σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Για μια «ζωή που ν’ αξίζει κάποιος να την ζει»

Stampa

 

10

Per una “vita degna di essere vissuta”

Μεταφέρουμε την εισαγωγή της Silvia Federici στο “Reincantare il mondo, να αποπλανήσουμε ξανά τον κόσμο” που δημοσιεύτηκε από το CommonwareCommonware.

 

Ο ήχος ορισμένων φωνών από το πιο μακρινό αμερικανικό παρελθόν έρχεται από το μέλλον. Αρχαίες φωνές. Συνεχίζουν να μας λένε, για παράδειγμα, ότι εμείς είμαστε παιδιά της γης, και ότι η μητέρα δεν πωλείται ούτε παραδίδεται προς ενοικίαση. Ενώ στην Πόλη του Μεξικού πέφτει μια βροχή από νεκρά πουλιά, και τα ποτάμια μετατρέπονται σε υπονόμους και οι θάλασσες σε σκουπιδότοπους και τα δάση σε έρημο, αυτές οι φωνές πεισματικά ζωντανές μας αναγγέλλουν έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό από αυτόν τον δηλητηριαστή των υδάτων, του εδάφους, του αέρα. Και της ψυχής. Και έναν άλλο κόσμο μας ανακοινώνουν δυνατό οι αρχαίες φωνές που μιλάνε για την κοινότητα. Η κοινότητα, ο κοινοτικός τρόπος παραγωγής και ζωής, είναι η πιο απομακρυσμένη παράδοση της Αμερικής, η πιο αμερικανική όλων των παραδόσεων: ανήκει στις ρίζες των καιρών και των λαών, αλλά και των επόμενων καιρών, είναι ο προάγγελος ενός Νέου Κόσμου.

Eduardo Galeano,  Il libro degli abbracci το βιβλίο των εναγκαλισμών

Η δημοσίευση ενός βιβλίου που αφιερώνεται στην πολιτική των κοινών, commons, σήμερα μπορεί να φαίνεται μια πράξη μεγάλης αθωότητας, αφέλειας, καθώς ήμαστε περιτριγυρισμένοι από τη συνεχή απειλή των πολέμων και οικονομικών και οικολογικών κρίσεων που μαστίζουν ολόκληρες περιοχές. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η διαρκής απειλή καθιστά αναγκαίο να επιβεβαιώσουμε ότι παρά τα εμπόδια ένας άλλος κόσμος αναδύεται, σαν το χορτάρι που φυτρώνει ανάμεσα στις ρωγμές τους αστικού τσιμέντου, φθείροντας την ηγεμονία του ιδιωτικού και του Κράτους, γιατί μέσα σε ένα πλαίσιο και μια συγκυρία όπου ανάπτυξη σημαίνει βία και η θεσμική πολιτική είναι όλο και πιο ασήμαντη και αμελητέα για την πλειοψηφία του πληθυσμού, το να αναγνωρίζουμε την δική μας ουσιαστική αλληλεξάρτηση και να ενισχύσoυμε την ικανότητά μας για συνεργασία είναι ο μόνος τρόπος για την επιβίωση. Αυτή είναι η δύναμη που εκφράζεται από τους πολλούς αγώνες που, σε οποιοδήποτε μέρος της γης, αντιτίθενται στην επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων, για την υπεράσπιση του κοινού συμφέροντος και των κοινών καλών και για να οικοδομήσουμε κοινωνίες που βασίζονται στην αλληλεγγύη και την κοινή χρήση των φυσικών και παραγόμενων πλούτων.

Είναι μέσα στο πλαίσιο αυτών των αγώνων που αναπτύχθηκε από τη δεκαετία του ’90 μια τεράστια βιβλιογραφία, που συμπεριλαμβάνει θεωρητικές αναλύσεις, ιστορικές ανακατασκευές, καθώς και αναφορές σχετικά με τον πειραματισμό που διεξάγεται σε διάφορες χώρες αφιερωμένες στα κοινά. Στο προσάρτημα αυτού του τόμου υπέδειξα τα σημαντικότερα έργα, ειδικά στον φεμινιστικό τομέα, για την εργασία μου. Εδώ θέλω μόνο να υπογραμμίσω ότι τα δοκίμια που συλλέχθηκαν σε αυτόν τον τόμο είναι χρεωμένα σε αυτή τη σημαντική παραγωγή, της οποίας μοιράζομαι τις βασικές διατριβές και θέσεις και την πολιτική προοπτική που την διαμορφώνει, που της δίδει μορφή. Αυτό που η έννοια των κοινών, αν και μπορούμε να την αποκαλέσουμε με διάφορους τρόπους – commons, commoning, el común, comunalidad -, είναι σήμερα η γλώσσα στην οποία εκφράζεται η εναλλακτική προς τη λογική του καπιταλισμού, και αναφέρεται σε μία περίπλοκη πραγματικότητα στην οποία τα υλικά αγαθά που έχουμε να μοιραστούμε, οι κοινωνικές σχέσεις και οι κανονισμοί που αφορούν τη χρήση και τη φροντίδα του φυσικού ή παραγόμενου πλούτου σχηματίζουν ένα σύνολο που είναι αδιαίρετο τόσο θεωρητικά όσο και στην πρακτική. Αυτό σημαίνει πως, όπως υποστηρίζει ο Massimo de Angelis στο Omnia Sunt Communia[1][1],  με την λέξη commons εννοούμε ένα κοινωνικό σύστημα, έναν τρόπο παραγωγής, με μια λογική ενιαία και την ικανότητα να αυτο-αναπαράγεται2][2]. Ταυτόχρονα, το «κοινό» υπάρχει ήδη, σε εμβρυϊκή μορφή, σε μια μεγάλη ποικιλία σχεδιασμών και πρωτοβουλιών – από τους αστικούς κήπους στις καταλήψεις στα ανακτηθέντα εργοστάσια, από το κίνημα του ελεύθερου λογισμικού μέχρι τους comedores populares – με τους οποίους αναζητούνται λύσεις στα προβλήματα που ο καπιταλισμός δεν μπορεί να επιλύσει”[3][3].

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση που προτείνω επεκτείνει την θεματική των κοινών σε έναν τομέα που δεν έχει διερευνηθεί μέχρι στιγμής, τουλάχιστον στη βιβλιογραφία σχετικά με τα κοινά που παράγεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρόκειται για το σύνολο των δραστηριοτήτων που προβλέπουν στην αναπαραγωγή της καθημερινής ζωής και της εργατικής- δύναμης, οι οποίες εξακολουθούν να εκτελούνται κυρίως από τις γυναίκες. Όπως παρατήρησε η Dolores Hayden, στο κλασικό έργο της The Grand Domestic Revolution, η επιθυμία να κοινωνικοποιηθεί αυτό το έργο έχει μακρά ιστορία[4][4]. Ήδη στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, φεμινίστριες σοσιαλίστριες (fourieriane, oweniste) και μεταρρυθμίστριες έδωσαν ζωή σε σημαντικά πειράματα, τείνοντας να σπάσουν την απομόνωση στην οποία η οργάνωση της οικιακής εργασίας καταδίκαζε τις γυναίκες, συνδέοντας το σπίτι με την γειτονιά και οικοδομώντας συλλογικές μορφές αναπαραγωγής, όπως οι συλλογικές κουζίνες[5][5].

Σήμερα, αυτά που στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα παρέμεναν πειράματα περιορισμένα σε ομάδες και δίκτυα φεμινιστριών ή γυναικών που ήταν στρατευμένες σε θεσμικό επίπεδο σε σχέδια σοσιαλδημοκρατικών μεταρρυθμίσεων της κοινωνικής αναπαραγωγής, επανεμφανίζονται αλλά πραγματοποιούμενα σε μεγάλη κλίμακα, υπαγορευμένα όχι από πολιτικές ιδεολογίες αλλά από την ανάγκη να επινοηθούν συλλογικά νέες μορφές επιβίωσης.

Αυτή η πτυχή της κοινής πολιτικής των commons βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος μου εδώ και χρόνια, διότι είμαι πεπεισμένη ότι η οικοδόμηση πιο συνεργάσιμων μορφών αναπαραγωγής είναι η προϋπόθεση όχι μόνο μιας «ζωής που να αξίζει κάποιος να την ζήσει» – η σημερινή αξίωση διαφόρων φεμινιστικών και μη κινημάτων – αλλά και της αντίστασης στην προώθηση των καπιταλιστικών σχέσεων και της δημιουργίας μιας κοινωνίας που δεν υποτάσσεται στη λογική του κέρδους και της αγοράς.

Διάφορα άρθρα που συγκεντρώθηκαν εδώ («Φεμινισμός και πολιτική των κοινών, Femminismo e la politica dei commons», «Η κοινότητα της πόλης, “Il comune della città”», «Από την κρίση στα κοινά, “Dalla crisi ai commons”» και «Μαρξ, φεμινισμός και ανασυγκρότηση των κοινών, “Marx, il femminismo e la ricostruzione dei commons”») είναι αφιερωμένα σε αυτό το θέμα, το οποίο είναι σε μεγάλο μέρος εμπνευσμένο από τους αγώνες των γυναικών στη Λατινική Αμερική, όπως οι αγώνες των mujeres villeras του Μπουένος Άιρες, που συναντήθηκαν στη Villa Retiro Bis[6][6]. Όμως το βιβλίο αντιμετωπίζει και άλλες θεματικές.

Αναπόφευκτα, το πρώτο μέρος είναι αφιερωμένο στις νέες μορφές enclosure [περιφράξεων] που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της παγκοσμιοποίησης και είναι εν μέρει το κίνητρο, o λόγος για την εμφάνιση μιας πολιτικής των κοινών. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησα δοκίμια που δημοσιεύτηκαν στις “Midnight Notes” της δεκαετίας του ’90, επιστρέφοντας από μια περίοδο διδασκαλίας στη Νιγηρία κατά τη διάρκεια της οποίας μπορέσαμε να δούμε άμεσα την εμφάνιση μιας νέας φάσης ανάπτυξης και επαναποικιοποίησης, που προωθούσε η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο όνομα της κρίσης του χρέους, με στόχο την αποκοπή από τις ρίζες από την αφρικανική ήπειρο, όπου εξακολουθεί να έχει βαθιές ρίζες, κάθε μορφή κοινοτικοποίησης, κομουναλισμού, ειδικά όσον αφορά την ιδιοκτησία της γης. Ιδιαίτερα σημαντικό μεταξύ αυτών είναι το δοκίμιο The New Enclosures[7][7] (εδώ αναδημοσιεύθηκε ως «Οι Νέοι Φράχτες», “Le nuove recinzioni” ), ένα από τα πρώτα στις Ηνωμένες Πολιτείες που διάβασε την παγκοσμιοποίηση ως μια διαδικασία «πρωταρχικής συσσώρευσης». Η θεωρητική γραμμή που προτείνει αυτό το δοκίμιο εκφράζεται στη συνέχεια σε δύο δοκίμια αφιερωμένα στις συνέπειες της διαρθρωτικής προσαρμογής στην Αφρική και της μετάβασης στον καπιταλισμό στην Κίνα, στόχος του οποίου είναι να υπογραμμίσει ότι παρά την ποικιλομορφία των τρόπων και στις πολιτικές και γεωγραφικές σφαίρες-πεδία δράσης, η καταστροφή των κοινοτικών καθεστώτων και της πρόσβασης στα μέσα της (ανα) παραγωγής, παραμένει η πρωταρχική προϋπόθεση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και είναι ο λόγος της βίας που την συνοδεύει, αυτή την στιγμή.

Παραδείγματα αυτής της βίας εξετάζονται σε δύο δοκίμια του πρώτου Μέρους («Κυνήγι μαγισσών, παγκοσμιοποίηση και φεμινιστική αλληλεγγύη» και «Βία κατά των γυναικών και νέες μορφές συσσώρευσης»). Το πρώτο αφορά το νέο κυνήγι μαγισσών, το οποίο βήμα προς βήμα με την ιδιωτικοποίηση της γης και τη μετάβαση σε καθεστώτα ατομικών τίτλων έχει εξαπολυθεί σε διάφορες περιοχές της Αφρικής, της Ινδίας, του Νεπάλ και άλλων περιοχών, κυρίως σε περιοχές που προορίζονται για εμπορικές χρήσεις. Το δεύτερο εξετάζει, σε μια γενικότερη μορφή, το ποσοτικό και ποιοτικό άλμα που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια, παγκοσμίως στη βία κατά των γυναικών, η οποία σήμερα παίρνει μορφές που υπενθυμίζουν το κυνήγι μαγισσών του δέκατου έκτου και δέκατου έβδομου αιώνα. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για έναν πραγματικό πόλεμο που, όχι τυχαία, χτυπά τη γυναίκα ως υποκείμενο που είναι πιο άμεσα υπεύθυνο για την αναπαραγωγή της κοινότητας και για τη διατήρηση της συλλογικής της μνήμης και της συνοχής της. Το να υπογραμμίζεται αυτή η σχέση μεταξύ της ιδιωτικοποίησης και των νέων μορφών βίας κατά των γυναικών είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια εποχή που, στο όνομα του «Ni una menos»[8][8], ένα νέο φεμινιστικό κίνημα αναπτύσσεται σχεδόν σε κάθε μέρος του κόσμου για να καταγγείλει αυτή τη βία και να αποκαλύψει τους ενόχους και τα αίτια.

Ενώ το πρώτο μέρος ανασυνθέτει το πλαίσιο μέσα στο οποίο έχει ωριμάσει η πολιτική των κοινών, το δεύτερο προσπαθεί να καθορίσει τη σημασία των κοινών τόσο ως πραγματικότητα που ασκείται στο παρόν όσο και ως προβλεπόμενη προοπτική σε εμβρυϊκό επίπεδο ενός κόσμου πέρα από τον καπιταλισμό.

Όπως ανέφερα ήδη εν συντομία, τα πιο προτεινόμενα-δημιουργικά μέρη αυτής της ανάλυσης είναι εκείνα που εμπνέονται από τα κινήματα των γυναικών που ασχολούνται με τον λεγόμενο «λαϊκό φεμινισμό» στη Λατινική Αμερική, που βλέπουν την προστασία των φυσικών αγαθών, τη δημιουργία συνεργατικών μορφών αναπαραγωγής και τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και την πατριαρχία ως ουσιαστικά στοιχεία μιας ενιαίας διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού. Σήμερα, μέρος αυτού του αγώνα κατευθύνεται επίσης κατά των ανισοτήτων που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις εξουσίας σε διάφορα κοινοτικά καθεστώτα στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική και που, ξεκινώντας από την Διάσκεψη του Πεκίνου (1995), έχουν αξιοποιηθεί έξυπνα από την Παγκόσμια Τράπεζα για να προωθήσουν την ιδιωτικοποίηση και την ατομική τιτλοποίηση, οι οποίες αμφότερες παρουσιάζονται ως μια υπεράσπιση του δικαιώματος των γυναικών να έχουν πρόσβαση στη γη. Το μάθημα, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύει η Gladys Tzul Tzul, σχετικά με τη συμμετοχή των γυναικών στα κοινοτικά καθεστώτα του οροπεδίου του Totonicapan (Guatemala)[9][9] είναι ότι η αναγνώριση της εξουσίας λήψης αποφάσεων των γυναικών είναι, εκτός από μια αρχή-συστατικό δικαιοσύνης, μια εγγύηση ζωής για τα κοινά, που διαφορετικά θα ήταν αλλοιωμένα από εσωτερικές διαιρέσεις που θα τα εξέθεταν ευκολότερα σε απαλλοτρίωση.

Πώς λοιπόν να ξεχωρίσουμε κοινοτικά καθεστώτα ή πειράματα ικανά να δημιουργήσουν μια εναλλακτική λύση στη λογική της εκμετάλλευσης από μορφές κομμουναλισμού που λειτουργούν, αντιθέτως, ως βαλβίδες ασφαλείας, με τις οποίες ένα καπιταλιστικό σύστημα σε κρίση προσπαθεί να ελαφρύνει τις εντάσεις που η ώθηση στην ιδιωτικοποίηση κάθε αγαθού και κοινωνικής σχέσης αναπόφευκτα δημιουργεί; Στην Omnia sunt Communia, ο Massimo de Angelis μας προειδοποιεί σωστά να μην προσπαθήσουμε να εξαναγκάσουμε την αναγκαστικά ρευστή πραγματικότητα, πειραματική, κάθε μορφής communalidad μέσα στα στενά ιδεολογικών μοντέλων καθορισμένων a priori, εκ των προτέρων. Ωστόσο, είναι αδύνατο να μην αναρωτηθούμε από την άποψη αυτή, πολιορκημένοι όπως είμαστε από τον πολλαπλασιασμό των κοινών που, ναι, ενώνονται (με βάση τις εθνοτικές, ταξικές, θρησκευτικές ταυτότητες) αλλά μόνο για να αποκλείσουν, για να προστατεύσουν προνόμια και πλεονεκτήματα ή, όπως αναφέρθηκε , για να εκτρέψουν την αντίθεση στην ιδιωτικοποίηση.

