σκόρπιες σκέψεις...

Τα χρόνια της αμφισβήτησης στην πράξη…

Πόσες φορές θα επαναλάβουμε πως ο πλούτος που υπάρχει φτάνει και περισσεύει για πολλές γενιές μετά από μας. ‘Φτάνει λοιπόν,’ φωνάζει ,‘σας τον χαρίζω τον πολιτισμό σας, δεν θα πάρω. Να τον χαίρεστε.’
Ο άνθρωπος ήρθε σε αυτόν εδώ τον θαυμαστό κόσμο για να ζήσει με άλλους, να κάνει παρέες, αρμονικά.
Βιάσαμε τη φύση, βιάζουμε τα παιδιά μας οι αχαίρευτοι ,καταδικάζοντας τα σε ένα αβέβαιο αύριο. Παλεύουμε να αναρριχηθούμε σε μια μοναχική σκάλα αδιαφορώντας για τις συνέπειες.

Πανηγύριζαν πριν λίγες μέρες στη Καβάλα γιατί λέει παρέλυσε η πόλη τη μέρα της διαμαρτυρίας ενάντια στον λιθάνθρακα ,επειδή κατέβηκαν στο δρόμο δέκα χιλιάδες άνθρωποι. Μα περισσότεροι από τους μισούς και βάλε ήταν οι μαθητές και οι φοιτητές. Που ήταν ο λαός ; Αν αδιαφορεί ο λαός για τη ζωή του την ίδια χέσε μέσα.
Και μας υποχρεώνουν μετά να υποστούμε τις αποφάσεις και τις επιλογές τους. Από εδώ βγαίνουν οι ‘κοινοβουλευτικές’ πλειοψηφίες .Σας τις επιστρέφουμε.

Κάνει ένα διάλειμμα, πίνουμε λίγο νεράκι και συνεχίζει.

Προσπάθησαν τότε να με απελάσουν γιατί ανακατευόμουν ‘εκεί που δεν με έσπερναν’, λες και το να ασχολείσαι με τα κοινά είναι έγκλημα, οι κινητοποιήσεις το απέτρεψαν.

Με συνέλαβε η αστυνομία στο σπίτι της κοπέλας μου ένα πρωινό για φθορές στη σχολή στο τέλος διαμαρτυρίας που είχε προηγηθεί και εμπόδιο στην ομαλή λειτουργία των μαθημάτων και των εξετάσεων. Βέβαια δεν υπολόγισαν πως την ώρα των επεισοδίων μαζί με άλλους φοιτητές έχοντας την συγκατάθεση καθηγητών και του κοσμήτορα της σχολής καλούμε τους φοιτητές να αποχωρήσουν από την σχολή και να παραβρεθούν στα δικαστήρια της πόλης συμπαραστεκόμενοι σε συντρόφους μας που δικάζονται για επεισόδια που έχουν δημιουργηθεί στο φοιτητικό εστιατόριο την προηγούμενη χρονιά . Δεν διακόψαμε τίποτα ,απλά ενημερώσαμε , μοιράσαμε φυλλάδια και ζητήσαμε συμπαράσταση σε άλλο όροφο από αυτόν στον οποίο γίνονται τα επεισόδια. Όλοι αυτοί οι δάσκαλοι σύσσωμοι κατέθεσαν ,μάρτυρες υπεράσπισης. Γίνεται αντιληπτό πως η σύλληψη έγινε αυτεπάγγελτα, δίχως μαρτυρικές καταθέσεις, αναπάντεχα.

Έμεινα στις Murate δέκα μέρες, η δίκη έγινε πολύ γρήγορα, με απάλλαξαν. Ήρθαν να τσιμπήσουν εμένα διότι σε περίπτωση καταδίκης θα ήταν πολύ εύκολο να με εκδώσουν αμέσως μετά, ατύχησαν. Χίλιοι σύντροφοι κοντά με σήκωσαν στην αγκαλιά τους και τραγούδησαν στην αίθουσα του δικαστηρίου ενθουσιασμένοι.
Μuro στα Ιταλικά σημαίνει τοίχος. Άγρια φυλακή, κτίσμα μεσαιωνικό, στην καρδιά της ιστορικής, λαϊκής και αριστερής συνοικίας του Άγιου Σταυρού.Santa croce. Ήταν φοβερά εκεί μέσα ,πρώτη φορά εγκλεισμός. Μου συμπαραστάθηκαν αφάνταστα. Είχε ήδη κάποιους πολιτικούς κρατούμενους, αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήταν εκεί μέσα σύντροφοι των Οπλισμένων Προλεταριακών Κυττάρων, NAP, που είχαν συλληφθεί καιρό πριν κατά τη διάρκεια ένοπλης ληστείας στην οποία έχασαν και ένα compagno όταν ανταλλάχτηκαν πυρά με την αστυνομία. Μου λέει πως τον είχαν όλη μέρα υπό την προστασία τους.

Στο κελί βρίσκονταν με ποινικούς. Υπήρχε γενικά ταξική αλληλεγγύη και οι άγραφοι κανόνες εναντίον βιαστών και ρουφιάνων. Μάλιστα την πρώτη μέρα κιόλας έπεσε πάνω στην τιμωρία ενός από αυτούς, αμέσως με την άφιξή του, πριν ακόμη προλάβει να εγκλιματιστεί. Τα νέα βλέπετε ταξιδεύουν γρηγορότερα. Τον στρίμωξαν σε μια από τις γέφυρες που ένωναν τον δεύτερο όροφο και τον έκαναν τόπι στο ξύλο καμιά εικοσαριά πριν καταφέρεις να πεις κύμινο. Έγιναν όλα τόσο γρήγορα που καλά-καλά ούτε ο ίδιος δεν θα κατάλαβε τι έγινε. Σωριάστηκε λιπόθυμος για να τον περιμαζέψουν οι δεσμοφύλακες.

Στην τεράστια πλατεία με το όνομα της πανέμορφης αχανούς εκκλησίας του Αγίου Σταυρού, που για πολλά χρόνια απετέλεσε το στέκι μας, περάσαμε ατέλειωτα απογευματόβραδα παρέα με κρασάκι και κουβέντα, στα σκαλιά καθισμένοι της εκκλησίας. Συχνά καταφεύγαμε στη ζεστούλα της pizzeria ,στην αριστερή πλευρά της πλατείας, το χειμώνα κυρίως όταν το κρύο γίνονταν τσουχτερό. Στην ανοικτωσιά της δώσαμε πολλά ποδοσφαιρικά ντέρμπι τα καλοκαιρινά βράδια. Και μια μεγάλη κατάληψη για να κοιμίζουμε συντρόφους και να βρισκόμαστε γενικότερα, να στεγάζουμε τις εκδηλώσεις μας ,και διάφορες ομάδες, πολιτιστικές και άλλες έλαβε χώρα σε έναν τεράστιο χώρο από χρόνια παρατημένο ,αλλά σε καλή κατάσταση στην πίσω πλευρά του κτιρίου στο ισόγειο του οποίου στεγάζονταν η πιτσερία. Borgo la Croce.Ένα δρομάκι πιο πίσω ο Άρνο, το όμορφο ποτάμι της πόλης με τις πανέμορφες γέφυρες. Πολύ κοντά η σπουδαιότερη και ωραιότερη, η Γριά Γέφυρα, Ponte Vecchio, που ένωνε το παλάτι των Μεδίκων με τα Κάστρα ψηλά στους λόφους, την Fortezza. Η οροφή και όλη η γέφυρα γενικά ήταν κτισμένη για να κρύβει από τα μάτια του λαού το πήγαινε και έλα των ευγενών που στα δύσκολα έβρισκαν καταφύγιο από τα παλάτια στα οχυρωμένα υψώματα χωρίς να χρειάζεται να διασχίσουν τους δρόμους και ανοχύρωτα περάσματα. Η κτισμένη λοιπόν γέφυρα είναι πλέον γεμάτη μαγαζιά λαϊκής τέχνης αλλά κυρίως χρυσοχοεία ,γεμάτα τουρίστες όλες τις εποχές του χρόνου, όπως και όλη η πόλη γενικότερα.

Εξασφαλίζονταν λοιπόν τα περασμένα χρόνια από αυτήν ακριβώς την πανέμορφη γέφυρα η διαφυγή των αρχόντων σε περίπτωση κινδύνου, μακριά από τα ξίφη ή τα πυροβόλα των ανεπιθύμητων και των εχθρών τους.
Το σπίτι που έζησα μου λέει τις τελευταίες περίοδες της Φλωρεντινής μου ζωής ήταν εκεί κοντά, πίσω ακριβώς από το κυβερνείο της πόλης, τα πάλαι ποτέ ανάκτορα των Μεδίκων, και την Βιβλιοθήκη Πινακοθήκη, Μουσείο της πόλης. Στην Οδό λοιπόν της ‘Ταβέρνας του Γαντιού’ όπως ονομάζεται ο δρόμος ‘Via Osteria del Guanto.’ Γάντι λένε το …προφυλακτικό. Ήταν λοιπόν ο δρόμος με τα μπουρδέλα παλαιότερα, στα προηγούμενα χρόνια.
Το μοιράστηκα με εξαιρετικούς συντρόφους, όλοι φυλακίστηκαν την περίοδο των διωγμών για πολλά χρόνια. Υπήρξε μια εξαιρετική σχέση ανάμεσά μας, αλληλοεκτίμησης, αφοσίωσης και αγάπης. Χαθήκαμε τελείως πλέον και αυτό σίγουρα με θλίβει. Αναντικατάστατοι. Τους σκέφτομαι συχνά και πάντα με τον καλύτερο τρόπο.
Κάτι γίνεται πλέον με το διαδίκτυο, να δείτε που θα ξαναβρεθούνε τα ίχνη μας.

Το κίνημα ζούσε την καθημερινότητά του, αποφάσιζε συλλογικά διαδρομές και στόχους, σύμφωνα με τις ανάγκες, αυτόνομα. Δρούσε κοινωνικά. Οι οργανώσεις έπραξαν πιο πολιτικά θα λέγαμε, υπήρχε ιεραρχία και διαχωρισμός δραστηριοτήτων ,και για λόγους ασφαλείας στεγανοποίηση, όχι όμως διαχωρισμός του πολιτικού από το στρατιωτικό. Οι οργανώσεις με λίγα λόγια ήταν κλειστές ομάδες, ο καταμερισμός ευθυνών και υποχρεώσεων ήταν συγκεκριμένος. Στις ομαδοποιήσεις του κινήματος τα πράγματα ήταν πιο ελεύθερα αν και εκεί υπήρχε μεγάλη προφύλαξη, πάντως πιο ευχάριστα. Αυτή η μεγαλύτερη ανεκτικότητα όμως ήταν και το ευάλωτο σημείο τα χρόνια που χρειάστηκε η σκληρή και απόλυτη αμυντική στάση. Στα πέτρινα χρόνια της καταστολής δεν άντεξαν όλοι. Δεν υπήρξε ποτέ η ανάλογη ψυχολογική προετοιμασία και υποδομή των συντρόφων, των συνελεύσεων ,των ομάδων και των περιπόλων, για τις συνθήκες που διαμορφώνονταν ,συνθήκες παρανομίας για πολλούς και ημιπαρανομίας για περισσότερους από αυτούς. Και αυτό, για να υποστηριχτούν ενέργειες και πράξεις που μόλις λίγο καιρό νωρίτερα θεωρούντο κοινά αποδεκτές από μεγάλα κομμάτια λαού, φαινόμενο κοινό, καθημερινότητα θα λέγαμε, μαζικά διαδεδομένες και λαϊκές.

Ονομάστηκε εκείνη η περίοδος ‘τα χρόνια του μολυβιού’, ‘gli anni del piombo.’ Εγώ ,μου λέει, θα τα ονόμαζα ‘τα χρόνια της αμφισβήτησης στην πράξη’, η ουτοπία έγινε πράξη για κάποιο διάστημα, και πιστεύω ακράδαντα ,επιμένει ,πως μια μέρα θα γίνει μόνιμη. Αν μη τι άλλο ,είμαι ευτυχής που το προσπάθησα. Γι αυτούς που επηρέασαν ριζικά και αμετάκλητα την πραγματικότητα ήταν σίγουρα χρόνια μολυβιού .Ανέβασαν το επίπεδο μάχης τόσο όσο δεν αντέχονταν.
Φτάνει πια με την μίρλα ,ξεσπά. Δεν θέλει να επεκταθεί άλλο, τα έχει όλα εξηγήσει με σαφήνεια. Οι σύντροφοι,, η κοινωνία θα λέγαμε μάλλον, δεν άντεχε τόσο πολύ πόλεμο, έτσι απλά.
Η κοινωνία δεν το άντεξε, κατ’ επέκταση και οι σύντροφοι, που ήταν κομμάτι αυτής της κοινωνίας.
Υπήρξαν ‘κομμάτια’ ελευθερίας που προφανώς αρκούσαν για το παρόν. Σίγουρα ήταν ‘νησίδες ελευθερίας’, και προφανώς ήταν αρκετές. Οι συνθήκες επέτρεπαν αυτές τις νησίδες, όχι παραπάνω. Είναι βέβαια πολύ εύκολο να το λες τόσα χρόνια μετά, όμως πολλοί το σημείωναν ήδη από τότε. Δεν εισακούστηκαν ,μάταιο να το συζητάμε τώρα. Δεν χρειάζεται να κουβεντιάζουμε περισσότερο πάνω στο θέμα, γρυλίζει. Κάνει μπάμ πως τον πονά πολύ η όλη κατάσταση.

