ιστορία, storia

25 Μαρτίου 1977: ο Rodolfo Walsh και οι Montoneros

Ο Rodolfo Walsh γεννήθηκε στις 9 ιανουαρίου 1927 στην Patagonia. Αφού έγραψε διάφορα μυθιστορήματα αστυνομικά, όπως το Variations in Red-Variazioni in Rosso(1953), έγινε διάσημος για το Operación Masacre (1957), που θεωρείται αριστούργημα της ερευνητικής δημοσιογραφίας. Το βιβλίο μιλά για μια σφαγή πολιτών που πραγματοποίησε το προηγούμενο έτος ο στρατός με εντολή του προέδρου, στρατηγού Aramburu, σε αντίποινα για μια απόπειρα Περονιστικής εξέγερσης.

25 Marzo 1977: Rodolfo Walsh e i Montoneros

Μετά την κουβανική επανάσταση, μετακόμισε στην Αβάνα κατόπιν πρόσκλησης του Jorge Masetti, δημοσιογράφου αργεντίνου, ο οποίος, μετά από συνέντευξη με τον Fidel και τον Che σχετικά με την Sierra Maestra, είχε προσχωρήσει στην επανάσταση.

Ο Walsh συνεργάζεται με το πρακτορείο Prensa Latina και γνωρίζει πολλούς από τους πρωταγωνιστές εκείνων των χρόνων, συμπεριλαμβανομένου του Ernesto Che Guevara, ο οποίος συχνά περνά τις βραδιές με τους δύο συμπατριώτες του.

Στην Κούβα ο Walsh πραγματοποιεί την πιο συγκλονιστική του δημοσιογραφική επιτυχία. Όπως θα διηγηθεί ο Gabriel Garcia Marquez, ένας άλλος φίλος εκείνης της περιόδου, καταφέρνει να αποκρυπτογραφήσει ένα παράξενο κωδικοποιημένο μήνυμα και ανακαλύπτει ότι οι ΗΠΑ εκπαιδεύουν κουβανούς εξόριστους στη Γουατεμάλα για να προσπαθήσουν να εισβάλουν στον Κόλπο των Χοίρων. Καταφέρνει έτσι να αποτρέψει την αιφνιδιαστική επίθεση.

Τρία χρόνια αργότερα επέστρεψε στην Αργεντινή, συνέχισε τη δραστηριότητά του ως συγγραφέας και επίσης έγραψε έργα αντιμιλιταριστικής σάτιρας.

Το 1969 έγραψε το Quien mató a Rosendo?, το οποίο, ξεκινώντας από ένα γεγονός από τα χρονικά, καταγγέλλει τον γκανγκστερικό εκφυλισμό της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Το 1970 η περονιστική ένοπλη οργάνωση Montoneros απήγαγε τον στρατηγό Aramburu, ο οποίος εκτελέστηκε μετά από ένα μήνα αιχμαλωσίας σε απάντηση στα γεγονότα του 1956.

Ο Walsh πλησιάζει τους Montoneros, αλλά φοβάται μια μιλιταριστική παρέκκλιση και θεωρεί προτεραιότητα τη μάχη πάνω στο έδαφος της πληροφόρησης. Κάτω από την διεύθυνση του, η εφημερίδα Noticias γίνεται δημοφιλές μέσο ενημέρωσης και φτάνει τα 130.000 αντίτυπα.

Όταν οι στρατηγοί Videla, Agosti και Massera ανέλαβαν εξουσία με ένα πραξικόπημα στις 24 μαρτίου 1976, ο Walsh βρίσκονταν ήδη στην παρανομία για σχεδόν δύο χρόνια. Δημιούργησε την ANCLA (Clandestine News Agency-Παράνομο Πρακτορείο Ειδήσεων) και αφιέρωσε τον εαυτό του στην καταγγελία της Κρατικής τρομοκρατίας.

Στις 29 σεπτεμβρίου 1976, η 26χρονη κόρη του Vicki και τέσσερις άλλοι μαχητές των Montoneros αιφνιδιάζονται από τον στρατό σε ένα σπίτι στο Μπουένος Άιρες. Ένας στρατιώτης θα πει: «Η μάχη διήρκεσε μιάμιση ώρα. Ένας άνδρας και ένα κορίτσι πυροβολούσαν από ψηλά, η κοπέλα τράβηξε την προσοχή μας γιατί κάθε φορά που έριχναν μια ριπή και εμείς πέφταμε στο έδαφος γελούσε ». Αλλά είναι μια μάχη δίχως ελπίδα και η Vicki σκοτώνεται έτσι ώστε να μην πέσει ζωντανή στα χέρια των βασανιστών.

Στις 24 Μαρτίου 1977, την πρώτη επέτειο του πραξικοπήματος, ο Rodolfo γράφει μια ανοικτή επιστολή στη στρατιωτική χούντα, ένα εξαιρετικό έγγραφο όχι μόνο για τη λεπτομερή καταγγελία των θηριωδιών της δικτατορίας, αλλά κυρίως επειδή η Κρατική τρομοκρατία περιγράφεται σαφώς ως απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβολή στη χώρα του πιο ακραίου νεοφιλελευθερισμού:

“Στην οικονομική πολιτική αυτής της κυβέρνησης, πρέπει να αναζητήσουμε όχι μόνο την εξήγηση των εγκλημάτων σας, αλλά μια μεγαλύτερη αγριότητα, την καταδίκη εκατομμυρίων ανθρώπων σε προγραμματισμένη δυστυχία. Σε ένα χρόνο μειώσατε τους πραγματικούς μισθούς των εργαζομένων στο 40%, η συμμετοχή τους στο εθνικό εισόδημα μειώθηκε στο 30%, η εργάσιμη μέρα που χρειάζεται ο εργάτης από τις 6 ώρες έφτασε στις 18 ώρες ώστε να μπορεί να καλύπτει τα έξοδα της οικογένειάς του, ανασταίνοντας με αυτό τον τρόπο μορφές καταναγκαστικής εργασίας που δεν επιζούν ούτε στους τελευταίους αποικιακούς εποικισμούς (…) Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής υπήρξαν κεραυνοβόλα. Σε αυτό το πρώτο έτος της κυβέρνησης, η κατανάλωση τροφίμων μειώθηκε κατά 40%, η ένδυση κατά 50%, η κατανάλωση των φαρμάκων έχει σχεδόν εξαφανιστεί στα λαϊκά στρώματα. Και υπάρχουν περιοχές στο Μπουένος Άιρες όπου η βρεφική θνησιμότητα υπερβαίνει το 30%, αριθμός που μας φέρνει στο ίδιο επίπεδο με τη Rhodesia, το Dahomey και τις Guaiane, ασθένειες όπως η καλοκαιρινή διάρροια, τα παράσιτα μέχρι και τον θυμό για το γεγονός πως οι αριθμοί βρίσκονται κοντά στα παγκόσμια ρεκόρ ή τα ξεπερνούν”.

Αλλά μετά την ομολογία ενός βασανισμένου κρατούμενου, ο στρατός βρίσκεται στα ίχνη του και την επόμενη μέρα, ενώ διαδίδει το έγγραφό του, πέφτει επάνω στην Επιχειρησιακή Ομάδα 3 του ESMA, του περιβόητου κέντρο βασανιστηρίων και εξόντωσης της δικτατορίας. Ο Rodolfo Walsh καταφέρνει να τραβήξει ένα πιστόλι και να πυροβολήσει. Ξέρει ότι δεν έχει ελπίδες, αλλά δεν θέλει να συλληφθεί ζωντανός. Μια ριπή αυτομάτου τον τραυματίζει σοβαρά, και φτάνει νεκρός στην ESMA.

 

https://www.infoaut.org/storia-di-classe/25-marzo-1977-rodolfo-walsh-e-i-montoneros

διεθνισμός, internazionalismo

Μια ηρωική αντίσταση – Un eroica resistenza a Serêkaniyê

 Video

 

Το τουρκικό κράτος εξαπέλυσε μια στρατιωτική επίθεση για να εισβάλει στη βόρεια και ανατολική Συρία στις 9 οκτωβρίου μαζί με τους συμμάχους της τζιχαντιστές μισθοφόρους.

Μια ηρωική αντίσταση στη Serêkaniyê

Οι μαχητές των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) δημιούργησαν μια ένδοξη ιστορική αντίσταση ενάντια στις προσπάθειες εισβολής που εμποδίζουν τον Τουρκικό στρατό.

Χιλιάδες τουρκικά στρατεύματα παραμένουν μπλοκαρισμένα στις προσπάθειές τους να προχωρήσουν στην περιοχή παρά την υποστήριξη πολλών καταδιωκτικών, τεθωρακισμένων, βαρέων όπλων και πυροβολικού.

Οι μαχητές των SDF συνεχίζουν να βάλουν έντονα χτυπήματα στις δυνάμεις κατοχής και αντιστέκονται στην όγδοη ημέρα της τουρκικής επίθεσης.

Οι δημοσιογράφοι του ANF Ersin Çaksu και Ruken Cemal καταγράφουν τη «Μάχη της Τιμής» στις τηλεοπτικές μηχανές τους ακολουθώντας τις εξελίξεις στην περιοχή.

Το ανώτερο στέλεχος του TEV-DEM Aldar Xelıl δήλωσε ότι έγινε χρήση όπλων που περιέχουν φωσφόρο και ναπάλμ στη Serêkaniyê κατά τη διάρκεια των επιθέσεων του τουρκικού στρατού.

Το ανώτερο στέλεχος του κινήματος της δημοκρατικής κοινωνίας (TEV-DEM), Aldar Xelil, παρέσχε πληροφορίες στη Sterk TV για τα τελευταία νέα που προέρχονται από την Serêkaniyê.

Ο Aldar Xelîl επιβεβαίωσε ότι οι περιοχές όπου ζουν πολίτες βομβαρδίστηκαν τις τελευταίες 8 ημέρες στη Serêkaniyê και υπογράμμισε τον κίνδυνο σφαγής πολιτών.

Οι γιατροί έχουν νοσηλεύσει τους τραυματίες στις επιθέσεις, δηλώνει ο Aldar Xelil, προετοιμάζουν τις αναλυτικές αναφορές οι οποίες, όπως λέει, επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς ότι η Τουρκία χρησιμοποιεί απαγορευμένα όπλα που περιέχουν φώσφορο και ναπάλμ.

Αυτός που πληρώνει το υψηλότερο αντίτιμο εξακολουθεί να είναι ο αστικός πληθυσμός των χωριών και των πόλεων.

Ο Aldar Xelil έκανε έκκληση στην κοινή γνώμη να βρίσκεται σε επιφυλακή και να διαμαρτυρηθεί

 

https://www.infoaut.org/conflitti-globali/un-eroica-resistenza-a-serekaniye

αθλητισμός, sport

Αθλητισμός και το περιβάλλον του – Επεισόδια μιας συζήτησης για την μπάλα, τον καλύτερο ιδεολογικό μηχανισμό στην υπηρεσία του κεφαλαίου

του Gioacchino Toni

Luca Pisapia, Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone, Σκότωσε τον Paul Breitner. Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα. Edizioni Alegre, Roma, 2018, pp. 285, € 16,00

«[Στην Ιταλία της δεκαετίας του εβδομήντα] ενώ η πολιτική στράτευση από τα κάτω αρχίζει να καταλαμβάνει τις κερκίδες των σταδίων, η ακραία πνευματική αριστερά, πέρα από πολύ σπάνιες εξαιρέσεις, δεν κατανοεί τη στιγμή για να εισέλθει στους μηχανισμούς εκείνης που είναι ήδη η σημαντικότερη πολιτιστική βιομηχανία της χώρας, αφήνοντάς την στα χέρια των αφεντικών που μπορούν, μέσω αυτής, να παράγουν τον κυρίαρχο λόγο. Ακριβώς όταν γεννιέται η στρατευμένη κριτική στον κινηματογράφο, και η εκ νέου γκραμσική ανακάλυψη επιτρέπει να εντοπίζουμε στην τέχνη και τον πολιτισμό ένα ισχυρό ιδεολογικό όπλο ικανό να επηρεάσει και να καταπνίξει την επιθυμία, κανείς δεν κάνει τον κόπο να αποικοδομήσει τη βιομηχανία της μπάλας που γεννιέται, η οποία προορίζεται μέσα σε λίγα χρόνια να υποκαταστήσει τον κινηματογράφο λόγω ευκολίας παραγωγής και κατανάλωσης. […] Κανείς δεν ασχολείται να γκρεμίσει τον τέταρτο τοίχο μεταξύ της ποδοσφαιρικής σκηνής και του θεατή, με τον τρόπο του Bertold Brecht, και η μπάλα παραμένει η πιο ισχυρή ιδεολογική συσκευή στα χέρια του κεφαλαίου: το μεγαλειώδες εργοστάσιο της αλλοτρίωσης»

Αυτό δεν είναι το βιβλίο τους, να το πούμε αμέσως σε όλους τους παθιασμένους του ποδοσφαίρου που έχουν γίνει θηράματα εκείνου του είδους νοσταλγίας της μπάλας για ένα άθλημα που μοιάζει να έχει εξαφανιστεί μαζί με την παιδική τους ηλικία, νοσταλγίας με την οποίαν, και κατά τρόπο απίστευτο, θεωρούν πως έχουν συμβληθεί και πολλοί ανήκοντες σε γενιές που εκείνου του ποδοσφαίρου έχουν μοναχά ακούσει τόσο αξιόπιστες ιστορίες όσο οι καλοκαιρινές περιπέτειες για τις οποίες γίνεται λόγος σε ένα κουρείο του παρελθόντος. Στα Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα του Luca Pisapia αυτός που αισθάνεται ορφανός ενός ποδοσφαίρου προηγούμενου του σύγχρονου δεν θα βρει κανένα ίχνος νοσταλγίας σχετικά με ένα άθλημα που ασκείται απ’ όταν οι μύλοι ήταν ακόμα λευκοί, όταν παίζονταν με γυμνά πόδια στα λιβάδια των πολλών via Gluck πριν το χόρτο μετατραπεί σε πόλη, ή όταν ακόμη τις ώρες των ντέρμπι δεν τις αποφάσιζαν οι pay tv. Κατά κάποιον τρόπο το βιβλίο αυτό μας θυμίζει ότι οι εκείνοι οι μύλοι ήταν κάθε άλλο παρά λευκοί, πως σε αυτά τα προαστιακά λιβάδια στην πραγματικότητα σπάζαμε την πλάτη χωρίς πολλή ποιητικότητα και πως στα παιχνίδια που βλέπαμε ασπρόμαυρα με μια Brionvega Algol 11 ιντσών φορητή με απόκλιση ενενήντα βαθμούς γερμένη για να διευκολύνεται η ορατότητα δεν κρύβονταν ρομαντικά ανάμεσα στα τρανζίστορ ένα ποδόσφαιρο και ένας κόσμος πολύ καλύτεροι από εκείνους που είναι κρυμμένοι μεταξύ των επεξεργαστών των σημερινών εκατό ιντσών υψηλής ευκρίνειας έξυπνων τηλεοράσεων.

