αθλητισμός, sport

Αθλητισμός και το περιβάλλον του – Επεισόδια μιας συζήτησης για την μπάλα, τον καλύτερο ιδεολογικό μηχανισμό στην υπηρεσία του κεφαλαίου

του Gioacchino Toni

Luca Pisapia, Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone, Σκότωσε τον Paul Breitner. Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα. Edizioni Alegre, Roma, 2018, pp. 285, € 16,00

«[Στην Ιταλία της δεκαετίας του εβδομήντα] ενώ η πολιτική στράτευση από τα κάτω αρχίζει να καταλαμβάνει τις κερκίδες των σταδίων, η ακραία πνευματική αριστερά, πέρα από πολύ σπάνιες εξαιρέσεις, δεν κατανοεί τη στιγμή για να εισέλθει στους μηχανισμούς εκείνης που είναι ήδη η σημαντικότερη πολιτιστική βιομηχανία της χώρας, αφήνοντάς την στα χέρια των αφεντικών που μπορούν, μέσω αυτής, να παράγουν τον κυρίαρχο λόγο. Ακριβώς όταν γεννιέται η στρατευμένη κριτική στον κινηματογράφο, και η εκ νέου γκραμσική ανακάλυψη επιτρέπει να εντοπίζουμε στην τέχνη και τον πολιτισμό ένα ισχυρό ιδεολογικό όπλο ικανό να επηρεάσει και να καταπνίξει την επιθυμία, κανείς δεν κάνει τον κόπο να αποικοδομήσει τη βιομηχανία της μπάλας που γεννιέται, η οποία προορίζεται μέσα σε λίγα χρόνια να υποκαταστήσει τον κινηματογράφο λόγω ευκολίας παραγωγής και κατανάλωσης. […] Κανείς δεν ασχολείται να γκρεμίσει τον τέταρτο τοίχο μεταξύ της ποδοσφαιρικής σκηνής και του θεατή, με τον τρόπο του Bertold Brecht, και η μπάλα παραμένει η πιο ισχυρή ιδεολογική συσκευή στα χέρια του κεφαλαίου: το μεγαλειώδες εργοστάσιο της αλλοτρίωσης»

Αυτό δεν είναι το βιβλίο τους, να το πούμε αμέσως σε όλους τους παθιασμένους του ποδοσφαίρου που έχουν γίνει θηράματα εκείνου του είδους νοσταλγίας της μπάλας για ένα άθλημα που μοιάζει να έχει εξαφανιστεί μαζί με την παιδική τους ηλικία, νοσταλγίας με την οποίαν, και κατά τρόπο απίστευτο, θεωρούν πως έχουν συμβληθεί και πολλοί ανήκοντες σε γενιές που εκείνου του ποδοσφαίρου έχουν μοναχά ακούσει τόσο αξιόπιστες ιστορίες όσο οι καλοκαιρινές περιπέτειες για τις οποίες γίνεται λόγος σε ένα κουρείο του παρελθόντος. Στα Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα του Luca Pisapia αυτός που αισθάνεται ορφανός ενός ποδοσφαίρου προηγούμενου του σύγχρονου δεν θα βρει κανένα ίχνος νοσταλγίας σχετικά με ένα άθλημα που ασκείται απ’ όταν οι μύλοι ήταν ακόμα λευκοί, όταν παίζονταν με γυμνά πόδια στα λιβάδια των πολλών via Gluck πριν το χόρτο μετατραπεί σε πόλη, ή όταν ακόμη τις ώρες των ντέρμπι δεν τις αποφάσιζαν οι pay tv. Κατά κάποιον τρόπο το βιβλίο αυτό μας θυμίζει ότι οι εκείνοι οι μύλοι ήταν κάθε άλλο παρά λευκοί, πως σε αυτά τα προαστιακά λιβάδια στην πραγματικότητα σπάζαμε την πλάτη χωρίς πολλή ποιητικότητα και πως στα παιχνίδια που βλέπαμε ασπρόμαυρα με μια Brionvega Algol 11 ιντσών φορητή με απόκλιση ενενήντα βαθμούς γερμένη για να διευκολύνεται η ορατότητα δεν κρύβονταν ρομαντικά ανάμεσα στα τρανζίστορ ένα ποδόσφαιρο και ένας κόσμος πολύ καλύτεροι από εκείνους που είναι κρυμμένοι μεταξύ των επεξεργαστών των σημερινών εκατό ιντσών υψηλής ευκρίνειας έξυπνων τηλεοράσεων.

Πεπεισμένος για την τρέχουσα αδυναμία ενός οργανικού λόγου για την μπάλα, είναι μέσω μιας σειράς επεισοδίων επάνω στην κουβέντα που ο Pisapia προσπαθεί να αποκαταστήσει την πολυπλοκότητά της περιορίζοντας ταυτόχρονα οποιαδήποτε πρόθεση συστηματοποίησης με ένα βιβλίο προικισμένο με αφηγηματική δομή στην οποία οι πραγματικοί και φανταστικοί χαρακτήρες είναι αλληλένδετοι, μυθοπλασία και τεκμηριωμένα γεγονότα, ποδόσφαιρο και πολιτική, οικονομία και μέσα ενημέρωσης. Προσπαθώντας να καταστήσει εύλογο το αληθινό και το αντίστροφο ο συγγραφέας σκοπεύει να εκφράσει την παρουσία του μακρού χεριού του κεφαλαίου στο άθλημα που ακολουθείται περισσότερο στον κόσμο, χέρι που κινεί τα νήματα των μεγάλων θεαματικών γεγονότων σε παγκόσμια θέαση για τον διπλό σκοπό να δημιουργήσει κέρδος και να πλαστογραφήσει φαντασιακά καθιστώντας αυτά που υπάρχουν πίσω από τα παρασκήνια απρόσωπα, μη παρουσιάσιμα.

Το άνοιγμα ανήκει στο αργεντίνικο Mundial του 1978, εκείνο που παίχτηκε στο δέρμα εκείνων των εξαφανισμένων-desaparecidos που βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια του Proceso de Reorganización Nacional που τέθηκε σε εφαρμογή από το διαβόητο στρατιωτικό καθεστώς του Jorge Rafael Videla και κρατήθηκαν στο σκοτάδι από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης καθ όλη τη διάρκεια των αναμετρήσεων εν μέρη στο όνομα μιας αξιολύπητης ουδετερότητας του αθλητισμού και εν μέρει στο όνομα του κέρδους. Στην Ιταλία της πτωτικής πορείας των κινημάτων και της εθνικής αλληλεγγύης δεν είναι λίγα τα όργανα πληροφόρησης που εμφανίζονται όχι πολύ εχθρικά προς το αργεντίνικο καθεστώς και γενναιόδωρα στην τέχνη της ελαχιστοποίησης της άγριας καταστολής που διεξάγεται στη χώρα. Σε αυτό το μερίδιο του λέοντος ανήκει στην «Corriere della sera» που έχει έναν ιδιοκτήτη της εκδοτικής ομάδας και έναν διευθύνοντα σύμβουλο οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στην P2 μασονική Στοά, την ίδια στην οποία ανήκουν αρκετοί εξέχοντες στρατιωτικοί της Αργεντινής, όπως ο στρατηγός Suárez Mason και ο ναύαρχος Massera, που δεν φείδεται, αυτός ο τελευταίος, να υποστηρίζει την ομάδα της οδού Solferino στην απόκτηση σε τιμές ευκαιρίας εγκαταστάσεων του μεγαλύτερου εκδοτικού οίκου της Αργεντινής που απαλλοτριώθηκε από το καθεστώς.

«Ενώ η καταστολή το 1978 φθάνει στο αποκορύφωμα της απέχθειας, στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες οι Ολλανδοί και η Αργεντινή παίζουν τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ο στόχος του καθεστώτος είναι το μεγάλο γεγονός να αποσπάσει την προσοχή από το λουτρό αίματος στο οποίο βυθίζεται η Χώρα. Μάταια προσπαθεί να εξαφανίσει ακόμα και τον Arcadio Lopez, μια μυστηριώδη φιγούρα που αναγκάζεται μέσα σε ένα bunker να παρακολουθεί τον τελικό από μια μικρή τηλεόραση, υποφέροντας από σπαραξικάρδιες κραυγές και εσωτερικές φωνές».

Νάμαστε σε εκείνη την 25η ιουλίου 1978, εκείνη την κυριακή το απόγευμα, που μεταδίδεται παγκοσμίως, στην οποία παίζεται ο τελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου μεταξύ Αργεντινής και Ολλανδίας. Και πάλι ένας τελικός για την Ολλανδία, μετά από αυτόν που έπαιξε το 1974 εναντίον της Δυτικής Γερμανίας όπου, παρά την ήττα, έδειξε στον κόσμο την ουσία του «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου», δηλαδή, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Sandro Modeo, «ένα στυλ παιχνιδιού που βασίζεται στη συνεργασία και τη συλλογική σκέψη, ένα στυλ του οποίου ο ρυθμός βασισμένος στην προσοχή στο χρόνο και το χώρο προσανατολίζει την ομάδα ανεξάρτητα από τον αντίπαλο».

Αυτή του 1974 είναι η Ολλανδία που καθοδηγείται από τον Rinus Michels που έχει πειραματιστεί με τον Ajax ένα συλλογικό ποδόσφαιρο με γεωμετρική ακρίβεια και που στην διήγηση προσδιορίζεται με την «depilastrizzazione που στη δεκαετία του Eξήντα έδωσε τη θέση της στην κατεδάφιση των ιερών πυλώνων στους οποίους ήταν κάθετα χωρισμένη η ολλανδική κοινωνία στο όνομα μιας πιο δυναμικής και λειτουργικής κοινωνικής συνοχής», στις γεωμετρικές τοπικές καλλιέργειες και στον πολεοδομικό σχεδιασμό του Άμστερνταμ »όπου τα εξπρεσιονιστικά κτίρια με τις επικλινείς στέγες και τις εκκεντρικές προσόψεις συνδιαλέγονται με τον λειτουργικό πολεοδομικό σχεδιασμό της κυψέλης, συμβάλλοντας στην κατασκευή μονάδων πολλαπλών χρήσεων όπου κάθε στοιχείο είναι πλήρες μόνο σε σχέση με τα στοιχεία που το περιβάλλουν». Ο Michels, που μοιάζει πραγματικά να ενσαρκώνει την προτεσταντική-καπιταλιστική ηθική, επιβάλλει στις ομάδες του μια σιδερένια πειθαρχία και εξαντλητικές προπονητικές πρακτικές, τόσο πολύ ώστε να αποκαλείται «ο Στρατηγός» από τους παίκτες του. «Όπως ο Ėjzenštejn, έτσι και αυτός σχεδιάζει σκίτσα αμιγούς αφαίρεσης σε λευκά φύλλα, δυναμικές γραμμές που στοχεύουν στην κατάληψη κάθε πιθανού χώρου», πυκνούς ιστούς περασμάτων που επιτίθενται στον χώρο και τον μειώνουν σε ενότητες.

Στα ίδια χρόνια κατά τα οποία η Ολλανδία αφιερώνεται στο totaalvoetbal, στο γήπεδο της Liverpool επιβάλλεται το passing game του William “Bill” Shankly: το ποδόσφαιρο δύο αγγιγμάτων, συλλογική εργασία και τρέξιμο, με την μπάλα που πρέπει να εξημερωθεί και να διανεμηθεί γρήγορα. «Είναι το loop της γραμμής συναρμολόγησης και της εξόρυξης. Είναι η κομμουνιστική πειθαρχία, ο μυστικισμός της μηχανικής […], όπως στο ορυχείο έτσι και στο γήπεδο ποδοσφαίρου παίζουν μαζί, ο καθένας πρέπει να είναι σε θέση να εκπληρώσει το καθήκον του καθενός, να δώσει εκείνο που είναι σε θέση να δώσει για να λάβει αυτό που χρειάζεται να λάβει».

Οι Michels και Shankly, όπως λέει στο βιβλίο, μπορούν να θεωρηθούν ως απόγονοι του ούγγρου Béla Guttmann, «όνομα πολλών συστατικών και λειτουργικών στοιχείων ενός μύστη της μηχανικής που υπάρχει από και για πάντα, το οντολογικό έμφυτο σχέδιο στο οποίο βρίσκουν οι Rinus Michels και Bill Shankly έμπνευση για να θέσουν τα θεμέλια του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου ». Είναι ακριβώς ο Guttmann, μετά τον πόλεμο, που θέτει στη σκηνή ένα παιχνίδι στο οποίο η πειθαρχία και η φαντασία αναμειγνύονται, η νεωτερικότητα και η παρακμή, με βάση το «δώσε την μπάλα-ξαναδώστην και σούταρε», όπου ενώνονται η προσωπική και αντάρτικη έλλειψη δυναμισμού ενός καλλιεργημένου και χαμένου γιου μιας παρηκμασμένης αυτοκρατορίας και η αυστηρότητα του κομμουνιστικού ποδοσφαίρου του Gusztáv Sebes που κάνει μεγάλη την Aranycsapat, την “ομάδα από χρυσάφι”», της Ουγγαρίας των χρόνων Πενήντα.

Ο Ajax του Michels και η Liveroppol του Shankly συναντώνται στο Champions Cup γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’60 που σηματοδοτήθηκε από μια ευρεία επιθυμία συλλογικής χειραφέτησης. «Στα οδοφράγματα που σηκώθηκαν στους δρόμους, στις πορείες που πλημμύριζαν τις πλατείες, στις καταλήψεις που ξαναγράφουν την καθημερινή λειτουργία των τόπων μελέτης και εργασίας και διασκέδασης, οι άνεμοι των ελευθεριακών περιστάσεων πνέουν στην ήπειρο από διαφορετικές κατευθύνσεις. Έτσι και στο ποδόσφαιρο. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Rinus Michels είναι η καπιταλιστική σοσιαλδημοκρατία κόρη του καλβινισμού. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Bill Shankly είναι η αμοιβαία κομμουνιστική συνεργασία κόρη των αγώνων των εργατών. Και οι δύο είναι τέτοιες σαν αποτέλεσμα αλλαγής των σχέσεων παραγωγής σε μια δεδομένη ιστορική εποχή και σε ένα δεδομένο γεωγραφικό πλαίσιο, όπως φαίνεται από έναν από τους σημαντικότερους επιγόνους τους: τον ρώσο συνταγματάρχη Valerij Lobanovs’kvj […] την υψηλότερη έκφραση της ακαμψίας του επιστημονικού σοσιαλισμού που εφαρμόζεται στο ποδόσφαιρο […] Απόφοιτος της μηχανολογίας και πιστός στη γραμμή του κόμματος, ο Valerij Lobanovs’kvj γνωρίζει ότι πρέπει να μεταφράσει τη νέα κυβερνητική πορεία του υπαρκτού σοσιαλισμού στα γήπεδα ποδοσφαίρου». Και εδώ ανοίγει μια άλλη ιστορία, όλη να την διαβάσουμε.

Επιστρέφοντας σε εκείνη την 25 ιουλίου του 1978 με εκείνη τη θλιβερή φιγούρα του Arcadio Lopez που αρχίσαμε να γνωρίζουμε στις πρώτες σελίδες του βιβλίου προσπαθώντας να βουλώσει τα αυτιά του μάταια για να μην ακούει τις φωνές που βουίζουν στο κεφάλι του και «τις ελπιδοφόρες διεκδικήσεις για έναν καλύτερο κόσμο να υπόκεινται σε ηλεκτρικές εκκενώσεις που παραμορφώνουν τα γυμνά σώματα που με δυσκολία τις ανέχονται»με τις οποίες βρίσκεται να μοιράζεται το bunker των βασανιστηρίων, εκείνη είναι η ημέρα που η Ολλανδία, προπονούμενη αυτή τη φορά από τον Ernst Happel, βγαίνει ξανά νικημένη από έναν τελικό του Κυπέλλου του κόσμου. Κάτω από τα μάτια του Videla στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες και των πολλών Arcadio Lopez μπροστά στις τηλεοράσεις, η Αργεντινή που προπονείται από τον σοσιαλιστή César Luis Menotti ο οποίος επιμένει να μας λέει ότι έχει οδηγήσει την ομάδα για τον λαό και όχι για το καθεστώς, γιορτάζει, και μαζί της η στρατιωτική δικτατορία. Σε κάποιους ιταλούς δημοσιογράφους απεσταλμένους στην Αργεντινή δεν απομένει παρά να επιμείνουν στην οργανωτική αποτελεσματικότητα, την ευγένεια των οδηγών ταξί και την νοστιμιά που έχουν οι μπριζόλες που σερβίρονται στο Μπουένος Άιρες. Ούτε οι επίμονες μητέρες της Plaza de Mayo καταστρέφουν την όρεξη και την παράσταση σε μεγάλο μέρος από τους φημισμένους γραφιάδες της δημοσιογραφίας μας (αθλητικής και όχι).

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η ιστορία μετακινείται στη Βραζιλία, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά το Mundial της ντροπής του 1978. Αργεντίνικη ντροπή, φυσικά, αλλά και του υπόλοιπου εκείνου κόσμου που σκέφτηκε, στην καλύτερη περίπτωση, να αναστείλει για τη διάρκεια της παράστασης την κρίση και να εστιάσει την προσοχή μόνο στα πράσινα ορθογώνια που προβάλλονται από τις καθοδικές λυχνίες, σεβόμενος αυστηρά τον κανόνα του θεατή που λέει πως πρέπει να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από τον αγωνιστικό χώρο, αποφεύγοντας έτσι να σκεφτεί τι απομένει έξω από τα ορθογώνια του παιχνιδιού, έξω από τα τηλεοπτικά πλάνα και από τις διηγήσεις των περισσότερων απεσταλμένων.

Περνάμε λοιπόν σε εκείνα τα Παγκόσμια Κύπελλα του 2014 όπου «τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επικεντρώνουν τα φώτα τους στα γήπεδα ποδοσφαίρου της Βραζιλίας, αφήνοντας στη σκιά τις διαμαρτυρίες ενάντια στις σπατάλες και τις βάρβαρες επιχειρήσεις « ευπρεπισμού» της κυβέρνησης. Εδώ συναντάμε, μεταξύ των υψηλότερων κτιρίων στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον »κ. Μ., έναν βρώμικο σούπερ αστυνομικό που σκοπεύει να καλύψει τις ίντριγκες της FIFA.» Τα βραζιλιάνικα γεγονότα διασχίζονται από επεισόδια που προέρχονται από την εποχή των σφιγμένων γροθιών στον αθλητισμό: από εκείνες που υψώνονται στον ουρανό από τους αφροαμερικανούς Tommie Smith και John Carlos στους ολυμπιακούς αγώνες του Μεξικού του 1968, που γνωρίζουν καλά πώς να ανάψουν φωτιές και να μείνουν στην ιστορία, σε εκείνες ικανές να προκαλέσουν μοναχά μια σπίθα του Paolo Sollier, του ιταλού ποδοσφαιριστή της Avanguardia operaia που καταγγέλλει δημοσίως τις παραμορφώσεις και υποκρισίες εκείνου του ποδοσφαιρικού κόσμου που θέλει να μείνει έξω από οτιδήποτε άλλο.

Έπειτα, υπάρχει χώρος για την αλληλοσύνδεση του αθλητισμού και της πολιτικής σε εκείνη τη Χιλή η οποία ανακηρύσσει τον στρατηγό Pinochet με κανονιές στις 11 σεπτεμβρίου 1973 με την μη ασήμαντη βοήθεια με αστέρια και ρίγες. Στη συνέχεια πέφτουμε επάνω στην άρνηση της σοβιετικής Ένωσης να παίξει στη Χιλή ένα παιχνίδι για τα προκριματικά του παγκοσμίου κυπέλλου του 1974 στη Γερμανία, άρνηση που αναγκάζει τη χιλιανή στρατιωτική χούντα να υπερβεί τα όρια του γελοίου παρουσιάζοντας την ομάδα της στον αγωνιστικό χώρο απουσία του αντιπάλου και σκοράροντας με τον αρχηγό Francisco Valdés το γκολ της πρόκρισης. Εάν η ΕΣΣΔ διατηρεί την ίδια αδιαλλαξία προς τη χιλιανή δικτατορία και το 1976, όταν αρνείται να αντιμετωπίσει την ομάδα του τένις στον ημιτελικό του Κυπέλλου Davis, αντιθέτως χωρίς πολλούς ενδοιασμούς συμμετέχει κανονικά στο παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου του 1978 στην Αργεντινή των στρατιωτικών.

Άλλα επεισόδια της κουβέντας για την μπάλα είναι αφιερωμένα στον ποδοσφαιριστή Rachid Mekhloufi που εγκαταλείπει τη φανέλα της εθνικής ομάδας της Γαλλίας για να φορέσει εκείνη του αλγερινού Front de Libération nationale, πεπεισμένος ότι αυτό που έχει καταφέρει να κάνει για τους κολασμένους της γης, το έκανε με την μπάλα ανάμεσα στα πόδια, παίζοντας για την επανάσταση. Με ένα άλμα στο Αμβούργο το βιβλίο εστιάζει στον Volker Ippig, τερματοφύλακα της St. Pauli που ζει μεταξύ των καταληψιών της γειτονιάς και που γύρω από τα μέσα της δεκαετίας του Ογδόντα αποφασίζει να μετακινηθεί προς τη Νικαράγουα για έξι μήνες για να διδάξει το ποδόσφαιρο στα παιδιά στα σχολεία του Frente Sandinista de Liberación Nacional, για να επιστρέψει κατόπιν στο Αμβούργο να υπερασπιστεί ξανά την εστία της St. Pauli μέχρι το τέλος της αγωνιστικής δραστηριότητας όταν, μη μπορώντας να ανακυκλωθεί μέσα στον κόσμο του ποδοσφαίρου, τελικά βρίσκει εργασία στο λιμάνι. Σχετικά με τη γερμανική πόλη της Βόρειας Θάλασσας, κάποιες σελίδες του βιβλίου δεν μπορούσαν παρά να είναι αφιερωμένες στην διαπλοκή αθλητισμού- πολιτικής που χαρακτηρίζει την περιοχή μεταξύ της Hafenstrasse και του Millerntor-Stadion της St. Pauli.

Επιστρέφοντας στο Παγκόσμιο Κύπελλο Βραζιλίας του 2014, σε αυτούς η ιταλική εθνική ομάδα φτάνει μετά την κάκιστη φιγούρα τέσσερα χρόνια νωρίτερα στη Νότια Αφρική. Σε εκείνη την περίπτωση ζητήθηκαν οι αιτιολογίες της καταστροφής στην αποβολή του Marchisio, «του μέσου της Γιουβέντους ο οποίος στην πατρίδα απολαμβάνει της ασυλίας που κατοχυρώνεται στους bianconeri από το πρώτο άρθρο του ποδοσφαιρικού Συντάγματος». Ο αποδιοπομπαίος τράγος, φθάνει να μην παραδεχτούν την ήττα ολόκληρου του έθνους, πρέπει να βρεθεί. «Γι αυτό αθλητικοί δημοσιογράφοι, ειδικοί της επικοινωνίας των πρακτορείων μάρκετινγκ που χρησιμοποιεί η ιταλική ομοσπονδία ποδοσφαίρου, πρώην πολιτιστικοί αντάρτες κατά τη διάρκεια του πανεπιστημίου που κεραυνοβολήθηκαν επάνω στην οδό της εξουσίας, θέτουν ήδη σε κίνηση το εργοστάσιο συναίνεσης. Το θύμα, προκειμένου να επαναληφθεί η απόλυτη αθωότητά του, χρειάζεται έναν αποδιοπομπαίο τράγο καταδικασμένο να περιπλανιέται στην έρημο κουβαλώντας επάνω του τις αμαρτίες του έθνους. Για τη Βραζιλία του 2014 επιλέχθηκε ο Mario Balotelli: ο νέγρος».

Το Επεισόδια… Frammenti di un discorso sul pallone μεταφέρει αυτούς που διαβάζουν στο Παγκόσμιο Κύπελλο των ΗΠΑ το 1994, «όταν το ποδόσφαιρο υπέστη την οριστική μετατροπή σε ένα τηλεοπτικό προϊόν, το οποίο παρακολουθούμε μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που κοιτάζει μια οθόνη μέσα σε ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο με δυστοπική και ballardiana ατμόσφαιρα».

Υποστηρίζει ένας χαρακτήρας στο βιβλίο ότι εάν και το ποδόσφαιρο γνωρίζει την πρώτη βιομηχανική επανάσταση στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα με την κωδικοποίησή του σε «πολιτιστική βιομηχανία που μπορεί να εισαχθεί σε μια καπιταλιστική οικονομία οικογενειακής μήτρας, όπως ο τομέας της κλωστοϋφαντουργίας ή της μεταποίησης», η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση θα ξεκινούσε με την έλευση της τηλεόρασης στο ποδόσφαιρο μέσα στη δεκαετία του Εξήντα για να φτάσει στη συνέχεια στο αποκορύφωμά της τις μέρες μας. Η τρίτη επανάσταση αντιθέτως θα έπρεπε να έχει σχέση με τη δυνατότητα που προσφέρεται στο χρήστη από τις νέες τεχνολογίες για την «εξαγωγή εξατομικευμένων προγραμμάτων κατανάλωσης». Πέρα από τους μελλοντικούς μετασχηματισμούς, σίγουρα η εμφάνιση της τηλεόρασης, και όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αποτέλεσε ένα σημαντικό σημείο καμπής, και όταν υπάρχουν στη μέση οι τηλεοράσεις η λέξη κλειδί είναι «the show must go on – η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί», και λίγες ιστορίες, και από αυτή την άποψη ούτε οι νεκροί μπορούν να σταματήσουν την μηχανή του θεάματος και των επιχειρηματικών υποθέσεων.

