ιστορία, storia

«Ήταν κάτι θαυμάσιο!» 45 χρόνια από την πορτογαλική επανάσταση

του Luca Cangianti

Μια επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει με ένα τραγούδι. Στις 25 απριλίου 1974, είκοσι λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, ο Teodomiro Leite de Vasconcelos μεταδίδει στο Radio Renascença το τραγούδι Grândola Vila Morena του José Alfonso. Το Κίνημα των ενόπλων δυνάμεων, αποτελούμενο από προοδευτικούς στρατιωτικούς, παίρνει υπό την κατοχή του στρατηγικά σημεία, ζητά από τους πορτογάλους να παραμείνουν στο σπίτι και επαναλαμβάνει την πρόσκληση δέκα φορές. Ο λαός, ωστόσο, δεν θέλει να ακούσει τίποτα: εκείνο που θα έπρεπε να είναι ένα απλό πραξικόπημα για να τερματιστεί ένας δαπανηρός αποικιακός πόλεμος (40% των κρατικών δαπανών) και χωρίς ελπίδα νίκης, καθίσταται μια εντυπωσιακή επανάσταση που παρασέρνει τα πάντα.

Η μακρύτερη φασιστική δικτατορία διήρκεσε 48 χρόνια. Στα δεκατρία χρόνια των συγκρούσεων στις αποικίες δεν απέφυγε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια και βομβαρδισμούς με ναπάλμ στους τοπικούς πληθυσμούς. Τελικά κατέρρευσε μίζερα, χωρίς αντίσταση, ενώ ο λαός ξεχύνονταν στους δρόμους: οι άνθρωποι αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο, αντάλλασσαν φιλιά, έκλαιγαν από την χαρά, κάλυπταν τους στρατιώτες με κόκκινα και λευκά γαρίφαλα προσφέροντάς τους ζεστό ψωμί και σούπα. Οι πολιτικοί κρατούμενοι απελευθερώθηκαν, οι εργαζόμενοι στις τράπεζες οργανώθηκαν για να αποφύγουν την φυγή κεφαλαίων. Στη Λισαβόνα, την πρώτη εβδομάδα μετά τις 25 απριλίου καταλήφθηκαν 1.500 έως 2.000 λαϊκά σπίτια και η 1η μαΐου γιορτάζεται με μια εντυπωσιακή διαδήλωση μισού εκατομμυρίου ανθρώπων. Στα εργοστάσια δημιουργούνται οι επιτροπές των εργαζομένων που εκκαθαρίζουν τα φασιστικά στοιχεία, οργανώνουν απεργιακές κινητοποιήσεις με διεκδικήσεις και καταλαμβάνουν φρουρώντας τις εγκαταστάσεις έτσι ώστε να μην αφαιρεθούν τα μηχανήματα. Αργότερα άρχισαν να ασκούν μορφές εργατικού ελέγχου πάνω στην παραγωγή. Στις γειτονιές γεννιούνται οι επιτροπές των κατοίκων που διαχειρίζονται καταλήψεις, παιδικούς σταθμούς και κέντρα πολλαπλών χρήσεων στα οποία παρέχονται αμοιβαία και εθελοντικά όλες οι υπηρεσίες. Σε πολλές περιπτώσεις λαϊκά δικαστήρια οργανώνονται ως εγγυητές της δικαιοσύνης και ισονομίας των ενεργειών απαλλοτρίωσης. Τέλος επιτροπές των στρατιωτών με εκλεκτικά και ανακλητά αξιώματα προκύπτουν, όπως και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις. Πρόκειται για ένα διακλαδισμένο κοινωνικό δίκτυο αυτόνομων από τα κόμματα οργανώσεων, και από το Συνδικάτο, που θυμίζουν τα ρωσικά σοβιέτ του 1905 και 1917, τα ιταλικά συμβούλια του 1919-20 και εκείνα τα χιλιανά του 1972-73. Πρόκειται για μια παράλληλη εξουσία που ασκεί την δημοκρατία της βάσης και ανταγωνίζεται με αυτήν του κράτους για 19 μήνες, δηλαδή μέχρι το πραξικόπημα της 25ης νοεμβρίου 1975 μετά το οποίο η πορτογαλική πολιτική κατάσταση στρέφεται πίσω στις γραμμές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

«Αν και υπήρχαν τα αμερικανικά πλοία μπροστά στην ακτή, κανείς δεν φοβόταν», θυμάται ο Rigel Polani που έφθασε στη Λισαβόνα με ένα Citroën Mehari και τέσσερις φίλους κατά τη διάρκεια της veraõ quente, του καυτού καλοκαιριού του 1975, δηλαδή την περίοδο της μέγιστης κοινωνικής σύγκρουσης. «Οι διαδηλώσεις συχνά δεν είχαν ένα πάλκο για τις παρεμβάσεις. Πορευόμασταν και φωνάζαμε συνθήματα σαν σε μια παράσταση στην οποία ήμασταν ηθοποιοί και θεατές ταυτόχρονα. Δεν θυμάμαι ποτέ να είδαμε την αστυνομία. Ήταν όλοι ευτυχισμένοι, όλοι συμμετείχαν, όλοι αφοσιωμένοι στην οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου. Η αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία που ονειρευόμουν είχε υλοποιηθεί μπροστά στα μάτια μου». Στους δρόμους της Λισαβόνας άκουγες πολύ συχνά να μιλούν ιταλικά. Χιλιάδες και χιλιάδες νέοι αγωνιστές της επαναστατικής αριστεράς ξεκίνησαν από την Ιταλία. Διέσχισαν τη Γαλλία και την Ισπανία με αυτοκίνητο, με μοτοσικλέτα ή με τρένο για να φτάσουν στα δυτικά σύνορα της Ευρώπης: «Είχαμε πάει στην Πορτογαλία για να δούμε να αναδύεται ένας νέος κόσμος» γράφει ο Sandro Moiso στο Riti di passaggio, ενθυμούμενος το κλίμα της χαρούμενης συλλογικής μέθης: «Σε εκείνες τις μέρες και εκείνα τα χρόνια δεν αισθανθήκαμε ποτέ κουρασμένοι.»
Ο Rigel σταματά για λίγο, δεν είναι σίγουρος ότι εγώ μπορώ να καταλάβω εκείνη την εμπειρία χωρίς να την έχω ζήσει: «Θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Μια φορά στο δρόμο συναντάμε νέους ανθρώπους σαν εμάς. Ήταν εργάτες και μας προσκάλεσαν να παρακολουθήσουμε μια συνέλευση στο εργοστάσιό τους. Συζητήσαμε πώς να διαχειριστούμε και να αναπτύξουμε την παραγωγή. Παρά τις γλωσσικές δυσκολίες καταφέραμε να αντιληφθούμε την έντονη αίσθηση επαγγελματικής εμπειρίας, δεξιότητας και πρακτικότητας. Ο λαός είχαν πάρει την κατοχή της ζωής του. Αποφάσιζε το πεπρωμένο του.»

Στην πραγματικότητα μέσα στην επανάσταση υπήρχε επίσης μια σκοτεινή πλευρά, ή ίσως «ενοχλητική»: η τραγωδία των δεκάδων χιλιάδων retornados, αυτών που επέστρεφαν από τις αποικίες με τα διάφορα ανακοινωθέντα ανεξαρτησίας. «Τα πορτογαλικά μαύρα πόδια, pieds noirs – ο Moiso θυμάται – κατέβηκαν στο πολεμικό μονοπάτι. Όπως και τα άγρια εξαγριωμένα παιδιά συνέρρεαν σε μια γη που ήταν ξένη σε αυτούς, συχνά χωρίς να έχουν καν γεννηθεί εκεί. Υπήρχε ο φόβος ταραχών όπως εκείνων που είχαν ήδη σημειωθεί στον Βορά. Μπροστά από το παλάτι του São Bento, έδρα του κοινοβουλίου, βρεθήκαμε λίγοι από εμάς με έναν στρατιωτικό απόσπασμα από τη μια πλευρά και εκατοντάδες διαδηλωτές εχθρικούς από την άλλη. Η αμηχανία ήταν διπλή για εμάς, γιατί από την άλλη πλευρά υπήρχε ένα πλήθος κατατρεγμένων.»
Η Erika Dellacasa τότε ήταν στα είκοσι ένα. Τον απρίλιο και τον μάιο του 1974 στάλθηκε στην Πορτογαλία εξ ονόματος της γενουατικής εφημερίδας «Il Lavoro»: «Υπήρχε μια ατμόσφαιρα μεγάλης ευφορίας που δεν σταματούσε ποτέ. Οι δρόμοι ήταν πάντα γεμάτοι. Υπήρχαν μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον, μεγάλη ελπίδα για δικαιοσύνη και τεράστια επιθυμία για ελευθερία. Ήταν κάτι τόσο απτό που συγκινούσε. Δεν είναι ότι μιλούσαν πολύ, αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο και αντάλλασσαν μεγάλες χειραψίες. Δεν ήταν ασυνήθιστο για μερικούς ανθρώπους να κλαίνε. Την πρώτη νύχτα στη Λισαβόνα μου έκανε μεγάλη εντύπωση μια ομάδα τραβεστί εμφανώς μεθυσμένων που τραγουδούσαν και χόρευαν. Ένας έπεσε καταγής και τον βοήθησε να σηκωθεί ένας στρατιωτικός πολύ ευγενικά. Ήταν μια κάπως αταίριαστη σκηνή για το πώς ήταν γνωστή η Πορτογαλία εκείνα τα χρόνια: καταπιεσμένη και καταπιεστική. Ένιωθες έναν αέρα ελευθερίας, ελευθερία να κάνεις πράγματα απαγορευμένα ή αδιανόητα μέχρι πριν λίγες ημέρες. «Στη φασιστική Πορτογαλία το 68% των γυναικών ηλικίας μεταξύ 20 και 54 ετών ήταν νοικοκυρές και δεν επιτρέπονταν να εγκαταλείψουν τη χώρα χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου που είχε επίσης το δικαίωμα να ανοίγει την αλληλογραφία τους. Όπως συμβαίνει συχνά κατά τις επαναστάσεις, η κατάρρευση των παλαιών δομών εξουσίας οδήγησε στην έκρηξη του γυναικείου πρωταγωνισμού. Μετά τις 25 απριλίου ιδρύθηκαν διάφορες φεμινιστικές οργανώσεις και οι γυναίκες βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των καταλήψεων, στις πικετοφορίες και στους αγώνες ενάντια στην ακρίβεια.

Με το πραξικόπημα της 25ης απριλίου, η εθνική- λαϊκή Δράση, το μόνο κόμμα στην εξουσία, διαλύθηκε. Ο Marcelo Caetano, τελευταίος πρόεδρος του συμβουλίου του φασιστικού Estado Novo, συνελήφθη και εξορίστηκε στη Βραζιλία, η μυστική αστυνομία Pide / Dgs διαλύεται αφού όμως έχει προλάβει να δολοφονήσει τέσσερα άτομα που διαδήλωναν μπροστά από την έδρα της στην rua de António Maria Cardoso 22. Στο μέτωπο της αντιπολίτευσης, το σοσιαλιστικό Κόμμα μέχρι το 1974 δεν ήταν παρά ένας κύκλος διανοούμενων εξόριστων και το ίδιο ισχύει και για τους φιλελεύθερους του δημοκρατικού λαϊκού Κόμματος το οποίο παρουσιάζονταν ως σοσιαλδημοκρατικό (ένα όνομα που θα αναλάβει το 1976 παρά την κεντροδεξιά του τοποθέτηση) . Η κατάσταση του κομμουνιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας ήταν διαφορετική, σκληρυμένου ύστερα από σχεδόν μισό αιώνα παρανομίας, με τρεις χιλιάδες στρατευμένους υπό τη δικτατορία και ισχυρές ρίζες στα εργοστάσια και στην ύπαιθρο. Τέλος στην πορτογαλική επανάσταση υπήρχαν περίπου εβδομήντα αριστερές ομάδες που κάλυπταν ολόκληρο το φάσμα των ετερόδοξων θέσεων, από τον γκεβαρισμό μέχρι τον τροτσκισμό περνώντας μέσα από διάφορες αποχρώσεις του μαοϊσμού. Ακόμη και μέσα στον τυπικό τους κατακερματισμό αυτοί οι σχηματισμοί έφτασαν στο σημείο να συγκεντρώσουν μια μαχητική δύναμη τριών χιλιάδων ατόμων με θέσεις πλειοψηφίας στα πανεπιστήμια και τις ακολουθούσαν όχι αμελητέες δυνάμεις σε πολλές εργατικές καταστάσεις. Σε αντίθεση με το φιλοσοβιετικό κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο, σύμφωνα με τις συμφωνίες της Γιάλτα και Πότσνταμ, έσπρωχνε προς ένα συμβιβασμό μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας μέσα σε ένα δημοκρατικό-κοινοβουλευτικό πλαίσιο, η άκρα αριστερά προετοιμαζόταν για μια δεύτερη φάση της επανάστασης. Αυτή θα είχε οδηγήσει στη διάλυση της συστατικής Συνέλευσης που ψηφίστηκε στις 25 Απριλίου 1975, στην κατάργηση του καπιταλισμού και τη μετάβαση στη λαϊκή εξουσία αποτελούμενη από αυτόνομους οργανισμούς βάσης όπως ήταν οι επιτροπές εργαζομένων, κατοίκων και στρατιωτών. Σοσιαλιστές και κομμουνιστές επιτέθηκαν ενάντια στο κύμα των «αναρχικών» απεργιών που αναπτύχθηκαν το 1974-75 και ένας υπουργός του κπΚ έφτασε στο σημείο να οδηγήσει ακόμη και μια διαδήλωση «ενάντια στην απεργία για την απεργία» υπαινισσόμενος την παρουσία φασιστικών στοιχείων μεταξύ των γραμμών της εργαζομένων.

Ο ισχυρός κοινωνικός αναβρασμός και ο δυϊσμός της εξουσίας που διέσχιζε την πορτογαλική κοινωνία ήταν στη βάση της αστάθειας των έξι προσωρινών κυβερνήσεων που διαδέχτηκαν η μια την άλλη οδηγώντας τη χώρα, των ρωγμών μεταξύ σοσιαλιστών και κομμουνιστών, και των συγκρούσεων μεταξύ μετριοπαθών και επαναστατών μέσα στο Κίνημα των ενόπλων δυνάμεων. Παρά τη δύναμη, το ρίζωμα και την ευρύτατη διάδοση των οργανισμών αντιεξουσίας που διακλαδώθηκαν μέσα και στον ίδιο τον στρατό, δεν υπήρξε ένας επαρκής εθνικός συντονισμός ικανός να αντισταθεί στο αντεπαναστατικό πραξικόπημα του στρατηγού António Ramalho Eanes. Οι κομμουνιστές που με την προσωρινή κυβέρνηση no 5 του Vasco Gonçaves δέχτηκαν την υποστήριξη της άκρας αριστεράς αρνήθηκαν να αντιδράσουν, ενώ οι στρατιώτες της επαναστατικής πτέρυγας του στρατού, προσωποποιημένης από την ιστορική προσωπικότητα του Otelo Saraiva de Carvalho, συνελήφθησαν μαζικά
Σύμφωνα με την ιστορικό Raquel Varela, «η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των κοινωνικών τάξεων μέσα στην επανάσταση (που χαρακτηρίζεται από τη δύναμη των εργατικών τομέων και από την πολιτική και στρατιωτική αποδυνάμωση της πορτογαλικής αστικής τάξης) έθετε τις προϋποθέσεις για μια γενική απεργία … με εξεγερτικό χαρακτήρα. Ωστόσο, οι επιτροπές των εργαζομένων που διηύθυναν αυτές τις απεργίες δεν ήταν ποτέ ενοποιημένες σε ένα εθνικό όργανο διαφορετικό από το Συνδικάτο, το οποίο κατευθύνονταν κυρίως από φιλοκομουνιστικά στοιχεία που αντιτάσσονταν στις απεργίες.»1 Εκτός από την απροθυμία αμφισβήτησης των μεταπολεμικών συμφωνιών μεταξύ της καπιταλιστικής Δύσης και της Ανατολής του υπαρκτού σοσιαλισμού, η ηγεσία του Pcp-πκΚ ήταν στην πραγματικότητα σκεπτικιστική απέναντι στη δυνατότητα νίκης της λαϊκής εξουσίας διότι κατά την άποψή της στην Πορτογαλία ήταν κυρίαρχο το βάρος των μεσαίων τάξεων και της μικρής ιδιοκτησίας.