Είναι με αυτόν τον στόχο που, στο «Commons Against and beyond Capitalism», “Commons contro e oltre il capitalismo”, που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Γιώργο Καφεντζή, George Caffentzis, έχει διευκρινιστεί ότι η πολιτική των κοινών δεν είναι μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά μια πραγματικότητα που μπορεί να οικοδομηθεί μόνο μέσα από αγώνες, και επίσης ότι τα κοινά δεν μπορούν να διαλυθούν στο «δημόσιο», ότι η ύπαρξή τους εξαρτάται από την ύπαρξη μιας κοινότητας και αυτή, με τη σειρά της, βασίζεται στη συνεργασία, στη συλλογική εργασία, στην αμοιβαία φροντίδα μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ αυτών και το περιβάλλον.

Με τον ίδιο στόχο εξέτασα επίσης τη σχέση μεταξύ κοινοτισμού και κομμουνισμού στο έργο του Μαρξ, τουλάχιστον σε εκείνο το μέρος του έργου του που ο Μαρξ αποφάσισε να δημοσιεύσει και που επηρέασε πιο άμεσα το σοσιαλιστικό κίνημα σε διεθνές επίπεδο. Η ανάλυση μου σχετικά είναι μόνο μερική, καθώς περιορίζεται στην καταγραφή των πιο εμφανών διαφορών μεταξύ της εικόνας των κοινών που προβάλλονται από τα σημερινά κοινωνικά κινήματα και, αφενός, της μαρξιάνας κριτικής στον «ουτοπικό σοσιαλισμό» και αφετέρου, στο όραμα του Μαρξ για τον κομμουνισμό όπως μπορεί να συναχθεί από τις διάφορες αναφορές του στον ρόλο του Κράτους, στη δικτατορία του προλεταριάτου, στην ενοποιητική λειτουργία της επέκτασης των παγκόσμιων καπιταλιστικών σχέσεων και ούτω καθεξής[10][10]. Αυτό που λείπει σε αυτή την ανάλυση είναι η ανακατασκευή του περάσματος – κατά προσέγγιση ανιχνεύσιμου στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα – από μια ιστορική-πολιτική στιγμή στην οποία η ιδέα της κοινoχρησίας των αγαθών – που ταυτίζεται με την κοινοχρησία της γης – που εξακολουθεί να αποτελεί τον πρωταρχικό ισχυρισμό, την πρωταρχική διεκδίκηση των επαναστατών στην Ευρώπη (από τον Winstanley στον Babeuf), σε μια στιγμή κατά την οποίαν επιβάλλεται ο «κομμουνισμός», που προσδιορίζεται με τη απαλλοτρίωση και την από κοινού διαχείριση, των μέσων παραγωγής, από ελεύθερες ενώσεις παραγωγών. Ωστόσο, δύο στοιχεία διακρίνονται, ακόμα και σήμερα, να διαχωρίζουν τους θεωρητικούς των κοινών που κινούνται σε φεμινιστικούς, οικολογικούς, αναρχικούς και μαρξιστικούς φεμινιστικούς τομείς και χώρους από τους θεωρητικούς desarrollisti – developmentalists – a] ή επιταχυντές – accelerazionisti, οι οποίοι (όπως συχνά ο Μαρξ) βλέπουν την καταστροφή των υφιστάμενων commons ως αναγκαία συνθήκη για την υλοποίηση της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας. Αυτά είναι η απόδοση στο Κράτος του καθήκοντος της απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών και της εξάλειψης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας – σε σχέση με το χτίσιμο, ξεκινώντας από το παρόν, μορφών έστω και περιορισμένων αυτοκυβέρνησης – και η ώθηση προς την καθολίκευση των καπιταλιστικών σχέσεων ως ενοποιητικό στοιχείο του προλεταριάτου σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά της επιβεβαίωσης της ανάγκης για πολλαπλές μορφές  κομουναλισμού, σε αντιστοιχία με τις διαφορές στις ιστορικές και πολιτιστικές τροχιές και τις διαφορετικές γεωγραφικές και περιβαλλοντικές συνθήκες.Oι σημερινοί commoners  δεν πιστεύουν στο Κράτος και διεκδικούν την ικανότητα να αποφασίζουν για τη δική τους ζωή, να ανακτήσουν τον έλεγχο των πιο ουσιωδών συνθηκών αναπαραγωγής τους, καθώς θεωρούν καταπιεστική την επιβολή ενιαίου μοντέλου κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής. Όχι μόνο αυτό. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά τη δημοσίευση του Κεφαλαίου μπορούμε να επαληθεύσουμε ότι η τεχνολογική ανάπτυξη στην οποία ο Μαρξ ανέθετε την κατασκευή των υλικών βάσεων του κομμουνισμού καταστρέφει όχι μόνο τα κοινοτικά καθεστώτα που υπάρχουν ακόμη, αλλά τις δυνατότητες αναπαραγωγής και ζωής για έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό ειδών στον πλανήτη μας.

Είναι σε όσες και όσους αγωνίζονται, με μεγάλους κινδύνους για τη ζωή τους, εναντίον αυτής της καταστροφής, που αυτό το βιβλίο είναι αφιερωμένο..

 

a] [desarrollismo, σημαίνει ιδεολογία που υποστηρίζει την καθαρά οικονομική ανάπτυξη ως στόχο προτεραιότητας.]

[1][1] Massimo de Angelis, Omnia Sunt Communia. On the Commons and the Transformation to Postcapitalism, Zed Books, Londra 2017.

[2][2] Ivi, pp. 240 ss. “Omnia sunt Communia” – “tutto deve essere in comune, όλα πρέπει να είναι κοινά” – είναι τα τελευταία λόγια, λέγεται, που πρόφερε ο Thomas Müntzer, ο leader του πολέμου των χωρικών στη Γερμανία, που συνελήφθη μετά την μάχη του Frankenhausen στα 1525, πριν πεθάνει από βασανιστήρια.

[3][3] Ivi, p. 270.

[4][4] Dolores Hayden, The Grand Domestic Revolution, MiT Press, Cambridge MA 1985.

[5][5] Γράφει η Hayden: “Μεταξύ του τέλους του εμφυλίου πολέμου και της έναρξης της Μεγάλης ύφεσης, τρεις γενεές υλιστών φεμινιστριών εξέτασαν, αξιολόγησαν θεμελιωδώς τη λεγόμενη «γυναικεία σφαίρα» και «εργασία των γυναικών». […] Για να ξεπεράσουν ένα μοντέλο αστικού και οικιακού χώρου που απομόνωνε τις γυναίκες και καθιστούσε την οικιακή εργασία αόρατη, ανέπτυξαν νέες μορφές οργάνωσης γειτονιάς, όπως οι συνεταιρισμοί των νοικοκυρών, τα νηπιαγωγεία, οι δημόσιες κουζίνες και οι λέσχες – εστιατόρια της κοινότητας. Φαντάστηκαν επίσης ιδανικές φεμινιστικές πόλεις. Επαναπροσδιορίζοντας την οικιακή εργασία και τις ανάγκες των γυναικών και των οικογενειών τους σχετικά με το σπίτι, αυτές έσπρωξαν τους αστικούς αρχιτέκτονες και σχεδιαστές να επανεξετάσουν τις επιπτώσεις της αρχιτεκτονικής στην οικογενειακή ζωή.” (ivi, p. 1).

[6][6] “Villa” είναι το όνομα που δίνεται στην Αργεντινή στις λαϊκές γειτονιές που χτίστηκαν χωρίς άδεια, είναι το ισοδύναμο της favela στη Βραζιλία. Η Villa 31 Retiro Bis είναι μια «villa μιζέρια», δηλαδή ένας από τους πολλούς ανεπίσημους οικισμούς που βρίσκονται στην πόλη του Μπουένος Άιρες. Ιδρύθηκε το 1932, με το όνομα της Villa ανεργία, αποτέλεσε αντικείμενο πολλών προσπαθειών από τις αρχές να την καταστρέψουν, που όμως ποτέ δεν ήταν επιτυχείς. Σχετικά με την Villa Retiro Bis σε σχέση με την πολιτική των κοινών, δείτε Raúl Zibechi, Descolonizar el pensamiento crítico y la práticas emancipatorias, Ediciones desde abajo, Bogotà 2015, σελ. 99-100.

[7][7] Midnight Notes #10, The New Enclosures, Jamaica Plain MA, φθινόπωρο 1990.

[8][8] Αυτό είναι το σύνθημα με το οποίο, τον οκτώβριο του 2016, οι φεμινίστριες της Αργεντινής, που συγκεντρώθηκαν για την ετήσια συνάντησή τους στην πόλη του Ροζάριο, εξαπέλυσαν μια έκκληση ώστε η 8η μαρτίου του 2017 να αφιερωθεί στον αγώνα εναντίον της βίας κατά των γυναικών. Αυτό αφού τις ίδιες μέρες της συνάντησης μια άλλη νεαρή γυναίκα σκοτώθηκε με βαρβαρότητα στην πόλη Mar de la Plata.

[9][9] Gladys Tzul Tzul, Sistemas de Gobierno Comunal Indígena. Mujeres y tramas de parentesco en Chuimeq’ena’, Editorial Maya Wuj, Guatemala 2016.

[10][10] Δείτε Gerrard Winstanley, La nuova legge di giustizia (1649), Ο νέος νόμος για την δικαιοσύνη, in Atonino recupero (a cura di), La terra a chi la lavora!, H γη σε αυτόν που την δουλεύει, Guaraldi, Firenze 1974. Δείτε επίσης Maurice Dommanget, Babeuf e la congiura degli uguali, και η συνωμοσία των ίσων, Edizioni- Εκδόσεις immanenza, Napoli 2015.

https://www.infoaut.org/segnalazioni/per-una-vita-degna-di-essere-vissuta

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Το μεγάλο επειδή – Il grande perché

του Sandro Moiso

Marina Premoli, Questa è già la mia vita, Αυτή είναι η ζωή μου, Quodlibet, Macerata 2018, pp.240, € 18,00

“Ogni attimo avrà il suo bivio, κάθε στιγμή θα έχει το σταυροδρόμι της” (Louis-Auguste Blanqui)

Για τα χρόνια του ένοπλου αγώνα, έχουν δημιουργηθεί, μέχρι στιγμής, πολλές αφηγήσεις και αναπαραγωγές, οι οποίες συχνά διεξήχθησαν στο νήμα της ατομικής μνήμης, των οποίων οι συγγραφείς ανήκαν στις γραμμές της εργατικής τάξης, στους φοιτητές τέκνα της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης ή στα πιο πολιτικοποιημένα στρώματα του υποπρολεταριάτου. Η Marina Premoli προσθέτει σε όλες εκείνες, που εδώ βιαστικά αναφέρθηκαν σαν μεγάλες κατηγορίες, μια άλλη φωνή: εκείνη αυτής που προέρχονταν από ένα αριστοκρατικό και φιλελεύθερο-αστικό περιβάλλον. Έτσι, δεν είναι τυχαίο, στο κείμενο η συγγραφέας θα φθάσει να ορίσει τον εαυτό της ως μια «κοινωνική αναρριχήτρια προς την αντίθετη πλευρά”.

Γεννημένη στη Γένοβα κατά τα πρώτα χρόνια του Δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, η Μαρίνα αναπαράγει σχολαστικά τα γεγονότα της ζωής της και της οικογένειάς της σε ένα είδος προυστικής αναζήτησης για χαμένο χρόνο, όπου όμως η αποκαλυπτική γεύση της κλασικής madeleine αντικαθίσταται μερικές φορές από την ξινή του αλκοόλ, πράγμα που συχνά δεν μπορεί παρά να φέρει στο μυαλό σκληρές, δυσάρεστες και οδυνηρές αναμνήσεις.

Μια αναζήτηση του «μεγάλου επειδή» μιας επιλογής που, πέρα από κάθε ιδεολογική και πολιτική εξήγηση και χωρίς να ξεχνά καθόλου το κοινωνικό και συλλογικό πλαίσιο, την συγκυρία, μέσα στην οποία αναπτύχθηκε, παρέμενε ακόμη ένα προσωπικό και άλλοτε περιστασιακό γεγονός. Μια συνέπεια των βημάτων που ακολουθήθηκαν αναπόφευκτα το ένα μετά το άλλο σε χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων, σαν τις πέτρες που κατρακυλούσαν στο τραγούδι του Ντύλαν, σχεδόν όλοι όσοι ξεκίνησαν εκείνη την περιπέτεια και εκείνη την ιστορία της αναμφισβήτητης ήττας παρασύρθηκαν από γεγονότα, μεγάλα και μικρά, στην διάρκεια των οποίων η βούληση των ατόμων κατέληξε να προορίζεται συχνά να είναι μόνο μία από τις πολλές πιθανές μεταβλητές και να μετρά αποφασιστικά λιγότερο από ό, τι αργότερα αφηγήθηκε.

Είναι θαρραλέα, μερικές φορές αδίστακτη, η αυτοβιογραφία της Marina Premoli, στην οποία δεν αναζητούνται a priori αιτιολογήσεις ή δικαιολογίες για μια διαδρομή που πληρώθηκε στη συνέχεια πολύ σκληρά. Χωρίς εκείνη τη ρητορική και εκείνη την υπερβολική έμφαση, που πολλές φορές ακόμη ζωντανεύουν την αφήγηση των ηττημένων, οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα ιδιωτικό σύμπαν, το οποίο καταφέρνει να είναι και συλλογικό, στο οποίο, τουλάχιστον για μία φορά, οι μακρές και πεισματικές πολεμικές ανάμεσα στους δύο κύριους και μεγαλύτερους σχηματισμούς της εποχής, Brigate Rosse και Prima Linea, παραμένουν σχεδόν εξ ολοκλήρου αποκλεισμένες.

Μια παγίδα απ’ την οποίαν το βιβλίο δραπετεύει με εξαιρετική αξιοπρέπεια, ανοίγοντας αντιθέτως κάθε δωμάτιο σε ένα σπίτι, ίσως ένα μέγαρο αν σκεφτεί κανείς πως έζησε σε ένα αγρόκτημα ή το οικογενειακό κάστρο, όπου τίποτα δεν πρέπει να παραμείνει κρυμμένο, εκτός από τα πραγματικά ονόματα χαρακτήρων μερικές φορές πάρα πολύ γνωστών και εδώ, όλα, αντικαταστάθηκαν σαφώς από άλλα.

Παππούδες, γιαγιάδες, φίλοι, φίλες, αισθήματα, ευτυχισμένοι έρωτες, αγάπες που απογοήτευσαν, οι πρώτοι κραδασμοί της νεανικής διαμαρτυρίας, οι προδοσίες και τα αποδεικτικά της πιστότητας συνοδεύουν την αναζήτηση της Μαρίνα. Ταξίδια, παραμονές στο εξωτερικό σε πόλεις όπως το Λονδίνο, το Παρίσι και οι Βρυξέλλες κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και της προ-εφηβίας συνοδεύουν το χρονικό της ζωής ενός ζευγαριού, αυτού των δύο γονέων, πολύπλοκης που θα αφήσει στην ψυχή της νεαρής μια παραμορφωμένη αίσθηση της αγάπης. Αν και, στη συνέχεια, διαβάζοντας, μας έρχεται να αναρωτηθούμε αν δεν είναι πραγματικά η έννοια της «αγάπης του ζευγαριού» από μόνη της που συνιστά κάτι παραμορφωμένο σε σχέση με την ανθρώπινη φύση.

Μια μητέρα με αναρχικό χαρακτήρα, λάτρης της περιπέτειας, και ένας πατέρας που αργότερα εξελέγη εκπρόσωπος του Φιλελεύθερου Κόμματος, προερχόμενοι και οι δυο από ευγενείς οικογένειες, πολύ εύπορες, κατέχουν κεντρική θέση στις αναμνήσεις που ανακτά η συγγραφέας, μέσα από ένα ταξίδι φτιαγμένο από όνειρα, ακριβείς αναμνήσεις και στενές επαφές με το υψηλό και το χαμηλό της ιταλικής κοινωνίας στις αρχές της δεκαετίας του 50 και στα τέλη της δεκαετίας του ’70.