Η επανάσταση της τηλεόρασης έχει συνδυαστεί με εκείνη των «ατομικών καθισμάτων» στα στάδια, δομές που, χάρη στις ολοένα και υψηλότερες τιμές, πρέπει να γίνουν μέρη προσβάσιμα σε περιορισμένο αριθμό θεατών που βρίσκονται υπό έλεγχο ενώ οι άλλοι θα πρέπει να προσφύγουν στη συνδρομητική τηλεόραση. Οι τραγωδίες του Haysel στις Βρυξέλλες στις 29 μαΐου 1985 και του Hillsborough στο Σέφιλντ στις 15 απριλίου 1989, αποδείχτηκαν από αυτή την άποψη ευκαιρίες που δεν πρέπει να χαθούν για να πιεστεί περαιτέρω ο επιταχυντής του μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Για να τα πούμε όλα, στην περίπτωση του Σέφιλντ η κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποκρύψει τις οργανωτικές ευθύνες που σχετίζονται με τους χώρους που έχουν δεσμευτεί για τους οπαδούς και την λανθασμένη συμπεριφορά των αστυνομικών δυνάμεων που, μαζί με την ισχυρή περίφραξη ενάντια στις εισβολές που εισήγαγε η κυβέρνηση μετά την τραγωδία του Heysel, βοήθησαν να παγιδευτούν οι παρόντες σε ένα πολύ μικρό χώρο. Η κυβέρνηση της Σιδηρής Κυρίας έφτασε μάλιστα στο σημείο να εκμεταλλευτεί τον εξυπηρετικό προς αυτήν Τύπο για να διαδώσει ψευδείς και παρεκκλίνουσες έρευνες σχετικά με τις ευθύνες για το περιστατικό. “The show must go on”, σίγουρα, και μαζί με το θέαμα πρέπει να γίνουν τα πάντα ώστε να προωθηθεί κάθε προσπάθεια να καταστεί ακόμα πιο κερδοφόρο, με οποιοδήποτε απαραίτητο μέσο. Αλίμονο, ο κόσμος των επιχειρήσεων δεν διστάζει, δεν αμφιταλαντεύεται ποτέ μπροστά στους νεκρούς.

Μερικά αποσπάσματα μπαλαδορικής κουβέντας είναι επίσης αφιερωμένα στον Éric Cantona, έναν μαρσεγιέζο στον οποίο ο ρόλος του απλού ποδοσφαιριστή, αν και εξαιρετικού, του ήταν πάντα σφιχτός και που, πάνω απ ‘όλα, ποτέ δεν απέφυγε να λέει και να κάνει εκείνο που περνούσε απ’ το κεφάλι του: από το πάθος για την ζωγραφική στο να δηλώνει ότι προσελκύεται από την άρνηση της εξουσίας που ασκούσαν οι γάλλοι ληστές της δεκαετίας του ’70 Mesrine και Spaggiari, από τις εκστρατείες για να καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα στο να προσφέρεται για τη διαφήμιση μεγάλων εμπορικών σημάτων, από τη στάση του εναντίον γάλλων πολιτικών στη μόδα μέχρι τις κινηματογραφικές του συμμετοχές.

Αφού άνοιξε με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 στην Αργεντινή, το βιβλίο κλείνει με μια ιστορία επικεντρωμένη σε εκείνο τον Paul Breitner που βρίσκουμε στον τίτλο του τόμου, εκείνου του γερμανού ποδοσφαιριστή που συνήθιζε να παρουσιάζεται στις προπονήσεις της Μπάγερν Μονάχου με το Μικρό Κόκκινο Βιβλίο του Μάο πεπεισμένου πως μπορούσε να συμβιώνει τον κομμουνιστικό του λόγο με τα χρήματα που κέρδιζε στην Ρεάλ Μαδρίτης, την ομάδα του Φρανσίσκο Φράνκο, και που γι αυτές του τις αντιφάσεις καταλήγει, σε αυτές τις σελίδες, στόχος ορισμένων μελών της Rote Armee Fraction.

«Ποια σχολή παιχνιδιού, σημαία ή αντίληψη της μπάλας κατάφερε να ξεφύγει από τις λογικές του κεφαλαίου; Όλες, καμία. Επειδή το παιχνίδι της μπάλας γεννιέται ήδη σύγχρονο. Είναι ένα εμπόρευμα, μια συσκευή του θεάματος και ένας μηχανισμός εξουσίας ». Ο Luca Pisapia καταπίνεται βαριά. Οι παθιασμένοι του ποδοσφαίρου αιχμάλωτοι της ρομαντικής νοσταλγίας για το ποδόσφαιρο των αναμνήσεων προειδοποιήθηκαν στην αρχή: το Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone πραγματικά δεν είναι το βιβλίο τους.

 

https://www.carmillaonline.com/2019/01/22/sport-e-dintorni-frammenti-di-un-discorso-sul-pallone-il-miglior-apparato-ideologico-al-servizio-del-capitale/

φυλακές, carcere

Αμνηστία, αμέσως. Την Τρίτη δημόσια συνάντηση στη Ρώμη

 

Η ιστορία του Cesare Battisti, με την επικοινωνιακή αντιδραστική κατακραυγή που προκάλεσε, μας οδηγεί να ξαναπάρουμε τον λόγο για την αναγκαιότητα αμνηστίας όσον αφορά τα πολιτικά και κοινωνικά αδικήματα. Για την τρίτη, 22 Ιανουαρίου στη Ρώμη έχει συγκληθεί δημόσια συνάντηση στις 6 και 30 μ.μ. στα Magazzini Popolari Casal Bertone (via Orero 61).

Μετά την ανεξήγητη έκδοση αστραπή από την Βολιβία ο Cesare επέστρεψε στην Ιταλία ως φυλακισμένος ενός πολέμου που έχει τελειώσει. Αλλά η εκδίκηση του Κράτους που κήρυξε αυτό τον πόλεμο εναντίον των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς με σφαγές, δολοφονίες και προληπτικές φυλακίσεις δεν έχει τελειώσει. Αφού κέρδισε αυτόν τον αγώνα, με κάθε απαραίτητο μέσο, η άρχουσα τάξη της χώρας συνεχίζει την εκδίκησή της επί των πρωταγωνιστών εκείνης της εποχής, επάνω σε εκείνη την έφοδο στον ουρανό που δεν μπορεί να καταλήξει ανάμεσα στα κάγκελα των φυλακών. Η κυβέρνηση της προπαγάνδας χρησιμοποίησε τη σύλληψη του Battisti για να μετριάσει τις εσωτερικές και εξωτερικές αντιθέσεις της, καθιστώντας τα κρατικά βασανιστήρια – με τις μορφές της απομόνωσης στις φυλακές και την ισόβια κάθειρξη – ένα στοιχείο σταθεροποίησης των συναινέσεων, με τη συνέργεια ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας των πολιτών και του πολιτιστικού humus μιας χώρας που δεν είναι σε θέση να κλείσει τους λογαριασμούς με τη δική της ιστορία.

Πιστεύουμε ότι η σύλληψη του Battisti ανοίγει ξανά επειγόντως το θέμα της αμνηστίας για πολιτικά και κοινωνικά αδικήματα στη χώρα αυτή. Σε μια εποχή όπου η καταστολή και η προληπτική καταστολή γίνονται σκληρότερες δεν μπορούμε να παραδώσουμε τον Cesare στους φύλακες του. Αναγκάζοντας τη χώρα να ασχοληθεί με το παρελθόν της, να ξεκινήσει μια σοβαρή συζήτηση για την Αμνηστία, σημαίνει να υπερασπιστούμε ΣΗΜΕΡΑ την πολιτική και κοινωνική βιωσιμότητα, δυνατότητα δράσης όλων των ακτιβιστών.

Τα 3 σημεία επάνω στα οποία να αναπτύξουμε την πρωτοβουλία

1) όχι στα βασανιστήρια του Battisti μέσω της απομόνωσης κατά τη διάρκεια της ημέρας και της ισόβιας φυλάκισης. Το τέλος της εποχής του ένοπλου αγώνα, η έλλειψη παρουσίας παράνομων δομών στην επικράτεια, η ηλικία και η αδυναμία επανάληψης του αδικήματος από τον Cesare καθιστούν αυτή την ποινή ένα πραγματικό βασανισμό εναντίον του, καθώς και μια περιττή εκδίκηση ενάντια σε μια ιστορία όπου υπήρξε ήδη ένας νικητής.

2) να δώσουμε ξανά φωνή στο θέμα της αμνηστίας για πολιτικά και κοινωνικά εγκλήματα. Ένα κίνημα που δεν αγωνίζεται για την αμνηστία των κρατουμένων και όλων εκείνων που καταγγέλθηκαν για λόγους που συνδέονται με τους κοινωνικούς αγώνες είναι ένα κίνημα που παραιτείται από την πιθανότητα υπεράσπισης και επέκτασης της πολιτικής και κοινωνικής βιωσιμότητάς του, της δυνατότητας του να δράσει.

3) να αποδώσουμε ξανά στη δεκαετία του ’70 και τη δεκαετία του ’80 πολιτική και κοινωνική αξιοπρέπεια αποσπώντας τις από την αφήγηση όλων εκείνων που περιγράφουν εκείνα τα χρόνια ως τυφλή και αδιάκριτη βία.

Στην συζήτηση προβλέπονται οι παρεμβάσεις των Sergio Cararo (σύνταξη του Contropiano), Caterina Calia (δικηγόρος), Nunzio D’Erme (Osservatorio repressione), Marco Lucentini (δικηγόρος), Arturo Salerni (δικηγόρος), Francesco Romeo (δικηγόρος), Paolo Persichetti (δημοσιογράφος) και Davide Steccanella δικηγόρος υπεράσπισης του Cesare Battisti

Η πρωτοβουλία προωθείται από Contropiano, Noi Restiamo, Magazzini popolari Casalbertone

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Tupamaros. La noche de los 12 años, η νύχτα 12 χρόνων, η ταινία για τον Pepe Mujica

 

Στον κινηματογράφο. Το film του Alvaro Brechner για τον πρώην πρόεδρο της Ουρουγουάης και των συντρόφων του Movimiento de liberación Nacional, με το οποίο φυλακίστηκε στα χρόνια της στρατιωτικής δικτατορίας στην Uruguay

Ήταν η χρονιά του Pepe Mujica φέτος στη έκθεση της Βενετίας: αφιερωμένες στον πρώην πρόεδρο της Ουρουγουάης που μείωσε τη φτώχεια της χώρας στο 9% είδαμε δύο ταινίες και η δική του παρουσία προκάλεσε προειδοποιήσεις σε σχέση με την ευθύνη όλης της δύσης όσον αφορά τη φτώχεια στον κόσμο, την ανάγκη δημιουργίας ενός «σχεδίου Marshall» για την Αφρική.

Ενώ ο Kusturica έκανε ένα ντοκιμαντέρ που φωτίζεται από τον πρόεδρο ο οποίος οδηγούσε το τρακτέρ και χάριζε το 70% του μισθού του στους φτωχούς, στο τμήμα Ορίζοντες, η ταινία έχει προγραμματιστεί τώρα στις αίθουσες, Una notte di 12 anni, (La noche de los 12 años, Η νύχτα των 12 χρόνων) από τον ουρουγουανό σκηνοθέτη και παραγωγό Alvaro Brechner, μια ταινία του είδους της φυλακής, η οποία όμως αποκαλύπτει ένα ελάχιστα γνωστό γεγονός, τα αυθεντικά συμβάντα εξαιρετικών χαρακτήρων, του Μουχίκα και των συντρόφων του Tupamaros που συνελήφθησαν κατά την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ουρουγουάη (1973-1985). «Με έπιασαν – είπε ο Mujica – επειδή δεν ήμουν γρήγορος, δεν ήμουν αθλητικός, όχι επειδή ήθελα να κάνω τον ήρωα.»

Ο BRECHNER ανακατασκευάζει στην ταινία αφού συγκέντρωσε εδώ και χρόνια έρευνες και μαρτυρίες, την πραγματική ιστορία της κράτησης ενάντια σε οποιοδήποτε σεβασμό ανθρωπίνων δικαιωμάτων των τριών συντρόφων αγώνα του Movimiento de Liberación Nacional, του Pepe (μελλοντικού προέδρου Mujica), του Neto (Eleuterio Huidobro) που έγινε στη συνέχεια υπουργός άμυνας, του Ruso, του ποιητή Mauricio Rosencrof, τους οποίους έπαιξαν αντίστοιχα ο ισπανός ηθοποιός Antonio De La Torre, ο Alvaro Tort (ήταν στο Whiskey) και ο Chino Darín (γιος του μεγάλου αργεντίνου ηθοποιού Ricardo Darín). Στην ταινία ακολουθούμε μόνο τους τρεις ομήρους, στην πραγματικότητα η ιστορία βιώθηκε από εννέα αιχμαλώτους χωρισμένους σε τρεις ομάδες.

Να μιλήσουμε για είδος φυλάκισης είναι μειωτικό, δεδομένου ότι η κράτησή τους ήταν μάλλον μια πολύ μακρά μορφή βασανισμού, ήταν μέρος ενός πειράματος μηδενισμού της προσωπικότητας, με συγκεκριμένο στόχο να τους οδηγήσει στην τρέλα. Τα δώδεκα χρόνια αναφέρονται πράγματι στην φυλάκισή τους σε πλήρη απομόνωση σε πάντα διαφορετικά μέρη χωρίς να είναι σε θέση να επικοινωνούν, σχεδόν χωρίς φαγητό, φως, νερό, μέρη που να είναι όμοια με μεσαιωνικά μπουντρούμια.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΚΡΥ ΑΓΩΝΑ για να μην τρελαθούν θα βγουν νικητές και η ταινία τους δείχνει σε ένα κρεσέντο μεγάλης ανθρωπιάς κατά τη διάρκεια αυτών των μακρών ετών απομόνωσης, σε φαινομενικά άδειες σκηνές που γεμίζουν με δεξιότητα, όπου η κύρια διδασκαλία είναι η ανάγκη να αντισταθούν με κάθε κόστος, εφευρίσκοντας συνεχώς διαφορετικούς τρόπους επικοινωνίας μέσα από χοντρούς τοίχους, βρίσκοντας τον τρόπο να παραμείνουν ανθρώπινα όντα. Και με τη σκέψη, αφού αποφυλακιστούν, να συνεχίσουν να αγωνίζονται για την κοινωνική δικαιοσύνη.

Ο σκηνοθέτης στις προηγούμενες ταινίες του έχει δείξει ότι επεξεργάζεται λογοτεχνικές αναφορές, όπως Onetti (Mal dìa para pescar, Κακή μέρα για ψάρεμα), εδώ κινείται στη σφαίρα του παράλογου, του παράδοξου χιούμορ, του συναισθήματος, παρότι παραμένει εμπλεκόμενος από τους κανόνες του είδους κατά κάποιον τρόπο, πέρα από της φυλακής, και της πολιτικής. Κατά βάθος πιθανότατα είναι αλήθεια ότι μια τέτοια εμπειρία δεν μπορεί να λεχθεί: ούτε ο Πέπε Μουχίκα στη Βενετία θέλησε να μιλήσει για την εποχή της κράτησης, υποδεικνύοντας εκείνες τις εμπειρίες βαθιές πληγές που πρέπει να γίνονται σεβαστές.

Αυτό που κάνει την ταινία σημαντική, εκτός από ολόκληρο το καλλιτεχνικό στήσιμο υψηλού επιπέδου, είναι ότι πρόκειται για μια διαδήλωση εργασίας επάνω στη μνήμη που εμπεριέχει εδώ και χρόνια ολόκληρη την λατινοαμερικανική ήπειρο, αλλά από την πλευρά μιας χώρας όπως η Ουρουγουάη όπου ακόμη δεν έχουν γίνει οι λογαριασμοί με το παρελθόν, σε αντίθεση με την Αργεντινή ή τη Χιλή και όπου το ζήτημα των desaparecidos, των εξαφανισμένων-αγνοουμένων παραμένει άλυτο και λείπουν οι δίκες στους στρατιωτικούς.

* Πηγή: Silvana Silvestri, IL MANIFESTO

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ένα ταξίδι για τους φίλους: #Hevalen πάνω κάτω στο στιβάλι. Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την Συρία;

Stampa

του Davide Grasso *

Un viaggio per gli amici: #Hevalen su e giù per lo Stivale. Di cosa parliamo quando parliamo di #Siria?

Παρουσίαση του Hevalen στο Πανεπιστήμιο L’Orientale της Napoli, 21 μαρτίου 2018.

Στα τέλη νοεμβρίου του 2017 προσγειωνόμουν για δεύτερη φορά σε ένα ευρωπαϊκό αεροδρόμιο αφού βρέθηκα στη Συρία. Αυτή τη φορά είχα αφήσει δύο φίλους πίσω μου: η Eddi και ο Jacopo παρέμειναν για να υπερασπιστούν και να συνεχίσουν την επανάσταση του βορρά. Θα είχα φθάσει στο Τορίνο το βράδυ και, το επόμενο βράδυ, θα είχα προσεγγίσει στην πλατεία Santa Giulia, όπου θα είχα παρατηρήσει – για άλλη μια φορά – τη νυχτερινή ζωή μιας μεγάλης πόλης έχοντας μια ζώνη πολέμου στα μάτια μου. Όχι ότι η βόρεια Συρία – ή η Ροζάβα – είναι απλά μια ζώνη πολέμου. Είναι ο τόπος όπου σήμερα, μέσα στο πρώτο τέταρτο του εικοστού πρώτου αιώνα, αναπτύσσεται το μεγαλύτερο επαναστατικό κίνημα της γης, σε έναν κόσμο χωρίς επαναστάσεις. Ακόμη μια φορά, μετά από δύο μήνες μεσοποταμιακών διαδρομών, συνελεύσεων, συναντήσεων και σεμιναρίων που υποστηρίχτηκαν με πολεμικούς ρυθμούς – σαν να ήμασταν ζωντανοί, σαν να προσπαθούσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο – δεν μπορούσα παρά να κοιτάζω με αμηχανία την αντανάκλαση του εαυτού μου σε όλα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνης της νυχτερινής Παρασκευής. Γιατί δεν οργανώναμε κάτι μεγάλο κι εδώ, αντί να ουρλιάζουμε άσκοπα με μερικές μπύρες στο χέρι;

Τότε, εννέα μήνες πριν, δεν ήμουν ακόμη σε θέση να αγγίξω ένα αντίγραφο του βιβλίου που είχα γράψει μερικούς μήνες νωρίτερα, εκείνο στο οποίο διηγούμουν για το χάσμα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης ανατολής, και για τον λόγο για τον οποίον είχα πάει για να πολεμήσω το Isis, ή το Daesh. Μετά το βράδυ στην Piazza Santa Giulia δεν περίμενα πολύ να επιστρέψω στο ταξίδι. Αυτή τη φορά ήταν η Ιταλία που είχα σκοπό να διασχίσω, με το βιβλίο που είχα γράψει. Όπως είναι γνωστό, τα τουφέκια απέχουν πολύ από το να είναι το μοναδικό όπλο που θα χρησιμοποιηθεί σε αυτόν τον κόσμο, και, όπως εξήγησα στους φίλους μου στη Συρία, το Hevalen είναι μια πολιτική δράση: γραμμένο διαφορετικά από το πώς θα το είχαν εκδώσει οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, ίσως ακόμη και διαφορετικά από το πώς οι αναγνώστες θα το είχαν θελήσει, το σκέφτηκα με τρόπο τέτοιο ώστε να προσπαθεί να μεταδώσει – όσο μπορεί να γίνει δυνατή η μετάδοση – αυτό που είναι πιο οδυνηρό εκεί όπου πονάει περισσότερο: δηλαδή ότι δεν υπάρχει κανένας τρόπος μέσα στον οποίο εσείς και εγώ μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς και τίμιοι με τους εαυτούς μας, ζωντανοί, σε έναν τέτοιο κόσμο.

Από τότε, μέχρι την τελευταία παρουσίαση στο festival Υψηλή Ευτυχία-Alta Felicità, στην Val Susa, στις 27 ιουλίου που μόλις πέρασε  [Audio στο κάτω μέρος σε αυτό το post, N.d.R.], γύρισα την Ιταλία να φέρω σε πέρας πενήντα οκτώ παρουσιάσεις σε άλλες τόσες δημόσιες αίθουσες, κύκλους, ταβέρνες, πανεπιστήμια, σχολεία, κοινωνικά κέντρα, σπίτια του λαού, συνδικαλιστικά γραφεία, σε χωριά των 600 κατοίκων όπως και σε μητροπόλεις εκατομμυρίων ανθρώπων, από τους Δολομίτες μέχρι το Παλέρμο, από την Αδριατική μέχρι τις δυτικές γωνιές της Σαρδηνίας. Είδα ξανά φίλους, συνάντησα διαφορετικά πρόσωπα και ανθρώπους, άκουγα διαλέκτους, κλίσεις και αδυναμίες, έθιμα φιλοξενίας και πολύ διαφορετικούς τρόπους έκφρασης των αμφιβολιών ή των ιδεών τους. Μερικές φορές με περίμενε η ερώτηση: πώς είσαι; Πώς είναι εκεί κάτω; Υπάρχει ελπίδα; Μερικές φορές φαίνονταν να θέλουν να εννοήσουν πως, αν υπάρχει, μπορεί να υπάρχει και εδώ. Άλλες φορές φαίνονταν ότι το υπόβαθρο της ερώτησης ήταν περισσότερο απογοητευμένο. «Μιας κι εδώ απ’ ότι φαίνεται ελπίδα δεν υπάρχει… θα μας πεις για εκείνους τους μακρινούς τόπους;»

Γιατί να μιλήσουμε γι αυτό που είναι μακριά; Σε κάποιους η αίσθηση, η έννοια αυτής της δραστηριότητας μου διαφεύγει, αλλά πρέπει να πάμε μακριά, μερικές φορές, για να βρούμε κοντινές απαντήσεις, ειδικά όταν, στη γύρω περιοχή, φαίνεται να βρίσκουμε μόνο τοίχους για να χτυπήσουμε το κεφάλι.

Στην Bologna, σε έναν από τους πρώτους σταθμούς, συνάντησα τον Wu Ming 1, που με είχε ακολουθήσει στη συγγραφή του βιβλίου. Η παρέμβαση του ενώπιον των φοιτητών με ταρακούνησε. Πάντα πίστευα ότι αν κάποιος είχε διαβάσει, εκτός από το Hevalen, το μοναδικό άλλο βιβλίο που είχα γράψει (τέσσερα χρόνια νωρίτερα, όταν είχα επιστρέψει από μια περίοδο σπουδών στις States, και η Συρία δεν καταλάμβανε ούτε κατά διάνοια τις σκέψεις μου), δεν θα μπορούσε να πιστέψει πως ο συγγραφέας ήταν ο ίδιος. Εγώ πρώτος δυσκολεύομαι να το πιστέψω. New York Regina Underground  ήταν αυτοβιογραφικός απολογισμός για τις μητροπολιτικές τρέλες, γιορτές και παράδοξα της ευχαρίστησης και, κατά κάποιο τρόπο, και για το βίτσιο. Το Hevalen ονομάζει γεγονότα στα οποία, ως επί το πλείστον, θα ήθελα να καταφέρω να μην σκέφτομαι πλέον, αν μη τι άλλο επειδή δεν δημιουργούν μόνο εμμονές, αλλά κάστρα από εμμονές. Ωστόσο όχι μόνο είμαι ο ίδιος συγγραφέας, είπε ο Wu Ming 1, αλλά μάλιστα θα έπρεπε να διαβάσετε το Νέα Υόρκη Regina Underground πριν διαβάσετε το Hevalen.

