μα τι χαρακτήρας!, grandezza carattere !

Hevalen. Γιατί πήγα να πολεμήσω το ISIS στη Συρία

18 NOΕΜΒΡΙΟΥ 2017 | IN CULTURE.

Βρίσκεται από τις 16 νοεμβρίου στα βιβλιοπωλεία το “Hevalen”, βιβλίο του Davide Grasso που δημοσιεύτηκε στη συλλογή Quinto Tipo για τις Εκδόσεις Edizioni Alegre. Είναι η ιστορία του Tirej, όνομα μάχης του Davide στις YPG, μονάδες λαϊκής προστασίας που  πλαισιώνονται στις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις στις οποίες κατατάχτηκε το 2016.

Hevalen. Γιατί πήγα να πολεμήσω το ISIS στη Συρία

Είναι η αφήγηση της εκστρατείας για την ανακατάληψη της Membij, του πολέμου στο πεδίο του Isis. Hevalen στην κουρδική γλώσσα θα πει σύντροφος, φίλος, Hevalen μιλά για την κοινωνική επανάσταση στα εδάφη της Βόρειας Συρίας. Είναι επίσης η ιστορία του πως οι μακρινές μάχες καταφέρνουν να υπερκεράσουν σαν ένα ντόμινο την καθημερινότητα μας, αναγκάζοντας μας να κάνουμε επιλογές.
Δημοσιεύουμε εδώ στη συνέχεια ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο.

Περπατούσα πάνω κάτω μπροστά από τον αριθμό 47 του corso Regina Margherita. Ήταν βράδυ. Τα αυτοκίνητα περνούσαν πάνω στη λωρίδα. Εδώ και έντεκα μέρες οι φίλοι και οι φίλες της Mazlum αντιστέκονταν. Ήταν οι φίλοι της – hevalen, στα κουρδικά – αλλά τους θεωρούσε και τα δικούς του φίλους. Όλοι οι επαναστάτες, στο Κουρδιστάν, αποκαλούν τον φίλο ή την φίλη τους – heval. Έξι άλλοι είχαν πεθάνει μετά από αυτόν. Ελικόπτερα τους βομβάρδισαν από τον ουρανό, τεθωρακισμένα χτυπούσαν τα σπίτια τους, τις στοιχειώδεις οχυρώσεις που είχαν χτίσει από τους λόφους. Εκείνη την εποχή είχα ζήσει σαν ένας καταθλιπτικός. Το κεφάλι μου ήταν εκεί κάτω, στο Farqin. Παρακολουθούσα συνεχώς τις ειδήσεις στο κινητό μου τηλέφωνο. Κοίταζα τις φωτογραφίες των νεκρών παιδιών. Έκανα τον έλεγχο των πτήσεων στο Skyscanner. Σε μια μέρα θα μπορούσα να είμαι εκεί. αλλά δεν έκανα κινούμουν. Περπατούσα μπρος-πίσω, μπροστά από το 47. Έτρεχα την οθόνη του κινητού τηλεφώνου. Εκείνη τη μέρα απελευθερώθηκε η Shingal. Το Pkk είχε ξεκινήσει την επίθεση λίγες μέρες πριν, επιτέλους δίχως οι Peshmerga να μπλοκάρουν το δρόμο. Είχαν περάσει οι εκλογές στην Τουρκία, και ήταν πλέον δυνατό να δοθεί η επίθεση στην ιρακινή πόλη. Μαζί με το Pkk είχαν πολεμήσει οι Ybş, οι Μονάδες αντίστασης της Shingal, ένας στρατός νεαρών γεζίντι ανδρών που σχηματίστηκε μεταξύ των εκτοπισμένων και των προσφύγων των ορεινών περιοχών Sinjar που προέρχονταν από την πόλη, ώστε να μπορέσουν να συμμετάσχουν αυτοπροσώπως στην απελευθέρωση της γης τους. Σε συμφωνία με τον αμερικανικό στρατό, οι Peshmerga είχε επωφεληθεί από την προώθηση των Ybş και του Pkk και την ταχεία υποχώρηση του Isis για να επιστρέψουν με τη σειρά τους στην πόλη. Τα σπασμωδικά τελικά στάδια είχαν πραγματοποιηθεί ακριβώς εκείνο το απόγευμα, στις 13ης Νοεμβρίου 2015. Έσβησα το τσιγάρο. Περίμενα να ξεκινήσει το dancehall που προβλεπόταν στο κοινωνικό κέντρο στο οποίο πάντα εσύχναζα, το Askatasuna. Θα πρέπει να ήμουν, να στεκόμουν στην πόρτα, να βοηθούσα στην πληρωμή αυτών που εισέρχονταν. Στις αντίθετες διαδρομές στη λεωφόρο τα αυτοκίνητα με τετραγώνιζαν με τα φανάρια τους πριν εξαφανιστούν το ένα πίσω από το άλλο στη νυχτερινή ζωή της βραδιάς της παρασκευής. Δεν έκανε πολύ κρύο. Η ώρα ήταν 21:30. Οι πρώτοι φοιτητές έρχονταν σιγά σιγά, είκοσι χρονών λαμποκοπούσαν επρόκειτο να πιουν το αμάρο με το οποίο ξεκινούσαν τη βραδιά τους, τριαντάχρονοι με την φιλενάδα τους αναποφάσιστοι ακόμη για το τι θα κάνουν στη συνέχεια. Κανονικοί άνθρωποι που ζούσαν τις ζωές τους. Σαν εμένα. Sms. «Πυροβολισμοί στο Παρίσι. Πανικός. Εκρήξεις στο Stade de France”. Ήταν δέκα παρά τέταρτο. Κοίταξα το corso Regina Margherita. Κατάλαβα αμέσως. Πώς μπόρεσαν να τολμήσουν; Έμεινα σιωπηλός. Κοίταξα τα αυτοκίνητα που συνέχιζαν να περνούν. Ένα ντόμινο του οποίου δεν υποψιαζόμουν την ύπαρξη είχε αρχίσει να καταρρέει στην Ουτρέχτη όταν το Κορίτσι της Βόρειας Αφρικής είπε την λέξη «Cizre». Κάποιος άνοιξε την πόρτα του κοινωνικού κέντρου πίσω μου. Η Βαλέρια και οι άλλοι έπεσαν στο έδαφος, μέσα στις ριπές του Bataclan.

https://www.infoaut.org/culture/hevalen-perche-sono-andato-a-combattere-l-isis-in-siria

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Δεν είναι ένα βιβλίο για νοσταλγικούς – Non è un libro per nostalgici

του Marc Tibaldi

Gianfranco Manfredi, Ma chi ha detto che non c’è, l’anno del Big Bang, Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Το έτος του Big Bang, Agenzia X, Milano, 2017, pp. 422, € 20,00.

