σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

2008-2019: «11 χρόνια κομμάτια – και όμως κινείται»

11 χρόνια κομμάτια αγανακτισμένοι μνημόνια ΣΥΡΙΖΑ Δεκέμβρης

Η πρωτοβουλία πολιτών «Χαλάνδρι Εν.Αντι.Α – ενότητα · αντίσταση · αλληλεγγύη» διοργανώνει πολιτική εκδήλωση την Τετάρτη 27 Νοεμβρίου, με τίτλο «2008-2019: 11 χρόνια κομμάτια – και όμως κινείται», στις 19:30 στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δήμου Χαλανδρίου (Παπάγου 7, 2ος όροφος).

Πρόκειται για μία συζήτηση για τα πολιτικά γεγονότα των τελευταίων ένδεκα ετών, με αφετηρία την εξέγερση του Δεκέμβρη ’08 και κινούμενη γύρω από τα ζητήματα των Μνημονίων, των λαϊκών αντιδράσεων σε αυτά, των «πλατειών» και των «Αγανακτισμένων», της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, του δημοψηφίσματος του 2015 και των εκλογών του 2019.

Καλεσμένοι της συζήτησης θα είναι οι: Σπύρος Δαπέργολας, Στέλιος Ελληνιάδης, Γιάννης Μηλιός, Κώστας Παπαδάκης, Πέτρος Σταύρου και Χρήστος Τουλιάτος.

«Η εκδήλωση είναι ένας καλός τρόπος για να γίνει πράγματι ένας ουσιαστικός διάλογος, αλλά και για να διερευνήσουμε τις δυνατότητες που έκρυβε η προηγούμενη περίοδος και δυστυχώς δεν αξιοποιήσαμε. Και όμως κινείται: και θα συνεχίσει έτσι, τουλάχιστον για όσο δεν έχουμε χάσει την ικανότητα μας να μαθαίνουμε μέσα από τις ήττες μας», σημειώνουν οι διοργανωτές.

11 χρόνια κομμάτια αφίσα

2008-2019: «11 χρόνια κομμάτια – και όμως κινείται»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΟ ΧΑΛΑΝΔΡΙ, ΠΑΠΑΓΟΥ 7, 27 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 19:30

Το ΧΑΛΑΝΔΡΙ ΕΝΑΝΤΙΑ πήρε την πρωτοβουλία να οργανώσει μία πολιτική συζήτηση με θέμα τον απολογισμό των τελευταίων 11 χρόνων( μία εκδήλωση στην οποία θα συζητήσουμε με αφετηρία τον Δεκέμβρη του ’08, για τα μνημόνια, τις μεγάλες διαδηλώσεις και απεργίες, τις πλατείες και τους «αγανακτισμένους», την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, το Δημοψήφισμα του 2015 και τις εκλογές του 2019).

Η  πολιτική και κοινωνική κατάσταση σήμερα είναι πολύ χειρότερη για τα λαϊκά στρώματα απ’ ότι  11 χρόνια πριν.
Σε τι κατάσταση έχουν περιέλθει οι χώροι της επαναστατικής αριστεράς και της αναρχίας μετά από μια κοινωνική αναμέτρηση που κράτησε 11 χρόνια;
Σήμερα, πόσο στα σοβαρά παίρνει η κοινωνία τις ιδέες μας; Γιατί πολιτικά τον λογαριασμό της κυβέρνησης της αριστεράς τον πληρώσαμε και εμείς, ή μάλλον κυρίως εμείς (και όχι ο ΣΥΡΙΖΑ);
Τι δεν κάναμε καλά;
Η συζήτηση για το τι έφταιξε και φτάσαμε ως εδώ πρέπει ν’ ανοίξει και το μαχαίρι να φτάσει στο κόκκαλο. Δεν ήταν μόνο τα λάθη τακτικής, οι τρέχουσες ανεπάρκειες, η μία ή η άλλη μάχη που χάσαμε…..

Καλέσαμε για εισηγητές ανθρώπους που είναι ή ήταν μέχρι πρότινος ενταγμένοι σε πολύ διαφορετικούς χώρους (στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τον Ρουβίκωνα, τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το 2015, την ΛΑΕ κτλ).
Όμως θελήσαμε να φέρουμε στο ίδιο τραπέζι όχι τους τυπικούς εκπροσώπους των διαφορετικών ιδεολογικοπολιτικών τάσεων, αλλά φωνές αιρετικές οι οποίες εισηγήθηκαν και υπερασπίστηκαν τα χρόνια που πέρασαν, η κάθε μία στο χώρο της, κατευθύνσεις διαφορετικές από αυτές που τελικά ακολουθήθηκαν (με τα γνωστά αποτελέσματα). Και αυτό είναι ένας καλός τρόπος και για να γίνει πράγματι  ένας ουσιαστικός διάλογος, αλλά και για να διερευνήσουμε τις δυνατότητες που έκρυβε η προηγούμενη περίοδος και δυστυχώς δεν αξιοποιήσαμε.

Και όμως κινείται: και θα συνεχίσει έτσι, τουλάχιστον για όσο δεν έχουμε χάσει την ικανότητα μας να μαθαίνουμε μέσα από τις ήττες μας

https://tsak-giorgis.blogspot.com/2019/11/2008-201911.html

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Τα τελευταία λόγια του Enrico

Πριν από ένα μήνα ο σύντροφος Enrico αυτοκτόνησε, πέφτοντας από το παράθυρο του σπιτιού όπου ζούσε στο Παρίσι. Ο Enrico, σύντροφος και αγαπητός φίλος, βρισκόταν στο Παρίσι για περισσότερο από τριάντα χρόνια εξόριστος και πρόσφυγας, μαζί με δεκάδες άλλους συντρόφους και συντρόφισσες που είχαν δραπετεύσει από τον μπαλτά του δήμιου, αυτόν που καταδιώκει αμείλικτα, δίχως ανακωχή εκείνους που επαναστατούν και εξεγείρονται. σε αυτό προστέθηκε η επιθετικότητα ενός όγκου: βλ. το προηγούμενο ποστ    https://aenaikinisi.wordpress.com/2019/10/09/%ce%ad%cf%86%cf%85%ce%b3%ce%b5-%ce%bf-enrico-se-ne-e-andato-via       post precedente
Παρακάτω ένα έγγραφο του γραμμένο λίγες μέρες πριν πεθάνει σχετικά με τον ταξικό αγώνα στη Γαλλία, μέσα από μια συζήτηση για τα «κίτρινα γιλέκα» που μας ήρθε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
αυτό ακολουθείται από την αποχαιρετιστήρια επιστολή, που άφησε ο Enrico στον υπολογιστή, όπου μιλά για τους λόγους που τον ώθησαν σε αυτήν.
=*=*=*=*=*=*=

Είναι εδώ και λίγος καιρός που προσπαθώ να γράψω κάτι για να «κάνω τις αξιολογήσεις μου γνωστές» (όπως εσύ λες ευγενικά) αλλά οι μεταβλητές που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι τόσο πολυάριθμες και η κατάσταση τόσο περίπλοκη που χρειάζομαι πολύ περισσότερο χρόνο από αυτόν που είχα υπολογίσει στην αρχή, και επιπλέον είμαι μόνος. Εάν δεν θέλουμε να κάνουμε μια ανάλυση που να είναι υπερβολικά απλοϊκή και να δέχεται εύκολα επίθεση/κριτική, θα πρέπει να επικεντρωθούμε λίγο περισσότερο και να απλωθούμε (χάνοντας κατά συνέπεια στη σύνθεση). Ποτέ δεν ήμουν καλός συγγραφέας, ούτε καλός ομιλητής (είναι τα όριά μου), αλλά πάντα η διαίσθηση μου λειτουργούσε καλά, όμως δεν μπορώ να την επικοινωνήσω-μεταφέρω σωστά στους άλλους, γι αυτό χρειάζομαι χώρο και χρόνο.

Προσπαθώ να σκιτσάρω μερικά σημεία, ένα είδος σχεδίου (αλλά πάντα εσύ ήσουν ο επαγγελματίας των σκαριφημάτων … hihihi!).

Μπορώ να σου πω για ποιο λόγο το άρθρο της Le Figaro μου έκανε εντύπωση πραγματικά και με εξέπληξε (με εκπλήσσει λόγω του βήματος από το οποίο προέρχεται) και μου έδωσε μερικές ιδέες προβληματισμού.

Το άρθρο συνοπτικά λέει ότι μόνο ο μισθός που πληρώνει το «αφεντικό» δεν επαρκεί πλέον για την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού, επομένως το Κράτος με τις βοήθειες του συμμετέχει άμεσα (πληρώνοντας με την ανακατανομή) στην αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού ή τουλάχιστον, το μέρος που οφείλεται στο Κράτος είναι υπό αύξηση. Σε αυτό το πλαίσιο εγγράφεται και η ευρύτερη συζήτηση για το «εισόδημα ιθαγένειας»..

Η φράση του Macron, φράση που εμφανίζεται επίσης στο άρθρο με τίτλο «Πόσοι γάλλοι μπορούν να ζήσουν χωρίς κρατική ενίσχυση;» [Ο τίτλος τα λέει όλα], είναι σαφής στην ανάλυση που της κάνει: «Θέλουμε μια Γαλλία στην οποία να μπορεί κανείς να ζει αξιοπρεπώς από την εργασία του», συνεπώς θέλει να πει ότι παρά το γεγονός ότι κάποιος έχει έναν πλήρη μισθό και μόνιμη δουλειά ζει δίχως αξιοπρέπεια.

Αυτό σχετίζεται με το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων».

Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτού του αυθεντικού κινήματος είναι ότι ΑΜΕΣΩΣ (από την αρχή, από το νοέμβριο) δεν απαιτεί πλέον μισθό από τον «κύριο» του, αλλά απαιτεί περισσότερα χρήματα από το Κράτος. Δεν ζητά πλέον άμεσο μισθό (στο pay slip, στο πακέτο αποδοχών), αλλά απαιτεί περισσότερο έμμεσο μισθό (περισσότερο από βοήθεια). [Σχεδόν σαν να είχαν κατανοήσει ότι δεν μπορούν να έχουν αύξηση μισθού, δεν μπορούν να αυξήσουν το κόστος των αγαθών σε μια παγκοσμιοποιημένη και υπερ-ανταγωνιστική αγορά]. Δεν αναζητά επιχειρηματίες ως συνομιλητές, αλλά απευθύνεται απευθείας στο Κράτος ζητώντας μια διαφορετική ανακατανομή του εθνικού πλούτου, και σπρώχνει το Κράτος να αναζητήσει τη χρηματοδότηση κάνοντας να πληρώσουν οι GAFA και οι πλουσιότεροι που αποφεύγουν τους φόρους..

Τοποθετημένος στο επίπεδο του κράτους, ο αγώνας αυτός γίνεται αμέσως ταξικός, και επομένως πολιτικός λόγω του επιλεγμένου συνομιλητή. Με αυτό δεν θέλω να πω ότι ένας μισθολογικός αγώνας στο εργοστάσιο δεν είναι πολιτικός (όλα είναι πολιτικά συνηθίζαμε να λέμε πριν από μερικά χρόνια … hihihihi!). Αλλά υπερπηδώντας ευθύς αμέσως την κλασική/παραδοσιακή σχέση κεφαλαίου/ εργασίας και τιθέμενο ενάντια στο Κράτος, το περιεχόμενο είναι διαφορετικό.

Απαιτώντας συνεπώς περισσότερο από την εθνική αλληλεγγύη περισσότερο «σοσιαλισμό». Από την αρχή της θητείας του, το οικονομικό σχέδιο του Macron ήταν πάντα να ευνοεί το μεγάλο και μεσαίο κεφάλαιο (χρηματιστικό και άλλο, για παράδειγμα κατάργηση των φόρων επί της περιουσίας, μείωση μισθολογικών παραχωρήσεων που βαρύνουν τα αφεντικά) εις βάρος του προλεταριάτου (μέχρι στιγμής τίποτα νέο, μια δεξιά πολιτική). Το σχέδιο αυτό υλοποιούνταν για εξοικονόμηση 60 δισ. ευρώ σε δύο χρόνια :

μείωση της βοήθειας (κοινωνική δαπάνη), μείωση των προϋπολογισμών των δημοσίων δαπανών (υγεία, εκπαίδευση, μεταφορές, μείωση της μισθολογικής μάζας στους κρατικούς θεσμούς, συμπεριλαμβανομένης της αστυνομίας κ.λπ. … ο κατάλογος είναι μεγάλος) και μετατοπίζοντας την φορολογική επιβάρυνση από το άμεσο (φόροι επί του εισοδήματος, [πρόσεξε καλά, το 45% των γαλλικών οικογενειών, εκείνων που λαμβάνουν τα χαμηλότερα εισοδήματα, είναι ήδη απαλλαγμένο από τον φόρο εισοδήματος, εάν θα έπρεπε να καταβάλλουν επί πλέον και τους φόρους επί του εισοδήματος, το εργατικό δυναμικό δεν θα μπορούσε πλέον να αναπαράγεται) σε εκείνο το έμμεσο (ΦΠΑ, ειδικοί φόροι κατανάλωσης καυσίμων, καπνός, rachet προστίμων, cotizzazioni εις βάρος μισθωτών και συνταξιούχων κ.λπ.).

Αλλά το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» ξαφνικά (κανείς δεν το είχε δει να έρχεται) με τον ριζοσπαστισμό του και με τα περιεχόμενα του αλλάξει εντελώς την κατάσταση. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να φτάσουν στο τέλος του μήνα και το Κράτος τους ζητά να συμμετάσχουν στον αγώνα ενάντια στο τέλος του κόσμου πληρώνοντας πιο ακριβή τη βενζίνη. Το σύνθημα είναι πολύ σαφές «Το πρόβλημά μου είναι το τέλος του μήνα, όχι το τέλος του κόσμου» απαντά ο πληθυσμός.

Τον δεκέμβριο, όλα αποκρυσταλλώνονται αυθόρμητα, βρισκόμαστε σε μια προ-εξεγερτική φάση (κάποιος μιλάει μάλιστα για μια καθαρά εξεγερτική φάση). Οι πιο ριζοσπάστες στο κίνημα δεν καταλαμβάνουν τα εργοστάσια, δεν επιτίθενται στην Ένωση Βιομηχάνων, δεν παραλύουν τις αποθήκες καυσίμων αλλά επιτίθενται στις τράπεζες, τα καταστήματα πολυτελείας, τα καταστήματα που ανήκουν στις πολυεθνικές (εκείνους που δεν πληρώνουν τους φόρους και επομένως δεν συμμετέχουν σε μια δυνητική ανακατανομή) μάλιστα και σε μια νομαρχία και την έδρα ενός υπουργείου.

Ορισμένα συνθήματα του κινήματος εκφράζουν/δηλώνουν «να εφορμήσουμε στο χειμερινό ανάκτορο» (η περιοχή του προεδρικού μεγάρου καθίσταται κόκκινη ζώνη, κανείς δεν μπορεί να πλησιάσει σε αυτήν) και το κίνημα συγκεντρώνει τη συναίνεση της πλειοψηφίας των γάλλων [φτάσαμε στο 80% της συγκατάθεσης), σχεδόν όλοι οι γάλλοι λένε ότι τα «κίτρινα γιλέκα» έχουν δίκιο.

Λίγα λόγια σχετικά με την κοινωνιολογική σύνθεση του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων»: η πλειοψηφία προέρχεται από τον τριτογενή τομέα (υπηρεσίες κ.λπ.), περισσότερο από το 50% προέρχεται από αγροτικές περιοχές (επαρχία), πολύ λίγοι άνεργοι, σχεδόν πλήρης απουσία υποπρολεταριάτου, και λίγοι εργάτες, μα πάρα πολλοί επισφαλείς, φοιτητές και μη, τεχνίτες, μικροί έμποροι, μικροί αγρότες που στραγγαλίστηκαν από την κρίση, συνταξιούχοι και πολλές διαζευγμένες γυναίκες με παιδιά. Οι αγρότες περιφρουρούν 24/24 τις οδικές διασταυρώσεις στην επαρχία, έρχονται τα σάββατα στις μεγάλες πόλεις για να διαδηλώσουν, αλλά μετά τη διαδήλωση επιστρέφουν σε περιοχές με χαμηλή πυκνότητα κατοίκων. Μέσα στο κίνημα δεν υπάρχουν ούτε τα συνδικάτα ούτε τα κόμματα (η άκρα δεξιά διεισδύει στο κίνημα, αλλά επίσημα δεν συμμετέχει), και κανείς δεν τα θέλει. Για αυτούς τους ανθρώπους, ο όρος «πολιτική» είναι ήδη συνώνυμος της διαμάχης-της διάθεσης για σύγκρουση [με αυτό αναφέρομαι στην Piazza Statuto και στις τρεις κατηγορίες του Accornero συγκρουσιμότητα-ανταγωνισμός-επανάσταση], της διαμεσολάβησης, συνεπώς ΔΕΝ θέλουν ένα πολιτικό κίνημα, αλλά είναι ήδη » πολιτικοί», δεν θέλουν να ανακτηθούν από την «παραδοσιακή» πολιτική οπότε να προδοθούν, δεν θέλουν ούτε μια δική τους πολιτική κατεύθυνση-διεύθυνση, θέλουν περισσότερα, είναι ήδη τουλάχιστον ανταγωνιστές-ανταγωνιστικοί.

Ιστορικά οι γάλλοι προλετάριοι τείνουν να «αναρχοφέρνουν» πολύ περισσότερο από τους ιταλούς. Ως αναρχικοί, απορρίπτουν όλες τις μορφές κρατικής οργάνωσης και όχι μόνο (ακόμη και τη δική τους οργάνωση), μια συγκεντροποίηση των αποφάσεων είναι ήδη συνώνυμη με την έμμεση δημοκρατία, την διαμεσολάβηση και τη διαφθορά των αξιών. Θέλουν μια άμεση δημοκρατία (όχι τυχαία ένας από τους στόχους είναι το δημοψήφισμα για την ιθαγένεια.

Ξέρουν τι ΔΕΝ θέλουν (για παράδειγμα την αντιπροσωπευτική δημοκρατία), χωρίς να γνωρίζουν τι θέλουν, εκτός από το να ζουν καλύτερα και να παράγουν διαφορετικά, είναι σιωπηρά και αντικειμενικά ήδη αντικαπιταλιστές. Μέσα στο κίνημα υπάρχουν όλες οι πιθανές πολιτικές θέσεις που μπορείς να φανταστείς (η κλασική δεξιά και αριστερή βάση, αναρχικοί, ακραία αριστερά, ακραία δεξιά), αλλά και πολλοί άνθρωποι χωρίς πολιτική ιδεολογία και που ποτέ δεν συμμετείχαν σε κανέναν αγώνα ούτε πολιτικό, ούτε μισθολογικό. Οι δικαστές που έχουν κληθεί να κρίνουν τους συλληφθέντες αντιμετωπίζουν ανθρώπους με καθαρό ποινικό μητρώο (γυναίκες και άνδρες), χωρίς πολιτικά προγενέστερα, με μέσο όρο ηλικίας 40-45 χρόνια (άνθρωποι που μιας και δεν έχουν ποτέ συμμετάσχει σε κάποιον αγώνα δεν γνωρίζουν καν τους κανόνες και πιάνονται με ευκολία). Με λίγα λόγια, «κανονικοί» άνθρωποι (οι εφημερίδες αναφέρονται σε «λαό», έτσι μιλούν για λαϊκιστές).

Ο Macron κυριολεκτικά χέζεται πάνω του, γιατί συγκεντρώνοντας την εξουσία στο πρόσωπο του (δεν έχει ένα «κλασικό» κόμμα, δεν έχει ένα συνδικάτο, οι βουλευτές του προέρχονται από την κοινωνία, δεν έχει χωροταξικά γραφεία, δεν έχει τοπικούς πολιτικούς εκπροσώπους, δεν έχει στρατευμένους, ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΟΝΟΣ, συνεπώς είναι και ο στόχος) είναι αυτός ο εχθρός που πρέπει να ρίξουν.

Αν εξαφανιστεί ο Macron, εξαφανίζεται και ο μακρονισμός, είναι αυτός που ενσαρκώνει το πολιτικό πρόγραμμα. Έτσι, μέσα σε βιασύνη και μανία, το επίπεδο καταστολής αυξάνεται, αλλά ταυτόχρονα, τον δεκέμβριο, παραχωρεί 10 δισεκατομμύρια ευρώ στο κίνημα (δεν αυξάνει τον νόμιμο ελάχιστο μισθό, επειδή ο «παραδοσιακός μισθός» καταβάλλεται από το «αφεντικό», αλλά αυξάνει το μέρος που αναλογεί στο κράτος, «καλώντας [hihihihi !] τις εταιρείες να καταβάλουν πριμοδότηση παραγωγής». Και τον απρίλιο (μετά την εθνική συζήτηση) προσθέτει άλλα 7 δισεκατομμύρια ευρώ (κάποιος λέει 8). Προσέξτε συνολικά 17 δισεκατομμύρια, πολύ περισσότερα από εκείνα που έχουν επιτύχει οι συνδικαλιστικοί και κοινωνικοί αγώνες κατά τα προηγούμενα 5-10 χρόνια κοινωνικών συγκρούσεων.

Πως είναι δυνατόν;

Ήθελε να εξοικονομήσει 60 δισεκατομμύρια ευρώ και αντίθετα επέλεξε (υποχρεωμένος ή όχι) να δώσει 17;

Πώς γίνεται να μειώνει τις κρατικές δαπάνες και να αυξάνει την ανακατανομή του πλούτου; Πώς μπορεί να είναι περισσότερο «σοσιαλιστής» (το λέει και το άρθρο του Le Figaro «… γενόμενος περισσότερο καπιταλιστής κοινωνικοποιώντας όλο περισσότερο τους καρπούς της ανάπτυξής του …) μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο και hyper-φιλελεύθερο καπιταλιστικό σύστημα;

Και δεν έχει τελειώσει εδώ. Οι λόγοι για τους οποίους γεννήθηκε το κίνημα εξακολουθούν να είναι παρόντες, ακόμη και με 100 ευρώ περισσότερα, το τέλος του μήνα παραμένει ακόμη πολύ μακριά. Τα 17 δισεκατομμύρια που παραχώρησε η κυβέρνηση είναι μόνο μια σταγόνα νερού σε σχέση με αυτό που αναμένει το κίνημα. Αν και έχει μαλακώσει από τη μακρά διαμάχη και ποινικοποιήθηκε (είναι αγώνας 6 μηνών με μια συχνότητα μιας διαδήλωσης κάθε σάββατο), το κίνημα μπορεί να ξεκινήσει ξανά αυθόρμητα ανά πάσα στιγμή (αλλά ισχύει και το αντίθετο ) και η κυβέρνηση έχει πολύ σφιχτά περιθώρια ελιγμών.

Ο Macron παραμένει σε κατάσταση ακραίας ευθραυστότητας, αυτός δεν έχει μια πραγματική σταθερή εκλογική βάση για να στηρίζεται, αυτοί που τον ψηφίζουν διαρκώς αλλάζουν, η πτέρυγα της συντηρητικής αριστεράς που κατάφερε να συνεταιριστεί ήδη τον εγκαταλείπει και είναι σε θέση να ψαρεύει μόνο στα δεξιά του. Οι οικολόγοι ενισχύονται τόσο από δεξιά (η αριστερά των μακρονιστών) όσο και από αριστερά (σοσιαλιστικό, κομμουνιστικό, κόμμα, insoumis). Ιστορικά το γαλλικό οικολογικό κίνημα έχει αριστερή βάση, βλέπε και ακροαριστερή (μιλάω για τη βάση, οι ηγέτες του οικολογικού κινήματος έχουν πιο ποικίλες θέσεις, υπάρχει επίσης ένας οικολογισμός της δεξιάς, για παράδειγμα οι κυνηγοί).

Το συνδικάτο CGT και τα κόμματα της «gauche», αριστεράς, προσπαθούν μόνο να καβαλήσουν το κίνημα (μιλώ για τα «gilets jaunes») με έναν τρόπο συμφεροντολογικό για να μπορέσουν να ενισχυθούν, επειδή κανείς πλέον δεν πιστεύει στην παλιά αριστερά και οι κάρτες μέλους μειώνονται κάθε μήνα. Δεν τους καταλαβαίνουν και ούτε καν προσπαθούν να τους καταλάβουν και το κίνημα δεν θέλει καν να τους ακούσει να μιλούν, ούτε να ακούσει να μιλούν γι αυτούς. Την 1η μαΐου (ημέρα των εργατών), η CGT δεν κατάφερε καν να πάρει την κεφαλή της πορείας, επικεφαλής μπήκαν τα ‘κίτρινα γιλέκα’-«gilets jaunes» και τα «μαύρα μπλοκ»-i «black-blocs».

Εκλογική παρέκκλιση ευρωπαϊκή ψηφοφορία. Το PCF δεν θα έχει κανένα βουλευτή στο Στρασβούργο, επειδή το ελάχιστο ήταν 5% των ψήφων, και αυτοί είναι στο 3,2%. Οι σοσιαλιστές και οι insoumis έχουν το 6% των ψήφων έκαστος, ενώ οι οικολόγοι έχουν πάνω από 13% (σοσιαλιστές + insoumis έχουν μαζί λιγότερες ψήφους απ ‘ότι οι οικολογιστές από μόνοι τους), η παλιά κλασική δεξιά καταρρέει από 20% σε 8%, σε μια συμμετοχή του 50% των ψηφοφόρων. Το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» δεν πήγε καν να ψηφίσει, παρά την ύπαρξη αρκετών ανεξάρτητων καταλόγων που δηλώνουν ότι είναι η έκφρασή τους και πως θέλουν να μεταφέρουν τα περιεχόμενα τους.

Δεν είμαστε ακόμη στο τέλος του κύκλου, για πολλούς παρατηρητές, είμαστε μόνο στην αρχή αυτού του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων». Και μεταξύ άλλων, τίποτα δεν θα είναι το ίδιο όπως πριν, τα περιεχόμενα που εκφράζονται είναι ένα σημείο μη επιστροφής. Κανένας άλλος αγώνας δεν θα μπορεί να αρχίσει χωρίς να ξεκινήσει από εκεί που έφθασαν τα «κίτρινα γιλέκα».

Οι εκτιμήσεις μου δεν είναι καθόλου ολοκληρωμένες, με αυτές τις γραμμές αναπτύσσω μερικές μόνο από αυτές. Συνεχίζω να αισθάνομαι μαρξιστής, στο «Κεφάλαιο» όλα αυτά τα πράγματα είναι ήδη εκεί (μπροστά σε όσους λένε ότι ο μαρξισμός είναι νεκρός).

Ο ταξικός αγώνας είναι πάντα υπαρκτός, μόνο οι κεντρικές φιγούρες «ίσως» είναι διαφορετικές. Η ευγένεια σου μου επιτρέπει να είμαι και λίγο ανακριβής, γνωρίζω πολύ καλά ότι ξέρεις να διαβάζεις μεταξύ των γραμμών και θα καταλάβεις το νόημα και το βάθος των πραγμάτων που λέω εις βάρος της φόρμας. Όπως βλέπεις, δεν είμαι εξοπλισμένος «συνοπτικά» και οι μεταβλητές είναι πολλές, οι παλιές κατηγορίες δεν είναι πλέον χρησιμοποιήσιμες, αλλά οι νέες δεν υπάρχουν ακόμα. Πώς να εξηγήσω τα πράγματα όταν οι λέξεις έχουν διαφορετικό νόημα από ότι στο παρελθόν; Θα μπορούσα και θα ήθελα να μιλήσω για ώρες.

Κράτησε αυτές τις «εκτιμήσεις» απλά ως τροφή για σκέψη.

…κι αυτή είναι η επιστολή που ανακτήσαμε από το computer του: una lettera d’ addio-μια επιστολή αποχαιρετισμού!

