σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Kritik

Kritik

«Η επίθεση πρέπει να προετοιμαστεί προσεκτικά

όχι πλέον κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι αλλά δύναμη ενάντια σε δύναμη

μπορούμε ν’ ακούσουμε την ηχητική σχίση

το αίμα ρέει στη νέα ζωή που έρχεται»

Εγχειρίδιο επιβίωσης στην αγωνία του κεφαλαίου

Το βιβλίο αυτό αποτελεί μέρος της παράδοσης των «καλλιτεχνικών βιβλίων». Είναι δηλαδή ο καρπός μιας σοφής συνάθροισης εικόνων και κειμένων που εκπονούνται από ανελέητους κριτικούς (μερικών με διεθνή φήμη) για την κρίση του καπιταλιστικού πολιτισμού.
Αυτοί ενώθηκαν σε αυτή την περιπέτεια αποδεχόμενοι την πρόταση ενός πλήρως αντί-συγγραφικού ανωνυμάτου, συμμετέχοντες έτσι στην πραγματοποίηση ενός «συλλογικού έργου».
Στο βιβλίο, οι διάφορες κριτικές στο καπιταλιστικό σύστημα επικεντρώνονται στις αγωνιώδεις εκδηλώσεις των κύριων οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών δομών του, χρησιμοποιώντας τα διαφορετικά αρχεία καταγραφής της επιστημονικής ανάλυσης, της αφήγησης, της εικόνας. Όμως σε ανασκόπηση περνούν οι εξαιρετικές μορφές αντίστασης που άτομα, ομάδες και κινήματα ήξεραν να επινοήσουν και να εκφράσουν ενάντια στις ψυχικές και περιβαλλοντικές καταστροφές που ο παλαιός κόσμος που καταρρέει έχει καθορίσει και καθορίζει. Το αποτέλεσμα που προκύπτει για τον αναγνώστη είναι η προσέγγιση ενός χρήσιμου εργαλείου (ενός «εγχειριδίου», ακριβώς) για να κατανοήσουμε τις μη αναστρέψιμες κρίσεις στις οποίες έχουμε βυθιστεί. αλλά και ένα υποβλητικό και ελκυστικό αντικείμενο που πρέπει να εξεταστεί με μια παιχνιδιάρικη, οπτική και καλλιτεχνική προσέγγιση. Ενδιαφέρον για τη μοναδική και συναρπαστική «δομή» αυτού του βιβλίου θα έχουν πάνω απ’ όλα οι νέοι και οι πολύ νέοι, επειδή είναι συνηθισμένοι, μέσω της διαδεδομένης χρήσης των νέων μέσων, σε μια αποσπασματική και πολλαπλών ειδικοτήτων κατανάλωση των γνώσεων και μια οπτική αντίληψη βασισμένη στην επιλεκτικότητα και τη φινέτσα.

Kritik

Έψαχνα μια ήρεμη θάλασσα αλλά βρήκα εσένα

on .

 

Παραθέτουμε ένα απόσπασμα των «Εννέα καλών λόγων για να ξεκινήσουμε από το μηδέν» που δημοσιεύτηκε στο Kritik. Prontuario di sopravvivenza all’agonia del capitale,Εγχειρίδιο επιβίωσης στην αγωνία του κεφαλαίου (DeriveApprodi, στα βιβλιοπωλεία από 12 απριλίου 2019)

 

1. Το Κίνημα δεν υπάρχει πλέον. Μην ανησυχείτε, μείνετε ήσυχοι: δεν αναφερόμαστε στα κοινωνικά κινήματα, που ακόμα και τα τελευταία χρόνια, μερικές φορές εμφανίστηκαν, με αποσπασματικό, σποραδικό τρόπο, χωρίς να συνθέτουν κύκλο, με διφορούμενες και αντιφατικές γλώσσες, πρακτικές και αξιώσεις. Αλλά είναι και ίσως όλο και περισσότερο θα είναι έτσι, τα κινήματα μέσα στη μόνιμη κρίση είναι τερατώδη και μπάσταρδα πλάσματα. Εμείς – αν αυτή η αντωνυμία εξακολουθεί να έχει νόημα, εκεί όπου το Κίνημα δεν υπάρχει πια – καταλαβαίνουμε πολύ λίγο αυτά τα πλάσματα, επειδή δεν ανταποκρίνονται στις επιθυμίες μας, στους κώδικες μας, στη ρητορική μας. Αντίθετα, τα απορρίπτουμε συχνά, τα χαρακτηρίζουμε ως αντιδραστικά, συγχαίρουμε τους εαυτούς μας όταν η προφητεία είναι αυτοεκπληρούμενη. Σπάνια αντιθέτως προσπαθούμε να μας εκτοπίσουμε παραγωγικά: είναι αναμφισβήτητα πιο εύκολο να καταγγείλουμε την ασχήμια του τέρατος για να απαλλαγούμε από την ανεπάρκεια μας, αντί να αναρωτηθούμε συγκεκριμένα για τις δικές μας ανεπάρκειες ώστε να τοποθετήσουμε τους εαυτούς μας μέσα στα σπλάχνα του ανησυχητικού πλάσματος.

Λοιπόν, το κίνημα για το οποίο μιλάμε και το οποίο δεν υπάρχει πλέον είναι εκείνο της ιταλικής ανωμαλίας των χρόνων ’60 και ’70, της αλληλεπίδρασης μεταξύ αυτόνομης οργάνωσης και ταξικής αυτονομίας, μεταξύ σχεδίου έργου και αγώνα, μεταξύ ομάδων και διαδικασιών σύγκρουσης. Ήταν πραγματικά, σε εκείνη τη συγκεκριμένη συγκυρία, το κίνημα που καταργεί την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων. Είναι εκείνη η ανωμαλία, με μια ισχυρή έννοια, που μας επέτρεπε να ονομάσουμε τους εαυτούς μας ως «αγωνιστές του κινήματος» στη δεκαετία του ’80 και του ’90 χωρίς να χρειάζεται να δώσουμε περαιτέρω εξηγήσεις. Αυτό δεν συνέβαινε σε άλλα μέρη του κόσμου, όπου για κίνημα εννοούν απλά μια κινητοποίηση που αρχίζει και τελειώνει, γύρω από μια περιορισμένη αξίωση, και όπου ο σκληρός όρος του αγωνιστή αντικαθίσταται από την υγρή μορφή του ακτιβιστή.Τώρα, και όχι μόνο από σήμερα, είναι σαφές σε όλους ότι αυτή η ανωμαλία επιβιώνει μόνο ως ιδεολογική ταυτότητα, ή αν θέλουμε σαν λαμπρή γενεαλογία. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι επαναστάσεις δεν γίνονται με την ταυτότητα, την ιδεολογία ή την απλή γενεαλογία, είναι απαραίτητο να προχωρήσουμε. Όχι για χάρη του νέου, λέξη από μόνη της κενή και χωρίς νόημα, αλλά για το άχρηστο της νοσταλγίας, δηλαδή να φορέσουμε τα ρούχα του νεκρού για να αποφύγουμε το πένθος, να μην το επεξεργαστούμε.

Μετά το τέλος του Κινήματος, υπάρχει μόνο κατακλυσμός, μοναξιά και απελπισία; Όχι, καθόλου. Υπάρχει ανάγκη να αρχίσουμε πάλι. Επειδή κατά βάθος οι επαναστάτες μαχητές πάντα ξεκινούν απ’ την αρχή. Και όταν σταματούν να ξαναρχίζουν, σταματούν να είναι επαναστάτες αγωνιστές.

[…]

4. Το μέλλον είναι νεκρό. Ακούμε ήδη το βουητό του θορύβου στο παρασκήνιο: ιδού εκεί, αυτοί που κολακεύουν το νιχιλιστικό εξτρεμισμό. Χαλαρώστε και προσπαθήστε να σκεφτείτε, αν είστε σε θέση. Ο μηδενισμός, κυρίως μεταξύ των νέων, είναι ένα γεγονός. Είναι ένα πρόβλημα; Φυσικά, είναι ένα πρόβλημα. Αλλά αυτό το πρόβλημα είναι μέσα στα πράγματα, όχι στα λόγια που περιγράφουν τα πράγματα. Είναι ο μηδενισμός που παράγεται από το κεφάλαιο και από την κρίση. Είναι ο μηδενισμός της χρηματοδότησης και των λύκων της Wall Street ως μοντέλο ζωής. Είναι ο μηδενισμός των προσδοκιών που δεν βρίσκονται άλλο σε φθίνουσα πορεία, αλλά έχουν πλέον φθίνει. Σύντροφοι και συντρόφισσες, αν πραγματικά σας κοστίζει μεγάλη κούραση να κάνετε έρευνα και όχι ιδεολογία, τουλάχιστον την ώρα που πηγαίνετε στο κοινωνικό κέντρο ή στο πανεπιστήμιο συντονίστε το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου στα hit του καλοκαιριού. «Μόνο για απόψε – αγάπη και capoeira», «ένα αύριο δεν θα υπάρξει – λίγο σαν τις ιστορίες στο instantgram», «απόψε δεν θα σου πω όχι», και ούτω καθεξής. Προσοχή, δεν είναι η χαρούμενη κατάληψη του παρόντος του νεανικού προλεταριάτου, πίσω από το οποίο έδυε η θρησκευτική ηθική των θυσιών του κομμουνιστικού κόμματος. Και δεν είναι ούτε το no future των πανκ, σε ένα μίγμα θυμού και απόρριψης, απελπισίας και αυτοαποκλεισμού από μια κοινωνία που πήγαινε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό το presentism είναι εξ ολοκλήρου εσωτερικό στη μόνιμη κρίση και στην ριζοσπαστική ασυμμετρία των σχέσεων εξουσίας της, των ισορροπιών δυνάμεων αυτής, είναι η παραιτημένη συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχουν προσδοκίες και σημασία έχει απλά να απολαμβάνεις αυτό το λίγο που έχεις. Είναι ένας παθητικός, μη ενεργός μηδενισμός.

Το πρόβλημα δεν είναι να καταδικάσουμε όσους καίγουν τα πάντα. Οι αριστεροί το κάνουν αυτό γιατί φοβούνται ότι αργά ή γρήγορα κάποιος θα τους δώσει φωτιά και αυτούς. Το πρόβλημα είναι πώς οργανώνουμε προοπτική από την τέφρα, που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το μέλλον, διότι έχει τις ρίζες στην ουσιαστικότητα-την υλικότητα του παρόντος, εκείνου που είμαστε και εναντίον αυτού που προσπαθούμε να είμαστε. Πως αναλαμβάνουμε την αποτυχία των προοπτικών που προσφέρει το κεφάλαιο με ενεργό και όχι παθητικό τρόπο, δηλαδή σαν ευκαιρία για να οικοδομήσουμε απόλυτα αυτόνομες προσδοκίες. Πως κάνουμε δική μας την υπόθεση πως η ρήξη είναι μια διαδικασία και όχι ένα γεγονός, ένα θέλουμε τα πάντα και δεν ικανοποιούμαστε με τα περιθώρια, συλλογική αυτονομία και όχι τις παρενθετικές κοινότητες.

[…]

6. Δεν είμαστε εμείς εξτρεμιστές, η πραγματικότητα είναι ακραία. Η τυπικά δημοκρατική και αριστερή ιδέα σύμφωνα με την οποία η μετριοπάθεια των τόνων αντιστοιχεί σε μια διεύρυνση της συναίνεσης, υπήρξε πάντοτε πολιτικά βλαβερή, δηλητηριώδης. Στην πραγματικότητα βασίζεται σε μια ποσοτική αντίληψη της πολιτικής, οπότε κοιτάζουμε τα νούμερα και όχι την υποκειμενική δυναμικότητα. Αυτή η αντίληψη μπορεί να είναι χρήσιμη για όσους πρέπει να πάρουν ψήφους, είναι καταστροφική για όσους τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς θέλουν να καταστρέψουν. Ή είναι χρήσιμη για εκείνους που θέλουν να αναπαράγουν το δικό τους θεσμό, όσο loser και oριακός κι αν είναι, της πλάκας: και επιστρέφουμε στην ικανοποίηση για τους δύο επισυναπτόμενους συντρόφους. Σύγκρουση και συναίνεση, έλεγαν πριν από είκοσι χρόνια εκείνοι που έκαναν τα γλυκά μάτια στην κοινωνία των πολιτών (brrrr!), Πράγμα που σήμαινε: να προσποιούνται ότι κάνουν τη σύγκρουση με σκοπό να καταφέρουν συναίνεση για τους εαυτούς τους.

Ωστόσο, σήμερα εκείνη η ιδέα είναι επίσης ψευδής, επειδή η κρίση παράγει μια κοινωνική πόλωση στην οποία αντιστοιχεί μια πόλωση των συμπεριφορών, των παθών, των δυνατοτήτων. Πάντα συνέβη με αυτόν τον τρόπο, υπάρχουν φάσεις στις οποίες τα όρια μεταξύ επανάστασης και αντίδρασης στεγνώνουν. και το όριο μεταξύ των δυνατοτήτων κινητοποίησης με μια έννοια ή με την αντίθετη έννοια, είναι φευγαλέο εφήμερο και αναστρέψιμο.Αυτή η αναστρεψιμότητα δεν διαρκεί για πάντα: όταν σταθεροποιείται, το σύνορο παύει να είναι φευγαλέο. Μέχρι τότε, ισχύει αυτό που λέει ο ποιητής: όπου ο κίνδυνος είναι μέγιστος, εκεί αναπτύσσεται και αυτό που σώζει. Σήμερα είναι η σύγκρουση που περιέχει μέσα της την συναίνεση. Οι αντιδραστικοί το έχουν καταλάβει, «εμείς» όχι.

Όταν σήμερα ακούτε κάποιον να καλεί σε δημοκρατικά μέτωπα, να ξέρετε ότι είναι ένας εχθρός. Επειδή τα μέτωπα είναι ο εχθρός μας, που σημαίνει να ρίχνουμε νερό στο μύλο εκείνων που θέλουν να διατηρήσουν το status quo. Και, πάνω απ ‘όλα, μας είναι εχθρική η δημοκρατία, ένας εξαιρετικός μηχανισμός αποπολιτικοποίησης και εξάντλησης της υποκειμενικότητας. Η δημοκρατία δεν αρνείται τη δυνατότητα της σύγκρουσης, αλλά την αναισθητοποιεί και επιλύει μέσα στα όρια της συναίνεσης, δηλαδή των ίδιων των μορφών της αυτοαναπαραγωγής. Ο ποιητής σήμερα θα έλεγε: εκεί όπου αμφισβητείται η δημοκρατία, εκεί αυξάνεται και αυτό που σώζει. Προσθέτουμε: όπου υπάρχει η αριστερά και η δημοκρατία, πυροβολούμε χωρίς έλεος. Χωρίς δάκρυα για τα τριαντάφυλλα.

[…]

8. Έτσι, αγαπητές συντρόφισσες και αγαπητοί σύντροφοι προσκολλημένοι στις γκροτέσκες βεβαιότητες της κενής ταυτότητας σας, οι δρόμοι μας χωρίζονται αμείλικτα. Χωρίς πολεμικές, χωρίς μίσος, χωρίς μνησικακία. Δεν είστε εχθροί μας ούτε αντίπαλοι μας. Απλά, είστε άχρηστοι. Δεν αισθανόμαστε κανένα θυμό προς εσάς. Νιώθουμε κάτι που ίσως είναι πολύ χειρότερο: θλίψη και πόνο. Αν έχουμε χρόνο σας λέμε γρήγορα αντίο. Εάν αποφασίσετε να επιβιώσετε, αναπαράγοντας αυτό που είστε, δεν θα ξανασυναντηθούμε. Εάν αποφασίσετε να πεθάνετε για να ξαναγεννηθείτε, ξέρετε πού να μας βρείτε: μέσα και ενάντια σε μια πραγματικότητα που φτάνει απλά να την κοιτάξετε για να αισθανθείτε μίσος και θέληση να την καταστρέψετε.

9. Εμείς δεν είμαστε αιώνιοι: πρέπει να πεθάνουμε για να κατακτήσουμε την αθανασία. Πρέπει να μπαίνουμε συνεχώς σε κρίση για να γινόμαστε αυτό που πάντα υπήρξαμε. Είναι γνωστό ότι ένας από τους πιο όμορφους αν και ασυνείδητους ορισμούς του επαναστάτη αγωνιστή τον έδωσε ο Άγιος Παύλος: είμαστε άντρες και γυναίκες μέσα σε αυτόν τον κόσμο, όχι αυτού του κόσμου. Σήμερα πολλοί από εκείνους που βρίσκονται γύρω μας και στους οποίους είπαμε αντίο έχουν επιλέξει να είναι το αντίθετο: άντρες και γυναίκες αυτού του κόσμου, όχι μέσα – και κατά συνέπεια ενάντια σε – αυτόν τον κόσμο. Το άτομο είναι μόνο του, είπαμε. και είναι μόνη η οργάνωση που αναδιπλώθηκε για τη διαχείριση της ύπαρξης της, προσθέσαμε. Η συνειδητοποίηση των ηττών μας είναι αυτό που μας επιτρέπει να κάνουμε, εκ νέου και πάντα, την έφοδο στον ουρανό. Πίσω από τις αυτάρεσκες και θριαμβευτικές ρητορικές σας εμείς βλέπουμε την αποδοχή της χειρότερης ήττας: τη μοναξιά όσων από εκείνη την έφοδο έχουν οριστικά παραιτηθεί. Το έχετε βάλει στις ιστοσελίδες σας και το εκτυπώνετε στις μπλούζες σας επειδή δεν υπάρχει πλέον μέσα στο κεφάλι σας και στον τρόπο να ενεργείτε, να δράτε.

Και τότε, η μοναξιά μπορεί να νικηθεί μόνο μέσα στην μαχητική συνέρευνα μέσα στην ταξική σύνθεση, δηλαδή μέσα στο χάος, τις αντιφάσεις και τις αμφισημίες που την εμψυχώνουν, της δίνουν ζωή και την θρυμματίζουν. Μέσα και ενάντια. Να θρέφουν την οργάνωση με αυθορμητισμό και να οδηγούν την οργάνωση μέσα στον αυθορμητισμό. Η αυτονομία ήταν πάντα αυτό: είναι η οργάνωση που αντικατοπτρίζει και στοχάζεται επάνω στον αυθορμητισμό της, είναι ο αυθορμητισμός που αντικατοπτρίζει και στοχάζεται πάνω στη δική του οργάνωση. Είναι ένα στοίχημα που πηγαίνει στη ρίζα, θέτοντας σε λειτουργία εκείνο (to λίγο) που έχουμε, για να μπορέσουμε να κατακτήσουμε εκείνο (to πολύ) που επιθυμούμε.