To «να μετατρέψουμε τον κόσμο» του Karl Marx που ενσωματώνεται στο «να μεταβάλλουμε τη ζωή» του Arthur Rimbaud, στο «όνειρο, η ποίηση, η επανάσταση, η αγάπη» των σουρεαλιστών, στο «να διανέμουμε ήδη από τώρα τον πλούτο» της μπάντας Bonnot. Εδώ, το καλύτερο 77 ενσωμάτωνε σε αυτές τις περιπτώσεις, και ενσωμάτωνει ότι καλύτερο από τις ιδεολογίες του ‘800 και τις πρωτοπορίες και τις αντικουλτούρες του εικοστού αιώνα. Ανακινώντας τα πάντα και δημιουργώντας νέους τρόπους και νέες ιδέες Αλλά το ποιος είπε ότι δεν υπάρχει του Gianfranco Manfredi μας χαρίζει την πολυπλοκότητα εκείνου του κινήματος όπως δεν είχε γίνει ακόμη γίνει, παρά όλους τους τίτλους επί του θέματος που εμφανίστηκαν τα τελευταία δέκα χρόνια. Είναι ένα φανταστικό συνονθύλευμα σκέψεων, προβληματισμών, κοινωνιολογικών αναλύσεων και προσωπικών αναμνήσεων. Ο Manfredi είναι μια εκλεκτή φιγούρα: συγγραφέας, φιλόσοφος, τραγουδοποιός, σεναριογράφος πολυάριθμων ταινιών και δεκάδων ιστοριών κόμιξ που εξάγονται σε όλο τον κόσμο. Στη δεκαετία του εβδομήντα ηχογράφησε τα άλμπουμ Αλλά δεν είναι μια ασθένεια και Ζόμπι όλου του κόσμου ενωθείτεMa non è una malattia και Zombie di tutto il mondo unitevi.

Ανάμεσα στα μυθιστορήματα του να θυμίσουμε την Κόκκινη  Μαγεία Magia Rossa (Feltrinelli, 1983) και τον Μικρό μαύρο διάβολο, Piccolo diavolo  nero(Tropea, 2001), και αυτή η νέα εργασία μπορεί να διαβαστεί σαν απαραίτητη ενσωμάτωση στην Χρυσή Ορδή. Το μεγάλο επαναστατικό και δημιουργικό, πολιτικό και υπαρξιακό κύμα,  L’Orda d’Oro, 1968-1977. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale. Εάν η ανθολογία που δεν πρέπει να χάσετε και επιμελήθηκε ο Primo Moroni και ο Nanni Balestrini είναι μια συλλογή από τις σημαντικότερες θεωρητικές συνεισφορές και τις πιο ενδιαφέρουσες επαναστατικές πολιτικές εμπειρίες, το έργο του Manfredi μας επιστρέφει την πολλαπλότητα του κινήματος και εκείνων των χρόνων γενικότερα, επικεντρώνοντας στους πολιτικούς αγώνες εντάσσοντας τους μέσα στο πολιτιστικό σενάριο – εθνικό και διεθνές – εκείνης της χρονιάς.

Το βιβλίο δεν αναφέρεται μόνο στο 77, αλλά γενικότερα στα χρόνια αυτής της συγκυρίας μεταξύ του μετά το 68 και της αρχής της οπισθοδρόμησης. Και το κάνει με το πνεύμα «εκείνων» των καιρών και χωρίς να είναι ένα βιβλίο για νοσταλγικούς. Αυτό είναι ένα από τα δυνατά του σημεία. Αλλά το Ποιος είπε πως δεν υπάρχει, Ma chi ha detto che non c’è, αναπνέει την ατμόσφαιρα του ’77 και μας επιστρέφει τα οράματά της, έτσι είναι και ένα βιβλίο για το μέλλον. Γεννάται εμπνευσμένο από το διάσημο τραγούδι που φέρει τον ίδιο τίτλο, το οποίο ο Gianfranco Manfredi ηχογράφησε το 1976 και δημοσιεύθηκε στο άλμπουμ Ma δεν είναι μια ασθένεια, Ma non è una malattia. Είναι ένα ερωτικό και επαναστατικό τραγούδι, εμβληματικό του 77, μια επιθυμία για κάτι που μπορεί να υπάρξει μια μέρα αλλά και για τις πιθανές ουτοπίες της καθημερινής ζωής. Πρόκειται για ένα όμορφο κομμάτι, ουσιώδες, μια ισορροπία αντιθέσεων και προτάσεων, δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα πολλές ομάδες και τραγουδοποιοί, από τους Gang στους Ministri, από την τορινέζικη ομάδα Aldo dice (μαζί, μεταξύ των άλλων οι, Nadàr Solo, Banda Fratelli, Daniele Celona, Levante, Esma, 2 Fat Men, Duemanosinistra, Il terzo istante) σε εκείνο το άτυπο που αποτελείται από τους Guido Baldoni, Davide Giromini, Alessio Lega, Rocco Rosignoli και Marco Rovelli.

Ακολουθώντας τους στίχους του τραγουδιού, το βιβλίο αφιερώνει αξέχαστα κεφάλαια σε όλες τις πτυχές που μπορεί να θέσει υπό συζήτηση εκείνο το μαγικό έτος και κατά το οποίο το ανταγωνιστικό κίνημα εξέφρασε δημιουργικές και φαντασιακές σπίθες: από τα κόμικς έως την λογοτεχνία, από το θέατρο έως τον κινηματογράφο, από την επιστημονική φαντασία μέχρι την ελευθεριακή παιδαγωγική και μετά και πάνω απ ‘όλα: τον φεμινισμό, την κοινωνική οικολογία και τη φυσική γεωργία, την αντιψυχιατρική, την εργατική Αυτονομία, την διαδεδομένη αυτονομία, τους ινδιάνοι μητροπολιτάνους, το πανκ, τις  εναλλακτικές μουσικές, τον αντιμιλιταρισμό …

Πολύ χρήσιμος είναι ο κατάλογος των καλών προθέσεων που ο συγγραφέας αποφασίζει να ακολουθήσει γράφοντας το βιβλίο και αναφέρεται στην εισαγωγή: «Να μην ξεπέσουμε στην αυτοβιογραφία, να μην υποβληθούμε στη ροή των αναμνήσεων (οι μνήμες εξαπατούν), να μην ξεπέσουμε στο είδος »χρόνια του μολυβιού» ( μιας και το 77 υπήρξε πολλά περισσότερα από ένα κουτί του χρόνου με μέσα του ένα πιστόλι P38 και ένα πακέτο δώρου με σφαίρες), ακόμη περισσότερο να μην ξεπέσουμε στην εορταστική και συναισθηματική revival, αναβίωση, στην αναζήτηση της χαμένης νεότητας. Θα ήταν επίσης λάθος να μειώσουμε τη συλλογική εμπειρία σε γενεαλογική εμπειρία. Υπήρχαν περισσότερες γενιές, που έζησαν αυτή την εμπειρία, από τα παιδιά που γεννιόντουσαν, στους μεγαλύτερους που έφευγαν. Και όλοι τους ήταν πρωταγωνιστές, με τα όλα τους, αυτού του παραδειγματικού και μοναδικού έτους. Έπρεπε να ανοιχτώ στην οπτική των άλλων, να περπατήσω μαζί τους μονοπάτια που δεν είχα εξερευνήσει εγώ, αποφεύγοντας όμως την πανούκλα τις αποκαλύψεις που ήταν γεμάτες με ανέκδοτα που ξαναχτίστηκαν με τέχνη, ξεσπάσματα επακόλουθα από παράπονα εναντίον εκείνου ή του άλλου, εκθειάσεις λαμπερών επιχειρήσεων οικογενειακής διαχείρισης ή / και ομάδων … τέλος πάντων το χειρότερο”.

