φυλακές, carcere

Πως να διαλύσεις κάθε φυλακή – Come smantellare ogni galera

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ. Δεν υπάρχει κρατούμενος οποιασδήποτε φυλακής του κόσμου που δεν ονειρεύεται να του τύχει όπως στον Pietro της Alife, να έρθει ο άγιος Φραγκίσκος και να λύσει τα δεσμά του και να του ανοίξει τις πόρτες προς την ελευθερία. Ωστόσο, τα θαύματα, ποτέ δεν συμβαίνουν στους φυλακισμένους, ή συμβαίνουν σπάνια.

Και για να αποδράσεις, όπως λέει ο Renato Vallanzasca, «χρειάζονται τουλάχιστον πέντε λεπτά», δηλαδή χρειάζεται οργάνωση, φίλοι έξω που να σε υποστηρίζουν πριν και μετά, συνεργοί, όπλα, δομές, χρήματα, διαφθορά, όλο ένα ambaradam που δεν στήνεις μέσα σε πέντε λεπτά και όπου το συκώτι ή ο κώλος δεν αρκούν.

Εγώ το ξέρω.

Προσπάθησα κι εγώ στα χρόνια μου της φυλακής.

Μονάχος.

Δίχως επιτυχία.

Στη Napoli, στο Poggioreale, μ’ είχαν πετάξει στον τομέα San Paolo, ο οποίος λειτουργούσε ως εσωτερικό νοσοκομείο, μετά από μια πολύ μεγάλη απεργία πείνας για να μην καταλήξω στις ειδικές (όπου, αντίθετα, μετά από μια πρώτη διαμονή, ο dalla Chiesa μας έστειλε), που με είχε καταντήσει ένα σκελετό. και εκεί υπήρχε μια μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.

Σχεδόν όλοι ήταν εκεί για λόγους που δεν είχαν καμιά σχέση με τις ασθένειες, ήταν προνομιούχοι ή για δικούς τους λόγους είτε για λόγους επιθυμητούς στη διοίκηση της φυλακής.

Το κτίριο ήταν κοντά στην πόρτα της Poggioreale.

Μια στρατηγική θέση.

Από ένα παράθυρο με κιγκλιδώματα μπορούσα να δω ακριβώς την μπροστινή πόρτα, ένα κομμάτι περπάτημα και το φυλάκιο των φρουρών.

Δεν ήταν αδύνατο να φτάσεις εκεί.

Και θα μπορούσα να τα κάνω όλα μόνος μου.

Ή σχεδόν.

Όμως, στη Napoli, μόλις ξέφευγα, θα μπορούσα να υπολογίσω σε εξωτερικές υποστηρίξεις, θα με έκρυβαν και θα με προστάτευαν, για το απαραίτητο διάστημα.

Και αυτό, το πού θα πας αμέσως μετά τη διαφυγή, είναι πραγματικά ένα θεμελιώδες στοιχείο, το οποίο πρέπει να σχεδιάσεις από πριν.

Άρχισα να κινούμαι πάνω κάτω στο κτίριο, με προσοχή αλλά ίσως πάρα πολύ, και είχα την απερισκεψία – ήμουν ακόμα φρέσκος στη φυλακή – να μιλήσω για τα σχετικά με κάποιον.

Με έστειλαν στις ειδικές στο πι και φι.

Πάλι στη Νάπολη χρόνια αργότερα, περνούσα από εκεί για μια δίκη κλεισμένος σε ένα είδος μικρής ειδικής, από τα έξω είχαν καταφέρει να μου περάσουν μια λίμα κρυμμένη σε ένα σημειωματάριο, πολύ λεπτή αλλά πολύ αποτελεσματική, επαγγελματική.

Δεν ήξερα πραγματικά πού ήταν καλύτερα να λιμάρω, πού θα κατέληγα μόλις έβγαινα απ’ το κελί, αλλά από όπου ήμουν θα έφτανα σε κάποιες στέγες και ίσως από εκεί…

Δεν ήξερα πραγματικά πού ήταν καλύτερο να λιμάρω, πού θα κατέληγα μόλις έβγαινα απ’ το κελί, αλλά από όπου ήμουν θα έφτανα σε κάποιες στέγες και ίσως από εκεί…

Άρχισα να δοκιμάζω, δίχως να κόβω σε βάθος τα κάγκελα διότι τα χτυπούσαν στις βάρδιες ελέγχου

Λειτουργούσε.

Δεν είχα πολύ χρόνο διότι η δίκη θα είχε διαρκέσει λίγο.

Ήμουν αναποφάσιστος, να το δοκιμάσω αμέσως ή να κρατήσω την ευκαιρία για μιαν άλλη φορά, οργανώνοντας την καλύτερα, ίσως όχι μόνος.

Η αναποφασιστικότητα με έκαψε.

Με έστειλαν πίσω ξανά στις ειδικές, ξαφνικά και μες τη νύχτα και δεν μπόρεσα να πάρω μαζί μου τη λίμα που είχα κρύψει στο μπάνιο επειδή ήταν οι φρουροί της ομάδας που μάζεψαν τα πράγματα μου – το έκαναν αυτό: έρχονταν επτά μαζί, οκτώ και σε άρπαζαν όπως ήσουν στο κρεβάτι και σε πακετάριζαν χωρίς χρόνο να βγάλεις κιχ.

Δεν ξαναγύρισα εκεί και δεν το είπα ποτέ σε κανέναν.

Μάλλον είναι ακόμη εκεί, εκείνη η λίμα.

* Pubblichiamo parte dell’introduzione «Abolire il carcere» da La fuga dal Carcere – Le evasioni diventate Storia. Volume I. In attesa della Timothy Leary… DeriveApprodi editore – Δημοσιεύουμε μέρος της εισαγωγής «Να καταργήσουμε την φυλακή» από Την διαφυγή από τη Φυλακή – Οι αποδράσεις που έγιναν Ιστορία. Τόμος Ι. Αναμένοντας της Timothy Leary

 

Come smantellare ogni galera

ιστορία, storia

Μια συνεισφορά στο “Μοντέλο vittimario”-θυματοποιητικό

Ένοπλος αγώνας. Ιστορία, μνήμη και μοντέλο vittimario

της   Silvia De Bernardinis

1.

Η παρέμβαση μου επικεντρώνεται στο θυματοποιητικό μοντέλο, το οποίο συνδέει και συγχέει την κυρίαρχη μνήμη – που παρουσιάζεται ως κοινή μνήμη – και την ιστορία, στην προσέγγιση της μελέτης του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία στα χρόνια του ’70 και του ’80. Όπως σωστά γράφουν οι διοργανωτές του συνεδρίου, είναι δύσκολο να μιλήσουμε για την δεκαετία του ’70 στην Ιταλία χωρίς να διακινδυνεύουμε να αναμοχλεύσουμε και να προκαλέσουμε εντάσεις.

269 ένοπλοι σχηματισμοί, 7 866 επιθέσεις σε πράγματα και 4 290 σε ανθρώπους, 36.000 πολίτες που διερευνήθηκαν και πάνω από 6.000 άνθρωποι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δεκαετιών 1, εκατοντάδες ποινές ισόβιας κάθειρξης, προσφυγή σε βασανιστήρια (συστηματικά κατά τη διάρκεια του 1982) και νόμους εξαίρεσης σε 18 χρόνια ιστορίας. Για να δοθεί το μέγεθος του φαινομένου, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, σε περιόδους φασιστικής δικτατορίας, μεταξύ του 1926 (έτος ίδρυσης του Ειδικού Δικαστηρίου) και του 1943, 15 806 αντιφασίστες παραπέμφθηκαν στο Ειδικό Δικαστήριο, 5 620 δικάστηκαν, βάσει των καταγγελιών της Οvra, και καταδικάστηκαν 4 596 2. Αυτά είναι μερικά από τα στοιχεία που μας επιστρέφει η Ιστορία, αλλά φαίνεται να μην αρκούν – όπως επίσης φαίνεται πως δεν αρκούν τα 40 χρόνια που μας χωρίζουν από το τέλος αυτού του κύκλου κοινωνικών αγώνων των οποίων ο ένοπλος αγώνας υπήρξε μία από τις εκδηλώσεις – για να ελευθερώσουν το έδαφος, που τροφοδοτείται από την πολιτική και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αλλά υποστηρίζεται και από ένα μεγάλο μέρος της ιστοριογραφίας, από μια σειρά κοινοτοπιών-κλισέ που της προσδίδουν μια παραμορφωμένη εικόνα και νόημα. Ο ένοπλος αγώνας στην Ιταλία προέκυψε μέσα σε ένα ακριβές ιστορικό περιβάλλον, το οποίο διήρκεσε περίπου είκοσι χρόνια, από το 1969 έως το δεύτερο μισό των χρόνων ’80. Μια κρίσιμη περίοδος στην ιταλική και διεθνή ιστορία, η οποία φέρει ολόκληρη την περίοδο μετάβασης από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, δηλαδή μια φάση αλλαγών που άφησαν εποχή και που έχουν μεταμορφώσει και επανασχεδιάσει τον κόσμο, τα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά του σενάρια. Μια αναταραχή, μια αναστάτωση που προκλήθηκε από τις ίδιες δυναμικές του κεφαλαίου υπό μετασχηματισμό. Κόρη μιας περιόδου κατά την οποία οι επαναστατικές διαδικασίες και ανυποταξίας στο υπάρχον εκδηλώνονταν σε όλες τις περιοχές του πλανήτη τότε χωρισμένου στα δύο, εκείνες υπό τον ατλαντικό έλεγχο και εκείνες υπό τον σοσιαλιστικό έλεγχο. Κόρη μιας περιόδου που έκανε να αναδυθούν υποκειμενικότητες μέχρι τότε αόρατες ή περιθωριακές μετατρέποντάς τες σε πρωταγωνιστές των διαδικασιών πολιτικής χειραφέτησης. Ο ένοπλος αγώνας ιστορικά ανήκει σε αυτό το περιβάλλον, γεννιέται στο φορντικό εργοστάσιο, όπου η άρνηση της εργασίας δημιούργησε ένα ταξικό κίνημα που για μερικά χρόνια, στην Ιταλία, κανείς δεν κατόρθωσε να κυβερνά, από τα συνδικάτα στα κόμματα, στις δυνάμεις της τάξης, σε μια διαδικασία μη αναστρέψιμης ρήξης μεταξύ θεσμικής αριστεράς και επαναστατικής αριστεράς: Δεν υπάρχει νίκη, δεν υπάρχει κατάκτηση χωρίς το μεγάλο κομμουνιστικό κόμμα, φώναζε και ξαναφώναζε το PCI-ΚΚΙ στις διαδηλώσεις στους δρόμους και τις πλατείες. Ένα σύνθημα που ήθελε να σημαίνει κατεύθυνση και έλεγχο επί των αγώνων στο εργοστάσιο και στην κοινωνία, αλλά και μονοπώλιο της διαφωνίας και της διαμάχης σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπονταν ούτε γίνονταν αποδεκτές άλλες μορφές έκφρασης της διαφωνίας και του αγώνα στα αριστερά του ΚΚΙ, ούτε υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν. Τα χρόνια του ’68 υπήρξαν η συγκεκριμένη διάψευση, ακόμα κι αν αυτό δεν σήμαινε την ανικανότητα του κόμματος να κεφαλαιοποιήσει και να κάνει δικούς του, στη συνέχεια, να προσαρμόσει εκείνους τους αγώνες που κοιτούσε με καχυποψία, που δεν τους ήθελε και που βοήθησε στην αποδυνάμωση τους, ένα εμπόδιο επί της πορείας οικοδόμησης μιας «δημοκρατικής αξιοπιστίας και σεβασμού» που θα το άλλαζαν αμετάκλητα.

Η χρονική απόσταση είναι ένα από τα στοιχεία που επιτρέπουν τον ιστορικισμό, αλλά όχι το μοναδικό. Μια περίοδος που έχει τελειώσει ιστορικοποιείται και ακριβώς η έλλειψη πολιτικού κλεισίματος μοιάζει να συνιστά το βασικό της εμπόδιο, αφήνοντάς το σε αναστολή, σε ένα είδος ελεύθερης ζώνης όπου ένας πόλεμος νοημάτων βγαίνει στη σκηνή που περνά σήμερα μέσα από το πεδίο της μνήμης. Όπως έγραψε ο Agamben πριν από είκοσι χρόνια δικαιολογώντας την ανάγκη αμνηστίας για τα πολιτικά αδικήματα εκείνης της περιόδου, «αυτό που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ιστορικής έρευνας αντιμετωπίζεται ως ένα πολιτικό πρόβλημα του σήμερα  3 ». Και είκοσι δύο χρόνια μετά από τα λόγια του Agamben, η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο, με το κυνήγι των «επικίνδυνων δολοφόνων» που σήμερα έχουν περάσει τα εξήντα και έχουν ζήσει τα τελευταία σαράντα χρόνια σε μια πολύ λιγότερο χρυσή εξορία από αυτήν που, χωρίς την παραμικρή απόδειξη, πλασάρεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μέσα σε αυτή την οπτική μπορεί να αναγνωσθεί, εν μέρει, η έλλειψη του ιστοριογραφικού κορμού που παράγεται μέχρι σήμερα, δηλαδή, ως συντριβή επί του παρόντος, σε μια χρονικογραφική διάσταση που για πολλά χρόνια έκανε δυνατό να μην θεωρείται αντικείμενο ιστορικής έρευνας. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το βάρος του παρόντος επί του παρελθόντος εάν παρατηρηθούν οι όροι που χρησιμοποιούνται για να οριοθετηθεί το αντικείμενο «ένοπλος αγώνας», το τι και το πώς, οι ερμηνείες του.

Είναι σημαντικό, για παράδειγμα, ότι γύρω από τον ένοπλο αγώνα υπάρχει μια στάση ηθικής καταδίκης που, αν δεν απέκλεισε τη μελέτη του, την επηρέασε και συνεχίζει να την επηρεάζει, εμποδίζοντας τους μελετητές να έχουν μια βέβηλη, ριζοσπαστική στάση, τόσο ώστε κάποιοι να αισθάνονται υποχρεωμένοι να δηλώσουν την ηθική τους αποδοκιμασία ως προς το αντικείμενο της μελέτης, ή να δώσουν μια αρνητική υποδήλωση με ηθικούς όρους στα κείμενά τους 4, παραμένοντας μέσα στην πορεία που σχεδιάστηκε από την πολιτική για την οποία ο ένοπλος αγώνας είναι ένα εγκληματικό και αδικαιολόγητο φαινόμενο, ακατανόητο μέσα στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού συστήματος. Ένα ζήτημα, συνεπώς, που αφορά τη συνείδηση και όχι τη γνώση. Και είναι εξίσου σημαντικό το γεγονός πως η ιστοριογραφία έχει αναλάβει άκριτα το πολιτικό-επικοινωνιακό λεξιλόγιο που χτίστηκε γύρω από τη δεκαετία του Εβδομήντα, και ειδικότερα τον ένοπλο αγώνα, χωρίς να αμφισβητεί, χωρίς να αναρωτηθεί σχετικά με την ορθότητα, από ιστοριογραφική άποψη, των ερμηνευτικών κατηγοριών που, αντί να παράγουν ιστορική γνώση και κατανόηση, καταλήγουν να αναπαράγουν την κοινή λογική [Ο όρος κοινή λογική αντικατοπτρίζει την «αίσθηση» που έχει κανείς για κάτι χωρίς πολλή σκέψη, στηριγμένος στη μέση εμπειρία και γνώση του καθημερινού ανθρώπου]. Ξεκινώντας από τους κεντρικούς όρους που χρησιμοποιούνται, όπως τρομοκρατία ή βία, τον πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο, ένα είδος μπαμπούλα, φόβητρου που ανεμίζεται αν χρειαστεί. Σίγουρα δεν ζούμε σε έναν λιγότερο βίαιο κόσμο σήμερα, αλλά η βία της δεκαετίας του ’70 αφηγείται, περιγράφεται ως η πιο άγρια. H ad hoc τερατοποίηση που δημιουργήθηκε επί των πρωταγωνιστών της τελευταίας ταξικής σύγκρουσης του εικοστού αιώνα – από τις τρελές δολοφονίες τις απομονωμένες από την κοινωνία, σε αυτούς που παρεισφρύουν, στους ανόητους ετεροκαθοδηγούμενους – εξυπηρετεί στο να καλύπτει το πραγματικό ακάλυπτο νεύρο εκείνης της ιστορικής περιόδου, δηλαδή, την πρακτική και θεωρητική αμφισβήτηση, του μονοπωλίου της Κρατικής βίας από τις κατώτερες τάξεις. Η βία της δεκαετίας του ’70 είναι ανείπωτη γιατί υπήρξε βία των κυριαρχούμενων προς τους κυρίαρχους.

Εκείνοι που μελετούν την ιστορία των ένοπλων σχηματισμών, και ειδικότερα των Ερυθρών Ταξιαρχιών, γνωρίζουν ότι πρέπει να μας δώσουν πίσω, πρώτα απ ‘όλα, την αυθεντικότητα τους, στην διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων, μεταξύ δύο κυρίαρχων παραδειγμάτων: εκείνο το διετρολογικό [α]-συνωμοσιολογικό που έχει σκοπό να επηρεάσει, να ακυρώσει την αυθεντικότητα μιας πολιτικής διαδρομής, και εκείνο το θυματοποιητικό, με στόχο την ανάθεση του μονοπωλίου του λόγου και της ιστορίας στα θύματα του ένοπλου αγώνα. Ακριβώς αυτά τα δύο παραδείγματα αντιπροσωπεύουν τα δύο μεγαλύτερα εμπόδια, όχι τόσο για το πως φτιάχνεται η ιστορία εκείνης της περιόδου, κάτι που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια εκ των πραγμάτων αλλά, πάνω απ ‘όλα, στην εμφάνιση της σε σχέση με μια επίσημη αφήγηση που έχει ελάχιστη σχέση με την Ιστορία και που είναι αντιθέτως το αποτέλεσμα της επιβεβαίωσης μιας κυρίαρχης μνήμης, με τη σειρά την ενδεικτική των σημερινών σχέσεων εξουσίας, της σημερινής ισορροπίας δυνάμεων.

2.

Τι είδους μνήμη έχει εδραιωθεί για τον ένοπλο αγώνα; Από πότε και μέσα σε ποιο πλαίσιο επικράτησε η θυματοποιητική ιδεολογία; Στο πλαίσιο του επαναπροσδιορισμού ενός νέου συμβολικού ιδρυτικού συμφώνου της Δεύτερης Δημοκρατίας που οδήγησε στην καθιέρωση αρκετών ημερών μνήμης, το 2006 υποβλήθηκαν διάφορα νομοσχέδια για την καθιέρωση της ημέρας μνήμης για τα θύματα της τρομοκρατίας. Η συζήτηση επικεντρώνεται στην επιλογή της πιο κατάλληλης ημερομηνίας. Και η προσοχή εστιάζεται σε εκείνη την 12 δεκεμβρίου, ημερομηνία της σφαγής της piazza Fontana στο Μιλάνο το 1969, αναγνωρισμένης ως αρχή της «στρατηγικής της έντασης», για την οποία μέχρι σήμερα δεν υπάρχει μια δικαστική αλήθεια, και στην 9 μαΐου, ημερομηνία της δολοφονίας του Aldo Moro από τις BR, για την οποία διεξήχθησαν πέντε δίκες και εκδόθηκαν οι αντίστοιχες αποφάσεις. Η πρόταση που θα περάσει θα είναι η δεύτερη, που υποβλήθηκε από τη Sabina Rossa, γερουσιαστή του Δημοκρατικού Κόμματος, κόρη του Guido, συνδικαλιστή ηγέτη του αριστερού συνδικάτου CGIL που σκοτώθηκε στη Γένοβα από τις BR το 1979. Η κουβέντα για τις δύο ημερομηνίες υπογράμμιζε, στην κοινοβουλευτική συζήτηση, την αναβίωση των αναγνώσεων και ερμηνειών που εδραιώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια σχετικά με τα γεγονότα που διέσχισαν τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και έφθασαν στις αρχές των χρόνων ’80. Από την θέση της σύγκρουσης μεταξύ αντίθετων εξτρεμισμών, στην ανθρωποκτονική τρέλα, στην θεωρία του διπλού κράτους, στην θέση του «εκφυλισμού» του 1968, ενός 1968 που θα έπρεπε να διασωθεί και να διαχωριστεί από αυτό που συνέβη στη συνέχεια, ένα πολιτισμικό και γενεαλογικό φαινόμενο με εξτρεμιστικές εξάρσεις και υπερβολές που υπαγορεύονταν από νεανικό ενθουσιασμό που στη συνέχεια επιμελώς υποχώρησε,επέστρεψε στην κανονικότητα. Ή, από την αντίθετη άποψη, του 1968 ως προέλευση του κακού και της βίας. Βρήκε επίσης χώρο ένα από τα θεωρήματα που προτάθηκαν επανειλημμένα από παράγοντες του κινήματος της εποχής, δηλαδή εκείνο της «τρομοκρατίας» της αριστεράς ως αιτίας της κρίσης των κινημάτων, που βρέθηκαν να συμπιέζονται μεταξύ της βίας των ένοπλων οργανώσεων και της καταστολής του Κράτους 5. Δεν υπήρξε καμία αναφορά στην πολιτική φύση του φαινομένου, ούτε στην ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων σε εκείνη τη σύγκρουση. Παρόλο που δεν υπήρξε ομοφωνία σχετικά με την ημερομηνία, πολλοί από τους ομιλητές στη συζήτηση, ενώ αναγνώρισαν στην 12η του δεκέμβρη ως την πιο σωστή ημερομηνία – επειδή ημερομηνία περιοδολόγησης της ιταλικής ιστορίας – προκειμένου να ευνοηθεί η κατασκευή μίας «κοινής μνήμης», επέλεξαν την 9η μαΐου, ημερομηνία που αναφέρεται στην πρόταση νόμου ως σύμβολο της ένωσης όλων των πολιτικών κομμάτων και της κοινωνίας κατά της τρομοκρατίας, η οποία πέρασε με την ευνοϊκή ψήφο όλων των κομμάτων, την αποχή της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης και του Κόμματος ιταλών κομουνιστών και μία ψήφο κατά.

Τα λόγια της Olga D’Antona, συζύγου του Massimo D’Antona, που σκοτώθηκε στη Ρώμη από τις Νέες Ερυθρές Ταξιαρχίες το 1999, συνόψιζαν τη θέση που εκφράστηκε από την πλειοψηφία :

Ελπίδα είναι ότι η ημέρα της μνήμης μπορεί να αποτελέσει την ευκαιρία να δοθεί τελικά φωνή σε εκείνους που έχουν πέσει θύματα εκείνων των πράξεων τρόμου. Ήρθε η ώρα να δώσουμε φωνή σε εκείνους των οποίων οι ζωές έχουν καταστραφεί για πάντα και οι οποίοι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, έχουν καταδικαστεί στη λήθη και στη σιωπή. Είναι καιρός η δική μας ιστορία τρομοκρατίας να ειπωθεί όχι μόνο από τους τρομοκράτες και επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε τι συνέβη από την άλλη πλευρά, από την πλευρά εκείνων των αθώων και ανυπεράσπιστων πολιτών που υπήρξαν θύματα της 6.

Η κεντρικότητα των θυμάτων, το ότι τους δίδεται φωνή και το ότι ασχολούμαστε με αυτούς συγκεκριμένα, καθίσταται από εκείνη τη στιγμή, για λόγους που στην πραγματικότητα δεν έχουν να κάνουν με το σεβασμό της μνήμης τους, πρίσμα της κυρίαρχης ανάγνωσης επί της ιστορίας της δεκαετίας του ’70.

Αρχικά και κατά τη διάρκεια των χρόνων ’90 οι συγγενείς των θυμάτων που σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις με ένοπλες οργανώσεις ζητούσαν από το Κράτος, μέσω της αναγνώρισης του καθεστώτος τους, οικονομική αποζημίωση 7. Για να το εισάγουμε σε ένα πλαίσιο και να κατανοήσουμε την προέλευσή του, είναι απαραίτητο να επιστρέψουμε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, στη φάση της «εξόδου από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης της τρομοκρατίας». Οι ένοπλες οργανώσεις εξαρθρώθηκαν, το σχέδιο και το πολιτικό υποκείμενο που τις είχε δημιουργήσει μέσα στα μεγάλα εργοστάσια του Βορρά στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ηττήθηκε πολιτικά – η τάξη και η παραγωγική αναδιάρθρωση πέρασαν στα εργοστάσια – ,μεγάλο μέρος των αγωνιστών συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν ή βρίσκονταν με δίκες υπό εξέλιξη. Το ιταλικό Κράτος είχε να αντιμετωπίσει χιλιάδες καταδίκες για πολιτικά εγκλήματα. Ήταν, όπως επισημαίνει ο Sommie 8, μια μοναδική περίπτωση στην Ευρώπη και στις δυτικές δημοκρατίες, με έναν πολύ μεγάλο αριθμό πολιτικών κρατουμένων και την ανάγκη να κλείσει και να εξομαλυνθεί μια μακρά περίοδος κοινωνικής σύγκρουσης. Οι νόμοι εξαίρεσης και η στρατιωτική επίθεση από μόνη της δεν ήταν επαρκείς για να υπονομεύσουν τον κοινωνικό ιστό από τον οποίο οι ένοπλες οργανώσεις αντλούσαν δύναμη, σε απόδειξη του πόσο βαθιά ριζωμένος και ευρέως διάχυτος ήταν αυτός. Από αυτό, η ανάγκη παρέμβασης όχι μόνο στο κατασταλτικό επίπεδο, έπρεπε να βρεθεί ένα είδος πολιτικής λύσης για να τερματιστεί η κοινωνική και ένοπλη σύγκρουση εκείνων των χρόνων. Η απόφαση της πολιτικής ήταν να την αποπολιτικοποιήσει, αναθέτοντας την στο δικαστικό σώμα και στη συνέχεια στον σωφρονιστικό μηχανισμό. Έτσι γεννιέται ο θεσμός της διάστασης-διαχωρισμού και η φιγούρα του «διαχωρισμένου», που ευνοείται από το μεταβαλλόμενο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο-περιβάλλον. Σε αυτή την κατάσταση, τα μέλη των ένοπλων οργανώσεων στη φυλακή, παίρνοντας αποστάσεις από τον ένοπλο αγώνα του οποίου υπήρξαν πρωταγωνιστές, πρότειναν μια συνεργασία με τα θεσμικά όργανα, την αποκήρυξη της ιστορίας τους με αντάλλαγμα μια μείωση της ποινής. Το κάνει πρώτα απ ‘όλους ο Toni Negri το 1982 απευθυνόμενος απευθείας στον Domenico Sica στον οποίο προτείνει να αγωνιστούν μαζί ενάντια στους «τρομοκράτες» και θα ακολουθηθεί μετά από λίγο από την Prima Linea, η οποία θα αναλάβει τη διάσταση ως ενιαία θέση της οργάνωσης, και από την πλειοψηφία των μελών της φάλαγγας Walter Alasia των ΕΤ. Οι επιπτώσεις αυτής της θέσης ήταν καταστροφικές για τις ένοπλες οργανώσεις και αποδείχτηκε έτσι ένας από τους ισχυρότερους μηχανισμούς της διάλυσης τους, με την επίθεση στην εσωτερική τους αλληλεγγύη και απομακρύνοντας τες από την ιστορία τους.

Ασχολούμενο περισσότερο με τους τρομοκράτες απ ‘ότι με τα θύματα σήμαινε λοιπόν να δίνει προτεραιότητα, μέσα από τον διαχωρισμό και την μετάνοια-μεταμέλεια, στην επίλυση μιας πολιτικό-κοινωνικής σύγκρουσης, «ομαλοποιώντας» την, ένα πρόβλημα που για το Κράτος ήταν επείγον και βαρύ σε σχέση με τα αιτήματα αποζημίωσης που ταυτόχρονα προέρχονταν από τις οικογένειες των θυμάτων και που εκ των πραγμάτων για αρκετά χρόνια παρέμεναν ανήκουστα. Η AIVITER (Ιταλική Ένωση Θυμάτων Τρομοκρατίας και Ανατρεπτικής Δράσης κατά της συνταγματικής τάξης του Κράτους) ιδρύεται το 1985 ακριβώς με σκοπό να ζητήσει νομοθετικές παρεμβάσεις αντισταθμιστικού χαρακτήρα υπέρ όσων σκοτώθηκαν κατά τη σύγκρουση με τις ένοπλες οργανώσεις. Και ακριβώς επάνω στο διαχωρισμό-διάσταση, που θα γίνει νόμος το 1987, αλλά που άρχισε να εφαρμόζεται ήδη από νωρίτερα, ξεκίνησε η πρώτη πολεμική της ένωσης των θυμάτων της τρομοκρατίας. Ο Maurizio Puddu, επαρχιακός σύμβουλος της χριστιανοδημοκρατίας DC, ένα από τα θύματα των ΕΤ, και πρόεδρος του Συλλόγου, δήλωνε ότι ήταν απαραίτητος ο σεβασμός του νόμου, αλλά πως το δίκαιο δεν πρέπει να παραμορφώνεται κατ ‘αυτόν τον τρόπο. Η μετάνοια δεν απαιτείται στα άρθρα της διάταξης, μόνο η διάσταση. Θα μπορούσε τουλάχιστον να συμπεριληφθεί μια σημείωση με την οποία στους τρομοκράτες επιβάλλονταν να ζητούν από τα θύματα συγνώμη 9.

Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με την ερμηνεία του Puddu, η διάσταση ήταν η πραγματική πράξη μετάνοιας: αντίθετα με τον «μετανοημένο» (παραδοσιακή φιγούρα του καταδότη), ο πρώην «διαχωρισμένος τρομοκράτης» λάμβανε υπόψη τα λάθη του, αποκήρυσσε το παρελθόν του και δεσμεύονταν για το μέλλον να μην χρησιμοποιεί πλέον τη βία ως μέθοδο πολιτικής πάλης. Συνεργάζονταν ενεργά να γκρεμίσει τα θεμέλια της οργάνωσής του και να θέσει και τις άλλες σε κρίση, προσφέροντας στο Κράτος μια πολύ πιο αποτελεσματική δουλειά από αυτήν του καταδότη και για την οποία απολάμβανε την επιείκεια του Κράτους, δηλαδή τη μείωση της ποινής. Μια πρακτική πολύ παρόμοια με τις διαδικασίες που διεξάγονταν πριν από αιώνες από την Εκκλησία ενάντια σε αιρετικούς και μακριά από το δίκαιο που με αυτή την έννοια, ναι, έβγαινε παραμορφωμένο, και όχι μόνο για τις μειώσεις της τιμωρίας που χορηγούνταν με βάση τη «μετάνοια, την αποκατάσταση». Στη συνέχεια, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, το αίτημα του Puddu – το υστερόγραφο που απαιτούσε από τον φυλακισμένο να ζητήσει ρητά τη συγχώρεση των θυμάτων – έγινε αποδεκτό. Πράγματι, αν και δεν προβλεπόταν σε κανένα νόμο, οι εποπτικοί δικαστές, κατά την κρίση τους, επέβαλαν ως περαιτέρω απαίτηση για την απόκτηση της υπό όρους απελευθέρωσης την γραπτή επαφή μεταξύ κρατουμένων και θυμάτων ή συγγενών των θυμάτων, στραπατσάροντας εκ νέου το δίκαιο 10, μερικούς αιώνες ιστορίας του δικαίου. Ολόκληρος ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας διεξήχθη, εξάλλου, διαφορετικά από ότι ισχυρίζονταν τότε τα κόμματα και τα θεσμικά όργανα, και από αυτά που επαναλαμβάνουν σήμερα, με μέσα και εργαλεία που δεν καλύπτονται, δεν προβλέπονται από το «δημοκρατικό Κράτος δικαίου ».

Η πολεμική από πλευράς των θυμάτων αυξήθηκε όταν, μεταξύ του 1987 και του 1988, άρχισε να υποτίθεται η δυνατότητα χάριτος για τους μη διαχωρισθέντες και αμετανόητους, μετά την πρόταση μιας πολιτικής λύσης που πρότειναν οι κύριοι ηγέτες των BR: σημειώνοντας την εξάντληση ενός κύκλου αγώνων και το ανεπανάληπτο των εμπειριών που τον χαρακτήριζαν, έθεταν την ανάγκη μιας «υπέρβασης», χωρίς αποκηρύξεις και μεταμέλειες σχετικές με την ιστορία τους, και την αναγκαιότητα μιας αμνηστίας για τους πολιτικούς κρατούμενους και για τους εξόριστους. Όχι μια πράξη ειρήνευσης, αλλά μια πολιτική διάταξη η οποία, θεωρώντας μια εποχή κλεισμένη-τελειωμένη, θα επέτρεπε έναν ιστορικό-πολιτικό και μη δικαστικό προβληματισμό, με μια σύγκριση-αντιπαράθεση επεκταθείσα σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Η πρόταση προκάλεσε μια συζήτηση στα κυριότερα κόμματα, πρωτίστως DC, PCI και PSI – χριστιανοδημοκρατία κομουνιστές και σοσιαλιστές – βρίσκοντας στο εσωτερικό τους, αν και μεταξύ διακρίσεων, την προθυμία για άνοιγμα ενός διαλόγου. Μικρότερη διαθεσιμότητα, από την αρχή, εκφράστηκε από τα θύματα και ένα μεγάλο μέρος του τύπου. Ήταν η Maria Cristina Tarantelli, η αδελφή του Ezio, που σκοτώθηκε από τις Br, που απάντησε από τις σελίδες της La Repubblica – την εφημερίδα που ήταν περισσότερο αφοσιωμένη στο μέτωπο του όχι στην πολιτική λύση – επιτιθέμενη στο Κράτος, ακλόνητη μπροστά στα αιτήματα οικονομικής υποστήριξης για τα θύματα, σκεπτικιστική προς τις μετάνοιες και τους διαχωρισμούς 11. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, από την πλευρά των συγγενών και των ενώσεων των θυμάτων, το ζήτημα συνέχιζε ουσιαστικά να γυρνά γύρω από το αίτημα αποζημίωσης. Ήταν το αντίθετο μέτωπο, παρόν εγκάρσια μέσα σε όλα τα κόμματα, μπροστά στα ανοίγματα, που ανακινεί με χρηστικό τρόπο ακριβώς το ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων να εμποδίζει τη συζήτηση 12, η οποία ξεκίνησε ούτως ή άλλως. Υπήρξαν μια σειρά συναντήσεων στη φυλακή μεταξύ αντιπροσώπων όλων των κομμάτων και ορισμένων θεσμικών αξιωματούχων και μαχητών των ΕΤ που είχαν ενταχθεί στην πρόταση της πολιτικής λύσης. Οι συναντήσεις διακόπτονται όταν, το 1988, οι αγωνιστές των BR που εξακολουθούσαν να δραστηριοποιούνται, ενάντιοι στην προοπτική ξεπεράσματος του ένοπλου αγώνα, σκότωσαν τον Ruffilli σε μια δράση. Για τους αμετανόητους και μη διαχωρισμένους πολιτικούς κρατούμενους, των οποίων ο αριθμός ήταν υψηλός και αποτελούσε ένα πρόβλημα για το Κράτος, ο πολιτικός κόσμος επέλεξε μια «ατομική διέξοδο», αναθέτοντας, αυτή τη φορά στο σωφρονιστικό μηχανισμό, την αναζήτηση μιας λύσης, δίνοντας στους πολιτικούς κρατούμενους που δεν συμμετείχαν στη διάσταση τη δυνατότητα πρόσβασης στα οφέλη που προβλέπονταν για τους κοινούς κρατούμενους στον νόμο Gozzini. Ανεξάρτητα από έναν νόμο και ένα γενικό πρόγραμμα, όλα εξαρτώνταν από τις κατευθυντήριες γραμμές και τους προσανατολισμούς των διευθυντών φυλακών, των εποπτικών δικαστών, οι οποίοι αποφάσιζαν, κατά περίπτωση, τη χορήγηση αδειών, την πρόσβαση σε εξωτερικές εργασίες και την ακόλουθη διαδικασία για την απόκτηση της ελευθερίας υπό όρους. Οι προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης συνεχίστηκαν επανειλημμένα, όχι πλέον ως συζήτηση μεταξύ πολιτικών κρατουμένων και θεσμικών εκπροσώπων, αλλά ως πρωτοβουλίες των κομμάτων ή μεμονωμένων βουλευτών. Το 1989 υποβλήθηκε σχέδιο νόμου του οποίου η πρόθεση, σαφώς από τη διατύπωση των άρθρων που το απάρτιζαν, πρότεινε μια δικαστική λύση, θέτοντας το ζήτημα της επανεξισορρόπησης των κυρώσεων, οι οποίες για τους πολιτικούς κρατούμενους ήταν μεγαλύτερες από εκείνες των κοινών κρατουμένων επειδή επιδεινώνονταν από τους ειδικούς νόμους. Παρόλο που δεν ήταν συνεπώς θέμα «συγχώρεσης», η συζήτηση, ειδικά στον Τύπο, πήρε αυτά τα περιγράμματα. Την επομένη της υποβολής του νομοσχεδίου, η εφημερίδα La Repubblica – στη μέση της εκστρατείας κατά της αμνηστίας / χάριτος – έδιδε ξανά χώρο στην Maria Cristina Tarantelli, φιλοξενώντας μια επιστολή που απευθύνονταν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με πολύ σκληρούς τόνους, με τους οποίους επαναλαμβάνονταν η ανισότητα της προσοχής που υπάρχει ανάμεσα στα θύματα, ακόμη σε αναμονή ενός νόμου για να τα αποζημιώνει, και τους «εκτελεστές-δημίους», προς τους οποίους το Κράτος κινούνταν βιαστικά για την κοινωνική επανένταξή τους 13. Για περίπου δύο χρόνια παρεμβάσεις εναλλάσσονταν μέσω δημόσιων συζητήσεων, μεταξύ εκείνων που θεωρούσαν ώριμες τις συνθήκες να κλείσουν οριστικά ένα κεφάλαιο της ιταλικής ιστορίας και εκείνων οι οποίοι, αντιθέτως, πίστευαν ότι οποιαδήποτε διάταξη έπρεπε να θεωρηθεί καθυστερημένη πολιτική αναγνώριση που χορηγείται στους ένοπλους σχηματισμούς, στις ΕΤ πρώτη απ’ όλες.

Σε αυτό το περιβάλλον μέσα η φιγούρα του θύματος αρχίζει να παίρνει μια δημόσια διάσταση, γίνεται το νέο όχημα μέσω του οποίου η πολιτική, αφού πρώτα αποπολιτικοποίησε την κοινωνική σύγκρουση της δεκαετίας του ’70 αναθέτοντας τη διαχείριση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στο δικαστικό σώμα και εκ των πραγμάτων πολιτικοποιώντας τις λειτουργίες αυτού του τελευταίου, θα προσπαθήσει να την αποπολιτικοποιήσει στο επίπεδο της μνήμης και της ιστορίας.

Ο τύπος της συζήτησης, που αρχικά επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένα ζητήματα πολιτικού χαρακτήρα που θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει στο πολιτικό κλείσιμο εκείνης της ιστορικά εξαντληθείσας σύγκρουσης, επισημοποιώντας το σε νομοθετικό επίπεδο, ανέλαβε μια χροιά που στηρίζονταν πλήρως στην ηθική σφαίρα και που έπαιζε χρηστικά στο ζήτημα του σεβασμού των θυμάτων. Ο ιδιωτικός χώρος, ο πόνος και η μνησικακία, καθώς και η διάθεση προς συγχώρεση εκείνων που επηρεάστηκαν προσωπικά από τη σύγκρουση εκείνων των χρόνων, σταδιακά μονοπωλεί τη δημόσια σφαίρα, της πολιτικής, με λίγες κριτικές φωνές να παραμένουν αντιμέτωπες. Ο Franco Fortini, ειδικότερα, είχε καταλάβει με ευφυία το έδαφος στο οποίο γλιστρούσαμε και που αργότερα θα αποτελούσε το θεμέλιο της θυματοποιητικής ιδεολογίας – dell’ideologia vittimaria – όταν, το 1988, έγραφε :

Τότε τι είναι αυτός ο άνθρωπος, εκείνος ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάτε, όταν του αφαιρείται η διάσταση της κοινής δράσης για την αλληλεγγύη, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ισότητα, εγώ πραγματικά δεν μπορώ να τον φανταστώ. Τι είναι ένας άνθρωπος που περιορίζεται στην απλή διάσταση της ηθικής εσωτερικότητας; Έχω την δική μου, για να μην αναφέρω τους μέγιστους χριστιανούς, τον Μαρξ, τον Νίτσε, τον Φρόιντ και τον Σαρτ. Με καθησυχάζουν αυτοί: πρέπει να πρόκειται για έναν αχρείο. Ή για ένα θύμα. Και τι θέλουν πράγματι από εμάς οι θεματοφύλακες της Κρατικής δεοντολογίας, της ηθικής του Κράτους αν όχι να μας καταστήσουν απατεώνες ή θύματα; 14

Η δεκαετία του ’90 θα χαρακτηρίζεται από την ίδια διαμάχη, με την ευκαιρία της πρότασης τoυ Cossiga να χορηγήσει χάρη στον Renato Curcio 15, τις πρώτες άδειες που χορηγήθηκαν στα πιο γνωστά ονόματα του ένοπλου αγώνα, σε όλες τις περιπτώσεις δημόσιας έκθεσης των «τρομοκρατών». Στο βάθος, από έναν αφηρημένο πολιτικό κόσμο ο οποίος εν τω μεταξύ αντιμετωπίζει τις άλλες δομικές «καταστάσεις έκτακτης ανάγκης», από τη μαφία στην Tangentopoli, επανεμφανίζεται κάθε τόσο το ζήτημα της αμνηστίας, η κουβέντα της οποίας συζητήθηκε και πάλι στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής το 1997 για να τερματιστεί σε ένα τίποτα, και στην οποία οι ενώσεις των οικογενειών των θυμάτων εκφράστηκαν και πάλι με αντίθετο τρόπο. Εν τω μεταξύ η νομοθετική διαδικασία υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας συνεχίζονταν με αργούς ρυθμούς, η οποία προχώρησε από το 1980 έως το 2000 μέσω μιας σειράς κανονισμών, και μόνο το 2004 θα καταστεί νόμος 16.

Ακριβώς μέσα σ ‘αυτή την προοπτική όπου κυριαρχεί η ηθική σφαίρα, η αγανάκτηση προς τους «αμετανόητους-αμετακίνητους» εδραιώνονταν στην επικοινωνιακή συζήτηση, τους «μη μετανιωμένους ή διαχωρισμένους τρομοκράτες» που άρχισαν να έχουν πρόσβαση στα πρώτα οφέλη του νόμου Gozzini. Πέρα από τη θρησκευτική-ηθική κατηγορία που προκαλούν οι όροι, κάποιος «ξεχνούσε» ότι επρόκειτο αποκλειστικά για νομικές κατηγορίες. Και η κατηγορία του «αμετακίνητου» συγκέντρωνε, πέρα από τις διάφορες θέσεις που ανέλαβαν τότε τα άτομα σε σχέση με τη δική τους ιστορία, όλους εκείνους που δεν εντάσσονταν, σύμφωνα με την εξαιρετική νομοθεσία, στις κατηγορίες του μετανοημένου ή διαχωρισμένου. Το γεγονός να είναι κάποιος αμετανόητος και μη διαχωρισμένος είναι συνεπώς ισοδύναμο με το γεγονός ότι εκτίει ποινές μεγαλύτερης διάρκειας από εκείνους που έχουν επωφεληθεί από τις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους.

Να εξουδετερώνει το πολιτικό κλείσιμο υπήρξε πάντοτε παρόν, είναι σημαντικό να τονιστεί, ένας άλλος παράγοντας: ζητούνταν από τους ταξιαρχίτες να λένε «όλη την αλήθεια» για την υπόθεση Μόρο, η οποία εν τω μεταξύ τροφοδοτούνταν με έρευνες εντυπωσιασμού κενές πραγματικών απαντήσεων-αντιστοιχιών, που έδιδαν ζωή σε μια ανεξάντλητη φλέβα διετρολογικής-συνωμοσιολογικής λογοτεχνίας, τα «μυστήρια της υπόθεσης Moro», σε ένα είδος επαναπροσδιορισμού της πολιτικής της αποφασιστικότητας που περνούσε τώρα στο ιστορικό-πολιτικό επίπεδο, για να απομακρύνει κάθε συζήτηση σχετική με τις ευθύνες των κυριότερων υπέρμαχων της, DC και PCI. Υπό αυτή την έννοια η ανάγνωση του PCI, η οποία θεωρούσε ότι οι κρίσεις των δικαστηρίων των διαφόρων δικών Moro δεν ήταν εξαντλητικές, κέρδιζε δύναμη, και διάβαζε την ιταλική ιστορία την μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως μια μακρά ανατρεπτική ίντριγκα ενάντια στη δημοκρατία – και το κόμμα – από τη σφαγή της Portella della Ginestra στις σφαγές της δεκαετίας του ’70 και του ’80, στον κομμουνιστικό ένοπλο αγώνα. Με την υιοθέτηση ενός μονοπωλίου διαφωνίας που δεν προέβλεπε ούτε παραδέχονταν άλλες μορφές έκφρασης στα αριστερά του, πολύ περισσότερο «αυθεντικά» υποκείμενα που θα μπορούσαν να την ερμηνεύσουν, το PCI κατέφυγε, στην διάρκεια των δεκαετιών, στις θεωρίες συνωμοσίας, των προβοκατόρων και των παρεισφρύσεων ενάντια στο κόμμα, ένα επιχείρημα που, στο επίπεδο της προπαγάνδας, ειδικά στην αριστερά, έβρισκε γόνιμο έδαφος και στην δύναμη του αντικομμουνισμού μέσα στην ιταλική κοινωνία.

3.

Είναι στις αρχές της δεκαετίας του 2000 που, δίπλα στο συνωμοσιολογικό παράδειγμα, διαμορφώνεται πλήρως εκείνο της θυματοποίησης. Από τον κόσμο που είχε γεννήσει τον ένοπλο αγώνα, δεν είχε μείνει πλέον τίποτε άλλο παρά οι μαχητές των ένοπλων σχηματισμών, οι οποίες είχαν εξαφανιστεί εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια, και εξακολουθούσαν να κρατούνται στη φυλακή. Τα κόμματα είχαν αλλάξει τα ονόματά τους, άλλα γεννήθηκαν και κυβερνούσαν. Τα «παιδιά του Salò» γιορτάστηκαν στο κοινοβούλιο από τον Luciano Violante, δικαστή και ηγετικό στέλεχος του PCI-PDS-DS που στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή ενάντια στους «τρομοκράτες». Ο εξαντλημένος 20ος αιώνας και οι επαναστάσεις του, οι οποίες όμως αν και ατελείς είχαν έτσι κι αλλιώς απελευθερώσει εκατομμύρια ανθρώπους προηγουμένως αόρατους, είχαν ηττηθεί, και μαζί τους και η έννοια της αντιπαλότητας, η συγκρουσιακή έννοια ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, που εκδιώκονταν πίσω από τον σύγχρονο πολιτικό ορίζοντα και από την Ιστορία. Ο θριαμβευτικός νεοφιλελευθερισμός και η ιδεολογία του, που προωθούνταν μιλώντας για «τέλος της ιστορίας», βιαστικά απαλλάσσονταν από αυτόν: ο Εικοστός αιώνας έγινε ο αιώνας της φρίκης, των γενοκτονιών, των ολοκληρωτισμών. Η ιστορία ηγεμονεύεται από τη μνήμη και μπερδεύεται με αυτήν, συγχέεται, σαν να ήταν συνώνυμη με αυτήν. Η αφηγηματική μνήμη που αφηγείται τον Εικοστό αιώνα είναι μνήμη του πόνου, είναι ο μάρτυρας των φρικαλεοτήτων των ολοκληρωτισμών του σύντομου αιώνα, του Ολοκαυτώματος επί των πάντων. Και αναδύεται ως κεντρικός πρωταγωνιστής το θύμα. Το θύμα τοποθετείται ως ιδανικό μοντέλο για να εμπνευστεί ο καθείς από αυτό: είναι η παθητικοποίηση του υπάρχοντος, το να υποβάλλεσαι και να υπομένεις που επιβάλλεται στη δράση, να κάνεις τίποτα, να μην αντιδράς, να μην λερώνεις τα χέρια σου ως υπέρτατη αξία της ειρηνευμένης κοινωνίας στην ομόφωνη φιλελεύθερη συναίνεση 17.

Η προσωπική ιστορία, η οικεία και οικογενειακή διάσταση, δηλαδή η ιδιωτική διάσταση, καταλαμβάνει το δημόσιο χώρο. Η Iστορία με τις μη γραμμικές, αντιφατικές διεργασίες της, με τις συγκρούσεις της εξαφανίζεται. Οι ανανεωμένες ιταλικές άρχουσες τάξεις εκφράζουν σε μια γλώσσα που είναι εν μέρει μόνο νέα, διότι είναι ήδη παρούσα αλλά όχι ακόμη πλήρως δομημένη, την αφήγηση των » θλιβερών χρόνων του μολυβιού». Αυτή τη φορά το κενό της θεσμικής πολιτικής γεμίζει με τον ιδιωτικό πόνο των θυμάτων, και ιδίως των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, των εχθρών του δημοκρατικού Κράτους. Δεν θα μπορούσαν να είναι τα θύματα των σφαγών, που στερούνται δικαστικής αλήθειας καθώς και ιστορικής, σε έναν χώρο που παραμένει αδιαφανής περιοχή. Το λέει ξεκάθαρα ο Giorgio Napolitano στην ομιλία του κατά τον εορτασμό της πρώτης Ημέρας μνήμης των θυμάτων της τρομοκρατίας, όταν δηλώνει την κυριαρχία, μέσα στην ιταλική ιστορία των χρόνων του ’70, των «ανατρεπτικών μηχανορραφιών» της «εξτρεμιστικής και επαναστατικής αριστεράς» και ειδικότερα της «διασποράς της τρομοκρατίας των ερυθρών Ταξιαρχιών» σε σχέση με εκείνες του «νεοφασιστικής δεξιάς […] με συμπαιγνίες ακόμα και μέσα στους μηχανισμούς του Κράτους». Δεν υπάρχει θαμπάδα όσον αφορά το γεγονός πως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες πολέμησαν εναντίον του Κράτους. Όσον αφορά τις συνενοχές και τις ευθύνες του κρατικού μηχανισμού στις επιθέσεις που προκάλεσαν σφαγές, αντίθετα, οι πολλές περιοχές αδιαφάνειας-θαμπάδας δεν διαλύθηκαν. Στη συνέχεια πρέπει να διευκρινίσουμε, σύμφωνα με τα στοιχεία που μας επιστρέφει η ιστορία, ότι δεν ήταν ο ένοπλος αγώνας που έκανε τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων. 18. Αλλά το θυματοποιητικό παράδειγμα-πρότυπο δεν χρειάζεται την Ιστορία για την αφήγησή του, τροφοδοτείται μιας μοναδικής κυρίαρχης μνήμης που κάποιοι θα ήθελαν να γίνει «κοινή μνήμη, κοινόχρηστη».

Το σημάδι της νέας εποχής είχε αποκαλυφθεί με παραδειγματικό τρόπο από τον κινηματογράφο λίγα χρόνια νωρίτερα, με την ταινία του Mimmo Calopresti Η δεύτερη φορά- La seconda volta (1995), μια τεχνητή απόπειρα αντιπαράθεσης-συνάντησης μεταξύ ενός πρώην τρομοκράτη και του θύματος του που αποδεικνύεται αδύνατη, επειδή δεν προβλέπεται, στην ταινία και στην πραγματικότητα, να δίνεται ο λόγος στον »δήμιο» παρά μόνο για να εκφράσει και επιβεβαιώσει την αλήθεια των νικητών. Κυριαρχεί ο υπερκείμενος μονόλογος του θύματος που δεν έχει τίποτα να ακούσει, πεπεισμένος για την απόλυτη αλλοτριότητα και τυχαιότητα αυτού που του συνέβη, αγνοώντας και ξεχνώντας ένα κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο-περιβάλλον του οποίου ήταν μέρος και μέσα στο οποίο γίνονταν πολιτική και με τα όπλα 19. Η αλλαγή του παραδείγματος-προτύπου είναι ορατή και κυρίως στην τηλεοπτική δημοσιογραφία, η οποία εγκαινιάζει, χρησιμοποιώντας τον ορισμό του De Luna, την «τηλεόραση του πόνου». Το 1989 ο Enzo Biagi, απαντώντας στη χήρα του δικαστή Terranova που σκοτώθηκε από τη μαφία, που εξέφραζε κριτική και λύπη για την επιλογή του δημοσιογράφου για συνέντευξη από τον Luciano Liggio, έλεγε: «Μοιράζομαι τον πόνο της κυρίας Terranova και του γιου του αξιωματικού Mancuso. Αλλά δεν είναι καθήκον των οικογενειών των θυμάτων να ορίζουν τι είναι σωστό και τι όχι να γίνεται στην τηλεόραση 20 ». 18 χρόνια μετά, το 2007, ο Corrado Augias καλωσόριζε την έκκληση των συγγενών των νεκρών στη Via Fani και του Giorgio Napolitano, «που είχαν φρικάρει 21 » για μια συνέντευξη που μεταδόθηκε στην τηλεόραση του πρώην ταξιαρχίτη διαχωρισμένου Alberto Franceschini που γυρίστηκε στη Via Fani. Μια τηλεόραση στην οποία ούτε καν ο Sergio Zavoli, συγγραφέας του Η νύχτα της Δημοκρατίας-La notte della Repubblica, θα έβρισκε πλέον χώρο.

Πάντα κατά την πρώτη γιορτή της ημέρας αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας, ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας, Giorgio Napolitano, ο οποίος έζησε το σύνολο και διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στην πολιτική της δεκαετίας του ’70, δήλωνε την ανάγκη να «δοθεί φωνή όχι σε όσους πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, αλλά σε εκείνους που την υπέφεραν 22 ». Εάν μείνουμε στην περίοδο που υποδεικνύεται από τον Napolitano, δηλαδή από το 1969 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80, τα δεδομένα της κοινής μνήμης και εκείνα της Ιστορίας αποκλίνουν. Για την Ιστορία, δύσκολα μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι οι ένοπλοι σχηματισμοί πυροδότησαν την τρομοκρατική βία, ειδικά εάν σιωπήσουμε αναφορικά με το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο και το περιβάλλον που βρίσκεται στην απαρχή της γέννησή τους. Το γεγονός που επιταχύνει το σχηματισμό των ένοπλων ομάδων, σύμφωνα με τις δηλώσεις εκείνων που αγωνίστηκαν σε αυτές και με μια εδραιωμένη ιστοριογραφία, είναι η σφαγή της 12ης δεκεμβρίου 1969 η οποία, πρέπει να θυμόμαστε, έρχεται στο τέλος ενός έτους που κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό ωρών απεργιών (250 εκατομμύρια συνολικά, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις κατηγορίες) και ένα επίπεδο συγκρουσιμότητας των εργατών που ούτε τα συνδικάτα, ούτε τα αριστερά κόμματα κατάφερναν να συγκρατήσουν. Το πρώτο θύμα στα χέρια μιας ένοπλης ομάδας έλαβε χώρα στη Γένοβα το 1971, κατά τη διάρκεια ληστείας από την Banda XXII Ottobre. Ο πρώτος πολιτικός φόνος είναι εκείνος του αστυνομικού κομισάριου Calabresi (1972), που θεωρήθηκε υπεύθυνος για το θάνατο του αναρχικού Giuseppe Pinelli, ο οποίος εκπαραθυρώθηκε από το αστυνομικό τμήμα ενώ ανακρίνονταν ως ύποπτος δράστης της σφαγής της piazza Fontana. Η δολοφονία του Calabresi, την ευθύνη της οποίας δεν ανέλαβε ποτέ καμία οργάνωση, θα αποδοθεί πολλά χρόνια αργότερα από ένα δικαστήριο στην Lotta Continua. Η πρώτη σχεδιασμένη εκτέλεση της οποίας την ευθύνη ανέλαβαν οι κόκκινες Ταξιαρχίες είναι του 1976.

Αλλά ο Napolitano λέει και άλλα: «Όσοι έχουν διευθετήσει τους λογαριασμούς τους με τη δικαιοσύνη έχουν το δικαίωμα να επανενταχθούν στην κοινωνία, αλλά με διακριτικότητα και μέτρο και να μην ξεχνούν ποτέ τις ηθικές τους ευθύνες ακόμα κι ας μην είναι πλέον ποινικές 23 ». Για το θυματοποιητικό πρότυπο, ο «δήμιος» δεν επιστρέφει, αφού έχει εκτίσει την ποινή του, στις λειτουργίες που έχουν ρυθμιστεί από τους νόμους του δημοκρατικού Κράτους, να είναι ένας ελεύθερος πολίτης, αλλά υποχρεούται σε μια μόνιμη κατάσταση σιωπής, λόγω ηθικών ευθυνών ακατάσβεστων, οι οποίες συνεπώς δείχνουν ένα άδειασμα των κανόνων δικαίου. Το επιβεβαιώνει η αποκαταστατική δικαιοσύνη, χρησιμοποιώντας μορφές φαινομενικά πιο ανοιχτές και συμφιλιωτικές σε σχέση με τις αυταρχικές εκείνες που εκφράστηκαν κυρίως από τις ενώσεις των θυμάτων και ενισχύθηκαν από το επικοινωνιακό σύστημα που θα επιθυμούσε ένα είδος πολιτικής ισόβιας ποινής για τους «δημίους» του ένοπλου αγώνα, αλλά στην πραγματικότητα πιο ύπουλες λόγω των επιπτώσεων που παρουσιάζουν. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη επιβεβαιώνει, θέτοντας τις βάσεις για το άδειασμα και την υπέρβαση της αμεροληψίας του δικαίου, πως η εξιλέωση μιας ποινικής τιμωρίας είναι ανεπαρκής απάντηση στο πένθος των θυμάτων, δεν εκπληρώνει το αίτημα για δικαιοσύνη, δεν επιτρέπει την ενσωμάτωση στη μήτρα της κοινότητας και την επανεκπαίδευση που το άρθρο 27 του Συντάγματος αποδίδει στην τιμωρία ως στόχο, στον επίσημο εορτασμό της δύναμης της δημοκρατίας 24 », όπως γράφει ο Luigi Manconi. Μέσα σε αυτό τον χώρο δίδεται ο λόγος, η αποκατάσταση επιτρέπεται, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από τον Giancarlo Caselli, σε εκείνους που «έχουν συνειδητοποιήσει τον παραλογισμό τους». Μπορούν να μιλήσουν χρησιμοποιώντας επικυρωμένα λόγια σε έναν εγκεκριμένο χώρο, ή για να λέμε καλύτερα, σε έναν νέο χώρο φυλακισμένο, μέσα σε μια αφήγηση που αποσκοπεί στο να επιβεβαιώσει εκείνη την ανάγνωση σύμφωνα με την οποία μέρος μιας γενιάς, οδηγούμενης από εγκληματική τρέλα και μια αιματηρή ιδεολογία, έθεσε σε κίνδυνο, για μια στιγμή, τις αντοχές του «δημοκρατικού Κράτους». Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, εκτός από το άδειασμα του δικαίου, ήμαστε μπροστά σε μια διαδρομή κληρικο-μετανοούσα και μια επιχείρηση κατασκευής κοινής μνήμης, σκοπός της οποίας είναι να αρνηθεί και να εξαλείψει το συγκρουσιακό πολιτικό σχέδιο που έχει εγγραφεί στην ιστορία. Μια περαιτέρω εμπεριστατωμένη μελέτη των εγγενών επιπτώσεων της διάστασης, όπου η ανταλλαγή μεταξύ της αναθεώρησης της καταδίκης και της ιδεολογικής αναθεώρησης είναι ενεργή προσκόλληση-συγκατάθεση στην κοινή μνήμη, με αποτέλεσμα να επηρεάζει και να διαστρεβλώνει την ανάγνωση της ιστορίας.

Μεταξύ 2006 και 2009, κατασκευάζονταν κομμάτι με κομμάτι, το μονοπώλιο του λόγου, και της ιστορίας, των θυμάτων του ένοπλου αγώνα, αρνούμενοι τη νομιμότητα της ύπαρξης των αναμνήσεων του ένοπλου αγώνα, και όχι μόνο εκείνων που δεν συμμορφώνονται με την κοινή μνήμη.Οι κύριοι πρωταγωνιστές του ένοπλου αγώνα δεν είχαν δικαίωμα να γράφουν και, πάνω απ ‘όλα, να δημοσιεύουν και να συζητούν σε δημόσιους χώρους, βροντούσε η ιταλική διανόηση από τις σελίδες των κυριότερων εφημερίδων 25. Στους πρώην μαχητές αντιτάσσονταν, σε μια μεγάλη εκστρατεία επικοινωνιακή / διαφημιστική, και πάνω από όλα ιδεολογική, από τις σελίδες των μεγάλων εφημερίδων, οι εκδόσεις των «διάσημων» παιδιών των θυμάτων, από τον Tobagi έως τον Calabresi, στην Rossa, τα βιβλία των οποίων έγιναν η νέα παράμετρος για να μπορούμε να μιλήσουμε για τα χρόνια του ’70. Ονόματα που κατέχουν σημαντικές θέσεις στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, που έχουν στη διάθεση τους ενώσεις, τα οποία έχουν μετατραπεί σε εξουσιοδοτημένους αποδέκτες της αφήγησης των «χρόνων του μολυβιού», ακριβώς δυνάμει της ταυτότητάς τους ως συγγενών των θυμάτων της «τρομοκρατίας». Όταν δίνεται στο θύμα η εξουσία της λογοκρισίας και του μονοπωλίου του λόγου, απορρίπτεται η ταυτότητά του ως θύμα. Το θύμα γίνεται άσκηση ενός επαγγέλματος λογοκριτικού, που προστατεύεται από το κέλυφος μιας υποτιθέμενης ανώτερης ηθικής.

Το θύμα και η οικογένεια του θύματος, καθαγιασμένοι στην επίσημη τελετουργία της ημέρας μνήμης, θεσμοθετημένοι από τον δημόσιο λόγο, θεαματοποιημένοι επικοινωνιακά, φτάνουν στην πραγματικότητα στο σημείο να ενσωματώνουν μια ανώτερη ηθική. Ο λόγος τους, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστός σε σχέση με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους για τους οποίους μιλά, και η θέση τους που εκφράζει απόλυτη δημόσια εκδηλωμένη στενοχώρια και πόνο, γίνεται απρόσβλητος, η κριτική καθίσταται βρισιά, προσβολή. Φτάνει κάτι πολύ λιγότερο από την κριτική, φτάνει σήμερα και μόνο το γεγονός να κατατίθεται ένας άλλος λόγος που να ξεφεύγει από τη ρητορική του πόνου και της καταδίκης του κακού, ώστε να ξεσπάσει η λογοκρισία και η δημόσια αποδοκιμασία που επιβάλλεται επικοινωνιακά, ακόμη και το άνοιγμα αρχείων – ακόμη και χωρίς την υπόθεση τέλεσης αδικήματος – από πλευράς εισαγγελιών, οι καταγγελίες ενώπιον των δικαστηρίων από τις ενώσεις των θυμάτων της τρομοκρατίας 26. Ακόμη και η συμμετοχή στην κηδεία ενός ταξιαρχίτη διαμορφώνεται ως δυνητικό έγκλημα και κοστίζει την κατηγορία της υποκίνησης εγκληματικών πράξεων. Είναι μια οργισμένη αγανάκτηση εκείνη που εξέφρασε η Benedetta Tobagi, με αφορμή το θάνατο του Prospero Gallinari, το 2013 – στου οποίου την κηδεία πήραν μέρος όχι μόνο οι σύντροφοι του, αλλά από αρκετές εκατοντάδες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων πολλών νεαρών, για την « καθαγίαση σε πρωταγωνιστή της Ιστορίας «, για τους» θύλακες που αντιστέκονται σε ένα έδαφος κοινά αποδεκτών αξιών 27 ». Είναι κατανοητή, πάνω από όλα ανθρώπινη, από εκείνους που έχουν υποστεί προσωπικές απώλειες ή ταλαιπωρία πένθος και πόνο, μια αντίδραση αγανάκτησης και διαμαρτυρίας μπροστά στον υπεύθυνο για το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας. Η έκφραση του μίσους, της εκδίκησης, της δυσαρέσκειας γίνεται κατανοητή και έχει το λόγο ύπαρξης ως προσωπικές και ιδιωτικές εκδηλώσεις του πόνου καθενός. Ανήκουν ακριβώς στην ιδιωτική σφαίρα. Και είναι εξίσου προφανές ότι ο ιδιωτικός πόνος, που μεταφέρεται στην δημόσια και θεσμοθετημένη σφαίρα, μετατρέπεται σε άσκηση λογοκρισιακής εξουσίας που δεν έχει καμία σχέση με το «σεβασμό προς τα θύματα» και τη μνήμη των θυμάτων, αλλά περισσότερο με ένα είδος σύγχρονου δικαστηρίου πολιτικού-επικοινωνιακού όπου οι «κοινές αξίες» είναι οι κυρίαρχες αξίες, χωρίς τη δυνατότητα κριτικής έκφρασης και διαφωνίας. Ο Franco Fortini το είχε εκφράσει σαφώς, ξεκάθαρα :

Οποιαδήποτε πνευματική και πολιτική δύναμη οργανώνεται ως αντίπαλη στους ήδη καθιερωμένους τρόπους έκφρασης των συμφερόντων και της θέλησης καταγγέλλεται αμέσως σαν συνεργός ή απολογητής ή εξομοιωτής της τρομοκρατίας. Οποιοσδήποτε ιστορικός ή θεωρητικός προβληματισμός σχετικά με το ρόλο και το νόημα της βίας μέσα στην ανθρώπινη ιστορία που δεν τελειώνει με τον εορτασμό και την εξύψωση, την εξύμνηση του καθεστώτος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως ανώτατης κορυφής-κορύφωσης της ανθρώπινης συνύπαρξης (και με την καταδίκη της αναζήτησης οποιουδήποτε άλλου τρόπου ή δρόμου) απορρίπτεται ως έργο διαφθοράς 28.

Είναι σαφές ότι είναι από τις πολιτικές σχέσεις εξουσίας, από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων, από τους κοινωνικούς ρόλους, από εκείνους που έχουν κερδίσει και από εκείνους που έχασαν, που το καθεστώς του θύματος είναι προσβάσιμο, επειδή τα θύματα δεν είναι όλα ίδια. Η διαφοροποίηση μεταξύ των αδύναμων θυμάτων και των ισχυρών θυμάτων, των υποκειμένων θυμάτων και των κυρίαρχων θυμάτων, και κατά συνέπεια μεταξύ των υποτελών αναμνήσεων και των κυρίαρχων αναμνήσεων, εξαρτάται από τις πολιτικές ισορροπίες δυνάμεων. Είναι πάρα πολύ τετριμμένο – και κατά βάθος είναι ακριβώς επάνω στην ανωριμότητα της ανάγνωσης και της ιστορικής κατανόησης που βασίζεται στην θυματοποιητική ιδεολογία – να επιβεβαιώνεται πως από την προοπτική που αναλαμβάνεται θα έχουν ένα διαφορετικό βάρος οι πολλές προλεταριακές σφαγές που είναι διάσπαρτες στην δημοκρατική ιστορία, οι τουφεκισμοί της αστυνομίας στους διαδηλωτές στις πλατείες, οι σφαγές – όταν ακόμη οι ΕΤ ήταν πολύ μακριά από το να υπάρχουν – και οι πεσόντες με στολή του Κράτους από τα χέρια των ΕΤ. Μια λογική που καταλήγει να καταπιεί μέσα της ακόμη και εκείνους που επικρίνουν τον θυματοποιητικό μηχανισμό, την στιγμή κατά την οποία παρουσιάζουν και αντιπαραβάλλουν θύματα στα θύματα, δίνοντάς τους τροφή και αναγνώριση ως ερμηνευτική και αξιολογική κατηγορία που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα της παγίωσης της αίσθησης και της ιστορικής και πολιτικής κατανόησης. Υπάρχουν θύματα και δολοφόνοι εκεί όπου δεν υπάρχει μια σύγκρουση. Και ότι για ένα διάστημα είκοσι χρόνων υπήρξε μια κοινωνική σύγκρουση εντός της οποίας και ο ένοπλος αγώνας βρήκε χώρο είναι εγγεγραμμένο στην Ιστορία, το λεν οι αριθμοί, οι νεκροί στα αντιτιθέμενα μέτωπα, οι ειδικοί νόμοι, η ειδική φυλακή, τα βασανιστήρια, οι εξόριστοι. Να ξεχνάμε ότι το κράτος έχει κάνει τις οικογένειες των θυμάτων της σφαγής της Πιάτσα Φοντάνα να πληρώσουν τις δικαστικές δαπάνες χωρίς καν να τους δώσουν μια δικαστική αλήθεια σίγουρα δεν μπορούμε, δεν γίνεται. Και αν η δικαστική αλήθεια δεν έχει πλέον πολύ νόημα σήμερα, είναι σημαντική αντίθετα μια ιστορική αλήθεια. Η οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί εάν η Ιστορία διαβάζεται ως σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού – όπου το καλό και τα θύματα συμπίπτουν με τις αξίες που επιβάλλονται ως κυρίαρχες, και είναι τέτοιες ακριβώς επειδή είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής και κοινωνικής ισορροπίας δυνάμεων που καθορίστηκε από το αποτέλεσμα των συγκρούσεων – , εάν η Ιστορία χρησιμοποιείται για τη θεσμοθέτηση της μνησικακίας, ως κοινωνική και πολιτική εκδίκηση των νικητών. Δεν είναι μια ιταλική ιδιαιτερότητα, είναι η ιδεολογική βάση του νεοφιλελευθερισμού και ο σκοπός της είναι ακριβώς να απομακρύνει την αντιπαλότητα , να διώξει την συγκρουσιακή διάθεση που βρίσκεται στην ιστορία και την πολιτική, αποπολιτικοποιώντας την. Αλλά η Ιταλία προηγήθηκε των καιρών σε αυτή την περίπτωση, αμφισβητώντας, αρνούμενη επανειλημμένα την πολιτική διάσταση εκείνης της σύγκρουσης: κατά την διάρκεια της ανάπτυξής της, με την πολιτική της αποφασιστικότητας, στην κατάληξη, με τον διαχωρισμό και τη λύση της «εξατομικευμένης εξόδου», απαλλασσόμενη του προβλήματος των πολιτικών κρατουμένων χωρίς να αναλαμβάνει ένα μέτρο πολιτικής φύσεως στο τέλος μιας εποχής πολιτικά και ιστορικά ολοκληρωμένης, και τέλος, σε αυτά τα τελευταία χρόνια, προσπαθώντας να διαγράψει τη μνήμη εκείνης της σύγκρουσης με την θυματοποιημένη αφήγηση και να αφαιρέσει την αυθεντικότητά της με αυτή τη μεγάλη «ψεύτικη αφήγηση» – « fake narration » που είναι η διετρολογία-συνωμοσιολογία. Να αφαιρέσουν το λόγο, και την ιστορία, σε αυτούς που υπήρξαν οι πρωταγωνιστές μιας κοινωνικής σύγκρουσης, της οποίας ο ένοπλος αγώνας ήταν αναπόσπαστο μέρος, είναι μια εξαιρετικά ιδεολογική επιχείρηση, τέλεια για να κρύβει αυτό που δεν μπορεί να σιγήσει από την άποψη της ιστορίας, στο επίπεδο της ιστορίας και που επανεμφανίζεται κάθε φορά που πλησιάζουμε στις πηγές της ιστορίας. Η μνήμη – η άμεση μαρτυρία αυτών που ενσάρκωσαν εκείνη τη σύγκρουση – είναι μία από τις πηγές για την ανασυγκρότηση της ιστορίας, και η ιστοριογραφική έρευνα μπορεί να αγνοηθεί από τη μνήμη των παιδιών και των εγγονών των θυμάτων, να είναι ανεξάρτητη από αυτές τις μνήμες, αλλά δεν μπορεί να κάνει χωρίς τις αναμνήσεις των «εκτελεστών, των δημίων». Για την Ιστορία, η ύπαρξη μιας πληθώρας αναμνήσεων, μαρτύρων των γεγονότων, σε σύγκρουση μεταξύ τους, είναι απαραίτητη για την ανακατασκευή, την κατανόηση και την αποτίμηση της κοινωνικής πολυπλοκότητας και των φαινομένων που αυτή δημιούργησε, των σχέσεων δύναμης παρόντων σε συγκεκριμένες περιστάσεις και εποχές, απαραίτητων για την ιστορική γνώση. Και όσο περισσότερο επεκτείνεται και εμβαθύνεται η μελέτη του κοινωνικού περιβάλλοντος της περιόδου, των ιστοριών, των πολιτικών διαδρομών των μαχητών των ένοπλων οργανώσεων, με άλλα λόγια, όσο περισσότερο απομακρύνεται μια ιστορική περίοδος από την «κανονικοποίηση» κάτω από την οποία συμπιέστηκε, τόσο περισσότερο πέφτουν τα κλισέ, οι κοινοτοπίες μέσα στις οποίες όλη εκείνη η εποχή των αγώνων – και των κατακτήσεων που έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά διαγραφεί σήμερα – περιορίστηκε.

Για τη σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού, μεταξύ θύματος και δημίου, για το θυματοποιητικό παράδειγμα, όλα αυτά είναι άχρηστα, Η Ιστορία είναι άχρηστη, δεν χρειάζεται: αντιθέτως, είναι ένα πρόβλημα.

Silvia De Bernardinis

α]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

1 Δες AaVv., La mappa perduta-ο χαμένος χάρτης, Roma, Sensibili alle foglie, 1994 και Steccanella Davide, Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα-Gli anni della lotta armata, Milano, Bietti, 2018.

2 De luna Giovanni, « Tribunale speciale per la difesa dello Stato-ειδικό Δικαστήριο για την υπεράσπιση του Κράτους », στο De Grazia Victoria, Luzzatto Sergio (dir.),Dizionario del fascismo-Λεξικό του φασισμού, Torino, Einaudi, 2003, vol. 2, p. 739.

3 Agamben Giorgio, « Cattive memorie-Κακές αναμνήσεις », Il Manifesto, 23 δεκεμβρίου 1997.

4 Τα παραδείγματα είναι πολυάριθμα, αναφέρω ένα πρόσφατο και εμβληματικό από την Anna Maria Vinci η οποία, αναφερόμενη στη σπουδαιότητα της μελέτης των πηγών, καταλήγει ως εξής: «Επομένως δεν ασκεί καμία μορφή «ταξιαρχίτικου υποκειμενισμού» αυτός που προσεγγίζει στην διαστρεβλωμένη και σκοτεινή πρόζα εκείνων των ανατρεπτικών κινημάτων: είναι ένα αναγκαίο πέρασμα που απαιτεί, μεταξύ άλλων, μια σημαντική κριτική προσπάθεια (και υπομονή). Οι μηρυκασμοί που δεν διαβάζονται πολλών από τις πηγές που αναφέρθηκαν αξίζουν, πράγματι, μια μη αποστασιοποιημένη αξιολόγηση του λεξιλογίου μιας γενιάς, στη συνεύρεση και / ή στη σύγκρουση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, ανάμεσα στο «οικογενειακό λεξικό» και τον πολιτικό λόγο «, Battelli Giuseppe, Vinci Anna Maria, Parole e violenza politica. Gli anni Settanta nel Novecento italiano-Λόγια και πολιτική βία. Η δεκαετία του ’70 στον ιταλικό εικοστό αιώνα, Roma, Carocci Editore, 2013, p. 21.

5 Συζήτηση του νομοσχεδίου: S. 1003 – Γερουσιαστές Rossa και άλλοι: Δημιουργία της «Ημέρας της Μνήμης» αφιερωμένης στα θύματα της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας (Εγκρίθηκε από τη μόνιμη Επιτροπή της Γερουσίας) (Α.C.2489), και των προτεινόμενων νόμων Ascierto , Angela Napoli , Zanella και άλλοι , Zanotti και άλλοι (A.C. 1071136119952007), Συνεδρίαση n. 150, 2 μάιος 2007, στο

http://documenti.camera.it/apps/nir/getRiferimentiNormativi.aspx?base=1&blnDea=0&strURL=http://documenti.camera.it/leg15/resoconti/assemblea/html/sed0150/stenografico.htm

6 D’Antona Olga, Ibid, Ίδια αναφορά

7 Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν στο The Lost Map- La mappa perduta-Ο χαμένος χάρτης, τα θύματα των ένοπλων οργανώσεων της αριστεράς ήταν 128, εκ των οποίων περισσότεροι από τους μισούς ήταν της Αστυνομίας του Κράτους (38), των Carabinieri (21), της ιδιωτικής αστυνομίας (10), της σωφρονιστικής αστυνομίας (8), των ενόπλων δυνάμεων (2) , του δικαστικού σώματος (8), πολιτικών (6).

8 Sommier Isabelle, Pentimento e dissociazione. Fine degli anni di piombo in Italia ?, Μετάνοια και διάσταση. Τέλος των ετών μολυβιού στην Ιταλία ;, στο http://www.bellaciao.org/it/spip.php?article3213

9 Patruno Roberto, « Primo sconto per i dissociati BR »,«Πρώτη έκπτωση για τους διαχωρισμένους BR», La Repubblica, 12 μαρτίου 1987.

10 Η πρώτη περίπτωση κατά την οποία ένα δικαστήριο επιτήρησης απευθύνθηκε στην Ένωση θυμάτων ήταν εκείνη του Vincenzo Acella, BR που διαχώρισε τη θέση του το 1999.

11 Tarantelli Maria Cristina, « Vittime e carnefici- Θύματα και δήμιοι», La Repubblica, 21 ιανουαρίου 1988.

12 Ο Cesare Salvi, επικεφαλής του τμήματος Δικαιοσύνης του PCI, δήλωνε: «Οι οικογένειες των θυμάτων δεν μπορούν να αποτελούν εμπορεύματα ανταλλαγής. Είναι ντροπιαστικό το γεγονός ότι το Κράτος δεν έχει εκπληρώσει τα καθήκοντά του απέναντι τους, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις συζητούμενες πρωτοβουλίες. Πρέπει να ακούσουμε τη φωνή τους, αλλά δεν μπορούμε να ξεφορτωθούμε στους ώμους τους αυτό που είναι δουλειά του κράτους », M.S.,« Το ΚΚΙ- PCI ζητάει σαφήνεια », La Repubblica, 28 Ιανουαρίου 1988.

13 Tarantelli Maria Cristina, « Έτσι το Κράτος προστατεύει τους τρομοκράτες αλλά δεν φροντίζει τα θύματα », La Repubblica, 21 ιουλίου 1989.

14 Fortini Franco, « Non è solo a voi che sto parlando-Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ », στις Απείθειες ΙΙ– Disobbedienze II, Roma, Il Manifesto Libri-Βιβλία, 1996.

15 Σε μια διαμάχη με τον τότε πρόεδρο της χριστιανοδημοκρατίας DC, Ciriaco De Mita, και με τον Υπουργό Χάρης και Δικαιοσύνης, Martelli, ο Francesco Cossiga δήλωνε: «μόνο όσοι πολέμησαν τον πόλεμο μπορούν να ζητήσουν ειρήνη», στο Rizzo Renato, «Αγαπητέ Martelli, δεν είμαστε παιδάκια »La Stampa, 18 αυγούστου 1991.

16 Διάβασε 3 αυγούστου 2004, n. 206, Νέοι κανόνες υπέρ των θυμάτων της τρομοκρατίας και των σφαγών αυτής της μήτρας – Nuove norme in favore delle vittime del terrorismo e delle stragi di tale matrice.

17 Cfr. Giglioli Daniele, Critica della vittima-Κριτική του θύματος, Milano, Nottetempo, 2014.

18 Ο αριθμός των θυμάτων, για την περίοδο από το 1969 έως το 1982, είναι 351, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσαν οι Dalla PortaDonatella, Rossi Maurizio, Σκληροί αριθμοί. Απολογισμός της ιταλικής τρομοκρατίας-Cifre crudeli. Bilancio dei terrorismi italiani, Μπολόνια, Ερευνητικό υλικό του Ινστιτούτου Cattaneo, 1984. Πιο συγκεκριμένα του ένοπλου αγώνα, σύμφωνα με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από την Progetto Memoria- Σχέδιο Μνήμης,τα θύματα που προκλήθηκαν από τους ένοπλους σχηματισμούς της αριστεράς ήταν 128 , από αυτά τα 72 προκλήθηκαν από τις δράσεις των BR όσον αφορά την περίοδο 1970-1988. Εάν εξετάσουμε την περίοδο 1970-1981 – από την ίδρυση της οργάνωσης έως την πρώτη διάσπαση της φάλαγγας Walter Alasia – τα θύματα είναι 48. Στη συνέχεια, 6 θάνατοι προκλήθηκαν από δράσεις της W. Alasia (1981-1983), 12 από τις BR-PG (μεταξύ απριλίου 1981 και οκτωβρίου 1982), 6 από τις BR-PCC (από το 1981 έως το 1988 ), βλ Ο χαμένος χάρτης-La mappa perdutaop. cit.

19 Cfr. Balzerani Barbara, Compagna luna-Συντρόφισσα Σελήνη, Roma, DeriveApprodi, 1998, p. 125-133.

20 Bolzoni Attilio, « Quell’infame discorso di Liggio-Εκείνη η βρώμικη ομιλία του Liggio », La Repubblica, 23 μαρτίου 1989.

21 Augias Corrado, « Να ακούμε τους δολοφόνους των αγαπημένων μας στην τηλεόραση », La Repubblica, 9 μαρτίου 2007.

22 Napolitano Giorgio, Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας Giorgio Napolitano στην Ημέρα Μνήμης αφιερωμένη στα θύματα της τρομοκρατίας, Palazzo del Quirinale, 9 μαΐου 2008, in http://presidenti.quirinale.it/elementi/Continua.aspx?tipo=Discorso&key=1246

23 Ibid.

24 Manconi Luigi, Graziani Federica, « Η δίκαιος χωρισμός από το βάρος  εκείνων των χρόνων-Il giusto congedo dal peso di quegli anni », Il Manifesto, 24 ιανουαρίου 2017.

25 Υπό την έννοια αυτή, ο Antonio Tabucchi ήταν πρόδρομος το 1998, με μια παρέμβαση λογοκρισίας, από τις σελίδες της Corriere della Sera, εναντίον του βιβλίου της Barbara Balzerani, Compagna Luna-Συντρόφισσα Σελήνη, που εκδόθηκε από τον οίκο Feltrinelli, και δικό του εκδοτικό οίκο, στον οποίο έστειλε τελεσίγραφο, απαιτώντας από αυτόν να επιλέξει μεταξύ της παραμονής της Balzerani ή του ιδίου. Και αυτή η απειλή έληξε υπέρ αυτού.

26 Αυτό που συνέβη με τη Barbara Balzerani όταν είπε ότι εκείνο του θύματος είναι ένα λογοκριτικό επάγγελμα με την ευκαιρία της παρουσίασης ενός από τα βιβλία της στο Centro Popolare Autogestito-Λαϊκό Αυτοδιαχειριζόμενο Κέντρο (CPA) στη Φλωρεντία στις 16 μαρτίου 2018. Με την ευκαιρία αυτή το όλο γεγονός γυρίστηκε χωρίς άδεια , με κρυφές κάμερες, και μετά μεταδόθηκε σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα με σκοπό να προκαλέσει εντυπώσεις.

27 Tobagi Benedetta, « Se il carceriere di Moro diventa eroe sul web- Αν ο δεσμοφύλακας του Moro γίνεται ήρωας στον ιστό», La Repubblica, 15 ιανουαρίου 2013, e Id., « Irriducibili. Perché gli ultimi terroristi fanno ancora discutere- Αμετακίνητοι. Γιατί οι τελευταίοι τρομοκράτες εξακολουθούν να συζητιούνται», La Repubblica, 24 ιανουαρίου 2013.

28 Fortini Franco, Non è solo a voi che sto parlandoop. cit., p. 37-38. Δεν είναι μόνο σε εσάς που μιλώ

 

Un contributo sul “Paradigma vittimario”

αυτονομία, autonomia

Εξέγερση

«η ιστορία των χρόνων ’70»

«Αυτή είναι μια ιστορία των χρόνων του ’70.
Τότε υπήρχε ένα κίνημα από γυναίκες και άνδρες που πίστευαν ότι θα άλλαζαν τον κόσμο. Ριζικά. Με μια επανάσταση.
Εκείνες οι γυναίκες και οι άνδρες σκέφτονταν ότι να τον αλλάξουν μπορούσε να είναι και διασκεδαστικό. Μάλλον ή ήταν διασκεδαστικό ή δεν άξιζε τον κόπο. Όλα και αμέσως. Δεν ήθελαν να αναβάλουν τίποτα για αργότερα.
Το πιο ριζοσπαστικό μέρος αυτού του κινήματος ήταν οι αυτόνομοι.
Στη συνέχεια εκείνο το κίνημα πιάστηκε σε μια τανάλια και συνεθλίβη. Πολλοί σταμάτησαν ή τους σταμάτησαν. Πολλοί από το κίνημα μετακινήθηκαν στους ένοπλους σχηματισμούς. Πολλοί σκέφτηκαν ότι η μόνη δικαιοσύνη ήταν η προλεταριακή. Κάποιοι, όχι λίγοι, μετάνιωσαν, μεταμελήθηκαν, δηλαδή έγιναν καταδότες.
Είναι λοιπόν και μια φοβερή ιστορία. Είναι μια ιστορία φτιαγμένη από ζωντανούς, νεκρούς και σκοτωμένους. Είναι μια οδυνηρή ιστορία για τον πόνο που προκάλεσε και υπέφερε.
Είναι μια ιστορία που μιλά για τους νέους. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που βαδίζει προς τα εξήντα. Αλλά βλέπω τον εαυτό μου νεαρό και σκέφτομαι: μας έκαναν να πληρώσουμε αλλά το διασκεδάσαμε πολύ.
Αυτή την ιστορία άρχισα να την γράφω στην ειδική φυλακή του Fossombrone το 1982. Τετράδιο και μολύβι.
Στη συνέχεια παίρνω μαζί μου το τετράδιο στην Rebibbia, όπου μεταφέρομαι.
Ο Francone μου δανείζει την Olivetti Lettera 22 του και ξεκινώ από την αρχή. Η συμφωνία είναι ξεκάθαρη: κάθε μέρα αυτός θέλει να διαβάζει και να δίνει την κρίση του: Hemingway, βατό, σκατά. Τα «σκατά» σκίζονται αμέσως μπροστά στη φάτσα του συγγραφέα.
Η εργασία επιβραδύνεται πολύ κατά τη διάρκεια των ακροάσεων της δίκης. Η γραφή μαραζώνει. Το καλοκαίρι του 1984 δίνω το τελευταίο χτύπημα. Αλλά με απελευθερώνουν και ο δεσμός με τον αδίστακτο κριτικό μου σταματά. Παίρνω μαζί μου το δακτυλογραφημένο στο Μιλάνο μέσα στις μαύρες σακούλες σκουπιδιών στις οποίες μαζεύω τα προσωπικά μου αντικείμενα. Να το δημοσιεύσω; Και από ποιον;
Μετά βγαίνει και ο Francone. Ένα βράδυ πριν από δεκαπέντε χρόνια με φέρνει στο σπίτι ο Sergio, ο επονομαζόμενος Sergino επειδή κατά τα χρόνια της αυτονομίας ήταν σχεδόν μωρό. Ο Sergio λέει: Μου αρέσει πολύ, είμαστε ακριβώς εμείς
Σιγά σιγά αρχίζει να δημοσιεύει ξεχωριστά κεφάλαια της ιστορίας σε περιοδικά, βιβλία κ.λ.π. Μετά πέρυσι εμφανίζεται. Και μου λέει: να δημοσιεύουμε τα πάντα. Λέω ναι. Εδώ είναι, να το ».

Από την εισαγωγή του συγγραφέα

Un assaggio… Μια γεύση

Parco Lambro
Χειμώνας ’76. Στο Μιλάνο η αυτομείωση των κινηματογραφικών, των συναυλιών και των θεατρικών εισιτηρίων εξαπλώνεται. Ομάδες νεαρών δίνουν ραντεβού έξω από τους κινηματογράφους και όταν είναι περίπου εκατό πάνε να διαπραγματευτούν με τους διαχειριστές. Συχνά καταλήγουν να συμφωνήσουν επάνω στην τιμή του εισιτηρίου, όταν αντίθετα η συζήτηση πηγαίνει πολύ μακριά απλά διασπούν και μπαίνουν.
Προς τον μάρτιο το φαινόμενο λαμβάνει μαζικές διαστάσεις, ειδικά τα απογεύματα της κυριακής και στις αργίες. Ακόμη και πορείες σχηματίζονται από νέους που γυρνούν από τον έναν κινηματογράφο στον άλλο, μπαίνουν στις αίθουσες διακόπτοντας τις προβολές για να προπαγανδίσουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν.
Από τα προάστια της ακραίας περιφέρειας νέοι που δεν τους είχε δει κανείς νωρίτερα εμφανίζονται από το πουθενά στις πλατείες του Μιλάνο, δεν τους γνωρίζουν ούτε τα παιδιά της αυτονομίας. Κύκλοι με ονόματα που αναφέρονται στους ινδιάνους ή απλά στους δρόμους όπου έχουν κατακτήσει χώρους: άδειες κατοικίες, καταστήματα, αποθήκες.
Ο μόνος που γνωρίζει λιγάκι τους νεαρούς των κύκλων είναι ο Matteo ο οποίος, μέσα από τα παιδιά του Baggio, ξεκίνησε συναντήσεις σε ένα παλιό σταθμό των καραμπινιέρων που εγκαταλείφθηκε και καταλήφθηκε από τα αγόρια της γειτονιάς.
Ο Matteo έγινε λίγο ο ειδικός στον χώρο του περιοδικού »Rosso» σχετικά με αυτό το κίνημα. Ήταν ο πρώτος που μίλησε για αυτό στις συναντήσεις στη via Disciplini. Είναι μόλις είκοσι χρονών, αλλά φαίνεται ότι δεν έχει ηλικία επειδή παρεμβαίνει στις συνελεύσεις στο Μιλάνο εδώ και τουλάχιστον έξι χρόνια. Με λίγα λόγια, έχει την ηλικία του κινήματος.
Πάντα περιβάλλεται, σαν να τον προστατεύουν, από ένα σμήνος παιδιών από τη γειτονιά του, ώστε έτσι να είναι δύσκολο να μιλήσεις μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο. Όπως είναι δύσκολο να τα ξεφορτωθείς στο τέλος όλων των συναντήσεων αν δεν τον συνοδεύσεις στο σπίτι. Όποιος το κάνει εκπλήσσεται.
Μένει στο τελευταίο σπίτι του Μιλάνο στο δρόμο προς Βαρέζε. Μετά το σπίτι του ξεκινά ένα λιβάδι.                                                                                                                                              Είναι παράλογο. Λίγα μέτρα μακριά μπορείς να δεις το πίσω μέρος μιας μεγάλης πινακίδας που γράφει «Μιλάνο». Το να τον συνοδεύεις τις χειμωνιάτικες νύχτες αγγίζεις την τραγωδία. Πράγματι το σπίτι του ξεπηδά ξαφνικά μες την ομίχλη, ανάμεσα στα δέντρα.
Σε εκείνο το σπίτι με κήπο, στην τελευταία συνοριακή γραμμή του Μιλάνου, ο Matteo ζει συντροφιά με μια μαϊμού και έναν αδελφό που δεν ενδιαφέρεται απολύτως για την πολιτική. Ο Matteo δεν είχε μιλήσει ποτέ σε κανέναν για την μαϊμού, οπότε μόλις μπήκα στο σπίτι του μια φορά και την είδα ξαφνιάστηκα πολύ.
Η μόνη δημόσια συγκοινωνία που φτάνει στην περιοχή του σπιτιού του είναι το 18 barrato που φεύγει από την Piazza Cairoli κάθε μισή ώρα και κάνει την τελευταία κούρσα τα μεσάνυχτα. Αν το πάρετε από τις δέκα το βράδυ και μετά μοιάζει να μπαίνετε μέσα σε ένα κόμικ τρόμου. Υπάρχει μόνο ο οδηγός που σταματά να διαβάζει την εφημερίδα κάθε μισή ώρα και φεύγει για εκείνο τον τόπο που έχει ξεχαστεί από τον θεό.Από τον Matteo κατάλαβα ότι το πρόβλημα των σκληρών ναρκωτικών, της ηρωίνης, αφορά κυρίως τους φτωχούς και τους περιθωριοποιημένους, όχι τους πλούσιους, όπως πίστευα εγώ. Στο κεφάλι μου ηρωίνη και κοκαΐνη πίστευα ότι αφορούσε μόνο ανθρώπους με πολλά χρήματα. Ο Matteo αντιθέτως με πήγε σε μερικούς δρόμους της γειτονιάς του όπου δεκάδες παιδιά τρυπιούνται, στους κήπους όπου πατάς επάνω σε σύριγγες βρώμικες από αίμα. Μου μιλάει για εκείνο τον φίλο του και για τον άλλον που πήγαιναν στο σχολείο μαζί του και τώρα τρυπιούνται τακτικά. Για εκείνους που πέθαναν από υπερβολική δόση και εκείνους που κατέληξαν στη φυλακή επειδή βρίσκονταν σε εθισμό και άρχισαν να κλέβουν στα διαμερίσματα ή να αρπάζουν απ’ τα παιδάκια χρυσές αλυσίδες.
Καταραμένες ιστορίες περιθωριοποίησης χωρίς βάση για κάποια απόπειρα λύτρωσης. Από αυτές τις θλιβερές και απελπισμένες ιστορίες που διηγείται η συνεχής πτώση αυτών των παιδιών στο τρύπημα με εντυπωσιάζει περισσότερο, έστω κι αν μερικές φορές προσπάθησαν να σταματήσουν.
– Είναι αυτοί οι καταραμένοι διακινητές, – λέει ο Matteo – τα εκβιάζουν και μόλις προσπαθήσουν να σταματήσουν πηγαίνουν σε αυτά με ότι χρειάζονται για να βαρέσουν και να πουλήσουν. Τους μεγάλους έμπορους ναρκωτικών πρέπει να τους σκοτώσουν όλους, χωρίς έλεος.
Ο Matteo κατέληξε να στήσει με τους φίλους του από το Baggio μια περιπολία που κάνει αντιπληροφόρηση επάνω στα σκληρά ναρκωτικά και τους εμπόρους. Ένα βράδυ, όλος υπερηφάνεια, μου δείχνει την «Corriere d’Informazione» που αναδεικνύει την είδηση: «Τινάζεται στον αέρα ένα μπαρ, γνωστός τόπος διακίνησης στην περιοχή Baggio». Φυσικά ο Matteo και τα παιδιά της Baggio καπνίζουν μαλακά ναρκωτικά, όπως τα καπνίζω εγώ και πολλοί σύντροφοι στο Μιλάνο.
Στα τέλη της άνοιξης με την πρώτη ζεστασιά η αυτομείωση των συναυλιών εξαπλώνεται. Όλα αυτομειώνονται, ακόμα και σε συναυλίες που διοργανώνει ο «Re Nudo». Το γεγονός αυτό διεγείρει πολύ ζωηρές συζητήσεις σε όλες τις κολεκτίβες, επειδή εκείνοι του «γυμνού Βασιλιά» είναι σύντροφοι και ζητούν μόνο τα έξοδα, ή έτσι λένε τουλάχιστον.
Η κατάσταση είναι εντελώς ανεξέλεγκτη και κανείς πλέον δεν ηγείται επί των εκατοντάδων συλλογικοτήτων στις γειτονιές, στα κατειλημμένα σπίτια, στα καταστήματα που μετατρέπονται σε κοινωνικά Κέντρα του νεανικού προλεταριάτου.
Στο Parco Lambro έγιναν πράγματα και θάματα και ο »γυμνός Βασιλιάς», λόγω του ταραχώδους κλίματος, βασίστηκε, για να διατηρήσει την τάξη επί των χιλιάδων και χιλιάδων παιδιών που αναμένονταν να φτάσουν από όλη την Ιταλία, στην ομάδα περιφρούρησης της Lotta continua.
Πολλοί περισσότεροι άνθρωποι από το αναμενόμενο καταφθάνουν. Είναι ένα απίστευτο θέαμα: σκηνές, υπνόσακοι παντού, όμορφα και λιγότερο όμορφα κορίτσια, άνθρωποι που τριγυρνούν γυμνοί, παιδάκια που κυνηγιούνται μέσα στα λιβάδια. Το βράδυ μεγασυναυλίες της Premiata Forneria Marconi, του Banco del Mutuo Soccorso και πολλών άλλων λιγότερο διάσημων συγκροτημάτων.
Ένα πάρκο άνθρωποι όπου ο Andrea, ο Coz, ο Matteo, ο Puccio, τα παιδιά της Berchet, εκείνα της Baggio, του Drin-Drin γυρνούν από εδώ κι από εκεί σαν ψάρια στο νερό έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν κάθε ευκαιρία για να σπρώξουν προς την απαλλοτρίωση
Ο Matteo με τα παιδιά του ξεκινούν από την πρώτη μέρα κυνηγώντας διακινητές ναρκωτικών. Πέφτει λιγάκι ξύλο και τα αγγλικά κλειδιά προσγειώνονται επάνω σε μερικά κεφάλια. Ήδη από την δεύτερη μέρα αυξάνεται η αγανάκτηση χιλιάδων νεαρών για τις τιμές των τροφίμων που πωλούνται στα περίπτερα των επαναστατικών οργανώσεων. Το μεσημέρι η κατάσταση καθίσταται αβάσταχτη και οι ομάδες αρχίζουν να εφορμούν στους πάγκους για να αρπάξουν φαγητό. Μικρές πορείες τριγυρίζουν το πάρκο με πλακάτ που υποδαυλίζουν την αυτομείωση. Στη συνέχεια, ξαφνικά, μια μεγάλη πορεία κατευθύνεται στο φορτηγό ψυγείο που ενοικιάζεται από τον «Re nudo» το οποίο περιέχει τα κοτόπουλα και το κρέας που μαγειρεύονται στο περίπτερο της Democrazia proletaria. Ένα αγόρι με διαβολεμένο πρόσωπο πηδά στο φορτηγό και ανοίγει την πόρτα. Βουτάει μέσα και αρχίζει να ρίχνει ωμά κοτόπουλα ανάμεσα στον κόσμο. Αμέσως άλλοι ανεβαίνουν στο φορτηγό και με ανοικτές τις πίσω πόρτες αρχίζουν να περνούν προς τα έξω κουτιά με Coca-Cola και διάφορα αναψυκτικά. Από την άλλη πλευρά σμήνη νεαρών καταλήγουν να αδειάσουν τα stand των ομάδων χωρίς καμία διάκριση. Μόνο το δικό μας της αυτονομίας δεν δέχεται επίθεση, από σεβασμό προς προηγούμενες παρεμβάσεις μας, σίγουρα όχι για τη συμπεριφορά μας εκείνες τις ημέρες, σε τίποτα ανόμοια σε οπορτουνισμό.
Το απόγευμα ο Giulio και ο Coz οδηγούν μια χιλιάδα ανθρώπους προς στο πλησιέστερο σούπερ μάρκετ, αλλά με την είσοδο τους πρέπει να υποχωρήσουν γρήγορα επειδή εκφοβιστικοί πυροβολισμοί πέφτουν από ένα σώμα αστυνομικών. Η πομπή επιστρέφει μέσα στο πάρκο μετά από επιδρομή σε όλα τα κοντινά καταστήματα. Η κατάσταση το βράδυ γίνεται εντελώς ανεξέλεγκτη και μόνο η συναυλία και τα διάφορα ναρκωτικά καταφέρνουν να ηρεμήσουν λιγάκι τα πιο αναμμένα πνεύματα.
Ένας πολύ αδύνατος τραγουδιστής ανεβαίνει στη μεγάλη σκηνή και τραγουδά ένα πολύ ωραίο τραγούδι του οποίου θυμάμαι ακόμα τα λόγια:

βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην προβοκάτσια, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Υπάρχει! υπάρχει!

ISBN: 978-88-89969-23-6
PAGINE: 208
ANNO: 2007
COLLAN Narrativa
TEMA:

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

PAOLO POZZI

Ο Paolo Pozzi (1949) αποφοίτησε στην Κοινωνιολογία στο Τρέντο το 1972. Μετακόμισε στο Μιλάνο, στρατεύεται στη συνιστώσα της εργατικής αυτονομίας που συγκεντρώθηκε γύρω από το περιοδικό «Rosso», του οποίου υπήρξε και συντάκτης. Το 1979 συνελήφθη στο πλαίσιο της έρευνας της 7ης απριλίου και εξέτισε αρκετά χρόνια στη φυλακή. Σήμερα είναι διευθυντής εταιρείας που ασχολείται με πολιτιστικά αγαθά.
φυλακές, carcere

Αναμνήσεις των κολασμένων της γης

του Alexik

“Εκεί, όπου ήταν πιο υγρά
άνοιξαν ένα τεράστιο χαντάκι
και μες τον βράχο έσκαψαν
κόγχες και τις θωράκισαν
μετά ύψωσαν πύργους γέφυρες και παρατηρητήρια
κι έβαλαν στρατιώτες, να φυλάν
μας φόρεσαν πανωφόρια
και μας αποκάλεσαν κακοποιούς                                           τέλος, θέλησαν να κλειδώσουν με κάγκελα τον ουρανό

δεν τα κατάφεραν τελείως
εκεί ψηλά
κοιτάζουμε τους γλάρους να πετούν”.

(Sante  Notarnicola, Φυλακή. Favignana 1 Ιουνίου 1973)

[Έφτασαν εδώ και λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, σε επανέκδοση από τον Pgreco, “Η νοσταλγία και η μνήμη” και “Ελεύθεροι από την σιωπή” * του Sante Notarnicola. Περιέχουν ποιήματα και κείμενα διακοσμημένα με σχέδια της Stefania Venturini και του Marco Perrone και μια μακρά συνέντευξη που παραχωρήθηκε το 1992 από τον συγγραφέα στο Radio Sherwood.]

Λέγεται ότι η ποίηση είναι μερικές φορές σε θέση να προφέρει παγκόσμιες λέξεις, έγκυρες ανά πάσα στιγμή, σε κάθε χρόνο.
Συμβαίνει με τους στίχους του Sante Notarnicola, που συντίθενται κυρίως κατά τη διάρκεια μιας φυλάκισης που διήρκεσε 21 χρόνια – από το 1967 έως το 1988.
Στίχοι που εξακολουθούν να είναι χρήσιμοι και σήμερα, και θα παραμείνουν τέτοιοι μέχρι όσο μένει όρθια και η τελευταία φυλακή.
Παρόλο που η σύνθεση του σώματος των κρατουμένων και τα επίπεδα μαχητικότητας και συνείδησής του έχουν αλλάξει, αν και οι μορφές ελέγχου έχουν τελειοποιηθεί και διαφοροποιηθεί, τα κάγκελα παραμένουν ουσιαστικά ακόμα ίδια.
Ίδια είναι η αντίδραση του ανθρώπου στην άρνηση του αέρα και των χρωμάτων, και όλου αυτού του εξωτερικού κόσμου που είναι φτιαγμένος από την απεραντοσύνη των χώρων, των τόπων και των αγαπημένων ανθρώπων.
Ίση είναι η βία στην οποία υποβάλλεται, η ένταση και ο θυμός, η αλαζονεία και η αυθαιρεσία. Ίδια είναι η απάθεια των ακίνητων ωρών, η ευαισθησία και η τρυφερότητα στις κουβέντες όταν δέχεται επισκεπτήριο και η επιθυμία.

“Συγκεκριμένη είναι η απουσία της χειρονομίας, και του χαμόγελου”. Για να αντισταθείς πρέπει να μάθεις να τα ξαναχτίζεις στον ύπνο, στην φαντασία, στις αναμνήσεις και στην ελπίδα. Η ποιητική του Sante είναι μια εκπαίδευση στη φυλακή, σου διδάσκει πώς ο συνολικός θεσμός μπορεί να σε χτυπήσει στην εσωτερική διάστασή σου, και που μπορείς να βρεις τη δύναμη να αντιδράσεις.

Μα είναι επίσης μνήμη της εξέγερσης, η εποποιία των Κολασμένων της Γης, εκείνων των φυλακισμένων που ύψωσαν το κεφάλι ενάντια στις μεσαιωνικές φυλακές και τους φασιστικούς κώδικες.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 μια νέα γενιά φυλακισμένων, λίγο απείθαρχων παιδιών εργατικών οικογενειών και ήδη εκπαιδευμένων στη σύγκρουση, άρχισε να παλεύει ενάντια στην κατασταλτική φυλακή – τη φυλακή του καθικιού και της πείνας, των ξυλοδαρμών και των υπόγειων κελιών της απομόνωσης.
Συνάντησαν συντρόφους με πολιτική εμπειρία, όπως ο Sante, και κατάλαβαν ότι εάν ήθελαν να βελτιώσουν την κατάστασή τους έπρεπε να κάνουν σαν τους πατεράδες τους στα εργοστάσια, όχι πλέον με ατομικές χειρονομίες εξέγερσης αλλά ενωμένοι σε μια συλλογική δύναμη.Έτσι άρχισαν να σταματούν στον προαυλισμό, μπροστά στους τρομαγμένους ανθρωποφύλακες, άρχισαν να γράφουν, να επικοινωνούν με τον έξω κόσμο, να μεταμορφώνουν τις δίκες σε βήματα καταγγελίας των συνθηκών φυλάκισης.
Σε ένα κρεσέντο ανυπακοής άρπαξαν τις φυλακές, ακόμα και 20 κάθε φορά σε όλη την Ιταλία. Και τις κατέστρεψαν, για το δικαίωμα στην τροφή και το στυλό, στις επισκέψεις και στο βιβλίο, στην αξιοπρέπεια και την απόδραση.
Υποβλήθηκαν σε ξυλοδαρμούς, απομόνωση, κελιά κυρώσεων, συνεχείς μετακινήσεις, νέα χρόνια ποινής για να εκτίσουν.
Άφησαν τρεις καμένους νεκρούς στην San Vittore στον αγώνα για να πάρουν το δικαίωμα στo καμινέτο στρατοπέδου, τη δυνατότητα μαγειρέματος στο κελί.

Στα κελιά στην San Vittore τρία πέτρινα λουλούδια” .

Έξω η εξέγερση διαπερνούσε το σχολείο, την οικογένεια και το εργοστάσιο.
Κάθε εβδομάδα, δεκάδες χιλιάδες πορεύονταν κάτω από τα τείχη της San Vittore.
Η Lotta Continua και ο Re Nudo έδιδαν φωνή στις εξεγέρσεις των φυλακισμένων, η Soccorso Rosso ηθική και υλική υποστήριξη.
Οι φοιτητές συρρέουν στις φυλακές λόγω συλλήψεων μετά από κάθε πορεία, φέρνοντας μέσα βιβλία για πολιτική εκπαίδευση. Οι Frantz Fanon, George Jackson, ο Eldridge Cleaver, ο Bobby Seale και ο Malcolm X συνέβαλαν στη μετατροπή των κοινών κρατουμένων σε συντρόφους, οι οποίοι επανενώνονταν στο κίνημα όταν έβγαιναν.
Η Επιτροπή Φυλακών της Lotta Continua γεννήθηκε, οι αποδράσεις ομάδων αυξήθηκαν.
Έπρεπε να τους σταματήσουν.

Τον μάιο του ’74 μια απόπειρα απόδρασης από την φυλακή της Alessandria καταλήγει με επτά νεκρούς και 15 τραυματίες  sette morti e 15 feriti μεταξύ κρατουμένων και ομήρων, μετά από ένα blitz των καραμπινιέρων του dalla Chiesa. Τον φεβρουάριο είχε ήδη σκοτωθεί ο κρατούμενος Giancarlo Del Padrone από μια ριπή αυτόματου ενός φύλακα, στην διάρκεια μιας διαμαρτυρίας στην στέγη των Murate. Στα τέλη της χρονιάς ήταν η σειρά του Venanzio Marchetti στην Piacenza.

Η σφαγή της Alessandria υπονόμευσε οριστικά τη σχέση ανάμεσα στη φυλακή και τη Lotta Continua, κατηγορούμενη ότι δεν γνώριζε πώς να υπερασπιστεί τους αγώνες.Το βλέμμα των κρατουμένων άρχισε να στρέφεται αλλού: εκείνο το έτος γεννιούνται οι N.A.P, ο Curcio δραπέτευσε από την Casale Monferrato χάρη σε μια θεαματική δράση που οργανώθηκε από το εξωτερικό της φυλακής.

Εν τω μεταξύ, το Κράτος εργάζονταν για την οριστική απόκλιση της σωφρονιστικής διαδρομής των κοινών κρατουμένων από εκείνη των πολιτικών και των εξεγερσιακών.
Από εκεί και στη συνέχεια θα ολοκληρωθεί η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος που αντικατέστησε τον παλαιό φασιστικό κώδικα, αναγνωρίζοντας (τουλάχιστον στο χαρτί) τους κρατούμενους ως νομικό αντικείμενο δικαίου και μετριάζοντας (πάντα στο χαρτί) ορισμένες πτυχές της αγριότητας της φυλακής. Εγκαινιάζονταν ένα μοντέλο κράτησης θεραπευτικού τύπου το οποίο προέβλεπε μια διαδρομή σε στάδια για την επανένταξη του φυλακισμένου στην κοινωνία, αφού καθαρίστηκε από τον ανατρεπτικό χαρακτήρα του, μέσω χορήγησης αδειών ανταμοιβής, μερικής απελευθέρωσης, εξωτερικής εργασίας κ.λ.π. Μέσα της περιείχε επίσης ένα δηλητηριασμένο φρούτο, το άρθρο 90, το οποίο επέτρεπε στο Υπουργείο Χάριτος και Δικαιοσύνης να αναστέλλει κάθε δικαίωμα ή προστασία κατά βούληση λόγω «σοβαρών και εξαιρετικών λόγους τάξης και ασφάλειας».

Ολοκληρώνονταν επίσης και το σχέδιο, που εκ νέου ανατέθηκε στον dalla Chiesa, για τον εντοπισμό και τη δημιουργία ειδικών φυλακών. Τάφοι που προορίζονταν για τους ζωντανούς όπου συγκεντρώνονταν οι αγωνιστές του ένοπλου αγώνα και της κοινωνικής ανατροπής, οι βετεράνοι των αποδράσεων, οι πρωτοπορίες των κινητοποιήσεων των φυλακών.

“Μεταξύ ιουλίου και αυγούστου 1977 περίπου 2500 αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν με τρένα, ελικόπτερα, αεροπλάνα σε πέντε φυλακές: Fossombrone, Termini Imerese, Asinara, Favignana, Nuoro. Αυτές οι μεταφορές πραγματοποιήθηκαν με μια πραγματική στρατιωτική επιχείρηση“.

Στον Sante έλαχε η Asinara: «Εκεί άρχισα να αισθάνομαι πεινασμένος και πάλι (και είμαι αρκετά λιτοδίαιτος, κάποιος που είναι ικανοποιημένος με λίγα … αλλά εκεί το πράγμα ήταν επιστημονικό), γιατί ακριβώς με την λιμοκτονία, καθώς και με τους ξυλοδαρμούς και όλα τα υπόλοιπα, ήθελαν να μας εξοντώσουν ».
Και μετά η υποχρεωτική σιωπή, η υγρασία και το κρύο, τα γυάλινα χωρίσματα στις επισκέψεις, η παρενόχληση και οι ύβρεις στους συγγενείς. Ιατρική περίθαλψη μηδέν. Στις ειδικές ο Fabrizio Pelli αφέθηκε να πεθάνει από λευχαιμία.

“Αιωρούνται
τα υπολείμματα της μέρας
και
μες το λιτό φως
ακούμε μια θάλασσα
παραιτημένη
στην ώθηση των ανέμων.
Παρατηρούμε έναν λευκό τοίχο

Παρατηρούμε έναν σκληρό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο γεμάτο εξογκώματα
Παρατηρούμε έναν επιθετικό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο
έναν τοίχο
έναν τοίχο
που σφυροκοπεί
τοίχο
επάνω στον οποίο συνεχίζουμε
να γράφουμε…
Σε αυτό το τοπίο μέσα
ξένο στην ψυχή
με έναν τοίχο
θα ήθελαν να ισοπεδώσουν
τις συνειδήσεις μας.”

(Lager. Asinara 22 αυγούστου 1977)

Εκείνος ο τείχος τινάχτηκε στον αέρα με πλαστικό το 1979, μαζί με την μισή φυλακή. Το 1980 οι τελευταίοι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν υπό την πίεση της απαγωγής d’Urso και της εξέγερσης της φυλακής του Trani, που πνίγηκε στο αίμα (πάντα υψηλότερο ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί).
Η Asinara έκλεισε, αλλά όχι οριστικά, παραμένοντας διαθέσιμη για τα βασανιστήρια μιας επόμενης δεκαετίας.
Σε αντιστάθμισμα ο ειδικός εγκλεισμός εξυπηρετούσε πραγματικά την ισοπέδωση των συνειδήσεων.

Με την Μεγάλη Στροφή
ήρθε η αποκατάσταση
και υπήρξαν απαραίτητες
οι πέτρες και οι χάλυβες.
Γρήγορα αποπροσανατολιστήκαμε
χάσαμε τους σκοπούς μας και δεν ήταν πλέον δυνατό να ζήσουμε πάνω από τις ρίγες.
Σε μια γωνιά
μια γυναίκα περιμένει ακόμα σήμερα.
Ένα μεγάλο δάκρυ 
γλιστρά μακριά.
Πολύ μεγάλο για να στεγνώσει“.

(Ένα δάκρυ)

Πικρά ποιήματα όπως η προδοσία, ένα τρέχον θέμα στην τεσσαρακοστή επέτειο της 7ης απριλίου.

Το ότι έμπλεξαν τον Negri ως τηλεφωνητή της υπόθεσης Moro, σήμαινε ότι τον ανάγκασαν, για να απενοχοποιήσει τον εαυτό του, να εξηγεί – ως λαμπρός διανοούμενος που ήταν – τι ακριβώς ήταν το επαναστατικό κίνημα. Και αυτός έκανε 10-15 ώρες ανάκρισης, εξηγώντας τα πάντα …
… μέχρι τότε κανένας κρατούμενος, από το μεγαλύτερο ηγετικό στέλεχος στον πιο απροετοίμαστο σύντροφο, είχε αποδεχτεί μια σχέση με το δικαστικό σώμα. Ξέρω δεκάδες και δεκάδες παιδιά που επειδή δεν απάντησαν στις ερωτήσεις των δικαστών άρπαξαν 10-15 χρόνια στη φυλακή και όλοι τους χέστηκαν, χωρίς να λένε μια λέξη. Η εξήγηση μιας περίστασης θα τους έσωζε χρόνια, και δεν το έκαναν“.

Τι απομένει μετά από πολύ καιρό, ως κληρονομιά αυτών των παλιών ιστοριών;

-Η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος του ’75 λειτούργησε πράγματι για να αποδυναμώσει τις αναταραχές στις συνηθισμένες φυλακές, παρέχοντας στους περισσότερους κρατουμένους μια διέξοδο από αυτούς τους τοίχους μέσα από μια ικανοποιητική σταδιακή πορεία επιβράβευσης που θα κερδηθεί με την καλή συμπεριφορά και την τάση προς τη μετάνοια.
Με τον τρόπο αυτό η καθημερινή βία στα σωφρονιστικά ιδρύματα του κοινού κυκλώματος απέκτησε νέες δυνατότητες εκβιασμού, δεδομένου ότι οποιαδήποτε αντίδραση στην κατάχρηση ενός φύλακα θα μπορούσε να εμποδίσει την πρόσβαση των κρατουμένων σε άδειες, ή να διακόψει την πορεία προς την ημιελευθερία.
Και η κατάσταση είναι ακόμη αυτή.

-Η διάσταση-ο διαχωρισμός διέσχισε τις δεκαετίες, καθορίζοντας όχι μόνο την πολιτική ήττα της επαναστατικής προσπάθειας της εποχής, αλλά προσαρμοζόμενος στις μεταβαλλόμενες εποχές. Και μας αφορά.
Επέστρεψε κατά τη διάρκεια της G8 στη Γένοβα μέσω της λογικής της διαφοροποίησης μεταξύ καλών και κακών που κατέστρεψε το κίνημα, με τον Bertinotti να μας ζητά να «διαχωριστούμε από τη βία εκείνων που πέταξαν μια πέτρα».
Έχει επιστρέψει τα τελευταία χρόνια, εκταφιασμένη από εκείνους που ζητούσαν από τους εργαζόμενους του εφοδιασμού να «διαχωριστούν από τη βία των πικετοφοριών».

-Οι νόμοι της μόνιμης έκτακτης ανάγκης είναι στρωματοποιημένοι και αποτελούν πλέον τον κανόνα για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε κοινωνικού προβλήματος. Ο ποινικός λαϊκισμός τρελαίνεται.

-Το άρθρο 90 εξελίχθηκε στην υψηλή ασφάλεια και στο βάσανο του 41bis. Υπάρχουν άνθρωποι ακόμα μέσα, από τότε. Η Altra συνεχίζει να μας αποτελειώνει.

-Στη φυλακή συνεχίζουν να πεθαίνουν και να υποφέρουν βία.
Ιστορίες του χθες στο Viterbo:

«Έχω υποστεί βία, σοβαρές σωματικές βλάβες και διάφορα βασανιστήρια». «Με κρατούσαν χειμωνιάτικα με το σώβρακο για μέρες σε ένα» γυμνό κελί «και με γέμισαν γροθιές. Το κεφάλι μου είναι γεμάτο από ουλές». «Έχουν τρεις ομάδες μόνο για να χτυπούν φυλακισμένους». «Βοηθήστε με να την κάνω από αυτή τη φυλακή». «Αν πω κάτι εδώ με χτυπούν». «Εδώ προσπαθούμε να επιβιώσουμε στις αδικίες και να μείνουμε στη θέση μας, πάντα με σταθερά τα νεύρα. Όλο και περισσότερο επιστρέφω να πείθομαι ότι βρίσκομαι στην κόλαση. Δεχόμαστε ταπεινώσεις από τους φρουρούς όταν στις εβδομαδιαίες έρευνες που πραγματοποιούν αφήνουν το κελί άνω κάτω… Η στολή που φορούν τους δίνει μια εξουσία, δεν τους δίνει καμιά τιμή και μπορούν συνεπώς να βιαιοπραγούν στον κρατούμενο, όπως και όταν το θέλουν, να τον καθιστούν αβοήθητο … υπάρχουν αρκετές ιστορίες ξυλοδαρμών που έχουν υποστεί κάποιοι κρατούμενοι του ίδιου τμήματος μου και παραμένουν κρυμμένοι στη σιωπή. Εδώ ζούμε με τον ατομικό φόβο, το σκοτάδι, τους εφιάλτες. Προς το παρόν εξακολουθώ να επιβιώνω, αλλά όταν βγω από αυτή την τρύπα θα αγωνιστώ ώστε η αλήθεια να βγει προς τα έξω».1

Τι μένει τότε;
Βιβλία παλιών ισοβιτών, πολύτιμα εργαλεία.
Που μας διδάσκουν να αντιστεκόμαστε με αξιοπρέπεια, να σπάμε τη σιωπή, να κρατούμε ίσια την πλάτη.

 

* “Liberi dal silenzio” περικλείει “Materiale interessante“, που δημοσιεύτηκε το 1997 για τις εκδόσεις- le Edizioni della Battaglia, και “…Camminare sotto il cielo di notte“, που δημοσιεύτηκε το 1993 απότην Calusca.


  1. Patrizio Gonnella, Viterbo, un carcere dove vige il terrore, Il manifesto, 5 απριλίου 2019 
αυτονομία, autonomia

ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ BOLOGNA: ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΔΙΧΩΣ ΔΙΕΞΟΔΟΥΣ.

Τους επόμενους μήνες, τα κόμματα της κυβερνητικής πλειοψηφίας καταλήγουν σε μια συμφωνία για την δρομολόγηση και την έγκριση μιας σειράς διαταγμάτων για τη δημόσια τάξη που επιδεινώνουν με ανελεύθερο τρόπο το νόμο Reale. Η ειδική φυλακή ιδρύεται επίσης με σκοπό να συγκεντρωθούν οι πολιτικοί κρατούμενοι και οι «κοινοί» που θεωρούνται πιο επικίνδυνοι. Αυτά τα μέτρα, καταργώντας θεμελιώδεις εγγυήσεις του συνταγματικού δικαίου, διαμορφώνουν τα χαρακτηριστικά ενός νέου «κράτους έκτακτης ανάγκης». Η πλειοψηφία των «αναγνωρισμένου κύρους δημοκρατικών προσωπικοτήτων» της διοίκησης της δικαιοσύνης, της πολιτικής και του πολιτισμού σιωπούν ή συναινούν, και μόνο λίγες και ασθενικές φωνές ανυψώνονται για να καταγγείλουν τους κινδύνους αυτής της περαιτέρω αυταρχικής στροφής των θεσμών του κράτους. Σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στη «Lotta Continua» στις 6 αυγούστου με τίτλο «Η δημόσια τάξη σε μια ‘ελεύθερη’ χώρα ή η ένδειξη υποψίας», έτσι γράφει ο δικηγόρος Luca Boneschi: «Ο Cossiga είπε πριν από κάποια εβδομάδα [ …] ότι η Ιταλία είναι η πιο ελεύθερη χώρα στον κόσμο.

Αποτέλεσμα εικόνας για quotidiano lotta continua 6 agosto 1977

Αντί να χαιρετιστεί με γέλιο και να σχολιαστεί με αίσθηση του χιούμορ, η δήλωση μεταφέρθηκε, με την τυπική δουλικότητα των διαφόρων Piero Ottone, στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων σαν να ήταν ένα σοβαρό πράγμα. Και αυτό με οδήγησε να προβληματιστώ. Σίγουρα, είναι μόνο ζήτημα κατανόησης: η Ιταλία είναι η πιο ελεύθερη χώρα του κόσμου.«Είναι ελεύθερη να έχει για υπουργό Εσωτερικών ακριβώς ένα Cossiga, εκείνον που στέλνει στους δρόμους στις 12 μαΐου στη Ρώμη τους πράκτορες μεταμφιεσμένους και οπλισμένους για να προκαλέσουν και να σκοτώσουν, που δέρνει βουλευτές όπως ο Mimmo Pinto, που αποτυγχάνει σε οποιονδήποτε κανόνα διαλόγου παρέχοντας σε πρώτη μετάδοση τις ηχογραφήσεις των τηλεοπτικών εκπομπών του Pannella για να απαντήσει προσβάλλοντας, που στέλνει τους πράκτορές του να τριγυρνούν στους δρόμους πυροβολώντας ενάντια σε οποιονδήποτε έχει μια συμπεριφορά «ύποπτη» και τον σκοτώνει. Αυτός είναι πάντα εκεί, να κάνει τον υπουργό με την σύμφωνη γνώμη της ιστορικής αριστεράς: αυτή ναι και είναι ελευθερία.«Ελεύθερη, η Ιταλία, ακόμη και να μετρά μέσα στην πρόσφατη ιστορία της υπουργούς μαφιόζους, και να ακούμε τον Μoro να υπερασπίζεται υπουργούς κλέφτες, και να έχουμε μια κυβέρνηση που να στηρίζεται από έναν υπουργό εφ’ όρου ζωής όπως ο Αndreotti, πάντα παρόντα στα σημεία κλειδιά της εξουσίας […].

Αποτέλεσμα εικόνας για convegno bologna settembre 1977, foto

«Για πολλούς η Ιταλία είναι μια πολύ ελεύθερη χώρα: για παράδειγμα για τους καραμπινιέρους οι οποίοι, πέρα από το να μπορούν να πυροβολούν κατά βούληση, έχουν γίνει και εκτελεστές με εγκώμιο […]. «Για παράδειγμα, ακόμη, ελεύθερη για τη Roche, που μπορεί να δηλητηριάζει ολόκληρα χωριά χωρίς πρακτικές συνέπειες, και για τη δημόσια αρχή της περιοχής της Λομβαρδίας, η οποία σπαταλά δισεκατομμύρια σε ένα ψεύτικο έργο αποκατάστασης επάνω στο πετσί των πληθυσμών.«Τώρα, γίνεται ελεύθερη χώρα και για το PCI-ΚΚΙ: το οποίο κρατήθηκε πάντα πολύ μακριά από οποιοδήποτε κέντρο εξουσίας και κατηγορήθηκε για τα πιο βάναυσα πράγματα μέχρι να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τις δημοκρατικές ελευθερίες, αλλά σήμερα, υπογράφει μια προγραμματική συμφωνία που καταστέλλει τις πολιτικές και αστικές ελευθερίες, με θέμα τη δημόσια τάξη, που αποδέχεται το φρικτό σύμφωνο με τις πολυεθνικές για το θέμα των πυρηνικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο προωθεί έναν καταπιεστικό σχεδιασμό της κοινωνίας προσανατολισμένης στην απόδοση, αποτελεί μέρος της κυβερνητικής πλειοψηφίας και έχει πρόσβαση στα δημόσια αξιώματα.«Αυτό νομίζω ότι είναι το κεντρικό σημείο μιας συζήτησης σχετικά με την καταστολή (ή την ελευθερία) σήμερα στην Ιταλία: διότι καταστολή υπέστημεν από πάντα, από το 1948 μέχρι σήμερα, και σίγουρα από το 1968, όταν το σύνθημα ‘η καταστολή δεν θα περάσει’ ήταν ότι περισσότερο ψεύτικο μπορούσε να ειπωθεί. Μόνο που τα τελευταία χρόνια, ακόμη και με αβεβαιότητες, βραδύτητες και λάθη, το PCI κατέληγε να βρίσκεται προς την σωστή πλευρά και να υπερασπίζεται τις ελευθερίες όλων, ενώ τώρα έκανε μια σαφή επιλογή: πρόσβαση στην «εξουσία» σε αντάλλαγμα για το αστυνομικό κράτος.

Σχετική εικόνα

Και να που, πέρα από κάθε λογική τόσο βιομηχανικής ανάπτυξης όσο και των αναγκών της χώρας, το P.C.I. υποστηρίζει και επιβάλλει την κατασκευή πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής (που συνεπάγονται, για παράδειγμα, οικονομική, τεχνολογική και πολιτική εξάρτηση, πολύ σοβαρούς κινδύνους όσον αφορά την υγεία και την ασφάλεια των πληθυσμών, μη αναστρέψιμα περιβαλλοντικά σφάλματα και αποτυχίες, έκτακτα εσωτερικά μέτρα δημόσιας τάξης), επιτίθεται και επιδιώκει να τροποποιήσει, καθιστώντας ανέφικτο, ένα δημοκρατικό μέσο πάλης, από τα κάτω, και προστασίας των μειονοτήτων, όπως το δημοψήφισμα, δέχεται να εξαλείψει ολόκληρα άρθρα του δημοκρατικού Συντάγματος με τις νέες προτάσεις για τη δημόσια τάξη οι οποίες, επικίνδυνες από μόνες τους, αντιπροσωπεύουν την επικύρωση εκ των προτέρων του νόμου Reale, ενάντια στον οποίον το PCI είχε (αν και με το ζόρι) ψηφίσει […] «Εάν αυτό το είδος μέτρων γίνει νόμος, πιστεύω ότι η Ιταλία θα είναι αναμφισβήτητα η πιο ελεύθερη χώρα στον κόσμο για κυβερνήτες και αστυνομικούς, για να εκφοβίζουν να παραποιούν, να παραβιάζουν τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα. Με λίγα λόγια, ο φασιστικός κώδικας θα καταλήξει να μοιάζει με παράδειγμα φωτισμένου φιλελευθερισμού, και το Σύνταγμα, που δεν εφαρμόστηκε για πολλά χρόνια σε πολλά μέρη του, υπονομεύεται τώρα αποφασιστικά: αυτό είναι το τίμημα, απολύτως παράλογο, που η ιστορική αριστερά πληρώνει για την «εξουσία».» (15).

A quarant'anni di distanza, una playlist per raccontare il 1977 in Italia - Foto di Enrico Scuro

Από το Παρίσι μια ομάδα γάλλων διανοουμένων συντάσσει μια έκκληση (βλέπε κεφάλαιο 11) κατά της καταστολής στην Ιταλία Η πρωτοβουλία προκαλεί μια σκληρή δημόσια διαμάχη μεταξύ των ιταλών διανοουμένων σχετικά με το ρόλο τους σε σχέση με τη συνεχιζόμενη πολιτική σύγκρουση μεταξύ του κομματικού συστήματος και του κινήματος. Η συζήτηση σύντομα ξεπερνά τις έδρες της επίσημης πνευματικότητας, συγκεκριμενοποιούμενη μέσα στην πρόταση για μια εθνική συνδιάσκεψη του Κινήματος επάνω στην καταστολή που καλείται για τον σεπτέμβριο στη Μπολόνια. Ενώ το Κ.Κ.I., το οποίο κυβερνά την πόλη, δεν αντιτίθεται στο σχέδιο, αποδεχόμενο την «πρόκληση», σχεδόν ολόκληρος ο τύπος τονίζει το γεγονός, απεικονίζοντας καταστροφικά σενάρια σύμφωνα με οποία ορδές ένοπλων χουλιγκάνων θα μπορούσαν να προκαλέσουν εκτεταμένες λεηλασίες και καταστροφές. Για την περίσταση, το υπουργείο εσωτερικών προδιαθέτει έξι χιλιάδες αστυνομικούς για να φρουρούν τα νευραλγικά σημεία της πόλης, ειδικά γύρω από τη φυλακή, όπου ορισμένα μέλη του κινήματος είναι έγκλειστα και το δικαστικό σώμα θεωρεί πως είναι υπεύθυνα για την «συνωμοσία» των εξεγερτικών ημερών του μαρτίου. Και η τοπική ομοσπονδία του Κ.Κ.Ι., μετά τη διακήρυξη από το στόμα του αρχηγού του και δημάρχου της πόλης Zangheri «Μπολόνια, η πιο ελεύθερη πόλη του κόσμου», ενεργοποιεί το σύνολο των αγωνιστών του με λειτουργίες «ελέγχου και επαγρύπνησης».

Σχετική εικόνα

Στο κίνημα η είδηση για το ραντεβού της Μπολόνια δημιουργεί αυθόρμητα μια άνευ προηγουμένου κινητοποίηση. Στις 22, 23 και 24 σεπτεμβρίου η Μπολόνια εισβάλλεται από εκατό χιλιάδες νέους που προέρχονται από όλη την Ιταλία, ακόμη και από τα πιο περιφερειακά κέντρα. Τρένα, λεωφορεία, φάλαγγες αυτοκινήτων μεταφέρουν ποτάμια πολύχρωμου κόσμου με σακίδια, κουβέρτες, υπνόσακους, κοστούμια, μουσικά όργανα. Οι δρόμοι του κέντρου διασχίζονται από ασταμάτητες ροές χιλιάδων ανθρώπων. Οι πλατείες, τα πάρκα, τα δημόσια κτίρια μετατρέπονται σε τεράστιους καταυλισμούς.Στους δρόμους ζωγραφίζουν, χορεύουν, τραγουδούν, παίζουν, παίζουν και ακούν μουσική, θέατρο, κινούμενα σχέδια. Aλλά δεν είναι μόνο ένα «συνεχές πάρτι» που το ζουν ως ανάγκη να συναντηθούν, να μιλήσουν και να αναμετρηθούν μέσα στον πλούτο των διαφορετικών αμοιβαίων εμπειριών.

Αποτέλεσμα εικόνας για convegno bologna settembre 1977, foto
Στην πραγματικότητα, μαζί με την εορταστική μάζα των ανώνυμων μελών του κινήματος, και τα «στρατεύματα» των οργανωμένων πολιτικών ομάδων και των «παρατηρητών» των μαχητικών σχηματισμών που έχουν ενισχυθεί προσγειώνονται στη Μπολόνια. Εκείνες τις ημέρες όλες οι εκφράσεις της «πολιτικής τάξης» του κινήματος θέτουν εκ νέου επί τάπητος το μακροχρόνιο πρόβλημα που πρέπει να επιλύσουν, της στρατηγικής γραμμής της οργάνωσης και του προγράμματος.Όλες οι οργανωμένες ομάδες έρχονται ήδη σε παράταξη, η καθεμιά στη δική της προκαθορισμένη θέση, στη δική της τοποθέτηση, με πολλούς σεχταριστικούς πειρασμούς και ελάχιστη προθυμία να επιδιώξουν κάποια ομοιογένεια. Μέσα στο κλειστό γήπεδο δέκα χιλιάδες αγωνιστές των διαφόρων οργανώσεων, περισσότερο από το να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, συγκρούονται και κάποιες στιγμές και σωματικά. Το Palazzetto dello Sport γίνεται αρένα και παλκοσένικο στο οποίο κάθε πολιτική θέση δίνει την παράστασή της, δηλώνοντας ότι από εκείνη τη στιγμή θα ασκεί έτσι κι αλλιώς το δικό της σχέδιο.
Αποτέλεσμα εικόνας για convegno bologna settembre 1977, foto
Οι μοναδικές τακτικές συμμαχίες οριοθετούνται μεταξύ των συνιστωσών της οργανωμένης εργατικής Αυτονομίας ως συνάρτηση της επίσημης κατάκτησης της «πολιτικής κατεύθυνσης» επί του κινήματος. Για αυτές τις συνιστώσες είναι μια στιγμή αναπαράστασης δύναμης που συμβολικά επιλύεται με την «απέλαση» των άλλων συνιστωσών που θεωρούνται ως η «δεξιά» του κινήματος. Έτσι λαμβάνει χώρα η εκδίωξη πρώτα του MLS, μετά της Avanguardia operaia και τελικά της Lotta continua. Η συντριπτική πλειοψηφία του κινήματος ζει με ανάμικτα συναισθήματα τις πληγές που συμβαίνουν στον τόπο στον οποίον έχει ανατεθεί η πολιτική λύση των κυριότερων στρατηγικών προβλημάτων που σφίγγουν σαν τανάλια εδώ και μήνες το κίνημα. Επί τρεις ημέρες αναμειγνύονται και εναλλάσσονται ανυπόμονη αποξένωση και αγωνιώδης προσδοκία για τα αποτελέσματα του μεγαλύτερου διαλόγου που τέθηκε σε εφαρμογή από το κίνημα.
Σχετική εικόνα
Από αυτή την άποψη, η θέση της δημιουργικής συνιστώσας του κινήματος είναι ιδιαίτερα σημαντική, της οποίας η κινητήρια δύναμη βρίσκεται ακριβώς στη Μπολόνια. Ένας από τους πρωταγωνιστές της την περιγράφει ως εξής: «Το ‘A / traverso’ κυκλοφόρησε τον ιούνιο του ’77 με ένα νούμερο με τον τίτλο: ‘Η επανάσταση τελείωσε, κερδίσαμε’. Πολλοί διάβασαν τον τίτλο ως ένα ειρωνικό αστείο. Στην πραγματικότητα έπρεπε να ληφθεί υπόψιν πολύ σοβαρά και κυριολεκτικά.
Εκεί όπου τα επαναστατικά κινήματα του Εικοστού αιώνα νόμιζαν ότι μπορούσαν να ανατρέψουν και να ξεπεράσουν την καπιταλιστική κοινωνική μορφή, το αυτόνομο κίνημα έθετε τις προϋποθέσεις για μια νέα αντίληψη της απελευθερωτικής διαδικασίας.«Αυτή η νέα αντίληψη δεν συνεπάγονταν μια ρήξη του πολιτικού συστήματος εξουσίας, αλλά τη δημιουργία ενός κοινωνικού χώρου ικανού να ενσαρκώσει την ουτοπία μιας κοινότητας που ξυπνά και αναδιοργανώνεται έξω από το κυρίαρχο πρότυπο της οικονομικής ανταλλαγής εργασίας και μισθών. Η εξάλειψη της εργασίας γίνεται η αντικειμενική τάση, η σιωπηρή δυνατότητα της τεχνολογίας και του κοινωνικού συστήματος της γνώσης. Το μοντέλο της πολιτικής επανάστασης δεν μπορεί πλέον να εφαρμοστεί: με αυτή την έννοια η επανάσταση τελείωσε «. Αλλά το δεύτερο μέρος του τίτλου είναι πιο δύσκολο να ερμηνευτεί.
Σχετική εικόνα
Τι σημαίνει «έχουμε κερδίσει, νικήσαμε»; Προσπαθήσαμε με αυτή τη φράση, σαν να ήταν ένα είδος εξορκισμού, ή μάλλον η ένδειξη μίας ψυχικής στάσης, να δημιουργήσουμε τις συνθήκες για να αντιμετωπιστεί με όρους συνειδητού και συλλογικού πειραματισμού η διαδικασία της εξάλειψης της εργασίας, η διαδικασία εκείνη που ωρίμασε από τον τεράστιο μετασχηματισμό που καθορίστηκε από τις σύγχρονες τεχνολογίες, από τη συνεισφορά τεχνικο-επιστημονικής εργασίας μέσα στην παραγωγική διαδικασία, η οποία κατέστησε δυνατή την υποκατάσταση της ανθρώπινης εργασίας, την εξάλειψη της εργασίας ως μοντέλο δραστηριότητας.»Αυτή η διαίσθηση, που υπάρχει στο έργο του «A / traverso», δεν κατάφερε με κανέναν τρόπο να μεταφραστεί πολιτικά στο συνέδριο της Μπολόνια του σεπτεμβρίου 1977. Στο Συνέδριο επαναλαμβάνεται, παρουσιάζεται ξανά η ψυχή της οργάνωσης, δηλαδή η προσπάθεια να επαναφερθεί όλο εκείνο που είχε συμβεί τους προηγούμενους μήνες μέσα σε οργανωτικές φόρμουλες. Η νέα πρόταση είχε επιλέξει τη σιωπή επειδή εκείνη τη στιγμή δεν είχε τίποτα να πει.«Εκείνο που είχαμε να πούμε το είπαμε στο τεύχος του ιουνίου του «A / traversο» και ήταν μια ανάλυση επάνω σε όλο αυτό που θα συνέβαινε στα επόμενα χρόνια, η περιγραφή του πνευματικού έργου μέσα στη νέα τεχνολογική οργάνωση.«Δεν είχαμε μια πολιτική πρόταση σε αυτό επάνω, αλλά είχαμε επεξεργαστεί το κείμενο ενός νέου Συντάγματος της ιταλικής δημοκρατίας, ένα είδος ντανταϊστικού σεναρίου που θα παρουσιάζαμε κατά τις ημέρες της διάσκεψης: ήθελε να είναι ένα είδος ανάγνωσης των κεφαλαίων του Συντάγματος από την άποψη της απελευθέρωσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη.

 Î‘ποτέλεσμα εικόνας για convegno bologna settembre 1977, foto

«Θέλαμε να στήσουμε ένα πάλκο στην πλατεία Maggiore και εκεί, σε κάποια στιγμή στη μέση του κόσμου, να δηλώσουμε ότι η αντιδικία μας με το ιταλικό κράτος είχε ολοκληρωθεί, ότι ο ιστορικός συμβιβασμός (η μόνη πρόταση που είχε κάνει το κράτος) είχε αποτύχει, και ότι το κράτος μπορούσαμε να το θεωρήσουμε διαλυμένο, πράγμα που σε κάθε περίπτωση μπορούσε να θεωρηθεί θετικό, διότι έτσι κι αλλιώς αυτό που θέλαμε ήταν ήδη σε εξέλιξη, η εργατική εργασία θα εξαφανιστεί τα επόμενα χρόνια και ως εκ τούτου ας ξαναφτιάξουμε το Σύνταγμα ξεκινώντας από αυτή τη βασική συνειδητοποίηση: η εργατική εργασία εξαφανίζεται, να θεμελιώσουμε την ανθρώπινη ζωή επάνω σε άλλες βάσεις.«Κυκλοφορούσε λοιπόν μια κουβέντα σχετικά με την εναλλακτική λύση που θα σημάδευε την εποχή μας, εξαιρετικής σημασίας: η διαδικασία απόρριψης της εργασίας οδηγεί στην εντατική χρήση της τεχνολογίας και αυτό είναι ένα απεγνωσμένο και δραματικό πράγμα αν το θεωρήσουμε ως ατυχία, σαν δυστύχημα, αν αντιθέτως το δούμε σαν μια διαδικασία που μπορούμε να διαχειριστούμε συλλογικά καθίσταται ένα άλλο πεδίο απελευθέρωσης. Όμως για να γίνει αυτό χρειάζεται να απαλλαγούμε από το επίσημο περιτύλιγμα που εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει το κράτος, οπότε θεμελιώνουμε ξανά το ιταλικό Σύνταγμα.»Αυτό που είχαμε να πούμε ήταν: παιδιά μας περιμένουν καταστροφικά χρόνια, αλλά μέσα σε αυτά τα χρόνια θα εξελιχθεί μια μελλοντική διαδικασία την οποία εμείς μπορούμε να προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε, όπου οι διαδικασίες της αυτονομίας θα μπορέσουν να εκδηλωθούν στα νέα στρώματα. «Στην πραγματικότητα, αυτό που βρήκαμε στη συνέχεια στη Μπολόνια ήταν μια άλλη ένταση.«Το συνέδριο του Σεπτεμβρίου γεννήθηκε στο Παρίσι τις ημέρες που κάναμε την έκκληση κατά της καταπίεσης που υπέγραψαν οι Γάλλοι διανοούμενοι. Αρχικά κανείς δεν πίστευε ότι την περίσταση εκείνη θα ακολουθούσαν τόσοι πολλοί». Υπήρξε μια στιγμή αντιθέτως που όλοι θεώρησαν ότι έπρεπε να παν εκεί, γιατί θα ήταν μια ευκαιρία στην οποία θα μπορούσαμε να ιδωθούμε, να μιλήσουμε, να λογαριαστούμε και να αναμετρηθούμε, να μετρήσουμε, να ακουστεί ο λόγος μας και να ληφθεί σοβαρά  υπόψη.
Αποτέλεσμα εικόνας για convegno bologna settembre 1977, foto

Περιμέναμε κάτι μαγικό, δημιουργήθηκε μια δραματική προσδοκία και ένα ξεκάθαρο χάσμα μεταξύ του κλειστού γηπέδου που ήταν ο καθορισμένος τόπος της πολιτικής τάξης και τoυ χώρου της στράτευσης των διαφόρων ομάδων, και από την άλλη πλευρά ενός μεγάλου αριθμού των μορφών ζωντάνιας και κίνησης και μαζικού θεάματος. «Όλοι είχαν έρθει στη Μπολόνια με μεγάλες προσδοκίες που είχαν απογοητευτεί. Στο αίτημα μιας μετα-οργανωτικής λύσης, το πολιτικό στέλεχος επαναπρότεινε το παλιό μοντέλο ως απάντηση, και οι άλλοι δεν είχαν ούτε την ενέργεια ούτε την επινόηση ικανές να δώσουν μια νέα πολιτική λύση, επειδή δεν υπήρχε μια πολιτική λύση. »Η πορεία που κλείνει το συνέδριο, επιβλητική και υπέροχη, πορεύεται για ώρες και ώρες. Παρά τη λεκτική επιθετικότητα των συνθημάτων δεν υπάρχει σύγκρουση με την αστυνομία. Στο τέλος μια λεπτή αίσθηση πικρίας, απογοήτευσης, αποθάρρυνσης συντροφεύει τον κόσμο πίσω στις περιοχές τους και στους τόπους ζωής και αγώνα τους. Όλοι υπόσχονται πως θα συνεχίσουν, θα προχωρήσουν, αλλά κανείς δεν μπορεί να κρύψει το δραματικό ερώτημα στον εαυτό του: μπροστά πως; μπροστά που; «

Σχετική εικόνα
αυτονομία, autonomia

Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-Η χρυσή-ορδή-το-μεγάλο-επαναστατικό-και δημιουργικό-και-πολιτικό-και-υπαρξιακό-κύμα.pdf

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ
Χρόνια του μολυβιού, διαχωρισμένα Σώματα, κρατικές Σφαγές, Αποσταθεροποίηση, Καταστολή, Τρομοκρατία, Κατάσταση έκτακτης ανάγκης … ή αντίθετα: Τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μας, ριζική Μεταμόρφωση της καθημερινής ζωής, Ουτοπία, Ανάγκη για κομουνισμό Σεξουαλική επανάσταση, Ένοπλος αγώνας κλπ. Και ξανά: Κόσμος Beat, Hippies, Καταστασιακοί, Movimento studentesco, Potere operaio, Lotta continua, Μαοϊκοί, Consiliari, Αναρχικοί, Αυτόνομοι …Πίσω απ ‘όλους αυτούς τους ορισμούς, οι ζωές χιλιάδων, εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων μέσα σε δύο δεκαετίες, οι οποίοι έσκαψαν μέχρι τα θεμέλια τους φαινομενικά αμετάβλητους πυλώνες της ιταλικής κοινωνίας. Μετά από αυτή την τεράστια και βαθιά συλλογική εμπειρία, τίποτα πλέον δεν μπορεί να θεωρηθεί ίδιο με πριν. Για να υποβαθμιστεί, να περιοριστεί και να συρρικνωθούν οι διαστάσεις αυτού του μεγάλου επαναστατικού και δημιουργικού, πολιτικού και υπαρξιακού κύματος, χρειάστηκε (και για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία) η μεγάλη συμμαχία ολόκληρου του συστήματος των κομμάτων, η χρήση όλων των στρατιωτικών σωμάτων, μια ριζική μετατροπή του «κράτους δικαίου», η μετατροπή του δικαστικού σώματος σε τακτικό βραχίονα της πολιτικής εξουσίας και των συμφερόντων της βιομηχανικής μπουρζουαζίας (και μη). Προς στήριξη της συναίνεσης, ολόκληρη η καμάρα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, η οποία αναβίωσε την παράδοση του «δημοσιογράφου-αστυνομικού» των αρχών του αιώνα. Έχοντες όλοι την πρόθεση να δείξουν πως, έτσι ώστε τίποτα να μην αλλάξει, επρόκειτο για την «εξάλειψη» μιας ασήμαντης μειοψηφίας παραληρηματικών ανεύθυνων φανατικών, διαχωρισμένων από την πραγματικότητα που τους καθοδηγούσαν σκοτεινές δυνάμεις. Προς υπεράσπιση της αλήθειας και των δικαιωμάτων, μια εξαιρετική περίπολος έξυπνων και μάλλον ανεπανάληπτων δικηγόρων, μια μικρή ομάδα «εγγυητών», τα γενναιόδωρα λείψανα των πολιτικών κινημάτων .. Σαράντα χιλιάδες καταγγέλθηκαν, δεκαπέντε χιλιάδες «πέρασαν» από τις φυλακές, έξι χιλιάδες καταδικάστηκαν, σχεδόν πάντα χωρίς καμιά εγγύηση του δικαιώματος υπεράσπισης. Αυτά είναι τα άγονα τελικά και λογιστικά νούμερα της λαμπρής επιχείρησης υπεράσπισης της «δημοκρατίας». Πίσω από τα νούμερα, οι «ειδικές φυλακές», τα βασανιστήρια, η απομόνωση, το καλύτερο μέρος των δύο γενεών που οδηγήθηκε στη σιωπή, αναγκάστηκε να εξοριστεί ή «αποδόθηκε» στην κοινωνία αφού είχε ταπεινωθεί στην ταυτότητά του. Πως να μιλήσεις για όλο αυτό δίχως να κολλήσεις ετικέτες και ορισμούς, χωρίς να πέσεις στην παγίδα της ιδεολογίας, χωρίς να δώσεις χαρά στον παντοτινό αντίπαλο με την ανακατασκευή χαρτών και των γεωμετριών;                        Ίσως μέσα από θραύσματα και διαδρομές, μέσα στα εφήμερα μονοπάτια της μνήμης και αφήνοντας τις διαφορές να μιλήσουν. Όχι μια ιστορία λοιπόν, αλλά μια διαδρομή για να προσελκύσει στοχασμούς, προβληματισμούς, να τονίσει, να υπογραμμίσει την ευτυχία, τον πλούτο, να βοηθήσει να βρεθεί η προέλευση, οι απαρχές μιας μακράς άνοιξης. Η αξία σε αυτές τις «διαφορετικές» κάρτες θα μπορούσε να διαμένει στον εξωφρενικό υποκειμενισμό τους.
ιστορία, storia

“Ήμασταν αντάρτες, όχι τρομοκράτες»: συνέντευξη στον Sergio Segio

Μια συνέντευξη του »Ελεύθερου Προμηθέα», “Prometeo Libero” στον Segio, μια ευκαιρία να εμβαθύνουμε μια εποχή της ιστορίας μας από μια οπτική που δεν δημοσιεύεται πλατιά, συχνά γνωστή με επιφανειακό τρόπο και όχι από τη φωνή των πρωταγωνιστών της

 

Είναι ένας άνδρας που ξεχωρίζει, έχει κάτι παραπάνω από εξήντα χρόνια και ασχολείται με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις κοινωνικές ανισότητες. Αν ένα 15χρονο αγόρι τον ακούσει να μιλάει, θα πίστευε ότι ο Sergio Segio είναι μακροχρόνιος πανεπιστημιακός καθηγητής. Δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι ο Segio πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη φυλακή και ήταν ο στρατιωτικός διοικητής μιας ακρο αριστερής ένοπλης οργάνωσης: Prima Linea. Μια ομάδα πρωταγωνίστρια στα « χρόνια του Μολυβιού» της βίας και των ανθρωποκτονιών εναντίον πανεπιστημιακών καθηγητών, δικαστών και αστυνομικών. Μετά από περισσότερα από 20 χρόνια φυλάκισης, ο Segio είναι ελεύθερος από το 2004 και εκτός από την εθελοντική εργασία έχει συνεργαστεί με διάφορες εθνικές εφημερίδες και εδώ και κάποιο χρόνο διευθύνει το περιοδικό Global Rights. Αυτή η συνέντευξη – την οποία μας παραχώρησε ευγενικά ο Σέτζιο και η οποία έλαβε χώρα έμμεσα, με την υποβολή γραπτών ερωτήσεων και τη γραπτή παρουσίαση των απαντήσεων – δεν γεννήθηκε ως απολογία για τον ένοπλο αγώνα ή ως αποκατάσταση της εικόνας ενός αμφιλεγόμενου προσώπου. Αλλά ως πρόσχημα για να εμβαθύνει μια εποχή της ιστορίας μας από μια άποψη που δεν κυκλοφορεί συχνά, συχνά γνωστή επιφανειακά και όχι από τη φωνή των πρωταγωνιστών της.

 

unnamed
Ο Sergio Segio απεικονίζεται από τον Livio Patriarca για το Prometeo Libero

 

Segio, η τρομοκρατική ομάδα που ιδρύσατε, η Prima Linea, σε έξι χρόνια (1976-1983) πραγματοποίησε 23 φόνους. Μεταξύ των διαφόρων αιτιών για τύψεις, ποια είναι τα πράγματα που σας έκαναν να μετανιώσετε περισσότερο;

“Στην εισαγωγή, μου φαίνεται αναγκαίο να επισημάνω ότι η Prima Linea ήταν αριστερή οργάνωση μάχης. Η τρομοκρατία είναι ιστορικά, αλλά και «τεχνικά», ένα άλλο πράγμα. Στην ιταλική περίπτωση, τρομοκρατικές ήταν οι πολυάριθμες, ατιμώρητες, σφαγές που έχουν εκτρέψει την ιστορία της χώρας. Καταλαβαίνω ότι έχει εισέλθει στην κοινή γλώσσα, αλλά αυτό δεν είναι μόνο μια απλούστευση: είναι μια πραγματική σημασιολογική απάτη. Και κοιτάξτε πως δεν το λέω εγώ: στη συνέχεια, το αναγνώρισε ένας από τους κυριότερους και πιο αποφασισμένους αντιπάλους που είχαμε εκείνα τα χρόνια, ο Francesco Cossiga, τότε υπουργός Εσωτερικών και αργότερα τον Αρχηγός του Κράτους. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, δήλωσε «Είμαστε υπεύθυνοι για τη χειραγώγηση της γλώσσας: όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι ανατρεπτικοί είχαν πέραση, επηρέαζαν τους εργάτες θετικά, αρχίσαμε να τους αποκαλούμε εγκληματίες». Και πάλι: «Ξαναδιαβάζοντας τους τώρα, με δεδομένο ότι υπήρξαν έξι με επτά χιλιάδες άνθρωποι που κατέληξαν στη φυλακή για μικρότερες ή μεγαλύτερες περιόδους, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Μόρο είχε δίκιο: αντιμετωπίζαμε, βρισκόμασταν μπροστά σε μια μεγάλη έκρηξη ανατρεπτική, μπροστά σε μια μεγάλη εξέγερση. Όχι τρομοκρατίας. Η τρομοκρατία έχει μιαν αναρχική μήτρα που επικεντρώνεται στην αξία επίδειξης μιας επίθεσης ή μιας σφαγής. Η αριστερή εξέγερση δεν έκανε ποτέ σφαγές. Ήμασταν αντιμέτωποι με μια κατάσταση ανατρεπτική, με μιαν εξέγερση. Σε ένα πολιτικό φαινόμενο. Σε ένα κεφάλαιο της πολιτικής ιστορίας της Χώρας».

Όσον αφορά την ουσία του ερωτήματος, είναι πάντοτε δύσκολο, ειδικά για μένα, να μεταφράσω την περίοδο εκείνη σε λογιστική καταγραφή των θυμάτων, η οποία είναι πιθανόν να καταστεί στείρα. Όμως, μιας και με ρωτάτε, μου φαίνεται απαραίτητο να εξηγήσω ότι οι δραματικοί αριθμοί εκείνων των ετών, καθώς και ολόκληρης της υπόλοιπης ιστορικής περιόδου, πρέπει να ενθυμούνται και να αναλύονται με μια πληρότητα των πληροφοριών, η οποία δεν πρέπει να είναι απούσα όπως αντιθέτως συχνά συμβαίνει. 128 άνθρωποι σκοτώθηκαν από τις αριστερές ένοπλες οργανώσεις, εκ των οποίων 74 από τις BR (58%), 20 από την PL (15,6%), οι υπόλοιποι 34 από 19 διαφορετικά ακρωνύμια. Εάν στα θύματα που αποδίδονται άμεσα στην Πρώτη Γραμμή προστεθούν αυτά των ομάδων που συνδέονται με αυτήν, φθάνουμε όντως συνολικά στα 23. Από αυτούς τους θανάτους, 11 δεν είναι προμελετημένοι, δηλαδή συνέβησαν ατυχώς κατά κύριο λόγο στη διάρκεια ανταλλαγής πυροβολισμών με τις δυνάμεις επιβολής του νόμου, συγκρούσεις στη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκαν και 5 μαχητές. Συνολικά οι μαχητές των διαφόρων ένοπλων οργανώσεων που σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις της τάξης υπήρξαν 36. Ίσως οι τυχαίοι θάνατοι είναι αυτοί που βαραίνουν και στοιχίζουν περισσότερο, λόγω της τρομερής, αλλά όχι λιγότερο υπεύθυνης, τυχαιότητας. Γι αυτό σήμερα είμαι βαθιά πεπεισμένος για τα λόγια του ποιητή John Donne: «Ο θάνατος οποιουδήποτε ανθρώπου με μειώνει, επειδή εγώ είμαι μέρος της ανθρωπότητας». Οποιουδήποτε ανθρώπου, ανεξάρτητα από το επάγγελμά του, την ιδεολογία, την κοινωνική κατάσταση. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε και το σύστημα που τον κυβερνά καθημερινά μας θέτουν μπροστά, αντιθέτως, με μια συνεχή σφαγή που αγανακτεί λίγους και για την οποία κανείς δεν αισθάνεται υπεύθυνος. Μόνο ένα παράδειγμα φθάνει, από τa πολλά πιθανά: από το 2000 μέχρι σήμερα είναι τουλάχιστον 60.000 οι άνδρες, οι γυναίκες και παιδιά που πέθαναν, ως επί το πλείστον πνίγηκαν στη Μεσόγειο, σε μια προσπάθεια να ξεφύγουν από τον πόλεμο, την πείνα και τις διώξεις. Κανείς δεν αισθάνεται υπεύθυνος, ούτε καν κατηγορείται ούτε διώκεται για αυτόν τον πραγματικό πόλεμο, κι όμως αυτός προκαλείται σε μεγάλο βαθμό από πολιτικές και οικονομικές επιλογές που λαμβάνονται από κυβερνήσεις και μεμονωμένους ανθρώπους και όχι από θεία θέληση.

Αλλά για να παραμείνουμε στη δεκαετία του Εβδομήντα, ίσως θα ήταν απαραίτητο να συνοδεύσουμε τον αριθμό που αναφέρατε, με άλλους που κανείς δεν αναφέρει ποτέ. Για παράδειγμα, εκείνους που λένε ότι το 95% των επιθέσεων και των πράξεων πολιτικής βίας από το 1969 έως το 1973 ήταν έργο της φασιστικής δεξιάς, καθώς και το 85% το 1974 και το 78% το 1975. Ή ότι ο μεγαλύτερος αριθμός θυμάτων ήταν αποτέλεσμα των σφαγών, των οποίων η ευθύνη είναι ιστορικά αλλά και δικαστικά επιβεβαιωμένη πως ανήκε στις φασιστικές οργανώσεις που καλύπτονταν και υποστηρίζονταν από κρατικούς μηχανισμούς. Από το 1969 έως το 1984, η Ιταλία αιματοκυλίστηκε από οκτώ σφαγές που είχαν ως αποτέλεσμα 149 θανάτους, 688 τραυματίες. Ή, ακόμη, κανείς δεν θυμάται ούτε καν αγανακτεί με το γεγονός ότι υπήρξαν αρκετές εκατοντάδες θύματα από τις δυνάμεις επιβολής της τάξης, σε μεγάλο βαθμό επρόκειτο για ανυπεράσπιστους διαδηλωτές, εργάτες σε απεργία, φοιτητές σε αγώνα, απλούς περαστικούς. Για παράδειγμα, ο Νόμος Reale για τη δημόσια τάξη του 1975, επικεφαλής ολόκληρης της νομοθεσίας έκτακτης ανάγκης, που αύξησε τους όρους της προληπτικής κράτησης, επέτρεπε στην αστυνομία να κρατεί για 96 ώρες χωρίς την επικύρωση από δικαστή και επέτρεπε τη χρήση πυροβόλων όπλων από τις δυνάμεις της τάξης, όχι μόνο με την παρουσία βίας ή αντίστασης, αυτός ο νόμος είχε ως αποτέλεσμα τουλάχιστον 254 νεκρούς και 371 τραυματίες: συχνά απλούς περαστικούς και πολίτες χτυπημένους κατά τη διάρκεια αστυνομικών ελέγχων ή σε σημεία ελέγχου.

Μόνο κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του εβδομήντα ξεκινά σταδιακά μια οργανωμένη βία εκ μέρους των αριστερών ομάδων. Φυσικά αυτό δεν δικαιολογεί τίποτα ή κανέναν: η άσκηση βίας, και ακόμη περισσότερο αν είναι ανεπανόρθωτη, όπως η αφαίρεση της ζωής ενός άλλου ανθρώπου, είναι επίσης μια υποκειμενική επιλογή, η οποία συνεπώς συνεπάγεται ευθύνη. Ωστόσο, η Ιστορία έχει έναν διαδικαστικό χαρακτήρα και δυναμικές αλληλεπίδρασης: εάν διαγράψετε το πριν, θα έχετε ένα μετά δυσνόητο και αντικειμενικά παραποιημένο.

Μιλώντας για αυτά τα επώδυνα γεγονότα σε απόσταση σαράντα ετών έχει νόημα μόνο αν η πρόθεση είναι ακριβώς να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε, να ξανακτίσουμε με ειλικρίνεια και πληρότητα, με τιμιότητα, όχι μόνο να στιγματίζουμε, και επί πλέον σε μονή κατεύθυνση, όπως αντιθέτως γίνεται επί το πλείστον.”

Ποιες ιδεολογικές μάχες, που διεξήχθησαν στη δεκαετία του ’70, εξακολουθείτε να διεκδικείτε ακόμη και σήμερα Sergio Segio, στις αρχές του 2018;

“Εγώ και οι περισσότεροι από τους συντρόφους μου της εποχής δεν γεννηθήκαμε με τα πιστόλια στο χέρι, ούτε με προσωπική τάση να ασκούμε βία. Αν μη τι άλλο, το αντίθετο, δεδομένου ότι ως νεαρός φοιτητής μου συνέβη πολλές φορές, όπως σε χιλιάδες άλλους, να με σταματήσουν κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, να με οδηγήσουν στο στρατόπεδο ή στο αστυνομικό τμήμα και να πέσω θύμα ξυλοδαρμών και βιαιοτήτων. Μεγαλώσαμε μέσα στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες της εποχής. Στα εργοστάσια, στα σχολεία, στα γραφεία, στις γειτονιές. Στους αγώνες για το σπίτι, για τη βελτίωση της εργατικής κατάστασης, που ήταν υποδουλωμένη στη γραμμή συναρμολόγησης, ή για να εναντιωθούμε σε ένα σχολείο που θεωρείτο ταξικό, λειτουργικό για να διαιωνίζει την κοινωνική διαίρεση. Στους αγώνες ενάντια στον αναζωπυρωμένο φασισμό και τον αυταρχισμό της κρατικής μηχανής, που εκείνη την εποχή εμπλέκονταν αρκετές φορές σε προσπάθειες πραξικοπήματος, σε συνωμοσίες για την εγκαθίδρυση στην Ιταλία στρατιωτικής δικτατορίας, όπως είχε συμβεί στην Ελλάδα και όπως ήταν εκείνη την εποχή στην Ισπανία και τη Πορτογαλία.

Και εδώ, αν η προσπάθεια είναι εκείνη να κατανοήσουμε, πρέπει να θυμόμαστε ότι ακόμη στην ιταλική δεκαετία του ’60 και του ’70, 62 από τους 64 νομάρχες πρώτης τάξης προέρχονταν από τις τάξεις της διαχείρισης του Κράτους στο καθεστώς του Μουσολίνι όπως επίσης όλοι οι 241 αντινομάρχες, οι 135 κομισάριοι της αστυνομίας και οι 139 αναπληρωτές κομισάριοι. Ή να θυμάστε ότι ο στρατηγός των καραμπινιέρων Giovanni De Lorenzo, ο οποίος κατά τη δεκαετία του ’60 ήταν επικεφαλής της στρατιωτικής μυστικής υπηρεσίας και μετά Αρχηγός του γενικού επιτελείου του Ιταλικού Στρατού, οδηγούσε εκείνα τα χρόνια διαδηλώσεις της λεγόμενης «σιωπηλής πλειοψηφίας», που αποτελείτο κυρίως από μοναρχικούς και φασίστες, όπου φώναζαν: «Άγκυρα, Αθήνα, τώρα έρχεται η Ρώμη», ή «Αρκετά με τους οίκους ανοχής, θέλουμε τους συνταγματάρχες». Ή να πάμε να ξαναδιαβάσουμε τις εκτιμήσεις του Giovanni Pellegrino, ο οποίος για πολλά χρόνια προήδρευσε μια κοινοβουλευτική εξεταστική Επιτροπή για την τρομοκρατία και τις σφαγές στην Ιταλία: «Κατά την περίοδο του 68 -74 τομείς του πολιτικού κόσμου, θεσμικοί μηχανισμοί, ομάδες και κινήματα της ριζοσπαστικής δεξιάς επεξεργάστηκαν και έθεσαν σε εφαρμογή μια στρατηγική έντασης (…) · σε αυτή τη στρατηγική αποδόθηκαν απόπειρες πραξικοπήματος (…) τρεις μεγάλες σφαγές ατιμώρητες κατά την περίοδο 69-74 (…) · οι υπηρεσίες πληροφοριών και ασφάλειας, ακόμα και μετά το 1974, υπήρξαν δράστες δραστηριοτήτων οδήγησης προς εσφαλμένη κατεύθυνση και κάλυψης όσον αφορά στοιχεία της ριζοσπαστικής δεξιάς που προσδιορίστηκαν ως πιθανοί δράστες γεγονότων σφαγής».

Πριν να γίνουν οργανωμένη και ένοπλη βία, τέλος πάντων, οι αγώνες μου και οι αγώνες μας υπήρξαν αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη, για τα δικαιώματα των εργαζομένων, για πραγματική δημοκρατία, ενάντια σε μια αυταρχική και καταπιεστική κοινωνία και ενάντια στους κινδύνους στρατιωτικού πραξικοπήματος και φασιστικού. Αξίες και πρακτικές που δεν είχαν μόνο ιδεολογικό περιεχόμενο, αλλά αν μη τι άλλο ιδανικών και κοινωνικό και ακόμη και σήμερα, υπό συνθήκες και χρόνους που έχουν αλλάξει, αισθάνομαι σαν δικές μου.

Εκ των υστέρων, η εκτίμηση είναι ότι η στρατηγική της έντασης και οι σφαγές που πραγματοποιήθηκαν από Κρατικούς τομείς εργάστηκαν, εκτροχιάζοντας ένα μέρος των μεγάλων κινημάτων εκείνων των ετών (εγώ ήμουν μέλος της εξωκοινοβουλευτικής ομάδας της Lotta Continua) κατά μήκος της ολισθηρής πλαγιάς των όπλων. Μια στρατηγική που αποσκοπούσε στην αποσταθεροποίηση για την αποσταθεροποίηση και, πάνω απ ‘όλα, να νικήσει το ισχυρό εργατικό κίνημα εκείνων των αρχών της δεκαετίας του ’70, το οποίο αμφισβήτησε όχι μόνο την εκμετάλλευση στο εργοστάσιο, αλλά και το ίδιο το σύστημα της εξουσίας. Για να καταλάβουμε το κλίμα της εποχής, το οποίο εμείς αντιλαμβανόμασταν ως προ-επαναστατικό, πρέπει να θυμόμαστε, για παράδειγμα, την κατάληψη της FIAT το 1973.  Ή το κίνημα του ’77, του οποίου πιο άμεσα ήταν μέρος η Prima Linea, όταν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι εξέφραζαν έναν ριζοσπαστικό ανταγωνισμό και γενικευμένη διαθεσιμότητα για αντιπαράθεση, για σύγκρουση, σε μαζικές διαδηλώσεις συχνά οπλισμένες.

Πολλοί, ειδικά σήμερα, θα μπορούσαν να σκεφτούν ότι βλέπαμε τις πυγολαμπίδες για φανάρια, ότι η παρόρμηση για επανάσταση ήταν απλώς τρέλα μας, λαχτάρα, παραφροσύνη. Αλλά θα ήταν αρκετό να διαβάσετε αυτό που γράφτηκε από μια πηγή σίγουρα μη ύποπτη για συμπάθεια προς τον εξτρεμισμό, όπως ο πρώην πρεσβευτής Sergio Romano, όταν σχετικά με τις ΗΠΑ, μίλησε ρητά για μια κατάσταση προ-επαναστατική : «Μεταξύ του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 60 και της αρχής της δεκαετία του ’70 η Αμερική βρίσκονταν από πολλές απόψεις σε μια προ-επαναστατική κατάσταση. Ο πόλεμος του Βιετνάμ είχε προκαλέσει πολυάριθμες εξεγέρσεις της νεολαίας. Οι πανεπιστημιουπόλεις είχαν γίνει φυτώρια διαμαρτυρίας και εξέγερσης. Η Ουάσινγκτον διασχίζονταν από πορείες διαδηλωτών. Η αμερικανική σημαία και οι κάρτες κλήσης στα όπλα καίγονταν στον δημόσιο χώρο, σε κοινή θέα. Τα μαύρα γκέτο των μεγάλων πόλεων ήταν το σκηνικό εξεγέρσεων και λεηλασιών. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις και οι βίαιες διαδηλώσεις ήταν στην ημερήσια διάταξη «. Επίσης, τα ίδια «συστατικά» ήταν παρόντα εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία, εμπλέκοντας και πείθοντας δεκάδες χιλιάδες νέους. Ένας τεράστιος χώρος τον οποίον το επόμενο πέρασμα στον ένοπλο αγώνα δεν αποστράγγισε, εάν είναι αληθινοί οι αριθμοί που υποδεικνύει η αμερικανική CIA σε ένα έγγραφο του απριλίου 1982, στον οποίο οι συμπαθούντες του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία υπολογίζονταν σε ένα εκατομμύριο, με μια δεξαμενή υποστήριξης και πιθανής στρατολόγησης που υπολογίζονταν στο 2% των εργατών σε εθνική βάση και μεταξύ των δέκα χιλιάδων στρατευμένων στο κίνημα της εργατικής Αυτονομίας.

Το λάθος της αξιολόγησής μας, αν μη τι άλλο, ήταν ότι παρερμηνεύσαμε θεωρώντας ένα ηλιοβασίλεμα για την αυγή, δηλαδή δεν κατανοήσαμε επαρκώς τον εξελισσόμενο μετασχηματισμό των καιρών, τη μετάβαση από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, και επομένως την ήττα της προηγούμενης ταξικής σύνθεσης , η οποία έγινε εμφανής σε όλους μόνο το 1980, με τη συμβολική πορεία των «σαράντα χιλιάδων» στη FIAT και το τέλος ενός ιστορικού κύκλου. Ένα σοβαρό λάθος, το οποίο προκάλεσε σοβαρές συνέπειες. Όμως, πρέπει να ειπωθεί, δεν ήταν μόνο δικό μας, αλλά αφορούσε ολόκληρη την αριστερά αυτής της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της κοινοβουλευτικής, σε όλες τις συνιστώσες και τις πτυχές, τις όψεις της.”

Μείνατε στη φυλακή για 24 χρόνια και για άλλα τόσα ασχοληθήκατε με την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η πορεία αποκατάστασης σε εσάς φαίνεται να έχει δουλέψει. Αλλά δεν φαίνεται να λειτουργεί πάντοτε, αντιθέτως. Γιατί;

“Το λέω πολύ απλά αλλά με πεποίθηση, σιγουριά και σαφήνεια: διότι παρά το ότι εγώ και όσοι έχουν ζήσει τη δική μου εμπειρία έχουμε διαπράξει αδικήματα, ακόμη και πολύ σοβαρά, δεν ήμασταν παρακινημένοι από εγκληματική ενέργεια, διάθεση. Μάλλον, όπως έχω προσπαθήσει να εξηγήσω εδώ, από μια ώθηση – ή αν προτιμάτε μια επαναστατική ψευδαίσθηση -. Με τον τερματισμό αυτής η επανένταξη στην κοινωνία και στους κανόνες της ήταν ένα φυσικό γεγονός. Η φυλακή, και ειδικά η βίαιη με τις ειδικές ενότητες στις οποίες είχαμε εγκλειστεί επί μακρόν, έχει κάπως επιβραδύνει και μερικές φορές παρεμποδίσει αυτό το μονοπάτι. Η αποκατάσταση, αν αυτός είναι ο κατάλληλος όρος, συνέβη συχνά παρά τη φυλάκιση, όχι εξ αιτίας αυτής.

Σήμερα η φυλακή είναι γεμάτη από πολύ διαφορετικές φιγούρες, κυρίως ανθρώπους με προβλήματα ναρκωτικών, ξένους, άρρωστους. Θυμάμαι τα λόγια ενός δικαστή που, όταν κλήθηκε σε κορυφαίες θέσεις της σωφρονιστικής διοίκησης, πριν καιρό είπε: «Έφθασα νομίζοντας πως θα βρω την φυλακή γεμάτη εγκληματίες, ανακάλυψα πως είναι γεμάτη από φτωχούς».

Εδώ και καιρό, με το τέλος της προωθητικής ώθησης της μεταρρύθμισης Gozzini και της πολιτικής κουλτούρας που στέκονταν πίσω από αυτή και την είχαν καταστήσει δυνατή, η φυλακή φαίνεται να έχει εγκαταλείψει όλες τις φιλοδοξίες επανένταξης και τους σκοπούς αυτής, περιοριζόμενη να περιέχει αυξανόμενους αριθμούς αποκλεισμένων ατόμων, να ασκεί υποκατάστατα καθήκοντα και λειτουργίες σε σχέση με την απουσία κοινωνικών πολιτικών έξω από αυτήν αφενός, και αφετέρου, να σηματοδοθείται ως μια πραγματική κοινωνική εκδίκηση, ως απάντηση στην οργή που είναι διαδεδομένη στην κοινωνία όχι μόνο προς εκείνους που εγκληματούν αλλά προς τους αποκλεισμένους και τους φτωχούς γενικότερα.”

Πρέπει το 4bis να καταργηθεί ή έχει κάποιο λόγο να υπάρχει;

“Το 4bis είναι η νομική τυποποίηση της απόρριψης των επανενταξιακών λειτουργιών που αποδίδει το Σύνταγμα στην ποινή εγκλεισμού σε σχέση με ορισμένες κατηγορίες αδικημάτων και συνεπώς κρατουμένων. Επομένως, θα πρέπει να καταργηθεί, όπως και το 41bis και η ισόβια ποινή που λέγεται πως αποτελεί εμπόδιο, που συνιστούν τίποτα άλλο παρά μια νομιμοποιημένη μορφή βασανιστηρίων. Και οι δύο κανόνες είναι αποτέλεσμα της ίδιας λογικής έκτακτης ανάγκης που διέκρινε τη δικαστική και σωφρονιστική απάντηση στα ένοπλα φαινόμενα της δεκαετίας του ’70. Τότε υπήρξε η αδιάκριτη και εκτεταμένη χρήση των αδικημάτων που αναφέρονταν σε ενώσεις-οργανώσεις, της «ηθικής συνέργειας, συνενοχής», η δίχως φραγμούς χρήση των αποκαλούμενων μετανιωμένων, τα βασανιστήρια των συλληφθέντων, οι ειδικές φυλακές και το άρθρο 90. Σήμερα οι κανόνες έκτακτης ανάγκης έχουν ονόματα και στόχους διαφορετικούς, αλλά είναι ίδιο το τραύμα που παράγουν στο κράτος δικαίου και τη συνολική σκλήρυνση του σωφρονιστικού συστήματος.”

Σε ένα πρόσφατο συνέδριο αναφέρατε μια παλιά έρευνα της Rai για τις φυλακές, στην οποία ο απεσταλμένος – παρατηρώντας το εσωτερικό των φυλακών – δεν διαπίστωνε μεγάλο αριθμό εγκληματιών αλλά μεγάλο αριθμό φτωχών ανθρώπων. Από ποια ξένα συστήματα φυλακών μπορεί να εμπνευστεί η Ιταλία για να αποτρέψει οι φυλακές να παραμείνουν κοινωνικές χωματερές;

“Ναι, ο υπεύθυνος αυτής της έρευνας, αφού επισκέφθηκε μεγάλο αριθμό φυλακών, είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα με εκείνο τον δικαστή που ανέφερα προηγουμένως. Ισχυρίστηκε ότι ο κρατούμενος πληθυσμός έμοιαζε με μια «αυλή των θαυμάτων», ότι τα πρόσωπα που συναντιόνταν εκεί «είναι τα ίδια με εκείνα των αθλίων του Βίκτωρα Ουγκό, των θαμμένων ζωντανών του Ντοστογιέφσκι». Ένας πληθυσμός που αποτελείτο από άτομα με χαμηλή εκπαίδευση, χωρίς εργασία, κυρίως από νότια προέλευση. Μια φωτογραφία που τραβήχτηκε πριν από περίπου μισό αιώνα, αλλά εξαιρετικά, και ανησυχητικά, παρόμοια με την τρέχουσα. Σήμερα πρέπει να προστεθούν οι αλλοδαποί, οι οποίοι έφτασαν το 34% των κρατουμένων, αλλά ο κύριος λόγος για τον οποίο καταλήγουν στη φυλακή παραμένουν τα αδικήματα κατά της περιουσίας και η επικρατούσα κοινωνικοοικονομική σύνθεση παραμένει εκείνη της περιθωριοποίησης, του αποκλεισμού.

Υπάρχουν χώρες των οποίων τα σωφρονιστικά συστήματα έχουν κάνει και κέρδισαν μεταρρυθμιστικά στοιχήματα, όπως η Ισλανδία. Αλλά επίσης και μερικές μεγαλύτερες χώρες, ίσως με αντιφάσεις, έχουν πολιτικές μεγαλύτερης ανεκτικότητας και μεγαλύτερης προσοχής στα δικαιώματα των φυλακισμένων, νομίζω, για παράδειγμα, εκείνο που έχει να κάνει με την τρυφερότητα, τις προσωπικές σχέσεις ή την κατάργηση της αέναης τιμωρίας.

Μπορεί κάποιος να αντιτάξει ότι η Ιταλία έχει ποινικές ιδιαιτερότητες, όπως αυτές των μαφιών. Νομίζω όμως ότι αυτό είναι ένα αδύναμο και απατηλό επιχείρημα, μια δικαιολογία, διότι, όπως είπε ο Leonardo Sciascia, ο οποίος γνώριζε καλά το φαινόμενο, οι μαφίες μάχονται με το κράτος δικαίου, όχι με τις τρομερές τιμωρίες. Η ισόβια κάθειρξη, όπως η θανατική ποινή, δεν αποτελεί πραγματικό αποτρεπτικό παράγοντα. Η σκληρή φυλακή οδηγεί σε μια βίαιη σπείρα όχι σε μια πραγματική κυβέρνηση των φυλακών.

Πριν από τα μοντέλα που πρέπει να ακολουθηθούν, και υπάρχουν, όμως χρειαζόμαστε μια διαφορετική κουλτούρα της τιμωρίας και της λειτουργίας της. Για να το θέσω όπως ο καρδινάλιος Martini, «πρέπει να προσπαθήσουμε να φανταστούμε και να δοκιμάσουμε εναλλακτικές λύσεις στην τιμωρία, όχι μόνο εναλλακτικές ποινές». Ενώ περιμένουμε τον Godot, δηλαδή μέχρι η πολιτική τάξη (δεξιά, κεντρώα και αριστερή) να βρει αυτό το θάρρος και αυτό το όραμα, θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να αρχίσουμε τουλάχιστον να καθιστούμε την ποινή εγκλεισμού ακραία λύση, παρά προτιμώμενη συντόμευση για κάθε είδος αδικήματος και αποκλίσεως, πράγμα που συμβαίνει τώρα.”

Ας μιλήσουμε λίγο για την πολιτική. Εάν ο Sergio Segio ήταν 20 ετών, τι είδους πολιτική δέσμευση θα είχε σήμερα; Θα ψηφίζατε για κάποιο συγκεκριμένο κόμμα;

“Κοιτάξτε, εγώ είχα ένα αριστερό imprinting, αποτύπωμα και συναισθηματική εκπαίδευση αριστερή και παραμένω πεπεισμένος ότι η κοινωνική δικαιοσύνη και η ισότητα είναι αξίες και στόχοι που είναι ουσιώδεις, απαραίτητοι, επιτακτικοί. Ποτέ δεν στρατεύτηκα ούτε ψήφισα κόμματα, αλλά κυρίως σε εξωκοινοβουλευτικά κινήματα και ομάδες. Είχα ενεργές συμπάθειες για το τελευταίο μεγάλο κίνημα που εκφράστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 σε ολόκληρο τον κόσμο και το οποίο κατεστάλη αιματηρά στη Γένοβα το 2001. Ένα κίνημα εναλλακτικό προς την παγκοσμιοποίηση που έπεται το τέλος του εικοστού αιώνα, το οποίο είχε τη φιλοδοξία να προσπαθήσει να αλλάξει τον κόσμο χωρίς να πάρει την εξουσία και το οποίο είχε σημαντικές και ακόμα τρέχουσες-επίκαιρες ιδέες γνώσεις και απόψεις. Αν και το κίνημα αυτό έχει διαλυθεί, οι λογικές του και η σοφία του είναι περισσότερο από ποτέ έγκυρες και εμφανείς και οι αναλύσεις του εξακολουθούν να αποτελούν μια δεξαμενή προτάσεων, οι οποίες στις Ηνωμένες Πολιτείες καταφέρνουν να μολύνουν θετικά το πρόγραμμα ενός υποψηφίου προέδρου όπως ο Bernie Sanders και στην Ισπανία εκείνο των Podemos, αλλά γενικότερα δεν κατάφεραν να αλλάξουν την πολιτική και να επηρεάσουν τις μεγάλες παγκόσμιες επιλογές. Αυτό δεν υπονομεύει τη σημασία του γεγονότος ότι οι ομάδες αυτές είχαν δίκιο, τα συνδικάτα αυτά, εκείνα τα τμήματα της κοινωνίας των πολιτών που προειδοποιούσαν τότε για τους κινδύνους της χρηματιστικοποίησης της οικονομίας, για τους κινδύνους που συνδέονται με τη μεταβίβαση εξουσιών και προνομίων από τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια υπέρ οργανισμών χωρίς δημοκρατική αντιπροσωπευτικότητα όπως το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο ΠΟΕ. Που αντιτάχθηκαν πρώτα στον ίδιο τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και στη συνέχεια στη στρατιωτική παρέμβαση στο Ιράκ. Που κατήγγειλαν τα ιδιωτικά συμφέροντα των Τζορτζ Μπους, των Ντικ Τσένι και των Ντόναλντ Ράμσφελντ και τη συνενοχή του Τόνι Μπλερ στην εισβολή του Ιράκ, δημιουργώντας ψευδή στοιχεία για να μπορέσουν να το πράξουν, και που προκάλεσαν και θεωρητικοποίησαν έναν «ατελείωτο πόλεμο », του οποίου οι συνέπειες συνεχίζουν σήμερα να καταστρέφουν τη Μέση Ανατολή και να αποσταθεροποιούν ολόκληρες γεωγραφικές περιοχές και έμμεσα την ίδια Ευρώπη, τον κύριο αποδέκτη των ροών μεταναστών που ξεφεύγουν από τους βομβαρδισμούς και τις σφαγές. Μόνο ο πόλεμος στη Συρία, που βρίσκεται σε εξέλιξη από το 2011, έχει μέχρι στιγμής παράξει σχεδόν μισό εκατομμύριο νεκρούς, δύο εκατομμύρια τραυματίες, 12 εκατομμύρια πρόσφυγες. Η νεοαποικιοκρατία, τα στρατηγικά ενεργειακά συμφέροντα και οι δυτικές βιομηχανίες του πολέμου ευθύνονται για τα εκατομμύρια των θανάτων και τις δεκάδες εκατομμύρια προσφύγων που σημάδεψαν την αρχή του νέου αιώνα και συνεχίζουν χωρίς περιορισμούς ή επανεξέταση. Και χωρίς ακόμη περισσότερο εκείνο το παγκόσμιο κίνημα που είχε τη δύναμη και τη σαφήνεια να την καταγγείλει. Σήμερα μόνο η φωνή του Πάπα Φραγκίσκου παραμένει, με κύρος αλλά χωρίς πραγματικές συνέπειες στις πολιτικές επιλογές.

Παραμένω πεπεισμένος ότι, ειδικά σε αυτή την εποχή της παγκοσμιοποίησης και της τεχνοκρατικής διακυβέρνησης, τα κοινοβούλια αποφασίζουν ελάχιστα. Μαζί με την ανάπτυξη της εξουσίας της χρηματοδότησης και των μεγάλων πολυεθνικών ομάδων, οι θεσμοί της νομοθετικής εξουσίας και της ίδιας της δημοκρατίας έχουν αδειάσει. Οι μεγάλες παγκόσμιες αποφάσεις λαμβάνονται στα διοικητικά συμβούλια αυτών των εταιρειών, corporationς και επηρεάζουν τη ζωή μας πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε κοινοβούλιο. Επιπλέον, αν πολλές πολυεθνικές και τράπεζες έχουν υψηλότερους προϋπολογισμούς από το ΑΕΠ των Κρατών, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ποιος διοικεί στον κόσμο. Το αμερικανικό γιγαντιαίο σούπερ μάρκετ Walmart απασχολεί 2,2 εκατομμύρια ανθρώπους και έχει κύκλο εργασιών άνω των 485 δισεκατομμυρίων δολαρίων, όπως ολόκληρο το ΑΕΠ της Αργεντινής. Ο προϋπολογισμός της τράπεζας BNP-Paribas, σχεδόν 2.000 δισεκατομμύρια ευρώ, είναι ισοδύναμος με το ΑΕΠ της χώρας στην οποία βρίσκεται, έχει έδρα, τη Γαλλία, την έκτη μεγαλύτερη οικονομία, κι όμως η BNP είναι «μόνο» η όγδοη τράπεζα στον κόσμο. Η κεφαλαιοποίηση γιγάντων όπως η Google και η Apple υπερβαίνουν το ΑΕΠ της Σουηδίας, της Πολωνίας ή της Νιγηρίας, που είναι η πολυπληθέστερη χώρα στην Αφρική, με 180 εκατομμύρια κατοίκους. Ολόκληροι τομείς ζωτικής σημασίας για την ανθρωπότητα, όπως εκείνος των τροφίμων και η αγροχημεία είναι στα χέρια και στην εξουσία λίγων εταιρειών. Τα τρία τέταρτα της αγοράς σπόρων ανήκουν μόνο σε δέκα πολυεθνικές εταιρείες, η αμερικανική Monsanto, από μόνη της, έχει πάνω από το ένα τέταρτο της παγκόσμιας αγοράς. Όλα αυτά συμβάλλουν να κενωθούν οι ρόλοι και οι δυνατότητες των πολιτικών κομμάτων, και το βλέπουμε ως συνέπεια του αυξανόμενου λαϊκισμού και της όλο και πιο απειλητικής αύξησης των εθνικισμών.

Σε κάθε περίπτωση, για όσους προέρχονται από την ιστορία μου μετά την λήξη της ποινής φυλάκισης, συνεχίζεται μια άλλη ατελείωτη, ένα είδος κοινωνικής ισόβιας φυλάκισης και λόγου. Μεταξύ των πολιτικών δικαιωμάτων τα οποία στερούμαστε, υπάρχουν και πολιτικά, συνεπώς, ακόμη και αν ήθελα, δεν θα μπορούσα να ψηφίσω ούτε να με ψηφίσουν.

Το μόνο κόμμα στο οποίο έχω εγγραφεί ποτέ και με το οποίο διατηρώ σχέσεις και συμπάθεια είναι το ριζοσπαστικό κόμμα. Πρώτα απ ‘όλα σε αναγνώριση, δεδομένου ότι στη δεκαετία του Εβδομήντα και τη δεκαετία του Ογδόντα οι ριζοσπάστες ήταν από τους λίγους που κατήγγειλαν τα συχνότατα επεισόδια βασανιστηρίων κατά των συλληφθέντων μαχητών και τις συνθήκες κράτησης στις ειδικές φυλακές. Μια ευγνωμοσύνη όχι μόνο γενικά, αλλά και για την υποστήριξη και την εγγύτητα που μου εξέφρασαν με την ευκαιρία μιας μακράς απεργίας πείνας που είχαμε μαζί με την Susanna Ronconi για να διαμαρτυρηθούμε ενάντια σε απόφαση του προέδρου του δικαστηρίου επιτήρησης του Τορίνο. Μια απόφαση που άνοιξε μια σύγκρουση, και νομική, μεταξύ αυτού του δικαστή και της σωφρονιστικής διοίκησης, η οποία είχε κανονίσει και την δική μας πρόσβαση στην εργασία εκτός όπως ήδη είχε συμβεί για όλους τους άλλους πολιτικούς κρατούμενους του τμήματος μας, αλλά την οποία ο δικαστής μας απέρριπτε. Το γεγονός είναι ότι σε κάποια στιγμή η Susanna και εγώ αποφασίσαμε να προχωρήσουμε σε μια απεργία πείνας ενάντια σε μια αντικειμενικά αδικαιολόγητη διάκριση εναντίον μας (άποψη, κατά τα άλλα, από κοινού και υπογεγραμμένη από σημαντικές πολιτικές και νομικές προσωπικότητες, όπως ο πρώην δικαστής και στη συνέχεια πρόεδρος της Κάμερας Luciano Violante, ο μελλοντικός υπουργός Δικαιοσύνης Piero Fassino, ο γερουσιαστής Mario Gozzini, ο νομικός Neppi Modona και πολλοί άλλοι). Μια ολοκληρωτική και αποφασιστική απεργία, έτσι ώστε μετά από μόλις μία εβδομάδα είχαμε εισέλθει στο τμήμα bunker του νοσοκομείου Molinette στο Τορίνο. Μια απεργία την οποία δεν θέλαμε ως εκβιασμό αλλά ως μάχη που, αν και ξεκινώντας από την κατάστασή μας, έθετε ένα γενικότερο ζήτημα δικαίου. Ήταν μια αποφασιστικά απελπιστική κατάσταση. Ήμασταν πραγματικά αποφασισμένοι να κατακτήσουμε να μας αντιμετωπίζουν όπως τους άλλους, ή διαφορετικά να πεθάνουμε. Λοιπόν, και για να το κάνουμε σύντομο, ανάμεσα στους πολύ λίγους που μας υποστήριξαν σε αυτήν τη μάχη ζωής και θανάτου υπήρξε ολόκληρο το Ριζοσπαστικό Κόμμα και όλοι οι κοινοβουλευτικοί του, ο Marco Pannella επικεφαλής. Μέχρις ότου παρενέβη ο τότε υπουργός Giuliano Vassalli, ο δικαστής αναγκάστηκε να συμφωνήσει να επιτρέψει την εξωτερική εργασίας πρώτα για τη Susanna και κάποια στιγμή αργότερα και για μένα, αν και υπό την εποπτεία και τη συνεχή επαγρύπνηση των σωφρονιστικών αστυνομικών: εξωτερική εργασία υπό συνοδεία που απετέλεσε ένα περισσότερο μοναδικό γεγονός παρά σπάνιο στην ιταλική ιστορία των φυλακών.

Αλλά πέρα από τα προσωπικά γεγονότα και την ευγνωμοσύνη, στη συνέχεια και μαζί, υπάρχει για μένα η θεώρηση μιας βαθιάς συνέπειας τους και επίσης της θετικής τους ανωμαλίας, δεδομένου ότι είναι ένα «μη κόμμα» κόμμα, δεδομένου ότι έχει εδώ και καιρό επιλέξει να μην παρουσιάζεται στις εκλογές και να χαρακτηρίζεται από ένα διεθνικό σχέδιο. Πράγμα που εξισορροπεί την αποφασιστική απόσταση που νιώθω για τις νεοφιλελεύθερες θέσεις τους στα οικονομικά. Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό, διότι τα τελευταία χρόνια παρέμειναν η μόνη πολιτική δύναμη στρατευμένη στην υπεράσπιση του κράτους δικαίου και ενός προστατευτισμού που δεν είναι εναλλασσόμενο ρεύμα, καθώς και ενάντια στην ισόβια φυλάκιση και τη σκληρή φυλακή του 41bis.”

Εάν έπρεπε να ορίσετε με ένα επίθετο τους Renzi, Bersani, Berlusconi, Grillo και Salvini, ποιο θα χρησιμοποιούσατε για καθέναν από αυτούς;

“Πιστεύω ότι από τα όσα είπα μέχρι τώρα είναι σαφές ότι δεν έχω καμία εγγύτητα με καμία από τις πολιτικές δυνάμεις που εκπροσωπούνται από τα κόμματα, αν και για ορισμένα, που χαρακτηρίζονται από μια κουλτούρα μισαλλοδοξίας, κοινωνικού εγωισμού και ξενοφοβικών συμπεριφορών, αισθάνομαι μεγαλύτερη απόσταση. Τους μεμονωμένους ανθρώπους έχω συνηθίσει να μην εκφράζω κρίσεις, μιας και πολύ συχνά έχω κριθεί εγώ, για να μην πω πως έχω κριθεί με προκατάληψη ή με γελοιοποίησαν και με αντιμετώπισαν με περιφρόνηση δημόσια. Οι καιροί που ζούμε, δείχνουν ευκολία στις ομιλίες μίσους, προσβολής, σε κρίσεις λασπώδεις και λακωνικές στις οποίες νομίζω ότι πρέπει να αντιταχθούμε, σε όλα τα επίπεδα και απέναντι σε όλους.”

Ποια είναι τα πάθη του Segio – ακόμα και αυτά που σας δεσμεύουν λιγότερο – που κανείς δεν γνωρίζει στο μουσικό, κινηματογραφικό, αθλητικό μέτωπο ..;

“Νομίζω ότι αυτό ισχύει για πολλούς, αλλά αισθάνομαι και στην πραγματικότητα ανταγωνίζομαι συχνά με το χρόνο, ένα αγαθό που γίνεται όλο και πιο σπάνιο, δεδομένων των μορφών που επιτεύχθηκαν από την κοινωνική οργάνωση. Οι δραστηριότητές μου και η κοινωνική μου δέσμευση μου επιτρέπουν επομένως πολύ λίγα περιθώρια για να αφιερωθώ σε κάτι άλλο. Τον χρόνο που μπορώ να κερδίσω τον επενδύω στην ανάγνωση, ακούω αρκετή μουσική, στο βάθος, σιγανά ακόμα και όταν δουλεύω ή γράφω, δυστυχώς πηγαίνω πολύ σπάνια στον κινηματογράφο. Τα λογοτεχνικά, μουσικά και κινηματογραφικά μου γούστα παρέμειναν αρκετά πίσω στον περασμένο αιώνα. Ποτέ δεν έχω ενδιαφερθεί για τον αθλητισμό, πόσο μάλλον για το ποδόσφαιρο, το οποίο εξακολουθώ να θεωρώ ένα όπλο μαζικής απόσπασης της προσοχής, καθώς και πλέον μια επιχείρηση και όχι ένα παιχνίδι. Αλλά εδώ και μερικά χρόνια ασκώ τις κούρσες, συμμετέχοντας σε μαραθώνιους. Τούτου λεχθέντος, το κύριο πάθος μου παραμένει η πολιτική, με την έννοια που ελπίζω ότι μέχρι στιγμής έχω περιγράψει επαρκώς: δηλαδή, στην κοινωνική στράτευση και συμμετοχή.”

Πριν από λίγο καιρό, σε μια συνάντηση στην έδρα του Ριζοσπαστικού Κόμματος, ο Βαλέριο Φιοραβάντι, Valerio Fioravanti, καθόταν ακριβώς πίσω της. Τον χαιρετίσατε;

“Όχι, αλλά απλά επειδή δεν τον είδα. Σε εκείνη την περίπτωση χαιρέτισα την Francesca Mambro, με την οποία συμμερίζομαι την στράτευση και τις μάχες κατά της θανατικής ποινής και για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην ένωση Nessuno Tocchi Caino, στην οποία είμαι μέλος της διοίκησης και με την οποία επίσης συνεργάζεται ο Valerio και η Francesca.

Μια μεγάλη και ευγενής φιγούρα, δυστυχώς έφυγε τον αύγουστο του 2016, η οποία υπήρξε επί μακρόν εποπτική δικαστής και για πολύ μικρό χρονικό διάστημα επικεφαλής της σωφρονιστικής διοίκησης, ο Sandro Margara, έγραψε κάποτε ότι «η φυλακή δημιουργεί αθωότητα, μετατρέποντας και τον ένοχο σε θύμα «, μια βαθιά αλήθεια την οποίαν πάρα πολλοί δεν θέλουν να ακούσουν, ειδικά σε αυτούς τους καιρούς που έχουν γίνει κακοί . Νομίζω ότι η φυλακή δημιουργεί φυσικά συναισθήματα αμοιβαίας αλληλεγγύης μεταξύ εκείνων που ζουν στην ίδια κατάσταση και ότι, ως εκ τούτου, ωθεί να ξεπεραστούν αποστάσεις και προλήψεις, προφυλάξεις ακόμη και μεταξύ «πρώην εχθρών”.”

Πηγή: GIACOMO DI STEFANO, PROMETEO LIBERO