ένοπλη πάλη, lotta armata

ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ DOZIER – ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ N.5

BRIGATE ROSSE – PCC

Σε όλο το επαναστατικό κίνημα.
Στο εγγύς μέλλον, σε μια Ευρώπη που κατάντησε πυρηνική ζώνη με την εγκατάσταση πυραύλων, κάτι που αποφασίστηκε στις Βρυξέλλες από τα αμερικάνικα αφεντικά, δεν θα διατρέξουμε τον κίνδυνο να ξυπνήσουμε από κατακλυσμούς όπως ο σεισμός, αλλά θα μπορούμε να κοιμηθούμε ευλογημένοι επάνω σε σκληρά μαξιλάρια πυρηνικών κεφαλών και ίσως να περάσουμε «ακούσια» από τον ύπνο στον αιώνιο ύπνο. Στους εκρηκτικούς μηχανισμούς ανεξέλεγκτης καταστροφικής δύναμης, προστίθεται η τελευταία ανακάλυψη της αμερικανικής τεχνολογίας: η βόμβα ‘Ν’ περιορισμένης ακτίνας δράσης, ικανή να εξοντώσει τους ανθρώπους αφήνοντας ανέπαφα τα πράγματα που είναι ακόμη πιο πολύτιμα!
Στην υπόθεση ενός περιορισμένου πυρηνικού πολέμου, υπόθεση που κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος ανάμεσα στους νέους αμερικανούς θεωρητικούς ο πολεμοχαρής Reagan ξεκίνησε την παραγωγή 1200 βομβών νετρονίου. Οι βάσεις του Νατο είναι ήδη εξοπλισμένες με μέσα μεταφοράς και εκτόξευσης (τύπου «δόρατος») αυτών των βομβών. Έτσι αναμένεται η πιθανότητα μιας περιορισμένης πυρηνικής σύγκρουσης Ευρώπης-Εσσδ, με τις προβλέψιμες συνέπειες της ολικής καταστροφής της εμπλεκόμενης γεωγραφικής περιοχής.
Η υπεράσπιση της Δύσης περιορίζεται έτσι στη διατήρηση της αμερικανικής επικράτειας, μέσα στο λαμπερό και εγκληματικό σχέδιο να διαφυλαχθεί η μέγιστη καπιταλιστική παγκόσμια δύναμη χάρη στην αναγκαστική θυσία των ευρωπαϊκών πληθυσμών. Αυτός είναι ο επίλογος της αμερικανικής «αδελφικής βοήθειας» που ξεκίνησε με την στρατιωτική κατοχή της Ευρώπης το ’45.

Σύντροφοι, προλετάριοι,
η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία, την στιγμή που εξαπολύει τον πόλεμο στο διεθνές προλεταριάτο, φλυαρεί για πιθανές διαπραγματεύσεις με το επαναστατικό κίνημα.
Να διαπραγματευτεί; Το προλεταριάτο δεν έχει τίποτε να διαπραγματευτεί με την αστική τάξη, το μοναδικό του καθήκον είναι να απαλλαγεί από αυτήν και όλα τα καλαμπαλίκια της!
Σε αυτές τις τελευταίες μέρες τα πλήγματα που δημιούργησε η επαναστατική επίθεση μέσα στο καθεστώς εκδηλώνονται ανοιχτά και, στην γελοία προσπάθεια να τα κρύψει, η ιμπεριαλιστική αστική τάξη δείχνει τη στρατηγική της αδυναμία. Η ζοφερή αναζήτηση μέσα από τα μέσα ενημέρωσης για μια διαπραγμάτευση ως πιθανή λύση στη δίκη του yankee δημίου, δεν είναι ένα πρόβλημα που μπορεί να μας αφορά. Οι κεκαλυμμένες και επίμονες παροτρύνσεις για το άνοιγμα μιας διαπραγμάτευσης, τοποθετούνται μέσα στην προσπάθεια απομόνωσης μιας μάχης και του κομμουνιστικού ανταρτοπόλεμου από ολόκληρο το επαναστατικό κίνημα ενάντια στον πόλεμο, λες και ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος να αφορά μόνο τις Ερυθρές Ταξιαρχίες! Το πρόβλημα του πολέμου στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο δεν αφήνει πλέον περιθώρια για διαμεσολάβηση επάνω στα οποία να καθιερώσουμε μια «ειρηνική» συζήτηση-αντιπαράθεση ούτε με τους αγωνιζόμενους λαούς ούτε με το ευρωπαϊκό μητροπολιτικό προλεταριάτο: αυτό που επιβεβαιώνεται είναι η τάση για επανάσταση σε παγκόσμια κλίμακα, αν και γίνεται προσπάθεια να συντριβεί με κάθε μέσο. Όντως Νατο σημαίνει και εσωτερικός πόλεμος. οι καραμπινιέροι- CC, αιχμή του δόρατος του αντεπαναστατικού μηχανισμού, είναι άμεσα ενσωματωμένοι ή υποταγμένοι σε αυτή τη δομή. Στη φάση της ένοπλης ειρήνης ο αμερικανικός έλεγχος πάνω σ ‘αυτό το μηχανισμό διατηρεί έναν περισσότερο ή λιγότερο κρυφό χαρακτήρα, ενώ μέσα στην επίταση του εμφυλίου πολέμου, αποκαλύπτεται ξεκάθαρα στην άμεση πρόσληψη από την αμερικανική πλευρά της πολιτικής, στρατιωτικής και ιδεολογικής κατεύθυνσης του εσωτερικού πολέμου. Αυτό είναι που συνέβη στην Τουρκία, αυτό είναι που συμβαίνει στην Ιταλία. Το δημοκρατικό πραξικόπημα στην Τουρκία κατευθύνθηκε από το Νato. είναι Νατο οι στρατηγοί που το διηύθυναν. Δεν είναι η στρατηγική της διείσδυσης στο επαναστατικό κίνημα αμερικανική; Η θεώρηση, η αντιμετώπιση του ανταρτοπόλεμου ως υπ’ αριθμόν ένα κινδύνου; Δεν είναι αμερικανικές οι μέθοδοι βασανισμού που εφαρμόζονται στην Τουρκία και αυτές που ξεκίνησαν στην Ιταλία; Για να εκτιμηθεί ο βαθμός πολιτικής και οικονομικής «αποσταθεροποίησης» μιας χώρας όπως η Ιταλία είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη ο ρόλος μέσα στη συνολική ισορροπία μεταξύ των μπλοκ και η ένταξή της στο δυτικό οικονομικό πλαίσιο, που χαρακτηρίζεται από έναν ακριβή τρόπο λειτουργίας. Εάν, για παράδειγμα, μια χώρα της Λατινικής Αμερικής μπορεί να επιτύχει ένα ποσοστό πληθωρισμού 120%, η Ιταλία πρέπει να παραμείνει στην κλίμακα 16/20% που καθορίζει η ΕΟΚ. Αυτό σημαίνει ότι για να μπορεί να καθοριστεί μια κατάσταση εμφυλίου πολέμου σε μια χώρα όπως η Ιταλία, σίγουρα δεν είναι απαραίτητο να φθάσουμε στα επίπεδα αποσταθεροποίησης που αγγίζονται από χώρες όπως η Χιλή, το Σαν Σαλβαδόρ, η Αργεντινή κλπ.
Tο ξέσπασμα της κρίσης στις πόλεις του κεφαλαίου και η ενδυνάμωση των επαναστατικών τάσεων, προκαλεί μια τροποποίηση της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής: η «αποσταθεροποιητική» παρέμβαση στις χώρες της αλυσίδας φτάνει σε επίπεδα έντασης που μέχρι χθες δεν μπορούσαμε να τα υποψιαστούμε, ακριβώς επειδή εδώ είναι το κινητικό κέντρο της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, είναι εδώ που μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση οριστικά η ίδια η ύπαρξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Σύντροφοι,
το γεγονός ότι η ιμπεριαλιστική αστική τάξη προσπαθεί να επιλύσει τις ταξικές αντιφάσεις με μια γενική επίθεση στο μητροπολιτικό προλεταριάτο, με απολύσεις, επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης και με τη γενικευμένη πρακτική της εξόντωσης, του βασανισμού, σίγουρα δεν αποδεικνύει τη δύναμη αυτού του καθεστώτος αλλά την πραγματική του αδυναμία. Έχουμε ήδη δει όλες τις προσπάθειες του ενσωματωμένου αντεπαναστατικού μηχανισμού να επιτεθεί στον ανταρτοπόλεμο από το εσωτερικό του να ναυαγούν. Η ίδια η στρατηγική της «μετάνοιας» και της διάστασης είναι τώρα ένα όπλο αναποτελεσματικό, καθώς το εκκολαπτόμενο Σύστημα Ένοπλης Προλεταριακής Εξουσίας μπόρεσε να την αντιμετωπίσει και να επιτεθεί στα θεμέλιά της: δεν υπάρχουν πλέον οι διάφοροι Peci, οι Sandalo και όλος ο χορός των διεστραμμένων που γνωρίζουμε πολύ καλά μέσα στην επαναστατική διαδικασία. και πράγματι αυτή η αντίφαση σήμερα αφορά μόνο το καθεστώς που την παρήγαγε: μόλις τελειώσει ο ρόλος αυτών των παράσιτων, δεν ξέρουν πλέον τι να τους κάνουν ούτε πώς να τους προστατεύσουν. Αλλά η αντεπανάσταση δεν εγκαταλείπει τα σχέδιά της τόσο εύκολα: αφού το όπλο της «μετάνοιας» και της διάστασης απορρίπτεται, το μόνο που της απομένει είναι ο βασανισμός για τους προλετάριους και τους κομμουνιστές συλληφθέντες. Αυτός είναι ένας από τους «μυστικούς» νόμους που πέρασε το Ciis. Αυτό που υποφέρουμε σήμερα επάνω στο πετσί μας είναι οι ίδιες μέθοδοι που χρησιμοποιούνται από τους αμερικανούς δολοφόνους στο Βιετνάμ, τη Λατινική Αμερική, την Τουρκία … Όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ακόμη εκδήλωση της μοναδικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής απέναντι στους αγώνες που επιτίθενται στο σχέδιο κυριαρχίας της: η βαρβαρότητα είναι το μαζικό στοιχείο. Όλο αυτό το περιμέναμε. Όλο αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο μέσα στη συνείδηση του διεθνούς προλεταριάτου. Το νομιμοποιημένο πλέον καθεστώς της πάλης στο εργοστάσιο, στις γειτονιές, στις φυλακές, αντιδρά με τον τρόμο. Σήμερα να μιλάς για βασανιστήρια, συζητώντας γι αυτά, να αποκτάς μέσα στη συνείδηση αυτό το άλμα που προκάλεσε η αντεπανάσταση, δεν είναι μια έκκληση στη δημοκρατία αλλά η προετοιμασία των εργαλείων για την καταπολέμηση του με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο. Τα βασανιστήρια είχαν μια μακρά επώαση: από τους επιστημονικούς και μαζικούς ξυλοδαρμούς μέσα στις ειδικές φυλακές, μέχρι την εξαφάνιση για μήνες των μαχητών και προλετάριων πρωτοποριών στις κάμαρες ασφαλείας στο εσωτερικό των στρατώνων της αστυνομίας-PS και των καραμπινιέρων-CC, στις σφαγές των νεαρών προλετάριων από vigilantes, τροχονόμους, πληρώματα περιπολικών, μέχρι να φτάσουμε στα βασανιστήρια που υπέστησαν οι τελευταίοι συλληφθέντες σύντροφοι. Αυτοί οι σύντροφοι για μέρες και μέρες μεταφέρονταν από ένα θάλαμο βασανιστηρίων σε άλλο στα περιβόητα καταφύγια των μπάτσων, που δεν είναι τίποτα περισσότερο από τους πιο γνωστούς στρατώνες CC και PS. Τους κρεμούν στο ταβάνι, τους χτυπούν επιστημονικά στα πιο ευαίσθητα σημεία, τους πνίγουν με λίτρα και λίτρα αλμυρού νερού, τους ξεσκίζουν και πασπαλίζουν με αλάτι, όλα συνοδευόμενα από την εξαναγκασμένη κατάποση άγνωστων ουσιών για να εξασθενίσουν τη φυσική τους αντίσταση, για να περάσουν στη συνέχεια στην καταστροφή της πολιτικής τους ταυτότητας, παρουσιάζοντας τους στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων ως τους νέους μεταμεληθέντες.
Οι κομμουνιστές ξέρουν πώς να αναγνωρίζουν εκείνους που προδίδουν για να περάσουν στις γραμμές του εχθρού και εκείνους που ανήκουν στις γραμμές των επαναστατών με όλη την καρδιά τους.
Τον μηχανισμό και τις δομές των πρακτικών του βασανισμού, από τους Sica έως τους Simone, στους δημοσιογράφους με το εύκολο χαμόγελο, τους γνωρίζουμε καλά. Επαναλαμβάνουμε, τους γνωρίζουμε καλά! Και να είστε βέβαιοι ότι, στο τέλος τίποτα δεν θα μείνει ατιμώρητο!!
Η επίθεση σε αυτό τον μηχανισμό είναι ένα σημείο του προγράμματος για τις επαναστατικές δυνάμεις, είναι ένα σημείο του προγράμματος που δεν αφορά μόνο τους κομμουνιστές. Αυτός ο μηχανισμός από την μια είναι ένα άμεσο όργανο φυσικής και πολιτικής εξόντωσης των πρωτοποριών, από την άλλη χρησιμεύει να τρομοκρατεί και να λειαίνει το δρόμο για την εξόντωση ολόκληρου του ανταγωνιστικού κινήματος. Μόνο μία απάντηση είναι δυνατή: να οπλιστούμε με επαναστατική συνείδηση και να οργανωθούμε και να πολεμήσουμε ενάντια σε αυτές τις βαρβαρότητες, για την εξουσία και για τον Κομμουνισμό.
Πόλεμο στον μηχανισμό της σύλληψης με αργεντίνικα μέσα, να καταστρέψουμε με κάθε τρόπο τη δομή που μελετά, υλοποιεί, διαχειρίζεται τον βασανισμό!

Σύντροφοι,
αυτό που έχει μετατοπίσει ενεργά τις ισορροπίες δυνάμεων είναι ένα ισχυρό επαναστατικό κίνημα που έχει κάνει την «κυβερνητικότητα» ασταθή, απονομιμοποιώντας το σημερινό σύστημα εξουσίας. Ποια σημασία έχει το γεγονός ότι η συνδικαλιστική πλατφόρμα απορρίφθηκε από τη συντριπτική πλειονότητα των εργατών, αν όχι πως τα έσπασε με το κοινωνικό σύμφωνο; Η συνδικαλιστική πλατφόρμα, η οποία συνδέει το κόστος εργασίας με τον πληθωρισμό, είναι όλη μέσα στο κυβερνητικό σχέδιο: η εργατική τάξη συμπαγής είπε όχι! Το να καταφέρει να εγκριθεί η πλατφόρμα, για το συνδικάτο σημαίνει να υπογράψει την εκεχειρία, να καταβάλει το κοινωνικό Σύμφωνο. και οι τροπολογίες βρίσκονται στο έδαφος της συμφιλίωσης του ανταγωνισμού, δρόμος που, οι ισχυροί θα προσπαθήσουν να εκμεταλλευτούν στον δεύτερο γύρο ψηφοφορίας. Αλλά η εργατική τάξη έθεσε μια σαφή άρνηση καταστρέφοντας έτσι με ένα μόνο χτύπημα το κοινωνικό και νεο κορπορατιβίστικο σύμφωνο, πραγματικά δίχτυα αράχνης που το συνδικάτο έχει πλέξει για να δέσει, να φρενάρει τον ταξικό ανταγωνισμό. Η εργατική τάξη θα πρέπει να εγκρίνει χιλιάδες απολύσεις, η απόρριψη αυτής της διακήρυξης πολέμου πηγαίνει στην κατεύθυνση της απόρριψης της διαιώνισης της σχέσης εμπορευματοποίησης, δηλαδή, της κατεδάφισης του συστήματος της μισθωτής εργασίας μέσα στην επαναστατική προοπτική του να εργάζονται όλοι, να εργάζονται λιγότερο και για διαφορετικούς σκοπούς!
Αυτοί οι αγώνες τοποθετούνται μέσα στην ευρύτερη σφαίρα ενός εθνικού και διεθνούς κινήματος ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, που προκάλεσε η κρίση. Γύρω από αυτές τις θεματικές διαμορφώνεται ένα μαζικό κίνημα που είναι ικανό να συμπυκνώσει μίσος, περιφρόνηση, οργανωμένη συνείδηση ενάντια στο ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών. Το επαναστατικό κίνημα και το υπό κατασκευή Κόμμα έχουν ως δυνατό στόχο συγκυρίας εκείνο να τινάξουν στον αέρα τα σχέδια πολέμου και αναδιάρθρωσης του ιμπεριαλισμού και να οικοδομήσουν υπομονετικά την μετάβαση στη νέα κοινωνία. Η επαναστατική επίθεση που εξαπολύθηκε στην καρδιά της αμερικανικής πολεμικής μηχανής, το Νατο, έσπασε το κλουβί που η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία έχτιζε γύρω από την επανάληψη των αγώνων ενάντια στον πόλεμο. Η σαφήνεια των περιεχομένων που ασκούν οι ιταλικές και οι ευρωπαϊκές επαναστατικές δυνάμεις, θέτει τα θεμέλια για το χτίσιμο του Αντιιμπεριαλιστικού Μαχόμενου Μετώπου και της μετάβασης στον κομμουνισμό. Η εξόντωση του αναπληρωτή στρατιωτικού υπεύθυνου στο Παρίσι, που χτυπήθηκε από τους λαούς της Μέσης Ανατολής οι οποίοι αγωνίζονται για απελευθέρωση από τον σιωνιστικό και αμερικανικό ιμπεριαλισμό, η σύλληψη στην Ισπανία ενός υπηρέτη των πολυεθνικών, ο πολλαπλασιασμός των επιθέσεων στις δυνάμεις και τις στρατιωτικές δομές του ιμπεριαλισμού σε όλη την Ευρώπη, στις οικονομικές και εμπορικές στην Ιταλία, αντιπροσωπεύουν την πλέον σημαντική στιγμή του κινήματος αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. δείχνουν ένα αξιοσημείωτο άλμα προς τα εμπρός και τίθενται ως αναφορά και κατεύθυνση για όλο το κίνημα του αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό υποδεικνύοντας σε μορφές αγώνα και σε περιεχόμενο δύναμης, τη μόνη δυνατότητα να νικήσουμε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο: τον αντιιμπεριαλιστικό εμφύλιο πόλεμο. Σε αυτή τη στρατηγική πολέμου στον ιμπεριαλισμό, με την επίθεση στην κεντρική δομή του Νato, είναι δυνατή η αληθινή αποσύνδεση του αδύναμου κρίκου της Ιταλίας από την ιμπεριαλιστική αλυσίδα και το χτίσιμο ενός νέου Προλεταριακού Διεθνισμού. μόνο με αυτό τον τρόπο τα συνθήματα «έξω η Ιταλία από το Νατο», «δρόμο οι πύραυλοι από το Comiso» μπορούν να γίνουν αληθινό έδαφος αγώνα και οργάνωσης των επαναστατικών μαζών. Μόνο μέσα σε μια διαδικασία αντιιμπεριαλιστικού εμφυλίου πολέμου είναι δυνατόν να γίνουν συγκεκριμένα και αυτά τα συνθήματα που διαφορετικά θα παραμείνουν κενά slogan, στερημένα οποιασδήποτε επιθετικής και αγωνιστικής ικανότητας.
Να επιτεθούμε στους ανθρώπους και τις δομές της ιμπεριαλιστικής πολεμικής μηχανής: το Νατο. Να επιτεθούμε στο πολιτικό, οικονομικό και ιδεολογικό σχέδιο της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης! Να επιτεθούμε στον στρατό κατοχής με κάθε μέσο, όπου κι αν αυτός παρουσιαστεί: κανένας αμερικανός μισθοφόρος και της δομής του Νato δεν πρέπει να κυκλοφορεί ήσυχος! Να διώξουμε τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις κατοχής και να καταστρέψουμε τους στρατιωτικούς δούλους τους!

Σύντροφοι,                                                                                                                                                το γεγονός ότι το καθεστώς διατηρεί μυστικούς τους νόμους που διέταξε το Ciis, δεν θέτει σίγουρα την ιμπεριαλιστική αστική τάξη στην επίθεση, αντιθέτως αποδεικνύει την απονομιμοποίηση της απέναντι σε ολόκληρο το προλεταριάτο. Αυτές οι μυστικές αποφάσεις ξεκινούν από τη συναίνεση όλων των κομμάτων στις πρακτικές των βασανιστηρίων, στην έναρξη της ποσοτικής και ποιοτικής διεύρυνσης της διαφοροποιημένης στρατηγικής σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις που βρίσκουν γι άλλη μια φορά το κεντρικό της εργαστήριο στην ιμπεριαλιστική φυλακή.
Η διεύρυνση της διαφοροποιημένης στρατηγικής στην ιμπεριαλιστική φυλακή είναι μια περαιτέρω προσαρμογή στα επίπεδα της ταξικής σύγκρουσης στην Ευρώπη. η σημερινή τάση είναι να εξομοιωθεί η μεταχείριση των προλετάριων φυλακισμένων με εκείνη των χωρών που έχουν χτυπηθεί περισσότερο από τον Προλεταριακό και κομμουνιστικό ανταρτοπόλεμο · με την Τουρκία και την Ιρλανδία επικεφαλής. Όλα αυτά πρέπει να εξεταστούν στη σχέση Επανάστασης-Αντεπανάστασης, η οποία στη χώρα μας οδήγησε πάντα σε μια πιο ώριμη ανάπτυξη της επαναστατικής διαδικασίας, αποδιοργανώνοντας, συγκυρία μετά την συγκυρία, το έργο της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης. Το 1977, με την έναρξη των ειδικών φυλακών το καθεστώς σκέφτονταν πως διαιρεί, για να εξολοθρεύσει στη συνέχεια, το προλεταριάτο των κρατουμένων και τις πρωτοπορίες του. σήμερα, μπροστά στην επίθεση που οδήγησε το επαναστατικό κίνημα σε εκείνο το επίπεδο διαφοροποιημένης στρατηγικής μέσα στις φυλακές, η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία αναγκάζεται να επαναπροσδιορίσει το σχέδιό της, ξεκινώντας ένα νέο ’77. Οι μυστικοί νόμοι αντιπροσωπεύουν αυτό το πέρασμα φάσης στην ιμπεριαλιστική φυλακή: να χωρίσουν τις πρωτοπορίες του αγώνα από το προλεταριάτο των κρατουμένων, να διαφοροποιήσουν μεταξύ κομμουνιστών και κομμουνιστών, για να προετοιμάσουν μια νέα σφαγή.
Μέσα σε αυτό το σχέδιο η χρήση των μέσων μαζικής ενημέρωσης αποτελεί μέρος της διαδικασίας, που, στα όργανα πληροφόρησης τους, προετοιμάζει το έδαφος για να νομιμοποιήσει αυτό το έργο. Ένα έργο που δεν έχει τίποτα μυστικό και το οποίο έχει ήδη συγκεκριμένες βάσεις στις »ακτίνες μακρού ελέγχου», στη ρύθμιση της εξόντωσης μέσω της επέκτασης του άρθρου 90 σε ολόκληρο το κύκλωμα στην πρακτική της σφαγής των πιο μαχητικών προλετάριων κρατουμένων, μέσα από την χρήση δολοφόνων πληρωμένων από τους καραμπινιέρους και από τους λοχαγούς των φρουρών, στους όλο και συχνότερους ξυλοδαρμούς κυρίως στην Pianosa και στο Nuoro, στην επανεισαγωγή του γυάλινου διαχωριστικού στα επισκεπτήρια ως πλήρες κλείσιμο της εσωτερικής-εξωτερικής κοινωνικότητας. Οι CC-καραμπινιέροι προετοιμάζονται να αναλάβουν την διοίκηση, τόσο για την εξωτερική επιτήρηση, όσο και για εσωτερική, με καθήκοντα διαχείρισης στους φύλακες και το «πολιτικό» προσωπικό. Αυτές οι επιλογές του εκτελεστικού οργάνου είναι η πιο δειλή προσπάθεια να αποκατασταθεί η ισορροπία δυνάμεων προς όφελος του, και, αν παραμένουν ακόμη μυστικές είναι επειδή μέσα στην εξέλιξη της τρέχουσας εκστρατείας, προσπαθεί να οικοδομήσει, να προετοιμάσει την κατάλληλη στιγμή για να θέσει σε εφαρμογή μια νέα σφαγή. προς το παρόν χρησιμοποιεί το απόρρητο επί των διατάξεων ως εκβιασμό για όλο το επαναστατικό κίνημα.
Όλο αυτό πρέπει να τιναχτεί στον αέρα!
Πρέπει να τιναχτεί στον αέρα όχι μόνο ως επίθεση κατά της διαφοροποιημένης στρατηγικής στη φυλακή αλλά, ξεκινώντας από τον πόλεμο ενάντια στο Νατο, ως επίθεση σε όλα τα σημεία του Γενικού Προγράμματος της Συγκυρίας. Δεν είναι πλέον θέμα να αναλαμβάνουμε κάθε φορά ένα μέτωπο μάχης, αλλά να δώσουμε ζωή σε ολόκληρο το επαναστατικό Πρόγραμμα ενάντια στο συνολικό σχέδιο της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας, για να οικοδομήσουμε τα θεμέλια του αντιιμπεριαλιστικού εμφυλίου πολέμου.
Το να έχουμε θέσει τις βάσεις της πολιτικής ενότητας γύρω από το Γενικό Πρόγραμμα της συγκυρίας και έχοντας αποκαταστήσει μια αδιάσπαστη σχέση μεταξύ προλεταριάτου και του υπό κατασκευή κόμματος σχετικά με τα νέα καθήκοντα της ταξικής σύγκρουσης, καθιστά δυνατή και αναγκαία την εφαρμογή του σλόγκαν «Ενότητα των μαζικών επαναστατικών οργανισμών επί του γενικού προγράμματος της συγκυρίας και των κομμουνιστών στην οικοδόμηση του κόμματος”.
Είναι στόχος αυτής της εκστρατείας να εκφράσει και να δώσει φωνή στις Omr-μαζικές επαναστατικές Οργανώσεις, στις Επιτροπές αγώνων στις μητροπολιτικές φυλακές και στις ειδικές, στα έμβρυα των επαναστατικών μαζικών οργανώσεων ολόκληρου του μητροπολιτικού προλεταριάτου. Αυτές οι στιγμές επαναστατικής οργάνωσης που δίνει στον εαυτό του το προλεταριάτο, είναι η ενεργός υλοποίηση του Συστήματος Ένοπλης Προλεταριακής Εξουσίας, που συνθέτουν τις προϋποθέσεις για την υλοποίηση και την οικοδόμηση της προλεταριακής και επαναστατικής κοινωνικής επικοινωνίας.
Μόνο η απογοητευτική βλακεία αυτού του καθεστώτος δεν αντιλαμβάνεται ότι κάθε προσπάθεια να καταπνίξει οποιαδήποτε μορφή έκφρασης και επικοινωνίας προορίζεται να ναυαγήσει σε μεγάλο βαθμό.

