αυτονομία, autonomia

29 φεβρουαρίου 1979 : Για τη γραμμή της μάχης

Το 1979 ανοίγει με δύο ένοπλες ενέργειες που έχουν ισχυρό αντίκτυπο μέσα στο επαναστατικό Κίνημα. Στη Γένοβα στις 24 ιανουαρίου, σκοτώνεται από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες ο Guido Rossa, εκπρόσωπος της Cgil, μέλος της ομάδας περιφρούρησης του PCI-ΚΚΙ, ο οποίος επιτελούσε μια συγκεκριμένη δουλειά διείσδυσης και κατασκοπίας στο εργοστάσιο, που τον οδήγησε να είναι «μοναδικός μάρτυρας» στη δίκη ενάντια στον εργάτη της italsider Francesco Berardi, ο οποίος μοίραζε φυλλάδια προπαγάνδας για τις Βr. Στο Μιλάνο, στις 29 η Prima Linea σκοτώνει τον δικαστή Emilio Alessandrini ο οποίος την διερευνά.

29 febbraio 1979 : Sulla linea di combattimento

Οι Collettivi Politici Veneti παίρνουν το λόγο μιλώντας στο τεύχος 7 της «Αυτονομίας-Autonomia» με το editorial «Σχετικά με τη γραμμή μάχης». Στο έγγραφο επισημαίνεται το πως οι Cpv εννοούν τη σχέση μεταξύ της ένοπλης υποκειμενικής πρωτοβουλίας και της αντιεξουσίας. Υπάρχει μια ακριβής κριτική στην παρανομία και τον υποκειμενισμό των μαχητών. Ας ακούσουμε:

»Λέμε πως το να παίρνουμε θέση και να την αποσαφηνίζουμε σε ορισμένες χρονικές στιγμές είναι κατάλληλο και χρήσιμο.

Λοιπόν, αυτή είναι μια από τις συγκεκριμένες στιγμές. Το ζήτημα που μας απασχολεί, περιορίζεται στους χώρους και τα όρια μιας εφημερίδας, είναι η εξέλιξη και οι αντιφάσεις του κομμουνιστικού ένοπλου αγώνα στη χώρα μας. Η ευκαιρία μας δίνεται από τα γεγονότα της Γένοβα και του Μιλάνο, ή μάλλον από τoν θάνατο ενός «ειδικευμένου» εργαζόμενου του PCI και ενός «δίκαιου» διαχειριστή της καπιταλιστικής δικαιοσύνης, δηλαδή εξ αιτίας δύο επιχειρήσεων μάχης ενάντια σε εκφραστές του εργατικού ρεβιζιονισμού των ημερών μας.
Σε εμάς αυτές οι δύο ενέργειες δεν αρέσουν. Όχι τόσο για το τέλος των δύο εργαζομένων της κοινωνικής μηχανής αντιπρολεταριακού ελέγχου, όσο, ακριβώς, για το μέγεθος, την κατάσταση της υγείας αυτής της μηχανής και τις διαρθρώσεις της μέσα στην κοινωνία των πολιτών. Επομένως, μας ενδιαφέρει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τις πολιτικές θέσεις των συντρόφων του «μαχόμενου κόμματος».

ΠΡΩΤΟ ΣΗΜΕΙΟ – Αν για εμάς, όπως και για αυτούς τους συντρόφους, το βασικό στοιχείο για την κατάρρευση του οπορτουνισμού και για την έξοδο από τις ρεβιζιονιστικές πολιτικές γραμμές, οι οποίες εδώ και δεκαετίες, για την ακρίβεια από πάντα, είναι παρούσες και κυρίαρχες μέσα στο εργατικό κίνημα, όπως και για μια πιθανή υπόθεση επαναστατικής εργατικής εξουσίας, αυτό το στοιχείο έγκειται στην επιλογή του πεδίου του ένοπλου αγώνα. άλλο τόσο, έπεται λόγω αυτής της θεωρητικής και πρακτικής μη αναστρέψιμης για εμάς γνώσης το πρόβλημα του πώς θα καταφέρουμε να οργανώσουμε τον ένοπλο αγώνα μέσα σε μια ιστορική προοπτική απελευθέρωσης από την καπιταλιστική εκμετάλλευση.
Πράγματι, αν ο ταξικός εχθρός αποκομίζει την εξουσία του, την κοινωνική δικτατορία του ασκώντας την διοίκηση- την εξουσία επί της εργασίας, αυτή η εντολή, αυτή η διοίκηση-εξουσία δεν τροφοδοτείται μόνο από στρατιωτική δύναμη, αλλά και από μια κοινωνική και μαζική ποιότητα αυτής της δύναμης.
Η τεράστια τερατουργικότητα του γραφειοκρατικού-στρατιωτικού μηχανισμού του Πολυεθνικού Καπιταλιστικού Κράτους συνοδεύεται από την πολυπλοκότητα των ταξικών σχέσεων, μεταξύ των τάξεων, σε μια χώρα με καθυστερημένο καπιταλισμό, με την επέκταση, διαρθρωμένη και ριζωμένη ανάμεσα στα προλεταριακά στρώματα, της παρουσίας του ρεβιζιονισμού με λειτουργίες ελέγχου της προλεταριακής συναίνεσης στην κυριαρχία της αστικής νομιμότητας.
Ο αναθεωρητισμός-ρεβιζιονισμός ο οποίος, αν και αρνητικό προϊόν των ταξικών αγώνων, είναι ακόμα εσωτερικός στην τάξη.
Ο ένοπλος αγώνας, λοιπόν, αποκτά χαρακτηριστικά καθολικότητας μόνο εάν εισάγεται μέσα σε ένα πολιτικό και οργανωτικό μονοπάτι που συνδέεται με μια στρατηγική και μια τακτική φάσης εμφυτευμένες στην επίλυση όλων των πτυχών που εκφράστηκαν παραπάνω.
Πιστεύουμε, όντως, μαζί με τον Λένιν, ότι «το κόμμα του προλεταριάτου δεν μπορεί ποτέ να θεωρήσει τον παρτιζάνικο πόλεμο ως το μοναδικό και ούτε ακόμη το κύριο μέσο αγώνα» και «ότι αυτό το μέσο πρέπει να υπαχθεί σε άλλα» και ότι «χωρίς αυτή την τελευταία προϋπόθεση, όλα, απολύτως όλα τα μέσα αγώνα στην αστική κοινωνία … παραμορφώνονται, εκπορνεύονται“.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΗΜΕΙΟ – Η ήττα της «μπερλινγκουερικής κλίκας» δεν θα μπορούσε παρά να αποτελέσει, κατά την άποψή μας, για να είναι μια προλεταριακή νίκη, την ιδεολογικο-πολιτικο-ανθρώπινη και οργανωτική κρίση του ιστορικού εργατικού κινήματος, δηλαδή, μιας επιθυμητής διάρρηξης του.
Ο αναθεωρητισμός στη δομή του, στο στήσιμο του, γεννήθηκε και μεγάλωσε σε θέση υποταγμένη στον «καπιταλιστικό κόσμο». Επομένως, να τον αλλάξουμε σημαίνει να τον διαρρήξουμε.
Να τον σπάσουμε σίγουρα όχι πηδώντας, άνευ διαμεσολαβήσεων στην πολεμική γραμμή, από ένα επίπεδο ιδεολογικής κριτικής σε ένα επίπεδο συνοπτικής δικαιοσύνης.
Αν και γουρούνια, πληροφοριοδότες, ρουφιάνοι του αφεντικού και κουράδες συμβιβασμένοι με το καπιταλιστικό καθεστώς, οι ρεβιζιονιστές εξακολουθούν να παρουσιάζουν κοινωνικά, μαζικά χαρακτηριστικά, να διαχειρίζονται πλειοψηφικά στρώματα του προλεταριάτου και επομένως, αμέσως και σε αυτό το στάδιο, να προκαλούν σύγχυση, αμηχανία, παραμόρφωση, αντι-κομμουνιστική υστερία και πάνω απ’όλα μια επικίνδυνη αντιστροφή μέσα στην τάξη της δίκαιης αντιπαράθεσης των εργατών και των προλετάριων με τις προτάσεις και τις υποθέσεις του κομμουνιστικού σχεδίου μάχης και απελευθέρωσης κατά και από την καπιταλιστική εκμετάλλευση.
Σε ένα πρόγραμμα οργάνωσης, ταυτοποίησης, αποκάλυψης-ξεμασκαρέματος και κατάλληλης αγωνιστικής απάντησης των συμβιβασμένων ρεβιζιονιστών, είναι απαραίτητο παράλληλα να ασκείται με προτεραιότητα η πολιτική, πρακτική και δημόσια κριτική της πολιτικής τους στο επίπεδο των πραγματικών ταξικών αντιφάσεων, επάνω στην πραγματική ισορροπία δυνάμεων σε αυτή τη φάση μεταξύ του προλεταριάτου και του καπιταλισμού, στα εργοστάσια, όπως στους τομείς της κοινωνικής παραγωγής όπως και στην επικράτεια, στις γειτονιές, στην κοινωνία.
Αναγκάζοντας τον ρεβιζιονισμό να αντιπαρατεθεί στο επίπεδο που η μάχη, ο αγώνας σου θέλει να ασκήσει:

ΤΡΙΤΟ ΣΗΜΕΙΟ – Για να μπορέσουμε να κάνουμε όλα αυτά, υπάρχει ανάγκη για μια γενιά επαναστατών των οποίων τα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να εντοπιστούν απλά στην «παράνομη διάσταση».
Δηλαδή, σε μια προσέγγιση στράτευσης που να είναι χρήσιμη για την ανάπτυξη καλά καθορισμένων καθηκόντων μιας ώριμης κομμουνιστικής οργάνωσης, η οποία όμως ακόμη πρέπει να κατακτηθεί, αλλά ανεπαρκής και αποκλίνουσα αν δεν βυθιστεί σε μια πολύ ευρύτερη οργανωτική διάρθρωση. Δεν συμφωνούμε πλέον όταν μια πιθανή ποιότητα της οργάνωσης έρχεται να αναλάβει, όπως υπενθύμισε ο Λένιν νωρίτερα, έναν χαρακτήρα καθολικότητας σε λύσεις στα ερωτήματα και τις οργανωτικές ανάγκες.
Να διαλεχτούμε μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα τις αντιφάσεις μεταξύ παράνομης και μη παράνομης στράτευσης υπήρξε χρήσιμο τα τελευταία χρόνια. Μέσα σε ένα εξαιρετικό εργαστήριο που είναι η αληθινή πραγματικότητα και η συνεχής κίνηση των πραγμάτων, όλες οι ενέργειες, οι υποθέσεις, οι εμπειρίες των κομμουνιστών έχουν αναπτυχθεί μαζί με τα όριά τους κατά τη διάρκεια μιας μακράς φάσης μέσα στην οποία δεν ήταν δεδομένες οι συνθήκες για να επιστρέψουν όλοι σε μια πειθαρχία και ομοιογένεια ενιαίας πορείας οργάνωσης και προγράμματος. Όλοι εμείς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο ένοπλος αγώνας στη χώρα μας, με τις διάφορες μορφές που έχουν αναληφθεί και με τους διαφορετικούς τρόπους μάχης που υιοθετήθηκαν, είναι ένα αντικειμενικό και υποκειμενικό αποτέλεσμα ετών και χρόνων αγώνων των εργατών και εξαιρετικής αντίστασης στο καπιταλιστικό σχέδιο αναδιάρθρωσης των σχέσεων παραγωγής και αναπαραγωγής μεταξύ των τάξεων.
Καλώς, σήμερα, το να αναγνωρίζουμε όλα αυτά δεν είναι πλέον αρκετό.
Το κομμουνιστικό υποκείμενο πρέπει να είναι πειθαρχημένο μέσα σε ένα κεντρικό σχέδιο οργάνωσης ικανό να «το οπλίζει» για να αποδιοργανώσει ολόκληρο το οπλοστάσιο ελέγχου διοίκησης εξουσίας του καπιταλιστικού κράτους. Το κίνημα πρέπει να εμπλουτιστεί με την πολυπλοκότητα των προβλημάτων, είναι απαραίτητο να εργαστούμε έτσι ώστε να μπορέσει να ενισχυθεί και να μπορέσει να υποστηρίξει και να δεχθεί την καπιταλιστική πρόκληση σε όλα τα εδάφη όπου συσχετίζονται οι ταξικές συγκρούσεις. Με άλλα λόγια δεν ενδιαφερόμαστε να οικοδομήσουμε ένα πλαίσιο μάχης μόνο στη συνεχή επαλήθευση των δυνατοτήτων να σακατέψουμε και να εκτελέσουμε έναν ταξικό εχθρό, αν δεν δουλέψουμε ή αν εργαστούμε ενάντια σε μια διαφορετική συνολική ποιότητα του συλλογικού κομμουνιστικού υποκειμένου, της διαφορετικότητας, εάν επιτρέπετε, από την συνολική ποιότητα του μεταρρυθμιστικού-ρεφορμιστικού υποκειμένου.
Ως εκ τούτου, μια γραμμή μάχης στο πλαίσιο της πρακτικής του προλεταριακού προγράμματος σε εδαφικό επίπεδο, μέσα στην εμπειρία μαζικής παρανομίας και ανάπτυξης του οργανωμένου κομμουνιστικού κινήματος. Κινήματος ως υποκειμενικό δίκτυο μιας προλεταριακής εξουσίας που αναπτύσσεται επάνω στη χρήση της δύναμης, σταδιακά ανάλογης με τα πιθανά άλματα και τον εξαναγκασμό της και μέσα σε ολόκληρη την προλεταριακή υποκειμενικότητα. Συνεπώς μια διαρθρωμένη και σύνθετη πρακτική του ένοπλου αγώνα. Δεν μπορούμε, σύντροφοι, δεν μπορούμε να γκετοποιήσουμε, πάνω απ’όλα, τις μελλοντικές προλεταριακές δυνατότητες μόνο σε έναν από τους τρόπους διεξαγωγής του αγώνα, της μάχης.
Το στυλ εργασίας των κομμουνιστών πρέπει να είναι από εδώ και στο εξής, όσον αφορά τα θεμελιώδη κριτήρια και τους θεμελιώδεις νόμους του χτισίματος του επαναστατικού κόμματος, ένα εσωτερικό ερώτημα-ζήτημα για τους κομμουνιστές και το έργο τους. Επιβάλλεται-απαιτείται η εγκατάλειψη, σε σύντομο χρονικό διάστημα, όλων εκείνων των θέσεων που μπλοκάρουν και / ή εμποδίζουν μια διαδικασία ενοποίησης όλων των προλεταριακών πρωτοποριών στην χώρα μας.
Αν ορισμένοι σύντροφοι συνεχίσουν, δυστυχώς, να σπρώχνουν τον επιταχυντή για μια δραστική ευθυγράμμιση θέσεων, μεταξύ των συνιστωσών του κομμουνιστικού κινήματος, επάνω στους διαφορετικούς τρόπους μάχης, σε μια παραπλανητική και όλο και πιο πλαστή και τεχνητή αντίθεση-αντιπαράθεση, τότε από την πλευρά μας θα αποστασιοποιηθούμε όλο και περισσότερο με μια σκληρή πολιτική μάχη κατά των θέσεων αυτών. Πράγματι, η περαιτέρω πρόοδος του έργου των κομμουνιστών των διαφόρων επαναστατικών οργανώσεων θα είναι θετική αν αναλάβει τα καθήκοντα και τις ευθύνες που τους αναλογούν μιας νέας φάσης, αυτή τη φορά πιο πολύπλοκης και ώριμης.
Δεν μας αρέσει εάν διασπαστεί μια σωστή ισορροπία των αναλογιών μεταξύ των δύο κύριων συνιστωσών, γραμμών του επαναστατικού κινήματος, δηλαδή μεταξύ των κομμουνιστών στην παρανομία και των κομμουνιστών της εργατικής αυτονομίας. Πρόκειται για κάτι πολύ άσχημο με πολύ κακές προοπτικές, αν η μια μεταβλητή, η παράνομη, σταματήσει να σχετίζεται με κάποιον τρόπο με τη γενική δυναμική του κομμουνιστικού κινήματος. Η οργανωμένη εργατική αυτονομία δεν λογαριάζεται μόνο με την επιτάχυνση της στρατιωτικής πίεσης του κράτους επάνω στην οργάνωση, αλλά και με τα προβλήματα και τις δυσκολίες που συνδέονται με την επανέναρξη-επανάληψη της προλεταριακής πρωτοποριακής και μαζικής πρωτοβουλίας. Ενδιαφερόμαστε για ένα συλλογικό κομμουνιστικό υποκείμενο «πολιτικά αναγνωρίσιμο» από τους προλετάριους, και όχι μόνο μέσα από τα χρονικά των εφημερίδων, χωρίς άμφια και μεταμφιέσεις που συγχέουν την ουσία αυτού που έχεις να πεις (στην προκειμένη περίπτωση με μεταμφίεση δεν εννοούμε όλους τους κανόνες ασφαλείας και άλλα παρόμοια θέματα).
Είναι απαραίτητο να πειθαρχήσουμε μέσα σε μια ενιαία, δύσκολη και πολύπλοκη προσπάθεια για την οικοδόμηση της οργάνωσης και του προγράμματος.
Η ομοιογένεια, σύντροφοι, πρέπει να αναζητηθεί και να επιδιώκεται πεισματικά. Αλλά με σαφήνεια. Το να χτυπήσουμε κάποιον στα πόδια πρέπει να λειτουργήσει υπέρ του αποκλεισμού του εργοστασιακού τμήματος, της ικανότητας του κομμουνιστικού κινήματος να αποδιαρθρώσει την επικράτεια, περιοχή ανά περιοχή, με την άσκηση της επαναστατικής αντιεξουσίας. Και αντίστροφα».

εξορία, esilio

Έφυγε ο Enrico, se ne è andato via!

 

Ο Enrico Villimburgo, ένας πολύ αγαπητός σύντροφος και φίλος, αυτοκτόνησε πέφτοντας από το παράθυρο. Ήταν εξόριστος στο Παρίσι, για πάνω από τριάντα χρόνια, ένας πρόσφυγας, διωκόμενος από εκείνη την «ιταλική δικαιοσύνη» η οποία δεν παρέχει ανακωχές, αλλά μόνο ατέλειωτες διώξεις σε όσους δεν υποβάλλονται παθητικά στη άγρια τάξη της, αλλά επαναστατούν και εξεγείρονται.

Ο Enrico εξεγέρθηκε, ήταν ένας από εκείνο το αξιοσημείωτο μέρος της γενιάς που αντέδρασε, που ξεσηκώθηκε ενάντια στις αχρειότητες αυτής της άρχουσας τάξης και αυτού του καπιταλιστικού συστήματος που έχει κάνει την εκμετάλλευση και την καταπίεση τα δόγματα του.

Ο Enrico ήταν ένας σύντροφος από τη Ρώμη, της συνοικίας Centocelle, πήρε μέρος στην ρωμαϊκή Φάλαγγα των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Συνελήφθη και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, μαζί με πολλούς και πολλές άλλες, κατάφερε να ξεφύγει από το αδίστακτο «κυνήγι» των ιταλών χωροφυλάκων και να καταφύγει στη Γαλλία.

Ο Enrico, τα τελευταία χρόνια, έπρεπε επίσης να πολεμήσει και ενάντια σε έναν καρκίνο που τον κατέστρεφε.

Δύο εχθροί, ο καρκίνος και οι διώξεις που δεν δίνουν ειρήνη, ο Enrico την βρήκε κλείνοντας τους λογαριασμούς του με αυτό τον κόσμo.

Enrico, δεν θα σε ξεχάσουμε, θα παραμείνεις πάντα μέσα στις σκέψεις μας, για να συνεχίσεις, να συνεχίσουμε…

Δες επίσης: qui και qui

 

Enrico se ne è andato via!

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Μια πραγματεία πολιτικής οικολογίας προς χρήση των νέων γενεών – Un trattato di ecologia politica ad uso delle giovani generazioni

του Sandro Moiso

Razmig Keucheyan, Η φύση είναι ένα πεδίο μάχης. Δοκίμιο πολιτικής οικολογίαςLa natura è un campo di battaglia. Saggio di ecologia politica, Ombre corte, Verona 2019, pp. 168, 15,00 euro

Η εμπειρία της γενιάς μας: το γεγονός ότι ο καπιταλισμός δεν θα πεθάνει από φυσικό θάνατο (Walter Benjamin)

Από την παραπομπή του Benjamin που παρατέθηκε ανωτέρω το κείμενο του Razmig Keucheyan αποκαλύπτει την πρόθεσή του: να διερευνήσει τη στενή διασύνδεση μεταξύ της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της χρήσης της Φύσης και της ιδεολογίας της και της δημιουργίας περιβαλλοντικών ανισοτήτων για να αποκαλύψει πώς όλα αυτά οφείλονται αυστηρά στην ταξική σύγκρουση που στηρίζει και καθορίζει κάθε οικονομική, πολιτική και κοινωνική επιλογή της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Όχι μόνο στη Δύση, αλλά σε πλανητική κλίμακα.

Ο συγγραφέας, γεννημένος το 1975, είναι επί του παρόντος καθηγητής στο Κέντρο Émile Durkheim του Πανεπιστημίου του Μπορντό και μέλος του συντακτικού συμβουλίου του περιοδικού «Actuel Marx». Εκτός από αυτό αναγνωρίζεται ως ένας από τους πιο εξειδικευμένους γνώστες του έργου του Antonio Gramsci και έχει προσχωρήσει στο αντικαπιταλιστικό Nouveau Parti, έχει επίσης υπογράψει, το 2014, την έκκληση του Κινήματος για την VI Répubblica που ξεκίνησε από τον Jean-Luc Mélenchon και από το Parti de gauche.

Μια πολιτική και πολιτισμική »αριστερή» στράτευση και «gramsciana» που προκύπτει από κάθε σελίδα ενός κειμένου το οποίο, ακριβώς για τους λόγους αυτούς, είναι συγχρόνως διεγερτικό και αμφισβητήσιμο (λόγω μιας έκδηλης και ίσως υπερβολικής μεταρρυθμιστικής ελπίδας) για όλους εκείνους που αυτή τη στιγμή ασχολούνται με προβλήματα που σχετίζονται με την περιβαλλοντική, οικονομική και κλιματική κρίση και τις συνέπειες που μπορεί να έχουν αυτές επάνω στις κοινωνικές συγκρούσεις που έχουν ήδη ξεκινήσει όπως και τις μελλοντικές.

Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στη Γαλλία το 2014, το κείμενο βασικά περιστρέφεται γύρω από τρία θέματα που θεωρούνται θεμελιώδη από τον συντάκτη και τα οποία αποτελούν τα τρία μέρη που το απαρτίζουν: περιβαλλοντικός ρατσισμός, χρηματιστηριοποίηση της φύσης μέσω ασφαλιστικών πρακτικών έναντι κλιματικών κινδύνων και στρατιωτικοποίηση της οικολογίας. Όλα είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους.

Τρία θέματα μέσα από τα οποία ο συγγραφέας περιγράφει και οριοθετεί έναν διάλογο στο κέντρο του οποίου τίθεται συνεχώς το θέμα των κοινωνικών, οικονομικών και «φυλετικών» ανισοτήτων που αποτελούν το κεντρικό και σίγουρα το πλέον αντιφατικό-εχθρικό πρόβλημα της τρέχουσας κλιματικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης που, πέρα από τις περιβαλλοντικές και φυσικές της υποδηλώσεις, αποδεικνύεται πρωτίστως να είναι ξανά ένα ζήτημα ταξικό.

Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει στον συγγραφέα να ξεπεράσει τις τυπικές οικολογικές θέσεις ενός κινήματος όπως οι Παρασκευές για το Μέλλον- Fridays For Future, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοσιακές οικολογικές τάσεις, φαίνεται να θέλουν να ενώσουν όλη την ανθρωπότητα, χωρίς διακρίσεις τάξεων ή συμμετοχής-καταχώρισης στις φτωχότερες περιοχές του πλανήτη, σε μια κοινή μάχη για τη σωτηρία ενός οίκου που θεωρείται «κοινός», όπως και τις θέσεις εκείνης της αριστεράς, οι οποία, στο όνομα μιας όλο και λιγότερο αξιόπιστης προόδου και μιας ολοένα και πιο καταστροφικής εξέλιξης, απορρίπτουν τους περιβαλλοντικούς αγώνες θεωρώντας τους ένα απλό προϊόν της αστικής ιδεολογίας.

Εάν είναι πράγματι αλήθεια ότι, μέσα στην τρέχουσα κρίση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο πράσινος καπιταλισμός-green capitalism μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο επανέναρξης της καινοτόμου και παραγωγικής δυναμικής χρήσιμης για την ανάκαμψη των διεργασιών συσσώρευσης όλο και πιο ασφυκτικών, είναι επίσης αλήθεια ότι ακριβώς αυτές οι πολιτικές, που ισχυρίζονται ότι προτείνουν ένα πιο βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης, θα τείνουν να επιτείνουν τις ταξικές διαφοροποιήσεις και να διαχωρίζουν όλο και περισσότερο τη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας η οποία, εκ των πραγμάτων, θα τις υποφέρει-υποστεί από μια μειοψηφία που θα επωφεληθεί από αυτές αποκομίζοντας κέρδος.

Ως απόδειξη αυτού του γεγονότος αρκεί να αναλογιστούμε επί του γεγονότος ότι το ίδιο το γαλλικό κίνημα των κίτρινων γιλέκων-gilets jaunes προέκυψε ακριβώς ξεκινώντας από μια αύξηση του κόστους των καυσίμων που δικαιολογήθηκε από την κοινή ανάγκη χρηματοδότησης πρωτοβουλιών για την προστασία του περιβάλλοντος ή την ανανέωση των παραγωγικών μηχανισμών με πράσινο χαρακτήρα. Ένα από τα συνθήματα του κινήματος δήλωνε πράγματι ότι την περιβαλλοντική κρίση πρέπει πρώτοι απ’ όλους να την πληρώσουν εκείνοι, κυβερνήτες και επιχειρηματίες, που ήταν η αιτία αυτής της κρίσης.

Συνεπώς τοποθετούμε στο ακριβές πλαίσιο την τρέχουσα πλανητική κατάσταση έκτακτης ανάγκης από την ταξική οπτική (στην οποία πρέπει να προστεθούν στη συνέχεια, όπως κάνει ο συγγραφέας, η φυλετική και φύλου, μιας και είναι συχνά οι γυναίκες που αποτελούν τον πιο αδύναμο και πιο ευάλωτο κρίκο στην αλυσίδα εκείνων που υφίστανται-υποφέρουν περισσότερο από τις συνέπειες της) και ως εκ τούτου καθίσταται πολύ σημαντική η επανάληψη ενός κοινού αιτήματος για περιβαλλοντική δικαιοσύνη που να μη βασίζεται πάλι σε παγκόσμιες αρχές, πολύ συχνά γενικές και απατηλές, αλλά στην υπέρβαση μιας εξαιρετικά συγκεκριμένης δυσφορίας-αντιξοότητας και στις απαντήσεις που πρέπει να δοθούν σε ανάγκες και επιθυμίες που δεν ανήκουν με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους τομείς του πληθυσμού, αλλά οι οποίες, πολύ συχνά επικεντρώνονται κυρίως στις περιοχές που κατοικούν οι φτωχότερες και περισσότερο μειονεκτούσες ομάδες.

Είτε πρόκειται για χώρους ταφής τοξικών αποβλήτων κοντά σε υποβαθμισμένες αστικές περιοχές, είτε πρόκειται για τις διάφορες συνέπειες που μπορούν να έχουν δήθεν «φυσικές» καταστροφές (για παράδειγμα ο τυφώνας Katrina το 2005) σε διαφορετικούς τομείς πολιτών: χάσιμο του σπιτιού και των υπαρχόντων (για παράδειγμα από το αφρο-αμερικανικό στοιχείο της Νέας Ορλεάνης) και τεράστια κέρδη επάνω στην κερδοσκοπία του οικοδομικού κλάδου που συνδέεται με την ανακατασκευή για το άλλο (λευκό και πλούσιο).

Αλλά, όπως δείχνει πολύ καλά το κείμενο, και οι πόλεμοι φέρουν (τολμώ να πω από πάντα) τη συμβολή τους στην περιβαλλοντική καταστροφή, δίδοντας ζωή σε μεταναστευτικές κινήσεις, με διαφορετική ένταση ανάλογα με τη σύγκρουση και τις πληγείσες περιοχές, των οποίων σήμερα βλέπουμε τις συνέπειες στην τεράστια μάζα προσφύγων που προσπαθούν να ξεφύγουν από όλα αυτά. Και για τους οποίους δεν υπάρχει ακόμα το «κοινό σπίτι» για το οποίο μιλά η Greta Thunberg.

Πόλεμοι που, επιπλέον, αποθηκεύουν τις αξέχαστες αναμνήσεις τους επί μακρόν σε εδάφη και σώματα: από τον πορτοκαλί πράκτορα [αποφυλλωτικό που ψεκάστηκε ευρέως παντού και ονομάστηκε κατ’ αυτό τον τρόπο από τον αμερικανικό στρατό] στο Βιετνάμ, ο οποίος κατέστρεψε τη χώρα εκείνη για πολλά χρόνια ακόμη και μετά το τέλος του πολέμου και τα σώματα πολλών από εκείνους που πολέμησαν σε αυτόν, στο ένα μέτωπο ή στο άλλο. στο εμπλουτισμένο ουράνιο που με τη σειρά του μαστίζει τα περιβάλλοντα, και για άλλη μια φορά τα σώματα, σε όλους τους τομείς όπου το Νατο παρενέβη για τις ειρηνευτικές του αποστολές.

Η φύση, όπως λέει ο τίτλος του κειμένου, είναι πραγματικά ένα πεδίο μάχης, μάλλον είναι θέατρο ενός αυθεντικού ταξικού πολέμου, που δεν ομολογείται και εκ των πραγμάτων τον αρνούνται όλοι εκείνοι που τον ξεκίνησαν και τον οδηγούν στο όνομα του κέρδους και του ιδιωτικού συμφέροντος, και το βιβλίο του Keucheyan μας βοηθά να το κατανοήσουμε ακόμα καλύτερα. Ώστε να μπορέσουμε, τελικά, ακριβώς να επιτύχουμε να πεθάνει ο καπιταλισμός.

φυλακές, carcere

Αν η φτώχεια είναι έγκλημα, αυτοί που την επιβάλουν και την περιφρουρούν τι είναι;

Κείμενο του Χριστόφορου Κορτέση

Κείμενο με κάποιες σκέψεις για τις διώξεις και την προφυλάκιση μου για την υπόθεση LEROY MERLIN

Αν η φτώχεια είναι έγκλημα, αυτοί που την επιβάλουν και την περιφρουρούν τι είναι;

Σε κάποιο πολυκατάστημα μεγάλης πολυεθνικής εταιρείας, 2 άνθρωποι λόγω της συνθήκης ένδειας που τους έχει επιβληθεί, προσπαθούν ν’ αϕαιρέσουν κάποια προϊόντα χωρίς να τα πληρώσουν.Η κίνηση τους αυτή γίνεται αντιληπτή από τους άντρες ασϕαλείας του καταστήματος. Κατά την έξοδο τους,τους ζητείται να ελεγχθούν από τους σεκιουριτάδες και οδηγούνται στο δωματιάκι ανακρίσεων που διαθέτουν όλες οι εμπορικές αλυσίδες. Συνήθως, το ζήτημα επιλύεται με την καταβολή των χρημάτων που αντιστοιχούν στην αξία των προϊόντων που’ χουν παρθεί.

Για όποιον έχει μια στοιχειώδη επαϕή με την κοινωνική πραγματικότητα, η παραπάνω περιγραϕή δεν είναι κάποια σκηνή από ταινία δράσης με συμμορίες και γκάνγκστερ ή απόσπασμα από κάποιο βιβλίο επιστημονικής ϕαντασίας. Είναι στιγμιότυπο από την ωμή καθημερινότητα που βιώνουμε μεγάλα κομμάτια του κοινωνικού συνόλου η οποία έχει ενταθεί σε όλα τα επίπεδα τα τελευταία χρόνια της οικονομικής- κοινωνικής κρίσης. Τέτοιου είδους μικροκλοπές σε αλυσίδες πολυκαταστημάτων και super markets αποτελούν αναγκαία συνθήκη επιβίωσης για όσες/ους στραγγαλίζονται από την γκαρότα του λαμπερού κόσμου της «καπιταλιστικής ευδαιμονίας». Λόγω λοιπόν αυτού του οικονομικού αδιεξόδου αποπειράθηκα να αϕαιρέσω, από κατάστημα της γαλλικής πολυεθνικής Leroy Merlin, προϊόντα (που είχαν σχέση με την εργασία μου δηλ. πρίζες, ασϕάλειες) αξίας 180 ευρώ. Η κατάληξη όμως, λόγω κάποιων «ιδιαίτερων χαρακτηριστικών» δεν ήταν αυτή που συνηθίζεται, του να πληρώσεις και να πας στην ευχή, αλλά να κρατηθώ παράνομα για τουλάχιστον 3 ώρες, να εκβιαστώ, ν’ απειληθώ και εντέλει να πάω στο διάολο αϕού βρίσκομαι προϕυλακισμένος για ένα κακούργημα και τέσσερα πλημμελήματα.

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά για το πώς εξελίχθηκε και πως κατέληξε αυτή η ιστορία, τόσο για μένα όσο και για τους υπόλοιπους συντρόϕους που εμπλέκονται στα γεγονότα δεν είναι άλλα από τις πολιτικές μας επιλογές, από την πολιτική μας ταυτότητα και δράση. Από την συνεπή και ανυποχώρητη, εδώ και σχεδόν 20 χρόνια, επιλογή να αποτελούμε αναπόσπαστο κομμάτι του αναρχικού κινήματος.

Τα γεγονότα

Συνοπτικά, για σχεδόν 3 ώρες η εταιρεία ασϕαλείας Ovit Α.Ε. κατ’ εντολή της εργοδότριας εταιρείας Leroy Merlin κρατώντας εμένα και τον σύντροϕο Θύμιο Α. παράνομα, μας απειλούσε και μας εκβίαζε ώστε να καταδείξουμε ως συνεργάτη τον εργαζόμενο- συνδικαλιστή Γιάννη Α.

Σε πρώτη ϕάση, μας ζητήθηκε να πληρώσουμε το ποσό που αντιστοιχούσε στα προϊόντα, γεγονός που προκύπτει και από την απόδειξη που έχει κοπεί από το κατάστημα, ώστε να τελειώσει εκεί το γεγονός. Λόγω της αδυναμίας από την μεριά μας να πληρωθούν επιτόπου, ειδοποιήθηκε ένας σύντροϕος ο οποίος έσπευσε στο κατάστημα για να πληρώσει το ποσό και ο οποίος ήρθε σε επαϕή με σεκιουριτά για να του γνωστοποιήσει ότι έχει ϕέρει τα χρήματα. Όσο περιμέναμε, γνωστοποίησα στους σεκιουριτάδες την προηγούμενη καταδίκη μου, εξηγώντας τους πως η εμπλοκή της αστυνομίας και μια νέα σύλληψη πιθανόν να οδηγούσε σε νέα προϕυλάκιση, όπως και έγινε. Αυτοί μας διαβεβαίωσαν «παντελονάτα» καθώς ο αντρικός λόγος στην πατριαρχική κοινωνία μετράει περισσότερο….ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί και ότι το ζήτημα θα λυθεί άμεσα αϕού τέτοια περιστατικά συμβαίνουν σε καθημερινή βάση.

