ιστορία, storia

ερυθρές Ταξιαρχίες-Brigate rosse, μια ιστορία που έρχεται από μακριά. Το βιβλίο του Salvatore Ricciardi

Posted on luglio 4, 2011, ιούλιος 2011

Κριτικές – Ανήσυχη αργή κίνηση μιας επίθεσης στον ουρανό: Maelstrom, Σκηνές από την ταξική πάλη στην Ιταλία από το 1960 στο 1980, του Salvatore Ricciardi, DeriveApprodi 2011

Marco Clementi
il manifesto 3 ιουλίου 2011

To Maelstrom του Salvatore Ricciardi, είναι ένα άλμα μέσα στην κοινωνική και πολιτική ιστορία της χώρας μας ειδωμένη με τα μάτια αυτού ο οποίος, για μια δεκαπενταετία, προσπάθησε να αλλάξει τις θεσμικές και οικονομικές διαρθρώσεις της. Ο υπότιτλος είναι επεξηγηματικός: πρόκειται για «σκηνές εξέγερσης και αυτοοργάνωσης ταξικές στην Italia από το 1960 στο 1980» (DeriveApprodi, σελ. 369, euro 22). Ο Ricciardi υπήρξε ένας αγωνιστής των ερυθρών Ταξιαρχιών, Brigate rosse, αλλά το δικό του δεν είναι ακόμη ένα βιβλίο αναμνήσεων επάνω στην ένοπλη οργάνωση, «εκδοχή του μαχητή» που διηγείται υποκειμενικά την πορεία του. Ο συγγραφέας προσπαθεί να ανακατασκευάσει, υφαίνοντας ιστορική και κοινωνιολογική έρευνα, την πορεία, την διαδρομή τουλάχιστον δύο γενεών, βρίσκοντας στη δεκαετία του Εξήντα τις πρώτες ενδείξεις, τους προδρόμους για εκείνο που επρόκειτο να συμβεί μέσα στην επόμενη δεκαετία, κάτι που αποφεύγεται πάρα πολύ συχνά από εκείνους που έχουν μελετήσει τα λεγόμενα «μολυβένια χρόνια». Σε πολλές έρευνες η πολυπλοκότητα των κοινωνικών και ταξικών σχέσεων πραγματικά θυσιάστηκε στο όνομα αναπαραστάσεων και ανακατασκευών που περνούσαν από το ένα αιματηρό γεγονός στο άλλο περιοριζόμενες στην ανάλυση της προσωπικής ώθησης και χρησιμοποιώντας μια κατηγορία, εκείνη της πολιτικής βίας, που τίποτα το ιστορικό έχει και ελάχιστο κοινωνιολογικό. Το Maelstrom αντιθέτως τρέχει επάνω σε μια διπλή τροχιά, εκείνη της εμπειρίας στις φυλακές, που συνδέεται με την απαγωγή του δικαστή d’Urso που έφεραν εις πέρας οι Br το 1980 και στην εξέγερση που επακολούθησε στην «ειδική» του Trani, την φυλακή υψίστης ασφαλείας, συνδέεται επίσης με τους κοινωνικούς αγώνες που άγγιξαν την Italia ξεκινώντας από την κρίση του λεγομένου οικονομικού boom. Κρίση στην οποία η άρχουσα τάξη δεν βρήκε τον τρόπο να αντιδράσει και η οποία πυροδότησε μια σειρά φαινομένων άνευ προηγουμένου που άλλαξαν το πρόσωπο της χώρας, από τον συνδικαλισμό βάσης στις φοιτητικές εξεγέρσεις, μέχρι την περίοδο των σφαγών, που σημαδεύτηκαν από τον τραγικό δεκέμβρη 1969. Ήταν η απώλεια της αθωότητας, αναρωτιέται ο Ricciardi; Η απάντηση είναι άμεση: «στην χώρα και στην Ευρώπη δεν υπήρχε ίχνος αθωότητας. Μετά την σφαγή του πολέμου μας παρουσίασαν την άλλη σκηνή, εκείνη της ανοικοδόμησης . Ο εγωιστικός καριερισμός, η αποθησαύριση δίχως φόβο, το κέρδος επί των νεκρών, το μαύρο χρηματιστήριο, η πείνα και η υπερεκμετάλλευση, ο πλουτισμός επάνω στις πλάτες αλλονών (…). Αυτό ήταν εκείνο που οι προηγούμενες γενιές μας είχαν αφήσει κληρονομιά. Που βρίσκονταν η αθωότητα;

Δεν είναι η μοναδική περίπτωση στην οποίαν ο συγγραφέας αναποδογυρίζει την σημασία όρων και εννοιών που έχουν μπει σήμερα στο συλλογικό φαντασιακό με μιαν συγκεκριμένη άποψη-έννοια. Για παράδειγμα, η «μνήμη» για έναν φυλακισμένο είναι κάτι που πρέπει να αποφευχθεί: «stop στις σκέψεις για το παρελθόν, κι εάν έχεις στις πλάτες μια μακρά ποινή ή τα ισόβια, και σε εκείνες για το μέλλον». Η  «σύγκρουση του πολιτισμού», έκφραση που έγινε διάσημη χάρη στο βιβλίο του Samuel Huntigton, φαίνεται από τον Ricciardi σαν η αντιπαράθεση μεταξύ αυτού που τον εκμεταλλεύονταν και αυτού που εκμεταλλεύονταν τους άλλους. Και η έκφραση «λευκοί θάνατοι», που χρησιμοποιείται για τους πεσόντες στην δουλειά, αντιστρέφεται. Η ανάμνηση ενός νεότατου συναδέλφου που έπεσε από μια σκαλωσιά, το ξερό χτύπημα που του σπάει την πλάτη και το αίμα που απλώνεται στην γη (που μιας και βγήκε δεν ξαναμπαίνει μέσα), δίνουν μια αίσθηση θυμού ακούγοντας την έκφραση αυτή: πρόκειται για την υποκρισία αυτού που θέλει να γλυκάνει το συμβάν, ενώ η αλήθεια είναι πως είναι άνθρωποι σκοτωμένοι, «δολοφονημένοι».  Και στην έννοια των αντίθετων εξτρεμισμών ασκείται κριτική. Τι να λέμε «κόκκινοι» και «μαύροι»: εκείνα τα χρόνια, για τον συγγραφέα, διακυβεύονταν η προλεταριακή επανάσταση, η νίκη επί του καπιταλισμού και το χτίσιμο μιας διαφορετικής κοινωνίας, δίχως τις φυλακές, το επιλεκτικό σχολείο, τους θανάτους στην εργασία, τις ιεραρχίες και τους πολέμους. Οι «μαύροι», οι φασίστες, εισήλθαν σε αυτή την δυναμική «με τον ίδιο ρόλο που έχουν οι μπράβοι στις εισόδους των ντισκοτέκ: να την πέφτουν βίαια σε όποιον δεν συμμορφώνεται με τους κανόνες και την καθεστηκυία τάξη, στις ιεραρχίες και στην ιδιοκτησία». Από την Piazza Statuto στους νεκρούς της Reggio Emilia, από την σφαγή της piazza Fontana στην βόμβα στον σταθμό της Bologna, το βιβλίο διατρέχει τα δάκρυα που έχυσε και τα βάσανα που υπέστη η Ιταλία με την απόσπαση του μελετητή, δίχως να ψάχνει δικαιολογίες για τις επιλογές του συγγραφέα, την στράτευση του στον ανταρτοπόλεμο, την παραβολή πρώτα ανοδική και στη συνέχεια ανελέητα καθοδική και πτωτική της οργάνωσης στην οποίαν ανήκε.  Ο Ricciardi όμως δεν διηγείται την ιστορία των Br, αλλά την τοποθετεί μέσα στην ιταλική, αποφεύγοντας να πέσει μέσα στην παγίδα που έχει στηθεί στους ιταλούς αναγνώστες από την συνομωσιολογία, την σκευωρία, η οποία βλέπει σε εκείνη την ένοπλη οργάνωση το εκτελεστικό χέρι μιας μεγάλης συνωμοσίας με σκοπό να σταματήσει την είσοδο του Κκι στην κυβέρνηση. Κι όμως το Partito comunista italiano σε εκείνη την κυβέρνηση είχε υπάρξει, από το 1944 μέχρι το 1947, είχε συνεισφέρει στην ανοικοδόμηση της χώρας, είχε κυβερνήσει πόλεις και επαρχίες, υποστηρίξει, τέλος, κυβερνήσεις της χριστιανοδημοκρατίας στα χρόνια Εβδομήντα με αντάλλαγμα της προεδρίας κοινοβουλευτικών επιτροπών. Και όχι γιατί υπήρχαν οι Brigate rosse αλλά διότι, όπως είπε σε περισσότερες από μια φορές ο Aldo Moro, από τις κάλπες του 1976 είχαν εξέλθει δυο νικητές, η Dc και το Pci. Δεν επρόκειτο για τον ιστορικό συμβιβασμό του Μπερλιγκουέρ, που ο Ricciardi τον βλέπει σαν το «σημείο κατάληξης μιας στρατηγικής που είχε επεξεργαστεί το Κκι αμέσως μετά το τέλος του πολέμου», αλλά για μια ρεαλιστική οπτική της πολιτικής πραγματικότητας.  Οι Χριστιανοδημοκράτες δεν μπορούσαν να κυβερνήσουν μόνοι τους και μόνο η υποστήριξη των κομμουνιστών, που εξακολουθούσαν να διατηρούνται εκτός κυβέρνησης, θα είχαν εξασφαλίσει την απαραίτητη σταθερότητα στις πολιτικές των θυσιών σε μια χώρα με διψήφιο πληθωρισμό. Ο ταξιαρχισμός προσπάθησε να χωρέσει σε αυτή τη διαλεκτική με την απαγωγή του Άλντο Μόρο, αλλά δεν πέτυχε τον σκοπό μιας διαπραγμάτευσης με τα κόμματα της πλειοψηφίας, τα οποία βρέθηκαν ενωμένα στο να καταστήσουν αβλαβή τα λόγια που ο χριστιανοδημοκράτης ηγέτης έγραφε από την λεγόμενη «φυλακή του λαού ». Ήταν μια σημαντική πολιτική ήττα για τις ερυθρές Ταξιαρχίες και η εκτέλεση του ομήρου κατάφερε, ίσως, να καθυστερήσει την αποσάθρωση της οργάνωσης για ένα-δύο χρόνια. Για τον Ricciardi, το 1967 είναι το εκπληκτικό έτος, è l’anno mirabilis. Γιατί δολοφονήθηκε ο Τσε, επειδή το Ισραήλ κέρδισε τον πόλεμο των έξι Ημερών, γιατί στην Ελλάδα μια χούφτα συνταγματαρχών ανέτρεψε τη δημοκρατία, με την ίδρυση ενός τρομοκρατικού καθεστώτος, αν και δεν ήταν φασιστικό, και στις 2 Ιουνίου η αστυνομία στο Δυτικό Βερολίνο σκότωσε τον φοιτητή Benno Ohnesorg κατά τη διάρκεια των διαμαρτυριών για την επίσκεψη του πέρση πραξικοπηματία Reza Pahlavi, Ρεζά Παχλαβί. Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να δώσει πλήρεις απαντήσεις σε όλα αυτά και συνθήματα που μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν σημαίες καθίστανται φθαρμένα. Όταν ο νεαρός Ricciardi ανακάλυψε την απάτη του ψευδή μύθου της προδομένης Αντίστασης, η απογοήτευσή του ήταν τεράστια. Διάβασε αρκετές φορές με άλλους συντρόφους ότι το PCI, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα δεν θέλησε να φέρει εις πέρας μια κοινωνική επανάσταση, αλλά να συνεργαστεί με άλλες αντι-φασιστικές δυνάμεις για τη γέννηση μιας νέας Ιταλίας. Ήταν όλα αλήθεια: κανείς δεν θέλησε ποτέ να μετατρέψει τον αγώνα εκείνο σε κάτι διαφορετικό, να κάνει ότι ο Τίτο στη Γιουγκοσλαβία, και ο μύθος που γεννήθηκε με το ξέσπασμα του ψυχρού πολέμου οφείλονταν αποκλειστικά και μόνο στην επιλογή να διατηρήσει προνομιακές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση : μια όμορφη ιστορία να λέγεται στους νέους, τίποτα περισσότερο. Οι απαντήσεις, ως εκ τούτου, ήρθαν από το εξωτερικό: στο Viet-Nam οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν μια απροσδόκητη αντίσταση, ενώ στην Κίνα, ο Μao Tze Dong ξεκινά την πολιτιστική επανάσταση. Αυτό όλο μεταφράστηκε στην Ιταλία στην αναζήτηση της ανεξαρτησίας από το σύστημα του κεφαλαίου και στην απομάκρυνση από την πολιτική του κομμουνιστικού Κόμματος. Όλα τέθηκαν σε κίνηση και γεννήθηκαν, από εκεί και μέσα σε μερικά χρόνια, πολλές οργανώσεις, κάποιες ένοπλες, άλλες όχι. Ο Ricciardi σημειώνει μόνο πως ανάμεσα στην σχεδόν με γεωμετρική πρόοδο ανάπτυξη των ερυθρών Ταξιαρχιών και την απότομη πτώση τους πέρασαν μερικά χρόνια, αλλά έμοιαζαν δεκαετίες.   Το κράτος αντέδρασε με μια ειδική νομοθεσία και, σε ορισμένες περιορισμένες περιπτώσεις που κρίθηκαν από το δικαστικό σώμα, με τα βασανιστήρια. Στη συνέχεια ήρθαν οι πρώτες καταδόσεις, το φαινόμενο της μετάνοιας και του διαχωρισμού, μια «διάρροια διαχωρίσεων» τις αποκαλεί ο Ricciardi. Ήταν ο διαχωρισμός, η διάσταση, που έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην οργάνωση, αφαιρώντας με τους πρωταγωνιστές και τις επιμέρους ιστορίες, που κομμάτι κομμάτι κατεδάφισαν την ιστορική αλήθεια και τη μνήμη εκείνης της εμπειρίας. Και για να πει όχι σε όλα αυτά ο Salvatore Ricciardi αισθάνθηκε την ανάγκη να συνθέσει την δική του βιογραφία, αλλά τοποθετώντας την προσεκτικά μέσα στο αποτέλεσμα μιας έρευνας σχετικά με το παρελθόν του και εκείνο της χώρας του.

 

Link
Anni Settanta
Lotta armata
Recensioni

Brigate rosse, una storia che viene da lontano. Il libro di Salvatore Ricciardi

ιστορία, storia

Να ζεις underground – Vivere underground

on 03 Δεκεμβρίου 2016.

Συνέντευξη της συντακτικής ομάδας στους Bill Ayers και Bernardine Dohrn, κεντρικές φιγούρες των Weather Underground, με ευκαιρία την ιταλική τους tour για την παρουσίαση του βιβλίου του Bill “Fugitive days” (DeriveApprodi, 2016).

→ English

Το βιβλίο είναι αυτοκριτικό, αλλά όχι εξαργυρωμένο, εξαγορασμένο, ξεκινώντας από αυτό, ποια νομίζετε ότι είναι τα πιο ενδιαφέροντα και σημαντικά ζητήματα των Weather Underground, οι πιο σημαντικές πτυχές της δράσης τους, και ποια τα όριά σας;

BILL: Συμφωνώ, το βιβλίο είναι αυτοκριτικό, αλλά όχι μετανιωμένο. Παρά το γεγονός ότι είμαστε λυπημένοι για το τι χάσαμε, για τον φίλο μας τον David Gilbert ο οποίος εξακολουθεί να είναι στη φυλακή και για τους άλλους πολιτικούς κρατούμενους, για τους νεκρούς συντρόφους σε μια έκρηξη την ώρα που τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες μας ζητούν να μετανοήσουμε, μας ζητούν να αποκηρύξουμε τον αγώνα μας εναντίον αυτού του γενοκτονικού τέρατος που σκότωνε 6.000 ανθρώπους την εβδομάδα στο Βιετνάμ. Εμείς δεν τον αποκηρύττουμε. Θέλουν να απαρνηθούμε τις βόμβες στα αστυνομικά τμήματα, όταν οι μαύροι δολοφονούνταν κάθε μέρα. Εμείς δεν τις απαρνιόμαστε. Αυτό που αποκηρύττουμε, αν απαρνιόμαστε κάτι, σε πολιτικό επίπεδο, είναι πως για ένα αρκετά σύντομο αλλά καθοριστικό, αποφασιστικής σημασίας χρονικό διάστημα ήμασταν δογματικοί, σεχταριστές, ηθικολόγοι, ήταν καταστροφικό και έχουμε μάθει από αυτό. Έχουμε μάθει να αμφιβάλλουμε, να δρούμε και πάλι να αμφιβάλλουμε. Όχι μόνο να δρούμε, αλλά να δρούμε και στη συνέχεια να σκεφτόμαστε ξανά αυτό που κάναμε. Αλλά εμείς δεν απαρνούμαστε αυτό που το σύστημα θέλει να αποκηρύξουμε, το ότι εφορμήσαμε ενάντια στον πόλεμο και τον ρατσισμό με κάθε ίνα του εαυτού μας.

BERNARDINE:  Το αντιπολεμικό κίνημα ήταν τεράστιο και βρήκε τη δύναμη ακόμα και σε βετεράνους που επέστρεφαν από το Βιετνάμ. Δεν πρέπει να υποτιμούμε τον βαθιά σημαντικό ρόλο στην οικοδόμηση του αντιπολεμικού κινήματος. Το κίνημα των μαύρων ήταν από την αρχή ενάντια στον πόλεμο. Ο Muhammad Ali, η Συντονιστική Επιτροπή Southern Student Non-violent Coordinating Committee, το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ πήραν θέση και στάθηκαν ενάντια στον πόλεμο. Η δική μας συμβολή στο κίνημα ήταν η ιδέα πως οι λευκοί είχαν την ευθύνη να σταθούν δίπλα στο κίνημα των μαύρων, να τερματίσουν, να διακόψουν το πρόγραμμα της κυβέρνησης που εμείς σκεφτόμασταν, και γνωρίζουμε τώρα, πως ήταν ένα σχέδιο του FBI του Έντγκαρ Χούβερ και του Προέδρου, να δολοφονήσουν και να ποινικοποιήσουν τους μαύρους αγωνιστές. Και νομίζω ότι το να επιμένουμε πως οι λευκοί είχαν την ευθύνη να απαλλαγούν από τον λευκό ρατσισμό και την ιδέα της λευκής ανωτερότητας, για να είμαστε ανθρώπινοι και επαναστάτες ήταν ένας συγκεκριμένος ρόλος που είχαμε αναλάβει. Όπως είπε ο Bill, επιμείναμε σχετικά με τη δράση, αλλά ήμασταν πιο αργοί στον τρόπο σκέψης, αλλά ήταν σημαντικό να δράσουμε εκ των προτέρων και να σηκώσουμε το επίπεδο του αγώνα ενάντια σε εκείνον που συνέχιζε να είναι ένας πόλεμος εναντίον του βιετναμέζικου λαού, ακόμη και όταν η πλειοψηφία των αμερικανών ήταν πλέον σε αντίθεση με τον πόλεμο και ήθελαν να τελειώσει, αυτός συνεχίστηκε για άλλα πέντε χρόνια.

Πιστεύετε πως οι βιογραφίες σας είναι αντιπροσωπευτικές εκείνης της γενιάς;

BERNARDINE: Δεν μπορούμε να μιλάμε για τους άλλους. Ήμασταν πολιτικά πολύ ριζοσπαστικοί, αλλά την ίδια στιγμή υπήρχε και ένα τεράστιο πολιτιστικό κίνημα, μια δυσαρέσκεια των νέων ανθρώπων στη ζωή για την οποία είχε μεγαλώσει και εκπαιδευτεί, για τις δουλειές δίχως νόημα, μόνο για να την βγάλουν και να κερδίσουν χρήματα, για το αμερικανικό όνειρο, αν θέλετε . Ένα πράγμα που είναι σαφές είναι ότι όταν η ελευθερία είναι στον αέρα είναι μεταδοτική, το κίνημα των μαύρων ήταν το πρώτο και ήταν μεταδοτικό: και άλλοι άνθρωποι ήθελαν την ελευθερία. Τότε υπήρξε λοιπόν ένα κίνημα ενάντια στον πόλεμο, ένα γυναικείο κίνημα, ένα κίνημα για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, ένα κίνημα για την επισιτιστική αυτάρκεια, ένα κίνημα για την υγεία των γυναικών, τα οποία κινήθηκαν ταυτόχρονα και εμπλουτίζονταν το ένα από το άλλο, κι ας ήταν διαφορετικά μεταξύ τους.

Υπάρχει μια ισχυρή αίσθηση στο βιβλίο πως η δική σας ήταν μια «ηθική εξέγερση», πόσο είχατε πάει πέρα από αυτό για να κάνετε πολιτική δουλειά με άλλες ομάδες και αγώνες στις Ηνωμένες Πολιτείες εκείνη την περίοδο;

BERNARDINE:  Το κίνημα των μαύρων διαχωρίστηκε από τους λευκούς εκείνη την εποχή, δεν ήταν εύκολο και δεν ήταν αυτό που θέλαμε, θέλαμε να είμαστε μαζί τους, να δουλεύουμε μαζί τους, θέλαμε να κάνουμε συναντήσεις μαζί, να εμπλουτιζόμαστε με τη σοφία και τη νοημοσύνη τους, θέλαμε να μάθουμε από αυτούς. Το να διαχωριστούμε ήταν πολύ επίπονο και δύσκολο, σε αυτά τα χρόνια ήμουν επικεφαλής του SDS, οι οργανώσεις των μαύρων φοιτητών και οι τσικάνος μεγάλωναν στα πανεπιστήμια, ο στόχος ήταν να υποστηρίξουμε και εκείνους τους αγώνες. Και υπήρχε μια τάση μαοϊκή στο αμερικανικό φοιτητικό κίνημα, όπως σε όλο τον κόσμο, που υποστήριζε ότι οι φοιτητές έπρεπε να αφήσουν τα πανεπιστήμια και να ενταχθούν στις οργανώσεις των εργαζομένων. Πολλοί έμαθαν να παίρνουν μέρος στους αγώνες που ήταν ήδη σε εξέλιξη, για παράδειγμα εκείνους των εργαζομένων στην πανεπιστημιούπολη που απαιτούσαν έναν δίκαιο μισθό, πολλά από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια περιβάλλονταν από φτωχές γειτονιές των μαύρων που δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τους πόρους της πανεπιστημιούπολης: δεν μπορούσαν να μπουν στις πανεπιστημιακές αίθουσες, στα γυμναστήρια, κλπ, θεωρούνταν απειλή. Σε πολλές περιπτώσεις, η ιδέα να ανοίξει το πανεπιστήμιο αντί να παραμείνει κλειστό και να είναι προσβάσιμο μόνο στους φοιτητές είχε γίνει ένα πολύ ισχυρό επιχείρημα και ένα εργαλείο για να κινητοποιούμαστε μαζί με την κοινότητα. Πολλοί φοιτητές του SDS αργότερα πήγαν να κάνουν πολιτική δουλειά στις φτωχές γειτονιές σε όλη τη χώρα. Προσπάθησαν να συμμετάσχουν σε μάχες με τους ανθρώπους της γειτονιάς, αναγνωρίζοντας τους αγώνες των γυναικών, τους αγώνες για την καλή διαβίωση ακόμα και παιδιών, τους αγώνες για τη στέγαση, για τις υπηρεσίες υγείας, τους εργατικούς αγώνες.

BILL:  Άλλοι άνθρωποι πήγαν στα εργοστάσια ή στην ύπαιθρο για να οργανώσουν. Αλλά όταν εμείς κινηθήκαμε υπόγεια, στην παρανομία, ένα από τα κρυμμένα πλεονεκτήματα ήταν ότι βρεθήκαμε να ζούμε στο περιθώριο της κοινωνίας. Στις φτωχές γειτονιές, σε χώρους όπου το δικό μας background ποτέ δεν θα μας είχε επιτρέψει να βρεθούμε. Η Bernardine βρέθηκε να εργάζεται ως καθαρίστρια, ως σερβιτόρα και καμαριέρα, εγώ βρέθηκα να εργάζομαι στις κουζίνες και το λιμάνι. Ξαφνικά, για 15 χρόνια, βρεθήκαμε με φίλους που ποτέ δεν θα είχαμε γνωρίσει αν δεν είχαμε πάει underground,στην παρανομία, πήραμε μέρος σε αγώνες στους οποίους ίσως ποτέ δεν θα είχαμε εμπλακεί, αλλά ήταν πλέον μέρος της ζωής για την οποία προσπαθούσαμε να δώσουμε ένα νόημα: ακόμα κι αν ξέραμε ότι είχαμε πιαστεί στα δόκανα ενός θανάσιμου αγώνα με την πολεμική μηχανή, με την αστυνομία και το FBI, την ίδια στιγμή ζούσαμε τις μυστικές και παράνομες ζωές μας, τις υπόγειες ζωές μας. Δούλεψα στα λιμάνια για μεγάλο χρονικό διάστημα και ήμουν πάντα στο δωμάτιο του συνδικάτου όπου καθημερινά επέλεγαν τους εργαζόμενους, έπρεπε να ήμαστε εκεί κάθε πρωί γύρω στις 5-6 για να προσπαθήσουμε να εργαστούμε εκείνη την ημέρα. Μιλούσα, έπινα καφέ και κάπνιζα με άλλους ανθρώπους, και ένα από τα αστεία πράγματα που μου συνέβη ήταν πως οι κομμουνιστές μου ζητούσαν πάντα να πάω στις συνεδριάσεις τους, αλλά εγώ έπρεπε να αρνηθώ, και αυτοί σκέφτονταν «αυτός ο εργάτης μοιάζει να έχει συνείδηση, γιατί δεν έρχεται ποτέ στις συναντήσεις μας; ». Ήμουν μέρος του κοινωνικού ιστού, δεν ήμουν στην παρανομία με τρόπο απομονωμένο, αλλά την ίδια στιγμή φυσικά δεν μπορούσα να συμμετάσχω άμεσα σε αυτό το είδος πολιτικών πραγμάτων.

BERNARDINE: Ένα από τα πράγματα που ανακαλύψαμε ενώ ήμασταν underground, στην παρανομία, ήταν ότι υπήρχαν πολλά υπόγειοι, πέφταμε επάνω τους συνεχώς, υπήρχαν ανυπότακτοι, που είχαν πλαστά έγγραφα, υπήρχαν πολλοί λιποτάκτες του στρατού, οι οποίοι προσπαθούσαν να ζήσουν χωρίς να συλληφθούν, υπήρχαν γυναίκες και ομοφυλόφιλοι που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από την καταπίεση των αγροτικών περιοχών, πηγαίνοντας στις ακτές και προσπαθούσαν να ζήσουν μια διαφορετική ζωή με διαφορετικά ονόματα. Υπήρχε ένα υπόγειο δίκτυο, ένα παράνομο δίκτυο λοιπόν, ήταν περίεργο, διότι δεν υπάρχει ένα υπόγειο μέρος, αλλά όταν είσαι υπόγειος συναντάς άλλους ανθρώπους που είναι υπόγειοι, underground .

BILL: Συναντάς όλα τα είδη των εγκληματιών, ακόμα και τη μαφία. Μια φορά περίμενα ένα τηλεφώνημα της Bernardine, ήμουν σε ένα τηλέφωνο με κέρματα περιμένοντας την κλήση, και ήταν ένα τέλειο τηλέφωνο επειδή ήταν στο κελάρι ενός εστιατορίου, περίμενα και εμφανίστηκαν ξαφνικά δύο άνδρες της μαφίας: ήταν, επίσης, περίμεναν μια κλήση. Πήρα πολύ φόβο, αλλά όλοι χρειάζονται ένα «τέλειο τηλέφωνο» …

Λαμβάνοντας υπόψη τον σημαντικό ρόλο των γυναικών στους Weather Underground, καθώς επίσης και τις φεμινιστικές κριτικές των σχέσεων των δύο φύλων μέσα στην οργάνωση, ποια ήταν η κατάσταση μέσα σας, στο εσωτερικό σας, και τι προβλήματα προέκυψαν;

BERNARDINE: Εκείνη την εποχή υπήρχαν πολλοί διαχωρισμοί σε διαφορετικά θέματα, το γυναικείο κίνημα, το gay κίνημα, οι μαύροι και οι λευκοί διαχωρισμένοι. Ένιωθα φεμινίστρια, έχω συμμετάσχει σε ομάδες γυναικείας αυτο-συνείδησης, πήρα μέρος στη διαμαρτυρία των γυναικών στο εσωτερικό του SDS, αλλά την ίδια στιγμή ο φεμινισμός μου ήταν διεθνιστικός, από τη δική μου άποψη αυτό που ήταν σημαντικό ήταν ότι οι επαναστάτριες γυναίκες θα έπρεπε να αναλάβουν την ευθύνη για εκείνο που έκανε η κυβέρνηση, στο όνομά μας, στις γυναίκες σε όλο τον κόσμο. Υπήρχαν διαιρέσεις και αντεγκλήσεις, σαν να υπήρχε μόνο ένα πράγμα που έπρεπε να γίνει – τώρα, κοιτώντας πίσω, νομίζω ότι υπήρχαν πολλά σωστά πράγματα να κάνουμε και θα μπορούσαμε να έχουμε δει τους εαυτούς μας ως μέρος ενός μεγάλου και κοινού κινήματος. Αλλά αυτό δεν συνέβη.

BILL: Νομίζω ότι οι γυναίκες και οι άνδρες είχαν διαφορετικές εμπειρίες, αλλά προσπαθούσαν να επανεξετάσουν τα πάντα, να επανεξετάσουν τις σχέσεις, την σεξουαλικότητα, και ενώ σκεφτόμασταν απ’ την αρχή αυτά τα πράγματα τραβούσαμε συγχρόνως την παλιά κοινωνία μαζί μας. Νιώθω τυχερός που έζησα σε μια εποχή που μπορούσαμε να μάθουμε: καλούμασταν πάντα να επανεξετάσουμε τα ήδη δεδομένα. Αυτοί που μας προκαλούσαν συχνά ήταν οι στενότεροι φίλοι μας, οι ερωμένες μας, ήταν επίσης οδυνηρό, αλλά στην πραγματικότητα εκείνος ο πόνος ήταν αναγκαίος αν ήθελες να τα σπάσεις με τη βλακεία μέσα στην οποία είχες μεγαλώσει. Η στάση μας απέναντι στο σεξ, την πολιτική και τον τρόπο ζωής και γιορτής, προς τα σύμβολα και τις τελετές έλεγαν: όλα τα παλιά θα τεθούν υπό αμφισβήτηση, όλα τα νέα θα δοκιμαστούν. Πειραματιζόμασταν πραγματικά, και πονέσαμε, αισθανθήκαμε άσχημα, αλλά επίσης μάθαμε κάτι τις, κάποια πράγματα.

Ποια ήταν η σχέση σας με τους Μαύρους Πάνθηρες;

BILL: Συμμαχήσαμε με τους Black Panthers όταν ήμασταν στο πανεπιστήμιο, στενές σχέσεις όπως και εντάσεις κάποιες φορές, και μετά, όταν βρισκόμασταν στην παρανομία υπήρχαν ομάδες μαύρων επαναστατών, ο Black Liberation Army, που ήταν μια διάσπαση των Black Panthers, και συντονιστήκαμε μαζί τους επάνω σε διάφορα σχέδια.

BERNARDINE: Πρέπει να θυμόμαστε ότι την εποχή εκείνη η πολιτική του FBI ήταν να δολοφονήσουν τους ηγέτες των μαύρων, να τους συλλάβουν και να τους ποινικοποιήσουν, και να παρεμποδίσουν, να παρενοχλούν και να καταστρέψουν τις επαναστατικές λευκές οργανώσεις, αλλά όχι να μας σκοτώσουν, αν και για 11 χρόνια ζούσαμε έχοντας στο κεφάλι ένα ένταλμα σύλληψης που προέβλεπε πως θα μπορούσαν να μας σκοτώσουν. Ο Fred Hampton, ένας από τους στενούς συντρόφους μας στο Σικάγο, ο οποίος ήταν επικεφαλής των Μαύρων Πανθήρων εκεί, δολοφονήθηκε από την αστυνομία και το FBI στη μέση της νύχτας. Και αυτό με πολλούς τρόπους, μας οδήγησε πιο γρήγορα από ό, τι πιστεύαμε στην παρανομία, είχαμε αυτό το συναίσθημα πως έπρεπε να αντιπαρατεθούμε με τα σώματά μας στη δύναμη και την εξουσία που προσπαθούσε να καταστρέψει τις ζωές των ανθρώπων.

Τι έχει απομείνει από αυτό το είδος άρνησης, από αυτές τις εμπειρίες σας; Τι μπορεί να διδάξει η δική σας εξέγερση σήμερα;

BERNARDINE: Είναι πάρα πολύ νωρίς για να το πούμε, ήταν ένα κομμάτι μιας μακράς σειράς από πολιτικές αναταραχές στην Αμερική. Μερικές φορές νομίζω ότι έχει δοξαστεί από τους αγωνιστές της εποχής με έναν τρόπο που ασκεί πίεση και αποτρέπει, εμποδίζει τους σημερινούς αγωνιστές οι οποίοι δεν αισθάνονται ότι έχουν την ίδια ισχύ. Από την άλλη πλευρά δαιμονοποιείται, μας αποκάλεσαν τρομοκράτες και κακομαθημένα παιδιά, εγωιστές και πολλά άλλα τρελά πράγματα. Αλλά ήταν ένα κομμάτι ενός παγκόσμιου κινήματος. Φυσικά υπήρχαν και άλλοι απελευθερωτικοί αγώνες σε όλο τον κόσμο που μας έδωσαν δύναμη και παλμό για να υποστηρίξουμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα έπρεπε να αποκλειστούν από τον επαναστατικό αγώνα – γιατί μπορεί αυτός να λάβει χώρα παντού στον κόσμο, αλλά όχι στην μητέρα πατρίδα του ιμπεριαλισμού; – οπότε αισθανθήκαμε μεγάλη υπευθυνότητα, όταν προσπαθήσαμε να μιμηθούμε αυτό που συνέβαινε στα απελευθερωτικούς αγώνες σε όλο τον κόσμο, αλλά πήραμε πολλή δύναμη και έμπνευση και από άλλους αγώνες.

BILL: Το πρόβλημα είναι ότι αν βάλεις τα χρόνια ’60 κάτω από ένα γυαλί θα παρατηρήσεις πως δεν υπάρχει κανένα παράδειγμα, αλλά αν εσύ αντιθέτως δείξεις ότι ήταν ένα κομμάτι μιας μακράς σειράς αγώνων μπορείς να δεις ότι υπήρχαν οι αγώνες της δεκαετίας του ’30, αγώνες στη δεκαετία του ’50, όλοι οι αγώνες στο πρώτο μέρος του ‘900 που παρήγαγαν το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα, όλοι αυτοί οι αγώνες δεν γιορτάστηκαν αρκετά, αλλά ήταν επίσης πολύ σημαντικοί. Όταν οι άνθρωποι έχουν ένα μαξιλάρι πάνω από το πρόσωπό τους και πνίγονται, τότε αντιστέκονται, και όταν αντιστεκόμαστε κερδίζουμε δύναμη και ελπίδα μέσα από αυτή την αντίσταση, η αντίστασή μας υπήρξε μια στιγμή στον κύκλο των αγώνων, δεν την μυθιστορικοποιούμε σκεπτόμενοι ότι ήμασταν οι καλύτεροι, στην πραγματικότητα πιστεύουμε ότι οι δεκαετίες του ’60 υπήρξαν ένας μύθος και ένα σύμβολο, αλλά συχνά μεταφέρονται από παλιούς νοσταλγούς. Εμείς δεν είμαστε νοσταλγοί.

BERNARDINE: Ή ότι τα ’60s εμπορευματοποιούνται και γίνονται ένα εμπορικό προϊόν.

BILL: Σε γενικές γραμμές, είναι επίσης ένας τρόπος για να καταπνίξουν τους νέους. Με τα χρόνια πολλοί άνθρωποι μας είπαν, »Γαμώτο, θα ήθελα να έχω ζήσει στη δεκαετία του ’60,» και εμείς λέμε,»Όχι, κάνετε λάθος,» σαν να είχαμε το καλύτερο σεξ, την καλύτερη μουσική, τις πιο όμορφες πορείες …

BERNARDINE: Ναι, μα στην πραγματικότητα είχαμε την καλύτερη…

BILL: …το καλύτερο σεξ!

BERNARDINE: …μουσική.

 

* Ευχαριστούμε τους συντρόφους και τις συντρόφισσες του Vag61 στην Bologna όπου συλλέξαμε την συνέντευξη.

http://www.commonware.org/index.php/cartografia/728-vivere-underground

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Είναι παλιό το λιμάνι, και μετά πρόλογος

1975

Στίχοι:  

Γιώργος Σεφέρης

Μουσική:

Δήμος Μούτσης

 

Είναι παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια να περιμένω
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα,
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πλατάνια,
ούτε το φίλο που έφυγε για τ’ ανοιχτά.Χαϊδεύω τα σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τα κουπιά
να ζωντανέψει το κορμί μου και ν’ αποφασίσει.
Τα καραβόπανα δίνουν μόνο τη μυρωδιά
του αλατιού της άλλης τρικυμίας.Αν το θέλησα να μείνω μόνος, γύρεψα
τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,
το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,
αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή.Τ’ άστρα της νύχτας με γυρίζουν στην προσδοκία
του Οδυσσέα για τους νεκρούς μες στ’ ασφοδίλια.
Μες στ’ ασφοδίλια σαν αράξαμε εδώ πέρα θέλαμε να βρούμε
τη λαγκαδιά που είδε τον Άδωνι λαβωμένο.Σάββας Ξηρός, Η μέρα εκείνη, 1560 ώρες στην εντατικήΛίγες γραμμές, μια θολή εικόνα από τον ανακριτικό θάλαμο του νοσοκομείου, μνήμες που ρίχνουν αμυδρό φως μήπως φανερώσουν κάποιες οριακές καταστάσεις που εκτυλίχθηκαν εκεί και αποτυπώνονται μ’ έναν τρόπο προσωπικό, όσο και οι πληγές στο σώμα μου. Ακραίες εμπειρίες, που δεν μπορούν ποτέ ν’ αποκτηθούν από βιβλία αν κάποιος δεν τις γευτεί ο ίδιος σαν το πειραματόζωο, αν δεν τις ζήσει, και πάλι δύσκολα αποτυπώνονται με λόγια όσο δεν υπάρχει κάτι παρόμοιο στη ζωή για σύγκριση, αυτές οι εμπειρίες είναι οι αδιάσειστες αποδείξεις, οι αδιάψευστοι μάρτυρες των όσων έχουν συμβεί σε μια μονάδα εντατικών ανακρίσεων.

Λίγες γραμμές γι αυτές τις μέρες της εντατικής, γι αυτές τις εμπειρίες που δεν μπόρεσαν να γραφτούν παρά μονάχα όταν πέρασαν δυο χρόνια. Καιρός που έπρεπε να κρατηθεί ανόθευτη η μνήμη από εξωτερικές επιρροές, θεωρίες, διαδόσεις, και να περάσουν από ψιλό κόσκινο μέχρι να εξοστρακιστούν ιδέες, γνώμες, υποθέσεις ειδικών ή μη, ώστε να μείνει καθαρή και μόνο η εξωπραγματική πραγματικότητα, η παράλογη λογική των ημερών εκείνων.

Μια μαρτυρία για τις ανακρίσεις τύπου Μέγκελε που στοχεύουν στα βάθη της ύπαρξης, όταν με ύπουλα μέσα διαταράσσουν, ακυρώνουν την κρίση, όταν με ανίερες μεθόδους χτυπούν για να κάμψουν τη βούληση, να την δεσμεύσουν, να τη σύρουν σε ατραπούς που δεν θα βάδιζε ποτέ.

Εκεί όπου στοχεύει μια διαφήμιση, μια προεκλογική καμπάνια, μια ψυχοτρόπα ουσία ή υπόσχεση, εκεί που διαβρώνουν οι ουσίες, η παραμύθα των χρηστών κι όλοι μαζί ή ο καθένας χωριστά κατασκευάζουν έναν άλλον πιο ψεύτικο, πιο πλασματικό κόσμο, εκεί, στην ουσία της ύπαρξης, στη βούληση, στην ίδια την ύπαρξη στοχεύει μια εκσυγχρονισμένη ανάκριση. Και τότε αυτός που θα την υποστεί, χωρίς τη δυνατότητα ιεράρχησης των πραγμάτων ή αμφισβήτησης, χωρίς να ‘χει δικαίωμα στο δικαίωμα άρνησης ή επιλογής, είναι πιο κάτω κι από ένα άβουλο ζώο.

Μα υπάρχει και πιο κάτω. Είναι εκείνος που αναρωτιέται ξεδιάντροπα αν από μια τέτοια μέθοδο προκύπτει η αλήθεια και για χάρη της σκοπιμότητας βάζει τη δική του κρίση υπό αμφισβήτηση. Γιατί δεν υπάρχει κάτι πιο παράλογο, πιο εξωπραγματικό, από τον ολοζώντανο αληθινό εφιάλτη που προκαλεί ο βασανισμός, την ώρα που το μυαλό κατασκευάζει πραγματικές ανάγλυφες παράνοιες. Δεν υπάρχει πιο απάνθρωπο από ένα συλλογισμό τέτοιον, που να αναζητά άλλοθι για τα βασανιστήρια. Συλλογισμός που έχει απορριφθεί αυτονόητα εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια από τον Αριστοτέλη όταν αποκλείει τη χρήση προϊόντων βίας, και τον Αντιφώντα όταν εξηγεί πως ο βασανιζόμενος λέει αυτά που θέλει να ακούσει ο βασανιστής του.

Και δεν υπάρχει γι αυτό καμία εξαίρεση, πολύ περισσότερο όταν καθοδηγείται το μυαλό με σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους. Σαν αυτές στην εντατική του Ευαγγελισμού, που η μοντέρνα αντίληψη επέβαλε και τη βιντεοσκόπηση τους, κι όσο αυτή υπάρχει δεν είναι απλά υποκριτικό όταν κάποιος εθελοτυφλεί σε τέτοια ντοκουμέντα, αλλά εξυπηρετεί συγκεκριμένες κατευθύνσεις.

Μέχρι αυτά να βγουν στο φως, κάθε υπόθεση, κάθε σενάριο, κάθε ερμηνεία για κείνη την περίοδο, κάθε επέκταση προς τη μία πλευρά ή προς την άλλη είναι μακριά από τη διερεύνηση της αλήθειας, εφόσον τίποτα δεν θα άντεχε σε μια σύγκριση με ότι έχει πραγματικά γίνει, με ότι έχει αντικειμενικά αποτυπωθεί.

Τότε θα ξεκαθαρίσει οριστικά αν υπάρχει αντιστοιχία των όσων συνέβησαν με αυτά που προβλήθηκαν ή διαδόθηκαν ή καταγράφηκαν από τους βασανιστές. Τότε θα φανεί το άλλο πρόσωπο τους κράτους. Τότε θα αναζητά τρόπο να κρυφτεί ο κάθε υπηρέτης του συστήματος, που με ελαφριά τη συνείδηση εγκρίνει από την καρέκλα του ή απ’ το γυαλί ή συμμετέχει σε όποιας μορφής βασανιστήρια. Τότε θα μπορεί ο καθένας να φρίξει και να κρίνει ανεπηρέαστα σαν αυτόπτης μάρτυρας.

Ύστερα από έναν τέτοιο καταποντισμό, μοιάζει αχανής κι ατέλειωτος ο δρόμος της επιστροφής, αν θα υπάρξει επιστροφή, γιατί είναι σαν το ναυαγό που κολυμπάει, κολυμπάει, μα βρίσκεται στο ίδιο μέρος. Ώσπου κάποια σπίθα που δεν έσβησε αργά αργά να φέρει λίγο φως, κάποιος σπόρος που ‘χει μείνει απ’ το χθες πάνω στο χέρσο τόπο ν’ αρχίσει να φυτρώνει, για να περάσουν χρόνια μέχρι να μάθουν οι έννοιες να ταξιδεύουν στο μυαλό από καινούργιους δρόμους, μέχρι να γίνουν συνείδηση οι τωρινές δυνατότητες, οι μόνιμες αδυναμίες, μέχρι να κατανοηθεί ο νέος ρυθμός, ο χρόνος που μπορεί να αντανακλά ο νους την κάθε σκέψη μέχρι αυτή να βρει διέξοδο, να εκφραστεί απλά, όσο χρειάζεται για να μείνει η μνήμη ζωντανή.

Λίγες γραμμές, λίγες σκέψεις, μια μαρτυρία για την σκοτεινή εκείνη περίοδο των ημερών της εντατικής.Μέρες που διαδραματίζονται στο τέλος μιας εποχής που ξεδιπλώνονται στο ξεκίνημα μιας ξέφρενης παράλογης πορείας με τον πολύμορφο έλεγχο που επιχειρείται, ακραία έκφραση του οποίου είναι η άμεση καταστολή.

Όταν η κατά μέτωπο επίθεση, όπως στο Βιετνάμ και στο Ιράκ, είναι αναπόφευκτη αλλά όμως καταδικασμένη, γίνεται φανερό ότι μόνο με δίκτυο από ντόπιους περιφερειακούς πρόθυμους πράκτορες έχει πιθανότητες ο εχθρός να επιβληθεί. Πράκτορες σαν αυτούς που βγήκαν από την εφεδρεία εκείνο το καλοκαίρι, για να επιβάλουν μια πρωτοφανή δικτατορία της ενημέρωσης σε μια πρωτόγνωρης μορφής χούντα, που φαινομενικά αδρανεί, αλλά αναδύεται από τη στάχτη της κάθε φορά που το σύστημα το απαιτεί.

Με αυτούς τους πράκτορες βρέθηκα αντιμέτωπος στην εντατική, απ τον αντίκτυπο αυτής της λαίλαπας ένα μικρό κόκκο, αλλά για τις δυνάμεις μου δυσβάσταχτο, μου έλαχε να σηκώσω εκείνο το καλοκαίρι του 2002.

Φυλακές Κορυδαλλού 28-6-2005

 

 

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, υ

image

Από την άλλη πλευρά, τι ακόμη θα μπορούσαν να προσπαθήσουν να πράξουν;

Είχαν φέρει τον ανταρτοπόλεμο βαθιά μέσα στις διάφορες ενότητες των εργοστασίων. Είχαν μοιράσει φυλλάδια που ισοδυναμούσαν με ισόβια κάθειρξη μέσα από τα χέρια ανθρώπων, στο φως της ημέρας. Είχαν κλείσει το σύμβολο των ειδικών φυλακών. Είχαν προχωρήσει στην απαγωγή ενός από τους υπεύθυνους του εργοστασίου του καρκίνου στο Porto Marghera. Είχαν σαμποτάρει άρματα μάχης μέσα στον θωρακισμένο φράχτη του εργοστασίου Oto Melara. Και πόσα άλλα ακόμα.

Συνέχισαν να υπάρχουν, με πιο πολλούς μαχητές και μεγαλύτερη οργανωτική δύναμη, αλλά δεν κατάφεραν να πάνε πέρα από την αρχική τους φυσιογνωμία, με ένα ανησυχητικό διάκενο ανάμεσα στην ικανότητα να προσελκύουν συντρόφους και μια όλο και πιο ισχυρή αυτο αναφορικότητα των δυσνόητων προγραμμάτων τους για ανύπαρκτες επαναστατικές μάζες.

Είχαν ολοκληρώσει τον κύκλο, τον είχαν κλείσει: αν ήθελε κάποιος να αγωνιστεί, έστω και επάνω σε ελάχιστους στόχους, δεν υπήρχε παρά ο ένοπλος αγώνας. Και, με την προϋπόθεση πως έτσι ήταν, πώς; Φυσικά με τις ερυθρές Ταξιαρχίες, μιας και ήταν το μοναδικό οργανωτικό μοντέλο που γνώριζαν και ήξεραν να το κάνουν να λειτουργεί.

Το αποτέλεσμα ήταν πως δεν μπορούσαν πλέον να επηρεάσουν τις εξελίξεις, να έχουν περισσότερο βαρύνοντα ρόλο στο πλαίσιο των γενικών πολιτικών αποφάσεων και, ως εκ τούτου, να φρενάρουν την ολοένα και μεγαλύτερη ολίσθηση προς αμυντικογενείς μορφές του εργατικού αγώνα.

Hic Rhodus … που σημαίνει: Ιδού η Ρόδος….κι ας είναι για τον αμερικάνο τριών αστέρων.

Δεν ήξεραν πολλά γι αυτόν. Πράγματι, σχεδόν τίποτα. Ήταν αρκετός ο βαθμός και ο τόπος για να αποφασίσουν την σημαντικότητα του.

Με μια τετριμμένη δικαιολογία, δύο ψεύτικοι υδραυλικοί είχαν καταφέρει να τους ανοίξουν την πόρτα. Παραδόξως, και ευτυχώς γι ‘αυτούς, ο αμερικανός δεν είχε τοποθέτησε τις πιθανές προφυλάξεις που θα έπρεπε να έχει. Προφανώς ο ίδιος ποτέ δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι σε μια βάση τόσο παραδοσιακά φιλόξενη όπως η Ιταλία, θα μπορούσε να έρθει στο μυαλό κάποιου να κηρύξει τον πόλεμο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τον πήραν μαζί τους μακριά και όλα πήγαν ομαλά, όπως είχαν προβλέψει.

Δεν γνώριζαν τα στάδια της καριέρας του, και τα αγγλικά τους ήταν αυτά που ήταν. Όμως, μεταξύ των εγγράφων του, η πιο ολοκληρωμένη τεκμηρίωση του εξαιρετικού curriculum vitae, βιογραφικού του στρατηγού.

Ανάμεσα στις φωτογραφίες, ο παρασημοφορημένος ήρωας έκανε μια επίδειξη του εαυτού του σε στρατιωτικά στρατόπεδα στο Βιετνάμ. Είχαν λοιπόν στα χέρια τους το πρωτότυπο των δολοφόνων yankee εναντίον των οποίων ο μισός κόσμος είχε φωνάξει το μίσος του.

Θα πει, επιβεβαιώνοντας μια κοινοτοπία του κακού που είναι πάντα ίδια με τον εαυτό της, πως δεν καταλάβαινε, ότι δεν είχε κάνει παρά μόνο το καθήκον του, ότι ήταν ένας στρατιωτικός και ένας στρατιωτικός κάνει πόλεμο. Και ότι … οι άνθρωποι σαν κι αυτόν ήξεραν πώς να τον κάνουν … και πως θα τον είχαν κερδίσει αν δεν υπήρχαν όλες εκείνες οι ατυχείς πιέσεις μιας άνανδρης διεθνούς κοινής γνώμης που κατά καιρούς ωθούσαν την Ουάσιγκτον να διατάξει την αναστολή των βομβαρδισμών … αλλά ναι, εκείνων που αφορούσαν παραμεθόριες περιοχές μεταξύ Βορρά και Νότου … και έτσι περνούσαν οι προμήθειες του ανταρτοπόλεμου … βέβαια εκεί υπήρχαν κατοικημένα χωριά … αλλά εκείνος δεν ήταν ένας πραγματικός πόλεμος με μέτωπα και χαρακώματα … ο εχθρός ήταν παντού … αλλά αυτοί θα τα είχαν καταφέρει αν είχαν λευκή κάρτα …

Δεν καταλάβαινε. Ούτε γιατί είχαν στη συνέχεια χάσει εκείνο τον πόλεμο, παρά το ζήλο αυτού και όμοιων του, ψυχρών λογιστάδων του βραδινού απολογισμού της ποσότητας τόνων θανάτου που θα μπορούσαν να φτύσουν από τα φρικτά τους ελικόπτερα. Και όλα αυτά για ένα κομμάτι αντικομουνιστικού καθαρισμού στην αυλή της μεγάλης δυτικής κατοικίας, στην οποίαν η ιστορία είχε αναθέσει, είχε εμπιστευτεί το καθήκον να υπερασπιστεί την μοναδική νοητή κουλτούρα.

Πιστεύω στο Θεό, στον εαυτό μου και στο ιππικό από αέρα: αυτό διαβάσαμε μία από τις σημειώσεις του, μεταξύ άλλων. Αναρωτιέμαι αν χρησιμοποιούσε και αυτός Wagner για να τελειοποιεί την λειτουργία των πεποιθήσεών του;

Καθ ‘όλη τη επιχείρηση, αυτή ποτέ δεν τον είδε – αλλά υπήρξε ένας από τους εχθρούς που μίσησε περισσότερο.

Η σύζυγός του, από τις τηλεοπτικές οθόνες, του απευθύνονταν με ένα καταπληκτικό honey. Santa γυναίκα, αγία ! Πώς τα κατάφερνε να γνωρίζει για όλα αυτά τα »κατορθώματα» στα χωριά, όπου ο σύζυγός της είχε αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι του, και να συνεχίζει να βρίσκει γλύκα σε αυτό τον άνθρωπο; Ποια άγρια ομοιότητα έδενε το αχαρακτήριστο ζευγάρι, τόσο ενωμένο στην αγάπη της θανατηφόρας pax με άστρα και ρίγες;

Τέλεια οικογένεια. Εάν μόνο δεν ήταν για εκείνη την αναθεματισμένη συνήθεια του να θέλουν να επιβάλουν το παράδειγμα σε σπίτι αλλουνού. Και με όλα τα μέσα, αν προωθούνταν κατευθείαν στο μεγάλο σκοπό.

Αλλά τι είναι περίεργο; προς τι τόσος μεγάλος θαυμασμός; Ποτέ δεν υπήρχαν τέρατα χωρίς εξαρτώμενα παιδιά.

Προφανώς, ακόμη και στην Αμερική.

Και τώρα; Μετά to blitz, την αιφνιδιαστική επίθεση των κουκουλοφόρων βασανιστών, και πάλι η Τάξη βασιλεύει στο Βερολίνο. Αλλά πόσες ήττες χρειάζονται ακόμη για να εξασφαλίσουν τη νίκη; και πώς να αναγνωρίσουν τις ανεπανόρθωτες από εκείνες που είναι απαραίτητες;

Τίποτα πιο δύσκολο να αναρωτιέσαι, ενώ κάθε μέρα πρέπει να μετράς τις συλλήψεις, να λογαριάζεσαι μ’ αυτές, την στιγμή που όλα παραπαίουν, κάτω από τα χτυπήματα ενός εχθρού εκατό φορές ισχυρότερου επειδή αυτή τη φορά επωφελείται των πληροφοριών και της βοήθειας στις έρευνες εκείνων των αγωνιστών που συνελήφθησαν οι οποίοι, από την μια μέρα στην άλλη, αλλάζουν μέτωπο και επιστρατεύονται άμεσα στο Όπλο, [των καραμπινιέρων], με δεδηλωμένο στόχο να καταστρέψουν ότι απομένει από εκείνο που μέχρι την προηγουμένη δήλωναν ότι θα είχαν υπερασπιστεί με την ίδια τη ζωή τους.

Eκείνο το παράσιτο επάνω στο υγιές δέντρο που είχε στοιχίσει τους συντρόφους που σφαγιάστηκαν στην οδό Fracchia, δεν ήταν καθόλου τόσο μοναδικό και υπήρξε πολύ γόνιμο ώστε να τους κάνει να ανακαλύψουν ξαφνικά ό, τι είχε προσβληθεί σε μεγάλο βαθμό το ακμάζον φυτικό τους. Αν δεν επρόκειτο για κάτι τραγικό, θα ήταν να χαμογελάς με την πληθώρα ορισμένων αδέξιων βεβαιοτήτων, αποτέλεσμα περισσότερο πνεύματος αυτοσυντήρησης παρά ξεκάθαρων, ισορροπημένων συλλογισμών.

Αλλά δεν είναι να ειρωνευόμαστε πολύ. Μόνο αυτός που πέρασε μέσα από τέτοιες καταστάσεις μπορεί να καταλάβει την τραγικότητα να πρέπει να αντιμετωπίσεις έναν εχθρό που μόνο χθες ακόμη ήταν ένας αδελφός, μια αδελφή.

Με τους οποίους μοιραστήκαμε τα πάντα και τώρα όλα μας διχάζουν.

Τα πάντα; Πώς να μην αναρωτηθούμε πόσο μέρος από τον εαυτό μας έχει το ίδιο παραμορφωμένο πρόσωπο του Κάιν;

Αναρωτήθηκα. Με την ψυχή ανάμεσα στα δόντια σε εκείνες τις ατέλειωτες ώρες που πέρασα μες την αγωνία να ξέρω πως βρίσκονταν στα χέρια αυτών των θηρίων.

Ειδικά οι συντρόφισσες με το σώμα ίδιο σαν το δικό μου της γυναίκας. Στο έλεος μιας συναισθηματικής ενσυναίσθησης που μου θόλωνε το νου σε έναν γενικευμένο πόνο, σαν να μην είχα πλέον ένα εκατοστό δέρματος στο κορμί μου.

Και την ώρα που έβρισκα τον τρόπο να αφήσω το νύχι ενός δακτύλου μεταξύ μιας πόρτας ή να παραπατήσω ζαλισμένη από τα κάτω μέχρι τον παραστάτη ενός παραθύρου, προσποιούμουν πως στοχαζόμουν με τους άλλους.

Εμφανώς τα βασανιστήρια παρήγαγαν τα αποτελέσματά τους και οι συλλήψεις ακολουθούσαν σαν χιονοστιβάδα. Το θέμα ήταν να διερευνήσουμε σχετικά με (υποτιθέμενες ή όχι) ατομικές αδυναμίες για να προσπαθήσουμε να βρούμε τρόπους αντιμετώπισης, για να προστατευτούμε.

 

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

ιστορία, storia

O Tσε είναι ζωντανός! Συνέντευξη – “Che” è vivo! Intervista con Harry Antonio Villegas Tamayo (“Pombo”)

Παραδοχή, πρόλογος. Δεν έχω καμία πρόθεση να περιμένω την 50η επέτειο για να θυμηθώ και να εορτάσω την φιγούρα του «CHE». Πρώτον, γιατί «ποτέ δεν ξέρεις» … και, στη συνέχεια, γιατί ειλικρινά μου θυμίζει πάρα πολύ την ηλικία, πλέον σχεδόν σεβάσμια, του υπογράφοντος.

Μεταξύ άλλων (συγχρονική σύμπτωση;) Την 8η Οκτωβρίου 1967 , ημέρα της σύλληψης του Τσε, επίσης αντιπροσωπεύει το «βάπτισμα του πυρός», μου, να το πω έτσι. Εκείνη την ημέρα, στην πραγματικότητα, δεκαπεντάχρονος, πήρα μέρος (ίσως η αρχική πρόθεση ήταν μόνο να παρακολουθήσω, από περιέργεια) στην πρώτη μουδιαδήλωση με επιθέσεις, πολύ σκληρές, από την Celere 2 [αστυνομικοί] της Πάδοβα. Η εικόνα κάποιων κοριτσιών πεταμένων στη γη ξυλοκοπημένων με τα κλομπ (δεν μπορώ να θυμηθώ αν αυτά συνέβησαν στον ανισόπεδο κόμβο του Αγίου Πίου Χ ή ακόμα και στο στάδιο , λίγα χιλιόμετρα από την αμερικανική βάση) παρέμεινε στη μνήμη μου, ανεξίτηλη. Ήταν μόνο η αρχή … αλλά ήταν πολλά υποσχόμενη.

Για τον Ερνέστο Γκεβάρα είχα ήδη διαβάσει ένα μικρό βιβλίο που εκδόθηκε από μιαν μ-λ ομάδα («Να φτιάξουμε δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ … κόκκινο κάλυμμα, το κόστος, θυμάμαι, 50 λιρέτες), γι ‘αυτό δεν μου ήταν εντελώς άγνωστος. Αλλά σίγουρα δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι ενώ τρέχαμε μέσα από τους περιφερειακούς δρόμους της Vicenza φωνάζοντας εναντίον του ιμπεριαλισμού ΗΠΑ, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στη Βολιβία, αυτός ο ίδιος ιμπεριαλισμός έβρισκε τον στόχο σε ένα από τα πιο καλά επιλεγμένα πλάνα του: επιτέλους να σωπάσει επιτέλους μια έγκυρη φωνή που μιλούσε εξ ονόματος των κολασμένων της γης (με την έννοια της αποκλεισμένων, αυτών που εξαιρούνται, φυσικά).

Είχα συναντήσει τον Harry Antonio Villegas Ταμάγιο (nom de guerre, όνομα μάχης «Pombo») στη δεκαετία του ενενήντα κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας διαλέξεων που οργανώθηκαν, νομίζω, από τον εκδότη Roberto Μασάρι. Το όνομα του Pombo, ενός από τους λίγους επιζήσαντες της βολιβιανής πανωλεθρίας, αναφέρεται συχνά στο «Ημερολόγιο του Τσε στη Βολιβία», ειδικά όταν πληγώθηκε στη μάχη στις 26 ιουνίου του 1967.

Γεννήθηκε το 1940 στη Yara (Sierra Maestra) από μια οικογένεια φτωχών αγροτών, συνάντησε τον Τσε και εισήλθε στον κουβανικό ανταρτοπόλεμο σε ηλικία 14 ετών. Από τότε ποτέ δεν σταμάτησε να παλεύει. Ακολούθησε τον Γκεβάρα στο Κονγκό στο πλευρό του Mulele (ήδη υπουργό του Λουμούμπα, ο οποίος δολοφονήθηκε μετά από απαίτηση της αποικιοκρατίας), και ακόμη και ενός νεαρότατου Λοράν Ντεζιρέ Καμπιλά (για τον οποίον ο Τσε λίγο δυσπιστούσε …), σε πιο πρόσφατα χρόνια στην κεφαλή της αφρικανικής χώρας (μετά την ήττα του δικτάτορα Μομπούτου) και αργότερα πέθανε σε ένα όχι πολύ καθαρό περιστατικό ατυχήματος.

Ο Pombo συμμετείχε στην προσπάθεια της Βολιβίας και, μετά το θάνατο του Τσε πήγε να πολεμήσει στην Αγκόλα κατά της πορτογαλικής αποικιοκρατίας. Στη συνέχεια, στη Ναμίμπια εναντίον του στρατού της Νότιας Αφρικής. Έναν αγώνα αυτόν που, μιας και ήταν αφρο-κουβανικός, αισθάνονταν ιδιαίτερα μιας και η Πρετόρια είχε επίσης εισαγάγει το απαρτχάιντ στη Ναμίμπια.

Ερώτηση: Τι γνώμη έχετε για το γεγονός ότι σε όλα αυτά τα χρόνια (η συνέντευξη χρονολογείται στα χρόνια ενενήντα) η μνήμη του Τσε εξακολουθεί να είναι ζωντανή »στα μυαλά και τις καρδιές» πολλών ανθρώπων, όχι μόνο στη Λατινική Αμερική;

Pombo: Για εμάς του Λατινοαμερικανούς η ανθεκτικότητα της μνήμης του Τσε τόσα χρόνια μετά το θάνατό του δεν αποτελεί αιτία για έκπληξη, δεδομένου ότι οι λόγοι για τους οποίους ο Γκεβάρα πολέμησε εξακολουθούν να είναι οι ίδιοι ως προς την ουσία. Στη Λατινική Αμερική, παρά το ότι πληρώνουμε το εξωτερικό χρέος, η φτώχεια δεν μειώνεται αλλά αυξάνεται. Οι νέες στρατηγικές που υιοθετούν οι κυβερνήσεις συνίστανται στο να μεταφερθούν στα ταμεία των πολυεθνικών την κληρονομιά, τους πόρους των λαών της Λατινικής Αμερικής.

Ερώτηση: Κατά τη γνώμη σας, έχουν υπάρξει συγκεκριμένες ευθύνες εκ μέρους ορισμένων πλευρών της αριστεράς της Λατινικής Αμερικής για τον θάνατο και την ήττα του Τσε (αναφέρομαι ειδικότερα στο ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βολιβίας του Mario Monje);

 

http://srv.juiceadv.com/banner_iframe.asp?user=4407&tipo=10

Pombo: Φυσικά δεν μπορεί να κατηγορηθεί για ευθύνη η αριστερά γενικότερα. Προσωπικά δεν έχω ακριβή στοιχεία που να εξηγούν τους λόγους για τους οποίους ο Mario Monje, γραμματέας του κομμουνιστικού κόμματος της Βολιβίας, δεν ήταν συνεπής με τις δεσμεύσεις τους. Η απόφασή του να μην συμμετάσχει στον ανταρτοπόλεμο είχε καταστροφικές συνέπειες. Σύμφωνα με τις συμφωνίες θα έπρεπε να ενταχθούν στον αγώνα των ανταρτών πάνω από τριάντα χιλιάδες άνδρες (αγωνιστές του βολιβιανού κομμουνιστικού κόμματος ) και αυτό θα είχε δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να μπορεί πραγματικά να γίνουν οι Άνδεις η νέα Σιέρα Μαέστρα, όπως σκέφτονταν οΤσε. Στη συνέχεια τα πράγματα, όπως ξέρετε πολύ καλά, πήγαν διαφορετικά.

Ερώτηση: Πώς καταφέρατε να σωθείτε από την τραγωδία της 8ης Οκτωβρίου, ’67;

Pombo: Μόνο πέντε από την ομάδα του Guevara καταφέραμε να απεμπλακούμε και, αν και τραυματισμένοι, να ξεφύγουμε από τους ρέιντζερς (επί του παρόντος μόνο τρεις ήταν ακόμη εν ζωή). Έμεινα με το πολυβόλο στην κορυφή της ρεματιάς για να απασχολώ τους στρατιωτικούς, ώστε οι υπόλοιποι να μπορέσουν να ξεφύγουν. Όταν προσπάθησα να ενωθώ ξανά με την ομάδα είχαν ήδη σκοτωθεί ή συλληφθεί. Πριν καταφέρουμε να φτάσουμε στη Χιλή είχαμε αναγκαστεί να υποστηρίξουμε τουλάχιστον πενήντα συγκρούσεις με τον βολιβιανό στρατό. Τέλος, παραδοθήκαμε στους χιλιανούς στρατιώτες σε συνοριακό σταθμό. Θα μπορούσαν να μας είχαν τουφεκίσει επί τόπου ή ακόμα και να μας παραδώσουν στους βολιβιανούς, που σχεδόν σίγουρα θα μας εκτελούσαν όπως έκαναν με τους άλλους συντρόφους μας που είχαν συλλάβει. Ευτυχώς για εμάς εκείνη την εποχή υπήρχαν τριβές μεταξύ της Χιλής και της Βολιβίας και ο υπολοχαγός που διοικούσε τον συνοριακό σταθμό αποφάσισε να παραδώσει εκείνους τους πέντε απεγνωσμένους στις χιλιανές αρχές. Μας οδήγησαν στο Σαντιάγο και, αργότερα, με ένα αεροπλάνο στην Ταϊτή, στη συνέχεια, στο Παρίσι και μετά στην Κούβα …

Ερώτηση: Εκείνο που ειλικρινά μας εκπλήσσει είναι η σκέψη ότι, μετά από όλες αυτές τις δοκιμασίες, επέστρεψες πίσω να πολεμήσεις στην Αφρική …

Pombo: Προσωπικά, είμαι ευτυχής να έχω συμβάλει στον αντιαποικιακό απελευθερωτικό αγώνα του λαού της Αγκόλα, είναι για μένα μια πηγή υπερηφάνειας ότι σήμερα η Αγκόλα είναι ένα ανεξάρτητη, διεθνώς αναγνωρισμένων συνόρων . Το ίδιο ισχύει και για τη Ναμίμπια, που μπόρεσε να αποτινάξει το ζυγό της Νότιας Αφρικής και του απαρτχάιντ.

 

* Στις 8 Οκτωβρίου, θα καθιερωθεί στην συνέχεια η «Ημέρα του ηρωικού Guerrilla, αντάρτη» με την σκέψη, λανθασμένα, ότι εκείνη την ημέρα ο Τσε είχε σκοτωθεί στη μάχη (ή λόγω του τραυματισμού του). Μόνο μετά από κάποιο χρονικό διάστημα έγινε γνωστό με βεβαιότητα ότι, στις 8 είχε συλληφθεί ζωντανός, και είχε δολοφονηθεί την επόμενη ημέρα, 9 Οκτωβρίου. 

** Στον κουβανικό στρατό, ο Pombo έφτασε στον βαθμό του Ταξίαρχου , και επίσης τιμήθηκε σαν «Ήρωας της επανάστασης, Heroe de la Revolucion». Τα απομνημονεύματά του («Pombo, un hombre dela guerilla del Che») δημοσιεύθηκαν το 1996.

του Gianni Sartori

πηγή: La Bottega del Barbieri

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Εξεγερμένη νεολαία στο Λονδίνο – Gioventù ribelle a Londra

Από τους Teddy Boys στην ψυχεδέλεια (1956-1977)

€ 15.00 € 12.75
Η νεολαία ως κατηγορία (κοινωνική, πολιτική, εμπορική, πολιτιστική) γεννήθηκε στο Λονδίνο μεταξύ του 1956 και 1967. Στο διάστημα εκείνων των δέκα καταραμένων και ελεύθερων χρόνων η βρετανική πρωτεύουσα γίνεται ένα είδος «εργαστηρίου της σύγχρονης νεολαίας», όπου γεννιούνται, συγκλίνουν και  οξύνονται οι κυριότερες αντιπολιτιστικές τάσεις. Εκρήγνυνται μουσικά φαινόμενα που καινοτομούν και ανανεώνουν τον τρόπο ζωής (το skiffle, το rock’n’roll, το beat, η ποπ). Η μόδα γίνεται ένας παράγοντας ταυτοποίησης, ταυτότητας. Η αγάπη ελευθερώνεται και γίνεται διαδρομή υπαρξιακής αναζήτησης. Πειραματίζονται ναρκωτικά και ακούγονται οι ποιητές μπήτνικς. Γίνονται διαδηλώσεις στους δρόμους κατά των πυρηνικών όπλων και για την ειρήνη στο Βιετνάμ. Ενώ σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ετοιμάζεται ένα πολιτικό ’68, στο Λονδίνο, θα ζήσουν ένα μακρύ αντιπολιτιστικό ξύπνημα. Έτσι, μεταξύ 1956 και 1967, η πόλη αλλάζει όψη και ουσία: από την μετά-βικτοριανή ηθική υποκρισία περνά στην νεωτερικότητα, που ερμηνεύεται από τη νεολαία ,ε έναν εντελώς νέο τρόπο.
ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

 

«Η Βρετανία της δεκαετίας του εξήντα – σε αντίθεση με τη Γαλλία, τη Γερμανία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και ιδιαίτερα την Ιταλία – δεν ζει μια εποχή γενικευμένης διαμαρτυρίας των φοιτητών: είναι περισσότερο θέμα επιμέρους επεισοδίων, όπως η κατάληψη της σχολής μεγάλου κύρους London School of Economics και Political Scienses. Πρέπει αντ ‘αυτού να μιλήσουμε για μια έντονη αντι-πολιτιστική εποχή. Ξεκινώντας από τις εμπορικές επιρροές στη μουσική και τα είδη ένδυσης (μεταξύ των των Beatles και της Mary Quant, Carnaby Street και Rolling Stones), διερχόμενοι από το διάσημο poetry reading του ’65 στο Royal Albert Hall, φτάνουμε στον Ιούλιο του ’67 με το συνέδριο στο Round House σχετικά με τh «διαλεκτική της απελευθέρωσης», με χιλιάδες συμμετέχοντες και δεκάδες διανοουμένων κριτικών πρωταγωνιστών – από τον Μαρκούζε στον Carmichael, από τον Goodman στον Σουήζυ. Διοργανωτές είναι μερικές από τις κορυφαίες προσωπικότητες του αντι-ψυχιατρικού κινήματος – Laing και Cooper στην πρώτη θέση – οι οποίοι εμβαθύνουν θέματα όπως η κατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, το ψυχιατρείο ως συνολικό θεσμικό όργανο για να καταγγείλει την οικογένεια και την αστική κοινωνία.

Την αυγή του ’66, στη συνέχεια, γεννιέται το ψυχεδελικό κίνημα που κυμαίνεται και ταξιδεύει από τις εικαστικές τέχνες στην ένδυση, από το στήσιμο θεατρικών θεαμάτων και αυτοσχεδιασμού στην κεντρικότητα της μουσικής επανάστασης, που χαρακτηρίζεται από ονόματα όπως οι Pink Floyd και οι Soft Machine, ηλεκτρονικά όργανα και τα φώτα του φάρου. Στον κινηματογράφο εδραιώνεται η αγγλική nouvelle vague με το κίνημα των Reisz, Anderson, Schlesinger (ο ελεύθερος κινηματογράφος). Δεν είναι τυχαίο που ο Μικελάντζελο Αντονιόνι αποφασίζει να κινηματογραφήσει ακριβώς στο Λονδίνο το αριστούργημα του Blow up . Η τζαζ και τα μπλουζ ριζώνουν και ανανεώνονται με ονόματα όπως ο Chris Barber και ο Ian Carr, ο Αlexis Korner και ο John Mayall. Η βρετανική πρωτεύουσα στη δεκαετία του εξήντα είναι ένα θεμελιώδες διεπιστημονικό πειραματικό εργαστήριο που προλαμβάνει, και συμβάλλει στη δημιουργία, ταυτόχρονα με την μεταμοντέρνα νεολαία, μιας σειράς από μοντέλα (συχνά «αντι-πρότυπα») απαραίτητα και θεμελιώδη για τον ιστορικό, τον κοινωνιολόγο και για τον μελετητή του σύγχρονου πολιτισμού «.

 

ιστορία, storia

Ο στρατηγός Γκιάπ και τα παιχνίδια της μνήμης

του Θάνου Ανδρίτσου

Old memory / Régi emlék

 

«Ο θρυλικός στρατηγός Γκιάπ πέθανε σε ηλικία 102 ετών». Έτσι περιέγραψε το περιοδικό Time το θάνατο του «Κόκκινου Ναπολέοντα» την περασμένη βδομάδα. Το ίδιο περιοδικό, μεσούσης της πολεμικής αναμέτρησης του Βιετνάμ με τις ΗΠΑ – για την ακρίβεια μόλις λίγες μέρες μετά την πρωτοχρονιάτικη επίθεση του Τετ – τον χαρακτήριζε έναν «επικίνδυνο και πανούργο εχθρό».

Είναι ο σεβασμός στο νεκρό και την αξία του, είναι και τα δεκάδες χρόνια που έχουν περάσει και οι έχθρες που καταλάγιασαν που κάνουν δημοσιεύματα σαν κι αυτά να μην μας προκαλούν εντύπωση. Όπως και να χει, είναι περίεργα τα παιχνίδια της μνήμης.

Η International Herald Tribune του αφιέρωσε ένα αναλυτικό αφιέρωμα, αναδεικνύοντας τις διαχρονικές αρετές του και τη σημασία των επιτευγμάτων του, ενώ χαρισματικό τον αποκάλεσαν και οι Times της Νέας Υόρκης. Όλα τα δημοσιεύματα αναφέρονται στα στοιχεία του χαρακτήρα του, αυτός είναι άλλωστε ο τρόπος που αντιλαμβάνονται την ιστορία. Έτσι ο στρατηγός περιγράφεται σαν ένας πανέξυπνος στρατιωτικός που κατόρθωσε να κατατροπώσει τις πολύ ισχυρότερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, θυσιάζοντας όμως στο βωμό της νίκης εκατομμύρια Βιετναμέζους.

Σε κάποια άρθρα, εμφανίζονται δυτικοί στρατιωτικοί να παραδέχονται την εντύπωση που τους έκανε, η μικρή σημασία που έδινε στη ζωή των πολεμιστών. Για τα εκατομμύρια των ξυπόλυτων Βιετναμέζων που χάθηκαν φταίει η σκληρότητα του Γκιαπ και όχι τα πυροβόλα, τα ελικόπτερα και οι βόμβες ναπάλμ των κατακτητών.

Ακόμα και αν δεν κρύβουν πλέον το θαυμασμό τους για τις ηρωικές νίκες των μαχητών του Χο Τσι Μινχ, φαίνεται πως ακόμα αδυνατούν να καταλάβουν το βαθύτερο νόημά τους. Λογικό, πώς μπορεί ένας αμερικάνος μισθοφόρος που πολεμά στην άλλη γωνιά του κόσμου, να κατανοήσει την αυτοθυσία – ή και τη σκληρότητα- του αγωνιστή της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας;

Ο στρατηγός Γκιάπ δε γεννήθηκε πανέξυπνος στρατηγός. Ήταν ένα από τα λαμπρότερα μυαλά μιας γενιάς που θα άλλαζε ολόκληρο τον κόσμο. Χωρίς στρατιωτική μόρφωση, με οικονομικές, νομικές και πολιτικές σπουδές και εργασιακή εμπειρία καθηγητή και δημοσιογράφου, αφιερώνεται στον αγώνα για την απελευθέρωση από τον αποικιοκρατικό ζυγό των Γάλλων, ήδη από τη δεκαετία του ’30. Το όνειρο του έγινε πραγματικότητα σχεδόν μισό αιώνα μετά, όταν οι τελευταίοι αμερικάνοι στρατιώτες επιβιβάζονταν στα ελικόπτερα και αποχωρούσαν από τη χερσόνησο της Ινδοκίνας.

Έπρεπε να προηγηθούν: Διώξεις και συλλήψεις τα πρώτα χρόνια ενάντια στους Γάλλους. Η συνάντηση με τον Χο Τσι Μινχ και η δημιουργία του Βιέτ Μινχ, της Ένωσης για την Ανεξαρτησία του Βιετνάμ, από τη γιαπωνέζικη κατοχή, το 1941. Η σύλληψη και δολοφονία της γυναίκας του. Η ανάδειξή του στην ηγεσία του απελευθερωτικού στρατού. Ο οχτάχρονος πόλεμος με τους Γάλλους που θα λήξει με τον εξευτελισμό των αποικιοκρατών στην ιστορική μάχη του Ντιε Μπιεν Φου. Ο σχεδόν δεκαετής πόλεμος με τους Αμερικάνους και τους Νοτιοβιετναμέζους συμμάχους τους που θα αποβεί και πάλι νικηφόρος φέρνοντας την απελευθέρωση και ενοποίηση της χώρας.

Αυτό  που αναζητούσαν ο Γκιαπ και ο Μινχ, ήταν ο τρόπος που θα γίνονταν η πρώτη χώρα που θα νικούσε δυνάμεις και στρατούς από κράτη πολύ πιο αναπτυγμένα, με απείρως ισχυρότερες πολεμικές μηχανές, με τεράστιους πόρους και εμπειρία. Γι’ αυτό ήταν αναγκαίος ο «λαϊκός πόλεμος» δηλαδή όπως έλεγε σε μια συνέντευξη, «ένας πόλεμος από τον λαό για τον λαό. ΓΙΑ τον λαό επειδή οι στόχοι του πολέμου είναι οι στόχοι του λαού – όπως ανεξαρτησία … Και ΑΠΟ τον λαό – αυτό σημαίνει όχι μόνο ο στρατός αλλά όλοι οι άνθρωποι». Έτσι, μετέτρεψαν κάθε χωριό, κάθε ποτάμι, κάθε ορυζώνα της χώρας σε ένα πολυπλόκαμο πολεμικό δίκτυο, με σύσσωμο τον οργανωμένο λαό να επιτίθεται και να αιφνιδιάζει τους εχθρούς, να τους πετυχαίνει πλήγματα και να βρίσκει τρόφιμα και πολεμοφόδια.

Έτσι οι ιμπεριαλιστές, συνεχίζει «δεν αντιμετώπιζαν απλά έναν στρατό αλλά έναν ολόκληρο λαό. Το μάθημα είναι ότι όσο σπουδαίες και να είναι οι στρατιωτικές και οικονομικές δυνατότητες του αντιπάλου σου, ποτέ δεν θα είναι αρκετά σπουδαίες ώστε να νικήσουν έναν λαό ενωμένο στην πάλη για τα βασικά του δικαιώματα».

Αυτό είναι το αιώνια φωτεινό μάθημα του Γκιάπ και του Βιετνάμ. Οι ανθρώπινες θυσίες ήταν αμέτρητες και δυσβάσταχτες. Όμως, δεν ήταν επιλογή ενός σκληρού επιτελείου των ανταρτών. Αν δεν πάλευαν μέχρι τέλους για την ιμπεριαλιστική κυριαρχία τους οι δυτικοί, αν «δεν έκαιγε καλύβια η βροχούλα», τότε ο κάθε Φο Μι Τσιν,  θα έπαιρνε για βόλτα το κορίτσι του.

Ο Γκιάπ δεν έφυγε στα ταραγμένα χρόνια του 60. Έζησε μέχρι σήμερα, βιώνοντας τις ελπίδες και τις διαψεύσεις, ζώντας σε μια ελεύθερη χώρα, αλλά εντός μιας παγκόσμιας καπιταλιστικής κυριαρχίας. Τα Βιετνάμ έγιναν ένα, δύο, τρία αλλά δεν αρκούσαν για να βγάλουν το βραχνά της καταπίεσης. Όμως, ο κόσμος είναι διαφορετικός, ακόμα και αν σήμερα γυρίζει στις πιο σκοτεινές στιγμές. Η μονιμότητα της καπιταλιστικής εξουσίας, δεν αρκεί για να μηδενιστεί η παρακαταθήκη, αλλά και η πραγματική συμβολή, των αγώνων του παρελθόντος. Μόνο κυνικοί λογιστές και όχι επαναστάτες, μετρούν τη σημασία των ηρωικών θυσιών του χθες, σε ένα κοντόθωρο τεφτέρι του σήμερα.

Το Βιετνάμ άνοιξε ένα δρόμο που ακολούθησαν πολλοί. Έδειξε ότι ο ιμπεριαλισμός δεν είναι ανίκητος. Δέχτηκε πλήγματα και αναδιατάχθηκε και σήμερα είναι πιο επιθετικός, ίσως και πιο ισχυρός. Είναι υπόθεση του παρόντος και του μέλλοντος να μην τον θεωρήσουμε και πάλι ανίκητο. Αυτό θα κρατήσουμε από τον στρατηγό που έφυγε, αλλά πάνω απ’ όλα από αυτούς που πραγματικά γράφουν την ιστορία, τα εκατομμύρια των φτωχών εργατών και αγροτών.

———————————-

          

Η ΜΝΗΜΗ ΠΕΔΙΟ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΣ

Εμείς πότε θα ζήσουμε;

Δε θα μπορούσαμε να μη συμφωνήσουμε με την καίρια επισήμανση της Μ. Τζιαντζή στο φύλο της προηγούμενης Κυριακής: «Ο βασιλιάς Αλέξανδρος ζει, ο Λαμπράκης ζει, ο Τεμπονέρας ζει, ο Γκιαπ ζει… να δούμε πότε και πώς θα ζήσουμε κι εμείς».

Πόσες φορές δεν κουρνιάζουμε σε παρελθούσες δόξες – ίσως όχι του έθνους αλλά του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος- για να προφυλαχθούμε από τις σημερινές μας αδυναμίες; Πόσες φορές δεν προβληματιζόμαστε μήπως μετά από μια κραυγή για το ΕΑΜ και τον Άρη γυρνάμε σε μια καθημερινότητα χωρίς όπλα, άλογα και μπερέδες αλλά με ολόδικες μας Βάρκιζες; Και πόσες φορές δε φοβόμαστε μήπως γίναμε γεροντολόγοι και επετειακοί εορταστές δικών μας θαυμαστών προγόνων χωρίς να κρατήσουμε την κρίσιμη κληρονομιά τους…

Έρχονται όμως μετά οι κυβερνητικοί και μιντιακοί ταγματασφαλίτες και κάνουν το Μεταξά ήρωα στα σχολικά βιβλία, και σε καταδικάζουν αν πεις μια κουβέντα για τον Μελιγαλά και τη νίκη επί των συνεργατών των Ναζί. Και σου λένε ότι «το να είναι κανείς ναζιστής είναι μια άποψη και αυτό» και σου θυμίζουν ότι η μάχη της μνήμης είναι ταξική πάλη. Γιατί, μπορεί να λένε ότι ο Γκιάπ ήταν θρυλικός, αλλά όταν τα πράγματα σκουραίνουν θέλουν να κάνουν τον Άρη να μοιάζει με προδότη.

Υπάρχει η ρήση του Λένιν, που θυμηθήκαμε αυτή τη βδομάδα, όχι μόνο με το θάνατο του Γκιάπ αλλά και την επέτειο της δολοφονίας του Τσε.  «Όσο ζούσαν οι μεγάλοι επαναστάτες, οι τάξεις των καταπιεστών τους καταδίωκαν συνεχώς και αντιμετώπιζαν τη διδασκαλία τους με την πιο άγρια μανία… Ύστερα από το θάνατο τους γίνονται προσπάθειες να τους μετατρέψουν σε άβλαβα εικονίσματα, σα να λέμε, να τους αγιοποιήσουν, να δώσουν κάποια δόξα στο όνομα τους για «παρηγοριά» των καταπιεζόμενων τάξεων και για την αποβλάκωση τους… στομώνοντας την επαναστατική της αιχμή, εκχυδαΐζοντας την».

Όμως δεν είναι πάντα αυτή η περίπτωση. Σήμερα στην Ελλάδα βιώνουμε ξανά την προσπάθεια αντιστροφής της ιστορίας. Γι’ αυτό θυμόμαστε ξανά την έκτη θέση για τη φιλοσοφία της ιστορίας του Μπένγιαμιν:

«Το χάρισμα για να αναζωπυρώνει τη σπίθα της ελπίδας στο παρελθόν έχει εκείνος μόνο ο ιστορικός, που έχει την πεποίθηση, ότι και οι νεκροί ακόμα δεν θα είναι ασφαλείς από τον εχθρό, στην περίπτωση που θα νικήσει. Και δεν έχει πάψει αυτός ο εχθρός να νικά».

 

Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 13.10.2013 

https://ilesxi.wordpress.com/2013/10/13/%CE%BF-%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%82-%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CE%AC%CF%80-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B1-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82/