Ένα πνευματικό και φυσικό ταξίδι ταυτόχρονα, στο οποίο παραμένει η νοσταλγία ορισμένων χαμένων φιλιών (που στη συνέχεια ευτυχώς ξαναβρέθηκαν), ξέγνοιαστα καλοκαίρια στη θάλασσα και στα βουνά κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και στιγμές συλλογικής και εντελώς κοινής ζωής όπως αυτή που δημιουργήθηκε γύρω από και μέσα στην κομούνα των αγωνιστών της Αυτόνομης Συνέλευσης της Alfa Romeo στην οποία και με την οποία η Μαρίνα θα μοιραζόταν μια σημαντική στιγμή της ζωής τους. Ένα ευτυχές πείραμα, όπως το ορίζει η ίδια, μαρτυρία για «έναν ανταγωνισμό που δεν θέλει να είναι μόνο ενάντιος, αλλά που προσπαθεί να είναι εναλλακτικός, να έχει πρόταση, να είναι παραγωγικός από πολλές απόψεις ».

Και η συγκεκριμένη μνήμη της «ένοπλης» περιόδου είναι ακριβής και λεπτομερής: οι συζητήσεις, οι αβεβαιότητες, οι πράξεις, οι αυτοχρηματοδοτικές ληστείες, τα παραποιημένα έγγραφα, οι τολμηρές αποδράσεις, η μοναξιά του φυγόδικου, τα βασανιστήρια, οι ομολογίες των μετανιωμένων, οι δεύτερες σκέψεις, οι στιγμιαίοι έρωτες, τα περιστασιακά θύματα, το τέλος του εθισμού στο αλκοόλ και η φυλάκιση.
Όλα περιγραφόμενα και αφηγημένα με μια γραφή που, το καταλαβαίνουμε πολύ νωρίς στην πορεία της ανάγνωσης, είναι την ίδια στιγμή οδυνηρή και απελευθερωτική.

Η αντιπαράθεση, η σύγκριση μεταξύ των δύο κοινωνιών, εκείνης της αστικής από την οποία η συγγραφέας σταδιακά απομακρύνεται και εκείνης της ανταγωνιστικής και προλεταριακής που προσεγγίζει και στην οποίο ενώνεται χωρίς να εξαρτάται από αυτήν, φαίνεται να μην έχει νικητές, αν και η πρώτη φαίνεται να διατηρεί μια πιο υψηλή διανοητική ικανότητα σε σύγκριση με τη δεύτερη.
Αλλά, προφανώς, αυτή η διανοητική υπεροχή δεν μπορούσε να είναι αρκετή για τη σωματικότητα της πρωταγωνίστριας. Σωματικότητα της αναζήτησης για μια πλήρη και ποτέ πλήρως ικανοποιούμενη ζωή, που κληρονόμησε από τη μητέρα που τόσο θαύμαζε όσο διφορούμενα αγαπούσε, η οποία συνοδεύεται από αναζήτηση ηθικής και κοινωνικής δέσμευσης-στράτευσης που όμως, από όταν ήταν ακόμη νεαρή, η συγγραφέας δεν καταφέρνει να αναγνωρίσει πλήρως ούτε στην φιγούρα του πατέρα, που αγαπούσε με τη σειρά του, αλλά θεωρούσε θύμα μεγάλο στις ιδιοτροπίες της συζύγου, ούτε στους παλαιότερους εραστές (στους οποίους φαίνεται να αναζητά έμμεσα μια υποκατάστατη πατρική φιγούρα ) και ακόμη λιγότερο στην πολιτική και μαχόμενη οργάνωση στην οποία βρίσκεται στρατευμένη.

Ένα ταξίδι στην αμφιβολία στο οποίο η μόνη αλήθεια, έτοιμη να εκραγεί στις τελευταίες σελίδες, είναι εκείνη πως «αυτή είναι ήδη η ζωή [μου]» και ότι δεν θα υπάρχει πλέον ο χρόνος ούτε η ευκαιρία να διορθωθούν οι επιλογές, οι δρόμοι και τα προηγούμενα σφάλματα.
Με αυτό τον τρόπο η συγγραφέας, αντί να απομακρυνθεί από τους αναγνώστες της, καταλήγει να πλησιάζει σε καθέναν από αυτούς, καταφέρνοντας να κάνει αυτό να είναι ένα από τα πιο εγκάρδια και ειλικρινή βιβλία επάνω σε μια εποχή που, όπως η συγγραφέας συνεχίζει να επιβεβαιώνει σχετικά με το δικό της παρελθόν, θα χρειαζόταν αργά ή γρήγορα να ξεπεραστεί χωρίς αναγκαστικά να καταργείται εντελώς. Προκειμένου να μπορέσουμε επιτέλους να στρέψουμε το βλέμμα γεμάτο ακόμη προσδοκίες για το αβέβαιο μέλλον που έτσι κι αλλιώς μας περιμένει.

https://www.carmillaonline.com/2018/05/10/il-grande-perche/

αθλητισμός, sport

Γροθιές και σοσιαλισμός: ένα ταξίδι στην κουβανική πυγμαχία

Stampa

Pugni e socialismo: un viaggio nella boxe cubana

Felix Savon, ο πιο νικηφόρος κουβανός πυγμάχος της ιστορίας.

 

“Η κυριαρχία του ρίνγκ είναι η έννοια της δέσμευσης, η έννοια των χορδών, η έννοια του χώρου, ποια είναι η θέση μου, ποια είναι η θέση σου, τι πρέπει να κάνω εγώ, τι πρέπει να κάνεις εσύ, ποια είναι η τακτική σου, ποια θέλω να ακολουθήσεις εσύ, και ποια τακτική αποφασίζω εγώ, και όποιος κάνει αυτό κερδίζει.”

Guillermo Vinent, καθηγητής του karate του Eide στο Santiago de Cuba.

 

Πολύ συχνά ο αθλητισμός, η λογοτεχνία και η πολιτική έχουν ανακατευτεί στην παραγωγή καλλιτεχνικών και πολιτιστικών αριστουργημάτων, πολλές φορές αυτό συνέβη στο πλαίσιο του Κέντρου και του Νότου της αμερικανικής ηπείρου, δημιουργώντας αξέχαστες σελίδες ικανές να δώσουν πίσω στον αθλητισμό την αρχική του ουσία, εκείνη την ονειρική και μαγική που βρίσκεται μέσα σε κάθε μορφή τέχνης και που στη σημερινή εποχή δυστυχώς βιάζεται μέσα στην λατρεία του χρήματος, στην εμπορευματοποίησή της. Ο πρόσφατα αποθανών Eduardo Galeano εξέφραζε τον εαυτό του με αυτό τον τρόπο σχετικά με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 στη Γαλλία: «ένα άθλημα που μετατρέπεται σε πρόταση συλλογικής αλλοτρίωσης σε πλανητική κλίμακα, βασισμένης στην αντίθεση μεταξύ Βορρά και Νότου του κόσμου, μεταξύ Χωρών που εισάγουν παίκτες και άλλων που τους εξάγουν. »

Στο βιβλίο του «Ομορφιές και μιζέριες του παιχνιδιού του ποδοσφαίρου», ο Galeano αντιθέτως σκιτσάρει ένα διαφορετικό είδος ποδοσφαίρου, μέσα από ιστορίες που φέρνουν πίσω την ομορφιά του παιχνιδιού για το παιχνίδι, αρνούμενος, απορρίπτοντας το γεγονός μια τέχνη να γίνεται βιομηχανία και σχεδιάζει, παραδείγματος χάριν σελίδες όπως εκείνες που αφορούν το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978, που παίχτηκαν στη στρατιωτική δικτατορία της Αργεντινής, όπου μέσα στις θάλασσες λίγα χιλιόμετρα μακριά από τις αθλητικές εγκαταστάσεις ρίχνονταν τα σώματα των εξαφανισμένων, των desaparecidos.

Ο Galeano ήταν ουρουγουανός, όπου το futbol είναι το εθνικό σπόρ. Στην Κούβα, σε μία από τις σημαντικότερες, αν όχι την πιο σημαντική χώρα της πρόσφατης αμερικανικής πολιτικής ιστορίας, είναι ένα άλλο άθλημα που κυριαρχεί και εμπνέει πολυάριθμα έργα, ντοκιμαντέρ, σκέψεις και προβληματισμούς μεταξύ του ρίνγκ και των δρόμων: η πυγμαχία. Και είναι ακριβώς για την κουβανική πυγμαχία που μας μιλάει το βιβλίο «Pugni e Socialismo, Γροθιές και σοσιαλισμός – Λαϊκή ιστορία του μποξ στην Κούβα, Storia popolare della boxe a Cuba», κείμενο που γράφτηκε από τους Giuni Ligabue και Chiara Gregoris, εκδόθηκε από την RedStar Press και συνοδεύεται από το «Gancho Swing», ένα docufilm αφιερωμένο στην πρακτική του μποξ στην Κούβα.

Η αθλητική δραστηριότητα στην Κούβα είναι εγγυημένη σε όλους, και είναι ελεύθερη, δωρεάν, όπως η εκπαίδευση και η υγεία, όπως στο ντοκιμαντέρ μας υπενθυμίζει ο τρεις φορές ολυμπιονίκης Felix Savon ο οποίος, με γνώμονα τις διδασκαλίες άλλων πρωταθλητών της Κούβας που προηγήθηκαν όπως ο Teofilo Stevenson και ο Alcide Sagarra, έβαλε μπροστά την αγάπη για τη χώρα του, τον λαό του και την επανάσταση στην επιτυχία και τα χρήματα που του προσφέρθηκαν επανειλημμένα από τις Ηνωμένες Πολιτείες στη διαβόητη, πρόστυχη αντι-κομμουνιστική δραστηριότητα της «αγοράς» των κουβανών πυγμάχων .

Αν είχαμε γεννηθεί στην Κούβα, όπως εξηγούν οι συγγραφείς μας, ακόμα κι αν δεν μας άρεσε η πυγμαχία, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε γι ‘αυτή και να την συζητήσουμε με τον οποιονδήποτε. Στην πραγματικότητα, όλοι και όλες οι κάτοικοι του νησιού γνωρίζουν τις δόξες της κουβανικής πυγμαχίας, και όλες και όλοι γνωρίζουν πού να βρουν το γυμναστήριο της γειτονιάς. Το ντοκιμαντέρ των Chiara και Giuni μας κάνει να γνωρίσουμε έναν διαφορετικό κόσμο του αθλητισμού, στον οποίο αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είμαστε συνηθισμένοι: φτιαγμένο όχι από ανταγωνισμό, χρήματα, επιθυμία για ταπείνωση και καταστροφή του αντιπάλου, αλλά πάθος, χαμόγελα και κοινότητα.

Στη χώρα μας μόνο τα τελευταία χρόνια ο κόσμος της πυγμαχίας ανακτά το χώρο του κάτω από τους προβολείς και στις καρδιές των ανθρώπων: θα προτιμούσαμε να το κάνει αυτό μέσω της γέννησης και της ανάπτυξης των λαϊκών γυμναστηρίων, παρά με τις συναντήσεις εκατομμυρίων που προβάλλονται στο ItaliaUno. Θα προτιμούσαμε «την κουβανέζικη σχολή» της πυγμαχίας από ένα ακόμη μέσο μαζικής αποσπάσεως της προσοχής που θα ήθελαν να μας προτείνουν οι ηγέτες μας της μοναδικής σκέψης, της φιλελεύθερης-καπιταλιστικής σκέψης. Στο βιβλίο και στο docufilm περιγράφεται η κοινωνική σημασία της πυγμαχίας, με την έννοια όχι της πυγμαχίας προς την κοινωνία, αλλά της κοινωνίας προς την πυγμαχία: δηλαδή μαθαίνουμε το πόσο η πυγμαχία και ο αθλητισμός εν γένει στην Κούβα είναι ένα απαραίτητο τούβλο της ατομικής και συλλογικής πορείας ζωής των κουβανών, δίπλα και εντελώς συνυφασμένο με την εκπαίδευση.

Οι αθλητές παρακολουθούνται από υπερ-εκπαιδευμένους τεχνικούς από πολύ νεαρή ηλικία, τόσο αθλητικά όσο και ψυχολογικά και σχολαστικά, κάθε δάσκαλος γνωρίζει και μελετά τόσο τα φυσικά όσο και τα σχεσιακά χαρακτηριστικά, όπως ο χαρακτήρας, η οικογενειακή και οικονομική κατάσταση κάθε αθλητή του. Επιπλέον, ο δάσκαλος ανησυχεί για την σχολική και ακαδημαϊκή του επίδοση, επειδή στην Κούβα μπορείς να έχεις όσο ταλέντο θέλεις αλλά δεν θα ανέβεις εκείνη που οι κουβανοί αποκαλούν «πυραμίδα», δηλαδή πρώτα το μονοπάτι της διδασκαλίας και στη συνέχεια της προπόνησης των κουβανών αστεριών, αν δεν έχεις αποδεκτά αποτελέσματα στο σχολείο.

Στην προσέγγιση αυτή γίνεται ορατό, στον αθλητισμό, το χέρι της κουβανικής Επανάστασης, που θέλησε να είναι η αθλητική δραστηριότητα μια διαδρομή βελτίωσης για όλα τα άτομα, το έπραξε για παράδειγμα μέσω της έννοιας της «προστασίας του αθλητή» που εκφράζεται, στην πυγμαχία, στην επιλογή της ερασιτεχνικής δραστηριότητας, κυρίως, παρά σε εκείνη την επαγγελματική. Αυτή η τελευταία στην πραγματικότητα θέτει σε κίνδυνο την υγεία των πυγμάχων σε αγώνες με εξαντλητικούς γύρους και χωρίς προστασία του κεφαλιού, και αποτελεί έκφραση του καπιταλιστικού αθλητισμού και συνδέεται αποκλειστικά με την αξία και το κέρδος.

Η «κουβανική σχολή» επικεντρώνει όλη τη διδασκαλία στην τεχνική και στην τακτική, σε ίσια και μακρά χτυπήματα, όχι στη δύναμη και το σκοπό της βλάβης του αντιπάλου. Δεν ανεβαίνει ο αθλητής στο ρινγκ μέχρι να μάθει να χτυπάει ευθεία, gancho και swing (uppercut και crochet) με μια καλή τεχνική.

Ενώ παρακολουθούμε το «Gancho Swing» αισθανόμαστε φωτισμένοι από τη διαφορετική προσέγγιση στο άθλημα που περιγράφουν οι μαθητές, οι δάσκαλοι, οι νέοι και οι παλιοί πρωταθλητές, αλλά και άνθρωποι που δεν το ασκούν αλλά το καθιστούν θέμα προβληματισμού και κουβέντας της καθημερινής ζωής. Εντυπωσιασμένοι από τις εικόνες που απεικονίζουν προπονήσεις και sparring, εικόνες που απλώνονται για να μοιραστούμε απλά πλάνα στα οποία οι αθλητές ζουν άλλες στιγμές που δεν σχετίζονται με την πυγμαχία ή μιλούν για στιγμές ζωής των «χαρακτήρων» που δεν πρωταγωνιστούν στο ρινγκ, όπως των οικογενειών των αθλητών, των οπαδών, κοινών ανθρώπων που είναι σε θέση να δώσουν μια βαθιά συμβολή στην περιγραφή αυτής της πραγματικότητας.

Σε αυτό το σημείο φαίνεται λογικό να αναρωτηθούμε γιατί στο στερέωμα του αθλητισμού γνωρίζουμε τους αμερικανούς μπασκετμπολίστες, τους ποδοσφαιριστές της Βραζιλίας, αλλά κανέναν από τους Κουβανούς πυγμάχους. Θα είναι ένα είδος αντικομουνιστικής λογοκρισίας ακόμη και στον τομέα του αθλητισμού; Ίσως επειδή είναι μέρος ενός μη επαγγελματικού κυκλώματος και επομένως λιγότερο «επιρρεπείς στο κέρδος»; Το γεγονός είναι ότι οι κουβανοί πυγμάχοι είναι εκείνοι που έχουν κερδίσει περισσότερο στον κόσμο και, τόσο για όσους γνωρίζουν ήδη τις πράξεις τους, όσο για εκείνους που αγνοούν, που βρίσκονται στο σκοτάδι, σίγουρα δεν είναι σπαταλημένος χρόνος εκείνος που προορίζεται στην ανάγνωση του «Pugni e Socialismo, Γροθιές και Σοσιαλισμός «και στην προβολή του» Gancho Swing, Άπερκατ Κροσέ «!

ιστορία, storia

5 MΑΙΟΥ 1981: ΠΕΘΑΙΝΕΙ Ο ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ – MUORE L’ALLODOLA D’IRLANDA

του Gianni Sartori

Ο θάνατος του Bobby Sands το 1981 αντιπροσώπευε για πολλούς ανθρώπους ένα γεγονός από εκείνα που σε σημαδεύουν, σε αλλάζουν, αν όχι ακριβώς τον τρόπο που ζεις, αλλάζουν τουλάχιστον την αντίληψη που έχεις γι την ζωή (καθώς και για την ιστορία, την πολιτική …).