Η δύναμη της προηγούμενης επαναστατικής ώθησης ωστόσο ανάγκασε την αστική τάξη να δεχτεί πολλές εθνικοποιήσεις για να συγκρατήσει τις κοινωνικές συγκρούσεις και να σώσει το καπιταλιστικό κράτος από την κρίσιμη οικονομική συγκυρία μετά το πετρελαϊκό σοκ. Επίσης όσον αφορά τα εισοδήματα η σχέση μεταξύ των εκείνων που προέρχονταν από την εργασία (μισθοί και κοινωνικές παροχές) και αυτών που προέρχονταν από το κεφάλαιο (τόκοι, κέρδη και ενοίκια) πέρασε από το 50% του ΑΕΠ για καθένα από αυτά τα στοιχεία το 1973, σε μια σχέση του 70 και 30% το 1975.2 Δημιουργήθηκαν επίσης ινστιτούτα για την κοινωνική ασφάλιση, την παροχή βοήθειας, την αναπηρία, τη μητρότητα, την κοινωνική στέγαση και τα επιδόματα ανεργίας.
Με τον τρόπο αυτό πραγματοποιήθηκε ένας «σοσιαλδημοκρατικός συμβιβασμός» που θα επισημοποιηθεί στο Σύνταγμα του 1976 που καθιέρωσε την αμετάκλητη εθνικοποίηση, την δωρεάν εθνική υγειονομική υπηρεσία, τον στόχο της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, την απόρριψη της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, το δικαίωμα αντίστασης. Ορισμένα από αυτά τα στοιχεία θα τροποποιηθούν κατά τη διάρκεια μεταγενέστερων συνταγματικών αναθεωρήσεων, αλλά ακόμη και σήμερα στο προοίμιο του πορτογαλικού θεμελιώδους νόμου διαβάζουμε ότι είναι βούληση του λαού «να ανοίξει ο δρόμος προς μια σοσιαλιστική κοινωνία».

Σε ένα ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε στη Λισαβόνα τις ημέρες της επανάστασης, ο βραζιλιάνικος σκηνοθέτης Glauber Rocha παίρνει συνέντευξη από έναν άνδρα στη μέση ενός πλήθους ανθρώπων στην piazza del Rossio:

«Εσείς, Κύριε, είστε εργάτης ποιου είδους βιομηχανίας;»
«Αστικές κατασκευές.»
«Τι νομίζετε για αυτό που συμβαίνει στην Πορτογαλία;»
«Ήταν ένα θαυμάσιο πράγμα!»
«Ελπίζατε όλα αυτά ή ήταν μια έκπληξη;»
«Ήλπιζα αυτό εδώ και πολύ καιρό και μόνο τώρα συνέβη.»3

Εάν επισκέπτεστε τη Λισαβόνα μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ως οδηγό για τις εξερευνήσεις σας το 25 de abril – Roteiro da revolução.4 Είναι ένας τόμος γεμάτος φωτογραφίες, τόπους και μαρτυρίες που θα σας βυθίσουν στη θάλασσα των γεγονότων και των συναισθημάτων εκείνων των ημερών. Στη συνέχεια πηγαίνετε σε ένα από τα τυπικά belvedere που ξεφυτρώνουν στους λόφους της πόλης. Κατά το ηλιοβασίλεμα κλείστε τα μάτια σας, αναγκάστε τον εαυτό σας να αγνοήσει τους τουρίστες, επικεντρωθείτε μόνο στις κραυγές των γλάρων και στον απέραντο ουρανό, χαραγμένο με τα ζεστά χρώματα της ημέρας που τελειώνει. Σήμερα, στη θλιβερή νεοφιλελεύθερη κόλαση της ευρωπαϊκής Ένωσης, εμείς είμαστε όπως ο εργάτης της Rossio πριν από τις 25 απριλίου. Η καθημερινή μελέτη και δράση πρέπει να θρέφουν την ελπίδα μας.

[Fotografie di Rigel Polani]


  1. Raquel Varela, Historia do Povo na Revolução portuguesa 1974-75, Bertrand, 2014, p. 136. È disponibile anche un’edizione in inglese: A People’s History of the Portuguese Revolution, Pluto Press, 2019. 
  2. Cfr. ivi, p. 487. 
  3. Ivi, p. 54. Il documentario è As armas e o Povo
  4. José Mateus, Raquel Varela, Susana Gaudêncio, 25 de abril – Roteiro da revolução, Parsifal, 2017. 
φυλακές, carcere

“Οι πλούσιοι έχουν το Θεό και την Αστυνομία, οι φτωχοί αστέρια και ποιητές” …από ένα κελί στην Παλαιστίνη

18 οκτώβρη 2011

Το κελί μου έμαθε να ταξιδεύω προς χώρους μακρινούς, και να γράφω ακόμη και προς χώρους μακρινούς.

Ο φυλακισμένος, πάντα, ταξιδεύει με το χέρι μέσα στο νερό και προσπαθεί να γράψει με τη φωνή. Τρεις μήνες, κατά τους οποίους δεν διαβάσαμε ούτε μια εφημερίδα ούτε ένα βιβλίο.
Ένας από τους κρατούμενους για να ελαφρύνει το φόβο των βασανιστηρίων ζήτησε ένα Κοράνι: του έφεραν μια Βίβλο!
– Το κελί είναι ακάθαρτο – είπαν – το Κοράνι δεν μπαίνει στο κελί.

Έτσι μας επέβαλαν, σε εμάς τους παλαιστίνιους φυλακισμένους στη στρατιωτική φυλακή, τις θεότητες του Ισραήλ. Έτσι, και πάλι, ο Σαμψών ο ισραηλινός επέστρεψε: τον είχαμε αφήσει στη Γάζα, ένα σωρό πέτρες πάνω από το οποίο υπάρχει ένας μικρός θόλος, που εξακολουθεί να υπάρχει κοντά στην κρατική σχολή.
Τώρα τον έφερναν πίσω σε εμάς ως δεσμοφύλακα στη στρατιωτική φυλακή

* * * * * *

Στο κελί δεν θέλεις έναν κόκορα που τραγουδά, αλλά ένα πλοίο που ταξιδεύει.
Ο Jawhari ήθελε να ταξιδέψει τη νύχτα, την μέρα έπρεπε να μας χτυπάει κατά τα εκατό τρίτα, τη νύχτα τραγουδούσε για την πάρτη του. Ο φύλακας ήταν ερωτευμένος.
– Λεν πως γράφεις τραγούδια.
Χαίρεσαι γιατί όταν ο φύλακας σου θυμάται ότι κάποια μέρα είχες ένα στυλό στο χέρι, υπάρχει η περίπτωση για λίγα λεπτά να ξεχνάει το μαστίγιο που βρίσκεται στο δικό του.
– Γράφε!
– Τι να γράψω;
– Γράψε ένα τραγούδι για μένα.
Και έγραψα το πρώτο  τραγούδι με αντάλλαγμα ένα τσιγάρο.
Τη δεύτερη εβδομάδα ο φύλακας ταχυδρόμησε την πρώτη μου επιστολή, μου είχε δώσει στυλό και χαρτί κι εγώ έγραψα το πρώτο μου γράμμα το οποίο έστειλα διαμέσου αυτού.
Ήταν για την αρραβωνιαστικιά μου Vittoria, και ήταν το πρώτο παλαιστινιακό-αιγυπτιακό γαμήλιο εγχείρημα που μπήκε στην στρατιωτική φυλακή.
Έτσι ο δεσμοφύλακας έγινε ένας ένθερμος ταχυδρόμος στη στρατιωτική φυλακή

* * * * * *

Η βροχή είναι ο καλύτερος φίλος μου. Όταν πέφτει η βροχή, γλιστράει μέσα στην κλειδαριά του κελιού, την ανοίγει και βγαίνεις. Το πλοίο είναι πάντα εκεί, μπροστά στην πόρτα του κελιού, με περιμένει. Τώρα ταξιδεύεις μέσα στα στάχυα.
Όταν αναμιγνύονται δύο χρώματα βγαίνει έξω ένα τρίτο, αλλά τι συμβαίνει με τον κρατούμενο όταν ο δεσμοφύλακας αναμειγνύει το μαστίγιο του με εκατοντάδες κραυγές;
Το βασανιστήριο έρχεται πάντα από το εξωτερικό του κελιού. Όταν αρχίζουν να βασανίζουν εκείνον του διπλανού κελιού, αρχίζουν να βασανίζουν κι εσένα, εσένα που περιμένεις τη σειρά σου: ξέρουν πώς να επιμηκύνουν τα βασανιστήρια με την αναμονή. Ίσως η σειρά σου να μην είναι αυτή τη νύχτα κι όμως γλώσσες φωτιάς έχουν ήδη αρχίσει να καίουν τα οστά σου. Κάθε κραυγή που σου έρχεται από έξω από το κελί είναι μια γλώσσα φωτιάς. Ο καπνός της φωτιάς φιλτράρει από το σώμα του γείτονά σου: τον σκοτώνουν με φωτιά και σε πνίγουν με καπνό. Ο καπνός φιλτράρει μέσα στο κελί, βελόνες, καρφιά: σου καρφώνουν τον καπνό στα οστά σαν να ήταν βελόνες, καρφιά. Είναι μια εμπειρία στην οποία σε έχουν ήδη συνηθίσει και είναι στο χέρι σου να σκέφτεσαι κάτι που σε κάνει να αντιστέκεσαι.
Οι φωνές μπαίνουν στο κελί σου όλες ανακατεμένες σαν κραυγές μιας άγριας πάπιας που πιάστηκε σε παγίδα.

Ο δεσμοφύλακας τρίβει το χέρι του στον τοίχο του κελιού μου: στα δάχτυλά του υπάρχει το αίμα του Farid.
Ο Hamza Basyuni, διευθυντής της φυλακής, έρχεται τώρα, έρχεται την κατάλληλη στιγμή. Από το εξωτερικό φτάνουν κραυγές καθώς αυτός φωνάζει από μέσα:
– Γράψε μόνο ότι δεν είσαι κομμουνιστής!
Τώρα σου δίνουν τη στυλό, εκείνοι που σου έσπασαν τα δάχτυλα. Τώρα σου δίνουν το χαρτί, εκείνοι που σε έγδυσαν από τα ρούχα σου, εκείνοι που δεν γνωρίζουν άλλα στυλό από τα δόντια των σκύλων αστυνόμων. Ήθελαν να γράψεις. Και τότε θυμάσαι τα μάτια της μάνας σου, τη θάλασσα της Γάζας όπου έμαθες να κολυμπάς στα επτά. Και τότε βλέπεις καθαρά το πρόσωπο του Fakhri Murqa, του λοχία του αρχηγείου της αστυνομίας που έβαλε όλα τα τουφέκια του τμήματος στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου του και έτρεξε για να προφτάσει την ταξιαρχία του shaykh Hasan Salama.
Από μικρός πήγαινα να βρω τον Fakhri Murqa στη φυλακή της Acca: είχε καταδικαστεί στην ποινή του θανάτου, στη συνέχεια μετατράπηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης. Το έσκασε από τη φυλακή και έφτασε στη Γάζα το 1957.
Τον αγάπησα πολύ, συνήθιζε να μου επαναλαμβάνει:
“ΟΙ ΠΛΟΥΣΙΟΙ ΕΧΟΥΝ ΤΟΝ ΘΕΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ. ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ ΕΧΟΥΝ ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ”

παρμένο από “Dafatir filastiniyya” _Παλαιστινιακά Τετράδια_ του Mu’in Bsisu
Μετάφραση του Angelo Arioli

 

“I ricchi hanno Dio e la Polizia, i poveri stelle e poeti” …da una cella di Palestina

φυλακές, carcere

Αναμνήσεις των κολασμένων της γης

του Alexik

“Εκεί, όπου ήταν πιο υγρά
άνοιξαν ένα τεράστιο χαντάκι
και μες τον βράχο έσκαψαν
κόγχες και τις θωράκισαν
μετά ύψωσαν πύργους γέφυρες και παρατηρητήρια
κι έβαλαν στρατιώτες, να φυλάν
μας φόρεσαν πανωφόρια
και μας αποκάλεσαν κακοποιούς                                           τέλος, θέλησαν να κλειδώσουν με κάγκελα τον ουρανό

δεν τα κατάφεραν τελείως
εκεί ψηλά
κοιτάζουμε τους γλάρους να πετούν”.

(Sante  Notarnicola, Φυλακή. Favignana 1 Ιουνίου 1973)

[Έφτασαν εδώ και λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, σε επανέκδοση από τον Pgreco, “Η νοσταλγία και η μνήμη” και “Ελεύθεροι από την σιωπή” * του Sante Notarnicola. Περιέχουν ποιήματα και κείμενα διακοσμημένα με σχέδια της Stefania Venturini και του Marco Perrone και μια μακρά συνέντευξη που παραχωρήθηκε το 1992 από τον συγγραφέα στο Radio Sherwood.]

Λέγεται ότι η ποίηση είναι μερικές φορές σε θέση να προφέρει παγκόσμιες λέξεις, έγκυρες ανά πάσα στιγμή, σε κάθε χρόνο.
Συμβαίνει με τους στίχους του Sante Notarnicola, που συντίθενται κυρίως κατά τη διάρκεια μιας φυλάκισης που διήρκεσε 21 χρόνια – από το 1967 έως το 1988.
Στίχοι που εξακολουθούν να είναι χρήσιμοι και σήμερα, και θα παραμείνουν τέτοιοι μέχρι όσο μένει όρθια και η τελευταία φυλακή.
Παρόλο που η σύνθεση του σώματος των κρατουμένων και τα επίπεδα μαχητικότητας και συνείδησής του έχουν αλλάξει, αν και οι μορφές ελέγχου έχουν τελειοποιηθεί και διαφοροποιηθεί, τα κάγκελα παραμένουν ουσιαστικά ακόμα ίδια.
Ίδια είναι η αντίδραση του ανθρώπου στην άρνηση του αέρα και των χρωμάτων, και όλου αυτού του εξωτερικού κόσμου που είναι φτιαγμένος από την απεραντοσύνη των χώρων, των τόπων και των αγαπημένων ανθρώπων.
Ίση είναι η βία στην οποία υποβάλλεται, η ένταση και ο θυμός, η αλαζονεία και η αυθαιρεσία. Ίδια είναι η απάθεια των ακίνητων ωρών, η ευαισθησία και η τρυφερότητα στις κουβέντες όταν δέχεται επισκεπτήριο και η επιθυμία.

“Συγκεκριμένη είναι η απουσία της χειρονομίας, και του χαμόγελου”. Για να αντισταθείς πρέπει να μάθεις να τα ξαναχτίζεις στον ύπνο, στην φαντασία, στις αναμνήσεις και στην ελπίδα. Η ποιητική του Sante είναι μια εκπαίδευση στη φυλακή, σου διδάσκει πώς ο συνολικός θεσμός μπορεί να σε χτυπήσει στην εσωτερική διάστασή σου, και που μπορείς να βρεις τη δύναμη να αντιδράσεις.

Μα είναι επίσης μνήμη της εξέγερσης, η εποποιία των Κολασμένων της Γης, εκείνων των φυλακισμένων που ύψωσαν το κεφάλι ενάντια στις μεσαιωνικές φυλακές και τους φασιστικούς κώδικες.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 μια νέα γενιά φυλακισμένων, λίγο απείθαρχων παιδιών εργατικών οικογενειών και ήδη εκπαιδευμένων στη σύγκρουση, άρχισε να παλεύει ενάντια στην κατασταλτική φυλακή – τη φυλακή του καθικιού και της πείνας, των ξυλοδαρμών και των υπόγειων κελιών της απομόνωσης.
Συνάντησαν συντρόφους με πολιτική εμπειρία, όπως ο Sante, και κατάλαβαν ότι εάν ήθελαν να βελτιώσουν την κατάστασή τους έπρεπε να κάνουν σαν τους πατεράδες τους στα εργοστάσια, όχι πλέον με ατομικές χειρονομίες εξέγερσης αλλά ενωμένοι σε μια συλλογική δύναμη.Έτσι άρχισαν να σταματούν στον προαυλισμό, μπροστά στους τρομαγμένους ανθρωποφύλακες, άρχισαν να γράφουν, να επικοινωνούν με τον έξω κόσμο, να μεταμορφώνουν τις δίκες σε βήματα καταγγελίας των συνθηκών φυλάκισης.
Σε ένα κρεσέντο ανυπακοής άρπαξαν τις φυλακές, ακόμα και 20 κάθε φορά σε όλη την Ιταλία. Και τις κατέστρεψαν, για το δικαίωμα στην τροφή και το στυλό, στις επισκέψεις και στο βιβλίο, στην αξιοπρέπεια και την απόδραση.
Υποβλήθηκαν σε ξυλοδαρμούς, απομόνωση, κελιά κυρώσεων, συνεχείς μετακινήσεις, νέα χρόνια ποινής για να εκτίσουν.
Άφησαν τρεις καμένους νεκρούς στην San Vittore στον αγώνα για να πάρουν το δικαίωμα στo καμινέτο στρατοπέδου, τη δυνατότητα μαγειρέματος στο κελί.

