αθλητισμός, sport

Ο μαύρος σοφιστής – Il sofista nero

Il sofista nero

Γροθιές και λόγια στον Mohammed Ali

 Alì: όταν η σύγκρουση μεταφέρεται στην γλώσσα
Ο Muhammad Ali (στο μητρώο Cassius Clay) δεν είναι μοναχά ο μεγαλύτερος μποξέρ βαρέων βαρών όλων των εποχών: είναι η φωτογραφία του σύγχρονου κόσμου και των αμφιθυμιών του. Από την μια, ο πυγμάχος είναι εικόνα της κοινωνίας της αγοράς και των φωτεινών διαφημίσεων της. Από την άλλη, είναι το σύμβολο του κινήματος διαμαρτυρίας των χρόνων Εξήντα και των χρόνων Εβδομήντα: είναι αυτός που κλονίζει το κίνημα ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ και για τις φυλετικές διακρίσεις ενάντια στους μαύρους. Το βιβλίο προτείνει μια φιλοσοφική βιογραφία σε θέση να εξηγήσει όλες αυτές τις πτυχές: μέσα από μια προσεκτική διερεύνηση της ζωής του πυγμάχου το δοκίμιο προτείνει μια φιλόδοξη ηθική και πολιτική εκ νέου ανάγνωση του Muhammad. Ο Ali είναι αυτός που φέρνει τον λόγο μέσα στην πυγμαχία , άθλημα της σιωπηλής γροθιάς, δραστηριότητα μέσα στην οποία μέχρι εκείνη την στιγμή το να μιλάς ήταν δουλειά των αδύναμων. Ο boxeur από την Louisville, αντιθέτως, κάνει την ευγλωττία του ένα όπλο τρομερό. Οι προσβολές του, τα επιθετικά ποιήματα και οι προβλέψεις του για το ποιος θα κερδίσει το επόμενο match γεννούν στο ring το σύγχρονο ισοδύναμο ενός μαύρου σοφιστή: μια απειλητική φιγούρα σε θέση να αλλάξει τον κόσμο που την περιτριγυρίζει. Ο Ali προλαμβάνει τον παρόντα κόσμο, γιατί πριν από τους άλλους αντιλαμβάνεται πως η δουλειά θα είναι συνδεδεμένη όλο και περισσότερο με την εκμετάλλευση της ανθρώπινης ικανότητας του λόγου, του να μιλάς.
Ο Muhammad Ali δεν είναι μοναχά ο πρόδρομος της πυγμαχίας, μα του κόσμου της εργασίας σήμερα: δεν προκαταβάλει απλά τον Mike Tyson αλλά την οικονομία των call-center και του Amazon που επικεντρώνεται στη λέξη και στο λόγο.
σκόρπιες σκέψεις...

η σιωπή η αγία

τινάχτηκαν τα βλέφαρα του και μισάνοιξαν, ένας ήχος ανεπαίσθητος τον ανησύχησε

δεν ήταν έντονος, μακρινός μάλιστα αλλά ανατρίχιασε κι ανασηκώθηκε στο στρώμα του, τα μάτια του έπεσαν στο ρολόι που αναπαύονταν στο κομοδίνο δίπλα, η ώρα επτά και τέσσερα εκείνου του αυγουστιάτικου πρωινού που προμηνύονταν καυτό

μια αχτίνα ήλιου γλιστρούσε ήδη στην σκονισμένη κάμαρα απ’ το μισάνοιχτο παντζούρι χαϊδεύοντας την γάτα που γουργούριζε χαρούμενη στα πόδια του

έκανε έναν γύρο με το βλέμμα του, πρώτα ο καθρέπτης που στέκονταν όρθιος και καμαρωτός στ’ αριστερά του να επιβλέπει όλο το δωμάτιο, στενός ψηλός και χαρωπός με καμπύλες κι εσοχές, τον είχε αγοράσει στο παζάρι λίγα χρόνια νωρίτερα, τα είχε πλέον φάει τα ψωμιά του, σε λίγο θα τον σούτερνε,  αυτό τουλάχιστον σκέφτονταν

στον άλλο τοίχο κρεμασμένη περήφανη η σημαία της χώρας του Τζιάπ και του Χο, αυτής της περήφανης ασιατικής χώρας που την βρέχει η θάλασσα της νότιας Κίνας και την διασχίζει στα νότια ο περίφημος ποταμός Μεκόνγκ, χώρα που ταπείνωσε τρεις αυτοκρατορίες, και κατάφερε να ξετρυπώσει κάποια στιγμή σε κάποιο από τα μαγαζάκια στο Μοναστηράκι τον περασμένο χειμώνα.

Ο Γιαπ πολέμησε και κέρδισε γάλλους, ιάπωνες και αμερικανούς. Εκείνης της επανάστασης ο Χο Τσι Μιν ήταν η σοφία και ο στρατηγός ήταν η δύναμη. Ο θάνατός του τον επαναφέρει από τον μύθο στην ιστορία, του ανταποδίδει ολοκληρωτικά το όνομά του. Η μεγάλη του ζωή διέσχισε όλο το εικοστό αιώνα και του έδωσε σχήμα. Ήταν ένας αιώνας στη διάρκεια του οποίου συχνά οι αδύναμοι τόλμησαν ν’ αμφισβητήσουν τους δυνατούς. Ήταν ένας ήσυχος Βιετναμέζος. Μαζί με τον Χο Τσι Μιν νίκησαν Γαλλία Ιαπωνία και Ηνωμένες Πολιτείες  με μια στρατηγική επαναστατική και στρατιωτική στην οποία συμμετείχε ολόκληρος ο βιετναμέζικος λαός.

Αλλά συνεχίζει την ήσυχη περιήγηση του με το βλέμμα στο δωμάτιο

Στον μεσιανό ένα αλεξίπτωτο θαλάσσης κρεμασμένο διάπλατα ανοιγμένο με τα σκοινιά του μισοξεσκισμένο, έχασκε και θύμιζε τα πρώτα χρόνια στην αμμουδιά όταν ακόμα αμούστακο παλικαράκι πάσχιζε να μάθει τα μυστικά της θάλασσας και των ανέμων στις παραλίες της Μακεδονίας που του έλαχε η μοίρα να κάνει τα πρώτα βήματα της ‘εκπαιδευτικής’ , ας το πούμε έτσι, πορείας – ήταν το πρώτο που είχε χρησιμοποιήσει, και θαυματουργό!

Τώρα η προσοχή του έπεσε στο βιβλίο που βρίσκονταν πεσμένο μισάνοιχτο δίπλα στο προσκεφάλι του. Όλη η ζωή πέρασε μεμιάς από μπροστά του μονορούφι. Η καρδιά χτυπούσε σαν ταμπούρλο. Σιωπή λοιπόν, λέξη μαγική. Ήχοι ακούγονταν να βγαίνουν μέσα απ’ το βιβλίο και πλανώνται στο δωμάτιο ακολουθώντας του φωτός τις διαδρομές, νότες ευχάριστες στο αυτί που λέγουν πως πρέπει να λες λίγα, κι όταν μιλάς να λες μονάχα τ’ απαραίτητα και πως πρέπει πολύ ν’ακούς και να κοιτάς πολύ και δε θα μετανιώσεις

μα η καρδιά του πάει να σπάσει τι συμβαίνει τι είναι αυτό τέλος πάντων το μυστήριο ταμπλάς στο κεφάλι κεραυνοβολείται μάλιστα να λοιπόν έτσι εξηγείται η πρωινή ανησυχία μα τι λέει δεν έχουν περάσει παρά κάτι δευτερόλεπτα είναι μια άλλη διάσταση, βρίσκεται »αλλού», όλα είναι βυθισμένα στο νερό που έχει αρχίσει να αδειάζει βασανιστικά αργά και η ησυχία τρομακτική, και είναι όλα μαγικά καταπληκτικά, και όλο κατεβαίνει το επίπεδο και το κεφάλι του βουίζει όλο και λιγότερο και έρχεται μια ησυχία μια γαλήνη μοιάζει με παράδεισος  έτσι πρέπει να είναι η παράδεισος σκέφτεται και όλα γίνονται ένα εκεί μέσα στο υπέροχο διάφανο ύδωρ και βλέπει τα εσώτερα και είναι η αιωνιότητα Αυτό, έτσι το νιώθει, γιατί ο χρόνος έχει σταματήσει,

μέχρι που αποφασίζει πως φτάνει μέχρις εδώ, όχι πως καταλαβαίνει ποιος έδωσε την διαταγή! είναι κάποιες στιγμές που δεν καταλαβαίνει ποιος είναι αυτός που παίρνει τις αποφάσεις, να είναι το κορμί; το μυαλό; το συνειδητό; το υποσυνείδητο; κάποιο άλλο κομμάτι του εαυτού μας να είναι αυτό που λέει πως στοπ, πρέπει να επιστρέψουμε πίσω σε αυτό που βλέπουμε με τα μάτια του κορμιού μας κι έτσι γίνεται, οπότε

αμέσως χαμογέλασε συγκαταβατικά και έγνεψε ευχαριστημένος, έσκυψε στο προσκεφάλι του χαρούμενος κι αφέθηκε να αποκοιμηθεί ξανά μιας και το ραντεβού του με το πλήρωμα στο αγκυροβόλιο αργούσε ακόμη

και βλέπει στο βάθος του μυαλού του το κεραυνοβολημένο πρόσωπο της Αγιάνα την ώρα που σαν σταματημένο τρένο την προσπερνά η Όμπιρι, η χρυσή αθλήτρια απ’ την Κένυα η οποία σαν κεραυνός πέταξε προς τον τερματισμό των 5000 μέτρων του αφιλόξενου Λονδίνου που φέρθηκε πολύ άδικα προς τον μποτσουανέζο Μακουάλα

Αποτέλεσμα εικόνας για χο τσι μινχ

Παλιά φωτογραφία
στην άδεια παραλία
σιωπή.

Κοιτάζω απ’ το μπαλκόνι
το δρόμο που θολώνει
η βροχή.

Λένε πως στη χώρα που ναυάγησες
βασιλεύουν οι μάγισσες.
Βουλιάζουνε στο βυθό και σε βγάζουνε
στον αφρό.

Λένε πως μας άφηνες στα κύματα
φυλαχτά και μηνύματα.
Τα βρήκανε τα πουλιά και χαθήκανε
ξαφνικά.

Η πόλη σαν καράβι
τα φώτα της ανάβει
γιορτή.

Θυμάμαι που γελούσες
να μείνω μου ζητούσες
παιδί.

Λένε πως στη χώρα που ναυάγησες
βασιλεύουν οι μάγισσες.
Βουλιάζουνε στο βυθό και σε βγάζουνε
στον αφρό.

Λένε πως μας άφηνες στα κύματα
φυλαχτά και μηνύματα.
Τα βρήκανε τα πουλιά και χαθήκανε
ξαφνικά.

Στίχοι:  

Παύλος Παυλίδης

The Sound of Silence

Disturbed

Hello darkness, my old friend
I’ve come to talk with you again
Because a vision softly creeping
Left its seeds while I was sleeping
And the vision that was planted in my brain
Still remains
Within the sound of silence

In restless dreams I walked alone
Narrow streets of cobblestone
‘Neath the halo of a street lamp
I turned my collar to the cold and damp
When my eyes were stabbed by the flash of a neon light
That split the night
And touched the sound of silence

And in the naked light I saw
Ten thousand people, maybe more
People talking without speaking
People hearing without listening
People writing songs that voices never share
And no one dared
Disturb the sound of silence

Simon & Garfunkel

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η φυγή προς τα εμπρός -La fuga in avanti

του Manolo Morlacchi

Morlacchi-LaFugaInAvanti.jpgManolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, ed. Agenzia X, pp. 216, € 15,00. Η φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει

La fuga in avanti Η φυγή προς τα εμπρός βγήκε στα βιβλιοπωλεία εδώ και λίγες ημέρες και υπάρχουν κάποιες παρατηρήσεις, προκλήσεις, ερωτήσεις, που εμφανίζονται κατ’ επανάληψη στις παρουσιάσεις  όπου συμμετέχω και στις κριτικές που μέχρι τώρα μπόρεσα να διαβάσω, ειδικότερα η αναφορά του Wu Ming 1 στην Nandropausa. Οπότε βεβαιώθηκα για την ανάγκη εμβάθυνσης κάποιων ζητημάτων γύρω απ’ το βιβλίο μου.