Γι αυτόν που γράφει τα πράγματα πήγαν διαφορετικά. Μετά από μια στράτευση που άρχισε το ’68 σκέφτηκα ότι είχα ολοκληρώσει τη δέσμευσή μου (λόγω υπαρξιακής κούρασης, αίσθηση αδυναμίας μπροστά στην δυνατότητα να αλλάξουν τα πράγματα, δυσμενείς συνθήκες … αποφασίσετε εσείς) με τις, μερικές φορές, σκληρές διαδηλώσεις στις οποίες είχα συμμετάσχει το 1974 (εκτέλεση του Puig Antich ) και το 1975 (βλ. τις διαμαρτυρίες για τη δολοφονία των Varalli, Zibecchi και Micciché και, τον σεπτέμβριο για τον τουφεκισμό δύο etarra [μαχητών της ΕΤΑ] – Txiki και Otaegi – και τριών μαχητών του FRAP). Για κάποιο διάστημα αφιερώθηκα σε άλλα πράγματα, διατηρώντας παράλληλα την περιέργεια για όσα κινούνταν στον κόσμο και τον αναστάτωναν (με μερικά ταξίδια στην μετα-Φρανκοκρατούμενη Ισπανία, για παράδειγμα …). Στη συνέχεια ήρθε η απεργία πείνας των Ιρλανδών Ρεπουμπλικανών μαχητών και ο τραγικός επίλογος. Παράτησα τα πάντα (σχεδόν όλα, στην πραγματικότητα) και έφυγα για το Μπέλφαστ. Έκτοτε συνέχισα βασικά, καλώς ή κακώς.

Αυτός έφταιγε, ο Μπόμπι. Ακούς εκεί, που θα μπορούσε να είναι ακόμη στον κόσμο, ζωντανός. Ήταν στην πραγματικότητα νεώτερος από μένα και το πράγμα με χτύπησε πολύ, με εντυπωσίασε (μέχρι τότε ήταν κυρίως σύντροφοι από τα μέρη μου που πέθαιναν: Salvador Puig Antich, Saltarelli, Franco Serantini, Txiki …). Μετά από τόσα χρόνια – επίσης, βλέποντας και το πώς πήγαν τα πράγματα στην Ιρλανδία – αναρωτιέμαι αν πραγματικά άξιζε τον κόπο. Αλλά αυτό δεν μειώνει καθόλου το θάρρος του και εκείνο των 9 συντρόφων του.

Μια σύντομη περίληψη ακολουθεί, χωρίς να ξεχνάμε ότι σε κάθε περίπτωση «ζούμε για να καταπατήσουμε τους βασιλιάδες» όπως συχνά αναφερόμαστε (*) σε κάποιες εξεγερτικές διαδηλώσεις.

Μοιάζει μόνο χθες αλλά αντίθετα σχεδόν 40 χρόνια έχουν περάσει. Κάτω από τα έκπληκτα βλέμματα μιας γηραιάς Ευρώπης κορεσμένης και ικανοποιημένης, 10 νεαροί ιρλανδοί ρεπουμπλικανοί θυσίαζαν τη ζωή τους για να διεκδικήσουν αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα όπως εκείνο της αυτοδιάθεσης και για την αναγνώριση του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου για όσους φυλακίζονταν κατά τη διάρκεια ενός απελευθερωτικού πολέμου.

Η απεργία πείνας μέχρι τις ακραίες συνέπειες είναι μέρος της ιρλανδικής κελτικής παράδοσης. Αλλά αυτή που διεξήχθη με ακραία αποφασιστικότητα από τους κρατούμενους του H Block, περισσότερο από μια ρητή αναφορά στο παραδοσιακό γαελικό δίκαιο και στους druidic νόμους, [- Το σύμπλεγμα των θρησκευτικών πεποιθήσεων των druids], τους νόμους των δρυίδων δηλαδή, αντιπροσώπευε μια καθαρά πολιτική πράξη μέσα σε μια συλλογική διαδικασία απελευθέρωσης.

Περισσότεροι από είκοσι είναι οι ιρλανδοί πολιτικοί κρατούμενοι που πέθαναν τον περασμένο αιώνα σε απεργία πείνας.

Ο πρώτος από αυτόν τον κατάλογο είναι ο Thomas Ashe, ένας από τους πρωταγωνιστές του «Πάσχα του αίματος» του Δουβλίνου (1916), πέθανε το 1917 αφού αναγκάστηκε να καταναλώσει τροφή με τη βία. Το 1920, ο Terence McSweeney, δήμαρχος του Cork, κρατούμενος στη φυλακή Brixton (Λονδίνο) μετά από 74 ημέρες απεργίας πείνας. Οι Fitzgerald Michael και Murphy Joseph πέθαναν επίσης κατά την ίδια διαμαρτυρία. Το 1923, κατά τη διάρκεια του πραγματικού εμφύλιου πολέμου μεταξύ του IRA και των υποστηρικτών του «Ελεύθερου Κράτους», πρόθυμων να αποδεχτούν τη διαίρεση του νησιού, στην ιρλανδική φυλακή του Montioy έχασαν τη ζωή τους – μετά από περισσότερες από 40 ημέρες απεργίας πείνας – οι Andrew Sullivan και Dennis Barry.

Πάντα στην Ιρλανδία, στη φυλακή του Hill Arbor, το 1940 πέθαναν μετά από 50 ημέρες απεργίας πείνας οι Jack McNeela και Tony d’Arcy. Σε μια άλλη ιρλανδική φυλακή η ίδια τύχη έλαχε στον Joseph Witty. Το 1943, μετά από 31 ημέρες απεργίας πείνας και δίψας, ο εθελοντής του Ira Sean Mc Caughey έσβηνε στη φυλακή του Δουβλίνου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 η κατάσταση στη Βόρειο Ιρλανδία χειροτερεύει: στις 6 φεβρουαρίου 1971 ο Ira σκοτώνει έναν άγγλο στρατιώτη (θύμα που προστίθεται στους στρατιώτες που ήδη σκοτώθηκαν το 1969 από τους προτεστάντες ελεύθερους σκοπευτές) και η αντίδραση δεν καθυστερεί. Στις 9 αυγούστου του ίδιου έτους εισήχθη ο επ’ αόριστον εγκλεισμός (εκείνο το ίδιο πρωινό, 342 άνθρωποι, κυρίως καθολικοί, συνελήφθησαν) κατά τη διάρκεια του οποίου θα χρησιμοποιούνται τακτικά τα σωματικά βασανιστήρια.

Οι συγκρούσεις στους δρόμους εντείνονται και στις 30 ιανουαρίου 1972, ο βρετανικός στρατός σφαγιάζει δεκατρείς ανυπεράσπιστους ανθρώπους στο Derry («ματωμένη κυριακή»).

Δύο μήνες αργότερα, το Λονδίνο αναλαμβάνει απευθείας τη διοίκηση του Ulster και «χορηγεί» στους ρεπουμπλικανούς κρατούμενους το καθεστώς πολιτικών κρατουμένων. Αλλά η δικαστική πίεση γίνεται όλο και πιο βαριά. Το 1973 εισήχθησαν τα ειδικά δικαστήρια, χωρίς επιτροπή ενόρκων, και το 1974, με την εισαγωγή της πράξης «Πρόληψης της τρομοκρατικής δράσης», “Preven-tion of terrorism act”, η αστυνομική κράτηση έφθασε στις επτά ημέρες. Κατά την αμέσως επόμενη περίοδο, η απεργία πείνας προκαλεί δύο ακόμη θύματα στις αγγλικές φυλακές: τον Michael Gaugham το 1974 και τον Frank Staff το 1976.

Εν τω μεταξύ, το καθεστώς του πολιτικού κρατουμένου είχε αρθεί.

Στις 27 οκτωβρίου 1980, στο H Block της φυλακής Long Kesh (με το παρατσούκλι «Maze«) μια απεργία πείνας που – αφού αναστάλθηκε τα Χριστούγεννα για να επαναληφθεί την 1η μαρτίου 1981 – θα οδηγήσει στο θάνατο 10 ρεπουμπλικανών μαχητών. Τα ονόματά τους μπορούν να ζουν για πάντα στο μυαλό, στην καρδιά και στους αγώνες όλων των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων του κόσμου. Ισχυρότεροι από το θάνατο.

Το πρωί της 5ης μαΐου 1981, μετά από 66 ημέρες, πεθαίνει ο Robert Gerard Sands. Γεννημένος στο Μπέλφαστ το 1954 από μια καθολική μητέρα και έναν προτεστάντη πατέρα, είχε εισέλθει στον ΙΡΑ όταν ήταν μόλις 18 ετών. Όταν πέθανε ήταν 27 χρονών. Σήμερα ο Μπόμπι είναι θαμμένος στο Milltown, το καθολικό νεκροταφείο στο Δυτικό Μπέλφαστ, που βρίσκεται κατά μήκος της «Falls Road», της περίφημης δημοκρατικής αρτηρίας “Falls”. Πολλοί μάρτυρες της ιρλανδικής υπόθεσης αναπαύονται εδώ: αγωνιστές όπως ο Μπόμπι Σάντς και ο Τζο Μακ Ντόνελ, Joe McDonnel, ή απλοί πολίτες που δολοφονήθηκαν από την αστυνομία όπως ο Σον Ντάουνς, Sean Downes. Θυμάμαι ότι στις 16 μαρτίου 1988 το Milltown ήταν το σκηνικό μιας βίαιης ένοπλης επίθεσης από έναν φανατικό νομοταγή (φιλοβρετανό πολιτοφύλακα) που ολοκληρώθηκε με μια σφαγή καθολικών, εναντίον μιας πομπής κηδείας.

Στις 14 μαΐου, μετά από μια απεργία 59 ημερών, ο Francis Hughes, ηλικίας 25 ετών, πεθαίνει. Ονομάστηκε ο «Che Guevara του Ulster», το 1978 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη με την κατηγορία της θανάτωσης οκτώ βρετανών στρατιωτών.

Ο Raimond McCreesh πεθαίνει στις 21 μαΐου, μετά από 61 ημέρες. Όταν εισήλθε στον ΙΡΑ ήταν μόνο 16 ετών, συνελήφθη το ’76 μετά από μια ενέδρα εναντίον του στρατού. Όταν πέθανε ήταν 24 χρονών και εξέφρασε στον ιερέα αδερφό του που τον συνέδραμε την επιθυμία ο θάνατός του να μην προκαλέσει καμία βίαιη ενέργεια.

Ο Patsy O’Hara είχε απομακρυνθεί από τον IRA και εντάχθηκε, το 1975, στον Inla (Irish National Liberation Army) του Derry. Μετά τη σύλληψη υπέστη κάθε είδους σωματική και ψυχική βία στη φυλακή. Πέθανε στις 21 μαΐου σε ηλικία 24 ετών. Το 2015, και η μητέρα του, Peggy O’Hara, έφυγε επίσης. Την είχα γνωρίσει και την επισκέφθηκα στο Derry, στο σπίτι της, κάποιες φορές. Μου παραχώρησε, πέρα από μια δραματική συνέντευξη (**), όπου μίλησε για εκείνες τις ημέρες τεράστιου πόνου, και μερικές φωτογραφίες του γιου της και μια συγκινητική αφιέρωση στο βιβλίο που μου είχε χαρίσει («The Irish Hunger Strike» του T. Collins). Και φέτος, τον ιανουάριο, πέθανε η μητέρα του Bobby Sands, Rosaleen.

Στις 8 ιουλίου 1981, μετά από 61 ημέρες αποχής από το φαγητό, πέθανε ο Joe McDonnel, μέλος του IRA στο Μπέλφαστ και μεγαλύτερος της ομάδας. Μεταξύ των συντρόφων που ξεκίνησαν την απεργία μετά τους πρώτους τέσσερις θανάτους ήταν η σειρά του να πάρει την θέση του Μπόμπι Σάντς, μαζί με τον οποίο είχε συλληφθεί και μαζί με τον οποίον είναι θαμμένος σήμερα.

Ο Martin Hurson συνελήφθη τον νοέμβριο του 1976 για συνωμοσία και κατοχή εκρηκτικών. Μεταφέρθηκε στο Long Kesh, ανακρίθηκε και βασανίστηκε. Πέθανε στις 13 ιουλίου, 24 χρονών, μετά από 46 ημέρες απεργίας πείνας.

Ο Kevin Lynch, μαχητής του Inla, συνελήφθη το ’76 μετά την εκτέλεση ενός αστυνομικού, βασανίστηκε και καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια. Την απεργία ξεκίνησε στις 23 μαΐου και πέθανε στις 21 αυγούστου, στην ηλικία των 25 ετών.

Ο Kieran Doherty, ήδη ενεργός αγωνιστής του IRA, κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο, αναγνωρισμένο από τους άλλους κρατούμενους, ειδικά στις επαφές με την Εκκλησία. Πέθανε στις 2 αυγούστου, σε ηλικία 25 ετών, αφού κατάφερε να επιβιώσει χωρίς τροφή για 73 ημέρες.

Ο Thomas McIlwee, στέλεχος του Ira, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της φυλάκισής του στο μπλοκ τιμωρίας. Όταν πέθανε, μετά από 62 ημέρες απεργίας πείνας, ήταν μόλις 23 ετών.

Η ζωή του Micki Devine είναι εμβληματική. Ζώντας ως παιδί σε συνθήκες ακραίας φτώχειας (διηγήθηκε ότι συχνά έπασχε από πείνα), ήταν ένα από τα πρώτα μέλη του Inla του Derry. Ξεκίνησε την απεργία πείνας στα μέσα ιουνίου και πέθανε στις 20 αυγούστου, στην ηλικία των 27 ετών.

Δύο άλλοι κρατούμενοι σώθηκαν όταν βρίσκονταν ήδη σε κώμα. Ένας από αυτούς, ο Pat McGeown, πέθανε το 1994. Ο άλλος, Lawrence McKeown, συγγραφέας και λέκτορας, έμεινε σημαδεμένος σωματικά.

Είχα την τιμή να συναντηθώ (και να φιλοξενήσω) το McKeown στην δεκαετία του ’90 κατά τη διάρκεια ενός γύρου διαλέξεων. Φυσικά τον ρώτησα πού βρήκε την αποφασιστικότητα να προσθέσει και το δικό του όνομά στον κατάλογο των εθελοντών που θα έπρεπε να αντικαταστήσουν τους συντρόφους που πέθαιναν κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας. «Πρακτικά είναι αδύνατον – μου είχε πει – να καταλάβεις πως φτάσαμε σε αυτή την απόφαση δίχως να γνωρίζεις αυτά που είχαν συμβεί στην Long Kesh κατά τα προηγούμενα πέντε χρόνια, μετά την κατάργηση του καθεστώτος  αιχμαλώτων πολέμου. Οι συνθήκες των κρατουμένων ήταν άγριες και καμία μορφή διαμαρτυρίας δεν φαινόταν ικανή να τις τροποποιήσει. Ήμασταν όλοι πολύ νέοι, ηλικίας μεταξύ 20 και 30 ετών. Οι περισσότεροι όταν μπήκαμε στη φυλακή ήμασταν λίγο μεγαλύτεροι από έφηβοι. Ήμασταν πολύ ενωμένοι, είχαμε μεγάλη αλληλεγγύη μεταξύ μας και ισχυρές πολιτικές πεποιθήσεις, τις ίδιες που με έκαναν να εισέλθω στον ΙΡΑ, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η προοπτική της φυλακής και του θανάτου ήταν οτιδήποτε άλλο παρά απομακρυσμένη.

Βλέποντας με τα μάτια μου την σκληρή καταστολή στην οποίαν υποβάλλονταν οι κρατούμενοι μου συνέβη να ενισχυθούν οι πεποιθήσεις μου. Η βρετανική κυβέρνηση προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μας ποινικοποιήσει, να μας κάνει να μοιάζουμε με κοινούς εγκληματίες. Έπρεπε να επαναστατήσουμε για να δείξουμε ότι οι επιλογές και οι ενέργειές μας ήταν πολιτικές, όχι εγκληματικές ». Στη συνέχεια, πρόσθεσε ότι «πολλοί από τους εθελοντές φυλακισμένους του Ιra πέθαναν σε απεργία πείνας στη δεκαετία του ’20, του ’40 και του ’70 … και ούτω καθεξής μέχρι το 1981. Συνολικά οι ιρλανδοί πολιτικοί κρατούμενοι που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια μιας απεργίας πείνας τα τελευταία 80 χρόνια είναι 22. Για όλους αυτούς μπορούμε να πούμε ότι είναι «νεκροί έτσι ώστε άλλοι να είναι ελεύθεροι» (όπως είναι γραμμένο στον τάφο του Micky Devine και του Patsy O’Hara, στο Derry). Και αυτό το καθεστώς πολιτικού κρατουμένου είχε κατακτηθεί, το 1972, με μια απεργία πείνας. Στη συνέχεια το απέσυραν το 1976 «.