Στα κελιά στην San Vittore τρία πέτρινα λουλούδια” .

Έξω η εξέγερση διαπερνούσε το σχολείο, την οικογένεια και το εργοστάσιο.
Κάθε εβδομάδα, δεκάδες χιλιάδες πορεύονταν κάτω από τα τείχη της San Vittore.
Η Lotta Continua και ο Re Nudo έδιδαν φωνή στις εξεγέρσεις των φυλακισμένων, η Soccorso Rosso ηθική και υλική υποστήριξη.
Οι φοιτητές συρρέουν στις φυλακές λόγω συλλήψεων μετά από κάθε πορεία, φέρνοντας μέσα βιβλία για πολιτική εκπαίδευση. Οι Frantz Fanon, George Jackson, ο Eldridge Cleaver, ο Bobby Seale και ο Malcolm X συνέβαλαν στη μετατροπή των κοινών κρατουμένων σε συντρόφους, οι οποίοι επανενώνονταν στο κίνημα όταν έβγαιναν.
Η Επιτροπή Φυλακών της Lotta Continua γεννήθηκε, οι αποδράσεις ομάδων αυξήθηκαν.
Έπρεπε να τους σταματήσουν.

Τον μάιο του ’74 μια απόπειρα απόδρασης από την φυλακή της Alessandria καταλήγει με επτά νεκρούς και 15 τραυματίες  sette morti e 15 feriti μεταξύ κρατουμένων και ομήρων, μετά από ένα blitz των καραμπινιέρων του dalla Chiesa. Τον φεβρουάριο είχε ήδη σκοτωθεί ο κρατούμενος Giancarlo Del Padrone από μια ριπή αυτόματου ενός φύλακα, στην διάρκεια μιας διαμαρτυρίας στην στέγη των Murate. Στα τέλη της χρονιάς ήταν η σειρά του Venanzio Marchetti στην Piacenza.

Η σφαγή της Alessandria υπονόμευσε οριστικά τη σχέση ανάμεσα στη φυλακή και τη Lotta Continua, κατηγορούμενη ότι δεν γνώριζε πώς να υπερασπιστεί τους αγώνες.Το βλέμμα των κρατουμένων άρχισε να στρέφεται αλλού: εκείνο το έτος γεννιούνται οι N.A.P, ο Curcio δραπέτευσε από την Casale Monferrato χάρη σε μια θεαματική δράση που οργανώθηκε από το εξωτερικό της φυλακής.

Εν τω μεταξύ, το Κράτος εργάζονταν για την οριστική απόκλιση της σωφρονιστικής διαδρομής των κοινών κρατουμένων από εκείνη των πολιτικών και των εξεγερσιακών.
Από εκεί και στη συνέχεια θα ολοκληρωθεί η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος που αντικατέστησε τον παλαιό φασιστικό κώδικα, αναγνωρίζοντας (τουλάχιστον στο χαρτί) τους κρατούμενους ως νομικό αντικείμενο δικαίου και μετριάζοντας (πάντα στο χαρτί) ορισμένες πτυχές της αγριότητας της φυλακής. Εγκαινιάζονταν ένα μοντέλο κράτησης θεραπευτικού τύπου το οποίο προέβλεπε μια διαδρομή σε στάδια για την επανένταξη του φυλακισμένου στην κοινωνία, αφού καθαρίστηκε από τον ανατρεπτικό χαρακτήρα του, μέσω χορήγησης αδειών ανταμοιβής, μερικής απελευθέρωσης, εξωτερικής εργασίας κ.λ.π. Μέσα της περιείχε επίσης ένα δηλητηριασμένο φρούτο, το άρθρο 90, το οποίο επέτρεπε στο Υπουργείο Χάριτος και Δικαιοσύνης να αναστέλλει κάθε δικαίωμα ή προστασία κατά βούληση λόγω «σοβαρών και εξαιρετικών λόγους τάξης και ασφάλειας».

Ολοκληρώνονταν επίσης και το σχέδιο, που εκ νέου ανατέθηκε στον dalla Chiesa, για τον εντοπισμό και τη δημιουργία ειδικών φυλακών. Τάφοι που προορίζονταν για τους ζωντανούς όπου συγκεντρώνονταν οι αγωνιστές του ένοπλου αγώνα και της κοινωνικής ανατροπής, οι βετεράνοι των αποδράσεων, οι πρωτοπορίες των κινητοποιήσεων των φυλακών.

“Μεταξύ ιουλίου και αυγούστου 1977 περίπου 2500 αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν με τρένα, ελικόπτερα, αεροπλάνα σε πέντε φυλακές: Fossombrone, Termini Imerese, Asinara, Favignana, Nuoro. Αυτές οι μεταφορές πραγματοποιήθηκαν με μια πραγματική στρατιωτική επιχείρηση“.

Στον Sante έλαχε η Asinara: «Εκεί άρχισα να αισθάνομαι πεινασμένος και πάλι (και είμαι αρκετά λιτοδίαιτος, κάποιος που είναι ικανοποιημένος με λίγα … αλλά εκεί το πράγμα ήταν επιστημονικό), γιατί ακριβώς με την λιμοκτονία, καθώς και με τους ξυλοδαρμούς και όλα τα υπόλοιπα, ήθελαν να μας εξοντώσουν ».
Και μετά η υποχρεωτική σιωπή, η υγρασία και το κρύο, τα γυάλινα χωρίσματα στις επισκέψεις, η παρενόχληση και οι ύβρεις στους συγγενείς. Ιατρική περίθαλψη μηδέν. Στις ειδικές ο Fabrizio Pelli αφέθηκε να πεθάνει από λευχαιμία.

“Αιωρούνται
τα υπολείμματα της μέρας
και
μες το λιτό φως
ακούμε μια θάλασσα
παραιτημένη
στην ώθηση των ανέμων.
Παρατηρούμε έναν λευκό τοίχο

Παρατηρούμε έναν σκληρό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο γεμάτο εξογκώματα
Παρατηρούμε έναν επιθετικό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο
έναν τοίχο
έναν τοίχο
που σφυροκοπεί
τοίχο
επάνω στον οποίο συνεχίζουμε
να γράφουμε…
Σε αυτό το τοπίο μέσα
ξένο στην ψυχή
με έναν τοίχο
θα ήθελαν να ισοπεδώσουν
τις συνειδήσεις μας.”

(Lager. Asinara 22 αυγούστου 1977)

Εκείνος ο τείχος τινάχτηκε στον αέρα με πλαστικό το 1979, μαζί με την μισή φυλακή. Το 1980 οι τελευταίοι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν υπό την πίεση της απαγωγής d’Urso και της εξέγερσης της φυλακής του Trani, που πνίγηκε στο αίμα (πάντα υψηλότερο ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί).
Η Asinara έκλεισε, αλλά όχι οριστικά, παραμένοντας διαθέσιμη για τα βασανιστήρια μιας επόμενης δεκαετίας.
Σε αντιστάθμισμα ο ειδικός εγκλεισμός εξυπηρετούσε πραγματικά την ισοπέδωση των συνειδήσεων.

Με την Μεγάλη Στροφή
ήρθε η αποκατάσταση
και υπήρξαν απαραίτητες
οι πέτρες και οι χάλυβες.
Γρήγορα αποπροσανατολιστήκαμε
χάσαμε τους σκοπούς μας και δεν ήταν πλέον δυνατό να ζήσουμε πάνω από τις ρίγες.
Σε μια γωνιά
μια γυναίκα περιμένει ακόμα σήμερα.
Ένα μεγάλο δάκρυ 
γλιστρά μακριά.
Πολύ μεγάλο για να στεγνώσει“.

(Ένα δάκρυ)

Πικρά ποιήματα όπως η προδοσία, ένα τρέχον θέμα στην τεσσαρακοστή επέτειο της 7ης απριλίου.

Το ότι έμπλεξαν τον Negri ως τηλεφωνητή της υπόθεσης Moro, σήμαινε ότι τον ανάγκασαν, για να απενοχοποιήσει τον εαυτό του, να εξηγεί – ως λαμπρός διανοούμενος που ήταν – τι ακριβώς ήταν το επαναστατικό κίνημα. Και αυτός έκανε 10-15 ώρες ανάκρισης, εξηγώντας τα πάντα …
… μέχρι τότε κανένας κρατούμενος, από το μεγαλύτερο ηγετικό στέλεχος στον πιο απροετοίμαστο σύντροφο, είχε αποδεχτεί μια σχέση με το δικαστικό σώμα. Ξέρω δεκάδες και δεκάδες παιδιά που επειδή δεν απάντησαν στις ερωτήσεις των δικαστών άρπαξαν 10-15 χρόνια στη φυλακή και όλοι τους χέστηκαν, χωρίς να λένε μια λέξη. Η εξήγηση μιας περίστασης θα τους έσωζε χρόνια, και δεν το έκαναν“.

Τι απομένει μετά από πολύ καιρό, ως κληρονομιά αυτών των παλιών ιστοριών;

-Η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος του ’75 λειτούργησε πράγματι για να αποδυναμώσει τις αναταραχές στις συνηθισμένες φυλακές, παρέχοντας στους περισσότερους κρατουμένους μια διέξοδο από αυτούς τους τοίχους μέσα από μια ικανοποιητική σταδιακή πορεία επιβράβευσης που θα κερδηθεί με την καλή συμπεριφορά και την τάση προς τη μετάνοια.
Με τον τρόπο αυτό η καθημερινή βία στα σωφρονιστικά ιδρύματα του κοινού κυκλώματος απέκτησε νέες δυνατότητες εκβιασμού, δεδομένου ότι οποιαδήποτε αντίδραση στην κατάχρηση ενός φύλακα θα μπορούσε να εμποδίσει την πρόσβαση των κρατουμένων σε άδειες, ή να διακόψει την πορεία προς την ημιελευθερία.
Και η κατάσταση είναι ακόμη αυτή.

-Η διάσταση-ο διαχωρισμός διέσχισε τις δεκαετίες, καθορίζοντας όχι μόνο την πολιτική ήττα της επαναστατικής προσπάθειας της εποχής, αλλά προσαρμοζόμενος στις μεταβαλλόμενες εποχές. Και μας αφορά.
Επέστρεψε κατά τη διάρκεια της G8 στη Γένοβα μέσω της λογικής της διαφοροποίησης μεταξύ καλών και κακών που κατέστρεψε το κίνημα, με τον Bertinotti να μας ζητά να «διαχωριστούμε από τη βία εκείνων που πέταξαν μια πέτρα».
Έχει επιστρέψει τα τελευταία χρόνια, εκταφιασμένη από εκείνους που ζητούσαν από τους εργαζόμενους του εφοδιασμού να «διαχωριστούν από τη βία των πικετοφοριών».

-Οι νόμοι της μόνιμης έκτακτης ανάγκης είναι στρωματοποιημένοι και αποτελούν πλέον τον κανόνα για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε κοινωνικού προβλήματος. Ο ποινικός λαϊκισμός τρελαίνεται.

-Το άρθρο 90 εξελίχθηκε στην υψηλή ασφάλεια και στο βάσανο του 41bis. Υπάρχουν άνθρωποι ακόμα μέσα, από τότε. Η Altra συνεχίζει να μας αποτελειώνει.

-Στη φυλακή συνεχίζουν να πεθαίνουν και να υποφέρουν βία.
Ιστορίες του χθες στο Viterbo:

«Έχω υποστεί βία, σοβαρές σωματικές βλάβες και διάφορα βασανιστήρια». «Με κρατούσαν χειμωνιάτικα με το σώβρακο για μέρες σε ένα» γυμνό κελί «και με γέμισαν γροθιές. Το κεφάλι μου είναι γεμάτο από ουλές». «Έχουν τρεις ομάδες μόνο για να χτυπούν φυλακισμένους». «Βοηθήστε με να την κάνω από αυτή τη φυλακή». «Αν πω κάτι εδώ με χτυπούν». «Εδώ προσπαθούμε να επιβιώσουμε στις αδικίες και να μείνουμε στη θέση μας, πάντα με σταθερά τα νεύρα. Όλο και περισσότερο επιστρέφω να πείθομαι ότι βρίσκομαι στην κόλαση. Δεχόμαστε ταπεινώσεις από τους φρουρούς όταν στις εβδομαδιαίες έρευνες που πραγματοποιούν αφήνουν το κελί άνω κάτω… Η στολή που φορούν τους δίνει μια εξουσία, δεν τους δίνει καμιά τιμή και μπορούν συνεπώς να βιαιοπραγούν στον κρατούμενο, όπως και όταν το θέλουν, να τον καθιστούν αβοήθητο … υπάρχουν αρκετές ιστορίες ξυλοδαρμών που έχουν υποστεί κάποιοι κρατούμενοι του ίδιου τμήματος μου και παραμένουν κρυμμένοι στη σιωπή. Εδώ ζούμε με τον ατομικό φόβο, το σκοτάδι, τους εφιάλτες. Προς το παρόν εξακολουθώ να επιβιώνω, αλλά όταν βγω από αυτή την τρύπα θα αγωνιστώ ώστε η αλήθεια να βγει προς τα έξω».1

Τι μένει τότε;
Βιβλία παλιών ισοβιτών, πολύτιμα εργαλεία.
Που μας διδάσκουν να αντιστεκόμαστε με αξιοπρέπεια, να σπάμε τη σιωπή, να κρατούμε ίσια την πλάτη.

 

* “Liberi dal silenzio” περικλείει “Materiale interessante“, που δημοσιεύτηκε το 1997 για τις εκδόσεις- le Edizioni della Battaglia, και “…Camminare sotto il cielo di notte“, που δημοσιεύτηκε το 1993 απότην Calusca.


  1. Patrizio Gonnella, Viterbo, un carcere dove vige il terrore, Il manifesto, 5 απριλίου 2019 
αθλητισμός, sport

Αθλητισμός και το περιβάλλον του – Επεισόδια μιας συζήτησης για την μπάλα, τον καλύτερο ιδεολογικό μηχανισμό στην υπηρεσία του κεφαλαίου

του Gioacchino Toni

Luca Pisapia, Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone, Σκότωσε τον Paul Breitner. Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα. Edizioni Alegre, Roma, 2018, pp. 285, € 16,00

«[Στην Ιταλία της δεκαετίας του εβδομήντα] ενώ η πολιτική στράτευση από τα κάτω αρχίζει να καταλαμβάνει τις κερκίδες των σταδίων, η ακραία πνευματική αριστερά, πέρα από πολύ σπάνιες εξαιρέσεις, δεν κατανοεί τη στιγμή για να εισέλθει στους μηχανισμούς εκείνης που είναι ήδη η σημαντικότερη πολιτιστική βιομηχανία της χώρας, αφήνοντάς την στα χέρια των αφεντικών που μπορούν, μέσω αυτής, να παράγουν τον κυρίαρχο λόγο. Ακριβώς όταν γεννιέται η στρατευμένη κριτική στον κινηματογράφο, και η εκ νέου γκραμσική ανακάλυψη επιτρέπει να εντοπίζουμε στην τέχνη και τον πολιτισμό ένα ισχυρό ιδεολογικό όπλο ικανό να επηρεάσει και να καταπνίξει την επιθυμία, κανείς δεν κάνει τον κόπο να αποικοδομήσει τη βιομηχανία της μπάλας που γεννιέται, η οποία προορίζεται μέσα σε λίγα χρόνια να υποκαταστήσει τον κινηματογράφο λόγω ευκολίας παραγωγής και κατανάλωσης. […] Κανείς δεν ασχολείται να γκρεμίσει τον τέταρτο τοίχο μεταξύ της ποδοσφαιρικής σκηνής και του θεατή, με τον τρόπο του Bertold Brecht, και η μπάλα παραμένει η πιο ισχυρή ιδεολογική συσκευή στα χέρια του κεφαλαίου: το μεγαλειώδες εργοστάσιο της αλλοτρίωσης»

Αυτό δεν είναι το βιβλίο τους, να το πούμε αμέσως σε όλους τους παθιασμένους του ποδοσφαίρου που έχουν γίνει θηράματα εκείνου του είδους νοσταλγίας της μπάλας για ένα άθλημα που μοιάζει να έχει εξαφανιστεί μαζί με την παιδική τους ηλικία, νοσταλγίας με την οποίαν, και κατά τρόπο απίστευτο, θεωρούν πως έχουν συμβληθεί και πολλοί ανήκοντες σε γενιές που εκείνου του ποδοσφαίρου έχουν μοναχά ακούσει τόσο αξιόπιστες ιστορίες όσο οι καλοκαιρινές περιπέτειες για τις οποίες γίνεται λόγος σε ένα κουρείο του παρελθόντος. Στα Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα του Luca Pisapia αυτός που αισθάνεται ορφανός ενός ποδοσφαίρου προηγούμενου του σύγχρονου δεν θα βρει κανένα ίχνος νοσταλγίας σχετικά με ένα άθλημα που ασκείται απ’ όταν οι μύλοι ήταν ακόμα λευκοί, όταν παίζονταν με γυμνά πόδια στα λιβάδια των πολλών via Gluck πριν το χόρτο μετατραπεί σε πόλη, ή όταν ακόμη τις ώρες των ντέρμπι δεν τις αποφάσιζαν οι pay tv. Κατά κάποιον τρόπο το βιβλίο αυτό μας θυμίζει ότι οι εκείνοι οι μύλοι ήταν κάθε άλλο παρά λευκοί, πως σε αυτά τα προαστιακά λιβάδια στην πραγματικότητα σπάζαμε την πλάτη χωρίς πολλή ποιητικότητα και πως στα παιχνίδια που βλέπαμε ασπρόμαυρα με μια Brionvega Algol 11 ιντσών φορητή με απόκλιση ενενήντα βαθμούς γερμένη για να διευκολύνεται η ορατότητα δεν κρύβονταν ρομαντικά ανάμεσα στα τρανζίστορ ένα ποδόσφαιρο και ένας κόσμος πολύ καλύτεροι από εκείνους που είναι κρυμμένοι μεταξύ των επεξεργαστών των σημερινών εκατό ιντσών υψηλής ευκρίνειας έξυπνων τηλεοράσεων.

Πεπεισμένος για την τρέχουσα αδυναμία ενός οργανικού λόγου για την μπάλα, είναι μέσω μιας σειράς επεισοδίων επάνω στην κουβέντα που ο Pisapia προσπαθεί να αποκαταστήσει την πολυπλοκότητά της περιορίζοντας ταυτόχρονα οποιαδήποτε πρόθεση συστηματοποίησης με ένα βιβλίο προικισμένο με αφηγηματική δομή στην οποία οι πραγματικοί και φανταστικοί χαρακτήρες είναι αλληλένδετοι, μυθοπλασία και τεκμηριωμένα γεγονότα, ποδόσφαιρο και πολιτική, οικονομία και μέσα ενημέρωσης. Προσπαθώντας να καταστήσει εύλογο το αληθινό και το αντίστροφο ο συγγραφέας σκοπεύει να εκφράσει την παρουσία του μακρού χεριού του κεφαλαίου στο άθλημα που ακολουθείται περισσότερο στον κόσμο, χέρι που κινεί τα νήματα των μεγάλων θεαματικών γεγονότων σε παγκόσμια θέαση για τον διπλό σκοπό να δημιουργήσει κέρδος και να πλαστογραφήσει φαντασιακά καθιστώντας αυτά που υπάρχουν πίσω από τα παρασκήνια απρόσωπα, μη παρουσιάσιμα.

Το άνοιγμα ανήκει στο αργεντίνικο Mundial του 1978, εκείνο που παίχτηκε στο δέρμα εκείνων των εξαφανισμένων-desaparecidos που βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια του Proceso de Reorganización Nacional που τέθηκε σε εφαρμογή από το διαβόητο στρατιωτικό καθεστώς του Jorge Rafael Videla και κρατήθηκαν στο σκοτάδι από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης καθ όλη τη διάρκεια των αναμετρήσεων εν μέρη στο όνομα μιας αξιολύπητης ουδετερότητας του αθλητισμού και εν μέρει στο όνομα του κέρδους. Στην Ιταλία της πτωτικής πορείας των κινημάτων και της εθνικής αλληλεγγύης δεν είναι λίγα τα όργανα πληροφόρησης που εμφανίζονται όχι πολύ εχθρικά προς το αργεντίνικο καθεστώς και γενναιόδωρα στην τέχνη της ελαχιστοποίησης της άγριας καταστολής που διεξάγεται στη χώρα. Σε αυτό το μερίδιο του λέοντος ανήκει στην «Corriere della sera» που έχει έναν ιδιοκτήτη της εκδοτικής ομάδας και έναν διευθύνοντα σύμβουλο οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στην P2 μασονική Στοά, την ίδια στην οποία ανήκουν αρκετοί εξέχοντες στρατιωτικοί της Αργεντινής, όπως ο στρατηγός Suárez Mason και ο ναύαρχος Massera, που δεν φείδεται, αυτός ο τελευταίος, να υποστηρίζει την ομάδα της οδού Solferino στην απόκτηση σε τιμές ευκαιρίας εγκαταστάσεων του μεγαλύτερου εκδοτικού οίκου της Αργεντινής που απαλλοτριώθηκε από το καθεστώς.

«Ενώ η καταστολή το 1978 φθάνει στο αποκορύφωμα της απέχθειας, στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες οι Ολλανδοί και η Αργεντινή παίζουν τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ο στόχος του καθεστώτος είναι το μεγάλο γεγονός να αποσπάσει την προσοχή από το λουτρό αίματος στο οποίο βυθίζεται η Χώρα. Μάταια προσπαθεί να εξαφανίσει ακόμα και τον Arcadio Lopez, μια μυστηριώδη φιγούρα που αναγκάζεται μέσα σε ένα bunker να παρακολουθεί τον τελικό από μια μικρή τηλεόραση, υποφέροντας από σπαραξικάρδιες κραυγές και εσωτερικές φωνές».

Νάμαστε σε εκείνη την 25η ιουλίου 1978, εκείνη την κυριακή το απόγευμα, που μεταδίδεται παγκοσμίως, στην οποία παίζεται ο τελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου μεταξύ Αργεντινής και Ολλανδίας. Και πάλι ένας τελικός για την Ολλανδία, μετά από αυτόν που έπαιξε το 1974 εναντίον της Δυτικής Γερμανίας όπου, παρά την ήττα, έδειξε στον κόσμο την ουσία του «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου», δηλαδή, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Sandro Modeo, «ένα στυλ παιχνιδιού που βασίζεται στη συνεργασία και τη συλλογική σκέψη, ένα στυλ του οποίου ο ρυθμός βασισμένος στην προσοχή στο χρόνο και το χώρο προσανατολίζει την ομάδα ανεξάρτητα από τον αντίπαλο».

Αυτή του 1974 είναι η Ολλανδία που καθοδηγείται από τον Rinus Michels που έχει πειραματιστεί με τον Ajax ένα συλλογικό ποδόσφαιρο με γεωμετρική ακρίβεια και που στην διήγηση προσδιορίζεται με την «depilastrizzazione που στη δεκαετία του Eξήντα έδωσε τη θέση της στην κατεδάφιση των ιερών πυλώνων στους οποίους ήταν κάθετα χωρισμένη η ολλανδική κοινωνία στο όνομα μιας πιο δυναμικής και λειτουργικής κοινωνικής συνοχής», στις γεωμετρικές τοπικές καλλιέργειες και στον πολεοδομικό σχεδιασμό του Άμστερνταμ »όπου τα εξπρεσιονιστικά κτίρια με τις επικλινείς στέγες και τις εκκεντρικές προσόψεις συνδιαλέγονται με τον λειτουργικό πολεοδομικό σχεδιασμό της κυψέλης, συμβάλλοντας στην κατασκευή μονάδων πολλαπλών χρήσεων όπου κάθε στοιχείο είναι πλήρες μόνο σε σχέση με τα στοιχεία που το περιβάλλουν». Ο Michels, που μοιάζει πραγματικά να ενσαρκώνει την προτεσταντική-καπιταλιστική ηθική, επιβάλλει στις ομάδες του μια σιδερένια πειθαρχία και εξαντλητικές προπονητικές πρακτικές, τόσο πολύ ώστε να αποκαλείται «ο Στρατηγός» από τους παίκτες του. «Όπως ο Ėjzenštejn, έτσι και αυτός σχεδιάζει σκίτσα αμιγούς αφαίρεσης σε λευκά φύλλα, δυναμικές γραμμές που στοχεύουν στην κατάληψη κάθε πιθανού χώρου», πυκνούς ιστούς περασμάτων που επιτίθενται στον χώρο και τον μειώνουν σε ενότητες.

Στα ίδια χρόνια κατά τα οποία η Ολλανδία αφιερώνεται στο totaalvoetbal, στο γήπεδο της Liverpool επιβάλλεται το passing game του William “Bill” Shankly: το ποδόσφαιρο δύο αγγιγμάτων, συλλογική εργασία και τρέξιμο, με την μπάλα που πρέπει να εξημερωθεί και να διανεμηθεί γρήγορα. «Είναι το loop της γραμμής συναρμολόγησης και της εξόρυξης. Είναι η κομμουνιστική πειθαρχία, ο μυστικισμός της μηχανικής […], όπως στο ορυχείο έτσι και στο γήπεδο ποδοσφαίρου παίζουν μαζί, ο καθένας πρέπει να είναι σε θέση να εκπληρώσει το καθήκον του καθενός, να δώσει εκείνο που είναι σε θέση να δώσει για να λάβει αυτό που χρειάζεται να λάβει».

Οι Michels και Shankly, όπως λέει στο βιβλίο, μπορούν να θεωρηθούν ως απόγονοι του ούγγρου Béla Guttmann, «όνομα πολλών συστατικών και λειτουργικών στοιχείων ενός μύστη της μηχανικής που υπάρχει από και για πάντα, το οντολογικό έμφυτο σχέδιο στο οποίο βρίσκουν οι Rinus Michels και Bill Shankly έμπνευση για να θέσουν τα θεμέλια του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου ». Είναι ακριβώς ο Guttmann, μετά τον πόλεμο, που θέτει στη σκηνή ένα παιχνίδι στο οποίο η πειθαρχία και η φαντασία αναμειγνύονται, η νεωτερικότητα και η παρακμή, με βάση το «δώσε την μπάλα-ξαναδώστην και σούταρε», όπου ενώνονται η προσωπική και αντάρτικη έλλειψη δυναμισμού ενός καλλιεργημένου και χαμένου γιου μιας παρηκμασμένης αυτοκρατορίας και η αυστηρότητα του κομμουνιστικού ποδοσφαίρου του Gusztáv Sebes που κάνει μεγάλη την Aranycsapat, την “ομάδα από χρυσάφι”», της Ουγγαρίας των χρόνων Πενήντα.

Ο Ajax του Michels και η Liveroppol του Shankly συναντώνται στο Champions Cup γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’60 που σηματοδοτήθηκε από μια ευρεία επιθυμία συλλογικής χειραφέτησης. «Στα οδοφράγματα που σηκώθηκαν στους δρόμους, στις πορείες που πλημμύριζαν τις πλατείες, στις καταλήψεις που ξαναγράφουν την καθημερινή λειτουργία των τόπων μελέτης και εργασίας και διασκέδασης, οι άνεμοι των ελευθεριακών περιστάσεων πνέουν στην ήπειρο από διαφορετικές κατευθύνσεις. Έτσι και στο ποδόσφαιρο. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Rinus Michels είναι η καπιταλιστική σοσιαλδημοκρατία κόρη του καλβινισμού. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Bill Shankly είναι η αμοιβαία κομμουνιστική συνεργασία κόρη των αγώνων των εργατών. Και οι δύο είναι τέτοιες σαν αποτέλεσμα αλλαγής των σχέσεων παραγωγής σε μια δεδομένη ιστορική εποχή και σε ένα δεδομένο γεωγραφικό πλαίσιο, όπως φαίνεται από έναν από τους σημαντικότερους επιγόνους τους: τον ρώσο συνταγματάρχη Valerij Lobanovs’kvj […] την υψηλότερη έκφραση της ακαμψίας του επιστημονικού σοσιαλισμού που εφαρμόζεται στο ποδόσφαιρο […] Απόφοιτος της μηχανολογίας και πιστός στη γραμμή του κόμματος, ο Valerij Lobanovs’kvj γνωρίζει ότι πρέπει να μεταφράσει τη νέα κυβερνητική πορεία του υπαρκτού σοσιαλισμού στα γήπεδα ποδοσφαίρου». Και εδώ ανοίγει μια άλλη ιστορία, όλη να την διαβάσουμε.

Επιστρέφοντας σε εκείνη την 25 ιουλίου του 1978 με εκείνη τη θλιβερή φιγούρα του Arcadio Lopez που αρχίσαμε να γνωρίζουμε στις πρώτες σελίδες του βιβλίου προσπαθώντας να βουλώσει τα αυτιά του μάταια για να μην ακούει τις φωνές που βουίζουν στο κεφάλι του και «τις ελπιδοφόρες διεκδικήσεις για έναν καλύτερο κόσμο να υπόκεινται σε ηλεκτρικές εκκενώσεις που παραμορφώνουν τα γυμνά σώματα που με δυσκολία τις ανέχονται»με τις οποίες βρίσκεται να μοιράζεται το bunker των βασανιστηρίων, εκείνη είναι η ημέρα που η Ολλανδία, προπονούμενη αυτή τη φορά από τον Ernst Happel, βγαίνει ξανά νικημένη από έναν τελικό του Κυπέλλου του κόσμου. Κάτω από τα μάτια του Videla στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες και των πολλών Arcadio Lopez μπροστά στις τηλεοράσεις, η Αργεντινή που προπονείται από τον σοσιαλιστή César Luis Menotti ο οποίος επιμένει να μας λέει ότι έχει οδηγήσει την ομάδα για τον λαό και όχι για το καθεστώς, γιορτάζει, και μαζί της η στρατιωτική δικτατορία. Σε κάποιους ιταλούς δημοσιογράφους απεσταλμένους στην Αργεντινή δεν απομένει παρά να επιμείνουν στην οργανωτική αποτελεσματικότητα, την ευγένεια των οδηγών ταξί και την νοστιμιά που έχουν οι μπριζόλες που σερβίρονται στο Μπουένος Άιρες. Ούτε οι επίμονες μητέρες της Plaza de Mayo καταστρέφουν την όρεξη και την παράσταση σε μεγάλο μέρος από τους φημισμένους γραφιάδες της δημοσιογραφίας μας (αθλητικής και όχι).

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η ιστορία μετακινείται στη Βραζιλία, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά το Mundial της ντροπής του 1978. Αργεντίνικη ντροπή, φυσικά, αλλά και του υπόλοιπου εκείνου κόσμου που σκέφτηκε, στην καλύτερη περίπτωση, να αναστείλει για τη διάρκεια της παράστασης την κρίση και να εστιάσει την προσοχή μόνο στα πράσινα ορθογώνια που προβάλλονται από τις καθοδικές λυχνίες, σεβόμενος αυστηρά τον κανόνα του θεατή που λέει πως πρέπει να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από τον αγωνιστικό χώρο, αποφεύγοντας έτσι να σκεφτεί τι απομένει έξω από τα ορθογώνια του παιχνιδιού, έξω από τα τηλεοπτικά πλάνα και από τις διηγήσεις των περισσότερων απεσταλμένων.