Έπρεπε να χαμηλώσουν οι τόνοι ξαναλέει. υποχώρηση για όσο χρειαστεί, ανασύνταξη. Στην αναμέτρηση με ένα αντίπαλο άριστα εξοπλισμένο, και το κυριότερο ,που είχε τον τρόπο και τα μέσα να δημιουργεί συναίνεση, έπρεπε να αναθεωρήσουμε τακτικές και στρατηγική, να αντιτάξουμε την εξυπνάδα και την πονηριά μας ,τονίζει. Τελεία και παύλα.
Ηττήθηκαν στη μάχη ,έχασαν τον αγώνα.
Εγκατάλειψη!
Δεν έχω ακούσει τίποτα για τότε, από τότε και από κανένα ,και για κανένα μου λέει.
Νιώθει δύσκολα, φαίνεται.

Πιστέψαμε, παίρνει ξανά τ’ απάνω του, πιστέψαμε πως θα καταφέρναμε ν’ αλλάξουμε τα πράγματα, τη ζωή στην Ιταλία. Ο εαυτός μας ήταν αρκετά αμόλυντος ακόμη, δεν ίσχυε σε κανένα μας αυτό που βλέπουμε σήμερα σε μεγάλα κομμάτια της νεολαίας και του λαού, η σχεδόν ολοκληρωτική αλλοτρίωση.

Ρενάτο Κούρτσιο!

Τώρα που καθαρογράφουμε αυτά τα γραπτά, και έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από όταν ξεκινήσαμε, ,είναι πια 2012, συμπληρώνει : ‘Διάβασα κάπου ένα σύνθημα που έλεγε ‘ η ευτυχία θα σας συντρίψει’ .Εαντ λοιπόν ,αυτό ακριβώς, έτσι αποτυπώνεται αυτό που εννοήσαμε.’
Σήμερα η δυσαρέσκεια είναι διάχυτη παντού, και το άγχος και η αγωνία …,γιατί η ζωή είναι άδεια και κανείς δεν την ευχαριστιέται πραγματικά. Φυτοζωούμε, ας μη κρυβόμαστε. Τρέχουμε πίσω από την κατανάλωση, καταναλώνουμε, αυτό είναι όλο.
Τότε τρέχαμε πίσω από τα όνειρά μας. Και τα κάναμε πραγματικότητα.
Στα οδοφράγματα είσαι ελεύθερος ,όχι στα καφέ !
Εκεί καταναλώνεις. Κι άμα έχεις 2 ευρώ !
Ο αρπαγμένος από την υπεραγορά καφές είναι λεύτερος. Όποια δικαιολογία και να βρείτε για να αντικρούσετε λέει δεν θα πείσετε κανέναν, ούτε το νήπιο που σας κοιτάζει με τα μάτια γουρλωμένα.
Δεν είναι κακό να είσαι καμιά φορά δειλός, αυτό δεν κάνω κι εγώ τόσα χρόνια πια ;με κοιτάζει βαθιά στην ψυχή και με κάνει να ανατριχιάζω. Έκανα παιδιά, άραξα. Αρρώστησα, καταπονήθηκα, ταλαιπωρήθηκα. Δικαιολογίες μπορώ να σου απαριθμήσω και άλλες. Κατά βάθος όμως ξέρω πως δεν έχω πια τα κότσια, δεν βαστάω, το παραδέχομαι και ΤΟ ΒΟΥΛΩΝΩ. ΚΑΙ ΔΕΝ ΒΓΑΙΝΩ ΝΑ ΚΑΝΩ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΈΧΟΥΝ .

Ξέρω πως πηγαίνοντας κόντρα στις συμβάσεις ήμουν ελεύθερος. Δεν μπορώ να πω ψέματα στον εαυτό μου, μου επαναλαμβάνει, θα γυρίσει να με χαστουκίσει. Όσο και πικρή να είναι η αλήθεια ,αυτή είναι.
Η απληστία σκοτώνει ,φωνάζει ,όχι τα όνειρα των εραστών, όχι η απαλλοτρίωση αυτών που μας κλέβουν από τη μέρα που γεννιόμαστε, όχι η επίθεση στα καταφύγια τους, ούτε το να εμποδίσεις την πορεία της ερπύστριας που είναι έτοιμη να σε πλακώσει.
ΝΑ ΖΕΙΣ ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ
Κοίταξε μου λέει και η κακή διάθεση εξαφανίζεται δια μαγείας, την ώρα που κάποιος τρέχει στο κλαμπάκι ,κάποιος άλλος τρέχει ν’ αδειάσει το ρεζερβουάρ απ’ τη βενζίνη για να μαζέψει τη φωτιά ,αν μ’ εννοείς .Είναι ζήτημα προτεραιοτήτων ,και θα γίνεται πάντα, μην αμφιβάλεις. Αυτή την ώρα που εμείς οι δυο τα λέμε φιλικά κάπου εκεί έξω κάποιοι ετοιμάζουν τα ρολόγια!

Στη ριζοσπαστικοποίηση εκείνων των χρόνων έπαιξαν πολλοί παράγοντες ρόλο. Ερχόμασταν τρέχοντας από τον Μάη, πολεμάμε στην Κούβα νικηφόρα, Αλγερία και στο Βιετνάμ επίσης. ΑΝΤΆΡΤΙΚΑ ΠΑΝΤΟΎ, σε Νότια , και Κεντρική Αμερική και Αφρική .Αντάρτικα επίσης σε Γερμανία, Ισπανία ,Ιρλανδία, επανάσταση των λουλουδιασμένων τουφεκιών στην Πορτογαλία, Λίβανος, Παλαιστίνη, χαμός παντού. Κόκκινος άνεμος σαρώνει τα πάντα.
Δίπλα στο ‘όχι στη μισθωτή σκλαβιά’ αντηχεί το ‘δέκα, εκατό ,χίλια Βιετνάμ’ .Η φαντασία στην εξουσία γίνεται πράξη λοιπόν. Άμα φωνάζεις βγαίνεις και το πράττεις. Τα θα ,και θα ,είναι για τον Παπανδρέου ,λίγα χρόνια αργότερα όπως πολύ ωραία το απέδωσε ο Χάρη Κλύν

Αγαπημένα κείμενα οι ανταποκρίσεις από το εκτεταμένο αντάρτικο που κατέληξε σε ανοιχτή αντιπαράθεση των Βιετναμέζων μαχητών με τον θρυλικό στρατηγό Γιάπ και τους Αμερικάνους, Κείμενα του Χο Τσι Μιν ,οι ανταποκρίσεις του Ρεζί Ντεμπρέ από τα αντάρτικα στη Λατινική Αμερική και οι αναμνήσεις του από την Κούβα και τον Γκεβάρα, του οποίου οι λόγοι στα Ηνωμένα Έθνη και τα ημερολόγια των συγκρούσεων των πολεμιστών του εξιτάρουν την φαντασία .
Κείμενα των Ουρουγουανών Τουπαμάρος, του Κάρλος Μαριγκέλα ,που έγραψε το πιο γνωστό εγχειρίδιο για το αντάρτικο πόλης ,όπως και κείμενα των Χιλιανών συντρόφων του MIR, των Ισπανών της ΕΤΑ και των GRAPO, και των Ιρλανδών του IRA.
Άλλο Τουπαμάρος και άλλο το μουνί της Μάρως΄ όπως πολύ εύστοχα ανέφερε ο αγαπημένος φίλος ,ο Παύλος ο Φιλίδης πολλά χρόνια αργότερα λοιδορώντας ‘επαναστατικές’ κορώνες διάφορων τηλεοπτικών μαϊντανών.

Επιστρέφοντας λοιπόν στα αντάρτικα μου μιλάει για το πώς ο αγώνας μεταφέρονταν σιγά σιγά από τις ζούγκλες του άλλου κόσμου στις καρδιές των σύγχρονων μητροπόλεων που αποτελούσαν πλέον τις ζούγκλες των ανταρτών της πόλης.. Για τις θεωρίες που γράφτηκαν στο θέμα και πώς η μητρόπολη μεταβάλλεται σε ζούγκλα για τους μαχητές ,απάτητη.
Θα θυμάστε όλοι τον Διονύση να τραγουδά ‘Φο Μι Τσίν γιε γιε, αναπνέεις με καλάμι’ ,από το ‘φορτηγό’ του, ’ήλιος κόκκινος ζεστός’, και λίγο πιο κάτω την ωδή στον σύγχρονο Καραϊσκάκη ,τον Ερνέστο Γκεβάρα. Κοσμούσαν αυτές οι μουσικές τις δισκοθήκες των νέων της εποχής ,που αποθέωναν τον Σαββόπουλο στις παραστάσεις του εκείνα τα χρόνια.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/#/page/1

ιστορία, storia

Ένας χαιρετισμός στον Μιγκέλ Ενρίκες Εσπινόσα.

Αδέρφια (αδερφοί κι αδερφές) της Χιλής

Σας μιλάω εξ ονόματος των γυναικών, των ανδρών, των παιδιών και των γέρων του εθνικο-απελευθερωτικού στρατού των Ζαπατίστας, της τεράστιας πλειοψηφίας των ιθαγενών Μάγιας, που αντιστεκόμαστε στα βουνά του νοτιανατολικού Μεξικού για την ανθρωπότητα, ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό.

Ευχαριστούμε τους αδερφούς και τις αδερφές που μας….
έδωσαν σήμερα την ευκαιρία να φτάσει ο λόγος μας στην επαναστατημένη Χιλή.

Ζητάμε μια θέση στην οργή σας, στον πόνο σας, και πάνω απ’ όλα στην ελπίδα σας, γι’ αυτά τα λόγια.

Δεν πρόκειται να σας μιλήσω για τους μεξικάνους ζαπατίστας, τον αγώνα, τους πόθους μας, τα όνειρα και τους εφιάλτες μας, την αντίστασή μας.

Μετά από όλα αυτά, σε σύγκριση με τους άνδρες και τις γυναίκες, ιδίως όσους γεννήθηκαν σε αυτήν τη γη, που φώτισαν τους ουρανούς της Λατινικής Αμερικής, οι ζαπατίστας συνεχίζουν να είναι ένα φωτάκι, αδύναμο και μακρινό.

Όχι. Ο τωρινός μας λόγος έρχεται να ενώσει τον χαιρετισμό μας και το φόρο τιμής μας σε ένα λατινοαμερικάνο, έναν Χιλιανό του Κινήματος της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (MIR), που έπεσε στη μάχη ενάντια στη δικτατορία του Πινοτσέτ, στις 5 Οκτώβρη του 74’.

Ο σημερινός μας λόγος είναι ένας χαιρετισμός στον Μιγκέλ Ενρίκες Εσπινόσα.

Και τον χαιρετίζουμε σήμερα, που κάτω από τους ουρανούς της Λατινικής Αμερικής, αυτής που πονάει από το Μπράβο ως την Παταγονία, οι ισχυροί μας βάζουν στα χέρια μια χούφτα σκόνη, και μας λένε: αυτό είναι ό,τι μένει από την πατρίδα σας.

Κι οι ίδιοι σήμερα, οι από πάνω, μας δείχνουν τις εικόνες της γεωγραφίας που έχουν επιβάλει σε ένα μέρος των εδαφών μας.

Εκεί που πριν υπήρχε μια σημαία, σήμερα υπάρχει ένα εμπορικό κέντρο.

Εκεί που υπήρχε μια ιστορία, σήμερα υπάρχει ένα ταχυφαγείο (φαστφουντάδικο).

Εκεί που άνθιζαν λουλούδια, σήμερα υπάρχει ένας έρημος τόπος.

Εκεί που υπήρχε μνήμη, σήμερα υπάρχει λήθη.

Στη θέση της δικαιοσύνης, ελεημοσύνη.

Στη θέση της Πατρίδας, ένας σωρός ερείπια.

Στη θέση της μνήμης, το άμεσο και το εφήμερο.

Στη θέση της ελευθερίας, ένας τάφος.

Στη θέση της δημοκρατίας, ένα διαφημιστικό σποτ.

Στη θέση της πραγματικότητας, οι αριθμοί.

Αυτοί, οι από πάνω, μας λένε: αυτό είναι το μέλλον που σας υποσχόμαστε. Απολαύστε το. Αυτό μας λένε και ψεύδονται. Αυτό το μέλλον μοιάζει πολύ με το παρελθόν.

Κι αν κοιτάξουμε με προσοχή, ίσως δούμε ότι οι από πάνω είναι οι ίδιοι με χτες. Αυτοί που, όπως και χτες, μας ζητάνε σήμερα υπομονή, ωριμότητα, λογική, παραίτηση και παράδοση. Αυτά τα έχουμε ήδη δει και τα έχουμε ακούσει και πριν.

Οι ζαπατίστας θυμόμαστε. Αντλούμε τη μνήμη από τα στρατιωτικά μας σακίδια, τις τσέπες των στολών εκστρατείας μας. Θυμόμαστε.

Γιατί υπήρχε μια εποχή στην οποία όλη η Λατινική Αμερική ήταν αδελφωμένη.

Έφτανε να απλώσεις το χέρι και χτυπούσαν οι καρδιές των λατινοαμερικάνικων λαών.

