αθλητισμός, sport

Ο dottor Sócrates. Το τακουνάκι που η μπάλα ζήτησε από τον Θεό … με το βίτσιο να πίνει και να υψώνει την γροθιά του

του Gioacchino Toni

Andrew Downie, Il Dottor Socrates. Calciatore, filosofo, leggenda, Ποδοσφαιριστής, φιλόσοφος, θρύλος, Le Milieu, Milano, 2018, σελ. 319, € 19,90

«Αυτό το βιβλίο είναι ένα θανάσιμο πλήγμα στην καρδιά: στη νοσταλγία μας, στις ψευδαισθήσεις μας. Όχι, δεν μπορεί να υπήρξε ένας πρωταθλητής και άνθρωπος όπως ο Δρ Sócrates. Ο Downie είναι ο νέος Πλάτωνας, ένας Πλάτωνας της μπάλας. Και μας διηγείται, από τη γέννηση μέχρι το θάνατο (την ημέρα του πολυπόθητου πρωταθλήματος που κατέκτησε η Corinthians), από τα πρώτα γκολ μέχρι τις απογοητεύσεις (όπως εκείνο το απόγευμα, λυπηρό μοναχικό και τελικό, της 5 ιουλίου 1982 στο «Sarrià» της Βαρκελώνης: 3-2 για το Ιταλία του αναγεννημένου Pablito Rossi», »ο θάνατος της ομορφιάς» για τους βραζιλιάνους), από την πανεπιστημιακή αποφοίτηση στο όνειρο, που επιτεύχθηκε, της Δημοκρατίας σε ένα έθνος, από το 1964 έως το 1984, που τραυματίστηκε και προσβλήθηκε από μια επαίσχυντη δικτατορία, εκείνος ο (σχεδόν) από τύχη ποδοσφαιριστής, ένας από τους πιο διαυγείς-καθαρούς πρωταγωνιστές του brasileiro εικοστού αιώνα» (Darwin Pastorin)

Με αυτά τα λόγια ο Darwin Pastorin προλογίζει το βιβλίο που αφιερώνει ο Andrew Downie στον «δικό» μας Σόκρατες, εκείνον που μπόρεσε να εισέλθει στον θρύλο ενός λαού που, πλαταίνοντας τα βραζιλιάνικα σύνορα, κατέληξε να καταλαβαίνει όλους εκείνους που ακόμη και μπροστά σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ξέρουν να αναγνωρίζουν τα χαρακτηριστικά του επαναστάτη και του ονειροπόλου που κινείται ασκώντας τον στόχο της ελευθερίαςpraticando l’obiettivo della libertà.

Γαντζωμένοι με νύχια και με δόντια στα σκουριασμένα κλουβιά που δημιουργήθηκαν για να διαφλάξουν, αξιοθρήνητα, τους ιερούς τόπους του αθλητισμού από τον συρφετό που καταλαμβάνει τις κερκίδες της καθημερινής ζωής ή μπροστά στις οθόνες μιας τηλεόρασης, που αν υπολογίσεις σωστά όλα εκτελούν την ίδια λειτουργία, πολλοί έχουν αναγνωρίσει σε εκείνο τον άχαρο λεπτό και μουσάτο κάτι περισσότερο από ένα μεγάλο ποδοσφαιριστή. Πολλοί είδαν σε αυτόν, συνεχίζει ο Pastorin, «την υψηλή και σθεναρή φωνή ενός λαού που ζητά, ακόμη και από τους πρωταθλητές του ποδοσφαίρου, να αγωνιστούν για ένα συλλογικό καλό, να κατέβουν στο γήπεδο όχι μόνο για τη νίκη, αλλά για τις κατακτήσεις εκείνων που θέλουν να ξεφύγουν από τη σκιά, να δώσουν οριστικά στους εαυτούς τους φως και ελευθερία, να γίνουν αρχιτέκτονες και όχι υποτακτικοί, θηράματα του δικού τους πεπρωμένου » (σελ. 7-8).

Ποιος ξέρει, σε αυτή την εποχή του play station ποδοσφαίρου, πόσοι, μεταξύ των νεότερων, έχουν ακούσει για την Κορινθιανή δημοκρατία, Democracia Corinthiana. Και ποιος ξέρει πόσοι, μεταξύ των πιο μεγάλων, τη θυμούνται ακόμα αφού ήπιαν το μυαλό τους με τον ήχο των καταγεγραμμένων χειροκροτημάτων και των συναισθημάτων ενοχής διότι τόλμησαν να κάνουν μεγάλα όνειρα.

Το βιβλίο του Downie ανοίγει διηγούμενο την ιστορία της ομάδας της Βραζιλίας που κατέβηκε στο γήπεδο στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας το 1982, μιλώντας για εκείνη την seleção που ήταν ικανή να εκφράσει μια ομορφιά παιχνιδιού που έχει χαρακτεί στο συλλογικό φαντασιακό των φιλάθλων του ποδοσφαίρου σε ολόκληρο τον κόσμο. Ήταν η ομάδα των Zico, Toninho Cerezo, Leandro, Júnior, Serginho και του Sócrates. Ήταν το μουντιάλ στο οποίο αυτή η χρυσή ποδοσφαιρική γενιά είδε τον δρόμο της να διακόπτεται απροσδόκητα, στο Στάδιο Sarrià, από την Ιταλία, ένα μονοπάτι που φαίνονταν διαγεγραμμένο και θα έπρεπε να κορυφωθεί με την ύψωση στον ουρανό του τροπαίου. Αλλά το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι αδίστακτο, ανηλεές. «Χάσαμε με την Ιταλία, χάσαμε με τη γαμημένη μαλακισμένη Ιταλία», ο Paulo Isidoro επαναλάμβανε πολλές φορές εκείνη την ημέρα πηγαίνοντας στα αποδυτήρια. Ο Zico μίλησε για θάνατο του ποδοσφαίρου. Σύμφωνα με τον Sócrates η seleção «δεν θα έδινε ποτέ ξανά μια τέτοια λαμπερή παράσταση».

«Ωστόσο, εκείνη η ήττα δεν μετατράπηκε σε ένα είδος άλφα και ωμέγα για έναν άνθρωπο του οποίου η ύπαρξη πήγαινε πολύ πέρα απ’ το ποδόσφαιρο. Ακόμη και όταν η Βραζιλία προετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει την Ιταλία στην πιο σημαντική συνάντηση της ζωής του, ο Sócrates σκέφτονταν μεγαλύτερες μάχες. Είχε ήδη δώσει ζωή σε εκείνη που θα γίνονταν η Κορινθιανή Δημοκρατία, η πιο ελπιδοφόρα επίδειξη δύναμης των παικτών σε μια ομάδα υψηλού επιπέδου. Οι ποδοσφαιριστές της Corinthians αναλάμβαναν τον έλεγχο του συλλόγου και απαιτούσαν να έχουν λόγο στη διοίκησή του. Ο Σόκρατες ζητούσε ελευθερία, και όχι μόνο για τον εαυτό του. Ήθελε όλη τη Βραζιλία να κάνει το ίδιο, απορρίπτοντας τη στρατιωτική δικτατορία και επανοικειοποιούμενη τη χώρα. Είχε δύναμη και προσωπικότητα, και ένα έθνος εκατόν τριάντα εκατομμυρίων ανθρώπων που παρακολουθούσε κάθε κίνηση του. Ένα όνειρο είχε σβήσει στην Ισπανία. Αλλά δεν θα άφηνε και το άλλο να του ξεφύγει τόσο εύκολα: την δημοκρατία» (σελ. 18).

Ο Sócrates, ακόμα και με όλες τις αντιφάσεις του, ήταν πάντα διαφορετικός. «Σε μια χώρα όπου το μελόδραμα διαλαλούνταν δυνατά και ανεμίζονταν σε κάθε γωνιά του δρόμου, στις οθόνες των τηλεοράσεων και σε κάθε ανθρώπινη σχέση, ο Σόκρατες ήταν ακριβώς το αντίθετο των συναισθηματικών συμπατριωτών του» (σελ. 19). Δεν κατανοούσε αυτή την υπερβολική προσκόλληση στο ποδόσφαιρο, όσο κι αν ήταν διασκεδαστικό, δεν έπαυε να είναι ένα παιχνίδι. «Όταν οι άνθρωποι με ρωτούν ποια ήταν η πιο λαμπρή περίοδος που έχω ζήσει στο ποδόσφαιρο, απαντώ: »Γάμα τα, η δόξα για μένα ήταν οι απαρχές με την Raio de Ouro», γιατί ταξίδευα στο πίσω μέρος ενός φορτηγού μαζί με ένα σωρό από αγόρια όλα διαφορετικά μεταξύ τους […] Κάθε ένα από αυτά είχε μια διαφορετική ζωή και διαφορετικές ανάγκες. Γαμώτο, εγώ είχα φάει μεσημεριανό, και μερικοί από αυτούς όχι, και πηγαίναμε να παίξουμε ποδόσφαιρο! Ήταν μια εμπειρία που μου δίδαξε πράγματα που δεν είχα μάθει ποτέ στο σχολείο, πράγματα που κανείς ποτέ δεν μου είχε πει στο σπίτι. Γιατί ο πατέρας μου τα είχε περάσει όλα αυτά. Μόνο με την πάροδο του χρόνου ανακάλυψα όλες τις δυσκολίες που έπρεπε να ξεπεράσει. Ποτέ δεν ήθελε να το μάθουμε» (p. 24).

Δεκάξι χρόνων ο Sócrates Brasileiro Sampaio de Souza Vieira de Oliveira, μπήκε στις νεανικές ομάδες της Botafogo αλλά αν το ποδόσφαιρο τον διασκέδαζε, το πραγματικό του όνειρο ήταν να γίνει γιατρός, σε σημείο να μπορέσει να αρπάξει από την εταιρεία την δυνατότητα να παρακάμψει μερικές εβδομαδιαίες προπονήσεις με σκοπό να ακολουθήσει ένα βραδινό σχολείο που τον προετοίμαζε για τις πανεπιστημιακές εξετάσεις. Έβρισκε απλώς γελοίο να τρέχει γύρω γύρω τον αγωνιστικό χώρο ή να πηδά επί τόπου, αυτός απλά ήθελε να έχει τη μπάλα ανάμεσα στα πόδια του. Μια κάποια ελευθερία σε σχέση με τις προπονήσεις ήταν σε θέση να τη διατηρήσει ακόμα και όταν ο νεαρός ποδοσφαιριστής, το 1973, κατάφερε να υπογράψει ένα συμβόλαιο με το Botafogo που του εξασφάλιζε ένα, αν και φτωχό, μισθό.

Έχοντας περάσει πολύ γρήγορα από τις νεανικές στην πρώτη ομάδα, ο Σόκρατες αντιλαμβάνεται οτι έχει πολύ χαμηλότερη αθλητική κατάσταση από τους αντιπάλους του και, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ήταν ακριβώς αυτό το έλλειμμα να τον ωθήσει να εφεύρει κινήσεις και εναλλακτικές λύσεις παιχνιδιού. «Το χτύπημα με την φτέρνα έγινε το εμπορικό του σήμα και τον αναγνώρισε ως έναν από τους πιο αυθεντικούς και συναρπαστικούς ποδοσφαιριστές της εποχής του. Οι οπαδοί ξεσπούσαν σε ζητωκραυγές από χαρά μπροστά σε εκείνες που έμοιαζαν με πινελιές ελεύθερης φαντασίας, αν και σπάνια ήταν τέτοιες. Ήταν ένας ρεαλιστής ποδοσφαιριστής που χρησιμοποίησε εκείνη την κίνηση για έναν σκοπό, όχι για να προσελκύσει την προσοχή. Ο Zico έλεγε ότι αυτό τον καθιστούσε έναν αίνιγμα για τους αντιπάλους αμυντικούς, που δεν ήξεραν πώς να συμπεριφερθούν. Ο Pelé ειρωνεύτηκε λέγοντας πως αυτός ήταν πολύ καλύτερος με γυρισμένη την πλάτη παρά οι περισσότεροι από τους άλλους παίκτες απέναντι από την εστία » (σελ. 37). Στη συνέχεια θα περάσει στην Corinthians, ομάδα στην οποία κάνει το ντεμπούτο του στον εναρκτήριο αγώνα του Campeonato Paulista μπροστά σε περισσότερους από εκατό χιλιάδες θεατές και, το 1979, έρχεται η πρώτη κλήση στην εθνική.

Την εποχή εκείνη η πλειοψηφία των φιλάθλων του ποδοσφαίρου ήταν λαϊκής προέλευσης και πολλοί από αυτούς δεν ενδιαφέρονταν για την πολιτική, όπως από την άλλη και οι ίδιοι οι ποδοσφαιριστές. Τα πράγματα άλλαξαν μετά το 1979, όταν «στην σκιά των πρώτων μαζικών απεργιών κατά του καθεστώτος που οργάνωσαν οι εργάτες στην μεταλλουργία του Σαν Πάολο […], η πολιτική έκανε την εμφάνιση της στις κερκίδες» (σελ. 82). Μετά την ανάκληση ενός από τα πιo σκληρά στρατιωτικά διατάγματα ορισμένοι οπαδοί των Corinthians πήραν θάρρος και κατά τη διάρκεια ενός αγώνα σήκωσαν ένα πανό που ζητούσε γενική αμνηστία.

«Ο Sócrates δεν ήταν ένας ποδοσφαιριστής διανοούμενος. Στην πραγματικότητα, δεν μιλούσε περισσότερο απ’ ότι έπρεπε. Πίστευε ότι το ποδόσφαιρο έπρεπε να παίζεται ή να παρακολουθείται, πως δεν έπρεπε να είναι αντικείμενο συζητήσεων. […] Από την άλλη πλευρά μιλούσε για οτιδήποτε άλλο. Η δημόσια εικόνα του, ειδικά μετά τις πρώτες σελίδες που κέρδισε για τον πολιτικό και κοινωνικό του ακτιβισμό, ήταν εκείνη ενός σοβαρού ανθρώπου με μια βραχνή φωνή, ο οποίος μιλούσε με σοφία και κρατώντας αποστάσεις επάνω σε σοβαρά θέματα. Αλλά με εκείνους που περνούσαν χρόνο μαζί του, με την οικογένεια, τους φίλους, τους συνεντευκτές, με εκείνους που άκουγαν συνομιλίες και παρουσιάσεις μετά την αποχώρηση του, δεν ήταν καθόλου σοβαρός. Αντιθέτως, ήταν ξεκαρδιστικός και αυτοειρωνικός, και κάθε δικαιολογία ήταν καλή για να κοροϊδέψει, είτε επρόκειτο για άλλους είτε τον εαυτό του» (p. 117).

Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων, μετά από σύντομη απάντηση στις ποδοσφαιρικές ερωτήσεις, ο γιατρός μετακινούσε γρήγορα τη συζήτηση επάνω σε πολιτικά και οικονομικά θέματα, για την κατάσταση της εκπαίδευσης και της υγείας. «Ο ακτιβισμός του συνέπεσε με μια αυξανόμενη απαίτηση για αλλαγή σε όλους τους τομείς της βραζιλιάνικης κοινωνίας. Η αλλαγή ήταν στα χείλη όλων, και ο Σόκρατες ήταν μια από τις φωνές που εκφράζονταν με περισσότερη ορμητικότητα υπέρ αυτής. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Βραζιλίας ένας αθλητής είχε ένα μεγάφωνο, και οι οπαδοί τον άκουγαν » (σελ. 164). Στη δεκαετία του Ογδόντα, η συντριπτική πλειοψηφία των βραζιλιάνων παικτών προέρχονταν από τα φτωχότερα περιβάλλοντα της χώρας και οι βραζιλιάνικες ελίτ έβλεπαν στο ποδόσφαιρο, «ένα καταφύγιο για εγκληματίες οι οποίοι δεν είχαν καμία εναλλακτική λύση για να ξεφύγουν από τη φτώχεια που καταπίεζε τη χώρα». Οι σύντροφοι του Σόκρατες στην Corinthians ήταν νέοι με ελάχιστη εκπαίδευση που έβλεπαν στο ποδόσφαιρο τη μόνη δυνατή διαφυγή από τη δυστυχία, την μιζέρια, και όταν «μιλούσε για πολιτικές θεωρίες ή τους υποκινούσε να βελτιωθούν από μια προσωπική σκοπιά, αυτοί γελούσαν στο πρόσωπο του, τον κορόιδευαν » (p. 168).

