τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΝΝ. στη χώρα του ποτέ…ή 12

Γράφτηκε αυτή η ιστορία με τα λόγια παιδιών που πλησίασαν, που θέλησαν να γευτούν την ομορφιά του ονείρου αλλά η γεύση τους τρόμαξε, η θωριά τους σάστισε, τα έχασαν, έκαναν πίσω.
Ξεθώριασε μέσα τους η εικόνα, παραπάτησαν και έπεσαν. Δεν θέλησαν να ξανασηκωθούν, δεν τα κατάφεραν, μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν.
Ίσως μας πουν μια μέρα.
Το όνειρο είναι πάντα εδώ, τα όνειρα δεν χάνονται.
Κανείς και ποτέ δεν δύναται να τα εξαφανίσει.
Ο άνθρωπος γεννιέται κι ερωτεύεται, ονειρεύεται, παλεύει.
Έρωτας για ζωή μας κίνησεγια ζωή πραγματική. Όχι μονότονη επανάληψη, μονότονων σκέψεων, κινήσεων, συνηθειών.
Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που αντί να συνεργάζονται μαλώνουν, τις περισσότερες φορές για ευτελή αντικείμενα, το όνειρο θα είναι πάντα εκεί, θα περιμένει στην γωνία, θα συντροφεύει τους ευαίσθητους, θα αποφεύγει τα παχύδερμα.
Θα περιμένει αυτόν που θα σκαλίσει.

Σαν τη φωτιά, Νεκ.

  • Μαρτυρία από Ταξίμ. Ποτέ τέτοια συναισθήματα δεν τα ‘νιωσε κανείς σ’ αυτούς τους τόπους.
    Από τον Blackpanther :
    Μαρτυρία μέσα από την Πλατεία Ταξίμ. Γράφει ο Durukan :
    ‘Πλατεία Ταξίμ 2 Ιουνίου 1913
    Ενημέρωση από τη Gezi Commune
    Oύτε ο πιο ταλαντούχος συγγραφέας του κόσμου, ακόμα και με κούπες καφέ και σωρούς πακέτων από τσιγάρα, δεν θα μπορούσε να είναι αρκετά καλός ώστε να περιγράψει αυτό που συμβαίνει εδώ, πως θα μπορούσα εγώ ;
    Απίστευτο.
    Ξεκίνησε σαν διαμαρτυρία, μετά έγινε κίνημα αντίστασης, έπειτα η αντίσταση διαδόθηκε και σε άλλες πόλεις της Τουρκίας και μετά, η ρίζα όλου αυτού, το Gezi Park στην Ταξίμ, έγινε η Gezi Commune ’13.

Μια πραγματική Κομμούνα.
Αναρχική ουτοπία – χωρίς κράτος, χωρίς οργάνωση, χωρίς βία, μόνο ελευθερία, μόνο αλληλεγγύη
και άνθρωποι που παίρνουν πρωτοβουλίες.
Μέχρι τώρα, το μεσημέρι της 2ης Ιουνίου, όλοι οι δρόμοι που οδηγούν στην Ταξίμ έχουν αποκλειστεί με περισσότερα από 20 οδοφράγματα [αρκετά ισχυρά ώστε να συγκρατήσουν τα τεθωρακισμένα της αστυνομίας].
Η πλατεία Ταξίμ και ιδίως το Gezi Park ζουν την πλήρη ελευθερία : Καθένας και όλοι είναι ευπρόσδεκτοι, εκτός από το Κράτος και την αστυνομία του.
Και κανένα κέντρο. Καμία οργάνωση. Κανένα πολιτικό κόμμα. Ούτε καν κέντρο συντονισμού. Απλώς άνθρωποι !

Αυτό φίλοι είναι αδύνατο να περιγραφεί. Ξενοδοχεία εξυπηρετούν την αντίσταση δωρεάν, κόσμος φέρνει τρόφιμα και ποτά με αυτοκίνητα, γιατροί και φοιτητές ιατρικής προσφέρονται εθελοντικά ώστε να λειτουργήσουν νοσοκομεία πρώτων βοηθειών σε τζαμιά κοντά στα οδοφράγματα, άνθρωποι που δεν μπορούν να βγουν απ’ τα σπίτια τους σχηματίζουν το μεγαλύτερο δίκτυο πληροφόρησης, μια και τα διεφθαρμένα ΜΜΕ δεν λένε ούτε μία λέξη ενώ ένα εκατομμύριο άνθρωποι είναι στους δρόμους, [φανταστείτε την έκταση της διαφθοράς, ή μάλλον όχι, είναι πολύ δύσκολο και να την φανταστείτε….]

Ηλικιωμένες κυρίες και οικογένειες ανοίγουν τα διαμερίσματά τους στην αντίσταση. Δικηγόροι τρέχουν από αστυνομικό τμήμα σε αστυνομικό τμήμα, ώστε να διασφαλίσουν ότι όσοι προσάγονται είναι ασφαλείς και καλά. Οδηγοί φορτηγών αφήνουν τα οχήματά τους στη μέση του δρόμου, ώστε να εμποδίσουν τα τεθωρακισμένα της αστυνομίας να κινηθούν. Μουσικοί συρρέουν στη Gezi Commune, καλλιτέχνες, οικογένειες, παιδιά, γέροι, γυναίκες.
Θες να κάνεις κάτι αλλά χρειάζεσαι βοήθεια ; Έλα στη Gezi Commune αυτές τις μέρες, θα βρεις εκατοντάδες ανθρώπων έτοιμους να σας βοηθήσουν, πριν καν προλάβεις να τελειώσεις την πρόταση : ‘φίλε, υπάρχει κανείς που…’
Η κοινωνία της Τουρκίας ανακάλυψε τον εαυτό της, ξανά. Τα μάτια άρχισαν πάλι να λάμπουν. Οι άνθρωποι άρχισαν να βλέπουν – και το εννοώ, κυριολεκτικά – ο ένας τον άλλο, [όλοι τριγυρνούν στην κομμούνα του Gezi σαν χορευτές μπαλέτου, φροντίζοντας ο ένας τον άλλον].

Αλλά ποιος το έκανε όλο αυτό ; Πως οι Τούρκοι πολίτες που είναι πασίγνωστοι για το φόβο τους για την αναρχία και το πάθος τους για το κράτος έγιναν έτσι ;
Αυτή είναι η γαμημένη ουσία!
Πρώτα – Πως ;
Η απάντηση είναι εύκολη. Χάρη στον πρωθυπουργό. Οι άνθρωποι κουράστηκαν απ’ το να βλέπουν το ακραία αλαζονικό, αυθάδη, λαίμαργο και το ‘κάνω ότι θέλω και κανείς δεν μπορεί να με σταματήσει’ πρόσωπό του συνέχεια, ικανό ώστε να κάνει όλους τους θεσμούς [και ιδίως τα ΜΜΕ] και την γραφειοκρατία να γονατίζουν κυριολεκτικά μπροστά του, ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του κάτι σαν Θεό….

Οι άνθρωποι κουράστηκαν να σκέφτονται ότι τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει, ότι η κοινωνία κάποτε θα σηκώσει ανάστημα, ότι δεν υπάρχει καμία ελπίδα ανάσχεσης της δύναμης από την αλαζονεία ενός άνδρα προς την νομιμότητα και ότι κάποτε ίσως οι άνθρωποι θα χαμογελάσουν ξανά.
Τα αλαζονικά του λόγια για το Gezi Park, μαζί με τους βουλευτές που στέκονται μπροστά στα μηχανήματα καταστροφής [που έδειξαν στους ανθρώπους ότι ‘όλοι μπορούμε’, χρωμάτισαν την πιο μεγάλη, την πιο ειρηνική και την περισσότερο ελπιδοφόρα εξέγερση στην ιστορία της Τουρκίας, ίσως και της Μέσης Ανατολής!

Και ποιος το έκανε; Αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που κατηγορούσαμε ότι είναι τόσο ηλίθιοι που μιλούν μόνο για ποδόσφαιρο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που τους κοροϊδεύουμε επειδή πόσταραν μόνο το τι τρώνε στα Facebook. Είναι εδώ. Ορισμένοι ήδη μπροστά στα οδοφράγματα, άλλοι ήδη μέσα στην Κομμούνα, καθαρίζοντας και το παραμικρό σκουπιδάκι, μέχρι και τις γόπες που βρίσκονταν εδώ για χρόνια!
Δεν πρόκειται για εξέγερση. Είναι η μέρα γέννησης μιας αληθινής κοινωνίας. Άνθρωποι που νοιάζονταν ο ένας για τον άλλον, που τρέχουν να βοηθήσουν όποιον το έχει ανάγκη. Σε χτυπά κάποιος από τους εκατό χιλιάδες ανθρώπους κατά λάθος στο πόδι στη μέση του μικρού Gezi Park Commune; Οι άνθρωποι γίνονται τόσο ευγενικοί που σου ζητούν συγνώμη 5 φορές, μ’ένα μεγάλο χαμόγελο.

Ακόμη και οι γονείς μας που είδαν το πραξικόπημα της δεκαετίας του ’80 και φοβούνται τις διαδηλώσεις [ένας από τους λόγους που εξηγεί γιατί οι διαδηλώσεις δεν ήταν μεγάλες μέχρι τώρα] καλούν τους γιους και τις κόρες τους για να τους πουν : ‘είμαι περήφανος για σένα. Απλώς να προσέχεις, εντάξει;’
Η αναρχο-ουτοπιστική Κομμούνα επιτρέπει τα πάντα [ LGBTQ ανθρώπους να πορεύονται με αντικαπιταλιστές μουσουλμάνους, Κούρδους να διαδηλώνουν με Κεμαλιστές] εκτός από το Κράτος. Και η Ταξίμ δεν ήταν ποτέ τόσο ασφαλής. Ούτε έναν καυγά δεν είδα, αφού κάθε μικρή σπίθα αμέσως σβήνεται από τους ίδιους τους ανθρώπους.
Τα πάντα, όλα όσα μπορείτε να φανταστείτε ότι χρειάζονται σε μία πλατεία για να φιλοξενήσει ένα εκατομμύριο ανθρώπους προμηθεύονται, οργανώνονται και εκτελούνται από αν-οργανωμένους ανθρώπους. Εκπληκτικό. Αυτό είναι το πιο εκπληκτικό απ’ όλα.

Ο καθένας είναι χρήσιμος σε κάτι. Είσαι σκληροπυρηνικός αναρχικός έτοιμος να παλέψεις στα οδοφράγματα; Ή είσαι ένας 17χρονος που πρώτη φορά βγαίνει στους δρόμους; ή ένα ζευγάρι 70χρονων; Δυνατός; Αστείος; Ψηλός; Κοντός;…..
Είμαστε όλοι εξίσου σημαντικοί, για να γεμίσουμε ένα διαφορετικό κενό, ένα κενό που πρέπει να γεμίσει ώστε η αντίσταση και η κομμούνα να συνεχιστεί.
Εν τω μεταξύ άσχημα νέα έρχονται ιδιαίτερα από την Άγκυρα, το Εσκισεχίρ και τη Σμύρνη – πολλοί τραυματισμοί, χιλιάδες.
Η αστυνομία χρησιμοποιεί pentium gas και αέρια πιπεριού, και πλαστικές σφαίρες.

Και τέλος. Χθες βράδυ στα οδοφράγματα, η αστυνομία επιτέθηκε ξανά με μπουλντόζες και τεθωρακισμένα. Δεκάδες κάψουλες με αέρια πιπεριού εκτοξεύτηκαν, μια από αυτές χτύπησε τον διπλανό μου. Έπιασα το χέρι του και τρέξαμε μαζί στα τζαμιά που έχουν γίνει εθελοντικά ιατρικά κέντρα από τους γιατρούς. Αιμορραγούσε από το κεφάλι, τρέξαμε μέσα, ήρθαν οι γιατροί, το τραύμα των 4 εκατοστών στο μέτωπό του ‘αποκαταστάθηκε’. Προσπαθούσα να τον ηρεμήσω και να τον κάνω να χαλαρώσει στη διάρκεια της επέμβασης, λέγοντάς του ότι είναι καλά με την σχεδόν σβησμένη μου φωνή, από τις τρεις μέρες διαδηλώσεων.
Και μετά με κοίταξε και μου είπε κάποια πράγματα. Δεν έχει σημασία τι είπε, αυτό το βλέμμα – που ακόμα κάνει το πρόσωπό μου υγρό από τα δάκρυα γράφοντας αυτές τις γραμμές – αυτό το νόημα της ζωής, η πηγή του να χαμογελάς για πάντα.

Δεν μπορώ να βρω λέξεις που να αντανακλούν επαρκώς την ένταση των συναισθημάτων, της ευτυχίας, του ενθουσιασμού του να είσαι εδώ. Καμιά τέτοια λέξη δεν λέχτηκε ποτέ σ’ αυτούς τους τόπους, επειδή ποτέ τέτοια συναισθήματα δεν τα ‘νιωσε κανείς σ’ αυτούς τους τόπους.
Και τώρα, αρχίζουμε να μιλάμε. Με λέξεις που κανείς δεν είπε μέχρι τώρα. Για ένα κόσμο που κανείς δεν τον ονειρεύτηκε μέχρι τώρα. Από ανθρώπους που δεν είχαν μιλήσει μέχρι τώρα. Αρχίσαμε να μιλάμε τώρα. Για να μη σιωπήσουμε ποτέ ξανά.’

Καλή τύχη Durukan! και στα δικά μας! Ας εμπνεόμαστε κι ας παίρνουμε κουράγιο οι μεν από τους δε, προς ένα μοναδικό paradigm shift.
Tην αφοβιά φοβούνται μόνο, για να παραφράσω τον Γκάτσο στον ‘απαγορευμένο’ Κεμάλ !

Ταξιαρχίες, Φιόρε

  • Η ζωή συνεχίστηκε, για όλους μας.
    Οι σύντροφοί μου ζορίστηκαν περισσότερο, μακρύς ο δρόμος, ψηλά τα εμπόδια. Ήτανε όμως ξανά μαζί, οι περισσότεροι τουλάχιστον.
    Δύσκολο το έργο τους.
    Δύσκολο και το δικό μου.
    Διαφορετικές οι συνθήκες, του καθενός ο Γολγοθάς του φαίνεται αξεπέραστος, βαρύτερος.
    Ο δικός μου αλάφρωσε γρήγορα. Σαν να αυτοτιμωρήθηκα όμως αργότερα, με τις αρρώστιες και τα λοιπά. Για να τραβήξω κι εγώ ζόρια βαριά, όπως οι σύντροφοί μου!

Βλέπετε, ήρθε εκείνη η φανταστική περίοδος όπου ο ευλογημένος ο Τοτός μας παραχώρησε εκείνη την αυτόνομη γωνιά γης και θάλασσας να την ζήσουμε όπως επιθυμούμε, μέσα στην επαρχιακή μονοτονία. Μια μεγάλη παρέα φτιάχτηκε πάνω στο κύμα και την καυτή αμμουδιά, κάτω απ’ τον ίσκιο της λεύκας και του πλάτανου.
Μια εικοσαετία όπου η δουλειά είναι χαρά και διασκέδαση μαζί, δημιουργία αληθινή, γεμάτη απρόοπτα. Η μέρα κρύβει δεκάδες εκπλήξεις, κάθε μέρα καινούρια αρχή και τέλος,
διαφορετική από την προηγούμενη. Δεν υπάρχουν εξουσίες, δεν υπάρχουν αρχές παρά μόνο συνεργατικότητα, μοίρασμα και αλληλεγγύη.
Κατά το πλείστον δηλαδή διότι ο παρείσακτος, ο χοντρόπετσος, ο λουφατζής πάντα θα υπάρχει. Χάνονταν όμως στο σύνολο. Που αυτοσχεδιάζει καθημερινά.

Στον αέρα, στο νερό, στην άμμο, στο χορτάρι
μες τα λουλούδια και το πράσινο, αυτόνομοι, ανεξάρτητοι ξανά, μ’έναν άλλο, ξεχωριστό τρόπο, για κάμποσους μήνες τον χρόνο.
Απλά έπρεπε να ξεχειμωνιάσουμε κιόλας, όπως-όπως.
Αυτό είναι το ζόρι, να περάσει ο χειμώνας.
Ευχάριστο το θεατρικό διάλειμμα, κράτησε όμως λίγο.
Μιά υπέροχη εικοσαετία όπου γνώρισα και με γνώρισαν εκατοντάδες άνθρωποι.
Διαμάντια και χαλίκια υπάρχουν παντού, το ίδιο συμβαίνει κι εδώ.
Μου κράτησαν συντροφιά εξαιρετικά παιδιά, απ’ όλες τις κοινωνικές κατηγορίες. Τους ευχαριστώ όλους γιατί μου έδωσαν πολλά, και το κυριότερο, γιατί με ανέχτηκαν, τις ιδιοτροπίες και τα ξεσπάσματά μου.

Το μαγιό ξέρετε εξισώνει τις κοινωνικές αντιθέσεις, ξεβράκωτοι είναι όλοι ίδιοι!
Έδωσα κι εγώ μπόλικα. Δεν μπόρεσα ίσως αυτά που θα ήθελα περισσότερο, το έκανα όμως μ’ ένα διαφορετικό τρόπο. Προσαρμόζεται ο άνθρωπος στις συνθήκες και μαθαίνει να είναι αντισυμβατικός σύμφωνα με τις περιστάσεις, με τον τρόπο που τον παίρνει.
Νομίζω πως τα κατάφερα.
Κάθε τι ωραίο έχει κι ένα τέλος.

Η ΕΞΈΓΕΡΣΗ ΠΟΥ ΚΡΆΤΗΣΕ ΧΡΌΝΙΑ ΕΊΧΕ ΈΝΑ ΤΈΛΟΣ ΠΙΚΡΌ.
Τα καλοκαίρια στο Εστέλλα όχι .

Εκεί μες το νυχτερινό τρίγωνο του διαβόλου Salina – Enjoy – Blue Bay, τα τρία νυχτερινά κλαμπ της πόλης με τη μεγαλύτερη κίνηση που μάζευαν όλη την αφρόκρεμα της περιοχής και όχι μόνο, Το κάμπινγκ μάζευε όλο τον κόσμο την ημέρα, κυριολεκτικά όλο τον κόσμο, μα όλον, ήταν όλοι εκεί!

Η κατάσταση είχε αρχίσει να φθίνει σιγά-σιγά, φυσιολογική φθορά πες το,
οι συνθήκες που άλλαξαν δραματικά μετά τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία μας προετοίμασαν .
Την εγκαταλείψαμε μόνοι μας, ήταν αναπόφευκτο.
Μετά Θεσσαλονίκη, και ξανά πίσω.
Κάθε καινούρια εμπειρία μου μάθαινε πολλά.

Χθες πέρασα πάλι απ’ τον κυρ Δημήτρη και τον χαιρέτησα, έγινε πλέον 91 χρόνων και μισότυφλος, μούσφιξε το χέρι στοργικά, ήταν και η Έλλη μαζί μου, συγκινήθηκε, του υποσχέθηκα σε λίγες μέρες να επιστρέψω για να πιούμε τσιπουράκι να τα πούμε για τα καλά, δεύτερος πατέρας μου στάθηκε στα χρόνια τα παλιά, τα καλά και για μένα και γι αυτόν, 12 εκατομμύρια έφαγα εδώ μέσα Μιχάλη μου μου είπε, πάνε όλα τα λεφτά, δεν έχω πλέον μια, όμως ούτε ένα φτωχαδάκι δεν καταχράστηκα, έδωσα δουλειά σε πολλούς, τάισα δεκάδες, μόνο από πλούσιους επήρα, το ξέρω κυρ Δημήτρη του είπα, βοήθησες πολλούς, κι εσύ Μιχάλη, εγώ δυο τρεις Τοτέ του λέω εσύ δεκάδες! κι έφυγα, σύντομα, ελπίζω, θα επιστρέψω, παρ’ τηλέφωνο πρώτα, να είμαι καλά, αλλιώς δεν έχει αξία, εντάξει; εντάξει

How you remind me, Nickelback.

  • Να ανοίξω την αγαπημένη μου παρένθεση για να μη ξεχάσω να αναφέρω δύο σημαδιακά γεγονότα.
    Το πρώτο δεν έχει αναφερθεί καθόλου μέχρι σήμερα.
    Το διάστημα ανάμεσα στις εδώ δύο ποινικές διώξεις ήρθε ένα πρωϊνό από την Ιταλία η μητέρα της Τζιοβάννα, αγαπημένης μου φίλης, να μου ζητήσει μία μεγάλη χάρη. Η κόρη της τραβιόταν στις φυλακές και κινδύνευε με πολλά χρόνια καταδίκης εξ αιτίας της μαρτυρίας του Σαβέριο,
    μοναδικής,
    όπου με λίγα λόγια την κατηγορούσε πως η ομάδα μας στην οποία σύμφωνα πάντα με τα λόγια του ανήκε, την έστειλε, εγώ για την ακρίβεια, να κάνει αυτοψία σε ένα κτηματικό γραφείο.

Δεν το σκέφτηκα δευτερόλεπτο, έκανα μία δήλωση την οποία επικυρώσαμε στο Ιταλικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη, με την οποία αρνούμουν κατηγορηματικά πως έστειλα το κορίτσι οπουδήποτε, διαψεύδοντας τον συγκεκριμένο.
Τι απέγινε με την Τζιοβάννα δεν θυμάμαι, θα μάθω όμως κάποια στιγμή, πολύ σύντομα μάλιστα.
Το δεύτερο έχει να κάνει με το ατυχές γεγονός του ταξιδιού στη Γερμανία που επιχείρησα,κόντρα σε όλα τα ‘προγνωστικά’ ας πούμε.
Ποτέ δεν κατάλαβα τι με ώθησε να κάνω εκείνη την κίνηση, σχεδόν αυτοκτονική.

Ήταν σίγουρα μία πολύ τραυματική εμπειρία, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ’ ότου είχαν γίνει τα γεγονότα που οδήγησαν στη σύλληψη, τη φυλάκιση, τη νέα δικαστική μου περιπέτεια κλπ. Τα έχουμε αναφέρει σε άλλο μας πόνημα,δεν χρειάζεται να επαναλάβω τίποτα.
Αυτή είναι η παρένθεση.

Lola, the Kinks.

Οι κυβερνήσεις, πράσινες και γαλάζιες, έχουν εν τω μεταξύ βυθίσει την χώρα στον ατομικισμό και τον καταναλωτισμό, κάτω από τις διαταγές των ‘αγορών’,ώσπου η παγκόσμια καπιταλιστική φούσκα σκάει με πάταγο.
Έχουμε εδώ την εξέγερση των νέων του 2008 και την αντεπίθεση του κεφαλαίου που κορυφώνεται με την είσοδο της χώρας στα μνημόνια. Την πολυμέτωπη επίθεση προς τον αντιεξουσιαστικό χώρο που μόνος-ολομόναχος κρατάει σηκωμένη τη σημαία της αντίστασης
για να φτάσουμε πλέον στην ωμή καταστολή οποιασδήποτε φωνής ανυπάκουης,
ενάντια στην ανυπακοή και αυτονομία,
μιας και όλες οι παραδοσιακές δυνάμεις,οργανώσεις και δομές της καθεστωτικής αριστεράς και των συνδικάτων σιωπούν εκκωφαντικά, ευρισκόμενες σε πλήρη αδράνεια.

Έχουμε ένα εμφανέστατο πραξικόπημα ενάντια στις εκφράσεις της αστικής, ψευτο αντιπροσωπευτικής, ψευτοδημοκρατίας.
Που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία σύγχρονη φεουδαρχία.
Υπήρξε ενδιάμεσα το κίνημα των πλατειών το οποίο εξουδετερώθηκε λίγο μετά την γέννησή του μέσα στα δακρυγόνα με τα οποία κυριολεκτικά το έπνιξαν οι δυνάμεις καταστολής. Και στο ξύλο, άφθονο ξύλο, ωμή βία, χωρίς διακρίσεις.
Πνίγηκε και στις εσωτερικές του αντιθέσεις. Κίνημα πολυσυλλεκτικό, όπου το πρόταγμα της άμεσης δημοκρατίας που φάνηκε να κυριαρχεί στην αρχή, δεν κατάφερε να οργανώσει τον κόσμο σε μόνιμα και σταθερά αυτοδιαχειριζόμενα σχήματα δομών αλληλεγγύης με μαζικότητα και συνέχεια!

Κι έμειναν για μία ακόμη φορά μόνοι τους οι αντιεξουσιαστές να προσπαθούν αυτό που μοιάζει αδύνατο, αυτή τουλάχιστον τη στιγμή που μιλάμε.
Με όλες τις αντιθέσεις που έχει στο εσωτερικό του αυτός ο ανομοιογενής χώρος.
Από εδώ και από εκεί, σκόρπια, θα γεννηθεί, θα γιγαντωθεί, θα εκραγεί και θα πλημμυρίσει το μέλλον το ανατρεπτικό, ριζοσπαστικό, απελευθερωτικό του ανθρώπου αυτόνομο κίνημα που θα καταργήσει την εκμετάλλευση και θα δώσει ξανά στον λαό τη φωνή του και την εξουσία, μέχρι να καταργήσει και αυτής την ανάγκη!
Λευκίμη, Κερατέα, Ιερισσός, Βίλα Αμαλία και δεκάδες άλλες Βίλλες διασκορπισμένες στο Αθηναϊκό και Ελλαδικό Παγκόσμιο χωριό δείχνουν τον δρόμο.

‘Λαός ενωμένος ποτέ νικημένος’ φώναζαν οι Χιλιανοί σύντροφοι,από την μία πλευρά, και τους απαντούσαν απ’ την άλλη πως ‘λαός αρματωμένος ποτέ νικημένος’.

post image

Born in the usa, Bruce Springsteen.

Ταξιαρχίες,

  • Δεν βγήκε ακόμη ο μάϊος. Πριν λίγες μόνο μέρες γιορτάσαμε την ‘εργατική πρωτομαγιά’, πανάθεμα μας. Μεγαλύτερο μνημόσυνο δεν έχω ξαναδεί, σύμφωνα με τα λεγόμενα δηλαδή, μιας κι εγώ εμπύρετος ήμουν στο κρεβάτι
    σας ρωτάω όμως
    εκείνον τον Αλέκο Παναγούλη τον θυμήθηκε κανένας, αν εξαιρέσουμε δέκα καλούς φίλους και συντρόφους του;
    Βλέπετε, τα κόμματα που χειραγωγούν τις μάζες – και μοιράζονται την εξουσία που τους επιτρέπει να διαχειρίζονται το κεφάλαιο – και τις κατευθύνουν, είναι εχθροί τέτοιων ανθρώπων.
    Έκαναν το παγώνι λοιπόν.

Τέτοια μέρα λοιπόν ένας απ’ τους μεγαλύτερους σύγχρονους ήρωες άφηνε την τελευταία του πνοή το μακρινό ’76.
Δεν τον θυμούνται γιατί ήταν ανεξάρτητος, αυτόνομος. Δεν ανήκε σε κόμμα, και για τέτοιους ανθρώπους επιβάλλουν την λήθη
κι ας ήταν ο μόνος που στην χούντα αντιστάθηκε έμπρακτα, ένας από τους ελάχιστους μάλλον,
απέτυχε να τινάξει στον αέρα τον ηγέτη της,
βασανίστηκε αγριότατα, καταδικάστηκε δις εις θάνατον και δεν εκτελέστηκε χάρη στην τεράστια διεθνή κινητοποίηση. Θάφτηκε ζωντανός σε κελί, απομονωμένος από τα πάντα και τους πάντες, έφτασε στο σημείο να γράφει ποιήματα χρησιμοποιώντας για μελάνι το αίμα του στους τοίχους των φυλακών Μπογιατίου, όταν για σπάσιμο του πήραν το χαρτί και το μολύβι.

Θέλουν να τον οδηγήσουν στη λήθη γιατί δεν ανήκει σε κόμμα.
Αυτοί είναι οι δικοί μας ήρωες κύριοι.
Ήταν έτοιμος να καταθέσει φάκελλο όπου αποδείκνυε την συνεργασία της χούντας με ενεργούς, γνωστούς πολιτικούς της τότε εποχής,
χαρακτήρισε τον Ανδρέα Παπανδρέου ‘σύγχρονο Μουσολίνι΄, αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί του,
παράτησε την Ένωση Κέντρου γιατί ο πρόεδρός της είχε συνεργαστεί με την χούντα.
Ετοιμαζόταν να καταθέσει και φάκελλο για τα βασανιστήρια που η χούντα χρησιμοποίησε για να εξοντώσει τους πολιτικούς της αντιπάλους.

Άσε που είχε καταφέρει ν’ αποδράσει δυο φορές από τις φυλακές, βασανισμένος, εξουθενωμένος.
Αυτοεξορίστηκε, όταν η χούντα τον απελευθέρωσε, ύστερα από την ύστατη προσπάθεια φιλελευθεροποίησης που προσπάθησε, κάτω από την διεθνή πάντοτε πίεση, στην Φλωρεντία. Σύντομα όμως επέστρεψε κρυφά στην χώρα για να οργανώσει την αντίσταση. Τότε που ο ‘Λαός’ ροχάλιζε βαριά αφήνοντας τους φοιτητές σχεδόν μονάχους να προσπαθούν να βγάλουν το φίδι απ’ την τρύπα!
Δεν κατάφερνε βλέπετε να ησυχάσει. Όταν έχεις το σαράκι να σε τρώει μέσα σου……….

Έχασε τη ζωή του σε αυτό το παράξενο ατύχημα στην Λεωφόρο Βουλιαγμένης, οι φάκελλοι του ως δια μαγείας εξαφανίστηκαν, η απάτη κουκουλώθηκε μιας και όλοι τα έκαναν μεταξύ τους πλακάκια, ο μηχανισμός παρέμεινε ανέπαφος και ανέγγιχτος, την πλήρωσαν δέκα μεγαλόσχημοι μονάχα, και ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Γι αυτό λοιπόν κι εγώ του κάνω το μνημόσυνο με ένα ποίημα τεράστια αλήθεια, που όσο κι αν την ξορκίζουμε αυτή πάντα επιστρέφει για να μας θυμίσει τα αυτονόητα. Δυστυχώς ή ευτυχώς :

Πάλης ξεκίνημα
νέοι αγώνες
οδηγοί της ελπίδας
οι πρώτοι νεκροί.
Όχι άλλα δάκρυα
κλείσαν οι τάφοι
λευτεριάς λίπασμα
οι πρώτοι νεκροί.
Λουλούδι φωτιάς
βγαίνει στους τάφους
μήνυμα στέλνουν
οι πρώτοι νεκροί
Απάντηση θα πάρουν
ενότητα κι αγώνα
για να βρουν ανάπαυση
οι πρώτοι νεκροί.
στίχοι Αλέκος Παναγούλης τραγούδι Μαρία Φαραντούρη μουσική Μίκης Θεοδωράκης.

ότι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο! έγραψε ένας άλλος ποιητής.

»τα δάκρυα που από τα μάτια μας

Θα δείτε να τρέχουν

Μην πιστέψετε ποτέ

πως είναι σημάδια απόγνωσης

Υπόσχεση είναι μοναχά

Υπόσχεση αγώνα’

Αλέξανδρος Παναγούλης

  • Και ξαναγυρίζοντας στην εξεγερμένη Τουρκία του Ιουνίου ’13 :
    ‘Κοιμήθηκα μόλις 5 ώρες μέσα σε 3 ημέρες. Με ψέκασαν με δακρυγόνα αμέτρητες φορές, ρίσκαρα τον θάνατό μου 3 φορές. Και ξέρετε τι λέει ο κόσμος; Παράτα τα, εσύ θα είσαι που θα σώσεις την χώρα;
    Ναι, και αν δεν την σώσουμε εμείς, θα πεθάνουμε όσο το προσπαθούμε.
    Είμαι τόσο κουρασμένος που έχω πιει 7 ενεργειακά ποτά και 9 παυσίπονα σε 3 μέρες, η φωνή μου έχει κλείσει αλλά θα είμαι ξανά στην πλατεία σήμερα στις 6. Απλά για την επανάσταση.’
    Το μήνυμα που άφησε στο Facebook ο 22άχρονος διαδηλωτής Αμντουλάχ Κομέρτ, ο οποίος έπεσε νεκρός από σφαίρα στο Χατάι της Τουρκίας.

Μαρία Δημητριάδη _ Χρέος (Γ.Ρίτσος)

μιχαλης 000

Μίσσιου “Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε?”

Σχετική εικόνα

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ρ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 16

Αντί οριστικού επιλόγου λοιπόν θα σας διαβάσω κάποια μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο της Κάρμεν Καστίγιο‘Μία νύχτα στο Σαντιάγο’.

Η Κάρμεν Καστίγιο έζησε από κοντά την ιστορία του MIR – Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς – [όταν η λέξη αριστερά είχε ακόμη σημασία], τόσο πριν όσο και μετά τη δολοφονία του Σαλβαδόρ Αλλιέντε και την άνοδο του Πινοσέτ στην Χιλή.
Από τον πρόλογο λοιπόν του βιβλίου : ‘δεν είναι η στρατευμένη γυναίκα που μιλάει, είναι η γυναίκα. Μια γυναίκα όμως που ανακαλεί στρατευμένους’ τονίζει χαρακτηριστικά για το βιβλίο της το οποίο χαρακτηρίζει ’σπάνιο δημιούργημα’ ο Nouvelle Observateur, που είναι μεγάλη εκδοτική επιτυχία στη Γαλλία, όπου κυκλοφόρησε το 1979.
Διαβάζουμε λοιπόν :

‘Χιλή. Ο Μιγκέλ Ενρίκεζ, γενικός γραμματέας του Επαναστατικού Αριστερού Κινήματος, σκοτώθηκε στο Σαντιάγκο, κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης με τον στρατό. Σκοτώθηκε το Σάββατο, 5 Οκτώβρη, κατά τη διάρκεια πολύωρης ανταλλαγής πυροβολισμών μεταξύ μελών του MIR που ήταν περικυκλωμένοι σ’ ένα σπίτι του Σαν- Μιγκέλ, λαϊκής συνοικίας του Σαντιάγκο, και ένοπλων δυνάμεων’.

Το σύντομο και λακωνικό επίσημο ανακοινωθέν, που αναγγέλλει το θάνατο του κυριότερου αρχηγού του ΕΑΚ δεν δίνει ούτε τον αριθμό ούτε τα ονόματα των άλλων θυμάτων, εκτός από την κόρη του πρώην πρύτανη του καθολικού Πανεπιστημίου του Σαντιάγκο, κα Κάρμεν Καστίγιο Ετσεβερρία, που αγωνίστηκε στο πλευρό του. Τραυματισμένη, έχει εισαχθεί σε νοσοκομείο.
Μια εφημερίδα του Σαντιάγκο, η Τercera, αναφέρει ότι ένας ανιψιός του τελευταίου προέδρου της Χιλής, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, από τους ηγέτες του MIR, έχει επίσης τραυματιστεί κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, αλλά η είδηση δεν επιβεβαιώθηκε επίσημα.
Μ’ αυτές τις λέξεις ανακοίνωσε η Monde της 8ης Οκτώβρη του ‘74 το επεισόδιο απ’ το οποίο αντλεί την καταγωγή του αυτό το βιβλίο. Η Κάρμεν Καστίγιο – που πιάστηκε και, αργότερα, εξορίστηκε στη Γαλλία – επιχειρεί εδώ μια πλατιά αναδρομή στις αναμνήσεις, προς εκείνη την 5η του Οκτώβρη.

Μας εκθέτει ένα ημερολόγιο με πολλές σκηνές : το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φε, όπου ένας άντρας, μια γυναίκα και τα παιδιά τους έζησαν την αντίσταση στη δικτατορία. Το σπίτι των βασανιστηρίων ‘Χοσέ Ντομίνγκο Κάνιας’, στην καρδιά του Σαντιάγκο, η Κούβα, όπου βρίσκονται όσοι επέζησαν, το Παρίσι.
Ένα πολυφωνικό ημερολόγιο, που αντηχεί και τον λόγο των άλλων. Της αδελφής του Αλλιέντε, του βασανιστή αξιωματικού, της μαχήτριας του ΕΑΚ, Της ΒΑΣΑΝΙΖΌΜΕΝΗς, ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΎ, ΤΟΥ ΦΊΛΟΥ.
ΣΕΛΊΔΕΣ ΥΠΟΒΛΗΤΙΚΈΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΉ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΌΤΗΤΑ Της ΚΑΤΑΠΊΕΣΗΣ. ΣΤΟ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΌ ΞΕΤΎΛΙΓΜΑ των εικόνων, που όλες τους συγκλίνουν προς εκείνη την ημέρα-τομή, η απελπισία συνυπάρχει με την ζωή, η προσμονή της ελευθερίας με την επιθυμία της εκδίκησης, το μίσος ,η αγάπη. Ανασυντίθεται, κομμάτι-κομμάτι, το παζλ, που αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο την Αντίσταση στη Χιλή, ρέει αβίαστα ο λόγος, που ομολογεί ότι κάθε αντίσταση δεν μπορεί να ξεπηδάει παρά μόνο από την αγάπη.

Jean-Claude Barreau.

Σελίδες 170-176:

Η Λάουρα Αλλιέντε, αδελφή του δολοφονημένου Προέδρου, γιαγιά της Καμίλ, βρίσκεται στο νοσοκομείο της Αβάνας βαριά άρρωστη. Εδώ και τρεις μέρες αναλαβαίνει από μια εγχείρηση, πονάει πολύ, πάρα πολύ. Ούτε ένα παράπονο, δεν μπορεί καν ν’ ανεχτεί την ιδέα ότι θα ενοχλήσει τους άλλους. Στην Κούβα, όπου η οικογένεια κρατάει τις βάρδιες στο νοσοκομείο, διαλέγω το βραδινό ωράριο.
Οι επισκέψεις αραιώνουν, μαζί με το σκοτάδι έρχεται κι η γαλήνη. Η Λαουρίτα είναι ξαπλωμένη σ’ ένα λευκό κρεβάτι, απ’ το μικρό παράθυρο φαίνονται μερικά αστέρια σ’ ένα κομμάτι ουρανού, σύννεφα που γλιστρούν γρήγορα, μαρτιάτικος άνεμος φυσάει στην Αβάνα.
Αισθανόμαστε όμορφα, μοναχές μας, και μετά από μια σιωπή, αρχίζουμε αβίαστα, χωρίς κανένα βολονταρισμό- η ερώτηση θαρρείς αναβλύζει.

Πες-μου Λαουρίτα, por favor, που ήσουν το Σάββατο, στις 5 Οκτώβρη ;
Με κοιτάζει, και μου κάνει μια ανεπαίσθητη κίνηση. Μετά δάκρυα- ένα, δύο, κι άλλα, κι άλλα. …και σιωπή.
Φαντάζομαι ότι αποκοιμήθηκε. Θα είναι κουρασμένη, σίγουρα, δεν μπορώ να επιμείνω.
Ξανανοίγει τα μάτια, εκείνα τα ωραία χρυσά μάτια της, πετάει αλλού, πολύ μακριά, κοντά στον Μιγκέλ. Το βλέμμα της καρφωμένο στο ταβάνι, και μετά μένει πάνω μου. Είμαι καθισμένη δίπλα στο κρεβάτι, έτοιμη να την ακούσω.
Γιατί, με ρωτάει, γιατί να βασανιζόμαστε έτσι ;
Δεν ξέρω. …η ανάγκη να μάθουμε περισσότερα, δεν ξεχνούμε – γιατί λοιπόν να σωπαίνουμε ; Κάθε άλλο, είναι καλό να μοιραζόμαστε, να ξαναζούμε τις αγάπες μας μαζί μ’ αυτούς που αγαπούμε. Ο καθένας, βέβαια, το βλέπει διαφορετικά, αν δεν μπορείς, αν δεν θέλεις. …αύριο, ή μεθαύριο. …έχουμε καιρό, δεν πρέπει να βιαζόμαστε.

Η Λαουρίτα αρχίζει να μιλάει, σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, η λευκή γύμνια της κάμαρας σβήνει, σκιαγραφεί εικόνες που αρχίζουν να ζουν, το νοσοκομείο εξαφανίζεται, και ξαναβρισκόμαστε στο Σαντιάγκο.
Η νύχτα του Σαββάτου 5 Οκτώβρη : η ψυχρότητα μιας ραδιοφωνικής είδησης, λιγόλογης και αδυσώπητης.
Η Λαουρίτα αποφεύγει εκείνες τις λέξεις, της αναστάτωσης και της φρίκης. Δεν λέει πως ξεπέρασε το χτύπημα και τα πρώτα λεπτά της παγωμένης περισυλλογής. Προχωρεί, στα γρήγορα, σ’ εκείνην τη δύναμη που την έστησε και πάλι όρθια, που την ώθησε έξω, να πάει να βρει εκείνους που υποφέρουν όσο κανείς άλλος.

Η Λαουρίτα ξέρει ότι θα καταφέρει να τους δει, θέλει να πάει εκεί, να είναι με τους γονείς του Μιγκέλ το ίδιο εκείνο βράδυ. Κατευθύνεται, χωρίς δισταγμό, προς το σπίτι της λεωφόρου Προβιντέντσια.
Έχει περάσει μήνας, ίσως, από τότε που οι στρατιωτικοί είχαν μεταφέρει το Δον Εντγκάρντο Ενρίκεζ, υπουργό της λαϊκής κυβέρνησης, από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του νησιού Ντάουζον, στο σπίτι του. Του απαγόρευαν κάθε μετακίνηση. Ήταν κρατούμενος, σπίτι του, κάτω από αυστηρή επιτήρηση.

Η Λαουρίτα δεν υπακούει στις διαταγές αυτού του συρφετού των δολοφόνων. Πηγαίνει στο πλευρό του δον Εντγκάρντο και της σενιόρα Ρακέλ, περνάει τα μπλόκα που κυκλώνουν το τετράγωνο.
Είχε πλημμυρίσει ο τόπος, οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, το πάρκο, απέναντι απ’ το κτίριο το πλάτωμα, βρίθουν από στρατιώτες. Άντρες με πολιτικά, οπλισμένοι, είναι μαζεμένοι στο χωλ, στην είσοδο, ακουμπάνε στους τοίχους, στη σκάλα και στους διαδρόμους.
Οι άνθρωποι με τα γκρι και τα μαύρα χαμηλώνουν τα βλέμματα, κολλούν στους τοίχους, εκμηδενίζονται στο πέρασμα αυτής της περήφανης γυναίκας. Φοβούνται και τις σκιές που την συνοδεύουν. Δεν ζητάει την άδεια, περνάει με το αγέρωχο βήμα της, χωρίς καν να τους κοιτάξει.

Η Λαουρίτα, η αριστοκρατικότητα αυτής της γυναίκας, η ομορφιά των λεπτών χαρακτηριστικών της, τα μελιά της μάτια, γεμάτα θέληση. Καταλαβαίνω γιατί δεν τόλμησαν να εμποδίσουν το σίγουρο βήμα της που ανεβαίνει τη σκάλα, προς το μέρος όπου απόθεσαν το σώμα του ‘τρομοκράτη’.
Της ανοίγει την πόρτα ο δον Εντγκάρντο. Είναι ακόμα πιο επιβλητικός απ’ ότι συνήθως, η ευγένεια της φυσιογνωμίας του εντονότερη μέσα στον πόνο του, μια απροσδόκητη λάμψη στο βλέμμα του. Ήταν μόνοι τους, νομίζω, η σενιόρα Ρακέλ κι ο δον Εντγκάρντο. Στη μεγάλη σάλα, το φέρετρο.

Δον Εντγκάρντο : δεν είναι ο υιός μου αυτός, Λαουρίτα, κοιτάξτε πως τον κατάντησαν.
Η Λαουρίτα αρνείται. Όχι, δεν θα τον δει. Ο Μιγκέλ δεν πέθανε. Είναι δυο βδομάδες μόλις που τον είχε συναντήσει. Ο Μιγκέλ γελούσε – δεν θα χαλάσει αυτή την εικόνα, τη λεπτότητα του χιούμορ του, την αλλόκοτη ταχύτητα των λέξεων του, που μπερδεύονται, το πάθος που κυριαρχεί – ο Μιγκέλ έχει τη χάρη, τη λάμψη του γέλιου και απότομα, τη δύναμη της σοβαρότητας. Όχι, η Λαουρίτα μένει στη διπλανή κάμαρα, ένας τοίχος την χωρίζει απ’ το φέρετρο, που δίπλα του ξαπλώνουν αργότερα ο δον Εντγκάρντο και η σενιόρα Ρακέλ, τις ατέλειωτες ώρες μιας νύχτας, της νύχτας του Σαββάτου 5 Οκτώβρη.
Η κηδεία, που μόνο η οικογένεια την ακολουθεί.

Η συνοδεία : δεκάδες στρατιωτικά τζιπ, φορτηγάκια κι άλλα αυτοκίνητα της D.I.N.A. ‘Αυτοί’ φοβόταν, τι όμως ; Στρατιωτικοί, με στολή και με πολιτικά, γεμίζουν τα πεζοδρόμια, τις διασταυρώσεις, τις όχθες του ποταμού Μαπότσο μέχρι την καρδιά της βορειανατολικής περιοχής της πόλης. Πλήθος στρατιωτών στις πόρτες του νεκροταφείου. Οι φάτσες τους, αυτή η επίδειξη δύναμης, δείχνουν καθαρά ότι, ακόμα και στο ζενίθ του θριάμβου τους, αισθάνονται κίνδυνο. Σαν να φοβούνται μήπως πέσει τίποτα στα κεφάλια τους, και πυκνώνουν τις γραμμές τους για να αντιμετωπίσουν αυτήν την εναγώνια, υπερκόσμια προαίσθηση, σαν κάτι να ‘πρεπε να συμβεί. Κι όμως. …ο Μιγκέλ ήταν μόνος, εκείνη την μέρα.

Ένας τάφος είναι σκαμμένος στην σκληρή γη.
Το θάρρος της μητέρας του, η δύναμη της περηφάνιας της : ‘δεν πέθανες, υιέ μου, ζεις στην καρδιά του λαού, ανάμεσά μας’. χρειάζονταν κουράγιο – αλλά και πόση αγάπη! Αυτά τα απλά λόγια ηχούν διαφορετικά, ανάμεσα στις στολές, το γκρίζο και το μαύρο. Μου είπαν ότι πάνω στον τάφο του υπάρχουν κόκκινα λουλούδια όλο τον χρόνο.

Τέλος, η Λαουρίτα φεύγει. Κάτω, στη σκάλα, την συγκρατεί μια ομάδα αντρών της DINA. Καρφώνει πάνω τους τα μάτια της και τους λέει : ‘έχετε άραγε ακόμη την ικανότητα να σκέφτεστε ; Μήπως δεν καταλαβαίνετε ; Σκοτώσατε ένα αγόρι, ένα αγόρι που έδωσε τη ζωή του για σας. Ναι. …δεν ήθελε άλλο, παρά δικαιοσύνη και ελευθερία. Θα έπρεπε να αισθάνεστε να σας πνίγει η ντροπή, ντροπή για την χυδαιότητα της δουλειάς που κάνετε εδώ’.
Μένουν άφωνοι, καρφωμένοι στο πάτωμα, ούτε μια λέξη δεν βγαίνει απ’ το στόμα τους. Η εξουσία τους καταρρέει, γιατί αυτή η γυναίκα δεν τους φοβάται.

Η Λαουρίτα τους αντιπαραθέτει τη σιγουριά της, τους φωνάζει την πίστη της. Ακόμα κι εγώ, σήμερα, είμαι αναστατωμένη. Ποιος θα τολμούσε να μιλήσει έτσι ; Η δύναμη της πίστης της κλονίζει τον εχθρό. Και μας ελέγχει.
Η Λάουρα Αλλιέντε ήταν βουλευτίνα των σοσιαλιστών, με απόλυτη πλειοψηφία στις τρεις ψηφοφορίες, στην περιφέρειά της. Η δημοτικότητά της ανάμεσα στους φτωχούς και τους άκληρους αναγνωρίζεται από φίλους και εχθρούς. Είναι εξήντα χρόνων, μητέρα τεσσάρων παιδιών. Ένα τους, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, ανέλαβε τη διεύθυνση του MIR. έτσι έγραψαν οι εφημερίδες.

Και εμείς, στην Αβάνα, αναθυμόμαστε.
Ο Μιγκέλ λείπει, το ξέρω. Όμως αγαπούμε – και με τι παράξενο πάθος- κι αυτούς που δεν υπάρχουν πια.
Ο Μιγκέλ, είναι μια νίκη ενάντια στην βιαιότητα και την μνησικακία. Για πάντα.
Η Λαουρίτα συνεχίζει την αφήγησή της, ακολουθεί τα νήματα των αναμνήσεών της. Ξεχνάει την αρρώστια της, αυτή τη στιγμή γελάει, μ’ ένα από εκείνα τα ξεσπάσματα του Μιγκέλ, τον καιρό της πρώτης τους συνάντησης στην παρανομία. Ήταν τον Αύγουστο του ‘74, νομίζω, όταν ο Μιγκέλ τα κατάφερε να της στείλει το πρώτο μήνυμα. Μα αυτό το αίτημα, να συμμετάσχει σε μια συγκεκριμένη προσπάθεια, δεν ήταν η πρώτη πράξη της Λαουρίτα ενάντια στους στρατιωτικούς. Απ’ την επαύριο, κιόλας, του πραξικοπήματος, έκανε κάθε είδους διαβήματα, για να βοηθήσει τους ανθρώπους ν’ αντισταθούν στην πείνα και την καταπίεση. Βοηθούσε τους καταζητούμενους να γίνουν δεκτοί στις πρεσβείες, μάζευε χρήματα και τρόφιμα, που τα πήγαινε στις φυλακές και τις φτωχογειτονιές. Μια μέρα είδε το μικρό της διαμέρισμα, στα προάστια του Σαν Βοργία, γεμάτο μέχρι το ταβάνι αυγά, δωρεά, ‘δεν ήξερα τι να τα κάνω, κυριολεκτικά υπήρχαν παντού αυγά’. απ’ τις φυλακές στις φτωχογειτονιές, προλαβαίνοντας τους όλους, έτσι περνούσαν οι μέρες της Λαουρίτα στο Σαντιάγκο. Ένα πρωί κάποιος της έφερε ένα γράμμα του Μιγκέλ, σε κίτρινο χαρτί, από τσιγάρα.

Δεν μπορεί να ξεχάσει το πυκνό γράψιμο, μερικές φράσεις : ‘είναι ανάγκη να σας ζητήσουμε μια υπηρεσία, που μπορεί να σας δημιουργήσει προβλήματα. Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι θα τολμήσουν να σας αγγίξουν. Η υπόθεση είναι ότι πρέπει να συζητήσετε με τον Κόνιο Αγκιλάρ, τον ‘Ισπανό’ – τον ξέρετε – και τον Πελάο, τον ‘φαλακρό’, στην φυλακή της πολεμικής Ακαδημίας της Αεροπορίας, την A.G.A. είναι μια από τις προϋποθέσεις, που βάλαμε στον στρατηγό Σεμπάλλος, αρχηγό της S.I.F.A.[ της μυστικής υπηρεσίας του στρατού αέρος] και που εμπεριέχεται στο πνεύμα μιας υποτιθέμενης ‘διαπραγμάτευσης’ ανάμεσα σ’ αυτούς και σ’ εμάς : μας προτείνει την απελευθέρωση των φυλακισμένων, και αμνήστευση, έξω από τα σύνορα της χώρας – και σε αντάλλαγμα το οριστικό σταμάτημα του αγώνα του ΕΑΚ. ΕΊΝΑΙ ΜΆΛΛΟΝ ΠΕΡΙΤΤΌ ΝΑ Σας ΞΕΚΑΘΑΡΊΣΟΥΜΕ ΌΤΙ ΘΑ ΑΡΝΗΘΟΎΜΕ ΚΙ ΌΤΙ ΘΑ ΚΑΤΑΓΓΕΊΛΟΥΜΕ ΑΥΤΉΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΆΘΕΙΑ ΟΥΔΕΤΕΡΟΠΟΊΗΣΉΣ ΜΑΣ και διαίρεσης της αριστεράς. Πίσω απ’ τον Σεμπάλλος θα βρούμε σίγουρα τον στρατηγό Λέιθ – εφ όσον η έκταση της προσφοράς μας κάνει να πιστεύουμε ότι υπάρχει η συγκατάθεση της χούντας. Εν ολίγοις, θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ευκαιρία για να συναντήσουμε τα δύο μέλη του Πολιτικού Γραφείου, που είναι φυλακισμένοι. Αυτό είναι που σας ζητούμε να κάνετε. Ούτε που θα περάσει απ’ το μυαλό του Σεμπάλλος ότι σκεφτήκαμε εσάς.