Να κατεδαφίσουμε το κύκλωμα της διαφοροποίησης !!! Να απελευθερώσουμε το διεθνές φυλακισμένο προλεταριάτο!!! Πόλεμος στην ρύθμιση της εξόντωσης !!! Πόλεμος στο άρθρο 90 !!! Να κλείσουμε με κάθε μέσο τα τμήματα μακρού ελέγχου !!! Να δώσουμε φωνή στους μαζικούς επαναστατικούς οργανισμούς, οικοδομώντας την επαναστατική κοινωνική επικοινωνία μέσα στον αγώνα, για την κατασκευή του προγράμματος μετάβασης στην κυριαρχία!!!
Πόλεμος στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο !!! Πόλεμος στο Νατο!!! Πόλεμος στην προληπτική αντεπανάσταση!!! Πόλεμος στην εφαρμογή του σχεδίου εκδίωξης του εργατικού δυναμικού !!! Πόλεμος στη νέα οργάνωση της εργασίας !!! Πόλεμος στον επαναπροσδιορισμό-σιδηρά κυβέρνηση της αγοράς εργασίας !!! Πόλεμος στο σχέδιο διαφοροποιημένης συμπίεσης του κόστους κοινωνικής αναπαραγωγής !!!
Τιμή στον σύντροφο Lucio Di Giacomo.
Τιμή σε όλους τους πεσόντες μαχητές για τον κομουνισμό.

Για τον κομουνισμό-Per il comunismo.
ερυθρές Ταξιαρχίες για το χτίσιμο του κομουνιστικού μαχόμενου κόμματος-Brigate rosse per la costruzione del Pcc

25-1-82

 

http://www.sebbenchesiamodonne.it/campagna-dozier-comunicato-n-5/

ιστορία, storia

Μια συνεισφορά στο “Μοντέλο vittimario”-θυματοποιητικό

Ένοπλος αγώνας. Ιστορία, μνήμη και μοντέλο vittimario

της   Silvia De Bernardinis

1.

Η παρέμβαση μου επικεντρώνεται στο θυματοποιητικό μοντέλο, το οποίο συνδέει και συγχέει την κυρίαρχη μνήμη – που παρουσιάζεται ως κοινή μνήμη – και την ιστορία, στην προσέγγιση της μελέτης του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία στα χρόνια του ’70 και του ’80. Όπως σωστά γράφουν οι διοργανωτές του συνεδρίου, είναι δύσκολο να μιλήσουμε για την δεκαετία του ’70 στην Ιταλία χωρίς να διακινδυνεύουμε να αναμοχλεύσουμε και να προκαλέσουμε εντάσεις.

269 ένοπλοι σχηματισμοί, 7 866 επιθέσεις σε πράγματα και 4 290 σε ανθρώπους, 36.000 πολίτες που διερευνήθηκαν και πάνω από 6.000 άνθρωποι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δεκαετιών 1, εκατοντάδες ποινές ισόβιας κάθειρξης, προσφυγή σε βασανιστήρια (συστηματικά κατά τη διάρκεια του 1982) και νόμους εξαίρεσης σε 18 χρόνια ιστορίας. Για να δοθεί το μέγεθος του φαινομένου, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, σε περιόδους φασιστικής δικτατορίας, μεταξύ του 1926 (έτος ίδρυσης του Ειδικού Δικαστηρίου) και του 1943, 15 806 αντιφασίστες παραπέμφθηκαν στο Ειδικό Δικαστήριο, 5 620 δικάστηκαν, βάσει των καταγγελιών της Οvra, και καταδικάστηκαν 4 596 2. Αυτά είναι μερικά από τα στοιχεία που μας επιστρέφει η Ιστορία, αλλά φαίνεται να μην αρκούν – όπως επίσης φαίνεται πως δεν αρκούν τα 40 χρόνια που μας χωρίζουν από το τέλος αυτού του κύκλου κοινωνικών αγώνων των οποίων ο ένοπλος αγώνας υπήρξε μία από τις εκδηλώσεις – για να ελευθερώσουν το έδαφος, που τροφοδοτείται από την πολιτική και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αλλά υποστηρίζεται και από ένα μεγάλο μέρος της ιστοριογραφίας, από μια σειρά κοινοτοπιών-κλισέ που της προσδίδουν μια παραμορφωμένη εικόνα και νόημα. Ο ένοπλος αγώνας στην Ιταλία προέκυψε μέσα σε ένα ακριβές ιστορικό περιβάλλον, το οποίο διήρκεσε περίπου είκοσι χρόνια, από το 1969 έως το δεύτερο μισό των χρόνων ’80. Μια κρίσιμη περίοδος στην ιταλική και διεθνή ιστορία, η οποία φέρει ολόκληρη την περίοδο μετάβασης από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, δηλαδή μια φάση αλλαγών που άφησαν εποχή και που έχουν μεταμορφώσει και επανασχεδιάσει τον κόσμο, τα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά του σενάρια. Μια αναταραχή, μια αναστάτωση που προκλήθηκε από τις ίδιες δυναμικές του κεφαλαίου υπό μετασχηματισμό. Κόρη μιας περιόδου κατά την οποία οι επαναστατικές διαδικασίες και ανυποταξίας στο υπάρχον εκδηλώνονταν σε όλες τις περιοχές του πλανήτη τότε χωρισμένου στα δύο, εκείνες υπό τον ατλαντικό έλεγχο και εκείνες υπό τον σοσιαλιστικό έλεγχο. Κόρη μιας περιόδου που έκανε να αναδυθούν υποκειμενικότητες μέχρι τότε αόρατες ή περιθωριακές μετατρέποντάς τες σε πρωταγωνιστές των διαδικασιών πολιτικής χειραφέτησης. Ο ένοπλος αγώνας ιστορικά ανήκει σε αυτό το περιβάλλον, γεννιέται στο φορντικό εργοστάσιο, όπου η άρνηση της εργασίας δημιούργησε ένα ταξικό κίνημα που για μερικά χρόνια, στην Ιταλία, κανείς δεν κατόρθωσε να κυβερνά, από τα συνδικάτα στα κόμματα, στις δυνάμεις της τάξης, σε μια διαδικασία μη αναστρέψιμης ρήξης μεταξύ θεσμικής αριστεράς και επαναστατικής αριστεράς: Δεν υπάρχει νίκη, δεν υπάρχει κατάκτηση χωρίς το μεγάλο κομμουνιστικό κόμμα, φώναζε και ξαναφώναζε το PCI-ΚΚΙ στις διαδηλώσεις στους δρόμους και τις πλατείες. Ένα σύνθημα που ήθελε να σημαίνει κατεύθυνση και έλεγχο επί των αγώνων στο εργοστάσιο και στην κοινωνία, αλλά και μονοπώλιο της διαφωνίας και της διαμάχης σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπονταν ούτε γίνονταν αποδεκτές άλλες μορφές έκφρασης της διαφωνίας και του αγώνα στα αριστερά του ΚΚΙ, ούτε υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν. Τα χρόνια του ’68 υπήρξαν η συγκεκριμένη διάψευση, ακόμα κι αν αυτό δεν σήμαινε την ανικανότητα του κόμματος να κεφαλαιοποιήσει και να κάνει δικούς του, στη συνέχεια, να προσαρμόσει εκείνους τους αγώνες που κοιτούσε με καχυποψία, που δεν τους ήθελε και που βοήθησε στην αποδυνάμωση τους, ένα εμπόδιο επί της πορείας οικοδόμησης μιας «δημοκρατικής αξιοπιστίας και σεβασμού» που θα το άλλαζαν αμετάκλητα.

Η χρονική απόσταση είναι ένα από τα στοιχεία που επιτρέπουν τον ιστορικισμό, αλλά όχι το μοναδικό. Μια περίοδος που έχει τελειώσει ιστορικοποιείται και ακριβώς η έλλειψη πολιτικού κλεισίματος μοιάζει να συνιστά το βασικό της εμπόδιο, αφήνοντάς το σε αναστολή, σε ένα είδος ελεύθερης ζώνης όπου ένας πόλεμος νοημάτων βγαίνει στη σκηνή που περνά σήμερα μέσα από το πεδίο της μνήμης. Όπως έγραψε ο Agamben πριν από είκοσι χρόνια δικαιολογώντας την ανάγκη αμνηστίας για τα πολιτικά αδικήματα εκείνης της περιόδου, «αυτό που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ιστορικής έρευνας αντιμετωπίζεται ως ένα πολιτικό πρόβλημα του σήμερα  3 ». Και είκοσι δύο χρόνια μετά από τα λόγια του Agamben, η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο, με το κυνήγι των «επικίνδυνων δολοφόνων» που σήμερα έχουν περάσει τα εξήντα και έχουν ζήσει τα τελευταία σαράντα χρόνια σε μια πολύ λιγότερο χρυσή εξορία από αυτήν που, χωρίς την παραμικρή απόδειξη, πλασάρεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μέσα σε αυτή την οπτική μπορεί να αναγνωσθεί, εν μέρει, η έλλειψη του ιστοριογραφικού κορμού που παράγεται μέχρι σήμερα, δηλαδή, ως συντριβή επί του παρόντος, σε μια χρονικογραφική διάσταση που για πολλά χρόνια έκανε δυνατό να μην θεωρείται αντικείμενο ιστορικής έρευνας. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το βάρος του παρόντος επί του παρελθόντος εάν παρατηρηθούν οι όροι που χρησιμοποιούνται για να οριοθετηθεί το αντικείμενο «ένοπλος αγώνας», το τι και το πώς, οι ερμηνείες του.

Είναι σημαντικό, για παράδειγμα, ότι γύρω από τον ένοπλο αγώνα υπάρχει μια στάση ηθικής καταδίκης που, αν δεν απέκλεισε τη μελέτη του, την επηρέασε και συνεχίζει να την επηρεάζει, εμποδίζοντας τους μελετητές να έχουν μια βέβηλη, ριζοσπαστική στάση, τόσο ώστε κάποιοι να αισθάνονται υποχρεωμένοι να δηλώσουν την ηθική τους αποδοκιμασία ως προς το αντικείμενο της μελέτης, ή να δώσουν μια αρνητική υποδήλωση με ηθικούς όρους στα κείμενά τους 4, παραμένοντας μέσα στην πορεία που σχεδιάστηκε από την πολιτική για την οποία ο ένοπλος αγώνας είναι ένα εγκληματικό και αδικαιολόγητο φαινόμενο, ακατανόητο μέσα στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού συστήματος. Ένα ζήτημα, συνεπώς, που αφορά τη συνείδηση και όχι τη γνώση. Και είναι εξίσου σημαντικό το γεγονός πως η ιστοριογραφία έχει αναλάβει άκριτα το πολιτικό-επικοινωνιακό λεξιλόγιο που χτίστηκε γύρω από τη δεκαετία του Εβδομήντα, και ειδικότερα τον ένοπλο αγώνα, χωρίς να αμφισβητεί, χωρίς να αναρωτηθεί σχετικά με την ορθότητα, από ιστοριογραφική άποψη, των ερμηνευτικών κατηγοριών που, αντί να παράγουν ιστορική γνώση και κατανόηση, καταλήγουν να αναπαράγουν την κοινή λογική [Ο όρος κοινή λογική αντικατοπτρίζει την «αίσθηση» που έχει κανείς για κάτι χωρίς πολλή σκέψη, στηριγμένος στη μέση εμπειρία και γνώση του καθημερινού ανθρώπου]. Ξεκινώντας από τους κεντρικούς όρους που χρησιμοποιούνται, όπως τρομοκρατία ή βία, τον πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο, ένα είδος μπαμπούλα, φόβητρου που ανεμίζεται αν χρειαστεί. Σίγουρα δεν ζούμε σε έναν λιγότερο βίαιο κόσμο σήμερα, αλλά η βία της δεκαετίας του ’70 αφηγείται, περιγράφεται ως η πιο άγρια. H ad hoc τερατοποίηση που δημιουργήθηκε επί των πρωταγωνιστών της τελευταίας ταξικής σύγκρουσης του εικοστού αιώνα – από τις τρελές δολοφονίες τις απομονωμένες από την κοινωνία, σε αυτούς που παρεισφρύουν, στους ανόητους ετεροκαθοδηγούμενους – εξυπηρετεί στο να καλύπτει το πραγματικό ακάλυπτο νεύρο εκείνης της ιστορικής περιόδου, δηλαδή, την πρακτική και θεωρητική αμφισβήτηση, του μονοπωλίου της Κρατικής βίας από τις κατώτερες τάξεις. Η βία της δεκαετίας του ’70 είναι ανείπωτη γιατί υπήρξε βία των κυριαρχούμενων προς τους κυρίαρχους.

Εκείνοι που μελετούν την ιστορία των ένοπλων σχηματισμών, και ειδικότερα των Ερυθρών Ταξιαρχιών, γνωρίζουν ότι πρέπει να μας δώσουν πίσω, πρώτα απ ‘όλα, την αυθεντικότητα τους, στην διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων, μεταξύ δύο κυρίαρχων παραδειγμάτων: εκείνο το διετρολογικό [α]-συνωμοσιολογικό που έχει σκοπό να επηρεάσει, να ακυρώσει την αυθεντικότητα μιας πολιτικής διαδρομής, και εκείνο το θυματοποιητικό, με στόχο την ανάθεση του μονοπωλίου του λόγου και της ιστορίας στα θύματα του ένοπλου αγώνα. Ακριβώς αυτά τα δύο παραδείγματα αντιπροσωπεύουν τα δύο μεγαλύτερα εμπόδια, όχι τόσο για το πως φτιάχνεται η ιστορία εκείνης της περιόδου, κάτι που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια εκ των πραγμάτων αλλά, πάνω απ ‘όλα, στην εμφάνιση της σε σχέση με μια επίσημη αφήγηση που έχει ελάχιστη σχέση με την Ιστορία και που είναι αντιθέτως το αποτέλεσμα της επιβεβαίωσης μιας κυρίαρχης μνήμης, με τη σειρά την ενδεικτική των σημερινών σχέσεων εξουσίας, της σημερινής ισορροπίας δυνάμεων.

2.

Τι είδους μνήμη έχει εδραιωθεί για τον ένοπλο αγώνα; Από πότε και μέσα σε ποιο πλαίσιο επικράτησε η θυματοποιητική ιδεολογία; Στο πλαίσιο του επαναπροσδιορισμού ενός νέου συμβολικού ιδρυτικού συμφώνου της Δεύτερης Δημοκρατίας που οδήγησε στην καθιέρωση αρκετών ημερών μνήμης, το 2006 υποβλήθηκαν διάφορα νομοσχέδια για την καθιέρωση της ημέρας μνήμης για τα θύματα της τρομοκρατίας. Η συζήτηση επικεντρώνεται στην επιλογή της πιο κατάλληλης ημερομηνίας. Και η προσοχή εστιάζεται σε εκείνη την 12 δεκεμβρίου, ημερομηνία της σφαγής της piazza Fontana στο Μιλάνο το 1969, αναγνωρισμένης ως αρχή της «στρατηγικής της έντασης», για την οποία μέχρι σήμερα δεν υπάρχει μια δικαστική αλήθεια, και στην 9 μαΐου, ημερομηνία της δολοφονίας του Aldo Moro από τις BR, για την οποία διεξήχθησαν πέντε δίκες και εκδόθηκαν οι αντίστοιχες αποφάσεις. Η πρόταση που θα περάσει θα είναι η δεύτερη, που υποβλήθηκε από τη Sabina Rossa, γερουσιαστή του Δημοκρατικού Κόμματος, κόρη του Guido, συνδικαλιστή ηγέτη του αριστερού συνδικάτου CGIL που σκοτώθηκε στη Γένοβα από τις BR το 1979. Η κουβέντα για τις δύο ημερομηνίες υπογράμμιζε, στην κοινοβουλευτική συζήτηση, την αναβίωση των αναγνώσεων και ερμηνειών που εδραιώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια σχετικά με τα γεγονότα που διέσχισαν τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και έφθασαν στις αρχές των χρόνων ’80. Από την θέση της σύγκρουσης μεταξύ αντίθετων εξτρεμισμών, στην ανθρωποκτονική τρέλα, στην θεωρία του διπλού κράτους, στην θέση του «εκφυλισμού» του 1968, ενός 1968 που θα έπρεπε να διασωθεί και να διαχωριστεί από αυτό που συνέβη στη συνέχεια, ένα πολιτισμικό και γενεαλογικό φαινόμενο με εξτρεμιστικές εξάρσεις και υπερβολές που υπαγορεύονταν από νεανικό ενθουσιασμό που στη συνέχεια επιμελώς υποχώρησε,επέστρεψε στην κανονικότητα. Ή, από την αντίθετη άποψη, του 1968 ως προέλευση του κακού και της βίας. Βρήκε επίσης χώρο ένα από τα θεωρήματα που προτάθηκαν επανειλημμένα από παράγοντες του κινήματος της εποχής, δηλαδή εκείνο της «τρομοκρατίας» της αριστεράς ως αιτίας της κρίσης των κινημάτων, που βρέθηκαν να συμπιέζονται μεταξύ της βίας των ένοπλων οργανώσεων και της καταστολής του Κράτους 5. Δεν υπήρξε καμία αναφορά στην πολιτική φύση του φαινομένου, ούτε στην ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων σε εκείνη τη σύγκρουση. Παρόλο που δεν υπήρξε ομοφωνία σχετικά με την ημερομηνία, πολλοί από τους ομιλητές στη συζήτηση, ενώ αναγνώρισαν στην 12η του δεκέμβρη ως την πιο σωστή ημερομηνία – επειδή ημερομηνία περιοδολόγησης της ιταλικής ιστορίας – προκειμένου να ευνοηθεί η κατασκευή μίας «κοινής μνήμης», επέλεξαν την 9η μαΐου, ημερομηνία που αναφέρεται στην πρόταση νόμου ως σύμβολο της ένωσης όλων των πολιτικών κομμάτων και της κοινωνίας κατά της τρομοκρατίας, η οποία πέρασε με την ευνοϊκή ψήφο όλων των κομμάτων, την αποχή της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης και του Κόμματος ιταλών κομουνιστών και μία ψήφο κατά.

Τα λόγια της Olga D’Antona, συζύγου του Massimo D’Antona, που σκοτώθηκε στη Ρώμη από τις Νέες Ερυθρές Ταξιαρχίες το 1999, συνόψιζαν τη θέση που εκφράστηκε από την πλειοψηφία :

Ελπίδα είναι ότι η ημέρα της μνήμης μπορεί να αποτελέσει την ευκαιρία να δοθεί τελικά φωνή σε εκείνους που έχουν πέσει θύματα εκείνων των πράξεων τρόμου. Ήρθε η ώρα να δώσουμε φωνή σε εκείνους των οποίων οι ζωές έχουν καταστραφεί για πάντα και οι οποίοι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, έχουν καταδικαστεί στη λήθη και στη σιωπή. Είναι καιρός η δική μας ιστορία τρομοκρατίας να ειπωθεί όχι μόνο από τους τρομοκράτες και επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε τι συνέβη από την άλλη πλευρά, από την πλευρά εκείνων των αθώων και ανυπεράσπιστων πολιτών που υπήρξαν θύματα της 6.

Η κεντρικότητα των θυμάτων, το ότι τους δίδεται φωνή και το ότι ασχολούμαστε με αυτούς συγκεκριμένα, καθίσταται από εκείνη τη στιγμή, για λόγους που στην πραγματικότητα δεν έχουν να κάνουν με το σεβασμό της μνήμης τους, πρίσμα της κυρίαρχης ανάγνωσης επί της ιστορίας της δεκαετίας του ’70.

Αρχικά και κατά τη διάρκεια των χρόνων ’90 οι συγγενείς των θυμάτων που σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις με ένοπλες οργανώσεις ζητούσαν από το Κράτος, μέσω της αναγνώρισης του καθεστώτος τους, οικονομική αποζημίωση 7. Για να το εισάγουμε σε ένα πλαίσιο και να κατανοήσουμε την προέλευσή του, είναι απαραίτητο να επιστρέψουμε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, στη φάση της «εξόδου από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης της τρομοκρατίας». Οι ένοπλες οργανώσεις εξαρθρώθηκαν, το σχέδιο και το πολιτικό υποκείμενο που τις είχε δημιουργήσει μέσα στα μεγάλα εργοστάσια του Βορρά στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ηττήθηκε πολιτικά – η τάξη και η παραγωγική αναδιάρθρωση πέρασαν στα εργοστάσια – ,μεγάλο μέρος των αγωνιστών συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν ή βρίσκονταν με δίκες υπό εξέλιξη. Το ιταλικό Κράτος είχε να αντιμετωπίσει χιλιάδες καταδίκες για πολιτικά εγκλήματα. Ήταν, όπως επισημαίνει ο Sommie 8, μια μοναδική περίπτωση στην Ευρώπη και στις δυτικές δημοκρατίες, με έναν πολύ μεγάλο αριθμό πολιτικών κρατουμένων και την ανάγκη να κλείσει και να εξομαλυνθεί μια μακρά περίοδος κοινωνικής σύγκρουσης. Οι νόμοι εξαίρεσης και η στρατιωτική επίθεση από μόνη της δεν ήταν επαρκείς για να υπονομεύσουν τον κοινωνικό ιστό από τον οποίο οι ένοπλες οργανώσεις αντλούσαν δύναμη, σε απόδειξη του πόσο βαθιά ριζωμένος και ευρέως διάχυτος ήταν αυτός. Από αυτό, η ανάγκη παρέμβασης όχι μόνο στο κατασταλτικό επίπεδο, έπρεπε να βρεθεί ένα είδος πολιτικής λύσης για να τερματιστεί η κοινωνική και ένοπλη σύγκρουση εκείνων των χρόνων. Η απόφαση της πολιτικής ήταν να την αποπολιτικοποιήσει, αναθέτοντας την στο δικαστικό σώμα και στη συνέχεια στον σωφρονιστικό μηχανισμό. Έτσι γεννιέται ο θεσμός της διάστασης-διαχωρισμού και η φιγούρα του «διαχωρισμένου», που ευνοείται από το μεταβαλλόμενο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο-περιβάλλον. Σε αυτή την κατάσταση, τα μέλη των ένοπλων οργανώσεων στη φυλακή, παίρνοντας αποστάσεις από τον ένοπλο αγώνα του οποίου υπήρξαν πρωταγωνιστές, πρότειναν μια συνεργασία με τα θεσμικά όργανα, την αποκήρυξη της ιστορίας τους με αντάλλαγμα μια μείωση της ποινής. Το κάνει πρώτα απ ‘όλους ο Toni Negri το 1982 απευθυνόμενος απευθείας στον Domenico Sica στον οποίο προτείνει να αγωνιστούν μαζί ενάντια στους «τρομοκράτες» και θα ακολουθηθεί μετά από λίγο από την Prima Linea, η οποία θα αναλάβει τη διάσταση ως ενιαία θέση της οργάνωσης, και από την πλειοψηφία των μελών της φάλαγγας Walter Alasia των ΕΤ. Οι επιπτώσεις αυτής της θέσης ήταν καταστροφικές για τις ένοπλες οργανώσεις και αποδείχτηκε έτσι ένας από τους ισχυρότερους μηχανισμούς της διάλυσης τους, με την επίθεση στην εσωτερική τους αλληλεγγύη και απομακρύνοντας τες από την ιστορία τους.

Ασχολούμενο περισσότερο με τους τρομοκράτες απ ‘ότι με τα θύματα σήμαινε λοιπόν να δίνει προτεραιότητα, μέσα από τον διαχωρισμό και την μετάνοια-μεταμέλεια, στην επίλυση μιας πολιτικό-κοινωνικής σύγκρουσης, «ομαλοποιώντας» την, ένα πρόβλημα που για το Κράτος ήταν επείγον και βαρύ σε σχέση με τα αιτήματα αποζημίωσης που ταυτόχρονα προέρχονταν από τις οικογένειες των θυμάτων και που εκ των πραγμάτων για αρκετά χρόνια παρέμεναν ανήκουστα. Η AIVITER (Ιταλική Ένωση Θυμάτων Τρομοκρατίας και Ανατρεπτικής Δράσης κατά της συνταγματικής τάξης του Κράτους) ιδρύεται το 1985 ακριβώς με σκοπό να ζητήσει νομοθετικές παρεμβάσεις αντισταθμιστικού χαρακτήρα υπέρ όσων σκοτώθηκαν κατά τη σύγκρουση με τις ένοπλες οργανώσεις. Και ακριβώς επάνω στο διαχωρισμό-διάσταση, που θα γίνει νόμος το 1987, αλλά που άρχισε να εφαρμόζεται ήδη από νωρίτερα, ξεκίνησε η πρώτη πολεμική της ένωσης των θυμάτων της τρομοκρατίας. Ο Maurizio Puddu, επαρχιακός σύμβουλος της χριστιανοδημοκρατίας DC, ένα από τα θύματα των ΕΤ, και πρόεδρος του Συλλόγου, δήλωνε ότι ήταν απαραίτητος ο σεβασμός του νόμου, αλλά πως το δίκαιο δεν πρέπει να παραμορφώνεται κατ ‘αυτόν τον τρόπο. Η μετάνοια δεν απαιτείται στα άρθρα της διάταξης, μόνο η διάσταση. Θα μπορούσε τουλάχιστον να συμπεριληφθεί μια σημείωση με την οποία στους τρομοκράτες επιβάλλονταν να ζητούν από τα θύματα συγνώμη 9.

Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με την ερμηνεία του Puddu, η διάσταση ήταν η πραγματική πράξη μετάνοιας: αντίθετα με τον «μετανοημένο» (παραδοσιακή φιγούρα του καταδότη), ο πρώην «διαχωρισμένος τρομοκράτης» λάμβανε υπόψη τα λάθη του, αποκήρυσσε το παρελθόν του και δεσμεύονταν για το μέλλον να μην χρησιμοποιεί πλέον τη βία ως μέθοδο πολιτικής πάλης. Συνεργάζονταν ενεργά να γκρεμίσει τα θεμέλια της οργάνωσής του και να θέσει και τις άλλες σε κρίση, προσφέροντας στο Κράτος μια πολύ πιο αποτελεσματική δουλειά από αυτήν του καταδότη και για την οποία απολάμβανε την επιείκεια του Κράτους, δηλαδή τη μείωση της ποινής. Μια πρακτική πολύ παρόμοια με τις διαδικασίες που διεξάγονταν πριν από αιώνες από την Εκκλησία ενάντια σε αιρετικούς και μακριά από το δίκαιο που με αυτή την έννοια, ναι, έβγαινε παραμορφωμένο, και όχι μόνο για τις μειώσεις της τιμωρίας που χορηγούνταν με βάση τη «μετάνοια, την αποκατάσταση». Στη συνέχεια, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, το αίτημα του Puddu – το υστερόγραφο που απαιτούσε από τον φυλακισμένο να ζητήσει ρητά τη συγχώρεση των θυμάτων – έγινε αποδεκτό. Πράγματι, αν και δεν προβλεπόταν σε κανένα νόμο, οι εποπτικοί δικαστές, κατά την κρίση τους, επέβαλαν ως περαιτέρω απαίτηση για την απόκτηση της υπό όρους απελευθέρωσης την γραπτή επαφή μεταξύ κρατουμένων και θυμάτων ή συγγενών των θυμάτων, στραπατσάροντας εκ νέου το δίκαιο 10, μερικούς αιώνες ιστορίας του δικαίου. Ολόκληρος ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας διεξήχθη, εξάλλου, διαφορετικά από ότι ισχυρίζονταν τότε τα κόμματα και τα θεσμικά όργανα, και από αυτά που επαναλαμβάνουν σήμερα, με μέσα και εργαλεία που δεν καλύπτονται, δεν προβλέπονται από το «δημοκρατικό Κράτος δικαίου ».

Η πολεμική από πλευράς των θυμάτων αυξήθηκε όταν, μεταξύ του 1987 και του 1988, άρχισε να υποτίθεται η δυνατότητα χάριτος για τους μη διαχωρισθέντες και αμετανόητους, μετά την πρόταση μιας πολιτικής λύσης που πρότειναν οι κύριοι ηγέτες των BR: σημειώνοντας την εξάντληση ενός κύκλου αγώνων και το ανεπανάληπτο των εμπειριών που τον χαρακτήριζαν, έθεταν την ανάγκη μιας «υπέρβασης», χωρίς αποκηρύξεις και μεταμέλειες σχετικές με την ιστορία τους, και την αναγκαιότητα μιας αμνηστίας για τους πολιτικούς κρατούμενους και για τους εξόριστους. Όχι μια πράξη ειρήνευσης, αλλά μια πολιτική διάταξη η οποία, θεωρώντας μια εποχή κλεισμένη-τελειωμένη, θα επέτρεπε έναν ιστορικό-πολιτικό και μη δικαστικό προβληματισμό, με μια σύγκριση-αντιπαράθεση επεκταθείσα σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Η πρόταση προκάλεσε μια συζήτηση στα κυριότερα κόμματα, πρωτίστως DC, PCI και PSI – χριστιανοδημοκρατία κομουνιστές και σοσιαλιστές – βρίσκοντας στο εσωτερικό τους, αν και μεταξύ διακρίσεων, την προθυμία για άνοιγμα ενός διαλόγου. Μικρότερη διαθεσιμότητα, από την αρχή, εκφράστηκε από τα θύματα και ένα μεγάλο μέρος του τύπου. Ήταν η Maria Cristina Tarantelli, η αδελφή του Ezio, που σκοτώθηκε από τις Br, που απάντησε από τις σελίδες της La Repubblica – την εφημερίδα που ήταν περισσότερο αφοσιωμένη στο μέτωπο του όχι στην πολιτική λύση – επιτιθέμενη στο Κράτος, ακλόνητη μπροστά στα αιτήματα οικονομικής υποστήριξης για τα θύματα, σκεπτικιστική προς τις μετάνοιες και τους διαχωρισμούς 11. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, από την πλευρά των συγγενών και των ενώσεων των θυμάτων, το ζήτημα συνέχιζε ουσιαστικά να γυρνά γύρω από το αίτημα αποζημίωσης. Ήταν το αντίθετο μέτωπο, παρόν εγκάρσια μέσα σε όλα τα κόμματα, μπροστά στα ανοίγματα, που ανακινεί με χρηστικό τρόπο ακριβώς το ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων να εμποδίζει τη συζήτηση 12, η οποία ξεκίνησε ούτως ή άλλως. Υπήρξαν μια σειρά συναντήσεων στη φυλακή μεταξύ αντιπροσώπων όλων των κομμάτων και ορισμένων θεσμικών αξιωματούχων και μαχητών των ΕΤ που είχαν ενταχθεί στην πρόταση της πολιτικής λύσης. Οι συναντήσεις διακόπτονται όταν, το 1988, οι αγωνιστές των BR που εξακολουθούσαν να δραστηριοποιούνται, ενάντιοι στην προοπτική ξεπεράσματος του ένοπλου αγώνα, σκότωσαν τον Ruffilli σε μια δράση. Για τους αμετανόητους και μη διαχωρισμένους πολιτικούς κρατούμενους, των οποίων ο αριθμός ήταν υψηλός και αποτελούσε ένα πρόβλημα για το Κράτος, ο πολιτικός κόσμος επέλεξε μια «ατομική διέξοδο», αναθέτοντας, αυτή τη φορά στο σωφρονιστικό μηχανισμό, την αναζήτηση μιας λύσης, δίνοντας στους πολιτικούς κρατούμενους που δεν συμμετείχαν στη διάσταση τη δυνατότητα πρόσβασης στα οφέλη που προβλέπονταν για τους κοινούς κρατούμενους στον νόμο Gozzini. Ανεξάρτητα από έναν νόμο και ένα γενικό πρόγραμμα, όλα εξαρτώνταν από τις κατευθυντήριες γραμμές και τους προσανατολισμούς των διευθυντών φυλακών, των εποπτικών δικαστών, οι οποίοι αποφάσιζαν, κατά περίπτωση, τη χορήγηση αδειών, την πρόσβαση σε εξωτερικές εργασίες και την ακόλουθη διαδικασία για την απόκτηση της ελευθερίας υπό όρους. Οι προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης συνεχίστηκαν επανειλημμένα, όχι πλέον ως συζήτηση μεταξύ πολιτικών κρατουμένων και θεσμικών εκπροσώπων, αλλά ως πρωτοβουλίες των κομμάτων ή μεμονωμένων βουλευτών. Το 1989 υποβλήθηκε σχέδιο νόμου του οποίου η πρόθεση, σαφώς από τη διατύπωση των άρθρων που το απάρτιζαν, πρότεινε μια δικαστική λύση, θέτοντας το ζήτημα της επανεξισορρόπησης των κυρώσεων, οι οποίες για τους πολιτικούς κρατούμενους ήταν μεγαλύτερες από εκείνες των κοινών κρατουμένων επειδή επιδεινώνονταν από τους ειδικούς νόμους. Παρόλο που δεν ήταν συνεπώς θέμα «συγχώρεσης», η συζήτηση, ειδικά στον Τύπο, πήρε αυτά τα περιγράμματα. Την επομένη της υποβολής του νομοσχεδίου, η εφημερίδα La Repubblica – στη μέση της εκστρατείας κατά της αμνηστίας / χάριτος – έδιδε ξανά χώρο στην Maria Cristina Tarantelli, φιλοξενώντας μια επιστολή που απευθύνονταν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με πολύ σκληρούς τόνους, με τους οποίους επαναλαμβάνονταν η ανισότητα της προσοχής που υπάρχει ανάμεσα στα θύματα, ακόμη σε αναμονή ενός νόμου για να τα αποζημιώνει, και τους «εκτελεστές-δημίους», προς τους οποίους το Κράτος κινούνταν βιαστικά για την κοινωνική επανένταξή τους 13. Για περίπου δύο χρόνια παρεμβάσεις εναλλάσσονταν μέσω δημόσιων συζητήσεων, μεταξύ εκείνων που θεωρούσαν ώριμες τις συνθήκες να κλείσουν οριστικά ένα κεφάλαιο της ιταλικής ιστορίας και εκείνων οι οποίοι, αντιθέτως, πίστευαν ότι οποιαδήποτε διάταξη έπρεπε να θεωρηθεί καθυστερημένη πολιτική αναγνώριση που χορηγείται στους ένοπλους σχηματισμούς, στις ΕΤ πρώτη απ’ όλες.

Σε αυτό το περιβάλλον μέσα η φιγούρα του θύματος αρχίζει να παίρνει μια δημόσια διάσταση, γίνεται το νέο όχημα μέσω του οποίου η πολιτική, αφού πρώτα αποπολιτικοποίησε την κοινωνική σύγκρουση της δεκαετίας του ’70 αναθέτοντας τη διαχείριση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στο δικαστικό σώμα και εκ των πραγμάτων πολιτικοποιώντας τις λειτουργίες αυτού του τελευταίου, θα προσπαθήσει να την αποπολιτικοποιήσει στο επίπεδο της μνήμης και της ιστορίας.

Ο τύπος της συζήτησης, που αρχικά επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένα ζητήματα πολιτικού χαρακτήρα που θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει στο πολιτικό κλείσιμο εκείνης της ιστορικά εξαντληθείσας σύγκρουσης, επισημοποιώντας το σε νομοθετικό επίπεδο, ανέλαβε μια χροιά που στηρίζονταν πλήρως στην ηθική σφαίρα και που έπαιζε χρηστικά στο ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων. Ο ιδιωτικός χώρος, ο πόνος και η μνησικακία, καθώς και η διάθεση προς συγχώρεση εκείνων που επηρεάστηκαν προσωπικά από τη σύγκρουση εκείνων των χρόνων, σταδιακά μονοπωλεί τη δημόσια σφαίρα, της πολιτικής, με λίγες κριτικές φωνές να παραμένουν αντιμέτωπες. Ο Franco Fortini, ειδικότερα, είχε καταλάβει με ευφυία το έδαφος στο οποίο γλιστρούσαμε και που αργότερα θα αποτελούσε το θεμέλιο της θυματοποιητικής ιδεολογίας – dell’ideologia vittimaria – όταν, το 1988, έγραφε :

Τότε τι είναι αυτός ο άνθρωπος, εκείνος ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάτε, όταν του αφαιρείται η διάσταση της κοινής δράσης για την αλληλεγγύη, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ισότητα, εγώ πραγματικά δεν μπορώ να τον φανταστώ. Τι είναι ένας άνθρωπος που περιορίζεται στην απλή διάσταση της ηθικής εσωτερικότητας; Έχω την δική μου, για να μην αναφέρω τους μέγιστους χριστιανούς, τον Μαρξ, τον Νίτσε, τον Φρόιντ και τον Σαρτ. Με καθησυχάζουν αυτοί: πρέπει να πρόκειται για έναν αχρείο. Ή για ένα θύμα. Και τι θέλουν πράγματι από εμάς οι θεματοφύλακες της Κρατικής δεοντολογίας, της ηθικής του Κράτους αν όχι να μας καταστήσουν απατεώνες ή θύματα; 14

Η δεκαετία του ’90 θα χαρακτηρίζεται από την ίδια διαμάχη, με την ευκαιρία της πρότασης τoυ Cossiga να χορηγήσει χάρη στον Renato Curcio 15, τις πρώτες άδειες που χορηγήθηκαν στα πιο γνωστά ονόματα του ένοπλου αγώνα, σε όλες τις περιπτώσεις δημόσιας έκθεσης των «τρομοκρατών». Στο βάθος, από έναν αφηρημένο πολιτικό κόσμο ο οποίος εν τω μεταξύ αντιμετωπίζει τις άλλες δομικές «καταστάσεις έκτακτης ανάγκης», από τη μαφία στην Tangentopoli, επανεμφανίζεται κάθε τόσο το ζήτημα της αμνηστίας, η κουβέντα της οποίας συζητήθηκε και πάλι στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής το 1997 για να τερματιστεί σε ένα τίποτα, και στην οποία οι ενώσεις των οικογενειών των θυμάτων εκφράστηκαν και πάλι με αντίθετο τρόπο. Εν τω μεταξύ η νομοθετική διαδικασία υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας συνεχίζονταν με αργούς ρυθμούς, η οποία προχώρησε από το 1980 έως το 2000 μέσω μιας σειράς κανονισμών, και μόνο το 2004 θα καταστεί νόμος 16.

Ακριβώς μέσα σ ‘αυτή την προοπτική όπου κυριαρχεί η ηθική σφαίρα, η αγανάκτηση προς τους «αμετανόητους-αμετακίνητους» εδραιώνονταν στην επικοινωνιακή συζήτηση, τους «μη μετανιωμένους ή διαχωρισμένους τρομοκράτες» που άρχισαν να έχουν πρόσβαση στα πρώτα οφέλη του νόμου Gozzini. Πέρα από τη θρησκευτική-ηθική κατηγορία που προκαλούν οι όροι, κάποιος «ξεχνούσε» ότι επρόκειτο αποκλειστικά για νομικές κατηγορίες. Και η κατηγορία του «αμετακίνητου» συγκέντρωνε, πέρα από τις διάφορες θέσεις που ανέλαβαν τότε τα άτομα σε σχέση με τη δική τους ιστορία, όλους εκείνους που δεν εντάσσονταν, σύμφωνα με την εξαιρετική νομοθεσία, στις κατηγορίες του μετανοημένου ή διαχωρισμένου. Το γεγονός να είναι κάποιος αμετανόητος και μη διαχωρισμένος είναι συνεπώς ισοδύναμο με το γεγονός ότι εκτίει ποινές μεγαλύτερης διάρκειας από εκείνους που έχουν επωφεληθεί από τις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους.

Να εξουδετερώνει το πολιτικό κλείσιμο υπήρξε πάντοτε παρόν, είναι σημαντικό να τονιστεί, ένας άλλος παράγοντας: ζητούνταν από τους ταξιαρχίτες να λένε «όλη την αλήθεια» για την υπόθεση Μόρο, η οποία εν τω μεταξύ τροφοδοτούνταν με έρευνες εντυπωσιασμού κενές πραγματικών απαντήσεων-αντιστοιχιών, που έδιδαν ζωή σε μια ανεξάντλητη φλέβα διετρολογικής-συνωμοσιολογικής λογοτεχνίας, τα «μυστήρια της υπόθεσης Moro», σε ένα είδος επαναπροσδιορισμού της πολιτικής της αποφασιστικότητας που περνούσε τώρα στο ιστορικό-πολιτικό επίπεδο, για να απομακρύνει κάθε συζήτηση σχετική με τις ευθύνες των κυριότερων υπέρμαχων της, DC και PCI. Υπό αυτή την έννοια η ανάγνωση του PCI, η οποία θεωρούσε ότι οι κρίσεις των δικαστηρίων των διαφόρων δικών Moro δεν ήταν εξαντλητικές, κέρδιζε δύναμη, και διάβαζε την ιταλική ιστορία την μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως μια μακρά ανατρεπτική ίντριγκα ενάντια στη δημοκρατία – και το κόμμα – από τη σφαγή της Portella della Ginestra στις σφαγές της δεκαετίας του ’70 και του ’80, στον κομμουνιστικό ένοπλο αγώνα. Με την υιοθέτηση ενός μονοπωλίου διαφωνίας που δεν προέβλεπε ούτε παραδέχονταν άλλες μορφές έκφρασης στα αριστερά του, πολύ περισσότερο «αυθεντικά» υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν, το PCI κατέφυγε, στην διάρκεια των δεκαετιών, στις θεωρίες συνωμοσίας, των προβοκατόρων και των παρεισφρύσεων ενάντια στο κόμμα, ένα επιχείρημα που, στο επίπεδο της προπαγάνδας, ειδικά στην αριστερά, έβρισκε γόνιμο έδαφος και στην δύναμη του αντικομμουνισμού μέσα στην ιταλική κοινωνία.

3.

Είναι στις αρχές της δεκαετίας του 2000 που, δίπλα στο συνωμοσιολογικό παράδειγμα, διαμορφώνεται πλήρως εκείνο της θυματοποίησης. Από τον κόσμο που είχε γεννήσει τον ένοπλο αγώνα, δεν είχε μείνει πλέον τίποτε άλλο παρά οι μαχητές των ένοπλων σχηματισμών, οι οποίες είχαν εξαφανιστεί εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια, και εξακολουθούσαν να κρατούνται στη φυλακή. Τα κόμματα είχαν αλλάξει τα ονόματά τους, άλλα γεννήθηκαν και κυβερνούσαν. Τα «παιδιά του Salò» γιορτάστηκαν στο κοινοβούλιο από τον Luciano Violante, δικαστή και ηγετικό στέλεχος του PCI-PDS-DS που στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή ενάντια στους «τρομοκράτες». Ο εξαντλημένος 20ος αιώνας και οι επαναστάσεις του, οι οποίες όμως αν και ατελείς είχαν έτσι κι αλλιώς απελευθερώσει εκατομμύρια ανθρώπους προηγουμένως αόρατους, είχαν ηττηθεί, και μαζί τους και η έννοια της αντιπαλότητας, η συγκρουσιακή έννοια ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, που εκδιώκονταν πίσω από τον σύγχρονο πολιτικό ορίζοντα και από την Ιστορία. Ο θριαμβευτικός νεοφιλελευθερισμός και η ιδεολογία του, που προωθούνταν μιλώντας για «τέλος της ιστορίας», βιαστικά απαλλάσσονταν από αυτόν: ο Εικοστός αιώνας έγινε ο αιώνας της φρίκης, των γενοκτονιών, των ολοκληρωτισμών. Η ιστορία ηγεμονεύεται από τη μνήμη και μπερδεύεται με αυτήν, συγχέεται, σαν να ήταν συνώνυμη με αυτήν. Η αφηγηματική μνήμη που αφηγείται τον Εικοστό αιώνα είναι μνήμη του πόνου, είναι ο μάρτυρας των φρικαλεοτήτων των ολοκληρωτισμών του σύντομου αιώνα, του Ολοκαυτώματος επί των πάντων. Και αναδύεται ως κεντρικός πρωταγωνιστής το θύμα. Το θύμα τοποθετείται ως ιδανικό μοντέλο για να εμπνευστεί ο καθείς από αυτό: είναι η παθητικοποίηση του υπάρχοντος, το να υποβάλλεσαι και να υπομένεις που επιβάλλεται στη δράση, να κάνεις τίποτα, να μην αντιδράς, να μην λερώνεις τα χέρια σου ως υπέρτατη αξία της ειρηνευμένης κοινωνίας στην ομόφωνη φιλελεύθερη συναίνεση 17.

Η προσωπική ιστορία, η οικεία και οικογενειακή διάσταση, δηλαδή η ιδιωτική διάσταση, καταλαμβάνει το δημόσιο χώρο. Η Iστορία με τις μη γραμμικές, αντιφατικές διεργασίες της, με τις συγκρούσεις της εξαφανίζεται. Οι ανανεωμένες ιταλικές άρχουσες τάξεις εκφράζουν σε μια γλώσσα που είναι εν μέρει μόνο νέα, διότι είναι ήδη παρούσα αλλά όχι ακόμη πλήρως δομημένη, την αφήγηση των » θλιβερών χρόνων του μολυβιού». Αυτή τη φορά το κενό της θεσμικής πολιτικής γεμίζει με τον ιδιωτικό πόνο των θυμάτων, και ιδίως των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, των εχθρών του δημοκρατικού Κράτους. Δεν θα μπορούσαν να είναι τα θύματα των σφαγών, που στερούνται δικαστικής αλήθειας καθώς και ιστορικής, σε έναν χώρο που παραμένει αδιαφανής περιοχή. Το λέει ξεκάθαρα ο Giorgio Napolitano στην ομιλία του κατά τον εορτασμό της πρώτης Ημέρας μνήμης των θυμάτων της τρομοκρατίας, όταν δηλώνει την κυριαρχία, μέσα στην ιταλική ιστορία των χρόνων του ’70, των «ανατρεπτικών μηχανορραφιών» της «εξτρεμιστικής και επαναστατικής αριστεράς» και ειδικότερα της «διασποράς της τρομοκρατίας των ερυθρών Ταξιαρχιών» σε σχέση με εκείνες του «νεοφασιστικής δεξιάς […] με συμπαιγνίες ακόμα και μέσα στους μηχανισμούς του Κράτους». Δεν υπάρχει θαμπάδα όσον αφορά το γεγονός πως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες πολέμησαν εναντίον του Κράτους. Όσον αφορά τις συνενοχές και τις ευθύνες του κρατικού μηχανισμού στις επιθέσεις που προκάλεσαν σφαγές, αντίθετα, οι πολλές περιοχές αδιαφάνειας-θαμπάδας δεν διαλύθηκαν. Στη συνέχεια πρέπει να διευκρινίσουμε, σύμφωνα με τα στοιχεία που μας επιστρέφει η ιστορία, ότι δεν ήταν ο ένοπλος αγώνας που έκανε τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων. 18. Αλλά το θυματοποιητικό παράδειγμα-πρότυπο δεν χρειάζεται την Ιστορία για την αφήγησή του, τροφοδοτείται μιας μοναδικής κυρίαρχης μνήμης που κάποιοι θα ήθελαν να γίνει «κοινή μνήμη, κοινόχρηστη».

Το σημάδι της νέας εποχής είχε αποκαλυφθεί με παραδειγματικό τρόπο από τον κινηματογράφο λίγα χρόνια νωρίτερα, με την ταινία του Mimmo Calopresti Η δεύτερη φορά- La seconda volta (1995), μια τεχνητή απόπειρα αντιπαράθεσης-συνάντησης μεταξύ ενός πρώην τρομοκράτη και του θύματος του που αποδεικνύεται αδύνατη, επειδή δεν προβλέπεται, στην ταινία και στην πραγματικότητα, να δίνεται ο λόγος στον »δήμιο» παρά μόνο για να εκφράσει και επιβεβαιώσει την αλήθεια των νικητών. Κυριαρχεί ο υπερκείμενος μονόλογος του θύματος που δεν έχει τίποτα να ακούσει, πεπεισμένος για την απόλυτη αλλοτριότητα και τυχαιότητα αυτού που του συνέβη, αγνοώντας και ξεχνώντας ένα κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο-περιβάλλον του οποίου ήταν μέρος και μέσα στο οποίο γίνονταν πολιτική και με τα όπλα 19. Η αλλαγή του παραδείγματος-προτύπου είναι ορατή και κυρίως στην τηλεοπτική δημοσιογραφία, η οποία εγκαινιάζει, χρησιμοποιώντας τον ορισμό του De Luna, την «τηλεόραση του πόνου». Το 1989 ο Enzo Biagi, απαντώντας στη χήρα του δικαστή Terranova που σκοτώθηκε από τη μαφία, που εξέφραζε κριτική και λύπη για την επιλογή του δημοσιογράφου για συνέντευξη από τον Luciano Liggio, έλεγε: «Μοιράζομαι τον πόνο της κυρίας Terranova και του γιου του αξιωματικού Mancuso. Αλλά δεν είναι καθήκον των οικογενειών των θυμάτων να ορίζουν τι είναι σωστό και τι όχι να γίνεται στην τηλεόραση 20 ». 18 χρόνια μετά, το 2007, ο Corrado Augias καλωσόριζε την έκκληση των συγγενών των νεκρών στη Via Fani και του Giorgio Napolitano, «που είχαν φρικάρει 21 » για μια συνέντευξη που μεταδόθηκε στην τηλεόραση του πρώην ταξιαρχίτη διαχωρισμένου Alberto Franceschini που γυρίστηκε στη Via Fani. Μια τηλεόραση στην οποία ούτε καν ο Sergio Zavoli, συγγραφέας του Η νύχτα της Δημοκρατίας-La notte della Repubblica, θα έβρισκε πλέον χώρο.

Πάντα κατά την πρώτη γιορτή της ημέρας αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας, ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας, Giorgio Napolitano, ο οποίος έζησε το σύνολο και διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στην πολιτική της δεκαετίας του ’70, δήλωνε την ανάγκη να «δοθεί φωνή όχι σε όσους πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, αλλά σε εκείνους που την υπέφεραν 22 ». Εάν μείνουμε στην περίοδο που υποδεικνύεται από τον Napolitano, δηλαδή από το 1969 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80, τα δεδομένα της κοινής μνήμης και εκείνα της Ιστορίας αποκλίνουν. Για την Ιστορία, δύσκολα μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι οι ένοπλοι σχηματισμοί πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, ειδικά εάν σιωπήσουμε αναφορικά με το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο και το περιβάλλον που βρίσκεται στην απαρχή της γέννησή τους. Το γεγονός που επιταχύνει το σχηματισμό των ένοπλων ομάδων, σύμφωνα με τις δηλώσεις εκείνων που αγωνίστηκαν σε αυτές και με μια εδραιωμένη ιστοριογραφία, είναι η σφαγή της 12ης δεκεμβρίου 1969 η οποία, πρέπει να θυμόμαστε, έρχεται στο τέλος ενός έτους που κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό ωρών απεργιών (250 εκατομμύρια συνολικά, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις κατηγορίες) και ένα επίπεδο συγκρουσιμότητας των εργατών που ούτε τα συνδικάτα, ούτε τα αριστερά κόμματα κατάφερναν να συγκρατήσουν. Το πρώτο θύμα στα χέρια μιας ένοπλης ομάδας έλαβε χώρα στη Γένοβα το 1971, κατά τη διάρκεια ληστείας από την Banda XXII Ottobre. Ο πρώτος πολιτικός φόνος είναι εκείνος του αστυνομικού κομισάριου Calabresi (1972), που θεωρήθηκε υπεύθυνος για το θάνατο του αναρχικού Giuseppe Pinelli, ο οποίος εκπαραθυρώθηκε από το αστυνομικό τμήμα ενώ ανακρίνονταν ως ύποπτος δράστης της σφαγής της piazza Fontana. Η δολοφονία του Calabresi, την ευθύνη της οποίας δεν ανέλαβε ποτέ καμία οργάνωση, θα αποδοθεί πολλά χρόνια αργότερα από ένα δικαστήριο στην Lotta Continua. Η πρώτη σχεδιασμένη εκτέλεση της οποίας την ευθύνη ανέλαβαν οι κόκκινες Ταξιαρχίες είναι του 1976.

Αλλά ο Napolitano λέει και άλλα: «Όσοι έχουν διευθετήσει τους λογαριασμούς τους με τη δικαιοσύνη έχουν το δικαίωμα να επανενταχθούν στην κοινωνία, αλλά με διακριτικότητα και μέτρο και να μην ξεχνούν ποτέ τις ηθικές τους ευθύνες ακόμα κι ας μην είναι πλέον ποινικές 23 ». Για το θυματοποιητικό πρότυπο, ο «δήμιος» δεν επιστρέφει, αφού έχει εκτίσει την ποινή του, στις λειτουργίες που έχουν ρυθμιστεί από τους νόμους του δημοκρατικού Κράτους, να είναι ένας ελεύθερος πολίτης, αλλά υποχρεούται σε μια μόνιμη κατάσταση σιωπής, λόγω ηθικών ευθυνών ακατάσβεστων, οι οποίες συνεπώς δείχνουν ένα άδειασμα των κανόνων δικαίου. Το επιβεβαιώνει η αποκαταστατική δικαιοσύνη, χρησιμοποιώντας μορφές φαινομενικά πιο ανοιχτές και συμφιλιωτικές σε σχέση με τις αυταρχικές εκείνες που εκφράστηκαν κυρίως από τις ενώσεις των θυμάτων και ενισχύθηκαν από το επικοινωνιακό σύστημα που θα επιθυμούσε ένα είδος πολιτικής ισόβιας ποινής για τους «δημίους» του ένοπλου αγώνα, αλλά στην πραγματικότητα πιο ύπουλες λόγω των επιπτώσεων που παρουσιάζουν. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη επιβεβαιώνει, θέτοντας τις βάσεις για το άδειασμα και την υπέρβαση της αμεροληψίας του δικαίου, πως η εξιλέωση μιας ποινικής τιμωρίας είναι ανεπαρκής απάντηση στο πένθος των θυμάτων, δεν εκπληρώνει το αίτημα για δικαιοσύνη, δεν επιτρέπει την ενσωμάτωση στη μήτρα της κοινότητας και την επανεκπαίδευση που το άρθρο 27 του Συντάγματος αποδίδει στην τιμωρία ως στόχο, στον επίσημο εορτασμό της δύναμης της δημοκρατίας 24 », όπως γράφει ο Luigi Manconi. Μέσα σε αυτό τον χώρο δίδεται ο λόγος, η αποκατάσταση επιτρέπεται, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από τον Giancarlo Caselli, σε εκείνους που «έχουν συνειδητοποιήσει τον παραλογισμό τους». Μπορούν να μιλήσουν χρησιμοποιώντας επικυρωμένα λόγια σε έναν εγκεκριμένο χώρο, ή για να λέμε καλύτερα, σε έναν νέο χώρο φυλακισμένο, μέσα σε μια αφήγηση που αποσκοπεί στο να επιβεβαιώσει εκείνη την ανάγνωση σύμφωνα με την οποία μέρος μιας γενιάς, οδηγούμενης από εγκληματική τρέλα και μια αιματηρή ιδεολογία, έθεσε σε κίνδυνο, για μια στιγμή, τις αντοχές του «δημοκρατικού Κράτους». Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, εκτός από το άδειασμα του δικαίου, ήμαστε μπροστά σε μια διαδρομή κληρικο-μετανοούσα και μια επιχείρηση κατασκευής κοινής μνήμης, σκοπός της οποίας είναι να αρνηθεί και να εξαλείψει το συγκρουσιακό πολιτικό σχέδιο που έχει εγγραφεί στην ιστορία. Μια περαιτέρω εμπεριστατωμένη μελέτη των εγγενών επιπτώσεων της διάστασης, όπου η ανταλλαγή μεταξύ της αναθεώρησης της καταδίκης και της ιδεολογικής αναθεώρησης είναι ενεργή προσκόλληση-συγκατάθεση στην κοινή μνήμη, με αποτέλεσμα να επηρεάζει και να διαστρεβλώνει την ανάγνωση της ιστορίας.

Μεταξύ 2006 και 2009, κατασκευάζονταν κομμάτι με κομμάτι, το μονοπώλιο του λόγου, και της ιστορίας, των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, αρνούμενοι τη νομιμότητα της ύπαρξης των αναμνήσεων του ένοπλου αγώνα, και όχι μόνο εκείνων που δεν συμμορφώνονται με την κοινή μνήμη.Οι κύριοι πρωταγωνιστές του ένοπλου αγώνα δεν είχαν δικαίωμα να γράφουν και, πάνω απ ‘όλα, να δημοσιεύουν και να συζητούν σε δημόσιους χώρους, βροντούσε η ιταλική διανόηση από τις σελίδες των κυριότερων εφημερίδων 25. Στους πρώην μαχητές αντιτάσσονταν, σε μια μεγάλη εκστρατεία επικοινωνιακή / διαφημιστική, και πάνω από όλα ιδεολογική, από τις σελίδες των μεγάλων εφημερίδων, οι εκδόσεις των «διάσημων» παιδιών των θυμάτων, από τον Tobagi έως τον Calabresi, στην Rossa, τα βιβλία των οποίων έγιναν η νέα παράμετρος για να μπορούμε να μιλήσουμε για τα χρόνια του ’70. Ονόματα που κατέχουν σημαντικές θέσεις στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, που έχουν στη διάθεση τους ενώσεις, τα οποία έχουν μετατραπεί σε εξουσιοδοτημένους αποδέκτες της αφήγησης των «χρόνων του μολυβιού», ακριβώς δυνάμει της ταυτότητάς τους ως συγγενών των θυμάτων της «τρομοκρατίας». Όταν δίνεται στο θύμα η εξουσία της λογοκρισίας και του μονοπωλίου του λόγου, απορρίπτεται η ταυτότητά του ως θύμα. Το θύμα γίνεται άσκηση ενός επαγγέλματος λογοκριτικού, που προστατεύεται από το κέλυφος μιας υποτιθέμενης ανώτερης ηθικής.

Το θύμα και η οικογένεια του θύματος, καθαγιασμένοι στην επίσημη τελετουργία της ημέρας μνήμης, θεσμοθετημένοι από τον δημόσιο λόγο, θεαματοποιημένοι επικοινωνιακά, φτάνουν στην πραγματικότητα στο σημείο να ενσωματώνουν μια ανώτερη ηθική. Ο λόγος τους, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστός σε σχέση με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους για τους οποίους μιλά, και η θέση τους που εκφράζει απόλυτη δημόσια εκδηλωμένη στενοχώρια και πόνο, γίνεται απρόσβλητος, η κριτική καθίσταται βρισιά, προσβολή. Φτάνει κάτι πολύ λιγότερο από την κριτική, φτάνει σήμερα και μόνο το γεγονός να κατατίθεται ένας άλλος λόγος που να ξεφεύγει από τη ρητορική του πόνου και της καταδίκης του κακού, ώστε να ξεσπάσει η λογοκρισία και η δημόσια αποδοκιμασία που επιβάλλεται επικοινωνιακά, ακόμη και το άνοιγμα αρχείων – ακόμη και χωρίς την υπόθεση τέλεσης αδικήματος – από πλευράς εισαγγελιών, οι καταγγελίες ενώπιον των δικαστηρίων από τις ενώσεις των θυμάτων της τρομοκρατίας 26. Ακόμη και η συμμετοχή στην κηδεία ενός ταξιαρχίτη διαμορφώνεται ως δυνητικό έγκλημα και κοστίζει την κατηγορία της υποκίνησης εγκληματικών πράξεων. Είναι μια οργισμένη αγανάκτηση εκείνη που εξέφρασε η Benedetta Tobagi, με αφορμή το θάνατο του Prospero Gallinari, το 2013 – στου οποίου την κηδεία πήραν μέρος όχι μόνο οι σύντροφοι του, αλλά από αρκετές εκατοντάδες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων πολλών νεαρών, για την « καθαγίαση σε πρωταγωνιστή της Ιστορίας «, για τους» θύλακες που αντιστέκονται σε ένα έδαφος κοινά αποδεκτών αξιών 27 ». Είναι κατανοητή, πάνω από όλα ανθρώπινη, από εκείνους που έχουν υποστεί προσωπικές απώλειες ή ταλαιπωρία πένθος και πόνο, μια αντίδραση αγανάκτησης και διαμαρτυρίας μπροστά στον υπεύθυνο για το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας. Η έκφραση του μίσους, της εκδίκησης, της δυσαρέσκειας γίνεται κατανοητή και έχει το λόγο ύπαρξης ως προσωπικές και ιδιωτικές εκδηλώσεις του πόνου καθενός. Ανήκουν ακριβώς στην ιδιωτική σφαίρα. Και είναι εξίσου προφανές ότι ο ιδιωτικός πόνος, που μεταφέρεται στην δημόσια και θεσμοθετημένη σφαίρα, μετατρέπεται σε άσκηση λογοκρισιακής εξουσίας που δεν έχει καμία σχέση με το «σεβασμό προς τα θύματα» και τη μνήμη των θυμάτων, αλλά περισσότερο με ένα είδος σύγχρονου δικαστηρίου πολιτικού-επικοινωνιακού όπου οι «κοινές αξίες» είναι οι κυρίαρχες αξίες, χωρίς τη δυνατότητα κριτικής έκφρασης και διαφωνίας. Ο Franco Fortini το είχε εκφράσει σαφώς, ξεκάθαρα :

Οποιαδήποτε πνευματική και πολιτική δύναμη οργανώνεται ως αντίπαλη στους ήδη καθιερωμένους τρόπους έκφρασης των συμφερόντων και της θέλησης καταγγέλλεται αμέσως σαν συνεργός ή απολογητής ή εξομοιωτής της τρομοκρατίας. Οποιοσδήποτε ιστορικός ή θεωρητικός προβληματισμός σχετικά με το ρόλο και το νόημα της βίας μέσα στην ανθρώπινη ιστορία που δεν τελειώνει με τον εορτασμό και την εξύψωση, την εξύμνηση του καθεστώτος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως ανώτατης κορυφής-κορύφωσης της ανθρώπινης συνύπαρξης (και με την καταδίκη της αναζήτησης οποιουδήποτε άλλου τρόπου ή δρόμου) απορρίπτεται ως έργο διαφθοράς 28.

Είναι σαφές ότι είναι από τις πολιτικές σχέσεις εξουσίας, από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων, από τους κοινωνικούς ρόλους, από εκείνους που έχουν κερδίσει και από εκείνους που έχασαν, που το καθεστώς του θύματος είναι προσβάσιμο, επειδή τα θύματα δεν είναι όλα ίδια. Η διαφοροποίηση μεταξύ των αδύναμων θυμάτων και των ισχυρών θυμάτων, των υποκειμένων θυμάτων και των κυρίαρχων θυμάτων, και κατά συνέπεια μεταξύ των υποτελών αναμνήσεων και των κυρίαρχων αναμνήσεων, εξαρτάται από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων. Είναι πάρα πολύ τετριμμένο – και κατά βάθος είναι ακριβώς επάνω στην ανωριμότητα της ανάγνωσης και της ιστορικής κατανόησης που βασίζεται στην θυματοποιητική ιδεολογία – να επιβεβαιώνεται πως από την προοπτική που αναλαμβάνεται θα έχουν ένα διαφορετικό βάρος οι πολλές προλεταριακές σφαγές που είναι διάσπαρτες στην δημοκρατική ιστορία, οι τουφεκισμοί της αστυνομίας στους διαδηλωτές στις πλατείες, οι σφαγές – όταν ακόμη οι ΕΤ ήταν πολύ μακριά από το να υπάρχουν – και οι πεσόντες με στολή του Κράτους από τα χέρια των ΕΤ. Μια λογική που καταλήγει να καταπιεί μέσα της ακόμη και εκείνους που επικρίνουν τον θυματοποιητικό μηχανισμό, την στιγμή κατά την οποία παρουσιάζουν και αντιπαραβάλλουν θύματα στα θύματα, δίνοντάς τους τροφή και αναγνώριση ως ερμηνευτική και αξιολογική κατηγορία που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα της παγίωσης της αίσθησης και της ιστορικής και πολιτικής κατανόησης. Υπάρχουν θύματα και δολοφόνοι εκεί όπου δεν υπάρχει μια σύγκρουση. Και ότι για ένα διάστημα είκοσι χρόνων υπήρξε μια κοινωνική σύγκρουση εντός της οποίας και ο ένοπλος αγώνας βρήκε χώρο είναι εγγεγραμμένο στην Ιστορία, το λεν οι αριθμοί, οι νεκροί στα αντιτιθέμενα μέτωπα, οι ειδικοί νόμοι, η ειδική φυλακή, τα βασανιστήρια, οι εξόριστοι. Να ξεχνάμε ότι το κράτος έχει κάνει τις οικογένειες των θυμάτων της σφαγής της Πιάτσα Φοντάνα να πληρώσουν τις δικαστικές δαπάνες χωρίς καν να τους δώσουν μια δικαστική αλήθεια σίγουρα δεν μπορούμε, δεν γίνεται. Και αν η δικαστική αλήθεια δεν έχει πλέον πολύ νόημα σήμερα, είναι σημαντική αντίθετα μια ιστορική αλήθεια. Η οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί εάν η Ιστορία διαβάζεται ως σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού – όπου το καλό και τα θύματα συμπίπτουν με τις αξίες που επιβάλλονται ως κυρίαρχες, και είναι τέτοιες ακριβώς επειδή είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής και κοινωνικής ισορροπίας δυνάμεων που καθορίστηκε από το αποτέλεσμα των συγκρούσεων – , εάν η Ιστορία χρησιμοποιείται για τη θεσμοθέτηση της μνησικακίας, ως κοινωνική και πολιτική εκδίκηση των νικητών. Δεν είναι μια ιταλική ιδιαιτερότητα, είναι η ιδεολογική βάση του νεοφιλελευθερισμού και ο σκοπός της είναι ακριβώς να απομακρύνει την αντιπαλότητα , να διώξει την συγκρουσιακή διάθεση που βρίσκεται στην ιστορία και την πολιτική, αποπολιτικοποιώντας την. Αλλά η Ιταλία προηγήθηκε των καιρών σε αυτή την περίπτωση, αμφισβητώντας, αρνούμενη επανειλημμένα την πολιτική διάσταση εκείνης της σύγκρουσης: κατά την διάρκεια της ανάπτυξής της, με την πολιτική της αποφασιστικότητας, στην κατάληξη, με τον διαχωρισμό και τη λύση της «εξατομικευμένης εξόδου», απαλλασσόμενη του προβλήματος των πολιτικών κρατουμένων χωρίς να αναλαμβάνει ένα μέτρο πολιτικής φύσεως στο τέλος μιας εποχής πολιτικά και ιστορικά ολοκληρωμένης, και τέλος, σε αυτά τα τελευταία χρόνια, προσπαθώντας να διαγράψει τη μνήμη εκείνης της σύγκρουσης με την θυματοποιημένη αφήγηση και να αφαιρέσει την αυθεντικότητά της με αυτή τη μεγάλη «ψεύτικη αφήγηση» – « fake narration » που είναι η διετρολογία-συνωμοσιολογία. Να αφαιρέσουν το λόγο, και την ιστορία, σε αυτούς που υπήρξαν οι πρωταγωνιστές μιας κοινωνικής σύγκρουσης, της οποίας ο ένοπλος αγώνας ήταν αναπόσπαστο μέρος, είναι μια εξαιρετικά ιδεολογική επιχείρηση, τέλεια για να κρύβει αυτό που δεν μπορεί να σιγήσει από την άποψη της ιστορίας, στο επίπεδο της ιστορίας και που επανεμφανίζεται κάθε φορά που πλησιάζουμε στις πηγές της ιστορίας. Η μνήμη – η άμεση μαρτυρία αυτών που ενσάρκωσαν εκείνη τη σύγκρουση – είναι μία από τις πηγές για την ανασυγκρότηση της ιστορίας, και η ιστοριογραφική έρευνα μπορεί να αγνοηθεί από τη μνήμη των παιδιών και των εγγονών των θυμάτων, να είναι ανεξάρτητη από αυτές τις μνήμες, αλλά δεν μπορεί να κάνει χωρίς τις αναμνήσεις των «εκτελεστών, των δημίων». Για την Ιστορία, η ύπαρξη μιας πληθώρας αναμνήσεων, μαρτύρων των γεγονότων, σε σύγκρουση μεταξύ τους, είναι απαραίτητη για την ανακατασκευή, την κατανόηση και την αποτίμηση της κοινωνικής πολυπλοκότητας και των φαινομένων που αυτή δημιούργησε, των σχέσεων δύναμης παρόντων σε συγκεκριμένες περιστάσεις και εποχές, απαραίτητων για την ιστορική γνώση. Και όσο περισσότερο επεκτείνεται και εμβαθύνεται η μελέτη του κοινωνικού περιβάλλοντος της περιόδου, των ιστοριών, των πολιτικών διαδρομών των μαχητών των ένοπλων οργανώσεων, με άλλα λόγια, όσο περισσότερο απομακρύνεται μια ιστορική περίοδος από την «κανονικοποίηση» κάτω από την οποία συμπιέστηκε, τόσο περισσότερο πέφτουν τα κλισέ, οι κοινοτοπίες μέσα στις οποίες όλη εκείνη η εποχή των αγώνων – και των κατακτήσεων που έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά διαγραφεί σήμερα – περιορίστηκε.

Για τη σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού, μεταξύ θύματος και δημίου, για το θυματοποιητικό παράδειγμα, όλα αυτά είναι άχρηστα, Η Ιστορία είναι άχρηστη, δεν χρειάζεται: αντιθέτως, είναι ένα πρόβλημα.

Silvia De Bernardinis

α]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

1 Δες AaVv., La mappa perduta-ο χαμένος χάρτης, Roma, Sensibili alle foglie, 1994 και Steccanella Davide, Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα-Gli anni della lotta armata, Milano, Bietti, 2018.

2 De luna Giovanni, « Tribunale speciale per la difesa dello Stato-ειδικό Δικαστήριο για την υπεράσπιση του Κράτους », στο De Grazia Victoria, Luzzatto Sergio (dir.),Dizionario del fascismo-Λεξικό του φασισμού, Torino, Einaudi, 2003, vol. 2, p. 739.

3 Agamben Giorgio, « Cattive memorie-Κακές αναμνήσεις », Il Manifesto, 23 δεκεμβρίου 1997.

4 Τα παραδείγματα είναι πολυάριθμα, αναφέρω ένα πρόσφατο και εμβληματικό από την Anna Maria Vinci η οποία, αναφερόμενη στη σπουδαιότητα της μελέτης των πηγών, καταλήγει ως εξής: «Επομένως δεν ασκεί καμία μορφή «ταξιαρχίτικου υποκειμενισμού» αυτός που προσεγγίζει στην διαστρεβλωμένη και σκοτεινή πρόζα εκείνων των ανατρεπτικών κινημάτων: είναι ένα αναγκαίο πέρασμα που απαιτεί, μεταξύ άλλων, μια σημαντική κριτική προσπάθεια (και υπομονή). Οι μηρυκασμοί που δεν διαβάζονται πολλών από τις πηγές που αναφέρθηκαν αξίζουν, πράγματι, μια μη αποστασιοποιημένη αξιολόγηση του λεξιλογίου μιας γενιάς, στη συνεύρεση και / ή στη σύγκρουση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, ανάμεσα στο «οικογενειακό λεξικό» και τον πολιτικό λόγο «, Battelli Giuseppe, Vinci Anna Maria, Parole e violenza politica. Gli anni Settanta nel Novecento italiano-Λόγια και πολιτική βία. Η δεκαετία του ’70 στον ιταλικό εικοστό αιώνα, Roma, Carocci Editore, 2013, p. 21.

5 Συζήτηση του νομοσχεδίου: S. 1003 – Γερουσιαστές Rossa και άλλοι: Δημιουργία της «Ημέρας της Μνήμης» αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας (Εγκρίθηκε από τη μόνιμη Επιτροπή της Γερουσίας) (Α.C.2489), και των προτεινόμενων νόμων Ascierto , Angela Napoli , Zanella και άλλοι , Zanotti και άλλοι (A.C. 1071136119952007), Συνεδρίαση n. 150, 2 μάιος 2007, στο

http://documenti.camera.it/apps/nir/getRiferimentiNormativi.aspx?base=1&blnDea=0&strURL=http://documenti.camera.it/leg15/resoconti/assemblea/html/sed0150/stenografico.htm

6 D’Antona Olga, Ibid, Ίδια αναφορά

7 Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν στο The Lost Map- La mappa perduta-Ο χαμένος χάρτης, τα θύματα των ένοπλων οργανώσεων της αριστεράς ήταν 128, εκ των οποίων περισσότεροι από τους μισούς ήταν της Αστυνομίας του Κράτους (38), των Carabinieri (21), της ιδιωτικής αστυνομίας (10), της σωφρονιστικής αστυνομίας (8), των ενόπλων δυνάμεων (2) , του δικαστικού σώματος (8), πολιτικών (6).

8 Sommier Isabelle, Pentimento e dissociazione. Fine degli anni di piombo in Italia ?, Μετάνοια και διάσταση. Τέλος των ετών μολυβιού στην Ιταλία ;, στο http://www.bellaciao.org/it/spip.php?article3213

9 Patruno Roberto, « Primo sconto per i dissociati BR »,«Πρώτη έκπτωση για τους διαχωρισμένους BR», La Repubblica, 12 μαρτίου 1987.

10 Η πρώτη περίπτωση κατά την οποία ένα δικαστήριο επιτήρησης απευθύνθηκε στην Ένωση θυμάτων ήταν εκείνη του Vincenzo Acella, BR που διαχώρισε τη θέση του το 1999.

11 Tarantelli Maria Cristina, « Vittime e carnefici- Θύματα και δήμιοι», La Repubblica, 21 ιανουαρίου 1988.

12 Ο Cesare Salvi, επικεφαλής του τμήματος Δικαιοσύνης του PCI, δήλωνε: «Οι οικογένειες των θυμάτων δεν μπορούν να αποτελούν εμπορεύματα ανταλλαγής. Είναι ντροπιαστικό το γεγονός ότι το Κράτος δεν έχει εκπληρώσει τα καθήκοντά του απέναντι τους, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις συζητούμενες πρωτοβουλίες. Πρέπει να ακούσουμε τη φωνή τους, αλλά δεν μπορούμε να ξεφορτωθούμε στους ώμους τους αυτό που είναι δουλειά του κράτους », M.S.,« Το ΚΚΙ- PCI ζητάει σαφήνεια », La Repubblica, 28 Ιανουαρίου 1988.

13 Tarantelli Maria Cristina, « Έτσι το Κράτος προστατεύει τους τρομοκράτες αλλά δεν φροντίζει τα θύματα », La Repubblica, 21 ιουλίου 1989.

14 Fortini Franco, « Non è solo a voi che sto parlando-Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ », στις Απείθειες ΙΙ– Disobbedienze II, Roma, Il Manifesto Libri-Βιβλία, 1996.

15 Σε μια διαμάχη με τον τότε πρόεδρο της χριστιανοδημοκρατίας DC, Ciriaco De Mita, και με τον Υπουργό Χάρης και Δικαιοσύνης, Martelli, ο Francesco Cossiga δήλωνε: «μόνο όσοι πολέμησαν τον πόλεμο μπορούν να ζητήσουν ειρήνη», στο Rizzo Renato, «Αγαπητέ Martelli, δεν είμαστε παιδάκια »La Stampa, 18 αυγούστου 1991.

16 Διάβασε 3 αυγούστου 2004, n. 206, Νέοι κανόνες υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας – Nuove norme in favore delle vittime del terrorismo e delle stragi di tale matrice.

17 Cfr. Giglioli Daniele, Critica della vittima-Κριτική του θύματος, Milano, Nottetempo, 2014.

18 Ο αριθμός των θυμάτων, για την περίοδο από το 1969 έως το 1982, είναι 351, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσαν οι Dalla PortaDonatella, Rossi Maurizio, Σκληροί αριθμοί. Απολογισμός της ιταλικής τρομοκρατίας-Cifre crudeli. Bilancio dei terrorismi italiani, Μπολόνια, Ερευνητικό υλικό του Ινστιτούτου Cattaneo, 1984. Πιο συγκεκριμένα του ένοπλου αγώνα, σύμφωνα με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από την Progetto Memoria- Σχέδιο Μνήμης,τα θύματα που προκλήθηκαν από τους ένοπλους σχηματισμούς της αριστεράς ήταν 128 , από αυτά τα 72 προκλήθηκαν από τις δράσεις των BR όσον αφορά την περίοδο 1970-1988. Εάν εξετάσουμε την περίοδο 1970-1981 – από την ίδρυση της οργάνωσης έως την πρώτη διάσπαση της φάλαγγας Walter Alasia – τα θύματα είναι 48. Στη συνέχεια, 6 θάνατοι προκλήθηκαν από δράσεις της W. Alasia (1981-1983), 12 από τις BR-PG (μεταξύ απριλίου 1981 και οκτωβρίου 1982), 6 από τις BR-PCC (από το 1981 έως το 1988 ), βλ Ο χαμένος χάρτης-La mappa perdutaop. cit.

19 Cfr. Balzerani Barbara, Compagna luna-Συντρόφισσα Σελήνη, Roma, DeriveApprodi, 1998, p. 125-133.

20 Bolzoni Attilio, « Quell’infame discorso di Liggio-Εκείνη η βρώμικη ομιλία του Liggio », La Repubblica, 23 μαρτίου 1989.

21 Augias Corrado, « Να ακούμε τους δολοφόνους των αγαπημένων μας στην τηλεόραση », La Repubblica, 9 μαρτίου 2007.

22 Napolitano Giorgio, Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας Giorgio Napolitano στην Ημέρα Μνήμης αφιερωμένη στα θύματα της τρομοκρατίας, Palazzo del Quirinale, 9 μαΐου 2008, in http://presidenti.quirinale.it/elementi/Continua.aspx?tipo=Discorso&key=1246

23 Ibid.

24 Manconi Luigi, Graziani Federica, « Η δίκαιος χωρισμός από το βάρος  εκείνων των χρόνων-Il giusto congedo dal peso di quegli anni », Il Manifesto, 24 ιανουαρίου 2017.

25 Υπό την έννοια αυτή, ο Antonio Tabucchi ήταν πρόδρομος το 1998, με μια παρέμβαση λογοκρισίας, από τις σελίδες της Corriere della Sera, εναντίον του βιβλίου της Barbara Balzerani, Compagna Luna-Συντρόφισσα Σελήνη, που εκδόθηκε από τον οίκο Feltrinelli, και δικό του εκδοτικό οίκο, στον οποίο έστειλε τελεσίγραφο, απαιτώντας από αυτόν να επιλέξει μεταξύ της παραμονής της Balzerani ή του ιδίου. Και αυτή η απειλή έληξε υπέρ αυτού.

26 Αυτό που συνέβη με τη Barbara Balzerani όταν είπε ότι εκείνο του θύματος είναι ένα λογοκριτικό επάγγελμα με την ευκαιρία της παρουσίασης ενός από τα βιβλία της στο Centro Popolare Autogestito-Λαϊκό Αυτοδιαχειριζόμενο Κέντρο (CPA) στη Φλωρεντία στις 16 μαρτίου 2018. Με την ευκαιρία αυτή το όλο γεγονός γυρίστηκε χωρίς άδεια , με κρυφές κάμερες, και μετά μεταδόθηκε σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα με σκοπό να προκαλέσει εντυπώσεις.

27 Tobagi Benedetta, « Se il carceriere di Moro diventa eroe sul web- Αν ο δεσμοφύλακας του Moro γίνεται ήρωας στον ιστό», La Repubblica, 15 ιανουαρίου 2013, e Id., « Irriducibili. Perché gli ultimi terroristi fanno ancora discutere- Αμετακίνητοι. Γιατί οι τελευταίοι τρομοκράτες εξακολουθούν να συζητιούνται», La Repubblica, 24 ιανουαρίου 2013.

28 Fortini Franco, Non è solo a voi che sto parlandoop. cit., p. 37-38. Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ

 

Un contributo sul “Paradigma vittimario”

φυλακές, carcere

Αναμνήσεις των κολασμένων της γης

του Alexik

“Εκεί, όπου ήταν πιο υγρά
άνοιξαν ένα τεράστιο χαντάκι
και μες τον βράχο έσκαψαν
κόγχες και τις θωράκισαν
μετά ύψωσαν πύργους γέφυρες και παρατηρητήρια
κι έβαλαν στρατιώτες, να φυλάν
μας φόρεσαν πανωφόρια
και μας αποκάλεσαν κακοποιούς                                           τέλος, θέλησαν να κλειδώσουν με κάγκελα τον ουρανό

δεν τα κατάφεραν τελείως
εκεί ψηλά
κοιτάζουμε τους γλάρους να πετούν”.

(Sante  Notarnicola, Φυλακή. Favignana 1 Ιουνίου 1973)

[Έφτασαν εδώ και λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, σε επανέκδοση από τον Pgreco, “Η νοσταλγία και η μνήμη” και “Ελεύθεροι από την σιωπή” * του Sante Notarnicola. Περιέχουν ποιήματα και κείμενα διακοσμημένα με σχέδια της Stefania Venturini και του Marco Perrone και μια μακρά συνέντευξη που παραχωρήθηκε το 1992 από τον συγγραφέα στο Radio Sherwood.]

Λέγεται ότι η ποίηση είναι μερικές φορές σε θέση να προφέρει παγκόσμιες λέξεις, έγκυρες ανά πάσα στιγμή, σε κάθε χρόνο.
Συμβαίνει με τους στίχους του Sante Notarnicola, που συντίθενται κυρίως κατά τη διάρκεια μιας φυλάκισης που διήρκεσε 21 χρόνια – από το 1967 έως το 1988.
Στίχοι που εξακολουθούν να είναι χρήσιμοι και σήμερα, και θα παραμείνουν τέτοιοι μέχρι όσο μένει όρθια και η τελευταία φυλακή.
Παρόλο που η σύνθεση του σώματος των κρατουμένων και τα επίπεδα μαχητικότητας και συνείδησής του έχουν αλλάξει, αν και οι μορφές ελέγχου έχουν τελειοποιηθεί και διαφοροποιηθεί, τα κάγκελα παραμένουν ουσιαστικά ακόμα ίδια.
Ίδια είναι η αντίδραση του ανθρώπου στην άρνηση του αέρα και των χρωμάτων, και όλου αυτού του εξωτερικού κόσμου που είναι φτιαγμένος από την απεραντοσύνη των χώρων, των τόπων και των αγαπημένων ανθρώπων.
Ίση είναι η βία στην οποία υποβάλλεται, η ένταση και ο θυμός, η αλαζονεία και η αυθαιρεσία. Ίδια είναι η απάθεια των ακίνητων ωρών, η ευαισθησία και η τρυφερότητα στις κουβέντες όταν δέχεται επισκεπτήριο και η επιθυμία.

“Συγκεκριμένη είναι η απουσία της χειρονομίας, και του χαμόγελου”. Για να αντισταθείς πρέπει να μάθεις να τα ξαναχτίζεις στον ύπνο, στην φαντασία, στις αναμνήσεις και στην ελπίδα. Η ποιητική του Sante είναι μια εκπαίδευση στη φυλακή, σου διδάσκει πώς ο συνολικός θεσμός μπορεί να σε χτυπήσει στην εσωτερική διάστασή σου, και που μπορείς να βρεις τη δύναμη να αντιδράσεις.

Μα είναι επίσης μνήμη της εξέγερσης, η εποποιία των Κολασμένων της Γης, εκείνων των φυλακισμένων που ύψωσαν το κεφάλι ενάντια στις μεσαιωνικές φυλακές και τους φασιστικούς κώδικες.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 μια νέα γενιά φυλακισμένων, λίγο απείθαρχων παιδιών εργατικών οικογενειών και ήδη εκπαιδευμένων στη σύγκρουση, άρχισε να παλεύει ενάντια στην κατασταλτική φυλακή – τη φυλακή του καθικιού και της πείνας, των ξυλοδαρμών και των υπόγειων κελιών της απομόνωσης.
Συνάντησαν συντρόφους με πολιτική εμπειρία, όπως ο Sante, και κατάλαβαν ότι εάν ήθελαν να βελτιώσουν την κατάστασή τους έπρεπε να κάνουν σαν τους πατεράδες τους στα εργοστάσια, όχι πλέον με ατομικές χειρονομίες εξέγερσης αλλά ενωμένοι σε μια συλλογική δύναμη.Έτσι άρχισαν να σταματούν στον προαυλισμό, μπροστά στους τρομαγμένους ανθρωποφύλακες, άρχισαν να γράφουν, να επικοινωνούν με τον έξω κόσμο, να μεταμορφώνουν τις δίκες σε βήματα καταγγελίας των συνθηκών φυλάκισης.
Σε ένα κρεσέντο ανυπακοής άρπαξαν τις φυλακές, ακόμα και 20 κάθε φορά σε όλη την Ιταλία. Και τις κατέστρεψαν, για το δικαίωμα στην τροφή και το στυλό, στις επισκέψεις και στο βιβλίο, στην αξιοπρέπεια και την απόδραση.
Υποβλήθηκαν σε ξυλοδαρμούς, απομόνωση, κελιά κυρώσεων, συνεχείς μετακινήσεις, νέα χρόνια ποινής για να εκτίσουν.
Άφησαν τρεις καμένους νεκρούς στην San Vittore στον αγώνα για να πάρουν το δικαίωμα στo καμινέτο στρατοπέδου, τη δυνατότητα μαγειρέματος στο κελί.

Στα κελιά στην San Vittore τρία πέτρινα λουλούδια” .

Έξω η εξέγερση διαπερνούσε το σχολείο, την οικογένεια και το εργοστάσιο.
Κάθε εβδομάδα, δεκάδες χιλιάδες πορεύονταν κάτω από τα τείχη της San Vittore.
Η Lotta Continua και ο Re Nudo έδιδαν φωνή στις εξεγέρσεις των φυλακισμένων, η Soccorso Rosso ηθική και υλική υποστήριξη.
Οι φοιτητές συρρέουν στις φυλακές λόγω συλλήψεων μετά από κάθε πορεία, φέρνοντας μέσα βιβλία για πολιτική εκπαίδευση. Οι Frantz Fanon, George Jackson, ο Eldridge Cleaver, ο Bobby Seale και ο Malcolm X συνέβαλαν στη μετατροπή των κοινών κρατουμένων σε συντρόφους, οι οποίοι επανενώνονταν στο κίνημα όταν έβγαιναν.
Η Επιτροπή Φυλακών της Lotta Continua γεννήθηκε, οι αποδράσεις ομάδων αυξήθηκαν.
Έπρεπε να τους σταματήσουν.

Τον μάιο του ’74 μια απόπειρα απόδρασης από την φυλακή της Alessandria καταλήγει με επτά νεκρούς και 15 τραυματίες  sette morti e 15 feriti μεταξύ κρατουμένων και ομήρων, μετά από ένα blitz των καραμπινιέρων του dalla Chiesa. Τον φεβρουάριο είχε ήδη σκοτωθεί ο κρατούμενος Giancarlo Del Padrone από μια ριπή αυτόματου ενός φύλακα, στην διάρκεια μιας διαμαρτυρίας στην στέγη των Murate. Στα τέλη της χρονιάς ήταν η σειρά του Venanzio Marchetti στην Piacenza.

Η σφαγή της Alessandria υπονόμευσε οριστικά τη σχέση ανάμεσα στη φυλακή και τη Lotta Continua, κατηγορούμενη ότι δεν γνώριζε πώς να υπερασπιστεί τους αγώνες.Το βλέμμα των κρατουμένων άρχισε να στρέφεται αλλού: εκείνο το έτος γεννιούνται οι N.A.P, ο Curcio δραπέτευσε από την Casale Monferrato χάρη σε μια θεαματική δράση που οργανώθηκε από το εξωτερικό της φυλακής.

Εν τω μεταξύ, το Κράτος εργάζονταν για την οριστική απόκλιση της σωφρονιστικής διαδρομής των κοινών κρατουμένων από εκείνη των πολιτικών και των εξεγερσιακών.
Από εκεί και στη συνέχεια θα ολοκληρωθεί η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος που αντικατέστησε τον παλαιό φασιστικό κώδικα, αναγνωρίζοντας (τουλάχιστον στο χαρτί) τους κρατούμενους ως νομικό αντικείμενο δικαίου και μετριάζοντας (πάντα στο χαρτί) ορισμένες πτυχές της αγριότητας της φυλακής. Εγκαινιάζονταν ένα μοντέλο κράτησης θεραπευτικού τύπου το οποίο προέβλεπε μια διαδρομή σε στάδια για την επανένταξη του φυλακισμένου στην κοινωνία, αφού καθαρίστηκε από τον ανατρεπτικό χαρακτήρα του, μέσω χορήγησης αδειών ανταμοιβής, μερικής απελευθέρωσης, εξωτερικής εργασίας κ.λ.π. Μέσα της περιείχε επίσης ένα δηλητηριασμένο φρούτο, το άρθρο 90, το οποίο επέτρεπε στο Υπουργείο Χάριτος και Δικαιοσύνης να αναστέλλει κάθε δικαίωμα ή προστασία κατά βούληση λόγω «σοβαρών και εξαιρετικών λόγους τάξης και ασφάλειας».

Ολοκληρώνονταν επίσης και το σχέδιο, που εκ νέου ανατέθηκε στον dalla Chiesa, για τον εντοπισμό και τη δημιουργία ειδικών φυλακών. Τάφοι που προορίζονταν για τους ζωντανούς όπου συγκεντρώνονταν οι αγωνιστές του ένοπλου αγώνα και της κοινωνικής ανατροπής, οι βετεράνοι των αποδράσεων, οι πρωτοπορίες των κινητοποιήσεων των φυλακών.

“Μεταξύ ιουλίου και αυγούστου 1977 περίπου 2500 αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν με τρένα, ελικόπτερα, αεροπλάνα σε πέντε φυλακές: Fossombrone, Termini Imerese, Asinara, Favignana, Nuoro. Αυτές οι μεταφορές πραγματοποιήθηκαν με μια πραγματική στρατιωτική επιχείρηση“.

Στον Sante έλαχε η Asinara: «Εκεί άρχισα να αισθάνομαι πεινασμένος και πάλι (και είμαι αρκετά λιτοδίαιτος, κάποιος που είναι ικανοποιημένος με λίγα … αλλά εκεί το πράγμα ήταν επιστημονικό), γιατί ακριβώς με την λιμοκτονία, καθώς και με τους ξυλοδαρμούς και όλα τα υπόλοιπα, ήθελαν να μας εξοντώσουν ».
Και μετά η υποχρεωτική σιωπή, η υγρασία και το κρύο, τα γυάλινα χωρίσματα στις επισκέψεις, η παρενόχληση και οι ύβρεις στους συγγενείς. Ιατρική περίθαλψη μηδέν. Στις ειδικές ο Fabrizio Pelli αφέθηκε να πεθάνει από λευχαιμία.

“Αιωρούνται
τα υπολείμματα της μέρας
και
μες το λιτό φως
ακούμε μια θάλασσα
παραιτημένη
στην ώθηση των ανέμων.
Παρατηρούμε έναν λευκό τοίχο

Παρατηρούμε έναν σκληρό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο γεμάτο εξογκώματα
Παρατηρούμε έναν επιθετικό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο
έναν τοίχο
έναν τοίχο
που σφυροκοπεί
τοίχο
επάνω στον οποίο συνεχίζουμε
να γράφουμε…
Σε αυτό το τοπίο μέσα
ξένο στην ψυχή
με έναν τοίχο
θα ήθελαν να ισοπεδώσουν
τις συνειδήσεις μας.”

(Lager. Asinara 22 αυγούστου 1977)

Εκείνος ο τείχος τινάχτηκε στον αέρα με πλαστικό το 1979, μαζί με την μισή φυλακή. Το 1980 οι τελευταίοι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν υπό την πίεση της απαγωγής d’Urso και της εξέγερσης της φυλακής του Trani, που πνίγηκε στο αίμα (πάντα υψηλότερο ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί).
Η Asinara έκλεισε, αλλά όχι οριστικά, παραμένοντας διαθέσιμη για τα βασανιστήρια μιας επόμενης δεκαετίας.
Σε αντιστάθμισμα ο ειδικός εγκλεισμός εξυπηρετούσε πραγματικά την ισοπέδωση των συνειδήσεων.

Με την Μεγάλη Στροφή
ήρθε η αποκατάσταση
και υπήρξαν απαραίτητες
οι πέτρες και οι χάλυβες.
Γρήγορα αποπροσανατολιστήκαμε
χάσαμε τους σκοπούς μας και δεν ήταν πλέον δυνατό να ζήσουμε πάνω από τις ρίγες.
Σε μια γωνιά
μια γυναίκα περιμένει ακόμα σήμερα.
Ένα μεγάλο δάκρυ 
γλιστρά μακριά.
Πολύ μεγάλο για να στεγνώσει“.

(Ένα δάκρυ)

Πικρά ποιήματα όπως η προδοσία, ένα τρέχον θέμα στην τεσσαρακοστή επέτειο της 7ης απριλίου.

Το ότι έμπλεξαν τον Negri ως τηλεφωνητή της υπόθεσης Moro, σήμαινε ότι τον ανάγκασαν, για να απενοχοποιήσει τον εαυτό του, να εξηγεί – ως λαμπρός διανοούμενος που ήταν – τι ακριβώς ήταν το επαναστατικό κίνημα. Και αυτός έκανε 10-15 ώρες ανάκρισης, εξηγώντας τα πάντα …
… μέχρι τότε κανένας κρατούμενος, από το μεγαλύτερο ηγετικό στέλεχος στον πιο απροετοίμαστο σύντροφο, είχε αποδεχτεί μια σχέση με το δικαστικό σώμα. Ξέρω δεκάδες και δεκάδες παιδιά που επειδή δεν απάντησαν στις ερωτήσεις των δικαστών άρπαξαν 10-15 χρόνια στη φυλακή και όλοι τους χέστηκαν, χωρίς να λένε μια λέξη. Η εξήγηση μιας περίστασης θα τους έσωζε χρόνια, και δεν το έκαναν“.

Τι απομένει μετά από πολύ καιρό, ως κληρονομιά αυτών των παλιών ιστοριών;

-Η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος του ’75 λειτούργησε πράγματι για να αποδυναμώσει τις αναταραχές στις συνηθισμένες φυλακές, παρέχοντας στους περισσότερους κρατουμένους μια διέξοδο από αυτούς τους τοίχους μέσα από μια ικανοποιητική σταδιακή πορεία επιβράβευσης που θα κερδηθεί με την καλή συμπεριφορά και την τάση προς τη μετάνοια.
Με τον τρόπο αυτό η καθημερινή βία στα σωφρονιστικά ιδρύματα του κοινού κυκλώματος απέκτησε νέες δυνατότητες εκβιασμού, δεδομένου ότι οποιαδήποτε αντίδραση στην κατάχρηση ενός φύλακα θα μπορούσε να εμποδίσει την πρόσβαση των κρατουμένων σε άδειες, ή να διακόψει την πορεία προς την ημιελευθερία.
Και η κατάσταση είναι ακόμη αυτή.

-Η διάσταση-ο διαχωρισμός διέσχισε τις δεκαετίες, καθορίζοντας όχι μόνο την πολιτική ήττα της επαναστατικής προσπάθειας της εποχής, αλλά προσαρμοζόμενος στις μεταβαλλόμενες εποχές. Και μας αφορά.
Επέστρεψε κατά τη διάρκεια της G8 στη Γένοβα μέσω της λογικής της διαφοροποίησης μεταξύ καλών και κακών που κατέστρεψε το κίνημα, με τον Bertinotti να μας ζητά να «διαχωριστούμε από τη βία εκείνων που πέταξαν μια πέτρα».
Έχει επιστρέψει τα τελευταία χρόνια, εκταφιασμένη από εκείνους που ζητούσαν από τους εργαζόμενους του εφοδιασμού να «διαχωριστούν από τη βία των πικετοφοριών».

-Οι νόμοι της μόνιμης έκτακτης ανάγκης είναι στρωματοποιημένοι και αποτελούν πλέον τον κανόνα για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε κοινωνικού προβλήματος. Ο ποινικός λαϊκισμός τρελαίνεται.

-Το άρθρο 90 εξελίχθηκε στην υψηλή ασφάλεια και στο βάσανο του 41bis. Υπάρχουν άνθρωποι ακόμα μέσα, από τότε. Η Altra συνεχίζει να μας αποτελειώνει.

-Στη φυλακή συνεχίζουν να πεθαίνουν και να υποφέρουν βία.
Ιστορίες του χθες στο Viterbo:

«Έχω υποστεί βία, σοβαρές σωματικές βλάβες και διάφορα βασανιστήρια». «Με κρατούσαν χειμωνιάτικα με το σώβρακο για μέρες σε ένα» γυμνό κελί «και με γέμισαν γροθιές. Το κεφάλι μου είναι γεμάτο από ουλές». «Έχουν τρεις ομάδες μόνο για να χτυπούν φυλακισμένους». «Βοηθήστε με να την κάνω από αυτή τη φυλακή». «Αν πω κάτι εδώ με χτυπούν». «Εδώ προσπαθούμε να επιβιώσουμε στις αδικίες και να μείνουμε στη θέση μας, πάντα με σταθερά τα νεύρα. Όλο και περισσότερο επιστρέφω να πείθομαι ότι βρίσκομαι στην κόλαση. Δεχόμαστε ταπεινώσεις από τους φρουρούς όταν στις εβδομαδιαίες έρευνες που πραγματοποιούν αφήνουν το κελί άνω κάτω… Η στολή που φορούν τους δίνει μια εξουσία, δεν τους δίνει καμιά τιμή και μπορούν συνεπώς να βιαιοπραγούν στον κρατούμενο, όπως και όταν το θέλουν, να τον καθιστούν αβοήθητο … υπάρχουν αρκετές ιστορίες ξυλοδαρμών που έχουν υποστεί κάποιοι κρατούμενοι του ίδιου τμήματος μου και παραμένουν κρυμμένοι στη σιωπή. Εδώ ζούμε με τον ατομικό φόβο, το σκοτάδι, τους εφιάλτες. Προς το παρόν εξακολουθώ να επιβιώνω, αλλά όταν βγω από αυτή την τρύπα θα αγωνιστώ ώστε η αλήθεια να βγει προς τα έξω».1

Τι μένει τότε;
Βιβλία παλιών ισοβιτών, πολύτιμα εργαλεία.
Που μας διδάσκουν να αντιστεκόμαστε με αξιοπρέπεια, να σπάμε τη σιωπή, να κρατούμε ίσια την πλάτη.

 

* “Liberi dal silenzio” περικλείει “Materiale interessante“, που δημοσιεύτηκε το 1997 για τις εκδόσεις- le Edizioni della Battaglia, και “…Camminare sotto il cielo di notte“, που δημοσιεύτηκε το 1993 απότην Calusca.


  1. Patrizio Gonnella, Viterbo, un carcere dove vige il terrore, Il manifesto, 5 απριλίου 2019 
ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Στα ίχνη της χίμαιρας. Ξεκινώντας από το βιβλίο “Prima linea. L’altra lotta armata”- »Πρώτη γραμμή. Η άλλη ένοπλη πάλη»

 

Ο προβληματισμός του Girolamo De Michele για την εργασία έρευνας του Andrea Tanturli «Prima linea. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981)”

 

Το να γράψει κάποιος ένα ιστορικό δοκίμιο  un saggio storico γύρω από την εμπειρία της Πρώτης Γραμμής Prima Linea (Pl) είναι ταυτόχρονα μια επίπονη και απαραίτητη εργασία. Πολύ επίπονη, επειδή η Pl είχε μια πολύπλοκη καταγωγή, η οποία δεν συμπυκνώθηκε αμέσως σε μια μοναδική, μονοσήμαντη και μονολιθική γραμμή: περισσότερο από ένα νήμα, η ιστορία της εμφανίζεται σαν ένα σχοινί που αποτελείται από πολλές μπλεγμένες απαρχές, από τις οποίες κρέμονται άλλα λυμένα σχοινιά. Σε αυτό να προσθέσουμε την απουσία αξιόπιστων ιστορικών ανακατασκευών, σε συνδυασμό με μια προφανή απροθυμία να διηγηθούν τη δική τους ιστορία εκ μέρους των αγωνιστών της (με λίγες εξαιρέσεις: ο Sergio Segio και, πιο πρόσφατα, η Susanna Ronconi και η Marina Premoli). Η γεφύρωση αυτού του κενού στην ιστορία των επαναστατικών μετα-68 κινημάτων στην Ιταλία δεν είναι μόνο ζήτημα ιστοριογραφικής πληρότητας: πρόκειται για την αναγνώριση ότι κάθε ιστορική αναπαράσταση είναι πάντοτε μερική, πάντα διαμεσολαβούμενη από τα διαθέσιμα έγγραφα-ντοκουμέντα και την επιλογή που γίνεται επάνω σε αυτά.

Δεν είναι τυχαίο ότι, στο φαντασιακό που έχει επικρατήσει, για την Πρώτη γραμμή έχουν δοθεί σε μεγάλο μέρος μια σειρά από παραπλανητικές-διαστρεβλωμένες αναπαραστάσεις: μια οργάνωση μικρότερη σε σύγκριση με τις κόκκινες Ταξιαρχίες, με «προδιάθεση» στη μεταμέλεια λόγω των υποκειμενικοτήτων που την συνέθεταν ( εκεί όπου κανένας από τους ιδρυτές της δεν μετανόησε), στερημένη μιας σταθερής πολιτικής γραμμής και επακόλουθης θεωρητικής επεξεργασίας – παρά το γεγονός της διαπίστωσης πως μια σταθερή ορθοδοξία έχει αντ ‘αυτού δημιουργήσει την εκτροπή των εκτελεστών στις φυλακές με αποτέλεσμα και συνέπεια την δημιουργία Κάιν από πλευράς του μεγαλύτερου μέρους των φυλακισμένων ταξιαρχιτών 1. Ακόμη και η σύγκριση, η ταυτοποίηση που μερικές φορές αναφέρεται από ορισμένους μαχητές, με την ταινία Il Mucchio selvaggio-Η άγρια Συμμορία του Sam Peckinpah, βοηθά να δοθεί ένα picaresque-πικαρέσκο χρώμα στην ιστορία της Pl, αλλά κινδυνεύει να επιβεβαιώσει εκείνη την σιωπηρή συμφωνία στην κυρίαρχη ιστοριογραφία γύρω από τα λεγόμενα «χρόνια του μολυβιού» που οδηγεί-αποδίδει ολόκληρη την ένοπλη εξέγερση στις BR. Μια ανακατασκευή που εμφανίζει την ένοπλη ανταρσία ως ένα μοναδικό φαινόμενο, ένα είδος UFO, με αμοιβαία ικανοποίηση εκείνων που θέλουν να αρνηθούν τη διαδεδομένη-διάχυτη φύση της και τις κοινωνικές της ρίζες, και εκείνων που θέλουν να ανοικοδομήσουν μιαν ιστορική τους νομιμοποίηση εκ των υστέρων.

Αυτό θα αρκούσε για να καταστήσει άξια προσοχής την έρευνα του Andrea Tanturli, μιας διδακτορικής διατριβής από την οποία προέρχεται ο πρώτος αυτός τόμος του βιβλίου Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981), ο οποίος πηγαίνει από τις απαρχές μέχρι το τέλος του 1979. Υπάρχουν όμως και συγκεκριμένες πτυχές του ιστοριογραφικού έργου που αξίζει να επισημανθούν, να έρθουν στο φως. Όπως και οποιοσδήποτε αληθινός ιστορικός, ο Tanturli αναρωτήθηκε ποια έγγραφα και ερμηνευτικά πλαίσια να αποδεχτεί ή να απορρίψει: η επιλογή του αποτελεί ένα μικρό μάθημα στη μέθοδο. Σε πρώτη φάση κράτησε απoστάσεις από τις «continuistiche» ανακατασκευές [a] – από τα Κόκκινα Τετράδια Quaderni Rossi στις δολοφονίες των BR χωρίς ενδιάμεσες στάσεις – που εγκαινιάστηκαν από τον Angelo Ventura, τις συνωμοσιολογίες αλά Flamigni, και ορισμένες απερίσκεπτες ανακατασκευές του Gotor. Την ίδια στιγμή, ο Tanturli προειδοποιεί ότι «δεν θα βασίζεται, δεν θα δείξει εμπιστοσύνη μόνο στον ημερήσιο Τύπο για να ανασυγκροτήσει το χρονικό των επεισοδίων» (σ. 340), ούσες οι εφημερίδες «κατάσπαρτες από σφάλματα και ανακρίβειες» και σε κάθε περίπτωση «μια εξαιρετικά επίπεδη πηγή, μη προικισμένη στην εμβάθυνση και δύσκολης επαλήθευσης» (σ. 19).

Η χρήση των δικαστικών πρακτικών και των αναμνήσεων είναι πιο περίπλοκη: αν ο συγγραφέας επιλέγει να «δώσει πίστη, με την απαραίτητη προσοχή, στις δηλώσεις των μαχητών, ακόμη και των μεταμεληθέντων, πεπεισμένος ότι ορισμένοι από αυτούς επέστρεψαν συνολικά μια πιστή εικόνα της ζωής της οργάνωσης» (σ. 19),είναι επίσης αλήθεια ότι κατά την εξέταση των μεμονωμένων δηλώσεων εμφανίζεται μια σαφής υποψία προς ένα συγκεκριμένο είδος μεταμέλειας που, αντί να ανακατασκευάζει ή να ερμηνεύει «τρέφεται από εξαρτήσεις, τείνει να έρχεται να συναντήσει τα ερωτήματα των ανακριτών» 2. Βρισκόμαστε εδώ επάνω στην ράχη που χωρίζει δύο διαφορετικές πραγματικότητες, εκείνη την ανακριτική και δικαστική, και εκείνη την πολιτική και ηθική. Εάν όντως «οι λέξεις» μετανοούντες» και » διαχωρισμένοι» επιβλήθηκαν τότε για να ορίσουν διαφορετικές κατηγορίες και νομικά μέτρα που χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε ανέκτησαν από το πιο σκοτεινό βάθος του ιταλικού παρελθόντος κατηγορίες θρησκευτικής προέλευσης όπως η μετάνοια», 3  ο διαχωρισμός υπήρξε έκφραση μιας προσπάθειας να λογαριαστούν με την ιστορία και τα δικά τους λάθη, μέσα στο πλαίσιο μιας ήττας των ένοπλων υποθέσεων των οποίων μόνο ένα μέρος των μαχητών θέλησε να λάβει υπόψιν. Με τα λόγια της Susanna Ronconi: «η διάσταση άνοιξε ένα χώρο, με τους τρόπους που κατέστησε εφικτούς η κατάσταση, και εκείνοι που εκείνη την εποχή δεν την αποδέχτηκαν σήμερα θα έπρεπε να την καταλάβουν, εκ των υστέρων. Ήμασταν οι πρώτοι που ανακατασκευάσαμε την ιστορία μας τοποθετώντας την μέσα στην ιστορία αυτής της χώρας, λέγοντας ότι εάν δεν είχαμε δίκιο είχαμε λόγους, και αυτοί που λεν ότι «ξεπουλήσαμε» μια ιστορία ψεύδονται γνωρίζοντας πώς το κάνουν». 4

Αφού εξερευνήθηκε η εργαλειοθήκη του ιστορικού, φτάνουμε στο αντικείμενο της κατασκευής του. Για την Πρώτη γραμμή ο Tanturli είναι ξεκάθαρος: «τα μέλη της Pl πρώτα από το να είναι παράνομοι μαχητές ήταν αυτόνομοι αγωνιστές». Αλλά η Pl δεν ήταν «sic et simpliciter» , όμορφα κι απλά θα έλεγα, ένας κώδικας κάλυψης για τον κεντρικό εγκέφαλο μιας υποτιθέμενης οργανωμένης Αυτονομίας, είναι επομένως απαραίτητο να βγούμε από το σχήμα της αθωότητας ή της ενοχής, μη ιστοριογραφικές κατηγορίες, πιο κατάλληλες για δικαστές που κάνουν τους ιστορικούς και ιστορικούς με το σύμπλεγμα, το κόμπλεξ των δικαστών » (σ. 8). Το οποίο σημαίνει αναγνώριση της πολυφωνίας, της ποικιλίας, της επιθυμητικής και σχιζομετροπολιτανικής φύσης, για να το πούμε στη γλώσσα της εποχής, της αυτονομίας: «Υπήρχαν περιοχές της αυτονομίας, οι οποίες, μολονότι δεν απέρριπταν την πολιτική βία, έμειναν μακριά από οργανωμένες εξελίξεις υπό την έννοια του ένοπλου αγώνα, άλλες που παρέμειναν μπλεγμένες λίγο-πολύ οικειοθελώς, άλλες που θα εξελιχθούν, όχι χωρίς τραύματα, σε παράνομους σχηματισμούς» (σ. 8). Και επομένως να αναγνωρίσουμε εκείνο το πολύπλοκο, πολυπληθή χαρακτήρα του χώρου της κοινωνικής και πολιτικής ανταρσίας που δεν μπορεί να περιοριστεί σε ενότητα. Έτσι ένα βιβλίο σαν αυτό δεν μπορεί να είναι ο λόγος που κατατάσσει τα πάντα γύρω από την Pl, αλλά μια συμβολή, με τα εργαλεία της ιστορικής έρευνας, που θα έπρεπε – είναι μια ευχή και μια ελπίδα, καθώς και μια ανάγκη – να ενθαρρύνει έναν πολλαπλασιασμό αφηγήσεων, ίσως λιγότερο επιστημονικών και περισσότερο υποκειμενικών, ικανών να δώσουν λόγο, να εξηγήσουν «για την χίμαιρα που για μια φορά μονάχα ενώθηκε με τα κεφάλια στην piazza Solferino: πέθανε λόγω λειτουργικής ανεπάρκειας του τερατώδους οργανισμού της, όπως ορισμένα φτωχά πλάσματα που γεννήθηκαν στα εργαστήρια, πάρα πολύ ή ελάχιστα εξοπλισμένα για να ζήσουν, να αναπνέουν, να τραφούν, όπως κάνουν καθημερινά λιγότερο φιλόδοξοι οργανισμοί » 5.

Λίγο όπως ο Tristam Shandy, η Prima linea χρησιμοποιεί πολύ χρόνο για να γεννηθεί, παρόλο που οι συζητήσεις γίνονταν για πολύ καιρό. Αυτή δεν είναι μια γραμμική και τελεολογική διαδικασία που από τη Lotta continua-Συνεχή Αγώνα και το Potere Operaio-Εργατική Εξουσία, μέσα από την Senza Tregua-Χωρίς Ανακωχή, οδηγεί στην Pl, αλλά μια μια σειρά διασχίσεων, κατά την διάρκεια των οποίων κάθε βήμα περιλαμβάνει αποκτήσεις και απώλειες, οι οποίες ίσως αξίζουν μεγαλύτερη έρευνα και εμβάθυνση (σκέφτομαι κυρίως στη φιγούρα του Mario Dalmaviva). Και, αξίζει να το υπενθυμίζουμε, όπου κάθε πέρασμα δεν υπαγορεύεται από μια θεωρητική αφαίρεση, αλλά από την υποκειμενική ερμηνεία συγκεκριμένης δημιουργίας και ύπαρξης των αγώνων και των ανταγωνισμών. 6 Το οποίο καθιστά δύσκολο να προτείνουμε μια ανασυγκρότηση που να διακρίνει-να ξεχωρίζει «μια πρώτη και μια δεύτερη Πγ, στην οποία να διανέμουμε ετικέτες αυθορμητισμού και βιαιότητας» [σ. 8]: δηλαδή, τον μύθο της προέλευσης του οποίου ακολουθεί αναπόφευκτα μια καταστροφική πτώση. Εκ των πραγμάτων, είναι η ίδια κατηγορία «προέλευσης-καταγωγής» που πρέπει να υποβληθεί σε σκληρή κριτική: σαν η έξωση από τον Κήπο της Εδέμ να υπήρξε ο καρπός μιας προδοσίας της αρχέγονης αγνότητας, ήτοι ήταν ήδη εγγεγραμμένη στην πράξη της γέννησης. Κακή μυθολογία, και στις δύο περιπτώσεις. Αντίθετα, είναι αλήθεια ότι κάθε διαδικασία εκδηλώνει μια πολλαπλότητα δυνατοτήτων, και πως κάθε απόφαση συνεπάγεται τη μείωσή τους, αλλά και την εμφάνιση νέων δυνατοτήτων. Αλλά οι διαδικασίες και τα γεγονότα δεν συμβαίνουν in vitro, [β] αλλά μέσα σε κατοικημένα και απρόβλεπτα πλαίσια, από την αλληλεπίδραση των οποίων η δυναμική της δυνατότητας μπορεί να εκτιναχθεί εκ νέου ή να σκληρυνθεί μέχρι τη σύλληψη, την στάση, την διακοπή. Με αυτό τον τρόπο, ένα ερώτημα που αντηχεί στον πρωταγωνιστή του Piove allʼinsù Βρέχει προς τα πάνω – «Σίγουρα, θα άρεσε και σ’ εμένα να εντοπίσω ένα συγκεκριμένο σημείο κατά τις ημέρες εκείνες, και να δω πού αποφασίστηκε ο πόλεμος των ζωντανών και των νεκρών» –προορίζεται να παραμείνει εκκρεμής λόγω απουσίας, και ταυτόχρονα λόγω υπερβολής απαντήσεων: Piazza Fontana; Feltrinelli; Calabresi; Varalli; Ευλόγως, αξίζει να ακολουθήσουμε την πορεία των γεγονότων, για να επαληθεύσουμε σε ποιες στιγμές η πολλαπλότητα των πιθανών έχει αποκοπεί από την Μεγάλη Θεριστή της ιστορίας, μέχρι το σημείο να καταστεί η διαδρομή μη αναστρέψιμη. Για παράδειγμα, όταν έχει ξεπεραστεί το όριο της ανθρώπινης ζωής, κάνοντας την πολιτική ανθρωποκτονία μια συνηθισμένη, αν όχι αναπόφευκτη, πράξη: και εδώ, περισσότερο από κάθε άλλη θεώρηση, αξίζει η προοδευτική στρατιωτικοποίηση των λεξιλογίων, η παραδοχή της γλώσσας εκείνου του Κράτους που στην ανυπακοή είχε κηρύξει έναν πόλεμο δίχως ενδοιασμούς και χωρίς ανάπαυλα. Η Pl δεν γεννιέται με την ιδέα να ρίξει επάνω στο προλεταριάτο την κομματική γραμμή στην οποία οι μάζες, ανίκανες για αυτόνομη πρωτοβουλία, θα έπρεπε γλυκύτατα να υποβληθούν (για να αναπαράγουν ένα ταξίδι με τρένο που από την εορταστική αναχώρηση τον Οκτώβρη θα είχε για προορισμό τον χειμώνα της Σιβηρίας).

Αν θέλουμε να θέσουμε δύο κατευθυντήριες γραμμές, μπορούμε να τις εντοπίσουμε και να τις σχεδιάσουμε ξεκινώντας από την ανάγκη μιας «πολιτικής ανασύνθεσης της τάξης που καθοδηγείται από τους οργανωμένους (και ένοπλους) τομείς της τάξης, ένα σχέδιο ηγεμονίας του εργοστασίου επάνω στα νέα αναδυόμενα στρώματα του προλεταριάτου», και την πρόταση μιας δομής που τίθεται στην υπηρεσία του κινήματος, που έχει διαρθρωθεί σε πολλά επίπεδα – την οργάνωση αυτή καθεαυτή, τις ομάδες, τις περιπολίες – για να διασχίσουν αυτή τη «στενή πόρτα» που είναι ο «μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος». Ταυτόχρονα, εκθειάζεται-δοξάζεται «ο ολοκληρωτικός ανταγωνισμός μεταξύ του συστήματος των αναγκών του προλεταριάτου» και της «αναγκαιότητας του κεφαλαίου να επιβάλει τους δικούς του κανόνες σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση». Αν η επίθεση πρέπει να στρέφεται κατά της «απίστευτης εξάπλωσης των εκφραστών της κυριαρχίας», για τον Tanturli «καθίσταται αυθόρμητο να σκεφτόμαστε σε ένα είδος«μικροφυσικής της εξουσίας», ένα επί πλέον στοιχείο που τοποθετεί την Pl σε μια αν και επισφαλή επικοινωνία με το πολιτισμικό υπόβαθρο στη βάση του προβληματισμού επί της νεωτερικότητας «(σ. 133). Στις διατυπώσεις της Pl αντηχούν, δεν έχει σημασία το πόσο συνειδητά (όπως εξάλλου και σε μεγάλο μέρος της αυτονομίας) οι σελίδες του Foucault από τα βιβλία Επιτήρηση και τιμωρία και Μικροφυσική της εξουσίας. Αλλά εάν οι έρευνες του Foucault είχαν τις ρίζες τους στις πρακτικές των νέων εγκάρσιων αγώνων, έλειπε στις πρακτικές και τις θεωρίες του καιρού μια πλήρης κατανόηση της περίπλοκης σχέσης μεταξύ υποταγής και υποκειμενισμού. Παραμένει πως «η ένδειξη συγκρουόμενων εδαφών όπως εκείνο της υγείας, της ψυχιατρικής, της περιβαλλοντικής τοξικότητας συνεπάγεται έναν λόγο για την ποιότητα της ζωής φιλόδοξο-ανεφάρμοστο στην εφαρμογή του, αλλά σε θέση να αντιληφθεί τις αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου και του μοντέλου ανάπτυξής του» (σ. 337).

Είναι επίσης αλήθεια ότι ολόκληρη η υπόθεση που υποστηρίζει τον γαλαξία της Pl και των ομάδων βασίζεται σε προϋποθέσεις που η σκληρή πραγματικότητα των γεγονότων θα βαλθεί να διαψεύσει. Πρώτον, το ότι υποτίμησε το βάθος των διαδικασιών αναδιάρθρωσης σε εξέλιξη, οι οποίες επαναπροσδιορίζουν ριζικά την ίδια την εργατική υποκειμενικότητα. Η αυτοματοποίηση, η επέκταση των γραμμών παραγωγής στην επικράτεια, η εξωτερική ανάθεση ήταν ήδη διαδικασίες σε εξέλιξη, κατά των οποίων οι επιδρομές στους χώρους μαύρης εργασίας, ή η βία εναντίον των μεμονωμένων προσώπων της «επιχειρησιακής διοίκησης» αποδεικνύονται ανίσχυρες. Το κεφάλαιο ξεκινούσε τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης, ως απάντηση στον ισχυρό κύκλο των αγώνων που νευρώνουν το ’68 και των επόμενων χρόνων σε μεγάλο μέρος της Δύσης: ενάντια στις οποίες έλειπε η ικανότητα να φανταστεί μια πρακτική στο ύψος των περιστάσεων, της επίθεσης.

Η υποχώρηση του κοινωνικού εργάτη, που παρέμενε αναδιπλωμένος στον εαυτό του – και λόγω της ανικανότητας των διαφορετικών πραγματικοτήτων του κινήματος να τον ξεδιπλώσουν – οδήγησε στη σταδιακή συρρίκνωση εκείνης της περιοχής της υπονόμευσης και της ανταρσίας από την οποία θα έπρεπε να ωφεληθεί, να αποκτήσει σφρίγος ο «εμφύλιος πόλεμος μακράς διάρκειας». Βλέποντας καλύτερα, μέσα στην Pl η έλλειψη επιβεβαίωσης μιας σαφούς ερμηνείας της σχέσης μεταξύ οργάνωσης και ομάδων, και η έλλειψη συγχώνευσης με άλλους μαχόμενους σχηματισμούς, έχουν τη ρίζα τους στην εξάντληση της ώθησης που προέρχεται από τους αγώνες. Ήδη σε τροχιά ξεφτίσματος, η Pl »θα καταναλώσει τις ενέργειες που της απέμειναν επιστρέφοντας στο περιβάλλον από το οποίο ξεκίνησαν όλα, το εργοστάσιο, το οποίο πλέον έχει σχεδόν ισοπεδωθεί στην συγκρουσιακή αρχιτεκτονική του» (σ. 357). Αλλά «να ταμπουρωθεί» στην ανάληψη ενός είδους «αντιπροσώπευσης, υποκατάστασης σε εκείνη που θα έπρεπε να είναι η δύναμη ενός κοινωνικού κινήματος» (Susanna Ronconi, σ. 335) είναι, εκ των πραγμάτων, η παραδοχή μιας ήττας.

Η εξάπλωση της ηρωίνης, με πολύ πιο καταστροφικές συνέπειες από τις βόμβες στις τράπεζες και τις πλατείες και στα τρένα – την οποία υπογραμμίζει ο συγγραφέας αρκετές φορές, αποτυπώνοντας τις ενέργειες των ομάδων ενάντια στους διακινητές μέσα στην «ανάδυση νέων επιπέδων και νέων μορφών ανταγωνισμού» (σ. 200) – είναι, στα ίσα με την αναδιάρθρωση της παραγωγής, κάτι που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με τη δύναμη των όπλων (και που θα διασχίσει την ίδια Pl). Και πιστοποιεί τον κυνισμό του Κράτους που εξαπολύει έναν πόλεμο ενάντια σε μια ολόκληρη γενιά για να στραγγίξει τη θάλασσα της ανατροπής, της ανταρσίας.

Του οποίου κυνισμού, αξίζει να αναφέρουμε δύο έγγραφα. Την έκθεση του Dalla Chiesa του 1979 σχετικά με τη δραστηριότητα του ειδικού πυρήνα του, όπου επιδιώκεται με ωμά λόγια η επιτακτική απομάκρυνση »τουλάχιστον από την άσκηση της ποινικής δράσης» »εκείνων των στοιχείων που είναι ευρέως γνωστά ως εξωκοινοβουλευτικοί»: τους «έχοντες κουλτούρα» και τους «κομιστές» ως νομικούς εγγυητές και νομικίστικου χαρακτήρα – για «διευκολύνσεις» ή «συμβιβασμούς» » (pp. 178-79). Και μια επιστολή του Dino Sanlorenzo, ενός από τους δημιουργούς του διαβόητου ανώνυμου ερωτηματολογίου του τορινέζικου PCI-ΚΚΙ για την τρομοκρατία, σχετικά με την παρουσία του Segio και της Ronconi σε έναν κοινωνικό συνεταιρισμό το 1988: «Ο Δήμος ας τους δώσει και παραγγελίες, […] για παράδειγμα να γυαλίζουν και να τακτοποιούν τους τάφους εκείνων που σκότωσαν, φέρνοντας λουλούδια σε εκείνους που δολοφονήθηκαν από την Πρώτη γραμμή. Θα μπορούσαν να αφιερώσουν τον εαυτό τους σε άτομα με ειδικές ανάγκες ή να φτυαρίζουν χιόνι όταν υπάρχει» (σ. 326): όπου η εξίσωση των «ατόμων με ειδικές ανάγκες» με τις εργασίες στα νεκροταφεία, ή σε κάθε περίπτωση στα απόβλητα, λέει τα πάντα. Όμως πρέπει να υπογραμμιστεί, δίπλα στην υπερεκτίμηση της θέλησης του κοινωνικού εργάτη να κατέβει στο έδαφος του εμφυλίου πολέμου, η υποτίμηση της στρατιωτικής και κοινωνικής δύναμης της εξουσίας έναντι της οποίας οι διάφορες επιλογές του ένοπλου αγώνα διαρρήχθηκαν: ένα ακόμη σοβαρότερο πολιτικό σφάλμα σε ένα σχηματισμό ο οποίος είχε μια πολύ καλή διαίσθηση σχετική με τη μοριακή και δικτυωτή δομή της εξουσίας.

Αλλά αν τελείωσε η επανάσταση, αν το εργοστάσιο, την παραμονή των γιγαντιαίων αντιποίνων πρώτα με τις 61 πολιτικές απολύσεις, και στη συνέχεια με τους 14.500 που εκδιώχθηκαν (που ήταν και αυτές πολιτικές απολύσεις), ήδη έλαμπε από το πικρό φως που φωτίζει τα ερείπια: ήταν δυνατόν να σταματήσουν επάνω σε εκείνο τον δρόμο που θα είχε οδηγήσει σε ενέργειες, καταστροφικές τόσο σε πολιτικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο, στη δολοφονία του Alessandrini, του Emanuele Iurilli και του William Waccher; Το στιγμιότυπο της κηδείας της Barbara «Carla» Azzaroni, στην οποία συμμετείχαν χιλιάδες σύντροφοι και συντρόφισσες, μπορεί να είναι ενδεικτικό μιας κατάστασης αναστολής που θα μπορούσε ίσως να ήταν εφικτή: «Μια ήρεμη ματιά στην κατάσταση και σε εκείνη την κηδεία θα ήταν αρκετή για να παραιτηθούμε από τα αντίποινα, για να ψυχράνουμε τον θυμό και να ξεκινήσει μια σοβαρή εξέταση του τι πρέπει να κάνουμε. Αλλά ήταν λες και μπροστά σε κάθε σφάλμα και κάθε επιχειρησιακό πλήγμα να αυξάνονταν το πέπλο μπροστά στα μάτια και η θέα να θολώνονταν όλο και περισσότερο» 7. Λες και με τη δολοφονία του Emanuele Iurilli, του αθώου θύματος μιας ενέργειας αντιποίνων, « διαρρηγνύεται οριστικά το λεπτό νήμα μεταξιού που ακόμα μας έδενε στο κίνημα και στην πραγματικότητα» (Bruno Laronga, σ. 333), και διότι εκείνη η σχέση με την πραγματικότητα ήταν ήδη λεπτή σαν μια κλωστή.

Στις αναπαραστάσεις των διαφορετικών εκδηλώσεων του ανταγωνιστικού κινήματος της δεκαετίας του ’70, εμφανίζεται πάντα μια στιγμή στην οποία θα πρέπει να πούμε, και μερικές φορές το λέμε, 8 πως «δεν υπάρχει πλέον χρόνος». Ότι οι πιθανοί έχουν εξαντληθεί, και εν απουσία του δυνατού η ζωή, το κίνημα, το είναι, ασφυκτιά. Είναι αυτό το αίσθημα ασφυξίας που κλείνει αυτόν τον πρώτο τόμο: στο κατώφλι εκείνων των χρόνων Ογδόντα από τα οποία όχι λίγοι βγήκαν πλέον ζωντανοί. «Δεν αρκεί να είσαι σωστός, δεν φτάνει να έχεις δίκιο: πρέπει να σου το δώσουν το δίκιο «, είπε κάποιος, λόγια που ταιριάζουν επίσης στην ιστορία της Πρώτης γραμμής, στους πεσόντες αγωνιστές της (ο καθένας έχει το δικό του Spoon River, η καθεμιά από αυτές αξίζει σεβασμό) και στους πολλούς που έχουν ξαναρχίσει, με νέες μορφές, τους αγώνες που διακόπηκαν από την κράτηση: ένα μεγάλο μέρος εκείνων των εγκάρσιων αγώνων για το περιβάλλον, την αναγνώριση, το δικαίωμα στη ζωή των κρατουμένων, των τοξικομανών,των διαφορετικά κρατουμένων που οι σκέψεις και η εξυπνάδα της Pl είχε διαισθανθεί. Εμφανείς αντιφάσεις, οι οποίες βρίσκουν σε μια ιστορία που σήμερα φαίνεται μακρινή (αρκετά για να μπορεί να ιστοριοποιηθεί) καρστικές ρίζες και διαδρομές.

*****

a] continuismo Τάση μιας συγκεκριμένης ιστορικής κριτικής να υπογραμμίζει μια ουσιαστική συνέχεια μεταξύ στιγμών, φάσεων, ιστορικών εποχών που κανονικά θεωρούνται εντελώς διαφορετικές και διαφοροποιημένες

[β] in vitro  «Στο γυαλί», σχετικά με τη βιολογική διαδικασία που αναπαράγεται στο εργαστήριο εκτός του οργανισμού.»καλλιέργειες in vitro»

Note

  1. Σε σύγκριση με τους 911 καταδικασθέντες των Br, υπάρχουν 923 της Pl, στους οποίους προστίθενται οι 149 των οργανωμένων Κομμουνιστών για την προλεταριακή απελευθέρωση (Colp) και τους δεκάδες μαχητές άλλων μικρών ακρωνυμίων (βλέπε Renato Curcio, La mappa perduta, Ο χαμένος χάρτης Sensibili Alle Foglie 1994- Giorgio Galli, Κόκκινο Μολύβι, Piombo Rosso La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi Η πλήρης ιστορία του ένοπλου αγώνα από το 1970 μέχρι σήμερα, Baldini Castoldi Dalai 2004- Sergio Segio, Μια ζωή στην πρώτη γραμμή Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Για την περίοδο των «εκτελεστών των φυλακών» βλέπε τη νέα έκδοση του Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Κοντό φυτίλι. Μια ιστορία της Πρώτης γραμμής Milieu 2017, σελ. 206-219; και Toni Negri, Galera ed esilio, Φυλακή και Εξορία με την επιμέλεια του G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, σελ. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro Στην σελίδα facebook αφιερωμένη στο βιβλίο μπορείτε να βρείτε πολλά αρχειακά έγγραφα και άλλες πηγές (πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες) που ο εκδοτικός οίκος του βιβλίου του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, θέτει στη διάθεση των αναγνωστών.
  2. Η αναφορά αφορά στην κατάθεση του Michele Viscardi κατά τη διάρκεια της δίκης του Τορίνο στην Pl (συγκεκριμένα, σχετικά με την υπόθεση ενός «ποντικού» στο γραφείο του Εισαγγελέα του Τορίνο που παρέσχε πληροφορίες σχετικά με τον δικαστή Alessandrini: υπόθεση που δεν βρήκε επαλήθευση) (σ. 302).
  3. Adriano Prosperi, «ιταλική Τρομοκρατία. Οι πόρτες εισόδου και εξόδου » Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita, στο Παρελθόν και παρόν, Passato e presente, n. 96, 2015, σελ. 164, Ο Prosperi μιλά για την Monica Galfré, Ο πόλεμος τελείωσε. Ιταλία και η έξοδος από την τρομοκρατία 1980-1987, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film” Μια ζωή σαν ταινία», in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Γυναίκες πέρα από τα όπλα Derive e approdi, 2017, σ. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Βρέχει προς τα επάνω Boringhieri 2006, σ. 156.
  6. Παραδειγματική, π.χ. η γένεση της Senza Tregua-Δίχως ανακωχή, μέσα στο εργοστάσιο Magneti Marelli του Sesto San Giovanni (σελ. 71-85), που ανακατασκευάστηκε επάνω στο ρυθμό των αγώνων και τις μάχες της αυτονομίας μέσα στην εργοστασιακή σύγκρουση.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Μια ζωή στην Πρώτη γραμμή, Rizzoli 2006, σ. 168.
  8. Δείτε το εισαγωγικό δοκίμιο των De Lorenzis, Guizzardi, Mita στο Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» »πληρώσατε ακριβά δεν πληρώσατε τα πάντα. περιοδικό »Κόκκινο»(1973-1979), Derive e Approdi 2008, σ. 69.

Πηγή: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale η πολιτιστική δουλειά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

a Ronconi e Marina Premoli). Colmare questa lacuna nella storia dei movimenti rivoluzionari post-68 in Italia non è solo questione di completezza storiografica: si tratta di riconoscere che ogni rappresentazione storica è sempre parziale, sempre mediata dai documenti disponibili e dalla selezione che su di essi si opera.

Non è casuale che, nell’immaginario che si è affermato, di Prima linea si siano data una serie di rappresentazioni in buona parte distorte: un’organizzazione minoritaria rispetto alle Brigate rosse, “predisposta” al pentimento in ragione delle soggettività che la componevano (laddove nessuno dei suoi fondatori si è pentito), priva di una salda linea politica e di una conseguente elaborazione teorica – a dispetto della constatazione che una salda ortodossia ha per contro prodotto l’aberrazione dei boia nelle carceri e il divenire Caino della parte maggioritaria dei brigatisti detenuti1. Anche il paragone, a volte evocato da alcuni militanti, con Il Mucchio selvaggio di Sam Peckinpah, contribuisce a dare un colore picaresco alla storia di Pl, ma rischia di confermare quel tacito accordo nella storiografia dominante sui cosiddetti “anni di piombo” che riconduce l’intera eversione armata alle sole BR. Una ricostruzione che fa apparire la sovversione armata come un fenomeno unico, una sorta di UFO, con reciproca soddisfazione di chi vuole negarne la natura diffusa e il radicamento sociale, e di chi vuole ricostruirsi una legittimazione storica a posteriori.

Basterebbe questo a rendere meritevole la ricerca di Andrea Tanturli, una tesi di dottorato dalla quale è tratto questo primo volume di Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), che va dalle origini alla fine del 1979. Ci sono però anche specifici aspetti del lavoro storiografico che meritano di essere messi in luce. Come ogni vero storico, Tanturli si è chiesto quali documenti e quadri interpretativi accettare o rifiutare: la sua scelta costituisce una piccola lezione di metodo. Tanturli ha in prima battuta tenuto a distanza le ricostruzioni “continuistiche” – dai Quaderni Rossi agli omicidi BR senza fermate intermedie – inaugurate da Angelo Ventura, i complottismi alla Flamigni, e certe avventate ricostruzioni di Gotor. Al tempo stesso, Tanturli mette in guardia dallʼ«affidarsi alla sola stampa quotidiana per ricostruire la cronaca degli episodi» (p. 340), essendo i giornali «costellati da errori e imprecisioni», e comunque «una fonte estremamente piatta, poco incline allʼapprofondimento e di difficile verifica» (p. 19).

Più complesso lʼuso degli atti processuali e delle memorie: se lʼautore sceglie di «prestare fede, con le necessarie cautele, alle dichiarazioni dei militanti, anche di quelli pentiti, convinto che alcuni di essi abbiano restituito un quadro tutto sommato fedele della vita dellʼorganizzazione» (p. 19), è altresì vero che nel vagliare le singole dichiarazioni emerge un evidente sospetto verso una particolare tipologia di pentitismo che, invece di ricostruire o interpretare, «si nutre di condizionali, tende a venire incontro alle domande degli inquirenti»2. Siamo qui sul crinale che separa due diverse realtà, quella inquisitoria e giudiziaria, e quella politica e morale. Se infatti «le parole “pentiti” e “dissociati” si imposero allora a definire categorie diverse e misure di legge che senza accorgersene ripresero dal fondo più buio del passato italiano categorie di origine religiosa come il pentimento»,3 la dissociazione è stata espressione di un tentativo di fare i conti con la propria storia e i propri errori, nel quadro di una sconfitta delle ipotesi armate di cui solo una parte dei militanti hanno voluto prendere atto. Con le parole di Susanna Ronconi: «la dissociazione ha aperto uno spazio, nei modi che la situazione ha reso possibili, e anche chi allʼepoca non lʼha condivisa oggi dovrebbe, col senno di poi, capirlo. Siamo stati i primi a ricostruire la nostra storia collocandola nella storia di questo paese, dicendo che se non abbiamo avuto ragione avevamo delle ragioni, e chi dice che abbiamo “svenduto” una storia mente sapendo di farlo».4

Esplorata la cassetta degli attrezzi dello storico, veniamo allʼoggetto della sua costruzione. Su Prima line Tanturli è chiaro: «gli appartenenti a Pl prima di essere militanti clandestini furano militanti autonomi». Ma Pl non era «sic et simpliciter una sigla di copertura per il cervello centrale di una presunta Autonomia organizzata; è necessario quindi uscire dallo schema dellʼinnocenza o della colpevolezza, categorie non storiografiche, più adatte a giudici che si fanno storici e storici col complesso dei giudici» (p. 8). Il che significa riconoscere la natura plurale, variegata, desiderante e schizometropolitana, per dirla col linguaggio dellʼepoca, dellʼautonomia: «Ci furono aree dellʼautonomia, che, pur non rifiutando la violenza politica, furono relativamente immuni da sviluppi organizzati nel senso della lotta armata, altre che ci rimasero invischiate più o meno volontariamente, altre ancora che evolveranno, non senza lacerazioni, in formazioni clandestine» (p. 8). E dunque riconoscere quel carattere molteplice, moltitudinario dellʼarea della sovversione sociale e politica che non può essere ridotta ad unità. Dunque un libro come questo non può essere la parola che tutto squadri su Pl, ma un contributo, con gli strumenti propri della ricerca storica, che dovrebbe – è un auspicio, oltre che unʼesigenza – favorire una proliferazione di narrazioni, forse meno scientifiche e più soggettive, in grado di dar ragione «dellʼircocervo che per una volta soltanto si è unito per le teste in piazza Solferino: è morto per insufficienza funzionale del suo organismo mostruoso, come certe povere creature nate nei laboratori, troppo o troppo poco dotate per vivere, respirare, nutrirsi, come fanno quotidianamente organismi meno ambiziosi»5.

Un poʼ come Tristam Shandy, Prima linea impiega molto a nascere, pur parlando da lungo tempo. Non si tratta di un processo lineare e teleologico che da Lotta continua e Potere Operaio, attraverso Senza tregua, conduce a Pl, ma di una serie di attraversamenti, nel corso dei quali ciascun passaggio comporta acquisti e perdite, che forse avrebbero meritato un maggiore approfondimento (penso soprattutto alla figura di Mario Dalmaviva). E, vale ricordarlo, dove ogni passaggio non è dettato da unʼastrazione teorica, ma dallʼinterpretazione soggettiva del concreto darsi delle lotte e degli antagonismi.6 Il che rende difficile proporre una ricostruzione che distingua «una prima e una seconda Pl, a cui distribuire etichette di spontaneismo e di efferatezza» [p. 8]: ovvero, il mito dellʼorigine cui segue inevitabilmente una rovinosa caduta. Di fatto, è la stessa categoria di “origine” che va sottoposta a dura critica: come se la cacciata dal Giardino dellʼEden fosse il frutto di un tradimento dellʼoriginaria purezza, ovvero fosse già inscritta nellʼatto di nascita. Cattiva mitologia, in ambedue i casi. È invece vero che ogni processo manifesta una molteplicità di possibili, e che ogni decisione comporta la loro riduzione, ma anche il sorgere di nuove possibilità. Ma i processi e gli eventi non accadono in vitro, bensì allʼinterno di contesti popolati e imprevedibili, dalla cui interazione lo slancio del possibile può essere rilanciato oppure irrigidirsi fino allʼarresto. Detta così, una questione che risuona nel protagonista di Piove allʼinsù – «Certo, piacerebbe anche a me rintracciare un punto preciso lungo quei giorni, e vedere dove si è decisa la guerra dei vivi e dei morti» – è destinata a rimanere inevasa per assenza, e al tempo stesso per eccesso di risposte: piazza Fontana? Feltrinelli? Calabresi? Varalli? Più sensatamente, vale la pena di seguire il corso degli eventi, per verificare in quali momenti la molteplicità dei possibili è stata recisa dalla Grande Falciatrice della storia, sino a rendere irreversibile il percorso. Ad esempio, quando è stato oltrepassato il limite della vita umana, facendo dellʼomicidio politico un atto ordinario, se non inevitabile: e qui, più di ogni altra considerazione, vale la progressiva militarizzazione dei linguaggi, lʼassunzione della lingua di quello Stato che allʼinsubordinazione aveva dichiarato una guerra senza scrupoli e senza quartiere. Pl non nasce con lʼidea di calare sul proletariato la linea di partito cui le masse, incapaci di iniziativa autonoma, avrebbero dovuto docilmente assoggettarsi (per replicare un viaggio in treno già visto che dalla festosa partenza in Ottobre avrebbe avuto per destinazione lʼinverno siberiano). Neanche si riconosce nelle teorizzazioni dellʼoperaio sociale, un «neo-movimentismo» nel quale, come in un effetto-notte, lʼoperaio di fabbrica e il giovane operaio mobile del lavoro marginale, il disoccupato e lo studente proletario sono tutti bigi.

Volendo fissare due direttrici, potremmo tracciarle a partire dalla necessità di una «ricomposizione politica della classe guidata dai settori organizzati (e armati) della classe, un progetto di egemonia della fabbrica sui nuovi strati emergenti di proletariato»; e la proposta di una struttura che si metta al servizio del movimento, articolata su più livelli – lʼorganizzazione vera e propria, le squadre, le ronde – per attraversare quella «porta stretta» che è la «guerra civile di lunga durata». Al tempo stesso, viene esaltato «lʼantagonismo totale tra il sistema dei bisogni del proletariato» e la «necessità del capitale di imporre le proprie regole a tutta lʼorganizzazione sociale». Se lʼoffensiva va orientata contro «la proliferazione incredibile di figure di comando», per Tanturli «risulta spontaneo pensare a una sorta di “microfisica del potere”, ulteriore elemento che pone Pl in una seppur precaria comunicazione con il retroterra culturale alla base della riflessione sulla modernità» (p. 133). Nelle enunciazioni di Pl risuonano, non importa quanto consapevoli (come del resto in larga parte dellʼautonomia) le pagine del Foucault di Sorvegliare e punire e della Microfisica del potere. Ma se le ricerche di Foucault si radicavano nelle prassi delle nuove lotte trasversali, mancava alle pratiche e alle teorizzazioni del tempo una piena comprensione della complessa relazione fra assoggettamento e soggettivazione. Resta che «lʼindicazione di terreni conflittuali come quello della sanità, della psichiatria, della nocività ambientale sottintende un discorso sulla qualità della vita velleitario nella sua applicazione, ma in grado di cogliere le contraddizioni del mondo contemporaneo e del suo modello di sviluppo» (p. 337).

È altresì vero che lʼintera ipotesi che sorregge la galassia di Pl e delle squadre si basa su presupposti che la dura realtà dei fatti si incaricherà di smentire. In primo luogo, lʼaver sottovalutato la profondità dei processi di ristrutturazione in atto, che ridefiniscono in modo radicale la stessa soggettività operaia. Lʼautomazione, lʼallungamento delle linee di produzione sul territorio, lʼesternalizzazione erano processi già in corso, contro i quali le irruzioni nei luoghi del lavoro nero, o la violenza contro le singole figure del “comando dʼimpresa” si rivelano impotenti. Il capitale dava lʼavvio ai processi di globalizzazione, in risposta al potente ciclo di lotte che innerva il ʼ68 e gli anni successivi in buona parte dellʼOccidente: contro i quali mancava la capacità di immaginare una prassi allʼaltezza dellʼoffensiva.

Il rifluire dellʼoperaio sociale, che rimaneva ripiegato su se stesso – anche per lʼincapacità delle diverse realtà di movimento di dispiegarlo – determinò il progressivo restringimento di quellʼarea della sovversione dalla quale la “guerra civile di lunga durata” avrebbe dovuto trarre linfa. A ben guardare, dentro Pl la mancata affermazione di un’interpretazione chiara del rapporto fra organizzazione e squadre, e la mancata fusione con altre formazioni combattenti, hanno la loro radice nellʼesaurimento della spinta proveniente dalle lotte. Ormai in procinto di sfilacciarsi, Pl «consumerà le residue energie tornando nellʼambiente da cui tutto era cominciato, la fabbrica, ormai pressoché rasa al suolo nella sua architettura conflittuale» (p. 357). Ma «arroccarsi» nellʼassunzione di una sorta «di delega, di supplenza a quella che avrebbe dovuto essere la forza di un movimento sociale» (Susanna Ronconi, p. 356) è, di fatto, lʼammissione di una sconfitta.

La diffusione dellʼeroina, con esiti ben più devastanti delle bombe nelle banche e nelle piazze e sui treni – che lʼautore sottolinea più volte, inquadrando le azioni delle squadre contro gli spacciatori allʼinterno del «sorgere di nuovi terreni e nuove forme di antagonismo» (p. 200) – è, al pari della ristrutturazione della produzione, qualcosa che non poteva essere contrastata con la sola forza delle armi (e che attraverserà la stessa Pl). E attesta il cinismo dello Stato nello scatenare una guerra contro unʼintera generazione per prosciugare il mare della sovversione.

Del quale cinismo, vale la pena citare due documenti. La relazione del 1979 di Dalla Chiesa sullʼattività del proprio nucleo speciale, dove si richiede con crude parole lʼimperativo allontanamento «almeno dallʼesercizio dellʼazione penale» di «quegli elementi notoriamente indicati quali extraparlamentari»: gli «acculturati» e i «portatori – in veste di legalitari o garantisti – di “benevolenze” o “compromissioni”» (pp. 178-79). E una lettera di Dino Sanlorenzo, uno degli ideatori del famigerato questionario anonimo del Pci torinese sul terrorismo, sulla presenza di Segio e Ronconi in una cooperativa sociale nel 1988: «Il Comune gli dia pure delle commesse, […] per esempio lucidare e tenere in ordine le tombe di quelli che hanno accoppato, portare i fiori a quelli assassinati da Prima linea. Potrebbero dedicarsi agli handicappati o a spalare neve quando cʼè» (p. 326): dove lʼequiparazione degli «handicappati» a lavori cimiteriali, o comunque di scarto, dice tutto. Va però sottolineata, accanto alla sopravvalutazione della volontà dellʼoperaio sociale di scendere sul terreno della guerra civile, la sottovalutazione della forza militare e sociale del potere contro il quale le diverse opzioni di lotta armata si sono infrante: un errore politico ancor più grave in una formazione che aveva intuito più di qualcosa sulla struttura molecolare e reticolare del potere.

Ma se la rivoluzione era finita, se la fabbrica, alla vigilia della gigantesca rappresaglia dapprima dei 61 licenziati politici, e poi dei 14.500 espulsi (che erano anchʼessi licenziamenti politici), già riluceva della livida luce che illumina le macerie: era possibile arrestarsi su quella strada che avrebbe portato alle azioni, catastrofiche sul piano politico oltre che umano, dellʼassassinio di Alessandrini, di Emanuele Iurilli e di William Waccher?Lʼistantanea del funerale bolognese di Barbara “Carla” Azzaroni, cui parteciparono migliaia di compagni e compagne, può essere indicativa di uno stato di sospensione che sarebbe forse stato possibile: «Sarebbe bastato uno sguardo calmo alla situazione e a quel corteo funebre per rinunciare alla rappresaglia, per raffreddare la rabbia e cominciare un serio esame sul che fare. Ma era come se a ogni errore e a ogni smacco operativo crescesse il velo davanti agli occhi e la vista si appannasse sempre di più»7. Se con lʼassassinio di Emanuele Iurilli, vittima innocente di unʼazione di rappresaglia, «si rompe definitivamente il sottile filo di seta che ancora ci legava al movimento e alla realtà» (Bruno Laronga, p. 333), è perché quel rapporto con la realtà era già sottile come un filo.

Nelle ricostruzioni delle diverse manifestazioni del movimento antagonista degli anni ʼ70, compare sempre un momento nel quale si dovrebbe dire, e talvolta lo si dice,8 che «non cʼè più tempo». Che i possibili si sono esauriti, e in assenza del possibile la vita, il movimento, lʼessere, soffoca. È su questa sensazione di soffocamento che chiude questo primo volume: alle soglie di quegli anni Ottanta dai quali non nessuno è mai più uscito vivo. «Non basta avere ragione: bisogna che la ragione te la diano», ha detto qualcuno; un motto che si attaglia anche alla storia di Prima linea, ai suoi militanti caduti (ciascuno ha le proprie Spoon River, e ciascuna di esse merita rispetto), e ai molti che hanno ripreso, con nuove forme, le lotte interrotte dalla detenzione: in buona parte quelle lotte trasversali per lʼambiente, il riconoscimento, il diritto alla vita dei detenuti, dei tossicodipendenti, dei diversamente reclusi che le ragioni di Pl aveva intuito. Contraddizioni apparenti, che trovano in una storia che oggi sembra lontana (abbastanza da poter essere storicizzata) radici e percorsi carsici.

*****

Note

  1. A fronte dei 911 condannati delle Br, vi sono 923 di Pl, a cui si aggiungono i 149 dei Comunisti organizzati per la liberazione proletaria (Colp) e le decine di militanti di altre sigle minori (cfr. Renato Curcio, La mappa perduta, Sensibili Alle Foglie 1994; Giorgio Galli, Piombo Rosso. La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi, Baldini Castoldi Dalai 2004; Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Sul periodo dei “boia delle carceri” si vedano la nuova edizione di Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Milieu 2017, pp. 206-219; e Toni Negri, Galera ed esilio, a cura di G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, pp. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro si possono trovare molti documenti archivistici e altre fonti  (primarie e secondarie) che la casa editrice del libro di Andrea Tanturli, DeriveApprodi, mette a disposizione dei lettori.
  2. Il riferimento è alla deposizione di Michele Viscardi durante il processo di Torino a Pl (nello specifico, sull’ipotesi di una “talpa” nella Procura di Torino che abbia fornito informazioni sul giudice Alessandrini: ipotesi che non ha trovato riscontri) (p. 302).
  3. Adriano Prosperi, “Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita”, in Passato e presente, n. 96, 2015, pp. 164; Prosperi sta recensendo Monica Galfré, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film”, in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Derive e approdi, 2017, p. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Boringhieri 2006, p. 156.
  6. Esemplare ad es. la genesi di Senza Tregua allʼinterno della Magneti Marelli di Sesto San Giovanni (pp. 71-85), ricostruita sul ritmo delle lotte e del farsi dellʼautonomia allʼinterno del conflitto di fabbrica.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006, p. 168.
  8. Vedi il saggio introduttivo di De Lorenzis, Guizzardi, Mita a Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» (1973-1979), Derive e Approdi 2008, p. 69.

Fonte: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale

ένοπλη πάλη, lotta armata

Ο Battisti και η κακιά συνείδηση κάποιων “αριστερών”.

Se c’è qualcosa che rende più cupe queste ore, sono le reazioni di certa “sinistra” di fronte all’arresto di Battisti, e più in generale rispetto all’uso strumentale che viene fatto di questa vicenda per sciorinare giudizi sommari sull’intero ciclo di lotte degli anni Settanta.

ΡΩΜΗ»Η σύλληψη του Cesare Battisti στην Βολιβία είναι ένα εξαιρετικό νέο, για τις οικογένειες των θυμάτων και για την ιταλική δικαιοσύνη. Χάρη στις δυνάμεις της τάξης της Χώρας μας που συνέβαλαν στη σύλληψη του». Το δηλώνει σε ένα tweet η Laura Boldrini.  

Fornaro: Τώρα να φέρουμε πίσω και τον Casimirri                                                                   »H σύλληψη του Cesare Battisti είναι ένα καλό νέο γι αυτούς που πιστεύουν στη δικαιοσύνη και πολέμησαν ενάντια στην τρομοκρατία την εποχή των χρόνων του μολυβιού. Τώρα περιμένουμε τον ίδιο προορισμό για να εκδοθεί στην Ιταλία ένας άλλος επιφανής που διαφεύγει, ο Alessio Casimirri, που αυτή τη στιγμή διατηρεί εστιατόριο στην Νικαράγουα: ένας από τους πρωταγωνιστές της σφαγής στην οδό Fani όπου έχασαν τη ζωή τους οι πέντε άνδρες της συνοδείας του Aldo Moro». Το σημειώνει ο επικεφαλής των Ελεύθερων και Ίσων στην Camera, Federico Fornaro.

 

Πηγαίνουμε από τους εκ των υστέρων στρατηγούς, αυτούς που γνωρίζουν απ’ έξω κι ανακατωτά πως θα πρέπει να γίνει μια επανάσταση (αλλά όμως, ποιος ξέρει γιατί, πάντοτε αυτές τις πολύ σημαντικές πληροφορίες τις κρατούν πολύ σφιχτά για τον εαυτό τους) στους συνήθεις manettari, έτοιμους να κάνουν την ουρά στον «προοδευτικό» δικαστή της βάρδιας λες και είναι ο μαγικός αυλητής, μέχρι να φτάσουμε στους εκτός χρόνου διαχωρισμένους, εκείνους στους οποίους κανείς δεν ζήτησε τίποτα, αλλά που αν δεν μετανοήσουν αισθάνονται ένοχοι.

Το επαναλαμβάνουμε για άλλη μια φορά (και επειδή κάποιος επιμελής λογοκριτής μας διέγραψε το χθεσινό ποστάρισμα στη σελίδα FB): για εμάς το γεγονός ότι ο Battisti είναι ένοχος ή όχι για τα εγκλήματα που του αποδίδονται μας ενδιαφέρει ελάχιστα ή καθόλου. Έχουμε προφανώς τις δικές μας ιδέες σχετικά με αυτό το θέμα, γνωρίζουμε πολύ καλά ποια ήταν η σημασία του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, αλλά δεν πιστεύουμε ότι αυτό είναι το σχέδιο επάνω στο οποίο βασίζεται ολόκληρο το ζήτημα αυτό. Αυτή η χώρα, αρέσει ή όχι, συγκλονίστηκε για πάνω από μια δεκαετία από έναν εμφύλιο πόλεμο χαμηλής έντασης, μια σύγκρουση που έκανε νεκρούς και τραυματίες και από τις δύο πλευρές. Περισσότερους από την δική μας, στην πραγματικότητα, αν θέλουμε πραγματικά να επιδοθούμε σε αυτή την μακάβρια καταμέτρηση. Έναν πόλεμο που έφερε στη φυλακή χιλιάδες προλετάριους που θάφτηκαν από βαριές ποινές. Έναν πόλεμο που, δυστυχώς, χάσαμε. Όλοι. Συμπεριλαμβανομένων αυτών που δεν πήραν τότε τον δρόμο του ένοπλου αγώνα. Και αυτή η ήττα μετριέται καθημερινά στην επισφάλεια των ζωών μας, στους μισθούς που δεν είναι ποτέ αρκετοί- που δεν φθάνουν ποτές, στη μαζική ανεργία. Σήμερα, πάνω από σαράντα χρόνια μετά το τέλος εκείνης της ιστορίας, η μανία και η εκδικητικότητα των νικητών εναντίον των ηττημένων, η damnatio memoriae – η κατάκριση της μνήμης στην οποία θέλουν να καταδικάσουν τους πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής, είναι απλώς και μόνο η προσπάθεια να κλείσουν τους λογαριασμούς με τη δεκαετία του ’70, καθώς και η κατασταλτική εικόνα αυτού του Κράτους. Αυτή είναι η βαθιά αίσθηση, η βαθιά έννοια της ιστορίας Battisti ο οποίος, εκείνης της εποχής, ήταν εδώ που τα λέμε ένας μικρότερος πρωταγωνιστής. Και όποιος δεν το καταλαβαίνει, όσον αφορά εμάς, βρίσκεται στην άλλη πλευρά του οδοφράγματος.

6534 letture totali 88 letture oggi  συνολικές και σημερινές αναγνώσεις
αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος έκτο

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ

Πριν τελειώσω, λίγες ακόμη διευκρινήσεις. Προωθείς την υποψία, Carlo,
πως εγώ θέλω «να κάνω προεκλογική προπαγάνδα».
Ξέρεις πόσο πολύ με νοιάζει να κάνω τον βουλευτή! Αποφάσισα να προταθώ για να μπορώ να αποκτήσω εργαλεία για να κρατήσω ανοικτά κάποια ζητήματα, την αμνηστία πρώτα απ’ όλα, επάνω στην οποίαν υπάρχει ο κίνδυνος να εξαπλωθεί ένα πέπλο λήθης. Πρότεινα τις λίστες
«ουράνιο τόξο» και τα θέματα της αμνηστίας, του εγγυημένου εισοδήματος, της μάχης για τα δικαιώματα και την ελευθερία των μεταναστών, τον αγώνα ενάντια στο κεντρικό Κράτος που προωθείται από την οπτική των μειοψηφικών ταυτοτήτων, αυτών επίσης που αμφισβητούνται ή απορρίπτονται, των αυτονομιών 
και των δυνατοτήτων τοπικής αυτοκυβέρνησης, 
διότι αυτή υπήρξε η πρακτική μου εδώ και κάποια χρόνια στην Γαλλία.

Θα ήθελα να εκλεγώ
για να μπορέσω να πάω σε αυτές τις βρωμερές γαλλικές φυλακές για να «κάνω φασαρία’
ενάντια τον λευκό θάνατο της απομόνωσης,
στη Napoli για να προτείνω στους νέους να καταλάβουν εκείνο που μπορούν και να μπλοκάρουν τους δρόμους
για να διεκδικήσουν εγγυημένο εισόδημα, αντί
να αναγκάζονται να καταταγούν στην
camorra για να το αποκτούν, μπροστά στα εργοστάσια
του θανάτου για να προτείνω
στους εργάτες να αγωνιστούν συγχρόνως για το κλείσιμο αυτών και για το εγγυημένο εισόδημα,                                                                                                                                                  στην Λισαβόνα και στην Rebibbia για να συζητήσω με τον
Otelo και με τον Renato γι αυτά που πρέπει να γίνουν
σχετικά με την μάχη για την αμνηστία…                                                                                        Θα χρειάζονταν το μεγάφωνο,
o πολλαπλασιαστής, τα φόρουμ
που μια εκλογική εκστρατεία σου προσφέρει,
και τα μέσα που μια πιθανή εκλογή σου διαθέτει.

Είχα αποφασίσει να ελαχιστοποιήσω στο μέγιστο
τους κινδύνους να γίνω πραγματικά (κοινωνικά και
πολιτιστικά) ένας «βουλευτής-deputato». Για παράδειγμα
ανατρέχοντας σε μια όχι νέα διορθωτική κίνηση όπως η «εναλλαγή-rotazione». Είχα σκεφτεί να παρουσιαστώ in tiket με ένα σύντροφο
που έχει μια εμβληματική ιστορία. Ονομάζεται Giovanni Stefan, πέρασε τα εφηβικά του χρόνια στην Lotta Continua, σαν φοιτητής, σαν νεαρός εργάτης.
Κατηγορήθηκε για ένα σύντομο πέρασμα στην Prima
Linea, διέφυγε εγκαίρως. Η τανάλια μεταξύ των κατηγοριών ενός                         «μετανιωμένου» και οι επιβεβαιώσεις
«καθαρές» («μιλώ για μένα, δεν κάνω ονόματα άλλων, δεν επιβεβαιώνω ούτε διαψεύδω») δυο ‘διαχωρισμένων που ομολόγησαν», του χάρισαν
τα ισόβια για τον θάνατο του ηγετικού φασιστικού στελέχους Pedenovi.
Στη διάρκεια της ‘φυγής του δίχως τέλος’ γνώρισε την τραγωδία, υπήρξε ο μοναδικός επιζών ενός φονικού ατυχήματος, χρειάστηκε να ‘χωνέψει’
τον θάνατο αδελφών και αλληλέγγυων γυναικών και ανδρών που τον συνόδευαν διαμέσου ενός συνόρου, υπέστη σοβαρό τραυματισμό που του άφησε σοβαρά σωματικά τραύματα, διέσχισε το καθαρτήριο μιας φυλάκισης
«περιμένοντας την έκδοση’… Θα μπορούσε να ‘εναλλάσσεται’ μαζί μου, εάν συμφωνούσε να είναι υποψήφιος, και εκλέγονταν.

Η ΑΥΤΟΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

Μα πάνω απ’ όλα, Carlo, για εμένα αυτό το πράγμα
των εκλογών ήδη έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα, τώρα με έχει κατακτήσει πολύ περισσότερο αυτή η τελική μάχη γύρω από την αναγκαιότητα μιας ιστορικής ανάληψης συνυπευθυνότητας, πολιτικής και ηθικής συλλογικής από πλευράς της «γενιάς» μας, για όλα αυτά που συνέβησαν από αυτή την πλευρά του οδοφράγματος στην διάρκεια των ‘αξέχαστων χρόνων ’70’.

Εδώ που βρισκόμαστε, θέλουμε να πάμε μέχρι τέλους. Προτείνουμε να λάβουμε την συλλογική απόφαση να προχωρήσουμε σε μια πράξη αναπόφευκτα ατομική πολιτικής ανυπακοής, να παρουσιάσουμε αυτο-καταγγελίες με όλους τους κανόνες,
«σε καλή και δέουσα μορφή», για τα αδικήματα τα σχετικά με τα άρθρα 284 και 286 του οινικού Κώδικα: «εξέγερση» και
«εμφύλιος πόλεμος».

Ας δούμε εάν αυτό τουλάχιστον
θα χρησιμεύσει για να διασπάσει τον τοίχo
της αναγκαστικής αφαίρεσης της ιστορικής μνήμης,  πλαστογράφησης και πνευματικής omertà, να σπάσουμε τον μηχανισμό
αυτής της πραγματικής ελευθεριοκτόνας συνωμοσίας, που η ‘βδέλλα»,
η πνευματική μαφία της μεγάλης και μικρής αριστεράς, παλιάς και  «νέας», έχει υφάνει.
Ας δούμε εάν θα χρησιμεύσει ‘να βάλουμε το πόδι μας για να εμποδίσουμε το κλείσιμο της πόρτας που βλέπει σε μιαν ελπίδα ελευθερίας, πριν αυτή κλείσει για πάντα’...

Όπως βλέπεις, Carlo, μπροστά σε αυτό το
enjeu, διακύβευμα, πλέον έχω σχεδόν ξεχάσει τις εκλογές.
Εάν βέβαια στη συνέχεια θα μπορέσουμε να κάνουμε κι αυτές,
ακόμη καλύτερα…

ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ

Αλήθεια είναι πως, κατά κάποιον τρόπο, με φοβούνται. Διότι αποφάσισα να είμαι διατεθειμένος να τα παίξω όλα για όλα,
συνεπώς μπορώ να επιτρέψω στον εαυτό μου να μην είμαι ‘προσεκτικός», επιτέλους να είμαι
«ασύνετος’… Σαν να ακούω τις φωνές
της κοροϊδίας -«μεγαλομανία», «ρητορική»,
‘ντελίριο». Δεν φαντάζεσαι, Carlo, πως είναι υπέροχα ευχάριστο
να μην σε νοιάζει όλο αυτό: είναι σαν ένα ‘άλμα προς την ελευθερία‘…
Μέσα σε αυτή την ίδια στιγμή έληξε
‘η φυγή μου δίχως τέλος’. Η αγωνία της αστυνομίας
που χτυπά στις έξι το πρωί, ή που πέφτει επάνω σου
σαν μια αγέλη σκυλιών,
εμφανιζόμενη από το πουθενά, όταν βρίσκεσαι στον δρόμο
για να αγοράσεις την εφημερίδα… Εάν με το τέλος όλων αυτών
με συλλάβουν, με απελάσουν, με εκδώσουν, ακόμη καλύτερα: ή καταλήγω σε κατ’ οίκον περιορισμό όπως ο Sofri και οι άλλοι,
ή μετατρέπουν τον χρόνο της κράτησης μου
σε μια άγρια παγίδα, σε μια βόμβα αργής ανάφλεξης. Θα μου φθάσει να υπάρχω στην φυλακή, για να δείξω πως ‘ο Βασιλιάς είναι γυμνός»,
για να παρασύρω όλες τις όμορφες ψυχές
της μεγάλης αφαίρεσης και της μεγάλης, ελευθεριοκτόνου
ψευτιάς, στην ντροπή του να πρέπει να είναι συνεργοί
αυτής της προφανούς αδικίας:
O Sofri στην lmpruneta, εγώ σε μια «Ειδική».
Μια αδικία που ήδη υπάρχει, εξάλλου: μόνο
που ο κόσμος είναι τόσο χειραγωγημένος και
διεφθαρμένος, που ούτε καν του έρχεται στο νου
ή σύγκριση ανάμεσα στον Sofri και έναν από τους τόσους
Nicola Abbatangelo. Ενώ από εμένα, κατά
βάθος, δεν μπορούν να απελευθερωθούν: λόγω
μιας κάποιας ασάφειας, [διφορούμενης κατάστασης], αν μη τι άλλο τροφοδοτούμενης από τα
‘μέσα’, εγώ είμαι και λιγάκι, κατά κάποιον τρόπο, «ένας από αυτούς», ενώ οι Nicola είναι το άλλο. Μεταξύ εμού και των πολλών Nicola και των πολλών
Mariapia, υπάρχει τέλος πάντων η διαφορά πως,
στα μάτια του ρατσιστή, τρέχει μεταξύ του εβραίου και του
«νέγρου». Όπως υπογράμμιζε o Marek Halter
σε μια προσπάθεια να επεξηγήσει την έννοια της κουλτούρας της «τελικής λύσης», ο λευκός ρατσιστής
έχει εμμονή με τον εβραίο διότι
δεν μπορεί να ξεχωρίσει από αυτόν,  δεν μπορεί να τον απορρίψει ως εμφανώς διαφορετικό, συνεπώς του αποκαλύπτεται
πιο λεπτεπίλεπτα αφόρητος και ανησυχητικός: λόγος για τον οποίον, για να ελευθερωθεί από αυτό τον διαφορετικό υπερβολικά όμοιο δεν χρειάζεται, δεν φθάνει να τον κλείσει σε ένα ‘bantustan’,
πρέπει να τον εξολοθρεύσει.
Εάν είναι έτσι, ας χρησιμοποιήσουμε κι αυτό!

PIERROT LE FOU?

Δεν ξέρω αν μπορείς να φανταστείς, Carlo, την
κατάσταση χάριτος, στην οποίαν φτάνεις όταν
είσαι βαθιά πεπεισμένος πως δεν έχεις τίποτα να χάσεις, ή
όταν είσαι διατεθειμένος να χάσεις τα πάντα…
Εδώ και κάποια εβδομάδα, όπως σου έλεγα, για μένα
τέλειωσε ο φόβος, o εφιάλτης της φυλακής.
Εάν θα επιστρέψω εκεί, αυτή την φορά δεν θα βυθιστώ
σε αρρωστημένη κατάσταση, γιατί
κάθε μέρα μου στην φυλακή θα έχει ένα νόημα.
Στους συντρόφους, στους φίλους, στην Lucia που ανησυχούν, λέω πως εάν με στείλουν στην φυλακή μου κάνουν χάρη, και μπαίνουν
στην ομάδα των «μεγάλων ψηφοφόρων» μου, μαζί
με την μικρή ομάδα των 16 τωρινών φίλων. Μα δεν είναι βέβαιο πως είναι έτσι, η
γάγγραινα μπορεί να πάει παραπέρα, η
ψευτο-συνείδηση του συστήματος – και της
αριστεράς – μπορεί να έγινε ικανή να χωνέψει και να αγνοήσει και αυτό.
Mα δεν είναι αυτό το θέμα μας: μακροπρόθεσμα, η
ωρολογιακή βόμβα μου θα εκραγεί. Εάν στη συνέχεια δεν γίνει έτσι, αυτό θα σήμαινε         πως η δύναμη
της «πραγματικής υπαγωγής» έχει ήδη παράξει
μια τέτοια ανθρωπολογική μεταλλαγή, ώστε να βρισκόμαστε ήδη ολοκληρωτικά μέσα σε έναν καφκικό ή οργουελικό εφιάλτη. Σε αυτή
την περίπτωση, εάν η ελευθερία δεν
έχει αξία κάποιος να την ζει, θα μπορούσα κάλλιστα
να μείνω στην φυλακή…

ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΔΥΝΑΜΕΩΝ, ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Να είναι ξεκάθαρο: εγώ θέλω να κάνω μια πολιτική μάχη, όχι την ακραία μάχη του βουδιστή μοναχού που βάζει φωτιά στον εαυτό του. Γι αυτό
θα προτείνουμε να οργανώσουμε πολιτικά 
αυτή την εκστρατεία, θα ζητήσουμε να μας στείλετε
επιστολές δέσμευσης και εάν και όταν θα έχουμε                                                                       (δεν ξέρω) χίλιες, θα αποφασίσουμε να προχωρήσουμε στην παρουσίαση των καταγγελιών στην Εισαγγελία.
Θέλω όμως και να προειδοποιήσω (και όχι για να εκβιάσω), πως και εάν ούτε αυτό λειτουργήσει, εγώ πιστεύω πως θα αποφασίσω (θα περάσει αυτή η στιγμή σολιψισμού, κάποιες φορές μπορούμε να επανεκκινήσουμε μοναχά από την δική μας μοναδικότητα] να πάω να παρουσιάσω την δική μου αυτοκαταγγελία στον Γενικό Εισαγγελέα του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, στη Ρώμη.

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΠΟΥ ΑΥΤΟΕΚΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ

Ελπίζω να μην υπάρχουν πτωχοί τω πνεύματι
που να επιτρέψουν στους εαυτούς τους να δουν σε αυτό μια πράξη υποβολής, παράδοσης, αναγνώρισης νομιμοποίησης στη νομιμότητα. Ο
χαρακτήρας πρόκλησης –
κι αν ακόμη μοιάζει χαμένη απ’ το ξεκίνημα – θα μπορούσε να είναι ξεκάθαρος ακόμη και στα πιο μανιακά υποκείμενα.
Εμείς (μα εάν δεν καταφέρουμε να ενσωματώσουμε αυτούς τους »εμείς» είμαι διατεθειμένος να πω »εγώ]
πρέπει να ασκήσουμε ένα δικό μας ιερό και απαραβίαστο δικαίωμα αντίστασης.

Όπως μας δίδαξαν οι Ιησουίτες Πατέρες
το δικαίωμα αντίστασης νομιμοποιεί μέχρι την τυραννοκτονία. Αλλά μιας και στην περίπτωση μας, εδώ και τώρα, στα μέρη μας, »στην φάση της πραγματικής κυριαρχίας», ο τύραννος έχει καταστεί ανώνυμος, αφηρημένος, με χίλια μάτια, φτιαγμένος από μέρη εναλλάξιμα, μπορούμε μοναχά να κάνουμε έκκληση σε μια διαφορετική μορφή αγώνα συλλογικού, μπαίνοντας στο παιχνίδι, εάν χρειαστεί, ξεκινώντας από δέκα, δυο τρεις, ένας…

Διάλεξα σαν εμβλήματα το ταρώ του τρελού, το εξώφυλλο
του Ηλίθιου του Dostojewskij, τον ιππότη του Ronzinante: οι δύσπιστοι σκεπτικιστές
σε υπηρεσία εξαιρούνται λοιπόν απ’ το να ξοδέψουν την ανάσα τους, περιφρόνηση και κοροϊδία για να ρίξουν πόρτες ανοικτές.
Και όποιος θα ζήσει, θα δει. Όπως λέει ο Nickolson
στη »Φωλιά του κούκου», πάντα θα μπορώ να λέω:
»να πάτε να γαμηθείτε, τουλάχιστον προσπάθησα».
Τέλειωσα. Ξέρω πως και οι πιο κοντινοί φίλοι μου θα είναι, στο ξεκίνημα, μπερδεμένοι και αναστατωμένοι.
Αλλά, όπως ο πατέρας σου, ανήκω στην ράτσα
εκείνων που αγαπούν να στοιχηματίζουν
στο αντίθετο ρεύμα. Όπως ο Giangiacomo
άρχισε να κάνει στα δεκαέξι του, όταν
εγκατέλειψε για πρώτη φορά την Ιθάκη του για να πάει με τους αντάρτες. Λέγοντας στους ενήλικες συντρόφους – όπως στο τραγούδι –
«εάν μας μένει ακόμη κόσμος, είμαι έτοιμος, που πάμε;»
Ciao, Carlo
Παρίσι, 20 σεπτεμβρίου 1988 Oreste Scalzone

 

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf

αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος πρώτο

Screenshot_2018-12-10-12-19-02 (1)

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ CARLO
FELTRINELLI

Αγαπητέ Carlo,
Λες πως εγώ «προσέβαλα» την μνήμη του πατέρα σου, διότι είπα πως μεταξύ ιουλίου του ’71 και της στιγμής του θανάτου του, αυτός, φίλος μου που πέρασε στην παρανομία, επανειλημμένα μου μίλησε για την τρομερή  ‘ιστορική αναγκαιότητα» να εκτελεστεί ο κομισάριος Luigi Calabresi. Ο πατέρας σου ήταν ένας τρυφερός άνθρωπος, και σίγουρα δεν έλεγε ελαφριά τη καρδία κάτι τέτοιο, αλλά θεωρούσε και δικό του καθήκον να προχωρήσει στις πρακτικές συνέπειες αυτής της  ‘αναγκαιότητας». Τώρα ξέρουμε – εγώ, εσύ και πολλοί άλλοι – πόσες καταστροφές και πολύ πιο σοβαρές του θανάτου ενός κομισάριου της δημόσιας ασφάλειας πιθανότατα δολοφόνου ενός αναρχικού, έχει δημιουργήσει αυτή η ιδεολογία της  ‘αίσθηση της Ιστορίας», των »νόμων της ανάπτυξης της», της επιστημονικής θεμελίωσης της απόφασης του »επαναστατικού επείγοντος» ως νέας πηγής νομιμοποίησης. Μα λοιπόν, αν και με τρόπους και με κουλτούρες και θεωρίες αρκετά διαφορετικές, όλοι παίζαμε λιγάκι αυτή την παρτιτούρα.
Γι αυτό, Carlo, εγώ δεν »προσέβαλα» τον πατέρα σου. Αντίθετα, προσπάθησα να του ξαναεπιστρέψω ένα κομμάτι από εκείνη την ταυτότητα και αλήθεια που ήταν δικιά του, που και πάλι του αρνούνται, για πολύ μίζερους λόγους.

Στο λέω εγώ, Carlo, που τον γνώρισα πολύ καλύτερα απ’ όσο, δυστυχώς, σ’ εσένα δόθηκε να τον γνωρίσεις: είναι πάνω απ’ όλα ως
«σύντροφος Osvaldo», μαχόμενος κομουνιστής, που ο μπαμπάς σου θα αγαπούσε να τον θυμούνται: εκείνοι τον απεχθάνονταν, εμείς τον αγαπούσαμε («βλέπεις, αυτή είναι η δική τους
Westminster», έλεγε ο Lenin στον Trotzkii
γυρνώντας στους δρόμους του Λονδίνου… ).

ΙΘΑΚΗ

Έτσι, μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, ο «Osvaldo, παρέμεινε δίχως ταφή. Και αυτοί, ξεκινώντας από τον κοντινό του ‘entourage’- ‘περίγυρο’, θέλησαν να του αρνηθούν την ανάμνηση και την επεξήγηση των δικών του, ίσως συζητήσιμων, αιτιών και λόγων, δεν είναι παρά ένα κλαν (όχι μια λεγεώνα) «ασβεστωμένων τάφων. Μιλώ,
έτσι για να μην κάνουμε ονόματα, του lobby των
«miglioristi’. Ξέρουμε, οι σταλινικοί – σε ισχύ ή καθαιρεμένοι – διατηρούν μια σχέση με την αλήθεια αρκετά περιστασιακή. Και από την άλλη πλευρά, αυτές οι γραμμές των «miglioristi,
που είναι στρατευμένοι κυρίως για να «migliorare» – ‘καλυτερεύουν’ το δικό τους ‘status’, δεν είναι αυτοί που, για να χρυσώσουν το οικόσημο, έστειλαν προς καταστροφή τα »μαρξιστικά έντυπα» και την »μαρξιστική ύλη», με μια χειρονομία Ιεράς Εξέτασης, πογκρόμ, »νύχτας κρυστάλλων», σοβιετικού Υπουργείου της Αλήθειας που κόβει και βάζει αυτό κι εκείνο στις συσκευές για νταγκεροτυπία της ομάδας, σαν μακαρθική έρευνα;  Είναι άνθρωποι που επεξεργάστηκαν τις ιδεολογίες της άρνησης,
του θριάμβου της κουλτούρας της ‘μετάνοιας’ της ‘μεταμέλειας’ και του ‘διαχωρισμού», της ‘διάστασης’, του πληβείου αγώνα και σαν parvenus να θυσιάσουν στο χυδαίο μαντείο της νεοφιλελεύθερης αλαζονείας… –
Ίσως νομίζεις, Carlo, πως σου λέω πράγματα σοβαρά, άδικα και ακραία:
παρόλα αυτά σε παρακαλώ να τα σκεφτείς, αν και μπορεί
να αποτελεί αυτό μια σκληρή άσκηση.
Όσον αφορά εμένα, πίστεψε με, έχω την πιο μεγάλη περιφρόνηση γι αυτή
την χούφτα σφετεριστών, που έχουν αδράξει,
που έγιναν κύριοι της πετρώδους Ιθάκης του πατέρα σου, την οποία
αυτή την φορά ο Οδυσσέας δεν θα ξαναδεί ποτέ πια.

OSVALDO

Σε μια μπροσούρα στη μνήμη του,
ο Giampiero Brega αναφέρεται στον Gianqiacomo
Feltrinelli με ένα απόσπασμα δεν ξέρω πλέον ποιου:
«είναι ο μόνος και ο μοναδικός homo novus που εγώ έχω γνωρίσει.»                                Είναι αλήθεια. Εγώ τον
θεωρούσα, και, ξεροκέφαλο, ρομαντικό, αρχαϊκό θεωρητικά, ονειροπόλο,                  «παλαιο-κομουνιστή’ και λιγάκι
απλά  «τριτοκοσμικό» και
καστρικό. Μαλώναμε σχετικά με τη φύση
της Εσσδ, για τον «σοσιαλιστικό χώρο», για την εμμονή του
με τον φασισμό και το πραξικόπημα, για τον
Secchia. Αλλά σεβόμασταν αλλήλους. Όταν
(ακόμη ισχυρός εκδότης που μας βοηθούσε με
μια προ-αγορά μιας χιλιάδας φύλλων της εφημερίδας Potere Operaio) πρότεινε να καταχωρήσουμε στο εβδομαδιαίο μας ένα φύλλο του
«Rassegna comunista-κομουνιστική Ανασκόπηση«, που στα μάτια μας ήταν                  υστερο-αντιστασιακή, άρρωστος με το νεο-παρτιζανισμό και τον «fochismo-φοκισμό».
χρειάστηκε να του πούμε όχι και να μην επιμένει [έκανε στη συνέχεια, σχεδόν μόνος, την δική του  » Voce comunista«- »κομουνιστική Φωνή»).                                                                       Όταν επεξεργάζονταν και εξέδιδε -‘»από τον Feltrinelli'», όπως έλεγε αυτός- το περιοδικό Compagni-Σύντροφοι (στην σύντομη ζωή του οποίου πήραν μέρος και οι                              Eco, Nanni Baleslrini και άλλοι διανοούμενοι ‘πρώτης γραμμής’) μας
πρότεινε ντροπαλά να του δημοσιεύσουμε
μια συνέντευξη, στην οποία εξηγούσε τους λόγους
του περάσματος του στην παρανομία
ευρύτερα από αυτό που μπόρεσε να κάνει στην περίφημη επιστολή στο περιοδικό Espresso. Ήταν
τα πάντα. Εκείνους τους καιρούς των Berlusconi, ένα σπάνιο
μάθημα στυλ.
Μαλώναμε (η ξεροκεφαλιά του ήταν
παροιμιώδης – και η δική μας, «θεωρητική»‘) αλλά
πάντα κρατήσαμε μεταξύ μας κάτι περισσότερο από φιλία, αλληλεγγύη
συναίσθημα, στοργή: μια βαθιά συνενοχή.

‘TRANCHES DE VIE’
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ

Έτσι, όταν αποφάσισε να φύγει, εγώ και κάποιοι άλλοι σύντροφοι
τον βοηθήσαμε,
αν και δεν συμμεριζόμασταν τις προβλέψεις του για  ‘πραξικόπημα’, και από την προτίμηση που έδειχνε στον  «αγώνα που έδινε ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τον γερμανικό sub-ιμπεριαλισμό» προτιμούσαμε τον εργατικό αγώνα ενάντια σε εκείνο του σπιτιού μας.
Όταν μου ζήτησε να πάω στην βιβλιοθήκη
του lstituto Feltrinelli για να ανακτήσω από τις εφημερίδες
τον έλεγχο των νεκρών από λευκούς θανάτους, ή να
πάω να περιμαζέψω στο Lugano μια βαλίτσα γεμάτη
μπροσούρες της «Brigata Gap Canossi» (που αλάτιζε τις μπετονιέρες των
εργοταξίων των λευκών θανάτων, εκείνων όπου
οι οικοδόμοι σκοτώνονταν πέφτοντας από τις σκαλωσιές, μετά από super-εργασία και λόγω έλλειψης μέτρων ασφαλείας, που τα αφεντικά θεωρούσαν πολύ ακριβά να εγκαταστήσουν) το έκανα.

IVALDI

Θυμάμαι πως διάλεξε το όνομα «Osvaldo».
Βολτάραμε στην Genova, είδαμε
μια φωτεινή επιγραφή με γραμμένο επάνω της
«Osvaldo lvaldi», αυτός έπρεπε να φύγει και ήθελε ένα όνομα σε κωδικό.
«Να- είπε – θα ονομαστώ Osvaldo».
Όταν το ξανασκέφτηκα επιστρέφοντας στο Terni με
τραίνο, το κρύο πρωινό της ημέρας της Πρωτοχρονιάς ’70, μου είπε πως ήταν ένας αθεράπευτα ρομαντικός: Osvaldo είναι το όνομα του
Pesce, του θρυλικού αρχηγού των «Gruppi
d’azione patriottica»-»Ομάδων πατριωτικής δράσης» της Αντίστασης της πόλης, και «lvaldi» το όνομα μάχης του,
όπως αυτός ο ίδιος διηγείται στο «Senza
tregua, la guerra dei Gap»΄»Χωρίς ανακωχή, ο πόλεμος των Gap». Και από την sigla Gap
ο Osvaldo εμπνεύστηκε τις δικές του ‘‘Ομάδες παρτιζάνικης δράσης»- «Gruppi d’azione
partigiana» (όπως άλλες, στη συνέχεια, οι εφήμερες ‘οπλισμένες’ και ‘προλεταριακές’
«Gruppi armati partigiani», και «proletari»).

Θυμάμαι πως είχε δάκρυα στα μάτια,
ένα κρύο ηλιόλουστο πρωινό με αέρα στη γέφυρα της οδού Farini στο Milano, δυο βήματα από τα γραφεία μας, την επομένη που είχε συμβεί η τραγωδία της ‘’22 Οκτώβρη»- «22 Ottobre» στη
Genova (στη διάρκεια μιας ληστείας ο Mario Rossi
– άνθρωπος γνωστός κατά τα άλλα για την ηπιότητα του – είχε άθελα του σκοτώσει τον μεταφορέα αξιών Alessandro Floris, κάποιος κατάφερε να τον αποθανατίσει σε μια  foto που κατέστη διάσημη,
τον κατεδίωξαν και συνέλαβαν).

O Osvaldo προτιμούσε να φτιάχνει τα ‘timers’ με τα
κουτιά από φασόλια, όπως του είχε μάθει ο
Fidel, και δέχονταν να διακινδυνεύει αυτοπροσώπως
να πηγαίνει να πάρει χρήματα σε μια τράπεζα,
όχι βέβαια για να μην  ‘σπαταλήσει’ την
περιουσία του (είναι τη ζωή που στην συνέχεια έθεσε σε κίνδυνο), ούτε μόνο λόγω πίστης στις παραδόσεις και
στους ‘νόμους’ των επαναστατικών κινημάτων και κομμάτων
και των αντάρτικων οργανώσεων. Ούτε (όπως ήταν για εμένα εκείνο τον καιρό) επειδή  «ο εργατικός μισθός, εξ ορισμού, δεν φθάνει για να καλύψει τα κόστη της ταξικής οργάνωσης.» Μα
κυρίως λόγω μιας προσωπικής και βαθιάς αιτίας, της οποίας ντρεπόταν: ήξερε
πως, εάν είχε υποκύψει στον πειρασμό
της ευκολότερης οδού, εκείνης να κάνει τον
προστάτη διότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα’,
θα είχε εισάγει ένα στοιχείο που θα είχε
διαφθείρει το μαχητικό δίκτυο στο οποίο ήταν δεμένος, και θα είχε καταλήξει αναπόφευκτα
να περιτριγυριστεί από «μισθοφόρους» (στη ζωή του ως εκδότης
συχνά περιτριγυρίζονταν, παρά την θέληση του, από αυλικούς.                                     

2018-12-10 12.21.29

Θυμάμαι πως, μιλώντας για την παραμονή του                                                                            με τους «Tupamaros» (των οποίων βρήκε τον τρόπο να δημοσιεύσει δυο βιβλία), συνήθιζε να διηγείται πως, για
παράδειγμα, εκείνοι οι σύντροφοι θεωρούσαν
δικαίως την «kidnapping» αντίθετη στην
«επαναστατική ηθική». Είχε δίκιο, και επιπλέον γινόταν τρυφερός, μαλάκωνε: είμαι σίγουρος πως
σκέφτονταν και σε εσένα, τον μικρό Carlo
Fitzgerald, για τον οποίον όταν μιλούσε –
αυτός
συνήθως ντροπαλός και χαμηλών τόνων –
φωτίζονταν το πρόσωπο του και γελούσαν τα μάτια του.
Όταν έμαθε πως για εμένα και την Lucia
γεννήθηκε ο γιος μας Emiliano, μου έφερε ένα ξύλινο παιχνίδι. Το θυμήθηκα οκτώ μήνες μετά, όταν ο Emiliano πέθανε λόγω
«rio morbo selvaggio’-  η οποία όρμηξε ξαφνικά στην μικρούλα ζωή του

RADIO GAP

Ο Osvaldo ήταν όλα εκτός από »τρομοκράτης»,
ήθελε να εξηγήσει στον κόσμο με τα λόγια,
δεν ήθελε να τους αφήσει μόνους μπροστά το τετελεσμένο γεγονός
των δράσεων. Δεν είναι τυχαίο πως στρατεύτηκε σαν τρελός για το «Radio Gap» (στο οποίο έκανε ηχώ από την Ρώμη το «Radio clandestina
operaia- εργατικό παράνομο ραδιόφωνο», περιβάλλοντος – έλεγε
αυτός –
«sindacalista rivoluzionaria-επαναστατικού συνδικαλισμού», πιο
κοντινό στην κουλτούρα μας).

BLACK OUT ΣΤΟ MILANO

Τον είδα για τελευταία φορά σε έναν κινηματογράφο
(όπως συχνά αγαπούσε να κάνει, πράγμα που μου
έδωσε το άλλοθι να δω κάποιες όμορφες ταινίες
που ειδάλλως θα είχα μετανιώσει) λίγες ημέρες
πριν το θάνατο του, τον μάρτη του ’72.

Στο Milano η εξωκοινοβουλευτική αριστερά
όλη ενωμένη προετοίμαζε μια κινητοποίηση για
να εμποδίσει ένα συλλαλητήριο του [φασίστα] Almirante στην piazza
Castello. Allora non si trattava di «sparare
sull’ambulanza». O Almirante ήταν στο 7 στα εκατό, στην κυβέρνηση υπήρχε η κεντροδεξιά των
Andreotti και Malagodi. Σίγουρα, εμείς δεν
συμφωνήσαμε ποτέ με τις χοντράδες σαν αυτές που μιλούσαν για
τον «fanfascismo» που αγαπούσε πολύ η Lotta
Continua, και είχαμε μια δυσπιστία
«bordighista» για κάθε μορφή μετώπου
που μας φαίνονταν (συνεχίζω να πιστεύω,
δικαίως) ως επιβλαβές για την αυτονομία
πολιτική και κοινωνική της εργατικής τάξης, η οποία
θα ήταν οριστικά εξαρτώμενη από το δημοκρατικό Κράτος.                                                Όμως μας ενδιέφερε να χτυπήσουμε στους φασίστες την ακραία παραφυάδα ενός αντεργατικού δικτύου στους τόπους δουλειάς
και στις προλεταριακές συνοικίες.

ΟΜΑΔΕΣ ΦΩΤΙΑΣ

Ο Osvaldo με έψαξε διότι προβλέπονταν
σοβαρές συγκρούσεις, με τον συνήθη
νεκρό που θα προκαλούνταν από τις αστυνομικές δυνάμεις. Με ρώτησε
εάν κατά την γνώμη μου το κίνημα θα είχε
μπορέσει να αποδεχτεί αυτός και κάποιοι
σύντροφοι του να έρχονταν στη διαδήλωση οπλισμένοι, με καθήκοντα
μιας πιθανής αυτοάμυνας. Ήταν η πρώτη φορά που
άκουσα την έκφραση »ομάδες φωτιάς».
Το σκέφτηκα, του απάντησα αρνητικά. Μοναχά τρεις μήνες
πριν εμείς του Potere Operaio είχαμε δεχτεί επίθεση και
απομονωθήκαμε από την υπόλοιπη
εξωκοινοβουλευτική αριστερά (εκτός από κάποιες σπάνιες εξαιρέσεις), διότι ήμασταν αποφασισμένοι να  απορρίψουμε την απαγόρευση του
Αστυνομικού διευθυντή να διαδηλώσουμε, στην δεύτερη επέτειο των βομβών της piazza Fontana και του
θανάτου του Pinelli, και πρώτη επέτειο του θανάτου (στη διάρκεια των συγκρούσεων που συνέβησαν
στις 12 δεκεμβρίου του ’70] του νεαρού
bordighista αγωνιστή Saverio
Saltarelli. Κι όταν – αφού αφεθήκαμε μόνοι και κατηγορηθήκαμε για »τυχοδιωκτισμό»
η αστυνομία μας είχε βρει 250 μπουκάλια
‘molotov’ και είχε συλλάβει επτά συντρόφους, σχεδόν όλοι δεν εξέφρασαν καμιά αλληλεγγύη.
Το να φέρουν πυροβόλα όπλα σε μια διαδήλωση ήταν συνεπώς, τότε,
πολιτικά αδύνατο να υποστηριχθεί:
αυτά, ουσιαστικά, είπα στον
πατέρα σου. Αυτός αισθάνθηκε άσχημα, πικράθηκε, απογοητεύτηκε,
ταράχτηκε. Ξεκίνησε μια κάποια πολεμική όχι καινούρια
σχετικά με τον ‘κινηματικό τυχοδιωκτισμό» μας που εκδηλώνονταν
στο γεγονός πως  «τραβούσαμε την ουρά μας», και στη συνέχεια
υποβαθμίζαμε την «αντεπανάσταση» και
το ‘στρατιωτικό ζήτημα». Για μια ακόμη φορά
προσέτρεξε σε μιαν εικόνα που του ήταν πολύ αγαπητή: εμείς οι εξωκοινοβουλευτικοί ήμασταν σαν τα μπαλάκια του ping-pong που χόρευαν στον αέρα υποστηριζόμενα από τα νερά που αναπηδούσαν από ένα σιντριβάνι. Το νερό που εκτοξεύονταν ήταν οι κοινωνικοί αγώνες: όταν- αναπόφευκτα, μιας και
ο αγώνας ήταν κυκλικός –
αυτοί θα αποδυναμώνονταν, εμείς θα νεκρώναμε.
Το πρόβλημα του ήταν εκείνο να δει πως θα διατηρηθεί η μονιμότητα της επιθετικότητας (ή τουλάχιστον η ανάπτυξη
αντεπίθεσης και αντίστασης) στους σκληρούς καιρούς
της ‘κοιλότητας του κύματος’ που προετοιμάζονταν.
Γι αυτό, υπήρχε το πρόβλημα ενός
πολιτικού-στρατιωτικού σκελετού του κινήματος. Που αυτός δεν έβλεπε στη  μορφή του »αντάρτικου Κόμματος, Partito-guerriglia», [όπως μετά, για παράδειγμα οι Ερυθρές Ταξιαρχίες) αλλά σε εκείνη ενός διαρθρωμένου πλουραλιστικού και πολύμορφου μετώπου.
Στο οποίο, μια ημέρα – κι εδώ ριζικά διαφέραμε – θα αναγκάζονταν από τα γεγονότα και τις συγκυρίες να πάρουν μέρος και οι »ιστορικές» οργανώσεις
του ρεφορμιστικού εργατικού Κινήματος.

 

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf