μα τι χαρακτήρας!

Ποιοι ήμασταν

……μπορεί να ειπωθεί και να λεχθεί ότι οι Ερυθρές Ταξιαρχίες γεννήθηκαν στα γραφεία του ΚΚΙ του Reggio Emilia και του Giambellino στο Μιλάνο (όπως προσπάθησε να κάνει η ταινία ο ήλιος του μέλλοντος, των Giovanni Fasanella και Gianfranco Pannone, δεχόμενη κατ’ αυτό τον τρόπο κακόβουλες επιθέσεις) και ότι η Πρώτη γραμμή είχε τις ρίζες της στα εργοστάσια και τα σχολεία της Sesto San Giovanni, το Στάλινγκραντ της Ιταλίας. Ούτε μπορούμε να μην πούμε ότι, σε ορισμένες φάσεις, ο ένοπλος αγώνας υπήρξε μια πολιτική πρόταση που είδε μια ευρύτατη συναίνεση και τον ακολούθησαν με δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές και συμπαθούντες, δεν ήταν ένας εγκληματικός μικρόκοσμος…..

….ο πατέρας μας είναι ευρέως ανιχνεύσιμος στις προσωπικές βιογραφίες και στις εποχικές, κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες και πλαίσια, μέσα στα οποία γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε: καλείται κίνημα του ’77, και αυτό, ωστόσο, ευτελισμένο, ποινικοποιημένο και παρεξηγημένο, και ακόμη και πριν, για τους περισσότερους από αυτούς που γέννησαν την Πρώτη γραμμή, στην στράτευση στις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, ιδίως στη Lotta continua και την Potere operaio.
Η μητέρα μας, από την άλλη πλευρά, έρχονταν από μια παλαιότερη οικογένεια, η οποία είχε τρέξει και ήταν πολύ καρποφόρος καθ ‘όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα: ονομαζόταν επαναστατική ρήξη.Μια πραγματική ουτοπία που είχε ξεκινήσει από το σοβιετικό ’19, αλλά που είχε βαθιές και ισχυρές τις ρίζες της από την πρόσφατη γαλλική αναταραχή του 18ου αιώνα και στις κινήσεις και την αναρχική κουλτούρα, προλεταριακή και σοσιαλιστική του δέκατου ένατου αιώνα, στις προσδοκίες για ελευθερία, για ισότητα, αδελφοσύνη και κοινωνική δικαιοσύνη.                                                                                            Αυτής της ουτοπίας, πεισματικά οργανωμένης σε όλο τον κόσμο σε αντιαποικιοκρατική και αντικαπιταλιστική βάση, εμείς είμαστε οι καθυστερημένοι και συνεπείς επίγονοι, σίγουρα όχι οι πρωτεργάτες. Την πεποίθηση ότι η επαναστατική βία ήταν η μαμή της ιστορίας, επώδυνη αλλά απαραίτητη συμβολή στη γέννηση του νέου και του σωστού, την έχουμε απλά κληρονομήσει από τους παππούδες μας, τους γονείς μας, τα κομμουνιστικά κόμματα, τα εξωκοινοβουλευτικά κινήματα στα τέλη της δεκαετίας του 1960, από τις ομάδες και από τους εργατικούς αγώνες, κοινωνικούς και φοιτητικούς των αρχών της δεκαετίας του Εβδομήντα.                                                                                                                    Τίποτα το πρωτότυπο, επομένως. Μόνο ο ριζοσπαστισμός, πολύ αποφασισμένος και πιθανώς λιγάκι μπερδεμένος, να προσπαθήσουμε να πάμε μέχρι τέλους. Να τα σπάσουμε, στο επίπεδο της γλώσσας και των συμπεριφορών – και των προσωπικών, επειδή το προσωπικό είναι πολιτικό, μας είχε διδάξει η φεμινιστική σκέψη…..

….si può dire e raccontare che le Brigate rosse sono nate nelle sezioni
del PCI di Reggio Emilia e del Giambellino a Milano (come ha provato a fare il film
Il sol dell’avvenire, di Giovanni Fasanella e Gianfranco Pannone, ricavandone perciò
risentiti attacchi) e che Prima linea ha avuto le sue radici nelle fabbriche e nelle
scuole di Sesto San Giovanni, la Stalingrado d’Italia. Neppure si può dire e
raccontare che, in certe fasi, la lotta armata è stata una proposta politica che ha visto
un consenso allargato e un seguito consistente con decine di migliaia di militanti e di
simpatizzanti, non un microcosmo criminale…..

…..nostro padre è ampiamente rintracciabile nelle biografie individuali e nei
contesti, temporali, sociali e politici, nei quali siamo nati e cresciuti: si chiama
movimento del 77, anch’egli, peraltro, banalizzato, criminalizzato e misconosciuto; e
prima ancora, per la gran parte di quanti diedero vita a Prima linea, nella militanza
nei gruppi extraparlamentari, in particolare Lotta continua e Potere operaio.
Nostra madre veniva invece da un casato più antico, che aveva avuto corso ed era
stata assai feconda lungo tutto il Novecento: si chiamava rottura rivoluzionaria.
Un’utopia concreta che aveva preso le mosse dal ’19 sovietico, ma che affondava le
robuste radici sin nel rivolgimento francese di fine Settecento e nei moti e nella
cultura anarchica, proletaria e socialista dell’Ottocento, nelle aspirazioni alla libertà,
all’eguaglianza, alla fraternità e alla giustizia sociale.
Di quell’utopia, pervicacemente organizzata in tutto il mondo in chiave
anticolonialista e anticapitalista, noi siamo stati i tardivi e coerenti epigoni, non certo
i promotori. La convinzione che la violenza rivoluzionaria fosse levatrice della storia,
doloroso ma necessario contributo alla nascita del nuovo e del giusto, noi l’abbiamo
semplicemente ereditata dai nostri nonni, dai nostri genitori, dai partiti comunisti, dai
movimenti extraparlamentari della fine degli anni Sessanta, dai gruppi e dalle lotte
operaie, sociali e studentesche dei primi anni Settanta.
Nulla di originale, dunque. Solo la radicalità, assai determinata e probabilmente un
po’ ottusa, di provare ad andare sino in fondo. Di rompere, sul piano del linguaggio e
dei comportamenti – anche personali, perché il personale è politico, ci aveva
insegnato il pensiero femminista…..

 

https://www.micciacorta.it/wp-content/uploads/2015/03/Segio-introduzione-miccia-corta-2a.pdf

φυλακές, carcere

Αναμνήσεις των κολασμένων της γης

του Alexik

“Εκεί, όπου ήταν πιο υγρά
άνοιξαν ένα τεράστιο χαντάκι
και μες τον βράχο έσκαψαν
κόγχες και τις θωράκισαν
μετά ύψωσαν πύργους γέφυρες και παρατηρητήρια
κι έβαλαν στρατιώτες, να φυλάν
μας φόρεσαν πανωφόρια
και μας αποκάλεσαν κακοποιούς                                           τέλος, θέλησαν να κλειδώσουν με κάγκελα τον ουρανό

δεν τα κατάφεραν τελείως
εκεί ψηλά
κοιτάζουμε τους γλάρους να πετούν”.

(Sante  Notarnicola, Φυλακή. Favignana 1 Ιουνίου 1973)

[Έφτασαν εδώ και λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, σε επανέκδοση από τον Pgreco, “Η νοσταλγία και η μνήμη” και “Ελεύθεροι από την σιωπή” * του Sante Notarnicola. Περιέχουν ποιήματα και κείμενα διακοσμημένα με σχέδια της Stefania Venturini και του Marco Perrone και μια μακρά συνέντευξη που παραχωρήθηκε το 1992 από τον συγγραφέα στο Radio Sherwood.]

Λέγεται ότι η ποίηση είναι μερικές φορές σε θέση να προφέρει παγκόσμιες λέξεις, έγκυρες ανά πάσα στιγμή, σε κάθε χρόνο.
Συμβαίνει με τους στίχους του Sante Notarnicola, που συντίθενται κυρίως κατά τη διάρκεια μιας φυλάκισης που διήρκεσε 21 χρόνια – από το 1967 έως το 1988.
Στίχοι που εξακολουθούν να είναι χρήσιμοι και σήμερα, και θα παραμείνουν τέτοιοι μέχρι όσο μένει όρθια και η τελευταία φυλακή.
Παρόλο που η σύνθεση του σώματος των κρατουμένων και τα επίπεδα μαχητικότητας και συνείδησής του έχουν αλλάξει, αν και οι μορφές ελέγχου έχουν τελειοποιηθεί και διαφοροποιηθεί, τα κάγκελα παραμένουν ουσιαστικά ακόμα ίδια.
Ίδια είναι η αντίδραση του ανθρώπου στην άρνηση του αέρα και των χρωμάτων, και όλου αυτού του εξωτερικού κόσμου που είναι φτιαγμένος από την απεραντοσύνη των χώρων, των τόπων και των αγαπημένων ανθρώπων.
Ίση είναι η βία στην οποία υποβάλλεται, η ένταση και ο θυμός, η αλαζονεία και η αυθαιρεσία. Ίδια είναι η απάθεια των ακίνητων ωρών, η ευαισθησία και η τρυφερότητα στις κουβέντες όταν δέχεται επισκεπτήριο και η επιθυμία.

“Συγκεκριμένη είναι η απουσία της χειρονομίας, και του χαμόγελου”. Για να αντισταθείς πρέπει να μάθεις να τα ξαναχτίζεις στον ύπνο, στην φαντασία, στις αναμνήσεις και στην ελπίδα. Η ποιητική του Sante είναι μια εκπαίδευση στη φυλακή, σου διδάσκει πώς ο συνολικός θεσμός μπορεί να σε χτυπήσει στην εσωτερική διάστασή σου, και που μπορείς να βρεις τη δύναμη να αντιδράσεις.

Μα είναι επίσης μνήμη της εξέγερσης, η εποποιία των Κολασμένων της Γης, εκείνων των φυλακισμένων που ύψωσαν το κεφάλι ενάντια στις μεσαιωνικές φυλακές και τους φασιστικούς κώδικες.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 μια νέα γενιά φυλακισμένων, λίγο απείθαρχων παιδιών εργατικών οικογενειών και ήδη εκπαιδευμένων στη σύγκρουση, άρχισε να παλεύει ενάντια στην κατασταλτική φυλακή – τη φυλακή του καθικιού και της πείνας, των ξυλοδαρμών και των υπόγειων κελιών της απομόνωσης.
Συνάντησαν συντρόφους με πολιτική εμπειρία, όπως ο Sante, και κατάλαβαν ότι εάν ήθελαν να βελτιώσουν την κατάστασή τους έπρεπε να κάνουν σαν τους πατεράδες τους στα εργοστάσια, όχι πλέον με ατομικές χειρονομίες εξέγερσης αλλά ενωμένοι σε μια συλλογική δύναμη.Έτσι άρχισαν να σταματούν στον προαυλισμό, μπροστά στους τρομαγμένους ανθρωποφύλακες, άρχισαν να γράφουν, να επικοινωνούν με τον έξω κόσμο, να μεταμορφώνουν τις δίκες σε βήματα καταγγελίας των συνθηκών φυλάκισης.
Σε ένα κρεσέντο ανυπακοής άρπαξαν τις φυλακές, ακόμα και 20 κάθε φορά σε όλη την Ιταλία. Και τις κατέστρεψαν, για το δικαίωμα στην τροφή και το στυλό, στις επισκέψεις και στο βιβλίο, στην αξιοπρέπεια και την απόδραση.
Υποβλήθηκαν σε ξυλοδαρμούς, απομόνωση, κελιά κυρώσεων, συνεχείς μετακινήσεις, νέα χρόνια ποινής για να εκτίσουν.
Άφησαν τρεις καμένους νεκρούς στην San Vittore στον αγώνα για να πάρουν το δικαίωμα στo καμινέτο στρατοπέδου, τη δυνατότητα μαγειρέματος στο κελί.

Στα κελιά στην San Vittore τρία πέτρινα λουλούδια” .

Έξω η εξέγερση διαπερνούσε το σχολείο, την οικογένεια και το εργοστάσιο.
Κάθε εβδομάδα, δεκάδες χιλιάδες πορεύονταν κάτω από τα τείχη της San Vittore.
Η Lotta Continua και ο Re Nudo έδιδαν φωνή στις εξεγέρσεις των φυλακισμένων, η Soccorso Rosso ηθική και υλική υποστήριξη.
Οι φοιτητές συρρέουν στις φυλακές λόγω συλλήψεων μετά από κάθε πορεία, φέρνοντας μέσα βιβλία για πολιτική εκπαίδευση. Οι Frantz Fanon, George Jackson, ο Eldridge Cleaver, ο Bobby Seale και ο Malcolm X συνέβαλαν στη μετατροπή των κοινών κρατουμένων σε συντρόφους, οι οποίοι επανενώνονταν στο κίνημα όταν έβγαιναν.
Η Επιτροπή Φυλακών της Lotta Continua γεννήθηκε, οι αποδράσεις ομάδων αυξήθηκαν.
Έπρεπε να τους σταματήσουν.

Τον μάιο του ’74 μια απόπειρα απόδρασης από την φυλακή της Alessandria καταλήγει με επτά νεκρούς και 15 τραυματίες  sette morti e 15 feriti μεταξύ κρατουμένων και ομήρων, μετά από ένα blitz των καραμπινιέρων του dalla Chiesa. Τον φεβρουάριο είχε ήδη σκοτωθεί ο κρατούμενος Giancarlo Del Padrone από μια ριπή αυτόματου ενός φύλακα, στην διάρκεια μιας διαμαρτυρίας στην στέγη των Murate. Στα τέλη της χρονιάς ήταν η σειρά του Venanzio Marchetti στην Piacenza.

Η σφαγή της Alessandria υπονόμευσε οριστικά τη σχέση ανάμεσα στη φυλακή και τη Lotta Continua, κατηγορούμενη ότι δεν γνώριζε πώς να υπερασπιστεί τους αγώνες.Το βλέμμα των κρατουμένων άρχισε να στρέφεται αλλού: εκείνο το έτος γεννιούνται οι N.A.P, ο Curcio δραπέτευσε από την Casale Monferrato χάρη σε μια θεαματική δράση που οργανώθηκε από το εξωτερικό της φυλακής.