Επομένως η απόφασή τους δεν ελήφθη ελαφριά τη καρδία. «Όσον αφορά εμένα – συνέχισε ο McKeown – ήξερα καλά ότι αυτή η απεργία θα προχωρούσε μέχρι τα άκρα. Βάζοντας το όνομά μας στον κατάλογο των εθελοντών δεν ξέραμε πότε θα έρθει η σειρά μας, ποιος θα πεθάνει και ποιος θα επιβιώσει. Είχα σκεφτεί πολύ, επί μακρόν για τις συνέπειες που θα υφίστατο οικογένειά μου … Ήμουν παντρεμένος αλλά τουλάχιστον δεν είχα παιδιά, σε αντίθεση με άλλους εθελοντές, όπως ο Bobby Sands … ».

Τα βασικά αιτήματα των απεργών του Long Kesh ήταν πέντε, που συνδέονται στενά με την απαίτηση του καθεστώτος πολιτικών κρατουμένων: να μην φορούν στολές φυλάκισης, να μην διεξάγουν εργασίες εγκληματιών, ελευθερία μελέτης και διασύνδεσης – να μπορούν δηλαδή να συναντιούνται τακτικά – δυνατότητα να δέχονται επισκέψεις και δέματα, δικαίωμα σε μείωση ποινής. Αυτά τα αιτήματα, έστω και με τρόπο όχι εμφανή και χωρίς την τυπική επανεισαγωγή του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου, αναγνωρίστηκαν στη συνέχεια και ικανοποιήθηκαν στην ουσία τους.

Πράγματι, στις αρχές νοεμβρίου του 1981, μετά το τέλος της απεργίας πείνας, ο υπουργός Prior παρουσίασε τις μεταρρυθμίσεις φυλακών που επέτρεψαν στους ρεπουμπλικάνους φυλακισμένους του «Λαβύρινθου-Maze» την δυνατότητα να φορούν τα ρούχα τους, τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τη μείωση της ποινής κ.λπ. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο που πρέπει να προσθέσουμε και δεν έχει ήδη ειπωθεί από τους άμεσους ενδιαφερόμενους με την τόσο ριζοσπαστική και οριστική-τελική χειρονομία τους.

Όσον αφορά εμένα: «Σε οποιοδήποτε μέρος με ξαφνιάσει ο θάνατος, θάψτε την καρδιά μου στη Milltown».

(*) Αυτό είναι το ακριβές απόσπασμα από τον «Χένρι IV» του Σαίξπηρ: «Αν ζούμε είναι για να περπατήσουμε στα κεφάλια των Βασιλέων. Αν πεθάνουμε, ω τι όμορφος θάνατος, όταν οι Πρίγκιπες πεθαίνουν μαζί μας. Τώρα για τις συνειδήσεις μας τα όπλα είναι σωστά. Όταν η πρόθεση να τα φέρουμε μαζί μας είναι λογική «.

(**) Gianni Sartori http://csaarcadia.org/in-memoria-di-peggy-ohara/

IN BOTTEGA CFR Scor-data: 1 marzo 1981 (di David Lifodi) e Scor-data: 5 maggio 1981 (di Energu) ma anche Che c’entra Bobby Sands con Casa Pound? (di Gianni Sartori) e Sporchi (di Mark Adin)

MA COSA SONO LE «SCOR-DATE»? NOTA PER CHI CAPITASSE QUI SOLTANTO ADESSO.               

Per «scor-data» qui in “bottega” si intende il rimando a una persona o a un evento che il pensiero dominante e l’ignoranza che l’accompagna deformano, rammentano “a rovescio” o cancellano; a volte i temi possono essere più leggeri ché ogni tanto sorridere non fa male, anzi. Ovviamente assai diversi gli stili e le scelte per raccontare; a volte post brevi e magari solo un titolo, una citazione, una foto, un disegno. Comunque un gran lavoro. E si può fare meglio, specie se il nostro “collettivo di lavoro” si allargherà. Vi sentite chiamate/i “in causa”? Proprio così, questo è un bando di arruolamento nel nostro disarmato esercituccio. Grazie in anticipo a chi collaborerà, commenterà, linkerà, correggerà i nostri errori sempre possibili, segnalerà qualcun/qualcosa … o anche solo ci leggerà.

La redazione – abbastanza ballerina – della bottega από την σύνταξη

http://www.labottegadelbarbieri.org/5-maggio-1981-muore-lallodola-dirlanda/

αθλητισμός, sport

Duncan Edwards, ο πιο μεγάλος. Πρόλογος στην ιταλική έκδοση

Δημοσιεύτηκε στις   

Working Class Hero

La madre Teti, la dea dai piedi d’argento, ridisse           
che due sorti mi portano al termine di morte;
se, rimanendo, combatto intorno a Troia,
perirà il mio ritorno, la gloria però sarà eterna;
se invece torno a casa, alla mia patria terra,
perirà la nobile gloria, ma a lungo la vita
godrò, non verrà subito a me destino di morte
– Iliade, IX, 410-416 Ιλιάδα

Η μητέρα Θέτις, η θεά με τα ασημένια  πόδια, επανέλαβε
ότι δύο μοίρες με οδηγούν στο τέρμα του θανάτου
εάν, παραμένοντας, παλεύω γύρω από την Τροία,
θα αφανιστεί η επιστροφή μου, η δόξα όμως θα είναι αιώνια
αν αντίθετα επιστρέψω σπίτι, στην πατρίδα μου τη γη μου,
θα χαθεί η ευγενική δόξα, αλλά τη ζωή για μεγάλο χρονικό διάστημα
θα απολαύσω, δεν θα έρθει αμέσως σε μένα μοίρα θανάτου

Let us die young or let us live forever
We don’t have the power, but we never say never
Sitting in a sandpit, life is a short trip
The music’s for the sad man
– Alphaville, Forever Young

Σε έναν από τους εξωτερικούς τείχους του Old Trafford, το στάδιο της Manchester United, υπάρχει μια πινακίδα που τιμά τη μνήμη των πεσόντων της 6ης φεβρουαρίου 1958. Είναι μια ημερομηνία που σφραγίζεται με φωτιά στην ιστορία της αγγλικής λέσχης, η οποία σηματοδοτεί το τέλος των Busby Babes , των παιδιών του Matt Busby που την μεταμόρφωναν σε ισχυρότερη ομάδα στην Ευρώπη. Εκείνη τη μέρα στο αεροδρόμιο του Μονάχου υπήρχε χιόνι, και αυτό βοήθησε να εμποδιστεί η απογείωση του αεροπλάνου που θα έπρεπε να φέρει στο σπίτι τους κόκκινους διαβόλους, i Red Devils, που επέστρεφαν από ένα αγώνα του ευρωπαϊκού Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Η ειρωνεία της τύχης ήθελε η συντριβή να συμβεί πριν ακόμη το αεροπλάνο αποκολληθεί από το έδαφος. Παρόλα αυτά οι μισοί από τους επιβάτες έχασαν τη ζωή τους.   

Εννέα χρόνια μετά την τραγωδία της Superga, στην οποία είχε εξαφανιστεί η Μεγάλη Τορίνο, il Grande Torino, το αγγλικό ποδόσφαιρο γνώρισε το ίδιο πένθος, αναστατωμένο, διαταραγμένο σε συναισθηματικό επίπεδο, και ακρωτηριασμένο σε εκείνο το ιστορικό. Η τραγωδία ξήλωσε πράγματι τους καλύτερους νέους παίκτες από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και την αγγλική εθνική ομάδα, αλλάζοντας έτσι την ιστορία του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Είναι η διατριβή, η θέση πολλών μαρτύρων που εμφανίζονται σε αυτό το βιβλίο. Βιβλίο του οποίου δεδηλωμένη πρόθεση είναι, ωστόσο, μια άλλη, να δώσει μια απάντηση στην ερώτηση που κάθε φίλαθλος τουλάχιστον μία φορά στη ζωή έχει κάνει. Ποιος υπήρξε ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών;
Ο σκεπτικισμός του συντάκτη, του συγγραφέα την πρώτη φορά που πέφτει επάνω στην απάντηση ενός παλιού λάτρη του ποδοσφαίρου είναι ο ίδιος με του αναγνώστη που πρόκειται να αντιμετωπίσει αυτές τις σελίδες. Ο Duncan Edwards; Ας μην κάνουμε αστεία, παρακαλώ. Ενός παίκτη που πέθανε μόλις στα είκοσι ένα μπορεί να ειπωθεί στην καλύτερη περίπτωση ότι θα γίνονταν ο μεγαλύτερος, αλλά βάζοντας τον μπροστά από την ιδιοφυία που ξεδιπλώνεται του Pelé ή του Maradona, ή των Ρονάλντο και Μέσι της εποχής μας, ακούγεται σαν μια πρόκληση, προβοκάτσια.
Αλλά το βιβλίο του Leighton είναι κάθε άλλο παρά προκλητικό. Η μέθοδος διερεύνησης του είναι απλή και γραμμική: να ξαφρίσει τον θρύλο του Duncan Edwards και των Busby Babes από την αύρα της αγιότητας λόγω του τραγικού τους τέλους, για να αντιμετωπίσει και να ασχοληθεί με απλά αθλητικά χρονικά. Ο Leighton καταβροχθίζει, αλέθει άρθρα επί άρθρων, είτε πρόκειται για εκθέσεις και αναφορές των παιχνιδιών νεανικών πρωταθλημάτων σε τοπικές εφημερίδες, ή εκείνων των συναντήσεων της Πρώτης αγγλικής κατηγορίας και της εθνικής σε μεγάλες εφημερίδες του βασιλείου. Συνθέτει έτσι την ιστορία, την αφήγηση μιας καριέρας τόσο γρήγορης όσο ήταν σύντομη. Και ενώ διερευνά τις γραπτές πηγές, δεν παραιτείται από τη συζήτηση με μάρτυρες που ζουν ακόμα ή από την αναφορά των δηλώσεων εκείνων που έχουν χαθεί. Με αυτό τον τρόπο σκιαγραφεί την προσωπικότητα του πρωταθλητή, ένα μη δευτερογενές συστατικό για την αξιολόγηση του μεγέθους του.
Τελικά φθάνει να δώσει μια απάντηση καθόλου ρομαντική, αλλά ουσιαστικά τεχνική και ψυχολογική, που μας αφήνει έκπληκτους, αποπροσανατολισμένους από τη σαφήνεια και την απλότητα της.

Αυτή είναι και η ιστορία ενός ήρωα. Ήρωα με την κλασική έννοια, μια φιγούρα που συνδυάζει τη δύναμη και το πεπρωμένο του Αχιλλέα με την ηρεμία και την ανθρωπιά του Έκτορα. Νέος, δυνατός και υγιής, τέλειος για να ενσαρκώνει τον ιδανικό τύπο γιο της Aλβιώνας, σήμερα ο Edwards απεικονίζεται σε ένα άγαλμα στο κέντρο της πόλης όπου γεννήθηκε και όχι μπροστά σε ένα γήπεδο όπως άλλοι μεγάλοι του αγγλικού ποδοσφαίρου.
Duncan Edwards, ποιος ήταν αυτός; Οι μαυρόασπρες ταινίες στο Youtube μας δίνουν την λαμπερή φιγούρα ενός αγοριού με πρόσχαρο πρόσωπο, με ένα ισχυρό σουτ σαν λίγα και μια μεγάλη γκάμα από πάσες. Τίποτα άλλο.
Το μητρώο μας λέει ότι γεννήθηκε το 1936, στην μικρή πόλη Dudley, στη λεγόμενη Black Country, Μαύρη Χώρα, περιοχή των West Midlands που παίρνει το όνομά της από την εμφάνιση του τοπίου. Μαύρο γιατί κυριαρχείται από τις φλέβες και τα ανθρακωρυχεία, από τα μεγάλα εργοστάσια παραγωγής χάλυβα και από τις βιομηχανικές αναθυμιάσεις που έκρυβαν τον ήλιο και δηλητηρίαζαν τον αέρα. Ένα τοπίο που έχει εμπνεύσει ορισμένες λογοτεχνικές περιγραφές συγγραφέων όπως ο Dickens και ο Tolkien, αυτός ο τελευταίος μεγάλωσε λίγα μίλια πιο πέρα.
Κάτω από εκείνο τον ουρανό χρώματος μολυβί απλώνονταν μια θάλασσα από σπίτια βαλμένα στη σειρά, αυτών που κέρδιζαν για να ζήσουν σε εκείνα τα εργοστάσια και στα ορυχεία.

Από εκεί έρχονταν ο ήρωας που αποθανατίστηκε από το μύθο των καταπληκτικών Busby Babes. Και από εκεί δεν προχώρησε πολύ περισσότερο. Μόνο μια μεταφορά στο βορρά, σε ένα άλλο βιομηχανικό αστικό συγκρότημα , εκείνο του Μάντσεστερ, σε ένα ελαφρώς αστικό σπίτι, όπου μοιράζονταν τους χώρους με τoυς άλλους απογόνους της United.
Ο Έντουαρντς ήταν γιος της εργατικής τάξης και ενσωμάτωνε τα όνειρα εξαγοράς-λύτρωσης εκείνων που είχαν βγει από τον πόλεμο και επιδίωκαν να ξεφύγουν από τη φτώχεια. Μια λύτρωση που δεν περνούσε τότε μέσα από τον πλουτισμό, επειδή δεν μπορούσε να γίνει έτσι, οι αθλητικοί νόμοι της εποχής το απαγόρευαν. Ήταν μάλλον ζήτημα αποφυγής του ορυχείου ή του κλιβάνου, προσφέροντας έτσι μια λιγότερο αχάριστη μοίρα από αυτή των πατέρων.
Αν δεν κοιτάξουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο βρισκόταν το Old Trafford, το Θέατρο των Ονείρων που περιβάλλονταν από καμινάδες, όπου έβγαιναν στη σκηνή πολλά από τα κατορθώματα των Busby Babes, λίγα μπορεί να δει κανείς από την εικόνα του Edwards. Η υπερηφάνεια εκείνων που πήγαιναν στο γήπεδο αντανακλάται σε αυτή των παικτών του Matt Busby. Ένα σάββατο στα δύο στις τρεις το μεσημέρι, οι Babes έπαιζαν για τους δικούς τους ανθρώπους, για εκείνη την εν δυνάμει Mancunia Worker Republic που είχε το επίκεντρo της στο Old Trafford.

Nα γιατί ο Jimmy Murphy, το αδιαχώριστο δεξί χέρι του Busby, χαμογελούσε μπροστά στην αυταρέσκεια του θεατρικού Mohammed Ali όταν τον άκουγε να λέει ότι ήταν ο μεγαλύτερος και απαντούσε: «Ο μεγαλύτερος υπήρξε ένας ποδοσφαιριστής που ονομάζεται Duncan Edwards». Αυτοί οι τραχείς άντρες, ο Murphy, ο Busby, οι οποίοι με τη σειρά τους βγήκαν από τις ουαλικές κοιλάδες και τα ορυχεία της Σκωτίας, ξεπλυμένοι αλλά με πρόσωπα που μιλούσαν για δουλειά και μόχθο και πόλεμο, έβλεπαν στον Edwards την πρακτική υλοποίηση του ποδοσφαίρου έτσι όπως το ήθελαν: ένα παιχνίδι φτιαγμένο από δύναμη, μαεστρία, ταχύτητα και πολλή θάρρος. Μία μάχη προσομοιωμένη, έντεκα ενάντια σε έντεκα, η οποία επιτέλους δίνονταν στα ίσα, μεταξύ ανδρών, ανεξάρτητα από την προέλευση και τα επώνυμα. Ήταν η ευκαιρία για εκείνους που έρχονταν από τις «μαύρες» περιοχές της χώρας να δείξουν σε όλους από τι πάστα ήταν φτιαγμένοι, χωρίς την προοπτική ενός άλματος που θα τους εκτόξευε στο αντίθετο άκρο της κοινωνικής σκάλας.
Σήμερα είναι αδιανόητο οι ποδοσφαιριστές των μεγάλων συλλόγων να μην είναι τόσο πλούσιοι και διάσημοι όσο οι ηθοποιοί του Χόλιγουντ ή τα ροκ αστέρια, με δίπλα τους φίλες και συζύγους που φαίνονται (και μερικές φορές είναι) μοντέλα. Το αστέρι Κριστιάνο Ρονάλντο μπορεί να προσφερθεί να διευθετήσει τα δάνεια εκατομμυρίων του με τις φορολογικές αρχές υπογράφοντας μια λευκή επιταγή, όπως ένας άραβας σεΐχης. Παρακαλώ, γράψτε εσείς το ποσό. Όσο ταπεινή κι αν είναι η προέλευση του, ο άνθρωπος που ξέρει να παίζει εξαιρετικά καλά το ποδόσφαιρο είναι στην κορυφή του κόσμου, και εκείνη την προέλευση του την βλέπει με κιάλια. Τα εκατομμύρια των κοινών θνητών που τον βλέπουν να παίζει βλέπουν εκείνον που τα κατάφερε, ο οποίος έχει πραγματοποιήσει το ατομικό όνειρο της επιτυχίας, της φήμης, του πλούτου, έναν που θα μπορούν να θαυμάσουν και να ζηλέψουν, σίγουρα όχι κάποιον με τον οποίον μπορούν να ταυτιστούν συλλογικά.