Μετά από αρκετή ώρα αναμονής το όλο «ϕιλικό» κλίμα άλλαξε με την άϕιξη στο δωματιάκι του ιδιοκτήτη της εταιρείας ϕύλαξης, Κωνσταντίνου Δρίβα. Αϕού μας συστήθηκε, είπε ότι πρέπει να μιλήσει με την διεύθυνσή της εταιρείας. Καθ’ όλη την διάρκεια της ομηρίας μας,ο Δρίβας ήταν σε διάλογο με τους εργοδότες του καθώς μπαινόβγαινε για να συνομιλεί μαζί τους. Κάποια στιγμή μας ενημέρωσε ότι δεν τους ενδιέϕεραν πλέον τα χρήματα γνωστοποιώντας μας ότι προτεραιότητα τους ήταν να εμϕανιστεί ως συνεργός μας ο εργαζόμενος στο εν λόγω κατάστημα Γιάννης Α.

Τι μεσολάβησε, όμως, όλες αυτές τις ώρες και δεν τους ενδιέϕεραν πλέον τα λεϕτά; Γνωρίζοντας πλέον τους ανοιχτούς λογαριασμούς μου με το κράτος, θεώρησαν ότι έχουν στα χέρια τους έναν αδύναμο κρίκο και δεν πρέπει να αϕήσουν αυτή την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη, έτσι κάλεσαν τον ειδικό. Ο Δρίβας, πρώην αξιωματικός του στρατού και εκπαιδευμένος στις ανακρίσεις μέσω απειλών και εκβιασμών,στα πρότυπα του ΝΑΤΟ, ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος να χειριστεί την κατάσταση, για αυτό εξάλλου ήρθε στο κατάστημα.

Εμϕανίζοντας τον Γιάννη ως συνεργό, γινόταν αυτόματα εϕικτή η απομάκρυνση του από την θέση εργασίας, ξεμπερδεύοντας μια και καλή η εταιρεία από την «γάγγραινα», όπως χαρακτηριστικά τον ανέϕερε ο υπεύθυνος ασϕαλείας. Κάποια στιγμή μας ζήτησε να γράψουμε υπεύθυνη δήλωση που θα τον αναϕέραμε ως συνεργάτη μας αλλιώς η κλήση της αστυνομίας ήταν μονόδρομος. Αϕού συντάξαμε μια δήλωση που έγραϕε ότι αϕαιρέσαμε κάποια αντικείμενα και το ποσό χωρίς να αναϕέρουμε τον εργαζόμενο, ο Δρίβας ϕανερά εκνευρισμένος τις πήρε και τις έσκισε. Ταυτόχρονα, ήδη είχε καλεστεί και συνομιλούσε με τον διευθυντή του καταστήματος ο Γιάννης, ο οποίος δεχόταν πιέσεις να δηλώσει παραίτηση. Ο Δρίβας γυρνώντας από την συνάντηση στην οποία ο Γιάννης Α. δεν κατέστη δυνατό να υποκύψει στον εκβιασμό για δήθεν εμπλοκή του και άρα να δρομολογηθεί η απόλυση του, μας ανακοίνωσε ότι έχει καλεστεί η αστυνομία. Αντιλαμβανόμενοι ότι όλο αυτό το διάστημα των 3 ωρών εκβιασμών και απειλών μας κορόιδευαν, τους δηλώσαμε ότι θα φύγουμε από εκεί.

Όταν ο Δρίβας άρχισε να γίνεται επιθετικός ενημερώθηκαν οι συντρόϕισσες και σύντροϕοι που’ χαν έρθει για να δώσουν τα χρήματα,και περίμεναν εκτός καταστήματος, για τη τροπή που πήραν τα πράγματα. Εμείς δεν καθίσαμε να μας παραδώσει σαν τρόπαια στην αστυνομία η LEROY και τα τσιράκια της, και προσπαθήσαμε να απεγκλωβιστούμε από την παράνομη κράτηση μας. Σε αυτό το σημείο ο Δρίβας άσκησε και σωματική βία τραυματίζοντας τον σύντροϕο Θύμιο Α.. Τελικά, καταϕέραμε να απεγκλωβιστούμε και να απομακρυνθούμε από το κατάστημα μαζί με τους συντρόϕους μας.

Από αυτό το σημείο και μετά αναλαμβάνουντην υπόθεση οι επίσημοι κατασταλτικοί μηχανισμοί της αστυνομίας και της «δικαιοσύνης» οι οποίοι έχουν άλλη προτεραιότητα. Η εμπλοκή μου στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο LEROY σήμανε αμέσως συναγερμό στην ΕΛ.ΑΣ. που ξεχύθηκε για τον εντοπισμό μου. Το επόμενο απόγευμα με συνέλαβαν στο κέντρο της Αθήνας. Με χτυπημένο πρόσωπο και κουκούλα στο κεϕάλι οδηγήθηκα στη Γ.Α.Δ.Πειραια. Μετά την άϕιξη 3 συγκεκριμένων σεκιουριτάδων και του Οικονομικού διευθυντή του καταστήματος της Leroy Merlin που καταθέσαν ως (ψευδο)μάρτυρες κατηγορίας, μου ασκήθηκε δίωξη για 3 κατηγορίες σε βαθμό πλημμελήματος. Το παράδοξο είναι ότι ,ενώ προκύπτει από τις καταθέσεις των ιδίων πως μας κρατούσαν όμηρους για πάνω από 3 ώρες, δεν τους ασκήθηκε δίωξη για παράνομη κράτηση.

Αμέσως, κλιμάκιο της ασϕάλειας πραγματοποιεί 3ωρη εξονυχιστική έρευνα στο σπίτι μου κάνοντας κατάσχεση σε αντικείμενα που προϕανώς δεν έχουν καμία σχέση με τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας αλλά με την πολιτική μου ταυτότητα. Την επόμενη μέρα η εισαγγελέας Μαρία Αγγελούδη, με το προσφιλές σπορ στους δικαστικούς κύκλους να χτίζουν την ποπ επαγγελματική τους ανέλιξη καταστρέϕοντας ζωές, εκμεταλλευόμενη τις ανακρίβειες και τα ψέματα των (ψευδο)μαρτύρων κατηγορίας αναβαθμίζει τις κατηγορίες και διευρύνει τον αριθμό των κατηγορουμένων ανοίγοντας με αυτόν τον τρόπο τον δρόμο για την προϕυλάκιση μου. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι πώς γίνεται να υϕίσταται ληστρική κλοπή όταν δεν ασκείται η παραμικρή βία από την μεριά μας και όταν τα κλοπιμαία βρίσκονται μέσα στο κατάστημα.

Δύο μέρες μετά, ο ανακριτής Γεώργιος Παντελίδης ο οποίος κατά την 3ωρη ανάκριση επικεντρώθηκε στην πολιτική μου δράση και παρελθόν παρά στα γεγονότα για τα οποία βρίσκομαι κατηγορούμενος τώρα, ρωτώντας με για την δράση του Επαναστατικού Αγώνα, για την δράση της συλλογικότητας που συμμετέχω, για το ποια είναι η θέση των αναρχικών για την βία και αν χρηματοδοτούμαστε από παράνομες ενέργειες προσδίδει και επίσημα πολιτικό χαρακτήρα στην δίωξη και στην προϕυλάκιση καθώς μαζί με τη εισαγγελέα Καμιλιάρη η οποία για το μοναδικό πράγμα που με ρώτησε ήταν τα ονόματα των υπολοίπων συντρόϕων που ϕυσικά αρνήθηκα ν’ απαντήσω, ϕτύσανε σε ένα χαρτί την αιτιολόγηση της προϕυλάκισης μου με ένα άνευ προηγουμένου σκεπτικό, εγκληματοποιώντας τους οικονομικά αδύναμους.

…εμείς με τις ιδέες μας…..

Η θέρμη με την οποία κινήθηκαν οι διαϕορετικοί πυλώνες της κυριαρχίας μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητή μόνο κοιτάζοντας την μέσα από το πρίσμα του ταξικού ανταγωνισμού. Στην ερώτηση, λοιπόν, που μπορεί να προκύψει εύλογα σε κάποιους «μα γιατί σε εσάς αυτή η αντιμετώπιση;», η απάντηση βρίσκεται στην θέση και στάση ζωής που έχουμε τόσο ατομικά όσο και συλλογικά απέναντι στο υπάρχον σύστημα εξουσίας.

Σε ότι αϕορά την στοχοποίηση του Γιάννη Α. από την Leroy Merlin και την OVIT A.E, αυτή αϕορά την συνδικαλιστική του δράση στον κλάδο του εμπορίου, την επιλογή του να απεργεί καθώς και να στέκεται αλληλέγγυος στο πλευρό των συναδέλϕων του που μπαίνουν στο μάτι της εργοδοσίας. Με το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης σε οικονομικό- πολιτικό- κοινωνικό επίπεδο, γίνεται μια προσπάθεια από την κυριαρχία να κουρελιάσουν ακόμα και τα προσχήματα των «κοινωνικών συμβολαίων». Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να πάρουν πίσω όσα κερδήθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες μέσα από διεκδικήσεις και αγώνες. Στον ελλαδικό χώρο, τα μνημόνια που ψηϕίστηκαν ήταν μια λαίλαπα αντικοινωνικών- αντιεργατικων μέτρων μέσα από τα οποία ισχυροποιήθηκε η άρχουσα τάξη, αναπόσπαστο κομμάτι της οποίας είναι και οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες όπως η Leroy Merlin. Η εντατικοποίηση της εργασίας, οι απολύσεις, οι μειώσεις μισθών, η ποινικοποίηση του συνδικαλισμού (ο οποίος εμπεριέχεται και σε άρθρα του 3ου Τρομονόμου από το 2010) είναι μερικές από τις πτυχές που συμπληρώνουν το παζλ της νόμιμης εργοδοτικής τρομοκρατίας.

Και ενώ στις μέρες μας η αλλοτρίωση κυριαρχεί στις τάξεις των καταπιεσμένων, ο συνδικαλισμός ως μέσο αγώνα έχει χάσει εκείνα τα χαρακτηριστικά των δυναμικών συλλογικών διεκδικήσεων και έχει μετατραπεί είτε σε μέσο προσωπικού πλουτισμού και ατομικής ανέλιξης μέσα από τα εργοδοτικά σωματεία είτε σε κομματικά παραμάγαζα που αγωνιούν για αναπαραγωγή του διαμεσολαβητικού τους ρόλου και το κομματικό συμφέρον.

Ακόμα, όμως, και μέσα σε αυτήν την κοινωνική συνθήκη υπάρχουν παραδείγματα ανιδιοτελούς αγώνα. Ένας από τούς πιο συνεπής αγώνες των τελευταίων χρόνων είναι αυτός που δίνεται ενάντια στην κατάργηση της κυριακάτικης αργίας και των απελευθερωμένων ωραρίων στον χώρο του εμπορίου. Ο Γιάννης Α. είναι αναπόσπαστο κομμάτι αυτού του αγώνα από την πρώτη στιγμή μέσα από τη συμμετοχή του σε εργατικές συλλογικότητες βάσης (και ως μέλος του Σωματείου Εμποροϋπαλλήλων Πειραιά), ως εργαζόμενος και απεργός που συμβάλλει ενεργά στη αντίσταση των εργαζομένων απέναντι στην εργοδοτική ασυδοσία, στέκεται αλληλέγγυος στους συναδέλϕους του που στοχοποιούνται από την εργοδοσία, δίνοντας το ζωντανό παράδειγμα της συναδελϕικής-ταξικής αλληλεγγύης. Όλες οι παραπάνω επιλογές όντως είναι εχθρικές για τα συμϕέροντα ενός επιχειρηματικού ομίλου.

Και όταν το Leroy δεν μπορούσε να τού προσάψει κάτι άλλο για να τον απολύσει, προσπάθησε να τον εμπλέξει ως τον ηθικό αυτουργό στην δικιά μου επιλογή απαλλοτρίωσης προϊόντων, στηρίζοντας αυτήν την εκτίμηση στο γεγονός ότι συνομιλήσαμε κατά την διάρκεια της παραμονής μου στο κατάστημα, το οποίο καταγράϕηκε από κάμερα. Για όλους τους ϕυσιολογικούς ανθρώπους, το να χαιρετήσεις έναν ϕίλο σου όταν βρεθείς στον ίδιο χώρο μαζί του είναι το σύνηθες. Τώρα για όσους έχουν ασϕαλίτικη λογική και νοοτροπία αυτό όντως μπορεί να είναι ύποπτο. Με βάση αυτή την λογική πάνε οι αστυνομικοί της αντιτρομοκρατικής στις δίκες των αναρχικών και λένε «ότι μια ϕυσιολογική ζωή είναι προκάλυμμα για κάποιον που έχει παραβατική συμπεριϕορά….».

Αυτή όμως δεν είναι μια υπερβολική ή άστοχη ερμηνεία από την πλευρά των σεκιουριτάδων αλλά μια συνειδητή επιλογή για την στοχοποίηση του που έχει πολλές προεκτάσεις και αποδέκτες.

Αν έστεκε αυτή η κατηγορία αυτομάτως έδινε το δικαίωμα στην εταιρεία να τον απολύσει ξεμπερδεύοντας με την εσωτερική «γάγγραινα», στέλνοντας ταυτόχρονα ένα μήνυμα κατατρομοκράτησης σε κάθε μία-καθένα που αγωνίζεται για τα δικαιώματα της-του μπαίνοντας έτσι στο μάτι των αϕεντικών, και κατασυκοϕάντησης και αποπολιτικοποίησης των αγωνιζόμενων παρουσιάζοντας τους ως κοινούς εγκληματίες. Η στοχοποίηση του συνεχίστηκε όπως ήταν αναμενόμενο και από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς. Αρχικά, οδηγήθηκε για κατάθεση ως μάρτυρας στην υπόθεση, την επόμενη μέρα όμως με την αναβάθμιση των κατηγοριών ,λόγω του πολιτικού προϕίλ των δραστών, από την εισαγγελέα Μαρία Αγγελούδη του ασκήθηκε δίωξη για το κακούργημα της άμεσης συνέργειας σε ληστρική κλοπή!!!!

Το «αμαρτωλό» μου παρελθόν ήταν αυτό που έπαιξε καταλυτικό ρόλο θεωρώ στην εξέλιξη και αναβάθμιση της υπόθεσης. Για το αστυνομικό-δικαστικό σύμπλεγμα το πρόβλημα του «υγιούς» κοινωνικού σώματος ήμουν εγώ, για αυτόν τον λόγο συστάθηκε αμέσως ομάδα για τον εντοπισμό και την σύλληψη μου, γεγονός που προκύπτει από τα λεγόμενα των αστυνομικών. Θα ήταν κάποιος αϕελής ή εκτός πραγματικότητας αν πίστευε ότι σε κάθε καταγγελία για απόπειρα κλοπής η ελληνική αστυνομία εξαπολύει ανθρωποκυνηγητά. Και η κατ’ οίκον έρευνα κινήθηκε σε μια ϕρονηματική κατεύθυνση, αδυνατώντας να ψάξουν για κλοπιμαία αϕού αυτά ποτέ δεν έϕυγαν από το κατάστημα, κατάσχεσαν πολιτικά κείμενα, πρακτικά συνελεύσεων, μια γραϕομηχανή αντίκα, ψηϕιακά μέσα αποθήκευσης και ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο το οποίο ήταν μέσο αυτοπροστασίας. Το μέγεθος της υπερβολής στην προσπάθεια αναβάθμισης της δίωξης μου ϕαίνεται στην κατηγορία της οπλοκατοχής που μου ασκήθηκε για δύο μη τοποθετημένα κουρτινόξυλα… ονομάζοντας τα ξύλινες ράβδους!!

Ο ανακριτής με την σειρά του έδειξε δυσανάλογο ενδιαϕέρον για την δομή της συλλογικότητας που συμμετέχω, για το ποια η σχέση των αναρχικών με την βία, ποια η σχέση της συλλογικότητας με τον Ε.Α και διάϕορα άλλα άσχετα με την απόπειρα κλοπής.

Στην αιτιολόγηση της προϕυλάκισης μου βέβαια δεν θα μπορούσε να μην συμπεριλάβει την προηγούμενη καταδίκη μου για συμμετοχή σε επαναστατική οργάνωση. Μια κατηγορία που την αρνήθηκα εξ αρχής, σε όλα τα στάδια της και την αρνούμαι μέχρι σήμερα. Μια καταδίκη που στηρίχθηκε σε λογικά άλματα και αοριστίες. Σε αυτήν την καταδίκη , άσχετα αν την αποδέχομαι ή όχι,οι δικαστές βλέπουν την έμπρακτη αμϕισβήτηση των καταπιεσμένων στο μονοπώλιο της βίας που επιδιώκει η εξουσία, βλέπουν την προσπάθεια καταστροϕής του συστήματος εκμετάλλευσης που οι ίδιοι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του. Ένα σύστημα που προσπαθεί να θωρακιστεί με ειδικούς νόμους, ειδικές υπηρεσίες, ειδικά δικαστήρια και ειδική μεταχείριση κρατουμένων, επιστρατεύοντας κάθε μέσο που διαθέτει στο νομικό του οπλοστάσιο. Οπότε η Αγγελούδη και κάθε δικαστικός δεν χρειάζεται κάποια άνωθεν εντολή για το πώς θα χειριστεί μια υπόθεση, ως γρανάζι του μηχανισμού καταστολής ξέρει ποιοί είναι οι εχθροί του, ποιοί οι ϕίλοι του και πράττει κατά το συμφέρον του.

Όλα τα παραπάνω αναδεικνύουν την πολιτική διάσταση της δίωξης.Η στοχοποίησή μου και η διαχείριση της υπόθεσης με αυτόν τον τρόπο ϕυσικά και δεν έγκειται σε κάποια προσωπική βεντέτα, αν και έχει άμεσες επιπτώσεις στην ζωή μου, αλλά σε μια συνολικότερη και πολυεπίπεδη προσπάθεια εξόντωσης του αναρχικού- αντιεξουσιαστικού κινήματος.

Κομμάτι αυτής της προσπάθειας είναι και η ποινικοποίηση των συντροϕικών-ϕιλικών σχέσεων, η εγκληματοποίηση της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας που αποτελεί δομικό στοιχείο τόσο στο πως πράττουμε και σχετιζόμαστε στο εδώ και στο τώρα, όσο και στο ποια είναι η κοινωνική μας πρόταση ως αναρχικές-οι. Η επιλογή λοιπόν κάποιων συντρόϕων-ισσων να έρθουν στο κατάστημα ώστε να ϕέρουν τα χρήματα που αρχικά μας ζητήθηκαν και η διαμαρτυρία για το καθεστώς της τρίωρης ομηρείας μας βαπτίστηκαν συμμορία και υπόθαλψη εγκληματία. Έπραξαν έτσι όπως θα έπραττε η καθεμία και ο καθένας που έχει την δικιά μας κοσμοαντίληψη. Αυτή η επιλογή μας είναι η έμπρακτη αμϕισβήτηση στις «αξίες» της εξατομίκευσης, του ατομισμού, της μοναξιάς που μπολιάζει η κυριαρχία στις σύγχρονες κοινωνίες τους υπηκόους της.

Οι διωκτικές αρχές με την βοήθεια του άτυπου ανακριτικού υπαλλήλου Κωνσταντίνου Δρίβα, οι οποίοι αδυνατούν να κατανοήσουν ότι δεν λειτουργούν όλοι οι άνθρωποι με τον δικό τους συγκεντρωτικό τρόπο σκέψης και δεν διατηρούν απονεκρωμένες σχέσεις επιχειρούν να παρουσιάσουν την ροή των παραπάνω γεγονότων ως κομμάτια ενός ενιαίου σχεδίου από την μεριά μας, κάτι το οποίο δεν ισχύει. Μάλιστα προσπαθούν να προσδώσουν και διαϕορετικούς ρόλους σε αυτό, μέσα από το διαβιβαστικό της αστυνομίας προς την εισαγγελία, περιγράφουν ότι προσπαθώ να καθοδηγήσω τους υπόλοιπους κατά την διάρκεια της αποχώρησης μας από τοLeroy. Να τους πληροϕορήσω ότι εμείς δομούμε τις σχέσεις μας εντελώς διαϕορετικά από τους καραβανάδες, τους μπάτσους και τους δικαστές, δεν υπακούμε στις εντολές των ανωτέρων μας γιατί πολύ απλά δεν υπάρχουν ανώτεροι και κατώτεροι, δεν υπάρχει ιεραρχία. Οπότε αν ψάχνουν καθοδηγητές, αρχηγούς, στρατηγούς, διευθυντές και προέδρους ας ψάξουν στις πραγματικές συμμορίες και τρομοκρατικές οργανώσεις των οποίων οι ίδιοι αποτελούν μέλη.

… και εσείς με τα λεϕτά σας και με τις φρουρές σας…

Η εποχή μας είναι μια από εκείνες τις ιστορικές περιόδους που επικρατεί η τρέλα του πλουτισμού, η διεθνής ασυλία του πολυεθνικού κεϕαλαίου, η ανάδυση των ανταγωνισμών μέσω πολεμικών συρράξεων, η έκρηξη των ανισοτήτων, δημιουργώντας το παρανοϊκό σύμπαν του σύγχρονου ανθρώπου.

Ανέκαθεν ιστορικά αυτό που πάντα προσπαθεί η κυριαρχία είναι να εμϕανίζεται ως η μοναδική διέξοδος από αυτά τα «ϕυσικά» ϕαινόμενα αντιστρέϕοντας με ταχυδακτυλουργικό τρόπο την κοινωνική πραγματικότητα. Μεταμϕιεσμένη με την μάσκα της λύτρωσης ξεγελώντας τους καλόπιστους συνεχίζει επί αιώνες να διαπράττει όλα τα ζοϕερά ανοσιουργήματα τις εις βάρος της ανθρωπότητας και του πλανήτη.

Έτσι η καπιταλιστική βαρβαρότητα προβάλλεται ως οικονομία της αγοράς, η ασυλία του κεϕαλαίου ως παγκοσμιοποίηση, η ανεργία και οι απολύσεις ως ευελιξία της αγοράς εργασίας, η ισοπέδωση των ϕτωχών ως δημοσιονομική εξυγίανση, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστ(ρι)ών ως κέντρα ϕιλοξενίας, η αστυνομική βαρβαρότητα ως προστασία του πολίτη, η ϕτώχεια ως έλλειψη κοινωνικότητας…και πάει λέγοντας.

Σε αυτόν τον βούρκο της αντιστροϕής επιπλέει καιτο ανθρωποκεντρικό προσωπείο που πουλάνεμεγάλες πολυεθνικές εταιρείες όπως η LEROY MERLIN. Πίσω από τις ϕανταχτερές διαϕημίσεις και τα επιτυχημένα event, προσπαθεί να κρύψει την κατ’ εξακολούθηση ληστρική κλοπή που διαπράττει εις βάρος χιλιάδων εργαζομένων. Μέσα από την ελαστικοποίηση του ωραρίου, τα δεκάδες εργατικά ατυχήματα, την ενοικίαση ϕθηνού εργατικού δυναμικού από την δουλεμπορική εταιρεία MANPOWER, την επέκταση του ωραρίου χωρίς καταβολή υπερωριών, την προσπάθεια επιβολής του 9ωρου, των απολύσεων εργαζομένων με προβλήματα υγείας (περίπτωση εργαζόμενης με σκλήρυνση κατά πλάκας), την κατάργηση της κυριακάτικης αργίας, την στοχοποίηση συνδικαλιστών κ.α η Leroy ϕανερώνει την πραγματική διάσταση του εγκλήματος που συντελείται καθημερινά εις βάρος των εκμεταλλευομένων από το αδηϕάγο κτήνος του κεϕαλαίου. Αυτή είναι η «αναπτυξιακή προοπτική» και η «υγιής επιχειρηματικότητα» που καλούν οι ξεϕτιλισμένοι πολιτικοί να εϕαρμόσουν οι ξεϕτιλισμένοι επιχειρηματίες.

Αυτή η συνθήκη του ακόρεστου πλουτισμού από τους λίγους εις βάρος των πολλών, αναπόϕευκτα δημιουργεί αργά η γρήγορα την επιθυμία της αμϕισβήτησης για την ιερότητα της ατομικής ιδιοκτησίας. Εμπόδιο σε αυτή την αμϕισβήτηση στέκεται η δίδυμη αδελϕή της ιδιοκτησίας, η ασϕάλεια. Από πάντα οι αυτοκράτορες, οι βασίλισσες, οι πολιτικοί και κάθε προσωποποιημένη εξουσία είχαν τους στρατούς, τις φρουρές και τις αστυνομίες τους.

Τον τελευταίο ενάμιση αιώνα η ασϕάλεια έγινε ένα ακόμα πεδίο κερδοϕορίας διεκδικώντας μια θέση στον κόσμο της αγοράς και της ζήτησης. Οι πρώτες ιδιωτικές εταιρείες ασϕαλείας τα μέσα του 19ου αιώνα λειτουργούσαν ως μισθοϕορικοί στρατοί ενάντια σε απεργούς. Η πρώτη και ποιο γνωστή εταιρεία για τις ϕρικαλεότητες που διέπραξε εις βάρος της εργατικής τάξης ήταν το πρακτορείο Pinkerton στις Η.Π.Α που μετέτρεπε κάθε απεργία σε λουτρό αίματος.

Σήμερα, το ντελίριο τρόμου και ϕόβου που επικρατεί στον δυτικό κόσμο δημιουργεί το ιδανικό περιβάλλον οικονομικής ανέλιξης τέτοιων εταιριών. Δεν είναι τυχαίο ότι πέρσι , μέσα στις 1000 ευρωπαϊκές εταιρίες με την μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη οι 7 πουλούσαν ασϕάλεια. Ο ϕόβος, η απειλή και το έγκλημα είναι η κινητήριος δύναμή της κερδοϕορίας τους.

Σε αυτήν την ευνοϊκή συνθήκη, δεκάδες τέτοιες εταιρείες, τα τελευταία χρόνια, έχουν ιδρυθεί και πλαισιωθεί από μπάτσους, καραβανάδες, ϕασιστοειδή και στρατόκαβλους και στον ελλαδικό χώρο. Μια από αυτές είναι και η Ovit ΑΕ. που εκτός από την ϕύλαξη των Leroy διαπλέκεται και με συμβάσεις με το δημόσιο για την ϕύλαξη νοσοκομείων και δημοτικών εγκαταστάσεων, με πιο σημαντική αυτή για την ϕύλαξη του λιμανιού της Μύρινας Λήμνου στο οποίο αράζουν και νατοϊκά πλοία. Ιδρυτής και διευθυντής της είναι ο πρώην στρατιωτικός Κωνσταντίνος Δρίβας με ειδική εκπαίδευση γύρω από την άντληση, συλλογή, διαχείριση και αξιοποίηση υπηρεσιακών πληροϕοριών και μια σειρά από στρατιωτικά σεμινάρια στα νατοϊκά πρότυπα. Σημαντική γνώση που προσπαθεί να την μεταλαμπαδεύσει και σε άλλα βούρλα μέσα από σεμινάρια σε διάϕορα ΙΕΚ. Ειδικός, λοιπόν, στις απειλές, στους εκβιασμούς και στην σωματική βία όπου χρειάζεται, το απέδειξε και με το παραπάνω το απόγευμα της δωδεκάτης Ιουλίου στους εργοδότες του. Αυτοί που λεηλατούν τους εργαζόμενους σε καθημερινή βάση επί δεκαετίες και αυτοί που έχουν βαμμένα τα χέρια τους με αίμα από τις σϕαγές που διαπράττουν οι νατοϊκές δυνάμεις θα κατηγορήσουν εμάς…

Η Leroy Merlin και η Ovit ΑΕ. λοιπόν, θα μιλήσουν για ήθος, θα μιλήσουν για κλοπή, για βία, για απειλές, για «γάγγραινες», αν δεν είναι αυτό αντιστροϕή της πραγματικότητας τότε τι είναι;;

Όσο για την προσπάθεια που κάνουν ώστε να αποποιηθούν την ευθύνη για την εξέλιξη της υπόθεσης ρίχνοντας την στους κρατικούς μηχανισμούς λέγοντας ότι δεν άσκησαν μήνυση, για τις διώξεις που ασκήθηκαν σε όλους τους συντρόϕους και κυρίως για την δική μου προϕυλάκιση ας μην ματαιοπονούν προσπαθώντας να κρυϕτούν, ο διευθυντής και ο οικονομικός διευθυντής της Leroy,και οι σεκιουριτάδες της Ovit ϕέρουν ακέραιη την ευθύνη για την κατάληξη της υπόθεσης.

Η πειραγμένη ζυγαριά της Θέμιδος.

«Φυσικά και είμαστε όλοι ίσοι απέναντι στο νόμο. Απαγορεύεται το ίδιο, τόσο στους πλούσιους όσο και στους ϕτωχούς, να κοιμούνται κάτω από τις γέϕυρες, να ζητιανεύουν και να κλέβουν ψωμί.»
Ανατόλ Φράνς

Αν και το παραπάνω απόϕθεγμα έχει γραϕτεί πριν από ενάμιση αιώνα εντούτοις περιγράϕει ειρωνικά, το πώς σε έναν κόσμο που επιβάλλονται οι ανισότητες δεν μπορεί να υπάρξει δικαιοσύνη. Έτσι η «δικαιοσύνη» αποκτώντας υλική υπόσταση μέσω των νόμων και των λειτουργών της αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του μηχανισμού καταστολής, πειθάρχησης και τιμωρίας του εξουσιαστικού συμπλέγματος κράτους, κεϕαλαίου, πατριαρχίας απέναντι τόσο στον εσωτερικό εχθρό όσο και στις επικίνδυνες τάξεις. Η βίαιη ϕτωχοποίηση των τελευταίων χρόνων μέσα από την δυσβάσταχτη ϕορολόγηση, την αύξηση του καθημερινού κόστος επιβίωσης, την αλματώδη αύξηση της ανεργίας και των ελαστικών και επισφαλών μορφών εργασίας έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον εξαθλίωσης των κοινωνικών ομάδων που σηκώνουν στις πλάτες τους το καπιταλιστικό οικοδόμημα. Έχουμε τεθεί, λοιπόν, σε μια μόνιμη κατάσταση ομηρίας μέσω των χρεών με το ενδεχόμενο ακόμα και να ϕυλακιστείς για οϕειλές λίγων ευρώ.

Ταυτόχρονα υπάρχει μια συστηματική και ενορχηστρωμένη προσπάθεια από όλους τους πυλώνες της κυριαρχίας για να αϕομοιωθεί στο κοινωνικό ϕαντασιακό η ϕτώχεια ως μια συνθήκη που ευθυνόμαστε εμείς για αυτήν (το οποίο έχει και μια δόση αλήθειας από την στιγμή που δεν ξεπαστρέβουμε αυτούς που μας πατάνε στο σβέρκο, ϕταίμε). Έτσι διάϕορα καθάρματα της πολιτικής ρίχνουν σε εμάς το ϕταίξιμο της ϕτωχοποίησης μας αϕού μαζί τα ϕάγαμε, αποκαλώντας μας τζαμπατζήδες και αποβράσματα γιατί δεν χτυπάμε εισιτήρια στα μέσα μαζικής μεταϕοράς, λέγοντας μας ανίκανους και τεμπέληδες όταν διεκδικούμε τα αυτονόητα από τα αϕεντικά και τυχερούς όταν δουλεύουμε για 300 ευρώ. Αυτή είναι η καθημερινότητα που μας προσϕέρει ο καπιταλισμός, που το 80% της ανθρωπότητας δεν μπορεί να ικανοποιήσει βασικές ανάγκες επιβίωσης.

Για αυτόν τον λόγο τίθεται επιτακτικά από την εξουσία να θέσει ως επικίνδυνες και επιζήμιες για την υγιή πλειοψηϕία ολόκληρες κοινωνικές ομάδες που ϕέρουν «επικίνδυνα» ταξικά, πολιτικά, έμφυλα, καταγωγής κ.α χαρακτηριστικά. Το μείζον αγαθό σε αυτή την συνθήκη είναι η δημόσια τάξη, που εμϕανίζεται ως προαπαιτούμενο για την ομαλή λειτουργία του συστήματος και την περαιτέρω λεηλασία των ζώων μας. Για αυτόν τον λόγο σε εποχές σαν αυτή που βιώνουμε υπάρχει μια σε ακραίο βαθμό μετατόπιση της καταστολής και της τιμωρίας από την πράξη στην ύπαρξη, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον εγκλεισμό ανθρώπων σε ϕυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης μόνο και μόνο επειδή δεν έχουν χαρτιά.

Οπότε σημασία δεν έχει τι κάνεις, αλλά το ποιος είσαι. Είσαι τοξικό εξαρτημένος και κατέχεις μικροποσότητες ναρκωτικών; Μέσα. Είσαι εϕοπλιστής και μεταϕέρεις τόνους ναρκωτικών; Έξω. Είσαι ο x άνεργος και χρωστάς λίγα ευρώ στο δημόσιο; Μέσα. Είσαι ο Αριστείδης Φλώρος στέλεχος επιχειρηματικού ομίλου και έχεις υπεξαιρέσει 256 εκατομμύρια ευρώ; Μα ϕυσικά Έξω. Είσαι αναρχικός και αμϕισβητείς το σύστημα; Μέσα. Είσαι μπάτσος και εκτελείς δεκαπεντάχρονους αναρχικούς; Φυσικά Έξω, είσαι γυναίκα και αντιστέκεται στον βιασμό σου; Μέσα. Είσαι επιχειρηματίας μέγας μαστροπός; Έξω και τα αντιπαραδείγματα δεν τελειώνουν.

Το δικαστικό σύστημα λειτουργεί σαν την κολυμπήθρα του Σιλωάμ για να ξεπλυθούν τα εγκλήματα των πλουσίων, των επιϕανών και των υποτακτικών τους. Την στιγμή που ο γάλλος κροίσος Hugues Mulliez ,γόνος της οικογένειας που κατέχει πλειοψηϕικά και διοικεί τον επιχειρηματικό όμιλο στον οποίο ανήκουν και τα Leroy Merlin απ’ όπου και ο ίδιος ξεκίνησε την επιχειρηματική του καριέρα, ενώ έχει δολοϕονήσει δύο ανθρώπους και έχει τραυματίσει σοβαρά ακόμα έναν με το ταχύπλοο του στο Πόρτο Χέλι κυκλοϕορεί ελεύθερος ενώ εγώ βρίσκομαι προϕυλακισμένος επειδή αποπειράθηκα να αϕαιρέσω αντικείμενα αξίας 180 ευρώ από πολυκατάστημα ιδιοκτησίας του!!!!

Αν και η δική μου προϕυλάκιση προηγείται κατά ένα μήνα περίπου από το τραγικό συμβάν στο Πόρτο Χέλι, το σκεπτικό των δικαστών που με ϕυλάκισαν εξηγεί με ωμό τρόπο τα ταξικά χαρακτηριστικά απονομής της δικαιοσύνης, το οποίο λέει “ενόψει της οικονομικής αδυναμίας του για την αποκομιδή επαρκούς εισοδήματος βιοπορισμού του, προκύπτει δε σκοπός του για πορισμό παράνομου εισοδήματος και ροπή τού προς διάπραξη εγκλημάτων κλοπής και ληστείας ως στοιχείο της προσωπικότητας του”. Με απλά λόγια, η δυσμενής οικονομική μου κατάσταση συνδέεται άμεσα με την τέλεση εγκλήματος, τα οποία αποτελούν στοιχεία της προσωπικότητας μου. Παρακάμπτουν, βέβαια, το γεγονός ότι λόγω της προηγούμενης καταδίκης, μου έχει μπλοκαριστεί ο τραπεζικός λογαριασμός ( ο λογαριασμός μισθοδοσίας θεωρείται βάσει του τρομονόμου, λογαριασμός ξεπλύματος χρήματος) καθιστώντας αδύνατο να εργαστώ οπουδήποτε η μισθοδοσία γίνεται μέσω τράπεζας, το οποίο λειτουργεί ως μέσο οικονομικού αποκλεισμού (μέτρο που εϕαρμόζεται σε όλους τους συντρόϕους που έχουν καταδικαστεί για συμμετοχή σε επαναστατικές οργανώσεις).

Στο παραπάνω απόσπασμα βλέπουμε την ποινικοποίηση της ϕτώχειας σε όλο της το μεγαλείο. Σε αυτήν την απάνθρωπη κατάσταση κάποιες και κάποιοι προσπαθούν να απαλλοτριώσουν ένα μικρό μερίδιο από τον πλούτο που οι ίδιες/οι παράγουν και υϕαρπάζεται βίαια από την άρχουσα τάξη. Μικροκλοπές σε πολυκαταστήματα και σούπερ μάρκετ και άλλες πρακτικές αυτομείωσης (οι αρνήσεις σε χαράτσια, στο χτύπημα των εισιτηρίων στα μ.μ.μ, την πληρωμή των διοδίων κ.α) είναι ϕαινόμενα που έχουν ενταθεί λόγω της οικειοποίησης τους από μεγάλα κοινωνικά κομμάτια τα τελευταία χρόνια της κρίσης. Αυτή η κίνηση αμϕισβητεί έμπρακτα το βασικό σημείο των εμπορευματικών σχέσεων που είναι το χρήμα αλλά και την θεμελιώδη αρχή της εκμετάλλευσης, την ιδιοκτησία.

Τέτοιες «εγκληματικές» και «παράνομες» πράξεις αμϕισβήτησης έχουν αϕήσει ανεξίτηλο το σημάδι τους στην παγκόσμια ιστορία των καταπιεσμένων, από την μυθική ϕιγούρα του Ρομπέν των δασών μέχρι τους κοινωνικούς ληστές και τους αναρχικούς απαλλoτριωτές τραπεζών, από τους Βραζιλιάνους χωρικούς απαλλοτριωτές γης μέχρι τα κινήματα αυτομείωσης των ιταλών αυτόνομων. Ως κομμάτι αυτής της παράδοσης την μόνη κλοπή που αναγνωρίζω ως αναρχικός, ως εργαζόμενος και ως κοινωνικό όν είναι αυτή που συντελείται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, από αυτούς που πλουτίζουν εις βάρος μας.

Δυστοπία, η κυρίαρχη κανονικότητα.

Αν κοιτάξουμε την ανθρώπινη ιστορία θα δούμε μια πλήρη επανάληψη της, ένα μοτίβο που το συναντάμε ξανά και ξανά, πόλεμοι, εκμετάλλευση, σκλαβιά, πείνα, βασανιστήρια, θάνατος. Η ϕιλοδοξία για εξουσία και χρήμα δεν αϕήνει κανένα περιθώριο για αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων, τόσο μεταξύ μας όσο και με την ϕύση. Κάποιες περιόδους βέβαια η πραγματικότητα είναι πολύ πιο ωμή από ότι σε άλλες, μια τέτοια περίοδο είναι και αυτή που βιώνουμε σήμερα τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Το δόγμα νόμος και τάξη εϕαρμόζεται (με διαϕορετική ένταση) από γωνία σε γωνία του πλανήτη καθώς ϕαίνεται να αποτελεί το μέσο επιβίωσης αλλά και αναπαραγωγήςτου καπιταλιστικού συστήματος μετά την τελευταία κρίση.

Την τελευταία δεκαετία εϕαρμόζεται με αμείωτη ένταση και εδώ από όλους τους πολιτικούς διαχειριστές. Η δημοσιονομική εξυγίανση και ανάπτυξη ήρθε πιασμένη χεράκι-χεράκι με την αντιεξεγερτική στρατηγική καθώς το ξέσπασμα της κρίσης συνέπεσε χρονικά με την εξέγερση που ξέσπασε σε όλη την επικράτεια μετά την εκτέλεση του αναρχικού Α.Γρηγορόπουλου τον Δεκέμβριο του 2008.

Αυτή η στρατηγική έθεσε ως αιχμή του δόρατος την πολυεπίπεδη επίθεση ολόκληρου του κρατικού-παρακρατικού μηχανισμού απέναντι στο αναρχικό-αντιεξουσιαστικό κίνημα που τα τελευταία χρόνια είχε αποκτήσει μεγάλη δυναμική και κοινωνικά ριζώματα. Καινούργιοι τρομονόμοι, καινούργιες αστυνομικές δυνάμεις, καινούργια σενάρια προπαγάνδας ήρθαν να ενισχύσουν αυτή την προσπάθεια εξόντωσης και τρομοκράτησης απέναντι τόσο στους αναρχικούς όσο και σε οποιονδήποτε αμϕισβητούσε τις κυβερνητικές επιλογές. Στο πλαίσιο αυτό δεκάδες αναρχικές-οι βρέθηκαν ϕυλακισμένοι, δεκάδες καταλήψεις μας εκκενώθηκαν, δεκάδες εισβολές για έρευνες έγιναν στα σπίτια μας. Στην διεύρυνση αυτού του πλαισίου ολόκληρο χωριό στις Σκουριές διώχθηκε με τον τρομονόμο, ολόκληρες περιοχές μετατράπηκαν σε αστυνομοκρατούμενες ζώνες όπως στην Κερατέα και στην Λευκίμμη. Αν και στην περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε μια αισθητή οπισθοχώρηση των κινημάτων αμϕισβήτησης, η αντιεξέγερση συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση (με δεκάδες εκκενώσεις καταλήψεων) , με σοσιαλιστικό πρόσωπο αυτή την ϕορά.

Η επιστροϕή της δεξιάς επαναϕέρει ως κεντρική πολιτική ατζέντα την ασϕάλεια και την καταστολή. Τα πρώτα δείγματα αυτής της πολιτικής είναι η διαχείριση της υπόθεσης για την οποία βρίσκομαι προϕυλακισμένος και άλλοι 6 σύντροϕοι διώκονται, με εξάντληση της αυστηρότητας του νόμου και διαστολή του κατηγορητηρίου, η απρόκλητη επίθεση των μπάτσων σε διαδήλωση στο Κουκάκι, η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, η πολυδιαϕημισμένη άλωση των Εξαρχείων που ξεκίνησε με την εκκένωση τεσσάρων καταλήψεων στην περιοχή τις τελευταίες μέρες, η απαγωγή και οι απειλές κατά συντρόφου στα πλαίσια της παραπάνω επιχείρησης και η στοχοποίηση της αναρχικής συλλογικότητας Ρουβίκωνα.

Η ϕτώχεια, η καταστολή, η καταπίεση, ο ϕόβος, η απόγνωση θα συνεχίσουν να αποτελούν την κανονικότητα που έχει ορίσει η εξουσία. Το ζήτημα δεν είναι όμως τι κάνουν αυτοί αλλά τι κάνουμε εμείς, πως θα μπορέσουμε να απαλλαγούμε μια και καλή από τις αντιλήψεις κυρίως και τα πρόσωπα δευτερευόντως που μας κρατάνε εγκλωβισμένους στην κινούμενη άμμο του συστήματος καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Μπροστά μας έχουμε το τίποτα, μπροστά μας έχουμε και τα πάντα.

Ή θα αναμένουμε μοιρολατρικά τον αφανισμό μας, ή θα βαδίσουμε ατομικά και συλλογικά προς έναν κόσμο ισότητας, κοινοκτημοσύνης, αλληλεγγύης και ελευθερίας.

Η επιλογή είναι δική μας.

Χριστόφορος Κορτέσης
Φυλακές Κορυδαλλού, Σεπτέμβρης 2019

κείμενο_Χ_κορτέση

Πρωτότυπη δημοσίευση 03/09/2019
via athens.indymedia.org

ένοπλη πάλη, lotta armata

Do you remember revolution? Στη μνήμη του Cesare Maino

 

Cesare Maino, μια ζωή αγώνων και φυλακής: το πεπρωμένο, λέγαμε κάποτε και ήταν γνωστό, κάθε πραγματικού επαναστάτη

Ο Cesare πέθανε. Εδώ και πάνω από ένα χρόνο, το μάθαμε μονάχα τώρα. Ο Cesare Maino, μια ζωή αγώνων και φυλακής: το πεπρωμένο, λέγαμε κάποτε και το ξέραμε, κάθε αληθινού επαναστάτη.

Ως αγόρι, στη Γένοβα του, είχε ήδη επιλέξει την πλευρά στην οποία θα στέκεται, με το ριγέ πουκάμισό του, στα οδοφράγματα κατά της κυβέρνησης Tambroni. Ήδη τότε, τον ιούλιο του ’60, ένιωσε στο πετσί του ποια ήταν η απάντηση για εκείνους που εξεγείρονται: καταστολή, θάνατος στους δρόμους-στις πλατείες. Και φυλακή. Γι αυτόν, εκείνη την φορά, μόνο 8 μήνες, μια γεύση από αυτό που τον περίμενε, μαζί με χιλιάδες άλλους.

Στη συνέχεια οι αγώνες του ’68 και η αγωνιώδης συνέπεια, ο Feltrinelli, οι GAP και η XXII οκτώβρη, οι BR και η τραγική γοητεία των όπλων ως εργαλείο δικαιοσύνης και απελευθέρωσης, ως απόσταση, ηθική και πολιτική, από αυτούς που την επανάσταση την κήρυτταν στα λόγια.

Η επανάσταση μπορεί να είναι μια παρεξήγηση, αλλά δεν είναι ένα γκαλά δείπνο. Το γνώριζε και συνέχισε, με όλα τα λάθη και τις κακουχίες που ποτέ δεν θα σβήσουν τη γενναιοδωρία μιας ζωής που δαπανήθηκε για το όνειρο κάποιου πράγματος, που τότε ονομάζονταν κομμουνισμός.

Πλήρωσε κάθε αντίτιμο, και περισσότερα ακόμα. Από το 1972 μια ζωή φυλακής, ξυλοδαρμών, αδύνατων αποδράσεων, κελιών απομόνωσης.

Μετά, τέλος, αυτό το είδος ελευθερίας που είναι μονάχα απουσία φυλακής. Μια νέα απομόνωση, ίσως πιο σκληρή, πιο δύσκολη να την υπομένεις. Ο πόνος μιας ελευθερίας που περιθωριοποιεί, που συντρίβει ζωές και μνήμη, που σε παραδίδει στις κακουχίες και θάβει στο περιθώριο, γεγονός που σε κάνει να πληρώσεις μέχρι και το τελευταίο αντίτιμο του ονείρου και της κοινωνικής συνθήκης. Που συντρίβει τις κοινότητες των αξιών και των συναισθημάτων. Που καθιστά αόρατες τις ζωές και ακόμη τους θανάτους. Βαριές ζωές σαν ογκόλιθοι, ελαφριοί θάνατοι σαν φτερά. Πέρασε ενάμισι χρόνος και κανείς δεν το έμαθε. Ίσως, εκείνη τη 22 μαΐου 1993, με την ύστατη πνοή να είχε μια τελευταία, τρομερή και οδυνηρή, σκέψη: πού είστε, πού καταλήξαμε όλοι;

(Νοέμβρης 1994)

διεθνισμός, internazionalismo

Μεξικό. 25 χρόνια απ’ όταν ο κόσμος έμαθε να λέει «Ya basta»

 

Την 1η ιανουαρίου η πολιτική και κοινωνική επανάσταση των ζαπατίστας έγινε 25 ετών. Έτσι η Τσιάπας διεκδίκησε χώρο για τους αυτόχθονες. Και τώρα το κάνει εναντίον του Amlo.
Έχουν περάσει είκοσι πέντε χρόνια από εκείνη την 1η ιανουαρίου 1994 κατά την οποία οι αυτόχθονες κοινότητες της Chiapas, που οργανώθηκαν στον Ζαπατιστικό Στρατό Εθνικής Απελευθέρωσης, εισέβαλαν στη μεξικανική και παγκόσμια σκηνή, εκφράζοντας το δικό τους «Ya basta!» , »Φτάνει πια!» ξεκινώντας την επαναστατική τους περιπέτεια δικαιοσύνης και ελευθερίας.

Αυτή η αυτόχθονη εξέγερση ενάντια στη τότε «πιο σύγχρονη» έκφραση της νεοφιλελεύθερης επίθεσης, της NAFTA (Συνθήκη Ελεύθερων Συναλλαγών της Βόρειας Αμερικής), ήταν – όπως υπενθυμίζει ο Μεξικάνικος συγγραφέας και ποιητής Hermann Bellinghausen στην La Jornada – «η πρώτη κινητοποίηση ενάντια στην δικτατορία των αγορών» και είχε «γονιμοποιήσει τις επικείμενες παγκόσμιες αντιστάσεις ενάντια στο μονοπώλιο της παγκοσμιοποιημένης οικονομικής ισχύος-εξουσίας». Και ήταν «το πρώτο κοινωνικό κίνημα που είχε στη διάθεση του τα όπλα του δικτύου και τα δικά του δίκτυα , και τα εκμεταλλεύτηκε ευρέως».

Και τα περιεχόμενα του έμοιαζαν ανέκδοτα, χαρακτηρίζονταν από την αντικατάσταση του παραδοσιακού στόχου κάθε επαναστατικού κινήματος, την κατάληψη της εξουσίας, από εκείνον της ανάληψης ενός χώρου – ενός χώρου άξιας ζωής, αναγνώρισης, αυτονομίας – που πάντα αρνούνταν στους αυτόχθονες λαούς.

Με την επακόλουθη επιβεβαίωση διαφορετικών τρόπων άσκησης της πολιτικής, ξένων με την κατάληψη των Κρατικών θεσμών και επικεντρωμένων, αντιθέτως, στην δημιουργία συλλογικών διαδικασιών λήψης αποφάσεων από τα χαμηλά σύμφωνα με την αρχή του «να διοικείς υπακούοντας». Καθοδηγούμενο από το πολιτικό του χρονοδιάγραμμα και από μια έννοια της αυτονομίας ως στρατηγικού ορίζοντα και καθημερινής πρακτικής, ο ζαπατίστικος στρατός κατάφερε να δημιουργήσει και να εδραιώσει, μακριά από το προσκήνιο και τους προβολείς, τις αρχικές του αυθεντικές μορφές αυτοδιοίκησης, ασκώντας την δικαιοσύνη, ενεργοποιώντας συστήματα υγείας και εκπαίδευσης στο περιθώριο της πολιτικής και ομοσπονδιακής κυβέρνησης, οργανώνοντας την παραγωγή και υφαίνοντας δίκτυα αλληλεγγύης σε όλο τον κόσμο.

Ξεκινώντας από εκείνη την 1η ιανουαρίου 1994, ανάμεσα σε συμφεροντολογικές ανακοινώσεις θανάτου της επαναστατικής εμπειρίας και επόμενες, ακριβείς, »αναστάσεις», ο Ezln δεν εγκατέλειψε ποτέ την εθνική σκηνή, από την πρώτη Δήλωση της Selva Lacandona μέχρι την παρουσίαση-κάθοδο της Marichuy, ως εκπροσώπου του αυτόχθονου κυβερνητικού Συμβουλίου, σαν ανεξάρτητη υποψήφια για τις προεδρικές εκλογές του 2018.

Σίγουρα όχι για να ανταγωνιστεί με τους επαγγελματίες πολιτικούς, αλλά για να φέρει, όπως ξεκαθάρισαν οι υποδιοικητές Moisés και Galeano, »ένα μήνυμα αγώνα και οργάνωσης προς την φτωχολογιά της γης και των πόλεων του Μεξικού και του κόσμου».

Θα υπάρχουν πολλά που εορτάστηκαν αυτή την 25η επέτειο, που πραγματοποιήθηκε στο αυτόνομο δημαρχείο του San Pedro Michoacán, όπου οι ζαπατίστας συνέρρευσαν και από τα πέντε caracoles του κινήματος (τις οργανωτικές δομές που δημιουργήθηκαν το 2003 και διοικούνται από τα Συμβούλια καλής διακυβέρνησης).

Κι όμως η ομιλία του υποδιοικητή Moisés ήταν κάθε άλλο παρά θριαμβευτική: «Είμαστε μόνοι – είπε – όπως πριν από 25 χρόνια. Ήμασταν μόνοι όταν ξεσηκωθήκαμε για να ξυπνήσουμε τον λαό του Μεξικού και είμαστε πάλι σήμερα. Αλλά καταφέραμε έτσι κι αλλιώς να φέρουμε τη φωνή μας στους φτωχούς του Μεξικού, στα χωράφια και τις πόλεις». Αλλά πάνω απ ‘όλα, ο Moisés επανέλαβε, πέρα από όλες τις αμφιβολίες, τη θέση των ζαπατίστας σχετικά με την κυβέρνηση του Andrés Manuel López Obrador, απέναντι στον οποίο ο Ezln είχε ήδη προφέρει λόγια φωτιάς: «Μπορεί να αλλάξουν τους capataz, τους υπηρέτες και τους επιστάτες, αλλά ο ιδιοκτήτης θα συνεχίσει να είναι ο ίδιος».

Την 1η ιανουαρίου, ο Moisés προχώρησε περισσότερο, κατηγορώντας τον πρόεδρο ότι ψεύδεται και εξαπατά τις αυτόχθονες κοινότητες, χειριζόμενος τους Μεξικανούς με τις ψευδείς του διαβουλεύσεις και ζητώντας «άδεια από τη γη για να χτίσει το Tren Maya του», όταν στην πραγματικότητα «αυτό που θέλει είναι η άδεια να καταστρέψει, με τα μεγάλα έργα του, τους αυτόχθονες λαούς «.

Και το κάνει, επιπλέον, αποκαλώντας εκείνο το σχέδιο σιδηροδρομικής γραμμής «Maya», σαν να μπορούσε να έχει σχέση με τους Μάγια ένα έργο που προορίζεται να συνδέσει τις κύριες τουριστικές περιοχές της χερσονήσου Yucatán προς όφελος του οικονομικού κεφαλαίου, του τομέα των ακινήτων και του τουρισμού και σε απόλυτη συνέχεια με τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική εδαφικού ελέγχου των προηγούμενων κυβερνήσεων.

* Πηγή: Claudia Fanti, IL MANIFESTO

photo: Adam Jones di Kelowna, BC, Canada [CC BY-SA 2.0 (https://creativecommons.org/licenses/by-sa/2.0)%5D, via Wikimedia Commons

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

»Δεν θα πεθάνω απόψε», “Non morirò stanotte”: παρουσίαση του βιβλίου του και με τον Karim Franceschi παρασκευή 12/10

“Non morirò stanotte”: presentazione del libro di e con Karim Franceschi venerdì 12/10

Την Παρασκευή 12 οκτωβρίου στις 9.15 μ.μ. στον αυτο διαχειριζόμενο χώρο Arvultùra προγραμματίζεται η παρουσίαση του βιβλίου «Δεν θα πεθάνω απόψε» του Karim Franceschi, διοικητή κατά την απελευθέρωση της Raqqa.

Εκτός από τον συγγραφέα φιλοξενούμενος της βραδιάς θα είναι και ο Fabio Tonacci, δημοσιογράφος της Repubblica.

Πως απελευθερώσαμε την Raqqa

Ο Karim Franceschi, ο κοινωνικός ακτιβιστής του Arvultura προτείνει έναν δεύτερο τόμο όπου διηγείται την συμμετοχή του στη μάχη για την απελευθέρωση της συριακής πόλης. Το “Non morirò stanotte” θα
παρουσιαστεί στην Senigallia την παρασκευή που μας έρχεται στο κοινωνικό κέντρο της  via Abbagnano.

Την Παρασκευή 12 Οκτωβρίου στις 9.15 στον αυτοδιαχεριζόμενο χώρο Arvultura στη Senigallia, στη Via Abbagnano, θα πραγματοποιηθεί η πρώτη παρουσίαση σε εθνικό επίπεδο του βιβλίου του Karim Franceschi «Non morirò stanotte-Δεν θα πεθάνω απόψε», που εκδόθηκε από τον Rizzoli. Ο συγγραφέας θα μιλήσει γι αυτό με τον ανταποκριτή της εφημερίδας La Repubblica Fabio Tonacci.

Μετά από την περιπέτεια για την οποίαν μίλησε στο «The Fighter-ο μαχητής-Il combattente», σε απόσταση δύο χρόνων ο Karim Franceschi επιστρέφει στη Rojava, στη Συρία που καταστράφηκε από τον εμφύλιο πόλεμο. Ο «Heval» Marcello, πρέπει να φύγει και πάλι, και με ένα όνειρο στη καρδιά του μεγαλύτερο από αυτόν: θα του πάρει σχεδόν ένα χρόνο για να το πραγματοποιήσει, και το αντίτιμο θα είναι πολύ υψηλό.

Με τη στρατιωτική εμπειρία εκείνου που ήδη υπήρξε στην πρώτη γραμμή, επιστρέφει να πολεμά στο πλευρό των Ypg (Μονάδων προστασίας του λαού), με στόχο, αυτή τη φορά, να σχηματίσει το δικό του τάγμα, το tabur του, που αποτελείται από διεθνιστές συντρόφους, που ξεκίνησαν από τις πιο διαφορετικές δυτικές Χώρες, με τους οποίες θα μοιραστούν τις ίδιες αρχές της ελευθερίας και θα οδηγήσουν στην πτώση της Raqqa, της πρωτεύουσας του Ισλαμικού Κράτους, σε μια μάχη «εκατό φορές χειρότερη από της Kobane».

Ο Karim Franceschi μας μιλά για την εντυπωσιακή του περιπέτεια με πάθος και συνείδηση: είναι η ιστορία ενός πολέμου, αλλά όχι μόνο. Είναι η ιστορία ενός ταξιδιού, πρώτα απ ‘όλα ανθρώπινου, ενός νεοσύλλεκτου που γίνεται διοικητής, συντρόφων που γίνονται αδέλφια. Μιας ομάδας αγοριών φαινομενικά «τρελών», αλλά ενωμένων σαν γροθιά. Είναι η ιστορία επιχειρήσεων επίθεσης που διεξάγονται στις σκοτεινές νύχτες της ερήμου, συγκρούσεων, ενεδρών, αποχαιρετισμών που δεν θέλουν ποτέ να ειπωθούν και νικών πολύ πολύ συχνά κατά το ήμισυ. Ο Karim μας οδηγεί για δεύτερη φορά στο μέτωπο, ανάμεσα σε εκπαιδεύσεις, στρατηγικές επίθεσης, αυτοσχέδια νοσοκομεία και ραδιόφωνα που κράζουν πληροφορίες ικανές να μετακινήσουν τη λεπτή γραμμή που χωρίζει τη ζωή από το θάνατο. Μέχρι την τελική μάχη.

Δεν θα πεθάνω απόψε διηγείται μια μοναδική στρατιωτική περιπέτεια στον κόσμο, μια αποστολή στα όρια του δυνατού εναντίον ενός προετοιμασμένου και αιμοσταγούς εχθρού.

Η ιστορία ενός κοινωνικού ακτιβιστή που επιλέγει για άλλη μια φορά να βιώσει την τραγωδία μιας φοβερής σύγκρουσης επειδή είναι πεπεισμένος ότι ο πόλεμος στον φονταμενταλισμό τον αφορά, όπως αφορά το σύνολο της ανθρωπότητας. Αλλά πάνω απ όλα δεν έχει αμφιβολίες σχετικά με την ανάγκη να παραταχθεί στο πλευρό του κουρδικού λαού, μια εμπειρία αυτοδιαχειριζόμενης κοινότητας ουσιαστικό σημείο αναφοράς για όλους εκείνους που αγωνίζονται για την ισότητα, την κοινωνική δικαιοσύνη και την ελευθερία.

 

“Non morirò stanotte”: presentazione del libro di e con Karim Franceschi venerdì 12/10