ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Πρώτη γραμμή – Prima linea

Il 27 settembre στις 27 σεπτεμβρίου θα έρθει στα βιβλιοπωλεία Prima Linea. L’altra lotta armata (1974-1981) Vol. I, Πρώτη Γραμμή. Η άλλη ένοπλη πάλη  1ος Τόμος– ένα πυκνό και σε βάθος ερευνητικό έργο του νεαρού ιστορικού Andrea Tanturli.

Η ιστορία μιας από τις σημαντικότερες ομάδες του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία στη δεκαετία του ’70 επιτέλους αναλύεται με τα εργαλεία της ιστοριογραφίας και όχι όπως μέχρι σήμερα συνέβη με εκείνα τα μειωτικά των απομνημονευμάτων ή του δημοσιογραφικού χρονικού.

Prima linea

Η άλλη ένοπλη πάλη, L’altra lotta armata (1974-1981) Vol I Τόμος 1

Andrea Tanturli
€25,00

Στο γεμάτο πανόραμα της επαναστατικής αριστεράς της δεκαετίας του ’70, η οργάνωση Prima Linea αντιπροσωπεύει ένα από τα λιγότερο γνωστά και πιο παρεξηγημένα κεφάλαια της ιστορίας του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Είναι λίγα χρόνια, ξεκινώντας από το 1974 (όταν δημιουργούνται οι πρώτες ιδρυτικές διαδικασίες) έως το 1981 (το έτος εγκατάλειψης της ένοπλης πάλης), που σηματοδοτούν τη γέννηση, την άνοδο και το ναυάγιο ενός πολιτικού σχεδίου με στόχο το ρίζωμα του ένοπλου αγώνα στο σώμα των ακραίων αριστερών κινημάτων. Η προσπάθεια να ασκηθεί ένα εναλλακτικό οργανωτικό και ιδεολογικό μοντέλο από εκείνο της περίπτωσης των ερυθρών Ταξιαρχιών είναι συνυφασμένη με την πολυπλοκότητα του Κινήματος του ’77, συγκρούεται με μια ολοένα και πιο αποτελεσματική καταστολή του Κράτους και ναυαγεί μπροστά στις επιπλοκές μιας αυξανόμενης παρανομίας και ενός αυξανόμενου μιλιταρισμού. Το βιβλίο είναι η πρώτη απολύτως ιστορική ανακατασκευή των περιπετειών της Prima linea, μέσω της χρήσης μιας πληθώρας συχνά αδημοσίευτων πηγών, ένα σύστημα ανάλυσης που ξεφεύγει από την ξηρότητα του reducismo και της ηθικής καταδίκης. Ένα θεμελιώδες έργο για να κατανοήσουμε τα μονοπάτια που οδήγησαν χιλιάδες νέους να νυμφευθούν μια αμετακίνητη σύγκρουση απέναντι στους οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς της χώρας μας.

 

L’altra lotta armata (1974-1981) Ο άλλος ένοπλος αγώνας

Prima linea

«πέρα από τις ερυθρές Ταξιαρχίες – oltre le Brigate rosse:
η άλλη ένοπλη πάλη – l’altra lotta armata»
€25,00
 Λίστα των επιθυμιών

Μετά τις επιτυχημένες κόκκινες Ταξιαρχίες. Από τα εργοστάσια έως την εκστρατεία της άνοιξης, ο εκδοτικός οίκος DeriveApprodi δημοσιεύει ένα άλλο θεμελιώδες ιστοριογραφικό έργο για τα γεγονότα του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία κατά τη δεκαετία του ’70. Nell’affollato panorama della sinistra rivoluzionaria di quel periodo, l’organizzazione Prima linea rappresenta uno dei capitoli meno conosciuti e più fraintesi, seppure la sua importanza quantitativa e qualitativa sia seconda alle sole Brigate rosse. Sono pochi anni, a partire dal 1974 (quando si originano i primi processi fondativi) fino al 1981 (anno dell’abbandono della sigla), a scandire la nascita, l’ascesa e il naufragio di un progetto politico volto a radicare la lotta armata nel corpo dei movimenti di estrema sinistra. Il tentativo di praticare un modello organizzativo e ideologico alternativo a quello delle Brigate rosse si intreccia con la complessità del Movimento del ’77, si scontra con una repressione dello Stato sempre più efficace e naufraga di fronte alle complicazioni di una clandestinità crescente e di un crescente militarismo. Il libro è la prima ricostruzione compiutamente storica delle vicende di Prima linea, attraverso l’uso di una pluralità di fonti spesso inedite, un impianto di analisi che sfugge dalle secche del reducismo e della condanna morale. Un libro fondamentale per comprendere i percorsi che portarono migliaia di giovani a sposare un conflitto irriducibile nei confronti delle istituzioni economiche e politiche del nostro paese.

ISBN: 978-88-6548-241-4
PAGINE: 512
ANNO: 2018
COLLANA: I libri di DeriveApprodi
TEMA: Anni SettantaViolenza rivoluzionaria
Σχετική εικόνα
AUTORE Συγγραφέας

ANDREA TANTURLI

είναι ιστορικός και εργάζεται στο Κρατικό Αρχείο της Φλωρεντίας –  l’Archivio di Stato di Firenze. Στις σπουδές του ασχολήθηκε κυρίως με τα κοινωνικά κινήματα και την πολιτική βία στην Ιταλία κατά τη δεκαετία του ’70.
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Σημάδια, ασπίδες, χαρταετοί και άλλα ευρήματα. Lorenzo Bortoli 1952-1979

του Gioacchino Toni

cover bortoliRoberto Silver Silvestri, Segni, scudi, aquiloni e altri reperti. Lorenzo Bortoli 1952-1979, eBook, 77 σελίδες, κατεβάστε δωρεάνscaricabile gratuitamente online

Το βιβλίο που δημιούργησε ο Roberto Silvestri έχει το αξίωμα να θυμίζει τον φίλο Lorenzo Bortoli που χάθηκε τραγικά, ανακατασκευάζοντας την αλληλοεπικάλυψη των προσωπικών γεγονότων με εκείνα ενός μη αδιάφορου μέρους μιας γενιάς που, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, ακόμη και σε »μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη και θανάσιμη ανία», ένιωσε αρχικά την επείγουσα ανάγκη να αισθανθεί επιτέλους ζωντανή και, στη συνέχεια, προσπάθησε να αλλάξει τον κόσμο.
Ο τόμος γεννιέται από την ιδέα του Silvestri να θυμάται τον φίλο μέσα από τους πίνακες ζωγραφικής, τα σκίτσα και τα σχέδια που άφησε σε φίλους, φίλες και συγγενείς, στη συνέχεια, προχωρώντας στα έργα του Bortoli προστέθηκε άλλο χρήσιμο υλικό για την ανασυγκρότηση της περιόδου μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του ’60 και του τέλους της δεκαετίας του ’70, όπου οι Silvestri και Bortoli, μαζί με άλλους, μοιράστηκαν την ιδέα να προσπαθήσουν να αλλάξουν τα πράγματα. Η μνήμη εκείνης της δεκαετίας, η οποία είναι το υπόβαθρο των γεγονότων που αναφέρθηκαν, εναλλάσσει τις αναμνήσεις της θαμπής, γκρίζας, βαρετής και θανατηφόρας βενετικής επαρχίας σε θραύσματα μιας σειράς ατομικών και συλλογικών προσπαθειών να την ζήσουν και να την μεταμορφώσουν με τρόπο τέτοιο ώστε να αξίζει να γίνεται αυτό έχοντας ψηλά το κεφάλι.

Η ιστορία είναι εκείνη του Lorenzo Bortoli, καλλιτέχνη, αγωνιστή και εργάτη, ο οποίος πέθανε αυτοκτονώντας, στη φυλακή της Βερόνα στις 19 Ιουνίου 1979. Ο Bortoli συνελήφθη, μαζί με άλλους, σε σχέση με την ακούσια έκρηξη που έλαβε χώρα στις 11 απριλίου 1979, σε ένα διαμέρισμα στη Thiene, στην επαρχία της Vicenza, την ώρα που τρεις στρατευμένοι στις ενετικές πολιτικές κολεκτίβες προετοίμαζαν μια βόμβα. Ο Bortoli προέκυπτε ιδιοκτήτης του διαμερίσματος και η σύντροφος του Maria Antonietta Berna έχασε τη ζωή της στην έκρηξη. Πριν από εκείνη την 19η ιουνίου 1979 ο Lorenzo προσπάθησε να αυτοκτονήσει στη φυλακή δυο φορές καταναλώνοντας φάρμακα αλλά δεν του χορηγήθηκε νοσηλεία, όπως ζήτησε επανειλημμένα το κολέγιο της υπεράσπισης και προέτρεψαν διάφορες τοπικές συνδικαλιστικές και πολιτικές δομές.

Αποσπάσματα

Κάναμε τα πάντα για να γίνουμε καλύτεροι από αυτό που ήμασταν. Αυτό μπορεί να ειπωθεί για το μεγαλύτερο μέρος της γενιάς μας, σε μια εποχή που θέλαμε, και μάλιστα φαινόταν δυνατόν, να αλλάξουμε τα πράγματα και τον κόσμο

bortoli 002μια επαρχία ερημωμένη από μια επίπεδη ζωή και μια θανατηφόρα ανία / αντιδράσεις, μεταλλάξεις που ακριβώς η αιώνια απαγόρευση κυκλοφορίας της περιοχής ήταν σε θέση να παρακινήσει και να αναπτυχθεί σε τέτοιες απροσδόκητες μορφές που δεν επαναλαμβάνονται / Cesare Pavese / Italo Calvino / Εγχειρίδιο νεαρών μαρμότων / Σχέδιο γραμμής και επιφάνεια του Kandinsky / Jean Paul Sartre / Steinbeck / Siddhartha / Carrà / Morandi / Paul Klee / Bruno Munari / Osvaldo Licini / Rothko, Burri e tutto l’Informale / τα Μανιφέστα του Surrealismo / Alberto Giacometti / ζωγραφιές με χρώμα θαμπό και υπόβαθρο λειασμένο / Schio / εμείς οι έφηβοι / γιορτές, συζήτηση, ζωγραφική, συλλογιστική / η επείγουσα ανάγκη για μια ριζοσπαστική αλλαγή / η κοινωνική καταπίεση / η μουσική / Η μουσική πάνω απ’ όλα / Who, Rolling Stones, Kinks, Beach Boys, Hendrix / τα πρώτα album του Joe Cocker, των Cream, της Julie Driscoll με Brian Auger & The Trinity / των New Trolls (εκείνα δίχως ωράριο δίχως σημαία, με τους στίχους του Fabrizio de André) / Doors, Rory Gallagher, οι Traffic / Abbey Road των Beatles / Είχαμε ανάγκη, πεινούσαμε για μουσική / οι ηχώ εκείνης της περιόδου, στην Ιταλία και πάνω απ’ όλα στην επαρχία, έφταναν καθυστερημένα και πολύ ρευστές / Ήταν ταινίες όπως Woodstock ή “Pink Floyd a Pompei”, η μοναδική »εναλλακτική» επιτρεπτή που έφτανε στην Schio / η ξεθωριασμένη οπτική της Swingin’ London στο Blow up του Antonioni / το Cineforum της Thiene / Φράουλες και αίμα, Harold και Maude, Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο, Easy Rider / o χρόνος που σαρώνονταν από τον κόσμο της κανονικής εργασίας στα εργοστάσια / εγγυημένη χρήση των γραφείων / σπάνιοι οι χώροι οι αφιερωμένοι στον πολιτισμό, σχεδόν πάντα ζοφερό όσο και θεσμικό / στις περιφερειακές επαρχίες της αυτοκρατορίας, σχηματίζονταν τα πρώτα  “συγκροτήματα” (ή “συγκροτηματάκια”), όπως αποκαλούνταν / νοικιάζονται, οι πρώτες κιθάρες / οι πρόβες γίνονταν από τους Salesiani / μια κωμόπολη όπως ήταν εκείνη την εποχή η Schio, τόσο καθωσπρέπει και με το έντονο ηθικίστικο αποτύπωμα τυπικό του καθολικού- εργατικού Βένετο (όπου πράγματα γίνονταν έτσι κι αλλιώς, ίσως λίγα, αλλά στα κρυφά) / ο μονσινιόρ της βάρδιας αισθάνθηκε την υποχρέωση να εκφράσει δημόσια ανησυχία και αποδοκιμασία, προειδοποιώντας έτσι τους γονείς και αποτρέποντας  τα νεαρά απερίσκεπτα κορίτσια από το να συχνάζουν σε μέρη τόσο επικίνδυνα / Jackson Pollock και l’Action Painting / Rauschenberg και η Pop Art / Εν τω μεταξύ, σε όλη την Ιταλία, τα πανεπιστήμια και τα σχολεία ήταν σε αναταραχή, οι καταλήψεις / πολιτικές εξωκοινοβουλευτικές ομάδες / τα διάφορα πολιτικά κόμματα αποκαλούμενα “φιλοκινεζικά” / κόκκινα βιβλιαράκια / στοιχεία με πολιτικά της πολιτικής ομάδας της ασφάλειας / η απόρριψη κάθε ρεβιζιονισμού τυπικού της θεσμικής αριστεράς / στοίβες βιβλία και σύντομοι έρωτες για τον Πόε και για τους »γοτθικούς» συγγραφείς, η επιστημονική φαντασία / Lovecraft / Ray Bradbury / Burroughs / Alexander Trocchi / η “επιστήμη των επινοημένων λύσεων” /Snoopy, το περιοδικό Linus, λίγο Alan Ford / Ήταν επίσης τα χρόνια κατά τα οποία πολλοί νέοι  “το έσκαγαν απ’ το σπίτι” / υποφέροντας σχετικά με το στενόχωρο περιβάλλον της επαρχίας / είχε αφήσει ένα σημείωμα και έφυγε / οι καραμπινιέροι / η φωτογραφία / εργασίες επάνω στο μασονίτη / το καρβουνάκι / Γεωμετρικά προφίλ / ξεπλυμένα ακρυλικά χρώματα / Lucio Fontana / Spazialismo / λίγες φωτογραφίες, τόσο των πινάκων του όσο και του studio / σειρά υδατογραφιών / οι αφαιρέσεις / εκείνο το διαμέρισμα ανάμεσα σ’ ένα πήγαινε έλα από κόσμο, τραπέζια, καμβάδες, χρώματα και σκίτσα, ανάμεσα σε συζητήσεις, καλαμπούρια και τα πρώτα σπέσιαλ τσιγάρα, / οι Ekseption / Deep Purple και Led Zeppelin / Genesis, ELP, Yes και όμορφη κομπανία / οι King Crimson του Robert Fripp και οι Van Der Graaf Generator / τα πρώτα μακριά μαλλιά, και η Schio, όπως άλλοι τόποι της επαρχίας,  “ήταν ένα μέρος στο οποίο εάν τα είχες έτσι, ούτε σ’ ένα μπαρ να μπεις και να ζητήσεις να πιεις μπορούσες, γιατί αρνούνταν να σε σερβίρουν, κι εάν διαμαρτυρόσουν, καλούσαν τους καραμπινιέρους που έφταναν γρήγορα και σε μετέφεραν στο στρατόπεδο” / Εμάς ενδιέφερε κυρίως να πειραματιστούμε / θέλαμε να ήμαστε μαζί / πνευματική περιέργεια / προσπάθεια να καταλάβουμε κάθε τι, μέσα κι έξω, και να τ’ αλλάξουμε / υπερβολές και παιδικότητα, ζήλος, οπορτουνισμοί, αυτοτραυματικές παρεκκλίσεις / Παρά τις καταστροφές / Καμιά τοξική καθοδική μυθολογία / ελαιογραφία / οι διαδρομές του πινέλου παίρνουν μια συνοχή απτή / οι αποχρώσεις, εκτός από ειδικές εξαιρέσεις, θερμαίνονται και ανάβουν/ κίτρινες, ώχρα, κόκκινες με διαφορετικές διαβαθμίσεις, και σπάνια, μερικές ροζ / Στυλιζαρισμένες αναμνήσεις, καταγραφές περιγραμμάτων των βουνών, σύννεφα, προφίλ και επαναπροσδιορισμός ανθρώπινων τροχιών, λόφοι και ορίζοντες / μακρά απογεύματα / απογεύματα τραβηγμένα μέχρι νύχτα / το μουσικό θέμα του Zabriskie Point / διάστημα/παρατεταμένο χρονικό διάστημα του παιχνιδιού, αρπαγμένο από το ρολόι της παραγωγής και του μάρκετινγκ της παράστασης / κάποιος ασυνήθιστος συνδυασμός χρωμάτων / για να χτιστεί μια αυθεντική και ήρεμη σχέση με τους άλλους / το μακρύ, απίστευτο, παλτό από «ασημωμένο δέρμα συνθετικού λύκου» / τα φυλλάδια έπρεπε να τυπωθούν στο Trento και να μεταφερθούν στη συνέχεια στην Schio πάνω στην ώρα για να διανεμηθούν στην πρώτη βάρδια στη Lanerossi της Piovene / το άνοιγμα των πρώτων γραφείων της Lotta Continua / η LC έφτασε στο σημείο να έχει γραφεία στη Schio, στην Thiene, ακόμη και στην Vicenza, πόλη που θεωρούνταν όχι πρωτεύουσα, αλλά περιφέρεια μιας επαρχίας που είχε τα προπύργια της στις εργατικές ζώνες και επομένως την πρωτεύουσα της, ακριβώς στη Schio / η διάλυση της LC / η ίδρυση της αυτόνομης ομάδας εργάτες φοιτητές. Δεν επρόκειτο όμως για την αυτονομία με το “A κεφαλαίο”, αλλά για εκείνη ακόμη κόρη του ιστορικού εργατισμού, αν και διασχίζεται επίσης από τις επιρροές-μολύνσεις του Parco Lambro και στη συνέχεια των γεγονότων του ‘77 / ο διάλογος επάνω στον ένοπλο αγώνα-ναι, ένοπλη πάλη-όχι / η ρήξη ανάμεσα στις δυο ψυχές /

bortoli 001η απαγωγή του Μόρο και, για τους βορειοανατολικούς ειδικότερα ιταλούς, υπήρξαν τα γεγονότα της 7ης απριλίου του ’79. Τον οκτώβριο του 1973, ο Enzo σχεδίασε, τύπωσε με δικά του έξοδα, μια αφίσα που έστειλε στη συνέχεια σε μια εκατοστή ζωγράφων, ιδιοκτητών γκαλερί και κριτικούς τέχνης / Το σχέδιο, το οποίο είναι η σταθερά της ζωγραφικής μου, αποτελεί το μέσο με το οποίο προτείνω να λειτουργήσει μια ενέργεια για την ανάκτηση αξιών που μοιάζουν, αν όχι νεκρές, να έχουν ατροφήσει / Η πινελιά είναι ευρεία, παχιά, γεμάτη, οι χρωματικές περιοχές είναι πυκνές και συμπαγείς, τα χρώματα χρησιμοποιούνται μόνο σε ζεστές αποχρώσεις / θέλω να κάνω μια ειλικρινή ζωγραφιά, μια συμπαγή και ζωηρή ζωγραφική / να δημιουργήσουμε μια γαλήνια και πνευματικά αυθεντική σχέση με τους άλλους / Jefferson Airplane, Grateful Dead, Quicksilver / Frank Zappa / Tangerine Dream και οι γερμανοί “κοσμικοί” του Krautrock / Miles Davis di Bitches Brew / AlterAlter, Re Nudo, Moebius, Η μπαλάντα της αλμυρής θάλασσας του Hugo Pratt / το Manifesto, Lotta Continua, Potere Operaio, Senza Tregua, Controinformazione, και πιο μπροστά τα βιβλία του Castaneda, οι Καταστασιακοί και οι Puzz του Max Capa / αρχίσαμε να εξετάζουμε την πολιτική δέσμευση με ένα διαφορετικό βλέμμα, σαν τη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης στην πραγματικότητα / ξεφεύγοντας από ένα ένταλμα σύλληψης / John Coltrane / Kashmir και Srinagar, Amsterdam, το Μεξικό ή η Ινδία και Vladivostok / Corto Maltese του Pratt, και Alack Sinner του Muñoz και Sampayo ήταν οι χάρτινοι ήρωες στους οποίους ταυτοποιούμασταν, αλλά επίσης ακολουθούσαμε από κοντά τους πολυάριθμους εργατικούς αγώνες που δημιουργούσαν αναταραχές στην περιοχή και τα λίγα, αλλά ισχυρά φοιτητικά κινήματα που κάθε τόσο αναστάτωναν και ταρακουνούσαν την Thiene και την Schio / κίνημα για την μείωση του κόστους των μεταφορών / από την μια πλευρά οι φίλοι και σύντροφοι με τους οποίους μοιραζόμουν τις στιγμές του  “ελεύθερου χρόνου” και που αρνούνταν να μπουν σε μια οργάνωση “κλασσική”, από την άλλη, η συναρπαστική για μένα στράτευση, που μέσω της παρέμβασης μπροστά στα εργοστάσια, της εργατικής έρευνας που αναπτύξαμε και της ανάδυσης του φεμινισμού στην έδρα της LC στην Schio, μου αποκάλυπταν και με έκαναν να αγγίζω από κοντά άλλους κόσμους / “να ξαναπάρουμε την πόλη” / η έννοια της “άμεσης δράσης” / ακριβώς η έννοια της «επανοικειοποίησης» που ήδη άρχιζε να κυκλοφορεί, ενεργοποίησε τη δυναμική που μας οδήγησε να αφήσουμε την LC και να ιδρύσουμε την πρώτη Αυτόνομη Κολεκτίβα / στο εργοστάσιο εισέρχονταν πλέον μια γενιά που αρνούνταν να υπομείνει μια τόσο σαρωτική ζωή, που ήθελε να ζήσει διαφορετικά, άμεσα, χωρίς να περιμένει ένα μακρινό και αβέβαιο μέλλον ή τη μυθική «χ» ημέρα της επανάστασης / Η τοπική εργατική τάξη, πάνω από το 60% του πληθυσμού (αρχικά αποτελούμενη από αγρότες/αγρότισσες που είχαν εγκαταλείψει τα χωράφια), τώρα ενσωμάτωνε πρώην σπουδαστές, ή νέους οι οποίοι, έστω και αν δεν ήταν μορφωμένοι ήταν πολιτιστικά πλούσιοι και καθόλου παραιτημένοι / Και αν υπάρχει μια θεμελιώδης διδασκαλία που έχουν εκφράσει οι αγώνες των εργατών, είναι ακριβώς αυτό: η έννοια του συλλογικού / ένας χαρούμενος και εκρηκτικός θυμός, τόσο κοινωνικός όσο και προσωπικός / Στα έργα αυτής της περιόδου, που κυμαίνεται από το 1972 έως το 1974, μια πάντα επαναλαμβανόμενη μορφή είναι αυτή της «ασπίδας» / Μετά την αναχώρησή του για το Belluno, ο Lorenzo μείωσε τη δραστηριότητά του σε μικρά σχέδια και σκίτσα με μελάνι και υδατογραφία, πολύχρωμα, με τα οποία δημιούργησε καρτ-ποστάλ για να στείλει στους φίλους / Εν τω μεταξύ η Schio, μια παραδοσιακά εργατική πόλη, άλλαζε. Η ομάδα της Lotta Continua που από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήταν κινητήρια δύναμη των αγώνων της περιοχής του alto vicentino μπήκε σε κρίση και σε εθνικό επίπεδο διαλύθηκε / η συμβίωση (φιλική ή ουδέτερη, αλλά όχι μαφιόζικη) «ψυχεδελικών», «τοξικών» και «πολιτικών» / η Ολλανδία, Amsterdam, με τους Provos, οι πρωτοοικολογικές διεκδικήσεις των λευκών ποδηλάτων / Κάποιοι άλλοι ανέβαιναν λίγο περισσότερο, μέχρι την Κοπεγχάγη / ιούνιος του 1976, υπήρξε το τελευταίο πάρκο Lambro και έκλεισε την εποχή των ποπ φεστιβάλ, με την επιβολή των Ινδιάνων μητροπολιτάνων και του φεμινιστικού κινήματος ξέσπασαν οι εσωτερικές αντιφάσεις, μεταξύ των διαφόρων ψυχών του κινήματος / Το ’77, υπήρξαν τα γεγονότα της Μπολόνια, τα μονοπάτια του Radio Alice και του A/traverso / από την σχετικά αβλαβή χρήση των ελαφρών ναρκωτικών γκρεμιστήκαμε πολύ γρήγορα σε πολύ πιο θανατηφόρα τοπία, και οι πλατείες γέμισαν με ηρωίνη και διακινητές / Αυτοκαταστροφισμός, αφέλεια και εξτρεμισμός, σίγουρα, αλλά όχι μόνο αυτό / ηρωίνη στις πλατείες / bortoli 008παρεισφρύουν προβοκάτορες / μασκαρεμένες εκτελέσεις / το ενδιαφέρον για κάθε ουσία της ψυχεδελικής πλευράς είχε από καιρό εκτροχιαστεί σε βαρύτερες καταστάσεις / δεν ήταν μάλλον εύπεπτο να τραβηχτείς προς τα έξω, ο καθένας για λογαριασμό του / Στις αρχές του 1977 ο Lorenzo μετακόμισε στη Thiene / προς το τέλος του ίδιου χρόνου άρχισε να συζεί με την Antonietta / από την αντίληψη ότι η καλλιτεχνική δραστηριότητα δεν ήταν πλέον αρκετή για να γεμίσει και να χρωματίσει τη ζωή του, στην απόφαση να μην περιοριστεί σε διερμηνεία, μόνο, της πραγματικότητας, ή να την ζει ξεχωριστά μέσα από το φίλτρο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας / Η ανάγκη να παρέμβει με συγκεκριμένο τρόπο στο κοινωνικό, η θέληση να συμμετέχει άμεσα σε όσα συμβαίνουν γύρω του, έγινε επείγουσα / Αυτού του ρεύματος, αυτής της αλληλοσύνδεσης ανθρώπων και περιστάσεων που στόχευαν στην αλλαγή, ο Lorenzo ήταν μέρος τόσο σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο ζούσε, όσο και όσον αφορά την συμμετοχή στο vicentino κίνημα της δεκαετίας του ’70/ Ήταν αυθόρμητη η άρνησή του για οποιαδήποτε ηλίθια υποκρισία και κατάχρηση εξουσίας. Η φυσική αποστροφή του προς τις μιζέριες των θεσμικών μηχανισμών και των αστυνομικών οργάνων, προς τις ηλιθιότητες της κοινοβουλευτικής πολιτικής / Σε αυτή την ενστικτώδη του τάση, ο Lorenzo πλαισίωσε την υποστήριξη στο «κίνημα» της εποχής και, στην πράξη τη συνεργασία με την αυτονομία vicentina / Σε αυτούς που βρήκαν την ευκαιρία να αντιπαρατεθούν σχετικά με τις συνθήκες της σύλληψης και στη συνέχεια του θανάτου του Lorenzo, και γενικότερα σε σχέση με τη χρήση της δύναμης από την πλευρά του κινήματος των χρόνων ’70, φθάνει να θυμόμαστε ότι στην ίδια αιχμηρή εποχή οι διαδηλωτές σκοτώνονταν από τις αστυνομικές επιθέσεις και εφόδους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, και πως οι βόμβες που εξερράγησαν σε τράπεζες, πλατείες, αμαξοστοιχίες, (και όχι για σκοπούς διαμαρτυρίας, αλλά απλώς για να εξαπλώσουν τον τρόμο και για να θανατώσουν), ήταν εκείνες οι «μαύρες» των νεοφασιστών, οι οποίοι υποστηρίζονταν και οργανώνονταν από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες στην υπηρεσία των «συμμάχων» ΗΠΑ, και προστατεύονταν από τομείς του κοινοβουλίου / Το χειμώνα μεταξύ του ’77 και του ’78, ο Λόρεντζο έφτιαξε, με αυτοσχέδιο τρόπο, δώδεκα πολύχρωμα και πρωτότυπα έργα με μελάνι και ακουαρέλα, στα οποία βρήκε τον τρόπο να αναδείξει την παλιά του προτίμηση για τους πίνακες του Osvaldo Licini / το σχέδιο μετατρέπονταν σε ιπτάμενους χαρταετούς, χτισμένους σε φόντα φωτεινών χρωμάτων τοποθετημένα σε τρίγωνα που τρέχουν μεταξύ τους δεμένα με περιπλανώμενα νήματα που αναπτύσσονται και συστέλλονται στο διάστημα / ο Lorenzo πέρασε να με χαιρετήσει, το χειμώνα του 1978, στο δωμάτιο που ζούσα προσωρινά στην Πάντοβα, και ήταν η τελευταία φορά που ειδωθήκαμε / Μετά η έκρηξη του σπιτιού του στη Thiene, η απόλυτη επιφύλαξη, ο σκεπτικισμός σχετικά με ότι είχε συμβεί, και η φρίκη για τη συνέχεια της υπόθεσης. Δεν προκαλεί έκπληξη, αντιθέτως, η έλλειψη ανθρωπιάς, η σκληρότητα που χρησιμοποίησαν οι καραμπινιέροι και οι δικαστές εναντίον του Lorenzo, και εναντίον των συγγενών και των συντρόφων / Καμία έκπληξη για τις διαστρεβλώσεις των δημοσιογράφων ( il Giornale di Vicenza στην πρώτη σειρά) και για τον οπορτουνισμό των πολιτικών που ασχολήθηκαν με εκείνα τα γεγονότα. Ο επίλογος, για όσους ήταν φίλοι του, παραμένει μια ανοιχτή πληγή. Και εξακολουθεί να υπάρχει πόνος ενθυμούμενοι αυτόν /

TAGGED WITH →  •  •  •  •  • •  •  •  • 

https://www.carmillaonline.com/2016/01/12/segni-scudi-aquiloni-altri-reperti-lorenzo-bortoli-1952-1979/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

«Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού»

«Για χρόνια, νύχτες ολόκληρες κυριεύουν τη σκέψη μου οι άνθρωποι που κρατούν όπλο στο χέρι, οι άνθρωποι που τριγυρνούν τις νύχτες στις πόλεις με στουπί και βενζίνη και πυρπολούν τα κέντρα της εξουσίας και του χρήματος. Κι αυτοί οι άλλοι οι δάσκαλοι, που φορούν μακριούς χιτώνες, σανδάλια στα πόδια τους κι έχουν άδεια χέρια, το μόνο όπλο τους είναι ο λόγος τους». Συνάντηση με την Αθηνά Τσάκαλου, μια γυναίκα, μια συγγραφέα, μια μάνα που η φυλάκισή της, της άφησε μια περίεργη συγκίνηση γιατί περπάτησε τους διαδρόμους που περπάτησαν και τα παιδιά της, το γράψιμο έγινε ένας διάλογος με τον εαυτό της και τις επιλογές των παιδιών της και μια αναζήτηση προς την ομορφιά και το όνειρο.

Συνέντευξη στον Γιώργο Μουργή και την Τζένη Τσιροπούλου

Κείμενο: Τζένη Τσιροπούλου

Η Αθηνά ζει σε ένα ελληνικό νησί και το μπαλκόνι της είναι σαν να αρμενίζει στη θάλασσα. Συντροφιά της μονάκριβη είναι τα σκυλιά της, οι γάτες της και ο κήπος της με τη ροδιά, τις φιστικιές, τη βερικοκιά, τις ελιές και τα τριαντάφυλλα. Γεννήθηκε το 1955 στο βλαχοχώρι Τρυγώνα στην ορεινή Θεσσαλία και σπούδασε φιλολογία. Νεαρή κοπέλα, στα 19 της, γνώρισε τον συγγραφέα και στιχουργό, Γεράσιμο Τσάκαλο. Μελοποιημένος από τον Βασίλη Τσιτσάνη, πολλά από τα τραγούδια του έχουν συντροφεύσει στιγμές μας. Χάρη στον Γεράσιμο, η Αθηνά αγάπησε τη λογοτεχνία. Τους διαλόγους των ηρώων της τους πλάθει στο μυαλό της όταν κάνει βόλτα στο βουνό, πριν να τους ακουμπήσει στο χαρτί. Έγνοια της δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά το πώς θα φτάσουμε στο όνειρο και τις ουτοπίες μας, πώς δε θα συμφιλιωθούμε με το λίγο, με τα λίγα.