Αν ψάχνετε μια ήρεμη θάλασσα για να απολαύσετε μια ιδεολογική ταυτότητα, μείνετε μακριά από αυτά τα κύματα. Εμείς ψάχνουμε ξανά την καταιγίδα. Είναι άχρηστο να ξεφορτώνουμε τις ανεπάρκειες μας επάνω στην υπάρχουσα υποκειμενικότητα. Εσείς που βλέπετε βαθύ σκοτάδι παντού, αναρωτηθείτε εάν είναι οι φακοί σας, τα γυαλιά σας που είναι σκούρα ή κοιτάζετε προς λάθος κατεύθυνση. Λοιπόν, δεν το έχετε καταλάβει ακόμα; Κανείς δεν κοιμάται – υπάρχει ο ήλιος ακόμα και τη νύχτα – το έχω πει χιλιάδες φορές – όλα μπορούν να συμβούν. Είμαστε έτοιμοι για κάτι περισσότερο από μια ξεχωριστή βραδιά;

 

Αν ψάχνετε μια ήρεμη θάλασσα για να απολαύσετε μια ιδεολογική ταυτότητα, μείνετε μακριά από αυτά τα κύματα. Εμείς ψάχνουμε ξανά την καταιγίδα. Είναι άχρηστο να ξεφορτώνουμε τις ανεπάρκειες μας επάνω στην υπάρχουσα υποκειμενικότητα. Εσείς που βλέπετε βαθύ σκοτάδι παντού, αναρωτηθείτε εάν είναι οι φακοί σας, τα γυαλιά σας που είναι σκούρα ή κοιτάζετε προς λάθος κατεύθυνση. Λοιπόν, δεν το έχετε καταλάβει ακόμα; Κανείς δεν κοιμάται – υπάρχει ο ήλιος ακόμα και τη νύχτα – το έχω πει χιλιάδες φορές – όλα μπορούν να συμβούν. Είμαστε έτοιμοι για κάτι περισσότερο από μια ξεχωριστή βραδιά;

 

http://commonware.org/index.php/gallery/879-cercavo-un-mare-calmo-ma-ho-trovato-te

ιστορία, storia

Ένα καινούργιο καλό βιβλίο

Δεν είναι εύκολο για μένα, δεν είναι ούτε εύκολη ούτε ήρεμη η ανάγνωση των βιβλίων που διηγούνται τις ιστορίες στις οποίες βρέθηκα να ζω και να δρω. Δεν καταφέρνω, σχεδόν ποτέ, να αναγνωρίσω τον εαυτό μου μέσα στην ταυτότητα που ράβουν επάνω μας ιστορικοί και δημοσιογράφοι που πλημμυρίζουν βιβλιοπωλεία και οθόνες. Τα μονοπάτια της ζωής μας επαναπροτείνονται και μιλούν κάποιοι γι αυτά σαν να είχαμε υπάρξει μανιακοί, μερικές φορές αδέξιοι, πάντα σε εντυπωσιακή αντίθεση με την πραγματικότητα. Οι ανακατασκευές της «στιγμής κατά την οποία έγιναν κάποιες επιλογές» είναι ενοχλητικές και δολοπλόκες, εκείνες που χαρακτήρισαν εκείνο το κομμάτι της ιστορίας για το οποίο μιλάμε, μια ιστορία που ήδη καλύπτεται με αρνητικούς χαρακτήρες στον τίτλο: «η εποχή των χρόνων του μολυβιού». Αντίθετα οι αναμνήσεις μου μου δίνουν πίσω εκείνες τις επιλογές σε πλήρη αρμονία με τον τρόπο που επιλέξαμε να ζούμε σε αυτήν την κοινωνία, μη θέλοντας πλέον να υποφέρουμε, μέσα στη σιωπή και παθητικοί, την καταπίεση και εκμετάλλευση, την αλαζονεία των ισχυρών και περιβαλλοντικές καταστροφές. Ήταν αναγκαία και επιθυμητά βήματα, τα οποία επιδίωξαν εν γνώσει τους εκείνοι που, ξεκινώντας από την παρουσία τους εκεί και στη συνέχεια με την στράτευση τους σε μια επιτροπή εργοστασίου ή ενός άλλου «χώρου εργασίας», ή σε μια συλλογικότητα γειτονιάς, ασκώντας ανταρσίες και αγώνες, από διεκδίκηση σε διεκδίκηση, από σύγκρουση σε σύγκρουση, από μάχη σε μάχη, με διαλείμματα καταγγελιών, συλλήψεων και διαδηλώσεων για την απελευθέρωση των συλληφθέντων, πραγματοποιούσαν εκείνες τις επιλογές που προετοίμαζαν το έδαφος για μεταγενέστερες επιλογές. Δεν υπήρξε ένα άλμα ή μια ρήξη από έναν «κάποιο τύπο» στράτευσης σε έναν άλλο, επειδή κάθε πέρασμα τοποθετούνταν μέσα στην ίδια γραμμή εκείνου του συμφώνου, εκείνης της σχέσης μεταξύ περισσότερων γενεών, εκείνης της δήλωσης προθέσεων με την έντονη γεύση: η «επαναστατική μεταμόρφωση της κοινωνίας». Εκείνα τα βήματα και εκείνες οι επιλογές εμφανίζονταν, μέσα σε εκείνο το μονοπάτι, μιας ηλιακής «κανονικότητας», που μόνο η κατανόηση της φύσης της ταξικής σύγκρουσης εκείνης της ιστορικής περιόδου μπορεί να δικαιολογήσει.

Το να φτάσεις στο σημείο να »κάνεις κάποιες συγκεκριμένες επιλογές», να αποκτήσεις επαρκή ικανότητα με επιμελή άσκηση να οργανώνεις την βία ή να παίρνεις τα όπλα, ήταν ένα βήμα, ένα πέρασμα, ανάμεσα σε πολλά, ήταν το προϊόν της βούλησης – που δεν προδόθηκε – της θέλησης να μεταμορφώσεις το υπάρχον. Μια προσγείωση καθόλου τραυματική, αλλά που ωρίμασε οικειοθελώς μέσα σε μια τεράστια ποσότητα συναισθημάτων, παθών, σκέψεων και πράξεων, τα οποία ο ιστορικός ορίζει στη συνέχεια ως «γεγονότα».

Από αυτά τα συναισθήματα, που επανειλημμένα ένιωσα, γεννήθηκε αυτή η δυσπιστία στην προσέγγιση της ανάγνωσης των βιβλίων «γύρω από τα χρόνια Εβδομήντα». Και όχι μόνο λόγω των πολλών ψευδών, των στερεοτύπων, των προκαταλήψεων και των θεωριών συνωμοσίας, που αποτελούν επίσης το βασικό υλικό των περισσότερων δοκιμίων για τα λεγόμενα «χρόνια του μολυβιού». Αν αφήσουμε στην άκρη τα βλακώδη ψέματα, νομίζω ότι έτσι κι αλλιώς παραμένει μια μεγάλη διαφορά, ανάμεσα σε αυτούς που ζουν και ενεργούν μέσα σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, έντονη, με δυνατά χρώματα, και σε εκείνους που προσπαθούν να την διερευνήσουν, να την γνωρίσουν και να μιλήσουν γι αυτήν. Η δυσκολία παραμένει, μερικές φορές αδυνατότητα να ταυτιστείς με την ψυχική κατάσταση-να έχεις την ενσυναίσθηση της ψυχικής κατάστασης-να συμπάσχεις με αυτούς, με εκείνη την κινητήρια δύναμη του πάθους, το μεράκι εκείνων που κάνουν «κάποιες επιλογές».

Ωστόσο το βάρος της δυσπιστίας μου καταρρίπτεται και ξεθωριάζει όταν η διήγηση εκείνων των χρόνων πραγματοποιείται από εκείνον που έχει επιλέξει τον δρόμο της κατανόησης, πριν ακόμη από εκείνον της ανασυγκρότησης, της προσοχής και της αντιμετώπισης, υψηλού επιπέδου, για εκείνες τις γυναίκες και τους άνδρες που ήταν οι πρωταγωνιστές αυτών των γεγονότων .

StekkaΑναφέρομαι στον Davide Steccanella και στο βιβλίο του, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα: «Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα» για τους τύπους του Bietti-Μιλάνο.

Είναι 487 οι σελίδες επάνω στις οποίες τρέχει η «Χρονολογία μιας αποτυχημένης επανάστασης» (έτσι είναι ο υπότιτλος) εκείνου του τμήματος της ιστορίας, σελίδες στις οποίες μπόρεσα να εκτιμήσω τη λεπτότητα και την ανθρωπιά με την οποία ο Davide προσέγγισε τους «λόγους» κάθε μιας και καθένα από τους συντρόφους που εμπλέκονται σε εκείνη την ένοπλη σύγκρουση.

Ο Davide συνοδεύει τον αναγνώστη μέσα από εκείνα τα χρόνια, για μένα, καταπληκτικά όμορφα χρόνια, αλλά δύσκολης αποδοχής, μοιάζει να διατρέχεις τις σελίδες των χρονικών μιας υποθετικής εφημερίδας μεγάλης είκοσι χρόνια, από το 1969 μέχρι την «πτώση του τείχους του Βερολίνου», με μια σύντομη εισβολή στον τρέχοντα αιώνα.

Δεν είναι ένα οποιοδήποτε χρονικό, είναι το χρονικό των γεγονότων που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της απόπειρας «εφόρμησης στον ουρανό» εκείνων των χρόνων.

Μόνο χρονικό; Σίγουρα όχι! Όμως διαβάζοντας τη χρονολόγηση, είναι ακριβώς η διαδοχή των πρακτικών ενός συγκεκριμένου τύπου, και της αυξητικής τάσης τους, προς την κατεύθυνση της ανόδου της σύγκρουσης από πλευράς όλων των διεκδικητών, η οποία παρέχει στον αναγνώστη το βάθος και το ρίζωμα όλων εκείνων που βρίσκονταν σε κίνηση.

Κάθε ένα από αυτά τα γεγονότα θα μπορούσε να καταλάβει σελίδες και σελίδες ιστορίας, είναι γεγονότα που είχαν πίσω τους ένα ανθρώπινο σμήνος από ιδέες, πάθη, ελπίδες, προσδοκίες, ανθρώπινες σχέσεις και έφεραν μαζί τους, αφού συνέβησαν, μια ώθηση για να εδραιώσουν την πεποίθηση, να διορθώσουν εδώ και εκεί, έφεραν κολοσσιαία φορτία κριτικής, απογοήτευσης, αποτυχιών και τέλος την προσπάθεια της συνέχειας.

Σε αυτούς τους προβληματισμούς, βοηθούν τον αναγνώστη, η άφθονη συλλογή σημειώσεων εμβάθυνσης, που ετοίμασε ο Davide, η οποία μας επιτρέπει να γνωρίσουμε και να τοποθετούμε κάθε εκδήλωση μέσα στο κοινωνικό και ανθρώπινο πλαίσιο που την παρήγαγε, καθώς και το σφαιρικό προφίλ των συντροφισσών και των συντρόφων που δρούσαν μέσα σε εκείνο το πλαίσιο,το περιβάλλον. Σε αυτούς τους ανθρώπους, τους λεγόμενους «χαρακτήρες-φιγούρες», κάποια μικρή ανακρίβεια φαίνεται να είναι αναπόφευκτη ακόμη και για τον σχολαστικό Davide, ανακρίβειες, από τις οποίες είναι πλέον αδύνατο να ξεφύγουμε δεδομένου του τεράστιου ποσού υλικού από χαρτί και τηλεοπτικού υλικού που επαναλαμβάνει πολλά «κλισέ-στερεότυπα».

Το βιβλίο τελειώνει με την συνέντευξη στον Luca Colombo, έναν σύντροφο που υπήρξε μεταξύ των ιδρυτών μιας ένοπλης οργάνωσης, των FCC (κομμουνιστικών μαχητικών σχηματισμών-formazioni comuniste combattenti), στην οποία μιλά, πάνω από τριάντα χρόνια αργότερα, εκφράζοντας απόψεις πολύ απομακρυσμένες από εκείνες που ωρίμασαν σε εμένα, οι οποίες όμως είναι πάντα μέρος αυτού που έφερε στην επιφάνεια- που δημιούργησε εκείνη τη σύγκρουση.

Ένα καλό βιβλίο, επομένως, χρήσιμο σε όσους δεν σκέφτονται να αντιγράψουν το έργο του δικαστή ή του ιερέα αλλά να δεσμευτούν, με μια κουραστική και προσεκτική στάση, σε μια πορεία γνώσης και κατανόησης μιας ιστορικής περιόδου που είναι απαραίτητη για να κατανοήσουμε το σήμερα.

22 απριλίου  2013
salvatore ricciardi

Un nuovo buon libro

ιστορία, storia

MAELSTROM: μια ακόμη ανασκόπηση

8 ιουλίου 2011

Δεν θα σταματήσω εύκολα να μιλάω γι αυτό το βιβλίο questo libro, όπως δεν σταματώ -ΑΔΥΝΑΤΟΝ- να αγαπώ τον συγγραφέα του, 
κομμάτι καρδιάς, αίματος, ζωής.
Αυτή είναι μια άλλη ανασκόπηση – un’altra recensione – ενός βιβλίου που ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ  ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ! Τι «γροθιά», αυτό το βιβλίο, καμία σχέση με τη σκιά του Banco [α] που εμφανίζεται ξανά σαν φάντασμα για να διαταράξει το μυαλό του Macbeth, εδώ είναι ένας ζωντανός και στα καλά του κύριος 71 ετών ο οποίος μετά από περισσότερα από 30 χρόνια φυλακής χτυπά με αυτό το βιβλίο την πόρτα μας να μας πει με το νι και με το σίγμα τι συνέβη στην Ιταλία και στον κόσμο σε εκείνα τα 20 χρόνια που προηγήθηκαν της σύλληψής του, και που, τα επόμενα 30 χρόνια, εκείνοι που τον συνέλαβαν αποφεύγουν με κάθε τρόπο να διηγούνται.

387 σελίδες εγγράφων, μαρτυριών και πολλών άλλων διατυπώνονται και παραδίδονται με την φροντίδα και το αδιαμφισβήτητο αυτού που είχε 30 χρόνια για να αναδιατάξει και να μεταβολίσει από «μέσα» εκείνα τα 20 χρόνια ζωής που έζησε, ενώ «έξω» λειτουργούσε η πιο εκκωφαντική από τις αποδομήσεις, και που σήμερα, έχοντας απίστευτα επιβιώσει (όχι μόνο στο σώμα αλλά κυρίως στο μυαλό) σε όλα εκείνα, διεκδικεί το δικαίωμα του «ηττημένου» να εμπλουτίσει την ιστορία που γράφτηκε μέχρι σήμερα, όπως πάντοτε, από τον νικητή, για τον απλό λόγο ότι και αυτός … ήταν εκεί.
Λοιπόν «1960-1980 σκηνές εξέγερσης και ταξικής αυτοοργάνωσης στην Ιταλία» διαβάζουμε στον υπότιτλο διότι ο συγγραφέας βίωσε από πρώτο χέρι και όλο και περισσότερο ως πρωταγωνιστής εκείνη την εικοσαετία αγώνων του εργατικού κινήματος που σημάδεψε ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της χώρας μας κατά την περίοδο που πηγαίνει από την αρχή του λεγόμενου οικονομικού boom στην εποχή del riflusso – της πτώσης, της υποχώρησης των κινημάτων των χρόνων ’80. [β]
Σε αυτό το μακρύ ταξίδι ο συγγραφέας συμμετείχε άμεσα σε πολλά γεγονότα που κατά κάποιον τρόπο είναι «παράλληλα» και «συνδέονται» με την εικοσαετή στράτευση του ως αγωνιστή εργατιστή, συμπεριλαμβανομένων των περίφημων ’68 και ’77 μέχρι την τελική προσγείωση στην σημαντικότερη οργάνωση ένοπλου αγώνα που έδρασε στην Ιταλία που το βιβλίο αυτό μας εξηγεί ως υποχρεωτική φυσική συνέχεια με όλα του τα «πριν», και που επομένως αντιπροσωπεύει μόνο ένα τελικό στάδιο μιας πολύ μακρύτερης και πιο σύνθετης διαδρομής που ξεκινάει από πολύ μακριά.

Αυτό που είναι πιο εντυπωσιακό σε αυτό το βιβλίο, και το οποίο το καθιστά μοναδικό κατά τη γνώμη μου, είναι το γεγονός ότι αντί να μιλάει, όπως έκαναν τόσοι πολλοί άλλοι πρώην ταξιαρχίτες, για την εμπειρία τους στον ένοπλο αγώνα ενθυμούμενοι μακάρι μέσα σε λίγες σελίδες όσα τους οδήγησαν σε μια τέτοια επιλογή, ή να διηγούνται τη δική τους οδύσσεια στα πολυετή χρόνια της ειδικής φυλακής, ο Ricciardi κάνει ακριβώς το αντίθετο.
Ο Salvatore Ricciardi χρησιμοποιεί το βιβλίο αυτό για να ανασυνθέσει λεπτομερώς την αγωνιστική του ζωή υπέρ των πολλών ιταλικών μεταπολεμικών εργατικών αγώνων από το 1958 έως το 1977 μέχρι την ένταξή του στις BR μετά την τελική αποτυχία του κινήματος του 1977, και στη συνέχεια επαναφέρει την διήγηση από τον πρώτο του χρόνο φυλάκισης στο Trani όπου οργανώνει τη περίφημη εξέγερση του 1980, για να κλείσει στη συνέχεια με την επακόλουθη μεταφορά του στην τιμωρητική φυλακή του Bad ‘a Carros στις αρχές του 1981.

Για τα υπόλοιπα τίποτα, τίποτα για τα 3 χρόνια της συμμετοχής του στην ρωμαϊκή φάλαγγα των ΕΤ και τίποτα για τα επόμενα 30 χρόνια φυλάκισης. Γιατί λοιπόν, πέρα από το εντυπωσιακό ιστορικό έργο της επίπονης ανοικοδόμησης των ιταλικών εργατικών αγώνων και των πολλών επαναστατικών ταραχών στον κόσμο εκείνων των χρόνων, που ανακαλεί, με μεγάλη προσοχή και πληρότητα το περίφημο βιβλίο « Η Χρυσή Ορδή» των Ballestrini και Moroni κάποιων χρόνων νωρίτερα, αυτό το βιβλίο, έλεγα στην αρχή, είναι μια «γροθιά»;

Διότι τεκμηριώνει πολλά χρόνια αργότερα και με έναν απολύτως αναμφισβήτητο τρόπο αυτά που συνέβησαν πραγματικά στη χώρα μας μέσα στην εικοσαετία από το 1960 έως το 1980, κάτι που κανείς δεν είχε ποτέ τολμήσει ή ίσως μπόρεσε να κάνει, και θα έλεγα ότι αυτός είναι ο λόγος, κάτι περισσότερο από αρκετός, για να ευχηθούμε μια διάδοση του maelstrom όσο το δυνατόν πιο εκτεταμένη σε όσους κατά τη διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων μπόρεσαν να ακούσουν μόνο την διήγηση αυτών που κέρδισαν, αλλά φοβάμαι ότι αυτό δεν θα συμβεί. Ωστόσο αυτό δεν αφαιρεί καμία αξία, να καταλαβαινόμαστε, από την επιλογή να έχει γράψει σήμερα αυτό το πολύ σημαντικό κείμενο και μετά από 30 χρόνια φυλάκισης, μόνο και μόνο επειδή, όπως καταλήγει ο συντάκτης παραθέτοντας μια φράση από τον θεατρικό συγγραφέα Samuel Beckett: «Προσπάθησα πάντα. Πάντα απέτυχα. Μην συζητάς. Δοκίμασε ξανά. Απέτυχε πάλι. Απέτυχε καλύτερα! «.
Μιλώντας για όμορφες φράσεις, τόσες πολλές πρέπει να πω, η σκέψη που με εντυπωσίασε περισσότερο εμφανίζεται σχεδόν στην αρχή του βιβλίου, δεν θυμάμαι τα ακριβή λόγια αλλά έλεγε πάνω κάτω ότι να γίνεις «σύντροφος» είναι επιχείρηση που απαιτεί και έναν κάποιο …χρόνο.

Εν κατακλείδι η προσωπική μου ιδέα, ίσως λαθεμένη, αυτού του βιβλίου είναι ότι το μήνυμα του συγγραφέα είναι  «με συλλάβατε και παρέμεινα σιωπηλός για 30 χρόνια, τώρα που είμαι ελεύθερος μου φάνηκε σωστό να αναφέρω πριν από κάθε τι άλλο και όλα αυτά που δεν ειπώθηκαν ποτέ επάνω σε εκείνα τα χρόνια, και τώρα αν θέλετε μπορούμε να αρχίσουμε πραγματικά να … μιλάμε γι αυτά «

DAVIDE STECCANELLA

α] essere l’ombra di Banco

Όντας η έμμονη θύμηση μιας κακής πράξης, ενός σφάλματος.Το ρητό αναφέρεται σε μια σκηνή από τον Macbeth (Act III, σκηνή IV) του William Shakespeare, στην οποία το φάντασμα του Banquo έρχεται να τρομοκρατήσει τον πρωταγωνιστή που είχε κηλιδωθεί με το αίμα του.

β] riflusso είναι ένας όρος της δημοσιογραφικής και πολιτικής γλώσσας που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια στάση που χαρακτηρίζεται από πολιτική και κοινωνική απεμπλοκή και από την υποχώρηση στην ιδιωτική σφαίρα μέσα σε ένα κλίμα απογοήτευσης και επιστροφής στις αξίες του παρελθόντος

 

MAELSTROM: ancora una recenzione

 

ένοπλη πάλη, lotta armata

Ανταρτοπόλεμος στη Γερμανία: συζήτηση επάνω στην ιστορία της RAF

                                                                        (il Manifesto 22.05.1975)
                       StefanWisniewski: 

Ήμασταν τόσο τρομερά συνεπείς.

