή της σφαγής στην Κάσμπα αλλά και σε εκείνη της βομβιστικής επίθεσης στο μπαρ. Η πρώτη είναι μεγαλύτερης διάρκειας, αλλά το ίδιο συγκινητική. Ο Gillo έκλαψε όταν την ηχογραφούσαμε».

Στην ταινία απονεμήθηκε το «Χρυσό Λιοντάρι» και το Βραβείο των Κριτικών στο Φεστιβάλ Βενετίας του 1966, ενώ ήταν υποψήφια και για τρία Οσκαρ: Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Καλύτερου Σεναρίου και Καλύτερης Ξένης Ταινίας.

Σκηνοθεσία :Τζίλο Ποντεκόρβο Διεύθυνση Φωτογραφίας : Μαρτσέλο Γκάτι.

Παίζουν: Μπραχίμ Χατζιάγκ, Ζαν Μαρτέν, Γιασέφ Σααντί Παραγωγή: ΑΛΓΕΡΙΑ/ΙΤΑΛΙΑ (1966)

Το εγκώμιο όμως για την εκπληκτική δυναμική της «Μάχης» έπλεξε και μία από τις σημαντικότερες εγχώριες μορφές στον χώρο της κριτικής κινηματογράφου, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, γράφοντας στην εφημερίδα «Το Βήμα» της 15ης Απριλίου 1975 τα εξής:

«Ένας διπλός θρύλος συνοδεύει τούτη την ταινία, γυρισμένη το 1965 στο Αλγέρι την περίοδο που ο Μπουμεντιέν ανέτρεπε τον Μπεν Μπέλα χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, τα άρματα και τους στρατιώτες που είχαν παραχωρηθεί στον Ποντεκόρβο για τις ανάγκες του γυρίσματος, έτσι ώστε, για πρώτη φορά ίσως, ο κινηματογράφος να πάρει μέρος στο «φτιάξιμο» της ιστορίας περνώντας από τη φιξιόν κατευθείαν στην πράξη, προκαλώντας μ’ αυτόν τον τρόπο μια πολύ χαρακτηριστική σύγχυση στους κατοίκους που προς στιγμήν μπέρδεψαν το σινεμά με την πραγματικότητα: 1) Ο Τζίλο Ποντεκόρβο είναι γιος του διάσημου ατομικού επιστήμονα που κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση αμέσως μετά τον πόλεμο, συναποκομίζοντας κάποια μυστικά. Ήταν φυσικό ο θρύλος του πατέρα να συνοδεύει και το γιο, πολύ περισσότερο όταν κι αυτός, όπως ο πατέρας, δεν έκρυβε τη μαρξιστική του τοποθέτηση. Ο Ποντεκόρβο, άνθρωπος κολοσσιαίας κουλτούρας, χρησιμοποιεί τον κινηματογράφο κατά κάποιον τρόπο σαν χόμπι ή μάλλον όταν νομίζει πως έχει να πει κάτι το πολύ σημαντικό. Όντας μαθητής και φίλος του Γιόρις Ίβενς γύρισε πολλά ντοκιμαντέρ — και μόνον τέσσερις ταινίες μεγάλου μήκους από τις οποίες το Καπό (1960) τον έκανε διεθνώς γνωστό. 2) Η μάχη, του Αλγερίου απέχει απ’ τα πραγματικά περιστατικά (στα οποία αναφέρεται) ελάχιστα χρόνια, γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στον τόπο όπου αναφέρεται η ιστορία, και χρησιμοποιεί ως κομπάρσους τους ανθρώπους που στον απελευθερωτικό πόλεμο του Αλγερίου ήταν οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της Ιστορίας.Αυτοί οι δύο παράγοντες (ο ένας υποκειμενικός και ο άλλος αντικειμενικός) σίγουρα έπαιξαν το ρόλο τους στη φήμη της ταινίας.

Όμως, τούτη η φήμη δεν είναι αποκύημα της μυθοποιητικής φαντασίας μόνο: ο Ποντεκόρβο, ένας μανιακός περφεξιονίστας που δουλεύει χρόνια πάνω σ’ ένα σενάριο, είναι ένας δημιουργός με στιλ απολύτως προσωπικό. Αρνούμενος κατηγορηματικά τις ευκολίες του στούντιο, γυρίζει πάντα σε φυσικούς χώρους, στους οποίους, όμως, κάνει τόσες επεμβάσεις ώστε αυτοί να μεταλλάσσουν σ’ ένα πελώριο ντεκόρ. Έτσι, ο Ποντεκόρβο — ντοκιμαντερίστας βρίσκεται πάντα στο οικείο του περιβάλλον ελέγχοντας και την τελευταία του λεπτομέρεια, σαν να επρόκειτο για ένα στημένο ντεκόρ λίγων τετραγωνικών μέτρων.
Απ’ την άποψη της διευθέτησης ταυ φυσικού χώρου Η μάχη του Αλγερίου είναι ένας σωστός άθλος: η πόλη του Αλγερίου μοιάζει να ‘χει αδειάσει από τους κατοίκους της και να ‘χει ξαναγεμίσει από τους ιδίους, αλλά αυτή τη φορά υπό την ιδιότητα των κομπάρσων που κινούνται στον φυσικό τους χώρο, ο οποίος έπαψε να ‘ναι “φυσικός” καθώς βάφτηκε, ανακαινίστηκε, ξηλώθηκε, γκρεμίστηκε και —προπαντός— φωτίστηκε σαν να ‘ταν μια κολοσσιαία σκηνή θεάτρου.Μέσα σ’ αυτόν το “ρετουσαρισμένο” πραγματικό χώρο τοποθετείται μια “ρετουσαριομένη” πραγματική ιστορία. Η ιστορία τής Κάσμπα (της παλιάς μουσουλμανικής συνοικίας της πόλης), που υπήρξε (κυριολεκτικά) η ακρόπολη της αλγερίνικης επανάστασης.

Όπως και το ντεκόρ, η ιστορία είναι πραγματική αλλά ανασυνθεμένη απ’ τον γόνιμο σεναρίστα του Ποντεκόρβο, τον Φράνκο Σολίνας, με τρόπο ώστε το “ρετούς” να υπηρετεί τις ανάγκες του Ποντεκόρβο και όχι την αντικειμενικότητα της Ιστορίας — μια αντικειμενικότητα που δεν χάνεται, βέβαια, ως αίτημα αλλά και που δεν μπαίνει τροχοπέδη στην άποψη του Ποντεκόρβο γι’ αυτή την Ιστορία, που δεν είναι καθόλου επική.
Εν πάση περιπτώσει, πρόθεση του δεν είναι να κάνει ένα ιστορικό φρέσκο ή ένα έπος σε στιλ “Θωρηκτό Ποτέμκιν” ή ένα ανασυνθεμένο ντοκιμαντέρ, αλλά να ερμηνεύσει τη διαδικασία της γέννησης ενός ιδιόρρυθμου αντάρτικου, το οποίο ως τρόπος δράσης και ως νοοτροπία βρίσκονταν πάρα πολύ κοντά στις απόψεις του Φραντς Φανόν για το επαναστατικό δυναμικό των λούμπεν. (Άλλωστε, ο Φανόν έγραψε το “Της γης οι κολασμένοι” με βάση τις εμπειρίες του απ’ την αλγερίνικη επανάσταση, της οποίας υπήρξε ο θεωρητικός.)

Ένα τέτοιο αντάρτικο δε στηρίζεται στη “διαφώτιση” και συνεπώς στη “λογική” ένταξη, αλλά στην ενεργοποίηση των ενστίκτων του μίσους και της επιθετικότητας του καταπιεσμένου που εκρήγνυται κατά κύματα, άτακτα, αλλά με μια δύναμη σαρωτική. Είναι προφανές ότι μια τέτοια νοοτροπία θα ήταν εντελώς ακατάλληλη να υπαγορεύσει ένα επικό στιλ στον τομέα της αισθητικής, πράγμα που το γνώριζε άριστα ο Ποντεκόρβο. Γι’ αυτό, κοίταξε την Ιστορία μέσα απ’ τα μάτια εντελώς εξατομικευμένων ηρώων που μοιάζουν να βγαίνουν απ’ τη μάζα των κομπάρσων, να παίζουν το ρόλο τους και να ξαναχάνονται στην ίδια μάζα. Έτσι, η ατομική περίπτωση (π.χ. του κεντρικού ήρωα Αλή) παραπέμπει αυτόματα στη γενική που τη συμβολοποιεί και τη συγκεκριμενοποιεί.

