μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ciao Nanni, Γεια σου, σήμερα όπως χθες τα Θέλουμε Όλα!

Με βαθιά θλίψη μάθαμε πως χάσαμε το Nanni Balestrini. Ποιητής, συγγραφέας, αγωνιστής μας αφήνει στην ηλικία των 83 ετών. Ας θυμηθούμε το έργο του δημοσιεύοντας ένα απόσπασμα ενός από τα κείμενα που περισσότερο αγαπήσαμε, μεταξύ πολλών, του Nanni: «Θέλουμε τα πάντα!»-«Vogliamo Tutto!». Ένα κείμενο που για τα 40 χρόνια από τη δημοσίευσή του χαρακτηρίσαμε «έναν γλωσσολογικό εκρηκτικό μηχανισμό υπολογισμένης ισχύος και συγκρατημένου πάθους. Μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους: ως απολογισμός των κοινωνικών μαχών του μητροπολιτικού προλεταριάτου, ως ένα προτρεπτικό αντίφωνο στην εξάπλωση της αυτονομίας των εργατών, ως ένα ανεξάρτητο βλέμμα, ή σαν μια χειρονομία συμπάθειας της γλώσσας για τη ζωή. Δημοσιευμένο για πρώτη φορά το 1971, τα Θέλουμε όλα είναι η ιστορία ενός εργάτη που ήρθε από το Νότο σε μια Fiat σε αναβρασμό, η ιστορία της ανακάλυψης της μητρόπολης, της καπιταλιστικής βίας και καταπίεσης, της προλεταριακής κοινότητας που σχηματίζεται, της εξέγερσης που σέρνεται σαν φίδι και στη συνέχεια εκρήγνυται: «Σήμερα, καθώς αποχαιρετούμε το Nanni, ας ξαναδιαβάσουμε κάποιες από αυτές τις σελίδες γεμάτες εξέγερση και ποίηση.Το χώμα που σε σκεπάζει να είναι ελαφρύ, σύντροφε!

Ciao Nanni, oggi come ieri Vogliamo Tutto!

[..] Σύντροφοι όπως όλοι γνωρίζετε στη Fiat κάθε μέρα το ποσοστό των απουσιών είναι πολύ υψηλό. Είναι άνθρωποι που δεν καταφέρνουν πλέον να συμβαδίζουν με τους εξαντλητικούς ρυθμούς εργασίας που επιβάλλουν τα αφεντικά. Είναι άνθρωποι που μένουν στο σπίτι για να προστατέψουν τη φυσική τους ύπαρξη. Είναι μια διαρκής απόδραση από την παραγωγική εργασία. Μιλάμε για το δικαίωμα στην υγεία, για αγώνες κατά της βλαπτικότητας. Αλλά κανείς δεν λέει ότι το μοναδικό ζήτημα είναι πως η εργασία είναι επιβλαβής. Η μετανάστευση των νέων από το Νότο από τη Fiat προχωρεί τους τελευταίους μήνες με αυξανόμενο ρυθμό. Δεδομένων των ισχυρών αυτοαπολύσεων εργατών που δεν θέλουν πλέον να ξέρουν τίποτα για τους ρυθμούς της Fiat και δεδομένων των απολύσεων των εργατών που κάνουν πάρα πολλές απουσίες. Όλα αυτά είναι βολικά για τη Fiat επειδή οι καινούργιοι εργάτες που προσλαμβάνονται έχουν χαμηλότερους μισθούς για τα πρώτα τέσσερα χρόνια εκμετάλλευσης στο εργοστάσιο.

Σε αυτό να προσθέσουμε τον φαύλο κύκλο που αφαιρεί σχεδόν όλο το μισθό. Νεαροί μετανάστες που μετακινούνται ανάμεσα σε ένα εστιατόριο και έναν ενοικιαστή δωματίου. Να βάζεις χρήματα στην άκρη για την εξόφληση των χρεών μετακίνησης προς βορρά και για να στέλνεις χρήματα στο νότο ήταν εφικτό μέχρι πριν από έξι ή επτά χρόνια. Ο πραγματικός μισθός της Fiat πήγε πίσω όλα αυτά τα χρόνια. Έτσι η απεργία που κάναμε για τη Battipaglia ως Battipaglia στο νότο υπήρξε το τέλος της φιλικής προς το νότο πολιτικής της Χριστιανοδημοκρατίας και του PCI-ΚΚΙ του Κράτους και των μονοπωλίων εκείνη η απεργία υπήρξε η ευκαιρία για μια πολιτική απεργία εναντίον του κρατικού σχεδιασμού και της Φίατ.

Όσον αφορά αυτή την απεργία της πέμπτης δεν είναι τα συνδικάτα που αντιλήφθηκαν ότι οι εργάτες δεν μπορούν πλέον να αντέξουν τα νοίκια. Αλλά ήταν οι εργάτες με αυτές τις πράξεις εξέγερσης έξω από κάθε συνδικαλιστική και πολιτική γραμμή που έδειξαν ότι είχαν πάνω από τα μαλλιά τους την αύξηση του κόστους ζωής για ενοικίαση. Και ότι σε κάποιο σημείο δεν μπορούν πλέον να ικανοποιηθούν με τον μισθό πείνας που παίρνουν σήμερα. Ζητούμε εγγυημένο μισθό ζητάμε να πληρωνόμαστε πάντα ανάλογα με τις ανάγκες μας τόσο όταν εργαζόμαστε όσο και όταν είμαστε άνεργοι. Χειροκροτήματα.

Σύντροφοι τώρα μετά από όλες αυτές τις εβδομάδες απεργιών στις οποίες γονατίσαμε το αφεντικό όλοι μας λένε να μην το παρακάνουμε. Οι συνδικαλιστές στο εργοστάσιο μας το λένε αυτό μας το λένε οι εφημερίδες έξω. Ότι αν συνεχιστεί έτσι θα υπάρξει κρίση πως πρέπει να είμαστε προσεκτικοί διότι όλη αυτή η μικρότερη παραγωγή καταστρέφει την οικονομία της Ιταλίας. Και τότε όλοι θα ήμαστε χειρότερα θα υπάρξει ανεργία και πείνα. Αλλά δεν μου φαίνεται εμένα ότι τα πράγματα είναι ακριβώς έτσι. Ας αφήσουμε επίσης στην άκρη ότι όπως είπε και ο σύντροφος πριν αν η οικονομία των αφεντικών χρεοκοπήσει εμάς δεν μας νοιάζει καθόλου. Αντιθέτως μας χαροποιεί πολύ.

Αυτό είναι πολύ αληθινό, αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Είναι ότι δεν μας νοιάζει διότι έτσι κι αλλιώς γνωρίζουμε ότι εδώ μέχρι να αλλάξουν όλα είμαστε πάντοτε εμείς στη χειρότερη θέση. Δεν ήμασταν πάντα εμείς να πληρώνουμε το υψηλότερο αντίτιμο για όλους τους αγώνες; Σύντροφοι εγώ είμαι από το Σαλέρνο έχω κάνει όλες τις δουλειές στο νότο όπως στο βορρά και ένα πράγμα έχω καταλάβει: Ότι ο εργάτης έχει μόνο δύο δυνατότητες ή μια σφαγιαστική δουλειά όταν τα πράγματα πάνε καλά ή την ανεργία και την πείνα όταν στραβώνουν. Δεν είμαι σίγουρος ποιο από τα δύο πράγματα είναι χειρότερο. Αλλά δεν είναι πως ο εργάτης μπορεί να αποφασίσει είναι το αφεντικό που πάντα αποφασίζει γι αυτόν.

Δεν χρειάζεται λοιπόν όταν τσαντιζόμαστε γιατί δεν αντέχουμε άλλο να έρχονται να μας παρακαλούν να επιστρέψουμε στην δουλειά. Να έρχονται να μας κάνουν ηθική ότι είμαστε μία μόνο χώρα ένα μόνο γενικό συμφέρον που ο καθένας έχει τη λειτουργία και το καθήκον του και αυτά τα πράγματα εδώ. Με αυτή την αρχαία ιστορία πως το στομάχι δεν μπορεί να γεμίσει αν τα μπράτσα δεν δουλεύουν και τότε ολόκληρο το σώμα πεθαίνει. Και έτσι μας παρακαλούν και μας απειλούν να επιστρέψουμε στη δουλειά γιατί διαφορετικά θα είναι χειρότερα για μας. Αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι γιατί όπως είπα πριν εμείς όσο έχουν την εξουσία αυτοί εμείς με αυτούς πάντα πεθαίνουμε και σε κάθε περίπτωση είτε δουλεύουμε είτε όχι.

Και σε αυτή την παγίδα δεν πέφτουμε πια επειδή ακριβώς εμείς και αυτοί δεν είμαστε το ίδιο σώμα. Δεν έχουμε τίποτα κοινό είμαστε δύο διαφορετικοί κόσμοι είμαστε εχθροί και φτάνει εμείς και αυτοί. Η μέγιστη δύναμη που έχουμε εμείς είναι ακριβώς αυτό το γεγονός ότι έχουμε πεισθεί επιτέλους ότι με την δουλειά των αφεντικών και με το Κράτος των αφεντικών εμείς δεν έχουμε πραγματικά κανένα κοινό συμφέρον. Όμως έχουμε όλα τα συμφέροντα εναντίον. Όλοι οι υλικοί μας στόχοι είναι εναντίον αυτής της οικονομίας είναι ενάντια σε αυτήν την ανάπτυξη είναι ενάντια στο γενικό συμφέρον που είναι αυτό του Κράτους των αφεντικών. Τώρα μας λένε ότι η Fiat φτιάχνει ένα εργοστάσιο στο Togliattigrad στη Ρωσία και ότι θα πρέπει όλοι να πάμε εκεί για να μάθουμε να δουλεύουμε όπως εργάζονται στον κομμουνισμό.

Και τι στον πούτσο μας νοιάζει εμάς αν και στη Ρωσία τους εργάτες τους εκμεταλλεύονται και πως είναι το σοσιαλιστικό κράτος που τους εκμεταλλεύεται αντί του καπιταλιστή αφεντικού. Σημαίνει ότι εκείνος δεν είναι κομμουνισμός αλλά είναι κάτι που δεν είναι καλό. Και όντως νομίζω ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για την παραγωγή και για να πάνε στο φεγγάρι αντί για την ευημερία του κόσμου. Επειδή η ευημερία έρχεται πρώτα απ ‘όλα από το να μας κάνουν να δουλεύουμε λιγότερο. Αυτός είναι ο λόγος που λέμε τώρα όχι στα τρομαγμένα αφεντικά που μας ζητούν να τους βοηθήσουμε στην παραγωγή τους. Που μας εξηγούν ότι πρέπει να συμμετάσχουμε επειδή είναι προς το συμφέρον όλων μας.

Λέμε όχι στις μεταρρυθμίσεις για τις οποίες το κόμμα και το συνδικάτο θέλουν να μας κάνουν να αγωνιζόμαστε. Επειδή κατανοήσαμε ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις χρησιμεύουν μόνο για τη βελτίωση του συστήματος με το οποίο μας εκμεταλλεύονται τα αφεντικά. Τι μας νοιάζει να μας εκμεταλλεύονται καλύτερα με λίγα σπίτια λίγα φάρμακα ή κάποια περισσότερα σχολεία. Όλα αυτά βελτιώνουν μόνο το Κράτος βελτιώνουν το γενικό συμφέρον βελτιώνουν την ανάπτυξη. Αλλά οι δικοί μας στόχοι είναι κατά της ανάπτυξης είναι ενάντια στο γενικό συμφέρον είναι δικοί μας και αυτό είναι, φτάνει. Οι στόχοι μας δηλαδή τα υλικά συμφέροντα της εργατικής τάξης είναι ο θανάσιμος εχθρός του καπιταλισμού και των συμφερόντων του.

Εμείς ξεκινήσαμε αυτόν τον μεγάλο αγώνα ζητώντας περισσότερα χρήματα και λιγότερη εργασία. Τώρα γνωρίζουμε ότι αυτό είναι ένα σύνθημα που ανατρέπει που στέλνει στον αέρα όλα τα σχέδια των αφεντικών όλο το σχέδιο του κεφαλαίου. Και τώρα πρέπει να προχωρήσουμε από τον αγώνα για τους μισθούς στον αγώνα για την εξουσία. Σύντροφοι αρνούμαστε την εργασία. Θέλουμε όλη την εξουσία θέλουμε όλο τον πλούτο. Θα είναι ένας μακροχρόνιος αγώνας με επιτυχίες και αποτυχίες με ήττες και προωθήσεις. Αλλά αυτός είναι ο αγώνας που πρέπει τώρα να ξεκινήσουμε ένας σκληρός και βίαιος εις βάθος αγώνας. Πρέπει να αγωνιστούμε για να εξαφανιστεί η δουλειά. Πρέπει να αγωνιστούμε για τη βίαιη καταστροφή του κεφαλαίου. Πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια σε ένα Κράτος που βασίζεται στην εργασία. Λέμε: Ναι στη εργατική βία.

Επειδή είμαστε εμείς οι προλετάριοι του νότου εμείς οι εργάτες μάζα αυτή η τεράστια μάζα των εργατών εμείς εκατόν πενήντα χιλιάδες εργάτες της Fiat που έχουμε χτίσει την ανάπτυξη του κεφαλαίου και αυτού του Κράτους του. Είμαστε αυτοί που έχουν δημιουργήσει όλο τον πλούτο που υπάρχει και του οποίου μας αφήνουν μόνο τα ψίχουλα. Δημιουργήσαμε όλο αυτό τον πλούτο ψοφώντας στη δουλειά στη Fiat ή ψοφώντας από πείνα στο νότο. Και τώρα που είμαστε η μεγάλη πλειοψηφία του προλεταριάτου δεν θέλουμε πλέον να δουλεύουμε και να πεθαίνουμε για την ανάπτυξη του κεφαλαίου και του Κράτους του. Δεν θέλουμε πλέον να συντηρούμε όλα αυτά τα γουρούνια.

Ε λοιπόν λέμε ότι είναι καιρός να τελειώνουμε με αυτά τα γουρούνια και πως όλο αυτό τον τεράστιο πλούτο που εμείς παράγουμε εδώ και στον κόσμο μετά εκτός των άλλων δεν ξέρουν άλλο από να τον καταστρέφουν ή να τον σπαταλούν. Τον σπαταλούν για να κατασκευάζουν χιλιάδες ατομικές βόμβες ή για να πάνε στο φεγγάρι. Καταστρέφουν ακόμη και τόνους φρούτων ροδάκινα και αχλάδια επειδή υπάρχουν πάρα πολλά και τότε χάνουν αξία. Επειδή όλα πρέπει να έχουν μια τιμή γι αυτούς όλα πρέπει να έχουν μια αξία που είναι το μόνο πράγμα που τους ενδιαφέρει όχι τα προϊόντα που δίχως αξία γι’ αυτούς δεν μπορούν να υπάρξουν. Για αυτούς δεν μπορούν να εξυπηρετούν τους ανθρώπους που δεν έχουν φαγητό. Με όλο αυτό τον πλούτο που υπάρχει οι άνθρωποι θα μπορούσαν πλέον να μην πεθαίνουν από την πείνα θα μπορούσαν πλέον να μη δουλεύουν. Ας πάρουμε λοιπόν εμείς όλο αυτό τον πλούτο ας πάρουμε λοιπόν τα πάντα.

Μα έχουμε τελείως τρελαθεί; Τα αφεντικά μας κάνουν να δουλεύουμε σαν ζώα και στη συνέχεια καταστρέφουν τον πλούτο που εμείς έχουμε παράξει. Αλλά ήρθε η ώρα να τελειώνουμε με αυτό εδώ τον κόσμο. Ήρθε η ώρα να τα γαμήσουμε όλα αυτά τα γουρούνια να τα καθαρίσουμε και να τα ξεφορτωθούμε μια για πάντα. Κράτος και αφεντικά προσέξτε είναι ο πόλεμος είναι ο τελικός αγώνας. Ας πάμε μπροστά σύντροφοι να προχωρήσουμε όπως στη Battipaglia να τα κάψουμε όλα να ξεσκίσουμε αυτά τα καθάρματα να συντρίψουμε αυτή τη δημοκρατία. Πολύ πλατιά χειροκροτήματαi. [..]

απόσπασμα από την »συνέλευση»- «L’assemblea», κεφάλαιο 9 του »Τα θέλουμε όλα»- «Vogliamo Tutto»

 

https://www.infoaut.org/culture/ciao-nanni-oggi-come-ieri-vogliamo-tutto

ιστορία, storia

MAELSTROM: μια ακόμη ανασκόπηση

8 ιουλίου 2011

Δεν θα σταματήσω εύκολα να μιλάω γι αυτό το βιβλίο questo libro, όπως δεν σταματώ -ΑΔΥΝΑΤΟΝ- να αγαπώ τον συγγραφέα του, 
κομμάτι καρδιάς, αίματος, ζωής.
Αυτή είναι μια άλλη ανασκόπηση – un’altra recensione – ενός βιβλίου που ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ  ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ! Τι «γροθιά», αυτό το βιβλίο, καμία σχέση με τη σκιά του Banco [α] που εμφανίζεται ξανά σαν φάντασμα για να διαταράξει το μυαλό του Macbeth, εδώ είναι ένας ζωντανός και στα καλά του κύριος 71 ετών ο οποίος μετά από περισσότερα από 30 χρόνια φυλακής χτυπά με αυτό το βιβλίο την πόρτα μας να μας πει με το νι και με το σίγμα τι συνέβη στην Ιταλία και στον κόσμο σε εκείνα τα 20 χρόνια που προηγήθηκαν της σύλληψής του, και που, τα επόμενα 30 χρόνια, εκείνοι που τον συνέλαβαν αποφεύγουν με κάθε τρόπο να διηγούνται.

387 σελίδες εγγράφων, μαρτυριών και πολλών άλλων διατυπώνονται και παραδίδονται με την φροντίδα και το αδιαμφισβήτητο αυτού που είχε 30 χρόνια για να αναδιατάξει και να μεταβολίσει από «μέσα» εκείνα τα 20 χρόνια ζωής που έζησε, ενώ «έξω» λειτουργούσε η πιο εκκωφαντική από τις αποδομήσεις, και που σήμερα, έχοντας απίστευτα επιβιώσει (όχι μόνο στο σώμα αλλά κυρίως στο μυαλό) σε όλα εκείνα, διεκδικεί το δικαίωμα του «ηττημένου» να εμπλουτίσει την ιστορία που γράφτηκε μέχρι σήμερα, όπως πάντοτε, από τον νικητή, για τον απλό λόγο ότι και αυτός … ήταν εκεί.
Λοιπόν «1960-1980 σκηνές εξέγερσης και ταξικής αυτοοργάνωσης στην Ιταλία» διαβάζουμε στον υπότιτλο διότι ο συγγραφέας βίωσε από πρώτο χέρι και όλο και περισσότερο ως πρωταγωνιστής εκείνη την εικοσαετία αγώνων του εργατικού κινήματος που σημάδεψε ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της χώρας μας κατά την περίοδο που πηγαίνει από την αρχή του λεγόμενου οικονομικού boom στην εποχή del riflusso – της πτώσης, της υποχώρησης των κινημάτων των χρόνων ’80. [β]
Σε αυτό το μακρύ ταξίδι ο συγγραφέας συμμετείχε άμεσα σε πολλά γεγονότα που κατά κάποιον τρόπο είναι «παράλληλα» και «συνδέονται» με την εικοσαετή στράτευση του ως αγωνιστή εργατιστή, συμπεριλαμβανομένων των περίφημων ’68 και ’77 μέχρι την τελική προσγείωση στην σημαντικότερη οργάνωση ένοπλου αγώνα που έδρασε στην Ιταλία που το βιβλίο αυτό μας εξηγεί ως υποχρεωτική φυσική συνέχεια με όλα του τα «πριν», και που επομένως αντιπροσωπεύει μόνο ένα τελικό στάδιο μιας πολύ μακρύτερης και πιο σύνθετης διαδρομής που ξεκινάει από πολύ μακριά.

Αυτό που είναι πιο εντυπωσιακό σε αυτό το βιβλίο, και το οποίο το καθιστά μοναδικό κατά τη γνώμη μου, είναι το γεγονός ότι αντί να μιλάει, όπως έκαναν τόσοι πολλοί άλλοι πρώην ταξιαρχίτες, για την εμπειρία τους στον ένοπλο αγώνα ενθυμούμενοι μακάρι μέσα σε λίγες σελίδες όσα τους οδήγησαν σε μια τέτοια επιλογή, ή να διηγούνται τη δική τους οδύσσεια στα πολυετή χρόνια της ειδικής φυλακής, ο Ricciardi κάνει ακριβώς το αντίθετο.
Ο Salvatore Ricciardi χρησιμοποιεί το βιβλίο αυτό για να ανασυνθέσει λεπτομερώς την αγωνιστική του ζωή υπέρ των πολλών ιταλικών μεταπολεμικών εργατικών αγώνων από το 1958 έως το 1977 μέχρι την ένταξή του στις BR μετά την τελική αποτυχία του κινήματος του 1977, και στη συνέχεια επαναφέρει την διήγηση από τον πρώτο του χρόνο φυλάκισης στο Trani όπου οργανώνει τη περίφημη εξέγερση του 1980, για να κλείσει στη συνέχεια με την επακόλουθη μεταφορά του στην τιμωρητική φυλακή του Bad ‘a Carros στις αρχές του 1981.

Για τα υπόλοιπα τίποτα, τίποτα για τα 3 χρόνια της συμμετοχής του στην ρωμαϊκή φάλαγγα των ΕΤ και τίποτα για τα επόμενα 30 χρόνια φυλάκισης. Γιατί λοιπόν, πέρα από το εντυπωσιακό ιστορικό έργο της επίπονης ανοικοδόμησης των ιταλικών εργατικών αγώνων και των πολλών επαναστατικών ταραχών στον κόσμο εκείνων των χρόνων, που ανακαλεί, με μεγάλη προσοχή και πληρότητα το περίφημο βιβλίο « Η Χρυσή Ορδή» των Ballestrini και Moroni κάποιων χρόνων νωρίτερα, αυτό το βιβλίο, έλεγα στην αρχή, είναι μια «γροθιά»;

Διότι τεκμηριώνει πολλά χρόνια αργότερα και με έναν απολύτως αναμφισβήτητο τρόπο αυτά που συνέβησαν πραγματικά στη χώρα μας μέσα στην εικοσαετία από το 1960 έως το 1980, κάτι που κανείς δεν είχε ποτέ τολμήσει ή ίσως μπόρεσε να κάνει, και θα έλεγα ότι αυτός είναι ο λόγος, κάτι περισσότερο από αρκετός, για να ευχηθούμε μια διάδοση του maelstrom όσο το δυνατόν πιο εκτεταμένη σε όσους κατά τη διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων μπόρεσαν να ακούσουν μόνο την διήγηση αυτών που κέρδισαν, αλλά φοβάμαι ότι αυτό δεν θα συμβεί. Ωστόσο αυτό δεν αφαιρεί καμία αξία, να καταλαβαινόμαστε, από την επιλογή να έχει γράψει σήμερα αυτό το πολύ σημαντικό κείμενο και μετά από 30 χρόνια φυλάκισης, μόνο και μόνο επειδή, όπως καταλήγει ο συντάκτης παραθέτοντας μια φράση από τον θεατρικό συγγραφέα Samuel Beckett: «Προσπάθησα πάντα. Πάντα απέτυχα. Μην συζητάς. Δοκίμασε ξανά. Απέτυχε πάλι. Απέτυχε καλύτερα! «.
Μιλώντας για όμορφες φράσεις, τόσες πολλές πρέπει να πω, η σκέψη που με εντυπωσίασε περισσότερο εμφανίζεται σχεδόν στην αρχή του βιβλίου, δεν θυμάμαι τα ακριβή λόγια αλλά έλεγε πάνω κάτω ότι να γίνεις «σύντροφος» είναι επιχείρηση που απαιτεί και έναν κάποιο …χρόνο.

Εν κατακλείδι η προσωπική μου ιδέα, ίσως λαθεμένη, αυτού του βιβλίου είναι ότι το μήνυμα του συγγραφέα είναι  «με συλλάβατε και παρέμεινα σιωπηλός για 30 χρόνια, τώρα που είμαι ελεύθερος μου φάνηκε σωστό να αναφέρω πριν από κάθε τι άλλο και όλα αυτά που δεν ειπώθηκαν ποτέ επάνω σε εκείνα τα χρόνια, και τώρα αν θέλετε μπορούμε να αρχίσουμε πραγματικά να … μιλάμε γι αυτά «

DAVIDE STECCANELLA

α] essere l’ombra di Banco

Όντας η έμμονη θύμηση μιας κακής πράξης, ενός σφάλματος.Το ρητό αναφέρεται σε μια σκηνή από τον Macbeth (Act III, σκηνή IV) του William Shakespeare, στην οποία το φάντασμα του Banquo έρχεται να τρομοκρατήσει τον πρωταγωνιστή που είχε κηλιδωθεί με το αίμα του.

β] riflusso είναι ένας όρος της δημοσιογραφικής και πολιτικής γλώσσας που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια στάση που χαρακτηρίζεται από πολιτική και κοινωνική απεμπλοκή και από την υποχώρηση στην ιδιωτική σφαίρα μέσα σε ένα κλίμα απογοήτευσης και επιστροφής στις αξίες του παρελθόντος

 

MAELSTROM: ancora una recenzione

 

αυτονομία, autonomia

Η εργατική Αυτονομία και η κοινότητα αγώνα vicentina

Ένα ωραίο βιβλίο αυτό: L’Autonomia operaia vicentina. Dalla rivolta di Valdagno alla repressione di Thiene, Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene, πέμπτος τόμος της συλλογής »Οι Αυτόνομοι» – «Gli Autonomi» (DeriveApprodi, pp.256, euro 19). Συγγραφέας είναι ο Donato Tagliapietra.

Πρόκειται για ένα αληθινό βιβλίο, από ορισμένες απόψεις εξαιρετικό, και μιλάει για την μοναδική ιστορία ενός από εκείνα τα εκατό αυτόνομα κέντρα κομμουνιστικής πρωτοβουλίας που στα χρόνια ’70 ενήργησαν στα εργοστάσια και τα ιταλικά εδάφη, επιβεβαιώνοντας εργατική αντιεξουσία και κερδίζοντας μισθούς και δικαιώματα.

ΚΑΘΕΝΑ ΑΠΟ ΑΥΤΆ ΤΑ ΚΕΝΤΡΑ είναι μια μοναδική εμπειρία, το σύνολο ενός επαναστατικού επεισοδίου. Η διήγηση, των εργατών και των αγωνιστών της Βιτσέντζα, δείχνει την συμβολή ενός κοινωνικού κινήματος που ξέσπασε από το ’68 και μιας γενεαλογικής κοινότητας λόγων και συναισθημάτων πολιτικών, που υποδηλώνει με υποδειγματικό τρόπο την ανεπανάληπτη ποιότητα της άσκησης της πολιτικής της Αυτονομίας εκείνων των χρόνων. Αυτό τον κόσμο μπορούμε συνεπώς να τον κοιτάξουμε από δύο πλευρές, εκείνη του ταξικού αγώνα και τη γενεαλογική, αλλά αυτές οι δύο πλευρές δεν διαχωρίζονται ποτέ. Κάθε σελίδα μπορεί να διαβαστεί ως μια διήγηση για τον τρόπο με τον οποίον μια ηλικιακή ομάδα εργατών και φοιτητών βρέθηκε να αμφισβητεί, ριζικά, τo εργοστασιακό και κοινωνικό σύστημα και τον τρόπο με τον οποίο κάθε ομάδα συντρόφων ήθελε να να ζήσει αυτή τη ρήξη και να ορίσει τον δικό της δρόμο για να την χτίσει.
«Πεπρωμένο και ελευθερία», θα μπορούσαμε να πούμε φιλοσοφικά. Αλλά ειπωμένο στην διάλεκτο του βένετο, με μια έμφαση και μια αποφασιστικότητα τόσο σκληρές όσο ήταν τότε ο καταναγκασμός στην μισθωτή εργασία ενάντια σε μια γενιά νέων, που ήδη αποκαλούνταν ως μάζα διανοούμενων υπό δημιουργία.Το βιβλίο χτίζεται σχεδόν αποκλειστικά από έγγραφα που παρήγαγε η οργάνωση – οι Βενετικές Πολιτικές Κολεκτίβες, i Collettivi Politici Veneti της περιοχής του alto vicentino – και από συνεντεύξεις με τους στρατευμένους εκείνης της εποχής. Και ακολουθεί την εξαιρετική επέκταση των αγώνων, που ενθαρρύνονται και / ή οργανώνονται από τις συλλογικότητες των χωριών, από την εξέγερση του εργοστασίου Marzotto του Valdagno τον απρίλιο του 1968 μέχρι την καταστολή των αρχών της δεκαετίας του 1980. Από την αρχή μέχρι το τέλος αυτής της περιόδου παράγεται μια όλο και πιο διαδεδομένη οργανωτική συγκέντρωση στην περιοχή και γίνεται όλο και πιο διεισδυτική, αιχμηρή.

Η ΚΟΙΝΌΤΗΤΑ ΑΓΩΝΑ είναι επίσης μια κοινότητα ζωής: αυτή η αλήθεια ξεχειλίζει από την διήγηση. Να απελευθερωθούν από τη δυστυχία-την μιζέρια της μισθωτής εργασίας, να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη ακριβά αποτέλεσε έναν τρόπο οικοδόμησης μιας διαφορετικής ζωής. Οι απεργίες στο εργοστάσιο και οι περιπολίες κατά της μαύρης εργασίας πήγαιναν μαζί με την κατάκτηση δωρεάν συναυλιών, με τον αγώνα ενάντια στα υψηλά ενοίκια και την κατάληψη σπιτιών και την γενναιόδωρη απαλλοτρίωση αγαθών στα σούπερ μάρκετ. Μαζική παρανομία, ναι, αλλά και επινόηση ενός τρόπου ζωής που απέρριπτε τη φτώχεια των σωμάτων και τη μιζέρια του πνεύματος. Μια γενιά νέων πρότεινε, με μεγάλη ωριμότητα, το σχέδιο μιας ελεύθερης ζωής.

ΠΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ να το αφηγούμαστε σήμερα σε εκείνους που προσποιούνται ότι είναι ελεύθεροι. Ωστόσο η ανάγνωση αυτής της ιστορίας ξυπνά στα βάθη κάθε ψυχής εκείνη την ατελή συνειδητοποίηση του ψεύδους και της ανελευθερίας που προκαλεί η χυδαιότητα της ζωής κάτω από αφεντικό: δεν δίνεται στον καθένα η δυνατότητα να μετασχηματίζει αυτή την αφύπνιση σε μια πράξη ρήξης. Επειδή είμαστε μόνοι. Από την άλλη πλευρά, εκείνα τα παιδιά από την Thiene και τα γύρω χωριά, μέχρι τη Schio, μέχρι το Bassano, μέχρι τη Vicenza είχαν διαρρήξει κάθε πεπρωμένο μοναξιάς: ήταν μαζί, αισθάνονταν δυνατοί, έδωσαν ένα παράδειγμα αξιοπρέπειας. Μαζί, όλοι μαζί.
Η σύγκρουση με την εξουσία ήταν εξαιρετικά βίαιη. Όπως και στο σύνολο του Veneto, εξάλλου, όπου μεταξύ της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του 1970 δόθηκαν μερικές από τις σημαντικότερες μαζικές εμπειρίες αντάρτικης οργάνωσης, πρώτα στα μεγάλα εργοστάσιο και στη συνέχεια στο διάχυτο εργοστάσιο, και συγχρόνως στα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Γιατί ο ταξικός αγώνας έγινε τόσο σκληρός στην περιοχή του Βένετο; Επειδή – όπως δείχνει αυτό το βιβλίο – η εξέγερση δεν συνέβη μόνο εναντίον του κυρίου-του αφεντικού, αλλά, δεδομένης της καθυστέρησης της κοινωνικής πειθαρχίας εκμετάλλευσης, ήταν μια σύγκρουση επάνω στη ζωή συνολικά: ήταν ένα άλμα στο νέο και μια ανακάλυψη της κοινότητας, ένας ριζοσπαστικός τρόπος συνεύρεσης μέσα στον αγώνα και η βούληση να οικοδομήσουν μια νέα κοινωνία.

ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΗ ΑΚΡΙΒΏΣ ΥΠΗΡΞΕ η σύγκρουση με την καταστολή. Ωστόσο ακόμη και στα επεισόδια ένοπλου αγώνα ως απάντηση στην καταστολή, η γραμμή των Κολεκτίβων ήταν πάντα η διατήρηση των εδαφών του «κοινωνικού εργάτη» και δεν ήταν ποτέ δολοφονική, αλλά αποσκοπούσε στο χτίσιμο ελεύθερων κοινοτήτων. Δεν ήταν τυχαίο ότι δεν υπήρξαν ούτε καταδότες ή μετανιωμένοι όταν η καταστολή κέρδισε. Όταν μετά την τραγωδία της 11ης απριλίου του 1979, όταν πέθαναν τρεις σύντροφοι ενώ προετοιμάζονταν να απαντήσουν στο blitz της 7ης απριλίου, και όταν δολοφονήθηκε ένας τέταρτος σύντροφος στη φυλακή, το μαύρο έργο των καταστολέων του Calogero και του Dalla Chiesa, υπήρξε άγριο. Στα επόμενα χρόνια, στην φυλάκιση για πολλούς, προστέθηκε η ηρωίνη για ακόμη περισσότερους.
Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο στους Antonietta Berna, Lorenzo Bortoli, Angelo Dal Santo και Alberto Graziani, στους τέσσερις πεσόντες εκείνου του καταραμένου απρίλη, με πικρό τρόπο, όχι πένθιμο ωστόσο, αλλά με υπερηφάνεια αναφωνώντας πόσο εκείνη η ζωή των ελεύθερων ανθρώπων που δολοφονήθηκαν ήταν αληθινή και υποδειγματική.

* Πηγή: Toni Negri, IL MANIFESTO

 

L’Autonomia operaia e la comunità di lotta vicentina

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Αόρατη Επιτροπή: A NOS AMIS-ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΑΣ

της Cristina Rosati

ANosAmisΑόρατη Επιτροπή-Στους φίλους μας – Comité Invisible, A nos amis, La Fabrique éditions, Paris, 2014, pp. 250, € 10,00

Επτά χρόνια μετά την δημοσίευση του « Η εξέγερση που έρχεται» και μετά την έκρηξη στη Γαλλία της υπόθεσης Tarnac, με την οποία η Carmilla ασχολήθηκε εδώ qui, η αόρατη Επιτροπή, Comitato invisibile επέστρεψε με ένα νέο κείμενο, ένα πολιτικό, φιλοσοφικό και σχεδόν ποιητικό έγγραφο, με τον απλό τίτλο «À nos amis»-»Στους φίλους μας» που εκδόθηκε από τον διάσημο εκδοτικό οίκο La fabrique στα τέλη οκτωβρίου του περασμένου έτους.

«Δεν υπάρχουν άλλοι κόσμοι. Υπάρχει απλώς ένας άλλος τρόπος να ζούμε». Το απόσπασμα που εκλάπη από εκείνον που έκανε ένα επάγγελμα την κλοπή, τον Jacques Mesrine, στην αρχή του κειμένου, μας εισάγει ήδη σε μια κουβέντα που ποτέ δεν θα θεωρηθεί δεδομένη και έχει ως στόχο να ρίξει φως στο ιστορικό και κοινωνικό μας παρόν χωρίς προσκόλληση σε παλιά και ξεπερασμένα δόγματα, παρωχημένα. Η Επιτροπή δεν αφήνει έξω κανέναν, από τον Προυντόν στους κομμουνιστές, από τους αναρχικούς στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, από τους πασιφιστές μέχρι τον άθλιο- «misérable Beppe Grillo».

Το κόκκινο νήμα του κειμένου είναι η ερμηνεία του τι σημαίνει σήμερα «κρίση», εκείνη η κρίση που είναι οικονομική, παγκόσμια, κοινωνική κρίση και για την οποία δικαιολογούνται όλα, ακόμα και τα χειρότερα εγκλήματα. Η Επιτροπή αντιστρέφει την οπτική: δεν βιώνουμε σήμερα την κρίση του κεφαλαίου, αλλά τον θρίαμβο του καπιταλισμού της κρίσης. Οικειοποιούμενο την διαχείριση της κρίσης σαν κυβερνητική τεχνική, το κεφάλαιο αξιώνει το δικαίωμα να κατέχει τη στρατηγική νοημοσύνη του παρόντος και το πράττει ακολουθώντας ένα διπλό λόγο. Η κρίση εξυπηρετεί το κεφάλαιο: ένα, ως δημιουργική δύναμη νέων επιχειρήσεων, δύο, ως μέθοδος διαχείρισης των πληθυσμών, αποσταθεροποιεί για να σταθεροποιηθεί.

Για να αποσαφηνίσει αυτή τη φιλοσοφική άποψη και να την τοποθετήσει μέσα στην πραγματικότητα, η Επιτροπή αναλύει τις τεχνικές ή, καλύτερα, τον θρίαμβο της τεχνολογίας στην καθημερινή ζωή. Η εξουσία δεν βρίσκεται πλέον στους θεσμούς, και οι πολιτικοί είναι κάτι με το οποίο οι άνθρωποι απλά «αποσπούνται από την πραγματικότητα». Τι απεικονίζεται στα χαρτονομίσματα του ευρώ; Άνδρες ή γυναίκες που άλλαξαν την ιστορία; Όχι. Υπάρχουν οι υποδομές. Στην Ιταλία τεχνικές κυβερνήσεις ακολουθούν η μια την άλλη εδώ και χρόνια. Οι πολίτες σε όλα αυτά δεν είναι υποτελείς, αντίθετα, είναι οι έξυπνοι άνθρωποι, smart people, δέκτες και γεννήτριες ιδεών, υπηρεσιών και λύσεων. Το «εγώ» βρίσκεται στο επίκεντρο όλων, μοιράζεται τον γεωγραφικό προσδιορισμό του- geolocation, τη διάθεσή του, τη γνώμη του. Μη γνωρίζοντας ότι κάνουν πραγματικά κάτι, οι έξυπνοι άνθρωποι παράγουν την πραγματικότητα, αποθηκεύουν πληροφορίες, βελτιώνουν τον αλγόριθμο, αισθάνονται ελεύθεροι επειδή είναι διασυνδεδεμένοι. Η Επιτροπή μας μεταφέρει στην αρχαία Ρώμη, όπου η αυτοκρατορία ανθούσε ακριβώς διαμέσου των «ελεύθερων». Η ατομική ελευθερία του «κάνω ότι θέλω» είναι ένα ανέκδοτο, είναι γελοία.

Αν από την μια πλευρά υπάρχουν οι smart people που ζουν στις smart city, από την άλλη υπάρχουν οι περιφέρειες-τα προάστια που εγκαταλείφθηκαν στους εαυτούς τους, αηδιαστικά, όπου ζουν αποκλεισμένοι εκείνοι οι πολίτες παρίες επειδή δεν είναι λειτουργικοί σε αυτό το σύστημα, “inemployables”, «άνεργοι», σε αντίθεση με την άλλη τάξη, δημιουργό και δημιουργική.

Αν αυτή είναι, συνοπτικά, μια ανάγνωση των θεωρητικών προϋποθέσεων της ανάλυσης που βρίσκουμε στο κείμενο, δεν λείπει η προσπάθεια να δοθεί ένα νόημα και μια ένδειξη στο περίφημο «τι να κάνουμε;» Όπως πριν από επτά χρόνια με την «Εξέγερση που έρχεται» η Επιτροπή είχε προβλέψει επαναστατικές εστίες που πραγματικά εξαπλώθηκαν αν και δεν γέννησαν τα επιθυμητά αποτελέσματα, και σήμερα το ενδιαφέρον πηγαίνει στις επαναστατικές πρακτικές που δεν κρίνονται στο δικό τους περιεχόμενο, αλλά για τις αλυσιδωτές επιδράσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν.

Μια επανάσταση, διαβάζουμε »Στους φίλους μας»-  “À nos amis”, σίγουρα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με τοπικούς και της στιγμής αγώνες, αλλά πρέπει να συγκεντρωθεί. Το πρόβλημα όμως είναι ακριβώς η φύση αυτής της ενοποίησης η οποία πρέπει να λειτουργεί εγκάρσια, μέσω της πολλαπλότητας, χωρίς να συνθλίβει τις επιθυμίες. Η Επιτροπή μας υπενθυμίζει το παράδειγμα του Καΐρου το 2010. Το πράγμα που είχε περισσότερο αποπροσανατολίσει την αστυνομία ήταν η έλλειψη ενός ηγέτη, μια επανάσταση που επεκτάθηκε επειδή ήταν σε θέση να αλλάξει, σαν ένα είδος ιού. Το κείμενο ολοκληρώνεται με τους πιο ποιητικούς και πανηγυρικούς τόνους, αποδίδοντας σε ένα ασαφές «εμείς» τον ρόλο να οργανώσει την συνάντηση, την κυκλοφορία και την συνωμοσία μεταξύ τοπικών πράξεων και ιδεών. Το έργο του «επαναστάτη» γίνεται αυτό της μετάφρασης, γνωρίζοντας τώρα πλέον ότι δεν υπάρχει μια εσπεράντο της εξέγερσης. «Δεν είναι οι αντάρτες που πρέπει να μάθουν να μιλάνε για αναρχία – διαβάζουμε προς το τέλος του κειμένου – αλλά είναι οι αναρχικοί που πρέπει να γίνουν πολύγλωσσοι».

 

 

Comitato Invisibile: A NOS AMIS

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ανώνυμη Αντάρτες

του Valerio Evangelisti

Αόρατη Επιτροπή (Η εξέγερση που έρχεται – Στους φίλους μας – Τώρα), εκδ. Nero, Roma, 2019, pp. 356, € 20, 00.

Ο εκδοτικός οίκος Nero, από την γένεση και τα ασυνήθιστα χαρακτηριστικά του, εξειδικεύτηκε στη δημοσίευση σημαντικών κειμένων της ανταγωνιστικής αριστεράς. Προτείνει τώρα, σε ένα ενιαίο τόμο, τα τρία δοκίμια που εμφανίστηκαν μέχρι τώρα στη φημισμένη (έτσι για να λέμε) και περιβόητη (για να λέμε) αόρατη γαλλική επιτροπή, μια ανώνυμη επαναστατική κολεκτίβα αντικείμενο άγριων δικαστικών διώξεων, Ενός από αυτά τα δοκίμια, Στους φίλους μας, είχαμε δώσει την είδηση εδώ, qui, αλλά τώρα βγαίνει σε πιο προσεχτική μετάφραση (από τον Marcello Tari) που συνοδεύεται από τις παρεμβάσεις που προηγήθηκαν και ακολούθησαν.

Το «ρεύμα» ιδιότητας, αν μπορεί να οριστεί ως τέτοιο, είναι εκείνο των καταστασιακών, με ισχυρές ενέσεις αναρχισμού. Κάτι αυστηρά γαλλο-γαλλικό. Είναι επίσης και το στυλ, το οποίο συνδυάζει το παράδοξο, την ειρωνεία, την προκλητική πρόθεση, επάνω σε ένα πολύ στερεό πολιτισμικό υπόβαθρο. Είμαστε χίλια μίλια μακριά από τον μαρξισμό, και ο λενινισμός ούτε καν λαμβάνεται υπόψιν. Είναι επίσης προφανές από το προνόμιο που παρέχεται σε ένα λόγο ανάμεσα στον φιλοσοφικό και τον κοινωνιολογικό, με ένα χώρο που μόνο οριακά αφιερώνεται στην οικονομία (εκτός από τις λιγότερο φωτεινές σελίδες που αφορούν το θέμα των κρίσεων, στο άνοιγμα του Ai nostri amici-Στους φίλους μας).

Ποιο είναι το θέμα αυτών των γραπτών; Μόνο ένα: περιγράφονται οι τάσεις της σημερινής καπιταλιστικής κοινωνίας, πώς να τις ανατρέψουμε με μια επαναστατική έννοια, με έναν επαναστατικό τρόπο φέροντας στο φως τη βασική ηλιθιότητα και έλλειψη ανθρωπιάς της, και προτείνοντας χρήσιμες γραμμές δράσης για το σκοπό αυτό. Η Επιτροπή απορρίπτει όλες τις παραδοσιακές οργανωτικές μορφές του εργατικού κινήματος, κόμματα, συνδικάτα, ακόμη και τις συνελεύσεις. Κατά την άποψή τους, αυτές αναπόφευκτα περιέχουν αυταρχικές παρορμήσεις, ή είναι άχρηστες, άδειες περιεχομένου και καταλήγουν ξεκάθαρα σε φλυαρία (για παράδειγμα οι παρισινές Nuits début του 2016). Το μόνο εργαλείο για την επίτευξη ενός αποτελεσματικού αγώνα είναι η ομαδοποίηση σε πυρήνες με παρόμοια ενδιαφέροντα, που ονομάζονται «οι κοινότητες», οι οποίες μοιράζονται το απόλυτο ιδανικό (την ευτυχία, το κοινό καλό) και τις μεθόδους για την επίτευξη του.

Ένας εαυτός έξω από το σύστημα, μιμούμενος έναν δικό του κόσμο και ικανοποιημένος με αυτόν; Όχι, καθόλου. Η επιθυμία της Επιτροπής δεν είναι κάτι που να θυμίζει «παιδιά των λουλουδιών», αλλά το αντίστροφο. «Ώστε οι πράξεις απολίτιστης συμπεριφοράς να γίνουν μεθοδικές, συστηματικές, και να εισρεύσουν σε ένα διάχυτο, αποτελεσματικό ανταρτοπόλεμο, ικανό να μας επιστρέψει πίσω την ακυβερνησία μας, στην αρχέγονη απειθαρχία μας».

Η «κοινότητα» είναι επομένως, ταυτόχρονα, σκίτσο ενός μέλλοντος απαλλαγμένου-ελεύθερου από παγίδες και περιορισμούς της κοινωνίας του κεφαλαίου και όργανο μάχης, το οποίο χρησιμοποιεί τα μέσα που διακινεί ο εχθρός για απολίτιστους: από την άρνηση της εργασίας (καμία σχέση με τις θέσεις της Ιταλικής Αυτονομίας, · ειδικότερα, τον Τόνι Νέγκρι χλευάζουν και κακομεταχειρίζονται), στο σαμποτάζ, στην λεηλασία, με την αυτοπαραγωγή για να εδραιώσουν τον τρόπο ύπαρξης της αντάρτικης κοινότητας. Η οποία, για να επιβιώσει και να αναπτυχθεί, πρέπει να τυλίγεται με μια αυστηρή ανωνυμία.

Αυτά είναι μερικά από τα κεντρικά θέματα, αλλά υπάρχουν πολλά άλλα: κάθε σελίδα είναι μια ιδέα, κάθε πρόταση-φράση ένα σύνθημα. Τα όρια; Εάν η Αόρατη Επιτροπή ερμήνευσε πολύ καλά τις εξεγέρσεις των περιφερειών-προαστίων, την αντίσταση της ZAD (ζώνη προς υπεράσπιση-zone à défendre ) της Notre Dame des Landes, και τις γαλλικές ταραχές του 2016, δεν φαίνεται να έχει προβλέψει ένα μοναδικό φαινόμενο όπως αυτό των σημερινών κίτρινων Γιλέκων- Gilets jaunes. Ίσως θα το αντιμετωπίσει στο επόμενο φυλλάδιο της. Αυτό δεν πρέπει να παρεμποδίζει από την ανάγνωση αυτής της συλλογής γραπτών, αξιοσημείωτων και από λογοτεχνική άποψη, εξαιρετικά κομψών και διεγερτικών.

 

Anonima Ribelli

αυτονομία, autonomia

Εξέγερση

«η ιστορία των χρόνων ’70»

«Αυτή είναι μια ιστορία των χρόνων του ’70.
Τότε υπήρχε ένα κίνημα από γυναίκες και άνδρες που πίστευαν ότι θα άλλαζαν τον κόσμο. Ριζικά. Με μια επανάσταση.
Εκείνες οι γυναίκες και οι άνδρες σκέφτονταν ότι να τον αλλάξουν μπορούσε να είναι και διασκεδαστικό. Μάλλον ή ήταν διασκεδαστικό ή δεν άξιζε τον κόπο. Όλα και αμέσως. Δεν ήθελαν να αναβάλουν τίποτα για αργότερα.
Το πιο ριζοσπαστικό μέρος αυτού του κινήματος ήταν οι αυτόνομοι.
Στη συνέχεια εκείνο το κίνημα πιάστηκε σε μια τανάλια και συνεθλίβη. Πολλοί σταμάτησαν ή τους σταμάτησαν. Πολλοί από το κίνημα μετακινήθηκαν στους ένοπλους σχηματισμούς. Πολλοί σκέφτηκαν ότι η μόνη δικαιοσύνη ήταν η προλεταριακή. Κάποιοι, όχι λίγοι, μετάνιωσαν, μεταμελήθηκαν, δηλαδή έγιναν καταδότες.
Είναι λοιπόν και μια φοβερή ιστορία. Είναι μια ιστορία φτιαγμένη από ζωντανούς, νεκρούς και σκοτωμένους. Είναι μια οδυνηρή ιστορία για τον πόνο που προκάλεσε και υπέφερε.
Είναι μια ιστορία που μιλά για τους νέους. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που βαδίζει προς τα εξήντα. Αλλά βλέπω τον εαυτό μου νεαρό και σκέφτομαι: μας έκαναν να πληρώσουμε αλλά το διασκεδάσαμε πολύ.
Αυτή την ιστορία άρχισα να την γράφω στην ειδική φυλακή του Fossombrone το 1982. Τετράδιο και μολύβι.
Στη συνέχεια παίρνω μαζί μου το τετράδιο στην Rebibbia, όπου μεταφέρομαι.
Ο Francone μου δανείζει την Olivetti Lettera 22 του και ξεκινώ από την αρχή. Η συμφωνία είναι ξεκάθαρη: κάθε μέρα αυτός θέλει να διαβάζει και να δίνει την κρίση του: Hemingway, βατό, σκατά. Τα «σκατά» σκίζονται αμέσως μπροστά στη φάτσα του συγγραφέα.
Η εργασία επιβραδύνεται πολύ κατά τη διάρκεια των ακροάσεων της δίκης. Η γραφή μαραζώνει. Το καλοκαίρι του 1984 δίνω το τελευταίο χτύπημα. Αλλά με απελευθερώνουν και ο δεσμός με τον αδίστακτο κριτικό μου σταματά. Παίρνω μαζί μου το δακτυλογραφημένο στο Μιλάνο μέσα στις μαύρες σακούλες σκουπιδιών στις οποίες μαζεύω τα προσωπικά μου αντικείμενα. Να το δημοσιεύσω; Και από ποιον;
Μετά βγαίνει και ο Francone. Ένα βράδυ πριν από δεκαπέντε χρόνια με φέρνει στο σπίτι ο Sergio, ο επονομαζόμενος Sergino επειδή κατά τα χρόνια της αυτονομίας ήταν σχεδόν μωρό. Ο Sergio λέει: Μου αρέσει πολύ, είμαστε ακριβώς εμείς
Σιγά σιγά αρχίζει να δημοσιεύει ξεχωριστά κεφάλαια της ιστορίας σε περιοδικά, βιβλία κ.λ.π. Μετά πέρυσι εμφανίζεται. Και μου λέει: να δημοσιεύουμε τα πάντα. Λέω ναι. Εδώ είναι, να το ».

Από την εισαγωγή του συγγραφέα

Un assaggio… Μια γεύση

Parco Lambro
Χειμώνας ’76. Στο Μιλάνο η αυτομείωση των κινηματογραφικών, των συναυλιών και των θεατρικών εισιτηρίων εξαπλώνεται. Ομάδες νεαρών δίνουν ραντεβού έξω από τους κινηματογράφους και όταν είναι περίπου εκατό πάνε να διαπραγματευτούν με τους διαχειριστές. Συχνά καταλήγουν να συμφωνήσουν επάνω στην τιμή του εισιτηρίου, όταν αντίθετα η συζήτηση πηγαίνει πολύ μακριά απλά διασπούν και μπαίνουν.
Προς τον μάρτιο το φαινόμενο λαμβάνει μαζικές διαστάσεις, ειδικά τα απογεύματα της κυριακής και στις αργίες. Ακόμη και πορείες σχηματίζονται από νέους που γυρνούν από τον έναν κινηματογράφο στον άλλο, μπαίνουν στις αίθουσες διακόπτοντας τις προβολές για να προπαγανδίσουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν.
Από τα προάστια της ακραίας περιφέρειας νέοι που δεν τους είχε δει κανείς νωρίτερα εμφανίζονται από το πουθενά στις πλατείες του Μιλάνο, δεν τους γνωρίζουν ούτε τα παιδιά της αυτονομίας. Κύκλοι με ονόματα που αναφέρονται στους ινδιάνους ή απλά στους δρόμους όπου έχουν κατακτήσει χώρους: άδειες κατοικίες, καταστήματα, αποθήκες.
Ο μόνος που γνωρίζει λιγάκι τους νεαρούς των κύκλων είναι ο Matteo ο οποίος, μέσα από τα παιδιά του Baggio, ξεκίνησε συναντήσεις σε ένα παλιό σταθμό των καραμπινιέρων που εγκαταλείφθηκε και καταλήφθηκε από τα αγόρια της γειτονιάς.
Ο Matteo έγινε λίγο ο ειδικός στον χώρο του περιοδικού »Rosso» σχετικά με αυτό το κίνημα. Ήταν ο πρώτος που μίλησε για αυτό στις συναντήσεις στη via Disciplini. Είναι μόλις είκοσι χρονών, αλλά φαίνεται ότι δεν έχει ηλικία επειδή παρεμβαίνει στις συνελεύσεις στο Μιλάνο εδώ και τουλάχιστον έξι χρόνια. Με λίγα λόγια, έχει την ηλικία του κινήματος.
Πάντα περιβάλλεται, σαν να τον προστατεύουν, από ένα σμήνος παιδιών από τη γειτονιά του, ώστε έτσι να είναι δύσκολο να μιλήσεις μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο. Όπως είναι δύσκολο να τα ξεφορτωθείς στο τέλος όλων των συναντήσεων αν δεν τον συνοδεύσεις στο σπίτι. Όποιος το κάνει εκπλήσσεται.
Μένει στο τελευταίο σπίτι του Μιλάνο στο δρόμο προς Βαρέζε. Μετά το σπίτι του ξεκινά ένα λιβάδι.                                                                                                                                              Είναι παράλογο. Λίγα μέτρα μακριά μπορείς να δεις το πίσω μέρος μιας μεγάλης πινακίδας που γράφει «Μιλάνο». Το να τον συνοδεύεις τις χειμωνιάτικες νύχτες αγγίζεις την τραγωδία. Πράγματι το σπίτι του ξεπηδά ξαφνικά μες την ομίχλη, ανάμεσα στα δέντρα.
Σε εκείνο το σπίτι με κήπο, στην τελευταία συνοριακή γραμμή του Μιλάνου, ο Matteo ζει συντροφιά με μια μαϊμού και έναν αδελφό που δεν ενδιαφέρεται απολύτως για την πολιτική. Ο Matteo δεν είχε μιλήσει ποτέ σε κανέναν για την μαϊμού, οπότε μόλις μπήκα στο σπίτι του μια φορά και την είδα ξαφνιάστηκα πολύ.
Η μόνη δημόσια συγκοινωνία που φτάνει στην περιοχή του σπιτιού του είναι το 18 barrato που φεύγει από την Piazza Cairoli κάθε μισή ώρα και κάνει την τελευταία κούρσα τα μεσάνυχτα. Αν το πάρετε από τις δέκα το βράδυ και μετά μοιάζει να μπαίνετε μέσα σε ένα κόμικ τρόμου. Υπάρχει μόνο ο οδηγός που σταματά να διαβάζει την εφημερίδα κάθε μισή ώρα και φεύγει για εκείνο τον τόπο που έχει ξεχαστεί από τον θεό.Από τον Matteo κατάλαβα ότι το πρόβλημα των σκληρών ναρκωτικών, της ηρωίνης, αφορά κυρίως τους φτωχούς και τους περιθωριοποιημένους, όχι τους πλούσιους, όπως πίστευα εγώ. Στο κεφάλι μου ηρωίνη και κοκαΐνη πίστευα ότι αφορούσε μόνο ανθρώπους με πολλά χρήματα. Ο Matteo αντιθέτως με πήγε σε μερικούς δρόμους της γειτονιάς του όπου δεκάδες παιδιά τρυπιούνται, στους κήπους όπου πατάς επάνω σε σύριγγες βρώμικες από αίμα. Μου μιλάει για εκείνο τον φίλο του και για τον άλλον που πήγαιναν στο σχολείο μαζί του και τώρα τρυπιούνται τακτικά. Για εκείνους που πέθαναν από υπερβολική δόση και εκείνους που κατέληξαν στη φυλακή επειδή βρίσκονταν σε εθισμό και άρχισαν να κλέβουν στα διαμερίσματα ή να αρπάζουν απ’ τα παιδάκια χρυσές αλυσίδες.
Καταραμένες ιστορίες περιθωριοποίησης χωρίς βάση για κάποια απόπειρα λύτρωσης. Από αυτές τις θλιβερές και απελπισμένες ιστορίες που διηγείται η συνεχής πτώση αυτών των παιδιών στο τρύπημα με εντυπωσιάζει περισσότερο, έστω κι αν μερικές φορές προσπάθησαν να σταματήσουν.
– Είναι αυτοί οι καταραμένοι διακινητές, – λέει ο Matteo – τα εκβιάζουν και μόλις προσπαθήσουν να σταματήσουν πηγαίνουν σε αυτά με ότι χρειάζονται για να βαρέσουν και να πουλήσουν. Τους μεγάλους έμπορους ναρκωτικών πρέπει να τους σκοτώσουν όλους, χωρίς έλεος.
Ο Matteo κατέληξε να στήσει με τους φίλους του από το Baggio μια περιπολία που κάνει αντιπληροφόρηση επάνω στα σκληρά ναρκωτικά και τους εμπόρους. Ένα βράδυ, όλος υπερηφάνεια, μου δείχνει την «Corriere d’Informazione» που αναδεικνύει την είδηση: «Τινάζεται στον αέρα ένα μπαρ, γνωστός τόπος διακίνησης στην περιοχή Baggio». Φυσικά ο Matteo και τα παιδιά της Baggio καπνίζουν μαλακά ναρκωτικά, όπως τα καπνίζω εγώ και πολλοί σύντροφοι στο Μιλάνο.
Στα τέλη της άνοιξης με την πρώτη ζεστασιά η αυτομείωση των συναυλιών εξαπλώνεται. Όλα αυτομειώνονται, ακόμα και σε συναυλίες που διοργανώνει ο «Re Nudo». Το γεγονός αυτό διεγείρει πολύ ζωηρές συζητήσεις σε όλες τις κολεκτίβες, επειδή εκείνοι του «γυμνού Βασιλιά» είναι σύντροφοι και ζητούν μόνο τα έξοδα, ή έτσι λένε τουλάχιστον.
Η κατάσταση είναι εντελώς ανεξέλεγκτη και κανείς πλέον δεν ηγείται επί των εκατοντάδων συλλογικοτήτων στις γειτονιές, στα κατειλημμένα σπίτια, στα καταστήματα που μετατρέπονται σε κοινωνικά Κέντρα του νεανικού προλεταριάτου.
Στο Parco Lambro έγιναν πράγματα και θάματα και ο »γυμνός Βασιλιάς», λόγω του ταραχώδους κλίματος, βασίστηκε, για να διατηρήσει την τάξη επί των χιλιάδων και χιλιάδων παιδιών που αναμένονταν να φτάσουν από όλη την Ιταλία, στην ομάδα περιφρούρησης της Lotta continua.
Πολλοί περισσότεροι άνθρωποι από το αναμενόμενο καταφθάνουν. Είναι ένα απίστευτο θέαμα: σκηνές, υπνόσακοι παντού, όμορφα και λιγότερο όμορφα κορίτσια, άνθρωποι που τριγυρνούν γυμνοί, παιδάκια που κυνηγιούνται μέσα στα λιβάδια. Το βράδυ μεγασυναυλίες της Premiata Forneria Marconi, του Banco del Mutuo Soccorso και πολλών άλλων λιγότερο διάσημων συγκροτημάτων.
Ένα πάρκο άνθρωποι όπου ο Andrea, ο Coz, ο Matteo, ο Puccio, τα παιδιά της Berchet, εκείνα της Baggio, του Drin-Drin γυρνούν από εδώ κι από εκεί σαν ψάρια στο νερό έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν κάθε ευκαιρία για να σπρώξουν προς την απαλλοτρίωση
Ο Matteo με τα παιδιά του ξεκινούν από την πρώτη μέρα κυνηγώντας διακινητές ναρκωτικών. Πέφτει λιγάκι ξύλο και τα αγγλικά κλειδιά προσγειώνονται επάνω σε μερικά κεφάλια. Ήδη από την δεύτερη μέρα αυξάνεται η αγανάκτηση χιλιάδων νεαρών για τις τιμές των τροφίμων που πωλούνται στα περίπτερα των επαναστατικών οργανώσεων. Το μεσημέρι η κατάσταση καθίσταται αβάσταχτη και οι ομάδες αρχίζουν να εφορμούν στους πάγκους για να αρπάξουν φαγητό. Μικρές πορείες τριγυρίζουν το πάρκο με πλακάτ που υποδαυλίζουν την αυτομείωση. Στη συνέχεια, ξαφνικά, μια μεγάλη πορεία κατευθύνεται στο φορτηγό ψυγείο που ενοικιάζεται από τον «Re nudo» το οποίο περιέχει τα κοτόπουλα και το κρέας που μαγειρεύονται στο περίπτερο της Democrazia proletaria. Ένα αγόρι με διαβολεμένο πρόσωπο πηδά στο φορτηγό και ανοίγει την πόρτα. Βουτάει μέσα και αρχίζει να ρίχνει ωμά κοτόπουλα ανάμεσα στον κόσμο. Αμέσως άλλοι ανεβαίνουν στο φορτηγό και με ανοικτές τις πίσω πόρτες αρχίζουν να περνούν προς τα έξω κουτιά με Coca-Cola και διάφορα αναψυκτικά. Από την άλλη πλευρά σμήνη νεαρών καταλήγουν να αδειάσουν τα stand των ομάδων χωρίς καμία διάκριση. Μόνο το δικό μας της αυτονομίας δεν δέχεται επίθεση, από σεβασμό προς προηγούμενες παρεμβάσεις μας, σίγουρα όχι για τη συμπεριφορά μας εκείνες τις ημέρες, σε τίποτα ανόμοια σε οπορτουνισμό.
Το απόγευμα ο Giulio και ο Coz οδηγούν μια χιλιάδα ανθρώπους προς στο πλησιέστερο σούπερ μάρκετ, αλλά με την είσοδο τους πρέπει να υποχωρήσουν γρήγορα επειδή εκφοβιστικοί πυροβολισμοί πέφτουν από ένα σώμα αστυνομικών. Η πομπή επιστρέφει μέσα στο πάρκο μετά από επιδρομή σε όλα τα κοντινά καταστήματα. Η κατάσταση το βράδυ γίνεται εντελώς ανεξέλεγκτη και μόνο η συναυλία και τα διάφορα ναρκωτικά καταφέρνουν να ηρεμήσουν λιγάκι τα πιο αναμμένα πνεύματα.
Ένας πολύ αδύνατος τραγουδιστής ανεβαίνει στη μεγάλη σκηνή και τραγουδά ένα πολύ ωραίο τραγούδι του οποίου θυμάμαι ακόμα τα λόγια:

βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην προβοκάτσια, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Υπάρχει! υπάρχει!

ISBN: 978-88-89969-23-6
PAGINE: 208
ANNO: 2007
COLLAN Narrativa
TEMA:

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

PAOLO POZZI

Ο Paolo Pozzi (1949) αποφοίτησε στην Κοινωνιολογία στο Τρέντο το 1972. Μετακόμισε στο Μιλάνο, στρατεύεται στη συνιστώσα της εργατικής αυτονομίας που συγκεντρώθηκε γύρω από το περιοδικό «Rosso», του οποίου υπήρξε και συντάκτης. Το 1979 συνελήφθη στο πλαίσιο της έρευνας της 7ης απριλίου και εξέτισε αρκετά χρόνια στη φυλακή. Σήμερα είναι διευθυντής εταιρείας που ασχολείται με πολιτιστικά αγαθά.
αυτονομία, autonomia

Όταν ο κοινωνικός εργάτης έγινε κρέας

on .

Ο Gigi Roggero εξετάζει και αξιολογεί το βιβλίο Η εργατική Αυτονομία vicentina του Donato Tagliapietra

Η Thiene είναι ένα χωριό του vicentino, περίπου δέκα χιλιόμετρα από την Schio, το μικρό Μάντσεστερ του βένετο. Στη δεκαετία του 70 έχει μια ευημερούσα εμπορική δραστηριότητα, φημισμένες βιοτεχνίες επίπλων και έναν εξειδικευμένο βιομηχανικό τομέα. Η περιοχή δεν κυριαρχείται από μεγάλα εργοστάσια, όπως στην κοντινή Schio, είναι αντιθέτως ένα παράδειγμα του διάχυτου εργοστασίου, μέσα στο οποίο σχηματίζεται μια νέα ταξική σύνθεση: νεαρή, μαχητική, έτοιμη να κάνει τα πάντα για να μην αλυσοδεθεί από την μισθωτή εργασία. Είναι ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στη Thiene, όταν μια τρομερή έκρηξη διαλύει τις ζωές τριών νεαρών συντρόφων: Angelo, Alberto, Maria Antonietta, στους οποίους ο Lorenzo θα προστεθεί μερικούς μήνες αργότερα, αυτοκτόνησε στη φυλακή εξ αιτίας της εκδικητικότητας του Κράτους, που συμβολίζεται από την 7η απριλίου και από το pcista πρόσωπο του Calogero.

“Υπάρχει ένα πριν κι ένα μετά την 11η απριλίου 1979”, μας λέει ο Donato Tagliapietra στο βιβλίο του Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene (πρόσφατα τυπωμένο από τον DeriveApprodi, πέμπτο τόμο αφιερωμένο από τον εκδοτικό οίκο στους Αυτόνομους). Δεν υπάρχει ποτέ σε αυτές τις σελίδες, ακόμα και σε εκείνες που αγγίζουν πιο άμεσα τα ξεσκέπαστα νεύρα της υποκειμενικής εμπειρίας, κάποιος χώρος για την θυματοποίηση, ή για τη ρομαντική λατρεία των μαρτύρων. Στο βιβλίο του Donato πράγματι, όπως υπογραμμίζεται από την όμορφη εισαγωγή της Elisabetta Michielin, δικαίως δηλώνεται πόλεμος στον ναρκισσισμό που συχνά, πολύ συχνά, ακυρώνει τις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών αυτής της εξαιρετικής φάσης αγώνα, με αποτέλεσμα μια κουραστική απομνημονευματολογία στραμμένη στο παρελθόν. Στον τόμο αυτό, όπως πάντα πρέπει να κάνει ένας στρατευμένος, η ενέργεια επικεντρώνεται στην παροχή όπλων πολιτικού προβληματισμού για το παρόν. Αυτό που αναλύεται στο βιβλίο είναι μια εντελώς συλλογική ιστορία, στην οποία έλαβαν μέρος οι Donato, Angelo, Alberto, Maria Antonietta, Lorenzo και αρκετές δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι στο Βένετο και σε ολόκληρη την Ιταλία. Ακόμα και όταν μιλά για προσωπικές εμπειρίες, πάντα αναπνέουμε το αίσθημα του ανήκειν σε μια συλλογική, μαζική και οργανωμένη διαδικασία. Το άτομο εξαφανίζεται ή, ακόμα καλύτερα γίνεται ακριβώς κοινωνικό και πολιτικό στο βαθμό που τα σπάει με τον εαυτό του, δηλαδή με τη θέση και τον ρόλο που του παρέδωσε το κυρίαρχο σύστημα.

Η συλλογική ιστορία που αναλύεται από τον Donato είναι εκείνη των πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο και, μέσα σε αυτό, αλλά με την ιδιαιτερότητά της, της εδαφικής πραγματικότητας vicentina, ιδίως σε εκείνο το τμήμα του διάχυτου εργοστασίου ακριβώς μεταξύ Valdagno, Schio, Chiuppano, Marano και Thiene. Όχι, δεν πρόκειται για μικρές περιπέτειες της πικαρέσκο λογοτεχνίας νεαρών εξεγερμένων, αλλά για ένα σημαντικό πολιτικό εργαστήριο πειραματισμού των πρακτικών αγώνα και οργάνωσης του κοινωνικού εργάτη. Ο αριθμός αυτός ενσωματώνεται κάτω από τα μάτια του αναγνώστη στην υλικότητα των συμπεριφορών και μορφών αντιπαράθεσης, στη διαφυγή από το εργοστάσιο και σε εμπειρίες ζωής που – από τη μουσική στα ταξίδια στην καθημερινή κοινωνικοποίηση – ποτέ δεν καταναλώνονται ατομικά, αλλά αποτελούν μέρος των διαδρομών μιας ομογενοποιημένης μειοψηφίας, δηλαδή ισχυρής και μη μειοψηφικής. Επομένως γράφει ο Donato: “Το στυλ της στράτευσης έρχεται να αλλάξει υπό το φως των νέων υποκειμένων στον χώρο και της σύγκρουσής τους με τους νέους παραγωγικούς μηχανισμούς. Η μετάβαση πραγματοποιείται επάνω σε ένα κοινωνικό σώμα πολύ νεαρών ανθρώπων, που συμπεριλαμβάνονται σε μια ηλικιακή ομάδα από τα 17-18 έως 24-25 χρόνια, έντονα μορφωμένη, προορισμένη στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, αλλά που θα αποκαλύψει μια πολύ έντονη ένταση για την οικοδόμηση μιας κοινής καθημερινότητας μισώντας τον εξαναγκασμό στην υπό εντολή εργασία”. Να λοιπόν που, προχωρώντας στην ανάγνωση, μας περιγράφεται τι είναι και πώς σχηματίζεται ένας αγωνιστής, δηλαδή μια μορφή ζωής που επιλέγει να τα σπάσει με το δικό της πεπρωμένο: Εκείνο που ιστορικά είναι το σκαλάκι με τις μεγαλύτερες εντάσεις στη ζωή ενός ανθρώπου – την έναρξη της παραγωγής μέσα στην ζωντανή εργασία – υπερπηδάται, για πρώτη φορά, αντί να υποβληθεί σε αυτήν, μια γενιά οργανώνεται, ακόμη και με τα όπλα, για να την αποφύγει, σαμποτάροντάς την. Αποφασίζοντας ότι η απελευθέρωση από την εργασία ή είναι για όλους ή δεν μπορεί να είναι για κανέναν. Δεν τίθεται θέμα για το γεγονός ότι δεν θα ακολουθούσαμε τη μοίρα των πατέρων μας, αναγκασμένων σε οκτώ ώρες από την εξαιρετικά βίαιη ακαμψία εκείνης που ονομάζεται με φανφάρες μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Και αυτό ως «ευχαριστίες» επειδή μπόρεσαν να νικήσουν φασισμό και ναζισμό. Για εμάς αυτό που ήταν να δώσουν το έδωσαν οι πατεράδες μας! «. Η απόρριψη της εργασίας, συμπεριφορά μαζική και πρακτική γίνεται μορφή στράτευσης.

Αυτή η νέα υποκειμενική σύνθεση φέρνει όντως μαζί της, μαζί με συγκεκριμένες ανάγκες και επιθυμίες, νέα ζητήματα πρακτικής και οργάνωσης. Είναι σύντομα προφανές ότι τα προηγούμενα σχήματα δεν λειτουργούν πλέον. Όχι μόνο εκείνα που συνδέονται πιο άμεσα με την κεντρική θέση του εργοστασίου και του εργάτη μάζα, τώρα πλέον σε μια φάση πολιτικής κάμψης (χωρίς να χρειάζεται να υπογραμμίσουμε ότι το PCI-ΚΚΙ, αφού τον εξοστράκισε στην κορυφή των δυνατοτήτων του, όταν είναι πλέον πολιτικά νικημένος, τον κάνει μια άδεια εικόνα να χρησιμοποιηθεί κατά των αυτόνομων κινημάτων). Έχουν φθαρεί επίσης και τα σχήματα πλατείας, δεν βλάπτουν πλέον τον εχθρό, καταλήγουν μόνο να χαρίζουν στο άλλο μέρος συντρόφους που συλλαμβάνονται και, ακόμη περισσότερο, το πλεονέκτημα της προβλεψιμότητας. Από αυτή την συνειδητοποίηση γεννιέται η πρακτική του εδαφικού ελέγχου, για να παραβιάσει το τελετουργικό των προγραμματισμένων προθεσμιών και να υπαγορεύσει αυτόνομα χρόνους, τόπους και μεθόδους της χρήσης δύναμης. Το βάπτισμα του πυρός είναι η 9η Ιουνίου 1976: περίπου διακόσιοι ένοπλοι σύντροφοι από την Πάντοβα και το Βένετο καταλαμβάνουν μια συνοικία της πόλης, την Arcella, ενώ μια περιπολία ασκεί τους στόχους (από την απαλλοτρίωση των σούπερ μάρκετ μέχρι τον εμπρησμό των γραφείων των φασιστών).

Είναι μέσα σε αυτό το πέρασμα, από τον μαζικό εργάτη στον κοινωνικό εργάτη, από ένα οργανωτικό σχέδιο που επικεντρώνεται στο εργοστάσιο σε ένα που βασίζεται στο διάχυτο εργοστάσιο, που τοποθετείται η γέννηση των ενετικών πολιτικών Κολεκτίβων: «Η πρόταση υιοθετείται από όλες τις συμμετέχουσες πραγματικότητες: Rovigo, Vicenza Pordenone και Mestre / Βενετία. Και γίνεται διατηρώντας, μάλλον ενισχύοντας, δίδοντας μεγαλύτερη αξία στην δική τους εδαφική ιδιαιτερότητα, δεδομένου ότι η οργανωτική πρόταση προβλέπει μια πλήρη αυτονομία των επιμέρους επαρχιών. Στην πράξη μοιάζει πολύ με ένα ομοσπονδιακό σύμφωνο. Δεν μας λένε κομμουνιστικές πολιτικές Κολεκτίβες, ή επαναστατικές ή προλεταριακές. Όχι, ονομαζόμαστε πολιτικές βενετικές κολεκτίβες (Cpv). Είναι ένα μοναδικό παράδειγμα στο εθνικό πανόραμα «.

Η ιστορία των CPV καλύπτεται εδώ για πρώτη φορά, από την οπτική γωνία της ανάπτυξης της Αυτονομίας vicentina. Ο πιεστικός ρυθμός της αφήγησης ανιχνεύει τον δίχως ανακωχή ρυθμό της κατασκευής μιας συλλογικής δύναμης, στην οποία οι περιπολίες έχουν ένα καθοριστικό βάρος. Περιπολίες ενάντια στις υπερωρίες, αλλά θα ήταν πιο σωστό να τις ονομάζουμε περιπολίες ενάντια στη δουλική εργασία, εργασία sans phrase. Για να το θέσω με τα λόγια του Ντονάτο, στην πραγματικότητα, «ήδη η συνηθισμένη δουλειά είναι αφόρητη, πόσο μάλλον πρέπει να είναι εκείνη η έκτακτη». Σε αυτή την ιστορία το Εβδομήντα επτά είναι προφανώς ένα σημαντικό πέρασμα, αλλά μόνο αν τοποθετηθεί μέσα σε μια διαδικασία που έχει τις ρίζες της στο πριν και πηγαίνει πολύ πέρα. Πράγματι, σε αυτά τα εδάφη δεν είναι η κορυφή της σύγκρουσης. Η συνέχεια της οργανωτικής διαδικασίας είναι πιο σημαντική από την καταβύθιση στο γεγονός.

Παίρνουν μέρος σε αυτή την διαδικασία διάφορα υποκείμενα, τα οποία σχεδιάζουν συνολικά την φιγούρα του κοινωνικού εργάτη – ο οποίος, όπως επανειλημμένα τονίσαμε, δεν πρέπει ποτέ να περιοριστεί σε μια απλή επαγγελματική ή κοινωνιολογική τοποθέτηση, αλλά δείχνει τη δυνατότητα μιας ανασυνθετικής τάσης. Εργάτες, φοιτητές, άνεργοι και όσοι αργότερα θα ονομάζονταν επισφαλείς. Μια παράγραφος του βιβλίου είναι αφιερωμένη στον αγώνα για το σπίτι. Διαβάζοντας το, μπορούμε να αντλήσουμε πολύτιμες ενδείξεις και για το παρόν. Πράγματι, εκείνος ο αγώνας, παράγει μαχητική υποκειμενικότητα και εδαφική αντιεξουσία. Η σύγχρονη μεταμόρφωσή του σε μια λογική παροχής βοήθειας και παροχής υπηρεσιών, η οποία είναι κατά τα άλλα φτωχή και ατυχής, δεν εξαρτάται μόνο από την αντιστροφή που συνέβη στις ισορροπίες δυνάμεων υπέρ του εχθρού μας: περιγράφει την ανατροπή του αγωνιστή σε ακτιβιστή, της αναζήτησης της σύγκρουσης στην αναζήτηση της συναίνεσης, της αντιεξουσίας στην παραίτηση από την άσκηση της δύναμης.

Όταν μιλάμε για μια πληθώρα κοινωνικών υποκειμένων πρέπει να διευκρινίσουμε. Σήμερα νομίζουμε ότι το πρόβλημα είναι απλώς να προσθέσουμε μια πληθώρα τομέων και ταυτοτήτων, αυτή είναι με λίγα λόγια η αποκαλούμενη διατομεακότητα [ αλληλεπικάλυψη (ή «διασταύρωση») διαφορετικών κοινωνικών ταυτοτήτων] που από τις αμερικανικές ακαδημίες έχει διεισδύσει στις ακαδημίες του »κινήματος». Η αυτονομία, από την άλλη πλευρά, δεν είναι ποτέ το αλγεβρικό άθροισμα των αυτονομιών, διότι ανασύνθεση σημαίνει να αναλαμβάνεις εξ ολοκλήρου τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις εντός της τάξης, δηλαδή να θέτεις στον εαυτό σου το πρόβλημα της μη αποδοχής των υποκειμένων έτσι όπως είναι, όπως δίνονται δηλαδή στην καπιταλιστική ιεραρχία, αλλά προοδευτικά να τα μετατρέπεις, να τα ανατρέπεις, να τα υπονομεύεις. Δημιουργώντας ένα υποκείμενο που δεν υπάρχει ακόμη, που δεν μπορεί παρά να είναι ενάντιο σε αυτό που είμαστε σήμερα. Ο Donato το εξηγεί με ακρίβεια: «Δεν μας ενδιέφερε ποτέ να ακολουθήσουμε τις χιλιάδες αυτονομίες, γυναίκες, σπουδαστές κλπ. όπως δεν μας ενδιαφέρει να οργανώσουμε έναν τομέα μετά τον άλλο, πιστεύουμε ότι η μόνη δυνατότητα να ζήσουμε τον κομμουνισμό στην καθημερινή ζωή είναι η ανασυνθετική δύναμη του προγράμματος που μπορεί μόνο να ενοποιήσει τα χίλια κοινωνικά στρώματα επάνω στις κοινές ανάγκες και πρακτικές ».Συνεπώς, μπορεί να καταλήξει υποστηρίζοντας ότι «η Αυτονομία δεν ήταν ποτέ ένας άκαμπτος και κλειστός οργανωτικός χώρος, αλλά μάλλον μια μέθοδος που επιτρέπει να διασχίσουμε με την ταξική σύγκρουση τις αντιφάσεις που φέρνει μαζί της η ανάπτυξη του κεφαλαίου καθημερινά”.

Το εύρωστο τελικό προσάρτημα του βιβλίου είναι πολύτιμο, διότι επιτρέπει την άμεση σύγκριση με κείμενα, έγγραφα και φυλλάδια που παράγονται στην εξαιρετική εμπειρία που αναλύει το βιβλίο. Εδώ, όπως και στον υπόλοιπο τόμο, μπορούμε να βρούμε τη θεμελιώδη διαφορά σε σχέση με τις ανακατασκευές της δεκαετίας του 1970 που έγιναν από τους αγωνιστές των μαχόμενων σχηματισμών, στους οποίους η εργατική και προλεταριακή υποκειμενικότητα τείνει να εξαφανίζεται, ή να γίνεται ένα ιδεολογικό φετίχ του οποίου τα νήματα τραβιούνται από τον ηρωισμό διαχωρισμένων πρωτοποριών. Προσοχή, το θέμα δεν είναι καθόλου το ζήτημα των όπλων ή της χρήσης της δύναμης (ο Donato υπενθυμίζει ότι «μεταξύ του 1976 και του 1980 περισσότερες από πεντακόσιες πράξεις «προσεγμένης χρήσης της δύναμης» καταγράφονται στο Βένετο»). Το θέμα είναι ότι, σε μια πλήρη ανατροπή των πρακτικών των Μαρξ και Λένιν, στον μαρξισμό-λενινισμό των παράνομων οργανώσεων ο ένοπλος αγώνας γίνεται η στρατηγική. Για τους αυτόνομους από την άλλη πλευρά, η χρήση της δύναμης, η οποία χαμηλώνει στο επίπεδο της μαζικής παρανομίας, είναι πάντα ένα εργαλείο για την κατασκευή και την άσκηση της αντιεξουσίας. Ο εργατισμός ενσωματώνεται εδώ στις συμπεριφορές του κοινωνικού εργάτη: η τακτική στο κόμμα, η στρατηγική στην τάξη. Η αυτονομία είναι πραγματικά, σε αυτές τις σελίδες και σε αυτήν την ιστορία, η οργάνωση που αντικατοπτρίζει στον δικό της αυθορμητισμό, και ο αυθορμητισμός που αντανακλά στην οργάνωσή του.

Τέλος, πρέπει να ειπωθεί ότι εκείνη η εμπειρία δεν υπήρξε χωρίς όρια, δίχως τα οποία δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε εκείνη που μπορούμε να αποκαλέσουμε – με δύο προειδοποιήσεις – μια ήττα. Πρώτη προειδοποίηση: είναι κουραστικό να πιστεύουμε ότι τα πολιτικά σχέδια απλά ηττώνται με την καταστολή, όπως δυστυχώς συνηθίζεται να γίνεται στις ανοικοδομήσεις της πολιτικής αυτοδικαιολόγησης. Δεύτερη προειδοποίηση: ήττα σημαίνει πάντα, για τους αγωνιστές και γι αυτούς -όπως και ο Donato- που δεν έχουν περιορίσει την στράτευση σε μια νεανική φάση της ζωής τους, να κάνουν θησαυρό των ορίων στις μεμονωμένες μάχες για να επανενταχθούν μέσα στον πόλεμο. Η ήττα είναι μια τόσο σημαντική κληρονομιά που αποτελείται από τον πλούτο, τις προωθήσεις, τις μερικές νίκες. Για να μπορέσω να επιβεβαιώσω μαζί με τον Donato, χωρίς τις φαντασιώσεις του ουτοπικού και με την ήρεμη αδιαλλαξία του αγωνιστή: «Θα νικήσουμε».

 

http://commonware.org/index.php/gallery/877-quando-l-operaio-sociale-si-e-fatto-carne