Δύο προβληματισμοί για το σήμερα, ξεκινώντας από το δημιουργικό χάος του βιβλίου και του ’77. Πρώτον: η διαδικασία των πολιτισμικών διαφορών και των αγώνων που ξεκινούν από μια συγκεκριμένη αξίωση και τη διαδικασία της κοινωνικής ανασύνθεσης εμφανίζονται σήμερα σε ένα πολύ διαφορετικό φως από αυτό που φαίνονταν να καθοδηγεί την πλανητική σκηνή εκείνων των χρόνων. Τότε οι διαφορές ήταν η κινητήρια δύναμη μιας δυναμικής της ανασύνθεσης, σήμερα εμφανίζονται κυρίως σαν ένα επιθετικό και ιδιαιτέρως αναγνωριστικό στοιχείο. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε μια μετατόπιση των τόνων, των προφορών. Η διαφοροποιημένη έμφαση, η οποία στα χρόνια του διεθνιστικού κύκλου δούλεψε ως δυναμικό στοιχείο, αποτελεί πλέον παράγοντα σταθεροποίησης της ταυτότητας και επιθετικής παύσης, κλεισίματος (σκεφτείτε το αφρο-αμερικανικό κίνημα που πέρασε από τις επαναστατικές θέσεις των BlackPanter στην αντιφατική Million Men March του Farramhan, σε θέσεις εθνικής απελευθέρωσης που εδαφικοποιούνται και καθίστανται αντιδραστικές , αλλάζοντας την προοπτική μερών του φεμινιστικού κινήματος και της ομοφυλοφιλίας προς τα νεοφιλελεύθερα παράλια).

Δεύτερον: το ’77 – σε πολλές από τις ζυμώσεις του, από το απαιτητικό κίνημα A / traverso στο πανκ – ήταν ένα ξεπέρασμα των πρωτοποριών ταυτόχρονα και των αντικουλτούρων. Ίσως ήδη οι αντι-κουλτούρες υπήρξαν ένα ξεπέρασμα των πρωτοποριών. Πράγματι, στον τομέα της τέχνης, η πρωτοπορία προϋποθέτει την ικανότητα να επισημανθεί μια ικανότητα προσδιορίσιμη, μετρήσιμη ικανότητα κατά κάποιο τρόπο (ποιος μετράει και ποιο μέτρο είναι ένα πρόβλημα εξουσίας). Οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες είναι χρήσιμες στο κεφάλαιο όπως οι πολιτικές πρωτοπορίες είναι χρήσιμες για τον σχηματισμό ιεραρχιών. Οι αντικουλτούρες μπορoύν να υπαχθούν, αλλά έχουν δημιουργήσει μια κοινωνική συμμετοχή που παραμένει στη συλλογική συνείδηση. Σήμερα η δημιουργία υλικού, καλλιτεχνικού, σχεσιακού και κοινωνικού πλούτου δεν μπορεί πλέον να δημιουργηθεί μεμονωμένα, ατομικά, ακόμη και η τεχνολογική έρευνα είναι πάντα το αποτέλεσμα της ομαδικής έρευνας, μιας συνεργασίας.

Να σημειώσουμε κάποιες δευτερεύουσες πτυχές στο περιθώριο, λίγο άτακτα. Στο βιβλίο – το οποίο προφανώς πρέπει να θέσει κάποια όρια – δεν υπενθυμίζεται η σημασία της εικαστικής τέχνης (εννοιολογικής και επιτελεστικής κυρίως) και ούτε η σημασία της ποδοσφαιρικής καινοτομίας που προκαλείται από την «επιστημολογικά αναρχική» μέθοδο (να το πούμε σαν τον Feyerabend ) της Ολλανδίας και του Ajax, η οποία ήταν μια πραγματικά μη ιεραρχική έννοια του παιχνιδιού. Στα κεφάλαια αφιερωμένα στη μουσική δεν γίνεται λόγος για τη σημασία των περιοδικών όπως το Gong e Muzak, αλλά – γιατί όχι – ακόμη και το Ciao 2001. Αντίθετα, στο σωστά αφιερωμένο σημαντικό τμήμα των αντιρρησιών συνείδησης στη στρατιωτική θητεία, δεν υπάρχει καμία αναφορά για το κίνημα των «προλετάριων με στολή», μια άτυπη οργάνωση που ακολουθήθηκε έντονα σε πολλούς στρατώνες. Ανεπαρκές από αναλυτική άποψη, μας φαίνεται επίσης το κεφάλαιο που αφιερώνεται στο Ριζοσπαστικό Κόμμα. Ενώ αφενός είναι σωστό να δοθεί χώρος στον Pannella και τα άλλα μέλη για τη συμβολή και την αποφασιστικότητα που έφεραν τα κινήματα της δεκαετίας του ’70, από την άλλη ίσως θα μπορούσε να έχουν εντοπιστεί – όπως συμβαίνει και σε άλλες σελίδες σχετικά με τις θέσεις της ένοπλης πάλης – οι επικρίσεις σύμφωνα με τις οποίες οι ριζοσπάστες θα είχαν καταστεί ένα τέλειο γρανάζι για τον νεοφιλελευθερισμό.

Από αυτή την άποψη, μια σύντομη παρένθεση σχετικά με το θέμα. Πρόσφατα ξανά διάβασα τον αναρχικό της Τεργέστης, L’anarchico triestino, την αυτοβιογραφία του Umberto Tommasini. Η φωτογραφία που τον βλέπει να απεικονίζεται δίπλα στον Pannella κατά τη διάρκεια ενός συλλαλητηρίου μιας αντι-μιλιταριστικής πορείας το 1973 μου θύμισε ένα γεγονός που μου έλεγε ένας σύντροφος. Κατά τη διάρκεια μιας αμφιλεγόμενης διαμάχης, ο Umberto – ο επαναστάτης σιδηρουργός που συμμετείχε στον ισπανικό Πόλεμο, εκείνη την εποχή ήταν 77 χρονών – είπε στον ριζοσπάστη ηγέτη περίπου αυτά τα λόγια: «θα γίνεις ένας υπηρέτης των αφεντικών και του Κράτους”. Δεν επρόκειτο για μια προφητεία, παρά για μια πολιτική ανάλυση αιτιολογημένη που έδειχνε ότι από τις «φιλελεύθερες» θέσεις του Pannella, που στερούνταν ένα πιο πολύπλοκο πολιτικό όραμα για εξουσία, δεν μπορούσε παρά να έρθει – αργά ή γρήγορα – να γίνει αυτό που θα γίνονταν ο Pannella στη συνέχεια. Έτσι έγινε, όπως μπορούμε να δούμε.