Εν τω μεταξύ, το Κράτος εργάζονταν για την οριστική απόκλιση της σωφρονιστικής διαδρομής των κοινών κρατουμένων από εκείνη των πολιτικών και των εξεγερσιακών.
Από εκεί και στη συνέχεια θα ολοκληρωθεί η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος που αντικατέστησε τον παλαιό φασιστικό κώδικα, αναγνωρίζοντας (τουλάχιστον στο χαρτί) τους κρατούμενους ως νομικό αντικείμενο δικαίου και μετριάζοντας (πάντα στο χαρτί) ορισμένες πτυχές της αγριότητας της φυλακής. Εγκαινιάζονταν ένα μοντέλο κράτησης θεραπευτικού τύπου το οποίο προέβλεπε μια διαδρομή σε στάδια για την επανένταξη του φυλακισμένου στην κοινωνία, αφού καθαρίστηκε από τον ανατρεπτικό χαρακτήρα του, μέσω χορήγησης αδειών ανταμοιβής, μερικής απελευθέρωσης, εξωτερικής εργασίας κ.λ.π. Μέσα της περιείχε επίσης ένα δηλητηριασμένο φρούτο, το άρθρο 90, το οποίο επέτρεπε στο Υπουργείο Χάριτος και Δικαιοσύνης να αναστέλλει κάθε δικαίωμα ή προστασία κατά βούληση λόγω «σοβαρών και εξαιρετικών λόγους τάξης και ασφάλειας».

Ολοκληρώνονταν επίσης και το σχέδιο, που εκ νέου ανατέθηκε στον dalla Chiesa, για τον εντοπισμό και τη δημιουργία ειδικών φυλακών. Τάφοι που προορίζονταν για τους ζωντανούς όπου συγκεντρώνονταν οι αγωνιστές του ένοπλου αγώνα και της κοινωνικής ανατροπής, οι βετεράνοι των αποδράσεων, οι πρωτοπορίες των κινητοποιήσεων των φυλακών.

“Μεταξύ ιουλίου και αυγούστου 1977 περίπου 2500 αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν με τρένα, ελικόπτερα, αεροπλάνα σε πέντε φυλακές: Fossombrone, Termini Imerese, Asinara, Favignana, Nuoro. Αυτές οι μεταφορές πραγματοποιήθηκαν με μια πραγματική στρατιωτική επιχείρηση“.

Στον Sante έλαχε η Asinara: «Εκεί άρχισα να αισθάνομαι πεινασμένος και πάλι (και είμαι αρκετά λιτοδίαιτος, κάποιος που είναι ικανοποιημένος με λίγα … αλλά εκεί το πράγμα ήταν επιστημονικό), γιατί ακριβώς με την λιμοκτονία, καθώς και με τους ξυλοδαρμούς και όλα τα υπόλοιπα, ήθελαν να μας εξοντώσουν ».
Και μετά η υποχρεωτική σιωπή, η υγρασία και το κρύο, τα γυάλινα χωρίσματα στις επισκέψεις, η παρενόχληση και οι ύβρεις στους συγγενείς. Ιατρική περίθαλψη μηδέν. Στις ειδικές ο Fabrizio Pelli αφέθηκε να πεθάνει από λευχαιμία.

“Αιωρούνται
τα υπολείμματα της μέρας
και
μες το λιτό φως
ακούμε μια θάλασσα
παραιτημένη
στην ώθηση των ανέμων.
Παρατηρούμε έναν λευκό τοίχο

Παρατηρούμε έναν σκληρό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο γεμάτο εξογκώματα
Παρατηρούμε έναν επιθετικό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο
έναν τοίχο
έναν τοίχο
που σφυροκοπεί
τοίχο
επάνω στον οποίο συνεχίζουμε
να γράφουμε…
Σε αυτό το τοπίο μέσα
ξένο στην ψυχή
με έναν τοίχο
θα ήθελαν να ισοπεδώσουν
τις συνειδήσεις μας.”

(Lager. Asinara 22 αυγούστου 1977)

Εκείνος ο τείχος τινάχτηκε στον αέρα με πλαστικό το 1979, μαζί με την μισή φυλακή. Το 1980 οι τελευταίοι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν υπό την πίεση της απαγωγής d’Urso και της εξέγερσης της φυλακής του Trani, που πνίγηκε στο αίμα (πάντα υψηλότερο ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί).
Η Asinara έκλεισε, αλλά όχι οριστικά, παραμένοντας διαθέσιμη για τα βασανιστήρια μιας επόμενης δεκαετίας.
Σε αντιστάθμισμα ο ειδικός εγκλεισμός εξυπηρετούσε πραγματικά την ισοπέδωση των συνειδήσεων.

Με την Μεγάλη Στροφή
ήρθε η αποκατάσταση
και υπήρξαν απαραίτητες
οι πέτρες και οι χάλυβες.
Γρήγορα αποπροσανατολιστήκαμε
χάσαμε τους σκοπούς μας και δεν ήταν πλέον δυνατό να ζήσουμε πάνω από τις ρίγες.
Σε μια γωνιά
μια γυναίκα περιμένει ακόμα σήμερα.
Ένα μεγάλο δάκρυ 
γλιστρά μακριά.
Πολύ μεγάλο για να στεγνώσει“.

(Ένα δάκρυ)

Πικρά ποιήματα όπως η προδοσία, ένα τρέχον θέμα στην τεσσαρακοστή επέτειο της 7ης απριλίου.

Το ότι έμπλεξαν τον Negri ως τηλεφωνητή της υπόθεσης Moro, σήμαινε ότι τον ανάγκασαν, για να απενοχοποιήσει τον εαυτό του, να εξηγεί – ως λαμπρός διανοούμενος που ήταν – τι ακριβώς ήταν το επαναστατικό κίνημα. Και αυτός έκανε 10-15 ώρες ανάκρισης, εξηγώντας τα πάντα …
… μέχρι τότε κανένας κρατούμενος, από το μεγαλύτερο ηγετικό στέλεχος στον πιο απροετοίμαστο σύντροφο, είχε αποδεχτεί μια σχέση με το δικαστικό σώμα. Ξέρω δεκάδες και δεκάδες παιδιά που επειδή δεν απάντησαν στις ερωτήσεις των δικαστών άρπαξαν 10-15 χρόνια στη φυλακή και όλοι τους χέστηκαν, χωρίς να λένε μια λέξη. Η εξήγηση μιας περίστασης θα τους έσωζε χρόνια, και δεν το έκαναν“.

Τι απομένει μετά από πολύ καιρό, ως κληρονομιά αυτών των παλιών ιστοριών;

-Η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος του ’75 λειτούργησε πράγματι για να αποδυναμώσει τις αναταραχές στις συνηθισμένες φυλακές, παρέχοντας στους περισσότερους κρατουμένους μια διέξοδο από αυτούς τους τοίχους μέσα από μια ικανοποιητική σταδιακή πορεία επιβράβευσης που θα κερδηθεί με την καλή συμπεριφορά και την τάση προς τη μετάνοια.
Με τον τρόπο αυτό η καθημερινή βία στα σωφρονιστικά ιδρύματα του κοινού κυκλώματος απέκτησε νέες δυνατότητες εκβιασμού, δεδομένου ότι οποιαδήποτε αντίδραση στην κατάχρηση ενός φύλακα θα μπορούσε να εμποδίσει την πρόσβαση των κρατουμένων σε άδειες, ή να διακόψει την πορεία προς την ημιελευθερία.
Και η κατάσταση είναι ακόμη αυτή.

-Η διάσταση-ο διαχωρισμός διέσχισε τις δεκαετίες, καθορίζοντας όχι μόνο την πολιτική ήττα της επαναστατικής προσπάθειας της εποχής, αλλά προσαρμοζόμενος στις μεταβαλλόμενες εποχές. Και μας αφορά.
Επέστρεψε κατά τη διάρκεια της G8 στη Γένοβα μέσω της λογικής της διαφοροποίησης μεταξύ καλών και κακών που κατέστρεψε το κίνημα, με τον Bertinotti να μας ζητά να «διαχωριστούμε από τη βία εκείνων που πέταξαν μια πέτρα».
Έχει επιστρέψει τα τελευταία χρόνια, εκταφιασμένη από εκείνους που ζητούσαν από τους εργαζόμενους του εφοδιασμού να «διαχωριστούν από τη βία των πικετοφοριών».

-Οι νόμοι της μόνιμης έκτακτης ανάγκης είναι στρωματοποιημένοι και αποτελούν πλέον τον κανόνα για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε κοινωνικού προβλήματος. Ο ποινικός λαϊκισμός τρελαίνεται.

-Το άρθρο 90 εξελίχθηκε στην υψηλή ασφάλεια και στο βάσανο του 41bis. Υπάρχουν άνθρωποι ακόμα μέσα, από τότε. Η Altra συνεχίζει να μας αποτελειώνει.

-Στη φυλακή συνεχίζουν να πεθαίνουν και να υποφέρουν βία.
Ιστορίες του χθες στο Viterbo:

«Έχω υποστεί βία, σοβαρές σωματικές βλάβες και διάφορα βασανιστήρια». «Με κρατούσαν χειμωνιάτικα με το σώβρακο για μέρες σε ένα» γυμνό κελί «και με γέμισαν γροθιές. Το κεφάλι μου είναι γεμάτο από ουλές». «Έχουν τρεις ομάδες μόνο για να χτυπούν φυλακισμένους». «Βοηθήστε με να την κάνω από αυτή τη φυλακή». «Αν πω κάτι εδώ με χτυπούν». «Εδώ προσπαθούμε να επιβιώσουμε στις αδικίες και να μείνουμε στη θέση μας, πάντα με σταθερά τα νεύρα. Όλο και περισσότερο επιστρέφω να πείθομαι ότι βρίσκομαι στην κόλαση. Δεχόμαστε ταπεινώσεις από τους φρουρούς όταν στις εβδομαδιαίες έρευνες που πραγματοποιούν αφήνουν το κελί άνω κάτω… Η στολή που φορούν τους δίνει μια εξουσία, δεν τους δίνει καμιά τιμή και μπορούν συνεπώς να βιαιοπραγούν στον κρατούμενο, όπως και όταν το θέλουν, να τον καθιστούν αβοήθητο … υπάρχουν αρκετές ιστορίες ξυλοδαρμών που έχουν υποστεί κάποιοι κρατούμενοι του ίδιου τμήματος μου και παραμένουν κρυμμένοι στη σιωπή. Εδώ ζούμε με τον ατομικό φόβο, το σκοτάδι, τους εφιάλτες. Προς το παρόν εξακολουθώ να επιβιώνω, αλλά όταν βγω από αυτή την τρύπα θα αγωνιστώ ώστε η αλήθεια να βγει προς τα έξω».1

Τι μένει τότε;
Βιβλία παλιών ισοβιτών, πολύτιμα εργαλεία.
Που μας διδάσκουν να αντιστεκόμαστε με αξιοπρέπεια, να σπάμε τη σιωπή, να κρατούμε ίσια την πλάτη.

 

* “Liberi dal silenzio” περικλείει “Materiale interessante“, που δημοσιεύτηκε το 1997 για τις εκδόσεις- le Edizioni della Battaglia, και “…Camminare sotto il cielo di notte“, που δημοσιεύτηκε το 1993 απότην Calusca.


  1. Patrizio Gonnella, Viterbo, un carcere dove vige il terrore, Il manifesto, 5 απριλίου 2019 
αυτονομία, autonomia

Η εργατική αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene. Του Donato Tagliapietra

Lorenzo Bortoli (1952-1979), La fabbrica, Το εργοστάσιο, λάδι σε καμβά, 50×60, 1967.
Το εργοστάσιο είναι η πρώτη γνωστή ζωγραφιά του Lorenzo. Το γεγονός ότι ένα 15χρονο αγόρι ζωγραφίζει αυτό το θέμα μας βοηθά να κατανοήσουμε το βάρος του εργοστασίου που έχει στην πόλη του Marano Vicentino. Αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει είναι εκείνο που βλέπει στο εργοστάσιο, γιατί αυτό είναι που βλέπουμε όλοι: ένα θλιβερό μέρος, χωρίς φως και ζωή, ένα σκοτεινό κτίριο που συνθλίβεται από ένα μολυβένιο ουρανό με μια ενιαία ζωντανή παρουσία, το σπίτι σε πρώτο πλάνο [το σπίτι του;) όπου, λόγω του φωτός που φιλτράρεται μέσα από τα παράθυρα, γνωρίζουμε ότι υπάρχει ανθρωπιά.Όχι τόσο στο εργοστάσιο, νεκρό μέρος για την σκέψη και τα όνειρα και, πάνω απ ‘όλα, για την ευαισθησία ενός δεκαπεντάχρονου που εμφανίζεται στον κόσμο. Είναι μια αποκαλυπτική ζωγραφιά.”

Ο Lorenzo Bortoli, αφέθηκε (μετά από δύο απόπειρες) να αυτοκτονήσει στη φυλακή της Βερόνα λίγους μήνες μετά τη σύλληψη στο πλαίσιο της έρευνας για τις Πολιτικές Κολεκτίβες του Βένετο που συνδέονταν με την έκρηξη όπου πεθαίνουν η συντρόφισσα Maria Antonietta Berna, ο εργάτης Angelo Dal Santo και ο φοιτητής Alberto Graziani. Οι τρεις σύντροφοι έφτιαχναν έναν αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό. Εδώ μια βιογραφία / ανάμνηση του,  Qui una sua biografia/ricordo από την οποία λαμβάνεται ο τελευταίος αποχαιρετισμός του Bortoli.

Φύλλο αίτησης, Φυλακή της Verona 18-6-79
Στον κύριο διευθυντή του σωφρονιστικού ιδρύματος της Verona.
Θα ήμουν πολύ ευγνώμων αν μπορούσατε να στείλετε το ακόλουθο τηλεγράφημα στην οικογένειά μου: «Έφτασα στην Antonia. Παρακαλώ να θαφτώ μαζί της. Σας διαβεβαιώνω ότι είμαι καλά έτσι. Μια αγκαλιά. Πείτε στη Vanna να μην κλαίει, αλλά να θυμάται πόσο ευτυχισμένοι ήμασταν όπως τώρα που είμαστε και πάλι μαζί. Lorenzo»
Σας παρακαλώ να στείλετε και την ομάδα φωτογραφιών, υπολογίζοντας τα έξοδα από τον προσωπικό μου λογαριασμό. Σας ευχαριστώ πολύ.


Δημοσιεύουμε την εισαγωγή της Elisabetta Michielin στον πέμπτο τόμο που ο εκδοτικός οίκος Derive Approdi αφιέρωσε στην ανακατασκευή της ιστορίας της ιταλικής εργατικής Αυτονομίας. Ειδικότερα, το βιβλίο του Donato Tagliapietra, ανασυγκροτεί την ιστορία των πολιτικών Κολεκτίβων vicentini μέσω πολιτικών εγγράφων, φυλλαδίων και μαρτυριών εκείνων που ήταν πρωταγωνιστές αυτών των γεγονότων και της περιοχής εκείνης.

