διεθνισμός, internazionalismo

Πάντα οι διοικητές γερνούν άσχημα. Για τις διαμαρτυρίες στη Νικαράγουα

Stampa

 

785

Φυσικά η κατάσταση στη Νικαράγουα εξομαλύνεται, αλλά η διαδικασία που ξεκίνησε με τις ημέρες του απριλίου δεν έχει τελειώσει. Τα δημοσιευμένα στοιχεία, από την άλλη πλευρά, πιστοποιούν τον αριθμό των θανάτων σε 45 και 200 τραυματιών τις ημέρες μεταξύ 18 και 30 απριλίου. Οι περισσότεροι αυτών φοιτητές. Σχεδόν όλοι οι θάνατοι αποδίδονται στις δυνάμεις δημόσιας ασφάλειας και τις ομάδες σύγκρουσης, γνωστές ως «νέοι σαντινίστας». Οι συγκρούσεις έχουν σταματήσει αλλά οι διαμαρτυρίες συνεχίζονται. Πώς τοποθετούνται αυτές οι διαμαρτυρίες στο σενάριο της περιοχής; Ποιες διεκδικήσεις διατύπωσε το κίνημα που ξεκίνησε από την διαμαρτυρία ενάντια στην συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση; Ποιο είναι το βάρος που έχουν η Εκκλησία και οι ΗΠΑ;

I comandanti invecchiano sempre male. Sulle proteste in Nicaragua.

Λατινική Αμερική, ο 21ος αιώνας και ο σοσιαλισμός“[…]Los estudiantes no quieren imágenes que simbolicen el autoritarismo. En las calles han comprendido el sentido de la vida: instantánea, frágil y absurda.”

Περίπου δύο χρόνια πριν, πολλοί παρατηρητές στην Ευρώπη και τη Νότια Αμερική, άρχισαν να παρίστανται σε μια μεταβολή της τάσης στη νοτιοαμερικανική ήπειρο, μια αναστροφή που έβλεπε μια αποδυνάμωση και έναν προοδευτικό τερματισμό των κύκλων των μεγάλων προοδευτικών κομμάτων και των σοσιαλιστικών οργανώσεων της ηπείρου.
Αυτοί οι κύκλοι άρχισαν το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90 με μια σειρά μαζικών κινημάτων και αγώνων, διαφοροποιημένων, αντιφατικών, αυτόνομων, με αντι-νεοφιλελεύθερη έννοια, που οδήγησαν στην εκλογή σοσιαλιστικών κομμάτων τα οποία πολύ σύντομα κατάπιαν τις πιο ανεξάρτητες τάσεις και χαρακτηρίστηκαν, έστω και με τις δικές τους εδαφικές ιδιαιτερότητες, από την κρατική παρέμβαση ως μέσο οικονομικής αναδιανομής και κοινωνικής προστασίας, από την καταπολέμηση της φτώχειας με οικονομικές πολιτικές αντιφατικές μεταξύ τους σε κάποια σημεία, από την κοινωνική δικαιοσύνη ως θεμελιώδη αξία, από την κεντρική φιγούρα του αρχηγού σωτήρα της χώρας, όλα αυτά με μια ισχυρή λατινοαμερικανική κλίση.
Το τέλος αυτής της ακολουθίας οδήγησε σε μια επακόλουθη ενίσχυση των εθνικών δεξιών, παραδείγματα μεταξύ άλλων είναι η κρίση της Βενεζουέλα, η αποτυχία της προσπάθειας δημοκρατικής μετάβασης των FARC, οι δυσκολίες του Μοράλες στη Βολιβία για την προσαρμογή των μεταρρυθμίσεών του στις πραγματικές ανάγκες των αυτόχθονων λαών, η παράνομη κατάκτηση της εξουσίας του Temer στη Βραζιλία και οι επιθέσεις εναντίον του πρώην Προέδρου Λούλα, οι φρικτές μεταρρυθμίσεις του Macrì στην Αργεντινή και το αμφιλεγόμενο αποτέλεσμα των πολιτικών εκλογών της Ονδούρα, που χαρακτηρίζονται πάντα από αδελφοκτόνους αγώνες για την εξουσία, με την εκλογή του Χουάν Ορλάντο Χερνάντεζ, Juan Orlando Hernàndez, παρά τη συνταγματική απαγόρευση μιας νέας επανεκλογής του.

Ωστόσο, δύο χρόνια αργότερα, μπορούμε να δούμε πώς αυτή η ανατροπή της τάσης είναι κάθε άλλο παρά αιφνίδια και ανώδυνη, και οι δεξιές αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην πορεία τους εξαιτίας της πολιτικής ανικανότητας, της σκληρότητας των μεταρρυθμίσεων, την έλλειψη δημοτικότητας και την ασυμβατότητα του δυτικού νεοφιλελεύθερου μοντέλου με τις τοπικές δομές και ίσως ακόμη και μια ελαφρά μείωση της πολιτικής πίεσης της αμερικανικής κυβέρνησης, που ασχολείται με άλλες περιπτώσεις, μετά την κρίση της Βενεζουέλα του 2017. Επιπλέον, η σταδιακή παρακμή των προαναφερθέντων αριστερών πραγματικοτήτων δεν σημαίνει τον τερματισμό των συγκρούσεων ή της πολιτικής συμμετοχής στην πλατεία, στον δρόμο, ή τη δυσπιστία στις σοσιαλιστικές ιδέες όπως θα μπορούσε να προβλεφθεί, αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις ανοίγει το δρόμο για μια νέα συνειδητοποίηση στον πληθυσμό, είναι ένα άνοιγμα αν όχι μια προσπέλαση από αριστερά των πλατειών που πρώτα πνίγονταν από τις δυσκίνητες προοδευτικές δομές, χάρη και στην εμπειρία που ωρίμασε και αποκτήθηκε στα πρώτα είκοσι χρόνια αυτού του αιώνα. Κινήματα που γεννήθηκαν από τα κάτω, δομημένα με τρόπο πιο ρευστό και αυτόνομο από την άκαμπτη οργάνωση των κομμάτων, συχνά αυθόρμητα, φορείς αναφορών και αιτημάτων ριζοσπαστικών και φεμινιστικών γεννήθηκαν σε ολόκληρη την ήπειρο, αμφισβητώντας δεξιές και αριστερές, απαιτώντας δικαιώματα και συμμετοχή, αύξηση του εισοδήματος και των υπηρεσιών, καταπολέμηση της διαφθοράς, βελτίωση της εκπαίδευσης, καταπολέμηση της φτώχειας.
Φθάνει να σκεφτείτε, όσον αφορά την Αργεντινή, τις ωκεανικές διαδηλώσεις εναντίον του προέδρου Macrì, προς τον οποίον η συναίνεση καταρρέει και ο οποίος τις τελευταίες ημέρες έχει ανακοινώσει ακόμη μια αίτηση για υποστήριξη στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο λόγω της υποτίμησης του αργεντίνικου πέσο και των αγώνων των ντόπιων ιθαγενών Mapuche. Την επίθεση στο Κογκρέσο της Παραγουάη μετά την προσπάθεια συνταγματικής μεταρρύθμισης του προέδρου για να επιτραπεί η επανεκλογή του, τις συγκρούσεις και τις διαμαρτυρίες στην Ονδούρα λόγω παρόμοιων αιτιών για τις επαίσχυντες εκλογικές αδικίες που έχουν ήδη αφήσει 30 νεκρούς στους δρόμους, και η κατάσταση είναι κάθε άλλο παρά ειρηνευμένη. Στο Μεξικό η αυτόχθον υποψήφια Marichuy που υποστηρίζεται και από φοιτητικές συνιστώσες και διανοούμενους, η οποία θεωρείται η υποψήφια των Ζαπατίστας, προσπαθεί να καταφέρει να ανασυνθέσει τους αυτόχθονες λαούς για έναν ριζοσπαστικό μετασχηματισμό της μεξικανικής κοινωνίας. Οι κοντινές εκλογές στη Βενεζουέλα και την Κολομβία, ίσως, θα μπορέσουν να μας δώσουν και άλλες γραμμές των τάσεων σχετικά με τις κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη.

Μέσα σε πολλά από τα κινήματα ένα κεντρικό στοιχείο είναι η ενότητα που αντιπροσωπεύουν ορισμένοι αυτόχθονες λαοί που επικεντρώνονται σε αιτήματα για δικαιώματα και αυτονομία, καθιστώντας τους εαυτούς τους φορείς ενός πολιτιστικού φαντασιακού »αποαποικιοκρατικού», μιας απόρριψης του μοντέλου δυτικού πολιτισμού ξεκινώντας από τη γλώσσα, από τις χρήσεις, τα έθιμα, την παιδεία, την οικονομία, την πολιτική, σε μια προσπάθεια να δοθεί αξιοπρέπεια και σεβασμός στους λαούς τους, συχνά εκριζωμένους από τη γη τους, τον πολιτισμό τους, την ιστορία τους, τη γλώσσα τους.
Ενδιαφέρουσα από αυτή την άποψη είναι η εργασία της συλλογικότητας Grupo Modernidad / Colonialidad, που συγκεντρώνει διεπιστημονικούς διανοούμενους που τις τελευταίες δεκαετίες προσπαθούν να αναπτύξουν μια αποαποικιοκρατική προοπτική ξεκινώντας από τις σχέσεις εξουσίας που εδραιώνονται στην ήπειρο και που βλέπει στον ρατσισμό και την προσπάθεια επιβολής του δυτικού και ευρωκεντρικού κοινωνικο-πολιτιστικού μοντέλου τη βάση της καπιταλιστικής αναπαραγωγής στην ήπειρο. (Να σημειώσουμε μεταξύ άλλων, το έργο της Catherine Walsh σχετικά με τις «αποαποικιοκρατικές παιδαγωγικές δραστηριότητες», το οποίο έχει το πλεονέκτημα ότι δεν δίνει εύκολες απαντήσεις αλλά αναζητεί ένα νήμα οδηγό που ενώνει εγκάρσια τις διάφορες εμπειρίες σε όλη την ήπειρο που προσπαθούν να πειραματιστούν με μια διαφορετική επιστήμη της εκπαίδευσης από εκείνη την κυρίαρχη δυτική).

Ένας άλλος παράγοντας σ ‘αυτούς τους αγώνες είναι ο πρωταγωνισμός και η επέκταση των φεμινιστικών κινημάτων στην ήπειρο, που παρασύρονται από το κίνημα ni una menos, ο machismo είναι πολύ ισχυρός σε όλη τη Νότια Αμερική, σε ορισμένες αγροτικές περιοχές η κατάσταση φθάνει στο σημείο να γίνεται δραματική όσον αφορά την παράνομη εμπορία απαχθέντων ανθρώπων, γάμους και πρώιμες εγκυμοσύνες · το ποσοστό της γυναικοκτονίας εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλό και η άμβλωση συνεχίζει να θεωρείται ως ταμπού σε μεγάλο μέρος της Λατινικής Αμερικής, καθώς και έγκλημα σχεδόν σε όλες τις εθνικές νομοθεσίες. Η Εκκλησία και η θρησκεία είναι σίγουρα οι κύριοι υπεύθυνοι για τη δυσκολία στην πολιτιστική αλλαγή με αυτή την έννοια.

Οι πρόσφατες διαμαρτυρίες στη Νικαράγουα παρουσιάζουν όλες αυτές τις ιδιαιτερότητες και τοποθετούνται σε αυτό το δυναμικό, αντιφατικό μάγμα γεννημένο μέσα σε αγώνες, αιτήματα, διαμαρτυρίες και πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές.

31947981 10217038670627047 1780007135212470272 n

Πως εξελίχθηκε η διαμαρτυρία;

Στις 16 απριλίου του 2018, η κυβέρνηση ανακοίνωσε μια νέα μεταρρύθμιση του Εθνικού Ινστιτούτου κοινωνικής Ασφάλισης η οποία επιδεινώνει την κατάσταση του εργαζόμενου πληθυσμού της Νικαράγουα.
Την Τετάρτη 18 απριλίου, οι πορείες που συγκλήθηκαν αυτόνομα από φοιτητές και άλλους πολίτες, σε διαφορετικά μέρη της χώρας, πολιορκήθηκαν και δέχτηκαν απειλές από την αστυνομία. Η εθνική κατάσταση κατέστη πιο περίπλοκη, σε σημείο πολλά τηλεοπτικά μέσα να λογοκριθούν, αλλά πλέον ήταν πολύ αργά, την πέμπτη 19 απριλίου, η καταστολή εντατικοποιήθηκε και οι πρώτοι φοιτητές σκοτώθηκαν.
Ο πρώτος νεκρός ήταν ένας νεαρός που ονομάζονταν Darwin Urbina, θύμα ανταλλαγής πυροβολισμών κοντά στο Πολυτεχνείο κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων της 19 απριλίου. Σύμφωνα με την οικογένεια, επέστρεφε σπίτι μετά από μια μέρα δουλειάς στο σούπερ μάρκετ.

download 2

Η αντιπρόεδρος Murillo, σύζυγος του προέδρου Daniel Ortega, ιστορικού διοικητή του Frente Sandinista de Liberación Nacional που νίκησε τη δικτατορία του Σομόζα, δήλωσε ότι το χτύπημα είχε φύγει μέσα από την πανεπιστημιακή περίμετρο, όπου είχαν ταμπουρωθεί πολλοί φοιτητές. Εκείνη την ίδια ημέρα, η πρώτη κυρία διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνησή της δεν είχε κρατούμενους πολίτες και ότι οι υπεύθυνοι για τη βία ήταν «ομάδες γεμάτες μίσος».
Καθώς περνούσαν οι μέρες, η πραγματικότητα διέψευσε την αντιπρόεδρο. Η οικογένεια του Urbina κατηγόρησε την αστυνομία ότι έριξε πραγματικές και όχι καουτσούκ σφαίρες.  Στις 20 απριλίου, τα θύματα και οι διώξεις κατά πανεπιστημιακών φοιτητών άρχισαν να αυξάνονται. πολλοί έχουν εξαφανιστεί. Οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας πυροδοτήθηκαν, οι διασυνδέσεις μεταξύ των πόλεων έγιναν πιο δύσκολες, ακολουθούμενες από συγκρούσεις, οδοφράγματα, μολότοφ, ένοπλες μάχες, λεηλασίες από την πλευρά του πληθυσμού και εκείνες που ενορχηστρώθηκαν από άτομα που διείσδυσαν στο κίνημα, φιλοκυβερνητικές ένοπλες ομάδες, ειρηνικές διαδηλώσεις, το θάρρος μιας γενιάς. Αντιμέτωποι με την αύξηση της λαϊκής και διεθνούς πίεσης, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να απελευθερώσει δεκάδες φυλακισμένους την τρίτη 24 απριλίου, οι οποίοι ανέφεραν, κατήγγειλαν ότι ξυλοκοπήθηκαν και βασανίστηκαν στα κελιά των αστυνομικών κέντρων. Οι «μικροσκοπικές ομάδες» μετατράπηκαν στον πυρήνα της γενικευμένης διαμαρτυρίας που μπόρεσε να μεταβάλει ολόκληρη την πολιτική πορεία της Νικαράγουα.

Η ροτόντα του Jean Paul Genie, κοντά στα Πανεπιστήμια, υπήρξε τόπος όπου οι νέοι ξαγρυπνούσαν σχεδόν κάθε βράδυ. Ακριβώς εδώ, οι διαδηλωτές ανέτρεψαν δύο από τα εκατοντάδες «δέντρα της ζωής» που κοσμούν το αστικό τοπίο της πρωτεύουσας: τεράστιες σιδερένιες κατασκευές που φωτίζονται από led και μιμούνται τα δέντρα και θέλουν να είναι φορείς ευημερίας, όπως είπε η Rosario Murillo, Πρώτη Κυρία της Νικαράγουα και Αντιπρόεδρος, η οποία θέλησε την κατασκευή και το στήσιμο τους. Οι νικαραγουανοί τα γνωρίζουν ως «los chayopalos» (η Murillo είναι γνωστή με το ψευδώνυμο «La Chayo«). Η πτώση τους μετατράπηκε σε εικονική φωτογραφία της εξέγερσης μιας νέας γενιάς: σε μια στιγμή, η πτώση των chayopalos συνδέθηκε, στα κοινωνικά δίκτυα, με την κατεδάφιση του αγάλματος του Σομόζα. Εκατοντάδες από αυτές τις κατασκευές κοσμούν την πρωτεύουσα της Νικαράγουα και πολλά από αυτά υπέστησαν φθορές και τώρα φέρουν τις πληγές των διαμαρτυριών. Όπου υπήρχαν πριν τα chayopalos, οι διαδηλωτές φύτευσαν αληθινά δέντρα με τα ονόματα δεκάδων νέων που σκοτώθηκαν. Η αγρυπνία έχει γίνει μιας έκφραση αρμονίας όλων των οικονομικών και κοινωνικών στρωμάτων, μιας έκφρασης που ενώνει όλα τα κοινωνικά στρώματα.

31958587 10217038670747050 7058804761297944576 n

Στις 28 απριλίου, δέκα μέρες μετά την πρώτη διαμαρτυρία, δεκάδες χιλιάδες νικαραγουανών έκαναν πορεία από διαφορετικά σημεία στη Μanagua για να βρεθούν στον Καθεδρικό Ναό, την πορεία διοργάνωσε η καθολική εκκλησία.
Οι διαδηλωτές όχι μόνο έδειξαν ότι δεν φοβόταν το Κράτος αλλά του έκλεψαν και τις σημαίες του. Όλες. Και τις ανεμίζουν μαζί με τις αξίες του, ακόμη και εις βάρος των μηνυμάτων που, στις προθέσεις των καθολικών διοργανωτών, θα έπρεπε να μεταφέρει η πορεία. Τραγούδησαν τα τραγούδια της επανάστασης, γκρέμισαν chayopalos για να φυτεύσουν δένδρα, απήγγειλαν τα ποιήματα του Ernesto Cardenal [μία από τις φιγούρες σύμβολο της θεολογίας της απελευθέρωσης] και τραγούδησαν τα τραγούδια των αδελφών Mejía Godoy [τραγουδοποιών σύμβολα της Επανάστασης] αναλαμβάνοντας τα μεγάλα σαντινιστικά θέματα.

Είναι αυτό που καθιστά την κατάσταση πολύπλοκη για τον Ortega και αντιφατική στα εξωτερικά μάτια: οι αντίπαλοί του θεωρούν τους εαυτούς τους sandinistas. «Sandinistas, no orteguistas» διαφορά που, εδώ και κάποιο διάστημα, τα μέλη της νεολαίας Sandinista είχαν αρχίσει να υπογραμμίζουν. Ένα άλλο σημαντικό γεγονός, μεταξύ των πρώτων που συμμετείχαν στις διαμαρτυρίες υποστηρίζοντας τους φοιτητές της πρωτεύουσας, ήταν οι κάτοικοι του Monimbó, στην Masaya, γηγενή περιοχή, αυτόχθονων, γη των παρτιζάνων και των μαγίστρων, πρώτη πόλη που απελευθερώθηκε στη δεκαετία του 70, κοιτίδα και προπύργιο της επανάστασης των Σαντινίστας. Ήταν η πόλη όπου κατασκευάζονταν σπιτικές βόμβες, αυτοσχέδιες, που επαναχρησιμοποιήθηκαν κατά τις διαδηλώσεις στην πόλη, σημάδι της μετάδοσης των εργαλείων της εξέγερσης από γενιά σε γενιά. Και εκεί είχαμε νεκρούς στις 19 απριλίου. «Επανάσταση ή θάνατος, Θα Κερδίσουμε» έλεγε ένα πανό στην πορεία της 28ης απριλίου, κοντά στις σημαίες της Νικαράγουα και του Βατικανού. «Μπορείτε να σκοτώσετε έναν επαναστάτη, αλλά όχι την επανάσταση», έλεγε ένα άλλο. Οι πόλεις στις οποίες έχουμε τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις, όχι τυχαία, είναι εκείνες στις οποίες ιστορικά το Frente υπήρξε ισχυρότερο και από όπου η επανάσταση, πριν από σαράντα χρόνια, είχε εξαπλωθεί, ενώ ήταν ασθενέστερη αν όχι απούσα στις πόλεις παραδοσιακά πιο συντηρητικές, όπου κατοικούν περισσότερα κεφάλαια και οι άνθρωποι είναι πιο εχθρικοί στην επανάσταση.

Η αντιπρόεδρος, στη συνέχεια έκανε έκκληση για συμφιλίωση και τώρα γιορτάζει τις  νεκρικές αγρυπνίες αλλά οι διαδηλωτές ζητούν την παραίτησή της και αυτή του συζύγου της, του προέδρου Ortega. Ο αρχηγός του κράτους υποστήριξε ως επί το πλείστον μια συζήτηση στην οποία τα φοιτητικά αιτήματα συνδέονται με τα αίτια, τους λόγους για τους οποίους πολέμησαν οι πρώτοι Σαντινίστας, αιτίες και λόγοι που στο τελευταίο διάστημα παραποιήθηκαν ή εν μέρει εγκαταλείφθηκαν. Η ιστορική μνήμη της επανάστασης είναι στην πραγματικότητα λιγότερο προστατευμένη από ό, τι μπορεί να πιστέψει κανείς, στο όνομα της κοινωνικής ειρήνης, αλλά παρόλα αυτά οι νέοι αποδεικνύουν ότι φυλάσσουν αυτή την ιστορική μνήμη περισσότερο από ό, τι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, για τις πρακτικές που εφαρμόστηκαν και την αναγνώριση ενός κοινού νήματος μεταξύ των αγώνων τους και εκείνων των γονιών και των παππούδων τους.

download 4

Στις 30 Απριλίου, στην γιορτή της Ημέρας των Εργαζομένων, ο Ortega πραγματοποίησε τη συγκέντρωσή του μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους σε μια πλατεία με δεκάδες σημαίες νικαραγουανές και του FSLN, σε μια επίδειξη άτονης δύναμης. Στην ομιλία του δεν αναγνώρισε καμία ευθύνη των δυνάμεων του για τη βία, αλλά ζήτησε ενός λεπτού σιωπή για τα θύματα. Όπως και στις άλλες δημόσιες παρεμβάσεις του, υποστήριξε την αξιοπρέπεια και τo δίκαιο των φοιτητικών διαμαρτυριών υπέρ των εργαζομένων, αναγνωρίζοντας την έλλειψη διαβουλεύσεων πριν από τη μεταρρύθμιση, αποφασίζοντας να την εμποδίσει, να την μπλοκάρει και να επικαλεστεί μια νέα η οποία θα μπορούσε  να φέρει όλους κοντά σε συμφωνία. Για τον Ortega, οι ευθύνες των διαμαρτυριών θα έπρεπε να καταλογιστούν αλλού: ειδικότερα στον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ και στην διείσδυση ομάδων που χρηματοδοτήθηκαν από αυτές μέσα στις διαμαρτυρίες. Από την άλλη πλευρά, ο Ορτέγκα φοβάται ότι η Νικαράγουα θα γίνει μια άλλη Βενεζουέλα, και μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί η έκρυθμη αντίδραση που είχαν τα θεσμικά όργανα μπροστά στις πρώτες ειρηνικές διαμαρτυρίες των νέων. Εδώ και πολλά χρόνια πραγματικά το FSLN αγωνίζεται ενάντια στις παρεμβολές στην εγχώρια πολιτική που ορισμένες δυτικές ΜΚΟ προσπάθησαν να επιβάλουν, αλλά θα ήταν κοντόφθαλμο να πιστεύουμε ότι όλο αυτό που συμβαίνει οφείλεται στους yankees. Οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται σίγουρα για την ανατροπή της σημερινής κυβέρνησης της Νικαράγουα, αλλά σίγουρα δεν είναι ο μεγάλος χειραγωγός πίσω από αυτές τις διαμαρτυρίες που επικαλούνται καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και όχι άλλους θανάτους, των οποίων η ιστορία της Νικαράγουα είναι ήδη γεμάτη.

«¡Que se rinda tu madre!» »Να παραδοθεί η μάνα σου!». Είναι ένα από τα συνθήματα μάχης, το hashtag που παρέσυρε την εξέγερση, το μάντρα της. Είναι μια φράση που μετατράπηκε σε επαναστατικό τραγούδι, που αποδίδεται στον ποιητή πολεμιστή των σαντινίστας Leonel Rugama, ο οποίος την ξεστόμισε πριν πεθάνει ενώπιον του σομοζιστή στρατηγού που απαιτούσε την παράδοσή του. «¡Que se rinda tu madre!» Αυτό, μαζί με την ιστορική κραυγή «¡Que viva Νιcaragua libre!», που ήταν κάποτε και η κραυγή του Daniel Ortega. Σήμερα είναι η παράσταση της πλατείας για να τον ξεφορτωθεί. Η μνήμη της επανάστασης των Σαντινίστας που κληρονόμησε τον διοικητή ανάμεσα στους ήρωες της πατρίδας, στρέφεται σήμερα εναντίον του. Διάφορα πανό έχουν συνοδεύσει πράγματι μια διαφορετική ερμηνεία αυτών των ημερών, σαν να θέλουν να δείξουν ότι ο Ortega έχει χάσει την ισχυρή επαφή του με τους δρόμους, θεμέλιο της επιτυχίας του: Ο DANIEL ΚΑΙ Ο SOMOZA ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΡΑΓΜΑ.   

5ae5f7aacd702e6324f8de4b

Ποιος Σαντινισμός; Και ποια Εκκλησία; 

Μετά που το Frente Sandinista de Liberacion Nacional, το FSLN, έχασε τις προεδρικές εκλογές του 1990, μέσα σε ένα πλαίσιο, σε μια συγκυρία πολέμου και ακραίας φτώχειας, η χώρα άρχισε να κατακερματίζεται, και οι εσωτερικές διαφορές προκάλεσαν το γεγονός πολλά ηγετικά στελέχη και διανοούμενοι που είχαν αγωνιστεί ενάντια στη δικτατορία somozista να αφήσουν το Frente, το Μέτωπο.   Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 υπήρξε ένας συνεχής αγώνας εναντίον των νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων, «από κάτω», όπως υποστηρίχτηκε από την πρώτη ομιλία μετά την ήττα από τον Ορτέγκα, ο οποίος μαζί με τη σύζυγό του και σημερινή αντιπρόεδρο οικειοποιήθηκαν τους συμβολισμούς των Sandinista για να δημιουργήσουν μια σταθερή εκλογική βάση σε διαφορετικούς τομείς του πληθυσμού, αποσταθεροποιώντας τις αντιπολιτεύσεις που ήταν φτωχές σε ικανότητα και πολιτικές προτάσεις. Οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν η μια την άλλη στα νεοφιλελεύθερα είκοσι χρόνια, μεταξύ διαφθοράς και αθετήσεις υποχρεώσεων, δεν μπόρεσαν να βγάλουν τη χώρα από τη φτώχεια.

Το 2007 ο πρόεδρος του FSLN επέστρεψε στην εξουσία, ο πληθυσμός ζήτησε αλλαγή, τα σύμβολα της επανάστασης είχαν γίνει καθησυχαστικά και αντιπροσώπευαν τη δυνατότητα να πραγματοποιηθεί μια θετική αλλαγή πορείας για τη χώρα. Με το πέρασμα των χρόνων παρακολουθήσαμε μια εξέλιξη στα πολιτικά ζητήματα. Η Rosario Murillo με τον Ορτέγκα γίνεται φορέας ενός λόγου ειρήνης, αγάπης και αλληλεγγύης (προωθώντας συνθήματα όπως «στην ευλογία, την ευημερία και τη νίκη» ή «χριστιανική πατρίδα, αλληλέγγυα και σοσιαλιστική»). Μια προοδευτική αλλαγή στα περιεχόμενα που, κατά την εποχή εκείνη, θεωρούνται σύμβολα μιας νέας πορείας sandinista.

Γι ‘αυτό, πρώτα απ’ όλα, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι οι νικαραγουανοί δεν αγωνίζονται αυτή την στιγμή ενάντια στο κόμμα των Σαντινίστας που κάποτε επέβαλε την παρουσία της Νικαράγουα στην παγκόσμια πολιτική σκηνή, και ούτε πολεμά ενάντια σε εκείνη την Juventud, την Νεολαία των Σαντινίστας, που οργάνωσε μια από τις πιο επιτυχημένες εκστρατείες αλφαβητισμού στη σύγχρονη ιστορία, την Cruzada de Alfabetización Heroes y Màrtires por la Liberación de Νicaragua: ένα μεγάλο μαζικό κίνημα στο οποίο συμμετείχαν χιλιάδες νικαραγουανοί όλων των κοινωνικών τάξεων, μαζί με χιλιάδες εκπαιδευτικούς που έστειλε η Κούβα και χιλιάδες διεθνείς που συνεργάστηκαν (εκτιμάται ότι οι συμμετέχοντες ήταν 60.000). Οι εθελοντές έφθασαν στις πιο απομακρυσμένες γωνιές της χώρας για να διδάξουν την ανάγνωση και τη γραφή, σε ένα χρόνο ο δείκτης αναλφαβητισμού πέρασε από το περισσότερο του 50% που ήταν σε 12%. Μετά από 16 χρόνια καπιταλιστικών και νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων, ο αναλφαβητισμός αυξήθηκε και πάλι στο 36,9%, το 2006, ενθαρρύνοντας την εφαρμογή του προγράμματος “Yo si puedo” που σχεδιάστηκε από την Κούβα για την προώθηση της ανάγνωσης και της γραφής σε μαζικό επίπεδο. Στις διαμαρτυρίες, υπάρχει αντιθέτως μια βαθιά συνεύρεση με τον χριστιανισμό, που ενώνεται σε στοιχεία μυστικισμού και λαογραφίας και σε βαθιά σοσιαλιστικά και επαναστατικά ιδεώδη που συνδυάζονται αρμονικά στην Κεντρική Αμερική. Όλα αυτά φαίνονται αντιφατικά και δύσκολα διαβάζονται στα δυτικά μάτια και ιδιαίτερα στα ιταλικά, δεδομένης της χρονικής εξουσίας που απολαμβάνει η Εκκλησία στην επικράτειά μας και το ότι είναι, εκ των πραγμάτων, ο αντίπαλος σε διάφορους αγώνες. Ωστόσο, πρέπει να θεωρήσουμε ότι ο αποικισμός και η διάδοση του ευαγγελίου στην Κεντρική Αμερική υπήρξαν τόσο ισχυροί ώστε τα χαρακτηριστικά του χριστιανισμού να είναι έντονα ριζωμένα σε πολιτιστικό επίπεδο (αν και στη Νικαράγουα ίσως ξεκινά να παρουσιάζεται μια αργή αλλαγή μεταξύ των νέων). Η Θεολογία της Απελευθέρωσης διαπότιζε την σαντινιστική επανάσταση, στις κυβερνήσεις της εισήλθαν σαν υπουργοί οι ιησουίτες Fernando και Ernesto Cardenal, και ο θρησκευόμενος Miguel d’Escoto ως καγκελάριος. Ήταν οι ηγέτες της «λαϊκής Εκκλησίας», που υποστήριζε την επανάσταση και την υπόθεση των φτωχών ενάντια στα συντηρητικά σχέδια της πλειοψηφίας του κλήρου, εναντίον μιας πολύ παραδοσιακής επισκοπής και εναντίον του ίδιου του Βατικανού. Ένα μείγμα που συγκρούστηκε με τη συντηρητική κλίση Woijtila. Όλοι θυμούνται την αγανάκτηση του Πάπα για το τεράστιο πανό που τον υποδέχτηκε στο αεροδρόμιο κατά την επίσκεψή του στη χώρα το 1983, το οποίο του απευθύνονταν με τα λόγια: «Bienvenido a la Nicaragua libre gracias a Dios ya la revolución» και αυτό εξηγεί άριστα αυτή την συνεύρεση της θρησκείας και της επανάστασης. Αγανακτισμένος, ο Juan Pablo II άρπαξε την πρώτη ευκαιρία που του παρουσιάστηκε, για να κατακρίνει δημοσίως τον Ernesto Cardenal. Εκείνη η περίφημη φωτογραφία έκανε τον γύρο του κόσμου, με τον Πάπα βγαίνοντας από το αεροπλάνο να υψώνει το δάχτυλό του και απαιτώντας από τον Cardenal να εγκαταλείψει την πολιτική, ενώ ο ιησουίτης κάρφωνε το γόνατο στο έδαφος, έβγαζε τον μπερέ, τον κοίταζε με κάτι μεταξύ χαμόγελου και έκπληξης, ενώ ανέχονταν στωικά την επίπληξη.

juanpabloii ernestocardenal

Στην πλατεία μπροστά από την κύρια πόρτα του σύγχρονου καθεδρικού ναού, στο τέλος της πορείας της 28ης απριλίου, ο βοηθός επίσκοπος της Μανάγκουα, Silvio Báez, υποστηρικτής του Πάπα Φραγκίσκου, χαιρετίστηκε όπως κανένα άλλο άτομο σε αυτές τις εξεγέρσεις. Ο Báez έχει μετατραπεί σε σύμβολο και εκπρόσωπος μιας εκκλησίας που επικρίνει το καθεστώς Ortega. Ήταν ο πρώτος που καταδίκασε την καταστολή της αστυνομίας και υπερασπίστηκε τους φοιτητές, ενώ η πρώτη κυρία και αντιπρόεδρος τους κατηγορούσε ότι είναι «μικροσκοπικές» ομάδες στην υπηρεσία των συμφερόντων που αποσταθεροποιούν την κυβέρνηση. Με τον Báez, η καθολική εκκλησία της Νικαράγουα έχει μετατραπεί σε μοναδικό εγγυητή αυτής της συγκεχυμένης διαδικασίας, χάρη στην αποφασιστικότητα του προκαθήμενου να συνοδεύει τους φοιτητές.
Πριν από αυτή την καταστολή, η Εκκλησία είχε διατηρήσει μια «σχετική ουδετερότητα με το καθεστώς», σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Óscar René Vargas. Παρότι τις τελευταίες εβδομάδες, οι επίσκοποι, με επικεφαλής τον Monsignor Silvio Báez, τοποθετήθηκαν υπερασπιζόμενοι τους φοιτητές που σφαγιάστηκαν από τις δυνάμεις σύγκρουσης της κυβέρνησης και αποδέχθηκαν την πρόσκληση να είναι εγγυητές του εθνικού διαλόγου που κάλεσε ο Ortega, διατήρησε η Εκκλησία μια σχέση που από κάθε άποψη σέβεται την κυβέρνηση και αυτό οδηγεί στο να υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα ρήγμα μέσα στους κληρικούς μεταξύ φιλοκυβερνητικών επισκόπων και επισκόπων εναντίον της κυβέρνησης.

Η Εκκλησία έχει συγκαλέσει σε ένα τραπέζι εθνικού διαλόγου που θα μπορούσε να χρησιμεύσει και σαν οξυγόνο για τον Ortega: με το πλήθος στις πλατείες και στους δρόμους να απαιτεί την απομάκρυνση του, ένα τραπέζι διαλόγου θα επιτρέψει στην κυβέρνηση να αναδιοργανωθεί, να ψυγχράνει τις διαδηλώσεις στους δρόμους και να δείξει ανοίγματα. Ας θυμηθούμε πάντοτε ότι μιλάμε για την Εκκλησία της Ρώμης, ένα θεσμό που έχει κάθε συμφέρον να συγκεντρώσει περισσότερη δύναμη, εξουσία και συναίνεση στη Νικαράγουα για να νομιμοποιήσει τις αποστολές της (μια χώρα στην οποία υπάρχουν όλα τα διαφορετικά χριστιανικά ρεύματα και είναι πολυάριθμα, και εκείνο το καθολικό, ειδικά σε ορισμένες περιοχές, απέχει πολύ από το να είναι το ισχυρότερο), εκμεταλλευόμενη και εξομαλύνοντας τις διαμαρτυρίες με αντιδραστική έννοια. Από την άλλη πλευρά, αυτή η πιθανότητα διαλόγου, έχει ήδη ανακοινώσει με ελαφρύτητα η Εκκλησία, δεν είναι αιώνια.

Η ανάπτυξη της Nicaragua

Ο ερχομός του Daniel Ortega στην εξουσία συνέπεσε με την αποκορύφωση της πετρελαϊκής χάριτος του Hugo Chávez στη Βενεζουέλα. Η σημασία της συνεργασίας με την Βενεζουέλα, μέσω πιστώσεων που σχετίζονται με το πετρέλαιο, τις εξαγωγές, τις επενδύσεις σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, μεταξύ άλλων, έφτασαν να αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 13,7% του ΑΕΠ. Η συμφωνία συνεργασίας έφερε περισσότερα από τέσσερα χιλιάδες εκατομμύρια δολαρίων σε αυτά τα 11 χρόνια της κυβέρνησης του Frente. Επιπλέον, η Βενεζουέλα μετατράπηκε στον δεύτερο σημαντικότερο προορισμό για τις εξαγωγές της Νικαράγουα.

Τα γεμάτα κρατικά ταμεία επέτρεψαν στην κυβέρνηση τη χρηματοδότηση κοινωνικών προγραμμάτων, να αγοράσει μέσα μαζικής ενημέρωσης και να διατηρήσει τα οφέλη για τους εργοδότες μέσα από επιδοτήσεις και απαλλαγές. Έχουν δημοσιοποιήσει και είναι δωρεάν για όλους οι τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης. Το εθνικό νόμισμα ενισχύθηκε. Η Νικαράγουα υποστήριξε και έδωσε ώθηση στο εμπόριο και την ασφάλεια, είχε το προνόμιο μιας αξιοσημείωτης αύξηση του τουρισμού που οφείλεται, μεταξύ άλλων, στα 26 φυσικά καταφύγια που δημιουργήθηκαν από την Σαντινιστική Επανάσταση,
χάρη στην επανάσταση πρώτα και στις πολιτικές του κόμματος του Ortega, στη συνέχεια, η Νικαράγουα έχει γίνει η ασφαλέστερη χώρα της Κεντρικής Αμερικής, δεν υπάρχουν οι ομάδες οργανωμένου εγκλήματος που δραστηριοποιούνται αντιθέτως απροκατάληπτα σε όλα σχεδόν τα άλλα γειτονικά κράτη. Παρ ‘όλα αυτά, εδώ και δύο χρόνια, η νικαραγουανή οικονομία άρχισε να καταγράφει αντικρουόμενα σημάδια: πάνω απ’ όλα την μείωση των πωλήσεων αυτοκινήτων, σπιτιών και της κατανάλωσης γενικότερα. Η έλλειψη χρημάτων και η είσοδος στο ΔΝΤ με τα τελεσίγραφα έχει, επίσης, αναγκάσει την κυβέρνηση να λάβει μέτρα λιτότητας για να σώσει τον κρατικό προϋπολογισμό.
Παρ ‘όλα αυτά υπάρχουν πολλά άλλα στοιχεία που συνέβαλαν στη διατήρηση της σταθερότητας στη χώρα. Παρά τις εμπορικές συμφωνίες με την Κίνα και παρά τη συζήτηση στο αμερικανικό Κογκρέσο του Nica Act – με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να εμποδίσουν οποιοδήποτε δάνειο στην κυβέρνηση του Ορτέγκα από διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και μια εξεταστική επιτροπή να παρακολουθεί τις βελτιώσεις στη «δημοκρατία» του κράτους της Νικαράγουα – η επίθεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι λιγότερο ισχυρή αυτή τη στιγμή.

Οι φοιτητές, η αυτονομία

Οι φοιτητές σε όλα τα πανεπιστήμια του δυτικού τμήματος της χώρας έδειξαν με τις διαμαρτυρίες τους, ότι δεν αποδέχονται καμία καταστολή. Ήταν από το 2009 που δεν υπήρχαν ισχυρές διαδηλώσεις στη Νικαράγουα, και ήδη τότε το Frente φαινόταν να είναι στα πρόθυρα της πτώσης αλλά άντεξε. Στις ημέρες του απριλίου, διάφορες κινήσεις διαμαρτυρίας εξαπλώθηκαν σαν τις κηλίδες της λεοπάρδαλης με τους διαδηλωτές που έβγαιναν στους δρόμους ανά πάσα στιγμή, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Οι ηγέτες του κόμματος δεν πίστευαν ότι οι γενιές των millennials θα μπορούσαν να χτίσουν τσιμεντένια οχυρώματα οπλισμένοι με χειροποίητα ολμοβόλα, τα οποία ήταν πάντα το προτιμώμενο εργαλείο των νικαραγουανών εξεγέρσεων, μαζί με τους πολίτες που τους στήριζαν φέρνοντας τρόφιμα, φάρμακα, τους περιέθαλπταν τoυς μετέδιδαν τις δικές τους εμπειρίες σε μια πραγματική κατάσταση αντιεξουσίας. Οι σπουδαστές ζήτησαν χρόνο να επιλέξουν τους αντιπροσώπους τους αλλά, πάνω απ ‘όλα, να καθορίσουν τι συμβαίνει ανάμεσα στις τάξεις τους. Η ένταση αυξάνεται και η αναζήτηση της οργάνωσης είναι ισχυρή σε εθνικό επίπεδο.

31947093 10217038671467068 8059898312997732352 n

Απ’ όταν οι διαμαρτυρίες κατά της κυβέρνησης, που ονομάστηκε «καθεστώς» από τους διαδηλωτές, επανεμφανίστηκαν στις 18 του περασμένου απριλίου, οι φοιτητές μετατράπηκαν σε πρωταγωνιστές μιας ιστορίας της οποίας τώρα θα πρέπει να προσπαθήσουν να κρατήσουν τα γκέμια. Χωρίς στρατηγικές, χωρίς ατζέντα, χωρίς οργάνωση οποιουδήποτε είδους, έχουν αποκτήσει μια υπευθυνότητα, μια ευθύνη και μια ισχύ χάρη στις σχέσεις δύναμης που ήταν σε θέση να χτίσουν δρόμο προς δρόμο. Πρόκειται για μια γενιά που ανατίναξε αυθόρμητα όλους τους φόβους, όλες τις λογοκρισίες και τις απαγορεύσεις, όλη την καταπίεση και την καταστολή που συσσωρεύτηκε κατά τη διάρκεια δεκαετιών ελέγχου από όλους τους κρατικούς μηχανισμούς. Κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει αυτή την έκρηξη. Τώρα που έχουν εισέλθει με ένα τεντωμένο πόδι σε αυτή την ιστορική διαδικασία, η ελπίδα είναι ότι οι φοιτητές θα δώσουν μια ανθεκτική μορφή στην αυτοσχέδια εξέγερση. Σίγουρα υπάρχουν δυσκολίες, κόπωση, απειρία, υπάρχει ο φόβος γι αυτούς που θα διεισδύσουν, υπάρχει ο φόβος γι αυτούς που θα θελήσουν να τους εκμεταλλευτούν, που πιθανότατα ήδη ξεκίνησαν να το κάνουν. Πέρασαν περισσότερες από δύο εβδομάδες και δεν υπάρχει ακόμα μια σαφής ηγεσία, leadership.
Σήμερα ισχυρίζονται ότι πολεμούν εναντίον μιας οικογένειας που χρησιμοποιεί το παρελθόν της για δική της ευκολία με λόγια που, εκτός από το να πείσουν τους πολίτες σχετικά με μια ειρήνη συμφιλιωτική, καθιστούν εμφανείς τις αυταρχικές πολιτικές που λογοκρίνουν κάθε είδος διαφορετικού λόγου. Τον απρίλιο του 2018, οι αντιφάσεις στη Νικαράγουα εξερράγησαν. Οι αυθαίρετες αποφάσεις του προέδρου Ortega και της αντιπροέδρου Murillo εξασφάλισαν οι φοιτητές να κατέβουν στους δρόμους και να βαδίσουν ειρηνικά ενάντια σε αυτά τα λάθη. Οι αρχές από την πλευρά τους απάντησαν με μια σκληρή γροθιά στον φοιτητικό πληθυσμό ζυγίζοντας πως θα επιλύσουν γρήγορα τα πράγματα χωρίς να σκεφτούν την απίστευτη ταχύτητα της διάδοσης πληροφοριών μέσω των κοινωνικών δικτύων, τα οποία έδωσαν τη δυνατότητα τα νέα και η ηχώ τους να επιτύχουν μια απίστευτη έκταση. Αυτοί οι νέοι που κατέβηκαν στους δρόμους και τις πλατείες, έφηβοι ή νεαροί εργαζόμενοι, πανεπιστημιακοί φοιτητές, είναι μια γενιά που δεν έχει βιώσει ούτε την επανάσταση ούτε τον εμφύλιο πόλεμο, η πρώτη που έχει μια σημαντική επαφή με τον κόσμο της Δύσης και της Λατινικής Αμερικής χάρη σε μια μεγαλύτερη κίνηση ανθρώπων που εισέρχονται και βγαίνουν από τη χώρα. Το Πολυτεχνείο μετατράπηκε σε γενικό επιτελείο των φοιτητών. Μέχρι πριν από περίπου δέκα μέρες ήταν ένας αναβρασμός ανθρώπων που έφερναν τρόφιμα και φάρμακα για να βοηθήσουν τους φοιτητές που ήταν ταμπουρωμένοι στο πανεπιστήμιο. Αν και παραμένει ακόμη κατειλημμένο, τώρα οι αριθμοί προοδευτικά και φυσιολογικά μειώθηκαν. Σε αυτό, ένα μεγάλο έργο τομαλοποίησης της διαμαρτυρίας πραγματοποιήθηκε από την Εκκλησία, η οποία με την παρέμβαση της έχει πράγματι ρίξει νερό στην πυρκαγιά, υποσχόμενη συμμετοχή στους φοιτητές και τους παροτρύνει να βρουν πιο «δημοκρατικές» μορφές, με τρόπο ώστε να εκτονώσει τις συγκρούσεις που γνωρίζουμε πολύ καλά .

Οι άνθρωποι κοιτάζονται στα μάτια και δίδουν, ίσως χωρίς να το γνωρίζουν, μορφή σε ένα κίνημα το οποίο με αυτόνομες πρακτικές ζητά μεγαλύτερη ελευθερία, τη δυνατότητα να επιλέξει το δικό του μέλλον, περισσότερο εισόδημα, εκπαίδευση και έλεγχο της ζωής τους, και το θέλει για όλες και όλους, για όλο τον λαό της Νικαράγουα με ένα κοινό νήμα με τα αιτήματα της πρώτης επανάστασης των Σαντινίστας, μια επανάσταση που ήταν πραγματικά μαζική και ευρέως διαδεδομένη. Πολύ σημαντική σε πολιτιστικό επίπεδο, είναι η έννοια της Πατρίδας που φέρει και σε αυτά τα μέρη διάφορες αμφιθυμίες – ασάφειες: η χώρα αποτελείται από ένα μείγμα πολιτισμών, εθίμων, ιθαγενών ομάδων, και δεν είναι καθόλου ομοιογενής, αλλά η πατρίδα εδώ φαίνεται ακριβώς ως μια κοινότητα που βρίσκεται σε μάχη, μια πατρίδα που απελευθερώθηκε, και ελευθέρωσε όλη τη επικράτεια δεκαετίες πριν, και ως εκ τούτου θέλει να επιστρέψει να είναι ελεύθερη ξεκινώντας από τις διαφορές, «το ένα τρίτο του πληθυσμού έζησε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, γνωρίζουμε ήδη πώς γίνεται [η επανάσταση]» λένε οι διαδηλωτές.

download 1

Ένας άλλος χαρακτήρας που δένει το νέο κύμα διαμαρτυριών στην επανάσταση Sandinista είναι ο ηγετικός ρόλος των γυναικών. Ακριβώς αυτές οι τελευταίες, σε αυτές τις ημέρες του αγώνα, έχουν γίνει πρωταγωνίστριες και οι διαδηλώσεις έχουν γίνει μια πλατφόρμα που επεκτάθηκε και για τα φεμινιστικά κινήματα και τα θέματα φύλου. Η Νικαράγουα απολαμβάνει έναν σημαντικό νόμο κατά της βίας εναντίον των γυναικών, ένα πραγματικό παράδειγμα για την περιοχή, αλλά απέχει πολύ από το να έχει αφήσει πίσω μια έντονα πατριαρχική και machista κουλτούρα, αν και αυτή η νοοτροπία αλλάζει μεταξύ των νέων, χάρη και στο ακούραστο έργο των κολεκτίβων γυναικών που είναι παρούσες σε όλη την επικράτεια.   Τα κινήματα απαιτούν την πλήρη εφαρμογή του νόμου 779 και την παύση της βίας. Ο αριθμός των γυναικοκτονιών και των καταχρήσεων είναι στην πραγματικότητα πολύ υψηλός, και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές μια έφηβη παρθένα εξακολουθεί να θεωρείται ιδιοκτησία, αλλά πρωτίστως πιθανή πηγή εισοδήματος, καθώς και μια κοπέλα που βρίσκεται στην καλύτερη στιγμή να αποκτήσει παιδιά. Οι φεμινίστριες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις στιγμές της αντιπαράθεσης, καθώς και στην οργάνωση και τη φροντίδα, καλύπτοντας θεμελιώδεις ρόλους στις ιεραρχίες του κινήματος. Το να είναι μαζί και να σχετίζονται, να δημιουργούν κοινότητα, να ανταλλάσσουν γνώσεις, ιδέες, διηγήσεις, όνειρα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι θα ήθελαν να είναι ο κόσμος είναι θεμελιώδεις στιγμές των αγώνων που υποκειμενοποιούν τους επαναστάτες και δίνουν νόημα και μορφή, ερέθισμα για να έρθουν σε επαφή και κίνηση και να δοκιμάσουν πράγματα καινούργια που δεν τα έκαναν ποτέ νωρίτερα, από τη φροντίδα μιας πληγής μέχρι το να μιλήσουν στη συνέλευση ή να ετοιμάσουν μια μολότοφ.

“Aquí no hay líderes”. Αυτή η έλλειψη ηγεσίας είναι, προς το παρόν, η κύρια δύναμη αυτού του κινήματος, αλλά και η μεγαλύτερη αδυναμία του. Εξευγενίζει το κίνημα των φοιτητών και μέσα σε αυτή την στιγμή κατά την οποίαν δεν ξέρεις ποιον να εμπιστευτείς είναι η εγγύηση ότι κανείς δεν βρίσκεται πίσω από τις ταραχές για να αποκτήσει εξουσία. Αλλά εμποδίζει τη δημιουργία μιας απαραίτητης πολιτικής ατζέντας. Και είναι εδώ που ξεκινούν οι διαιρέσεις.

Το βράδυ της 26ης απριλίου, τρεις φοιτητές ανακοίνωσαν στην τηλεόραση τη γέννηση του Κινήματος 19 Απριλίου, Movimento 19 di Aprile, εκπροσωπώντας όλους τους σπουδαστές ανακοινώνοντας ότι αποδέχονταν την πρόσκληση στο τραπέζι του διαλόγου που συγκάλεσε η Εκκλησία, υπό την προϋπόθεση ότι θα διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξουν διώξεις ούτε φυσικές ούτε ακαδημαϊκές κατά των συμμετεχόντων φοιτητών. Λίγα λεπτά αργότερα, οι εκπρόσωποι των καταληψιών του πολυτεχνείου αντιθέτως διέψευσαν τη νομιμότητα των αυτοαποκαλούμενων «ηγετών». Φοιτητές διαφόρων πανεπιστημίων κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι έχει «διεισδύσει» στο κίνημα και υπάρχει πάντα το φόβητρο πιθανών χειρισμών, χειραγώγησης,  από πλευράς των ηνωμένων Πολιτειών που μπορούν να ωθήσουν προς μια κατεύθυνση ή την άλλη. Από τότε, όλοι υποπτεύονται όλους. Φαίνεται ότι οι ημέρες του Upoli [Universidad Politecnica de Nicaragua] έρχονται προς το τέλος τους και πως οι φοιτητές εισέρχονται, ψηλαφιστά, σε ένα άλλο στάδιο.

Από το UCA (Universidad CentroAmericana) για παράδειγμα, ενώ γεννιόταν το  Movimento 19 de Abril, άλλοι φοιτητές συμμετέχοντες στις πορείες, αλλά που βρίσκονται έξω από το campus του Upoli, δημιούργησαν ένα άλλο κίνημα που ονόμασαν » Ένωση των Πανεπιστημιακών της Νικαράγουα» –  «l’Associazione di Universitari del Nicaragua”, μαζί με φοιτητές άλλων πανεπιστημίων, υποστηρίζοντας τον μονσινιόρ Silvio Báez. Ο επίσκοπος φαίνεται να είναι αυτός που έχει επί του παρόντος πραγματικό διάλογο με τους φοιτητές, προεδρεύει της τράπεζας διαλόγου και επομένως μπορεί να καθορίσει ολόκληρη τη διαδικασία.

Ωστόσο, οι κύριες φωνές των φοιτητών έχουν ήδη στείλει τον κατάλογο των αιτημάτων απαραίτητων για τον διάλογο: την έξοδο από την σκηνή του Ορτέγκα, την παραίτηση των ηγεσιών αστυνομίας και στρατού, μια διεθνή επιτροπή της Αλήθειας που να διερευνήσει την καταστολή και τις εκλογικές μεταρρυθμίσεις που απαγορεύουν τις επανεκλογές. Αυτό, για αρχή. «Γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για τον διάλογο, αλλά θέλουμε να δώσουμε ώθηση, να σπρώξουμε, έτσι ώστε  να μην υπάρχουν αμφιβολίες για το στόχο μας» λένε οι ανακοινώσεις των φοιτητών. Αυτό που ξεκίνησε ως διαμαρτυρία για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος μετατράπηκε σε αυτόνομο και αντι-συστημικό νεανικό κίνημα, με την φιλοδοξία να είναι ηγετικός παράγοντας-πρωταγωνιστής σε όλες τις σφαίρες και όλους τους τομείς της χώρας.

download

Αλλά δεν υπάρχουν μόνο οι φοιτητές. Το Ανώτερο Συμβούλιο Ιδιωτικών Επιχειρήσεων, COSEP, Consiglio Superiore dell’Impresa Privata, είναι το ισοδύναμο της ιταλικής confindustria, της ένωσης βιομηχάνων. Αντιπροσωπεύει τα μεγαλύτερα κεφάλαια της χώρας που υποστήριξαν την κυβέρνηση Ortega. Οι μεγάλοι επιχειρηματίες της Νικαράγουα στήριξαν πράγματι την κυβέρνηση με αντάλλαγμα φορολογικά οφέλη και συμβάσεις με το κράτος. Αυτός ο καυτός απρίλιος άνοιξε τα μάτια στους πολίτες για πολλά πράγματα, ακόμη και για το ρόλο του, διάφορα πανό απαιτούσαν μια σαφέστερη στάση εκ μέρους του Cosep, ενώ άλλα χαρακτήριζαν ξεκάθαρα την κακή πίστη και τον προφανή οπορτουνισμό του.
Το Cosep κάλεσε μια πορεία την περασμένη δευτέρα [7η Μαΐου] για τη στήριξη της ειρήνης. Μετατράπηκε σε μια από τις πιο πολυάριθμες διαμαρτυρίες από τις ημέρες της επανάστασης των Σαντινίστας. Αλλά ύστερα από τόσα χρόνια αυτού που οι ηγέτες των φοιτητών σήμερα θεωρούν πλέον μια συνενοχή του επιχειρηματικού κόσμου με τον Ortega, οι υποψίες δεν έχουν διαλυθεί. Κατά τη διάρκεια της πορείας, κάποιος σήκωσε ένα άλλο πανό:  ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΝ ΔΙΑΛΟΓΟ. Ένα άλλο θέμα των ημερών αυτών. Οι νεκροί, δεκάδες περιττοί θάνατοι, έχουν καταστεί ο κύριος ενοποιητικός παράγοντας των διαδηλωτών. Στην ρίζα, το κύριο θέμα της εξέγερσης. Το τεράστιο λάθος του ζευγαριού Ortega-Murillo.

Για να πάμε που;

Ο πρόεδρος χτίζει τον λόγο του προς την εθνική και διεθνή κοινή γνώμη, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως θύμα της συνωμοσίας που χρηματοδοτείται, όπως λέει, από αμερικανικές οργανώσεις που επιθυμούν να αποσταθεροποιήσουν την κυβέρνηση. Οργανώσεων των οποίων, σε αυτό το χαοτικό και ποικίλο τοπίο, η παρουσία είναι βέβαιη (οι τελευταίες πιο παρεμβατικές δηλώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν κάνουν άλλο από να το επιβεβαιώνουν).

Είναι δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημα που ζητείται από τον κόσμο: τι πραγματικά συμβαίνει στη Νικαράγουα; Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι η κυβέρνηση διακήρυξε, στις 16 απριλίου, μια αντι-κοινωνική μεταρρύθμιση, η οποία ανακλήθηκε στις 22 απριλίου για να δημιουργήσει μια υποτιθέμενη σταθεροποίηση στη χώρα, ούτε ότι άφησε να καεί ένα από τα σημαντικότερα φυσικά καταφύγια της Κεντρικής Αμερικής, αυτό της Indio Maiz, με το να μην δεχτεί ξένες ενισχύσεις και βοήθειες, που τις θεώρησαν ως ευκαιρίες για να παρέμβουν στην εσωτερική πολιτική της χώρας όπως στο παρελθόν. Υπάρχουν διάφορα προβλήματα, όπως η αύξηση των τιμών της βενζίνης και της ηλεκτρικής ενέργειας, η δυνατότητα καλύτερων συνθηκών σπουδών για τους φοιτητές, ο φόβος που προκαλεί μια αστυνομία που ασκεί βία κατά του πληθυσμού ανά πάσα στιγμή του χρόνου, λόγω του υψηλού επιπέδου διαφθοράς.

Θα δούμε πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση, μέσα σε αυτό το μπερδεμένο σκηνικό, μεταξύ της αγνότητας των νέων, του προστατευτισμού της κυβέρνησης, της αμφιλεγόμενης στάσης της εκκλησίας, του αμερικανικού φαντάσματος που παρακολουθεί από τη θάλασσα και ποιος ξέρει από πόσες άλλες πλευρές.
Η σημερινή κατάσταση αναμονής, εκ πρώτης όψεως, αποδυναμώνει τους σπουδαστές και ενισχύει την κυβέρνηση, από την άλλη πλευρά δεν έχει ακόμη καθοριστεί μια ημερομηνία έναρξης των εργασιών της τράπεζας διαπραγματεύσεων, αλλά, αν και είναι αναγκαία μια ανασύνθεση στο κερματισμένο κίνημα, κατά βάθος η βιασύνη είναι ένας κακός σύμβουλος. Αν και το κύμα του πρωταγωνισμού και ο ενθουσιασμός των ημερών αυτών οδήγησαν τους νέους να πιστεύουν ότι είναι ήδη κοντά στην επιτυχία, με την ταχύτητα και σε μερικές περιπτώσεις τον ερασιτεχνισμό τυπική της κοινωνικής επικοινωνίας γνωρίζουμε ότι οι διαδικασίες αυτές είναι μακρές, σύνθετες και με διακυμάνσεις, όμως σίγουρα αυτό που βλέπουμε είναι η αρχή ενός σημαντικού γεγονότος που το μέλλον θα μας πει ποια κατεύθυνση θα πάρει.download 3

Potrebbe interessarti

  • Ahi! Nicaragua, piccola Nicaragua

    Riprendiamo questo contributo di Raúl Zibechi, giornalista militante e studioso dei movimenti sociali dell’America Latina, sulle grandi manifestazioni che stanno attraversando il Nicaragua in

  • ||||

    Nicaragua, la frenata di Ortega sulle riforme non ricompone la frattura dopo i tumulti e i 25 morti nel Paese

    Il Governo del Nicaragua ha deciso di fare un passo indietro (almeno per ora) e ritirare la riforma strutturale del sistema previdenziale avallata

  • 17 settembre 1980: giustiziato il dittatore Anastasio Somoza Debayle

    17 settembre 1980: giustiziato il dittatore Anastasio Somoza Debayle

    Da meno di un anno Anastasio Somoza Debayle, ultimo della cosiddetta “dinastia dei Somoza”, è esiliato in Paraguay, dopo che la vittoria del Frente sandinista

 https://www.infoaut.org/approfondimenti/i-comandanti-invecchiano-sempre-male-sulle-proteste-in-nicaragua
ιστορία, storia

5 MΑΙΟΥ 1981: ΠΕΘΑΙΝΕΙ Ο ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ – MUORE L’ALLODOLA D’IRLANDA

του Gianni Sartori

Ο θάνατος του Bobby Sands το 1981 αντιπροσώπευε για πολλούς ανθρώπους ένα γεγονός από εκείνα που σε σημαδεύουν, σε αλλάζουν, αν όχι ακριβώς τον τρόπο που ζεις, αλλάζουν τουλάχιστον την αντίληψη που έχεις γι την ζωή (καθώς και για την ιστορία, την πολιτική …).

Γι αυτόν που γράφει τα πράγματα πήγαν διαφορετικά. Μετά από μια στράτευση που άρχισε το ’68 σκέφτηκα ότι είχα ολοκληρώσει τη δέσμευσή μου (λόγω υπαρξιακής κούρασης, αίσθηση αδυναμίας μπροστά στην δυνατότητα να αλλάξουν τα πράγματα, δυσμενείς συνθήκες … αποφασίσετε εσείς) με τις, μερικές φορές, σκληρές διαδηλώσεις στις οποίες είχα συμμετάσχει το 1974 (εκτέλεση του Puig Antich ) και το 1975 (βλ. τις διαμαρτυρίες για τη δολοφονία των Varalli, Zibecchi και Micciché και, τον σεπτέμβριο για τον τουφεκισμό δύο etarra [μαχητών της ΕΤΑ] – Txiki και Otaegi – και τριών μαχητών του FRAP). Για κάποιο διάστημα αφιερώθηκα σε άλλα πράγματα, διατηρώντας παράλληλα την περιέργεια για όσα κινούνταν στον κόσμο και τον αναστάτωναν (με μερικά ταξίδια στην μετα-Φρανκοκρατούμενη Ισπανία, για παράδειγμα …). Στη συνέχεια ήρθε η απεργία πείνας των Ιρλανδών Ρεπουμπλικανών μαχητών και ο τραγικός επίλογος. Παράτησα τα πάντα (σχεδόν όλα, στην πραγματικότητα) και έφυγα για το Μπέλφαστ. Έκτοτε συνέχισα βασικά, καλώς ή κακώς.

Αυτός έφταιγε, ο Μπόμπι. Ακούς εκεί, που θα μπορούσε να είναι ακόμη στον κόσμο, ζωντανός. Ήταν στην πραγματικότητα νεώτερος από μένα και το πράγμα με χτύπησε πολύ, με εντυπωσίασε (μέχρι τότε ήταν κυρίως σύντροφοι από τα μέρη μου που πέθαιναν: Salvador Puig Antich, Saltarelli, Franco Serantini, Txiki …). Μετά από τόσα χρόνια – επίσης, βλέποντας και το πώς πήγαν τα πράγματα στην Ιρλανδία – αναρωτιέμαι αν πραγματικά άξιζε τον κόπο. Αλλά αυτό δεν μειώνει καθόλου το θάρρος του και εκείνο των 9 συντρόφων του.

Μια σύντομη περίληψη ακολουθεί, χωρίς να ξεχνάμε ότι σε κάθε περίπτωση «ζούμε για να καταπατήσουμε τους βασιλιάδες» όπως συχνά αναφερόμαστε (*) σε κάποιες εξεγερτικές διαδηλώσεις.

Μοιάζει μόνο χθες αλλά αντίθετα σχεδόν 40 χρόνια έχουν περάσει. Κάτω από τα έκπληκτα βλέμματα μιας γηραιάς Ευρώπης κορεσμένης και ικανοποιημένης, 10 νεαροί ιρλανδοί ρεπουμπλικανοί θυσίαζαν τη ζωή τους για να διεκδικήσουν αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα όπως εκείνο της αυτοδιάθεσης και για την αναγνώριση του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου για όσους φυλακίζονταν κατά τη διάρκεια ενός απελευθερωτικού πολέμου.

Η απεργία πείνας μέχρι τις ακραίες συνέπειες είναι μέρος της ιρλανδικής κελτικής παράδοσης. Αλλά αυτή που διεξήχθη με ακραία αποφασιστικότητα από τους κρατούμενους του H Block, περισσότερο από μια ρητή αναφορά στο παραδοσιακό γαελικό δίκαιο και στους druidic νόμους, [- Το σύμπλεγμα των θρησκευτικών πεποιθήσεων των druids], τους νόμους των δρυίδων δηλαδή, αντιπροσώπευε μια καθαρά πολιτική πράξη μέσα σε μια συλλογική διαδικασία απελευθέρωσης.

Περισσότεροι από είκοσι είναι οι ιρλανδοί πολιτικοί κρατούμενοι που πέθαναν τον περασμένο αιώνα σε απεργία πείνας.

Ο πρώτος από αυτόν τον κατάλογο είναι ο Thomas Ashe, ένας από τους πρωταγωνιστές του «Πάσχα του αίματος» του Δουβλίνου (1916), πέθανε το 1917 αφού αναγκάστηκε να καταναλώσει τροφή με τη βία. Το 1920, ο Terence McSweeney, δήμαρχος του Cork, κρατούμενος στη φυλακή Brixton (Λονδίνο) μετά από 74 ημέρες απεργίας πείνας. Οι Fitzgerald Michael και Murphy Joseph πέθαναν επίσης κατά την ίδια διαμαρτυρία. Το 1923, κατά τη διάρκεια του πραγματικού εμφύλιου πολέμου μεταξύ του IRA και των υποστηρικτών του «Ελεύθερου Κράτους», πρόθυμων να αποδεχτούν τη διαίρεση του νησιού, στην ιρλανδική φυλακή του Montioy έχασαν τη ζωή τους – μετά από περισσότερες από 40 ημέρες απεργίας πείνας – οι Andrew Sullivan και Dennis Barry.

Πάντα στην Ιρλανδία, στη φυλακή του Hill Arbor, το 1940 πέθαναν μετά από 50 ημέρες απεργίας πείνας οι Jack McNeela και Tony d’Arcy. Σε μια άλλη ιρλανδική φυλακή η ίδια τύχη έλαχε στον Joseph Witty. Το 1943, μετά από 31 ημέρες απεργίας πείνας και δίψας, ο εθελοντής του Ira Sean Mc Caughey έσβηνε στη φυλακή του Δουβλίνου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 η κατάσταση στη Βόρειο Ιρλανδία χειροτερεύει: στις 6 φεβρουαρίου 1971 ο Ira σκοτώνει έναν άγγλο στρατιώτη (θύμα που προστίθεται στους στρατιώτες που ήδη σκοτώθηκαν το 1969 από τους προτεστάντες ελεύθερους σκοπευτές) και η αντίδραση δεν καθυστερεί. Στις 9 αυγούστου του ίδιου έτους εισήχθη ο επ’ αόριστον εγκλεισμός (εκείνο το ίδιο πρωινό, 342 άνθρωποι, κυρίως καθολικοί, συνελήφθησαν) κατά τη διάρκεια του οποίου θα χρησιμοποιούνται τακτικά τα σωματικά βασανιστήρια.

Οι συγκρούσεις στους δρόμους εντείνονται και στις 30 ιανουαρίου 1972, ο βρετανικός στρατός σφαγιάζει δεκατρείς ανυπεράσπιστους ανθρώπους στο Derry («ματωμένη κυριακή»).

Δύο μήνες αργότερα, το Λονδίνο αναλαμβάνει απευθείας τη διοίκηση του Ulster και «χορηγεί» στους ρεπουμπλικανούς κρατούμενους το καθεστώς πολιτικών κρατουμένων. Αλλά η δικαστική πίεση γίνεται όλο και πιο βαριά. Το 1973 εισήχθησαν τα ειδικά δικαστήρια, χωρίς επιτροπή ενόρκων, και το 1974, με την εισαγωγή της πράξης «Πρόληψης της τρομοκρατικής δράσης», “Preven-tion of terrorism act”, η αστυνομική κράτηση έφθασε στις επτά ημέρες. Κατά την αμέσως επόμενη περίοδο, η απεργία πείνας προκαλεί δύο ακόμη θύματα στις αγγλικές φυλακές: τον Michael Gaugham το 1974 και τον Frank Staff το 1976.

Εν τω μεταξύ, το καθεστώς του πολιτικού κρατουμένου είχε αρθεί.

Στις 27 οκτωβρίου 1980, στο H Block της φυλακής Long Kesh (με το παρατσούκλι «Maze«) μια απεργία πείνας που – αφού αναστάλθηκε τα Χριστούγεννα για να επαναληφθεί την 1η μαρτίου 1981 – θα οδηγήσει στο θάνατο 10 ρεπουμπλικανών μαχητών. Τα ονόματά τους μπορούν να ζουν για πάντα στο μυαλό, στην καρδιά και στους αγώνες όλων των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων του κόσμου. Ισχυρότεροι από το θάνατο.

Το πρωί της 5ης μαΐου 1981, μετά από 66 ημέρες, πεθαίνει ο Robert Gerard Sands. Γεννημένος στο Μπέλφαστ το 1954 από μια καθολική μητέρα και έναν προτεστάντη πατέρα, είχε εισέλθει στον ΙΡΑ όταν ήταν μόλις 18 ετών. Όταν πέθανε ήταν 27 χρονών. Σήμερα ο Μπόμπι είναι θαμμένος στο Milltown, το καθολικό νεκροταφείο στο Δυτικό Μπέλφαστ, που βρίσκεται κατά μήκος της «Falls Road», της περίφημης δημοκρατικής αρτηρίας “Falls”. Πολλοί μάρτυρες της ιρλανδικής υπόθεσης αναπαύονται εδώ: αγωνιστές όπως ο Μπόμπι Σάντς και ο Τζο Μακ Ντόνελ, Joe McDonnel, ή απλοί πολίτες που δολοφονήθηκαν από την αστυνομία όπως ο Σον Ντάουνς, Sean Downes. Θυμάμαι ότι στις 16 μαρτίου 1988 το Milltown ήταν το σκηνικό μιας βίαιης ένοπλης επίθεσης από έναν φανατικό νομοταγή (φιλοβρετανό πολιτοφύλακα) που ολοκληρώθηκε με μια σφαγή καθολικών, εναντίον μιας πομπής κηδείας.

Στις 14 μαΐου, μετά από μια απεργία 59 ημερών, ο Francis Hughes, ηλικίας 25 ετών, πεθαίνει. Ονομάστηκε ο «Che Guevara του Ulster», το 1978 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη με την κατηγορία της θανάτωσης οκτώ βρετανών στρατιωτών.

Ο Raimond McCreesh πεθαίνει στις 21 μαΐου, μετά από 61 ημέρες. Όταν εισήλθε στον ΙΡΑ ήταν μόνο 16 ετών, συνελήφθη το ’76 μετά από μια ενέδρα εναντίον του στρατού. Όταν πέθανε ήταν 24 χρονών και εξέφρασε στον ιερέα αδερφό του που τον συνέδραμε την επιθυμία ο θάνατός του να μην προκαλέσει καμία βίαιη ενέργεια.

Ο Patsy O’Hara είχε απομακρυνθεί από τον IRA και εντάχθηκε, το 1975, στον Inla (Irish National Liberation Army) του Derry. Μετά τη σύλληψη υπέστη κάθε είδους σωματική και ψυχική βία στη φυλακή. Πέθανε στις 21 μαΐου σε ηλικία 24 ετών. Το 2015, και η μητέρα του, Peggy O’Hara, έφυγε επίσης. Την είχα γνωρίσει και την επισκέφθηκα στο Derry, στο σπίτι της, κάποιες φορές. Μου παραχώρησε, πέρα από μια δραματική συνέντευξη (**), όπου μίλησε για εκείνες τις ημέρες τεράστιου πόνου, και μερικές φωτογραφίες του γιου της και μια συγκινητική αφιέρωση στο βιβλίο που μου είχε χαρίσει («The Irish Hunger Strike» του T. Collins). Και φέτος, τον ιανουάριο, πέθανε η μητέρα του Bobby Sands, Rosaleen.

Στις 8 ιουλίου 1981, μετά από 61 ημέρες αποχής από το φαγητό, πέθανε ο Joe McDonnel, μέλος του IRA στο Μπέλφαστ και μεγαλύτερος της ομάδας. Μεταξύ των συντρόφων που ξεκίνησαν την απεργία μετά τους πρώτους τέσσερις θανάτους ήταν η σειρά του να πάρει την θέση του Μπόμπι Σάντς, μαζί με τον οποίο είχε συλληφθεί και μαζί με τον οποίον είναι θαμμένος σήμερα.

Ο Martin Hurson συνελήφθη τον νοέμβριο του 1976 για συνωμοσία και κατοχή εκρηκτικών. Μεταφέρθηκε στο Long Kesh, ανακρίθηκε και βασανίστηκε. Πέθανε στις 13 ιουλίου, 24 χρονών, μετά από 46 ημέρες απεργίας πείνας.

Ο Kevin Lynch, μαχητής του Inla, συνελήφθη το ’76 μετά την εκτέλεση ενός αστυνομικού, βασανίστηκε και καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια. Την απεργία ξεκίνησε στις 23 μαΐου και πέθανε στις 21 αυγούστου, στην ηλικία των 25 ετών.

Ο Kieran Doherty, ήδη ενεργός αγωνιστής του IRA, κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο, αναγνωρισμένο από τους άλλους κρατούμενους, ειδικά στις επαφές με την Εκκλησία. Πέθανε στις 2 αυγούστου, σε ηλικία 25 ετών, αφού κατάφερε να επιβιώσει χωρίς τροφή για 73 ημέρες.

Ο Thomas McIlwee, στέλεχος του Ira, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της φυλάκισής του στο μπλοκ τιμωρίας. Όταν πέθανε, μετά από 62 ημέρες απεργίας πείνας, ήταν μόλις 23 ετών.

Η ζωή του Micki Devine είναι εμβληματική. Ζώντας ως παιδί σε συνθήκες ακραίας φτώχειας (διηγήθηκε ότι συχνά έπασχε από πείνα), ήταν ένα από τα πρώτα μέλη του Inla του Derry. Ξεκίνησε την απεργία πείνας στα μέσα ιουνίου και πέθανε στις 20 αυγούστου, στην ηλικία των 27 ετών.

Δύο άλλοι κρατούμενοι σώθηκαν όταν βρίσκονταν ήδη σε κώμα. Ένας από αυτούς, ο Pat McGeown, πέθανε το 1994. Ο άλλος, Lawrence McKeown, συγγραφέας και λέκτορας, έμεινε σημαδεμένος σωματικά.

Είχα την τιμή να συναντηθώ (και να φιλοξενήσω) το McKeown στην δεκαετία του ’90 κατά τη διάρκεια ενός γύρου διαλέξεων. Φυσικά τον ρώτησα πού βρήκε την αποφασιστικότητα να προσθέσει και το δικό του όνομά στον κατάλογο των εθελοντών που θα έπρεπε να αντικαταστήσουν τους συντρόφους που πέθαιναν κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας. «Πρακτικά είναι αδύνατον – μου είχε πει – να καταλάβεις πως φτάσαμε σε αυτή την απόφαση δίχως να γνωρίζεις αυτά που είχαν συμβεί στην Long Kesh κατά τα προηγούμενα πέντε χρόνια, μετά την κατάργηση του καθεστώτος  αιχμαλώτων πολέμου. Οι συνθήκες των κρατουμένων ήταν άγριες και καμία μορφή διαμαρτυρίας δεν φαινόταν ικανή να τις τροποποιήσει. Ήμασταν όλοι πολύ νέοι, ηλικίας μεταξύ 20 και 30 ετών. Οι περισσότεροι όταν μπήκαμε στη φυλακή ήμασταν λίγο μεγαλύτεροι από έφηβοι. Ήμασταν πολύ ενωμένοι, είχαμε μεγάλη αλληλεγγύη μεταξύ μας και ισχυρές πολιτικές πεποιθήσεις, τις ίδιες που με έκαναν να εισέλθω στον ΙΡΑ, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η προοπτική της φυλακής και του θανάτου ήταν οτιδήποτε άλλο παρά απομακρυσμένη.

Βλέποντας με τα μάτια μου την σκληρή καταστολή στην οποίαν υποβάλλονταν οι κρατούμενοι μου συνέβη να ενισχυθούν οι πεποιθήσεις μου. Η βρετανική κυβέρνηση προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μας ποινικοποιήσει, να μας κάνει να μοιάζουμε με κοινούς εγκληματίες. Έπρεπε να επαναστατήσουμε για να δείξουμε ότι οι επιλογές και οι ενέργειές μας ήταν πολιτικές, όχι εγκληματικές ». Στη συνέχεια, πρόσθεσε ότι «πολλοί από τους εθελοντές φυλακισμένους του Ιra πέθαναν σε απεργία πείνας στη δεκαετία του ’20, του ’40 και του ’70 … και ούτω καθεξής μέχρι το 1981. Συνολικά οι ιρλανδοί πολιτικοί κρατούμενοι που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια μιας απεργίας πείνας τα τελευταία 80 χρόνια είναι 22. Για όλους αυτούς μπορούμε να πούμε ότι είναι «νεκροί έτσι ώστε άλλοι να είναι ελεύθεροι» (όπως είναι γραμμένο στον τάφο του Micky Devine και του Patsy O’Hara, στο Derry). Και αυτό το καθεστώς πολιτικού κρατουμένου είχε κατακτηθεί, το 1972, με μια απεργία πείνας. Στη συνέχεια το απέσυραν το 1976 «.

Επομένως η απόφασή τους δεν ελήφθη ελαφριά τη καρδία. «Όσον αφορά εμένα – συνέχισε ο McKeown – ήξερα καλά ότι αυτή η απεργία θα προχωρούσε μέχρι τα άκρα. Βάζοντας το όνομά μας στον κατάλογο των εθελοντών δεν ξέραμε πότε θα έρθει η σειρά μας, ποιος θα πεθάνει και ποιος θα επιβιώσει. Είχα σκεφτεί πολύ, επί μακρόν για τις συνέπειες που θα υφίστατο οικογένειά μου … Ήμουν παντρεμένος αλλά τουλάχιστον δεν είχα παιδιά, σε αντίθεση με άλλους εθελοντές, όπως ο Bobby Sands … ».

Τα βασικά αιτήματα των απεργών του Long Kesh ήταν πέντε, που συνδέονται στενά με την απαίτηση του καθεστώτος πολιτικών κρατουμένων: να μην φορούν στολές φυλάκισης, να μην διεξάγουν εργασίες εγκληματιών, ελευθερία μελέτης και διασύνδεσης – να μπορούν δηλαδή να συναντιούνται τακτικά – δυνατότητα να δέχονται επισκέψεις και δέματα, δικαίωμα σε μείωση ποινής. Αυτά τα αιτήματα, έστω και με τρόπο όχι εμφανή και χωρίς την τυπική επανεισαγωγή του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου, αναγνωρίστηκαν στη συνέχεια και ικανοποιήθηκαν στην ουσία τους.

Πράγματι, στις αρχές νοεμβρίου του 1981, μετά το τέλος της απεργίας πείνας, ο υπουργός Prior παρουσίασε τις μεταρρυθμίσεις φυλακών που επέτρεψαν στους ρεπουμπλικάνους φυλακισμένους του «Λαβύρινθου-Maze» την δυνατότητα να φορούν τα ρούχα τους, τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τη μείωση της ποινής κ.λπ. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο που πρέπει να προσθέσουμε και δεν έχει ήδη ειπωθεί από τους άμεσους ενδιαφερόμενους με την τόσο ριζοσπαστική και οριστική-τελική χειρονομία τους.

Όσον αφορά εμένα: «Σε οποιοδήποτε μέρος με ξαφνιάσει ο θάνατος, θάψτε την καρδιά μου στη Milltown».

(*) Αυτό είναι το ακριβές απόσπασμα από τον «Χένρι IV» του Σαίξπηρ: «Αν ζούμε είναι για να περπατήσουμε στα κεφάλια των Βασιλέων. Αν πεθάνουμε, ω τι όμορφος θάνατος, όταν οι Πρίγκιπες πεθαίνουν μαζί μας. Τώρα για τις συνειδήσεις μας τα όπλα είναι σωστά. Όταν η πρόθεση να τα φέρουμε μαζί μας είναι λογική «.

(**) Gianni Sartori http://csaarcadia.org/in-memoria-di-peggy-ohara/

IN BOTTEGA CFR Scor-data: 1 marzo 1981 (di David Lifodi) e Scor-data: 5 maggio 1981 (di Energu) ma anche Che c’entra Bobby Sands con Casa Pound? (di Gianni Sartori) e Sporchi (di Mark Adin)

MA COSA SONO LE «SCOR-DATE»? NOTA PER CHI CAPITASSE QUI SOLTANTO ADESSO.               

Per «scor-data» qui in “bottega” si intende il rimando a una persona o a un evento che il pensiero dominante e l’ignoranza che l’accompagna deformano, rammentano “a rovescio” o cancellano; a volte i temi possono essere più leggeri ché ogni tanto sorridere non fa male, anzi. Ovviamente assai diversi gli stili e le scelte per raccontare; a volte post brevi e magari solo un titolo, una citazione, una foto, un disegno. Comunque un gran lavoro. E si può fare meglio, specie se il nostro “collettivo di lavoro” si allargherà. Vi sentite chiamate/i “in causa”? Proprio così, questo è un bando di arruolamento nel nostro disarmato esercituccio. Grazie in anticipo a chi collaborerà, commenterà, linkerà, correggerà i nostri errori sempre possibili, segnalerà qualcun/qualcosa … o anche solo ci leggerà.

La redazione – abbastanza ballerina – della bottega από την σύνταξη

http://www.labottegadelbarbieri.org/5-maggio-1981-muore-lallodola-dirlanda/

ιστορία, storia

15 απριλίου 1980: πεθαίνει ο Jean Paul Sartre

Stampa

11
Στον ιδιωτικό και τον δημόσιο βίο ο αντικομφορμισμός του δεν ήταν της πρόσοψης, ήταν πραγματικός, έτσι ώστε ίσως να ήταν καλύτερο να τον ονομάσουμε «μη συμβατότητα, όχι κομφορμισμό» σε σχέση με τις αξίες της αστικής κοινωνίας. Περιφρονούσε τις κοσμικές εκδηλώσεις και τα καλλιεργημένα σαλόνια, προτιμώντας τα τραπεζάκια του Saint-Germaine. Το 1945 αρνήθηκε τη Λεγεώνα της τιμής, και αργότερα την έδρα στο Collège de France.

Στις 15 απριλίου 1980, ο γάλλος φιλόσοφος Jean-Paul Sartre σβήνει στο Παρίσι στην ηλικία των 75 ετών. Δεν ήταν μόνο φιλόσοφος, αλλά και μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, θεατρικός συγγραφέας. Μαζί με την Simone de Beauvoir, τον Maurice Merlau-Ponty και άλλους, ίδρυσε το 1944 το πολιτικό, λογοτεχνικό και φιλοσοφικό περιοδικό Les Temps Modernes, το οποίο ήταν το όχημα μέσω του οποίου οι ιδέες του εξαπλώθηκαν σε όλη τη Γαλλία.
Σε πολιτικό επίπεδο, ο Sartre διακρίθηκε για τον ακτιβισμό και τη δέσμευσή του, την στράτευση σε διάφορες υποθέσεις και μάχες.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου συνελήφθη από τους Γερμανούς και, μόλις απελευθερώθηκε, συμμετείχε στην αντίσταση. Προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας, το εγκαταλείπει το 1956 μετά την εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στην Ουγγαρία. Ήταν ένθερμος υποστηρικτής της υπόθεσης του αλγερινού λαού, φθάνοντας στο σημείο το 1961 να δημοσιεύσει το Μανιφέστο των 121, στο οποίο διακήρυτταν το δικαίωμα στην ανυποταξία για τους γάλλους που κινητοποιούνταν στον πόλεμο της Αλγερίας. Επιπλέον, ο ίδιος προσχώρησε ανοιχτά στην οργάνωση Jeanson, την παράνομη οργάνωση που υποστήριζε το αλγερινό απελευθερωτικό μέτωπο FLN. Το 1968 συμμετείχε ενεργά στις κινητοποιήσεις του Μαΐου του Παρισιού, τοποθετούμενος χωρίς δισταγμό στην πλευρά των φοιτητών (σε αντίθεση με ό, τι συνέβη στη Γερμανία με τον Adorno). Στη δεκαετία του ’70, ήδη άρρωστος, εντάχθηκε στη μαοϊκή ομάδα της Gauche Proletarienne και πάλι το 1973 ίδρυσε την εφημερίδα Liberation μαζί με τον Serge July. Μία συζήτηση του με τον Pierre Victor και τον Philippe Gavi δημοσιεύθηκε το 1975 από τον εκδοτικό οίκο Einaudi με τον τίτλο «Το να εξεγείρεσαι είναι σωστό, Ribellarsi è giusto». Ήταν επίσης ο πρώτος συγγραφέας που απέρριψε το βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία, το οποίο του απονεμήθηκε το 1964.
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Πορτραίτο του νεαρού επαναστάτη – Ritratto del rivoluzionario da giovane

Stampa

 

40517

Στις αίθουσες από τις 5 απριλίου, σε σκηνοθεσία του Raoul Peck, The Young Karl Marx, Ο Νεαρός Κάρλ Μάρξ, πολιτική-πνευματική βιογραφία σε εικόνες του γερμανού επαναστάτη και φιλόσοφου.

Ritratto del rivoluzionario da giovane Πορτραίτο του επαναστάτη όταν ήταν νεαρός

Πρώτη ακολουθία: η ταινία ανοίγει σε ένα παρθένο δάσος. Μετά από μερικά πλάνα αναδύονται χέρια, μετά σώματα και πρόσωπα ανθρώπων που μαζεύουν ξύλα. Το πλάνο του χεριού που αρπάζει το ξύλο φαίνεται να κινηματογραφεί την αυγή του είδους αλλά είναι πράγματι η αυγή της καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Η φωνή αποκαλύπτει αποσπάσματα από τα πρώτα κείμενα που δημοσίευσε ο νεαρός Μαρξ, εκείνο σχετικά με τον νόμο κατά της κλοπής ξύλου. Είναι τα πρώτα βήματα της κριτικής του αστικού δικαίου.

-stacco-

Δεύτερη ακολουθία: πλάνα από τις στέγες που καπνίζουν μιας πολύ μοντέρνας (για την εποχή, βρισκόμαστε στο μισό του 19ου αιώνα) βιομηχανικής πόλης. Μια επισκόπηση που πηγαίνει προς τα κάτω δείχνει τον κόσμο που συνωστίζεται και κινείται κάτω από αυτές τις στέγες: το σημερινό βιομηχανικό προλεταριάτο. Στη συνέχεια αναλαμβάνει δράση το κυρίως πιάτο: οι μηχανές είναι σταματημένες, βρίσκεται σε εξέλιξη μια απεργία επειδή μια εργάτρια τραυματίστηκε στην ώρα της δουλειάς. Μπροστά στα πρώτα σημάδια της συλλογικής εξέγερσης το αφεντικό διαιρεί και τιμωρεί. Η εξέγερση έχει δαμαστεί, γι αυτή τη φορά …

Σίγουρα, η νέα ταινία του Raoul Peck (γόνιμος σκηνοθέτης αφρο-καραϊβικής καταγωγής, του οποίου θυμόμαστε το ντοκιμαντέρ / πολιτικό δοκίμιο για τον αφρο-αμερικανό συγγραφέα James Baldwin “I’m not your Negro”, «Δεν είμαι ο νέγρος σου») δεν είναι μια biopic όπως οποιαδήποτε άλλη. Οι πρώτες κουβέντες δεν προορίζονται να παρουσιάσουν τους χαρακτήρες μιας ιστορίας, και βασικά ούτε καν το πλαίσιο αυτής, αλλά δύο ιδανικές τυπικές στιγμές της ταξικής πάλης. 1) το φράξιμο των commons, των κοινών και 2) την εδραίωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στην συγκεκριμένη ιστορική μορφή του μεγάλου εργοστασίου στο Μάντσεστερ.

Πιστή στο κείμενο των μάρξ και ένγκελς, η ανάγνωση της εικόνας ήδη υποδηλώνει μια ιστορική και πολιτική ερμηνεία των δυνατοτήτων της επανάστασης που έρχεται: στον προ-καπιταλιστικό κόσμο οι κυριαρχούμενοι έχουν ελάχιστες πιθανότητες να κερδίσουν τους καταπιεστές τους, στην καπιταλιστική και τη βιομηχανική κοινωνία, αν και υποβάλλονται στις χειρότερες συνθήκες εργασίας και ζωής, αυτοί βρίσκονται στο επίκεντρο, στην καρδιά της παραγωγικής διαδικασίας και μπορούν να την νικήσουν με την απόρριψη.

Schermata del 2018 04 04 13 53 45

 

Όπως δήλωσε ο σκηνοθέτης σε μια συνέντευξη – και όπως πολύ καλά εμφανίζεται στη διάρκεια της ταινίας – εάν η έμφαση δίνεται αμέσως από τον τίτλο ακριβώς στην ιστορική, πνευματική και πολιτική εικόνα του Μαρξ, η πολιτική μετάφραση θα προκύψει από τη συνάντηση με τον ανυπόφορο γιο της θριαμβευτικής βιομηχανικής μπουρζουαζίας Friedrich Engels. Εάν το μεγαλείο και η φιλοσοφική συνοχή είναι όλα του Μαρξ, η συμβολή της υλικής γνώσης στις συνθήκες εργασίας της εργατικής τάξης θα προέλθει από τον Ένγκελς. Ο Μαρξ φέρνει τη μέθοδο, ο Ένγκελς, την υλική γνώση των δύο πόλων στους οποίους χωρίζεται η κοινωνία: η μεγάλη βιομηχανική αστική τάξη και το προλεταριάτο που της αντιτίθεται. Ο Marx είναι η φιλοσοφία, ο Engels η έρευνα. Αν και ο τίτλος επικεντρώνεται στον Moro του Treviri, [o Mελαχρινός απ’ το Treviri της Γερμανίας] η φιγούρα του Engels είναι εξίσου κεντρική: σημαντική επιλογή αφήγησης, η οποία απομακρύνει, ελευθερώνει την εικόνα του συγγραφέα σημαντικών βιβλίων όπως Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία ή αυτού που έρχεται αργότερα Η προέλευση της οικογένειας , της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του Κράτους από την ξεχασμένη κατάσταση στην οποία την παρέδωσε μια κάποια, μια συγκεκριμένη σύγχρονη ανάγνωση. Όπου το σημαντικό δεν είναι να δώσουμε πάλι στον Ένγκελς αυτό που είναι του Ένγκελς όσο το να υπογραμμίσουμε τη δύναμη μιας συνάντησης, καθώς και των πολλών άλλων που υπενθυμίζονται εκ νέου στην ταινία.

Schermata 2018 04 04 alle 17.38.50

Συναντήσεις … και συγκρούσεις! Η ιστορία της προέλευσης του κομμουνιστικού κινήματος είναι επίσης μια ιστορία διαιρέσεων, τραυματισμών και απομακρύνσεων. Μία από τις πιο επιτυχημένες ακολουθίες της ταινίας είναι εκείνη στην οποία γίνεται λόγος για την ρήξη ανάμεσα στους Μαρξ, Ένγκελς και των ακολούθων τους με την παλιά φρουρά της Ένωσης των Δικαίων, που μετονομάστηκε από αυτούς, με ένα αποφασιστικό χτύπημα σαν πραξικόπημα, σε League of Communists, Ένωση των Κομουνιστών. Η δεξιότητα και η απλότητα με την οποία η ιστορία τίθεται σε εικόνες δεν μπορεί να μην εντυπωσιάσει όποιον είχε την καλή τύχη να συμμετάσχει σε ένα κίνημα ή έναν αγώνα κάποιας σημασίας, έχοντας πάρει μέρος σε αυτό. Μέσα σε λίγα πλάνα ο Peck δείχνει την ένταση που διαπερνά και διασχίζει το ακροατήριο, τις ματιές συμφωνίας μεταξύ εκείνων που θέλουν να αλλάξουν έναν τρόπο δράσης που επαναλαμβάνεται, αναπαράγεται πάντα ο ίδιος και να επιταχύνουν τις διαδικασίες, τα σφυρίγματα περιφρόνησης και τις κραυγές υποστήριξης.  Εδώ η σκηνή αναλαμβάνει ένα μπρεχτικό άγγιγμα. Ο θεατής είναι από την αρχή ταυτισμένος με τους ήρωες της ιστορίας αλλά καλείται ως θεατής της συζήτησης, δίπλα στους συμμετέχοντες στη συνέλευση. Ένας εκπρόσωπος της παλιάς φρουράς σηκώνεται όρθιος και φωνάζει στο σκάνδαλο «είναι ένα πραξικόπημα!» αλλά οι νεαροί επαναστάτες έχουν το πάνω χέρι και δίνουν ότι καλύτερο έχουν παραδίδοντας στο παρελθόν τον αναποτελεσματικό τρόπο δράσης των ουτοπικών σοσιαλιστών. Μια νέα ιστορία αρχίζει από μια αυθεντική ρήξη και από ένα κείμενο που θα δώσει φωνή στις νέες απαιτήσεις, το Μανιφέστο του κομουνιστικού Κόμματος.

Η όλη ταινία επικεντρώνεται ρητά στις στιγμές που δημιουργούνται ρήξεις και νέες εξελίξεις. Στο φόντο των χρόνων ’40 του 19ου αιώνα – τα οποία σύντομα θα ανθίσουν στο ευρωπαϊκό ’48 (η ταινία μας θυμίζει ότι οι κινήσεις θα εκραγούν ακριβώς ένα μήνα μετά τη δημοσίευση του Μανιφέστου) – ακολουθούμε όλες τις κριτικές περιπέτειες του νεαρού Μαρξ: κατά των νεαρών χεγκελιανών που έχουν σταματήσει στην κριτική-κριτική, εναντίον του φιλόσοφου της φτώχειας Προυντόν, ενάντια σε μια Ένωση των δίκαιων που εξακολουθεί να πιστεύει, ασυγχώρητη αφέλεια, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια. Ο Μαρξ που απεικονίζεται εδώ είναι ένας Μαρξ μακριά από τον μνημειαλισμό, την μνημειοποίηση, monumentalismo, όπου μια συγκεκριμένη ιστορία τον έχει βαλσαμώσει. Η αφήγηση του Peck μας δείχνει τα πρώτα βήματα ενός νεαρού, ανήσυχου, υπερ-σύγχρονου, που δεν σέβεται την εξουσία, τις αρχές (ακόμη και εκείνη των ευγενών πατέρων του κινήματος), ο οποίος επικρίνει τις βεβαιότητες που αποκτήθηκαν και τις αφηρημένες θεωρίες.  

Schermata del 2018 04 04 16 28 44

Ιδιαίτερη προσοχή αφιερώνεται στην φυσιογνωμία των χαρακτήρων, με τις ιδιορρυθμίες τους, τις γλωσσικές ιδιαιτερότητες (η ταινία είναι πιο αξιόλογη στη γλώσσα του πρωτοτύπου, διότι επιστρέφει τον πλούτο στους τόνους και την αυθεντικά κοσμοπολίτικη διάσταση των επαναστατών της εποχής). Η εκπροσώπηση του Προυντόν, για παράδειγμα, είναι άκρως αποτελεσματική, και όχι μόνο επειδή είναι πολύ κοντά στις παραστάσεις που έχουμε γι αυτόν (σε ένα πλάνο παρατηρούμε ακόμη και τον ζωγράφο Courbet – εκείνον που θα καταδικαστεί πως υποκίνησε τους εξεγερμένους ανθρώπους της Κομούνας να ρίξουν κάτω την Colonna Vendôme – να φτιάχνει ζωντανά το πορτρέτο του), αλλά και για τους επαρχιώτικους τρόπους και για την λαϊκίστικη ρητορική. Πολλά πλάνα της ταινίας δείχνουν την αμηχανία και την κρυάδα στο βλέμμα του νεαρού Μαρξ να παρατηρεί με απόσπαση και ειρωνεία την πομπώδη ρητορική των συνοδοιπόρων του από τους οποίους είναι έτοιμος να διαχωριστεί. Είναι η τελική απόφαση-κρίση του νεαρού κομμουνισμού, ( «επιστημονικού», όπως υπενθυμίζεται αργότερα, αλλά θα μπορούσε να είναι πιο σκόπιμο να τον επαναπροσδιορίσουμε σήμερα ως πολιτικό), επί της παλιάς ουτοπικής και ανθρωπιστικής προέλευσης.

Η όλη ταινία μπορεί επίσης να ειδωθεί ως ένα ακριβές και πλούσιο οπτικό δοκίμιο για την ιστορία και τον πολιτισμό: εάν με την πρώτη ματιά, επιφανειακή, μπορεί να μην φαίνεται πολύ διαφορετική από τις πολλές βιογραφικές και ιστορικές ταινίες που γεμίζουν με κανονικότητα τις οθόνες, η διαφορά είναι εδώ στην λεπτομέρεια και στην ποικιλία των πηγών από τις οποίες καρπώνεται η εικόνα: η ρεαλιστική ζωγραφική (όχι μόνο από τον Courbet, αλλά και από ορισμένους καλλιτέχνες του βόρειου τοπίου, όπως στην τελική συζήτηση μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών), η εκκολαπτόμενη φωτογραφία που τα χρόνια αυτά άρχισε να τεκμηριώνει τις συνθήκες ζωής του προλεταριάτου των μεγάλων αστικών κέντρων (καθώς και εκείνες της αστικής μπουρζουαζίας), η γερμανική ζωγραφική των Dürer και των Brugel (δείτε την αρχική σκηνή του αριστοκρατικού κυνηγιού σε αυτούς που μαζεύουν ξυλεία).

Schermata 2018 04 04 alle 17.53.26

Μια σημείωση της αξίας πηγαίνει επίσης στη φροντίδα του σεναρίου και των διαλόγων. Αν είναι αλήθεια ότι μια ταινία είναι κατά κύριο λόγο ευθύνη του σκηνοθέτη, είναι επίσης αλήθεια ότι υπάρχουν συμβολές που ακούγονται, που γίνονται αισθητές. Σε αυτή την περίπτωση δεν μπορούμε να παραλείψουμε να αναφέρουμε τη συμβολή στους διαλόγους και τη δραματουργική γραφή του Pascal Bonitzer, όχι μόνο σκηνοθέτη αλλά και σεναριογράφου μερικών από τους σημαντικότερους γάλλους σκηνοθέτες των τελευταίων σαράντα ετών. Ήταν πάνω απ ‘όλα ένας από τους πιο οξυδερκείς θεωρητικούς, μέσα στη μανία της δεκαετίας του ’70, των βασανιστικών και προβληματικών σχέσεων μεταξύ Τεχνικής και Ιδεολογίας, δηλαδή των ιδεολογικών και υλικών προσδιορισμών που προεδρεύουν της οργάνωσης, του στησίματος και της κινηματογραφικής γραφής. Μια πολιτική συνειδητοποίηση της και επί της κινηματογραφικής τέχνης που είναι εμφανής σε αυτή την ταινία.

Μία τελευταία πτυχή που αξίζει να αναφερθεί για την κεντρική θέση που έχει στην διήγηση είναι αυτή που θα μπορούσαμε να ορίσουμε την πνευματική εργασία σαν επάγγελμα (επισφαλές). Πολλές σκηνές της ταινίας είναι αφιερωμένες να δείξουν τις οικονομικές δυσκολίες μέσα στις οποίες η οικογένεια Μαρξ αναγκάστηκε να κάνει τις δικές της επιλογές ζωής και στράτευσης. Εν ολίγοις, είμαστε μακριά από τις βιογραφίες που μας μιλούν για ηρωικές χειρονομίες θέλησης και σκέψης. Βλέπουμε τον Μαρξ και τη σύζυγό του που είναι ταραγμένοι, οι οποίοι κινδυνεύουν να εκδιωχθούν από το σπίτι, να τους γίνει έξωση, που έχουν λίγα για να φάνε, που κινδυνεύουν να αρρωστήσουν. Ο νεαρός Μαρξ πρέπει συχνά να αναβάλει το θεωρητικό έργο που αγαπάει τόσο πολύ για να κερδίσει το ψωμί του και να ζήσει την οικογένεια. (Και εδώ μετράται η απόσταση του από τους ουτοπιστές). Η δημιουργική διαδικασία της πολιτικής γραφής εμφανίζεται στις διάφορες φάσεις: συζήτηση, συγγραφή, συζήτηση, εκ νέου γράψιμο, εκτύπωση. Συλλογική εργασία που κλέβει τον ύπνο της νύχτας και καταναλώνει τα κεριά.

Schermata 2018 04 04 alle 17.31.37

Η μόνη κριτική που μπορεί να γίνει στην ταινία είναι ίσως η επιλογή της τελικής ακολουθίας, όπου ο σκηνοθέτης παίζει τη σίγουρη κάρτα του κλισέ, αλλά με πιο προσεκτικό έλεγχο η επιλογή αυτού που δείχνει είναι λιγότερο μπανάλ από ό, τι θα είχε την διάθεση να μας υπενθυμίσει. Όμως μας κάνει εντύπωση κυρίως η προτελευταία σκηνή, όπου το βλέμμα στην κάμερα μικρών αγοριών και κοριτσιών, ανδρών και γυναικών, ενσαρκώνει το γίγνεσθαι υποκείμενο του προλεταριάτου, ενώ η φωνή off αρθρώνει τα λόγια ενός incipit, μιας εναρκτήριας φράσης, γνωστής και όσο ποτέ άλλοτε τρέχουσας, σημερινής:

 

30122605 1462869690489532 300588097 o

 

Ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη: το φάντασμα του κομμουνισμού.

Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης Ευρώπης ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία για να κυνηγήσουν αυτό το φάντασμα:

ο πάπας και ο τσάρος, ο Μέτερνιχ κι ο Γκιζό, γάλλοι ριζοσπάστες και γερμανοί αστυνομικοί.

Είναι καιρός πια οι κομμουνιστές να εκθέσουν ανοιχτά μπροστά σ’ όλο τον κόσμο τις αντιλήψεις τους, τους σκοπούς τους, τις επιδιώξεις τους

και ν’ αντιπαραθέσουν στο παραμύθι του κομμουνιστικού φαντάσματος

ένα μανιφέστο του ίδιου του κόμματος.

Η ιστορία κάθε κοινωνίας που υπήρξε μέχρι τώρα, είναι ιστορία των ταξικών αγώνων.

Όλη η κοινωνία ολοένα και περισσότερο χωρίζεται σε δύο μεγάλα εχθρικά στρατόπεδα,σε δύο μεγάλες τάξεις που αντιτίθενται άμεσα μεταξύ τους: την αστική τάξη και το προλεταριάτο.

 

Uno spettro s’aggira per l’Europa – lo spettro del comunismo.

Tutte le potenze della vecchia Europa si sono alleate

in una santa battuta di caccia contro questo spettro:

papa e zar, Metternich e Guizot,

radicali francesi e poliziotti tedeschi.

E` ormai tempo che i comunisti espongano apertamente

in faccia a tutto il mondo

il loro modo di vedere, i loro fini, le loro tendenze,

e che contrappongano alla favola dello spettro del comunismo

un manifesto del partito stesso

La storia di ogni società esistita fino a questo momento, è storia di lotte di classi.

L’intera società si va scindendo sempre più in due grandi campi nemici,

in due grandi classi direttamente contrapposte l’una all’altra: borghesia e proletariato.

 

8d61a233734660576744f8a3cb1cb1bae44fdc9f.1000

 

 https://www.infoaut.org/culture/ritratto-del-rivoluzionario-da-giovane
σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Scalzone, «Το μέλλον δεν υπάρχει, το μέλλον είναι η αφήγηση των κυρίαρχων – Il futuro non esiste, il futuro è la narrazione dei dominanti»

Δύο ημερομηνίες που συλλέχθηκαν σε μια περίοδο 10 ετών: 16 μαρτίου 1968, 16 μαρτίου 1978. Στο μεταξύ υπάρχουν όλα. Ο Scalzone επιστρέφει στους τόπους και μιλά για το πρωινό των συγκρούσεων στα σκαλιά της αρχιτεκτονικής σχολής στη Ρώμη, ένας topos του ’68. Οι φασίστες που απέτυχαν στην προσπάθεια να διεισδύσουν στο κίνημα, ο αρχηγός τους, Almirante που κινδύνεψε λιντσαρίσματος, ο Παζολίνι ο οποίος δεν είχε καταλάβει τίποτα από αυτή την εξέγερση, ο Μουσολίνι και η πραγματική ουσία του ιταλικού φασισμού, «ο πόλεμος ενάντια στις οργανώσεις των εργατών, από τις πιο ρεφορμιστικές στις πιο ανατρεπτικές, όχι στην εργατική τάξη ως τέτοια που μπορεί να επιλεγεί από τις corporationς», τον σημερινό ρατσισμό. Δέκα χρόνια αργότερα, η συνέλευση που συγκαλέστηκε στο piazzale della Minerva, της Sapienza, αμέσως μετά την είδηση της απαγωγής του Άλντο Μόρο, «Εκείνη τη ημέρα – εξηγεί – έζησα μια ρήξη, μια πληγή, ένιωθα ξένος προς την »καταδίκη» που εκφράστηκε από τους Αυτόνομους και σκέφτηκα να παρέμβω με τις Br πριν ωθηθούν στον αναμενόμενο επίλογο και όπως ορίζεται σε μια ετυμηγορία ». Μετά ήρθε η συνωμοσιολογία, η οποία έγινε η μεγάλη πολιτιστική τραγωδία της αριστεράς. Παραμένει η γνώση, η μοίρα που μας διακρίνει από άλλα είδη και εκείνο το μέλλον που δεν υπάρχει, που έγινε «το αφήγημα των κυρίαρχων» στο οποίο θα πρέπει να αντιπαραθέσουμε το παρόν, βιωμένο ολοκληρωτικά

 

Daniele Zaccaria, Il Dubbio 23 μαρτίου 2018, H Aμφιβολία

Η συνομιλία με τον Oreste Scalzone είναι μια εμπειρία Proustian και Futurist την ίδια στιγμή. Η ροή της μνήμης ρέει σαν χείμαρρος, αλλά δεν είναι πάντα μια ήσυχη πορεία, μέσα στα νερά οι στροβιλισμοί αναδύονται ξαφνικά, και η δίνη των αναμνήσεων προχωράει αναστατωμένη από έναν περιπλανώμενο δαίμονα, με το βλέμμα που καρφώνεται σταθερά στον ορίζοντα σε ένα είδος αιώνιου παρόντος. «Είμαι ένας υπερμνησιακός (η υπερβολική εξέλιξη της μνήμης R. R.), ακόμη και αν μερικές φορές, όπως έλεγε ο Φρόιντ και όπως συνέβαινε στον Rashomon του Kurosawa, μπορώ να ζήσω κάποια ψευδαίσθηση της μνήμης».
Πριν από πενήντα χρόνια, όταν η δυτική κοινωνία συγκλονίστηκε από την επανάσταση του ’68, ο Scalzone ήταν νεαρός ηγέτης του φοιτητικού κινήματος. Σε αυτές τις μέρες μουσιακών εορτασμών που κάνουν εκείνη την φοβερή χρονιά ένα είδος παραμελημένης Αναγέννησης, ο Scalzone συμφωνεί να επιστρέψει στον «τόπο του εγκλήματος» για να σκιαγραφήσει εκείνο που ονομάζει με σεμνότητα έναν «αντι-εορτασμό», μια «αντι-τελετή», . Αλλά πριν επιστρέψει σε εκείνες τις μέρες του μαρτίου ’68 θέλει να βγάλει ένα βότσαλο από το παπούτσι του: «Αυτή η ιστορία των φασιστών που θα είχαν επαφή με το φοιτητικό κίνημα για να οργανώσουν τις συγκρούσεις της Valle Giulia είναι μια συνολική ψεύτικη μνήμη που βασίζεται αποκλειστικά σε δηλώσεις του Delle Chiaie Stefano, γνωστού ως «caccola, μύξα». 
 Τον Della Chiaie μισούσαν καταρχάς οι λεγόμενοι «καθαροί» φασίστες, που τον ήθελαν ως άνθρωπο των μυστικών υπηρεσιών. Το κίνημα δεν γνώριζε εκείνες τις δυναμικές, είναι πιθανό ότι υπήρξαν προσπάθειες διείσδυσης αλλά όμως απέτυχαν. Οι φασίστες ήταν ταμπουρωμένοι στη νομική σχολή και η επιτροπή αναβρασμού του Πανεπιστημίου είχε αποφασίσει απλώς να τους αγνοήσει, σαν να ήταν ένας νεκρός καρκίνος, δεν τους βλέπαμε και γύρω τους υπήρχε ένα είδος υγειονομικής ζώνης. Τα πράγματα άλλαξαν κατά τη διάρκεια της νύχτας μεταξύ 15 και 16 μαρτίου, όταν ομάδες τραμπούκων του φασιστικού κόμματος Msi μπήκαν στην La Sapienza και επιτέθηκαν στους εξωκοινοβουλευτικούς τους εκκενώνοντας στρατιωτικά και επιτέθηκαν στην περιφρούρηση του κινήματος στη σχολή Γραμμάτων τραυματίζοντας κάποιους συντρόφους ».

Τι θυμάσαι από εκείνο το πρωινό;

Έφτασα στο πανεπιστήμιο σε εύθετο χρόνο, εκείνοι του MSI είχαν ήδη ταμπουρωθεί μέσα στη νομική με τους αξιότιμους Almirante και Caradonna. Σε αυτό το σημείο ξεκινήσαμε μια επίθεση, αλόγιστη, γενναιόδωρη αλλά αλόγιστη, έτσι ώστε προχωρώντας λιγάκι μπορούσαμε να μετρούμε τους τραυματίες, από την άλλη μας έριχναν τα πάντα, σιδερένιες μπίλιες, τζάμια, αντικείμενα όλων των ειδών, τότε ακούω κάτι να συντρίβεται, ο πάγκος που πέταξαν από πάνω χτυπά στραβά μια καρέκλα με την οποία προσπαθούσα να καλυφτώ κακήν κακώς …, το χτύπημα θα μου συντρίψει δύο σπονδύλους, με τραβούν μακριά, με πηγαίνουν στο νοσοκομείο, ενώ η μάχη συνεχίζεται. Κάποιοι σύντροφοι ανακαλύπτουν μια δευτερεύουσα πόρτα και καταφέρνουν να μπουν μέσα, είναι μια δωδεκαριά και βρίσκουν μπροστά τους μοναχό τον Almirante, [ ο αντίστοιχος Μιχαλολιάκος εδώ και σήμερα], θα μπορούσαν να τον λιντσάρουν, αλλά όπως αντιλαμβάνεστε διστάζουν και η στιγμή περνά, χάνεται, ευτυχώς δεν είχαν την στόφα του λιντσαρίσματος … Στο σημείο αυτό μπαίνει με όλες τις δυνάμεις η αστυνομία. Τώρα, για εκείνους που υποστηρίζουν ότι υπήρχε συνεννόηση μεταξύ του κινήματος και της ακροδεξιάς, παραθέτω τον Δρ Paolo Mieli και τον καθηγητή Agostino Giovagnoli, τι θα έπρεπε να είχαμε πράξει; Να λιντσάρουμε τον Almirante για να δείξουμε το αντίθετο; Επιπλέον για εκείνες τις μέρες συνεχίζουν να γράφονται και να λέγονται τεράστιες ανοησίες. Πολλές από αυτές εμπνέονται από έναν άθλιο «παζολινισμό» επιστροφής.

Τι εννοείς?

Μιλώ για αυτή την τεχνητή διαίρεση μεταξύ των αστυνομικών γιων του προλεταριάτου που αποστέλλονται στις πόλεις για να αρπάξουν ξύλο από τα παιδιά της μπουρζουαζίας. Σίγουρα ο Paolo Mieli ήταν γιος της μπουρζουαζίας, εγώ πηγαινοερχόμουν απλά από το Terni, μα για τι πράγμα μιλάμε; Στην La Sapienza υπήρχαν περισσότεροι από 70 χιλιάδες εγγεγραμμένοι, το πανεπιστήμιο ήταν ήδη ένας μαζικός τόπος και στο κίνημα υπήρχαν τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών των «cafoni, αγροίκων» του νότου, οι γιοι των εργατών που στέλλονταν για σπουδές στη μεγάλη πόλη για να γίνουν μηχανικοί. Φυσικά, η πλειοψηφία των ηγετών προερχόταν από μορφωμένες οικογένειες αλλά μόνο επειδή, όπως έλεγε ο Don Milani, κατείχαν τον απαραίτητο λόγο για να γίνουν οι ηγέτες, στις σχολές και στις πλατείες, αλλά ο πρωταγωνιστής ήταν άλλος, έτσι δεν είναι;  

Ο Pasolini είχε άδικο λοιπόν;

Σίγουρα έκανε λάθος όσον αφορά την κοινωνική σύνθεση του φοιτητικού κινήματος και να πούμε ότι θα ήταν αρκετό να έχει ακούσει μια μισή ομιλία του Franco Piperno, δεν λέω να είχε διαβάσει τον Μαρξ. Ήταν επίσης λάθος στην ποιητική μυθολογία της εργατικής τάξης που γι ‘αυτόν ήταν ενσάρκωση μονάχα από τους εργάτες με τη φόρμα και τα «επαγγελματικά» χέρια με τους κάλους, όταν πλέον τότε η κεντρική φιγούρα ήταν οι εργάτες της αλυσίδας, κυρίως μετανάστες από το Νότο, εκείνοι για τους οποίους μιλά το βιβλίο Vogliamo tutto! του Balestrini, Tα θέλουμε όλα. Επιπλέον ήδη από τότε πήγαινε μπροστά η επισφάλεια, οι επισφαλείς των νεότερων γενιών. Ήταν επίσης λάθος και για τη φύση του ΚΚΙ, PCI, σε αυτό συμφωνώ με τον ιστορικό Giovanni De Luna, ο Pasolini λέει στους νέους να πάνε προς το PCI, το να πιστεύει ότι το κίνημα εκείνο θα μπορούσε να μεταβεί προς στο κομμουνιστικό Κόμμα ήταν μια ανοησία. Ούτε καν ο γραμματέας Luigi Longo είχε το θάρρος να πει κάτι τέτοιο. Τελικά έκανε λάθος για τους αστυνομικούς, γι αυτόν ήταν «άσχημοι αθώοι» επειδή τους θεωρούσε ανεύθυνα ζωάκια «έτσι τους έχουν καταντήσει». Και σε αυτή την περίπτωση πρόκειται για μια απλοϊκή ανάγνωση, λίγη ψυχανάλυση θα έφτανε, σκέφτομαι τον Willelm Reich: υπάρχει ένα περιθώριο ευθύνης σε εκείνους που διαπράττουν βίαιες και σαδιστικές πράξεις, είναι η ψυχοπαθολογία του τελευταίου των σταυροφόρων που στήνεται στη γραμμή πίσω από τον Πέτρο τον Ερημίτη για να φτιάξει τον «αιώνιο συρφετό» ενώ στην Ιερουσαλήμ, γράφουν οι ιστορικοί, «το αίμα έφτανε στα γόνατα». Ο ίδιος όχλος που περιγράφηκε από τον Varlam Salamov στις Ιστορίες της Kolymache στην περίπτωση εκείνη ήταν οι Cechists, αλλά θα μπορούσαμε επίσης να μιλήσουμε για τους Κόκκινους Φρουρούς, γι αυτούς που πήγαιναν να ευαγγελίσουν, να κηρύξουν ευαγγέλιο, αυτούς που πήγαιναν να εξισλαμίσουν, αυτούς που πήγαιναν να αποικίσουν.

Μία θανατηφόρα και μιμητική σχέση εκείνη της επαναστατικής και ελευθεριακής αριστεράς με την καθιερωμένη, καθεστηκυία εξουσία και βία  

Εμπνευσμένος από τον Foucault της Μικροφυσικής της εξουσίας, όταν συστήνεται ένα δικαστήριο του λαού ή του προλεταριάτου, μια καθιερωμένη δικαιοσύνη, η μετάλλαξη έχει ήδη γίνει, η επανάσταση έχει ήδη γίνει αντι-επανάσταση. Το πέρασμα από την «συστατική εξουσία, ιδρυτική» σε «καθεστηκυία», όπως λέει ο Agamben, υπήρξε η τραγωδία όλων των «Επαναστάσεων» που «ανέλαβαν, πήραν την εξουσία». Αυτό, μικροφυσικά, είναι πάντα μια ενέδρα και για μας. Στις ημέρες της απαγωγής του Moro, ήμουν πεπεισμένος ότι το κίνημα έπρεπε να «παρέμβει» με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος να αφεθούν να ωθηθούν σε έναν ανακοινωμένο επίλογο, αναμενόμενο και με τον τρόπο που προέβλεπε την θανατική ποινή.

Έχετε επανειλημμένα επικρίνει την αριστερά και τον φυλετικό αντιφασισμό της, τι εννοείτε;

Τα γεγονότα της Acca Larentia έρχονται στο μυαλό μου (καθώς και ο Sergio Ramelli): αν ένα κομάντο της άκρας αριστεράς ανοίγει πυρ σε μια μικρή ομάδα φασιστών σκοτώνοντας δύο και στη συνέχεια εκείνοι βγαίνουν [στους δρόμους] με αίματα στα μάτια και η αστυνομία σκοτώνει άλλον ένα, εγώ αισθάνομαι πολύ άβολα όπως είπα τότε στον Giorgio Bocca ο οποίος μου πήρε συνέντευξη για την εφημερίδα Repubblica. Οι φασίστες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως «διαφορετικοί», αυτή είναι μια εθνοτική, φυλετική προσέγγιση στην πολιτική σύγκρουση και ο αντιφασισμός κινδυνεύει να γίνει ένα περαιτέρω μέσο του καθεστώτος. Την εποχή εκείνη επικρίθηκα πολύ για τη θέση μου αυτή, στην προκειμένη περίπτωση σαν τον Che Guevara, ο οποίος ήταν επίσης ένας σκληρός άνθρωπος: «Πρέπει να είμαστε αμείλικτοι στη μάχη και ελεήμονες, ευσπλαχνικοί στη νίκη».  

Ο «φασισμός» αναφέρεται συνεχώς σαν να ήταν το συνώνυμο, το γενικό ισοδύναμο, του απόλυτου κακού 

Θα μπορούσα να απαντήσω ότι τα λόγια είναι σημαντικά, και ότι η αντιστοιχία-ισοδυναμία φασισμός-απόλυτο κακό είναι αντιφατική γιατί δύο ολοκληρωτισμοί δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Αντ ‘αυτού, θα ξεκινούσα από τον ιστορικό φασισμό, του οποίου δημιουργός ήταν ο Μπενίτο Μουσολίνι, φιγούρα μιας αμφισημίας αντάξιας του μεταμοντερνισμού. Ο Μουσολίνι είχε σίγουρα διαβάσει το κομμουνιστικό Μανιφέστο, αλλά αγνοούσε το πρώτο βιβλίο του Κεφαλαίου. Με αναρχικό πατέρα και μητέρα δασκάλα με κόκκινο στυλό, έγινε σε πολύ νεαρή ηλικία η κορυφαία φιγούρα της ιταλικής μαξιμαλιστικής αριστεράς όπως έγραψε ο ίδιος ο Λένιν.  Ένας κοινωνικά μπερδεμένος χαρακτήρας, αλλά ακόμα και αυτό δεν είναι κατ ‘ανάγκην σφάλμα, ακόμη και ο φίλος μου Pannella θα μπορούσε να μοιάζει με ένα φιλελεύθερο-φιλελευθεριακό Cagliostro που ανακάτευε τα πάντα. Soreliano, [Σορέλ] σοσιαλιστής, πρώτα ειρηνιστής που φώναζε «πόλεμος κατά του πολέμου», στη συνέχεια η διαμετακόμιση για τον δημοκρατικό παρεμβατισμό του Salvemini ενός χώρου από τον οποίον πέρασαν επίσης οι Gramsci και Togliatti. Μετά αλλάζει ξανά, φτάνει στον αλυτρωτισμό, στον μεγαλοϊδεατισμό, ως τυχοδιώκτης εκμεταλλεύεται τον αναγωγισμό [1] των [2, 3] «terroni di trincea» που έρχoνται σε σύγκρουση με τους εργάτες των εργοστασίων του βορρά, θεωρούμενοι ως εργατική αριστοκρατία των Συμβουλίων που συμμετείχαν στην πολεμική παραγωγή. Σαν ταλαντούχος τυχοδιώκτης ο Μουσολίνι καταφέρνει να αναμειγνύει πολλά στοιχεία, κλέβει το όνομα των Fasci της Σικελίας, παίρνει το μαύρο πουκάμισο των αναρχικών, παίρνει μαζί του επαναστάτες συνδικαλιστές όπως ο De Ambris και ο Corridoni, παίρνει τον ιταλικό σουπρεματιστικό φουτουρισμό, αλλά και τον ρωσικό και δημιουργεί ένα παράξενο μείγμα, σχεδόν ένα μεταμοντέρνο kitsch.

Ο αντισημιτισμός ήταν εγγενής στο καθεστώς;

Όχι, ο Μουσολίνι δεν ήταν αντισημίτης. Το 1932, απαντώντας σε μια ερώτηση σχετικά με το εβραϊκό ζήτημα που του έθεσε ο γερμανός βιογράφος Emil Ludwig, δήλωσε ξερά: «Αυτό είναι δικό σας θέμα. Θέματα ξανθών, για γερμανούς. » Οι διαδοχικές στροφές του καθεστώτος λήφθηκαν από οπορτουνισμό και όχι από ιδεολογική πεποίθηση. Όμως σε όλο αυτό το ατέλειωτο κιτς παραμένει ένα ουσιαστικό και συνεκτικό στοιχείο που μπορεί να καθορίσει τον φασισμό: ο πόλεμος εναντίον των εργατικών οργανώσεων, όχι στην εργατική τάξη ως τέτοια που μπορεί να εννοηθεί από τις corporations, αλλά στις οργανώσεις της, από τις πιο μεταρρυθμιστικές μέχρι τις πιο ανατρεπτικές. Αυτός είναι ο εχθρός, η επίμονη εμμονή του, όπως ο αντισημιτισμός ήταν η ψυχωτική εμμονή των ναζί. Εδώ υπάρχει ένα κοινό νήμα που οδηγεί κατευθείαν στη συνωμοσιολογία, ένα απειλητικό παράδειγμα, το οποίο μπορεί επίσης να καθοδηγήσει εκείνους που ανεμίζουν τις κόκκινες σημαίες και οποιουδήποτε χρώματος. Έχοντας πει όλα αυτά, θα ήθελα όμως να διευκρινίσω ένα σημείο. 

Παρακαλώ

Οι όροι μετρούν επίσης ως αυτοπροσδιορισμοί, ο «τρόμος» γεννιέται σαν αυτοπροσδιορισμός του Saint Just και του Roberspierre, ο «ολοκληρωτισμός» δεν είναι μια λέξη που εφευρέθηκε από τη Hannah Arendt αλλά από τον Μουσολίνι Μπενίτο ακριβώς για να καθορίσει το καθεστώς του.

Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος σήμερα στην Ευρώπη ότι ακρο δεξιά κινήματα ή καθεστώτα, ρατσιστικά και αυταρχικά να κερδίσουν το πάνω χέρι;

Πάρτε την υπόθεση Τραίνι, τον νεο-ναζιστή ψυχοπαθητικό και ultras leghista [λέγκα του βορρά] της Macerata που ήθελε να σφαγιάσει μετανάστες, σε αυτό το σημείο σκέφτομαι όπως ο Felix Guattari: ο Traini είναι ασφαλώς ένας ψυχοπαθής αλλά εάν δέκα ψυχοπαθείς βάλουν μια στολή των Sa δεν γίνεται να καθαρίσουμε με το θέμα λέγοντας πως είναι εγκεφαλικά ασθενείς, καθίστανται εχ-θροί. Και εδώ δημιουργείται ένα μεγάλο πρόβλημα. Σε αυτό συμφωνώ με την ανάλυση του Bifo που μιλά για «διαταραγμένο ασυνείδητο του έθνους».

Ποιος είναι ο πιο μεγάλος εχθρός της αριστεράς;

Είναι ένας εσωτερικός εχθρός και ονομάζεται συνωμοσιολογία, μια πραγματική πολιτισμική τραγωδία, μια δαιμονική και συνωμοτική σκέψη που γίνεται υπεύθυνη για τη μετάλλαξη εκείνη για την οποία μίλησα, τη μετάβαση από τη συστατική εξουσία στη συγκροτημένη δύναμη, την συντεταγμένη εξουσία, μου αρέσει να παραθέτω τον Agamben και την επιτυχημένη του φόρμουλα [ σπινοζικής απήχησης) «εκθρονισμένη ισχύς». Για τη συνωμοσιολογία κάθε χειρονομία εξέγερσης, από τον Camus του Homme revolté μέχρι την αυτοκτονία του Jan Palach, είναι πάντα μια χειραγωγημένη χειρονομία, heterodirect, ετεροκαθοδηγούμενη, αλλά η συνωμοσιολογία ζει από ψεύδη, αναλήθειες, αντι-ρεβιζιονισμούς και γενικεύσεις, ποτέ δεν αγγίζει δόντι σε όσους αποκαλεί χειραγωγούς, είναι αβλαβής, ακίνδυνη για την εξουσία αλλά θανατηφόρα για εκείνους που πολεμούν την εξουσία. 

Είναι η μοίρα των ανθρώπων η εξέγερση; 

To να μην ασκείται η εξαγωγή συμπερασμάτων για το ανθρώπινο είδος το θέτει κάτω από τα άλλα είδη, το είδος μας κλίνει πέρα από το είναι για να επιδιώξει τη γνώση, την τέχνη, την πολιτική. Σε αντίθεση με τους γυρίνους και τα πουλάρια εμείς γεννιόμαστε πρόωρα, ανώριμοι, αρχίζουμε να περπατάμε ενάμισι χρόνο μετά ενώ το πουλάρι περπατά ήδη λίγες ώρες μετά τη γέννηση. Το λιοντάρι είναι θηρευτής και κυνηγάει τη γαζέλα που σαν θύμα προσπαθεί να δραπετεύσει, κανένας από αυτούς τους δυο είναι ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος. Αντιθέτως, εμείς χρειαζόμαστε την πρόθεση της γνώσης για να συνειδητοποιήσουμε τους εαυτούς μας, για να πραγματωθούμε Το δέντρο της αμαρτίας με αυτή την έννοια είναι ακριβώς μια πολύ όμορφη μεταφορά της μοίρας μας.  

Και το μέλλον;

Το μέλλον δεν υπάρχει, το μέλλον είναι η αφήγηση των ηγεμόνων.  

Scalzone, «Il futuro non esiste, il futuro è la narrazione dei dominanti»

  1. αναγωγισμός s. μ. [Der. του βετεράνου]. – Η στάση και η συμπεριφορά των ομάδων βετεράνων πολέμου που απαιτούν ειδικά οφέλη, οφέλη και πλεονεκτήματα, ιδίως οικονομικά και καριέρα, σε αντάλλαγμα για τα πλεονεκτήματα, μερικές φορές τεκμαιρόμενα ή υπερβολικά, που αποκτήθηκαν ως μαχητές, στον πόλεμο: η επανάληψη του φαινομένου του r. μετά από κάθε πόλεμο.

2. Ο όρος terrone είναι ένας όρος της ιταλικής γλώσσας που υποδεικνύει την προέλευση στις δουλοπρεπείς τάξεις, που είναι «συνδεδεμένες με τη γη». [1] Από τα μέσα του εικοστού αιώνα, χρησιμοποιείται από τους Ιταλούς του βορρά σε ένα υποτιμητικό τόνο για να χαρακτηρίσει τους κατοίκους της νότιας Ιταλίας, σε μια περίοδο μεγάλων μεταναστεύσεων των τελευταίων προς τα αστικά κέντρα του βορρά

3. trincea: χαρακώματα

Scalzone, «Il futuro non esiste, il futuro è la narrazione dei dominanti»

ιστορία, storia

All power to the people! O Mumia Abu-Jamal είναι η φωνή της Αμερικής

«Εκατοντάδες Πάνθηρες παρατάχθηκαν στην αυλή μιας σχολής της West Side στο Σικάγο, έτοιμοι να κάνουν την καθημερινή τους δουλειά. Ο »Πρόεδρος Fred» ήθελε ο αρχηγός του γενικού επιτελείου του να δει το έργο του τμήματος του Illinois. Οι Πάνθηρες του Σικάγο, εξήγησε ο Φρεντ, παρατάσσονταν έτσι κάθε πρωί, σε μια επίδειξη πειθαρχίας και δέσμευσης. Ο Φρεντ θεωρούσε ότι ήταν ένας καλός τρόπος για να ξεκινήσει η μέρα. Και ήταν. 

“Δεν θα πεθάνω γλιστρώντας στον πάγο! «, φώναξε ο Φρεντ με ένα μεγάφωνο, επιθεωρώντας την ανάπτυξη ως βαπτιστής ιεροκήρυκας. «Δεν θα πεθάνω γλιστρώντας στον πάγο!», απάντησαν οι Πάνθηρες με μια κραυγή.  

“Δεν θα πεθάνω σε αεροπορικό δυστύχημα! «» Δεν θα πεθάνω σε αεροπορικό δυστύχημα! «, απάντησαν ομόφωνα.

“Θα πεθάνω για τον λαό! «, φώναξε ο πρόεδρος σηκώνοντας τη γροθιά μες την πρωινή παγωνιά. «Θα πεθάνω για τον λαό!» ήρθε η ηχώ. «Επειδή ζω για τους ανθρώπους!» «… Ζω για τον λαό !”

“ Γιατί ενδιαφέρομαι για τους ανθρώπους! «» … ενδιαφέρομαι για τον λαό!”

“γιατί αγαπώ τους ανθρώπους! «» … »…Λατρεύω τον λαό!”

“Η εξουσία στους ανθρώπους! Η εξουσία στον λαό! Η εξουσία στον λαό!”»

Θέλουμε την ελευθερία. Μια ζωή στο Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων, Mumia Abu-Jamal, Mimesis Edizioni, 2018

Αυτό το άρθρο είναι η επαναπροσαρμογή ενός μέρους της εισαγωγής στην αυτοβιογραφία του Mumia Abu Jamal στους Μαύρους Πάνθηρες: «Θέλουμε την Ελευθερία», την οποία συν-μετέφρασα και επιμελήθηκα. Σε αυτή τη συνεισφορά παρέχω τα ουσιώδη στοιχεία της ζωής του Mumia, και των δικαστικών περιπετειών του, με σκοπό να επαναλάβω την εκστρατεία για την απελευθέρωσή του, όπως και αυτή όλων των «πολιτικών κρατουμένων» που κρατούνται στις αμερικανικές φυλακές.

Ο τόμος θέλει να συμβάλει στον αγώνα των αφροαμερικανών στις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι σήμερα, αλλά και να δώσει τροφή για προβληματισμό σχετικά με την πιθανή εξέλιξη της Λαϊκής Εξουσίας μεταξύ των «Κολασμένων της Γης» και στη Χώρα μας σε ένα πλαίσιο και μια συγκυρία μέσα όπου η «αμερικανικοποίηση» της κοινωνίας είναι ένα καθιερωμένο γεγονός.

Η κατανόηση της προέλευσης και της ανάπτυξης της λευκής ανωτερότητας, η διακυβέρνηση των κοινωνικών αντιθέσεων ενός τμήματος του κοινωνικού μπλοκ, καθώς και οι παρελθόντες και οι σημερινές μορφές αντίστασης ενός σημαντικού τμήματος του στρατού των αποκλεισμένων στις Ηνωμένες Πολιτείες – στο συνδυασμό τους μεταξύ ικανοποίησης των αναγκών που του αρνήθηκαν και του αγώνα για την πολιτική χειραφέτηση – μπορεί να αποτελέσει πηγή πολιτικού προβληματισμού για το παρόν μας ακόμη και σε αυτά τα γεωγραφικά πλάτη και ένας πόρος για να φτιάξουμε όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένη την φόρμουλα: «να δημιουργήσουμε και να οργανώσουμε Λαϊκή Εξουσία».

Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, η αφρo-αμερικανική κοινότητα έγινε μια σφήνα που διαπερνά την καρδιά της αυτοκρατορίας.

Η δύναμη αυτής της χειραφετικής ώθησης όχι μόνο τροφοδοτείται από το οργανωτικό επίπεδο που επιτεύχθηκε από την στράτευση των Μαύρων μέσα στα σύνορα των ΗΠΑ, αλλά και από τους αγώνες που αναπτύσσονται σε επίπεδο «τριηπειρωτικό».

Το Βιετνάμ θα νικήσει είναι ένα προφητικό σύνθημα που θα ενώσει τους λαούς της Tricontinent, καθώς και τις νεότερες γενιές των «προηγμένων καπιταλιστικών» κοινωνιών των δυτικών δημοκρατιών.

Η αντίσταση στην Ινδοκίνα θα γίνει η ιδέα-δύναμη της συγκεκριμένης δυνατότητας να νικηθεί η μεγαλύτερη δύναμη που βγήκε από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι δεσμοί μεταξύ του αγώνα των Αφροαμερικανών και εκείνου των αποικισμένων λαών είχαν εκφραστεί σαφώς από τον Malcolm X σε μια ομιλία της 20ης δεκεμβρίου 1964: το Μισισιπή, το Κονγκό, είναι το ίδιο πράγμα. Τα ίδια συμφέροντα διακυβεύονται.

Η αντιιμπεριαλιστική αντίληψη του Μάλκομ θα είναι μια γόνιμη πηγή έμπνευσης για όσους σχηματίσουν το Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων και μια ακριβής πολιτική ένδειξη για το επίπεδο που πρέπει να τεθεί η σύγκρουση σε εξέλιξη στις States.

Με την έκρηξη των μητροπολιτικών γκέτο και τον σχηματισμό των Μαύρων Πανθήρων, ο αγώνας θα υπερβεί τα στενά «ενοποιητικά» όρια που έως τότε χαρακτήριζαν το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων και τις μη βίαιες μορφές δράσης που θα δώσουν τη θέση τους σε μια ένοπλη αντίσταση εναντίον Του Θείου Σαμ.

Το 6ο σημείο των 10 προγραμματικών σημείων των Πανθήρων αναφέρει: Εμείς δεν θα πολεμήσουμε ενάντια σε άλλους έγχρωμους λαούς που, όπως οι Μαύροι, είναι θύματα της ρατσιστικής κυβέρνησης της Λευκής Αμερικής.

Η σύνδεση μεταξύ του αγώνα κατά των ειδικών συνθηκών ύπαρξης των αφροαμερικανών στις States, και ο αγώνας στο πλευρό των άλλων λαών της Τricontinent καθιστούν τους Μαύρους Πάνθηρες ένα πολιτικό ίζημα ικανό να πυρπολήσει το λιβάδι των ΗΠΑ.

Ο Mumia έχει διασχίσει την ιστορία τους και μας την διηγείται.

Η φιγούρα του Mumia Abu-Jamal εξακολουθεί να πολώνει, να μαγνητίζει το αμερικανικό πολιτικό φάσμα ενώ η δικαστική του υπόθεση, μετά από περισσότερα από τριάντα χρόνια από τη σύλληψή του, δεν έχει ακόμη τελειώσει.

Την περασμένη άνοιξη η δυνατότητα μιας νέας κρίσης γι αυτόν άνοιξε ξανά.

Ο Mumia πάντα υποστήριξε την αθωότητα του.

Στις πρώτες πρωινές ώρες της 9ης δεκεμβρίου 1981, ενώ οδηγούσε το ταξί στο οποίο εργάζονταν, είδε τον αδελφό του Μπίλι να χτυπιέται από τον αστυνομικό Ντάνιελ Φάουλνερ, Daniel Faulkner.

Ο Mumia κατεβαίνει και χτυπιέται από μια σφαίρα στο στομάχι, που τον ρίχνει στο πεζοδρόμιο ετοιμοθάνατο, ενώ ο Faulkner είναι νεκρός.

Αν και τραυματισμένος σοβαρά, δέρνεται από την αστυνομία, τον κλωτσούν, τον χτυπούν πάνω σε ένα στύλο και τον πετούν στο πάτωμα ενός νοσοκομείου, όπου »ξυλοκοπήθηκε» ξανά. Τον κλείνουν μέσα για την κατηγορία της δολοφονίας ενός αστυνομικού.

Ο Mumia καταδικάστηκε σε θάνατο στις 4 ιουλίου 1982 από μια τελείως λευκή κριτική επιτροπή, η οποία τον απέκλεισε σωματικά από τη διεξαγωγή της δίκης »του» για το μεγαλύτερο διάστημα αυτής, ενώ οι μάρτυρες που παρίσταντο στο σημείο του διαπληκτισμού και είδαν την αθωότητά του εξαλείφθηκαν, εκδιώχτηκαν – για να μην αναφέρουμε ορισμένα γεγονότα «εντυπωσιακά «σχετικά με τη δίκη – με μια δικαστική μηχανή που εργάστηκε για να χτίσει αποδεικτικά στοιχεία της ενοχής του σε μια θανατηφόρα συμβίωση μεταξύ αστυνομικών, ερευνητικών και δικαστικών μηχανισμών.

Σύμφωνα με τις δηλώσεις της Διεθνούς Αμνηστίας: «Η δίκη πάσχει, διαβρώθηκε από στοιχεία εγγενή στην πολιτική και τη φυλή και δεν έχει φτάσει στα διεθνή κριτήρια μιας δίκαιης δίκης».

Η όλη υπόθεση του επιβεβαιώνει τη σημασία των προφητικών λόγων του W.E. DuBois, που έγραψε το 1903: το πρόβλημα του εικοστού αιώνα είναι το πρόβλημα της γραμμής του χρώματος.

Ο Mumia είναι έξω από τον «βραχίονα θανάτου» και δεν περιμένει πλέον την εκτέλεση, εκτίοντας το αντίστοιχο μιας ποινής ισόβιας κάθειρξης. Έχει πάνω από 36 χρόνια φυλάκισης πίσω του, τριάντα από τα οποία πέρασαν στο προαύλιο που προηγείται της θανατικής ποινής.

Πρόσφατα του παραχωρήθηκαν – λόγω της πίεσης που οφείλεται σε μια σημαντική κινητοποίηση – τα φάρμακα που του έσωσαν τη ζωή και είναι απαραίτητα για την ηπατίτιδα C που είχε αποκτήσει λόγω μιας μετάγγισης αίματος που είχε καταστεί αναγκαία λόγω των συνεπειών των πυροβολισμών που προηγήθηκαν της σύλληψης, ενώ οι συνθήκες υγείας του παραμένουν ωστόσο κρίσιμες..

Στα τέλη Μαρτίου 2015 νοσηλεύτηκε για διαβητικό σοκ και κρατήθηκε σε εντατική θεραπεία στο νοσοκομείο Pottsville.

Λόγω της θεραπείας που του είχε πεισματικά απορριφθεί για δύο χρόνια, πάσχει από ηπατικές επιπλοκές.

Παρόλο που η θανατική ποινή μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη, είναι σαφές ότι το αμερικανικό Prison-Industrial Complex – στο οποίο κρατούνται ο μεγαλύτερος αριθμός και το μεγαλύτερο ποσοστό κρατουμένων στον κόσμο – προσπάθησε να σκοτώσει τον Mumia, ακόμη και χωρίς να προχωρήσει στην επίσημη εκτέλεση.

O Mumia προέρχεται από την Philadelfia.

Η ιστορία της Φιλαδέλφεια προσφέρει μια προνομιούχα οπτική γωνία για να καταλάβουμε ποια ήταν ιστορικά η λευκή ανωτερότητα.

Πρόκειται για μια πόλη γεμάτη φυλετικές εντάσεις μεταξύ των λευκών και αφροαμερικανικών κοινοτήτων, αμφοτέρων φτωχών, όπου κάθε βελτίωση της κατάστασης των μαύρων θεωρείται από τους λευκούς ως απειλή για το καθεστώς τους, για το status τους, προκαλώντας βία που έχει ιστορικά επιφέρει πραγματικές φυλετικές ταραχές και επιθέσεις όπως το 1871.

Είναι η αστική «επέκταση» της καθυπόταξης που ωρίμασε στον Αγροτικό Νότο, η κληρονομιά του λιντσαρίσματος και της τρομοκρατίας εναντίον της Μαύρης Κοινότητας: μια κληρονομιά που υιοθετήθηκε από τις δυνάμεις της αστυνομίας της πόλης.

Εάν θέλετε να έχετε το σχήμα της ρατσιστικής φύσης της πόλης, μπορείτε να κάνετε ένα παράδειγμα παγκόσμια κατανοητό καταφεύγοντας σε ένα ασήμαντο αθλητικό ανέκδοτο, λαμβάνοντας υπόψη τη «λατρεία της μνήμης» μεταξύ του καλύτερου αμερικανού μαύρου μποξέρ από την Philadelphia, του Joe Frazer και ενός προϊόντος της κινηματογραφικής βιομηχανίας: του Rocky Balboa. Όπως λέει ο Mumia:

Το γεγονός ότι έχουν αφιερώσει ένα άγαλμα στον Rocky Balboa, έναν λευκό μποξέρ αποκύημα φαντασίας – αντί του μαύρου μποξέρ – τα λέει όλα …

 Η Edith Louise, μητέρα του Mumia έφτασε στη δεκαετία του ’50 στη Philly, μια πόλη σε ταχεία μεταμόρφωση λόγω του μεγάλου μεταναστευτικού κύματος που ονομάστηκε Great Migration, Μεγάλη Μετανάστευση.

Κατά την μεταπολεμική περίοδο, οι αφροαμερικανοί έφυγαν από το νότο των διακρίσεων για να φτάσουν στις συνοικίες- γκέτο των τεράστιων μητροπόλεων, όπου ο αστικός διαχωρισμός, η εργασιακή τοποθέτηση σε ελάχιστα εγγυημένα σύνολα της εργατικής τάξης και γενικότερα οι συνθήκες ύπαρξης άλλαζαν την μορφή αλλά όχι την ουσία του βορειοαμερικανικού «Apertheid».

Η Αμερική είναι ο Missisipi. Ο Βοράς και ο Νότος είναι ίδιοι δήλωνε εμφατικά ο Malcom X.

Ο Mumia ζει σε ένα λαϊκό συγκρότημα κατοικιών με 250-300 οικογένειες αποτελούμενες από μετανάστες πρώτης ή δεύτερης γενιάς.

Σε αυτό, όπως και σε άλλα αστικά γκέτο, παραμένουν οι μορφές κοινωνικοποίησης και κατανομής της μαύρης κοινότητας του Νότου, ενώ οι χώροι γύρω από τα Projects είναι «ο κόσμος» στον οποίο μεγαλώνουν οι νεαροί αφροαμερικανοί.

Είναι ένα σύμπαν στο οποίο διαμορφώνονται οι μορφές πολιτιστικού αποικισμού στις νέες γενιές, για παράδειγμα, μέσα από τα «κόμικς» της Marvel, όπου όλοι οι ήρωες με τους οποίους ταυτοποιούνταν, συμπεριλαμβανομένου του Mumia, ήταν λευκοί. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Muhammed Ali έγινε ένας από τους πρωτοπόρους της μαύρης συνείδησης ανάμεσα στα μαύρα αγόρια: Cassius Clay ήταν το όνομα μου σαν σκλάβος, εγώ είμαι ο Mohamed Ali διακηρύσσει περιφρονητικά μπροστά στις κάμερες ο μεγαλύτερος μποξέρ όλων των εποχών.

Ο Mumia αρχίζει να εξερευνά τον κόσμο στην ηλικία των 10 ετών, σε μια πρώιμη πνευματική αναζήτηση μεταξύ των διαφόρων πίστεων, ένα είδος αρχέτυπου των δημοσιογραφικών του ερευνών και της προσοχής του στις μορφές πολιτιστικής αντίστασης στις οποίες οι αφροαμερικανοί προσέτρεχαν για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση τους, τις δικές τους συνθήκες από την εποχή της δουλείας: ένα θέμα στο οποίο θα αφιερώσει, μεταξύ άλλων, μια σημαντική μελέτη που γράφτηκε κατά τη διάρκεια της κράτησής του: Faith of our Fathers, Πίστη των Πατέρων μας.

Αλλάζει το όνομά του όταν συναντά έναν δάσκαλο που γνώριζε τα Σουαχίλι και σύντομα έρχεται σε σύγκρουση με τη μητέρα του που φαίνεται αρχικά να μην δέχεται την εγκατάλειψη του ονόματος με το οποίο τον είχε βαπτίσει.

Ένα γεγονός σημαδεύει ανεξίτηλα τον πολιτικό σχηματισμό του Mumia: το συλλαλητήριο του πιο ριζοσπάστη πρωταθλητή στις διακρίσεις στην Philadelfia.

Πρόκειται για τον Corley Wallace, κυβερνήτη της Αλαμπάμα από το ’63 έως το ’67 ο οποίος στην εναρκτήρια ομιλία της εντολής του είχε εκφράσει τα λόγια: διακρίσεις χθες, σήμερα και για πάντα. Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, μη βρισκόμενος σε θέση να επανεμφανιστεί στις εκλογές ως κυβερνήτης, θέτει υποψηφιότητα για τις προεδρικές εκλογές για το American Indipendent Party, Αμερικανικό Ανεξάρτητο Κόμμα.

Ο Mumia, μαζί με άλλους 3 έγχρωμους συνομηλίκους του, φωνάζοντας: «Ungawa! Black Power! προσπαθούν να αντιπαρατεθούν στην ομιλία του Wallace στο Spectrum με ένα κοινό δεκάδων χιλιάδων λευκών.

Ο όχλος τους επιτέθηκε και ένας αστυνομικός ενώ ο Μούμια βρίσκεται στο έδαφος – ζητώντας αφελώς βοήθεια αφού αντιλήφθηκε την παρουσία του – τρέχει και τον κλωτσάει στο πρόσωπο.

Πάντοτε ευχαριστούσα εκείνο τον αστυνομικό δήλωσε ο Μumia επειδή με έστειλε κατευθείαν στους Μαύρους Πάνθηρες.

Μια ανάγνωση ενός μεγάλου άρθρου από τους Rampants που ασχολείται με τους BPP τον γοητεύει: ένα χρόνο αργότερα ήταν ένας από τους ιδρυτές του στη Φιλαδέλφεια.

Μερικοί κριτικοί υποστηρίζοντας την ανωριμότητα, την αυθάδεια των λογοτεχνικών του ιδιοτήτων πιστεύουν ότι στα 15 χρόνια του ο Μουμία έγραφε ήδη όπως γράφει τώρα, εκτός από ό, τι αφορά τη ρητορική της πολιτικής γλώσσας της εποχής. ‘Το έργο μου είναι η δημοσιογραφία, κατανοητή σε μια μαύρη και επαναστατική οπτική. Το γράψιμο για τους ανθρώπους μας χωρίς λογοκρισία’ ήταν, κατά τη γνώμη του, η προσέγγιση που ανέπτυξε και εξακολουθεί να διατηρεί.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία λειτουργεί και γράφει ο Mumia, ο οποίος μεγάλωσε γρήγορα και αμέσως έθεσε σε δράση τον δημοσιογραφικό του ρόλο, η Black Panther, που διανέμονταν στις γωνίες του δρόμου από τους αγωνιστές του, πουλούσε 250.000 αντίτυπα την εβδομάδα!

Οι μαχητές του BPP συνδυάζουν μια έντονη αγωνιστική δραστηριότητα και στράτευση με την πνευματική δουλειά, και βυθίζονται στην ανάγνωση των επαναστατών του περασμένου αιώνα από τους κλασικούς του μαρξισμού μέχρι τους ηγέτες των κινημάτων για την ανεξαρτησία των λαών της Tricontinent.

Ο Wesley Cook, το όνομα με το οποίο βαφτίστηκε ο Mumia, εμφανίζεται στις κάρτες της COINTELPRO, από την ηλικία των 14 ετών, σε μια φωτογραφία του φακέλου που αφορά τον Mumia είναι γραμμένο με στυλό: νεκρός.

Συμμετέχει στην αντιπροσωπεία που πήγε στον τόπο της δολοφονίας του Fred Hampton που με την πάροδο του χρόνου αποδείχθηκε ότι δολοφονήθηκε, στις 4 δεκεμβρίου 1969, χάρη στη δράση ενός που είχε διεισδύσει, ενός χαφιέ. Αυτός ο «πληροφοριοδότης» έδωσε στον νεαρό ηγέτη των Black Panthers στο Σικάγο ένα κοκτέιλ βαρβιτουρικών πριν από τον ύπνο και έδωσε όλες τις απαραίτητες ενδείξεις για τη θανατηφόρα επιδρομή και εισβολή της αστυνομίας εναντίον αυτού και του Mark Clark.

Κατά τη διάρκεια της κηδείας, στην οποία ο Μουμία είναι ένας από τους κύριους ομιλητές, αναφέρει τα λόγια του προέδρου Μάο: «Η πολιτική δύναμη πηγάζει από την κάνη του τουφεκιού».

Το 1972, χάρη σε μια γενναιόδωρη υποτροφία, πήγε στο Βερμόντ για να σπουδάσει σε ένα πνευματικά διεγερτικό περιβάλλον, το οποίο χαρακτηρίζεται από τα αντι-πολιτιστικά φαινόμενα που διασχίζουν το φοιτητικό σώμα εκείνα τα χρόνια. Ενώ στη Φιλαδέλφεια, όπως δήλωσε ένας δημοσιογράφος που εκείνους τους καιρούς ανήκε στη ριζοσπαστική σκηνή: αν είχες μακριά μαλλιά, ήσουν ένας λευκός νέγρος για την αστυνομία.

Οι σημερινοί πιο μετριοπαθείς ιστορικοί λένε ότι η Φιλαδέλφεια είχε γίνει ένα «αστυνομικό κράτος», μια πόλη στην οποία ο επικεφαλής, όπως και μελλοντικός δήμαρχος, ο Frank Rizzo ασκεί ένα είδος απόλυτης εξουσίας πάνω σε ένα στρατιωτικοποιημένο σώμα που συμπεριφέρεται, ειδικά προς την κοινότητα των αφροαμερικανών, όπως ένας στρατός σε μια κατειλημμένη περιοχή.

Φημισμένη ή μάλλον διαβόητη, η φωτογραφία που τον απεικονίζει in frac κρατώντας στο χέρι ένα γκλομπ που ξεπηδά από την κουμπωμένη πλευρά του σακακιού όταν πηγαίνει σε πρώτο πρόσωπο σε μια αστυνομική δράση, έχοντας κληθεί ξαφνικά στο «καθήκον» κατά τη διάρκεια ενός επισήμου βραδινού γεύματος.

Το έργο του Rizzo είναι μια πρόβλεψη των δομικών μετασχηματισμών και του τρόπου λειτουργίας που θα έχουν οι δυνάμεις της τάξης στο μέλλον, όπως έδειξαν στον κόσμο οι εικόνες των κινητοποιήσεων του Φέργκιουσον μετά τη δολοφονία του αφοπλισμένου νεαρού αφροαμερικάνου Micheal Brown στις 9 αυγούστου 2014. Η στρατιωτική απάντηση της αστυνομίας αποκάλυψε το επίπεδο που επέτυχαν τα τοπικά αστυνομικά τμήματα επειδή ήταν εφοδιασμένα με όπλα, στρατιωτική τεχνολογία και στρατιωτική εκπαίδευση, όπως έγραψε η Angela Davies, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα: νομίζω ότι είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε το επίπεδο στο οποίο, μετά την εμφάνιση, την έλευση της πολιτικής του« πολέμου κατά της τρομοκρατίας », τα αστυνομικά τμήματα σε όλη την επικράτεια των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν εξοπλιστεί με τα μέσα που έχουν σχεδιαστεί για την « καταπολέμηση της τρομοκρατίας ».

Ο Mumia Abu Jamal είναι ένας από τους λίγους δημοσιογράφους που καταγγέλλουν το έργο του Rizzo.

Στα 15 χρόνια, ο Rizzo και ο επικεφαλής του πολιτικού τμήματος, Georg Fencl, τον κρατούσαν ήδη υπό έλεγχο.

Ο Rizzo έγινε επικεφαλής της αστυνομίας το 1972, ακριβώς όταν οι Move, μια αφροαμερικανική οργάνωση κοινοτικού χρώματος στη Φιλαδέλφεια, κινούσε τα πρώτα βήματα: μια εμπειρία που ο Rizzo θα προσπαθήσει να εξαλείψει με οποιοδήποτε μέσο μέχρι να βομβαρδίσει κυριολεκτικά τα σπίτια τους στα μέσα της δεκαετίας του ’80 .

Στις 13 μαΐου 1985 ξεκίνησε όντως μια στρατιωτική επίθεση στα σπίτια των MOVE στην οποία χρησιμοποιούνται περισσότερα από 10.000 πυρομαχικά. Ένα ελικόπτερο ρίχνει μια βόμβα πλαστικού που παρέχει το FBI. Η κατάληξη είναι 11 νεκροί, συμπεριλαμβανομένων 5 παιδιών: κανείς δεν έχει κατηγορηθεί ποτέ για οποιοδήποτε έγκλημα για τη σφαγή αυτή στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφασίζουν να βομβαρδίσουν πολίτες της.

Η Ramona Africa, ένοχη πως επιβίωσε της σφαγής ωστόσο φυλακίζεται.

Όπως θα πει ο Mumia, η λογική αυτής της επιχείρησης ήταν εκείνη που χρησιμοποιήθηκε με την Da Nang στο Βιετνάμ:
ήταν απαραίτητο να καταστρέψουν το χωριό για να το σώσουν.

Οι περισσότεροι αγνοούν το γεγονός ότι ο πρώτος ξυλοδαρμός ενός αφροαμερικανού από την αστυνομία που τραβήχτηκε από τις τηλεκάμερες δεν ήταν αυτός του Rodney King που συνέβη στη δεκαετία του ’90, ένα σημαντικό επεισόδιο επειδή η αθώωση των αστυνομικών που ήταν υπεύθυνοι για την επίθεση ήταν ένας από τους λόγους που προκάλεσαν την αστική εξέγερση του Λος Άντζελες το 1992, αλλά εκείνος του Delbert Αfrica κατά τη διάρκεια μιας πρώτης απόπειρας εκκένωσης από στρατιωτικά χέρια των Move στις 8 αυγούστου του 1978.

Ο Μουμία ήταν ο μόνος δημοσιογράφος που μίλησε με τους Move για να ακούσει την άποψή τους, ενώ τα ΜΜΕ υποστήριζαν την αστυνομική επιχείρηση με όλες τους τις δυνάμεις. Αυτό τον οδήγησε σε μια σύγκρουση «με τα αφεντικά του», έτσι ώστε για να ζήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του αναγκάστηκε να αρχίσει να κάνει τον νυχτερινό ταξιτζή.

Λόγω της επιμονής του να μιλά για την περίπτωση των Move, ο υπεύθυνος για αυτόν του είπε μια μέρα οργισμένος πως τον αποκαλούσαν «Mumia Africa» επειδή ως ραδιοφωνικός δημοσιογράφος τους έδιδε το μικρόφωνο του και τα λόγια τους μεταδίδονταν από έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς της πόλης.

Η αδιαλλαξία του τον οδήγησε να απορρίψει μια σύμβαση εκατομμυριούχου με τηλεοπτικό σταθμό στη Φιλαδέλφεια επειδή του είχαν ζητήσει να κόψει τα dreads. Ο Μουμία δεν το κάνει ένα αισθητικό ζήτημα, αλλά πιστεύει ότι η αποδοχή αυτής της επιβολής μπορεί και να αποτελέσει έναν συμβιβασμό, έτσι ώστε η μικρή παραίτηση στην αρχή θα μπορούσε να σημαίνει ότι θα υπέκυπτε πολύ περισσότερο αργότερα.

Το 1981 έγινε πρόεδρος της εθνικής ένωσης μαύρων δημοσιογράφων της  Filadelfia:

ANGN και αγωνίζεται για έναν πιο έντονο πολιτικό προσανατολισμό αυτής και για μια «χωρίς αποκλεισμούς» στάση έναντι των λατινοαμερικανών δημοσιογράφων, υποστηρίζοντας την ιστορία κοινών αγώνων των δύο κοινοτήτων.

Δεν λείπουν οι εκστρατείες απαξίωσης του, εκ των οποίων η πιο διάσημη είναι εκείνη του βραβείου Pulizer Buzz Bissinger που αποσκοπούσε στη δυσφήμηση του δημοσιογραφικού επαγγελματισμού του.

Για να αποδείξουμε πόσο ψευδείς είναι αυτές οι πολεμικές αρκεί να θυμόμαστε ότι για τις υπηρεσίες που πραγματοποιήθηκαν κατά την επίσκεψη του Πάπα Ιωάννη Παύλου ΙΙ στη Φιλαδέλφεια το 1979, κέρδισε το διάσημο βραβείο Major Armstrong του Πανεπιστημίου Columbia, ή ακόμη πως είναι ένα από τα 80 σχετικά άτομα «που έπρεπε να προσεχθούν»σύμφωνα με ένα ευρύτατα διαδεδομένο τοπικό περιοδικό που τον επαινεί για την ποιότητα της ραδιοφωνικής δημοσιογραφίας του.

Το 1981 εργάζεται ως ανεξάρτητος δημοσιογράφος για το ραδιόφωνο και μερικά μικρά τοπικά περιοδικά, έχοντας περιθωριοποιηθεί για τη συνέπεια του ακόμη και από τα έγχρωμα μέσα της πόλης: οι καιροί αλλάζουν, αλλά ο Mumia σίγουρα δεν θέλει να «παίξει τη μουσική που αρέσει στον κύριο, στο αφεντικό «.

***

Αν ο χριστός έρχονταν σήμερα στις ΗΠΑ και ενοχλούσε τους λάθος ανθρώπους, θα τον καταδίκαζαν στην ηλεκτρική καρέκλα. Και εμείς οι χριστιανοί θα βάζαμε ηλεκτρικές καρέκλες γύρω από τους λαιμούς μας. Και μετά πώς θα κάναμε το σημάδι της καρέκλας; «

Richard Claxton Gregory

To 1981 ξεκινά ο εγκλεισμός του.

Από την Filadelfia μεταφέρεται ένα χρόνο αργότερα στην Huntingdon στη Pennsylvenia:

Είναι σχεδόν αδύνατο να κατανοήσει κάποιος την ζωή στην ακτίνα του θανάτου αν δεν την έχει δοκιμάσει, λέει ο Mumia.

Οι συνομιλίες στις επισκέψεις με τα τζάμια διαιρέτες, οι χειροπέδες στους καρπούς και μετά να πρέπει να υποβληθείς στην εξευτελιστική εξέταση στον πρωκτό είναι ο κανόνας …

Αλλά ο Mumia δεν παραιτείται από τη συγγραφή και μιλώντας για τον Mumia η Angela Davis λέει: πιστεύω ότι μας θυμίζει την έννοια του γραψίματος.

Γράφει όλα τα βιβλία με το χέρι, δεν έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο και δεν έχει δει ποτέ υπολογιστή, με μεγάλη δυσκολία να βρει τα κείμενα.

Το 1991 κυκλοφόρησε το «Tethering on the Brink: Between Death and Life», στο οποίο περιγράφει την κατάσταση των φυλακών με τους εξής όρους: Και η ζωή εδώ κυμαίνεται μεταξύ του τραγικού και του ΑΛΛΟΚΟΤΟΥ.

Τον Ιούλιο του 1992, ο διευθυντής του Prison Radio, Noel Hanrahn πήγε στην Pensilvenia για να καταγράψει την πρώτη ραδιοφωνική εκπομπή του Mumia μετά τη σύλληψη ύστερα από δέκα μακρά χρόνια σιωπής.

Το 1994, ο Mumia θα έπρεπε να γίνει κανονικός επισκέπτης σε μια ραδιοφωνική εκπομπή «All Things Considered» για ένα ραδιοφωνικό κανάλι: National Public Radio, με ένα αξιοσημείωτο κοινό, αλλά οι πιέσεις στο ραδιοφωνικό κανάλι θα την απομακρύνουν από το χρονοδιάγραμμα του προγράμματος και τα σχόλιά του θα είναι μέρος του » Live from a Death Row «που βγαίνει το επόμενο έτος.

Μετά την έκδοση του Death Row, η σωφρονιστική αρχή αποφάσισε να απαγορεύσει να του παίρνουν συνεντεύξεις.

Κέρδισε και οι αρχές απαγόρευσαν τη χρήση κασετόφωνων και τηλεοπτικών μηχανών, και ο κυβερνήτης υπογράφει την ποινή του θανάτου.

Το 1995 μεταφέρεται στην ακτίνα του θανάτου SCI Green, φυλακή υψίστης ασφαλείας που βρίσκεται στους λόφους της Πενσιλβάνια, τόπος μαθητείας ενός από τους βασανιστές του Abu Ghraib.

Οι ρίζες του Γκουαντάναμο, του Abu Ghraib, της βάσης Bagram και των μυστικών θαλάμων βασανιστηρίων των ΗΠΑ που λειτουργούν σε όλο τον κόσμο, είναι βαθιά μέσα στην αμερικανική ζωή, λέει ο Mumia.

Η συναισθηματική εκπαίδευση των αμερικανών στρατιωτών, που σε πόζες θριαμβευτικές και μες τη χαρά φωτογράφιζαν τα βασανιστήρια που προκαλούσαν στους φυλακισμένους στην φυλακή του υπό κατοχή Ιράκ, εμφανίστηκαν το 2004, έλαβε χώρα στις φυλακές της Βόρειας Αμερικής.

Το 2004, όταν ήρθαν στο φως οι πληροφορίες για το τι συνέβαινε στη φυλακή του Abu Ghraib, ο πρόεδρος Bush είπε: «αυτό που συμβαίνει σε εκείνο το μέρος δεν αντιπροσωπεύει την Αμερική που γνωρίζω.» Ατυχώς, πάνω από δύο εκατομμύρια κρατούμενοι στις αμερικανικές φυλακές, τα μέλη των οικογενειών τους και οι δικηγόροι τους γνωρίζουν από πρώτο χέρι και στο δέρμα τους τις εμπειρίες που αποτελούν τον κανόνα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό που συνέβη στο Abu Ghraib, αυτό που συμβαίνει σε όλες τις μυστικές φυλακές σε όλο τον κόσμο, αυτό που συμβαίνει στον κόλπο του Γκουαντάναμο, είναι αντανακλάσεις πρακτικών που αφορούν την καθημερινή ζωή ανδρών, γυναικών και ανήλικων πίσω από τα κάγκελα έγραψε ο ακτιβιστής και δικηγόρος Bonnie Kerness στο Μέσα στις αμερικανικές φυλακές.

Το 1997, Democracy Now, τότε στα πρώτα ραδιοφωνικό της βήματα στο ντεμπούτο πριν γίνει κανάλι πολυμέσων, αποφάσισε να μεταδώσει τα σχόλια του Mumia και ορισμένα κανάλια στα οποία θα έπρεπε να βγει στον αέρα μπλοκάρουν όχι μόνο τη μετάδοσή της, αλλά και ολόκληρο τον προγραμματισμό.

Η θεατρική παράσταση στην οποία διαβάζονταν τα γραπτά του αντιμετωπίζει ενεργό μποϊκοτάζ:

“All things Censored, Όλα τα πράγματα λογοκρίνονται” σε μια προσπάθεια εκ των πραγμάτων να αποτραπεί η εξέλιξη του.

Και τα βιβλία του γνωρίζουν την ίδια μεταχείριση, αλλά όσο περισσότερο η δημοσίευση ή η διάδοση τους παρεμποδίζεται με οποιονδήποτε τρόπο, τόσο περισσότερο αυξάνεται το κοινό.

Τι προσφέρει λοιπόν στην » ανθρωπότητα που υποφέρει » το Θέλουμε την ελευθερία;

Απαντάμε με τα λόγια που ο Μουμία δεν αφιερώνει στο βιβλίο του, αλλά στη μελέτη της ιστορίας σε μια συνέντευξη που έγινε μετά την κυκλοφορία του τελευταίου του τόμου για την αστυνομική βία.

Η Ιστορία προσφέρει μια ανεξάντλητη πηγή ανθρώπινης εμπειρίας που οι άνθρωποι, οι κοινότητες και τα κινήματα μπορούν να αντλήσουν για να προχωρήσουν στο μέλλον. Η Ιστορία, επειδή είναι γεμάτη με παραδείγματα αγάπης των ανθρώπων για την ελευθερία είναι μια ισχυρή πηγή για το παρόν και το μέλλον! […] Η ιστορία δεν είναι αυτό που συνέβη πριν από χρόνια ή χθες. Εξηγεί γιατί το παρόν είναι όπως είναι, και παρέχει ιδέες για το πώς να μεταμορφώσουμε τις μέρες που θα έρθουν.1

Και οι μέρες που έρχονται θα κάνουν ακόμη πιο τρέχουσα την κραυγή της ελευθερίας που ποτέ δεν πνίγηκε και το σύνθημα : all power to the People!

1 Exclusive interview: Mumia Abu Jamal speaks about black lives matter and police violence, Tasasha Henderson, Truthout, 17 luglio 2017 http://www.truth-out.org/opinion/item/41279-exclusive-interview-mumia-abu-jamal-speaks-about-black-lives-matter-and-police-violence

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Πως κατασκευάζεται επικοινωνιακά το »τέρας»: το γεγονός – Come si costruisce mediaticamente il “mostro”: il fatto.

Ο Εισαγγελέας της Φλωρεντίας έχει ανοίξει φάκελο σχετικά με τη Barbara Balzerani, η οποία κρίνεται ένοχη βαριάς προσβολής των θυμάτων. Ένα σμήνος από όρνεα αυτές τις μέρες απολαμβάνει να ανταγωνίζεται σε αγανάκτηση.

Πριν από 40 χρόνια, η Barbara Balzerani συμμετείχε, μαζί με εννέα άλλους ταξιαρχίτες, στην απαγωγή του Aldo Moro, στα χρόνια κατά τα οποία στην Ιταλία, σύμφωνα με υπουργικά στοιχεία, στα τέλη του 1979 επιχειρούσαν 269 οπλισμένα ακρωνύμια, 36.000 πολίτες ερευνήθηκαν για ένοπλη συμμορία 6.000 καταδικάστηκαν σε δεκαετίες φυλάκισης, και καταγράφηκαν 7.866 επιθέσεις σε πράγματα και 4.290 σε ανθρώπους. Συνελήφθη και καταδικάστηκε, εξέτισε ολόκληρη την ποινή της, όπως και πολλοί άλλοι που συμμετείχαν σε εκείνο το εξεγερτικό φαινόμενο. Στα επόμενα χρόνια δημοσίευσε έξι βιβλία, μερικά από τα οποία μεταφράστηκαν στη Γαλλία και την Ισπανία, και οι παρουσιάσεις τους ήταν οι μοναδικές της «δημόσιες» εμφανίσεις, έχοντας πάντα αποφύγει να παραχωρεί συνεντεύξεις για το παρελθόν της ως ταξιαρχίτισσα, με εξαίρεση ένα ντοκιμαντέρ πριν από πολλά χρόνια που επιμελήθηκε από την Loredana Bianconi επάνω σε ορισμένες γυναίκες που κατά την περίοδο εκείνη έλαβαν μέρος στον ένοπλο αγώνα.

Ως συνέπεια αυτού απέφυγε, όπως και άλλοι, και παρά το γεγονός ότι σαφώς της ζητήθηκε από πολλές πλευρές, να δώσει συνεντεύξεις ή οτιδήποτε άλλο για να γεμίσει τα μεγάλα μαζικά μέσα ενημέρωσης σχετικά με την 40η επέτειο της σφαγής στην via Fani και την απαγωγή του Moro.

Ένα post που δημοσιεύθηκε στις 9 ιανουαρίου στο δικό της κοινωνικό πίνακα μηνυμάτων FB, και το οποίο επιβεβαίωνε ουσιαστικά την επιθυμία να μην συμμετάσχει στις διάφορες εκδηλώσεις που θα είχαν αφιερωθεί σε ένα γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τις ιταλικές συνήθειες, το θυμούνται αποκλειστικά με την ευκαιρία επετείων [ για να περιπέσει στη συνέχεια στην πιο απόλυτη λήθη), παρόλα αυτά έστρεψε ξαφνικά επάνω της τα φώτα, την ξεχασμένη προσοχή των μέσων μαζικής ενημέρωσης, που ενδιαφέρθηκαν από μια πολύ πολεμική επιστολή που στάλθηκε σε μια γνωστή εφημερίδα από έναν πρώην ταξιαρχίτη που της εύχονταν να συναντηθούν στην κόλαση. Το ενοχοποιημένο post απήγγειλε την ακόλουθη φράση «Ποιος με φιλοξενεί πέρα από τα σύνορα για τις ένδοξες μέρες, τα μεγαλεία της τεσσαρακοστής επετείου;».

Από εκείνη τη στιγμή η Barbara Balzerani κατέστη ξαφνικά για όλους τους κύριους σχολιαστές της πιο διαφορετικής προέλευσης το έμβλημα της άγριας δολοφόνου που κοροϊδεύει τα θύματα των εγκλημάτων της, ζητώντας να «πάει στην Καραϊβική» (sic!) ενώ οι συγγενείς των θυμάτων κλαιν τους νεκρούς τους. Αν και το νόημα εκείνου του post ήταν πολύ διαφορετικό, όπως θα έπρεπε να είναι προφανές στον οποιονδήποτε, υπερίσχυσε η επιθυμία να αναδημιουργήσουν ξανά μετά από 40 χρόνια το «τέρας» και η Balzerani απέφυγε περαιτέρω σχόλια, ξαναρχίζοντας να γυρίζει την Ιταλία για να παρουσιάζει το τελευταίο της μυθιστόρημα, το οποίο όμως, σε αντίθεση με άλλα, ασχολείται με ένα θέμα που δεν έχει καμία σχέση με την προηγούμενη εμπειρία της σαν brigatista, ταξιαρχίτισσα. Με την προσέγγιση της 16ης μαρτίου, πυροδοτείται ο εορτασμός των μέσων ενημέρωσης για την τεσσαρακοστή επέτειο, στον οποίο, όπως και άλλοι, αποφεύγει να συμμετάσχει ή να πει τα δικά της.

Την Κυριακή 11 μαρτίου ο δημοσιογράφος Purgatori νικώντας όλους στον χρόνο εκπέμποντας στο La 7 ένα αφιέρωμα σε δύο επεισόδια που πραγματικά αναπαράγει πλήρως τις συνεντεύξεις που δόθηκαν πριν από αρκετά χρόνια για ένα γαλλικό ντοκιμαντέρ από τέσσερις πρώην ταξιαρχίτες που συμμετείχαν στην απαγωγή του Μόρο, ένας εκ των οποίων, μεταξύ άλλων, είχε πεθάνει 5 χρόνια πριν. Το πρόγραμμα εξαπολύει τη γενική οργή ορισμένων συγγενών των θυμάτων, αλλά όχι μόνο, για τους ταξιαρχίτες που πηγαίνουν στην τηλεόραση με την ευκαιρία της τεσσαρακοστής επετείου, αν και σε κανένα από τους τέσσερις δεν είχε ζητηθεί η άδεια να χρησιμοποιηθούν εκείνες οι παλιές συνεντεύξεις που είχαν παραχωρήσει σε μια τελείως διαφορετική περίπτωση. Αντιθέτως ένας από αυτούς, που κλήθηκε ρητά να παραχωρήσει μια καινούργια από άλλον σημαντικό δημοσιογράφο αρνήθηκε ευγενικά την πρόσκληση, ακριβώς για να αποφύγει να προκαλέσει τις προβλέψιμες και συνηθισμένες διαμάχες, πολεμικές.

Ταυτόχρονα, και από πολλές πλευρές, οι πρώην ταξιαρχίτες ωστόσο επιπλήττονταν , όχι χωρίς μια κάποια εμφανή επιχειρηματολογική ασυνέπεια, πως είναι επιφυλακτικοί μάλιστα ακόμη και συνωμοτικοί με μαφιόζικο τρόπο.

Και πάλι, η Balzerani, όπως και άλλοι, αποφεύγει να εκφράσει κάποια δημόσια γνώμη για το θέμα, αλλά όταν το κοινωνικό κέντρο CPA της Φλωρεντίας την προσκαλεί να παρουσιάσει, όπως συμβαίνει κάθε χρόνο, το βιβλίο της στις 16 Μαρτίου, ημερομηνία που προφανώς δεν την επέλεξε, ξεσπά μια διαμάχη και πολεμικές μόνο και μόνο επειδή προσκαλείται να παρουσιάσει, presentare, ένα βιβλίο που μιλά για κάτι άλλο, για τελείως διαφορετικά πράγματα.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης παραμονεύουν με κρυφά μικρόφωνα και κάμερες αποκαλύπτοντας στα τηλεοπτικά πλάνα και στο τέλος της παρουσίασης του βιβλίου κάποιον που της ζητά να εκφραστεί σχετικά με την πολεμική που διεξάγεται από τα θύματα σχετικά με το δικαίωμα λόγου και στους πρώην ταξιαρχίες.

Στην ερώτηση απαντά ότι, χωρίς να θίγεται το δικαίωμα των θυμάτων να εκφράζουν τις σκέψεις τους, η αφήγηση μιας συλλογικής ιστορίας δεν μπορεί να είναι μονοπώλιο ούτε γι αυτούς, και για να εκφράσει μια έννοια, για την αξία της οποίας θα έλεγα ότι κανείς δεν μπορεί να αντιταχθεί σε τίποτα, χρησιμοποιεί μια έκφραση που εξαπολύει ακόμη περισσότερο τη συλλογική αγανάκτηση απέναντι της. «Υπάρχει μια φιγούρα, το θύμα, που έχει γίνει ένα επάγγελμα, αυτή η περίεργη φιγούρα σύμφωνα με την οποία το θύμα έχει το μονοπώλιο του λόγου. Δεν λέω ότι δεν έχουν το δικαίωμα να λένε τη δική τους γνώμη, πόσο μάλλον, αλλά δεν έχεις μόνο εσύ το δικαίωμα, δεν είναι ότι την ιστορία μπορείς μόνο εσύ να την φτιάξεις «.

Από εκείνη τη στιγμή διαβάζουμε εναντίον της τα πάντα κι ακόμη περισσότερα, στα οποία ωστόσο η ενδιαφερόμενη δεν απαντά με κανένα τρόπο, της αφιερώνονται σελίδες ολόκληρες στην εφημερίδα Corriere και επεισόδια του Matrix και είναι αυτής της ώρας η είδηση ότι η Εισαγγελία της Φλωρεντίας θα έχει » ανοίξει ένα φάκελο » εναντίον της αν και, διευκρινίζουν, ελλείψει εγκλήματος, και πως ο Δήμος της Φλωρεντίας αποφάσισε να εκκενώσει το κοινωνικό κέντρο που την φιλοξένησε και ότι ο γιος του πρώην δημάρχου Conti ανακοίνωσε αγωγή εναντίον της για δυσφήμηση .

Αυτά είναι τα γεγονότα, τις κρίσεις όπως πάντα μπορεί ο καθένας να τις κάνει από μόνος του σύμφωνα με τις διαφορετικές προθέσεις του.

Davide Steccanella

από το facebook

**********************

Σχετικά με τα μεγαλεία και σχετικά με την εξουσία των θυμάτων – Sui fasti e sul potere vittimario

Το θύμα είναι ο ήρωας της εποχής μας. Το να είσαι θύμα δίνει κύρος, επιβάλλει ακρόαση, υπόσχεται και προωθεί αναγνώριση, ενεργοποιεί μια ισχυρή γεννήτρια ταυτότητας, δικαίου, αυτοεκτίμησης. Ανοσοποιεί από κάθε κριτική, εγγυάται την αθωότητα πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία. Πώς θα μπορούσε το θύμα να είναι ένοχο και αντίθετα υπεύθυνο για κάτι; Δεν το έκανε, του έγινε, το υπέστη. Δεν δρα, πάσχει. Στο θύμα διατυπώνονται έλλειψη και διεκδίκηση, αδυναμία και αξίωση, επιθυμία να έχει και επιθυμία να είναι. Δεν είμαστε αυτό που κάνουμε, αλλά αυτό που έχουμε υποφέρει, υποστεί, αυτό που μπορούμε να χάσουμε, αυτό που μας πήραν «. (Daniele Giglioli, Κριτική του θύματος )

Απόλυτοι δήμιοι και απόλυτα θύματα ενορχηστρωμένα από ένα επικοινωνιακό σύστημα στο οποίο έχει ανατεθεί η διεύθυνση της ρητορικής της κοινής μνήμης, που δοκιμάστηκε για τουλάχιστον μια δεκαετία μέσα από την «τηλεόραση του πόνου», όπως την έχει ορίσει πολύ σωστά η De Luna, και μέσα στο πλαίσιο μιας διαδεδομένης κοινής λογικής που κυριαρχείται από τον ποινικό λαϊκισμό που διασχίζει την κοινωνία αγγίζοντας αριστερά και δεξιά χωρίς πλέον διάκριση. Σε αυτό το πλαίσιο μνημονεύονται και τιμώνται, σύμφωνα με τους μηχανισμούς του παραδείγματος, του προτύπου του θύματος, και της συνωμοσίας, στενού της συγγενή, τα σαράντα χρόνια του θανάτου του Μόρο και της συνοδείας του, με όχι αδιάφορες επιπτώσεις στον ιστοριογραφικό τομέα, αλλά κυρίως στην κατασκευή της δημόσιας μνήμης, δηλαδή της χρήσης του παρελθόντος στην κατασκευή του παρόντος. Μεγαλεία – εορτασμοί – που σίγουρα δεν βοηθούν στην κατανόηση του παρελθόντος, που αντικαθιστούν τη μνήμη στην Ιστορία και που κατά βάθος φαίνονται να μην σέβονται αυτούς τους ίδιους που τα θεσμικά όργανα θα ήθελαν να γιορτάσουν, να τιμήσουν.

Η ιστορία διαβασμένη ολοένα και περισσότερο μέσα σε μια δικαστική οπτική – όπου οι ηθοποιοί ενσαρκώνουν τους ρόλους των δημίων και των θυμάτων – και συνωμοσιολογική – όπου λίγοι κουκλοπαίκτες κρατούν στα χέρια τους τη μοίρα του κόσμου μηχανοραφώντας εναντίον ανυποψίαστων και αθώων μαζών – δεν είναι ένα φαινόμενο μοναχά ιταλικό. Η άνοδος του παραδείγματος-προτύπου θυματοποίησης αντιστοιχεί στην επιβεβαίωση, την επικράτηση και την παγίωση του νεοφιλελευθερισμού και του μεταμοντέρνου, αποτελεί την ιδεολογική του βάση, εξαλείφοντας προοδευτικά από τον σύγχρονο πολιτικό ορίζοντα και από την Ιστορία, την έννοια της αντιπαλότητας, της σύγκρουσης και της διαμάχης, αποπολιτικοποιώντας και παθητικοποιώντας την. Αν και δεν είναι μοναχά ένα ιταλικό φαινόμενο, η Ιταλία έχει, με κάποιον τρόπο, προτρέξει τους χρόνους και τα στάδια, αναπτύσσοντας το ακριβώς με εκείνες τις δύο δεκαετίες παρελθόντος που πηγαίνουν από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980, που δεν καταφέρνει να ιστοριοποιήσει, και ιδίως με τον ένοπλο αγώνα, το πραγματικό αντικείμενο των μόνιμων εξορκισμών.

Να αφηγηθεί, μια μνήμη, κυρίαρχη πάνω σε όλες τις άλλες. Μια μνήμη που μετασχηματίστηκε ακατάλληλα αλλά όχι τυχαία σε συνώνυμο της Ιστορίας και αντικαταστάθηκε σε αυτήν. Μέχρι να την ακυρώσει, να την διαλύσει σε ιδιωτικό πόνο, στην εσωτερική και οικογενειακή διάσταση, που καταλαμβάνει το σκηνικό και ηγεμονεύει τον δημόσιο χώρο, αποκρύπτοντας τις μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές διαδικασίες, και μαζί τους τις συγκρούσεις που τις κινούν, οι οποίες αποτελούν το συστατικό μέρος της Ιστορίας .

Θύμα και οικογένεια του θύματος, συγγενείς, αγιοποιημένοι στο επίσημο τελετουργικό της ημέρας μνήμης, θεσμοποιημένοι από τον δημόσιο λόγο, θεαματικοποιημένοι επικοινωνιακά, έφτασαν να ενσωματώσουν μια υψηλότερη ηθική. Ο λόγος τους, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστός σε σχέση με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους για τους οποίους μιλάει, και η θέση τους που εκφράζει απόλυτη ταλαιπωρία, πόνο, καθίσταται απρόσβλητος, ακαταμάχητος, η κριτική καθίσταται προσβολή, βρισιά.  Αρκεί κάτι πολύ λιγότερο από την κριτική, αρκεί απλώς να αρθρώσουμε έναν άλλο λόγο που να ξεφεύγει από τη ρητορική του πόνου ώστε να εξαπολυθεί η λογοκρισία και η δημόσια επίπληξη που προκαλείται επικοινωνιακά, που δίνει το έναυσμα να ξεκινήσει η διαδικασία τερατοποίησης των κυνικών δημίων. Ο λόγος τους καθίσταται απόλυτη αξία, και απόλυτη δύναμη βέτο επί των άλλων φωνών.   Είναι κατανοητό, ανθρώπινο κυρίως, από εκείνους που έχουν υποστεί απώλεια, πένθος ή προσωπικές ταλαιπωρίες και πόνους, μια αντίδραση αγανάκτησης και διαμαρτυρίας μπροστά στον υπεύθυνο για το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας, ενός συγγενούς. Η έκφραση μίσους, εκδίκησης, πικρίας είναι κατανοητές και έχουν το λόγο ύπαρξης ως προσωπικές και ιδιωτικές εκδηλώσεις του πόνου καθενός.

Διαφορετικής φύσης και διαφορετικού νοήματος, όμως, και αντιθέτως, είναι η επιχείρηση, που λαμβάνει χώρα κάτω από τα μάτια μας σήμερα, η οποία στο θεσμικό επίπεδο και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατέστησε κεντρικό το ρόλο μιας τυπολογίας θύματος ειδικότερα, εκείνη του ένοπλου αγώνα των χρόνων 70-80 , τοποθετημένης σαν κεντρική φιγούρα για την ερμηνεία της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης εκείνης της περιόδου, καταλήγοντας να ενσωματώνει το νόημά της και να γίνεται το βασικό της αφηγηματικό και αναγνωστικό κλειδί, οικοδομώντας και κρυσταλλοποιώντας γύρω από την ταυτότητά της την κρατική μνήμη, γεμίζοντας με την ιδιωτική θλίψη το κενό της θεσμικής πολιτικής – άκαμπτων και ακλόνητων και γυψοποιημένων άρχουσων τάξεων, χθες όπως σήμερα – τοποθετώντας την στο κέντρο του δημόσιου χώρου, αποδίδοντάς της το μονοπώλιο του λόγου επί της Ιστορίας.

Δεν είναι όλα τα θύματα ίσα, και προέρχονται από πολιτικές σχέσεις εξουσίας, από κοινωνικούς ρόλους, από το ποιοι κέρδισαν και ποιοι έχασαν, που εξαρτάται από τη διαφοροποίηση μεταξύ αδύναμων θυμάτων και ισχυρών θυμάτων, και κατά συνέπεια από αδύναμες αναμνήσεις και ισχυρές αναμνήσεις. Από τη σκοπιά που υποθέτουμε μπορεί να αποτελέσει δύσκολο να ξεχάσουμε, στην ιδιαιτερότητα της συζήτησης που μας ενδιαφέρει εδώ, για παράδειγμα, τις πολυάριθμες σφαγές προλετάριων με τις οποίες είναι κατάσπαρτη η ρεπουμπλικάνικη ιστορία ( τους πάνω από δυο κιλά κάλλυκες που ρίχτηκαν μέσα σε λίγα λεπτά, στις 2 δεκεμβρίου 1968, ενάντια στους εργάτες της γης της Avola, οι οποίοι ζητούσαν αύξηση μισθού και οι οποίοι πυροβολισμοί κόστισαν τη ζωή δύο ανθρώπων, για να δώσουμε μόνο ένα παράδειγμα, ποιοι τους θυμούνται; Και τους 17 νεκρούς και 88 τραυματισμένους στην Piazza Fontana μόλις ένα χρόνο αργότερα, για να εγκαινιάσουν την εποχή των σφαγών εναντίον ενός ταξικού κινήματος σε άνοδο; Πώς μπορούμε να ξεχνάμε ότι το Κράτος καταδίκασε τα μέλη των οικογενειών εκείνων των θυμάτων να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα χωρίς ούτε καν να τους δώσει μια δικαστική αλήθεια;)

Το βάρος, η ορατότητα και ο σεβασμός που οφείλονται στα θύματα που έπεσαν σε μια κοινωνική σύγκρουση που διήρκησε περίπου δύο δεκαετίες εξαρτάται από τη θέση που αυτά κατέλαβαν σε εκείνη τη σύγκρουση, από το βάρος και την ερμηνεία που αποδίδεται στη συνολική ιστορία εκείνων των χρόνων.

Από την άλλη πλευρά, τα ισχυρά θύματα, που κατέχουν εξέχουσες θέσεις στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, που έχουν στη διάθεση τους ενώσεις, που έπαιξαν και παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατασκευή της αφήγησης των «χρόνων του μολυβιού», ακριβώς λόγω της ταυτότητάς τους ως θυμάτων. Σε αυτά τα χρόνια σχεδόν καθημερινά εμφανίζονταν συνεντεύξεις, δηλώσεις, τοποθετήσεις από τις σελίδες των μεγαλύτερων εφημερίδων εναντίον πρώην μαχητών του ένοπλου αγώνα, κάθε φορά που παρουσίαζαν βιβλία, ταινίες, για να διαμαρτυρηθούν εναντίον της παρουσίας τους σε συνέδρια σπουδών ή άλλες δημόσιες πρωτοβουλίες, και εναντίον όσων απλώς πρότειναν διαφορετικά κλειδιά ανάγνωσης σε σχέση με την μόνη εγκεκριμένη ομιλία, τον μόνο εγκεκριμένο λόγο για το θέμα. Περιέργως μιλούν από τα κύρια μέσα μαζικής ενημέρωσης, και ταυτόχρονα επαναλαμβάνουν την τελετουργική φόρμουλα «μόνο οι τρομοκράτες μιλούν, για εμάς η σιωπή».

Πόσο είναι παρόντας και δυνατός ο επηρεασμός και η εξάρτηση των «ισχυρών» θυμάτων και πόσο είναι απαραίτητη η κουλτούρα της δημόσιας μετανοίας σε σχέση με το παρελθόν και αναγκαία για να μπορείς να βλέπεις να σου αναγνωρίζεται και να νομιμοποιείται το δικαίωμα του λόγου στο παρόν, το δείχνει με σαφή τρόπο η δημόσια αποκήρυξη που ζητήθηκε και αμέσως επιτεύχθηκε , από ένα μεγάλο μέρος της πολυάριθμης ομάδας των τότε υπογραφόντων του μανιφέστου εναντίον του αστυνόμου Calabresi της 13ης ιουνίου 1971, οι οποίοι εν τω μεταξύ έγιναν αναπόσπαστα μέλη του establishment και της διανόησης. Ένα καλό παράδειγμα της λειτουργίας του θυματοποιημένου υποδείγματος και των επιπτώσεών του στη συγγραφή της ιστορίας και στην κατασκευή της δημόσιας μνήμης.

Αυτές τις μέρες, με έναν εντελώς παράδοξο τρόπο, τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για δεκαετίες σχετικά με το δικαίωμα στον λόγο ή μη των πρώην μαχητών των BR έχουν επαναπροωθηθεί, προτάθηκαν ξανά. Η υποχρέωση στη σιωπή των «δημίων» μεταφέρθηκε από τα μέσα ενημέρωσης ως μάντρα: οι μη-μετανοούμενοι και αυτοί που δεν διαχώρισαν τη θέση τους τρομοκράτες πρέπει να σιωπήσουν. Το παράδοξο έγκειται στο γεγονός ότι δημιουργήθηκε μια αντιπαράθεση και μια πολεμική για ένα γεγονός που δεν συνέβη, δηλαδή την παρουσία στην τηλεόραση πρώην μη-μετανιωμένων και μη διαχωρισμένων ταξιαρχιτών. Προσκαλεσμένοι από όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, κανένας από αυτούς δεν έδωσε συνεντεύξεις ούτε αποδέχτηκε να συμμετάσχει στα πολυάριθμα τηλεοπτικά προγράμματα, τόσο ώστε να έχει χρησιμοποιηθεί υλικό από ντοκυμαντέρ που έχουν ήδη δημοσιευθεί εδώ και πολύ καιρό και όχι ιταλικά για να εκθέσει την παρουσία τους. Ωστόσο ξεσπούν κραυγές ενάντια στον πρωταγωνιστικό τους ρόλο. Προσπαθούν να τους κάνουν να μιλήσουν, τους ψάχνουν, και στη συνέχεια να φωνάξουν για το γεγονός ότι μιλούν. Μεταξύ άλλων, αυτοί που εφορμούν ενάντια στους μη-μετανιωμένους και μη διαχωρισμένους, παραλείπουν να λένε ότι αναφέρονται σε εκείνους που εξέτισαν πολλά χρόνια στη φυλακή (και κάποιοι, περίπου είκοσι άτομα, εξακολουθούν να εκτίουν ποινές).

Εκείνοι που θα ήθελαν να σιωπήσουν τους μη μετανιωμένους ή μη διαχωρίσαντες τη θέση τους, πράγματι, ασφαλώς γνωρίζουν ότι αυτές οι δύο κατηγορίες, πέραν του θρησκευτικο-ηθικού φορτίου που οι όροι αυτοί προκαλούν και θυμίζουν για την κοινή λογική, είναι πρωτίστως νομικές κατηγορίες, από τις οποίες πάντα νομικά ακολουθεί μια τρίτη, εκείνη των αμετακίνητων – η οποία συλλέγει, πέρα από τις διάφορες θέσεις που λήφθηκαν τότε από τον καθένα, όλους εκείνους που δεν εμπίπτουν στις δύο πρώτες – με τις οποίες το ιταλικό Κράτος μέσα από τη νομοθεσία της εξαίρεσης [έκτακτης ανάγκης] έχει επιλύσει, στο δικαστικό επίπεδο, την κοινωνική σύγκρουση της δεκαετίας του 70 διανέμοντας ποινές, παρέχοντας εκπτώσεις και αθωώσεις σύμφωνα με το βαθμό συνεργασίας. Εκείνοι που δεν μετάνιωσαν και όσοι δεν διαχώρισαν τη θέση τους είναι επομένως αυτοί που δεν έχουν επωφεληθεί από τα οφέλη που παρέχονται από τους νόμους για τη μετάνοια και τη διάσταση, τον διαχωρισμό.

Εκείνοι δηλαδή που έχουν πληρώσει χωρίς έκπτωση! Θα πρέπει να το γνωρίζουν οι εξτρεμιστές που ζητούν αυστηρή δικαιοσύνη και θα επιθυμούσαν την εφαρμογή ενός είδους πολιτικής και κοινωνικής ισόβιας ποινής, τον μόνιμο αποκλεισμό τους από τους δημόσιους χώρους. Σε κάθε περίπτωση, τα θύματα των BR δεν μπορούν να πουν ότι δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τα άλλα θύματα εκείνης της εποχής, πρώτα απ ‘όλα για εκείνα των σφαγών, φαινόμενο που από τη φύση και την προέλευση του δεν είναι συγκρίσιμο με τον ένοπλο αγώνα αλλά το οποίο συνδέεται αδιανόητα, αδιακρίτως με αυτόν, σαν να επρόκειτο για το ίδιο πράγμα, φαινόμενο το οποίο στοίχισε αδιακρίτως εκατοντάδες νεκρούς οι οποίοι παρέμειναν χωρίς υπεύθυνους. Θα ήταν αρκετή, δεδομένου του χρόνου που έχει περάσει , αν όχι μια δικαστική αλήθεια, τουλάχιστον λιγάκι ιστορική αλήθεια, αλλά φαίνεται πως τα θεσμικά όργανα που έχουν εξαγριωθεί εναντίον των πρώην BR δεν νιώθουν καμία πίεση γι αυτήν.

Μένει να αναρωτηθούμε, αφού οι λογαριασμοί με τη δικαιοσύνη έχουν διευθετηθεί, και τα θύματα, στην προκειμένη περίπτωση οι νικητές, δικαιώθηκαν, προς τι η θεσμοθετημένη μνησικακία; Από πού προέρχεται και ποια είναι η λειτουργία της μνησικακίας των νικητών που παρουσιάζονται, ή τους παρουσιάζουν, με το ένδυμα των θυμάτων; Το πρότυπο θυματοποίησης και η κοινή μνήμη που με αυτό θα ήθελαν να περάσουν, αντιπροσωπεύουν την πιο πρόσφατη φόρμουλα για να απελευθερωθούν από το στενάχωρο βάρος μιας ιστορίας που τους φέρνει σε δύσκολη θέση, μιας ιστορίας που ποτέ δεν έχει αφομοιωθεί, δεν την κατάπιαν ποτέ, την οποία επιδιώκουν να ρευστοποιήσουν ως ανθρωποκτονική και ιδεολογική τρέλα, εκθιάζοντας και δοξολογώντας την απόλυτη αθωότητα από τη μια πλευρά και το απόλυτο κακό από την άλλη, σε ένα είδος infantilization, απλοποίησης της Ιστορίας, [μιλάμε για παιδισμό] και που έχει ανάγκη τη συνωμοσιολογία ώστε να διατηρηθεί χρονικό, αφήγηση, καταγραφή.

Όπως έγραψε ο Agamben πριν από 20 χρόνια, η αναγνώριση που δεν έγινε του  πραγματικά πολιτικού χαρακτήρα της σύγκρουσης εκείνων των χρόνων από τις κυρίαρχες τάξεις της εποχής και τις τρέχουσες, αφήνει την περίοδο εκείνη ως ανοιχτό πρόβλημα, το οποίο δεν μπορεί να γίνει παρελθόν. Αυτός είναι ο πραγματικός πυρήνας του θέματος. Οι συγγενείς των θυμάτων, ορισμένων θυμάτων, δεν κατέχουν το μονοπώλιο της Ιστορίας, δεν μπορούν να ενεργήσουν, όπως αποτελεσματικά συνοψίζει ο Giglioli, ως «Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιστορίας». Δεν μπορούν να σιωπήσουν εκείνους που ήταν μέρος της ιστορίας, επιβάλλοντας τους μια πρόσθετη ποινή εκτός από εκείνη που έχουν εκτίσει. Γιατί μαζί με αυτούς σιωπούν και όσους εκείνη την ιστορία προσπαθούν να την κατανοήσουν και να της δώσουν διαφορετικές αναγνώσεις από εκείνη που τίθεται από την κοινή μνήμη, έχοντας κάθε δικαίωμα να το πράξουν.

Silvia De Bernardinis

https://favacarpendiem.wordpress.com/2018/03/23/come-si-costruisce-mediaticamente-il-mostro-il-fatto/