Η Αθηνά Τσάκαλου είναι η μητέρα του Χρήστου και του Μάκη (Γεράσιμου) Τσάκαλου που βρίσκονται στη φυλακή εδώ και μερικά χρόνια ως μέλη της Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς. Το 2015 συνελήφθη και η ίδια, κατηγορούμενη για υπόθαλψη εγκληματία και συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση. Δε μεμψιμοιρεί και ακόμα και μέσα από ένα τέτοιο τραχύ βίωμα, κρατάει μόνο τα καλά που μένουν.

Μια ηλιόλουστη μέρα του Απριλίου μάς φιλοξένησε στο σπίτι της, ένα σπίτι που μοιάζει σαν να κουρνιάζουν μέσα του οι ήρωες από το πρώτο της μυθιστόρημα «Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού», το οποίο κυκλοφόρησε τον Μάρτιο από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων. Η πρωταγωνίστριά της, η Λένη, είναι μία φοιτήτρια από ένα χωριό με βουνά και πηγές. Μία μαλακή ύπαρξη, που πολλά από τα γνωρίσματα τού χαρακτήρα της «οπισθοχωρούν, μαγκώνονται» για να αφήσει χώρο σε ανθρώπους «που ακόμα κι ο αέρας που τους περιβάλλει αποκτά κάτι από τον πυρετό τους και το γέλιο τους αφήνει αντίλαλο στο δωμάτιο». Ο αδερφός της Λένης, ο Σταύρος, είναι αναρχικός και σκοτώνεται μετά από συμπλοκή με αστυνομικούς, σαν άλλος Ίκαρος που το όνειρό του έβαλε φωτιά στα φτερά του. Η Αθηνά Τσάκαλου αφηγείται την ιστορία του μέσα από τα μάτια της μάνας, του πατέρα μετανάστη και κυρίως της αδελφής τού νεαρού αναρχικού. Από τους ήρωες που έπλασε, ο αγαπημένος της είναι ο μοναχός Δανιήλ που ζει παρέα με κιτρινισμένα βιβλία τα οποία μιλάνε για την επανάσταση.

«Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού» μού άφησαν μία μελαγχολία και μία πίστη για τον κόσμο, μία ανάγκη να βρω τους δικούς μου ανθρώπους και μία γεύση από μήλο, κυδώνι και καρύδια, που έκρυβε η Λένη στις τσέπες της.

Βάλαμε καφέ στις κούπες και συζητήσαμε ώρες για τα βιβλία, τη ζωή της, τα παιδιά της, το πώς περνάει τις μέρες της στο νησί το οποίο δε θα εγκατέλειπε με τίποτα για την Αθήνα, τα τραγούδια του άντρα της, τη μάνα της, τα λόγια που γίνονται «εφαλτήριο για να πάνε λίγο πιο μακριά οι πράξεις» και για εκείνους τους ανθρώπους που «τους κυριεύει ένας αλλόκοτος ενθουσιασμός, μια έπαρση σχεδόν θεϊκή».

«Οι Λεηλάτες του Μεσημεριού». Πώς επέλεξες αυτόν τον τίτλο; 

Κοίτα, για μένα υπάρχουν κάποια βιβλία στα οποία πάντα επανέρχομαι, δεν τα βάζω ποτέ σε ράφι βιβλιοθήκης. Είναι κάτι σαν τον Νίτσε που τον ανοίγω όταν απελπίζομαι από την αδυναμία μου, σαν τις ερωτευμένες γυναίκες του Λώρενς όταν θέλω να θυμηθώ τα χρώματα του ρομαντισμού, του υπερβολικού ρομαντισμού, ή σαν τη Βίβλο που συνήθως την διαβάζω για να στηρίζω σθεναρά τις αντιρρήσεις μου. Κάποια κείμενα με γοητεύουν με την ομορφιά τους και κάποια άλλα με συγκινούν με το πένθος τους. Έτσι λοιπόν, τον χειμώνα του 2010, όταν εγώ βίωνα την αρχή μιας δύσκολης ιστορίας -είχαν συλλάβει τον γιο μου τον Μάκη ως μέλος της επαναστατικής οργάνωσης Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς- βρήκα ένα εδάφιο του Ιερεμία που περιείχε όλον τον θρήνο μου: «Ουαί εις εμέ μήτερ μου διότι εγέννησες εμέ άνδρα έριδος και άνδρα φιλονικείας μεθ’ όλης της γης…». Και λίγο παραπάνω λέει: «Έφερα επί τας μητέρας των νέων, λεηλάτην εν μεσημβρία. Επέφερα επ’ αυτάς εξαίφνης ταραχάς και τρόμους». Από αυτούς τους στίχους πήρα τον τίτλο του μυθιστορήματος.

Ποιες ήταν οι πρώτες σου σκέψεις, Αθηνά, όταν πρωτοέμαθες για τη σύλληψη του γιου σου; Και ποιες υπήρξαν τότε οι διέξοδοί σου από αυτή την ταραχή και τον τρόμο; 

Σε τέτοια γεγονότα ξαφνικά όλα ανατρέπονται. Νιώθεις μετέωρος και μέχρι να βρεις ξανά τις ισορροπίες σου χρειάζεσαι χρόνο. Όσο για τις διεξόδους, το γράψιμο υπήρξε μια τέτοια διέξοδος, ένα είδος διαλόγου με τον εαυτό μου και τις επιλογές των παιδιών μου.

Και δεν άργησε και μια άλλη περιπέτεια, όπως την περιγράφεις και στο βιογραφικό σου σημείωμα στο βιβλίο: «Μου έρχεται στον νου η γνωστή φράση του Αντόρνο: “Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση». Ήταν πριν επτά χρόνια όταν συνέλαβαν τα παιδιά μου για συμμετοχή στην επαναστατική αναρχική οργάνωση Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς και ήταν επίσης πριν δύο χρόνια όταν βρέθηκα κι εγώ στη φυλακή για υπόθαλψη εγκληματία (φιλοξένησα μια καταζητούμενη φίλη τους στο σπίτι μου) αλλά κατηγορήθηκα και για μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης και υπήρξα ένα χρόνο εξόριστη στη Σαλαμίνα περιμένοντας τη δίκη. Μέσα σε όλα αυτά τα γεγονότα είπα λοιπόν πως οποιαδήποτε ενασχόληση με τη λογοτεχνία θα ήταν τουλάχιστον ακραία κενοδοξία από μέρους μου». 

Γιατί αποφάσισες τελικά να γράψεις και να μας αφηγηθείς αυτή την ιστορία; 

Η αλήθεια είναι πως σε χρόνια ήσυχα, τότε που ακόμα δεν είχε συμβεί τίποτα με τα παιδιά μου, είχα βάλει ένα στοίχημα με τον εαυτό μου: αν θα κατάφερνα να γράψω ένα μυθιστόρημα. Κι αυτό βέβαια δεν προέκυψε έτσι τυχαία. Από τα 19 μου, τότε που γνώρισα τον σύντροφό μου τον Γεράσιμο Τσάκαλο, έναν από τους καλύτερους Έλληνες συγγραφείς που δεν κρύβω ότι θαυμάζω πάντα το έργο του, μαθήτευσα κοντά του στο θέμα της λογοτεχνίας. Μερικά χρόνια μετά τον θάνατό του, έβαλα λοιπόν αυτό το στοίχημα. Κατά παράξενο τρόπο, σαν ένα προμήνυμα για το μέλλον -να σου πω ότι επιτρέπω στον εαυτό μου να μιλώ έτσι γιατί έχω μια βαθιά επιθυμία για τα παράξενα, τα ανεξήγητα που δεν συμβαίνουν συχνά- είχα διαλέξει ήδη πολλά χρόνια νωρίτερα για θέμα, αυτούς για τους οποίους λέω σε κάποιο σημείο του βιβλίου μου: «Για χρόνια, νύχτες ολόκληρες κυριεύουν τη σκέψη μου οι άνθρωποι που κρατούν όπλο στο χέρι, οι άνθρωποι που τριγυρνούν τις νύχτες στις πόλεις με στουπί και βενζίνη και πυρπολούν τα κέντρα της εξουσίας και του χρήματος. Κι αυτοί οι άλλοι οι δάσκαλοι, που φορούν μακριούς χιτώνες, σανδάλια στα πόδια τους κι έχουν άδεια χέρια, το μόνο όπλο τους είναι ο λόγος τους».

Σε μια συνέντευξη σου έχεις πει, μάλιστα, ότι το πρόσωπο του νεκρού αναρχικού Χρήστου Τσουτσουβή, μέσα από την εικόνα που διακινούνταν στην τηλεόραση ώστε αυτός να αναγνωριστεί, ήταν αυτή που σε ενέπνευσε.

Η εικόνα που μου έδωσε την ιδέα για το μυθιστόρημα, ήταν πράγματι μια εικόνα από την δεκαετία του ‘80. Ήταν αυτή η εικόνα του νεκρού Χρήστου Τσουτσουβή στις οθόνες των τηλεοράσεων, όταν σκοτώθηκε σε μια συμπλοκή με αστυνομικούς και επειδή δεν είχε στοιχεία ταυτοποίησης πάνω του, πρόβαλλαν την εικόνα του συνέχεια για να αναγνωριστεί.

«Πόσες φορές θυμόμουνα αυτό το τραγούδι της μάνας μου, όχι το τραγούδι, αυτή τη δειλή και ψιλή φωνή της κι ήταν αυτή η θύμηση, ένα χρυσό σχοινί που με κρατούσε από τα ριψοκίνδυνα μονοπάτια, ήταν δεσμός και χειροπέδη και δεν με άφηνε να τρέξω στους επικίνδυνους, γοητευτικούς ή απλώς άγνωστους δρόμους της ελευθερίας και της παραβατικότητας» λέει η πρωταγωνίστρια, η Λένη σου. 

Η οικογένεια μπορεί να είναι βάρος; Αυτή η αγάπη είναι παράγοντας ανελευθερίας; 

Είναι αυτό ακριβώς που λέει, ένα χρυσό σχοινί, μια χειροπέδη που κάποιους τους κρατάει και δεν τους αφήνει ελεύθερους. Όχι πως αυτοί που τολμούν να περπατήσουν σ’αυτούς τους άλλους δρόμους δεν αγαπούν, αλλά τους κυριεύει ένας αλλόκοτος ενθουσιασμός, μια έπαρση σχεδόν θεϊκή. Νιώθουν καθαροί, λαμπεροί, διεκδικώντας τα πάντα. «Δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε», λένε σε κάποιο σημείο του βιβλίου, «γιατί στην πραγματικότητα όλοι και εσείς οι απ’ έξω ξέρετε πως η ομορφιά είναι με το μέρος μας».

Και σε ένα άλλο σημείο γράφεις: «Και θα ζήσουν πάλι οι άνθρωποι ήχους εξέγερσης και θα δουν πρόσωπα νεανικά ανδρών και νέων γυναικών να ενσαρκώνουν τους κρυφούς τους πόθους […] αυτοί ορμούν στον κόσμο όχι ως σωτήρες αλλά ως νέοι προμηθείς κρατώντας αναμμένους πυρσούς για να φωτίσουν τις νύχτες του κόσμου και να φωνάξουν: “δεν είναι η μοίρα σας να ζείτε σαν τρυφερά και άβουλα μυρμήγκια”. Και τότε γεμίζουν τα κελιά με Κρατούμενους που επιμένουν να πιστεύουν πως μπορούν οι άνθρωποι να είναι υπέροχοι και μετατρέπουν τις φυλακές στα πιο φωτεινά σημεία του κόσμου ετούτου». 

Αφουγκράζεσαι και εξανθρωπίζεις έναν πολιτικό χώρο, τον αναρχικό χώρο, ο οποίος είναι πεισματικά δαιμονοποιημένος από πολλούς. 

Δεν με φοβίζει ο ηρωικός τόνος που δίνω κάποια στιγμή στην ιστορία μου, δεν με φοβίζει το ότι κάποιες φορές ομορφαίνω ίσως με υπερβολή κάποιες πλευρές αυτών των ανθρώπων. Δεν με φοβίζει γιατί στόχος μου δεν είναι αυτό που λέμε πραγματικότητα, αλλά η επιθυμία, το όνειρο. Και τι είναι πραγματικότητα. Άραγε υπάρχει μόνο μία ανάγνωση της πραγματικότητας;

Αλλά, όχι, δεν εντοπίζω το θέμα ούτε στην αναρχία, ούτε σε κάποια άλλη ιδεολογία. Εκείνο που με απασχολεί είναι γενικά ο επαναστατημένος άνθρωπος.

Ο Χρήστος και ο Μάκης το διάβασαν το βιβλίο; Πώς τους φάνηκε;

Στα παιδιά μου είχα δώσει τα χειρόγραφα. Με ενδιέφερε πολύ η γνώμη τους. Επειδή μιλούσα για πράγματα που τους άγγιξαν περισσότερο, ήθελα να ακούσω πώς έβλεπαν τη δική μου προσέγγιση. Αυτό που κράτησα από την ανάγνωσή τους ήταν ότι μου είπαν πως τους συγκίνησε.

Ποιες ήταν οι δύσκολες στιγμές κατά τη συγγραφή των «Λεηλατών»; 

Θα έλεγα ότι δεν υπήρξαν δύσκολες στιγμές.

Μια φιγούρα αμφίσημη για εμένα ήταν ο μοναχός Δανιήλ. Πιστεύει στην επανάσταση, διαβάζει επαναστατικά βιβλία και ταυτόχρονα ενδύεται τον χιτώνα του μοναχού και ζει στο μοναστήρι. Αναρχία και θρησκεία ακούγεται ένας παράδοξος εναγκαλισμός, σαν δύο αντίθετοι πόλοι -αν και ιστορικά ήρθαν κοντά αυτοί οι δύο χώροι, αλλά σε μας είναι πάντα χωριστοί. Γιατί θέλησες να τα συμφιλιώσεις; 

Ο άνθρωπος ο επαναστατημένος κινείται στα άκρα, ο άνθρωπος που αναζητά, ή καλύτερα θέλει να αναμετρηθεί με τον θεό, να τον κρίνει ή ακόμα και να τον απορρίψει, κι αυτός κινείται στα άκρα. Τους διαπερνά μια κοινή ιερή τρέλα. Θέλουν και οι δύο μιαν άλλη ζωή μέσα από διαφορετικούς δρόμους. Κάτι άλλο που με κάνει να ασχολούμαι με τη θρησκεία είναι η διαπίστωση ότι εδώ στην επαρχία, η εκκλησία είναι τόπος συνάντησης των ανθρώπων και κυρίως των γυναικών που αυτές κυρίως επηρεάζουν, διαπαιδαγωγούν και ανατρέφουν τους νέους ανθρώπους -τους ανταγωνίζεται βέβαια η τηλεόραση αλλά ακόμα έχουν δύναμη στα χέρια τους. Πριν λίγες μέρες παρακολούθησα -ομολογώ πως το έκανα από περιέργεια και μόνο- μία τελετή κουράς ενός μοναχού. Ε, ναι! Ξέρουν να στήνουν τελετές, είπα στον εαυτό μου. Ήταν μια τελετή μεσαιωνικού ύφους, κι εκείνο που πρόσεξα ήταν η ευχαρίστηση και το ρίγος που ένιωσαν οι γυναίκες -και μη νομίσετε τίποτα γυναίκες γριές. Ήταν πολύ νεότερες από μένα, εγώ ίσως ήμουν από τις μεγάλες. Μας αρέσουν τα παραμύθια, οι τελετουργίες, υποκύπτουμε πρόθυμα και γλυκά στην παραπλάνηση, όχι μόνο της θρησκείας, αλλά και του διαδικτύου. Μου φαίνεται πως για να αλλάξει ο κόσμος πρέπει να δοθεί μεγάλη βαρύτητα στους μύθους, να φτιαχτούν καινούργιοι μύθοι. Άλλωστε δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι από παιδιά αγαπάμε τα παραμύθια.

Πώς περνάς αλήθεια τις ώρες και τις μέρες σου στο νησί; Διαβάζεις πολύ; 

Το πρώτο που μπορώ να πω είναι πως είμαι αγρότισσα, ίσως ερασιτέχνης ως προς την παραγωγή σοδειάς, αλλά κανονική ως προς τις εργασίες. Οργώνω, κλαδεύω, κόβω τα χορτάρια της άνοιξης -αν και τώρα τελευταία αμφισβητώ την ειρηνικότητα των γεωργικών εργασιών, καθώς η φόρμα που φορώ γεμίζει με το πράσινο αίμα των φυτών που κόβω, με τις κομμένες μέλισσες και τα μαδημένα φτερά των πεταλούδων. Το διάβασμα είναι επίσης μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες. Διαβάζω κάθε μέρα αλλά καθώς περνούν τα χρόνια όλο και πιο δύσκολα διαβάζω κανονικά. Συνήθως ξεφυλλίζω και σταματώ κάπου-κάπου και διαβάζω. Ναι, ακούγεται κάπως αυτό, αλλά είναι η αλήθεια.

Αυτές τις μέρες, διαδραματίζονται γεγονότα όπως η απεργία πείνας του κρατούμενου Βασίλη Δημάκη που αγωνίζεται για να σπουδάσει μέσα από τη φυλακή, η ιστορία των νεαρών παιδιών που αθωώθηκαν για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση αλλά καταδικάστηκαν ως «ατομικοί τρομοκράτες», η ιστορία της Ηριάννας, του Περικλή, του Τάσου Θεοφίλου. Με την πείρα της ζωής σου, τη δική σου φυλάκιση, την εμπειρία με τα παιδιά σου, γιατί το κράτος πιστεύεις ότι στοχοποιεί και τιμωρεί δυσανάλογα αυτό το κομμάτι της κοινωνίας του; Εσύ μάλιστα, είχες γράψει στην επιστολή σου από τις φυλακές: «Θα είμαι πάντα υπόλογη απέναντι σ’ αυτή τη νέα γενιά των ανθρώπων γιατί κι εγώ, όπως όλες οι μάνες και οι πατέρες της ηλικίας μου, δεν καταφέραμε να παραδώσουμε στους γιους μας και στις κόρες μας έναν κόσμο καλύτερο».

Γιατί τους στοχοποιεί και τους τιμωρεί δυσανάλογα; Με τα λίγα που ξέρω -έτσι θα το πω γιατί έτσι το νιώθω, δεν είμαι ειδικός και μπορεί να κάνω και λάθος- η παραβατικότητα των πολλών ανθρώπων ξεκινά από προσωπικό όφελος, έτσι όπως ο καθένας μπορεί να το σκεφτεί αυτό, και τελειώνει πάλι με σκοπό το προσωπικό όφελος. Όχι πως στους επαναστατημένους ανθρώπους δεν υπάρχει προσωπικό όφελος, όμως εδώ ο στόχος είναι μια άλλη ποιότητα ζωής και αυτό αφορά ουσιαστικά και όλους τους άλλους. Και είναι ένας λόγος που αν γίνει αντιληπτός από τους πολλούς ενέχει πάντα έναν κίνδυνο εξέγερσης.

Είναι αλήθεια πως νιώθω υπόλογη ως άνθρωπος που τώρα μπαίνει σιγά-σιγά στη σειρά των αναχωρούντων, και κυρίως με καταλαμβάνει ένας φόβος και θυμός γιατί όλο και περισσότερο συνειδητοποιώ τον τρομερό ρόλο των ΜΜΕ. Δεν υπήρξε ποτέ άλλοτε στον κόσμο αυτή η εφιαλτική δυνατότητα ελέγχου και χειραγώγησης των ανθρώπων. Είναι ο πόλεμος που διεξάγεται καθημερινά στους χώρους των σπιτιών μας, ο πόλεμος των μικρών ειδήσεων που κρατά απασχολημένο το μυαλό μας, ο πόλεμος της παραπληροφόρησης που ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις ποια είναι αλήθεια, κι όταν δεν ξέρεις την αλήθεια αποδυναμώνεσαι, γίνεσαι άβουλος, ζωντανός νεκρός, προσηλωμένος στις οθόνες της τηλεόρασης, των τάμπλετ, των κινητών τηλεφώνων… Όλα αυτά που λες, η απεργία πείνας του Δημάκη, οι «ατομικοί τρομοκράτες», η Ηριάννα, ο Περικλής, ο Τάσος Θεοφίλου, μπορούν και τα περνούν σε τρίτο και τέταρτο επίπεδο ή ακόμα και τα αποσιωπούν. Και θα πει κανείς, δεν υπάρχει ελπίδα; Αν κάτι μου δίνει ελπίδα στον κόσμο είναι η δυνατότητα δραστικής παρέμβασης που έχουν οι άνθρωποι στην ιστορία, είναι τα «γιατί» που μπορούν και θέτουν οι άνθρωποι σε μορφές καταπίεσης και αδικίας, είναι οι καινούργιες δυνατότητες παρέμβασης που δίνει το διαδίκτυο.

Για να σε προλάβω, αν σκέφτεσαι ότι μιλάω αγνοώντας αυτά που έδειξε η ιστορία, θα σου πω πως η ιστορία δεν τελείωσε. Ναι, είναι αλήθεια πως υπάρχει τεράστιο χάσμα ανάμεσα στα λόγια των φιλοσοφιών, των ποιημάτων, των ουτοπιών και των πράξεων των ανθρώπων που επιθυμούν την αλλαγή. Αλλά λέω πως είναι φυσικό και αναγκαίο αυτό το χάσμα, γιατί οι λέξεις λειτουργούν πάντα ως εφαλτήριο για να πάνε λίγο πιο μακριά οι πράξεις.

Πώς ήταν το να βρίσκεσαι ξαφνικά στη φυλακή λόγω και της ποινικοποίησης της συγγενικής σου σχέσης με τα παιδιά σου;

Αυτό που μου άφησε η φυλάκισή μου, ήταν μια περίεργη συγκίνηση γιατί περπάτησα τους διαδρόμους που περπάτησαν τα παιδιά μου και όχι μόνο. Γιατί κοιμήθηκα σ’ εκείνο το μικρό ασφυκτικό κελί στη ΓΑΔΑ, γιατί διέτρεξα τους δρόμους της πόλης με τα χέρια δεμένα στις πλάτες όπως εκείνοι, και κατάλαβα την τρελή χαρά των οδηγών της αντιτρομοκρατικής όταν με τον ήχο των σειρήνων τρέχουν ως νικητές, τρομοκρατώντας τους άλλους οδηγούς. Είναι η ώρα τους βλέπεις.

Διηγήματα που έγραφες στο Facebook, συλλέχθηκαν και έγιναν το πρώτο σου βιβλίο «Το γέλιο του νερού», τα έσοδα από το οποίο πήγαν στους πολιτικούς κρατούμενους. Εκεί, όπως και στους «Λεηλάτες του Μεσημεριού», η μάνα κατέχει ιδιαίτερη θέση. Ποια ανάγκη σε κάνει να την τοποθετείς στο προσκήνιο τόσο έντονα;

Αυτό είναι αλήθεια και συμβαίνει γιατί εγώ λειτουργώ κυρίως ως μάνα. Αλλά ακόμα, πηγή έμπνευσης για τις ιστορίες του χωριού ήταν η δική μου μάνα, που τα τελευταία χρόνια, τους χειμώνες, όταν καθόμασταν μαζί κοντά στο τζάκι, μου μιλούσε συνέχεια για ιστορίες από τη νεανική της ζωή. Ήταν πολύ καλή αφηγήτρια. Και είναι αλήθεια παράξενο το πόσο επίμονα, όταν περάσουμε ακόμα και τα 80, επιστρέφουμε στους τόπους της πρώτης μας νιότης, επιστρέφουμε στα παιδικά μας χρόνια σαν να συμβαίνει μια παράλογη διαγραφή των ενδιάμεσων χρόνων.

«Δε δέχομαι κανένα στρίμωγμα, καμιά πειθαρχία, ούτε τις εποχιακές τους ηθικές, που είναι σαν τις φράουλες την άνοιξη και σαν τα παγωτά το καλοκαίρι. Δεν αξίζει κανένας κόπος για να ζήσεις ανάμεσα σε τούτον τον κόσμο. Εκείνο που έχει αξία είναι να μπορείς να γίνεσαι ένα ζώο που να τα καταλαβαίνει όλα και να επιμένεις να είσαι ζώο, κι όταν οι άλλοι, για να μπουν στα σπίτια τους, καθαρίζουν τα παπούτσια τους στα ποδόμακτρα, εσύ, που θα έρχεσαι από τους βάλτους, να μπαίνεις με τις λασπωμένες αρβύλες σου στα σαλόνια τους με τα παχιά χαλιά και να αφήνεις αποτυπώματα, κόκκινα αποτυπώματα σαν αίμα. Σε όλα, σε κάθε σου κίνηση να υπάρχει η ηρεμία, η αδιαφορία, το νωχελικό περπάτημα του λιονταριού».

Ένα μικρό κομμάτι από το βιβλίο του Γεράσιμου Τσάκαλου «Τζοτζό θέλω να με λένε», που το έγραψε λίγο πριν φύγει από τη ζωή. Κάποιοι λένε ότι η στάση του πρωταγωνιστή ήταν στάση ζωής και για τον ίδιο τον Γεράσιμο. Θεωρείς ότι ήταν σαν να άφησε μια παρακαταθήκη για τα δυο σας αγόρια, τον Μάκη και τον Χρήστο;

Δύσκολα θα το έλεγα παρακαταθήκη γιατί είναι μια πολύ ακραία στάση ζωής. Σίγουρα όμως είναι μια προτροπή να περιφρονεί κανείς το λούστρο των πραγμάτων και των ανθρωπίνων σχέσεων και να μην διστάσει να γίνει ταξιδευτής και ψαράς που θα ρίχνει σε βαθιές θάλασσες το χρυσό αγκίστρι για να ψαρέψει το καινούργιο και το σπουδαίο.

Πριν σε αποχαιρετήσουμε Αθηνά, «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα»: ένα πολύ αγαπημένο μας τραγούδι που μελοποίησε ο Βασίλης Τσιτσάνης, σε στίχους του άντρα σου, Γεράσιμου Τσάκαλου. Έτυχε ποτέ να του το τραγουδήσεις;

Ήταν ένα τραγούδι που το έγραψε πριν γνωριστούμε, και όταν οι άνθρωποι συναντιούνται, όταν ερωτεύονται, ποτέ δεν μιλούν για το παρελθόν. Μιλούν για τα παιδικά τους χρόνια, για τα όνειρά τους, τα σχέδιά τους, αλλά φροντίζουν με πολύ πάθος να μην φανούν στον ορίζοντα περίεργες ζυγαριές και συγκρίσεις.

https://www.thepressproject.gr/article/127081/Oi-Leilates-tou-Mesimeriou

 

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ω. στη χώρα του ποτέ…ή 6

Βρισκόμαστε στις 12 Ιανουαρίου:
Μιλάει για τον Νάκη που έλαβε το δίπλωμά του στην αρχιτεκτονική την ίδια μέρα με την διδακτορική εργασία του Μπίκο.
Από αυτόν λοιπόν έμαθε πως μαζί με τον Σάσσα θα νοίκιαζαν ένα ή δύο αυτοκίνητα για να παραλάβουν τα εκρηκτικά από μία σπηλιά και να τα φέρουν πίσω.
Γι αυτή λοιπόν την επιχείρησιν έγινε συγκέντρωση στο σπίτι μου, στην οδό Οστερία ντελ Γκουάντο, με παρόντες εμένα και αυτόν, τον Νάκη,τον Σάσσα και την Φιόνα. Δεν ακούστηκε τίποτα για τον Σπανό
‘αλλά εγώ εγνώριζα ότι αυτός ήταν σε γνώση της σπηλιάς, ότι αυτός την υπέδειξε!’
‘Επληροφορήθην κατόπιν ότι εις το σπήλαιον δεν ευρέθη τίποτε, ή τουλάχιστον τίποτε το σημαντικόν’.

‘Ως προς το γεγονός απ’ το οποίο συνήγαγα την πεποίθησιν ότι η Στέλλα, φίλη του Ίκαρου συμμετείχε σε ομάδα έμαθα από την Σάρα ότι ο Έκτορας,όταν έγινε η διανομή των προκηρύξεων σχετικών στον Βαλέριο Τονίνι μετέβη να τις παραλάβει από την καντίνα της κατοικίας της Στέλλας στην οδό Ντι Μέτζο, όπου φυλλάγονταν οι προκηρύξεις.’ Σε αυτό το σπίτι εκείνο το διάστημα ζούσε ο Μαυρόπουλος. Ο Ίκαρος συμμετείχε στην επιτροπή συσσιτίου. Μιάς και εγνώριζαν για τις προκηρύξεις θα ανήκαν σε ομάδα και οι δύο’.
‘Μοίρασαν μανιφέστα η Άννα και ο Έκτορας,με το αυτοκίνητά του’
‘Παραδόθηκαν πολλά και στον Ανδρέα, στην γέφυρα του Άρνου από την οποία φτάνει κάποιος στη γειτονιά του Σάντο Σπίριτο. Διένειμε και αυτός.’

‘Και ο Ρούλης ανήκε σε ομάδα μιάς και διένειμε προκηρύξεις που τις κολλούσε σε αυτοκίνητα ή τις έβαζε σε γραμματοκιβώτια,με υπογραφή των Προλεταριακών Ομάδων Μάχης, με περιεχόμενο το πρόβλημα της κατοικίας και τις κτηματικές εταιρείες που το είχαν δημιουργήσει, έντυπα 3ών η 4ων σελίδων’, σε μορφή επιστολής’.

Ονοματίζει κάποιους ακόμη λοιπόν και μιλά για ‘τις προκηρύξεις που ή επικολλώντο επ’ αυτοκινήτων ή ετίθεντο εντός γραμματοκιβωτίων και είχαν ευρείαν διάδοσιν,ιδίως εις τας λαϊκάς συνοικίας.’

Μιλάει και για άλλα κορίτσια που εντάχθηκαν σε ομάδες,
συγκεκριμένα για την Τιάρα που μπήκε στην ομάδα του μόλις αυτός βγήκε από την φυλακή [Οκτώβρης ’77]. Έφυγε πολύ γρήγορα λόγω ιδεολογικών διαφορών, όπως και η Τζίνα. Έρχονταν και οι δύο από το ‘συσσίτιο’. Μετέβησαν και οι δύο στην Πάντοβα για να ξαναγυρίσουν λίγο αργότερα στην Φλωρεντία.Από την Τιάρα πληροφορήθηκε πως ήταν πλέον κοντά στις ιδέες της η ‘πολιτική της αυτονομίας της Πάντοβας που ενεπνέετο περισσότερο από πνεύμα κινήματος, εννοώ δραστηριότητα κινήματος αυτή που συνίσταται σε συγκεντρώσεις, δραστηριότητες και εκδηλώσεις σε δημόσιο χώρο κλπ.

Όλα τα πρόσωπα που αποτελούν την ομάδα μου τα είχα δει πριν την σύλληψίν μου,να αποτελούν την Προλεταριακήν Επιτροπήν του Συσσιτίου. Πλήν της Άννας.’
‘Στην ομάδα λοιπόν μετείχαμε εγώ, ο Μαυρόπουλος, η Ροσσάνα, η Άννα, ο Μπίκο, ο Λουκάς και ο Ανδρέας.’

Θα σου θυμίσω φίλε πως μετά την απελευθέρωσή του ‘τον πλησίασα και τον ενέταξα στην ομάδα μας απ’ την οποία αποχώρησε τον Μάη του ’78.’ Σε οκτώ μοναχά μηνάκια κατάφερε όλα αυτά για τα οποία μας έχει εντυπωσιάσει!! Να τον χαιρόμαστε!

Έχω αηδιάσει.

οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse 12 Mario Moretti

Όπως αηδιάζω και σήμερα κάθε φορά που κάνω το λάθος ν’ ανοίξω τηλεόραση ή να διαβάσω εφημερίδες. Είναι τόσο απίστευτα ρηχός ο διάλογος, τόσο επιφανειακά τα νέα. Το ίδιο και το ξανά κλινικά νεκρό σκηνικό,
αν εξαιρέσει κάποιος τα ξεσπάσματα των λαών.
Και το διαδίκτυο επίσης. Μία επανάληψη, άλλοτε καλύτερη, άλλοτε χειρότερη.
Κλείνομαι στον μικρόκοσμό μου,ρίχνοντας έτσι κι εγώ νεράκι στον μύλο του μηδενιστικού συστήματος που κάνει πάρτι,πατώντας επάνω στην απάθεια και την αδιαφορία. Πόσες και πόσες φορές μέχρι τα σήμερα δεν είπα : ‘Δεν βαριέσαι ρε Μιχάλη, ψάξου λιγάκι, μάθε τι παίζει λίγο παρά έξω, ενδιαφέρσου’ .
Πολλές !

κι έφαγα την πατάτα, και πάλι θα ξεχαστώ και θα την ξαναφάω. ΈΤΣΙ ΕΊΝΑΙ Η ΖΩΉ. κάποιοι είναι ‘κάπως’, κάποιοι άλλοι αλλιώς!
Για δυο τέτοιους, διαφορετικούς, θα σας μιλήσω, να κάνουμε λίγο διάλειμμα, να σε ξεκουράσω βρε αδερφέ.
Αντιλαμβάνομαι πως αυτές οι γραμμές με τις οποίες καταπιαστήκαμε είναι οι πιο ζόρικες μέχρι σήμερα,
αυτές που βγαίνουν απ’ το στόμα και το χέρι και την γλώσσα με μεγάλο κόπο.
Με βάρος και με άγχος.
Είναι το θέμα τέτοιο,
καταπιαστήκαμε με την σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου, τον ξεσκεπάζουμε τον άνθρωπο,
εμένα,εσένα αναγνώστη, τον φίλο και τον άγνωστο. Τον κολλητό και τον γείτονα, τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας.

Ήρωας – Θέλω να μιλάς

Διαβάζω λοιπόν για τις αποκαλυπτικές εκθέσεις του Κιθ Χέιρινγκ στο Παρίσι. Από την Ήρα Φελουκατζή :
»Έκθεση σοκ,με έργα που καταγγέλλουν την καταπίεση του σύγχρονου ανθρώπου από το πανίσχυρο κατεστημένο, απ’ την υπερεξουσία της πολιτικής και του χρήματος, είναι το αφιέρωμα στον διάσημο Αμερικανό καλλιτέχνη, που παρουσιάζεται σε δύο μεγάλους εκθεσιακούς χώρους της γαλλικής πρωτεύουσας. Το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Παρισιού φιλοξενεί μια γιγάντια έκθεση με 250 έργα ζωγραφικής, 30 γλυπτά, σχέδια, πολυάριθμα ντοκουμέντα ,φωτογραφίες, κολάζ, αντικείμενα, φίλμ, που δίνουν ένα πανόραμα της δημιουργίας του ‘πόπ στάρ’ καλλιτέχνη, ο οποίος πέθανε από AIDS σε ηλικία 32 χρόνων. Στο πρωτοποριακό Πολιτιστικό Κέντρο 104 -‘Centquatre’ παρουσιάζονται έργα με μνημειώδεις διαστάσεις, που έχουν εκτεθεί σε δημόσιους χώρους ή στο μετρό της Νέας Υόρκης. Ο τίτλος του αφιερώματος είναι ‘Keith Haring, η πολιτική γραμμή’.

Η έκθεση προβάλλει την πολιτική στράτευση του καλλιτέχνη, την οργή του για την υποδούλωση του ανθρώπου στις επιταγές του συστήματος, την εξέγερση του απέναντι σε κάθε μορφή βίας και καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο καλλιτέχνης αφιέρωσε όλο το έργο του στην καταγγελία των καταχρήσεων της σύγχρονης κοινωνίας, στη θερμοπυρηνική απειλή, την επικυριαρχία των μίντια, τον αναλφαβητισμό, τα ναρκωτικά, σε παντοειδείς παρεκτροπές που μεταβάλλουν το άτομο σε ‘σκλάβο’ ενός σαθρού συστήματος……..’

Από την άλλη θα μιλήσουμε για την ηθική της εξέγερσης, με τον Αλμπέρ Καμί και τον ‘Επαναστατημένο Άνθρωπο’.
‘Στο έργο του ο Καμί διατυπώνει το ‘Επαναστατώ, άρα υπάρχουμε’.Μόνο με την εξέγερση ο άνθρωπος μπορεί να αντιδράσει στο παράλογο και να δώσει ένα νόημα στην ύπαρξή του. Η εξέγερση βγάζει τα άτομα από την απομόνωσή τους, γεννάει επικοινωνία και αλληλεγγύη, συνδέει τους ανθρώπους στην πάλη για την υπεράσπιση της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της κοινής τους αξιοπρέπειας. Αλλά η εξέγερση μπορεί να παρεκκλίνει, οδηγώντας σε αποτελέσματα που την ακυρώνουν. Μπορεί να γίνει το άλλοθι για νέους τυράννους, να γεννήσει μια νέα σκλαβιά. Το κακό ξεκινάει από τη θεοποίηση της Ιστορίας, με την οποία οι κοσμικές ιδεολογίες αντικαθιστούν την παραδοσιακή θρησκεία.

Η έκδοση του ‘Επαναστατημένου ανθρώπου’,το 1951, πυροδότησε μιαν από τις πιο ζωηρές θεωρητικό-πολιτικές πολεμικές της μεταπολεμικής περιόδου. Η πρόκληση και το ‘σκάνδαλο’ έγκεινται στο γεγονός ότι ένας διανοούμενος της Αριστεράς, με αντιφασιστική δράση, όπως ο Καμί, σε μια εποχή που ο σταλινισμός βρίσκεται στο απόγειό του, καταγγέλλει χωρίς μισόλογα και χωρίς υποκρισίες τον αυταρχικό εκφυλισμό της ρωσικής επανάστασης και τα εγκλήματα του σοβιετικού κομμουνισμού. Κομμουνιστές, υπαρξιστές αλλά και σουρεαλιστές, δηλαδή σχεδόν όλοι όσοι κυριαρχούν στη γαλλική πνευματική σκηνή της εποχής, σπεύδουν να καταδικάσουν αυτό το βιβλίο, το οποίο αμφισβητεί ή επικρίνει τις διανοητικές πηγές της έμπνευσής τους, τις αρχές τους αλλά και τους τρόπους δράσης τους, μολονότι την ίδια στιγμή συνεχίζει να επικαλείται τις αξίες που και αυτοί θεωρούν θεμελιώδεις : την εξέγερση, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Με το πέρασμα του χρόνου πολλοί μύθοι διαψεύστηκαν και πολλές ψευδαισθήσεις διαλύθηκαν. Όσοι ξαναδιαβάσουν σήμερα τον ‘Επαναστατημένο άνθρωπο’ διαπιστώνουν ότι, ο Καμί, που πλήρωσε το τίμημα της διαφωνίας με την απομόνωση και τον εξοστρακισμό, είχε τελικά δίκιο απέναντι στους επικριτές του.’
Μισέλ Φάις
ΕΦΗΜΕΡΊΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΏΝ, Σάββατο, 11-12 ΜΑΊΟΥ 2013.
Από εδώ ψαρέψαμε αυτά τα δύο κειμενάκια.

Μοναχά ένα σχόλιο.
Δεν το έχω διαβάσει το βιβλίο. Μου άρεσε σίγουρα ο τίτλος, μου άρεσε και το σχόλιο.
Έχω διαβάσει τον ‘Ξένο’ του και με τρέλανε.
Ξεκίνησα να διαβάζω, μέχρι που σταμάτησα στην μέση, γιατί με έπιασε η τρέλα και άρχισα να γράφω αυτά που βλέπετε μπροστά σας αυτή την στιγμή, την ‘Πτώση’ του. Θα την τελειώσω μόλις ολοκληρώσω την παρούσα ιστορία. Έτσι θα έχω αποκτήσει γνώμη καλύτερη για τον άνθρωπο, για τα γραπτά του εννοώ.
Ότι είναι τεράστιος δεν υπάρχει αμφιβολία.

It’s the end of the world, REM.

οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Le Brigate rosse 13 Mario Moretti

Κι αφού ξεκουραστήκαμε λιγάκι, είμαστε μάλιστα ενθουσιασμένοι για την μεγαλειώδη εμφάνιση της τεράστιας μπασκετικής μας ομάδας, χθες βράδυ στο Λονδίνο, μπορούμε να συνεχίσουμε με τις αναμνήσεις μας,που διηγούνται για το χθες, το παρόν και το αύριο της εξέγερσης
του ανθρώπου,
και του πόσο πολύπλοκος είναι ο χαρακτήρας, ο ψυχισμός και η αισθητική του.

Ο Σαβέριο δεν σταματά να ‘δίνει’ κόσμο,
φρέσκια ζωντανή σάρκα στο βωμό της…….ανυποληψίας
εδώ είναι που αναφέρεται,με λεπτομέρειες στο μοναδικό επεισόδιο που αποδέχεται και ξέρει πως έχει συμμετάσχει, ‘εις τον εμπρησμό αυτοκινήτων Ιδιωτικών Αστυνομικών.’ Αναφέρει μάλιστα ‘πώς εκατασκευάζοντο οι εμπρηστικές βόμβες
‘σε ένα σπίτι, του Μπίκο, κατασκευάζοντο οι συσκευές. Οι χημικοί επιβραδυντές σε άλλο, στου Λουκά το σπίτι. Στο τρίτο,του Μαυρόπουλου, τις αποθηκεύαμε’ για να τις παραλάβουν τα κομάντα που θα τις χρησιμοποιήσουν. ‘Η εξήγησις αυτής της κατανομής εις την φάσιν παρασκευής της συσκευής είναι ότι επεδιώκαμε την μη τιμωρίαν δεδομένου ότι εάν συλλαμβανόμεθα με μόνο ένα τμήμα της συσκευής δεν θα εθεωρούμεθα υπεύθυνοι οιουδήποτε αδικήματος’

Λέει ποιοι φτιάξανε τις συσκευές, ποιοι τις μετέφεραν [εδώ χώνει εμένα και την Ρόσσα] και ποιοι τους επιβραδυντές
και μετά μιλά για την επίθεση που έχει 3 σκέλη με τρεις διαφορετικές ομάδες που δρουν με κάποια λεπτά απόσταση. Είμαι κι εγώ εδώ, όπως και η Ροσσάνα, κάτι σαν προστασία στην περίπτωση που κάποιος τους αντιλαμβάνονταν και θα πρέπει να μπω στην μέση για να τους απεγκλωβίσω.
‘Εις το πρώτον επεισόδιον προσωπικώς συμμετέσχομεν εγώ και η Άννα. Βάλαμε από μία συσκευή κάτω από τα αυτοκίνητα, κοντά στον κινηματογράφο Κάπιτολ.’

Έκανα μία αναγνωριστική βόλτα στην Πλατεία ντέλλα Σινιορία και στην πλατεία Σάν Φιρέντσε στην αρχή για να διαπιστώσω την ενδεχόμενη ύπαρξη περιπόλων. Μετά βγήκε ο Μπίκο ο οποίος πήγε σε μία διεύρηνση της οδού Φέντσι όπου σταθμεύουν τ’ αυτοκίνητα της Άργκο. Η συσκευή του βρέθηκε άθικτη μιας και δεν πήρε φωτιά. Μετά βγήκαμε εμείς, όλα πήγαν καλά. Στο τέλος βγήκαν οι Ροσσάνα Λουκάς και Μίκης. Αυτός ο τελευταίος τοποθετήθηκε κοντά σε ένα μπάρ που ήταν ανοιχτό για να εμποδίσει τους θαμώνες να εξέλθουν, εάν προέκυπτε θέμα, και να δώσει την δυνατότητα στους άλλους δύο να σπάσουν το τζάμι του οικήματος όπου ετοποθετούντο οι μηχανές των αστυνομικών, και να βάλουν φωτιά.’

Μιλά για την ανάληψη ευθύνης που έγινε πρώτα με τηλεφώνημα και κατόπιν με προκήρυξη, στην οποία μάλιστα απενοχοποιούμε κάποια παιδιά που έχουν εν τω μεταξύ συλληφθεί κατά λάθος
‘εγώ δεν γνωρίζω τίποτα διά τον πολύγραφο όστις εξ άλλου δεν αφορούσε μόνο την δική μας ομάδα αλλά χρησιμοποιείτο για τις επιχειρήσεις πλειόνων ομάδων.’

Αργότερα στον χρόνο, λίγο νωρίτερα για εμάς, στα κείμενα που προηγήθηκαν λοιπόν και έχεις ήδη διαβάσει, ξαφνικά, από το πουθενά, μαθαίνει πράγματα και θαύματα τα οποία ξερνά τον Απρίλη όπως προείδαμε,
και για να μη σας μπερδεύω, όλοι είναι ήδη φυλακισμένοι από καιρό, κάποιοι κοντά ένα χρόνο. Εγώ θεωρούμαι φυγόδικος πλέον. Τα θυμήθηκε; του τα θύμισαν; ποιοι;

Μιλά για την Σάρα που του είπε για κάποιο επεισόδιο στο οποίο συμμετείχε με τον Κώστα, στην οδό Τορναμπουόνι, τότε που έγραψε σε έναν τοίχο. Και το θυμάται εξ αιτίας μίας λεπτομέρειας, τότε που για να τους ανοίξουν και να μπουν στο κτίριο το ζήτησαν από το γιό κάποιου ενοίκου

και ξαναμιλά για το Κέντρο Τηλεπικοινωνιών της Αστυνομίας, τότε που τον προειδοποίησα ν’ αλλάξει δρόμο, και ν’ απομακρυνθεί από κάποια παιδιά ,τον Ανδρέα και την Νένα εάν τα συναντήσει στον δρόμο!
να μην ακολουθήσει την διαδρομή που διέρχεται πλησίον της οδού ντέλ Τιρατόϊο
και ότι τρόμαξε από το μπαμ! τον κρότο!
ήταν και ακατάλληλη η ώρα!
δεν είναι πια στις ομάδες αλλά σαν καλά παιδιά που είμαστε τον προειδοποιούμε!
μη πάθει και τίποτα, και μείνει από καρδιά, απ’ την τρομάρα του!

Στη συνέχεια θυμάται πως τον Ρικάρντο τον συνάντησε στην Πίζα 10 μέρες μετά το επεισόδιο στη Ντάτα Μάνατζμεντ, τότε που συναντήθηκε με την Σάρα.’Ούτος συνεδέετο αισθηματικώς με την Σάρα, και κατώκει εις την οικίαν της εις Πίζαν.’ Έμενε εις το Νεττούνο και είχε μια μοτοσυκλέττα.’
‘Τέλος,γνωρίζω ότι η διοίκησις απαρτίζετο από τα άτομα που σας ανέφερα διότι μου το είπε ο Λουκάς που συμμετείχε σε μία συγκέντρωσιν.’
Ξαναλέει για τα όπλα που αφαιρέθηκαν από ιδιωτικούς αστυνομικούς και πού εφυλάχθησαν όπως επίσης και από ποιά το έμαθε,

  • έξω οι καμπάνες χτυπάνε πένθιμα και ταιριάζει απόλυτα το σκηνικό με την θλίψη που έχω στην καρδιά μου για την κατάντια του ανθρώπου.
    Θα πω με όλη μου την ειλικρίνεια πως δεν γνωρίζω την στάση που θα είχα κρατήσει εγώ στη θέση του, στην περίπτωσή του, μιας και τα πράγματα πήγαν αλλιώς. Ξέρω πως ο άνθρωπος είναι απίστευτο όν και πως οι αντιδράσεις του στα δύσκολα είναι απρόβλεπτες.
    Ξέρω όμως και για την στάση που κράτησε η Ροσσάνα και οι δεκάδες άλλοι σύντροφοι και φίλοι μου!

Le Brigate rosse 14 Mario Moretti

Και πριν υπογράψει, στις 12 του Γενάρη, πετάει και άλλο κουφό, πως γνωρίζει τα πρόσωπα που απαρτίζουν τη Διοίκηση των Ομάδων από τον Λουκά, που έπαιρνε μέρος, και του ανέφερε και όλους τους υπόλοιπους!
Η κρίση δική σας.
Έγραψε!

Η πρώτη-πρώτη κατάθεση, τελευταία στη σειρά μας, διεξήχθη την 4η του Γενάρη του ’80. Μας λέει πως :
Έχει γεννηθεί στο Μιλάνο πριν 22 χρόνια
μιλάει για την Πρώτη Γραμμή και τις Ομάδες Προλετάριων Μάχης, για το ποιες είναι αυτές οι ομάδες και από ποιους απαρτίζονται, για θέματα οργανωτικής και επιχειρησιακής φύσεως. Να λοιπόν γιατί κράτησα αυτή την κατάθεση για το τέλος
Λέει :

‘Πρώτη Γραμμή νοείται η κεντρική κατάτμησις εκ της κορυφής προς την βάσιν της οργανώσεως της οποίας η κυρία αποστολή είναι η κατεύθυνσις του αγώνος επί στρατηγικού πολιτικού και στρατιωτικού επιπέδου. Συνδέεται προς αυτήν την αποστολήν η αποστολή των Ομάδων Προλετάριων Μάχης αίτινες δέον να διαδίδουν εις όσον το δυνατόν μεγαλύτερην έκτασιν εδαφικήν το στρατηγικό πρόγραμμα της οργάνωσης.

Εκάστη ομάς αποτελείται εξ ενός αριθμού προσώπων που απαρτίζει τον οργανωτικόν πυρήνα. Δι εκάστην ομάδα υπάρχει ένα πρόσωπο που με ένα πρόσωπο από τις άλλες ομάδες απαρτίζει την διοίκησιν. Εις την Διοίκησιν συμμετέχει πάντα ένα πρόσωπο της κεντρικής ηγεσίας η οποία δημιουργείται στο πλαίσιο συγκεκριμένων πολιτικών καταστάσεων. Όλες οι κεντρικές διοικήσεις συνθέτουν επί εθνικού επιπέδου την οργάνωση Πρώτη Γραμμή.
Η οργάνωση επεξεργάζεται ένα πολιτικό πρόγραμμα εκστρατείας εναντίον συγκεκριμένων τομέων, πχ κτηματικών εταιρειών. Υπάρχει η δυνατότητα πλειόνων συνδυασμένων ενεργειών εναντίον πλειόνων στόχων, κατά την ιδίαν μέραν ή ώραν. Η Διοίκησις των Ομάδων καθορίζει τον χρόνον των ενεργειών. Η οργάνωσις εκφράζεται διά της κεντρικής ηγεσίας ήτις καθορίζει συγκεκριμένα το πολιτικό πρόγραμμα ως εκστρατείες. Η διοίκησις των ομάδων παρεμβαίνει στρατιωτικά όταν πρόκειται διά την επίθεσιν εναντίον στόχου ο οποίος απαιτεί ιδιαιτέραν επιμέλεια και μέσα τα οποία δεν ευρίσκονται εις την διάθεσιν της ομάδας.

Ήτοις η διοίκησις των ομάδων είναι κατ’ ουσίαν μία άλλη ομάς, και θεωρείται υπερέχουσα εις τον υπηρεσιακόν τομέα διότι εις αυτήν συμμετέχουν πρόσωπα υψηλότερης προπαρασκευής τεχνικής πολιτικής και στρατιωτικής.
Η διοίκησις των ομάδων γεννάται χρονολογικώς προ της δημιουργίας των ομάδων αυτών : έκαστο μέλος της διοίκησης έχει ως αποστολή να δημιουργήσει ομάδα.
Η οργάνωσις αναπτύσσει περί εαυτήν τρείς κύκλους. Ένας αντιπροσωπεύει τις κεντρικές ηγεσίες
ένας τις διοικήσεις των ομάδων
ένας τις ομάδες.

Η κρίσιμος στιγμή της πολιτικής επεξεργασίας είτε υπό μορφήν εκστρατείας είτε υπό μορφήν στρατηγικού σχεδίου καθορίζεται από την κομμουνιστική μαχητική οργάνωση Πρώτη Γραμμή.
Αναφέρει τα πρόσωπα που απαρτίζουν τις ηγεσίες και τα πρόσωπα που απαρτίζουν τις ομάδες, μεταξύ των οποίων το δικό μου και της Ροσσάνα, 25 συνολικά πρόσωπα. Προσθέτει και την κοπελιά του,σύνολο 26. Μιλάει και για δυο Πιζάνους.
Εδώ μπερδεύεται, και αριθμεί σε 4 τις ομάδες της πόλης, μία της Πίζας και μια της Σαρζάνα. Σημειώνει μάλιστα πως γι αυτήν την τελευταία ενδιαφέρονται ο Γιώργος και ο Σπανός, [δύο πρόσωπα που αποδεικνύεται αδιαμφισβήτητα πως είναι ένα και το αυτό!].
Συνεχίζει λέγοντας για το τυπογραφικό κέντρο και κάνει και άλλη πατάτα. Μια το τοποθετεί στην Φλωρεντία και μια στο Πράτο. Θυμάται τα επικόλλητα επί των αυτοκινήτων τα οποία ‘ενεφάνιζαν με ηρωϊκό πνεύμα τον θάνατο του Ρομάνο Τονίνι, επονομαζόμενου Βαλέριο, που εδολοφονήθη στη Βαρέζε μετά από ληστεία‘.
Αναφέρει τους υπεύθυνους του τυπογραφείου και της διανομής.
Βάζει και άλλη κοπέλα στο κόλπο και γίνονται 27 συν οι δυό από την Πίζα.

Για την επίθεση στη Ντάτα Μάνατζμεντ θυμάται την εξής λεπτομέρεια : ‘την προηγούμενη της επίθεσης η Σάρα μου εζήτησε να μεταβώ για να αποσύρω ένα πακέτο από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Φλωρεντίας χωρίς να μου εξηγήσει τι περιέχει το πακέτο. Έκανα ότι μου εζήτησαν και μόνο αργότερα έμαθα ότι το πακέτο περιείχε τα όπλα που εχρησιμοποιήθηκαν διά την επίθεσιν.’
Μιλάει για την επίθεση αυτοχρηματοδότησης στο πρακτορείο στοιχημάτων και λέει επί λέξη : ‘μεταβάλλω τις δηλώσεις που έκανα σε προηγούμενη δίωξή μου ,όταν εξετάσθην ως μάρτυς. Όντως προέβην σε ψευδή δήλωση. Εφεύρω ένα οποιοδήποτε όνομα για το άτομο με το οποίο συνέταξα τα σχέδια, το όνομα που ανέφερα είναι προϊόν φαντασίας. Αυτός που τα έκανε είναι άλλος’ και αναφέρει τον Σάσσα αντί του Ανδρέα. Αναγνωρίζει λοιπόν σε φώτο που του δείχνουν και άλλο σύντροφο.
‘δέν ξεύρω εάν ο Σάσσα ή άλλοι εκ των ομάδων έκαμαν ληστείας είς διαφόρους αίθουσας παιχνιδίων.’

Έγινε μια προσπάθεια απελευθέρωσης δύο συντρόφων από τη φυλακή της Φλωρεντίας. Δηλώνει πως δεν γνωρίζει τίποτα, ξέρει όμως πως για να την εκτελέσουν ήρθαν σύντροφοι εκτός πόλης. Πληροφορήθηκε όμως ότι ‘η συγκεκριμένη αποστολή είχε ανατεθεί σε ημιφορτηγό το οποίο μεταξύ άλλων ώφειλε να διασφαλίσει την ραδιοφωνικήν κάλυψιν της επιχείρησης. Ήτοι να διατηρήσει την επαφή με εκείνους οι οποίοι ετοιμάζοντο να αποδράσουν, να διατηρήσει την επαφή με τα μέλη της διοικήσεως που είχαν επιτεθεί εις την οικίαν του ανθυπασπιστού Γκαλάσο και τέλος να συλλαμβάνει τις τηλεφωνικές επικοινωνίες της αστυνομίας. Φυσικά αυτό το ημιφορτηγό στο τέλος της επιχείρησης θα παραλάμβανε τους αποδράσαντες και τα μέλη που είχαν δράσει στο εσωτερικό των φυλακών. Πληροφορήθηκε πως οι δύο σύντροφοι, ο Τόλης και ο Νότης είχαν συνδεθεί διά μέσου ραδιοφωνικής συσκευής με τον εξωτερικό χώρο.

Όλα αυτά τα έμαθε από το κορίτσι του, κι ας γνωρίζουν όλοι πως από την οργάνωση έχει αποχωρήσει. Επιτρέψτε μου λοιπόν να μην τον πιστεύω!
Αναφέροντας εδώ το κορίτσι έχουμε φτάσει στους τριάντα συνολικά συντρόφους που εμπλέκει, μάλιστα την ονοματίζει σαν την οργανώτρια σε μία επόμενη επίθεση, στο φυλάκιο Πόλφερ του Ριφρέντι, όπου ‘το πρόσωπο που συμμετείχε χρησιμοποίησε για να ξεφύγει τη βέσπα της Σάρας ,η οποία την είχε αφήσει εκεί κοντά και την οποία ο δράστης άφησε κοντά στον κινηματογράφο Μανζόνι, απ’ όπου η Σάρα παρέλαβε εκ νέου.’

Ξαναλέει για την επίθεση στο Κέντρο Τηλεπικοινωνιών κάνοντας τα ονόματά μας και αναφέρει πως γνωρίζει πως την επίθεση στο Δημοτικό Συμβούλιο αριθμός 10,στην Βίλλα Φαμπρικόττι την έκανε πάλι η ίδια η ομάδα μας αλλά πως δεν γνωρίζει ποια πρόσωπα συμμετείχαν, και πως έγιναν ανάλογες επιθέσεις ταυτόχρονα και στο Τορίνο.
Μετά μιλά για τον τραυματισμό του δικαστού Μπότσι και αναφέρει πως η πράξη προκάλεσε σύγκρουση, διαφωνία μεταξύ της οργάνωσης και των ομάδων και εξηγείται : ‘η οργάνωσις εθεώρει την Φλωρεντίαν ώς έδραν εις την οποίαν δεν συνέφερε ‘να ανέλθει το επίπεδο σύγκρουσης’, δηλαδή να γίνονται επιθέσεις κατά της σωματικής ακεραιότητας των προσώπων. Οι ομάδες δεν είχαν την κατάλληλον στρατιωτικήν ικανότητα. Η οργάνωσις επίστευεν ότι εις την πόλην έδει να επιχειρηθεί η άνοδος του ποιοτικού επιπέδου των ομάδων, η διεύρυνσίς των και ο πειραματισμός επί των επιχειρησιακών δυνατοτήτων κλπ.’
Μάλιστα για τον λόγο αυτό είχε αποκηρύξει νωρίτερα με προκήρυξη κάποια επίθεση σε στρατώνα των καραμπινιέρων και σε διαφημιστικό πρακτορείο που ανέλαβαν οι ‘Σχηματισμοί Κομμουνιστών Μαχητών, απομακρυνόμενη έτσι από αυτούς.
Μιας λοιπόν και δεν θεωρεί πιθανή τη θέληση να προέλθει διάσπαση μεταξύ οργάνωσης και ομάδων πιστεύει πως μία ομάδα μόνη της, αυτόνομα, αποφάσισε να δράσει και να τραυματίσει τον δικαστή! Και την κατονομάζει μάλιστα θεωρώντας τον αρχηγό της, τον Σάσσα, έτοιμο και ικανό να προχωρήσει σε τέτοιο εγχείρημα!
Έτσι, με τον τσαμπουκά! Δεν παίζεται ο άνθρωπος!
Εξηγεί πως ο συγκεκριμένος δικαστής υπέγραφε τις εξώσεις που πραγματοποιούντο εκείνο το διάστημα και είχε στοχοποιηθεί γι αυτόν τον λόγο. Μάλιστα εμπλέκει στην κουβέντα τον ρόλο μίας επιτροπής που ασχολείτο με το θέμα των εξώσεων, στο εσωτερικό της οποίας δρούσε η Τζίνα η οποία ανέπτυξε άμεση δράση δια τον πολιτικόν χρωματισμόν του επεισοδίου για να εμποδίσει να χαρακτηριστεί ως πράξις απλής βίας.
‘Τέλος, ως προς την επίθεσιν εις το εσωτερικόν του Δικαστηρίου και εις την απαγωγήν ενός Δικαστού ώς και προς την επίθεσιν με εκρηκτικάς ύλας τας παρατηρήσεις τας οποίας έκαμα σχετικώς προς τον ιδιαίτερον τρόπον δράσεως και προς το επίπεδον των συγκρούσεων αι οποίαι θα έδει να θεωρηθούν αναγκαίαι από τεχνικο-στρατιωτικής πλευράς θεωρώ ότι δύναμαι να είπω ότι η δράσις αυτή δέον να αποδοθεί εις την διοίκησιν των ομάδων όπου τα μέλη της δυνατόν να έλαβον άμεσον μέρος’

Θυμάται ότι τον Βαγγέλη τον είχαν συλλάβει διότι με ευκαιρία μίας διαδήλωσης κατά των αμβλώσεων που είχε οργανώσει το Κέντρο υπέρ της Ζωής αυτός προκάλεσε επεισόδια κατά την διάρκεια των οποίων τραυματίστηκε ένας αστυνομικός.
Πιο κάτω αναγνωρίζει και άλλον σύντροφο από φωτογραφίες πορείας που του δείχνουν και πληροφορεί την αστυνομίαν και για τα όπλα που χρησιμοποιήθηκαν σε συγκεκριμένη επίθεση στην οποία, όπως πάντα, ο ίδιος δεν πήρε μέρος,
αλλά το έμαθε επειδή είναι καλό παιδί!
Αναφέρει ξανά για την επίθεση στο κτηματικό γραφείο για την οποία ‘γνωρίζει’ με σιγουριά εμάς τους τέσσερις που πήραμε μέρος! Μάλιστα προσθέτει πως ‘όλα αυτά τα 4 πρόσωπα ανεμείχθησαν καίτοι γνωρίζω ότι η κυρίως δράσις εξεδηλώθη εκ μέρους τουλάχιστον του Μίκη και του Λουκά!
Επειδή το ξέρει, δεν του το είπε κάποιος άλλος όπως συνηθίζεται μέχρι στιγμής για άλλα περιστατικά. Αυτό το ξέρει!
Μιλάει γι αυτούς που επιτέθηκαν στη Διοίκηση της Αστυνομίας στην Πλατεία της Σινιορίας, που μπήκαν στην οργάνωση το ’77 και εξήλθον λίγους μήνες αργότερα για διαφωνίες ιδεολογικού χαρακτήρα.
Βάζει στο κόλπο δηλαδή δύο άτομα που γνωρίζουν πολλά, έχουν πάρει μέρος στην δράση, μάλιστα έχουν προσπαθήσει να δημιουργήσουν μία νέα ομάδα.
Λόγω του ότι ‘ήταν γνωστοί’ στην Ντονατέλλα, φίλη του Παύλου, όπως και τα παραπτώματά τους, σημαίνει πως και αυτοί οι δύο θα έπρεπε να γνωρίζουν τα πάντα. Μιας και γνωρίζουν λοιπόν, μέλη και αυτοί!

Είσαι φίλος – είσαι μέλος!

με λίγα λόγια :
η ακατάσχετη πολυλογία συνεχίζεται, από όλους, με όλους και για όλα!
όλοι ξέρουν τα πάντα!
τα συζητούν με όποιον καθίσει στο τραπέζι τους στην ταβέρνα, υπό τους ήχους της κιθάρας και του ταμπούρλου.
Μια ακατάσχετη μπουρδολογία, προς όλους και για όλα.
Μια ‘αναγνωριστική μηχανή’ που σπέρνει μοναχά θλίψη για το κατάντημα του ανθρώπου και αυτών που τον ακούν.

Όχι πως δεν βγάζουν κέρδος. Σου ξαναείπα όμως φίλε :
το να αποστηθίσεις το ιδεολογικό περίβλημα μιας οργάνωσης που συμπάθησες κάποια στιγμή,από τις τόσες προκηρύξεις που βρίσκεις δεξιά και αριστερά, δεν είναι δύσκολο, μιας μάλιστα πως δεν είναι και άγνωστα τα θέματα στα οποία αναφέρεσαι. Κουβεντιάζονται παντού, δημόσια. Και μη μου πείτε πως δεν κάνει μπαμ πως περί αποστηθίσεως επρόκειτο.
Έχετε ποτέ ακούσει κανέναν κινηματικό να μεταφέρει με τόσο ξύλινο τρόπο το προφίλ της οργάνωσης ;
Όσο για τα πρόσωπα, το ξαναείπαμε. Μέσα στους χώρους, όλοι γνωριζόμασταν. Το να ‘μυριστείς’ κάποια πράγματα ίσως και να είναι σχετικά ‘εύκολο’. Το να γνωρίζεις όμως κάποια πράγματα δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο. Γι αυτό και οι αναρίθμητες κωλοτούμπες και τα ακροβατικά γυμνάσια!
Έτσι στήθηκε ολόκληρη η δικογραφία.