Περνάμε λοιπόν σε εκείνα τα Παγκόσμια Κύπελλα του 2014 όπου «τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επικεντρώνουν τα φώτα τους στα γήπεδα ποδοσφαίρου της Βραζιλίας, αφήνοντας στη σκιά τις διαμαρτυρίες ενάντια στις σπατάλες και τις βάρβαρες επιχειρήσεις « ευπρεπισμού» της κυβέρνησης. Εδώ συναντάμε, μεταξύ των υψηλότερων κτιρίων στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον »κ. Μ., έναν βρώμικο σούπερ αστυνομικό που σκοπεύει να καλύψει τις ίντριγκες της FIFA.» Τα βραζιλιάνικα γεγονότα διασχίζονται από επεισόδια που προέρχονται από την εποχή των σφιγμένων γροθιών στον αθλητισμό: από εκείνες που υψώνονται στον ουρανό από τους αφροαμερικανούς Tommie Smith και John Carlos στους ολυμπιακούς αγώνες του Μεξικού του 1968, που γνωρίζουν καλά πώς να ανάψουν φωτιές και να μείνουν στην ιστορία, σε εκείνες ικανές να προκαλέσουν μοναχά μια σπίθα του Paolo Sollier, του ιταλού ποδοσφαιριστή της Avanguardia operaia που καταγγέλλει δημοσίως τις παραμορφώσεις και υποκρισίες εκείνου του ποδοσφαιρικού κόσμου που θέλει να μείνει έξω από οτιδήποτε άλλο.

Έπειτα, υπάρχει χώρος για την αλληλοσύνδεση του αθλητισμού και της πολιτικής σε εκείνη τη Χιλή η οποία ανακηρύσσει τον στρατηγό Pinochet με κανονιές στις 11 σεπτεμβρίου 1973 με την μη ασήμαντη βοήθεια με αστέρια και ρίγες. Στη συνέχεια πέφτουμε επάνω στην άρνηση της σοβιετικής Ένωσης να παίξει στη Χιλή ένα παιχνίδι για τα προκριματικά του παγκοσμίου κυπέλλου του 1974 στη Γερμανία, άρνηση που αναγκάζει τη χιλιανή στρατιωτική χούντα να υπερβεί τα όρια του γελοίου παρουσιάζοντας την ομάδα της στον αγωνιστικό χώρο απουσία του αντιπάλου και σκοράροντας με τον αρχηγό Francisco Valdés το γκολ της πρόκρισης. Εάν η ΕΣΣΔ διατηρεί την ίδια αδιαλλαξία προς τη χιλιανή δικτατορία και το 1976, όταν αρνείται να αντιμετωπίσει την ομάδα του τένις στον ημιτελικό του Κυπέλλου Davis, αντιθέτως χωρίς πολλούς ενδοιασμούς συμμετέχει κανονικά στο παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου του 1978 στην Αργεντινή των στρατιωτικών.

Άλλα επεισόδια της κουβέντας για την μπάλα είναι αφιερωμένα στον ποδοσφαιριστή Rachid Mekhloufi που εγκαταλείπει τη φανέλα της εθνικής ομάδας της Γαλλίας για να φορέσει εκείνη του αλγερινού Front de Libération nationale, πεπεισμένος ότι αυτό που έχει καταφέρει να κάνει για τους κολασμένους της γης, το έκανε με την μπάλα ανάμεσα στα πόδια, παίζοντας για την επανάσταση. Με ένα άλμα στο Αμβούργο το βιβλίο εστιάζει στον Volker Ippig, τερματοφύλακα της St. Pauli που ζει μεταξύ των καταληψιών της γειτονιάς και που γύρω από τα μέσα της δεκαετίας του Ογδόντα αποφασίζει να μετακινηθεί προς τη Νικαράγουα για έξι μήνες για να διδάξει το ποδόσφαιρο στα παιδιά στα σχολεία του Frente Sandinista de Liberación Nacional, για να επιστρέψει κατόπιν στο Αμβούργο να υπερασπιστεί ξανά την εστία της St. Pauli μέχρι το τέλος της αγωνιστικής δραστηριότητας όταν, μη μπορώντας να ανακυκλωθεί μέσα στον κόσμο του ποδοσφαίρου, τελικά βρίσκει εργασία στο λιμάνι. Σχετικά με τη γερμανική πόλη της Βόρειας Θάλασσας, κάποιες σελίδες του βιβλίου δεν μπορούσαν παρά να είναι αφιερωμένες στην διαπλοκή αθλητισμού- πολιτικής που χαρακτηρίζει την περιοχή μεταξύ της Hafenstrasse και του Millerntor-Stadion της St. Pauli.

Επιστρέφοντας στο Παγκόσμιο Κύπελλο Βραζιλίας του 2014, σε αυτούς η ιταλική εθνική ομάδα φτάνει μετά την κάκιστη φιγούρα τέσσερα χρόνια νωρίτερα στη Νότια Αφρική. Σε εκείνη την περίπτωση ζητήθηκαν οι αιτιολογίες της καταστροφής στην αποβολή του Marchisio, «του μέσου της Γιουβέντους ο οποίος στην πατρίδα απολαμβάνει της ασυλίας που κατοχυρώνεται στους bianconeri από το πρώτο άρθρο του ποδοσφαιρικού Συντάγματος». Ο αποδιοπομπαίος τράγος, φθάνει να μην παραδεχτούν την ήττα ολόκληρου του έθνους, πρέπει να βρεθεί. «Γι αυτό αθλητικοί δημοσιογράφοι, ειδικοί της επικοινωνίας των πρακτορείων μάρκετινγκ που χρησιμοποιεί η ιταλική ομοσπονδία ποδοσφαίρου, πρώην πολιτιστικοί αντάρτες κατά τη διάρκεια του πανεπιστημίου που κεραυνοβολήθηκαν επάνω στην οδό της εξουσίας, θέτουν ήδη σε κίνηση το εργοστάσιο συναίνεσης. Το θύμα, προκειμένου να επαναληφθεί η απόλυτη αθωότητά του, χρειάζεται έναν αποδιοπομπαίο τράγο καταδικασμένο να περιπλανιέται στην έρημο κουβαλώντας επάνω του τις αμαρτίες του έθνους. Για τη Βραζιλία του 2014 επιλέχθηκε ο Mario Balotelli: ο νέγρος».

Το Επεισόδια… Frammenti di un discorso sul pallone μεταφέρει αυτούς που διαβάζουν στο Παγκόσμιο Κύπελλο των ΗΠΑ το 1994, «όταν το ποδόσφαιρο υπέστη την οριστική μετατροπή σε ένα τηλεοπτικό προϊόν, το οποίο παρακολουθούμε μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που κοιτάζει μια οθόνη μέσα σε ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο με δυστοπική και ballardiana ατμόσφαιρα».

Υποστηρίζει ένας χαρακτήρας στο βιβλίο ότι εάν και το ποδόσφαιρο γνωρίζει την πρώτη βιομηχανική επανάσταση στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα με την κωδικοποίησή του σε «πολιτιστική βιομηχανία που μπορεί να εισαχθεί σε μια καπιταλιστική οικονομία οικογενειακής μήτρας, όπως ο τομέας της κλωστοϋφαντουργίας ή της μεταποίησης», η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση θα ξεκινούσε με την έλευση της τηλεόρασης στο ποδόσφαιρο μέσα στη δεκαετία του Εξήντα για να φτάσει στη συνέχεια στο αποκορύφωμά της τις μέρες μας. Η τρίτη επανάσταση αντιθέτως θα έπρεπε να έχει σχέση με τη δυνατότητα που προσφέρεται στο χρήστη από τις νέες τεχνολογίες για την «εξαγωγή εξατομικευμένων προγραμμάτων κατανάλωσης». Πέρα από τους μελλοντικούς μετασχηματισμούς, σίγουρα η εμφάνιση της τηλεόρασης, και όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αποτέλεσε ένα σημαντικό σημείο καμπής, και όταν υπάρχουν στη μέση οι τηλεοράσεις η λέξη κλειδί είναι «the show must go on – η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί», και λίγες ιστορίες, και από αυτή την άποψη ούτε οι νεκροί μπορούν να σταματήσουν την μηχανή του θεάματος και των επιχειρηματικών υποθέσεων.

Η επανάσταση της τηλεόρασης έχει συνδυαστεί με εκείνη των «ατομικών καθισμάτων» στα στάδια, δομές που, χάρη στις ολοένα και υψηλότερες τιμές, πρέπει να γίνουν μέρη προσβάσιμα σε περιορισμένο αριθμό θεατών που βρίσκονται υπό έλεγχο ενώ οι άλλοι θα πρέπει να προσφύγουν στη συνδρομητική τηλεόραση. Οι τραγωδίες του Haysel στις Βρυξέλλες στις 29 μαΐου 1985 και του Hillsborough στο Σέφιλντ στις 15 απριλίου 1989, αποδείχτηκαν από αυτή την άποψη ευκαιρίες που δεν πρέπει να χαθούν για να πιεστεί περαιτέρω ο επιταχυντής του μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Για να τα πούμε όλα, στην περίπτωση του Σέφιλντ η κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποκρύψει τις οργανωτικές ευθύνες που σχετίζονται με τους χώρους που έχουν δεσμευτεί για τους οπαδούς και την λανθασμένη συμπεριφορά των αστυνομικών δυνάμεων που, μαζί με την ισχυρή περίφραξη ενάντια στις εισβολές που εισήγαγε η κυβέρνηση μετά την τραγωδία του Heysel, βοήθησαν να παγιδευτούν οι παρόντες σε ένα πολύ μικρό χώρο. Η κυβέρνηση της Σιδηρής Κυρίας έφτασε μάλιστα στο σημείο να εκμεταλλευτεί τον εξυπηρετικό προς αυτήν Τύπο για να διαδώσει ψευδείς και παρεκκλίνουσες έρευνες σχετικά με τις ευθύνες για το περιστατικό. “The show must go on”, σίγουρα, και μαζί με το θέαμα πρέπει να γίνουν τα πάντα ώστε να προωθηθεί κάθε προσπάθεια να καταστεί ακόμα πιο κερδοφόρο, με οποιοδήποτε απαραίτητο μέσο. Αλίμονο, ο κόσμος των επιχειρήσεων δεν διστάζει, δεν αμφιταλαντεύεται ποτέ μπροστά στους νεκρούς.

Μερικά αποσπάσματα μπαλαδορικής κουβέντας είναι επίσης αφιερωμένα στον Éric Cantona, έναν μαρσεγιέζο στον οποίο ο ρόλος του απλού ποδοσφαιριστή, αν και εξαιρετικού, του ήταν πάντα σφιχτός και που, πάνω απ ‘όλα, ποτέ δεν απέφυγε να λέει και να κάνει εκείνο που περνούσε απ’ το κεφάλι του: από το πάθος για την ζωγραφική στο να δηλώνει ότι προσελκύεται από την άρνηση της εξουσίας που ασκούσαν οι γάλλοι ληστές της δεκαετίας του ’70 Mesrine και Spaggiari, από τις εκστρατείες για να καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα στο να προσφέρεται για τη διαφήμιση μεγάλων εμπορικών σημάτων, από τη στάση του εναντίον γάλλων πολιτικών στη μόδα μέχρι τις κινηματογραφικές του συμμετοχές.

Αφού άνοιξε με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 στην Αργεντινή, το βιβλίο κλείνει με μια ιστορία επικεντρωμένη σε εκείνο τον Paul Breitner που βρίσκουμε στον τίτλο του τόμου, εκείνου του γερμανού ποδοσφαιριστή που συνήθιζε να παρουσιάζεται στις προπονήσεις της Μπάγερν Μονάχου με το Μικρό Κόκκινο Βιβλίο του Μάο πεπεισμένου πως μπορούσε να συμβιώνει τον κομμουνιστικό του λόγο με τα χρήματα που κέρδιζε στην Ρεάλ Μαδρίτης, την ομάδα του Φρανσίσκο Φράνκο, και που γι αυτές του τις αντιφάσεις καταλήγει, σε αυτές τις σελίδες, στόχος ορισμένων μελών της Rote Armee Fraction.

«Ποια σχολή παιχνιδιού, σημαία ή αντίληψη της μπάλας κατάφερε να ξεφύγει από τις λογικές του κεφαλαίου; Όλες, καμία. Επειδή το παιχνίδι της μπάλας γεννιέται ήδη σύγχρονο. Είναι ένα εμπόρευμα, μια συσκευή του θεάματος και ένας μηχανισμός εξουσίας ». Ο Luca Pisapia καταπίνεται βαριά. Οι παθιασμένοι του ποδοσφαίρου αιχμάλωτοι της ρομαντικής νοσταλγίας για το ποδόσφαιρο των αναμνήσεων προειδοποιήθηκαν στην αρχή: το Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone πραγματικά δεν είναι το βιβλίο τους.

 

https://www.carmillaonline.com/2019/01/22/sport-e-dintorni-frammenti-di-un-discorso-sul-pallone-il-miglior-apparato-ideologico-al-servizio-del-capitale/

φυλακές, carcere

Αμνηστία, αμέσως. Την Τρίτη δημόσια συνάντηση στη Ρώμη

 

Η ιστορία του Cesare Battisti, με την επικοινωνιακή αντιδραστική κατακραυγή που προκάλεσε, μας οδηγεί να ξαναπάρουμε τον λόγο για την αναγκαιότητα αμνηστίας όσον αφορά τα πολιτικά και κοινωνικά αδικήματα. Για την τρίτη, 22 Ιανουαρίου στη Ρώμη έχει συγκληθεί δημόσια συνάντηση στις 6 και 30 μ.μ. στα Magazzini Popolari Casal Bertone (via Orero 61).

Μετά την ανεξήγητη έκδοση αστραπή από την Βολιβία ο Cesare επέστρεψε στην Ιταλία ως φυλακισμένος ενός πολέμου που έχει τελειώσει. Αλλά η εκδίκηση του Κράτους που κήρυξε αυτό τον πόλεμο εναντίον των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς με σφαγές, δολοφονίες και προληπτικές φυλακίσεις δεν έχει τελειώσει. Αφού κέρδισε αυτόν τον αγώνα, με κάθε απαραίτητο μέσο, η άρχουσα τάξη της χώρας συνεχίζει την εκδίκησή της επί των πρωταγωνιστών εκείνης της εποχής, επάνω σε εκείνη την έφοδο στον ουρανό που δεν μπορεί να καταλήξει ανάμεσα στα κάγκελα των φυλακών. Η κυβέρνηση της προπαγάνδας χρησιμοποίησε τη σύλληψη του Battisti για να μετριάσει τις εσωτερικές και εξωτερικές αντιθέσεις της, καθιστώντας τα κρατικά βασανιστήρια – με τις μορφές της απομόνωσης στις φυλακές και την ισόβια κάθειρξη – ένα στοιχείο σταθεροποίησης των συναινέσεων, με τη συνέργεια ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας των πολιτών και του πολιτιστικού humus μιας χώρας που δεν είναι σε θέση να κλείσει τους λογαριασμούς με τη δική της ιστορία.

Πιστεύουμε ότι η σύλληψη του Battisti ανοίγει ξανά επειγόντως το θέμα της αμνηστίας για πολιτικά και κοινωνικά αδικήματα στη χώρα αυτή. Σε μια εποχή όπου η καταστολή και η προληπτική καταστολή γίνονται σκληρότερες δεν μπορούμε να παραδώσουμε τον Cesare στους φύλακες του. Αναγκάζοντας τη χώρα να ασχοληθεί με το παρελθόν της, να ξεκινήσει μια σοβαρή συζήτηση για την Αμνηστία, σημαίνει να υπερασπιστούμε ΣΗΜΕΡΑ την πολιτική και κοινωνική βιωσιμότητα, δυνατότητα δράσης όλων των ακτιβιστών.

Τα 3 σημεία επάνω στα οποία να αναπτύξουμε την πρωτοβουλία

1) όχι στα βασανιστήρια του Battisti μέσω της απομόνωσης κατά τη διάρκεια της ημέρας και της ισόβιας φυλάκισης. Το τέλος της εποχής του ένοπλου αγώνα, η έλλειψη παρουσίας παράνομων δομών στην επικράτεια, η ηλικία και η αδυναμία επανάληψης του αδικήματος από τον Cesare καθιστούν αυτή την ποινή ένα πραγματικό βασανισμό εναντίον του, καθώς και μια περιττή εκδίκηση ενάντια σε μια ιστορία όπου υπήρξε ήδη ένας νικητής.

2) να δώσουμε ξανά φωνή στο θέμα της αμνηστίας για πολιτικά και κοινωνικά εγκλήματα. Ένα κίνημα που δεν αγωνίζεται για την αμνηστία των κρατουμένων και όλων εκείνων που καταγγέλθηκαν για λόγους που συνδέονται με τους κοινωνικούς αγώνες είναι ένα κίνημα που παραιτείται από την πιθανότητα υπεράσπισης και επέκτασης της πολιτικής και κοινωνικής βιωσιμότητάς του, της δυνατότητας του να δράσει.

3) να αποδώσουμε ξανά στη δεκαετία του ’70 και τη δεκαετία του ’80 πολιτική και κοινωνική αξιοπρέπεια αποσπώντας τις από την αφήγηση όλων εκείνων που περιγράφουν εκείνα τα χρόνια ως τυφλή και αδιάκριτη βία.

Στην συζήτηση προβλέπονται οι παρεμβάσεις των Sergio Cararo (σύνταξη του Contropiano), Caterina Calia (δικηγόρος), Nunzio D’Erme (Osservatorio repressione), Marco Lucentini (δικηγόρος), Arturo Salerni (δικηγόρος), Francesco Romeo (δικηγόρος), Paolo Persichetti (δημοσιογράφος) και Davide Steccanella δικηγόρος υπεράσπισης του Cesare Battisti

Η πρωτοβουλία προωθείται από Contropiano, Noi Restiamo, Magazzini popolari Casalbertone

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Tupamaros. La noche de los 12 años, η νύχτα 12 χρόνων, η ταινία για τον Pepe Mujica

 

Στον κινηματογράφο. Το film του Alvaro Brechner για τον πρώην πρόεδρο της Ουρουγουάης και των συντρόφων του Movimiento de liberación Nacional, με το οποίο φυλακίστηκε στα χρόνια της στρατιωτικής δικτατορίας στην Uruguay

Ήταν η χρονιά του Pepe Mujica φέτος στη έκθεση της Βενετίας: αφιερωμένες στον πρώην πρόεδρο της Ουρουγουάης που μείωσε τη φτώχεια της χώρας στο 9% είδαμε δύο ταινίες και η δική του παρουσία προκάλεσε προειδοποιήσεις σε σχέση με την ευθύνη όλης της δύσης όσον αφορά τη φτώχεια στον κόσμο, την ανάγκη δημιουργίας ενός «σχεδίου Marshall» για την Αφρική.

Ενώ ο Kusturica έκανε ένα ντοκιμαντέρ που φωτίζεται από τον πρόεδρο ο οποίος οδηγούσε το τρακτέρ και χάριζε το 70% του μισθού του στους φτωχούς, στο τμήμα Ορίζοντες, η ταινία έχει προγραμματιστεί τώρα στις αίθουσες, Una notte di 12 anni, (La noche de los 12 años, Η νύχτα των 12 χρόνων) από τον ουρουγουανό σκηνοθέτη και παραγωγό Alvaro Brechner, μια ταινία του είδους της φυλακής, η οποία όμως αποκαλύπτει ένα ελάχιστα γνωστό γεγονός, τα αυθεντικά συμβάντα εξαιρετικών χαρακτήρων, του Μουχίκα και των συντρόφων του Tupamaros που συνελήφθησαν κατά την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ουρουγουάη (1973-1985). «Με έπιασαν – είπε ο Mujica – επειδή δεν ήμουν γρήγορος, δεν ήμουν αθλητικός, όχι επειδή ήθελα να κάνω τον ήρωα.»

Ο BRECHNER ανακατασκευάζει στην ταινία αφού συγκέντρωσε εδώ και χρόνια έρευνες και μαρτυρίες, την πραγματική ιστορία της κράτησης ενάντια σε οποιοδήποτε σεβασμό ανθρωπίνων δικαιωμάτων των τριών συντρόφων αγώνα του Movimiento de Liberación Nacional, του Pepe (μελλοντικού προέδρου Mujica), του Neto (Eleuterio Huidobro) που έγινε στη συνέχεια υπουργός άμυνας, του Ruso, του ποιητή Mauricio Rosencrof, τους οποίους έπαιξαν αντίστοιχα ο ισπανός ηθοποιός Antonio De La Torre, ο Alvaro Tort (ήταν στο Whiskey) και ο Chino Darín (γιος του μεγάλου αργεντίνου ηθοποιού Ricardo Darín). Στην ταινία ακολουθούμε μόνο τους τρεις ομήρους, στην πραγματικότητα η ιστορία βιώθηκε από εννέα αιχμαλώτους χωρισμένους σε τρεις ομάδες.

Να μιλήσουμε για είδος φυλάκισης είναι μειωτικό, δεδομένου ότι η κράτησή τους ήταν μάλλον μια πολύ μακρά μορφή βασανισμού, ήταν μέρος ενός πειράματος μηδενισμού της προσωπικότητας, με συγκεκριμένο στόχο να τους οδηγήσει στην τρέλα. Τα δώδεκα χρόνια αναφέρονται πράγματι στην φυλάκισή τους σε πλήρη απομόνωση σε πάντα διαφορετικά μέρη χωρίς να είναι σε θέση να επικοινωνούν, σχεδόν χωρίς φαγητό, φως, νερό, μέρη που να είναι όμοια με μεσαιωνικά μπουντρούμια.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΚΡΥ ΑΓΩΝΑ για να μην τρελαθούν θα βγουν νικητές και η ταινία τους δείχνει σε ένα κρεσέντο μεγάλης ανθρωπιάς κατά τη διάρκεια αυτών των μακρών ετών απομόνωσης, σε φαινομενικά άδειες σκηνές που γεμίζουν με δεξιότητα, όπου η κύρια διδασκαλία είναι η ανάγκη να αντισταθούν με κάθε κόστος, εφευρίσκοντας συνεχώς διαφορετικούς τρόπους επικοινωνίας μέσα από χοντρούς τοίχους, βρίσκοντας τον τρόπο να παραμείνουν ανθρώπινα όντα. Και με τη σκέψη, αφού αποφυλακιστούν, να συνεχίσουν να αγωνίζονται για την κοινωνική δικαιοσύνη.

Ο σκηνοθέτης στις προηγούμενες ταινίες του έχει δείξει ότι επεξεργάζεται λογοτεχνικές αναφορές, όπως Onetti (Mal dìa para pescar, Κακή μέρα για ψάρεμα), εδώ κινείται στη σφαίρα του παράλογου, του παράδοξου χιούμορ, του συναισθήματος, παρότι παραμένει εμπλεκόμενος από τους κανόνες του είδους κατά κάποιον τρόπο, πέρα από της φυλακής, και της πολιτικής. Κατά βάθος πιθανότατα είναι αλήθεια ότι μια τέτοια εμπειρία δεν μπορεί να λεχθεί: ούτε ο Πέπε Μουχίκα στη Βενετία θέλησε να μιλήσει για την εποχή της κράτησης, υποδεικνύοντας εκείνες τις εμπειρίες βαθιές πληγές που πρέπει να γίνονται σεβαστές.

Αυτό που κάνει την ταινία σημαντική, εκτός από ολόκληρο το καλλιτεχνικό στήσιμο υψηλού επιπέδου, είναι ότι πρόκειται για μια διαδήλωση εργασίας επάνω στη μνήμη που εμπεριέχει εδώ και χρόνια ολόκληρη την λατινοαμερικανική ήπειρο, αλλά από την πλευρά μιας χώρας όπως η Ουρουγουάη όπου ακόμη δεν έχουν γίνει οι λογαριασμοί με το παρελθόν, σε αντίθεση με την Αργεντινή ή τη Χιλή και όπου το ζήτημα των desaparecidos, των εξαφανισμένων-αγνοουμένων παραμένει άλυτο και λείπουν οι δίκες στους στρατιωτικούς.

* Πηγή: Silvana Silvestri, IL MANIFESTO

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ένα ταξίδι για τους φίλους: #Hevalen πάνω κάτω στο στιβάλι. Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την Συρία;

Stampa

του Davide Grasso *

Un viaggio per gli amici: #Hevalen su e giù per lo Stivale. Di cosa parliamo quando parliamo di #Siria?

Παρουσίαση του Hevalen στο Πανεπιστήμιο L’Orientale της Napoli, 21 μαρτίου 2018.

Στα τέλη νοεμβρίου του 2017 προσγειωνόμουν για δεύτερη φορά σε ένα ευρωπαϊκό αεροδρόμιο αφού βρέθηκα στη Συρία. Αυτή τη φορά είχα αφήσει δύο φίλους πίσω μου: η Eddi και ο Jacopo παρέμειναν για να υπερασπιστούν και να συνεχίσουν την επανάσταση του βορρά. Θα είχα φθάσει στο Τορίνο το βράδυ και, το επόμενο βράδυ, θα είχα προσεγγίσει στην πλατεία Santa Giulia, όπου θα είχα παρατηρήσει – για άλλη μια φορά – τη νυχτερινή ζωή μιας μεγάλης πόλης έχοντας μια ζώνη πολέμου στα μάτια μου. Όχι ότι η βόρεια Συρία – ή η Ροζάβα – είναι απλά μια ζώνη πολέμου. Είναι ο τόπος όπου σήμερα, μέσα στο πρώτο τέταρτο του εικοστού πρώτου αιώνα, αναπτύσσεται το μεγαλύτερο επαναστατικό κίνημα της γης, σε έναν κόσμο χωρίς επαναστάσεις. Ακόμη μια φορά, μετά από δύο μήνες μεσοποταμιακών διαδρομών, συνελεύσεων, συναντήσεων και σεμιναρίων που υποστηρίχτηκαν με πολεμικούς ρυθμούς – σαν να ήμασταν ζωντανοί, σαν να προσπαθούσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο – δεν μπορούσα παρά να κοιτάζω με αμηχανία την αντανάκλαση του εαυτού μου σε όλα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνης της νυχτερινής Παρασκευής. Γιατί δεν οργανώναμε κάτι μεγάλο κι εδώ, αντί να ουρλιάζουμε άσκοπα με μερικές μπύρες στο χέρι;

Τότε, εννέα μήνες πριν, δεν ήμουν ακόμη σε θέση να αγγίξω ένα αντίγραφο του βιβλίου που είχα γράψει μερικούς μήνες νωρίτερα, εκείνο στο οποίο διηγούμουν για το χάσμα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης ανατολής, και για τον λόγο για τον οποίον είχα πάει για να πολεμήσω το Isis, ή το Daesh. Μετά το βράδυ στην Piazza Santa Giulia δεν περίμενα πολύ να επιστρέψω στο ταξίδι. Αυτή τη φορά ήταν η Ιταλία που είχα σκοπό να διασχίσω, με το βιβλίο που είχα γράψει. Όπως είναι γνωστό, τα τουφέκια απέχουν πολύ από το να είναι το μοναδικό όπλο που θα χρησιμοποιηθεί σε αυτόν τον κόσμο, και, όπως εξήγησα στους φίλους μου στη Συρία, το Hevalen είναι μια πολιτική δράση: γραμμένο διαφορετικά από το πώς θα το είχαν εκδώσει οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, ίσως ακόμη και διαφορετικά από το πώς οι αναγνώστες θα το είχαν θελήσει, το σκέφτηκα με τρόπο τέτοιο ώστε να προσπαθεί να μεταδώσει – όσο μπορεί να γίνει δυνατή η μετάδοση – αυτό που είναι πιο οδυνηρό εκεί όπου πονάει περισσότερο: δηλαδή ότι δεν υπάρχει κανένας τρόπος μέσα στον οποίο εσείς και εγώ μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς και τίμιοι με τους εαυτούς μας, ζωντανοί, σε έναν τέτοιο κόσμο.

Από τότε, μέχρι την τελευταία παρουσίαση στο festival Υψηλή Ευτυχία-Alta Felicità, στην Val Susa, στις 27 ιουλίου που μόλις πέρασε  [Audio στο κάτω μέρος σε αυτό το post, N.d.R.], γύρισα την Ιταλία να φέρω σε πέρας πενήντα οκτώ παρουσιάσεις σε άλλες τόσες δημόσιες αίθουσες, κύκλους, ταβέρνες, πανεπιστήμια, σχολεία, κοινωνικά κέντρα, σπίτια του λαού, συνδικαλιστικά γραφεία, σε χωριά των 600 κατοίκων όπως και σε μητροπόλεις εκατομμυρίων ανθρώπων, από τους Δολομίτες μέχρι το Παλέρμο, από την Αδριατική μέχρι τις δυτικές γωνιές της Σαρδηνίας. Είδα ξανά φίλους, συνάντησα διαφορετικά πρόσωπα και ανθρώπους, άκουγα διαλέκτους, κλίσεις και αδυναμίες, έθιμα φιλοξενίας και πολύ διαφορετικούς τρόπους έκφρασης των αμφιβολιών ή των ιδεών τους. Μερικές φορές με περίμενε η ερώτηση: πώς είσαι; Πώς είναι εκεί κάτω; Υπάρχει ελπίδα; Μερικές φορές φαίνονταν να θέλουν να εννοήσουν πως, αν υπάρχει, μπορεί να υπάρχει και εδώ. Άλλες φορές φαίνονταν ότι το υπόβαθρο της ερώτησης ήταν περισσότερο απογοητευμένο. «Μιας κι εδώ απ’ ότι φαίνεται ελπίδα δεν υπάρχει… θα μας πεις για εκείνους τους μακρινούς τόπους;»

Γιατί να μιλήσουμε γι αυτό που είναι μακριά; Σε κάποιους η αίσθηση, η έννοια αυτής της δραστηριότητας μου διαφεύγει, αλλά πρέπει να πάμε μακριά, μερικές φορές, για να βρούμε κοντινές απαντήσεις, ειδικά όταν, στη γύρω περιοχή, φαίνεται να βρίσκουμε μόνο τοίχους για να χτυπήσουμε το κεφάλι.

Στην Bologna, σε έναν από τους πρώτους σταθμούς, συνάντησα τον Wu Ming 1, που με είχε ακολουθήσει στη συγγραφή του βιβλίου. Η παρέμβαση του ενώπιον των φοιτητών με ταρακούνησε. Πάντα πίστευα ότι αν κάποιος είχε διαβάσει, εκτός από το Hevalen, το μοναδικό άλλο βιβλίο που είχα γράψει (τέσσερα χρόνια νωρίτερα, όταν είχα επιστρέψει από μια περίοδο σπουδών στις States, και η Συρία δεν καταλάμβανε ούτε κατά διάνοια τις σκέψεις μου), δεν θα μπορούσε να πιστέψει πως ο συγγραφέας ήταν ο ίδιος. Εγώ πρώτος δυσκολεύομαι να το πιστέψω. New York Regina Underground  ήταν αυτοβιογραφικός απολογισμός για τις μητροπολιτικές τρέλες, γιορτές και παράδοξα της ευχαρίστησης και, κατά κάποιο τρόπο, και για το βίτσιο. Το Hevalen ονομάζει γεγονότα στα οποία, ως επί το πλείστον, θα ήθελα να καταφέρω να μην σκέφτομαι πλέον, αν μη τι άλλο επειδή δεν δημιουργούν μόνο εμμονές, αλλά κάστρα από εμμονές. Ωστόσο όχι μόνο είμαι ο ίδιος συγγραφέας, είπε ο Wu Ming 1, αλλά μάλιστα θα έπρεπε να διαβάσετε το Νέα Υόρκη Regina Underground πριν διαβάσετε το Hevalen.

Με την πρώτη ματιά θα μπορούσε να εμφανιστεί σχεδόν σαν μια προσέγγιση όχι και τόσο διακριτική, και είναι εύκολο, μπροστά στον πόλεμο, να λείπει ακούσια ο σεβασμός. Δεν ήταν έτσι: ο Wu Ming 1 είχε καταλάβει πόσο βαθιά είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε την αρχή του Hevalen για να απαντήσουμε στην ερώτηση που γράφτηκε στο εξώφυλλο. Δεν ήταν ίσως τα χαμόγελα του Bataclan και τα cocktails της Rue de Charonne, που κάποτε πνίγηκαν στο αίμα στις 13 νοεμβρίου του 2015, που με ώθησαν να πάρω ένα όπλο για πρώτη φορά στη ζωή μου, να αντιμετωπίσω τους υπεύθυνους για εκείνη τη σφαγή με τα ίδια μέσα που είχαν χρησιμοποιήσει για να την φέρουν σε πέρας; Και δεν ήταν, εκείνα τα κοκτέιλ και τα χαμόγελα εκείνα, τα ίδια που ήταν οι πρωταγωνιστές του πρώτου μου πραγματικού ταξιδιού έξω από την Ευρώπη – προς τα δυτικά – και συνεπώς του πρώτου βιβλίου; σίγουρα: μια παρόμοια αγάπη για τη δική μου νυκτερινή αντανάκλαση, και για τη διάθλασή της σε εκατομμύρια άλλων σε χίλιες άλλες νύχτες, μπορεί να ενοχλήσει. Παρ ‘όλα αυτά, ακριβώς επειδή είναι αλήθεια δεν κάνει τίποτα για να ευχαριστήσει.

Όταν ένα μπλουζάκι του God Save The Queen των Sex Pistols έχει τα ίδια χρώματα της σημαίας των YPG. Κοινωνικό κέντρο Cartella, Reggio Calabria, 10 ιουλίου 2018.

Και άλλοι διεθνείς μαχητές γνώριζαν επίσης κάτι για την αγάπη αυτή, στην Rojava, καθένας με διαφορετικό τρόπο. Κατά τη διάρκεια των παρουσιάσεων του βιβλίου συναντήθηκα με άλλα παιδιά που είχαν πολεμήσει στις YPG μετά από μένα. Τους παρατήρησα: μικροκαμωμένοι, παιδιά, μερικές φορές με παιδικά πρόσωπα, μπλουζάκια που κρέμονται σε μικροσκοπικούς ώμους ή ένα χαρτάκι για να στρίβουν τον καπνό στο χέρι τους. Αυτοί; Μαχητές; Μαχητές στη Συρία; ενάντια στο Isis; Είναι μια ολοκληρωτικά κατανοητή δυσπιστία, που πολλοί δεν μπορούν παρά να έχουν και για λογαριασμό μου. Είναι ότι το έχουμε ξεχάσει, με όλους αυτούς τους Rambo και αυτούς τους Terminator που περνούν στις εφημερίδες και στην τηλεόραση, με αυτούς τους επαγγελματίες στρατιώτες οι οποίοι, ψηλοί και φουσκωμένοι, πομπώδεις, επηρμένοι, περιπολούν τους σταθμούς και τους δρόμους της νύχτας, ξεχάσαμε λοιπόν πως πάντοτε τον πραγματικό πόλεμο εμείς τον κάναμε: φτωχοί και losers, με τους πατέρες και τα παιδιά μας. Τον κάνουν τα αγόρια της Manbij και του Deir El Zor με τα πολύ μακριά τους πόδια ή πολύ στραβά, με τις κυρτές τους μύτες και το βλέμμα τους χαμένο ποιος ξέρει που, κρατώντας το τουφέκι σαν να μην θέλουν να είναι στον κόσμο με αυτό το πράγμα, και οι δύο στην ίδια στιγμή! Ξύπνα! Μας έχει απομείνει λιγάκι μνήμη; Πώς ήταν οι νεκροί μας του Caporetto, οι νεκροί της Grappa; Πώς ήταν οι νεαροί που μαχαιρώθηκαν στις πλάτες στη Γαλλία, της υποχώρησης της Ρωσίας, της Balmafol; Πάντα δικοί μας είναι οι νεκροί, αλλά και οι μαχόμενοι: πρέπει να θυμόμαστε.

Συμβαίνει λοιπόν, για αυτούς τους ανθρώπους, πως οι μητέρες, οι ελιές, τα χαμόγελα ή οι προσευχές να είναι σημαντικές. Είμαι υπερήφανος που αγωνίστηκα, που πολέμησα με τον ήχο των χορδών των Dire Straits στο μυαλό, δίπλα σε νέους ανθρώπους που τα πρόσωπα τους έλαμπαν εάν, σε ένα σπίτι που μόλις κατέλαβαν κατά τη διάρκεια των μαχών, έβρισκαν ένα αντίγραφο του Κορανίου. Επειδή για εμάς τους κοινούς θνητούς, πιστούς ή όχι, η συνύπαρξη μέσα στη διαφορά – και η συνεργασία μέσα στη διαφορά – είναι μια αναγκαιότητα.

Στην Φλωρεντία ήταν ο Wu Ming 4 που παρουσίασε το Hevalen. Με είχε ήδη βοηθήσει να καταλάβω καλύτερα γιατί πήγα στη Συρία χάρη σε ένα αξιόλογο κριτικό δοκίμιο που έγραψε αυτός και το οποίο διάβασα κατόπιν σύστασής του στην επιστροφή, L’eroe imperfetto, Ο ατελής ήρωας. Είχε μιλήσει στους σπουδαστές για μια φλασιά που είχε στο Λονδίνο, νομίζω στο Hyde Park. Ο γιος του έπαιζε με άλλα παιδάκια και, όπως συχνά συμβαίνει σε εκείνη την πόλη, οι οικογένειες που βρίσκονταν γύρω ήταν: ένα πολύ ξανθό ζευγάρι, ίσως ουαλοί, μια κυρία που φορούσε το hijab με τον σύζυγό της, ίσως αιγύπτια, και άτομα με ινδοκινεζικά χαρακτηριστικά, ή αφρικανοί. Κοιτάζοντας εκείνη τη σκηνή συνειδητοποίησε ότι εκείνο «ήταν όλο αυτό για το οποίο είχα και για το οποίο θα είχα θελήσει να πολεμήσω», και ήταν το ίδιο, συνειδητοποιούσε τώρα, για το οποίο αγωνίζονταν οι σύριοι, οι άραβες, οι κούρδοι, οι ιρανοί, οι μεσοανατολίτες και οι δυτικοί του Hevalen. Στο Hevalen, είπε στη Φλωρεντία, γίνεται λόγος για ένα «τρόπο, για ένα στυλ ζωής»: δεν είναι όμως ο «τρόπος ζωής» του Emmanuel Macron ή της Theresa May, που βλέπει στον καταναγκασμό της επανάληψης του εστιατορίου και του dehor, της βιτρίνας ως τη μόνη δυνατή ταυτότητα, την νιχιλιστική επιτακτική ανάγκη της κατανάλωσης, χωρίς δονήσεις και χωρίς ζωή. Είναι το στυλ ζωής εκατομμυρίων νέων προλετάριων του παγκόσμιου melting pot, χωνευτηρίου – που κάνουν εκατομμύρια νύχτες να είναι ζωντανές και δονητικές, και στη μουσική, και στη νυχτερινή ζωή.

Είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι με ένα τέτοιο σενάριο ή, ακόμα λιγότερο, με την περισυλλογή επί αυτού. Ο κόσμος είναι αμφίθυμος, αντιμαχόμενος. Οι μόνες ψευδείς σημαίες είναι εκείνες που πιστεύουν ότι κυματίζουν στον άνεμο που φυσά μόνο από μία κατεύθυνση. Πίσω από τα ουράνια τόξα που πρέπει να υπερασπιστούμε υπάρχουν οι καταιγίδες του αβυσσαλέου χάσματος που προκαλείται από την αδικία. Προσπάθησα να διευκρινίσω κατά μήκος της μπότας ότι το βιβλίο μου είναι ένα βιβλίο επάνω στην αδικία – μέχρι τις ακραίες συνέπειες. Αντιμετώπισα, κατόπιν παρότρυνσης του Christian Raimo, στη Ρώμη, την αφιέρωση στην αρχή του κειμένου, που λόγω ενός ταρακουνήματος υλισμού – χειρονομία εξέγερσης της οποίας ο αναγνώστης βρίσκει στη συνέχεια την εξήγηση – δεν περιλαμβάνει τους πεσόντες. Οι πεσόντες είναι οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, αλλά το βιβλίο δεν είναι αφιερωμένο σε αυτούς. Πρέπει να αισθανόμαστε την απουσία τους για να τους είμαστε πιστοί. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχουν πλέον. Δεν μπορούν να μας ακούνε.

Παρουσίαση του Hevalen στο Barrio Campagnola του Bergamo, 7 μαρτίου 2018.

Με τα παιδιά του κοινωνικού κέντρου Dordoni και με τον βιβλιοπώλη από την Κρεμόνα Mario Feraboli συζήτησα για αυτό το διάκενο μεταξύ του «εμείς» που (επι)βιώνουμε και «αυτών», που πεθαίνουν. Δεν είναι εύκολο. Χωρίς επιφυλακτικότητα ή αξιολύπητες πόζες, με απόλυτη ειλικρίνεια. Το καταφέραμε στην Cremona. Εξ αιτίας όσων ήταν εκεί εκείνο το βράδυ, αλλά και κατά πρώτο λόγο λόγω εκείνων που δεν ήταν εκεί. Των παιδιών που αγωνίζονται στη Συρία και που με άλλαξαν, καθιστώντας ένα ελάχιστο, ένα απειροελάχιστο λιγότερο διαστρεβλωμένη και εγωκεντρική την προσωπικότητά μου, των πεσόντων, που με καρφώνουν στις ευθύνες μου μπροστά σε οποιονδήποτε. Των πεσόντων σχετικά με τους οποίους μπόρεσα για τελευταία φορά να αντιμετωπίσω τον φίλο Peppino, αγωνιστή του Boccaccio της Monza, που λίγο αργότερα μας άφησε. Υπάρχει ένας αξιοπρεπής και σεβαστός τρόπος με τον οποίο μπορούμε να εκφράσουμε τις αναφορές μας στην καταραμένη αναγκαιότητα της βίας; Αυτός γνώριζε τις συνέπειες αυτής της αναγκαιότητας, εξαιτίας του φίλου του για τον οποίον μου είχε μιλήσει, που είχε βοηθήσει τους Ypg και έπειτα αφαίρεσε την ζωή του, για αυτό που υπήρξε αναγκαίο. Αναγκαίο; Για ποιον; Για αυτούς, για μας; Για μένα; Στο Παλέρμο, η φιλόσοφος Serena Marcenò μου υπενθύμισε ότι, γι αυτή την αναγκαιότητα, ακόμα και μετά την ανάγνωση του βιβλίου μου, κάποιος μπορεί να παραμείνει κάθε άλλο παρά πεπεισμένος.

Όταν προσγειώθηκα στην piazza Santa Giulia, πριν από εννέα μήνες, η Raqqa μόλις είχε απελευθερωθεί και η εκστρατεία κατά του Daesh στην ανατολική έρημο είχε ξεκινήσει. Η ειρήνη φαίνονταν κοντινή. Το συριακό καθεστώς έσπρωχνε τον εχθρό από το νότο, χωρίς να περιφρονεί να βομβαρδίζει και τους συντρόφους μας. Ένας δύσκολος αλλά αναγκαίος συμβιβασμός μεταξύ δύο αντιτιθέμενων δυνάμεων – ένα σοσιαλιστικό και ελευθεριακό κίνημα από την μία πλευρά, ένα αυταρχικό και φασιστικό κράτος από την άλλη – ενωμένων από το κοινό συμφέρον για να εμποδιστεί η γέννηση μιας θεοκρατικής Συρίας, φαίνονταν να επιτυγχάνεται χάρη στη φυσική διαμεσολάβηση της Ρωσίας, στρατιωτικού συμμάχου και των δύο. Αντιθέτως δύο μήνες αργότερα το σενάριο αυτό θάφτηκε από τον Πούτιν, ο οποίος προτιμούσε να ευνοήσει την τουρκική περιφερειακή δύναμη, κάποτε εχθρική σε αυτόν, παραδίδοντας της την Αφρίν, προπύργιο της επανάστασης.

Γυρνώντας την Ιταλία με το Hevalen στο χέρι προσπάθησα να ενημερώσω για τις φάσεις του αγώνα και της μάχης, μοιράστηκα τα βίντεο που έστειλαν οι Jacopo, Eddi, Gelhat, Dilsoz – όλοι ιταλοί στρατευμένοι και μαχόμενοι – ενώ κινούμουν από το Βένετο στην Ούμπρια, από Λάτσιο έως Λομβαρδία και στις Marche, στην περιοχή της Emilia Romagna. Δρομολόγησα ξανά τα συνθήματα αντίστασης από τις πορείες του Τορίνο και του Μιλάνο. Με βρίσκουν στο Φεστιβάλ παλαιστινιακού κινηματογράφου στο Κάλιαρι όταν όμως η Αφρίν, ξαφνικά, μεταξύ 17 και 18 μαρτίου, έπεσε, εκκενώθηκε από τις επαναστατικές δυνάμεις. Από την σφαγή του πληθυσμού, ο οποίος παρέμεινε ως επί το πλείστον στην πόλη, είχε προτιμηθεί ο ανταρτοπόλεμος, η αντίσταση σε καθεστώς παρανομίας που εξακολουθεί να διαρκεί. Σε εκείνη την τρομερή φάση το να δέχομαι βροντερά χειροκροτήματα για την προηγούμενη στρατιωτική μου στράτευση, όπως συνέβη στην αρχή της παρέμβασής μου στο Δημαρχείο της Πάντοβα, υπήρξε ευκαιρία να μην κάνω τον αδιάφορο, αλλά να αντιμετωπίσω το κρυφό πρόβλημα που σε εκείνα τα χειροκροτήματα ήταν κρυμμένο.

Η πρόθεση στα χειροκροτήματα, στα σφιξίματα στα χέρια και στην απόδοση εκτίμησης απέναντι μου, και απέναντι στους άλλους ιταλούς των YPG, είναι σαφής, ξεκάθαρη και καλή, αλλά είναι το αποτέλεσμα, η συνέπεια για εκείνους που έχουν πάρει τα όπλα σε έναν πόλεμο, ακόμα σε εξέλιξη, που είναι αντιφατική. Με αυτή την ευκαιρία χρειάστηκα δύο λεπτά για να εξηγήσω ότι τα χειροκροτήματα και τα συγχαρητήρια είναι κατανοητά και αποδεκτά σύμφωνα με την ιταλική οπτική, που εκείνοι που πολέμησαν στη Συρία κατέχουν πλέον μόνο εν μέρει. Από τη συριακή οπτική, από την επαναστατική άποψη, το να έχουμε διαθέσει το σώμα μας για πέντε μήνες, όπως έκανα εγώ, δεν είναι τίποτα. Αυτή είναι η αλήθεια. Κάποιος με ρώτησε: πώς μπορείς να γυρνάς όλη την ώρα, χωρίς ποτέ να σταματάς; Δεν είσαι κουρασμένος; Είναι τίποτα. Εκεί οι άνθρωποι αγωνίζονται και μάχονται μια ζωή. Οι νεαροί μάχονται και εξακολουθούν να αγωνίζονται, να μάχονται, μέχρι το νέο χωριό και τη νέα επιχείρηση, μέχρι το θάνατο, και είναι νέοι που χαμογελούν σαν εμένα και σαν εσάς, που κλαίνε σαν εσάς, που έχουν θάρρος και φόβο σαν κι εσάς. Ποιο δικαίωμα έχουμε για να δεχόμαστε επαίνους λαϊκούς;

A και V στον πίνακα. Λύκειο Walther von der Vogelweide, Bozen/Bolzano, 20 απριλίου 2018.

Είναι σωστό ότι η παρουσίαση του Hevalen χρησίμευσε επίσης για να επεξηγήσει αυτό: επειδή αυτό είναι γραμμένο στο βιβλίο. Είναι γραμμένο ότι αυτά τα παιδιά μας φωνάζουν πως το να ελπίζει κανείς, ή να προσποιείται πως ελπίζει, δεν εξυπηρετεί, πρέπει να αγωνιστούμε – ακόμη και στο έδαφος της ειρήνης γιατί, αν όχι ο πόλεμος, είναι ο αγώνας που είναι παγκόσμιος. Τις ημέρες των λεηλασιών της Afrin, προσγειώθηκα στη Νάπολη. Μια ομάδα παράξενων σπουδαστών έκανε να βρεθεί μια τρίχρωμη σημαία με τρία αστέρια ευθυγραμμισμένα πάνω από την πύλη της Orientale: την σημαία του λεγόμενου Ελεύθερου Συριακού Στρατού, ο οποίος – παράδοξο – δεν ήταν ποτέ ελεύθερος και ποτέ δεν υπήρξε συριακός (και ποτέ δεν υπήρξε ένας στρατός ). Είναι η ίδια σημαία που είχαν κρεμάσει δυο μέρες πριν οι αλήτες που κατέλαβαν την Αφρίν σε ένα παρόμοιο μπαλκόνι, εκείνο του δημαρχείου της, δίπλα στην τουρκική σημαία. Εκείνο το έμβλημα θανάτου και κλοπής, παντού όπως στην πόλη εκείνη προοίμιο της αναγκαστικής μεταλλαγής των μειονοτήτων, των συστηματικών βασανιστηρίων των αντιφρονούντων, της εθνοκάθαρσης, της απομόνωσης και των διακρίσεων των γυναικών, κυμάτιζε στους τοίχους ενός από τα ευγενέστερα ιταλικά πανεπιστήμια. Είπα στους σπουδαστές που με είχαν καλέσει πως θα απομάκρυνα τη σημαία εγώ ο ίδιος, εάν δεν το έκαναν αυτοί. Σε λίγα λεπτά εξαφανίστηκε.

Μόλις κάθισα, άρχισα να καταγράφω τα εγκλήματα και τις φρικαλεότητες που διαπράττονται στη Συρία πίσω από αυτό το έμβλημα από τους τζιχαντιστές που οι τελεειδήσεις μας, λόγω της πρόστυχης ιταλικής εξωτερικής πολιτικής, αποκαλούν «αντάρτες». Ένα κορίτσι με τα μαλλιά να καλύπτονται από το hijab, στην τρίτη σειρά, προσπάθησε να με διακόψει. Δεν με ενδιέφεραν τα παράπονά της. Το ντύσιμο της μπορούσε να την κατατάξει ως πρώην αποικισμένη, ή μετανάστρια. Πρέπει να ευχαριστήσω τη Συρία που με έκανε απρόσβλητο – τουλάχιστον το ελπίζω – από εκείνο τον συγκεκριμένο ρατσισμό, της «αριστεράς» αυτή τη φορά, που χαρακτηρίζεται ως αφόρητος πατερναλισμός, αλόγιστος κατευνασμός σε οποιαδήποτε συμπεριφορά που προέρχεται, για παράδειγμα, από ανθρώπους που θεωρούνται ως μουσουλμάνοι, λες και ο σεβασμός προς τον άλλον δεν εκφράζεται πρώτα απ’ όλα ακριβώς στο να δίνεις στον καθένα την αξιοπρέπεια να είναι πραγματικός συνομιλητής και όχι μόνο τυπικά, όχι είδος ανήλικου διαταραγμένου μειωμένης ικανότητας να αντιπαρατεθεί, αν χρειαστεί έντονα, στα ίσα και να δεχτεί, εάν χρειαστεί, κριτικές. Μία νοοτροπία που θα με είχε ωθήσει να υποκύψω στις πιέσεις αυτού του κοριτσιού, μόνο και μόνο για το πέπλο που φορούσε. Αντιθέτως συνέχισα. Τους είπα – για τα θύματα, για τους μάρτυρες. Το κορίτσι άρχισε να κλαίει. Συνέχισα. Αυτή όπως και όλοι έπρεπε να ακούσει την αλήθεια των αποκεφαλισμένων παιδιών, των γυναικών που βιάστηκαν, των οικογενειών που ήταν κλειδωμένες στα κλουβιά. Όταν τελείωσα, ζήτησε συγγνώμη για τη συμπεριφορά της και είπε ότι γνώριζε από καιρό ότι δεν μπoρούσε πλέον να ανεμίζει εκείνη τη σημαία, πως έπρεπε να την κρατά «κλειδωμένη στο συρτάρι, εξαιτίας εκείνων που πρόδωσαν τα αρχικά ιδανικά». Μέσα στον κοινό σεβασμό για τις απαρχές της συριακής επανάστασης σφίξαμε τα χέρια στο τέλος της συζήτησης. Ανακάλυψα ότι ήταν ιταλίδα, που είχε ασπαστεί το Ισλάμ.

Το ταξίδι μέσα στην Ιταλία καθιστά δυνατή την κατανόηση πως η πραγματικά κακή πίστη δεν κατοικεί, συχνά, μέσα στους πρώτους ύποπτους, αλλά τους πολίτες πάνω από κάθε υποψία. Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της Περούτζια γνώρισα μια ομάδα τοπικών οπαδών που τους απέκλεισαν από κάθε αθλητική διοργάνωση επειδή άνοιξαν, κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, ένα πανό με την επιγραφή «Defend Afrin, terrorist Erdogan, Να υπερασπιστούμε την Αφρίν, Ερντογάν τρομοκράτη». Ο διοικητής της αστυνομίας δικαιολόγησε τη διάταξη σύμφωνα με την οποία το πανό προσέβαλε στην τιμή ενός αρχηγού ξένου κράτους. Επωφελήθηκα από την παρέμβασή μου για να προσκαλέσω τον διοικητή της Περούτζια να μετακομίσει με την οικογένειά του στη νέα Αφρίν του Ερντογάν, για να νιώσει τι ζουν κάτω από μια θεοκρατική εξουσία που διοικείται από κακοποιούς, ανάμεσα σε αντιφρονούντες που κρέμονται από στύλους και αποκεφαλισμούς στην πλατεία με την κραυγή «Allah Akhbar, ο Θεός είναι Μεγάλος !». Στην Πίζα οι σπουδαστές που με υποδέχτηκαν είχαν μόλις φτιάξει μια τοιχογραφία για την Αφρίν, αλλά είχε σβηστεί από το πανεπιστήμιο. Αν μόνο ο πρύτανης της Πίζα έπρεπε να αγκαλιάσει κάποιον που αιμορραγεί για την υπεράσπιση της πόλης του, ή για την ίδια την δυνατότητα να υπάρχουν τα πανεπιστήμια, θα καταλάβαινε πως ορισμένες χειρονομίες είναι αποδεκτές μόνο από μια ιταλική οπτική, εκείνη που εμείς έχουμε εν μέρει χάσει.

Στη μνήμη του Francesco Viviani, καθηγητού αντιφασισμού στο Liceo Ariosto της Ferrara, στη συνέχεια διοικητικού στελέχους του βερονέζικου CLN, που πέθανε στο  Buchenwald.

Ήταν κουραστικό, αλλά και όμορφο, να βλέπω τη χώρα μου, την οποία αγαπώ. Στο Appennino παρενέβην στις Casematte της Aquila, όπου χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν καταφύγιο κατά τη διάρκεια του σεισμού, στη Φερράρα. Συζήτησα με αξιολάτρευτους φοιτητές – μερικοί ιταλοί, άλλοι παλαιστίνιοι (το Hevalen είναι επίσης ένα βιβλίο για την Παλαιστίνη) – στο Λύκειο Αριόστο. Στους τοίχους του σχολείου μια πλάκα με έκανε να ανακαλύψω ότι ένας από τους καθηγητές λατινικών και ελληνικών πέθανε από το ναζιστικό-φασιστικό χέρι. Το να διασχίζεις την Ιταλία είναι να διασχίζεις αναμνήσεις αντίστασης: φθάνει να σταματήσεις για μια στιγμή και να μην προχωρήσεις περισσότερο, να δώσεις στον εαυτό σου χρόνο. Ένας φίλος με μετέφερε με ένα φορτηγό από το Carpi στο Reggio Emilia, δείχνοντάς μου την ατέλειωτη ροή των μνημάτων των καταδικασθέντων και το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Fossoli, σε εκείνο το τρίγωνο του θανάτου όπου ο απαραίτητος αγώνας ενάντια στον φασισμό υπήρξε τόσο σκληρός. Μεταξύ των υψηλών και επιβλητικών βουνών της Val Belluna, όπου είχαν ενεργήσει άλλες μονάδες παρτιζάνων, συνάντησα και πάλι τον μαχητή δίχως όπλα Fabio Vettorel, ο οποίος αντιστάθηκε με σαφήνεια και συνέπεια στις γερμανικές φυλακές μετά τη σύνοδο των G20 στο Αμβούργο.

Στο Bozen / Bolzano συνάντησα μια γερμανόφωνη σχολική ομάδα με τους οποίους συζήτησα τη σημασία της γλωσσικής προστασίας, της άρνησης της αφομοίωσης και του συστήματος των δημοκρατικών αυτονομιών στη βόρεια Συρία ως πρότυπο που θα μπορούσαμε να προωθήσουμε και στην Ευρώπη. Πολλοί, εκεί και αλλού, με ρώτησαν: είναι πιθανό μερικές από τις κατακτήσεις της Rojava να βρουν επιβεβαίωση στα μέρη μας; Τίποτα δεν μπορεί να εξαχθεί σαν ένα δέμα πατάτες, στην πολιτική, αλλά οι σύριοι ή οι κούρδοι έχουν δύο πόδια και δύο χέρια σαν κι εμάς, έτσι ώστε να έχουν δημιουργήσει μια κοινωνία που βασίζεται στις κοινότητες, η ιδέα της οποίας προέρχεται από την ευρωπαϊκή επαναστατική ιστορία, και οι κοινότητες διήρκεσαν στην Ροζάβα περισσότερο από ό, τι στο Παρίσι, σίγουρα δεν κόστισαν λιγότερο αίμα απ’ ότι εδώ σε εμάς. Υπάρχουν πηγές έμπνευσης σε όλες τις επαναστάσεις, και εκείνη της βόρειας Συρίας δεν αποκλείεται, ακόμα περισσότερο επειδή δίπλα στους πρακτικούς μετασχηματισμούς βρίσκονται σε διεργασία εκεί κάτω βαθιές και χρήσιμες θεωρητικές σκέψεις και προβληματισμοί επάνω στην ιστορία του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και της αποικιοκρατίας, και επάνω στην αυτοκριτική που πρέπει να εμβαθύνουν οι επαναστάτες αυτού του αιώνα (της οποίας ένα από τα πιο πολύτιμα χαρακτηριστικά είναι, τελικά και επιτέλους, να κατανοήσουν κριτικά το 1989).

Παλαιστίνη και PKK. Padova, Δημαρχείο, 1 ιουνίου 2018.

Σίγουρα, λίγο χρησιμεύει να αντλήσουμε έμπνευση από τις κοινότητες και τα συνέδρια των γυναικών, ή από τους συνεταιρισμούς ισονομίας της Ροζάβα, εάν δεν θέσουμε στους εαυτούς μας το πρόβλημα του πώς άρχισαν όλα και πώς μπορεί να υπάρξει συνέχεια: μιας και όλοι όσοι έχουν διασχίσει αυτή τη διαδικασία αλλαγής ξέρουν πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος ενός ισχυρού και οργανωμένου κινήματος, του επαναστατικού υποκειμένου και των αγωνιστών του. Η αλήθεια είναι αυτή: ούτε μια κοινότητα δεν θα είχε αναδυθεί χωρίς τη δράση ερεθίσματος, ώθησης, κατάρτισης και οργάνωσης που ασκείται από το κόμμα, ακόμη και πριν από τις αναταραχές του 2011, όταν κάτω από τo τακούνι του Assad ενεργούσαν στην παρανομία, και το πιο παράδοξο είναι ότι για μερικούς, στη Συρία όπως στην Ιταλία, αυτό καταλήγει να είναι θεμέλιο σκεπτικισμού, και όχι προβληματισμού ξεκινώντας από τις δικές τους αποτυχίες, οι οποίες με αυτό το θέμα δύσκολα μπορεί να μην σχετίζονται. Σήμερα το έργο και η νοοτροπία των συνομοσπονδιακών μαχητών είναι το πιο πολύτιμο κληροδότημα για τους νέους που αναζητούν ένα παράδειγμα αφοσίωσης, θάρρους, οράματος, πραγματισμού και πειθαρχίας στην Ευρώπη.

Άλλοι με ρώτησαν: πώς μπορούμε να βοηθήσουμε, από εδώ; Πάντα απάντησα ότι είναι απαραίτητο να βρούμε το θάρρος να ταξιδέψουμε, παρόλο που αυτά τα ταξίδια δεν μπορούν και δεν πρέπει να αναληφθούν με επιπολαιότητα, ούτε να τα κάνουμε μόνοι. Το ταξίδι είναι σημαντικό όχι για να πολεμήσουμε, αλλά για να δείξουμε ότι είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε διαφορετικά τις διαδρομές που κάνουν άλλοι για να βρουν μια καλύτερη ζωή ή να σωθούν, και για να αποδείξουμε εκ των πραγμάτων ότι δεν είναι όλοι οι «δυτικοί» ίδιοι, αν υπάρχει ακόμη και εκείνος που είναι πρόθυμος, τουλάχιστον σε ένα μικρό βαθμό, να γίνει μετανάστης απ’ την ανάποδη. Μπορούμε επίσης να πληροφορηθούμε και να ενημερώσουμε, πάντα είπα, και να δωρίσουμε στην Ερυθρά Ημισέληνο Κουρδιστάν Ιταλία Onlus για να υποστηρίξουμε τους τραυματίες και τους πρόσφυγες.

Ήμουν έτοιμος να φύγω για το τελευταίο μέρος του ταξιδιού μου, τον ιούνιο προς νότο, όταν η Eddi και ο Jacopo, που είχα αφήσει στη Συρία το νοέμβριο, ξαφνικά, επέστρεψαν. Χωρίς να σκεφτούν δύο φορές, δίχως να πάρουν αναπνοή, ενώθηκαν το ταξίδι μου, ως πραγματικοί hevalen και μαζί βρεθήκαμε στο Pigantaro, στη Sparanise, στο Venaus και στην Cosenza, αυτή η τελευταία μια βραδιά που για μένα θα παραμείνει ξεχωριστή, διότι προστέθηκε εκεί σχεδόν κατά τύχη η μαρτυρία και του Dilsoz, ενός Ιταλού μαχητή Ypg που επέστρεψε πριν πολύ λίγο από την Afrin, όπως και αυτοί.

Η απώλεια της Afrin στάθηκε τρομερή για όλους. Ακόμη και για μένα που, σε αντίθεση με αυτούς, δεν βρέθηκα ποτέ εκεί. Οι hevalen αντιστέκονται, επιτίθενται στον εχθρό όποτε μπορούν, βρίσκοντας καταφύγιο στις αγροικίες, στις εγκαταλελειμμένες γειτονιές και χωριά, σε macchie, στην ύπαιθρο. Είναι πεπεισμένοι ότι μια μέρα η πόλη θα επιστρέψει ελεύθερη, όπως μόνο αυτοί που πιστεύουν και αγωνίζονται μπορούν να είναι πεπεισμένοι. Η «Οργή των ελαιόδεντρων» (έτσι αποκάλεσαν την αντίσταση) χτυπά επίσης στην καρδιά των ισλαμιστικών γαιών που έχουν καταληφθεί από την Τουρκία, στην Idlib, στο Azaz, και ο αγώνας ενάντια στο ISIS δεν έχει με τίποτα τελειώσει, στο Deir El Zor.

Ο Dilsoz, μια φορά, ενώ ανταλλάσσαμε χαμόγελα και πίναμε κοκτέιλ, ξαφνικά σταμάτησε. Μου έδειξε την φωτογραφία ενός αγοριού. Ήταν ένα παιδί άραβας ακριβώς από την Deir El Zor, το οποίο είχε γνωρίσει. Είχε πεθάνει προσπαθώντας να απελευθερώσει το χωριό του από το Isis.

Προσεύχονταν πέντε φορές την μέρα, μου είπε.

Γι αυτούς τους φίλους πρέπει να κάνουμε ότι είναι δυνατόν.

Να γράψουμε βιβλία, αν είναι απαραίτητο, και ακόμη πολλά άλλα.

*Ο Davide Grasso έχει δημοσιεύσει ανεξάρτητα ρεπορτάζ από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Μέση ανατολή και αρκετά άρθρα σχετικά με τη φιλοσοφία της τέχνης και τη θεωρία της κοινωνικής πραγματικότητας. Το 2013 δημοσίευσε New York Regina Underground. Racconti dalla Grande Mela για τον Stilo Editrice. Από το 2015 δραστηριοποιείται μεταξύ Ευρώπης και Συρίας σε υποστήριξη της δημοκρατικής Ομοσπονδίας της Βόρειας Συρίας. Το 2016 ενώθηκε στις συριακές Δυνάμεις για να πολεμήσει το Daesh. Την εμπειρία του διηγείται στο βιβλίο Hevalen. Perché sono andato a combattere l’Isis in Siria, που βγήκε για τις Edizioni Alegre στην συλλογή Quinto Tipo σε επίβλεψη από το Wu Ming 1.

από wumingfoundation.com

logoinfoaut