Με την πρώτη ματιά θα μπορούσε να εμφανιστεί σχεδόν σαν μια προσέγγιση όχι και τόσο διακριτική, και είναι εύκολο, μπροστά στον πόλεμο, να λείπει ακούσια ο σεβασμός. Δεν ήταν έτσι: ο Wu Ming 1 είχε καταλάβει πόσο βαθιά είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε την αρχή του Hevalen για να απαντήσουμε στην ερώτηση που γράφτηκε στο εξώφυλλο. Δεν ήταν ίσως τα χαμόγελα του Bataclan και τα cocktails της Rue de Charonne, που κάποτε πνίγηκαν στο αίμα στις 13 νοεμβρίου του 2015, που με ώθησαν να πάρω ένα όπλο για πρώτη φορά στη ζωή μου, να αντιμετωπίσω τους υπεύθυνους για εκείνη τη σφαγή με τα ίδια μέσα που είχαν χρησιμοποιήσει για να την φέρουν σε πέρας; Και δεν ήταν, εκείνα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνα, τα ίδια που ήταν οι πρωταγωνιστές του πρώτου μου πραγματικού ταξιδιού έξω από την Ευρώπη – προς τα δυτικά – και συνεπώς του πρώτου βιβλίου; σίγουρα: μια παρόμοια αγάπη για τη δική μου νυκτερινή αντανάκλαση, και για τη διάθλασή της σε εκατομμύρια άλλων σε χίλιες άλλες νύχτες, μπορεί να ενοχλήσει. Παρ ‘όλα αυτά, ακριβώς επειδή είναι αλήθεια δεν κάνει τίποτα για να ευχαριστήσει.

Όταν ένα μπλουζάκι του God Save The Queen των Sex Pistols έχει τα ίδια χρώματα της σημαίας των YPG. Κοινωνικό κέντρο Cartella, Reggio Calabria, 10 ιουλίου 2018.

Και άλλοι διεθνείς μαχητές γνώριζαν επίσης κάτι για την αγάπη αυτή, στην Rojava, καθένας με διαφορετικό τρόπο. Κατά τη διάρκεια των παρουσιάσεων του βιβλίου συναντήθηκα με άλλα παιδιά που είχαν πολεμήσει στις YPG μετά από μένα. Τους παρατήρησα: μικροκαμωμένοι, παιδιά, μερικές φορές με παιδικά πρόσωπα, μπλουζάκια που κρέμονται σε μικροσκοπικούς ώμους ή ένα χαρτάκι για να στρίβουν τον καπνό στο χέρι τους. Αυτοί; Μαχητές; Μαχητές στη Συρία; ενάντια στο Isis; Είναι μια ολοκληρωτικά κατανοητή δυσπιστία, που πολλοί δεν μπορούν παρά να έχουν και για λογαριασμό μου. Είναι ότι το έχουμε ξεχάσει, με όλους αυτούς τους Rambo και αυτούς τους Terminator που περνούν στις εφημερίδες και στην τηλεόραση, με αυτούς τους επαγγελματίες στρατιώτες οι οποίοι, ψηλοί και φουσκωμένοι, πομπώδεις, επηρμένοι, περιπολούν τους σταθμούς και τους δρόμους της νύχτας, ξεχάσαμε λοιπόν πως πάντοτε τον πραγματικό πόλεμο εμείς τον κάναμε: φτωχοί και losers, με τους πατέρες και τα παιδιά μας. Τον κάνουν τα αγόρια της Manbij και του Deir El Zor με τα πολύ μακριά τους πόδια ή πολύ στραβά, με τις κυρτές τους μύτες και το βλέμμα τους χαμένο ποιος ξέρει που, κρατώντας το τουφέκι σαν να μην θέλουν να είναι στον κόσμο με αυτό το πράγμα, και οι δύο στην ίδια στιγμή! Ξύπνα! Μας έχει απομείνει λιγάκι μνήμη; Πώς ήταν οι νεκροί μας του Caporetto, οι νεκροί της Grappa; Πώς ήταν οι νεαροί που μαχαιρώθηκαν στις πλάτες στη Γαλλία, της υποχώρησης της Ρωσίας, της Balmafol; Πάντα δικοί μας είναι οι νεκροί, αλλά και οι μαχόμενοι: πρέπει να θυμόμαστε.

Συμβαίνει λοιπόν, για αυτούς τους ανθρώπους, πως οι μητέρες, οι ελιές, τα χαμόγελα ή οι προσευχές να είναι σημαντικές. Είμαι υπερήφανος που αγωνίστηκα, που πολέμησα με τον ήχο των χορδών των Dire Straits στο μυαλό, δίπλα σε νέους ανθρώπους που τα πρόσωπα τους έλαμπαν εάν, σε ένα σπίτι που μόλις κατέλαβαν κατά τη διάρκεια των μαχών, έβρισκαν ένα αντίγραφο του Κορανίου. Επειδή για εμάς τους κοινούς θνητούς, πιστούς ή όχι, η συνύπαρξη μέσα στη διαφορά – και η συνεργασία μέσα στη διαφορά – είναι μια αναγκαιότητα.

Στην Φλωρεντία ήταν ο Wu Ming 4 που παρουσίασε το Hevalen. Με είχε ήδη βοηθήσει να καταλάβω καλύτερα γιατί πήγα στη Συρία χάρη σε ένα αξιόλογο κριτικό δοκίμιο που έγραψε αυτός και το οποίο διάβασα κατόπιν σύστασής του στην επιστροφή, L’eroe imperfetto, Ο ατελής ήρωας. Είχε μιλήσει στους σπουδαστές για μια φλασιά που είχε στο Λονδίνο, νομίζω στο Hyde Park. Ο γιος του έπαιζε με άλλα παιδάκια και, όπως συχνά συμβαίνει σε εκείνη την πόλη, οι οικογένειες που βρίσκονταν γύρω ήταν: ένα πολύ ξανθό ζευγάρι, ίσως ουαλοί, μια κυρία που φορούσε το hijab με τον σύζυγό της, ίσως αιγύπτια, και άτομα με ινδοκινεζικά χαρακτηριστικά, ή αφρικανοί. Κοιτάζοντας εκείνη τη σκηνή συνειδητοποίησε ότι εκείνο «ήταν όλο αυτό για το οποίο είχα και για το οποίο θα είχα θελήσει να πολεμήσω», και ήταν το ίδιο, συνειδητοποιούσε τώρα, για το οποίο αγωνίζονταν οι σύριοι, οι άραβες, οι κούρδοι, οι ιρανοί, οι μεσοανατολίτες και οι δυτικοί του Hevalen. Στο Hevalen, είπε στη Φλωρεντία, γίνεται λόγος για ένα «τρόπο, για ένα στυλ ζωής»: δεν είναι όμως ο «τρόπος ζωής» του Emmanuel Macron ή της Theresa May, που βλέπει στον καταναγκασμό της επανάληψης του εστιατορίου και του dehor, της βιτρίνας ως τη μόνη δυνατή ταυτότητα, την νιχιλιστική επιτακτική ανάγκη της κατανάλωσης, χωρίς δονήσεις και χωρίς ζωή. Είναι το στυλ ζωής εκατομμυρίων νέων προλετάριων του παγκόσμιου melting pot, χωνευτηρίου – που κάνουν εκατομμύρια νύχτες να είναι ζωντανές και δονητικές, και στη μουσική, και στη νυχτερινή ζωή.

Είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι με ένα τέτοιο σενάριο ή, ακόμα λιγότερο, με την περισυλλογή επί αυτού. Ο κόσμος είναι αμφίθυμος, αντιμαχόμενος. Οι μόνες ψευδείς σημαίες είναι εκείνες που πιστεύουν ότι κυματίζουν στον άνεμο που φυσά μόνο από μία κατεύθυνση. Πίσω από τα ουράνια τόξα που πρέπει να υπερασπιστούμε υπάρχουν οι καταιγίδες του αβυσσαλέου χάσματος που προκαλείται από την αδικία. Προσπάθησα να διευκρινίσω κατά μήκος της μπότας ότι το βιβλίο μου είναι ένα βιβλίο επάνω στην αδικία – μέχρι τις ακραίες συνέπειες. Αντιμετώπισα, κατόπιν παρότρυνσης του Christian Raimo, στη Ρώμη, την αφιέρωση στην αρχή του κειμένου, που λόγω ενός ταρακουνήματος υλισμού – χειρονομία εξέγερσης της οποίας ο αναγνώστης βρίσκει στη συνέχεια την εξήγηση – δεν περιλαμβάνει τους πεσόντες. Οι πεσόντες είναι οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, αλλά το βιβλίο δεν είναι αφιερωμένο σε αυτούς. Πρέπει να αισθανόμαστε την απουσία τους για να τους είμαστε πιστοί. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχουν πλέον. Δεν μπορούν να μας ακούνε.

Παρουσίαση του Hevalen στο Barrio Campagnola του Bergamo, 7 μαρτίου 2018.

Με τα παιδιά του κοινωνικού κέντρου Dordoni και με τον βιβλιοπώλη από την Κρεμόνα Mario Feraboli συζήτησα για αυτό το διάκενο μεταξύ του «εμείς» που (επι)βιώνουμε και «αυτών», που πεθαίνουν. Δεν είναι εύκολο. Χωρίς επιφυλακτικότητα ή αξιολύπητες πόζες, με απόλυτη ειλικρίνεια. Το καταφέραμε στην Cremona. Εξ αιτίας όσων ήταν εκεί εκείνο το βράδυ, αλλά και κατά πρώτο λόγο λόγω εκείνων που δεν ήταν εκεί. Των παιδιών που αγωνίζονται στη Συρία και που με άλλαξαν, καθιστώντας ένα ελάχιστο, ένα απειροελάχιστο λιγότερο διαστρεβλωμένη και εγωκεντρική την προσωπικότητά μου, των πεσόντων, που με καρφώνουν στις ευθύνες μου μπροστά σε οποιονδήποτε. Των πεσόντων σχετικά με τους οποίους μπόρεσα για τελευταία φορά να αντιμετωπίσω τον φίλο Peppino, αγωνιστή του Boccaccio της Monza, που λίγο αργότερα μας άφησε. Υπάρχει ένας αξιοπρεπής και σεβαστός τρόπος με τον οποίο μπορούμε να εκφράσουμε τις αναφορές μας στην καταραμένη αναγκαιότητα της βίας; Αυτός γνώριζε τις συνέπειες αυτής της αναγκαιότητας, εξαιτίας του φίλου του για τον οποίον μου είχε μιλήσει, που είχε βοηθήσει τους Ypg και έπειτα αφαίρεσε την ζωή του, για αυτό που υπήρξε αναγκαίο. Αναγκαίο; Για ποιον; Για αυτούς, για μας; Για μένα; Στο Παλέρμο, η φιλόσοφος Serena Marcenò μου υπενθύμισε ότι, γι αυτή την αναγκαιότητα, ακόμα και μετά την ανάγνωση του βιβλίου μου, κάποιος μπορεί να παραμείνει κάθε άλλο παρά πεπεισμένος.

Όταν προσγειώθηκα στην piazza Santa Giulia, πριν από εννέα μήνες, η Raqqa μόλις είχε απελευθερωθεί και η εκστρατεία κατά του Daesh στην ανατολική έρημο είχε ξεκινήσει. Η ειρήνη φαίνονταν κοντινή. Το συριακό καθεστώς έσπρωχνε τον εχθρό από το νότο, χωρίς να περιφρονεί να βομβαρδίζει και τους συντρόφους μας. Ένας δύσκολος αλλά αναγκαίος συμβιβασμός μεταξύ δύο αντιτιθέμενων δυνάμεων – ένα σοσιαλιστικό και ελευθεριακό κίνημα από την μία πλευρά, ένα αυταρχικό και φασιστικό κράτος από την άλλη – ενωμένων από το κοινό συμφέρον για να εμποδιστεί η γέννηση μιας θεοκρατικής Συρίας, φαίνονταν να επιτυγχάνεται χάρη στη φυσική διαμεσολάβηση της Ρωσίας, στρατιωτικού συμμάχου και των δύο. Αντιθέτως δύο μήνες αργότερα το σενάριο αυτό θάφτηκε από τον Πούτιν, ο οποίος προτιμούσε να ευνοήσει την τουρκική περιφερειακή δύναμη, κάποτε εχθρική σε αυτόν, παραδίδοντας της την Αφρίν, προπύργιο της επανάστασης.

Γυρνώντας την Ιταλία με το Hevalen στο χέρι προσπάθησα να ενημερώσω για τις φάσεις του αγώνα και της μάχης, μοιράστηκα τα βίντεο που έστειλαν οι Jacopo, Eddi, Gelhat, Dilsoz – όλοι ιταλοί στρατευμένοι και μαχόμενοι – ενώ κινούμουν από το Βένετο στην Ούμπρια, από Λάτσιο έως Λομβαρδία και στις Marche, στην περιοχή της Emilia Romagna. Δρομολόγησα ξανά τα συνθήματα αντίστασης από τις πορείες του Τορίνο και του Μιλάνο. Με βρίσκουν στο Φεστιβάλ παλαιστινιακού κινηματογράφου στο Κάλιαρι όταν όμως η Αφρίν, ξαφνικά, μεταξύ 17 και 18 μαρτίου, έπεσε, εκκενώθηκε από τις επαναστατικές δυνάμεις. Από την σφαγή του πληθυσμού, ο οποίος παρέμεινε ως επί το πλείστον στην πόλη, είχε προτιμηθεί ο ανταρτοπόλεμος, η αντίσταση σε καθεστώς παρανομίας που εξακολουθεί να διαρκεί. Σε εκείνη την τρομερή φάση το να δέχομαι βροντερά χειροκροτήματα για την προηγούμενη στρατιωτική μου στράτευση, όπως συνέβη στην αρχή της παρέμβασής μου στο Δημαρχείο της Πάντοβα, υπήρξε ευκαιρία να μην κάνω τον αδιάφορο, αλλά να αντιμετωπίσω το κρυφό πρόβλημα που σε εκείνα τα χειροκροτήματα ήταν κρυμμένο.

Η πρόθεση στα χειροκροτήματα, στα σφιξίματα στα χέρια και στην απόδοση εκτίμησης απέναντι μου, και απέναντι στους άλλους ιταλούς των YPG, είναι σαφής, ξεκάθαρη και καλή, αλλά είναι το αποτέλεσμα, η συνέπεια για εκείνους που έχουν πάρει τα όπλα σε έναν πόλεμο, ακόμα σε εξέλιξη, που είναι αντιφατική. Με αυτή την ευκαιρία χρειάστηκα δύο λεπτά για να εξηγήσω ότι τα χειροκροτήματα και τα συγχαρητήρια είναι κατανοητά και αποδεκτά σύμφωνα με την ιταλική οπτική, που εκείνοι που πολέμησαν στη Συρία κατέχουν πλέον μόνο εν μέρει. Από τη συριακή οπτική, από την επαναστατική άποψη, το να έχουμε διαθέσει το σώμα μας για πέντε μήνες, όπως έκανα εγώ, δεν είναι τίποτα. Αυτή είναι η αλήθεια. Κάποιος με ρώτησε: πώς μπορείς να γυρνάς όλη την ώρα, χωρίς ποτέ να σταματάς; Δεν είσαι κουρασμένος; Είναι τίποτα. Εκεί οι άνθρωποι αγωνίζονται και μάχονται μια ζωή. Οι νεαροί μάχονται και εξακολουθούν να αγωνίζονται, να μάχονται, μέχρι το νέο χωριό και τη νέα επιχείρηση, μέχρι το θάνατο, και είναι νέοι που χαμογελούν σαν εμένα και σαν εσάς, που κλαίνε σαν εσάς, που έχουν θάρρος και φόβο σαν κι εσάς. Ποιο δικαίωμα έχουμε για να δεχόμαστε επαίνους λαϊκούς;

A και V στον πίνακα. Λύκειο Walther von der Vogelweide, Bozen/Bolzano, 20 απριλίου 2018.

Είναι σωστό ότι η παρουσίαση του Hevalen χρησίμευσε επίσης για να επεξηγήσει αυτό: επειδή αυτό είναι γραμμένο στο βιβλίο. Είναι γραμμένο ότι αυτά τα παιδιά μας φωνάζουν πως το να ελπίζει κανείς, ή να προσποιείται πως ελπίζει, δεν εξυπηρετεί, πρέπει να αγωνιστούμε – ακόμη και στο έδαφος της ειρήνης γιατί, αν όχι ο πόλεμος, είναι ο αγώνας που είναι παγκόσμιος. Τις ημέρες των λεηλασιών της Afrin, προσγειώθηκα στη Νάπολη. Μια ομάδα παράξενων σπουδαστών έκανε να βρεθεί μια τρίχρωμη σημαία με τρία αστέρια ευθυγραμμισμένα πάνω από την πύλη της Orientale: την σημαία του λεγόμενου Ελεύθερου Συριακού Στρατού, ο οποίος – παράδοξο – δεν ήταν ποτέ ελεύθερος και ποτέ δεν υπήρξε συριακός (και ποτέ δεν υπήρξε ένας στρατός ). Είναι η ίδια σημαία που είχαν κρεμάσει δυο μέρες πριν οι αλήτες που κατέλαβαν την Αφρίν σε ένα παρόμοιο μπαλκόνι, εκείνο του δημαρχείου της, δίπλα στην τουρκική σημαία. Εκείνο το έμβλημα θανάτου και κλοπής, παντού όπως στην πόλη εκείνη προοίμιο της αναγκαστικής μεταλλαγής των μειονοτήτων, των συστηματικών βασανιστηρίων των αντιφρονούντων, της εθνοκάθαρσης, της απομόνωσης και των διακρίσεων των γυναικών, κυμάτιζε στους τοίχους ενός από τα ευγενέστερα ιταλικά πανεπιστήμια. Είπα στους σπουδαστές που με είχαν καλέσει πως θα απομάκρυνα τη σημαία εγώ ο ίδιος, εάν δεν το έκαναν αυτοί. Σε λίγα λεπτά εξαφανίστηκε.

Μόλις κάθισα, άρχισα να καταγράφω τα εγκλήματα και τις φρικαλεότητες που διαπράττονται στη Συρία πίσω από αυτό το έμβλημα από τους τζιχαντιστές που οι τελεειδήσεις μας, λόγω της πρόστυχης ιταλικής εξωτερικής πολιτικής, αποκαλούν «αντάρτες». Ένα κορίτσι με τα μαλλιά να καλύπτονται από το hijab, στην τρίτη σειρά, προσπάθησε να με διακόψει. Δεν με ενδιέφεραν τα παράπονά της. Το ντύσιμο της μπορούσε να την κατατάξει ως πρώην αποικισμένη, ή μετανάστρια. Πρέπει να ευχαριστήσω τη Συρία που με έκανε απρόσβλητο – τουλάχιστον το ελπίζω – από εκείνο τον συγκεκριμένο ρατσισμό, της «αριστεράς» αυτή τη φορά, που χαρακτηρίζεται ως αφόρητος πατερναλισμός, αλόγιστος κατευνασμός σε οποιαδήποτε συμπεριφορά που προέρχεται, για παράδειγμα, από ανθρώπους που θεωρούνται ως μουσουλμάνοι, λες και ο σεβασμός προς τον άλλον δεν εκφράζεται πρώτα απ’ όλα ακριβώς στο να δίνεις στον καθένα την αξιοπρέπεια να είναι πραγματικός συνομιλητής και όχι μόνο τυπικά, όχι είδος ανήλικου διαταραγμένου μειωμένης ικανότητας να αντιπαρατεθεί, αν χρειαστεί έντονα, στα ίσα και να δεχτεί, εάν χρειαστεί, κριτικές. Μία νοοτροπία που θα με είχε ωθήσει να υποκύψω στις πιέσεις αυτού του κοριτσιού, μόνο και μόνο για το πέπλο που φορούσε. Αντιθέτως συνέχισα. Τους είπα – για τα θύματα, για τους μάρτυρες. Το κορίτσι άρχισε να κλαίει. Συνέχισα. Αυτή όπως και όλοι έπρεπε να ακούσει την αλήθεια των αποκεφαλισμένων παιδιών, των γυναικών που βιάστηκαν, των οικογενειών που ήταν κλειδωμένες στα κλουβιά. Όταν τελείωσα, ζήτησε συγγνώμη για τη συμπεριφορά της και είπε ότι γνώριζε από καιρό ότι δεν μπoρούσε πλέον να ανεμίζει εκείνη τη σημαία, πως έπρεπε να την κρατά «κλειδωμένη στο συρτάρι, εξαιτίας εκείνων που πρόδωσαν τα αρχικά ιδανικά». Μέσα στον κοινό σεβασμό για τις απαρχές της συριακής επανάστασης σφίξαμε τα χέρια στο τέλος της συζήτησης. Ανακάλυψα ότι ήταν ιταλίδα, που είχε ασπαστεί το Ισλάμ.

Το ταξίδι μέσα στην Ιταλία καθιστά δυνατή την κατανόηση πως η πραγματικά κακή πίστη δεν κατοικεί, συχνά, μέσα στους πρώτους ύποπτους, αλλά τους πολίτες πάνω από κάθε υποψία. Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της Περούτζια γνώρισα μια ομάδα τοπικών οπαδών που τους απέκλεισαν από κάθε αθλητική διοργάνωση επειδή άνοιξαν, κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, ένα πανό με την επιγραφή «Defend Afrin, terrorist Erdogan, Να υπερασπιστούμε την Αφρίν, Ερντογάν τρομοκράτη». Ο διοικητής της αστυνομίας δικαιολόγησε τη διάταξη σύμφωνα με την οποία το πανό προσέβαλε στην τιμή ενός αρχηγού ξένου κράτους. Επωφελήθηκα από την παρέμβασή μου για να προσκαλέσω τον διοικητή της Περούτζια να μετακομίσει με την οικογένειά του στη νέα Αφρίν του Ερντογάν, για να νιώσει τι ζουν κάτω από μια θεοκρατική εξουσία που διοικείται από κακοποιούς, ανάμεσα σε αντιφρονούντες που κρέμονται από στύλους και αποκεφαλισμούς στην πλατεία με την κραυγή «Allah Akhbar, ο Θεός είναι Μεγάλος !». Στην Πίζα οι σπουδαστές που με υποδέχτηκαν είχαν μόλις φτιάξει μια τοιχογραφία για την Αφρίν, αλλά είχε σβηστεί από το πανεπιστήμιο. Αν μόνο ο πρύτανης της Πίζα έπρεπε να αγκαλιάσει κάποιον που αιμορραγεί για την υπεράσπιση της πόλης του, ή για την ίδια την δυνατότητα να υπάρχουν τα πανεπιστήμια, θα καταλάβαινε πως ορισμένες χειρονομίες είναι αποδεκτές μόνο από μια ιταλική οπτική, εκείνη που εμείς έχουμε εν μέρει χάσει.

Στη μνήμη του Francesco Viviani, καθηγητού αντιφασισμού στο Liceo Ariosto της Ferrara, στη συνέχεια διοικητικού στελέχους του βερονέζικου CLN, που πέθανε στο  Buchenwald.

Ήταν κουραστικό, αλλά και όμορφο, να βλέπω τη χώρα μου, την οποία αγαπώ. Στο Appennino παρενέβην στις Casematte της Aquila, όπου χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν καταφύγιο κατά τη διάρκεια του σεισμού, στη Φερράρα. Συζήτησα με αξιολάτρευτους φοιτητές – μερικοί ιταλοί, άλλοι παλαιστίνιοι (το Hevalen είναι επίσης ένα βιβλίο για την Παλαιστίνη) – στο Λύκειο Αριόστο. Στους τοίχους του σχολείου μια πλάκα με έκανε να ανακαλύψω ότι ένας από τους καθηγητές λατινικών και ελληνικών πέθανε από το ναζιστικό-φασιστικό χέρι. Το να διασχίζεις την Ιταλία είναι να διασχίζεις αναμνήσεις αντίστασης: φθάνει να σταματήσεις για μια στιγμή και να μην προχωρήσεις περισσότερο, να δώσεις στον εαυτό σου χρόνο. Ένας φίλος με μετέφερε με ένα φορτηγό από το Carpi στο Reggio Emilia, δείχνοντάς μου την ατέλειωτη ροή των μνημάτων των καταδικασθέντων και το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Fossoli, σε εκείνο το τρίγωνο του θανάτου όπου ο απαραίτητος αγώνας ενάντια στον φασισμό υπήρξε τόσο σκληρός. Μεταξύ των υψηλών και επιβλητικών βουνών της Val Belluna, όπου είχαν ενεργήσει άλλες μονάδες παρτιζάνων, συνάντησα και πάλι τον μαχητή δίχως όπλα Fabio Vettorel, ο οποίος αντιστάθηκε με σαφήνεια και συνέπεια στις γερμανικές φυλακές μετά τη σύνοδο των G20 στο Αμβούργο.