Τι όμορφο βιβλίο έγραψε ο Donato ο «κόκκινος». Κόκκινος στα μαλλιά και στην πλευρά που διάλεξε! Το λέμε αμέσως. Ένα απαραίτητο βιβλίο γιατί ανασυνθέτει με πλούτο και πάθος μια κρίσιμη περίοδο στην ιστορία των επαναστατικών προσπαθειών της χώρας μας και της βορειοανατολικής επικράτειας. Μια άσκηση γραφής και προβληματισμού που τραβά μια διαγραμμένη μνήμη έξω από το σκοτάδι, που παραδόθηκε στις αίθουσες της δικαιοσύνης ή στη μνήμη εκείνων που την ξανακτίζουν μόνο για να την δυσφημίσουν ή να αποτρέψουν την πιθανή επαναπρόταση της.

Ο Donato ανασυνθέτει την περίοδο που τον είδε μεταξύ των πρωταγωνιστών των βενετικών πολιτικών κολεκτίβων στην περιοχή του άνω vicentino χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά τα έγγραφα που παρήγαγε η ίδια η οργάνωση και τις συνεντεύξεις με τους αγωνιστές εκείνης της εποχής.

Μια ιστορία που ποτέ δεν καταφεύγει στον μεμονωμένο βιογραφισμό και στις ναρκισσιστικές του αποκλίσεις επειδή είναι πάντα αγκυροβολημένη σε ένα κίνημα που έχει συμπεριλάβει δεκάδες και δεκάδες αγωνιστές και που διατηρεί πάντα μαζί την υποκειμενικότητα και την περιοχή όπου γεννήθηκε αυτή η υποκειμενικότητα, αναπτύχθηκε, απέκτησε νόημα και επηρέασε με συγκεκριμένο τρόπο τις σχέσεις εξουσίας και τις ταξικές σχέσεις, ακόμη και στο ζωντανό σώμα των εργατικών οργανώσεων.

Στον Donato αναγνωρίζουμε την αξία της επιτυχίας στο να την περιγράφει με απλότητα, χωρίς έμφαση. Σε σελίδες από τις πιο ζωντανές και εθιστικές του βιβλίου, την βλέπουμε στο έργο επάνω σε συγκεκριμένες διαμάχες σχετικά με το ωράριο εργασίας και την επιβολή της επαναπρόσληψης απολυμένων εργατών, στις εκστρατείες «εργασία για όλους λιγότερη εργασία» με τις περιπολίες και τις πικετοφορίες ενάντια στην μαύρη εργασία και τη χρήση υπερωριών ή σε εκείνες που αφορούν το δικαίωμα στέγασης και την επιβολή πολιτικών τιμών για τα αγαθά βασικών αναγκών.

Νάτοι λοιπόν οι αυτόνομοι στο έργο, πολύ νεαρά κορίτσια και αγόρια που χωρίς καμία αίσθηση κατωτερότητας ή υποταγής, αρχίζουν να ανοίγουν τις πρώτες ρωγμές στις άκαμπτες δομές του συνδικάτου, που από όλη αυτή την ιστορία βγαίνει με σπασμένα τα κόκαλα. Η CISL ειδικότερα, με τα αλαζονικά και αξιολύπητα στελέχη της. Αλλά είναι με τις περιπολίες, τις πικετοφορίες και τις συνελεύσεις που αρπάζονται με μια άσκηση δημόσιας εξουσίας από το αφεντικό και το συνδικάτο που το βλέμμα του Donato γίνεται πιο προσεκτικό και άγρυπνο. Είναι μέσα στα ατομικά γεγονότα, αλλά και στο περιθώριο, σκόπιμα, και το αποτέλεσμα για τον αναγνώστη είναι απορίας: μα αυτά τα πράγματα συνέβαιναν πραγματικά; Ναι, συνέβαιναν χάρη σε αυτούς τους τύπους που εκτός από το ψωμί απαιτούσαν τριαντάφυλλα: να μπαίνουν δωρεάν στις συναυλίες, να τρώνε δωρεάν στα φοιτητικά εστιατόρια και τα εστιατόρια, καταλαμβάνουν χώρους για κοινωνικοποίηση, πολεμούν την ηρωίνη που κάθε τόσο σαρώνει την χώρα. Παιδιά που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο αλλά και να ικανοποιήσουν άμεσα τις ανάγκες και την επιθυμία για μια νέα κοινωνικότητα, άλλη, διαφορετική.

Μια πλούσια ιστορία αλλά και αντιφατική και με ένα ίχνος τραγωδιών όπως ο θάνατος των Antonietta, Angelo, Alberto, Lorenzo, αλλά μόνο το μεταθανάτιο μάτι του νικητή είναι που του επιτρέπει να δημιουργήσει τους δικούς του καθαρισμένους μύθους ενώ βλέπει τις ιστορίες να διακόπτονται ως μια απλή σειρά εγκληματικών και βίαιων συμπεριφορών.

Μπορούμε λοιπόν να εισέλθουμε στο πολιτικό εργαστήρι της Συλλογικότητας η οποία υπήρξε επίσης τόπος βαθιάς φιλίας, βλέποντας τη δημιουργία αυτής της οργάνωσης, τη διαμόρφωσή της μέσω κειμένων, φυλλαδίων, πολιτικών εγγράφων, τους προβληματισμούς εκείνης της πλευράς χωρίς την πρόσβαση, αν όχι οριακή, σε άλλες πηγές: δημοσιογραφικές, συνδικαλιστικές, του ΚΚΙ-PCI ή ποινικές.Εάν η επιλογή αυτή μπορεί να φανεί περιοριστική από ιστορική άποψη – γιατί πιστεύουμε ότι η ιστορία πρέπει να ανακατασκευαστεί συνθέτοντας και φωτίζοντας την εξεταζόμενη περίοδο μέσα από την αναμέτρηση και αντιπαραβολή διαφορετικών απόψεων – σε αυτό το βιβλίο αντιθέτως είμαστε περήφανα αγκυροβολημένοι στο να διαλέγουμε πλευρά, στην ιδέα ότι μια ουδέτερη ή ειρηνοποιημένη ιστορία δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει, δεδομένου ότι, ακόμη και με άλλες μορφές, εξακολουθούμε να ήμαστε βυθισμένοι σε εκείνη την κοινωνική σχέση και σε εκείνο το δίλημμα που δεν καταφέραμε να μηδενίσουμε. Απ’ τη στιγμή που πρόκειται για μια κοινωνική και εξουσιαστική σχέση, η αλήθεια μπορεί να θεωρηθεί μόνο από την οπτική γωνία του εκμεταλλευόμενου που μπορεί να της επιτεθεί από τη θέση του, προσπαθώντας να την διαρρήξει επιλύοντας προς όφελός του. «Σκεπτόμενοι με τα χέρια» θα έπρεπε να είναι ο τίτλος του βιβλίου.

Αλλά γιατί ο Donato, αντίθετα από άλλους μάρτυρες και αγωνιστές της εποχής, μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του να σταματήσει, σε απόσταση 40 ετών, σε αυτή τη «γωνία» χωρίς να μοιάζει ή να είναι ένας νοσταλγικός; Νομίζουμε ότι μπορεί να το κάνει γιατί η εμπειρία των Πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο έχει πολλά να διδάξει και να παραδώσει στην εποχή μας. Πρόκειται για μια ιστορία που από πολλές απόψεις έχει προκαταλάβει τη δική μας. Σκεφτείτε την επικράτεια. Οι Collettivi Politici Veneti σκέφτηκαν το έδαφος-την επικράτεια όχι μόνο ως τόπο όπου δημιουργείται και ενισχύεται το κεφάλαιο – και αυτό συμβαίνει σήμερα – αλλά το έχουν επινοήσει κυριολεκτικά ως τόπο της σύγκρουσης και της παραγωγής ανταγωνιστικής υποκειμενικότητας. Και όντως μόνο επειδή συνδέονταν με την επικράτεια αυτά τα αυτόνομα άτομα μπορούσαν να ασκήσουν ένα στυλ αγωνιστικότητας-μαχητικότητας που περιελάμβανε μια μέση χρήση της βίας: δεν την απέκλειες εκ των προτέρων, αλλά δεν έκανες αυτής ούτε ένα φετίχ εξυψώνοντας την ως το υψηλότερο επίπεδο της επαναστατικής υποκειμενικότητας. Το πρόγραμμα παρέμβασης στην επικράτεια την εξέταζε μέσα στην εμπειρία της μαζικής παρανομίας και μέσα σε μια πραγματική άσκηση αντιεξουσίας, με λίγα λόγια, έπρεπε να έχει ρίζες μέσα στις δομές που κατάφερνες να δημιουργήσεις σε απελευθερωμένους χώρους όπου δημιουργούσες πραγματική αυτοαξιοποίηση και ενίσχυση.

Ένα καλό παράδειγμα ιστορικής ανασυγκρότησης, λέγαμε. Είναι αλήθεια, επειδή η άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή αυτής της εργασίας είναι ότι, περισσότερο από μια άσκηση μετά προβληματισμού – είτε πρόκειται για κριτική είτε για αξίωση – έχει αντιθέτως την φρεσκάδα της ιστορίας που χτίζεται στιγμή προς στιγμή. Στην ουσία η παλιά παροιμία «πρώτα οι αγώνες, μετά η θεωρία» ισχύει και στην περίπτωση του Collettivo vicentino. Με την ανάγνωση αυτών των εγγράφων και αυτής της ανασυγκρότησης βυθιζόμαστε στο συγκεκριμένο των αποφάσεων και των συμπεριφορών που δίδονταν στιγμή προς στιγμή τόσο σε σχέση με τον τόπο όπου ζούσες και με την παρέμβαση που μέρα με την μέρα έκαμες, όσο σε σχέση με αυτό που συνέβαινε στην Ιταλία εκείνη την εποχή, δηλαδή τα τρέχοντα κινήματα αναδιάρθρωσης, τις προσπάθειες να τραβηχτείς έξω από την καπιταλιστική κυριαρχία και το έργο μεγάλων τμημάτων του προλεταριάτου, τη σκληρή και έγκαιρη αντιπαράθεση με τις άλλες οργανώσεις τόσο από την πλευρά του ένοπλου αγώνα όσο και από εκείνη των άλλων οργανώσεων της Autonomia operaia.

Ξαφνικά, μας λέει ο Ντονάτο, αυτά τα παιδιά – μερικά από αυτά νεότατα – δεν στέκονται πλέον στην πειθαρχία. Έτσι οι δύο μεγάλοι οργανισμοί ομαλοποίησης και κοινωνικής αναπαραγωγής, το σχολείο και το εργοστάσιο, αρχίζουν να αδειάζουν και να ανατρέπονται. Αυτά τα παιδιά δεν είναι πλέον διαθέσιμα να μπουν στο εργοστάσιο όπως οι πατεράδες τους που είχαν αγωνιστεί μέσα στο εργοστάσιο και εναντίον του εργοστασίου, παρά την ύπαρξη σχέσης με τους πατεράδες τους. Ο Donato ανοικοδομεί πολύ καλά την ιστορία που προηγήθηκε της γέννησης των Collettivi, την παρουσία της Lotta Continua, την μεγάλη αγκαλιά των συνδικάτων, επιστρέφοντας πίσω μέχρι τις κληρονομιές της Αντίστασης.

Έτσι, χάρη στους «αυτόνομους», η περιοχή του alto vicentino παύει να είναι ο κοιτώνας στη σκιά των εκκλησιών του παραδοσιακού Βένετο.Ο τόπος αλλάζει εικόνα και γίνεται ένας χώρος όπου γεννιούνται επιθυμίες και ασκείται μια διαφορετική πρακτική-ζωή, γνωρίζουν ο ένας τον άλλον και δημιουργούνται δεσμοί αλληλεγγύης που θα αντισταθούν στη συνέχεια και σε μια σκληρή καταστολή.

Εδώ γεννιούνται οι «κοινωνικές Ομάδες», όπου η στράτευση είναι φιλία και η φιλία είναι μαχητικότητα-στράτευση. Δεν γίνεται να δουλεύεις οκτώ ώρες στο εργοστάσιο, να κοιμάσαι για άλλες οκτώ και για το χρόνο που σου απομένει να μένεις με την οικογένειά σου ή να κάνεις τον αγωνιστή. Για όλες τις 24 ώρες της ημέρας σου είσαι ένας αγωνιστής, και όχι από καθήκον, αντίθετα, επειδή καμιά στιγμή στη ζωή σου δεν μπορεί να είναι δίχως νόημα, διότι σε ολόκληρη τη ζωή σου χτίζεις νέες και κομμουνιστικές σχέσεις. Υπάρχει πολλή θυμωμένη χαρά ή πολλή χαρούμενη οργή στη ζωή αυτών των νεαρών παιδιών, σε αυτές τις περιφέρειες που αντί να είναι ο τόπος της αναπαραγωγής μιας ζωής πουλημένης στο εργοστάσιο, έχουν γίνει τόποι επανα-γνωριμίας, όπου παίρνουν εκείνο που θέλουν, για να έχουν μια ζωή που αξίζει να την ζουν. Είναι η πρώτη γενιά που επέλεξε όλα τα μέσα για να αποφύγει την δουλειά στο εργοστάσιο στην οποία είχαν αλυσοδεθεί οι πατεράδες τους, η πρώτη που έδειξε ότι ήταν κομμουνίστρια χωρίς να περάσει από το εργοστάσιο.

Ο Tinto Brass, ο σκηνοθέτης που στη συνέχεια θα οικοδομήσει την καριέρα του σε ερωτικές ταινίες – την πιο αναλώσιμη μορφή της επιθυμίας – γυρνά μια νόστιμη ταινία το 1963 – Αυτός που εργάζεται είναι χαμένος – που καταγράφει πλήρως την αύρα του καιρού εκείνου. Ο Bonifacio, ο νεαρός πρωταγωνιστής, πρόκειται να προσληφθεί στο εργοστάσιο, περιπλανιέται με την φαντασία του στη Βενετία επειδή δεν έχει καμία όρεξη να ξεκινήσει. Δεν είναι όπως οι φίλοι του στο PCI που πιστεύουν περισσότερο στις θαυματουργικές αρετές της εργασίας, γι αυτόν το να δουλεύει είναι απλώς μια εναλλακτική λύση στη φυλακή ή σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα: μια δουλειά όχι για την δουλειά αλλά για πενταροδεκάρες. Αξίζει περισσότερο να «ληστεύει τις τράπεζες, τουλάχιστον αυτά είναι χρήματα για τα χρήματα». Από την άλλη πλευρά και στην πύλη του Άουσβιτς ήταν γραμμένο πως η εργασία καθιστά ελεύθερους!

Τα ίδια πράγματα θα πει και ο Felice Maniero στον οποίο πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε την ειλικρίνεια της αυτο-αφήγησης: γιατί έγινες ένας ληστής; Επειδή πήγα στην τρίτη των μεσαίων τάξεων και δεν ήθελα να κάνω 40 χρόνια στο εργοστάσιο.