Πεπεισμένος για την τρέχουσα αδυναμία ενός οργανικού λόγου για την μπάλα, είναι μέσω μιας σειράς επεισοδίων επάνω στην κουβέντα που ο Pisapia προσπαθεί να αποκαταστήσει την πολυπλοκότητά της περιορίζοντας ταυτόχρονα οποιαδήποτε πρόθεση συστηματοποίησης με ένα βιβλίο προικισμένο με αφηγηματική δομή στην οποία οι πραγματικοί και φανταστικοί χαρακτήρες είναι αλληλένδετοι, μυθοπλασία και τεκμηριωμένα γεγονότα, ποδόσφαιρο και πολιτική, οικονομία και μέσα ενημέρωσης. Προσπαθώντας να καταστήσει εύλογο το αληθινό και το αντίστροφο ο συγγραφέας σκοπεύει να εκφράσει την παρουσία του μακρού χεριού του κεφαλαίου στο άθλημα που ακολουθείται περισσότερο στον κόσμο, χέρι που κινεί τα νήματα των μεγάλων θεαματικών γεγονότων σε παγκόσμια θέαση για τον διπλό σκοπό να δημιουργήσει κέρδος και να πλαστογραφήσει φαντασιακά καθιστώντας αυτά που υπάρχουν πίσω από τα παρασκήνια απρόσωπα, μη παρουσιάσιμα.

Το άνοιγμα ανήκει στο αργεντίνικο Mundial του 1978, εκείνο που παίχτηκε στο δέρμα εκείνων των εξαφανισμένων-desaparecidos που βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια του Proceso de Reorganización Nacional που τέθηκε σε εφαρμογή από το διαβόητο στρατιωτικό καθεστώς του Jorge Rafael Videla και κρατήθηκαν στο σκοτάδι από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης καθ όλη τη διάρκεια των αναμετρήσεων εν μέρη στο όνομα μιας αξιολύπητης ουδετερότητας του αθλητισμού και εν μέρει στο όνομα του κέρδους. Στην Ιταλία της πτωτικής πορείας των κινημάτων και της εθνικής αλληλεγγύης δεν είναι λίγα τα όργανα πληροφόρησης που εμφανίζονται όχι πολύ εχθρικά προς το αργεντίνικο καθεστώς και γενναιόδωρα στην τέχνη της ελαχιστοποίησης της άγριας καταστολής που διεξάγεται στη χώρα. Σε αυτό το μερίδιο του λέοντος ανήκει στην «Corriere della sera» που έχει έναν ιδιοκτήτη της εκδοτικής ομάδας και έναν διευθύνοντα σύμβουλο οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στην P2 μασονική Στοά, την ίδια στην οποία ανήκουν αρκετοί εξέχοντες στρατιωτικοί της Αργεντινής, όπως ο στρατηγός Suárez Mason και ο ναύαρχος Massera, που δεν φείδεται, αυτός ο τελευταίος, να υποστηρίζει την ομάδα της οδού Solferino στην απόκτηση σε τιμές ευκαιρίας εγκαταστάσεων του μεγαλύτερου εκδοτικού οίκου της Αργεντινής που απαλλοτριώθηκε από το καθεστώς.

«Ενώ η καταστολή το 1978 φθάνει στο αποκορύφωμα της απέχθειας, στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες οι Ολλανδοί και η Αργεντινή παίζουν τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ο στόχος του καθεστώτος είναι το μεγάλο γεγονός να αποσπάσει την προσοχή από το λουτρό αίματος στο οποίο βυθίζεται η Χώρα. Μάταια προσπαθεί να εξαφανίσει ακόμα και τον Arcadio Lopez, μια μυστηριώδη φιγούρα που αναγκάζεται μέσα σε ένα bunker να παρακολουθεί τον τελικό από μια μικρή τηλεόραση, υποφέροντας από σπαραξικάρδιες κραυγές και εσωτερικές φωνές».

Νάμαστε σε εκείνη την 25η ιουλίου 1978, εκείνη την κυριακή το απόγευμα, που μεταδίδεται παγκοσμίως, στην οποία παίζεται ο τελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου μεταξύ Αργεντινής και Ολλανδίας. Και πάλι ένας τελικός για την Ολλανδία, μετά από αυτόν που έπαιξε το 1974 εναντίον της Δυτικής Γερμανίας όπου, παρά την ήττα, έδειξε στον κόσμο την ουσία του «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου», δηλαδή, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Sandro Modeo, «ένα στυλ παιχνιδιού που βασίζεται στη συνεργασία και τη συλλογική σκέψη, ένα στυλ του οποίου ο ρυθμός βασισμένος στην προσοχή στο χρόνο και το χώρο προσανατολίζει την ομάδα ανεξάρτητα από τον αντίπαλο».

Αυτή του 1974 είναι η Ολλανδία που καθοδηγείται από τον Rinus Michels που έχει πειραματιστεί με τον Ajax ένα συλλογικό ποδόσφαιρο με γεωμετρική ακρίβεια και που στην διήγηση προσδιορίζεται με την «depilastrizzazione που στη δεκαετία του Eξήντα έδωσε τη θέση της στην κατεδάφιση των ιερών πυλώνων στους οποίους ήταν κάθετα χωρισμένη η ολλανδική κοινωνία στο όνομα μιας πιο δυναμικής και λειτουργικής κοινωνικής συνοχής», στις γεωμετρικές τοπικές καλλιέργειες και στον πολεοδομικό σχεδιασμό του Άμστερνταμ »όπου τα εξπρεσιονιστικά κτίρια με τις επικλινείς στέγες και τις εκκεντρικές προσόψεις συνδιαλέγονται με τον λειτουργικό πολεοδομικό σχεδιασμό της κυψέλης, συμβάλλοντας στην κατασκευή μονάδων πολλαπλών χρήσεων όπου κάθε στοιχείο είναι πλήρες μόνο σε σχέση με τα στοιχεία που το περιβάλλουν». Ο Michels, που μοιάζει πραγματικά να ενσαρκώνει την προτεσταντική-καπιταλιστική ηθική, επιβάλλει στις ομάδες του μια σιδερένια πειθαρχία και εξαντλητικές προπονητικές πρακτικές, τόσο πολύ ώστε να αποκαλείται «ο Στρατηγός» από τους παίκτες του. «Όπως ο Ėjzenštejn, έτσι και αυτός σχεδιάζει σκίτσα αμιγούς αφαίρεσης σε λευκά φύλλα, δυναμικές γραμμές που στοχεύουν στην κατάληψη κάθε πιθανού χώρου», πυκνούς ιστούς περασμάτων που επιτίθενται στον χώρο και τον μειώνουν σε ενότητες.

Στα ίδια χρόνια κατά τα οποία η Ολλανδία αφιερώνεται στο totaalvoetbal, στο γήπεδο της Liverpool επιβάλλεται το passing game του William “Bill” Shankly: το ποδόσφαιρο δύο αγγιγμάτων, συλλογική εργασία και τρέξιμο, με την μπάλα που πρέπει να εξημερωθεί και να διανεμηθεί γρήγορα. «Είναι το loop της γραμμής συναρμολόγησης και της εξόρυξης. Είναι η κομμουνιστική πειθαρχία, ο μυστικισμός της μηχανικής […], όπως στο ορυχείο έτσι και στο γήπεδο ποδοσφαίρου παίζουν μαζί, ο καθένας πρέπει να είναι σε θέση να εκπληρώσει το καθήκον του καθενός, να δώσει εκείνο που είναι σε θέση να δώσει για να λάβει αυτό που χρειάζεται να λάβει».

Οι Michels και Shankly, όπως λέει στο βιβλίο, μπορούν να θεωρηθούν ως απόγονοι του ούγγρου Béla Guttmann, «όνομα πολλών συστατικών και λειτουργικών στοιχείων ενός μύστη της μηχανικής που υπάρχει από και για πάντα, το οντολογικό έμφυτο σχέδιο στο οποίο βρίσκουν οι Rinus Michels και Bill Shankly έμπνευση για να θέσουν τα θεμέλια του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου ». Είναι ακριβώς ο Guttmann, μετά τον πόλεμο, που θέτει στη σκηνή ένα παιχνίδι στο οποίο η πειθαρχία και η φαντασία αναμειγνύονται, η νεωτερικότητα και η παρακμή, με βάση το «δώσε την μπάλα-ξαναδώστην και σούταρε», όπου ενώνονται η προσωπική και αντάρτικη έλλειψη δυναμισμού ενός καλλιεργημένου και χαμένου γιου μιας παρηκμασμένης αυτοκρατορίας και η αυστηρότητα του κομμουνιστικού ποδοσφαίρου του Gusztáv Sebes που κάνει μεγάλη την Aranycsapat, την “ομάδα από χρυσάφι”», της Ουγγαρίας των χρόνων Πενήντα.

Ο Ajax του Michels και η Liveroppol του Shankly συναντώνται στο Champions Cup γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’60 που σηματοδοτήθηκε από μια ευρεία επιθυμία συλλογικής χειραφέτησης. «Στα οδοφράγματα που σηκώθηκαν στους δρόμους, στις πορείες που πλημμύριζαν τις πλατείες, στις καταλήψεις που ξαναγράφουν την καθημερινή λειτουργία των τόπων μελέτης και εργασίας και διασκέδασης, οι άνεμοι των ελευθεριακών περιστάσεων πνέουν στην ήπειρο από διαφορετικές κατευθύνσεις. Έτσι και στο ποδόσφαιρο. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Rinus Michels είναι η καπιταλιστική σοσιαλδημοκρατία κόρη του καλβινισμού. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Bill Shankly είναι η αμοιβαία κομμουνιστική συνεργασία κόρη των αγώνων των εργατών. Και οι δύο είναι τέτοιες σαν αποτέλεσμα αλλαγής των σχέσεων παραγωγής σε μια δεδομένη ιστορική εποχή και σε ένα δεδομένο γεωγραφικό πλαίσιο, όπως φαίνεται από έναν από τους σημαντικότερους επιγόνους τους: τον ρώσο συνταγματάρχη Valerij Lobanovs’kvj […] την υψηλότερη έκφραση της ακαμψίας του επιστημονικού σοσιαλισμού που εφαρμόζεται στο ποδόσφαιρο […] Απόφοιτος της μηχανολογίας και πιστός στη γραμμή του κόμματος, ο Valerij Lobanovs’kvj γνωρίζει ότι πρέπει να μεταφράσει τη νέα κυβερνητική πορεία του υπαρκτού σοσιαλισμού στα γήπεδα ποδοσφαίρου». Και εδώ ανοίγει μια άλλη ιστορία, όλη να την διαβάσουμε.

Επιστρέφοντας σε εκείνη την 25 ιουλίου του 1978 με εκείνη τη θλιβερή φιγούρα του Arcadio Lopez που αρχίσαμε να γνωρίζουμε στις πρώτες σελίδες του βιβλίου προσπαθώντας να βουλώσει τα αυτιά του μάταια για να μην ακούει τις φωνές που βουίζουν στο κεφάλι του και «τις ελπιδοφόρες διεκδικήσεις για έναν καλύτερο κόσμο να υπόκεινται σε ηλεκτρικές εκκενώσεις που παραμορφώνουν τα γυμνά σώματα που με δυσκολία τις ανέχονται»με τις οποίες βρίσκεται να μοιράζεται το bunker των βασανιστηρίων, εκείνη είναι η ημέρα που η Ολλανδία, προπονούμενη αυτή τη φορά από τον Ernst Happel, βγαίνει ξανά νικημένη από έναν τελικό του Κυπέλλου του κόσμου. Κάτω από τα μάτια του Videla στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες και των πολλών Arcadio Lopez μπροστά στις τηλεοράσεις, η Αργεντινή που προπονείται από τον σοσιαλιστή César Luis Menotti ο οποίος επιμένει να μας λέει ότι έχει οδηγήσει την ομάδα για τον λαό και όχι για το καθεστώς, γιορτάζει, και μαζί της η στρατιωτική δικτατορία. Σε κάποιους ιταλούς δημοσιογράφους απεσταλμένους στην Αργεντινή δεν απομένει παρά να επιμείνουν στην οργανωτική αποτελεσματικότητα, την ευγένεια των οδηγών ταξί και την νοστιμιά που έχουν οι μπριζόλες που σερβίρονται στο Μπουένος Άιρες. Ούτε οι επίμονες μητέρες της Plaza de Mayo καταστρέφουν την όρεξη και την παράσταση σε μεγάλο μέρος από τους φημισμένους γραφιάδες της δημοσιογραφίας μας (αθλητικής και όχι).