Ο θρίαμβος της Corinthians συμπίπτει με ένα σημαντικό έτος για τον Sócrates όχι μόνο από αθλητική άποψη. Κατά τη διάρκεια του τελικού ο γιατρός γιόρτασε το γκολ υψώνοντας τη γροθιά στον ουρανό εγκαινιάζοντας έτσι έναν τρόπο πανηγυρισμού που θα επαναλαμβάνονταν. «Είχε δει τον Reinaldo να γιορτάζει τα γκολ με αυτόν τον τρόπο και είχε μεγάλο σεβασμό για την υποστήριξη που επέδειξε ο επιθετικός της Ατλέτικο Μινέιρο απέναντι στους μαύρους, τους ομοφυλόφιλους και τους ντόπιους, τους αυτόχθονες. Αργότερα ανέφερε τους Μαύρους Πάνθηρες του Μεξικού του 1968, για τους οποίους γνώριζε σίγουρα την αντιφασιστική ιστορία. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε – είχε γιορτάσει μερικά γκολ με εκείνο τον τρόπο από το 1978 – αλλά συμφωνούσε απόλυτα με την προοδευτική πορεία που είχε παντρευτεί και άρχισε να το επαναλαμβάνει πιο συχνά » (pp. 173-174).

«Ίσως η πιο αξιομνημόνευτη απόφαση των τελευταίων μηνών του 1982 λήφθηκε σε ένα πανεπιστήμιο και όχι από έναν ποδοσφαιριστή, έναν προπονητή ή έναν διοικούντα. Αν και υπήρχε εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, το κίνημα δεν είχε ακόμα ένα όνομα. Οι άνθρωποι μιλούσαν για αυτό χρησιμοποιώντας τη φράση «παίκτες στην εξουσία», ή αποκαλούσε την Κορίνθιανς «Η Δημοκρατική Ομάδα» και τα γεγονότα που το αφορούσαν «Κορινθιανή Επανάσταση». Η κρίσιμη καμπή ήρθε το νοέμβριο, μετά από μια συζήτηση που διεξήχθη στην Pontificia Universidade Católica de São Paulo. Εκείνη την ημέρα, οι Olivetto, ο Σόκρατες και ο Adilson κάθονταν σε ένα πάλκο μπροστά σε εκατοντάδες φοιτητές και οπαδούς για να συζητήσουν περί του κινήματος και των στόχων του, τους συνόδευε με το ρόλο του animatore της συνάντησης ο Juca Kfouri, ο οποίος κάποια στιγμή με σαρκαστικό τόνο συνόψισε τα θέματα που καλύφθηκαν κατά τη διάρκεια της βραδιάς: «Συνεπώς, αν οι ποδοσφαιριστές συνεχίζουν να λαμβάνουν μέρος στις αποφάσεις του συλλόγου, αν οι διοικούντες δεν τους σταματήσουν και αν ο φωτισμένος τύπος δεν σταματήσει να τους υποστηρίζει, αυτή που θα δούμε θα είναι μια δημοκρατία, μια Δημοκρατία Corinthiana”» (p. 174).

Η εμπειρία της κορινθιακής δημοκρατίας άλλαξε την καθημερινή ζωή του συλλόγου. Οι παίκτες αποφάσιζαν συλλογικά τις στρατηγικές στο γήπεδο και τη ζωή έξω από αυτό. Ο τύπος της Βραζιλίας ήταν αναπόφευκτα διαιρεμένος σε αυτή την επιλογή αυτοδιαχείρισης. Αν ορισμένοι δημοσιογράφοι υποστήριζαν την εμπειρία, η συντριπτική πλειοψηφία έδειξε εχθρότητα προς αυτήν. «Ο απλός κόσμος, εν τω μεταξύ, παρακολουθούσε προσεκτικά και συζητούσε τη σημασία της σε μια ιστορική φάση που όλο και περισσότερο έμοιαζε με ορόσημο. Η Βραζιλία το 1983 ήταν πλέον στην κόψη του ξυραφιού, και οι τελευταίες επιδράσεις της οικονομικής άνθησης μειώνονταν, έπαιρναν την κάτω βόλτα. Στην αρχή του έτους το νόμισμα υποτιμήθηκε κατά 30%, ο πληθωρισμός έφθασε στα υψηλότερα μηνιαία επίπεδα των τελευταίων δύο δεκαετιών και η κυβέρνηση εισήγαγε πολιτική ελέγχου των τιμών σε μια προσπάθεια στήριξης της οικονομίας. Η ανεργία συνέχισε να αυξάνεται, όπως και το δημόσιο χρέος, και οι εντάσεις διαχέονταν στους δρόμους, όπου απεργίες και λεηλασίες έγιναν ο κανόνας, συνήθεια » (p. 179).

Μετά την απογοήτευση του ισπανικού μουντιάλ, το 1984, ο παίκτης περνά από την Κορίνθιανς, όπου σημείωσε 172 γκολ σε 298 αγώνες, στη Φιορεντίνα. «Την πρώτη επίσημη ημέρα στη νέα του ομάδα, ο Sócrates ενώθηκε με τους συντρόφους του για μια σειρά ιατρικών εξετάσεων. Ενώ περίμενε τη σειρά του να ανέβει στο διάδρομο για τις καρδιακές και αναπνευστικές εξετάσεις, άναψε νωχελικά ένα τσιγάρο. Όταν ο γιατρός μπήκε στην αίθουσα δεν ήθελε να πιστέψει τα μάτια του. «Μα τι κάνεις, καπνίζεις; Θα κάνουμε σπιρομέτρηση! «φώναξε. «Ακριβώς, γιατρέ, θερμαίνω τους πνεύμονές μου», απάντησε αυτός απαθής. Οι σύντροφοι έσκασαν στα γέλια και ο γιατρός βγήκε αηδιασμένος από το δωμάτιο «(σελ. 207).
«Ήταν σαν να περνάς από το Καρναβάλι του Σαλβαδόρ ντε Μπαΐα σε ένα μοναστήρι Βενεδικτίνων», δήλωσε ο γιατρός που έφτασε στο ιταλικό πρωτάθλημα. «Οι προπονήσεις σε υψόμετρο και η έντονη προετοιμασία δεν ήταν η δύναμή του. Κατά τη διάρκεια της πρώτης κούρσας λιποθύμησε, ενώ στη δεύτερη έριξε την πετσέτα μετά από δέκα λεπτά. Όταν οι συμπαίκτες του τελείωσαν το ημίωρο του τζόκινγκ, βρήκαν να τους περιμένει τον ατυχή βραζιλιάνο και μια από τις τυπικά σωκρατικές ερωτήσεις του. «Γιατί πρέπει να τρέχω πάνω και κάτω στους λόφους; εγώ θέλω να τρέχω με την μπάλα”» (p. 208).

Αν στην Κορίνθιανς οι σύντροφοι έτρεχαν για τον ίδιο και τον θαύμαζαν όχι μόνο για τις ποδοσφαιρικές δεξιότητές του αλλά και για το ότι ήταν χαρισματικός, στην Ιταλία οι παίκτες δεν έπαιζαν για διασκέδαση και δυσκολεύονταν να αντέξουν την έλλειψη επαγγελματισμού του και τη συνεχή αποφυγή των θυσιών . Σίγουρα η στάση του έδειχνε κάποιες αντιφάσεις όσον αφορά τις κολεκτιβιστικές διακηρύξεις του. «Η απροθυμία των ιταλών να κοινωνικοποιήσουν ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα για κάποιον σαν κι αυτόν που θεωρούσε θεμελιώδη την φιλία και τη συντροφικότητα, και η ψυχρότητα που εμφανίστηκε προς αυτόν του αύξησε την αίσθηση μοναξιάς » (p. 212).

Ο Sócrates παρουσιάστηκε στους εκστασιασμένους οπαδούς της Φλωρεντίας χαιρετώντας τους με σηκωμένη την γροθιά και το πράγμα εξόργισε τους ιδιοκτήτες του συλλόγου, τους χριστιανοδημοκράτες Pontello. Η εμπειρία της Kορινθιανής Dημοκρατίας ήταν γνωστή στους μωβ ηγέτες: «Ήμασταν προετοιμασμένοι και ξέραμε τι να περιμένουμε από αυτόν. Θυμηθείτε ότι η Φλωρεντία είναι μια ιστορικά αριστερή πόλη, και οι οπαδοί της ομάδας της είναι αριστεροί. Για εμάς δεν ήταν ένα πρόβλημα. Μας ενδιέφερε περισσότερο η απόδοση του στον αγωνιστικό χώρο. Αλλά ήταν τόσο διαφορετικός και sui generis- ιδιαίτερος που οι σύντροφοι τον έβρισκαν παράξενο. Αν είσαι διαφορετικός και κάνεις την ομάδα να κερδίζει, τότε τα προβλήματα εξαφανίζονται. Αλλά αν τα αποτελέσματα δεν έρχονται, όλα γίνονται περίπλοκα. Ήταν ένας καλός παίκτης, αλλά δεν ήταν αρκετό. Οι λόγοι που δεν τα πήγε καλά δεν είναι ούτε τακτικοί ούτε τεχνικοί. Απλώς δεν προσαρμόστηκε στην ιταλική ζωή. Ποτέ δεν ενσωματώθηκε. Προσπαθήσαμε να μιλήσουμε με τους φίλους του για να τον βοηθήσουμε, αλλά τίποτα δεν άλλαξε » (p. 215).

Στην σύντομη ιταλική εμπειρία η σχέση με τους συντρόφους και τους ιδιοκτήτες δεν απογειώθηκε ποτέ. «Στον τρίτο από το τέλος αγώνα του πρωταθλήματος η Φιορεντίνα αντιμετώπιζε την Ουντινέζε στο σπίτι και ο τραυματισμένος Σόκρατες παρακολούθησε τον αγώνα με σορτς και σαγιονάρες. Έφτασε καθυστερημένος, και αντί να κατευθυνθεί στην κερκίδα των επισήμων, πήρε μια μπύρα και στάθηκε πίσω από τα προστατευτικά λίγα μέτρα από την πλάγια γραμμή. Αγνόησε τις χειρονομίες των διοικούντων που τον προσκαλούσαν να καθίσει στη θέση του. Σε κάποια στιγμή ήρθε κοντά του ένας φίλος, ένας κωμικός από την πόλη, στον οποίο πρότεινε να πάνε να παρακολουθήσουν το δεύτερο ημίχρονο στην Curva Fiesole, το πέταλο των φανατικών, μεταξύ των ultrà. Τους δυο υποδέχτηκαν σαν ήρωες και η εμπειρία να περάσουν σαράντα πέντε λεπτά δίπλα στους πραγματικούς οπαδούς παρέμεινε για πάντα μια από τις πιο ζωντανές, ζωηρές αναμνήσεις της ιταλικής του εμπειρίας. Ωστόσο, αυτή η πρόκληση απλώς χρησίμευσε για να επιδεινώσει τις σχέσεις με διευθυντές και συμπαίκτες. Οι Pontello ήταν εξοργισμένοι που τους σνόμπαρε και οι ποδοσφαιριστές νόμιζαν ότι τα είχε παίξει. Οι αποστάσεις μεταξύ των δυο πλευρών ήταν πλέον αγεφύρωτες » (p. 217).

Με την ευκαιρία του καρναβαλιού ο Σόκρατες οργανώνει, μαζί με άλλους βραζιλιάνους, ένα μεγάλο πάρτι, «πέρασε εβδομάδες εγγράφοντας κασέτες με τα αγαπημένα του τραγούδια της samba, αγόρασε διακόσια λίτρα μπύρας, αρκετά ορεκτικά για να ταίσει ένα πλήρες στάδιο και ένα γουρουνόπουλο για ένα υπαίθριο μπάρμπεκιου παρά τις θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν «(σελ. 218). Στο πάρτι προσκάλεσε επίσης την ομάδα. «Οι σύντροφοι προετοιμάστηκαν όλοι ντυμένοι με κοστούμια, δείχνοντας την τυπική ιταλική κομψότητα, και αυτός, στη συνηθισμένη στολή του από τσαλακωμένα ρούχα και ταλαιπωρημένα αθλητικά παπούτσια, δεν έχασε χρόνο κάνοντας την γιορτή περισότερο βραζιλιάνικη. Πήρε ένα ζευγάρι ψαλίδια κηπουρικής και γελώντας πονηρά άρχισε να πετσοκόβει τις γραβάτες Armani και Dolce & Gabbana των καλεσμένων του. Οι Oriali, Massaro, Galli και ο Gentile ήταν μοναχά μερικοί από αυτούς που κατέληξαν στα νύχια του και δεν μπορούσαν παρά να παραδοθούν μπροστά σε αυτό το αστείο. Ο Passarella γονάτισε ικετεύοντας τον για την σωτηρία του ακριβού του αξεσουάρ. Ο Antognoni του είπε έτοιμος να βάλει τα κλάματα ότι η γραβάτα ήταν δώρο από τη μητέρα του. Αλλά ο Sócrates τους αγνόησε χαριτολογώντας και τις ξέσκισε μια μετά την άλλη, πριν τους σφίξει μες την αγκαλιά του […] «Τώρα είμαστε μια πραγματική ποδοσφαιρική ομάδα», είπε. «Τώρα, μπορούμε πραγματικά να αφήσουμε το πνεύμα της Κορινθιανής Δημοκρατίας να πάρει το επάνω χέρι» »pp. 218-219).

Τα πράγματα δεν πήγαν με αυτόν τον τρόπο. Ο γιατρός δεν κατάφερε ποτέ να εγκλιματιστεί στην Ιταλία και, παρά το ότι είχε ένα ακόμη χρόνο συμβολαίου, το 1985 αποφάσισε να πακετάρει τις βαλίτσες για να επιστρέψει στη Βραζιλία παίζοντας σε Φλαμένγκο, Σάντος και στη συνέχεια να τελειώσει την καριέρα του το 1989 στην Botafogo. Ο Sócrates δεν είχε αγαπήσει ποτέ τα αποχαιρετιστήρια παιχνίδια των μεγάλων ποδοσφαιριστών, «αποκαλούσε αυτές τις ευκαιρίες συναισθηματικoύς παραλογισμούς, και έφυγε με τον τρόπο του, με τις λιγότερες δυνατές τυμπανοκρουσίες. Στην πραγματικότητα είχε φανταστεί ένα αντίο που θα είχε παραμείνει ανεκπλήρωτο, με μπύρες και φίλους, και όχι με ένα ποδοσφαιρικό αγώνα και ακόμη λιγότερο μπροστά σε ένα πλήθος λατρείας. «Ήθελα να μαζέψω όλους τους ανθρώπους που είχα αγαπήσει, και να ετοιμάσω μπύρες και όλα τα υπόλοιπα», είπε. «Τους ανθρώπους μου, αυτό φανταζόμουν, σίγουρα όχι έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Θα ήθελα να το κάνω έτσι, να τους μαζέψω όλους, ακόμη και τους διευθυντές, όλους εκείνους που έπαιξαν ένα ρόλο στη ζωή μου και με τους οποίους είχα μια καλή σχέση με κάποιον τρόπο. Ήθελα να τους προσκαλέσω για μπάρμπεκιου και στη συνέχεια να παίξουμε ποδόσφαιρο. Να πώς το φανταζόμουν. Αλλά ένα αντίο; Όχι, δεν μου αρέσουν τα αντίο «. Αντιθέτως, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να τελειώσει την καριέρα του με την Κορίνθιανς, και αφού απέρριψε προσφορές και από την Ιαπωνία, ο Σόκρατες αποχαιρέτησε την Σάντος και επέστρεψε στην Μποταφόγκο για ένα σύντομο κύκνειο άσμα εκεί όπου όλα ξεκίνησαν περίπου δύο δεκαετίες νωρίτερα. […] Στις 26 νοεμβρίου 1989, ο Sócrates κατέβηκε στο γήπεδο για τελευταία φορά ως επαγγελματίας στην ισοπαλία με 1-1 ενάντια στην Itumbiara, στην πολιτεία Goiás. Μόνο χίλιοι θεατές τον είδαν να κατευθύνει το κέντρο της ομάδας του πριν αποχωρήσει με ελαφρά πηδηματάκια στα μισά του δεύτερου ημιχρόνου. Είχε τελειώσει. Δεν υπήρξαν ούτε φωνές ούτε επίσημες ανακοινώσεις για τον αποχαιρετισμό του. Ο πόνος ήταν αφόρητος, καθώς και τα πειράγματα. Μετά από δεκαεπτά χρόνια, πάνω από επτακόσιοι αγώνες και πάνω από τριακόσια τέρματα, ένας από τους πιο χαρισματικούς ποδοσφαιριστές στην ιστορία της Βραζιλίας έλεγε φτάνει. Τουλάχιστον σαν παίκτης » (pp. 269-271).

Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή του στο βιβλίο για τον ποδοσφαιριστή που ήθελε να μάθει ιταλικά διαβάζοντας Τις επιστολές από τη φυλακή του Antonio Gramsci για τη σημασία που είχε το κείμενο στον «ανθρώπινο, κοινωνικό και φιλοσοφικό του σχηματισμό», γράφει ο Pastorin: «ο Γιατρός υπήρξε και τα δυο: Όνειρο και Πραγματικότητα, Γνώση και Φαντασία, η αίσθηση μιας εξαιρετικής «φαντασίας στην εξουσία». Ένας επαναστάτης σε δύσκολους καιρούς, ένας πρωταθλητής στο λυκόφως της χαράς του ποδοσφαίρου. Εκείνος ο αδελφός τον οποίο πολλοί από εμάς αγάπησαν και τον οποίον θα αγαπάμε για πάντα » (p. 9).

Ο Δρ Sócrates, το τακουνάκι που η μπάλα ζήτησε από τον Θεό … με τη συνήθεια να πίνει και την γροθιά σηκωμένη, είχε προβλέψει να πεθάνει τη ημέρα που η Κορίνθιανς θα κέρδιζε έναν τίτλο. Και έτσι πήγαν τα πράγματα. Στις 4 δεκεμβρίου 2011, μόλις στα πενήντα επτά, με την σωματική του κατάσταση εξαντλημένη και εξαιτίας των αλκοολικών υπερβολών του, έφυγε «ο αρχηγός της πιο δυνατής σελεσάο που δεν κέρδισε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, ο αρχηγός της Κορινθιανής Δημοκρατίας, του πιο συγκλονιστικού προοδευτικού κινήματος που τάραξε ποτέ τον παλιομοδίτικο κόσμο του ποδοσφαίρου της Βραζιλίας». Έφυγε ήσυχα όπως αρμόζει σε όσους απεχθάνονται την ειδωλολατρία, την ώρα που η Corinthians του κέρδιζε, όπως είχε προβλέψει. «Θέλω να πεθάνω την κυριακή, την ημέρα που η Κορίνθιανς θα κερδίσει έναν τίτλο». Και έτσι ήρθαν τα πράγματα.


Sócrates  su Carmilla:

Segnali di fumo: Sócrates – Lorenzo Iervolino
di Nicola Gobbi e Simone Scaffidi
[segnalazione a fumetti del libro L. Iervolino, Un giorno triste così felice. Sócrates, viaggio nella vita di un rivoluzionario (2014)]

Sócrates: vita, morte e rivoluzione in un libro
di Simone Scaffidi Lallaro
[recensione del libro L. Iervolino, Un giorno triste così felice. Sócrates, viaggio nella vita di un rivoluzionario(2014)]

 

TAGGED WITH → •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  • 
μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ο μαχόμενος δημοσιογράφος. Συνέντευξη στον Claudio Locatelli

Claudio Locatelli, Τριάντα ετών, από το Curno στην επαρχία Μπέργκαμο, είναι ένας από τους διεθνείς μαχητές που εντάχθηκαν στις κουρδικές τάξεις των YPG για να πολεμήσουν εναντίον του ISIS. Ήταν από τους απελευθερωτές της Raqqa στη Συρία: με τα όπλα στο χέρι αντιμετώπισε τους πολιτοφύλακες του Χαλιφάτου και όταν μπορούσε γύριζε σκηνές αγώνα, παρέχοντας έτσι μια πολύτιμη άμεση δημοσιογραφική μαρτυρία στο πεδίο των μαχών. Ήταν στην Tabqa που τον ονόμαζαν «δημοσιογράφο – μαχητή». Είναι επίσης ο συντάκτης του βιβλίου «No surrender», που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Alberto Marzocchi και συνεχίζει να διαδίδει και να ευαισθητοποιεί για την υπόθεση ενάντια στη  νοοτροπία του τρόμου, της κουρδικής αντίστασης και της επανάστασης στη Rojava στη σελίδα: https://www.facebook.com/Claudio-Locatelli-Il-giornalista-combattente-1918536748367010/

Locatelli, από τι γεννήθηκε αυτή η δραστική επιλογή να ενταχθείτε με τους κούρδους για να πολεμήσετε τους τζιχαντιστές στη Μέση Ανατολή;

Πρώτον, για έναν λόγο συνέπειας: δεν μπορούμε πάντα να ισχυριζόμαστε ότι είμαστε ενάντια στα κακά του κόσμου και στη συνέχεια να μην κάνουμε τίποτα γι ‘αυτό. Πρώτα απ ‘όλα πρέπει να βάλουμε τα χέρια μας στη λάσπη, να βουτήξουμε στην πρώτη γραμμή. Για να αλλάξουμε τα πράγματα πρέπει να εργαστούμε σε πρώτο πρόσωπο, να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα: λάβετε υπ όψιν για παράδειγμα ότι βρισκόμουν ήδη στο μέτωπο του σεισμού στην Amatrice, ακόμη νωρίτερα στην Εμίλια και στο Abruzzo και στο Veneto μετά την πλημμύρα. Ο δεύτερος λόγος είναι πιο συναισθηματικός: το 2014 υπήρξε εκείνο το μεγάλο κύμα βιαιοτήτων που μετατράπηκε σε μια γενοκτονία εις βάρος των γυναικών Yazidi. Εντυπωσιάστηκα πολύ από τις εικόνες που διοχέτευσαν οι ειδήσεις στην τηλεόραση, όπου υπήρχε ένας ολόκληρος λαός στο Σενγκάλ, μια πόλη που βρισκόταν στην ορεινή περιοχή με το ίδιο όνομα στο Ιράκ, η οποία δέχτηκε επίθεση από το Isis. Στη συνέχεια, το 2015 πήγα ως διεθνής παρατηρητής κατά τη διάρκεια του Νεβρόζ, κουρδικοί εορτασμοί, στην κουρδική πρωτεύουσα Ντιγιαρμπακίρ της Τουρκίας και συνάντησα εκεί στα στρατόπεδα Yazidi ολόκληρες οικογένειες προσφύγων, στις οποίες, όμως, έλειπαν οι κόρες. Αυτές είχαν απαχθεί και εξαναγκάστηκαν να γίνουν σκλάβες του σεξ από τους άνδρες του Χαλιφάτου, κατάλληλες μόνο στην ευχαρίστηση εκείνων των θηρίων: για μένα όλα αυτά ήταν ανυπόφορα. Αυτός ο τρόπος σκέψης, η ιδέα ότι υπήρχαν ακόμα οργανωμένες πραγματικότητες που έβλεπαν τις γυναίκες σαν αντικείμενα, σαν δευτερεύουσες πραγματικότητες για μένα δεν ήταν πλέον αποδεκτό. Αυτοί οι λόγοι με έσπρωξαν να διακινδυνεύσω τη ζωή μου σε πρώτο πρόσωπο. Θέλω όμως να διευκρινίσω ότι το ISIS δεν είναι μόνο μια τρομοκρατική ομάδα. Το Isis είναι φασισμός, είναι σεξισμός, είναι θρησκευτικός ριζοσπαστισμός, είναι η ιδέα πως μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη βία στην πολιτική, με λίγα λόγια, όλα αυτά τα πράγματα κατά των οποίων έχω αγωνιστεί πάντα στη ζωή μου, προφανώς όχι με το καλάσνικοφ στο χέρι, ενώ στη Συρία ήταν καθήκον να το κάνω και με αυτό τον τρόπο.

Γιατί γοητευτήκατε τόσο πολύ από το κουρδικό ζήτημα και ιδιαίτερα από τις Ypg;

Εκτός από το να πολεμούμε ενάντια σε κάτι πρέπει πάντα να παλεύουμε για κάτι: ας το παραδεχτούμε, δεν θα είχα κατέβει να θέσω σε κίνδυνο τη ζωή μου μόνο και μόνο για την καταπολέμηση του ισλαμικού κράτους, το έκανα και για να φέρω κάτι καλύτερο. Οι YPG, οι YPJ, οι αντρικές μονάδες και οι γυναικείες μονάδες της πρώτης αντίστασης της Kobane το 2015, είναι ίσως ο κύριος λόγος για τον οποίο αποφάσισα να πολεμήσω. Ήταν και εξακολουθούν να είναι μια ελπίδα για ολόκληρο τον κόσμο. Όταν στις 17 του οκτωβρίου 2017 έπεσε η Raqqa, δεν υπήρξε ένας άνθρωπος στον κόσμο που δεν χάρηκε, που δεν ήταν περήφανος για το αίμα των νεκρών συντροφισσών και συντρόφων μου που έπεσαν για να την απελευθερώσουν και να ελευθερώσουν ως εκ τούτου ολόκληρο τον κόσμο. Το κουρδικό ζήτημα εμπλέκεται σε αυτό, οι κούρδοι είναι ο πρώτος καταπιεσμένος λαός, χωρίς εδαφικότητα, έδωσαν τα πάντα για μας. Θυμάμαι ότι η μάχη τους εναντίον του ISIS είναι μια μάχη για ολόκληρο τον κόσμο. Επί πλέον υπάρχει η επανάσταση για τις γυναίκες, μια επανάσταση που ο κουρδικός λαός στην Rojava οδηγεί με αποφασιστικότητα και δύναμη.

Επί του παρόντος, τα φώτα της δημοσιότητας των μέσων μαζικής ενημέρωσης επάνω στα συριακά γεγονότα φαίνεται να έχει σκιάσει, σαν να έχει τελικά ηττηθεί οριστικά το ISIS, και παρ ‘όλα αυτά συνεχίζονται οι μάχες, έτσι δεν είναι;

Ακριβώς, απολύτως! Πρώτα απ ‘όλα θα ήθελα να σας υπενθυμίσω ότι το Isis δεν νικήθηκε ως νοοτροπία, στην πραγματικότητα είναι πρωτίστως ένας τρόπος σκέψης. Ένας εξτρεμιστικός τρόπος που θα ήθελε τη γυναίκα μόνο στην κουζίνα, μια στάση, μια συμπεριφορά, μια οπτική των πραγμάτων που ο καθένας και από από εμάς θα μπορούσε να αναλάβει. Θυμάμαι ότι οι ευρωπαίοι τρομοκράτες που εντάχθηκαν στο ISIS, συχνά άνθρωποι απροσάρμοστοι, ήταν υποκείμενα με αυτή τη νοοτροπία. Οπότε αυτή η φάση εξακολουθεί να υπάρχει εκεί πέρα. Αντίθετα, στρατιωτικά αντιστέκεται στο Αφγανιστάν και τη Λιβύη, υπάρχουν κύτταρα στη Βοσνία και την Αλβανία και μικρότερα στην Ιταλία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και το Λίβανο. Θυμάμαι ότι μόνο πριν από δύο μήνες οι ιταλικές μυστικές υπηρεσίες οδήγησαν σε 14 συλλήψεις μεταξύ των δικτύων τζιχαντιστών. Στο Udine ένα αγοράκι παραλίγο να τινάξει στον αέρα τον εαυτό του σε ένα γυμνάσιο. Το Isis εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Έχουμε εξολοθρεύσει το κύριο στρατιωτικό κέντρο τους, αλλά πρέπει ακόμα να πολεμήσουμε σε υψηλά επίπεδα. Στη Συρία, στην περιοχή του Ευφράτη, στα σύνορα με το Ιράκ, αναμένουμε να συλλάβουμε τον Abū Bakr al-Baghdādī ήτοι τον ιδρυτή του Isis τους προσεχείς μήνες. Ήδη τον περασμένο μήνα συλλάβαμε τον εκπρόσωπό τους και ακόμη νωρίτερα έναν από τους αρχιτέκτονες της επίθεσης της 11ης σεπτεμβρίου, που κατέληξε στις φυλακές του Assad και στη συνέχεια στρατολογήθηκε με το Χαλιφάτο. Συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε, πολεμούμε, παρά το γεγονός ότι ο κόσμος στράφηκε προς την άλλη πλευρά. Η άλλη ζώνη μάχης στη Συρία αυτή τη στιγμή είναι η ερημική περιοχή, όπου βρίσκονται μικρά χωριά. Σήμερα είναι εκεί ο Botan, ένα αγόρι από τη Varese με τον οποίο πολέμησα στην Raqqa, ο Paolo «Azadi» και πολλοί άλλοι σύντροφοι μου συμπολεμιστές.

Από τα διαρρεύσαντα νέα, φαίνεται ότι οι στρατιώτες του Χαλιφάτου είχαν εξειδικευμένα, σύγχρονα όπλα, ποιοι τους τα προμηθεύουν;

Το Isis ή το Daesh υποστηρίχθηκε από τα ταμεία της Σαουδικής Αραβίας και του Quatar. Θυμάμαι λοιπόν ότι αρχικά οι ΗΠΑ και η Ευρώπη χρηματοδότησαν επίσης τζιχάντ ομάδες ενάντια στον Assad. Ορισμένα από τα χρήματα που προέρχονται από τους φόρους μας και από τους υπόλοιπους ευρωπαίους φορολογούμενους κατέληξαν επίσης σε αυτές τις ομάδες, μερικές από τις οποίες έφτασαν στη συνέχεια να ενωθούν με το ISIS. Όταν κάποιος λέει ότι η Αμερική έχει δημιουργήσει το ISIS, είναι λάθος: μάλλον είναι σωστό να πούμε ότι η Αμερική δημιούργησε το υπόβαθρο από το οποίο γεννήθηκε το ISIS. Πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι το Χαλιφάτο έχει ισχυρές διεθνείς ρίζες, καταφέρνει να αποκτά «ισλαμικές δωρεές» από διάφορα μέρη του κόσμου. Όσον αφορά τα όπλα, μπορώ να σας πω ότι, ενώ για παράδειγμα στη Raqqa εμείς χρησιμοποιούσαμε drones με απλές κάμερες, το ISIS χρησιμοποίησε οπλισμένα drones, έκαστο των οποίων έχει κόστος περίπου 60.000 ευρώ. Ας μιλήσουμε λοιπόν για τα τεράστια χρηματικά διαθέσιμα.

Οι αμερικανοί που είχαν κάποτε βοηθήσει την κουρδική επίθεση, φαίνεται να έχουν παρατήσει τους συμμάχους τους: τι σου ανέφεραν οι σύντροφοί σου σχετικά με αυτό;

Οι αμερικανοί υπήρξαν ναι σύμμαχοι μας,αλλά μόνο στρατιωτικά. Ποτέ δεν αποδεχθήκαμε κάποιον πολιτικό συμβιβασμό στην επανάσταση της Rojava. Θυμάμαι ότι ακόμη και ο Κάστρο στην πρώτη φάση της επανάστασης του στην Κούβα άντλησε κεφάλαια που είχαν συγκεντρωθεί στις ΗΠΑ. Στην αρχική φάση μια επανάσταση δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς συμμάχους. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η Αμερική δεν είναι σύμμαχος εμπιστοσύνης. Αν είχατε τον τρόπο να διαβάσετε το βιβλίο μου, θα είχατε διαβάσει ότι ακόμα και προτού επαληθευτεί αυτό, γνωρίζαμε ότι εκείνη που αποκαλούσα «ημέρα προδοσίας» θα έρθει: όχι επειδή είμαστε προφήτες, αλλά επειδή γνωρίζουμε να διαβάζουμε την ιστορία, ήταν σαφές ότι θα γίνονταν αυτό. 