Μια συνέντευξη επάνω στην ιστορία της RAF

 ID Berlin 2003, TAZ 11/10/97  (tageszeitung, μια αριστερή βερολινέζικη εφημερίδα)

Premessa 

20 χρόνια από το φθινόπωρο του 1977 υπήρξε μια επικοινωνιακή παράσταση που δεν είχαμε ξαναδεί. Σε όλα τα τηλεοπτικά κανάλια, με τα ραδιοφωνικά προγράμματα, σε ειδικά ένθετα και σε μια σειρά από εφημερίδες με μεγάλο όνομα αντιμετωπίζονται τα γεγονότα σχετικά με την απαγωγή Schleyer, τους νεκρούς του Stammheim και τη δράση του GSG9[1] στο Mogadiscio. Εκατοντάδες δημοσιογράφοι και σχολιαστές εξυπηρετούν το δημόσιο ενδιαφέρον τους τελευταίους μήνες χωρίς να γίνονται γνωστά νέα γεγονότα.
Στην συνέντευξη που ακολουθεί μιλάει ένας που έλαβε μέρος στην απαγωγή του Schleyer, μιλώντας για τα γεγονότα του 1977.
Ο Stefan Wisniewski έπαιρνε μέρος στο κομάντο της RAF Siegfried Hausner. Τον μάιο του 1978 συνελήφθη στο Παρίσι και εκδόθηκε στη Γερμανία. Το 1981 καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για την απαγωγή και τη δολοφονία του Schleyer. Δεν έκανε οποιαδήποτε δήλωση στις αρχές. Τον οκτώβριο του 1997 μπόρεσε να παραχωρήσει μια ελεύθερη συνέντευξη σε δύο δημοσιογράφους της TAZ, τους Petra Groll και Jürgen Gottschlich. Αναδημοσιεύουμε υπό μορφή βιβλίου αφού τα άρθρα των εφημερίδων συχνά καταπίνονται γρήγορα από τη φρενίτιδα της αγοράς. Πρώτα απ ‘όλα επειδή το κείμενο θεωρήθηκε ως μια συμβολή συζήτησης και, πράγματι, έτσι ήταν.[2]
Ο Stefan Wisniewski έχει συναινέσει στην αναδημοσίευση, παρά το ότι οι συνθήκες της συνέντευξης επέτρεπαν μόνο μια περιορισμένη αναφορά στη συζήτηση εκείνης της εποχής και συνεπώς προσέλαβαν μόνο έναν προσωρινό χαρακτήρα.
Η συζήτηση είναι μεταξύ των σημαντικότερων εγγράφων για τα γεγονότα του 1977. Υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά με τον τόνο της σύγχρονης κουβέντας στα μέσα μαζικής ενημέρωσης που ξεχωρίζει για την απουσία άβολων μαρτυριών των πρωταγωνιστών. Έτσι, στην εξαιρετικά υπερβολική ταινία του Erich Breloer «Todesspiel» δεν συμβουλεύτηκαν κανένα από τους κρατούμενους που βρίσκονται ακόμα στη φυλακή. Πρώην αριστερίζοντες του 68 κάνουν εικασίες για την RAF και απλώς αγνοούν το γεγονός ότι κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70 πολλοί άνθρωποι θεωρούσαν τον ένοπλο αγώνα μια πιθανή πολιτική στρατηγική. Σε αντίθεση με το γενικό ξεπούλημα και τις ανοησίες των αποκαλούμενων ειδικών της τρομοκρατίας, ο Stefan Wisniewski περιγράφει τις εξελίξεις στην πολιτική του βιογραφία επίμονος, νηφάλιος και αυτοκριτικός και μας δίνει μια ματιά επάνω στην RAF εκείνης της εποχής.                                           

Ήμασταν τόσο τρομερά συνεπείς

Το έτος 1977 ήταν το έτος της αντιπαράθεσης μεταξύ της RAF και του κράτους. Όταν εστιάσατε όλες τις δυνατότητές σας στην απελευθέρωση των κρατουμένων, αυτοί ήταν μέσα μόνο από λίγα χρόνια (5/7).

 Stefan Wisniewski: Η πρώτη ένοπλη δράση της RAF, σχεδόν η γέννησή της, ήταν [14 μαρτίου] η απελευθέρωση του Andreas Baader, ο οποίος είχε μερικά χρόνια πίσω και μπροστά του (είχε 3 χρόνια και ήταν φυλακισμένος από 1). Μετά την εμπειρία των 4/5 ετών πριν από το 1977, είπαμε: με αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί πλέον να προχωρήσει η κατάσταση. Η Ulrike Meinhof ήταν νεκρή, ο Holger Meins ήταν νεκρός, η Katharina Hammerschmidt ήταν νεκρή όπως και ο Siegfried Hausner ήταν νεκρός[3].

Καταδικάστηκες στη μέγιστη ποινή για τη χώρα αυτή, σε ισόβια κάθειρξη, και εξέτισες σχεδόν 20 χρόνια.

Παρ ‘όλα αυτά δεν έχασα την επανάσταση. Εκ των υστέρων πρέπει φυσικά να αναλύσουμε «την εποχή της ανυπομονησίας μας.”

Ποια είναι η κατάσταση τώρα;

Η φυλακή φυσικά δεν έχει καμία προοπτική εκτός από το να κρατείσαι εδώ χωρίς κανένα νόημα.

Πώς είναι οι επαφές σου προς τα έξω εκτός από την οικογένεια; Πώς ενημερώνεσαι;

Με τα χρόνια, μέσω των επισκέψεων, αναπτύχθηκαν επαφές, με όλες τις διάφορες πολιτικές διαφορετικότητες. Μερικοί από εμάς εν τω μεταξύ έχουν απελευθερωθεί και έχουν φτάσει νέοι άνθρωποι. Πολλά από αυτά που κάνουν, πολύ δύσκολα μπορώ να παρακολουθήσω και να μοιραστώ: να έχω παιδιά, βλέποντάς τα να μεγαλώνουν και να παίζουν, τον αιώνιο υπαρξιακό αγώνα μεταξύ ζωής και θανάτου που παίζεται έξω από τους τοίχους … διαβάζω πολύ, κυρίως βιβλία. Στα πρώτα 10 χρόνια είχα απαγόρευση της τηλεόρασης, αλλά δεν έχασα πολλά, εκτός από μερικές λεπτομέρειες: το ταχυδρομείο μου καταχωρήθηκε στο δικαστήριο και υπάρχουν πάντα απαγορευτικές διατάξεις. Ζω και καταριέμαι τη φυλακή όπως και οι υπόλοιποι κρατούμενοι, δουλεύω εδώ και 2 μήνες μετά την απαγόρευση της εργασίας για όλα αυτά τα χρόνια.

ΠΑΝΤΑ ΑΓΩΝΙΣΤΗΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΦΥΛΑΚΗ

Έχω πάντα αρνηθεί την ιδέα, γιατί δεν πιστεύω ότι αυτό το σωφρονιστικό ίδρυμα είναι φυσιολογικό, ακόμα και για τους άλλους κρατούμενους. Αλλά πάντα έβλεπα τη φυλακή ως ένα κοινωνικό έδαφος, από το οποίο δεν ήθελα να απομονώσω τον εαυτό μου.

Αντιθέτως η RAF πάντα ζητούσε τη συνάντηση των πολιτικών κρατουμένων και όχι την ένταξη σε κανονική φυλακή.

Αρχικά και η RAF προσπάθησε την συνάντηση με τους άλλους κρατούμενους. Υπήρχαν επίσης προσδοκίες για ένα επαναστατικό κίνημα μεταξύ των κρατουμένων. Το γεγονός είναι ότι από την αρχή αυτές οι διατάξεις απομόνωσης ελήφθησαν εναντίον μας. Στη συνέχεια ξεκίνησαν οι δίκες και έγιναν προσπάθειες να τις χρησιμοποιήσουμε ενωμένοι και με πολιτικό τρόπο. Ήταν και είναι θεμιτό να ζητηθεί η συνάντηση των πολιτικών κρατουμένων για να συζητήσουμε μαζί και να σπάσουμε την απομόνωση στις φυλακές.

Το έχουμε διαβάσει από τα πρώτα ανακοινωθέντα. Αλλά η γραμμή άλλαξε γρήγορα: όλα αναφέρονταν στο καθεστώς των αιχμαλώτων πολέμου.

Όταν αυτό έγινε απόλυτο ως γραμμή, είπα: εντάξει μπορούμε να το συζητήσουμε πολιτικά, αλλά εγώ μπορώ επίσης να ακολουθήσω μια άλλη πολιτική πορεία. Αν δεν μπορούμε να καταφέρουμε να συναντιόμαστε εδώ με άλλους κρατούμενους, πώς μπορούμε να το κάνουμε στη συνέχεια έξω με τον κόσμο. Εδώ, όπου είναι έγκλειστοι, μαθαίνουν πραγματικά τι είναι το σύστημα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν είναι απαραίτητη μια κοινωνιολογική έρευνα, αν και μια ανάλυση της νέας σύνθεσης και δομής των φυλακών θα ήταν κάτι περισσότερο από λογική.

Περισσότεροι από τους μισούς κρατούμενους είναι αλλοδαποί, και πολλοί από αυτούς απειλούνται με μεταφορά σε χώρες όπου ασκούνται τα βασανιστήρια.

Είναι σε αυτό το σημείο που υπήρξε μια ρήξη ανάμεσα σε εσένα και τους φυλακισμένους της RAF;

Εγώ δεν την είδα ούτε την εννόησα ως ρήξη. Το θέμα ξεκίνησε με τη δίκη μου το 1981, ήταν η πρώτη δίκη για την απαγωγή του Schleyer.

Ήθελα να διεξάγω τη δίκη μου με επιθετικό τρόπο.

Ήμουν σε προληπτική φυλακή μέχρι τότε. Είχα ήδη δύο ανοιχτές δίκες: η πρώτη γιατί έδωσα μια γροθιά στη μύτη ενός δικαστή, ήταν αμέσως μετά την έκδοσή μου από τη Γαλλία, όταν προκλητικά διέκοψε ένα τηλεφώνημα με τον δικηγόρο μου, αφού την προηγούμενη ημέρα, στο αεροδρόμιο Orly , εμποδίστηκα να μιλήσω με έναν γάλλο δικηγόρο.

Η έκδοσή σου ήταν αστραπιαία, πιθανώς επειδή με το αντιγερμανικό κλίμα της εποχής, θα έπρεπε ίσως να ασχοληθούν με τη δυνατότητα πολιτικού ασύλου.

Ναι όλα συνέβησαν σε αστυνομικό επίπεδο. Και ο δικαστής αναγνώρισε ότι δεν έγιναν όλα σε κανονική βάση. Αλλά δεν ήταν το πιο σημαντικό. Το σημαντικό ήταν ότι πλέον με είχαν. Για την μπουνιά στον ομοσπονδιακό δικαστή μου έδωσαν 7 μήνες, που μου προστέθηκαν στα 20 χρόνια της ποινής και άλλα 6 χρόνια μου προστέθηκαν για μια προσπάθεια διαφυγής και αυτή η καταδίκη χρησίμευσε για να αποδείξει την επικινδυνότητα μου. Το φόντο αυτής της δικαστικής υπόθεσης ήταν ότι δεν είχαν σχεδόν τίποτα στο χέρι τους εναντίον μου. Έτσι προσπάθησαν να δείξουν την επικινδυνότητα μου με τη δίκη Schleyer. Σε κάθε περίπτωση παρέμεινα απομονωμένος για 3 χρόνια πριν ξεκινήσει η δίκη. Οι κρατούμενοι σχεδίαζαν τότε μια απεργία πείνας. Δεδομένου ότι ο τύπος ήρθε στη δίκη έπρεπε να διαβάσω σχεδόν αμέσως τη δήλωση της έναρξης της απεργίας πείνας. Εκεί είπα αρκετά, φτάνει. Αν βρισκόμαστε σε απεργία πείνας, η δίκη γίνεται μια αντιπαράθεση γύρω από την απεργία πείνας. Εμένα ενδιέφερε ωστόσο να οδηγήσω τη δίκη με επιθετικό τρόπο. Ήθελα την αντιπαράθεση γύρω από το 1977.[4]

Οι φυλακισμένοι άρχισαν την απεργία πείνας ούτως ή άλλως.

Είχαν βρει έναν άλλο δρόμο για να καταστήσουν δημόσια την απεργία πείνας. Στη συνέχεια αυτό που έπρεπε να συμβεί συνέβη. H κατάσταση η σχετική με τα πολιτικά ζητήματα στο δικαστήριο και στην κοινή γνώμη επιδεινώνεται ολοένα και περισσότερο. Τα ερωτήματα ήταν: Μπορούν οι κρατούμενοι να επιβιώσουν; Ποιοι θέλουν να συναντούνται με ποιους; κ.λπ. Ευτυχώς υπήρχαν επίσης πολλοί κοινωνικοί κρατούμενοι με τους οποίους συμμεριζόμασταν εν μέρει τις απαιτήσεις της απεργίας πείνας και στους οποίους θα μπορούσα να αναφερθώ, όταν συμμετείχα επί 6 εβδομάδες, με αιτήματα που είχαν ωριμάσει μέσα από τη συγκεκριμένη εμπειρία μου.

Ο Sigurd Debus πέθανε κατά τη διάρκεια αυτής της απεργίας πείνας μέσω του βασανιστηρίου της αναγκαστικής σίτισης. Στη συνέχεια στο δικαστήριο πέρασα λιγάκι πέρα από τα συνήθη εθιμοτυπικά της αντιπαράθεσης με τη γερουσία.

Συνεπώς σημαίνει ότι απομακρύνεσαι από την RAF το 1981.

Η απάρνηση και η υποβολή δεν είναι για μένα. Έψαχνα άλλες δυνατότητες, αφού είχαμε τοποθετήσει την πρόκλησή μας απέναντι στο κράτος γύρω από το καθεστώς των αιχμαλώτων, το αδύναμο σημείο μας. Αυτό το κραυγαλέο λάθος δεν ήθελα να επαναλάβω σε καμία περίπτωση ως φυλακισμένος.

Αλλά η ιστορία της RAF συνεχίστηκε με αρκετούς νεκρούς.

Θα έπρεπε να ρωτήσεις τους συγγραφείς και τους υποστηρικτές της γραμμής του αντιιμπεριαλιστικού μετώπου στην οποία δεν ανήκω. Το βήμα μου υπήρξε μια επιστροφή στις ρίζες, ένα «Back to the Roots», σε όλα τα ζητήματα που μας έκαναν να γίνουμε θυμωμένοι και αγωνιστές.

Πώς έφτασες στη RAF;

Λοιπόν, πρώτα πρέπει να σας πω πώς ήρθα στο αντιαυταρχικό κίνημα..…

Γεννήθηκα στη δεκαετία του 1950 σε ένα ειδυλλιακό χωριουδάκι στο Μέλανα Δρυμό, γιος ενός πολωνού εξαναγκασμένου εργάτη. Καμία θεαματική ιστορία, στην Πολωνία θα ήταν μια ιστορία όπως χίλιες, αλλά σε αυτό το χωριό η μητέρα μου με πίεζε: «Μη λες τίποτα για την ιστορία του πατέρα σου, αλλιώς θα έχεις πρόβλημα» στο χωριό υπήρχαν αρκετοί πρώην SS ή SA και πολλοί που έκαναν τα στραβά μάτια, μετρούσαν ως πολίτες με κύρος. Ο πατέρας μου επέζησε μόνο 8 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου από την εξολόθρευση των στρατοπέδων συγκέντρωσης, εγώ τότε ήμουν παιδί και η αδελφή μου είχε φύγει. Η μητέρα μου ήθελε να με μεγαλώσει χωρίς μίσος στην ψυχή, αλλά ούτε και η προοπτική της σιωπής δεν ήταν εφικτή. Για διάφορους λόγους βρέθηκα σε ένα κέντρο υποδοχής το οποίο γέμιζαν με παιδιά που ήταν «δύσκολο να εκπαιδευτούν». Η πλειοψηφία προέρχονταν από τα χαμηλότερα στρώματα, πολλά ήταν έγχρωμα, παιδιά πρώην Gl (στρατιώτες των ΗΠΑ), Sinti και ένα αγόρι πολωνικής καταγωγής. Έπρεπε να κάνουμε μαθήματα με τους δασκάλους που μας συμπεριφέρονταν με κουβέντες όπως «Με σας κάτω από τον Χίτλερ θα είχαμε κάνει μια σύντομη δίκη». Το έσκασα 7 φορές μέσα σε ένα χρόνο από εκεί και μερικές φορές με έπιαναν μετά από περιπετειώδες κυνήγι από την αστυνομία. Όταν όλα τέλειωσαν και με τη βοήθεια της μητέρας μου, πήγα στο Αμβούργο για να μπαρκάρω. Δεν ήταν καθόλου ρομαντικό, εκεί είδα την δυστυχία του τρίτου κόσμου, όταν στα αφρικανικά λιμάνια έρχονταν οι άνδρες για να προσφέρουν τις γυναίκες τους σε αντάλλαγμα αυτών που περίσσευαν από το φαγητό μας. Εκείνοι που δεν ντρέπονται γι αυτό, πρέπει να δοθούν τροφή στους καρχαρίες. Στη συνέχεια παρέμεινα στο Αμβούργο, δούλευα και πήγαινα σε ένα νυχτερινό σχολείο.

Πόσων χρόνων ήσουν;

Ήμουν μόλις 20 ετών. Σε κάθε μία από αυτές τις φάσεις θα μπορούσα να είχα πάρει μια διαφορετική πορεία. Για μένα το αντιαυταρχικό κίνημα και οι νέες μορφές ζωής ήταν καθοριστικές. Οι κοινότητες, οι Πέτρες-Gli Stones, οι μακρυμάλληδες, αυτό ασκούσε μια τεράστια έλξη επάνω μου. Ο σοσιαλισμός και οι επαναστατικές θεωρίες προστέθηκαν, πρώτα απ ‘όλα η αίσθηση του δικαιώματος που γεννήθηκε από την εξέγερση. Εγώ μπήκα στο Rote Hilfe (Red Rescue-Κόκκινη Βοήθεια), ήμουν στην κατάληψη της Eckhoffstrasse ένα σπίτι της  Neuen Heimat [5]. Ήμασταν ναι αγωνιστές, αλλά κάναμε και κοινωνική εργασία για τους άστεγους και υποστήριξη σε μαθητές. Αστυνομία και Τύπος Springer[6], ορισμένοι κάνανε ένα χρόνο στη φυλακή, και ήταν μόνο σύμπτωση ότι δεν ήμουν ένας από αυτούς. Τότε είχαμε πραγματικά την αίσθηση ότι μπορούσαμε να αλλάξουμε κάτι παρά το γεγονός ότι η υποχώρηση αυτών του 68 γίνονταν αισθητή εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα και ο κατασταλτικός μηχανισμός χτυπούσε όλο και πιο σκληρά.

Σε αυτή την κατάσταση η RAF μας φαινόταν αξιόπιστη, καθώς έβαζαν τη ζωή τους σε κίνδυνο για ένα ιδανικό. Όταν συνελήφθησαν οι πρώτοι άνθρωποι υπήρξε μια απίστευτη εκστρατεία κατασυκοφάντησης. Ήδη από αυτό μας φάνηκε ενδιαφέρουσα, βλέποντας αυτή την παραπληροφόρηση. Υπήρχαν πολλά διαφορετικά ερεθίσματα, τα οποία με οδήγησαν να δεσμευτώ με την RAF,στρατεύτηκα. Πήγα λοιπόν στο Βερολίνο.

Ήμουν κι εγώ το 1974 στο Βερολίνο και για πρώτη φορά έφαγα πραγματικό ξύλο στη διαδήλωση μετά το θάνατο του Holger Meins. Πολλοί βίωσαν αυτήν την κατάσταση αλλά πολύ λίγοι πήγαν στην RAF.

Θα μπορούσαμε να είχαμε συναντηθεί εκεί. Εκείνη την εποχή βρισκόμουν στο κέντρο νεότητας της Potsdamerstrasse, εξαιτίας της απεργίας πείνας. Είχαμε κινητοποιήσει όλους, από τη Διεθνή Αμνηστία μέχρι τον πάστορα Albertz, όλα όσα μας φαίνονταν χρήσιμα. Έκανα μια ομιλία εκεί, όταν ήρθε η είδηση «ο Holger είναι νεκρός». Δάκρυα ήρθαν στα μάτια μου – και όχι μόνο σε εμένα. Μερικοί από εκείνους που ήταν οι κύριοι επικριτές της RAF άρχισαν να κατασκευάζουν μολότοφ, και στη συνέχεια κατέβηκαν στην Kudamm[7].