Κατά μήκος των σελίδων του La fuga in avanti περιγράφω αρκετές φορές με μεγάλη έμφαση και νοσταλγία το κλίμα μέσα στο οποίο πέρασα τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας και ενηλικίωσης, πάνω κάτω από το 1975 στο 1985. Αυτή η περιγραφή μπορεί να ξεσηκώσει κάποια ενόχληση ή αμηχανία μεταξύ εκείνων που έζησαν στην πρώτη σειρά εκείνη την πολιτική περίοδο και πλήρωσαν τις συνέπειες σκληρά. Αλλά η ανάγνωση μου είναι σκόπιμα προκλητική. Είναι η προσπάθεια να συσχετίσω τα ανθρώπινα και κοινωνικά χαρακτηριστικά αυτών που αποφάσισαν να οδηγηθούν στην σύγκρουση με το Κράτος, με τα ανθρώπινα και κοινωνικά προφίλ με τα οποία είμαστε συνηθισμένοι να ζούμε σήμερα. Είναι η προσπάθεια να δείξω πως, στο τέλος, αυτά τα ονόματα και επίθετα είναι τα ίδια όπως και τότε, πως δεν πρόκειται για προσωπικές βιογραφίες, αλλά συλλογικά γεγονότα, πολιτικές και επαναστατικές ευκαιρίες, πολύ υλικά ζητήματα. Είναι η προσπάθεια να παρέμβω επάνω στις κοινοτοπίες, τα κοινά στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία τα χρόνια ’70 υπήρξαν ένας σύγχρονος μεσαίωνας, μολυβένιος και σημαδεμένος από την ultraιδεολογία.
Oι αναμνήσεις μου περιγράφουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Στην γειτονιά μου, το Giambellino, στα χρόνια ’70, οι προλετάριοι ήταν με την μεριά των Ερυθρών Ταξιαρχιών, erano dalla parte delle Brigate Rosse. Είναι πολλές οι σχετικές μαρτυρίες. Όλοι γνώριζαν ποιοι ήταν οι παράνομοι, τύχαινε αυτούς τους παρανόμους να τους συναντάς να τρων και να πίνουν στις ταβέρνες και στους τόπους συνάντησης του Giambellino, στην Bersagliera ή στην Cooperativa, δίχως κανείς να έχει κάτι να πει  (και δεν επρόκειτο για φόβο). Στην Piazza Tirana οι BR πραγματοποίησαν κάποιες δημόσιες συγκεντρώσεις δίχως να παρέμβει η αστυνομία. Σε οροφές λαϊκών κατοικιών εμφανίζονταν συχνά κόκκινες σημαίες με το πεντάκτινο αστέρι. Οι ίδιοι οι στρατευμένοι στο PCI γνώριζαν ποιοι κρύβονταν πίσω από τις Brigate Rosse, αλλά στην χειρότερη των περιπτώσεων ζούσαν μαζί. Ο πατέρας μου ήταν τόσο δεμένος με την ιστορία του στο κόμμα ώστε, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, γράφτηκε στην Rifondazione Comunista, στην Κομουνιστική Επανίδρυση δηλαδή, και γιόρτασε την πρώτη νίκη του Prodi επί του Berlusconi!
Δεν έχω σίγουρα σκοπό να ξεχωρίσω την ιστορία των ρομαντικών ερυθρών Ταξιαρχιών της περιπέτειας, σε σχέση με την ιστορία  των αιματηρών μιλιταριστικών ερυθρών Ταξιαρχιών. Υπάρχει μια μοναδική ιστορία της ένοπλης πάλης στην Italia και ο πατέρας μου υπήρξε απόλυτα μέρος της από το 1970 μέχρι που βγήκε από την φυλακή το 1986.   Παρέμεινε αδιαπέραστος-αμετακίνητος σε κάθε προσπάθεια να ελαφρύνει την θέση του ως κρατούμενος, χωρίς να αναζητεί τις συντομεύσεις του διαχωρισμού ή την ατιμία της μετάνοιας. Τις κριτικές του και τις αμφιβολίες σχετικά με την Οργάνωση πάντα τις διατηρούσε για τους συντρόφους με τους οποίους μοιράζονταν την ίδια άκαμπτη αποστροφή για το αστικό σύστημα.
Αυτό που κίνησε εκείνα τα πρόσωπα του Giambellino και τους πολλούς που τα ακολούθησαν, ήταν μια ώθηση πολύ υλική που προέρχονταν από μακριά και δεν αντιπροσώπευε τον καρπό μιας επεξεργασίας πανεπιστημιακού σαλονιού. Σε αυτούς συνοψίζονταν πολλοί αγώνες : η Αντίσταση στον ναζιφασιμό, η πείνα που υπέφεραν στην διάρκεια και μετά τον πόλεμο, οι εργατικοί αγώνες στα εργοστάσια των χρόνων ’50, η ρήξη με το PCI και η υποστήριξη στην Κίνα, στο Βιετνάμ, στην Κούβα, στους αφρικανικούς αγώνες ενάντια στην αποικιοκρατία. Τέλος, το 1968 και η δύσκολη διαλεκτική με τους φοιτητές, “τους μελλοντικούς ηγέτες της Χώρας που είχαν την πρόθεση να οδηγούν τις πορείες”.
Ήταν αυτή η πρακτική τους συνέπεια, ακόμη και πριν από την πνευματική / ιδεολογική, που έκανε ιδιαίτερους εκείνους τους συντρόφους και συναρπαστική την παιδική μου ηλικία. Ήξερες ποιος βρισκόταν μπροστά σου. Ήξερες ότι εκείνους τους ανθρώπους τους έβρισκες να παίζουν ζάρια με τον υπόκοσμο στον σιδηροδρομικό σταθμό του San Cristoforo στην πλατεία Τirana, αλλά όταν χρειάζονταν περισσότερα επάνω σε αυτούς μπορούσες να στηριχθείς χωρίς αμφιβολία.
Αυτά τα συναισθήματα προσπάθησα να τα μεταφέρω μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, προσπαθώντας να αποφύγω κάθε επιφύλαξη. Το La fuga in avanti είναι ένα βιβλίο παρτιζάνικο που προτίθεται να βάλει μέσα στο αυλάκι των επαναστατικών αγώνων του περασμένου αιώνα την εμπειρία του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Το βιβλίο μου δεν έχει καμία ειρηνευτική πρόθεση. Είναι η προσπάθεια να κατανοήσουμε τα λάθη και τα επιτεύγματα αυτής της εμπειρίας ώστε τα συμπεράσματα να χρησιμοποιηθούν από όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η κοινωνία του κέρδους είναι ένα βδέλυγμα ενάντια του οποίου πρέπει να αγωνιζόμαστε.

Μια άλλη πτυχή που συχνά εμφανίζεται στις συζητήσεις γύρω από τη δεκαετία του ’70, είναι το θέμα της ειδικής νομοθεσίας και, γενικότερα, οι μορφές που η καταστολή ανέλαβε για να νικήσει τον ένοπλο αγώνα: επαναφορά των σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων των κρατουμένων και των οικογενειών τους, υπόγεια χρήση της θανατικής ποινής και ούτω καθεξής. Είναι συνήθεια μεγάλου μέρους της λιγότερο ή περισσότερο θεσμικής αριστεράς, να αντιμετωπίζει εκείνα τα γεγονότα και περιστατικά σαν να ήταν το αποτέλεσμα μιας συλλογικής τρέλας που μεγάλωσε μέσα στην μήτρα των δημοκρατικών θεσμών.
Σαν εκείνες οι κατασταλτικές επιλογές να ήταν ένα τέρας που ξέφυγε από το χέρι κάποιου και όχι το συγκεκριμένο προϊόν των μεθόδων με τις οποίες οι μηχανισμοί του Κράτους, οποιουδήποτε Κράτους, παρεμβαίνουν όταν η διαφωνία γίνεται επικίνδυνη. Σαν, σε σύγκριση με εκείνα τα χρόνια, να υπήρχαν σήμερα κατασταλτικές δυνατότητες λιγότερο κακές από ό, τι ήταν τότε. Θα έφτανε να διαβάσετε το θαυμάσιο βιβλίο του Emilio Quadrelli Απόδραση και εξεγέρσεις, Evasione e rivolte για να συνειδητοποιήσετε πόσο αυτό το είδος της ανάγνωσης, στην καλύτερη περίπτωση, είναι αφελές, απλοϊκό.
Εκείνοι που πολεμούν τον ιμπεριαλισμό με τα όπλα στο χέρι, χθες όπως και τώρα, γνωρίζουν τα εργαλεία με τα οποία η αστική τάξη είναι εξοπλισμένη για να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της. Είναι βελτιωμένα εργαλεία επάνω στο δέρμα εκείνων που πολέμησαν τον καπιταλισμό στην διάρκεια των επαναστατικών κύκλων τα τελευταία 150 χρόνια. Θεωρητικές εργασίες που βγήκαν από τα κεντρικά του τρόμου των ηνωμένων πολιτειών, του ισραήλ, της γαλλίας, βρετανίας, ιταλίας και που βρήκαν πρακτική εφαρμογή στα λατινοαμερικανικά σενάρια, μεσανατολικά, αφρικανικά, ινδοκινέζικα, στον αγώνα ενάντια στις μαχόμενες ευρωπαϊκές οργανώσεις και όλου του κόσμου. Σήμερα αυτά τα εγχειρίδια καταστολής βρίσκουν την πλανητική τους καθαγίαση και την σωστή ευελιξία για να ανταποκριθούν σε κάθε ποιοτική και ποσοτική αναγκαιότητα. Έτσι έχουμε την περίπτωση του Ιράκ, όπου contractor/πατριώτες ιταλοί φεύγουν για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου βιάζοντας γυναίκες και παιδάκια, και έχουμε αντιθέτως την περίπτωση της Γένοβας το 2001 όπου η αστυνομία μας περιορίζεται να δώσει τα διαπιστευτήρια της σε όσους πίστευαν ότι η μπουρζουαζία μιας δημοκρατικής χώρας χρησιμοποιεί διαφορετικά εργαλεία σε σχέση με αυτά που προορίζει για τις περιφέρειες του κόσμου. Να προσπαθούμε να τετραγωνίσουμε τον κύκλο επάνω σε αυτά τα θέματα γύρω από ένα τραπέζι και με την έγκριση των θεσμικών οργάνων είναι, για να χρησιμοποιήσουμε μια ευγενική έκφραση, αδύνατο. Εκτός αν νομίζετε ότι υπάρχει μια διχοτομία μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των συμφερόντων του κεφαλαίου.