Οι αμερικανοί ήταν η αεροπορία μας ενάντια στους ισλαμιστές τρομοκράτες, αλλά δεν υπήρξαν τέτοιοι στην Αφρίν. Στις 18 μαρτίου η ελεύθερη πόλη μας έπεσε, εισέβαλε πίσω από τις πλάτες μας η Τουρκία. Οι αμερικανοί μας εγκατέλειψαν, αφήνοντάς τους να εισβάλουν στα μέρη μας μετά από έναν ανταρτοπόλεμο δύο μηνών, που διεξήχθη εναντίον ενός στρατιωτικού συνόλου που είχε εξοπλισμό που δεν μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε. Εκεί χάσαμε εκατοντάδες συντρόφους και συντρόφισσες. Ένα πράγμα που μπορώ να προσθέσω είναι ότι επί του παρόντος μια άλλη θέση είναι εκείνη της Γαλλίας, η οποία θέλει να αποκαταστήσει μια παγκόσμια σύλληψη-επιρροή ισχυρής γεωπολιτικής. Έχουν αναπτύξει στρατεύματα στο έδαφος, τα οποία δεν χρησιμοποιούν. Συντονίζονται μαζί μας από την άποψη της εφοδιαστικής, αλλά δεν κάνουν τίποτα αυτή τη στιγμή. Ελπίζουν ότι από τη στιγμή που θα φύγουν οι αμερικανοί θα μπορούν να πάρουν τον έλεγχο της περιοχής υφαίνοντας μια συμμαχία μαζί μας. Είμαστε πολύτιμοι τόσο για τους αμερικανούς όσο και για τους γάλλους, επειδή αποτελούμε την τελευταία σταθερή πραγματικότητα ενάντια στο ισλαμικό κράτος, δεν στεκόμαστε στο πλευρό του Άσαντ που δεν είναι σύμμαχός μας, αλλά δεν είναι ούτε και εχθρός μας.

Αυτή τη στιγμή, απ’ ότι γνωρίζετε, πόσοι ιταλοί είναι στρατευμένοι και πολεμούν ανάμεσα στις κουρδικές γραμμές;

Μπορώ να σου πω ότι από το 2015 περίπου είκοσι ιταλοί έχουν συμμετάσχει στην επίθεση εναντίον του ISIS με το κουρδικό στρατό. Υπήρχαν τέσσερις από εμάς στη Raqqa: εγώ, ο Botan, ένα αγόρι από το Τορίνο και ένα άλλο αγόρι από τη Senigallia.

Θα ξαναφύγεις για το μέτωπο;

Έδωσα την συμβολή μου, θέτοντας τη ζωή μου σε κίνδυνο, αλλά η μάχη δεν σταματά στο πεδίο. Προς το παρόν προσπαθώ να διαθέσω τις ικανότητές μου, τα μέσα επικοινωνίας μου για να υποστηρίξω την υπόθεση. Αλλά αν η Τουρκία επιτεθεί σε ολόκληρη την επανάσταση μας, ειδικά αν επιτεθεί για να πάρει την Qamişlo, που για μένα είναι πολύ συμβολική επειδή είναι η μεγαλύτερη πόλη που έχουμε, αν δεν ήταν απλώς μια χαμένη μάχη, αλλά ολόκληρη η επανάσταση να καταρρέει, δεν ξέρω αν θα μπορούσα να μείνω εδώ να παρακολουθώ.

Μια τελευταία ερώτηση, διαφορετικού χαρακτήρα από τις προηγούμενες: σε περισσότερες από μία συνεντεύξεις, ο δημοσιογράφος σε υπηρεσία σας ρώτησε αν έχετε σκοτώσει εχθρούς. Ίσως ελπίζοντας στoν εντυπωσιασμό sensazionalità μιας απάντησης, προσποιούμενος πως ξεχνά ότι στον πόλεμο δεν πηγαίνει κάποιος για να παίξει;

Ακριβώς, συχνά θέτοντας μου τέτοιες ερωτήσεις αναζητούν τον εντυπωσιαμό, ξεχνώντας ότι είναι ένας πόλεμος. Όπως έχω πει επανειλημμένα, σιχαίνομαι τον πόλεμο: πρέπει πάντα να αποφεύγεται ως αποτυχία κάθε διπλωματίας. Βεβαίως, η κατοχή, η ζωή σε καταπίεση δεν αποτελεί εναλλακτική λύση, όπως δεν αποτελεί εναλλακτική να αφήνεις εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες να πεθάνουν. Δεν νομίζω λοιπόν ότι είναι μια κατάλληλη ερώτηση: δεν είναι ένα παιχνίδι, δεν βρεθήκαμε εκεί για να παίξουμε. Ήταν μια θυσία που κάναμε και πολλοί από μας πέθαναν.

Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι δύο εμπνευσμένες προσωπικότητες της διαδρομής μου ήταν ο Νέλσον Μαντέλα και ο Φιντέλ Κάστρο. Το 2008 είχα δώσει το λόγο μου ότι θα πήγαινα στην κηδεία και των δύο και έτσι έγινε. Το 2013 ήμουν στην κηδεία του Μαντέλα και το 2016 σε εκείνη του Κάστρο. Αυτό για να εξηγήσω ποια είναι η ψυχολογική και πολιτική μου πορεία, και πώς έφτασα να επιλέξω να αφιερώσω τη ζωή μου σε κάτι τόσο βαθύ όπως εκείνο για το οποίο μιλήσαμε.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

διανόηση

Πέθανε ο Domenico Losurdo, φιλόσοφος και μαρξιστής

Εδώ δημοσιεύουμε τη μνήμη του Δικτύου των Κομμουνιστών και του Stefano G. Azzarà, ο οποίος σπούδασε και εργάστηκε με τον Losurdo.

Ο θάνατος του λόγιου, του ακαδημαϊκού, του συντρόφου Domenico Losurdo, είναι μια απώλεια που βαραίνει. Ειδικά σε μια ιστορική φάση, όπως αυτή στην οποία ζούμε, όπου οι λόγοι και οι αιτίες για την εναλλακτική λύση, την κοινωνική λύτρωση και την απελευθέρωση από την μισθωτή εργασία φαίνονται θολές και χαμένες κάτω από το βάρος και την προφανή διάχυση της αστικής επίθεσης.

Ο Losurdo ήταν ένας κομμουνιστής διανοούμενος με τα όλα του. Ο Losurdo υπήρξε ένας επιστήμονας της θεωρίας ο οποίος – ως υλιστής και, επομένως, ως αυθεντικός μαρξιστής – δεν έβγαλε ποτέ το καπέλο του μπροστά στις κυρίαρχες ιδεολογίες και τις γιγαντιαίες μορφές άσκησης και εντολής τους, επιβολής τους. Ποτέ μπανάλ, ποτέ κοινότυπος, ποτέ συνηθισμένος, ποτέ δογματικός, ποτέ ιμπρεσιονιστικός απέναντι στο κοινωνικό θέμα που μελέτησε, ερμήνευσε και, όταν είναι απαραίτητο, με σοφία απομυθοποίησε. Στο πλαίσιο αυτό, ο Domenico Losurdo συνέβαλε σημαντικά στη γενικότερη διαδικασία της κριτικής του φιλελευθερισμού σε όλες τις ποικίλες παραστάσεις του και του καπιταλισμού. Από τη φιλοσοφική και την ιστορική πλευρά η μελέτη και η αυστηρή έρευνα του Losurdo συνέβαλαν στην διάλυση, στην αποδόμηση κάποιων (ισχυρών) καπιταλιστικών αφηγήσεων πάνω σε θέματα και κομβικά σημεία θεμελιώδους σημασίας όχι μόνο για να κομματιάσει, να αποσυνθέσει το ιδεολογικό σύστημα της κυρίαρχης σκέψης αλλά και για να διατηρήσει ανοικτό – επάνω σε όλο το τόξο των αντιθέσεων – τον δρόμο της κοινωνικής αλλαγής, της εναλλακτικής στο σύστημα και του σοσιαλισμού.

Στα κείμενά του, η προσπάθεια, η ώθηση για αλλαγή και στην ανάγκη για επαναστατική ρήξη είναι πάντα παρούσα χωρίς να ξεχνά ποτέ την ιστορία, την εποποιία, αλλά και την ανάγκη μια ισορροπίας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και μερικών από τους μεγάλους εκφραστές του που σημάδεψαν, σε κάθε περίπτωση, την σύγχρονη εποχή μας.

Τα έργα που έχει συντάξει και η μελέτη που συσσωρεύτηκε εδώ και δεκαετίες, είναι τεράστια, τόσο στην Ιταλία όσο και σε άλλες χώρες. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Domenico Losurdo εκτιμήθηκε και από εκείνους που, αν και από θεωρητικές θέσεις μακρινές από τον μαρξισμό, αναγνώριζαν την ποιότητα και τη σοβαρότητα της ιδεολογικής και πνευματικής συμβολής του Domenico.

Τώρα είναι η στιγμή του πένθους και των συλλυπητηρίων αλλά θα επιστρέψουμε, με πιο συστηματικό τρόπο, στην συμβολή που επεξεργάστηκε ο Losurdo με την ελπίδα να διατηρηθεί ζωντανή η «μάχη των ιδεών» και ο σε βάθος αγώνας ενάντια σε κάθε προσπάθεια επιβεβαίωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ως «τέλος της ιστορίας».

Rete dei Comunisti Δίκτυο Κομουνιστών

*****

Από την συνέντευξη που κλείνει το βιβλίο μου “L”humanité commune: Dialectique hégélienne, critique du libéralisme et reconstruction du matérialisme historique chez Domenico Losurdo” (Delga, Paris 2012).

Ευχαριστώ για όλα.
_________________

Azzarà. Πώς αυτή η θεωρητική αδυναμία επάνω στο κράτος επηρεάζει την κατάσταση της σημερινής αριστεράς; Η Ευρώπη έρχεται αντιμέτωπη σήμερα με επιβλητικούς μετασχηματισμούς που αλλάζουν το πρόσωπο του κόσμου. Οι μετασχηματισμοί αυτοί αφορούν τις διεθνείς ισορροπίες δυνάμεων σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, αλλά και την ισορροπία μεταξύ Κράτους και αγοράς, τη φύση της δημοκρατίας, τις μεγάλες μεταναστεύσεις. Η αριστερά δεν φαίνεται να έχει σήμερα ούτε ιδέες, ούτε πολιτικές προοπτικές.

Losurdo. Με την κρίση πρώτα και μετά με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», στη Δύση και στην Ιταλία ειδικότερα, η αριστερά έχασε κάθε πραγματική αυτονομία. Σε ιστορικό επίπεδο ουσιαστικά συνήγαγε από τους νικητές την ιστορική αξιολόγηση του εικοστού αιώνα. Δύο είναι τα κεντρικά σημεία αυτής της εκτίμησης: για ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της, η σοβιετική Ρωσία είναι η χώρα της φρίκης και ακόμη και της εγκληματικής τρέλας. Όσον αφορά την Κίνα, η τεράστια οικονομική ανάπτυξη που σημειώθηκε από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 δεν έχει καμία σχέση με τον σοσιαλισμό, αλλά μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τη μετατροπή της μεγάλης ασιατικής χώρας στον καπιταλισμό. Ξεκινώντας από αυτούς τους δύο ακρογωνιαίους λίθους, κάθε προσπάθεια να οικοδομηθεί μια μετα-καπιταλιστική κοινωνία γίνεται αντικείμενο ολικής κατεδάφισης ή ακόμη και ποινικοποίησης, και η μοναδική πιθανή σωτηρία έγκειται στην υπεράσπιση ή την αποκατάσταση του καπιταλισμού. Είναι παράδοξο, αλλά ακόμη και με αποχρώσεις και μερικές φορές κρίσεις- αξιολογήσεις και απόψεις διαφορετικές, αυτή η εκτίμηση συχνά προσυπογράφεται από την αριστερά, συμπεριλαμβανομένης της «ριζοσπαστικής».
Ακόμη πιο σοβαρή είναι η υποτέλεια την οποία δείχνει η αριστερά πιο συγκεκριμένα σε θεωρητικό επίπεδο. Αναλύοντας τη μεγάλη ιστορική κρίση που αναπτύσσεται στον εικοστό αιώνα, η κυρίαρχη ιδεολογία προσεκτικά αποφεύγει να μιλάει για καπιταλισμό, σοσιαλισμό, αποικιοκρατία, ιμπεριαλισμό, μιλιταρισμό. Αυτές οι κατηγορίες θεωρούνται υπερβολικά χυδαίες. Οι τρομερές συγκρούσεις και οι τραγωδίες του Εικοστού αιώνα αντιθέτως ερμηνεύονται με την εμφάνιση «πολιτικών θρησκειών» («Voegelin»), «ιδεολογιών» και «ολοκληρωτικών μορφών σκέψης» (Bracher), «φιλοσοφικού absolutism» ήτοι «επιστημολογικού ολοκληρωτισμού» «(Kelsen), της αξίωσης του  »ολικού οράματος» και της « ολικής γνώσης » που ήδη στον Μαρξ παράγει τον  »φανατισμό της βεβαιότητας» (Jaspers), της « αξίωσης ολικής εγκυρότητας » που προωθήθηκε από τις ιδεολογίες του εικοστού αιώνα (Arendt).

Αν αυτή είναι η προέλευση της ασθένειας του εικοστού αιώνα, το φάρμακο είναι έτοιμο: αρκεί μια ένεση «αδύναμης σκέψης», «σχετικισμού» και «μηδενισμού» (σκέφτομαι τον Vattimo της δεκαετίας του 80). Με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο η αριστερή συνεισφέρει σημαντικά στην κατάργηση των θεμελιωδών κεφαλαίων της ιστορίας: οι σφαγές και οι αποικιακές γενοκτονίες θεωρητικοποιήθηκαν ήσυχα και τέθηκαν σε εφαρμογή σε μια περίοδο που ο φιλελευθερισμός συνδυάστηκε συχνά με τον εμπειρισμό και την προβληματική, ακόμη και πριν από την έλευση της δυνατής σκέψης του δέκατου ένατου αιώνα, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος επέβαλε με τον τρόμο σε ολόκληρο τον ενήλικο αρσενικό πληθυσμό την διαθεσιμότητα και την ετοιμότητα να σκοτώσει και να σκοτωθεί.

Επιπλέον, ο Nietzsche συχνά γιορτάζεται ως κατ ‘εξοχήν ιατρός της ασθένειας του εικοστού αιώνα, στον οποίον αποδίδεται ο έπαινος ότι είχε αντιταχθεί σε «ένα ψεύδος που διαρκεί εδώ και χιλιετίες» και προσθέτει: «Ανακάλυψα εγώ πρώτος την αλήθεια, ακριβώς επειδή αισθάνθηκα πρώτος το ψέμα ως ψέμα, το μυρίστηκα » (Ecce homo, Γιατί είμαι ένα πεπρωμένο, 1). Η ιδέα της αλήθειας είναι τόσο εμφατική, ώστε όσοι είναι απρόθυμοι να την δεχτούν πρέπει να θεωρηθούν παράφοροι, τρελοί: ναι, πρέπει να τελειώνουμε με τις «πνευματικές ασθένειες» και με το «ψυχιατρείο ολόκληρων χιλιετιών» (The Antichrist, § 38). Από την άλλη πλευρά, ο υποτιθέμενος πρωταθλητής της «αδύναμης σκέψης» και του «σχετικισμού» δεν διστάζει να ξεστομίζει συνθήματα τελεσίγραφα: υπεράσπιση της δουλείας ως αναπόφευκτη θεμελίωση του πολιτισμού, «εξόντωση εκατομμυρίων malriusciti, αποτυχημένων», «εξόντωση των παρακμιακών φυλών»! Η θεωρητική και πολιτική πλατφόρμα που πρότεινε στον καιρό του ο Vattimo – αλλά που ο ίδιος ο Vattimo φαίνεται να αμφισβητεί σήμερα – μου φαίνεται ανυπόστατη από κάθε άποψη.
Άλλα ρεύματα δεσπόζουσας σκέψης δείχνουν την θεραπεία για τις τραγωδίες του Εικοστού αιώνα, όχι πλέον στον σχετικισμό, αλλά, αντίθετα, στην ανάκτηση της σταθερότητας των ηθικών κανόνων, που θυσιάστηκαν από κομμουνιστές και ναζιστές στο βωμό του μακιαβελισμού και της Realpolitik (Aron και Bobbio) ήτοι της φιλοσοφίας της ιστορίας και της υποτιθέμενης ιστορικής αναγκαιότητας (Βerlin και Arendt).

Στην αριστερά και στην ίδια την ριζοσπαστική αριστερά (σκεφτείτε την «Αυτοκρατορία» των Hardt και Negri) έχει γίνει σημείο αναφοράς κυρίως η Arendt. Έχει αφαιρεθεί ή καταγράφεται η κατεδάφιση στην οποία αυτή προχωρά του Μαρξ και της γαλλικής επανάστασης με το εορτασμό που συνδέεται με την αμερικανική επανάσταση (και το συνακόλουθο έμμεσο φόρο τιμής στον γενεαλογικό μύθο που μεταμορφώνει τις ΗΠΑ ως «αυτοκρατορία για την ελευθερία», σύμφωνα με τον αγαπητό ορισμό του Jefferson , ο οποίος ήταν επίσης ιδιοκτήτης σκλάβων). Σε αυτή την περίπτωση, ακόμα πιο εκκωφαντική είναι η σιωπή της αποικιοκρατικής και ιμπεριαλιστικής παράδοσης πίσω από τις τραγωδίες του εικοστού αιώνα. Η Arendt καταδικάζει την ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας στη γαλλική επανάσταση και ιδιαίτερα στον Μαρξ και στο κομμουνιστικό κίνημα, αλλά ξεχνά ότι το κομμουνιστικό κίνημα δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα ενάντια στην θέση του αναπόφευκτου και θεόσταλτου χαρακτήρα της υποταγής και κάποιες φορές της εξόντωσης των «κατώτερων φυλών» από πλευράς Δύσης, δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα ενάντια στο » κόμμα του πεπρωμένου «, σύμφωνα με τον αγαπητό χαρακτηρισμό του Hobson, του άγγλου κριτικού του ιμπεριαλισμού, που διαβάστηκε και εκτιμήθηκε από τον Λένιν.

Η Arendt αντιπαραθέτει αρνητικά την γαλλική επανάσταση, που αναπτύχθηκε με την ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας, στην αμερικανική επανάσταση, η οποία θριαμβεύει κάτω από το έμβλημα της ιδέας της ελευθερίας. Στην πραγματικότητα, η ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας ενεργεί με διάφορους τρόπους και στις δύο επαναστάσεις: αν στη Γαλλία η χειραφέτηση των σκλάβων θεωρείται αναπόφευκτη, που είναι, η οποία στην πραγματικότητα επιβάλλεται από τη Σύμβαση των ιακωβίνων, στις ΗΠΑ το μότο του Manifest Destiny καθαγιάζει την κατάκτηση της Δύσης, ασταμάτητη, παρά την απροθυμία και την αντίσταση των ερυθρόδερμων, οι οποίοι ήδη στα μάτια του Φράνκλιν προορίζονται από την «Θεία Πρόνοια» να σαρωθούν.
Η Arendt πεθαίνει το 1975, όχι ακόμη εβδομήντα ετών. Σε αυτό το πρώιμο θάνατο υπάρχει ένα παράδοξο στοιχείο τύχης στο φιλοσοφικό επίπεδο. Μόνο αργότερα παρεμβαίνουν οι ιστορικές εξελίξεις που παραποιούν πλήρως τη θεωρητική πλατφόρμα της φιλόσοφου που έφυγε: αρχίζοντας από την προεδρία Ρήγκαν, είναι ακριβώς οι Ηνωμένες Πολιτείες που κραδαίνουν τη σημαία της φιλοσοφίας της ιστορίας εναντίον της ΕΣΣΔ και των χωρών που αναφέρονται στον κομμουνισμό, που προορίζονται να καταλήξουν στα «σκουπίδια της ιστορίας» και για να έρθουμε στις μέρες μας το διακηρύττουν ο Ομπάμα και η Χίλαρι Κλίντον «από την λάθος πλευρά της ιστορίας». Μακροχρόνιοι αλλά λιγότερο τυχεροί στο φιλοσοφικό επίπεδο είναι οι απόγονοι της Arendt, οι οποίοι συνεχίζουν να επαναλαμβάνουν το παλιό παιδικό τραγουδάκι, χωρίς να αντιληφθούν τη ριζική ανατροπή των θέσεων που συνέβησαν εν τω μεταξύ σε παγκόσμιο επίπεδο.
Υποταγμένη στο επίπεδο της ιστορικής αξιολόγησης καθώς και των φιλοσοφικών κατηγοριών, η αριστερά (συμπεριλαμβανομένης της ριζοσπαστικής) είναι προφανώς ανίκανη να προχωρήσει σε μια «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Ακόμη περισσότερο, αν έχουμε κατά νου ότι στην θεωτητική-πολιτική καταστροφή συνέβαλε περαιτέρω μια άθλια κίνηση, αυτή που αντιπαραθέτει αρνητικά τον «ανατολικό μαρξισμό» στον «δυτικό μαρξισμό». Πίσω από αυτή την κίνηση δρα μια μακρά και δυσάρεστη παράδοση.

Στην Ιταλία, αμέσως μετά την επανάσταση του οκτωβρίου, ο Filippo Turati, ο οποίος συνεχίζει να επαγγέλεται τον μαρξισμό, δεν μπορεί να δει στα Σοβιέτ τίποτε άλλο παρά την πολιτική έκφραση μιας βαρβαρικής «ορδής» (ξένης και εχθρικής προς τη Δύση) ). Από τη δεκαετία ’70 του περασμένου αιώνα, η απόκλιση ανάμεσα στους ανατολικούς μαρξιστές και τους δυτικούς μαρξιστές είδε να αντιπαρατίθενται από την μια τους μαρξιστές που ασκούν την εξουσία και από την άλλη τους μαρξιστές που βρίσκονται στην αντιπολίτευση και οι οποίοι επικεντρώνονται όλο και περισσότερο στην «κριτική θεωρία», στην «αποδόμηση» ή μάλλον στην καταγγελία της εξουσίας και των σχέσεων εξουσίας ως τέτοιες, και που προοδευτικά στην απομάκρυνση τους από την εξουσία και από τον αγώνα για την εξουσία θεωρούν ότι αναγνωρίζουν την προνομιούχα προϋπόθεση για την ανακάλυψη του «αυθεντικού» μαρξισμού.

Είναι μια τάση που σήμερα φτάνει στο αποκορύφωμά της στη διατριβή-θέση που διατύπωσε ο Holloway, σύμφωνα με την οποία το πραγματικό πρόβλημα είναι «να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία»! Ξεκινώντας από αυτές τις προϋποθέσεις, τι μπορεί κανείς να καταλάβει για ένα κόμμα όπως το κινεζικό κομμουνιστικό Κόμμα που, με τη διαχείριση της εξουσίας σε μια χώρα-ήπειρο, την απελευθερώνει από την οικονομική εξάρτηση (καθώς και από την πολιτική), από την υπανάπτυξη και τη μαζική δυστυχία- μιζέρια, κλείνει τον μακρύ ιστορικό κύκλο χαρακτηριζόμενο από την υποταγή και την εξόντωση των μη ευρωπαϊκών πολιτισμών από την αποικιοκρατική και ιμπεριαλιστική Δύση, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι όλο αυτό είναι μόνο το πρώτο βήμα σε μια μακρά διαδικασία οικοδόμησης μιας μετα-καπιταλιστικής κοινωνίας ;

* από το Facebook

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Από το άτομο στην κοινωνία, η ουσιαστική ουτοπία της Ροζάβα, Rojava

Το βιβλίο της γερμανικής ιστοσελίδας πληροφόρησης Lower Class Magazine βγαίνει στην Ιταλία, μια μακρά έκθεση- reportage από το Κουρδιστάν που επικεντρώνεται στην ανάλυση των εργαλείων του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού και της υλοποίησής του. Σε ένα διπλό επίπεδο: εκείνο το προσωπικό, για το άτομο, την δημιουργία του νέου ανθρώπου, και εκείνο το συλλογικό, τον μετασχηματισμό της κοινωνίας

“Για εμάς ιδεολογία, τρόπος ζωής και στρατιωτικός αγώνας στέκονται μαζί, είναι το ίδιο πράγμα, είναι ένα και το αυτό. Δεν είναι ότι τριγυρνάμε με το Καλάσνικοβ στο ένα χέρι και ένα βιβλίο στο άλλο, αλλά ο τρόπος ζωής μας βασίζεται στην ενότητα της επαναστατικής σκέψης και της καθημερινής πρακτικής”.

Τα λόγια του Heval Azad, που συλλέγονται από το περιοδικό Lower Class, είναι η καρδιά της επανάστασης που βρίσκεται στα σκαριά στο Κουρδιστάν: η προσωπική πορεία του μεμονωμένου επαναστάτη και η συλλογική πορεία ολόκληρης της κοινωνίας. Αφηγημένη από πολλές απόψεις και οπτικές, πρωταγωνίστρια βιβλίων, ρεπορτάζ, ντοκιμαντέρ που προσθέτουν η καθεμιά ένα κομμάτι σε μια μοναδική και συγκεκριμένη διαδικασία, πραγματική, η διαδικασία του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Ροζάβα βρήκε μια επιπλέον φωνή στο «Μια πραγματική ουτοπία, Un’utopia concreta «: το μονοπάτι που ακολουθούν οι άνθρωποι που το χτίζουν.

Το βιβλίο, «Μια ουσιαστική ουτοπία. Τα βουνά του Κουρδιστάν και η επανάσταση στη Ροζάβα: ένα ταξιδιωτικό ημερολόγιο «που δημοσιεύθηκε στην ιταλική γλώσσα από το Rete Kurdistan (Unaltrastoria, σελίδες 220, 16 ευρώ) θα παρουσιαστεί σήμερα στο Acrobax στη Ρώμη στη Via della Vasca Navale 6 στις 18.30) . Ένα μεγάλο ρεπορτάζ, παιδί των ταξιδιών στο Κουρδιστάν μιας ομάδας γερμανών δημοσιογράφων μεταξύ του 2016 και του 2017, που αντιμετωπίζει τη Ροζάβα από διαφορετικές οπτικές γωνίες, που εμβαθύνει τις ψυχές της επανάστασης και τις φυσικές αντιθέσεις της, που μέσω της αφήγησης των δημοσιογράφων του Lower Class Μagazine – ενός γερμανικού ιστότοπου πληροφοριών δραστήριου από το 2013, που αφιερώνεται στην ανάλυση γεγονότων ανά τον κόσμο, από τη Μέση Ανατολή έως τη Λατινική Αμερική – φέρνει τον αναγνώστη μέσα στην Ιστορία.

Η πραγματικότητα της επανάστασης είναι η πραγματικότητα των τόπων, που περιγράφονται και ζωγραφίζονται μεταξύ των σελίδων, καθιστώντας ευκολότερη την απεικόνιση στο φαντασιακό του περιβάλλοντος και των πρωταγωνιστών, των στόχων και των φόβων τους. Ένα δημοσιογραφικό αλλά ταυτόχρονα μαχητικό, αγωνιστικό ντοκουμέντο, ένα μείγμα ανιχνεύσιμο στις μαρτυρίες των δημοσιογράφων που έχουν ζήσει επί μήνες δίπλα στον πληθυσμό, στα σπίτια των γυναικών και στα σπίτια του λαού, των μονάδων λαϊκής άμυνας Ypg και Ypj.

Αναδυόμενο είναι το διπλό επίπεδο της επανάστασης, δύο αναγκαιότητες που συναντιούνται δίδοντας πλαστικότητα στην αλλαγή: το ατομικό επίπεδο, του ατόμου, που εννοεί την πολιτική ως κύρια δραστηριότητα της καθημερινής ζωής, και το συλλογικό επίπεδο, η κοινή πορεία προς έναν αναγνωρισμένο στόχο που συνοψίζεται καλά με την κουρδική λέξη Rehevalti, το αίσθημα κοινότητας ανάμεσα σε συντρόφισσες και συντρόφους που έχει στη βάση το σχηματισμό του νέου ανθρώπου θεωρημένο από τον αρχηγό του Pkk Ocalan. Και μέσω του νέου ανθρώπου η δημιουργία μιας νέας κοινωνίας, δυνατή μόνο μέσω της μετατροπής της ατομικής και συλλογικής νοοτροπίας.

Μέσα στις σελίδες βρίσκει χώρο η περιγραφή των τόπων, του περιβάλλοντος, του φυσικού πλούτου του, η φιλοσοφία του Ocalan, η οποία, μέσω της καθημερινής εργασίας και κατάρτισης, γίνεται συγκεκριμένη, γίνεται πραγματικότητα, η αυτοκριτική και η αυτο-ανάλυση, βασικά-θεμελιώδη εργαλεία για την προώθηση της διαδικασίας. Και υπάρχουν τα φυσικά κοινωνικά εμπόδια, η συνειδητοποίηση της ύπαρξής τους και, συνεπώς, η ανάγκη της δράσης βήμα προς βήμα, χωρίς ρήξεις ούτε επιβολές.

“Ένα από τα πιο εντυπωσιακά πλεονεκτήματα του κουρδικού κινήματος κατά τη γνώμη μου είναι ότι κατά το διάστημα αυτό κατάλαβε τη διαλεκτική των προσωπικών, συλλογικών και κοινωνικών αλλαγών στο σύνολό τους και τις έθεσε σε εφαρμογή – γράφει στο βιβλίο ο Peter Schaber, συντάκτης του περιοδικού Lower Class και το 2017 μέλος των YPG στην επιχείρηση απελευθέρωσης της Raqqa – Ένα μέρος αυτού του αγώνα λαμβάνει χώρα μέσα μας. Οι σχέσεις-δεσμοί με το καπιταλιστικό σύστημα, την πατριαρχία και το Κράτος θα ξεπεραστούν όταν τα κακά χαρακτηριστικά που κληρονομήσαμε θα εγκαταλειφθούν. Το δεύτερο επίπεδο ασχολείται με τον τρόπο ζωής στην συλλογικότητα τους, με συντρόφισσες και συντρόφους, στο περιβάλλον τους, με τον πληθυσμό. Το τρίτο επίπεδο στοχεύει στην επανάσταση της κοινωνίας στο σύνολό της, τελικά σε παγκόσμιο επίπεδο”.

Ένα κείμενο που πρέπει να διαβάσουμε για να κατανοήσουμε καλύτερα μια διαδικασία που προσελκύει την προσοχή πολλών δυτικών αριστερών κινημάτων, τα οποία σήμερα συχνά αδυνατούν να διατυπώσουν νέες στρατηγικές για την ανάλυση της πραγματικότητας, αλλά έχοντας επίγνωση της ανάγκης για ένα παγκόσμιο δίκτυο αντίστασης στον νεοκαπιταλισμό. Με αυτή την έννοια, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η εστίαση που αφιερώνει η «Μια συγκεκριμένη-ουσιαστική ουτοπία», “Un’utopia concreta”, στην οικονομία της Ροζάβα, στις νέες μορφές αυτοδιαχείρισης και συνεταιρισμού.

Από Nena News

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ιστορία, storia

Εγώ είμαι η Κομμούνα

του Sandro Moiso

Marco Rovelli, Il tempo delle ciliegie, Ο καιρός των κερασιών, elèuthera 2018, pp. 125, € 14,00

Σε αυτές τις εποχές ισχνών και κοκαλιάρικων αγελάδων για αυθεντικό πολιτικό προβληματισμό και, αντίθετα, την ώρα που μας καταβρέχουν με κενές συζητήσεις επικοινωνιακο-ιδεολογικές γύρω από μια κακώς γεννημένη κυβέρνηση, το κείμενο του Marco Rovelli για την επαναστατική εμπειρία της Louise Michel, αποκαλύπτεται απολύτως απελευθερωτικό και απαραίτητο, μια από τις πιο ένθερμες υποκινήτριες της παρισινής Κομμούνας του 1871, που δημοσίευσε η elèuthera. Κείμενο στο οποίο ο συγγραφέας, που τον είλκυσαν ιδιαίτερα τα γεγονότα και οι ζωές γυναικών που αναμετρήθηκαν με την επαναστατική εμπειρία, θέτει την εμπειρία του ως συγγραφέα και μαχητικού διανοουμένου αγωνιστή στην υπηρεσία μιας εξαιρετικής υπόθεσης, ενός υπέροχου σκοπού.

Φανταστικού τόσο λόγω της παραδειγματικής-εμβληματικής ζωής και των αγώνων της γαλλίδας αναρχικής, όσο και για το πείραμα, που σήμερα υποτιμάται και που το θυμόμαστε σχεδόν πάντα με μάλλον πολύ επιφανειακό και ρητορικό τρόπο,το οποίο, τουλάχιστον για τη δυτική Ευρώπη, έθεσε ξεκάθαρα στους εργαζόμενους, στους προλετάριους και στους επαναστάτες που αγωνίζονται ενάντια στο υπάρχον, την αδυναμία συνεργασίας με την εθνική έννοια ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, όπως η μπουρζουαζία και το προλεταριάτο, των οποίων τα πολιτικά, οικονομικά και ιστορικά συμφέροντα ήταν (και παραμένουν) ριζικά διαφορετικά και αποκλίνοντα.

Ένα θέμα επάνω στο οποίο, σε περιόδους πρόχειρων, γενικόλογων αντιφασιστικών εκκλήσεων, αντί-μπερλουσκονικού χαρακτήρα και πολύ συχνά ουσιαστικά καθώς πρέπει χαρακτήρα μιας αριστεράς που αποκαλύπτεται ότι είναι κουραστική ακόμη και όταν δεν είναι αυστηρής ρεντζιανικής συμμόρφωσης, θέμα που έχει την τάση να συγκαλύπτει [αυτή η αριστερά] επειδή προορίζεται να φέρει στο προσκήνιο συγκεκριμένα προβλήματα όπως εκείνο της πραγματικά ανταγωνιστικής και επαναστατικής δράσης κατά του σημερινού τρόπου παραγωγής και της χρήσης της βίας και της οργάνωσής της από πλευράς των κινημάτων αντίστασης ενάντια στις συνθήκες ζωής και εργασίας που καθορίζονται από τον καπιταλισμό, όχι μόνο χρηματοοικονομικό.io.

Ένα θέμα που αντικατοπτρίζεται σε κάθε τρέχουσα πάλη: από την Rojava έως την Val di Susa, από το ZAD της Notre Dame des Landes στο Salento. Αγώνες και εμπειρίες των οποίων οι πρωταγωνιστές δεν θα μπορέσουν ποτέ να δηλώσουν τίποτε άλλο από: Είμαστε η Κομμούνα! Έτσι ακριβώς όπως οι φοιτητές του παρισινού Μάη θα μπορούσαν να το φωνάξουν, οι εργάτες του Μιραφιόρι των μεγάλων αγώνων εκεί ανάμεσα στη δεκαετία του Εξήντα και του ’70, οι εργάτες του Ανατολικού Βερολίνου το 1953 και οι ούγγροι επαναστάτες του 1956 μαζί με όλους εκείνους που ξεσηκώθηκαν, ξεσηκώνονται και πάλι θα ξεσηκωθούν ενάντια στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων και που, όσο θα υπάρχουν τα νομικά όρια-σύνορα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και του Κράτους, δεν θα έχουν ποτέ φιλικές κυβερνήσεις.
Όπως οι πρωταγωνιστές των γεγονότων που αναφέρονται στις σελίδες, γεμάτες ζωή και προσεκτικές στην ιστορική ανακατασκευή, που μεταφέρουμε παρακάτω.

“Εγώ είμαι η Κομμούνα. Το ατελείωτο πλήθος των ανωνύμων. Η φωτιά που απελευθερώνει μια καινούργια στιγμή, νέους καιρούς. Η γιορτή αυτού που γίνεται, του νέου γίγνεσθαι. Η ευτυχία του καθενός και όλων, όλων και καθενός, η μια συνθήκη της άλλης. Είμαι η Κομμούνα, ο χρόνος που ξαναγεννιέται και φλέγεται, ο χρόνος που αναπαράγεται διαιρώντας, δύο με δύο όπως τα κεράσια, σε μια ατέρμονη αλυσίδα και χωρίς κέντρο. Είμαι η Κομμούνα και ως εκ τούτου δεν είμαι εγώ, αλλά η διάχυση των σωμάτων και των ψυχών που μπερδεύονται σε μια δέσμη ατελείωτων ήχων, η οποία ανυψώνεται στον ουρανό και επεκτείνει τα όρια του, επειδή δική μας είναι δύναμη, το θάρρος είναι δικό μας, δική μας είναι η χαρά. Είμαι η Κομμούνα, που δεν μπορεί να πεθάνει, και χορεύει.

Ήταν όταν ο Thomas και ο Lecomte ήρθαν να ανακτήσουν τα κανόνια μας που ξεσηκωθήκαμε. Ήταν η 18η μαρτίου. Την προηγούμενη ημέρα ο Thiers είχε δώσει το τελεσίγραφο. Οι πρώσοι έφυγαν, οπότε δώστε μας πίσω τα κανόνια και υπακούστε στην καθεστυκειία τάξη. Αλλά ποιος πίστευε πλέον στους στρατηγούς στους οποίους μας ζητήθηκε να υποβληθούμε; Στο Παρίσι δεν πιστεύαμε πλέον κανέναν. Και ούτως ή άλλως, ναι, ο Thiers είχε δίκιο όταν έλεγε ότι υπήρχαν κακόβουλοι που με το πρόσχημα των πρώσων, ήθελαν να πάρουν τον έλεγχο της πόλης. Θέλαμε πραγματικά να αλλάξουμε τα πράγματα, αυτή τη φορά να σώσουμε την Γαλλία ήταν ένα και το αυτό με το να την αλλάξουμε. Ήταν απαραίτητο να τελειώνουμε με εκείνη την παλιά αστική Γαλλία, η οποία μας είχε εκθέσει στην καταστροφή και που τώρα, με το τέλος της αυτοκρατορίας, είχε την απαίτηση, προσποιούνταν πως θα ανακυκλωθεί σε Δημοκρατία.

[…] Τα στρατεύματα του στρατηγού έφταναν, είχαν καταλάβει τη δεξιά όχθη του Senna και κάποια αποσπάσματα ανέβαιναν στο λόφο. Οι καμπάνες χτύπησαν, τα τύμπανα μας κάλεσαν να μαζευτούμε: η Λουίζ, με ένα τουφέκι κρυμμένο κάτω από το παλτό της, έτρεξε κάτω από το λόφο, φωνάζοντας «προδοσία!» Μια φάλαγγα σχηματίζονταν ήδη στην επιτροπή εποπτείας, υπό τη διοίκηση του Ferré. […] Το πλήθος κινούνταν προς τα πάνω, οι γυναίκες επιβλήθηκαν, ήταν αυτές που προηγούνταν των ανδρών, υπήρχαν και πολλά παιδιά. Οι στρατιώτες δεν περίμεναν να τις δουν να έρχονται με εκείνη την ορμή, με εκείνη την αποφασιστικότητα, ήταν μια έκπληξη, ξαφνιάστηκαν και δεν αντέδρασαν. «Κάτω τα όπλα!» φώναζαν οι γυναίκες. «Είμαστε γυναίκες και παιδιά!» Η Louise βρισκόταν στην πρώτη γραμμή φωνάζοντας στους στρατιώτες να μην πυροβολούν, και εν τω μεταξύ έδειχνε να προστατεύει τις γυναίκες που είχαν πέσει με γυμνά κορμιά επάνω στα κανόνια. «Είναι δικά μας!».
Ο στρατηγός Lecomte, τότε, διέταξε τους στρατιώτες του να πυροβολήσουν προς το πλήθος που προωθούνταν. Αλλά οι στρατιώτες του είχαν αποφασίσει ότι δεν είναι πλέον δικοί του. Κανείς δεν πυροβόλησε […] Οι στρατιώτες που δεν ήταν πλέον δικοί του τον πλησίασαν, τον έθεσαν σε κράτηση: «Ελάτε μαζί μας στρατηγέ, τώρα πρέπει εσείς να μας υπακούσετε!» […] Ήταν ένδεκα το πρωί της 18ης μαρτίου 1871. Ακτινοβολούσαμε. Η Λουίζ αγκάλιαζε όλους. Ο λαός είχε εκδηλωθεί, διαδήλωσε, και είχε κερδίσει. Ήταν μόνο η αρχή.
Το απόγευμα, μετά από την απόφαση της κεντρικής Επιτροπής της εθνικής Φρουράς, καταλάβαμε δημαρχεία, στρατώνες, κυβερνητικά κτίρια, και αρχίσαμε να κατασκευάζουμε οδοφράγματα. Η όμορφη παράδοση του επαναστατικού Παρισιού επαναλήφθηκε, επιτέλους, παρά τις λεωφόρους του Haussmann. Ο Thiers και οι υπουργοί του διέφυγαν σαν τους αρουραίους, καταφεύγοντας στις Βερσαλλίες, τον τόπο των δυναστών, των μονάρχων και της συνθηκολόγησης.
Το βράδυ ο Lecomte εκτελέστηκε, μαζί με τον άλλο στρατηγό, Thomas, του οποίου όλοι θυμόταν τη σφαγή που είχε διαπράξει τον ιούνιο του ’48”.1

https://www.carmillaonline.com/2018/06/13/io-sono-la-comune/

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Για μια «ζωή που ν’ αξίζει κάποιος να την ζει»

Stampa

 

10

Per una “vita degna di essere vissuta”

Μεταφέρουμε την εισαγωγή της Silvia Federici στο “Reincantare il mondo, να αποπλανήσουμε ξανά τον κόσμο” που δημοσιεύτηκε από το CommonwareCommonware.

 

Ο ήχος ορισμένων φωνών από το πιο μακρινό αμερικανικό παρελθόν έρχεται από το μέλλον. Αρχαίες φωνές. Συνεχίζουν να μας λένε, για παράδειγμα, ότι εμείς είμαστε παιδιά της γης, και ότι η μητέρα δεν πωλείται ούτε παραδίδεται προς ενοικίαση. Ενώ στην Πόλη του Μεξικού πέφτει μια βροχή από νεκρά πουλιά, και τα ποτάμια μετατρέπονται σε υπονόμους και οι θάλασσες σε σκουπιδότοπους και τα δάση σε έρημο, αυτές οι φωνές πεισματικά ζωντανές μας αναγγέλλουν έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό από αυτόν τον δηλητηριαστή των υδάτων, του εδάφους, του αέρα. Και της ψυχής. Και έναν άλλο κόσμο μας ανακοινώνουν δυνατό οι αρχαίες φωνές που μιλάνε για την κοινότητα. Η κοινότητα, ο κοινοτικός τρόπος παραγωγής και ζωής, είναι η πιο απομακρυσμένη παράδοση της Αμερικής, η πιο αμερικανική όλων των παραδόσεων: ανήκει στις ρίζες των καιρών και των λαών, αλλά και των επόμενων καιρών, είναι ο προάγγελος ενός Νέου Κόσμου.

Eduardo Galeano,  Il libro degli abbracci το βιβλίο των εναγκαλισμών

Η δημοσίευση ενός βιβλίου που αφιερώνεται στην πολιτική των κοινών, commons, σήμερα μπορεί να φαίνεται μια πράξη μεγάλης αθωότητας, αφέλειας, καθώς ήμαστε περιτριγυρισμένοι από τη συνεχή απειλή των πολέμων και οικονομικών και οικολογικών κρίσεων που μαστίζουν ολόκληρες περιοχές. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η διαρκής απειλή καθιστά αναγκαίο να επιβεβαιώσουμε ότι παρά τα εμπόδια ένας άλλος κόσμος αναδύεται, σαν το χορτάρι που φυτρώνει ανάμεσα στις ρωγμές τους αστικού τσιμέντου, φθείροντας την ηγεμονία του ιδιωτικού και του Κράτους, γιατί μέσα σε ένα πλαίσιο και μια συγκυρία όπου ανάπτυξη σημαίνει βία και η θεσμική πολιτική είναι όλο και πιο ασήμαντη και αμελητέα για την πλειοψηφία του πληθυσμού, το να αναγνωρίζουμε την δική μας ουσιαστική αλληλεξάρτηση και να ενισχύσoυμε την ικανότητά μας για συνεργασία είναι ο μόνος τρόπος για την επιβίωση. Αυτή είναι η δύναμη που εκφράζεται από τους πολλούς αγώνες που, σε οποιοδήποτε μέρος της γης, αντιτίθενται στην επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων, για την υπεράσπιση του κοινού συμφέροντος και των κοινών καλών και για να οικοδομήσουμε κοινωνίες που βασίζονται στην αλληλεγγύη και την κοινή χρήση των φυσικών και παραγόμενων πλούτων.

Είναι μέσα στο πλαίσιο αυτών των αγώνων που αναπτύχθηκε από τη δεκαετία του ’90 μια τεράστια βιβλιογραφία, που συμπεριλαμβάνει θεωρητικές αναλύσεις, ιστορικές ανακατασκευές, καθώς και αναφορές σχετικά με τον πειραματισμό που διεξάγεται σε διάφορες χώρες αφιερωμένες στα κοινά. Στο προσάρτημα αυτού του τόμου υπέδειξα τα σημαντικότερα έργα, ειδικά στον φεμινιστικό τομέα, για την εργασία μου. Εδώ θέλω μόνο να υπογραμμίσω ότι τα δοκίμια που συλλέχθηκαν σε αυτόν τον τόμο είναι χρεωμένα σε αυτή τη σημαντική παραγωγή, της οποίας μοιράζομαι τις βασικές διατριβές και θέσεις και την πολιτική προοπτική που την διαμορφώνει, που της δίδει μορφή. Αυτό που η έννοια των κοινών, αν και μπορούμε να την αποκαλέσουμε με διάφορους τρόπους – commons, commoning, el común, comunalidad -, είναι σήμερα η γλώσσα στην οποία εκφράζεται η εναλλακτική προς τη λογική του καπιταλισμού, και αναφέρεται σε μία περίπλοκη πραγματικότητα στην οποία τα υλικά αγαθά που έχουμε να μοιραστούμε, οι κοινωνικές σχέσεις και οι κανονισμοί που αφορούν τη χρήση και τη φροντίδα του φυσικού ή παραγόμενου πλούτου σχηματίζουν ένα σύνολο που είναι αδιαίρετο τόσο θεωρητικά όσο και στην πρακτική. Αυτό σημαίνει πως, όπως υποστηρίζει ο Massimo de Angelis στο Omnia Sunt Communia[1][1],  με την λέξη commons εννοούμε ένα κοινωνικό σύστημα, έναν τρόπο παραγωγής, με μια λογική ενιαία και την ικανότητα να αυτο-αναπαράγεται2][2]. Ταυτόχρονα, το «κοινό» υπάρχει ήδη, σε εμβρυϊκή μορφή, σε μια μεγάλη ποικιλία σχεδιασμών και πρωτοβουλιών – από τους αστικούς κήπους στις καταλήψεις στα ανακτηθέντα εργοστάσια, από το κίνημα του ελεύθερου λογισμικού μέχρι τους comedores populares – με τους οποίους αναζητούνται λύσεις στα προβλήματα που ο καπιταλισμός δεν μπορεί να επιλύσει”[3][3].

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση που προτείνω επεκτείνει την θεματική των κοινών σε έναν τομέα που δεν έχει διερευνηθεί μέχρι στιγμής, τουλάχιστον στη βιβλιογραφία σχετικά με τα κοινά που παράγεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρόκειται για το σύνολο των δραστηριοτήτων που προβλέπουν στην αναπαραγωγή της καθημερινής ζωής και της εργατικής- δύναμης, οι οποίες εξακολουθούν να εκτελούνται κυρίως από τις γυναίκες. Όπως παρατήρησε η Dolores Hayden, στο κλασικό έργο της The Grand Domestic Revolution, η επιθυμία να κοινωνικοποιηθεί αυτό το έργο έχει μακρά ιστορία[4][4]. Ήδη στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, φεμινίστριες σοσιαλίστριες (fourieriane, oweniste) και μεταρρυθμίστριες έδωσαν ζωή σε σημαντικά πειράματα, τείνοντας να σπάσουν την απομόνωση στην οποία η οργάνωση της οικιακής εργασίας καταδίκαζε τις γυναίκες, συνδέοντας το σπίτι με την γειτονιά και οικοδομώντας συλλογικές μορφές αναπαραγωγής, όπως οι συλλογικές κουζίνες[5][5].

Σήμερα, αυτά που στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα παρέμεναν πειράματα περιορισμένα σε ομάδες και δίκτυα φεμινιστριών ή γυναικών που ήταν στρατευμένες σε θεσμικό επίπεδο σε σχέδια σοσιαλδημοκρατικών μεταρρυθμίσεων της κοινωνικής αναπαραγωγής, επανεμφανίζονται αλλά πραγματοποιούμενα σε μεγάλη κλίμακα, υπαγορευμένα όχι από πολιτικές ιδεολογίες αλλά από την ανάγκη να επινοηθούν συλλογικά νέες μορφές επιβίωσης.

Αυτή η πτυχή της κοινής πολιτικής των commons βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος μου εδώ και χρόνια, διότι είμαι πεπεισμένη ότι η οικοδόμηση πιο συνεργάσιμων μορφών αναπαραγωγής είναι η προϋπόθεση όχι μόνο μιας «ζωής που να αξίζει κάποιος να την ζήσει» – η σημερινή αξίωση διαφόρων φεμινιστικών και μη κινημάτων – αλλά και της αντίστασης στην προώθηση των καπιταλιστικών σχέσεων και της δημιουργίας μιας κοινωνίας που δεν υποτάσσεται στη λογική του κέρδους και της αγοράς.

Διάφορα άρθρα που συγκεντρώθηκαν εδώ («Φεμινισμός και πολιτική των κοινών, Femminismo e la politica dei commons», «Η κοινότητα της πόλης, “Il comune della città”», «Από την κρίση στα κοινά, “Dalla crisi ai commons”» και «Μαρξ, φεμινισμός και ανασυγκρότηση των κοινών, “Marx, il femminismo e la ricostruzione dei commons”») είναι αφιερωμένα σε αυτό το θέμα, το οποίο είναι σε μεγάλο μέρος εμπνευσμένο από τους αγώνες των γυναικών στη Λατινική Αμερική, όπως οι αγώνες των mujeres villeras του Μπουένος Άιρες, που συναντήθηκαν στη Villa Retiro Bis[6][6]. Όμως το βιβλίο αντιμετωπίζει και άλλες θεματικές.

Αναπόφευκτα, το πρώτο μέρος είναι αφιερωμένο στις νέες μορφές enclosure [περιφράξεων] που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της παγκοσμιοποίησης και είναι εν μέρει το κίνητρο, o λόγος για την εμφάνιση μιας πολιτικής των κοινών. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησα δοκίμια που δημοσιεύτηκαν στις “Midnight Notes” της δεκαετίας του ’90, επιστρέφοντας από μια περίοδο διδασκαλίας στη Νιγηρία κατά τη διάρκεια της οποίας μπορέσαμε να δούμε άμεσα την εμφάνιση μιας νέας φάσης ανάπτυξης και επαναποικιοποίησης, που προωθούσε η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο όνομα της κρίσης του χρέους, με στόχο την αποκοπή από τις ρίζες από την αφρικανική ήπειρο, όπου εξακολουθεί να έχει βαθιές ρίζες, κάθε μορφή κοινοτικοποίησης, κομουναλισμού, ειδικά όσον αφορά την ιδιοκτησία της γης. Ιδιαίτερα σημαντικό μεταξύ αυτών είναι το δοκίμιο The New Enclosures[7][7] (εδώ αναδημοσιεύθηκε ως «Οι Νέοι Φράχτες», “Le nuove recinzioni” ), ένα από τα πρώτα στις Ηνωμένες Πολιτείες που διάβασε την παγκοσμιοποίηση ως μια διαδικασία «πρωταρχικής συσσώρευσης». Η θεωρητική γραμμή που προτείνει αυτό το δοκίμιο εκφράζεται στη συνέχεια σε δύο δοκίμια αφιερωμένα στις συνέπειες της διαρθρωτικής προσαρμογής στην Αφρική και της μετάβασης στον καπιταλισμό στην Κίνα, στόχος του οποίου είναι να υπογραμμίσει ότι παρά την ποικιλομορφία των τρόπων και στις πολιτικές και γεωγραφικές σφαίρες-πεδία δράσης, η καταστροφή των κοινοτικών καθεστώτων και της πρόσβασης στα μέσα της (ανα) παραγωγής, παραμένει η πρωταρχική προϋπόθεση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και είναι ο λόγος της βίας που την συνοδεύει, αυτή την στιγμή.

Παραδείγματα αυτής της βίας εξετάζονται σε δύο δοκίμια του πρώτου Μέρους («Κυνήγι μαγισσών, παγκοσμιοποίηση και φεμινιστική αλληλεγγύη» και «Βία κατά των γυναικών και νέες μορφές συσσώρευσης»). Το πρώτο αφορά το νέο κυνήγι μαγισσών, το οποίο βήμα προς βήμα με την ιδιωτικοποίηση της γης και τη μετάβαση σε καθεστώτα ατομικών τίτλων έχει εξαπολυθεί σε διάφορες περιοχές της Αφρικής, της Ινδίας, του Νεπάλ και άλλων περιοχών, κυρίως σε περιοχές που προορίζονται για εμπορικές χρήσεις. Το δεύτερο εξετάζει, σε μια γενικότερη μορφή, το ποσοτικό και ποιοτικό άλμα που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια, παγκοσμίως στη βία κατά των γυναικών, η οποία σήμερα παίρνει μορφές που υπενθυμίζουν το κυνήγι μαγισσών του δέκατου έκτου και δέκατου έβδομου αιώνα. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για έναν πραγματικό πόλεμο που, όχι τυχαία, χτυπά τη γυναίκα ως υποκείμενο που είναι πιο άμεσα υπεύθυνο για την αναπαραγωγή της κοινότητας και για τη διατήρηση της συλλογικής της μνήμης και της συνοχής της. Το να υπογραμμίζεται αυτή η σχέση μεταξύ της ιδιωτικοποίησης και των νέων μορφών βίας κατά των γυναικών είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια εποχή που, στο όνομα του «Ni una menos»[8][8], ένα νέο φεμινιστικό κίνημα αναπτύσσεται σχεδόν σε κάθε μέρος του κόσμου για να καταγγείλει αυτή τη βία και να αποκαλύψει τους ενόχους και τα αίτια.

Ενώ το πρώτο μέρος ανασυνθέτει το πλαίσιο μέσα στο οποίο έχει ωριμάσει η πολιτική των κοινών, το δεύτερο προσπαθεί να καθορίσει τη σημασία των κοινών τόσο ως πραγματικότητα που ασκείται στο παρόν όσο και ως προβλεπόμενη προοπτική σε εμβρυϊκό επίπεδο ενός κόσμου πέρα από τον καπιταλισμό.

Όπως ανέφερα ήδη εν συντομία, τα πιο προτεινόμενα-δημιουργικά μέρη αυτής της ανάλυσης είναι εκείνα που εμπνέονται από τα κινήματα των γυναικών που ασχολούνται με τον λεγόμενο «λαϊκό φεμινισμό» στη Λατινική Αμερική, που βλέπουν την προστασία των φυσικών αγαθών, τη δημιουργία συνεργατικών μορφών αναπαραγωγής και τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και την πατριαρχία ως ουσιαστικά στοιχεία μιας ενιαίας διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού. Σήμερα, μέρος αυτού του αγώνα κατευθύνεται επίσης κατά των ανισοτήτων που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις εξουσίας σε διάφορα κοινοτικά καθεστώτα στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική και που, ξεκινώντας από την Διάσκεψη του Πεκίνου (1995), έχουν αξιοποιηθεί έξυπνα από την Παγκόσμια Τράπεζα για να προωθήσουν την ιδιωτικοποίηση και την ατομική τιτλοποίηση, οι οποίες αμφότερες παρουσιάζονται ως μια υπεράσπιση του δικαιώματος των γυναικών να έχουν πρόσβαση στη γη. Το μάθημα, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύει η Gladys Tzul Tzul, σχετικά με τη συμμετοχή των γυναικών στα κοινοτικά καθεστώτα του οροπεδίου του Totonicapan (Guatemala)[9][9] είναι ότι η αναγνώριση της εξουσίας λήψης αποφάσεων των γυναικών είναι, εκτός από μια αρχή-συστατικό δικαιοσύνης, μια εγγύηση ζωής για τα κοινά, που διαφορετικά θα ήταν αλλοιωμένα από εσωτερικές διαιρέσεις που θα τα εξέθεταν ευκολότερα σε απαλλοτρίωση.

Πώς λοιπόν να ξεχωρίσουμε κοινοτικά καθεστώτα ή πειράματα ικανά να δημιουργήσουν μια εναλλακτική λύση στη λογική της εκμετάλλευσης από μορφές κομμουναλισμού που λειτουργούν, αντιθέτως, ως βαλβίδες ασφαλείας, με τις οποίες ένα καπιταλιστικό σύστημα σε κρίση προσπαθεί να ελαφρύνει τις εντάσεις που η ώθηση στην ιδιωτικοποίηση κάθε αγαθού και κοινωνικής σχέσης αναπόφευκτα δημιουργεί; Στην Omnia sunt Communia, ο Massimo de Angelis μας προειδοποιεί σωστά να μην προσπαθήσουμε να εξαναγκάσουμε την αναγκαστικά ρευστή πραγματικότητα, πειραματική, κάθε μορφής communalidad μέσα στα στενά ιδεολογικών μοντέλων καθορισμένων a priori, εκ των προτέρων. Ωστόσο, είναι αδύνατο να μην αναρωτηθούμε από την άποψη αυτή, πολιορκημένοι όπως είμαστε από τον πολλαπλασιασμό των κοινών που, ναι, ενώνονται (με βάση τις εθνοτικές, ταξικές, θρησκευτικές ταυτότητες) αλλά μόνο για να αποκλείσουν, για να προστατεύσουν προνόμια και πλεονεκτήματα ή, όπως αναφέρθηκε , για να εκτρέψουν την αντίθεση στην ιδιωτικοποίηση.

Είναι με αυτόν τον στόχο που, στο «Commons Against and beyond Capitalism», “Commons contro e oltre il capitalismo”, που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Γιώργο Καφεντζή, George Caffentzis, έχει διευκρινιστεί ότι η πολιτική των κοινών δεν είναι μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά μια πραγματικότητα που μπορεί να οικοδομηθεί μόνο μέσα από αγώνες, και επίσης ότι τα κοινά δεν μπορούν να διαλυθούν στο «δημόσιο», ότι η ύπαρξή τους εξαρτάται από την ύπαρξη μιας κοινότητας και αυτή, με τη σειρά της, βασίζεται στη συνεργασία, στη συλλογική εργασία, στην αμοιβαία φροντίδα μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ αυτών και το περιβάλλον.

Με τον ίδιο στόχο εξέτασα επίσης τη σχέση μεταξύ κοινοτισμού και κομμουνισμού στο έργο του Μαρξ, τουλάχιστον σε εκείνο το μέρος του έργου του που ο Μαρξ αποφάσισε να δημοσιεύσει και που επηρέασε πιο άμεσα το σοσιαλιστικό κίνημα σε διεθνές επίπεδο. Η ανάλυση μου σχετικά είναι μόνο μερική, καθώς περιορίζεται στην καταγραφή των πιο εμφανών διαφορών μεταξύ της εικόνας των κοινών που προβάλλονται από τα σημερινά κοινωνικά κινήματα και, αφενός, της μαρξιάνας κριτικής στον «ουτοπικό σοσιαλισμό» και αφετέρου, στο όραμα του Μαρξ για τον κομμουνισμό όπως μπορεί να συναχθεί από τις διάφορες αναφορές του στον ρόλο του Κράτους, στη δικτατορία του προλεταριάτου, στην ενοποιητική λειτουργία της επέκτασης των παγκόσμιων καπιταλιστικών σχέσεων και ούτω καθεξής[10][10]. Αυτό που λείπει σε αυτή την ανάλυση είναι η ανακατασκευή του περάσματος – κατά προσέγγιση ανιχνεύσιμου στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα – από μια ιστορική-πολιτική στιγμή στην οποία η ιδέα της κοινoχρησίας των αγαθών – που ταυτίζεται με την κοινοχρησία της γης – που εξακολουθεί να αποτελεί τον πρωταρχικό ισχυρισμό, την πρωταρχική διεκδίκηση των επαναστατών στην Ευρώπη (από τον Winstanley στον Babeuf), σε μια στιγμή κατά την οποίαν επιβάλλεται ο «κομμουνισμός», που προσδιορίζεται με τη απαλλοτρίωση και την από κοινού διαχείριση, των μέσων παραγωγής, από ελεύθερες ενώσεις παραγωγών. Ωστόσο, δύο στοιχεία διακρίνονται, ακόμα και σήμερα, να διαχωρίζουν τους θεωρητικούς των κοινών που κινούνται σε φεμινιστικούς, οικολογικούς, αναρχικούς και μαρξιστικούς φεμινιστικούς τομείς και χώρους από τους θεωρητικούς desarrollisti – developmentalists – a] ή επιταχυντές – accelerazionisti, οι οποίοι (όπως συχνά ο Μαρξ) βλέπουν την καταστροφή των υφιστάμενων commons ως αναγκαία συνθήκη για την υλοποίηση της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας. Αυτά είναι η απόδοση στο Κράτος του καθήκοντος της απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών και της εξάλειψης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας – σε σχέση με το χτίσιμο, ξεκινώντας από το παρόν, μορφών έστω και περιορισμένων αυτοκυβέρνησης – και η ώθηση προς την καθολίκευση των καπιταλιστικών σχέσεων ως ενοποιητικό στοιχείο του προλεταριάτου σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά της επιβεβαίωσης της ανάγκης για πολλαπλές μορφές  κομουναλισμού, σε αντιστοιχία με τις διαφορές στις ιστορικές και πολιτιστικές τροχιές και τις διαφορετικές γεωγραφικές και περιβαλλοντικές συνθήκες.Oι σημερινοί commoners  δεν πιστεύουν στο Κράτος και διεκδικούν την ικανότητα να αποφασίζουν για τη δική τους ζωή, να ανακτήσουν τον έλεγχο των πιο ουσιωδών συνθηκών αναπαραγωγής τους, καθώς θεωρούν καταπιεστική την επιβολή ενιαίου μοντέλου κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής. Όχι μόνο αυτό. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά τη δημοσίευση του Κεφαλαίου μπορούμε να επαληθεύσουμε ότι η τεχνολογική ανάπτυξη στην οποία ο Μαρξ ανέθετε την κατασκευή των υλικών βάσεων του κομμουνισμού καταστρέφει όχι μόνο τα κοινοτικά καθεστώτα που υπάρχουν ακόμη, αλλά τις δυνατότητες αναπαραγωγής και ζωής για έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό ειδών στον πλανήτη μας.

Είναι σε όσες και όσους αγωνίζονται, με μεγάλους κινδύνους για τη ζωή τους, εναντίον αυτής της καταστροφής, που αυτό το βιβλίο είναι αφιερωμένο..

 

a] [desarrollismo, σημαίνει ιδεολογία που υποστηρίζει την καθαρά οικονομική ανάπτυξη ως στόχο προτεραιότητας.]

[1][1] Massimo de Angelis, Omnia Sunt Communia. On the Commons and the Transformation to Postcapitalism, Zed Books, Londra 2017.

[2][2] Ivi, pp. 240 ss. “Omnia sunt Communia” – “tutto deve essere in comune, όλα πρέπει να είναι κοινά” – είναι τα τελευταία λόγια, λέγεται, που πρόφερε ο Thomas Müntzer, ο leader του πολέμου των χωρικών στη Γερμανία, που συνελήφθη μετά την μάχη του Frankenhausen στα 1525, πριν πεθάνει από βασανιστήρια.

[3][3] Ivi, p. 270.

[4][4] Dolores Hayden, The Grand Domestic Revolution, MiT Press, Cambridge MA 1985.

[5][5] Γράφει η Hayden: “Μεταξύ του τέλους του εμφυλίου πολέμου και της έναρξης της Μεγάλης ύφεσης, τρεις γενεές υλιστών φεμινιστριών εξέτασαν, αξιολόγησαν θεμελιωδώς τη λεγόμενη «γυναικεία σφαίρα» και «εργασία των γυναικών». […] Για να ξεπεράσουν ένα μοντέλο αστικού και οικιακού χώρου που απομόνωνε τις γυναίκες και καθιστούσε την οικιακή εργασία αόρατη, ανέπτυξαν νέες μορφές οργάνωσης γειτονιάς, όπως οι συνεταιρισμοί των νοικοκυρών, τα νηπιαγωγεία, οι δημόσιες κουζίνες και οι λέσχες – εστιατόρια της κοινότητας. Φαντάστηκαν επίσης ιδανικές φεμινιστικές πόλεις. Επαναπροσδιορίζοντας την οικιακή εργασία και τις ανάγκες των γυναικών και των οικογενειών τους σχετικά με το σπίτι, αυτές έσπρωξαν τους αστικούς αρχιτέκτονες και σχεδιαστές να επανεξετάσουν τις επιπτώσεις της αρχιτεκτονικής στην οικογενειακή ζωή.” (ivi, p. 1).

[6][6] “Villa” είναι το όνομα που δίνεται στην Αργεντινή στις λαϊκές γειτονιές που χτίστηκαν χωρίς άδεια, είναι το ισοδύναμο της favela στη Βραζιλία. Η Villa 31 Retiro Bis είναι μια «villa μιζέρια», δηλαδή ένας από τους πολλούς ανεπίσημους οικισμούς που βρίσκονται στην πόλη του Μπουένος Άιρες. Ιδρύθηκε το 1932, με το όνομα της Villa ανεργία, αποτέλεσε αντικείμενο πολλών προσπαθειών από τις αρχές να την καταστρέψουν, που όμως ποτέ δεν ήταν επιτυχείς. Σχετικά με την Villa Retiro Bis σε σχέση με την πολιτική των κοινών, δείτε Raúl Zibechi, Descolonizar el pensamiento crítico y la práticas emancipatorias, Ediciones desde abajo, Bogotà 2015, σελ. 99-100.

[7][7] Midnight Notes #10, The New Enclosures, Jamaica Plain MA, φθινόπωρο 1990.

[8][8] Αυτό είναι το σύνθημα με το οποίο, τον οκτώβριο του 2016, οι φεμινίστριες της Αργεντινής, που συγκεντρώθηκαν για την ετήσια συνάντησή τους στην πόλη του Ροζάριο, εξαπέλυσαν μια έκκληση ώστε η 8η μαρτίου του 2017 να αφιερωθεί στον αγώνα εναντίον της βίας κατά των γυναικών. Αυτό αφού τις ίδιες μέρες της συνάντησης μια άλλη νεαρή γυναίκα σκοτώθηκε με βαρβαρότητα στην πόλη Mar de la Plata.

[9][9] Gladys Tzul Tzul, Sistemas de Gobierno Comunal Indígena. Mujeres y tramas de parentesco en Chuimeq’ena’, Editorial Maya Wuj, Guatemala 2016.

[10][10] Δείτε Gerrard Winstanley, La nuova legge di giustizia (1649), Ο νέος νόμος για την δικαιοσύνη, in Atonino recupero (a cura di), La terra a chi la lavora!, H γη σε αυτόν που την δουλεύει, Guaraldi, Firenze 1974. Δείτε επίσης Maurice Dommanget, Babeuf e la congiura degli uguali, και η συνωμοσία των ίσων, Edizioni- Εκδόσεις immanenza, Napoli 2015.

https://www.infoaut.org/segnalazioni/per-una-vita-degna-di-essere-vissuta

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Το μεγάλο επειδή – Il grande perché

του Sandro Moiso

Marina Premoli, Questa è già la mia vita, Αυτή είναι η ζωή μου, Quodlibet, Macerata 2018, pp.240, € 18,00

“Ogni attimo avrà il suo bivio, κάθε στιγμή θα έχει το σταυροδρόμι της” (Louis-Auguste Blanqui)

Για τα χρόνια του ένοπλου αγώνα, έχουν δημιουργηθεί, μέχρι στιγμής, πολλές αφηγήσεις και αναπαραγωγές, οι οποίες συχνά διεξήχθησαν στο νήμα της ατομικής μνήμης, των οποίων οι συγγραφείς ανήκαν στις γραμμές της εργατικής τάξης, στους φοιτητές τέκνα της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης ή στα πιο πολιτικοποιημένα στρώματα του υποπρολεταριάτου. Η Marina Premoli προσθέτει σε όλες εκείνες, που εδώ βιαστικά αναφέρθηκαν σαν μεγάλες κατηγορίες, μια άλλη φωνή: εκείνη αυτής που προέρχονταν από ένα αριστοκρατικό και φιλελεύθερο-αστικό περιβάλλον. Έτσι, δεν είναι τυχαίο, στο κείμενο η συγγραφέας θα φθάσει να ορίσει τον εαυτό της ως μια «κοινωνική αναρριχήτρια προς την αντίθετη πλευρά”.

Γεννημένη στη Γένοβα κατά τα πρώτα χρόνια του Δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, η Μαρίνα αναπαράγει σχολαστικά τα γεγονότα της ζωής της και της οικογένειάς της σε ένα είδος προυστικής αναζήτησης για χαμένο χρόνο, όπου όμως η αποκαλυπτική γεύση της κλασικής madeleine αντικαθίσταται μερικές φορές από την ξινή του αλκοόλ, πράγμα που συχνά δεν μπορεί παρά να φέρει στο μυαλό σκληρές, δυσάρεστες και οδυνηρές αναμνήσεις.

Μια αναζήτηση του «μεγάλου επειδή» μιας επιλογής που, πέρα από κάθε ιδεολογική και πολιτική εξήγηση και χωρίς να ξεχνά καθόλου το κοινωνικό και συλλογικό πλαίσιο, την συγκυρία, μέσα στην οποία αναπτύχθηκε, παρέμενε ακόμη ένα προσωπικό και άλλοτε περιστασιακό γεγονός. Μια συνέπεια των βημάτων που ακολουθήθηκαν αναπόφευκτα το ένα μετά το άλλο σε χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων, σαν τις πέτρες που κατρακυλούσαν στο τραγούδι του Ντύλαν, σχεδόν όλοι όσοι ξεκίνησαν εκείνη την περιπέτεια και εκείνη την ιστορία της αναμφισβήτητης ήττας παρασύρθηκαν από γεγονότα, μεγάλα και μικρά, στην διάρκεια των οποίων η βούληση των ατόμων κατέληξε να προορίζεται συχνά να είναι μόνο μία από τις πολλές πιθανές μεταβλητές και να μετρά αποφασιστικά λιγότερο από ό, τι αργότερα αφηγήθηκε.

Είναι θαρραλέα, μερικές φορές αδίστακτη, η αυτοβιογραφία της Marina Premoli, στην οποία δεν αναζητούνται a priori αιτιολογήσεις ή δικαιολογίες για μια διαδρομή που πληρώθηκε στη συνέχεια πολύ σκληρά. Χωρίς εκείνη τη ρητορική και εκείνη την υπερβολική έμφαση, που πολλές φορές ακόμη ζωντανεύουν την αφήγηση των ηττημένων, οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα ιδιωτικό σύμπαν, το οποίο καταφέρνει να είναι και συλλογικό, στο οποίο, τουλάχιστον για μία φορά, οι μακρές και πεισματικές πολεμικές ανάμεσα στους δύο κύριους και μεγαλύτερους σχηματισμούς της εποχής, Brigate Rosse και Prima Linea, παραμένουν σχεδόν εξ ολοκλήρου αποκλεισμένες.

Μια παγίδα απ’ την οποίαν το βιβλίο δραπετεύει με εξαιρετική αξιοπρέπεια, ανοίγοντας αντιθέτως κάθε δωμάτιο σε ένα σπίτι, ίσως ένα μέγαρο αν σκεφτεί κανείς πως έζησε σε ένα αγρόκτημα ή το οικογενειακό κάστρο, όπου τίποτα δεν πρέπει να παραμείνει κρυμμένο, εκτός από τα πραγματικά ονόματα χαρακτήρων μερικές φορές πάρα πολύ γνωστών και εδώ, όλα, αντικαταστάθηκαν σαφώς από άλλα.

Παππούδες, γιαγιάδες, φίλοι, φίλες, αισθήματα, ευτυχισμένοι έρωτες, αγάπες που απογοήτευσαν, οι πρώτοι κραδασμοί της νεανικής διαμαρτυρίας, οι προδοσίες και τα αποδεικτικά της πιστότητας συνοδεύουν την αναζήτηση της Μαρίνα. Ταξίδια, παραμονές στο εξωτερικό σε πόλεις όπως το Λονδίνο, το Παρίσι και οι Βρυξέλλες κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και της προ-εφηβίας συνοδεύουν το χρονικό της ζωής ενός ζευγαριού, αυτού των δύο γονέων, πολύπλοκης που θα αφήσει στην ψυχή της νεαρής μια παραμορφωμένη αίσθηση της αγάπης. Αν και, στη συνέχεια, διαβάζοντας, μας έρχεται να αναρωτηθούμε αν δεν είναι πραγματικά η έννοια της «αγάπης του ζευγαριού» από μόνη της που συνιστά κάτι παραμορφωμένο σε σχέση με την ανθρώπινη φύση.

Μια μητέρα με αναρχικό χαρακτήρα, λάτρης της περιπέτειας, και ένας πατέρας που αργότερα εξελέγη εκπρόσωπος του Φιλελεύθερου Κόμματος, προερχόμενοι και οι δυο από ευγενείς οικογένειες, πολύ εύπορες, κατέχουν κεντρική θέση στις αναμνήσεις που ανακτά η συγγραφέας, μέσα από ένα ταξίδι φτιαγμένο από όνειρα, ακριβείς αναμνήσεις και στενές επαφές με το υψηλό και το χαμηλό της ιταλικής κοινωνίας στις αρχές της δεκαετίας του 50 και στα τέλη της δεκαετίας του ’70.

Ένα πνευματικό και φυσικό ταξίδι ταυτόχρονα, στο οποίο παραμένει η νοσταλγία ορισμένων χαμένων φιλιών (που στη συνέχεια ευτυχώς ξαναβρέθηκαν), ξέγνοιαστα καλοκαίρια στη θάλασσα και στα βουνά κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και στιγμές συλλογικής και εντελώς κοινής ζωής όπως αυτή που δημιουργήθηκε γύρω από και μέσα στην κομούνα των αγωνιστών της Αυτόνομης Συνέλευσης της Alfa Romeo στην οποία και με την οποία η Μαρίνα θα μοιραζόταν μια σημαντική στιγμή της ζωής τους. Ένα ευτυχές πείραμα, όπως το ορίζει η ίδια, μαρτυρία για «έναν ανταγωνισμό που δεν θέλει να είναι μόνο ενάντιος, αλλά που προσπαθεί να είναι εναλλακτικός, να έχει πρόταση, να είναι παραγωγικός από πολλές απόψεις ».

Και η συγκεκριμένη μνήμη της «ένοπλης» περιόδου είναι ακριβής και λεπτομερής: οι συζητήσεις, οι αβεβαιότητες, οι πράξεις, οι αυτοχρηματοδοτικές ληστείες, τα παραποιημένα έγγραφα, οι τολμηρές αποδράσεις, η μοναξιά του φυγόδικου, τα βασανιστήρια, οι ομολογίες των μετανιωμένων, οι δεύτερες σκέψεις, οι στιγμιαίοι έρωτες, τα περιστασιακά θύματα, το τέλος του εθισμού στο αλκοόλ και η φυλάκιση.
Όλα περιγραφόμενα και αφηγημένα με μια γραφή που, το καταλαβαίνουμε πολύ νωρίς στην πορεία της ανάγνωσης, είναι την ίδια στιγμή οδυνηρή και απελευθερωτική.

Η αντιπαράθεση, η σύγκριση μεταξύ των δύο κοινωνιών, εκείνης της αστικής από την οποία η συγγραφέας σταδιακά απομακρύνεται και εκείνης της ανταγωνιστικής και προλεταριακής που προσεγγίζει και στην οποίο ενώνεται χωρίς να εξαρτάται από αυτήν, φαίνεται να μην έχει νικητές, αν και η πρώτη φαίνεται να διατηρεί μια πιο υψηλή διανοητική ικανότητα σε σύγκριση με τη δεύτερη.
Αλλά, προφανώς, αυτή η διανοητική υπεροχή δεν μπορούσε να είναι αρκετή για τη σωματικότητα της πρωταγωνίστριας. Σωματικότητα της αναζήτησης για μια πλήρη και ποτέ πλήρως ικανοποιούμενη ζωή, που κληρονόμησε από τη μητέρα που τόσο θαύμαζε όσο διφορούμενα αγαπούσε, η οποία συνοδεύεται από αναζήτηση ηθικής και κοινωνικής δέσμευσης-στράτευσης που όμως, από όταν ήταν ακόμη νεαρή, η συγγραφέας δεν καταφέρνει να αναγνωρίσει πλήρως ούτε στην φιγούρα του πατέρα, που αγαπούσε με τη σειρά του, αλλά θεωρούσε θύμα μεγάλο στις ιδιοτροπίες της συζύγου, ούτε στους παλαιότερους εραστές (στους οποίους φαίνεται να αναζητά έμμεσα μια υποκατάστατη πατρική φιγούρα ) και ακόμη λιγότερο στην πολιτική και μαχόμενη οργάνωση στην οποία βρίσκεται στρατευμένη.

Ένα ταξίδι στην αμφιβολία στο οποίο η μόνη αλήθεια, έτοιμη να εκραγεί στις τελευταίες σελίδες, είναι εκείνη πως «αυτή είναι ήδη η ζωή [μου]» και ότι δεν θα υπάρχει πλέον ο χρόνος ούτε η ευκαιρία να διορθωθούν οι επιλογές, οι δρόμοι και τα προηγούμενα σφάλματα.
Με αυτό τον τρόπο η συγγραφέας, αντί να απομακρυνθεί από τους αναγνώστες της, καταλήγει να πλησιάζει σε καθέναν από αυτούς, καταφέρνοντας να κάνει αυτό να είναι ένα από τα πιο εγκάρδια και ειλικρινή βιβλία επάνω σε μια εποχή που, όπως η συγγραφέας συνεχίζει να επιβεβαιώνει σχετικά με το δικό της παρελθόν, θα χρειαζόταν αργά ή γρήγορα να ξεπεραστεί χωρίς αναγκαστικά να καταργείται εντελώς. Προκειμένου να μπορέσουμε επιτέλους να στρέψουμε το βλέμμα γεμάτο ακόμη προσδοκίες για το αβέβαιο μέλλον που έτσι κι αλλιώς μας περιμένει.

https://www.carmillaonline.com/2018/05/10/il-grande-perche/