Αυτή η σχέση του ήρωα με τη μάζα στην οποία οργανικά ανήκει, γίνεται φανερή και κατά την αντίστροφη φορά: οι κομπάρσοι χάνουν την ανωνυμία και το διακοσμητικό τους χαρακτήρα καθώς αποτελούν την «πηγή» από την οποία ξεκινάει και στην οποία καταλήγει ο εξατομικευόμενος ήρωας. Γι’ αυτό ακριβώς ο θεατής έχει την εντύπωση πως τα πλάνα που περιγράφουν τη δράση ενός συγκεκριμένου ήρωα είναι ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΑ μιας μάζας νοούμενης σαν ένα πολυκέφαλο πρόσωπο. Είναι φανερό, λοιπόν, πως οι κομπάρσοι αποτελούν ένα είδος χορού που άλλοτε σχολιάζει και παρακινεί σε δράση και άλλοτε δρα —ανάλογα με τις γρήγορες μεταπτώσεις— απ’ το γενικό στο ειδικό και αντίστροφα.
Τούτες οι μεταπτώσεις, υπαγορευμένες απ’ την «ψυχολογική» ιδιομορφία της αλγερινής επανάστασης, δικαιολογούν τόσο τα απότομα ξεκινήματα και σταματήματα της δράσης όσο και την εκπληκτική τελευταία σκηνή στην οποία περιγράφεται το απροσδόκητο και εντελώς ξαφνικό (φαινομενικά) χύσιμο στους δρόμους ενός πλήθους έτοιμου να σαρώσει τους πάντες και τα πάντα ύστερα από δύο ολόκληρα χρόνια σχεδόν απόλυτης αδράνειας.

Η ταινία του Ποντεκόρβο δεν είναι μόνον η περιγραφή του πρώτου αντάρτικου των πόλεων. Είναι συγχρόνως και μια σοφή μαρξιστική μελέτη πάνω στο υποκείμενο της Ιστορίας, που είναι ταυτόχρονα και το αντικείμενο της: ο λαός φτιάχνει την Ιστορία για τον εαυτό του και όχι για τους αφεντάδες, τη φτιάχνει μόνος του και όχι διά εντολοδόχων. Βέβαια, έτσι γινόταν πάντα και ο Ποντεκόρβο δεν κομίζει γλαύκα εις Αθήνας. Όμως, γνωρίζετε πολλούς κινηματογραφιστές που κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν ταυτόχρονα το υποκείμενο της ιστορίας και ως αντικείμενο της; Ο Ποντεκόρβο δεν απλοποιεί τη διαλεκτική για λόγους σκοπιμότητας και κατανοητότητας. Προτιμάει τη χεγκελιανή φόρμουλα “ταυτότητα της ταυτότητας και τη μη ταυτότητας” παρά την υπεραπλουστευμένη της μορφή “θέση-αντίθεση-σύνθεση” που προκάλεσε τόσες συγχύσεις και τόσες παρανοήσεις με την έννοια της χρονικής διαδοχής που προϋποθέτει. Στο χεγκελιανό σχήμα, κάτι “είναι και ταυτόχρονα παύει να είναι” την ίδια στιγμή, η κατάφαση εμπεριέχει την άρνηση της. Στο εκλαϊκευτικό σχήμα, η άρνηση έπεται χρονικά της κατάφασης και σ’ ένα τρίτο χρονικό στάδιο δημιουργεί μια νέα κατάφαση.

Ο Ποντεκόρβο είναι ένας πολύ μεγάλος διαλεκτικός, και η φήμη του κάθε άλλο παρά μύθος είναι. Ο Γαβράς και οι όμοιοι του, αν τον πρόσεχαν λιγάκι (και αν έπιαναν και κανένα βιβλίο στο χέρι τους), θα ντρέπονταν για ταινίες σαν την “Κατάσταση πολιορκίας” π.χ., με την οποία ο θεατής, αν βρει κάποιες ομοιότητες, θα πρέπει να τις θεωρήσει εντελώς τυχαίες».

 Από την – Arte Povera –

η μάχη του Αλγερίου

Μοναχά οι οργανωμένοι κομουνιστές [που νομίζουν πως είναι τέτοιοι, στην πραγματικότητα δεν είναι άλλο παρά βολεμένα γρανάζια στην ασφάλεια, την θαλπωρή ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού-τέρατος που με τον κοινοτισμό έχει τόση σχέση όση εγώ με έναν αστροναύτη της ΝΑΣΑ ]. Αυτοί λοιπόν και η αστυνομία μοναχά μας αντιμετωπίζουν εχθρικά. Με τους πρώτους να καταρρίπτουν όλα τα ρεκόρ μιας και τους χαλούμε το παιχνίδι, ξεσκεπάζοντας καθημερινά στα μάτια του κόσμου την άθλια τους παράσταση.

Rock the casbah, The Clash.

Γνωρίζω ένα πρωινό, στο σιδηροδρομικό σταθμό τρεις αμερικάνους νεαρούς, μια κοπέλα και δύο αγόρια. Τους προσκαλώ στο σπίτι, τους φιλεύω και τους φιλοξενώ τη νύχτα, το χρειάζονταν. Την άλλη μέρα θα φύγουν για Μόντε Κάρλο στη Γαλλία, έτσι λέει το πρόγραμμά τους. Τα σακίδια στις πλάτες τραβούν την προσοχή μου μιας και νιώθω αιώνιος περιπλανώμενος ταξιδευτής.
Βγάζω με χαρά εισιτήριο και φεύγω μαζί τους. Μένουμε στο Πριγκιπάτο δυο μέρες και μια νύχτα και οι δρόμοι μας χωρίζουν. Εκείνοι συνεχίζουν στη Γαλλία κι εγώ επιστρέφω. Είναι όλα υπέροχα, η τσέπη όμως δεν αντέχει, η ζωή κοστίζει πανάκριβα εκεί. Το περπατήσαμε ολόκληρο, κρίμα που δεν πέσαμε σε περίοδο του γκράν πρι για να απολαύσουμε το θέαμα, αν και πιστεύω πως τότε οι τιμές θα τινάζονται στα ύψη.

Δεν σκέφτηκα ποτέ δεύτερη φορά πριν πάρω κάποια απόφαση, εννοώ πως δεν κοντοστάθηκα ποτέ, έδρασα αυθόρμητα, με την καρδιά περισσότερο παρά το μυαλό. Γι αυτό πιθανόν και να μου κάθισαν οι καταστάσεις. Για πολλά χρόνια συμβαίνει αυτό, μόλις μπαίνει στη μέση η αμφιβολία όλα χαλούν. Ίσως αυτό να είναι το αστέρι!
Εάν δεν κομπιάζεις, εάν δεν φοβάσαι το λάθος, τότε όλα πάνε καλύτερα. Τα προβλήματα ξεκινούν με την αμφισβήτηση των αποφάσεών σου, τη διστακτικότητα.
Εμπιστοσύνη. Αυτή είναι η μαγική λέξη που ανοίγει την πόρτα της ζωής διάπλατα.

Απαγορεύεται αυστηρά η γκρίνια.
Εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και στο σύμπαν. Στην αρμονία που υπάρχει σε αυτό.
Ας σκεφτόμαστε αυτόνομα, ας δρούμε αυτόνομα, με εμπιστοσύνη και υπομονή. Κάθε στιγμή είναι μαγική, αυτή υπάρχει, ανεξάρτητη από το πριν και το μετά. Να τη ζήσουμε.
Να ακούμε. Να βλέπουμε. Να κοιτάζουμε με προσοχή. Κι αν χρειαστεί να περιμένουμε ένα λεπτό…. Ας το κάνουμε. Θα ακούσουμε. Ας δείξουμε εμπιστοσύνη. Θα δούμε.
Βλέπουμε!