…αλλά εσείς μας εμπνέετε την μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, γι αυτή τη λεπτή υπόθεση. Δεν σας κρύβω ότι μπορεί να υπάρξει, στη συνέχεια, πιθανότητα εξορίας σας από την χώρα. Σας φιλώ. Μιγκέλ’.
Η απάντηση της Λαουρίτα στον Μιγκέλ : ‘ Σύμφωνοι, το μόνο που θέλω είναι να κάνω περισσότερα πράγματα. Είμαι ευτυχής που θα δουλέψω μαζί σου’.

Από την σελίδα 184 :

‘τα λόγια του Μιγκέλ αντηχούν στο δωμάτιο του νοσοκομείου στην Αβάνα, και η Λαουρίτα φέρνει κοντά-κοντά δύο ημερομηνίες, η απόστασή τους ενός χρόνου, σβήνεται για την Λαουρίτα εκείνη η μέρα, η 5η Οκτώβρη, μπερδεύεται, συμπλέκεται με τις 11 Σεπτέμβρη του 1973, τη μέρα του πραξικοπήματος. Τις δύο αυτές μέρες, τις κάνει ένα, κι απ’ την μια φτιάχνει δυο, από τη μια πάει στην άλλη, χωρίς ασυνέχεια, απροειδοποίητα. Βρίσκει περιττή κάθε διευκρίνηση, συνεχίζει, μια και μόνη αφήγηση.

Δεν πρέπει να παρέμβω. Εκείνη έχει τώρα τον λόγο.
Στις 9 Σεπτέμβρη του ‘73, δυο μέρες πριν το πραξικόπημα. Η Λαουρίτα αναλαμβάνει από μια εγχείρηση. Είναι η πρώτη της έξοδος. Πάει να συναντήσει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε, τον Τσίκο, όπως τον έλεγαν οι δικοί του, στο Τόμας Μόρο, την προεδρική κατοικία. Μετά το φαγητό κάνουν μια βόλτα στον κήπο.
Η Λαουρίτα σφίγγεται πάνω του, παίρνει το χέρι του, δάκρυα κυλούν στο πρόσωπό της. Ο Τσίκο την ρωτάει γιατί κλαίει. Του απαντάει ότι δεν ξέρει, ότι αισθάνεται μια καταθλιπτική αγωνία εδώ και λίγες μέρες. Ο Τσίκο, την σφίγγει πιο δυνατά πάνω του, σταματάει, την κοιτάζει στα μάτια, της λέει : ‘Κάναμε το καθήκον μας χωρίς να υποχωρήσουμε ούτε στιγμή. Έκανα ότι μου ήταν δυνατό. …Αν συμβεί και πεθάνω. …[σιωπή. Μετά :]. …έγινε, τι περισσότερο, δηλαδή, θα μπορούσα να κάνω ;’

Μια συνεδρίαση περιμένει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα τον αφήνει, δεν θέλει να γυρίσει στο σπίτι της, θα πάει να επισκεφτεί την ανιψιά της. Αλλά μια ώρα αργότερα θα ξαναγυρίσει στο Τομάς Μόρο. Θέλει να ξαναδεί τον Σαλβαδόρ.
Ο Τσίκο είναι στο γραφείο του.
Έλα να σε πάω στο αεροδρόμιο.
Όχι, δεν θέλω. …η παραμικρότερη προσπάθεια με κουράζει, δεν αισθάνομαι καλά.
Τα δάκρυα κυλούν, χωρίς να μπορεί να τα καταπιεί.

Δεν έχει πολύ καιρό που πέθανε η Ινές, η μεγαλύτερη αδελφή του Αλλιέντε. Η Λαουρίτα, αρρώστησε κι εκείνη. Ενάμισι μήνα μακριά από τα πάντα, καμία επαφή με τα γεγονότα, απομακρυσμένη από την μάχη. Δεν ξέρει γιατί αυτή η καταθλιπτική αίσθηση, που απλώνει τα φτερά της πάνω από το Σαντιάγκο.
Ο Τσίκο : Τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. …Η Χριστιανοδημοκρατία δεν θέλει να έρθουμε σε συμφωνία.

Θα της εξηγήσει τις διαφορετικές στάσεις των κομμάτων της αριστεράς απέναντι στην κρίση. Σωπαίνει για μια στιγμή, σκέφτεται, σίγουρα, και συνεχίζει : ‘Θέλω να σου πω κάτι, Λαουρίτα, όχι επειδή είσαι μάνα του Αντρές. Δεν έχω κανένα παράπονο απ’ το MIR. Όσες διαφωνίες είχαν μαζί μου, τις συζητούσαν, μου τις εξέθεταν ακόμη και εδώ. Πόσες φορές ήρθε ο Μιγκέλ σ’ αυτό το γραφείο ; Ποτέ δεν με χτύπησαν πισώπλατα, με προειδοποιούσαν όταν επρόκειτο να μου αντιπαρατεθούν δημόσια. Τους εκτιμώ πάρα πολύ’.
Και η Λαουρίτα θα ξαναφύγει. Αγκαλιάζει τον Τσίκο για τελευταία φορά.

Την Τρίτη 11 Σεπτέμβρη, η Λαουρίτα ξυπνάει πολύ νωρίς. Σκέφτεται να πάει πρώτα στη Βουλή και να περάσει μετά από την Μονέδα, να δει τον Αλλιέντε. Κατά τις οχτώ παρά τέταρτο της τηλεφωνεί ένας σύντροφος. Την ειδοποιεί ότι γίνονται κινήσεις στρατιωτικών μονάδων, ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο. Είναι το πραξικόπημα. Το μόνο που σκέφτεται η Λαουρίτα είναι να πάει να βρει τον Τσίκο, τους μαχόμενους. Προσπαθεί να βάλει μπρος την 2CV. Αδύνατο. Ο γείτονας ανακαλύπτει ότι τα καλώδια του μοτέρ έχουν βγει απ’ τη θέση τους. Η Λαουρίτα σκέφτεται ότι θα πρέπει να είναι ο καραμπινιέρος που φύλαγε σκοπιά στο σπίτι της. Είχαν γίνει κιόλας πολλές απόπειρες της ακροδεξιάς στο σπίτι της. Την αυγή της 11ης, αυτός ο μπάτσος ολοκλήρωσε το χυδαίο του σαμποτάζ πριν πάει να πυκνώσει τις γραμμές των πραξικοπηματιών. Τέλος, η Λαουρίτα παίρνει τον δρόμο της, αυτόν που ακολουθεί την Κορδελλιέρα και τον ποταμό Ελ Μαπότσο. Οι μετακινήσεις των στρατιωτικών δυνάμεων την μπλοκάρουν πενήντα μέτρα μακριά απ’ την προεδρική κατοικία.

Η Λαουρίτα ξαναθυμάται εκείνη τη στιγμή τα λόγια του Τσίκο, την Κυριακή : ‘Αν συμβεί οτιδήποτε, μην έρθεις, σε παρακαλώ, στην Μονέδα’. Όταν η Λαουρίτα διαμαρτυρήθηκε, πρόσθεσε : ‘Αν δεν μπορείς να μείνεις σπίτι σου, πήγαινε στο σοσιαλιστικό κόμμα, εδώ δεν θα μπορέσεις να με βοηθήσεις, μόνο που θα με απασχολούσες’.
Τα άρματα βομβαρδίζουν την Μονέδα. Κατεβαίνει, αφήνει το αυτοκίνητο με ορθάνοιχτες τις πόρτες. Κάποιος στρατιώτης την απειλεί να την συλλάβει αν δεν πάρει το 2CV απ’ την μέση του δρόμου.

Η Λαουρίτα ξαναπιάνει το τιμόνι, αδύνατο να σταματήσει κάπου κοντά στο προεδρικό μέγαρο, κάτω απ’ το σφύριγμα των οβίδων, την μυρωδιά της σκόνης και τις εκρήξεις των βομβών. Κατευθύνεται προς τα βορινά γραφεία του σοσιαλιστικού κόμματος. Βρίσκει εκεί δύο χωρικούς έξω από την πόρτα, στο πεζοδρόμιο. Κανείς άλλος. Οι δυο άντρες περπάτησαν όλη τη νύχτα απ’ το χωριό τους, την Λάμπα, μέχρι το Σαντιάγκο. Ήρθαν μέχρι το κόμμα για να ειδοποιήσουν γι αυτά που είχαν δει εκεί πέρα, στην ύπαιθρο. Οι στρατιωτικοί είχαν καταλάβει την πυριτιδαποθήκη. Έχοντας φτάσει στην πρωτεύουσα στις έξι το πρωί, οι χωρικοί δεν βρήκαν κανέναν να του ανακοινώσουν το νέο. Και περίμεναν σιωπηλοί απ’ εκείνη την ώρα.

Η Λαουρίτα απογοητεύεται, ότι θα συναντήσει τους συντρόφους. Συνεχίζει να περιπλανιέται στους δρόμους. Προσπαθεί, τώρα, να βρει ένα τρόπο να διασχίσει το κέντρο, να πολεμήσει, κοντά στους pobladores. Ανεβαίνει ξανά προς τα πάνω, ξανακατεβαίνει, αλλά δεν μπορεί να περάσει την αρτηρία προς τα νότια, την λεωφόρο, οι δρόμοι ερημώνουν και μετά πλημμυρίζουν από στρατιωτικές μονάδες. Σε κάποια διασταύρωση βλέπει ένα νεαρό ζευγάρι, τους κάνει νόημα ν’ ανέβουν. Η γυναίκα της λέει ότι ο Πρόεδρος παραδόθηκε. Η Λαουρίτα της απαντάει, με σταθερή φωνή : ‘Ο πρόεδρος Αλλιέντε δεν θα παραδοθεί ποτέ’. ποτέ δεν έμαθαν ποια ήταν εκείνη η γυναίκα που αλώνιζε το Σαντιάγο, μόνη της, μέσα στο 2CV της.

Γύρο με τον γύρο, τα καταφέρνει να πλησιάσει το μέγαρο Τομάς Μόρο. Οι γλώσσες της φωτιάς φτάνουν μέχρι τον ουρανό. Ο βομβαρδισμός έκανε την δουλειά του.
Λαουρίτα : Αφήστε με να περάσω, είμαι η αδελφή του Προέδρου.
Ένας στρατιωτικός : Απαγορεύεται η είσοδος.
Ένας άλλος στρατιωτικός μουρμουρίζει : φύγετε, κυρία μου, δεν υπάρχει πια κανένας μέσα. θα σας πιάσουν άδικα, ούτε η γυναίκα του Προέδρου δεν είναι πια εκεί.
Ένας περαστικός : Λεηλάτησαν τα πάντα. …η πυρκαγιά προχωράει. Θα ήμουν ευτυχής, αν θέλατε να έρθετε σπίτι μου.

Εκεί, στο σπίτι ενός αγνώστου, μαθαίνει ότι ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε σκοτώθηκε στη μάχη της Μονέδα. Η Λαουρίτα δεν κλαίει.
Κατά τις τρεις το απόγευμα, ακούει μια στρατιωτική ανακοίνωση : ‘Η Λαουρίτα Αλλιέντε οφείλει να παρουσιαστεί αμέσως στο Υπουργείο Αμύνης’. Αρνείται. Δεν θα πάει να παραδοθεί μόνη της.
Την επόμενη, ανεβαίνει τις σκάλες του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. Την ειδοποίησαν ότι εκεί είναι το σώμα του Σαλβατόρ Αλλιέντε, ότι ένα ελικόπτερο θα το πάει στο νεκροταφείο Σάντα Ινές, στη Βίνια ντελ Μάρ. Αλλά μια ομάδα αξιωματικών, την εμποδίζει να μπει, πρέπει να τους δείξει την άδεια του Υπουργείου Αμύνης. Ε λοιπόν, ναι, θα πάει πρώτα εκεί πέρα. Διασχίζει το Σαντιάγκο, οι δρόμοι, στο κέντρο είναι έρημοι – τα ίχνη των μαχών, οι εκρήξεις των οβίδων στα κτίρια, το αίμα που ξερένεται στα πεζοδρόμια, οι γκρίζες στολές και τα κράνη, τα κρύα πολυβόλα στον κρόταφο, σε κάθε γωνία. Και, ακόμα, οι αντάρτες που έχουν καταφύγει στα τελευταία πατώματα του υπουργείου Δημοσίων Έργων και του Ταμιευτηρίου. Οι σφαίρες σφυρίζουν, σκόρπιες, στην αρχή, ύστερα κατά ριπές. Η Λαουρίτα συγκλονίζεται μ’ αυτούς, που αντιστέκονται ακλόνητοι. Ξέρουν ότι μπροστά τους, βρίσκεται ο θάνατος, κι όμως συνεχίζουν τη μάχη, το πρωί της 12ης Σεπτέμβρη.

Στρατιωτικό αεροδρόμιο. Το φέρετρο του Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα συναντάει την Τένσα, τη γυναίκα του Προέδρου – υπάρχει επίσης και η μονάδα εδάφους της στρατιωτικής αεροπορίας. Την αγκαλιάζει, τα μάτια υγραίνονται : ‘Λαουρίτα, ο Πρόεδρος ήταν εξαιρετικός άνθρωπος. …το κουράγιο του δεν ήξερε όρια’. η Τένσα ζητάει από έναν αξιωματικό ν’ ανοίξει το σκέπασμα του φέρετρου, ήθελε να δει τον Σαλβατόρ, το πρόσωπό του, για μια μόνο στιγμή. Απαγορεύεται.

Το κοιμητήριο της Βίνια ντελ Μάρ. Οι τέσσερις της οικογένειας και πολλοί ναυτικοί. Η Λαουρίτα κόβει ένα κίτρινο λουλουδάκι, ένα χρυσάνθεμο, ανάμεσα από τα χόρτα που τριγυρίζουν τον τάφο. Το αποθέτει πάνω στο φέρετρο. Το λουλούδι πέφτει στο βάθος του τάφου. Οι στρατιώτες χασκογελούν. Η Λαουρίτα ξεσπάει : ‘Θα έπρεπε να ντρέπεστε. …να ντρέπεστε που θάβετε έτσι τον Πρόεδρο της Χιλής’. Μετά από μια μικρή σιγή, ξαναλέει αργά : ‘Δεν έχει σημασία αυτό. …ότι και να κάνετε, ο λαός της Χιλής δεν τον ξέχασε, ούτε θα τον ξεχάσει’.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια της και ο νεκροθάφτης πηδάει στην τρύπα, μαζεύει το λουλούδι και το ξανακουμπάει πάνω στο φέρετρο. Κανείς δεν κινήθηκε.
Μόλις γυρνούν στο Σαντιάγκο, η Τένσα πάει κατευθείαν στην πρεσβεία του Μεξικού, να δει τις κόρες της. Η Λαουρίτα της λέει το τελευταίο αντίο, την despendida : ‘Τένσα, πρέπει να φύγεις από την χώρα, να πας να καταγγείλεις σ’ όλον τον κόσμο αυτά που έγιναν στην Χιλή. Εγώ θα μείνω, αυτό είναι το καθήκον μου, έχω αναλάβει μια υποχρέωση απέναντι στους pobladores που με ψήφισαν βουλευτίνα. Η κάθε μια πρέπει να πάρει τον δρόμο της’.

Λίγες μέρες αργότερα της επιβάλλεται ‘κατ’ οίκον περιορισμός’. Εκείνη όμως κυκλοφορεί στους δρόμους. Κρυμμένη στα μαύρα. ‘Όσο θα βρίσκεστε εσείς στην εξουσία’, απαντάει στον στρατηγό Αρρελάνο Στάρκ, που την ρωτάει, ‘θα φορώ το πένθος της χώρας μου’.
Ανώνυμα χέρια, μες στα σκοτάδια κινηματογραφικών αιθουσών, στις ουρές μπροστά στις πόρτες των φυλακών, στις στάσεις των λεωφορείων, της σφίγγουν το χέρι και της ψιθυρίζουν : ‘Είμαστε εδώ, ο Πρόεδρος δεν σκοτώθηκε άδικα, θα τους νικήσουμε. …’ Η Λαουρίτα μετράει κάθε μέρα τη δύναμη που δίνει η παρουσία της στο Σαντιάγκο.

Οι στρατιωτικοί δεν ξέρουν τι να κάνουν μ’ αυτή τη γυναίκα. Μερικές φορές την πιάνουν. Ο Κοντρέρας την ανακρίνει αυτοπροσώπως, προσπαθεί να της πάρει με κάθε τρόπο πληροφορίες, για τον υιό της, τον Αντρές, το MIR. Δεν ξέρει τίποτα. Την απειλεί για το ότι κυκλοφορεί στην πόλη. Έχει πολλά να κάνει, δεν θα μείνει κλεισμένη στο σπίτι της. Δεν το ‘κανε ποτέ, γιατί να το κάνει τώρα ;

Ένας αστυνόμος της ψιθυρίζει στο αυτί : ‘Πόσο θάρρος είχε ο Πρόεδρος, Λαουρίτα’. Του απαντάει : ‘Έδρασε πάντα με θάρρος, για σας αγωνίστηκε, ενάντια στους πλούσιους και τ’ αφεντικά’.
Ένα χρόνο αργότερα, στα τέλη του Οκτώβρη του ‘74, η Λαουρίτα πιάστηκε από την DINA. ΉΤΑΝ Η ΜΆΝΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΊΟ ΣΤΉΘΗΚΕ ΤΟ ΑΓΡΙΌΤΕΡΟ ΑΝΘΡΩΠΟΚΥΝΗΓΗΤΌ. ΉΘΕΛΑΝ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΏΣΕΙ ΚΆΠΟΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΊΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΡΈΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΙΡΥ-ΑΝ, όφειλε να πληρώσει και γι αυτό το λάθος και για άλλα. Θα την κακοποιήσουν, θα την απομονώσουν για μήνες ολόκληρους. Έμεινε αλύγιστη. Ακόμα και στην τραχεία ερημιά του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Τρές Αλάμος, η Λάουρα Αλλιέντε στέκεται όρθια. Κανείς δεν μπορεί να την νικήσει.

Από σελίδα 193 :

Στις αρχές του φθινοπώρου το μήνυμα που περιμέναμε από πολλούς μήνες έφτασε. Μαζί με τις οδηγίες του Μανουέλ. Η συνάντηση επιτέλους θα γίνει.
Θα συναντήσει επιτέλους τον Αντρές. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου τώρα πια, και για κείνον και για τους άλλους. Είναι υποχρεωμένη να κάνει τον μηχανισμό να ξαναδουλέψει. Πρέπει να δικαιώσει την εμπιστοσύνη τους. Είναι υποχρεωμένη να συλλάβει κάθε απόχρωση. Ο κίνδυνος κρύβεται στις λέξεις που περιγράφουν την δράση. Να ξαναπάρουν τις θέσεις τους της μάχης οι σύντροφοι στη Χιλή – γι αυτό πρόκειται, και είναι ήδη πάρα πολύ.

Από σελίδα 209 :

Αρχίζω πάλι να συλλογιέμαι την τελευταία μου έμμονη ιδέα, χρησιμοποιώ ένα ύφος που επιζητά να είναι πειστικό, τι σκέφτεσαι κι εσύ ; Γιατί δεν μιλούμε ποτέ για την ζωή των επαναστατών ; Η μπουρζουαζία στέκεται πάντα στο θάνατο των μαχητών. Μερικές φορές πέφτουμε κι εμείς στην παγίδα, ιεράρχηση των θανάτων, οι ήρωες, οι κοινοί άνθρωποι, και οι αθάνατοι, αυτοί που πληθαίνουν το Πάνθεον. Οι καλοί και οι κακοί – μια γυναίκα που αυτοκτονεί, για παράδειγμα, μας ενοχλεί, δεν ξέρουμε που θα την τοποθετήσουμε, πως να την τιμήσουμε, την βγάζουμε λοιπόν ταχυδακτυλουργικά απ’ την μέση ή την αρνούμαστε, αλλά ο θάνατός της είναι μια πολιτική πράξη στην εξορία, μια τελευταία κραυγή εξέγερσης ενάντια στην απουσία του πολιτικού, μια τελευταία αγωνιστική φλόγα και ίσως-ίσως, η έσχατη απελπισία όπου οδηγεί αυτή η λατρεία του θανάτου. Δεν συμφωνώ να αυτοκτονούν οι άνθρωποι, η ζωή είναι που ενδιαφέρει. Θυμήσου την εμπειρία μας στην Αντίσταση : το να καταφέρεις να επιβιώσεις στην παρανομία, είναι ακριβώς να καταφέρνεις να ζεις.

Κάνουμε σαν να μη ξέρουμε ότι ο θάνατος είναι μια άμεση πραγματικότητα, επιλέγουμε τη ζωή, ακόμα κι αν το κάνουμε για να φτάσουμε στον θάνατο. Αυτό τ’ αλλάζει όλα. Η ευτυχία. …εμείς την είδαμε, την γνωρίσαμε, ήταν εκεί, μέσα στα κρησφύγετα και τις κρύπτες, δίπλα στις γυναίκες, τους άντρες, και τα παιδιά, σε κάθε χώρο, όπου υπήρχε ζωντανή αντίδραση. Περιττό να το κρύβουμε, μόνο η σύζευξη κάποιου με τον αγώνα φέρνει την ευτυχία, ακόμα κι αν αυτά δεν κρατήσουν περισσότερο απ’ όσο κρατήσει ένας στεναγμός.
Σιγά-σιγά φτάνεις να κάνεις μια ζωή κανονική, κοινή, με μερικές απαγορεύσεις. Δεν μπορείς να πας σινεμά, εκδρομή στη θάλασσα, βόλτες στον ζωολογικό κήπο, αλλά είναι μέρες με τον ίδιο ρυθμό, όπως όλου του κόσμου. Τα όπλα ;. …μα ζούμε μαζί τους στο σπίτι, γίνονται κομμάτι μας, προέκταση του χεριού μας. Χάνουν κάθε μυστήριο, ξαναπαίρνουν τις πραγματικές τους διαστάσεις, εντάσσονται στο καθημερινό σκηνικό. Τώρα ξέρω ότι ένα όπλο δεν χρησιμεύει σε τίποτα άλλο παρά για να το χρησιμοποιείς όταν αγωνίζεσαι. Συνηθίζεις τον ρυθμό της γειτονιάς, μέσα στην πείνα και τα πηγαινέλα των στρατιωτικών. Τίποτα το παράξενο, κι όμως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να αντέξεις επί πολύ. Και ν’ αντιστέκεσαι.

Ο Αντρές με ακούει, χαμογελάει με το πάθος μου, απορρίπτει μερικές λέξεις, επικροτεί άλλες, σκέφτεται σιωπηλός, καθησυχάζει την ανυπομονησία μου, ακολουθεί τις δικές του σκέψεις, μου μιλάει – ήρεμα : μας κατηγορούν για βολονταρισμό, που τον θεωρούν αυτοκτονία για το MIR, γι αυτήν την απόφασή μας να μείνουμε στην χώρα στα χρόνια της τρομοκρατίας, του άγριου κυνηγητού που έχει εξαπολύσει πάνω μας η δικτατορία. Αλλά το αύριο εγγράφεται ήδη στο χθες, δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο. Κανείς δεν σκέφτηκε να ζητήσει απ’ τον χιλιανό λαό να καταφύγει στις πρεσβείες, ούτε να φύγει μαζικά στο εξωτερικό αφήνοντας έρημα τα εργοστάσια και την ύπαιθρο. Ο Τσέ, ο Μιγκέλ, ο Σαντούτσο, κι όλοι οι άλλοι, γίνονται ζωντανή ιστορία στις μαύρες και κόκκινες σημαίες των Σαντινίστας, παράδειγμα και πάνω απ’ όλα, ενέργεια για το λαϊκό και δημοκρατικό κίνημα της Λατινικής Αμερικής. ‘Αφού μπορούμε, θα μείνουμε – εδώ υπάρχουν οι ανάγκες’, έλεγε ο Μιγκέλ : ‘για να αποφύγουμε τη διάλυση, να οργανώσουμε την υποχώρηση, να οργανώσουμε τον αντιστασιακό αγώνα, να εμποδίσουμε την οριστική σταθεροποίηση της δικτατορίας. Για να απαντήσουμε στο πραξικόπημα, στην στρατιωτική βία, στην ήττα, φτιάχνοντας χαρακώματα, υποχωρώντας μαχόμενοι. Αν ηττηθήκαμε για μια στιγμή, να σκορπιστούμε με τάξη, να ξαναγυρίσουμε απ’ τον ίδιο δρόμο, να υποχωρήσουμε, χωρίς να σταματήσουμε ούτε μια στιγμή την εξέγερση, αγωνιζόμενοι πάντα’, έλεγε στα γράμματά του, που έγραφε σε τσιγαρόχαρτα : ‘η έκταση της ήττας θα εξαρτηθεί από το πως αντιδρά και θα συμπεριφέρεται η αγωνιστική μας θέληση, απ’ το αν θαφτεί, θα ενδώσει, θα γίνει απαισιοδοξία – απ’ το αν θα υποχωρήσει, θα εξασθενήσει και θ’ αφεθεί να νικηθεί. Αν κρατήσει, αν ξεδιπλώσει την πρωτοβουλία και την πανουργία της, τότε θ’ αντέξει, θα διατηρηθεί ακέραια, ζωντανή, και θα εξαπλωθεί’. Είχε δίκιο ο Μιγκέλ : ακόμα και στις χειρότερες στιγμές, προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι υπήρχαν κι άλλοι στην Χιλή, εκτός απ’ τους στρατιωτικούς και τ’ αφεντικά – ζωογονήσαμε μια υπόγεια, σιωπηλή αντίσταση. Οι παράνομοι ήταν αυτοί που εξασφάλιζαν την επιβίωση του αγώνα, τώρα αυτή η προσπάθεια αποδίδει καρπούς. Η δράση είχε μια συγκεκριμένη έννοια………

Η ζωή στο Σαντιάγκο είναι αλλιώτικη, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει απ’ τη χρονιά 74-75. δεν βλέπεις πια εκείνα τα φοβισμένα, ταπεινωμένα βλέμματα, εκείνη στη σκιασμένη ντροπή που ανάγκαζε τους ανθρώπους να χαμηλώνουν τα μάτια μπροστά στους περαστικούς. Ο φόβος λιγόστεψε, μια απεργία πείνας ξεσπάει σε μια γειτονιά, ξεκινούν κι άλλες, τα συνδικάτα αναδιοργανώνονται, ‘η εργασία σε αργό ρυθμό’ εξαπλώνεται απ’ τα χαλκορυχεία στη σιδηρουργία, το εργοστάσιο ηλεκτρισμού του Κομπίνο παραλύει μετά από ένα σαμποτάζ, σ’ ένα τοπικό γραφείο της DINA γίνεται μια έκρηξη βόμβας και σκοτώνει ένα βασανιστή, η μαχητική ομάδα Manuel Rondriguez μοιράζει ένα φορτίο γάλα Νεστλέ σε μια φτωχογειτονιά, επιτροπές αντίστασης διακινούν την παράνομη προπαγάνδα, ένα βράδυ, μια διαδήλωση σπουδαστών σπάζει την σιωπή. Επιτέλους αναλαμπές, παντού από λίγο, οι άνθρωποι εκφράζουν τα αιτήματά τους, οργανώνονται ,μάχονται. Η κατάσταση αναταράζεται, μισανοίγουν πάλι οι πόρτες, αρχίζει η επίθεση – αλλά η παράνομη δουλειά παραμένει δύσκολη.

Είναι πάλι η ώρα της επιστροφής – αλλά οι περισσότεροι γυρνούν να στήσουν κάποια αντίσταση εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα. Δεν έχουν να τους προσφέρουν ούτε κρυψώνες, ούτε δίκτυα, ο καθένας ψάχνει τον τρόπο να επιβιώσει, τα εργαλεία της δουλειάς του. Η οικονομική στήριξη από το εξωτερικό είναι ανεπαρκής, χρειάζεται να ληστέψεις, καθένας εξασφαλίζει τα της ζωής του. Πηγαίνουν στην χώρα τους, σαν οικοδόμοι, και ξέρω ότι καταλαβαίνεις τις συνέπειες αυτού του γεγονότος. Είδαμε, τελικά, ότι υπάρχουν και ζωντανοί ήρωες, ότι, πρώτα απ’ όλα, χρειαζόμαστε μαχητές – εφ’ όρου ζωής.

  • Και για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα, σας παραθέτω ένα μικρό κείμενο του ΕΝΤΟΥΆΡΝΤΟ ΓΚΑΛΕΆΝΟ. Από την ΟΥΡΟΥΓΟΥΆΗ, φιγουράρει ανάμεσα στους πιο γνωστούς σύγχρονους λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Κατά καιρούς έχει υπάρξει δημοσιογράφος και ποιητής, αφηγητής και ιστορικός. Εδώ μας υπενθυμίζει ότι μια μικρή ιστορία έχει να πει μερικές φορές τόσα όσα μια μεγάλη ανάλυση. Το κείμενο αυτό, ΦΩΝΉ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΎ, ΕΊΝΑΙ ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΊΟ ΤΟΥ ΈΡΓΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΆΣΤΗΚΕ ΣΤΑ Γαλλικά. Το πήραμε από το μπλόγκ JAQUOU VS L’ UTOPIE.
    MONTREAL 2011
    Μετάφραση από την LE MONDE DIPLOMATIQUE.
    Δεκέμβρης 2011.

ΚΑΤΑΣΚΕΥΈΣ.
Ήμασταν στο 1964 και η Λερναία Ύδρα του διεθνούς κομμουνισμού είχε ανοίξει διάπλατα τα επτά στόματα της για να καταβροχθίσει τη Χιλή.
Η κοινή γνώμη βομβαρδίζονταν από εικόνες φλεγομένων εκκλησιών, στρατοπέδων συγκέντρωσης, ρωσικών αρμάτων, ενός τείχους του Βερολίνου στη μέση του Σαντιάγο και γενειοφόρων ανταρτών που έκλεβαν τα παιδιά.
Έγιναν εκλογές.
Ο φόβος θριάμβευσε και ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε νικήθηκε. Κατά τη διάρκεια αυτών των θλιβερών στιγμών, τον ρώτησα τι τον είχε πληγώσει.

Ο Αλλιέντε μου διηγήθηκε αυτό που συνέβη ακριβώς δίπλα, σε ένα σπίτι της γειτονιάς Προβιντέντσια. Μια γυναίκα που κοψομεσιάζονταν για να δουλεύει μαγείρισσα, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να είναι και τροφός με αντάλλαγμα έναν ισχνό μισθό έβαλε όλα της τα ρούχα σε μια πλαστική σακούλα και τα έθαψε στον κήπο των αφεντικών της ώστε οι εχθροί της ατομικής ιδιοκτησίας να μην τα καταστρέψουν.

Κάντο Χενεράλ, Πάμπλο Νερούδα, Μίκης Θεοδωράκης.

Εν κατακλείδι λοιπόν. Παντού και πάντα ίδια τα αφεντικά. Φτιασιδώνουν τα καθεστώτα ανάλογα με τα συμφέροντα, τις συγκυρίες και τις αντιστάσεις των λαών. Σκληρά- σκληρότερα ή σκληρότατα. Πάντα για τον ένα και μοναδικό σκοπό, την απρόσκοπη συσσώρευση των κεφαλαίων και της εξουσίας στα ίδια, λιγοστά χέρια.
Την διαιώνιση του είδους των.
Μέχρι να τους μπλοκάρει και εξαφανίσει ο λαϊκός αγώνας, η εξέγερση και η επανάσταση.
Αμήν.

http://www.archivochile.com/Miguel_Enriquez/Doc_sobre_miguel/MEsobre0027.pdf

http://www.lahaine.org/internacional/historia/ultimodiaEnriquez.htm

The Song Remains the Same, Led Zeppelin.

  • Συζητάω με την κόρη μου για κινηματογράφο και της λέω για το πόσο μου άρεσε η ταινία ‘ο Δρόμος της Επανάστασης’, με τον Ντι Κάπριο και την Κέιτ Γουίνσλετ που ξαναείδα προχθές.
    Μου μίλησε για τον ‘Βασιλιά’ που παίζεται αυτές τις μέρες στον ‘Ζέφυρο’, την έψαξε και μου την έστειλε διαδικτυακά.
    Θα την δούμε σήμερα το βράδυ.

Πριν χωρίσουμε της ανέφερα πως
μιας και δεν μπορούμε να κάνουμε την κοινωνική επανάσταση αυτή τη στιγμή ας κάνουμε την προσωπική μας
που σημαίνει πως
έχουμε ιερή υποχρέωση, πάνω απ’ όλα,
ν’ αντέξουμε,
ψυχικά και σωματικά.
Να επιμείνουμε να υπάρχουμε
να μην παραδοθούμε.
Να τινάξουμε από πάνω μας τον αδηφάγο ατομικισμό.

Ν’ ανοιχτούμε στον σύντροφο
με μία τεράστια αγκαλιά,
στον διπλανό, στον κοντινό,
και στον ξένο ακόμη.
Με μπούσουλα την αγάπη, την αδελφοσύνη και την αλληλεγγύη
να προχωρήσουμε
μπροστά.
Ο καπιταλισμός έσβησε.
Δεν έχει πλέον να προσφέρει τίποτα στην ανάπτυξη του ανθρώπου και της κοινωνίας.
Η έχθρα και το μίσος ανάμεσα στους ανθρώπους και τις παρέες, επίσης,

η κηδεία του Πρόσπερο Γκαλλινάρι

DSC02244Είμαστε κοινωνία ανθρώπων
και όχι αγέλη άγριων ζώων που σκοτώνονται για το ποιο θα επικρατήσει.
Ας περιμένουμε λοιπόν με εμπιστοσύνη την μέρα εκείνη που η ιστορία θα μας ζητήσει
και θα μας δώσει την ευκαιρία
να κατασπαράξουμε το τέρας που λέγεται καπιταλισμός και τρώει αχόρταγο και ασταμάτητα τα παιδιά του.

Ευχαριστώ.

In the court of the crimson King, King Crimson.

η διεθνής στην κηδεία του Πρόσπερο

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Π. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 15

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΆ :

Γράφω αυτά τα λόγια διανύοντας τις τελευταίες μέρες του Μάρτη ‘13, κρύες μέρες, σκέτη πλήξη. Μπαίνοντας Απρίλης περιμένουμε και την απόφαση του στρατοδικείου στη δίκη του ΕΑ. Εάν μου είχε ζητηθεί, εάν είχα σκεφτεί να καταθέσω μάρτυρας υπεράσπισης των αγωνιστών, ιδιαίτερα του Κώστα Γουρνά που τόσο εντύπωση μου έκανε η τοποθέτησή του, να τι θα έλεγα στους δικαστές :

  • ‘Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι, χοντρικά. Άνθρωποι σκληρόπετσοι και άνθρωποι ευαίσθητοι. Αυτοί οι τελευταίοι ψάχνονται πολύ, έχουν τις κεραίες ορθές, και για κάποιον ανεξήγητο λόγο σκαλίζουν συνήθως έξω από τα γνωστά κανάλια.

Η πραγματικότητα που τους περιτριγυρίζει τις περισσότερες φορές τους αφήνει αδιάφορους, πολλάκις τους πνίγει μπορώ να πω, επιθυμούν διακαώς να την προσπεράσουν.

Να την αλλάξουν, να την ομορφύνουν.

Είναι αυτή που δημιούργησαν οι προαναφερθέντες σκληρόπετσοι, αυτή που υφίσταται χάρη στην ανοχή των υπολοίπων.

Είναι πολλοί οι σκληρόκαρδοι, γίνονται περισσότεροι όμως χάριν της προπαγάνδας.

Από τα παλιά χρόνια οι κρατούντες έχουν στη διάθεσή τους μέσα πολλά για να διαχέουν τις απόψεις τους, τελευταία μάλιστα τους δόθηκε ένα πανίσχυρο που εκτός από τον λόγο περιλαμβάνει και εικόνα.

Εικόνα που εισβάλλει ακάθεκτη σε κάθε σπίτι, σε όλες τις γωνιές του πλανήτη, κυριεύει τα μυαλά και τα επηρεάζει.

Κάποιοι αντιστέκονται, οι περισσότεροι όχι.

Έτσι έγινε και μ’ εμάς, με πολλούς της γενιάς μου.

Από τη μια βλέπαμε αστροναύτες να πατούν στο φεγγάρι και από την άλλη ένα πανέμορφο παλικάρι αιχμαλωτισμένο ν’ αφήνει την τελευταία του πνοή, δολοφονημένο από κοντοκουρεμένους στρατιώτες.

Από την μία πανίσχυρους στρατοκράτες να μαλώνουν διαμοιράζοντας την παγκόσμια λεία τους και από την άλλη τους άντρες του λαϊκού απελευθερωτικού στρατού με το αστέρι στη στολή τους να ταπεινώνουν τη τρίτη κατά σειρά αυτοκρατορία.

Έναν πρόεδρο να πέφτει με το πολυβόλο στο χέρι αντιμετωπίζοντας τους σύγχρονους ναζί που σταματούν βίαια ένα πανέμορφο κοινωνικό πείραμα.

Λαοί και αγωνιστές να βασανίζονται βάναυσα όταν και εκεί που παλεύουν να βγάλουν αληθινά τα όνειρα και τα ιδανικά τους.

Όλα αυτά στο όνομα του νόμου και της τάξης.

Όλα αυτά στο βωμό του κέρδους, του πλουτισμού, του διαχωρισμού.

Άνθρωποι εναντίον αγορών.

Άνθρωποι εναντίον εμπορεύματος.

‘Ανάπτυξη’ ενάντια στην ελευθερία.

Άνθρωποι ενάντια σε ανθρώπους

Σκλαβιά ενάντια στην αυτονομία.

Εδώ στα μέρη αυτά, μας φλομώνουν με βασιλιάδες και συνταγματάρχες, κομματάρχες και στρατηγούς.

Μας ζαλίζουν τον έρωτα με καραβανάδες ενάντια σε εκτοπισμένους.

Μαθαίνουμε ότι όλοι αυτοί οι καραβανάδες είναι απόγονοι, αδέλφια και ξαδέλφια άλλων τέτοιων ένστολων καθαρμάτων, συνεργατών των ναζί που αφάνισαν την χώρα κάποια χρόνια νωρίτερα. Αυτών που αιματοκύλισαν τον πλανήτη ολάκερο και την δική μας πατρίδα.

Πάλι για να βάλουν στο χέρι τον πλούτο, να ελέγχουν και τα περάσματα.

Όλα για την μαρμίτα, ο άνθρωπος ανύπαρκτος.

Γέμισαν φυλακές και ξερονήσια οι απόγονοι των δημίων με ψυχές.

Φάτσες ξεπλυμένες ενάντια στην ομορφιά και την ευαισθησία.

Στον κόσμο παντού οι νέοι τραγουδούν την ελευθερία και την ανατροπή, εξεγείρονται.

DSC02240

Εξυμνούν τους αντάρτες. Τους μαχητές με τ’ αστέρια στους μπερέδες.

οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse 3

Ελευθερία από την απληστία.

Ελευθερία από τον διαχωρισμό.

Για την αδελφοσύνη και την ισότητα.

Αυτόνομα από τις παλιατζούρες.

Μας αρέσει λοιπόν.

Ερωτευόμαστε τον αγώνα.

Ερωτευόμαστε την αλληλεγγύη και το μοίρασμα.

Ερωτευόμαστε την ομορφιά.

Ερωτευόμαστε τον έρωτα.

Αυτοί είναι και άσχημοι και καταστροφείς.

Είναι και ανέραστοι πανάθεμα με.

Κυνηγούμε το καινούριο.

Ερωτευμένοι με τον φόβο, πουλάνε φόβο, πλασάρουν φόβο.

Σπέρνουν τον φόβο.

Ευνουχισμένοι.

Οι απογοητευμένοι σπέρνουν απογοήτευση.

Φτιάχνουν πατρίδες με το ζόρι.

Διώχνουν ανθρώπους απ’ τα σπίτια τους.

Διχοτομούν λαούς.

Οπαδοί της καταπίεσης, όλα με το ζόρι.

Οργανώνουν πραξικοπήματα, μαντρώνουν χιλιάδες. Σε στάδια, σε γήπεδα, σε φυλακές, σε στρατόπεδα.

Πάντα ο Γολιάθ ενάντια στον Δαυίδ.

Ρίχνουν φωτιά σε δάση και βουνά.

Καταστρέφουν τον πλανήτη. Τον μπουκώνουν χημικά.

Βασανίζουν χιλιάδες. Δολοφονούν χιλιάδες.

Γίνονται σύμβολα παγκόσμια κάποιοι νεαροί με μακριά μαλλιά και μαντίλια στο λαιμό.

Νεολαίοι υμνούν την αντίσταση, τραγουδούν την εξέγερση και την επανάσταση.

Οι αστυνομίες τους κυνηγούν. Σπάζουν κεφάλια, δολοφονούν.

Πληρώνονται να κυνηγούν το λαό.

Πάντα τις λαϊκές μάζες.

Ποτέ τους ευκατάστατους. Ούτως ή άλλως αυτοί δεν διαμαρτύρονται ποτέ, γιατί να το κάνουν!

Ένα μεγάλο γιατί μας στοιχειώνει.

Ρωτάμε, συζητάμε, σκεφτόμαστε, καταλαβαίνουμε.

Αποφασίζουμε.

Hasta la victoria siempre!

Μέχρι την τελική νίκη!

 

Γκεβάρα

Θα παλέψουμε μέχρι την τελική νίκη.

Με όλα μας τα όπλα.

Στο λόγο τους θα αντιτάξουμε τον δικό μας, στα όπλα τους τα δικά μας, στη βία τους την δική μας.

Πολυχρωμία ενάντια στον γύψο.

Καταστρέφουν, ρυπαίνουν, βρωμίζουν τον πλανήτη.

Μόνη τους έγνοια να βάλουν χέρι στους φυσικούς πόρους.

Θυσιάζουν τον άνθρωπο. Διαβάλουν τον άνθρωπο.

Βιάζουν τη φύση.

Μετρώντας παρά.

Διαμοιράζουν τα ιμάτια.

Όλα για τα ιμάτια.

Ο άνθρωπος εξαφανισμένος.

Και ονόμασαν τους αγωνιστές αλήτες.

Παίζουν με τα νοήματα, βιάζουν τα νοήματα. Διαβάλουν τα νοήματα.

Οι τρομοκράτες αποκαλούν έτσι τους αγωνιστές.

Την ανομία ονόμασαν νόμο και την παρανομία νομιμότητα.

Εμείς λοιπόν με αυτή τη νομιμότητα χωρίζουμε.

Την εξαφανίζουμε από το λεξιλόγιό μας γιατί

‘συλλογιέται καλά αυτός που συλλογιέται λεύτερος’.

Ο ελεύθερος.

Αυτοί όλοι δούλοι του μεγάλου τους πάθους. Του χρηματισμού και της εξουσίας.

Λυπούμαστε, δεν θα πάρουμε.

Λυπάμαι, εμείς είμαστε από άλλο ανέκδοτο.

Εσείς τον ονομάζεται ουτοπία αυτόν τον πλανήτη.

Εμείς λέμε ‘κάλλιο αργά παρά ποτέ’.

‘σώπα, όπου να ναι θα σημάνουν οι καμπάνες’ τραγουδά ο ποιητής.

Κάποιοι από εμάς, τα παιδιά μας ίσως, θα είναι εκεί όταν σημάνουν.

Πάλι ο ποιητής γράφει πως ‘σημασία έχει το ταξίδι’, κάποιοι από εμάς θα το γευτούν το τέρμα που δεν τελειώνει.

Νιώθουν γεμάτοι επειδή αγωνίζονται. Δεν σέρνονται σαν τα σκουλήκια.

Καλοί και οι σκώληκες, περήφανα τα λιοντάρια, πανέμορφη η πτήση του αετού.

Λάμπουν τα μάτια του γερακιού, ακονίζει τα νύχια του στην πέτρα.

Λαδώνει το όπλο του ο αντάρτης.

Βαπτίσατε κατάσκοπο καθάρματα τον Μπελογιάννη. Για να τον εκτελέσετε, και τον Πλουμπίδη!

Βαπτίσατε ταραχοποιό τον Αλλιέντε.

Δεν είναι ταραχοποιοί αυτοί που δικάζετε.

Ελεύθεροι άνθρωποι είναι. Εσείς εκτελείτε εντολές.

Το καθεστώς μας εκτελεί κάθε ώρα, κάθε στιγμή. Μη το στηρίζετε.

Αυτοί είναι οι ταραχοποιοί.

Διαχωρίστε τη θέση σας από αυτό το αυταρχικό μόρφωμα, κύριοι.

Συμπλεύστε με την ελευθερία.

Ας επιστρέψουμε λιγάκι παλαιότερα, εκεί που φτιαχνόταν η ψυχή μας :

Μέσα σε γραφεία λουσάτων εταιριών που λυμαίνονται τους πόρους και σε πρεσβείες ατσαλάκωτοι διευθυντάδες οργανώνουν πραξικοπήματα.

Στις φωλιές τους οι μαχητές οργανώνουν την αντίσταση, απαγάγουν τα στελέχη, ζητούν την απελευθέρωση συντρόφων τους, ζητούν να μπει φρένο στο ξεπούλημα. Ανατινάζουν στρατόπεδα, λεηλατούν τράπεζες. Τα παντοτινά σύμβολα της ληστείας. Δημεύουν τα κέρδη.

Πάντα συνέβαινε αυτό, δείτε Κύπρο.

Τώρα τα πραξικοπήματα είναι ‘μοντέρνα’, οργανώνονται στις τράπεζες και τα χρηματιστήρια. Στις εταιρίες διακίνησης κεφαλαίων, μιας και το κεφάλαιο έγινε χρηματιστικό.

Πάντα για τον έλεγχο των πόρων, των διόδων.

Πετρέλαιο, νερό, τα μονοπάτια του εμπορίου, αέριο, τις οδούς.

Ήρθε η Αραβική Άνοιξη και πανηγυρίζατε γιατί είδατε καινούριες ευκαιρίες ληστείας.

Ένα χρόνο μετά και ο αγώνας συνεχίζεται.

Εσείς τώρα τσιμουδιά. Γιατί άραγε ;

Μάλλον γιατί οι λαοί, όπως και σ’ εμάς το ‘21, δεν παλεύουν να διαλέξουν αφεντικό αλλά για την χειραφέτηση.

Στη θέση του Μουμπάρακ μπήκε ένας ‘αδελφός Μουσουλμάνος’. ο λαός ξανά στο περιθώριο.

Στη θέση του Πασά ο  Μαυροκορδάτος, ο Μιαούλης ή ο Κανάρης, ο Όθωνας ή …. το Κενοβούλιο.

κι όλοι πίνουν εις υγείαν του κορόϊδου, οι διεθνείς οίκοι, τα αληθινά αφεντικά

Ο λαός παντοτινά στο περιθώριο, ποιος του δίνει σημασία!

Γι αυτό και οι ευαίσθητοι αγωνίζονται, γιατί είναι κομμάτι αυτού του λαού, το πιο προχωρημένο του, το απαλό και μυρωδάτο. Σαν το χάδι.

Οι χοντρόπετσοι ξέρουν να διατάζουν.

Για τις τσέπες και τα οφίτσια.

Οι λεπτόψυχοι αγωνίζονται.

Για τα δίκια, τη λευτεριά, την αυτονομία.

Τον άνθρωπο.

Όλα για τον άνθρωπο εμείς.

Όλα για τις τσέπες τους αυτοί.

Εσείς στη μέση. Με ποιανού τη μεριά θα πάτε ;

Προς τα που θα γύρει η ζυγαριά σας ;

Σας έδωσαν ένα πόστο, μια δουλειά, ένα καθήκον : να υπηρετείτε τον άνθρωπο, το λαό και το δίκιο.

Αφουγκραστείτε λοιπόν με προσοχή τους εαυτούς σας, τις καρδιές και τη φωνή των απλών ανθρώπων.

Προς τα που πέφτει το δίκιο ;

Ποιοι ζημιώνουν τους απλούς ανθρώπους ;

Tο καθεστώς ή οι αγωνιστές ;

Αναρωτιέμαι : γιατί κάποιες επαναστάσεις να είναι ‘καλές’ και κάποιες όχι ! ;

Τραγουδάμε εμείς κι οι Γάλλοι στον ύμνο μας την επανάσταση. Ας δούμε τι έγινε, ένα λεπτό. Επαναστάτησαν ενάντια στον βασιλιά και τους φεουδάρχες οι λαοί και τους πέρασαν από μαχαίρι. Ζήτω λοιπόν. Τους κοροϊδεύει βέβαια ο βασιλιάς και οι φεουδάρχες- τσιφλικάδες τους ανόητους, διωγμένοι από την πόρτα ξαναμπαίνουν από το παράθυρο. Στο προσκήνιο και πάλι, πιάνουν τα καλά κρεβάτια, το τραπέζι, τους καναπέδες και τις πολυθρόνες, τα ντιβάνια, ρίχνουν τον λαουτζίκο στο υπόγειο, του πετούν και κάτι ψίχουλα, ούτε γάτα ούτε ζημιά. Βάζουν και τους διανοούμενους στο κόλπο να νοηματοδοτούν όσο πιο ύπουλα γίνεται την ληστεία, να γεμίζουν αέρα κοπανιστό τα μυαλά των ανόητων, πως δήθεν όλα γίνονται στο όνομά του, για το καλό του. Φέρνουν και τα σκυλιά τους, τους φορούν και στολές για να κορδώνονται, και να τρομοκρατούν κάθε που πάει να σηκωθεί κεφάλι.

Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς χειρότερα!

Δημοκρατία, το λέει και η λέξη, είναι το κράτος του δήμου.

Βλέπετε εσείς κανένα Δήμο να κρατεί ;

Εγώ όχι. Τυφλός και κουτός δεν είμαι, ακόμη τουλάχιστον.

Αυτοί που έμαθαν να οικονομούν απ’ των άλλων την δουλειά κρατούν. Αυτοί που ξέρουν να οικονομούν χωρίς να δουλεύουν.

Αυτοί που κατέχουν τη γη, τους πόρους, τα χρήμα, τα περάσματα.

Μεγάλες εταιρείες που φτιάχνουν και διακινούν κεφάλαια, οικονομικά προϊόντα, όπλα, ενέργεια.

Που οργανώνουν τους πολέμους, οικονομικούς και στρατιωτικούς. Για την αρπαγή των πόρων.

Για να ελέγχουν τις οδούς, τα περάσματα.

Όπως ανέκαθεν γίνονταν.

Φωνάζουν και τα παπαγαλάκια και τα ΜΜΕ πως οι αντιπρόσωποι αποφασίσανε, αυτοί που εμείς στείλαμε στο κυνοβούλιο, δημοκρατία γαρ.

Βέβαια δεν λένε ποτέ πως οι αντιπρόσωποι στον αρχηγό υπακούν, που υπακούει στις πιέσεις αυτών που του επιτρέπουν να αρχηγεύει, που χρηματοδοτούν το κόμμα και τα ψώνια τους δηλαδή.

Συναίνεση δημιουργούν οι διανοούμενοι στο κόλπο.

Κέρδισε τον πόλεμο των νοημάτων ο βασιλιάς και η φεουδαρχία, σας τα είπε εξαιρετικά πρωτόδικα ο Κώστας ο Γουρνάς.

Φλομώνει φούμαρα τον λαό η διανόηση, τον τρομοκρατεί διαρκώς με καμπάνιες δηλητήριο.

Τον κρατάει υπόδουλο.

Έκανε λοιπόν επανάσταση ο λαός, καλή η επανάσταση. Καινούρια αφεντικά στο κεφάλι. Σάρκα από την σάρκα του. Μπράβο στον λαό.

Στην θέση του πασά τον βασιλιά, μπράβο.

Στη θέση των προεστών καινούριους νταβατζήδες. Τα λεφτά δανεικά για να τους κρατούν σφιχτά πιασμένους απ’ τ’ αρχίδια, να με συγχωρείτε. Τώρα όλα γίνονται νόμιμα, με την ψήφο. Ανοχής. Στον οίκο ανοχής.

Μπράβο.

Η εκκλησία πανταχού παρούσα, δεν διαμαρτύρεται ποτέ, όλα τα σφάζει-όλα τα μαχαιρώνει. Ευλόγησε όλους του δικτάτορες η εκκλησία. Προνόμια δεν έχασε ποτέ κι από κανέναν. Θεοσεβούμενοι βλέπετε οι δολοφόνοι, να μη κερδίσουν μια θέση στον παράδεισο, επίγειο ή ουράνιο!

Δουλειά κανένας! Είναι αμαρτία, μοναχά το πόπολο να αμαρτάνει!

Άλλοι παράγουν, άλλοι ωφελούνται.

Στο όνομα της δημοκρατίας.

Ο λαός βογκά στο περιθώριο.

Ο δεσπότης ρέβεται.

Από παιδί αναρωτιόμουν γιατί οι παπάδες να είναι χοντροί!