Στο Bozen / Bolzano συνάντησα μια γερμανόφωνη σχολική ομάδα με τους οποίους συζήτησα τη σημασία της γλωσσικής προστασίας, της άρνησης της αφομοίωσης και του συστήματος των δημοκρατικών αυτονομιών στη βόρεια Συρία ως πρότυπο που θα μπορούσαμε να προωθήσουμε και στην Ευρώπη. Πολλοί, εκεί και αλλού, με ρώτησαν: είναι πιθανό μερικές από τις κατακτήσεις της Rojava να βρουν επιβεβαίωση στα μέρη μας; Τίποτα δεν μπορεί να εξαχθεί σαν ένα δέμα πατάτες, στην πολιτική, αλλά οι σύριοι ή οι κούρδοι έχουν δύο πόδια και δύο χέρια σαν κι εμάς, έτσι ώστε να έχουν δημιουργήσει μια κοινωνία που βασίζεται στις κοινότητες, η ιδέα της οποίας προέρχεται από την ευρωπαϊκή επαναστατική ιστορία, και οι κοινότητες διήρκεσαν στην Ροζάβα περισσότερο από ό, τι στο Παρίσι, σίγουρα δεν κόστισαν λιγότερο αίμα απ’ ότι εδώ σε εμάς. Υπάρχουν πηγές έμπνευσης σε όλες τις επαναστάσεις, και εκείνη της βόρειας Συρίας δεν αποκλείεται, ακόμα περισσότερο επειδή δίπλα στους πρακτικούς μετασχηματισμούς βρίσκονται σε διεργασία εκεί κάτω βαθιές και χρήσιμες θεωρητικές σκέψεις και προβληματισμοί επάνω στην ιστορία του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και της αποικιοκρατίας, και επάνω στην αυτοκριτική που πρέπει να εμβαθύνουν οι επαναστάτες αυτού του αιώνα (της οποίας ένα από τα πιο πολύτιμα χαρακτηριστικά είναι, τελικά και επιτέλους, να κατανοήσουν κριτικά το 1989).

Παλαιστίνη και PKK. Padova, Δημαρχείο, 1 ιουνίου 2018.

Σίγουρα, λίγο χρησιμεύει να αντλήσουμε έμπνευση από τις κοινότητες και τα συνέδρια των γυναικών, ή από τους συνεταιρισμούς ισονομίας της Ροζάβα, εάν δεν θέσουμε στους εαυτούς μας το πρόβλημα του πώς άρχισαν όλα και πώς μπορεί να υπάρξει συνέχεια: μιας και όλοι όσοι έχουν διασχίσει αυτή τη διαδικασία αλλαγής ξέρουν πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος ενός ισχυρού και οργανωμένου κινήματος, του επαναστατικού υποκειμένου και των αγωνιστών του. Η αλήθεια είναι αυτή: ούτε μια κοινότητα δεν θα είχε αναδυθεί χωρίς τη δράση ερεθίσματος, ώθησης, κατάρτισης και οργάνωσης που ασκείται από το κόμμα, ακόμη και πριν από τις αναταραχές του 2011, όταν κάτω από τo τακούνι του Assad ενεργούσαν στην παρανομία, και το πιο παράδοξο είναι ότι για μερικούς, στη Συρία όπως στην Ιταλία, αυτό καταλήγει να είναι θεμέλιο σκεπτικισμού, και όχι προβληματισμού ξεκινώντας από τις δικές τους αποτυχίες, οι οποίες με αυτό το θέμα δύσκολα μπορεί να μην σχετίζονται. Σήμερα το έργο και η νοοτροπία των συνομοσπονδιακών μαχητών είναι το πιο πολύτιμο κληροδότημα για τους νέους που αναζητούν ένα παράδειγμα αφοσίωσης, θάρρους, οράματος, πραγματισμού και πειθαρχίας στην Ευρώπη.

Άλλοι με ρώτησαν: πώς μπορούμε να βοηθήσουμε, από εδώ; Πάντα απάντησα ότι είναι απαραίτητο να βρούμε το θάρρος να ταξιδέψουμε, παρόλο που αυτά τα ταξίδια δεν μπορούν και δεν πρέπει να αναληφθούν με επιπολαιότητα, ούτε να τα κάνουμε μόνοι. Το ταξίδι είναι σημαντικό όχι για να πολεμήσουμε, αλλά για να δείξουμε ότι είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε διαφορετικά τις διαδρομές που κάνουν άλλοι για να βρουν μια καλύτερη ζωή ή να σωθούν, και για να αποδείξουμε εκ των πραγμάτων ότι δεν είναι όλοι οι «δυτικοί» ίδιοι, αν υπάρχει ακόμη και εκείνος που είναι πρόθυμος, τουλάχιστον σε ένα μικρό βαθμό, να γίνει μετανάστης απ’ την ανάποδη. Μπορούμε επίσης να πληροφορηθούμε και να ενημερώσουμε, πάντα είπα, και να δωρίσουμε στην Ερυθρά Ημισέληνο Κουρδιστάν Ιταλία Onlus για να υποστηρίξουμε τους τραυματίες και τους πρόσφυγες.

Ήμουν έτοιμος να φύγω για το τελευταίο μέρος του ταξιδιού μου, τον ιούνιο προς νότο, όταν η Eddi και ο Jacopo, που είχα αφήσει στη Συρία το νοέμβριο, ξαφνικά, επέστρεψαν. Χωρίς να σκεφτούν δύο φορές, δίχως να πάρουν αναπνοή, ενώθηκαν το ταξίδι μου, ως πραγματικοί hevalen και μαζί βρεθήκαμε στο Pigantaro, στη Sparanise, στο Venaus και στην Cosenza, αυτή η τελευταία μια βραδιά που για μένα θα παραμείνει ξεχωριστή, διότι προστέθηκε εκεί σχεδόν κατά τύχη η μαρτυρία και του Dilsoz, ενός Ιταλού μαχητή Ypg που επέστρεψε πριν πολύ λίγο από την Afrin, όπως και αυτοί.

Η απώλεια της Afrin στάθηκε τρομερή για όλους. Ακόμη και για μένα που, σε αντίθεση με αυτούς, δεν βρέθηκα ποτέ εκεί. Οι hevalen αντιστέκονται, επιτίθενται στον εχθρό όποτε μπορούν, βρίσκοντας καταφύγιο στις αγροικίες, στις εγκαταλελειμμένες γειτονιές και χωριά, σε macchie, στην ύπαιθρο. Είναι πεπεισμένοι ότι μια μέρα η πόλη θα επιστρέψει ελεύθερη, όπως μόνο αυτοί που πιστεύουν και αγωνίζονται μπορούν να είναι πεπεισμένοι. Η «Οργή των ελαιόδεντρων» (έτσι αποκάλεσαν την αντίσταση) χτυπά επίσης στην καρδιά των ισλαμιστικών γαιών που έχουν καταληφθεί από την Τουρκία, στην Idlib, στο Azaz, και ο αγώνας ενάντια στο ISIS δεν έχει με τίποτα τελειώσει, στο Deir El Zor.

Ο Dilsoz, μια φορά, ενώ ανταλλάσσαμε χαμόγελα και πίναμε κοκτέιλ, ξαφνικά σταμάτησε. Μου έδειξε την φωτογραφία ενός αγοριού. Ήταν ένα παιδί άραβας ακριβώς από την Deir El Zor, το οποίο είχε γνωρίσει. Είχε πεθάνει προσπαθώντας να απελευθερώσει το χωριό του από το Isis.

Προσεύχονταν πέντε φορές την μέρα, μου είπε.

Γι αυτούς τους φίλους πρέπει να κάνουμε ότι είναι δυνατόν.

Να γράψουμε βιβλία, αν είναι απαραίτητο, και ακόμη πολλά άλλα.

*Ο Davide Grasso έχει δημοσιεύσει ανεξάρτητα ρεπορτάζ από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Μέση ανατολή και αρκετά άρθρα σχετικά με τη φιλοσοφία της τέχνης και τη θεωρία της κοινωνικής πραγματικότητας. Το 2013 δημοσίευσε New York Regina Underground. Racconti dalla Grande Mela για τον Stilo Editrice. Από το 2015 δραστηριοποιείται μεταξύ Ευρώπης και Συρίας σε υποστήριξη της δημοκρατικής Ομοσπονδίας της Βόρειας Συρίας. Το 2016 ενώθηκε στις συριακές Δυνάμεις για να πολεμήσει το Daesh. Την εμπειρία του διηγείται στο βιβλίο Hevalen. Perché sono andato a combattere l’Isis in Siria, που βγήκε για τις Edizioni Alegre στην συλλογή Quinto Tipo σε επίβλεψη από το Wu Ming 1.

από wumingfoundation.com

logoinfoaut

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΝΝ. στη χώρα του ποτέ…ή 12

Γράφτηκε αυτή η ιστορία με τα λόγια παιδιών που πλησίασαν, που θέλησαν να γευτούν την ομορφιά του ονείρου αλλά η γεύση τους τρόμαξε, η θωριά τους σάστισε, τα έχασαν, έκαναν πίσω.
Ξεθώριασε μέσα τους η εικόνα, παραπάτησαν και έπεσαν. Δεν θέλησαν να ξανασηκωθούν, δεν τα κατάφεραν, μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν.
Ίσως μας πουν μια μέρα.
Το όνειρο είναι πάντα εδώ, τα όνειρα δεν χάνονται.
Κανείς και ποτέ δεν δύναται να τα εξαφανίσει.
Ο άνθρωπος γεννιέται κι ερωτεύεται, ονειρεύεται, παλεύει.
Έρωτας για ζωή μας κίνησεγια ζωή πραγματική. Όχι μονότονη επανάληψη, μονότονων σκέψεων, κινήσεων, συνηθειών.
Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που αντί να συνεργάζονται μαλώνουν, τις περισσότερες φορές για ευτελή αντικείμενα, το όνειρο θα είναι πάντα εκεί, θα περιμένει στην γωνία, θα συντροφεύει τους ευαίσθητους, θα αποφεύγει τα παχύδερμα.
Θα περιμένει αυτόν που θα σκαλίσει.

Σαν τη φωτιά, Νεκ.

  • Μαρτυρία από Ταξίμ. Ποτέ τέτοια συναισθήματα δεν τα ‘νιωσε κανείς σ’ αυτούς τους τόπους.
    Από τον Blackpanther :
    Μαρτυρία μέσα από την Πλατεία Ταξίμ. Γράφει ο Durukan :
    ‘Πλατεία Ταξίμ 2 Ιουνίου 1913
    Ενημέρωση από τη Gezi Commune
    Oύτε ο πιο ταλαντούχος συγγραφέας του κόσμου, ακόμα και με κούπες καφέ και σωρούς πακέτων από τσιγάρα, δεν θα μπορούσε να είναι αρκετά καλός ώστε να περιγράψει αυτό που συμβαίνει εδώ, πως θα μπορούσα εγώ ;
    Απίστευτο.
    Ξεκίνησε σαν διαμαρτυρία, μετά έγινε κίνημα αντίστασης, έπειτα η αντίσταση διαδόθηκε και σε άλλες πόλεις της Τουρκίας και μετά, η ρίζα όλου αυτού, το Gezi Park στην Ταξίμ, έγινε η Gezi Commune ’13.

Μια πραγματική Κομμούνα.
Αναρχική ουτοπία – χωρίς κράτος, χωρίς οργάνωση, χωρίς βία, μόνο ελευθερία, μόνο αλληλεγγύη
και άνθρωποι που παίρνουν πρωτοβουλίες.
Μέχρι τώρα, το μεσημέρι της 2ης Ιουνίου, όλοι οι δρόμοι που οδηγούν στην Ταξίμ έχουν αποκλειστεί με περισσότερα από 20 οδοφράγματα [αρκετά ισχυρά ώστε να συγκρατήσουν τα τεθωρακισμένα της αστυνομίας].
Η πλατεία Ταξίμ και ιδίως το Gezi Park ζουν την πλήρη ελευθερία : Καθένας και όλοι είναι ευπρόσδεκτοι, εκτός από το Κράτος και την αστυνομία του.
Και κανένα κέντρο. Καμία οργάνωση. Κανένα πολιτικό κόμμα. Ούτε καν κέντρο συντονισμού. Απλώς άνθρωποι !

Αυτό φίλοι είναι αδύνατο να περιγραφεί. Ξενοδοχεία εξυπηρετούν την αντίσταση δωρεάν, κόσμος φέρνει τρόφιμα και ποτά με αυτοκίνητα, γιατροί και φοιτητές ιατρικής προσφέρονται εθελοντικά ώστε να λειτουργήσουν νοσοκομεία πρώτων βοηθειών σε τζαμιά κοντά στα οδοφράγματα, άνθρωποι που δεν μπορούν να βγουν απ’ τα σπίτια τους σχηματίζουν το μεγαλύτερο δίκτυο πληροφόρησης, μια και τα διεφθαρμένα ΜΜΕ δεν λένε ούτε μία λέξη ενώ ένα εκατομμύριο άνθρωποι είναι στους δρόμους, [φανταστείτε την έκταση της διαφθοράς, ή μάλλον όχι, είναι πολύ δύσκολο και να την φανταστείτε….]

Ηλικιωμένες κυρίες και οικογένειες ανοίγουν τα διαμερίσματά τους στην αντίσταση. Δικηγόροι τρέχουν από αστυνομικό τμήμα σε αστυνομικό τμήμα, ώστε να διασφαλίσουν ότι όσοι προσάγονται είναι ασφαλείς και καλά. Οδηγοί φορτηγών αφήνουν τα οχήματά τους στη μέση του δρόμου, ώστε να εμποδίσουν τα τεθωρακισμένα της αστυνομίας να κινηθούν. Μουσικοί συρρέουν στη Gezi Commune, καλλιτέχνες, οικογένειες, παιδιά, γέροι, γυναίκες.
Θες να κάνεις κάτι αλλά χρειάζεσαι βοήθεια ; Έλα στη Gezi Commune αυτές τις μέρες, θα βρεις εκατοντάδες ανθρώπων έτοιμους να σας βοηθήσουν, πριν καν προλάβεις να τελειώσεις την πρόταση : ‘φίλε, υπάρχει κανείς που…’
Η κοινωνία της Τουρκίας ανακάλυψε τον εαυτό της, ξανά. Τα μάτια άρχισαν πάλι να λάμπουν. Οι άνθρωποι άρχισαν να βλέπουν – και το εννοώ, κυριολεκτικά – ο ένας τον άλλο, [όλοι τριγυρνούν στην κομμούνα του Gezi σαν χορευτές μπαλέτου, φροντίζοντας ο ένας τον άλλον].

Αλλά ποιος το έκανε όλο αυτό ; Πως οι Τούρκοι πολίτες που είναι πασίγνωστοι για το φόβο τους για την αναρχία και το πάθος τους για το κράτος έγιναν έτσι ;
Αυτή είναι η γαμημένη ουσία!
Πρώτα – Πως ;
Η απάντηση είναι εύκολη. Χάρη στον πρωθυπουργό. Οι άνθρωποι κουράστηκαν απ’ το να βλέπουν το ακραία αλαζονικό, αυθάδη, λαίμαργο και το ‘κάνω ότι θέλω και κανείς δεν μπορεί να με σταματήσει’ πρόσωπό του συνέχεια, ικανό ώστε να κάνει όλους τους θεσμούς [και ιδίως τα ΜΜΕ] και την γραφειοκρατία να γονατίζουν κυριολεκτικά μπροστά του, ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του κάτι σαν Θεό….

Οι άνθρωποι κουράστηκαν να σκέφτονται ότι τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει, ότι η κοινωνία κάποτε θα σηκώσει ανάστημα, ότι δεν υπάρχει καμία ελπίδα ανάσχεσης της δύναμης από την αλαζονεία ενός άνδρα προς την νομιμότητα και ότι κάποτε ίσως οι άνθρωποι θα χαμογελάσουν ξανά.
Τα αλαζονικά του λόγια για το Gezi Park, μαζί με τους βουλευτές που στέκονται μπροστά στα μηχανήματα καταστροφής [που έδειξαν στους ανθρώπους ότι ‘όλοι μπορούμε’, χρωμάτισαν την πιο μεγάλη, την πιο ειρηνική και την περισσότερο ελπιδοφόρα εξέγερση στην ιστορία της Τουρκίας, ίσως και της Μέσης Ανατολής!

Και ποιος το έκανε; Αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που κατηγορούσαμε ότι είναι τόσο ηλίθιοι που μιλούν μόνο για ποδόσφαιρο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που τους κοροϊδεύουμε επειδή πόσταραν μόνο το τι τρώνε στα Facebook. Είναι εδώ. Ορισμένοι ήδη μπροστά στα οδοφράγματα, άλλοι ήδη μέσα στην Κομμούνα, καθαρίζοντας και το παραμικρό σκουπιδάκι, μέχρι και τις γόπες που βρίσκονταν εδώ για χρόνια!
Δεν πρόκειται για εξέγερση. Είναι η μέρα γέννησης μιας αληθινής κοινωνίας. Άνθρωποι που νοιάζονταν ο ένας για τον άλλον, που τρέχουν να βοηθήσουν όποιον το έχει ανάγκη. Σε χτυπά κάποιος από τους εκατό χιλιάδες ανθρώπους κατά λάθος στο πόδι στη μέση του μικρού Gezi Park Commune; Οι άνθρωποι γίνονται τόσο ευγενικοί που σου ζητούν συγνώμη 5 φορές, μ’ένα μεγάλο χαμόγελο.

Ακόμη και οι γονείς μας που είδαν το πραξικόπημα της δεκαετίας του ’80 και φοβούνται τις διαδηλώσεις [ένας από τους λόγους που εξηγεί γιατί οι διαδηλώσεις δεν ήταν μεγάλες μέχρι τώρα] καλούν τους γιους και τις κόρες τους για να τους πουν : ‘είμαι περήφανος για σένα. Απλώς να προσέχεις, εντάξει;’
Η αναρχο-ουτοπιστική Κομμούνα επιτρέπει τα πάντα [ LGBTQ ανθρώπους να πορεύονται με αντικαπιταλιστές μουσουλμάνους, Κούρδους να διαδηλώνουν με Κεμαλιστές] εκτός από το Κράτος. Και η Ταξίμ δεν ήταν ποτέ τόσο ασφαλής. Ούτε έναν καυγά δεν είδα, αφού κάθε μικρή σπίθα αμέσως σβήνεται από τους ίδιους τους ανθρώπους.
Τα πάντα, όλα όσα μπορείτε να φανταστείτε ότι χρειάζονται σε μία πλατεία για να φιλοξενήσει ένα εκατομμύριο ανθρώπους προμηθεύονται, οργανώνονται και εκτελούνται από αν-οργανωμένους ανθρώπους. Εκπληκτικό. Αυτό είναι το πιο εκπληκτικό απ’ όλα.

Ο καθένας είναι χρήσιμος σε κάτι. Είσαι σκληροπυρηνικός αναρχικός έτοιμος να παλέψεις στα οδοφράγματα; Ή είσαι ένας 17χρονος που πρώτη φορά βγαίνει στους δρόμους; ή ένα ζευγάρι 70χρονων; Δυνατός; Αστείος; Ψηλός; Κοντός;…..
Είμαστε όλοι εξίσου σημαντικοί, για να γεμίσουμε ένα διαφορετικό κενό, ένα κενό που πρέπει να γεμίσει ώστε η αντίσταση και η κομμούνα να συνεχιστεί.
Εν τω μεταξύ άσχημα νέα έρχονται ιδιαίτερα από την Άγκυρα, το Εσκισεχίρ και τη Σμύρνη – πολλοί τραυματισμοί, χιλιάδες.
Η αστυνομία χρησιμοποιεί pentium gas και αέρια πιπεριού, και πλαστικές σφαίρες.

Και τέλος. Χθες βράδυ στα οδοφράγματα, η αστυνομία επιτέθηκε ξανά με μπουλντόζες και τεθωρακισμένα. Δεκάδες κάψουλες με αέρια πιπεριού εκτοξεύτηκαν, μια από αυτές χτύπησε τον διπλανό μου. Έπιασα το χέρι του και τρέξαμε μαζί στα τζαμιά που έχουν γίνει εθελοντικά ιατρικά κέντρα από τους γιατρούς. Αιμορραγούσε από το κεφάλι, τρέξαμε μέσα, ήρθαν οι γιατροί, το τραύμα των 4 εκατοστών στο μέτωπό του ‘αποκαταστάθηκε’. Προσπαθούσα να τον ηρεμήσω και να τον κάνω να χαλαρώσει στη διάρκεια της επέμβασης, λέγοντάς του ότι είναι καλά με την σχεδόν σβησμένη μου φωνή, από τις τρεις μέρες διαδηλώσεων.
Και μετά με κοίταξε και μου είπε κάποια πράγματα. Δεν έχει σημασία τι είπε, αυτό το βλέμμα – που ακόμα κάνει το πρόσωπό μου υγρό από τα δάκρυα γράφοντας αυτές τις γραμμές – αυτό το νόημα της ζωής, η πηγή του να χαμογελάς για πάντα.

Δεν μπορώ να βρω λέξεις που να αντανακλούν επαρκώς την ένταση των συναισθημάτων, της ευτυχίας, του ενθουσιασμού του να είσαι εδώ. Καμιά τέτοια λέξη δεν λέχτηκε ποτέ σ’ αυτούς τους τόπους, επειδή ποτέ τέτοια συναισθήματα δεν τα ‘νιωσε κανείς σ’ αυτούς τους τόπους.
Και τώρα, αρχίζουμε να μιλάμε. Με λέξεις που κανείς δεν είπε μέχρι τώρα. Για ένα κόσμο που κανείς δεν τον ονειρεύτηκε μέχρι τώρα. Από ανθρώπους που δεν είχαν μιλήσει μέχρι τώρα. Αρχίσαμε να μιλάμε τώρα. Για να μη σιωπήσουμε ποτέ ξανά.’

Καλή τύχη Durukan! και στα δικά μας! Ας εμπνεόμαστε κι ας παίρνουμε κουράγιο οι μεν από τους δε, προς ένα μοναδικό paradigm shift.
Tην αφοβιά φοβούνται μόνο, για να παραφράσω τον Γκάτσο στον ‘απαγορευμένο’ Κεμάλ !

Ταξιαρχίες, Φιόρε

  • Η ζωή συνεχίστηκε, για όλους μας.
    Οι σύντροφοί μου ζορίστηκαν περισσότερο, μακρύς ο δρόμος, ψηλά τα εμπόδια. Ήτανε όμως ξανά μαζί, οι περισσότεροι τουλάχιστον.
    Δύσκολο το έργο τους.
    Δύσκολο και το δικό μου.
    Διαφορετικές οι συνθήκες, του καθενός ο Γολγοθάς του φαίνεται αξεπέραστος, βαρύτερος.
    Ο δικός μου αλάφρωσε γρήγορα. Σαν να αυτοτιμωρήθηκα όμως αργότερα, με τις αρρώστιες και τα λοιπά. Για να τραβήξω κι εγώ ζόρια βαριά, όπως οι σύντροφοί μου!

Βλέπετε, ήρθε εκείνη η φανταστική περίοδος όπου ο ευλογημένος ο Τοτός μας παραχώρησε εκείνη την αυτόνομη γωνιά γης και θάλασσας να την ζήσουμε όπως επιθυμούμε, μέσα στην επαρχιακή μονοτονία. Μια μεγάλη παρέα φτιάχτηκε πάνω στο κύμα και την καυτή αμμουδιά, κάτω απ’ τον ίσκιο της λεύκας και του πλάτανου.
Μια εικοσαετία όπου η δουλειά είναι χαρά και διασκέδαση μαζί, δημιουργία αληθινή, γεμάτη απρόοπτα. Η μέρα κρύβει δεκάδες εκπλήξεις, κάθε μέρα καινούρια αρχή και τέλος,
διαφορετική από την προηγούμενη. Δεν υπάρχουν εξουσίες, δεν υπάρχουν αρχές παρά μόνο συνεργατικότητα, μοίρασμα και αλληλεγγύη.
Κατά το πλείστον δηλαδή διότι ο παρείσακτος, ο χοντρόπετσος, ο λουφατζής πάντα θα υπάρχει. Χάνονταν όμως στο σύνολο. Που αυτοσχεδιάζει καθημερινά.

Στον αέρα, στο νερό, στην άμμο, στο χορτάρι
μες τα λουλούδια και το πράσινο, αυτόνομοι, ανεξάρτητοι ξανά, μ’έναν άλλο, ξεχωριστό τρόπο, για κάμποσους μήνες τον χρόνο.
Απλά έπρεπε να ξεχειμωνιάσουμε κιόλας, όπως-όπως.
Αυτό είναι το ζόρι, να περάσει ο χειμώνας.
Ευχάριστο το θεατρικό διάλειμμα, κράτησε όμως λίγο.
Μιά υπέροχη εικοσαετία όπου γνώρισα και με γνώρισαν εκατοντάδες άνθρωποι.
Διαμάντια και χαλίκια υπάρχουν παντού, το ίδιο συμβαίνει κι εδώ.
Μου κράτησαν συντροφιά εξαιρετικά παιδιά, απ’ όλες τις κοινωνικές κατηγορίες. Τους ευχαριστώ όλους γιατί μου έδωσαν πολλά, και το κυριότερο, γιατί με ανέχτηκαν, τις ιδιοτροπίες και τα ξεσπάσματά μου.

Το μαγιό ξέρετε εξισώνει τις κοινωνικές αντιθέσεις, ξεβράκωτοι είναι όλοι ίδιοι!
Έδωσα κι εγώ μπόλικα. Δεν μπόρεσα ίσως αυτά που θα ήθελα περισσότερο, το έκανα όμως μ’ ένα διαφορετικό τρόπο. Προσαρμόζεται ο άνθρωπος στις συνθήκες και μαθαίνει να είναι αντισυμβατικός σύμφωνα με τις περιστάσεις, με τον τρόπο που τον παίρνει.
Νομίζω πως τα κατάφερα.
Κάθε τι ωραίο έχει κι ένα τέλος.