Στο βιβλίο μου έχει επίσης επικριθεί το γεγονός πως δεν σέβεται τον πόνο των θυμάτων εκείνων των χρόνων. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Σέβομαι αυτό τον πόνο, αποφεύγοντας να μιλήσω γι ‘αυτόν. Δεν είναι ένα απλό escamotage, τέχνασμα, αλλά η βαθιά πεποίθηση ότι δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να εισέλθω σε έναν πόνο που δεν είναι δικός μου. Νομίζω ότι ο σεβασμός είναι μια κατηγορία που μερικές φορές προκαλείται από τους νικητές, όταν οι ηττημένοι δεν ζητούν «συγνώμη». Όλοι θρηνούν τους νεκρούς τους όπως το επιθυμούν. Έχω μεγάλο σεβασμό για τον ανθρώπινο πόνο που προκαλείται από τη βία, είτε επαναστατική είτε κατασταλτική. Πολύ πιο σημαντικό είναι να πούμε ότι αυτό το σεβασμό τον είχε ο πατέρας μου, η μητέρα μου και οι πολλοί σύντροφοι τους. Ανέφερα σκόπιμα στις σελίδες της Φυγής προς τα εμπρός- La fuga in avanti ένα βήμα από το Δίχως ανακωχή-Senza tregua, όταν ο διοικητής Visone βρίσκεται μπροστά στους νεκρούς του Piazzale Loreto και παρατηρεί τα πρόσωπα ευτυχισμένα και χαμογελαστά των φασιστών: «Συνειδητοποίησα εκείνη τη στιγμή πόσο μεγάλη ήταν η απόσταση που με χώριζε από τους εχθρούς μου. Εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να γελάσω μπροστά στα πτώμα του εχθρού μου. Πολύ μεγάλο ήταν το βάρος που κουβαλούσα στους ώμους μου για αυτούς τους θανάτους «.

Θέλησα να διηγηθώ μια ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών χωρίς να θαφτώ στις πτυχώσεις της Επίσημης Ιστορίας. Δεν ενδιαφέρθηκα για τα διάφορα στάδια και τις διαφορετικές ψυχές του ένοπλου αγώνα: ένοπλη προπαγάνδα, μιλιταριστική πτέρυγα, κινηματική πτέρυγα, πρώτη και δεύτερη θέση, pg, pcc, ucc κλπ . Όχι γιατί είναι ασήμαντα θέματα, αλλά επειδή δεν χρειάζονται για να περιγράψουν όλη την ιστορία της πιο σημαντικής ιταλικής ένοπλης οργάνωσης.
Έτσι όπως είναι άχρηστο να προσπαθήσουμε να την χρωματίσουμε (εκτός αν πρόκειται για μια εκ νέου ανάγνωση συμφεροντολογική) εξιστορώντας τις ασχήμιες και τις εκτροπές που συνέβησαν κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Οι στραγγαλισμοί στην φυλακή αγωνιστών οι οποίοι είχαν κάνει ομολογίες κάτω από βασανιστήρια, οι δολοφονίες για να διαδοθεί ένα φυλλάδιο, κ.λπ. κ.λπ. Η κατηγορία της βίας, σε ανάγνωση με απόλυτους όρους, κατά παρεκβολή και με ακραίο τρόπο, θα περιέγραφε το εσφαλμένο της ένοπλης επιλογής. Παίρνει τη μορφή ενός πνευματικού τεχνάσματος ώστε να κάνει όλους να συμφωνήσουν. Μα που βρίσκονταν η βία εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία; Ήταν το προϊόν μιας ομάδας τρελών που το είχαν σκάσει από κάποιο ψυχιατρείο, ή ήταν το αποτέλεσμα της κοινωνικής σύγκρουσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη;  Εάν θέταμε σε ανταγωνισμό την επαναστατική βία με εκείνην της καταπίεσης,  ε λοιπόν θα κέρδιζε με μεγάλη απόσπαση εκείνη που προκλήθηκε από τις σφαγές του Κράτους, από τα νομιμοποιημένα βασανιστήρια, από τις δολοφονίες που πραγματοποιήθηκαν στους δρόμους και τις πλατείες, στις φυλακές, από τους σφαγιασμούς που διαπράχθηκαν από τον ιμπεριαλισμό σε όλο τον κόσμο. Αλλά είναι άχρηστη αυτή η επιχείρηση, εκτός εάν, επαναλαμβάνω, αυτή είναι μια πολιτική επιχείρηση. Αλλά τότε μπαίνουμε σε έναν άλλο χώρο. Είναι όπως όταν σήμερα μας κάνουν να βλέπουμε παντού τους δολοφόνους της Αλ Κάιντα, αλλά προσέχουν πολύ από το να δημοσιεύουν τα “ηρωικά κατορθώματα” των στρατιωτών και των μισθοφόρων μας στους οίκους ανοχής της Καμπούλ, στα χωριά του Κοσσυφοπεδίου, κατά μήκος των δρόμων του Ιράκ.
Ο πατέρας και η μητέρα μου στάθηκαν πάντα κριτικοί και μακρινοί σε σχέση με ορισμένες εκτροπές που συνδέονται με την ήττα που διαφαίνονταν επί της οργάνωσης, όπως επίσης αφηγούμαι με μαρτυρίες στο βιβλίο μου. Αλλά όλα αυτά λίγη σημασία έχουν στη συνολική αξιολόγηση. Σήμερα οι BR δεν υπάρχουν πια. Αλλά η βία η καταπίεση και η καταστολή αυξάνουν γεωμετρικά. Είναι από αυτή την παραδοχή, από ότι συμβαίνει σήμερα, που πρέπει να αρχίσουμε να ξαναδιαβάζουμε εκείνα τα επεισόδια.
Βιβλία για τις ΕΤ έχουμε δεκάδες. Η βία, διαβασμένη με μονόπλευρο τρόπο, παραμένει το κύριο εργαλείο για να περιγραφεί εκείνη η εμπειρία. Ασυνάρτητη, ανιστόρητη, διανοουμενίστικη, είναι μια ανάγνωση που χρησιμεύει μόνο για να πιστοποιήσει την ιστορία που έγραψαν οι νικητές. Εγώ αντιθέτως προσπάθησα να την γράψω από την οπτική των ηττημένων, ηττημένων, που όμως δεν παραδόθηκαν, δεν το έβαλαν κάτω, δεν τα παράτησαν – sconfitti, ma non arresi.

https://www.carmillaonline.com/2008/01/03/la-fuga-in-avanti/

διεθνισμός, internazionalismo

Συνέντευξη στον Emory Douglas: τέχνη, Black Panthers και ζαπατισμός

των Martino Sacchi και Alessandro Peregalli

zapantera-neraΣήμερα, 15 oκτωβρίου 2016, είναι η επέτειος των 50 χρόνων από την γέννηση, στο Oakland, California, του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων, del Partito delle Pantere Nere.

Τον Δεκέμβρη του 2013 είχαμε συναντήσει στο San Cristobal de las Casas, Chiapas, τον Emory Douglas, Υπουργό Πολιτισμού του Black Panther Party μέχρι την διάλυση του κινήματος. Όπως κι εμείς, ο Douglas ήταν ένας από τους πέντε χιλιάδες φοιτητές που θα είχαν πάρει μέρος στο ζαπατιστικό σχολείο, στην escuelita zapatista: στιγμή κατά την οποίαν οι ζαπατιστικές κοινότητες του νοτιοανατολικού Μεξικού άνοιξαν τα σπίτια τους για να φιλοξενήσουν ακτιβίστριες και ακτιβιστές απ’ όλο τον κόσμο και να παρουσιάσουν τις διαδρομές αυτονομίας που προωθούσαν μέσα στα πάνω από είκοσι χρόνια αγώνα. Λίγους μήνες αργότερα είχαμε την δυνατότητα να τον συναντήσουμε εκ νέου στο σπίτι του στην περιφέρεια του San Francisco, και του κάναμε αυτή την συνέντευξη, που υπήρξε κυρίως μια κουβεντούλα γύρω από την βιογραφία του σαν αγωνιστή, καλλιτέχνη, διεθνιστή. Σαν καλός σύντροφος, αφροαμερικανός, κληρονόμος μιας παράδοσης αγώνα που περισσότερο από ποτέ είχε αναπτυχθεί μέσα από γραμμές μετακινήσεων και φευγιού, μετατοπίσεις, εκτοπίσεις και εξόδους (από το μεσαίο πέρασμα του Ατλαντικού, dal middle passage atlantico στις εμπειρίες ενάντια στην δουλεία της ξενοφοβίας ), δεν μας εξέπληξε η φυσική ικανότητά του να συσχετίσει διαφορετικές αντιστάσεις και αγώνες σε διαφορετικά θέματα και συγκυρίες όπως του Όκλαντ στη δεκαετία του ’60 και του ’70, και τα βουνά και το αυτόχθονο δάσος του νοτιοανατολικού Μεξικού σήμερα. Από τις άμεσες περιγραφές ενός καλλιτέχνη του δρόμου όπως ο Emory Douglas, μπορούμε να εντοπίσουμε εκείνα τα επαναστατικά πολιτικά κυκλώματα που συνέδεσαν τους Μαύρους Πάνθηρες στην Κίνα του Μάο, τις σελίδες του Φανόν και τα απελευθερωτικά κινήματα στην Αγκόλα. Στην τέχνη του Douglas τέμνονται αυτές οι διεθνικές τροχιές, από την τέχνη της Πολιτιστικής Επανάστασης, στις αφίσες για τη Διάσκεψη Tricontinental της Κούβας το 1966, μέχρι το έργο «Zapantera Negra» που ξεκίνησε το 2012 για τη στήριξη του αγώνα στην Τσιάπας.

Mάϊος 2014, San Francisco: Είσαι πρώτα απ ‘όλα ένας καλλιτέχνης όσο και ένας πολιτικός ακτιβιστής. Κανένα από αυτά τα συστατικά μπορεί να θεωρηθεί ως χωριστό από τα άλλα. Ξεκινώντας από την προσωπική σου πορεία μέσα από τα κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και του ’70, με τι τρόπο αυτές οι δύο όψεις της τέχνης και του πολιτικού ακτιβισμού διασταυρώθηκαν;

Αυτές οι δυο συνιστώσες συναντήθηκαν στην συμμετοχή μου στο Black Arts Movement, πριν από τους Μαύρους Πάνθηρες. Ήταν ένα ευρύτατο κίνημα στην Δυτική Ακτή, nella West Coast, στην Ανατολική Ακτή και λιγάκι στο Νότο, όπου συνάντησα τον Amiri Baraka (LeRoi Jones) κι άρχισα να κάνω τον υποβολέα για τα θεατρικά έργα του ενώ παρακολουθούσα το San Francisco Community College. Την ίδια περίοδο – ήταν ο ιανουάριος του 1967 – κάποιοι νεαροί ακτιβιστές οργάνωναν μια συνάντηση με ευκαιρία την άφιξη του Malcom X στην Bay Area: αυτοί ήξεραν πως ήμουν μέρος του Black Arts Movement και μου ζήτησαν να κάνω τα γραφικά για την πρωτοβουλία. Όταν στη συνέχεια βρέθηκα στην συνάντηση μου είπαν πως κάποιοι αδελφοί έφταναν για να οργανώσουν μια συνέλευση γύρω από την αυτοάμυνα και την ασφάλεια. Πήγα εκεί και βρέθηκα για πρώτη φορά με τον Bobby Seale; αυτό λοιπόν συνέβη πολύ πριν αυτός μου ζητήσει να ενωθώ στο Black Panther Party. Έβαλε στο χέρι μου ένα εισιτήριο λεωφορείου – δεν είχα αυτοκίνητο – και με προσκάλεσε σπίτι του όπου πολύς κόσμος ζούσε σε κοινότητα. Τέλος πάντων η γραφική εργασία για τον Malcom X υπήρξε η πρώτη μου πολιτική συμμετοχή σαν καλλιτέχνης. Τον Μάϊο πάντα του ’67 έκανα το πρώτο εξώφυλλο ενός tabloid, εργαζόμενος πολύ επάνω στα γραφικά για τα περιοδικά. Ήταν μια περίοδος  κατά την οποίαν η τέχνη άρχιζε να γίνεται αντιληπτή σαν μια αντανάκλαση της πολιτικής, μα ήταν επίσης και κάτι ξεχωριστό από το Black Panther Party. Πρακτικά σε εκείνη την δουλειά τοποθέτησα μια σειρά από τεχνικές που απέκτησα όταν βρισκόμουν στο City College βασισμένες στο εμπορικό στυλ που συνήθως χρησιμοποιείται για τους χαρτοφύλακες, εκείνους που χρησιμοποιείς όταν ψάχνεις δουλειά. Όταν μετά μπήκα στους Μαύρους Πάνθηρες ανέπτυξα ένα πιο ελεύθερο στυλ, εμπνευσμένο από τα Δέκα Σημεία του προγράμματος και απ’ την γραμμή μας, και οι Bobby Seale και Huey Newton μου άφησαν πλήρη αυτονομία. Ήταν εκεί που η τέχνη έγινε για εμένα μια αντανάκλαση αυτού που συνέβαινε στον κόσμο σε ένα επίπεδο τοπικό, εθνικό και διεθνές.