Λεπτός και αποστεωμένος ο Χριστός και οι άγιοι του. Και του λαού οι άγιοι το ίδιο.

Είδατε ποτέ στην ιστορία αντάρτη και χοντρό. Δεν είμαι ρατσιστής ρε γαμώτο, απλά, αναρωτιέμαι. Μάλλον όλοι οι άλλοι σκέφτονται με την κοιλιά!

Το φούσκωμα της τσέπης μάλλον συμβαδίζει με το φούσκωμα του στομαχιού.

Έχω συναντήσει και εξαιρετικούς ανθρώπους του θεού, δεν λέω. Λίγους δυστυχώς.

Άντε

ρίξανε τον βασιλιά.

βάλανε πρόεδρο στην δημοκρατία

τον δήμο δεν τον ρώτησαν νομίζω, δεν τον ρωτάει ποτέ ο πρόεδρος τι να κάνει, απλώς το κάνει.

Δεν είπε ποτέ ο δήμος να μοιράσουν τα ιμάτια μεταξύ τους. Τους πόρους, τις μίζες κλπ. προνόμια.

Τι είναι οι τραπεζίτες, αναρωτηθήκατε ποτές ;

Ποια η δουλειά τους και τι προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο ; Ποια επακόλουθα ; Στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Γιατί απολαμβάνουν τόσα προνόμια, κράτος εν κράτη ;

Ποιος έχει εκλέξει τους τραπεζίτες που μας κυβερνούν ; Για να έχουνε άποψη και λόγο.

Πάντα στις θέσεις κλειδιά βλέπετε διορισμένους. Ποιανού τη θέληση θ’ ακολουθήσουν ;

Στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στον κόσμο.

Φυτεμένοι από τα πάνω.

Με αποφάσεις ληστρικές κυβερνιούνται οι λαοί.

Δημιουργούνται άπειροι μετανάστες.

Έχουμε χιλιάδες αυτοκτονίες. Αριθμοί θα μου πείτε, στατιστικές!

Χρεοκοπίες, ανθρώπων, χώρες ολόκληρες καταρρέουν.

Κι αυτούς που αντιστέκονται, που πολεμούν τους ονομάζουν αλήτες, ταραχοποιούς, τρομοκράτες.

Όλους αυτούς που μας εμποδίζουν να ζούμε τους έχει ήδη καταδικάσει η ιστορία, όλους όσους εμποδίζουν την ιστορία να προχωρήσει μπροστά, ν’ ανοίξει πανιά προς το καινούριο. Το όνειρο.

Δεν μπορείτε να σταματήσετε την ιστορία εσείς που γδέρνετε τα όνειρά μας!

Ο καπιταλισμός έχει πλέον χρεοκοπήσει, βρίσκεται στην εντατική, φτάνει να τραβήξει κάποιος το σωληνάκι, αυτόν τον κάποιον τρέμετε!

Είναι καταδικασμένοι από την ιστορία αυτοί που κρατούν στη ζωή το σύστημα με τεχνητά μέσα.

Νεκροθάφτες είναι της ελπίδας.

Ο πασάς, ο λουδοβίκος, ο σαμαράς κι ο βενιζέλος. Ο γιωργάκης ο κωστάκης και το κακό συναπάντημα, μπήκε και ο τσίπρας στο κόλπο!

και μαζί τους όλοι αυτοί που δεν έχουν την πυγμή να κάνουν πέρα από μόνοι τους.

Που να βρουν άραγε φιλότιμο ; Δεν το πουλάνε ούτε το μοιράζουν στα μέρη που συχνάζουν το φιλότιμο,

ποιος το έχασε για να το βρούνε ;

Στα μέρη τους λέξη άγνωστη κατάντησε!

Λείπει δραματικά από τις γνωριμίες τους, τους φίλους και κουμπάρους.

Το χρονοντούλαπο της ιστορίας άνοιξε και τους περιμένει, αργά ή γρήγορα, είναι αναπόφευκτο, θα τους ρουφήξει, θα το επισκεφτούν, θα τους χώσει η κοινωνία, εκείνη η πλευρά της που αγωνίζεται, που θα πάει!

Λευτερώστε τα καλύτερα παιδιά της.

Λευτερώστε τα καλύτερα παιδιά της!

Ανοίξτε τα μπουντρούμια να μπει καθαρός αέρας.

Δεν μπορείτε να κάνετε πως δεν βλέπετε!

έχουμε γερά γονίδια εμείς, Πανίσχυρα , αντέξαν αιώνες.
μας γέννησε ο Προμηθέας, που αψήφησε τον Δία και τις εντολές του!
μάνα μας η Αντιγόνη, που θυσίασε τη ζωή υπακούοντας την καρδιά της και όχι τους νόμους της όποιας εξουσίας!

Εμείς είμαστε εγγόνια των Μακρονησιωτών, εγγόνια της κομμούνας και των σοβιέτ, ξαδέρφια των Βιετναμέζων μαχητών, αδέρφια των Τουπαμάρος ανταρτών, παιδιά του Φιντέλ και του Γκεβάρα! Του Ενρίκεζ, του Αλλιέντε και των φενταγίν!

Της ανατρεπτικής ιστορίας της ανθρωπότητας παιδιά είναι αυτά που δικάζετε εκεί μέσα.

Μαμή η ανάγκη για ελευθερία και δικαιοσύνη, για αρετή και αλληλεγγύη και αξιοπρέπεια. Παλικαριά και γενναιότητα. Κάλλος και ανδρεία.

Τα γέννησε η ανάγκη του ανθρώπου να σκεφτεί αυτόνομα, να σπάσει την καταπίεση, τα δεσμά του καπιταλισμού και της αλλοτρίωσης!

Η ανάγκη για ανθρωπιά και αλληλεγγύη.

Η ανάγκη να μοιράσουν και να μοιραστούν.

Άλλα τα μονοπάτια αυτών των παιδιών, διαφορετικά τα δικά μας.

Κοινή η πορεία, όμοια και η ρίζα.

Politiqui, Alpha Blondy.

αυθόρμητη συνέντευξη στον πρώην ταξιαρχίτη Paroli

Δημοσιεύτηκε στις 7 Φεβ 2015

Δημοσιεύτηκε στις 19 Μαρ 2011
συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε από την Σύνταξη του CORTOCIRCUITO, φοιτητικής εφημερίδας του Reggio Emilia. για πληροφορίες:http://www.cortocircuito.re.it

ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ-Μπαλάντα για μια λυπημένη χώρα.-

Ανέβηκε στις 18 Δεκ 2009

Οι μέρες είναι μαγικές
όταν μπορούμε και γελάμε δίχως φόβο
όταν δεν έχει θάνατο του πρωινού καφέ η κουβεντούλα

DSC02240

6 σεπτεμβρίου 1971! η απόδραση από την Punta Carretas

6 settembre

 

στις 6 σεπτεμβρίου του 1971, είναι μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα, και στην φυλακή της Punta Carretas βασιλεύει εκείνη η φαινομενική ηρεμία που πάντοτε ανακοινώνει πως κάτι μεγάλο πρόκειται να συμβεί. όντως, όταν οι φύλακες βάζουν στα κελιά τους τους κρατούμενους, αντιλαμβάνονται πως λείπουν για τα καλά εκατόν έντεκα. εκατόν έξι τουπαμάρος, περιλαμβανομένου του Raul Sendic, που από τους αντάρτες είναι ο αναγνωρισμένος αρχηγός, και μια ολόκληρη ομάδα ληστών τραπεζών, εκείνη του Negro Vinas, ενός ‘atracador’, ληστού, που πολιτικοποιήθηκε στην φυλακή.

οι αστυνομικοί που προχωρούν προς τα πίσω το τούνελ, διαμέσου του οποίου οι tupamaros το έσκασαν, βρήκαν ένα σημείωμα που έγραφε : »σήμερα όπως πάντα, στον αγώνα για την ελευθερία». οι αντάρτες είχαν όντως αποδράσει χρησιμοποιώντας στο μεγαλύτερο μέρος του το tunnel που σαράντα χρόνια πριν ο Roscigna και οι άνθρωποί του είχαν σκάψει.

σύμφωνα με τον διοικητή της οργάνωσης και σήμερα σενατόρε στην Uruguay, τον Eleuterio Fernández Huidobro, η γέννηση του κινήματος των Tupamaros πηγαίνει πίσω στα 1965.
ξεκίνησαν με δράσεις ληστειών σε τράπεζες, με επιθέσεις σε κύκλους και άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες στα πρώτα χρόνια του εξήντα, και ακολουθούσε η διανομή στις φτωχογειτονιές του Montevideo τροφής και χρημάτων.
με τα χρόνια οι τουπαμάρος απέκτησαν γρήγορα λαϊκή αποδοχή αναγκάζοντας και το κομουνιστικό κόμμα της Ουρουγουάη να συνυπάρχει με το κίνημα, αφού όμως στην αρχή είχε καταδικάσει τις ενέργειες.

από το 1968 και μετά η καταστολή, αστυνομική και στρατιωτική που πραγματοποίησε η κυβέρνηση σκλήρυνε αποδίδοντας την σύλληψη πολλών διαφωνούντων που στη συνέχεια συστηματικά βασανίζονταν σύμφωνα με τις τεχνικές που οι αμερικανοί δίδασκαν στα στρατιωτικά καθεστώτα στους διάφορους στρατιωτικούς λατινοαμερικάνικους μηχανισμούς. έτσι οι tupamaros ξεκινούν να πράττουν πολιτικές απαγωγές και εκτελέσεις, όπως αυτή του Dan Mitrione, του πράκτορα του FBI που κατηγορήθηκε πως εκπαίδευσε σε τεχνικές βασανιστηρίων τις αστυνομικές δυνάμεις σε διάφορες λατινοαμερικανικές χώρες.

τον ιούλιο του 1973 οι στρατιωτικοί αναλαμβάνουν την εξουσία στην Uruguay και η καταστολή γίνεται ακόμα πιο βίαιη με την σύλληψη των διοικητών tupamaros Raúl Sendic, Eleuterio Fernández Huidobro, Mauricio Rosencof, José Mujica, Adolfo Wasem, Julio Marenales, Henry Engler, Jorge Manera και Jorge Zabalza, που φυλακίστηκαν σε συνθήκες κτηνώδους απανθρωπιάς, συνεχών βασανιστηρίων, προσπαθώντας να τους εμποδίσουν οποιαδήποτε επικοινωνία και υπό την απειλή της εκτέλεσης στην περίπτωση οποιαδήποτε δράση θα είχε λάβει χώρα από πλευράς MLN-T, οποιασδήποτε φύσεως και αν ήταν αυτή.

μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Uruguay το 1985, οι Tupamaros επέστρεψαν στην δημόσια ζωή σαν μέρος ενός πολιτικού κόμματος, το Κίνημα Λαϊκής Συμμετοχής, il Movimiento de Participación Popular (Movimento di Partecipazione Popolare)

δημοσιεύτηκε στην Ταξική Ιστορία

infoaut 3.0

http://www.online-movie-films.com/drama/serpico-%CF%83%CE%B5%CF%81%CF%80%CE%AF%CE%BA%CE%BF-1973/

Σέρπικο

 

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ν. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 12

 

Μιλήσαμε νωρίτερα για τον ρατσισμό που επικρατεί σε διάφορες περιοχές της χώρας στο βορρά σε σχέση με τους νότιους. Θα σου διηγηθώ λοιπόν για την εμπειρία που έζησα με τις οικογένειες δυο κοριτσιών με τα οποία σχετίστηκα στα πρώτα χρόνια που βρέθηκα φοιτητής στη Φλωρεντία.
Η πρώτη είναι η περίπτωση των γονιών της Φραντσέσκα, νεαρής μαθήτριας του Λυκείου που έχω γνωρίσει σε μία καντίνα όπου συχνάζω και βρίσκεται από την άλλη μεριά του Άρνο, διασχίζοντας την γέφυρα των Ευχαριστιών, Ponte alle Grazie, κοντά σε σπίτι που κατοίκησα κάποια χρόνια αργότερα. Στις παρυφές των λόφων που οδηγούν στο Piazzale Michelangelo, την μεγάλη πλατεία του Μιχαήλ Αγγέλου από όπου μπορείς να θαυμάσεις την πόλη από ψηλά.

Οι καντίνες είναι χώροι που νοικιάζονται στους νέους για να τα κάνουν στέκια τους. Αυτή για την οποία μιλάμε είναι ένα μεγάλο υπόγειο όπου μαζευόμαστε για να ακούμε μουσική, να χορεύουμε και να συζητάμε. Προοδευτικό ροκ, Premiata Forneria Marconi, Le orme,  il Banco del Mutuo Soccorso κάποια από τα ονόματα που με σημάδεψαν. Με πάγκους και μαξιλάρια γύρο- γύρο και κρυφό φωτισμό. Ένα μικρό δωματιάκι που χρησιμοποιούμε για κουζινούλα, προετοιμάζουμε σαντουιτσάκια και ποτά και ότι άλλο χρειαστεί. Υπάρχει η τουαλέτα, και κατεβαίνοντας τα σκαλιά προς τον κυρίως χώρο, στα αριστερά έχουμε διαμορφώσει ένα πολύ ζεστό, χαμηλοτάβανο δωμάτιο γεμάτο στρώματα, όπου βρίσκονται τα ζευγαράκια την ώρα της απομόνωσης τους. Μακριά από τα βλέμματα, κοντά όμως στην φασαρία.
Τα νοίκια είναι χαμηλότερα φυσικά, τα χρήματα μαζεύονται από όλους τους θαμώνες.

Εδώ λοιπόν γνωρίζω το κορίτσι μου, σύντομα επισκέπτομαι και την οικογένεια για να μπορούμε να συναντιόμαστε με άνεση, συχνότερα.
Ε, λοιπόν, από την πρώτη μέρα με αντιμετώπισαν κάπως, για να το πω ευγενικά, δεν είμαι και τόσο επιθυμητός. Με το γάντι φυσικά, όχι απροκάλυπτα όπως γίνεται βορειότερα. Στης Ρέας τα μέρη με εντυπωσιάζει πως το κάνουν και οι νεότεροι, αυτό δεν το περίμενα ποτέ. Εδώ με τους νέους πρόβλημα δεν παρουσιάστηκε. Γνωριστήκαμε και συναναστραφήκαμε με παιδιά από όλα τη κοινωνικά στρώματα και πάντοτε δίχως να δημιουργηθεί δυσάρεστη κατάσταση.
Ορίστε, με αγαπούν μάλιστα πολύ και μου το δείχνουν σε κάθε ευκαιρία, σχετίζονται μαζί μου, μου δίνονται.

Τέλος πάντων, οι γονείς του κοριτσιού τίποτα, η σχέση μας είναι προς το ψυχρό, με ευγένεια. Το κρατούν μανιάτικο και κάνουν τα πάντα για να μας χωρίσουν.. Στο τέλος τα καταφέρνουν, πίρι πίρι, ψυχράνθηκε το κορίτσι. Όχι ότι την δικαιολογώ, την καταλαβαίνω όμως. Ένα βράδυ, στο Βιαρέτζιο που έχουν εξοχικό και βρισκόμαστε τέλος εβδομάδας με χωρίζει.

Στενοχωριέμαι αφάνταστα, φεύγω διακοπές στα μέρη μου, πηγαίνω και ένα ταξιδάκι με φίλους, καλοκαίρι γίνονται αυτά, ξεχνιέμαι. Την φωτογραφία της την κρατώ νομίζω ακόμη, την ερωτεύτηκα πολύ. Έχω προλάβει να κάνω και ατύχημα, στον εαυτό μου. Καβαλώντας το μηχανάκι ενός φίλου για να πεταχτώ σε μια δουλίτσα χάνω τον έλεγχο, αφηρημένος, σε μια στροφή και ξυπνώ στο Νοσοκομείο, ώρες αργότερα, με διάσειση, μιας και χτύπησα στο κεφάλι πέφτοντας. Δεν θυμάμαι τίποτα φυσικά. Οι γιατροί με συμβουλεύουν να αποφεύγω οποιοδήποτε χτύπημα, και το πιο σιγανό στο κρανίο μου, για ένα εξάμηνο τουλάχιστον. Ούτε καρπαζιά. Διαφορετικά θα υπάρξουν επιπτώσεις.
Έχει προηγηθεί η γνωριμία μου με την Αντονέλλα, νεαρή φοιτήτρια κι εκείνη, επίσης από πλούσια οικογένεια, γιατροί οι γονείς της, και οι δυο. Πόσο ρόλο παίζει η μόρφωση στην εξέλιξη του ανθρώπου τελικά!

Μου φέρονται σαν γονείς. Και οι άλλοι μου άνοιξαν το σπίτι τους. Αυτοί εδώ όμως με μια ζέστη που δεν περιγράφεται. Με μια τρυφερότητα, σαν παιδί τους. Οι άλλοι ξινοί σαν άγουρα σταφύλια. Όλο παρατηρήσεις καρφιά και σπόντες. Αυτοί εδώ μέσα στην καλή χαρά.
Το σπίτι τους βρίσκεται στον τρίτο όροφο ενός κτίσματος στην άκρη της πόλης, αμέσως μετά ξεχύνεται η εξοχή. Αρέσει και στην κοπελιά η φύση, κάνουμε ατέλειωτες βόλτες στο δάσος, υπάρχει και ένα ποταμάκι εκεί μέσα, συνηθίζουμε να το περπατάμε κατά μήκος της κοίτης του. Σε κάποια σημεία μπορείς να πηδήξεις και απέναντι, αλλού πλαταίνει, υπάρχουν και ανοίγματα που βαθαίνει αρκετά, βουτάμε συχνά.
Λίγο αργότερα, σε αυτή την περιοχή που γνωρίζω πλέον απ’ έξω κι ανακατωτά φέρνω τους συντρόφους για ασκήσεις με τα μπουκάλια και τα στάλιν.
Παρένθεση.

Είναι η Αντονέλλα που με μαθαίνει να οδηγώ, με το πεντακοσαράκι της. Παλιά τεχνολογία, δεν ξέρω εάν γνωρίζεις, αν έχεις οδηγήσει τέτοιο αυτοκίνητο, πρέπει να έχει τουλάχιστον την ηλικία μου. Οι ταχύτητες δεν αλλάζουν κατευθείαν, έπρεπε ανάμεσα να πατήσεις νεκρά. Έχω οδηγήσει το αυτοκίνητο του πατέρα μου, άδεια όμως δεν έχω βγάλει ακόμη. Δεν έχω καθόλου εμπειρία, είναι σαν να μαθαίνω από την αρχή, με αυτόν τον παράξενο τρόπο που απαιτεί μεγάλη ταχύτητα στις αντιδράσεις για να κάνεις αυτό το αμάξι να προχωρήσει.

Ένα βράδυ που επιστρέφουμε στο σπίτι της και τα έχουμε μάλιστα τσούξει γερά νωρίτερα, χάνω τον έλεγχο και πέφτουμε πάνω στον τοίχο αυλής με σφοδρότητα. Χτυπώ το κεφάλι μου με δύναμη πίσω από το αριστερό αυτί, το σημάδι το κουβαλώ ακόμη, στις λαμαρίνες που χωρίζουν το μπροστά από το πίσω μέρος, μιας και κρατώ το τιμόνι. Βρίσκομαι λιπόθυμος στη μέση του δρόμου όπου σέρνεται και με απομακρύνει η επίσης χτυπημένη, όχι τόσο δυνατά κοπέλα μου.
Παίρνει την ευθύνη επάνω της για να μην έχω μπλεξίματα με την τροχαία, μόλις φτάνει η βοήθεια.
Ξυπνώ τη στιγμή του τελευταίου ράμματος στο Νοσοκομείο. Μας τοποθετούν δίπλα δίπλα, δεν έμαθα ποτέ εάν είπε σε κάποιον την αλήθεια.
Πληρώθηκε και αποζημίωση για την πτώση του φράχτη, φαντάζομαι από την ασφάλεια. Το αυτοκίνητο στα σκουπίδια για παλιοσίδερα.

Έχουν πλησιάσει οι διακοπές των Χριστουγέννων, γυρνώ για λίγες μέρες στους γονείς μου. Στην επιστροφή έρχεται να με βρει η αδελφή της, μικρότερη. Τα φτιάχνουμε, τώρα δεν έχω όμως μούτρα να πηγαίνω ξανά στο σπίτι τους, με άλλη φιλενάδα κόρη αυτή τη φορά, λίγες μόνο μέρες μετά εκείνο το δυσάρεστο γεγονός. Δυνατό συμβάν, δεν ξαναείδα αυτούς τους θαυμάσιους ανθρώπους.
Και κάτι ξεχωριστό. Στο σπίτι μπαίνεις από ιδιωτικό ανελκυστήρα που ξεκλειδώνει… κάτι που βλέπω για πρώτη φορά στη ζωή μου. Φτάνεις από το ισόγειο απευθείας στο διαμέρισμά τους.
Το κερασάκι στην τούρτα υπάρχει και στην προηγούμενή μας αναφορά. Το ξεχωριστό συμβάν. Ξέχασα να το αναφέρω, το διηγούμαι τώρα.

Κάποια στιγμή η Φραντσέσκα ανακαλύπτει πως είναι έγκυος. Ούτε λόγος να το πούμε στους γονείς της, θα την κρεμάσουν. Καθολική ακραία η Ιταλία, η έκτρωση απαγορεύεται δια νόμου και ροπάλου. Η εκκλησία πανίσχυρη και οπισθοδρομική. Το κορίτσι πηγαίνει ακόμη σχολείο, το παιδάκι είναι επιθυμητό αλλά έρχεται πολύ, μα πολύ νωρίς. Εγώ κρατώ μια στάση άκρως ρομαντική, ‘ότι πεις εσύ αγάπη μου’, είμαι πολύ ερωτευμένος σου θυμίζω, ‘θα σου σταθώ ότι και ν’ αποφασίσεις’.
Τι να αποφασίσει δηλαδή ; το αυτονόητο έτσι που έχουν τα πράγματα.
Βρίσκουμε γιατρό, χρειάζονται πολλά χρήματα. Πιάνω λοιπόν δουλειά….στον πατέρα της, στο εργοστάσιο.

Φτιάχνουμε σιδερένια μπουλόνια για κάποια μεγαλύτερη μονάδα, είμαστε καμιά εικοσαριά εργάτες. Κάνω την ίδια κίνηση οκτώ ώρες την μέρα, για ένα μήνα που χρειάζομαι να μαζέψω τα λεφτά για την επέμβαση. Κατακαλόκαιρο. Φρίκη. Ζω στο πετσί μου, βλέπω με τα μάτια μου την αλλοτρίωση του εργάτη. Τη διαρκή επανάληψη σε μια καθημερινότητα γκρίζα. Για το μεροκάματο. Το κάνεις αυτό για μια ζωή και καταντάς φυτό. Συμβαίνει σε εκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο. Για δεκάρες. Μία τρέλα. Το πόσο δίκιο έχουν οι κομουνιστές και οι αναρχικοί το διαπιστώνω για μια ακόμη φορά, με τα μάτια μου. Αντιλαμβάνομαι στην πράξη, στο πετσί μου επάνω την ορθότητα της θέσης που μιλά για την άρνηση της μισθωτής εργασίας, ειδικότερα στα εργοστάσια, βγαλμένη μέσα απ’ την καρδιά των αυτόνομων αγώνων του εργάτη μάζα!
Εμπειρία και αυτή ! η πρώτη του είδους στη ζωή μου.

Η άλλη ακόμη δυσκολότερη, από τις χειρότερες που είναι αναγκασμένος καμιά φορά ο άνθρωπος να έχει στη ζωή του. Και το ακόμη πιο άσχημο είναι πως δεν δίνουμε και την πρέπουσα σημασία, συχνά.
Εκείνη τη μέρα το κορίτσι γίνεται ράκος, βρίσκεται σε τόσο τρυφερή ηλικία. Της στάθηκα με όλο μου το είναι, σιωπηλά και με τρυφερότητα, το τραύμα όμως δεν αποφεύγεται, το κακό έχει γίνει. Λίγες βδομάδες μετά, αυτό δεν το περίμενα με τίποτα, τα βροντάει και με αφήνει στα κρύα του λουτρού. Εγώ πίστευα πως το γεγονός θα μας ενώσει ακόμη περισσότερο. Εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Μας απομακρύνει τελικά, εκείνη δηλαδή.
Δεν μπορώ να της κακιώσω. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

Don’t cry Guns N’ Roses.

Θέλω ν’ αλλάξω λιγάκι θέμα.
Εσύ Μιχάλη, μέσες άκρες, γνωρίζεις πολλά από αυτά για τα οποία μιλώ. Όχι όλες τις λεπτομέρειες, γνωρίζεις όμως. Είσαι μέσα στο κίνημα με τα μπούνια, έζησες τη γέννηση και το θάνατό του, πήρες μέρος στους αγώνες, έζησες κοντά μας κι ας είσαι από άλλη χώρα. Είσαι ένας από εμάς. Έκανες τη συνειδητή επιλογή να μείνεις έξω από κάποια πράγματα, νομίζω ακριβώς επειδή γνωρίζεις κατά βάθος πως πίσω κάποιοι σε περιμένουν. Ζεις μέσα στην πραγματικότητά μας όμως.

Ξέρεις πως για όλους εμάς, στο μεγαλύτερό της μέρος, η κατάσταση είναι ονειρική. Ειδικά τώρα που αναπολώ, που φέρνω στην μνήμη μου γεγονότα και καταστάσεις και τα περιγράφω και τα διηγούμαι και τα ξαναζώ μοιάζει με παραμύθι, είναι ένα παραμύθι.
Στις μεγάλες πόλεις σίγουρα η κατάσταση είναι άγρια, είναι σκληρότερη. Διαβάσαμε μαζί νωρίτερα τα λόγια του Σέρτζιο. Πως άλλαξαν σιγά σιγά οι σύντροφοι, πως έγιναν σκληροί εκείνοι οι τρυφεροί νέοι που πάνω στην αγάπη τους για τον άνθρωπο άρπαξαν τα όπλακαι διακινδύνεψαν τα πάντα για την απελευθέρωσή του από την σκλαβιά της απληστίας, των αγορών, της εμπορευματοποίησης της ζωής τους.
Ο φορντισμός σκοτώνει.
Χιλιάδες σύντροφοι έχουν να παλέψουν τον εφιάλτη του εργοστασίου, της βιοτεχνίας, της ανέχειας. Την ώρα που εμείς συζητούμε σε συνελεύσεις, δημοκρατικά, για τα σεμινάρια στις σχολές. Εκείνοι, ξανά και ξανά, στην αλυσίδα και στα reparti, με τους σμπίρους και τους επιστάτες πάνω απ’ τα κεφάλια τους να επαναλαμβάνουν μια καθημερινότητα αποπνικτική, άχρωμη και άοσμη, ανεπιθύμητη και κακιά σαν τον καρκίνο.

Υπάρχουν σύντροφοι που βασανίζονται σκληρά για να συνεργαστούν, την ώρα που γίνονται ζωντανοί μάρτυρες των βασανιστηρίων στα οποία υποβάλλονται οι συντρόφισσες τους.
Πόσο πολύ μας ταλαιπωρεί αυτό το θέμα.

Χωρίς να γνωρίζουμε καλά -καλά εάν πιστεύουμε, και πού, παρακαλούμε βαθιά μέσα μας να αντέξουμε, σε περίπτωση σύλληψης, να μη συνεργαστούμε! Γνωρίζουμε πως η ανθρώπινη φύση είναι ευάλωτη στον πόνο, στον φόβο του θανάτου, στον εκβιασμό. Δεν θέλουμε να καταδώσουμε, να αποκαλύψουμε. Κάποιοι δεν αντέχουν, άνθρωποι είμαστε όλοι.
Η ψυχολογία γίνεται σμπαράλια σε αυτές τις σκέψεις, κάποιες φορές. Δεν σε αφήνει να κλείσεις μάτι. Έρχονται και ξανάρχονται οι ίδιες μονότονες εικόνες, μύριες φορές, και ταλαιπωρούν.
Μας δολοφονούν τους συντρόφους εν ψυχρώ, δεν είναι παιχνιδάκι.

Για να τρομάξουν τους υπόλοιπους, τους συμπαθούντες, την κοινωνία.
Δεν είμαστε όλοι ίδιοι, δεν είμαστε φτιαγμένοι από την ίδια πάστα, τα υλικά διαφέρουν. Δεν αντέχουν όλοι με τον ίδιο τρόπο την πίεση. Δεν καταπίνουν όλοι το ίδιο.
Το μυαλό θολώνει, η κρίση επίσης. Σηκώνει πολύ ψυχραιμία.
Τα βλέπουμε όλα αυτά. Αφουγκραζόμαστε το αδιέξοδο που πλησιάζει. Η πάλη δεν είναι μοναχά προσωπική, την κοινωνία αφορά εξίσου.
Η ρίζα μας, η κληρονομιά μας είναι η κοινωνία, οι αγώνες της. Η επιθυμία για ελευθερία, για κοινωνική δικαιοσύνη, για ισότητα.
Προτείνουν λοιπόν κάποιοι την αναδίπλωση. Πρόσεξε, αναδίπλωση.
Έχουμε συντρόφους έγκλειστους, δεν θα τους εγκαταλείψουμε. Θα τους παρακολουθήσουμε καλύτερα ελεύθεροι εμείς οι υπόλοιποι. Θα αγωνιστούμε για την απελευθέρωσή τους κάτω από ευνοϊκότερες συνθήκες, καλύτερες.

Θα μιλήσουμε καλύτερα. Θα μας παρακολουθήσουν καλύτερα. Θα τους προσέξουμε περισσότερο.
Έχουμε συγγενείς και φίλους που περιμένουν κι αυτοί. Όλοι κάτι περιμένουν. Θέλεις δεν θέλεις είμαστε εκεί μπροστά, στα μάτια όλων εκτεθειμένοι, όλοι περιμένουν την κίνησή μας την καταλληλότερη.
Ηγέτης γίνεσαι, δεν γεννιέσαι, ίσως. Όσο και να σε τρομάζει σήμερα αυτή η λέξη. Όσο κι αν τρομάζει από τα πάντα αυτή η λέξη είναι η υπαρκτή πραγματικότητα, που την κάνει ίσως απαραίτητη, σαν ανάγκη, αυτή τουλάχιστον τη στιγμή.
Μέχρι η κοινωνική επαναστατική κληρονομιά να κάνει την ύπαρξη ηγετών αχρείαστη, μέσα από την συζήτηση, την σπορά, την άνθιση ταλέντων που ξεπετάγονται παντού, σε κάθε γωνιά.

Δεν λέω πως ένας ηγέτης θα άλλαζε τα πράγματα. Λέω πως όλοι πρέπει να δράσουμε ηγετικά, εμείς που είμαστε μέσα στην φωτιά. Έτσι είναι και φώναζε αν θέλεις, όσο θέλεις.
Κοντοστεκόμαστε, αργούμε, αυτό λέω. Και τα γεγονότα μας ξεπερνούν.
Όλοι πρέπει ν’ ανθίσουμε και να καρποφορήσουμε, μέσα στην κουβέντα και τις διαδικασίες, ισότιμα.
Κάποιοι το κάνουν νωρίτερα, ευλογία, γίνεται, δεν ακούμε, αυτό συνέβη!
Δεν ακούμε όσο είναι νωρίς, όσο έχουμε ακόμη χρόνο, καιρό, ανάσες, διάστημα, αντοχές, πες το όπως θες.
Το κάνουμε αργότερα.

CANCELLI DELLA MEMORIA 4 punk rap e mutoid,καγκελόπορτες της μνήμης 4

Εμείς οι δυο βέβαια είμαστε ήδη φευγάτοι. Για κάποια συνωμοσία της μοίρας γλιτώνουμε, ξεκομμένοι στο εξωτερικό, μακριά από την χώρα. Εσύ από εδώ κι εγώ από εκεί.
Αδυνατούμε να πάρουμε μέρος στο διάλογο που συνεχίζεται, στη συζήτηση. Να επηρεαστούμε και να επηρεάσουμε, έστω και λίγο. Αποκοπήκαμε.
Τώρα γίνεται ο απολογισμός. Σίγουρα είναι ειλικρινής και αποσπασματικός.
Νιώθουμε και τύψεις, τα έχουμε πει διεξοδικά.
Νιώθουμε και τυχεροί γιατί τα τραύματα λιγότερα. Δεν είναι και λίγα φυσικά, δεχτήκαμε και οι δυο πολλά, διαφορετικές οι αιτίες και τα αποτελέσματα. Πονέσαμε, τραυματιστήκαμε.

Όλοι προχωρήσαμε, και οι μεν και οι δε.
Δώσαμε και πήραμε, προσωπικά, κοινωνικά. Κάναμε πράγματα, κακά τα ψέματα. Την ώρα που οι σύντροφοι ζουν την κατάρα της απομόνωσης, τη μονοτονία, τη βία στο μεγαλείο της.
Κάθε φορά που περπατώ στην εξοχή σκέφτομαι αυτούς. Εκεί, μέσα στα αρώματα τους θορύβους της και τα χρώματα, τη φυσικότητα του περιβάλλοντος, στις εικόνες και τις εναλλαγές του τοπίου.
Στην πόλη επικρατεί εικονική πραγματικότητα. Σε πιάνει τρέλα να διασταυρώνεσαι καθημερινά με όλους αυτούς τους παθητικούς αποδέκτες του βιασμού της ανθρώπινης προσωπικότητας. Που κοιτούν αμήχανα τη μετατροπή τους σε νούμερα αναλώσιμα σε ένα τηλεπαιχνίδι. Καταναλωτές προϊόντων και τίποτα άλλο. Δημιουργικότητα μηδέν, προσφορά μηδέν. Αυτοί όλοι μας σκλαβώνουν καθημερινά, εκούσια και ακούσια.
Και έχουν και την απαίτηση να καθόμαστε φρόνιμα.

Μέσα στο δάσος είναι αλλιώς. Εκεί φυσικά δεν πατούν το πόδι τους. Και όταν το κάνουν βρωμίζουν. Για την μεγάλη πλειοψηφία μιλώ. Καίνε και καταστρέφουν.
Πόσο θα έχει λείψει το δάσος στους έγκλειστους συντρόφους μας! Η θάλασσα, μέσα, βαθιά, στην ελευθερία της. Του ανέμου, του κυματισμού.
Έτσι έρχονται οι τύψεις.
Τριάντα χρόνια πίσω ένας εφιάλτης.
Ακόμα πιο πίσω ένα όνειρο.
Όνειρο ελπίδας, αγώνα, ομορφιάς. Σχέσεις αλληλεγγύης. Αγκαλιές. Αγάπη.
Μετά ο εφιάλτης. Ο χωρισμός. Η τιμωρία. Η τιμωρία της ελπίδας δηλαδή. Απαγορεύεται το όνειρο.

Πως ν’ αντέξεις όταν βλέπεις το τέλος, όταν το δηλώνεις.
Ανάμεσα σε μετανιωμένους, σε προδότες, σε βασανισμένους, σε αμετανόητους; Πίσω από τοίχους.
Μακριά από τους πάντες.
Κάποιοι δεν αντέχουν, αυτοκτονούν.
Οι μετανιωμένοι είναι αυτοί που λεν πως μετανιώνουν για να ελαφρύνουν τη θέση τους, να προδώσουν και να βγουν.
Άλλους τους αυτοκτονούν. Και άλλους τους σπρώχνουν να το κάνουν.
Πάντα οι ίδιοι άλλοι. Για τα λεφτά. Την εξουσία. Απάνθρωποι. Υπάνθρωποι.
Οι περισσότεροι αντέχουν. Οι ήρωες μας.

εξέγερση, rivolta

Και σε πιάνει τρέλα ιερή όταν ακούς και βλέπεις να παρασημοφορούν σαν ήρωες κάποιους δολοφόνους πάνοπλους που κακοποιούν αμάχους αδιακρίτως, ή πρόχειρα οπλισμένους μαχητές, από το απυρόβλητο. Από ύψη απρόσβλητα με οποιονδήποτε τρόπο. Ανθρώπους που δεν θα γνωρίσουν ποτέ. Δίχως να τους κοιτούν στα μάτια. Με ‘έξυπνα’ όπλα που χτυπούν από μεγάλη απόσταση. Αόρατοι. Φαντάσματα σκοτώνουν τη ζωή την αληθινή.
Στην πράξη αόρατοι. Οι δικοί τους αόρατοι. Οι δολοφόνοι με το ψυχρό πρόσωπο που σκοτώνουν στο πλήθος, αδιακρίτως.
Οι δικοί μας αόρατοι είμαστε όλοι εμείς που σιωπούμε για χρόνια. Που μας σωπαίνουν για χρόνια. Που πήγανε να ρίξουνε ταφόπλακα επάνω μας.
Δεν τα κατάφεραν πάντα.

Και είμαστε ακόμα εδώ.
Κι αυτό το καλοκαίρι!
Είμαστε ο εφιάλτης στα όνειρά τους.
Με τον λόγο μας. Που συνεχίζει να σπάζει κόκαλα.
Ο εφιάλτης στα όνειρά τους, οι χιλιάδες νεαροί, που σε κάθε γωνιά της γης, σιωπηλοί ή ουρλιάζοντας, με μολύβια με πέννες, με χαρτί, με φωτιά, με τραγούδια, με κείμενα, με συνθήματα, με μπογιά, με λόγια, με όπλα, ο καθένας με τον τρόπο του στοιχειώνει τον ύπνο και τον ξύπνιο της βλάσφημης εξουσίας. Του πλούτου που μοιράζεται σε λίγους, της απληστίας.
Είναι και οι χιλιάδες νεκροί, οι έγκλειστοι, οι κυνηγημένοι.
Δεν ξαναμπαίνω στο τριπάκι το παλιό Μιχάλη, μου αρέσει για τα καλά η τσάρκα μου στο δάσος, στην ξανθιά αμμουδιά, οι βουτιές από τον βράχο.
Σε βάζω λοιπόν να γράψεις, αύριο θα το προσπαθήσω κι από μόνος μου.

Οι αόρατοι     Το μυθιστόρημα αυτό δεν έχει σημεία στίξης. Θα παρακαλούσαμε τον αναγνώστη να αφεθεί στο χειμαρρώδες ύφος του και μετά τις πρώτες σελίδες, που αυτή η έλλειψη θα πάψει να τον ξενίζει, να απολαύσει έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους ιταλούς λογοτέχνες, διαπλέοντας ταυτόχρονα ένα ποτάμι, ένα ορμητικό ποτάμι: το ιταλικό κίνημα – από τις πηγές του στα 1968 μέχρι τις εκβολές του στις αρχές της δεκαετίας του 80. Αναμφίβολη κορύφωση το 77, εξαιτίας των ισχυρών ανέμων αυτονομίας που έπνεαν ενός πολύμορφου και πολυάριθμου κινήματος. Οι αόρατοι, οι ήρωες στο μυθιστόρημα του Μπαλεστρίνι, είναι αυτή η γενιά.

Μια γενιά έξω και ενάντια στα πολιτικά κόμματα, αλλά και δίχως κόμματα στη στίξη. Διότι η σύνδεση των νοημάτων ήταν αυτονόητη: το πολιτικό ταυτιζόταν με το προσωπικό, η καθημερινή ζωή ένα με την πολιτική δράση? η δε διάκριση των νοημάτων επίσης σαφής: εμείς κι εκείνοι? εμείς, οι οποίοι αναζητάμε την ταυτότητά μας μέσα στον ποταμό της νεότητάς μας και της δράσης μας, στον ποταμό που ποτέ δεν είναι ο ίδιος, και εκείνοι, οι καπιταλιστές, οι μπουρζουάδες, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί, οι χριστιανοδημοκράτες, οι μαφιόζοι, τα στελέχη και τα μέλη του ιταλικού ΚΚ (συντηρητικά, ευρωσταλινικά και μικροαστικοποιημένα), οι συνδικαλιστές – για να πουλάνε τους αγώνες. 

Σ αυτό το ηρακλείτειο ποτάμι, όπου οι εμπειρίες αλληλοδιαδέχονταν η μία την άλλη, πού χώρος για τελείες; Ερωτηματικά; Όλο το κίνημα ήταν μια ερώτηση! Θαυμαστικά; Μια γενιά που θέλησε να αλλάξει τον κόσμο τι να θαυμάσει από τον παλιό που θέλησε να «καταστρέψει». Εισαγωγικά; Μια υπεκφυγή για κείνους που δεν θέλουν να πουν τα πράγματα με τ όνομά τους, τους επαγγελματίες γραφιάδες. Άνω τελεία; Περιττή φιλολογική πολυτέλεια για «τους νέους με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες».

Μετά ήρθε η καταστολή. Ωμή, συνεπικουρούμενη από τα ΜΜΕ, έκανε τις σκευωρίες κανόνα του καθεστώτος εν ονόματι του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», το Δίκαιο έγινε λάστιχο, το δίκιο σου δεν μπορούσες να τό βρεις. Γι αυτό, φίλε αναγνώστη, να προσέχεις τι διαβάζεις! Να αποφεύγεις τα βιβλία χωρίς σημεία στίξης. Γιατί τώρα ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» παγκοσμιοποιείται.

  • Άλλοι αναλαμβάνουν δράση. Ας το κάνουν. Δεν θα βγω να κατακρίνω κανέναν επειδή τα δικά μου κότσια δεν βαστούν άλλο.
    Ψυχικά ή σωματικά.
    Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί. Όλοι εσείς που από τη σιγουριά της απραξίας εξαπολύεται μύδρους σε αυτούς που τρέχουν στη φωτιά, που ζουν καθημερινά στον κίνδυνο γιατί ελεύθερα το διάλεξαν. Που κραδαίνουν τον δυναμίτη.
    Κι αν είναι πολλά τα χρόνια που αποτέλεσμα δεν βλέπουμε, για σκεφτείτε, μήπως αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή όλοι εμείς λουφάξαμε και κοιτάμε τα γεγονότα να μας προσπερνούν από την ασφάλεια της απόστασης και της αποστασιοποίησης;
    Μήπως λοιπόν είναι αυτή η πικρή αλήθεια; Γιατί εμένα κάπως έτσι μου φαίνεται. Δεν σου ακούγεται λογικό;

Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια. Αυτό ξέρω.
Υπάρχει όμως και αυτό : Όσα δεν φτάνει η αλεπού, πηδάει και τα φτάνει!
Ας αφήσουμε χίλια λουλούδια να ανθίσουν, ας αφήσουμε τη βροχή να τα ποτίσει με το ιερό νερό της αγανάκτησης.
Ας ρίξουμε και καμιά σταγόνα ρε γαμώτο.
Και ας αφήσουμε κατά μέρος την μίρλα και την γκρίνια.
Κι ας οδηγήσουμε τους πραγματικούς ήρωες εκεί που τους πρέπει.
Όλους αυτούς που δεν έσκυψαν να ευνουχίσουν το λουλούδι.
Που δεν έσκυψαν να ζητιανέψουν λίγη κατανόηση.
Που δεν έσκυψαν να κλαψουρίσουνε μετάνοια.
Που μείνανε σταθεροί στα λόγια και τις αποφάσεις τους, που δεν πρόδωσαν το όνειρο, που τους αρέσει να ονειρεύονται ακόμη. Κι ας ξύπνησαν προσωρινά στην καταχνιά. Όσο μεγάλο κι αν είναι αυτό το προσωρινά. Όσο κι αν κρατά για να το διανύσουμε. Όση κι αν είναι η απόσταση.

Όλοι αυτοί είναι οι ωραίοι δικοί μας.
Τα παιδιά μας, οι φίλοι μας, οι γυναίκες μας, τ’ αδέρφια μας, οι κοπέλες μας, οι μάνες και οι πατεράδες μας.
Οι χιλιάδες μαχητές της ελευθερίας.

1994, Ξύλινα Σπαθιά, Παύλος Παυλίδης

Θα ‘μαι πάντα εγώ μες το όπλο σου σφαίρα, να σκοτώνεις αυτούς που σκοτώνουν τη μέρα.
Με τα μαύρα γυαλιά και το άσπρο φουστάνι να κοιτάς μακριά τη φωτιά στο λιμάνι.
Ξέρω ένα παιδί που μου λέει πως σε ξέρει, ότι είχατε δει ένα τρελό καλοκαίρι, στο κομμάτι που λείπει απ’ το σπασμένο καθρέπτη, στο λιμάνι φωτιά, τον ήλιο πάλι να πέφτει.
Κόκκινα σύννεφα στον ουρανό κι εσύ γελάς…..
Γελάς καθώς το πλοίο πλησιάζει σαν θηρίο και μου λες λοιπόν θυμήσου, μη πετάξεις τη ζωή σου στα σκυλιά.
Θα ‘μαι πάντα εγώ μες το όπλο σου σφαίρα να χτυπάς το νερό, να χτυπάς τον αέρα, να θυμάσαι ξανά όσα είχαμε κάνει, τις φωτιές στα Ντεπώ, τη φωτιά στο λιμάνι.
Γελάς γιατί σε θέλω, κατεβάζεις το καπέλο και μου λες λοιπόν θυμήσου σαν ταινία η ζωή σου να κυλά.

Γράφω, τα λόγια, τα αισθήματα, τις σκέψεις του φίλου μου. Τα γεγονότα όμως τρέχουν, Λες ΚΑΙ ΒΆΛΘΗΚΑΝ ΝΑ ΣΥΝΟΜΙΛΉΣΟΥΝ ΜΑΖΊ ΤΟΥ, ΚΙ Ας ΑΠΟΥΣΙΆΖΕΙ ΑΠΌ ΤΗΝ ΣΚΗΝΉ. ΕΊΝΑΙ ΌΜΩΣ ΤΌΣΟ ΈΝΤΟΝΗ Η ΠΑΡΟΥΣΊΑ ΤΟΥ. Τα παραπάνω λόγια του φίλου και συντρόφου μου μοιάζουν να είναι προφητικά. Κάτι γίνεται! Φρέσκος μυρωδιαστός αέρας γυροφέρνει στην ατμόσφαιρα λόγια άλλων ονειροπόλων, άλλων ευαίσθητων στην ομορφιά, στην ζωή την αληθινή, ‘στο νόημα που χει κάτι απ’ τις φωτιές’ .
Κάνω διάλειμμα λοιπόν. Το γιατί αυτονόητο. Από το χθες στο σήμερα, κι από το σήμερα στο χθες. Γιατί η ζωή συνεχίζεται από εκεί που την αφήνουν οι πολεμιστές. ΈΝΑΣ ΠΈΦΤΕΙ, ΔΈΚΑ ΣΗΚΏΝΟΝΤΑΙ :

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΗΔΗ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΜΑΣ …

The Wall, Pink Floyd.

http://tvxs.gr/webtv/%CF%84%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B5%CF%82/%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%BA-%CF%86%CE%BB%CF%8C%CE%B9%CE%BD%CF%84-%CF%84%CE%BF-%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%82

  • Συνεχίζουμε από εκεί που σταματήσαμε :
    ‘πεθαμένες καλησπέρες δεν γουστάρω να μου πει’.
    Όσο η εικόνα είναι καθαρή, φόβος δεν υπάρχει. Ούτε ανησυχία.
    Απλά πίστη, εμπιστοσύνη, σιγουριά.
    Το ένα φέρνει το άλλο.
    Αρχίζει να φρενάρει λίγο το πράγμα, εμφανίζεται και η δυσπιστία, που γίνεται ανησυχία.
    Έτσι είναι η ζωή, όταν είσαι ήσυχος όλα κυλούν ρολόι.

Θυμάμαι τότε που πρωτοξεκίνησε, τότε που τον ένιωσα για πρώτη φορά.
Έχουμε βγει βράδυ να κολλήσουμε αυτοκόλλητα για την Πρίμα Λίνεα. Έχει κίνηση ακόμη αρκετή, κανονικά. Διαλέγουμε και ξεκινούμε από την γειτονιά δεξιά από το τελευταίο γεφύρι, απέναντι από το πάρκο Ντελλε Κασίνε. Εργατική συνοικία, με πολλές ανοιχτωσιές, καινούρια και αραιοκατοικημένη. Τριγυρνάμε κανένα δίωρο εκεί, και περνάμε στην γειτονιά του Αγίου Πνεύματος, Σάντο Σπίριτο. Έχει αραιώσει η κίνηση, έχει περάσει έντεκα η ώρα και …εκεί με πιάνει τρέμουλο και αγωνία. Νιώθω τον φόβο, είναι κάτι αόριστο, φοβάμαι για την τύχη μας, μου.

Παρακαλώ μέσα μου να περάσουμε απαρατήρητοι, να μη μας αντιληφθούν. Παρακαλώ ν’ αντέξω εάν τα πράγματα στραβώσουν. Να κρατήσω. Τρέμω, για πρώτη φορά. Νιώθω στενάχωρα.

DSC02249

πρώτη γραμμή

https://www.facebook.com/media/set/?set=oa.275299249154610&type=1

φωτογραφίες από την κηδεία της Μπάρμπαρα Ατζαρόνι

http://www.lastoriasiamonoi.rai.it/video/charlie-e-carla/1646/default.aspx

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Θ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 7

Μεγάλη στιγμή για την πόλη, αρχές καλοκαιριού, το Ιστορικό Ποδόσφαιρο της Φλωρεντίας. Ακούστε τι λεν οι ίδιοι οι αγωνιζόμενοι γι αυτή την εμπειρία : ‘υπάρχει ένα αρχαίο παιχνίδι, ένα παιχνίδι δίχως κανόνες, όπου οι σύντροφοι είναι αδελφωμένοι με αίμα και οι αντίπαλοι ορκισμένοι εχθροί. Τέσσερις ομάδες, τέσσερα χρώματα, αγωνίζονται για τις γυναίκες τους, κερδίζουν για τη γειτονιά τους. Πολλοί άντρες, μια μόνο επιθυμία : να νικήσουν το φόβο, να ανακαλύψουν τον εαυτό τους, μέσa από γροθιές, χάδια και βεγγαλικά’.

Είναι λοιπόν το αντίστοιχο μεσαιωνικό ποδόσφαιρο. Στη Σιένα κάνουν το Palio, ιπποδρομίες μέσα στους ειδικά διαμορφωμένους δρόμους του ιστορικού κέντρου της πόλης.
Εδώ αγωνίζονται με την μπάλα, κάτι σαν ράγκμπυ, χρησιμοποιούν και τα πόδια. Πρέπει να βάλουν το γκολ με οποιονδήποτε τρόπο μπορούν, και παίζουν εικοσιπέντε από κάθε πλευρά, χωρίς αλλαγές, για πενήντα λεπτά, κάθε Μάιο.
Ντυμένοι με τις αρχαίες φορεσιές τους οι αθλητές από τις τέσσερις ιστορικές συνοικίες της πόλης, την μέρα που γιορτάζουν τον Αι Γιάννη, προστάτη της Φλωρεντίας.
Κάνουν λοιπόν το τουρνουά τους ντυμένοι στα χρώματα της γειτονιάς.
Κλείνει όλη η πλατεία των Ευγενών, στήνονται ξύλινες κερκίδες γύρω γύρω και στρώνεται χώμα καταγής. Οι παίκτες κυλιούνται, χτυπιούνται και κάνουν τα πάντα για να κερδίσουν το τόπι και να το σπρώξουν στην εστία.

Η φάση είναι αρκετά άγρια, κτυπήματα επιτρέπονται, λεπτομέρειες δεν θυμούμαι. Γίνεται πανζουρλισμός στις κερκίδες με τα τραγούδια και τα συνθήματα.
Και όταν οι καιροί είναι περισσότερο τεταμένοι από το κανονικό δίνεται στην ατμόσφαιρα και κοινωνικοπολιτική χροιά .
Έχει προηγηθεί η πορεία των αθλητών και των συνοδών τους, που τους καθοδηγούν στη διάρκεια του αγώνα πίσω από την εστία οι αρχηγοί της αποστολής.
Πρόπερσι οι θεατές συγκρούστηκαν με την αστυνομία στο τέλος, μέχρι αργά τη νύχτα. Η αφορμή άσχετη με τον αγώνα, αιτία η σκληρή στάση που κράτησε η αστυνομία στη συνοικία του Σταυρού, όπου βρίσκονται οι φυλακές της πόλης, στη διάρκεια διαμαρτυρίας των φυλακισμένων. Όλη η συνοικία στο πόδι ζητά την ικανοποίηση των όρων που θέτουν οι εξεγερμένοι. Η αστυνομία κυριολεκτικά φέρεται σαν στρατός κατοχής και καταστέλλει άγρια τη στάση. Της το φυλάνε λοιπόν οι κάτοικοι και λίγους μήνες μετά ανταπαντούν με την λήξη του τελικού του Ιστορικού Ποδοσφαίρου.

Κλείνουμε λοιπόν την μικρή παρένθεση που ανοίξαμε και επιστρέφουμε στη περιγραφή μας.
Το παιχνίδι τελειώνει πριν τη δύση του ήλιου. Βλέπεις, τα χρόνια που πρωτοπαίχτηκε δεν υπάρχει ηλεκτρισμός
Το Δημαρχείο είναι στολισμένο με τα λάβαρα των διαγωνιζομένων, όλο το σκηνικό είναι στημένο εκεί μπροστά μιας και το Κυβερνείο της πόλης δεσπόζει στην μεγάλη πλατεία με το τεράστιο άγαλμα του Δαυίδ που φιλοτέχνησε ο Μικελάντζελο.

Disoccupate le strade dai sogni, Anno 1977, CLAUDIO LOLLI

ALBA MECCANICA ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΥΓΗ
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Torino
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Milano
στην Bologna
Η αυγή επινοεί μια ρόδα στο Βερολίνο
στη Napoli
στη Ρώμη
Μηχανικά με την έλευση του ήλιου
Αρχίζοντας να γυρνούν όλες μαζί απ’ τον ήλιο
Άρχισαν όλες να γυρνούν…….
Η αυγή επινοεί ένα γρανάζι
ο ήλιος το λειαίνει με το γράσο του
Η αυγή επινοεί μια ρόδα που γυρνά
Ανέπνευσε σύντροφε τον αέρα που φυσά
Ανέπνευσε σύντροφε μια σταγόνα από γράσο
Μα μη την ανασαίνεις σε παρακαλώ
είναι η σοσιαλδημοκρατία
και μη την ανασαίνεις πολύ δυνατά
είναι η μηχανική του θανάτου σου,
η μηχανική του θανάτου σου,
η μηχανική του θανάτου σου, του….

Σε αυτή εδώ την πλατεία, τον μήνα που μας πέρασε, ο Αλμιράντε, ηγέτης του φασιστικού κόμματος, προσπάθησε να βγάλει λόγο. Μίλησε, ναι, γιατί τον προστάτευσε όλη η αστυνομική δύναμη της περιοχής. Την ίδια ώρα όμως, ολόκληρο το κέντρο, γύρω από την πλατεία, έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης από τους χιλιάδες αντιφασίστες που διαδηλώνουν την αντίθεσή τους στην παρουσία των, καταδικασμένων στην ιστορική μνήμη, απογόνων αυτών που αιματοκύλισαν την ανθρωπότητα μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα.

Τα σκυλιά των αφεντικών γαβγίζουν και κυνηγούν. Χτυπούν, γεμίζουν τον τόπο χημικά, μόνο και μόνο για να μη διακοπεί η γιορτή της μισαλλοδοξίας. Παντού και πάντα κρυπτοφασίστες. Η φύση της δουλειάς τους τους κάνει τέτοιους. Το να είναι ιδανικό της δουλειάς σου, το καθήκον σου, να δέρνεις κόσμο δεν μπορεί να σταθεί σε έναν φυσιολογικό νου. Πρέπει να είσαι διεστραμμένος, δεν γίνεται διαφορετικά.
Τέλος πάντων. Επί ώρες δίνουμε μάχες, σώμα σώμα κάποιες στιγμές, κυρίως όμως εκ του συστάδην με τις δυνάμεις της ανομίας, προσπαθώντας να προσεγγίσουμε το σημείο.
Κάπου αλλού όμως, εκεί τριγύρω, σύντροφοι πυρπολούν παρκαρισμένες κλούβες που περιμένουν να τους περιμαζέψουν. Βλέπετε, η αχλάδα έχει την ουρά της πίσω.

Μιας λοιπόν και αυτοί είναι απασχολημένοι στο ‘θεάρεστο’, ευλογημένο από την επίσημη εκκλησία έργο τους, τα γραφεία των αεροπορικών εταιρειών της Ισπανίας Γερμανίας και Χιλής φλέγονταν. Η καταστολή και οι δολοφονίες, τα βασανιστήρια συντρόφων σε ημερήσια διάταξη στις τρεις αυτές χώρες. Οι σύντροφοι δεν ξεχνούν, δεν συγχωρούν. Στέκονται αλληλέγγυοι σε ανθρώπους που στενάζουν, που αγωνίζονται σε άλλες γωνιές της γης, προσφέροντας τις ζωές τους.
Άσε δε που, πολυκατάστημα συμφερόντων εταιρείας, μέτοχοι της οποίας δεν κρύβουν τη συμπάθειά τους στις φασιστικές πρακτικές, ‘ξαλαφρώνονται’ από προϊόντα τους. Για να προσφέρουν έτσι στον αγώνα των κοινωνικών πολεμιστών. Για να μη ξεχνιόμαστε.
Όταν συνηθίζεις σε μια τέτοια ένταση, εκεί που η αδρεναλίνη εκρήγνυται, εκεί που η ατμόσφαιρα μυρίζει φωτιά, στην αλληλεγγύη που γεννιέται στα οδοφράγματα, δεν μπορείς να κάτσεις ήσυχος μετά. Θέλεις ξανά, κι άλλο. Το ζητά ο οργανισμός σου! Στην ησυχία ‘παθαίνεις’.

Οι φασίστες δεν έχουν παρουσία στην πόλη. Όλα εκείνα τα χρόνια που έζησα εκεί είναι η μοναδική φορά που ξεμυτίζουν από τις τρύπες τους. Νομίζω πως η περίοδος είναι προεκλογική και δια τούτο κάνουν την απόπειρα.
Είναι τότε που οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ή μάλλον ότι έχει απομείνει από αυτές, κατεβαίνουν ενωμένες στην εκλογική φάρσα. Το πιο υγιές κομμάτι τους έχει διαλυθεί μέσα στο κίνημα.

Αναπτύσσονται σε κάθε χώρο αυτόνομες κοινότητες, επιτροπές, συνελεύσεις. Οι σύντροφοι από τις μεγάλες ριζοσπαστικές ανατρεπτικές οργανώσεις διαχέονται εκεί μέσα μεταφέροντας εμπειρίες χρόνων, αφομοιώνοντας καινούριες εντάσεις, νέα προτάγματα. Έχει γεννηθεί ένας καινούριος τρόπος να σκέφτεσαι, να ζεις και να δρας πολιτικά. Μια καινούρια πολιτική κουλτούρα είναι γεγονός.
Αυτόνομη.
Αφομοίωσαν και αφομοιώθηκαν.

  • Πως να ξεχάσεις εκείνες τις Απόκριες! Κάνει κρύο θανατηφόρο, έχει χιονίσει κιόλας, τα πάντα είναι παγωμένα. Μέρες τώρα κρυφές συζητήσεις, ανεπίσημα, στις παρέες, κάτι προετοιμάζουν.
    Έτοιμοι του μεγάλου Καρναβαλιού τη μέρα, παντού στην πόλη τριγυρνούν μεγάλες παρέες μασκαρεμένων. Μπαίνουν στα πολυκαταστήματα και τα ξελαφρώνουν. Γελώντας επισκέπτονται τα εστιατόρια τα απλησίαστα. Παραγγέλνουν με χαρά, χορταίνουν την πείνα τους και αποχωρούν τραγουδιστά. Δίχως να καταβάλουν αντίτιμο. Η μέρα το σηκώνει, η μέρα το ζητά. Στους κινηματογράφους επίσης. Η πρακτική των αναγκών.
    Κουβαλούν στις πλάτες τεράστιες παραστάσεις συγκρούσεων κι έτσι γίνονται άριστοι δάσκαλοι και καθηγητές. Έχουν, επί το πλείστον, αποβάλει ιεραρχικά μοντέλα και διαχωρισμούς, αφήνουν στην άκρη σκέψεις και ιδεολογήματα πρωτοπορίας, έχουν σαφώς δεχθεί ελευθεριακές επιδράσεις και απόψεις από την περιρρέουσα ευρωπαϊκή ατμόσφαιρα που γεννιέται μετά την σφοδρή καταιγίδα του ’68 και των εργατικών αναταραχών στα εργοστάσια του βορρά, από την εργατική αυτονομία στην πράξη και τις συμπεριφορές, νέοι αυτόνομοι από ότι μυρίζει γεροντίλα, αριστερή παράδοση, αριστερή συντήρηση και τα συναφή.

Αρπάζουν την ζωή από τα κέρατα, καβαλούν το φτερό του καρχαρία, επιθυμούν σφόδρα να τον οδηγήσουν εκεί που ονειρεύονται, εκεί που δεν είχε κολυμπήσει κανείς νωρίτερα. Δίχως ευνουχισμούς, δίχως αναβολές. Δεν περιμένουν να ωριμάσει τίποτα.
Το φρούτο έχει πέσει κιόλας από το δέντρο.
Με πυξίδα την καρδιά τους, αλληλεγγύη με όσους υφίστανται καταπίεση, με όλους τους εξουσιασμένους που ασφυκτιούν. Αλληλεγγύη ανάμεσα σε χώρους, εκεί κάτω, διάσπαρτους στη Μητρόπολη, τη ζούγκλα του ‘ανεπτυγμένου’ κόσμου.
Το νέο επαναστατικό υποκείμενο είναι εδώ, δεν σηκώνει την καταπίεση και απαιτεί αυτοδιάθεση, εδώ και τώρα. Αυτονομία.
Δεν δέχονται τους παλιούς κώδικες συμπεριφοράς, δοκιμάζουν τους δικούς τους που αποπνέουν φρεσκάδα, σίγουρα με το βλέμμα στραμμένο και προς εμπειρίες που το ανατρεπτικό κίνημα έχει παράξει τις δεκαετίες που πέρασαν. Ζωγραφίζουν με τα δικά τους πινέλα, αφήνουν το στίγμα τους στη μουσική, το χορό, στις τέχνες γενικότερα και τον πολιτισμό.

Η σεξουαλική απελευθέρωση και τα κινήματα αμφισβήτησης στην Αμερική και Ευρώπη έχουν σταθεί πρόδρομοι. Τα αντάρτικα κινήματα σε Λατινική Αμερική, την Ασία και την Αφρική και τελευταία στην Ευρώπη. Εκφραστές τους ο Μαρκούζε, ο Ντεμπόρ, ο Μάης. Η μάχη του Αλγερίου, οι περιπέτειες και η θυσία του Γκεβάρα. Οι ανίκητοι Βιετναμέζοι επαναστάτες Βιετκόνγκ. Ο Σαλβατόρ Αλιέντε. Η Ισπανική ΕΤΑ τότε που ο φυσικός διάδοχος του Φράνκο, ο Καρέρο Μπλάνκο ίπταται στον ουρανό της Μαδρίτης και προσγειώνεται ένα οικοδομικό τετράγωνο παραπέρα μετά από ενέδρα που του στήνουν οι σύντροφοι.
Οι Τουπαμάρος, η ΡΑΦ και ο ΙΡΑ και το MIR.

http://www.exashare.com/0132kkzqvhti

η μάχη του Αλγερίου

Ο ύπνος τους δεν είναι ήσυχος. Αυτές οι εικόνες στοιχειώνουν τα όνειρα και την φαντασία τους. Βγαίνουν κατευθείαν μέσα από τα σκαμμένα λαγούμια της Ινδοκίνας, από τα κρησφύγετα των ανταρτών όπου φυλάγονται οι απαχθέντες αμερικανοί αξιωματούχοι, που διευθύνουν τον βρώμικο πόλεμο του ιμπεριαλισμού, στην κατοχή της Νότιας Αμερικής.
Έρχεται και η Πορτογαλλική επανάσταση να χρυσώσει το κερασάκι στην τούρτα.
Φελτρινέλι, Κούρτσιο και Μάρα Καγκόλ, οι πρώτοι νεκροί, Ουλρίκε Μάιννχοφ, οι Παλαιστίνιοι αντάρτες και ο Μαύρος Σεπτέμβρης, αεροπειρατίες, Κάρλος το Τσακάλι, η κατάληψη των γραφείων των πετρελαιάδων του ΟΠΕΚ στη Βιέννη, η ματωμένη Ολυμπιάδα του Μονάχου, οι μαύροι Πάνθηρες, υψωμένες μαύρες γροθιές από τους αμερικανούς Ολυμπιονίκες στο Μεξικό, στιγμές ανεπανάληπτες, εξιτάρουν, μας πωρώνουν. Φενταγίν.

Θυμάμαι και τα λόγια των πατεράδων μας στις ταβέρνες ή όταν παίζουν με τις μπότσε, le bocce. Αναπολούν την αντίσταση και το αντάρτικο ενάντια στον Μουσολίνι και τους μελενοχίτωνες του. Νιώθουν προδομένοι από το κόμμα, που μίλησε για επανάσταση και μετά έπεσε σε κώμα.
Κι έρχεται, στη μέση της εφηβείας μας, η εκπαραθύρωση του Πινέλλι από τα γραφεία της αστυνομίας στο Μιλάνο, ‘τυφλές’ βόμβες, piazza Fontana, με δεκάδες νεκρούς στις πλατείες και τα τρένα, στο Μιλάνο, στη Μπρέσια, στη Μπολόνια.

Κρυφές επαφές των μυστικών υπηρεσιών με την Ελληνική χούντα, σχέδια προετοιμασίας πραξικοπήματος και στη χώρα μας.
Δεν ξεχνούμε, δεν συγχωρούμε, οργανωνόμαστε, προετοιμαζόμαστε. Μιας και όλα είναι πιθανά.
Δεν θα μας πιάσουν στον ύπνο.
Θέλουμε να αποφασίζουμε για τις τύχες μας.
Τα θέλουμε όλα, άμεσα. Τώρα.
Τι θέλουμε ; Τη ζωή μας. Να ορίζουμε την ζωή μας. Τις τύχες μας. Έτσι, απλά!

κίνημα ’77

Ακούμε Φραντσέσκο ντε Γκρεγκόρι, Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, Κλάουντιο Λόλλι, Άρεα, Πρεμιάτα Φορνερία Μαρκόνι, Λούτσιο Ντάλλα, Βάσκο Ρόσσι, Φραντσέσκο Γκουτσίνι και όλη την ξένη ροκ σκηνή.
Οι Ίντι Ιλιμάνι επισκέπτονται συχνά την χώρα κι έτσι μας δίνεται η ευκαιρία να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στον δοκιμαζόμενο Χιλιανό λαό. Βρίσκονταν στην Ευρώπη σε περιοδεία διεθνούς συμπαράστασης στην προσπάθεια της αριστερής κυβέρνησης στη Χιλή να στεριώσει την ειρηνική της επανάσταση όταν συμβαίνει το πραξικόπημα, δεν επέστρεψαν ποτέ. Γυρνούν όλο τον κόσμο σε συναυλίες καταγγελίας του φασισμού και του ιμπεριαλισμού, καταγγέλλοντας τη ΣΙΑ και τις βορειοαμερικάνικες εταιρείες, που σε συνεργασία με την κυβέρνηση των ΗΠΑ δολοφονούν τον χιλιανό λαό και τον ήρωα πρόεδρό του, μαντρώνοντας χιλιάδες στα γήπεδα, εξαφανίζοντας χιλιάδες. Δολοφονώντας τον πολυαγαπημένο τους λαϊκό βάρδο Βίκτορ Χάρα ύστερα από φρικτά βασανιστήρια.
Κάθε συναυλία και διαδήλωση συμπαράστασης στο λαό.
Έτσι και με εσάς τους Έλληνες. Γυρνά ο Θεοδωράκης την Ευρώπη καταγγέλλοντας με μουσική και στίχο την δικτατορία στη χώρα του. Την ανάμιξη των βορειοαμερικάνων. Τη φίμωση και τα βασανιστήρια.
Οργανώνονται αγώνες για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων. Για να αποτραπεί η εξόντωση του ήρωα Αλέκου Παναγούλη.

Γκεβάρα

Άλλοτε χαλαρά. Συχνά ξεσπούν συγκρούσεις. Αλληλεγγύη στους αντιστασιακούς σε κάθε γωνιά της γης.
Στην προβολή του Ζ ξεσπά διαδήλωση.
Αγαπούμε τον κινηματογράφο. Προτιμούμε αυτόν με νόημα.
‘Ο Ρόκο και τ’ αδέλφια του’, του Λουκίνο Βισκόντι, με τους Ντελόν, Ρενάτο Σαλβατόρι, Κλάουντια Καρντινάλε, Αννί Ζιραρντό.
Παθιαζόμαστε με τις ταινίες, ζούμε έντονα κάθε στιγμή, σαν να είμαστε οι πρωταγωνιστές. Παίρνουμε μέρος. Βλέπουμε και ξαναβλέπουμε, σου ανέφερα κάποιες. ‘Φιλμ Αγάπης και Αναρχίας’, με την Μαριάντζελα Μελάτο και τον Τζιανκάρλο Τζανίνι.

Δύο ποιήματα-αριστουργήματα των αδελφών Ταβιάνι από το ’72 και ’73, San Michele aveva un Gallo με τον Τζούλιο Μπρότζι και Allonsanfan με τον Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι, που πραγματεύονται τον αγώνα του ανθρώπου, την υπαρξιακή του αγωνία και την επανάσταση.
‘Ο Ξένοιαστος Καβαλάρης’, με τον Πήτερ Φόντα και τον Τζακ Νίκολσον στο ξεκίνημά του και τον Ντένις Χόπερ που κρατά ένα ρόλο.
Θυμάμαι ακόμη ‘το μεγάλο Ανθρωπάκι’ με τον Ντάστιν Χόφμαν. Διηγείται την ιστορία της καταστροφής του δολοφόνου στρατηγού Κάσπερ από τους Ινδιάνους των ΗΠΑ. Πανηγυρίζουμε σαν τα μικρά παιδιά.

»Η άγρια συμμορία, The wild bunch, il mucchio selvaggio του Σαμ Πέκινπα είναι για εμάς κάτι σαν μανιφέστο, όπως και η Queimada του Τζίλο Ποντεκόρβο

»Η ανταρσία του Μπάουντι», με τον Μάρλον Μπράντον

Τον ‘άνθρωπο που έλεγαν Άλογο’, με τον Ρίτσαρντ Χάρις και την Κορίνα Τσοπέϊ. Μιλά για τη ζωή και τις συνήθειες των Ινδιάνων, τα έθιμά τους τα πατροπαράδοτα.
Αγαπάμε πολύ τους Ινδιάνους.
Τους κλέφτες και τους παράνομους.
Και τους σαμουράι. Κινέζους, Γιαπωνέζους.
Τα γουέστερν του Σαμ Πέκινπα, τις ταινίες του Ρόμπερτ Άλτμαν. Και φυσικά Αντονιόνι, Μπερτολούτσι, Φελίνι, Παζολίνι, Στάνλεϊ Κιούμπρικ, εκατό χρόνια μπροστά!
Ήρθε μετά η ‘Πρόβα Ορχήστρας’ του Φελίνι και ‘La Luna’ του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι.
Χορεύουμε πολύ ναπολιτάνικες ταραντέλες στα πανηγύρια και τις γιορτές.
Η Νέα Κομπανία ντι Κάντο Ποπολάρε είναι στα φόρτε της αυτό το διάστημα.
Η ζωή στην μπρίζα.

INCUBO NUMERO ZERO, αριθμός Εφιάλτη μηδέν σε ελεύθερη μετάφραση

Η μέρα συνήθως ξεκινά βρώμικη Όπως το μελάνι της εφημερίδας μας Γραμμένο στους λευκούς τοίχους των φυλακών της Ομοσπονδιακής δημοκρατίας Μέρα με την μέρα προχωρώντας ήσυχος Βρίσκομαι σχεδόν μπροστά στο παράθυρο σου Mε μια πορεία από σπινθήρες και τα ταμπούρλα η μπάντα Η ορχήστρα. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε το σκοτεινότερο δάσος είναι κοντά, Μα σήμερα η σελήνη έχει το πρόσωπο μάγισσας Και ο ήλιος άφησε τις ακτίνες του στο υπόγειο. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε Το πιο μαύρο δάσος είναι κοντά, Αλλά ένα jumbojet γράφει »ζήτω η εργασία» Με αίμα, στον ουρανό αυτού του πρωινού.

Με ένα μεγάφωνο επάνω σε ένα κόκκινο λεωφορείο Ένας Χριστός βγαλμένος από το Circo Togni Ξεκινά έναν λόγο με αυτά τα λόγια »ελευθερώστε τους δρόμους, από τα όνειρα Είναι ενοχλητικά, άχρηστα, ζωντανά Και τα ποντίκια και τα σκουπίδια συνελήφθησαν Θα αποκεντρώσουμε το τυρί και τα αρχεία. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, για να τα κρατήσουμε σε έναν καλύτερο τρόπο, Μπορούμε να σας παρέχουμε φωτοκόπιες επιταγών, Ένα ψεύτικο δίπλωμα, ένα πορτοφόλι, έναν χαρτοφύλακα. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Και καταταγείτε στην αστυνομία, Θα χρειαστεί να πάρετε μέρος Και αυτός είναι ο τρόπος Στο δικό μας σχέδιο δημοκρατίας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και συνεχίστε να πληρώνετε το νοίκι Και κάθε ρεμάλι που έχει άλλες ανάγκες Από την απέραντη καλοσύνη μου να τρυπηθεί. Από σήμερα απαγορεύεται ο αυνανισμός Lambro e lambrusco ντυμένοι στα μαύρα Θα ανοίξουν τις λίστες της ανεργίας Επηρεάζοντας στη συνέχεια αυτές του νεκροταφείου, Και μετά, και μετά, Μετά θα χτίσουμε μεγάλα νοσοκομεία, Οι καραμπινιέροι θα είναι καλύτεροι, Η πρόνοια ίσως να είναι δωρεάν εφ όρου ζωής Και καλύτερο φαί στις φυλακές μας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και χαρίστε μας τα λόγια σας, Να μην σας πιάσουμε κρυμμένους να κάνετε έρωτα Οι εγκληματίες να φωτίζονται από τον ήλιο. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε…»

Σε αυτό το σημείο φτάνει ένα τρομπόνι Βαδίζει με τον κώλο όμως μοιάζει ψηλό Και απαγγέλλει μουσικά ένα παράξενο τραγούδι ο Χριστός το τραγουδά και μ’ ένα σάλτο, βρίσκεται επάνω μου. »Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Δεν θα υπάρξει χώρος για την φαντασία Στον καθάριο παράδεισο που απαιτεί πολύ εργασία Της δικής μας νέας [σοσιαλ] δημοκρατίας»

Σε αυτό το σημείο πηδώ από τον ουρανό πηδώ απ’ το κρεβάτι Και δίνω ένα φιλί στο στόμα σ’ ένα φρικτό τέρας Και γλύφω το μελάνι, γλείφω το μελάνι, γλύφω το μελάνι της εφημερίδας μας.

Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη

για την Ουλρίκε

Εγώ η Ουλρίκε Μάινχοφ καταγγέλω – Ωχρά Σπειροχαίτη

Ανέβηκε στις 19 Σεπ 2010

Πρόκεται για θεατρικό μονόλογο του Dario Fo και της Franka Rame. Μελοποιήθηκε από Ωχρά Σπειροχαίτη. Η εκτέλεση είναι από live στη θεσσαλονίκη.

 

Τα τραγούδια κουβαλάνε συναίσθημα, κρύβουν νοήματα, δεν είναι κείμενα που διαβάζεις και λένε συγκεκριμένα πράγματα που μεταφράσεις από γλώσσα σε γλώσσα.
Θέλω με την ευκαιρία να αναφέρω πως το έργο ‘DISOCCUPATE LE STRADE DAI SOGNI’ από τον οποίο εμπνεύστηκα τον τίτλο του βιβλίου, και από τον οποίο μόλις μετέφερα δύο τραγούδια, είναι γραμμένο για την Ουλρίκε Μάϊνχοφ και τους έγκλειστους αντάρτες της γερμανικής ΡΑΦ, από τον Κλάουντιο Λόλλι, προφητικό όσον αφορά όλα εκείνα που θα συνέβαιναν το 1977 στην Ιταλία.

  • Συνεχίζουμε.
    Αγοράζω Λαμπρέττα 180άρα, από συντρόφισσα, μεταχειρισμένη, κατεβαίνω στη Ρώμη χεινωνιάτικα με φίλο, χωρίς εξοπλισμό, τίποτα. Ντυμένοι με τζιν. Πως αντέχουμε ένας θεός ξέρει! Κράνη δανειζόμαστε από φίλους.
    Γυρνάμε στα υψώματα της επτάλοφου. Επισκεπτόμαστε όχι μόνο στέκια και συντρόφους αλλά και τις αρχαιότητες.

Have you ever seen the rain, Creedence Clearwater Revival.

DSC02203

La nostalgia e la memoria:poesia di Sante Notarnicola musiche Assalti Frontali

 Η νοσταλγία και η μνήμη: ποίημα του Σάντε Νοταρνικόλα με μουσικές των Assalti Frontali

συνεχίζεται

αυτονομία, autonomia

Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-Η χρυσή-ορδή-το-μεγάλο-επαναστατικό-και δημιουργικό-και-πολιτικό-και-υπαρξιακό-κύμα.pdf

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ
Χρόνια του μολυβιού, διαχωρισμένα Σώματα, κρατικές Σφαγές, Αποσταθεροποίηση, Καταστολή, Τρομοκρατία, Κατάσταση έκτακτης ανάγκης … ή αντίθετα: Τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μας, ριζική Μεταμόρφωση της καθημερινής ζωής, Ουτοπία, Ανάγκη για κομουνισμό Σεξουαλική επανάσταση, Ένοπλος αγώνας κλπ. Και ξανά: Κόσμος Beat, Hippies, Καταστασιακοί, Movimento studentesco, Potere operaio, Lotta continua, Μαοϊκοί, Consiliari, Αναρχικοί, Αυτόνομοι …Πίσω απ ‘όλους αυτούς τους ορισμούς, οι ζωές χιλιάδων, εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων μέσα σε δύο δεκαετίες, οι οποίοι έσκαψαν μέχρι τα θεμέλια τους φαινομενικά αμετάβλητους πυλώνες της ιταλικής κοινωνίας. Μετά από αυτή την τεράστια και βαθιά συλλογική εμπειρία, τίποτα πλέον δεν μπορεί να θεωρηθεί ίδιο με πριν. Για να υποβαθμιστεί, να περιοριστεί και να συρρικνωθούν οι διαστάσεις αυτού του μεγάλου επαναστατικού και δημιουργικού, πολιτικού και υπαρξιακού κύματος, χρειάστηκε (και για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία) η μεγάλη συμμαχία ολόκληρου του συστήματος των κομμάτων, η χρήση όλων των στρατιωτικών σωμάτων, μια ριζική μετατροπή του «κράτους δικαίου», η μετατροπή του δικαστικού σώματος σε τακτικό βραχίονα της πολιτικής εξουσίας και των συμφερόντων της βιομηχανικής μπουρζουαζίας (και μη). Προς στήριξη της συναίνεσης, ολόκληρη η καμάρα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, η οποία αναβίωσε την παράδοση του «δημοσιογράφου-αστυνομικού» των αρχών του αιώνα. Έχοντες όλοι την πρόθεση να δείξουν πως, έτσι ώστε τίποτα να μην αλλάξει, επρόκειτο για την «εξάλειψη» μιας ασήμαντης μειοψηφίας παραληρηματικών ανεύθυνων φανατικών, διαχωρισμένων από την πραγματικότητα που τους καθοδηγούσαν σκοτεινές δυνάμεις. Προς υπεράσπιση της αλήθειας και των δικαιωμάτων, μια εξαιρετική περίπολος έξυπνων και μάλλον ανεπανάληπτων δικηγόρων, μια μικρή ομάδα «εγγυητών», τα γενναιόδωρα λείψανα των πολιτικών κινημάτων .. Σαράντα χιλιάδες καταγγέλθηκαν, δεκαπέντε χιλιάδες «πέρασαν» από τις φυλακές, έξι χιλιάδες καταδικάστηκαν, σχεδόν πάντα χωρίς καμιά εγγύηση του δικαιώματος υπεράσπισης. Αυτά είναι τα άγονα τελικά και λογιστικά νούμερα της λαμπρής επιχείρησης υπεράσπισης της «δημοκρατίας». Πίσω από τα νούμερα, οι «ειδικές φυλακές», τα βασανιστήρια, η απομόνωση, το καλύτερο μέρος των δύο γενεών που οδηγήθηκε στη σιωπή, αναγκάστηκε να εξοριστεί ή «αποδόθηκε» στην κοινωνία αφού είχε ταπεινωθεί στην ταυτότητά του. Πως να μιλήσεις για όλο αυτό δίχως να κολλήσεις ετικέτες και ορισμούς, χωρίς να πέσεις στην παγίδα της ιδεολογίας, χωρίς να δώσεις χαρά στον παντοτινό αντίπαλο με την ανακατασκευή χαρτών και των γεωμετριών;                        Ίσως μέσα από θραύσματα και διαδρομές, μέσα στα εφήμερα μονοπάτια της μνήμης και αφήνοντας τις διαφορές να μιλήσουν. Όχι μια ιστορία λοιπόν, αλλά μια διαδρομή για να προσελκύσει στοχασμούς, προβληματισμούς, να τονίσει, να υπογραμμίσει την ευτυχία, τον πλούτο, να βοηθήσει να βρεθεί η προέλευση, οι απαρχές μιας μακράς άνοιξης. Η αξία σε αυτές τις «διαφορετικές» κάρτες θα μπορούσε να διαμένει στον εξωφρενικό υποκειμενισμό τους.
σκόρπιες σκέψεις...

Η επανάσταση δεν συλλαμβάνεται! Ιταλία: για έναν Μάη που δεν ήθελε να σβήσει!

Κάναμε τα πάντα,
για να γίνουμε καλύτεροι από εκείνο που ήμασταν.
Αυτό μπορούμε να το πούμε για μεγάλο μέρος
της γενιάς μας, σε μιαν εποχή
στην οποία θέλαμε, και φαίνονταν πως ήταν δυνατό,
να αλλάξουμε τα πράγματα και τον κόσμο. 

Ο Lorenzo Bortoli θα πεθάνει αυτοκτονώντας στη φυλακή την 19 ιουνίου 1979. LORENZO BORTOLI 1952-1979

  • ποιος είπε πως δεν υπάρχει!

Μέρος Α……   ‘βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην πρόκληση, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει’.


Gianfranco Manfredi 1976


  • Και νόμιζαν ότι θα γλιτώσουν κατηγορώντας την ιστορία για ένοπλη συμμορία…
  • Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε Τώρα! η έφοδος στον ουρανό
  • Την έμφυτη ανάγκη που έχουν για ελευθερία. Τη δίψα που έχουν για την ανάληψη πρωτοβουλίας και δράσης. Για τη βαθύτατη απόγνωση που βασανίζει τη καρδιά τους και τον αγώνα δρόμου που κάνουν για να επαναπροσδιορίσουν το είναι τους.
  • Το περίφημο ’68 που στην Ιταλία εξαπλώθηκε κυρίως το ’69-70′, όταν αξιολογείται εκ των υστέρων, μαζί με τις άλλες αλλαγές δημιούργησε, με ιστορικούς όρους, και μια κυριότερη, απ’ όλες τις άλλες μαζί: την ντε φάκτο απελευθέρωση των γυναικών από την πατριαρχική υποταγή που διαρκούσε αιώνες. Η οικογένεια εκρήγνυται : οι νέες και οι νέοι εικοσάρηδες φεύγουν από τα σπίτια για να μη ξαναγυρίσουν, και πολύ λίγα αποκαλύπτουν στους γονείς από τα πολλά που κάνουν. Το σχολείο, που μέχρι στιγμής αποτελεί έναν από τους πυλώνες του πατριαρχίας, δομημένο για να έχει τρία είδη παραγώγων – πρόβατα, πρόβατα λιγάκι καλλιεργημένα, μαϊμούδες που ομιλούν και κυριαρχούν – καταρρέει στη διάρκεια ενός χρόνου, αδειάζοντας από εξουσία τους δασκάλους και καθηγητές, από τους οποίους οι πιο τυραννικοί εκ των πραγμάτων εκδιώκονται από τα κτίρια. Στα θερμά συνελευσιακά κινήματα ήταν ξεκάθαρο πως οι γυναίκες μπορούσαν να είναι ότι και οι άνδρες σε νούμερα και θέληση. Στα εργοστάσια συμβαίνει το ίδιο πράγμα: οι μυριάδες γυναικών που ήδη εργάζονταν σε κάθε βιομηχανία, βλέπε το αβαντάζ των επιχειρηματιών που πληρώνουν χαμηλότερους μισθούς, μεταμορφώνει την οικονομική σε υπαρξιακή αυτονομία.

Η κληρονομιά εκείνης της εποχής περιέχει λοιπόν κάποιες θετικές πλευρές που έχουν καθιερωθεί, και άλλες που με τα χρόνια περιέπεσαν σε λανθάνουσα κατάσταση, ή που σήμερα δέχονται σκληρή κριτική. Παρόλα αυτά, εκείνοι που σήμερα ασκούν κριτική σε εκείνη την ιστορική περίοδο ωφελήθηκαν ακριβώς από την συνολική κατάσταση που εκείνα τα χρόνια είχε δημιουργηθεί, από το γεγονός πως ένα πλήθος ανθρώπων με καινούργιες ιδέες έδιωξε θέσεις που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζαν αμετακίνητες.
Ο σεισμός ξεκίνησε από τα σπίτια, απ’ τα σχολειά και τα εργοστάσια, κατακλύζει ολόκληρη την Ιταλία και θέτει υπό αμφισβήτηση κάθε κοινωνική πλευρά: οι επίσημες εξουσίες εξαφανίζονται γιατί απορρίπτονται ή ηττώνται, και στο κενό που έχει δημιουργηθεί αναδύεται και έχει κάποια διάρκεια η συνελευσιακή εξουσία, στης οποίας το κύκλωμα έρχονται να ανακατευτούν μεγάλα στρώματα νεαρών με αυτά λιγότερο νέων, για να αντλήσουν εμπειρία, για να ενωθούν και να διαχωριστούν ξανά ανάλογα με τα πολιτικά θέματα δεξιάς και αριστεράς, άντρες και γυναίκες συναντώνται, όλο και περισσότερο ισότιμα.

Και η κουλτούρα επίσης καταγράφει βήματα προς τα εμπρός. Γίνεται μαζική, γεννά σε μια τάξη μέχρι στιγμής περιορισμένη, το προλεταριάτο, νέες και πιο εξελιγμένες ανάγκες: οικιστική αυτονομία, αυτονομία στις μετακινήσεις, ταξίδια και διακοπές, ελεύθερο χρόνο και αναγνώσεις, μουσική

Το ξεκίνημα της αλλαγής τοποθετείται μια δεκαετία νωρίτερα: το 1959, εξ αιτίας μιας επανάστασης, το μεγάλο νησί της Κούβας γίνεται Κράτος σοσιαλιστικό ή κομουνιστικό εάν προτιμάτε, κάτω από την διεύθυνση προσωπικοτήτων όπως ο Φιντέλ Κάστρο και ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, που αποπνέουν νεανική εικόνα, λαϊκή και πολύ ρομαντική, σε μια εποχή που έχει ξεκινήσει ήδη η μεγάλη μαζική επικοινωνία με ήχο και εικόνα. Για το φαντασιακό η Κούβα αντιπροσωπεύει τον Δαβίδ που στέκεται ορθός απέναντι στον Γολιάθ και τον κρατά απ’ τα  αρχίδια κι ας είναι με τη βοήθεια της ρωσικής αρκούδας. Για τις ηνωμένες πολιτείες είναι αγκάθι στον κόρφο της, πραγματικά και όχι μεταφορικά, μιας και η απόσταση που χωρίζει το νησί από την ήπειρο είναι ελάχιστη. Για τους σοβιετικούς αντιπροσωπεύει ένα τεράστιο κτύπημα της τύχης, διότι φέρνει την ηγεμονία τους σε απόσταση αναπνοής απ’ τον μεγάλο αντίπαλο, για τους κομουνιστές των μη κομουνιστικών κρατών αντιπροσωπεύει γεγονός πολύ ενδιαφέρον που ανοίγει νέους ορίζοντες, για πρώτη φορά μια νικηφόρα επανάσταση καθαρά κομουνιστική και προλετάρια συμβαίνει όχι σε περίοδο πολέμου, μα σε καιρό ειρήνης, αποδεικνύοντας πως μια αληθινή επανάσταση είναι δυνατή.

Δέκα μέρες πριν τη κρίση των πυραύλων βγαίνει στο Λονδίνο ο πρώτος δίσκος των Μπήτλς, που με τους Ρόλλινγκ Στόουνς δίνουν έναρξη στην βρεταννική εισβολή, εννοώντας την ροή της νέας μουσικής ροκ από την Αγγλία προς την Αμερική πρώτα και στον υπόλοιπο κόσμο στη συνέχεια. Μουσική έκφραση που είναι το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό γεγονός του αιώνα, ρίχνει τα εμπόδια και τα τείχη, και είναι ο πρόδρομος της καλής παγκοσμιοποίησης, γίνεται επίσης το σάουντρακ μεγάλου μέρους των κινημάτων απελευθέρωσης και της αριστεράς. Στο φως της μεγαλύτερης ισότητας που υπάρχει στον βορρά, μαζί με την καινούργια μουσική έρχεται η εξέλιξη στις σεξουαλικές συνήθειες και τα ήθη όπως και στους αισθητικούς κανόνες, και για πρώτη φορά, χάρη στην εμπορική εξάπλωση και στις προσιτές τιμές, η καλλιτεχνική πρωτοπορία είναι πλέον στις πόρτες όλων.

Μια δυνατή ώθηση προς τις επαναστατικές ιδέες έρχεται από την Νότιο Αμερική, την κακότυχη ήπειρο όπου έχουν πέσει επάνω της με τον πιο άγριο τρόπο ο αμερικανικός καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός. Από το 1968 οι απαντήσεις έρχονται κυρίως από το αντάρτικο κίνημα των Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη και από την Χιλή του σοσιαλιστή Αλλιέντε. Τα πραξικοπήματα που έχουν οργανωθεί για να εξολοθρεύσουν φορά τη φορά τον κίνδυνο εξάπλωσης της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού στην ήπειρο παρήγαγαν σύγκρουση ιδιαίτερα σκληρή κι από τα δύο μέρη. Ήδη το 1967 μια προσπάθεια επαναστατική στην Βολιβία τελειώνει με την εκτέλεση του θρυλικού διοικητή Τσε Γκεβάρα, που αρνήθηκε τις κολακείες της εξουσίας στη νικηφόρα Κούβα για να επιστρέψει στον αγώνα, και που πεθαίνοντας με εκείνο τον τρόπο καθίσταται έμπνευση και αναφορά πολιτικό-στρατιωτική σε όλο τον κόσμο. Η μορφή του ζωγραφισμένη είναι ίσως το πολιτικό σύμβολο που έχει τοποθετηθεί στις περισσότερες σημαίες.

Το καλοκαίρι του 1964 ξεκινά η απ ευθείας ανάμειξη των αμερικανών στον πόλεμο στο Βιετνάμ που θα κρατήσει εννέα από τα έντεκα χρόνια εκείνης της σύγκρουσης. Απορροφά όλο και περισσότερους αμερικανούς στρατιώτες, με πολλές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, γενικεύοντας τη μεγαλύτερη λαϊκή δυσαρέσκεια που είδαμε ποτέ στις ηνωμένες πολιτείες, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αποσύρει τα στρατεύματα, υπό την πίεση μυριάδων διαδηλώσεων και αγώνων, η είδηση από τους οποίους μόνο εν μέρει έγινε γνωστή πέρα απ’ τον ωκεανό. Η πρώτη φοιτητική εξέγερση ξεσπά στο Μπέρκλεϋ, στην Καλιφόρνια, την άνοιξη του ’64, στο όνομα του δικαιώματος των φοιτητών να μπορούν να ομιλούν ελεύθερα ενάντια στην κυβέρνηση και τον πόλεμο μέσα στις σχολές. Ανάμεσα στα διάφορα κινήματα που αναπτύχθησαν τα επόμενα χρόνια, εκτός απ’ τους ειρηνιστές, θυμούμαστε τους Black Power, τους Black Panther, το κίνημα για την απελευθέρωση της γυναίκας, το κίνημα των gay, τους hippie, τους freak. Το 1968 αυτές και άλλες συνιστώσες θα έρθουν στη δημοσιότητα στο Σικάγο όπου θα προκληθούν σοβαρά επεισόδια στη διάρκεια του συνεδρίου του Δημοκρατικού κόμματος. Εκείνο το διάστημα ήδη έχουμε και την Άνοιξη της Πράγας και τον γαλλικό Μάη.

Από μια άλλη ήπειρο φτάνουν τα νέα της πολιτιστικής επανάστασης στην Κίνα, της οποίας οι αρχές, συγκεντρωμένες στο εύχρηστο κόκκινο βιβλιαράκι των σκέψεων του Μάο Τσε Τούνγκ, ανεμίζουν στις διαδηλώσεις στην θέση των σημαιών. Στα κομουνιστικά κόμματα της δύσης και στις οργανώσεις με αυτά συνδεδεμένες, όπως τα συνδικάτα, μέρος της εσωτερικής αντιπολίτευσης τείνει να απαγκιστρωθεί από την σοβιετική ορθοδοξία, που αποκαλείται ρεβιζιονιστική διότι αρνείται την παγκόσμια επανάσταση, και δέχεται πως η κόκκινη σημαία γλιστράει προς την Κίνα.

Το 1968 σημειώνεται η διεθνής κορύφωση, με εξεγέρσεις φοιτητικές στην Ευρώπη και την Αμερική. Σύμβολο των καιρών παραμένει ο γαλλικός Μάης, όπου κωδικοποιούνται συμπεριφορές, σκοποί και τακτικές, δυναμικές και αισθητικές αξίες, γραφικά σημάδια και σχέδια, συνθήματα, έτσι όπως στη συνέχεια θα τα βλέπαμε και ακούμε παντού όπου υπήρχε συνελευσιακό καθεστώςομάδες περιφρούρησης, πορείες και διαδηλώσεις, κατάληψη ή οδοφράγματα. Το κίνημα των γάλλων φοιτητών, για να ριζώσει, έψαξε τη σύνδεση δίχως να τα καταφέρει, σε σταθερή βάση, με την εργατική τάξη, κι έτσι, παρά το ότι παρήγαγε ένα πολιτικό σπουδαίο γεγονός όπως η προσωπική απομάκρυνση του στρατηγού Ντε Γκώλ, τελειώνει μόλις μετά από ένα μήνα. Στην Ιταλία, η φοιτητική διαμαρτυρία ξεκινά αργότερα αλλά βρίσκει, εν μέρει τουλάχιστον, ανταπόκριση και σύνδεση με την εργατική τάξη. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο στην Γαλλία ο Μάης διαρκεί ένα μήνα ενώ στην Ιταλία δέκα χρόνια, δεκαπέντε!

Αυτές οι γραμμές δεν μπορούν παρά να είναι μια φτωχή περίληψη αυτών που συνέβησαν μέχρι τη στιγμή που πυροδότησε την συνέχεια : τη βόμβα στην
Banca nazionale dell’agricoltura, στην πιάτσα Φοντάνα, στο Μιλάνο, με δεκαεπτά νεκρούς. Το κυνήγι στους αναρχικούς, ο θάνατος του Giuseppe Pinelli, που πέφτει απ’ το παράθυρο της ασφάλειας. Η γέννηση της στρατηγικής της έντασης.
Η αριστερά ξεσηκώνεται σε όλη την Ιταλία, σε μια εκπληκτική προσπάθεια να απελευθερωθεί από μια ψεύτικη κατηγορία που προπαγανδίζεται από εφημερίδες και τηλεειδήσεις. Τίποτα περισσότερο από το ξεμασκάρεμα της στρατηγικής της έντασης αξίζει για να μεγαλώσει τις γραμμές της μαχητικής αριστεράς, και μια αυθεντική αλληλεγγύη προς το αναρχικό κίνημα αδίκως κατηγορούμενο μετατρέπεται στο πέρασμα πολλών από το γενικότερο δημοκρατικό χώρο, προοδευτικό, λαϊκό ή καθολικό σε εκείνο το μαρξιστικό ή κομουνιστικό, μεγαλώνοντας και δυναμώνοντας για μια δεκαετία εκείνες τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις που έφτασαν να έχουν δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές κινητοποιήσιμους. Οργανώσεις που θεωρούν πως η καθεμιά τους είναι ο πυρήνας του μελλοντικού επαναστατικού κόμματος ή κινήματος. Που πίστευαν πως η επανάσταση αργά ή γρήγορα θα έρχονταν. Εν τω μεταξύ, αρκούνταν στη χρήση της βίας στην πλατεία και τους δρόμους, που ήταν αναγκαία αντίθεση στο Κράτος, και στον αγώνα ενάντια στις φασιστικές ομάδες, έχοντας αντιληφθεί πως αυτές αποτελούν τη δεξαμενή από την οποία το Κράτος αντλούσε για τις σκοτεινές του μανούβρες.

Τέλος, συμβιβαστική, ηττοπαθής και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη η πολιτική του Κκι, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

 

  • Η ιστορία ενός κινήματος πολιτιστικού και πολιτικού που ηττήθηκε από την στρατιωτική και δικαστική αντίδραση του κράτους.

Ήταν λοιπόν η Αυτονομία, η οποία γεννιέται στη συνέχεια,  ένα κίνημα πολύ πλατύ, οδοντωτό, που λίγοι αναγνωρίζονταν στις οργανωμένες του ομάδες, και που περιείχε όλο εκείνο το ανατρεπτικό και εξεγερτικό που μπορούσες να βρεις στις πλατείες των πόλεων της ιταλίας, οποιοσδήποτε είχε μέσα του λίγη κοινωνική εξεγερτικότητα στην καρδιά, βρίσκονταν στην εργατική Αυτονομία. Στο εσωτερικό της υπήρχαν αμέτρητες συλλογικότητες και ολόκληρα κινήματα, όπως εκείνο των φεμινιστριώντων ομοφυλόφιλων, δίπλα στους φοιτητές και σε πολλούς εργάτες. Σίγουρα η Αυτονομία δεν εκπροσωπούσε όλο τον εργατικό κόσμο, είναι όμως αναμφισβήτητο πως οι οργανωμένες της μορφές, δηλαδή οι αυτόνομες συνελεύσεις ή οι εργατικές Επιτροπές ή οι εργατικές Κολλεκτίβες, που αναφέρονταν στον Scalzone, τον Piperno, την Tenza Tregua ή στο Rosso, ήταν σε θέση να επηρεάζουν δυνατά τις εργατικές συνελεύσεις και τον έλεγχο των εργοστασίων, και ακριβώς γι αυτό προκαλούσαν τεράστιες ανησυχίες στο συνδικάτο πάνω απ’ όλα, και μετά, φυσικά, στο Κράτος. Διότι τα πρόσωπα που έπαιρναν μέρος ήταν βαθιά ριζωμένα στις παραγωγικές πραγματικότητες και στις γειτονιές, και ήταν σε θέση, κάποιες στιγμές, να καταφέρνουν να ψηφίζουν ολόκληρα εργοστάσια ενάντια στη συνδικαλιστική γραμμή. Θυμάμαι, για παράδειγμα, μια συνέλευση στην Sit-Siemens στην οποία ο Trentin, τότε γραμματέας της Fiom, [το πανίσχυρο συνδικάτο των μεταλ-μηχανικών], βρέθηκε στη μειοψηφία από μια ομάδα εργατών που μπόρεσε να πείσει όλους τους υπόλοιπους πάνω στο θέμα της ισοπολιτείας και της αυτόματης υπερπήδησης κατηγορίας.

Η Αυτονομία όμως δεν ήταν μοναχά αγώνας μες το εργοστάσιο. Ήταν ένα κίνημα που δεν άφηνε τίποτα για αργότερα, που τα ‘ήθελε όλα και αμέσως’, και αυτό σήμαινε απαλλοτρίωση των υπεραγορών, δωρεάν είσοδο στις συναυλίες και στον κινηματογράφο, δωρεάν χρήση των δημόσιων μέσων, όλη εκείνη την πρακτική που ονομάζονταν οικειοποίηση και αυτομείωση.

Για να κάνει όλ’ αυτά το κίνημα έπρεπε να αυτοπροστατεύεται. Εάν εξαιρέσουμε κάποιες περιπτώσεις, οι πρώτες μορφές βίας γεννιούνται ακριβώς για αυτοπροστασία: εάν θέλαμε να μπούμε σε ένα σούπερ μάρκετ, να κάνουμε τα ψώνια και μετά να φύγουμε δίχως να πληρώσουμε και δίχως να βρούμε απ’ έξω την αστυνομία έτοιμη να μας συλλάβει όλους, χρειάζονταν να προστατευτούμε. Τοποθετούμασταν λοιπόν στους δρόμους πρόσβασης και εάν έφταναν τα μπατσικά, τραβούσαμε έξω τα μπουκάλια.

Υπήρχε πάνω απ’ όλα κάτι καλό, θαυμάσιο σε αυτό το κίνημα : για πρώτη φορά τέθηκε το θέμα του τι ήταν αυτό που θέλαμε να ζήσουμε με τρόπο διαφορετικό από το παραδοσιακό σύστημα, εδώ και τώρα, σήμερα, για πρώτη φορά τίθετο το θέμα πως δεν μπορούσαμε να περιμένουμε ‘τους δύο χρόνους’, όπως στην κλασική κομουνιστική παράδοση : πρώτα κάνουμε την επανάσταση και μετά σκεφτόμαστε τη σχέση άνδρας-γυναίκα, την οικογένεια, κλπ. Γι αυτό πολύ συχνά οι κομουνιστές, ανατρεπτικοί από πολιτική σκοπιά, ήταν οι πιο δεξιοί, με εισαγωγικά, στον χειρισμό των ανθρώπινων σχέσεων: ο κλασικός κομουνιστής ήταν γκρίζος, ήταν ο κομουνιστής της 3ης Διεθνούς. Το κίνημα του ’77 έδειξε πως δεν ήταν πια τόσο αδύνατο να καταφέρουμε να κάνουμε κάποια πράγματα, ζούσαμε το αύριο σήμερα. Σίγουρα η δυσκολία βρίσκονταν στο να σιγουρέψουμε τη συνέχεια, και όχι μόνο δεν το καταφέραμε αλλά με τις δράσεις μας ξεσηκώσαμε, σαν ‘απάντηση’ από την μεριά του Κράτους την ολοκληρωτική καταστολή. Εκείνο που δεν καταλάβαμε τότε, ή το καταλάβαμε καθυστερημένα, ήταν πως δεν θα φτάναμε πουθενά συνεχίζοντας να κατεβαίνουμε κάθε Σάββατο απόγευμα στο κέντρο της πόλης να κάνουμε απαλλοτριώσεις και αυτομειώσεις. Δεν αναρωτηθήκαμε ποτέ: και μετά ; Σκεφτόμασταν απλώς πως θα γεννιόταν και θα μας ακολουθούσε ένα κίνημα αυθόρμητο.Ήμασταν πολλοί, είναι αλήθεια, πιστεύαμε όμως πως είμαστε περισσότεροι απ’ ότι στην πραγματικότητα, ακόμα και η πλειοψηφία της χώρας, και όντως δεν ήμασταν, ήταν ξεκάθαρο. Πιστεύαμε πως η ολοκληρωτική επανάσταση θα έρχονταν με μια διαδικασία συσσώρευσης, τόσες υπεραγορές απαλλοτριωμένες, τόσες συναυλίες σπασμένες, τόσα εισιτήρια απλήρωτα, μέχρι τη γενική αναταραχή, και ως εκ τούτου, όλα τα ερωτήματα αναβάλλονταν για αργότερα.

Αυτή ήταν η Αυτονομία, και ακριβώς η οριζόντια και δικτυωτή της εξάπλωση, όχι δομημένη, το να είναι ένα τεράστιο καζάνι μέσα στο οποίο έβραζε οτιδήποτε αντι-Κρατικό, αντι-αφεντικό, αντι-συστημικό, ήταν το ίδιο της το όριο. Ήταν ένα κίνημα ανατρεπτικό, με την έννοια πως ήθελε να ανατρέψει τα πάντα, να αναποδογυρίσει όλες τις κοινωνικές σχέσεις, και τις προσωπικές – άντρας/γυναίκα, την παραδοσιακή οικογένεια – και , μάλλον, τα ανέτρεψε σε μεγάλο βαθμό μέχρι να ανατρέψει τελικά τον εαυτό του.

Θυμάμαι πως λέγαμε : μα εάν κάνουμε την επανάσταση και κερδίσουμε, ποιος είναι αυτός που κάποια στιγμή, μετά μια βδομάδα από χορούς, θα πει : τώρα χρειάζεται να πάμε για δουλειά; Και είχαμε διαλέξει γι αυτό το καθήκον έναν εργάτη ο οποίος, σύμφωνα μ’ εμάς, και για την εικόνα που εξέπεμπε – τον βλέπαμε σοβαρό, λίγο θλιμμένο, λιγότερο ελευθεριακό από εμάς – ήταν ο μοναδικός που μπορούσε ν’ ανέβει σε ένα πάλκο, σε μια μεγάλη συγκέντρωση στην πόλη, μια βδομάδα μετά την επανάσταση, και να πει : εντάξει, είναι πλέον δικά μας τα εργοστάσια, είναι δικά μας και τα σχολεία, τώρα όμως πρέπει να ξεκινήσουμε να κυβερνούμε την χώρα!

Όταν βρίσκεσαι μέσα σε ένα φαινόμενο είναι δύσκολο να το καταλάβεις και να είσαι ικανός να το κατευθύνεις. Κάποια κομμάτια του κινήματος ξεκίνησαν να δοκιμάζουν τον δρόμο της ένοπλης πάλης, απλής και καθαρής, που πήγαινε πέρα από τον απλό εξοπλισμό στο ίδιο το κίνημα για τις διαδηλώσεις ή για τις εισβολές στα μάρκετς. Γεννήθηκαν εκείνοι που ονομάστηκαν ένοπλοι σχηματισμοί. Ενώ οι Gap του Feltrinelli, οι ερυθρές Ταξιαρχίες υπήρχαν από πριν, από την Αυτονομία γεννιέται το ένοπλο κίνημα της πρώτης Γραμμής, που μετά από κάποια στιγμή θεωρεί ανώφελο και χάσιμο χρόνου να συνεχιστεί ο μηχανισμός της διάχυτης βίας και πιστεύει πως η επίθεση στην καρδιά του Κράτους πρέπει να γενικευτεί : ενέδρες σε αστυνομικούς και όχι μόνο.

Το ’78 οι Ταξιαρχίες απαγάγουν τον Aldo Moro και αυτή η δράση σημειώνει κατά κάποιο τρόπο το υψηλότερο σημείο όπου μπορεί να φτάσει η ανατροπή, αντιπροσωπεύει όμως επίσης και το μέγιστο της πτήσης προς τα μπρος : διότι όταν απαγάγεις τον Μόρο, μετά τι κάνεις; Ή είσαι ικανός να το διαχειριστείς, και εκείνη η στιγμή γίνεται η έναρξη μιας γενικής επανάστασης της χώρας, ή διαφορετικά τελειώνει όπως τελείωσε : την κατάσταση διαχειρίζεται το Κράτος που εξαπολύει στη συνέχεια μια ολοκληρωτική κατασταλτική κίνηση. Αυτό είναι εκείνο που συνέβη.

 

ένα απόσπασμα από το συντακτικό κείμενο περιοδικού της Αυτονομίας στη μέση του κινήματος του ’77 :

‘Είναι γι αυτό που οι αυτόνομοι κερδίζουν : όχι επειδή έχουν το πιστόλι Ρ38 αλλά διότι είναι πιο έξυπνοι και προετοιμασμένοι, ιστορικά περισσότερο ριζωμένοι, ξένοι σε όλη τη σοσιαλδημοκρατική σαπίλα. Όχι, δεν είναι περιθωριοποιημένοι, οι αυτόνομοι νικούν, διότι είναι η αναδυόμενη κορυφή της νέας σύνθεσης της εργατικής προλεταριακής τάξης, οι αντιπρόσωποι, σε πρώτο πρόσωπο, όλης της εκμεταλλευόμενης κοινωνικής εργασίας, όχι, όπως το κομουνιστικό Κόμμα, αντιπρόσωποι εργατικών αριστοκρατιών, κλαδικών γραφείου, μαφίες καταστηματαρχών. Οι αυτόνομοι είναι η αντιπροσώπευση του κομουνισμού του παγκόσμιου προλεταριάτου. Γι αυτό είναι αλαζόνες και βίαιοι : διότι εκφράζουν, είναι, ερμηνεύουν την πραγματικότητα του ταξικού αγώνα στον αιώνα μας. Γι αυτό επιτρέπουν στον εαυτό τους να αγωνίζονται με σκληρότητα αυξανόμενη: γιατί είναι ανίκητοι, όπως ήταν πάντα οι εκπρόσωποι μιας νέας παραγωγικής βάσης’.

  • Την ημέρα της 7 απριλίου 1979, μια μνημειώδης δικαστική πρωτοβουλία καταλόγισε σε δεκάδες αυτόνομους ηγέτες και αγωνιστές πως ήταν επί κεφαλής σε όλες τις ένοπλες οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στην Ιταλία και οργανωτικός εγκέφαλος ενός «σχεδίου ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους». Η κατηγορία, που αποδεικνύεται με την πάροδο του χρόνου αβάσιμη, χρησίμευσε ως αρχική υποστήριξη για περαιτέρω μαζικές συλλήψεις, προληπτικές κρατήσεις στις ειδικές φυλακές, δίκες που διήρκησαν χρόνια και καταδίκες σε μακρές ποινές.

Συνθέτουμε : οι αυτόνομοι είναι αλαζόνες και βίαιοι διότι είναι εξυπνότεροι και πιο προετοιμασμένοι. Αυτό έλεγαν για τους εαυτούς τους οι αυτόνομοι το 1977. Κάτι διαφορετικό λέει ένας από αυτούς, από τους κυριότερους θεωρητικούς, είκοσι χρόνια αργότερα :  ‘Κάναμε λάθος να σκεφτούμε πως η πολιτική ωρίμανση του νέου υποκείμενου θα έρχονταν τόσο γρήγορα, και σε κάθε περίπτωση με μια δυναμική τέτοια ώστε να εξουδετερώσει, να αντισταθεί και να ξεπεράσει τη κατασταλτική αντεπίθεση που η καπιταλιστική τάξη και οι προδότες του επίσημου εργατικού κινήματος είχαν εξαπολύσει. Για να το πούμε όπως το λέγαμε και τότε : »υπερεκτιμήσαμε τις δυνάμεις μας». […] Συχνά τονίσαμε αυτό το λάθος μας, γενόμενοι πιο εξτρεμιστές όσο περισσότερο κουφή και αποφασισμένη γίνονταν η δράση της εξουσίας εναντίον μας. Μετά από ένα τέτοιο κρεσέντο δεν γινόταν παρά να ενισχυθεί η Κρατική βία. Έτσι έγινε. Και ηττηθήκαμε’.

 

  • Η άρνηση της εργασίας: Ο τεϊλορισμός και η εισαγωγή αυτοματοποιημένων τεχνικών, η γραμμή συναρμολόγησης, η τυποποίηση των ρυθμών και τα ωράρια εργασίας, όλα αυτά είχαν κάνει το εργοστάσιο έναν απολύτως μη κοινωνικό χώρο μέσα στον οποίον οι επικοινωνίες μεταξύ ενός εργάτη και ενός άλλου ήταν σχεδόν αδύνατες λόγω της απόστασης, του θορύβου, του σωματικού διαχωρισμού, και στον οποίο ο χώρος εργασίας ήταν αποπροσωποποιημένος και διαρθρωμένος με δεσποτικό, επαναλαμβανόμενο τρόπο, σχεδιασμένο να επιβάλλει χρόνους, κινήσεις, χειρονομίες, αντιδράσεις σε έναν όλο και λιγότερο ανθρώπινο χειριστή, όλο και πιο μηχανικά. Η ταξική ανασύνθεση των εργατών των γραμμών συναρμολόγησης ξεκινά ακριβώς από αυτή την απανθρωποποίηση, την αποκτήνωση.Η εξέγερση του εργάτη μάζα είναι η εξέγερση του μηχανοποιημένου ανθρώπου που παίρνει τη μηχανοποίησή του κατά γράμμα και λέει: τότε, αν πρέπει να είμαι απόλυτα αποκτηνωμένος, αν δεν πρέπει να έχω ψυχή, σκέψη, ατομικότητα, θα είμαι έτσι μέχρι τέλους, σίγουρα, απεριόριστα, χωρίς ντροπή. Δεν θα συμμετέχω πλέον με το μυαλό στην εργασιακή διαδικασία, θα είμαι ξένος, κρύος, αποσπασμένος. Θα είμαι άγριος, βίαιος, απάνθρωπος όπως θέλησε να είμαι το αφεντικό. Αλλά θα είμαι τέτοιος μέχρι το σημείο να μην παραχωρώ πλέον ούτε ένα χιλιοστόγραμμο της νοημοσύνης μου, της διαθεσιμότητάς μου, της διαίσθησής μου στην εργασία, στην παραγωγή.

Αυτή που οι φιλόσοφοι είχαν περιγράψει ως αλλοτρίωση που υπέστη ο εργάτης μετατρέπεται εδώ στη συνέχεια σε μια σκόπιμη, οργανωμένη, εσκεμμένη, δημιουργική αδιαφορία. Η αδιαφορία σημαίνει: ούτε καν μια ουγγιά ανθρωπιάς στην παραγωγή. Όλη η ανθρωπιά στον αγώνα. Καμία επικοινωνία και κοινωνικότητα για την παραγωγή Δεν υπάρχει διαθεσιμότητα για την πειθαρχία. Όλη η διαθεσιμότητα για την συλλογική απελευθέρωση. Ανασύνθεση της τάξης, λοιπόν, ήθελε να πει, απλά και κατά συνέπεια: σαμποτάζ, αποκλεισμός, καταστροφή των εμπορευμάτων και των εγκαταστάσεων, βία κατά των ελεγκτών των ωραρίων δουλείας. Η εργατική νοημοσύνη αρνήθηκε να είναι παραγωγική νοημοσύνη, και εκφράστηκε εξ ολοκλήρου σε δολιοφθορά, στην κατασκευή χώρων αντιπαραγωγικής ελευθερίας.

Η ζωή άρχισε να ανθίζει ξανά ακριβώς εκεί που είχε ριζικά εξαλειφθεί και σβήστηκε, μεταξύ των γραμμών, στα τμήματα, στις τουαλέτες, όπου οι νεαροί προλετάριοι άρχισαν να πίνουν μπάφους, να κάνουν έρωτα, να περιμένουν τους επιστάτες καθάρματα για να τους ρίξουν μπουλόνια κατακέφαλα και ούτω καθεξής. Το εργοστάσιο θεωρήθηκε σαν ένα απάνθρωπο lager, και άρχισε να γίνεται τόπος μελέτης, συζήτησης ελευθερίας και αγάπης. Αυτή ήταν η άρνηση της εργασίας. Αυτή ήταν η ανασύνθεση της τάξης.

Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα ο αγώνας των εργατών είχε κάνει εντελώς άνω κάτω το πειθαρχικό σύστημα του κοινωνικού εργοστασίου, και το οικονομικό σύστημα του κέρδους- μέσα σε αυτό το σεισμό, ακριβώς εκείνα τα χρόνια, τα μεγάλα αφεντικά, οι οικονομολόγοι, ο οργανωτικός εγκέφαλος του κεφαλαίου προσπαθούσαν να επανενεργοποιήσουν μερικές από τις θεμελιώδεις λειτουργίες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Πάνω απ’ όλα έπρεπε να επανενεργοποιηθεί η παραγωγικότητα – που είχε δραματικά τεθεί σε κρίση από την ανυποταξία, από την απουσία των εργατών από την δουλειά/assenteismo – και η πειθαρχία, η οποία είχε τεθεί δραστικά σε κρίση από την εργατική αλληλεγγύη από την ισονομία και το αντι-αυταρχικό κλίμα.]     απόσπασμα από την »χρυσή ορδή»

 

 

  • Μέρος Β      ‘Ολόκληρος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη Η Λατινική Αμερική μάχεται με τον ένοπλο αγώνα κερδίζει στην Ινδοκίνα σε όλο τον κόσμο οι λαοί αποκτούν συνείδηση και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη δίκαιη βία και έτσι Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε για να καταλάβεις ότι ήχησε η ώρα του τουφεκιού; Η Αμερική των Νixon των Agnew και MacNamara στις ζούγκλες του Βιετνάμ παίρνει ένα μάθημα ο πολιτισμός των ναπάλμ δεν αρέσει στους λαούς όσο υπάρχουν αφεντικά δεν θα υπάρξει ποτέ ειρήνη η ειρήνη των αφεντικών βολεύει τα αφεντικά η συνύπαρξη είναι απάτη για να μας κάνουν να στεκόμαστε φρόνιμα οπότε Τι άλλο θέλεις σύντροφε …Στην Ισπανία και την Πολωνία οι εργάτες μας διδάσκουν ότι ο αγώνας δεν σταμάτησε ποτέ ενάντια στα αφεντικά ενωμένοι εναντίον του καπιταλισμού ακόμη και αν είναι καμουφλαρισμένος σε έναν ψεύτικο σοσιαλισμό οι πολωνοί εργάτες που βγήκαν σε απεργία φώναζαν στην πορεία αστυνομία-γκεστάπο φώναζαν Gomulka θα τελειώσεις άσχημα προχωρούσαν τραγουδώντας τη Διεθνή συνεπώς Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …Οι μάζες και στην Ευρώπη δεν στέκονται πλέον να κοιτούν ο αγώνας εκρήγνυται παντού και δεν μπορούν να τον σταματήσουν παντού οδοφράγματα από το Burgos στο Stettino και επίσης εδώ ανάμεσα μας από την Avola στο Τορίνο από το Orgosolo στη Marghera από την Battipaglia έως το Reggio η σκληρή πάλη προχωρά τα αφεντικά την έχουν άσχημα και ως εκ τούτου Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …’

«Η ώρα του τουφεκιού» (Pino Masi και Piero Nissim). 1969


  • »Πετάχτηκε από το κρεβάτι σαν ελατήριο, δεν χρειάστηκε τελικά ξυπνητήρι. Όταν την επόμενη μέρα έχει κάτι σημαντικό να κάνει, κάτι διαφορετικό έστω, ο ύπνος του είναι ελαφρύς και λιγάκι ανήσυχος, έτσι κι αλλιώς. Άλλωστε δεν του πολυαρέσει να χουζουρεύει. Και ξυπνά συνήθως νωρίτερα από τους φίλους και τους συντρόφους του. Συνηθίζει να είναι από νωρίς στο πόδι.
    Ετοιμάστηκε χαλαρά, δεν βιάζονταν, είχε μπόλικο χρόνο μπροστά του. Φόρεσε ρούχα απλά, που δεν χτυπούν στο μάτι, ‘ουδέτερα’, που χρησιμοποιούσε σπάνια,και.… κατηφόρισε. Το στενό δεν έχει κίνηση ακόμη, γρήγορα βρέθηκε στον κεντρικό επιταχύνοντας το βήμα του. Η καρδιά ανεβάζει ταχύτητα, είναι σε υπερένταση. Το σπίτι που θα χρησιμοποιήσουν σαν βάση δεν είναι μακριά, δεν θα χρειαστεί συγκοινωνία. Βρίσκεται σύντομα εκεί
    Διαβαίνει την είσοδο και ανεβαίνει σχεδόν τρέχοντας τις σκάλες, η αδρεναλίνη βρίσκεται πλέον στα ύψη.

Μέχρι και εκείνη την μέρα δεν έχει νιώσει τον φόβο ούτε μια φορά. Δεν του πέρασε ούτε στιγμή η σκέψη πως είναι δυνατόν κάτι να στραβώσει. Η σιγουριά ξεχυλίζει σε όλους, δεν υπάρχουν αμφιβολίες. Είναι ενωμένοι σαν γροθιά.
Διαφορές πολλές, στον χαρακτήρα, στην ιδιοσυγκρασία, στη θεώρηση επίσης, στις συνήθειες. Αλλά η πίστη και η βεβαιότητα πως ο δρόμος που χαράζουν μέρα με τη μέρα είναι ο σωστός είναι περισσότερο από εμφανής. Δεν υπάρχουν esitazioni,δισταγμοί, μονάχα αποφασιστικότητα.
Αυτό τον κάνει να νιώθει ασφαλής.
Με αυτές τις σκέψεις να περνούν σαν αστραπή από το μυαλό χτύπησε το κουδούνι, συνθηματικά.
Η πόρτα άνοιξε γρήγορα. Ήταν η Αλεσσάντρα, τον αγκάλιασε σφιχτά και τον φίλησε χαμογελώντας. Προχώρησαν πιασμένοι από το χέρι και βρέθηκαν στο μεγάλο δωμάτιο μαζί με τους άλλους. Είναι ήδη όλοι εκεί, δοκιμάζοντας περούκες, πανωφόρια, γυαλιά, και διάφορα άλλα αξεσουάρ που αλλάζουν το σουλούπι και την εμφάνιση. Γίνονται αγνώριστοι. Φλυαρούν, ένα μικρό μελίσσι που ετοιμάζονταν μες το βουητό του, κάνοντας αστεία και χωρατά, με θεατρικές φιγούρες για να χαλαρώσουν την ένταση. Που είναι φυσικά μεγάλη.
Όλη αυτή η σκηνή τον ηρέμησε ακόμη περισσότερο. Ξεκίνησε και αυτός να προβάρει το καινούριο σκηνικό του. Άλλαξε τελείως εικόνα, κάνουν γρήγορα φυσικά ακολουθώντας τους δείκτες του ρολογιού, ο συγχρονισμός με τις υπόλοιπες ομάδες πρέπει να είναι άψογος.
Το ραντεβού με την ιστορία είναι φιξαρισμένο με ακρίβεια δευτερολέπτου.

Η συνάντηση είναι ορισμένη στις δέκα ακριβώς μέσα και γύρω από το κτίριο. Γι αυτούς στο εσωτερικό, στην μεγάλη αίθουσα υποδοχής, στο ισόγειο.
Ομάδες των τριών θα καταλάβουν τους δύο ορόφους, μία με τρεις θα φρουρεί το ισόγειο την ώρα που πέντε άλλοι σύντροφοι,διασκορπισμένοι στα στενά που κυκλώνουν το κτίριο θα διασφαλίζουν την έξοδο και την ομαλή αποχώρηση.
Φθάνουν στην προκαθορισμένη ώρα από διαφορετικές κατευθύνσεις και βάσεις, διασκορπισμένες στην πόλη.
Στον δρόμο προχωρούν αμίλητοι, σταθεροί. Ο δικός μου μάλιστα, καβατζάροντας μια γωνία, πέφτει κυριολεκτικά επάνω σε ένα κολλητό του, ζήτησε συγνώμη με αλλοιωμένη φωνή και προχώρησε βιαστικά, λιγάκι ταραγμένος. Ο άλλος φυσικά δεν τον αναγνώρισε, το μακιγιάζ από την Αλεσσάντρα έχει πιάσει τόπο. Γέλασε ευχαριστημένος μέσα του, ανακουφισμένος. Τι ζητάει ο Γκρεγκόριο τέτοια ώρα στον δρόμο; Γνωστός ξενύχτης, έπρεπε να βρίσκεται στο κρεβάτι. Και το σπίτι του, μίλια μακριά.

Στρίβουν ακόμη μια γωνία, λίγα μέτρα ακόμη, και να, η μεγάλη πόρτα, ανοιχτή στο κοινό, τους κατάπιε ακριβώς την ώρα που η καμπάνα της κοντινής εκκλησίας σήμαινε δέκα. Ανταλλάζουν ματιές με τους υπόλοιπους που φτάνουν την ώρα εκείνη ή βρίσκονταν ήδη εκεί και προχωρούν,αποφασισμένοι, στον στόχο τους.
Έχουν σχεδιάσει τα πάντα, παρακολουθώντας το κτίριο και την περιοχή, μήνες τώρα. Γνωρίζουν απέξω και ανακατωτά τι πρέπει να κάνει ο καθένας, τα έχουν οργανώσει λεπτομερώς, και έχουν εκτελέσει εικονικά το σχέδιο άπειρες φορές, η κάθε ομάδα ξεχωριστά, τις προηγούμενες μέρες.
Η επίθεση θα ολοκληρωθεί μέσα σε λίγα λεπτά.
Εξουδετερώνουν τον φύλακα, τον αφοπλίζουν πριν ακόμη καταλάβει τι συμβαίνει. Τον φιμώνουν και τον δένουν σφιχτά με κολλητική ταινία, τον κλειδώνουν στην τουαλέτα, στο ισόγειο, εκεί που τον βρήκαν. Κατεβάζουν τον γενικό, εξουδετερώνοντας τα τηλέφωνα και υποχρεώνουν δικαστές και προσωπικό, όπως και τους πολίτες που βρέθηκαν εκεί για τις υποθέσεις τους να μαζευτούν όλοι σε μια αίθουσα, σε κάθε όροφο, δείχνοντας απλά πως είναι οπλισμένοι. Τους κλείδωσαν και αυτούς.
Όλα αυτά χωρίς φωνές και φασαρία. Ήρεμα και σταθερά.

Σκορπίζουν χαρτούρα και της βάζουν φωτιά, μακριά πάντα από εκεί που κρατούν τους ανθρώπους, ελαχιστοποιούν τον κίνδυνο. Γεμίζουν συνθήματα τους τοίχους, και αποχωρώντας ενεργοποιούν βραδύφλεκτους,μικρούς εκρηκτικούς μηχανισμούς, πάντοτε μακριά από τους κλειδωμένους.
Φεύγουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις, χωρίς βιασύνη και σπασμωδικές κινήσεις.
Επιστρέφοντας από τον γνωστό δρόμο, στο ύψος της προηγούμενης τυχαίας συνάντησης με τον γνωστό του, ο φίλος μου ακούει τις εκρήξεις. Προχωρούν σταθερά, αμέριμνοι αλλά γκαζωμένοι μέσα τους οι φίλοι, μες την χαρά. Νιώθουν να πετούν. Από το μεσημέρι και μετά, στα δελτία και τα νέα, τα φώτα θα πέφτουν στο γεγονός της επίθεσης. Η ενέργεια αυτή θα κάνει θόρυβο μεγάλο, πάταγο θα έλεγα, με πολιτικά οφέλη άφθονα. Ένοπλη προπαγάνδα, σαμποτάζ στις υποθέσεις της εκμετάλλευσης, δολιοφθορά. Όλοι θα μιλούν γι αυτούς. Οι αδικημένοι θα πανηγυρίζουν. Και ο κρατικός μηχανισμός στα πρόθυρα νευρικής κρίσης.
Ένας άλλος δρόμος είναι εφικτός.

Περιουσίες αλλάζουν χέρια εκεί μέσα, και η ζυγαριά μονίμως να γέρνει προς την πλευρά των ισχυρών. Μονόπατα. Προς τα εκεί που στέκονταν οι δυνατοί. Οι λίγοι. Με τα μέσα και την εύνοια ενός συστήματος μονόπλευρου. Και η ενέργεια των φίλων μας θα προκαλέσει έμφραγμα, για μεγάλο διάστημα. Δεν υπάρχει ακόμη ηλεκτρονικό σύστημα αρχειοθέτησης στοιχείων, υπολογιστές.
Όλες οι δικογραφίες θα πρέπει να στηθούν ξανά από την αρχή. Φαύλος κύκλος. Θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να ξαναπάρει μπροστά ο μηχανισμός, να μπορέσει να ξαναλειτουργήσει. Και εν τω μεταξύ όλοι θα μιλούν για τους μαχητές. Που έχουν όνομα και επίθετο και χτυπούν το σύστημα στα πλοκάμια του.
Την ώρα που ακούστηκε το μπαμ, σύντροφος καλεί από δημόσιο τηλέφωνο τοπική και εθνική εφημερίδα,για να αναλάβει την ευθύνη της επίθεσης, την πατρότητα,στο όνομα των επαναστατημένων μαχητών. Θα ακολουθήσει φυσικά το κείμενο που θα βρεθεί σε άλλο σημείο της πόλης και αναφέρεται στο τηλεφώνημα.
Μέχρι να γίνουν όλα αυτά ο φίλος μου βρίσκεται κιόλας στο σπίτι του, έχει παραδώσει το όπλο του και την περούκα καθ’ οδόν, μέσα στην είσοδο της πολυκατοικίας απ’ όπου ξεκίνησαν, που είναι εντελώς έρημη από κίνηση. Έχει γίνει άλλος άνθρωπος τώρα. Αλλάζει ρούχα στα γρήγορα, είναι ενθουσιασμένος, εκστασιασμένος. Ταχτοποιεί αυτά που πρέπει να επιστρέψει την επομένη,και τον έκαναν αγνώριστο, φοράει το αγαπημένο του τζην. Αφήνει τα μαλλιά του να ξεχυθούν ελεύθερα και ορμάει για την σχολή.

Η καρδιά του χτυπάει πολύ δυνατά, θέλει να τσιρίξει, την παρακολουθεί να καλπάζει ξετρελαμένη. Τώρα δεν τον νοιάζει τίποτα, αφήνει την αδρεναλίνη να ξεχυθεί με ορμή.
Δεν καταφέρνει να περπατά, τρέχει, μοιάζει του Μπορζώφ. Βλέπει ξανά και ξανά, σαν σε ταινία το φιλμ της κατάληψης, κάθε στιγμή από εκείνα τα λεπτά,που έμοιαζαν αιώνας αλλά τέλειωσαν τόσο γρήγορα. Τα σαστισμένα βλέμματα, το έκπληκτο ύφος των ακινητοποιημένων δικαστών, την αποφασιστικότητα των συντρόφων και την ψυχραιμία. ‘Την ενέργεια που βγάλαμε’, μου λέει χρόνια αργότερα και θα σας εξηγήσω παρακάτω, ‘το ζω σαν να ‘ταν χθες’. ‘Την απέραντη ευτυχία που αντικρίζω στα βλέμματα των συντρόφων μου όταν όλα τελειώνουν και περπατάμε ασφαλείς, μακραίνοντας από την περιοχή, λίγο πριν χωρίσουμε, ήσυχα, ήσυχα στα στενά’.     

»Η μέρα είναι συννεφιασμένη αλλά η καρδιά του λαμποκοπά. Η ψυχή του πανηγυρίζει. Βλέπει με την φαντασία του καρέ, καρέ τη στιγμή που σπρώχνουν τους δικαστές στην αίθουσα της ολιγόωρης ‘φυλακής’ τους αλλά τόσο σημαδιακής. Εκείνους που νιώθουν άτρωτοι και αγέρωχοι όταν δικάζουν ‘ανθρωπάκια’, και καταδικάζουν ανάλογα με τη δύναμη της τσέπης, οι περισσότεροι τουλάχιστον. Που κρίνουν ανάλογα με το φούσκωμα στο κομπόδεμα.
Τώρα τρέμουν σαν τα ψάρια κι εκλιπαρούν τους τιμωρούς τους. Για λίγο ο φόβος περνάει στην απέναντι όχθη, η ταπείνωση. Είναι μεγάλη στιγμή για όλους τους αδύναμους σήμερα.
Τους έχουν δείξει πως όλα γίνονται όταν οι άνθρωποι θέλουν. Τους έχουν δώσει το παράδειγμα. Αυτή είναι η προλεταριακή αντιεξουσία. Όταν ο λαός θέλει όλα τα μπορεί!Χορεύει όλο του το είναι! Νιώθει το μεγαλείο της δικαιοσύνης, που για ένα μικρό έστω διάστημα γύρισε πλευρά. Αυτή είναι η ευτυχία, όταν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, όταν θριαμβεύει επί του φόβου. Η δύναμη της προσφοράς. Αυτές οι στιγμές αξίζουν πολύ, πάρα πολύ. Σχεδόν σαν μια ολόκληρη ζωή. Είναι στιγμές ελευθερίας σε μια γκρίζα καθημερινότητα, που όσο κι αν την πασπαλίσεις με μυρωδικά δεν παύει να παραμένει καταπιεστική, εν πολλοίς.
Αυτή είναι η αντίθεση. Μια λουλουδιασμένη καρδιά, μια ψυχή και μια φάτσα που λάμπουν κι ένας μαύρος ουρανός έτοιμος να κλάψει απ’ την στεναχώρια του. Ίσως επειδή δεν είναι η κάθε μέρα σαν την σημερινή.
Αυτή η μέρα ανήκει στους αγωνιστές.
Στο δρόμο του για την σχολή περνά από την πλατειούλα που βρίσκεται το σπίτι της κοπελιάς του, κοντά στο Ταχυδρομείο, και σταματά στο καφέ του Πιέτρο για να πιει ένα σφηνάκι γκράπα, ας είναι ακόμη πρωί, είναι ξαναμμένος. Το ράδιο αρχίζει να μεταδίδει αποσπασματικά τα πρώτα νέα. Του ‘ρχεται να ουρλιάξει, να φωνάξει: ‘είμαστε εδώ, ο λαός είναι εδώ’, ‘η επανάσταση συμβαίνει, κάθε μέρα’, ‘εμείς δεν συνεργαζόμαστε, δεν συμβιβαζόμαστε’, ‘εμείς δεν θέλουμε να διαχειριστούμε την μιζέρια σας’.
‘Και η μιζέρια δεν είναι μόνο στην τσέπη αλλά σε όλα όσα συμβαίνουν σε μια καθημερινότητα κενή από οποιοδήποτε νόημα έξω από το κέρδος’
‘Που για να το αποκτήσετε είστε διατεθειμένοι να πουλήσετε και την μητέρα σας’. ‘Είμαστε εμείς που ζούμε επικίνδυνα. Γιατί η πλήξη και η σήψη κάνουν κακό. Όπως και η παθητικότητα μπροστά σε αποφάσεις που άλλοι παίρνουν για εμάς χωρίς να ερωτούν’.
‘Ζούμε στο ρίσκο γιατί έτσι μας αρέσει. Δεν μας ικανοποιούν τα πρότυπα που χτίζετε εσείς όλοι που αγαπάτε μόνο το χρήμα, που το θέλετε όλο δικό σας κι όλους εμάς να σας κυνηγάμε μπας και ξεκλέψουμε δεκάρες. Που μας βομβαρδίζετε όλη μέρα με εικόνες κατ ομοίωσή σας, ανέραστοι και κούφιοι’.
‘Ζούμε λοιπόν με ρίσκο και ζητάμε κι από εσάς το ίδιο. Λίγο ρίσκο βάλτε στη ζωή σας, είναι απελευθερωτικό!’

Δεν κρατιέται άλλο. Πληρώνει και φεύγει. Τρέχει, θέλει να δει τους φίλους,τους συντρόφους και τους συμφοιτητές του, στη σχολή. Να ακούσει γνώμες και απόψεις, να αφουγκραστεί συναισθήματα. Να νιώσει από πρώτο χέρι τις αντιδράσεις που προκάλεσαν. Το καφέ ήταν άδειο, δεν είχε σφυγμό. Θέλει να τον πιάσει. Να τον νιώσει. Τρέχει εκεί που θα βρει κοινό. Τέτοια ώρα η σχολή θα είναι γεμάτη, θα σφύζει από ζωή. Θα το έχουν μάθει άραγε» ;         

Φτάνω στη σχολή και ανεβαίνω τα σκαλιά τρέχοντας μέχρι τους επάνω ορόφους όπου βρίσκονται οι αίθουσες. Ακόμη τα νέα δεν έχουν μαθευτεί, δεν γνωρίζει κανείς τίποτα για την επίθεση.
Είναι ότι πιο δυνατό έχουμε κάνει μέχρι σήμερα στην πόλη.
Έτσι αναμιγνύομαι στις συζητήσεις που γίνονταν για τρέχοντα ζητήματα ακούγοντας με προσοχή τους διαλόγους.
Τα παιδιά συζητούν για το επαναστατικό υποκείμενο, το ρόλο του εργάτη σαν κεντρική μορφή στο δρόμο προς την επαναστατική αλλαγή στις κοινωνικές σχέσεις. Λέγονταν πως στη σκηνή των αγώνων έχουν θορυβωδώς εισέλθει και άλλες φιγούρες που διεκδικούν το μερίδιό τους στα πράγματα και τις αποφάσεις που παίρνονται πάνω στα σημαντικά θέματα που αφορούν τη ζωή και τις σχέσεις τις κοινωνικοπολιτικές, τις σχέσεις τις καθημερινές. Φιγούρες που απαιτούν να πάρουν μέρος στις διαδικασίες από την εμπροσθοφυλακή, που θέλουν να παίξουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας επαναστατικής πλατφόρμας. Που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην απελευθέρωσή του από τα δεσμά της μισθωτής εργασίας και του κέρδους. Που θα φρενάρει την εμπορευματοποίηση του.
Φτάνει με την εκμετάλλευση λένε.
Άνεργοι, επισφαλώς εργαζόμενοι, γυναίκες.
Εργασία στο σπίτι.

‘Εμείς οι φοιτητές’, φωνάζει κάποιος.
‘Οι εργασίες μας καταλήγουν σε επιχειρηματικά γραφεία και αξιοποιούνται από τα μεγάλα αφεντικά, που τις εντάσσουν στο σχεδιασμό και στα πλάνα τους.’
‘Δουλεύουμε δωρεάν για το κεφάλαιο το μεγάλο, που αντλεί κέρδη από τον κόπο μας’.
‘και στα σχολεία, στις μεγάλες τάξεις, το ίδιο δεν γίνεται ;’
Άλλοι συμφωνούν, άλλοι όχι.
Από κάποιους κατηγορούνται οι φοιτητές για μικροαστισμό, τους φωνάζουν και αριστεριστές.
Εγώ απαντώ πως η επαναστατικότητα πλέον είναι θέμα συνείδησης και όχι απλά ταξικό. Ότι η κυριαρχία έχει εισέλθει σε όλες τις σχέσεις και τις στιγμές της καθημερινότητας. Βλέπε κτητικότητα στις διαπροσωπικές, στον έρωτα, στην οικογένεια.
Και πως αυτός που νιώθει, και θέλει, και αγωνίζεται για την υπέρβαση, για την ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, σχέσεις εκμετάλλευσης. Αυτός που οραματίζεται λοιπόν και κινείται σε χνάρια καινούρια, και ψάχνει νέα μονοπάτια, αυτόνομα, και τα διαβαίνει.
Αυτός δικαιούται να ονομάζεται επαναστάτης και να χαρακτηρίζεται έτσι.

Όταν η συζήτηση γυρνά στα μέσα που δικαιούται ο αγωνιστής να επιστρατεύσει στον αγώνα του, οι τόνοι ανεβαίνουν. Κι εδώ οι απόψεις διίστανται.
Υπέρ και κατά της επαναστατικής βίας, στη χρήση των όπλων, στους δρόμους, στο εργοστάσιο, στις γειτονιές στις σχολές. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πυρποληθεί τη νύχτα αυτοκίνητα καθηγητών πολύ αντιδραστικών, άλλης σχολής. Άλλοι επικροτούν με επιχειρήματα, άλλοι όχι, καταδικάζουν. Πολλοί κρατούν ουδέτερη στάση, κάποιοι μιλούν για σύγχρονους Ρομπέν των μοντέρνων καιρών, κάποιοι απλώς χαμογελούν.

Παλιότερα θα είχα και εγώ αναμειχθεί. Τον τελευταίο καιρό κρατώ στάση λιγάκι αποστασιοποιημένη. Είμαι περισσότερο προσεχτικός. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν τόσα άλλα παιδιά που μπορούν άριστα να υποστηρίξουν τις θέσεις της πράξης και του αντάρτικου, πως οι συνθήκες δεν ωριμάζουν από μόνες τους, πως από τα σήμερα πρέπει να δημιουργηθούν μονάδες του δικού μας στρατού, να εκπαιδευτεί στις επιθέσεις επί του εχθρού που την βία την έχει ψωμοτύρι, που κάνει ντοκτορά επί καθημερινής βάσης στην καταστολή, που σπάζει κόκαλα, που επιτίθεται με αγριότητα σε όσους διεκδικούν, που χτυπά αγώνες. Σύντροφοι που είναι ακόμη στην περιφέρεια της μάχης, που συμπαθούν τους μαχητές.
Πράξεις χρειάζονται, καλά και τα λόγια, χρειάζεται δράση. Όλες οι μορφές αγώνα πρέπει να μπουν στο παιχνίδι.
Θα ετοιμαστούν αρκετοί από αυτούς τους συντρόφους, σιγά σιγά. Προσεκτικά. Τη θέση τους θα πάρουν άλλοι. Βήμα βήμα. Υπάρχει μεγάλη συμπάθεια. Αναπτύσσεται σε όλους τους χώρους. Στις συνελεύσεις,στα πηγαδάκια, στις επιτροπές και τις κοινότητες. Άσε που τα φυλλάδια των οργανώσεων εμφανίζονται ως δια μαγείας σε κάθε γωνιά. Αφίσες, αυτοκόλλητα, παντού. Υπάρχει ρεύμα.
Όλα είναι θεμιτά.

Θέλεις να ζήσεις ελεύθερος, αυτόνομα, και χρησιμοποιείς ότι όπλο χωρά στην φαρέτρα σου, κάποια από αυτά έστω. Λόγο, σαμποτάζ, ενέδρα, κινηματική διαδικασία. Αυτό που σου ταιριάζει. Όλα χρειάζονται, δεν αποκλείεται τίποτα, όλα είναι καλοδεχούμενα. Δεν υπάρχει διαχωρισμός, καλύτερο ή χειρότερο, όλα είναι αναγκαία

 από : εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 1,2,3

 

  • απόσπασμα από μιαν επιστολή του Oreste Scalzone, τον εκτιμώ απεριόριστα, προς τον γιο του Giangiacomo Feltrinelli στο περιοδικό Frigidaire του οκτωβρίου 1988

»Βρέθηκα, τον αύγουστο που μας πέρασε, μέσα στη στενάχωρη θέση της ανάγκης να πράξω το σχεδόν αδύνατο, »να τετραγωνίσω τον κύκλο»: να υποστηρίξω πως ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να είναι η οργάνωση της Lotta Continua υπεύθυνη για τον θάνατο του κομισάριου Calabresiγια να υποστηρίξω την συγκεκριμένη αθωότητα των
Bompressi, Pietrostefani και Sofri και την ίδια στιγμή να υποστηρίξω την πολιτική αληθοφάνεια εκείνης της ευθύνης, ώστε να εμποδίσω η υπεράσπιση τους να συνεχίσει να είναι ένα έργο ‘δολοφονίας’ της αλήθειας και περαιτέρω απο-νομιμοποίησης και ποινικοποίησης των μαχητών των χρόνων ’70.                                                                              ΕΥΓΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ                                                                                                                    Βλέπεις, Carlo, οι »διανοούμενοι της αριστεράς» υπερασπίστηκαν τον Sofri με τον πιο σκανδαλώδη και βρώμικο τρόπο που θα μπορούσαν να διαλέξουν, μη λέγοντας λέξη ενάντια στο νόμο για τους »μετανιωμένους», και όλα τα υπόλοιπα, αντιπαραθέτοντας στον »τύπο του δράστη» έναν »τύπο μη δράστη», λέγοντας ουσιαστικά »δεν μπορεί να ήταν αυτός διότι είναι ένας από εμάς, ένας σαν κι εμάς…» – αφήνοντας να υπονοηθεί πως οι άλλοι που είναι διαφορετικοί μπορούν να σαπίσουν στη φυλακή.
Μπροστά σε αυτή την τανάλια έκανα την επιλογή να κηρύξω τον εαυτό μου έναν από τους τουλάχιστον διακόσιες χιλιάδες πολιτικούς και ηθικούς »αυτουργούς» εκείνης της εκτέλεσης, και πήρα την απόφαση να αποκαλύψω έναν κόκκο αλήθειας επάνω σε εκείνα τα χρόνια. Δηλαδή πρώτα απ’ όλα πως, τότε, δεκάδες μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες αυτοπροτείνονταν να μεταφράσουν σε πρακτική εκείνη την »τρομερή επιθυμία» που ζούσε μέσα στο κοινωνικό φαντασιακό, εκτελώντας την ετυμηγορία που το κίνημα είχε εκδώσει ενάντια στον κομισάριο Calabresi.
Σήμερα, βλέπεις, εγώ είμαι ένας ελευθεριακός κομουνιστής, και φρικάρω μπροστά σε όλα τα δικαστήρια, ξεκινώντας από εκείνα »του λαού». Αλλά πρέπει ίσως να υποκριθούμε πως ξεχνούμε [ή, χειρότερα, να ξεχνούμε πραγματικά] πως όλοι τότε φωνάζαμε για »προλεταριακή δικαιοσύνη»; Εάν ο σενατόρε Bòato θέλει να διαγράψει αυτό το πράγμα, μπορεί να το κάνει [ εγώ βρίσκω, εκτός των άλλων, χαζό να ελπίζει πως θα κερδίσει τη δίκη καταφέρνοντας να κάνει να ξεχαστεί εκείνος ο τίτλος στην εφημερίδα που μιλούσε για »Μια πράξη δικαιοσύνης» αντί να επιτίθεται στην διαστροφή του νόμου για τους μετανιωμένους και στους άλλους ειδικούς νόμους], και να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να ανοίξει επιτέλους μια μεγάλη απελευθερωτική αυθεντική συζήτηση επάνω στα χρόνια ’70, την ριζοσπαστικότητα του κινήματος, την θέληση για ισχύ και το αρχέτυπο της κατάκτησης της εξουσίας, το όνειρο της απελευθέρωσης και το στενό πουκάμισο της ‘πολιτικής’, τις ανάγκες και τις επιθυμίες, την αντιεξουσία και τη βία, την πολιτική αιχμαλώτιση και την αμνηστία, την αιχμαλωσίa ‘ούτως ή άλλως’ ‘και την κίνηση προς κατάργηση άδικων νόμων».

 

  • Μέρος Γ   Ήμαστε λοιπόν η «γενιά της υπαρξιακής εξέγερσης» για να ανιχνεύσουμε ξανά και να ανακτήσουμε τις ρίζες όλων των «Εξήντα οκτώ»: από τα αμερικανικά beat στους χίπις, στους μαύρους πάνθηρες, από την εξέγερση ενάντια στη «μορφή κόμμα» και την άρνηση της «ανάθεσης», στην οριζόντια πολιτική αυτοοργάνωση, από τη βαθιά ανάγκη της «αυτονομίας του υποκειμένου» στην απόρριψη της καταναλωτικής κοινωνίας που παράγει τον «μονοδιάστατο άνθρωπο», από την ανάγκη / προϋπόθεση να επινοήσουμε, να δημιουργήσουμε μια «υλική συγκρότηση της τάξης» μέσα στην κριτική διένεξη-διαμάχη, βίαιη συχνά, της τυπικής δημοκρατίας και των «τυπικών συνταγμάτων». Θεμελιώδες ήταν να κάνουμε κατανοητή την «παγκοσμιοποίηση» των νέων διαδικασιών της υπαρξιακής και πολιτικής αυτοδιάθεσης που ξεκινώντας από τη ριζοσπαστική κριτική της πυρηνικής οικογένειας επεκτείνονταν στο σχολείο, τον κόσμο της εργασίας, το κόμμα, τους «συνολικούς θεσμούς» και το κράτος για να εισρεύσει στην παγκόσμια αντιπολίτευση ενάντια στη μέγιστη μορφή κυριαρχίας που είναι ο ιμπεριαλισμός. Με μια εκπληκτική αρμονία πραγματοποιούνταν με αυτό τον τρόπο και, ξεκινώντας από την καθημερινή ζωή του καθενός, η συγκόλληση-η σύνδεση ανάμεσα στην «απελευθέρωση του εαυτού μας ως απαραίτητη προϋπόθεση για την απελευθέρωση όλων», και η τοποθέτηση μας πλάι στους αγώνες απελευθέρωσης όλου του Νότου του κόσμου. Σε αυτή την πορεία η «παγκόσμια διαμαρτυρία» έβρισκε την ενοποίησή της σε διεθνές επίπεδο’.

απόσπασμα από το βιβλίο: Nanni Balestrini, Primo Moroni – L’orda d’oro, η χρυσή ορδή, το μεγάλο επαναστατικό και δημιουργικό, πολιτικό και υπαρξιακό κύμα

 

  • Η ζωή έχει καταντήσει σκέτη καταπίεση, μονοτονία, πλήξη. Όλα προκαθορισμένα, για μια ζωή, από τα πριν και από άλλους. Γεννιέσαι για να δουλεύεις και να απολαμβάνουν αυτοί. Πετώντας ξεροκόμματα. Στην δουλειά και τον πολιτισμό. Έχοντας προγραμματίσει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της μέρας. Δεν επιτρέπονται οι παρεκκλίσεις. Να μη βρίσκεις χρόνο να σκεφτείς, τι σου αρέσει,και αν σου αρέσει!
    Η καθημερινότητα της πλήξης.
    Πολύ μιζέρια για το τίποτα! Και πολύ κουβέντα για ελάχιστα.
    Αυτοί όμως διαλέγουν έναν άλλο δρόμο, με πολλά μονοπάτια.
    Είναι αυτόνομοι.
    ‘εμείς όμως είμαστε αλλιώς, θέλουμε άλλα πράγματα, διαφορετικά, και τα θέλουμε τώρα’, λέει ο Μάριος.
    ‘Πρώτα, πρώτα, ξέρουμε πολύ καλά τι δεν μας αρέσει, και θέλουμε να το εξαφανίσουμε, να το διαλύσουμε’.
    ‘Και ζώντα , αναπνέοντας μαζί, δημιουργικά, θα φτιάξουμε σιγά σιγά το καινούριο. Μυρίζει όμορφα εκεί έξω, περιμένει να χαρτογραφήσουμε τα καινούρια εδάφη. Θα το ανακαλύψουμε, θα το εξερευνήσουμε. Είναι αυτό που θέλει να ξεπηδήσει από μέσα μας,που το πνίγει ο ασφυκτικός περίγυρος, η σήψη της Μητρόπολης, η πλήξη του καθωσπρεπισμού. Ασφυκτιεί το μωρό μέσα μας και επιθυμεί να ξετιναχτεί σε περιβάλλον ελευθερίας. Πνίγεται από την επανάληψη.
    Όχι λοιπόν στην επανάληψη μιας καθημερινότητας που πνίγει!’

Προχθές πήγαν στον κινηματογράφο και είδαν το ‘Μπούτς Κάσιντυ και Σάντανς Κίντ’. Με τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Κάθριν Ρός και Πώλ Νιούμαν. Ο κινηματογράφος ήταν πίτα στους νέους που αποθεώνουν τους πρωταγωνιστές.
Ναι !! Έτσι θέλουν να ζήσουν και αυτοί! Ληστές. Φίλοι καρδιακοί. Χίλιες φορές καλύτερα στην παρανομία, αρπάζοντας το χρήμα από τις τράπεζες και τους λεφτάδες. Που έτσι κι αλλιώς δεν ιδρώνουν υπερβολικά μιας και έχουν άλλα τόσα και ακόμα περισσότερα. Που όσο κι αν δουλέψεις, κάνοντας το ίδιο και το ίδιο για ώρες, μέρες, χρόνια, λέγοντας τα ίδια λόγια, μια ζωή, δεν θα γευτείς ποτές !
Την ώρα που οι ληστές τρέχουν με το ποδήλατο μες τα λουλούδια, εκεί στο πράσινο, μες την ομορφιά, στα χρώματα και τα αρώματα! είναι αλλιώς να τα απολαμβάνεις ελεύθερος, μακριά από την εκμετάλλευση. Τότε απολαμβάνεις!
Το να παρακολουθήσεις την ταινία είναι επίτευγμα, γίνεται ένας χαμός, δύσκολο να συγκεντρωθείς. Τραγούδια ακολουθώντας τη μουσική της ταινίας, συνθήματα. Νομίζεις πως βρίσκεσαι στο αμφιθέατρο. Στη συνέλευση. Σχόλια, θέσεις, αποφάσεις.

Την άλλη φορά, στο τέλος της ταινίας ‘Μπόνυ και Κλάϊντ’, με την Φαίη Ντάναγουεη και τον Γουώρεν Μπήτυ, τα παιδιά βγαίνουνε από τον κινηματογράφο και ξεχύνονται στην πόλη σε πορεία, βραδινή, στο κέντρο. Και υπάρχει οργή ανάμικτη με ενθουσιασμό. Και αποφασιστικότητα. Γιατί το πλήθος νιώθει την δύναμή του. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά. Γιατί κατάλαβαν ότι δεν τους παίρνει..
Είναι τέτοια η ορμή και η θέληση των παιδιών που τους έδωσαν να καταλάβουν πως σήμερα το βράδυ δεν θα έχουν τύχη, τους έπιασαν στα πράσα, δεν τους περίμεναν, δεν υπήρξε ραντεβού. Και πως αν προσπαθήσουν κάποια επιθετική κίνηση τα πράγματα θα πάρουν άσχημη τροπή.  Από: εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 2

 

  • ‘Μια φάση χωρίς προοδευτικές ιδεολογίες ούτε εμπιστοσύνη στον σοσιαλισμό, χωρίς καμία αγάπη για το δημοκρατικό σύστημα, αλλά και χωρίς σεβασμό στους μύθους της προλεταριακής επανάστασης, έδειχνε τις προοπτικές της.Ήταν μέσα σε αυτή την αλλαγή σκηνικού που πήρε μορφή το νέο πολιτικό-πολιτιστικό φαινόμενο της εργατικής αυτονομίας. Autonomia operaia ήταν μια έκφραση που χρησιμοποιούνταν ευρέως στη γλώσσα της συνδικαλιστικής οργάνωσης και των ομάδων. Ήταν μια διατύπωση που αναφέρεται σε εκείνη της συνδικαλιστικής αυτονομίας, η ανεξαρτησία της οργάνωσης του συνδικάτου από το παιχνίδι των πολιτικών κομμάτων ήταν μια σημαντική αρχή κατά τη δεκαετία του εξήντα, αλλά περιελάμβανε στοιχεία ασάφειας, εξάρτησης σε συμβασιακές διαπραγματεύσεις, αποπολιτικοποίησης του αγώνα των εργατών. Εργατική αυτονομία ήθελε να πει κάτι περισσότερο: αυτό σήμαινε την αυτοοργάνωση των αγώνων έξω από τη διαχείριση των συνδικάτων και τις πολιτικές λογικές. Αλλά από το 1973 η έκφραση «εργατική αυτονομία» άρχισε να σημαίνει κάτι νέο, κάτι πολύ ριζοσπαστικό, ότι η εργατική ύπαρξη, η προλεταριακή αλληλέγγυα κοινότητα μπορεί να οργανώσει κοινωνικές συνθήκες ανταλλαγής, παραγωγής και συνύπαρξης αυτόνομες από την αστική νομιμότητα. Αυτόνομες από το νόμο της ανταλλαγής, από το νόμο της παροχής χρόνου, από το νόμο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η αρχή της αυτονομίας έλαβε το πλήρες ετυμολογικό της νόημα: η προλεταριακή κοινωνικότητα ορίζει τους δικούς της νόμους και ασκεί την πρακτική τους στο έδαφος που έχει καταληφθεί στρατιωτικά από την μπουρζουαζία. [απόσπασμα από την »χρυσή ορδή»]

 

Μέρος Δ   ‘η Anna είναι δεκαοκτώ χρονών κι αισθάνεται πολύ μόνη έχει θλιμμένο πρόσωπο και δεν βγάζει μιλιά έτσι κι αλλιώς είναι σίγουρη πως κανείς δεν θα την καταλάβαινε κι ακόμη και αν καταλάβει σίγουρα θα την προδώσει. Και το βράδυ στο δωμάτιο πριν κοιμηθεί διαβάζει για αγάπες και όλες τις περιπέτειες μέσα στα βιβλία που κάποιος άλλος γράφει που ονειρεύεται το βράδυ, αλλά την μέρα όμως δεν ζει Και ακούει το αγαπημένο της ραδιόφωνο για να νιώσει ένα κομματάκι κοινής λογικής και φωνές γεμάτες θέρμη και τους χαύνους στίχους όλων εκείνων των τραγουδιστών με παιδικά πρόσωπα και τις σπασμένες καρδιές τους Μα εδώ και λίγο καιρό είναι δύσκολο να ξεφύγεις, υπάρχει κάτι στον αέρα που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι γλυκό, μα δυνατό και δεν σ’ αφήνει ποτέ είναι ένα κύμα που μεγαλώνει και σε ακολουθεί όπου κι αν πας Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα
ο Marco από δίσκους κάνει συλλογή και γνωρίζει από μνήμης κάθε γκρουπ και εν τω μεταξύ ονειρεύεται να πάει στην Καλιφόρνια ή στις πόρτες του κόσμου που βρίσκονται επάνω στην Γερμανία Και λέει: »Εδώ σε μας, κατά βάθος, η μουσική δεν είναι άσχημη, εκείνο που δεν αντέχω είναι μόνο τα λόγια». Αλλά μετά τα ξαναβρίσκει αυτά τα λόγια κάθε φορά που βγαίνει έξω μέσα στις αφίσες ή γραμμένα πάνω στους τοίχους Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα’

Eugenio Finardi Musica ribelle 1976

 

  • »Μας αρέσει να κάνουμε καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα. Στα πανέμορφα Ιόνια νησιά, και παράλια, που είναι κοντά στην πατρίδα μας, κυρίως. Με σκηνάκια και υπνόσακους. Βουτάμε όλη μέρα στα καθάρια, γαλαζοπράσινα νερά και λιαζόμαστε με τις ώρες.
    Λευκάδα,Παξοί, τώρα τελευταία Πάργα και Σύβοτα. Εκεί γνωρίζουμε τον Σάντρο που συζεί στη Ρώμη με την Αντρέα, Γερμανίδα φοιτήτρια που έχει τελειώσει Ιταλική φιλολογία, αλλά παραμένει στην χώρα με τον φίλο της και τον ακολουθεί στις διακοπές του. Ταξιδεύουν με ένα Φόρντ Τράνσιτ που χρησιμοποιεί στη δουλειά του ο Σάντρο, είναι έμπορος δερμάτινων ρούχων.

Γίναμε μια μεγάλη παρέα λοιπόν, περνάμε θαυμάσια. Γυρίζουμε όλη την περιοχή, Μέτσοβο, Βίκο, Ζαγοροχώρια και Πάργα, την περιοχή της Πρέβεζας, φτάσαμε μέχρι τον Αχέροντα και επισκεφτήκαμε την είσοδο του κάτω κόσμου. Περνούμε κοντά δέκα μέρες μαζί. Χωρίζουμε όταν οι καινούριοι μας φίλοι κατηφόρισαν προς Κρήτη.

Χθες, μετά την επίθεση στο Πρωτοδικείο, κάποια στιγμή στο δρόμο,μπροστά σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο ακούω δύο νεαρούς να συζητούν ελληνικά,σχολιάζοντας μία αφίσα,ένα υπέροχο αγόρι λαξευμένο στο μάρμαρο, κολλημένη στα τζάμια ταξιδιωτικού γραφείου. Ο νους μου πετάει πάλι στα Σύβοτα, θα ήθελα πολύ να ξαναβρεθώ εκεί, σκέφτηκα.
Μέρος πανέμορφο και τελείως παρθένο, στην Ήπειρο. Τριάντα χιλιόμετρα,πάνω κάτω από την Ηγουμενίτσα, προς νότο. Φτάνεις στο ψαροχώρι από χωματόδρομο. Είκοσι, τριάντα σπίτια όλα κι όλα, ένα παντοπωλείο που εκτελεί και χρέη γραφείου τηλεπικοινωνιών, μία ταβέρνα -καφενείο. Φυσικό λιμάνι με πολλά νησάκια γύρω -γύρω και έρημες αμμουδιές. Κάθε καλοκαίρι ο κόλπος γεμίζει ιστιοπλοϊκά σκάφη που βρίσκουν εκεί ευχάριστη προστασία και ασφάλεια.

Όπως παντού όπου τριγυρνούμε τα καλοκαίρια, μια χρονιά στη Λευκάδα, μια στη Σκόπελο και αλλού, βρίσκουμε και στήνουμε τις σκηνές μας και τους υπνόσακους κοντά σε μέρος που αναβλύζει γλυκό νερό μέσα από την γη,σε κάποια γωνιά. Για να μπορούμε να ξεπλενόμαστε, όλη μέρα το αλάτι δεν αντέχετε στο κορμί, είναι ενοχλητικό.
Συχνά μαγειρεύουμε στην παραλία, πάντα υπάρχει παχύς ίσκιος στα μέρη που διαλέγουμε να κατασκηνώσουμε, πεύκα ή ελιές συνήθως. Αρμυρίκια επίσης κατεβαίνουν σχεδόν να γλύψουν το νερό. Όλη μέρα στον ήλιο είναι απελπισία, τις μεσημεριανές ιδίως ώρες ζεματάει.
Τα βραδάκια κατεβαίνουμε στο χωριό, η ταβέρνα είναι πολύ φιλόξενη, μας ανοίγει με ευχαρίστηση την αγκαλιά. Κάνουμε τις επαφές τους με τους ντόπιους, μας αρέσει να έχουμε ζωντανή την αίσθηση του τόπου που μας φιλοξενεί, γεμίζει τις μπαταρίες αυτό το όλον. Άνθρωποι είμαστε, όχι περαστικοί. Επιθυμούμε να δοθούμε και να πάρουμε.

Εκεί, στα Σύβοτα μάλιστα, ο ταβερνιάρης θυμίζει αφάνταστα τον Τζούλιο Αντρεότι, στη φάτσα και στην καμπούρα. Τα πειράγματα πηγαίνουν σύννεφο. Είναι δημοκράτες γενικότερα. Ενδιαφέρονται τρομερά να μάθουν γι αυτή την περίφημη ‘στροφή’ των κομμουνιστών στην Ιταλία, με τον ‘ιστορικό συμβιβασμό’, λες και ο συμβιβασμός είναι κάτι καινούριο για τους ιταλούς ρεβιζιονιστές. Και άντε ένας τακτικός συμβιβασμός. Εδώ μιλάμε για στρατηγική στροφή,τους λέμε. Την συν διαχείριση του υπάρχοντος προτείνουν στο κεφάλαιο και τους λακέδες του οι ρεφορμιστές. Και μιλούν για μεταρρυθμίσεις που το σύστημα το καπιταλιστικό θα αναζωογονήσουν. Άμα περισσέψει κάτι θα πάρουν και οι υπόλοιποι.
Ακουμπάμε λοιπόν στην γενναιοδωρία τους; Εκεί ελπίζουμε;
Εμείς λοιπόν, τους λέμε, οι νέοι, δεν επιθυμούμε τα ψίχουλα. Απαιτούμε το δίκιο, που λέει πως σε όλους πρέπει να μοιραστεί ο πλούτος. Πως απαιτούμε μιαν άλλη ποιότητα ζωής. Τα πάντα σε όλους. Ο πλούτος πρέπει να μοιραστεί στην κοινωνία. Άλλες αξίες να επικρατήσουν.

Ρωτούν συνεχώς, θέλουν να καταλάβουν. Και αυτό τους τιμά. Τους κάνει στα μάτια μας ακόμη πιο συμπαθείς. Μιλάμε σε μια διάλεκτο που περιλαμβάνει λίγα ελληνικά, σπαστά ιταλικά και κάποια εγγλέζικα! Όλα μαζί μισκούλιο!
Και όσο περνάει η ώρα και το κέφι ανεβαίνει η κατάσταση γίνεται λιγότερο σοβαρή, κυριαρχεί πλέον ο άνθρωπος που αφήνει στην άκρη τον πολίτη, επικρατεί λοιπόν το καλαμπούρι και οι μεγάλοι ξαναγίνονται παιδιά.
Τους δείχνουν να χορεύουν ακολουθώντας το ρυθμό της μουσικής που παίζει στο πικ απ. Όλοι μαζί αγκαλιασμένοι πρώτα, κείνους τους γρήγορους ρυθμούς, σε κύκλο. Και να φωνάζουν ωπα!
Και τους άλλους, τους ερωτικούς, που κουνούν την κοιλιά και τους γοφούς αναστενάζοντας. Και τα χέρια ψηλά. Αχ και βαχ, και η λίμπιντο ανεβαίνει στον ουρανό..

Ο άνθρωπος,λένε, εν κατακλείδι, σαν συμπέρασμα, είναι φτιαγμένος για να χαίρεται τη ζωή, όχι να ταλαιπωρείται. Αν λοιπόν κάποιοι πρέπει να ευτυχούν, ας είναι όλοι. Να μην τους χωρίζει το εισόδημα, η καταγωγή, το χρώμα και η φυλή ή οι ευκαιρίες.
Είναι τόσο όμορφο να είσαι χαμένος μέσα στη φύση της Μεσογείου, ηρεμιστικό και χαλαρωτικό.
Ανάμεσα σε τόσες αποχρώσεις του πράσινου του μπλε και του γαλάζιου.
Ο αέρας ευωδιαστός, το τραγούδι του ανέμου αισθησιακό, το τιτίβισμα των πουλιών χαρούμενο, η πτήση και το κράξιμο του γλάρου απελευθερωτικό.
Δεν χρειάζονται αντικαταθλιπτικά, έχεις την εξοχή, τη θάλασσα και το βουνό.

Αγαπάμε πολύ τη ζωή, τα χρώματα και τη γαλήνη της φύσης. Μας αρέσουν και οι εναλλαγές του καιρού, από την ηρεμία στην καταιγίδα, τα ξεσπάσματα και η επιστροφή στη νηνεμία.
Τρεις πεταλούδες τρέχουνε στη φθινοπωρινή ομορφιά, κυνηγιούνται πετώντας σε υπέροχα σχήματα.
Πολύχρωμες, χρώματα φανταστικά, λουσμένες στον ήλιο, όλα καθάρισαν από τη βροχή, λαμποκοπούν.
Λιάζονται σε ανάπαυση, τις αναστατώσαμε όταν καθίσαμε να ξεκουραστούμε κι εμείς κοντά τους.

Ξαναγυρίζοντας όμως στο χωριό, κάνουμε πολύ χάζι με το τηλέφωνο και την περιπέτεια του να καλέσεις στο σπίτι, τους δικούς σου! Όταν χρειάζεται για να ανταλλάξουμε νέα. Ακούστε λοιπόν.
Η γυναίκα του μπακάλη, για να το ενεργοποιήσει, γυρίζει με ταχύτητα μια μανιβέλα, μέχρι να ανοίξει η γραμμή και να συνδεθούν με το κέντρο. Το οποίο μετά από κάποιο τέταρτο της ώρας επιτρέπει την επικοινωνία με την πατρίδα, σε ένα θάλαμο μικρό που χωρούν με τα ζόρι δύο άτομα. Ένα βαρύ μαύρο ακουστικό στ’ αυτιά για να ακούμε την άλλη πλευρά. Και έτσι που λέτε μιλάμε με τους δικούς μας. Μπορεί δε να φτάσεις τελευταίος και να μιλήσεις πρώτος. Ρώσικη ρουλέτα.
Φοβερά πράγματα.
Να σου μιλήσω και για μια πολύ δυνατή μέρα, από αυτές που δεν ξεχνιούνται.

Αποφασίζουμε να κατεβούμε στο χωριό για τηλέφωνα, όλοι μαζί. Θα περιμένουμε που θα περιμένουμε, ας το κάνουμε παρέα.
Ξυπνάμε νωρίς διότι θέλουμε να χάσουμε όσο λιγότερο από το χρόνο μας. ‘Καταλαμβάνουμε’ το παντοπωλείο και ξεκινάμε τις κλήσεις την ώρα που καταφτάνουν καινούριες προμήθειες σε τοπική ρακί. Από κάποιον γνωστό του μαγαζάτορα. Κάνει να δοκιμάσει, μας ρίχνει μια ματιά και μας προσφέρει τρία σφηνάκια για να πάρει τη γνώμη μας.
Δεν είναι δέκα το πρωί ακόμη, είμαστε νηστικοί αλλά κατεβάζουμε μονορούφι τη ρακί.
Αυτό ήταν. Ανοίγουμε κάτι κονσέρβες λαδερά,κάτι παστά και τέτοια διάφορα και στήνουμε κανονικό πανηγύρι. Σε μία ώρα είμαστε όλοι ντίρλα, μαζεύουμε εκεί έξω και άλλους αλλοεθνείς νεαρούς, γίνεται χαμός!
Καταφέρνουμε να μιλήσουμε και με την πατρίδα, μες την καλή χαρά,πρωινιάτικα σουρωμένοι, έχουμε γίνει μια πολύ μεγάλη παρέα όταν πέφτει σύρμα για μια φανταστική παραλία από την άλλη μεριά του βουνού!
Θα πάμε να βουτήξουμε εκεί όλοι μαζί, έτσι όπως είμαστε. Ok.
Μπαίνουμε στα αυτοκίνητα και ξεκινάμε. Αληθινή βαβέλ σου λέω. Ακούς όλων των ειδών τις γλώσσες,με άλλες τόσες προφορές!

Έχουμε σηκώσει όλο το μαγαζί προμήθειες, στη μέση της διαδρομής, στην κορφή της ανεβασιάς, στο σημείο που βλέπεις τη θάλασσα και από τις δύο μεριές, σταματάμε. Αφήνουμε τα αυτοκίνητα στην άκρη, καταλαμβάνουμε όλο το κατάστρωμα και στήνουμε χορό. Στη μέση του δρόμου. Μουσική παίζουν τα αυτοκίνητα. Άλλο κομμάτι από εδώ, άλλο από εκεί.
Πανδαιμόνιο στη μέση του πουθενά. Και ούτε έχει μεσημεριάσει!
Η κυκλοφορία φυσικά έχει σταματήσει και από τις δυο κατευθύνσεις, τα θυμάμαι και ανατριχιάζω, ενώνονται μαζί μας άλλοι τόσοι, χορεύουμε αγκαλιασμένοι, άνθρωποι που συναντιούνται για πρώτη και τελευταία φορά μεταξύ τους, άγνωστοι παντελώς. Τόσο κοντά όμως βρίσκονται! Δεν θέλει πολλά! Μοναχά ψυχή βαθιά.

Πόση ώρα μείναμε εκεί δεν μπορώ να σου πω. Ούτε πως βρεθήκαμε κάτω στα νερά. Πως γυρίσαμε πίσω το απόγευμα άγνωστο. Και πόσοι από εμάς. Ένα ξέρω μόνο. Είναι πολύ όμορφη η ζωή όταν την ρουφάς απ’ το μεδούλι. Και πολύ απλή!»

Από: εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 3

 

  • »Δυο κόσμοι στέκονται αντιμέτωποι ο ένας απέναντι στον άλλον, η κοινωνία των εγγυημένων από το σύστημα εξουσίας, και αυτή των μη εγγυημένων, των αποκλεισμένων από την καθεστηκυία τάξη. Οι πρώτοι κοντά ή μέσα στα κέντρα όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις, στο σύστημα μέχρι τα μπούνια – οι δεύτεροι, αυτόνομοι στις συμπεριφορές, εφορμούν να ανατρέψουν το κατεστημένο που τους πιέζει ασφυκτικά σαν βράχος ασήκωτος, ανυπόφορος. Ο θάνατος σου η ζωή μου! Σαν δύο παλαιστές που στέκονται στο ρινγκ, κοιτάζονται στα μάτια λίγο πριν εφορμήσουν ο ένας καταπάνω στον άλλον με ένταση αμείλικτη, κραυγάζουν και χύνονται στη μάχη!

Βάζουμε στη ζωή μας πολύ ρίσκο, βάζουμε ένταση, η ομαλότητα μπορώ να πω πως είναι εχθρός μας. Ο νόμος φτιάχτηκε από άλλους και για άλλους. Εμείς όλοι έχουμε πολλά που μας χωρίζουν από την σύμβαση. Σκεφτόμαστε αυτόνομα. Το κατεστημένο και την τάξη του πολεμάμε. Δρούμε αυτόνομα. Η άποψη αυτών θα είναι αποτυπωμένη στις φυλλάδες. Θα παρουσιάζουν με τον τρόπο τους τα συμβάντα, όπως τους συμφέρει.
Ο πολύς λαός όμως ακόμη δεν μασάει.
Ποιος είναι ο λαός ;
Οι από κάτω, αυτοί μάλλον που θέλουν να ζουν ελεύθερα, να σκέφτονται ελεύθερα, αυτόνομα, να δρουν ελεύθερα, αυτόνομα. Και είναι ακόμη πάρα πολλοί.

Αυτό τρομάζει! Δια τούτο οι φυλλάδες παρουσιάζουν τα γεγονότα, που συμβαίνουν καθημερινά πλέον, την επίθεση στους θεσμούς και την καταπίεση, μέσα από παραμορφωτικούς φακούς. Προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν. Δείχνουν μία συναίνεση στις επιλογές του κεφαλαίου ψεύτικη, δεν υπάρχει τέτοια στα λαϊκά στρώματα. Στον κόσμο της εργασίας. Του κοινωνικού εργάτη που στενάζει στις γειτονιές και τους δρόμους της Μητρόπολης.
Εμείς λοιπόν την μετατρέπουμε σε ζούγκλα. Το δάσος μας,το βουνό, είναι οι κοινωνικές σχέσεις που δημιουργούμε καθημερινά , στους μικρούς και μεγαλύτερους αγώνες, ο κοινωνικός εργάτης, η κάσμπα.
‘Κρυβόμαστε’ εκεί μέσα και επιχειρούμε με σχέδιο. Έχουμε οργανώσει τις ομάδες μας, τον στρατό μας ,ελευθερώνουμε ζώνες. Είμαστε παντού, στην καθημερινότητα του καθένα δίπλα. Φτιάχνουμε την αντιεξουσία μας. Εκεί, και όποτε μας παίρνει φυσικά. Στιγμές, ώρες, μέρες ελεύθερης ζωής. Χρόνια.

Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη ένταση, ρίσκο και απρόοπτα. Σχεδιασμό και προετοιμασία.
Ζούμε το σήμερα, την στιγμή.
Σίγουρα μας νοιάζει και το αύριο. Να φέρουμε και άλλους κοντά μας.
Θέλουμε το αύριο δικαιότερο. Με ελευθερία και ισότητα για όλους. Ίσες ευκαιρίες, πραγματικά.
Περνάμε από το σφυροδρέπανο στο αστέρι. Είναι μια φυσιολογική κατάληξη. Μιας πορείας που έρχεται τρέχοντας από το ’68. Από την κριτική του υπαρκτού σοσιαλισμού στην πλήρη καταδίκη του. Στο ξεπέρασμα του Μαρξισμού και του Λενινισμού, στο ξεπέρασμα της πρωτοκαθεδρίας του κόμματος. Στην ανάδειξη των συμβουλίων και των κοινοτήτων. Στην ανάγκη δημιουργίας του επαναστατικού λαϊκού στρατού.

Υπάρχουν και οι άλλοι, που πιστεύουν ακόμη στο κόμμα, το ένοπλο, που το προτείνουν και εργάζονται για να το δημιουργήσουν. Και είναι πολύ δυνατοί.
Εμείς θέλουμε να ενεργοποιήσουμε τον λαό, την κοινωνία.
Δικός της είναι ο αγώνας και ο πόλεμος.
Δεν τον αναθέτει σε τρίτους, σε κανέναν, τον ιδιοποιείται.
Τον διεξάγει η ίδια.
Η ίδια διαλύει το κράτος, διαλύει το υπάρχον, τους θεσμούς τους κυρίαρχους. Θα δημιουργήσει νέους, θα τους επινοήσει, τους γεύεται ήδη στις συναναστροφές της , που έχουν γεύση αλλιώτικη.
Δεν θα της κάνει άλλος την δουλειά, δεν θα το κάνει άλλος γι αυτήν.
Η κοινωνία οργανώνει την αυτοάμυνα της, οργανώνει και τις επιθέσεις της. Αυτόνομα.
Διαλέγει τον χώρο και τον χρόνο, μετράει τις δυνάμεις της και δρα
Πράττει ήδη, ζει ήδη το καινούριο
Δεν περιμένει
Εξερευνά, ανακαλύπτει, χαρτογραφεί.
Φτιάχνουν τον στρατό τους, η καταστολή δεν τους τρομάζει, πολεμούν το κατεστημένο κάθε μέρα, όχι μόνο στα λόγια. Οι επαναστατημένοι.
Ελευθερώνουν τις περιοχές τους, πολεμούνε τις συμβάσεις, ζούνε έξω από τις συμβάσεις, μακριά, γεννούν το έμβρυο το καινούριο.
Η ελευθερία είναι εδώ, στις καθημερινές μάχες. Η αυτονομία.
Αυτοί χτυπάνε τα πλοκάμια του κατεστημένου, της εξουσίας, οι άλλοι την καρδιά του.
Μια μέρα θα νικήσουν.
Η αλλοτρίωση του ανθρώπου είναι στο στόχαστρο, η απαλλοτρίωση των ζωών τους.
Η απελευθέρωσή της ζωής το όραμα!

Από ένα φυλλάδιο μας :
‘επιδίωξή μας είναι ο άνθρωπος να διακόψει μια και καλή τον αυτοϋποβιβασμό του σε παραγωγό καταναλωτή, να αφυπνίσει τη δημιουργικότητά του και να διεκδικήσει την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση».

»Μια μέρα, οι κολεκτίβες Mensa [του φοιτητικού εστιατορίου δηλαδή] και Αρχιτεκτονικής αποφασίζουν να ‘επισκεφτούν’ το μεγάλο πολυκατάστημα που βρίσκεται κοντά στο Ταχυδρομείο. Ζητούν λοιπόν από τους περισσότερο έμπειρους να οργανώσουν τη φάση, τους παλιότερους δηλαδή.
Θα πάρουμε μέρος καμιά τριανταριά σύντροφοι, αγόρια και κορίτσια. Σχεδόν μοιρασμένοι, ίσως και περισσότεροι από τριάντα. Σχεδιάζουμε το πλάνο εξονυχιστικά. Θα αποκλείσουμε όλο το τετράγωνο και θα εμποδίσουμε τη μηχανοκίνητη πρόσβαση γεμίζοντας τον δρόμο σπασμένα μπουκάλια, αν χρειαστεί, ώστε να προκαλέσουμε κυκλοφοριακό μποτιλιάρισμα και κομφούζιο. Ουρές αυτοκινήτων, εμπόδια. Ως συνήθως, θα εξουδετερώσουμε τα τηλέφωνα και τρεις από εμάς, με το καλό, θα ακινητοποιήσουμε τον φρουρό. Αυτά θα γίνουν ταυτόχρονα. Θα γεμίσουμε τις τσάντες μας και θα καλέσουμε τον κόσμο να κάνει το ίδιο. Προλεταριακή απαλλοτρίωση. Φυσικά θα σκορπίσουμε φυλλάδια, μέσα στο κατάστημα και σε όλη την γειτονιά, κατά την αποχώρησή μας. Εξηγώντας τα κίνητρα της ενέργειας για την επανοικειοποίηση του πλούτου που παράγουμε και καρπώνεται το αφεντικό. Θα χαθούμε τραγουδώντας στα στενά.

Φτάνουμε σε ομαδούλες, την καθορισμένη ώρα είμαστε όλοι εκεί. Όταν οι πρώτοι δημιουργούν το φράξιμο στις συγκοινωνίες οι υπόλοιποι, μέσα σε συνθήματα και παροτρύνσεις ξεκινάμε τα ψώνια μας. Τα τηλέφωνα έχουν σιγήσει και ο φύλακας ξεκουράζεται στο γραφείο μαζί με τον διευθυντή, κλειδωμένοι. Όλα κυλούν ομαλά. Οι πελάτες κάνουν τις αγορές τους ενθουσιασμένοι, τα ταμεία έχουν εγκαταλειφθεί από τους υπαλλήλους μετά από τις ευγενικές μας πιέσεις. Όλα τέλεια.
Ξεχυνόμαστε προς το κέντρο της συνοικίας Santa Croce τραγουδώντας. Αρκετοί χειροκροτούν από τα μπαλκόνια, το νέο έχει διαδοθεί με ταχύτητα αστραπής, ο κόσμος ανταποκρίνεται με χαρά, επιτέλους ψωνίζουν δωρεάν.
Περπατούμε λοιπόν ενωμένοι περί τα τριακόσια μέτρα και μετά διασκορπιζόμαστε στα στενά για να χαθούν τα ίχνη μας. 

Να μας ξανάρθετε φωνάζουν από τα μπαλκόνια αρκετοί. Ανατριχιάζω. Γείτονες και περαστικοί. Είμαστε βέβαια στην καρδιά κόκκινης συνοικίας.
Μπορεί το κόμμα να συνεργάζεται πλέον με την δεξιά, να συνομιλεί για συνδιαχείριση του μοντέλου,και άλλα παρόμοια, αλλά ο λαός δεν μασάει, δεν τα έχει ακόμα ‘παίξει’. Η βάση έχει μεγάλη ιστορία ταξικών, σκληρών αγώνων στην πλάτη της.
Εννοώ πως, όταν καταλαβαίνεις πως σε εκμεταλλεύονται,δεν έχει σημασία ποια είναι η δουλειά σου, εάν έχεις δουλειά, ή πόσα καταφέρνεις να εξοικονομήσεις από τ’ αφεντικά. Στο κάτω κάτω δεν έχει σημασία ούτε τι ψηφίζεις, εάν ψηφίζεις.
Τα αφεντικά είναι πάντα ίδια, ότι χρώμα κι αν φοράνε.
Ο κόσμος είναι μαζί μας. Για πολλά πολλά χρόνια.
Τώρα που πέρασε η μπόρα, που καταλάγιασε η σκόνη, νιώθω, επίτρεψέ μου να σου πω πως τα μάτια τα βγάλαμε λιγάκι κι από μόνοι μας! Τώρα που καταστάλαξαν τα πράγματα,γίνεται πολύ εμφανές.
Διότι, εκεί που όλοι συμπαθούσαν αυτόνομους και αντάρτες γινόμαστε ξαφνικά υπέρ το δέον ….άγριοι και …..αντιπαθητικοί. Ας το παραδεχτούμε.

Ίσως όχι όλοι, τώρα πια πολύ λίγη σημασία έχει.
Κάποιες μεγάλες θεαματικές ενέργειες απελευθέρωσαν πολύ βία,και αυτό τρόμαξε. Δεν την σήκωσε το στομάχι του κόσμου. Δεν μπόρεσε να την απορροφήσει η κοινωνία, ούτε εμείς οι ίδιοι καλά καλά.
Και έκαναν πίσω οι άνθρωπο , γύρισε εναντίον μας αυτή η κατάσταση.
Θυμάμαι τα χαμόγελα του κόσμου, όχι τόσο όταν άρπαζε το απαραίτητο, όσο το απαγορευμένο. Μας λέγανε πως ξανάβρισκαν μαζί μας την χαμένη τους αξιοπρέπεια.
Ιδιοποιούνται το απρόσιτο. Αυτό που φτιάχνεται για λίγους.
Γιατί, και θυμάμαι τα λόγια ενός τραγουδιού που μας μετέφρασες Μιχάλη κάποια στιγμή, λέει πως ‘εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο’!

Για να μπορούμε να απολαμβάνουμε όλοι μαζί ελεύθερα τη ζωή. Χωρίς διακρίσεις. Δίχως εξαιρέσεις.
Ο Πίνο αρπάζει αυτό, η Πάολα εκείνο και η νοικοκυρά λίγο πιο πέρα, μαζί με το γάλα του μικρού και ένα μπουκάλι από εκείνο το καλό κρασί,το απαγορευμένο για τα οικονομικά της, που εδώ και τόσες μέρες χαλβαδιάζει. Αυτό που πίνουν με τον άντρα της μια φορά τον χρόνο, στην γιορτή της.
Όταν στην άλλη γειτονιά, με τους κήπους και τους ιδιωτικούς φύλακες, η γυναίκα του τάδε επώνυμου, που γεννήθηκε με γαλάζιο αντί για κόκκινα αίμα, το πίνει κάθε μέρα.
Γυμνή γεννήθηκε και η μια, γυμνή και η άλλη. Και έτσι θα φύγουν. Σαν την Εύα. Προς τι οι διακρίσεις και οι ανισότητες;
‘Η ζωή είναι ωραία, αλλά τα έχει με άλλον’, λένε στην ταβέρνα οι μεγαλύτεροι.
Εμείς δεν το δεχόμαστε αυτό. Παίρνουμε πίσω αυτό που είναι δικό σου και δικό μας.
Τα φτιάχνουμε κι εμείς μαζί της, είναι πράγματι πολύ όμορφη, κουκλάρα η ζωή!
Παίρνουμε πίσω αυτό που μας ανήκει.
Παροτρύνουμε όλους να το κάνουν!

Το δείχνουμε με το παράδειγμά μας. Γίνεται. Εύκολο είναι. Φτάνει να θέλεις.
‘άντε θύμα, άντε ψώνιο, άντε σύμβολο αιώνιο’ δεν λέει το τραγούδι σας Μιχάλη;
‘αν ξυπνήσεις μονομιάς, θα ρθει ανάποδα ο ντουνιάς’, δεν λέει;
Εσύ μας τα έπαιζες αυτά, το ξεχνάς ;
Τίποτα δεν είναι αδύνατο. Όλα είναι εφικτά. Η ιστορία δεν έχει τέλος!
Ο άνθρωπος θέλει να ορίζει μόνος την τύχη του.
Δεν χρειάζεται μεσάζοντες. Δεν χρειάζονται νταβατζήδες.

Δες τι γίνεται με το φαγητό μας, θυμάσαι, πες τα να ξαλαφρώσω.
Χρησιμοποιούμε γενικά το φοιτητικό εστιατόριο. Είναι καλούτσικο το φαγητό. Επιβλητικό το κτίριο. Πανέμορφο. Ένα σωρό νεολαίοι εδώ μέσα, μας αρέσει πολύ να βρισκόμαστε εκεί.
Η Μensa.
Στο κέντρο, λίγα λεπτά από τον υπέροχο Καθεδρικό Ναό, την Μητρόπολη της πόλης. Δύο λεπτά από τις σχολές και την αγαπημένη Πλατεία του Αγίου Μάρκου. Κέντρο αγώνα, κέντρο συνεύρεσης. Πήχτρα στους νέους.
Φτηνό φαγητό, τρώγεται. Το σερβίρουν όμως μοναχά συγκεκριμένες ώρες και γίνεται το αδιαχώρητο.
Πρέπει να περιμένεις στην ουρά, μέσο όρο, μιάμιση ώρα.
Στην αρχή δεν δίνεις σημασία. Κουβεντιάζεις, φλερτάρεις με τα κορίτσια, κάνεις γνωριμίες.
Σιγά σιγά κουράζεσαι στο πόδι τόση ώρα, δίχως στην πραγματικότητα να υπάρχει λόγος.
Υπάρχει ανεργία. Ζητούν δουλειά εκατοντάδες άνθρωποι στην πόλη. Με ακόμη μια βάρδια, το πρόβλημα λύνεται. Θα είναι ανοιχτά όλη μέρα και θα τρως με την ησυχία σου, νωρίτερα ή αργότερα.
Δοκιμάστε, τους λέμε.
Τίποτα. Μας έχουν όρθιους με τις ώρες. Σκέτη ταλαιπωρία.

Να μην υπήρχαν λεφτά, να κάνω όσες θυσίες θέλεις. Με τον πλούτο που υπάρχει διάσπαρτος, σε συγκεκριμένες τσέπες, όχι, δεν θα πάρω.
Δυο φορές τη μέρα μας θέλουν στρατιωτάκια, εν δυο- εν δυο.
Δεν θα πάρουν.
Η τεράστια αυτή ουρά που ξετυλίγονταν στις αίθουσες, μέσα και έξω, αυτού του θαυμάσιου κτιρίου, εξελίσσεται σε αυθόρμητη γενική συνέλευση αρκετές φορές, δημιουργεί αιτήματα, τα παρουσιάζει, πάπαλα. Παίρνει σαν απάντηση τον τρίτο τον μακρύτερο.
Φτιάχνουμε την αυτόνομη ομάδα μας, την επιτροπή μας.
Αποφασίζει λοιπόν την κατάληψη, την πραγματοποιεί και κερδίζει καλύτερες συνθήκες. Δηλαδή το εστιατόριο ανοικτό όλη μέρα και φαγητό δίχως αναμονή, ορθοστασία και ουρές.
Έλα μου όμως πως προσωπικό δεν προσλαμβάνεται, με αποτέλεσμα να βγαίνει η ψυχή των νυν εργαζομένων.
Αυτό δεν το θέλουμε. Χειροτερεύουν οι συνθήκες εργασίας για να τρώμε εμείς με άνεση. Δεν είναι αυτό που επιθυμούμε.

Αλλάζουμε λοιπόν τακτική.
Αρχίζουμε και σνομπάρουμε την Μένσα, οργανωνόμαστε σε ομάδες των τριάντα και επισκεπτόμαστε με την σειρά τα εστιατόρια του κέντρου, που τρίβουν τα χέρια τους γιατί δεν ξέρουν τι τους περιμένει.
Τρώμε παρέα όλοι μαζί, την καθορισμένη, στο περίπου βέβαια ώρα, και για αντίτιμο αφήνουμε το πολύ χαμηλό που πληρώνουμε σαν φοιτητές!
Και για τα παράπονα στέλνουμε τους ιδιοκτήτες στην διοίκηση του Πανεπιστημίου.
Μια, δυο, τρεις, σκάνε. Υποχωρούν.

Κλείνουν λοιπόν σύμβαση με δυο-τρία μεγάλα εστιατόρια κι έτσι το φοιτητικό αποσυμφορίζεται, και εμείς διασκορπιζόμαστε στην πόλη με φυσικό επακόλουθο να τρώμε σαν άνθρωποι.
Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.
Αλλάζει το οργανωτικό πλάνο, διευκολύνονται οι πάντες. Δεν είναι καθόλου δύσκολο να βρίσκεις λύση στα προβλήματα. Φτάνει να θέλεις.
Θέλει ν’ αρπάζεις τη ζωή απ’ τα κέρατα.
Εσείς δεν είστε που λέτε πως όποιος δεν ακούει με τα λόγια θα ακούσει με το ραβδί; Το χρησιμοποιούμε, μεταφορικά, και όχι μόνο, για να σας κάνουμε να ακούσετε.
Πάλι αιφνιδιασμός.
Που να μας περιμένουν, κάθε μέρα, πρωί βράδυ; Τι να πρωτοφυλάξουν;
Περιπολίες και αυτές, σε δράση. Γεμάτη η πόλη φυλλάδια. Δημιουργούμε συναίνεση. Και όταν προσπαθούν να μας φέρουν ενάντια στους εργαζόμενους, δεν μασάμε.
Γενικά, δεν μασάμε εκείνο τον καιρό.

Με τις τιμές στους οργανισμούς κοινωνικής ωφέλειας, το ίδιο. Ζητάμε συμβολικό τιμολόγιο. Οργανώνουμε αυτομειώσεις στα δελτία τηλεφώνου και ρεύματος. Ανά διαστήματα.
Οι αυξήσεις είναι αδικαιολόγητες. Μόνος γνώμονας το κέρδος.
Λέμε πως είναι άδικο να ψάχνεις το κέρδος σε αυτά που είναι κοινωνικά αγαθά πρώτης ανάγκης. Κατοικία, νερό, ρεύμα,τροφή, μεταφορές, παιδεία. 
Πρέπει να είναι εγγυημένα σε όλους, σε τιμές συμβολικές, εξασφαλισμένες από την κοινότητα. Αυτή είναι εμείς οι ίδιοι. Όχι ευκαιρία για να προσκομίζουν κάποιοι κέρδος.
Κερδίζουμε, χάνουμε μάχες. Δεν σταματάμε μέρα να ανακινούμε αυτά τα ζητήματα.
Και όταν δεν μας δίνουν σημασία ξεκινούμε τα σαμποτάζ. Και τις δολιοφθορές. Όχι στην τύχη. Με σχέδιο. Εκεί που ο αντίπαλος πονά. Όταν ατονούν τα κινήματα και οι μαζικές διαδικασίες. Όταν ατονεί η συμμετοχή. Όταν το κράτος καταστέλλει.
Στις μεταφορές δεν σταματάμε ποτές. Όταν χρησιμοποιούμαι τα δημόσια μέσα, το κάνουμε πάντα αρκετοί μαζί, όταν είναι εφικτό φυσικά. Δεν πληρώνουμε ποτέ. Έτσι και οι οδηγοί συμμαχούν. Οι ελεγκτές κάνουν τα στραβά μάτια».     από: εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 6

 

  • Μέρος Ε     » Σε αντίθεση με άλλους προηγούμενους εργατισμούς (όπως η συμβουλιακή ιδεολογία) ή σύγχρονους (όπως της χριστιανικής ή λαϊκιστικής προέλευσης), ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός δεν αγαπούσε τους εργάτες και τους προλετάριους: στοιχημάτιζε την πιθανότητα εκεί να υπάρχει μια δύναμη ενάντια στον εαυτό της, όχι για να επεκτείνει αλλά για να εξαλείψει την κατάστασή της. Ήταν επομένως ένας εργατισμός εναντίον της εργασίας, για την απόρριψη ενός υποκειμενικού χαρακτήρα, μιας υποκειμενικής φύσης επιβεβλημένης από τη σχέση του κεφαλαίου. Υπήρξε ένας εργατισμός βασισμένος στην μη αναστρέψιμη μεροληψία της άποψης, μιας αυτόνομης πλευράς που θα χτιστεί. Προσοχή, όχι των εκμεταλλευόμενων, αλλά αυτών που αγωνίζονται ενάντια στην εργασία για να ζήσουν με ελεύθερο τρόπο. Όχι εκείνων που ζουν από την εργασία τους, αλλά εκείνων που αγωνίζονται κατά της εργασίας για να ζήσουν ελεύθερα. Όχι των φτωχών και των καταραμένων-των κολασμένων της γης, αλλά της εργατικής τάξης που αγωνίζεται για την κατάργησή της (το γεγονός πως η εργατική τάξη είναι ζήτημα ποιοτικής πρωτοποριακής δύναμης και όχι χεριών με κάλους και φόρμες λερωμένες με γράσο, πρέπει να σπαταλήσουμε κι άλλο χρόνο για να το προσδιορίσουμε;)»….και: »Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε, στο κέντρο του εργατισμού και του ορισμού της ταξικής σύνθεσης είναι κάτι ριζικά διαφορετικό. Η υποκειμενικότητα είναι ένα πεδίο μάχης. Όταν σήμερα, σε ένα πλαίσιο σχέσεων δύναμης, [ισορροπίας δυνάμεων] υπέρ του κεφαλαίου, μιλάμε για «προλεταριακή υποκειμενικότητα»  μιλάμε για μια υποκειμενικότητα σφυρηλατημένη, πλασμένη κυρίως από την καπιταλιστική κυριαρχία. Το να μιλάμε για αντι-υποκειμενικότητα σημαίνει λοιπόν να μιλάμε για μια υποκειμενικότητα όχι μόνο εναντίον του κεφαλαίου, αλλά και κατά του κεφαλαίου που μεταφέρουμε μέσα μας. Ναι, διότι εμείς στο μέτρο στο οποίο μισούμε τα αφεντικά πρέπει να φθάσουμε να μισούμε τον εαυτό μας, εκείνο τον καρκίνο που κάθε μέρα μας τρώει και μας θέτει στην υπηρεσία αυτών που μας εκμεταλλεύονται».  Πέρα από τον εργατισμό και τον λεγόμενο μετα-εργατισμό, Gigi Roggero

 

[O τεχνολογικός εκσυγχρονισμός είναι ουσιαστικά ένα κύριο εύρημα των αφεντικών που προσπαθεί να εξαλείψει ένα κομμάτι της ζωντανής εργασίας, έναν χειριστή, ένα ολόκληρο τμήμα, μια απασχόληση, μια αρμοδιότητα, έναν ρόλο. Εν ολίγοις, η τεχνολογική καινοτομία είναι η απαραίτητη μορφή για την εξοικονόμηση εργασίας, είναι η κύρια απάντηση των αφεντικών στην άρνηση της εργασίας. Αλλά τότε: η αναδιάρθρωση, η καινοτομία, ο εκσυγχρονισμός, το τεχνολογικό άλμα πρέπει πραγματικά να θεωρηθεί εχθρός; Μήπως δεν υπάρχει στην αναδιάρθρωση η προϋπόθεση της ελευθερίας η συνθήκη για τη μείωση της εξάρτησης της ζωής από την εργασία; Το ερώτημα πρέπει να εξεταστεί σε όλη του την πολυπλοκότητα.Στην πραγματικότητα η πρόθεση του αφεντικού, όταν μετασχηματίζει ένα εργαστήριο ή αυτοματοποιεί ένα τμήμα εργασίας, είναι εκείνη να μεγιστοποιήσει το συνολικό κέρδος, να εξαλείψει τους θύλακες της ανυπακοής, να επιτύχει έναν πιο στενό μηχανικό έλεγχο στην ανθρώπινη εργασία.

Η καπιταλιστική χρήση της τεχνολογίας – και η αναδιάρθρωση ως καπιταλιστική επανάσταση των μηχανημάτων, του τεχνολογικού συστήματος – διαπερνά τις ίδιες δομές, τη μορφή και τη λειτουργία των αντικειμένων, και εμμέσως διαπερνά τα μυαλά, τις κοινωνικές σχέσεις, τον παραγωγικό κόσμο. Η σκέψη και η πρακτική του επαναστατικού εργατισμού πολύ σύντομα έρχεται αντιμέτωπη με μια αντίφαση, και σε κάποιο βαθμό θα παραμείνει αιχμάλωτη αυτής.Η έντονη τεχνολογική επανάσταση που ξεδιπλώνεται κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, και η οποία ωριμάζει στα τέλη αυτής της δεκαετίας και εκδηλώνεται με αληθινά, πραγματικά κύματα μαζικών απολύσεων, είναι η αιτία της κρίσης της εργατικής αυτονομίας, αλλά στην πραγματικότητα είναι και η αιτία της τάσης διάλυσης της εργατικής τάξης του εργοστασίου και της βιομηχανίας ως κυρίαρχο σύστημα παραγωγής. Η αναδιάρθρωση, η τεχνολογική καινοτομία και ο εκσυγχρονισμός είναι η απάντηση στην άρνηση της εργασίας, αλλά και η εκπλήρωση της. Μέσα από την αναδιάρθρωση, όντως, ο εργατικός στόχος επιτυγχάνεται για να μειώσει την απαραίτητη εργασία, αλλά οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες καθορίζεται αυτή η μετατόπιση κυριαρχούνται από το καπιταλιστικό συμφέρον, αποσκοπούν στην κυριαρχία και το κέρδος, όχι στην κοινωνική χρησιμότητα. Και να λοιπόν που το αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης είναι μια μεγαλύτερη εκμετάλλευση, μια μεγαλύτερη εξάρτηση, μια πολιτική διαίρεση, ένας πολιτικός διαχωρισμός μεταξύ απασχολουμένων και ανέργων.

Αλλά αυτό εμφανίζεται, κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, επειδή το επαναστατικό κίνημα δεν καταφέρνει να εκτελέσει μέχρι τέλους το πρόγραμμά του εργατικής κατεύθυνσης επί όλης της διαδικασίας παραγωγικής μεταμόρφωσης, διότι στο σημείο αυτό η συνδικαλιστική διαμεσολάβηση και ο εξτρεμισμός έρχονται αντιμέτωποι χωρίς να μπορούν να βρουν το σημείο διεξόδου: τη γενικευμένη μείωση του χρόνου εργασίας, την κοινωνική ανακατανομή του κοινωνικά απαιτούμενου χρόνου εργασίας. Εν ολίγοις, την εργατική εξουσία επάνω στις συνθήκες της μεταβιομηχανικής μετάβασης, επάνω στις συνθήκες της αποβιομηχανοποίησης και του μετασχηματισμού ολόκληρου του κόσμου της παραγωγής.]    απόσπασμα από την »χρυσή ορδή»

 

  • »Δεν θέλουμε να ζούμε κάτω από ζυγούς, όπως και αν τους ονομάσουν οι άρχοντες. Οργανώνουμε λοιπόν μια εθνική διαδήλωση στη Ρώμη, τον Μάρτιο του ‘77, στις 12 του μήνα, ενάντια στην καταπίεση.
    Έχουν καταστείλει με άγριο τρόπο,το προηγούμενο διάστημα, την εξέγερση των φοιτητών στη Μπολόνια.
    Μαχαιρώνουν οι φασίστες στη Ρώμη.
    Όλη η αυτονομία κατεβαίνει στην πρωτεύουσα.

Σηκωθήκαμε πρωί πρωί. Το ραντεβού είναι στον σιδηροδρομικά σταθμό, αφηγείται ο Μάριο. Με οργή σιωπηλή συγκεντρωνόμαστε, μαζευόμαστε για κάποιο μισάωρο. Και μόλις εμφανίστηκε το τραίνο για Ρώμη του κάνουμε αμέσως κατάληψη, μαζί με τους άλλους ταξιδιώτες. Σήμερα δεν πληρώνει κανένας εισιτήριο.
Πρέπει να είμαστε πάνω από χίλιοι. Δεν μπορούν να μας αγγίξουν. Ξέρουμε πως θα ταξιδέψουμε. Και μόλις το τραίνο αρχίζει να κινείται, με εκείνο το αρχικό του τίναγμα ο κόσμος ξεσπάει. Συνθήματα και τραγούδια σπάνε την ησυχία, από τα ανοιχτά παράθυρα, όλοι αψηφούν την παγωνιά. Βράζουμε από ενθουσιασμό και ενέργεια. Και χιλιάδες υψωμένες γροθιές διέσχισαν την πόλη το εικοσάλεπτο που χρειάζεται το τραίνο για να την προσπεράσει. Είναι ένα θέαμα μοναδικό, κόκκινες σημαίες με αστέρια, με σφυροδρέπανα, και σφιγμένες γροθιές υψωμένες στον ουρανό της πόλης που χαιρετάει τα παιδιά της, που την αφήνουν να κυλάει πίσω τους.
Το θηρίο γεμάτο ασφυκτικά κι εμείς κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο.

Φτάσαμε στην αιώνια πόλη και δεν μας αφήνουν να μπούμε στον σταθμό, είναι τέτοια η κίνηση, έχουν φρακάρει τα πάντα. Μένουμε έτσι αρκετή ώρα, και μόλις ξεκινούν οι κουβέντες για να αποφασίσουμε εάν αποβιβαστούμε εκεί έξω και να προσεγγίσουμε τον σταθμό με τα πόδια το τραίνο ξεκινά αργά αργά. Ο ενθουσιασμός είναι τεράστιος. Τόση ώρα έχουμε απέναντι, καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά,άλλο τραίνο, γεμάτο και αυτό συντρόφους από τον Νότο, μιλάμε με συνθήματα, υπάρχει υπερένταση, υπάρχει και θυμός. Γιατί στη διάρκεια του ταξιδιού μαθαίνουμε πως οι μπάτσοι, την προηγούμενη, σκότωσαν χτυπώντας πισώπλατα, την ώρα οπισθοχώρησης, σύντροφό μας, στις συγκρούσεις της Μπολόνια, στο χώρο του Πανεπιστήμιου που είναι υπό κατάληψη. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη, μυρίζει μπαρούτι, προμηνύεται καταιγίδα, θα έρθει πυρκαγιά.

Έχει γράψει ο Κλάουντιο Λόλλι ένα πολύ όμορφο τραγούδι για εκείνες τις μέρες των συγκρούσεων στο κέντρο της πόλης, στην Bologna, όλη η περιοχή γύρω από τις σχολές είναι στα χέρια των φοιτητών, τρεις μέρες χρειάστηκαν οι δυνάμεις καταστολής να τους την πάρουν! ‘I giornali di Marzo’. ‘Οι εφημερίδες του Μαρτίου’.
Και ακουμπάμε επιτέλους στις αποβάθρες,σιγά σιγά. Ενωνόμαστε με συντρόφους που ξεπηδούν απ’ όλες τις πλευρές. Έρχονται από κάθε γωνιά της χώρας. Φτάνουμε όλοι μαζί και αυτό δημιουργεί τεράστια χαρά, ευτυχία, παραλήρημα. Έξω από τον τεράστιο σταθμό το αδιαχώρητο, η ένταση απογειώνεται. Πανζουρλισμός. Χιλιάδες σύντροφοι είναι συγκεντρωμένοι εκεί, μιας και η πλατεία Ezedra, όπου έχει οριστεί το ραντεβού μας, έχει ξεχειλίσει, για να βαδίσουμε όλοι μαζί, σε πορεία, προς την Piazza del Popolo, την Πλατεία του Λαού, όπου αργά το απόγευμα θα κλείσει το ραντεβού.
Όλα μοιάζουν μαγικά, είναι μαγικά.

Υπάρχει ενέργεια, μοιάζει χειροπιαστή, λες και θα ανοίξεις τη χούφτα σου και θα την πιάσεις, θα μαζέψεις μπόλικη. Μπορείς να την αγγίξεις, για τέτοια κατάσταση σου μιλάω.
Τραγούδια, συνθήματα, φασαρία, ένα βουητό που σκεπάζει τα πάντα, που απλώνεται σε όλη την πόλη και την κυριεύει.
Είμαστε πολλοί, είμαστε δυνατοί, είμαστε αποφασισμένοι, είμαστε εμείς, ‘οι άλλοι’, ‘η άλλη κοινωνία’.
Δεν περπατάμε, θαρρείς πετάμε.

Il contropotere proletario. Η προλεταριακή αντεξουσία. Η αυτονομία στην πράξη.

Να ανοίξω μια μικρή παρένθεση: »Να το πω κι αλλιώς: είναι αμέτρητη η χαρά που νιώθεις κάθε φορά που τινάζεις στον αέρα ένα κάτι, σύμβολο του εχθρού, και αυτή η χαρά σε ακολουθεί για ημέρες δίχως τελειωμό, όσο μιλάει ο κόσμος γι αυτήν και βάλε! κάθε φορά που εισβάλλεις σε σφηκοφωλιά του αντιπάλου και την κάνεις δικιά σου, έστω και για λίγο έχεις οικειοποιηθεί τον ζωτικό χώρο του εχθρού, η μητρόπολη είναι εκεί δικιά σου, η χαρά δεν προσμετράται, όσα χρήματα κι αν έχει στον λογαριασμό του ο ενάντιος δεν μετρούν μπροστά στη δύναμη που έχεις εκείνη την ώρα, και την ευτυχία που νιώθεις στην καρδιά σου!

Όταν περνάς αμέριμνος μπροστά απ’ τα μπλόκα του εχθρού, τις κλούβες και τα περιπολικά, χτυπά δυνατά η καρδιά και τραγουδά, γελάς που τρέχουν και δεν φτάνουν ψάχνοντας ψύλλους στ’ άχυρα. Ο αιφνιδιασμός ήταν δικός σου, ασ’ τους να τρέχουν!

Θα στο πω φίλε μου και έτσι: Τον λαό δεν καταφέραμε να τον ξεσηκώσουμε σε μόνιμη βάση, να επαναστατήσει ώστε να διώξει μια για πάντα την καταπίεση του καταναλωτισμού και των αγορών, όμως εκείνη τη χαρά που νιώθαμε κάθε φορά που κομματιάζαμε τα άφθονα μέτρα ελέγχου και καταστολής της ελευθερίας μας δεν την αλλάζω με τίποτα. Δεν χωρά στο ζύγι, όσο κι αν κοστίζει το άλλο που στοίβαξες απέναντι! Τζούφιο είν’ το βάρος του». Κλείνει παρένθεση

  • Τότε βλέπω και τους Ινδιάνους τους Μητροπολιτάνους. Είχα ξαναβρεθεί στην πόλη για εθνική διάσκεψη, πρώτη φορά όμως τους βλέπω ντυμένους στα χρώματα του πολέμου. Και τόσους πολλούς. Παρατεταγμένοι με τις πολύχρωμες φορεσιές τους έξω από το κτίριο, λες και μας περίμεναν, να τους δούμε και τους θαυμάσουμε.
    Ξεκινούν στην κεφαλή του μέρους της πορείας που βρίσκεται μπροστά μας, και όλοι εμείς από πίσω. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πετάξει έξω από τις σχολές, στο Πανεπιστήμιο La Sapienza, τον γραμματέα του ελεγχόμενου από το ΚΚ συνδικάτου, τον μισητό Λάμα,με τους εκατοντάδες ψευτοκομμουνιστές μπράβους του. Δοκίμασαν να μιλήσουν στην γενική συνέλευση στην πλατεία, έφαγαν γιούχα, ξύλο και άπειρα φτυσίματα. Οι υποκριτές.
    Διασχίζουμε την πόλη τραγουδώντας. Άλλοτε περπατάμε σιγά, άλλοτε τρέχουμε. Αλλού κοντοστεκόμαστε. Γεμίζουμε τους τοίχους συνθήματα και κόκκινη μπογιά. Τα μαντήλια στο λαιμό.
    Κάποιοι από εμάς αφήνουν για λίγο τους υπόλοιπους και πηγαίνουν προς Via dei Volschi, εκεί που χτυπά η καρδιά της ρωμαϊκής αυτονομίας, να μάθουν τα τελευταία νέα. Να δουν εάν χρειάζονταν κάτι, μήπως είναι απαραίτητη η βοήθειά τους.
    Εμείς οι υπόλοιποι συνεχίζουμε
    Φτάνουμε στην πλατεία αργά το μεσημέρι.
    Την περιφρούρηση έχουν αναλάβει οι Ρωμαίοι σύντροφοι, και όχι μόνο, οι σύντροφοι επίσης των ομάδων περιφρούρησης από τις μαζικότερες συλλογικότητες της χώρας, απ’ τον Βορρά κυρίως, Πάντοβα, Μιλάνο…

Είναι ακόμη μέρα. Έχουν περάσει χρόνια, δεν θυμάμαι και πολλά. Μοναχά τον ενθουσιασμό ανακατεμένο με οργή. Το κύμα που πάλλονταν στη πλατεία κάθε φορά που ξεσπούσε το σύνθημα. τα τραγούδια. Το είναι μου σε μόνιμη κατάσταση έκστασης, ανατριχίλα που διασχίζει το κορμί μου, από την κορυφή μέχρι τα νύχια.
Κι όταν ξεχύνεται το ανθρώπινο ποτάμι,με βουητό που σκεπάζει τους λόφους που περιτριγυρίζουν την πόλη η ένταση εκρήγνυται και αρχίζουν ατέλειωτες συγκρούσεις.
Δεν νοιάζει κανέναν ποιος θα είναι αυτός που θα κάνει την αρχή, όλοι περιμένουμε το αναπόφευκτο, όλοι επιθυμούμε να δοθεί ένα μάθημα στις δυνάμεις καταστολής και στους εντολείς τους.
Αρχίζουν οι πυρπολήσεις, εναντίον κυρίως καταστημάτων πολυτελείας, απλησίαστων στους πολλούς, που στέκονταν εκεί προκλητικά με τις στολισμένες τους βιτρίνες να φωνάζουν ‘πάρε με’!
Εναντίον,επίσης, κομματικών γραφείων. Εναντίον κυβερνητικών και πολιτικών στόχων, αστυνομικών τμημάτων.

Οι σύντροφοι των ομάδων περιφρούρησης κάνουν το καλύτερο δυνατό για να κρατήσουν τις συγκρούσεις μακριά από το κυρίως σώμα της πορείας. Εν πολλοίς τα καταφέρνουν, για το μεγαλύτερο διάστημα τουλάχιστον της ημέρας, τις περισσότερες φορές.
Οι καπνοί, οι φωτιές και η αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα δακρυγόνα οδηγούν κατευθείαν στην καρδιά των γεγονότων.
Έτσι λοιπόν ο Μάριος ξεκόβει κάποια στιγμή από τους συντρόφους του, τον τρώει η περιέργεια να βρίσκεται εκεί που παίζεται άμεσα η μπάλα!
Ξεγλιστρά από τα κορδόνια, που κρατιούνται όσο πιο σφιχτά γίνεται, και τρέχει προς τους καπνούς και τους κρότους.

Δεν νιώθει ανησυχία, νιώθει προστατευμένος, έχει εμπιστοσύνη.
Σε ανύποπτο χρόνο, έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία με κύριο που σέβεται πολύ. Γνωρίζει πως τον παρακολουθεί και τον περιεργάζεται, κατοικούν απέναντι, καθηγητής στο λύκειο ο κύριος Αντόνιο. Του έχει κάνει ξεκάθαρο λοιπόν πως,προς στιγμήν τουλάχιστον, δεν έχει την αίσθηση του θείου. Έτσι ο δάσκαλος τον προτρέπει να επικαλείται την νεκρή μητέρα του κάθε φορά που χρειάζονταν στήριξη, βοήθεια έξωθεν. Την έχει χάσει από μικρούλης, από την κακιά αρρώστια. Έχει αποκτήσει λοιπόν ένα τυχερό αστέρι που τον νοιάζεται και τον προσέχει!

Τρέχει προς την φωτιά, ακούει τις σειρήνες που ουρλιάζουν, είναι η Πυροσβεστική,που μόλις φτάνει, την ώρα που οι σύντροφοι έχουν απομακρυνθεί. Η τεράστια, πολυόροφη έκθεση πολυτελών αυτοκινήτων έχει γίνει παρανάλωμα πυρός, ένα φοβερό θέαμα, δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από τις πύρινες γλώσσες που καταβροχθίζουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Το κτίριο περιτριγυρίζεται από γραφεία, είναι όλα κλειστά, είναι Σάββατο, δεν κινδυνεύουν ζωές, μοναχά αυτοκίνητα που φλέγονται, παραδομένα στη φλόγα. Μια έκταση απλωμένη σε πέντε ορόφους λαμπαδιασμένη. Πρώτη φορά στη ζωή του αντικρίζει ένα τέτοιο θέαμα, στέκεται σαν χάνος εκεί μπροστά να θαυμάζει τις γλώσσες που σφυρίζουν στον αέρα που καίει, τους πυκνούς καπνούς που μαυρίζουν τον ουρανό,που ήδη έχει σκοτεινιάσει.

Χρόνια αργότερα αισθάνθηκε την ίδια δύναμη να τον τραβά και να τον αιχμαλωτίζει, παρόμοιο δέος αντικρίζοντας την πύρινη δύναμη να κατακαίει, αυτή τη φορά, τα δάση της πατρίδας του, σε θέρετρο όπου βρέθηκε για διακοπές. Μεγάλη όμως η αντίθεση στα συναισθήματα. Είναι λυτρωτική η χαρά του να βλέπεις τη βιτρίνα του καπιταλισμού να φλέγεται. Η επίθεση στην καταναλωτική μανία ελευθερώνει, στη μεγαλομανία των σύγχρονων αστών, που μετράνε τις αξίες από το μέγεθος και μόνο του πλούτου που κατέχουν. Πλούτο, που στο κάτω- κάτω άλλοι έχουνε παράξει, και δεν θα γευτούν ποτές. Γι ανταμοιβή έχουνε μια μούντζα. Καλά να πάθουν.
Σπαρακτική όμως η στεναχώρια όταν γίνεσαι μάρτυρας της καταστροφής της ίδιας της ζωής.
Εδώ πεθαίνει η μάνα Γη, η ανάσα μας,η αληθινή ομορφιά. Το γάλα που πίνουμε και μας θρέφει, μας αναπτύσσει, μας μεγαλώνει. Μας αντρώνει και μας κάνει ανθρώπους άξιους να ονομαζόμαστε τέτοιοι.
Εδώ η φωτιά καίει τη ζωή.
Εκεί η φωτιά καίει την απάτη.

Οι σύντροφοι λοιπόν δεν είναι άλλο εδώ, πρέπει να ψάξει να τους βρει. Προς το παρόν,ας επιστρέψει στο ανθρώπινο ποτάμι που κυλάει ακάθεκτο στους δρόμους της όμορφης πόλης.
Στριμώχνουν και στριμώχνονται οι νέοι, που συνεχίζουν να βαδίζουν, να τρέχουν και να τραγουδούν.
Πλησιάζουν μια armeria, ένα οπλοπωλείο. Δίπλα στο ποτάμι,που πορεύονται, στον Τίβερη. Στο λεπτό κατεβαίνουν οι σιδεριές, ορμούν στο κατάστημα και το αδειάζουν, σε ένα λεπτό, κυριολεκτώ, από όλον τον ελαφρύ οπλισμό. Για να χωρά στο παντελόνι. Και ντουφέκια, πολλά….Βλέπετε,εδώ και πολύ ώρα η αστυνομία βάλει πλέον κανονικά.Ήδη σκοτώνει από καιρό, εκτελεί.
Εχθές τον σύντροφό μας τον χτύπησαν πισώπλατα.
No mercy!
Δεν υπάρχει έλεος σήμερα!

Οι σύντροφοι πυροβολούν απέναντι, την φυλακή, Regina Coeli, μιας και είναι αδύνατο να πλησιάσουν, έχουν αποκλείσει την πρόσβαση από τις γέφυρες οι δυνάμεις της αστυνομίας και οι καραμπινιέροι, για να αποτρέψουν ομαδική απελευθέρωση των κρατουμένων συντρόφων μας εκεί μέσα, πέρα απ’ το ποτάμι.

Οι μπάτσοι, που παρακολουθούν το κορτέο,πορευόμενοι παράλληλα, από τους πιο πέρα δρόμους και κάποια απόσταση, αντιλαμβανόμενοι τα συμβάντα, πνίγουν την πορεία στα χημικά. Πυροβολούν συνεχώς.Πανικός.
Οι νεαροί δεν διαλύονται. Συνεχίζουν. Κλάμα και λεμόνι, συνθήματα, μηνύματα.
Προχωρούν τρέχοντας όσο γρηγορότερα γίνεται για να απομακρυνθούν από τη μολυσμένη περιοχή.
Με τους πιο πίσω όμως τι θα γίνει ;
Προχωρούν έτσι κι αλλιώς, κι άλλη φορά τους διέσπασαν, κάποια στιγμή θα ενωθούν με τους υπόλοιπους πιο κάτω. Η αποφασιστικότητα δεν νικιέται σήμερα. Αυτά που λέμε θα γίνουν!
Η ανθρώπινη πλημμύρα συνεχίζει το δρόμο της. Ξετυλίγεται το κουβάρι μες την πόλη,αφήνοντας το ποτάμι πίσω του. Εισέρχεται σε μια αχανή πλατεία, μισοσκότεινη,μιας και όλοι οι λαμπτήρες έχουν γίνει κομμάτια. Εκεί αντικρίζω την πιο σουρεαλιστική σκηνή σε όλη μου τη ζωή, σκηνή από ταινία του κινηματογράφου περιπέτειας. Αυτά δεν γίνονται!
Στην απέναντι ακριβώς πλευρά, γονατισμένοι σε σειρά καμιά εικοσαριά σύντροφοι, με τα μαντήλια ανεβασμένα, πυροβολούν σε ομοβροντία, όλοι μαζί ταυτόχρονα, προς ένα επιβλητικό κτίριο που δεσπόζει μπροστά τους και κλείνει την πλατεία από εκείνη την πλευρά. Κι από πίσω τους, τρέχοντας σε τόξο, σε ημικύκλιο, περίπου πενήντα παιδιά εξαπολύουν βροχή από μπουκάλια στα σπασμένα, θρυμματισμένα τζάμια, στα παράθυρα του κτιρίου, το οποίο οι αστυνομικές δυνάμεις έχουν αφήσει έρμαιο, αφύλακτο, από τη σφοδρότητα της επίθεσης! Σπέρνουν φωτιά.
Είναι κάτι μοναδικό, δεν ξεχνιέται, όσα χρόνια κι αν περάσουν!
Ότι και να έχεις κάνει, πει, ακούσει από άλλους, τέτοια φάση δεν γίνεται, δεν επαναλαμβάνεται!
Η καταστολή εξαφανισμένη.
Αργότερα έμαθα πως εκείνο το κτίριο είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης που εδρεύει στην πρωτεύουσα,  λέει ο Μάριος, ανατριχιάζοντας στη θύμηση.

Έγραψαν οι εφημερίδες την άλλη μέρα πολλά, αυτό το γεγονός αποσιωπήθηκε τελείως, άκρα του τάφου σιωπή, όπως βέβαια και η προσπάθεια να περάσουν οι σύντροφοι το ποτάμι για να επιτεθούν στα γραφεία του ΚΚΙ, κάποια στιγμή, και στις φυλακές κάποιαν άλλη!

Όπως καταλαβαίνετε, η κατάσταση έχει ξεφύγει τελείως, έχει εκτραχυνθεί. Η αστυνομία αποφασίζει πως πρέπει να απαντήσει και επιτίθεται από όλες τις πλευρές, με ότι μέσο διαθέτει. Ξεκινάει ανταλλαγή πυρών κι από τις δύο πλευρές. Εδώ πλέον ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Δεν είναι δυνατόν πια να κρατήσεις γραμμές, να περιφρουρήσεις τη διαδήλωση, δεν πρόκειται πλέον για πορεία. Και οι περιφρουρήσεις που βαστούν ακόμη  καλύπτουν τα νώτα της υποχώρησης προς την piazza del popolo, όπου θα καταλήξει η πορεία έτσι κι αλλιώς, και όπου οι υπόλοιποι σύντροφοι, αυτοί από τους οποίους είχαμε αποκοπεί, μαθαίνουμε πως βρίσκονται ήδη εκεί.

Πανζουρλισμός όταν φτάνουμε εκεί, και ανακούφιση μαζί, πάλι όλοι together, και νιώθεις πως το ότι δεν κατάφεραν να μας διαλύσουν είναι μια τεράστια νίκη. Μαθαίνουμε για δεκάδες άλλους στόχους που χτυπήθηκαν, κομματικά γραφεία, η χιλιανή πρεσβεία – εκδίκηση πήραμε για τους δολοφονημένους μας εκεί συντρόφους – αστυνομικά τμήματα και κάνα δυο στρατόπεδα καραμπινιέρων….

Σύντροφοι μιλούν με πύρινα λόγια για τους σκοτωμένους μας συντρόφους. Ακούμε, χειροκροτούμε, συνθήματα, φωνές. Αλλά κυρίως η αναμετάδοση, στόμα με στόμα, όλης αυτής της φωτιάς που ρίξαμε επάνω στους εχθρούς μας αυτή την αξέχαστη για πάντα ημέρα, στο όνομα αυτών που έπεσαν, και θα συνεχίσουν να πέφτουν μέχρι να ανατραπεί αυτό το βρώμικο καθεστώς.

Νύχτα πλέον εδώ και ώρες όταν ξεκινάμε για τον σταθμό, για την επιστροφή, δεκάδες μικρές πορείες μέσα σε μια πόλη που βρωμάει χημικά, ανάμεσα σε ενέδρες των δυνάμεων καταστολής, που ξεπερνάμε ευκολότερα ή δυσκολότερα.

Μπορώ να πω πως επικρατεί μια ατμόσφαιρα χαοτική. Περπατάς ή τρέχεις μονάχα σκυφτός, πίσω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, μέσα από στενά και λεωφόρους. Γίνεται κυριολεκτικά χαμός. Δεν ξέρω να έχει συμβεί κάπου αλλού κάτι παρόμοιο. Εμπόλεμη κατάσταση.
Κάποια στιγμή καταφέρνω να φτάσω στο σταθμό. Έχω χαθεί με όλους, είμαι εδώ και ώρα ολομόναχος.
Άντε να μπεις μέσα, τώρα. Το κτίριο είναι περικυκλωμένο από την αστυνομία και τους καραμπινιέρους. Κάνω ένα ντου εκεί που είναι συγκεντρωμένοι οι λιγότεροι, τρώω πολλές, στα πλευρά κυρίως και την πλάτη, προστατεύω με τα χέρια το κεφάλι μου, τρυπώνω μέσα. Ψάχνω στις αναχωρήσεις και φτάνω τρέχοντας αλαφιασμένος στο τρένο λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο που δεν καταλάβαμε ποτέ οι μπάτσοι, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, έχουν ξεκινήσει μαζική επίθεση στους συρμούς, εξαπολύοντας εκ νέου δακρυγόνα. Ακούγονται και κάποιοι πυροβολισμοί. Ο οδηγός ξεκινά το θηρίο άρον’ άρον και η τρομάρα παίρνει τέλος.
Για τους περισσότερους, όχι για όλους.

Και ότι σου έχω διηγηθεί Μιχάλη είναι αληθές, δίχως ίχνος υπερβολής. Συμφωνούν και οι υπόλοιποι, ήταν εκεί, γνωρίζουν από πρώτο χέρι.Ήσουν κι εσύ, γνωρίζεις από πρώτο χέρι.
Συνεχίζω λοιπόν. Μια κοπελιά τρομοκρατημένη, η Μαρίνα, κουρνιάζει στην αγκαλιά μου όλο το βράδυ, χωρίς να ξεκολλήσει δευτερόλεπτο. Την πήρε ο ύπνος γρήγορα και ξύπνησε μόνο σαν φτάσαμε στο σταθμό της Φλωρεντίας, με το φρενάρισμα του τραίνου. Φυσικά και με ακολούθησε σπίτι μου, κοιμηθήκαμε αγκαλίτσα. Με φιλοξενούν εκείνο το διάστημα σε ένα στούντιο, ένα λεπτό απόσταση από την Πλατεία του Αγίου Σταυρού, Santa Croce, δύο μέτρα απόσταση από το φημισμένο Vivoli, το πασίγνωστο ζαχαροπλαστείο με τα υπέροχα παγωτά, γνωστό στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη.
Ένα πολύ χαριτωμένο διαμέρισμα, ενδιάμεσο δύο ορόφων ενός μεσαιωνικού κτίσματος, ανακαινισμένου στο εσωτερικό του. Χωρίς παράθυρα αλλά με μπόλικο γούστο, ζεστό πολύ, ένας ενιαίος χώρος τεράστιος και στο βάθος δύο υπνοδωμάτιa με κουζινίτσα και μπάνιο, επιπλωμένο πολύ μοντέρνα. Στέκεσαι όρθιος άνετα, για να περάσεις όμως από την πόρτα εισόδου πρέπει να σκύψεις αρκετά, σε υπόκλιση κανονική. Απίθανο, πανέμορφο, μια μεγάλη φωλιά στο κατάκεντρο της πόλης.

Ξυπνήσαμε αργά το μεσημέρι μιας και ….την πέσαμε χαράματα. Τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του. Δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ, τώρα που το θυμάμαι μου κάνει πολύ εντύπωση, δεν έτυχε ούτε μια φορά.Δεν προλάβαμε, μάλλον δεν σκεφτήκαμε να ανταλλάξουμε τηλέφωνα. Δεν την ξέχασα όμως ποτέ, ήταν η πιο γλυκιά στιγμή μιας τόσο μοναδικής και άγριας ημέρας.
Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής. Από την υπερένταση. Παρατηρώ για ώρα τα άλλα παιδιά, και από το παράθυρο, όταν υπάρχει ορατότητα, την ύπαιθρο και το τοπίο, κάθε φορά που κάνει την εμφάνισή του το φεγγάρι και φωτίζει. Τα χωριά που διασχίζουμε. Μου ήρθε τότε στο μυαλό πως στη Ρώμη ξαναβρέθηκα το καλοκαίρι που μας πέρασε, για να επισκεφτώ τον Σάντρο, νεαρό γύρω στα τριάντα που γνωρίσαμε με την παρέα στα Σύβοτα».

από: εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 2

LA CANTATA ROSSA PER TALL EL ZAATAR – GAETANO LIGUORI / GIULIO STOCCHI / DEMETRIO STRATOS

‘Μα κανείς κανείς λέω να μη κλάψει! Ούτε ένα δάκρυ από τα μυστικά χώματα του πόνου μας ούτε ένα δάκρυ! Γιατί όρθιοι όρθιοι πέθαναν Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι δίπλα στο πηγάδι και στις ρίζες του ψωμιού Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι ανάμεσα στις πεισματάρικες εποχές της δουλειάς τους Κανείς να μη κλάψει! Στη θέση τους φορώντας τα παπούτσια και με τουφέκια Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι από οδοφράγματα μιλώντας στ’ αστέρια Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι με τα μάτια καρφωμένα στα ποτάμια της Παλαιστίνης Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι χαράζοντας απέραντους δρόμους προς την επιστροφή Κανείς να μην κλάψει! Όρθιοι με δώρα ελπίδας στα μωρά του μέλλοντος Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι στέκονται Ahmed Fathma Ibrahim όρθιοι Mervath Abeth Leila όρθιοι στέκονται Youssef ο παππούς και ο μικρός Fadh που ήταν τριών χρόνων όρθιοι στέκονται καθένας από τις τριάντα χιλιάδες του Tall el Zaatar κανένας κανένας λέω κανένας να μη κλάψει! Ούτε ένα δάκρυ! Γιατί βλέπετε; Τους έδιωξαν από τη γη τους και από το όνειρο τους τους διασκόρπισαν τους έκλεισαν στα στρατόπεδα τους έδωσαν ένα νούμερο αποκαλώντας τους πρόσφυγες τους πούλησαν σε όλα τα παζάρια κι όταν πήραν το τουφέκι »Ληστές» φώναξαν και τους σκότωσαν βασάνισαν σφαγίασαν τους διαίρεσαν και του είπαν »Εσύ δεν θα έχεις πατρίδα!» κι αυτοί όρθιοι στα πόδια τους με το ανάστημα τους κατοικούν τον κόσμο κατοικούν τον κόσμο κατοικούν τον κόσμο’

 

  • Μέρος Ζ

Γράφει ένας νεαρός που βρέθηκε στο πανεπιστήμιο Sapienza, στη Ρώμη, τις μέρες του μαρτίου, μαρτυρία στην χρυσή ορδήΣτο πανεπιστήμιο, κατά τη διάρκεια της κατάληψης, κανείς δεν ήθελε να επιβεβαιώσει τη θέλησή του επάνω στους άλλους, να επιβάλλει τις θέσεις του, διότι όλοι συζητούσαν μεταξύ τους, όχι μόνο στις συνελεύσεις, αλλά γράφοντας και στους τοίχους και σε αφίσες και κανείς δεν έλεγε πως η θέση του εδώ είναι ηγεμονική, αντιθέτως το πρώτο πράγμα που έκανε το κίνημα ήταν να επιβεβαιώσει με μεγάλη σαφήνεια και αποφασιστικότητα ότι κανείς δεν ήθελε κόμματα οδηγούς ή απόπειρες ηγεμονίας από οποιονδήποτε, είτε από άτομα είτε από ομάδες. Αντίθετα, ο Λάμα έρχεται εκεί και αυτό που κάνει είναι να πει: εγώ έρχομαι εδώ, παίρνω ένα μεγάλο μεγάφωνο σαν αυτό και κάνω την ομιλία μου που πρέπει να καλύψει, πρέπει να ακυρώσει όλες τις άλλες ομιλίες, γιατί αυτός δεν ήρθε εκεί για να συζητήσει με το κίνημα και να ανταλλάξει απόψεις, ήρθε εκεί για να επιβάλει τον εαυτό του, ήρθε για να επιβληθεί’.          Θυμάμαι ότι ο Λάμα σε ένα σημείο της ομιλίας του είπε κάτι σαν «οι εργάτες το ’43 έσωσαν τα εργοστάσια από τους γερμανούς και τώρα εσείς πρέπει να σώσετε τα πανεπιστήμια επειδή είναι τα εργοστάσιά σας». Είναι σαφές ότι αυτό που έλεγε δεν είχε καμία σχέση με αυτό που συνέβαινε. Έτσι σκέφτηκα, ο καθένας σκέφτηκε, όλοι μας: μα γιατί πρέπει να έρθεις εδώ και πρέπει να μας πεις αυτά τα πράγματα που με εμάς, που με αυτό το κίνημα δεν έχουν καμία σχέση; Επειδή η αλήθεια είναι ότι δεν καταλαβαίνεις πλέον τίποτα και έχεις την απαίτηση να μας θέσεις το τελεσίγραφο: ή είσαι μαζί μου είτε είσαι εναντίον μου. Εκείνο το πρωί είχα φτάσει στο πανεπιστήμιο πολύ νωρίς και υπήρχαν ήδη εκείνοι της ομάδας περιφρούρησης του P.C.I. και του συνδικάτου με τα κόκκινα καρτελάκια καρφωμένα στο πέτο στο σακάκι σβήνοντας τα γραπτά που είχαμε κάνει στα εξωτερικά τοιχώματα των σχολών.

 

  • Μιλά για την διαδήλωση του Μάρτη του ’77 στην Ρώμη, ‘για να αναδειχθεί ο εθνικός χαρακτήρας της κίνησης.’
    Εκεί πήγαν δύο ξεχωριστές ομάδες. ‘Μία των ΄κομμουνιστικών επιτροπών’ για τις οποίες μίλησα και η άλλη του ‘συλλόγου Σάντα Κρότσε’. Εγώ είμαι σε αυτή την τελευταία ομάδα’,λέει.
    ‘Περνάμε από τα γραφεία των ‘Βόλσι’, όπου βρίσκονται καμιά εκατοστή άτομα, οι τριάντα οπλισμένοι για παν αμυντικό ενδεχόμενο.
    Σε μας δόθηκαν μπαστούνια και μολότοφ’. Ονοματίζει μία κοπέλα που τους παρέλαβε από τον σταθμό.
    ‘Ξεκινά η πορεία χιλιάδων ατόμων.
    Αρχίζουν οι συγκρούσεις με την αστυνομία.Κάποιοι από τους διαδηλωτές -όχι Φλωρεντίνοι- πυροβολούν.
    Χάος, δακρυγόνα και άλλα.’
    ‘Κοντά στο ποτάμι σπάζεται ένα κατάστημα αθλητικών με όπλα που φορτώνονται σε ένα αυτοκίνητο.’
    ‘Εμείς πανικοβληθήκαμε αλλά άλλοι προσεγγίζουν διαφορετικό οπλοπωλείο, υπήρχε αλυσίδα που τους εμπόδισε να πλησιάσουν. Πάρθηκαν τα όπλα που χρειάζονταν και τότε επέτρεψαν στους υπόλοιπους να πάρουν ότι ήθελαν.’ ‘Διαδόθηκε η φωνή ότι εκείνοι που είχαν ενεργήσει ανήκαν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Κάποια από τα όπλα κατέληξαν στο ποτάμι. Το αμάξι το φορτωμένο απομακρύνθηκε πρίν φτάσει η Άμεση Δράση’.‘Συνεχίζοντας πλησιάσαμε ένα Αστυνομικό Τμήμα και εκείνοι πυροβόλησαν, νόμισα πως χτυπήθηκα και έπεσα κάτω. Χτυπήθηκα στον αστράγαλο και το μπουφάν μου ήταν τρυπημένο από σφαίρα. Βρήκα διαμονή σε σπίτι προλεταριακής συνοικίας. Το άλλο πρωί γύρισα πίσω’.
    ‘Εκτίμησα αρνητικά τα γεγονότα σε πρώτη φάση μετά όμως από τις ειδήσεις που έφτασαν διά μέσω του Τύπου φάνηκε πως ο απολογισμός δεν ήταν καθόλου αρνητικός και πως ανάλογα γεγονότα είχαν διαπιστωθεί και σε Μπολόνια, Μιλάνο και το γεγονός παίρνει διάσταση μιάς αληθινής και πραγματικής Επανάστασης,
    μιάς μέρας Επαναστατικής’.      Απόσπασμα από τις καταθέσεις  στην δικογραφία εναντίον μου

 

  • Γράφει μια νεαρή κοπέλα, μέλος της νεολαίας του ΚΚΙ, μαρτυρία στην χρυσή ορδή:   ‘Μέσα στο P.C.I. πιστεύαμε στη διάκριση ανάμεσα στην εργατική αυτονομία ως συγκεκριμένη συνιστώσα ομάδων λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένων και του υπόλοιπου κινήματος. Αυτό είναι κάτι που καταλάβαμε αργότερα, και ήταν ένα σοβαρό λάθος επειδή αυτή η παρεξήγηση επέτρεψε να χαρίσουμε σχεδόν ολόκληρο το κίνημα στις συνιστώσες της αυτονομίας. Θυμάμαι την τεράστια διαδήλωση της 12ης μαρτίου που εμείς του κόμματος είδαμε από τα πεζοδρόμια: ήταν ένα εντυπωσιακό πράγμα, ήταν μια τεράστια πορεία, ήταν πραγματικά πάρα πολλοί. Οι διαδηλώσεις του κινήματος, ανεξάρτητα από εκείνο που λέγονταν στα γραφεία, με ενέπνεαν πολύ διότι έβλεπα όλους εκείνους τους νέους σαν εμένα, μόνο ιδεολογικά διαφορετικούς που πορεύονταν χιλιάδες και χιλιάδες φωνάζοντας όμορφα συνθήματα, πετυχημένα, γεμάτα ενέργεια, γεμάτα φόρτιση’.  Όλα αυτά σoυ έκαναν μεγάλη εντύπωση. Στα γραφεία του κόμματος που σύχναζα μιλούσαμε για το κίνημα, αλλά δεν υπήρχαν πολλοί νέοι εκεί, οι περισσότεροι ήταν υπάλληλοι ή δάσκαλοι, μερικοί εργάτες, αλλά δεν ήταν νέοι, ήταν άνθρωποι με παιδιά, παντρεμένοι, με κανονική δουλειά , με μια κανονική ζωή.Στις συζητήσεις έπρεπε να φροντίσουμε για την υπεράσπιση μιας ιστορικής κληρονομιάς που το κίνημα εκείνη την εποχή επιτίθονταν εναντίον της, έτσι δεν μπορούσαμε παρά να ζούμε εκείνη τη σχέση με όρους σύγκρουσης, αυτοί ήταν ο εχθρός μας και υπήρχε μίσος, αλλά φυσικά και από τις δύο πλευρές. Υπήρχε μέσα στο κόμμα μια συνεχής επανάληψη της ανευθυνότητας του κινήματος.

και μια ακόμη μαρτυρία:

»Στην Piazza Αrgentina εγείρονται οδοφράγματα και από αυτή την στιγμή οι συγκρούσεις και η ανταλλαγή πυροβολισμών αλληλοδιαδέχονται σε όλο το κέντρο για ώρες και ώρες. Το κύριο σώμα της πορείας περνά μπροστά από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Φεύγουν άλλες μολότοφ και ανταλλαγές πυροβολισμών με αστυνομικούς που είχαν ταμπουρωθεί στο εσωτερικό. Κατά μήκος του ποταμού Τίβερη τα δύο τμήματα της πορείας επανενώνονται και στην διαδρομή προς την Piazza del Popolo συνέβησαν τα πάντα. Δεν παρέμεινε ουσιαστικά ούτε μια βιτρίνα στα πόδια της, δύο αστυνομικά τμήματα δέχθηκαν επίθεση, η χιλιανή πρεσβεία στο Βατικανό, η σύνταξη της εφημερίδας »il popolo», η έδρα της Gulf, ένας απροσδιόριστος αριθμός τραπεζών, μια αντιπροσωπεία της Fiat. Η αστυνομία στέκονταν στην άλλη πλευρά του Τίβερη, ανησυχούσε πάνω απ ‘όλα για την φύλαξη της φυλακής της Regina Coeli. Ήταν ήδη σκοτάδι και ενάντια στη φυλακή έφυγαν πολλοί πυροβολισμοί. Ακριβώς σε αυτό το σημείο υπήρξε μια επίθεση σε ένα οπλοπωλείο, οι σύντροφοι πήραν μαζί τους τα όπλα, τουφέκια και πιστόλια. Βλέπω την εικόνα ενός συντρόφου που βγαίνει από το οπλοπωλείο με ένα ντουφέκι, το οπλίζει, διασχίζει τον δρόμο, ακουμπά στον τοίχο του τοιχίου την κάνη και αδειάζει το όπλο ενάντια στη φυλακή που βρίσκονταν στην άλλη πλευρά του Τίβερη, εκεί μπροστά».        από την αέναη κίνηση

 

  • »Στη στιγμή κατά την οποίαν, για δεύτερη φορά, η διάσκεψη Ανατολής-Δύσης πραγματοποιείται στο Βελιγράδι, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στα σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν την παρούσα στιγμή στην Ιταλία και, ειδικότερα, στην καταστολή που πέφτει επάνω στους στρατευμένους εργάτες και διανοούμενους σε αγώνα ενάντια στον ιστορικό συμβιβασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, τι σημαίνει σήμερα, στην Ιταλία, «ιστορικός συμβιβασμός»; Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» αποκάλυψε την πραγματική του όψη τους τελευταίους μήνες: από την μια πλευρά ανάπτυξη ενός συστήματος καταπιεστικού-κατασταλτικού ελέγχου σε μια εργατική τάξη και ένα νεανικό προλεταριάτο που αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης, από την άλλη σχεδιασμός κατανομής του κράτους με την DC (τράπεζες και στρατό στην Χ. Δ., αστυνομία, κοινωνικός και εδαφικός έλεγχος στο Κ.Κ.Ι.) μέσω ενός πραγματικού «μοναδικού» κόμματος, είναι ενάντια σε αυτή την ντε φάκτο κατάσταση που εξεγέρθηκαν οι νεαροί προλετάριοι και οι διαφωνούντες διανοούμενοι τους τελευταίους μήνες.Πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση; Τι συνέβη ακριβώς; Από τον μήνα φεβρουάριο η Ιταλία κλονίζεται από την εξέγερση των νέων προλετάριων, των ανέργων και των φοιτητών, των ξεχασμένων από τον ιστορικό συμβιβασμό και από το θεσμικό παιχνίδι. Στην πολιτική λιτότητας και θυσιών αυτοί απάντησαν με την κατάληψη των πανεπιστημίων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τον αγώνα ενάντια στη μαύρη δουλειά, τις άγριες απεργίες, το σαμποτάζ και την απουσία στα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας όλη την άγρια ειρωνεία και την δημιουργικότητα εκείνων που, αποκλεισμένοι από την εξουσία, δεν έχουν τίποτα περισσότερο να χάσουν». απόσπασμα από την έκκληση των γάλλων διανοουμένων που διαβάστηκε στο συνέδριο της Μπολόνια, τον σεπτέμβρη ’77,     από την χρυσή ορδή

 

  • Η σχέση με την Αυτονομία ήταν μια σχέση ερωτική. Τώρα νιώθουμε πως ζούμε, ολοκληρωτικά, δεν ήταν μια αυτοματοποιημένη αλληλουχία πράξεων, ήταν βίωμα, βιοτή, όχι ρουτίνα και επανάληψη, όπως η ζωή στην φάμπρικα ή στην καθημερινή συνήθεια της επανάληψης. Μια διαρκής αναζήτηση, περιπέτεια. Ήμασταν ενθουσιασμένοι, γεμάτοι. Ολοκληρωμένοι!

Σε ανοιχτή αντίθεση και αντιπαράθεση με την λογική του παραδοσιακού κομουνισμού όπως επίσης και με εκείνη των Br, που μεταθέτουν στον «ήλιο του μέλλοντος», σε ένα μέλλον μακρινό και στις επόμενες γενιές, το ζήτημα του να ζήσουμε τον κομουνισμό, αυτοί αγωνίζονται για να τον χτίσουν, εμείς πλέον τον ζούμε. Και είμαστε σε σύγκρουση με το Κκι, και το αριστερό συνδικάτο Cgil του Lama, που εκείνο το διάστημα προωθούσαν την γραμμή της πολιτικής των θυσιών, εκείνο το κίνημα, προκαλώντας, μιλούσε αντιθέτως για το δικαίωμα στο lusso, στην πολυτέλεια. Και ο φεμινισμός επίσης ήταν, από αυτή την οπτική γωνία, μια πολιτιστική επανάσταση, που δεν δέχονταν να εξαρτάται από μιαν μελλοντική και μακρινή κοινωνία η ριζοσπαστική μετατροπή των προσωπικών σχέσεων και φύλου, δεν δέχονταν δηλαδή να αναβάλουν για αργότερα αυτή την μετατροπή. Τότε αντιμετωπίζαμε τα όπλα σαν εργαλείο και δυνατότητα απελευθέρωσης, συνεπώς ευτυχίας. Την ώρα που οι εΤ επιτίθενται στην »καρδιά του κράτους», η Πγ χτυπά τις διάχυτες μορφές της κυριαρχίας στην μητρόπολη με τις ομάδες της!

 

  • »Σε αυτή την περίοδο υπήρχαν ήδη πράξεις που διεκδικούνταν απ’ τις Ομάδες και φαινόταν καθαρά ότι ο Μίκης ήταν μέσα σε μία δομή καλά καθορισμένη που διαρθρωνόταν μέσα στις ομάδες.
    Μία παραπέρα προσπάθεια ανάμιξης ήταν ο προγραμματισμός μιας απαλλοτρίωσης στην οποία και η ομάδα μας θα έπρεπε να συμμετάσχει. Οι στόχοι μου υποδείχθηκαν από τον Μίκη και τον Νάκη, σε συνάντηση που είχαμε στον πρώτο όροφο της αρχιτεκτονικής σχολής. Δύο καταστήματα ρούχων και παπουτσιών στην οδό τάδε. Αυτοί θέλανε να σηκώσουμε πράγματα και χρήματα, εγώ έλεγα να αφήσουμε συμβολικό αντίτιμο.

Άλλη διαφορά. Αυτοί σκεφτόντουσαν να μπούνε μέσα λίγα άτομα, πολύ αποφασισμένα, που έπρεπε ν’ ακινητοποιήσουν υπαλλήλους και πελάτες με κολλητική ταινία. Εγώ έλεγα να γίνει μαζική είσοδος και να γίνει αυθαίρετη μείωση.
Κατέληξαν στη θέση μου γιατί διαφορετικά τους είπα πως δεν θα συμμετείχαμε.
Τα γκρούπ ήταν του Συσσιτίου, της Αρχιτεκτονικής και ένα επονομαζόμενο ‘Επιτροπή Νέων’.
Του Φοιτητικού Εστιατορίου είχε επικεφαλής τον Μίκη, εκείνο της Αρχιτεκτονικής τον Νάκη.
Άλλα γκρούπ με 70 έως 80 άτομα θα φρουρούσαν τις παρακείμενες περιοχές ώστε να δώσουν αφορμή για συμπλοκές πεζοδρομίου όπου θα επενέβαινε η αστυνομία.

Είμαστε επί τόπου με στόχο το κατάστημα ρούχων όταν ακούστηκε η φωνή πως οι άλλοι που δρούσαν στο μαγαζί με τα παπούτσια θα έκαναν απαλλοτρίωση με όλη την σημασία της λέξης και πως υπήρχαν και οπλισμένοι.
Αυτό προκάλεσε τη διακοπή της επιχείρησης.
Σε εκείνη την περίπτωση ο Μίκης και ο Νάκης είχαν κάνει λόγο για ομάδα ένοπλης κάλυψης, είπαν ότι σε περίπτωση ανάγκης θα ήταν σε θέση να σηκώσουν το επίπεδο της σύγκρουσης. 
‘Αυτά συμβαίνουν τον Νοέμβρη του ’77.
Επιδεινώθηκαν οι σχέσεις μας». Ξανά απόσπασμα από την δικογραφία εναντίον μου

 

  • »Το ’77 είναι ένα έτος γεμάτο νόημα για τις κουλτούρες της νεολαίας σε ολόκληρη τη Δύση: είναι ο χρόνος που το πανκ εκρήγνυται στο Λονδίνο, και οι Sex Pistols προκαλούν την αστυνομία και τη μοναρχία με τις προβοκατόρικες συναυλίες τους, την ημέρα των εορτασμών για τη βασίλισσα.Και είναι το έτος κατά το οποίο συμβαίνουν οι πρώτες σημαντικές αντιπυρηνικές διαδηλώσεις, στην Malville και Brokdorf….είναι μετά το ’77 που οι στρατιωτικές επενδύσεις αυξάνονται τρομακτικά και το κλίμα του ψυχρού Πολέμου ξαναρχίζει σε συνδυασμό με τη νίκη του Ρέιγκαν, είναι μετά το ’77 που ένα κύμα απολύσεων πέφτει επάνω στους εργάτες σε ολόκληρη τη βιομηχανική Δύση, και οι νέες τεχνολογίες εξαλείφουν εκατομμύρια θέσεις εργασίας, καθιστώντας την ανεργία των νέων ένα ανεκρίζωτο διαρθρωτικό δομικό γεγονός.Το μέλλον φαίνεται ξηρό και έρημο, και μάλιστα είναι από εκείνη τη στιγμή που η ηρωίνη εμφανίζεται μαζικά στην αγορά ναρκωτικών, και είναι επίσης η στιγμή κατά την οποίαν, αναγκασμένοι να βρουν ένα χώρο στον κόσμο της «απορρύθμισης-deregulation» και της αδίστακτης επιθετικότητας μεταξύ ανέργων, κάνουν την επανεμφάνιση τους ατομικισμός και ανταγωνισμός, προκαλώντας μια βαθιά κρίση των μορφών αλληλέγγυων κοινοτήτων των προηγούμενων ετών.Εν ολίγοις, είναι εκείνη τη στιγμή που το σενάριο αλλάζει: αλλά αυτό αλλάζει κυρίως μέσα στο σύστημα προσδοκιών και των πιθανών φαντασιακών του μέλλοντος. Αλλάζει, δηλαδή, μέσα στην κοινωνική σκέψη, στην πολιτισμική αντίληψη, μέχρι να σφραγιστεί ζοφερά μέσα στην κομφορμιστική και αναισθητοποιητική ομολογία της δεκαετίας του ’80 που ξεδιπλώθηκε».                     απόσπασμα από την χρυσή ορδή

 

»ήμασταν χαρούμενοι γιατί ήμασταν μαζί, και η παρέα έγινε οργάνωση, και η οργάνωση μεγάλωσε και οπλίστηκε, ο οπλισμός υπήρξε αναγκαιότητα γιατί μας σκότωναν φασίστες κι αστυνομικοί ενωμένοι, και καραμπινιέροι μαζί – και να τους αρπάξουμε την εξουσία μες απ’ τα  χέρια αναγκαιότητα επίσης – γιατί ασφυκτιούσαμε κάτω από την μπότα του συστήματος που είχαν στήσει μπουρζουάδες και ρεβιζιονιστές ενωμένοι, και η εργατική τάξη στον δρόμο μας παράτησε, δεν μπορέσαμε κι εμείς να κάνουμε την μεγάλη μανούβρα την κατάλληλη στιγμή και να στρέψουμε το καράβι προς την πορεία στρατηγικής υποχώρησης όταν τα πράγματα είχαν αρχίσει να στραβώνουν και ο κόσμος έδειχνε την αποστροφή του προς τον μιλιταρισμό που είχαν διαλέξει οι οι πιο ‘εξτρεμιστές’ απ’ τους συντρόφους μας, και τα πράγματα πήγαν κατά διαόλου με λίγα λόγια’’

από την χώρα του ποτέ 10

 

  • (20 χιλιάδες αγωνιστές διερευνήθηκαν για ένοπλο αγώνα, γύρω στους 6000 οι φυλακισμένοι, πάνω από 3000 με ποινές που ξεπερνούν τα 10 χρόνια, εκατοντάδες τα ισόβια, 200 από αυτούς βρίσκονται ακόμη κρατούμενοι, συνολικά 50.000 χρόνια φυλακής)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ του βιβλίου »η χρυσή ορδή»

Χρόνια του μολυβιού, διαχωρισμένα Σώματα, κρατικές Σφαγές, Αποσταθεροποίηση, Καταστολή, Τρομοκρατία, Κατάσταση έκτακτης ανάγκης … ή αντίθετα: Τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μας, ριζική Μεταμόρφωση της καθημερινής ζωής, Ουτοπία, Ανάγκη για κομουνισμό Σεξουαλική επανάσταση, Ένοπλος αγώνας κλπ. Και ξανά: Κόσμος Beat, Hippies, Καταστασιακοί, Movimento studentesco, Potere operaio, Lotta continua, Μαοϊκοί, Consiliari, Αναρχικοί, Αυτόνομοι …Πίσω απ ‘όλους αυτούς τους ορισμούς, οι ζωές χιλιάδων, εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων μέσα σε δύο δεκαετίες, οι οποίοι έσκαψαν μέχρι τα θεμέλια τους φαινομενικά αμετάβλητους πυλώνες της ιταλικής κοινωνίας. Μετά από αυτή την τεράστια και βαθιά συλλογική εμπειρία, τίποτα πλέον δεν μπορεί να θεωρηθεί ίδιο με πριν. Για να υποβαθμιστεί, να περιοριστεί και να συρρικνωθούν οι διαστάσεις αυτού του μεγάλου επαναστατικού και δημιουργικού, πολιτικού και υπαρξιακού κύματος, χρειάστηκε (και για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία) η μεγάλη συμμαχία ολόκληρου του συστήματος των κομμάτων, η χρήση όλων των στρατιωτικών σωμάτων, μια ριζική μετατροπή του «κράτους δικαίου», η μετατροπή του δικαστικού σώματος σε τακτικό βραχίονα της πολιτικής εξουσίας και των συμφερόντων της βιομηχανικής μπουρζουαζίας (και μη). Προς στήριξη της συναίνεσης, ολόκληρη η καμάρα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, η οποία αναβίωσε την παράδοση του «δημοσιογράφου-αστυνομικού» των αρχών του αιώνα. Έχοντες όλοι την πρόθεση να δείξουν πως, έτσι ώστε τίποτα να μην αλλάξει, επρόκειτο για την «εξάλειψη» μιας ασήμαντης μειοψηφίας παραληρηματικών ανεύθυνων φανατικών, διαχωρισμένων από την πραγματικότητα που τους καθοδηγούσαν σκοτεινές δυνάμεις. Προς υπεράσπιση της αλήθειας και των δικαιωμάτων, μια εξαιρετική περίπολος έξυπνων και μάλλον ανεπανάληπτων δικηγόρων, μια μικρή ομάδα «εγγυητών», τα γενναιόδωρα λείψανα των πολιτικών κινημάτων .. Σαράντα χιλιάδες καταγγέλθηκαν, δεκαπέντε χιλιάδες «πέρασαν» από τις φυλακές, έξι χιλιάδες καταδικάστηκαν, σχεδόν πάντα χωρίς καμιά εγγύηση του δικαιώματος υπεράσπισης. Αυτά είναι τα άγονα τελικά και λογιστικά νούμερα της λαμπρής επιχείρησης υπεράσπισης της «δημοκρατίας». Πίσω από τα νούμερα, οι «ειδικές φυλακές», τα βασανιστήρια, η απομόνωση, το καλύτερο μέρος των δύο γενεών που οδηγήθηκε στη σιωπή, αναγκάστηκε να εξοριστεί ή «αποδόθηκε» στην κοινωνία αφού είχε ταπεινωθεί στην ταυτότητά του. Πως να μιλήσεις για όλο αυτό δίχως να κολλήσεις ετικέτες και ορισμούς, χωρίς να πέσεις στην παγίδα της ιδεολογίας, χωρίς να δώσεις χαρά στον παντοτινό αντίπαλο με την ανακατασκευή χαρτών και των γεωμετριών; Ίσως μέσα από θραύσματα και διαδρομές, μέσα στα εφήμερα μονοπάτια της μνήμης και αφήνοντας τις διαφορές να μιλήσουν. Όχι μια ιστορία λοιπόν, αλλά μια διαδρομή για να προσελκύσει στοχασμούς, προβληματισμούς, να τονίσει, να υπογραμμίσει την ευτυχία, τον πλούτο, να βοηθήσει να βρεθεί η προέλευση, οι απαρχές μιας μακράς άνοιξης.

  • ΑΠΟΣΠΆΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ‘ΚΟΝΤΌ ΦΥΤΊΛΙ’ του ΣΕΡΤΖΙΟ ΣΈΤΖΙΟ.

‘Θυμάμαι τη σφαγή στην πλατεία Φοντάνα του Μιλάνου το 1969 που γέμισε πολλούς αγανάκτηση και διάθεση εξέγερσης, την ιδέα πως πρέπει να αντιδράσουν.
Στην καταστολή της αστυνομίας, στις βόμβες των φασιστών, στις απόπειρες πραξικοπήματος. Στην καπιταλιστική εκμετάλλευση επίσης.
Θυμάμαι τους συντρόφους σκοτωμένους στις πλατείες, τις συγκρούσεις με την αστυνομία, τους ξυλοδαρμούς των συλληφθέντων. Κι έπειτα, την οργάνωση των ομάδων περιφρούρησης, τον μαχητικό αντιφασισμό, την παραπληροφόρηση, τα πυρπολημένα γραφεία, τα πυρπολημένα αυτοκίνητα. Τέλος το πέρασμα στην ένοπλη πάλη.
Σκληρύναμε λοιπόν δίχως να καταφέρουμε να διατηρήσουμε την τρυφερότητα μας. Υπερίσχυσε τελικά η προοδευτική μας αναισθητοποίηση.

Η λογική των όπλων άρπαξε, αιχμαλώτισε, υπερίσχυσε όχι μοναχά στα χέρια μας αλλά και στην λογική και την καρδιά μας.
Μέσα σε λίγα χρόνια, τα κινήματα συνεθλίβησαν με αγριότητα. Εκτροχιάστηκαν πιεσμένα ανάμεσα στο ένοπλο κόμμα, την καταστολή,την ηρωίνη που εξαπλώθηκε και την ιδιώτευση που αναδύθηκε.
Δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι οργάνωσαν αυτόνομους αγώνες, απεργίες αυθόρμητες, μαζικές διαδηλώσεις και πρωτοποριακές ενέργειες. Οπλίστηκαν και μπήκαν στη μάχη.
Τώρα χιλιάδες είναι φυλακισμένοι, δεκάδες έχασαν τη ζωή τους. Γι αυτό είμαστε εδώ,να λαδώσουμε τα όπλα μας, να οπλίσουμε μιας και σε λιγάκι θα τα χρησιμοποιήσουμε. Σήμερα τουλάχιστον θ’ ανοίξουμε μια χαραμάδα στο τυφλό μονοπάτι για το οποίο συζητάμε.

Η πολιτική ήττα είναι πλέον εμφανής, το όνειρο κατέρρευσε, ανάμικτο με αίμα δικό μας και των θυμάτων μας, στην αγριότητα των Κρατικών φυλακών. Μα προσβάλλοντας σήμερα αυτή τη φυλακή, θα πάρουμε πίσω την ελευθερία των συντρόφων μας.’
Και :
‘Η ιστορία της Πρώτης Γραμμής δεν γράφτηκε ποτέ, ίσως τα γεγονότα τότε να ήταν πολύ κοντά. Τώρα πλέον είναι πολύ μακρινά.
Ίσως αυτό το ‘Κοντό Φυτίλι’ πυροδοτήσει επιτέλους μια επόμενη εργασία πιο πλατιά και συλλογική. Είναι προστιθέμενη αξία που εύχομαι να παραδώσουν αυτές οι σελίδες.

Που κυκλοφορούν σε μια περίοδο πιθανότατα από τις χειρότερες των τελευταίων χρόνων. Μάλλον των δεκαετιών. Στιγμή κατά την οποία αυξάνεται το πνεύμα μνησικακίας και περαιτέρω εκδικητικότητας σε ότι αφορά εκείνα τα γεγονότα των χρόνων του ‘70. Πνεύμα που παραδόξως μεγεθύνθηκε και σαφώς γιγαντώθηκε στην διάρκεια του χρόνου εξ αιτίας εκείνων των γεγονότων και των πληγών που δημιούργησαν.
Θα έπρεπε οι αριθμοί να είναι αρκετοί για να αποκαλύψουν ότι επρόκειτο για ένα φαινόμενο πλατιάς κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης :

Σύμφωνα λοιπόν με υπολογισμούς, ή μάλλον κάτω από τους υπολογισμούς, υπολογίζονται σε 20000 οι έρευνες για πράξεις ένοπλης πάλης και τουλάχιστον 4200 κλείστηκαν στην φυλακή συνέπεια κατηγοριών ένοπλης ομάδας η ανατρεπτικής οργάνωσης. 300 καταδικάστηκαν σε ποινή κάτω των 10 χρόνων, πάνω από 3100 σε ποινή ανώτερη των 10 χρόνων, σχεδόν 600 σε ποινή ανώτερη των 15 χρόνων. Εκατοντάδες τα ισόβια. Πάνω από 50000 χρόνια φυλάκισης έχουν ήδη εκτισθεί. Από τους χιλιάδες αρχικά φυλακισμένους, σχεδόν διακόσιοι βρίσκονται ακόμη έγκλειστοι, μερικά ή ολικά. Μεταξύ αυτών 77 ισοβίτες. Ανάλογη και η λίστα με αυτούς που βρήκαν καταφύγιο στο εξωτερικό.
Έχει παραμείνει ο πόνος αυτών που χτυπήθηκαν, των συγγενών τους, όπως επίσης των χαμένων μαχητών και των επί μακρόν φυλακισμένων.
Παρέμεινε επίσης η αιώνια μανία εις βάρος των ηττημένων.’

Sergio Segio, ο κομαντάντε Σίριο, υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Πρώτης Γραμμής, Prima Linea, της ένοπλης οργάνωσης που αριθμούσε χίλιους μαχητές και δεκάδες χιλιάδες συμπαθούντες. Σε αυτό το βιβλίο, Miccia Corta, παρουσιάζει μια από τις πιο συγκλονιστικές και τολμηρές ενέργειες της ένοπλης πάλης στην Ιταλία. Την επίθεση στις φυλακές του Ροβίγκο με την οποία ελευθέρωσε την συντρόφισσα του και δύο ακόμη πολιτικές κρατούμενες. Στις 3 Ιανουαρίου του 1982. Στο περιθώριο παρουσιάζονται εικόνες από τους αγώνες και τα κινήματα των χρόνων του ‘70.

 

  • ‘Γράφτηκε λοιπόν αυτή η ιστορία με τα λόγια παιδιών που πλησίασαν, που θέλησαν να γευτούν την ομορφιά του ονείρου αλλά η γεύση τους τρόμαξε, η θωριά τους σάστισε, τα έχασαν, έκαναν πίσω.
    Ξεθώριασε μέσα τους η εικόνα, παραπάτησαν και έπεσαν. Δεν θέλησαν να ξανασηκωθούν, δεν τα κατάφερναν, μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν.
    Ίσως μας πουν μια μέρα.
    Το όνειρο είναι πάντα εδώ, τα όνειρα δεν χάνονται.
    Κανείς και ποτέ δεν δύναται να τα εξαφανίσει.
    Ο άνθρωπος γεννιέται κι ερωτεύεται, ονειρεύεται, παλεύει.
    Έρωτας για ζωή μας κίνησε, για ζωή πραγματική. Όχι μονότονη επανάληψη, μονότονων σκέψεων, κινήσεων, συνηθειών, πράξεων.
    Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που αντί να συνεργάζονται μαλώνουν, τις περισσότερες φορές για ευτελή αντικείμενα, το όνειρο θα είναι πάντα εκεί, θα περιμένει στην γωνία, θα συντροφεύει τους ευαίσθητους, θα αποφεύγει τα παχύδερμα.
    Θα περιμένει αυτόν που θα σκαλίσει’. 
    Από την χώρα του ποτέ 12                        
  • Μέρος Η    Το 2013 ξεκίνησα την αέναη κίνηση, μετέφερα εκεί όλα όσα είχα γράψει τα προηγούμενα χρόνια, τις αναμνήσεις μου συμπυκνωμένες σε 3 πονήματαχόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – στη χώρα του ποτέ…ή ce n’ est qu’ un debut, continouons le combat 1 τις κυριότερες αναμνήσεις μου. Κείμενα και νέα από το σήμερα επίσης. Μετέφρασα και μεταφράζω κείμενα ιταλών, βίντεο επίσης, κάποια αποσπάσματα ήδη τα ακούσατε, σας μεταφέρω ένα ακόμη:

βίντεο, μιλάει ένας ‘μετανοημένος’  , ερυθρές ταξιαρχίες 6

»ο απαίσιος άνθρωπος, στην απαίσια παρουσία ενός καημένου εαυτού,
αυτοί ήταν οι μετανιωμένοι, αυτοί που διαχώρισαν την θέση τους, ή όπως αλλιώς ονόμασαν την σχιζοφρένειά τους.
παρακολουθήστε τον, αν αντέχετε, εγώ ένιωσα την υποχρέωση να υπομένω το μαρτύριο της μετάφρασης του ανθρώπου που αρνήθηκε τον εαυτό του τον ίδιο, προκειμένου να την σκαπουλάρει μιαν ώρα νωρίτερα.
δεν υπήρξα ποτέ ταξιαρχίτης, διαφώνησα σκληρά πολλές φορές μαζί τους.
είχα φίλους πολλούς που ‘διαχώρισαν’ την θέση τους
δεν συμφώνησα, είχαν όμως άποψη και βέβαια σιώπησαν, ταπεινά.
δεν κάνω τον έξυπνο, εκ των υστέρων.
είχα διαφωνήσει με την στρατηγική των εΤ από την ελευθερία ακόμη
πάντα όμως τους σεβόμουν και τους υποστήριξα ηθικά
ο ανωτέρω όμως δεν αξίζει ούτε την σφαλιάρα μου, ντροπιάζει όλη εκείνη την γενιά, που, από διαφορετικούς δρόμους, προσπάθησε την κομουνιστική επανάσταση.
ντροπή του! λίγη αξιοπρέπεια δεν θα έβλαπτε!

συνεχίζω λοιπόν την αφήγηση:

  • Νομίζω λοιπόν πως έφτασε η ώρα να ασχοληθούμε με την δικογραφία. Δικάστηκα με στοιχεία βασισμένα στις πολύμηνες καταθέσεις ενός μοναδικού ατόμου που θα ονομάσω Σαβέριο. Γεμάτη αντιθέσεις κατέρρευσε αμέσως και αθωώθηκα με απόφαση και των πέντε δικαστών. Αυτό εμπόδισε τον εισαγγελέα να την προσβάλλει.
    Αργότερα, προστέθηκαν οι μαρτυρίες τριών ακόμη ανθρώπων, ο ένας γνωστός τοξικομανής της Φλωρεντίας, ο δεύτερος περίπου. Εδώ οι αντιφάσεις δεν είναι τόσο έντονες, κραυγαλέες όπως στην πρώτη περίπτωση, αδυνατίζει την κατάσταση όμως η συχνή παραδοχή τους πως είναι χρήστες πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη γνωριμία μας.

Το ίδιο φυσικά έγινε στην Ιταλία. Βέβαια αυτοί έκαναν το λάθος, για τα διεθνή δεδομένα, να με δικάσουν και εκεί τη στιγμή που νωρίτερα έχουν ζητήσει την εδώ εκδίκαση της υπόθεσης, με τις ίδιες κατηγορίες και τους αυτούς μάρτυρες. Διεθνώς έχει ισχύ λοιπόν η απόφαση που εκδίδεται πρώτη. Δεν μπορείς να δικάσεις κάποιον για τα ίδια πράγματα δύο φορές.
Ίσως να έγινε και εσκεμμένα, αυτό δεν το γνωρίζω. Το σίγουρο πάντως είναι πως αυτή η λεπτομέρεια με έσωσε στην διάρκεια της σύλληψής μου στην Γερμανία, κάποια χρόνια αργότερα. Τότε που με κράτησαν στο Σταμνχάιμ μέχρι να εκδικαστεί το καινούριο αίτημα των Ιταλών για έκδοση στη χώρα τους. Ξοδέψαμε μια τούμπα λεφτά σε μία ομάδα εξαιρετικών νομικών που απέδειξαν με τον καλύτερο τρόπο πως οι Γερμανοί έπρεπε να με ελευθερώσουν μια και για τα εγκλήματα που με κατηγορούν οι Ιταλοί έχω δικαστεί δύο φορές στην Ελλάδα, πριν ακόμη με καταδικάσουν οριστικά εκείνοι στη χώρα τους, και αθωωθεί πανηγυρικά.

Θα μιλήσουμε λοιπόν για την δικογραφία και συχνά θα σου έρθει να βάλεις το γέλια.
Θα καταλάβετε πώς συμβαίνει συχνά να καταδικάζουν με το έτσι θέλω αγωνιστές. Πώς κατασκευάζεται ένα κατηγορητήριο. Πώς γίνεται να υποχρεώνουν αγωνιστές σε χρόνια κάθειρξης απλά και μόνον επειδή δηλώνουν πολιτικοί αντίπαλοι. Το ίδιο που έγινε εδώ στη δίκη των αγωνιστών του Επαναστατικού Αγώνα 35 χρόνια αργότερα.
Ένας λόγος που μ’ έκανε να φτιάξω αυτό το τρίτο πόνημα είναι ακριβώς αυτός. Ένας άλλος για να σας δώσω μία ακόμη εικόνα του τι συμβαίνει εκείνα τα χρόνια στη γείτονα,
δεν έχει αναφερθεί κανένας άλλος σε αυτό.
Μέσα από τις αφηγήσεις αυτών των παιδιών θα παρακολουθήσετε μία ταινία βγαλμένη απ’ τα παλιά που ζωγραφίζει τη ζωή στη γειτονιά μας. Μια ταινία από το παρελθόν που μιλάει για το χθες το σήμερα και το αύριο του πολυμέτωπου αγώνα που δίνουν οι καταπιεσμένοι για να σπάσουν τα δεσμά που τους δένουν στο άσχημο άρμα του καπιταλισμού.

Εδώ με αθώωσαν δύο φορές.
Εκεί μου ρίξανε πολλά χρόνια.
Χαλάλι τους. Με έκλεισαν στην Ελλάδα, για την Ιντερπολ είμαι κυνηγημένος.
Στάθηκα τυχερός στην ατυχία μου
όλοι μου οι σύντροφοι έφαγαν καμπάνες, εξέτισαν μεγάλο μέρος από αυτές. Έκατσαν μέσα δηλαδή για πολλά-πολλά χρόνια, το διάστημα που εγώ αλώνιζα στις παραλίες της Ηρακλίτσας και του Μπάτη.
Έζησαν ένα μέρος από τα καλύτερα χρόνια τους στη φυλακή, μέσα σε κλίμα ρεβανσισμού, ήττας του κινήματος της αυτονομίας, ήττας του ανταρτοπόλεμου και εκδικητικότητας απέναντι στους μαχητές και τους αγωνιστές.
Εγώ την έβγαλα στον αφρό.

Με βάρεσαν αλύπητα αργότερα οι ασθένειες. Λες και μ’ έτρωγε μια πίκρα που την γλίτωσα με αμυχές και έπρεπε να δοκιμαστώ σκληρά.
Ποιος ξέρει ; Η ζωή παίζει περίεργα παιχνίδια μερικές φορές, σκαρώνει φάρσες απίστευτες.
Τέλος καλό όμως, όλα καλά!
Ότι θα ακολουθήσει είναι ένα μέρος της ιστορίας,
η ιστορία των νέων που αψήφησαν τη σύμβαση, που αψήφησαν την πεπατημένη και δοκίμασαν να φτάσουν στην Χώρα του Ποτέ με όλες τους τις δυνάμεις, χρησιμοποιώντας δύναμη και φαντασία, ευρηματικότητα και ένταση, ρήξη και ανατροπή του σεναρίου!

Θα σας μιλήσω μέσα από τις μαρτυρίες αυτών των ανθρώπων για να δείτε το σκάλωμα που έφαγαν.
Πρέπει όμως να δείτε την ταινία σιωπηλά. Δίχως προκαταλήψεις.Με τις κεραίες ανοιχτές κι ανεβασμένες,όρθιες.
Οι δύο δεύτεροι μπορεί να πέρασαν και στερητικό σύνδρομο, σίγουρα είναι ευάλωτοι στον εκβιασμό. Φαίνεται βέβαιο, κι ας μη το αναφέρουν. Ο ένας κάνει μάλιστα την πάπια, αποφεύγει ν’ αναφερθεί σε αυτό που και οι πέτρες της Φλωρεντίας γνωρίζουν. Ο άλλος το παραδέχεται συχνά.
Ο πρώτος είναι ταχυδαχτυλουργός, κασκαντέρ.
Απολαύστε τους.
Να προσθέσω ένα ελαφρυντικό. Σίγουρα είμαι το εύκολο θύμα, βρίσκομαι χιλιόμετρα μακριά.

Ναι, είμαι μέλος των μαχητικών προλεταριακών ομάδων, από την πρώτη μέρα που ξεκίνησε η κουβέντα μέσα στους κόλπους της αυτονομίας για αναβάθμιση του αγώνα.
Ναι, οι ομάδες είναι κομμάτι της Πρώτης Γραμμής. Ναι, και προσπαθήσαμε να υπάρξει διαχωρισμός, πράγμα που δεν καταφέραμε, εκ του αποτελέσματος.
Ναι, μέσα σε μια εκατοστή συντρόφους, τέσσερις δεν άντεξαν, κατέρρευσαν [ ο τέταρτος προσχώρησε αργότερα στην οργάνωση, είχαν ήδη δημιουργηθεί καλύτερα στεγανά, δεν ενέπλεξε πολλούς, δεν γνώρισε τίποτα περισσότερο απ’ τον τομέα του].

Έχουμε βγει όλοι μέσα από το κίνημα, χρόνια στους δρόμους και τα αμφιθέατρα, στις πικετοφορίες στα εργοστάσια και τις καταλήψεις.
Επιτροπές στο φοιτητικό εστιατόριο, στις σχολές, στις γειτονιές. Μέχρι να το πάρουμε χαμπάρι το επίπεδο ανεβαίνει διαρκώς, τρέχοντας.
Μέχρι να φτιαχτούν τα πρώτα στεγανά στην κουβέντα έχουν εμπλακεί δεκάδες δεκάδων σύντροφοι. Όλοι,πολλοί αντιλαμβάνονται, ψυχανεμίζονται αυτό που συμβαίνει, αυτό που γεννιέται από τα σπάργανα, απ’ το μηδέν. Κύκλοι, και άλλοι κύκλοι, όλο και κάτι παραπάνω, κάτι καινούριο, περισσότερο προχωρημένο. Ένα τεράστιο πείραμα που σήκωσε τον τόπο. Σαν σεισμός!

Βγαίνουν προκηρύξεις, γίνονται κουβέντες, δημόσια, στα στέκια. Γίνονται και υπόγεια. Όλα μαζί, σταδιακά, ταυτόχρονα. Νομίζεις πως ο χρόνος σε προσπερνά, τρέχει γρηγορότερα. Δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς συχνά. Δρας αυτόματα.
Για χρόνια, το επαναλαμβάνω.
Όποιος έχει πάρει μέρος από το ξεκίνημα σε αυτή την διαδικασία, από κάποιο σημείο και μετά καταλαβαίνει περισσότερα απ’ ότι νομίζεις.
Αυτό έκανε ο Σαβέριο. Μόνος του παραδέχεται αμέτρητες φορές πως βρέθηκε σε κάποια ομάδα για λίγους μήνες, ελάχιστους!
Όλες του οι πληροφορίες,σχεδόν όλες, προέρχονται απ’ τις ‘εκμυστηρεύσεις’ της αγαπημένης του, κοριτσιού που και μ’ αυτό, πάντα κατά τον ίδιο, έχει σχέση για λίγους μόνο μήνες!
Πάντα κατά τον ίδιο, πήρε μέρος σε μια και μοναδική επίθεση, μέχρι να το βάλει τελικά στα πόδια.

Παραδέχεται πολλές φορές, περισσότερες από μία, πως ‘κάποια πράγματα δεν λέγονται και δεν τα ρωτάμε, απλά δεν λέγονται’. Και θέλει να μας πείσει πως ένα κορίτσι και κάποιοι φίλοι απ’ τα παλιά, που μάλιστα γνωρίζουν πως απ’ την οργάνωση την έχει κάνει με ελαφρά πηδηματάκια, συνεχίζουν να του εκμυστηρεύονται τα πάντα, τον στέλνουν να συζητήσει, να οργανώσει άλλους κλπ.
Ο Σαβέριο ναι, αντιλήφθηκε κάποια εξέλιξη προς την μαζική παρανομία.
Ίσως, και για λόγους εγωισμού, προσπάθησε να ενταχθεί σε κάποια ομάδα μα δεν τα κατάφερε. Λάκισε.
Κι όταν τον τσίμπησαν, γιατί για κάποιο διάστημα μάζευαν με τον σωρό, όποιον τους είχε στο παρελθόν απασχολήσει, τον ‘φώναξαν’ για ‘φιλική’ κουβεντούλα, έκανε τον ‘μετανοημένο’, μεταμελήθηκε.
Για να γλιτώσει οποιαδήποτε υποτιθέμενη συνέπεια. Κανείς δεν ξέρει, εγώ τουλάχιστον δεν έμαθα μέχρι σήμερα τι παίζονταν σ’ εκείνα τα δωμάτια, σε εκείνες τις ‘κουβεντούλες’. Τις πιέσεις, τους εκβιασμούς.

Για κάποιους, και η ελαφρύτερη συνέπεια φαντάζει ασήκωτη.
Σίγουρα γνώριζε τα σπίτια μας, πολλούς από εμάς, συνήθειες κλπ. Μας έβλεπε μαζί, κολλητούς κι αγαπημένους για πολλά χρόνια. Να ενταχθεί δεν τα κατάφερε, δεν του πήγαινε στο κάτω-κάτω. Μπορεί και να ζήλεψε κάποια στιγμή.
Τον Αριστείδη τον εξοστράκισαν οι Αθηναίοι γιατί δεν άντεχαν να τον βλέπουν ευτυχισμένο, παραήταν δίκαιος για τα μέτρα τους!
Ότι κάποιες κινήσεις έπεφταν στην αντίληψή του, όσο διάστημα τριγυρνούσε στους χώρους, είναι αδιαμφισβήτητο. Ότι για κάποιο διάστημα παρατηρούσε επίσης.
Γνωρίζει τα μέρη μας, τις παρέες, τους κολλητούς, συμπεραίνει πολλά, σε κάποια πέφτει μέσα.
Κάποιους πρόλαβε να τους γνωρίσει μαχητές, για τους υπόλοιπους……. ας το πάρει το ποτάμι.

Έτσι κι αλλιώς, όλοι είναι μαχητές, ότι πει η αντιτρομοκρατική.
Το σενάριο φτιάχνεται πλέον, τόσες επιθέσεις θα παραμείνουν ανεξιχνίαστες;
Γι αυτό ανακαλεί πολλές φορές, δεν ταιριάζουν οι υποθέσεις, δεν στέκουν τα λεγόμενα, και οι αντιφάσεις έχουν τα όριά τους.

Επί μήνες συνεχίζει να δημιουργεί δύο ξεχωριστά άτομα, με δύο ξεχωριστά ονόματα, που τα υποδεικνύει μάλιστα στις φωτογραφίες που του δείχνουν. Μα τα δυο άτομα είναι ένα και το αυτό, με όνομα και παρατσούκλι! Δυο κορμιά, ένα άτομο. Και αυτός τους συναντά και τους δύο, άλλοτε μαζί και άλλοτε ξεχωριστά. Και δείχνει δυο φωτογραφίες ξεχωριστών προσώπων. Είναι το αποκορύφωμά του, η μεγαλύτερη στιγμή του, η αποθέωση του κοινού στη σκηνή του παραλόγου!

Ο ένας στην Ομόνοια, ο άλλος στο Σύνταγμα και ο Σαβέριο απ’ το Μοναστηράκι προχωρά, αμέριμνος για τις συνέπειες, να τους συναντήσει και να παίξουνε πινγκ πονγκ κάτω απ’ το δέντρο που αυτοκτόνησε-δολοφονήθηκε εκείνος ο εξαιρετικός κύριος, ο φαρμακοποιός της πλατείας των εξεγερμένων!
Αυτά!
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, τεράστια αντίφαση που γυμνώνει την διχασμένη του προσωπικότητα και τη σύγχυση στην οποία ευρίσκεται. Παρουσιάζει την εαυτό του σαν αρχηγό ομάδας που συσκέπτεται, συζητά και αποφασίζει μαζί με άλλους,
τελείως διαφορετικούς από αυτούς που πάντα σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα αποτελούν τους αρχηγούς των υπολοίπων ομάδων.
Πρέπει να προμηθεύσουν τις ομάδες εκρηκτικά μιας και καμία ομάδα από μόνη της, λέει,δεν έχει την επιχειρησιακή δυνατότητα να το κάνει, αυτόνομα.
Ποιοι είναι τελικά αυτοί οι περίφημοι αρχηγοί ;
Μια έτσι, μια αλλιώς.

Ο Σαβέριο δεν ξέρει τι του γίνεται. Φτιάχνει το σενάριο και το διασκεδάζει.

Θυμάμαι στην Κομοτηνή, κάποια στιγμή που κουβεντιάζαμε πάνω σε αυτά τα θέματα ο καλός μου φίλος ο Νίνο με ρωτά τι θα έκανα εάν μια μέρα τον συναντούσα στο δρόμο, ελεύθερος πλέον. Του απαντώ χωρίς κανένα δισταγμό πως ούτε να τον φτύσω δεν έκανα κέφι!

Ας στρωθούμε όμως στη δουλειά μετά τη μεσημεριανή σιέστα:
Δηλώνει ξανά και ξανά πως στις ομάδες να μπει του πρότεινα εγώ, μετά την έξοδό του από την φυλακή εξ αιτίας προηγούμενων γεγονότων.
Πάμε όμως να τον ακούσουμε να μας παρουσιάζεται:

‘Η πρώτη μου πολιτική επαφή έγινε την περίοδο της κατάληψης της Αρχιτεκτονικής σχολής Φλωρεντίας και συγκεκριμένα συναντήθηκα με τον Κάρλο που έπαιρνε μέρος, με καθήκοντα προέχουσας καθοδήγησης στην Προλεταριακή Επιτροπή του Πανεπιστημιακού Εστιατορίου. Άρχισα μια πρακτική παρανομίας με τις μορφές που τότε ασκούνταν σε επίπεδο κινήματος, και δηλαδή διαδηλώσεις πεζοδρομίου, επανιδιοποίηση των μέσων αντικείμενο των αναγκών του προλεταριάτου, πορείες με προσαρτημένες ‘αυτοϋπερασπιζόμενες’ ομάδες περιφρούρησης, οπλισμό με βόμβες μολότοφ. Αυτό αποτελούσε εκείνη την εποχή το σημείο σύνθεσης της πολιτικής πρακτικής που προωθούνταν από την Εργατική Αυτονομία και που είχε σαν το πιο προωθημένο της τμήμα αυτούς οι οποίοι αναλάμβαναν την ευθύνη να εφοδιάζουν την ένοπλη κάλυψη σ’ αυτούς που συμμετείχαν σαν μάζα στη μεμονωμένη διαδήλωση. Με άλλα λόγια, όχι μόνο προετοιμάζονταν οι μολότοφ για την άμυνα της πορείας, αλλά προβλεπόταν και να μοιράζονται σε μεμονωμένους συμμετέχοντες, ανεξάρτητα, έκαναν την αγωνιστική χρήση τους τη στιγμή που θα χρειαζόταν.

Σε μία από αυτές τις διαδηλώσεις συνελήφθην μαζί με άλλους δύο. Έπρεπε σε κάποια στιγμή να εισχωρήσουμε με τις τσάντες με τις μολότοφ που έπρεπε να διανεμηθούν στα μέλη της επιτροπής, και συγκεκριμένα στον Κάρλο, τον Μπίκο, τον Εκτορα, την Φιόνα, τον Λουκά. Σ’ εκείνη την περίπτωση είχαμε σαν κάλυψη πίσω μας τον Λουκά και την Φιόνα που απαγκιστρώθηκαν ακριβώς καθώς εμείς συλλαμβανόμασταν πριν ακόμη εισχωρήσουμε.
Οι μποτίλιες θα έπρεπε να έχουν μια αμυντική χρήση στην υπόθεση κατά την οποία, όταν φτάναμε στα γραφεία του Συνδικάτου των Μεταλλουργών θα γινόταν σύγκρουση, και έπειτα για μια επιχείρηση κατά της Γραμματείας του Πανεπιστημίου την στιγμή κατά την οποία η πορεία θα τελείωνε στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου. Τα μπουκάλια είχαν αποσυρθεί από το σπίτι της οδού ντει Κόντι όπου κατοικούσε η Φιόνα και ο Κώστας.

Κατά την διάρκεια και μετά από την κράτησή μου γι αυτά τα γεγονότα, εγώ πλησίασα παραπέρα σε μία αντίληψη της σύγκρουσης πιο υψηλής ποιότητας μπαίνοντας πρακτικά για να πάρω μέρος στην ουσία της οργάνωσης. Πράγματι εκείνη την περίοδο ήλθαν να μας βρουν στη φυλακή του Νουόρο, όπου εμείς είχαμε αναλάβει χρέη ‘Πολιτικών Κρατουμένων’, ο Κώστας και η Φιόνα που μου ξεκαθάρισε ότι έπρεπε να θεωρηθώ ως μέλος της οργάνωσης Πρώτη Γραμμή, εξ αιτίας του παρελθόντος μου ως αγωνιστή.
Κατά την αποφυλάκισή μου ο Κώστας με διαβεβαίωσε ότι θα με έβαζε σε μια σχηματισμένη ‘Επιτροπή φυλακών’, πράγμα που δεν συνέβη. Άλλωστε λίγο μετά ο Κώστας μου είπε ότι έπρεπε να θεωρώ τον εαυτό μου μέλος μιας ομάδας πάλης της οποίας γνώρισα όλα τα άλλα μέλη για τα οποία κάνω αναφορά στις προηγούμενες ανακρίσεις μου’.

Αυτά λέγονται στις 04-07-80. Και είναι πολύ ξεκάθαρα. Αναφορά σ’ εμένα καμία. Έχει μιλήσει νωρίτερα βέβαια, ξεκίνησα ανάποδα για να πάρουμε τα πράγματα με την σειρά, την πολιτική που έχουν συμβεί. Όσο περνά η ώρα θα καταλαβαίνεις καλύτερα τη σκοπιμότητα.

Στις 05 του Ιουλίου επανέρχεται λέγοντας πως το φθινόπωρο του ’77 έγινε μια συνεδρίαση με τους Κώστα, Φιόνα και Ντίνο κατά την διάρκεια της οποίας του δόθηκε η αποστολή ν’ αρχίσει μια πολιτική δουλειά στο εσωτερικό του χώρου της ‘Επιτροπής Πανεπιστημιακού Εστιατορίου’, από την οποία έχει αποσπαστεί ο Κάρλο, γιατί είναι φυγόδικος και ο Κώστας γιατί είναι πλέον πολύ γνωστός. ‘Σε αυτή τη δουλειά κινούνταν γύρω μου και συνεργάζονταν σ’ αυτό το έργο οι Μπίκο, Ανδρέας και ο Μίκης. Ήταν μια φάση κατά την οποία ετοιμαζόταν η οργάνωση για την μαζική σύγκρουση στην πρόβλεψη της διάρθρωσης διαδεδομένων ένοπλων σχηματισμών, Ομάδων, που θα δρούσαν στη φλωρεντινή πραγματικότητα. Ήταν η περίοδος που αγωνιστήκαμε για την εξάλειψη του θεσμού των ταυτοτήτων ελέγχου για να μπει κανείς στο φοιτητικό εστιατόριο.’Έγινε πρώτα μια κίνηση περιφρούρησης, επισημάνθηκαν και δικάστηκαν δύο σύντροφοι, ο Ινιάτσιο και η Στέλλα. Ακολούθως μπήκε σε εφαρμογή η επίθεση στο κέντρο έκδοσης ταυτοτήτων. Απασχολήθηκε μία ‘Ομάδα Πάλης’ με πολιτικό σλόγκαν ‘Να οπλίσουμε και να οργανώσουμε τις προλεταριακές ανάγκες’ με σκοπό να υποκινήσουμε παραπέρα μαζικές συσπειρώσεις. Αυτή η επιχείρηση καθοδηγήθηκε από την ομάδα μου. Συμμετείχαμε εγώ, η Ροσσάνα, η Τιάρα και ο Μίκης.’

‘Εκείνη τη χρονική στιγμή γινόντουσαν συνεδριάσεις για το πέρασμά μου στην οργάνωση, με τον Κώστα και την Φιόνα, στο σπίτι του Κώστα, στην οδό Φιεζολάνα, σε μία μόνο και με τον Ντίνο. Στην οδό Φιεζολάνα [ το σπίτι του Λουκά όπου έμενε και η Λέλα, αυτοί δεν συμμετείχαν στην συνεδρίαση]. Την άνοιξη του 78 γνωρίζω την Σάρα που θέλει πλέον να ζει μαζί μου.Πληροφορούμαι πως ανήκει στην οργάνωση.’

Βλέπετε λοιπόν, μέχρι στιγμής,για πολλοστή φορά. Άλλος του δίνει εντολές, άλλος αποστολές, άλλος έρχεται σε επαφή μαζί του.Θα αποφασίσει επιτέλους ;
Γνωρίζει λοιπόν το κορίτσι, τα φτιάχνει μαζί της και σε όλη τη διάρκεια των απολογιών του,που ξεκίνησαν τον Γενάρη του ’80 και κράτησαν μέχρι τον Ιούλη αυτή η καϋμένη γνωρίζει τα πάντα, για όλους και για όλα, και του τα διηγείται με το νι και με το σίγμα. Κι ας τα έχουνε χαλάσει, κι ας γνωρίζει πως αυτός έχει μάλιστα αποχωρίσει. Συνεχίζει απτόητη και του εξιστορεί αυτά που συμβαίνουν και μαθαίνει, άγνωστο όμως με ποιον τρόπο!
Είναι απίστευτος, ανεκδιήγητος.

ΣΥΝΕΧΊΖΕΙ. Τον στέλνει ο Κώστας, Χριστούγεννα του ’77 στη Σαρδηνία, στο Σάσσαρι, για να κάνει επαφές και να δημιουργήσει ομάδα πυρός!
Πάπαλα.
Παίρνει μαζί του ένα κορίτσι για να τον φιλοξενήσει στο σπίτι της. ‘Βρίσκεται στο σκοτάδι η κοπέλα, εάν γνώριζε πράγματα για την οργάνωση ο Κώστας θα του το είχε πει!!!’
‘Συναντήθηκα με τους προαναφερόμενους δύο με το καθήκον να επιθεωρήσω τι τύπο δομών διέθεταν [όπλα, βάσεις], όμως αντιλήφθηκα ότι αυτοί δεν είχαν καμία διαθεσιμότητα κανενός είδους. Ανέφερα την περίπτωση στον Κώστα που αποφάσισε να μην γίνει τίποτα.’
‘Απ’ ότι καταλαβαίνω, το κορίτσι, η Νένα πρέπει να μπήκε στις ομάδες στη συνέχεια, κατά την περίοδο που εγώ απομακρύνθηκα από την Ομάδα Πάλης, και πιθανά μετά την γνωριμία με τον Ανδρέα’.

Αναφέρει πως την άνοιξη του ’78 έχει ήδη αποχωρήσει από ‘την ομάδα πάλης’. Παρ’ όλα αυτά μαθαίνει για καινούρια μέλη, ποιοι εισχωρούν στις ομάδες. Βλέπεις, του λένε τα πάντα κι ας μη συμφωνεί με την οργάνωση,
του λένε στρατηγικές,ενέργειες επιθέσεις.
‘Ο Κώστας έκανε γνωστή την απαίτηση αυτονομίας καθεμιάς των ομάδων’.
‘Στην ανάγκη θα μπορούσε να πάρει μέρος στις επιχειρήσεις και η Ρένα, αλλά αυτό μόνο σε περίπτωση έσχατης ανάγκης για τον λόγο ότι ήταν απροετοίμαστη στρατιωτικά.’

Συζητά με την Σάρα και τον Ανδρέα για τις επιχειρήσεις! Με τον Κώστα για την αναγκαιότητα ‘αυτοχρηματοδότησης’ των ομάδων! Τους επισημαίνει μάλιστα τα ιππικά πρακτορεία! ή αυτά λαχείων! Ξέρει πως ο Ανδρέας συντάσσει σχεδιαγράμματα και του τα δείχνει μάλιστα! Τελικά όμως αποφασίζει πως δεν είναι και τόσο σίγουρος εάν τα σχεδίασε αυτός! Το βέβαιο όμως είναι πως του τα έδωσε! Και πως κατασχέθηκαν στο σπίτι του, στην Οδό Όρτι Οριτσελλάρι, μετά από την εισβολή στη Ντάτα Μάνατζμεντ και τις έρευνες της αστυνομίας! Δεν χρειάζεται να σας επαναλάβω πως όλα αυτά συμβαίνουν σε διάστημα που πλέον παραδέχεται πως απ’ την οργάνωση έχει αποχωρήσει!!!

Άντε, να πιστέψουμε πως η κοπελιά του, που δεν είναι πια κοπελιά του, του εκμυστηρεύεται πράγματα.
Αλλά και τα άτομα τα προσκείμενα στην κεντρική διοίκηση, σύμφωνα πάντα με τα δικά του λεγόμενα ;
Το άλλο,με τον Τοτό το ξέρετε;
Εγώ τον έμπασα, τον έκανα και καθοδηγητή, και αρχηγό ή όπως αλλιώς τον ονομάσετε! Αι σιχτίρ! Θα αποφασίσει επιτέλους ;
Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

ΛΈΕΙ : ‘Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι αντίθετα από όσα ειπώθηκαν από εμένα σε προηγούμενες ανακρίσεις το απόγευμα της ημέρας της εισβολής στη Ντάτα Μάνατζμεντ δεν έμεινα στο σπίτι αλλά πήγα σε μια συνεδρίαση των ‘Ομάδων’ στην οδό ντει Μπάρντι, στο σπίτι που έμενε η Ροσσάνα και η Αντρέα, συνεδρίαση στην οποία πήραν μέρος τα μέλη της Ομάδας και συγκεκριμένα ο Μίκης, η Ροσσάνα, ο Ανδρέας,ο Λουκάς, η Άννα, εγώ και ο Μπίκο για να οργανώσουμε το τέλος της εκστρατείας κατά των κτηματικών εταιρειών. Θα κάναμε μια τελευταία εισβολή στην οδό ντελλα Βίνια Νουόβα. Την εισβολή έκαναν ο Μίκης, ο Ανδρέας, η Ροσσάνα και ο Λουκάς. ‘Εγώ θα έπρεπε να κάνω την επί τόπου επιθεώρηση, πράγμα που δεν μπόρεσα γιατί την επομένη από την συνεδρίαση μεταφέρθηκα στη Διοίκηση της Αστυνομίας στη διάρκεια των επαληθεύσεων που ακολούθησαν την εισβολή στη Ντάτα. Ξέρω όμως ότι στην θέση μου τις επί τόπου επιθεωρήσεις τις έκανε η Άννα!’
Γνήσιος Βαρώνος ΜΥΝΧΆΟΥΖΕΝ!

ΈΧΕΤΕ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΊ ΤΟ ΜΈΓΕΘΟΣ ΤΗΣ ΑΠΑΤΕΩΝΙΆΣ ;»

από την χώρα του ποτέ 3

και:              »Δεν ξεχνάμε.
Ταξιδεύουμε από το σήμερα στο χθες και ξαναεπιστρέφουμε στο σήμερα. Μέσα από τις διηγήσεις και τα κείμενα αγωνιστών που διαλέγουν διάφορα μονοπάτια για να κτυπήσουν την καπιταλιστική ασχήμια.
Όλοι χωρούν στις καρδιές μας. Κανείς δεν περισσεύει. Τα μονοπάτια είναι πολλά και διαφορετικά, ο καθείς διαλέγει ανάλογα με τον χαρακτήρα του, προς τα εκεί που τον τραβά η καρδιά του αρμενίζει.
Κι εγώ δεν είμαι ίδιος με το χθες. Χρόνια προστέθηκαν στην πλάτη μου, φοβίες συσσωρεύτηκαν, συντήρηση δημιουργήθηκε.
Οι συμπάθειες όμως δεν κρύβονται .

Δεν μπορείς να έχεις την απαίτηση από ένα νέο είκοσι χρονών να σκέφτεται όπως ένας πενηντάρης ή εξηντάρης.
Ας αφήσουμε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν, όλα τα δέντρα να καρπίσουν.
Δεν υπάρχει αυτός που κρατά το κλειδί του Παραδείσου.
Κλειδιά υπάρχουν δεκάδες.
Όλα χρειάζονται.
Δεν υπάρχει πράξη αγωνιστική πιο σπουδαία από την άλλη.
Η σπορά μετράει.
Ότι σπέρνεται σήμερα αύριο θα καρπίσει.
Ας σταματήσουν λοιπόν οι σεχταρισμοί και οι καταδίκες των άλλων, των διαφορετικών, των απλησίαστων.
Αυτοί που θέλουν να αγωνιστούν θα βρουν αυτό που τους ταιριάζει και θα το πλαισιώσουν.
Ας αφήσουν τους υπόλοιπους στην ησυχία τους, να χαρτογραφήσουν, ν’ αυτοσχεδιάσουν.
Σταματείστε ν’ ασχολείστε με τους διαφορετικούς.
Ας κοιτάξει ο καθένας την καμπούρα του!»

Από το εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα 13

 

  • Μέρος Θ   επειδή αυτοί εδώ κάτω, και πολλοί άλλοι, δεν σκοτώθηκαν χωρίς λόγο, αφιερώνω τα παραπάνω σε αυτούς:

13/04/2015
MATTEO CAGGEGI
BARBARA AZZARONI
Στις 6 μαρτίου ’79 μια βλοσυρή σιωπή τσακίζει το κέντρο της Bologna. Σημαίες, λουλούδια, ένα στεφάνι: Η Barbara ήταν μια από εμάς, μια κομουνίστρια. Barbara Azzaroni, είκοσι εννέα χρόνων. Στρατευμένη στην Prima linea σκοτώθηκε μαζί με τον Matteo Caggegi, είκοσι χρόνων, εργάτη στην Fiat. Δυο χιλιάδες άνθρωποι συμμετέχουν στην κηδεία, προκαλώντας τους ελέγχους. Από ένα πεντακοσαράκι το μεγάφωνο μεταδίδει τον ύμνο του Potere operaio, και τα λόγια μιας μπροσούρας, με υπογραφή Il Movimento, το Κίνημα.

‘Το κίνημα του ανταρτοπόλεμου είναι μια συνιστώσα του επαναστατικού κινήματος. […] Για εμάς, συντρόφους της Bologna, η Barbara δεν ήταν με τίποτα μια παράνομη. Την γνωρίζαμε και την εκτιμούσαμε όλοι’.

Ένας φωτογράφος αποθανατίζει τους συμμετέχοντες. Η εντολή είναι του κομουνιστικού Κόμματος. Ζωγραφισμένοι κύκλοι γύρω από τα πρόσωπα. Βέλη.

Στα είκοσι χρόνια της η Barbara έχει ήδη ένα παιδάκι. Το ’70 συναντά τον Maurice. Στρατεύονται στο Potere operaio, συχνάζουν στα στέκια της Αυτονομίας. Τον μάρτη του Εβδομήντα επτά είναι μέσα στο κίνημα, αλλά και στις Brigate comuniste, κομουνιστικές Ταξιαρχίες, τον παράνομο χώρο του περιοδικού «Rosso».

Το απόγευμα της 11 μαρτίου η Bologna είναι ένα πεδίο μάχης. Ένας καραμπινιέρος σκότωσε τον Francesco Lorusso, αγωνιστή της Lotta continua. Ο ξεσηκωμός συνεχίζεται για δυο ημέρες. Η Barbara βρίσκεται στο πανεπιστήμιο που προστατεύεται από τα οδοφράγματα. Τον σεπτέμβρη παίρνει μέρος στο συνέδριο ενάντια στην καταστολή σαν αγωνίστρια των Formazioni comuniste combattenti, κομουνιστικών μαχόμενων Σχηματισμών..

Μέχρι το Εβδομήντα οκτώ είναι δασκάλα σε έναν παιδικό σταθμό, παίρνει μέρος στους αγώνες των εργαζομένων, στο κίνημα. Μπαίνει στην παρανομία έγκαιρα για να αποφύγει ένα ένταλμα σύλληψης. Στρατεύεται στην Prima linea και συμμετέχει σε διάφορες ενέργειες.

Torino είναι κομουνιστική πόλη. Η Prima linea είναι ριζωμένη στα εργοστάσια. Όπως οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse. Για το Κκι αυτό είναι μη αποδεκτό. Τον φεβρουάριο του ’79 μοιράζει ένα ερωτηματολόγιο αντιτρομοκρατίας. Έξι ερωτήσεις. Η πέμπτη προσκαλεί να καταγγείλουν ανώνυμα τον γείτονα, τον σύντροφο στην δουλειά, στη βάση μιας υποψίας. Εκατό χιλιάδες τυπωμένα αντίτυπα. Τριάντα πέντε απαντήσεις στην πέμπτη ερώτηση. Η Prima linea αποφασίζει να επιτεθεί σε έναν από τους υπεύθυνους της πρωτοβουλίας.

Η Barbara και ο Matteo βρίσκονται σε ένα bar όταν εισβάλλει η αστυνομία. Αυτή πέφτει αμέσως, τραυματισμένη θανάσιμα. Αυτός ξεκινά μια μάχη σώμα με σώμα μέχρι που σωριάζεται χτυπημένος από έξι σφαίρες.

Barbara Azzaroni – Carla
Rimini, 2 φεβρουαρίου 1950 – Torino, 28 φεβρουαρίου 1979
Mαχήτρια της Prima linea (Pl) σκοτώθηκε από την αστυνομία σε ένα μπαρ μαζί με ένα σύντροφο
Το σώμα της Barbara Azzaroni στο μπαρ εστιατόριο dell’Angelo, βορά στους δημοσιογράφους
28 φεβρουαρίου 1979
Εστιατόριο μπαρ “dell’Angelo”, Via Paolo Veronese 340, Torino
Barbara Azzaroni και Matteo Caggegi, μαχητές της Prima Linea, μετά από ειδοποίηση ανώνυμη, αιφνιδιάζονται και σκοτώνονται από την αστυνομία.
Μαρτυρία που δόθηκε το 1980 από έναν μετανιωμένο αγωνιστή της PL:

«Εγώ και η Barbara βρισκόμασταν σε ένα bar, περιμέναμε τον ‘στόχο’ μας. Εγώ βγήκα διότι ήταν η σειρά μου να εξακριβώσω την άφιξη του στόχου. Μπήκε ο Matteo που ήθελε να πάρει πρωινό και να μείνει λιγάκι με την Barbara, για την οποία είχε ένα υψηλό επίπεδο προσωπικής συμπάθειας. Ο Matteo στη συνέχεια μάλωσε με τον ιδιοκτήτη του bar, ο οποίος τον κατηγόρησε πως είχε πάρει τον τηλεφωνικό οδηγό δίχως να ζητήσει την άδεια. Ήταν μια βίαιη διαμάχη, εκείνος κάλεσε την αστυνομία. Όμως ο Matteo παρέμεινε ήσυχος, καθισμένος, να μιλά με την Barbara. Έφτασαν τρία περιπολικά, της αστυνομίας, ενώ ο Matteo και η Barbara στέκονταν ακόμη στον πάγκο, για να πληρώσουν.
Ένας αστυνομικός σημάδεψε με το πιστόλι την Barbara, ο άλλος στον Matteo, που όμως άρχισε να παλεύει μαζί του. Ήρθαν και οι άλλοι αστυνομικοί που έριξαν ριπές με τα αυτόματα ενάντια στην τζαμαρία. Χτυπήθηκε η Barbara και έπεσε αμέσως, ο Matteo σκοτώθηκε από τον αστυνομικό με τον οποίο μάλωνε που τον πυροβόλησε έξι φορές στον θώρακα. Από στρατιωτική άποψη μιλάμε για μια πραγματική εκτέλεση. Παρακολούθησα την σκηνή προσωπικά μέχρι το τέλος. Οι αστυνομικοί έμοιαζαν μαστουρωμένοι, ίσως λόγω του φόβου ή της έντασης, εγώ στην πράξη βρισκόμουν εκεί στη μέση όλων, αλλά ήταν τόσο μεγάλη η αναστάτωση που κυριολεκτικά δεν μ’ έβλεπαν κι ας είχα τα χαρακτηριστικά τραβηγμένα και δάκρυα στα μάτια οπότε θα έπρεπε να είχαν καταλάβει ποιος ήμουν…».

Την πρώτη μαρτίου του 1979, μετά από τηλεφώνημα στην Gazzetta del Popolo, σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο της πλατείας Solferino, βρίσκεται μια μπροσούρα της PL:
«Εχθές 28 φεβρουαρίου, έπεσαν από τα χέρια των μπάτσων της Digos, η σύντροφος Barbara Azzaroni – Carla, και ο σύντροφος Matteo Caggegi – Charlie. Είναι μαχόμενοι σύντροφοι της Prima Linea. Έπεσαν κατά τη διάρκεια μάχης σαν κομουνιστές, απαντώντας στα πυρά των σαράντα αστυνομικών που έφτασαν στο σημείο αποφασισμένοι να σκοτώσουν…».

Σάββατο 3 μαρτίου 1979, στο Orbassano, στην κηδεία του Matteo Caggegi, που πήραν μέρος πολλοί νεαροί, οι φίλοι του διανέμουν μια μπροσούρα με υπογραφή “Οι σύντροφοι του Orbassano”:
«Θα υπάρξουν αυτοί που θα πουν πως ήταν ένας παράνομος, κάποιος θα τον αποκαλέσει assenteista, ή αυτοί που θα σύρουν στο χορό την μαφία εξ αιτίας του πατέρα (καταδικασμένου σε ισόβια για φόνο): για εμάς, γι αυτούς που τον γνώρισαν και πάλεψαν μαζί του, ήταν ένας σύντροφος. Η επιλογή του, εκείνη της ένοπλης πάλης ενάντια στα αφεντικά, σίγουρα δεν επηρεάζει τον πόνο μας και τον θυμό μας για τον θάνατο του: δεν έχουμε σκοπό να κρυφτούμε, όπως κάνουν σήμερα πολλοί σύντροφοι, πίσω απ’ την σιωπή, επειδή σήμερα πέθανε με το πιστόλι στο χέρι αντί να θανατωθεί απ’ τους φασίστες…».

Στις 6 μαρτίου 1979, η κηδεία της Barbara Azzaroni, στην Bologna, μετατρέπεται σε μια μεγάλη πορεία συγγενών, φεμινιστριών, αγωνιστών της επαναστατικής αριστεράς, συγγενών πολιτικών κρατουμένων που παρελαύνει στους δρόμους του κέντρου. Παρόντες επίσης πολλοί πράκτορες της Digos και της αντιτρομοκρατικής των καραμπινιέρων.
Με την ευκαιρία διανέμεται ένα φυλλάδιο, υπογεγραμμένο “Il Movimento”, »Το Κίνημα», όπου μεταξύ άλλων διαβάζουμε:
«Το κίνημα του ανταρτοπόλεμου είναι μια συνιστώσα του επαναστατικού κινήματος στην Ιταλία, ακραία δύσκολο και διαρθρωμένο κίνημα, που έχει όμως μια δικιά του πραγματική ενότητα και όχι πλασματική στον εντοπισμό ενός κοινού εχθρού: αυτού του Κράτους».

Κηδεία της Barbara Azzaroni. Οι φωτογραφίες έχουν τραβηχτεί από ψηλά, απ’ το Palazzo Re Enzo για να καταγραφούν οι συμμετέχοντες. Η εντολή είναι του Κομουνιστικού Κόμματος. Ζωγραφισμένοι κύκλοι γύρω από τα πρόσωπα. Βελάκια. Γραμμένα ονόματα δίπλα στις φιγούρες ή από πίσω.

Τέλος Μιχάλης

  • Θα κλείσω οριστικά με ένα τραγούδι, με τους στίχους του Claydio Lolli από το Incubo numero zero, αριθμός Εφιάλτη μηδέν σε ελεύθερη μετάφραση

»Η μέρα συνήθως ξεκινά βρώμικη Όπως το μελάνι της εφημερίδας μας Γραμμένο στους λευκούς τοίχους των φυλακών της Ομοσπονδιακής δημοκρατίας Μέρα με την μέρα προχωρώντας ήσυχος Βρίσκομαι σχεδόν μπροστά στο παράθυρο σου Mε μια πορεία από σπινθήρες και τα ταμπούρλα η μπάντα Η ορχήστρα. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε το σκοτεινότερο δάσος είναι κοντά, Μα σήμερα η σελήνη έχει το πρόσωπο μάγισσας Και ο ήλιος άφησε τις ακτίνες του στο υπόγειο. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε Το πιο μαύρο δάσος είναι κοντά, Αλλά ένα jumbojet γράφει »ζήτω η εργασία» Με αίμα, στον ουρανό αυτού του πρωινού.

Με ένα μεγάφωνο επάνω σε ένα κόκκινο λεωφορείο Ένας Χριστός βγαλμένος από το Circo Togni Ξεκινά έναν λόγο με αυτά τα λόγια »ελευθερώστε τους δρόμους, από τα όνειρα Είναι ενοχλητικά, άχρηστα, ζωντανά Και τα ποντίκια και τα σκουπίδια συνελήφθησαν Θα αποκεντρώσουμε το τυρί και τα αρχεία. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, για να τα κρατήσουμε σε έναν καλύτερο τρόπο, Μπορούμε να σας παρέχουμε φωτοκόπιες επιταγών, Ένα ψεύτικο δίπλωμα, ένα πορτοφόλι, έναν χαρτοφύλακα. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Και καταταγείτε στην αστυνομία, Θα χρειαστεί να πάρετε μέρος Και αυτός είναι ο τρόπος Στο δικό μας σχέδιο δημοκρατίας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και συνεχίστε να πληρώνετε το νοίκι Και κάθε ρεμάλι που έχει άλλες ανάγκες Από την απέραντη καλοσύνη μου να τρυπηθεί. Από σήμερα απαγορεύεται ο αυνανισμός Lambro e lambrusco ντυμένοι στα μαύρα Θα ανοίξουν τις λίστες της ανεργίας Επηρεάζοντας στη συνέχεια αυτές του νεκροταφείου, Και μετά, και μετά, Μετά θα χτίσουμε μεγάλα νοσοκομεία, Οι καραμπινιέροι θα είναι καλύτεροι, Η πρόνοια ίσως να είναι δωρεάν εφ όρου ζωής Και καλύτερο φαί στις φυλακές μας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και χαρίστε μας τα λόγια σας, Να μην σας πιάσουμε κρυμμένους να κάνετε έρωτα Οι εγκληματίες να φωτίζονται από τον ήλιο. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε…»

Σε αυτό το σημείο φτάνει ένα τρομπόνι Βαδίζει με τον κώλο όμως μοιάζει ψηλό Και απαγγέλλει μουσικά ένα παράξενο τραγούδι ο Χριστός το τραγουδά και μ’ ένα σάλτο, βρίσκεται επάνω μου. »Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Δεν θα υπάρξει χώρος για την φαντασία Στον καθάριο παράδεισο που απαιτεί πολύ εργασία Της δικής μας νέας [σοσιαλ] δημοκρατίας»

Σε αυτό το σημείο πηδώ από τον ουρανό πηδώ απ’ το κρεβάτι Και δίνω ένα φιλί στο στόμα σ’ ένα φρικτό τέρας Και γλύφω το μελάνι, γλείφω το μελάνι, γλύφω το μελάνι της εφημερίδας μας.

Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη»

 

Αλλά επίσης, σε στίχους αφιερωμένους σε έναν φίλο, που και αυτός είναι επίσης, με τον δικό του τρόπο, ένας ποιητής ( είναι ποιητής αυτός που ζει ως ποιητής, και ξέρει πώς να βρίσκει τον θεό μετουσιωμένο σε ένα καμπάρι σόδα, λέγει): Η επανάσταση σου δεν υπήρξε αλλά θα υπάρξει, διότι το μέλλον είναι μακρύ.

 

και για να το πούμε ελληνικά κι από το σήμερα:    Δεν βγήκαμε στην θάλασσα Ένα βουνό ανεβαίνουμε Καράβια έξω απ’ το νερό Στα σύννεφα θα δένουμε Δεν ήρθαν άλλοι από αλλού Μονάχοι μας πηγαίνουμε Τώρα θα γίνουμε εμείς Αυτό που περιμένουμε

  • Εν κατακλείδι: πόσο μοιάζει το σήμερα με το χθες, πάντα δολοφονική η σοσιαλδημοκρατία! Τότες οι ψευτοκομουνιστές του ΚΚΙ,  παρακαλούσαν τους μπουρζουάδες να συγκυβερνήσουν, επιβάλλοντας μέσω των συνδικάτων στις υποτελείς τάξεις την πολιτική των θυσιών και της λιτότητας, με τον ιστορικό συμβιβασμό, την συνδιαχείριση της εξουσίας με την δεξιά δηλαδή, για την ανάπτυξη της οικονομίας υπέρ των αφεντικών. Το ίδιο δεν γίνεται και σήμερα με τους σύγχρονους ψευτοκομουνιστές του ΣΥΡΙΖΑ; απλά, εδώ κυβερνούν ήδη, και δεν χρειάζονται τα κόμματα των μπουρζουάδων για να επιβάλλουν την πολιτική τους, γίναν μπουρζουάδες οι ίδιοι!

 

Εμείς; ποιοι ήμαστε εμείς; Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του Ρενάτο Κούρτσιο από το μακρινό 1982: »Φετίχ αλλά και εξεγερμένος, εμπόρευμα αλλά και καταστροφέας του εμπορεύματος, εν δυνάμει αυτόχειρας αλλά και φονιάς – να λοιπόν που »εμφανίζεται ένας νέος στρατιώτης»: ο σχιζομητροπολιτάνος προλετάριος. Στρατιώτης που εκρήγνυται στη μαζική βία και στις φωτιές είτε του νεοϋορκέζικου Blackout, είτε στο Μπρίξτον ή τη Νάπολη, αλλά που παρ’ όλα αυτά παραμένει δούλος της αγοράς. Αφήνεται στην περιπέτεια του ένοπλου μετασχηματισμού των συνθηκών της ζωής του, αλλά στην πρώτη ευκαιρία αλλάζει σελίδα και »μετανιώνει». Αγωνίζεται για την κλεμμένη ανθρωπιά του, όμως μετά από λίγο δε θυμάται για τι ακριβώς πρόκειται. Για να γίνει »για τον εαυτό του» πρέπει να δώσει λυσσώδεις μάχες και ενάντια στον εαυτό του, κι από αυτή την αντίφαση σχίσμα]δεν μπορεί να ξεφύγει παρά μόνο αν προσπαθήσει να επικοινωνήσει μ’ όλες τις δυνατές γλώσσες των συνθηκών της ζωής του. Όμως ούτε κι αυτό είναι εύκολο, γιατί κι αυτές οι ίδιες οι γλώσσες της υπερβατικής επικοινωνίας του, απ’ τη μουσική επένδυση ως τα μαλλιά του που υψώνονται προς την εξέγερση, ενδιαφέρουν εξίσου και το κεφάλαιο σαν πηγές κέρδους και σαν μέσα μιας πιθανής επαν-ενσωμάτωσης».

  • ‘και την ιστορία την πουτάνα έτσι την γράφουνε, και οι αστοί και οι κομμουνιστές : οριζόντια, επίπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ’ αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νιώσει την ένταση, το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων σε ένα μονάχα 24ωρο από τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν και δεν κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία….

Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακατακτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία του κάθετα, όχι για λαούς και μάζες, αλλά για τον Παύλο, για την Ρηνιώ, για την Ελένη, για τον μαστρο-Στέφανο…… Τότε μονάχα οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση ‘εκατό χιλιάδες νεκροί’ ή ‘βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια ασφάλεια’.
ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ.

Τέλος οριστικό και αμετάκλητο!