“Αν αυτοί αρχίσουν να σκοτώνουν ή αφήνουν τους φυλακισμένους να πεθάνουν – σκεφτόμασταν – τότε έπρεπε να συμβεί κάτι άλλο ». Όλα όσα είχα κάνει για τους κρατούμενους μέχρι τότε, μου φάνηκαν να μην έχουν κανένα αποτέλεσμα. Έτσι δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε. Η συμμετοχή στην οργάνωση της κηδείας του Holger Meins ήταν η τελευταία μου νόμιμη πολιτική δράση. Εκείνο το γεγονός για μένα ήταν σαν να περνούσα ένα κατώφλι.

Τότε είχα επαφές και με την 2 Ιουνίου αλλά κάποιος άφησε άδειο το ταχυδρομικό κουτί [8] ή μου είπαν για ένα λαθεμένο, οπότε η επαφή δεν είχε αποτέλεσμα.

Θα σου ταίριαζαν καλύτερα.

Ναι, μου το είπαν πολλοί, αλλά τα πράγματα πήγανε αλλιώς[9].

Ίσως δεν ήταν σημαντικό;

Στην 2 Ιούνη- 2 Giugno δεν υπήρχαν μόνο εργαζόμενοι και στην RAF όχι μόνο baby αστοί, αυτό πρέπει να το διευκρινίσουμε. Όταν ήμουν στο Βερολίνο, ακόμη νόμιμος, επισκέφτηκα τις γυναίκες του Κινήματος της 2ας Ιουνίου και της RAF. Είχαν τις αντιθέσεις τους, αλλά για μένα αυτό δεν σήμαινε πολλά.

Γνώριζες τις διαφορές ανάμεσα στις δυο ομάδες;

Αν επισκέφτηκα την Ina Siepmann του Κινήματος 2 Ιουνίου ή την Ingrid Schubert της RAF, δεν είχε σημασία. Το μόνο σημαντικό πράγμα ήταν ότι κάποιος από το κίνημα ήταν μέσα και δεν μπορούσαμε ούτε θέλαμε να τον αφήσουμε στον άσσο.

Φυσικά ήξερα τις διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων! Αλλά τότε οι θεωρίες δεν είχαν τεθεί ακόμη σε εφαρμογή. Η απαγωγή Lorenz[10] και η δράση της Στοκχόλμης δεν είχε ακόμη λάβει χώρα. Σήμερα θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να διερευνηθεί η εξέλιξη των θεωριών. Η αποδέσμευση της RAF από τα κοινωνικά κινήματα με τις καταστροφικές συνέπειές της θα έλθει με το ’77. Το Κίνημα 2 Ιουνίου, το οποίο χαμήλωσε τη δύναμη του και τις επιπτώσεις της ρητορικής στην αλληλεπίδραση με το κοινωνικό περιβάλλον του, σίγουρα είχε σε αυτή τη σχέση καλύτερα χαρτιά να παίξει. Όταν το κοινωνικό του πεδίο αναφοράς και η βάση του σταδιακά άρχισαν να χάνονται ή απευθύνθηκαν σε νέα θέματα, ένα μέρος από αυτούς δεν έμεινε μακριά από λάθη όπως εμείς. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τις RZ και Rote Zora11] οι οποίες διερεύνησαν τις αδυναμίες μας σε βάθος και οι οποίες παρέμειναν με τη δομή τους δίπλα το κίνημα. Ούτε η διεθνής τους πτέρυγα διασώθηκε από την καταστροφή.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 οι ενέργειες της RAF αφορούσαν τον πόλεμο στο Βιετνάμ.

Υπήρξε μια συναίνεση στο κίνημα που παρέμεινε από το 1968. Εάν πραγματοποιηθεί εδώ μια επανάσταση, πρέπει να έχει έναν αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα και να σκέφτεται να μελετά, να εξετάζει τα κινήματα στον τρίτο κόσμο. Χωρίς το Βιετνάμ, χωρίς την ανάπτυξη στον τρίτο κόσμο, η RAF δεν θα είχε γίνει αυτό που έγινε. Οι ελπίδες μας ήταν οι Μαύροι Πάνθηρες και οι Tupamaros.

Αλλά γρήγορα εστιάσατε στο ερώτημα πώς να βγάλετε έξω τους κρατούμενους.

Προβληματιστήκαμε και επάνω στις δυνατότητες που υπήρχαν σε άλλους τομείς. Όντες όμως μια μικρή ομάδα, νομίζαμε ότι θα γινόμαστε ισχυροί αν είχαμε επιτύχει κάτι σε αυτό το σημείο. Η αντικειμενική μας εκτίμηση ήταν ότι κράτος και κεφάλαιο κυριαρχούσαν τόσο πολύ στην τρέχουσα κατάσταση ώστε το κίνημα που είχε ξεσπάσει το 67/68 δεν μπορούσε πλέον να επιβιώσει. Σχετικά με το ζήτημα των κρατουμένων θέλαμε να επικοινωνήσουμε κάτι στο κράτος: τον χαρακτήρα του και την ιστορία του.

Σε ποιον θέλατε να το επικοινωνήσετε;

Δεν ήμασταν προσανατολισμένοι στο βιομηχανικό προλεταριάτο, όπως οι ομάδες ΜΛ. Απορρίψαμε αυτές τις σκέψεις με την ανάλυση της αριστοκρατίας της εργατικής τάξης στη μητρόπολη. Για εμάς το επαναστατικό υποκείμενο δεν ήταν εκτιμητέο οικονομικά. Είπαμε: όποιος παλεύει μπορεί να είναι επαναστάτης. Δεδομένου ότι ενεργήσαμε ευρύτερα, δεν είχαμε το απαραίτητο διορθωτικό μιας κοινωνικής βάσης. Αυτό ήταν αλήθεια για τις BR που ήταν αρκετά ριζωμένες στο εργοστάσιο.

Η Ιταλία ήταν διαφορετική

Η Ιταλία ήταν άλλο πράγμα, και η Ιρλανδία, αλλά είδαμε τους εαυτούς μας σε σχέση με αυτούς. Φυσικά, εάν είχαμε βρεθεί στην Ιταλία, θα είχαμε κάνει σαν τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, το έχουμε πει ήδη από τα πρώτα κείμενα. Στην Ιταλία υπήρξε μια μεγάλη αντίσταση, στην οποία είχε συνδεθεί η ιστορία των χριστιανοδημοκρατών. Εδώ ο φασισμός είχε καταστρέψει αυτό που παρέμενε από το εργατικό κίνημα. Εδώ υπήρχε ένα άλλο είδος συνέχειας που έπρεπε να διαρραγεί.

Η διεθνής υποστήριξή μας βασίζονταν στο γεγονός ότι μέσω της πολιορκίας της υπαίθρου εις βάρος της πόλης θα μπορούσαμε να γονατίσουμε το «μοντέλο Γερμανία» έτσι ώστε να μπορέσουμε να αγκιστρωθούμε και να συνδεθούμε κοινωνικά σε αυτή τη ρωγμή σε μια μακροπρόθεσμη προοπτική.

Πως επιζητούσατε την αναγνώριση, με τις εδώ συνθήκες ή με το παγκόσμιο κίνημα;

Ενδεχομένως και με τους δύο, αλλά αυτή η ερώτηση δεν έχει επιλυθεί στρατηγικά μέχρι σήμερα. Είναι ένα γεγονός πως ζούμε σε μια μητρόπολη, με τεράστιο πλούτο και προνόμιο, ενώ σε άλλες χώρες βασιλεύει η μιζέρια και η προσέγγιση για ένα επαναστατικό κίνημα είναι εντελώς διαφορετική. Σήμερα προστίθενται τα «νησιά του τρίτου κόσμου» στις μητροπόλεις και τις φτωχές περιφέρειες στα ανατολικά. Και για τις δύο αυτές πραγματικότητες, η επίλυση του κοινωνικού ζητήματος έχει γίνει ζήτημα επιβίωσης που πρέπει να κάνει να εκραγούν τα όρια του εθνικού κράτους και ταυτόχρονα να εξαφανιστεί οποιοσδήποτε αφηρημένος διεθνισμός. Αν τοποθετηθούμε σε αυτή τη διεθνή σχέση, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να χάσουμε τις κοινωνικές επαφές και τα κρίσιμα σημεία τριβής καθώς και να αποφύγουμε οποιαδήποτε κριτική επικαλούμενοι αποκλειστικά τις διεθνείς συνθήκες.

Έτσι μου φάνηκαν και οι συζητήσεις των ομάδων Κόκκινης Βοήθειας-Red Aid που έζησα στα μέσα των χρόνων ’70 στο περιβάλλον μου του Kreuzberg.

Πρέπει να ρωτήσουμε τους βερολινέζους συντρόφους/σες. Την εποχή εκείνη γνώριζα το RH του Αμβούργου. Υπήρξαν πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις εκεί. Αυτό δεν οδήγησε σε εκείνο που συνεπάγονταν σχετικά με κοινωνικές ουτοπίες, σήμερα συνειδητοποιώ ότι πολλές μεμονωμένες ομάδες που ασχολούνται με τις φυλακές προωθούνται από δεξιές οργανώσεις που προσπαθούν να δημιουργήσουν μια ρατσιστική δυναμική. Με αυτούς βρέθηκα αρκετές φορές σε αντιπαράθεση και σε διαφορετικά σωφρονιστικά ιδρύματα. Αυτό είναι ένα έδαφος που έχει εγκαταλείψει το κίνημα, και η TAZ, που τότε είχε μια σελίδα για την φυλακή.

Δεν αμφισβητούμε ότι τότε υπήρχε μια ουσιαστική δουλειά, και σήμερα επίσης. Τότε όμως είχαμε την εντύπωση ότι εκείνοι που αποκαλούνται πρωτοπορία δεν μιλούσαν καθόλου για τα θέματα που μας ενδιέφεραν.

Μιλήσαμε γι ‘αυτό, στο μέτρο του δυνατού, για μια ανταλλαγή απόψεων με τους συντρόφους μέσα στη νομιμότητα, χωρίς να δεχόμαστε εμφανώς τα ζητήματα αυτά στην πρακτική μας. Θα προχωρήσω περισσότερο σε κριτική ενδοσκοπική σκέψη: Το ζήτημα των κρατουμένων συμμορφώνονταν σε μεγάλο βαθμό με τους κανόνες της ηθικής από ένα μέρος των κρατουμένων και τις επιτροπές ενάντιες στα βασανιστήρια, με αυτόν τον τρόπο ξενερώσαμε πολλούς από τους αριστερούς που συζητούσαν μαζί μας με κριτικό πνεύμα αλλά με συμπάθεια. Ο Peter Brückner και άλλοι προσβλήθηκαν, υπάρχουν πολλά δυσάρεστα πράγματα που πρέπει να επανεξετάσουμε. Το πρόβλημα δεν τελείωνε εκεί, διότι, παράλληλα με την υποχώρηση του 68, υπήρχε μια μαζική εγκατάλειψη της αλληλεγγύης. Αυτό είχε ένα μπούμερανγκ αποτέλεσμα: Όσοι προσποιήθηκαν ότι δεν βλέπουν τις συνθήκες των κρατουμένων στις ακτίνες απομόνωσης και δεν ανέλαβαν τις ευθύνες τους, για παράδειγμα μέσω μιας δικής τους θέσης, δεν πρέπει να εκπλήσσονται του γεγονότος ότι το ζήτημα των κρατουμένων έφτασε στο στρατιωτικό επίπεδο το φθινόπωρο του 1977.

«Θέλαμε να συνεχίσουμε να φέρουμε τις επαναστατικές αρχές»

Όπως ήδη ειπώθηκε, η κατάστασή μας ήταν διαφορετική. Είχαμε χαρακτηριστεί από την κατάρρευση της εξέγερσης του 68. Θέλαμε να συνεχίσουμε να φέρουμε τις επαναστατικές αρχές και ο ορίζοντας των νέων κοινωνικών κινημάτων δεν ήταν ακόμα εφικτός για εμάς. Υποβαθμίσαμε εδώ και πολύ καιρό τη σημασία του αντιπυρηνικού κινήματος ή το αντιμετωπίσαμε μόνο από την άποψη της αγωνιστικότητας τους έναντι του κράτους. Ίσως ακόμη πιο βαριά ήταν η έλλειψη αντιπαράθεσης και διαλόγου με το φεμινιστικό κίνημα. Δεν θα ήθελα να ψάξω δικαιολογίες γι ‘αυτό. Αν και είχαμε διαλυθεί μέσα στο κίνημα, κάτι που δεν θα είχε αναγκαστικά νόημα, το θέμα των κρατουμένων θα παρέμενε. Ήταν μέσα και για την κοινή ιστορία του κινήματος και γι ‘αυτό ακριβώς είχαν ταφεί στους ειδικούς βραχίονες για χρόνια και χρόνια. Θέλαμε να τραβήξουμε έξω τους φυλακισμένους και να εστιάσουμε σε αυτό την αναμέτρηση με την εξουσία. Ήταν ακριβώς από την ήττα της Στοκχόλμης που αναπτύχθηκε η ιδέα ότι πρέπει να αναπτυχθεί μια πιο ακριβής δράση.

Συνεπώς η δράση Schleyer ήταν ένα άμεσο αποτέλεσμα της αναγνώρισης της Στοκχόλμης ως λάθους;

Η Στοκχόλμη ήταν ο λάθος δρόμος. Τα αποτελέσματα το έδειξαν, οι συνέπειες: 4 νεκροί, δύο σε κάθε πλευρά, κανείς δεν βγήκε, αντίθετα η κλιμάκωση ήταν ακόμα πιο πικρή.

Η ανάλυση σας ήταν ότι η κατάληψη μιας πρεσβείας δεν αρκεί για να αναγκάσει στην απελευθέρωση των κρατουμένων;

Ότι μια πρεσβεία δεν είναι αρκετή και ότι πρέπει να πιάσουμε πολιτικά ένα σημείο που να είναι εναντίον τους αν δεν κάνουν πίσω.

Σε αυτό τον προβληματισμό υπήρξε ήδη συγκεκριμένα το πρόσωπο του Schleyer;

Όχι, όχι, το πράγμα δεν πήγε τόσο γρήγορα. Δεν χρειάζεται να φανταστείτε ότι μια δράση έρχεται αμέσως μετά την άλλη. Πριν μπω στην παρανομία, είχα κι εγώ άλλες προσδοκίες για το τι είναι η RAF και για το τι είναι δυνατό. Όταν ήμουν ακόμη νόμιμος άκουγα πολλούς ανθρώπους να μιλούν για το πώς ήθελαν να στηρίξουν την RAF. Μετά όταν κι εγώ ο ίδιος βρισκόμουν στη παρανομία συνειδητοποίησα ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου κατ’ εκείνο τον τρόπο. Μετά τη Στοκχόλμη, βρισκόμουν σχεδόν μπροστά στο τίποτα. Υπήρχαν μόνο ένα δυο Marchi και δύο πιστόλια που κι αυτά δεν δούλευαν καλά.

Πως φτάσατε στον Schleyer;

Ο Schleyer για το πως παρουσιάζονταν στην κοινή γνώμη, στις συνεντεύξεις και σε όλες τις εμφανίσεις, ήταν απλώς ένας μαγνήτης. Μια προφανής σκέψη. Υπήρχαν και άλλες υποθέσεις, όπως για παράδειγμα ο Filbinger, ο υπουργός [δικαιοσύνης;] της Baden Württemberg. Το παρελθόν του ως ναζιστή δικαστή του ναυτικού δεν ήταν ακόμη δημόσια γνωστό. Ωστόσο, ήταν γνωστό ότι, μετά την ναζιστική εποχή, είχε γίνει ανενόχλητα σχεδόν πατέρας της πατρίδας. Στην περίπτωσή του όμως είδαμε ότι έπρεπε να επιτεθούμε στο περιφερειακό συμβούλιο (Landtag). Φυσικά δεν κάναμε τίποτα. Έτσι έμεινε μόνο ο Schleyer. Προς στιγμήν, αμέσως μετά τη Στοκχόλμη, ήταν μόνο προβληματισμοί, η ομάδα δεν είχε ακόμη σχηματιστεί. Δύο ομάδες που δεν αναφέρονταν στη RAF συγχωνεύθηκαν. Δεν υπήρχαν ακόμα συγκεκριμένα σχέδια, αλλά υπήρξε μια κατεύθυνση και θέλαμε, συνειδητοποιημένα διαφορετικά από τη Στοκχόλμη, να ξεκαθαρίσουμε με αυτό τον άνθρωπο ποιοι είμαστε, από πού προερχόμαστε και για τι πράγμα ακριβώς αγωνιζόμαστε.

Νομίζατε ότι με τον Schleyer ο Schmidt δεν θα είχε παραμείνει στη σκληρή γραμμή και ότι θα τον αντάλλαζε;

Όχι, αυτός ο προβληματισμός δεν είχε προχωρήσει τόσο πολύ. Πρώτα είδαμε τον Schleyer, επειδή σε αυτόν ήταν συγκεντρωμένα όλα εκείνα εναντίον των οποίων όλοι, η αριστερά είχε εξεγερθεί. Θυμάμαι καλά όλη την ιστορία του Schleyer στο περιοδικό Stern του 1974. Εκείνη την εποχή δεν επρόκειτο μόνο για τη ναζιστική του ιστορία αλλά, πρώτα απ’ όλα, γι αυτή την τερατουργία, το πώς εννοούσε μια αδιάλειπτη μετάβαση την επόμενη καριέρα του και την άνοδό του στο BDI και BDA[12]σαν πολιτικός αρχηγός του κεφαλαίου. Είχε καυχηθεί για όλα αυτά. Δεν ήταν σίγουρα ένα ακροβατικό να φτάσουμε σε αυτόν.

Εσείς όμως δεν είπατε «Απαγάγουμε τον Schleyer για να δείξουμε τη συνέχεια του φασισμού στην Γερμανία. Στην Ιταλία υπήρξαν σαφείς δράσεις. Οι BR προσπάθησαν να επιτεθούν μέσα στο πλαίσιο των τρεχόντων εργατικών αγώνων: έχουν απαγάγει manager που τους απελευθερώνοντας με κατεβασμένα τα βρακιά μπροστά στο εργοστάσιο κατά την αλλαγή βάρδιας. Αυτό μιλούσε από μόνο του.

Και εμείς πάντα λέγαμε ότι οι καλύτερες ενέργειες είναι αυτές που μιλούν από μόνες τους. Με τον Schleyer δεν έπρεπε να αφήσουμε ένα μεγάλο ανακοινωθέν για να πούμε γιατί απαγάγαμε αυτόν και όχι έναν άλλο εκπρόσωπο της άρχουσας τάξης. Όπως στην Ιταλία, συνέβη επίσης στην Αργεντινή όταν οι Μοντονέρος απήγαγαν έναν εκπρόσωπο της Daimler-Benz. Απαίτησαν την επανένταξη εκείνων που είχαν υποστεί απολύσεις και υψηλότερους μισθούς. Πιστεύω ότι στις διαπραγματεύσεις ήταν παρόν και ο Schleyer.

Μα δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθούν τέτοιες ενέργειες, μετά κοιτάξτε τη διαφορά των μισθών μεταξύ ενός εργαζομένου της Daimler στη Στουτγάρδη και ενός στο Μπουένος Άιρες. Προς στιγμήν όμως το πράγμα δεν είχε ακόμη καθοριστεί. Ο περιορισμός στην ανταλλαγή των κρατουμένων οφείλονταν και στην κλιμάκωση, την επιδείνωση της κατάστασης, στην οποία κινηθήκαμε με το ζήτημα των κρατουμένων καθ ‘όλη τη διάρκεια του 1977.

Μίλησε μας για την δραματουργία σας. Πριν από την απαγωγή Schleyer υπήρξε η εκτέλεση του Buback και του Ponto[13]

Ο Buback ήταν ο επικεφαλής «κυνηγός τρομοκρατών» με τoν υψηλότερο βαθμό και ήταν υπεύθυνος για τις συνθήκες στις φυλακές τους. Για εμάς ήταν επίσης υπεύθυνος για το θάνατο του Siegfried Hausner, τον οποίο επανέφερε στην πατρίδα από τη Στοκχόλμη, παρά το γεγονός ότι τραυματίστηκε σοβαρά και διέτρεχε κίνδυνο για τη ζωή του. Τον βλέπαμε επίσης υπεύθυνο για το νεκρό βραχίονα και τις συνθήκες της Ulrike Meinhof. Θέλαμε να τον σταματήσουμε.

Να προσθέσουμε ότι είχατε ισχυρές πιέσεις από τους κρατουμένους του Stammheim όπως διηγείται ο Peter Jürgen Boock.

Δεν θέλω να σχολιάζω τις νέες παραλλαγές του Boock κάθε φορά. Για αυτόν ταιριάζει καλά αυτό που έγραψε ο Regis Debray στο βιβλίο του για τη Λατινική Αμερική «Κριτική των όπλων»: «Οι μεγαλύτεροι μιλιταριστές, γίνονται οι μεγαλύτεροι αποστάτες». Ενώ ο Boock μοιάζει με εκπαιδευμένο αρκουδάκι στα Talk show, υπάρχουν άλλοι που δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν δηλώσεις, όπως η Brigitte Mohnhaupt που είναι θαμμένη ζωντανή σε μια βαυαρική φυλακή.

Εσύ τώρα έχεις αυτή τη δυνατότητα: Οι φυλακισμένοι σας έθεσαν υπό πίεση;

Μπορούμε να το εξετάσουμε μόνο όταν όλοι οι κρατούμενοι έχουν τη δυνατότητα να πουν κάτι. Ο Boock αναφέρεται ακριβώς σε μια φερόμενη ή πραγματική αλληλογραφία με εκείνους του Stammheim που, εκτός από τον ίδιο, πρέπει να γνωρίζει μόνο την Brigitte Mohnhaupt. Τι πρέπει να προσθέσω; Σίγουρα ότι οι φυλακισμένοι ήθελαν να βγουν ούτως ή άλλως, και αυτό το συναίσθημα να περνάς μέσα από τους τοίχους με το μυαλό σου, σίγουρα όλοι οι κρατούμενοι το γνωρίζουν. Το ερώτημα είναι ποια δράση είναι ηθικά και πολιτικά βιώσιμη, υποστηρίξιμη. Κατ αρχήν οι συνθήκες οι ίδιες άσκησαν πίεση. Επιπλέον υπήρχε η θεωρία για τον νέο φασισμό που προέρχονταν από τα θεσμικά όργανα και δεν χρειάζονταν καμία μαζική βάση. Και οι δύο δεν στέκονταν. Αυτή η λανθασμένη θεωρία που δεν επαναλαμβάνονταν παπαγαλία μόνο από την RAF, μας οδήγησε να περιορίσουμε τη δράση μας σε μια στρατιωτική ανταλλαγή χτυπημάτων. Ταυτόχρονα υποτιμήσαμε την παραγωγή ρατσιστικών νοοτροπιών που λειτουργούσαν απ’ τα ψηλά στα χαμηλά και δεν είναι κάτι καινούργιο. Το 1977 ήταν επίσης το έτος κατά το οποίο πολλές παραδοσιακές ενώσεις SS, εκτός από μερικές διαμαρτυρίες από το VVN[14], συναντιούνται ανενόχλητες. Γιατί δεν επιτεθήκαμε σε αυτούς; Αντί αυτού, έγιναν ξέγνοιαστοι και απερίσκεπτοι συσχετισμοί μεταξύ της απομόνωσης και της εξόντωσης στη φυλακή και στο Άουσβιτς, που οδήγησαν όχι μόνο σε αλλόκοτα λανθασμένες εκτιμήσεις και σε ενέργειες υπό καθεστώς πίεσης, αλλά που υπήρξαν επίσης μικροπρεπείς προς τα θύματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Οι συνθήκες στους βραχίονες απομόνωσης ήταν ήδη σκληρές από μόνες τους, δεν χρειάζονταν καμία πρόσθετη πίεση για να ενεργήσουμε εναντίον τους. Δεν ήμασταν ούτε μια ομάδα που περίμενε διαταγές από το Stammheim. Με τέτοιες δηλώσεις κάποιος προσπαθεί να αποφύγει τις ευθύνες του. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα έπρεπε να ασκήσουμε κριτική σε εκείνους του Stammheim. Συχνά αναρωτιόμουν τι θα συνέβαινε εάν πραγματικά τους είχαμε τραβήξει έξω. Τότε το θεωρούσα δεδομένο, σήμερα είμαι αρκετά σκεπτικιστής. Όμως αν είχαν βγει θα μπορούσαμε τουλάχιστον να τους είχαμε κριτικάρει. Ο πόνος πως δεν στάθηκε δυνατό παραμένει μέχρι σήμερα. Τότε πιστεύαμε ότι, αν τους είχαμε απομακρύνει, θα είχαμε επιστρέψει στην RAF των πρώτων ημερών, στους στόχους και τους σκοπούς που ήδη υπήρχαν στην εξέγερση του 1968. 

Προηγουμένως ξεκίνησες να περιγράφεις τη δυναμική του 1976/77. Σταμάτησες στη δράση του Buback. Η επίθεση εναντίον του έπρεπε να προστατεύσει τους φυλακισμένους. Πετύχατε τους στόχους σας;

Όχι, αλλιώς θα είχαμε μπορέσει να αποφύγουμε την κλιμάκωση που ακολούθησε. Μετά το Meins και τον δικαστή Drenkmann, υπήρξε μια συνέντευξη στο Spiegel, όπου εκείνοι του Stammheim είπαν σαφώς: Αν υπάρχουν κηδείες, πόνος, στενοχώρια και θλίψη, ας είναι και στις δύο πλευρές[15].

Δεν θα μπορούσατε να είχατε αποφύγει αυτή την αντιπαράθεση;

Θα σήμαινε ότι εγκαταλείπαμε τους κρατούμενους και ότι έπρεπε να παραδεχτούμε ότι μια δράση απελευθέρωσης δεν είναι πλέον δυνατή, άλλες πρωτοβουλίες είναι πιο επείγουσες. Σήμερα λέω ότι θα έπρεπε να είχαμε δείξει περισσότερη υπομονή, αν και είναι πολύ δύσκολο να στέκεσαι να κοιτάς πώς το κράτος συμπεριφέρεται σκληρά με άρρωστους κρατουμένους όπως ο Helmut Pohl ή ο Adelheid Schulz.

Έτσι μέσα σε σύντομο διάστημα στήσατε την υποδομή για να απαγάγετε τον Schleyer. Πώς πήγε;

Όπως ήδη αναφέρθηκα αρχικά υπήρξαν αρκετές ομάδες που δεν ήταν σε σχέση με την RAF.

Έτσι το 77 υπήρξε ένας μεταγενέστερος σχηματισμός ή ένας νέος σχηματισμός;

Η έννοια μιας δεύτερης γενιάς της RAF δεν είναι ακριβής. Υπήρχαν και πρόσωπα που είχαν παραμείνει από τα πρώτα χρόνια, καθώς και νέοι άνθρωποι που έλεγαν πως ξεκινούσαν από τις δικές τους εμπειρίες

“ τώρα μαζί με την RAF ανοίγουν νέες ευκαιρίες για το μέλλον.

Οι ελπίδες σας προσανατολίστηκαν στην επιτυχία της Απαγωγής Lorenz; Ή μήπως σκεφτήκατε ότι έναν τόσο σημαντικό όσο ο Schleyer θα τον αντάλλασσαν σε κάθε περίπτωση;

Ναι θα μπορούσαμε να λάβουμε ως παράδειγμα τις παραμέτρους της δράσης του Κινήματος 2 Ιουνίου. Όμως και η απαγωγή του Lorenz άλλαξε τις σχέσεις δύναμης. Στην αρχή ξεκινήσαμε από το γεγονός ότι μόνο ο Schleyer δεν ήταν αρκετός για μια ανταλλαγή. Έτσι, εκτός από τον Schleyer, ο Ponto, ο επικεφαλής της Dresdner Bank, θα έπρεπε επίσης να είχε απαχθεί. Έτσι θα είχαμε με ένα χτύπημα το παρελθόν (SS) του χρηματιστικού κεφαλαίου της και τον Schleyer στο ρόλο του ως πολιτικού ηγέτη, (πρόεδρος της Ένωσης βιομηχάνων). Σκεφτόμασταν ότι από ένα τέτοιο βάρος δεν θα μπορούσαν να προσπεράσουν. Μέσω των γνωριμιών μιας τότε συντρόφισσας με την οικογένεια Ponto[16] η απαγωγή του φαινόταν η ευκολότερη δράση. Όπως είναι γνωστό πήγε στραβά. Ο Ponto κατέληξε πυροβολισμένος, επειδή ένας από μας αξιολόγησε εσφαλμένα την κατάσταση. Ήταν επίσης λάθος να χρησιμοποιούμε τις ιδιωτικές γνωριμίες για κάτι τέτοιο. Αυτό είχε περιορίσει σε μεγάλο βαθμό τις πιθανότητες επιτυχίας ευθύς εξ αρχής. Η δεύτερη δυσκολία ήταν ότι στην αρχή ο Schleyer δεν είχε αυτούς τους σωματοφύλακες SEK[17]. Αυτά τα μέτρα ασφαλείας θεσπίστηκαν μετά την ιστορία του Ponto. Αντιμέτωποι με αυτές τις δυσκολίες είχαμε ήδη επιφυλάξεις μπροστά στην ενέργεια. Επιπλέον υπήρξαν 4 νεκροί, ο οδηγός και οι τρεις σωματοφύλακες. Έτσι η κλιμάκωση σκλήρυνε και μια ανταλλαγή ήταν λιγότερο πιθανή.

“Φοβόμασταν ότι θα υπήρχαν και πάλι νεκροί στη φυλακή” 

Αλλά είχατε παρακολουθήσει λεπτομερώς τον Schleyer και θα έπρεπε να γνωρίζετε για τη συνοδεία.

Ναι, το γνωρίζαμε. Εκείνη την ημέρα όμως υπήρχαν 3 αντί για τους συνηθισμένους 2. Αυτό δεν ήταν προβλέψιμο. Προβλέψιμο ήταν ότι δεν μπορούσαμε να πούμε τώρα βγείτε ήρεμα, αλλά ότι το πράγμα θα λειτουργούσε μόνο αν τους ρίχναμε κάτω. Θέλαμε να σώσουμε τον οδηγό. Ήταν μια κοινή πολιτική επιλογή. Αλλά στη συνέχεια η ενέργεια ολοκληρώθηκε με στρατιωτική λογική. Πρέπει να θρηνήσουμε για κάθε θύμα και από τις δύο πλευρές, αλλά οι αστυνομικοί πέσαν κάτω σε μάχη, έχοντας πυροβολήσει 11 σφαίρες από τα αυτόματα και 3 από τα πιστόλια. Ο οδηγός είχε δίπλωμα εργοστασιακής ασφάλειας, αλλά ήταν άοπλος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εγώ, και όχι μόνο, βρίσκω αυτό το θάνατο ιδιαίτερα λυπηρό, δυσάρεστο.

Αλλά παρά όλους τους λόγους του σκεπτικισμού, δεν είχατε σκεφτεί να εγκαταλείψετε τη δράση;

Υπήρξε ναι αυτή η συζήτηση, αλλά φοβόμασταν τις συνθήκες στη φυλακή, ότι εάν υπήρχαν νέοι θάνατοι υπό αυτές τις συνθήκες, εμείς θα μπορούσαμε μόνο να αντισταθούμε και να στενοχωριόμαστε. Αυτά είπαμε μεταξύ μας

«Τώρα πρέπει να είναι σε θέση να βιώσουν το συναίσθημα που έχουν οι φυλακισμένοι μας»

Ο Schleyer κατάλαβε; 

Από το βίντεο προειδοποίησε να μην επιλυθεί στρατιωτικά το πρόβλημα των φυλακισμένων. Είχε ήδη συνειδητοποιήσει ότι οι δικοί του θα τον εγκατέλειπαν. Το καταλάβαμε.

Έτσι σύντομα θα είχατε την εντύπωση ότι η κυβέρνηση δεν θα ανταποκρίνονταν στα αιτήματά σας;

Γνωρίζαμε ότι σε λίγες μέρες θα φαίνονταν τι θα αποφάσιζε η μονάδα κρίσης. Για παράδειγμα αν δημοσίευαν τα βίντεο και τα ανακοινωθέντα που είχαμε κάνει, θα ήταν δύσκολο μετά να αρνηθούν μια ανταλλαγή. Έτσι είχαμε σύντομα τα σημάδια ότι το πράγμα δεν κυλούσε τόσο γρήγορα. Ωστόσο η δράση δεν σχεδιάστηκε για μεγάλη διάρκεια, θέλαμε μια γρήγορη ανταλλαγή. Εάν δεν πήγαινε έτσι, ο Schleyer έπρεπε να σκοτωθεί.

Μιλήσατε γι αυτά με τον Schleyer;

Ναι, ήταν ξεκάθαρο από την αρχή, όταν είδαμε ότι η μονάδα κρίσης αναζητούσε νέους τρόπους για να αναβάλει την ανταλλαγή. Προσπαθούσαν μοναχά να μας βρουν και να μας εξολοθρεύσουν. Όταν βρήκαν το πρώτο διαμέρισμα εφόρμησαν χωρίς να κοιτάξουν αν υπήρχε κάποιος μέσα. Αυτό ξεκαθάριζε τη στάση τους, τη συμπεριφορά τους. Στη συνέχεια έπρεπε να σκεφτούμε πώς θα προχωρούσε, εάν αναβάλαμε το τελεσίγραφο και αν ναι, υπήρχε πιθανότητα να αυξηθεί η πίεση σε αυτή την περίπτωση; Έπρεπε να αποφασίσουμε να βρούμε ένα νέο κρησφύγετο. Ήταν η δεύτερη πιο σημαντική απόφαση.

Είχατε ακόμη ελπίδες;

Είχαμε την άποψη ότι αν υπήρχαν αντιφάσεις στο ενωμένο μέτωπο, ήταν απαραίτητο να τους δοθεί χρόνος να δράσουν. Για παράδειγμα έπρεπε να επιτραπεί στις δυνάμεις του βιομηχανικού πεδίου να δράσουν. Ο Schleyer εργάστηκε επίσης σκληρά, έγραψε στους πολιτικούς του φίλους.

Ήταν δικές του ιδέες; 

Σίγουρα. Είναι σαφές ότι αυτά είναι πράγματα που δεν μπορούσαμε να γράψουμε εμείς, για παράδειγμα μιλά για τρομοκράτες. Γνώριζε τους φίλους του και την πολιτική του τάξη καλύτερα από εμάς και ήξερε πού να στραφεί ζητώντας υποστήριξη. Ο ίδιος ήξερε ότι δεν μπορούσε να κινητοποιήσει όλους για μια ανταλλαγή, αλλά προσπάθησε να κάνει ότι μπορούσε ώστε οι δικοί του να μην τον παρατήσουν αβοήθητο. Ήταν μια από τις εμπειρίες που τον έπληξαν περισσότερο βλέποντας πως παρ όλη τη δύναμη που είχε, ξαφνικά οι φίλοι του έκαναν πίσω. Δεν συνέβη από την αρχή αλλά αυτή την ανθρώπινη τραγωδία που έπαιρνε σιγά σιγά σχήμα τη νιώσαμε κι εμείς ..

Είναι ένα τέτοιο συναίσθημα δυνατό μέσα σε μια κατάσταση που απαιτεί μεγάλη αποφασιστικότητα και σκληρότητα από την πλευρά σας;

Μια τέτοια κατάσταση κανείς δεν την περνά αλώβητος. Με όλη την προσπάθεια, κανείς δεν συμπεριφέρεται τόσο λογικά σύμφωνα με τις πολιτικές πεποιθήσεις του σε μια τέτοια κατάσταση.

Αναπτύχθηκαν καταστάσεις διαλόγου μεταξύ σας και του Schleyer;

Θα έλεγα μόνο καταστάσεις διαλόγου. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τους αστυνομικούς που ανακρίνουν. Ούτε που προσπαθήσαμε να το κάνουμε

Δεν θέλαμε να αποθαρρύνουμε τον Schleyer και να του πετάξουμε στην μούρη την πραγματικότητα.

Μα καταγράψατε την συνομιλία του στην ταινία …

Σίγουρα είχαμε ορισμένα στοχευμένα πολιτικά ερωτήματα, αλλά ήταν αντιπαραθέσεις. Οι συζητήσεις αυτές δεν αποτελούσαν ανάκριση.

Γιατί δεν δουλέψατε δημοσίως επάνω στο παρελθόν του Schleyer;

Ήταν σίγουρα ένα πολιτικό λάθος, αλλά δεν θέλαμε να αποθαρρύνουμε τον Schleyer και να τον επιδεικνύουμε επειδή γνώριζε ότι η δράση θα μπορούσε να τελειώσει θανάσιμα γι ‘αυτόν. Ο Schleyer δεν ήταν ούτε αγαπητός ούτε δημοφιλής και είχαμε την εντύπωση ότι δεν θα ήταν πλέον ανταλλάξιμος αν τον υποβάλαμε σε στραπάτσο.

Για αυτό είχαμε αφήσει κατά μέρος την ιδέα να του κρεμάσουμε μια καρτέλα ένα σημάδι με τον αριθμό του μητρώου του στα SS και την επιγραφή: «Αιχμάλωτος της δικής του ιστορίας». Εκ των υστέρων είχε ένα αντίθετο αποτέλεσμα, για εκείνα που είπε και έγραψε, ο S. σχεδόν έγινε ένας παραδειγματικός οικογενειάρχης και ένα θύμα.

Είχατε ιδέα πώς να αντιμετωπίσετε το επιχείρημα της κυβέρνησης πως μια απελευθέρωση θα προκαλούσε νέα αδικήματα από τους κρατούμενους που ua απελευθερώνονταν μόλις βρίσκονταν ξανά στην παρανομία; Σκέφτηκε κάποιος να δηλώσει δημοσίως να δοθεί ένα τέλος στον ένοπλο αγώνα;

ο Baader έκανε μια τέτοια πρόταση σε έναν εκπρόσωπο της κυβέρνησης. Ξέρετε τι επακολούθησε

Δεν εξετάσατε σοβαρά να συνδεθείτε με το αίτημα του Baader;

Δεν γνωρίζαμε τίποτα για αυτή την προσφορά. Δεν είχε προσδιοριστεί αν θα είχαμε συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα με τον τρόπο αυτό, αλλά δεν θέλαμε να το παρουσιάσουμε το πράγμα με αυτούς τους όρους.

Γιατί όχι;

Δες το έτσι. Είχαμε τον Schleyer και η άλλη πλευρά όχι μόνο δεν ήταν ευέλικτη αλλά επέβαλε το μπλοκάρισμα των επαφών, παραβίαζαν τους δικούς τους κανόνες. Πάνω απ ‘όλα προκαλούν παντού. Λένε ότι δεν κάνουν καμία έρευνα και παρουσιάζουν εκ των πραγμάτων το μεγαλύτερο κυνήγι της ιστορίας, δίνουν το σήμα να κυνηγηθούν όλοι εκείνοι που έχουν πει κάτι επικριτικό για το κράτος, και τελικά διατάζουν το μπλοκάρισμα των ειδήσεων. Μέσα σε αυτή την κατάσταση η οποία απαιτεί να σκληρύνουμε την στάση μας, εάν είχαμε πει ότι «δεν το εννοούσαμε κατ ‘αυτόν τον τρόπο, απλά θέλαμε μόνο να βοηθήσουμε τα παιδιά των παλαιστινίων σε κάποιο προσφυγικό στρατόπεδο» κανείς δεν θα μας είχε πιστέψει. Το ερώτημα είναι αν θα μπορούσαν να υπάρχουν πρωτοβουλίες, βρίσκουν ένα σημείο εκκίνησης στο επίπεδο μιας ανταλλαγής, για το οποίο θα μπορούσε να ειπωθεί: Τώρα φτάνει, υπήρξαν πάρα πολλοί νεκροί, ψάχνουμε για κάτι άλλο. Δεν μπορώ να πω πως θα είχαμε αντιδράσει, αν είχαμε μάθει αυτό που είχε προσφέρει ο Baader. Θα ήταν τουλάχιστον μια ευκαιρία να αναφερθούμε σε κάτι. Αλλά για εμάς οι φυλακισμένοι είχαν εξαφανιστεί για 6 εβδομάδες. Δεν ξέραμε αυτό που τους συνέβαινε. Στη φαντασία μας μπορούσαμε να φανταστούμε όλες τις παραλλαγές, οι φήμες για την επανεισαγωγή της θανατικής ποινής συνέβαλαν.

