ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ο πόλεμος που έρχεται: στη μνήμη του Alan D. Altieri

του Sandro Moiso

Πριν από δύο χρόνια, στις 16 ιουνίου 2017, ο Alan D. Altieri άφηνε οριστικά την στιγμιαία στενή σχέση με το ανθρώπινο σώμα για να εισέλθει, πιθανότατα με ένα χαμόγελο στο πρόσωπα, σε άλλες και για μας ακόμα απαγορευμένες και άγνωστες διαστάσεις. Ο Sergio Altieri, αυτό το πραγματικό του όνομα, αποφοίτησε από τη μηχανολογία, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ιταλούς συγγραφείς του είδους (δράσης, θρίλερ, επιστημονικής φαντασίας, αστυνομικό και άλλα) των τελευταίων σαράντα χρόνων και σίγουρα ένας από τους πιο οραματιστές, ίσως ο πιο οραματιστής όλων. Ίσως και γι αυτό τον λόγο συνεργάστηκε συχνά με την »Carmilla», αφιερωμένη στην εξερεύνηση των διαφόρων μορφών της φανταστικής κριτικής απεικόνισης του υπάρχοντος που διευθύνεται από έναν άλλο μεγάλο οραματιστή της φανταστικής λογοτεχνίας, στον οποίο ήταν πάντα δεμένος με μια βαθιά φιλία.

Εκτός από αυτό ο Altieri ήταν μεταφραστής έργων όπως ο κύκλος των μυθιστορημάτων των «Χρονικών του πάγου και της φωτιάς» (Game of Thrones) του George R. Martin, των Raymond Chandler και Dashiell Hammett καθώς και του Howard P. Lovecraft και πολλών άλλοι αγγλοαμερικανών συγγραφέων επίσης.
Έχει δουλέψει για τον κινηματογράφο, και για σημαντικές ταινίες όπως το «The Year of the Dragon» του Michael Cimino και το «Blue Velvet» του David Lynch, τόσο ιταλικό όσο και αμερικανικό, και έχει πειραματιστεί με διάφορα κινηματογραφικά και τηλεοπτικά σενάρια. Επίσης υπήρξε διευθυντής σε διάφορες συλλογές λογοτεχνίας του «είδους» για περίπτερα.

Ένα αξιόλογο βιογραφικό για μια καριέρα που μπορούσε ήδη να λογαριάζει στη δημοσίευση 19 μυθιστορημάτων και πέντε ή έξι ανθολογιών διηγήσεων. Υποθέσεις που διαδραματίζονται από τον δέκατο έβδομο αιώνα μέχρι ένα κοντινό και απροσδιόριστο μέλλον στο οποίο, πάντως, κυριαρχούν στη σκηνή η απληστία, η βία, η επιθυμία για πολιτική, οικονομική και θρησκευτική κυριαρχία. Όλα τυλιγμένα σε ένα ζοφερό κλίμα στο οποίο, συχνά, ο ηρωισμός ή η θέληση του ατόμου, ακόμη και αν είναι σιδερένια, δεν αρκούν για να αποφευχθούν καταστροφές, σφαγές και ερημώσεις συγκρίσιμες μόνο με εκείνες για τις οποίες ακούμε πλέον την ηχώ καθημερινά.

Ναι, επειδή ο καταστροφικός οραματισμός, η άγρια και αναπόδραστη βία που ζωντανεύουν τις σελίδες του έχουν τα πόδια τους σταθερά φυτεμένα στην πραγματικότητα που μας περιβάλλει και που εδώ και αιώνες συνοδεύει τον ακόμη κυρίαρχο τρόπο παραγωγής. Η μαφιόζικη ιδιοποίηση, αυτοκρατορική ή ιδιωτική του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου είναι η κινητήρια δύναμη που ζωντανεύει την εξέλιξη των αφηγηθέντων γεγονότων και η κοινωνική και ηθική καταστροφή και ερήμωση είναι πάντα σοβαρά συσχετισμένη με την περιβαλλοντική. Ο Αλτιέρι δεν είχε ποτέ καμία αμφιβολία σχετικά με τούτα και γι’ αυτό το λόγο τα κείμενα του κινούνται περισσότερο από κυνισμό παρά από ατάραχη και αφόρητη καλοσύνη, ψεύτικη και της ισονομίας, μήτρας καθολικής που εξακολουθεί να παραμορφώνει σήμερα μεγάλο μέρος του πολιτισμού, της λογοτεχνίας, του σύγχρονου πολιτικού φαντασιακού.

Επιπλέον, ο τίτλος σπουδών στη μηχανολογία, ανέκαθεν του επέτρεπε να κινείται μεταξύ επιστήμης, τεχνολογίας και όπλων, παλαιότερων και σύγχρονων, με εξαιρετική ευκολία και ικανότητα, συμβάλλοντας έτσι στον ορισμό ενός αφηγηματικού στυλ που δεν θα δίσταζα να ορίσω ως salgarianesimo tecnologico, [ από τον Emilio Carlo Giuseppe Maria Salgàri] όπου οι άμεσες τεχνικές γνώσεις του επέτρεψαν πάντα να εμπλουτίσει με σχολαστικές λεπτομέρειες τους καλπασμούς του από τη μια πλευρά στην άλλη του γεωγραφικού χώρου και της ιστορικής εποχής.

Ακριβώς για όλους αυτούς τους λόγους, ίσως, να κυριαρχεί στη σκηνή των πιο σημαντικών μυθιστορημάτων και ιστοριών του είναι σχεδόν πάντα ο πόλεμος, είτε πρόκειται ανάμεσα σε κράτη, αυτοκρατορίες ή εγκληματικές συμμορίες που ενδιαφέρονται για τις παράνομες διακινήσεις μιας μεγαλούπολης (συχνά του Λος Άντζελες), πρώτων υλών, του πλανήτη ως σύνολο ή ακόμη και των πιθανών άλλων πόρων που υπάρχουν στον Κόσμο. Οι συντεταγμένες χωρο-χρόνου αλλάζουν, αλλά όχι τα κίνητρα και, κατά συνέπεια, οι ενέργειες και οι καταστροφές που απορρέουν από αυτές.

Από αυτή την άποψη η τριλογία του Μαγδεμβούργου, η οποία περιγράφει με ιστορική συνέπεια και βία που πιθανότατα δεν είχε ειπωθεί ποτέ σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα τον Τριακονταετή Πόλεμο, ίσως αντιπροσωπεύει το οριστικό σημείο άφιξης του αφηγηματικού έργου του. Η περιγραφή αυτού που ήταν σίγουρα ο πραγματικός «πρώτος ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος», των κοινωνικών, ηθικών και ψυχολογικών καταστροφών του προσφέρεται όντως πολύ καλά για να απεικονίσει την ποιητική του κυνισμού και, ενίοτε, του μηδενισμού-νιχιλισμού του συγγραφέα. Δίδοντας ζωή σε εμπειρίες και περιπέτειες που αφήνουν πραγματικά τον αναγνώστη δίχως ανάσα.

Αλλά παρόλα αυτά, κατά την προσωπική μου άποψη, το αληθινό αριστούργημά του πρέπει να συνυπολογίζεται μεταξύ των πρώτων δοκιμασιών του μιλανέζου συγγραφέα: Το υπόγειο μάτι – L’occhio sotterraneo 1, ένα μυθιστόρημα που από καιρό δεν μπορείς να το βρεις και θα έπρεπε να αναδημοσιευτεί με επαρκή σχόλια και διεξοδική κριτική επισκόπηση.

Μυθιστόρημα της απόλυτης καταστροφής, L’occhio sotterraneo μιλάει για ένα κοντινό μέλλον (εκείνη την εποχή τοποθετούνταν κοντά  στο 2000, αλλά ελάχιστα άλλαξαν από τότε) και ανάμεσα σε ασταμάτητες επιδημίες, ανυπέρβλητες οικονομικές κρίσεις, μαγνητικές καταιγίδες που εξαπολύονταν στο εξωτερικό διάστημα, επιτυχίες ακροδεξιών καθεστώτων στη γερμανική καρδιά της Ευρώπης και μια καταστροφική σύγκρουση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών (με τους σαουδάραβες και ισραηλινούς συμμάχους τους) και του Ιράν, η ανθρωπότητα ή ότι απομένει από αυτήν, κατευθύνεται προς την ανεπανόρθωτη δύση της.

Παρακάτω προτείνουμε-παρουσιάζουμε στους αναγνώστες τις κεντρικές σελίδες της στιγμής κατά την οποία η ιρανική ισλαμική Δημοκρατία, με τη χρήση αεροσκαφών kamikaze (θυμηθείτε πως το βιβλίο γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80), γεύεται τη νίκη της επί του αμερικανικού στόλου στο στενό του Hormuz. Αν αυτό θα σας φέρει στο νου κάτι τρέχον μην εκπλαγείτε: η λογοτεχνία της πρόβλεψης ορίζεται έτσι ακριβώς γι αυτόν τον λόγο.Προβλέπει μόνο, δεν δημιουργεί τίποτα ή σχεδόν τίποτα.

Ο Bahramali Atai χαμογέλασε καθώς η επιτάχυνση της πτώσης έριχνε ένα κοκκινωπό πέπλο μπροστά στα μάτια του. Μια μη αναγνωρίσιμη φωνή είπε: «Ο Αλλάχ είναι μεγάλος …» Το αεροπλάνο του Bahramali Atai έπεσε μαζί με το Σφυρί του Αλλάχ: την είκοσι μεγατόνων βόμβα H που ήταν αγκιστρωμένη σε αυτό.

Πρώτα ήρθε η αστραπή.
Κανείς θόρυβος, χωρίς δόνηση. Μόνο φως. Δέκα χιλιάδες φορές πιο εκτυφλωτικό από το φως του Ήλιου, ένα εκατομμύριο φορές πιο εκτυφλωτικό από το φως του Sigma del Drago.Υπήρχαν πολλοί άνδρες στο κατάστρωμα των πολεμικών πλοίων, εκείνοι που κατά τη στιγμή της έκρηξης κοιτούσαν προς το σημείο του ουρανού στα μισά της διαδρομής μεταξύ του πυρηνικού αεροπλανοφόρου Harry Truman και του γιγαντιαίου δεξαμενόπλοιου Pacific Stream είχαν τους υγροποιημένους κερατοειδείς και τους αμφιβληστροειδείς απανθρακωμένους μέσα στα μάτια και ήταν το μοναδικό αποτέλεσμα της φωτεινής λάμψης.
Κανείς από εκείνους τους ανθρώπους δεν είχε χρόνο να συνειδητοποιήσει ότι είχε τυφλωθεί ολοκληρωτικά: Κανείς, ούτε αυτοί ούτε οι άλλοι, είχε το χρόνο να συνειδητοποιήσει οτιδήποτε. Ένας ήλιος από καθαρή ενέργεια άναψε. Διογκώθηκε σε λίγα χιλιοστά του δευτερολέπτου, εξαπλώθηκε σε σφαίρα, μια ενιαία μοναδική τερατώδης σφαίρα θερμότητας στους δέκα εκατομμύρια βαθμούς θερμοκρασίας, μια θερμοκρασία από αστρικούς πυρήνες.
Ότι είχε βρεθεί μέσα σε εκείνη τη σφαίρα έπαψε να υπάρχει, κυριολεκτικά. Η ατμόσφαιρα, το νερό, το ατσάλι, η άμμος, τα βράχια, τα σώματα, όλα αποσυντέθηκαν σε ένα τιτανικό ηφαίστειο από ακτίνες γάμμα, ηλεκτρόνια, νετρόνια και πρωτόνια που απομακρύνθηκαν από το σημείο μηδέν με ταχύτητα κοντά σε εκείνη του φωτός.
Το Pacific Stream και το Harry Truman εξαφανίστηκαν σχεδόν αμέσως, τα άλλα πλοία της ομάδας διαγράφηκαν στα τριάντα ένα εκατοστά του δευτερολέπτου μετά την έκρηξη. Η μπάλα φωτιάς της θερμοπυρηνικής βόμβας των είκοσι εκατομμυρίων τόνων TNT που μεταφέρονταν στο Hormuz από τον Bahramali Atai εξάτμισε τα νερά και κατάπιε το υποβρύχιο Sea Serpent. Συνέχισε την κούρσα του, απογύμνωσε το κάτω μέρος του στενού κάνοντας το να βράσει σε ένα βάλτο μάγματος και σκάβοντας εκείνον που αργότερα θα γινόταν ένας υποβρύχιος κρατήρας με διάμετρο οκτώ χιλιομέτρων και βάθος δύο. Η μπάλα φωτιάς μεγάλωσε και φάνηκε να καταπίνει ολόκληρο το σύμπαν.

Μετά την αστραπή ήταν η σειρά του ωστικού κύματος.
Φύσηξαν άνεμοι μιας έντασης που δεν υπήρξε ποτέ πριν στο πρόσωπο της γης.
Το ωστικό κύμα διέγραψε όλα τα νησιά του Ορμούζ: Qeshm, Larak, Hengan, Shantan. το ακρωτήριο του Mussandam. Όταν έφτασε στην ιρανική πόλη Bandar Abbas, πενήντα χιλιόμετρα από το σημείο μηδέν, η ταχύτητα του ήταν περίπου διακόσια πενήντα χιλιόμετρα την ώρα, με ένα κινηματικό φορτίο δέκα τόνων ανά τετραγωνικό μέτρο και μια θερμοκρασία οκτώ χιλιάδων βαθμών. Η Bandar Abbas μετατράπηκε σε μια φλεγόμενη έρημο μέσα σε έντεκα δευτερόλεπτα. Το ίδιο συνέβη σε κάθε οικισμό σε μιαν ακτίνα εκατόν είκοσι χιλιομέτρων από το σημείο μηδέν. Οι πόλεις των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων εξαφανίστηκαν η μία μετά την άλλη, σαν έντομα καταπλακωμένα από τα βήματα ενός δεινόσαυρου.

Οι άνεμοι του κρουστικού κύματος έφτασαν στο Ντουμπάι και στο Ash Shariqah μία ώρα και είκοσι έξι λεπτά μετά την έκρηξη. Ήταν αδύναμοι άνεμοι, κάτι περισσότερο από ένα αεράκι. Μπόρεσαν μόνο να σηκώσουν την άμμο και να την ρίξουν επάνω στα χιλιάδες πτώματα που κείτονταν παντού.
Ήταν ένας τρομερός θάνατος ο δικός τους αλλά ευτυχώς γρήγορος, πολύ γρήγορος: όχι περισσότερο από πέντε με έξι δευτερόλεπτα. Κανείς δεν μπορεί να μείνει ζωντανός για περισσότερο από οκτώ δευτερόλεπτα εάν υποβληθεί σε βομβαρδισμό ακτίνων γ υψηλής ενέργειας σε δεκατρείς χιλιάδες roentgen. Κανείς δεν μπορεί να μείνει ζωντανός όταν το νευροβλαστικό σύστημα αποσυντίθεται, όταν οι κυψελοειδείς συνδέσεις διασπώνται, όταν η ίδια η μοριακή βιοχημεία του μεταβολισμού θρυμματίζεται.
Το σημείο μηδέν απείχε διακόσια πενήντα χιλιόμετρα από το Ντουμπάι, η έντονη άμεση ακτινοβολία που ακολούθησε την σφαίρα φωτιάς της έκρηξης Η είχε χρειαστεί μόλις λίγες εκατοντάδες του δευτερολέπτου για να καλύψει αυτή την απόσταση: Αν είχε σκάσει εξίσου μακριά αλλά στην έρημο, εάν είχαν ειδοποιηθεί εγκαίρως, κάποιοι στο Ντουμπάι θα είχαν επιζήσει, ίσως. Αλλά είχε ξεσπάσει στο Στενό του Ορμούζ, είχε παρασύρει στις καταστροφικές αλυσιδωτές αντιδράσεις της και όλες τις εκατοντάδες τόνους πλουτωνίου που σχημάτιζαν τους πυρηνικούς αντιδραστήρες και τις κεφαλές των όπλων του Harry Truman και του Sea Serpent. Στη δύναμη εξόντωσης της θερμοπυρηνικής έκρηξης είχε προστεθεί εκείνη της εξόντωσης από τις εκπομπές νετρονίου: η βόμβα του Bahramali Atai είχε επίσης γίνει σούπερ βόμβα νετρονίων. Όλες οι μορφές ζωής μέσα σε διακόσια χιλιόμετρα ακτίνα από το σημείο μηδέν είχαν καταστραφεί.
Το Ash Shariqah ήταν ένα νεκροταφείο. Τα πτώματα κείτονταν πάνω στην άμμο, στην άσφαλτο, σταυροειδώς στους σωλήνες. Κάπου στο διυλιστήριο υπήρξε μια έκρηξη, οι φλόγες υψώθηκαν τσιρίζοντας στον κεκορεσμένο αέρα από θανατηφόρα ραδιενέργεια. Η πυρκαγιά εξαπλώθηκε, κίτρινη, σφοδρή, βρυχώντας. Ασταμάτητη.

Το ατομικό μανιτάρι, η αποκαλυπτική κατασκευή τέφρας, θραυσμάτων και υδρατμών, είχε ανυψωθεί σε υψόμετρο περίπου τριάντα χιλιομέτρων πάνω από την κατακόρυφη πλευρά του στενού.
Πιο κάτω ο ωκεάνιος βυθός συνέχιζε να βράζει. Η έκρηξη είκοσι εκατομμυρίων τόνων δυναμίτη είχε προκαλέσει έναν τελλουριακό σεισμό στην όγδοη τάξη της σεισμικής κλίμακας Richter, ολόκληρο το ευαίσθητο σύνολο των εντάσεων, των συμπιέσεων και των υπόγειων ροών μεταξύ των μεγάλων ιρανικών και αραβικών τεκτονικών πλακών κατά μήκος του ρήγματος του Περσικού Κόλπου είχαν δεχθεί μια ισοδύναμη επίδραση με την ταυτόχρονη γέννηση μιας μισής δωδεκάδας ηφαιστείων.
Ο τελλουριακός σεισμός διέσχισε το μανδύα της γης, αναπήδησε ενάντια στη μάζα υψηλότατης πυκνότητας του πυρήνα και επέστρεψε στην επιφάνεια. Οι μύτες των σεισμογράφων σκιτσάρισαν εκτός σκάλας σε πολλά μέρη του κόσμου: από το Ryad, στη Σαουδική Αραβία μέχρι τη Σόφια, της Βουλγαρίας. από το Tibilisi στη Κανταχάρ, στο Αφγανιστάν. μέχρι τη Σιγκαπούρη, την ακραία αιχμή της Malacca, έξι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σημείο μηδέν.
Οι σεισμογράφοι τα έπαιξαν, αλλά τα ραδιόφωνα και οι δορυφόροι της επικοινωνίας παντού σιωπούσαν. Κανείς, στο μέλλον, δεν θα μάθαινε ποτέ πόσες πόλεις στη Μέση Ανατολή είχαν καταστραφεί, ή πόσοι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους λόγω των καταστροφικών σεισμών που τους επόμενους μήνες συγκλόνισαν ολόκληρη την υποηπειρωτική περιοχή του Ιράν. Σεισμοί που στη συνέχεια ανέβηκαν προς τα βόρεια και ανατολικά, προκαλώντας περαιτέρω καταστροφές στη νότια Ρωσία, από τη Λίμνη του Aral έως τη Μαύρη Θάλασσα. 2

(Θα ήθελα να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τον συνοδό μου, σύντροφο και αδελφικό μου φίλο Cesare Aimar, χωρίς την πολύτιμη βοήθεια του οποίου θα ήταν αδύνατο για μένα να εντοπίσω το κείμενο του Altieri και να παρουσιάσω εδώ τις σελίδες από αυτό που μόλις αναφέρθηκαν.)


  1. A. D. Altieri, L’occhio sotterraneo, πρώτη έκδοση από Oglio, Milano 1983 – δεύτερη έκδοση TEA 1996  
  2. A.D. Altieri, op. cit., pp. 286-290  
σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Πόλεις για τουρίστες – Città per turisti

του Alessandro Barile

Sarah Gainsforth, Airbnb città merce, Airbnb πόλις εμπόρευμα, DeriveApprodi, 2019, pp. 191, € 18,00

Θα ήταν απαραίτητο να προβληματιστούμε για την καθυστέρηση που η Ιταλία – και ειδικότερα η Ρώμη – εκτίει σε σχέση με τα ζητήματα της gentrification-αστικού εξευγενισμού-αναβάθμισης και ανανέωσης, της «τουριστικοποίησης» των αστικών κέντρων, των ανακατατάξεων που αυτές τις τελευταίες δεκαετίες έχουν ανατρέψει τη μορφολογία των κυριότερων πόλεων τέχνης της. Μια χώρα πρωτοπόρος του αστικού σχεδιασμού βρέθηκε ξαφνικά απροετοίμαστη στις βασανιστικές προκλήσεις που διακρίνουν-ξεχωρίζουν το πρόσωπο της πόλης και της μητρόπολης της εποχής μας. Για να πούμε την αλήθεια, τα τελευταία χρόνια έχουμε δει μια αναπόφευκτη ανάκαμψη: ο μετασχηματισμός της πόλης έχει επιβληθεί ως λόγος για την ανάλυση ενός νέου μοντέλου εξορυκτικού, παράλληλα παραγωγικού, οικονομικού και παρασιτικού. Το βιβλίο της Sarah Gainsforth ταιριάζει ακριβώς σε αυτό το κίνημα πολιτικο-πολιτιστικού ακτιβισμού: ανάκτηση του χαμένου χρόνου, επικαιροποίηση των θολών ερμηνειών, που δεν είναι πλέον ικανές να κατανοήσουν τα κοινωνικά φαινόμενα που επηρεάζουν το αστικό περιβάλλον. Όπως κάθε έργο αυτού του τύπου, παρουσιάζεται αμέσως ενδιαφέρον και αναπόφευκτα μερικό. Ενδιαφέρον γιατί η συγγραφέας καταγράφει τον αποφασιστικό λόγο: να αποκαλύψει τη ρητορική του παρασιτικού καπιταλισμού που σαρώνει τα αστικά κέντρα και τα μετατρέπει σε κάτι άλλο (αλλά τι άλλο; Αυτό παραμένει το ερώτημα από το οποίο δεν μπορούμε να αποδράσουμε). μερικό, διότι, ακριβώς, πρωτοποριακό – τουλάχιστον, όπως αναφέρθηκε, στη χώρα μας – και που συνεπώς δεν μπορεί να κάνει χρήση μιας αξιοπρεπούς και κοινόχρηστης μάζας σχετικών επί του θέματος ιταλικών μελετών. Ως εκ τούτου, παρουσιάζεται ως έργο από το οποίο πρέπει να ξεκινήσουμε, και είναι αναμφισβήτητη η σημασία του.

Ας προσπαθήσουμε να χτυπήσουμε το θέμα αμέσως, ελευθερώνοντας τον εαυτό μας από τις κοινωνιολογικές ή πολεοδομικές αγκύλες που μπερδεύουν το πρόβλημα μέσα σε πολύ στενές οπτικές γωνίες για να αποκαλύψουμε πλήρως την πολυπλοκότητα της ιστορίας: η σημερινή πόλη είναι το προϊόν της οικονομικής κρίσης. Μία μακροχρόνια οικονομική κρίση, η οποία προκαλείται πανηγυρικά με τη φούσκα των subprime υποθηκών-υψηλού κινδύνου του 2008, αλλά που χαρακτηρίζει το δυτικό καπιταλιστικό μοντέλο τουλάχιστον από το τέλος των μυθοποιημένων «ένδοξων τριάντα». Θα ήταν πραγματικά πολύ εξεζητημένο-απαιτητικό να δοκιμάσουμε σε λίγα λόγια τα χαρακτηριστικά αυτής της κρίσης, που παρουσιάζεται – σε τελευταία ανάλυση – ως κρίση αξιοποίησης-βελτιστοποίησης των ιδιωτικών κεφαλαίων. Η καμπύλη ανάπτυξης αυτών των κεφαλαίων – ειδωμένων ως σύνολο – σε μια συγκεκριμένη στιγμή επιβραδύνεται μέχρι να σταματήσει, δημιουργώντας παράλληλα τον γεωμετρικό πολλαπλασιασμό του ιδιωτικού χρέους για να υποστηρίξει μια βελτιστοποίηση που, για να διαιωνιστεί, δεν μπορεί παρά να είναι συνεχώς ντοπαρισμένη: η κατανάλωση αντέχει, αλλά το κάνει αποσυνδεόμενη πιο έντονα από το πραγματικό επίπεδο των εισοδημάτων που δημιουργούνται μέσα στη σχέση μεταξύ διαθέσιμης εργασίας και οικονομικής παραγωγής.

Αυτή η κρίση μπορεί να εκτιμηθεί από διαφορετικές οπτικές γωνίες, όλες σημαντικές. Όσον αφορά αυτό που μας απασχολεί εδώ, εκείνο που την πληρώνει είναι η αστική διάσταση, η οποία ποδοπατήθηκε μετωπικά από τις στρεβλώσεις ενός καπιταλισμού που εξαφανίζει την «μικτή» φάση του – που υποστηρίζεται κατά τρόπο αντιφατικό από ιδιωτικά και δημόσια κεφάλαια εξίσου-σε ίσο βαθμό, και σταδιακά αποσυναρμολογεί τη σειρά των δεσμών που υποστήριζαν τη σχέση μεταξύ του Κράτους (που θεωρείται ως πολιτική περίφραξη ) και της οικονομικής ανάπτυξης. Πάντα περιοριζόμενοι στην αστική-περίπτωση, ο David Harvey – σε ένα γνωστό του άρθρο του 1989 – χαρακτήρισε αυτή τη μετάβαση από τη διευθυντική πόλη στην επιχειρηματική πόλη. Ποια είναι η σημασία αυτού του (ιστορικού) περάσματος; Ουσιαστικά οι πόλεις – όλες οι πόλεις, αλλά κυρίως οι μητροπόλεις που έχουν γίνει «παγκόσμιες» – πολιτικά δομημένες για τη διαχείριση των πόρων που τους μεταβίβαζε το Κράτος από τη γενική φορολογία, έχουν εκτοξευθεί βίαια στην επιχειρηματική διάσταση, έπρεπε να γίνουν – για να υποστηρίξουν το σύνολο των υπηρεσιών που κατέχουν – αστικές επιχειρήσεις, γεννώντας από μόνες τους εκείνους τους οικονομικούς πόρους που δεν τους μεταφέρονται πλέον από το κεντρικό Κράτος.

Πάντα μιλώντας κατά προσέγγιση και με έναν απερίφραστα συνοπτικό τρόπο, η τουριστικοποίηση των αστικών κέντρων τοποθετείται μέσα σε αυτό το σχήμα, ανταποκρινόμενη στην ίδια ανάγκη που οδήγησε τις πόλεις να ιδιωτικοποιήσουν την οικονομία τους, «απελευθερώνοντας» τις υπηρεσίες, «τιτλοποιώντας» την δημοτική-κοινοτική ακίνητη περιουσία, ξεπουλώντας ολοένα αυξανόμενα τμήματα δημόσιας περιουσίας, διακόπτοντας ολοένα και περισσότερες δραστηριότητες που εμφανίζονταν ως πρόσθετο κόστος ενός προϋπολογισμού που συνέχιζε να μην ‘βγαίνει’, που δεν μπορούσε πλέον να επιστρέψει στην μοιραία ισορροπία. Η επιχειρηματική πόλη είναι το αποτέλεσμα της (φορολογικά) αποτυχημένης πόλης. Συνοπτικά: από την πόλη ήταν απαραίτητο να εξαχθεί εισόδημα για να καλυφθούν οι πόροι που δεν μεταφέρονται πλέον από το Κράτος. Αυτή η ανάγκη συναντήθηκε με τη δυσκολία των ιδιωτικών κεφαλαίων – όπως αναφέρθηκε προηγουμένως – να αξιοποιηθούν, να ενισχυθούν, να αναπτυχθούν σταθερά, εμπλέκοντας το ναρκωτικό του ιδιωτικού χρέους. Και ποια καλύτερη επένδυση από την επιστροφή στα έσοδα; Η οικονομική κρίση δεν προκάλεσε στην πραγματικότητα μείωση των κεφαλαίων σε κυκλοφορία, αντίθετα: στον κόσμο δεν υπήρξε ποτέ τόσο μεγάλη αχρησιμοποίητη μάζα ιδιωτικού κεφαλαίου, χρηματιστικοποιημένου αλλά όχι βελτιστοποιημένου, διότι έχει σπάσει η θεμελιώδης αλυσίδα που δημιουργούσε αξία για αυτά τα κεφάλαια: η εσωτερική κατανάλωση των πλούσιων οικονομιών της Δύσης. Αυτή η κυριολεκτικά ατέλειωτη διάσταση του πλασματικού κεφαλαίου – πολλαπλασιασμένου οικονομικά και φτάνοντας σε
αρκετά πολλαπλάσια που δεν μπορούν πλέον να μετρηθούν για το παγκόσμιο ΑΕΠ – αναγκάζεται να βρει συγκεκριμένες απαντήσεις στις οποίες να αγκυροβοληθεί. Τα έσοδα από ακίνητα είναι το κυριότερο αγκυροβόλιο. Ως εκ τούτου, μεταξύ άλλων, η τουριστικοποίηση.

Όπως διδάσκεται στο πρώτο έτος της πολιτικής οικονομίας, δεν είναι η ζήτηση που γεννά την προσφορά, αλλά το αντίθετο: είναι η προσφορά που δημιουργεί τις ανάγκες που υποκινούνται. Αφήνοντας στην άκρη τις βασικές ανάγκες (που στοχεύουν ουσιαστικά στην αναπαραγωγή του ανθρώπου), το σύμπαν των δευτερογενών αναγκών προκαλείται από την οικονομική προσφορά. Από αυτή την οπτική γωνία, θα πρέπει να αναποδογυρίσει ολόκληρη η ρητορική για τον τουρισμό: δεν είναι αυτός που προσβάλει τις χώρες της Δύσης, αναγκάζοντάς τες να αλλάξουν παραγωγικά και να τον μετατρέψουν σε τουριστική δεκτικότητα. είναι οι δυτικές χώρες (και όχι μόνο αυτές, φυσικά) που προσελκύουν τις παγκόσμιες τουριστικές ροές επενδύοντας επάνω σε μια επαγόμενη ζήτηση, η οποία – κατά κάποιο τρόπο – αναγκάζει στην ανάγκη τουρισμού (δηλαδή στην ανάγκη εξωτερικών εισόδων-εσόδων στο αστικό ή εθνικό σύστημα). Οι ροές κατασκευάζονται και τροφοδοτούνται από τις χώρες εκείνες που λένε ότι είναι αντικείμενα αυτών «ενάντια στη θέλησή τους». Με την (εν μέρει) υποχώρηση της δύναμης οικονομικής κατεύθυνσης από πλευράς του Κράτους, με την μεταμόρφωση της πόλης σε επιχειρηματική οντότητα, είναι οι ίδιες οι πόλεις που πλάθονται στην υπηρεσία του παγκόσμιου τουρισμού-με προορισμό αυτόν. Παραμορφώνοντας – κυριολεκτικά – την μορφολογία τους, τόσο την αστική όσο και την (κι ακόμη περισσότερο) την κοινωνική, δηλαδή τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του πληθυσμού.

Η Sarah Gainsforth απεικονίζει αυτή τη μακροσκοπική ιστορία μέσα από ένα synecdoche-μια συνεκδοχή, η οποία, όμως, αγγίζει-βρίσκει πραγματικά το στόχο: τη μελέτη και την αποκάλυψη ενός κομματιού αυτής της οικονομίας του τουρισμού – Airbnb – για να περιγράψει την πολυπλοκότητά της, επιστρέφοντας μια συνολική δυστοπική εικόνα που εξακολουθεί σήμερα να δυσκολεύεται να επικρατήσει έξω από τα πιο πολιτικά χειραφετημένα κυκλώματα. Υπάρχουν επίπεδα που τέμνονται-διασταυρώνονται σε ένα έργο αυτού του τύπου, και είναι ο μόνος τρόπος να κατανοήσουμε το νόημά του. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η δύσκολη αναμέτρηση με τα νούμερα και τα δεδομένα της πραγματικότητας που διακρίνουν τη διαδικασία τουριστικοποίησης. Μέσω της εστιασμένης εστίασης ορισμένων αστικών περιπτώσεων που επέλεξε η συντάκτης, μας χτυπά αμέσως η δύναμη των αριθμών. Μερικά παραδείγματα: Η Λισαβόνα έχει περίπου 500 χιλιάδες κατοίκους, αλλά υποφέρει κάθε χρόνο 14 εκατομμύρια τουριστών. Μετά τη «διάσωση» των πορτογαλικών δημόσιων λογαριασμών από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μία από τις ρήτρες αγχόνες του μνημονίου «προσκαλούσε στην τόνωση της αγοράς ακινήτων με παρεμβάσεις αστικής αναγέννησης και μια μαζική απελευθέρωση των ενοικίων». Το αποτέλεσμα, πέρα από το τέλος της δίκαιης αμοιβής και του πολλαπλασιασμού των εξώσεων, ήταν η παράδοση στο Airbnb ενός σημαντικού τμήματος ολόκληρης της αγοράς ενοικίασης: 22.000 καταλύματα διαχειρίζεται η Airbnb μόνο στο κέντρο της πόλης. μοναχά στη συνοικία της Santa Maria Maior – 1,5 τ.χλμ. – 3 χιλιάδες σπίτια ενοικιάζονται στο Airbnb.

Και πάλι: ύστερα (προσοχή: μετά) από την κρίση του 2008, οι τιμές των κατοικιών του Σαν Φρανσίσκο – καρδιά της πολυεθνικής Airbnb – πολλαπλασιάστηκαν απεριόριστα: «σήμερα περισσότερα από τα μισά σπίτια στο Σαν Φρανσίσκο κοστίζουν πάνω από 1 εκατομμύριο δολάρια. Στη γειτονιά του Westwood Park, τα 1 εκατομμυρίου σπίτια ήταν 3% το 2012. το 2016 ήταν το 96%. Σε 14 συνοικίες της Bay Area, ως επί το πλείστον συγκεντρωμένες γύρω από το Palo Alto, το 100% των σπιτιών κοστίζει περισσότερο από αυτή την αξία». Και, προσοχή, σε μια πόλη που αντιμετωπίζει μια τεράστια-ιστορική στεγαστική κρίση, και όπου είναι η «μεσαία τάξη», όχι τα πιο λαϊκά στρώματα, που πρέπει να μετακινηθεί αλλού, όλο και μακρύτερα από μια πόλη όπου ωστόσο εξακολουθεί να συχνάζει-γυρνά-εξαρτάται λόγω εργασιακών υποχρεώσεων. Τα υψηλά ενοίκια επηρεάζουν τις οικογένειες με 100 χιλιάδες δολάρια εισοδήματος ετησίως. Και ακόμη: «Το Τορόντο βρίσκεται στη μέση μιας έκρηξης ακινήτων και, ταυτόχρονα μιας άνευ προηγουμένου στεγαστικής κρίσης. […] Το 2016 τα σπίτια που αφαιρέθηκαν από τη συνηθισμένη αγορά του Τορόντο ήταν περίπου 3000, το 2017 είχαν γίνει 45.000 και ένα χρόνο αργότερα, το 2018 ήταν 65.000». Και πάλι, στη τύχη μεταξύ των στοιχείων που παραθέτονται με έμφαση αλλά δικαίως από την συγγραφέα: «Στην αστική περιοχή του ιστορικού κέντρου της Ρώμης το 19% των διαμερισμάτων ενοικιάζονται από την Airbnb. […] Στην Βενετία το 12% των σπιτιών στην ιστορική πόλη, […] νοικιάζεται στους τουρίστες όλο τον χρόνοè. […] Η Φλωρεντία είναι η πόλη με την υψηλότερη συγκέντρωση κατοικιών στην Airbnb στο ιστορικό κέντρο, το 18% ». Είναι σημαντικό: δεν μιλάμε για ξενοδοχεία, b & b ή άλλες «επίσημες» εγκαταστάσεις διαμονής. Μιλάμε για ιδιωτικά διαμερίσματα που προστίθενται στην ήδη γιγάντια προσφορά τουριστικών καταλυμάτων. Εξοργιστικά ποσοστά – κοντά λοιπόν στο 50% του συνολικού κατοικήσιμου αποθέματος μιας πόλης, ή τουλάχιστον του ιστορικού της κέντρου – μετατρέπονται σε τουρισμό. Με ποια αποτελέσματα είναι εύκολο να φανταστεί κανείς: «Στη Ρώμη, ολόκληρη η αγορά ενοικίασης υπολογίζεται από την Istat σε 210.000 σπίτια. Ο πρώτος διαχειριστής στέγασης είναι η Ater Roma, με 48.000. […] Ο δεύτερος είναι ο Δήμος, ο οποίος διαθέτει 28.000 δημόσιες κατοικίες. Ο τρίτος, επειδή στην πραγματικότητα είναι ένας διαχειριστής ακινήτων, είναι η Airbnb, με σχεδόν 19.000 ολόκληρα σπίτια, αλλά αν μετρήσουμε και τα μεμονωμένα δωμάτια φθάνουμε τα 30.000 ». Το αποτέλεσμα-η συνέπεια, για να λέμε την αλήθεια, έχει επίσης υπολογιστεί: «Στη Βοστώνη, μια έρευνα του τμήματος Οικονομικών του Πανεπιστημίου διαπίστωσε όχι μόνο μια συσχέτιση αλλά μια αιτιώδη σχέση μεταξύ της διάδοσης των Airbnb και των τιμών των κατοικιών: σε κάθε 12 ανακοινώσεις σχετικά με την Airbnb για κάθε ζώνη απογραφής αντιστοιχεί μια απώλεια κατοικιών στη συνήθη αγορά κατά 5,9%, μια αύξηση των ενοικίων κατά 0,4% και αύξηση των τιμών των ακινήτων κατά 0,76% «. Κάθε δώδεκα ανακοινώσεις. Αντιμετωπίζουμε έναν σεισμό που κατακλύζει άμεσα τις πόλεις, την φυσιογνωμία τους και, πάνω απ ‘όλα, τους κατοίκους.

Θα ειπωθεί, και πράγματι λέγεται, ότι όλα αυτά ανταποκρίνονται σε μοριακές δυναμικές, οικείες διαδικασίες του ιδιωτικού καπιταλισμού, σε μεμονωμένες επιλογές-ατομικές, όπως για παράδειγμα η τοποθέτηση ενός σπιτιού ή ενός δωματίου προς ενοικίαση σε ένα σάιτ, «αποδιαμεσολαβώντας» την κανονική δεκτική προσφορά, διαμονής, κάμπτοντας αναπόφευκτα τις πόλεις σε ασταμάτητες ροές που μπορούν μόνο να «κυβερνηθούν» αλλά όχι να περιοριστούν.Και φτάνουμε στο δεύτερο επίκεντρο-focus του βιβλίου της Gainsforth, δηλαδή στον ιδεολογικό χαρακτήρα αυτού του φαινομένου: «ήταν σαφές σχεδόν αμέσως ότι μόλις το 10% των host Airbnb ήταν μισθωτές που έβγαζαν το κάτι παραπάνω, στο 90% των περιπτώσεων επρόκειτο για ιδιοκτήτες που ενοικίαζαν όλο τον χρόνο. […] Πολλά από ολόκληρα τα κτίρια όπου οι ένοικοι είχαν εκδιωχθεί με τη χρήση του Ellis Act ήταν τα ίδια όπου τα διαμερίσματα εμφανίζονταν στις αγγελίες για Airbnb και VRBO ». Και πάλι: » τα host με περισσότερα από ένα ενοικιαζόμενο σπίτι […] διαχειρίζονται το 56,2% όλων των ενοικιαζόμενων κατοικιών του Airbnb στη Ρώμη: 10.583 είναι τα διαμερίσματα των χρηστών με περισσότερες από μία αγγελίες». Με άλλα λόγια, ο θρύλος, ο μύθος – διότι περί αυτού πρόκειται – ότι η Airbnb είναι μέρος της «διαδικασίας αποδιαμεσολάβησης» της οικονομίας, απελευθερώνοντας τις ενέργειες του μικρού ιδιωτικού καπιταλισμού, είναι μια φάρσα: η Airbnb είναι ένας διαχειριστής, ένας από τους μεγαλύτερους, περιουσίας ακινήτων, η οποία κατανέμει σε τουριστικά καταλύματα συμβάλλοντας στον πολλαπλασιασμό τους. Δεν ανταποκρίνεται σε μια ανάγκη (περισσότερα δωμάτια ή διαμερίσματα για τουρίστες), αλλά την δημιουργεί. Δεν είναι η Airbnb που απαντά σε μια ζήτηση τουρισμού: είναι η Airbnb που δημιουργεί τη ζήτηση όλο και περισσότερο τουρισμού. «Το Airbnb είναι μέχρι στιγμής η κύρια ιστορία επιτυχίας-το success story του καπιταλισμού των προγραμμάτων και της νεοφιλελεύθερης και startupper ιδεολογίας, σύμφωνα με την οποία όλοι είναι επιχειρηματίες του εαυτού τους. […] Οι πλατφόρμες έχουν βρει τον τρόπο να εμπορευματοποιούν πάντα νέους πόρους, επεκτείνοντας τη σφαίρα αυτού που μπορεί να γίνει κερδοφόρο – το σπίτι, τον χρόνο, τις πόλεις. […] Ο τουρισμός […] είναι ένα εργαλείο παραγωγής θερέτρων για την απόσπαση αξίας από την πόλη-εμπόρευμα». Και ακόμη, πιο μπροστά και με αποφασιστικό τρόπο: «ο τουρισμός είναι σήμερα το κύριο εργαλείο ανάπλασης και marketing των πόλεων, που έχουν γίνει την ίδια στιγμή επιχειρηματίες και καταναλωτικά αγαθά, ο πόρος και το τελικό προϊόν, που πωλούνται στην παγκόσμια αγορά».

Ωστόσο αν η δυναμικές είναι παγκόσμιες, δηλαδή απαντούν στις στρατηγικές λίγων τεράστιων ιδιωτικών και μη τοπικών πολυεθνικών, διαμορφώνοντας ξεκάθαρα το αστικό ιστό στο σύνολό του, οι συνέπειες παραμένουν τοπικές. Η ιδεολογία της αποδιαμεσολάβησης, των νεοεμφανιζόμενων επιχειρήσεων-startup και της οικονομίας που μοιράζεται-sharing economy χρησιμεύει στην κατεδάφιση των αστικών ρυθμιστικών καθεστώτων, σε απόλυτη ευθυγράμμιση με την επίθεση στα κρατικά ρυθμιστικά καθεστώτα που διεξάγεται από την ευρύτερη διεργασία παγκοσμιοποίησης της παγκόσμιας οικονομίας. Παραμένοντας στην πόλη, η αντικατάσταση που βρίσκεται σε εξέλιξη είναι αυτή του κατοίκου πληθυσμού με έναν προσωρινό, διερχόμενο, «χρήστη» της πόλης, πράγματι: της πόλης, γενικά, χωρίς να κατοικεί εκεί, σύμφωνα με την (πλέον) κλασική διαίσθηση του Martinotti που αναφέρεται στους μητροπολιτικούς επιχειρηματίες-metropolitan businessperson. Κι όμως ένας κάτοικος πληθυσμός θα συνεχίσει αναπόφευκτα να υπάρχει. Αλλά θα μετακινηθεί όλο και πιο μακριά, όλο και περισσότερο έξω από τα αστικά σύνορα, και παρόλα αυτά αναγκασμένος – για λόγους εργασίας – να γυρνά εκεί γύρω, συχνά-συνήθως γύρω από εκείνο το κέντρο της πόλης το οποίο στο μεταξύ έχει γίνει τόπος διέλευσης των ροών του τουρισμού και της παγκόσμιας οικονομίας.

Για να ολοκληρώσουμε, λοιπόν, η πόλη που έχει μετατραπεί σε μητρόπολη εμφανίζεται ολοένα και περισσότερο ως δυαδικότητα: ένα μικρό νευραλγικό κέντρο – όχι πάντα ή κατ ανάγκη υπερκείμενο στο γεωγραφικό κέντρο – που περιβάλλεται από μια τεράστια περιφέρεια που εκτείνεται πολύ πέρα από την επαρχία και συμπίπτει με την περιοχή αναφοράς, δίχως λύση συνέχειας. Αλλά δεν είναι παιχνίδι με μηδενικό άθροισμα: στην αποαστικοποιημένη περιφέρεια που πλέον δεν είναι δημοτική αυτά που ανατρέπονται είναι πια εκείνα τα δικαιώματα κατοίκησης επάνω στα οποία βασίζεται η ίδια η έννοια της πόλης. Για εκείνους που μπορούν ακόμα να τα αντέξουν οικονομικά, δηλαδή να τα αγοράσουν, θα παραμείνουν. Για όλους τους άλλους, δηλαδή για τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, ανοίγεται μια νέα φάση κοινωνικών σχέσεων (που έχει ήδη ανοίξει).

 

Città per turisti

ένοπλη πάλη, lotta armata

Prospero Gallinari, όταν η Φάλλαγα νοσοκομιακοί τον περιέθαλψε στο νοσοκαμείο san Giovanni

Αέναη κίνηση

prospero-gallinari-2un-contadino-nella-metropoli

Από το βιβλίο Ένας αγρότης στην μητρόπολη. Αναμνήσεις ενός μαχητή των κόκκινων Ταξιαρχιών

Έσβησε το φως

[…] στις 24 Σεπτεμβρίου έχουμε ραντεβού με κάποιους απ’ τον πυρήνα για φαγητό, σε μια ταβέρνα, για να συζητήσουμε τα τελευταία θέματα. Ενημερώνω τους συντρόφους πως ο Μάριο με κάλεσε από ένα ιταλικό λιμάνι και ανεβαίνει την Αδριατική προς Βενετία. Πρέπει στη συνέχεια να οργανωθούμε για να πάμε να πάρουμε τα όπλα που μεταφέρει. Εν τω μεταξύ όμως σκεφτόμαστε τη δουλειά που έχουμε να κάνουμε αύριο. [….]
Να αλλάξουμε πινακίδες είναι μια δουλειά ρουτίνας, φτάνει να βρεις μια τρύπα όπου δεν σε βλέπουν. Η περιοχή όμως δεν είναι καλή. Υπάρχει ένα μπαρ κοντά στο μέρος όπου έχουμε παρκάρει τα αυτοκίνητα και υπάρχει κόσμος απ’ έξω. Μετακινούμαστε διακόσια μέτρα και μετά την Porta Metronia βρίσκουμε ένα χώρο στον οποίο καταφέρνουμε να χωθούμε. Εγώ θα πρέπει να καλύπτω από κάποια απόσταση τους άλλους που θα πρέπει…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 979 επιπλέον λέξεις

ιστορία, storia

Γιοι του εργοστασίου – Figli dell’officina

Figli dell’officina

«Η εξαιρετική μαρτυρία ενός από τους μεγαλύτερους πρωταγωνιστές των γεγονότων της Πρώτης γραμμής».

Figli dell’officina

Από την Lotta continua στην Prima linea: προέλευση και γέννηση (1973-1976)

Αυτή η μαρτυρία είναι ένα θεμελιώδες ντοκουμέντο για την ιστορική ανασυγκρότηση μιας συνιστώσας εκείνης της πολιτικής και κοινωνικής σύγκρουσης που πυροδότησε τη χώρα μας στη δεκαετία του ’70 του περασμένου αιώνα.
Ο Galmozzi ανοίγει την αφήγηση με μια επιτακτική δήλωση: Η Πρώτη γραμμή έχει τις ρίζες της σε μια εργατική ιστορία ή, πιο συγκεκριμένα, στην ιστορία ενός εργατικού εξτρεμισμού, του οποίου οι αγώνες, που ξεκίνησαν στις μονάδες των εργοστασίων, προκάλεσαν ένα ριζοσπαστικό και για μεγάλο χρονικό διάστημα ανεξίτηλο κοινωνικό μετασχηματισμό.
Η διεκδίκηση μιας πλήρους εσωτερικότητας στα γεγονότα της εργατικής σύγκρουσης εκείνης της δεκαετίας εξακολουθεί να είναι άβολη σήμερα για την ιστορική ανασυγκρότηση για την οποία εργάζεται η επίσημη πολιτική και συνδικαλιστική αριστερά. Αλλά σαράντα χρόνια μετά από αυτά τα γεγονότα η σύγκριση, η αντιπαράθεση μεταξύ των διαφορετικών αξιολογήσεων θα πρέπει έτσι κι αλλιώς να γίνει, και για το σκοπό αυτό το βιβλίο αυτό συνεισφέρει με θεμελιώδη τρόπο.

ISBN: 978-88-6548-293-3
PAGINE: 240
ANNO: 2019
COLLANA: I libri di DeriveApprodi
TEMA: Anni SettantaMovimentiViolenza rivoluzionaria
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

CHICCO GALMOZZI

εργάτης, αγωνιστής της Lotta continua, το ’74 πήρε μέρος στη δημιουργία των κομμουνιστικών Επιτροπών για την εργατική εξουσία που συνδέονται με την εφημερίδα Χωρίς εκεχειρία-Senza tregua και το 1976 ήταν από τους ιδρυτές της Prima linea. Συνελήφθη τον μάιο του 1977, αποφοίτησε από γυμνάσιο και πανεπιστήμιο κατά την διάρκεια των 12 χρόνων εγκλεισμού.
θεωρία, teoria

Για την αυτοδιαχείριση της καθημερινής ζωής

Sull’autogestione della vita quotidiana

 

«Το τελευταίο βιβλίο ενός «μεγάλου γέρου» της Καταστασιακής Διεθνούς»

Sull’autogestione della vita quotidiana

Συμβολή στην επείγουσα ανάγκη απελευθερωμένων εδαφών από την κρατική και εμπορική επιχείρηση

Ο Raoul Vaneigem είναι ο συγγραφέας της Συνθήκης του να ξέρεις να ζεις προς χρήση των νέων γενεών (1967), που γράφτηκε και δεν ήταν ξένη σε εκείνο το Κίνημα των καταλήψεων του μαΐου 1968 ανέπτυξε ότι πιο ριζοσπαστικό. Από τότε, τα περισσότερα από τα έργα του δεσμεύονται στο να υπερασπίζονται τη ζωή ενάντια στη νοσηρότητα και τη δικτατορία του κέρδους.
Οι προβληματισμοί του για την αυτοδιαχείριση της καθημερινότητας ρίχνουν τα θεμέλια ενός ανθρώπινου πολιτισμού που καλείται να αντικαταστήσει, να εκτοπίσει τον εμπορικό πολιτισμό που φτωχοποιεί εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες καταστρέφοντας τους φυσικούς πόρους και τη ζωή.
Γραμμένο πριν από την εμφάνιση των «gilets jaunes»-»κίτρινων γιλέκων» στη Γαλλία, το βιβλίο βρίσκει την επιβεβαίωση των κύριων θέσεων του μέσα στη ριζική εξέλιξη-ανάπτυξη αυτού του Κινήματος.

 

ISBN: 978-88-6548-287-2
PAGINE: 140
ANNO: 2019
COLLANA: FuoriFuoco
TEMA:
AUTORE-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

RAOUL VANEIGEM

είναι συγγραφέας πολλών δοκίμων. Μεταξύ των τελευταίων δημοσιεύσεών του στην Ιταλία: Ανακοίνωση προς τους σπουδαστές – Avviso agli studenti (1996). Στους ζωντανούς για το θάνατο που τους διέπει και στην ευκαιρία να ξεμπερδέψουν με αυτόν – Ai viventi sulla morte che li governa e sull’opportunità di disfarsene (1998). Εμείς που επιθυμούμε δίχως τέλος – Noi che desideriamo senza fine (1999) Τρομοκρατία ή επανάσταση – Terrorismo o rivoluzione (2010), Το κράτος δεν είναι πλέον τίποτα, είναι στο χέρι μας να είμαστε τα πάντα – Lo Stato non è più niente, sta a noi essere tutto! (2010).

Raoul Vaneigem

Στην αυτοδιαχείριση της καθημερινής ζωής.
Συμβολή στην αναγκαιότητα απελευθερωμένων εδαφών από την κρατική και εμπορική επιχείρηση
pp. 140 – € 12.00

Nelle librerie dal 30 maggio στα βιβλιοπωλεία από τις 30 μαίου

Εμπνευσμένος από το αποδιοργανωτικό και ορμητικό γαλλικό κίνημα των κίτρινων Γιλέκων-Gilets jaunes, ο βέλγος συγγραφέας και δημοσιογράφος Raoul Vaneigem, ένας από τους «μεγάλους γέρους» της Καταστασιακής Διεθνούς – συγγραφέας, πριν από μισό αιώνα, της πολύ διάσημης Συνθήκης για να γνωρίζεις πώς να ζεις προς χρήση των νέων γενεών (το πιο κλεμμένο βιβλίο το ’68) – έγραψε αυτό το βιβλίο ριζοσπαστικής κριτικής στην κυνική, μαφιόζικη και επιχειρηματική λογική που έχει πλέον μολύνει τις ανθρώπινες σχέσεις σε όλο τον κόσμο με το χαρακτηριστικό του διεισδυτικό, διαυγές και παθιασμένο στυλ.

Πώς είναι δυνατόν – αναρωτιέται ο Vaneigem – να έχουμε φτάσει σε τέτοιο επίπεδο πλανητικής υποβάθμισης-κατάπτωσης; Η απάντηση βρίσκεται στην ανάλυση που αναπτύσσει ξεκινώντας από τον ρόλο που ανέλαβε ο φετιχισμός του χρήματος, ο κερδοσκοπικός και χρηματιστικός καπιταλισμός, προκαλώντας μια απώλεια ευαίσθητης νοημοσύνης. Αυτό συνοδεύεται από μια μόνιμη κατάσταση διαδεδομένου πολέμου που γεννά ένα χάος στο οποίο ακολουθεί ο φόβος. Και το αίσθημα του φόβου, για να κατευναστεί, μεταφράζεται σε αίτημα προς τους διαχειριστές της εξουσίας πολιτικών που στοχεύουν όλο και περισσότερο στην ασφάλεια και τον έλεγχο εκείνων που θεωρούνται «διαφορετικοί».
Αλλά εναντίον αυτού του δυσοίωνου σεναρίου ο Vaneigem υποστηρίζει ότι μπορούμε και πρέπει να αντιδράσουμε κάνοντας έκκληση προς όλους εκείνους που δεν θέλουν να παραδοθούν μετατρέποντας με εξυπνάδα την αντίσταση σε ένα σχέδιο που να έχει ως θεμέλιο έναν τρόπο ζωής που βασίζεται στην αυτοδιαχείριση της καθημερινής ζωής.

Με μια καλλιεργημένη και εκλεπτυσμένη γραφή, υποβλητική και πλούσια σε μεταφορές, ο Raoul Vaneigem παρουσιάζεται για άλλη μια φορά στο ραντεβού με την ιστορία και συνεχίζει να είναι ο δράστης μιας ατομικής και κοινωνικής ευαισθησίας που ο κυρίαρχος κόσμος θα ήθελε να διαγράψει.

—-

Raoul Vaneigem è uno scrittore e giornalista belga il cui nome è indissolubilmente legato allo sviluppo dell’Internazionale Situazionista. Autore di moltissimi saggi, tra i suoi ultimi pubblicati in Italia: Avviso agli studenti (1996); Ai viventi sulla morte che li governa e sull’opportunità di disfarsene (1998); Noi che desideriamo senza fine (1999); Terrorismo o rivoluzione(2010); Lo Stato non è più niente, sta a noi essere tutto!(2010).

φιλοσοφία, filosofia

Σχετικά με την ευχαρίστηση που λείπει – Sul piacere che manca

Sul piacere che manca

«Κατά της υποδούλωσης της επιθυμίας,
για μια χαρά της ύπαρξης»

Sul piacere che manca – Σχετικά με την ευχαρίστηση που λείπει

Ηθική της επιθυμίας και πνεύμα του καπιταλισμού

Αυτό το βιβλίο γεννιέται από την αίσθηση ότι σε εμάς, τους μη ειρηνευμένους κατοίκους των σύγχρονων κοινωνιών, μας λείπει κάτι θεμελιώδες: η ευχαρίστηση. Μιλάμε για μια ευχαρίστηση που δεν έχει καμία σχέση με την ανεξέλεγκτη έκσταση ή με κάποιες θλιβερές γιορτές-πάρτυ των καιρών μας, και αντιθέτως που μοιάζει περισσότερο με την χαρμόσυνη καρποφορία της ύπαρξης. Μας λείπει αυτή η ευχαρίστηση (για την οποίαν θα μιλήσουμε προσπαθώντας να κάνουμε να αντηχήσουν τα αρχαία λόγια του μαέστρου της, Επίκουρου) γιατί είμαστε υποκείμενοι, ίσως όπως ποτέ άλλοτε μέχρι σήμερα, σε μια παραγωγική μηχανή που κάνει την επιθυμία,τη φιλοδοξία, το άγχος της αναγνώρισης, την αιώνια μηχανή της. Η καταστροφή αυτής της κοινωνικής μηχανής σίγουρα δεν θα συμβεί στην θεωρία, αλλά η θεωρία μπορεί να βοηθήσει στην ταυτοποίηση τουλάχιστον των μηχανισμών, των εργαλείων, τόσο ψυχολογικών όσο και κοινωνικών, που μας αφαιρούν τη δύναμη να αντισταθούμε σε αυτήν. Η συμβολή που επιδιώκει να δώσει αυτό το βιβλίο είναι διττή: πρώτα απ ‘όλα, θα πρέπει να διαμορφώσουμε μια κριτική της επιθυμίας και της πολιτικής της χρήσης. μετά, να δείξουμε με ποιους τρόπους η ευχαρίστηση μπορεί να αποτελέσει ένα ισχυρό αντίδοτο ενάντια στην υποδούλωση στην επιθυμία για εργασία.

Un assaggio…

UN ASSAGGIO, ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

 

Αυτό το βιβλίο γεννιέται από την αίσθηση ότι εμείς, οι μη ειρηνευμένοι κάτοικοι των σύγχρονων κοινωνιών, στερούμαστε κάτι θεμελιώδες. και αυτό το κάτι που μας λείπει με μια ουσιαστική έννοια (αλλά του οποίου κινδυνεύουμε να μην αισθανόμαστε πλέον ούτε καν την έλλειψη) είναι η ευχαρίστηση.

Να μην ταράζονται εκείνοι που θεωρούν τις ζωές μας ντοπαρισμένες με απόλαυση, ούτε να χαίρονται υπερβολικά οι ενθουσιώδεις ηδονιστές. Μιλώ για μια ευχαρίστηση – που για τους μεν και για τους δε – θα φανεί σεμνή, μετριοπαθής, δίχως αξιώσεις, μια ευχαρίστηση που δεν έχει καμία σχέση με την ξέφρενη στάση ορισμένων θλιβερών γιορτών, θλιβερών πάρτυ της εποχής μας. Θα μιλήσω για μια ευχαρίστηση η οποία, από την άλλη πλευρά, δεν έχει τίποτα να κάνει ούτε και με την ασυμβίβαστη επιβεβαίωση της επιθυμίας ή με την απελευθέρωσης της, και που αντιθέτως αποκτά το νόημα και τη δύναμή της μόνο αν την παρατηρήσουμε, να το πούμε, εναντίον ή χωρίς την επιθυμία. Μια ευχαρίστηση που δεν είναι επομένως η νωθρή διάλυση μιας νευρικής έντασης, ούτε η ικανοποίηση κάποιου θέλω ή φιλοδοξίας.

Είναι αυτή η ευχαρίστηση – για την οποία θα μιλήσω προσπαθώντας να κάνω ν’ αντηχήσουν ξανά τα αρχαία λόγια του δασκάλου της, Επίκουρου – που μας λείπει. Και μας λείπει όχι τόσο γιατί είμαστε βυθισμένοι στην απόλαυση, αλλά επειδή είμαστε υποκείμενοι, ίσως όπως ποτέ άλλοτε, σε μια παραγωγική μηχανή που κάνει την επιθυμία τον αιώνιο κινητήρα της. Έχει ειπωθεί εδώ και καιρό με κάθε τρόπο: ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός, ειδικά στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του, συνεπάγεται τη θέση σε λειτουργία των συναισθημάτων και των επιθυμιών. Τώρα ίσως αρχίζουμε να νιώθουμε τι είναι μια ζωή που υπόκειται σε μια μηχανή επιθυμίας που κατέστη ένα γενικευμένο παραγωγικό σύστημα. Το νιώθουμε επειδή βλέπουμε να αναπτύσσεται μέσα μας μια νέα μορφή συστατικής νεύρωσης, εκείνη που συνεπάγεται όχι τόσο την υποβολή των επιθυμιών στην επιλογή μιας αυταρχικής εξουσίας, αλλά την υπαγωγή-υποταγή της ζωής στις ίδιες τις δικές μας μηχανές επιθυμίας.Τα σώματα, πριν ακόμη από τα μυαλά, δεν μπορούν πλέον αυτή τη συνεχή προσπάθεια για την υλοποίηση των φιλοδοξιών μας, αυτή την αδιάκοπη αναζήτηση δίχως στάσεις της αναγνώρισης, αυτή την έμμονη εντατικοποίηση των εμπειριών και των ικανοτήτων – με μια λέξη, όλη αυτή την εργασία της επιθυμίας.

Ας μην τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Το να έχουμε τη επίγνωση ότι τα πράγματα είναι έτσι δεν έχει κυριολεκτικά κανένα αποτέλεσμα. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι κανείς δεν βγαίνει από την δυσφορία αυτής της κοινωνίας δοκιμάζοντας την. Καμία άσχημη διάθεση αυτού του είδους δεν μας εμποδίζει να επαναλαμβάνουμε κάθε ημέρα την ίδια, παράφρονη ρουτίνα που μας σέρνει εξαντλημένους και ανικανοποίητους κάθε φορά μέχρι το βράδυ.

Είναι από την άλλη πλευρά, αν μη τι άλλο, πως μπορούμε να βρούμε τη δύναμη μιας αντίστασης. Από την πλευρά της απόλαυσης, από την πλευρά της έκστασης. Έτσι συμβαίνει ότι σε μια συγκεκριμένη στιγμή – στον σταματημένο χρόνο που χάνεται μέσα στην αγάπη, στη μελέτη, στην εξέγερση – λέμε στους εαυτού μας: αλλά τι μας νοιάζει όλο αυτό; Είναι η ίδια στιγμή κατά την οποία ο ύμνος του Michaux ενάντια στη φιλοδοξία απλά μας αποκαλύπτει την αναγκαιότητά του. Σαν μια τέλεια μέρα.

Ο καθένας το μαθαίνει όπως μπορεί ότι δίπλα στην ανδροπρεπή απόλαυση για τις κατακτήσεις, τις ικανοποιήσεις, τις νίκες που επιτεύχθηκαν, παράλληλα με την διαλείπουσα εργασία της επιθυμίας υπάρχει μια ανεπιτήδευτη ευχαρίστηση, δίχως αξιώσεις, στην οποία δεν λείπει τίποτα, ήδη πάντα ικανοποιημένη. Αλλά φυσικά, αν μη τι άλλο, το μαθαίνουμε στον ελεύθερο χρόνο. Στο χρόνο που χάνουμε αιωρούμενοι στα πράγματα της αγάπης και της φιλίας, της τέχνης, της σκέψης και της πολιτικής. Να καθαγιάσουμε, να αφιερώσουμε όλο μας τον χρόνο, ότι κι αν κάνουμε από φορά σε φορά, σε αυτή την σπέσιαλ απώλεια του, είναι αυτό ακριβώς που δεν συμβαίνει σήμερα στις ζωές μας, και είναι επομένως αυτό στο οποίο προσπάθησα να αφιερώσω αυτές τις σελίδες.

Ελλείψει φίλων, συνενόχων ψυχών, αυτός ο χρόνος χωρίς ανάπαυση σύντομα τείνει να εξαφανιστεί. Να τον μοιραζόμαστε είναι και ο μόνος τρόπος για τη συντήρηση του.

ISBN: 978-88-6548-277-3
PAGINE: 160
ANNO: 2019
COLLANA: OPERAVIVA
TEMA: Filosofia
AUTORE, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

PAOLO GODANI

Paolo Godani, ερευνητής της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Macerata, είναι συγγραφέας των: Deleuze (Carocci 2009), Bergson e la filosofia (ETS 2008), L’informale. Arte e politica (ETS 2005), Estasi e divenire: un’estetica delle vie di scampo (Mimesis 2001).

RASSEGNA STAMPA

«Sul piacere che manca» su @OperaViva Magazine

Qui un’anticipazione del libro


θεωρία, teoria

Η εφικτή ουτοπία – L’utopia possibile

L’utopia possibile

«Οι λόγοι για τη μεγάλη ελευθεριακή ουτοπία εξηγούνται σε όλους»

Η εφικτή ουτοπία

Ελευθεριακές σημειώσεις – Appunti libertari

Μια παθιασμένη ανασκόπηση των εμπειριών της συμβουλευτικής-συλλογικής δημοκρατίας, τόσο ιστορικής (από την Κομούνα του Παρισιού του 1871 μέχρι την αναρχική εμπειρία στην Ισπανία του 1936-38) όσο και πρόσφατης (από το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ, στο Occupy Wall Street, στους Indignados). Αλλά και μια ακριβής ανάλυση των χώρων συζήτησης και συνελευσιακής αυτοκυβέρνησης, σχετικά με τις ενέργειες αντίστασης και αλληλεγγύης στον αγώνα ενάντια σε κάθε ποινικοποίηση των μεταναστευτικών διαδικασιών, των ΜΚΟ, της κριτικής πνευματικότητας. Για τον συντάκτη – ενάντια στους πολύ λίγους που κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου του πλανήτη, και την εξουσία καθορισμού του πεπρωμένου του – μια άλλη δημοκρατία είναι συγκεκριμένα δυνατή ξεκινώντας από μια συλλογική διαχείριση των δημόσιων πόρων, διαφεύγοντας από τις εξωφρενικές πολιτικές λιτότητας, από την ανάκτηση μιας διαδικασίας να λαμβάνονται οι αποφάσεις που να είναι ξένη προς το ισχυρό διεφθαρμένο και διαβρωτικό κύκλωμα των συμφερόντων των τραπεζών και των πολυεθνικών χρηματοδοτικών εταιρειών. Για να αναβιώσει ένα τεράστιο δημόσιο επενδυτικό σχέδιο. Για μια πειστική ανάκαμψη στο σχεδιασμό ενός νέου welfare.

ISBN: 978-88-6548-285-8
PAGINE: 192
ANNO: 2019
COLLANA: FuoriFuoco
TEMA:

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

RUGGERO D’ALESSANDRO

Ruggero D’Alessandro (Palermo, 1962), ζει στο Lugano (Ελβετία). Èκαθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης «La Sapienza» και Varese Insubria. Ασχολείται με την κοινωνιολογία και την ιστορία του πολιτισμού, πολιτολογία και σύγχρονη ιστορία. Διεξάγει διαλέξεις σε πανεπιστήμια σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Έχει 17 εξειδικευμένα βιβλία στο ενεργητικό του (με μεταφράσεις στα γαλλικά και αγγλικά στις οποίες συνεργάζεται), τρία μυθιστορήματα, μια πενηνταριά άρθρα, κριτικές σε περιοδικά και κεφάλαια σε συλλογικούς τόμους.


STESSO AUTORE ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