DSC02236

Ματωμένη Κυριακή

Για μένα τραγουδώ – Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Συνεχίζεται

αυτονομία, autonomia

Απ’ τα παγκάκια στους κοινωνικούς κύκλους.

Αποτέλεσμα εικόνας για centro sociale macondo, anni '70

Τα πρώτα γεγονότα πραγματοποιούνται στο Μιλάνο μεταξύ 1975 και 1976, όταν μεγάλα νεανικά στρώματα των ακραίων προαστίων της μητρόπολης δίνουν αυθόρμητα ζωή σε αυθεντικές μορφές συνάθροισης ξεκινώντας από την κριτική της μιζέριας του παρόντος τους, της ζωής τους: η κατάσταση μαθητών για μερικούς, ανέργων για άλλους , εκείνη των επισφαλών εργαζομένων και χαμηλά αμοιβομένων για τους περισσότερους. Για όλους, αδιακρίτως υπάρχει το πρόβλημα του «ελεύθερου χρόνου», ενός χρόνου που ζούσαν σαν αναγκαστική υποχρέωση στο κενό, πλήξη, αποξένωση. «Μπροστά από το σιδηροδρομικό σταθμό Limbiate, ενδοχώρα, μιλανέζικη hinterland, υπάρχουν κάποια παγκάκια. «Τα παγκάκια έχουν πλέον τα χρώματα των τζιν μας», είπε ο Vincenzo σε περίπου είκοσι νεαρούς που για χρόνια, μέρα με τη μέρα, περιμένοντας να δουλέψουν ή μετά την δουλειά, συγκεντρώνονταν στην πλατειούλα. Ακόμη και τα παγκάκια κουράστηκαν να μας ανέχονται, από τα μπαρ μας κυνηγούσαν, μας έδιωχναν γιατί ήμασταν μακρυμάλληδες, φτιαγμένοι, αλλά κυρίως επειδή δεν καταναλώναμε πολύ […] Τότε προτιμούσες να μείνεις στο κρύο, στα παγκάκια, αλλά τουλάχιστον μπορούσες να μιλήσεις για τον εαυτό σου, για τα προβλήματα σου, να βρεις αλληλεγγύη στο πως αισθάνεσαι. Δεν ξέρω αν είναι σωστό να αποκαλούμε αυτοσυνειδησία αυτό που ζούσαμε στα παγκάκια, γεγονός είναι ότι τώρα τα παγκάκια δεν ήταν πλέον αρκετά επειδή υπήρχαν όλο και περισσότεροι »οτιδήποτε» νεαροί που συναντιόντουσαν εκεί, όχι πλέον μόνο για τα ναρκωτικά. Αργά, ωρίμασε η επιθυμία να κάνουμε κάτι περισσότερο, επιτέλους κάτι τις: είμαστε πολύ νέοι για να αποδεχτούμε να σαπίσουμε» (2).

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali anni '70

Ξεκινώντας από τη συλλογική αμφισβήτηση αυτών των υλικών συνθηκών ζωής, σχηματίζονται τους Κύκλους του νεανικού προλεταριάτου, τα οποία, μέσα σε λίγους μήνες, προωθούν δεκάδες και δεκάδες καταλήψεις, ακόμη και στην καρδιά του Μιλάνο, κτιρίων (παλαιά εγκαταλελειμμένα εργοστάσια, βεβηλωμένες εκκλησίες, βίλες, διαμερίσματα, κενές κατοικίες, κλπ.), για να χρησιμοποιηθούν ως κοινωνικά κέντρα.Η μεγάλη συμμετοχή ζωντανεύει την κοινωνική ζωή αυτών των κατηλειμμένων χώρων όπου διεξάγονται πρωτοβουλίες επάνω στα θέματα της νεανικής κατάστασης. Για να δημοσιοποιήσουν τις πρωτοβουλίες χρησιμοποιούν τα κλασικά εργαλεία των μικρών εφημερίδων, των φυλλαδίων, των αφισών, επιννοώντας όμως τα γραφικά, τα χρώματα, την σελιδοποίηση, αντλώντας έμπνευση κυρίως από τα ιστορικά μοντέλα του underground δημιουργικού τύπου. «Η κατάσταση στην οποία ζούμε εμείς οι νέοι επιδεινώνεται ολοένα και περισσότερο από την πρόοδο της κρίσης που τα αφεντικά επιβάλλουν στους προλετάριους με την ακρίβεια και την ανεργία, συνεπώς μειώνονται ολοένα και περισσότερες οι ευκαιρίες για την εξεύρεση εργασίας για ένα νέο άτομο: «Είναι όλο και πιο δύσκολο για έναν νεαρό να αποφασίσει να διαχειριστεί τη ζωή του αυτόνομα, να πάει να ζήσει έξω από το σπίτι».»

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali anni '70

Ζώντας στα γκέτο, αποδεχόμενοι παθητικά την αποξένωση που μας προσφέρει η ζωή σε αυτή την πόλη, όντες περιθωριοποιημένοι και διαχωρισμένοι από την οργάνωση της ζωής εξαιτίας της έλλειψης θέσης εργασίας, ενός χώρου όπου να οργανωθούμε και να αγωνιστούμε για τις ανάγκες μας, αυτό μας αναγκάζει να δεχτούμε μια σκατένια δουλειά, να μην έχουμε σπίτι και να μην έχουμε εναλλακτικές λύσεις για τον ελεύθερο χρόνο μας, για άλλη μια φορά είναι παθητικότητα […]. «Λέμε ότι η κατάσταση αυτή μπορεί και πρέπει να τελειώσει, θέλουμε το δικαίωμα να οργανώσουμε τη ζωή μας αυτόνομα, να επιλέξουμε την ευτυχία μας. «Πολλοί από εμάς αρνήθηκαν να φτιάξουν οικογένεια, έχουν αρνηθεί τoν εκβιασμό των αφεντικών: αν δεν παντρευτείς δεν έχεις δικαίωμα σε σπίτι». Οι ιδιοκτήτες των σπιτιών δεν θέλουν να νοικιάσουν σε εκείνους που δεν έχουν τις ηθικές εγγυήσεις της οικογένειας. » Σε αυτό να προσθέσουμε το κόστος των ενοικίων: εμείς δεν είμαστε σε θέση να πληρώσουμε τα ενοίκια ληστείας που μας επιβάλλονται. Επειδή δεν θέλουμε να ζήσουμε σε έναν κλειστό και ατομικιστή κόσμο, όπου δεν αμφισβητείται ποτέ ο τρόπος με τον οποίο ζούμε την ιδιωτική μας ζωή, αρνούμαστε τον διαχωρισμό μεταξύ της ιδιωτικής ζωής και της έξω ζωής. «

Σχετική εικόνα

Αυτός ο κόσμος μας αρνείται την ασφάλεια από τη γέννησή μας, αναγκάζοντας μας σε συμπεριφορές και πρότυπα συμπεριφοράς που δεν είναι δικά μας, αυτό δημιουργεί μια ψευδή συνύπαρξη, με βάση συναισθηματικούς εκβιασμούς, συναισθήματα ενοχής, σχετικά με την ιδιοκτησία, σχετικά με την άρνηση της αυτονομίας του ατόμου. «Το κίνημα του νεανικού προλεταριάτου, που γεννήθηκε από την ανάγκη να έχουμε χώρους συνάντησης όπου να κουβεντιάζουμε και να οργανωνόμαστε για να να διαχειριζόμαστε με διαφορετικό τρόπο τον ελεύθερο χρόνο μας, έχει την ανάγκη να προχωρήσει περισσότερο, να πει πράγματα σχετικά με την δουλειά, σχετικά με την οικογένεια, σχετικά με τους άλλους. Πρέπει να δημιουργήσουμε την οργάνωσή μας, να γίνουμε ένα κοινωνικό στρώμα συμπαγές και που εκφράζει την ανάγκη του κομμουνισμού που ήδη σήμερα είναι παρόντας και εκφράζεται στους εργατικούς αγώνες, αυτούς των στρατιωτών, των οργανωμένων ανέργων, στο κίνημα των γυναικών, που προτείνει ήδη σήμερα ένα διαφορετικό τρόπο να διαπλάθει τη σχέση μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας, ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, ανάμεσα στην ιδιωτική ζωή και την κοινωνική ζωή, την εργασία, τον ελεύθερο χρόνο. «Να βγούμε από την κρίση δεν σημαίνει να «σφίξουμε το ζωνάρι», αλλά να τελειώνουμε με τον παρόντα τρόπο ζωής και εργασίας. Μέσα σε αυτούς τους τελευταίους μήνες έχουμε καταλάβει σπίτια ακατοίκητα για χρόνια, διαχειριστήκαμε αυτές τις καταλήψεις, οι οποίες είναι ήδη πέντε στο Μιλάνο, με τους άλλους συντρόφους που αποφάσισαν αυθόρμητα να πουν φθάνει, αρκετά με την απομόνωση. «