Η ιστορία του Duncan Edwards έρχεται λοιπόν από έναν άλλο κόσμο και ένα άλλο ποδόσφαιρο, που μερικές φορές θα μπορούσε να φανεί συγκινητικό. Στη δεκαετία του ’50, δεν παίζονταν σε όμορφους χλοοτάπητες αλλά αγγλικά, αντιθέτως, τα παιχνίδια παλεύονταν συχνά μέσα στη λάσπη χωρίς φυλακισμένους, με εξοπλισμό και υλικά από  τρίτο χέρι, και σεμνές επιστροφές στο σπίτι με δημόσια μέσα μεταφοράς ή ιδιωτικά πεντάλ. Όλα χωρίς την κάλυψη των σημερινών μέσων μαζικής ενημέρωσης, έτσι ώστε οι πρωταθλητές να αναγνωρίζονται μόνο από τους δικούς τους οπαδούς, ίσως γείτονές τους.
Ο Leighton, ωστόσο, στέκεται μακριά και αποφεύγει να δείξει επιείκεια και νοσταλγία για τις παλιές μέρες. Αντίθετα, προσφέρει μια πολύ διαυγή ματιά στους κινδύνους και τα όρια εκείνου του ποδοσφαίρου. Φυσικοί κίνδυνοι, σωματικοί, όταν οι κανονισμοί ήταν πολύ πιο ήπιοι όσον αφορά τις αντιπαραθέσεις του παιχνιδιού, και περιορισμούς στην ελευθερία των παικτών, των ποδοσφαιριστών να διαπραγματεύονται τις αμοιβές και τις εταιρικές υποχρεώσεις, δηλαδή το επαγγελματικό τους πεπρωμένο.

Κυρίως, υπάρχει ένα άλλο στοιχείο του «αρχαίου» έπους των Busby Babes επάνω στο οποίο φαίνεται να επιμένει ο Leighton, δηλαδή την σημασία που είχε η φιλία σε εκείνη την εμπειρία. Το παρατσούκλι, η ονομασία προέρχονταν από το γεγονός ότι ήταν κάτι λίγο παραπάνω από έφηβοι. Το σύστημα επιλογής και προετοιμασίας που είχε στηθεί από τον Matt Busby στη Manchester United στόχευε στους πολύ νέους. Ο Busby τους έψαχνε και τους φρόντιζε, περιμένοντας τους να είναι έτοιμοι, χωρίς βιασύνη προκειμένου να μην κάψουν τα μεταβατικά στάδια.  Έτσι τα αγόρια μεγάλωναν μαζί, ζούσαν μαζί, μαζί προπονούνταν και περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους, και όταν έβγαιναν στον αγωνιστικό χώρο αυτό γίνονταν μια ακόμη στιγμή της κοινής ζωής τους. Οι δεύτεροι πατεράδες τους Busby και Murphy σχημάτιζαν με αυτό τον τρόπο μια συμπαγή ομάδα, την οποία ούτε η καλή ούτε η κακή τύχη θα μπορούσε να διασπάσει. Μαζί έκαναν πράξη μια γενετική και πνευματική επανάσταση στο ποδόσφαιρο, η οποία συνέπεσε με μια ευρύτερη μεταμόρφωση της κοινωνίας και του φαντασιακού.
Αυτό το βιβλίο είναι επομένως και η ιστορία μιας ομάδας φίλων και του στοιχήματος, της πρόκλησης, που εκτόξευσαν στον κόσμο. Μια ιστορία χωρίς ένα ευτυχές τέλος, επειδή το παιχνίδι μετατράπηκε σε τραγωδία, σαν να είχε αντικαταστήσει ένας πραγματικός πόλεμος τον προσομοιωμένο πόλεμο, με νεκρούς, τραυματίες και επιζώντες οι οποίοι επλήγησαν από το αίσθημα της ενοχής.

Ένας από αυτούς τους επιζώντες είναι ακόμα στο σπίτι του στο Old Trafford. Ο Sir Bobby Charlton, γεννημένος το 1937, δεν χάνει την ευκαιρία να θυμάται αυτή τη σύντομη αλλά έντονη εποχή δόξας που έχει σημάδεψε τη ζωή του για πάντα. Είναι η ζωντανή μνήμη αυτός, ο επιζών φίλος της σφαγής, ο οποίος έκανε αυτό που θα έπρεπε να κάνει ο Έντουαρντς: να κερδίσει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών, τη χρυσή Μπάλα, να λάβει την τιμητική διάκριση του ιππότη και να γίνει ένας διευθυντής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ . Ακούγοντας τον να μιλά σήμερα κάνει μια ορισμένη εντύπωση, αλλά τα λόγια του όμως είναι απολύτως διαυγή, όταν λέει: «Ο Duncan Edwards ήταν ο μόνος παίκτης που με έκανε να αισθάνομαι κατώτερος. Ήταν φανταστικός και τον αγαπούσα. »
Η αρχή αυτού του βιβλίου, στην οποία ο Leighton φαντάζεται πως θα συνέβαιναν τα πράγματα εάν οι δύο φίλοι είχαν επιζήσει και οι δύο, είναι μια πικρή αντίστροφη υπόθεση στην ιστορία, αυτή στην οποία ο Αχιλλέας της Britannia κερδίζει τον πόλεμο και επιστρέφει σπίτι για να μεγαλώσει παιδιά και να γεράσει. Το φινάλε είναι ένα Σαιξπηρικό δράμα αντιθέτως, στο οποίο τα θανατηφόρα συμπτώματα συσσωρεύονται μέχρι να φτάσουν στην καταστροφή, μετά σε ένα αδύναμο και ακόμη και σκληρό νήμα ελπίδας, στη συνέχεια στην τραγωδία και το πένθος. Ο αναγνώστης ανακαλύπτει τον εαυτό του ευγνώμονα στον Leighton για την διακριτικότητα με την οποία ασχολείται με τη μοίρα των συγγενών του Edwards, χωρίς να επιδίδεται σε λεπτομέρειες οίκτου και λέγοντας λίγα πράγματα που ήδη λένε τα πάντα.
Ο κατάλογος των μεταθανάτιων, post mortem αφιερωμάτων και εορτασμών δείχνει πόσο μεγάλο ήταν το αντίκτυπο που είχε εκείνη η εξαφάνιση στον κόσμο του βρετανικού και ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, αλλά δεν λέει ακόμα τίποτα για την κληρονομιά του ή καλύτερα για το συμβολικό φορτίο που φέρνει μαζί της η φιγούρα του.  Δεν είναι τυχαίο ότι ο Leighton μιλάει για αυτόν ως ένα ηθικό πρότυπο για τον αθλητισμό. Και μάλλον δεν κάνει λάθος.

Πρώτα απ ‘όλα, επειδή ο Edwards δεν γνώρισε ποτέ τον ναρκισσισμό του πρωταθλητή. Έχοντας ζήσει πριν από την μεγάλη θεαματοποίηση του ποδοσφαίρου στην τηλεόραση, γλίτωσε τη μετατροπή των παικτών σε αστέρια της show business, κάτι που θα ήταν ασυμβίβαστο με τον ντροπαλό χαρακτήρα του, την ταπεινοφροσύνη και το πάθος του για το ίδιο το παιχνίδι, αυτό καθεαυτό. Δεν υπάρχει αμφιβολία όντως ότι μια συγκεκριμένη αφήγηση του ποδοσφαίρου για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, επικοινωνιακή, με καταναγκαστική επιμονή στο ατομικό ταλέντο, σε συνδυασμό με τις αστρονομικές τζίφρες που καταβάλλονται για τους μεγάλους παίκτες, καταλήγει να ρυθμίζει, να επηρεάζει την αντίληψη του παιχνιδιού και αυτήν που ο πρωταθλητής έχει για τον εαυτό του.
Πόσες φορές έχουμε δει και ξαναδεί το δεύτερο γκολ του Ντιέγκο Μαραντόνα κατά της Αγγλίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986 στο Μεξικό, κάτι που πολλοί θεωρούν ότι είναι το πιο όμορφο που έγινε ποτέ; Ένας δαιμόνιος και άπιαστος παίκτης ξεκινά με την μπάλα στα πόδια από την μέση του γηπέδου, ντριμπλάρει ολόκληρη την αντίπαλη ομάδα συμπεριλαμβανομένου του τερματοφύλακα και σκοράρει. Συγκρίνετε το με το γκολ που περιγράφεται σε αυτό το βιβλίο στη σελίδα 179, όπου η δράση ξετυλίγεται σε ολόκληρο το γήπεδο και είναι χορική, και με το ίδιο αντίκτυπο, με ισοπαλία στις εντυπώσεις θα έχουμε ξεκάθαρη την διαφορά μεταξύ δύο εικόνων του πρωταθλητή πολύ διαφορετικών.

Δίχως να παραπέμπουμε στην εκκεντρική προσωπικότητα του Maradona, σκεφτείτε επίσης τα λόγια του Ρονάλντο σχετικά με τη νεανική του ηλικία στην United, σε μια πολύ πιο πρόσφατη εποχή: «Όταν άρχισα να παίζω στη Manchester United ξεκίνησα να το πιστεύω: είδα ότι δεν υπήρχαν πολλοί άνθρωποι με το ταλέντο μου, την αφοσίωσή μου, τις προσπάθειές μου, την ποδοσφαιρική ηθική μου. Κανείς δεν μπορεί να συγκριθεί με μένα, κανείς άλλος δεν θα είναι ποτέ Κριστιάνο Ρονάλντο. »

Το εγώ του σύγχρονου πρωταθλητή αντικαθιστά το «εμείς» της ομάδας με ένα πλήθος μοναδικών κτητικών επιθέτων. Ταλέντο, αφοσίωση, προσπάθεια, αθλητική δεοντολογία, γίνονται ατομικές ιδιότητες που αποθεώνουν την αριστεία, την υπεροχή του ατόμου.
Αν και συχνά βρέθηκε να κάνει την διαφορά μέσα στο γήπεδο, ο Edwards, για την συγκυρία, το ρόλο, τη νοοτροπία και τον χαρακτήρα, δεν θα μπορούσε ποτέ να ειδωθεί με αυτό τον τρόπο ούτε να μιλήσει έτσι, με αυτό τον τρόπο ο ίδιος, ούτε να μιλήσουν άλλοι έτσι γι αυτόν.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίον ο Edwards μπορεί να είναι ένα μοντέλο είναι η αυθεντικότητα του, η οποία τον τοποθετεί σε αντίθεση με τους υποψήφιους στο θρόνο του καλύτερου παίκτη στην ιστορία.
Τι κοινό υπάρχει ανάμεσα στους Di Stéfano, Pelé, Best, Cruyff, Maradona, Platini κ.λπ., μέχρι τον Messi και τον Ronaldo;
Η απάντηση είναι εύκολη: όλοι είναι επιθετικοί. Οι μισοί από αυτούς είναι οι αριθμοί 10, σέντερ φορ, εκείνοι που ολοκληρώνουν τις ενέργειες, οι οποίοι ντριμπλάρουν τις άμυνες, οι οποίοι σκοράρουν.
Ο Έντουαρντς μπορούσε να παίξει και σέντερ φορ, στην πραγματικότητα, και μερικές φορές το έκανε με εμφανείς συνέπειες στα αποτελέσματα των αγώνων, αλλά πρώτα απ ‘όλα ήταν ένας αμυντικός. Στην πλάτη του φορούσε τον αριθμό 6 και έπαιζε σε εκείνο το διάστημα μεταξύ της άκρης της περιοχής και του κέντρου του γηπέδου που ήταν το κλειδί για το ποδόσφαιρο τότε. Μεσαίος ακραίος ή η αριστερός στο κέντρο, αν προτιμάτε, ο ίδιος αφιερώνονταν έντονα τόσο στην απαγόρευση του παιχνιδιού των αντιπάλων όσο και στην προώθηση ενεργειών προς τα εμπρός. Ενέργειες που μπορούσαν να προκληθούν από τα διάσημες μακρινές του πάσες για τους ακραίους, ή από τα ανοίγματα του για τους κεντρώους, ή ακόμα και από πραγματικά ασταμάτητoυς καλπασμούς προς τα εμπρός .
Αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει είναι ότι ξεκινούσε από θέση oπισθοχωρημένη, από τα πίσω. Ο Duncan Edwards δεν ήταν ένας goleador, δεν κέρδισε ποτέ την κορυφαία βαθμολογία των σκόρερς. Σκοράριζε, και πολύ μάλιστα, αλλά κυρίως σταματούσε το παιχνίδι του αντιπάλου, όταν ήταν απαραίτητο, έσωζε την εστία, και υπαγόρευε την επανεκκίνηση προς τα εμπρός, όταν δεν ξεκλείδωνε το αποτέλεσμα με μια τορπίλη κάτω από το οριζόντιο δοκάρι. Σε ορισμένες περιπτώσεις έκανε όλα αυτά μαζί.

Αν λοιπόν η ιστορία των πράξεών του με τα Busby Babes ή με την εθνική αγγλική ομάδα μπορεί να είναι μεταφορά αλτρουισμού, αντοχής, θάρρους, αφοσίωσης, ας σηκώσει το χέρι αυτός που δεν θα υποδείκνυε αυτές τις αξίες ως πυξίδα στα αγόρια που ξεκινούν σήμερα να κλωτσούν μια μπάλα με έναν αριθμό στη φανέλα, ή πιο απλά να αντιμετωπίζουν τη ζωή. Για το λόγο αυτό, ενώ ο Leighton ψάχνει σε αυτόν έναν καλό άγγλο ήρωα, η φιγούρα του Edwards υπερβαίνει τα βρετανικά νησιά και καθίσταται καθολική ακριβώς επειδή λειτουργεί ως ένας μύθος ή ένας θρύλος.
Λέγεται ότι δόθηκε στον Αχιλλέα μια επιλογή. Να έχει μια μακρά και ειρηνική ζωή, χωρίς να αφήσει το σημάδι, ή μια σύντομη και γρήγορη ζωή σαν ένα βέλος, γεμάτη αξέχαστες πράξεις
Ο αχαιός ήρωας επέλεξε τη δόξα.

Ίσως ο Duncan Edwards δεν είχε χρόνο να εκφράσει όλη την ποδοσφαιρική δυναμική του, αλλά με αυτόν τον τρόπο γλίτωσε και από τους τραυματισμούς, την παρακμή, το τέλος της καριέρας του σε κάποια ομάδα της Βόρειας Αμερικής ή την συμπαιγνία με το σύστημα ισχύος και εξουσίας που έγινε το ποδόσφαιρο διεθνώς. Ακόμη και όταν ο τελευταίος φίλος θα τον έχει αγγίξει, θα έχει έρθει σε επαφή μαζί του στο άλμπουμ των αναμνήσεων, ο «Big Dunc» θα εξακολουθεί να παραμένει αθάνατος, να αποθανατίζεται σε κάθε σκηνικό, σε κάθε μαύρο και άσπρο πλάνο, ως αρχαίος πολεμιστής στο πεδίο της μάχης. Για πάντα νέος. Για πάντα ισχυρός. Για πάντα μεγάλος. Ένα διακριτικό φάντασμα, όμορφο, που κάθε νεανική ομάδα θα ήθελε να έχει στα αποδυτήρια ένα λεπτό πριν από την είσοδο στον αγωνιστικό χώρο, ικανό να την καθησυχάσει με την εντυπωσιακή παρουσία του, ένα χαμόγελο και τις σωστές λέξεις:
«Στο τέλος όλα θα πάνε καλά, γιατί το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι που ανταμείβει όσους δείχνουν θάρρος. Ας μπούμε μέσα, παιδιά, πάμε! »

Bologna, μάρτιος 2018

[La biografia di Duncan Edwards, η βιογραφία του Duncan Edwards που έγραψε ο James Leighton και μεταφράστηκε από το Wu Ming 4 θα βγει στα βιβλιοπωλεία την πέμπτη 26 απριλίου, giovedì 26 aprile]

https://www.wumingfoundation.com/giap/2018/04/duncan-edwards-il-piu-grande-prefazione-alledizione-italiana-di-wu-ming-4/#more-33627

αθλητισμός, sport

Ακόμη τριάντα πέντε δευτερόλεπτα. Tommie Smith και John Carlos: η θυσία και η δόξα.