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η ιστορία μετακινείται στη Βραζιλία, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά το Mundial της ντροπής του 1978. Αργεντίνικη ντροπή, φυσικά, αλλά και του υπόλοιπου εκείνου κόσμου που σκέφτηκε, στην καλύτερη περίπτωση, να αναστείλει για τη διάρκεια της παράστασης την κρίση και να εστιάσει την προσοχή μόνο στα πράσινα ορθογώνια που προβάλλονται από τις καθοδικές λυχνίες, σεβόμενος αυστηρά τον κανόνα του θεατή που λέει πως πρέπει να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από τον αγωνιστικό χώρο, αποφεύγοντας έτσι να σκεφτεί τι απομένει έξω από τα ορθογώνια του παιχνιδιού, έξω από τα τηλεοπτικά πλάνα και από τις διηγήσεις των περισσότερων απεσταλμένων.

Περνάμε λοιπόν σε εκείνα τα Παγκόσμια Κύπελλα του 2014 όπου «τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επικεντρώνουν τα φώτα τους στα γήπεδα ποδοσφαίρου της Βραζιλίας, αφήνοντας στη σκιά τις διαμαρτυρίες ενάντια στις σπατάλες και τις βάρβαρες επιχειρήσεις « ευπρεπισμού» της κυβέρνησης. Εδώ συναντάμε, μεταξύ των υψηλότερων κτιρίων στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον »κ. Μ., έναν βρώμικο σούπερ αστυνομικό που σκοπεύει να καλύψει τις ίντριγκες της FIFA.» Τα βραζιλιάνικα γεγονότα διασχίζονται από επεισόδια που προέρχονται από την εποχή των σφιγμένων γροθιών στον αθλητισμό: από εκείνες που υψώνονται στον ουρανό από τους αφροαμερικανούς Tommie Smith και John Carlos στους ολυμπιακούς αγώνες του Μεξικού του 1968, που γνωρίζουν καλά πώς να ανάψουν φωτιές και να μείνουν στην ιστορία, σε εκείνες ικανές να προκαλέσουν μοναχά μια σπίθα του Paolo Sollier, του ιταλού ποδοσφαιριστή της Avanguardia operaia που καταγγέλλει δημοσίως τις παραμορφώσεις και υποκρισίες εκείνου του ποδοσφαιρικού κόσμου που θέλει να μείνει έξω από οτιδήποτε άλλο.

Έπειτα, υπάρχει χώρος για την αλληλοσύνδεση του αθλητισμού και της πολιτικής σε εκείνη τη Χιλή η οποία ανακηρύσσει τον στρατηγό Pinochet με κανονιές στις 11 σεπτεμβρίου 1973 με την μη ασήμαντη βοήθεια με αστέρια και ρίγες. Στη συνέχεια πέφτουμε επάνω στην άρνηση της σοβιετικής Ένωσης να παίξει στη Χιλή ένα παιχνίδι για τα προκριματικά του παγκοσμίου κυπέλλου του 1974 στη Γερμανία, άρνηση που αναγκάζει τη χιλιανή στρατιωτική χούντα να υπερβεί τα όρια του γελοίου παρουσιάζοντας την ομάδα της στον αγωνιστικό χώρο απουσία του αντιπάλου και σκοράροντας με τον αρχηγό Francisco Valdés το γκολ της πρόκρισης. Εάν η ΕΣΣΔ διατηρεί την ίδια αδιαλλαξία προς τη χιλιανή δικτατορία και το 1976, όταν αρνείται να αντιμετωπίσει την ομάδα του τένις στον ημιτελικό του Κυπέλλου Davis, αντιθέτως χωρίς πολλούς ενδοιασμούς συμμετέχει κανονικά στο παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου του 1978 στην Αργεντινή των στρατιωτικών.

Άλλα επεισόδια της κουβέντας για την μπάλα είναι αφιερωμένα στον ποδοσφαιριστή Rachid Mekhloufi που εγκαταλείπει τη φανέλα της εθνικής ομάδας της Γαλλίας για να φορέσει εκείνη του αλγερινού Front de Libération nationale, πεπεισμένος ότι αυτό που έχει καταφέρει να κάνει για τους κολασμένους της γης, το έκανε με την μπάλα ανάμεσα στα πόδια, παίζοντας για την επανάσταση. Με ένα άλμα στο Αμβούργο το βιβλίο εστιάζει στον Volker Ippig, τερματοφύλακα της St. Pauli που ζει μεταξύ των καταληψιών της γειτονιάς και που γύρω από τα μέσα της δεκαετίας του Ογδόντα αποφασίζει να μετακινηθεί προς τη Νικαράγουα για έξι μήνες για να διδάξει το ποδόσφαιρο στα παιδιά στα σχολεία του Frente Sandinista de Liberación Nacional, για να επιστρέψει κατόπιν στο Αμβούργο να υπερασπιστεί ξανά την εστία της St. Pauli μέχρι το τέλος της αγωνιστικής δραστηριότητας όταν, μη μπορώντας να ανακυκλωθεί μέσα στον κόσμο του ποδοσφαίρου, τελικά βρίσκει εργασία στο λιμάνι. Σχετικά με τη γερμανική πόλη της Βόρειας Θάλασσας, κάποιες σελίδες του βιβλίου δεν μπορούσαν παρά να είναι αφιερωμένες στην διαπλοκή αθλητισμού- πολιτικής που χαρακτηρίζει την περιοχή μεταξύ της Hafenstrasse και του Millerntor-Stadion της St. Pauli.

Επιστρέφοντας στο Παγκόσμιο Κύπελλο Βραζιλίας του 2014, σε αυτούς η ιταλική εθνική ομάδα φτάνει μετά την κάκιστη φιγούρα τέσσερα χρόνια νωρίτερα στη Νότια Αφρική. Σε εκείνη την περίπτωση ζητήθηκαν οι αιτιολογίες της καταστροφής στην αποβολή του Marchisio, «του μέσου της Γιουβέντους ο οποίος στην πατρίδα απολαμβάνει της ασυλίας που κατοχυρώνεται στους bianconeri από το πρώτο άρθρο του ποδοσφαιρικού Συντάγματος». Ο αποδιοπομπαίος τράγος, φθάνει να μην παραδεχτούν την ήττα ολόκληρου του έθνους, πρέπει να βρεθεί. «Γι αυτό αθλητικοί δημοσιογράφοι, ειδικοί της επικοινωνίας των πρακτορείων μάρκετινγκ που χρησιμοποιεί η ιταλική ομοσπονδία ποδοσφαίρου, πρώην πολιτιστικοί αντάρτες κατά τη διάρκεια του πανεπιστημίου που κεραυνοβολήθηκαν επάνω στην οδό της εξουσίας, θέτουν ήδη σε κίνηση το εργοστάσιο συναίνεσης. Το θύμα, προκειμένου να επαναληφθεί η απόλυτη αθωότητά του, χρειάζεται έναν αποδιοπομπαίο τράγο καταδικασμένο να περιπλανιέται στην έρημο κουβαλώντας επάνω του τις αμαρτίες του έθνους. Για τη Βραζιλία του 2014 επιλέχθηκε ο Mario Balotelli: ο νέγρος».

Το Επεισόδια… Frammenti di un discorso sul pallone μεταφέρει αυτούς που διαβάζουν στο Παγκόσμιο Κύπελλο των ΗΠΑ το 1994, «όταν το ποδόσφαιρο υπέστη την οριστική μετατροπή σε ένα τηλεοπτικό προϊόν, το οποίο παρακολουθούμε μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που κοιτάζει μια οθόνη μέσα σε ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο με δυστοπική και ballardiana ατμόσφαιρα».

Υποστηρίζει ένας χαρακτήρας στο βιβλίο ότι εάν και το ποδόσφαιρο γνωρίζει την πρώτη βιομηχανική επανάσταση στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα με την κωδικοποίησή του σε «πολιτιστική βιομηχανία που μπορεί να εισαχθεί σε μια καπιταλιστική οικονομία οικογενειακής μήτρας, όπως ο τομέας της κλωστοϋφαντουργίας ή της μεταποίησης», η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση θα ξεκινούσε με την έλευση της τηλεόρασης στο ποδόσφαιρο μέσα στη δεκαετία του Εξήντα για να φτάσει στη συνέχεια στο αποκορύφωμά της τις μέρες μας. Η τρίτη επανάσταση αντιθέτως θα έπρεπε να έχει σχέση με τη δυνατότητα που προσφέρεται στο χρήστη από τις νέες τεχνολογίες για την «εξαγωγή εξατομικευμένων προγραμμάτων κατανάλωσης». Πέρα από τους μελλοντικούς μετασχηματισμούς, σίγουρα η εμφάνιση της τηλεόρασης, και όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αποτέλεσε ένα σημαντικό σημείο καμπής, και όταν υπάρχουν στη μέση οι τηλεοράσεις η λέξη κλειδί είναι «the show must go on – η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί», και λίγες ιστορίες, και από αυτή την άποψη ούτε οι νεκροί μπορούν να σταματήσουν την μηχανή του θεάματος και των επιχειρηματικών υποθέσεων.

Η επανάσταση της τηλεόρασης έχει συνδυαστεί με εκείνη των «ατομικών καθισμάτων» στα στάδια, δομές που, χάρη στις ολοένα και υψηλότερες τιμές, πρέπει να γίνουν μέρη προσβάσιμα σε περιορισμένο αριθμό θεατών που βρίσκονται υπό έλεγχο ενώ οι άλλοι θα πρέπει να προσφύγουν στη συνδρομητική τηλεόραση. Οι τραγωδίες του Haysel στις Βρυξέλλες στις 29 μαΐου 1985 και του Hillsborough στο Σέφιλντ στις 15 απριλίου 1989, αποδείχτηκαν από αυτή την άποψη ευκαιρίες που δεν πρέπει να χαθούν για να πιεστεί περαιτέρω ο επιταχυντής του μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Για να τα πούμε όλα, στην περίπτωση του Σέφιλντ η κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποκρύψει τις οργανωτικές ευθύνες που σχετίζονται με τους χώρους που έχουν δεσμευτεί για τους οπαδούς και την λανθασμένη συμπεριφορά των αστυνομικών δυνάμεων που, μαζί με την ισχυρή περίφραξη ενάντια στις εισβολές που εισήγαγε η κυβέρνηση μετά την τραγωδία του Heysel, βοήθησαν να παγιδευτούν οι παρόντες σε ένα πολύ μικρό χώρο. Η κυβέρνηση της Σιδηρής Κυρίας έφτασε μάλιστα στο σημείο να εκμεταλλευτεί τον εξυπηρετικό προς αυτήν Τύπο για να διαδώσει ψευδείς και παρεκκλίνουσες έρευνες σχετικά με τις ευθύνες για το περιστατικό. “The show must go on”, σίγουρα, και μαζί με το θέαμα πρέπει να γίνουν τα πάντα ώστε να προωθηθεί κάθε προσπάθεια να καταστεί ακόμα πιο κερδοφόρο, με οποιοδήποτε απαραίτητο μέσο. Αλίμονο, ο κόσμος των επιχειρήσεων δεν διστάζει, δεν αμφιταλαντεύεται ποτέ μπροστά στους νεκρούς.

Μερικά αποσπάσματα μπαλαδορικής κουβέντας είναι επίσης αφιερωμένα στον Éric Cantona, έναν μαρσεγιέζο στον οποίο ο ρόλος του απλού ποδοσφαιριστή, αν και εξαιρετικού, του ήταν πάντα σφιχτός και που, πάνω απ ‘όλα, ποτέ δεν απέφυγε να λέει και να κάνει εκείνο που περνούσε απ’ το κεφάλι του: από το πάθος για την ζωγραφική στο να δηλώνει ότι προσελκύεται από την άρνηση της εξουσίας που ασκούσαν οι γάλλοι ληστές της δεκαετίας του ’70 Mesrine και Spaggiari, από τις εκστρατείες για να καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα στο να προσφέρεται για τη διαφήμιση μεγάλων εμπορικών σημάτων, από τη στάση του εναντίον γάλλων πολιτικών στη μόδα μέχρι τις κινηματογραφικές του συμμετοχές.

Αφού άνοιξε με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 στην Αργεντινή, το βιβλίο κλείνει με μια ιστορία επικεντρωμένη σε εκείνο τον Paul Breitner που βρίσκουμε στον τίτλο του τόμου, εκείνου του γερμανού ποδοσφαιριστή που συνήθιζε να παρουσιάζεται στις προπονήσεις της Μπάγερν Μονάχου με το Μικρό Κόκκινο Βιβλίο του Μάο πεπεισμένου πως μπορούσε να συμβιώνει τον κομμουνιστικό του λόγο με τα χρήματα που κέρδιζε στην Ρεάλ Μαδρίτης, την ομάδα του Φρανσίσκο Φράνκο, και που γι αυτές του τις αντιφάσεις καταλήγει, σε αυτές τις σελίδες, στόχος ορισμένων μελών της Rote Armee Fraction.

«Ποια σχολή παιχνιδιού, σημαία ή αντίληψη της μπάλας κατάφερε να ξεφύγει από τις λογικές του κεφαλαίου; Όλες, καμία. Επειδή το παιχνίδι της μπάλας γεννιέται ήδη σύγχρονο. Είναι ένα εμπόρευμα, μια συσκευή του θεάματος και ένας μηχανισμός εξουσίας ». Ο Luca Pisapia καταπίνεται βαριά. Οι παθιασμένοι του ποδοσφαίρου αιχμάλωτοι της ρομαντικής νοσταλγίας για το ποδόσφαιρο των αναμνήσεων προειδοποιήθηκαν στην αρχή: το Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone πραγματικά δεν είναι το βιβλίο τους.

 

https://www.carmillaonline.com/2019/01/22/sport-e-dintorni-frammenti-di-un-discorso-sul-pallone-il-miglior-apparato-ideologico-al-servizio-del-capitale/

αθλητισμός, sport

Ο dottor Sócrates. Το τακουνάκι που η μπάλα ζήτησε από τον Θεό … με το βίτσιο να πίνει και να υψώνει την γροθιά του

του Gioacchino Toni

Andrew Downie, Il Dottor Socrates. Calciatore, filosofo, leggenda, Ποδοσφαιριστής, φιλόσοφος, θρύλος, Le Milieu, Milano, 2018, σελ. 319, € 19,90

«Αυτό το βιβλίο είναι ένα θανάσιμο πλήγμα στην καρδιά: στη νοσταλγία μας, στις ψευδαισθήσεις μας. Όχι, δεν μπορεί να υπήρξε ένας πρωταθλητής και άνθρωπος όπως ο Δρ Sócrates. Ο Downie είναι ο νέος Πλάτωνας, ένας Πλάτωνας της μπάλας. Και μας διηγείται, από τη γέννηση μέχρι το θάνατο (την ημέρα του πολυπόθητου πρωταθλήματος που κατέκτησε η Corinthians), από τα πρώτα γκολ μέχρι τις απογοητεύσεις (όπως εκείνο το απόγευμα, λυπηρό μοναχικό και τελικό, της 5 ιουλίου 1982 στο «Sarrià» της Βαρκελώνης: 3-2 για το Ιταλία του αναγεννημένου Pablito Rossi», »ο θάνατος της ομορφιάς» για τους βραζιλιάνους), από την πανεπιστημιακή αποφοίτηση στο όνειρο, που επιτεύχθηκε, της Δημοκρατίας σε ένα έθνος, από το 1964 έως το 1984, που τραυματίστηκε και προσβλήθηκε από μια επαίσχυντη δικτατορία, εκείνος ο (σχεδόν) από τύχη ποδοσφαιριστής, ένας από τους πιο διαυγείς-καθαρούς πρωταγωνιστές του brasileiro εικοστού αιώνα» (Darwin Pastorin)

Με αυτά τα λόγια ο Darwin Pastorin προλογίζει το βιβλίο που αφιερώνει ο Andrew Downie στον «δικό» μας Σόκρατες, εκείνον που μπόρεσε να εισέλθει στον θρύλο ενός λαού που, πλαταίνοντας τα βραζιλιάνικα σύνορα, κατέληξε να καταλαβαίνει όλους εκείνους που ακόμη και μπροστά σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ξέρουν να αναγνωρίζουν τα χαρακτηριστικά του επαναστάτη και του ονειροπόλου που κινείται ασκώντας τον στόχο της ελευθερίαςpraticando l’obiettivo della libertà.

Γαντζωμένοι με νύχια και με δόντια στα σκουριασμένα κλουβιά που δημιουργήθηκαν για να διαφλάξουν, αξιοθρήνητα, τους ιερούς τόπους του αθλητισμού από τον συρφετό που καταλαμβάνει τις κερκίδες της καθημερινής ζωής ή μπροστά στις οθόνες μιας τηλεόρασης, που αν υπολογίσεις σωστά όλα εκτελούν την ίδια λειτουργία, πολλοί έχουν αναγνωρίσει σε εκείνο τον άχαρο λεπτό και μουσάτο κάτι περισσότερο από ένα μεγάλο ποδοσφαιριστή. Πολλοί είδαν σε αυτόν, συνεχίζει ο Pastorin, «την υψηλή και σθεναρή φωνή ενός λαού που ζητά, ακόμη και από τους πρωταθλητές του ποδοσφαίρου, να αγωνιστούν για ένα συλλογικό καλό, να κατέβουν στο γήπεδο όχι μόνο για τη νίκη, αλλά για τις κατακτήσεις εκείνων που θέλουν να ξεφύγουν από τη σκιά, να δώσουν οριστικά στους εαυτούς τους φως και ελευθερία, να γίνουν αρχιτέκτονες και όχι υποτακτικοί, θηράματα του δικού τους πεπρωμένου » (σελ. 7-8).

Ποιος ξέρει, σε αυτή την εποχή του play station ποδοσφαίρου, πόσοι, μεταξύ των νεότερων, έχουν ακούσει για την Κορινθιανή δημοκρατία, Democracia Corinthiana. Και ποιος ξέρει πόσοι, μεταξύ των πιο μεγάλων, τη θυμούνται ακόμα αφού ήπιαν το μυαλό τους με τον ήχο των καταγεγραμμένων χειροκροτημάτων και των συναισθημάτων ενοχής διότι τόλμησαν να κάνουν μεγάλα όνειρα.

Το βιβλίο του Downie ανοίγει διηγούμενο την ιστορία της ομάδας της Βραζιλίας που κατέβηκε στο γήπεδο στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας το 1982, μιλώντας για εκείνη την seleção που ήταν ικανή να εκφράσει μια ομορφιά παιχνιδιού που έχει χαρακτεί στο συλλογικό φαντασιακό των φιλάθλων του ποδοσφαίρου σε ολόκληρο τον κόσμο. Ήταν η ομάδα των Zico, Toninho Cerezo, Leandro, Júnior, Serginho και του Sócrates. Ήταν το μουντιάλ στο οποίο αυτή η χρυσή ποδοσφαιρική γενιά είδε τον δρόμο της να διακόπτεται απροσδόκητα, στο Στάδιο Sarrià, από την Ιταλία, ένα μονοπάτι που φαίνονταν διαγεγραμμένο και θα έπρεπε να κορυφωθεί με την ύψωση στον ουρανό του τροπαίου. Αλλά το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι αδίστακτο, ανηλεές. «Χάσαμε με την Ιταλία, χάσαμε με τη γαμημένη μαλακισμένη Ιταλία», ο Paulo Isidoro επαναλάμβανε πολλές φορές εκείνη την ημέρα πηγαίνοντας στα αποδυτήρια. Ο Zico μίλησε για θάνατο του ποδοσφαίρου. Σύμφωνα με τον Sócrates η seleção «δεν θα έδινε ποτέ ξανά μια τέτοια λαμπερή παράσταση».

«Ωστόσο, εκείνη η ήττα δεν μετατράπηκε σε ένα είδος άλφα και ωμέγα για έναν άνθρωπο του οποίου η ύπαρξη πήγαινε πολύ πέρα απ’ το ποδόσφαιρο. Ακόμη και όταν η Βραζιλία προετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει την Ιταλία στην πιο σημαντική συνάντηση της ζωής του, ο Sócrates σκέφτονταν μεγαλύτερες μάχες. Είχε ήδη δώσει ζωή σε εκείνη που θα γίνονταν η Κορινθιανή Δημοκρατία, η πιο ελπιδοφόρα επίδειξη δύναμης των παικτών σε μια ομάδα υψηλού επιπέδου. Οι ποδοσφαιριστές της Corinthians αναλάμβαναν τον έλεγχο του συλλόγου και απαιτούσαν να έχουν λόγο στη διοίκησή του. Ο Σόκρατες ζητούσε ελευθερία, και όχι μόνο για τον εαυτό του. Ήθελε όλη τη Βραζιλία να κάνει το ίδιο, απορρίπτοντας τη στρατιωτική δικτατορία και επανοικειοποιούμενη τη χώρα. Είχε δύναμη και προσωπικότητα, και ένα έθνος εκατόν τριάντα εκατομμυρίων ανθρώπων που παρακολουθούσε κάθε κίνηση του. Ένα όνειρο είχε σβήσει στην Ισπανία. Αλλά δεν θα άφηνε και το άλλο να του ξεφύγει τόσο εύκολα: την δημοκρατία» (σελ. 18).

Ο Sócrates, ακόμα και με όλες τις αντιφάσεις του, ήταν πάντα διαφορετικός. «Σε μια χώρα όπου το μελόδραμα διαλαλούνταν δυνατά και ανεμίζονταν σε κάθε γωνιά του δρόμου, στις οθόνες των τηλεοράσεων και σε κάθε ανθρώπινη σχέση, ο Σόκρατες ήταν ακριβώς το αντίθετο των συναισθηματικών συμπατριωτών του» (σελ. 19). Δεν κατανοούσε αυτή την υπερβολική προσκόλληση στο ποδόσφαιρο, όσο κι αν ήταν διασκεδαστικό, δεν έπαυε να είναι ένα παιχνίδι. «Όταν οι άνθρωποι με ρωτούν ποια ήταν η πιο λαμπρή περίοδος που έχω ζήσει στο ποδόσφαιρο, απαντώ: »Γάμα τα, η δόξα για μένα ήταν οι απαρχές με την Raio de Ouro», γιατί ταξίδευα στο πίσω μέρος ενός φορτηγού μαζί με ένα σωρό από αγόρια όλα διαφορετικά μεταξύ τους […] Κάθε ένα από αυτά είχε μια διαφορετική ζωή και διαφορετικές ανάγκες. Γαμώτο, εγώ είχα φάει μεσημεριανό, και μερικοί από αυτούς όχι, και πηγαίναμε να παίξουμε ποδόσφαιρο! Ήταν μια εμπειρία που μου δίδαξε πράγματα που δεν είχα μάθει ποτέ στο σχολείο, πράγματα που κανείς ποτέ δεν μου είχε πει στο σπίτι. Γιατί ο πατέρας μου τα είχε περάσει όλα αυτά. Μόνο με την πάροδο του χρόνου ανακάλυψα όλες τις δυσκολίες που έπρεπε να ξεπεράσει. Ποτέ δεν ήθελε να το μάθουμε» (p. 24).

Δεκάξι χρόνων ο Sócrates Brasileiro Sampaio de Souza Vieira de Oliveira, μπήκε στις νεανικές ομάδες της Botafogo αλλά αν το ποδόσφαιρο τον διασκέδαζε, το πραγματικό του όνειρο ήταν να γίνει γιατρός, σε σημείο να μπορέσει να αρπάξει από την εταιρεία την δυνατότητα να παρακάμψει μερικές εβδομαδιαίες προπονήσεις με σκοπό να ακολουθήσει ένα βραδινό σχολείο που τον προετοίμαζε για τις πανεπιστημιακές εξετάσεις. Έβρισκε απλώς γελοίο να τρέχει γύρω γύρω τον αγωνιστικό χώρο ή να πηδά επί τόπου, αυτός απλά ήθελε να έχει τη μπάλα ανάμεσα στα πόδια του. Μια κάποια ελευθερία σε σχέση με τις προπονήσεις ήταν σε θέση να τη διατηρήσει ακόμα και όταν ο νεαρός ποδοσφαιριστής, το 1973, κατάφερε να υπογράψει ένα συμβόλαιο με το Botafogo που του εξασφάλιζε ένα, αν και φτωχό, μισθό.

Έχοντας περάσει πολύ γρήγορα από τις νεανικές στην πρώτη ομάδα, ο Σόκρατες αντιλαμβάνεται οτι έχει πολύ χαμηλότερη αθλητική κατάσταση από τους αντιπάλους του και, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ήταν ακριβώς αυτό το έλλειμμα να τον ωθήσει να εφεύρει κινήσεις και εναλλακτικές λύσεις παιχνιδιού. «Το χτύπημα με την φτέρνα έγινε το εμπορικό του σήμα και τον αναγνώρισε ως έναν από τους πιο αυθεντικούς και συναρπαστικούς ποδοσφαιριστές της εποχής του. Οι οπαδοί ξεσπούσαν σε ζητωκραυγές από χαρά μπροστά σε εκείνες που έμοιαζαν με πινελιές ελεύθερης φαντασίας, αν και σπάνια ήταν τέτοιες. Ήταν ένας ρεαλιστής ποδοσφαιριστής που χρησιμοποίησε εκείνη την κίνηση για έναν σκοπό, όχι για να προσελκύσει την προσοχή. Ο Zico έλεγε ότι αυτό τον καθιστούσε έναν αίνιγμα για τους αντιπάλους αμυντικούς, που δεν ήξεραν πώς να συμπεριφερθούν. Ο Pelé ειρωνεύτηκε λέγοντας πως αυτός ήταν πολύ καλύτερος με γυρισμένη την πλάτη παρά οι περισσότεροι από τους άλλους παίκτες απέναντι από την εστία » (σελ. 37). Στη συνέχεια θα περάσει στην Corinthians, ομάδα στην οποία κάνει το ντεμπούτο του στον εναρκτήριο αγώνα του Campeonato Paulista μπροστά σε περισσότερους από εκατό χιλιάδες θεατές και, το 1979, έρχεται η πρώτη κλήση στην εθνική.

Την εποχή εκείνη η πλειοψηφία των φιλάθλων του ποδοσφαίρου ήταν λαϊκής προέλευσης και πολλοί από αυτούς δεν ενδιαφέρονταν για την πολιτική, όπως από την άλλη και οι ίδιοι οι ποδοσφαιριστές. Τα πράγματα άλλαξαν μετά το 1979, όταν «στην σκιά των πρώτων μαζικών απεργιών κατά του καθεστώτος που οργάνωσαν οι εργάτες στην μεταλλουργία του Σαν Πάολο […], η πολιτική έκανε την εμφάνιση της στις κερκίδες» (σελ. 82). Μετά την ανάκληση ενός από τα πιo σκληρά στρατιωτικά διατάγματα ορισμένοι οπαδοί των Corinthians πήραν θάρρος και κατά τη διάρκεια ενός αγώνα σήκωσαν ένα πανό που ζητούσε γενική αμνηστία.

«Ο Sócrates δεν ήταν ένας ποδοσφαιριστής διανοούμενος. Στην πραγματικότητα, δεν μιλούσε περισσότερο απ’ ότι έπρεπε. Πίστευε ότι το ποδόσφαιρο έπρεπε να παίζεται ή να παρακολουθείται, πως δεν έπρεπε να είναι αντικείμενο συζητήσεων. […] Από την άλλη πλευρά μιλούσε για οτιδήποτε άλλο. Η δημόσια εικόνα του, ειδικά μετά τις πρώτες σελίδες που κέρδισε για τον πολιτικό και κοινωνικό του ακτιβισμό, ήταν εκείνη ενός σοβαρού ανθρώπου με μια βραχνή φωνή, ο οποίος μιλούσε με σοφία και κρατώντας αποστάσεις επάνω σε σοβαρά θέματα. Αλλά με εκείνους που περνούσαν χρόνο μαζί του, με την οικογένεια, τους φίλους, τους συνεντευκτές, με εκείνους που άκουγαν συνομιλίες και παρουσιάσεις μετά την αποχώρηση του, δεν ήταν καθόλου σοβαρός. Αντιθέτως, ήταν ξεκαρδιστικός και αυτοειρωνικός, και κάθε δικαιολογία ήταν καλή για να κοροϊδέψει, είτε επρόκειτο για άλλους είτε τον εαυτό του» (p. 117).

Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων, μετά από σύντομη απάντηση στις ποδοσφαιρικές ερωτήσεις, ο γιατρός μετακινούσε γρήγορα τη συζήτηση επάνω σε πολιτικά και οικονομικά θέματα, για την κατάσταση της εκπαίδευσης και της υγείας. «Ο ακτιβισμός του συνέπεσε με μια αυξανόμενη απαίτηση για αλλαγή σε όλους τους τομείς της βραζιλιάνικης κοινωνίας. Η αλλαγή ήταν στα χείλη όλων, και ο Σόκρατες ήταν μια από τις φωνές που εκφράζονταν με περισσότερη ορμητικότητα υπέρ αυτής. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Βραζιλίας ένας αθλητής είχε ένα μεγάφωνο, και οι οπαδοί τον άκουγαν » (σελ. 164). Στη δεκαετία του Ογδόντα, η συντριπτική πλειοψηφία των βραζιλιάνων παικτών προέρχονταν από τα φτωχότερα περιβάλλοντα της χώρας και οι βραζιλιάνικες ελίτ έβλεπαν στο ποδόσφαιρο, «ένα καταφύγιο για εγκληματίες οι οποίοι δεν είχαν καμία εναλλακτική λύση για να ξεφύγουν από τη φτώχεια που καταπίεζε τη χώρα». Οι σύντροφοι του Σόκρατες στην Corinthians ήταν νέοι με ελάχιστη εκπαίδευση που έβλεπαν στο ποδόσφαιρο τη μόνη δυνατή διαφυγή από τη δυστυχία, την μιζέρια, και όταν «μιλούσε για πολιτικές θεωρίες ή τους υποκινούσε να βελτιωθούν από μια προσωπική σκοπιά, αυτοί γελούσαν στο πρόσωπο του, τον κορόιδευαν » (p. 168).

Ο θρίαμβος της Corinthians συμπίπτει με ένα σημαντικό έτος για τον Sócrates όχι μόνο από αθλητική άποψη. Κατά τη διάρκεια του τελικού ο γιατρός γιόρτασε το γκολ υψώνοντας τη γροθιά στον ουρανό εγκαινιάζοντας έτσι έναν τρόπο πανηγυρισμού που θα επαναλαμβάνονταν. «Είχε δει τον Reinaldo να γιορτάζει τα γκολ με αυτόν τον τρόπο και είχε μεγάλο σεβασμό για την υποστήριξη που επέδειξε ο επιθετικός της Ατλέτικο Μινέιρο απέναντι στους μαύρους, τους ομοφυλόφιλους και τους ντόπιους, τους αυτόχθονες. Αργότερα ανέφερε τους Μαύρους Πάνθηρες του Μεξικού του 1968, για τους οποίους γνώριζε σίγουρα την αντιφασιστική ιστορία. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε – είχε γιορτάσει μερικά γκολ με εκείνο τον τρόπο από το 1978 – αλλά συμφωνούσε απόλυτα με την προοδευτική πορεία που είχε παντρευτεί και άρχισε να το επαναλαμβάνει πιο συχνά » (pp. 173-174).

«Ίσως η πιο αξιομνημόνευτη απόφαση των τελευταίων μηνών του 1982 λήφθηκε σε ένα πανεπιστήμιο και όχι από έναν ποδοσφαιριστή, έναν προπονητή ή έναν διοικούντα. Αν και υπήρχε εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, το κίνημα δεν είχε ακόμα ένα όνομα. Οι άνθρωποι μιλούσαν για αυτό χρησιμοποιώντας τη φράση «παίκτες στην εξουσία», ή αποκαλούσε την Κορίνθιανς «Η Δημοκρατική Ομάδα» και τα γεγονότα που το αφορούσαν «Κορινθιανή Επανάσταση». Η κρίσιμη καμπή ήρθε το νοέμβριο, μετά από μια συζήτηση που διεξήχθη στην Pontificia Universidade Católica de São Paulo. Εκείνη την ημέρα, οι Olivetto, ο Σόκρατες και ο Adilson κάθονταν σε ένα πάλκο μπροστά σε εκατοντάδες φοιτητές και οπαδούς για να συζητήσουν περί του κινήματος και των στόχων του, τους συνόδευε με το ρόλο του animatore της συνάντησης ο Juca Kfouri, ο οποίος κάποια στιγμή με σαρκαστικό τόνο συνόψισε τα θέματα που καλύφθηκαν κατά τη διάρκεια της βραδιάς: «Συνεπώς, αν οι ποδοσφαιριστές συνεχίζουν να λαμβάνουν μέρος στις αποφάσεις του συλλόγου, αν οι διοικούντες δεν τους σταματήσουν και αν ο φωτισμένος τύπος δεν σταματήσει να τους υποστηρίζει, αυτή που θα δούμε θα είναι μια δημοκρατία, μια Δημοκρατία Corinthiana”» (p. 174).

Η εμπειρία της κορινθιακής δημοκρατίας άλλαξε την καθημερινή ζωή του συλλόγου. Οι παίκτες αποφάσιζαν συλλογικά τις στρατηγικές στο γήπεδο και τη ζωή έξω από αυτό. Ο τύπος της Βραζιλίας ήταν αναπόφευκτα διαιρεμένος σε αυτή την επιλογή αυτοδιαχείρισης. Αν ορισμένοι δημοσιογράφοι υποστήριζαν την εμπειρία, η συντριπτική πλειοψηφία έδειξε εχθρότητα προς αυτήν. «Ο απλός κόσμος, εν τω μεταξύ, παρακολουθούσε προσεκτικά και συζητούσε τη σημασία της σε μια ιστορική φάση που όλο και περισσότερο έμοιαζε με ορόσημο. Η Βραζιλία το 1983 ήταν πλέον στην κόψη του ξυραφιού, και οι τελευταίες επιδράσεις της οικονομικής άνθησης μειώνονταν, έπαιρναν την κάτω βόλτα. Στην αρχή του έτους το νόμισμα υποτιμήθηκε κατά 30%, ο πληθωρισμός έφθασε στα υψηλότερα μηνιαία επίπεδα των τελευταίων δύο δεκαετιών και η κυβέρνηση εισήγαγε πολιτική ελέγχου των τιμών σε μια προσπάθεια στήριξης της οικονομίας. Η ανεργία συνέχισε να αυξάνεται, όπως και το δημόσιο χρέος, και οι εντάσεις διαχέονταν στους δρόμους, όπου απεργίες και λεηλασίες έγιναν ο κανόνας, συνήθεια » (p. 179).

Μετά την απογοήτευση του ισπανικού μουντιάλ, το 1984, ο παίκτης περνά από την Κορίνθιανς, όπου σημείωσε 172 γκολ σε 298 αγώνες, στη Φιορεντίνα. «Την πρώτη επίσημη ημέρα στη νέα του ομάδα, ο Sócrates ενώθηκε με τους συντρόφους του για μια σειρά ιατρικών εξετάσεων. Ενώ περίμενε τη σειρά του να ανέβει στο διάδρομο για τις καρδιακές και αναπνευστικές εξετάσεις, άναψε νωχελικά ένα τσιγάρο. Όταν ο γιατρός μπήκε στην αίθουσα δεν ήθελε να πιστέψει τα μάτια του. «Μα τι κάνεις, καπνίζεις; Θα κάνουμε σπιρομέτρηση! «φώναξε. «Ακριβώς, γιατρέ, θερμαίνω τους πνεύμονές μου», απάντησε αυτός απαθής. Οι σύντροφοι έσκασαν στα γέλια και ο γιατρός βγήκε αηδιασμένος από το δωμάτιο «(σελ. 207).
«Ήταν σαν να περνάς από το Καρναβάλι του Σαλβαδόρ ντε Μπαΐα σε ένα μοναστήρι Βενεδικτίνων», δήλωσε ο γιατρός που έφτασε στο ιταλικό πρωτάθλημα. «Οι προπονήσεις σε υψόμετρο και η έντονη προετοιμασία δεν ήταν η δύναμή του. Κατά τη διάρκεια της πρώτης κούρσας λιποθύμησε, ενώ στη δεύτερη έριξε την πετσέτα μετά από δέκα λεπτά. Όταν οι συμπαίκτες του τελείωσαν το ημίωρο του τζόκινγκ, βρήκαν να τους περιμένει τον ατυχή βραζιλιάνο και μια από τις τυπικά σωκρατικές ερωτήσεις του. «Γιατί πρέπει να τρέχω πάνω και κάτω στους λόφους; εγώ θέλω να τρέχω με την μπάλα”» (p. 208).

Αν στην Κορίνθιανς οι σύντροφοι έτρεχαν για τον ίδιο και τον θαύμαζαν όχι μόνο για τις ποδοσφαιρικές δεξιότητές του αλλά και για το ότι ήταν χαρισματικός, στην Ιταλία οι παίκτες δεν έπαιζαν για διασκέδαση και δυσκολεύονταν να αντέξουν την έλλειψη επαγγελματισμού του και τη συνεχή αποφυγή των θυσιών . Σίγουρα η στάση του έδειχνε κάποιες αντιφάσεις όσον αφορά τις κολεκτιβιστικές διακηρύξεις του. «Η απροθυμία των ιταλών να κοινωνικοποιήσουν ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα για κάποιον σαν κι αυτόν που θεωρούσε θεμελιώδη την φιλία και τη συντροφικότητα, και η ψυχρότητα που εμφανίστηκε προς αυτόν του αύξησε την αίσθηση μοναξιάς » (p. 212).

Ο Sócrates παρουσιάστηκε στους εκστασιασμένους οπαδούς της Φλωρεντίας χαιρετώντας τους με σηκωμένη την γροθιά και το πράγμα εξόργισε τους ιδιοκτήτες του συλλόγου, τους χριστιανοδημοκράτες Pontello. Η εμπειρία της Kορινθιανής Dημοκρατίας ήταν γνωστή στους μωβ ηγέτες: «Ήμασταν προετοιμασμένοι και ξέραμε τι να περιμένουμε από αυτόν. Θυμηθείτε ότι η Φλωρεντία είναι μια ιστορικά αριστερή πόλη, και οι οπαδοί της ομάδας της είναι αριστεροί. Για εμάς δεν ήταν ένα πρόβλημα. Μας ενδιέφερε περισσότερο η απόδοση του στον αγωνιστικό χώρο. Αλλά ήταν τόσο διαφορετικός και sui generis- ιδιαίτερος που οι σύντροφοι τον έβρισκαν παράξενο. Αν είσαι διαφορετικός και κάνεις την ομάδα να κερδίζει, τότε τα προβλήματα εξαφανίζονται. Αλλά αν τα αποτελέσματα δεν έρχονται, όλα γίνονται περίπλοκα. Ήταν ένας καλός παίκτης, αλλά δεν ήταν αρκετό. Οι λόγοι που δεν τα πήγε καλά δεν είναι ούτε τακτικοί ούτε τεχνικοί. Απλώς δεν προσαρμόστηκε στην ιταλική ζωή. Ποτέ δεν ενσωματώθηκε. Προσπαθήσαμε να μιλήσουμε με τους φίλους του για να τον βοηθήσουμε, αλλά τίποτα δεν άλλαξε » (p. 215).

Στην σύντομη ιταλική εμπειρία η σχέση με τους συντρόφους και τους ιδιοκτήτες δεν απογειώθηκε ποτέ. «Στον τρίτο από το τέλος αγώνα του πρωταθλήματος η Φιορεντίνα αντιμετώπιζε την Ουντινέζε στο σπίτι και ο τραυματισμένος Σόκρατες παρακολούθησε τον αγώνα με σορτς και σαγιονάρες. Έφτασε καθυστερημένος, και αντί να κατευθυνθεί στην κερκίδα των επισήμων, πήρε μια μπύρα και στάθηκε πίσω από τα προστατευτικά λίγα μέτρα από την πλάγια γραμμή. Αγνόησε τις χειρονομίες των διοικούντων που τον προσκαλούσαν να καθίσει στη θέση του. Σε κάποια στιγμή ήρθε κοντά του ένας φίλος, ένας κωμικός από την πόλη, στον οποίο πρότεινε να πάνε να παρακολουθήσουν το δεύτερο ημίχρονο στην Curva Fiesole, το πέταλο των φανατικών, μεταξύ των ultrà. Τους δυο υποδέχτηκαν σαν ήρωες και η εμπειρία να περάσουν σαράντα πέντε λεπτά δίπλα στους πραγματικούς οπαδούς παρέμεινε για πάντα μια από τις πιο ζωντανές, ζωηρές αναμνήσεις της ιταλικής του εμπειρίας. Ωστόσο, αυτή η πρόκληση απλώς χρησίμευσε για να επιδεινώσει τις σχέσεις με διευθυντές και συμπαίκτες. Οι Pontello ήταν εξοργισμένοι που τους σνόμπαρε και οι ποδοσφαιριστές νόμιζαν ότι τα είχε παίξει. Οι αποστάσεις μεταξύ των δυο πλευρών ήταν πλέον αγεφύρωτες » (p. 217).

Με την ευκαιρία του καρναβαλιού ο Σόκρατες οργανώνει, μαζί με άλλους βραζιλιάνους, ένα μεγάλο πάρτι, «πέρασε εβδομάδες εγγράφοντας κασέτες με τα αγαπημένα του τραγούδια της samba, αγόρασε διακόσια λίτρα μπύρας, αρκετά ορεκτικά για να ταίσει ένα πλήρες στάδιο και ένα γουρουνόπουλο για ένα υπαίθριο μπάρμπεκιου παρά τις θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν «(σελ. 218). Στο πάρτι προσκάλεσε επίσης την ομάδα. «Οι σύντροφοι προετοιμάστηκαν όλοι ντυμένοι με κοστούμια, δείχνοντας την τυπική ιταλική κομψότητα, και αυτός, στη συνηθισμένη στολή του από τσαλακωμένα ρούχα και ταλαιπωρημένα αθλητικά παπούτσια, δεν έχασε χρόνο κάνοντας την γιορτή περισότερο βραζιλιάνικη. Πήρε ένα ζευγάρι ψαλίδια κηπουρικής και γελώντας πονηρά άρχισε να πετσοκόβει τις γραβάτες Armani και Dolce & Gabbana των καλεσμένων του. Οι Oriali, Massaro, Galli και ο Gentile ήταν μοναχά μερικοί από αυτούς που κατέληξαν στα νύχια του και δεν μπορούσαν παρά να παραδοθούν μπροστά σε αυτό το αστείο. Ο Passarella γονάτισε ικετεύοντας τον για την σωτηρία του ακριβού του αξεσουάρ. Ο Antognoni του είπε έτοιμος να βάλει τα κλάματα ότι η γραβάτα ήταν δώρο από τη μητέρα του. Αλλά ο Sócrates τους αγνόησε χαριτολογώντας και τις ξέσκισε μια μετά την άλλη, πριν τους σφίξει μες την αγκαλιά του […] «Τώρα είμαστε μια πραγματική ποδοσφαιρική ομάδα», είπε. «Τώρα, μπορούμε πραγματικά να αφήσουμε το πνεύμα της Κορινθιανής Δημοκρατίας να πάρει το επάνω χέρι» »pp. 218-219).

Τα πράγματα δεν πήγαν με αυτόν τον τρόπο. Ο γιατρός δεν κατάφερε ποτέ να εγκλιματιστεί στην Ιταλία και, παρά το ότι είχε ένα ακόμη χρόνο συμβολαίου, το 1985 αποφάσισε να πακετάρει τις βαλίτσες για να επιστρέψει στη Βραζιλία παίζοντας σε Φλαμένγκο, Σάντος και στη συνέχεια να τελειώσει την καριέρα του το 1989 στην Botafogo. Ο Sócrates δεν είχε αγαπήσει ποτέ τα αποχαιρετιστήρια παιχνίδια των μεγάλων ποδοσφαιριστών, «αποκαλούσε αυτές τις ευκαιρίες συναισθηματικoύς παραλογισμούς, και έφυγε με τον τρόπο του, με τις λιγότερες δυνατές τυμπανοκρουσίες. Στην πραγματικότητα είχε φανταστεί ένα αντίο που θα είχε παραμείνει ανεκπλήρωτο, με μπύρες και φίλους, και όχι με ένα ποδοσφαιρικό αγώνα και ακόμη λιγότερο μπροστά σε ένα πλήθος λατρείας. «Ήθελα να μαζέψω όλους τους ανθρώπους που είχα αγαπήσει, και να ετοιμάσω μπύρες και όλα τα υπόλοιπα», είπε. «Τους ανθρώπους μου, αυτό φανταζόμουν, σίγουρα όχι έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Θα ήθελα να το κάνω έτσι, να τους μαζέψω όλους, ακόμη και τους διευθυντές, όλους εκείνους που έπαιξαν ένα ρόλο στη ζωή μου και με τους οποίους είχα μια καλή σχέση με κάποιον τρόπο. Ήθελα να τους προσκαλέσω για μπάρμπεκιου και στη συνέχεια να παίξουμε ποδόσφαιρο. Να πώς το φανταζόμουν. Αλλά ένα αντίο; Όχι, δεν μου αρέσουν τα αντίο «. Αντιθέτως, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να τελειώσει την καριέρα του με την Κορίνθιανς, και αφού απέρριψε προσφορές και από την Ιαπωνία, ο Σόκρατες αποχαιρέτησε την Σάντος και επέστρεψε στην Μποταφόγκο για ένα σύντομο κύκνειο άσμα εκεί όπου όλα ξεκίνησαν περίπου δύο δεκαετίες νωρίτερα. […] Στις 26 νοεμβρίου 1989, ο Sócrates κατέβηκε στο γήπεδο για τελευταία φορά ως επαγγελματίας στην ισοπαλία με 1-1 ενάντια στην Itumbiara, στην πολιτεία Goiás. Μόνο χίλιοι θεατές τον είδαν να κατευθύνει το κέντρο της ομάδας του πριν αποχωρήσει με ελαφρά πηδηματάκια στα μισά του δεύτερου ημιχρόνου. Είχε τελειώσει. Δεν υπήρξαν ούτε φωνές ούτε επίσημες ανακοινώσεις για τον αποχαιρετισμό του. Ο πόνος ήταν αφόρητος, καθώς και τα πειράγματα. Μετά από δεκαεπτά χρόνια, πάνω από επτακόσιοι αγώνες και πάνω από τριακόσια τέρματα, ένας από τους πιο χαρισματικούς ποδοσφαιριστές στην ιστορία της Βραζιλίας έλεγε φτάνει. Τουλάχιστον σαν παίκτης » (pp. 269-271).

Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή του στο βιβλίο για τον ποδοσφαιριστή που ήθελε να μάθει ιταλικά διαβάζοντας Τις επιστολές από τη φυλακή του Antonio Gramsci για τη σημασία που είχε το κείμενο στον «ανθρώπινο, κοινωνικό και φιλοσοφικό του σχηματισμό», γράφει ο Pastorin: «ο Γιατρός υπήρξε και τα δυο: Όνειρο και Πραγματικότητα, Γνώση και Φαντασία, η αίσθηση μιας εξαιρετικής «φαντασίας στην εξουσία». Ένας επαναστάτης σε δύσκολους καιρούς, ένας πρωταθλητής στο λυκόφως της χαράς του ποδοσφαίρου. Εκείνος ο αδελφός τον οποίο πολλοί από εμάς αγάπησαν και τον οποίον θα αγαπάμε για πάντα » (p. 9).

Ο Δρ Sócrates, το τακουνάκι που η μπάλα ζήτησε από τον Θεό … με τη συνήθεια να πίνει και την γροθιά σηκωμένη, είχε προβλέψει να πεθάνει τη ημέρα που η Κορίνθιανς θα κέρδιζε έναν τίτλο. Και έτσι πήγαν τα πράγματα. Στις 4 δεκεμβρίου 2011, μόλις στα πενήντα επτά, με την σωματική του κατάσταση εξαντλημένη και εξαιτίας των αλκοολικών υπερβολών του, έφυγε «ο αρχηγός της πιο δυνατής σελεσάο που δεν κέρδισε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, ο αρχηγός της Κορινθιανής Δημοκρατίας, του πιο συγκλονιστικού προοδευτικού κινήματος που τάραξε ποτέ τον παλιομοδίτικο κόσμο του ποδοσφαίρου της Βραζιλίας». Έφυγε ήσυχα όπως αρμόζει σε όσους απεχθάνονται την ειδωλολατρία, την ώρα που η Corinthians του κέρδιζε, όπως είχε προβλέψει. «Θέλω να πεθάνω την κυριακή, την ημέρα που η Κορίνθιανς θα κερδίσει έναν τίτλο». Και έτσι ήρθαν τα πράγματα.


Sócrates  su Carmilla:

Segnali di fumo: Sócrates – Lorenzo Iervolino
di Nicola Gobbi e Simone Scaffidi
[segnalazione a fumetti del libro L. Iervolino, Un giorno triste così felice. Sócrates, viaggio nella vita di un rivoluzionario (2014)]

Sócrates: vita, morte e rivoluzione in un libro
di Simone Scaffidi Lallaro
[recensione del libro L. Iervolino, Un giorno triste così felice. Sócrates, viaggio nella vita di un rivoluzionario(2014)]

 

TAGGED WITH → •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  • 
μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ο μαχόμενος δημοσιογράφος. Συνέντευξη στον Claudio Locatelli

Claudio Locatelli, Τριάντα ετών, από το Curno στην επαρχία Μπέργκαμο, είναι ένας από τους διεθνείς μαχητές που εντάχθηκαν στις κουρδικές τάξεις των YPG για να πολεμήσουν εναντίον του ISIS. Ήταν από τους απελευθερωτές της Raqqa στη Συρία: με τα όπλα στο χέρι αντιμετώπισε τους πολιτοφύλακες του Χαλιφάτου και όταν μπορούσε γύριζε σκηνές αγώνα, παρέχοντας έτσι μια πολύτιμη άμεση δημοσιογραφική μαρτυρία στο πεδίο των μαχών. Ήταν στην Tabqa που τον ονόμαζαν «δημοσιογράφο – μαχητή». Είναι επίσης ο συντάκτης του βιβλίου «No surrender», που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Alberto Marzocchi και συνεχίζει να διαδίδει και να ευαισθητοποιεί για την υπόθεση ενάντια στη  νοοτροπία του τρόμου, της κουρδικής αντίστασης και της επανάστασης στη Rojava στη σελίδα: https://www.facebook.com/Claudio-Locatelli-Il-giornalista-combattente-1918536748367010/

Locatelli, από τι γεννήθηκε αυτή η δραστική επιλογή να ενταχθείτε με τους κούρδους για να πολεμήσετε τους τζιχαντιστές στη Μέση Ανατολή;

Πρώτον, για έναν λόγο συνέπειας: δεν μπορούμε πάντα να ισχυριζόμαστε ότι είμαστε ενάντια στα κακά του κόσμου και στη συνέχεια να μην κάνουμε τίποτα γι ‘αυτό. Πρώτα απ ‘όλα πρέπει να βάλουμε τα χέρια μας στη λάσπη, να βουτήξουμε στην πρώτη γραμμή. Για να αλλάξουμε τα πράγματα πρέπει να εργαστούμε σε πρώτο πρόσωπο, να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα: λάβετε υπ όψιν για παράδειγμα ότι βρισκόμουν ήδη στο μέτωπο του σεισμού στην Amatrice, ακόμη νωρίτερα στην Εμίλια και στο Abruzzo και στο Veneto μετά την πλημμύρα. Ο δεύτερος λόγος είναι πιο συναισθηματικός: το 2014 υπήρξε εκείνο το μεγάλο κύμα βιαιοτήτων που μετατράπηκε σε μια γενοκτονία εις βάρος των γυναικών Yazidi. Εντυπωσιάστηκα πολύ από τις εικόνες που διοχέτευσαν οι ειδήσεις στην τηλεόραση, όπου υπήρχε ένας ολόκληρος λαός στο Σενγκάλ, μια πόλη που βρισκόταν στην ορεινή περιοχή με το ίδιο όνομα στο Ιράκ, η οποία δέχτηκε επίθεση από το Isis. Στη συνέχεια, το 2015 πήγα ως διεθνής παρατηρητής κατά τη διάρκεια του Νεβρόζ, κουρδικοί εορτασμοί, στην κουρδική πρωτεύουσα Ντιγιαρμπακίρ της Τουρκίας και συνάντησα εκεί στα στρατόπεδα Yazidi ολόκληρες οικογένειες προσφύγων, στις οποίες, όμως, έλειπαν οι κόρες. Αυτές είχαν απαχθεί και εξαναγκάστηκαν να γίνουν σκλάβες του σεξ από τους άνδρες του Χαλιφάτου, κατάλληλες μόνο στην ευχαρίστηση εκείνων των θηρίων: για μένα όλα αυτά ήταν ανυπόφορα. Αυτός ο τρόπος σκέψης, η ιδέα ότι υπήρχαν ακόμα οργανωμένες πραγματικότητες που έβλεπαν τις γυναίκες σαν αντικείμενα, σαν δευτερεύουσες πραγματικότητες για μένα δεν ήταν πλέον αποδεκτό. Αυτοί οι λόγοι με έσπρωξαν να διακινδυνεύσω τη ζωή μου σε πρώτο πρόσωπο. Θέλω όμως να διευκρινίσω ότι το ISIS δεν είναι μόνο μια τρομοκρατική ομάδα. Το Isis είναι φασισμός, είναι σεξισμός, είναι θρησκευτικός ριζοσπαστισμός, είναι η ιδέα πως μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη βία στην πολιτική, με λίγα λόγια, όλα αυτά τα πράγματα κατά των οποίων έχω αγωνιστεί πάντα στη ζωή μου, προφανώς όχι με το καλάσνικοφ στο χέρι, ενώ στη Συρία ήταν καθήκον να το κάνω και με αυτό τον τρόπο.

Γιατί γοητευτήκατε τόσο πολύ από το κουρδικό ζήτημα και ιδιαίτερα από τις Ypg;

Εκτός από το να πολεμούμε ενάντια σε κάτι πρέπει πάντα να παλεύουμε για κάτι: ας το παραδεχτούμε, δεν θα είχα κατέβει να θέσω σε κίνδυνο τη ζωή μου μόνο και μόνο για την καταπολέμηση του ισλαμικού κράτους, το έκανα και για να φέρω κάτι καλύτερο. Οι YPG, οι YPJ, οι αντρικές μονάδες και οι γυναικείες μονάδες της πρώτης αντίστασης της Kobane το 2015, είναι ίσως ο κύριος λόγος για τον οποίο αποφάσισα να πολεμήσω. Ήταν και εξακολουθούν να είναι μια ελπίδα για ολόκληρο τον κόσμο. Όταν στις 17 του οκτωβρίου 2017 έπεσε η Raqqa, δεν υπήρξε ένας άνθρωπος στον κόσμο που δεν χάρηκε, που δεν ήταν περήφανος για το αίμα των νεκρών συντροφισσών και συντρόφων μου που έπεσαν για να την απελευθερώσουν και να ελευθερώσουν ως εκ τούτου ολόκληρο τον κόσμο. Το κουρδικό ζήτημα εμπλέκεται σε αυτό, οι κούρδοι είναι ο πρώτος καταπιεσμένος λαός, χωρίς εδαφικότητα, έδωσαν τα πάντα για μας. Θυμάμαι ότι η μάχη τους εναντίον του ISIS είναι μια μάχη για ολόκληρο τον κόσμο. Επί πλέον υπάρχει η επανάσταση για τις γυναίκες, μια επανάσταση που ο κουρδικός λαός στην Rojava οδηγεί με αποφασιστικότητα και δύναμη.

Επί του παρόντος, τα φώτα της δημοσιότητας των μέσων μαζικής ενημέρωσης επάνω στα συριακά γεγονότα φαίνεται να έχει σκιάσει, σαν να έχει τελικά ηττηθεί οριστικά το ISIS, και παρ ‘όλα αυτά συνεχίζονται οι μάχες, έτσι δεν είναι;

Ακριβώς, απολύτως! Πρώτα απ ‘όλα θα ήθελα να σας υπενθυμίσω ότι το Isis δεν νικήθηκε ως νοοτροπία, στην πραγματικότητα είναι πρωτίστως ένας τρόπος σκέψης. Ένας εξτρεμιστικός τρόπος που θα ήθελε τη γυναίκα μόνο στην κουζίνα, μια στάση, μια συμπεριφορά, μια οπτική των πραγμάτων που ο καθένας και από από εμάς θα μπορούσε να αναλάβει. Θυμάμαι ότι οι ευρωπαίοι τρομοκράτες που εντάχθηκαν στο ISIS, συχνά άνθρωποι απροσάρμοστοι, ήταν υποκείμενα με αυτή τη νοοτροπία. Οπότε αυτή η φάση εξακολουθεί να υπάρχει εκεί πέρα. Αντίθετα, στρατιωτικά αντιστέκεται στο Αφγανιστάν και τη Λιβύη, υπάρχουν κύτταρα στη Βοσνία και την Αλβανία και μικρότερα στην Ιταλία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και το Λίβανο. Θυμάμαι ότι μόνο πριν από δύο μήνες οι ιταλικές μυστικές υπηρεσίες οδήγησαν σε 14 συλλήψεις μεταξύ των δικτύων τζιχαντιστών. Στο Udine ένα αγοράκι παραλίγο να τινάξει στον αέρα τον εαυτό του σε ένα γυμνάσιο. Το Isis εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Έχουμε εξολοθρεύσει το κύριο στρατιωτικό κέντρο τους, αλλά πρέπει ακόμα να πολεμήσουμε σε υψηλά επίπεδα. Στη Συρία, στην περιοχή του Ευφράτη, στα σύνορα με το Ιράκ, αναμένουμε να συλλάβουμε τον Abū Bakr al-Baghdādī ήτοι τον ιδρυτή του Isis τους προσεχείς μήνες. Ήδη τον περασμένο μήνα συλλάβαμε τον εκπρόσωπό τους και ακόμη νωρίτερα έναν από τους αρχιτέκτονες της επίθεσης της 11ης σεπτεμβρίου, που κατέληξε στις φυλακές του Assad και στη συνέχεια στρατολογήθηκε με το Χαλιφάτο. Συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε, πολεμούμε, παρά το γεγονός ότι ο κόσμος στράφηκε προς την άλλη πλευρά. Η άλλη ζώνη μάχης στη Συρία αυτή τη στιγμή είναι η ερημική περιοχή, όπου βρίσκονται μικρά χωριά. Σήμερα είναι εκεί ο Botan, ένα αγόρι από τη Varese με τον οποίο πολέμησα στην Raqqa, ο Paolo «Azadi» και πολλοί άλλοι σύντροφοι μου συμπολεμιστές.

Από τα διαρρεύσαντα νέα, φαίνεται ότι οι στρατιώτες του Χαλιφάτου είχαν εξειδικευμένα, σύγχρονα όπλα, ποιοι τους τα προμηθεύουν;

Το Isis ή το Daesh υποστηρίχθηκε από τα ταμεία της Σαουδικής Αραβίας και του Quatar. Θυμάμαι λοιπόν ότι αρχικά οι ΗΠΑ και η Ευρώπη χρηματοδότησαν επίσης τζιχάντ ομάδες ενάντια στον Assad. Ορισμένα από τα χρήματα που προέρχονται από τους φόρους μας και από τους υπόλοιπους ευρωπαίους φορολογούμενους κατέληξαν επίσης σε αυτές τις ομάδες, μερικές από τις οποίες έφτασαν στη συνέχεια να ενωθούν με το ISIS. Όταν κάποιος λέει ότι η Αμερική έχει δημιουργήσει το ISIS, είναι λάθος: μάλλον είναι σωστό να πούμε ότι η Αμερική δημιούργησε το υπόβαθρο από το οποίο γεννήθηκε το ISIS. Πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι το Χαλιφάτο έχει ισχυρές διεθνείς ρίζες, καταφέρνει να αποκτά «ισλαμικές δωρεές» από διάφορα μέρη του κόσμου. Όσον αφορά τα όπλα, μπορώ να σας πω ότι, ενώ για παράδειγμα στη Raqqa εμείς χρησιμοποιούσαμε drones με απλές κάμερες, το ISIS χρησιμοποίησε οπλισμένα drones, έκαστο των οποίων έχει κόστος περίπου 60.000 ευρώ. Ας μιλήσουμε λοιπόν για τα τεράστια χρηματικά διαθέσιμα.

Οι αμερικανοί που είχαν κάποτε βοηθήσει την κουρδική επίθεση, φαίνεται να έχουν παρατήσει τους συμμάχους τους: τι σου ανέφεραν οι σύντροφοί σου σχετικά με αυτό;

Οι αμερικανοί υπήρξαν ναι σύμμαχοι μας,αλλά μόνο στρατιωτικά. Ποτέ δεν αποδεχθήκαμε κάποιον πολιτικό συμβιβασμό στην επανάσταση της Rojava. Θυμάμαι ότι ακόμη και ο Κάστρο στην πρώτη φάση της επανάστασης του στην Κούβα άντλησε κεφάλαια που είχαν συγκεντρωθεί στις ΗΠΑ. Στην αρχική φάση μια επανάσταση δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς συμμάχους. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η Αμερική δεν είναι σύμμαχος εμπιστοσύνης. Αν είχατε τον τρόπο να διαβάσετε το βιβλίο μου, θα είχατε διαβάσει ότι ακόμα και προτού επαληθευτεί αυτό, γνωρίζαμε ότι εκείνη που αποκαλούσα «ημέρα προδοσίας» θα έρθει: όχι επειδή είμαστε προφήτες, αλλά επειδή γνωρίζουμε να διαβάζουμε την ιστορία, ήταν σαφές ότι θα γίνονταν αυτό. 

Οι αμερικανοί ήταν η αεροπορία μας ενάντια στους ισλαμιστές τρομοκράτες, αλλά δεν υπήρξαν τέτοιοι στην Αφρίν. Στις 18 μαρτίου η ελεύθερη πόλη μας έπεσε, εισέβαλε πίσω από τις πλάτες μας η Τουρκία. Οι αμερικανοί μας εγκατέλειψαν, αφήνοντάς τους να εισβάλουν στα μέρη μας μετά από έναν ανταρτοπόλεμο δύο μηνών, που διεξήχθη εναντίον ενός στρατιωτικού συνόλου που είχε εξοπλισμό που δεν μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε. Εκεί χάσαμε εκατοντάδες συντρόφους και συντρόφισσες. Ένα πράγμα που μπορώ να προσθέσω είναι ότι επί του παρόντος μια άλλη θέση είναι εκείνη της Γαλλίας, η οποία θέλει να αποκαταστήσει μια παγκόσμια σύλληψη-επιρροή ισχυρής γεωπολιτικής. Έχουν αναπτύξει στρατεύματα στο έδαφος, τα οποία δεν χρησιμοποιούν. Συντονίζονται μαζί μας από την άποψη της εφοδιαστικής, αλλά δεν κάνουν τίποτα αυτή τη στιγμή. Ελπίζουν ότι από τη στιγμή που θα φύγουν οι αμερικανοί θα μπορούν να πάρουν τον έλεγχο της περιοχής υφαίνοντας μια συμμαχία μαζί μας. Είμαστε πολύτιμοι τόσο για τους αμερικανούς όσο και για τους γάλλους, επειδή αποτελούμε την τελευταία σταθερή πραγματικότητα ενάντια στο ισλαμικό κράτος, δεν στεκόμαστε στο πλευρό του Άσαντ που δεν είναι σύμμαχός μας, αλλά δεν είναι ούτε και εχθρός μας.

Αυτή τη στιγμή, απ’ ότι γνωρίζετε, πόσοι ιταλοί είναι στρατευμένοι και πολεμούν ανάμεσα στις κουρδικές γραμμές;

Μπορώ να σου πω ότι από το 2015 περίπου είκοσι ιταλοί έχουν συμμετάσχει στην επίθεση εναντίον του ISIS με το κουρδικό στρατό. Υπήρχαν τέσσερις από εμάς στη Raqqa: εγώ, ο Botan, ένα αγόρι από το Τορίνο και ένα άλλο αγόρι από τη Senigallia.

Θα ξαναφύγεις για το μέτωπο;

Έδωσα την συμβολή μου, θέτοντας τη ζωή μου σε κίνδυνο, αλλά η μάχη δεν σταματά στο πεδίο. Προς το παρόν προσπαθώ να διαθέσω τις ικανότητές μου, τα μέσα επικοινωνίας μου για να υποστηρίξω την υπόθεση. Αλλά αν η Τουρκία επιτεθεί σε ολόκληρη την επανάσταση μας, ειδικά αν επιτεθεί για να πάρει την Qamişlo, που για μένα είναι πολύ συμβολική επειδή είναι η μεγαλύτερη πόλη που έχουμε, αν δεν ήταν απλώς μια χαμένη μάχη, αλλά ολόκληρη η επανάσταση να καταρρέει, δεν ξέρω αν θα μπορούσα να μείνω εδώ να παρακολουθώ.

Μια τελευταία ερώτηση, διαφορετικού χαρακτήρα από τις προηγούμενες: σε περισσότερες από μία συνεντεύξεις, ο δημοσιογράφος σε υπηρεσία σας ρώτησε αν έχετε σκοτώσει εχθρούς. Ίσως ελπίζοντας στoν εντυπωσιασμό sensazionalità μιας απάντησης, προσποιούμενος πως ξεχνά ότι στον πόλεμο δεν πηγαίνει κάποιος για να παίξει;

Ακριβώς, συχνά θέτοντας μου τέτοιες ερωτήσεις αναζητούν τον εντυπωσιαμό, ξεχνώντας ότι είναι ένας πόλεμος. Όπως έχω πει επανειλημμένα, σιχαίνομαι τον πόλεμο: πρέπει πάντα να αποφεύγεται ως αποτυχία κάθε διπλωματίας. Βεβαίως, η κατοχή, η ζωή σε καταπίεση δεν αποτελεί εναλλακτική λύση, όπως δεν αποτελεί εναλλακτική να αφήνεις εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες να πεθάνουν. Δεν νομίζω λοιπόν ότι είναι μια κατάλληλη ερώτηση: δεν είναι ένα παιχνίδι, δεν βρεθήκαμε εκεί για να παίξουμε. Ήταν μια θυσία που κάναμε και πολλοί από μας πέθαναν.

Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι δύο εμπνευσμένες προσωπικότητες της διαδρομής μου ήταν ο Νέλσον Μαντέλα και ο Φιντέλ Κάστρο. Το 2008 είχα δώσει το λόγο μου ότι θα πήγαινα στην κηδεία και των δύο και έτσι έγινε. Το 2013 ήμουν στην κηδεία του Μαντέλα και το 2016 σε εκείνη του Κάστρο. Αυτό για να εξηγήσω ποια είναι η ψυχολογική και πολιτική μου πορεία, και πώς έφτασα να επιλέξω να αφιερώσω τη ζωή μου σε κάτι τόσο βαθύ όπως εκείνο για το οποίο μιλήσαμε.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Όταν ο Otto συνάντησε τη Sylvia

Η Sylvia von Halden ( γεννήθηκε το 1894 στο Αμβούργο ) ήταν δημοσιογράφος και ποιήτρια , μια μποέμικη φιγούρα των καφέ του Βερολίνου , που ζούσε τη ζωή της άφοβα. Ασχολήθηκε με » εκείνη την πλατωνική αγάπη που δεν εμφανίστηκε ποτέ » . Πέρασε τα τελευταία χρόνια της στην Αγγλία αυτοεξόριστη συγκατοικώντας με δύο γυναίκες και ένα φίλο της φωτογράφο από τη Δρέσδη , όπου και πέθανε το 1963 . Ο Otto Dix ( 1891 – 1969 ) επίσης Γερμανός , ήταν ζωγράφος , γνωστός για τις ωμές και ρεαλιστικές απεικονίσεις της κοινωνίας και της κτηνωδίας του πολέμου στους πίνακες του .

– Πρέπει να σας ζωγραφίσω ! Απλά πρέπει !……. Αντιπροσωπεύετε μια ολόκληρη εποχή !

– Δηλαδή , θέλετε να ζωγραφίσετε τα ανιαρά μάτια μου , τα άκομψα αυτιά μου , τη μακριά μύτη μου , τα λεπτά χείλη μου ; Θέλετε να ζωγραφίσετε τα μακριά χέρια μου , τα κοντά πόδια μου , τις μεγάλες πατούσες μου , πράγματα τα οποία μπορούν να τρομάξουν τους ανθρώπους και να μην ευχαριστήσουν κανέναν ;

– Έχετε έξοχα χαρακτηρίσει τον εαυτό σας και αυτό θα οδηγήσει σε ένα πορτραίτο αντιπροσωπευτικό της εποχής το οποίο θα έχει να κάνει , όχι με την εξωτερική ομορφιά μιας γυναίκας , αλλά μάλλον με την ψυχολογική της κατάσταση .

Το πορτραίτο της δημοσιογράφου Sylvia von Halden ( 1926 ) εκτίθεται στο Εθνικό Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης , κέντρο Georges Pompidou , στο Παρίσι .

otto_dix_sy_von_harden

harden_1-2tumblr_lwxckg2l6a1qm2bmho1_1280

 

 

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Βάρβαροι όλης της Ευρώπης,να ενωθούμε! – Barbari di tutta Europa, uniamoci!

on 24 Giugno 2016.

 Άρθρο του Gigi Roggero για το Brexit

Brexit και εκλογές στην Italia είναι δυο πράγματα σίγουρα διαφορετικά  τουλάχιστον με ένα ισχυρό κοινό σημείο: η πλειοψηφία δεν εκφράζει μια ψήφο για κάτι αλλά ενάντια σε κάτι και κάποιον. Εκείνο το κάτι είναι η κατάσταση στην οποίαν ζει; εκείνος ο κάποιος είναι ο Renzi ή η Ευρωπαϊκή Ένωση, που θεωρούνται υπεύθυνοι γι αυτή την κατάσταση. Πρόκειται για μιαν απλοποιημένη ανίχνευση, για τους φωτισμένους αναλυτές της πολιτικής είναι χοντροκομμένη και τραχιά, όμως σίγουρα δεν είναι λαθεμένη. Όταν βρίσκεσαι υπό κατάσταση πολιορκίας και με μεγάλη δυσκολία καταφέρνεις να βάλεις μαζί το γεύμα με το δείπνο, χρειάζεται να χτυπήσεις τον μεγάλο και πιο άμεσο στόχο. Ο χρόνος για τις λεπτομέρειες και τις διακρίσεις θα έρθει μετά.

Το δείχνει η κοινωνική σύνθεση της ψήφου στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως και εκείνη στην Italia: τα αστικά κέντρα θέλουν να παραμείνουν, οι περιφέρειες και οι περιοχές που έχουν χτυπηθεί από την κρίση θέλουν να φύγουν. Τόσο που το ερώτημα του δημοψηφίσματος θα μπορούσε να διατυπωθεί κατ’ αυτό τον τρόπο: θέλεις να παραμείνεις στην τρέχουσα κατάσταση ζωής ή να βγεις από αυτήν? Τι θέλετε να απαντήσουν άνεργοι, χρόνιοι επισφαλείς, συνταξιούχοι που έχουν βυθιστεί στην ένδεια, μεσαία στρώματα που έχουν στερηθεί όλα όσα είχαν μέχρι πρότινος? Είχε ήδη συμβεί το ίδιο με το Όχι στην Ελλάδα, εκείνο τον κεραυνό που δεν κατάφερε να πυρπολήσει το λιβάδι: Τσίπρας και Σύριζα εσκεμμένα δεν παραδέχτηκαν πως επρόκειτο για ένα Όχι ενάντια στο τέρας Ευρώπη, κι αυτό έβαλε τέλος στην πολιτική ιστορία της σύντομης ανωμαλίας τους.

Για ακόμα μια φορά, στο Brexit διαρρηγνύεται η διαλεκτική ανάμεσα σε δεξιά κι αριστερά, που χρησιμεύει πλέον μονάχα για την αυτοαναπαραγωγή των πολιτικών τάξεων και των περισσότερο ή λιγότερο οργανικών τους διανοούμενων. Μέσα στην κρίση ο αρχικός διαχωρισμός, ενστικτώδης, δημιουργείται μεταξύ αυτών που θέλουν να συντηρήσουν το status quo, την ισχύουσα κατάσταση δηλαδή (μήπως και, υπόσχονται οι αριστεροί,  την μετατρέψουν ή την αλλάξουν στο μέλλον) και αυτών που την αρνούνται. Εμείς με ποιαν πλευρά είμαστε, ποιαν υποστηρίζουμε? Αυτό είναι το σημείο, αυτό είναι το θέμα. Αυτοί που τοποθετούνται και υποστηρίζουν την πλευρά της συντήρησης της ισχύουσας κατάστασης , του status quo, κάνουν μιαν επιλογή πεδίου, χώρου. Κάνουν μια ταξική επιλογή. Πολύ λίγο χρειάζεται και δεν έχει καμιά σημασία να κάνουμε εκκλήσεις για τον φασιστικό κίνδυνο, αντιθέτως: εάν οι φασίστες έχουν την πονηριά να προσπαθήσουν να βουτήξουν μέσα σε εκείνη την κοινωνική σύνθεση-συγκρότηση, η ευθύνη είναι δική μας, όχι της κοινωνικής σύνθεσης.

Δυστυχώς στην αριστερά και σε εκείνους τους χώρους του κινήματος που δεν κατάφεραν ποτέ να ελευθερωθούν από το καρκινογόνο μικρόβιο της αριστεράς, η τάξη τα πάει καλά όσο «remain» εξωπραγματική αφαίρεση. Όταν «leave» και κάνει του κεφαλιού της, οι συμπεριφορές που εκφράζει στιγματίζονται και αποδοκιμάζονται, κάποιοι ουρλιάζουν για τον προβοκάτορα και τον φασίστα που παραμονεύει στην γωνία. Αυτή την τελευταία εβδομάδα είχαμε μιαν ακόμη απόδειξη, με αριστερά σχόλια και αναλύσεις περιφρόνησης για τους αμόρφωτους και βάρβαρους υποστηριχτές του M5s ή του Brexit, που αντιπαρατίθενται στις φωτισμένες αιτιάσεις και συλλογισμούς των συνειδητοποιημένων πολιτών του City. Μέσα σε αυτές τις τοποθετήσεις υπάρχει ένας αληθινός κοινωνικός ρατσισμός, που αντί να στοχεύει σε διαδικασίες ανασύνθεσης τροφοδοτεί μια οριζόντια ρήξη μέσα στην τάξη. Αυτός είναι ο πρώτος και πραγματικός αντιδραστικός κίνδυνος που πρέπει να πολεμήσουμε.

 

Τηρουμένων των αναλογιών, επιστρέφουμε εδώ στην τελεολογία του ορθόδοξου μαρξισμού της Δεύτερης Διεθνούς, σύμφωνα με την οποίαν οι αποικισμένοι λαοί έπρεπε να αποδεχτούν την ιστορική τους μοίρα, ή οι μπριγκάντι, οι εκτός νόμου ληστές δηλαδή να σκύψουν το  κεφάλι μπροστά στο Sabaudo Βασίλειο. Μέσα στις γραμμές των ευρωπαϊστών, που σήμερα τα βάζουν με την ηλιθιότητα των εγγλέζων προλετάριων, υπάρχουν πολλοί που ενθουσιάζονταν όταν οι ιστορικοί στρατευμένοι στις Subaltern Studies μας εξήγησαν πως οι ινδιάνοι που στα χρόνια’800 εξεγείρονταν στα αυτοκρατορικά αγγλικά στρατεύματα κινητοποιούνταν από τα πιο διαφορετικά ερεθίσματα, ένα μείγμα από πιστεύω και παραδόσεις ενωμένες μέσα σε ένα κοινό ένστικτο, την αντίθεση και την απόρριψη τους, την άρνηση τους προς τον εισβολέα. (Και δεν μιλάμε για το εθνικό ζήτημα, μπαμπούλα για τους γραφειοκράτες του ιδεολογικού διεθνισμού, ακόμα και εκείνου που εξάγεται με τα όπλα: μα είμαστε σίγουροι πως μεταξύ των εργαζομένων και των επισφαλών που αγωνίζονται στη Γαλλία αυτούς τους μήνες δεν υπάρχει η αμφιλεγόμενη επιθυμία  να μην θέλουν να έχουν το τέλος των ιταλών και των ελλήνων?) Σήμερα για αυτά τα ίδια πρόσωπα τα υποκείμενα που έχουν χτυπηθεί από την κρίση θα έπρεπε να αποδεχτούν να υποβάλλονται σε αυτή τη σκατένια ζωή, μέσα στο γενικότερο συμφέρον τους για τα αριστερά ιδανικά και για την προοδευτική λειτουργία της Ευρώπης. Όμως, είναι γνωστό, οι μακρινοί μες τον χώρο  και τον χρόνο βάρβαροι είναι πάντα πιο συμπαθητικοί και ακίνδυνοι από εκείνους που παίρνουν σάρκα και οστά κάτω από το σπίτι, απειλώντας το  βιοτικό επίπεδο και τα πρότυπα ζωής εκείνων των τάξεων που κατά βάθος εξαρτώνται από την Ευρώπη.

Εάν όχι ένα σεισμό (οι συνέπειες τονίστηκαν εκ των προτέρων για να δημιουργηθεί φόβος και να κατευθυνθεί η ψήφος), σίγουρα δυνατούς κραδασμούς το Brexit θα δημιουργήσει: ο Cameron υποχρεώθηκε σε παραίτηση [πλέον και ο Faraz], οι εργατικοί σε κρίση, οι αγορές σε τρέμουλο, τα media τρομαγμένα, σε απογοήτευση, η Ευρώπη κομμάτια. Εμείς δεν γνωρίζουμε ποια κατεύθυνση θα πάρουν αυτοί οι κραδασμοί, μα το σίγουρο είναι πως μόνο εδώ μέσα μπορούμε να οργανώσουμε τον σεισμό. Αυτός που σήμερα φοβισμένος προτιμά την ησυχία δεν βρίσκεται από την άλλη πλευρά της διαλεκτικής μεταξύ δεξιάς και αριστεράς, στέκεται από την άλλη πλευρά μέσα στην διαλεκτική της τάξης.  Διότι οι επαναστάσεις έγιναν πάντα μαζί με τους βάρβαρους. Θα ήταν πολύ να ελπίζουμε πως αυτός που στα λόγια θέλει τον μετασχηματισμό του παρόντος καθεστώτος, αυτής της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων δηλαδή, θα βαλθεί να μελετήσει τον Lenin. Mα τουλάχιστον σε κάποιο μυθιστόρημα  του Ballard αυτά τα χρόνια θα μπορούσε να ρίξει μια ματιά…

http://www.commonware.org/index.php/neetwork/707-barbari-di-tutta-europa-uniamoci