Ποιες καλλιτεχνικές και πολιτικές εμπειρίες έχουν συμβάλει στην ανάπτυξη αυτού του νέου στυλ για το οποίο μιλάς;

Μεγάλο μέρος από τις πολιτικές επιρροές προέρχονταν από την Κούβα. Οι OSPAAAL [Organization of Solidarity for People of Asia, Africa and Latin America], παρήγαγαν πάρα πολλά poster σε αλληλεγγύη με τους παγκόσμιους αγώνες. Μπορείτε να τα βρείτε online σήμερα, είναι χιλιάδες poster, και βρίσκονταν στη ρίζα μέρους της καλλιτεχνικής δουλειάς που έφτιαξα. Στην συνέχεια επηρεάστηκα πολύ από την τέχνη που έρχονταν από το Vietnam, από την κινεζική και ρωσική κάθε τόσο, έτσι όπως και από τις δουλειές που προήλθαν από το κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ εδώ, στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ποιος ήταν ο ρόλος σου μέσα στο Black Panther Party; Πως συνδέονταν οι καλλιτεχνικές στρατηγικές με την μαχητική στράτευση στο κόμμα;

Αρχικά μου δόθηκε ο τίτλος του “revolutionary artist” κι εργαζόμουν κυρίως στην εφημερίδα. Χέρι χέρι που το κόμμα άρχισε να μεγαλώνει προικίστηκε με μια δομή για να συγκεντρώσει τα άτομα που ενώνονταν και ήθελαν να συνεισφέρουν. Έτσι σχηματίστηκαν τα υπουργεία κι εγώ έγινα Υπουργός πολιτισμού, με το καθήκον να συντονίζω όλες τις πρωτοβουλίες που έλκονταν γύρω από αυτό τον τομέα, από πανό και αφίσες, στις επαφές για την συγκέντρωση κεφαλαίων. ο Santana για παράδειγμα ήταν ο πρώτος που συμμετείχε, πολύ πριν γίνει γνωστός, μετά οι Jerry Garcia, The Greatful Dead, John Lee Hooker, άνθρωποι όλων των ειδών στη διάρκεια των χρόνων. Να, εκείνα ήταν μέρος των ευθυνών μας. Ήταν ουσιαστικά να διδάξουμε πράγματα ο ένας στον άλλον, να μοιραστούμε ικανότητες, να υποδεχθούμε νέα μέλη. Στο πλαίσιο αυτό, υπήρχαν και μαθήματα πολιτικών επιστημών, πολιτικής έρευνας όσο εξελισσόμασταν σε διάφορες συλλογικότητες και κολεκτίβες.

Εκτός από αυτά υπήρχε η πολιτική καθημερινή δουλειά: να πουλάμε εφημερίδες, να συμμετέχουμε επαγρυπνώντας για την αστυνομία (copwatching) με τις ομάδες αυτοάμυνας στις γειτονιές, και πάει λέγοντας.

Υπό το φως μιας εμπειρίας όπως εκείνη της αυτονομίας Zapatista, στην οποίαν πλησίασες πρόσφατα, μπορείς να μας περιγράψεις τα κύρια χαρακτηριστικά της πολιτικής πρακτικής του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων;

Υπάρχουν σίγουρα δυνατές διαφορές σε επίπεδο πλαισίου, σε επίπεδο συγκυρίας. Oakland είναι μια πόλη στην οποίαν προσπαθούσαμε να αμυνθούμε και να οδηγήσουμε έναν αγώνα αυτοδιάθεσης. Στο δάσος είναι όλα διαφορετικά, ένα άλλο πράγμα, είναι ένα έδαφος, ένα διαφορετικό επίπεδο.

Σε ιδεολογικό επίπεδο το Black Panther Party εμπνέονταν από τον μαρξισμό και τον λενινισμό, αν και επεξεργαστήκαμε μια δική μας ιδεολογία, ψάχνοντας αυθεντικούς τρόπους σύνδεσης με τους παγκόσμιους αγώνες. Βέβαια διαβάζαμε τα πάντα, μας είχε ζητηθεί, και κάποιοι στο κόμμα ήταν μαρξιστές, μα άλλοι, όπως εγώ για παράδειγμα, δεν είχαμε απολύτως καμία ιδέα για οτιδήποτε όταν μπήκαμε. Οπότε δεν ήταν τόσο απαραίτητο να αντιμετωπίσουμε θέματα πνευματικά, διανοητικής φύσεως, αλλά να τα αποσυνθέσουμε, να τα διασπάσουμε σε μια κοινή γλώσσα. Αυτή ήταν η ιδιοφυία των Μαύρων Πανθήρων, ειδικότερα του Bobby Seale που ήταν ο πιο διανοούμενος, ένας μεγάλος επικοινωνιακός, ενώ ο Eldridge Cleaver ήταν περισσότερο επικεντρωμένος στην καθημερινή στράτευση, αν και ήταν και οι δυο πολύ σεβαστοί, ήταν ικανοί να επικοινωνούν και μέσα στο ίδιο το κόμμα. Πολλοί Πάνθηρες ήταν νεότατοι, εγώ μπήκα στα 21 μου χρόνια αλλά υπήρχαν στελέχη ανάμεσα στα 16 και τα 19 χρόνια. ο Bobby Seale ήταν 30 χρονών και θεωρούνταν μεγάλος, γέρος. Ο Fred Hampton ήταν 21 χρόνων, αλλά δραστηριοποιούνταν ήδη στους youngster πριν εισέλθει στις Pantere Nere. Σκοτώθηκε το 1969 όταν η καταστολή έγινε βαρύτερη κι όταν άλλοι δυο πάνθηρες, ο Bunchy Carter και ο John Huggins, δολοφονήθηκαν στο campus του πανεπιστημίου του Los Angeles. Λίγο μετά την δολοφονία του Fred Hampton υπήρξε μια ανταλλαγή πυροβολισμών επί πολλές ώρες μεταξύ της αστυνομίας και της ενότητας του Los Angeles του Black Panther Party. Άρχισαν να διεισδύουν πράκτορες προβοκάτορες στις Pantere Nere, πραγματικές παραστρατιωτικές επιθέσεις, όπως περίπου κάνουν σήμερα με τους ζαπατίστας. Το COINTELPRO [programma di controspionaggio, πρόγραμμα αντικατασκοπίας του FBI] διέδιδε και κυκλοφορούσε ψευδείς δηλώσεις για να θέσει τους μεν ενάντια στους άλλους, για να μαλώνουμε μεταξύ μας δηλαδή.

Όσον αφορά την πολιτική πρακτική, προωθούσαμε την αυτοοργάνωση ξεκινώντας από τις πρωταρχικές ανάγκες, όπως η ιατρική φροντίδα ή το breakfast program: δείχναμε τις αντιθέσεις σχετικά με όσα η κυβέρνηση δεν έκανε. Το πρώτο breakfast program έγινε στην εκκλησία του West Oakland και σύντομα το σχέδιο διαδόθηκε σε πολλές πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών: Πάνθηρες που σηκώνονταν στις 4 το πρωί για να ετοιμάσουν το πρωινό στα παιδάκια της συνοικίας πριν πάνε στο σχολείο. Γύρω από εμάς υπήρχε αλληλεγγύη για παράδειγμα από πλευράς πολλών καταστηματαρχών, αλλά και μεγάλος εκφοβισμός και διάφορες υποσχέσεις διευκολύνσεων σε όσους δεν συνεργάζονταν μαζί μας. Μια φορά, για παράδειγμα, η αστυνομία έστειλε ένα ψεύτικο γράμμα απειλητικό, που φαινομενικά υπογράφονταν από τον Huey Newton, σε έναν επιχειρηματία που χρηματοδοτούσε το σχέδιο.

Είσαι ανάμεσα στους πρωταγωνιστές αυτής της μακράς πολιτικής αφροαμερικανικής διαδρομής και πιο πρόσφατα πήρες μέρος στα δίκτυα αλληλεγγύης με το ζαπατιστικό μεξικάνικο κίνημα. Ποια πολιτική και βιογραφική σύνδεση υπάρχει ανάμεσα σε αυτές τις δυο  εμπειρίες;

Εμείς πάντοτε υπήρξαμε διεθνιστές. Είχαμε συντρόφους στο βόρειο Βιετνάμ. Είχαμε συντρόφους στην Βόρεια Κορέα, συντρόφους που βρήκαν άσυλο στην Αλγερία το 1969. Ήμασταν καλεσμένοι να μιλήσουμε σε ολόκληρο τον κόσμο σε υποστήριξη των κινημάτων αλληλεγγύης και αντίστασης ενάντια στους πολέμους. Ο Bobby Seale και οι άλλοι Πάνθηρες ταξίδευαν πολύ. Κι εδώ στις USA βρισκόμασταν σε επαφή με διάφορους αγώνες επάνω στην ράτσα: υπήρχαν οι Young Lords πορτορικάνοι, οι ασιάτες Red Guards, τα κινήματα τσικάνος. Ήμασταν σε επαφή με τους συνεχείς αγώνες στην Λατινική Αμερική, θυμηθείτε την Ολυμπιάδα της Πόλης του Μεξικού του 1968 όταν υπήρξε η σφαγή των φοιτητών στο Tlatelolco. Γι αυτό όταν ο Caleb Duarte, ένας νεαρός καλλιτέχνης που είχα συναντήσει πέντε ή έξι χρόνια νωρίτερα και είχε ανοίξει ένα καλλιτεχνικό κέντρο στο San Cristobal, στα Chiapas, μου ζήτησε να πάω στα νότια του Μεξικού σαν artist in residency, ανταποκρίθηκα, η ιδέα ήταν να δείξει πως οι αισθητικές στρατηγικές είχαν εμπνεύσει τις διαδρομές αυτοδιάθεσης αμφοτέρων των κινημάτων, ζαπατιστικού και αφροαμερικανικού. Έτσι γεννήθηκε ο σχεδιασμός του έργου Zapantera Negra, που δρα ακόμη και σήμερα. Ο Caleb γνώριζε διάφορους ζαπατίστας και είχε επαφές στα Caracoles και κατάφερε να οργανώσει την συνεισφορά μας στις κοινότητες υπό μορφήν murales, τοιχογραφιών και ζωγραφικής. Ήταν πολύ όμορφο, πολλοί νέοι από την περιοχή πήραν μέρος δραστικά, εγώ δυστυχώς δεν μιλώ ισπανικά αλλά μπορούσα να αισθανθώ τις δονήσεις και τον ενθουσιασμό. Στην αρχή πρόθεση μας ήταν να πάμε εκεί κάτω να συναντήσουμε ανθρώπους, και κατά  μια έννοια ήταν να κάνουμε κάτι του οποίου πάντοτε ήμουν κομμάτι, δηλαδή να μεταφέρουμε αλληλεγγύη. Το 2012 μου ζήτησαν να κάνω μια παρουσίαση του τόμου μου με τους Μαύρους Πάνθηρες, και ήταν παρούσες ομάδες αλληλέγγυες απ’ όλο τον κόσμο. Έμεινα εκεί ένα μήνα, ήταν τιμή μου να πάω εκεί να γνωρίσω εκείνη την πραγματικότητα με τα μάτια μου. Από την Bay Area πολύς κόσμος κατέβηκε στα Chiapas στην διάρκεια των χρόνων, μα εκείνη την περίοδο έξω από κάποιες επιτροπές αλληλεγγύης λίγοι άνθρωποι ακολουθούσαν αυτό που συνέβαινε στο Μεξικό. Και τέλος επέστρεψα αυτή την χρονιά [Δεκέμβρης 2013] για την ζαπατιστική Escuelita, το ζαπατιστικό Σχολείο όταν και συναντηθήκαμε.

Μίλησε μας για την εμπειρία σου στην escuelita…

Εγώ βρισκόμουν στο Caracol της Morelia. Ο votàn μου [φύλακας, προσωπικός οδηγός του καθενός μαθητού ή μαθήτριας της escuelita στην διάρκεια της παραμονής στις κοινότητες] ήταν ένας νεαρός zapatista δεκατριών ετών. Εγώ δεν μιλούσα ισπανικά κι αυτός δεν μιλούσε αγγλικά, αλλά μας είπαν πως θα τα καταφέρναμε. Φθάσαμε στο Caracol ύστερα από 7 ώρες στο πούλμαν κι όλοι οι ζαπατίστες ήταν εκεί για να μας υποδεχτούν. Η συλλογικότητα όπου βρισκόμασταν εμείς απείχε μισή ώρα δρόμου από το Caracol και ήταν μικτή, κάποιο ήταν ζαπατίστες και άλλοι όχι. Εμείς δουλεύαμε κάθε μέρα στα κοινά εδάφη. Ήταν κάτι απλό, με το χωμάτινο πάτωμα και το ντους έξω, στην πλευρά του κοντινού βουνού κι όπου μεγάλωνε τμήμα του σιταριού. Το νους σχηματίζονταν από ένα σωλήνα που αντλούσε νερό και πλενόσουν μες τη λάσπη, έξω [γελά], με ένα πλαστικό φύλλο τεντωμένο μεταξύ των δένδρων. Και όταν έπρεπε να πας στο μπάνιο έπρεπε να κάνεις τον γύρο του λόφου προσέχοντας να μην γλιστρήσεις στη λάσπη. Τρώγαμε κυρίως φασόλια και ρύζι κι εκείνο το ποτό από καλαμπόκι ζεσταμένο [αυτό που στο Μεξικό ονομάζουν pozole]. Βροχή τη νύχτα και ήλιος την μέρα, αυτοί βάδιζαν ήσυχα, εγώ θα έπεσα έξι φορές [γελάride] ή για να υπερπηδήσω ένα ποταμάκι έπρεπε να συγκεντρωθώ πάρα πολύ [γελά]. Oh… είναι ένας κόσμος διαφορετικός, φιλικός.

https://www.carmillaonline.com/2016/10/15/intervista-emory-douglas-arte-black-panthers-zapatismo/

ιστορία, storia

Συνέντευξη Video-Intervista στην Silvia Baraldini

του Raùl Zecca Castel

black-panther-children[video intervista alla fine del post] [η συνέντευξη βίντεο στο τέλος του ποστ] Το όνομα της Silvia Baraldini, στην Italia, είναι συνδεδεμένο με ιδιαίτερο τρόπο με την δικαστική υπόθεση της οποίας υπήρξε – αθέλητα – πρωταγωνίστρια και, κυρίως, ανακαλεί στη μνήμη την πολιτική κοινοβουλευτική σύγκρουση σχετικά με την έκδοση της από τις φυλακές των ηνωμένων πολιτειών, που έλαβε χώρα το 1999. Αλλά η διαδρομή της ζωής της και η επαναστατική εμπειρία που σημάδεψαν τα χρόνια της νεότητας της αντιπροσωπεύουν ακόμη και σήμερα μια πολύτιμη μαρτυρία ιστορική ακραία χρήσιμη για την αντίληψη μιας ολόκληρης εποχής και παραμένουν, απ’ όπου κι αν την εξετάσεις, ένα άφθαρτο παράδειγμα αυταπάρνησης. Γεννημένη στην Roma το 1947, η Silvia Baraldini σχηματίζεται-διαμορφώνεται στις USA, όπου ο πατέρας εργάζεται ως διπλωματικός στην ιταλική πρεσβεία. Εδώ πλησιάζει πολύ σύντομα στο μεγάλο νεανικό κίνημα διαμαρτυρίας που ξεπήδησε για να διαδηλώσει την διαφωνία του στον πόλεμο στο Βιετνάμ, αλλά που βρίσκει στις φεμινιστικές διεκδικήσεις όπως και σε εκείνες ενάντια στην αποικιοκρατία άλλες τόσες γραμμές αντιρρήσεων και κατευθύνσεις αντιπαράθεσης σε ένα ενιαίο καπιταλιστικό και ιμπεριαλιστικό σύστημα, που αναγνωρίζεται ως η πηγή όλων των κοινωνικών ανισοτήτων και, συνεπώς, ως ένας εχθρός που πρέπει να τον πολεμήσουν, αλλά πάνω απ ‘όλα, να τον νικήσουν.

Κατ’ αυτό τον τρόπο στα χρόνια ανάμεσα στις δεκαετίες ’60 και ’70 του Εννιακόσια, η Silvia Baraldini γίνεται ένθερμη υποστηριχτής του αφρο-αμερικανικού κινήματος, σε όλες τις πιο ριζοσπαστικές και ένοπλες εκδηλώσεις του, πεπεισμένη όχι μόνο του γεγονότος πως οι συνθήκες ζωής που επικρατούν στην μαύρη βορειοαμερικανική κοινότητα αντιπροσωπεύουν την πιο βάναυση και άγρια έκφραση της πολιτικής και κοινωνικής κυριαρχίας μα, πάνω απ’ όλα, συνειδητοποιημένη του γεγονότος πως μόνο η ένωση των προνομιούχων κινημάτων των λευκών με αυτά τα πιο περιθωριοποιημένα και κακοποιημένα των μαύρων θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα μια επαναστατική αναγέννηση. Από εδώ η μαχητική της στράτευση στις πιο ριζοσπαστικές ομάδες εκείνη την περίοδο, από το Black Panthers Party for Self-Defens στον Black Liberation Army, περνώντας από την May 19 Coalition, οργάνωση κομουνιστικής ιδεολογίας στην οποίαν είναι στρατευμένα κάποια στελέχη των Weather Underground.

Στη συνέχεια, το 1983, η σύλληψη και η καταδίκη: 44 χρόνια φυλάκισης.

silvia-baraldiniΗ Silvia Baraldini κατηγορείται πως οργάνωσε και πήρε μέρος στην απόδραση και την διαφυγή της Assata Shakur, μαύρης κρατούμενης αγωνίστριας στην φυλακή Clinton στο New Jersey, που βρίσκεται σήμερα με άσυλο στην Cuba και ακόμη στην λίστα με τους πιο επικίνδυνους τρομοκράτες των ΗΠΑ. Η επιχείρηση έγινε χωρίς να χυθεί αίμα, αλλά η Baraldini υφίσταται την εφαρμογή εναντίον της του νόμου RICO, που επινοήθηκε για να καταπολεμηθεί το οργανωμένο έγκλημα και η εσωτερική τρομοκρατία, έτσι εμπίπτουν επάνω της όλες οι κατηγορίες που αφορούν το κίνημα του οποίου είναι μέρος, αδιακρίτως, συμπεριλαμβανομένης μιας ληστείας που δεν συνέβη ποτές.

Την πρόταση από πλευράς του FBI να ανταλλάξει την ελευθερία της με τα ονόματα των ‘συνεργών’ της, η Silvia Baraldini απορρίπτει, αρνείται να συνεργαστεί οπότε μεταφέρεται στο Lexington, στην υπόγεια φυλακή μεγίστης ασφαλείας, όπου διατρέχει σχεδόν δυο χρόνια σε κατάσταση πλήρους αισθητηριακής απομόνωσης αρρωσταίνοντας βαριά.

Το 1999, τέλος, η έκδοση στην Italia, όμως με την εγγύηση πως θα συνεχίσει να εκτίει την ποινή στην φυλακή. Μέχρι το 2001, όταν, εξ αιτίας της ασθένειας, της παραχωρείται ο κατ’ οίκον περιορισμός.

Η τελευταία πράξη αυτού του μακρού δικαστικού μένους φέρει την ημερομηνία της 26 σεπτεμβρίου 2006, όταν, λόγω μια χάριτος, ύστερα από 23 χρόνια εγκλεισμού, τελικά της παραχωρείται η ελευθερία.

Η Silvia Baraldini δεν έψαξε ποτέ την προσοχή των μέσων και σπάνια έγραψε για τον εαυτό της, σπάνια παραχώρησε συνεντεύξεις ή μαρτυρίες για την ταλαιπωρία της ή όσα υπέφερε. Μόνο κατά  τα τελευταία χρόνια ξεκίνησε να αντιμετωπίζει δημοσίως την διαδρομή της ζωής της, μεταφέροντας την στα κοινωνικά κέντρα και σε όλους τους πρόθυμους χώρους να την φιλοξενήσουν και να την ακούσουν.

Γι ‘αυτό θέλω να την ευχαριστήσω και πάλι που δέχτηκε να γυριστεί αυτό το φιλμ γι αυτή τη σύντομη συνέντευξη που παραχώρησε στις 28 ιανουαρίου 2017 στο Gratosoglio Autogestito του Milano (GTA) και που θυμήθηκε μαζί μας ορισμένα βασικά βήματα της ύπαρξής της, από τις πρώτες επαφές με το αφρο-αμερικανικό κίνημα στο ρόλο των γυναικών, από την εμπειρία της αιχμαλωσίας μέχρι τις εκτιμήσεις για την πολιτική κληρονομιά χρόνων τα οποία, όμως κι αν σκεπτόμαστε, σημάδεψαν την πορεία των συμβάντων.

https://www.carmillaonline.com/2017/02/22/video-intervista-a-silvia-baraldini/

ιστορία, storia

ερυθρές Ταξιαρχίες-Brigate rosse, μια ιστορία που έρχεται από μακριά. Το βιβλίο του Salvatore Ricciardi

Posted on luglio 4, 2011, ιούλιος 2011

Κριτικές – Ανήσυχη αργή κίνηση μιας επίθεσης στον ουρανό: Maelstrom, Σκηνές από την ταξική πάλη στην Ιταλία από το 1960 στο 1980, του Salvatore Ricciardi, DeriveApprodi 2011

Marco Clementi
il manifesto 3 ιουλίου 2011

To Maelstrom του Salvatore Ricciardi, είναι ένα άλμα μέσα στην κοινωνική και πολιτική ιστορία της χώρας μας ειδωμένη με τα μάτια αυτού ο οποίος, για μια δεκαπενταετία, προσπάθησε να αλλάξει τις θεσμικές και οικονομικές διαρθρώσεις της. Ο υπότιτλος είναι επεξηγηματικός: πρόκειται για «σκηνές εξέγερσης και αυτοοργάνωσης ταξικές στην Italia από το 1960 στο 1980» (DeriveApprodi, σελ. 369, euro 22). Ο Ricciardi υπήρξε ένας αγωνιστής των ερυθρών Ταξιαρχιών, Brigate rosse, αλλά το δικό του δεν είναι ακόμη ένα βιβλίο αναμνήσεων επάνω στην ένοπλη οργάνωση, «εκδοχή του μαχητή» που διηγείται υποκειμενικά την πορεία του. Ο συγγραφέας προσπαθεί να ανακατασκευάσει, υφαίνοντας ιστορική και κοινωνιολογική έρευνα, την πορεία, την διαδρομή τουλάχιστον δύο γενεών, βρίσκοντας στη δεκαετία του Εξήντα τις πρώτες ενδείξεις, τους προδρόμους για εκείνο που επρόκειτο να συμβεί μέσα στην επόμενη δεκαετία, κάτι που αποφεύγεται πάρα πολύ συχνά από εκείνους που έχουν μελετήσει τα λεγόμενα «μολυβένια χρόνια». Σε πολλές έρευνες η πολυπλοκότητα των κοινωνικών και ταξικών σχέσεων πραγματικά θυσιάστηκε στο όνομα αναπαραστάσεων και ανακατασκευών που περνούσαν από το ένα αιματηρό γεγονός στο άλλο περιοριζόμενες στην ανάλυση της προσωπικής ώθησης και χρησιμοποιώντας μια κατηγορία, εκείνη της πολιτικής βίας, που τίποτα το ιστορικό έχει και ελάχιστο κοινωνιολογικό. Το Maelstrom αντιθέτως τρέχει επάνω σε μια διπλή τροχιά, εκείνη της εμπειρίας στις φυλακές, που συνδέεται με την απαγωγή του δικαστή d’Urso που έφεραν εις πέρας οι Br το 1980 και στην εξέγερση που επακολούθησε στην «ειδική» του Trani, την φυλακή υψίστης ασφαλείας, συνδέεται επίσης με τους κοινωνικούς αγώνες που άγγιξαν την Italia ξεκινώντας από την κρίση του λεγομένου οικονομικού boom. Κρίση στην οποία η άρχουσα τάξη δεν βρήκε τον τρόπο να αντιδράσει και η οποία πυροδότησε μια σειρά φαινομένων άνευ προηγουμένου που άλλαξαν το πρόσωπο της χώρας, από τον συνδικαλισμό βάσης στις φοιτητικές εξεγέρσεις, μέχρι την περίοδο των σφαγών, που σημαδεύτηκαν από τον τραγικό δεκέμβρη 1969. Ήταν η απώλεια της αθωότητας, αναρωτιέται ο Ricciardi; Η απάντηση είναι άμεση: «στην χώρα και στην Ευρώπη δεν υπήρχε ίχνος αθωότητας. Μετά την σφαγή του πολέμου μας παρουσίασαν την άλλη σκηνή, εκείνη της ανοικοδόμησης . Ο εγωιστικός καριερισμός, η αποθησαύριση δίχως φόβο, το κέρδος επί των νεκρών, το μαύρο χρηματιστήριο, η πείνα και η υπερεκμετάλλευση, ο πλουτισμός επάνω στις πλάτες αλλονών (…). Αυτό ήταν εκείνο που οι προηγούμενες γενιές μας είχαν αφήσει κληρονομιά. Που βρίσκονταν η αθωότητα;

Δεν είναι η μοναδική περίπτωση στην οποίαν ο συγγραφέας αναποδογυρίζει την σημασία όρων και εννοιών που έχουν μπει σήμερα στο συλλογικό φαντασιακό με μιαν συγκεκριμένη άποψη-έννοια. Για παράδειγμα, η «μνήμη» για έναν φυλακισμένο είναι κάτι που πρέπει να αποφευχθεί: «stop στις σκέψεις για το παρελθόν, κι εάν έχεις στις πλάτες μια μακρά ποινή ή τα ισόβια, και σε εκείνες για το μέλλον». Η  «σύγκρουση του πολιτισμού», έκφραση που έγινε διάσημη χάρη στο βιβλίο του Samuel Huntigton, φαίνεται από τον Ricciardi σαν η αντιπαράθεση μεταξύ αυτού που τον εκμεταλλεύονταν και αυτού που εκμεταλλεύονταν τους άλλους. Και η έκφραση «λευκοί θάνατοι», που χρησιμοποιείται για τους πεσόντες στην δουλειά, αντιστρέφεται. Η ανάμνηση ενός νεότατου συναδέλφου που έπεσε από μια σκαλωσιά, το ξερό χτύπημα που του σπάει την πλάτη και το αίμα που απλώνεται στην γη (που μιας και βγήκε δεν ξαναμπαίνει μέσα), δίνουν μια αίσθηση θυμού ακούγοντας την έκφραση αυτή: πρόκειται για την υποκρισία αυτού που θέλει να γλυκάνει το συμβάν, ενώ η αλήθεια είναι πως είναι άνθρωποι σκοτωμένοι, «δολοφονημένοι».  Και στην έννοια των αντίθετων εξτρεμισμών ασκείται κριτική. Τι να λέμε «κόκκινοι» και «μαύροι»: εκείνα τα χρόνια, για τον συγγραφέα, διακυβεύονταν η προλεταριακή επανάσταση, η νίκη επί του καπιταλισμού και το χτίσιμο μιας διαφορετικής κοινωνίας, δίχως τις φυλακές, το επιλεκτικό σχολείο, τους θανάτους στην εργασία, τις ιεραρχίες και τους πολέμους. Οι «μαύροι», οι φασίστες, εισήλθαν σε αυτή την δυναμική «με τον ίδιο ρόλο που έχουν οι μπράβοι στις εισόδους των ντισκοτέκ: να την πέφτουν βίαια σε όποιον δεν συμμορφώνεται με τους κανόνες και την καθεστηκυία τάξη, στις ιεραρχίες και στην ιδιοκτησία». Από την Piazza Statuto στους νεκρούς της Reggio Emilia, από την σφαγή της piazza Fontana στην βόμβα στον σταθμό της Bologna, το βιβλίο διατρέχει τα δάκρυα που έχυσε και τα βάσανα που υπέστη η Ιταλία με την απόσπαση του μελετητή, δίχως να ψάχνει δικαιολογίες για τις επιλογές του συγγραφέα, την στράτευση του στον ανταρτοπόλεμο, την παραβολή πρώτα ανοδική και στη συνέχεια ανελέητα καθοδική και πτωτική της οργάνωσης στην οποίαν ανήκε.  Ο Ricciardi όμως δεν διηγείται την ιστορία των Br, αλλά την τοποθετεί μέσα στην ιταλική, αποφεύγοντας να πέσει μέσα στην παγίδα που έχει στηθεί στους ιταλούς αναγνώστες από την συνομωσιολογία, την σκευωρία, η οποία βλέπει σε εκείνη την ένοπλη οργάνωση το εκτελεστικό χέρι μιας μεγάλης συνωμοσίας με σκοπό να σταματήσει την είσοδο του Κκι στην κυβέρνηση. Κι όμως το Partito comunista italiano σε εκείνη την κυβέρνηση είχε υπάρξει, από το 1944 μέχρι το 1947, είχε συνεισφέρει στην ανοικοδόμηση της χώρας, είχε κυβερνήσει πόλεις και επαρχίες, υποστηρίξει, τέλος, κυβερνήσεις της χριστιανοδημοκρατίας στα χρόνια Εβδομήντα με αντάλλαγμα της προεδρίας κοινοβουλευτικών επιτροπών. Και όχι γιατί υπήρχαν οι Brigate rosse αλλά διότι, όπως είπε σε περισσότερες από μια φορές ο Aldo Moro, από τις κάλπες του 1976 είχαν εξέλθει δυο νικητές, η Dc και το Pci. Δεν επρόκειτο για τον ιστορικό συμβιβασμό του Μπερλιγκουέρ, που ο Ricciardi τον βλέπει σαν το «σημείο κατάληξης μιας στρατηγικής που είχε επεξεργαστεί το Κκι αμέσως μετά το τέλος του πολέμου», αλλά για μια ρεαλιστική οπτική της πολιτικής πραγματικότητας.  Οι Χριστιανοδημοκράτες δεν μπορούσαν να κυβερνήσουν μόνοι τους και μόνο η υποστήριξη των κομμουνιστών, που εξακολουθούσαν να διατηρούνται εκτός κυβέρνησης, θα είχαν εξασφαλίσει την απαραίτητη σταθερότητα στις πολιτικές των θυσιών σε μια χώρα με διψήφιο πληθωρισμό. Ο ταξιαρχισμός προσπάθησε να χωρέσει σε αυτή τη διαλεκτική με την απαγωγή του Άλντο Μόρο, αλλά δεν πέτυχε τον σκοπό μιας διαπραγμάτευσης με τα κόμματα της πλειοψηφίας, τα οποία βρέθηκαν ενωμένα στο να καταστήσουν αβλαβή τα λόγια που ο χριστιανοδημοκράτης ηγέτης έγραφε από την λεγόμενη «φυλακή του λαού ». Ήταν μια σημαντική πολιτική ήττα για τις ερυθρές Ταξιαρχίες και η εκτέλεση του ομήρου κατάφερε, ίσως, να καθυστερήσει την αποσάθρωση της οργάνωσης για ένα-δύο χρόνια. Για τον Ricciardi, το 1967 είναι το εκπληκτικό έτος, è l’anno mirabilis. Γιατί δολοφονήθηκε ο Τσε, επειδή το Ισραήλ κέρδισε τον πόλεμο των έξι Ημερών, γιατί στην Ελλάδα μια χούφτα συνταγματαρχών ανέτρεψε τη δημοκρατία, με την ίδρυση ενός τρομοκρατικού καθεστώτος, αν και δεν ήταν φασιστικό, και στις 2 Ιουνίου η αστυνομία στο Δυτικό Βερολίνο σκότωσε τον φοιτητή Benno Ohnesorg κατά τη διάρκεια των διαμαρτυριών για την επίσκεψη του πέρση πραξικοπηματία Reza Pahlavi, Ρεζά Παχλαβί. Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να δώσει πλήρεις απαντήσεις σε όλα αυτά και συνθήματα που μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν σημαίες καθίστανται φθαρμένα. Όταν ο νεαρός Ricciardi ανακάλυψε την απάτη του ψευδή μύθου της προδομένης Αντίστασης, η απογοήτευσή του ήταν τεράστια. Διάβασε αρκετές φορές με άλλους συντρόφους ότι το PCI, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα δεν θέλησε να φέρει εις πέρας μια κοινωνική επανάσταση, αλλά να συνεργαστεί με άλλες αντι-φασιστικές δυνάμεις για τη γέννηση μιας νέας Ιταλίας. Ήταν όλα αλήθεια: κανείς δεν θέλησε ποτέ να μετατρέψει τον αγώνα εκείνο σε κάτι διαφορετικό, να κάνει ότι ο Τίτο στη Γιουγκοσλαβία, και ο μύθος που γεννήθηκε με το ξέσπασμα του ψυχρού πολέμου οφείλονταν αποκλειστικά και μόνο στην επιλογή να διατηρήσει προνομιακές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση : μια όμορφη ιστορία να λέγεται στους νέους, τίποτα περισσότερο. Οι απαντήσεις, ως εκ τούτου, ήρθαν από το εξωτερικό: στο Viet-Nam οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν μια απροσδόκητη αντίσταση, ενώ στην Κίνα, ο Μao Tze Dong ξεκινά την πολιτιστική επανάσταση. Αυτό όλο μεταφράστηκε στην Ιταλία στην αναζήτηση της ανεξαρτησίας από το σύστημα του κεφαλαίου και στην απομάκρυνση από την πολιτική του κομμουνιστικού Κόμματος. Όλα τέθηκαν σε κίνηση και γεννήθηκαν, από εκεί και μέσα σε μερικά χρόνια, πολλές οργανώσεις, κάποιες ένοπλες, άλλες όχι. Ο Ricciardi σημειώνει μόνο πως ανάμεσα στην σχεδόν με γεωμετρική πρόοδο ανάπτυξη των ερυθρών Ταξιαρχιών και την απότομη πτώση τους πέρασαν μερικά χρόνια, αλλά έμοιαζαν δεκαετίες.   Το κράτος αντέδρασε με μια ειδική νομοθεσία και, σε ορισμένες περιορισμένες περιπτώσεις που κρίθηκαν από το δικαστικό σώμα, με τα βασανιστήρια. Στη συνέχεια ήρθαν οι πρώτες καταδόσεις, το φαινόμενο της μετάνοιας και του διαχωρισμού, μια «διάρροια διαχωρίσεων» τις αποκαλεί ο Ricciardi. Ήταν ο διαχωρισμός, η διάσταση, που έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην οργάνωση, αφαιρώντας με τους πρωταγωνιστές και τις επιμέρους ιστορίες, που κομμάτι κομμάτι κατεδάφισαν την ιστορική αλήθεια και τη μνήμη εκείνης της εμπειρίας. Και για να πει όχι σε όλα αυτά ο Salvatore Ricciardi αισθάνθηκε την ανάγκη να συνθέσει την δική του βιογραφία, αλλά τοποθετώντας την προσεκτικά μέσα στο αποτέλεσμα μιας έρευνας σχετικά με το παρελθόν του και εκείνο της χώρας του.

 

Link
Anni Settanta
Lotta armata
Recensioni

Brigate rosse, una storia che viene da lontano. Il libro di Salvatore Ricciardi

ιστορία, storia

Να ζεις underground – Vivere underground

on 03 Δεκεμβρίου 2016.

Συνέντευξη της συντακτικής ομάδας στους Bill Ayers και Bernardine Dohrn, κεντρικές φιγούρες των Weather Underground, με ευκαιρία την ιταλική τους tour για την παρουσίαση του βιβλίου του Bill “Fugitive days” (DeriveApprodi, 2016).

→ English

Το βιβλίο είναι αυτοκριτικό, αλλά όχι εξαργυρωμένο, εξαγορασμένο, ξεκινώντας από αυτό, ποια νομίζετε ότι είναι τα πιο ενδιαφέροντα και σημαντικά ζητήματα των Weather Underground, οι πιο σημαντικές πτυχές της δράσης τους, και ποια τα όριά σας;

BILL: Συμφωνώ, το βιβλίο είναι αυτοκριτικό, αλλά όχι μετανιωμένο. Παρά το γεγονός ότι είμαστε λυπημένοι για το τι χάσαμε, για τον φίλο μας τον David Gilbert ο οποίος εξακολουθεί να είναι στη φυλακή και για τους άλλους πολιτικούς κρατούμενους, για τους νεκρούς συντρόφους σε μια έκρηξη την ώρα που τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες μας ζητούν να μετανοήσουμε, μας ζητούν να αποκηρύξουμε τον αγώνα μας εναντίον αυτού του γενοκτονικού τέρατος που σκότωνε 6.000 ανθρώπους την εβδομάδα στο Βιετνάμ. Εμείς δεν τον αποκηρύττουμε. Θέλουν να απαρνηθούμε τις βόμβες στα αστυνομικά τμήματα, όταν οι μαύροι δολοφονούνταν κάθε μέρα. Εμείς δεν τις απαρνιόμαστε. Αυτό που αποκηρύττουμε, αν απαρνιόμαστε κάτι, σε πολιτικό επίπεδο, είναι πως για ένα αρκετά σύντομο αλλά καθοριστικό, αποφασιστικής σημασίας χρονικό διάστημα ήμασταν δογματικοί, σεχταριστές, ηθικολόγοι, ήταν καταστροφικό και έχουμε μάθει από αυτό. Έχουμε μάθει να αμφιβάλλουμε, να δρούμε και πάλι να αμφιβάλλουμε. Όχι μόνο να δρούμε, αλλά να δρούμε και στη συνέχεια να σκεφτόμαστε ξανά αυτό που κάναμε. Αλλά εμείς δεν απαρνούμαστε αυτό που το σύστημα θέλει να αποκηρύξουμε, το ότι εφορμήσαμε ενάντια στον πόλεμο και τον ρατσισμό με κάθε ίνα του εαυτού μας.

BERNARDINE:  Το αντιπολεμικό κίνημα ήταν τεράστιο και βρήκε τη δύναμη ακόμα και σε βετεράνους που επέστρεφαν από το Βιετνάμ. Δεν πρέπει να υποτιμούμε τον βαθιά σημαντικό ρόλο στην οικοδόμηση του αντιπολεμικού κινήματος. Το κίνημα των μαύρων ήταν από την αρχή ενάντια στον πόλεμο. Ο Muhammad Ali, η Συντονιστική Επιτροπή Southern Student Non-violent Coordinating Committee, το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ πήραν θέση και στάθηκαν ενάντια στον πόλεμο. Η δική μας συμβολή στο κίνημα ήταν η ιδέα πως οι λευκοί είχαν την ευθύνη να σταθούν δίπλα στο κίνημα των μαύρων, να τερματίσουν, να διακόψουν το πρόγραμμα της κυβέρνησης που εμείς σκεφτόμασταν, και γνωρίζουμε τώρα, πως ήταν ένα σχέδιο του FBI του Έντγκαρ Χούβερ και του Προέδρου, να δολοφονήσουν και να ποινικοποιήσουν τους μαύρους αγωνιστές. Και νομίζω ότι το να επιμένουμε πως οι λευκοί είχαν την ευθύνη να απαλλαγούν από τον λευκό ρατσισμό και την ιδέα της λευκής ανωτερότητας, για να είμαστε ανθρώπινοι και επαναστάτες ήταν ένας συγκεκριμένος ρόλος που είχαμε αναλάβει. Όπως είπε ο Bill, επιμείναμε σχετικά με τη δράση, αλλά ήμασταν πιο αργοί στον τρόπο σκέψης, αλλά ήταν σημαντικό να δράσουμε εκ των προτέρων και να σηκώσουμε το επίπεδο του αγώνα ενάντια σε εκείνον που συνέχιζε να είναι ένας πόλεμος εναντίον του βιετναμέζικου λαού, ακόμη και όταν η πλειοψηφία των αμερικανών ήταν πλέον σε αντίθεση με τον πόλεμο και ήθελαν να τελειώσει, αυτός συνεχίστηκε για άλλα πέντε χρόνια.

Πιστεύετε πως οι βιογραφίες σας είναι αντιπροσωπευτικές εκείνης της γενιάς;

BERNARDINE: Δεν μπορούμε να μιλάμε για τους άλλους. Ήμασταν πολιτικά πολύ ριζοσπαστικοί, αλλά την ίδια στιγμή υπήρχε και ένα τεράστιο πολιτιστικό κίνημα, μια δυσαρέσκεια των νέων ανθρώπων στη ζωή για την οποία είχε μεγαλώσει και εκπαιδευτεί, για τις δουλειές δίχως νόημα, μόνο για να την βγάλουν και να κερδίσουν χρήματα, για το αμερικανικό όνειρο, αν θέλετε . Ένα πράγμα που είναι σαφές είναι ότι όταν η ελευθερία είναι στον αέρα είναι μεταδοτική, το κίνημα των μαύρων ήταν το πρώτο και ήταν μεταδοτικό: και άλλοι άνθρωποι ήθελαν την ελευθερία. Τότε υπήρξε λοιπόν ένα κίνημα ενάντια στον πόλεμο, ένα γυναικείο κίνημα, ένα κίνημα για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, ένα κίνημα για την επισιτιστική αυτάρκεια, ένα κίνημα για την υγεία των γυναικών, τα οποία κινήθηκαν ταυτόχρονα και εμπλουτίζονταν το ένα από το άλλο, κι ας ήταν διαφορετικά μεταξύ τους.

Υπάρχει μια ισχυρή αίσθηση στο βιβλίο πως η δική σας ήταν μια «ηθική εξέγερση», πόσο είχατε πάει πέρα από αυτό για να κάνετε πολιτική δουλειά με άλλες ομάδες και αγώνες στις Ηνωμένες Πολιτείες εκείνη την περίοδο;

BERNARDINE:  Το κίνημα των μαύρων διαχωρίστηκε από τους λευκούς εκείνη την εποχή, δεν ήταν εύκολο και δεν ήταν αυτό που θέλαμε, θέλαμε να είμαστε μαζί τους, να δουλεύουμε μαζί τους, θέλαμε να κάνουμε συναντήσεις μαζί, να εμπλουτιζόμαστε με τη σοφία και τη νοημοσύνη τους, θέλαμε να μάθουμε από αυτούς. Το να διαχωριστούμε ήταν πολύ επίπονο και δύσκολο, σε αυτά τα χρόνια ήμουν επικεφαλής του SDS, οι οργανώσεις των μαύρων φοιτητών και οι τσικάνος μεγάλωναν στα πανεπιστήμια, ο στόχος ήταν να υποστηρίξουμε και εκείνους τους αγώνες. Και υπήρχε μια τάση μαοϊκή στο αμερικανικό φοιτητικό κίνημα, όπως σε όλο τον κόσμο, που υποστήριζε ότι οι φοιτητές έπρεπε να αφήσουν τα πανεπιστήμια και να ενταχθούν στις οργανώσεις των εργαζομένων. Πολλοί έμαθαν να παίρνουν μέρος στους αγώνες που ήταν ήδη σε εξέλιξη, για παράδειγμα εκείνους των εργαζομένων στην πανεπιστημιούπολη που απαιτούσαν έναν δίκαιο μισθό, πολλά από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια περιβάλλονταν από φτωχές γειτονιές των μαύρων που δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τους πόρους της πανεπιστημιούπολης: δεν μπορούσαν να μπουν στις πανεπιστημιακές αίθουσες, στα γυμναστήρια, κλπ, θεωρούνταν απειλή. Σε πολλές περιπτώσεις, η ιδέα να ανοίξει το πανεπιστήμιο αντί να παραμείνει κλειστό και να είναι προσβάσιμο μόνο στους φοιτητές είχε γίνει ένα πολύ ισχυρό επιχείρημα και ένα εργαλείο για να κινητοποιούμαστε μαζί με την κοινότητα. Πολλοί φοιτητές του SDS αργότερα πήγαν να κάνουν πολιτική δουλειά στις φτωχές γειτονιές σε όλη τη χώρα. Προσπάθησαν να συμμετάσχουν σε μάχες με τους ανθρώπους της γειτονιάς, αναγνωρίζοντας τους αγώνες των γυναικών, τους αγώνες για την καλή διαβίωση ακόμα και παιδιών, τους αγώνες για τη στέγαση, για τις υπηρεσίες υγείας, τους εργατικούς αγώνες.

BILL:  Άλλοι άνθρωποι πήγαν στα εργοστάσια ή στην ύπαιθρο για να οργανώσουν. Αλλά όταν εμείς κινηθήκαμε υπόγεια, στην παρανομία, ένα από τα κρυμμένα πλεονεκτήματα ήταν ότι βρεθήκαμε να ζούμε στο περιθώριο της κοινωνίας. Στις φτωχές γειτονιές, σε χώρους όπου το δικό μας background ποτέ δεν θα μας είχε επιτρέψει να βρεθούμε. Η Bernardine βρέθηκε να εργάζεται ως καθαρίστρια, ως σερβιτόρα και καμαριέρα, εγώ βρέθηκα να εργάζομαι στις κουζίνες και το λιμάνι. Ξαφνικά, για 15 χρόνια, βρεθήκαμε με φίλους που ποτέ δεν θα είχαμε γνωρίσει αν δεν είχαμε πάει underground,στην παρανομία, πήραμε μέρος σε αγώνες στους οποίους ίσως ποτέ δεν θα είχαμε εμπλακεί, αλλά ήταν πλέον μέρος της ζωής για την οποία προσπαθούσαμε να δώσουμε ένα νόημα: ακόμα κι αν ξέραμε ότι είχαμε πιαστεί στα δόκανα ενός θανάσιμου αγώνα με την πολεμική μηχανή, με την αστυνομία και το FBI, την ίδια στιγμή ζούσαμε τις μυστικές και παράνομες ζωές μας, τις υπόγειες ζωές μας. Δούλεψα στα λιμάνια για μεγάλο χρονικό διάστημα και ήμουν πάντα στο δωμάτιο του συνδικάτου όπου καθημερινά επέλεγαν τους εργαζόμενους, έπρεπε να ήμαστε εκεί κάθε πρωί γύρω στις 5-6 για να προσπαθήσουμε να εργαστούμε εκείνη την ημέρα. Μιλούσα, έπινα καφέ και κάπνιζα με άλλους ανθρώπους, και ένα από τα αστεία πράγματα που μου συνέβη ήταν πως οι κομμουνιστές μου ζητούσαν πάντα να πάω στις συνεδριάσεις τους, αλλά εγώ έπρεπε να αρνηθώ, και αυτοί σκέφτονταν «αυτός ο εργάτης μοιάζει να έχει συνείδηση, γιατί δεν έρχεται ποτέ στις συναντήσεις μας; ». Ήμουν μέρος του κοινωνικού ιστού, δεν ήμουν στην παρανομία με τρόπο απομονωμένο, αλλά την ίδια στιγμή φυσικά δεν μπορούσα να συμμετάσχω άμεσα σε αυτό το είδος πολιτικών πραγμάτων.

BERNARDINE: Ένα από τα πράγματα που ανακαλύψαμε ενώ ήμασταν underground, στην παρανομία, ήταν ότι υπήρχαν πολλά υπόγειοι, πέφταμε επάνω τους συνεχώς, υπήρχαν ανυπότακτοι, που είχαν πλαστά έγγραφα, υπήρχαν πολλοί λιποτάκτες του στρατού, οι οποίοι προσπαθούσαν να ζήσουν χωρίς να συλληφθούν, υπήρχαν γυναίκες και ομοφυλόφιλοι που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από την καταπίεση των αγροτικών περιοχών, πηγαίνοντας στις ακτές και προσπαθούσαν να ζήσουν μια διαφορετική ζωή με διαφορετικά ονόματα. Υπήρχε ένα υπόγειο δίκτυο, ένα παράνομο δίκτυο λοιπόν, ήταν περίεργο, διότι δεν υπάρχει ένα υπόγειο μέρος, αλλά όταν είσαι υπόγειος συναντάς άλλους ανθρώπους που είναι υπόγειοι, underground .

BILL: Συναντάς όλα τα είδη των εγκληματιών, ακόμα και τη μαφία. Μια φορά περίμενα ένα τηλεφώνημα της Bernardine, ήμουν σε ένα τηλέφωνο με κέρματα περιμένοντας την κλήση, και ήταν ένα τέλειο τηλέφωνο επειδή ήταν στο κελάρι ενός εστιατορίου, περίμενα και εμφανίστηκαν ξαφνικά δύο άνδρες της μαφίας: ήταν, επίσης, περίμεναν μια κλήση. Πήρα πολύ φόβο, αλλά όλοι χρειάζονται ένα «τέλειο τηλέφωνο» …

Λαμβάνοντας υπόψη τον σημαντικό ρόλο των γυναικών στους Weather Underground, καθώς επίσης και τις φεμινιστικές κριτικές των σχέσεων των δύο φύλων μέσα στην οργάνωση, ποια ήταν η κατάσταση μέσα σας, στο εσωτερικό σας, και τι προβλήματα προέκυψαν;

BERNARDINE: Εκείνη την εποχή υπήρχαν πολλοί διαχωρισμοί σε διαφορετικά θέματα, το γυναικείο κίνημα, το gay κίνημα, οι μαύροι και οι λευκοί διαχωρισμένοι. Ένιωθα φεμινίστρια, έχω συμμετάσχει σε ομάδες γυναικείας αυτο-συνείδησης, πήρα μέρος στη διαμαρτυρία των γυναικών στο εσωτερικό του SDS, αλλά την ίδια στιγμή ο φεμινισμός μου ήταν διεθνιστικός, από τη δική μου άποψη αυτό που ήταν σημαντικό ήταν ότι οι επαναστάτριες γυναίκες θα έπρεπε να αναλάβουν την ευθύνη για εκείνο που έκανε η κυβέρνηση, στο όνομά μας, στις γυναίκες σε όλο τον κόσμο. Υπήρχαν διαιρέσεις και αντεγκλήσεις, σαν να υπήρχε μόνο ένα πράγμα που έπρεπε να γίνει – τώρα, κοιτώντας πίσω, νομίζω ότι υπήρχαν πολλά σωστά πράγματα να κάνουμε και θα μπορούσαμε να έχουμε δει τους εαυτούς μας ως μέρος ενός μεγάλου και κοινού κινήματος. Αλλά αυτό δεν συνέβη.

BILL: Νομίζω ότι οι γυναίκες και οι άνδρες είχαν διαφορετικές εμπειρίες, αλλά προσπαθούσαν να επανεξετάσουν τα πάντα, να επανεξετάσουν τις σχέσεις, την σεξουαλικότητα, και ενώ σκεφτόμασταν απ’ την αρχή αυτά τα πράγματα τραβούσαμε συγχρόνως την παλιά κοινωνία μαζί μας. Νιώθω τυχερός που έζησα σε μια εποχή που μπορούσαμε να μάθουμε: καλούμασταν πάντα να επανεξετάσουμε τα ήδη δεδομένα. Αυτοί που μας προκαλούσαν συχνά ήταν οι στενότεροι φίλοι μας, οι ερωμένες μας, ήταν επίσης οδυνηρό, αλλά στην πραγματικότητα εκείνος ο πόνος ήταν αναγκαίος αν ήθελες να τα σπάσεις με τη βλακεία μέσα στην οποία είχες μεγαλώσει. Η στάση μας απέναντι στο σεξ, την πολιτική και τον τρόπο ζωής και γιορτής, προς τα σύμβολα και τις τελετές έλεγαν: όλα τα παλιά θα τεθούν υπό αμφισβήτηση, όλα τα νέα θα δοκιμαστούν. Πειραματιζόμασταν πραγματικά, και πονέσαμε, αισθανθήκαμε άσχημα, αλλά επίσης μάθαμε κάτι τις, κάποια πράγματα.

Ποια ήταν η σχέση σας με τους Μαύρους Πάνθηρες;

BILL: Συμμαχήσαμε με τους Black Panthers όταν ήμασταν στο πανεπιστήμιο, στενές σχέσεις όπως και εντάσεις κάποιες φορές, και μετά, όταν βρισκόμασταν στην παρανομία υπήρχαν ομάδες μαύρων επαναστατών, ο Black Liberation Army, που ήταν μια διάσπαση των Black Panthers, και συντονιστήκαμε μαζί τους επάνω σε διάφορα σχέδια.

BERNARDINE: Πρέπει να θυμόμαστε ότι την εποχή εκείνη η πολιτική του FBI ήταν να δολοφονήσουν τους ηγέτες των μαύρων, να τους συλλάβουν και να τους ποινικοποιήσουν, και να παρεμποδίσουν, να παρενοχλούν και να καταστρέψουν τις επαναστατικές λευκές οργανώσεις, αλλά όχι να μας σκοτώσουν, αν και για 11 χρόνια ζούσαμε έχοντας στο κεφάλι ένα ένταλμα σύλληψης που προέβλεπε πως θα μπορούσαν να μας σκοτώσουν. Ο Fred Hampton, ένας από τους στενούς συντρόφους μας στο Σικάγο, ο οποίος ήταν επικεφαλής των Μαύρων Πανθήρων εκεί, δολοφονήθηκε από την αστυνομία και το FBI στη μέση της νύχτας. Και αυτό με πολλούς τρόπους, μας οδήγησε πιο γρήγορα από ό, τι πιστεύαμε στην παρανομία, είχαμε αυτό το συναίσθημα πως έπρεπε να αντιπαρατεθούμε με τα σώματά μας στη δύναμη και την εξουσία που προσπαθούσε να καταστρέψει τις ζωές των ανθρώπων.

Τι έχει απομείνει από αυτό το είδος άρνησης, από αυτές τις εμπειρίες σας; Τι μπορεί να διδάξει η δική σας εξέγερση σήμερα;

BERNARDINE: Είναι πάρα πολύ νωρίς για να το πούμε, ήταν ένα κομμάτι μιας μακράς σειράς από πολιτικές αναταραχές στην Αμερική. Μερικές φορές νομίζω ότι έχει δοξαστεί από τους αγωνιστές της εποχής με έναν τρόπο που ασκεί πίεση και αποτρέπει, εμποδίζει τους σημερινούς αγωνιστές οι οποίοι δεν αισθάνονται ότι έχουν την ίδια ισχύ. Από την άλλη πλευρά δαιμονοποιείται, μας αποκάλεσαν τρομοκράτες και κακομαθημένα παιδιά, εγωιστές και πολλά άλλα τρελά πράγματα. Αλλά ήταν ένα κομμάτι ενός παγκόσμιου κινήματος. Φυσικά υπήρχαν και άλλοι απελευθερωτικοί αγώνες σε όλο τον κόσμο που μας έδωσαν δύναμη και παλμό για να υποστηρίξουμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα έπρεπε να αποκλειστούν από τον επαναστατικό αγώνα – γιατί μπορεί αυτός να λάβει χώρα παντού στον κόσμο, αλλά όχι στην μητέρα πατρίδα του ιμπεριαλισμού; – οπότε αισθανθήκαμε μεγάλη υπευθυνότητα, όταν προσπαθήσαμε να μιμηθούμε αυτό που συνέβαινε στα απελευθερωτικούς αγώνες σε όλο τον κόσμο, αλλά πήραμε πολλή δύναμη και έμπνευση και από άλλους αγώνες.

BILL: Το πρόβλημα είναι ότι αν βάλεις τα χρόνια ’60 κάτω από ένα γυαλί θα παρατηρήσεις πως δεν υπάρχει κανένα παράδειγμα, αλλά αν εσύ αντιθέτως δείξεις ότι ήταν ένα κομμάτι μιας μακράς σειράς αγώνων μπορείς να δεις ότι υπήρχαν οι αγώνες της δεκαετίας του ’30, αγώνες στη δεκαετία του ’50, όλοι οι αγώνες στο πρώτο μέρος του ‘900 που παρήγαγαν το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα, όλοι αυτοί οι αγώνες δεν γιορτάστηκαν αρκετά, αλλά ήταν επίσης πολύ σημαντικοί. Όταν οι άνθρωποι έχουν ένα μαξιλάρι πάνω από το πρόσωπό τους και πνίγονται, τότε αντιστέκονται, και όταν αντιστεκόμαστε κερδίζουμε δύναμη και ελπίδα μέσα από αυτή την αντίσταση, η αντίστασή μας υπήρξε μια στιγμή στον κύκλο των αγώνων, δεν την μυθιστορικοποιούμε σκεπτόμενοι ότι ήμασταν οι καλύτεροι, στην πραγματικότητα πιστεύουμε ότι οι δεκαετίες του ’60 υπήρξαν ένας μύθος και ένα σύμβολο, αλλά συχνά μεταφέρονται από παλιούς νοσταλγούς. Εμείς δεν είμαστε νοσταλγοί.

BERNARDINE: Ή ότι τα ’60s εμπορευματοποιούνται και γίνονται ένα εμπορικό προϊόν.

BILL: Σε γενικές γραμμές, είναι επίσης ένας τρόπος για να καταπνίξουν τους νέους. Με τα χρόνια πολλοί άνθρωποι μας είπαν, »Γαμώτο, θα ήθελα να έχω ζήσει στη δεκαετία του ’60,» και εμείς λέμε,»Όχι, κάνετε λάθος,» σαν να είχαμε το καλύτερο σεξ, την καλύτερη μουσική, τις πιο όμορφες πορείες …

BERNARDINE: Ναι, μα στην πραγματικότητα είχαμε την καλύτερη…

BILL: …το καλύτερο σεξ!

BERNARDINE: …μουσική.

 

* Ευχαριστούμε τους συντρόφους και τις συντρόφισσες του Vag61 στην Bologna όπου συλλέξαμε την συνέντευξη.

http://www.commonware.org/index.php/cartografia/728-vivere-underground