Τέλος. Για τον πλούτο του αλλά και για τους προβληματισμούς που εγείρει, Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει, Ma chi ha detto che non c’è ξεσηκώνει μια πρόκληση για το μέλλον: ξεκινώντας από τις διαφορές χωρίς να επικεντρώνεται στην ταυτότητα, ξεκινώντας από συνωμοσίες χωρίς να ξεπέφτει σε ιεραρχικούς σχηματισμούς . Στην εμμένεια των επαναστατικών δυνατοτήτων, όπως τραγουδάει το τραγούδι “Υπάρχει στο βάθος των ματιών σου / στην άκρη των χειλιών / υπάρχει στο αφυπνισμένο σώμα […] Υπάρχει στο όνειρο που πραγματοποιείται στο γυαλισμένο πολυβόλο / στη χαρά στο θυμό / στην καταστροφή του κλουβιού / στο θάνατο του σχολείου / στην απόρριψη της εργασίας […] Βρίσκεται στη φαντασία / στη μουσική επάνω στο χορτάρι / βρίσκεται στην πρόκληση / στο έργο του τυφλοπόντικα / στην ιστορία του μέλλοντος / στο παρόν χωρίς ιστορία / […] στις στιγμές της μνήμης […] Βρίσκεται στο κάτω μέρος των ματιών σου ποιος είπε ότι δεν υπάρχει / στην άκρη των χειλιών / μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει […] στο τέλος του Κράτους / εκεί, υπάρχει ναι, αλλά ποιος είπε ότι δεν υπάρχει, υπάρχει, υπάρχει, υπάρχει”.

https://www.carmillaonline.com/2017/11/04/non-un-libro-nostalgici/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η πολιτική οικονομία για τα κοινά – L’economia politica del comune

L’economia politica del comune

Στις πράξεις της καθημερινής ζωής: η εκμετάλλευση αυτού που είναι »κοινό»

Εκμετάλλευση και υπαγωγή στον βιο-γνωστικό καπιταλισμό

€ 17.00 in uscita με την έξοδο
Συχνά μας συμβαίνει να ανεβούμε σε ένα τρένο ή λεωφορείο και βρισκόμαστε σε επαφή με μια ποικιλία ανθρώπων που μιλούν σε ένα κινητό τηλέφωνο, περιηγούνται σε σελίδες facebook, στέλνουν sms ή παίζουν ένα μοναχικό παιχνίδι. Ένα σολιψιστικό κλίμα όπου η ανθρώπινη κοινωνικότητα φαίνεται να έχει εξαφανιστεί και να έχει αντικατασταθεί από μια εικονική κοινωνικότητα, ψυχρή. 
Ωφελείται αυτός από τη χρήση φυσικών συσκευών – ταμπλέτες, κινητά τηλέφωνα, φορητούς υπολογιστές, iPad – και όλα τα αξεσουάρ που χρειάζονται για να επαναφορτισθούν και επανασυνδεθούν μεταξύ τους και μαζί μας. Είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου που κρύβει έναν παραγωγικό μηχανισμό και ένα [επισφαλή] εργατικό σύμπαν που περιλαμβάνει τους ανθρακωρύχους που εξάγουν πρώτες ύλες, τους εργάτες στον τομέα της συναρμολόγησης, τους μεταφορείς, τους αποθηκάριους, τους χειριστές τηλεφωνικών κέντρων, τους μηχανικούς υπολογιστών και δημιουργούς γλωσσών, τους δημιουργούς διαφήμισης , και τους πωλητές ψευδαισθήσεων και εμπορικών σημάτων. 

Όλα σχεδιάζονται για να εξασφαλίσουν ότι η ανθρώπινη κοινωνικότητα, τα δίκτυα των σχέσεων, η κοινωνική αναπαραγωγή οι γνώσεις και οι γνωριμίες, με μια λέξη, η ζωή μας, τίθενται στην εργασία και αμέσως εμπορευματοποιούνται και αποτιμώνται προς όφελος ολίγων. Είμαστε το έμμεσο, συχνά ασυνείδητο, ανθρώπινο δυναμικό που επιτρέπει στη ζωή, στα σώματα και στο μυαλό να αποτιμώνται. Χωρίς την κοινωνική μας συνεργασία δεν υπάρχει παραγωγή πλούτου: μια παραγωγή αξίας που προκύπτει από την κοινωνική μας οντότητα, απ’ το να είμαστε κοινωνικοί. Η εκμετάλλευση της κοινότητας, των κοινών γεννιέται εδώ. Στις πράξεις της καθημερινής ζωής.

Αυτό το βιβλίο θέλει να ερευνήσει τον μηχανισμό εκμετάλλευσης και υποτέλειας των ζωών μας, που φαίνονται ελεύθερες, αλλά είναι καρφωμένες από αόρατες αλυσίδες και υποταγμένες από τις πιο αυστηρές σειρήνες, από αυτές που προκύπτουν από μια υποταγή ιεραρχική και άμεση εξουσίας.

Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός είναι η διοίκηση επί της ζωής, επί της ικανότητά μας να παράγουμε γνώση και αυτονομία. Μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτόν τον ζυγό με τον οποίο συχνά είμαστε συνεργοί, συνυπεύθυνοι; Εδώ βρίσκεται το στοίχημα της επιβίωσης και της ελευθερίας μας.

 ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

 

Andrea Fumagalli

Ο Andrea Fumagalli είναι καθηγητ’ης οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Pavia. Υπήρξε ιδρυτής του περιοδικού  «Altreragioni». Μαζί με τον Sergio Bologna έχει επιμεληθεί την εργασία Il lavoro autonomo di seconda generazione (Feltrinelli, 1997). Άλλες εργασίες του είναι : Bioeconomia e capitalismo cognitivo(Carocci, 2007) και La moneta nell’impero(μαζί με τους Christian Marazzi και Adelino Zanini, Ombre corte, 2002).

http://www.deriveapprodi.org/2017/10/leconomia-politica-del-comune/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Σαράντα χρόνια ενάντια στην εργασία – Quarant’anni contro il lavoro

Quarant’anni contro il lavoro

Kανόνας διχασμένος: να σκέφτεσαι ενάντια στο παρόν

από τον  Federico Campagna

€ 22.00 € 18.70
Ο Franco Berardi είναι γνωστός στα χρονικά σαν «Bifo», απ’ όταν , το 1977, υπεδείχθη σαν ένας από τους υπεύθυνους της «δημιουργικής εξέγερσης» της Bologna. Η αναζήτηση μιας πιθανής απελευθέρωσης του χρόνου της ζωής από την δουλεία της μισθωτής εργασίας  διατρέχει σαράντα χρόνια της δραστηριότητας του στα κείμενα-δοκίμια: από τα άρθρα των χρόνων Εβδομήντα, που δημοσιεύτηκαν σε φανζίν και αυτοπαραγωγικά φυλλάδια, στα δοκίμια για τη διαμόρφωση του δικτύου κατά τη δεκαετία του ’90, μέχρι αποκαλυπτικές προφητείες της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα.Γραπτά τα οποία, εκτός από την εργασία, αντιμετωπίζουν πολλά θεμελιώδη ζητήματα – την τεχνολογία και την επικοινωνία, την ποίηση, την τέχνη, την ψυχανάλυση και την ψυχοθεραπεία – κινούμενα από ένα πάθος για την ηθική και πολιτική εξέγερση ενάντια στην εκμετάλλευση και την εξουσία, και από τα οποία διαφαίνεται μια βαθιά γνώση των αναδυόμενων νημάτων της φιλοσοφικής σκέψης και της επιστημονικής έρευνας.Ξεκινώντας από την διαπίστωση πως η τεχνολογία και η γνώση μειώνουν τον απαιτούμενο χρόνο εργασίας, ο Bifo επεξεργάζεται μια πρωτότυπη εικόνα των τεχνικών, ανθρωπολογικών και πολιτικών διαδικασιών και υποδεικνύει μια ευκαιρία για χειραφέτηση που παραμένει δυνατή παρά την οπισθοχώρηση που έχει παράξει ο νεοφιλελευθερισμός στην ιστορία του κόσμου, και που τώρα γκρεμίζεται σε μια μορφή μεταμοντέρνου φασισμού.

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

 

Franco Berardi (Bifo)

Ο Franco Beradi (Bifo), ιδρυτής του ιστορικού περιοδικού «A/traverso», φύλλου του δημιουργικού κινήματος της Bologna, και μεταξύ των εμπνευστών του Radio Alice, είναι συγγραφέας πολλών δοκιμίων επάνω στους μετασχηματισμούς της εργασίας, καινοτομίες και επικοινωνιακές διαδικασίες.  Ανάμεσα στα βιβλία του: Telestreet. Macchina immaginativa non omologata (μαζί με τους Jacquement και Vitali, 2003), Alice è il diavolo. Storia di una radio sovversiva (2002), Un’estate all’inferno (2002), La fabbrica dell’infelicità (2001), La nefasta utopia di Potere Operaio (1997).

http://www.deriveapprodi.org/2017/05/quarantanni-contro-il-lavoro/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η επανάσταση τελείωσε νικήσαμε – La rivoluzione è finita abbiamo vinto

La rivoluzione è finita abbiamo vinto

Το να διαβάζεις A/traverso είναι αδύνατον. Δεν πιστεύω πως υπάρχει κανείς τόσο τρελός που να το κάνει, ούτε κάποιος που να τα καταφέρνει

Ιστορία του περιοδικού «A/traverso»

Πρόλογος του Franco Berardi Bifo

€ 18.00 € 15.30
Η ιστορία ενός από τα πιο αντιπροσωπευτικά περιοδικά του Κινήματος του ‘77, μια συλλογική εμπειρία εξαιρετικά καινοτόμος. Ήταν πράγματι το πρώτο παράδειγμα ιταλικών πανκ γραφικών, και την ίδια στιγμή ήταν το τελευταίο περιοδικό πρωτοπορίας του χίλια Εννιακόσια των οποίων οι αναφορές ήταν ο φουτουρισμός του Majakovsky και μια αυθεντική αναθεώρηση του πνεύματος του ντανταϊσμού. Αλλά υπήρξε επίσης ένα περιοδικό που πρότεινε εκλεπτυσμένες πολιτικές και φιλοσοφικές αναλύσεις που στόχευαν στην απελευθέρωση από το λενινιστικό μοντέλο της οργάνωσης για να ιδρυθεί ένα κίνημα συλλογικοποίησης της καθημερινής ζωής, πολλαπλασιασμού των μικρο-πολιτικών εμπειριών αυτο-οργάνωσης.Στο πρώτο του συντακτικό άρθρο, το «A / traverso», εκφράζονταν κατ’ αυτό τον τρόπο: «οικειοποίηση και απελευθέρωση του σώματος, μετασχηματισμός των διαπροσωπικών σχέσεων, είναι ο τρόπος με τον οποίο σήμερα ανοικοδομούμε ένα σχέδιο εναντίον της εργασίας στο εργοστάσιο, ενάντια σε οποιαδήποτε εντολή που βασίζεται στην επίδοση, στην παροχή υπηρεσιών και την εκμετάλλευση».Qui il pdf del nuovo numero di A/traverso 2017 εδώ το pdf του τελευταίου νούμερου του περιοδικού 2017

ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

Γιατί να διαβάσουμε ξανά το «A/traverso» σήμερα, ακριβώς σαράντα χρόνια από το Εβδομήντα επτά

«Το να διαβάσουμε το A/traverso είναι αδύνατον. Δεν πιστεύω πως υπάρχει κάποιος τόσο τρελός που να το κάνει, ούτε κάποιος που να το καταφέρνει». Έτσι ο Franco Berardi (Bifo), φιλόσοφος και ιδρυτής του περιοδικού, απάντησε διασκεδάζοντας στην ερώτησή μου την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε. Δεν μπορώ να βρω καλύτερα λόγια για να παρουσιάσω την ιστορία ενός περιοδικού που από τη φύση του ξεφεύγει από κάθε επανάληψη της ανάγνωσης ή εκ νέου ερμηνεία. Διαφεύγει όχι μόνο επειδή τα συντακτικά του άρθρα είναι ελλιπή και γεμάτα λάθη, ή επειδή ορισμένα από τα νούμερα του είναι πλέον σχεδόν ανεύρετα, αλλά κυρίως επειδή δεν σέβεται ή ακόμη και ανατρέπει τις κωδικοποιημένες δυναμικές της επικοινωνίας. Τις διαλύει, τις σπάζει, αποσυνθέτοντας και κατακερματίζοντας το κείμενο, το οποίο παρουσιάζεται αμέσως πλαστό, αποκλίνον, ακυβέρνητο και πάντα «πέρα από εκεί».

Το περιοδικό γεννήθηκε το 1975, από την κληρονομιά της κοντροκουλτούρας και του εργατισμού της δεκαετία του 1960, αλλά ταυτόχρονα ήταν το σύμβολο ενός διάκενου στον ανταγωνιστικό κόσμο της τότε εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς του τότε. Mια ρήξη λοξή, πλάγια και μάλιστα διφορούμενο, ακριβώς όπως εκείνη η μπάρα που χώριζε τον τίτλο στο μισό και η οποία υπονοείται στη μέση των πραγμάτων. Λόγω της «εγκάρσιας» και της «εγκαρσιακής» τοποθέτησής τους, οι ιδρυτές του περιοδικού ήταν από τους λίγους που φαντάστηκαν το σενάριο που θα ξεδιπλώνονταν πέρα από εκείνη την σεζόν, με το τέλος δηλαδή εκείνης της σεζόν των αγώνων και των κατακτήσεων, να προαισθάνονται τον κίνδυνο της μετάλλαξης που θα έπαιρνε το πάνω χέρι με το τέλος της εξέγερσης.

Ίσως για αυτό το λόγο το «A / ttraverso» μπορεί να θεωρηθεί ως ένα βασικό κλειδί ανάγνωσης των γεγονότων του Εβδομήντα επτά . Εκτός από το γεγονός ότι υπήρξε ένας από τους κύριους τίτλους, εφημερίδες αυτού του κινήματος, εκτός από το ότι είχε την έδρα του στη Μπολόνια – τόπο ενός από τα πιο δραματικά γεγονότα εκείνης της μοιραίας χρονιάς – στα άρθρα του, αισθάνονταν κανείς ήδη την παραβολή εκείνων των ελπίδων, όλους τους κινδύνους που εκείνες είχαν επωάσει , τους οιωνούς της «εποχής του μετά».