Ο καρκίνος με καταστρέφει κυρίως σωματικά. Δεν μπορώ να αντέξω να βλέπω τον εαυτό μου να μαραίνεται μέρα με τη μέρα. Αυτή η ασθένεια είναι ανίατη στην περίπτωσή μου, όσο ο συμβιβασμός μέσα στα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα μου επέτρεπε να έχω μικρές ικανοποιήσεις τις αποδεχόμουν, αλλά αυτή η περίοδος πέρασε, έτσι ώστε να «περιμένω» τον θάνατο χωρίς άλλη εναλλακτική λύση. Η ζωή δεν έχει πλέον νόημα για μένα.
Δεν μπορώ να αποδεχτώ να επιβιώνω χωρίς κανένα σκοπό και χωρίς καμία ελπίδα.
Όπως και στο τραγούδι της Nina Simone “My Way” (https://www.youtube.com/watch?v=E5slKnOULnU), έζησα με τον τρόπο μου με τη μεγαλύτερη δυνατή ειλικρίνεια, αλλά δεν ήμουν πάντα ο κατά το δυνατόν πιο τίμιος με όλους.
Υπάρχουν κάποιες πράξεις που έχω διαπράξει που με βαραίνουν σε όλη μου τη ζωή, πάντα ντρεπόμουν γι αυτό, μέχρι σημείου να τρέμω από αηδία και θυμό προς τον εαυτό μου. Σε εκείνες τις στιγμές με σιχαινόμουν, γιατί είχα υποκύψει στον οπορτουνισμό ο οποίος μου προκαλεί φρίκη. Αλλά στο σύνολο δεν ντρέπομαι για τη διαδρομή μου. Ποτέ δεν ήμουν υποκριτής, υπερασπίστηκα πάντα αυτό που πίστευα χωρίς να λαμβάνω υπόψη τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα που αυτό θα μου προκαλούσε. Σε σημείο να βάζω τη ζωή μου την ίδια σε κίνδυνο, αλλά με τον τρόμο πως εάν είχα επιλέξει το πρωταρχικό συμφέρον μου ενάντια σε αυτό στο οποίο πίστευα, δεν θα μπορούσα να κοιτάξω τον εαυτό μου μπροστά στον καθρέφτη. Να με εκτιμώ ήταν πάντα η στολή μου. Τα κατάφερα; Πραγματικά δεν ξέρω, αλλά το σημαντικό είναι ότι έκανα ότι μπορούσα για να αποφύγω να με απογοητεύω, το μόνο κριτήριο που πάντα μετρούσε για μένα. Θα μπορούσα να γίνω ένας μικροαστός και να σκέφτομαι το συμφέρον μου χωρίς να λαμβάνω υπόψη τους άλλους, αλλά ο ανθρωπισμός μου δεν μπορούσε να παραλείψει να λαμβάνει υπόψη την ευτυχία των άλλων. Μπορούσα να είμαι χαρούμενος αν και οι άνθρωποι που αγαπούσα θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη ευτυχία μου, ακόμα και εκείνοι που δεν γνωρίζω, ο Άνθρωπος με το Α κεφαλαίο.
Προφανώς έκανα επίσης πολλά λάθη, προσπαθώντας να τα αναγνωρίσω και να τα διορθώσω όταν μπορούσα, ακόμα και εκεί έκανα τα πάντα, ότι καλύτερο μπορούσα, με κάθε ειλικρίνεια και τιμιότητα.
Αφαιρώ τη ζωή μου με απλότητα, χωρίς κάποιος να με έχει σπρώξει ή να με επηρεάσει.
Είναι η επιλογή μου.
Αγάπησα, θαύμασα πολλούς ανθρώπους και κάποιοι με αγάπησαν, ευχαριστώ αυτούς τους τελευταίους, δεν κατάλαβα ποτέ γιατί με αγαπούσαν, αλλά συνέβη και αυτοί οι άνθρωποι ήταν πολύ σημαντικοί για μένα. Αδελφική αγάπη, σωματική αγάπη, γυναίκες και άνδρες μεταξύ των οποίων πρώτοι απ ‘όλους οι σύντροφοι μου στον αγώνα, συντρόφισσες και σύντροφοι που θα αναγνωρίσουν τους εαυτούς τους γιατί συχνά τους το έλεγα. Salvo, Barbara, Picchio, Mario, Prospero, Bertolazzi, Giovanni, Maurizio, Roberta, Marina ed ect, θα ξέρουν να αναγνωρίσουν τους εαυτούς τους.
Μα και πρόσωπα όπως Mimi, André, Danièle, Remo, Irene Villa (με βοήθησε πολύ οικονομικά), Irene Terrel, Lucia, Erika, Judith, Gigi Bergamin, Mai, Liana, η αδελφή μου παρόλο που μαζί της οι αντιθέσεις υπήρξαν όμορφες και πολύ άσχημες, κάνοντάς μας να περάσουμε αξέχαστες στιγμές και πολύ κακές στιγμές. Με έκανε ευτυχισμένο και δυσαρεστημένο με την ίδια ένταση, αλλά δεν το θέλω, όλοι προσπαθούν να κάνουν το καλύτερο τους. Κι εγώ δεν είμαι κάποιος να μπορώ να κρίνω τους άλλους. Πάντα πίστευα ότι οι γυναίκες είναι το καλύτερο κομμάτι της ανθρωπότητας και μερικές από αυτές που συνάντησα με αγάπησαν (δεν ξέρω πώς να τις ευχαριστήσω). Όλα αυτά τα λόγια μπορεί να φαίνονται μακρινά και κρύα, αλλά εγγυώμαι ότι τα αισθάνομαι μέχρι βαθιά στην καρδιά μου. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι με βοήθησαν να ζήσω, και είναι ακριβώς στο να με δεχτούν που επικεντρώθηκαν οι προσπάθειές μου.
Κατάπια 4 κουτιά Fentanyl (30 χαπάκια, ίσως λίγο λιγότερα), όπως και Oxynorme, j’ai ajouté de la vodka et tout ce que pouvais – αλλά και βότκα, και για να μην αποτύχω στην αυτοκτονία μου. Ακόμη και αν αποτύχει αυτή η προσπάθεια: Δηλώνω:
Δεν θέλω να ζήσω πια, θέλω απολύτως να διακοπεί κάθε θεραπεία, να μείνω ζωντανός σαν ένα φυτό δεν με νοιάζει, και ως υλιστής και ορθολογιστής δεν πιστεύω στη ζωή του πέρα. Είμαι ένα θηλαστικό και μετά το θάνατό μου δεν πιστεύω ότι υπάρχει τίποτα άλλο παρά αποσύνθεση της ύλης που συμμετέχει στον κύκλο της φύσης.
MY WAY, Nina simone το αγαπημένο μου τραγούδι, θα ήθελα να χρησιμοποιηθεί την ημέρα X.

=*=*=*=*=*=
αυτά είναι τα λόγια του τραγουδιού που αγαπούσε ο Enrico:
Και τώρα, που το τέλος πλησιάζει
Κι αντιμετωπίζω την αυλαία
Φίλοι μου, θα το πω ξεκάθαρα
Θα εκθέσω τα επιχειρήματά μου, για τα οποία είμαι σίγουρος
Έχω ζήσει μια ζωή που είναι πλήρης
Ταξίδεψα κάθε και όποιο μεγάλο δρόμο
Μα κυρίως και πάνω απ’ όλα, ότι έκανα το έκανα με το δικό μου τρόπο
Μετανιώνω, για λίγα
Αλλά και πάλι, πολύ λίγα για να τ’ αναφέρω
Έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω και εμβάθυνα χωρίς εξαιρέσεις
Προγραμμάτισα κάθε πορεία που χαράσσεται, κάθε μου προσεκτικό βήμα σε δρομάκι
Μα κυρίως και πάνω απ’ όλα, ότι έκανα το έκανα με το δικό μου τρόπο
Ναι, υπήρξαν στιγμές, είμαι βέβαιος ότι το γνωρίζατε
Ότι “κατάπινα” περισσότερα απ’ όσα μπορούσα ν’ αντέξω
Αλλά πάνω απ’ όλα όταν υπήρχε αμφιβολία
Τα “έτρωγα” μετά τα “έφτυνα”
Αντιμετώπισα τα πάντα και παρέμεινα στο ύψος μου
και το έκανα με τον τρόπο μου
Αγάπησα, γέλασα και έκλαψα
Συμπληρώθηκα και ένιωσα την απώλεια
Και τώρα καθώς τα δάκρυα υποχωρούν
Θεωρώ πως είναι όλα τόσο διασκεδαστικά
Και σκεφτείτε πως έκανα όλα αυτά
και επιτρέψτε μου να πω δίχως ντροπή
«Ω, όχι, Ω, όχι, όχι εγώ, Το έκανε με τον τρόπο μου»
Στο κάτω κάτω τι είναι άνθρωπος; Τι έχει;
Αν δεν έχει τον εαυτό του, τότε έχει το τίποτα
Για να λέει τα πράγματα που αισθάνεται πραγματικά
Και όχι τα λόγια κάποιου που γονατίζει
Το αποτέλεσμα δείχνει πως δέχθηκα πλήγματα
Και το έκανα με το δικό μου τρόπο.
Ναι … με το δικό μου τρόπο.

Γεια σου σύντροφε Enrico υπήρξε όμορφο που περπατήσαμε για το ίδιο μονοπάτι!

 

Le ultime parole di Enrico

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Rojava – Ροζάβα

Ο χρήστης  έκανε Retweet

 Ο χρήστης  έκανε Retweet

To επόμενο Σάββατο 9 Νοέμβρη θα προβληθεί στο Επί τα Πρόσω η ταινία JIYAN’S STORY του Haluk Unal για τους αγώνες των γυναικών στη

διεθνισμός, internazionalismo

Χιλή: είναι πόλεμος – Cile: è guerra.

Της Maria Teresa Messidoro

Cile: è guerra.

Είμαστε σε πόλεμο, βροντά ο Ερντογάν στην Τουρκία.

Βρισκόμαστε σε πόλεμο, διακηρύττει ο Piñera στη Χιλή, στην άλλη άκρη του κόσμου.

Οι Ζαπατίστας έχουν δίκιο όταν μιλούν για έναν Τέταρτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αναφερόμενοι στις επιθέσεις ενός παγκόσμιου χταποδιού τόσο επιθετικού που μας φαίνεται πως ζούμε σε «una noche oscura sin amanecer» (μια σκοτεινή νύχτα δίχως αυγή).

Αλλά ο πόλεμος που ξετυλίγεται στη Χιλή σήμερα δεν είναι αυτός που τα επίσημα μέσα μαζικής ενημέρωσης θέλουν να μας πουν, διαδίδοντας ένα συναίσθημα γενικευμένου πανικού στην ίδια την χώρα της Λατινικής Αμερικής και βάζοντας στο δίκτυο σε όλο τον κόσμο ειδικότερα τις εικόνες φαρμακείων, σούπερ μάρκετ, λεωφορείων και σταθμών του μετρό στις φλόγες, μιλώντας για τρομοκράτες, κλέφτες, τσακάλια, νέους με σκεπασμένα πρόσωπα που διαπράττουν κάθε φορά καταστροφές, παντού.

Η πραγματικότητα είναι μιαν άλλη: ο λαός της Χιλής, κουρασμένος μετά από χρόνια, μάλλον δεκαετίες καταπίεσης, καταστολής και αδικίας, οδηγεί μια πάλη που υπερβαίνει την αύξηση των τιμών των μεταφορών: έναν αγώνα ενάντια στην επισφάλεια, την αβεβαιότητα της ζωής, για να ανοίξει μια πληγή στην καρδιά του συστήματος, μια πληγή που είναι δύσκολο να θεραπευθεί αν όχι από βαθιές αλλαγές. Όπως γράφει ο Gabriel Morales στην ιστοσελίδα Carcaj, σε ένα άρθρο που πήρε από το Rebelion, «η κανονικότητα έχει ευτυχισμένα καταστραφεί. ευτυχισμένα γιατί αυτό που ήταν και εξακολουθεί να είναι σοβαρό σήμερα δεν είναι μόνο ότι ο κόσμος καταρρέει σε κομμάτια, πως τα χρέη μας στραγγαλίζουν για να μπορέσουμε να ικανοποιήσουμε τις βασικές μας ανάγκες, ότι ο πλανήτης δεν θα μπορεί να κατοικηθεί μέσα σε είκοσι χρόνια, ότι οι συνεχείς εξορύξεις δεν παύουν ένα λεπτό να μας χτυπούν. Ήταν και είναι ακόμα σοβαρότερο εάν αποδεχτούμε, μπροστά σε όλο αυτό, να συνεχίσουμε να πηγαίνουμε στη δουλειά, στο σχολείο, να επιστρέφουμε στο σπίτι σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Εδώ και μερικές ημέρες δεν είναι πλέον έτσι, κάτι άλλο έχει κινηθεί μέσα μας”.

Ναι. Δεν θα αναφερθώ εδώ στις διάφορες αναλύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί και διεξάγονται σε εναλλακτικούς τόπους, ολοκληρωμένες και εις βάθος αναλύσεις, σχετικά με τα αίτια και την εξέλιξη της λαϊκής εξέγερσης στη Χιλή.

(δείτε για παράδειγμα Χιλή, η μάχη του Σαντιάγκο από τον David Lifodi στο http://www.labottegadelbarbieri.org/cile-la-battaglia-di-santiago/http://www.labottegadelbarbieri.org/cile-la-battaglia-di-santiago/ ή Χιλή διαμαρτυρίες και ολοκληρωτική απαγόρευση κυκλοφορίας στο https://www.infoaut.org/conflitti-globali/cile-massicce-proteste-e-coprifuoco-totale)

Εδώ θέλω να μοιραστώ τις εκκλήσεις των ραδιοφώνων και των εναλλακτικών μέσων ενημέρωσης της Χιλής που μας ζητούν να διαδώσουμε τις φωτογραφίες των κακοποιήσεων και των εγκλημάτων που διαπράττονται από την χιλιανή αστυνομία, που ρίχνει τις βόμβες ενάντια στους ανθρώπους και σκοτώνει ατιμώρητα όσους διαδηλώνουν κατά τη διάρκεια της ολοένα διευρυνόμενης απαγόρευσης κυκλοφορίας, αλλά μας παροτρύνουν να διηγηθούμε μια ιστορία φτιαγμένη από γυναίκες και άνδρες, νέους και ενήλικες ή ηλικιωμένους οι οποίοι παίρνουν το μέλλον ξανά πίσω στα χέρια τους, κουρασμένοι πλέον από ένα τεράστιο χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, μιας μιζέριας της σιωπής-silenciada-φιμωμένης, της νόμιμης φοροδιαφυγής και χωρίς ποινικές κυρώσεις των πραγματικών αφεντικών της Χιλής, των ιδιωτικοποιημένων κοινωνικών δικαιωμάτων σε όλα αυτά τα χρόνια, και μετά την περίοδο της άγριας δικτατορίας του Πινοσέτ.

Είναι η εξέγερση για παράδειγμα των γυναικών της Χιλής που προτρέπουν όλους και όλες σε μια γενική απεργία, ενώ ακούγονται οι ήχοι της εξέγερσης, οι κραυγές, los cacerolazos-τα κατσαρολικά, το εκκωφαντικό μουρμούρισμα που «μας παρηγορεί διότι σημαίνει ότι είμαστε πολλ@ και την ίδια στιγμή στο δρόμο. Είναι η εξέγερσή μας ενάντια στη διαταγή να παραμείνουμε σιωπηλές, να επιστρέψουμε στο σπίτι, να δεχθούμε μια ομαλότητα που αντιθέτως θέλουμε να απορρίψουμε. Γυναίκες και αντιφρονούντες γεμίσαμε για άλλη μια φορά τους δρόμους και ανακαλύψαμε ότι το θάρρος είναι ένας μυς που ασκείται με τη χρήση» (από το κείμενο της έκκλησης των γυναικών της Χιλής στο

https://www.facebook.com/1859642500929192/posts/2721727688053998/)

Ο διεθνισμός ήταν κάποτε μια αξία.

Αυτή η αξία πρέπει να ανακτηθεί και σήμερα, αν θέλουμε να σκεφτούμε ότι «πατρίδα μας είναι ολόκληρος ο κόσμος»: υποστηρίζουμε, λοιπόν, τους αγώνες για αυτοδιάθεση στο Κουρδιστάν, Τσιάπας, Χιλή, Εκουαδόρ, αλλά και στην Αϊτή, μια χώρα που έχει εξεγερθεί εδώ και μήνες εναντίον μιας αντιλαϊκής κυβέρνησης και για την οποία κανείς δεν μιλάει.

Η σιωπή είναι συνεργός, είναι συνενοχή, να αντιστέκεσαι σημαίνει να υπάρχεις, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου.

Κατάλογος εναλλακτικών χιλιανών ραδιοφώνων

radio placeres – valparaíso

https://emisora.cl/placeres-valparaiso/

https://www.facebook.com/Radio-Placeres-a-la-Izquierda-del-Dial-257617057586511/

radio 19 de abril – cobertura colectiva

http://www.radio19deabril.cl/http://www.radio19deabril.cl/

https://www.facebook.com/LaRadio19deAbril/

radio humedales – concepción

https://www.radiohumedales.org/

https://www.facebook.com/culturayexistencialesbica/

radio kurruf concepción/santiago – desde redes sociales

https://www.facebook.com/radiokurruf/

https://twitter.com/radiokurruf?lang=es

prensa opal

https://twitter.com/prensaopal

periódico resumen – concepción

https://twitter.com/rsumen

https://resumen.cl/

https://www.facebook.com/PeriodicoResumenConcepcion

piensa prensa

https://www.facebook.com/PIENSAPRENSA/

https://twitter.com/PiensaPrensa

radio villa francia

http://www.radiovillafrancia.cl/http://www.radiovillafrancia.cl/

https://twitter.com/rvfradiopopular

radio manque

https://www.facebook.com/RadioManque/

 

https://www.infoaut.org/approfondimenti/cile-e-guerra

 

 Πριν από 52 λεπτά

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ένας παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος – Una guerra civile mondiale

του Sandro Moiso

“Δεν χρειάζονται πλέον τονωτικά ή ιδεολογίες, χρειάζεται μια άλλη ζωή – Non servono più eccitanti o ideologie, ci vuole un’altra vita”
(Franco Battiato, Un’altra vita-Μια άλλη ζωή, 1983)

“Εάν η χειραφέτηση των εργατικών τάξεων απαιτεί την αδελφική συνεργασία τους πώς μπορούν να επιτύχουν αυτή την αποστολή εφόσον μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικά σχέδια επικεντρώνεται επάνω σε εθνικές προκαταλήψεις και σπαταλά το αίμα και τους θησαυρούς των λαών σε πολέμους ληστείας; Όχι η σοφία της άρχουσας-κυρίαρχης τάξης αλλά η ηρωική αντίσταση της αγγλικής εργατικής τάξης στην εγκληματική τρέλα της ήταν αυτό που έσωσε την ευρωπαϊκή Δύση από το να ριχθεί με όλες τις δυνάμεις της σε μια βρώμικη σταυροφορία για να διαδώσει την δουλεία στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η επαίσχυντη έγκριση, η υποκριτική συμπάθεια ή η ηλίθια αδιαφορία με την οποία οι ανώτερες τάξεις της Ευρώπης έχουν δει τη Ρωσία να παίρνει το ορεινό φρούριο του Καυκάσου και να εξοντώνει την ηρωική Πολωνία. οι δίχως αντίσταση επιθέσεις αυτής της βαρβαρικής ισχύος, της οποίας η κεφαλή βρίσκεται στην Αγία Πετρούπολη και της οποίας τα χέρια βρίσκονται σε όλα τα ευρωπαϊκά υπουργικά συμβούλια, ανάγκασαν τις εργατικές τάξεις να μυηθούν στα μυστήρια της διεθνούς πολιτικής, να ξαγρυπνήσουν επάνω στις διπλωματικές διαδικασίες των αντίστοιχων κυβερνήσεών τους, αντιπαρατιθέμενες σε αυτές όποτε είναι αναγκαίο με όλα τα μέσα που κατέχουν, και, όταν δεν μπορούν να τα προλάβουν, να ενώνουν τις δυνάμεις τους και να τα καταγγέλλουν ταυτόχρονα και να διεκδικούν τους απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης που θα έπρεπε να ρυθμίζουν τόσο τις ανώτερες σχέσεις μεταξύ των λαών όσο και τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων. Ο αγώνας για μια τέτοια εξωτερική πολιτική είναι μέρος του γενικού αγώνα για την χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!” (Karl Marx, Εναρκτήρια ομιλία της διεθνούς Ένωσης Εργατών – Indirizzo inaugurale dell’Associazione internazionale degli operai, τέλος οκτωβρίου 1864)

Δύο αποσπάσματα στην αρχή μπορεί να φαίνονται πάρα πολλά για αρκετούς αναγνώστες.
Πάνω από όλα δύο αποσπάσματα από συγγραφείς περιβάλλοντα και συγκυρίες τόσο μακρινά μεταξύ τους.
Κι όμως, κι όμως …
Η τρέχουσα διεθνής κατάσταση, στην οποία δεν περνά μια μέρα χωρίς νέες διαδηλώσεις να εκρήγνυνται σε όλα τα μέρη του κόσμου, σε Ανατολή όπως στη Δύση και στο Νότο όπως στον Βορρά, πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε-να στοχαστούμε επάνω στην τεράστια κοινωνική δυσαρέσκεια που κινητοποιεί εκατομμύρια ανθρώπους σε κάθε γωνία του πλανήτη.

Μια δυσφορία που δεν μπορεί να βρει απάντηση στις πολιτικές που εφαρμόζουν κυβερνήσεις φαινομενικά τόσο διαφορετικές μεταξύ τους σε θεσμικές μορφές και πολιτικές εκπροσωπήσεις, αλλά ουσιαστικά ενωμένες από την ανάγκη διαφύλαξης των συμφερόντων του διεθνούς χρηματοοικονομικού κεφαλαίου.
Κυβερνήσεις διατεθειμένες, σε κάθε περιοχή του πλανήτη, να καταστρέψουν τη ζωή του είδους και να αφανίσουν το περιβάλλον με το οποίο πρέπει να συνυπάρχουν συνεχίζοντας να κάνουν να ζει αυτό που είναι ήδη νεκρό, από την ίδια την ουσία του.

Πράγματι, το ci vuole un’altra vita – χρειάζεται μια άλλη ζωή, εννοούμενο ως σύνθημα, θα μπορούσε να συνοψίσει πολύ καλά το περιεχόμενο των τρεχουσών διαμαρτυριών: από τις πορείες των νέων για την υπεράσπιση της κλιματικής και περιβαλλοντικής δικαιοσύνης στις διαδηλώσεις για την υπεράσπιση της επαναστατικής εμπειρίας της Ροζάβα, από τις διαμαρτυρίες στο Χονγκ Κονγκ μέχρι τις διαδηλώσεις των ιρακινών νέων, από τις εξεγέρσεις της Χιλής και του Εκουαδόρ σε εκείνες τις Καταλανικές μέχρι των κίτρινων γιλέκων-gilets jaunes και των κινημάτων NoTav και NoTap στις οποίες, έχουν προστεθεί και τις τελευταίες ημέρες και οι διαμαρτυρίες στο Λίβανο (qui).

Καμιά από αυτές τις περιπτώσεις-αγώνες δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει το απόλυτο από μόνος του και για τον εαυτό του, αλλά το σύνολο τους, η ολοένα αυξανόμενη συχνότητα των αγώνων και η αναφορά που γίνεται συχνά στον ένα για τους άλλους(η αλληλεγγύη του κινήματος NoTav προς τους μαχητές της Rojava, οι φοιτητές του Hong Kong που φορούν κίτρινα γιλέκα, καταλανοί διαδηλωτές με τις ομπρέλες, η διάδοση σαν κηλίδα λαδιού της ανατρεπτικής μάσκας του Joker στις ταραχές-εξεγέρσεις, για να κάνουμε μερικά παραδείγματα) μας βοηθούν να αναδημιουργήσουμε ένα πολιτικό και κοινωνικό μωσαϊκό συνδεδεμένο από ένα σχέδιο, το οποίο, αν και δεν έχει ακόμα σταθερά οριοθετηθεί, αρχίζει να εκδηλώνει την εγγενή του οργανικότητα. Η οποία πιθανότατα οφείλεται ακριβώς στις απαντήσεις που διατύπωσαν οι κυβερνήσεις με σχεδόν μονοσήμαντο-πανομοιότυπο τρόπο.

Σε όλες τις περιπτώσεις οι διαμαρτυρίες προκύπτουν από μια γενικότερη κακουχία-δυσφορία που έχει τις ρίζες της σε έναν τρόπο παραγωγής στον οποίο η συσσώρευση νεκρής εργασίας που μετασχηματίζεται σε αξία-χρήμα καταπνίγει τη ζωή και τη ζωντανή εργασία του είδους, τόσο στο απλά σωματικό επίπεδο όσο και σε εκείνο το ψυχικό.
Στο όνομα ενός όλο και πιο εφήμερου κέρδους, ειδικά εάν παρατηρήσουμε ότι πλέον ένα 20% των συνολικών Κρατικών τίτλων-ομολόγων και τουλάχιστον το 40% του κινδύνου αθέτησης των εταιρικών χρεών που φυλάσσονται στα χρηματοκιβώτια των οκτώ κυριότερων παγκόσμιων οικονομιών συνίσταται σήμερα σε τίτλους αρνητικού επιτοκίου (qui).

Οι διαφορές που χαρακτηρίζουν όλα τα κινήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω μπορούν να κρύψουν μόνο σε ένα σβησμένο μάτι ή τυφλωμένο από την ιδεολογία το γεγονός ότι οι ίδιες προέρχονται όλες από την ανάγκη να διακόψουν μια σχέση υποβολής στην οποία, όπως δήλωνε ένα επιτυχημένο σύνθημα πριν από μερικά χρόνια, Είμαστε το 99% !, η πλειοψηφία της ανθρωπότητας (γυναίκες, εργαζόμενοι μισθωτοί, άνεργοι, νέοι που δεν έχουν μέλλον τόσο από κλιματική και οικονομική άποψη, μεσαίες τάξεις κατεστραμμένες, αυτόχθονοι πληθυσμοί και μικροί αγρότες) αναγκάζεται να μειώσει όλο και περισσότερο τις ελάχιστες απαιτήσεις τους- ανάγκες για την αναζωογόνηση ενός κέρδους που συσσωρεύεται σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια μιας όλο και πιο περιορισμένης ομάδας επενδυτών και πολυεθνικών και υπερεθνικών εταιρειών. Ή ιμπεριαλισμών, παλιών και νέων, που βλέπουν όλο και περισσότερο να μειώνονται οι χώροι για την οικονομική και εξωρυκτική τους επέκταση, αν όχι με κίνδυνο νέων και ολοένα και πιο καταστροφικών πολέμων.

Από τους κούρδους της Ροζάβα που δεν θέλουν να βλέπουν κατεστραμμένο το πείραμα αυτοκυβέρνησης τους που έθεσε στο επίκεντρο κάθε πολιτικής και στρατιωτικής πρωτοβουλίας το ζήτημα των γυναικών, του περιβάλλοντος και των νέων μορφών δημοκρατίας που δεν βασίζονται στο Κράτος και την εθνικότητα, στους νέους και τους εξεγερμένους όλων των ειδών και ηλικιών στο Χονγκ Κονγκ, που έχουν πληγεί από μια καταστροφική οικονομική κατάσταση για την πλειοψηφία των κατοίκων της πρώην βρετανικής αποικίας 1, από τα εκατομμύρια των Καταλανών που κατέβηκαν στη πλατεία για τις σκληρές ποινές που επιβλήθηκαν στους πρωτεργάτες του δημοψηφίσματος ανεξαρτησίας του 2017 και για να επιβεβαιώσουν την επιθυμία τους για δημοκρατική ανεξαρτησία και οργάνωση ενάντια σε ένα Κράτος που εξακολουθεί να θεμελιώνει τις ρίζες του στον φρανκικό φασισμό και σε μια μοναρχία πλέον έξω από την Ιστορία, στους ιρακινούς νέους που κατέβηκαν στους δρόμους ενάντια στην αύξηση του κόστους ζωής και την έλλειψη εργασίας ή άλλων πηγών εισοδήματος. στους αυτόχθονες πληθυσμούς του Αμαζονίου στο Εκουαδόρ και τη Βραζιλία μέχρι την κοινωνική έκρηξη του Σαντιάγκο της Χιλής, μέχρι ακόμη τις περιβαλλοντικές και εδαφικές διαμαρτυρίες κινημάτων όπως τα ιταλικά NoTav και NoTap, φαίνεται ότι ένα μοναδικό ουρλιαχτό εξέγερσης ανεβαίνει από τον πλανήτη και μας καλεί να τελειώνουμε με ένα σύστημα εκμετάλλευσης της ζωής, της δικής μας και των άλλων ειδών, τώρα πλέον αφόρητη.

Ο κατάλογος των διαμαρτυριών και των αγώνων θα μπορούσε να συνεχιστεί επί μακρόν, καθώς και εκείνος των μορφών οργάνωσης και των άμεσων αιτημάτων που θέτουν στον αγωνιστικό χώρο οι εξεγερμένοι παντού, αλλά αυτό που πρέπει να τονιστεί εδώ είναι το γεγονός ότι όλοι αυτοί οι αγώνες βρίσκονται μπροστά σε όλο και πιο περιορισμένο περιθώριο ελιγμών και θεσμικών διαπραγματεύσεων, για να είμαι ειλικρινής σχεδόν μηδενικό.
Από τα τεθωρακισμένα που κατεβάζει ο Ερντογάν στο έδαφος της βορειοανατολικής κουρδικής Συρίας, καθώς και του Pinera στη Χιλή, στα περιφρονητικά λόγια του αντιπροσώπου του Σοσιαλιστικού Ισπανικού Εργατικού Κόμματος (PSOE), Pedro Sánchez Pérez-Castejón, κατά των αγωνιστών της ανεξαρτησίας που καταδικάστηκαν στην Ισπανία. από τα τανκς και τα στρατεύματα που μαζεύονται απειλητικά από την κινεζική κυβέρνηση στα σύνορα με το Χονγκ Κονγκ μέχρι την οριστική καταδίκη για τους αγωνιστές NoTav που κατηγορούνται για την παρεμπόδιση ενός διοδίου δρόμου το 2012 ή μέχρι τις δεκάδες καταγγελίες για τους στρατευμένους του κινήματος NoTap για απολύτως γελοίες πράξεις, η απάντηση των κυβερνήσεων δεν είναι άλλη από εκείνη που συνδέεται με τον εκφοβισμό, την καταστολή και την φίμωση, αν όχι τη σφαγή, των κινημάτων και των αγωνιστών που συμμετέχουν σε αυτούς.

Φίμωση και καταστολή που χρησιμοποιούν, ανάλογα με την περίσταση, όπλα, υποκριτικές εκκλήσεις για το μοίρασμα κοινών στόχων (όπως η Πράσινη Νέα Συμφωνία-Green New Deal ή η συλλογή ηλεκτρονικών υπογραφών υπέρ των Κούρδων από πλευράς χαρακτήρων όπως ο Roberto Saviano και ο Enrico Mentana) ενώ η αστυνομία καταστέλλει τις διαδηλώσεις στους δρόμους υπέρ της Rojava (όπως στη Φλωρεντία), η εισαγγελία διερευνά εκείνους που πήγαν να πολεμήσουν για αυτή την υπόθεση (όπως στο Τορίνο) και μαυρίζουν τα προφίλ Fb των εφημερίδων που είναι περισσότερο στρατευμένες στην υπεράσπιση της Rojava, μαζί με εκείνα τα ατομικά αγωνιστών που δραστηριοποιούνται περισσότερο στη διάδοση στο διαδίκτυο πρωτοβουλιών και μηνυμάτων προς αυτή την κατεύθυνση (όπως στη Μπρέσια, αλλά όχι μόνο).

Όλα αυτά φαίνεται να έχουν προκαλέσει την απώλεια της πυξίδας ακόμα και σε πολλούς από αυτούς που θα έπρεπε να έχουν λάβει μια μονοσήμαντη και υποστηρικτική θέση υπέρ όλων αυτών των κινημάτων, ανεξάρτητα από αυτό που δηλώνεται σε πρώτη φάση στα λόγια των οργανώσεών τους ή των εκπροσώπων τους.
Ξεχνώντας το μάθημα του Karl Marx και του Διεθνούς Συνδέσμου των εργαζομένων του 1864, πολλοί άρχισαν να αναρωτιούνται για την εγκυρότητα ή όχι των μεμονωμένων στόχων ή για την υποστήριξη που θα μπορούσαν να λάβουν τέτοια κινήματα από άλλες δυνάμεις, διασφαλίζοντας η κουλτούρα της υποψίας σταλινικής προέλευσης να επιστρέψει με τη μορφή φαινομενικά επιστημονικής γεωπολιτικής ή πολιτικής ανάλυσης, αλλά στην πραγματικότητα μοναχά κοντινής στην ηττοπάθεια.

Τέλος πάντων, μερικοί προσποιούμενοι πως αντιπροσωπεύουν μια αυθεντική μαρξιστική ορθοδοξία κατέληξαν να προδίδουν το πνεύμα που χαρακτήριζε πάντα τη δράση και τον στοχασμό του Moro di Treviri, που πάντα και αποκλειστικά αποσκοπούσε στην εξεύρεση και καταδίκη των ζωτικών γαγγλίων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής από μια πλευρά, και να προσδιορίσει τους πραγματικούς ανταγωνιστές του μαζί με τους αγώνες που προορίζονται να τον ξεπεράσουν, από την άλλη.

Είναι αλήθεια ότι σήμερα η έκκληση προς την ενότητα δεν μπορεί πλέον να περάσει μόνο μέσω αυτής που απευθύνεται στην εργατική τάξη, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι η έκκληση του 1864 τελείωνε με εκείνο το προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε! που ξεπερνούσε το στενό όριο των απλών μισθωτών για να απευθυνθεί σε όλους τους απαλλοτριωμένους της Ευρώπης και ολόκληρου του κόσμου. Σε εκείνο το απέραντο προλεταριάτο στο οποίο, οι διαδικασίες απαλλοτρίωσης και εξαθλίωσης της πλειοψηφίας του πληθυσμού, κατακλύζουν τόσο τα εκατομμύρια προσφύγων και εκτοπισμένων που μεταναστεύουν από τη μία άκρη του πλανήτη στην άλλη, αναζητώντας μια υπαρξιακή και οικονομική ασφάλεια που καμία κυβέρνηση σκοπεύει πραγματικά να τους εγγυηθεί, καθώς και οι φοβισμένες μεσαίες τάξεις της Δύσης, όπου στο σύνθημα των gilets jaunes, Τέλος του κόσμου – τέλος του μήνα ίδιο πράγμα, μπορούν να αναγνωρίσουν μια τέλεια σύνθεση της κατάστασής τους.

Μια γιγαντιαία ανασύνθεση της τάξης στην οποία, σήμερα και πάνω απ ‘όλα στη δυτική πλευρά του πλανήτη, προλεταριάτο και περιθωριακό προλεταριάτο, υποπρολεταριάτο και μισθωτοί εργαζόμενοι συγχωνεύονται συνεχώς χάρη στη διάχυση της επισφαλούς εργασίας, των γραφείων ευρέσεως εργασίας και, κυρίως, της εξαφάνισης οποιαδήποτε εγγύησης της και στον χώρο εργασίας. Η μη κατανόηση αυτού του γεγονότος θα σήμαινε τη μείωση της «εργατικής τάξης» σε ένα απλό φετίχ να ανεμίζουμε με την ευκαιρία των εορτασμών της 1ης μαΐου, καθιστώντας την πέρα από αυτό δούλη σε ένα labourist όραμα που θα την υποβάθμιζε να είναι ένα απλό παράρτημα της παραγωγικής μηχανής πλέον χωρίς καμία πραγματική ταξική αυτονομία.

Ο Μαρξ επίσης κατανοούσε σαφώς ότι «Με τη συνεχή μείωση του αριθμού των μεγιστάνων του κεφαλαίου […] αυξάνεται η μάζα της δυστυχίας-μιζέριας, της πίεσης, της υποδούλωσης, του εκφυλισμού, αλλά αυξάνεται και η εξέγερση”.2 Επιβεβαίωση στην οποία πρέπει να προστεθεί αυτή του Φρίντριχ Ένγκελς, όπου έγραφε: «Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, μετατρέποντας τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού σε προλετάριους σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό, δημιουργεί τη δύναμη η οποία, ποινή ο θάνατος, αναγκάζεται να πραγματοποιήσει αυτή την αναταραχή-αναστάτωση, την αλλαγή.”3

Πιθανότατα όχι όλοι όσοι βγαίνουν στους δρόμους της Καταλονίας μοιράζονται τους ίδιους στόχους (μεταξύ της ανεξαρτησίας του Carles Puigdemont i Casamajó και της ανεξαρτησίας των CDR, των επιτροπών υπεράσπισης της δημοκρατίας, ή των επιτροπών γειτονιάς τρέχουν διαφορετικά μήκη απόστασης από άποψη στόχων και μεθόδων αγώνα και οργάνωσης από κάτω), έτσι όπως στο Χονγκ Κονγκ τα συμφέροντα που εμπλέκονται στις αναταραχές μπορούν να είναι τόσα όσα τα υπάρχοντα μεταξύ των κυβερνήσεων που εν μέρει υποστήριξαν, και μετά πρόδωσαν, τους κούρδους της Ροζάβα στον αγώνα τους, που εξαναγκάστηκαν από την αναγκαιότητα της επιβίωσης, ενάντια στο Isis, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι απολύτως απαραίτητο να στηρίξουμε και να μοιραστούμε όλους αυτούς τους αγώνες, στο όνομα μιας κοινής και απαραίτητης υπερνίκησης όχι μόνο των αδικιών που καταναλώνονται σε πλανητικό επίπεδο, αλλά και του κοινωνικού μοντέλου και του τρόπου παραγωγής που τους καθιστά εύλογους.

Τέλος είναι απαραίτητο να αναλογιστεί κανείς ότι πολλά κινήματα ανεξαρτησίας γεννιούνται ακριβώς από την κρίση των εθνικών κρατών, τα οποία τώρα πλέον έχουν υπερβολικά μειωθεί σε μια απλή κατασταλτική λειτουργία, και ανεπαρκή, ή μηδενική, αυτονομία λήψης αποφάσεων των κυβερνήσεών τους. Χωρίς τέτοιες εκτιμήσεις, οι οποίες θα πρέπει σίγουρα να μελετηθούν σε βάθος, δεν είναι όμως δυνατόν ούτε να κατανοήσουμε την όλο και πιο ολοφάνερη ασημαντότητα των κυβερνώντων και των κομμάτων τους: από τον Di Maio έως τον Trump, περνώντας από το Salvini, το PD, τον Boris Johnson και όλες αυτές τις δυνάμεις που, από καιρό σε καιρό, κυριαρχιστικές, λαϊκιστικές, δημοκρατικές ή φιλελεύθερες, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο παρά να ζεσταίνουν ξανά την ίδια παλιά σούπα και να οδηγούν το ίδιο αρπακτικό καταπιεστικό και κατασταλτικό έργο-σχέδιο.

Ξανά στη δεκαετία των χρόνων Εξήντα του ‘800, ο Μαρξ καλούσε τους άγγλους εργάτες, οι οποίοι αντιτίθενται στον εικαζόμενο ανταγωνισμό εργασίας των ιρλανδών μεταναστών εργαζομένων, να υπερασπίζονται αυτούς τους πιο αδύναμους και λιγότερο εξασφαλισμένους εργαζόμενους αντί να τους πολεμούν, επειδή αυτοί που δεν μπορούν να υπερασπιστούν τα δικαιώματα των άλλων, δεν ξέρουν να το κάνουν ούτε με τα δικά τους. Όλα αυτά εξακολουθούν να ισχύουν, και ίσως ακόμη περισσότερο, για εμάς σήμερα. Αλίμονο να προδώσουμε την εντολή του.

Και διότι σήμερα, σε διεθνές επίπεδο, έγινε απαραίτητο να μιλήσουμε για εμφύλιο πόλεμο, αφού ο απώτερος στόχος αυτής της παγκόσμιας σύγκρουσης θα μπορέσει να ολοκληρωθεί όχι τόσο και μόνο με τη νίκη ενός από τους δύο κύριους παίκτες (εργάτες και αστούς για να απλοποιήσουμε σύμφωνα με έναν κακά χωνεμένο μαρξισμό] αλλά, μάλλον, με την άρνηση και των δυο μέσω μιας άρνησης και μιας υπερνίκησης του σημερινού τρόπου παραγωγής, και μέσω της άμεσης καταστροφής του εθνικού Κράτους, όπως ακριβώς είχε δηλώσει ο Μαρξ μετά την εμπειρία της Κομμούνας του Παρισιού. Εμφύλιο πόλεμο για τον οποίο, μεταξύ άλλων, οι πιο άγριοι υπερασπιστές της υπάρχουσας α/ταξίας δεν διστάζουν πλέον να μιλήσουν ανοιχτά, όπως έκανε ο πρόεδρος της Χιλής Pinera τις ημέρες αυτές (qui).

Φυλακή, στρατόπεδο συγκέντρωσης, θάνατος, βασανιστήρια και βία δεν υπήρξαν κατασταλτικά εργαλεία τυπικά μόνο του παρελθόντος και των ολοκληρωτικών καθεστώτων, αλλά όλο και περισσότερο θα βρίσκονται στο παρόν, σε κάθε γωνιά της Ευρώπης και του κόσμου. Miseria y repression-μιζέρια και καταστολή όπως γράφτηκε σε ένα πανό των χιλιανών διαδηλωτών. Όμως όλο αυτό δεν αποτελεί μόνο μια προσωρινή απόκλιση από την καθημερινή πολιτική και δημοκρατική κανονικότητα, όπως όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα ήθελαν ξανά να μας κάνουν να πιστέψουμε. μάλλον θα πρέπει να αναγνωρίζεται δεόντως και να ονομάζεται με το καταλληλότερο όνομα: εμφύλιος πόλεμος, ανοιχτός ή έρπων κι αν είναι 4, που αναγγέλλεται από τις κυβερνήσεις και τις ελίτ της παγκόσμιας οικονομίας στο όνομα των «ιερών δικαιωμάτων» του κέρδους και της εκμετάλλευσης. Αλλά που θα πρέπει να αντιστραφεί στο αντίθετό του.

Ένας βίαιος και καθόλου υπόγειος εμφύλιος πόλεμος που έχει ανοίξει μεταξύ εκμεταλλευτών, τόσο του ανθρώπινου είδους όσο και του περιβάλλοντος, και εκμεταλλευόμενων που θα επιλυθεί μόνο με τον επαναπροσδιορισμό των κοινωνικών μορφών διακυβέρνησης και παραγωγής. Μορφές που δεν μπορούν ακόμη να δοθούν πλήρως, αλλά που θα μπορούσαν να γίνουν κατά τη διάρκεια των γεγονότων ή να οριστούν πλήρως μόνο στο τέλος τους. είναι βέβαιο ότι πρέπει, με εξυπνάδα και σαφήνεια της σκέψης, να συνειδητοποιήσουμε ότι από την Κομμούνα κι εμπρός όλοι οι αγώνες έως τους σημερινούς, αποτελούν μέρος ενός μακρού, ίσως πολύ μακρού, εμφυλίου πολέμου (όχι μόνο ταξικού, μιας και οι παίκτες συχνά υπήρξαν πιο πολυάριθμοι των δύο τάξεων που αγιοποιήθηκαν από την ιδεολογία) που προορίζεται να επαναπροσδιορίσει τα όρια του μέλλοντος του είδους μας. Μια σύγκρουση, αυτή που ζούμε, που μόνο από το μέλλον, μπορεί να αντλήσει την έμπνευση και τα σωστά κίνητρα, από το μέλλον που εννοείται ως άρνηση των παρόντων και περασμένων-πεπερασμένων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής.

Αφήνοντας στους σημερινούς διαχειριστές της τρέχουσας παγκόσμιας αυτοκρατορικής α/ταξίας τον ρόλο που ήδη ανήκε στις χειρότερες συντηρητικές, φιλελεύθερες, φασιστικές ή ψευδώς σοσιαλιστικές κι αν ήταν δυνάμεις του παρελθόντος. Ήτοι, να αρνούνται, με οποιοδήποτε μέσο, ένα διαφορετικό και εφικτό μέλλον έτσι ώστε αυτή να μπορέσει που μπορεί ακόμη να εμποδίσει οποιαδήποτε ενέργεια αλλαγής του παρόντος.

***

N.B.

Με την ευκαιρία της εκδήλωσης Λόγος-Γιορτή της Λέξης Logos-Festa della Parola που θα λάβει χώρα στη Roma από 23 έως 27 οκτωβρίου στο κοινωνικό κέντρο CSOA EX SNIA θα διεξαχθούν συναντήσεις, συζητήσεις και παρουσιάσεις βιβλίων άμεσα συνδεδεμένων με μερικά θέματα που αντιμετωπίστηκαν εδώ, το πρόγραμμα (qui il programma).


  1. Si veda H. Dieter, Poveri e senza casa: le radici sociali della protesta in Hong Kong: una Cina in Bilico, Limes n° 9/2019, pp. 117-120  
  2. K. Marx, Il capitale, Libro primo,cit. in A.Heller, La teoria dei bisogni in Marx, Feltrinelli 1974, p. 87  
  3. F. Engels, Antidühring, in A. Heller, op. cit. p. 87  
  4. cfr. https://www.carmillaonline.com/2019/03/07/tre-secoli-di-guerra-civile/  
αυτονομία, autonomia

Η γειτονιά στον καιρό της αυτονομίας – Il quartiere al tempo dell’autonomia

Quand nous chanterons le temps des cerises,
Et gai rossignol, et merle moqueur
Seront tous en fàªte!
Les belles auront la folie en tàªte
(J.B. Clément: Le Temps des Cerises)

Garbatella. Ανοιξιάτικο βραδάκι στη σκιά του Palladium. Ανταλλάσσοντας φράσεις και εικόνες, ρήματα που υποβάλλονται από τη μνήμη, εκφράσεις σημαδεμένες από τον χρόνο κι όμως συζευγμένες στο παρόν, ονόματα συντρόφων και χαμένες βιογραφίες. Στην πινακίδα του θεάτρου της γειτονιάς ξεχωρίζουν τώρα ραντεβού τρίτης πανεπιστημίου. Για το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του εβδομήντα, στο «σινεμά του μπαρ Foschi» υπήρχε ένα ολόκληρο φεστιβάλ ελαφριών ταινιών με κόκκινα φώτα, γεμάτες από Καυτά καλοκαίρια της Fanny ή Μαύρες Εμανουέλλες, που κάθε τόσο εναλλάσσονταν με επεισόδια του Dario Fo που έδινε το Mistero Buffo ή με τον Victor Cavallo που ήδη ανακοίνωνε, αυτοσχεδιάζοντας τες στον πάγκο κάποιας ταβέρνας, τις αναρχοκαταστασιακές επιδρομές του Scarface που «είναι dibartolomei και αρσενικός», «ψηφίζει κομμουνιστές και κρύβει τον baader στα σοκάκια της Ρώμης», «είναι πούστης romanista και φέρνει λουλούδια βλεμμάτων στον τάφο του maccarelli στη λεωφόρο tormarancio».

Χρειάστηκαν είκοσι πέντε χρόνια για να επιστρέψει από την εξορία της Γαλλίας και το συναισθηματικό αντίκτυπο ενός τέτοιου τόπου τον συνεπαίρνει πλήρως. Ακολουθεί τις καμπύλες που σχεδιάστηκαν από τον Innocenzo Sabbatini, τα κενά και την πληρότητα της αρχιτεκτονικής του, το τύμπανο και τις καμάρες που κόβονται στον τοίχο, μια κοιλότητα από τούβλα και τις κολώνες της εισόδου που στοχεύουν προς τα πάνω την στοά με τα μεγάλα παράθυρα. Στο χαρτί γλιστρούν σκίτσα με μολύβι και το τύμπανο του κτιρίου σπάει στη μέση με γραμμές δρόμων που από εδώ διακλαδίζονται σαν αστέρι ενώ, ανάμεσα σε ματιές γύρω και λέξεις που ξαναβρέθηκαν, παίρνουν ζωή ιστορίες και γεγονότα μιας μακράς εποχής που ονομάζονταν αυτονομία.

“Σε μια τέτοια πλατεία την πρώτη φορά που έβαλα το πόδι μου ήμουν δεκαέξι χρόνων, την τελευταία μια δεκαριά περισσότερα. Από εδώ, κατά μήκος της Via Cravero, κατέβαιναν οι πορείες που από το γυμνάσιο μου στην Tormarancia πήγαιναν να χωθούν στο μετρό Β εδώ στο κάτω μέρος της Piazza Pantera. Ανεβαίναμε όλοι χωρίς να πληρώσουμε. Στα χρόνια του ’70 αυτό το μέρος το ανακάλυψα ως μαθητής στις μεσαίες τάξεις λόγω εκείνης την εξέγερσης του μαίου κατά του ΝΑΤΟ. Υπήρξε μια καταιγίδα ανθρώπων και εξακολουθώ να έχω στα μάτια μου τις κούρσες στα μονοπάτια των αγώνων, τις αντιστάσεις στους φρουρούς, τα πρώτα αέρια που εισπνεύσαμε. Η αίσθηση, ίσως υπερβολική, ήταν εκείνη μιας ολόκληρης γειτονιάς που αγωνίζονταν μαζί σου, που διαδήλωνε, που ρίσκαρε. Και που έστελνε επίσης κατά διαόλου εκείνους τους τέσσερις σπασαρχίδες του PCI-ΚΚΙ της Villetta που μέσα σε όλη εκείνη την φασαρία που υπήρχε ανησυχούσαν μόνο να πιάσουν απ’ τον γιακά τα μέλη τους, καλώντας τους να τα παρατήσουν, απειλώντας τους πως θα λογαριαστούν στα γραφεία αν δεν εγκατέλειπαν τις συγκρούσεις. Υπήρχε ένας ιδιαίτερος αέρας γύρω από την Garbatella και για πολύ καιρό, από εκείνη την έκρηξη απελευθέρωσης, ίχνη της διατηρήθηκαν ακόμα και στα παιδικά παιχνίδια. Από τον Περιφερειακό μέσω της via Caffaro και της οδού Ferrati κροτάλιζε
κινούμενο το τραμ το οποίο έπαιρνε αυτή τη στροφή και ανέβαινε επάνω από την via Passino. Στο ύψος της αγοράς αναγκάζονταν πάντα να επιβραδύνει και, όταν μια αξέχαστη χιονόπτωση έπεσε στη Ρώμη τον χειμώνα, ακριβώς αυτό το σημείο μετατράπηκε σε ζώνη για ενέδρες. Τα παιδιά έχτιζαν πυρομαχικά με μπάλες χιονιού, στη συνέχεια πετάγονταν από τα σκαλάκια της αγοράς με τα κασκόλ να καλύπτουν τα πρόσωπά τους και εφορμούσαν επάνω του με την κραυγή Giap, Giap, Ho chi Minh. Βρε παιδιά γιατί φωνάζετε; Τους έλεγε κάποιος μεγαλύτερος από αυτά. Τι σε νοιάζει, έκαναν εκείνα, φωνάζω αυτό που γουστάρω και μ’ αρέσει, είναι μια κραυγή μάχης. Εκείνη τη χρονιά ορισμένα συνθήματα κατέληξαν και στο πέταλο στο γήπεδο και επάνω στο ρυθμό του ce nàest quàun dèbut χτυπούσαν τα χέρια με τα ονόματα των Amarildo, Ciccio Cordova, Scaratti και Del Sol στη θέση των Mao και Lin Piao.»

Η έδρα της Lotta continua, τότε, δεν ήταν ακόμα η έδρα της Lotta continua. Στην πόρτα υπήρχε ένα σύμβολο με ένα σφυρί και ένα δρεπάνι και ένας στυλιζαρισμένος χάρτης του κόσμου φτιαγμένος σε φέτες από παράλληλες και μεσημβρινές οι οποίες, στην πρόθεση του σχεδιαστή, έδιναν αμέσως την ιδέα μιας Διεθνούς νέου τύπου. Ωστόσο το κόμμα χωρίς σύνορα είχε δύσκολο ακρωνύμιο αν και ιστορικό, ονομαζόταν Psiup, και σύντομα θα διαλύονταν από ζητήματα απαρτίας και εκλογικής λογιστικής.

“Αυτή την έδρα στη via Passino την πήρε αμέσως η κομμουνιστική Ομάδα Garbatella και αργότερα θα γίνει η ρωμαϊκή έδρα της Ομάδας Gramsci. Η Gramsci με τη σειρά της θα τελειώσει, μετά από μερικά χρόνια, αποφασίζοντας την αυτοδιάλυση της μέσα στο κίνημα. Ήταν η κατάληψη του Mirafiori του ’73 που έδωσε μια επιτάχυνση εργατισμού σε όλο τον προβληματισμό τον σχετικό με την οργάνωση και εκείνη είναι λιγάκι η ημερομηνία έναρξης της αυτονομίας. Είδα, σε μια θεατρική ανακατασκευή της υπόθεσης Moro φτιαγμένη από τον Marco Baliani, μια εκδοχή εκείνης της επιλογής. Ο συγγραφέας μιλάει για το συμβάν λες και στη Garbatella να είχε τεθεί σε ψηφοφορία, ακόμη και με το σήκωμα χεριών, η είσοδος στην παρανομία και πως η διάλυση εκείνη ήταν η αρχή του τέλους. Όσο για μένα έχω άλλες αναμνήσεις, οι bierre-ερυθρές ταξιαρχίες δεν υπήρχαν τότε, ή τουλάχιστον εδώ δεν ήταν ένα πρόβλημα και κάποια περάσματα δεν τα θυμάμαι με τόση δραματικότητα . Ασφαλώς η επιλογή της αυτονομίας δεν ήταν κάτι για προσκόπους και σε μερικούς η στροφή έφερε ζάλη. Ο Vittorio τα παρατάει αμέσως, άλλοι την θεωρούν ως μιλανέζικη εφεύρεση και δεν την αποδέχονται, τότε ο Αldo δεν μπορούσε να αντέξει την ιδέα να έχει να κάνει με τους Volsci, του κάθονταν στ’ αρχίδια, και σιγά σιγά άρχισε να ξεγλιστράει, κάποιος, νομίζω οι Greg και Lanfranco πήραν το τρένο και πήγαν επάνω στο Μιλάνο στη Via Disciplini στην έδρα του Rosso για να καταλάβουν τι αέρα φυσούσε αλλά εκεί συνάντησαν τον Iacopo Fo που τους είπε ήσυχα ότι είχαν λίγα να καταλάβουν και πως αυτός προτιμούσε να πάει στον κινηματογράφο για να δει το Paper Moon. Εν ολίγοις μια ωραία σύγχυση αλλά, επιστρέφοντας στην Garbatella, πολλοί από εμάς, περισσότερο δεμένοι με τις καταστάσεις, με τις κολεκτίβες των σχολείων ή με κάποια εργατική επιτροπή και γειτονιάς, προχώρησαν και συνέχισαν να συχνάζουν για λίγο σ’ εκείνο το υπόγειο. Και όμως η άφιξη της Lc που βρήκε αυτό το μέρος δωρεάν μετατρέποντάς το σε γραφεία κόμματος δεν άλλαξε εκείνο το κλίμα συνοικιακής αδελφοσύνης που υπήρχε στον αέρα. Με λίγα λόγια εμείς οι αυτόνομοι της γειτονιάς ήμασταν πολύ ορατοί, συναντιόμασταν, είχαμε κοινά σημεία αναφοράς με άλλους επαναστάτες, ίσως υπήρχε ανταγωνισμός στη ριζοσπαστικότητα των πραγμάτων αλλά είναι ένας εξτρεμισμός για παλκοσένικο να λέμε ότι ενώ το Manifesto έβαζε υποψήφιο τον Valpreda ή ότι LC έφτιαχνε κόκκινα παζάρια εμείς σκεφτόμασταν μοναχά να εξαφανιστούμε από την κυκλοφορία.”

Στην διήγηση Σώμα Κράτους-Corpo di Stato εκείνη η συνέλευση του ’73 είναι ένα εμβληματικό γεγονός, γεμάτο από πάθος, ίσως ένα αφηγηματικό τέχνασμα για να γίνει λόγος για την κανονικότητα, το πόσο ήταν φυσικό, εκείνα τα χρόνια, να βρεθούμε στη θέση να κάνουμε κάποιες επιλογές. Και υπάρχει ένα αγόρι που περιγράφεται με αγάπη και πολύ ισχυρή συμπάθεια, με χαμογελαστά μάτια, ανακατεμένα και κυματιστά μαλλιά, ευγενικούς τρόπους και πάντα σημαδεμένους με εξαιρετική γενναιοδωρία. Ο συγγραφέας τον βλέπει στο κέντρο της σκηνής και τον σταματάει, με αμηχανία, καθώς σηκώνει το χέρι του στο σημάδι του p38 δίνοντας το όνομά του για μια στρατολόγηση στο ένοπλο κόμμα.

“Μια υπερβολή όπως λέγαμε. Ελπίζω μόνο να υπαγορεύεται από τις ανάγκες του θεάτρου και όχι από το συνηθισμένο παιχνίδι της μνήμης που παραμορφώνεται, σχεδόν αναγκαστικά, για να την καταστήσει συμβατή με τα γεγονότα που συνέβησαν αργότερα. Εκείνο το αγόρι είναι ο Claudio ούτως ή άλλως. Ο Claudio Pallone. Ένας σύντροφος της Garbatella μεταξύ των πιο γνωστών τότε. Μαζί με τον Giancarlo De Simoni ο οποίος ζούσε στα στραβά κτίρια του San Quintino πήγαιναν στο Borromini και ήταν οι πιο γνωστοί, την εποχή του Gramsci και ακόμη αργότερα στον χώρο του Rosso, μεταξύ των σπουδαστών και των νέων της περιοχής. Μου έρχεται να τους βάλω μαζί ακόμα κι αν οι ιστορίες τους είναι διαφορετικές. Ο Claudio σκοτώθηκε σε ένα σημείο ελέγχου των καραμπινιέρων μετά από μια ληστεία τραπέζης και στην ίδια ιστορία σκοτώθηκε και ο Arnaldo, μια εξαιρετική προσωπικότητα που ξεπήδησε ανάμεσα μας από έναν άλλο κόσμο και από μιαν άλλη εποχή και που θα άξιζε μια ιστορία από μόνος του. Και ο Giancarlo δεν υπάρχει πλέον, χτυπημένος από έναν όγκο αφού μετακόμισε στην Αυστραλία. Για την απώλεια του έμαθα στο Παρίσι σχεδόν τυχαία και δεν το περίμενα με τίποτα. Αυτή του Giancarlo ήταν μια εκρηκτική νοημοσύνη, σε επηρέαζε αφάνταστα, εύρους και μεγαλοφυίας νταντασουρεαλιστικής. Την πρώτη φορά που εμφανίστηκε στο στέκι ζήτησε να μιλήσει ως σύντροφος της Mani Tese. Αυτή ήταν μια οργάνωση χριστιανών βάσης και δεν τον προβλημάτισε διόλου να επιμένει, σαν σύντροφος της Mani Tese-Απλωμένα Χέρια ενώ τα πειράγματα και οι μορφασμοί έδιναν και έπαιρναν. Στη συνέχεια ακολούθησε την trasversalista τάση της αυτονομίας, εκείνη κοντά στοn Bifo και τους μπολονιέζους. Ο Claudio αντιθέτως ήταν καθαρή ενέργεια, άμεσο πάθος και επιθυμία για απευθείας κομμουνισμό. Τον αποκαλούσαμε Ερνέστο, το δεύτερο του όνομα, επειδή είχε μέσα του νοτιοαμερικανικές ρίζες και διαθέσεις, μια έντονη τρυφερότητα, μια ανησυχία να κάνει πράγματα σημαδεμένη από την ανίατη επιθυμία να παίξει μπουνιές με την αδικία. Η δική του ήταν μια αρχαία ενέργεια που ξεκινούσε από μακριά, τροφοδοτούμενη και από οικογενειακές ιστορίες, από περασμένες μάχες, από συγγενείς που υπήρξαν τολμηροί του λαού-arditi del popolo και που είχαν πολεμήσει στην Ισπανία, ή απλούστερα, από το γεγονός ότι η μητέρα του είχε κάνει πανεπιστήμιο στην Αργεντινή την εποχή του Τσε. Η αυτονομία του δεν υπέφερε τις συναντήσεις, ήταν πολύ της πλατείας και, όταν ήταν απαραίτητο, της ένοπλης δράσης, ατομική χειρονομία ή συλλογική επανοικειοποίηση. Από την επίθεση στο Consorti μέχρι τις πορείες του σαββάτου για δωρεάν κινηματογράφο δεν υπάρχει φάση προσέγγισης στο εβδομήντα επτά που δεν τον είδε παρόντα. Είχε τις εκρήξεις αυτοσχεδιασμού του και τον βλέπω ξανά εκείνη την πρώτη φορά στο δισκογραφικό κατάστημα, ενώ όλοι άρπαζαν στη τύχη, να στοχεύει ήρεμος τον blues και jazz θάλαμο, γεμίζοντας και μετά, μόλις βρέθηκε έξω, άρχισε να διανέμει τα 33άρια λες και ήταν φυλλάδια. Σε εμένα έλαχε ένας φρέσκος John Renbourn και τον πήρα μαζί μου στα χιλιάδες μέρη που επισκέφτηκα. Ο Giancarlo αντιθέτως ήταν άλλο πράγμα. Ήταν δύο διαφορετικοί τρόποι κατανόησης της ανατρεπτικής δράσης, ακολουθούσαν διαφορετικά μονοπάτια και θάρρητα, παρόλο που ήξεραν πώς να βρεθούν μαζί σε πολλές περιπτώσεις. Υπάρχει μια φωτογραφία, αν θυμάμαι σωστά, που νομίζω ότι τους αποθανατίζει καλά κάτω στην πρυτανεία κατά την έφοδο στο καμιόνι του Λάμα. Ο Claudio πετά αντικείμενα. Ο Giancarlo φαίνεται σχεδόν ότι πυροβολεί το κόκκινο Dodge του συνδικάτου με βολίδες παραπομπών του Mayakovsky. Ο Claudio βρίσκεται στην πρώτη σειρά. Ο Giancarlo πιο πίσω αλλά δεν τα παρατά. Από την άλλη πλευρά, από τους ινδιάνους μητροπολιτάνους έως τους πιο οργανωμένους αγωνιστές, από την LC στις ομάδες που απέμειναν, στο Πανεπιστήμιο υπήρχε ένα σωρό κόσμος. Δεν ήταν μόνο οι αυτόνομοι σε αντιπαράθεση με την μαλακία που έδερνε εκείνο το pci-κκι και εκείνο το συνδικάτο.”

Lama, non Lama, non l`ama nessuno – Λάμα, όχι Λάμα, κανείς δεν τον αγαπά. Το slogan στον τοίχο της Φυσικής σχολής δεν παρουσιάζεται ακριβώς σαν ένα εισιτήριο της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου και εξάλλου ο μεγαγραμματέας της Cgil είναι πεπεισμένος ότι θα εκκενώσει το Πανεπιστήμιο ανήμερα την τσικνοπέμπτη. Ο επικεφαλής του συνδικάτου δεν καταλαβαίνει τα αστεία, κανείς δεν του εξηγεί, δεν καπνίζει μπάφους αλλά πίπα και, μάλλον, στη σκιά της Minerva σκέφτεται μόνο να μετατρέψει μια συνηθισμένη μέρα καθαγιάζοντας, έξω από το σπίτι, την κεντρική θέση της «καμπής του Eur». Από την πλευρά του το κόμμα που αυτοανακηρύχτηκε Κράτος ετοιμάζει το ραντεβού της 17ης φεβρουαρίου με μια «έντονη πολιτική κινητοποίηση“. Αυτά γράφει η Unità που εκθειάζει μια αποστολή εγγεγραμμένων της San Lorenzo οι οποίοι αφισσοκολούν, καταστρέφουν αφίσες, σβήνουν εχθρικά συνθήματα στους δρόμους γύρω και απομακρύνουν κάποιες πικετοφορίες στις πύλες της Sapienza. Πράγα 68, Ρώμη 77; Είναι η ερώτηση που τρέχει σε όλα τα φυλλάδια. Ωστόσο όσοι παρευρίσκονται στο συλλαλητήριο δεν επιθυμούν να συζητήσουν. “Μην τρέχετε πίσω από χίμαιρες»ο γραμματέας γερουσιαστής επιτίθεται αμέσως. «Αυτοί που σπάνε τζαμαρίες δεν βλάπτουν τον Malfatti αλλά τον εαυτό τους» κροταλίζει το μικρόφωνο. «Κάποιοι μας κατηγορούν ότι θέλουμε να ομαλοποιήσουμε. Ομαλοποιήσουμε; Ο λουδισμός είναι ..» Η φωνή τρεμοπαίζει, τα σφυρίγματα δυναμώνουν, και μπαλόνια νερού πετούν προς το ξεσκέπαστο φορτηγό. «Η βία δεν χτίζει τίποτα καλό» επιμένει ο Lama της via Emilia. Pagheremo caro, pagheremo tutto – Θα πληρώσουμε ακριβά, θα τα πληρώσουμε όλα απαντά το ασεβές κοινό. “ο αυτοκαταστροφικός νιχιλισμός παίζει το παιχνίδι του εχθρού“ υποστηρίζει ο leader. Sa-cri-fi-ci sa-cri-fi-ci, 35 lire 50 mila ore è questo il contratto che vogliano avere- Θυ-σί-ες θυ-σι-ες, 35 λιρέτες 50 χιλιάδες ώρες αυτό είναι το συμβόλαιο που θέλουμε να έχουμε: εγκρίνει το εξεγερμένο κίνημα. Ζήτω ο σύντροφος bettinocraxi τρόμος των αφεντικών τρόμος των φασιστών που το σκάνε με ταξί, φωνάζουν με ρυθμό οι σκληροί μια ομάδας αναφερόμενοι στο νεο γραμματέα psi υποστηριζόμενοι εν χορώ από τους εξτρεμιστές του χάμστερ αγώνα.

“Έτσι κι αλλιώς, μια ωραία ημέρα εκείνη του Λάμα. Και χρόνια αργότερα ακόμη μου προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα. Εκείνη τη μέρα, μη γελιόμαστε, μιλάω για τον εαυτό μου αλλά νομίζω ότι είναι έτσι για πολλούς πολλούς άλλους συντρόφους, σκοτώσαμε τον πατέρα. Ο Λάμα στο Πανεπιστήμιο ήρθε με όλη την ομάδα περιφρούρησης ανεπτυγμένη. Υπήρχαν οι οικοδόμοι με τα χοντρά χέρια τους και τα νύχια φαγωμένα από την δουλειά. Ήταν οι εργάτες με τις φόρμες της Tiburtina. Και μετά μια ολόκληρη σειρά αξιωματούχων με την ομπρέλα, μέλη του κόμματος όμορφοι παρατεταγμένοι, γραμματείς που κινητοποιήθηκαν εναντίον μας. Ήμασταν ένα πλήθος εμείς αλλά κατά τα άλλα άοπλοι, χωρίς τίποτα προ-οργανωμένο. Και επειδή ήταν σχεδόν αδύνατο να περάσουμε τα φίλτρα στις πύλες. Μόνο οι ινδιάνοι κάποια στιγμή είχαν σηκώσει ψηλά μια μαριονέτα που αόριστα έμοιαζε με τον Λάμα και χόρευαν γύρω της κοροϊδεύοντας εκείνους που βρίσκονταν στην άλλη πλευρά. Έλεγαν βλακείες σαν sa-cri-fi-ci sa-cri-fi-ci ή, τραγουδώντας, έκαναν piccì piccì piccini picciò – piccì piccì piccini picciò. Οι άλλοι έβγαζαν καπνούς, τα είχαν πάρει στο κρανίο σκοτεινοί και μας απαντούσαν: φασίστες ψοφίμια επιστρέψτε στους υπονόμους. Αλλά, κατά βάθος, το πράγμα που μας είχε ενοχλήσει περισσότερο ήταν όλη η προσπάθεια να ξασπρίσουν τους τοίχους με τους καθαριστές του συνδικάτου. Ήθελαν να διαγράψουν κάθε ίχνος της κατάληψης. Είχαν έρθει να φέρουν πίσω την τάξη και η πρώτη ανησυχία ήταν ακριβώς να περάσουν ένα καλό χέρι άσπρης μπογιάς επάνω σε όλα τα γραμμένα συνθήματα στους τοίχους. Το φορτηγό το είχαν βάλει στον ανοιχτό χώρο ανάμεσα στη Νομική και τη σκαλινάτα του πρυτανείου με την μούρη στραμμένη προς την σχολή των Γραμμάτων. Εμείς στεκόμασταν μεταξύ της Χημείας και των Γραμμάτων γύρω από το σιντριβάνι και εκείνο το έργο λογοκρισίας δεν μας κάθονταν καλά. Πράγματι είχε φτιαχτεί επιδεικτικά, με φαντασία. Υπήρχε ένα στόμα που σχεδιάστηκε στην Πρυτανεία με γραμμένη τη φράση Ερυθρά Γέλια-Risate Rosse και ήταν αυτό που τους ενοχλούσε. Το γεγονός είναι ότι με τον τρόπο αυτό σηκώθηκε μέσα μας μια ακατανίκητη οργή, μεγάλη, απεριόριστη. Μας ούρλιαζαν τα πάντα και στη συνέχεια σε κάποιο σημείο επιτέθηκαν στην πλευρά των ινδιάνων και κάποιος από αυτούς μας έδειξε ένα πυροσβεστήρα. Για αυτούς ήταν το τέλος. Αν και ήταν πιο οργανωμένοι και σφικτοί στις γραμμές τους δεν μπόρεσαν να μας αντέξουν. Ήταν αυτοί που ξεκίνησαν, προσπάθησαν να μας απομακρύνουν, πέρασαν στις μεταλλικές βέργες. Έχω ακόμα μια ουλή στο χέρι μου προσπαθώντας να αποφύγω ένα χτύπημα που κατευθύνονταν σε μια συντρόφισσα. Αλλά ήταν εκείνοι που σαρώθηκαν, εκδιώχθηκαν προς την έξοδο του Policlinico, πετάχτηκαν έξω από το Πανεπιστήμιο. Μια δύσκολη μέρα, σκληρή, σου το είπα, και όπως την ξαναβλέπω, πάντα νιώθω την ίδια παράξενη αίσθηση. Από τη μία πλευρά υπάρχει η ταινία με τη ωμότητα αυτού που συνέβη, το γεγονός ότι βρήκα τον εαυτό μου να παίζει τουβλιές ενάντια στον γραμματέα των γραφείων όπου μεγάλωσα, να κυνηγάω έναν φίλο εγγεγραμμένο στην Cgil, να χτυπιέμαι με τον αδερφό μου που στέκονταν μπροστά μου και να του φωνάζω στα μούτρα pci μπόγια. Από την άλλη έχω ακόμα την αίσθηση του αναπόφευκτου εκείνης της ημέρας. Έτσι πήγε. Δεν χρειάζεται να το ταλαιπωρήσουμε περισσότερο. Πήγε έτσι και αμήν. Με το σημερινό κεφάλι δεν ξέρω αν θα το έκανα και πάλι αλλά, με όλο το δρόμο που έβαλα κάτω από τα παπούτσια μου, δεν αναρωτιέμαι πλέον γιατί έγινε αυτό το πράγμα με τον Λάμα αλλά πώς θα μπορούσε να μη συμβεί αυτό που συνέβη τότε.”

Στους τοίχους της Garbatella τριάντα χρόνια μετά το ’77 υπάρχουν εκείνοι που έχουν ξαναρχίσει να τους χρωματίζουν με φράσεις και συνθήματα εκείνης της εποχής. Μια Εργατική Απόλαυση-Godere Operaio που εμφανίστηκε στην SantàEurosia περνά από στόμα σε στόμα, λίγο πιο κάτω, σε μια Φτέρη και Μύρτιλο ενώ στον τοίχο της εκκλησίας κάποιος διεκδικεί το δικαίωμα να καταλάβει τον Παράδεισο. Καμιά απολογία της συντρόφισσας P38 αλλά, διαβάζοντας κάποια άρθρα σχετικά με το ρωμαϊκό χρονικό των εφημερίδων, για κάποιον το να γράφει Dite a Lama che L’amo – Πείτε στον Λάμα πως Τον αγαπώ είναι κάτι σκανδαλώδες και πρέπει να καταγγελθεί.

“Είναι προφανές ότι η δημιουργική πλευρά του ’77, όσο επιθετική ή άγρια κι αν ήταν, είναι πιο εύκολη στην ανάκτηση της σε σχέση με την κουβέντα περί βίας αλλά συχνά υπήρχαν εκείνοι που τα έπαιρναν στο κρανίο ακόμη και μπροστά στα χαζολογήματα μιας πορείας, μπροστά στο καρναβάλι που στήνονταν στους δρόμους. Η Maciocchi στο βιβλίο της Δύο Χιλιάδες Χρόνια Ευτυχίας-Duemila anni di felicità σε ένα συγκεκριμένο σημείο περιγράφει το γενικό επιτελείο των botteghe oscure [όπου βρίσκονταν η εθνική έδρα του κκι] που βλέπει αηδιασμένο μια εύθυμη πορεία να περνά κάτω από το μπαλκόνι της διεύθυνσης του pci . Τι έχουν και γελούν, ξεσπά ο Amendola, είναι προβοκάτορες και φασίστες, ενώ, με τη συγκατάθεση του απόλυτου γραμματέα τους Berlinguer, υπάρχει ο Pecchioli ο οποίος βγαίνει προς τα έξω με ένα στεγνό: θα τους κάνουμε να καταλήξουν όλοι στη φυλακή. Ιδού, ίσως και εκείνη της Maciocchi να είναι μια θεατρική υπερβολή, αλλά ανάμεσα στη Εξουσία και την ειρωνική βεβήλωση δεν υπήρξε ποτέ ένα μεγάλο feeling. Πάντως τα συνθήματα στη γειτονιά είχαν μια ιδιαίτερη γεύση. Κάποια στιγμή κάποιος άρχισε να αλλάζει την τοπωνυμία. Η Piazza Sauli έγινε Piazza una Bomba, το Largo Ansaldo ονομάστηκε Largo all’Autonomia, η Via Magnaghi βαφτίστηκε Via la Polizia. Υπήρχαν εκείνοι που προειδοποιούσαν την Κοινωνία και Απελευθέρωση-Comunione e Liberazione και αυτοί που επικαλούνταν τους Godzilla και Gamera ενάντια στη μαύρη διαπλοκή-contro la trama nera. Με την μπογιά επινοήθηκαν τα πιο απίθανα ραντεβού όπως το περίφημο Κυνήγι στον Αυτόνομο που ξεκίνησε από το απατηλό Raggruppamento Gallo Citrone-Ομάδα Κίτρινος Πετεινός. Ήταν μια από εκείνες τις ημέρες dada που ο Giancarlo άρεσε πολύ όπου οι επιδρομές που επικαλέστηκαν οι αξιωματούχοι του κόμματος ή οι δαιμονισμένοι μπάτσοι πραγματοποιούνταν από τους ίδιους τους καταζητούμενους. Αυτό το πράγμα το επινόησε ο Enrichetto, ένας της Donna Olimpia, ο Giancarlo το είχε προετοιμάσει και ο Claudio βρέθηκε φυσικά ανάμεσα στους πρωταγωνιστές αυτού του παιχνιδιού του παράλογου. Ήταν αυτός, ανάμεσα στο πλήθος με μια καρτέλα σε στυλ σάντουιτς με τις λέξεις Επικίνδυνος Αυτοαποκαλούμενος Αυτόνομος, το θήραμα που έπρεπε να επιπλήξει μια πλημμύρα αυτοσχέδιοι θηρευτές που τριγυρνούσαν μες τη γειτονιά. Ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που έγινε όμως σύντομα είδηση. Ήταν η μέρα μετά τη δολοφονία της Giorgiana Masi και το κίνημα, για να ξεφύγει από τις απαγορεύσεις, είχε συγκαλέσει κάποιες αποκεντρωμένες διαδηλώσεις. Μια ξεκινούσε από το Testaccio και στόχευε προς την Garbatella. Ακριβώς εδώ στην Piazza Bartolomeo Romano μια ομάδα ξεκολλά και πετά μπουκάλια κατά του σταθμού των καραμπινιέρων. Από τους στρατώνες μερικοί στρατιωτικοί βγαίνουν με τα όπλα και πυροβολούν. Τίποτα δεν συμβαίνει όμως και η πορεία συνεχίζεται μέχρι την Piazza Sauli. Πρόκειται να διαλυθεί όταν καταφτάνει μια πολύ στοχευμένη έφοδος. Ο Claudio στέκονταν ήσυχος κοντά στη γωνία της εκκλησίας και διακωμωδεί την άοπλη κατάσταση του. Δεν είχε τίποτα επάνω του αλλά προφανώς είχε το πρόσωπό του, τα γνωστά χαρακτηριστικά του, τα στοιχεία ενός αυτόνομου και γνωστού προσώπου. Γεγονός είναι ότι ένα τζιπ τον σημαδεύει και κατεβάζει ένα είδος robocop που αρχίζει να τον κυνηγάει. Ο Claudio τρέχει γρήγορα στην οδό Comboni και πρόκειται να γλιστρήσει στην οικοδομική μονάδα 24, εκείνη των villini palladiani του De Renzi, όταν συνειδητοποιεί ότι έχουν αρπάξει ένα κορίτσι που γνωρίζει. Έχει μια στιγμή δισταγμού και το εκμεταλλεύεται o μπάτσος ρίχνοντας το γκλομπ ανάμεσα στα πόδια του σαν μπούμερανγκ. Την πάτησε. Με μια γκριμάτσα πέφτει στο έδαφος και αμέσως είναι πάνω του. Δεν τον έβλεπα πλέον και είπαν ότι περισσότερο από τον φυσικό πόνο ήταν η έκπληξη που τον τραυμάτισε μέσα του. Λένε επίσης ότι ενώ τον κουβαλούσαν μέσα χαμογελούσε στις προσβολές που έβρεχαν πάνω του και περισσότερο από τις μπουνιές τον πόνεσε το βλέμμα της Lucilla δεμένης με τις χειροπέδες κοντά του. Εκείνη πάντως ήταν η τελευταία έξοδος του εβδομήντα επτά στους δρόμους της Garbatella. Η γειτονιά απομόνωσε τους προβοκάτορες ταραξίες: έτσι έγραφε η Unità την επόμενη μέρα. Ούτε μια λέξη για το γεγονός ότι ήμασταν εκεί επειδή η αστυνομία του Cossiga είχε σκοτώσει τη Giorgiana Masi. Τίποτα. Ίσως, χρόνια αργότερα, θα εξακολουθούν να υπάρχουν αυτοί που σκέφτονται για τους λογαριασμούς που έμειναν ανοικτοί από την εξέγερση εκείνου του άλλου μαΐου, εκείνου του ’70 κατά του Νατο. Δεν ξέρω. Σε κάθε περίπτωση ξέρω μόνο ότι τότε πήρα χρώμα και βούρτσα, περπάτησα στους δρόμους αυτής της γειτονιάς και έστειλα σε εκείνο τον αργεντίνο κοκκινομάλλη έναν ανάλαφρο χαιρετισμό γραμμένο με κόκκινα γράμματα επάνω σε έναν ετοιμόρροπο τοίχο. Είναι ένας αιώνας που δεν περνάω από εκεί αλλά είμαι βέβαιος ότι αν ψάξω εκείνη την επιγραφή σου την βρίσκω ακόμα εκεί πέρα .”

κείμενο του Claudio D’Aguanno που δημοσιεύτηκε στο MaGMA (Magazzini Generali Memorie Autonome – Roma XI) ιούνιος 2007

 

Il quartiere al tempo dell’autonomia

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Στο θάνατο της Sonia Benedetti

η Sonia, που ήξερε να φύγει με μια νέα σημαία, δεν παραιτείται από εκείνες λιγάκι φθαρμένες που θα μπορούσε να έχει βγάλει από τα συρτάρια

Valle di Susa, 9 μαίου 2003

Δεν ήταν τόσο εύκολο να μην σηκώσουμε τη γροθιά, να μην ξεπεράσουμε αυτή τη στιγμή της αμηχανίας για μια χειρονομία τόσο δική μας επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, τόσο λίγο αυθόρμητη τώρα, βυθισμένη στο παρελθόν, μετά από τo πέρασμα του χρόνου και τις παύσεις, και τις αλλαγές, την απογοήτευση και το διαφορετικό παρόν. Μακριά από τη ρητορική, σκεφτήκαμε, δεν είναι πλέον οι καιροί. Και όμως ο λαιμός να σφίγγει. Ίσως πολλοί από εμάς δεν το περίμεναν, μια κηδεία με υψωμένη τη γροθιά. Είμαστε στον άλλο αιώνα, είμαστε μετά από εμάς τους ίδιους.

Δεν ήταν μετά τόσο περίπλοκο να την σηκώσουμε τουλάχιστον μια φορά για να την χαιρετήσουμε, απλά, πέρα από τις απογοητεύσεις μας. Να δώσουμε νόημα, επειδή γι αυτήν το είχε, και για μας, ξαφνικά, μαζί της, να την χαιρετήσουμε και πάλι, κι έτσι.

Και υπήρχε ένας καινούριος αέρας-φρέσκος, έτσι κι αλλιώς, όχι ένα γερασμένο κορίτσι της δεκαετίας του ’70 που χαιρετούσαν οι δίχως σφρίγος φίλοι της. Κάτι άλλο, πραγματικά.

Δεν ήταν μετά τόσο εύκολο να αναρωτηθούμε τι σημαία θα θέταμε εμείς επάνω στο θάνατο μας ώστε να μιλήσουμε για τη ζωή μας, και να πούμε ότι δεν έχουμε μια, και να γλιστράμε ανάμεσα σε εκείνη την υπερηφάνεια της απογοήτευσης που ωρίμασε και της γνώσης πως – όμως – η μοναξιά που μας προσβάλλει, ξαφνική μέσα στις σιωπηλές βραδιές, για ένα νόημα που χάθηκε, κατά βάθος δεν είναι παρά το ότι δεν αισθανόμαστε πως ανήκουμε στον κόσμο, όχι αρκετά.

η Sonia, που ήξερε πώς να φύγει με μια νέα σημαία, δεν παραιτείται από εκείνες λιγάκι φθαρμένες που θα μπορούσε να βγάλει απ’ τα συρτάρια. Μια σημαία κλεισμένη σε μια κοιλάδα, κλεισμένη σε ένα μικρό στόχο, που μεταφέρεται από μια μικρή ομάδα εικοσάχρονων που μας κάνουν να θυμώνουμε επειδή είναι αυτοί που μερικές φορές κάνουν κάποιες μαλακίες στην πλατεία, και οι οποίοι είναι επίσης ρητορικοί, θεέ μου πόσο υπερβολικοί είναι…

Μια σημαία που χάνεται μεταξύ των χιλιάδων στις μεγάλες διαδηλώσεις, πνίγεται στη θάλασσα της πληθώρας, η οποία δεν μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της την έμφαση, που πραγματικά θα μπορούσε να είναι εκτός τόπου επάνω σε ένα φέρετρο, όπου απλώνονται συνήθως οι μεγάλες επαναστάσεις – όχι ο αγώνας ενάντια στην υψηλή ταχύτητα. οι μεγάλοι ορίζοντες – όχι τα βουνά μιας κοιλάδας που κάποια στιγμή γίνεται στενή. οι μεγάλες κολεκτίβες και οι τάξεις – όχι οι γέροι, τα παιδιά, οι κυρίες και οι σύντροφοι μιας χώρας, ενός χωριού.

Και όμως ταίριαζε εκεί, στέκονταν όμορφα, με τη πρακτικότητα ενός τόπου στον οποίο έζησε, με την εξέγερση να μην είναι αδρανής στα συμφέροντα και την καταστροφή, με μια γυναίκα που ήξερε πώς να μιλήσει στα παιδιά, μητρικά αλλά επαναστατικά-εξεγερτικά. Πάνω απ ‘όλα, δεν ξεχνάει τον εαυτό της: μια γυναίκα που έχει μεγαλώσει και έχει περάσει μέσα από την ήττα που ξέρει πώς να πει στα παιδιά ποια είναι η ιδέα της ελευθερίας γι αυτήν, χωρίς προσποίηση, δίχως προσχήματα, χωρίς ρητορική και χωρίς φόβο για το δικό της παρελθόν.

Υπήρχε περισσότερο παρόν απ’ ότι παρελθόν, παρόλο που εμείς ήμασταν πολλοί.

Και το παρόν ήταν λιγότερο αθόρυβο από εμάς.

Έτσι πρέπει, θα πείτε.

Εγώ όχι, δεν θα ήμουν τόσο σίγουρη. Και σε εμένα θα άρεσε να έχω μαζί τη νέα μου σημαία και να τραγουδήσω το καινούργιο μου τραγούδι.

Αυτό το συναίσθημα έμεινε μέσα μου. Brava, Sonia.