Συνεχίζοντας, βάζει κι έναν Χιλιανό στο κόλπο που ‘μιλά με το κορίτσι του, παράμερα, για πυρομαχικά‘, θα τα παραλάμβαναν από κάποιον ‘συνένοχο του οπλοποιό, ίσως από την Πίζα’.

Λίγο πριν κλείσει επανέρχεται στους Γιώργο και Σπανό. Δεν καταφέρνει να ξεμπερδέψει τον εαυτό του. Λοιπόν, τον Γιώργο τον γνωρίζουμε όλοι από καιρό, τον αποκαλούμε όλοι με το παρατσούκλι του,που είναι ‘σπανός’. Δεν έχει γένια, γι αυτό. Ο Σπανός εδώ, ο Σπανός εκεί.
Ο Σαβέριο δηλώνει ξανά και ξανά πως συναντιέται, ταυτόχρονα και με τους δύο! [υποδεικνύοντας δύο διαφορετικά πρόσωπα σε φωτογραφίες]. Άλλοτε λέει πως την ώρα που μιλάει με τον ένα ο άλλος δρα κάπου αλλού, χιλιόμετρα μακριά, ίσως και σε άλλη πόλη.
Σφαλιάρα δεν του άστραψε ποτέ κανένας.

Ολοκληρώνοντας, λέει το τεράστιο :
‘Εξήλθον από την φυλακήν τον Οκτώβριον του ’77, υπήρξα μέλος μιάς Ομάδας εδώ στην Φλωρεντίαν. Η ένταξίς μου κατέστη δυνατή λόγω της προηγούμενης πείρας μου εντός του κινήματος. [ η πείρα του , σύμφωνα με όλα όσα έχουμε δει,είναι η σύλληψή του σε μία διαδήλωση, με μια τσάντα μολότοφ, τότε που κατάφερε να γίνει αντιληπτός]. Ακούστε το παραλήρημά του :
‘ακριβώς διά τούτο [της πείρας του] έλαβον γνώσιν εκείνων τα οποία ανέφερα. Δέον προστεθεί ότι εγώ είχον φιλικάς σχέσεις με πολλά από τα πρόσωπα τα οποία ανέφερα και εις περίοδον προγενεστέραν ακόμη εκείνης η οποία ενδιαφέρει και ως εκ τούτου είχα ιδιαιτέραν ευκολίαν στο να γνωρίσω τα γεγονότα. Από τινων μηνών [ αν κάνετε τον λογαριασμό θα δείτε πως σύμφωνα με τον ίδιο έμεινε στην οργάνωση για επτά μήνες!] απεφάσισα να διακόψω τας σχέσεις μου διότι δεν ήμουν πλέον σύμφωνος με μίαν σχετικήν πολιτικήν τακτικήν. [ και έτσι, με μεγάλην ευκολίαν, τους ‘δίνω’ και ησυχάζω].

Αυτός είναι ο Σαβέριο.
Δεν έχω να προσθέσω τίποτα περισσότερο,
απολύτως τίποτα. Τα είπαμε αναλυτικά και διεξοδικά, όσο κι αν φάνηκε κουραστικό. Απλά θα σας θυμίσω πως όταν τον ανέκριναν και ενέπλεξε κοντά την μισή πόλη στις ‘ιστορίες’ του θα κατηγορείτο μονάχα για τον εμπρησμό ενός αυτοκινήτου, [συν την εμπλοκή του σε ένοπλη και ανατρεπτική ομάδα, κατηγορία που από μόνη της σίγουρα κοστίζει κάποια χρόνια ποινής].

Σου άφησα φίλε για το τέλος κάτι πολύ καλό, σπουδαίο, ίσως το σπουδαιότερο απ’ όλα.
Κι όμως δεν έδωσε κανένας σημασία. Τυχαίο;
Του ζήτησαν να δώσει τα ονόματα μάχης των συναγωνιστών του στην ομάδα. Δεν κατάφερε να πει ούτε μισό.
Δεν υπάρχει κατάσταση παρανομίας όπου οι μαχητές ν’ αποκαλούνται με τα ονόματά τους. Κίνδυνος-θάνατος που λέμε. Αυτοκαταστροφή.
Δεν μπόρεσε να δώσει ούτε ένα. Διότι δεν γνώριζε να δώσει.
Σίγουρα στους μπάτσους βόλεψαν οι καταθέσεις του,
εάν δεν τις κατηύθυναν οι ίδιοι,
Κανένας δεν γνωρίζει.
Έστω και γεμάτες ασυναρτησίες βόλεψαν.
Είμαι όμως βέβαιος ότι δεν τον πίστεψαν ποτέ πραγματικά. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο.
Δεν μπορεί να είσαι μήνες σε ομάδα, να πηγαίνεις να κάψεις αυτοκίνητα και μηχανές αστυνομικών, και ν’ αποκαλείς τους συντρόφους σου, ή να φωνάζουνε εσένα με το βαπτιστικό σου όνομα !
Καταστροφή!

Ούτε ο ίδιος είχε, δεν μπόρεσε να αναφέρει κάποιο, ούτε καν ψεύτικο.
Τι σόι μαχητής είναι, που τον καλούν να μπει σε ομάδα ‘λόγω της αγωνιστικής του πείρας’,όπως ο ίδιος δηλώνει ;
Μάλιστα κυρία. Ούτε το δικό μου, που υποτίθεται πως τον στρατολόγησα ξέρει ν’ αποκαλύψει.
Θυμήθηκε αντιθέτως ν’ αναφέρει πως ‘με χρησιμοποίησαν’ στην ‘Εργατική Πρωτοπορία’, οργάνωση της επαναστατικής αριστεράς, πριν το ’77’.
‘Με χρησιμοποίησαν’! Λες και ήμουν εργαλείο, αντικείμενο.

Πριν το ’76-’77 στη σχολή μου δεν υπήρχε τίποτα.
Δραστηριοποιούμουν στην ‘αυτόνομη επιτροπή συσσιτίου’,απ’ όπου πέρασε κι αυτός για ένα φεγγάρι.
Συναναστρεφόμουν και τα παιδιά της ‘Πρωτοπορίας’, για πολλούς λόγους :
Μου άρεσαν πολλά από αυτά που έλεγαν, συμφωνούσα σε αρκετά [κινήματα αυτομείωσης ας πούμε].
Είχαν μια εξαιρετική ομάδα περιφρούρησης, αυτοί με έμαθαν να χρησιμοποιώ άριστα το στάλιν [σημαιούλα με κοντό κοντάρι], με τα οποία προπονούνταν σχεδόν κάθε μέρα, για να αποφεύγουν τα χτυπήματα των αστυνομικών και φασιστών. Τους οδηγούσε το φιλαράκι μου ο Αλέκος, από τον οποίο γνώρισα μια μέρα τον έρωτα της ζωής μου, και κάναμε πολύ παρέα για αρκετά μεγάλο διάστημα.
Θέλετε και άλλα ;

Βόλεψαν λοιπόν οι ψευτιές του. Στήριξαν ένα ολόκληρο κατηγορητήριο-κατασκεύασμα και καταδίκασαν δεκάδες αγωνιστές. Αυτές τις ασυναρτησίες που διαβάσατε νωρίτερα.
Οι δικαστές, απλά, είχαν εντολή.
Έτσι δεν γίνεται και σήμερα ;

Προ κατασκευασμένη απολογία.

DSC02208

 

Είναι οι τελευταίες μέρες του ‘12, όλα τα κείμενα έχουν παραδοθεί στον εκδότη όταν ο φίλος μου ο Δημήτρης ο Μεσσήνης από τη Δράμα μου ζητά και συναντιόμαστε πρωϊνό στην ‘Κατινάρα’ για καφέ. Εκεί λοιπόν μου παραδίδει ένα μικρό αλλά εξαιρετικό εισαγωγικό κείμενο για το βιβλίο μας που σας παραθέτω αμέσως, άνευ σχολίων :

‘Kαι λίγα λόγια για τον φίλο μου τον Μιχάλη, μια που καταπιάστηκε με τη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Θα μπορούσαμε να γράψουμε ένα βιβλίο ακόμα με αυτά που ζήσαμε στην Φλωρεντία της Ιταλίας. Αλλά περιορίζομαι σε λίγα λόγια για την παρουσίαση του Μιχάλη.

Γνωριστήκαμε το 1976-77 στην Φλωρεντία. Φοιτητές τότε στο Πανεπιστήμιο και 20άρηδες περίπου, σε μια από τις πιο όμορφες πόλεις του σύγχρονου κόσμου, και ζώντας μια ταραχώδη περίοδο,με ταξικό χαρακτήρα, σε μια περίπου αναθεώρηση του ‘68 όπως λέγανε οι μεγαλύτεροι σύντροφοι που έζησαν στο εξεγερμένο Παρίσι αλλά και την Ιταλία. Κοινωνική κατάσταση που σημάδεψε τη σύγχρονη ιστορία των ταξικών και κοινωνικών κινημάτων όλης της Ευρώπης, που παρά την αγωνιστική κατάσταση όλων μας,και παρά τις κοινωνικές αλλαγές που ήρθαν, στο τέλος γευτήκαμε την πικρή γεύση της απογοήτευσης σε μεγάλο βαθμό.
Κοντά στα 60 μας πλέον περιμένουμε ένα ‘θαύμα’!

Αστειεύομαι.
Αυτή η φιλία κράτησε μέχρι σήμερα,περίπου 36 χρόνια μετά, γιατί είχε και ταξικό χαρακτήρα και συντροφικότητα.
Άτομο με υψηλό δείκτη κοινωνικής ευαισθησίας, έζησε με τον δικό του τρόπο τα γεγονότα, παρά τις συνέπειες, και μέσα μας ακόμα σιγοκαίει μια φωτιά, για κοινωνική δικαιοσύνη ισότητα και ελευθερία.
Κι αυτό γιατί η Ιταλία εκείνα τα χρόνια ήταν ένα μεγάλο σχολείο ταξικής και επαναστατικής συνείδησης. Για όλους. Για εργάτες, για αγρότες για φοιτητές για τους πάντες.
Σας αφήνω στην ανάγνωση του βιβλίου.
Δημήτρης.

Κι εγώ τον ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου.

 

Αυτά σε πρώτη φάση, θα υπάρξει και συνέχεια, αν όλα πάνε καλά….

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ρ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 16

Αντί οριστικού επιλόγου λοιπόν θα σας διαβάσω κάποια μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο της Κάρμεν Καστίγιο‘Μία νύχτα στο Σαντιάγο’.

Η Κάρμεν Καστίγιο έζησε από κοντά την ιστορία του MIR – Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς – [όταν η λέξη αριστερά είχε ακόμη σημασία], τόσο πριν όσο και μετά τη δολοφονία του Σαλβαδόρ Αλλιέντε και την άνοδο του Πινοσέτ στην Χιλή.
Από τον πρόλογο λοιπόν του βιβλίου : ‘δεν είναι η στρατευμένη γυναίκα που μιλάει, είναι η γυναίκα. Μια γυναίκα όμως που ανακαλεί στρατευμένους’ τονίζει χαρακτηριστικά για το βιβλίο της το οποίο χαρακτηρίζει ’σπάνιο δημιούργημα’ ο Nouvelle Observateur, που είναι μεγάλη εκδοτική επιτυχία στη Γαλλία, όπου κυκλοφόρησε το 1979.
Διαβάζουμε λοιπόν :

‘Χιλή. Ο Μιγκέλ Ενρίκεζ, γενικός γραμματέας του Επαναστατικού Αριστερού Κινήματος, σκοτώθηκε στο Σαντιάγκο, κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης με τον στρατό. Σκοτώθηκε το Σάββατο, 5 Οκτώβρη, κατά τη διάρκεια πολύωρης ανταλλαγής πυροβολισμών μεταξύ μελών του MIR που ήταν περικυκλωμένοι σ’ ένα σπίτι του Σαν- Μιγκέλ, λαϊκής συνοικίας του Σαντιάγκο, και ένοπλων δυνάμεων’.

Το σύντομο και λακωνικό επίσημο ανακοινωθέν, που αναγγέλλει το θάνατο του κυριότερου αρχηγού του ΕΑΚ δεν δίνει ούτε τον αριθμό ούτε τα ονόματα των άλλων θυμάτων, εκτός από την κόρη του πρώην πρύτανη του καθολικού Πανεπιστημίου του Σαντιάγκο, κα Κάρμεν Καστίγιο Ετσεβερρία, που αγωνίστηκε στο πλευρό του. Τραυματισμένη, έχει εισαχθεί σε νοσοκομείο.
Μια εφημερίδα του Σαντιάγκο, η Τercera, αναφέρει ότι ένας ανιψιός του τελευταίου προέδρου της Χιλής, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, από τους ηγέτες του MIR, έχει επίσης τραυματιστεί κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, αλλά η είδηση δεν επιβεβαιώθηκε επίσημα.
Μ’ αυτές τις λέξεις ανακοίνωσε η Monde της 8ης Οκτώβρη του ‘74 το επεισόδιο απ’ το οποίο αντλεί την καταγωγή του αυτό το βιβλίο. Η Κάρμεν Καστίγιο – που πιάστηκε και, αργότερα, εξορίστηκε στη Γαλλία – επιχειρεί εδώ μια πλατιά αναδρομή στις αναμνήσεις, προς εκείνη την 5η του Οκτώβρη.

Μας εκθέτει ένα ημερολόγιο με πολλές σκηνές : το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φε, όπου ένας άντρας, μια γυναίκα και τα παιδιά τους έζησαν την αντίσταση στη δικτατορία. Το σπίτι των βασανιστηρίων ‘Χοσέ Ντομίνγκο Κάνιας’, στην καρδιά του Σαντιάγκο, η Κούβα, όπου βρίσκονται όσοι επέζησαν, το Παρίσι.
Ένα πολυφωνικό ημερολόγιο, που αντηχεί και τον λόγο των άλλων. Της αδελφής του Αλλιέντε, του βασανιστή αξιωματικού, της μαχήτριας του ΕΑΚ, Της ΒΑΣΑΝΙΖΌΜΕΝΗς, ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΎ, ΤΟΥ ΦΊΛΟΥ.
ΣΕΛΊΔΕΣ ΥΠΟΒΛΗΤΙΚΈΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΉ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΌΤΗΤΑ Της ΚΑΤΑΠΊΕΣΗΣ. ΣΤΟ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΌ ΞΕΤΎΛΙΓΜΑ των εικόνων, που όλες τους συγκλίνουν προς εκείνη την ημέρα-τομή, η απελπισία συνυπάρχει με την ζωή, η προσμονή της ελευθερίας με την επιθυμία της εκδίκησης, το μίσος ,η αγάπη. Ανασυντίθεται, κομμάτι-κομμάτι, το παζλ, που αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο την Αντίσταση στη Χιλή, ρέει αβίαστα ο λόγος, που ομολογεί ότι κάθε αντίσταση δεν μπορεί να ξεπηδάει παρά μόνο από την αγάπη.

Jean-Claude Barreau.

Σελίδες 170-176:

Η Λάουρα Αλλιέντε, αδελφή του δολοφονημένου Προέδρου, γιαγιά της Καμίλ, βρίσκεται στο νοσοκομείο της Αβάνας βαριά άρρωστη. Εδώ και τρεις μέρες αναλαβαίνει από μια εγχείρηση, πονάει πολύ, πάρα πολύ. Ούτε ένα παράπονο, δεν μπορεί καν ν’ ανεχτεί την ιδέα ότι θα ενοχλήσει τους άλλους. Στην Κούβα, όπου η οικογένεια κρατάει τις βάρδιες στο νοσοκομείο, διαλέγω το βραδινό ωράριο.
Οι επισκέψεις αραιώνουν, μαζί με το σκοτάδι έρχεται κι η γαλήνη. Η Λαουρίτα είναι ξαπλωμένη σ’ ένα λευκό κρεβάτι, απ’ το μικρό παράθυρο φαίνονται μερικά αστέρια σ’ ένα κομμάτι ουρανού, σύννεφα που γλιστρούν γρήγορα, μαρτιάτικος άνεμος φυσάει στην Αβάνα.
Αισθανόμαστε όμορφα, μοναχές μας, και μετά από μια σιωπή, αρχίζουμε αβίαστα, χωρίς κανένα βολονταρισμό- η ερώτηση θαρρείς αναβλύζει.

Πες-μου Λαουρίτα, por favor, που ήσουν το Σάββατο, στις 5 Οκτώβρη ;
Με κοιτάζει, και μου κάνει μια ανεπαίσθητη κίνηση. Μετά δάκρυα- ένα, δύο, κι άλλα, κι άλλα. …και σιωπή.
Φαντάζομαι ότι αποκοιμήθηκε. Θα είναι κουρασμένη, σίγουρα, δεν μπορώ να επιμείνω.
Ξανανοίγει τα μάτια, εκείνα τα ωραία χρυσά μάτια της, πετάει αλλού, πολύ μακριά, κοντά στον Μιγκέλ. Το βλέμμα της καρφωμένο στο ταβάνι, και μετά μένει πάνω μου. Είμαι καθισμένη δίπλα στο κρεβάτι, έτοιμη να την ακούσω.
Γιατί, με ρωτάει, γιατί να βασανιζόμαστε έτσι ;
Δεν ξέρω. …η ανάγκη να μάθουμε περισσότερα, δεν ξεχνούμε – γιατί λοιπόν να σωπαίνουμε ; Κάθε άλλο, είναι καλό να μοιραζόμαστε, να ξαναζούμε τις αγάπες μας μαζί μ’ αυτούς που αγαπούμε. Ο καθένας, βέβαια, το βλέπει διαφορετικά, αν δεν μπορείς, αν δεν θέλεις. …αύριο, ή μεθαύριο. …έχουμε καιρό, δεν πρέπει να βιαζόμαστε.

Η Λαουρίτα αρχίζει να μιλάει, σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, η λευκή γύμνια της κάμαρας σβήνει, σκιαγραφεί εικόνες που αρχίζουν να ζουν, το νοσοκομείο εξαφανίζεται, και ξαναβρισκόμαστε στο Σαντιάγκο.
Η νύχτα του Σαββάτου 5 Οκτώβρη : η ψυχρότητα μιας ραδιοφωνικής είδησης, λιγόλογης και αδυσώπητης.
Η Λαουρίτα αποφεύγει εκείνες τις λέξεις, της αναστάτωσης και της φρίκης. Δεν λέει πως ξεπέρασε το χτύπημα και τα πρώτα λεπτά της παγωμένης περισυλλογής. Προχωρεί, στα γρήγορα, σ’ εκείνην τη δύναμη που την έστησε και πάλι όρθια, που την ώθησε έξω, να πάει να βρει εκείνους που υποφέρουν όσο κανείς άλλος.

Η Λαουρίτα ξέρει ότι θα καταφέρει να τους δει, θέλει να πάει εκεί, να είναι με τους γονείς του Μιγκέλ το ίδιο εκείνο βράδυ. Κατευθύνεται, χωρίς δισταγμό, προς το σπίτι της λεωφόρου Προβιντέντσια.
Έχει περάσει μήνας, ίσως, από τότε που οι στρατιωτικοί είχαν μεταφέρει το Δον Εντγκάρντο Ενρίκεζ, υπουργό της λαϊκής κυβέρνησης, από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του νησιού Ντάουζον, στο σπίτι του. Του απαγόρευαν κάθε μετακίνηση. Ήταν κρατούμενος, σπίτι του, κάτω από αυστηρή επιτήρηση.

Η Λαουρίτα δεν υπακούει στις διαταγές αυτού του συρφετού των δολοφόνων. Πηγαίνει στο πλευρό του δον Εντγκάρντο και της σενιόρα Ρακέλ, περνάει τα μπλόκα που κυκλώνουν το τετράγωνο.
Είχε πλημμυρίσει ο τόπος, οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, το πάρκο, απέναντι απ’ το κτίριο το πλάτωμα, βρίθουν από στρατιώτες. Άντρες με πολιτικά, οπλισμένοι, είναι μαζεμένοι στο χωλ, στην είσοδο, ακουμπάνε στους τοίχους, στη σκάλα και στους διαδρόμους.
Οι άνθρωποι με τα γκρι και τα μαύρα χαμηλώνουν τα βλέμματα, κολλούν στους τοίχους, εκμηδενίζονται στο πέρασμα αυτής της περήφανης γυναίκας. Φοβούνται και τις σκιές που την συνοδεύουν. Δεν ζητάει την άδεια, περνάει με το αγέρωχο βήμα της, χωρίς καν να τους κοιτάξει.

Η Λαουρίτα, η αριστοκρατικότητα αυτής της γυναίκας, η ομορφιά των λεπτών χαρακτηριστικών της, τα μελιά της μάτια, γεμάτα θέληση. Καταλαβαίνω γιατί δεν τόλμησαν να εμποδίσουν το σίγουρο βήμα της που ανεβαίνει τη σκάλα, προς το μέρος όπου απόθεσαν το σώμα του ‘τρομοκράτη’.
Της ανοίγει την πόρτα ο δον Εντγκάρντο. Είναι ακόμα πιο επιβλητικός απ’ ότι συνήθως, η ευγένεια της φυσιογνωμίας του εντονότερη μέσα στον πόνο του, μια απροσδόκητη λάμψη στο βλέμμα του. Ήταν μόνοι τους, νομίζω, η σενιόρα Ρακέλ κι ο δον Εντγκάρντο. Στη μεγάλη σάλα, το φέρετρο.

Δον Εντγκάρντο : δεν είναι ο υιός μου αυτός, Λαουρίτα, κοιτάξτε πως τον κατάντησαν.
Η Λαουρίτα αρνείται. Όχι, δεν θα τον δει. Ο Μιγκέλ δεν πέθανε. Είναι δυο βδομάδες μόλις που τον είχε συναντήσει. Ο Μιγκέλ γελούσε – δεν θα χαλάσει αυτή την εικόνα, τη λεπτότητα του χιούμορ του, την αλλόκοτη ταχύτητα των λέξεων του, που μπερδεύονται, το πάθος που κυριαρχεί – ο Μιγκέλ έχει τη χάρη, τη λάμψη του γέλιου και απότομα, τη δύναμη της σοβαρότητας. Όχι, η Λαουρίτα μένει στη διπλανή κάμαρα, ένας τοίχος την χωρίζει απ’ το φέρετρο, που δίπλα του ξαπλώνουν αργότερα ο δον Εντγκάρντο και η σενιόρα Ρακέλ, τις ατέλειωτες ώρες μιας νύχτας, της νύχτας του Σαββάτου 5 Οκτώβρη.
Η κηδεία, που μόνο η οικογένεια την ακολουθεί.

Η συνοδεία : δεκάδες στρατιωτικά τζιπ, φορτηγάκια κι άλλα αυτοκίνητα της D.I.N.A. ‘Αυτοί’ φοβόταν, τι όμως ; Στρατιωτικοί, με στολή και με πολιτικά, γεμίζουν τα πεζοδρόμια, τις διασταυρώσεις, τις όχθες του ποταμού Μαπότσο μέχρι την καρδιά της βορειανατολικής περιοχής της πόλης. Πλήθος στρατιωτών στις πόρτες του νεκροταφείου. Οι φάτσες τους, αυτή η επίδειξη δύναμης, δείχνουν καθαρά ότι, ακόμα και στο ζενίθ του θριάμβου τους, αισθάνονται κίνδυνο. Σαν να φοβούνται μήπως πέσει τίποτα στα κεφάλια τους, και πυκνώνουν τις γραμμές τους για να αντιμετωπίσουν αυτήν την εναγώνια, υπερκόσμια προαίσθηση, σαν κάτι να ‘πρεπε να συμβεί. Κι όμως. …ο Μιγκέλ ήταν μόνος, εκείνη την μέρα.

Ένας τάφος είναι σκαμμένος στην σκληρή γη.
Το θάρρος της μητέρας του, η δύναμη της περηφάνιας της : ‘δεν πέθανες, υιέ μου, ζεις στην καρδιά του λαού, ανάμεσά μας’. χρειάζονταν κουράγιο – αλλά και πόση αγάπη! Αυτά τα απλά λόγια ηχούν διαφορετικά, ανάμεσα στις στολές, το γκρίζο και το μαύρο. Μου είπαν ότι πάνω στον τάφο του υπάρχουν κόκκινα λουλούδια όλο τον χρόνο.

Τέλος, η Λαουρίτα φεύγει. Κάτω, στη σκάλα, την συγκρατεί μια ομάδα αντρών της DINA. Καρφώνει πάνω τους τα μάτια της και τους λέει : ‘έχετε άραγε ακόμη την ικανότητα να σκέφτεστε ; Μήπως δεν καταλαβαίνετε ; Σκοτώσατε ένα αγόρι, ένα αγόρι που έδωσε τη ζωή του για σας. Ναι. …δεν ήθελε άλλο, παρά δικαιοσύνη και ελευθερία. Θα έπρεπε να αισθάνεστε να σας πνίγει η ντροπή, ντροπή για την χυδαιότητα της δουλειάς που κάνετε εδώ’.
Μένουν άφωνοι, καρφωμένοι στο πάτωμα, ούτε μια λέξη δεν βγαίνει απ’ το στόμα τους. Η εξουσία τους καταρρέει, γιατί αυτή η γυναίκα δεν τους φοβάται.

Η Λαουρίτα τους αντιπαραθέτει τη σιγουριά της, τους φωνάζει την πίστη της. Ακόμα κι εγώ, σήμερα, είμαι αναστατωμένη. Ποιος θα τολμούσε να μιλήσει έτσι ; Η δύναμη της πίστης της κλονίζει τον εχθρό. Και μας ελέγχει.
Η Λάουρα Αλλιέντε ήταν βουλευτίνα των σοσιαλιστών, με απόλυτη πλειοψηφία στις τρεις ψηφοφορίες, στην περιφέρειά της. Η δημοτικότητά της ανάμεσα στους φτωχούς και τους άκληρους αναγνωρίζεται από φίλους και εχθρούς. Είναι εξήντα χρόνων, μητέρα τεσσάρων παιδιών. Ένα τους, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, ανέλαβε τη διεύθυνση του MIR. έτσι έγραψαν οι εφημερίδες.

Και εμείς, στην Αβάνα, αναθυμόμαστε.
Ο Μιγκέλ λείπει, το ξέρω. Όμως αγαπούμε – και με τι παράξενο πάθος- κι αυτούς που δεν υπάρχουν πια.
Ο Μιγκέλ, είναι μια νίκη ενάντια στην βιαιότητα και την μνησικακία. Για πάντα.
Η Λαουρίτα συνεχίζει την αφήγησή της, ακολουθεί τα νήματα των αναμνήσεών της. Ξεχνάει την αρρώστια της, αυτή τη στιγμή γελάει, μ’ ένα από εκείνα τα ξεσπάσματα του Μιγκέλ, τον καιρό της πρώτης τους συνάντησης στην παρανομία. Ήταν τον Αύγουστο του ‘74, νομίζω, όταν ο Μιγκέλ τα κατάφερε να της στείλει το πρώτο μήνυμα. Μα αυτό το αίτημα, να συμμετάσχει σε μια συγκεκριμένη προσπάθεια, δεν ήταν η πρώτη πράξη της Λαουρίτα ενάντια στους στρατιωτικούς. Απ’ την επαύριο, κιόλας, του πραξικοπήματος, έκανε κάθε είδους διαβήματα, για να βοηθήσει τους ανθρώπους ν’ αντισταθούν στην πείνα και την καταπίεση. Βοηθούσε τους καταζητούμενους να γίνουν δεκτοί στις πρεσβείες, μάζευε χρήματα και τρόφιμα, που τα πήγαινε στις φυλακές και τις φτωχογειτονιές. Μια μέρα είδε το μικρό της διαμέρισμα, στα προάστια του Σαν Βοργία, γεμάτο μέχρι το ταβάνι αυγά, δωρεά, ‘δεν ήξερα τι να τα κάνω, κυριολεκτικά υπήρχαν παντού αυγά’. απ’ τις φυλακές στις φτωχογειτονιές, προλαβαίνοντας τους όλους, έτσι περνούσαν οι μέρες της Λαουρίτα στο Σαντιάγκο. Ένα πρωί κάποιος της έφερε ένα γράμμα του Μιγκέλ, σε κίτρινο χαρτί, από τσιγάρα.

Δεν μπορεί να ξεχάσει το πυκνό γράψιμο, μερικές φράσεις : ‘είναι ανάγκη να σας ζητήσουμε μια υπηρεσία, που μπορεί να σας δημιουργήσει προβλήματα. Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι θα τολμήσουν να σας αγγίξουν. Η υπόθεση είναι ότι πρέπει να συζητήσετε με τον Κόνιο Αγκιλάρ, τον ‘Ισπανό’ – τον ξέρετε – και τον Πελάο, τον ‘φαλακρό’, στην φυλακή της πολεμικής Ακαδημίας της Αεροπορίας, την A.G.A. είναι μια από τις προϋποθέσεις, που βάλαμε στον στρατηγό Σεμπάλλος, αρχηγό της S.I.F.A.[ της μυστικής υπηρεσίας του στρατού αέρος] και που εμπεριέχεται στο πνεύμα μιας υποτιθέμενης ‘διαπραγμάτευσης’ ανάμεσα σ’ αυτούς και σ’ εμάς : μας προτείνει την απελευθέρωση των φυλακισμένων, και αμνήστευση, έξω από τα σύνορα της χώρας – και σε αντάλλαγμα το οριστικό σταμάτημα του αγώνα του ΕΑΚ. ΕΊΝΑΙ ΜΆΛΛΟΝ ΠΕΡΙΤΤΌ ΝΑ Σας ΞΕΚΑΘΑΡΊΣΟΥΜΕ ΌΤΙ ΘΑ ΑΡΝΗΘΟΎΜΕ ΚΙ ΌΤΙ ΘΑ ΚΑΤΑΓΓΕΊΛΟΥΜΕ ΑΥΤΉΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΆΘΕΙΑ ΟΥΔΕΤΕΡΟΠΟΊΗΣΉΣ ΜΑΣ και διαίρεσης της αριστεράς. Πίσω απ’ τον Σεμπάλλος θα βρούμε σίγουρα τον στρατηγό Λέιθ – εφ όσον η έκταση της προσφοράς μας κάνει να πιστεύουμε ότι υπάρχει η συγκατάθεση της χούντας. Εν ολίγοις, θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ευκαιρία για να συναντήσουμε τα δύο μέλη του Πολιτικού Γραφείου, που είναι φυλακισμένοι. Αυτό είναι που σας ζητούμε να κάνετε. Ούτε που θα περάσει απ’ το μυαλό του Σεμπάλλος ότι σκεφτήκαμε εσάς.

…αλλά εσείς μας εμπνέετε την μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, γι αυτή τη λεπτή υπόθεση. Δεν σας κρύβω ότι μπορεί να υπάρξει, στη συνέχεια, πιθανότητα εξορίας σας από την χώρα. Σας φιλώ. Μιγκέλ’.
Η απάντηση της Λαουρίτα στον Μιγκέλ : ‘ Σύμφωνοι, το μόνο που θέλω είναι να κάνω περισσότερα πράγματα. Είμαι ευτυχής που θα δουλέψω μαζί σου’.

Από την σελίδα 184 :

‘τα λόγια του Μιγκέλ αντηχούν στο δωμάτιο του νοσοκομείου στην Αβάνα, και η Λαουρίτα φέρνει κοντά-κοντά δύο ημερομηνίες, η απόστασή τους ενός χρόνου, σβήνεται για την Λαουρίτα εκείνη η μέρα, η 5η Οκτώβρη, μπερδεύεται, συμπλέκεται με τις 11 Σεπτέμβρη του 1973, τη μέρα του πραξικοπήματος. Τις δύο αυτές μέρες, τις κάνει ένα, κι απ’ την μια φτιάχνει δυο, από τη μια πάει στην άλλη, χωρίς ασυνέχεια, απροειδοποίητα. Βρίσκει περιττή κάθε διευκρίνηση, συνεχίζει, μια και μόνη αφήγηση.

Δεν πρέπει να παρέμβω. Εκείνη έχει τώρα τον λόγο.
Στις 9 Σεπτέμβρη του ‘73, δυο μέρες πριν το πραξικόπημα. Η Λαουρίτα αναλαμβάνει από μια εγχείρηση. Είναι η πρώτη της έξοδος. Πάει να συναντήσει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε, τον Τσίκο, όπως τον έλεγαν οι δικοί του, στο Τόμας Μόρο, την προεδρική κατοικία. Μετά το φαγητό κάνουν μια βόλτα στον κήπο.
Η Λαουρίτα σφίγγεται πάνω του, παίρνει το χέρι του, δάκρυα κυλούν στο πρόσωπό της. Ο Τσίκο την ρωτάει γιατί κλαίει. Του απαντάει ότι δεν ξέρει, ότι αισθάνεται μια καταθλιπτική αγωνία εδώ και λίγες μέρες. Ο Τσίκο, την σφίγγει πιο δυνατά πάνω του, σταματάει, την κοιτάζει στα μάτια, της λέει : ‘Κάναμε το καθήκον μας χωρίς να υποχωρήσουμε ούτε στιγμή. Έκανα ότι μου ήταν δυνατό. …Αν συμβεί και πεθάνω. …[σιωπή. Μετά :]. …έγινε, τι περισσότερο, δηλαδή, θα μπορούσα να κάνω ;’

Μια συνεδρίαση περιμένει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα τον αφήνει, δεν θέλει να γυρίσει στο σπίτι της, θα πάει να επισκεφτεί την ανιψιά της. Αλλά μια ώρα αργότερα θα ξαναγυρίσει στο Τομάς Μόρο. Θέλει να ξαναδεί τον Σαλβαδόρ.
Ο Τσίκο είναι στο γραφείο του.
Έλα να σε πάω στο αεροδρόμιο.
Όχι, δεν θέλω. …η παραμικρότερη προσπάθεια με κουράζει, δεν αισθάνομαι καλά.
Τα δάκρυα κυλούν, χωρίς να μπορεί να τα καταπιεί.

Δεν έχει πολύ καιρό που πέθανε η Ινές, η μεγαλύτερη αδελφή του Αλλιέντε. Η Λαουρίτα, αρρώστησε κι εκείνη. Ενάμισι μήνα μακριά από τα πάντα, καμία επαφή με τα γεγονότα, απομακρυσμένη από την μάχη. Δεν ξέρει γιατί αυτή η καταθλιπτική αίσθηση, που απλώνει τα φτερά της πάνω από το Σαντιάγκο.
Ο Τσίκο : Τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. …Η Χριστιανοδημοκρατία δεν θέλει να έρθουμε σε συμφωνία.

Θα της εξηγήσει τις διαφορετικές στάσεις των κομμάτων της αριστεράς απέναντι στην κρίση. Σωπαίνει για μια στιγμή, σκέφτεται, σίγουρα, και συνεχίζει : ‘Θέλω να σου πω κάτι, Λαουρίτα, όχι επειδή είσαι μάνα του Αντρές. Δεν έχω κανένα παράπονο απ’ το MIR. Όσες διαφωνίες είχαν μαζί μου, τις συζητούσαν, μου τις εξέθεταν ακόμη και εδώ. Πόσες φορές ήρθε ο Μιγκέλ σ’ αυτό το γραφείο ; Ποτέ δεν με χτύπησαν πισώπλατα, με προειδοποιούσαν όταν επρόκειτο να μου αντιπαρατεθούν δημόσια. Τους εκτιμώ πάρα πολύ’.
Και η Λαουρίτα θα ξαναφύγει. Αγκαλιάζει τον Τσίκο για τελευταία φορά.

Την Τρίτη 11 Σεπτέμβρη, η Λαουρίτα ξυπνάει πολύ νωρίς. Σκέφτεται να πάει πρώτα στη Βουλή και να περάσει μετά από την Μονέδα, να δει τον Αλλιέντε. Κατά τις οχτώ παρά τέταρτο της τηλεφωνεί ένας σύντροφος. Την ειδοποιεί ότι γίνονται κινήσεις στρατιωτικών μονάδων, ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο. Είναι το πραξικόπημα. Το μόνο που σκέφτεται η Λαουρίτα είναι να πάει να βρει τον Τσίκο, τους μαχόμενους. Προσπαθεί να βάλει μπρος την 2CV. Αδύνατο. Ο γείτονας ανακαλύπτει ότι τα καλώδια του μοτέρ έχουν βγει απ’ τη θέση τους. Η Λαουρίτα σκέφτεται ότι θα πρέπει να είναι ο καραμπινιέρος που φύλαγε σκοπιά στο σπίτι της. Είχαν γίνει κιόλας πολλές απόπειρες της ακροδεξιάς στο σπίτι της. Την αυγή της 11ης, αυτός ο μπάτσος ολοκλήρωσε το χυδαίο του σαμποτάζ πριν πάει να πυκνώσει τις γραμμές των πραξικοπηματιών. Τέλος, η Λαουρίτα παίρνει τον δρόμο της, αυτόν που ακολουθεί την Κορδελλιέρα και τον ποταμό Ελ Μαπότσο. Οι μετακινήσεις των στρατιωτικών δυνάμεων την μπλοκάρουν πενήντα μέτρα μακριά απ’ την προεδρική κατοικία.

Η Λαουρίτα ξαναθυμάται εκείνη τη στιγμή τα λόγια του Τσίκο, την Κυριακή : ‘Αν συμβεί οτιδήποτε, μην έρθεις, σε παρακαλώ, στην Μονέδα’. Όταν η Λαουρίτα διαμαρτυρήθηκε, πρόσθεσε : ‘Αν δεν μπορείς να μείνεις σπίτι σου, πήγαινε στο σοσιαλιστικό κόμμα, εδώ δεν θα μπορέσεις να με βοηθήσεις, μόνο που θα με απασχολούσες’.
Τα άρματα βομβαρδίζουν την Μονέδα. Κατεβαίνει, αφήνει το αυτοκίνητο με ορθάνοιχτες τις πόρτες. Κάποιος στρατιώτης την απειλεί να την συλλάβει αν δεν πάρει το 2CV απ’ την μέση του δρόμου.

Η Λαουρίτα ξαναπιάνει το τιμόνι, αδύνατο να σταματήσει κάπου κοντά στο προεδρικό μέγαρο, κάτω απ’ το σφύριγμα των οβίδων, την μυρωδιά της σκόνης και τις εκρήξεις των βομβών. Κατευθύνεται προς τα βορινά γραφεία του σοσιαλιστικού κόμματος. Βρίσκει εκεί δύο χωρικούς έξω από την πόρτα, στο πεζοδρόμιο. Κανείς άλλος. Οι δυο άντρες περπάτησαν όλη τη νύχτα απ’ το χωριό τους, την Λάμπα, μέχρι το Σαντιάγκο. Ήρθαν μέχρι το κόμμα για να ειδοποιήσουν γι αυτά που είχαν δει εκεί πέρα, στην ύπαιθρο. Οι στρατιωτικοί είχαν καταλάβει την πυριτιδαποθήκη. Έχοντας φτάσει στην πρωτεύουσα στις έξι το πρωί, οι χωρικοί δεν βρήκαν κανέναν να του ανακοινώσουν το νέο. Και περίμεναν σιωπηλοί απ’ εκείνη την ώρα.

Η Λαουρίτα απογοητεύεται, ότι θα συναντήσει τους συντρόφους. Συνεχίζει να περιπλανιέται στους δρόμους. Προσπαθεί, τώρα, να βρει ένα τρόπο να διασχίσει το κέντρο, να πολεμήσει, κοντά στους pobladores. Ανεβαίνει ξανά προς τα πάνω, ξανακατεβαίνει, αλλά δεν μπορεί να περάσει την αρτηρία προς τα νότια, την λεωφόρο, οι δρόμοι ερημώνουν και μετά πλημμυρίζουν από στρατιωτικές μονάδες. Σε κάποια διασταύρωση βλέπει ένα νεαρό ζευγάρι, τους κάνει νόημα ν’ ανέβουν. Η γυναίκα της λέει ότι ο Πρόεδρος παραδόθηκε. Η Λαουρίτα της απαντάει, με σταθερή φωνή : ‘Ο πρόεδρος Αλλιέντε δεν θα παραδοθεί ποτέ’. ποτέ δεν έμαθαν ποια ήταν εκείνη η γυναίκα που αλώνιζε το Σαντιάγο, μόνη της, μέσα στο 2CV της.

Γύρο με τον γύρο, τα καταφέρνει να πλησιάσει το μέγαρο Τομάς Μόρο. Οι γλώσσες της φωτιάς φτάνουν μέχρι τον ουρανό. Ο βομβαρδισμός έκανε την δουλειά του.
Λαουρίτα : Αφήστε με να περάσω, είμαι η αδελφή του Προέδρου.
Ένας στρατιωτικός : Απαγορεύεται η είσοδος.
Ένας άλλος στρατιωτικός μουρμουρίζει : φύγετε, κυρία μου, δεν υπάρχει πια κανένας μέσα. θα σας πιάσουν άδικα, ούτε η γυναίκα του Προέδρου δεν είναι πια εκεί.
Ένας περαστικός : Λεηλάτησαν τα πάντα. …η πυρκαγιά προχωράει. Θα ήμουν ευτυχής, αν θέλατε να έρθετε σπίτι μου.

Εκεί, στο σπίτι ενός αγνώστου, μαθαίνει ότι ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε σκοτώθηκε στη μάχη της Μονέδα. Η Λαουρίτα δεν κλαίει.
Κατά τις τρεις το απόγευμα, ακούει μια στρατιωτική ανακοίνωση : ‘Η Λαουρίτα Αλλιέντε οφείλει να παρουσιαστεί αμέσως στο Υπουργείο Αμύνης’. Αρνείται. Δεν θα πάει να παραδοθεί μόνη της.
Την επόμενη, ανεβαίνει τις σκάλες του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. Την ειδοποίησαν ότι εκεί είναι το σώμα του Σαλβατόρ Αλλιέντε, ότι ένα ελικόπτερο θα το πάει στο νεκροταφείο Σάντα Ινές, στη Βίνια ντελ Μάρ. Αλλά μια ομάδα αξιωματικών, την εμποδίζει να μπει, πρέπει να τους δείξει την άδεια του Υπουργείου Αμύνης. Ε λοιπόν, ναι, θα πάει πρώτα εκεί πέρα. Διασχίζει το Σαντιάγκο, οι δρόμοι, στο κέντρο είναι έρημοι – τα ίχνη των μαχών, οι εκρήξεις των οβίδων στα κτίρια, το αίμα που ξερένεται στα πεζοδρόμια, οι γκρίζες στολές και τα κράνη, τα κρύα πολυβόλα στον κρόταφο, σε κάθε γωνία. Και, ακόμα, οι αντάρτες που έχουν καταφύγει στα τελευταία πατώματα του υπουργείου Δημοσίων Έργων και του Ταμιευτηρίου. Οι σφαίρες σφυρίζουν, σκόρπιες, στην αρχή, ύστερα κατά ριπές. Η Λαουρίτα συγκλονίζεται μ’ αυτούς, που αντιστέκονται ακλόνητοι. Ξέρουν ότι μπροστά τους, βρίσκεται ο θάνατος, κι όμως συνεχίζουν τη μάχη, το πρωί της 12ης Σεπτέμβρη.

Στρατιωτικό αεροδρόμιο. Το φέρετρο του Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα συναντάει την Τένσα, τη γυναίκα του Προέδρου – υπάρχει επίσης και η μονάδα εδάφους της στρατιωτικής αεροπορίας. Την αγκαλιάζει, τα μάτια υγραίνονται : ‘Λαουρίτα, ο Πρόεδρος ήταν εξαιρετικός άνθρωπος. …το κουράγιο του δεν ήξερε όρια’. η Τένσα ζητάει από έναν αξιωματικό ν’ ανοίξει το σκέπασμα του φέρετρου, ήθελε να δει τον Σαλβατόρ, το πρόσωπό του, για μια μόνο στιγμή. Απαγορεύεται.

Το κοιμητήριο της Βίνια ντελ Μάρ. Οι τέσσερις της οικογένειας και πολλοί ναυτικοί. Η Λαουρίτα κόβει ένα κίτρινο λουλουδάκι, ένα χρυσάνθεμο, ανάμεσα από τα χόρτα που τριγυρίζουν τον τάφο. Το αποθέτει πάνω στο φέρετρο. Το λουλούδι πέφτει στο βάθος του τάφου. Οι στρατιώτες χασκογελούν. Η Λαουρίτα ξεσπάει : ‘Θα έπρεπε να ντρέπεστε. …να ντρέπεστε που θάβετε έτσι τον Πρόεδρο της Χιλής’. Μετά από μια μικρή σιγή, ξαναλέει αργά : ‘Δεν έχει σημασία αυτό. …ότι και να κάνετε, ο λαός της Χιλής δεν τον ξέχασε, ούτε θα τον ξεχάσει’.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια της και ο νεκροθάφτης πηδάει στην τρύπα, μαζεύει το λουλούδι και το ξανακουμπάει πάνω στο φέρετρο. Κανείς δεν κινήθηκε.
Μόλις γυρνούν στο Σαντιάγκο, η Τένσα πάει κατευθείαν στην πρεσβεία του Μεξικού, να δει τις κόρες της. Η Λαουρίτα της λέει το τελευταίο αντίο, την despendida : ‘Τένσα, πρέπει να φύγεις από την χώρα, να πας να καταγγείλεις σ’ όλον τον κόσμο αυτά που έγιναν στην Χιλή. Εγώ θα μείνω, αυτό είναι το καθήκον μου, έχω αναλάβει μια υποχρέωση απέναντι στους pobladores που με ψήφισαν βουλευτίνα. Η κάθε μια πρέπει να πάρει τον δρόμο της’.

Λίγες μέρες αργότερα της επιβάλλεται ‘κατ’ οίκον περιορισμός’. Εκείνη όμως κυκλοφορεί στους δρόμους. Κρυμμένη στα μαύρα. ‘Όσο θα βρίσκεστε εσείς στην εξουσία’, απαντάει στον στρατηγό Αρρελάνο Στάρκ, που την ρωτάει, ‘θα φορώ το πένθος της χώρας μου’.
Ανώνυμα χέρια, μες στα σκοτάδια κινηματογραφικών αιθουσών, στις ουρές μπροστά στις πόρτες των φυλακών, στις στάσεις των λεωφορείων, της σφίγγουν το χέρι και της ψιθυρίζουν : ‘Είμαστε εδώ, ο Πρόεδρος δεν σκοτώθηκε άδικα, θα τους νικήσουμε. …’ Η Λαουρίτα μετράει κάθε μέρα τη δύναμη που δίνει η παρουσία της στο Σαντιάγκο.

Οι στρατιωτικοί δεν ξέρουν τι να κάνουν μ’ αυτή τη γυναίκα. Μερικές φορές την πιάνουν. Ο Κοντρέρας την ανακρίνει αυτοπροσώπως, προσπαθεί να της πάρει με κάθε τρόπο πληροφορίες, για τον υιό της, τον Αντρές, το MIR. Δεν ξέρει τίποτα. Την απειλεί για το ότι κυκλοφορεί στην πόλη. Έχει πολλά να κάνει, δεν θα μείνει κλεισμένη στο σπίτι της. Δεν το ‘κανε ποτέ, γιατί να το κάνει τώρα ;

Ένας αστυνόμος της ψιθυρίζει στο αυτί : ‘Πόσο θάρρος είχε ο Πρόεδρος, Λαουρίτα’. Του απαντάει : ‘Έδρασε πάντα με θάρρος, για σας αγωνίστηκε, ενάντια στους πλούσιους και τ’ αφεντικά’.
Ένα χρόνο αργότερα, στα τέλη του Οκτώβρη του ‘74, η Λαουρίτα πιάστηκε από την DINA. ΉΤΑΝ Η ΜΆΝΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΊΟ ΣΤΉΘΗΚΕ ΤΟ ΑΓΡΙΌΤΕΡΟ ΑΝΘΡΩΠΟΚΥΝΗΓΗΤΌ. ΉΘΕΛΑΝ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΏΣΕΙ ΚΆΠΟΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΊΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΡΈΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΙΡΥ-ΑΝ, όφειλε να πληρώσει και γι αυτό το λάθος και για άλλα. Θα την κακοποιήσουν, θα την απομονώσουν για μήνες ολόκληρους. Έμεινε αλύγιστη. Ακόμα και στην τραχεία ερημιά του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Τρές Αλάμος, η Λάουρα Αλλιέντε στέκεται όρθια. Κανείς δεν μπορεί να την νικήσει.

Από σελίδα 193 :

Στις αρχές του φθινοπώρου το μήνυμα που περιμέναμε από πολλούς μήνες έφτασε. Μαζί με τις οδηγίες του Μανουέλ. Η συνάντηση επιτέλους θα γίνει.
Θα συναντήσει επιτέλους τον Αντρές. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου τώρα πια, και για κείνον και για τους άλλους. Είναι υποχρεωμένη να κάνει τον μηχανισμό να ξαναδουλέψει. Πρέπει να δικαιώσει την εμπιστοσύνη τους. Είναι υποχρεωμένη να συλλάβει κάθε απόχρωση. Ο κίνδυνος κρύβεται στις λέξεις που περιγράφουν την δράση. Να ξαναπάρουν τις θέσεις τους της μάχης οι σύντροφοι στη Χιλή – γι αυτό πρόκειται, και είναι ήδη πάρα πολύ.

Από σελίδα 209 :

Αρχίζω πάλι να συλλογιέμαι την τελευταία μου έμμονη ιδέα, χρησιμοποιώ ένα ύφος που επιζητά να είναι πειστικό, τι σκέφτεσαι κι εσύ ; Γιατί δεν μιλούμε ποτέ για την ζωή των επαναστατών ; Η μπουρζουαζία στέκεται πάντα στο θάνατο των μαχητών. Μερικές φορές πέφτουμε κι εμείς στην παγίδα, ιεράρχηση των θανάτων, οι ήρωες, οι κοινοί άνθρωποι, και οι αθάνατοι, αυτοί που πληθαίνουν το Πάνθεον. Οι καλοί και οι κακοί – μια γυναίκα που αυτοκτονεί, για παράδειγμα, μας ενοχλεί, δεν ξέρουμε που θα την τοποθετήσουμε, πως να την τιμήσουμε, την βγάζουμε λοιπόν ταχυδακτυλουργικά απ’ την μέση ή την αρνούμαστε, αλλά ο θάνατός της είναι μια πολιτική πράξη στην εξορία, μια τελευταία κραυγή εξέγερσης ενάντια στην απουσία του πολιτικού, μια τελευταία αγωνιστική φλόγα και ίσως-ίσως, η έσχατη απελπισία όπου οδηγεί αυτή η λατρεία του θανάτου. Δεν συμφωνώ να αυτοκτονούν οι άνθρωποι, η ζωή είναι που ενδιαφέρει. Θυμήσου την εμπειρία μας στην Αντίσταση : το να καταφέρεις να επιβιώσεις στην παρανομία, είναι ακριβώς να καταφέρνεις να ζεις.

Κάνουμε σαν να μη ξέρουμε ότι ο θάνατος είναι μια άμεση πραγματικότητα, επιλέγουμε τη ζωή, ακόμα κι αν το κάνουμε για να φτάσουμε στον θάνατο. Αυτό τ’ αλλάζει όλα. Η ευτυχία. …εμείς την είδαμε, την γνωρίσαμε, ήταν εκεί, μέσα στα κρησφύγετα και τις κρύπτες, δίπλα στις γυναίκες, τους άντρες, και τα παιδιά, σε κάθε χώρο, όπου υπήρχε ζωντανή αντίδραση. Περιττό να το κρύβουμε, μόνο η σύζευξη κάποιου με τον αγώνα φέρνει την ευτυχία, ακόμα κι αν αυτά δεν κρατήσουν περισσότερο απ’ όσο κρατήσει ένας στεναγμός.
Σιγά-σιγά φτάνεις να κάνεις μια ζωή κανονική, κοινή, με μερικές απαγορεύσεις. Δεν μπορείς να πας σινεμά, εκδρομή στη θάλασσα, βόλτες στον ζωολογικό κήπο, αλλά είναι μέρες με τον ίδιο ρυθμό, όπως όλου του κόσμου. Τα όπλα ;. …μα ζούμε μαζί τους στο σπίτι, γίνονται κομμάτι μας, προέκταση του χεριού μας. Χάνουν κάθε μυστήριο, ξαναπαίρνουν τις πραγματικές τους διαστάσεις, εντάσσονται στο καθημερινό σκηνικό. Τώρα ξέρω ότι ένα όπλο δεν χρησιμεύει σε τίποτα άλλο παρά για να το χρησιμοποιείς όταν αγωνίζεσαι. Συνηθίζεις τον ρυθμό της γειτονιάς, μέσα στην πείνα και τα πηγαινέλα των στρατιωτικών. Τίποτα το παράξενο, κι όμως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να αντέξεις επί πολύ. Και ν’ αντιστέκεσαι.

Ο Αντρές με ακούει, χαμογελάει με το πάθος μου, απορρίπτει μερικές λέξεις, επικροτεί άλλες, σκέφτεται σιωπηλός, καθησυχάζει την ανυπομονησία μου, ακολουθεί τις δικές του σκέψεις, μου μιλάει – ήρεμα : μας κατηγορούν για βολονταρισμό, που τον θεωρούν αυτοκτονία για το MIR, γι αυτήν την απόφασή μας να μείνουμε στην χώρα στα χρόνια της τρομοκρατίας, του άγριου κυνηγητού που έχει εξαπολύσει πάνω μας η δικτατορία. Αλλά το αύριο εγγράφεται ήδη στο χθες, δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο. Κανείς δεν σκέφτηκε να ζητήσει απ’ τον χιλιανό λαό να καταφύγει στις πρεσβείες, ούτε να φύγει μαζικά στο εξωτερικό αφήνοντας έρημα τα εργοστάσια και την ύπαιθρο. Ο Τσέ, ο Μιγκέλ, ο Σαντούτσο, κι όλοι οι άλλοι, γίνονται ζωντανή ιστορία στις μαύρες και κόκκινες σημαίες των Σαντινίστας, παράδειγμα και πάνω απ’ όλα, ενέργεια για το λαϊκό και δημοκρατικό κίνημα της Λατινικής Αμερικής. ‘Αφού μπορούμε, θα μείνουμε – εδώ υπάρχουν οι ανάγκες’, έλεγε ο Μιγκέλ : ‘για να αποφύγουμε τη διάλυση, να οργανώσουμε την υποχώρηση, να οργανώσουμε τον αντιστασιακό αγώνα, να εμποδίσουμε την οριστική σταθεροποίηση της δικτατορίας. Για να απαντήσουμε στο πραξικόπημα, στην στρατιωτική βία, στην ήττα, φτιάχνοντας χαρακώματα, υποχωρώντας μαχόμενοι. Αν ηττηθήκαμε για μια στιγμή, να σκορπιστούμε με τάξη, να ξαναγυρίσουμε απ’ τον ίδιο δρόμο, να υποχωρήσουμε, χωρίς να σταματήσουμε ούτε μια στιγμή την εξέγερση, αγωνιζόμενοι πάντα’, έλεγε στα γράμματά του, που έγραφε σε τσιγαρόχαρτα : ‘η έκταση της ήττας θα εξαρτηθεί από το πως αντιδρά και θα συμπεριφέρεται η αγωνιστική μας θέληση, απ’ το αν θαφτεί, θα ενδώσει, θα γίνει απαισιοδοξία – απ’ το αν θα υποχωρήσει, θα εξασθενήσει και θ’ αφεθεί να νικηθεί. Αν κρατήσει, αν ξεδιπλώσει την πρωτοβουλία και την πανουργία της, τότε θ’ αντέξει, θα διατηρηθεί ακέραια, ζωντανή, και θα εξαπλωθεί’. Είχε δίκιο ο Μιγκέλ : ακόμα και στις χειρότερες στιγμές, προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι υπήρχαν κι άλλοι στην Χιλή, εκτός απ’ τους στρατιωτικούς και τ’ αφεντικά – ζωογονήσαμε μια υπόγεια, σιωπηλή αντίσταση. Οι παράνομοι ήταν αυτοί που εξασφάλιζαν την επιβίωση του αγώνα, τώρα αυτή η προσπάθεια αποδίδει καρπούς. Η δράση είχε μια συγκεκριμένη έννοια………

Η ζωή στο Σαντιάγκο είναι αλλιώτικη, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει απ’ τη χρονιά 74-75. δεν βλέπεις πια εκείνα τα φοβισμένα, ταπεινωμένα βλέμματα, εκείνη στη σκιασμένη ντροπή που ανάγκαζε τους ανθρώπους να χαμηλώνουν τα μάτια μπροστά στους περαστικούς. Ο φόβος λιγόστεψε, μια απεργία πείνας ξεσπάει σε μια γειτονιά, ξεκινούν κι άλλες, τα συνδικάτα αναδιοργανώνονται, ‘η εργασία σε αργό ρυθμό’ εξαπλώνεται απ’ τα χαλκορυχεία στη σιδηρουργία, το εργοστάσιο ηλεκτρισμού του Κομπίνο παραλύει μετά από ένα σαμποτάζ, σ’ ένα τοπικό γραφείο της DINA γίνεται μια έκρηξη βόμβας και σκοτώνει ένα βασανιστή, η μαχητική ομάδα Manuel Rondriguez μοιράζει ένα φορτίο γάλα Νεστλέ σε μια φτωχογειτονιά, επιτροπές αντίστασης διακινούν την παράνομη προπαγάνδα, ένα βράδυ, μια διαδήλωση σπουδαστών σπάζει την σιωπή. Επιτέλους αναλαμπές, παντού από λίγο, οι άνθρωποι εκφράζουν τα αιτήματά τους, οργανώνονται ,μάχονται. Η κατάσταση αναταράζεται, μισανοίγουν πάλι οι πόρτες, αρχίζει η επίθεση – αλλά η παράνομη δουλειά παραμένει δύσκολη.

Είναι πάλι η ώρα της επιστροφής – αλλά οι περισσότεροι γυρνούν να στήσουν κάποια αντίσταση εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα. Δεν έχουν να τους προσφέρουν ούτε κρυψώνες, ούτε δίκτυα, ο καθένας ψάχνει τον τρόπο να επιβιώσει, τα εργαλεία της δουλειάς του. Η οικονομική στήριξη από το εξωτερικό είναι ανεπαρκής, χρειάζεται να ληστέψεις, καθένας εξασφαλίζει τα της ζωής του. Πηγαίνουν στην χώρα τους, σαν οικοδόμοι, και ξέρω ότι καταλαβαίνεις τις συνέπειες αυτού του γεγονότος. Είδαμε, τελικά, ότι υπάρχουν και ζωντανοί ήρωες, ότι, πρώτα απ’ όλα, χρειαζόμαστε μαχητές – εφ’ όρου ζωής.

  • Και για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα, σας παραθέτω ένα μικρό κείμενο του ΕΝΤΟΥΆΡΝΤΟ ΓΚΑΛΕΆΝΟ. Από την ΟΥΡΟΥΓΟΥΆΗ, φιγουράρει ανάμεσα στους πιο γνωστούς σύγχρονους λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Κατά καιρούς έχει υπάρξει δημοσιογράφος και ποιητής, αφηγητής και ιστορικός. Εδώ μας υπενθυμίζει ότι μια μικρή ιστορία έχει να πει μερικές φορές τόσα όσα μια μεγάλη ανάλυση. Το κείμενο αυτό, ΦΩΝΉ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΎ, ΕΊΝΑΙ ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΊΟ ΤΟΥ ΈΡΓΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΆΣΤΗΚΕ ΣΤΑ Γαλλικά. Το πήραμε από το μπλόγκ JAQUOU VS L’ UTOPIE.
    MONTREAL 2011
    Μετάφραση από την LE MONDE DIPLOMATIQUE.
    Δεκέμβρης 2011.

ΚΑΤΑΣΚΕΥΈΣ.
Ήμασταν στο 1964 και η Λερναία Ύδρα του διεθνούς κομμουνισμού είχε ανοίξει διάπλατα τα επτά στόματα της για να καταβροχθίσει τη Χιλή.
Η κοινή γνώμη βομβαρδίζονταν από εικόνες φλεγομένων εκκλησιών, στρατοπέδων συγκέντρωσης, ρωσικών αρμάτων, ενός τείχους του Βερολίνου στη μέση του Σαντιάγο και γενειοφόρων ανταρτών που έκλεβαν τα παιδιά.
Έγιναν εκλογές.
Ο φόβος θριάμβευσε και ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε νικήθηκε. Κατά τη διάρκεια αυτών των θλιβερών στιγμών, τον ρώτησα τι τον είχε πληγώσει.

Ο Αλλιέντε μου διηγήθηκε αυτό που συνέβη ακριβώς δίπλα, σε ένα σπίτι της γειτονιάς Προβιντέντσια. Μια γυναίκα που κοψομεσιάζονταν για να δουλεύει μαγείρισσα, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να είναι και τροφός με αντάλλαγμα έναν ισχνό μισθό έβαλε όλα της τα ρούχα σε μια πλαστική σακούλα και τα έθαψε στον κήπο των αφεντικών της ώστε οι εχθροί της ατομικής ιδιοκτησίας να μην τα καταστρέψουν.

Κάντο Χενεράλ, Πάμπλο Νερούδα, Μίκης Θεοδωράκης.

Εν κατακλείδι λοιπόν. Παντού και πάντα ίδια τα αφεντικά. Φτιασιδώνουν τα καθεστώτα ανάλογα με τα συμφέροντα, τις συγκυρίες και τις αντιστάσεις των λαών. Σκληρά- σκληρότερα ή σκληρότατα. Πάντα για τον ένα και μοναδικό σκοπό, την απρόσκοπη συσσώρευση των κεφαλαίων και της εξουσίας στα ίδια, λιγοστά χέρια.
Την διαιώνιση του είδους των.
Μέχρι να τους μπλοκάρει και εξαφανίσει ο λαϊκός αγώνας, η εξέγερση και η επανάσταση.
Αμήν.

http://www.archivochile.com/Miguel_Enriquez/Doc_sobre_miguel/MEsobre0027.pdf

http://www.lahaine.org/internacional/historia/ultimodiaEnriquez.htm

The Song Remains the Same, Led Zeppelin.

  • Συζητάω με την κόρη μου για κινηματογράφο και της λέω για το πόσο μου άρεσε η ταινία ‘ο Δρόμος της Επανάστασης’, με τον Ντι Κάπριο και την Κέιτ Γουίνσλετ που ξαναείδα προχθές.
    Μου μίλησε για τον ‘Βασιλιά’ που παίζεται αυτές τις μέρες στον ‘Ζέφυρο’, την έψαξε και μου την έστειλε διαδικτυακά.
    Θα την δούμε σήμερα το βράδυ.

Πριν χωρίσουμε της ανέφερα πως
μιας και δεν μπορούμε να κάνουμε την κοινωνική επανάσταση αυτή τη στιγμή ας κάνουμε την προσωπική μας
που σημαίνει πως
έχουμε ιερή υποχρέωση, πάνω απ’ όλα,
ν’ αντέξουμε,
ψυχικά και σωματικά.
Να επιμείνουμε να υπάρχουμε
να μην παραδοθούμε.
Να τινάξουμε από πάνω μας τον αδηφάγο ατομικισμό.

Ν’ ανοιχτούμε στον σύντροφο
με μία τεράστια αγκαλιά,
στον διπλανό, στον κοντινό,
και στον ξένο ακόμη.
Με μπούσουλα την αγάπη, την αδελφοσύνη και την αλληλεγγύη
να προχωρήσουμε
μπροστά.
Ο καπιταλισμός έσβησε.
Δεν έχει πλέον να προσφέρει τίποτα στην ανάπτυξη του ανθρώπου και της κοινωνίας.
Η έχθρα και το μίσος ανάμεσα στους ανθρώπους και τις παρέες, επίσης,

η κηδεία του Πρόσπερο Γκαλλινάρι

DSC02244Είμαστε κοινωνία ανθρώπων
και όχι αγέλη άγριων ζώων που σκοτώνονται για το ποιο θα επικρατήσει.
Ας περιμένουμε λοιπόν με εμπιστοσύνη την μέρα εκείνη που η ιστορία θα μας ζητήσει
και θα μας δώσει την ευκαιρία
να κατασπαράξουμε το τέρας που λέγεται καπιταλισμός και τρώει αχόρταγο και ασταμάτητα τα παιδιά του.

Ευχαριστώ.

In the court of the crimson King, King Crimson.

η διεθνής στην κηδεία του Πρόσπερο

συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Ο. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 14

Σαν επίλογο, επισυνάπτω κείμενο που έγραψα κάποια στιγμή, σε κατάσταση ιερής αγανάκτησης, διαβάστε το και θα καταλάβετε γιατί :

ΠΕΡΙ ΑΝΟΜΊΑΣ, ΚΑΤΑΛΉΨΕΩΝ, ΒΙΑΣ, ΚΑΙ ΜΙΑΣ ΚΑΤΆΣΤΑΣΗΣ ΑΠΈΡΑΝΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΊΑΣ.

Ανοικτή επιστολή -καταγγελία προς την κοινωνία για τα αμέτρητα ‘κέντρα ανομίας’ που μας κυκλώνουν.

Απρίλιο του 2010 ξεκινά η Οδύσσεια μου, όπως και χιλιάδων άλλων συμπατριωτών μου, από την κρατική μηχανή. Έχοντας τρεις σοβαρότατες ασθένειες στην πλάτη μου, ‘εξασφαλίζω’ 67% αναπηρία, καθιστάμενος με αυτόν τον τρόπο όμηρος μιας μηχανής που θα με ‘επανεξετάζει’ ανά διετία.
Παραμένω έναν ολόκληρο χρόνο απλήρωτος, και ξεκινώ να εισπράττω την σύνταξη που δικαιούμαι την άνοιξη του ‘11. Το πως καταφέρνω να επιζώ όλο αυτό το διάστημα δεν ενδιαφέρει κανένα ‘υπεύθυνο’!
Απρίλιος του ‘12 η σύνταξη λοιπόν διακόπτεται. Ξανακάνω τα χαρτιά μου για να περάσω εκ νέου επιτροπή. Λες και οι επιπτώσεις στην υγεία μου από ένα τετραπλό by pass και μια στάσιμη λευχαιμία είναι δυνατόν να βελτιωθούν!

Να μη μιλήσω για την στεναχώρια που δημιουργείται έπειτα απ’ όλ’ αυτά! Απέραντη !
Από τον Απρίλη λοιπόν, και μέχρι σήμερα που μιλάμε. ….μην είδατε τον Παναή.
Εισόδημα μηδέν, περιμένω. …και βλέπουμε……
Υπό κατάσταση πολιορκίας…..
Εν μέσω απειλών, όσον αφορά λογαριασμούς, φόρους, αυξήσεις, τέλη κλπ καλούδια από τα διάφορα παρελκόμενα μιας συνεχούς παρανομίας την οποία καλούμαστε να υπομένουμε. Από έναν μηχανισμό ο οποίος υποχρεώνει να πληρώνεις και χωρίς να εισπράττεις, απειλώντας με αντίποινα τους αδυνατούντες, ξέρετε, διακοπές πληρωμών, φυλακίσεις κλπ.

Γνωρίζετε και άλλους λόγους για τους οποίους οι αποφάσεις που λαμβάνονται το τελευταίο, και όχι μόνο, διάστημα είναι παράνομες. Εγώ θα αναφέρω την κυριότερη στα μάτια μου αιτία, αυτή από την οποία ξεκινούν και όλες οι υπόλοιπες :
ΑΥΤΟΊ ΟΙ ΆΝΘΡΩΠΟΙ ΒΡΊΣΚΟΝΤΑΙ ΕΚΕΊ ΠΆΝΩ, ΣΤΕΛΕΧΏΝΟΥΝ ΤΟΝ ΜΗΧΑΝΙΣΜΌ, ΠΑΤΏΝΤΑΣ ΣΕ ΈΝΑ ΚΑΛΠΟΝΟΘΕΥΤΙΚΌ ΣΎΣΤΗΜΑ, ΠΟΥ ΦΤΙΆΞΑΝ ΣΤΑ ΜΈΤΡΑ ΤΟΥΣ, ΏΣΤΕ ΝΑ ΔΊΝΕΙ ΠΛΕΙΟΨΗΦΊΑ ΕΚΕΊ ΠΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΌΤΗΤΑ ΔΕΝ ΥΠΆΡΧΕΙ.

Τα προεκλογικά τους ψέματα δεν τα μασάμε.
Η αποχή υπερβαίνει το 30%.
Εάν κάνετε τους υπολογισμούς θα δείτε πως αυτοί που κυβερνούν βασίζονται σε μια φούσκα που εμείς οι υπόλοιποι, με την ανοχή και την παθητικότητά μας επιτρέπουμε.
Εστίες ανομίας λοιπόν είναι τα κομματικά και πολιτικά τους γραφεία, και όλα τα γραφεία του κρατικού μηχανισμού που επιτρέπουν, όλοι εμείς οι αιχμάλωτοι του πολέμου που έχουν εξαπολύσει ενάντια στην κοινωνία, να ζούμε χωρίς αξιοπρέπεια.
Δεν τους χρωστάμε τίποτα. Δεν διαπλεχτήκαμε ποτές. Δεν είμαστε υπεύθυνοι για τις κλοπές, την απληστία, τις παρανομίες και τις καταχρήσεις τους.

Χρόνια τώρα έχουν καταβροχθίσει απίστευτα ποσά.
Διαβάζεις φορολογικές δηλώσεις ντροπής. Απίστευτες καταθέσεις, κατοχή αναρίθμητων ακινήτων από όλους αυτούς που μας αρνούνται το αυτονόητο, την αξιοπρέπειά μας.
Όλοι τους λοιπόν. Και όσοι τους στηρίζουν. Είστε υπεύθυνοι για έγκλημα κατά της ανθρωπότητας!
Εστίες ανομίας είναι τα σπίτια και τα γραφεία σας.
Έχετε κάνει κατάληψη στα δικά μας σπίτια, στις ζωές μας.
Είμαι κι εγώ καταληψίας λοιπόν. Δυστυχώς, και το επαναλαμβάνω, δυστυχώς μονάχα στην ψυχή. Μιας και οι δυνάμεις δεν μου επιτρέπουν να μπω μες στα γραφεία σας και να ξαναβγώ μονάχα με την πολιτική σας εξαφάνιση!

Που ίσως αργήσει ακόμη λιγάκι. Αλλά να είστε σίγουροι πως θα έρθει. Που θα πάει ;
Άντε και με ξαναπερνούν επιτροπή σε κάποιους μήνες από τώρα. Και επαναλαμβάνω πως δεν είμαι ο μόνος που περιμένει τόσο διάστημα, είμαστε χιλιάδες.
Μέχρι τότες τι γίνετε ;
Και μετά ; Πόσο θα χρειαστεί να περιμένουμε ακόμη ;
Ο μηχανισμός σας όμως λειτουργεί κανονικά.
Κι εμείς ζητιανεύουμε!
Μας κλέβετε την αξιοπρέπεια και είστε παράνομοι.
Χώροι ανομίας τα πόστα σας!

Υπάρχουν, λέει, λίστες. Εγώ γνωρίζω αυτή με τα ονόματα όλων αυτών που δουλεύουν στον μηχανισμό, και αυτών που στηρίζουν τον μηχανισμό.
Και μας έχουν στερήσει την αξιοπρέπεια.
Σε εμένα και χιλιάδες άλλους συμπατριώτες μου.
Ας το ξανασκεφτούν.
Με ξεσκέπαστο πρόσωπο.
Μιχάλης Μαυρόπουλος.
Ένας ακόμη καταληψίας.

Σαν υστερόγραφο :
Μιας και Σίμος Κεδίκογλου και λοιποί αντιπρόσωποι των κυβερνητικών εταίρων σκούζουν και καταδικάζουν την βία, απ’ όπου κι αν προέρχεται, ας παραιτηθούν από τα πόστα τους σε μια πράξη ευθύνης, συμπαραστεκόμενοι σε όλους εμάς που υφιστάμεθα τη βία του απάνθρωπου συστήματος που υπηρετούν, με το αζημίωτο φυσικά. Τη βία που εγώ και τόσοι πολλοί άλλοι, αιχμάλωτοι και όμηροι της απληστίας τους υφιστάμεθα.
Σταματήστε λοιπόν τις ανούσιες συζητήσεις περί βίας, εσείς όλοι οι μεγαλύτεροι βιαστές της σύγχρονης ιστορίας.
Δεν μπορούμε να σας συμπαθήσουμε, όσο και αν φωνασκείτε!

Αυτό το κείμενο γράφτηκε 13 Ιανουαρίου 2013, Κυριακή μεσημέρι. Είχα σκοπό να το στείλω στις εφημερίδες για δημοσίευση. Τελικά αποφάσισα να το ενσωματώσω εδώ σαν επίλογο. Πριν ακόμη προφτάσω να τελειώσω την πληκτρολόγηση, ένα μήνα αργότερα, και συγκεκριμένα 20 Φεβρουαρίου του ‘13 πέφτει υπόψη μου η ανάληψη ευθύνης για την απαλλοτρίωση τράπεζας στην Αθήνα και το μοίρασμα της λείας σε ανήμπορους πολίτες, με επιστολές που στέλνονται σπίτια τους ύστερα από χακάρισμα του Υπουργείου από τους αγωνιστές, στους οποίους περιήλθε η λίστα με τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Πρωτοποριακή η δράση, πρωτοποριακή και η σκέψη. Σας μεταφέρω αυτούσια την άποψή τους λίγο πιο κάτω, προσθέτοντας μονάχα το εξής σύνθημα που ακούγεται στις πορείες :
‘δεν υπάρχουν Έλληνες, δεν υπάρχουν ξένοι, υπάρχουν καταπιεστές και καταπιεσμένοι’.

ΥΣΤΡ. Βρισκόμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού και η ταλαιπωρία συνεχίζεται. Στα όρια της πείνας πλέον αποφασίζω και επισκέπτομαι αυθόρμητα τις Αρχές. Με συνοδεύει φίλος δημοσιογράφος που μου συμπαραστέκεται. Ο Aντιπεριφεριάρχης επικοινωνεί αυτοστηγμί με τον Πρόεδρο του ΕΟΠΠΥ, ο οποίος την ίδια ημέρα απασχολεί τις υπηρεσίες του. Προς τιμήν τους. Το σωστό να λέγεται. Το κακό όμως είναι πως κατακαλόκαιρο ο μηχανισμός παραλύει. Από Σεπτέμβρη λοιπόν ! Θα συμπληρώσω έτσι ενάμιση χρόνο απλήρωτος!
Αλίευσα λοιπόν από το διαδίκτυο το παρακάτω κείμενο που φωτογραφίζει την κατάσταση από μιαν άλλη οπτική γωνία :
Γράφει αναγνώστης στο πολιτικό καφενείο:

  • Καλημέρα. Χθες πήγαμε με την μητέρα μου στο Θεαγένειο για τις προγραμματισμένες εξετάσεις της. Από την είσοδο ακόμη, με τις τεράστιες ουρές, λόγω μείωσης των διοικητικών, αισθάνθηκα την κρίση να με υποδέχεται αυτοπροσώπως. Στην τεράστια αίθουσα αναμονής των εξωτερικών ιατρείων το αδιαχώρητο κι όμως απόλυτη σιωπή. Από το 2002 που επισκέπτομαι αυτό το νοσοκομείο είναι η πρώτη φορά που είδα τόσους πολλούς φοβισμένους, εντελώς παρατημένους ανθρώπους. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με τον καρκίνο, μια αρρώστια που – παρά τα λεγόμενα – θεραπεύεται, προϋποθέτει όμως πρόληψη, σωστή περίθαλψη και ηθικό ακμαιότατο.

Έχει να κάνει με την αγωνία του κόσμου σε τι γιατρό θα πέσει, αν υπάρχουν φάρμακα, αν θα υπάρχει σε λίγο το ίδιο το νοσοκομείο.
Οι περισσότεροι έμπειροι γιατροί βγήκαν άρον-άρον στη σύνταξη ή τα βρόντηξαν αφού αδυνατούν να δουλέψουν με τα περιορισμένα μέσα που τους παρέχει το κράτος, οι υπόλοιποι παλεύουν, απλήρωτοι, σε συνθήκες απαράδεκτες. Το ίδιο αποδεκατισμένο και το νοσηλευτικό και παραϊατρικό προσωπικό.

Η ώρα των ραντεβού δεν τηρείται, η εξέταση διαρκεί λιγότερο για να ‘εξεταστούν’ όλοι, αν και ο διάβολος, όπως και η αρρώστια κρύβεται στις λεπτομέρειες. Μέσος χρόνος αναμονής πέντε ώρες. Η επαφή με τον γιατρό – λόγω έλλειψης χρόνου – συμπιέζεται, περιορίζεται σε μία ματιά στο φάκελο, μία γρήγορη ψηλάφηση, άντε και να προλάβει ο ασθενής να διατυπώσει μια απορία.Το ευχαριστώ προλαβαίνεις δεν προλαβαίνεις να το πεις στην έξοδο.

Πας σε αυτό το νοσοκομείο για να κερδίσεις χρόνο πάνω σε αυτή τη γη και φεύγεις με την πίκρα πως η πολιτεία είναι με το θεριό και όχι μ’ εσένα, έστω κι αν δεκαετίες ολόκληρες πλήρωνες αδρά γι αυτές τις ώρες που την χρειάζεσαι. Αισθάνομαι την υποχρέωση να πω ένα μεγάλο μπράβο στο προσωπικό που επιμένει να προσφέρει τις υπηρεσίες του υπό αυτές τις συνθήκες, αλλά και να βροντοφωνάξω ΝΤΡΟΠΉ μας που επιτρέπουμε, παραμένοντας αδρανείς, να μας δολοφονούν κάθε μέρα [ Νίκη Βίκου, 23 Απριλίου, 11΄48 π.μ.]

Ελένη, Θάνου Μικρούτσικου.

  • Ανάληψη ευθύνης πράξης και φιλοσοφίας.
    Το προφανές.
    Είναι απαράδεκτο κάποιοι να ζουν μες την αφθονία και κάποιοι άλλοι να μην έχουν να φάνε και που να κοιμηθούν. Η κοινωνία είναι συλλογικά υπεύθυνη για τέτοιες αδικίες και πρέπει όλοι μας να κάνουμε ότι μπορούμε για να διορθωθούν. Θα πει κανείς ότι μια ληστεία τράπεζας είναι κάτι το παράνομο και κάτι το ανήθικο. Δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, κατά την γνώμη μας, ιδίως όταν γίνεται με τον τρόπο το δικό μας [ριφιφί], χωρίς απειλές και χωρίς αίμα. Στη συνέχεια δικαιολογούμε τη στάση μας.
    Η θεμελιώδης και άπειρη κοινωνική αδικία

Οι κοινωνίες έχουν κάθε συμφέρον να γεννιούνται νέοι άνθρωποι, ώστε να μπορούν να αναπαράγονται, και γι αυτό επιτρέπουν τις γεννήσεις και μάλιστα στον δυτικό κόσμο δίνουν και κίνητρα γι αυτές. Σε κάποιες περιπτώσεις όπου το κράτος θεωρεί ότι δεν είναι συμφέρουσες οι επιπλέον γεννήσεις, αυτές ποινικοποιούνται. Για παράδειγμα, στην Κίνα με την κρατική ‘πολιτική του ενός παιδιού’.
Επομένως, και στον βαθμό που οι κοινωνίες στηρίζουν και ευνοούν τις γεννήσεις αναλαμβάνουν μεγάλη ηθική ευθύνη απέναντι στους ανθρώπους που γεννιούνται. Απέναντι δηλαδή σε αυτούς που έρχονται στη ζωή χωρίς να ρωτηθούν προς το συμφέρον της κοινωνίας. Και που η μοίρα τους είναι σημαδεμένη εξ αρχής με τον πιο σκληρό τρόπο: τελική αναπόφευκτη μοίρα ο θάνατος. Και αυτοί που μιλάνε για το αρχικό ‘δώρο’ της ζωής, ας σκεφτούν και το τελικό ‘δώρο’ του θανάτου και το πόσο χρονικό διάστημα απολαμβάνει κανείς το ένα δώρο και πόσο χρονικό διάστημα το άλλο.

Στη συσκευασία του δώρου του θανάτου πάντως γράφει ‘αιωνιότητα’. ενδιάμεσα [ανάμεσα δηλαδή στα δύο ‘δώρα’] είναι πιθανά διάφορα δεινά, ανάμεσα στα οποία ο θάνατος αγαπημένων προσώπων και τα γηρατειά [αν φτάσει κανείς σε αυτά] είναι επίσης αναπόφευκτα.
Τελικό συμπέρασμα : οι κοινωνίες δεν μπορούν να σφυρίζουν αδιάφορα απέναντι στη θεμελιώδη ανθρώπινη μοίρα την οποία οι ίδιες προκαλούν.
Ο άνθρωπος απέναντι στην θεμελιώδη και άπειρη κοινωνική αυθαιρεσία – η περίπτωση του εγκληματία.

Κανείς άνθρωπος που έρχεται στη ζωή δεν είναι υποχρεωμένος να σέβεται τους τυπικούς κοινωνικούς νόμους και τα οποιαδήποτε κοινωνικά ήθη και έθιμα, στο βαθμό που έρχεται στη ζωή χωρίς να ρωτηθεί για τίποτα απ’ όλα αυτά και κυρίως χωρίς να έχει συμφωνήσει για όλα αυτά από πριν. Αντιμετωπίζει δηλαδή εντελώς αυθαίρετα μια τεράστια πραγματικότητα την οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι υποχρεωμένος να αποδεχθεί, από την σκοπιά της αυτόνομης σκέψης και συνείδησής του.

Από αυτή την άποψη δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε ακόμη και τον χειρότερο εγκληματία, αφού δεν έχει υπογράψει, προ της αυθαίρετης [με ευθύνη της κοινωνίας] γεννήσεώς του, κανένα πρωτόκολλο κοινωνικής συμβίωσης και κανένα κοινωνικό συμβόλαιο με τα οποία, λόγω της υπογραφής του, να δεσμεύεται. Κάθε εγκληματίας είναι από αυτή την άποψη και ένας εξεγερμένος απέναντι στην κοινωνική αυθαιρεσία της γέννησής του όσο και απέναντι στην τελική σκληρή κατάληξη αυτής της αυθαιρεσίας, δηλαδή του θανάτου. Κάτω από αυτό το πρίσμα ερμηνεύουμε τις ακόλουθες δύο ρήσεις του Νίτσε :
– ‘ο εγκληματίας συχνά δεν βρίσκεται στο ύψος της πράξης του : την μειώνει και την συκοφαντεί’.
– ‘οι δικηγόροι ενός εγκληματία είναι σπάνια αρκετά καλλιτέχνες ώστε να μετατρέψουν υπέρ του δράστη, την όμορφη φρίκη της πράξης του’.

Η ελάχιστη κοινωνική ευθύνη.
Το ελάχιστο που οφείλει λοιπόν να κάνει μια κοινωνία, απέναντι στην πρωταρχική τεράστια ευθύνη που αναλαμβάνει με την αποδοχή της γέννησης ενός ανθρώπου, χωρίς σε καμία περίπτωση οποιαδήποτε ανταποδοτική ενέργεια να είναι αρκετή, είναι το να κάνει το διάστημα μεταξύ των δύο θεμελιακών ‘δώρων’ [της ζωής και του θανάτου] όσο το δυνατόν περισσότερο καλοβίωτο. Όταν όμως η κοινωνία παραβιάζει ακόμη και αυτή τη στοιχειώδη υποχρέωση, όπως στις μέρες μας, τότε ανοίγονται, κατά την γνώμη μας οι εξής δρόμοι :

Οι δρόμοι που ανοίγονται [κατά την γνώμη μας] μπροστά στον κάθε άνθρωπο :
– Αποδοχή από τον άνθρωπο της απύθμενης και ασύλληπτης από την ανθρώπινη διάνοια κοινωνικής αναλγησίας. Η υπακοή δηλαδή του ανθρώπου σαν ενός δούλου-τεράστιου θύματος.
– Η εγκληματική εξέγερση. Οτιδήποτε μπορεί να γεννήσει το ανθρώπινο μυαλό και το οποίο θα τεθεί στην υπηρεσία ενός σκληρού και αδυσώπητου εγωισμού, αντίστοιχου μεγέθους με την τεράστια αυθαιρεσία της και επιπλέον, μετά, με την αναλγησία της οποιοδήποτε έδαφος συνεννόησης, διακανονισμού και συμβολαίου. Επομένως πρέπει να είναι έτοιμη για τα χειρότερα. Σε αυτή την περίπτωση τα όρια της εγκληματικής εξέγερσης περιορίζονται μόνο από τους υπολογισμούς του εγωιστικού συμφέροντος του ατόμου. Ότι δηλαδή το εξεγερμένο άτομο πρέπει να περιμένει εκδικητικές απαντήσεις από την κοινωνία. Εκτός αν μιλάμε για τυφλή εξέγερση.

Ο δρόμος της συνεργασίας και της αλληλεγγύης.
– η εξέγερση μέσα σε συνεργασία και αλληλεγγύη. Η αλληλεγγύη προκύπτει από το εξής : όλοι οι άνθρωποι μοιραζόμαστε την ίδια μοίρα. Τα δύο ίδια και απαράλλακτα ‘δώρα’, τη ζωή και τον θάνατο. Αφού λοιπόν βρεθήκαμε με αυτά τα καταλυτικά δώρα, χωρίς να ερωτηθούμε, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να κάνουμε τον βίο μας όσο το δυνατόν περισσότερο ανεκτό και ευχάριστο. Και για να το κάνουμε αυτό πρέπει καταρχήν να εξετάσουμε τα πράγματα από την αρχή, χωρίς κανένα προαπαιτούμενο από αυτά που μας φλομώνει το κοινωνικό συμφέρον. Οι παραπάνω σκέψεις νομίζουμε ότι είναι ένα τέτοιο είδος αυτόνομης εξέτασης των πραγμάτων. Στη συνέχεια αν δεν διαλέξουμε τον δρόμο της [λιγότερο ή περισσότερο] εγκληματικής εξέγερσης, διαπιστώνουμε [τουλάχιστον εμείς] ότι υπάρχει ένας δρόμος, αυτός της συνεργασίας και της αλληλεγγύης που μπορεί να βοηθήσει σε έναν καλό βίο. Στο βαθμό όμως που η κοινωνία εκτός από αδιανόητα αυθαίρετη καθίσταται και ανάλγητη, η συνεργασία και η αλληλεγγύη είναι δυνατόν να πάρουν και μορφές μη τυπικά νόμιμες.

Αυτό γιατί ήδη η κοινωνία καταπατά η ίδια τις οποιεσδήποτε θεμελιώδεις ηθικές νομιμότητες, όπως έχει ήδη καταδειχθεί. Το όριο τώρα στις μη τυπικά νόμιμες ενέργειές μας, που γυρεύουν ωστόσο να επιστρέψουν κομμάτι τουλάχιστον της ουσιαστικής και θεμελιώδους κοινωνικής νομιμότητας, είναι η επικέντρωση στις αξίες της συνεργασίας και της αλληλεγγύης που ζητάμε μέσω αυτών τον καλό βίο.
Όχι σε δογματισμούς και φονταμενταλισμούς.

Εδώ θέλουμε να κάνουμε μια μικρή διευκρίνιση, πριν ακολουθήσουν δύο μεγαλύτερες : οι αξίες της συνεργασίας και της αλληλεγγύης δεν αποκλείουν αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ‘ευγενικό συναγωνισμό’ [και όχι ανταγωνισμό] ή ‘ευγενή συναγωνιστική άμιλλα’. Κάνουμε αυτή τη διευκρίνιση γιατί δεν μας αρέσουν καθόλου όλες οι μονόπατες εκδοχές και επιλογές και δεν σκοπεύουμε να προτείνουμε πολιτικές καταπίεσης στοιχείων της ανθρώπινης φύσης, όπως αυτή έχει παραχθεί στη πορεία χιλιετιών, προς όφελος κάποιων άλλων. Που εμείς θεωρούμε ιδανικά.
Γιατί δεν είμαστε υπέρ των ένοπλων ληστειών.

Μια ληστεία τράπεζας, για τον σκοπό που την επιδιώξαμε και την οργανώσαμε εμείς, δηλαδή να δώσουμε ένα έμπρακτο παράδειγμα μη τυπικά νόμιμης, αλλά ουσιαστικά και θεμελιακά νόμιμης ενέργειας αλληλεγγύης σε ανθρώπους που κάτω από την επικεφαλίδα ‘δικαιούχοι προνοιακών επιδομάτων’, δυστυχούν, δεν μπορεί να παραβιάζει την ίδια την αξία της αλληλεγγύης. Γιατί παραβίαση της αξίας της αλληλεγγύης θα ήταν να μπουκάρουμε σε μια τράπεζα με όπλα και να απειλήσουμε όχι τους μεγαλομετόχους, όχι την ίδια την τράπεζα, αλλά τον κάθε άνθρωπο στον οποίο ακριβώς θέλουμε να προτείνουμε σαν αξία την συνεργασία και την αλληλεγγύη.
Για τις πολιτικές ιδεολογίες.

Θα μπορούσε κανείς να μας αντιτείνει ότι τον δρόμο της συνεργασίας και της αλληλεγγύης τον έχουν προτείνει ήδη, με τον δικό τους τρόπο, οι πολιτικές ιδεολογίες και ιδίως αυτές που έχουν αντικαπιταλιστικές προθέσεις. Νομίζουμε όμως ότι οι πολιτικές ιδεολογίες, ακόμη και οι πιο επαναστατικές, ενδιαφέρονται για τον εαυτό τους, τον κορδωμένο στα ρετιρέ της ιστορίας, και για την επικράτησή τους και πολύ λιγότερο ενδιαφέρονται για τον κάθε συγκεκριμένο και μοναδικό άνθρωπο. Εμείς ακολουθούμε την εντελώς αντίθετη σκέψη και πρακτική. Κάθε συγκεκριμένος άνθρωπος, ο οποιοσδήποτε άνθρωπος, που έχει ριχθεί χωρίς την θέλησή του στη ζωή, πρέπει να είναι απόλυτα σεβαστός, ακριβώς γιατί περνάει την ίδια θεμελιώδη περιπέτεια με μας και γιατί ακόμη αν δεν τον σεβαστούμε τότε θα προσθέσουμε έναν ακόμη πόνο σε αυτούς που περνάει ο κάθε άνθρωπος από την μοίρα του και την κοινωνική αυθαιρεσία. Και δεν επιθυμούμε στην κοινωνική αυθαιρεσία να προσθέσουμε και τη δική μας αυθαιρεσία.

Στην παραπάνω σκέψη υπάρχουν ενδεχομένως και κάποιες εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, αν μας δινόταν η ευκαιρία μάλλον δεν θα δείχναμε κανέναν σεβασμό στον Χίτλερ και τη ζωή του. Μάλλον όμως θα δείχναμε σεβασμό απέναντι στη ζωή ενός αιχμάλωτου Χίτλερ.
Η συνεργασία και η αλληλεγγύη.
Ο κάθε άνθρωπος στην καθημερινή του ζωή, σε πολλές περιπτώσεις, μπορεί να δείξει και με πολλούς τρόπους τη διάθεσή του για συνεργασία και αλληλεγγύη. Πολλοί όμως θεωρούν ότι σε μία κοινωνία που οι περισσότεροι νοιάζονται με τον πιο εγωιστικό τρόπο μόνο για τον εαυτό τους, μια τέτοια στρατηγική ζωής θα ήταν μια στρατηγική μειονεκτήματος. Η γνώμη μας είναι ότι η σκέψη αυτή είναι λαθεμένη για δύο λόγους.
– στους ανθρώπους στη μακρά εμπειρία της κοινωνικής συμβίωσής τους με άλλους ανθρώπους, έχουν αναπτυχθεί εσωτερικές ανταμοιβές σε σχέση με τις ‘καλές’-θετικές πράξεις τους με κοινωνικό αντίκτυπο.

Η εσωτερική ευτυχία που τόσοι αναζητούν απεγνωσμένα, πράγματι, δεν κατακτάται με τα χρήματα, τη φήμη και τις άλλες πλευρές της ματαιοδοξίας. Αν και είναι αλήθεια ότι η δύναμη, που σημαίνουν τα χρήματα, η φήμη κλπ μεθάει. Όμως ποιος θα έλεγε ότι ακόμη και το καλύτερο μεθύσι είναι εξαιρετικά ευάλωτα στα γυρίσματα της τύχης, ώστε να μπορούν να ανακηρυχθούν ευτυχία που είναι κάτι πιο βαθύ και λιγότερο ευάλωτο. Αντίθετα η ηθικότητα, αυτήν που έχει κατακτήσει ο καθένας σαν δικιά του και μοναδική ηθικότητα και όχι αυτή που του έχουν βάλει έτοιμη στο κεφάλι, εξαρτάται μόνο από τον ίδιο και τις πράξεις του [και όχι από τα γυρίσματα της τύχης] και προσφέρει στον άνθρωπο μεγάλη εσωτερική ικανοποίηση.

Οι αρχές της συνεργασίας και της αλληλεγγύης είναι ακριβώς ηθικές αρχές και ηθική στάση, που γι αυτούς που την έχουν δοκιμάσει γνωρίζουν την εσωτερική ικανοποίηση που προκαλεί. Και πολλές φορές μάλιστα, τόσο πιο μεγάλη είναι αυτή η ικανοποίηση, όσο πιο δύσκολη γίνεται, από κοινωνική άποψη, η ηθική αυτή στάση.
– ακόμη και οι πιο μεμονωμένες και απομονωμένες πράξεις συνεργασίας και αλληλεγγύης, ποτέ δεν πηγαίνουν χαμένες. Μπορεί να μην αποδεικνύονται και επιδεικνύονται από την κοινωνία με τον φασαριόζικο τρόπο και λαμπρό που πολλές φορές γίνεται αυτό με τις πράξεις χρήματος και ματαιοδοξίας, αλλά όμως ‘δουλεύουν’ μέσα στην κοινωνία με τον σιωπηλό και βαθύτερο τρόπο του αληθινά πολύτιμου.

Και οι πολύτιμες αυτές πράξεις ψάχνουν να βρουν τις όμοιες τους. Και τότε δημιουργούν αφανή πλέγματα. Πλέξεις μιας άλλης κοινωνικής υφαντικής. Και τα πλέγματα αυτά μπορούν να δημιουργήσουν ευρύτερα κοινωνικά δίκτυα. Και έτσι τελικά αλλάζουν οι κοινωνίες. τελική πρόταση.
Δεν θέλουμε να πούμε κάτι για τις επιχειρησιακές μας ενέργειες. Για το πως για παράδειγμα απενεργοποιήθηκε ο μηχανισμός του συναγερμού της συγκεκριμένης τράπεζας ή για το πως ‘κλέψαμε’ ηλεκτρονικά αρχεία του υπουργείου. Αυτά δεν είναι που έχουν κατά την γνώμη μας σημασία.
Αντίθετα, σημασία έχει η πρόταση για ηθική στάση [ και ειδικότερα η πρόταση της συνεργασίας και της αλληλεγγύης ], που η αυτόνομη σκέψη του καθενός μπορεί να οργανώσει μέσα του και που πάντα παραμένει κάτι το ‘ανοικτό’ εφόσον και η αυτόνομη σκέψη είναι πάντα ‘ανοικτή’. Σημασία έχει στη συνέχεια η κοινωνική υφαντική και τα κοινωνικά δίκτυα. Αυτές είναι οι επιχειρησιακές στρατηγικές που προτείνουμε. Που είναι ταυτόχρονα, και είναι πολύ σημαντικό αυτό, και στρατηγικές εαυτού και ευτυχίας. Όλα τα άλλα είναι πολύ μικρότερης σημασίας και δεν αξίζουν, κατά τη γνώμη μας, αναφοράς.

Αυτόνομοι [ και αυτοδιαλυόμενοι] πυρήνες για την συνεργασία και την αλληλεγγύη.
Υστερόγραφο. Γιατί ‘αυτοδιαλυόμενοι’ ;
Γιατί πιστεύουμε ότι όταν μια ομάδα αποκτά την μορφή κάποιας ‘οργάνωσης’, καταλήγει να σκέπτεται τον κόσμο κάτω από το δικό της πρίσμα, το οποίο παγιώνει, και κάτω από τα δικά της ‘συμφέροντα’. τότε ο κόσμος και η κοινωνία καταλήγουν να υπάρχουν προς το συμφέρον της και όχι το αντίστροφο. Επομένως, καλή συντροφιά κάναμε, ας φτιάξουμε άλλες συντροφιές και με εντελώς άλλες βλέψεις. Πάντα, σε ότι αφορά εμάς, και για όσο δεν αλλάζουμε άποψη, μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας και της αλληλεγγύης.

οι ερυθρές ταξιαρχίες, le Brigate rosse 2

  • Στέλνω κλείνοντας χαιρετισμό στον φίλο που έφυγε νωρίς, μαζί και στον Πέππα και τον Χαλκίδη, που μοιράστηκαν μαζί μου, στιγμές μοναδικές.
    Νίκος Σαλαβάτης 1999 Μίλτος Πασχαλίδης Θανάσης Γκαϊφύλλιας
    ΑΝΤΙΣΤΕΚΟΜΑΙ

Σ’ ένα κόσμο με σειρήνες, στους πολλούς δίχως ευθύνες και σε όσους δίχως μνήμες μου μιλούν για τα παιδιά, αντιστέκομαι.
Σ’ όλους που τα ξέρουν όλα, και σ’ αυτούς που θέλουν τώρα όλα αυτά που ούτε οι ίδιοι ονειρεύτηκαν, αντιστέκομαι.
Σε ατάλαντους κριτές, άγνωστης μάχης μαχητές που δεν πολέμησαν ποτέ, αντιστέκομαι.
Στους άλλους, που μιλούν πάντα για άλλους, που δεν βλέπουνε μπροστά τους καθισμένοι στη σκιά τους, αντιστέκομαι.
Στους φίλους, που δεν ξέρουν τι είναι φίλος, που οι πόνοι όταν σε σφίγγουν ψάχνουν πόρτα για να φύγουν, αντιστέκομαι.
Αντιστέκομαι στην βία, που την βάπτισαν αγία και σε όσους έχουν μάθει ν’ ασελγούν στην ιστορία, αντιστέκομαι.
Σε εραστές της εξουσίας, [σπέρματα άνευ ουσίας], σε γραφειοκράτες δίχως ίχνος φαντασίας, αντιστέκομαι.
Στους βλάκες, τους κρετίνους, τους μαλάκες, που παντού με ξένες πλάτες μας ξεσκίζουνε, αντιστέκομαι.
Μα μένω σ’ ένα χώμα ποτισμένο μ’ αίμα, και κόκκαλα σπαρμένο αυτών που εμπιστεύομαι.
Εμπιστεύομαι τον ήλιο, τη σελήνη και τον φίλο που ονειρεύεται εμπιστεύομαι.
Τα παιδιά που όταν δακρύζουν σ’ αγκαλιές που παν ν’ ανθίσουν τις ποτίζουν με φιλιά, εμπιστεύομαι.

Ευχαριστώ πολύ και σας φιλώ
Μιχάλης Μαυρόπουλος
Καβάλα, Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013.

Ετοιμάζομαι να κλείσω όταν το βλέμμα μου πέφτει σε κάτι παλιότερες σημειώσεις. Αντιγράφω λοιπόν, πιστεύω πως αξίζει τον κόπο :

……να λυπάστε ένα έθνος που φορά ένα ρούχο που δεν το έχει υφάνει, που τρώει ψωμί που δεν το έχει θερίσει και πίνει κρασί που δεν έχει τρέξει από το πατητήρι του. ….να λυπάστε ένα έθνος που ονομάζει ένα βίαιο άνθρωπο ήρωα. …που περιφρονεί το πάθος του στο όνειρο και ωστόσο γίνεται σκλάβος στο ξύπνιο του. …να λυπάστε ένα έθνος που δεν σηκώνει τη φωνή του και δεν ξεσηκώνεται παρά μόνο όταν ο λαιμός του βρίσκεται ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα. …να λυπάστε ένα έθνος που ο κυβερνήτης είναι αλεπού, ο φιλόσοφος του ταχυδακτυλουργός και η τέχνη του, τέχνη μπαλώματος και μιμικής. …να λυπάστε ένα έθνος που υποδέχεται τον καινούριο κυβερνήτη με σαλπίσματα και τον αποχαιρετά με γιουχαίσματα, για να καλωσορίσει και πάλι κάποιον άλλο με σαλπίσματα… .να λυπάστε ένα έθνος που οι σοφοί του είναι βουβοί από τα χρόνια και που οι δυνατοί του άντρες είναι ακόμα στην κούνια. …να λυπάστε ένα έθνος που είναι χωρισμένο σε κομμάτια και που κάθε κομμάτι θεωρεί τον εαυτό του ένα έθνος…..
ΧΑΛΊΛ ΓΚΙΜΠΡΆΝ, Ο ΚΉΠΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΦΉΤΗ.

Σαν υστερόγραφο:

‘……και να ζουν μεταξύ τους όλοι ίσοι και με ίση περιουσία, επιδιώκοντας να πρωτεύουν στην αρετή. Και λένε πως όταν κάποτε αυτό… γύριζε από ταξίδι… χαμογέλασε και είπε σ’ αυτούς που ήταν μαζί του πως η Λακωνική ολόκληρη μοιάζει με χώρα που ανήκει σε αδέλφια…’
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ‘Βίοι παράλληλοι’, Λυκούργος, 7.

ΚΙ ΑΠΌ ΤΟΝ ΛΆΚΗ ΧΑΛΚΙΆ :

Έκανε κρύο κι εμείς δουλεύαμε
ήμουν εγώ ο Κωνσταντής ο Πάμπλο και ο Ρόκκο.
Έκανε κρύο κι εμείς φορτώναμε
ήμουν εγώ κι ο Κωνσταντής κι ο Ιταλός ο Ρόκκο.
Έκανε κρύο κι εμείς γκρεμίζαμε
ήμουν εγώ κι ο φίλος μου ο Ιταλός ο Ρόκκο.
Έκανε κρύο κι εμείς παγώναμε
ήμουν εγώ κι ο σκύλος που έκλαιγε τον Ρόκκο.

http://vimeo.com/90865784

Φοβάμαι, Βασίλης Παπακωνσταντίνου.

DSC02237

Iron Maiden – Fear Of The Dark (Argentina 2009 Flight 666)

ληστές με σφιγμένη γροθιά – μιλά ο SANTE NOTARNICOLA, πρωτοπαλίκαρο της μπάντα Καβαλέρο, LUOGOTENENTE DELLA BANDA CAVALLERO: “λήστευα τις τράπεζες όχι για να πλουτίσω. ήμασταν προλετάριοι και κομουνιστές” – το όνομά του μέσα στα δεκατρία για τους οποίους οι  BR ζητούσαν ανταλλαγή για να ελευθερώσουν τον  MORO

ύστερα από τριάντα χρόνια φυλάκισης μιλά ο  Sante Notarnicola που λήστευε τράπεζες (έχει διαρρήξει 25) και έλεγε πως ήθελε την αποζημίωση των προλετάριων: “ήταν η επανάσταση ενάντια στην Χριστιανοδημοκρατία και την πολιτική που θα μας είχε όλους αποκοιμίσει. σήμερα? πρέπει να πάμε να κλέψουμε τους μαφιόζους της πολιτικής, όχι τις τράπεζες”…

ο Emiliano Liuzzi για το “il Fatto Quotidiano

   το ότι πίσω του υπάρχουν καταδίκες σε πέντε ισόβια και 28 χρόνια κράτησης το ξέρουν λίγοι, δεν γνωρίζουν ποια ήταν η μπάντα Καβαλέρο, της οποίας ήταν αυτός η ψυχή και πρωτοπαλίκαρο τους αρχηγού. ήταν από αυτούς που στην φυλακή ονομάζουν αμετανόητους : δεν μετάνιωσε ποτέ, δεν διαχώρισε ποτέ την θέση του, από τίποτα, έκανε τριάντα χρόνια μέσα, μετά, στα εξήντα βγήκε και έζησε εκείνο που η ζωή του επιφύλαξε σε έναν άλλο κόσμο.

Sante Notarnicola, στην ζωή του έκανε τον ανθοπώλη, μετά τον ληστή τραπεζών (άδειασε 25), ο συμπαθών των ερυθρών Ταξιαρχιών, το όνομά του ήταν μεταξύ αυτών τους 13 για τους οποίους οι εΤ ζήτησαν την ανταλλαγή με τον Aldo Moro, δεν είχε υπάρξει δικός τους, έγινε στο κελί, ανάμεσα στις Nuoro και Palmi.

Sante NotarnicolaSANTE NOTARNICOLA

τον εκτιμούσαν διότι εγνώριζαν πως δεν θα είχε προδώσει ποτέ. και κυρίως ήταν ένας δραπέτης, όπως υπήρξαν και οι αντάρτες. δεν είναι ένας άνθρωπος των πολλών λόγων. κουβαλάει μαζί του όλα τα τριάντα χρόνια της φυλακής : αναμιγνύει τον καφέ στην moka, πριν τον σερβίρει στα φλυτζάνια, και το κάνει μόνον αυτός που έχει πολύ χρόνο; φωτίζει το μπάνιο με εκείνες τις λάμπες νέον που χρησιμοποιούν κυρίως οι κρατούμενοι; δεν έχει ξυραφάκι διότι στην φυλακή απαγορεύονταν, και ξυρίζεται ακόμη και σήμερα με το μηχανάκι. κυρίως όμως, όταν μιλά, δεν κάνει ποτέ ονόματα. μόνον αναφορές.

εσείς σημαδέψατε μια μαύρη περίοδο της ιστορίας αυτής της Χώρας. δεν υπήρξαν οι βόμβες, όμως το όνομα της  banda Cavallero τρόμαζε…

   ληστεύαμε τις τράπεζες. είχαμε γίνει επαγγελματίες, δεν λαθεύαμε κανένα χτύπημα. γνωρίζαμε πως είχαμε τέσσερα λεπτά πλεονεκτήματος επί της αστυνομίας : υπήρχαν ήδη τότε συναγερμοί συνδεδεμένοι με τα κεντρικά, όμως πάντα η αστυνομία έκανε έναν παράξενο γύρο πριν φθάσει. εάν υπήρχε ήδη περιπολικό στην περιοχή όπου βρισκόμασταν σε δράση, μόλις λάμβαναν το σήμα κινδύνου ήταν υποχρεωμένοι πρώτα να περάσουν από την Ασφάλεια. μετά αυτό τέλειωσε, στο εικοστό πέμπτο χτύπημα το σταμάτησαν .

η ληστεία στο Milano και η ανταλλαγή πυρών που φαίνονταν πως δεν θα τελειώσει ποτέ

   ναι, εκείνη, στις 23 σεπτεμβρίου 1967. μας έπιασαν, εμένα και τον Piero, ύστερα από μια μικρή φυγοδικία, οκτώ ημέρες, για μια σειρά περιστάσεων. αλλιώς δεν θα είχαμε λαθέψει.

Il Pericolo delle banche del Nord - Ritorna la Banda Cavallero - Vincino dal Corriere 

Ό ΚΊΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΡΆΠΕΖΕΣ ΤΟΥ ΒΟΡΡΆ – ΕΠΙΣΤΡΈΦΕΙ Η BANDA CAVALLERO – VINCINO από την CORRIERE

ποιες περιστάσεις?

   ενώ βρισκόμασταν στην τράπεζα με τα όπλα στα χέρια ένας κρατούμενος ανέβηκε στην οροφή της φυλακής  San Vittore. σκέφτονταν μια μαζική απόδραση.όλοι οι καραμπινιέροι και οι αστυνομικοί του Μιλάνο ήταν μπροστά στην San Vittore. σε εκατό μέτρα απόσταση από την τράπεζα Banco di Napoli στο largo Zandonai όπου βρισκόμασταν εμείς και ληστεύαμε. όταν ξεκίνησε ο συναγερμός χάσαμε τα λεπτά πλεονεκτήματος. στο τέλος μας έπιασαν.

οι τίτλοι στις εφημερίδες μιλούσαν για »τα 30 λεπτά που τρομοκράτησαν το Μιλάνο»

   εγώ μέτρησα σαράντα. πυροβολούσαν αυτοί, η ασφάλεια, και πυροβολούσαμε εμείς. σαράντα λεπτά είναι μια αιωνιότητα. η φυγή, οι νεκροί, οι τραυματίες. έναν από εμάς τον άρπαξαν αμέσως.

σκοτώθηκαν τρεις, προλετάριοι όπως εσείς, ένας αχθοφόρος, ένα παιδί 17 χρονών, ένας μετανάστης από τον νότο. λίγες μέρες μετά πεθαίνει επίσης και ο άνθρωπος που βοήθησε τους αστυνομικούς να μπλοκάρουν τον Adriano Rovoletto. ένα πολεμικό ανακοινωθέν. πέθαναν κάτω από τα χτυπήματά σας και βαρύνουν τις συνειδήσεις σας.

   βρισκόμασταν σε πόλεμο. θέλαμε να ανατρέψουμε το σύστημα. μετά από 25 ληστείες θα ήμουν εκατομμυριούχος, όμως στην πραγματικότητα εμείς παίρναμε την αμοιβή μας σαν προλετάριοι και κομουνιστές, τα υπόλοιπα χρήματα χρηματοδοτούσαν τους μαχόμενους στην Αλγερία. δεν ήμασταν κλέφτες, ήμασταν ληστές. πολιτικοί, προερχόμασταν από το Κκ , όλοι, παρά την μανία που είχαμε όλοι μας να μη μπορούμε να κάτσουμε μέσα στο Κκι, υπερβολικά συντηρητικό.

ήσασταν σχολαστικοί στην προετοιμασία των ληστειών ?

   πολύ. δεν αφήναμε τίποτα στην τύχη. υπήρχαν οι συναντήσεις κατ’αρχήν. ζούσαμε στο Piemonte και συναντιόμασταν τα βράδια στους αγρούς για να προετοιμάσουμε το χτύπημα. το αυτοκίνητο που θα χρησιμοποιούσαμε για την φυγή το κλέβαμε το προηγούμενο βράδυ. τελευταίο ήταν ένα  1100. κι εδώ είχαμε εξελίξει την τεχνική, γρήγοροι, δίχως θορύβους. μπαίναμε στην δράση ύστερα από τρεις μήνες παρακολουθήσεων.

banda cavallero 4BANDA CAVALLERO 4

ήταν μετρημένο στο δευτερόλεπτο κάθε βήμα της Ασφάλειας. γνωρίζαμε ποιος κατέβαινε με τον σκύλο δεμένο στο λουρί, τι ώρα, πόσοι πελάτες υπήρχαν, πόσοι υπάλληλοι εργάζονταν. ξέραμε που ήταν ο συναγερμός. ότι έπρεπε να γνωρίζουμε, εξωτερικά, το γνωρίζαμε. η ληστεία επίσης στο Μιλάνο ήταν τέλεια από τεχνικής άποψης. είχαμε έναν εξαιρετικό οδηγό, τον καλύτερο. ήταν ένας νεαρός στην πρώτη και τελευταία του ληστεία με την μπάντα. βρισκόμασταν στο ανώτερο επίπεδο. στην πραγματικότητα δεν θα μας είχαν αρπάξει εάν δεν επρόκειτο για αυτόν που ανέβηκε στην οροφή.

η πρώτη ληστεία?

   στην Fiat, έξι εκατομμύρια. το 1960 μπορούσες να αποκτήσεις έξι διαμερίσματα στο κέντρο του Torino, με εκείνα τα λεφτά. σπίτια των 80, εκατό τετραγωνικών μέτρων.

φόβος, αδρεναλίνη? πως νιώθατε πριν και κατά την διάρκεια του χτυπήματος?

   δεν θυμάμαι, ή απλούστατα δεν θέλω να θυμάμαι. δεν θα είχα ποτέ αποδεχτεί αυτή την συνέντευξη εάν γνώριζα που θα κατέληγε. για εμένα είναι μια ζωή που έφυγε. μια ανάμνηση που παραμένει, όχι όμως για να την ανακαλώ. με ρωτάτε για τις πρώτες φορές? σε ένταση, ποτέ όμως φοβισμένοι. στη συνέχεια κατέστη μια κατάσταση πολύ τεχνική. γνωρίζαμε όλα αυτά που έπρεπε να γνωρίζουμε. ακόμη και πόσα χρήματα ήταν πιθανόν να πάρουμε μαζί μας. ήταν μια πολύπλοκη έρευνα και εργασία.

banda cavallero 3BANDA CAVALLERO 3

ήταν δύσκολο να ληστέψετε μια τράπεζα?

   τότε, και μιλώ για τα χρόνια του Εξήντα ναι, πολύ δυσκολότερο από εκείνο που συνέβη μετά είκοσι χρόνια αργότερα. δεν μπορούσες να κάνεις λάθος στο παραμικρό του προγραμματισμού, στις λεπτομέρειες. ένα σχέδιο με μια λάμπα εκτός τόπου και όλα θα είχαν τιναχτεί στον αέρα.

οι τράπεζες σήμερα?

   δεν ξέρω, δεν θέλω να το ξέρω. θα διακινδύνευες να φύγεις με εκατό ευρώ. σήμερα θα έπρεπε να πας να κλέψεις τους μαφιόζους της πολιτικής. όχι τις τράπεζες.

ψηφίζετε ακόμη τους κομουνιστές?

   δεν ψηφίζω, έχασα τα πολιτικά δικαιώματα. δεν νιώθω όμως την έλλειψη. δεν θα τους είχα με τίποτα ψηφίσει, σίγουρα, αυτή δεν είναι αριστερά. βλέπω νέους νυσταγμένους, ακόμη και αυτοί που στρατεύονται τρέφονται με ειρηνισμό. εγώ δεν είμαι ειρηνιστής, εκεί που υπάρχει πόλεμος μαχόμαστε.

όμως οι ληστές του σήμερα, έρχονται να σας συναντήσουν? εσείς κατά βάθος στις ιστορίες του υπόκοσμου είστε μια προσωπικότητα σεβαστή. μάλιστα σας έχουν αφιερώσει μέχρι και τραγούδια. ο Carlo Lizzani έχει φτιάξει ταινία για την Banda Cavallero, Banditi a Milano- Ληστές στο Μιλάνο, τον χαρακτήρα σας υποδύονταν ο Don Backy. 

   δεν πρέπει να με ψάχνουν, έχω μια σύντροφο, αυτή έχει ένα παιδί που ζει μαζί μας, κι εγώ για δεκαπέντε χρόνια δούλευα μέχρι τις  4 το πρωί. είμαι κουρασμένος, πολύ. και κυρίως δεν είμαι εκείνος που ήμουν στα είκοσι χρόνια. πίστευα πραγματικά πως μπορούσα να κάνω την επανάσταση.

banda cavallero 2BANDA CAVALLERO 2

γιατί ερωτευτήκατε στην φυλακή τους ταξιαρχίτες ?

   γιατί πολλοί ήταν σύντροφοι, αληθινοί κομουνιστές. κι επειδή ονειρεύονταν εκεί που εγώ είχα αποτύχει. η δική τους όμως είναι μια ιστορία διαφορετική. όμως πάντα ήμουν εξοικειωμένος με εκείνους που είχαν παραμείνει πιστοί : οι μετανιωμένοι, αυτοί που διαχώρισαν την θέση τους, για μένα αυτοί δεν υπάρχουν πλέον, δυσκολεύομαι να ακούσω τα ονόματά τους.

και ο Cavallero ήταν άνθρωπος με μεγάλο »χάρισμα»?

   ήταν πολύ προετοιμασμένος, ένας διανοούμενος. είχαμε υποστεί την γοητεία του. εγώ και ο  Piero ήμασταν αδέλφια. η μπάντα ήμασταν εμείς. μετά υπήρξαν σύντομες εισχωρήσεις.

δεν είναι η δουλειά μου να σας ζητήσω μετάνοιες. θα ήθελα όμως να ξέρω τι σκέφτεστε πως πράξατε καλό στην ζωή σας.

   πάλεψα για μια καλύτερη φυλακή. κι εκεί δεν απέτυχα. αντιθέτως, με τίποτα. έκλεισαν την Asinara. γι αυτό πολιτικοποιήθηκα στην φυλακή. ξέραμε πως δεν ήμασταν μοναχοί. και σε κάθε εξέγερση μας χτυπούσαν, μας έδιναν πολύ ξύλο. ξέραμε πως θα ξεκινήσει η εξέγερση και όχι πως θα τελειώσει.

ήταν ένας πόλεμος, ανάμεσα σε εμάς και τους φύλακες. εμείς επιστρέφαμε στην ζωή στον χρόνο της εξέγερσης. στην συνέχεια ξανά σκοτάδι, απομόνωση, μεταγωγές φυλακών κάθε 15 ημέρες. γνωρίζαμε όμως πως δεν ήμασταν μόνοι. από την απομόνωση ήξερα πως κάποιος στον επάνω όροφο, ή έξω, ενδιαφέρονταν και ανησυχούσε για εμένα.

πόσες φυλακές γυρίσατε?

banda cavallero 1BANDA CAVALLERO 1

   δεν το ξέρω πλέον. όλες θα έλεγα. ήμουν στο Palmi, τα χρόνια των εξεγέρσεων, ήμουν στο Nuoro, φυλακή του Badu ‘e Carros. με μετέφεραν κάθε 15 ημέρες, πάνω κάτω. δίχως ενημέρωση. έρχονταν το πρωί και με μετέφεραν αλλού, δίχως να γνωρίζω που. το καταλάβαινα στην πορεία περί τίνος επρόκειτο. με θεωρούσαν έναν από εκείνους που δεν ήταν χρήσιμο να παραμείνουν επί μακρόν στην ίδια φυλακή.

πόσες ζωές είχατε?

   η σημαντικότερη υπήρξε στην φυλακή. τριάντα χρόνια. πέρασα τα παιδικά μου χρόνια σε κολέγιο στο Bari. όταν μεταφερθήκαμε στο Torino έγινα αμέσως ληστής. ήταν μια παράδοση για εκείνους που είχαν κάνει την Αντίσταση. ήταν η Επανάσταση ενάντια στην Democrazia cristiana και την σημερινή πολιτική που στην συνέχεια θα μας είχε όλους αποκοιμίσει, όπως και έγινε.

δεν ισχυρίζομαι ηρωισμό, δεν είμαι τίποτα, είμαι ένας γέρος ισοβίτης. όμως λήστευα τις τράπεζες σαν πολιτικός, όχι για να πλουτίσω. γεννήθηκα προλετάριος, και σαν τέτοιος θα πεθάνω. έχω όμως ένα πιάτο σούπα. κι αν θέλετε να παραμείνετε για δείπνο αυτό είναι και σπίτι σας. έχω στον φούρνο τον ζωμό, είναι σχεδόν έτοιμος.

Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Καμπαρντίνα

Η επανάσταση δεν συλλαμβάνεται! Ιταλία: για έναν Μάη που δεν ήθελε να σβήσει!

Κάναμε τα πάντα,
για να γίνουμε καλύτεροι από εκείνο που ήμασταν.
Αυτό μπορούμε να το πούμε για μεγάλο μέρος
της γενιάς μας, σε μιαν εποχή
στην οποία θέλαμε, και φαίνονταν πως ήταν δυνατό,
να αλλάξουμε τα πράγματα και τον κόσμο. 

Ο Lorenzo Bortoli θα πεθάνει αυτοκτονώντας στη φυλακή την 19 ιουνίου 1979.
LORENZO BORTOLI 1952-1979  Î£Ï‡ÎµÏ„ική εικόναΑποτέλεσμα εικόνας για LORENZO BORTOLI 1952-1979

ποιος είπε πως δεν υπάρχει!
Utopia

   ‘βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην πρόκληση, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει’.


Gianfranco Manfredi 1976

Και νόμιζαν ότι θα γλιτώσουν κατηγορώντας την ιστορία για ένοπλη συμμορία…

 

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia, settimanale politico comunista, anni '70

 η έφοδος στον ουρανό

Αποτέλεσμα εικόνας για i volsci autonomia operaia

 

Συνεχίζεται

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΑΑ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 3

ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΟΛΑ
Ατίθασος πρωταγωνιστής αυτής της ιστορίας είναι ο νεαρός εργάτης-μάζα: ο προλετάριος του Νότου που πάνω στη δική του εργασία στηρίχτηκε η ιταλική και ευρωπαϊκή βιομηχανική ανάπτυξη στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.
Είναι ο «εργάτης για όλες τις δουλειές». Ανειδίκευτος και με τεράστια κινητικότητα, διαδοχικά εργάτης γης, οικοδόμος, άνεργος και τελικά μετανάστης, που αφηγείται με τη δική του κοφτή γλώσσα και από τη δική του ταξική σκοπιά πως έμαθε μέσα στις πελώριες αυτοκινητοβιομηχανίες του Βορρά να οργανώνει το δικό του δυναμικό εξέγερσης ενάντια στην εκμετάλλευση.
Ύστερα από μια σειρά άτυχων προσπαθειών να δουλέψει στο Νότο, ρίχνεται στην υποχρεωτική περιπέτεια της μετανάστευσης. Στο Μιλάνο, όπου δέχεται να κάνει τις πιο διαφορετικές δουλειές, αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται βουτηγμένος μέσα σε μια κοινωνία παράλογη, βασισμένη στην εξοντωτική σε ωράρια και ρυθμούς δουλειά και την κατανάλωση.
Τότε είναι που ξεκινάει έναν πρώτο, δικό του αγώνα ενάντια στην κατάσταση αυτή, έναν αγώνα αντιφατικό, γεμάτο πονηριά και αλαζονεία, για να ικανοποιήσει τις δικές του ατομικές ανάγκες και να ξεφύγει από τους αδυσώπητους νόμους της παραγωγής. Μέχρις ότου, στις αρχές του ’69, προσλαμβάνεται στη Φίατ.
Από δω και πέρα η πορεία του ήρωά μας θα είναι διαφορετική, θα είναι δεμένη με τις συνελεύσεις, τις λεπτομέρειες και τα χρονικά που ξαναζωντανεύουν μέρα τη μέρα τις φάσεις των μεγάλων ταξικών αγώνων που πέρασαν στην ιστορία του παγκόσμιου κινήματος σαν ιταλικό θερμό φθινόπωρο.
Το βιβλίο αυτό του Νάννι Μπαλεστρίνι δεν είναι απλά ένα καλό μυθιστόρημα που άντεξε στον χρόνο. Είναι κάτι παραπάνω, στον βαθμό που τόσο ως περιεχόμενο όσο και ως τίτλος, υιοθετήθηκε όχι μόνον από εκείνους που διεξήγαγαν τους κοινωνικούς αγώνες στα τέλη του 20ου αιώνα, αλλά και από αυτούς που τους συνεχίζουν και στον 21ο. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Περιεχόμενα

Από το «Τα Θέλουμε Όλα» στους «Αόρατους» και οι πρακτικές συνέπειες μιας συνειδητής επιλογής. Συνέντευξη του Νάννι Μπαλεστρίνι στον Δημήτρη Δεληολάνη
ΝΑΝΝΙ ΜΠΑΛΕΣΤΡΙΝΙ, ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΟΛΑ
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
Ο Νότος
Η Δουλειά
Ο Βορράς
Η Φίατ
Ο Αγώνας
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
Το Ημερομίσθιο
Οι Σύντροφοι
Η Αυτονομία
Η Συνέλευση
Η Εξέγερση

 

  • Αλλάζει ύφος. Μου αρέσουν πολύ τα λουλούδια λέει, τρελαίνομαι να κόβω βόλτες στη γειτονιά και να παρατηρώ τις ανθισμένες την άνοιξη αυλές. Τις ποικιλίες που σκορπίζουν ευωδιές. Προχθές στο Μάο με τον Νικόλα πίναμε καφεδάκι και απολαμβάναμε τα σπαρμένα στα παρτέρια άνθη, στον πεζόδρομο. Μέσα στην πολυχρωμία έκανε μπαμ κι ένας απρόσμενος επισκέπτης, χαλούσε όλη την εικόνα η πεταμένη μες την ομορφιά νυχτερινή γόπα. Ποια είναι λοιπόν η σχέση μας με την ομορφιά και την αρμονία, σκεφτήκαμε ταυτόχρονα;

Λέει πως προτιμά την άνοιξη γιατί σε σχέση με το καλοκαίρι δεν κάνει τόσο ζέστη, τα χρώματα είναι περισσότερο φωτεινά και η ατμόσφαιρα πιο ζωηρή. Φυσά συχνότερα. Ρίχνει και βροχούλες, δροσίζει, καθαρίζει. Κάνει συχνά πορείες μικρές, μιας και οι μεγάλες τον κουράζουν, στα μονοπάτια προς Παλιά Καβάλα ή προς τον Γκολέ. Εκεί να δείτε ομορφιά! Βέβαια η μουτζούρα δεν λείπει πουθενά, μπάζα πεταμένα από δω κι από κει. Παρατημένη ασχήμια με τόση ελαφρότητα.

Ξαναγυρίζουν οι θύμησες, αλλάζει ξανά κουβέντα.

  • Οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς ήταν γέννημα του ’68, μικρογραφίες κομμάτων αυτοδιαλύθηκαν αρχές με μέσα του ’70 και διαχύθηκαν οι σύντροφοι σε αυτό το φουσκωμένο ποτάμι που ήταν η αυτονομία που παραλίγο να παρασύρει στο πέρασμά της τα πάντα.
    Επιτροπές, κολεκτίβες και συνελεύσεις όπου ανέπνεε ο άνθρωπος, μακριά από συμβάσεις, έξω και σε απόσταση από αρχηγικά πρότυπα με τα οποία λειτουργούσε μέχρι τότε η παγκόσμια αριστερά. Το νέο επαναστατικό υποκείμενο βρίσκονταν εκεί και σήκωνε στις πλάτες του πλέον το βάρος των αποφάσεων. ΑυτόνομαΑπό τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη.

Οι χώροι είχαν τις ιδιαιτερότητές τους, κάθε περιοχή την δική της. Οι επιτροπές τα ίδια, οι ομάδες, τα μέσα, κλπ. Η αλληλεγγύη- solidarietà, δεδομένη. Τα κινήματα αυτομείωσης πέτυχαν στόχο πολλές φορές. Άλλες όχι, μιας και το σαμποτάζ εκ μέρους των συνδικάτων ήταν δεδομένο. Παγκόσμιο φαινόμενο η φαγούρα που πιάνει κάθε συστημικό όταν τα γεγονότα τον ξεπερνούν. Εκεί προτιμά την πεπατημένη, την συνδιαλλαγή με την κυβέρνηση και τα αφεντικά, το φρένο στις κινητοποιήσεις. Ο λαός με την αυτομείωση έπαιρνε πίσω πλούτο που είχε παράξει και που κατέληγε στο μεγάλο κεφάλαιο.
Όταν το ένα στα εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει το πενήντα επτά του παγκόσμιου πλούτου πως είναι δυνατό να παραχθεί δημοκρατία.

Όταν κάθε 3 δευτερόλεπτα στον πλανήτη πεθαίνει ένα παιδί.
Το πάνω χέρι χρόνια τώρα το έχει το μεγάλο κεφάλαιο. Έχει δημιουργήσει τα παπαγαλάκια του, τους λακέδες του, που μέσα από ωραία λόγια προπαγανδίζουν το μοντέλο που τους συμφέρει, παγκοσμιοποίηση και ελεύθερη οικονομία. Μέσα πάντα από ‘δημοκρατικές διαδικασίες’. Διότι όταν κατέχεις χρήμα κατέχεις και τη δυνατότητα να δημιουργείς καταστάσεις, συνειδήσεις, συναίνεση. Κι έχεις και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς για τότε που τα πράγματα σκουραίνουν, εισαγγελείς, αστυνομία, στρατό, σώματα τάξης, ταξικά σώματα.
Επαναλαμβάνουμε πως αποκαλούν δημοκρατία την δικτατορία του κεφαλαίου.

Οι σύντροφοι λοιπόν οπλίζονται, αμύνονται στις επιθέσεις αστυνομίας και φασιστών πιασμένων από το χεράκι, γνωστό και στα μέρη μας φαινόμενο, παγκόσμιο θα έλεγα. Φρούρησαν τις διαδηλώσεις τους, τις καταλήψεις. Οργάνωσαν δολιοφθορές, εμπόδισαν την παραγωγή και τη μεταφορά πλούτου και εμπορευμάτων. Φίατ στο Τορίνο, Άλφα στο Μιλάνο, τεράστιες αυτοκινητοβιομηχανίες, Πόρτο Μαργκέρα στη Βενετία, μεταλλουργοί αγωνιστές πανίσχυροι, Ρώμη υπηρεσίες, στις σχολές, στις φτωχογειτονιές της σύγχρονης μητρόπολης, ο σχιζοπρολετάριος, [όπως πολύ εύστοχα τον αποκάλεσε ο Ρενάτο Κούρτσιο], είχε την πρωτοβουλία. Αντέταξε την αντιεξουσία του, contropotere proletario.

Διέλυσε η αντεπανάσταση την αλυσίδα, αποκέντρωσε την παραγωγή, την διασκόρπισε στο terittorio, δημιούργησε τον κοινωνικό εργάτη.
Φωτιές σε λουσάτες εκθέσεις αυτοκινήτων, οι οποίες αντανακλούσαν τεράστια αντίθεση ανάμεσα στο συμπιεσμένο λαϊκό εισόδημα και τα υπερπολυτελή αυτοκίνητα που απευθύνονταν σε λίγους, αυτούς τους οποίους οι κρίσεις του συστήματος δεν άγγιζαν ποτέ.
Και τόσες άλλες στιγμές σε ένα πόλεμο που βλέποντάς τον τώρα από μακριά με πιο ψύχραιμο μάτι, στον οποίο πιθανώς, από ένα σημείο και μετά συρθήκαμε. Στον οποίο οι περισσότεροι δεν κιότεψαν και τον άντεξαν μέχρι τέλους με αξιοπρέπεια. Φωτεινότατο παράδειγμα ο ΣΈΤΖΙΟ, ο ΚΟΎΡΤΣΙΟ, και τόσοι άλλοι.

ΚΑΙ ΜΟΥ ΛΈΕΙ, ΜΕ ΜΆΤΙΑ ΠΟΥ ΛΆΜΠΟΥΝ, Πως μόνο αυτός που έχει ζήσει σε αυτές τις συνθήκες γνωρίζει την ευφορία που γεμίζει την ψυχή, που αναστατώνει τον άνθρωπο, που αντανακλάται στα πρόσωπα αυτών που διαβάζουν στις εφημερίδες τα ‘πολεμικά ανακοινωθέντα της ημέρας’.

Σε όσους όλα αυτά φαίνονται ακραία έχει να αντιτάξει πως δίπλα στην ιδεολογία της πολυθρόνας υπάρχει και η ανάγκη πολλών να ονειρευτούν το αδύνατο, να ερωτευτούν την ‘ουτοπία’ και να πράξουν την αντίσταση στις καθημερινές συμβάσεις, να ζήσουν αυτόνομα.
Η ιστορία πρέπει να λέγεται, να μαθαίνεται, να διδάσκεται, ολόκληρη η ιστορία και όχι μόνο η πλευρά που συμφέρει τους νικητές και τους κρατούντες όπως γίνεται μέχρι σήμερα.

Πρέπει δε να γνωρίζουμε την συγκυρία. Εκείνα τα χρόνια είχαν καταπνίξει με βάρβαρο τρόπο, στη Λατινική Αμερική αντάρτικα εγχειρήματα αλλά και προσπάθειες ειρηνικής απεξάρτησης από το κεφάλαιο και την βόρειο αμερικάνικη οικονομική πολιτική διείσδυση, με σκληρότατες χούντες στρατιωτικές και κυριολεκτικά χιλιάδες ‘εξαφανισμένους’ από προσώπου γης πολίτες.

Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε ΠΕΘΑΝΕ ΜΕ ΤΟ ΌΠΛΟ ΣΤΟ ΧΈΡΙ ΣΤΟ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΌ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΕΙΟΥ από τις δυνάμεις του μετέπειτα δικτάτορα Πινοσέτ, τον οποίο ο ίδιος ο Πρόεδρος είχε τοποθετήσει αρχηγό του στρατού.
Εδώ σε εμάς ο Γιωργάκης τραυματίζεται πέφτοντας από ποδήλατο και ο Κωστάκης κλωτσώντας ένα τόπι. Άσε που ο τελευταίος φτιάχνει ειδικό νόμο για μία μόνο περιοχή της επικράτειας για να βάλει τον ξάδερφό του στη βουλή. Ανόμοια μεγέθη, ανόμοιες προσωπικότητες.

  • Επιστρέφοντας στα Ιταλικά χρόνια να προσθέσουμε εδώ πως οι αντάρτικες οργανώσειςείναι μέρος του κινήματος, έχουν ακολουθήσει τις διαδρομές του, απλά κάποια στιγμή θέτουν το ζήτημα της αναβάθμισης, πολιτικής και στρατιωτικής, της αυτονόμησης της οργάνωσης από τις μαζικές διαδικασίες για λόγους ασφάλειας, αναβάθμισης επιχειρησιακής και στόχων, σήκωσαν ψηλότερα τον πήχη για να το πούμε απλούστερα. Οι στόχοι πάντως επιλέγονταν από την καθημερινή ‘επαφή’ με το κίνημα, οι σύντροφοι δεν έπαψαν ούτε στιγμή να παίρνουν μέρος στις καθημερινές δραστηριότητες του κόσμου, πολλοί από αυτούς, οι περισσότεροι δηλαδή, αφουγκράζονταν από πρώτο χέρι ανάγκες και καημούς.

Επιθέσεις σε πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία τέτοιους και παρόμοιους δικαστικούς θεσμούς – όπου προλετάριοι δικάζονταν, με τη θέμιδα να γέρνει σταθερά προς τη πλευρά των δυνατών, περιουσίες να αλλάζουν χέρια υπέρ αυτών ή μεγάλων εταιριών – είναι κάποια παραδείγματα για το δρόμο που είχε χαραχθεί. Δεν υπήρχαν υπολογιστές τότε και η καταστροφή των αρχείων ξεσήκωνε πανηγύρια στις λαϊκές γειτονιές, με τον κοσμάκη να παίρνει ανάσες για καιρό πολύ.

Οι σπαρτιάτες ήταν ενάντιοι στη συσσώρευση πλούτου, είχαν στάση ζωής ηρωική. Η ασπίδα στον πόλεμο προστάτευε πάντα τον διπλανό όμοιο. Όμοιοι σε όλα. Πώς να πολεμήσεις με αυταπάρνηση προστατεύοντας τον διπλανό σου όταν ξέρεις ότι έχει περισσότερα από σένα. Και στο κάτω- κάτω χωρίς να υπάρχει λόγος να κατέχει περισσότερα!.
Η αξία των ανθρώπων βρίσκεται στις πράξεις τους και όχι στο τι κατέχουν. Αυτό πρέπει να θεσμοθετηθεί.

»τι άλλο θέλεις σύντροφε για να καταλάβεις πως σήμανε η ώρα του τουφεκιού ;»

Τους πιο μεγάλους σταυρούς τους κάνουν οι πλουσιότεροι και οι απατεώνες. Δωρεάν πήρατε, δωρεάν δώστε είπε ο Κύριος. Βλέπεις λοιπόν μεγαλογιατρούς μεγαλοδικηγόρους κι ένα σωρό άλλους ‘μεγάλους’ πρώτη γραμμή πίστα, μετά τα μπουζούκια στην εκκλησία. Διότι και τον Χριστό ταξικό τους όργανο τον έκαναν. Έχουν ευλογήσει ένα σωρό χούντες. Για τους στοιβαγμένους στα λαθρεμπορικά καίκια, στις υπερπλήρεις φυλακές έχετε ακούσει άχνα; μούγκα! Ή για απεργούς και καταληψίες που τρώνε άγριο ξύλο.
Και στο κάτω- κάτω γιατί να τρώνε μια ζωή ξύλο οι απεργοί; και οι φοιτητές από τις ζαρντινιέρες;

Οι ανατροπείς και οι εξεγερμένοι οργανώνονται. Αυτόνομα. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά.                                                                                                                                                Δεν το φωνάζουν, δεν το διατυμπανίζουν, Οπλίζονται. Γιατί οι μεν έχουν δίκιο, αγωνίζονται. Οι άλλοι είναι εκεί προστατεύοντας τα ξένα χρήματα. Για πενταροδεκάρες.

Απαγωγές προσώπων μπλεγμένων σε σκάνδαλα, δικαστικών και άλλων τέτοιων φρούτων. Διευθυντών εργοστασίων, επιστατών. Δίκες λαϊκές,
αληθινές. Λάμψη της αλήθειας, δημοσιοποίηση στον τύπο, απελευθέρωση με τρόπο θεαματικό, σικάτο. Πάντα αξύριστος, χτύπημα στο image, με μια πινακίδα στο λαιμό να μιλά για τον αγώνα, το χάραμα, σε δημόσιο χώρο. Τεράστια στιγμή για το κίνημα, χρησιμοποιούσαν όλα τους τα όπλα με τον καινούριο δικό τους τρόπο.
Επίθεση με μολότοφ και φωτιά με χρονική απόσταση, δυναμίτης, σε ξένες εταιρίες και θεσμούς, όταν το ζητά ο διεθνισμός, το κίνημα είναι παγκόσμιο και αλληλο υποστηρίζεται.
Ωραία χρόνια, ζουν όπως ακριβώς θέλουν και τους ευχαριστεί. Αυτό είναι το μυστικό, να ζεις αυτό που θέλεις όταν το θέλεις. Να αποφασίζεις ο ίδιος για τη ζωή σου και να εκτελείς ο ίδιος τις αποφάσεις. Όχι όπως επιβάλλεται.
Δεν θέλανε να γίνουνε χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη.
Ήταν ευχαριστημένοι γιατί ήτανε μαζί. Ζούσαν ήδη την συνθήκη τους. Αυτόνομα. Δεν την οραματίζονταν για αργότερα, ‘ώριμες συνθήκες’ και τα λοιπά. Την πραγματοποιούν, κύτταρα του νεαρού κορμιού λούζονταν στα νερά της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας. Μιας συλλογικότητας φτιαγμένης από χιλιάδες ατομικότητες ενεργές, νεωτεριστικές, μες την κοινότητα. Ο επαναστατικός στρατός σε δημιουργία, κύτταρα της κόκκινης κοινωνίας.
Ζώντας το καινούριο γκρεμίζονταν το παλαιό. Στη δουλειά στο σπίτι στο σχολείο οι σχέσεις είναι πια διαφορετικές. Ίσως όχι παντού, είπαμε, εκεί που το επέτρεπαν οι συσχετισμοί. Εκεί που ήταν δυνατοί.
Η έννοια ‘ανώτερος’ , εξαφανίζονταν.

  • ‘Ήμασταν χαρούμενοι που ήμασταν μαζί, και ήμασταν πάρα πολλοί’ λέει. Πως να βαρεθείς;
    Πολλές απόψεις, πολλά αρώματα.
    ‘Να μη σου πω’, γνέφει, ‘πως κάποια στιγμή νιώσαμε άτρωτοι. Ίσως αυτή να ήταν η ύβρις, που έστειλε τη νέμεση’.
    Σήμερα έχουμε πισωγυρίσει πολύ, η δουλειά κατάντησε ξανά μπελάς, τι ζωή είναι αυτή; οι σπουδές καταπιεστικές, οι σχέσεις το ίδιο. Μοναξιά

‘Από παιδί με συγκινούσαν οι διαφορετικοί, αυτοί που επιστρέφουν πίσω τις συμβάσεις,’ θυμάται.
ΑΠΟΡΕΊ, πως είναι δυνατό χρόνια τώρα οι πολλοί να ευνοούν τους λίγους. Γιατί να τρομάζει τόσο πολύ το διαφορετικό. Και θυμάται ακόμη το πρώτο σύνθημα που διάβασε γραμμένο στη γέφυρα της Αγίας Τριάδας στη Firenze, ‘όλα ακριβαίνουν, ακόμη και η μιζέρια’

Σαν να μη πέρασε μια μέρα, τριάντα τόσα χρόνια μετά η ίδια κατάσταση. Οι αδύνατοι αδυνατίζουν παραπάνω και οι δυνατοί δυναμώνουν περισσότερο.

«Των αθανάτων το κρασί

το ‘βρετε σεις και πίνετε

ζωή για σας ο θάνατος

κι αθάνατοι θα μείνετε»

στίχοι Ευαγόρας Παλληκαρίδης, μουσική Δημήτρης Λάγιος

«Καρτερούμεν μέραν νύχταν

να φυσήσει ένας αέρας

στουν τον τόπον πο `ν καμένος

τζι’ εν θωρεί ποτέ δροσιάν

Για να φέξει καρτερούμεν

το φως τζιήνης της μέρας

πο `ν να φέρει στον καθ’ έναν

τζιαι δροσιάν τζαι ποσπασιάν»

στίχοι Δημήτρης Λιπέρτης, μουσική Δημήτρης Λάγιος

  • Δηλαδή το μόνο ιδανικό που έχουμε μουρμουρίζει είναι να βάλουμε το παιδί μας στο δημόσιο ή να κρύψουμε ένα αυθαίρετο. Γι αυτό και μόνο γίνεται όλη η δουλειά; Αυτή είναι φτώχεια ακόμα μεγαλύτερη. Σχέσεις διαπλοκής και εξάρτησης, όχι αγαπητικές σχέσεις.
    Είμαστε μία χώρα που δεν αγαπά τον εαυτό της. Εάν δεν αγαπάς τον διπλανό σου, τη δουλειά σου, εάν κατά βάθος δεν αγαπάς τον εαυτό σου, απλά τον ανέχεσαι, πως περιμένεις ότι ο άλλος θα κάνει κάτι για σένα.

Οι πόλεις μας είναι για αυτοκίνητα και τσιμέντο. Για τις τράπεζες, για τίποτα άλλο. Όλοι ονειρεύονται ένα λουξ αυτοκίνητο και ένα λουξ σπίτι. Άλλος καλύπτει τα κενά του τα εσωτερικά με την πολιτική, άλλος με το ποδόσφαιρο, άλλος με την επίφαση ψευτο χλιδής. Άλλος με το κυνήγι του χρήματος, της εξουσίας, άλλος με την θρησκεία, άλλος κάνει οικογένεια και πολλά παιδιά. Όλα αυτά υποκατάστατα των εσωτερικών κενών είναι. Κι εγώ έτσι έκανα, μορφάζει, έπεσα με τα μούτρα στα σπορ, προσπάθησα διάφορες δουλειές, έκανα οικογένειες και παιδιά. Η ψυχή μου όμως πάντα ανήσυχη, ένα κενό εκεί μέσα περιμένει να γεμίσει, άσε που την ήττα δεν τη ξέχασα ποτές. Την ομορφιά του να ζεις με εκείνο τον τρόπο, χωρίς επιβολή και εξουσιοδότηση.
Πας σε μια υπηρεσία και σου μιλούν λες και τους χρωστάς. Σου μιλούν απαξιωτικά γιατί δεν αγαπάνε αυτό που κάνουν. Είναι δυστυχισμένοι οι υπάλληλοι σήμερα, και οι έμποροι επίσης, τους νοιάζει μόνο το κέρδος.

Ζούμε σε σπίτια κλουβιά,

  • η απαγωγή, τον Μάρτη του ’78, και αργότερα η εκτέλεση του Άλντο Μόρο αποτέλεσε κομβικό σημείο, καθοριστικό στην αναμέτρηση του κινήματος με το κράτος. Μια επιχείρηση που έμοιαζε απλησίαστη για τις δυνάμεις μας, μακρινή, ασύλληπτη, άπιαστη, ανέβασε τον πήχη της σύγκρουσης στα ουράνια. Όσο ο γραμματέας ήταν φυλακισμένος και ανακρίνονταν η παρουσία της αστυνομίας και των καραμπινιέρων άρχισε να γίνεται στις πόλεις ολοένα και πιο αποπνικτική. Οι έλεγχοι συνεχείς, κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Αυτό άρχισε να προκαλεί δυσφορία. Για ψύλλου πήδημα βρισκόσουν μέσα για έλεγχο, η μικρο παραβατικότητα, τόσο διαδεδομένη στη χώρα, τα έφτυσε. Κινδύνεψε άμεσα και διερράγη η συμμαχία του κινήματος με τους ποινικούς, στις φυλακές και στις προλεταριακές συνοικίες των μητροπόλεων. Η οργανωμένη μεγαλο μαφία ήταν έτσι και αλλιώς εναντίον, τώρα πήρε τα ηνία της ρουφιανιάς στα χέρια της. Καταφέρονταν ανοικτά εναντίον των συντρόφων μαζεύοντας και παραδίδοντας στις αρχές οποιαδήποτε πληροφορία έρχονταν εις γνώσιν τους.

Η χαφιεδολογία του ΚΚΙ ΞΕΠΈΡΑΣΕ ΚΆΘΕ ΌΡΙΟ, κάθε προσδοκία. Ότι γνώριζαν, υπέθεταν, αφουγκράζονταν, κατασκεύαζαν εναντίον συντρόφων αναγνωρίσιμων για την πρωτοπορία τους σε αγώνες κατέληγε στα αρχεία της αστυνομίας και των δικαστικών αρχών [εισαγγελικών].
Έτσι ξεκίνησε ένα πογκρόμ εναντίον όλων των οργανωμένων πρωτοποριών του κινήματος.

Οι εργασιακές σχέσεις σκλήρυναν απότομα, μιας και τα ανακουφισμένα από την ολοένα αυξανόμενη καταστολή αφεντικά έσφιξαν τα λουριά. Στα Πανεπιστήμια το ίδιο, και στα σχολεία επίσης επέστρεψαν οι καταπιεστικές σχέσεις ενώ στις γειτονιές δεν μπορούσες να αναπνεύσεις, η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι από τους μόνιμα πλέον στρατοπεδευμένους κατασταλτικούς μηχανισμούς.
Μετά την εκτέλεση του Μόρο η χώρα πάγωσε. Τα πράγματα εκτραχύνθηκαν. Το κύμα χαφιεδισμού αυξήθηκε, βασανιστήρια και εκβιασμοί, άρχισαν να σπάνε και κάποιοι σύντροφοι μιας και η πιθανότητα αμέτρητων χρόνων φυλάκισης για μια υπόθεση που έμοιαζε ολοένα περισσότερο χαμένη ήταν γεγονός, δεν άντεξαν το βάρος των υποχρεώσεων τους, κάποιοι μάλιστα από αυτούς είχαν ήδη απομακρυνθεί νωρίτερα από τις ομάδες, αντιλαμβανόμενοι πως η κατάσταση σοβάρευε επικίνδυνα, την είχαν ήδη σκαπουλάρει που λέμε, γνώριζαν όμως πράγματα.

Το αυτόνομο κίνημα αποτέλεσε εκείνη τη δεξαμενή την τεράστια από όπου οι αντάρτικες οργανώσεις άντλησαν μαχητές. Από το λόγο του καθένα μπορούσες στο περίπου ν’ αντιληφθείς το προς το πού έκλεινε. Ειδικά στο ξεκίνημα αυτό ήταν ευκολότερο. Στη συνέχεια και όσο η κατάσταση γίνονταν πολυπλοκότερη τα πράγματα περιπλέκονταν. Τα στόματα έκλειναν ερμητικά.

Έτσι λοιπόν και οι ‘μετανιωμένοι’ που συνεργάστηκαν, στις καταθέσεις τους παρουσίαζαν ένα σωρό αερολογίες, υποθέσεις, αντιφάσεις. Είχαν ‘χάσει και ένα σωρό επεισόδια’, και αυτό βοήθησε αρκετούς συντρόφους να πέσουν στα μαλακά, μιας και η καταδίκη σε μία σοβαρή δίκη δεν ήταν δυνατό να στοιχειοθετηθεί, [έτσι έγινε και στη περίπτωση του φίλου μας που διηγείται].

Αυτοί οι ‘μετανιωμένοι’, διόγκωναν συχνά καταστάσεις για να δείξουν πόσο σοβαρά συνεργάζονταν,για να τη γλιτώσουν με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Ήταν κάτι που σίγουρα σκόρπισε μεγάλη απογοήτευση στη τεράστια πλειοψηφία των αγωνιστών που διακινδύνεψαν την ακεραιότητά τους για ιδανικά που τσαλαπατήθηκαν από καταδότες, ελαφριά τη καρδία, έτσι, ασύστολα.

  • Η παρουσία των ομάδων στους φυσικούς χώρους ήταν καθημερινή με τον λόγο τους. Τα φυλλάδια τα έβρισκες παντού και τα ανακοινωθέντα τους, σε όλους τους χώρους, απίστευτα παντού. Γιατί ήταν χιλιάδες οι αγωνιστές και οι συμπαθούντες. Και συνθήματα γραμμένα στους τοίχους, με τα σύμβολά τους.

Με λίγα λόγια, και πέρα από κάθε παρεξήγηση, η επαναστατική πρακτική στη χώρα, από κάποια στιγμή και μετά είχε καταστεί λαϊκή απαίτηση και αμέτρητοι αποφασισμένοι άνθρωποι το πραγματοποίησαν.

Την καταστολή δεν την ένοιαξε η ηθική. Η ηθική στην πολιτική δεν υφίσταται, το τονίζει ο Βασίλης Ραφαηλίδης. Γνώριζε η καταστολή πως χρειάζονταν ομήρους στα μπουντρούμια της, με αληθινά ή χαλκευμένα στοιχεία για να δημιουργήσει το πρώτο ρήγμα στις επαναστατικές δυνάμεις. Τα επόμενα θα έρχονταν από την πίεση που θα δημιουργούνταν στην κοινωνία και τους συντρόφους. Τον εκβιασμό. Γνώριζαν πως την πίεση που δημιουργεί ο παρατεταμένος βαρύς εγκλεισμός κάποιοι δεν θα την άντεχαν. Σε αυτό υπολόγισαν και τους βγήκε. Χρησιμοποίησαν και τα βασανιστήρια. Αυτό ήταν το τελειωτικό κτύπημα, το κίνημα δεν άντεξε, ΚΑΙ ΓΥΡΙΣΕ ΠΙΣΩ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ.

Δεν χρειάζεται να κατηγορηθεί κανένας, ο άνθρωπος δεν είναι υπεράνθρωπος, δεν έχουν όλοι τις ίδιες ικανότητες, τις ίδιες αντοχές, την ίδια υπομονή. Στις δυσκολίες και τις αντιξοότητες.

Άσε, μου λέει, πως ήδη υπήρχε η γκρίνια για την απόφαση της θανάτωσης του ομήρου, όπως αν θυμάμαι καλά έχουμε ξαναπεί, συμπληρώνει, ήδη πριν αυτή εκτελεστεί ακόμη. Αυτό από μόνο του είχε αποδυναμώσει την κατάσταση, είχε αποπροσανατολίσει πολλούς. Δεν θέλει να επεκταθεί άλλο, ‘είπαμε ήδη πολλά’, μουρμουρίζει, το πιάσαμε το θέμα διεξοδικά, το πιάσαμε το νόημα, κι αν κάτι μας ξέφυγε, σίγουρα δευτερεύον. Το μόνο σίγουρο είναι πως η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει, ήταν γεγονός, το ένιωθες στον αέρα, το ζούσαν όλοι, φαίνονταν στη γλώσσα του σώματος, στις συμπεριφορές και στη νευρικότητα που διακατείχε πλέον τους περισσότερους. Η σκυθρωπάδα είχε αντικαταστήσει τη γαλήνη,  σφιγμένα χείλη στη θέση του χαμόγελου και συχνά ο εκνευρισμός στη θέση της σιγουριάς και της ηρεμίας που χρειάζεται ένας αγωνιστής, ο μαχητής, ο στρατευμένος.

Σε γενικές γραμμές αυτά! Φαντάζεσαι μου λέει την απογοήτευση που κατέλαβε τις ψυχές των συντρόφων που είχαν φτιάξει μια σχέση με τον αυτόνομο αγώνα ερωτική, με σκέψη πρωτότυπη, χωρίς σκοπιμότητες. Γκρεμίζονταν τα πάντα. Πολλοί εξαφανίστηκαν στο εξωτερικό, στη Γαλλία κυρίως, ο Μιτεράν δίδαξε πολιτισμό, η πατρίδα του άνοιξε και τότε την αγκαλιά της όπως χρόνια πριν στους Έλληνες τους οποίους δέχτηκε μετά τον εμφύλιο. Οι άλλοι κλείστηκαν στους εαυτούς τους. Κι αυτοί που παρέμειναν στις φυλακές, χιλιάδες, οπλίστηκαν με κουράγιο και υπομονή.

Ένα μεγάλο κομμάτι δήλωσε μετά από κάποια χρόνια πως μια ιστορική πολιτική σελίδα έκλεισε, πως η ένοπλη πάλη αποτελούσε παρελθόν, λάθος πολιτικό. Δεν χαφιέδισαν. Αποδέχτηκαν την πολιτική ευθύνη των πράξεων τους δίχως να φορτώσουν τις ευθύνες σε άλλους, χωρίς να καταδώσουν συνεργάτες. Διέσπασαν το μέτωπο των αιχμαλώτων, λάθος τραγικό, αρνούμενοι την ίδια την ταυτότητα τους.
Κάποιοι άλλοι, μεταξύ των οποίων κι ένας των ιστορικών ηγετών του Ιταλικού αντάρτικου, ο Renato Curcio, έμειναν, προς τιμή τους και αυτών, αμετακίνητοι στις θέσεις που τόσα χρόνια είχαν αναπτύξει, δηλώνοντας βέβαια κι αυτοί πως η ένοπλη εμπειρία είχε λήξει οριστικά. Και παραμένουν ακόμη φυλακισμένοι ή σε καθεστώς πλέον ημιελευθερίας. ΑΞΙΟΙ.

Μάρα Καγκόλ

Σκεπτόμενος συνεχίζει, γυρνώντας το μυαλό και τις εικόνες πίσω, το έργο της ζωής, προσπαθώντας να αντιληφθώ τι ήταν εκείνο που μας κινούσε, που μας έδινε τόσο ενθουσιασμό και ενέργεια, τόση σιγουριά, κάθε μέρα για τόσο μεγάλο διάστημα ήταν ότι ήμασταν μαζί με εκείνο τον αυθεντικό, ανατρεπτικό τρόπο, την ποιότητα στη ζωή και στις σχέσεις που ανακαλύπταμε και πραγματώναμε καθημερινά μαζί, με τους άλλους και προσωπικά. Αποφύγαμε τους διαχωρισμούς και τις ιεραρχίες. Δεν ξεχωρίζαμε τους ανθρώπους από το τι κατέχουν, μοιράζαμε και μοιραζόμασταν όσο το δυνατόν περισσότερο, οπωσδήποτε δεν υπήρχαν τάξεις και κατηγορίες ανάμεσά μας. Σγουροί, σχιστομάτιδες μελαχρινοί ή ανοιχτόχρωμοι, όλοι χωρούσαν. Όλοι οι καλοί χωράνε. Δεν υπήρχαν αυθεντίες, κι ας ξεχώριζαν πολλοί και σε πολλά. Το σύμπαν γνωρίζει πώς και πού μοιράζει τα χαρίσματα. Τα αποδέχεσαι και τέρμα, το αποδέχεσαι, τέρμα! Ο καθένας δίνει αυτό που έχει, πλαντάζει με το παρά πάνω. Κρατάει τα απαραίτητα. Δέχεται αυτό που του χρειάζεται και αρκείται.
Με λίγα λόγια λοιπόν το γεγονός είναι πως κάναμε την ουτοπία πραγματικότητα. Πραγματοποιήσαμε την ουτοπία.

ΕΝΙΩΘΕΣ ΓΕΜΑΤΟΣ,ΗΣΟΥΝ ΓΕΜΑΤΟΣ.

  • Ο άνθρωπος υπάρχει γιατί η ζωή είναι ευλογία, όχι εργασία. Εργάζεται ένα μικρό κομμάτι της ημέρας για να δημιουργήσει τα απαραίτητα, ο πλούτος δεν είναι αυτοσκοπός.
    Είναι εξαιρετικά βίαιο και απεχθές να ξοδεύουμε τόσο χρόνο για να παράξουμε τόσα πράγματα που θα αποθηκεύσουμε για να καταναλωθούν, κι αν, και να μην έχουμε χρόνο να χαρούμε τα αυτονόητα, να απολαύσουμε το δώρο της ζωής, την καθημερινότητα.
    Μουντρούχοι και κατσουφιασμένοι τρέχουμε σαν τον Βέγγο όλη μέρα μες το άγχος, σε μίζερες πόλεις που καταντούν όλο και περισσότερο φυλακές , να αλληλοσκοτωνόμαστε σε ένα ανελέητο αγώνα για την επιβίωση, και κάποιοι να κερδίζουν από όλο αυτό μυθικά ποσά. Να αλληλοσκοτωνόμαστε σε πολέμους, στο δρόμο, από μολύνσεις και ναρκωτικά, από έλλειψη νερού ή τροφής, πάντα για συμφέροντα πολύ λίγων. Πιτσιρικάδες να δολοφονούν σε σχολεία για ψύλλου πήδημα.

Σε πολέμους κατακτητικούς με ‘έξυπνα όπλα’ που δολοφονούν αδιάκριτα, με ‘παράπλευρες απώλειες’ πολύ εξοντωτικές. Κάποτε ήταν για το ψωμί και το αλάτι, τώρα για τους δρόμους της ενέργειας και το ‘μαύρο χρυσό’. Αύριο για το νερό.

1981 Delenda est Δήμος Μούτσης Κώστας Τριπολίτης
Θα σου πάρω βιολιά και ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν, Ερηνούλα μου.                  Μεταξύ μας όπως βλέπεις τα περιθώρια στενεύουν. Τις καμμένες πόλεις, τα νεκρά παιδιά θυμάμαι και το αίμα, και η δικιά μου η ζωή, δίχως νόημα δίχως φωνή και μ’ άδειο βλέμμα, Ερηνούλα μου.
Πέφτει σύρμα και οι μισθοφόροι που σε κυβερνούν, οι ίδιοι αύριο θα σε δικάζουν και
‘χαίρε, Καίσαρα μελλοθάνατε’ θα σου πουν, αυτά που λες,
‘et preterea censeo, Carthago delenda est’.
Με τρομάζεις σαν των γηπέδων τις φωνές και τις σημαίες, Ερηνούλα μου.
Φοβισμένος σε κοιτάζω διπλωμένες κρατώντας τις κεραίες.
Ξεκινάς να με βρεις κι όλο πέφτεις θαρρείς σ’ ένα τοίχο, κι ερωτεύεσαι εκεί, δίχως χρώμα δίχως οσμή και δίχως μύθο, Ερηνούλα μου.
Αλλά εγώ θα σου πάρω βιολιά κι ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν Ερηνούλα μου.

συνεχίζεται

Μανού Τσάο στο Παρίσι, 2008

και στην φωτογραφία εδώ κάτω με τον Θόδωρα τον Θεοδωρίδη στο λεωφορείο ξεκινάμε την μεγάλη εκδρομή στην Κρήτη, στο τέλος της χρονιάς, στην έκτη τάξη του γυμνασίου, πάμε στην Κρήτη λοιπόν, έχουμε πλέον τελειώσει το γυμνάσιο, και πριν ξεκινήσουν οι εξετάσεις, αν θυμάμαι καλά, και αποφοιτήσουμε, εκδράμουμε για να χαλαρώσουμε,

με τα γυαλιά, ο καθηγητής των αρχαίων, δεν θυμούμαι το όνομα του, καλός άνθρωπος

μιχαλης 282