Η ΕΞΈΓΕΡΣΗ ΠΟΥ ΚΡΆΤΗΣΕ ΧΡΌΝΙΑ ΕΊΧΕ ΈΝΑ ΤΈΛΟΣ ΠΙΚΡΌ.
Τα καλοκαίρια στο Εστέλλα όχι .

Εκεί μες το νυχτερινό τρίγωνο του διαβόλου Salina – Enjoy – Blue Bay, τα τρία νυχτερινά κλαμπ της πόλης με τη μεγαλύτερη κίνηση που μάζευαν όλη την αφρόκρεμα της περιοχής και όχι μόνο, Το κάμπινγκ μάζευε όλο τον κόσμο την ημέρα, κυριολεκτικά όλο τον κόσμο, μα όλον, ήταν όλοι εκεί!

Η κατάσταση είχε αρχίσει να φθίνει σιγά-σιγά, φυσιολογική φθορά πες το,
οι συνθήκες που άλλαξαν δραματικά μετά τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία μας προετοίμασαν .
Την εγκαταλείψαμε μόνοι μας, ήταν αναπόφευκτο.
Μετά Θεσσαλονίκη, και ξανά πίσω.
Κάθε καινούρια εμπειρία μου μάθαινε πολλά.

Χθες πέρασα πάλι απ’ τον κυρ Δημήτρη και τον χαιρέτησα, έγινε πλέον 91 χρόνων και μισότυφλος, μούσφιξε το χέρι στοργικά, ήταν και η Έλλη μαζί μου, συγκινήθηκε, του υποσχέθηκα σε λίγες μέρες να επιστρέψω για να πιούμε τσιπουράκι να τα πούμε για τα καλά, δεύτερος πατέρας μου στάθηκε στα χρόνια τα παλιά, τα καλά και για μένα και γι αυτόν, 12 εκατομμύρια έφαγα εδώ μέσα Μιχάλη μου μου είπε, πάνε όλα τα λεφτά, δεν έχω πλέον μια, όμως ούτε ένα φτωχαδάκι δεν καταχράστηκα, έδωσα δουλειά σε πολλούς, τάισα δεκάδες, μόνο από πλούσιους επήρα, το ξέρω κυρ Δημήτρη του είπα, βοήθησες πολλούς, κι εσύ Μιχάλη, εγώ δυο τρεις Τοτέ του λέω εσύ δεκάδες! κι έφυγα, σύντομα, ελπίζω, θα επιστρέψω, παρ’ τηλέφωνο πρώτα, να είμαι καλά, αλλιώς δεν έχει αξία, εντάξει; εντάξει

How you remind me, Nickelback.

  • Να ανοίξω την αγαπημένη μου παρένθεση για να μη ξεχάσω να αναφέρω δύο σημαδιακά γεγονότα.
    Το πρώτο δεν έχει αναφερθεί καθόλου μέχρι σήμερα.
    Το διάστημα ανάμεσα στις εδώ δύο ποινικές διώξεις ήρθε ένα πρωϊνό από την Ιταλία η μητέρα της Τζιοβάννα, αγαπημένης μου φίλης, να μου ζητήσει μία μεγάλη χάρη. Η κόρη της τραβιόταν στις φυλακές και κινδύνευε με πολλά χρόνια καταδίκης εξ αιτίας της μαρτυρίας του Σαβέριο,
    μοναδικής,
    όπου με λίγα λόγια την κατηγορούσε πως η ομάδα μας στην οποία σύμφωνα πάντα με τα λόγια του ανήκε, την έστειλε, εγώ για την ακρίβεια, να κάνει αυτοψία σε ένα κτηματικό γραφείο.

Δεν το σκέφτηκα δευτερόλεπτο, έκανα μία δήλωση την οποία επικυρώσαμε στο Ιταλικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη, με την οποία αρνούμουν κατηγορηματικά πως έστειλα το κορίτσι οπουδήποτε, διαψεύδοντας τον συγκεκριμένο.
Τι απέγινε με την Τζιοβάννα δεν θυμάμαι, θα μάθω όμως κάποια στιγμή, πολύ σύντομα μάλιστα.
Το δεύτερο έχει να κάνει με το ατυχές γεγονός του ταξιδιού στη Γερμανία που επιχείρησα,κόντρα σε όλα τα ‘προγνωστικά’ ας πούμε.
Ποτέ δεν κατάλαβα τι με ώθησε να κάνω εκείνη την κίνηση, σχεδόν αυτοκτονική.

Ήταν σίγουρα μία πολύ τραυματική εμπειρία, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ’ ότου είχαν γίνει τα γεγονότα που οδήγησαν στη σύλληψη, τη φυλάκιση, τη νέα δικαστική μου περιπέτεια κλπ. Τα έχουμε αναφέρει σε άλλο μας πόνημα,δεν χρειάζεται να επαναλάβω τίποτα.
Αυτή είναι η παρένθεση.

Lola, the Kinks.

Οι κυβερνήσεις, πράσινες και γαλάζιες, έχουν εν τω μεταξύ βυθίσει την χώρα στον ατομικισμό και τον καταναλωτισμό, κάτω από τις διαταγές των ‘αγορών’,ώσπου η παγκόσμια καπιταλιστική φούσκα σκάει με πάταγο.
Έχουμε εδώ την εξέγερση των νέων του 2008 και την αντεπίθεση του κεφαλαίου που κορυφώνεται με την είσοδο της χώρας στα μνημόνια. Την πολυμέτωπη επίθεση προς τον αντιεξουσιαστικό χώρο που μόνος-ολομόναχος κρατάει σηκωμένη τη σημαία της αντίστασης
για να φτάσουμε πλέον στην ωμή καταστολή οποιασδήποτε φωνής ανυπάκουης,
ενάντια στην ανυπακοή και αυτονομία,
μιας και όλες οι παραδοσιακές δυνάμεις,οργανώσεις και δομές της καθεστωτικής αριστεράς και των συνδικάτων σιωπούν εκκωφαντικά, ευρισκόμενες σε πλήρη αδράνεια.

Έχουμε ένα εμφανέστατο πραξικόπημα ενάντια στις εκφράσεις της αστικής, ψευτο αντιπροσωπευτικής, ψευτοδημοκρατίας.
Που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία σύγχρονη φεουδαρχία.
Υπήρξε ενδιάμεσα το κίνημα των πλατειών το οποίο εξουδετερώθηκε λίγο μετά την γέννησή του μέσα στα δακρυγόνα με τα οποία κυριολεκτικά το έπνιξαν οι δυνάμεις καταστολής. Και στο ξύλο, άφθονο ξύλο, ωμή βία, χωρίς διακρίσεις.
Πνίγηκε και στις εσωτερικές του αντιθέσεις. Κίνημα πολυσυλλεκτικό, όπου το πρόταγμα της άμεσης δημοκρατίας που φάνηκε να κυριαρχεί στην αρχή, δεν κατάφερε να οργανώσει τον κόσμο σε μόνιμα και σταθερά αυτοδιαχειριζόμενα σχήματα δομών αλληλεγγύης με μαζικότητα και συνέχεια!

Κι έμειναν για μία ακόμη φορά μόνοι τους οι αντιεξουσιαστές να προσπαθούν αυτό που μοιάζει αδύνατο, αυτή τουλάχιστον τη στιγμή που μιλάμε.
Με όλες τις αντιθέσεις που έχει στο εσωτερικό του αυτός ο ανομοιογενής χώρος.
Από εδώ και από εκεί, σκόρπια, θα γεννηθεί, θα γιγαντωθεί, θα εκραγεί και θα πλημμυρίσει το μέλλον το ανατρεπτικό, ριζοσπαστικό, απελευθερωτικό του ανθρώπου αυτόνομο κίνημα που θα καταργήσει την εκμετάλλευση και θα δώσει ξανά στον λαό τη φωνή του και την εξουσία, μέχρι να καταργήσει και αυτής την ανάγκη!
Λευκίμη, Κερατέα, Ιερισσός, Βίλα Αμαλία και δεκάδες άλλες Βίλλες διασκορπισμένες στο Αθηναϊκό και Ελλαδικό Παγκόσμιο χωριό δείχνουν τον δρόμο.

‘Λαός ενωμένος ποτέ νικημένος’ φώναζαν οι Χιλιανοί σύντροφοι,από την μία πλευρά, και τους απαντούσαν απ’ την άλλη πως ‘λαός αρματωμένος ποτέ νικημένος’.

post image

Born in the usa, Bruce Springsteen.

Ταξιαρχίες,

  • Δεν βγήκε ακόμη ο μάϊος. Πριν λίγες μόνο μέρες γιορτάσαμε την ‘εργατική πρωτομαγιά’, πανάθεμα μας. Μεγαλύτερο μνημόσυνο δεν έχω ξαναδεί, σύμφωνα με τα λεγόμενα δηλαδή, μιας κι εγώ εμπύρετος ήμουν στο κρεβάτι
    σας ρωτάω όμως
    εκείνον τον Αλέκο Παναγούλη τον θυμήθηκε κανένας, αν εξαιρέσουμε δέκα καλούς φίλους και συντρόφους του;
    Βλέπετε, τα κόμματα που χειραγωγούν τις μάζες – και μοιράζονται την εξουσία που τους επιτρέπει να διαχειρίζονται το κεφάλαιο – και τις κατευθύνουν, είναι εχθροί τέτοιων ανθρώπων.
    Έκαναν το παγώνι λοιπόν.

Τέτοια μέρα λοιπόν ένας απ’ τους μεγαλύτερους σύγχρονους ήρωες άφηνε την τελευταία του πνοή το μακρινό ’76.
Δεν τον θυμούνται γιατί ήταν ανεξάρτητος, αυτόνομος. Δεν ανήκε σε κόμμα, και για τέτοιους ανθρώπους επιβάλλουν την λήθη
κι ας ήταν ο μόνος που στην χούντα αντιστάθηκε έμπρακτα, ένας από τους ελάχιστους μάλλον,
απέτυχε να τινάξει στον αέρα τον ηγέτη της,
βασανίστηκε αγριότατα, καταδικάστηκε δις εις θάνατον και δεν εκτελέστηκε χάρη στην τεράστια διεθνή κινητοποίηση. Θάφτηκε ζωντανός σε κελί, απομονωμένος από τα πάντα και τους πάντες, έφτασε στο σημείο να γράφει ποιήματα χρησιμοποιώντας για μελάνι το αίμα του στους τοίχους των φυλακών Μπογιατίου, όταν για σπάσιμο του πήραν το χαρτί και το μολύβι.

Θέλουν να τον οδηγήσουν στη λήθη γιατί δεν ανήκει σε κόμμα.
Αυτοί είναι οι δικοί μας ήρωες κύριοι.
Ήταν έτοιμος να καταθέσει φάκελλο όπου αποδείκνυε την συνεργασία της χούντας με ενεργούς, γνωστούς πολιτικούς της τότε εποχής,
χαρακτήρισε τον Ανδρέα Παπανδρέου ‘σύγχρονο Μουσολίνι΄, αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί του,
παράτησε την Ένωση Κέντρου γιατί ο πρόεδρός της είχε συνεργαστεί με την χούντα.
Ετοιμαζόταν να καταθέσει και φάκελλο για τα βασανιστήρια που η χούντα χρησιμοποίησε για να εξοντώσει τους πολιτικούς της αντιπάλους.

Άσε που είχε καταφέρει ν’ αποδράσει δυο φορές από τις φυλακές, βασανισμένος, εξουθενωμένος.
Αυτοεξορίστηκε, όταν η χούντα τον απελευθέρωσε, ύστερα από την ύστατη προσπάθεια φιλελευθεροποίησης που προσπάθησε, κάτω από την διεθνή πάντοτε πίεση, στην Φλωρεντία. Σύντομα όμως επέστρεψε κρυφά στην χώρα για να οργανώσει την αντίσταση. Τότε που ο ‘Λαός’ ροχάλιζε βαριά αφήνοντας τους φοιτητές σχεδόν μονάχους να προσπαθούν να βγάλουν το φίδι απ’ την τρύπα!
Δεν κατάφερνε βλέπετε να ησυχάσει. Όταν έχεις το σαράκι να σε τρώει μέσα σου……….

Έχασε τη ζωή του σε αυτό το παράξενο ατύχημα στην Λεωφόρο Βουλιαγμένης, οι φάκελλοι του ως δια μαγείας εξαφανίστηκαν, η απάτη κουκουλώθηκε μιας και όλοι τα έκαναν μεταξύ τους πλακάκια, ο μηχανισμός παρέμεινε ανέπαφος και ανέγγιχτος, την πλήρωσαν δέκα μεγαλόσχημοι μονάχα, και ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Γι αυτό λοιπόν κι εγώ του κάνω το μνημόσυνο με ένα ποίημα τεράστια αλήθεια, που όσο κι αν την ξορκίζουμε αυτή πάντα επιστρέφει για να μας θυμίσει τα αυτονόητα. Δυστυχώς ή ευτυχώς :

Πάλης ξεκίνημα
νέοι αγώνες
οδηγοί της ελπίδας
οι πρώτοι νεκροί.
Όχι άλλα δάκρυα
κλείσαν οι τάφοι
λευτεριάς λίπασμα
οι πρώτοι νεκροί.
Λουλούδι φωτιάς
βγαίνει στους τάφους
μήνυμα στέλνουν
οι πρώτοι νεκροί
Απάντηση θα πάρουν
ενότητα κι αγώνα
για να βρουν ανάπαυση
οι πρώτοι νεκροί.
στίχοι Αλέκος Παναγούλης τραγούδι Μαρία Φαραντούρη μουσική Μίκης Θεοδωράκης.

ότι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο! έγραψε ένας άλλος ποιητής.

»τα δάκρυα που από τα μάτια μας

Θα δείτε να τρέχουν

Μην πιστέψετε ποτέ

πως είναι σημάδια απόγνωσης

Υπόσχεση είναι μοναχά

Υπόσχεση αγώνα’

Αλέξανδρος Παναγούλης

  • Και ξαναγυρίζοντας στην εξεγερμένη Τουρκία του Ιουνίου ’13 :
    ‘Κοιμήθηκα μόλις 5 ώρες μέσα σε 3 ημέρες. Με ψέκασαν με δακρυγόνα αμέτρητες φορές, ρίσκαρα τον θάνατό μου 3 φορές. Και ξέρετε τι λέει ο κόσμος; Παράτα τα, εσύ θα είσαι που θα σώσεις την χώρα;
    Ναι, και αν δεν την σώσουμε εμείς, θα πεθάνουμε όσο το προσπαθούμε.
    Είμαι τόσο κουρασμένος που έχω πιει 7 ενεργειακά ποτά και 9 παυσίπονα σε 3 μέρες, η φωνή μου έχει κλείσει αλλά θα είμαι ξανά στην πλατεία σήμερα στις 6. Απλά για την επανάσταση.’
    Το μήνυμα που άφησε στο Facebook ο 22άχρονος διαδηλωτής Αμντουλάχ Κομέρτ, ο οποίος έπεσε νεκρός από σφαίρα στο Χατάι της Τουρκίας.

Μαρία Δημητριάδη _ Χρέος (Γ.Ρίτσος)

μιχαλης 000

Μίσσιου “Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε?”

Σχετική εικόνα

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ρ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 16

Αντί οριστικού επιλόγου λοιπόν θα σας διαβάσω κάποια μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο της Κάρμεν Καστίγιο‘Μία νύχτα στο Σαντιάγο’.

Η Κάρμεν Καστίγιο έζησε από κοντά την ιστορία του MIR – Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς – [όταν η λέξη αριστερά είχε ακόμη σημασία], τόσο πριν όσο και μετά τη δολοφονία του Σαλβαδόρ Αλλιέντε και την άνοδο του Πινοσέτ στην Χιλή.
Από τον πρόλογο λοιπόν του βιβλίου : ‘δεν είναι η στρατευμένη γυναίκα που μιλάει, είναι η γυναίκα. Μια γυναίκα όμως που ανακαλεί στρατευμένους’ τονίζει χαρακτηριστικά για το βιβλίο της το οποίο χαρακτηρίζει ’σπάνιο δημιούργημα’ ο Nouvelle Observateur, που είναι μεγάλη εκδοτική επιτυχία στη Γαλλία, όπου κυκλοφόρησε το 1979.
Διαβάζουμε λοιπόν :

‘Χιλή. Ο Μιγκέλ Ενρίκεζ, γενικός γραμματέας του Επαναστατικού Αριστερού Κινήματος, σκοτώθηκε στο Σαντιάγκο, κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης με τον στρατό. Σκοτώθηκε το Σάββατο, 5 Οκτώβρη, κατά τη διάρκεια πολύωρης ανταλλαγής πυροβολισμών μεταξύ μελών του MIR που ήταν περικυκλωμένοι σ’ ένα σπίτι του Σαν- Μιγκέλ, λαϊκής συνοικίας του Σαντιάγκο, και ένοπλων δυνάμεων’.

Το σύντομο και λακωνικό επίσημο ανακοινωθέν, που αναγγέλλει το θάνατο του κυριότερου αρχηγού του ΕΑΚ δεν δίνει ούτε τον αριθμό ούτε τα ονόματα των άλλων θυμάτων, εκτός από την κόρη του πρώην πρύτανη του καθολικού Πανεπιστημίου του Σαντιάγκο, κα Κάρμεν Καστίγιο Ετσεβερρία, που αγωνίστηκε στο πλευρό του. Τραυματισμένη, έχει εισαχθεί σε νοσοκομείο.
Μια εφημερίδα του Σαντιάγκο, η Τercera, αναφέρει ότι ένας ανιψιός του τελευταίου προέδρου της Χιλής, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, από τους ηγέτες του MIR, έχει επίσης τραυματιστεί κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, αλλά η είδηση δεν επιβεβαιώθηκε επίσημα.
Μ’ αυτές τις λέξεις ανακοίνωσε η Monde της 8ης Οκτώβρη του ‘74 το επεισόδιο απ’ το οποίο αντλεί την καταγωγή του αυτό το βιβλίο. Η Κάρμεν Καστίγιο – που πιάστηκε και, αργότερα, εξορίστηκε στη Γαλλία – επιχειρεί εδώ μια πλατιά αναδρομή στις αναμνήσεις, προς εκείνη την 5η του Οκτώβρη.

Μας εκθέτει ένα ημερολόγιο με πολλές σκηνές : το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φε, όπου ένας άντρας, μια γυναίκα και τα παιδιά τους έζησαν την αντίσταση στη δικτατορία. Το σπίτι των βασανιστηρίων ‘Χοσέ Ντομίνγκο Κάνιας’, στην καρδιά του Σαντιάγκο, η Κούβα, όπου βρίσκονται όσοι επέζησαν, το Παρίσι.
Ένα πολυφωνικό ημερολόγιο, που αντηχεί και τον λόγο των άλλων. Της αδελφής του Αλλιέντε, του βασανιστή αξιωματικού, της μαχήτριας του ΕΑΚ, Της ΒΑΣΑΝΙΖΌΜΕΝΗς, ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΎ, ΤΟΥ ΦΊΛΟΥ.
ΣΕΛΊΔΕΣ ΥΠΟΒΛΗΤΙΚΈΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΉ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΌΤΗΤΑ Της ΚΑΤΑΠΊΕΣΗΣ. ΣΤΟ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΌ ΞΕΤΎΛΙΓΜΑ των εικόνων, που όλες τους συγκλίνουν προς εκείνη την ημέρα-τομή, η απελπισία συνυπάρχει με την ζωή, η προσμονή της ελευθερίας με την επιθυμία της εκδίκησης, το μίσος ,η αγάπη. Ανασυντίθεται, κομμάτι-κομμάτι, το παζλ, που αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο την Αντίσταση στη Χιλή, ρέει αβίαστα ο λόγος, που ομολογεί ότι κάθε αντίσταση δεν μπορεί να ξεπηδάει παρά μόνο από την αγάπη.

Jean-Claude Barreau.

Σελίδες 170-176:

Η Λάουρα Αλλιέντε, αδελφή του δολοφονημένου Προέδρου, γιαγιά της Καμίλ, βρίσκεται στο νοσοκομείο της Αβάνας βαριά άρρωστη. Εδώ και τρεις μέρες αναλαβαίνει από μια εγχείρηση, πονάει πολύ, πάρα πολύ. Ούτε ένα παράπονο, δεν μπορεί καν ν’ ανεχτεί την ιδέα ότι θα ενοχλήσει τους άλλους. Στην Κούβα, όπου η οικογένεια κρατάει τις βάρδιες στο νοσοκομείο, διαλέγω το βραδινό ωράριο.
Οι επισκέψεις αραιώνουν, μαζί με το σκοτάδι έρχεται κι η γαλήνη. Η Λαουρίτα είναι ξαπλωμένη σ’ ένα λευκό κρεβάτι, απ’ το μικρό παράθυρο φαίνονται μερικά αστέρια σ’ ένα κομμάτι ουρανού, σύννεφα που γλιστρούν γρήγορα, μαρτιάτικος άνεμος φυσάει στην Αβάνα.
Αισθανόμαστε όμορφα, μοναχές μας, και μετά από μια σιωπή, αρχίζουμε αβίαστα, χωρίς κανένα βολονταρισμό- η ερώτηση θαρρείς αναβλύζει.

Πες-μου Λαουρίτα, por favor, που ήσουν το Σάββατο, στις 5 Οκτώβρη ;
Με κοιτάζει, και μου κάνει μια ανεπαίσθητη κίνηση. Μετά δάκρυα- ένα, δύο, κι άλλα, κι άλλα. …και σιωπή.
Φαντάζομαι ότι αποκοιμήθηκε. Θα είναι κουρασμένη, σίγουρα, δεν μπορώ να επιμείνω.
Ξανανοίγει τα μάτια, εκείνα τα ωραία χρυσά μάτια της, πετάει αλλού, πολύ μακριά, κοντά στον Μιγκέλ. Το βλέμμα της καρφωμένο στο ταβάνι, και μετά μένει πάνω μου. Είμαι καθισμένη δίπλα στο κρεβάτι, έτοιμη να την ακούσω.
Γιατί, με ρωτάει, γιατί να βασανιζόμαστε έτσι ;
Δεν ξέρω. …η ανάγκη να μάθουμε περισσότερα, δεν ξεχνούμε – γιατί λοιπόν να σωπαίνουμε ; Κάθε άλλο, είναι καλό να μοιραζόμαστε, να ξαναζούμε τις αγάπες μας μαζί μ’ αυτούς που αγαπούμε. Ο καθένας, βέβαια, το βλέπει διαφορετικά, αν δεν μπορείς, αν δεν θέλεις. …αύριο, ή μεθαύριο. …έχουμε καιρό, δεν πρέπει να βιαζόμαστε.

Η Λαουρίτα αρχίζει να μιλάει, σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, η λευκή γύμνια της κάμαρας σβήνει, σκιαγραφεί εικόνες που αρχίζουν να ζουν, το νοσοκομείο εξαφανίζεται, και ξαναβρισκόμαστε στο Σαντιάγκο.
Η νύχτα του Σαββάτου 5 Οκτώβρη : η ψυχρότητα μιας ραδιοφωνικής είδησης, λιγόλογης και αδυσώπητης.
Η Λαουρίτα αποφεύγει εκείνες τις λέξεις, της αναστάτωσης και της φρίκης. Δεν λέει πως ξεπέρασε το χτύπημα και τα πρώτα λεπτά της παγωμένης περισυλλογής. Προχωρεί, στα γρήγορα, σ’ εκείνην τη δύναμη που την έστησε και πάλι όρθια, που την ώθησε έξω, να πάει να βρει εκείνους που υποφέρουν όσο κανείς άλλος.

Η Λαουρίτα ξέρει ότι θα καταφέρει να τους δει, θέλει να πάει εκεί, να είναι με τους γονείς του Μιγκέλ το ίδιο εκείνο βράδυ. Κατευθύνεται, χωρίς δισταγμό, προς το σπίτι της λεωφόρου Προβιντέντσια.
Έχει περάσει μήνας, ίσως, από τότε που οι στρατιωτικοί είχαν μεταφέρει το Δον Εντγκάρντο Ενρίκεζ, υπουργό της λαϊκής κυβέρνησης, από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του νησιού Ντάουζον, στο σπίτι του. Του απαγόρευαν κάθε μετακίνηση. Ήταν κρατούμενος, σπίτι του, κάτω από αυστηρή επιτήρηση.