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali anni '70

Θέλουμε να ζούμε με διαφορετικό τρόπο από αυτόν της οικογένειας, με αυτόνομο τρόπο, δεν θέλουμε, ωστόσο, οι σχέσεις «κοινότητας» εντός των κατειλημμένων σπιτιών να αναπαράγουν ρόλους παρόμοιους με αυτούς της οικογένειας, θέλουμε να αρχίσουμε να ζούμε τις ζωές μας, με όλες τις αντιφάσεις που οι επιλογές μας μας προκαλούν, αλλά εξακολουθούμε να θέλουμε εμείς. «Το κίνημα καταλήψεων των νέων προλετάριων μόλις αρχίζει, για να κερδίσουμε και να αποκτήσουμε το δικαίωμα στη στέγαση, και για μας πρέπει να διευρυνθεί και να γίνει ένας μαζικός αγώνας, αυτό θα μας επιτρέψει επίσης να ανοίξουμε τη συζήτηση επάνω σε όλες τις άλλες ανάγκες που ζουν οι νέοι και θα κάνει την οργάνωση των νέων να γεννηθεί επάνω σε ένα πρόγραμμα και σε πιο διαρθρωμένους στόχους, γι ‘αυτό καλούμε άμεσα όλους τους συντρόφους και τις συντρόφισσες να έρθουν στα κατεχόμενα σπίτια, όπου μεταξύ των άλλων ετοιμάζουμε λίστες αναμονής για να κάνουμε και άλλες καταλήψεις » (3).

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali anni '70

Οι Κύκλοι του νεανικού προλεταριάτου βρίσκουν άμεσα μια σημαντική οργανωτική στήριξη σε ήδη εδραιωμένες πολιτικές και πολιτιστικές δομές. Το δίκτυο του «Re Nudo» ακολουθεί από τη γέννηση του την άνθιση αυτού του κινήματος που στηρίζει τη δράση του στον «νέο τρόπο να κάνεις την πολιτική» που εκπροσωπείται με τον καλύτερο τρόπο από το σύνθημα «το προσωπικό είναι πολιτικό», γι ‘αυτό το λόγο το «Re Nudo» θα δει στις πρωτοβουλίες των Κύκλων την συγκεκριμένη υλοποίηση της σχεδόν δεκαετούς αντιπολιτιστικής του στράτευσης.Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali anni '70

Και οι πολιτικές δομές της Lotta continua, σε κρίση μετά την επίσημη διάλυση της οργάνωσης που επικυρώθηκε στο συνέδριο του Ρίμινι του προηγούμενου χρόνου, θα προσφέρουν στα Circoli, εκτός από μια οργανωτική «υπηρεσία», και ένα σημαντικό αριθμό από τους νεότερους αγωνιστές της, τους περισσότερο απογοητευμένους από την πολιτική εμπειρία που έζησαν με κριτήρια κομματίστικα. Στην πρώτη φάση θεμελίωσης των Κύκλων ακολουθεί εκείνη του συντονισμού όλων των εμπειριών, με την ανακάλυψη ότι συνιστούν μια πολιτική και κοινωνική δύναμη και ότι μπορούν να την ασκούν. Ο συντονισμός προσφέρει την ευκαιρία σε εκατοντάδες νέους να ξεκινήσουν τις πρώτες θεωρητικές και ιδεολογικές συζητήσεις σχετικά με το πρόβλημα της σχέσης με την εργασία, με τη χρήση των ναρκωτικών, τη χρήση του ελεύθερου χρόνου, τη σχέση με την πολιτική οργάνωση και επομένως με το πρόγραμμα πρωτοβουλιών και τις κατάλληλες μορφές αγώνα για την επίτευξη των στόχων.Περιλαμβάνει συζήτηση για το πώς διαχειρίζεται ένας κατεχόμενο κατειλημμένος χώρος, πώς να διαχειριστούν τη σχέση με τη γειτονιά στην οποία είναι εισηγμένος, ποια όργανα πρέπει να δώσουν στους εαυτούς τους για υπερασπιστούν από την εκδίωξη της αστυνομίας κ.ο.κ. Μια πολεμική σφιχτή, λεπτομερής που διεξήχθη κατά της εξωκοινοβουλευτικής κουλτούρας, που θεωρήθηκε ανεπαρκής για την προώθηση της μαζικής συσσωμάτωσης, συνάθροισης των νεαρών προλετάριων.

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali anni '70

Η κοινωνική σύνθεση των Κύκλων περιλαμβάνει μια πλειοψηφία νεαρών εργατών, μαθητευομένων, υπαλλήλων στα μικρά εργοστάσια της hinterland και μια μειοψηφία ανέργων και φοιτητών των επαγγελματικών σχολών. Οι γυναίκες είναι λίγες, επειδή στα γκέτο της ενδοχώρας και στις προλεταριακές οικογένειες συναντούν συχνά ανυπέρβλητα εμπόδια, ακόμη και για το απλό πρόβλημα της δυνατότητας να βγαίνουν από το σπίτι τη νύχτα. Σε αυτή την πρώτη περίοδο, οι νέοι των Κύκλων ξεχύνονται από τα προάστια στο κέντρο όχι πλέον σε μπάντες ή μικρές ομάδες για να συχνάζουν στις γωνιές των πλατειών, στους κήπους, στα μπαρ της κακιάς ώρας, στους κινηματογράφους τρίτης προβολής και τις ντίσκο, αλλά να παίξουν μουσική και να χορεύουν μαζικά, να συγκρουστούν και να διεκδικήσουν το δικαίωμά τους να συναντιούνται και να γιορτάζουν. Και τα κυριακάτικα πάρτι σε αυτή την πρώτη περίοδο γίνονται η ευκαιρία για τη μεγάλη συγκέντρωση των εντάσεων στην «επανοικειοποίηση της ζωής». Κατά τη διάρκεια αυτών των συγκεντρώσεων συχνά ξεσπούν ταραχές και συγκρούσεις με την αστυνομία, και αρχίζουν να ασκούνται ολοένα και πιο σαφείς μορφές επανοικειοποίησης των αγαθών, των εμπορευμάτων με απαλλοτριώσεις καταστημάτων πολυτελείας και ειδών διατροφής.

Σχετική εικόνα

Οι εφημερίδες και οι πολιτικές δυνάμεις δεν μπορούν πλέον να αγνοούν το φαινόμενο που ήδη έχει φθάσει σε μαζικές διαστάσεις, αλλά εξακολουθεί να διατηρείτε στις θέσεις τους μια απόλυτη έλλειψη κατανόησης των λόγων, των αιτιών του φαινομένου και αυτό που κυριαρχεί είναι η δαιμονοποίηση και η πρόσκληση στην ποινικοποίηση. Εν τω μεταξύ, οι Κύκλοι διαχέουν το πρόγραμμά τους «Να εξεγειρόμαστε, είναι η ώρα; Ναι» (4):

«Είμαστε απαλλοτριωμένοι από τα πάντα, λυγισμένοι στη χειρότερη δουλεία της μισθωτής εργασίας, ή καταδικασμένοι να παραμείνουμε εκτός αυτής με αντίτιμο την πιο ταπεινωτική υλική μιζέρια και ανθρώπινη αποσύνθεση». Η ζωή μας καταπίνεται από 8-10 ώρες καθημερινής εκμετάλλευσης, ο ελεύθερος χρόνος καθίσταται μονάχα ένα αδυσώπητο γκέτο, μέσα στην απελπισμένη αναζήτηση απόδρασης. Είμαστε υποχρεωμένοι να αισθανόμαστε άχρηστοι σε αυτήν την κοινωνία που καταστρέφει τις κοινωνικές σχέσεις, τις ανθρώπινες σχέσεις. Πως μπορούμε να μην θέλουμε τα πάντα; να είμαστε εμείς κύριοι της ζωής μας, του παρόντος και του μέλλοντος;   Να θέλουμε να είμαστε εμείς να αποφασίζουμε για την εκπαίδευση του σώματός μας, των αισθήσεων και του νου; Να θέλουμε να είμαστε εμείς να αποφασίζουμε για την εργασία μας, πόσο – τι – πώς να δουλέψουμε; «Γι ‘αυτό λέμε ότι θέλουμε τα πάντα!» Γι αυτό λέμε πως η ώρα της εξέγερσης είναι τώρα! Κάνουμε τις γιορτές μας γιατί θέλουμε να διασκεδάζουμε, να είμαστε μαζί, να επιβεβαιώνουμε το δικαίωμα στη ζωή, στην ευτυχία, σε ένα νέο τρόπο να είμαστε μαζί. «Καταλαμβάνουμε τα κτίρια γιατί θέλουμε να έχουμε χώρους συνάντησης , συζήτησης, για να παίζουμε μουσική, να κάνουμε θέατρο, να επινοούμε, να έχουμε έναν συγκεκριμένο εναλλακτικό χώρο στην οικογενειακή ζωή. «Κάνουμε τις περιπολίες για να υπερασπιστούμε τους μαθητευόμενους από την υπερβολική εκμετάλλευση, να αποτρέψουμε την διακίνηση της ηρωίνης, να εξαλείψουμε τους φασίστες». Κάνουμε αυτογνωσία για να γνωριστούμε καλύτερα, να αντιμετωπίζουμε πολιτικά συλλογικά τα ατομικά και προσωπικά μας προβλήματα. «Κάνουμε τις συνελεύσεις για το πρόβλημα της ηρωίνης, γιατί θέλουμε να οικοδομήσουμε μαζί με εκείνους που τρυπιούνται μια εναλλακτική λύση ζωής και όχι θανάτου, και να σαρώσουμε, να διώξουμε τους φασίστες και τους μαφιόζους που διακινούν για χρήματα. «Αγωνιζόμαστε και απεργούμε στα εργοστάσια επειδή θέλουμε να δουλεύουμε λιγότερο και καλύτερα, δηλαδή με τη δύναμη, την εξουσία στα χέρια μας. Αυτά είναι τα συγκεκριμένα πράγματα που εκφράζει το κίνημά μας. Αυτή είναι η επιθυμία μας για κομμουνισμό, δηλαδή ψωμί και τριαντάφυλλα. » Νέοι ίσον εγκληματίες, παραβατικοί.

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali anni '70

«Οι αστικές εφημερίδες μας λένε:« δεν έχετε όρεξη να δουλέψετε, είστε φτιαγμένοι, είστε εγκληματίες, βίαιοι, ευκόλων ηθών, νεαροί χίπις και φεμινίστριες αντάρτισσες ». Ας εξετάσουμε αυτές τις κατηγορίες μία προς μία. «Μα πήγαινε να βγάλεις το σχολείο, το πανεπιστήμιο! »Έτσι μας λένε πάντα, είτε εργαζόμαστε είτε είμαστε άνεργοι». Στην πραγματικότητα, συμφωνούμε με εκείνο τον αμερικανό εργάτη που σε μια συνέντευξη έλεγε: «Αν ένα πρωί σηκωθώ με την επιθυμία να δουλέψω, θα πήγαινα κατευθείαν στον ψυχολόγο …».   Στην πραγματικότητα, για το λόγο αυτό υπάρχει το φαινόμενο της απουσίας και επίσης και της απεργίας. «Η δουλειά, αφηρημένα, αλλά και συγκεκριμένα, δεν είναι ωραία, είναι απλά μια δυσάρεστη αναγκαιότητα, αλλά ακόμη και αυτή η αναγκαιότητα πέφτει επάνω μας βαριά από τα αφεντικά, ζυγίζει τόνους, δεδομένου ότι οι νέοι εξακολουθούμε να κάνουμε τις ζωές των πατέρων μας, οκτώ ώρες στην αλυσίδα ή στο γραφείο, πάντα αναγκασμένοι να αναφερόμαστε σε έναν αρχηγό, με την προοπτική για εμάς τους νέους να μας καταπιέζουν και να μας εκμεταλλεύονται για όλη μας τη ζωή ». Συνεπώς πως είναι δυνατόν να θέλουμε να δουλεύουμε;

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali del proletariato giovanile anni '70 Η είσοδος του Κοινωνικού Κύκλου Leoncavallo στο Milano, στην via Leoncavallo

Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και μόνο η ιδέα ότι είμαστε εμείς να αποφασίζουμε πώς, πόσο, και τι να εργαστούμε θα μπορούσε να επιτύχει κάποια αποτελέσματα. Η πρόσκληση για θυσίες και το νέο μοντέλο ανάπτυξης ή εκμετάλλευσης δεν θα πετύχει δίχως άλλο». Η κατηγορία ότι δεν έχουμε όρεξη να δουλέψουμε, όταν γίνεται από τους αστούς είναι μόνο μια μεγάλη υποκρισία. «Φτιαγμένοι; «Εδώ πρέπει να διακρίνουμε, να ξεχωρίσουμε. Για τους νέους που πεθαίνουν από ηρωίνη, έχουμε λοιπόν ακριβείς κατηγορίες. Η διεθνής διακίνηση της ηρωίνης βρίσκεται στα χέρια της CIA και της μεγάλης μαφίας (που καλύπτεται από την χριστιανοδημοκρατία D.C.). Η ηρωίνη είναι ένα προϊόν του καπιταλισμού: δεν είναι τυχαίο ότι η μέγιστη διάδοσή της είναι στις ΗΠΑ, δηλαδή στην πιο ανεπτυγμένη αστική κοινωνία. Η μόνη προοπτική που μπορεί να δώσει ο καπιταλισμός στους νέους είναι ο θάνατος της επιθυμίας για ζωή, η υποταγή , η αυτοκαταστροφή για όσους δεν »ενσωματώνονται» ή οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι. «Στην Ιταλία, η διακίνηση της ηρωίνης διευθύνεται από τη συνδυασμένη μαφία φασίστες που βρήκαν έναν πολύ κυνικό τρόπο να αυξάνουν το κεφάλαιο και να κάνουν να σιωπούν αυτοί που επαναστατούν και εξεγείρονται μεμονωμένα, ατομικά.

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali anni '70

Ποιος είναι υπεύθυνος για την ανθρώπινη, υλική και πολιτιστική αποσύνθεση των νέων; Ή τρώς τη σούπα (συμμόρφωση, κομφορμισμός, υπερεκμετάλλευση, ανεργία, μοναξιά) ή πηδάς απ’ το παράθυρο: αυτός είναι ο νόμος που επιβάλλουν στους νέους. Ποιες είναι οι αξίες της ζωής και της επικοινωνίας που προσφέρει η μπουρζουαζία; Η μοναξιά, η πλήξη, ο επίπεδος καταναλωτισμός, το να είσαι κοινωνικά άχρηστος, η απαλλοτρίωση των ατόμων και των μαζών από την κοινωνική, πολιτιστική, πολιτική ζωή! «Ποιος καθιστά εμπόρευμα το σώμα της γυναίκας, τις προσωπικές σχέσεις; Ποιος έχει οικοδομήσει μια κοινωνία εκατομμυρίων εξαρτημένων από ναρκωτικά, εξαρτημένων από ψυχοφάρμακα για να κοιμούνται μετά από οκτώ ώρες εκμετάλλευσης (ηρεμιστικά), εξαρτημένων από ψυχοφάρμακα για να έχουν την ενέργεια για να εργαστούν [τα διεγερτικά, τον ίδιο τον καφέ) εθισμένους στον καπνό για να ηρεμούν την νευρική ένταση των καθημερινών κοινωνικών και ανθρώπινων σχέσεων, εθισμένους στην τηλεόραση, εθισμένους στο αλκοόλ (εάν πίνεις δεν έχεις σκέψεις, πιες και θα σου περάσει); Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε το Μιλάνο ένα μήνα χωρίς αυτά τα ναρκωτικά … και όλο αυτό για την κοινωνία του κέρδους. «Η κατηγορία πως είμαστε ναρκομανείς αναφέρεται στη χρήση αβλαβών και ευχάριστων τσιγάρων ή τσαγιού από χασίς που μας κάνουν να επικοινωνούμε και « διώχνουν τις αναστολές » σαν ένα λίτρο κόκκινο κρασί barbera, ένα παιχνίδι, συνεπώς δεν μας «αγγίζει». Εγκληματίες; Παραβατικοί; «Αυτός που δεν έχει δουλειά, που δεν του φτάνουν τα χρήματα επειδή είναι λίγα, αυτός που δεν δέχεται αυτή τη σούπα, τη σούπα της σκλαβιάς της μισθωτής εργασίας και δεν έχει τη δύναμη να οργανωθεί συλλογικά και πολιτικά εναντίον των διαφόρων υπευθύνων, αυτός που για να αισθανθεί κάποιος μπορεί μόνο να κλέψει ή να τρυπηθεί, είναι πιθανό να αναζητήσει μια ατομική λύση και να γλιστρήσει στη αποκαλούμενη «παραβατικότητα, εγκληματικότητα». 

Σχετική εικόνα

Όμως, το έδαφος αυτής της επιλογής, που συχνά είναι αναγκαστική, η αστική τάξη το έχει οικοδομήσει και επιβάλει, δεν το έχουν επιλέξει οι προλετάριοι. Οι νέοι που καταλήγουν στη φυλακή για αρπαγές, για κατοχή μικρών δόσεων ναρκωτικών, κλοπές, δεν είναι εγκληματίες. Εγκληματίες για άλλη μια φορά είναι τα αφεντικά. «Βίαιοι;» Είμαστε βίαιοι; Ναι, έχουμε επάνω μας όλη τη βία στην οποία μας υποβάλλατε και μας υποβάλλετε κάθε μέρα. Έχουμε τη μνήμη των συντρόφων που σκοτώθηκαν από τους φασίστες, από την αστυνομία, των νεαρών που πέθαναν από την ηρωίνη που σκοτώθηκαν εν ψυχρώ για μια μικροκλοπή. Αλλά η βία για εμάς είναι στην καλύτερη περίπτωση ένα εργαλείο, δεν είναι η ουσία: είμαστε ειρηνικοί επειδή θέλουμε να ζήσουμε, αλλά δεν είμαστε ειρηνιστές γιατί έχουμε μάθει να γνωρίζουμε την εξουσία και το πώς την ασκεί η μπουρζουαζία. «Να οργανωθούμε.

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali del proletariato giovanile anni '70

«Προτείνουμε στους νέους να οργανωθούν, να βγουν έξω από τα μπαρ και τις κουζίνες, και να κάνουν 10, 100, 1000 νεανικές λέσχες, 10, 100, 1000 γιορτές, 10, 100,1000 θεατρικές παραστάσεις στο δρόμο, 10, 100, 1000 στιγμές αυτοσυνειδησίας, να καταλάβουν 10, 100, 1000 διαμερίσματα και κτίρια, 10, 100, 1000 περιπολίες στις γειτονιές. «Να οργανωθούμε για να πάρουμε το παρόν και το μέλλον μας στα χέρια μας. »Γιορτές». Οι γιορτές, τα πάρτι, όπως το θέατρο, είναι σημαντικές στιγμές επικοινωνίας αν θέλουμε να επικοινωνήσουμε κάτι. Το νεανικό κίνημα στο Μιλάνο έχει μεγαλώσει και έχει βρει στιγμές ενότητας ακριβώς στις γιορτές. Γιορτές που δεν θέλουν να είναι μια εναλλακτική μερική χρήση του ελεύθερου χρόνου (δηλαδή ένας τρόπος για να καταστήσουμε το γκέτο της περιθωριοποίησης λίγο πιο ρόδινο), γιορτές που δεν θα πρέπει να είναι ένας έμμεσος τρόπος, ως εκ τούτου συμφεροντολογικός, για να εμποτίσουμε συλλαλητήρια με τη λογική της κόκκινης ενορίας και του αριστερού κατηχισμού. Η γιορτή, ειδικά όταν γιορτάζει την ήττα του εχθρού σου, είναι σήμερα ένα πολιτικό γεγονός, ένας τρόπος να γίνεται πολιτικό το προσωπικό και προσωπικό το πολιτικό. Η γιορτή είναι ο εορτασμός της νίκης επί αυτού που σε καταπιέζει, αφεντικό ή είδος.Το φεστιβάλ της άνοιξης ήταν ο εορτασμός της ήττας του χειμώνα. «Τα φεστιβάλ αντιπροσωπεύουν σήμερα στιγμές νίκης με τη μοναξιά και την πλήξη στις οποίες σε εξαναγκάζει η μπουρζουαζία. Είναι μια στιγμή επικοινωνίας, γνωριμίας, όπου βλέπεις και γνωρίζεις πολλά ανθρώπινα όντα.»

Αποτέλεσμα εικόνας για centri sociali anni '70

Και τα φεστιβάλ είναι επίσης μια στιγμή αντιπαράθεσης στο έδαφος του προσωπικού , γιατί σήμερα είναι μια στιγμή πειραματισμού των ανθρώπινων σχέσεων, των συμπεριφορών της νεολαίας. Σήμερα στις γιορτές εκφράζουμε την ανάγκη μας για καινούργιο, τα φεστιβάλ είναι μια σημαντική στιγμή συσσώρευσης δύναμης: ας την χρησιμοποιήσουμε ». Τα αφεντικά μας έχουν υποβαθμίσει στο γκέτο του ελεύθερου χρόνου: εμείς αντιθέτως θέλουμε να καταλάβουμε, να πάρουμε δηλαδή υπό την κατοχή μας τον ελεύθερο χρόνο για να τον στρέψουμε ενάντια και μέσα στον κατειλημμένο χρόνο.» Οι περιπολίες. »Οι περιπολίες επίβλεψης και ελέγχου αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό άλμα ποιότητας του νεανικού κινήματος. Κατά τη διάρκεια αυτής της εκλογικής εκστρατείας προβλέπεται να επεκταθούν οι φασιστικές προβοκάτσιες στις γειτονιές.

Σχετική εικόνα

Εάν θέλουν να δημιουργήσουν ένα κλίμα τρόμου (επιθέσεις, πυρπολήσεις, μαχαιρώματα), αν θέλουν να επαναλάβουν σε εθνικό επίπεδο αυτό που έκαναν στο παρελθόν στη Σαβόνα, θα μας βρουν προετοιμασμένους να τους δώσουμε την απάντηση που τους αξίζει. «Η μόνιμη επαγρύπνηση, οι φρουρήσεις, οι περιπολίες που ελέγχουν και υπερασπίζονται τις γειτονιές όπως συμβαίνει στα εργοστάσια, είναι ένα καθήκον στο οποίο καλούνται σήμερα οι νέοι. Οι περιπολίες είναι απαραίτητες για την αντιφασιστική επαγρύπνηση, ενάντια στην εκλογική εκστρατεία του MSI, αλλά είναι επίσης απαραίτητες για την πρακτική άσκηση του προγράμματος, τις ανάγκες που εκφράζουμε. «Η περιπολία για να καταγγείλουμε πολιτικά τα αφεντικά, μεγάλα και μικρότερα, που υπέρ εκμεταλλεύονται τους μαθητευόμενους και τους ανήλικους χωρίς σύμβαση εργασίας (στο Cinisello περίπου τριάντα νέοι πήγαν μπροστά από ένα κομμωτήριο όπου δύο μαθητευόμενοι αναγκάστηκαν να εργαστούν υπερωρίες και επέβαλαν στην αφεντικίνα τα δικαιώματα των δύο νέων], οι περιπολίες που παν να ανακτήσουν τις θέσεις εργασίας και επιβάλλουν την πρόσληψη των ανέργων, οι περιπολίες που ερευνούν τη μαύρη και επισφαλή εργασία, οι περιπολίες που φυλάσσουν στις πλατείες, στους χώρους όπου λαμβάνει χώρα η διακίνηση ηρωίνης, οι περιπολίες που παρεμποδίζουν τις υπερωρίες, οι περιπολίες που επιτάσσουν σπίτια και διαμερίσματα για να τα παραδώσουν στους νέους που αναζητούν κατοικία, οι περιπολίες που χτυπούν τα σύμβολα και εκείνους που είναι υπεύθυνοι για την εμπορευματοποίηση των ανθρωπίνων σχέσεων, του σώματος της γυναίκας (για παράδειγμα τα γυμνά θεάματα), οι περιπολίες οι οποίες εμποδίζουν τις πιο οπισθοδρομικές οικογένειες να απομονώνουν,να θάβουν στο σπίτι τους νέους, τα κορίτσια.  Οι περιπολίες που φτιάχνουν τα murales, τις τοιχογραφίες, γράφουν στους τοίχους, που διορθώνουν τις προεκλογικές αφίσες της DC, που αυτοσχεδιάζουν συναντώντας ανθρώπους στο δρόμο (μέσω του θεάτρου δρόμου, για παράδειγμα).[…]«

Σχετική εικόνα

Ο κατάλογος αγορών: «Οι ανάγκες μας σε αυτήν την κοινωνία έχουν μια τιμή που πληρώνεται σε χρήμα: να πάμε σε αξιοπρεπή κινηματογράφο, να μετακινηθούμε μέσα και έξω από την πόλη, να μην εξαρτιώμαστε από την οικογένεια, να βρούμε ένα σπίτι, να έχουμε μουσική, βιβλία, κρασί , όμορφα πράγματα κοστίζει: «Όσοι είναι άνεργοι αναγκάζονται να μειώσουν τις ανάγκες τους, γι ‘αυτό: θέλουμε να εργαζόμαστε όλοι, αλλά λιγότερο, και αφού πρώτα πήγαμε σχολείο δωρεάν. […] «Εμείς λέμε στους νέους ότι πρέπει να οργανωθούμε, να αναζητήσουμε συλλογικά θέσεις εργασίας, να επιβάλλουμε την πρόσληψη μας στα αφεντικά που μας κάνουν να εργαζόμαστε υπερωρίες, οι οποίοι δεν ανοίγουν εκ νέου τις προσλήψεις, που δεν αντικαθιστούν το » turn over «. «Θέλουμε την εξάλειψη της αδήλωτης εργασίας, χωρίς συμβάσεις εργασίας, είναι ανάρμοστο το γεγονός ότι οι ανήλικοι είναι υποχρεωμένοι να τους εκμεταλλεύονται» Θέλουμε τις αγροτικές κοινότητες, να επιστρέψουμε στη γη του Νότου, στις αγροτικές περιοχές που έχουν ερημώσει από την αναγκαστική μετανάστευση, θέλουμε την παρέμβαση και τη χρηματοδότηση του κράτους για την εκβιομηχάνιση της γεωργίας, για τη δημιουργία χιλιάδων σύγχρονων γεωργικών κοινοτήτων «.

Σχετική εικόνα

Θέλουμε την επίταξη κτιρίων και διαμερισμάτων στα οποία να συναντιόμαστε και να πειραματιζόμαστε κοινωνική ζωή ως εναλλακτική λύση στην οικογένεια, να μπορούμε να παίζουμε μουσική, να συζητάμε, να γνωριζόμαστε συλλογικά. «Θέλουμε ένα νόμο. Ένα νόμο; Ναι, ένα νόμο που να ελευθερώνει τη χρήση και την κατοχή ελαφρών ναρκωτικών,υπό τον έλεγχο του κρατικού μονοπωλίου (όπως ο καπνός) και που να εμποδίζει τα νεαρά θύματα ηρωίνης να καταλήξουν στη φυλακή, αλλά επειγόντως να διαθέτουν αποτελεσματικές εγκαταστάσεις υγείας. «Θέλουμε το πράσινο και πέρα από την 1η μαΐου και η πρώτη μέρα της άνοιξης να είναι εθνική εορτή, γιατί μας αρέσει η φύση, το πράσινο, τα ζώα, τα βουνά … όταν καταφέρνουμε φυσικά να τα κυριαρχήσουμε. Η φύση πρέπει να είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου και όχι του κέρδους. Είναι για το νόμο του κέρδους που τα αφεντικά μολύνουν τον αέρα, το νερό, τις τροφές, το περιβάλλον, το σώμα και το μυαλό των εργαζομένων.

Σχετική εικόνα

Σχετική εικόνα

http://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf

φυλακές, carcere · ένοπλη πάλη, lotta armata

στον Carlo Picchiura

Polvere da sparo
A Carlo Picchiura
26 agosto 2013baruda
στον Carlo Picchiura

αυτές τις μέρες τρέξιμο και τμήματα νοσοκομείων, δεν καταφέρνουμε ούτε να αποχαιρετήσουμε τους συντρόφους που φεύγουν :
οι ειδήσεις από τον κόσμο φτάνουν αποσυνδεδεμένες και με καθυστέρηση, και αυτές οι σελίδες ζουν έναν ταραχώδη ύπνο, από τον οποίο ελπίζω να βγω το συντομότερο.
ευχαριστώ λοιπόν τον Davide Steccanella, συγγραφέα του βιβλίου ‘τα χρόνια του ένοπλου αγώνα – χρονολογία μιας αποτυχημένης επανάστασης’, “Gli anni della lotta armata -Cronologia di una rivoluzione mancata” (Ed. Bietti, 2013) και αγαπημένο φίλο, που έγραψε αυτή την ανάμνηση.

Carlo Picchiura

ήταν άρρωστος από καιρό, από μια από εκείνες τις αρρώστιες που δεν δίνουν διέξοδο, ο Carlo Picchiura, που πέθανε χθες, όπως αμέσως αναφέρθηκαν στα διάφορα network κάποιοι παλιοί του ‘συναγωνιστές’, ενθυμούμενοι αυτόν, με μεγάλη αγάπη, και όπως είναι σωστό να γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις, τις ιδιότητες ανθρώπινη και φιλική του “Picchi”, όπως τον αποκαλούσαν όλοι αυτοί.

ο Salvatore Ricciardi, που τον γνώρισε μόνο στην φυλακή, και για τον οποίο μιλά επί μακρόν στο βιβλίο του Maelstrom που εκδόθηκε το 2009 από τον οίκο Deriveapprodi αποκαλώντας τον πάντοτε C., θυμίζει “τα πολλά χρόνια που μοιράστηκαν το ίδιο κελί και το πάθος του για τα βουνά, τα πουλιά και ολόκληρη την φύση” και η Barbara Balzerani αναφέρθηκε στο FB σε μια πρόσφατη και όμορφη μέρα που πέρασαν μαζί απολαμβάνοντας εκείνο το κρασί που αγαπούσε και συλλέγονταν, άλλοι έγραψαν “για εμάς ο Picchi ήταν σαν τον Prospero (αναφερόμενοι στο θάνατο που βρήκε φέτος τον γενάρη τον Gallinari)”, η Mariella Altomare, πάντα στο Fb, σήμερα γράφει “θα διατηρώ πάντα την ανάμνηση της φωτισμένης του εξυπνάδας που δεν επιδείκνυε ποτέ. γεια σου επαναστάτη , Ciao Carlo Picchiura rivoluzionario (Gigi)”, και πάει λέγοντας….
br_volantini_volantini_10όμως ο Carlo Picchiura, που γεννήθηκε στην Brescia, υπήρξε για την ιστορία εκείνων των χρόνων, των χρόνων ‘του’, ένας κομουνιστής μαχητής από τους πιο σκληρούς, αν και η αφήγηση που ‘έχει τρόπους’, και που πάντα στέκεται στους συνήθεις ύποπτους, πολύ λίγα γι αυτόν μας παρέδωσε.

ήδη από τα πρώρα χρόνια εβδομήντα ήταν από τους κυριότερους αγωνιστές της ενότητας του βένετο της οργάνωσης Εργατική Εξουσία, della “sezione” veneta di Potere Operaio, από τις στάχτες της οποίας όπως είναι γνωστό, θα γεννηθούν, μετά την διάλυση του 1973, μερικά από τα πιο σημαντικά αυτόνομα κινήματα μιας εκ των περισσότερο δραστήριων περιοχών σε εκείνη την γενικευμένη εξέγερση που ακολούθησε και διέσχισε την Ιταλία στα τέλη του περασμένου αιώνα, όμως αυτός αποφασίζει, διαφοροποιούμενος από άλλους, να μπει σχεδόν αμέσως στην σπουδαιότερη ένοπλη οργάνωση, που είχε ήδη πραγματοποιήσει μερικές σπουδαίες δράσεις αντάρτικου πόλης, alcune eclatanti azioni di guerriglia urbana.

Foto di Valentina Perniciaro _A pugno chiuso_ με κλειστή τη γροθιά
pugnosalvo1ο Alessandro Naccarato, βουλευτής PD και συγγραφέας του βιβλίου “Violenze, eversione e terrorismo del partito armato a padova” (ed. il Mulino, 2008), ‘βία, ανατροπή και ένοπλο κόμμα στην Πάντοβα’, στη διάρκεια μιας συνέντευξης που παραχώρησε στην εφημερίδα Mattino di Padova στις 30 νοεμβρίου 2008 δηλώνει πως “η πρώτη ποιοτική στιγμή στην στρατηγική ανατροπής είναι η συμφωνία ανάμεσα στους Gap του Feltrinelli, τις Br και το Pot Op, με την γέννηση της ομάδας Ferretto στο Mestre. εκεί, σύμφωνα με την μαρτυρία ενός εκ των διευθυνόντων της φάλαγγας του βένετο των εΤ, ΤΟΥ Michele Galati, στρατεύτηκαν οι Carlo Picchiura, Susanna Ronconi, Pietro Despali, Ivo De Rossi, Giuseppe Zambon, Massimo Pavan, Roberto Ferrari και κάποιος από την Verona που τον φώναζαν Sherif, που αργότερα προσδιορίστηκε πως ήταν ο Martino Serafini. με την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης, η ομάδα εισέρχεται στις Br και δυναμώνει την φάλαγγα του βένετο που είχε δημιουργηθεί το 1974, της οποίας την ηγεσία αποτελούσαν οι Giorgio Semeria, Prospero Gallinari, Roberto Ognibene και Fabrizio Pelli. Il Gruppo Ferretto, η ομάδα Φερέτο ήταν λοιπόν η πρώτη εμπειρία συνεργασίας ανάμεσα σε μαχητές της Pot Op και μαχητών των Br στο πεδίο του ένοπλου αγώνα”.

σύμφωνα με τον μετανιωμένο Fioroni όμως είχε πάρει μέρος επίσης και της ομάδας ταξιαρχιτών που στις 17 giugno 1974 σκότωσε τους φασίστες ,uccise i missini, Mazzola και Giralucci στα γραφεία της Πάντοβα της οδού Zabarella, επρόκειτο όμως για κάποια από τις πολλές ‘ανακρίβειες’ του ‘δασκαλάκου’, una delle tante “inesattezze” del “professorino”, μια και στη δικαστική αίθουσα θα ξερκαθαρίσει πως ο παντοβάνος που ήταν παρών (εκτός των Ognibene, Pelli, Ronconi και Semeria) ήταν ο Martino Serafini, και όχι αυτός.

τον συνέλαβαν στο Ponte di Brenta (μαζί με τον φοιτητή Pietro Despali) στις 4 σεπτεμβρίου 1975, στη διάρκεια ανταλλαγής πυροβολισμών που επακολούθησαν ενός μπλόκου, όπου σκοτώθηκε ο αστυνομικός Antonio Niedda, στην τσέπη του βρέθηκαν δυο χαρτονομίσματα που είχαν σχέση με προηγούμενη ληστεία τράπεζας που έγινε στο Lonigo μαζί με έναν από τους κυριότερους εκ των ηγετικών στελεχών των BR Rocco Micaletto, που τον αναζητούσαν ήδη εκείνους τους καιρούς, ήταν φυγόδικος και κρύβονταν. καταδικάστηκε σε 26 χρόνια φυλάκισης από το δικαστήριο της Padova της 1η ιουνίου 1977, αντιμετωπίζει εκείνη την πολύ μακριά βλακεία των ειδικών φυλακών εκείνων των χρόνων, όπου ακόμη και τώρα συνεχίζει απτόητος, από κοινού με τους κρατούμενους του ιστορικού πυρήνα των BR, την επαναστατική του μάχη, που εκείνα τα χρόνια, ως γνωστόν, δίνονταν και μέσα στις φυλακές, όχι μονάχα έξω.

τον δεκέμβρη του 1980 όντως είναι ένας από τους κυριότερους οργανωτές της περίφημης εξέγερσης στο Trani που προέκυψε από την απαγωγή D’Urso, που ήταν το τελευταίο σημαντικό επεισόδιο των Ερυθρών Ταξιαρχιών ακόμα ενωμένων πριν τις οριστικές εσωτερικές διασπάσεις των επόμενων χρόνων, επίσης όμως και στο 1985, δηλαδή ύστερα από 10 χρόνια σκληρής φυλάκισης, είναι από τους πιο πεπεισμένους υποστηριχτές της συνεχιζόμενης αναγκαιότητας της ένοπλης πάλης ενάντια στο Κράτος, υποστηρίζοντας, από τα κλουβιά της δίκης της φάλαγγας του βένετο που συνελήφθη πολλά χρόνια μετά από αυτόν, την εκτέλεση του Tarantelli.

σε ένα σάϊτ αφιερωμένο στους ‘πεσόντες της Αστυνομίας του Κράτους’ χαρακτηρίζεται από τον Gianmarco Calore “ένα μεγάλο άσχημο θηρίο, ένας που ευθύς εξ αρχής είχε ενταχθεί στην ‘σκληρή’ πλευρά των ερυθρών ταξιαρχιών ξεχωρίζοντας για το βίαιο και αδίστακτο του χαρακτήρα του ” όμως σήμερα , στο σάιτ Contropiano, διαβάζουμε πως : “μια κακιά ασθένεια, η sla, τον πήρε μακριά μέσα σε λίγους μήνες. επιφυλακτικός, σχεδόν ντροπαλός στους τρόπους, τόσο που να μη φαίνεται δυνατό να βρεθεί φωτογραφία του στο διαδίκτυο, όμως προικισμένος με μεγάλη αποφασιστικότητα, παθιασμένος φυσιολάτρης και ηθολόγος, είχε δώσει μεγάλη προσφορά στο βιβλίο Πολιτική και Επανάσταση, που βγήκε το 1983 από τη δίκη του Torino, υπογεγραμμένο – όπως συνηθίζονταν τότε – από τους μαχητές που ήταν παρόντες στη δίκηdai (Prospero Gallinari, Bruno Seghetti, Francesco Piccioni, Andrea Coi), όμως έργο συλλογικό με το οποίο οι Br έπαιρναν αποστάσεις θεωρητικές από τις θεωρίες του ‘Αντάρτικου Κόμματος’, del “Partito Guerriglia”.

μια ζωή στη φυλακή, και γι αυτόν, τον είχε δει να επιστρέφει στην ελευθερία μόνο στα χρόνια του ’90, όταν μια πολιτική τάξη ανίκανη να κλείσει εκείνη την εποχή με το μοναδικό νομικό εργαλείο στο ύψος της σύγκρουσης – την αμνηστία – διάλεξε να ανοίξει τις πόρτες στους πολιτικούς κρατούμενους με τον ‘νόμο Gozzini’, ήτοι έναν τη φορά, σε χρόνους σχεδόν εξατομικευμένους, δίχως κανένα δημόσιο προβληματισμό.

Ciao Carlo, che la terra ti sia lieve.” ‘γεια σου Κάρλο, ελαφρύ να είναι το χώμα που θα σε σκεπάσει’