Αντιθέτως αυξήσατε την πίεση. Πρώτα ο Schleyer έγραψε στους πολιτικούς του φίλους και έπειτα ήρθε η αεροπειρατεία. Ήταν μια προσφορά από τους παλαιστινίους ή εσείς απευθυνθήκατε στους παλαιστινίους;

Ήρθε ως προσφορά. Δεν ξέρω ακριβώς πώς, επειδή δεν ήμουν με το τμήμα της ομάδας που ήταν στη Βαγδάτη, αλλά οι άλλοι φυσικά μας ρώτησαν αν συμφωνούσαμε.

Δεν είχατε κανένα πρόβλημα με την απαγωγή ενός αεροπλάνου γεμάτου παραθεριστές; Οι απαγωγές δεν έρχονταν σε αντίθεση με τα πιστεύω της RAF;

Μέχρι τότε είχαμε δει την απαγωγή από την οπτική της παλαιστινιακής υπόθεσης, αλλά όχι κατάλληλη για να φέρουμε εις πέρας τους σκοπούς μας στην Ευρώπη. Υπάρχει ένα έγγραφο εκείνων του Stammheim στο οποίο επικρίνουν έντονα τις αεροπειρατείες μετά το Entebbe. Το κριτικό σημείο ήταν η συμμετοχή δύο μελών των γερμανικών RZ σε μια δράση εναντίον του Ισραήλ, μια χώρα διαφυγής μετά το ολοκαύτωμα. Αλλά στο έγγραφο διευκρινίζεται ότι πρέπει να αξιολογηθεί διαφορετικά το εάν καταλαμβάνεται ένα γερμανικό αεροπλάνο. Μετά από μια μακρά συζήτηση υπήρξε ένα αποφασιστικό σημείο για το ψήφισμά μας, διότι οι φυλακισμένοι είχαν αφήσει αυτό το ζήτημα ανοιχτό και εμείς είχαμε την αίσθηση πως δεν πηγαίναμε ενάντια στα συμφέροντά τους. Δεν θα είχαμε ενεργήσει σε καμία περίπτωση ενάντια στη βούληση των κρατουμένων.

Ήταν λοιπόν πρωτοβουλία σας. Ο κόσμος σας, ο Boock και οι άλλοι, είπαν στους παλαιστινίους

«Πρέπει να μας βοηθήσετε, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε μόνοι μας»;

Όχι. Σίγουρα δεν πήγε έτσι. Από αυτή την άποψη πρέπει να περιγράψω ακριβώς, πως ήταν συνεργασία μας με τους παλαιστινίους. Οι παλαιστίνιοι είχαν τα δικά τους συμφέροντα σε μια τέτοια ενέργεια. Ήταν επίσης σημαντικό για αυτούς να βγουν οι φυλακισμένοι, υπήρχαν και δύο παλαιστίνιοι που κρατούνταν στην Τουρκία στον κατάλογο, αλλά υπήρχε και ένα άλλο παρασκήνιο γι αυτούς. Είπαν: μια χώρα όπως η Γερμανία, η σημαντικότερη χώρα στην Ευρώπη εμπλέκεται σε μια αντιπαράθεση στην οποία κοιτάζει όλος ο κόσμος, έτσι μπορούμε να εκπληρώσουμε τα αιτήματά μας. Στο στρατόπεδο προσφύγων του Tel al  Zataar[18] στη Βηρυτό οι σύριοι είχαν έρθει σε βοήθεια των φαλαγγιτών, όταν αυτοί σφαγίασαν 6.000 παλαιστίνιους. Η φράξια μέσα στην παλαιστινιακή αντίσταση που απήγαγε τον Landshut[19] ήθελε να αποτρέψει σε αυτή την κατάσταση τη Συρία ή μια άλλη αραβική χώρα να ενωθεί με το Ισραήλ εις βάρος των παλαιστινίων. Σε αυτή τη σύγκρουση συμμετείχαμε και αναφερόμενοι στη γερμανική ιστορία τη σχετική με το Ισραήλ.

Δεν σας ήταν σαφές, τι σημαίνει ότι 80 παραθεριστές σκοτώνονται σε μια αεροπειρατεία;

Σίγουρα δεν αποτελεί μια δικαιολογία, αλλά εμπνευστήκαμε από τις αεροπειρατείες της Leila Kahled, της οποίας το βιβλίο[20] κυκλοφορούσε ήδη από καιρό σαν λατρευτικό κείμενο στα αριστερά βιβλιοπωλεία. Ήταν ένα πρόβλημα για μας να βάλουμε τον Schleyer και τους παραθεριστές της Μαγιόρκα στο ίδιο επίπεδο. Σε αυτή την ειδική κατάσταση, στην δυναμική που αναπτύχθηκε αυτή η προσφορά θα μπορούσε να είναι η λύση. Ξεκινήσαμε από την προϋπόθεση ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση εξ αιτίας της απαγωγής στον αέρα θα έλεγε: εντάξει παραμείναμε σκληροί με τον Schleyer, αλλά τώρα δεν μπορούμε πλέον να το κάνουμε, πρέπει να υποχωρήσουμε στην ανταλλαγή.

Μέσα σε αυτή την στάση κρύβονταν μια γκροτέσκα αντίφαση. Από τη μία πλευρά πιστέψαμε ότι η Δυτική Γερμανία βρίσκονταν σε μια εξέλιξη προς τον φασισμό και θεωρήσαμε επομένως την πολιτική τάξη ικανή για όλα. Αλλά σε αυτό ακριβώς το σημείο, δεν πήραμε στα σοβαρά την ανάλυσή μας και είπαμε: τώρα πρέπει να ανταλλάξουν, δεν μπορούν πλέον να αντέξουν μια τέτοια στροφή. Γιατί όχι, προς την χάρη; Δεν αναλάβαμε τις ευθύνες, επειδή πιστεύαμε ότι θα παραδίδονταν. Αλλά για εμάς η λύση θα ήταν: ο Schleyer δεν σκοτώνεται και οι φυλακισμένοι απελευθερώνονται.

Μετά την απαγωγή του Landshut, πιστεύαμε σε μια ανταλλαγή.

Πιστεύατε ότι οι 80 άνθρωποι δεν βρίσκονταν σε κίνδυνο;

Σκεφτήκαμε ότι πιθανότατα θα ανταλλάσσονταν. Αλλά ξεκινήσαμε υποθέτοντας λαθεμένα. Η ενέργεια πήγε διαφορετικά από ότι είχε προγραμματιστεί. Η απαγωγή επρόκειτο να τερματιστεί στη Νότια Υεμένη. Εκεί η GSG9 δεν θα είχε φθάσει ποτέ στο αεροσκάφος χωρίς να βρει μπροστά της στραμμένα τα όπλα όλης της χώρας και του ανατολικού μπλοκ. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα έπρεπε να είχε διαπραγματευτεί.

Γιατί πήγε στραβά στο Aden;

Απ ότι εγνώριζα για την κατάσταση στο Άντεν, η Ανατολική Γερμανία ή η Σοβιετική Ένωση, ενδιαφέρθηκαν με την προϋπόθεση το αεροπλάνο να μην μείνει εκεί. Η απόφαση αυτή δεν λήφθηκε μόνο στο Aden. Αυτοί είχαν μια εντελώς διαφορετική στάση απέναντι στους παλαιστίνιους, δεν θα τους είχαν στείλει ποτέ στη Σομαλία.

Είχατε από τους παλαιστίνιους την διαβεβαίωση ότι η πιθανότητα 80 νεκρών δεν θα πραγματοποιούνταν σε καμία περίπτωση; Δεν αναρωτηθήκατε τι κάνουμε σαν πολιτική ομάδα αν γι αυτή την ενέργεια σκοτωθούν 80 παραθεριστές;

Γνωρίζαμε ότι οι παλαιστίνιοι είχαν επίγνωση του πως να πραγματοποιήσουν απαγωγές αεροσκαφών. Αν ξέραμε το αποτέλεσμα δεν θα είχαμε συμφωνήσει. Αλλά σκεφτήκαμε μόνο την καλή περίπτωση, την πολιτική λύση

Η σκέψη σας ήταν ομόφωνη;

Ναι, ήταν μια κοινή εκτίμηση. Σκεφτόμασταν την επιτυχία που είχε ο Ιαπωνικός Κόκκινος Στρατός σχεδόν ταυτόχρονα[21]. Από την άλλη πλευρά τίποτα δεν κινήθηκε εδώ. Δεν μιλάω απλά για την μονάδα κρίσης, την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αλλά κάποιες άλλες πρωτοβουλίες, ηθικές παρουσίες ή άλλες αριστερές ομάδες δεν πήραν με τίποτα τον λόγο. Είδαμε τη Γερμανία μόνο από την πλευρά των «κολασμένων της γης».

Θα είχατε παραδοθεί εάν μια επικριτική κοινή γνώμη σας έλεγε εκείνη τη στιγμή «Αφήστε τον Schleyer ελεύθερο, σώστε τους ομήρους του Landshut»;

Τότε υπήρχε αυτή η με το ζόρι διάσταση. Αν στο εσωτερικό της αριστεράς είχαν φτάσει σε μια ανεξάρτητη θέση, σίγουρα. Αλλά δεν παρουσιάστηκε μπροστά μας αυτή η εναλλακτική.

Είχατε πιστέψει ότι τότε υπήρχε υποστήριξη στα αιτήματα απελευθέρωσης των κρατουμένων ;

Πράγματι ναι. Δεν υπολογίσαμε στο μπλοκάρισμα των ειδήσεων. Ήταν μια κατάσταση στην οποία βρεθήκαμε στριμωγμένοι. Δεν είδαμε πλέον τις αναφορές.

Νιώσατε την έλλειψη τους; Δεν ξαναβρεθήκατε; Δεν είχατε πλέον; αναφορές.

Τι σημαίνει «αισθανόμαστε την έλλειψη»; Σκεφτήκαμε ότι μετά την απαγωγή και άλλοι θα είχαν επίσης ακουστεί.

Με πόσο κόσμο συζητήσατε πραγματικά. Οι συζητήσεις διεξήχθησαν από δύο ή τρία άτομα, ή συζήτησαν όλοι εκείνοι που συμμετείχαν στην απαγωγή;

Υπήρχαν καταστάσεις στις οποίες δεν ήταν όλοι παρόντες. Άνθρωποι με διαφορετικές εμπειρίες συναντιόνταν, αλλά όλοι είχαν καταστεί συμμετέχοντες, σύμφωνα με τις δυνατότητες, στις αποφάσεις. Δεν γνωρίζω κανέναν που τότε να παραπονέθηκε ότι δεν συμπεριλήφθηκε στις συζητήσεις.

Είχε φτάσει σε εσάς κάποια αντίδραση και από την αριστερά;

Δεν ήταν αυτό το σημείο. Η ενέργεια έπρεπε να επιλυθεί μέσα σε μερικές ημέρες. Σε αυτή την κατάσταση είναι αδύνατο να διεξαχθεί δημοσίως συζήτηση. Μετά ήταν επίσης δύσκολο. Εάν είχαμε γράψει ένα έγγραφο για την αριστερά δεν θα είχε φτάσει σε αυτούς. Εάν ο παραλήπτης δεν το παρέδιδε αμέσως στην αστυνομία, κατέληγε στη φυλακή.

Υπήρχε η δυνατότητα επικοινωνίας μέσω της εφημερίδας «Liberation»

Ίσως. Δεν είμαι τόσο σίγουρος αν σε αυτή την περίπτωση θα ήταν δυνατή μια συζήτηση με την αριστερά. Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε μια απόπειρα αυτού του είδους από πλευράς μας ούτε από την αριστερά. Η ιστορία είναι όπως είναι και όλοι εμείς πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη. Αν και ντρέπομαι πρέπει να πω ότι κι εγώ κατάλαβα αργότερα, μόνο στην αρχή της δίκης μου όταν άρχισα να το βλέπω από μια άλλη οπτική γωνία το πράγμα, ότι θα έπρεπε να καταστήσουμε περισσότερο σαφέστερο το γιατί παίρναμε ακριβώς τον Schleyer. Θα έπρεπε να είχαμε κάνει αιτήματα που πήγαιναν προς μια άλλη κατεύθυνση. Θα ήταν σωστό να ζητήσουμε από την Daimler Benz να ανοίξει τα αρχεία τα σχετικά με τους καταναγκαστικούς εργάτες και πως το βιομηχανικό συγκρότημα να κατέβαλλε τις ζημίες στους καταναγκαστικούς εργάτες. Θα μπορούσαμε να είχαμε πει, επάνω στο ζήτημα των κρατουμένων υπάρχει μοναχά μια θανατηφόρα αντιπαράθεση, αλλά σε ένα άλλο επίπεδο επιστρέφουμε στο γιατί ακριβώς αυτόν. Από μια τέτοια θέση ίσως θα ήταν εφικτό ένα άλλο τέλος, και να βρούμε για τον Schleyer μια ανθρώπινη λύση.

Μιλήσατε γι αυτά μέσα στην ομάδα;

Μιλήσαμε μόνο για τις συνέπειες αυτής της ενέργειας, όταν ήταν δυνατόν. Εκ των υστέρων πρέπει να πω ότι δεν δοκιμάσαμε τίποτα για να σπάσουμε την αναγκαστική πορεία του πράγματος. Αλλά τότε κανείς δεν ήταν έτοιμος να κάνει μια τέτοια παραχώρηση. Αυτό θα σήμαινε ότι αυτό που είδαμε αργότερα, θα το είχαμε προβλέψει / προτρέξει. Θα έπρεπε να είχαμε πει: ο ένοπλος αγώνας έτσι όπως πραγματοποιήθηκε δεν λειτουργεί.

Στο ανακοινωθέν ήταν σαφές ότι εάν αυτοί δεν έβγαιναν, ο Schleyer θα εκτελούνταν. Αλλά ένα πράγμα είναι τα ανακοινωθέντα και άλλο είναι αυτό που πραγματικά συμβαίνει.

Συμπεριφερθήκαμε και διαφορετικά από το ανακοινωθέν. Επικριθήκαμε από τις άλλες ομάδες, επειδή δεν ολοκληρώσαμε τη δράση πυροβολώντας τον Schleyer. Μας είπαν «από τη στιγμή που διστάζετε και προκαλείτε την τακτική καθυστερήσεων της κυβέρνησης καθιστάτε αδύνατο να ληφθείτε στα σοβαρά υπόψη στην περίπτωση μεταγενέστερων προσπαθειών απελευθέρωσης των κρατουμένων.

Υπήρχε τότε μια τομή, μια στιγμή κατά την οποία έληξε η σπείρα των αμοιβαίων απειλών. Ήταν μετά τις 18 oκτωβρίου. Το αεροπλάνο στο Μογκαντίσου δέχτηκε επίθεση, απελευθερώθηκαν οι όμηροι, τρεις δολοφονημένοι παλαιστίνιοι και οι φυλακισμένοι στο Stammheim ήταν νεκροί. Γιατί δεν μπορούσατε να κάνετε πίσω και να στείλετε τον Schleyer στο σπίτι;

Αυτό θα είχε σημάνει για εμάς ότι επιβεβαιώναμε και νομιμοποιούσαμε την πολιτική της μονάδας κρίσης. Μια απελευθέρωση χωρίς την εκπλήρωση των όρων, δεν θα είχε ληφθεί υπόψη ως ανθρώπινη χειρονομία, αλλά ως παραδοχή της ήττας, ως πλήρης επιτυχία της μονάδας κρίσης, σύμφωνα με το σύνθημα «η σκληρότητα πληρώνει». Με τη σημερινή μου κρίση βλέπω τις χαμένες μας πιθανότητες, αυτό που μας έλειψε, και τις δυνατότητες πολιτικής παρέμβασης που θα μπορούσαν να είχαν προετοιμάσει το δρόμο για την επιστροφή του Schleyer στο σπίτι.

Είχατε σκεφτεί επάνω σε κάποιες εναλλακτικές, υπήρχαν κάποιες γραμμές συμβιβασμού, για παράδειγμα να απελευθερώνονταν λιγότεροι κρατούμενοι, βελτιώσεις του καθεστώτος των φυλακών και της αναγνώρισης του καθεστώτος πολιτικών κρατουμένων;

Αν στην τότε κατάσταση η πρόταση του Andreas, για την υποχώρηση των κρατουμένων είχε προκαλέσει μια απάντηση, εάν υπήρχε μια κάποια ένδειξη πολιτικής αποδοχής, για παράδειγμα εάν είχε προσφερθεί μια διεθνής επιτροπή, τότε φυσικά θα είχαμε αντιδράσει, τότε θα ήταν αδιανόητο για εμάς να αγκιστρωθούμε στις αρχικές απαιτήσεις και να πυροβολήσουμε τον Schleyer. Πολλά πράγματα μπορούν να επικριθούν σε εμάς, αλλά όχι ότι αγνοήσαμε το συμφέρον των κρατουμένων.

«Ένας συμβιβασμός ήταν από την πλευρά μας δυνατός»

Τι ρόλο έπαιξε η γνωριμία σας με τον Schleyer για 6 εβδομάδες;

Φυσικά έπαιξε ρόλο, ήταν ταυτόχρονα συμπονετικός και συνηθισμένος, όπως και για εκείνους που φοβούνται για τη ζωή τους. Αλλά για εμάς ο Schleyer δεν ήταν μόνο ένας που έχει οικογένεια. Μήπως ο Schleyer ανησύχησε για τους φυλακισμένους εργαζόμενους;

Ο Schleyer δεν εξέφρασε ποτέ τη λύπη του για το ρόλο του στο προτεκτοράτο της Βοημίας και της Μοραβίας, ήταν υπεύθυνος των SS για την ένταξη των τσεχικών βιομηχανιών στη γερμανική πολεμική οικονομία, το γραφείο του απείχε μόλις 60 χιλιόμετρα από το στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Terezin, στρατόπεδο διαλογής προς το Άουσβιτς. Επιπλέον η ομοσπονδιακή κυβέρνηση εμπόδισε τη μετάδοση της εκπομπής στην οποία ο ίδιος ο Schleyer απηύθυνε έκκληση στις ανθρώπινες πτυχές. Ούτε μάλιστα επέτρεψε να μιλήσουν οι κρατούμενοι, επειδή η προσφορά του Baader θα είχε γνωστοποιηθεί και οι φυλακισμένοι θα είχαν κατακτήσει μια άλλη εικόνα στην κοινή γνώμη. Και αυτοί είχαν φίλους και οικογένεια που θα ήθελαν ευχαρίστως να δουν ξανά. Αλλά η ανθρώπινη διάσταση, οι οπτικές των ανθρώπων είχαν συνειδητά επισκιαστεί από τη μονάδα κρίσης. Μέσα στη λογική της ενέργειας και το πικρό τέλος της δράσης υπήρχε σαν συνέπεια.

Αλλά για τους ανθρώπινους και πολιτικούς μας σκοπούς ήταν μια καταστροφή.

Ήμασταν τόσο τρομερά συνεπείς και επακόλουθοι, στη φάση που θα έπρεπε να δείξουμε ανθρώπινη δύναμη και γενναιοδωρία και υπήρξαμε πολιτικά τόσο λίγο ριζοσπαστικοί, τόσο αβλαβείς, όταν το διακύβευμα ήταν να ανατρέψουμε τις κοινωνικές συνθήκες και να τις κάνουμε να κλονιστούν.

Ο Stefan Wisniewsi ήταν μέχρι την απόλυση του το 1981, καλλιτέχνης με μερική απασχόληση στην RAF. Στη συνέχεια η φυλακή και σήμερα είναι καλλιτέχνης επιβίωσης με τον κοινωνικό μισθό (…). να θυμίσουμε επίσης τη συνέντευξή του στον Klaus Viehmann «Απέναντι στην αριστερά το κράτος δεν ξεχνά τίποτα».

Πολιτικά συμμετέχει στον κοινωνικό αγώνα και είναι μέρος της ριζοσπαστικής αριστεράς, στην δουλειά αντιφασιστικής και αντιρατσιστικής διαπαιδαγώγησης και κατά της παλιάς και της νέας σωφρονιστικής βιομηχανίας. Διεξήγαγε επίσης πολλές συναντήσεις κριτικής και προβληματισμού για τον ένοπλο αγώνα της δεκαετίας του 70. Πιστεύει ότι η διατήρηση παραδόσεων όπως το 48°G. στο Pfingsten στο Mittenwald (συντεχνία παλαιών και νέων φασιστικών και συναφών στρατιωτικών εργαλείων) πρέπει να δεχτούν επίθεση και αμέσως.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] γερμανικές Ειδικές Δυνάμεις

[2]Σημείωση στη γερμανική έκδοση: Πρώτη ισπανική έκδοση “ Fuimos tan teriblemente consecuentes ” Virus Editorial, Barcelona 1997 μαζί με το “La guerrilla urbana ahora è historia”. Ανακοινωθέν διάλυσης της RAF.

[3] Meinhof †♀9-5-76, Holger meins 9/11/74 Katherina Hammerschmidt ? 1974, Siegfried Hausner 29? //4/1976

[4] Stefan Wisniewski: Prozesserklarung. Αυτοπαράγωγο παράνομης έκδοσης 1981

[5] Κυριολεκτικά νέα πατρίδα = οικοδομικός συνεταιρισμός που ανήκει στην DGB (το πλειοψηφικό γερμανικό συνδικάτο).

[6] Εκδότης που κατείχε πολυάριθμες εφημερίδες και συγγραφέας εκστρατειών μίσους κατά των κινημάτων διαμαρτυρίας, των ομοφυλόφιλων κλπ.

[7] Διαμαντένιο όνομα διαλέκτου Kürfurstendamm (οδός των εκλογικών πριγκίπων) γνωστή chic λεωφόρος του δυτικού Βερολίνου.

[8] Tote Briefkaste = ήταν ο συνωμοτικός τρόπος επικοινωνίας. Σε ορισμένα παλιά μπλοκ κατοικιών είχαν προστεθεί γραμματοκιβώτια που χρησιμοποιούνταν για την ανταλλαγή μηνυμάτων.

[9] Ερώτηση επάνω στις δηλώσεις του Gabi Rollnik.

[10] Ο Lorenz ήταν ο πρόεδρος της βερολινέζικης CDU, χριστιανοδημοκρατίας. Απήχθη από το Κίνημα 2 Ιουνίου από τις 28/2 έως τις 4/3/75 και απελευθερώθηκε σε αντάλλαγμα  5 (ο έκτος αρνήθηκε) πολιτικών κρατουμένων που εστάλθησαν στη Νότια Υεμένη.

[11] Αντίστοιχα «επαναστατικά Κύτταρα» και «Zora η κόκκινη» (μια ομάδα που γεννήθηκε από τις RZ και πήρε το όνομά της από ένα διάσημο γερμανικό μυθιστόρημα),βρίσκεται μοναχά αποσπασματική τεκμηρίωση στα ιταλικά.

[12] Αντίστοιχα ομοσπονδία γερμανικών βιομηχανιών και ένωση γερμανών βιομηχάνων.

[13] Αντίστοιχα ομοσπονδιακός εισαγγελέας που σκοτώθηκε στις 7/4/77 και πρόεδρος της Τράπεζας Dresdner που σκοτώθηκε σε μια απόπειρα απαγωγής στις 30/7/77

[14] Verband des Verfolgtes des Naziregimes. Σύλλογος διωκόμενων από το ναζιστικό καθεστώς.

[15] Spiegel 1975 στο RAF “ο ανταρτοπόλεμος στην μητρόπολη”. Bertani Verona 1979

[16] Πρόκειται για την Susanne Albrecht, στη συνέχεια αποχώρησε από την RAF και έφυγε στη ΛΔΓ. Συνελήφθη μετά την πτώση του τείχους, κάνοντας καταδοτικές δηλώσεις στην αρχές, λαμβάνοντας μια έκπτωση ποινής.

[17] SonderEinsazKommando= κομάντο ειδικών δράσεων

[19] Το όνομα του αεροσκάφους της γραμμής Μαγιόρκα Φρανκφούρτη που απήχθη στις 13/10/77 στο οποίο εφόρμησαν γερμανικές δυνάμεις στις 18 οκτωβρίου.

 Leila Kahled: My People shall live. The autobiograpy of a revolutionary. London Hodder and Stoughton 1973. την ίδια χρονιά βγήκε σε γαλλική έκδοση.

[21] 27 Σεπτεμβρίου 1977.

  * μετάφραση σε επιμέλεια Sergio Rossi

 

Guerriglia in Germania: colloquio sulla storia della RAF

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ο τελευταίος πειρασμός, σάουντρακ, και άλλα

Πρόκειται για μια εξαιρετική μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του ομώνυμου πολυσυζητημένου βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη, που κυκλοφόρησε το 1952. Ένα βιβλίο του οποίου αν και η κυκλοφορία απαγορεύτηκε σε πολλές χώρες του κόσμου και μπήκε στην Ρωμαιοκαθολική λίστα των λεγόμενων «απαγορευμένων βιβλίων», κατάφερε κι έγινε best seller. Εξ αιτίας του βιβλίου αυτού, ο βαθιά θρησκευόμενος, μεγάλος Έλληνας λογοτέχνης, αφορίστηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Τριάντα χρόνια αργότερα, ο καταξιωμένος σκηνοθέτης Martin Scorsese, μετά από παρότρυνση της ηθοποιού Barbara Hershey που είχε διαβάσει το βιβλίο, αποφάσισε να το μεταφέρει σε ταινία.
Ο επίσης καταξιωμένος σεναριογράφος και παλιός συνεργάτης του Scorsese, Paul Schrader, ακολουθώντας όσο πιο πιστά μπορούσε το κείμενο του Καζαντζάκη, συνεργάστηκε άψογα με τον σκηνοθέτη και το αποτέλεσμα είναι μια ταινία μυθοπλασίας που καταφέρνει και αναδίδει με εξαιρετικό τρόπο όλα τα νοήματα και τους συμβολισμούς που πηγάζουν μέσα από το βιβλίο του κορυφαίου Έλληνα λογοτέχνη.

Το θέμα της ταινίας (όπως και του βιβλίου) επικεντρώνεται στους πειρασμούς που περιστοίχισαν τον Ιησού (γεγονός που αναφέρεται και στις Γραφές) και στο τι θα γινόταν αν ο ίδιος λύγιζε και αποποιούταν το σκοπό για τον όποιο ήρθε στη γη, ενδίδοντας στην ανθρωπινή υπόστασή του και ζώντας ως ένας απλός άνθρωπος δημιουργώντας οικογένεια και κάνοντας παιδιά δίπλα στη γυναίκα που αγαπούσε, την Μαρία Μαγδαληνή.
Η ταινία αρχίζει με ένα απόσπασμα από το εισαγωγικό κείμενο του Καζαντζάκη που αναφέρει: «Η κυριότερη αγωνία μου και το αποτέλεσμα που πηγάζει από τις χαρές και τις λύπες μου είναι η συνεχής και χωρίς οίκτο μάχη ανάμεσα στο πνεύμα και τη σάρκα…» και συνεχίζοντας ξεκαθαρίζει με απόλυτα σαφή και ειλικρινή τρόπο στο κοινό, ότι δεν βασίζεται ούτε σε καμία ιστορική αλήθεια, ούτε και στα Ευαγγέλια της Χριστιανικής Πίστης των οποίων τα κείμενα, ακολουθεί αναγκαστικά και εμφανώς διαφοροποιημένα, μόνο και μόνο για να πλαισιώσει την ιστορία της.
Βέβαια, το να καθιστά κάποιος ως κεντρικό πρόσωπο σε μια ταινία το υπέρτατο σύμβολο του Χριστιανισμού, τον Ιησού Χριστό, και να τον διαφοροποιεί σε τέτοιο βαθμό έτσι ώστε να τον παρουσιάζει σαν κοινό θνητό με πάμπολλες αδυναμίες, πνευματικές και σαρκικές, δεν παύει σε καμία περίπτωση να είναι προκλητικό και παρακινδυνευμένο. Είναι ευκολονόητο πως θα κατηγορηθεί από μία μεγάλη μερίδα φανατικών θρησκόληπτων και όχι μόνο, τουλάχιστον, ως αιρετικός, αντιχριστιανικός και βλάσφημος. Από την άλλη πάλι, όταν αφήνει να εννοηθεί ότι το όλο θέμα πρόκειται για μία μυθοπλασία με θρησκευτικές αναζητήσεις μέσα από την οποία, η εστίαση στο ανθρώπινο πρόσωπο του Ιησού γίνεται με σκοπό να τονιστεί το μεγαλείο της θεϊκής Του υπόστασης έτσι ώστε ο θεατής να νιώσει το μέγεθος της θυσίας Του, τότε μάλλον οι κατηγόριες που του επισυνάπτουν είναι άδικες.

Από καλλιτεχνικής άποψης η ταινία είναι άψογη. Εκπληκτική είναι η σκηνοθεσία του Martin Scorsese, ο οποίος περνάει τα μηνύματά και τους συμβολισμούς του, άλλοτε με όμορφες “θεϊκές” σκηνές και άλλοτε με πλάνα που σοκάρουν και κυριολεκτικά προκαλούν, δημιουργώντας έντονες αντιφάσεις σχετικά με το τι θέλει πραγματικά να δείξει.
Πολύ καλή είναι η φωτογραφία, το μοντάζ, τα οπτικά εφέ αλλά και η μουσική επένδυση του Peter Gabriel, που ακολουθεί με πολύ ωραίο τρόπο τις ανάλογες εκφράσεις των συναισθημάτων της κάθε σκηνής.
Το μοναδικό ίσως μειονέκτημα της ταινίας σε σύγκριση με άλλες του αντίστοιχου είδους, είναι η κάπως φτωχή απεικόνιση της εποχής, γεγονός που μάλλον οφείλεται στο περιορισμένο budget που είχε στην διάθεσή του ο δημιουργός.
Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών είναι πολύ καλές, με κορυφαία αυτή του Willem Dafoe στο ρόλο του Ιησού από τη Ναζαρέτ. Για την ερμηνεία του ο Dafoe απέσπασε άριστες κριτικές και δεν ήταν λίγοι αυτοί που υποστήριξαν πως στο πρόσωπο του υπήρξε, η πιο ρεαλιστική απεικόνιση όλων των εποχών, του “κινηματογραφικού Ιησού Χριστού”.
Στο πλευρό του ο Harvey Kaitel, υποδύεται τον Ιούδα έχοντας έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην ιστορία αφού παρουσιάζεται ως ο μόνος άνθρωπος που πραγματικά καταλαβαίνει τη σημαντικότητα του Ιησού και Τον προτρέπει να αναλάβει τον ρόλο του, ξεδιαλύνοντας μάλιστα το απατηλό του τελευταίου πειρασμού και αποκαλώντας Τον προδότη(!).
Στον ρόλο της Μαγδαληνής η πολύ καλή Barbara Hershey, ενώ στον σύντομο ρόλο του Πόντιου Πιλάτου βλέπουμε τον χαρισματικό David Bowie.

Τα διάφορα προβλήματα και οι επικρίσεις για το εγχείρημα του Scorsese, ξεκίνησαν πολύ νωρίς, πριν καν αρχίσουν τα γυρίσματα της ταινίας. Αρχικά το 1983, ως εταιρία παραγωγής είχε αναλάβει η Paramount Pictures, αλλά μερικές βδομάδες πριν τα προγραμματισμένα γυρίσματα στο Μαρόκο, αποχώρησε φοβούμενη τις αντιδράσεις που θα επακολουθούσαν. Μετά από αυτό ο σκηνοθέτης απευθύνθηκε στην Universal Studios, της οποίας οι υπεύθυνοι δέχθηκαν να αναλάβουν την παραγωγή, αλλά ανάγκασαν τον  Scorsese να κάνει υποχωρήσεις σχετικά με το κόστος, θέτοντας ως μάξιμουμ τα 7.000.000 δολάρια, καθώς ήταν σχεδόν σίγουροι ότι η ταινία δεν θα σημείωνε εμπορική επιτυχία -όπως άλλωστε κι έγινε αφού οι εισπράξεις παγκοσμίως με το ζόρι ξεπέρασαν τα 8 εκατομμύρια δολάρια.
Το «The Last Temptation of Christ» έκανε πρεμιέρα στις Αμερικανικές αίθουσες στις 12 Αυγούστου του 1988, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων, όχι μόνο από την Εκκλησία αλλά και από σωρεία πιστών που την κατέκριναν για κατάφωρη έλλειψη σεβασμού προς το πρόσωπο του Θεανθρώπου. Φυσικά υπήρχαν και οι πιο “ανοικτόμυαλοι” ή μη ανήκοντες στην Παπική ή Ορθόδοξη μερίδα ή σε κάποια άλλη θρησκεία γενικότερα, που την αντιμετώπισαν ως άλλη μία ταινία που πραγματεύεται τη ζωή κάποιου ιστορικού προσώπου.
Τον Οκτώβριο του ’88, κατά την διάρκεια της προβολής της σε Γαλλικό κινηματογράφο, ομάδα “πιστών” έριξε βόμβες μολότοφ μέσα στην αίθουσα με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό πολλών θεατών.
Στην Αθήνα, έξω από τον κινηματογράφο ”Ιντεάλ” ομάδα από ορκισμένους χριστιανούς με σημαίες, λάβαρα και σταυρούς, ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών εμποδίζοντας την προβολή της και απειλώντας να πυρπολήσουν την αίθουσα.
Σε αρκετές χώρες του κόσμου, όπως στην Τουρκία, στο Μεξικό, στη Χιλή και στην Αργεντινή, η ταινία απαγορεύτηκε για αρκετά χρόνια, ενώ η απαγόρευσή της συνεχίζεται μέχρι και σήμερα στη Χιλή, στη Φιλιππίνες και στη Σιγκαπούρη.
Στην χώρα μας, δεν έχει προβληθεί ποτέ από κανένα τηλεοπτικό κανάλι (παρά τις προσπάθειες που έχει κάνει κατά καιρούς το Star Channel) και απουσιάζει απ’ όλα τα video clubs. DVD της ταινίας κυκλοφόρησε πριν από καιρό, με μια Αθηναϊκή εφημερίδα.

Την βραδιά της απονομής των βραβείων Όσκαρ του 1989, η ταινία βρέθηκε υποψήφια για το Όσκαρ Καλύτερης Σκηνοθεσίας, ενώ ήταν και υποψήφια για δύο Χρυσές Σφαίρες (Καλύτερης Μουσικής για τον Peter Gabriel και Καλύτερου Ηθοποιού Β’ Ρόλου για την Barbara Hershey). Διακρίθηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας όπου ο Martin Scorsese, απέσπασε το Βραβείο κριτικών “Bastone Bianco”.
Ο Harvey Kaitel βρέθηκε υποψήφιος για Βραβείο Β’ Ανδρικού Ρόλου στον διαγωνισμό Razzie (Χρυσά Βατόμουρα)*.

Σήμερα η ταινία, σύμφωνα με τις κινηματογραφικές ιστοσελίδες IMDb και Rotten Tomatoes, βρίσκεται σε υψηλή θέση στις προτιμήσεις των θεατών και η δημοτικότητά της ανεβαίνει συνεχώς. Όπως και να ‘χει, είναι μια ανατρεπτική ταινία που αξίζει να την δει κάποιος για να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.
αυτονομία, autonomia

Η εργατική Αυτονομία και η κοινότητα αγώνα vicentina

Ένα ωραίο βιβλίο αυτό: L’Autonomia operaia vicentina. Dalla rivolta di Valdagno alla repressione di Thiene, Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene, πέμπτος τόμος της συλλογής »Οι Αυτόνομοι» – «Gli Autonomi» (DeriveApprodi, pp.256, euro 19). Συγγραφέας είναι ο Donato Tagliapietra.

Πρόκειται για ένα αληθινό βιβλίο, από ορισμένες απόψεις εξαιρετικό, και μιλάει για την μοναδική ιστορία ενός από εκείνα τα εκατό αυτόνομα κέντρα κομμουνιστικής πρωτοβουλίας που στα χρόνια ’70 ενήργησαν στα εργοστάσια και τα ιταλικά εδάφη, επιβεβαιώνοντας εργατική αντιεξουσία και κερδίζοντας μισθούς και δικαιώματα.

ΚΑΘΕΝΑ ΑΠΟ ΑΥΤΆ ΤΑ ΚΕΝΤΡΑ είναι μια μοναδική εμπειρία, το σύνολο ενός επαναστατικού επεισοδίου. Η διήγηση, των εργατών και των αγωνιστών της Βιτσέντζα, δείχνει την συμβολή ενός κοινωνικού κινήματος που ξέσπασε από το ’68 και μιας γενεαλογικής κοινότητας λόγων και συναισθημάτων πολιτικών, που υποδηλώνει με υποδειγματικό τρόπο την ανεπανάληπτη ποιότητα της άσκησης της πολιτικής της Αυτονομίας εκείνων των χρόνων. Αυτό τον κόσμο μπορούμε συνεπώς να τον κοιτάξουμε από δύο πλευρές, εκείνη του ταξικού αγώνα και τη γενεαλογική, αλλά αυτές οι δύο πλευρές δεν διαχωρίζονται ποτέ. Κάθε σελίδα μπορεί να διαβαστεί ως μια διήγηση για τον τρόπο με τον οποίον μια ηλικιακή ομάδα εργατών και φοιτητών βρέθηκε να αμφισβητεί, ριζικά, τo εργοστασιακό και κοινωνικό σύστημα και τον τρόπο με τον οποίο κάθε ομάδα συντρόφων ήθελε να να ζήσει αυτή τη ρήξη και να ορίσει τον δικό της δρόμο για να την χτίσει.
«Πεπρωμένο και ελευθερία», θα μπορούσαμε να πούμε φιλοσοφικά. Αλλά ειπωμένο στην διάλεκτο του βένετο, με μια έμφαση και μια αποφασιστικότητα τόσο σκληρές όσο ήταν τότε ο καταναγκασμός στην μισθωτή εργασία ενάντια σε μια γενιά νέων, που ήδη αποκαλούνταν ως μάζα διανοούμενων υπό δημιουργία.Το βιβλίο χτίζεται σχεδόν αποκλειστικά από έγγραφα που παρήγαγε η οργάνωση – οι Βενετικές Πολιτικές Κολεκτίβες, i Collettivi Politici Veneti της περιοχής του alto vicentino – και από συνεντεύξεις με τους στρατευμένους εκείνης της εποχής. Και ακολουθεί την εξαιρετική επέκταση των αγώνων, που ενθαρρύνονται και / ή οργανώνονται από τις συλλογικότητες των χωριών, από την εξέγερση του εργοστασίου Marzotto του Valdagno τον απρίλιο του 1968 μέχρι την καταστολή των αρχών της δεκαετίας του 1980. Από την αρχή μέχρι το τέλος αυτής της περιόδου παράγεται μια όλο και πιο διαδεδομένη οργανωτική συγκέντρωση στην περιοχή και γίνεται όλο και πιο διεισδυτική, αιχμηρή.

Η ΚΟΙΝΌΤΗΤΑ ΑΓΩΝΑ είναι επίσης μια κοινότητα ζωής: αυτή η αλήθεια ξεχειλίζει από την διήγηση. Να απελευθερωθούν από τη δυστυχία-την μιζέρια της μισθωτής εργασίας, να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη ακριβά αποτέλεσε έναν τρόπο οικοδόμησης μιας διαφορετικής ζωής. Οι απεργίες στο εργοστάσιο και οι περιπολίες κατά της μαύρης εργασίας πήγαιναν μαζί με την κατάκτηση δωρεάν συναυλιών, με τον αγώνα ενάντια στα υψηλά ενοίκια και την κατάληψη σπιτιών και την γενναιόδωρη απαλλοτρίωση αγαθών στα σούπερ μάρκετ. Μαζική παρανομία, ναι, αλλά και επινόηση ενός τρόπου ζωής που απέρριπτε τη φτώχεια των σωμάτων και τη μιζέρια του πνεύματος. Μια γενιά νέων πρότεινε, με μεγάλη ωριμότητα, το σχέδιο μιας ελεύθερης ζωής.

ΠΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ να το αφηγούμαστε σήμερα σε εκείνους που προσποιούνται ότι είναι ελεύθεροι. Ωστόσο η ανάγνωση αυτής της ιστορίας ξυπνά στα βάθη κάθε ψυχής εκείνη την ατελή συνειδητοποίηση του ψεύδους και της ανελευθερίας που προκαλεί η χυδαιότητα της ζωής κάτω από αφεντικό: δεν δίνεται στον καθένα η δυνατότητα να μετασχηματίζει αυτή την αφύπνιση σε μια πράξη ρήξης. Επειδή είμαστε μόνοι. Από την άλλη πλευρά, εκείνα τα παιδιά από την Thiene και τα γύρω χωριά, μέχρι τη Schio, μέχρι το Bassano, μέχρι τη Vicenza είχαν διαρρήξει κάθε πεπρωμένο μοναξιάς: ήταν μαζί, αισθάνονταν δυνατοί, έδωσαν ένα παράδειγμα αξιοπρέπειας. Μαζί, όλοι μαζί.
Η σύγκρουση με την εξουσία ήταν εξαιρετικά βίαιη. Όπως και στο σύνολο του Veneto, εξάλλου, όπου μεταξύ της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του 1970 δόθηκαν μερικές από τις σημαντικότερες μαζικές εμπειρίες αντάρτικης οργάνωσης, πρώτα στα μεγάλα εργοστάσιο και στη συνέχεια στο διάχυτο εργοστάσιο, και συγχρόνως στα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Γιατί ο ταξικός αγώνας έγινε τόσο σκληρός στην περιοχή του Βένετο; Επειδή – όπως δείχνει αυτό το βιβλίο – η εξέγερση δεν συνέβη μόνο εναντίον του κυρίου-του αφεντικού, αλλά, δεδομένης της καθυστέρησης της κοινωνικής πειθαρχίας εκμετάλλευσης, ήταν μια σύγκρουση επάνω στη ζωή συνολικά: ήταν ένα άλμα στο νέο και μια ανακάλυψη της κοινότητας, ένας ριζοσπαστικός τρόπος συνεύρεσης μέσα στον αγώνα και η βούληση να οικοδομήσουν μια νέα κοινωνία.

ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΗ ΑΚΡΙΒΏΣ ΥΠΗΡΞΕ η σύγκρουση με την καταστολή. Ωστόσο ακόμη και στα επεισόδια ένοπλου αγώνα ως απάντηση στην καταστολή, η γραμμή των Κολεκτίβων ήταν πάντα η διατήρηση των εδαφών του «κοινωνικού εργάτη» και δεν ήταν ποτέ δολοφονική, αλλά αποσκοπούσε στο χτίσιμο ελεύθερων κοινοτήτων. Δεν ήταν τυχαίο ότι δεν υπήρξαν ούτε καταδότες ή μετανιωμένοι όταν η καταστολή κέρδισε. Όταν μετά την τραγωδία της 11ης απριλίου του 1979, όταν πέθαναν τρεις σύντροφοι ενώ προετοιμάζονταν να απαντήσουν στο blitz της 7ης απριλίου, και όταν δολοφονήθηκε ένας τέταρτος σύντροφος στη φυλακή, το μαύρο έργο των καταστολέων του Calogero και του Dalla Chiesa, υπήρξε άγριο. Στα επόμενα χρόνια, στην φυλάκιση για πολλούς, προστέθηκε η ηρωίνη για ακόμη περισσότερους.
Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο στους Antonietta Berna, Lorenzo Bortoli, Angelo Dal Santo και Alberto Graziani, στους τέσσερις πεσόντες εκείνου του καταραμένου απρίλη, με πικρό τρόπο, όχι πένθιμο ωστόσο, αλλά με υπερηφάνεια αναφωνώντας πόσο εκείνη η ζωή των ελεύθερων ανθρώπων που δολοφονήθηκαν ήταν αληθινή και υποδειγματική.

* Πηγή: Toni Negri, IL MANIFESTO

 

L’Autonomia operaia e la comunità di lotta vicentina

αυτονομία, autonomia

Εξέγερση

«η ιστορία των χρόνων ’70»

«Αυτή είναι μια ιστορία των χρόνων του ’70.
Τότε υπήρχε ένα κίνημα από γυναίκες και άνδρες που πίστευαν ότι θα άλλαζαν τον κόσμο. Ριζικά. Με μια επανάσταση.
Εκείνες οι γυναίκες και οι άνδρες σκέφτονταν ότι να τον αλλάξουν μπορούσε να είναι και διασκεδαστικό. Μάλλον ή ήταν διασκεδαστικό ή δεν άξιζε τον κόπο. Όλα και αμέσως. Δεν ήθελαν να αναβάλουν τίποτα για αργότερα.
Το πιο ριζοσπαστικό μέρος αυτού του κινήματος ήταν οι αυτόνομοι.
Στη συνέχεια εκείνο το κίνημα πιάστηκε σε μια τανάλια και συνεθλίβη. Πολλοί σταμάτησαν ή τους σταμάτησαν. Πολλοί από το κίνημα μετακινήθηκαν στους ένοπλους σχηματισμούς. Πολλοί σκέφτηκαν ότι η μόνη δικαιοσύνη ήταν η προλεταριακή. Κάποιοι, όχι λίγοι, μετάνιωσαν, μεταμελήθηκαν, δηλαδή έγιναν καταδότες.
Είναι λοιπόν και μια φοβερή ιστορία. Είναι μια ιστορία φτιαγμένη από ζωντανούς, νεκρούς και σκοτωμένους. Είναι μια οδυνηρή ιστορία για τον πόνο που προκάλεσε και υπέφερε.
Είναι μια ιστορία που μιλά για τους νέους. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που βαδίζει προς τα εξήντα. Αλλά βλέπω τον εαυτό μου νεαρό και σκέφτομαι: μας έκαναν να πληρώσουμε αλλά το διασκεδάσαμε πολύ.
Αυτή την ιστορία άρχισα να την γράφω στην ειδική φυλακή του Fossombrone το 1982. Τετράδιο και μολύβι.
Στη συνέχεια παίρνω μαζί μου το τετράδιο στην Rebibbia, όπου μεταφέρομαι.
Ο Francone μου δανείζει την Olivetti Lettera 22 του και ξεκινώ από την αρχή. Η συμφωνία είναι ξεκάθαρη: κάθε μέρα αυτός θέλει να διαβάζει και να δίνει την κρίση του: Hemingway, βατό, σκατά. Τα «σκατά» σκίζονται αμέσως μπροστά στη φάτσα του συγγραφέα.
Η εργασία επιβραδύνεται πολύ κατά τη διάρκεια των ακροάσεων της δίκης. Η γραφή μαραζώνει. Το καλοκαίρι του 1984 δίνω το τελευταίο χτύπημα. Αλλά με απελευθερώνουν και ο δεσμός με τον αδίστακτο κριτικό μου σταματά. Παίρνω μαζί μου το δακτυλογραφημένο στο Μιλάνο μέσα στις μαύρες σακούλες σκουπιδιών στις οποίες μαζεύω τα προσωπικά μου αντικείμενα. Να το δημοσιεύσω; Και από ποιον;
Μετά βγαίνει και ο Francone. Ένα βράδυ πριν από δεκαπέντε χρόνια με φέρνει στο σπίτι ο Sergio, ο επονομαζόμενος Sergino επειδή κατά τα χρόνια της αυτονομίας ήταν σχεδόν μωρό. Ο Sergio λέει: Μου αρέσει πολύ, είμαστε ακριβώς εμείς
Σιγά σιγά αρχίζει να δημοσιεύει ξεχωριστά κεφάλαια της ιστορίας σε περιοδικά, βιβλία κ.λ.π. Μετά πέρυσι εμφανίζεται. Και μου λέει: να δημοσιεύουμε τα πάντα. Λέω ναι. Εδώ είναι, να το ».

Από την εισαγωγή του συγγραφέα

Un assaggio… Μια γεύση

Parco Lambro
Χειμώνας ’76. Στο Μιλάνο η αυτομείωση των κινηματογραφικών, των συναυλιών και των θεατρικών εισιτηρίων εξαπλώνεται. Ομάδες νεαρών δίνουν ραντεβού έξω από τους κινηματογράφους και όταν είναι περίπου εκατό πάνε να διαπραγματευτούν με τους διαχειριστές. Συχνά καταλήγουν να συμφωνήσουν επάνω στην τιμή του εισιτηρίου, όταν αντίθετα η συζήτηση πηγαίνει πολύ μακριά απλά διασπούν και μπαίνουν.
Προς τον μάρτιο το φαινόμενο λαμβάνει μαζικές διαστάσεις, ειδικά τα απογεύματα της κυριακής και στις αργίες. Ακόμη και πορείες σχηματίζονται από νέους που γυρνούν από τον έναν κινηματογράφο στον άλλο, μπαίνουν στις αίθουσες διακόπτοντας τις προβολές για να προπαγανδίσουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν.
Από τα προάστια της ακραίας περιφέρειας νέοι που δεν τους είχε δει κανείς νωρίτερα εμφανίζονται από το πουθενά στις πλατείες του Μιλάνο, δεν τους γνωρίζουν ούτε τα παιδιά της αυτονομίας. Κύκλοι με ονόματα που αναφέρονται στους ινδιάνους ή απλά στους δρόμους όπου έχουν κατακτήσει χώρους: άδειες κατοικίες, καταστήματα, αποθήκες.
Ο μόνος που γνωρίζει λιγάκι τους νεαρούς των κύκλων είναι ο Matteo ο οποίος, μέσα από τα παιδιά του Baggio, ξεκίνησε συναντήσεις σε ένα παλιό σταθμό των καραμπινιέρων που εγκαταλείφθηκε και καταλήφθηκε από τα αγόρια της γειτονιάς.
Ο Matteo έγινε λίγο ο ειδικός στον χώρο του περιοδικού »Rosso» σχετικά με αυτό το κίνημα. Ήταν ο πρώτος που μίλησε για αυτό στις συναντήσεις στη via Disciplini. Είναι μόλις είκοσι χρονών, αλλά φαίνεται ότι δεν έχει ηλικία επειδή παρεμβαίνει στις συνελεύσεις στο Μιλάνο εδώ και τουλάχιστον έξι χρόνια. Με λίγα λόγια, έχει την ηλικία του κινήματος.
Πάντα περιβάλλεται, σαν να τον προστατεύουν, από ένα σμήνος παιδιών από τη γειτονιά του, ώστε έτσι να είναι δύσκολο να μιλήσεις μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο. Όπως είναι δύσκολο να τα ξεφορτωθείς στο τέλος όλων των συναντήσεων αν δεν τον συνοδεύσεις στο σπίτι. Όποιος το κάνει εκπλήσσεται.
Μένει στο τελευταίο σπίτι του Μιλάνο στο δρόμο προς Βαρέζε. Μετά το σπίτι του ξεκινά ένα λιβάδι.                                                                                                                                              Είναι παράλογο. Λίγα μέτρα μακριά μπορείς να δεις το πίσω μέρος μιας μεγάλης πινακίδας που γράφει «Μιλάνο». Το να τον συνοδεύεις τις χειμωνιάτικες νύχτες αγγίζεις την τραγωδία. Πράγματι το σπίτι του ξεπηδά ξαφνικά μες την ομίχλη, ανάμεσα στα δέντρα.
Σε εκείνο το σπίτι με κήπο, στην τελευταία συνοριακή γραμμή του Μιλάνου, ο Matteo ζει συντροφιά με μια μαϊμού και έναν αδελφό που δεν ενδιαφέρεται απολύτως για την πολιτική. Ο Matteo δεν είχε μιλήσει ποτέ σε κανέναν για την μαϊμού, οπότε μόλις μπήκα στο σπίτι του μια φορά και την είδα ξαφνιάστηκα πολύ.
Η μόνη δημόσια συγκοινωνία που φτάνει στην περιοχή του σπιτιού του είναι το 18 barrato που φεύγει από την Piazza Cairoli κάθε μισή ώρα και κάνει την τελευταία κούρσα τα μεσάνυχτα. Αν το πάρετε από τις δέκα το βράδυ και μετά μοιάζει να μπαίνετε μέσα σε ένα κόμικ τρόμου. Υπάρχει μόνο ο οδηγός που σταματά να διαβάζει την εφημερίδα κάθε μισή ώρα και φεύγει για εκείνο τον τόπο που έχει ξεχαστεί από τον θεό.Από τον Matteo κατάλαβα ότι το πρόβλημα των σκληρών ναρκωτικών, της ηρωίνης, αφορά κυρίως τους φτωχούς και τους περιθωριοποιημένους, όχι τους πλούσιους, όπως πίστευα εγώ. Στο κεφάλι μου ηρωίνη και κοκαΐνη πίστευα ότι αφορούσε μόνο ανθρώπους με πολλά χρήματα. Ο Matteo αντιθέτως με πήγε σε μερικούς δρόμους της γειτονιάς του όπου δεκάδες παιδιά τρυπιούνται, στους κήπους όπου πατάς επάνω σε σύριγγες βρώμικες από αίμα. Μου μιλάει για εκείνο τον φίλο του και για τον άλλον που πήγαιναν στο σχολείο μαζί του και τώρα τρυπιούνται τακτικά. Για εκείνους που πέθαναν από υπερβολική δόση και εκείνους που κατέληξαν στη φυλακή επειδή βρίσκονταν σε εθισμό και άρχισαν να κλέβουν στα διαμερίσματα ή να αρπάζουν απ’ τα παιδάκια χρυσές αλυσίδες.
Καταραμένες ιστορίες περιθωριοποίησης χωρίς βάση για κάποια απόπειρα λύτρωσης. Από αυτές τις θλιβερές και απελπισμένες ιστορίες που διηγείται η συνεχής πτώση αυτών των παιδιών στο τρύπημα με εντυπωσιάζει περισσότερο, έστω κι αν μερικές φορές προσπάθησαν να σταματήσουν.
– Είναι αυτοί οι καταραμένοι διακινητές, – λέει ο Matteo – τα εκβιάζουν και μόλις προσπαθήσουν να σταματήσουν πηγαίνουν σε αυτά με ότι χρειάζονται για να βαρέσουν και να πουλήσουν. Τους μεγάλους έμπορους ναρκωτικών πρέπει να τους σκοτώσουν όλους, χωρίς έλεος.
Ο Matteo κατέληξε να στήσει με τους φίλους του από το Baggio μια περιπολία που κάνει αντιπληροφόρηση επάνω στα σκληρά ναρκωτικά και τους εμπόρους. Ένα βράδυ, όλος υπερηφάνεια, μου δείχνει την «Corriere d’Informazione» που αναδεικνύει την είδηση: «Τινάζεται στον αέρα ένα μπαρ, γνωστός τόπος διακίνησης στην περιοχή Baggio». Φυσικά ο Matteo και τα παιδιά της Baggio καπνίζουν μαλακά ναρκωτικά, όπως τα καπνίζω εγώ και πολλοί σύντροφοι στο Μιλάνο.
Στα τέλη της άνοιξης με την πρώτη ζεστασιά η αυτομείωση των συναυλιών εξαπλώνεται. Όλα αυτομειώνονται, ακόμα και σε συναυλίες που διοργανώνει ο «Re Nudo». Το γεγονός αυτό διεγείρει πολύ ζωηρές συζητήσεις σε όλες τις κολεκτίβες, επειδή εκείνοι του «γυμνού Βασιλιά» είναι σύντροφοι και ζητούν μόνο τα έξοδα, ή έτσι λένε τουλάχιστον.
Η κατάσταση είναι εντελώς ανεξέλεγκτη και κανείς πλέον δεν ηγείται επί των εκατοντάδων συλλογικοτήτων στις γειτονιές, στα κατειλημμένα σπίτια, στα καταστήματα που μετατρέπονται σε κοινωνικά Κέντρα του νεανικού προλεταριάτου.
Στο Parco Lambro έγιναν πράγματα και θάματα και ο »γυμνός Βασιλιάς», λόγω του ταραχώδους κλίματος, βασίστηκε, για να διατηρήσει την τάξη επί των χιλιάδων και χιλιάδων παιδιών που αναμένονταν να φτάσουν από όλη την Ιταλία, στην ομάδα περιφρούρησης της Lotta continua.
Πολλοί περισσότεροι άνθρωποι από το αναμενόμενο καταφθάνουν. Είναι ένα απίστευτο θέαμα: σκηνές, υπνόσακοι παντού, όμορφα και λιγότερο όμορφα κορίτσια, άνθρωποι που τριγυρνούν γυμνοί, παιδάκια που κυνηγιούνται μέσα στα λιβάδια. Το βράδυ μεγασυναυλίες της Premiata Forneria Marconi, του Banco del Mutuo Soccorso και πολλών άλλων λιγότερο διάσημων συγκροτημάτων.
Ένα πάρκο άνθρωποι όπου ο Andrea, ο Coz, ο Matteo, ο Puccio, τα παιδιά της Berchet, εκείνα της Baggio, του Drin-Drin γυρνούν από εδώ κι από εκεί σαν ψάρια στο νερό έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν κάθε ευκαιρία για να σπρώξουν προς την απαλλοτρίωση
Ο Matteo με τα παιδιά του ξεκινούν από την πρώτη μέρα κυνηγώντας διακινητές ναρκωτικών. Πέφτει λιγάκι ξύλο και τα αγγλικά κλειδιά προσγειώνονται επάνω σε μερικά κεφάλια. Ήδη από την δεύτερη μέρα αυξάνεται η αγανάκτηση χιλιάδων νεαρών για τις τιμές των τροφίμων που πωλούνται στα περίπτερα των επαναστατικών οργανώσεων. Το μεσημέρι η κατάσταση καθίσταται αβάσταχτη και οι ομάδες αρχίζουν να εφορμούν στους πάγκους για να αρπάξουν φαγητό. Μικρές πορείες τριγυρίζουν το πάρκο με πλακάτ που υποδαυλίζουν την αυτομείωση. Στη συνέχεια, ξαφνικά, μια μεγάλη πορεία κατευθύνεται στο φορτηγό ψυγείο που ενοικιάζεται από τον «Re nudo» το οποίο περιέχει τα κοτόπουλα και το κρέας που μαγειρεύονται στο περίπτερο της Democrazia proletaria. Ένα αγόρι με διαβολεμένο πρόσωπο πηδά στο φορτηγό και ανοίγει την πόρτα. Βουτάει μέσα και αρχίζει να ρίχνει ωμά κοτόπουλα ανάμεσα στον κόσμο. Αμέσως άλλοι ανεβαίνουν στο φορτηγό και με ανοικτές τις πίσω πόρτες αρχίζουν να περνούν προς τα έξω κουτιά με Coca-Cola και διάφορα αναψυκτικά. Από την άλλη πλευρά σμήνη νεαρών καταλήγουν να αδειάσουν τα stand των ομάδων χωρίς καμία διάκριση. Μόνο το δικό μας της αυτονομίας δεν δέχεται επίθεση, από σεβασμό προς προηγούμενες παρεμβάσεις μας, σίγουρα όχι για τη συμπεριφορά μας εκείνες τις ημέρες, σε τίποτα ανόμοια σε οπορτουνισμό.
Το απόγευμα ο Giulio και ο Coz οδηγούν μια χιλιάδα ανθρώπους προς στο πλησιέστερο σούπερ μάρκετ, αλλά με την είσοδο τους πρέπει να υποχωρήσουν γρήγορα επειδή εκφοβιστικοί πυροβολισμοί πέφτουν από ένα σώμα αστυνομικών. Η πομπή επιστρέφει μέσα στο πάρκο μετά από επιδρομή σε όλα τα κοντινά καταστήματα. Η κατάσταση το βράδυ γίνεται εντελώς ανεξέλεγκτη και μόνο η συναυλία και τα διάφορα ναρκωτικά καταφέρνουν να ηρεμήσουν λιγάκι τα πιο αναμμένα πνεύματα.
Ένας πολύ αδύνατος τραγουδιστής ανεβαίνει στη μεγάλη σκηνή και τραγουδά ένα πολύ ωραίο τραγούδι του οποίου θυμάμαι ακόμα τα λόγια:

βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην προβοκάτσια, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Υπάρχει! υπάρχει!

ISBN: 978-88-89969-23-6
PAGINE: 208
ANNO: 2007
COLLAN Narrativa
TEMA:

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

PAOLO POZZI

Ο Paolo Pozzi (1949) αποφοίτησε στην Κοινωνιολογία στο Τρέντο το 1972. Μετακόμισε στο Μιλάνο, στρατεύεται στη συνιστώσα της εργατικής αυτονομίας που συγκεντρώθηκε γύρω από το περιοδικό «Rosso», του οποίου υπήρξε και συντάκτης. Το 1979 συνελήφθη στο πλαίσιο της έρευνας της 7ης απριλίου και εξέτισε αρκετά χρόνια στη φυλακή. Σήμερα είναι διευθυντής εταιρείας που ασχολείται με πολιτιστικά αγαθά.