[Εδώ και κάτι λίγο περισσότερο από ένα μήνα βγήκε το καινούργιο βιβλίο του Lorenzo Iervolino, της συλλογικότητας TerraNullius, και οι δρόμοι μας ξανασυναντιούνται. Είχε συμβεί το 2014 με το Μια θλιβερή ημέρα, τόσο ευτυχισμένη- Un giorno triste, così felice, αφιερωμένο στον Socrates Sampaio de Sousa Vieira de Oliveira, protagonistaπρωταγωνιστή της ρουμπρίκας μας WuMingWood στο GQ Italia και μετά ενός τραγουδιού  una canzone του Wu Ming Contingent. Συμβαίνει ξανά με το Ακόμη τριάντα πέντε δευτερόλεπτα- Trentacinque secondi ancora, που διηγείται τις ζωές και τους αγώνες των Tommie Smith και John Carlos, πριν και μετά το βάθρο της Πόλης του Μεξικού, 1968. Σύμφωνα με τον Simone Scaffidi, που έκανε μια ανασκόπηση του βιβλίου για τον Giap, ο Iervolino μας επιστρέφει την φωνή του Smith-και-Carlos σαν να τους παρατηρεί από το δεύτερο σκαλί εκείνου του βάθρου, αυτού που καταλαμβάνει ο Peter Norman. Και το Wu Ming Contingent έγραψε ένα τραγούδι και γι αυτόν anche per lui…]

Μέσα στην φωτογραφία. Οι φωνές των Smith-και-Carlos

του Simone Scaffidi

Μεξικό ’68, 19η έκδοση των Ολυμπιακών Αγώνων. Οι αφροαμερικανοί αθλητές Tommie Smith και John Carlos ανεβαίνουν στο βάθρο του αγώνα των 200 μέτρων. Παγκόσμιο ρεκόρ και χρυσό μετάλλιο για τον Smith. Τρίτη θέση και χάλκινο για τον Carlos. Χειρονομίες από πρωτόκολλο, χαμόγελα, χειραψίες .. ένα σενάριο που φαίνεται ήδη γραμμένο, αλλά τότε συμβαίνει κάτι που μοιάζει με ένα βραχυκύκλωμα. Είναι 20,41 στις 16 οκτωβρίου 1968 και ο ύμνος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής ακούγεται στο Estadio Olímpico Universitario της Πόλης του Μεξικού. Ο Tommie και ο John υψώνουν τη γροθιά τους που φορά μαύρο γάντι στον ουρανό. Δεν έχουν παπούτσια αλλά μαύρες κάλτσες στα πόδια τους. Ο Smith έχει τα μάτια του κλειστά. Ο Carlos ένα κολιέ από χρωματιστές πέτρες στο στήθος. Shoot!

Η Nikon του John Dominis σταματάει τον χρόνο, αποθανατεί τη στιγμή, παραδίδοντας στην Ιστορία του αθλητισμού μία από τις πιο διάσημες εικόνες του. Δεν χρειάζονται φωνές. Να ακουστούν λόγια. Είναι τα σώματα που μιλούν. Η γλώσσα της διαμαρτυρίας είναι φτιαγμένη από κρέας, το ίδιο των μεξικανών φοιτητών που σφαγιάστηκαν στην Πλατεία των Τριών Πολιτισμών μόλις 14 ημέρες πριν από τον αγώνα αυτό, όπως τα διάτρητα σώματα του Malcolm X, του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και των χιλιάδων μαύρων αμερικανών που σκοτώθηκαν από το φυλετικό μίσος και από τις δυνάμεις επιβολής του νόμου. Αρκεί μια στιγμή και τα σώματα των Σμιθ-και-Κάρλος θρυμματίζουν το συμμορφούμενο, τρυπούν την αδιαφορία, ανατρέπουν το κυρίαρχο φανταστικό. Τα καλύτερα άλογα κούρσας των αστεριών στα χρώματα της αμερικανικής σημαίας μετατρέπονται σε μαύρο πλήθος και διαδηλώνουν σε παγκόσμια μετάδοση την υπερηφάνεια ενός λαού.

Ο Lorenzo Iervolino, στο βιβλίο Τριάντα πέντε δευτερόλεπτα ακόμα. Ο Τόμι Σμιθ και ο Τζον Κάρλος: η θυσία και η δόξα (66ος δεύτερος, 2016), μιλά για το τι υπάρχει μέσα σε εκείνη τη διάσημη φωτογραφία, επαναφέροντας στον αναγνώστη τα λόγια του Κάρλος: «Δείχνουν πάντα την εικόνα, αλλά ποτέ δεν διηγούνται την ιστορία» . Δεν είναι σπάνιο ότι η σειριακή αναπαραγωγή μιας εικονικής φωτογραφίας, η υπερέκθεση και η εμπορευματοποίησή της, ευνοεί την αισθητική των αναγνώσεων με μια επακόλουθη απώλεια ιστοριών και εννοιών-σημασιών. Σε αυτές τις σελίδες ο συγγραφέας προσπαθεί να επιστρέψει την πυκνότητα των εννοιών που περικλείονται σε εκείνο το πλάνο. Ο Iervolino σκάβει, είναι πλήρως τεκμηριωμένος σε πρώτο πρόσωπο, ταξιδεύει, συναντά τους πρωταγωνιστές της ιστορίας που θέλει να αφηγηθεί, διαβάζει τα βιβλία τους αλλά κυρίως ακούει. Ακούει τις φωνές τους και αυτές των συναγωνιστών τους.

Πως έφτασαν ο Tommie και ο John επάνω σε εκείνο το βάθρο; Γιατί με εκείνο ακριβώς τον τρόπο και όχι μ’ έναν άλλο; Πρέπει να μπούμε στην φωτογραφία, να γυρίσουμε προς τα πίσω την ταινία – rec stop – Harlem,  ο αγροτικός Νότος, η εφηβεία των Tommie και John – ffwd stop – Ο Tommie και ο John με τον καθηγητή κοινωνιολογίαςc Harry Edwards συμμετέχουν στο Ολυμπιακό Πρόγραμμα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα – zoom – ο Harry Edwards, τα γραπτά του, το πάθος που βγαίνει από τα μάτια του – ffwd stop – οι Tommie και John αποκλείονται από την ομάδα των ηνωμένων πολιτειών, οι απειλές θανάτου και ο οστρακισμός του αθλητικού κόσμου – rec stop – η foto – ffwd stop – Alfonso de Alba, μεξικανός-αμερικανός περιέργως γεννηθείς ακριβώς στις 16 οκτωβρίου του 1968, μάχεται στο San José State University, το πανεπιστήμιο στο οποίο συναντήθηκαν οι Tommie και John, για να ανεγερθεί ένα άγαλμα προς τιμήν της χειρονομίας της Πόλης του Μεξικού. Είναι ο ρυθμός ενός καλλιτέχνη που ξέρει πώς να διαχειριστεί την αναπνοή και να διατηρήσει την ποιότητα του καλπάσματος. Έλεγχος του στίβου, της πίστας, αναδρομές, πλευρικές ματιές, μια καλή δόση συναισθήματος και μεγάλη συντήρηση, απαραίτητη για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της κούρσας.

Οι Tommie και John τον οκτώβριο του 1968 είναι οι ταχύτεροι άντρες στον πλανήτη. Οι μόνοι άνθρωποι που έχουν σπάσει το τείχος των 20 δευτερολέπτων στα 200 μέτρα. Ωστόσο, είναι πολύ περισσότερο. Είναι μαύροι νεαροί ηλικίας 23 και 24 ετών που μεγάλωσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ της δεκαετίας του ’50 και της δεκαετίας του ’60. Να ρίχνουν τοίχους είναι μια καθημερινή άσκηση αξιοπρέπειας που διαρκεί περισσότερο από μια ζωή. Επειδή η Ιστορία δεν προσφέρει εκπτώσεις και στην δική τους ζωή, πρέπει να προστεθούν εκείνες των δούλων παππούδων, των εκμεταλλευόμενων γονέων και των παιδιών που μόλις έρχονται στον κόσμο. Ο Σμιθ είναι σίγουρος ότι μόλις ανέβει στο βάθρο της Πόλης του Μεξικού θα τον πυροβολήσουν.
Από τις κερκίδες, θα τον πυροβολήσουν. Αυτή η ζωή δεν είναι αρκετή και θα του την αφαιρέσουν. Εάν είσαι μαύρος αμερικανός. Αν θέλεις να αναπνεύσεις. Αν θέλεις να σπάσεις τις αλυσίδες της καταπίεσης και των διακρίσεων, ξέρεις πολύ καλά ότι η ζωή σου βρίσκεται στο πιάτο. Shoot!

Αλλά ο Smith δεν πέφτει στο έδαφος. Ούτε και ο John. Και μετά από σχεδόν 50 χρόνια από αυτή τη χειρονομία, ο Iervolino συναντά ζωντανά και στην λογοτεχνία εκείνους τους δυο εβδομηνταπεντάρηδες που έγραψαν ένα κομμάτι ιστορίας του αθλητισμού και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ωστόσο, στο βιβλίο ο συγγραφέας δεν επιδεικνύει ποτέ αυτή τη συνάντηση, αλλά μάλλον την κρύβει ανάμεσα στις πτυχές της αφήγησης. Ξέρει πολύ καλά ότι η ιστορία και η άποψη των πρωταγωνιστών του είναι πολύ πιο σημαντική από το εγώ αυτού που γράφει. Επιστρέφει τη φωνή τους ως συνεργός όχι πρωταγωνιστής. Όπως όταν στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, εκτοξεύει ένα μικρό βότσαλο που στην οικονομία του κειμένου θα γίνει καθίζηση: «Είχα από καιρό αναφέρει ότι στο βιβλίο που έγραφα θα υπήρχαν μόνο τα σημάδια της αφροαμερικανικής ιστορίας ορατά στον Smith-και-Carlos. Εκείνα τα θραύσματα του μονοπατιού ενός λαού που μπορούσαν να φιλτραριστούν από την άμεση υποκειμενική τους αντίληψη ».

Υπάρχει η προσπάθεια του συγγραφέα να αναλάβει την προοπτική των χαρακτήρων του με την συνειδητοποίηση, ωστόσο, ότι δεν είναι σε θέση να την συλλάβει πλήρως, πως δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη φωνή του σε εκείνη του Smith-και-Carlos, σε εκείνη των μαύρων αμερικανών . Με αυτή την έννοια ο Lorenzo Iervolino ανεβαίνει για 288 σελίδες στο δεύτερο σκαλί του βάθρου στην Πόλη του Μεξικού. Καταλαμβάνει το χώρο που αφέθηκε ελεύθερος από τον αυστραλό αθλητή Peter Norman, ο οποίος, κατά την εγκαινίαση του άγαλματος αφιερωμένου στη χειρονομία του Tommie και του John που έλαβε χώρα το 2005 στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του San Jose, επανέλαβε την έννοια: το σώμα μου δεν υπάρχει, όχι γιατί δεν ήμουν αλληλέγγυος στον αγώνα τους, αλλά επειδή καθένας από εσάς να μπορεί να έχει την τιμή να είναι συνεργός και να είναι στο πλευρό των Tommie και John. Ο συγγραφέας, με το έργο του, διατηρεί πίστη στα λόγια του Νόρμαν, παίρνει τη θέση του για λίγο , στην εικόνα και στο άγαλμα, φορά την καρφίτσα του Ολυμπιακού Σχεδίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα που του χάρισαν στα αποδυτήρια οι δύο αφροαμερικανοί αθλητές, και εκδηλώνει την αλληλεγγύη σε εκείνη την χειρονομία με μια πλευρική παρουσία: ελαφριά, γιατί ποτέ στο προσκήνιο, και συμμετέχουσα επειδή ποτέ στο παρασκήνιο. Αν θέλετε να καταλάβετε τι υπάρχει μέσα σε εκείνη την εικόνα, διαβάστε αυτό το βιβλίο, είναι μια μεγάλη ευκαιρία να έχετε την τιμή να τρέξετε για λίγο δίπλα στους Tommie και John.

Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)

Print Friendly, PDF & Email
ένοπλη πάλη, lotta armata

Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα – Gli anni della lotta armata

Για τον εκδοτικό οίκο Bietti, η ενημερωμένη έκδοση του «Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα, Χρονολογία μιας αποτυχημένης επανάστασης, Gli anni della lotta armata. Cronologia di una rivoluzione mancata» , βγήκε πέντε χρόνια μετά την πρώτη, του Davide Steccanella.

Ο Davide γεννήθηκε το 1962, οπότε το ’68 ήταν στην πρώτη τάξη του δημοτικού και το ’78 ήταν ένας χαριτωμένος νεαρός με ένα κεφάλι γεμάτο μπούκλες. Πώς κατάφερε να συγκεντρώσει περισσότερες από 500 σελίδες χωρίς να έχει άμεση μνήμη των γεγονότων; Απλό. Μάζεψε στοιχεία και πληροφορίες και μας έδωσε έναν λεπτομερή απολογισμό των γεγονότων από το ’69 έως το 2017, καθώς και μια γενναιόδωρη προσφορά των πηγών που χρησιμοποίησε.

Φαίνεται ασήμαντο, κοινότυπο, αλλά δεν είναι καθόλου, σε μια εποχή όπως αυτή στην οποία οι έμπειροι σε αυτά τα θέματα, οι γνώστες, δεν φαίνονται υποχρεωμένοι να αποδείξουν αυτά που ισχυρίζονται. Σε μια εποχή άσχετης αλήθειας, μη πραγματικής, όπου αποφεύγουν να διαπιστώσουν και να επιβεβαιώσουν τα γεγονότα έτσι ώστε να φτάσουν στην πάντα αποτελεσματική παροιμία: «Ψέμα στο ψέμα, κάτι θα παραμείνει στο τέλος».
Κάποιος υποστήριξε ότι το βιβλίο πηγαίνει πέρα της κρίσης του συγγραφέα καθώς στερείται παρατηρήσεων, σχολίων, σαν να ήταν δυνατή μια ουδέτερη λειτουργία στην αφήγηση κοινωνικών γεγονότων. Κατά τη γνώμη μου, και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του κειμένου, της αξίας του, το βλέμμα και οι επιρροές του συγγραφέα είναι πολύ παρούσες στην αφηγητική επιλογή. Γεμάτα σαράντα χρόνια από την απαγωγή Μόρο, στους εορτασμούς της μοναδικής αλήθειας που επιτρέπεται, γεμάτης διετρολογία, [ dietrologia – Στο πολιτικό και δημοσιογραφικό λεξιλόγιo υποδεικνύει, με πολεμικούς τόνους, την τάση, των αποκαλούμενων διετρολόγων dietrologi, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δεδηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους, με την αξίωση πως γνωρίζουν αυτό που πραγματικά «βρίσκεται πίσω» από κάθε ενιαίο, μοναδικό γεγονός] και δημόσια προδιαγεγραμμένη ηθική, επιβεβλημένη, ο Ντάβιντε ενδιαφέρεται για την ανακατασκευή του ιστορικού πλαισίου, της ιστορικής συγκυρίας, της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας, της αλληλοδιαδοχής των γεγονότων που μπορούν να βοηθήσουν στην κατανόηση του ξεσπάσματος του ένοπλου αγώνα στον οποίον ενεπλάκησαν χιλιάδες μαχόμενοι κομμουνιστές για περισσότερα από δέκα χρόνια.

Κατανόηση η οποία θα μπορέσει να απελευθερώσει την 16η μαρτίου 1978 από την αλλοτριωμένη αφήγηση ενός ανεξήγητου, μυστηριώδους γεγονότος και σαν προερχόμενου από τον Άρη, για να το επιστρέψει και να το αποδώσει σε ένα πέρασμα, πολύ σημαντικότερο από άλλα, της μακράς ιστορίας της ταξικής σύγκρουσης εκείνων των χρόνων.

Όντως, το βιβλίο ανοίγει με αριθμούς: 269 ένοπλες ομάδες, 36.000 άνθρωποι που διερευνήθηκαν-ανακρίθηκαν, από τους οποίους 6.000 καταδικάστηκαν. Ωστόσο, η επίσημη χυδαία διαδεδομένη άποψη μιλά για μια χούφτα ψυχοπαθητικών, αιμοδιψών, ετεροκαθοδηγούμενων και, πάνω απ ‘όλα, ξένων στις ταξικές δυναμικές στις οποίες έλεγαν πως αναφέρονταν.
Αλλά κανένας κομμουνιστικός ανταρτοπόλεμος σε μια χώρα στο κέντρο της Ευρώπης δεν θα ζούσε περισσότερο από μία μέρα ούτε θα είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ αν δεν είχε τις ρίζες του ακριβώς στην καρδιά του πιο σημαντικού ταξικού αγώνα από την μεταπολεμική περίοδο.