Έφτανε να γυρίσεις λίγο τη ματιά σου κι εκεί βρισκόταν η διάσπαρτη αστραπή της Αμαζονίας, η ανεξίτηλη ουλή των Άνδεων, η περήφανη Ακονκάγουα, η ατέλειωτη Γη του Πυρός, το πάντα ανήσυχο (ηφαίστειο) Ποποκατέπετλ.

Και μαζί με αυτά, οι λαοί που τους έδωσαν όνομα και ζωή.

Γιατί υπήρχε μια εποχή στην οποία η Χιλή κι όλες οι χώρες της Λατινικής Αμερικής ήταν πιο κοντά στο Μεξικό από την αυτοκρατορία που, από τον γεωγραφικό και κοινωνικό βορρά, επιβάλλει την απόσταση, σε όσους μοιραζόμαστε την ιστορική γειτνίαση.

Υπήρχε μια εποχή. Ίσως είναι ακόμα αυτή η εποχή.

Σήμερα, όπως και χτες, το χρήμα ενώνει τους αλαζόνες.

Σήμερα, όπως και χτες, με τη βοήθεια των ισχυρών πολυεθνικών, η ξένη στρατιωτική εξουσία, προσπαθεί να υποσκάψει τα εδάφη μας, μερικές φορές καλυμμένη με στολές των τοπικών στρατών, ή με σύμβουλους, πρέσβεις, μυστικούς πράκτορες.

Σήμερα, όπως και χτες, αυτά τα κεφάλαια προσπαθούν να αγοράσουν νόμιμα πιστοποιητικά ατιμωρησίας για τους γορίλες που τους υπηρέτησαν και που, πάντα το ξέραμε, όταν έλεγαν «Πατρίδα», δε μιλούσαν για την Χιλή, την Αργεντινή, την Ουρουγουάη, τη Βολιβία, τη Βραζιλία.

Όχι. Η σημαία που χαιρετούσαν ήταν αυτή με τις μπάρες και τα θολά αστέρια (σ.σ. μτφ.: εννοεί τη σημαία των ΗΠΑ).

Σήμερα, όπως και χτες, ο αφηνιασμένος και βίαιος βορράς πολιορκεί και σκοπεύει να πνίξει αυτό το μοναδικό αστέρι της αξιοπρέπειας που λάμπει στην Καραϊβική.

Σήμερα, όπως και χτες, οι κυβερνήσεις ορισμένων χωρών μας λειτουργούν ως θλιβερός κομπάρσος σε αυτή την ποταπή εμμονή να υποτάξουν το λαό της Κούβας.

Σήμερα, όπως και χτες, η αυτοκρατορία που παίζει το ρόλο της παγκόσμιας αστυνομίας και καταπατά νόμους, δίκαια, λαούς, είναι η ίδια.

Σήμερα, όπως και χτες, αυτός που προσπαθεί να αποσταθεροποιήσει νόμιμες κι εκλεγμένες κυβερνήσεις, οι οποίες όμως δεν είναι υποτακτικές (χτες στην Χιλή, σήμερα στη Βενεζουέλα, πάντα στην Κούβα) είναι ο ίδιος.

Σήμερα, όπως και χτες, το σύστημα που βασίζεται στο ψέμα, την πλάνη και την εξαπάτηση, τη δικτατορία του χρήματος, θέλει να μας δώσει μαθήματα δημοκρατίας, ελευθερίας, δικαιοσύνης.

Σήμερα, όπως και χτες, αυτός που «εκδημοκρατίζει» τον πόνο, τη δυστυχία, το θάνατο για τους λαούς της Λατινικής Αμερικής είναι ο ίδιος.

Σήμερα όπως και χτες, αυτός που καταδιώκει, βασανίζει, φυλακίζει, σκοτώνει, είναι ο ίδιος.

Σήμερα όπως και χτες, μας κάνουν πόλεμο, πότε με σφαίρες, πότε με οικονομικά προγράμματα, και πάντα με ψέματα.

Σήμερα, όπως και χτες, ο πραγματικός τρόμος, αυτός που έρχεται από πάνω, επικαλείται το θεό για να δικαιολογηθεί.

Σήμερα, όπως και χτες, επιχειρούν να μας κρύψουν ότι ναι, είναι ένας ο θεός που μας τρέφει, αλλά είναι ο θεός του χρήματος.

Σήμερα, όπως και χτες, σε μερικές χώρες οι μικρόψυχοι είναι στην κυβέρνηση.

Σήμερα, όπως και χτες, η χωλότητα (αδυναμία) του συστήματος ντύνεται με σύνθετα επιχειρήματα, δημοσκοπήσεις, κοστούμια μάρκας, αντεστραμμένους καθρέφτες.

Ίσως είναι ακόμα αυτή η εποχή. Ίσως όχι.

Γιατί σήμερα, ο νέος και σύνθετος μανδύας με τον οποίο ντύνεται η βία των κερδών για τους λίγους εις βάρος των πολλών, φέρνει στο προσκήνιο έναν πραγματικό παγκόσμιο πόλεμο ενάντια στην ανθρωπότητα.

Ολόκληρα έθνη ρημάζονται.

Εδάφη κατακτούνται.

Επανακαθορίζεται η παγκόσμια γεωγραφία.

Γκρεμίζονται τα τείχη για τα χρήματα κι ορθώνονται για τους λαούς.

Οι ιστορικές κουλτούρες των λαών μας, πρόκειται να αντικατασταθούν από επιπόλαιες ελαφρότητες.

Σε μερικές χώρες, αντί για εθνικές κυβερνήσεις υπάρχουν τοπικές διοικήσεις.

Ξεπουλιούνται οι φυσικοί πόροι, η γη, η ιστορία. Και πάνω στις οροσειρές που διατρέχουν κι ενώνουν τη Λατινική Αμερική, από το Μπράβο στο Βορρά, μέχρι τη Γη του Πυρός, θέλουν να βάλουν μια πινακίδα που να ανακοινώνει και να απειλεί: Πωλείται.

Οι φτωχοί, οι ακτήμονες, αυτοί δηλαδή που αποτελούν την τεράστια πλειοψηφία της ανθρωπότητας, είναι θύμα κατασχέσεων και ταξικών διακρίσεων.

Με «κατασχεμένη» αξιοπρέπεια, γκετοποιημένοι στις περιφέρειες των μεγάλων πόλεων, στο περιθώριο των κυβερνητικών προγραμμάτων, στην άκρη του μέλλοντος που σε μερικές χώρες αποφασίζεται, όχι στα κοινοβούλια και τα κυβερνητικά μέγαρα, αλλά στις διοικήσεις των μετόχων των πολυεθνικών.

Σήμερα η εκμετάλλευση είναι πιο βίαια απ’ όσο ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας, σήμερα ο κυνισμός είναι φιλοσοφικό πιστεύω αυτών που θέλουν να κυβερνήσουν τον πλανήτη, δηλαδή αυτών που τα έχουν όλα, εκτός από τσίπα.

Σήμερα ο πόλεμος ενάντια στην ανθρωπότητα, δηλαδή ενάντια στη λογική, είναι πιο παγκόσμιος από ποτέ.

Σήμερα ο πόλεμος είναι σε όλα τα μέτωπα και σε όλες τις χώρες.

Αν χτες ήταν καθήκον να εναντιωθούμε, να αγωνιστούμε, να αντισταθούμε στην ανόητη λογική του κέρδους, σήμερα είναι απλά και καθαρά υπόθεση επιβίωσης, προσωπικής, τοπικής, περιφερειακής, εθνικής, ηπειρωτικής, παγκόσμιας.

Αδερφοί κι αδερφές της Χιλής,

Υπήρχε μια εποχή που η Λατινική Αμερική ήταν αδελφωμένη. Ίσως να είναι ακόμα αυτή η εποχή.

Ίσως η συλλογική μνήμη, που μας δίνει ταυτότητα ως Λατινοαμερικάνους, πιάνει ονόματα κι ημερομηνίες στο ημερολόγιο, για να μας πει ότι υπάρχει μια πατρίδα πιο μεγάλη από αυτήν της σημαίας μας.

Με πόσα ονόματα γεμίζει το ημερολόγιο του πόνου στη γη μας;

Αν στην Αμερική μας, ο Ερνέστο Γκεβάρα είναι ένα από τα ονόματα με τα οποία εξεγείρεται ο Οκτώβρης, το ημερολόγιο εμάς των από κάτω φωτίζεται όταν έχει τα ονόματα των Turcios Lima και Yon Sosa στη Γουατεμάλα, του Roque Dalton στο Σαλβαδόρ, του Carlos Fonseca στη Νικαράγουα, του Camilo Torres στην Κολομβία, των Carlos Lamarca και Carlos Marighela στη Βραζιλία, των Inti και Coco Peredo στη Βολιβία, του Raúl Sendic στην Ουρουγουάη, του Roberto Santucho στην Αργεντινή, César Yáñez στο Μεξικό.

Κι ονομάζω μόνο μερικούς από τους πολλούς που αποφάσισαν στη δική μας Λατινική Αμερική, στον καιρό τους και με τον τρόπο τους, να βάλουν ένα λιθαράκι στην ελπίδα, και οι οποίοι, στην ποσότητα τρυφερότητας που απαιτεί η Λατινική Αμερική για να την αγαπήσεις, πρόσθεσαν μια ορισμένη ποσότητα μολυβιού (σφαιρών) και αίματος… του δικού τους αίματος.

Το πρόβλημα με όλους αυτούς στο ημερολόγιο του πόνου, είναι ότι δε φεύγουν έτσι, σα νομάδες. Αντιθέτως, φεύγουν αφήνοντάς μας κάτι σαν χρέος, κάτι που πρέπει να εξοφλήσουμε, για να μπορούμε να τους επικαλούμαστε χωρίς ντροπή, χωρίς κρίμα.

Κάποιοι επισημαίνουν ότι εκείνοι οι άνδρες κι οι γυναίκες που πήραν ή παίρνουν το δρόμο της ένοπλης εξέγερσης, γοητεύονταν ή γοητεύονται από το θάνατο, είχαν ή έχουν μια κλίση στο μαρτύριο, μεσσιανικές ανησυχίες, που θέλουν μόνο μία θέση στα τραγούδια διαμαρτυρίας, στα ποιήματα, στα λαϊκά ημερολόγια, στα μπλουζάκια της νεολαίας, στα ράφια με τα ενθύμια του επαναστατικού τουρισμού.

Κάποιοι σκέφτονται ότι οι λόγοι ηττούνται, όταν πεθαίνουν αυτοί που αγωνίζονται γι’ αυτούς, δηλαδή αυτοί που τους δίνουν ζωή.

Κάποιοι λένε ότι ο οδυνηρός λατινοαμερικάνικος Οκτώβρης κομμάτιασε την ελπίδα στην Χιλή, την Ουρουγουάη, την Αργεντινή, τη Βολιβία, το Μεξικό, όλη τη Λατινική Αμερική.

Ίσως να ‘ναι κι έτσι. Ίσως όμως και όχι.

Ίσως αυτοί που πήραν τα όπλα, όπως ο Μιγκέλ, για να πουν «όχι», στην πραγματικότητα έλεγαν «ναι» σε ένα αύριο που τότε έμοιαζε μακρινό.

Ίσως αυτοί που έβαλαν φωτιά στα λόγια τους, όπως ο Μιγκέλ, δεν το έκαναν για να πυροδοτήσουν το θάνατο, αλλά για να φωτίσουν τη ζωή.

Ίσως αυτοί που, όπως ο Μιγκέλ, σκέφτηκαν και πυροβόλησαν, δεν το έκαναν για να έχουν μια θέση στο μουσείο της επαναστατικής νοσταλγίας, αλλά για να έχουν όλοι οι λαοί μια θέση στον κόσμο.

Ίσως το ημερολόγιο του μέλλοντος δε θα έχει ονόματα, ή ακόμα καλύτερα, θα έχει όλα τα ονόματα.

Ίσως γι’ αυτό οι απουσίες που μας πονάνε, κάθε μήνα της Λατινικής Αμερικής, έβαλαν έναν σταυρό στο ημερολόγιο, σαν αυτόν που μας πονάει στις 5 Οκτώβρη.

Ίσως γιατί αυτές οι απουσίες, αντί για κενό, σου αφήνουν όρεξη να παλέψεις για την ελπίδα να «αλλάξεις τον κόσμο», όπως λέμε εμείς οι ζαπατίστας. Ίσως…

Ίσως η ελπίδα τροφοδοτείται, όπως η δική μας Αμερική, από τη μνήμη.

Κι ίσως η ελπίδα να μην είναι παρά το αντίτιμο για να αποκαταστήσουμε ξανά την ελπίδα, που έχει θρυμματιστεί στο ημερολόγιο που μας επιβάλλουν.

Ίσως αυτή η μνήμη, που σήμερα μας καλεί κι ενώνει ξανά τη Λατινική Αμερική, να μην είναι μια κληρονομιά που μας κληροδοτεί αυτός ο πόνος, αλλά ένα καθήκον που μας ορίζει.

Ίσως…

Ίσως είμαστε εδώ για να το γνωρίσουμε, ακόμα κι όσοι δεν παρευρισκόμαστε. Γιατί ίσως το σήμερα να μην είναι ίδιο με το χθες.

Ένας Χιλιανός επαναστάτης, από αυτούς που σε έκαναν να τρέμεις, όταν έπαιζαν την κιθάρα, ο Víctor Jara, σκεπτόμενος ίσως το βάρος των σημερινών καιρών, είπε, μας είπε, μας λέει ότι «είναι δύσκολο να βρεις διαύγεια στη σκιά, όταν ο ήλιος που μας φωτίζει, ξεθωριάζει την αλήθεια».

Και είπε, μας είπε, μας λέει: «Μακάρι να βρεθεί δρόμος για να συνεχίσουμε να πορευόμαστε».

Κι ήταν σε αυτή την τη γη της Χιλής, πριν πολύ καιρό, που ο Μανουέλ Ροντρίγκες είπε, μας είπε, μας λέει, σα να μας δείχνει το δρόμο «Ακόμα έχουμε Πατρίδα συμπολίτες».

Κι ένας άλλος, επίσης Χιλιανός, εδώ κοντά και κάτω απ’ τις σφαίρες που σημάδεψαν την καρδιά του, είχε την ψυχραιμία και τη σοφία να πει, να μας πει

«αργά ή γρήγορα, θα ανοίξουν ξανά τα μονοπάτια, απ’ όπου θα περπατήσει ο ελεύθερος άνθρωπος, για να δημιουργήσει μια καλύτερη κοινωνία».

Ίσως το σήμερα να μην είναι ίδιο με το χθες.

Ίσως έχει γίνει μάθημα και σύντομα, εκεί που πριν μουντζούρωναν φύλλα λατινοαμερικάνικης ιστορίας, θα αλλάξουν οι στίχοι, και θα διαβάζεις, με την καθαρότητα αυτών που κοιτάνε από κάτω, ότι η δημοκρατία, η ελευθερία, η δικαιοσύνη είναι βαριές λέξεις, κι ότι τονίζονται στην καρδιά, δηλαδή στην αριστερή πλευρά του συλλογικού θώρακα που είμαστε.

Θα ήθελα να πω ότι θα νικήσουμε, ότι δε θα μας εκτοπίσουν, ότι το μέλλον θα είναι δικό μας, ότι θα σπάσουμε χίλιες αλυσίδες, ότι η ελευθερία είναι ένας ορίζοντας κοντινός.

Αλλά εμείς οι ζαπατίστας πιστεύουμε ότι δε θα γίνει έτσι επειδή είναι δοσμένο, από κάποιον μυστικό προορισμό, ή ένα μανιφέστο, αλλά επειδή δουλεύουμε κι αγωνιζόμαστε γι’ αυτό.

Αδέρφια. Τα λόγια μας θέλουν να σας πουν το εξής.

Ευλογημένη η ανοιχτή φλέβα της Λατινικής Αμερικής που ονομάζεται Χιλή και που έχει στο αίμα της όχι την ΙΤΤ και την Anaconda Copper, όχι την United Fruit και την Ford, όχι την Παγκόσμια Τράπεζα και τον Πινοτσέτ, ούτε τα ονόματα με τα οποία ντύνονται οι μεν κι οι δε.

Αλλά τους εργάτες της, τους αγρότες, τους φοιτητές, τα άτομα, τις γυναίκες, τους νέους της. Τον δικό της Víctor Jara, τη δική της Violeta Parra, το Salvador Allende της, τον Pablo Neruda της, το Manuel Rodríguez, το Miguel Enríquez. Τη μνήμη της.

Αδέρφια της Χιλής.

Δεχτείτε όλοι κι όλες τον χαιρετισμό από αυτούς που θαυμάζουμε κι αγαπάμε εμείς, οι Μεξικάνοι ζαπατίστας.

Γεια σου Χιλή!

Από τα βουνά του νοτιανατολικού Μεξικού, εξεγερμένος Υποδιοικητής Μάρκος. Μεξικό, Οκτώβρης 2011.

Υγ: Συγχωρήστε μας αν τα λόγια μας δεν ήταν μια νουθεσία, όπως είναι η ζωή και ο θάνατος αυτού που τριάντα χρόνια μετά, μας καλεί. Στην πραγματικότητα, θέλαμε μόνο να εκμεταλλευτούμε αυτήν την πράξη, για να ζητήσουμε σε όλους εσάς, ταπεινά και με σεβασμό, να βάλετε εκ μέρους μας ένα κόκκινο λουλούδι (copihue) στην γη που τον φυλάει και να του πείτε ότι κι εδώ, στα βουνά του νοτιανατολικού Μεξικού, ο Οκτώβρης λέγεται επίσης Miguel.

Μετάφραση: Β.Κ

24Δεκ2011

σκόρπιες σκέψεις...

για την επανάσταση της κάθε ημέρας…

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα , τον συναντώ και σημειώνει για τον τεράστιο ρόλο που έχει παίξει ο Χριστός ιστορικά, και άλλοι μαζί που έθεσαν το θέμα της εσωτερικότητας, της πάλης του πνεύματος με το εγώ, της ταπείνωσης με την αλαζονεία, Της ΘΥΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ, του συνόλου με το μέρος. Τον σέβεται και τον αγαπά χωρίς να τον νοιάζει τα περί Θεότητας, διότι έθεσε επί τάπητος το θέμα της αγάπης και την ανακήρυξε υπέρτατο αγαθό και αξία, σε τρόπο ζωής ,θυσιάζοντας τη ζωή του την ίδια. Τζάμπα μάγκες αυτοί που στη συνέχεια κυβέρνησαν ή διοίκησαν στο όνομά του. Τρόπος ζωής θα έπρεπε να είναι ο χριστιανισμός όχι θρησκεία.

Η χειραγώγηση του ανθρώπου από τα πάθη του , από τα χειρότερα τουλάχιστον, είναι μεγάλο πράγμα. Είναι θαυμάσια η ζωή να την ζεις με αγάπη και συμπόνια, προς τον εαυτό σου και τον διπλανό. Άσε που δεν θα ήταν και άσχημα να υπάρχει και ζωή μετά τον θάνατο. ‘Είναι όμορφη η ζωή και θα ήθελα να τη ζήσω και ξανά. Να σεβαστούμε και να χαϊδέψουμε., να δημιουργήσουμε, να παίξουμε, να χορέψουμε, μαζί ,με άλλους, όλοι είμαστε ίδιοι τα ίδια ερωτήματα μας απασχολούν και τις ίδιες απαντήσεις ψάχνουμε. και διαφορετικοί μαζί, τους ίδιους καημούς έχουμε, χαρές και βάσανα. Ίδιες αγωνίες ίδιες ανησυχίες.’ Να γεννηθώ και να ξαναγεννηθώ μου λέει, να ερωτευθούμε να παίξουμε και να κολυμπήσουμε, να ξανά ακούσουμε το τιτίβισμα των πουλιών, να κάνουμε παιδιά, να τα μεγαλώσουμε με αξίες, να δημιουργήσουμε πολιτισμούς και να γνωρίσουμε άλλους.. Κοντά με άλλους. Μόνος δεν έχει γούστο να ζεις ,όταν οι γύρω δεν είναι καλά δεν είμαστε κι εμείς καλά. Γι αυτό πολέμησε και ο Γκεβάρα. είχε όλα τα καλά αλλά πονούσε που δεν τα είχαν όλοι, είχε την εξουσία , απόλυτος άρχοντας, αυτός ,οι φίλοι του ,ο λαός του .Και τα άφησε όλα για να πάει να ξεσηκώσει άλλους, για να πάει κοντά σε αυτούς που πολεμούσαν για τα ίδια ιδανικά. Δεν του έφτανε η δική του ευτυχία πλάνταζε που υπήρχαν ακόμη καταπιεσμένοι, έπρεπε να ελευθερώσει και αυτούς. Κι εμείς επιτρέπουμε εδώ οι νέοι, τα παιδιά μας ρε γαμώτο, να ζουν με 700 ευρώ το μήνα, και ένας άνθρωπος να κερδίζει με μία κίνηση διακόσια μύρια, πουλώντας κάτι που δεν είναι δικό του, κάτι που φτιάχτηκε με ιδρώτα χρόνων χιλιάδων λαού. Ή πουλώντας αέρα κοπανιστό.

Επιτρέπουμε στους κυβερνήτες δολοφόνους μας να υπάρχουν όταν η Θεσ/νίκη είναι η πιο ρυπογόνος πόλη στην Ευρώπη και η Αθήνα η τρίτη. Πέντε εκατομμύρια λαού ζουν σε αυτές τις δύο πόλεις, φύλλο δεν κουνιέται. Το βράδυ θα κοιμηθούμε ήσυχοι στα κρεβάτια μας και αύριο θα τρέξουμε στην αγορά να κάνουμε το καθήκον μας, να γεμίσουμε τις τσάντες μας με μολυσμένα από όλων των ειδών τους ρύπους υπερτιμημένα προϊόντα. Ρύπους με τους οποίους γεμίζουμε τη γη και τα νερά μας αδιαφορώντας για μας και τα παιδιά μας. Δολοφόνοι κυβερνούν δολοφόνους, αυτοί είμαστε, μη κρυβόμαστε ,ας τα πούμε έξω από τα δόντια. Φαντάζεστε πως οι αγρότες δεν γνωρίζουν με τι ψεκάζουν , τι δηλητήρια χρησιμοποιούν για ζιζανιοκτόνα. Πυρηνικά εργοστάσια και άλλα αμολούν απόβλητα καθημερινά στον αέρα. Η ΒΦΛ είναι αθώα ; Τα ποτάμια τα έχουμε ρημάξει, εμείς και οι γύρω μας. Αυτό το έχουμε ονομάσει πολιτισμό. Και το πολίτευμα δημοκρατία. Εδώ μια φλόγα δεν μπορούν να μεταφέρουν, κάθε δέκα μέτρα μία διαμαρτυρία, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Την κρύβουν τη φλόγα, τρέχουν αρματωμένοι και χτυπούν τον κόσμο που φωνάζει , για το αυτονόητο, ‘οι δημοκράτες’. Οι άλλοι είναι οι αλήτες , οι τρομοκράτες, οι αντάρτες, οι αναρχικοί. Θα είμαι πάντα μαζί τους ,μου λέει. Διότι έχουν δίκιο, αυτή είναι η αλήθεια. Υποχρέωση του καθένα μας να είναι με το σωστό. Δηλαδή τι παράδειγμα δίνει αυτός ο εκλεγμένος ‘κύριος’, ταγμένος δήθεν στην ‘υπηρεσία’ των συνανθρώπων του; Παρανομεί με τις υπηρεσίες για το σπίτι του, ψεύδεται όταν τον ανακαλύπτουν και κουκουλώνει παρανομώντας, παρανομεί με τους ρύπους και παραποιεί, έναντι της πατρίδας του και του κόσμου όλου και συνεχίζει τα ψέματα, και τα βάζει με τους φίλους του όταν ανακοινώνουν το αυτονόητο. Εξαιρετικός. Μας σκοτώνει ‘δημοκρατικά’ και με το νόμο και ζητάει και τα ρέστα. Εμείς δεν τον βάλαμε εκεί πάνω; Εμείς δεν ανεχόμαστε να μας δολοφονούν; Και με σφραγίδα. Χειροκροτούμε και από πάνω. Για μια χάρη, μια θεσούλα. Για λίγες ψήφους, μια θετική για μας υπογραφή. Αυτοί καταντήσαμε. Βγαίνουμε από την εκκλησία έχοντας ‘λατρέψει ένα και μοναδικό θεό’ και λίγο πιο κάτω, λίγα λεπτά μετά λατρεύουμε άλλους δώδεκα παρακαλώντας τους να ανάψουν τη φλόγα., δέρνουμε κιόλας αυτόν που δεν συμφωνεί. Παράνοια. Βλέπετε είμαστε ‘δημοκράτες’.

Του Ξηρού η ανάκριση ξεκίνησε στην εντατική, λίγα λεπτά μετά τον σοβαρότατο τραυματισμό του στον Πειραιά. Τον Ζαχόπουλο τον περίμεναν 3 μήνες μήπως και πάθει ψυχικό τραλαλά εάν του θύμιζαν το πρόβλημά του. Η καλή μας δημοκρατία., έτοιμη κατά τα άλλα να διώξει δικαστές και εισαγγελείς όταν λένε τα αυτονόητα δημόσια. Σας την χαρίζω αυτή τη δημοκρατία , φτιαγμένη κατ’ εικόνα και ομοίωση σας αγαπητοί ‘δημοκράτες’, να την χαίρεστε .Ο καθένας έχει αυτό που του αξίζει, θερίζουμε αυτό που σπείραμε. Ας ετοιμαζόμαστε λοιπόν για τις θύελλες που έρχονται. Γι αυτό χρειάζεται στράτευση, σε ομάδες σε κινήματα , λέει, αγώνες κοινωνικούς, αυτόνομα από τα κόμματα-διαχειριστές αυτής της διεφθαρμένης εξουσίας. Κι αγώνες προσωπικοί , πνευματικοί αγώνες κόντρα στον ατομικισμό και τη ζήλια, για συλλογικότητες με αξιοπρέπεια και ανθρωπιά. Αλληλέγγυοι, ταπεινοί. Περήφανοι όμως για την δόξα της δικαιοσύνης και της αγάπης. Από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο .Χριστός και Γκεβάρα , Άρης και Λεωνίδας. Για την επανάσταση της κάθε μέρας , τις συνεχείς ανατροπές στη καθημερινή διεργασία , έξω και μέσα, όλοι μαζί. Υπάρχουν μικρές σταυρώσεις καθημερινά που χάνονται στο χάος της ημέρας. Να μη μπορείς να προσφέρεις σύμφωνα με τις δυνατότητές σου, να μη μπορείς να πάρεις σύμφωνα με τις ανάγκες σου. Η ευπρόσδεκτη α πολιτικοποίηση με τη συνακόλουθη λαϊκή αποχαύνωση αποτελεί την εγγυήτρια δύναμη αποτροπής οποιασδήποτε αταξίας ,στο όνομα της πολιτικής σταθερότητας. Ευλογία η άγνοια , και η παγκοσμιοποίηση συγκροτεί κοινωνία ευλογημένων λαών, που αρκούνται πειθήνια σε ότι τους δίνουν. Πόσο όμως ακόμη θα ανέχονται οι νέοι παγκοσμίως, στον πλανήτη που αφυπνίζεται, αυτή την απειλή οικολογικής καταστροφής, ή τον αφανισμό από πείνα και δίψα; Προκαλείται επισιτιστική κρίση από το παιχνίδι των κερδοσκόπων ,που δεν παίζουν μόνο με τις τιμές του πετρελαίου αλλά και των τροφίμων όπως και των αγροτικών προϊόντων από τα οποία παράγονται βιοκαύσιμα. Γεμίζουμε τα ρεζερβουάρ με πανάκριβα καύσιμα και μένουν άδεια τα στομάχια εκατομμυρίων ανθρώπων.

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα ,εδώ και πολλά χρόνια, η ζωή δυσκολεύει για πολλούς, μα πάρα πολλούς ανθρώπους. Προσδοκία βελτίωσης καμιά. Όσο υπάρχει δυστυχία δεν μπορούμε να σταματήσουμε να μιλάμε για εξέγερση και ανατροπή. Πρώτη στη διασπορά θανάτου από τα φουγάρα της η ΔΕΗ, τζάμπα θα την αγοράσουν οι Γερμανοί, που διώχτηκαν από εκεί γιατί βρωμίζουν τα πάντα. Σίγουρη επιχείρηση με ελάχιστο κόστος συντήρησης. Από κοντά τα διυλιστήρια, η δική μας ΒΦΛ και τα τσιμεντάδικα. Έχουμε και το ‘εμπόριο ρύπων’ Συνθήκη του Κιότο, συντελεστής ρύπων. Έχεις υψηλό συντελεστή ,πουλάς ποσοστό ρύπων σε αυτόν που έχει χαμηλό και ξεμπερδεύεις. Βρε ούστ Και βέβαια πουλώντας δεν σημαίνει πως οι κάτοικοι που ζουν στις βεβαρημένες περιοχές θα σταματήσουν να πεθαίνουν από τους ρύπους. Εμείς οι καβαλιώτες ας πούμε χεστήκαμε εάν πουλήσει ρύπους η ΒΦΛ, ίσα βάρκα ίσα πανιά. Τα εργοστάσια θα συνεχίσουν να ρυπαίνουν, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να πεθαίνουν, η χώρα που θα αγοράζει ρύπους θα είναι βρώμικη στα χαρτιά μα καθαρή στην πραγματικότητα και η συνθήκη του Κιότο θα θριαμβεύει κι αυτή. Καθαρότερος πλανήτης μιας και οι δυνατοί εξαγοράζουν με χρήμα τον κοινό θάνατο.

Αλλάζει θέμα: ρώτα τον καθένα να σου πει τί ωραιότερο θυμάται στη ζωή του; Θα απαντήσει: τα φοιτητικά του χρόνια. Είναι τα χρόνια της μάθησης, τότε που ο νέος ξεδιψά την ψυχή του. Ερωτεύεται και παλεύει για τα ιδανικά του. Τουλάχιστον έτσι ήταν στα χρόνια τα δικά του. Οι κανόνες που τροχοπεδούν τη ζωή δεν τους αγγίζουν. Συζητά ,ρωτά μαθαίνει, ανταλλάσσει απόψεις, αστράφτει και βροντά. Η αγωνία για τα κοινά τον συνεπαίρνει. Αυτή είναι η γενιά μου, λέει

Πολιτικοποιήθηκε αμέσως, άκουγε πρώτη φορά για ταξική πάλη, για συσχετισμούς δυνάμεων, για καταστολή και επανάσταση. Για την ανάγκη ανατροπής της γενιάς των ανέραστων. Τον άγγιξαν τα λόγια των Ρηγάδων, βρέθηκε αμέσως κοντά τους. Θυμάται καλά τον Ιορδάνη τον Ανθόπουλο . Κουκουέδες και μαοϊκοί μάλωναν διαρκώς για το ποιος θα οικοδομήσει καλύτερα τον σοσιαλισμό, εάν της Κίνας το μοντέλο ήταν ανώτερο αυτού της Σοβιετικής Ένωσης και άλλα τέτοια που του την έσπαγαν. Στην Ευρώπη ο αέρας του Μάη φυσούσε δυνατά και μυρωμένα, Σεπτέμβρη του 73 βρίσκεται στη Φλωρεντία , λίγους μήνες πριν το Πολυτεχνείο. Έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα για να ξεστραβωθεί. Μάρξ, Ένγκελς, Λένιν, Λούξεμπουργκ, Γκεβάρα, Τρότσκι, Μάο, Βιετκόνγκ, Αλιέντε, Τουπαμάρος, Μαριγκέλα, Αλγερία, Παλαιστίνη, αντάρτικα παντού.

theme of Ali, η μάχη της Αλγερίας

Τον ξένισε που οι δικοί μας ζητούσαν ντε και καλά την νομιμοποίηση Του έκανε εντύπωση η αναντιστοιχία ανάμεσα στο λόγο και την πράξη, Γιατί τόση πρεμούρα να παίξουν μπάλα εκτός έδρας οι Έλληνες κομμουνιστές. Ποιος ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού; Δεν είναι άλλο στημένο; Δεν είμαστε άλλο κομμουνιστές λοιπόν, τι θέλουμε τελικά ,ρεφορμιστές γίναμε, σοσιαλδημοκράτες, στο δρόμο χάθηκε η εξέγερση; Που πήγε η επαναστατικότητα; Πήγε να σκάσει, απομακρύνθηκε. Πλησίασε τους Ιταλούς, άρχισε να καταλαβαίνει και τη γλώσσα, εδώ τα πράγματα ήταν πιο ξεκάθαρα. Του φάνηκαν πραγματιστές. Πίστευαν πως το χταπόδι της γραφειοκρατίας με τα χίλια πλοκάμια που αγκαλιάζουν σφιχτά κάθε γωνιά της καθημερινότητας για να ρουφήξουν υπεραξία και να πνίξουν κάθε απόπειρα χειραφέτησης του λαού , αυτό το χταπόδι λοιπόν έπρεπε να θανατωθεί, μιας και αυτοί που το δημιούργησαν θα αντιστέκονταν σκληρά. Χρειάζονταν αυτά τα πλοκάμια να κοπούν από τη ρίζα όπως ο Αλέξανδρος τσάκισε τον Γόρδιο δεσμό, δημιουργώντας τις συνθήκες για να γίνει τούτο εφικτό. Μερίδιο στην τούρτα ζητάτε , έλεγε στους παλαιούς συντρόφους του, το παλαιωμένο ρούχο το πετάμε από πάνω μας, δεν το ξανά βάφουμε να μοιάσει καινούριο. Δύο κόσμοι αντίθετοι μεταξύ τους, διάλεξα τον δεύτερο μου λέει Επιθετική δράση ενάντια στις τρέχουσες αξίες σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας, αυτή ήταν η πρακτική των νέων μου συντρόφων .Δεν φτάνει να καταγγέλεις και να φωνάζεις την αποστροφή σου στο υπάρχον. Ποιος θα σε πάρει στα σοβαρά; Ζούσαν σχεδόν κοινοβιακά, μοιράζονταν τα πάντα, δεν υπήρχε δικό μου και δικό σου, ο καθένας στον κορβανά ανάλογα με αυτά που είχε. Νέοι, κορίτσια στον αγώνα για την χειραφέτηση. Για την αυτονομία. Ενάντια στην εμπορευματοποίηση των σεξουαλικών σχέσεων, ενάντια στην πατριαρχία και τις ιεραρχίες, ο έρωτας κοινωνικό αγαθό, κόντρα στη μοναχικότητα. Ο φόβος της μοναξιάς κλείνει τον άνθρωπο στο καβούκι του, δημιουργεί ατομικότητες και εγωισμούς, εκεί πάνω σκοντάφτει η συλλογικότητα. Όταν αγωνίζεσαι ενάντια στην ιδιοκτησία σαν μέσο πλουτισμού ή αυτοπροβολής ή κατοχής εξουσίας δεν γίνεται να είσαι κτητικός στον έρωτα ή στο σπίτι γενικότερα , στις σχέσεις. Δεν κατέχεις κανέναν και τίποτα. Ούτε καν τον εαυτό σου, ίσως, ανήκεις στους φίλους, τους συντρόφους, τη συλλογικότητα, στην κοινωνία, την ίδια, τον Δήμο, στην κοινότητα, . Αυτό προσπαθήσαμε να στήσουμε ξανά αγόρια και κορίτσια, την κοινότητα. Δεν υπάρχει εξουσία ανάμεσα σε όμοιους, ελεύθερους ανθρώπους, αυτόνομους, όπου η διαφορετικότητα είναι η ποικιλία ,το αλάτι σε μια υπέροχη σαλάτα.

ΓΥΡΊΣΑΜΕ ΤΗ ΧΏΡΑ, λέει, επισκεφτήκαμε φίλους, ανταλλάξαμε απόψεις, κουράγιο. Ένα μπουκάλι κρασί λίγα χρήματα, ένας το κάρο κι ένας τη βενζίνη. Πάντα υπήρχε κάποιο σπίτι με ανοιχτές τις πόρτες, σύντροφοι περίμεναν, η μακαρονάδα ήταν ζεστή, και στις εκδρομές γεμάτο υπνόσακους το αυτοκίνητο ή ωτοστόπ αν δεν υπήρχε. Έβρισκαν δε κι ένα άδειο σπίτι όταν ο καιρός δεν επέτρεπε ύπαιθρο, τα ξύλα και η τροφή είναι για όλους, δεν πείραξαν ποτέ τίποτα άλλο, Πόρτες ανοιχτές, καρδιές ανοιχτές, η νέα κοινωνία είναι ήδη εδώ, στα σπάργανα ,θέλει ακόμα πολλά να γίνουν, πολλά να κατακτηθούν. Οπλίζονταν σιγά σιγά γιατί ο αντίπαλος πάνοπλος νιώθει τα κεκτημένα να γλιστρούν κάτω από τα πόδια, ο φόβος να ξεθωριάζει, απειλεί, σκοτώνει, ονειρεύεται πραξικόπημα, οργανώνει εντάσεις .δημιουργεί συνθήκες αναμέτρησης. Και οι επαναστάτες , οι σύντροφοι δεν κάνουν πίσω.

MM80110.jpg

φορτίνο σαμάνο

Σε ένα καθεστώς που χρησιμοποιεί την βία σε όλες τις δυνατές μορφές, που σου έχει καθίσει στο σβέρκο με το ζόρι, όπου η ψυχολογική ,με το στανιό, καθημερινή πλύση εγκεφάλου δημιουργεί συναίνεση, όλο αυτό το ‘παιχνίδι’ των μέσων που χρησιμοποιεί τα αόρατα εργαλεία του για να τσακίσει τον άνθρωπο ,δεν μας επέτρεψε να παρατηρούμε αμέτοχοι, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Στα γκλομπ αντιτάξαμε τα στάλιν, [τα παλούκια με τις σημαιούλες] και τα αγγλικά κλειδιά, και στα όπλα τους τα δικά μας. Η αναμέτρηση ήταν ανοικτή πλέον. Στο πυροβόλο που είναι εκεί ,σε κάθε γωνία, έτοιμο να επιβάλει τη θέληση του κατόχου του, της εξουσίας, δεν αντιπαραβάλεις άλλο τα ωραία λόγια. Αρκετά πια .Χρειάζονται και αυτά μόνο που κάποιες στιγμές ξεπερνιούνται, πρέπει να απαντήσεις, να περάσεις εσύ στην επίθεση, οι συσχετισμοί αποφασίζουν το πότε και το πού. Το αυτόνομο κίνημα ένιωθε, και ήταν για κάμποσο καιρό, τεράστιο και δυνατό. Το παρακράτος αγωνιούσε, έσπερνε βόμβες και τσαμπουκά. Οπλίστηκαν και οι σύντροφοι. Πατήρ όλων ο πόλεμος είπε ο Ηράκλειτος.. Σε εμπόλεμη κατάσταση είναι πλέον το παλαιό με το καινούριο, το νέο. Για χρόνια.

Σήμερα αυτά ακούγονται απίστευτα μακρινά. Όλα αυτά. Δεν κουνιέται τίποτα. Δεν υπάρχει συλλογικότητα.. Κάποιοι μοναχικοί αντάρτες, ή έτσι μου φαίνεται μονολογεί. Μετά το ’80 η συντήρηση κατάφερε και έκλεισε τον κόσμο στο σπίτι , τους νέους ανθρώπους που κινούν την ιστορία. Να ακούς την λέξη επανάσταση και να βάζεις τα γέλια. ‘ένα αστείο’. Αποδυνάμωσε μέσε στον καθένα τη διάθεση για ρήξη. Μοιάζει πανίσχυρη, είναι;

Φάνηκε πως το κίνημα είχε το πάνω χέρι. Ένιωσε πλειοψηφικό μέσα στην κοινωνία. Στα εργοστάσια, στις σχολές, στις γειτονιές, στις υπηρεσίες ανέπνεες φρέσκο αέρα, αέρα λευτεριάς. Το θέμα της αντιεξουσίας ήταν χρόνια στην ατζέντα , το είχε ήδη διατυπώσει η επαναστατική αριστερά με τις οργανώσεις της.. Σταθήκαμε ανυπόμονοι; Βιαστήκαμε; Μάλλον. Σηκώθηκε απότομα ο πήχυς της αντιπαράθεσης ανάμεσα στα δύο κομμάτια της κοινωνίας που συγκρούονταν για το ποιο θα επικρατήσει. Με καταστροφικά αποτελέσματα για όλους.

Οι ‘δύο κοινωνίες’ δεν πρόλαβαν να γίνουν μία, τους πήρε όλους ο διάολος που λέμε. Οι σύντροφοι βρέθηκαν απομονωμένοι και εξοντώθηκαν. Αυτό ήταν, that’s it.

ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ 1976 ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ Κάθε τόσο μας έρχονται καινούριες καραβιές γερόντοι απ’ τον Μοριά ,απ’ τη Ρούμελη και από πιο πάνω απ’ τα Τρίκαλα και τη Μακεδονία Λιγνοί γερόντοι ,χοντροκόκαλοι μ’ άσπρα μουστάκια και φλοκάτες μυρίζουν σβουνιά και χωράφι μέσα στα μάτια τους βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου στα τσουλούφια τους κρέμονται οι σκιές των πλατανόφυλλων Μιλάνε λίγο δεν μιλάνε καθόλου, ωστόσο πότε -πότε το βλέπεις πού χουν συμπεθεριάσει με τα έλατα μια στιγμή που σηκώνουν τα μάτια απ’ το χώμα και τηράνε πίσω από τους ώμους μας όταν γαλανίζει το βράδυ τις τέντες κι ο αγέρας μπλέκει τα μουστάκια του στο θυμάρι όταν ο ουρανός κατεβαίνει απ’ τα βράχια Δρασκελώντας τη θύμηση με τις προκαδούρες των άστρων κι ο θάνατος κόβει βόλτες αμίλητος έξω απ’ το συρματόπλεγμα, τότες τους βλέπουμε που συνάζονται τρείς- τρεις, πέντε -πέντε σα στα παλιά τα χρόνια στις μπαρουταποθήκες του Μεσολογγιού Και τότες πια δεν ξέρεις, έτσι συναγμένοι στον αυλόγυρο της βραδιάς αξούριστοι , άλαλοι, δεν ξέρεις πια ,σαν ανάβουν τα τσακμάκια τους αν είναι ν’ ανάψουν το τσιγάρο τους ή αν είναι ν’ ανάψουν το φιτίλι του δυναμίτη Τούτοι οι γερόντοι δεν μιλάνε τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί ετούτοι χώσαν τη καρδιά τους στο βουνό σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δενδράκι καλοσύνη, ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη, κι ένα μουλάρι από θυμό μες την καρδιά τους που δεν σηκώνει τ’ άδικο Και τώρα κάθονται εδώ στην Μακρόνησο στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα δεν μιλάνε κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά της Αθήνας κοιτάνε τον ποταμό του Ιορδάνη σφίγγοντας μια πέτρα στη χωματένια φούχτα τους σφίγγοντας μες τα μάτια τους τα σκάγια των άστρων σφίγγοντας μες’ το φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν από το αστροπελέκι ΚΑΝΤΑΔΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ

Αυτών των γερόντων εγγόνια και παιδιά είπαμε να γίνουμε κι εμείς φίλε μου λέει ακούγοντας να τραγουδά η σπουδαία ερμηνεύτρια, ,είπαμε να τους μοιάσουμε λιγάκι , αυτούς τους ήρωες που γέννησε η ζωή κι η ιστορία. Η επίθεση στην καρδιά του κράτους απέτυχε, ο Μόρο εκτελέστηκε μιας και κανένας σύντροφος δεν ελευθερώθηκε, αμέτρητες διώξεις διέλυσαν τα πάντα. Αυτά με λίγα λόγια. Ζωντανός ο φυσικός ηγέτης της συντήρησης στην Ιταλία θα ήταν κινούμενη ανασφάλιστη βόμβα στα θεμέλια του συστήματος, νεκρός δεν κόστισε τίποτα στην πολιτική σκακιέρα, διέλυσε ολοκληρωτικά ένα κίνημα που στο κάτω-κάτω δεν ήταν αυτό που πήρε την απόφαση. Αντίθετα, με όλους τους δυνατούς τρόπους είχε εκφραστεί υπέρ της απελευθέρωσης του κρατούμενου. Σφάλμα και στα μάτια του φίλου μου η εκτέλεσή του. Ο σταλινισμός είχε επικρατήσει της ευαισθησίας στις γραμμές των Ταξιαρχιτών. Διέσπασε το κίνημα, διέλυσε και την αλληλεγγύη μεγάλων κομματιών της κοινωνίας προς τη ριζοσπαστική της πλευρά. Την αλληλεγγύη προς τις πρωτοποριακές πρακτικές της οργανωμένης αυτονομίας και των αντάρτικων οργανώσεων.

https://aenaikinisi.wordpress.com/2014/04/29/%CF%87%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%88%CE%B5%CF%82-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-2/

σκόρπιες σκέψεις...

Γεννιόταν το νέο στα ερείπια του παλαιού…

….Θυμάμαι και άλλα αγόρια και κορίτσια λέει, με τα οποία βρεθήκαμε πολύ κοντά για κάποια χρόνια αλλά τόσο το ότι τα ονόματα μου διαφεύγουν όσο επίσης το ότι θα χρειαζόμασταν πολύ χώρο για να τα αναφέρουμε με κάνουν να σταματήσω εδώ. Θεωρώ πάντως πως ανάμεσα σε αυτά τα ‘ξεχασμένα’ πρόσωπα βρίσκεται και ο φύλακας άγγελος που χρόνια αργότερα ,την κρίσιμη στιγμή γλύτωσε τη ζωή μου από τα πολλά χρόνια εγκλεισμού που με περίμεναν εάν έπαιρνα εκείνο το μοιραίο λεωφορείο Θεσσαλονίκη-Φλωρεντία στη μπασιά του 1980.!

Την αγάπη στην μουσική την απέκτησα τα χρόνια της Αθήνας, μετά τις Σπέτσες. Τα ξαδέρφια μου άκουγαν πολύ, ραδιόφωνο Πετρίδης, Κογκαλίδης, Μαστοράκης, αργότερα Μηλάτος. Δίσκοι στο πίκ-απ το βραδάκι που τελείωναν οι εκπομπές για τη νεολαία. Rolling Stones, Beatles, Animals και Who όπως και πολλοί άλλοι. Έγινα λάτρης της ροκ σκηνής, Santana , Hendrix, Traffic κ.λ.π.  , η απίστευτη εκείνη συναυλία-ταινία Γούντστοκ που σημάδεψε και καθόρισε σημαντικά την ζωή μου, και είδα ,το θυμάμαι ακόμη, οκτώ φορές, την πρώτη στο Λονδίνο, 16άρης.

Γνώριζα σιγά σιγά μου λέει τον Ξαρχάκο, τον Θεοδωράκη και τον Σαββόπουλο που μόλις άρχισε να γίνεται γνωστός’.

Είδε τότε στο γήπεδο της Λεωφόρου ζωντανά τη συναυλία των Stones λίγες μέρες μετά τη χούντα. Σημάδεψε τη ζωή του εκείνη η φοβερή εμπειρία, δώδεκα χρονών παιδί μέσα σε ένα γήπεδο τίνγκα νεολαίους που πάλλονταν από ενέργεια και ενθουσιασμό ,σε μία διαδήλωση ενάντια στα ήθη της εποχής, το καινούριο μάχονταν την συντήρηση, το νέο την γερασμένη σύμβαση, η συνοδεία του συγκροτήματος πετούσε κόκκινα τριαντάφυλλα στον κόσμο, η αστυνομία τους ξυλοκοπούσε, ο Jagger ούρλιαζε και το πλήθος αποδοκίμαζε εν χορό τους μπάτσους. Ήταν η πρώτη επίσημη αποδοκιμασία του στρατιωτικού καθεστώτος.
Στην άτυπη διαμάχη που υπήρχε ανέκαθεν ανάμεσα στα σκαθάρια και τις πέτρες συντάχτηκε με τους τελευταίους μια και οι πρώτοι ήταν αρκετά λάιτ. Πάντως διαχρονικά μεγάλη του αγάπη μέχρι σήμερα παραμένουν οι Pink Floyd. Και από τους Έλληνες Μαρκόπουλος και Μικρούτσικος.

Εκείνα τα χρόνια απέκτησε και το πάθος για τον Ολυμπιακό. Όλοι στο σπίτι αγαπούσαν την μεγάλη ομάδα του Πειραιά απ’ όπου κατάγονταν ο πατέρας του, τον έπαιρναν μαζί τους στο θρυλικό Καραϊσκάκη, πάντα στην 7 όποτε κατάφερναν να βρουν εισιτήριο, και έτσι ένιωσε εκείνη την ιδιαίτερη σχέση που έχουν οι γάβροι με την ομάδα τους.
Έτσι λοιπόν ανέμελα κυλούσε η ζωή του με πολύ ενέργεια και τρέλα στο κεφάλι. Αισιόδοξος, χαιρόταν τη ζωή με τις στιγμές της, να τριγυρνά στο βουνό και στις παραλίες, να σκαρφαλώνει στα βράχια και να ανακαλύπτει μονοπάτια. Δεν έμαθε καθιστικά παιχνίδια, είχε παλούκια στον κώλο που λέμε, δεν
σύχναζε στα καφενεία, αντίθετα έπαιζε πινγκ πονγκ με κάποιους τρελαμένους σαν κι αυτόν.

‘Τελειώνοντας την τετάρτη τάξη καλοκαίρι του ’71 πηγαίνοντας στην πέμπτη, με το φροντιστήριο του Φαίδωνα του Σιδηρόπουλου πήγαμε για σαράντα μέρες’ ,συνεχίζει ,’στο Λονδίνο . Ήταν τεράστια εμπειρία και αυτή ,εκείνα τα χρόνια που η παγκόσμια νεολαία πάσχιζε να τινάξει από πάνω της κώδικες ρόλους και ταμπού κάτω από τα οποία δεκαετίες ασφυκτιούσε, σε εκείνους θέλαμε να μοιάσουμε και εμείς τότε που ακόμη μας κούρευαν με την ψιλή , μας δίκαζαν με τον νόμο περί τεντι μποϊσμού, μας αποκαλούσαν ντιντίδες και δεν θυμάμαι πως αλλιώς, μας απαγόρευαν να φορέσουμε μάλτες, έτσι έλεγαν τα μπλού τζήν’.

Έφυγε λοιπόν να σπουδάσει στην Ιταλία και άλλαξε η ζωή του. Μόλις γνώρισε τον Μάρξ και τον Λένιν εντυπωσιάστηκε, με τον Γκεβάρα απογειώθηκε. Δέθηκε αμέσως στο καινούριο περιβάλλον και στους ανθρώπους , η Ελλάδα του φαινόταν πια πολύ μακρινή.
Άβυσσος χώριζε τις δυο πραγματικότητες.
Η μία οπισθοδρομική, σε στασιμότητα, βάλτος, η ελληνική επαρχία, συντηρητισμός και συμβάσεις.
Η άλλη σε κίνηση . Νέοι άνθρωποι σε μία πορεία αλλαγών και ανατροπής.
Γεννιόταν το νέο στα ερείπια του παλαιού.
Η νεολαία στην πρώτη γραμμή. Ο φίλος μας στην μέση.
Όταν γύριζε να επισκεφτεί τον πατέρα του οι μικρότητες του φάνταζαν βουνά, πνίγονταν.

Εκεί μια συντροφικότητα μυθική στα μάτια του, μια γενιά που έστηνε τις δικές της αξίες, ,που απαιτούσε από την συντήρηση να κάνει πέρα, άνοιγε τον δρόμο και θέσπιζε καινούρια νοήματα παλιά όσο ο άνθρωπος, έδινε νόημα σε νέες συμπεριφορές. Η αντί εξουσία στη θέση της γερασμένης.Η αυτονομία στη θέση της επανάληψης.
Ένας δάσκαλος του έμαθε να στοχεύει ψηλά. Έτσι θα κατακτούσε μακρύτερες κορφές. Όταν στοχεύεις το εφικτό έλεγε θα καταφέρεις λιγότερα. Σημάδευε μακριά για να πετύχεις ψηλά, όσο ψηλότερα τόσο καλύτερα.
Και οι νέοι είχαν βάλει στόχο την κορυφή. Να πατήσουν τον κόσμο, να τον καβαλήσουν και να τον οδηγήσουν εκεί που ήθελαν. Σαν τον Αλέξανδρο με τον Βουκεφάλα, μαζί μέχρι το τέλος, μέχρι την άκρη της γης.
Έτσι κι αυτοί, μαζί, στη γη των ονείρων τους, για την κοινωνία χωρίς κανόνες απ’ τα πάνω, απελευθερωμένοι από τις στρεβλές συμβάσεις, του αυτόνομου ανθρώπου από τους γνωστούς έως τότε κανόνες.

Δεν είναι χλιαρός ο δικός μας, παθιάρης είναι, παθιάστηκε λοιπόν. Του ήταν φυσικό με τον χαρακτήρα που κουβαλούσε. Η εξέγερση ήταν καθημερινή βιοτή, η επανάσταση της καθημερινής ζωής, στις συμπεριφορές ,στα αιτήματα, στους αγώνες, στον έρωτα, στις διεκδικήσεις, στις συνήθειες. Μου είπε πως σε ανύποπτο χρόνο διάβασε πολλές βλακείες από σχετικούς και άσχετους για το τί έλαβε χώρα εκείνα τα τρομερά χρόνια, μόνο ο Μπαλεστρίνι κατάφερε να μεταφέρει τον ‘αέρα’ εκείνης της εικοσαετίας.
Ήταν μια γιορτή με τις καλές και τις κακές στιγμές της, τα πάνω και τα κάτω. Πάντως μια γιορτή με τα όλα της. Το να ζεις στο δίκιο, ελεύθερα και ισότιμα είναι τρόπος ζωής φευγάτος, είναι αναγκαιότητα γι’ αυτούς.
Έζησαν στο μεταίχμιο δύο κόσμων, αναποδογύριζαν καθημερινά τα γνωστά και πειραματίζονταν το νέο, ταυτόχρονα. Στις σχολές, στο σπίτι, στις πλατείες τους δρόμους και τις γειτονιές, στη δουλειά.
Η χαρά ήταν όλη δική τους, ήταν για όλους ξανά η χαρά. Οικειοποιούνταν τις ζωές τους. Έκαναν πράξη το σύνθημα, τα ήθελαν όλα και τα έπαιρναν, subito, αμέσως. ΚΑΙ ΕΙΧΑΝ ΠΟΛΥ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, αυτή ήθελαν στην εξουσία και το έκαναν πράξη, όχι το κέρδος, όχι τις αγορές που θα έλεγε κάποιος σύγχρονος.
Έγιναν επαγγελματίες επαναστάτες για να ελευθερώσουν το σήμερα από το χθες, και να δείξουν στους υπόλοιπους το αύριο. Το καυχήθηκε ο δικός μου δεν το μετάνιωσε ποτές.

Πήραν τα όπλα, χιλιάδες ήταν, ενάντια σε όλους αυτούς που με όπλα φρουρούνται, και φρουρούν και επιβάλλουν με όπλα τη βία τους, την εξουσία τους, τη θέλησή τους. Αντέταξαν στη βία βία. Στην καθημερινότητα τους γλυκείς και τρυφεροί. Στον πόλεμο που υφίσταντο απάντησαν με πόλεμο.

1987 ΤΟΛΜΗΡΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ’ το πενήντα έχει να φανεί, και συ βιδώθηκες μες στο λιμάνι με ανθοδέσμη που έχει μαραθεί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.
Σε δίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική, Χάνεσαι σαν τον γλάρο στην Ομόνοια και όταν ψάχνεις λύση στη φυγή, πληρώνεις όσο-όσο τα διόδια και κομματιάζεσαι στην εθνική.
Ποιος είναι ισοβίτης στο σκοτάδι ποιος αλαφιάζει δίχως πληρωμή. Ποιος σκύβει στους αφέντες το κεφάλι και ποιος τα βράδια κλαίει σαν παιδί, ποιος ονειρεύεται πως κάποιοι άλλοι βγαίνουν και κάνουν πρώτοι την αρχή. Ναυάγια ονείρων αρμενίζουν και τα κεφάλια γέμισαν σκουριά. Στα σούπερ μάρκετ τέλειωσε η ελπίδα και συ κοκάλωσες στη σκαλωσιά. Που πήγαν οι τριακόσιοι του Λεωνίδα, και τι θα πούμε τώρα στα παιδιά, Ηλεκτρικός Θησέας και τα λοιπά.
Φοβάσαι ότι θα ‘ρθει καταιγίδα και θα μας πνίξει όξινη βροχή, βάλε σε γυάλα μέσα την πατρίδα και κρύψε την καλά μέσα στη γη Μήπως την ψάχνουν σαν την Ατλαντίδα αφού η Πανδώρα ανοίγει το κουτί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μπερδευτεί.
Ψηφοθηρία, λόγοι κι εμβατήρια ποτέ δεν έφεραν την αλλαγή, γι αυτό και χάθηκες στα σφαιριστήρια και μες τα γήπεδα την Κυριακή, τώρα καθώς κοιτάς τα διυλιστήρια ρωτάς ποιοι σ’ έχουν βάλει στο κλουβί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει τρελαθεί.
Να κλείσεις θες πληγή θανατηφόρα και μες τα Νέα ψάχνεις για δουλειά, Όσα τα κέρδισες με τα μαρτύρια τα παζαρεύουν πάλι στα χαρτιά, τρέχεις να ψάξεις μες τα καταφύγια και βρίσκεις μιαν αιχμάλωτη γενιά.
Μια πλαστική ανέμισες σημαία, πίστεψες σ’ έναν άγνωστο θεό, κρέμασες το μυαλό σε μια κεραία, ειδήσεις, σίριαλ και τσίχλα ροκ, Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν τα λάθη κλέβουν τον καιρό, και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν το ψέμα σέρνει τον χορό.
Ζωγράφισε έναν ήλιο στο ταβάνι
μίλησε με τ’ αγέρι της νυχτιάς
και χόρεψε μαζί με τη σκιά σου
στους ήχους μιας αδύναμης καρδιάς
πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου
ή ΒΓΕΣ ΞΑΝΑ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ.
Αυτοί έτσι έπραξαν, βγήκαν στο δρόμο της φωτιάς.
[ η μουσική είναι του Γ. Μαρκόπουλου, οι στίχοι του Δ .Βάρου και τραγούδησαν ο Παύλος Σιδηρόπουλος με την Μ .Φωτίου.]

https://aenaikinisi.wordpress.com/2014/04/29/%CF%87%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%88%CE%B5%CF%82-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-1/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Νικολάς Γκιγιέν: «Αηδόνια και Μπαζούκας» – 11 ποιήματα για τον Τσε και την Επανάσταση

Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα © Guevaristas

ahdonia2bkai2bbazookas2bcover-zafiratos-neo-alkyonis-22-4-2016-7-00Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις «New Star». Πρόκειται για την έκδοση 11 ποιημάτων του εθνικού ποιητή της Κούβας Νικολάς Γκιγιέν (Nicolás Guillén, 1902-1989) με θέμα τον Τσε και την Επανάσταση. Το βιβλίο φέρει τον τίτλο  «Νικολάς Γκιγιέν: Αηδόνια και Μπαζούκας» ενώ εμπνευστής, δημιουργός και επιμελητής της έκδοσης είναι ο Μπάμπης Ζαφειράτος

Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου δημοσιεύουμε το ποίημα «Che Comandante, amigo» του Γκιγιέν, σε μετάφραση Μπάμπη Ζαφειράτου, συνοδευόμενο από ένα βίντεο με την αφήγηση του από τον ίδιο τον ποιητή.

NO porque hayas caído

tu luz es menos alta.

Un caballo de fuego

sostiene tu escultura guerrillera

entre el viento y las nubes

de la Sierra.

No por callado eres silencio.

Y no porque te quemen,

porque te disimulen bajo tierra,

porque te escondan

en cementerios, bosques, páramos,

van a impedir que te encontremos,

Che Comandante,

amigo.

CON sus…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 647 επιπλέον λέξεις

ιστορία, storia

Ο παπάς δίπλα στον Τσε:Καμίλο Τόρες

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Ο παπάς δίπλα στον Τσε:Καμίλο Τόρες

Φέτος συμπληρώνονται, ως γνωστό, σαράντα χρόνια από την εκτέλεση του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία. Ο Τσε δεν πρόλαβε να μπει στη χορεία της «γενιάς των σαραντάρηδων» – εκείνων που έσκασαν μύτη στο κυβερνητικό προσκήνιο διαφόρων χωρών προβάλλοντας συχνά ως κύριο προσόν τους την ηλικία τους και υποθάλποντας την αίσθηση ότι η βιολογία πουλάει εκεί όπου οι ιδέες μένουν απούλητες.

Ο Τσε έφυγε στα τριανταεννιά του, μένοντας σύμβολο μιας βασικής ιδεολογικής αξίωσης: ότι δεν είναι τα πάντα εμπόρευμα. Ρεαλισμός ή πολιτικός παλαιοημερολογητισμός; Εδώ ακριβώς έγκειται η αξία των συζητήσεων που μπορούν να γίνουν με αφορμή την επέτειό του: πως μπορεί σήμερα να αρθρωθεί μια αποτελεσματική πολιτική πράξη απέναντι σε έναν παγκόσμιο ευέλικτο καπιταλισμό, ο οποίος μπορεί και μετατρέπει σε εμπόρευμα ακόμη και τις εναντίον του αντιρρήσεις. Και τον Τσε σε μόδα!      Ακριβώς την εποχή του Τσε Γκεβάρα και στην ίδια γεωπολιτική συνάφεια έδρασε παρόμοια άλλη μια προσωπικότητα: ο κολομβιανός ρωμαιοκαθολικός ιερέας Καμίλο Τόρες. Ο Τόρες γεννήθηκε έναν χρόνο μετά τον Τσε (1929) και σκοτώθηκε έναν χρόνο πριν απ’ αυτόν (1966). Έφυγε στα τριανταεπτά του – κι αυτός δίχως να περάσει στη γενιά των σαραντάρηδων. Η δική του σαραντάχρονη επέτειος συμπληρώθηκε πέρισυ· δεν τη θυμηθήκαμε, μα είναι ευκαιρία φέτος να συμπεριληφθεί η συμβολή του στις συζητήσεις που μπορεί να γίνουν. Ουσιαστικά πρόκειται για συμβολή στο κίνημα του αριστερού χριστιανισμού, το οποίο εμφανίζεται ποικιλότροπα κάθε τόσο μέσα στην ιστορία, και το οποίο στην καταλεηλατημένη Λατινική Αμερική έλαβε λίγο αργότερα την ονομασία «θεολογία της απελευθέρωσης».      Η διαδρομή του Καμίλο Τόρες έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ήδη χειροτονημένος ιερέας και με σπουδές στην Ευρώπη, δίδαξε κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο της κολομβιανής πρωτεύουσας για μερικά χρόνια, μέχρι δηλαδή να υποχρεωθεί σε παραίτηση για την αλληλεγγύη του προς την άδικη δίωξη κομμουνιστών φοιτητών. Συνέχισε το πνευματικό και ερευνητικό έργο του, ερχόμενος ολοένα και περισσότερο σε σύγκρουση με τους κυβερνητικούς κύκλους, τους εκπροσώπους μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και την εκκλησιαστική ηγεσία, και αντιμετωπίζοντας τη δυσπιστία του κομμουνιστικού κόμματος. Το 1965 ήρθε στην ύπαρξη το πολιτικό κίνημα που ο ίδιος είχε εμπνευστεί: το Ενιαίο Μέτωπο του Λαού της Κολομβίας, στο οποίο συμμετείχαν οι προοδευτικές δυνάμεις της χώρας, από τους χριαστιανοσοσιαλιστές και τους κινεζόφιλους, μέχρι τα αγροτικά κινήματα και τους κομμουνιστές. Το Μέτωπο γνώρισε κάποιες επιτυχίες, μα κατόπιν κλονίστηκε από πλήθος διαφωνιών. Ο Τόρες μετακινήθηκε προς την άποψη ότι η συγκυρία απαιτούσε κάτι περισσότερο από την κλασική πολιτική παρουσία: δράση επαναστατική. Αυτό τον έφερε σε ρηξη με πολιτικούς συμμάχους του και με τον καρδινάλιο προϊστάμενό του. Ο Τόρες προχώρησε σε απέκδυση της επίσημης ιερατικής του ιδιότητας, χωρίς όμως να αποκηρύξει ούτε την πίστη ούτε την παπαδοσύνη του, που ένιωθε ότι συνέχιζε να φέρει. Αντιθέτως, δήλωνε ότι έκανε το βήμα αυτό ακριβώς για να παραμείνει ασυμβίβαστα πιστός στη χριστιανική πίστη του.      Στις 18 Οκτωβρίου 1965 «ανέβηκε στο βουνό», όπως θα λέγαμε στην ελληνική εαμική γλώσσα. Προσχώρησε στο ένοπλο αντάρτικο του Στρατού Εθνικής Απελευθέρωσης, το οποίο συμμεριζόταν  την επαναστατική οπτική του Φιντέλ Κάστρο. Λίγους μήνες αργότερα σκοτώθηκε σε μια συμπλοκή με τον τακτικό στρατό.      Τα κείμενά του (μελετήματα, διακηρύξεις, ομιλίες) δείχνουν τις ευαισθησίες και τα κριτήριά του. Προσπάθησε, ανάμεσα σε πολλά άλλα, να δώσει τη δική του απάντηση σε δυο δυσκολότατα ερωτήματα: Αφενός, πώς μπορεί να υπάρξει μια μαχητική, ταξική δράση που να πηγάζει από την αγάπη κι όχι από το μίσος. Αφετέρου, υπό ποιους όρους μπορεί να ασκηθεί βία, η οποία καθεαυτήν είναι ασύμβατη προς τις ευαγγελικές αρχές. Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες, και μάλιστα αν λάβει κανείς υπόψη ότι η χρήση βίας είναι μια στιγμή τραγική, συνυφασμένη με το τελεσίδικο σβήσιμο του αντιπάλου. Οι απαντήσεις του Τόρες φυσικά μπορούν να συζητηθούν και να κριθούν. Ο Όσκαρ Ρομέρο, λόγου χάριν, αρχιεπίσκοπος του Ελ Σαλβαδόρ ο οποίος δολοφονήθηκε το 1980 από ακροδεξιούς παραστρατιωτικούς μέσα στο ναό του, κήρυττε μια μη-βίαιη στράτευση και αντίσταση. Σε κάθε περίπτωση όμως, πρέπει να προσεχτεί ο μείζων προβληματισμός που έθεσε ο Καμίλο Τόρες, καθώς και οι άλλοι εκπρόσωποι της θεολογίας της απελευθέρωσης: Ο κόσμος της αδικίας και της εξαθλίωσης του ανθρώπου δεν μπορεί να είναι θέλημα Θεού. Η ίδια η χριστιανική ιδιότητα αξιώνει  όχι αποδοχή κάποιων θεωρητικών αξιωμάτων, αλλά έμπρακτη αλληλεγύη στους αδυνάτους. Και η σύγκρουση δεν γίνεται χάριν της ισχύος και της επιβολής της Εκκλησίας επί των αντιπάλων της (δεν έχει, δηλαδή, χαρακτηριστικά σταυροφορίας), αλλά χάριν των οδυνωμένων συνανθρώπων. Καλείται, δηλαδή, να είναι μια πράξη θυσιαστική κι όχι κατακτητική.      Ο Καμίλο Τόρες ευτύχησε να μη γίνει μπλουζάκι. Και είχε την τύχη ακραίων ασκητών. Ο τάφος του δεν βρέθηκε ποτέ.

Θανάσης.Ν.Παπαθανασίου,Η ρήξη με το μηδέν,εκδ.Αρμός

Αλλά και στο e-theologia.blogspot.gr

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Εμείς θύματα της ιστορίας είμαστε όλοι μια οικογένεια – Noi vittime della storia siamo tutti una famiglia

Noi vittime della storia siamo tutti una famiglia

Desaparecidos

η Raquel Robles ήταν κάτι περισσότερο από τεσσάρων χρονών, όταν, μιαν ημέρα του απρίλη, στο σπίτι παρουσιάστηκαν οι στρατιωτικοί. Οι οπλισμένοι άνδρες πήραν μαζί τους τον μπαμπά και την μαμά της. η Raquel δεν τους ξαναείδε από τότες. σήμερα η Robles, κόρη δυο αργεντινών desaparecidos  (δυο από τους τριάντα χιλιάδες, νέων ή λιγότερο, που τους δολοφόνησαν στα κρυφά και δίχως τα κορμιά τους να έχουν μια αξιοπρεπή ταφή, ανθρώπινα) είναι 45 χρόνων, συγγραφέας και γυναίκα στρατευμένη στην πολιτική, μα και καθηγήτρια, ειδικευμένη στην δουλειά με νέους που έχουν σοβαρά προβλήματα. Την υπόθεσή της θέλησε να την διηγηθεί σε ένα μυθιστόρημα: »Μικροί μαχητές», Piccoli combattenti, που δημοσιεύτηκε τώρα από τον οίκο Guanda (μετάφραση της Iaia Caputo, σελ. 160, euro 15).

Η prosa της Robles είναι στεγνή και ακριβής. Οι λέξεις δεν είναι ποτέ υπερβολικές ούτε χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν τον αναγνώστη να χύσει ένα εύκολο δάκρυ. οι Μικροί μαχητές είναι ένα μυθιστόρημα που δικαίως μπορεί να εισέλθει στην φλέβα της μεγάλης λογοτεχνίας, εκείνης της αφήγησης και της μυθοπλασίας που απορρίπτει το περιττό για να ομιλήσει για το ουσιώδες: αγάπη, φόβος, θάνατος, ταυτότητα, ευμεταβλητότητα της μνήμης. Και μέσα στις σελίδες, εκτός απ’ την υπόθεση μιας μικρούλας που μεγαλώνει στο σπίτι των θείων, με δυο γιαγιάδες και ένα αδελφάκι 18 μηνών μικρότερο από αυτήν, επιστρέφει πολλές φορές η αναφορά στο ghetto της Βαρσοβίας, στους εξεγερμένους της εβραϊκής συνοικίας, στην Irena Sendler, μια γυναίκα που έσωσε 2.500 μωρά εβραίων και που βασανίστηκε τρομακτικά από τους ναζιστές (της έσπασαν τα χέρια και τα πόδια): περίπου για να υπογραμμίσει πόσο η περίπτωση των desaparecidos ομοιάζει (το είχαν ήδη νιώσει συγγραφείς όπως οι Nathan Englander και Elsa Osorio) στην μηχανισμό που στην Ευρώπη οδήγησε στην Shoah. Της πήραμε συνέντευξη.

Πόση αυτοβιογραφία υπάρχει στο μυθιστόρημά σου?

«Εάν για αυτοβιογραφία εννοείται την ακριβή ένταξη στα γεγονότα, θα απογοητευτείτε. Υπάρχουν πολλές αναμνήσεις, αλλά άφησα να εργαστεί η φαντασία μου. Θέλησα να μιλήσω για τα συναισθήματα, τις συγκινήσεις; όχι να είμαι πιστή στα γεγονότα».

Λέτε πως η μνήμη είναι φρούτο της φαντασίας μας και πως το παρελθόν όπως το βλέπουμε είναι σε μεγάλο μέρος επέκταση των επιθυμιών μας?

«Εμείς, και όταν λέω εμείς, εννοώ τον κόσμο που υπέφερε, καλούμαστε να θυμηθούμε. Κι όταν χρησιμοποιούμε την λέξη θυμάμαι σκεφτόμαστε ενστικτωδώς σε μιαν μνήμη στέρεη που μπορεί να ανευρεθεί και να αναπαραχθεί. Μα είναι μια λανθασμένη ιδέα. Η μνήμη αντιθέτως είναι η ανάμνηση των διαθέσεων, της ατμόσφαιρας».

Το δικό σας είναι ένα βιβλίο που πραγματεύεται την απουσία. Απουσία των γονιών, έλλειψη στοργής. Τι είναι η μνήμη όταν έχουμε να κάνουμε με την έλλειψη?

«Όταν ζεις μέσα στην έλλειψη βασανίζεσαι με την αναζήτηση της αλήθειας, σου γίνεται έμμονη ιδέα, διότι έχεις την συνεχή υποψία πως όλο εκείνο που θυμάσαι το επινόησες. Όμως, αν σκεφτείς καλύτερα και αυτοί που είχαν τους γονείς τους μέχρι προχωρημένη ηλικία, δεν μπορούν να θυμούνται τα πάντα γι αυτούς. Εγώ, την μητέρα και τον πατέρα μου τους έχασα πολύ νωρίς και με άγριο τρόπο. Μα σε κάποιο σημείο κατάλαβα πως έπρεπε να απελευθερωθώ από αυτό μου το βάσανο.  Και όταν ελευθερώθηκα, κατάλαβα και ένιωσα πως μπορούσα να γράψω αυτό το βιβλίο. Και με την ευκαιρία: θα ήθελα να προσθέσω κάτι επάνω στον Primo Levi».

Θέλετε να μιλήσετε για της αξία της μαρτυρίας? Διότι ο Primo Levi ήταν ένας μάρτυρας τόσο αξιόπιστος γιατί πρωτ’ απ όλα ήταν ένας μεγάλος αφηγητής.

«Σύμφωνοι. Όμως είχε εμμονή με την μνήμη, διότι φοβόταν πως δεν θα γίνει πιστευτός. Και αντιθέτως η  “αντικειμενική αλήθεια” είναι υλικό εγκληματολογικό όχι της λογοτεχνίας ».

Θέλετε να πείτε πως δεν σας αρέσει ο Primo Levi?

«Αντίθετα. Τον λατρεύω. Εάν αυτός είναι ένας άνθρωπος το ξαναδιαβάζω τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο. Και κάθε φορά θα ήθελα να έχω μπροστά μου τον Levi για να μπορέσω να του πω: “Εσύ είσαι ένας τεράστιος συγγραφέας. Σε διαβάζω όχι για να βρω την αλήθεια για το Auschwitz, αλλά γιατί έγραψες πανέμορφα βιβλία, διότι είσαι ένας μαέστρος στο να περιγράφεις τα συναισθήματα. Και δεν με νοιάζει εάν οι λεπτομέρειες αντιστοιχούν με εκείνο που οι δικηγόροι και οι δικαστές θα θεωρήσουν την αλήθεια”».

Μιλήσαμε για την απουσία. Μπορούν να αγαπηθούν γονείς απόντες, όπως ήταν οι δικοί σας?

«Ναι. Εν τω μεταξύ, δεν ήταν τελείως απόντες, έχω αναμνήσεις αυτών. Και ξέρω πως με αγαπούσαν. Ξέρετε ποιο είναι το αντίθετο της αγάπης? ».

Πείτε το εσείς.

«Δεν είναι αδιαφορία. Το αντίθετο της αγάπης είναι μια αίσθηση που νιώθουμε όταν έχουμε πειραματιστεί την αγάπη. Όταν σκέφτομαι τους θειούς μου που με μεγάλωσαν, ξέρω πως με αγαπούσαν. Μα δεν ήταν η μητρική αγάπη. Από την άλλη εγώ ήξερα τι ήταν η μητρική αγάπη διότι την ένιωσα νωρίτερα».

Δεν είστε θυμωμένη με τους γονείς σας?

Σαν εγκατέλειψαν για έναν σκοπό πολιτικό.

«Μικρή ήμουν. Μα ήξερα πως ο υπεύθυνος, ο ένοχος του θανάτου τους και συνεπώς της εγκατάλειψής μου ήταν ο Εχθρός (έτσι η συγγραφέας αποκαλεί τους στρατιωτικούς στο μυθιστόρημα Μικροί μαχητές, ndr). Υπήρξα πάντα πιο ώριμη από την ληξιαρχική ηλικία μου . Δεν είχα μια πραγματική παιδική ηλικία, ένιωθα την υποχρέωση να προσέχω τον αδελφό μου. Όμως γνώριζα πως ο πατέρας και η μητέρα μου δεν είχαν αυτοκτονήσει. Η μητέρα μου ήταν μια ποιήτρια, ο πατέρας μου ένας αγρονόμος, αγαπούσε την ζωή. Είναι ο Εχθρός που αποζητούσε τον θάνατο. Σήμερα, είμαι ευγνώμων στους γονείς μου, ήταν καλοί άνθρωποι. Στο βιβλίο μου η γιαγιά λέει: “Ο θάνατος δεν είναι σημαντικός, σημαντική είναι η αξιοπρέπεια”».

Δεν νομίζετε όμως πως και ο ηρωικός θάνατος είναι παράλογος?

«Συμφωνώ στο να απορρίπτω την ρομαντική ιδέα του θανάτου. Θα προτιμούσα ο Che Guevara να ήταν ζωντανός. Πεθαίνοντας δεν κερδίζουμε τίποτα, γινόμαστε ένα τίποτα και τα λόγια μας χρησιμεύουν μόνο για να γεμίσουν το κενό. Μα, επιμένω, οι γονείς μου δολοφονήθηκαν, δεν έψαξαν τον θάνατο».

Εσείς αναγνωρίζεσθαι με τους εξεγερμένους του ghetto της Βαρσοβίας. Γιατί ?

«Η μητρική γιαγιά μου ήταν εβραία. Από μικρή συναναστρεφόμουν μιαν εβραϊκή ένωση πολιτιστική της αριστεράς (Ikuf) και έπαιρνα μέρος στις καλοκαιρινές κατασκηνώσεις. Κάθε χρόνο γιορτάζαμε την επέτειο της εξέγερσης. Οι κομουνιστές θείοι μου, μετά, με έμαθαν πως η ιστορία δεν είναι μόνον η ιστορία της χώρας σου, μα όλων εκείνων που πολέμησαν για την ελευθερία παντού, σε κάθε πόστο και σε κάθε γωνιά. Οι ξεσηκωμένοι του ghetto είναι μέρος της οικογένειά μου».

Και σήμερα?

«ο Εχθρός είναι πάντα παρών. Σκοτώνει και αποκρύπτει τα σώματα των δολοφονημένων. Παντού στον κόσμο. Κοίτα την Ευρώπη. Οι πρόσφυγες θεωρούνται μη ανθρώπινοι. Και, έως ότου ο καπιταλισμός θα κυβερνά τον κόσμο, δεν θα πάψει αυτός ο τρόπος σκέπτεσθαι.  Η λογική του καπιταλισμού είναι εγωισμός, είναι να θεωρείς πως εγώ είμαι καλά γιατί είμαι καλύτερος από εκείνους που είναι και ζουν χειρότερα οπότε μπορώ να αδιαφορώ. Οι χειρότεροι δεν είναι οι δολοφόνοι, μα όλοι εκείνοι που δικαιολογούν τα εγκλήματα».

 

*****

IL LIBRO Το βιβλίο

Μικροί μαχητές, Piccoli combattenti, της Raquel Robles ( Guanda trad. di Iaia Caputo pagg. 160 euro 15)