Αυτοί οι χαλαροί νεαροί και γεμάτοι επιθυμία, όπως χιλιάδες και χιλιάδες άλλοι νέοι σε όλη την Ιταλία, αρνήθηκαν συλλογικά την εργοστασιακή εργασία. Καλύτερα να πιάσουν το τουφέκι, σκεπτόμενοι και προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να κάνουν πραγματική την απόσπαση τους από την εργασία. Κατά βάθος το νόημα αυτής της ιστορίας είναι ακριβώς αυτό. Αλλά υπάρχει μια άλλη πτυχή της που αξίζει προσοχή, η οποία μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την κεντρική θέση που ανέλαβε η περιοχή-il territorio στην πολιτική πρακτική του vicentino τμήματος των Collettivi veneti: καμία μιλιταριστική απόκλιση και καμία μάστιγα μετάνοιας-μεταμέλειας.

Επειδή τα σύνορα της «στενής πόρτας» της πολιτικής δολοφονίας δεν τα πέρασαν, αλλά κυρίως επειδή το ρίζωμα στο χώρο- στην περιοχή, οι φιλικές σχέσεις, μια στράτευση- μαχητικότητα που διαμορφώθηκε μέσα στη βαθιά γνώση των τόπων του αγώνα επέτρεψαν μια νοημοσύνη και εξυπνάδα της πολιτικής δράσης – μοναδική περίπτωση – η οποία στη συνέχεια κατάφερε να διασχίσει τον αιώνα φέρνοντας μαζί της την επιθυμία να συνεχίσει να αγωνίζεται παρά ένας μηχανισμός ελέγχου και πραγματικής πρόβλεψης του βενετσιάνικου μοντέλου που έχει γεμίσει τόσο πολύ τα πολιτικά και βιομηχανικά χρονικά.

Το ότι είδαν σωστά, έχοντας εξετάσει το έδαφος-την περιοχή ωστόσο δημιουργεί ένα πρόβλημα. Πώς μπόρεσε να συμβεί το ίδιο έδαφος, η ίδια περιοχή, η ίδια άρνηση της εργασίας, οδήγησαν σε μια απρόσμενη αλλαγή σημείου στον ριζοσπαστισμό της; Με λίγα λόγια, πώς και γιατί παρήχθη ο άνθρωπος της λίγκας; Αυτοί οι τύποι που, αντί να μπαίνουν στο εργοστάσιο αποφάσισαν να πάρουν τα όπλα, πώς έγιναν οι εκμεταλλευτές των εαυτών τους στις μυριάδες των μικρών βιοτεχνιών που έκαναν το θαύμα στα βορειοανατολικά στα τέλη του περασμένου αιώνα; Πώς υπήρξε δυνατό τα ίδια εδάφη που διασχίστηκαν από τις περιπολίες νέων ανθρώπων που δεν ήταν διαθέσιμοι και ήταν ενοχλητικοί, έγιναν οι τόποι της ταυτότητας της λίγκας; Και ακόμη: πως εκείνη η παραγωγή της υποκειμενικότητας, ένας πολλαπλασιαστής της ελευθερίας και της επινόησης, έχει γεννήσει το τέρας της αυτοαναφορικότητας και του αποκλεισμού, με μια λέξη την απόλυτη εχθρότητα απέναντι στον άλλο και την πλήρη ταυτοποίηση με την εργασία;

Προφανώς η απάντηση δεν μπορεί να είναι αυτή που θα μπορούσε να προτείνει το τέλος της παρτίδας, έστω και αθόρυβα. Είναι αλήθεια, τα παιδιά μας την είδαν άσχημα μετά την 11η απριλίου 1979. Ο Ντονάτο μας μιλά για την αστυνομική και δικαστική καταστολή που συντονίστηκε από τον στρατηγό του καραμπινιέρων Dalla Chiesa και από τον εισαγγελέα Rende. Μια διήγηση, και εδώ, χωρίς μουτζούρες. Σαν να λέμε: είμαστε σε πόλεμο και είναι λογικό να απαντήσει ο εχθρός. Οι έρευνες στο σπίτι, τα σημεία ελέγχου, οι αυθαίρετες κρατήσεις, οι συλλήψεις και οι καταδίκες ήταν μέρος του παιχνιδιού και εμείς το λάβαμε υπόψη και με αυτή τη λογική και ο μικρός ανθρωπάκος που κατουρά, ο Calogero, αποκτά μια δική του αξιοπρέπεια, ένα νόημα.

Αλλά τότε φτάνουν οι νεκροί, με τον πιο απροσδόκητο και σκληρό τρόπο και ούτε καν από τα χέρια του Κράτους, τουλάχιστον άμεσα. Αλλά σε αυτό το σημείο η διήγηση τελειώνει. Ο Ντονάτο καταθέτει το ρόλο του ιστορικού για να φορέσει εκείνο του συντρόφου και του τραυματισμένου φίλου στα βαθύτερα συναισθήματα. Μας υπενθύμισε το πρόσωπο του ελληνικού χορού που συχνά έκρυβε ένα μυστικό στην καρδιά του. Η αποκάλυψή του, καθιστούσε δυνατή τη λύση της τραγωδίας. Υπό το πρίσμα εκείνων των θανάτων, η ιστορία του Collettivo vicentino μας φαίνεται επίσης τραγική: ένα είδος διαδρομής από την αθωότητα στην ενοχή «στην οποία η τραγωδία εμφανίζεται ως η ενοχή του δικαίου [και] η κωμωδία ως η δικαίωση του ενόχου[1]. Ναι, η κωμωδία. Ακριβώς αυτή που ξεκίνησε στην Ιταλία από τη νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση, προάγγελος η 7η απριλίου του Calogero και η 8η σεπτεμβρίου του Cesare Romiti. Μέσα εκεί θα πρέπει να αναζητήσουμε τις απαντήσεις στις ερωτήσεις μας. Αλλά αυτή είναι αληθινά μια άλλη ιστορία.

[1] G. Agamben, Categorie italiane. Studi di poetica, Marsilio, Venezia 1996, p. 12.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Donato Tagliapietra
Gli autonomi
L’autonomia operaia vicentina.
Dalla rivolta di Valdagno alla repressione

pp 256
2019
€ 19,00
Derive Approdi

 

 

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

DONATO TAGLIAPIETRA

(1954) εμπορεύεται αντίκες. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 ήταν μέλος των Πολιτικών Συλλογικοτήτων του Βένετο. Το 1980, μετά από ένα χρόνο και μισό στην παρανομία, [φυγόδικος] συνελήφθη και εξέτισε τρία χρόνια φυλάκισης. Το 2007 συνέβαλε στο χτίσιμο του κινήματος «No Dal Molin», ενάντια στη νέα αμερικανική στρατιωτική βάση. Στα επόμενα χρόνια συνθέτει εκ νέου το αρχείο των στρατευμένων υλικών που είχαν διασπαρεί από την καταστολή και εργάζεται για την γραφή αυτού του βιβλίου.

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

“Εκτός προγράμματος” από την σελίδα facebook του Davide Grasso

 

Τη Δευτέρα το πρωί στο δικαστήριο είχαμε το εκτός προγράμματος του εισαγγελέα Paolo Borgna ο οποίος παρενέβη για λογαριασμό της εισαγγελίας, στην αρχή της ακρόασης, για να καταθέσει την αλληλεγγύη ολόκληρης της εισαγγελικής υπηρεσίας στην εισαγγελέα Emanuela Pedrotta και το αίτημα της για Ειδική Επιτήρηση  #SorveglianzaSpeciale για εμένα και τους Eddi, Paolo, Jak και Jacopo.

Η παρέμβαση του, μάλλον μέτρια-χαμηλών τόνων, φαινόταν να βάζει τα χέρια μπροστά σε μια κατάσταση – αυτή μιας υπερ-πολιτικοποιημένης εισαγγελίας από 10 χρόνια αντι-# NoTAV ερευνών – που τώρα πλέον έχει σαφώς ξεφύγει από τον έλεγχο, και της οποίας η La Pedrotta είναι το πιο βρωμερό παράδειγμα.

Ωστόσο ο εισαγγελέας τόνισε πάνω απ’ όλα ότι το γραφείο του δεν έχει ξεκινήσει μια «φασιστική δίκη», όπως ειπώθηκε στις εφημερίδες. Ο Borgna, απευθυνόμενος στην υπεράσπιση, υπογράμμισε ότι όταν εφαρμόζονταν η ειδική Επιτήρηση κατά τη φασιστική εποχή ο εισαγγελέας κάθονταν δίπλα στον δικαστή, και οι δικηγόροι κάθονταν χαμηλά μπροστά, ένα σκαλάκι πιο κάτω, για να υπογραμμίζεται η κατωτερότητα του πολίτη απέναντι στο κράτος.

“Σήμερα, παρά την ποικιλία των απόψεων, η δίωξη και η υπεράσπιση, εμείς και εσείς, κάθονται στο ίδιο επίπεδο, μπροστά σε μια ομάδα δικαστών που κάθεται επάνω και μπροστά μας”.

Ευχαριστούμε, dott. Borgna.

Σας ευχαριστώ που μας υπενθυμίζετε ότι το 1945 υπήρξε μια μερική αλλά σημαντική βελτίωση όσον αφορά τις καταπιεστικές ικανότητες του ιταλικού κράτους. Χρειαζόμασταν μια φιγούρα αυτού του μεγέθους για να μας το υπενθυμίζει.

Σας ευχαριστούμε λοιπόν που συμφωνήσατε να καθίσετε – φαινομενικά – στο δικό μας επίπεδο, αν και πολλοί μπορεί να έχουν κάτι να αντιλέγουν, στο #Torino και αλλού, σχετικά με το γεγονός ότι αυτό το φιλελεύθερο σενάριο είναι συνήθως ικανό, στο δικαστήριο, να μεταφέρει μια τέτοια μορφή κατά μια κάποια ουσία.

Αυτούς τους μήνες ο dott. Carlo Ambra, της αντιτρομοκρατικής #Digos του Torino, έχει αντιγράψει και επισυνάψει όλες τις δικές μου αναρτήσεις fb που θεωρεί «πολιτικά ενδιαφέρουσες» , του Jacopo Bindi και του Paolo Andolina, δηλαδή το μεγάλο μέρος, στέλνοντας τες δουλικά στα γραφεία της εισαγγελίας του Borgna

Ο ίδιος καθόταν δίπλα στην dott.ssa Pedrotta τη δευτέρα, ενώ η τελευταία διάβαζε αποσπάσματα από τις συνεντεύξεις μας, τα άρθρα μας και τα βιβλία μας αυτών των χρόνων, επικαλούμενη τις απόψεις μας για τον καπιταλισμό ή την τρέχουσα κοινωνία και παρουσιάζοντες τες σαν προγνωστικές ενδείξεις για την επικινδυνότητα μας , της «τάσης μας προς τη βία» (που καταδεικνύεται σύμφωνα με την Pedrotta και από τη συμμετοχή μας στον πόλεμο ενάντια στο #Isis) και της μελλοντικής μας χρήσης των όπλων.

Θα βρίσκεστε κάτω από τον δικαστή (χάρη στο αίμα των παρτιζάνων), αλλά η νοοτροπία είναι πάντα εκείνη της ιεράς εξέτασης, χωρίς καν να χρειάζεται να ενοχλείτε το φασισμό. Και αυτό είναι ένα γεγονός.

Όπως είναι γεγονός ότι το πολιτικό φαινόμενο μέσα στο οποίο έχουν συστηματοποιηθεί και εισαχθεί τα προληπτικά μέτρα σε οργανική μορφή είναι ο φασισμός του Μουσολίνι, είτε σας αρέσει είτε όχι. Αυτό είναι κοινή γνώση. Είναι μάλλον σοβαρό ότι κατά την δημοκρατική εποχή αυτοί οι αυταρχικοί κανόνες, μέσω των εν μέρει μεταρρυθμίσεων που αναφέρει ο Borgna με γελοία υπερηφάνεια, προσαρμόστηκαν στις εποχές και διατηρήθηκαν.

Διότι αν είναι αλήθεια ότι εμείς οι πέντε και ο Luisi στη Σαρδηνία μπορούμε να επωφεληθούμε από ένα ευρύτερο δικαίωμα υπεράσπισης από τους αντιφασίστες αντιφρονούντες της δεκαετίας του ’30, παραμένει γεγονός ότι εάν εφαρμοστεί το μέτρο αυτό θα είναι χωρίς κατηγορίες, χωρίς αδίκημα και χωρίς δίκη, καθώς και χωρίς άλλες αποφάσεις αλλά με διάταγμα. Και παραμένουν οι σκανδαλώδεις περιορισμοί των ελευθεριών μας και των πολιτικών μας δικαιωμάτων, ξεκινώντας από εκείνο της συνάντησης και εκείνο της έκφρασης, τους οποίους ο Borgna και οι συν αυτώ, και όχι άλλοι, ζήτησαν.

Και αυτό το αίτημα είναι φασιστικό στην προϋπόθεση της δυνατότητας και αυταρχικό στην ουσία του. Με όλο τον σεβασμό προς τους υποκριτές που δίνουν αέρα στους πνεύμονες ακόμη και όταν το πλαίσιο η συγκυρία και οι περιστάσεις θα συμβούλευαν την αρετή της σιωπής.

 

https://agirebablisoke.wordpress.com/2019/03/28/fuori-programma-dalla-pagina-facebook-di-davide-grasso/?wref=pil

διεθνισμός, internazionalismo

Τιμή στον Lorenzo Orsetti, μαχητή Ypg

του Davide Grasso

Αυτή τη στιγμή όλοι μιλάνε για τον Lorenzo Orsetti, όνομα μάχης Tekosher Piling, γνωστό στο Facebook ως Orso Dellatullo. Ο Orso ήταν ιταλός μαχητής των Μονάδων λαϊκής προστασίας (YPG) πλαισιωμένες στις δημοκρατικές συριακές Δυνάμεις (Sdf). Ο heval μας, ο φίλος μας, έπεσε σε μια μάχη στην περιοχή της Baghuz, στη Συρία, όπου οι Ypg αντιστέκονται στις τελευταίες αντιστάσεις του αυτοαποκαλούμενου «ισλαμικού Κράτους» (Isis]. Μπροστά σε ένα παράδειγμα θάρρους και γενναιοδωρίας όπως το δικό του, που ενσαρκώνεται από την πράξη του μαρτυρίου και φωτίζεται από το τελευταίο του μήνυμα, όλοι, ακόμη και σε μια ιστορική στιγμή όπου η κοινωνική εκτίμηση για τις συλλογικές αξίες βρίσκεται στο ελάχιστο, σταμάτησαν για μια στιγμή και ένιωσαν μια αίσθηση θαυμασμού για το υπερήφανο, καθαρό και επαναστατικό βλέμμα του Tekosher. Τα ίδια εθνικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, συνήθως περισσότερο απρόθυμα να εκτιμήσουν φιγούρες όπως η δική του, δεν θέλησαν ή κατάφεραν να αποφύγουν την αποδοχή της αξίας του στις σελίδες εφημερίδων ή σε ρεπορτάζ στην TV.

Σε πολλές εκφράσεις συμπάθειας ή θαυμασμού για τον Lorenzo, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στα θεσμικά όργανα, είναι σαν να εμφανίζεται, ωστόσο, κάποια αμηχανία, η οποία μάλλον προορίζεται να αυξηθεί. Γιατί; Ο Lorenzo έκανε κάτι που, αν και ευγενές, σύμφωνα με την πολιτική και τα επικοινωνιακά της παραρτήματα δεν έπρεπε να γίνει. Για παράδειγμα, πολλά τηλεοπτικά δίκτυα ισχυρίστηκαν ότι, προκειμένου να πάει να πολεμήσει το Isis, ο Lorenzo «παραβίασε» και «αμφισβήτησε» τους νόμους του ιταλικού κράτους, αν και αυτό δεν ισχύει. O Lorenzo δεν έχει παραβιάσει κανέναν ιταλικό ή διεθνή νόμο, καθώς δεν υπάρχει κανένας κανόνας που να απαγορεύει τη συμμετοχή σε μια ξένη σύγκρουση, εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις: οι νόμοι, για παράδειγμα, απαγορεύουν την προσχώρηση σε οργανώσεις που θεωρούνται τρομοκρατικές, στο εξωτερικό όπως στην Ιταλία . Ωστόσο, οι YPG, με τις οποίες μάχονταν ο Tekosher, δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων που συνέταξαν η Ιταλία, η Ευρωπαϊκή Ένωση ή το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Γιατί, λοιπόν, τα ΜΜΕ επιμένουν σε μια διαφορετική εκδοχή των γεγονότων, αν και ψευδή;

H προφανής νομική δυσφήμηση της επιλογής του κρύβει την πραγματική, η οποία είναι πολιτική. Ο Lorenzo ενήργησε στο υψηλότερο επίπεδο: εκείνο της μετατροπής της πραγματικότητας, της επαναστατικής αλλαγής, και το έκανε χωρίς να πλαισιώνεται σε κάποια θεσμική δομή της χώρας του: αυτό που το κράτος, στο σημερινό ιστορικό πλαίσιο και συγκυρία, φαίνεται ότι δεν μπορεί να αντέξει, να ανεχθεί. Είναι αλήθεια ότι οι δημοκρατικές δυνάμεις της Συρίας, στις οποίες συμμετέχει το YPG, είναι σύμμαχοι της Ιταλίας στον πόλεμο εναντίον της ISIS, μέσω της Συνδυασμένης Κοινής Δύναμης, Combined Joint Task Force, που δημιουργήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη διεθνή αποστολή Inherent Resolve, η οποία αποσκοπεί στην καταστροφή του χαλιφάτου. Παρόλα αυτά οι Ypg, οι οποίες κατέχουν τη διοίκηση των SDF, δεν εξαρτώνται, ούτε δέχονται εντολές, από το διεθνή Συνασπισμό. O Sheid Tekosher – «ο μάρτυρας Tekosher»: όρος που πρέπει να γίνει κατανοητός εδώ με μια αυστηρά πολιτική έννοια – κινούνταν κάτω από μια εντελώς επαναστατική διοίκηση, εντελώς έξω από τον έλεγχο οποιουδήποτε κράτους.

Η σχέση των διοικήσεων του με το ΝΑΤΟ ήταν συνεργασίας στην επαρχία της Deir El Zor, κατά του ISIS, αλλά και εχθρότητας και πολεμική, εν προκειμένω κατά του φιλοτζιχαντιστικού τουρκικού στρατού (που είναι μέρος του ΝΑΤΟ), στην Αφρίν, στην διάρκεια της τουρκικής επίθεσης στην πόλη (μια επίθεση, εκείνη ναι, χωρίς οποιαδήποτε διεθνή νομιμότητα, σε πλήρη παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας της Συρίας). Ο Lorenzo, έστω και εντός των ορίων του νόμου, έχει κινηθεί εκτός των πολιτικών προσδοκιών των κυβερνώντων στη χώρα του. Αυτή η «πολιτική παρατυπία» του Tekosher είναι, πιστεύω, έκφραση μιας πολύ πιο βαθιάς «παρατυπίας»: μια ηθική παρατυπία, η οποία προκύπτει σαφώς από την επιστολή του. Όπως εκφράστηκε στο λογαριασμό του, την ημέρα μετά το μαρτύριο του, ο ανθρωπολόγος Roberto Beneduce, το ηθικό στοιχείο που εντυπωσιάζει στον Lorenzo συνίσταται στην επιλογή να εισέλθει με ορμή στην παγκόσμια πολιτική κατάσταση «απελευθερώνοντας το πεδίο» από μια ολόκληρη σειρά πολιτικά και γεωπολιτικά φορτία που ο κάτοικος του πλανήτη, σήμερα, κληρονομεί από την ιστορία και αισθάνεται να πιέζει στους ώμους του.

Το έκανε στο Κουρδιστάν, πρόσθεσε ο Beneduce, επειδή αυτό το τελευταίο, σε έναν φαινομενικά μπλοκαρισμένο κόσμο, είναι σήμερα ο «χώρος του δυνατού, του εφικτού». Για να εισέλθει ορμητικά μέσα σε αυτό τον χώρο ο Lorenzo έθεσε υπό αμφισβήτηση πολύ περισσότερα από τις προσδοκίες του κράτους απέναντι του. Τα έσπασε με πολύ περισσότερα.

Το πρώτο βάρος από το οποίο απελευθερώθηκε ο Lorenzo είναι το πιο ισχυρό του αιώνα. Έχει αντιταχθεί στην καλοσύνη, στην ευγένεια ή την αναγκαιότητα του καπιταλισμού ως πρότυπο πολιτισμού, και στη διάσημη προϋπόθεση ότι ένας τρόπος εργασίας, δράσης και συνεργασίας εναλλακτικός δεν μπορεί να υποτεθεί, πόσο μάλλον να τεθεί σε εφαρμογή. Ο Lorenzo ήταν αηδιασμένος από το σύστημα εκμετάλλευσης στον κόσμο του εστιατορίου στον οποίο εργάστηκε στη Φλωρεντία και, γενικά, από την ιταλική αγορά εργασίας με τα χαρακτηριστικά της αγριότητας και της αναλγησίας της: αποδοχή απαράδεκτων χρονοδιαγραμμάτων και απάνθρωπης κούρασης, ανταγωνισμός όλων ενάντια σε όλους, περιφρόνηση και αδιαφορία για τους άλλους στο όνομα του κέρδους, εξόντωση κάθε αυτόνομου χώρου ζωής στο όνομα του δόγματος της αναγκαίας και απόλυτης σχέσης μεταξύ της ανθρώπινης αξίας και της εργατικής απόδοσης. Υψώνοντας γαλήνια το μεσαίο δάχτυλο στο πρόσωπο όλου αυτού πήρε αεροπλάνο και πήγε εκεί όπου η επανάσταση των γυναικών και των κοινοτήτων, το 2017, είχε ήδη χτίσει, σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας και στην κοινοτιστική-κομουνιστική ζωή των Ypg, ένα μοντέλο μοιράσματος ριζοσπαστικό, εξελικτικής ακύρωσης των προνομίων και οικοδόμησης μορφών συνεργατισμού που προσανατολίζονται προς τη συνεργασία περισσότερο παρά στον παρασιτισμό και την εκμετάλλευση.

Για να κάνει αυτό ο Lorenzo πήρε τα όπλα. Αποδέχτηκε να προστατεύσει τον εαυτό του και τους πολίτες που εφάρμοζαν αυτές τις αλλαγές, τις γυναίκες που επέβαλαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο τους, τα παιδιά που σπούδαζαν μέσα σε ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα. Ενεργώντας στο πλαίσιο ενός επαναστατικού κινήματος διέρρηξε μια ακόμη παγίδα, αμφισβήτησε μια άλλη δοξασία: εκείνη σύμφωνα με την οποία τα καθήκοντα συλλογικής προστασίας πρέπει να ανήκουν αποκλειστικά στα κράτη, ή σε παράνομες μορφές παρα-κρατικές, πάντα βασισμένες στην ταξική διαίρεση. Κάνοντας αυτό, αντιτάχθηκε επίσης στην αρχή σύμφωνα με την οποία η χρήση βίας είναι πάντα λαθεμένη. Ο αγώνας αυτού του Αγωνιστή υπενθύμισε σε όλους ότι η μη άσκηση βίας στην Αφρίν, στο Deir El Zor ή στη Baghuz θα σήμαινε να αφήσει ατιμώρητα τον πληθυσμό στα χέρια εκείνων που θα τον καταδίκαζαν (και στην Afrin, δεδομένης της ήττας, αυτό συνέβη) σε ένα πεπρωμένο όπου η βία γίνεται μια όχι πικρή εξαίρεση αλλά απαραίτητη, ένας ακρογωνιαίος λίθος ενός συστήματος κυριαρχίας. Ποια ηθική, ο Lorenzo πρέπει να ρώτησε τον εαυτό του, θα είχαν εκείνοι που απέφυγαν να βοηθήσουν όσους την χρειάζονταν αυτή την βοήθεια για να προστατεύσουν τις ιδιοτροπίες της αυτο-εκπροσώπησης τους, εξωτερικής ή εσωτερικής;

Δεν είναι αρκετό. Ο Sheid Tekosher δεν δίστασε να αγωνιστεί ενάντια στα τουρκικά drones που είχαν δοκιμαστεί στην Ουάσινγκτον και τα οποία στόχευαν τους πολίτες της Afrin, αλλά δεν δίστασε επίσης να προχωρήσει στην έρημο με την υποστήριξη της αμερικανικής αεροπορίας. Δεν πίστευε ότι μια συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν απαραίτητα λανθασμένη, και ως εκ τούτου, ούτε πως οποιαδήποτε ενέργεια που προωθούνταν από τα καπιταλιστικά κράτη έπρεπε να μποϋκοτάρεται για λόγους αρχής. Έδειξε μια πνευματική ευελιξία σπάνια στους αριστερούς αγωνιστές και έθεσε πάνω απ
όλα τόσο τις πραγματικές ανησυχίες για τους ανθρώπους όσο και τις στρατηγικές ανάγκες της επανάστασης – που θεωρείται ως μια πραγματική αλλαγή, ως «χώρος του δυνατού-του εφικτού», και όχι ως ένα φανταστικό φετίχ , αξιολύπητο και άχρηστο. Υπάρχουν κι άλλα, περισσότερα. Κινούμενος, ως αναρχικός, μέσα σε έναν αυστηρά πειθαρχημένο στρατό, αν και στερημένο βαθμών και διακριτικών, και αποδεχόμενος σαφείς και αναγνωρίσιμες γραμμές διοίκησης, έδειξε ότι αποδίδει αξία στην ιδέα στο βαθμό που αυτή παρουσιάζεται ικανή να επιβάλει τα δικαιώματά της επί της πραγματικότητας.

Ως λευκός, ευρωπαίος, γιος μιας αποικιοκρατικής ηπείρου, που έπεσε στον αγώνα μαζί με σύριους σε μια συριακή επανάσταση, έδειξε ότι δεν είναι όλοι οι ευρωπαίοι, οι λευκοί, οι ιταλοί αναγκαστικά κινούμενοι από την επιθυμία για υποδούλωση άλλων λαών ή από μια απροκάλυπτη περιφρόνηση απέναντι τους. Ως αγωνιστής μιας κουρδικής οργάνωσης σε μια κατ ‘εξοχήν αραβική χώρα έδειξε ότι για να νικηθεί ο ισλαμισμός και οι συνέπειές του, ή για να αποκατασταθεί η ειρήνη στη Συρία, δεν είναι απαραίτητο να υποταχθεί κάποιος στο μύθο της ανωτερότητας μιας ηγεμονικής εθνικής ταυτότητας, όσο κι αν είναι πλειοψηφική σε γλωσσικό και θεσμικό επίπεδο στην ιστορία της repubblica. Ως μαχητής των δημοκρατικών συριακών Δυνάμεων, ο οποίος έπεσε στο πλευρό των αράβων rafiq  («συντρόφων») του έδειξε ότι οι πολιτικοποιημένοι επαναστάτες όπως ο ίδιος, σε αντίθεση με τους απλούς εξεγερμένους ή τους απλούς μαχητές, δεν υποκύπτουν στον πειρασμό να ερωτευτούν ένα έθνος μεταξύ άλλων, όσο καταπιεσμένο κι αν είναι, επειδή η συνύπαρξη είναι απαραίτητη και ο πλουραλισμός είναι υποχρεωτική επιλογή για μια άξια κοινωνική ζωή.

Ως μαχητής ενάντια στον φονταμενταλισμό έδειξε ότι η υψηλότερη ηθική αίσθηση προκύπτει με ευκολία εκεί όπου η απουσία πίστης σε έναν Θεό δονείται, και επικρατεί η ανησυχία για μια δικαιοσύνη και μια ισότητα που είναι αναθεματισμένα γήινα αγαθά για εμάς τους θνητούς, σε αυτό τον μικρό πλανήτη όπου ακόμα οι Αγωνιστές σαν αυτόν δεν υποβάλλονται, παρά τα βάσανα του ανθρώπινου πεπερασμένου, σε μια φερόμενη-υποτιθέμενη Αποκάλυψη. Χωρίς Θεό, αποστάτης άπιστος ο οποίος πήρε τα όπλα μαζί με χιλιάδες πιστούς χριστιανούς, μουσουλμάνους και γιεζίντι, σε μια χώρα όπου το θρησκευτικό συναίσθημα ξεχειλίζει, έδειξε ότι η μη επιβολή θρησκείας δεν σημαίνει ότι δεν ασκείται ο σεβασμός στα διαφορετικά μονοπάτια ζωής από τη δική του – αντιθέτως μάλιστα. Δυτικός επαναστάτης που βρήκε την πλήρη πραγμάτωση του σε μια ανατολική επανάσταση, δεν υπέκυψε στον εξωτισμό, διαψεύδοντας ταυτόχρονα το δόγμα σύμφωνα με το οποίο η κατανόηση του κόσμου σε αυτή την εποχή πρέπει να προσανατολίζεται σύμφωνα με τις κατευθύνσεις μιας δυαδικής αντιπαράθεσης μεταξύ «κουλτούρας» και «πολιτισμού» που θεωρείται αναπόφευκτη ή απαραίτητη.

Αλλά το δόγμα, η παγίδα ή το φορτίο που έσπασε ο Tekosher με τον πιο ιλιγγιώδη τρόπο είναι το πιο δύσκολο να σπάσει για έναν δυτικό και έναν διεθνιστή. Όλοι και όλες μας, που συμμετείχαμε για λίγους μήνες ή χρόνια στην επανάσταση της βόρειας Συρίας, έχουμε με διαφορετικές μορφές και τρόπους αποδεχθεί να θέσουμε τη ζωή μας σε κίνδυνο. Μου φαίνεται, αν μπορώ να εκφράσω μια γνώμη που δεν είναι μόνο η δική μου, ότι ο Tekosher αποδέχτηκε την πιθανότητα του θανάτου με τρόπο που ήταν κάπως διαφορετικός.Αν και δεν τον έψαχνε με κανένα τρόπο, η πιθανότητα του τέλους έγινε αποδεκτή από τον ίδιο με μια ιδιαίτερη γαλήνη, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την αδιαφορία ή την παραίτηση: το αντίθετο. Η Ιταλία στο σύνολό της το γνωρίζει τώρα, διότι έχει μάθει τα γραπτά του λόγια και αυτά που εμπιστεύθηκε, με αυτοειρωνεία και τόλμη, σε μια τηλεκάμερα. Ο κοινός σκοπός τον καθιστούσε ευτυχισμένο. Ήταν ικανοποιημένος από τον αγώνα, και έβρισκε εκπλήρωση σε αυτόν. Ο θάνατος, αν και ανεπανόρθωτος, δεν ήταν ίσως ο χειρότερος όλων των προοπτικών για αυτόν, διότι μαζί με αυτόν και το μήνυμα ενός Αγωνιστή, και όχι ενός ποιητή ή ενός Θεού, θα μπορούσε να έρθει στη Φλωρεντία του, και να κερδίσει για άλλη μια φορά χιλιάδες αιώνες επί της σιωπής.

https://www.carmillaonline.com/2019/03/23/omaggio-a-lorenzo-orsetti-combattente-ypg/

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Σκέψεις και προβληματισμοί, καλοκαίρι 2018 ξανά στο μέτωπο…\

Δεν είμαστε ούτε ήρωες ούτε ανώτεροι από κανέναν, δεν επιδιώκουμε κανένα έπαινο, αισθάνομαι την επανάσταση ως μια πράξη απαραίτητη για να αλλάξουμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι εμείς, ποιος;

Κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποίαν βρισκόμουν στο μέτωπο, στις ατελείωτες μέρες περιμένοντας στον ήλιο κάτω από 50 βαθμούς και έναν εχθρό που δεν έφτανε ποτέ, έγραψα αυτό το κείμενο, μια απάντηση σε μια συντρόφισσα, σε μια φίλη που με είχε ρωτήσει γιατί επέστρεψα στη Συρία.

Ορισμένες σκέψεις που εκείνο το απόγευμα της αναμονής και της πλήξης έγραψα για να απαντήσω στις χίλιες ερωτήσεις που γύριζαν στο κεφάλι μου, εκείνες τις μέρες όταν σε απόσταση μηνών βρέθηκα ξανά στο μέτωπο με ένα όπλο στο χέρι, περιμένοντας τους πολιτοφύλακες του isis οι οποίοι ευτυχώς δεν έφτασαν εκείνο το βράδυ.

Ιούλιος 2018, μήνυμα σε μια φίλη…

Στη Βόρεια Συρία, πολλοί σύντροφοι και συντρόφισσες αποφάσισαν να τινάξουν τη ζωή τους πέρα από το θάνατο, διασχίζοντας τα επαναστατικά μονοπάτια που δυστυχώς δεν γνωρίζουν αν θα καταφέρουν να ολοκληρώσουν.
Πολλές φορές σκέφτεσαι «εγώ αποφάσισα να έρθω εδώ» σαν εμένα εκατοντάδες άλλοι διεθνείς, αντιθέτως πολλοί άλλοι μαχητές του Ypg / Ypj δεν το έχουν επιλέξει, δεν είχαν άλλη εναλλακτική λύση: να θαφτούν από τον πόλεμο και τις αδικίες ή να αγωνιστούν και να αντισταθούν.
Στο τέλος εμείς είμαστε ένας μικρός κόκκος άμμου σε αυτόν τον τεράστιο και καταστροφικό πόλεμο, ένας κόκκος που χρησιμεύει για να υπονομεύσει και να σαμποτάρει το αυταρχικό / πατριαρχικό σύστημα μέσα στο οποίο ζούμε.
Είναι αλήθεια, υπάρχουν και πολλά ερωτήματα που κυκλοφορούν μέσα στο κεφάλι, πολλές φορές αναρωτιέσαι «αξίζει τον κόπο; Γιατί είμαι εδώ; Τι κάνω εδώ; Τι κτίζω; Πολεμώ, το αντιλαμβάνομαι; Εγώ που πάντα μισούσα τον πόλεμο και που αγαπώ τη ζωή.»
“Ποιος είμαι εγώ να επιλέξω αν κάποιος πρέπει να πεθάνει ή όχι; Γιατί μου επιβάλλω ένα όπλο; Θα καταφέρω να βγω από τον πόλεμο;”
Αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα θέτω στον εαυτό μου κάθε μέρα, κάθε στιγμή που μένω μόνος να σκέφτομαι, να κοιτάω τα αστέρια ή όταν φυλάω σκοπιά.
Όταν συλλάβαμε έναν εχθρό, είχε τραυματιστεί από τρεις σφαίρες στο πόδι, ένιωθα λυπημένος γι ‘αυτόν, λυπόμουν που υπέφερε εξαιτίας μας, τελικά εκείνο το μίσος που έχει προς εμάς ίσως το δημιουργήσαμε κι εμείς, με τους πολέμους που διεξάγονται από τα κράτη στα οποία ζούμε, με τον εγωισμό μας και την αποικιοκρατία μας. Αυτή η λύπη όμως μου σήκωσε λιγάκι το ηθικό, με έκανε να καταλάβω ότι δεν ρουφήχτηκα από τη δίψα για εκδίκηση και ότι δεν αισθάνομαι μίσος, αν και ο στρατός του από φανατικούς σκότωσε τους φίλους μου εγώ δεν ήθελα να τον σκοτώσω, δεν είμαι σαν αυτούς, εγώ πολεμώ ενάντια στη δολοφονική νοοτροπία τους, όχι εναντίον της ζωής τους.
Επέλεξα να συμμετάσχω στις YPG αφού είδα εκατοντάδες παιδιά που πηδούσαν επάνω μου ευτυχισμένα, αλλά ταυτόχρονα λυπημένα και κατεστραμμένα από τα βάσανα, για τα παιδιά εκείνα που είχαν εκτοπιστεί και τα οποία βρίσκονταν σε στρατόπεδο προσφύγων στην Τουρκία, που δεν είχαν καν φαγητό να φάνε.
Εγώ στην ηλικία τους έπαιζα στο δρόμο, πήγαινα στο σχολείο, αυτά αντιθέτως βλέπουν θάνατο και καταστροφή γύρω τους, είναι σωστό; Απολύτως όχι, όλα αυτά είναι σίχαμα και αισθάνομαι απέραντη θλίψη, αλλά εδώ στη Συρία και σε όλη τη Μέση Ανατολή, ο πόλεμος είναι καθημερινότητα, σχεδόν φυσιολογική.
Αυτή τη δεύτερη φορά στο YPG, αντίθετα από πέρυσι, μάχομαι μαζί με τους άραβες, έχουν μια τεράστια γενναιοδωρία, είναι ένας λαός που καταστράφηκε από τον πόλεμο, ο οποίος πριν, σε αντίθεση με εμένα ή τα στελέχη του κινήματος, δεν έκανε πολιτική, αυτός ο πόλεμος έχει καταστρέψει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινων ζωών, πολλοί σύντροφοι και συντρόφισσες και πάνω από όλα φίλοι έχουν πεθάνει στην Αφρίν για να υπερασπιστούν ιδέες.                                                                                                                    Αυτό το ιδανικό παρόμοιο με το δικό μου, φτιαγμένο από ισότητα και ελευθερία.

Πολλοί μου είπαν «γιατί μάχεσαι στη Συρία; Δεν είναι ο πόλεμος σου »
Πιστεύω ότι αυτός είναι ο πόλεμος όλων των επαναστατών και των επαναστατριών που αγωνίζονται για την ελευθερία και την ισότητα. Υπάρχουν πολλές αντιφάσεις, μερικές φορές δύσκολες να τις χωνέψουμε, αλλά αγωνιζόμαστε επίσης εναντίον τους, ενάντια σε εκείνες τις αντιφάσεις που δυστυχώς στον πόλεμο, αλλά όχι μόνο, υπάρχουν και πολλές φορές είναι ένα δύσκολο βάρος από το οποίο θα ήθελες να ξεφύγεις και για το οποίο θα ήθελες να είσαι σε άλλη πλευρά, κάπου αλλού.
Στη Συρία υπάρχει μια έντονη αντίθεση ανάμεσα σε δύο συστήματα, εκείνο το καπιταλιστικό και εκείνο το αντικαπιταλιστικό, ένας πόλεμος τόσο σκληρός όσο δεν έβλεπαν εδώ και δεκαετίες, του οποίου το τέλος δεν είναι ακόμα ορατό.
Οι νεκροί θα είναι ακόμα πολλοί, πάρα πολλοί, το ξέρω, θα χάσω άλλους φίλους, θα γεμίσω ακόμη πόνο, ίσως τραυματιστώ ή ακόμα και πεθάνω, άλλες πόλεις θα καταστραφούν, χιλιάδες θα εκτοπιστούν, ο πόλεμος δυστυχώς, ξέρουμε, φέρνει θάνατο και καταστροφή.
Γνωρίζω ότι δεν θα δω τη νίκη, αλλά ούτε και την ήττα. Φυτεύω σπόρους που θα φυτρώσουν μέσα σε δεκαετίες.
Οι επαναστάτες του ισπανικού εμφύλιου πολέμου έλεγαν «πρέπει να κερδίσουμε το συντομότερο δυνατό τον πόλεμο, αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος ο επαναστατικός στόχος να περάσει σε δεύτερο επίπεδο και τους ανθρώπους να ρουφήξει η σπείρα βίας που φέρνει κάθε πόλεμος».
Πιστεύω ότι αυτή η φράση κουβαλάει μεγάλη αλήθεια μέσα της, πρέπει να νικήσουμε τον εχθρό, όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Στην επανάσταση, το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας γίνεται πρώτα στον εαυτό μας, στη συνέχεια στους συντρόφους και μετά στον πληθυσμό, δεν πρέπει να αναρροφηθούμε στη σπείρα της βίας και της εκδίκησης που φέρνει ο πόλεμος.
Εάν δεν καταστρέψουμε την καπιταλιστική και αυταρχική μας νοοτροπία, πώς μπορούμε να έχουμε την απαίτηση να καταστρέψουμε αυτή των άλλων; Εάν δεν βρούμε το κλειδί για να ανοίξουμε την πόρτα μας, δεν μπορούμε να περιμένουμε να βρούμε εκείνο για να ανοίξουμε τις πόρτες των άλλων.Σε αυτή την επανάσταση / πόλεμο διεξάγεται μια ισχυρή προσωπική και συλλογική αυτοκριτική για να προσπαθήσουμε να βελτιώσουμε την επαναστατική μας δράση.
Δεν είμαστε ούτε ήρωες ούτε ανώτεροι από κάποιον, δεν επιδιώκουμε κανένα έπαινο, αισθάνομαι την επανάσταση ως πράξη απαραίτητη για να αλλάξουμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε.
Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι εμείς, ποιος;

Σκέψεις

Όταν μαχόμαστε με τις Ypg, όταν ελευθερώνονται χωριά ή πόλεις δεν έχει σημασία αν πυροβολούμε, αν μαχόμαστε με όπλα ή όχι, πολλές φορές συμβαίνει να απελευθερώνονται τα χωριά ή ακόμη και οι πόλεις χωρίς να πέσει ένας πυροβολισμός, δεν έχει σημασία να πυροβολούμε κλπ. είναι μόνο ένα μέσο αυτοάμυνας, δεν έχουν σημασία οι αριθμοί των σκοτωμένων, ένοπλες συγκρούσεις κ.λπ. Αφήνουμε τους αριθμούς στους κρατικούς στρατούς, αυτό που αξίζει περισσότερο είναι να μπεις σε ένα χωριό, να δεις έναν λαό που απελευθερώνεται από την τυραννία, σε στηρίζει και σου χαμογελά, αυτό είναι που μετρά για την επανάσταση, όχι οι ένοπλες συγκρούσεις που έλαβαν χώρα. Όσο περισσότερο μιλάμε για πόλεμο, για μάχες, για όπλα, τόσο περισσότερο τροφοδοτείται το μίσος. Μια ιδέα φτιαγμένη από ένοπλους ανθρώπους πάντα έτοιμους να πυροβολήσουν, να αποθεώσουν τα όπλα τους, είναι χάλια. Ο πόλεμος είναι ακόμη πιο σκατένιος, γι ‘αυτό είναι απλά ένα μέσο αγώνα και αντίστασης, όχι προπαγάνδας. Μιλάμε για την επανάσταση, τις κοινότητες, την αντίσταση των λαών, πάντα θυμόμαστε τους συντρόφους και τις συντρόφισσες που έπεσαν, για να διασφαλίσουν πως αυτή η επανάσταση θα πάει μπροστά.

 

Ο φόβος, κάτι που νιώθεις μέσα, που έρχεται ξαφνικά, δεν μπορείς να το ξέρεις πριν, το ξέρεις μόνο όταν το νιώθεις. Όλοι φοβόμαστε να πεθάνουμε, να τολμούμε, φοβόμαστε για τον εαυτό μας, για τους άλλους, για εκείνους σαν εσένα που διακινδυνεύεις ή διακινδύνευσες.
Μετά μερικές φορές εξαφανίζεται και εκεί φοβάσαι πως δεν έχεις πλέον φόβο. Υπάρχουν γεγονότα που συχνά οδηγούν μακριά σου τον φόβο, άλλα που αντιθέτως στον αφήνουν για λίγο.
Οι φόβοι εκδιώκονται μόνο όταν τολμάς, μόνο εκεί γνωρίζεις τον εαυτό σου, είσαι εσύ και οι φόβοι σου, κανείς άλλος. Αλλά προσοχή δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς φόβους, εκεί ναι πεθαίνεις. Χωρίς φόβο ο θάνατος πλησιάζει. Δεν υπάρχει ζωή χωρίς να φοβόμαστε να την χάσουμε. Οι φόβοι σε κάνουν να σκεφτείς, να στοχαστείς, και συχνά να προβληματιστείς. Αλλά το μίσος όχι. Το μίσος μόνο σκοτώνει, πρώτα εμάς, μετά τους άλλους.

Τέλος της επιχείρησης Al Dashisha, επιστρέφουμε στη Shaddadi.

Η υποστήριξη του πληθυσμού.

Στη δράση για την απελευθέρωση της περιοχής της Al Dashisha από τις πολιτοφυλακές του isis, ο τοπικός πληθυσμός παρέχει πρωταρχική υποστήριξη στους μαχητές των Sdf. Χωρίς τη βοήθειά τους, η πλήρωση της πείνας, της δίψας και της κούρασης, λόγω των θερμοκρασιών που φθάνουν έως και 50 βαθμούς και της εφοδιαστικής με τρόφιμα που μερικές φορές έρχονται μερικές φορές όχι, θα ήταν πολύ πιο δύσκολη.
Μόλις φτάσαμε στα ελευθερωμένα χωριά, ο άμαχος πληθυσμός μας καλωσορίζει πάντα με ευπρόσδεκτους χαιρετισμούς και chay, αφήνοντας πάντα ένα δωμάτιο, ή ένα σπίτι όπου μπορούμε να ξεκουραστούμε και να κάνουμε τις βάρδιες σκοπιάς μας.
Αμέσως μετά φτάνουν με στρώματα και κουβέρτες, πάντα με το χαμόγελο και με μια φιλοξενία που μας αφήνει σχεδόν εντυπωσιασμένους.
Το πρωί αμέσως μόλις ξυπνήσουμε, μας προσφέρουν το chay που δεν λείπει ποτέ και ένα πλούσιο πρωινό.
Πολλά σπίτια, για να μην χτυπηθούν από τους όλμους και να σηματοδοτήσουν την μη παρουσία πολιτοφυλάκων του isis, εμφανίζουν μια λευκή σημαία. Αυτό διευκολύνει το έργο των μαχητών των Sdf ώστε να μην χτυπηθούν τα σπίτια των πολιτών.
Κατά τη διάρκεια των παύσεων στα χωριά, που μπορεί να διαρκέσουν από δύο ώρες έως τρεις ημέρες ο χρόνος περνάει μεταξύ βαρδιών φύλαξης, κουβεντούλας, τσάι και σχέσεων με τον τοπικό πληθυσμό.
Φυσικά, για εμάς τους διεθνείς αυτό είναι δύσκολο, μιας και δεν γνωρίζουμε τα αραβικά, αλλά χάρη σε ορισμένους άραβες μαχητές που μιλούν κουρδικά και μας μεταφράζουν, καταφέρνουμε να ανταλλάξουμε λίγα λόγια.
Οι πολίτες μας λένε ότι σε αυτές τις περιοχές το isis δεν είχε σταθερή παρουσία, αλλά μερικές φορές εμφανίζονταν κάνοντας αναγνωριστικούς γύρους.
Με το ισλαμικό κράτος οι πολίτες κάπνιζαν στο σπίτι, κρυφά, αν τους έπιαναν στα πράσα τους ακρωτηρίαζαν το χέρι ή αν οι γυναίκες δεν έβγαιναν πλήρως καλυμμένες, ήταν ο σύζυγος που τιμωρούνταν.
Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης υπήρξαν αλήθεια πολύ λίγα τα βλέμματα αηδίας και θυμού προς εμάς, φυσικά γνωρίζουμε ότι αν εξακολουθεί να υπάρχει το ISIS είναι επειδή δυστυχώς υπάρχει μια κάποια υποστήριξη του πληθυσμού.
Ευτυχώς η επιχείρηση συνέχισε με πολύ λίγες άμεσες συγκρούσεις, αυτό δεν μπορεί παρά να μας κάνει ευτυχισμένους, αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε εμάς μαχητές των YPG και της μιλιταριστικής νοοτροπίας των μελών των τακτικών στρατών, για μας το σημαντικό είναι να ελευθερώσουμε τον πληθυσμό, όχι να πυροβολούμε και να μαχόμαστε.
Όσο λιγότερο πολεμούμε, τόσο περισσότερο ευτυχισμένοι είμαστε.

Δυστυχώς σε πολλά χωριά είναι δύσκολο να δει κανείς την παρουσία γυναικών, είναι λίγες εκείνες που βγαίνουν από το σπίτι για να μας χαιρετήσουν, η πατριαρχική νοοτροπία δεν νικάτε σε μια μέρα ή όταν ολοκληρωθεί η επιχείρηση, είναι μετά την απελευθέρωση ενός χωριού που αρχίζει το πιο δύσκολο έργο, εκείνο του να μεταδώσουμε τις αξίες της ελευθερίας και της ισότητας.
Ο δρόμος είναι ακόμα μακρύς και πολύ κουραστικός, ο αγώνας δεν θα τελειώσει όταν το ISIS ηττηθεί, αλλά θα συνεχίσει αμείωτος, δίχως ανάπαυλα, μέχρι να ηττηθεί το καπιταλιστικό και πατριαρχικό σύστημα και όλοι οι λαοί θα είναι ελεύθεροι.
Silav u Rez Soresgeri.

Paolo Pachino

 

https://agirebablisoke.wordpress.com/2019/02/19/pensieri-e-riflessioni-estate-2018-di-nuovo-al-fronte/

ιστορία, storia

Το Belfast δεν το επισκέπτεσαι, στο Μπέλφαστ ζεις την ιστορία

Όλος ο κόσμος, γύρω μου, εξερράγη και ο μικρός μου κόσμος κατέρρευσε πάνω μου. Δεν έπρεπε να περιμένω την τηλεόραση να πει την ιστορία γιατί τώρα ήταν μπροστά στην πόρτα μου. Το Μπέλφαστ καίγονταν … (Bobby Sands)

 

 

 

 

 

 

 

 

Το Belfast σε καλωσορίζει με τη γοητεία του Cary Grant. Σε προσκαλεί ανέμελο κλείνοντας το μάτι μέσα στην κυκλοφορία και τα ψώνια της πόλης, σου δείχνει τα κοσμήματα του: τους καταπράσινους λόφους και λίγο μακρύτερα τα ναυπηγεία, όπου χτίστηκε ο Τιτανικός, καμάρι και θλίψη αυτής της γης. Σου χαμογελά, αλλά κάτω από το άψογο φόρεμα της σύγχρονης Πόλης, η οποία είναι η γενέτειρα του Van Morrison και του George Best, κρύβονται ακόμα οι ουλές μιας σύγκρουσης … Το Μπέλφαστ δεν το επισκέπτεσαι, στο Μπέλφαστ κάνεις εμπειρία.
Belfast είναι μια από τις τέσσερις “B” (μαζί με την Βηρυτό, Βαγδάτη και Βοσνία – con Beirut, Baghdad e Bosnia) που, σε χρόνους όχι μακρινούς, στους ταξιδιώτες συνιστούσαν να αποφεύγουν
Belfast είναι ένας πόλεμος που για πάνω από τριάντα χρόνια συνεχίζει να σηματοδοτεί τις τύχες της Βόρειας Ιρλανδίας και που συνεχίζεται και σήμερα, αν και με ένα πλάγιο και σιωπηλό τρόπο, σαν φωτιά κάτω από τις στάχτες.
Για να τον χαρακτηρίσουν χρησιμοποιήθηκαν όροι όπως «καθολικοί» και «προτεστάντες», σε μια (επιτυχημένη) προσπάθεια μείωσης της σύγκρουσης σε μια σεχταριστική φύση, οι ρίζες της οποίας βρίσκονται στην αποικιοκρατία, στην κυριαρχία του ισχυρότερου προς τον ασθενέστερο, στους αγώνες για πολιτικά δικαιώματα.
Είναι εννοιολογικά δύσκολο να φανταστούμε την αποικιοκρατία σαν κάτι που μπορεί να επικεντρωθεί στην δική της ήπειρο: οι αποικισμοί, όντως, νοούνται πάντα ως ένα κίνημα, που αναπτύσσεται σύμφωνα με κατευθύνσεις που οδηγούν τους ευρωπαϊκούς λαούς να καταλαμβάνουν μακρινές χώρες, αλλά αν προσπαθήσουμε να φανταστούμε ότι οι αποικιοκράτες και οι άποικοι απέχουν λιγότερο από 400 χιλιόμετρα ο ένας από τον άλλο να λοιπόν η ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.
Αυτές οι ρίζες ξεκίνησαν από τον δέκατο έβδομο αιώνα και όλα άρχισαν, ευθύς αμέσως, ως αντι-αποικιακός πόλεμος και όχι ως μια σύγκρουση θρησκειών: κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιάκωβου Α ‘, όλες οι κτήσεις των ιρλανδών ηγεμόνων, των ισχυρών δυναστειών των O’Neill και O’Donnell, καθώς και εκείνων που τους υποστήριζαν, κατασχέθηκαν και παραδόθηκαν σε νέους αποίκους / αποικιοκράτες. Οι «βρετανοί κυβερνήτες», έτσι ονομάζονταν οι αποικιστές, οι οποίοι ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος εγγλέζοι και σκωτσέζοι. Οι απαλλοτριωμένες εκτάσεις έφθασαν στην αξιόλογη τζίφρα των περίπου δύο χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων. Οι οικισμοί αγγλικών εποίκων σε ιρλανδικό έδαφος ονομάζονταν Plantations και η Plantation του Ulster ήταν η μεγαλύτερη από όλες. Ο σκοπός αυτής της επιχείρησης ήταν να αποφευχθεί οποιαδήποτε μεταγενέστερη εξέγερση, δεδομένου ότι ο Βορράς ήταν η περιοχή του ιρλανδικού νησιού, ο οποίος είχε αντισταθεί περισσότερο στη βρετανική κυριαρχία τον προηγούμενο αιώνα.

Belfast είναι “The Troubles”: κάποιοι συνεχίζουν να τα αποκαλούν ταραχές εκείνα τα 30 χρόνια πολέμου μεταξύ προτεσταντών και καθολικών, έναν τρόπο να τον ονομάσουν πόλεμο χαμηλής έντασης, παρά τον θάνατο 3700 ανθρώπων και στις δύο πλευρές, με έναν ανατριχιαστικό μέσο όρο δύο θανάτων την εβδομάδα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, το Μπέλφαστ ήταν μια πόλη φάντασμα, όπου κάποιος θα μπορούσε να πεθάνει για το τίποτα, για το απλό γεγονός ότι βρίσκονταν σε λάθος μέρος την λάθος στιγμή. Μια τυφλή βία που μπορούσε, πραγματικά, να χτυπήσει τον οποιονδήποτε. Μία από τις βασικές τοποθεσίες των συγκρούσεων ήταν η Bombay Street. I troubles, τα προβλήματα εξερράγησαν ακριβώς εδώ, το 1969, όταν οι ομάδες πιστών επιτέθηκαν και κατέστρεψαν τα σπίτια των αυτονομιστών. Σε αυτά τα σοκάκια που σηματοδοτούνται σήμερα από έναν φράκτη ύψους εννέα μέτρων, κάθε πέτρα θυμάται και θυμίζει πως κάθε σπίτι μετατράπηκε σε όρυγμα.
Οι πιστές [στους άγγλους] παραστρατιωτικές δυνάμεις, με τη συνενοχή του βρετανικού στρατού, επιτίθονταν συστηματικά όχι μόνο στα μέλη του IRA, αλλά και σε απλούς πολίτες ένοχους μόνο ότι ήταν καθολικοί ή δημοκρατικοί-ρεπουμπλικάνοι. Συγκεκριμένα, στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, έγινε γνωστή η ομάδα των «Shankill Butchers» – Οι Χασάπηδεςτου Shankill – μια μονάδα των UVF (Ulster Volunteer Force) της Shankill Road, που υπό την ηγεσία του διαβόητου Lenny Murphy [που στη συνέχεια σκοτώθηκε από τον ΙRΑ), απήγαγαν και σκότωναν καθολικούς πολίτες, κόβοντας τους λαιμούς τους αφού τους βασάνιζαν τρομακτικά και τους ακρωτηρίαζαν. Στη σεχταριστική βία των προτεσταντών εξτρεμιστών αποκρίνονταν ο ΙRΑ, του οποίου οι μαχητές, εκείνα τα χρόνια, συγκρούονταν σχεδόν καθημερινά με πυροβόλα όπλα κατά του βρετανικού στρατού στους δρόμους του Μπέλφαστ και του Derry και έπλητταν τους λεγόμενους «οικονομικούς στόχους» τους με βόμβες. Συνολικά, περισσότεροι από 1.500 άνθρωποι σκοτώθηκαν λόγω πολιτικής και θρησκευτικής βίας στο Μπέλφαστ μεταξύ 1969 και 2001.
Belfast είναι 40 χρόνια Τοίχων. Ο πρώτος τοίχος χτίστηκε μόλις οκτώ χρόνια μετά την κατασκευή εκείνου στο Βερολίνο. Τα τείχη αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της πόλης, ένα από τα σύμβολά της, οι τοίχοι σηκώνονται αμετάβλητοι, στενοί συγγενείς εκείνων στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, τοίχοι των στρατοπέδων συγκέντρωσης, που καλύπτονται με γκράφιτι προς τιμήν των κουκουλοφόρων loyalists του Ulster ή των δημοκρατών μαρτύρων του Ira.
Ακριβώς όπως έχουμε την τάση να προβάλλουμε την αποικιοκρατία μακρυά από μας, με τον ίδιο τρόπο δεν φανταζόμαστε ότι μια πόλη όπως το Μπέλφαστ μπορεί να είναι χωρισμένη από ένα τείχος και πύλες. Ο τοίχος είναι αυτός της ειρήνης, (υπάρχουν 88 στη Βόρεια Ιρλανδία και το καθήκον τους είναι να χωρίζουν τους αυτονομιστές από τους πιστούς: τις γειτονιές τους, τις εκκλησίες τους, τα σχολεία τους), στο Δυτικό Μπέλφαστ κατά μήκος της »Γραμμής της Ειρήνης», η οποία εκτείνεται σε τέσσερα χιλιόμετρα, υπάρχουν έξι πύλες, οι οποίες ανέρχονται για έξι μέτρα, κάθε είσοδος / έξοδος αποτελείται από δύο πύλες χωρισμένες με λίγα μέτρα γης κανενός, χρειάζονται για να χωρίζουν την Shankill Road, loyalist γειτονιά, από την Falls Road, την συνοικία με ρεπουμπλικανική και υπέρ της ανεξαρτησίας πλειοψηφία: Η πύλη μέσω της οποίας περάσαμε εμείς, κλείνει κάθε βράδυ στις 19:30, εκείνη από την οποία επιστρέψαμε στην Falls Road, κλείνει αντιθέτως στις 21:30, το να γνωρίζουμε ότι κάθε καταραμένη νύχτα λαμβάνει χώρα αυτή η απαγόρευση της κυκλοφορίας μας γεμίζει με μια κωφή και βροντερή οργή.
Belfast είναι το μαύρο ταξί, που μας μεταφέρει στη γραμμή της Ειρήνης, ζοφερές θύρες ύψους μέχρι δέκα μέτρα, προορισμός ενός τουρισμού της μνήμης, του οποίου είμαστε κι εμείς μέρος σήμερα, με την επιθυμία να εισέλθουμε μέσα σε αυτό το κομμάτι ιστορίας, τόσο πρόσφατης ώστε να μην μελετάται, τόσο ενοχλητικής ώστε να μην διδάσκεται, τόσο σημαντικής ώστε να μην μπορεί να αγνοηθεί.
Στη διάρκεια των Troubles, η κυκλοφορία των κλασικών λεωφορείων στη ζώνη ανεξαρτησίας είχε απαγορευθεί, αφού ορισμένοι αγωνιστές τα είχαν χρησιμοποιήσει ως οδοφράγματα για να μπλοκάρουν τους δρόμους, καθιστώντας τα πραγματικούς σταθμούς ελέγχου πίσω από τους οποίους κρύβονταν από τις αστυνομικές σφαίρες και για να ρίχνουν πέτρες, οι κάτοικοι εκείνων των δρόμων θα είχαν αναγκαστεί να πάρουν το λεωφορείο στην περιοχή των loyalist, διατρέχοντας σοβαρούς κινδύνους, αποφάσισαν έτσι να αγοράσουν μερικά μαύρα ταξί, που έγιναν το μόνο μέσο συλλογικής μεταφοράς για να επιστρέφουν στο σπίτι από το κέντρο (που εγκρίθηκαν για έξι επιβάτες, έφτασαν να μεταφέρουν μέχρι τους 12). Το θλιμμένο αλλά ταυτόχρονα περήφανο χαμόγελο του Paul, του ταξιτζή μας, ενώ μας δείχνει την μπλε άδεια διέλευσης του ταξί του, ο οποίος επέζησε των Troubles, και μας μιλά για τους κινδύνους που οι οδηγοί διέτρεχαν ενώ συνόδευαν τους εργαζόμενους στο σπίτι μας συνεπαίρνει σε σημείο να είναι σπαρακτικό.
Belfast είναι το πράσινο μίλι του λόφου του Crumlin Road. Η φυλακή Crumlin Road (οι ιρλανδοί την αποκαλούν Crumlin Road Gaol) χτίστηκε κατά την βικτοριανή εποχή, σχεδιασμένη να είναι ένα πραγματικό σύμβολο εξουσίας και τάξης. Είναι ένας τόπος όπου ο πόνος και η ταλαιπωρία που προκλήθηκαν έκοψαν την αναπνοή στην ελευθερία και την ευτυχία. Στα 150 χρόνια λειτουργίας της είδε μέσα στα τείχη της δολοφόνους, κλέφτες και φτωχαδάκια, παιδάκια και ψυχικά ασθενείς. Στη δεκαετία του ’70 και του ’80 ήταν γεμάτη με κρατούμενους που συνδέονταν με τα Προβλήματα, ai Troubles, αλλά και με ανθρώπους που μεταφέρθηκαν στη φυλακή με υποψίες και φήμες. Στην Crum, κρεμάστηκαν 17 άνθρωποι, 15 από τους οποίους θάφτηκαν σε ανώνυμους τάφους μέσα στους τοίχους του.
Belfast Είναι ο αγώνας για τη διατήρηση του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου στις φυλακές του Long Kesh και του Maze, μέσα στα περίφημα μπλοκ H, ενάντια στη στρατηγική ποινικοποίησης του ρεπουμπλικανικού Κινήματος, που εφαρμόστηκε από τη βρετανική κυβέρνηση, με στόχο να παρουσιάσει τους ρεπουμπλικανούς κρατουμένους του IRA και του INLA ως κοινούς εγκληματίες χωρίς οποιαδήποτε πολιτικά κίνητρα.
Το 1976 οι ρεπουμπλικανοί κρατούμενοι, που μεταφέρθηκαν στα H-Blocks και αναγκάστηκαν να φορούν την ομοιόμορφη φορεσιά της φυλακής για τους κοινούς εγκληματίες, αντιτάχθηκαν σε αυτό το νέο καθεστώς και, αρνούμενοι να φορέσουν τη στολή, καλύπτονταν μόνο με μια κουβέρτα, δίνοντας ζωή στην blanket protest- διαμαρτυρία της κουβέρτας, αντιμετωπίζοντας τις κακουχίες του κρύου και την απαγόρευση να συναντήσουν τους οικείους (δίχως στολή δεν είχαν πρόσβαση σε επισκέψεις από έξω), το 1978, για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στη βιαιότητα των φρουρών, οι οποίοι τους χτυπούσαν όταν πήγαιναν στα λουτρά, οι φυλακισμένοι αρνήθηκαν να αδειάζουν τις τουαλέτες τους, πασαλείβοντας τα περιττώματα τους στους τοίχους των κελιών και ρίχνοντας τα ούρα κάτω από τη ρωγμή των θυρών, αρχίζοντας έτσι την βρώμικη διαμαρτυρία, la dirty protest, όταν, παρά τις πιέσεις που προέρχονταν από πολλά ευρωπαϊκά περιβάλλοντα όπως και πέρα από τον ατλαντικό, η βρετανική κυβέρνηση με επικεφαλής την Margaret Thatcher αρνήθηκε επίμονα να φθάσει σε οποιονδήποτε συμβιβασμό με τους κρατούμενους, μετά από περισσότερο από 4 χρόνια ζωής στη γύμνια με μονάχα μια κουβέρτα πάνω τους και μέσα στα περιττώματα τους, αποφάσισαν να επιλύσουν δραστικά το ζήτημα και ανακοίνωσαν μιαν απεργία πείνας. Στις 27 οκτωβρίου άρχισαν την απεργία που κράτησε μέχρι τις 18 δεκεμβρίου όταν, μετά από 53 ημέρες νηστείας, πλέον ετοιμοθάνατοι, αποφάσισαν να τερματίσουν την απεργία βάσει ενός μπερδεμένου εγγράφου που φτάνει μέσω μεσαζόντων από τη βρετανική κυβέρνηση.
Το 1981, οι φυλακισμένοι αποφάσισαν να ξεκινήσουν μια νέα απεργία πείνας, προωθώντας πέντε αιτήματα, τα οποία έγινα γνωστά ως οι Πέντε Απαιτήσεις με στόχο την υπογράμμιση του καθεστώτος των πολιτικών κρατουμένων:
– Δικαίωμα να φορούν τα ρούχα τους και όχι την ομοιόμορφη στολή των φυλακών.
– Δικαίωμα να μην ασκούν την σωφρονιστική εργασία.
– Δικαίωμα ελεύθερης συσχέτισης με τους άλλους κρατούμενους κατά τις ώρες του αέρα.
– Δικαίωμα στην επαναφορά της διαγραφής του μισού της ποινής (που είχαν χάσει ως αποτέλεσμα των διαμαρτυριών).
– Δικαίωμα να λαμβάνουν εβδομαδιαία πακέτα, ταχυδρομείο και να επωφελούνται δραστηριοτήτων αναψυχής.
Σε αντίθεση με την πρώτη απεργία πείνας δεν θα άρχιζαν την αποχή σε ομάδες αλλά μεμονωμένα, σε τακτά χρονικά διαστήματα, για να παρατείνουν τον αντίκτυπο στην κοινή γνώμη και να διατηρήσουν υψηλή την πίεση στη βρετανική κυβέρνηση.
Ο πρώτος που αρνήθηκε την τροφή, την 1η μαρτίου 1981, ήταν ο Bobby Sands, τον οποίο ακολούθησε ο Francis Hughes στις 15 μαρτίου, και μια εβδομάδα αργότερα ο Raymond McCreesh και ο Patsy O’Hara. Ο Sands πέθανε στις 5 μαΐου 1981, μετά από 66 ημέρες νηστείας και αντικαταστάθηκε στη νηστεία από τον Joe McDonnell.

Στις 12 μαΐου πέθανε ο Francis Hughes και στις 21 μαΐου, με λίγες ώρες διαφορά πέθαναν ο ένας μετά τον άλλον οι McCreesh και O’Hara. Όλοι αντικαταστάθηκαν από άλλους κρατούμενους. Στη θλίψη των οικογενειών που έχασαν τους αγαπημένους τους, προστέθηκε ο θυμός όταν τους επέστρεφαν τα σώματα, τα οποία έδειχναν τα σημάδια των ξυλοδαρμών που δέχτηκαν όταν είχαν ήδη στερηθεί της ζωής τους.
Belfast είναι οι Brendan Hughes, Tommy McKearney, Sean McKenna, Leo Green, Raymond McCartney, Tom McFeeley, John Nixon, Mairéad Farrell, Mary Doyle και Mairéad Nugent.
Belfast είναι οι Bobby Sands, Francis Hughes, Raymond McCreesh, Patsy O’Hara, Joe McDonnell, Martin Hurson, Kevin Lynch, Kieran Doherty, Thomas McElwee, Mickey Devine.
Belfast είναι κάθε άνδρας και κάθε γυναίκα που, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, έχει βάλει τη ζωή του σε δεύτερο επίπεδο σε σχέση με τον αγώνα για ελευθερία.
Belfast είναι μια διπλή πόλη, όπως ήταν κάποτε το Βερολίνο. Μια πόλη που διαχωρίζει τις πολιτικές συνειδήσεις και τις ηθικές απόψεις. Μίσος, συγκρούσεις, σκληροί αγώνες είναι λιγότερο ορατοί σήμερα, σε σύγκριση με τη δεκαετία του ’70 και του ’80, τα χρόνια του Bobby Sands και των συναγωνιστών του, τα χρόνια όταν ένας λιγότερο διεφθαρμένος Bono (ή ίσως λιγότερο ντροπιασμένος;] τραγουδούσε »Πόσο καιρό πρέπει να τραγουδήσουμε αυτό το τραγούδι», “How long, How long must we sing that song”. Ωστόσο αφήνοντας το σταθμό του Μπέλφαστ, σήμερα στις 23 φεβρουαρίου 2019, τα μάτια μου είδαν εκείνη την πόλη τόσο αργή και τόσο ειδωμένη στις ταινίες: είδαν τα σχολεία τυλιγμένα σε συρματοπλέγματα με τις εισόδους χωρισμένες ανάμεσα σε κορίτσια και αγόρια, τα τεθωρακισμένα και τα ελικόπτερα που εκείνα τα χρόνια μόλυναν την πόλη. Έχουν δει μια πόλη που δεν υπάρχει πια, γιατί από τότε, το Μπέλφαστ έχει γίνει όλο και πιο κατακερματισμένο, χρόνο με το χρόνο, ακολουθώντας την πορεία των στρατιωτικών ανιχνευτών. Κάθε φορά που η πόλη άλλαξε τη μορφολογία της, παίρνοντας τη μορφή ενός λαβυρίνθου που, σαν ένας εύκαμπτος σωλήνας, μετατρέπει την διαδρομή του.
Μέχρι πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, στην Falls Road ήταν επικίνδυνο ακόμα και να περπατήσεις, επειδή οι προτεσταντικές »ομάδες θανάτου» επέλεγαν τυχαία τα θύματα, ανάμεσα στους περαστικούς, συχνά πυροβολώντας από εν κινήσει αυτοκίνητα. Σήμερα είναι ένα πιο ήσυχο μέρος, ένα υπαίθριο μουσείο, όπου όμως τα αστυνομικά αυτοκίνητα εξακολουθούν να είναι θωρακισμένα Land Rover … όπου το να πέσουν τα τείχη προκαλεί ακόμη φόβο και όπου, μόλις πέσει το βράδυ, τα αυτοκίνητα δεν πηγαίνουν πλέον από την μία πλευρά στην άλλη. Αυτός που ονομάζεται Patrick θα παραμείνει στην Falls road, ο George στην Shankill road.
Belfast είναι η γενέθλια πόλη του George Best και στην οποία, το 2010, το Belfast City Council , σαν μέρος του σχεδίου Peace III για να αντιμετωπίσει τον σεχταρισμό, πλήρωσε 1.500 στερλίνες των φορολογούμενων για υλικά που θα χρησιμοποιηθούν σε μια τοιχογραφία στη μνήμη του George Best στην περιοχή των προτεσταντών.
Belfast είναι η πόλη στην οποία εξαφανίστηκε εκείνη η τοιχογραφία που θα αντικατασταθεί οριστικά από έναν οπλισμένο παραστρατιωτικό της UVF, μια κυριακή του σεπτεμβρίου του 2013 (κατά την 50ή επέτειο του πρώτου αγώνα του George Best με την Manchester United), δίπλα στον κουκουλοφόρο κακοποιό ξεχωρίζει με μακάβριο κυνισμό το απόσπασμα του Martin Luther King που λέει: «Η ελευθερία δεν χορηγείται ποτέ ελεύθερα από τον καταπιεστή, πρέπει να ζητηθεί από τους καταπιεσμένους».
Belfast είναι η ακτίνα του ήλιου που σχεδιάζει αραβουργήματα ανάμεσα στα σύννεφα του ουρανού της Ιρλανδίας ένα σάββατο του φεβρουαρίου. Το Μπέλφαστ είναι τα γενέθλιά μου σε αυτό το 2019

 

“Τώρα βρίσκομαι στο μπλοκ Η, όπου αρνούμαι να αλλάξω για να προσαρμοστώ σε εκείνους που με καταπιέζουν, με βασανίζουν, με κρατούν αιχμάλωτο και θέλουν να με αποκτηνώσουν. Όπως και ο κορυδαλλός δεν χρειάζομαι να αλλάξω.. Είναι η πολιτική μου ιδεολογία και οι αρχές μου που οι φύλακες μου θέλουν να αλλάξουν. Έχουν καταστρέψει το σώμα μου και επιτέθηκαν στην αξιοπρέπειά μου. Αν ήμουν ένας κοινός κρατούμενος θα μου έδειχναν πολύ λίγη, ή και καθόλου προσοχή, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι θα ανταποκρινόμουν στις θεσμικές ιδιοτροπίες τους. Έχω χάσει πάνω από δύο χρόνια αμνηστίας. Δεν με νοιάζει καθόλου. Μου στερήθηκαν τα ρούχα μου και με κλείδωσαν σε ένα βρωμερό και άδειο κελί, όπου με έκαναν να υποφέρω από πείνα, ξυλοδαρμό και βασανιστήρια. Όπως και ο κορυδαλλός, φοβάμαι κι εγώ ότι τελικά μπορεί να με σκοτώσουν. Αλλά, τολμώ να το πω, όπως και ο μικρός φίλος μου κατέχω το πνεύμα της ελευθερίας, το οποίο δεν μπορεί να κατασταλεί ακόμη και με την πιο φρικτή κακομεταχείριση. Φυσικά μπορώ να σκοτωθώ, αλλά, όσο παραμένω ζωντανός, παραμένω αυτό που είμαι, ένας πολιτικός αιχμάλωτος πολέμου, και κανείς δεν μπορεί να το αλλάξει.“