ιστορία, storia

Γυναίκες και ένοπλος αγώνας στην Ιταλία – Donne e lotta armata in Italia (1970-1985)

Donne e lotta armata in Italia (1970-1985)

«L’ombra rosa del conflitto armato: tra narrativa storica e biografica» »Η ροζ σκιά της ένοπλης σύγκρουσης: ανάμεσα στην ιστορική και την βιογραφική αφήγηση»

Το βιβλίο αυτό περιγράφει το κοινωνικοπολιτιστικό και πολιτικό υπόβαθρο-background ορισμένων γυναικών που στρατεύτηκαν και αγωνίστηκαν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες-Brigate Rosse και στην Πρώτη Γραμμή-Prima Linea. Επανασυνθέτει τους ρόλους, τα καθήκοντα και τις λειτουργίες των μαχητριών στις δύο ένοπλες ομάδες και αντικατοπτρίζει τη σχέση μεταξύ γυναικών και πολιτικής βίας. Αποκαθιστά επίσης και χτίζει ξανά τους τρόπους με τους οποίους τερματίζουν τον αγώνα και την κινηματική τους εμπειρία, και αναπτύσσουν το πως στη συνέχεια εκ νέου επεξεργάστηκαν τις επιλογές τους εκ των υστέρων. Στα προαναφερθέντα ζητήματα, που αφορούσαν ορισμένες στρατευμένες στις δύο εξτρεμιστικές αριστερές ομάδες, προστέθηκε η ανασυγκρότηση του κοινωνικοπολιτιστικού και πολιτικού υπόβαθρου της Francesca Mambro και ο ρόλος της στην ομάδα της άκρας δεξιάς των Επαναστατικών Ένοπλων Πυρήνων – Nuclei Armati Rivoluzionari. Η έρευνα διεξήχθη με τη βοήθεια πρωτίστως άμεσων πηγών και αναπτύχθηκε σε δύο φάσεις: την ανάγνωση και την ανάλυση των αυτοβιογραφιών που έγραψαν μερικές γυναίκες μέλη των Ερυθρών Ταξιαρχιών και αυτοβιογραφικές ή βιογραφικές διατριβές γραμμένες από άλλες πρώην αγωνίστριες στην επαναστατική αριστερά, τη συλλογή δεδομένων μέσω άμεσων συνεντεύξεων με κάποιες πρώην στρατευμένες γυναίκες και μέσω μιας αναζήτησης αρχείων. Οι ιδιαιτερότητες της μελέτης συνίστανται στην επιλογή της άποψης των συμμετεχουσών γυναικών και στην έγκαιρη, διαρκώς διασταυρούμενη ανάλυση της γλώσσας που χρησιμοποιούν οι πρώην μαχήτριες σε αυτοβιογραφίες, συνεντεύξεις και μαρτυρίες που με την πάροδο του χρόνου έχουν γράψει και κυκλοφορήσει και οι οποίες αποτελούν πηγή ενδιαφέροντος για τους τρόπους με τους οποίους, συχνά μετά από χρόνια, έχουν λειτουργήσει σαν ένας απολογισμός για τη ζωή τους.

http://www.deriveapprodi.org/2017/05/donne-e-violenza-politica-in-italia/

ιστορία, storia

»Προδοσίες» – “Tradimenti”

ΤΡΙΤΗ 17 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2017

cavallero

Ο Piero Cavallero υπήρξε πρωταγωνιστής μιας ιστορίας που έγινε πολύ διάσημη στη διάρκεια των χρόνων εξήντα. Έζησε σε μια από τις πιο προλεταριακές συνοικίες της εργατικής  Torino , χαρισματικός νεαρός και πολιτικοποιημένος, κομουνιστής και ακόμη πιο αριστερά των κομουνιστών, ο Cavallero κατέστη ο πιο διάσημος ληστής τραπεζών στην Ιταλία. Συνελήφθη την ώρα της τελευταίας του ληστείας, στην διάρκεια ενός ανθρωποκυνηγητού τραγικού και αδίστακτου, στη διάρκεια του οποίου στους δρόμους του  Milano υπήρξαν διαφορετικές ανταλλαγές πυροβολισμών, ο τραυματισμός δεκάδων ανθρώπων και ο θάνατος τριών περαστικών. Μα πίσω από αυτό το σενάριο, που εκ των υστέρων μοιάζει με εκείνο μιας ταινίας  western ή αστυνομικού σινεμά αμερικανικού, υπάρχει ένα κομμάτι Ιταλικής ιστορίας. Πίσω από τον Cavallero υπάρχει μια γενιά που είχε δει να εξαντλείται η ορμή του αντιστασιακού αγώνα μέσα στον καθωσπρεπισμό της χριστιανοδημοκρατικής Ιταλίας. Και πίσω από την μητροπολιτική βία της μπάντας των ληστών προβλέπουμε το προφίλ της ένοπλης πάλης που θα έρθει. Το 1968, ο δημοσιογράφος Giorgio Bocca, που και αυτός ήρθε από το Piemonte στο Milano για να εργαστεί στην εφημερίδα “Giorno”, ξεκινά την έρευνα του για τον Cavallero, μια έρευνα έτσι “όπως δεν την περιμένεις. Με την Anita, την σύζυγο του ληστή. Κατάφερε να του ανοίξει την πόρτα. Διαφορετικά απ’ ότι σε άλλους δημοσιογράφους, που δεν χτύπησαν την πόρτα, και δεν μας μίλησαν”, όπως σημειώνει ο Piero Colaprico στον πρόλογο που συνοδεύει αυτή τη νέα έκδοση. Διότι ο Bocca πριν απ’ όλα είναι ένας μεγάλος ρεπόρτερ, και σαν ρεπόρτερ αντιμετωπίζει δίχως φόβο και δίχως ηθικό τρόπο τα ακανθώδη θέματα  που η υπόθεση Cavallero έθετε στην χώρα: “Ο Cavallero δεν ήταν φυσιολογικό παιδί, εάν θέλετε, ήταν το άρρωστο παιδί, μιας επανάστασης που απέτυχε και μιας γενιάς απογοητευμένης, ο γιος μιας εργατικής περιφέρειας που έχασε την εργατική επανάσταση και που είδε να υποβαθμίζεται σε γραφειοκρατικό κονφορμισμό-ευπρεπισμό η δυναμική του αντιστασιακού πολέμου”. Ένα κεραυνοβόλο δημοσιογραφικό προφίλ και ένα κόσμημα ιστοριογραφίας σε άμεση επαφή, μα και μια έρευνα πεδίου, άμεση, διερευνητικού ρεπόρτερ. Ένα μικρό μεγάλο βιβλίο του Giorgio Bocca. “Ο Cavallero είναι το μη φυσιολογικό παιδί, εάν θέλετε, το άρρωστο παιδί, μιας επανάστασης που απέτυχε.” Ένα μικρό στολίδι, ένα κόσμημα του μεγάλου ρεπόρτερ Giorgio Bocca: η ιστορία σε απευθείας σύνδεση της μπάντας Cavallero, στο μισό της διαδρομής μεταξύ παρτιζάνικου πολέμου και ένοπλης ανατρεπτικής πάλης .

(από το κάλυμμα του βιβλίου: Giorgio Bocca: Il bandito Cavallero, Feltrinelli)

Bandito Cavallero, μια μαύρη ανθρωπολογία un’antropologia nera του Giorgio Bocca
– του Massimo Raffaeli –

Οι τηλεοπτικές εικόνες, τότες ένα μαυρόασπρο ομιχλώδες αποφλοιωμένο, μας παρέπεμπαν σε ένα πλήθος σε αναβρασμό, κόσμο που προσπαθούσε να διασπάσει τις δυνάμεις της αστυνομίας, αλλά από εκείνο το επίκεντρο, μια θαμπάδα αναλαμπών, να το πρόσωπο ενός λεπτού ανθρώπου πίσω από τα φλας των μηχανών, τα γένια τριών ημερών και το τσαλακωμένο του σακάκι, ένα αδιαμφισβήτητο χαμόγελο που θα λέγαμε ικανοποίησης. Αυτή είναι η πρώτη εικόνα του Piero Cavallero που έφτασε με την τηλεεφημερίδα της βραδιάς της 3 οκτωβρίου του 1967, το πρόσωπο ενός ληστή (εδώ και μήνες, μαζί με τους συνεργούς του, αυτός ήταν ο κατ’ εξοχήν ληστής, που περιγράφεται από το επίσημο προνόμιο της ανωνυμίας) βετεράνος με την συμμορία του για σχεδόν πέντε χρόνια τολμηρών χτυπημάτων, σκληρών μόνο προς το τέλος: μαζί με αυτόν, φυγόδικο εδώ και κάποιες ημέρες, συνέλαβαν και τον Sante Notarnicola σε ένα αγρόκτημα του Valenza Po, οι άλλοι δυο της μπάντας (ο Adriano Rovoletto και ο νεότατος, σχεδόν αμούστακος, Donato Lopez) θα παραδίδονταν εντός ολίγου, όπως λέγονταν, στα χέρια της δικαιοσύνης, ήταν ζήτημα χρόνου να συλληφθούν και αυτοί οι δυο.
Η τελευταία ληστεία υπήρξε μοιραία, στις 26 σεπτεμβρίου, ένα χτύπημα μέρα μεσημέρι στο Milano, σε μια τράπεζα στο largo Zandonai, με την ανταλλαγή πυροβολισμών που ακολούθησε στους δρόμους της συνοικίας του εκθεσιακού χώρου, στην κίνηση μιας ημέρας μη εργασιακής, με τέσσερις νεκρούς και μια εικοσάδα τραυματίες. Λακωνική η τηλεφημερίδα, αντιθέτως με αυτό τον τρόπο αναφέρθηκε ο Guido Nozzoli, ένας απεσταλμένος της εφημερίδας Giorno που είχε αυτό τον τίτλο με τον οποίο άνοιγε το φύλλο: Ένα απόγευμα φωτιάς (τώρα στην ιταλική Δημοσιογραφία 1939–1968, από τον Franco Contorbia, Mondadori 2009) ξεκινώντας κάπως έτσι το μακρύ του άρθρο: «Η αιματηρή επιδρομή έχει μετατρέψει τους δρόμους και τις πλατείες γύρω από την Έκθεση του Μιλάνο σε μια γειτονιά του Σικάγο τη δεκαετία του 1920».
Το ότι ο Cavallero δεν ήταν ένας ότι να ναι κακοποιός  και πως αντιθέτως το προφίλ του μπορούσε να λειτουργήσει σαν μαύρο, αδιάφορο και οκνηρό ωροσκόπιο για μια χώρα που μόλις είχε αναδυθεί από ένα οικονομικό θαύμα υπήρξε αμέσως εμφανές, τόσο που ένας άλλος απεσταλμένος της Giorno, αντιθέτως μάλιστα μια firma ήδη καθιερωμένη, ο Giorgio Bocca, δημοσιεύει μέσα σε λίγους μήνες από εκείνη την ημέρα ένα instant book επάνω σε αυτόν που τώρα επιστρέφει με τίτλο  Il bandito Cavallero Storia di un criminale che voleva fare la rivoluzione (prefazione di Piero Colaprico, Feltrinelli, «Serie bianca», pp. 121, euro 12.00).

Ο κακοποιός Cavallero Ιστορία ενός εγκληματία που ήθελε να κάνει την επανάσταση [πρόλογος του Piero Colaprico, Feltrinelli]

To couche, το στρώμα της μπάντας ήταν τα περίχωρα του Τορίνο, στην barriera του Milano, μα εάν ακριβώς ο Lopez μπορούσε να ειπωθεί πως ήταν απλά ένα παιδί άβουλο και εσωστρεφές, γιος πρόσφατων μεταναστών, οι άλλοι της ομάδας μπορούσαν να καυχηθούν εκπαίδευση και βιογραφικό πραγματικά απρόβλεπτα: ο Rovoletto, ξυλουργός, ήταν πρώην παρτιζάνος, ο Sante Notarnicola, πρώην γραμματέας της κομουνιστικής νεολαίας Figc της Biella, είχε ξεχωρίσει χρόνια πριν στα γεγονότα της  Piazza Statuto (και στην φυλακή, σκεπτόμενος εκ νέου στην παραβολή του, θα συγγράψει αξιόλογα απομνημονεύματα, L’evasione impossibile, Feltrinelli 1972, η αδύνατη διαφυγή); αυτός, ο Piero Cavallero, γιος ενός τεχνίτη μα για μεγάλο διάστημα χωρίς σταθερή εργασία, στο Pci είχε υπάρξει αγωνιστής πρώτης γραμμής, σταλινιστής μαχόμενος αναφέρει ανάμεσα στα αγαπημένα του αναγνώσματα το: Come fu temprato l’acciaio di Ostrovskij, Πως μετριόταν ο χάλυβας του Ostrovskij. Με τον θάνατο του Στάλιν και με την διαδικασία που ακολούθησε αργής αποσταλινοποίησης το σκληρό και καθαρό προφίλ του, όπως και οι προκλητικές υπερβολές του, όμως, είχαν εμποδίσει να γίνει αυτά που είχε φανταστεί, δηλαδή ένας ηγέτης του ίδιου του κόμματος .

Αλλά πως γίνεται ένας αγωνιστής στρατευμένος παθιασμένος κι εντελώς ανιδιοτελής απ’ ότι φαίνεται, πως γίνεται ένας κριτικός βάσης τους συστήματος να αλλάζει μέσα σε λίγη ώρα σε ένα είδος προλετάριου Gatsby, σε άνθρωπο άπληστο για χρήμα, για προνόμια και αυτά τα διακριτικά σημάδια εκείνης της κοινωνίας που επί μακρόν έχει διακηρύξει πως περιφρονεί και θέλει να καταστρέψει; Εάν η δική του μπορεί να φανεί ωσάν παράσταση εφευρετικότητας ή μια απίστευτη αδιανόητη μεταστροφή, να προσθέσουμε πως ο Cavallero είναι ένας σοβαρός σχεδιαστής και οργανώνει διάφορες δραστηριότητες κάλυψης. Τέτοια είναι η αντίφαση που ενδιαφέρει τον  Giorgio Bocca, ο οποίος δεν νοιάζεται να μιλήσει για τις χειρονομίες ενός ληστή αλλά για το ανεπίλυτο αίνιγμα ενός ανθρώπου . Και πράγματι φτιάχνει μαζί του την περίπτωση πολιτικού ιδεαλισμού που αντιστρέφεται-ανατρέπεται, αποθαρρύνεται και αντισταθμίζει την αγωνία του μέσα σε μια υπόθεση ηδονισμού ανεύθυνου και δολοφονικού.
Δίχως να τα παραλείπει, ο Bocca αφήνει στο βάθος τα γεγονότα του μαύρου χρονικού και προχωράει μάλλον, με την μέθοδο του κλασικού reportage, στο περιβάλλον καταγωγής, επισκέπτεται το σπίτι όπου γεννήθηκε, πλησιάζει την γυναίκα του η οποία δεν γνωρίζει, ή έστω απαντά με τρόπο ασυνείδητο. Γράφει στην εισαγωγή: «Ο Cavallero είναι το ανώμαλο παιδί, εάν θέλετε, το άρρωστο, μιας αποτυχημένης επανάστασης και μιας απογοητευμένης γενιάς, ο γιος μιας εργατικής περιφέρειας που έχασε την εργατική επανάσταση και που είδε να υποβαθμίζεται σε γραφειοκρατικό καθωσπρεπισμό την ορμή του παρτιζάνικου πολέμου». (Όχι μόνο η γεωγραφική θέση, αλλά και το πολιτικό κλίμα, ανάμεσα στη δύση της αντιστασιακής ουτοπίας και τους συμβιβασμούς μιας realpolitik που είχε πλέον το πάνω χέρι, είναι το ίδιο που αναπνέει σε ορισμένα νεανικά κείμενα του Giovanni Arpino όπως το Gli anni del giudizio, Τα χρόνια της κρίσης, The Years of Judgment, του ’58, ή το Una nuvola d’ira, του ’62, δύο μυθιστορήματα που δεν είχαν ποτέ πάρα πολλούς αναγνώστες). Από την πλευρά του, ο Bocca έχει λίγο χρόνο για να γράψει και δεν προσποιείται ότι προωθεί κάποια θεωρία, απλώς αρκείται στο να δείξει, αναζητά, θέτει ερωτήματα γύρω από ένα άτομο που μοιάζει με ένα αδιανόητο αίνιγμα, άλυτο, σαν μπροστά στα μάτια του ο Cavallero απογοητευμένος από την στράτευση του, να καταδίκασε τον εαυτό του σε μια διάσταση καταστροφικά καταστρεπτική και, μαζί, αυτοκαταστροφική: «Πρέπει να είσαι ο Piero Cavallero με όλα όσα βρίσκονται πίσω του και να βρεθείς σαν αυτόν ανάμεσα σε δύο καραμπινιέρους (…) πρέπει να έχεις τους τρόπους της ασφυκτικά πνιγμένης ματαιοδοξίας και της συστολής που την κέρδισε με βία, πρέπει να είστε τόσο απελπισμένοι όσο αυτός για να εξηγήσετε τη στάση του μπροστά στο πλήθος, τους μπάτσους και τους δημοσιογράφους πριν τον κλείσουν στη φυλακή San Vittore».
Με μια ερώτηση που έχει ανασταλεί, ο Bocca σταματά, λοιπόν, εκεί που ξεκινά η ταινία Banditi, Ληστές, στο Μιλάνο (1968), η οποία γυρίστηκε σχεδόν ζωντανά και με την κάμερα στο χέρι (με «προκλητική πυροτεχνία», θα πει ο Gualtiero De Santi στον Carlo Lizzani, Gremese 2001) στον οποίον ο Cavallero έχει το πρόσωπο ενός θειούχου Gian Maria Volonté. Στην πραγματικότητα, o Bocca ολοκληρώνει τη μονογραφία διευρύνοντας το πλαίσιο συμφραζομένων με μια έρευνα για το νέο χώρο του αδικήματος που πλήττει τον Βορρά και ιδιαίτερα το Μιλάνο κατά τη διάρκεια της οικονομικής έκρηξης, και ξαναχρησιμοποιεί εδώ το δεύτερο και το τρίτο μέρος του τόμου, τόσο από άρθρα της εφημερίδας όσο και από πυκνές διδασκαλίες-λεζάντες ο οποίες κατέλαβαν ήδη τον τόμο των φωτογραφικών ντοκιμαντέρ- La nuova frontiera di Milano -Τα νέα σύνορα του Μιλάνο (Torriani 1965).
Διότι, πρέπει επίσης να το πούμε, ο Giorgio Bocca στην ζωή του ποτέ δεν δημοσίευσε ένα βιβλίο με τίτλο, όπως εκείνο σήμερα στο βιβλιοπωλείο, ο ληστής , Il bandito Cavallero. Το σημερινό colophon και οι συνέπειες σιωπούν για τυχόν προηγούμενα συμβάντα μα πρόκειται για την απλή ανατύπωση του Piero Cavallero, ενός τόμου που ο Bocca έγραψε σαν αποτύπωμα και έδωσε σε μια συλλογή του Longanesi («Chi è? Gente famosa») [»Ποιος είναι; ‘Ανθρωποι διάσημοι»] όπου, μέσα στην τρέχουσα εκροή της παραγωγής, βγήκαν ούτως ή άλλως ένας Palazzeschi του Giacinto Spagnoletti, ένας Herrera του Gianni Brera, ένας Moravia του Enzo Siciliano και ένας Luigi Longo με υπογραφή εκείνου του πρωταθλητή εκτός συναγωνισμού της δημοσιογραφίας μας που υπήρξε ο Felice Chilanti. Τώρα, εκτός εάν ο Bocca, που χάθηκε το 2011, δεν έκανε με την σειρά του μια τέτοια επανάληψη, αναβίωση (αλλά αυτό δεν αποδεικνύεται σε καμία πλευρά), ποιος και γιατί και για ποιον σκοπό επέτρεψε στον εαυτό του τον τίτλο Il bandito Cavallero – ο ληστής Cavallero,  με απόκρυφο υπότιτλο; Και γιατί να υπονοείται σιωπηρά ως αδημοσίευτο ένα βιβλίο, που είναι ακόμα ενδιαφέρον σε απόσταση δεκαετιών, όταν δεν είναι όμως αδημοσίευτο; Είναι μονοπάτια συντομεύσεις που σήμερα είναι πολύ διαδεδομένες αλλά ανάξιες όμως ενός εκδότη που ονομάζεται Feltrinelli.

– Massimo Raffaeli – Δημοσιεύτηκε στο  Alias της 21 φεβρουαρίου 2016 –

http://francosenia.blogspot.gr/2017/01/tradimenti.html