Η Λαουρίτα δεν υπακούει στις διαταγές αυτού του συρφετού των δολοφόνων. Πηγαίνει στο πλευρό του δον Εντγκάρντο και της σενιόρα Ρακέλ, περνάει τα μπλόκα που κυκλώνουν το τετράγωνο.
Είχε πλημμυρίσει ο τόπος, οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, το πάρκο, απέναντι απ’ το κτίριο το πλάτωμα, βρίθουν από στρατιώτες. Άντρες με πολιτικά, οπλισμένοι, είναι μαζεμένοι στο χωλ, στην είσοδο, ακουμπάνε στους τοίχους, στη σκάλα και στους διαδρόμους.
Οι άνθρωποι με τα γκρι και τα μαύρα χαμηλώνουν τα βλέμματα, κολλούν στους τοίχους, εκμηδενίζονται στο πέρασμα αυτής της περήφανης γυναίκας. Φοβούνται και τις σκιές που την συνοδεύουν. Δεν ζητάει την άδεια, περνάει με το αγέρωχο βήμα της, χωρίς καν να τους κοιτάξει.

Η Λαουρίτα, η αριστοκρατικότητα αυτής της γυναίκας, η ομορφιά των λεπτών χαρακτηριστικών της, τα μελιά της μάτια, γεμάτα θέληση. Καταλαβαίνω γιατί δεν τόλμησαν να εμποδίσουν το σίγουρο βήμα της που ανεβαίνει τη σκάλα, προς το μέρος όπου απόθεσαν το σώμα του ‘τρομοκράτη’.
Της ανοίγει την πόρτα ο δον Εντγκάρντο. Είναι ακόμα πιο επιβλητικός απ’ ότι συνήθως, η ευγένεια της φυσιογνωμίας του εντονότερη μέσα στον πόνο του, μια απροσδόκητη λάμψη στο βλέμμα του. Ήταν μόνοι τους, νομίζω, η σενιόρα Ρακέλ κι ο δον Εντγκάρντο. Στη μεγάλη σάλα, το φέρετρο.

Δον Εντγκάρντο : δεν είναι ο υιός μου αυτός, Λαουρίτα, κοιτάξτε πως τον κατάντησαν.
Η Λαουρίτα αρνείται. Όχι, δεν θα τον δει. Ο Μιγκέλ δεν πέθανε. Είναι δυο βδομάδες μόλις που τον είχε συναντήσει. Ο Μιγκέλ γελούσε – δεν θα χαλάσει αυτή την εικόνα, τη λεπτότητα του χιούμορ του, την αλλόκοτη ταχύτητα των λέξεων του, που μπερδεύονται, το πάθος που κυριαρχεί – ο Μιγκέλ έχει τη χάρη, τη λάμψη του γέλιου και απότομα, τη δύναμη της σοβαρότητας. Όχι, η Λαουρίτα μένει στη διπλανή κάμαρα, ένας τοίχος την χωρίζει απ’ το φέρετρο, που δίπλα του ξαπλώνουν αργότερα ο δον Εντγκάρντο και η σενιόρα Ρακέλ, τις ατέλειωτες ώρες μιας νύχτας, της νύχτας του Σαββάτου 5 Οκτώβρη.
Η κηδεία, που μόνο η οικογένεια την ακολουθεί.

Η συνοδεία : δεκάδες στρατιωτικά τζιπ, φορτηγάκια κι άλλα αυτοκίνητα της D.I.N.A. ‘Αυτοί’ φοβόταν, τι όμως ; Στρατιωτικοί, με στολή και με πολιτικά, γεμίζουν τα πεζοδρόμια, τις διασταυρώσεις, τις όχθες του ποταμού Μαπότσο μέχρι την καρδιά της βορειανατολικής περιοχής της πόλης. Πλήθος στρατιωτών στις πόρτες του νεκροταφείου. Οι φάτσες τους, αυτή η επίδειξη δύναμης, δείχνουν καθαρά ότι, ακόμα και στο ζενίθ του θριάμβου τους, αισθάνονται κίνδυνο. Σαν να φοβούνται μήπως πέσει τίποτα στα κεφάλια τους, και πυκνώνουν τις γραμμές τους για να αντιμετωπίσουν αυτήν την εναγώνια, υπερκόσμια προαίσθηση, σαν κάτι να ‘πρεπε να συμβεί. Κι όμως. …ο Μιγκέλ ήταν μόνος, εκείνη την μέρα.

Ένας τάφος είναι σκαμμένος στην σκληρή γη.
Το θάρρος της μητέρας του, η δύναμη της περηφάνιας της : ‘δεν πέθανες, υιέ μου, ζεις στην καρδιά του λαού, ανάμεσά μας’. χρειάζονταν κουράγιο – αλλά και πόση αγάπη! Αυτά τα απλά λόγια ηχούν διαφορετικά, ανάμεσα στις στολές, το γκρίζο και το μαύρο. Μου είπαν ότι πάνω στον τάφο του υπάρχουν κόκκινα λουλούδια όλο τον χρόνο.

Τέλος, η Λαουρίτα φεύγει. Κάτω, στη σκάλα, την συγκρατεί μια ομάδα αντρών της DINA. Καρφώνει πάνω τους τα μάτια της και τους λέει : ‘έχετε άραγε ακόμη την ικανότητα να σκέφτεστε ; Μήπως δεν καταλαβαίνετε ; Σκοτώσατε ένα αγόρι, ένα αγόρι που έδωσε τη ζωή του για σας. Ναι. …δεν ήθελε άλλο, παρά δικαιοσύνη και ελευθερία. Θα έπρεπε να αισθάνεστε να σας πνίγει η ντροπή, ντροπή για την χυδαιότητα της δουλειάς που κάνετε εδώ’.
Μένουν άφωνοι, καρφωμένοι στο πάτωμα, ούτε μια λέξη δεν βγαίνει απ’ το στόμα τους. Η εξουσία τους καταρρέει, γιατί αυτή η γυναίκα δεν τους φοβάται.

Η Λαουρίτα τους αντιπαραθέτει τη σιγουριά της, τους φωνάζει την πίστη της. Ακόμα κι εγώ, σήμερα, είμαι αναστατωμένη. Ποιος θα τολμούσε να μιλήσει έτσι ; Η δύναμη της πίστης της κλονίζει τον εχθρό. Και μας ελέγχει.
Η Λάουρα Αλλιέντε ήταν βουλευτίνα των σοσιαλιστών, με απόλυτη πλειοψηφία στις τρεις ψηφοφορίες, στην περιφέρειά της. Η δημοτικότητά της ανάμεσα στους φτωχούς και τους άκληρους αναγνωρίζεται από φίλους και εχθρούς. Είναι εξήντα χρόνων, μητέρα τεσσάρων παιδιών. Ένα τους, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, ανέλαβε τη διεύθυνση του MIR. έτσι έγραψαν οι εφημερίδες.

Και εμείς, στην Αβάνα, αναθυμόμαστε.
Ο Μιγκέλ λείπει, το ξέρω. Όμως αγαπούμε – και με τι παράξενο πάθος- κι αυτούς που δεν υπάρχουν πια.
Ο Μιγκέλ, είναι μια νίκη ενάντια στην βιαιότητα και την μνησικακία. Για πάντα.
Η Λαουρίτα συνεχίζει την αφήγησή της, ακολουθεί τα νήματα των αναμνήσεών της. Ξεχνάει την αρρώστια της, αυτή τη στιγμή γελάει, μ’ ένα από εκείνα τα ξεσπάσματα του Μιγκέλ, τον καιρό της πρώτης τους συνάντησης στην παρανομία. Ήταν τον Αύγουστο του ‘74, νομίζω, όταν ο Μιγκέλ τα κατάφερε να της στείλει το πρώτο μήνυμα. Μα αυτό το αίτημα, να συμμετάσχει σε μια συγκεκριμένη προσπάθεια, δεν ήταν η πρώτη πράξη της Λαουρίτα ενάντια στους στρατιωτικούς. Απ’ την επαύριο, κιόλας, του πραξικοπήματος, έκανε κάθε είδους διαβήματα, για να βοηθήσει τους ανθρώπους ν’ αντισταθούν στην πείνα και την καταπίεση. Βοηθούσε τους καταζητούμενους να γίνουν δεκτοί στις πρεσβείες, μάζευε χρήματα και τρόφιμα, που τα πήγαινε στις φυλακές και τις φτωχογειτονιές. Μια μέρα είδε το μικρό της διαμέρισμα, στα προάστια του Σαν Βοργία, γεμάτο μέχρι το ταβάνι αυγά, δωρεά, ‘δεν ήξερα τι να τα κάνω, κυριολεκτικά υπήρχαν παντού αυγά’. απ’ τις φυλακές στις φτωχογειτονιές, προλαβαίνοντας τους όλους, έτσι περνούσαν οι μέρες της Λαουρίτα στο Σαντιάγκο. Ένα πρωί κάποιος της έφερε ένα γράμμα του Μιγκέλ, σε κίτρινο χαρτί, από τσιγάρα.

Δεν μπορεί να ξεχάσει το πυκνό γράψιμο, μερικές φράσεις : ‘είναι ανάγκη να σας ζητήσουμε μια υπηρεσία, που μπορεί να σας δημιουργήσει προβλήματα. Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι θα τολμήσουν να σας αγγίξουν. Η υπόθεση είναι ότι πρέπει να συζητήσετε με τον Κόνιο Αγκιλάρ, τον ‘Ισπανό’ – τον ξέρετε – και τον Πελάο, τον ‘φαλακρό’, στην φυλακή της πολεμικής Ακαδημίας της Αεροπορίας, την A.G.A. είναι μια από τις προϋποθέσεις, που βάλαμε στον στρατηγό Σεμπάλλος, αρχηγό της S.I.F.A.[ της μυστικής υπηρεσίας του στρατού αέρος] και που εμπεριέχεται στο πνεύμα μιας υποτιθέμενης ‘διαπραγμάτευσης’ ανάμεσα σ’ αυτούς και σ’ εμάς : μας προτείνει την απελευθέρωση των φυλακισμένων, και αμνήστευση, έξω από τα σύνορα της χώρας – και σε αντάλλαγμα το οριστικό σταμάτημα του αγώνα του ΕΑΚ. ΕΊΝΑΙ ΜΆΛΛΟΝ ΠΕΡΙΤΤΌ ΝΑ Σας ΞΕΚΑΘΑΡΊΣΟΥΜΕ ΌΤΙ ΘΑ ΑΡΝΗΘΟΎΜΕ ΚΙ ΌΤΙ ΘΑ ΚΑΤΑΓΓΕΊΛΟΥΜΕ ΑΥΤΉΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΆΘΕΙΑ ΟΥΔΕΤΕΡΟΠΟΊΗΣΉΣ ΜΑΣ και διαίρεσης της αριστεράς. Πίσω απ’ τον Σεμπάλλος θα βρούμε σίγουρα τον στρατηγό Λέιθ – εφ όσον η έκταση της προσφοράς μας κάνει να πιστεύουμε ότι υπάρχει η συγκατάθεση της χούντας. Εν ολίγοις, θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ευκαιρία για να συναντήσουμε τα δύο μέλη του Πολιτικού Γραφείου, που είναι φυλακισμένοι. Αυτό είναι που σας ζητούμε να κάνετε. Ούτε που θα περάσει απ’ το μυαλό του Σεμπάλλος ότι σκεφτήκαμε εσάς.

…αλλά εσείς μας εμπνέετε την μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, γι αυτή τη λεπτή υπόθεση. Δεν σας κρύβω ότι μπορεί να υπάρξει, στη συνέχεια, πιθανότητα εξορίας σας από την χώρα. Σας φιλώ. Μιγκέλ’.
Η απάντηση της Λαουρίτα στον Μιγκέλ : ‘ Σύμφωνοι, το μόνο που θέλω είναι να κάνω περισσότερα πράγματα. Είμαι ευτυχής που θα δουλέψω μαζί σου’.

Από την σελίδα 184 :

‘τα λόγια του Μιγκέλ αντηχούν στο δωμάτιο του νοσοκομείου στην Αβάνα, και η Λαουρίτα φέρνει κοντά-κοντά δύο ημερομηνίες, η απόστασή τους ενός χρόνου, σβήνεται για την Λαουρίτα εκείνη η μέρα, η 5η Οκτώβρη, μπερδεύεται, συμπλέκεται με τις 11 Σεπτέμβρη του 1973, τη μέρα του πραξικοπήματος. Τις δύο αυτές μέρες, τις κάνει ένα, κι απ’ την μια φτιάχνει δυο, από τη μια πάει στην άλλη, χωρίς ασυνέχεια, απροειδοποίητα. Βρίσκει περιττή κάθε διευκρίνηση, συνεχίζει, μια και μόνη αφήγηση.

Δεν πρέπει να παρέμβω. Εκείνη έχει τώρα τον λόγο.
Στις 9 Σεπτέμβρη του ‘73, δυο μέρες πριν το πραξικόπημα. Η Λαουρίτα αναλαμβάνει από μια εγχείρηση. Είναι η πρώτη της έξοδος. Πάει να συναντήσει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε, τον Τσίκο, όπως τον έλεγαν οι δικοί του, στο Τόμας Μόρο, την προεδρική κατοικία. Μετά το φαγητό κάνουν μια βόλτα στον κήπο.
Η Λαουρίτα σφίγγεται πάνω του, παίρνει το χέρι του, δάκρυα κυλούν στο πρόσωπό της. Ο Τσίκο την ρωτάει γιατί κλαίει. Του απαντάει ότι δεν ξέρει, ότι αισθάνεται μια καταθλιπτική αγωνία εδώ και λίγες μέρες. Ο Τσίκο, την σφίγγει πιο δυνατά πάνω του, σταματάει, την κοιτάζει στα μάτια, της λέει : ‘Κάναμε το καθήκον μας χωρίς να υποχωρήσουμε ούτε στιγμή. Έκανα ότι μου ήταν δυνατό. …Αν συμβεί και πεθάνω. …[σιωπή. Μετά :]. …έγινε, τι περισσότερο, δηλαδή, θα μπορούσα να κάνω ;’

Μια συνεδρίαση περιμένει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα τον αφήνει, δεν θέλει να γυρίσει στο σπίτι της, θα πάει να επισκεφτεί την ανιψιά της. Αλλά μια ώρα αργότερα θα ξαναγυρίσει στο Τομάς Μόρο. Θέλει να ξαναδεί τον Σαλβαδόρ.
Ο Τσίκο είναι στο γραφείο του.
Έλα να σε πάω στο αεροδρόμιο.
Όχι, δεν θέλω. …η παραμικρότερη προσπάθεια με κουράζει, δεν αισθάνομαι καλά.
Τα δάκρυα κυλούν, χωρίς να μπορεί να τα καταπιεί.

Δεν έχει πολύ καιρό που πέθανε η Ινές, η μεγαλύτερη αδελφή του Αλλιέντε. Η Λαουρίτα, αρρώστησε κι εκείνη. Ενάμισι μήνα μακριά από τα πάντα, καμία επαφή με τα γεγονότα, απομακρυσμένη από την μάχη. Δεν ξέρει γιατί αυτή η καταθλιπτική αίσθηση, που απλώνει τα φτερά της πάνω από το Σαντιάγκο.
Ο Τσίκο : Τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. …Η Χριστιανοδημοκρατία δεν θέλει να έρθουμε σε συμφωνία.

Θα της εξηγήσει τις διαφορετικές στάσεις των κομμάτων της αριστεράς απέναντι στην κρίση. Σωπαίνει για μια στιγμή, σκέφτεται, σίγουρα, και συνεχίζει : ‘Θέλω να σου πω κάτι, Λαουρίτα, όχι επειδή είσαι μάνα του Αντρές. Δεν έχω κανένα παράπονο απ’ το MIR. Όσες διαφωνίες είχαν μαζί μου, τις συζητούσαν, μου τις εξέθεταν ακόμη και εδώ. Πόσες φορές ήρθε ο Μιγκέλ σ’ αυτό το γραφείο ; Ποτέ δεν με χτύπησαν πισώπλατα, με προειδοποιούσαν όταν επρόκειτο να μου αντιπαρατεθούν δημόσια. Τους εκτιμώ πάρα πολύ’.
Και η Λαουρίτα θα ξαναφύγει. Αγκαλιάζει τον Τσίκο για τελευταία φορά.

Την Τρίτη 11 Σεπτέμβρη, η Λαουρίτα ξυπνάει πολύ νωρίς. Σκέφτεται να πάει πρώτα στη Βουλή και να περάσει μετά από την Μονέδα, να δει τον Αλλιέντε. Κατά τις οχτώ παρά τέταρτο της τηλεφωνεί ένας σύντροφος. Την ειδοποιεί ότι γίνονται κινήσεις στρατιωτικών μονάδων, ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο. Είναι το πραξικόπημα. Το μόνο που σκέφτεται η Λαουρίτα είναι να πάει να βρει τον Τσίκο, τους μαχόμενους. Προσπαθεί να βάλει μπρος την 2CV. Αδύνατο. Ο γείτονας ανακαλύπτει ότι τα καλώδια του μοτέρ έχουν βγει απ’ τη θέση τους. Η Λαουρίτα σκέφτεται ότι θα πρέπει να είναι ο καραμπινιέρος που φύλαγε σκοπιά στο σπίτι της. Είχαν γίνει κιόλας πολλές απόπειρες της ακροδεξιάς στο σπίτι της. Την αυγή της 11ης, αυτός ο μπάτσος ολοκλήρωσε το χυδαίο του σαμποτάζ πριν πάει να πυκνώσει τις γραμμές των πραξικοπηματιών. Τέλος, η Λαουρίτα παίρνει τον δρόμο της, αυτόν που ακολουθεί την Κορδελλιέρα και τον ποταμό Ελ Μαπότσο. Οι μετακινήσεις των στρατιωτικών δυνάμεων την μπλοκάρουν πενήντα μέτρα μακριά απ’ την προεδρική κατοικία.

Η Λαουρίτα ξαναθυμάται εκείνη τη στιγμή τα λόγια του Τσίκο, την Κυριακή : ‘Αν συμβεί οτιδήποτε, μην έρθεις, σε παρακαλώ, στην Μονέδα’. Όταν η Λαουρίτα διαμαρτυρήθηκε, πρόσθεσε : ‘Αν δεν μπορείς να μείνεις σπίτι σου, πήγαινε στο σοσιαλιστικό κόμμα, εδώ δεν θα μπορέσεις να με βοηθήσεις, μόνο που θα με απασχολούσες’.
Τα άρματα βομβαρδίζουν την Μονέδα. Κατεβαίνει, αφήνει το αυτοκίνητο με ορθάνοιχτες τις πόρτες. Κάποιος στρατιώτης την απειλεί να την συλλάβει αν δεν πάρει το 2CV απ’ την μέση του δρόμου.

Η Λαουρίτα ξαναπιάνει το τιμόνι, αδύνατο να σταματήσει κάπου κοντά στο προεδρικό μέγαρο, κάτω απ’ το σφύριγμα των οβίδων, την μυρωδιά της σκόνης και τις εκρήξεις των βομβών. Κατευθύνεται προς τα βορινά γραφεία του σοσιαλιστικού κόμματος. Βρίσκει εκεί δύο χωρικούς έξω από την πόρτα, στο πεζοδρόμιο. Κανείς άλλος. Οι δυο άντρες περπάτησαν όλη τη νύχτα απ’ το χωριό τους, την Λάμπα, μέχρι το Σαντιάγκο. Ήρθαν μέχρι το κόμμα για να ειδοποιήσουν γι αυτά που είχαν δει εκεί πέρα, στην ύπαιθρο. Οι στρατιωτικοί είχαν καταλάβει την πυριτιδαποθήκη. Έχοντας φτάσει στην πρωτεύουσα στις έξι το πρωί, οι χωρικοί δεν βρήκαν κανέναν να του ανακοινώσουν το νέο. Και περίμεναν σιωπηλοί απ’ εκείνη την ώρα.

Η Λαουρίτα απογοητεύεται, ότι θα συναντήσει τους συντρόφους. Συνεχίζει να περιπλανιέται στους δρόμους. Προσπαθεί, τώρα, να βρει ένα τρόπο να διασχίσει το κέντρο, να πολεμήσει, κοντά στους pobladores. Ανεβαίνει ξανά προς τα πάνω, ξανακατεβαίνει, αλλά δεν μπορεί να περάσει την αρτηρία προς τα νότια, την λεωφόρο, οι δρόμοι ερημώνουν και μετά πλημμυρίζουν από στρατιωτικές μονάδες. Σε κάποια διασταύρωση βλέπει ένα νεαρό ζευγάρι, τους κάνει νόημα ν’ ανέβουν. Η γυναίκα της λέει ότι ο Πρόεδρος παραδόθηκε. Η Λαουρίτα της απαντάει, με σταθερή φωνή : ‘Ο πρόεδρος Αλλιέντε δεν θα παραδοθεί ποτέ’. ποτέ δεν έμαθαν ποια ήταν εκείνη η γυναίκα που αλώνιζε το Σαντιάγο, μόνη της, μέσα στο 2CV της.

Γύρο με τον γύρο, τα καταφέρνει να πλησιάσει το μέγαρο Τομάς Μόρο. Οι γλώσσες της φωτιάς φτάνουν μέχρι τον ουρανό. Ο βομβαρδισμός έκανε την δουλειά του.
Λαουρίτα : Αφήστε με να περάσω, είμαι η αδελφή του Προέδρου.
Ένας στρατιωτικός : Απαγορεύεται η είσοδος.
Ένας άλλος στρατιωτικός μουρμουρίζει : φύγετε, κυρία μου, δεν υπάρχει πια κανένας μέσα. θα σας πιάσουν άδικα, ούτε η γυναίκα του Προέδρου δεν είναι πια εκεί.
Ένας περαστικός : Λεηλάτησαν τα πάντα. …η πυρκαγιά προχωράει. Θα ήμουν ευτυχής, αν θέλατε να έρθετε σπίτι μου.

Εκεί, στο σπίτι ενός αγνώστου, μαθαίνει ότι ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε σκοτώθηκε στη μάχη της Μονέδα. Η Λαουρίτα δεν κλαίει.
Κατά τις τρεις το απόγευμα, ακούει μια στρατιωτική ανακοίνωση : ‘Η Λαουρίτα Αλλιέντε οφείλει να παρουσιαστεί αμέσως στο Υπουργείο Αμύνης’. Αρνείται. Δεν θα πάει να παραδοθεί μόνη της.
Την επόμενη, ανεβαίνει τις σκάλες του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. Την ειδοποίησαν ότι εκεί είναι το σώμα του Σαλβατόρ Αλλιέντε, ότι ένα ελικόπτερο θα το πάει στο νεκροταφείο Σάντα Ινές, στη Βίνια ντελ Μάρ. Αλλά μια ομάδα αξιωματικών, την εμποδίζει να μπει, πρέπει να τους δείξει την άδεια του Υπουργείου Αμύνης. Ε λοιπόν, ναι, θα πάει πρώτα εκεί πέρα. Διασχίζει το Σαντιάγκο, οι δρόμοι, στο κέντρο είναι έρημοι – τα ίχνη των μαχών, οι εκρήξεις των οβίδων στα κτίρια, το αίμα που ξερένεται στα πεζοδρόμια, οι γκρίζες στολές και τα κράνη, τα κρύα πολυβόλα στον κρόταφο, σε κάθε γωνία. Και, ακόμα, οι αντάρτες που έχουν καταφύγει στα τελευταία πατώματα του υπουργείου Δημοσίων Έργων και του Ταμιευτηρίου. Οι σφαίρες σφυρίζουν, σκόρπιες, στην αρχή, ύστερα κατά ριπές. Η Λαουρίτα συγκλονίζεται μ’ αυτούς, που αντιστέκονται ακλόνητοι. Ξέρουν ότι μπροστά τους, βρίσκεται ο θάνατος, κι όμως συνεχίζουν τη μάχη, το πρωί της 12ης Σεπτέμβρη.

Στρατιωτικό αεροδρόμιο. Το φέρετρο του Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα συναντάει την Τένσα, τη γυναίκα του Προέδρου – υπάρχει επίσης και η μονάδα εδάφους της στρατιωτικής αεροπορίας. Την αγκαλιάζει, τα μάτια υγραίνονται : ‘Λαουρίτα, ο Πρόεδρος ήταν εξαιρετικός άνθρωπος. …το κουράγιο του δεν ήξερε όρια’. η Τένσα ζητάει από έναν αξιωματικό ν’ ανοίξει το σκέπασμα του φέρετρου, ήθελε να δει τον Σαλβατόρ, το πρόσωπό του, για μια μόνο στιγμή. Απαγορεύεται.

Το κοιμητήριο της Βίνια ντελ Μάρ. Οι τέσσερις της οικογένειας και πολλοί ναυτικοί. Η Λαουρίτα κόβει ένα κίτρινο λουλουδάκι, ένα χρυσάνθεμο, ανάμεσα από τα χόρτα που τριγυρίζουν τον τάφο. Το αποθέτει πάνω στο φέρετρο. Το λουλούδι πέφτει στο βάθος του τάφου. Οι στρατιώτες χασκογελούν. Η Λαουρίτα ξεσπάει : ‘Θα έπρεπε να ντρέπεστε. …να ντρέπεστε που θάβετε έτσι τον Πρόεδρο της Χιλής’. Μετά από μια μικρή σιγή, ξαναλέει αργά : ‘Δεν έχει σημασία αυτό. …ότι και να κάνετε, ο λαός της Χιλής δεν τον ξέχασε, ούτε θα τον ξεχάσει’.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια της και ο νεκροθάφτης πηδάει στην τρύπα, μαζεύει το λουλούδι και το ξανακουμπάει πάνω στο φέρετρο. Κανείς δεν κινήθηκε.
Μόλις γυρνούν στο Σαντιάγκο, η Τένσα πάει κατευθείαν στην πρεσβεία του Μεξικού, να δει τις κόρες της. Η Λαουρίτα της λέει το τελευταίο αντίο, την despendida : ‘Τένσα, πρέπει να φύγεις από την χώρα, να πας να καταγγείλεις σ’ όλον τον κόσμο αυτά που έγιναν στην Χιλή. Εγώ θα μείνω, αυτό είναι το καθήκον μου, έχω αναλάβει μια υποχρέωση απέναντι στους pobladores που με ψήφισαν βουλευτίνα. Η κάθε μια πρέπει να πάρει τον δρόμο της’.

Λίγες μέρες αργότερα της επιβάλλεται ‘κατ’ οίκον περιορισμός’. Εκείνη όμως κυκλοφορεί στους δρόμους. Κρυμμένη στα μαύρα. ‘Όσο θα βρίσκεστε εσείς στην εξουσία’, απαντάει στον στρατηγό Αρρελάνο Στάρκ, που την ρωτάει, ‘θα φορώ το πένθος της χώρας μου’.
Ανώνυμα χέρια, μες στα σκοτάδια κινηματογραφικών αιθουσών, στις ουρές μπροστά στις πόρτες των φυλακών, στις στάσεις των λεωφορείων, της σφίγγουν το χέρι και της ψιθυρίζουν : ‘Είμαστε εδώ, ο Πρόεδρος δεν σκοτώθηκε άδικα, θα τους νικήσουμε. …’ Η Λαουρίτα μετράει κάθε μέρα τη δύναμη που δίνει η παρουσία της στο Σαντιάγκο.

Οι στρατιωτικοί δεν ξέρουν τι να κάνουν μ’ αυτή τη γυναίκα. Μερικές φορές την πιάνουν. Ο Κοντρέρας την ανακρίνει αυτοπροσώπως, προσπαθεί να της πάρει με κάθε τρόπο πληροφορίες, για τον υιό της, τον Αντρές, το MIR. Δεν ξέρει τίποτα. Την απειλεί για το ότι κυκλοφορεί στην πόλη. Έχει πολλά να κάνει, δεν θα μείνει κλεισμένη στο σπίτι της. Δεν το ‘κανε ποτέ, γιατί να το κάνει τώρα ;

Ένας αστυνόμος της ψιθυρίζει στο αυτί : ‘Πόσο θάρρος είχε ο Πρόεδρος, Λαουρίτα’. Του απαντάει : ‘Έδρασε πάντα με θάρρος, για σας αγωνίστηκε, ενάντια στους πλούσιους και τ’ αφεντικά’.
Ένα χρόνο αργότερα, στα τέλη του Οκτώβρη του ‘74, η Λαουρίτα πιάστηκε από την DINA. ΉΤΑΝ Η ΜΆΝΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΊΟ ΣΤΉΘΗΚΕ ΤΟ ΑΓΡΙΌΤΕΡΟ ΑΝΘΡΩΠΟΚΥΝΗΓΗΤΌ. ΉΘΕΛΑΝ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΏΣΕΙ ΚΆΠΟΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΊΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΡΈΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΙΡΥ-ΑΝ, όφειλε να πληρώσει και γι αυτό το λάθος και για άλλα. Θα την κακοποιήσουν, θα την απομονώσουν για μήνες ολόκληρους. Έμεινε αλύγιστη. Ακόμα και στην τραχεία ερημιά του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Τρές Αλάμος, η Λάουρα Αλλιέντε στέκεται όρθια. Κανείς δεν μπορεί να την νικήσει.

Από σελίδα 193 :

Στις αρχές του φθινοπώρου το μήνυμα που περιμέναμε από πολλούς μήνες έφτασε. Μαζί με τις οδηγίες του Μανουέλ. Η συνάντηση επιτέλους θα γίνει.
Θα συναντήσει επιτέλους τον Αντρές. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου τώρα πια, και για κείνον και για τους άλλους. Είναι υποχρεωμένη να κάνει τον μηχανισμό να ξαναδουλέψει. Πρέπει να δικαιώσει την εμπιστοσύνη τους. Είναι υποχρεωμένη να συλλάβει κάθε απόχρωση. Ο κίνδυνος κρύβεται στις λέξεις που περιγράφουν την δράση. Να ξαναπάρουν τις θέσεις τους της μάχης οι σύντροφοι στη Χιλή – γι αυτό πρόκειται, και είναι ήδη πάρα πολύ.

Από σελίδα 209 :

Αρχίζω πάλι να συλλογιέμαι την τελευταία μου έμμονη ιδέα, χρησιμοποιώ ένα ύφος που επιζητά να είναι πειστικό, τι σκέφτεσαι κι εσύ ; Γιατί δεν μιλούμε ποτέ για την ζωή των επαναστατών ; Η μπουρζουαζία στέκεται πάντα στο θάνατο των μαχητών. Μερικές φορές πέφτουμε κι εμείς στην παγίδα, ιεράρχηση των θανάτων, οι ήρωες, οι κοινοί άνθρωποι, και οι αθάνατοι, αυτοί που πληθαίνουν το Πάνθεον. Οι καλοί και οι κακοί – μια γυναίκα που αυτοκτονεί, για παράδειγμα, μας ενοχλεί, δεν ξέρουμε που θα την τοποθετήσουμε, πως να την τιμήσουμε, την βγάζουμε λοιπόν ταχυδακτυλουργικά απ’ την μέση ή την αρνούμαστε, αλλά ο θάνατός της είναι μια πολιτική πράξη στην εξορία, μια τελευταία κραυγή εξέγερσης ενάντια στην απουσία του πολιτικού, μια τελευταία αγωνιστική φλόγα και ίσως-ίσως, η έσχατη απελπισία όπου οδηγεί αυτή η λατρεία του θανάτου. Δεν συμφωνώ να αυτοκτονούν οι άνθρωποι, η ζωή είναι που ενδιαφέρει. Θυμήσου την εμπειρία μας στην Αντίσταση : το να καταφέρεις να επιβιώσεις στην παρανομία, είναι ακριβώς να καταφέρνεις να ζεις.

Κάνουμε σαν να μη ξέρουμε ότι ο θάνατος είναι μια άμεση πραγματικότητα, επιλέγουμε τη ζωή, ακόμα κι αν το κάνουμε για να φτάσουμε στον θάνατο. Αυτό τ’ αλλάζει όλα. Η ευτυχία. …εμείς την είδαμε, την γνωρίσαμε, ήταν εκεί, μέσα στα κρησφύγετα και τις κρύπτες, δίπλα στις γυναίκες, τους άντρες, και τα παιδιά, σε κάθε χώρο, όπου υπήρχε ζωντανή αντίδραση. Περιττό να το κρύβουμε, μόνο η σύζευξη κάποιου με τον αγώνα φέρνει την ευτυχία, ακόμα κι αν αυτά δεν κρατήσουν περισσότερο απ’ όσο κρατήσει ένας στεναγμός.
Σιγά-σιγά φτάνεις να κάνεις μια ζωή κανονική, κοινή, με μερικές απαγορεύσεις. Δεν μπορείς να πας σινεμά, εκδρομή στη θάλασσα, βόλτες στον ζωολογικό κήπο, αλλά είναι μέρες με τον ίδιο ρυθμό, όπως όλου του κόσμου. Τα όπλα ;. …μα ζούμε μαζί τους στο σπίτι, γίνονται κομμάτι μας, προέκταση του χεριού μας. Χάνουν κάθε μυστήριο, ξαναπαίρνουν τις πραγματικές τους διαστάσεις, εντάσσονται στο καθημερινό σκηνικό. Τώρα ξέρω ότι ένα όπλο δεν χρησιμεύει σε τίποτα άλλο παρά για να το χρησιμοποιείς όταν αγωνίζεσαι. Συνηθίζεις τον ρυθμό της γειτονιάς, μέσα στην πείνα και τα πηγαινέλα των στρατιωτικών. Τίποτα το παράξενο, κι όμως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να αντέξεις επί πολύ. Και ν’ αντιστέκεσαι.

Ο Αντρές με ακούει, χαμογελάει με το πάθος μου, απορρίπτει μερικές λέξεις, επικροτεί άλλες, σκέφτεται σιωπηλός, καθησυχάζει την ανυπομονησία μου, ακολουθεί τις δικές του σκέψεις, μου μιλάει – ήρεμα : μας κατηγορούν για βολονταρισμό, που τον θεωρούν αυτοκτονία για το MIR, γι αυτήν την απόφασή μας να μείνουμε στην χώρα στα χρόνια της τρομοκρατίας, του άγριου κυνηγητού που έχει εξαπολύσει πάνω μας η δικτατορία. Αλλά το αύριο εγγράφεται ήδη στο χθες, δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο. Κανείς δεν σκέφτηκε να ζητήσει απ’ τον χιλιανό λαό να καταφύγει στις πρεσβείες, ούτε να φύγει μαζικά στο εξωτερικό αφήνοντας έρημα τα εργοστάσια και την ύπαιθρο. Ο Τσέ, ο Μιγκέλ, ο Σαντούτσο, κι όλοι οι άλλοι, γίνονται ζωντανή ιστορία στις μαύρες και κόκκινες σημαίες των Σαντινίστας, παράδειγμα και πάνω απ’ όλα, ενέργεια για το λαϊκό και δημοκρατικό κίνημα της Λατινικής Αμερικής. ‘Αφού μπορούμε, θα μείνουμε – εδώ υπάρχουν οι ανάγκες’, έλεγε ο Μιγκέλ : ‘για να αποφύγουμε τη διάλυση, να οργανώσουμε την υποχώρηση, να οργανώσουμε τον αντιστασιακό αγώνα, να εμποδίσουμε την οριστική σταθεροποίηση της δικτατορίας. Για να απαντήσουμε στο πραξικόπημα, στην στρατιωτική βία, στην ήττα, φτιάχνοντας χαρακώματα, υποχωρώντας μαχόμενοι. Αν ηττηθήκαμε για μια στιγμή, να σκορπιστούμε με τάξη, να ξαναγυρίσουμε απ’ τον ίδιο δρόμο, να υποχωρήσουμε, χωρίς να σταματήσουμε ούτε μια στιγμή την εξέγερση, αγωνιζόμενοι πάντα’, έλεγε στα γράμματά του, που έγραφε σε τσιγαρόχαρτα : ‘η έκταση της ήττας θα εξαρτηθεί από το πως αντιδρά και θα συμπεριφέρεται η αγωνιστική μας θέληση, απ’ το αν θαφτεί, θα ενδώσει, θα γίνει απαισιοδοξία – απ’ το αν θα υποχωρήσει, θα εξασθενήσει και θ’ αφεθεί να νικηθεί. Αν κρατήσει, αν ξεδιπλώσει την πρωτοβουλία και την πανουργία της, τότε θ’ αντέξει, θα διατηρηθεί ακέραια, ζωντανή, και θα εξαπλωθεί’. Είχε δίκιο ο Μιγκέλ : ακόμα και στις χειρότερες στιγμές, προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι υπήρχαν κι άλλοι στην Χιλή, εκτός απ’ τους στρατιωτικούς και τ’ αφεντικά – ζωογονήσαμε μια υπόγεια, σιωπηλή αντίσταση. Οι παράνομοι ήταν αυτοί που εξασφάλιζαν την επιβίωση του αγώνα, τώρα αυτή η προσπάθεια αποδίδει καρπούς. Η δράση είχε μια συγκεκριμένη έννοια………

Η ζωή στο Σαντιάγκο είναι αλλιώτικη, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει απ’ τη χρονιά 74-75. δεν βλέπεις πια εκείνα τα φοβισμένα, ταπεινωμένα βλέμματα, εκείνη στη σκιασμένη ντροπή που ανάγκαζε τους ανθρώπους να χαμηλώνουν τα μάτια μπροστά στους περαστικούς. Ο φόβος λιγόστεψε, μια απεργία πείνας ξεσπάει σε μια γειτονιά, ξεκινούν κι άλλες, τα συνδικάτα αναδιοργανώνονται, ‘η εργασία σε αργό ρυθμό’ εξαπλώνεται απ’ τα χαλκορυχεία στη σιδηρουργία, το εργοστάσιο ηλεκτρισμού του Κομπίνο παραλύει μετά από ένα σαμποτάζ, σ’ ένα τοπικό γραφείο της DINA γίνεται μια έκρηξη βόμβας και σκοτώνει ένα βασανιστή, η μαχητική ομάδα Manuel Rondriguez μοιράζει ένα φορτίο γάλα Νεστλέ σε μια φτωχογειτονιά, επιτροπές αντίστασης διακινούν την παράνομη προπαγάνδα, ένα βράδυ, μια διαδήλωση σπουδαστών σπάζει την σιωπή. Επιτέλους αναλαμπές, παντού από λίγο, οι άνθρωποι εκφράζουν τα αιτήματά τους, οργανώνονται ,μάχονται. Η κατάσταση αναταράζεται, μισανοίγουν πάλι οι πόρτες, αρχίζει η επίθεση – αλλά η παράνομη δουλειά παραμένει δύσκολη.

Είναι πάλι η ώρα της επιστροφής – αλλά οι περισσότεροι γυρνούν να στήσουν κάποια αντίσταση εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα. Δεν έχουν να τους προσφέρουν ούτε κρυψώνες, ούτε δίκτυα, ο καθένας ψάχνει τον τρόπο να επιβιώσει, τα εργαλεία της δουλειάς του. Η οικονομική στήριξη από το εξωτερικό είναι ανεπαρκής, χρειάζεται να ληστέψεις, καθένας εξασφαλίζει τα της ζωής του. Πηγαίνουν στην χώρα τους, σαν οικοδόμοι, και ξέρω ότι καταλαβαίνεις τις συνέπειες αυτού του γεγονότος. Είδαμε, τελικά, ότι υπάρχουν και ζωντανοί ήρωες, ότι, πρώτα απ’ όλα, χρειαζόμαστε μαχητές – εφ’ όρου ζωής.

  • Και για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα, σας παραθέτω ένα μικρό κείμενο του ΕΝΤΟΥΆΡΝΤΟ ΓΚΑΛΕΆΝΟ. Από την ΟΥΡΟΥΓΟΥΆΗ, φιγουράρει ανάμεσα στους πιο γνωστούς σύγχρονους λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Κατά καιρούς έχει υπάρξει δημοσιογράφος και ποιητής, αφηγητής και ιστορικός. Εδώ μας υπενθυμίζει ότι μια μικρή ιστορία έχει να πει μερικές φορές τόσα όσα μια μεγάλη ανάλυση. Το κείμενο αυτό, ΦΩΝΉ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΎ, ΕΊΝΑΙ ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΊΟ ΤΟΥ ΈΡΓΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΆΣΤΗΚΕ ΣΤΑ Γαλλικά. Το πήραμε από το μπλόγκ JAQUOU VS L’ UTOPIE.
    MONTREAL 2011
    Μετάφραση από την LE MONDE DIPLOMATIQUE.
    Δεκέμβρης 2011.

ΚΑΤΑΣΚΕΥΈΣ.
Ήμασταν στο 1964 και η Λερναία Ύδρα του διεθνούς κομμουνισμού είχε ανοίξει διάπλατα τα επτά στόματα της για να καταβροχθίσει τη Χιλή.
Η κοινή γνώμη βομβαρδίζονταν από εικόνες φλεγομένων εκκλησιών, στρατοπέδων συγκέντρωσης, ρωσικών αρμάτων, ενός τείχους του Βερολίνου στη μέση του Σαντιάγο και γενειοφόρων ανταρτών που έκλεβαν τα παιδιά.
Έγιναν εκλογές.
Ο φόβος θριάμβευσε και ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε νικήθηκε. Κατά τη διάρκεια αυτών των θλιβερών στιγμών, τον ρώτησα τι τον είχε πληγώσει.

Ο Αλλιέντε μου διηγήθηκε αυτό που συνέβη ακριβώς δίπλα, σε ένα σπίτι της γειτονιάς Προβιντέντσια. Μια γυναίκα που κοψομεσιάζονταν για να δουλεύει μαγείρισσα, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να είναι και τροφός με αντάλλαγμα έναν ισχνό μισθό έβαλε όλα της τα ρούχα σε μια πλαστική σακούλα και τα έθαψε στον κήπο των αφεντικών της ώστε οι εχθροί της ατομικής ιδιοκτησίας να μην τα καταστρέψουν.

Κάντο Χενεράλ, Πάμπλο Νερούδα, Μίκης Θεοδωράκης.

Εν κατακλείδι λοιπόν. Παντού και πάντα ίδια τα αφεντικά. Φτιασιδώνουν τα καθεστώτα ανάλογα με τα συμφέροντα, τις συγκυρίες και τις αντιστάσεις των λαών. Σκληρά- σκληρότερα ή σκληρότατα. Πάντα για τον ένα και μοναδικό σκοπό, την απρόσκοπη συσσώρευση των κεφαλαίων και της εξουσίας στα ίδια, λιγοστά χέρια.
Την διαιώνιση του είδους των.
Μέχρι να τους μπλοκάρει και εξαφανίσει ο λαϊκός αγώνας, η εξέγερση και η επανάσταση.
Αμήν.

http://www.archivochile.com/Miguel_Enriquez/Doc_sobre_miguel/MEsobre0027.pdf

http://www.lahaine.org/internacional/historia/ultimodiaEnriquez.htm

The Song Remains the Same, Led Zeppelin.

  • Συζητάω με την κόρη μου για κινηματογράφο και της λέω για το πόσο μου άρεσε η ταινία ‘ο Δρόμος της Επανάστασης’, με τον Ντι Κάπριο και την Κέιτ Γουίνσλετ που ξαναείδα προχθές.
    Μου μίλησε για τον ‘Βασιλιά’ που παίζεται αυτές τις μέρες στον ‘Ζέφυρο’, την έψαξε και μου την έστειλε διαδικτυακά.
    Θα την δούμε σήμερα το βράδυ.

Πριν χωρίσουμε της ανέφερα πως
μιας και δεν μπορούμε να κάνουμε την κοινωνική επανάσταση αυτή τη στιγμή ας κάνουμε την προσωπική μας
που σημαίνει πως
έχουμε ιερή υποχρέωση, πάνω απ’ όλα,
ν’ αντέξουμε,
ψυχικά και σωματικά.
Να επιμείνουμε να υπάρχουμε
να μην παραδοθούμε.
Να τινάξουμε από πάνω μας τον αδηφάγο ατομικισμό.

Ν’ ανοιχτούμε στον σύντροφο
με μία τεράστια αγκαλιά,
στον διπλανό, στον κοντινό,
και στον ξένο ακόμη.
Με μπούσουλα την αγάπη, την αδελφοσύνη και την αλληλεγγύη
να προχωρήσουμε
μπροστά.
Ο καπιταλισμός έσβησε.
Δεν έχει πλέον να προσφέρει τίποτα στην ανάπτυξη του ανθρώπου και της κοινωνίας.
Η έχθρα και το μίσος ανάμεσα στους ανθρώπους και τις παρέες, επίσης,

η κηδεία του Πρόσπερο Γκαλλινάρι

DSC02244Είμαστε κοινωνία ανθρώπων
και όχι αγέλη άγριων ζώων που σκοτώνονται για το ποιο θα επικρατήσει.
Ας περιμένουμε λοιπόν με εμπιστοσύνη την μέρα εκείνη που η ιστορία θα μας ζητήσει
και θα μας δώσει την ευκαιρία
να κατασπαράξουμε το τέρας που λέγεται καπιταλισμός και τρώει αχόρταγο και ασταμάτητα τα παιδιά του.

Ευχαριστώ.

In the court of the crimson King, King Crimson.

η διεθνής στην κηδεία του Πρόσπερο

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Π. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 15

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΆ :

Γράφω αυτά τα λόγια διανύοντας τις τελευταίες μέρες του Μάρτη ‘13, κρύες μέρες, σκέτη πλήξη. Μπαίνοντας Απρίλης περιμένουμε και την απόφαση του στρατοδικείου στη δίκη του ΕΑ. Εάν μου είχε ζητηθεί, εάν είχα σκεφτεί να καταθέσω μάρτυρας υπεράσπισης των αγωνιστών, ιδιαίτερα του Κώστα Γουρνά που τόσο εντύπωση μου έκανε η τοποθέτησή του, να τι θα έλεγα στους δικαστές :

  • ‘Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι, χοντρικά. Άνθρωποι σκληρόπετσοι και άνθρωποι ευαίσθητοι. Αυτοί οι τελευταίοι ψάχνονται πολύ, έχουν τις κεραίες ορθές, και για κάποιον ανεξήγητο λόγο σκαλίζουν συνήθως έξω από τα γνωστά κανάλια.

Η πραγματικότητα που τους περιτριγυρίζει τις περισσότερες φορές τους αφήνει αδιάφορους, πολλάκις τους πνίγει μπορώ να πω, επιθυμούν διακαώς να την προσπεράσουν.

Να την αλλάξουν, να την ομορφύνουν.

Είναι αυτή που δημιούργησαν οι προαναφερθέντες σκληρόπετσοι, αυτή που υφίσταται χάρη στην ανοχή των υπολοίπων.

Είναι πολλοί οι σκληρόκαρδοι, γίνονται περισσότεροι όμως χάριν της προπαγάνδας.

Από τα παλιά χρόνια οι κρατούντες έχουν στη διάθεσή τους μέσα πολλά για να διαχέουν τις απόψεις τους, τελευταία μάλιστα τους δόθηκε ένα πανίσχυρο που εκτός από τον λόγο περιλαμβάνει και εικόνα.

Εικόνα που εισβάλλει ακάθεκτη σε κάθε σπίτι, σε όλες τις γωνιές του πλανήτη, κυριεύει τα μυαλά και τα επηρεάζει.

Κάποιοι αντιστέκονται, οι περισσότεροι όχι.

Έτσι έγινε και μ’ εμάς, με πολλούς της γενιάς μου.

Από τη μια βλέπαμε αστροναύτες να πατούν στο φεγγάρι και από την άλλη ένα πανέμορφο παλικάρι αιχμαλωτισμένο ν’ αφήνει την τελευταία του πνοή, δολοφονημένο από κοντοκουρεμένους στρατιώτες.

Από την μία πανίσχυρους στρατοκράτες να μαλώνουν διαμοιράζοντας την παγκόσμια λεία τους και από την άλλη τους άντρες του λαϊκού απελευθερωτικού στρατού με το αστέρι στη στολή τους να ταπεινώνουν τη τρίτη κατά σειρά αυτοκρατορία.

Έναν πρόεδρο να πέφτει με το πολυβόλο στο χέρι αντιμετωπίζοντας τους σύγχρονους ναζί που σταματούν βίαια ένα πανέμορφο κοινωνικό πείραμα.

Λαοί και αγωνιστές να βασανίζονται βάναυσα όταν και εκεί που παλεύουν να βγάλουν αληθινά τα όνειρα και τα ιδανικά τους.

Όλα αυτά στο όνομα του νόμου και της τάξης.

Όλα αυτά στο βωμό του κέρδους, του πλουτισμού, του διαχωρισμού.

Άνθρωποι εναντίον αγορών.

Άνθρωποι εναντίον εμπορεύματος.

‘Ανάπτυξη’ ενάντια στην ελευθερία.

Άνθρωποι ενάντια σε ανθρώπους

Σκλαβιά ενάντια στην αυτονομία.

Εδώ στα μέρη αυτά, μας φλομώνουν με βασιλιάδες και συνταγματάρχες, κομματάρχες και στρατηγούς.

Μας ζαλίζουν τον έρωτα με καραβανάδες ενάντια σε εκτοπισμένους.

Μαθαίνουμε ότι όλοι αυτοί οι καραβανάδες είναι απόγονοι, αδέλφια και ξαδέλφια άλλων τέτοιων ένστολων καθαρμάτων, συνεργατών των ναζί που αφάνισαν την χώρα κάποια χρόνια νωρίτερα. Αυτών που αιματοκύλισαν τον πλανήτη ολάκερο και την δική μας πατρίδα.

Πάλι για να βάλουν στο χέρι τον πλούτο, να ελέγχουν και τα περάσματα.

Όλα για την μαρμίτα, ο άνθρωπος ανύπαρκτος.

Γέμισαν φυλακές και ξερονήσια οι απόγονοι των δημίων με ψυχές.

Φάτσες ξεπλυμένες ενάντια στην ομορφιά και την ευαισθησία.

Στον κόσμο παντού οι νέοι τραγουδούν την ελευθερία και την ανατροπή, εξεγείρονται.

DSC02240

Εξυμνούν τους αντάρτες. Τους μαχητές με τ’ αστέρια στους μπερέδες.

οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse 3

Ελευθερία από την απληστία.

Ελευθερία από τον διαχωρισμό.

Για την αδελφοσύνη και την ισότητα.

Αυτόνομα από τις παλιατζούρες.

Μας αρέσει λοιπόν.

Ερωτευόμαστε τον αγώνα.

Ερωτευόμαστε την αλληλεγγύη και το μοίρασμα.

Ερωτευόμαστε την ομορφιά.

Ερωτευόμαστε τον έρωτα.

Αυτοί είναι και άσχημοι και καταστροφείς.

Είναι και ανέραστοι πανάθεμα με.

Κυνηγούμε το καινούριο.

Ερωτευμένοι με τον φόβο, πουλάνε φόβο, πλασάρουν φόβο.

Σπέρνουν τον φόβο.

Ευνουχισμένοι.

Οι απογοητευμένοι σπέρνουν απογοήτευση.

Φτιάχνουν πατρίδες με το ζόρι.

Διώχνουν ανθρώπους απ’ τα σπίτια τους.

Διχοτομούν λαούς.

Οπαδοί της καταπίεσης, όλα με το ζόρι.

Οργανώνουν πραξικοπήματα, μαντρώνουν χιλιάδες. Σε στάδια, σε γήπεδα, σε φυλακές, σε στρατόπεδα.

Πάντα ο Γολιάθ ενάντια στον Δαυίδ.

Ρίχνουν φωτιά σε δάση και βουνά.

Καταστρέφουν τον πλανήτη. Τον μπουκώνουν χημικά.

Βασανίζουν χιλιάδες. Δολοφονούν χιλιάδες.

Γίνονται σύμβολα παγκόσμια κάποιοι νεαροί με μακριά μαλλιά και μαντίλια στο λαιμό.

Νεολαίοι υμνούν την αντίσταση, τραγουδούν την εξέγερση και την επανάσταση.

Οι αστυνομίες τους κυνηγούν. Σπάζουν κεφάλια, δολοφονούν.

Πληρώνονται να κυνηγούν το λαό.

Πάντα τις λαϊκές μάζες.

Ποτέ τους ευκατάστατους. Ούτως ή άλλως αυτοί δεν διαμαρτύρονται ποτέ, γιατί να το κάνουν!

Ένα μεγάλο γιατί μας στοιχειώνει.

Ρωτάμε, συζητάμε, σκεφτόμαστε, καταλαβαίνουμε.

Αποφασίζουμε.

Hasta la victoria siempre!

Μέχρι την τελική νίκη!

 

Γκεβάρα

Θα παλέψουμε μέχρι την τελική νίκη.

Με όλα μας τα όπλα.

Στο λόγο τους θα αντιτάξουμε τον δικό μας, στα όπλα τους τα δικά μας, στη βία τους την δική μας.

Πολυχρωμία ενάντια στον γύψο.

Καταστρέφουν, ρυπαίνουν, βρωμίζουν τον πλανήτη.

Μόνη τους έγνοια να βάλουν χέρι στους φυσικούς πόρους.

Θυσιάζουν τον άνθρωπο. Διαβάλουν τον άνθρωπο.

Βιάζουν τη φύση.

Μετρώντας παρά.

Διαμοιράζουν τα ιμάτια.

Όλα για τα ιμάτια.

Ο άνθρωπος εξαφανισμένος.

Και ονόμασαν τους αγωνιστές αλήτες.

Παίζουν με τα νοήματα, βιάζουν τα νοήματα. Διαβάλουν τα νοήματα.

Οι τρομοκράτες αποκαλούν έτσι τους αγωνιστές.

Την ανομία ονόμασαν νόμο και την παρανομία νομιμότητα.

Εμείς λοιπόν με αυτή τη νομιμότητα χωρίζουμε.

Την εξαφανίζουμε από το λεξιλόγιό μας γιατί

‘συλλογιέται καλά αυτός που συλλογιέται λεύτερος’.

Ο ελεύθερος.

Αυτοί όλοι δούλοι του μεγάλου τους πάθους. Του χρηματισμού και της εξουσίας.

Λυπούμαστε, δεν θα πάρουμε.

Λυπάμαι, εμείς είμαστε από άλλο ανέκδοτο.

Εσείς τον ονομάζεται ουτοπία αυτόν τον πλανήτη.

Εμείς λέμε ‘κάλλιο αργά παρά ποτέ’.

‘σώπα, όπου να ναι θα σημάνουν οι καμπάνες’ τραγουδά ο ποιητής.

Κάποιοι από εμάς, τα παιδιά μας ίσως, θα είναι εκεί όταν σημάνουν.

Πάλι ο ποιητής γράφει πως ‘σημασία έχει το ταξίδι’, κάποιοι από εμάς θα το γευτούν το τέρμα που δεν τελειώνει.

Νιώθουν γεμάτοι επειδή αγωνίζονται. Δεν σέρνονται σαν τα σκουλήκια.

Καλοί και οι σκώληκες, περήφανα τα λιοντάρια, πανέμορφη η πτήση του αετού.

Λάμπουν τα μάτια του γερακιού, ακονίζει τα νύχια του στην πέτρα.

Λαδώνει το όπλο του ο αντάρτης.

Βαπτίσατε κατάσκοπο καθάρματα τον Μπελογιάννη. Για να τον εκτελέσετε, και τον Πλουμπίδη!

Βαπτίσατε ταραχοποιό τον Αλλιέντε.

Δεν είναι ταραχοποιοί αυτοί που δικάζετε.

Ελεύθεροι άνθρωποι είναι. Εσείς εκτελείτε εντολές.

Το καθεστώς μας εκτελεί κάθε ώρα, κάθε στιγμή. Μη το στηρίζετε.

Αυτοί είναι οι ταραχοποιοί.

Διαχωρίστε τη θέση σας από αυτό το αυταρχικό μόρφωμα, κύριοι.

Συμπλεύστε με την ελευθερία.

Ας επιστρέψουμε λιγάκι παλαιότερα, εκεί που φτιαχνόταν η ψυχή μας :

Μέσα σε γραφεία λουσάτων εταιριών που λυμαίνονται τους πόρους και σε πρεσβείες ατσαλάκωτοι διευθυντάδες οργανώνουν πραξικοπήματα.

Στις φωλιές τους οι μαχητές οργανώνουν την αντίσταση, απαγάγουν τα στελέχη, ζητούν την απελευθέρωση συντρόφων τους, ζητούν να μπει φρένο στο ξεπούλημα. Ανατινάζουν στρατόπεδα, λεηλατούν τράπεζες. Τα παντοτινά σύμβολα της ληστείας. Δημεύουν τα κέρδη.

Πάντα συνέβαινε αυτό, δείτε Κύπρο.

Τώρα τα πραξικοπήματα είναι ‘μοντέρνα’, οργανώνονται στις τράπεζες και τα χρηματιστήρια. Στις εταιρίες διακίνησης κεφαλαίων, μιας και το κεφάλαιο έγινε χρηματιστικό.

Πάντα για τον έλεγχο των πόρων, των διόδων.

Πετρέλαιο, νερό, τα μονοπάτια του εμπορίου, αέριο, τις οδούς.

Ήρθε η Αραβική Άνοιξη και πανηγυρίζατε γιατί είδατε καινούριες ευκαιρίες ληστείας.

Ένα χρόνο μετά και ο αγώνας συνεχίζεται.

Εσείς τώρα τσιμουδιά. Γιατί άραγε ;

Μάλλον γιατί οι λαοί, όπως και σ’ εμάς το ‘21, δεν παλεύουν να διαλέξουν αφεντικό αλλά για την χειραφέτηση.

Στη θέση του Μουμπάρακ μπήκε ένας ‘αδελφός Μουσουλμάνος’. ο λαός ξανά στο περιθώριο.

Στη θέση του Πασά ο  Μαυροκορδάτος, ο Μιαούλης ή ο Κανάρης, ο Όθωνας ή …. το Κενοβούλιο.

κι όλοι πίνουν εις υγείαν του κορόϊδου, οι διεθνείς οίκοι, τα αληθινά αφεντικά

Ο λαός παντοτινά στο περιθώριο, ποιος του δίνει σημασία!

Γι αυτό και οι ευαίσθητοι αγωνίζονται, γιατί είναι κομμάτι αυτού του λαού, το πιο προχωρημένο του, το απαλό και μυρωδάτο. Σαν το χάδι.

Οι χοντρόπετσοι ξέρουν να διατάζουν.

Για τις τσέπες και τα οφίτσια.

Οι λεπτόψυχοι αγωνίζονται.

Για τα δίκια, τη λευτεριά, την αυτονομία.

Τον άνθρωπο.

Όλα για τον άνθρωπο εμείς.

Όλα για τις τσέπες τους αυτοί.

Εσείς στη μέση. Με ποιανού τη μεριά θα πάτε ;

Προς τα που θα γύρει η ζυγαριά σας ;

Σας έδωσαν ένα πόστο, μια δουλειά, ένα καθήκον : να υπηρετείτε τον άνθρωπο, το λαό και το δίκιο.

Αφουγκραστείτε λοιπόν με προσοχή τους εαυτούς σας, τις καρδιές και τη φωνή των απλών ανθρώπων.

Προς τα που πέφτει το δίκιο ;

Ποιοι ζημιώνουν τους απλούς ανθρώπους ;

Tο καθεστώς ή οι αγωνιστές ;

Αναρωτιέμαι : γιατί κάποιες επαναστάσεις να είναι ‘καλές’ και κάποιες όχι ! ;

Τραγουδάμε εμείς κι οι Γάλλοι στον ύμνο μας την επανάσταση. Ας δούμε τι έγινε, ένα λεπτό. Επαναστάτησαν ενάντια στον βασιλιά και τους φεουδάρχες οι λαοί και τους πέρασαν από μαχαίρι. Ζήτω λοιπόν. Τους κοροϊδεύει βέβαια ο βασιλιάς και οι φεουδάρχες- τσιφλικάδες τους ανόητους, διωγμένοι από την πόρτα ξαναμπαίνουν από το παράθυρο. Στο προσκήνιο και πάλι, πιάνουν τα καλά κρεβάτια, το τραπέζι, τους καναπέδες και τις πολυθρόνες, τα ντιβάνια, ρίχνουν τον λαουτζίκο στο υπόγειο, του πετούν και κάτι ψίχουλα, ούτε γάτα ούτε ζημιά. Βάζουν και τους διανοούμενους στο κόλπο να νοηματοδοτούν όσο πιο ύπουλα γίνεται την ληστεία, να γεμίζουν αέρα κοπανιστό τα μυαλά των ανόητων, πως δήθεν όλα γίνονται στο όνομά του, για το καλό του. Φέρνουν και τα σκυλιά τους, τους φορούν και στολές για να κορδώνονται, και να τρομοκρατούν κάθε που πάει να σηκωθεί κεφάλι.

Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς χειρότερα!

Δημοκρατία, το λέει και η λέξη, είναι το κράτος του δήμου.

Βλέπετε εσείς κανένα Δήμο να κρατεί ;

Εγώ όχι. Τυφλός και κουτός δεν είμαι, ακόμη τουλάχιστον.

Αυτοί που έμαθαν να οικονομούν απ’ των άλλων την δουλειά κρατούν. Αυτοί που ξέρουν να οικονομούν χωρίς να δουλεύουν.

Αυτοί που κατέχουν τη γη, τους πόρους, τα χρήμα, τα περάσματα.

Μεγάλες εταιρείες που φτιάχνουν και διακινούν κεφάλαια, οικονομικά προϊόντα, όπλα, ενέργεια.

Που οργανώνουν τους πολέμους, οικονομικούς και στρατιωτικούς. Για την αρπαγή των πόρων.

Για να ελέγχουν τις οδούς, τα περάσματα.

Όπως ανέκαθεν γίνονταν.

Φωνάζουν και τα παπαγαλάκια και τα ΜΜΕ πως οι αντιπρόσωποι αποφασίσανε, αυτοί που εμείς στείλαμε στο κυνοβούλιο, δημοκρατία γαρ.

Βέβαια δεν λένε ποτέ πως οι αντιπρόσωποι στον αρχηγό υπακούν, που υπακούει στις πιέσεις αυτών που του επιτρέπουν να αρχηγεύει, που χρηματοδοτούν το κόμμα και τα ψώνια τους δηλαδή.

Συναίνεση δημιουργούν οι διανοούμενοι στο κόλπο.

Κέρδισε τον πόλεμο των νοημάτων ο βασιλιάς και η φεουδαρχία, σας τα είπε εξαιρετικά πρωτόδικα ο Κώστας ο Γουρνάς.

Φλομώνει φούμαρα τον λαό η διανόηση, τον τρομοκρατεί διαρκώς με καμπάνιες δηλητήριο.

Τον κρατάει υπόδουλο.

Έκανε λοιπόν επανάσταση ο λαός, καλή η επανάσταση. Καινούρια αφεντικά στο κεφάλι. Σάρκα από την σάρκα του. Μπράβο στον λαό.

Στην θέση του πασά τον βασιλιά, μπράβο.

Στη θέση των προεστών καινούριους νταβατζήδες. Τα λεφτά δανεικά για να τους κρατούν σφιχτά πιασμένους απ’ τ’ αρχίδια, να με συγχωρείτε. Τώρα όλα γίνονται νόμιμα, με την ψήφο. Ανοχής. Στον οίκο ανοχής.

Μπράβο.

Η εκκλησία πανταχού παρούσα, δεν διαμαρτύρεται ποτέ, όλα τα σφάζει-όλα τα μαχαιρώνει. Ευλόγησε όλους του δικτάτορες η εκκλησία. Προνόμια δεν έχασε ποτέ κι από κανέναν. Θεοσεβούμενοι βλέπετε οι δολοφόνοι, να μη κερδίσουν μια θέση στον παράδεισο, επίγειο ή ουράνιο!

Δουλειά κανένας! Είναι αμαρτία, μοναχά το πόπολο να αμαρτάνει!

Άλλοι παράγουν, άλλοι ωφελούνται.

Στο όνομα της δημοκρατίας.

Ο λαός βογκά στο περιθώριο.

Ο δεσπότης ρέβεται.

Από παιδί αναρωτιόμουν γιατί οι παπάδες να είναι χοντροί!

Λεπτός και αποστεωμένος ο Χριστός και οι άγιοι του. Και του λαού οι άγιοι το ίδιο.

Είδατε ποτέ στην ιστορία αντάρτη και χοντρό. Δεν είμαι ρατσιστής ρε γαμώτο, απλά, αναρωτιέμαι. Μάλλον όλοι οι άλλοι σκέφτονται με την κοιλιά!

Το φούσκωμα της τσέπης μάλλον συμβαδίζει με το φούσκωμα του στομαχιού.

Έχω συναντήσει και εξαιρετικούς ανθρώπους του θεού, δεν λέω. Λίγους δυστυχώς.

Άντε

ρίξανε τον βασιλιά.

βάλανε πρόεδρο στην δημοκρατία

τον δήμο δεν τον ρώτησαν νομίζω, δεν τον ρωτάει ποτέ ο πρόεδρος τι να κάνει, απλώς το κάνει.

Δεν είπε ποτέ ο δήμος να μοιράσουν τα ιμάτια μεταξύ τους. Τους πόρους, τις μίζες κλπ. προνόμια.

Τι είναι οι τραπεζίτες, αναρωτηθήκατε ποτές ;

Ποια η δουλειά τους και τι προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο ; Ποια επακόλουθα ; Στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Γιατί απολαμβάνουν τόσα προνόμια, κράτος εν κράτη ;

Ποιος έχει εκλέξει τους τραπεζίτες που μας κυβερνούν ; Για να έχουνε άποψη και λόγο.

Πάντα στις θέσεις κλειδιά βλέπετε διορισμένους. Ποιανού τη θέληση θ’ ακολουθήσουν ;

Στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στον κόσμο.

Φυτεμένοι από τα πάνω.

Με αποφάσεις ληστρικές κυβερνιούνται οι λαοί.

Δημιουργούνται άπειροι μετανάστες.

Έχουμε χιλιάδες αυτοκτονίες. Αριθμοί θα μου πείτε, στατιστικές!

Χρεοκοπίες, ανθρώπων, χώρες ολόκληρες καταρρέουν.

Κι αυτούς που αντιστέκονται, που πολεμούν τους ονομάζουν αλήτες, ταραχοποιούς, τρομοκράτες.

Όλους αυτούς που μας εμποδίζουν να ζούμε τους έχει ήδη καταδικάσει η ιστορία, όλους όσους εμποδίζουν την ιστορία να προχωρήσει μπροστά, ν’ ανοίξει πανιά προς το καινούριο. Το όνειρο.

Δεν μπορείτε να σταματήσετε την ιστορία εσείς που γδέρνετε τα όνειρά μας!

Ο καπιταλισμός έχει πλέον χρεοκοπήσει, βρίσκεται στην εντατική, φτάνει να τραβήξει κάποιος το σωληνάκι, αυτόν τον κάποιον τρέμετε!

Είναι καταδικασμένοι από την ιστορία αυτοί που κρατούν στη ζωή το σύστημα με τεχνητά μέσα.

Νεκροθάφτες είναι της ελπίδας.

Ο πασάς, ο λουδοβίκος, ο σαμαράς κι ο βενιζέλος. Ο γιωργάκης ο κωστάκης και το κακό συναπάντημα, μπήκε και ο τσίπρας στο κόλπο!

και μαζί τους όλοι αυτοί που δεν έχουν την πυγμή να κάνουν πέρα από μόνοι τους.

Που να βρουν άραγε φιλότιμο ; Δεν το πουλάνε ούτε το μοιράζουν στα μέρη που συχνάζουν το φιλότιμο,

ποιος το έχασε για να το βρούνε ;

Στα μέρη τους λέξη άγνωστη κατάντησε!

Λείπει δραματικά από τις γνωριμίες τους, τους φίλους και κουμπάρους.

Το χρονοντούλαπο της ιστορίας άνοιξε και τους περιμένει, αργά ή γρήγορα, είναι αναπόφευκτο, θα τους ρουφήξει, θα το επισκεφτούν, θα τους χώσει η κοινωνία, εκείνη η πλευρά της που αγωνίζεται, που θα πάει!

Λευτερώστε τα καλύτερα παιδιά της.

Λευτερώστε τα καλύτερα παιδιά της!

Ανοίξτε τα μπουντρούμια να μπει καθαρός αέρας.

Δεν μπορείτε να κάνετε πως δεν βλέπετε!

έχουμε γερά γονίδια εμείς, Πανίσχυρα , αντέξαν αιώνες.
μας γέννησε ο Προμηθέας, που αψήφησε τον Δία και τις εντολές του!
μάνα μας η Αντιγόνη, που θυσίασε τη ζωή υπακούοντας την καρδιά της και όχι τους νόμους της όποιας εξουσίας!

Εμείς είμαστε εγγόνια των Μακρονησιωτών, εγγόνια της κομμούνας και των σοβιέτ, ξαδέρφια των Βιετναμέζων μαχητών, αδέρφια των Τουπαμάρος ανταρτών, παιδιά του Φιντέλ και του Γκεβάρα! Του Ενρίκεζ, του Αλλιέντε και των φενταγίν!

Της ανατρεπτικής ιστορίας της ανθρωπότητας παιδιά είναι αυτά που δικάζετε εκεί μέσα.

Μαμή η ανάγκη για ελευθερία και δικαιοσύνη, για αρετή και αλληλεγγύη και αξιοπρέπεια. Παλικαριά και γενναιότητα. Κάλλος και ανδρεία.

Τα γέννησε η ανάγκη του ανθρώπου να σκεφτεί αυτόνομα, να σπάσει την καταπίεση, τα δεσμά του καπιταλισμού και της αλλοτρίωσης!

Η ανάγκη για ανθρωπιά και αλληλεγγύη.

Η ανάγκη να μοιράσουν και να μοιραστούν.

Άλλα τα μονοπάτια αυτών των παιδιών, διαφορετικά τα δικά μας.

Κοινή η πορεία, όμοια και η ρίζα.

Politiqui, Alpha Blondy.

αυθόρμητη συνέντευξη στον πρώην ταξιαρχίτη Paroli

Δημοσιεύτηκε στις 7 Φεβ 2015

Δημοσιεύτηκε στις 19 Μαρ 2011
συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε από την Σύνταξη του CORTOCIRCUITO, φοιτητικής εφημερίδας του Reggio Emilia. για πληροφορίες:http://www.cortocircuito.re.it

ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ-Μπαλάντα για μια λυπημένη χώρα.-

Ανέβηκε στις 18 Δεκ 2009

Οι μέρες είναι μαγικές
όταν μπορούμε και γελάμε δίχως φόβο
όταν δεν έχει θάνατο του πρωινού καφέ η κουβεντούλα

DSC02240

6 σεπτεμβρίου 1971! η απόδραση από την Punta Carretas

6 settembre

 

στις 6 σεπτεμβρίου του 1971, είναι μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα, και στην φυλακή της Punta Carretas βασιλεύει εκείνη η φαινομενική ηρεμία που πάντοτε ανακοινώνει πως κάτι μεγάλο πρόκειται να συμβεί. όντως, όταν οι φύλακες βάζουν στα κελιά τους τους κρατούμενους, αντιλαμβάνονται πως λείπουν για τα καλά εκατόν έντεκα. εκατόν έξι τουπαμάρος, περιλαμβανομένου του Raul Sendic, που από τους αντάρτες είναι ο αναγνωρισμένος αρχηγός, και μια ολόκληρη ομάδα ληστών τραπεζών, εκείνη του Negro Vinas, ενός ‘atracador’, ληστού, που πολιτικοποιήθηκε στην φυλακή.

οι αστυνομικοί που προχωρούν προς τα πίσω το τούνελ, διαμέσου του οποίου οι tupamaros το έσκασαν, βρήκαν ένα σημείωμα που έγραφε : »σήμερα όπως πάντα, στον αγώνα για την ελευθερία». οι αντάρτες είχαν όντως αποδράσει χρησιμοποιώντας στο μεγαλύτερο μέρος του το tunnel που σαράντα χρόνια πριν ο Roscigna και οι άνθρωποί του είχαν σκάψει.

σύμφωνα με τον διοικητή της οργάνωσης και σήμερα σενατόρε στην Uruguay, τον Eleuterio Fernández Huidobro, η γέννηση του κινήματος των Tupamaros πηγαίνει πίσω στα 1965.
ξεκίνησαν με δράσεις ληστειών σε τράπεζες, με επιθέσεις σε κύκλους και άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες στα πρώτα χρόνια του εξήντα, και ακολουθούσε η διανομή στις φτωχογειτονιές του Montevideo τροφής και χρημάτων.
με τα χρόνια οι τουπαμάρος απέκτησαν γρήγορα λαϊκή αποδοχή αναγκάζοντας και το κομουνιστικό κόμμα της Ουρουγουάη να συνυπάρχει με το κίνημα, αφού όμως στην αρχή είχε καταδικάσει τις ενέργειες.

από το 1968 και μετά η καταστολή, αστυνομική και στρατιωτική που πραγματοποίησε η κυβέρνηση σκλήρυνε αποδίδοντας την σύλληψη πολλών διαφωνούντων που στη συνέχεια συστηματικά βασανίζονταν σύμφωνα με τις τεχνικές που οι αμερικανοί δίδασκαν στα στρατιωτικά καθεστώτα στους διάφορους στρατιωτικούς λατινοαμερικάνικους μηχανισμούς. έτσι οι tupamaros ξεκινούν να πράττουν πολιτικές απαγωγές και εκτελέσεις, όπως αυτή του Dan Mitrione, του πράκτορα του FBI που κατηγορήθηκε πως εκπαίδευσε σε τεχνικές βασανιστηρίων τις αστυνομικές δυνάμεις σε διάφορες λατινοαμερικανικές χώρες.

τον ιούλιο του 1973 οι στρατιωτικοί αναλαμβάνουν την εξουσία στην Uruguay και η καταστολή γίνεται ακόμα πιο βίαιη με την σύλληψη των διοικητών tupamaros Raúl Sendic, Eleuterio Fernández Huidobro, Mauricio Rosencof, José Mujica, Adolfo Wasem, Julio Marenales, Henry Engler, Jorge Manera και Jorge Zabalza, που φυλακίστηκαν σε συνθήκες κτηνώδους απανθρωπιάς, συνεχών βασανιστηρίων, προσπαθώντας να τους εμποδίσουν οποιαδήποτε επικοινωνία και υπό την απειλή της εκτέλεσης στην περίπτωση οποιαδήποτε δράση θα είχε λάβει χώρα από πλευράς MLN-T, οποιασδήποτε φύσεως και αν ήταν αυτή.

μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Uruguay το 1985, οι Tupamaros επέστρεψαν στην δημόσια ζωή σαν μέρος ενός πολιτικού κόμματος, το Κίνημα Λαϊκής Συμμετοχής, il Movimiento de Participación Popular (Movimento di Partecipazione Popolare)

δημοσιεύτηκε στην Ταξική Ιστορία

infoaut 3.0

http://www.online-movie-films.com/drama/serpico-%CF%83%CE%B5%CF%81%CF%80%CE%AF%CE%BA%CE%BF-1973/

Σέρπικο

 

συνεχίζεται