Και ο Davide αρχίζει από εδώ. Από το εργατικό ’69 και τους φυσικούς του συμμάχους: το κίνημα των φοιτητών και των προλετάριων των αστικών προαστίων. Μια κατολίσθηση, ένα ρεύμα αέρα στο στάσιμο σενάριο που επιθυμούσε το αγκάλιασμα μεταξύ DC και PCI, [χριστιανοδημοκρατίας δηλαδή και Κκι] το οποίο έκλεινε σε ένα θανατηφόρο μπλόκο κάθε χώρο αντιπολίτευσης, αντιπαράθεσης, για να υποβαθμίσει την πολιτική δυναμική της χώρας σε θεσμικές διαμάχες.

Αυτό συνέβαινε μέσα σε χρόνια έκρηξης του πρωταγωνισμού μεγάλων κοινωνικών τμημάτων που βίωναν στον χώρο της καθημερινότητας το πως και πόσο η οργάνωση και οι αγώνες, εκτός των ορίων που επέβαλαν τα κόμματα και τα συνδικάτα, ήταν σε θέση να αντιπαρατεθούν και να εξουδετερώσουν την εκμετάλλευση, τoν μόχθο και το ραβδί των αφεντικών. Μέσα σε χρόνια συγκρούσεων στο δρόμο, στις πλατείες, εφευρετικότητα δημιουργό στόχων, εργαλείων αγώνων και οργανωμένων μορφών. Και κατακτήσεων, σε κάθε περιοχή της συνεργατικής διαβίωσης.

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, η ιστορία ξετυλίγεται χρόνο με τον χρόνο. Οι εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, οι δομές βάσης του εργατικού κινήματος, οι πρώτες οργανώσεις και οι πρώτες ένοπλες ενέργειες, οι θεωρητικές αναφορές, οι εφημερίδες, τα έγγραφα, οι πρωταγωνιστές. Και η θέση στην ημερήσια διάταξη του επαναστατικού αγώνα που διέσχιζε την συζήτηση των κινημάτων. Και όχι μόνο εκείνων.

Για να περιγράψει το κλίμα εκείνων των ετών, ο Davide μας επισημαίνει μερικά επεισόδια που σήμερα θα ήταν αδύνατο ακόμη και να φανταστούμε. Όπως τη διακήρυξη-αυτοκαταγγελία μιας ομάδας διανοουμένων – από τον Giulio Argan και τον Paolo Mieli, μέχρι τον Sergio Saviane, τον Cesare Zavattini και άλλων – όσον αφορά το ξεκίνημα μιας έρευνας από τον εισαγγελέα του Τορίνο ενάντια σε αγωνιστές της Lotta Continua. Αυτά είναι τα λόγια τους: «Όταν οι πολίτες που κατηγορούνται από εσάς δηλώνουν ότι αν είναι αλήθεια ότι τα αφεντικά είναι κλέφτες είναι σωστό να πάμε να πάρουμε πίσω αυτό που έκλεψαν, το λέμε μαζί τους. Όταν αυτοί φωνάζουν ταξική πάλη, να οπλίσουμε τις μάζες, το φωνάζουμε μαζί τους … »   Για να επισημάνουμε πόσο η παρανομία και η ανατροπή, η εξέγερση είχαν εισέλθει πλήρως στο λεξιλόγιο του ακαδημαϊκού και καλλιτεχνικού κόσμου, τόση μεγάλη ήταν η δύναμη και έλξη εκείνου του κινήματος το οποίο ανακοίνωνε την «επανάσταση που απέτυχε» για την οποία ο Davide μιλάει.

Σελίδες μετά από σελίδες και τα γεγονότα διασταυρώνονται με τη μνήμη, μερικές φορές σε αντίθεση, σχεδόν πάντα ως εκ νέου ανακάλυψη τόσο μεγάλης γενναιοδωρίας και πλούτου. Πολλές οι αναφορές και οι μαρτυρίες που αποδίδουν σώμα και αίμα στα γυμνά χρονικά των γεγονότων. Όπως και αυτό που μιλά για τον Martinο Zicchitella, που έχασε τη ζωή του στη διάρκεια μιας δράσης το ’76, του οποίου παραμένει, σαν να ήταν χθες, η εικόνα του νεκρού σώματος στο έδαφος, το γεμάτο αίματα πρόσωπο, σχεδόν ποδοπατημένο από το μικρό πλήθος των αστυνομικών που έτρεξαν κοντά του. Γράφει γι αυτόν ο Giorgio Panizzari, μαχητής σύντροφος του στους Ένοπλους Προλεταριακούς Πυρήνες, Nuclei Armati Proletari, αναφερόμενος στην προηγούμενη φυλάκιση του Martinο, εκεί όπου είχε ωριμάσει και ανέπτυξε την πολιτική επιλογή του: «Μας ήρθαν νέα της βίαιης συμπεριφοράς στην οποίαν υποβάλλονταν, του έγραψα μια επιστολή στην οποία ζητούσα συγγνώμη για το ότι τον έβαλα στους Nap, και μου απάντησε ότι στη ζωή είχε χτίσει πολλά, αλλά το πιο όμορφο πράγμα ήταν αυτό που κάναμε. Μην ανησυχείς, μου έγραψε, έστω κι αν αυτοί με βασανίζουν, εγώ νιώθω καλά, οπότε δεν θα με απαλλοτριώσουν από τις αποφάσεις μου «.

Έτος 1978 και ο Davide σημειώνει: Βγαίνει ο δίσκος “Jazz” των Queen, η ταινία «Εγώ και η Annie» του Woody Allen κερδίζει το Όσκαρ και η Αργεντινή το παγκόσμιο πρωτάθλημα »μέσα στο σπίτι της». Στην Ιταλία η Juventus κερδίζει το scudetto και oι Matia Bazar το Sanremo με το τραγούδι «E dirsi ciao». Το κεφάλαιο κλείνει με το σκεπτικό πως αν το ’78 ήταν το έτος της πιο εντυπωσιακής δράσης στην ιστορία του ένοπλου αγώνα, τo ’79 θα είναι αυτό της μεγαλύτερης επέκτασής του. Και αυτή η παρατήρηση δεν θα ήταν δίχως νόημα αν στέκονταν μόνο στην ανάλυση της.

Αλλά η πραγματική ιδιαιτερότητα, χρήσιμη για την αντιμετώπιση των ακόλουθων γεγονότων, αναφέρεται στη σημείωση 18 που μεταφέρει ένα άρθρο του ιστολογίου του Paolo Persichetti, Insorgenze, με τίτλο Τι διάβαζε ένας ταξιαρχίτης τον σεπτέμβριο του 1978;   Cosa leggeva un brigatista nel settembre 1978?

Πέρα από κάθε πρόθεση διδασκαλική, για όσους ενδιαφέρονταν πραγματικά να κατανοήσουν, της ύπαρξης της ιστοριογραφικής μεθόδου ανάλυσης της τεράστιας υπάρχουσας τεκμηρίωσης με την οποίαν αποσυναρμολογούνται θρύλοι, φήμες, κλισέ κοινοί τόποι και καταρρέει ολόκληρη η διετρολογική-συνωμοσιολογική σκαλωσιά, η λεπτότης είναι η είδηση της ανεύρεσης και ενός βιβλίου της Kollantaj στη βάση της οδού Monte Nevoso. Τόσο για να μην σωθεί ούτε και η κριτική για machismo από το φεμινιστικό κίνημα, κριτική που επαναλαμβάνεται παρά το γεγονός ότι στις οργανώσεις του ένοπλου αγώνα η γυναικεία παρουσία ήταν μεγαλύτερη από οποιοδήποτε άλλο αριστερό πολιτικό σχηματισμό. Επιπλέον, ένα δείγμα του επαναστατικού εργατικού και φοιτητικού διεθνισμού, πολύτιμα εργαλεία για να καταλάβουμε έναν κόσμο που έβραζε ανάμεσα σε αντικαπιταλιστικές εξεγέρσεις, αντιστάσεις σε δικτατορικά καθεστώτα νεοφασιστικών διαδικασιών αποαποικιοκρατίας: ένας άλλος σοσιαλισμός φαινόταν ακόμα πιθανός!

Η κουλτούρα, οι πολιτικές και αξιακές πρακτικές του επαναστατικού κινήματος μπορούν να βρεθούν μέσα σε αυτή τη βιβλιογραφία, η ανάλυση της οποίας μπορεί να βοηθήσει στην εγκατάλειψη πολλών προκαταλήψεων αυτών που έχουν δημιουργήσει το δίκτυο μνήμης και που τους κάνουν να γράψουν, όπως και κάποιος σαν τον Gotor: » Αντικείμενα κοινά σε μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων: όχι αρειανών, όπως κατέστησαν σιγά σιγά στην στρεβλή και επιφυλακτική μνήμη των συντρόφων τους, καθώς σιγά σιγά αυτοί χωρίζονταν από την ανθρώπινη και πολιτική εμπειρία που τους άγγιζε χωρίς να τους κατακλύσει. Περισσότερο από τις προθέσεις, συχνά σώθηκαν από καθαρή τύχη «.

Επίσης κείμενα για τον κόσμο της «νέας» τηλεόρασης των αφεντικών και των πολυεθνικών, όταν ο όρος παγκοσμιοποίηση ήταν ακόμα άγνωστος. Αλλά δεν υπήρχε «Η προέλευση της οικογένειας, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του Κράτους» του Ένγκελς, που ο Marco Bellocchio, Μάρκο Μπελόκιο βάζει σε κοινή θέα σε μια από τις πιο γελοίες σκηνές της ταινίας του ‘Καλημέρα νύχτα’, ‘Buongiorno notte’, στην οποία ζωγραφίζει τους ενοίκους της «φυλακής του λαού» σαν φρενιασμένους που μιλάν σαν να ουρλιάζουν συνθήματα. Είμαστε σε κατάσταση επείγουσας ανησυχίας αναμένοντας την καλλιτεχνική ελευθερία την οποίαν ο απερίγραπτος πρώην μαοϊκός σκηνοθέτης (που δεν είναι πλέον οπαδός του περίφημου κινέζικου κανόνα σύμφωνα με τον οποίο έχουν δικαίωμα λόγου μόνο όσοι έχουν κάνει έρευνα) θα χορηγήσει στον εαυτό του για το επόμενο έργο που ανακοινώθηκε για την επέτειο των σαράντα χρόνων του ’78!
Αλλά υπάρχουν και άλλα: αναλύοντας τις βιογραφίες των αγωνιστών μπορεί κανείς να διαψεύσει με βεβαιότητα την διαδεδομένη άποψη πως είχαν ενταχτεί ή πως προέρχονταν από την πολιτιστική κληρονομιά αυτών που αποχώρησαν από την FGCI [κομουνιστική νεολαία] της Emilia ή από εκείνη την μισο καθολική της σχολής κοινωνιολογίας του Trento. Από την «οικογενειακή φωτογραφία» μπορούμε να αναγνωρίσουμε την φυσιογνωμία πρωτοποριών εργοστασίων του Μιλάνο, του Τορίνο και της Γένοβας. Πρώην αγωνιστών των διαλυμένων εξωκοινοβουλευτικών ομάδων ή από το κίνημα του ’77. Τμήματα βενετικής αυτονομίας, ιδιαίτερα του Porto Marghera. Πρώην συμμετεχόντων σε διαλυμένες ένοπλες ομάδες. Συνιστώσες της ναπολιτάνικης κοινωνικής πραγματικότητας και των αστικών προαστίων. Μέχρι τους σχηματισμούς των περιοχών της επαρχίας.
Η ταινία των αναμνήσεων εξακολουθεί να τρέχει. Επίθεση στην έδρα της περιφερειακής επιτροπής της DC, στην κεντρική πλατεία Piazza Nicosia, σε απόσταση αναπνοής από τα κυριότερα κτίρια της εξουσίας. Το κτίριο καταλαμβάνεται, οι παρόντες ακινητοποιούνται, αρχεία και έγγραφα αφαιρούνται. Έξω, μια αστυνομική περιπολία της αστυνομίας που κατέφθασε στον τόπο εξουδετερώνεται, με τον θάνατο δύο από τους τρεις αστυνομικούς. Πολύ σύνθετη δράση, για τον αριθμό των συμμετεχόντων, για το μέγεθος του χώρου και τη θέση του σε μια πολύ στρατιωτικοποιημένη περιοχή. Ωστόσο, στη διετρολογική ταξινόμηση του «δεν μπορεί να έχουν κάνει τα πάντα από μόνοι τους», δεν υπερβαίνει την επίθεση της via Fani.
Και ακόμη. Όπως συνέβη ήδη για την κηδεία του Walter Alasia («οι σύντροφοι της Magneti, που ήταν πολλοί και εμείς της Breda τοποθετηθήκαμε σε δύο φτερά: ο καθένας είχε το κόκκινο γαρύφαλλο του, οι γροθιές υψώθηκαν και τραγουδήσαμε την Διεθνή, l’Internazionale «), το φέρετρο της Barbara Azzaroni, μαχήτριας της Prima Linea που σκοτώθηκε μαζί με τον Matteo Caggegi σε ανταλλαγή πυρών, χαιρετίζεται από ένα επιβλητικό πλήθος συντρόφων, κλειστές γροθιές και κόκκινες σημαίες. Σημάδια των καιρών προκειμένου να αποκηρύξουμε τόσα ψέμματα, τόσα παραμύθια.

Χρόνια ’80. Ενώ η διεθνής κατάσταση αλλάζει ριζικά, στο Τορίνο η Fiat ανακοινώνει 15.000 απολύσεις και 23.000 cassa integrati. Είναι η αντεπίθεση των αφεντικών, η αποφασιστική ώθηση στη βιομηχανική αναδιάρθρωση σύμφωνα με την παραγωγική δομή της παγκόσμιας αγοράς αυτοκινήτων. [Cassa integrazione:Ταμείο συμπλήρωμα: παρέχει αποζημίωση ως αμοιβή σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργασίας υπέρ των εργαζομένων σε επιχειρήσεις που υφίστανται βιομηχανική κρίση σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργασιακής δραστηριότητας.]

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, ήταν απαραίτητο να εξαλειφθούν οριστικά οι ανταγωνιστικές συμπεριφορές και οι πρωτοπορίες που μέχρι τότε εμπόδισαν τις προσπάθειες αναδιοργάνωσης της παραγωγής και των εργασιακών δραστηριοτήτων. Η «πορεία των 40 χιλιάδων λευκών κολάρων» κλείνει την μανούβρα τανάλιας και σηματοδοτεί την «παρακμή των εργατικών αγώνων και το τέλος μιας εποχής».

Ο Giorgio Cremaschi σχολίασε ότι εκείνη η περίπτωση «άλλαξε την ιστορία του ιταλικού καπιταλισμού θέτοντας τα θεμέλια για όλα εκείνα που θα συνέβαιναν τα επόμενα 30 χρόνια». Συμπεριλαμβανομένης της κρίσης των ένοπλων ομάδων, των διασπάσεων, των προδοσιών, των αποτυχημένων προσπαθειών αναδιοργάνωσης. Συμπεριλαμβανομένης της παρακμής της στρατηγικής που οι εΤ είχαν συλλάβει και ανέπτυξαν περί της κεντρικότητας ενός επαναστατικού υποκειμένου ικανού να τεθεί στο ύψος των περιστάσεων όσον αφορά στο ζήτημα της εξουσίας και της επανένωσης όλων των άλλων προλεταριακών πρωταγωνιστών μορφών αυτής της μακράς εποχής ριζοσπαστικών αγώνων: την εργατική τάξη των μεγάλων εργοστασίων. Τα χρόνια της ήττας, στο ύψος της απόπειρας, της προσπάθειας που έγινε.

Με αυτό ασχολείται το τελευταίο κομμάτι του βιβλίου που, αφού πέρασα πολλά χρόνια να σκέφτομαι περί αυτού, αφήνω πρόθυμα στον προσεκτικό αναγνώστη.
Στη μνήμη του μέλλοντος, το απόσπασμα του Samuel Beckett από το Maelstrom, που γράφτηκε από τον Salvatore Ricciardi: «Πάντα προσπάθησα. Πάντα απέτυχα. Μην συζητάς. Δοκιμάστε ξανά. Θα αποτύχεις ξανά. Θα αποτύχεις καλύτερα. »

Επειδή μόνο εκείνοι που δεν φοβούνται να πέσουν θα είναι σε θέση να σηκωθούν.

 – © Αναπαραγωγή εφικτή κατόπιν ρητής συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA