φιλοσοφία, filosofia

Ανάμεσα στα ερείπια του παλιού κόσμου και τα σκιρτήματα ενός νέου πολιτισμού. (Πρώτο μέρος) – Tra le rovine del vecchio mondo e i vagiti di una nuova civiltà. (Prima parte)

Ακολουθούν μερικές γραπτές συνεντεύξεις με τις οποίες ο Raoul Vaneigem απάντησε στις ερωτήσεις ενός γαλλικού τύπου σε μεγάλη σύγχυση και ελλειπή ως προς τα σημεία αναφοράς τόσο για να τα κατανοήσει όσο και για να τα ανακτήσει. Διάφοροι προβληματισμοί προκύπτουν χρήσιμοι για την αυθεντική συζήτηση – και όχι για εκείνη την θεαματική και πατερναλιστική που διοργανώνεται εδώ και μήνες από τη εξουσία – που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη στη Γαλλία μέσα, επάνω και πέρα από τα Gilets jaunes-κίτρινα Γιλέκα.

Sergio Ghirardi (μεταφραστής)

Συνέντευξη στον Raoul Vaneigem για το Ballast

1) Γράψατε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 πως οι λέξεις «κομμουνισμός», «σοσιαλισμός» και «αναρχισμός» δεν είναι πλέον τίποτα περισσότερο από «κενά και οριστικά ξεπερασμένα περιτυλίγματα». Ωστόσο αυτές οι τρεις λέξεις επέτρεψαν στα ανθρώπινα όντα να καταστήσουν δυνατή τη χειραφέτηση και το τέλος της εκμετάλλευσης. Πώς να τις αντικαταστήσουμε;

Μέχρι το 2000 ήταν ήδη από πολύ καιρό που η ιδεολογία, της οποίας ο Μαρξ είχε καταγγείλει τον ψευδή-αναληθή χαρακτήρα, είχε αδειάσει από την ουσία τους έννοιες που, αφού εξορίστηκαν από τη συνείδηση των προλετάριων και σφυρηλατήθηκαν από τη βούληση για χειραφέτηση, δεν ήταν παρά τα περιτυλίγματα που ανεμίζονταν από τους πρωταγωνιστές μιας συνδικαλιστικής και πολιτικής γραφειοκρατίας. Οι αγώνες εξουσίας είχαν αντικαταστήσει γρήγορα την υπεράσπιση του εργατικού κόσμου. Ξέρουμε πως ο αγώνας για το προλεταριάτο έχει καταλήξει σε μια δικτατορία στο όνομά του εναντίον του. Ο κομμουνισμός και ο σοσιαλισμός ήταν η απόδειξη. Ο αναρχισμός της ισπανικής επανάστασης δεν πήγε πίσω – σκέφτομαι τις φράξιες της CNT και της FAI συνενόχων της καταλανικής Generalità-Γενικότητας-Ασάφειας.

Κομμουνισμός, σοσιαλισμός, αναρχισμός ήταν έννοιες ήδη αρκετά κατεστραμμένες όταν ο καταναλωτισμός κατέστησε μηδενική μέχρι και την ιδεολογική τους περικάλυψη. Η πολιτική δραστηριότητα κατέστη πελατειακή σχέση, οι ιδέες έχουν γίνει άρθρα των οποίων τα φυλλάδια σούπερ μάρκετ τονώνουν την προωθητική πώληση. Οι τεχνικές διαφήμισης νίκησαν την πολιτική ορολογία ανακατεύοντας όπως γνωρίζουμε, δεξιά και αριστερά. Όταν βλέπουμε αφενός την γελοιότητα εκλογών να καπαρώνονται από μια ολοκληρωτική δημοκρατία που περνάει τους ανθρώπους για χαζούς και από την άλλη το Κίνημα των κίτρινων Γιλέκων- Gilets jaunes που χλευάζει τις ιδεολογικές ετικέτες, θρησκευτικές και πολιτικές και απορρίπτει ηγέτες και εκπροσώπους που δεν κατονομάστηκαν από την άμεση δημοκρατία των συνελεύσεων επιβεβαιώνοντας την αποφασιστικότητά του να προωθήσει έναν ανθρώπινο τρόπο, έχουμε λόγο να λέμε ότι για όλο αυτό το ιδεολογικό χάος που έχει προκαλέσει τόσο πολύ αίμα χυμένο, αποκομίζοντας το πολύ κοινωνικές κατακτήσεις που έχουν εξαφανιστεί πλέον, μηδενιστεί, τώρα πια δεν μας νοιάζει τίποτα!

2) Το τελευταίο σας βιβλίο αφορά τα gilets jaunes-κίτρινα γιλέκα. Αυτό το κίνημα φάνηκε σε εσάς σαν μια «χαρά» και μια «τεράστια παρηγοριά». Τι υποδηλώνει αυτός ο ενθουσιασμός;

Δεν εκφράζει τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από αυτό που αναφέρω επακριβώς στην Έκκληση προς τη ζωή – Appello alla vita [1]: ”Είναι από το Κίνημα των καταλήψεων του μάη 1968 που φαίνομαι στα μάτια και των φίλων μου σαν έναν ανίατο αισιόδοξο του οποίου οι στοχασμοί έχουν ζαλίσει το κεφάλι του. Κάντε μου τη χάρη να πιστέψετε πως δεν με νοιάζει καθόλου να έχω δίκιο όταν ένα κίνημα εξέγερσης (και όχι ακόμα επανάστασης, μακριά από εμένα) επιβεβαιώνει την εμπιστοσύνη που πάντα έδινα στη λέξη ελευθερία τόσο κακοποιημένη, διεφθαρμένη και ουσιαστικά σάπια. Γιατί η παθιασμένη μου προσκόλληση στην ελευθερία θα έπρεπε να φορτώνεται με σωστό και λάθος, με νίκες και ήττες, με ελπίδες και απογοητεύσεις όταν πρόκειται  ανά πάσα στιγμή να την σύρω μακριά από τις ελευθερίες του εμπορίου και της αρπαγής που την σκοτώνουν και να την επιστρέψω στη ζωή από την οποία τρέφεται;

Ονειρεύομαι αυτή τη στιγμή από τότε που ήμουν έφηβος. Πάνω από 50 χρόνια πριν, ενέπνευσε, τη Συνθήκη της γνώσης για ζωή προς χρήση των νέων γενεών – il Trattato del saper vivere a uso delle giovani generazioni [2]. Δεν θα μου αφαιρέσετε την ευχαρίστηση να χαιρετίσω αυτά τα Gilets jaunes που πραγματικά δεν χρειάστηκαν να διαβάσουν τη Συνθήκη για να απεικονίσουν την ποιητική της εφαρμογή. Πώς μπορούμε να μην τα ευχαριστήσουμε στο όνομα της ανθρωπότητας που αποφάσισαν να απελευθερωθούν από κάθε βαρβαρότητα;

3)Εσείς αντιπαραθέτετε στην κοινοβουλευτική δημοκρατία την άμεση δημοκρατία βασισμένη σε οργανωμένες συνελεύσεις. Αυτό προφανώς μας κάνει να σκεφτόμαστε τον Murray Bookchin – αν και η Καταστασιακή Διεθνής- IS [3] τον περιέγραφε ως «ανόητο μπερδεψάκια-κονφουζιονιστή» το 1967! Ωστόσο τουλάχιστον δύο σημεία σας χωρίζουν: η αρχή και η έννοια της εξουσίας που εσείς απορρίπτετε ολοκληρωτικά. Ο Bookchin δήλωνε, αντιθέτως, ότι μόνο ο νόμος της πλειοψηφίας επιτρέπει την δημοκρατία και ότι η αναζήτηση της συναίνεσης οδηγεί σε έναν «ύπουλο αυταρχισμό» και σε «εξόφθαλμες χειριστικές καταστάσεις-μεθοδεύσεις». θεωρούσε επίσης ότι η προσπάθεια κατάργησης της εξουσίας είναι εξίσου «παράλογη» όπως το να θέλεις να τελειώνεις με την βαρύτητα: «Απλά πρέπει να της δώσουμε μια συγκεκριμένη θεσμική μορφή χειραφέτησης». Πώς εξηγείτε την άρνησή του;

Ήταν λάθος να υποτιμήσουμε τον Bookchin και τη σημασία της οικολογίας. Δεν υπήρξε το μοναδικό μου λάθος ούτε το μοναδικό της IS. Ωστόσο το σφάλμα αυτό έχει μια αιτία. Αυτή βρίσκεται στη σύγχυση (της οποίας η Συνθήκη δεν εξαιρείται) μεταξύ της πνευματικότητας και της συνειδητοποίησης του Εγώ και του κόσμου, μεταξύ της νοημοσύνης της κεφαλής και της ευαίσθητης νοημοσύνης του σώματος. Τα πρόσφατα γεγονότα συμβάλλουν στην αποσαφήνιση της έννοιας της πνευματικότητας.

Τα Gilets jaunes-κίτρινα Γιλέκα που φωνάζουν εν χορώ πεισματικά στο πρόσωπο του Κράτους «είμαστε εδώ, είμαστε εδώ» κάνουν τις πνευματικές ελίτ όλων των χρωμάτων να τρέμουν, εκείνες που, προοδευτικές ή συντηρητικές, αποδίδουν στους εαυτούς τους την αποστολή να σκέφτονται για τους άλλους. Δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι οι ακόλουθοι του gauchismo-αριστερισμού και της κριτικής- κριτικής έχουν δεσμευτεί να τους χλευάζουν από την κορυφή της αυτάρκειας τους!

Ποια είναι τέλος πάντων αυτά τα ζωντόβολα που κτυπούν το πεζοδρόμιο; κουφιοκέφαλοι, δίχως σχέδια ούτε ιδέες. Γεια σας! Αυτοί οι εργάτες, αγρότες, μικροέμποροι, τεχνίτες, επιχειρηματίες, συνταξιούχοι, δάσκαλοι, άνεργοι, εργαζόμενοι εξουθενωμένοι από την αναζήτηση ενός μισθού, φτωχοί χωρίς στέγη, σπουδαστές χωρίς σχολείο, αυτοκινητιστές για φορολόγηση που τους βάζουν να πληρώνουν τα διόδια, δικηγόροι, επιστημονικοί ερευνητές. με λίγα λόγια, όλοι αυτοί και όλες εκείνες που είναι απλά αηδιασμένοι από την αδικία και την αλαζονεία των ζωντανών νεκρών που μας κυβερνούν. Άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας έχουν σταματήσει απότομα να στριμώχνονται σε μια αγελαία μάζα, έχουν εγκαταλείψει τα βελάζοντα σμήνη της σιωπηλής πλειοψηφίας. Δεν είναι άνθρωποι δίχως σημασία, είναι άνθρωποι που τους κατάντησαν ένα τίποτα και το συνειδητοποιούν και έχουν ένα σχέδιο: να καθιερώσουν την υπεροχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας καταστρέφοντας το σύστημα του κέρδους που καταστρέφει τη ζωή και τον πλανήτη.

Το έδαφος τους είναι η ζωντανή πραγματικότητα, αυτή ενός μισθού, μιας πενιχρής κοινωνικής προσφοράς, μιας ανεπαρκούς σύνταξης, μιας ολοένα και πιο επισφαλούς ύπαρξης στην οποία το μέρος της πραγματικής ζωής γίνεται σπάνιο. Μια τέτοια πραγματικότητα συγκρούεται με μια γυμναστική των αριθμών που ασκείται στις υψηλές σφαίρες. Εάν η λεπτότητα των υπολογισμών πρέπει να μας κάνει να χάσουμε το νόημα, το τελικό αποτέλεσμα είναι αντιθέτως μιας υποδειγματικής και ανησυχητικής απλότητας: αρκεστείτε με την ελεημοσύνη που παρέχεται από τις δημόσιες εξουσίες (που χρηματοδοτούνται από εσάς) και βιαστείτε να πεθάνετε σαν πολίτες που σέβονται τα στατιστικά στοιχεία που λαμβάνουν υπόψη τον υπερβολικό αριθμό γριών, γέρων και άλλων κρίκων που καθιστούν την αλυσίδα της κερδοφορίας εύθραυστη.

Αυτό το χάσμα μεταξύ της ζωής και της αφηρημένης εκπροσώπησης της μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα ποια είναι η πνευματικότητα σήμερα, η διανόηση. Αντί να αποτελεί στοιχείο εγγενές στη φύση του ανθρώπινου όντος αυτή είναι αποτέλεσμα της αλλοίωσης του, της μετουσίωσης του. Απορρέει από ένα ιστορικό φαινόμενο, το πέρασμα από μια κοινωνία βασισμένη σε μια οικονομία συλλογής σε ένα κυρίως αγροτικό σύστημα που ασκεί την εκμετάλλευση της φύσης και του ανθρώπου από τον άνθρωπο.

Η εμφάνιση των Πόλεων- Κρατών και η ανάπτυξη κοινωνιών δομημένων σε κυρίαρχες και κυριαρχούμενες τάξεις υπέβαλαν το σώμα στην ίδια διαίρεση. Ο ιεραρχικός χαρακτήρας του κοινωνικού σώματος, αποτελούμενος από άρχοντες και σκλάβους, διατηρείται, με την ακολουθία των αιώνων, με μια κατάτμηση που προσβάλλει το σώμα του άνδρα και της γυναίκας. Η κεφαλή – ο ηγέτης – καλείται να κυβερνά το υπόλοιπο σώμα. Το Πνεύμα, ουράνιο και χερσαίο, εξημερώνει, ελέγχει και καταστέλλει τις ζωτικές παρορμήσεις-ένστικτα έτσι όπως ο ιερέας και ο πρίγκιπας επιβάλλουν την εξουσία τους στον σκλάβο. Το κεφάλι αναλαμβάνει την πνευματική λειτουργία – προνόμιο των αρχόντων – που υπαγορεύει τους νόμους της στη χειρωνακτική λειτουργία, δραστηριότητα που προορίζεται για τους δούλους. Εξακολουθούμε να πληρώνουμε τους φόρους τιμής αυτής της χαμένης ενότητας, αυτής της ρήξης που παραδίδει το ατομικό και σαρκικό σώμα σε έναν πόλεμο ενδημικό στον εαυτό του.

Κανείς δεν διαφεύγει από αυτή την αλλοτρίωση. Από όταν η φύση, που έχει καταντήσει ένα εμπορικό αντικείμενο, έχει γίνει (όπως και η γυναίκα) ένα εχθρικό, τρομακτικό, περιφρονητικό στοιχείο, είμαστε όλοι θύματα αυτής της κατάρας που μπορεί να εξαλειφθεί μόνο από μία αποκαταστατική εξέλιξη της φύσης, από μιαν ανθρωπότητα σε συμβίωση με όλες τις μορφές ζωής. Μήνυμα για εκείνους και εκείνες που έχουν βαρεθεί από τις ανοησίες του οικολογισμού!

Εξαφανίστηκαν, σε ένα πρόσφατο παρελθόν, εργατιστές αρκετά ηλίθιοι και στρεβλοί ώστε να δοξάζουν το καθεστώς του προλετάριου σαν να μην χαρακτηρίζονταν αυτό από το σημάδι μιας ανεπάρκειας από την οποία μόνο μια αταξική κοινωνία θα καθιστούσε δυνατή την χειραφέτηση τους.

Ποιους βλέπουμε σήμερα να γελοιοποιούνται με αυτή την πνευματική λειτουργία [την λειτουργία του διανοούμενου] που είναι ένας από τους κύριους λόγους για την υπαρξιακή μιζέρια δυστυχία και παρανόηση του εαυτού τους και του κόσμου; Τα λαγωνικά, τα κυνηγόσκυλα που έχουν στήσει ενέδρα για μια εξουσία που θέλουν να ασκήσουν, τους υποψήφιους για το ρόλο του ηγετίσκου, τους υποψήφιους για το ρόλο του γκουρού.

Όταν ένα κίνημα διεκδικεί μια ριζοσπαστική απόρριψη των ηγετών και των εκπροσώπων που δεν έχουν επιλεγεί από τα άτομα που συγκροτούν μια συνέλευση άμεσης δημοκρατίας, δεν ξέρει τι να κάνει με αυτούς τους διανοούμενους που είναι περήφανοι για τη διανοητικότητα τους. Δεν πέφτει στην παγίδα του αντι-πνευματισμού που διακηρύσσουν οι διανοούμενοι του λαϊκισμού φασιστικής στάμπας (το «όταν σκέφτομαι τη λέξη κουλτούρα, βγάζω το πιστόλι» δεν κάνει τίποτα άλλο από το να αποκρυπτογραφεί το διανοούμενο κόμμα του σκοταδισμού και της μαχητικής άγνοιας, τόσο πολύ αγαπημένα στον θρησκευτικό φονταμενταλισμό και τους νεοναζί στρατευμένους).

Δεν υπάρχει λόγος να καταγγείλουμε τους ηγέτες που μηχανεύονται στις συνελεύσεις αυτοδιαχείρισης, αλλά να εναρμονιστούμε με τον εξέχοντα ρόλο στην αλληλεγγύη, στο ανθρώπινο συναίσθημα, στην συνειδητοποίηση της δυνητικής μας δύναμης και της δημιουργικής μας φαντασίας. Φυσικά, η σκόπιμη υλοποίηση ενός μεγαλύτερου σχεδίου εξακολουθεί να είναι αβέβαιη και συγκεχυμένη αλλά τουλάχιστον είναι ήδη η έκφραση ενός υγιούς και ήρεμου θυμού που διατάζει: πλέον κανείς δεν θα μου δίνει εντολές, κανείς πλέον δεν θα γαβγίζει εναντίον μου!

Όσον αφορά το ζήτημα της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας έχω εξηγηθεί πολλές φορές σχετικά με αυτό το θέμα. Κατά τη γνώμη μου, η ψηφοφορία σε μια αυτοδιαχειριζόμενη συνέλευση δεν μπορεί να περιοριστεί στην ποσότητα, στον μηχανικό. Ο νόμος των αριθμών δεν συμφωνεί με την ποιότητα της επιλογής. Γιατί θα έπρεπε μια μειοψηφία να γονατίσει μπροστά σε μια πλειοψηφία; Δεν σημαίνει ίσως ότι θα πέσουμε πίσω στον παλιό δυϊσμό της δύναμης και της αδυναμίας; Βήματα για καταστάσεις στις οποίες το επείγον ορίζει την αποφυγή ατελείωτων συζητήσεων και υπεκφυγών, αλλά ακόμη και εάν πρόκειται να αποφασίσουμε για μια ασήμαντη υπόθεση χωρίς σοβαρές συνέπειες, η διαβούλευση, η συνεννόηση, ο διάλογος, η συμφιλίωση, η εναρμόνιση των απόψεων, να το πούμε διαφορετικά η υπέρβαση των αντιθέτων, είναι σίγουρα προτιμότερη από τη σχέση εξουσίας που συνεπάγεται η δικτατορία των αριθμών. Ας προσπαθήσουμε να μην πρέπει να «δουλέψουμε επειγόντως».

Πολύ περισσότερο, ακόμη και αν υιοθετηθεί με μεγάλη πλειοψηφία, θεωρώ απαράδεκτη μια απάνθρωπη απόφαση – μια τιμωρία, μια θανατική ποινή, για παράδειγμα. Δεν είναι τα ανθρώπινα όντα που πρέπει να τεθούν σε θέση να μην βλάψουν, αλλά ένα σύστημα, οι μηχανές της εκμετάλλευσης και του κέρδους. Η ανθρώπινη αίσθηση-λογική ενός ατόμου θα έχει πάντα το πάνω χέρι επί της βαρβαρότητας πολλών.

4) Ο καθένας αναγνωρίζει τον εαυτό του, αυτοπροσδιορίζεται με μια επικράτεια ή μια γλώσσα, Εσείς γράψατε, απογδύνεται από τη ζωτικότητα και την ανθρωπιά του. Ωστόσο, να είσαι χωρίς ρίζες και δίχως μητρική γλώσσα, δεν είναι ίσως μόνο η μοίρα των ρομπότ;

Περίεργη εναλλακτική λύση να πρέπει να επιλέξεις ανάμεσα στο ανήκειν σε μια γεωγραφική οντότητα και τις περιπλανήσεις του εξορίστου. Από την πλευρά μου, η πατρίδα μου είναι η γη. Να ταυτοποιούμαι με το ανθρώπινο ον στα σκαριά – εκείνο που προσπαθώ να είμαι – με απαλλάσσει από το να χυθώ μέσα στον εθνικισμό, τον τοπικισμό, τον εθνοτικό κοινοτισμό, τον θρησκευτικό, τον ιδεολογικό, από το να υποκύπτω σε εκείνες τις αρχαϊκές και νοσηρές προκαταλήψεις που ο παραδοσιακός ρομποτισμός των συμπεριφορών διαιωνίζει. Εσείς επικαλείστε τον μαφιόζικο διεθνισμό της παγκοσμιοποίησης. Στοιχηματίζω σε μια διεθνή του ανθρώπινου είδους και έχω μπροστά στα μάτια μου την επιμονή μιας ειρηνικής εξέγερσης που να την συγκεκριμενοποιεί.

5) Καλείτε τον κόσμο να μην συνεργάζεται πλέον με το Κράτος γιατί δεν είναι παρά ο υπηρέτης «των τραπεζών και των πολυεθνικών εταιρειών». Για να το πω ξεκάθαρα: να μην πληρώνουν πλέον τους φόρους. Πολλοί εξακολουθούν να σκέπτονται, μέσα στο αντικαπιταλιστικό κίνημα, ότι αυτό που ο Bourdieu ονόμαζε «αριστερό χέρι» του κράτους – δημόσιες υπηρεσίες, για παράδειγμα – αξίζει ακόμη να σωθεί. Πρέπει λοιπόν να κόψουμε τα δύο χέρια δίχως πλέον να διστάζουμε;

Να διασώσουμε τις κοινωνικές κατακτήσεις; Έχουν ήδη χαθεί. Τα τρένα, τα σχολεία, τα νοσοκομεία, οι συντάξεις οδηγούνται στην κατεδάφιση από την Κρατική μπουλντόζα. Η εκκαθάριση συνεχίζεται, το ξεπούλημα. Το μηχάνημα κέρδους του οποίου το Κράτος δεν είναι παρά ένα ασήμαντο γρανάζι, δεν θα κάνει μπρος πίσω. Οι ιδεώδεις συνθήκες θα ήταν για το Κράτος να διατηρήσει ένα κλίμα εμφυλίου πολέμου με το οποίο να τρομάζει τα πνεύματα και να καταστήσει το χάος κερδοφόρο. Τα χέρια του κράτους χειρίζονται μόνο τα χρήματα, το γκλομπ και το ψέμα. Πώς να μην εμπιστευόμαστε περισσότερο τα χέρια που στα σταυροδρόμια, στα σπίτια του λαού, στις συνελεύσεις άμεσης δημοκρατίας, ενεργοποιούνται για να ανοικοδομήσουν το δημόσιο αγαθό;

6) Εσείς είστε υπέρ μιας «μηνιαίας συνεισφοράς» – αυτό που άλλοι ονομάζουν βασικό εισόδημα ή καθολικό εισόδημα. Χωρίς το Κράτος πώς θα θεσπιστεί αυτό;

Η αρχή να χορηγηθεί κάτι τις σε όλους και όλες για να μην βυθιστούν κάτω από το όριο της φτώχειας ξεκινούσε από μια καλή πρόθεση. Την εγκατέλειψα μπροστά στο προφανές. Ήταν ένας τρόπος για να εξαπατήσουμε τον εαυτό μας σχετικά με τη νοημοσύνη που ίσως δεν είχε ακόμη εγκαταλείψει εντελώς τα κεφάλια των κυβερνώντων. Ένας κάποιος Tobin είχε προτείνει να πραγματοποιήσει στην οικονομική φούσκα, που απειλούνταν με αποπληξία, μια εξυγιαντική ανάληψη περίπου 0,001 τοις εκατό που θα επέτρεπε την αποφυγή της οικονομικής κατάρρευσης και να επενδύσει το ποσό του φόρου για την προστασία των κοινωνικών κατακτήσεων. Η επιταχυνόμενη αποσύνθεση των εγκεφάλων των κρατικών ελίτ αποκλείει πλέον ένα μέτρο το οποίο εξάλλου ούτε τα τελευταία απομεινάρια του σοσιαλισμού δεν είχαν τολμήσει να υιοθετήσουν.

Το Κράτος τώρα δεν είναι παρά ένας Λεβιάθαν που κατάντησε να λειτουργεί μακάβρια σαν χωροφύλακας. Όλα ξεκινούν από τη βάση. Εκεί θα πάμε να μάθουμε να προστατεύουμε τους εαυτούς μας από τις επιπτώσεις της μεγάλης κρατικής Αγυρτίας και από τον σχεδιασμό να μας εμπλέξει στην κατάρρευση της. Αν βλέπετε τόσους πολλούς κοινωνιολόγους, πολιτικούς επιστήμονες και φιλοσοφικά μηδενικά να βγαίνουν από τα λαγούμια τους, δεν είναι μήπως επειδή το σκάφος βυθίζεται;

Όλα πρέπει να ξαναχτιστούν, αν θέλεις να τα επινοήσουμε από την αρχή: διδασκαλία, θεραπείες, επιστήμες, πολιτισμό, ενέργεια, permaculture-«permanent culture», μεταφορές. Η συζήτηση, ο διάλογος, οι προβληματισμοί βρίσκονται σε αυτό το έδαφος, όχι στις αιθέριες σφαίρες της οικονομικής, ιδεολογικής πνευματικής κερδοσκοπίας!

Δεν εναπόκειται σε εμάς να ανακαλύψουμε ένα νόμισμα ανταλλαγής και μια αλληλέγγυα τράπεζα που προετοιμάζοντας την εξαφάνιση των χρημάτων θα επέτρεπε σε όλους και σε όλες να έχουν ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο;

7) Εσείς προβάλλετε το ζαπατίστικο Τσιάπας και την Rojava του κομουναλισμού. Αυτές οι δυο εμπειρίες βασίζονται, εν μέρει, επάνω σε έναν στρατό: το EZLN και τις YPG / J. Με ποιον τρόπο η έκκληση σας να «εδραιώσετε εδάφη» απελευθερωμένα από την κεντρική εξουσία και την παγκόσμια αγορά τοποθετείται επάνω στο κρίσιμο ζήτημα της αυτοάμυνας, δεδομένου ότι το Κράτος θα καταλήξει, αργά ή γρήγορα, να στείλει τους χωροφύλακες ή το στρατό του;

Είναι αυτονόητο ότι κάθε κατάσταση παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα που απαιτεί κατάλληλη αντιμετώπιση, που να ανταποκρίνεται στις περιστάσεις. Η Notre Dame des Landes δεν είναι Ροζάβα. Ο ELZN δεν είναι ένα προϊόν εξαγωγής. Σε κάθε έδαφος που βρίσκεται στη διαδικασία της απελευθέρωσης αντιστοιχούν οι ιδιαίτερες μορφές αγώνα. Οι αποφάσεις ανήκουν σε εκείνες και εκείνους που βρίσκονται στο επίκεντρο.

Ωστόσο, είναι καλό να το επαναλάβουμε: ο τρόπος αντιμετώπισης των όντων και των πραγμάτων ποικίλλει ανάλογα με την προοπτική που υιοθετήθηκε. Ο προσανατολισμός που δίνεται στον αγώνα έχει σημαντική επίδραση στη φύση και τις συνέπειές του. Η συμπεριφορά ποικίλλει εντελώς εάν μαχόμαστε στρατιωτικά την βαρβαρότητα με τα όπλα ή αν της αντιτάσσουμε σαν τετελεσμένο γεγονός εκείνο το απεριόριστο δικαίωμα στη ζωή που μερικές φορές υποχωρεί-παλινδρομεί αλλά ποτέ δεν ηττάται και ξεκινά πάλι ασταμάτητα.

Η πρώτη επιλογή είναι αυτή του ανταρτοπόλεμου. Ο παραστρατιωτικός αριστερισμός έδειξε με τις ήττες του ότι κατεβαίνοντας στο έδαφος του εχθρού σήμαινε να υποκύπτουμε στη στρατηγική του και να υποκείμεθα στο νόμο του. Η νίκη των συγκρούσεων με την απαίτηση της χειραφέτησης έχει κάνει ακόμη χειρότερα. Η εξεγερσιακή εξουσία γύρισε τα όπλα της εναντίον εκείνων που της είχαν επιτρέψει να θριαμβεύσει.

Στο βιβλίο το Κράτος δεν είναι πλέον τίποτα, εξαρτάται από εμάς να είμαστε τα πάντα [4], αποτόλμησα τη φόρμουλα «ούτε πολεμιστές ούτε μάρτυρες». Αυτή δεν δίνει καμία απάντηση αλλά εγείρει απλά το ερώτημα: πώς να κάνουμε τη θέληση να ζήσουμε και την ανθρώπινη συνείδηση ένα όπλο που δεν σκοτώνει, ένα απόλυτο όπλο;

Δεν θα μπορούσε η ενέργεια που σπαταλούν οι casseurs αγωνιστές σε εμπρησμούς σκουπιδιών και στις σπασμένες τζαμαρίες να ήταν ίσως πιο ορθολογική στην υπεράσπιση των ZAD (χώρων προς υπεράσπιση) σε αγώνα ενάντια στην βλαβερή παραγωγή και την άχρηστη κερδοφορία; Παρόμοια ερώτηση ισχύει και για τους διαδηλωτές οι οποίοι μερικές φορές κουβαλούν δεξιά κι αριστερά την ψευδαίσθηση πως θα μπορέσουν να κερδίσουν την λήψη μέτρων υπέρ του κλίματος. Τι να περιμένουμε από Κράτη που είναι οι πλανόδιοι πωλητές της ρυπογόνου οικονομίας; Η μαζική παρουσία των διαδηλωτών θα ήταν πιο επιθυμητή εκεί όπου αυτή η οικονομία δηλητηριάζει μια περιοχή, μια επικράτεια. Η συνάντηση μιας τυφλής βίας με την ήρεμη αλλά αποφασισμένη θέληση δεν θα είχε ίσως κάποια ελπίδα να δημιουργήσει ένα είδος εξεγερσιακού πασιφισμού του οποίου η επιμονή θα μπορούσε να σπάσει σταδιακά το ζυγό του Κράτους των κερδών;

8) Έχετε επανειλημμένα υποδείξει ότι «η παράβαση είναι φόρος τιμής στην απαγόρευση». Ότι η καταστροφή (στα γαλλικά, la casse) δεν εξυπηρετεί την χειραφέτηση. χειρότερα, πως αυτή «αποκαθιστά» τη τάξη. Η ανταρσία των Gilets jaunes έχει μετατρέψει πολυάριθμους «μη βίαιους» σε συμπαθούντες των Black Bloc. μόνο η βία (στα γαλλικά, le casse), λένε ουσιαστικά, έκανε την εξουσία να αντιδράσει. μόνο η φωτιά πέτυχε να κάνει τον Macron να τρέμει. Είναι ψέμα;

Τι όμορφη νίκη να κάνεις ένα τεχνοκράτη που έχει τον εγκέφαλο μιας ταμειακής μηχανής να τρέμει! Το Κράτος δεν υποχώρησε σε τίποτα, δεν μπορεί, δεν το θέλει. Η μόνη του αντίδραση ήταν να υπερεκτιμήσει τη βία προσφεύγοντας στον σωματικό και επικοινωνιακό ξυλοδαρμό για να εκτρέψει την προσοχή από τους πραγματικούς casseurs-χούλιγκανς, εκείνους που καταστρέφουν το δημόσιο αγαθό. Όπως έχω ήδη πει, οι θρυμματισμένες βιτρίνες τόσο αγαπητές στους δημοσιογράφους, είναι η έκφραση μιας τυφλής οργής. Ο θυμός είναι δικαιολογημένος, η τύφλωση δεν είναι! Το βαλς των χιλίων χρόνων του λιθόστρωτου-pavé και των δακρυγόνων κάνει surplace. Τα όργανα της κυβέρνησης βρίσκουν εκεί το λογαριασμό τους.

Αυτό που είναι νικηφόρο είναι η ανάπτυξη της ανθρώπινης συνείδησης, η όλο και πιο σταθερή απόφαση, παρά την κόπωση και τις αμφιβολίες που λαμβάνονται υπόψη από το φόβο και την επικοινωνιακή μικροπρέπεια. Η δύναμη αυτής της αποφασιστικότητας δεν θα σταματήσει να αυξάνεται επειδή δεν ενδιαφέρεται ούτε για τη νίκη ούτε για την ήττα. Διότι χωρίς ηγέτες ούτε αντιπρόσωπους αυτή είναι εκεί, παρούσα, και αναλαμβάνει από μόνη της – για όλες και για όλους – την ελευθερία πρόσβασης σε μια αυθεντική ζωή.

Να είστε σίγουροι: η δημοκρατία βρίσκεται στην πλατεία, στους δρόμους, όχι στις κάλπες.

9) Το 2003, με το «Le Chevalier, la Dame, le Diable et la mort», Εσείς αφιερώσατε όμορφες σελίδες στο ζήτημα των ζώων που στη συνέχεια επιβλήθηκε σχεδόν καθημερινά στη δημόσια συζήτηση. Μιλήσατε πρόσφατα για έναν «νέο πολιτισμό» που πρέπει να δημιουργηθεί. θα είναι αυτός σε θέση να γυρίσει τη σελίδα στις καθημερινές σφαγές θηρίων οι οποίες εξακολουθούν να αυξάνονται στις κοινωνίες μας;

Οι κατεστραμμένοι βιότοποι, τα φυτοφάρμακα, οι σφαγές των μελισσών, των πουλιών, των εντόμων, η θαλάσσια πανίδα που πνίγεται από την έκχυση πλαστικών στη θάλασσα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης αναπαραγωγής των θηρίων, η δηλητηρίαση της γης, του αέρα, του νερού όπως πολλά εγκλήματα που η κερδοσκοπική οικονομία διαιωνίζεται με ατιμωρησία, με κάθε προκατασκευασμένη νομιμότητα. Στους αγανακτισμένους που φωνάζουν πως «η ανθρωπότητα πρέπει να σωθεί από την καταστροφή», τα πτώματα που μας κυβερνούν αντιπαραθέτουν το θέαμα απαράδεκτων και μη τηρούμενων υποσχέσεων. Θα επαναλάβουν κυνικά την αμετάκλητη φύση του διατάγματος τους: πρέπει να σώσουμε την οικονομία, την κερδοφορία, το χρήμα και να πληρώσουμε, για αυτό το ευγενικό ιδεώδες, το αντίτιμο της φτώχειας και του αίματος.

Ο κόσμος τους δεν είναι ο δικός μας: το ξέρουν και δεν τους νοιάζει. Είναι στο χέρι μας να αποφασίσουμε για τη ζωή και το περιβάλλον μας. Στο χέρι μας να κοροϊδέψουμε τις γραφειοκρατικές, νομικές, αστυνομικές υποχρεώσεις συμμόρφωσης τους σπάζοντας αυτή την απόπειρα στη βάση, όπου και αν βρισκόμαστε, εκεί όπου μας πνίγει. Όπως έλεγαν οι αβράκωτοι το 1789: «Μας βαρεθήκατε;» Δεν θα βαριέστε για πολύ ακόμη! »

Κινούμαστε προς έναν τρόπο ζωής που βασίζεται σε μια νέα συμμαχία με το φυσικό περιβάλλον. Είναι μέσα σε μια τέτοια προοπτική που η μοίρα των ζώων θα προσεγγιστεί, όχι με ένα φιλανθρωπικό ή συμπονετικό πνεύμα αλλά υπό τη γωνία μιας επανένταξης-αποκατάστασης: εκείνη της ζωτικότητας που μας συγκροτεί και εκμεταλλευόμαστε, βασανίζουμε, καταπιέζουμε με τον ίδιο τρόπο όπως κακομεταχειριζόμαστε, καταπιέζουμε, κακοποιούμε εκείνους τους κατώτερους αδελφούς μας που είναι και οι εσωτερικοί αδελφοί μας.

10) Στο τελευταίο σας γραπτό, ωστόσο, εσείς καλείτε να «αποκαταστήσουμε την υπεροχή του ανθρώπου». Πώς να υιοθετήσουμε τη μοναδικότητα του Homo Sapiens υπενθυμίζοντας του στην εποχή του ανθρωπόκαινου ότι θα πρέπει να γίνει μικρότερος καθώς αντιπροσωπεύει μόνο το 0,01% της βιομάζας;

Ήρθε η ώρα τα ya basta, βαρεθήκαμε, μας πρήξατε, φτάνει πια! να εφαρμοστούν σε εκείνο το δόγμα που κατασκευάζεται από ένα σύστημα εκμετάλλευσης το οποίο, κάνοντας το κομμάτι του στους κυρίους διέδιδε την πίστη στην ανοησία και την έμφυτη αδυναμία του ανθρώπου. Δεν σταματήσαμε ποτέ να χαμηλώνουμε αυτό τον φτωχοδιάβολο. Δεν πέρασε καιρός από τότε που ένας θάνατος των Θεών, αλέστηκε σύμφωνα με τη γεύση των ιδιοτροπιών τους. Τον φορτώσαμε με μια οντολογική κατάρα, μια φυσική δυσπλασία, μια παιδαριώδη μόνιμη κατάσταση που καθιστούσε αναγκαία την προστασία ενός κυρίου. Σήμερα τελειώνει σε ένα σκουπιδότοπο μέσα στον οποίο μειώνεται σε ένα αντικείμενο, σε μια τζίφρα, σε μια στατιστική, σε μια εμπορική αξία.

Όλα εκτός από το να του αναγνωρίσουμε μια δημιουργικότητα, έναν δυναμικό πλούτο, μια υποκειμενικότητα που φιλοδοξεί και εκφράζεται ελεύθερα. Συνεχίστε εσείς να κηρύττεται την αγωνία των απεριόριστων χώρων του γιανσενιστή Pascal, ενώ μια επανάσταση της καθημερινής ζωής ωφελεί τον άνθρωπο και τον ξεκινά σε μια αλληλεγγύη ικανή να τον απελευθερώσει από τον εγωιστικό υπολογισμό και από τον ατομικισμό στον οποίο τον κλείδωνε η αγελαία κοινωνία. Όταν άνδρες και γυναίκες βάζουν τα θεμέλια μιας ισότιμης και αδελφικής κοινωνίας, το κήρυγμα που αναμασιέται αδιάλειπτα από τους προπαγανδιστές της εθελοντικής δουλείας εξακολουθεί να βρίσκει εκπρόσωπους!

Οι μόνοι άπειροι χώροι που με διεγείρουν είναι εκείνοι που ανοίγει μπροστά μας η τεράστια έκταση μιας ζωής που έχουμε να ανακαλύψουμε και να δημιουργήσουμε. Φωνάζαμε χθες «Κάτω οι υποκινητές βασιλιάδων και βικάριων!» Είναι οι ίδιοι σήμερα, αναπροσαρμόστηκαν. Κάτω οι προαγωγοί της αγοράς.

 

[1] L’Appel à la vie Η Έκκληση στη ζωή είναι μια σύντομη σύνθεση που μόλις δημοσιεύτηκε στην Γαλλία σε συνέχεια του Για την αυτοδιαχείριση της καθημερινής ζωής – συνεισφορά στην επείγουσα ανάγκη απελευθερωμένων περιοχών από την εμπορική και κρατική επιχείριση Sull’autogestione della vita quotidiana  contributo all’emergenza di territori liberati dall’’impresa statale e mercantile, Derive Approdi, Roma 2019.

[2] R. Vaneigem, Trattato del saper vivere ad uso delle giovani generazioni – Πραγματεία-Συνθήκη της γνώσης για το πώς να ζήσουν προς χρήση των νέων γενεών, Castelvecchi, Roma 2006.

[3] Internazionale situazionista –  Καταστασιακή Διεθνής στην οποίαν ο Vaneigem συνεισέφερε σε μεγάλο βαθμό.

[4] R. Vaneigem, Lo Stato non è più niente, sta a noi essere tutto – Το Κράτος δεν είναι πλέον τίποτα, εξαρτάται από εμάς-είναι στο χέρι μας να είμαστε τα πάντα, Nautilus Torino 2010.

 

Tra le rovine del vecchio mondo e i vagiti di una nuova civiltà. (Prima parte)

φιλοσοφία, filosofia

Σχετικά με την ευχαρίστηση που λείπει – Sul piacere che manca

Sul piacere che manca

«Κατά της υποδούλωσης της επιθυμίας,
για μια χαρά της ύπαρξης»

Sul piacere che manca – Σχετικά με την ευχαρίστηση που λείπει

Ηθική της επιθυμίας και πνεύμα του καπιταλισμού

Αυτό το βιβλίο γεννιέται από την αίσθηση ότι σε εμάς, τους μη ειρηνευμένους κατοίκους των σύγχρονων κοινωνιών, μας λείπει κάτι θεμελιώδες: η ευχαρίστηση. Μιλάμε για μια ευχαρίστηση που δεν έχει καμία σχέση με την ανεξέλεγκτη έκσταση ή με κάποιες θλιβερές γιορτές-πάρτυ των καιρών μας, και αντιθέτως που μοιάζει περισσότερο με την χαρμόσυνη καρποφορία της ύπαρξης. Μας λείπει αυτή η ευχαρίστηση (για την οποίαν θα μιλήσουμε προσπαθώντας να κάνουμε να αντηχήσουν τα αρχαία λόγια του μαέστρου της, Επίκουρου) γιατί είμαστε υποκείμενοι, ίσως όπως ποτέ άλλοτε μέχρι σήμερα, σε μια παραγωγική μηχανή που κάνει την επιθυμία,τη φιλοδοξία, το άγχος της αναγνώρισης, την αιώνια μηχανή της. Η καταστροφή αυτής της κοινωνικής μηχανής σίγουρα δεν θα συμβεί στην θεωρία, αλλά η θεωρία μπορεί να βοηθήσει στην ταυτοποίηση τουλάχιστον των μηχανισμών, των εργαλείων, τόσο ψυχολογικών όσο και κοινωνικών, που μας αφαιρούν τη δύναμη να αντισταθούμε σε αυτήν. Η συμβολή που επιδιώκει να δώσει αυτό το βιβλίο είναι διττή: πρώτα απ ‘όλα, θα πρέπει να διαμορφώσουμε μια κριτική της επιθυμίας και της πολιτικής της χρήσης. μετά, να δείξουμε με ποιους τρόπους η ευχαρίστηση μπορεί να αποτελέσει ένα ισχυρό αντίδοτο ενάντια στην υποδούλωση στην επιθυμία για εργασία.

Un assaggio…

UN ASSAGGIO, ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

 

Αυτό το βιβλίο γεννιέται από την αίσθηση ότι εμείς, οι μη ειρηνευμένοι κάτοικοι των σύγχρονων κοινωνιών, στερούμαστε κάτι θεμελιώδες. και αυτό το κάτι που μας λείπει με μια ουσιαστική έννοια (αλλά του οποίου κινδυνεύουμε να μην αισθανόμαστε πλέον ούτε καν την έλλειψη) είναι η ευχαρίστηση.

Να μην ταράζονται εκείνοι που θεωρούν τις ζωές μας ντοπαρισμένες με απόλαυση, ούτε να χαίρονται υπερβολικά οι ενθουσιώδεις ηδονιστές. Μιλώ για μια ευχαρίστηση – που για τους μεν και για τους δε – θα φανεί σεμνή, μετριοπαθής, δίχως αξιώσεις, μια ευχαρίστηση που δεν έχει καμία σχέση με την ξέφρενη στάση ορισμένων θλιβερών γιορτών, θλιβερών πάρτυ της εποχής μας. Θα μιλήσω για μια ευχαρίστηση η οποία, από την άλλη πλευρά, δεν έχει τίποτα να κάνει ούτε και με την ασυμβίβαστη επιβεβαίωση της επιθυμίας ή με την απελευθέρωσης της, και που αντιθέτως αποκτά το νόημα και τη δύναμή της μόνο αν την παρατηρήσουμε, να το πούμε, εναντίον ή χωρίς την επιθυμία. Μια ευχαρίστηση που δεν είναι επομένως η νωθρή διάλυση μιας νευρικής έντασης, ούτε η ικανοποίηση κάποιου θέλω ή φιλοδοξίας.

Είναι αυτή η ευχαρίστηση – για την οποία θα μιλήσω προσπαθώντας να κάνω ν’ αντηχήσουν ξανά τα αρχαία λόγια του δασκάλου της, Επίκουρου – που μας λείπει. Και μας λείπει όχι τόσο γιατί είμαστε βυθισμένοι στην απόλαυση, αλλά επειδή είμαστε υποκείμενοι, ίσως όπως ποτέ άλλοτε, σε μια παραγωγική μηχανή που κάνει την επιθυμία τον αιώνιο κινητήρα της. Έχει ειπωθεί εδώ και καιρό με κάθε τρόπο: ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός, ειδικά στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του, συνεπάγεται τη θέση σε λειτουργία των συναισθημάτων και των επιθυμιών. Τώρα ίσως αρχίζουμε να νιώθουμε τι είναι μια ζωή που υπόκειται σε μια μηχανή επιθυμίας που κατέστη ένα γενικευμένο παραγωγικό σύστημα. Το νιώθουμε επειδή βλέπουμε να αναπτύσσεται μέσα μας μια νέα μορφή συστατικής νεύρωσης, εκείνη που συνεπάγεται όχι τόσο την υποβολή των επιθυμιών στην επιλογή μιας αυταρχικής εξουσίας, αλλά την υπαγωγή-υποταγή της ζωής στις ίδιες τις δικές μας μηχανές επιθυμίας.Τα σώματα, πριν ακόμη από τα μυαλά, δεν μπορούν πλέον αυτή τη συνεχή προσπάθεια για την υλοποίηση των φιλοδοξιών μας, αυτή την αδιάκοπη αναζήτηση δίχως στάσεις της αναγνώρισης, αυτή την έμμονη εντατικοποίηση των εμπειριών και των ικανοτήτων – με μια λέξη, όλη αυτή την εργασία της επιθυμίας.

Ας μην τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Το να έχουμε τη επίγνωση ότι τα πράγματα είναι έτσι δεν έχει κυριολεκτικά κανένα αποτέλεσμα. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι κανείς δεν βγαίνει από την δυσφορία αυτής της κοινωνίας δοκιμάζοντας την. Καμία άσχημη διάθεση αυτού του είδους δεν μας εμποδίζει να επαναλαμβάνουμε κάθε ημέρα την ίδια, παράφρονη ρουτίνα που μας σέρνει εξαντλημένους και ανικανοποίητους κάθε φορά μέχρι το βράδυ.

Είναι από την άλλη πλευρά, αν μη τι άλλο, πως μπορούμε να βρούμε τη δύναμη μιας αντίστασης. Από την πλευρά της απόλαυσης, από την πλευρά της έκστασης. Έτσι συμβαίνει ότι σε μια συγκεκριμένη στιγμή – στον σταματημένο χρόνο που χάνεται μέσα στην αγάπη, στη μελέτη, στην εξέγερση – λέμε στους εαυτού μας: αλλά τι μας νοιάζει όλο αυτό; Είναι η ίδια στιγμή κατά την οποία ο ύμνος του Michaux ενάντια στη φιλοδοξία απλά μας αποκαλύπτει την αναγκαιότητά του. Σαν μια τέλεια μέρα.

Ο καθένας το μαθαίνει όπως μπορεί ότι δίπλα στην ανδροπρεπή απόλαυση για τις κατακτήσεις, τις ικανοποιήσεις, τις νίκες που επιτεύχθηκαν, παράλληλα με την διαλείπουσα εργασία της επιθυμίας υπάρχει μια ανεπιτήδευτη ευχαρίστηση, δίχως αξιώσεις, στην οποία δεν λείπει τίποτα, ήδη πάντα ικανοποιημένη. Αλλά φυσικά, αν μη τι άλλο, το μαθαίνουμε στον ελεύθερο χρόνο. Στο χρόνο που χάνουμε αιωρούμενοι στα πράγματα της αγάπης και της φιλίας, της τέχνης, της σκέψης και της πολιτικής. Να καθαγιάσουμε, να αφιερώσουμε όλο μας τον χρόνο, ότι κι αν κάνουμε από φορά σε φορά, σε αυτή την σπέσιαλ απώλεια του, είναι αυτό ακριβώς που δεν συμβαίνει σήμερα στις ζωές μας, και είναι επομένως αυτό στο οποίο προσπάθησα να αφιερώσω αυτές τις σελίδες.

Ελλείψει φίλων, συνενόχων ψυχών, αυτός ο χρόνος χωρίς ανάπαυση σύντομα τείνει να εξαφανιστεί. Να τον μοιραζόμαστε είναι και ο μόνος τρόπος για τη συντήρηση του.

ISBN: 978-88-6548-277-3
PAGINE: 160
ANNO: 2019
COLLANA: OPERAVIVA
TEMA: Filosofia
AUTORE, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

PAOLO GODANI

Paolo Godani, ερευνητής της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Macerata, είναι συγγραφέας των: Deleuze (Carocci 2009), Bergson e la filosofia (ETS 2008), L’informale. Arte e politica (ETS 2005), Estasi e divenire: un’estetica delle vie di scampo (Mimesis 2001).

RASSEGNA STAMPA

«Sul piacere che manca» su @OperaViva Magazine

Qui un’anticipazione del libro


θεωρία, teoria

Να ελευθερώσουμε το είδος, να πραγματώσουμε τη ζωή

του Sandro Moiso

Raoul Vaneigem, Για την αυτοδιαχείριση της καθημερινής ζωής. Συμβολή στην επείγουσα ανάγκη απελευθερωμένων εδαφών από την κρατική και εμπορική επιχείρηση – Sull’autogestione della vita quotidiana. Contributo all’emergenza dei territori liberati dall’impresa statale e mercantile, DeriveApprodi, Roma 2019, σελ. 140, Euro 12,00

Αυτό που βρίσκεται σε εξέλιξη κάτω από τα μάτια μας δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αλλαγή πολιτισμού

Ο Raoul Vaneigem, γεννημένος το 1934, τελευταίος και ίσως σημαντικότερος εκπρόσωπος (μετά τον Guy Debord, που απουσιάζει από τον κόσμο των ζωντανών από το 1994) της εμπειρίας της Internazionale Situazionista-Situationist International-Καταστασιακής Διεθνούς (από την οποία απομακρύνθηκε οικειοθελώς το 1970) δείχνει για άλλη μια φορά, στο κείμενο που μόλις δημοσίευσε το DeriveApprodi, πως δεν είναι μόνο η αναγραφική ηλικία που καθορίζει τη νεότητα και την επικαιρότητα μιας σκέψης, αλλά και πως η ριζοσπαστική κριτική εξακολουθεί να είναι ένα έγκυρο αξιόπιστο αναγκαίο και απαραίτητο εργαλείο για να κατανοηθούν οι τάσεις που εμπεριέχονται στα τρέχοντα πραγματικά κινήματα και για να καθοριστεί μια αυθεντική πορεία απελευθέρωσης του είδους από τα δεσμά και τους περιορισμούς που επιβάλλει ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής.

Αυτή η νεανικότητα και εγκυρότητα των σχημάτων-διατυπώσεων που περιέχονται στο έργο (άπειρη και δύσκολα να αναφερθεί σε μια βιβλιογραφία που θα έπρεπε να περιλαμβάνει και έναν τεράστιο αριθμό γραπτών που έμειναν ανώνυμα ή αποδίδονται σε συγγραφείς με ονόματα που επινοήθηκαν από τον ίδιο) του στρατευμένου, στοχαστή και μελετητή αναρχο-καταστασιακού (όμως δεν είμαι εξ ολοκλήρου βέβαιος ότι αυτός ο ορισμός θα άρεσε στον συγγραφέα) αποκαλύπτεται αμέσως από τη συνέχεια μεταξύ αυτού του τελευταίου γραπτού και εκείνου του Avis aux civilisés relativement à l’autogestion généralisée, που περιέχεται στον αριθμό 12 του 1969 της «Internationale Situationniste».

Έχουν περάσει ακριβώς πενήντα χρόνια και η επικαιρότητα των προβληματισμών του Vaneigem δεν είναι δεδομένη λόγω της βούλησης να υπερασπιστούμε και να επαναλαμβάνουμε ως μάντρα την προσφορά και τα σχήματα μιας εποχής που έχει περάσει εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα (όπως δυστυχώς εξακολουθεί να συμβαίνει πολύ συχνά για πολλά σχήματα που αναφέρονται ταλμουδικά από τις διάφορες μαρξιστικές και ελευθεριακές αιρέσεις, απομακρυσμένες από το παρόν και αγνοώντας το αδυσώπητο ξεδίπλωμα μιας Ιστορίας που πάντοτε αποδεικνύεται κάτι άλλο παρά γραμμικό), αλλά ακριβώς λόγω της χρησιμότητας τους ώστε να κατανοήσουμε και να αναλύσουμε τα μονοπάτια της απελευθέρωσης που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη μέσα στην κοινωνία. Πάνω απ’ όλα εκείνα που ανάγονται λιγότερο στο παλαιότερο και ορθόδοξο φαντασιακό της αριστεράς και συνδικαλιστικό.

Από την άλλη πλευρά το γεγονός ότι αυτά τα κινήματα, που σχεδόν ποτέ δεν μνημονεύονται άμεσα αλλά συνοψίζονται προφανώς σε εκείνο από τα απελευθερωμένα εδάφη που περιλαμβάνεται στον τίτλο, είναι κατά κάποιον τρόπο η φυσική και ζωντανή αναπαράσταση της ζωντάνιας εκείνης της σκέψης που επιβεβαιώνει επίσης ότι υπήρξε η πρακτική δράση των ζωντανών που πηγαίνει προς την κατεύθυνση που υποδεικνύει εδώ και καιρό ο βέλγος αγωνιστής και θεωρητικός και αντιθέτως δεν οφείλεται με τίποτα σε κάποιο τέχνασμα του ίδιου για να αναπροσαρμοστεί ή να την αναπροσαρμόσει στις εποχές.

Θα αρκούσε η αφιέρωση που περιέχεται in esergo [1] για να συνοψίσουμε την κατευθυντήρια αρχή ολόκληρου του κειμένου και του συνόλου του έργου του Vaneigem: Σε όλους εκείνους που προτιμούν να αγωνίζονται για να ζήσουν παρά να μάχονται για να επιβιώσουν.
Ο αγώνας δεν μπορεί ποτέ να είναι για έναν μακρινό στόχο, για ένα στόχο που αναβάλλεται.
Ο αγώνας δεν μπορεί να αποτελεί στόχο από μόνος του. Ακόμη περισσότερο σε καθαρά πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο.

Αλλά μέσα στην αμεσότητα του αγώνα, ειδικά όταν αυτός θέτει στον εαυτό του το καθήκον να απελευθερώσει τάξεις και είδος από την υποταγή στην εργασία και την κοινωνική υπαγωγή-εξάρτηση στους στόχους της κρατικής και εμπορικής επιχείρησης, ήτοι του Κεφαλαίου, πρέπει πλέον να υλοποιηθούν οι κύριοι στόχοι του ίδιου : η ατομική και συλλογική ευτυχία και η απελευθέρωση του μεμονωμένου υποκειμένου και των συλλογικών υποκειμένων από τα ερείπια, τα απομεινάρια μιας πατριαρχικής, καταναλωτικής και καταπιεστικής κοινωνίας που τώρα προορίζεται να εξαφανιστεί, αλλά σαν τέλειο ζόμπι συνεχίζει να τροφοδοτείται με τα σώματα και τα μυαλά των θυμάτων της.

Τέλος μου φαίνεται χρήσιμο να παραθέσουμε, εδώ στη συνέχεια, ένα απόσπασμα από το κείμενο που συνοψίζει τέλεια τον προσανατολισμό που έχει μέχρι εδώ αναφερθεί.

Εγώ δεν αντιλαμβάνομαι άλλο κίνητρο για τον επαναστατικό αγώνα παρά τη καθιέρωση μιας καθολικής ευτυχίας.
Υπάρχει μια απόλαυση που είναι εγγενής στην αναζήτηση των ζωντανών. Αυτό που την κατατάσσει δικαιωματικά ως εξεγερτική απόλαυση είναι το γεγονός πως είναι δωρεά και απόλυτα ασυμβίβαστη με ένα σύστημα που βασίζεται στο κέρδος. Δεν θα σταματήσουμε ποτέ να το λέμε: η εμπορική οικονομία είναι ένα έγκλημα κατά της ζωής.
Η απόλαυση των όντων και των πραγμάτων ακυρώνει την οικειοποίηση τους. Η αναζήτηση των ζωντανών είναι η τέχνη να έχουν κατακτηθεί από τα δώρα της καρδιάς και της γης. Η εκτροπή- ανωμαλία που παρέδωσε τις έννοιες του Μαρξ στην ιδεολογία (την οποίαν εξάλλου, δεν εμπιστεύονταν), υπήρξε εκείνη πως δεν είδε την αιτία της αλλοτρίωσης μας στο έργο της εκμετάλλευσης της φύσης. πιο δραματικά ακόμη, πως ταυτοποίησε την εργασία με μια διαδικασία εξανθρωπισμού του άνδρα και της γυναίκας.

[…] Συμβαίνει το Κράτος να κάνει ελεημοσύνη μιας μεταρρύθμισης, να καταργεί έναν νόμο, δείχνει ότι είναι συμφιλιωτικό με τα επίμονα, τα πεισματάρικα κινήματα διαμαρτυρίας. Ωστόσο, οι φαινομενικά προς τα πίσω κινήσεις του είναι μόνο πονηράδες και δισταγμοί. Όταν διστάζει, το άγχος του είναι ένα προοίμιο για νέες προσβολές, για μια νέα επιθετικότητα που έρχεται. Αφήνει τον μιλιταρισμό να εκθειάζει τις δράσεις του για μια φαινομενική στρατιωτική νίκη διότι για το Κράτος κάθε πεδίο μάχης είναι ένα έδαφος κατάκτησης.
Ο αγωνιστής θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να διακρίνει μέσα του το σύνορο που χωρίζει το παιχνίδι για να ζήσει από εκείνο στο οποίο ο θάνατος οδηγεί το παιχνίδι του σκακιού. Δεν του προτείνω να χυθεί στην ενδοσκόπηση για να ξακαθαρίσει πώς η κίνηση της ζωής υπόκειται σε αιφνιδιαστικές μεταστροφές. Ευελπιστώ μόνο σε έναν προβληματισμό σχετικά με το θέμα: η στρατιωτικοποίηση δεν εγγράφεται ίσως σε μια προοπτική θανάτου;
Από τη στιγμή κατά την οποίαν η αλληλεγγύη ακυρώνει το πνεύμα της θυσίας, ο ριζοσπαστισμός γίνεται μέρα. Αυτή εκδηλώνεται στους στρατευμένους που αγωνίζονται κατά του αποκλεισμού των μεταναστών, κατά της εκδίωξης των καταληψιών μιας περιοχής που υπερασπίζονται (ZAD), κατά της καταστροφής των τοπίων, κατά της ρύπανσης του αέρα, του νερού, της γης, των τροφών. Ακόμη κι αν πολλές από αυτές τις δεσμεύσεις ανακτηθούν από τον αριστερισμό-gauchismo, από τον ριζοσπαστισμό των ελευθεριακών προθέσεων, από τον πολιτικό ανθρωπισμό και από την αγορά της φιλανθρωπίας, αυτές διατηρούν τη ζύμωση ενός ριζοσπαστισμού ικανού να διασπείρει τους σπόρους του πολύ πέρα από την αρχική χειρονομία και κίνητρο.
Κάθε συλλογικότητα κινούμενη από τη βούληση να κυριαρχήσει ο άνθρωπος πάνω στην οικονομία εγκαινιάζει μια γη όπου η βαρβαρότητα έχει απαγορευτεί, μια γη που λιπαίνει τη χαρά της ζωής.
Ακόμη και αν προορίζεται να εξασθενίσει, να ηρεμήσει, ο θυμός έχει από μόνος του κάτι να ξεπεράσει την εκπλήρωση ενός ξεσπάσματος, μιας εκτόνωσης, μιας δυσαρέσκειας που εκσπερμάτωσε πρόωρα. Η ύβρις αποπνέεται από μια κίνηση ζωής ανυπόμονη να συντρίψει τα εμπόδια. Κάτω από την ηλιθιότητα του πολίτη που πιστεύει σε ένα πιο δίκαιο και πιο συμπονετικό Κράτος ξεπροβάλει η μυστική επιθυμία να τελειώνουμε με όλες οι μορφές διακυβέρνησης-governance και εξουσίας.
Το Κράτος ενεργεί μέσω μιας πολιτικής του τετελεσμένου γεγονότος. Είναι ένα προνόμιο των αρχών που στέφθηκαν δημοκρατικά. Όταν ο αγωνιστής είναι κυρίως ένας ψηφοφόρος, δίνει την εγγύηση του σε εκείνο που μάχεται και συγκαταβαίνει να τον γρονθοκοπήσουν στη μύτη δύο φορές.

[…] Το να δημιουργήσουμε τρύπες στον ιστό της αράχνης στον οποίο μας παγιδεύει ο παρασιτικός καπιταλισμός, δεν αρκεί. Για να εξαλείψουμε την βλαπτικότητα του, δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά η ποίηση που φτιάχθηκε από όλους, η συνείδηση και το πάθος να διεργαστούμε μια κοινωνία στην οποία η ζωή ακυρώνει, μηδενίζει όλες τις μορφές καταπίεσης.1

R. Vaneigem, Sull’autogestione della vita quotidiana, pp. 50-53  Για την αυτοδιαχείριση της καθημερινής ζωής

TAGGED WITH →  •  •  •  •  •  •  •  • 

[1] in esergo: Επιγραφή, σύνθημα.

 

Liberare la specie, realizzare la vita

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Από την άμπωτη του αριστερού πατριωτισμού στην παλίρροια του ταξικού αντιφασιστικού κινήματος

Σε λίγες μέρες άλλη μια «γιορτή της δημοκρατίας» ολοκληρώνεται με τη μισή χώρα, απ’ ότι φαίνεται, να μην θέλει να γιορτάσει. Δεν πειράζει, «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα» όπως λέει και ο Τσίπρας. Εν μέσω εκλογικού αναβρασμού λοιπόν το παρόν κείμενο είναι μια προσπάθεια ερμηνείας του αναμορφωμένου εκλογικού τοπίου και ανάγνωσης της πολιτικής συγκυρίας από την σκοπιά του ταξικού αντιφασιστικού κινήματος.

Στις γραμμές που ακολουθούν προσπαθούμε να απαντήσουμε σε κάποια σημαντικά κατά τη γνώμη μας ερωτήματα: γιατί ηττήθηκε (όλη) η αριστερά και τι σηματοδοτεί αυτή η ήττα για τις ελευθεριακές δυνάμεις; Τι σημαίνει η εκλογική καθίζηση της Χρυσής Αυγής; Τι κρύβεται πίσω από την αποχή;

Από την εξέταση των παραπάνω ερωτημάτων, οι θέσεις που αναπτύχθηκαν διαμορφώνονται συνοπτικά ως εξής:

Πρώτα και κύρια, το εκλογικό παιχνίδι κρίθηκε στο μακεδονικό. Στη βάση αυτή, η αριστερά ηττήθηκε λόγω της αξιακής και τακτικής της πρόσδεσης στο άρμα του «υγιούς πατριωτισμού», με την ήττα της να σηματοδοτεί την ήττα της ριζοσπαστικής εκδοχής του κοινοβουλευτισμού. Ακόμα, σε αντίθεση με τους φαιδρούς πανηγυρισμούς του «συνταγματικού τόξου» η εκλογική καθίζηση της ΧΑ δεν μεταφράζεται σε πολιτική ήττα του εθνικισμού. Ο εθνικισμός είναι εδώ, δυνατός στη βουλή, αδύνατος στον δρόμο.

Τέλος, η πρόσφατη εκλογική διαδικασία επιβεβαίωσε ξανά την ύπαρξη ενός κοινωνικού τμήματος για το οποίο η αποχή αποτελεί πολιτική στάση. Δεν υποστηρίζουμε ότι το εν λόγω τμήμα πιάνει το σύνολο του 40-50% που απέχει, δεν ξέρουμε καν αν είναι πλειοψηφικό. Είναι όμως ένα τμήμα του και μάλιστα μαζικό, νεανικό και προλεταριακό· είναι το νέο ευέλικτο προλεταριάτο που αναδύεται στις στάχτες της μνημονιακής επίθεσης και αποτελεί τη νέα ριζοσπαστική γενιά της αποχής.

 

Ας μιλήσουν οι αριθμοί

Στις ευρωεκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε με σχεδόν 10% διαφορά από τη ΝΔ των μακεδονομάχων. Το ΚΚΕ (5,35%) έχασε καμιά 40αριά χιλιάδες ψήφους από τις ευρωεκλογές του 2014 και στις δημοτικές έχασε 4 από τους 5 δήμους του. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ (0,64%) έπεσε κι αυτή σε σχέση με 2014 και 2015. Οι πατριώτες της ΛΑΕ (0,56%) και της Πλεύσης Ελευθερίας (1,61%) δεν κατάφεραν να εξαργυρώσουν εκλογικά τη συστράτευσή τους με τους φασίστες στο μακεδονικό, ενώ οι λοιποί σταλινο-μαο-τροτσκιστές (Μ-Λ ΚΚΕ [0,22%], ΟΚΔΕ [0.09%]) συνέχισαν κλασσικά τη σκοπιά τους ως αριστεροί φαντάροι του κοινοβουλευτισμού. Μοναδικός νικητής, ο ταγός των αριστερών εντρεπρενέρ Γιάννης Βαρουφάκης (2,99%), που ως υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 είχε δηλώσει αξέχαστα ότι σε καιρούς οικονομικής κρίσης, τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του κεφαλαίου είναι κοινά.

Στο άλλο στρατόπεδο του κοινοβουλευτισμού, οι εθνικιστές τα πήγαν μια χαρά. Στις εκλογές φυσικά γιατί στην πραγματική ζωή οι αντιφασιστικές δυνάμεις τους κρατάνε στις τρύπες τους. Παρόλα τα πανηγύρια για την απώλεια 260 χιλιάδων ψήφων της ΧΑ, ο εθνικισμός δεν έχασε καμία. Ανακυκλώθηκαν όλες σε ΝΔ, Ελληνική λύση και λοιπά ακροδεξιά ζόμπι.

Δεν είναι φυσικά το ίδιο νομιμοποιημένη, άρα και το ίδιο ανεξέλεγκτη, μια ΧΑ με 3% και μια ΧΑ με 13%. Οι ταγμένοι χρυσαυγίτες όμως είναι έτσι κι αλλιώς 200 άτομα σε όλη την Ελλάδα. Εγκληματίες μεν αλλά μαλθακοί, οπορτουνιστές και εξαρτημένοι από τους μπάτσους και το ρευστό. Οι ψηφοφόροι τους από την άλλη είναι χιλιάδες και οι απόψεις τους είναι επικίνδυνες όπου και να το ρίχνουν.

Το ότι χιλιάδες λοιπόν πρώην ψηφοφόροι της ΧΑ πήγαν ντουγρού στην κυριλέ ΝΔ, δεν θα πρέπει να εφησυχάζει κανέναν. Το ’91 η ΝΔ δεν χρειάστηκε χρυσαυγίτες για να επιτεθεί στα κατειλημμένα σχολεία της Πάτρας και να δολοφονήσει τον Τεμπονέρα. Είχε τις δικές της παρακρατικές εγκληματικές ομάδες κρούσης, όπως οι Κένταυροι και οι Rangers, και τους δικούς της δολοφόνους όπως ο Ιωάννης Καλαμπόκας, πρόεδρος τότε της ΟΝΝΕΔ Αχαΐας.

 

Η νέα ριζοσπαστική γενιά της αποχής

Το πραγματικό μήνυμα των εκλογών δόθηκε κατά τη γνώμη μας στην αποχή της νεολαίας και του ευέλικτου προλεταριάτου. Η αποχή έφτασε πάλι στα ύψη με περίπου 42% στις 26 Μαΐου και περίπου 55% στις επαναληπτικές της 2ας Ιουνίου. Τέσσερα εκατομμύρια (4.154.494) άνθρωποι δεν πήγαν να ψηφίσουν. «Βαρέθηκαν να τραβηχτούν μέχρι τον τόπο τους» λένε στα καφενεία. Ούτε καν. Ακόμα και η Καθημερινή παραδέχεται ότι τα υψηλά ποσοστά αποχής που χτυπάνε κόκκινο στα αστικά κέντρα -όπου δεν υπάρχει δυσκολία μετακίνησης- αποδεικνύουν ότι η αποχή δεν οφείλεται στην απόσταση αλλά έχει καθαρά πολιτικό χαρακτήρα. Η αποχή λοιπόν για ένα τμήμα όσων απείχαν αποτελεί πολιτική στάση ενάντια στον κοινοβουλευτισμό, τον διάχυτο εθνικισμό και τον ξύλινο κομματικό λόγο.

Πρωταγωνιστές της αποχής είναι και πάλι οι νέοι. Αυτοί που δεν χρειάζονται καθοδήγηση για να καταλάβουν ότι οι φασίστες θέλουν ξύλο. Αυτοί που έλκονται ενστικτωδώς από τις ελευθεριακές ιδέες γιατί η αυτοοργάνωση και η μαχητικότητα είναι γι’ αυτούς ζωτικές ανάγκες και όχι ιδεολογικά εργαλεία. Αυτοί που δεν συγκινούνται από την επαναστατική φανφαρολογία της αριστεράς γιατί καταλαβαίνουν ότι νοσεί από πασιφισμό και ψηφοθηρία.

Ο στρατός των επισφαλών εργαζόμενων στα κάτεργα των υπηρεσιών, η ψυλλιασμένη νεολαία των αστικών κέντρων και οι αντιφασιστικές παρέες ανά την Ελλάδα, δεν το έριξαν και δεν θα το ρίξουν πουθενά το 2019. Και δεν μιλάμε για μια χούφτα αλλά για χιλιάδες ανθρώπους μεταξύ 18-35 ετών. Η νεανική αποχή που οι αστικές φυλλάδες ονομάζουν «αποπολιτικοποίηση των νέων» για μας είναι το ακριβώς αντίθετο. Είναι η αντίσταση του κόσμου της σύγχρονης ευέλικτης εργασίας που το μόνο που ξέρει είναι το μίσος για τη δουλειά και η λαχτάρα του να απελευθερωθεί από τη ρουτίνα. Δεν είναι η εργατική τάξη που το ΚΚΕ και οι υπόλοιποι θέλουν περήφανη για την επαγγελματική της ταυτότητα. Είναι η οργισμένη εργατική τάξη που δεν αντέχει τις σκατοδουλειές και τα μικρο-μεγάλα αφεντικά τους. Είναι η νέα ριζοσπαστική γενιά της αποχής και δεν ανήκει στην αριστερά.

  

Αριστερός υγιής πατριωτισμός

Το μίνι κοινωνικό κράτος που προσπάθησε να χτίσει ο ΣΥΡΙΖΑ στα συντρίμμια της τελευταίας φάσης της μνημονιακής επίθεσης στην εργατική τάξη, δεν ήταν αρκετό για να τον κρατήσει στην εξουσία. Και εντάξει ο ΣΥΡΙΖΑ, κυβέρνηση είναι θα χάσει. Οι τραγικές συνέπειες της στάσης της υπόλοιπης αριστεράς (κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής), αποτυπώνονται και στο γεγονός ότι δεν μπόρεσε εκλογικά να καρπωθεί ούτε λίγο από το αντικυβερνητικό κλίμα και να το ριζοσπαστικοποιήσει. Το ΚΚΕ έβγαζε την Κανέλλη να μιλάει για την καταγωγή των Ελλήνων από τον μέγα στρατηλάτη, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ εμφανίστηκε δειλά-δειλά στον δρόμο μόνο για τα προσχήματα και ο Λαφαζάνης κατέβαινε στο Σύνταγμα με ελληνικές σημαίες.

Για άλλη μια φορά η αριστερά υποτίμησε τη δύναμη του εθνικισμού.

Ένα μεγάλο τμήμα της, κράτησε ψηλά τη σημαία του πατριωτισμού, χαμήλωσε τη σημαία του ταξικού αντιφασισμού και έμεινε σπίτι, μην θίξει τους μπαρμπάδες των συλλαλητηρίων και την κατηγορήσουν για εθνοπροδοσία. Έλα μου όμως που στην πατριωτική διελκυστίνδα κερδίζει πάντα ο εθνικιστής.

Είναι απλό. Όπως ήταν εμφανές ήδη εδώ και έναν χρόνο, το εκλογικό παιχνίδι παίχτηκε στα εθνικά ζητήματα, δηλαδή στο γήπεδο των εθνικιστών και όχι στα «οικονομικά» (μισθοί και επιδοματική πολιτική). Αντί να συγκρουστεί στη βάση του μαχητικού ταξικού αντιφασισμού και να μαζέψει τον κόσμο έξω από το γήπεδο, η αριστερά συγκρούστηκε στη βάση του «υγιούς πατριωτισμού» και προσπάθησε να κερδίσει τον αντίπαλο μέσα.

Αντί δηλαδή να καλέσει την εργατική τάξη να βγει μαχητικά στον δρόμο ως ανάχωμα στις φασιστικές συγκεντρώσεις και να φωνάξει ότι οι προλετάριοι δεν έχουν «εθνικό» συμφέρον, επέλεξε να παλεύει με τους εθνικιστές για το ποιος είναι ο πραγματικός πατριώτης. Αντί να προσπαθήσει να πλημμυρίσει τον δημόσιο χώρο και να απονομιμοποιήσει κοινωνικά τα συλλαλητήρια διαλύοντας τον παλλαϊκό-πανεθνικό χαρακτήρα τους, περιορίστηκε στο να καλεί τους αγνούς πατριώτες των συλλαλητηρίων να μην παρασύρονται από τους φασίστες.

Έτσι, η μακεδονία κατάπιε τους μισθούς και τα επιδόματα, δηλαδή οι εθνικές ιδέες απασχόλησαν τον κόσμο περισσότερο από «το ψωμί» και ο εθνικισμός κέρδισε το εκλογικό σώμα.

Είναι από εκείνες τις στιγμές που οι μαρξιστές αναλυτές βρίσκονται σε αδιέξοδο. «Τι άλλο έπρεπε να κάνουμε;» αναρωτιούνται «και καλοί πατριώτες ήμασταν και ενάντια στα μνημόνια και τους πλούσιους». Είναι οι στιγμές που το «εποικοδόμημα» καταπλακώνει τη «βάση» και οι αριστερές κοινωνικές εξισώσεις δεν λύνονται ούτε με τον Γκράμσι.

Όπως ο σερβικός εθνικισμός του «συντρόφου» Μιλόσεβιτς κατάπιε την σοσιαλιστική αδελφοσύνη στον εμφύλιο της Γιουγκοσλαβίας. Όπως η ανιαρή και καταπιεστική ζωή στη Ρωσία κατάπιε το κοινωνικό κράτος της Σοβιετικής Ένωσης, που έπεσε χωρίς να ανοίξει ρουθούνι, ενώ οι ουρές έξω από τα McDonalds στη Μόσχα το ‘90 μετρούσαν κάτι χιλιάδες κάθε μέρα. Η μηδενική ανεργία δεν ήταν αρκετή για να κινητοποιήσει τον ρωσικό λαό να υπερασπιστεί τον σοσιαλισμό απέναντι στην καταναλωτική ουτοπία της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Αλλά ξεχάσαμε… για όλα φταίει ο ιμπεριαλισμός.

Ας μην πέφτουν λοιπόν από τα σύννεφα. Οι αναρχικοί πάντα φώναζαν ότι όταν μιλάς για ταξικό αγώνα χωρίς να επιτίθεσαι στο έθνος-κράτος, σπρώχνεις τον κόσμο στην αγκαλιά της ακροδεξιάς. Ίσως είναι καιρός να τους ακούσουν.

 

 Μην το ψάχνετε δεν έχει άλλους

Τι στο διάολο δηλαδή, έγιναν όλοι εθνικιστές και φιλελέδες;

Όχι. Απλά οι εκατοντάδες χιλιάδες νέοι-ες αντιφασίστες-ριες που η αριστερά προσδοκούσε να την στηρίξουν δεν πήγαν να ψηφίσουν ενώ οι εθνικιστές και τα σόγια τους κατέβηκαν μαζικά προς τις κάλπες. Έτσι ο εθνικισμός φαίνεται να κυριαρχεί. Ωστόσο, το ότι οι εκλογές εμφανίζουν τον εθνικισμό ψηλά δεν σημαίνει ότι αυτό αντανακλά τη δύναμή του έξω από τις κάλπες. Τα 4 εκατομμύρια που απείχαν δεν είναι φασίστες, ούτε φιλελέδες.

Άρα η αποχή των αριστερών χαντάκωσε την αριστερά;

Και πάλι όχι. Γιατί οι εκατοντάδες χιλιάδες νέοι-ες αντιφασίστες-ριες που αναφέραμε πριν, δεν ανήκουν στην αριστερά. Ίσως είναι δύσκολο να το χωνέψουν αλλά ο μέσος 20άρης-30άρης αντιφασίστας σήμερα δεν είναι αριστερός. Δηλαδή; Απορρίπτει την κομματική οργάνωση και την επαναστατική φλυαρία. Η νέα ριζοσπαστική γενιά της αποχής που λέγαμε παραπάνω, μοιάζει περισσότερο με κοινωνικό συνοδοιπόρο του αναρχικού χώρου παρά με εναλλακτική εκλογική πελατεία.

Σε κάθε εκλογική διαδικασία τα τελευταία χρόνια γίνεται ακόμα πιο σαφές ότι η εκλογική δεξαμενή της αριστεράς στους κόλπους της νεολαίας και του σύγχρονου ευέλικτου προλεταριάτου στερεύει. Και αυτό γιατί συνεχίζει να βαράει σκοπιά στο έθνος, την κοινοβουλευτική νομιμότητα και τον τραγέλαφο των εκλογών. Οι αριστεροί ψήφισαν, δεν απείχαν. Απλά αυτοί είναι όλοι κι όλοι. Οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι της αριστεράς μαζί με τους εθνικιστές και τους φιλελεύθερους έμειναν να ασχολούνται με τις εκλογές.

Η αριστερά λοιπόν έχασε ψήφους όχι από τους αριστερούς που δεν πήγαν στις κάλπες αλλά από τους αντιφασίστες και τις αντιφασίστριες που δεν ψήφισαν. Και κατά την εκτίμησή μας δεν θα ψηφίσουν ούτε τον Ιούλη, επιβεβαιώνοντας έτσι μια άβολη αλήθεια: ότι η ελληνική αριστερά «δεν έχει άλλους».

Η εκλογική καθίζηση της αριστεράς σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο αποτελεί την ήττα της ριζοσπαστικής εκδοχής του κοινοβουλευτισμού που σιγά-σιγά καταρρέει σε ολόκληρο τον κόσμο. Κι αν κάποιοι αισιόδοξοι ερμήνευσαν τις κραυγές των ΣΥΡΙΖΟPODEMOS ως σάλπισμα νίκης της ευρωπαϊκής αριστεράς, τώρα καταλαβαίνουν ότι δεν ήταν παρά ο επιθανάτιος ρόγχος της. Η εκλογική ήττα της αριστεράς όμως δεν σημαίνει ήττα του ταξικού αντιφασιστικού κινήματος αλλά ίσως το ακριβώς αντίθετο: την μαχητική του αναγέννηση, μέσα από το καμίνι της ευέλικτης εργασίας και την ζωτικότητα του μαχητικού αντιφασισμού.

  

Ας αφήσουμε τον κοινοβουλευτισμό να φυτοζωεί και ας οικοδομήσουμε τις κοινότητες μας

Μας είναι αδιανόητο πως άνθρωποι με κριτική σκέψη, επιτρέπουν στον εαυτό τους να παραιτείται και να επαναλαμβάνει δεκαετίες τώρα την ίδια μάταιη διαδρομή μέχρι το παραβάν, για να ψηφίσει ανάμεσα σε ημιθανείς ηλικιωμένους με σταυρωμένα ψηφοδέλτια και μάτσο πατριάρχες που υποδεικνύουν στη γυναίκα τους ακόμα και πώς να σφραγίσει τον φάκελο.

Παρόλα αυτά, όποιος/α καίγεται τόσο πολύ ας πάει να ψηφίσει μπας και αισθανθεί καλύτερα με τη μιζέρια του. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο η ψήφος καθαυτή όσο η παθητική πολιτική στάση που συνήθως τη συνοδεύει. Η αποχή δεν αποτελεί για μας κάποιου είδους θρησκεία. Αν αύριο χτυπήσει 90% με την εργατική τάξη χωρίς δομές και κλεισμένη σπίτι όπως σήμερα, ελάχιστα πράγματα θα αλλάξουν και δεν ξέρουμε αν θα είναι προς το καλύτερο. Κυβέρνηση θα βγει χωρίς να τίθεται ζήτημα νομιμότητας και η ζωή θα συνεχιστεί κανονικά με την τηλεόραση να παίζει και τα αφεντικά να πλουτίζουν. Με απλά λόγια η αποχή δεν συνιστά από μόνη της εξεγερσιακό γεγονός ούτε συνεπάγεται οργανωτική αναβάθμιση του κινήματος.

Δεν πανηγυρίζουμε με ανθρώπους που δεν ψηφίζουν επειδή αδιαφορούν για το τι συμβαίνει. Αντίθετα θέλουμε ανθρώπους που ενώνονται και προασπίζονται τα ταξικά τους συμφέροντα και τις συλλογικές ελευθερίες στη γειτονιά, στην πόλη, στη δουλειά, στα σχολεία, στα πανεπιστήμια. Ανθρώπους που ενώνονται σε ελευθεριακές κοινότητες αγώνα που δρουν από κοινού για την ικανοποίηση των συλλογικών αναγκών και την εκπλήρωσή των ατομικών επιθυμιών. Κοινότητες αγώνα που απλώνονται στην πόλη και την κατακτούν από τα κάτω, με κύτταρά τους τις Καταλήψεις, τα αυτοδιαχειριζόμενα στέκια, τις πολιτικές συλλογικότητες, τα πρωτοβάθμια σωματεία, τις εργατικές συνελεύσεις, τους αντιφασιστικούς πυρήνες, τις φεμινιστικές ομάδες, τα συνεργατικά εγχειρήματα, τους αυτοδιαχειριζόμενους συναυλιακούς χώρους, τους αυτοοργανωμένους αθλητικούς συλλόγους και ό,τι άλλο μπορεί να γεννηθεί όταν η ανθρώπινη δημιουργικότητα συναντά τον αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση.

Το ενεργό πολιτικά άτομο για μας, δεν έχει καμία σχέση με τη φιγούρα ενός φλύαρου κομματικού στελέχους. Αντιθέτως, είναι ο καθένας και η καθεμία που εντάσσεται σε μια κοινότητα αγώνα με τον τρόπο που βρίσκει πιο πρόσφορο. Αρκεί να ενταχθεί σε ένα από τα κύτταρά της και να έχει συνείδηση των συλλογικών συμφερόντων-αναγκών που υπηρετεί. Αυτό εχθρεύονται οι εκλογές. Την απελευθέρωση της ανθρώπινης δημιουργικότητας στη συνεργατική και εξωθεσμική της μορφή.

Και ποιο είναι το καθήκον σου στη δημοκρατία; Μισή μέρα δουλειά, μισή μέρα τηλεόραση -γιατί είσαι ψόφιος- και κάθε τέσσερα χρόνια ψήφος για να νιώσεις ότι η γνώμη σου μετράει. Θες και κάτι παραπάνω. Γίνε «ενεργός πολίτης». Κατέβα δημοτικός σύμβουλος, κάνε δημόσια σχόλια για τα σκουπίδια ή για τους ασυνείδητους που παρκάρουν σε θέσεις ΑΜΕΑ, γίνε πρόεδρος στον τοπικό πολιτιστικό σύλλογο και ούτω καθεξής. Με λίγα λόγια, ασχολήσου με κάτι ακίνδυνο, τετριμμένο που δεν απαιτεί παρά βασικές γνώσεις δημοτικού και εμπιστεύσου τα υπόλοιπα στα παιδιά με τα σακάκια.

Σε 80 χρόνια ζωής, ένας άνθρωπος ψηφίζει περίπου 30 φορές (εθνικές, ευρωεκλογές, δημοτικές κλπ.). Σύνολο, μερικές ώρες που αποτελούν την πολιτική δράση μας ως πολίτες. Αυτό μας προσφέρει η κοινοβουλευτική δημοκρατία για να υπερασπιστούμε τα συμφέροντα μας. Κι όλες τις υπόλοιπες, μας αφήνει ελεύθερους να παλεύουμε τα αυτοάνοσα που μας προκαλεί το άγχος, τις δουλειές που δεν θα έπρεπε να είναι δουλειές, την ελληνική γραφειοκρατία, τα καθάρματα της αστυνομίας, τους φασίστες της διπλανής πόρτας. Ψήφιζε κάθε 4 χρόνια βάσει φυσιογνωμίας (ποιον γουστάρεις περισσότερο στην τηλεόραση) και το υπόλοιπο διάστημα κράζε ελεύθερα στα καφενεία και στα οικογενειακά τραπέζια. Αυτό είναι όλο, δεν είσαι υπόλογος σε κανέναν, δεν έχεις ευθύνη για τίποτα.

Ο κοινοβουλευτισμός δεν σου ζητάει πολλά, μόνο την ίδια σου τη ζωή.

Εμείς λοιπόν δεν θα του τη δώσουμε. Δεν θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια, ούτε θα κοιτάξουμε την πάρτη μας για να ζήσουμε πιο ήσυχα. Δεν θα κοιτάμε τους φασίστες να δηλητηριάζουν την πόλη μας, ούτε τα ντόπια αφεντικά να παραβιάζουν όποια διάταξη έχει μείνει όρθια από την κατεστραμμένη εργατική νομοθεσία. Δεν θα κοιτάμε τους ομοφοβικούς να σπέρνουν τον φόβο και τους νοικοκύρηδες να μας πετάνε στον δρόμο για να κάνουν τα σπίτια μας airbnb.

 

Οργάνωση για τις εξεγέρσεις που έρχονται

Τον Ιούλιο έχουμε αλλαγή βάρδιας στον κρατικό μηχανισμό. Από την αριστερή στη δεξιά αντιεξέγερση. Όχι δεν είναι το ίδιο αλλά δεν ξέρουμε και τι είναι χειρότερο. Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι υποσχέσεις του δρομολόγησαν μια διαδικασία κινηματικής απερήμωσης που θα σταματήσει με τον Μητσοτάκη. Η άμεση καταστολή θα είναι σφοδρή και το ταξικό αντιφασιστικό κίνημα θα απαντήσει.

Δεν ξέρουμε αν η ΝΔ θα κλείσει περισσότερες καταλήψεις από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ξέρουμε σίγουρα ότι θα εντείνει το πετσόκομμα των προλεταριακών κατακτήσεων, θα γιγαντώσει την καταστολή, θα υψώσει περισσότερες ξενοδοχειακές μονάδες με δούλους των 600 ευρώ, θα σιγοντάρει περισσότερο τους φασίστες σε τοπικό επίπεδο.

Μαθημένα όμως τα βουνά απ’ τα χιόνια.

Η Ελλάδα δεν είναι Ελβετία. Εδώ ο δημόσιος χώρος είναι ακόμα ανθηρός. Η εργατική τάξη και ο αντιφασιστικός κόσμος δίνει ακόμα ζωή στους δρόμους και στις πλατείες. Και δεν πρόκειται να σταματήσει. Σε καιρούς που ο φασισμός αναγεννιέται ως πολιτικό κίνημα παγκοσμίως και κατακτά δρόμους και κοινοβούλια, εδώ συνεχίζουμε να κατέχουμε το πρώτο. Ας μείνει στο γκέτο της βουλής για όσο ακόμα τον συντηρούν οι αστοί επιχειρηματίες και οι μικροαστοί νοικοκυραίοι του. Στην πραγματική ζωή δεν θα επιβληθεί ποτέ.

Εδώ και 10 περίπου χρόνια, από την έναρξη δηλαδή της μνημονιακής επίθεσης και την πολιτική αναδιοργάνωση του φασισμού καταφέραμε αρκετά. Οι δυνάμεις του ανεξάρτητου μαχητικού συνδικαλισμού έδειξαν ότι οι προλεταριακές κινητοποιήσεις μπορούν να δημιουργήσουν το δικό τους έδαφος, μακριά και ενάντια στα συνδικαλιστικά βαμπίρ. Ο μαχητικός αντιφασισμός απέδειξε ότι η τόλμη και η οργάνωση μπορούν να συντρίψουν τους φασίστες. Ακόμα και στο μακεδονικό που τα πάντα -από την αστυνομία μέχρι τα κανάλια- ήταν με το μέρος τους, η πραγματική ισχύς των φασιστών στον δρόμο αποδείχτηκε πενιχρή μπροστά στην αποφασιστικότητα και την εμπειρία των δυνάμεων του μαχητικού αντιφασισμού.

Η συμβολή του ελευθεριακού χώρου σε όλα τα παραπάνω είναι κάτι περισσότερο από καθοριστική. Η διάχυσή του σε μαχητικά ταξικά σχήματα και η τόλμη του απέναντι στους φασίστες, κινητοποίησαν αρκετό κόσμο, ακόμα κι αν οι αριθμοί είναι προς στιγμήν περιορισμένοι. Συν τοις άλλοις, όλα τα παραπάνω απέδειξαν την οξυδέρκεια των αναλύσεών του στο πεδίο του ταξικού αγώνα και της αντιφασιστικής τακτικής. Μια προλεταριακή οξυδέρκεια που τα ινστιτούτα των σταλινικών μάνατζερ της εργατικής τάξης δεν θα κατακτήσουν ποτέ.

Το τέλος της αριστερής διακυβέρνησης, μπορεί να συνοδεύεται από τη γενική καθίζηση της αριστεράς, όχι όμως κι από τη δική μας. Στον νέο πόλεμο που έρχεται θα είμαστε εκεί από την αρχή. Οι ελευθεριακές πολιτικές δυνάμεις, τα μαχητικά εργατικά σχήματα και ο στρατός του μαχητικού αντιφασισμού πρέπει να βγουν και πάλι στην πρώτη γραμμή όπως το έκαναν τα τέσσερα τελευταία χρόνια, παρά το κινηματικό μαρμάρωμα που προκάλεσαν οι συριζαίικες σειρήνες.

Να οργανωθούμε για τα εξεγερσιακά γεγονότα των επόμενων χρόνων. Να προετοιμάσουμε την προλεταριακή άμυνα. Να ανάψουμε τη φλόγα της προλεταριακής εξέγερσης, στέλνοντας σινιάλο ελπίδας και αντίστασης σε όλο τον κόσμο.

 

ΟΥΤΕ ΒΗΜΑ ΠΙΣΩ

 

αναρχική συλλογικότητα

Οκτάνα

μέλος της Αναρχικής Ομοσπονδίας

oktana.espivblogs.net

 

Από την άμπωτη του αριστερού πατριωτισμού στην παλίρροια του ταξικού αντιφασιστικού κινήματος

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Τα μαθήματα του Sea Watch

 

Τα γεγονότα αυτών των ημερών, με την αποβίβαση των 42 ναυαγών μετά από 15 ημέρες παραμονής στη θάλασσα, επάνω σε ένα πλοίο μη εξοπλισμένο για παρατεταμένες διαμονές.

Επιτέλους στη Λαμπεντούζα, στη γη! Αλλά η αποβίβαση δεν πραγματοποιήθηκε χάρη στη διπλωματική και / ή θεσμική δραστηριότητα, εάν ήταν γι ‘αυτούς, οι ναυαγοί θα ήταν ακόμα στην ανοικτή θάλασσα. η λύση και η σωτηρία αυτών των ανθρώπων οφείλονται σε μια πράξη ισχυρής αυτοδιάθεσης, που επιτελέστηκε από την καπετάνισσα απαραίτητη για να σώσει τις ζωές αυτών των ανθρώπων και να ανακουφίσει τα τεράστια βάσανα τους. Μια θαρραλέα πράξη ανυπακοής των εντολών που έλαβαν η Gdf και άλλες δυνάμεις της τάξης από την κυβέρνηση σεβόμενες αδίστακτους και εγκληματικούς νόμους, που εγκρίθηκαν από εκείνους που δεν ξέρουν να σέβονται ούτε τους πιο βασικούς ανθρώπινους κανόνες, ούτε εκείνους της θάλασσας.

Είναι ένα γεγονός, αυτό του Sea Watch που μας επιτρέπει να καταλάβουμε, σε όσους θέλουν να καταλάβουν, ότι ο φονταμενταλιστικός σεβασμός της «νομιμότητας» είναι σήμερα το χειρότερο έγκλημα. Μας επιτρέπει να καταλάβουμε ότι τα κυνικά διατάγματα και οι κανονισμοί δεν θα επηρεάσουν ένα ιστορικό γεγονός μεταναστευτικών ρευμάτων από περιοχές του κόσμου προς άλλες περιοχές. Ένα γεγονός που χαρακτηρίζει αυτή την ιστορική φάση, όπως συνέβη στις δεκαετίες μεταξύ του δέκατου ένατου και του εικοστού αιώνα, όταν ήταν οι πρόγονοί μας που μετανάστευσαν πέρα από τον Ατλαντικό. ή στις δεκαετίες της δεύτερης μεταπολεμικής περιόδου, όταν μετανάστευσαν προς τη βόρεια Ευρώπη και τη Βόρεια Ιταλία από το Νότο αλλά και από το Βένετο προς τη Λομβαρδία και το Πεδεμόντιο, μεγάλες μάζες προλετάριων και αγροτών.

Εμείς, λαός μεταναστών, εκφράζουμε σήμερα, μέσω αυτής της άρχουσας τάξης, την πνευματική και πολιτική αχρειότητα χειρίστου βαθμού που μας οδηγεί να θεωρούμαστε το κατακάθι της ανθρωπότητας.

Μόνο μια τεράστια εξέγερση, μπορεί να μας σώσει!!!

Όλα τα παιδιά του Αδάμ σχηματίζουν ένα μόνο σώμα,

είναι της ίδιας ουσίας.

Όταν ο χρόνος ταλανίζει με τον πόνο

ένα μέρος του κορμιού

τα άλλα μέρη υποφέρουν.

Εάν δεν νιώθεις τον πόνο των άλλων

δεν αξίζεις να ονομάζεσαι άνθρωπος.

Sa’dī di Shiraz [καλλιτεχνικό όνομα του πέρση ποιητή και λογοτέχνη AbūʻAbdu’l-lāh Musharrafu’d-dīn Musliḥ, 1213 – 1291. Η ποίηση του έχει εμπνεύσει πολλούς δυτικούς ποιητές. Αποσπάσματα των ποιημάτων του εμφανίζονται στους τοίχους του κτιρίου του ΟΗΕ]

 

Gli insegnamenti della Sea Watch

μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

Ciao Nanni, Γεια σου, σήμερα όπως χθες τα Θέλουμε Όλα!

Με βαθιά θλίψη μάθαμε πως χάσαμε το Nanni Balestrini. Ποιητής, συγγραφέας, αγωνιστής μας αφήνει στην ηλικία των 83 ετών. Ας θυμηθούμε το έργο του δημοσιεύοντας ένα απόσπασμα ενός από τα κείμενα που περισσότερο αγαπήσαμε, μεταξύ πολλών, του Nanni: «Θέλουμε τα πάντα!»-«Vogliamo Tutto!». Ένα κείμενο που για τα 40 χρόνια από τη δημοσίευσή του χαρακτηρίσαμε «έναν γλωσσολογικό εκρηκτικό μηχανισμό υπολογισμένης ισχύος και συγκρατημένου πάθους. Μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους: ως απολογισμός των κοινωνικών μαχών του μητροπολιτικού προλεταριάτου, ως ένα προτρεπτικό αντίφωνο στην εξάπλωση της αυτονομίας των εργατών, ως ένα ανεξάρτητο βλέμμα, ή σαν μια χειρονομία συμπάθειας της γλώσσας για τη ζωή. Δημοσιευμένο για πρώτη φορά το 1971, τα Θέλουμε όλα είναι η ιστορία ενός εργάτη που ήρθε από το Νότο σε μια Fiat σε αναβρασμό, η ιστορία της ανακάλυψης της μητρόπολης, της καπιταλιστικής βίας και καταπίεσης, της προλεταριακής κοινότητας που σχηματίζεται, της εξέγερσης που σέρνεται σαν φίδι και στη συνέχεια εκρήγνυται: «Σήμερα, καθώς αποχαιρετούμε το Nanni, ας ξαναδιαβάσουμε κάποιες από αυτές τις σελίδες γεμάτες εξέγερση και ποίηση.Το χώμα που σε σκεπάζει να είναι ελαφρύ, σύντροφε!

Ciao Nanni, oggi come ieri Vogliamo Tutto!

[..] Σύντροφοι όπως όλοι γνωρίζετε στη Fiat κάθε μέρα το ποσοστό των απουσιών είναι πολύ υψηλό. Είναι άνθρωποι που δεν καταφέρνουν πλέον να συμβαδίζουν με τους εξαντλητικούς ρυθμούς εργασίας που επιβάλλουν τα αφεντικά. Είναι άνθρωποι που μένουν στο σπίτι για να προστατέψουν τη φυσική τους ύπαρξη. Είναι μια διαρκής απόδραση από την παραγωγική εργασία. Μιλάμε για το δικαίωμα στην υγεία, για αγώνες κατά της βλαπτικότητας. Αλλά κανείς δεν λέει ότι το μοναδικό ζήτημα είναι πως η εργασία είναι επιβλαβής. Η μετανάστευση των νέων από το Νότο από τη Fiat προχωρεί τους τελευταίους μήνες με αυξανόμενο ρυθμό. Δεδομένων των ισχυρών αυτοαπολύσεων εργατών που δεν θέλουν πλέον να ξέρουν τίποτα για τους ρυθμούς της Fiat και δεδομένων των απολύσεων των εργατών που κάνουν πάρα πολλές απουσίες. Όλα αυτά είναι βολικά για τη Fiat επειδή οι καινούργιοι εργάτες που προσλαμβάνονται έχουν χαμηλότερους μισθούς για τα πρώτα τέσσερα χρόνια εκμετάλλευσης στο εργοστάσιο.

Σε αυτό να προσθέσουμε τον φαύλο κύκλο που αφαιρεί σχεδόν όλο το μισθό. Νεαροί μετανάστες που μετακινούνται ανάμεσα σε ένα εστιατόριο και έναν ενοικιαστή δωματίου. Να βάζεις χρήματα στην άκρη για την εξόφληση των χρεών μετακίνησης προς βορρά και για να στέλνεις χρήματα στο νότο ήταν εφικτό μέχρι πριν από έξι ή επτά χρόνια. Ο πραγματικός μισθός της Fiat πήγε πίσω όλα αυτά τα χρόνια. Έτσι η απεργία που κάναμε για τη Battipaglia ως Battipaglia στο νότο υπήρξε το τέλος της φιλικής προς το νότο πολιτικής της Χριστιανοδημοκρατίας και του PCI-ΚΚΙ του Κράτους και των μονοπωλίων εκείνη η απεργία υπήρξε η ευκαιρία για μια πολιτική απεργία εναντίον του κρατικού σχεδιασμού και της Φίατ.

Όσον αφορά αυτή την απεργία της πέμπτης δεν είναι τα συνδικάτα που αντιλήφθηκαν ότι οι εργάτες δεν μπορούν πλέον να αντέξουν τα νοίκια. Αλλά ήταν οι εργάτες με αυτές τις πράξεις εξέγερσης έξω από κάθε συνδικαλιστική και πολιτική γραμμή που έδειξαν ότι είχαν πάνω από τα μαλλιά τους την αύξηση του κόστους ζωής για ενοικίαση. Και ότι σε κάποιο σημείο δεν μπορούν πλέον να ικανοποιηθούν με τον μισθό πείνας που παίρνουν σήμερα. Ζητούμε εγγυημένο μισθό ζητάμε να πληρωνόμαστε πάντα ανάλογα με τις ανάγκες μας τόσο όταν εργαζόμαστε όσο και όταν είμαστε άνεργοι. Χειροκροτήματα.

Σύντροφοι τώρα μετά από όλες αυτές τις εβδομάδες απεργιών στις οποίες γονατίσαμε το αφεντικό όλοι μας λένε να μην το παρακάνουμε. Οι συνδικαλιστές στο εργοστάσιο μας το λένε αυτό μας το λένε οι εφημερίδες έξω. Ότι αν συνεχιστεί έτσι θα υπάρξει κρίση πως πρέπει να είμαστε προσεκτικοί διότι όλη αυτή η μικρότερη παραγωγή καταστρέφει την οικονομία της Ιταλίας. Και τότε όλοι θα ήμαστε χειρότερα θα υπάρξει ανεργία και πείνα. Αλλά δεν μου φαίνεται εμένα ότι τα πράγματα είναι ακριβώς έτσι. Ας αφήσουμε επίσης στην άκρη ότι όπως είπε και ο σύντροφος πριν αν η οικονομία των αφεντικών χρεοκοπήσει εμάς δεν μας νοιάζει καθόλου. Αντιθέτως μας χαροποιεί πολύ.

Αυτό είναι πολύ αληθινό, αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Είναι ότι δεν μας νοιάζει διότι έτσι κι αλλιώς γνωρίζουμε ότι εδώ μέχρι να αλλάξουν όλα είμαστε πάντοτε εμείς στη χειρότερη θέση. Δεν ήμασταν πάντα εμείς να πληρώνουμε το υψηλότερο αντίτιμο για όλους τους αγώνες; Σύντροφοι εγώ είμαι από το Σαλέρνο έχω κάνει όλες τις δουλειές στο νότο όπως στο βορρά και ένα πράγμα έχω καταλάβει: Ότι ο εργάτης έχει μόνο δύο δυνατότητες ή μια σφαγιαστική δουλειά όταν τα πράγματα πάνε καλά ή την ανεργία και την πείνα όταν στραβώνουν. Δεν είμαι σίγουρος ποιο από τα δύο πράγματα είναι χειρότερο. Αλλά δεν είναι πως ο εργάτης μπορεί να αποφασίσει είναι το αφεντικό που πάντα αποφασίζει γι αυτόν.

Δεν χρειάζεται λοιπόν όταν τσαντιζόμαστε γιατί δεν αντέχουμε άλλο να έρχονται να μας παρακαλούν να επιστρέψουμε στην δουλειά. Να έρχονται να μας κάνουν ηθική ότι είμαστε μία μόνο χώρα ένα μόνο γενικό συμφέρον που ο καθένας έχει τη λειτουργία και το καθήκον του και αυτά τα πράγματα εδώ. Με αυτή την αρχαία ιστορία πως το στομάχι δεν μπορεί να γεμίσει αν τα μπράτσα δεν δουλεύουν και τότε ολόκληρο το σώμα πεθαίνει. Και έτσι μας παρακαλούν και μας απειλούν να επιστρέψουμε στη δουλειά γιατί διαφορετικά θα είναι χειρότερα για μας. Αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι γιατί όπως είπα πριν εμείς όσο έχουν την εξουσία αυτοί εμείς με αυτούς πάντα πεθαίνουμε και σε κάθε περίπτωση είτε δουλεύουμε είτε όχι.

Και σε αυτή την παγίδα δεν πέφτουμε πια επειδή ακριβώς εμείς και αυτοί δεν είμαστε το ίδιο σώμα. Δεν έχουμε τίποτα κοινό είμαστε δύο διαφορετικοί κόσμοι είμαστε εχθροί και φτάνει εμείς και αυτοί. Η μέγιστη δύναμη που έχουμε εμείς είναι ακριβώς αυτό το γεγονός ότι έχουμε πεισθεί επιτέλους ότι με την δουλειά των αφεντικών και με το Κράτος των αφεντικών εμείς δεν έχουμε πραγματικά κανένα κοινό συμφέρον. Όμως έχουμε όλα τα συμφέροντα εναντίον. Όλοι οι υλικοί μας στόχοι είναι εναντίον αυτής της οικονομίας είναι ενάντια σε αυτήν την ανάπτυξη είναι ενάντια στο γενικό συμφέρον που είναι αυτό του Κράτους των αφεντικών. Τώρα μας λένε ότι η Fiat φτιάχνει ένα εργοστάσιο στο Togliattigrad στη Ρωσία και ότι θα πρέπει όλοι να πάμε εκεί για να μάθουμε να δουλεύουμε όπως εργάζονται στον κομμουνισμό.

Και τι στον πούτσο μας νοιάζει εμάς αν και στη Ρωσία τους εργάτες τους εκμεταλλεύονται και πως είναι το σοσιαλιστικό κράτος που τους εκμεταλλεύεται αντί του καπιταλιστή αφεντικού. Σημαίνει ότι εκείνος δεν είναι κομμουνισμός αλλά είναι κάτι που δεν είναι καλό. Και όντως νομίζω ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για την παραγωγή και για να πάνε στο φεγγάρι αντί για την ευημερία του κόσμου. Επειδή η ευημερία έρχεται πρώτα απ ‘όλα από το να μας κάνουν να δουλεύουμε λιγότερο. Αυτός είναι ο λόγος που λέμε τώρα όχι στα τρομαγμένα αφεντικά που μας ζητούν να τους βοηθήσουμε στην παραγωγή τους. Που μας εξηγούν ότι πρέπει να συμμετάσχουμε επειδή είναι προς το συμφέρον όλων μας.

Λέμε όχι στις μεταρρυθμίσεις για τις οποίες το κόμμα και το συνδικάτο θέλουν να μας κάνουν να αγωνιζόμαστε. Επειδή κατανοήσαμε ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις χρησιμεύουν μόνο για τη βελτίωση του συστήματος με το οποίο μας εκμεταλλεύονται τα αφεντικά. Τι μας νοιάζει να μας εκμεταλλεύονται καλύτερα με λίγα σπίτια λίγα φάρμακα ή κάποια περισσότερα σχολεία. Όλα αυτά βελτιώνουν μόνο το Κράτος βελτιώνουν το γενικό συμφέρον βελτιώνουν την ανάπτυξη. Αλλά οι δικοί μας στόχοι είναι κατά της ανάπτυξης είναι ενάντια στο γενικό συμφέρον είναι δικοί μας και αυτό είναι, φτάνει. Οι στόχοι μας δηλαδή τα υλικά συμφέροντα της εργατικής τάξης είναι ο θανάσιμος εχθρός του καπιταλισμού και των συμφερόντων του.

Εμείς ξεκινήσαμε αυτόν τον μεγάλο αγώνα ζητώντας περισσότερα χρήματα και λιγότερη εργασία. Τώρα γνωρίζουμε ότι αυτό είναι ένα σύνθημα που ανατρέπει που στέλνει στον αέρα όλα τα σχέδια των αφεντικών όλο το σχέδιο του κεφαλαίου. Και τώρα πρέπει να προχωρήσουμε από τον αγώνα για τους μισθούς στον αγώνα για την εξουσία. Σύντροφοι αρνούμαστε την εργασία. Θέλουμε όλη την εξουσία θέλουμε όλο τον πλούτο. Θα είναι ένας μακροχρόνιος αγώνας με επιτυχίες και αποτυχίες με ήττες και προωθήσεις. Αλλά αυτός είναι ο αγώνας που πρέπει τώρα να ξεκινήσουμε ένας σκληρός και βίαιος εις βάθος αγώνας. Πρέπει να αγωνιστούμε για να εξαφανιστεί η δουλειά. Πρέπει να αγωνιστούμε για τη βίαιη καταστροφή του κεφαλαίου. Πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια σε ένα Κράτος που βασίζεται στην εργασία. Λέμε: Ναι στη εργατική βία.

Επειδή είμαστε εμείς οι προλετάριοι του νότου εμείς οι εργάτες μάζα αυτή η τεράστια μάζα των εργατών εμείς εκατόν πενήντα χιλιάδες εργάτες της Fiat που έχουμε χτίσει την ανάπτυξη του κεφαλαίου και αυτού του Κράτους του. Είμαστε αυτοί που έχουν δημιουργήσει όλο τον πλούτο που υπάρχει και του οποίου μας αφήνουν μόνο τα ψίχουλα. Δημιουργήσαμε όλο αυτό τον πλούτο ψοφώντας στη δουλειά στη Fiat ή ψοφώντας από πείνα στο νότο. Και τώρα που είμαστε η μεγάλη πλειοψηφία του προλεταριάτου δεν θέλουμε πλέον να δουλεύουμε και να πεθαίνουμε για την ανάπτυξη του κεφαλαίου και του Κράτους του. Δεν θέλουμε πλέον να συντηρούμε όλα αυτά τα γουρούνια.

Ε λοιπόν λέμε ότι είναι καιρός να τελειώνουμε με αυτά τα γουρούνια και πως όλο αυτό τον τεράστιο πλούτο που εμείς παράγουμε εδώ και στον κόσμο μετά εκτός των άλλων δεν ξέρουν άλλο από να τον καταστρέφουν ή να τον σπαταλούν. Τον σπαταλούν για να κατασκευάζουν χιλιάδες ατομικές βόμβες ή για να πάνε στο φεγγάρι. Καταστρέφουν ακόμη και τόνους φρούτων ροδάκινα και αχλάδια επειδή υπάρχουν πάρα πολλά και τότε χάνουν αξία. Επειδή όλα πρέπει να έχουν μια τιμή γι αυτούς όλα πρέπει να έχουν μια αξία που είναι το μόνο πράγμα που τους ενδιαφέρει όχι τα προϊόντα που δίχως αξία γι’ αυτούς δεν μπορούν να υπάρξουν. Για αυτούς δεν μπορούν να εξυπηρετούν τους ανθρώπους που δεν έχουν φαγητό. Με όλο αυτό τον πλούτο που υπάρχει οι άνθρωποι θα μπορούσαν πλέον να μην πεθαίνουν από την πείνα θα μπορούσαν πλέον να μη δουλεύουν. Ας πάρουμε λοιπόν εμείς όλο αυτό τον πλούτο ας πάρουμε λοιπόν τα πάντα.

Μα έχουμε τελείως τρελαθεί; Τα αφεντικά μας κάνουν να δουλεύουμε σαν ζώα και στη συνέχεια καταστρέφουν τον πλούτο που εμείς έχουμε παράξει. Αλλά ήρθε η ώρα να τελειώνουμε με αυτό εδώ τον κόσμο. Ήρθε η ώρα να τα γαμήσουμε όλα αυτά τα γουρούνια να τα καθαρίσουμε και να τα ξεφορτωθούμε μια για πάντα. Κράτος και αφεντικά προσέξτε είναι ο πόλεμος είναι ο τελικός αγώνας. Ας πάμε μπροστά σύντροφοι να προχωρήσουμε όπως στη Battipaglia να τα κάψουμε όλα να ξεσκίσουμε αυτά τα καθάρματα να συντρίψουμε αυτή τη δημοκρατία. Πολύ πλατιά χειροκροτήματαi. [..]

απόσπασμα από την »συνέλευση»- «L’assemblea», κεφάλαιο 9 του »Τα θέλουμε όλα»- «Vogliamo Tutto»

 

https://www.infoaut.org/culture/ciao-nanni-oggi-come-ieri-vogliamo-tutto

ιστορία, storia

MAELSTROM: μια ακόμη ανασκόπηση

8 ιουλίου 2011

Δεν θα σταματήσω εύκολα να μιλάω γι αυτό το βιβλίο questo libro, όπως δεν σταματώ -ΑΔΥΝΑΤΟΝ- να αγαπώ τον συγγραφέα του, 
κομμάτι καρδιάς, αίματος, ζωής.
Αυτή είναι μια άλλη ανασκόπηση – un’altra recensione – ενός βιβλίου που ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ  ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ! Τι «γροθιά», αυτό το βιβλίο, καμία σχέση με τη σκιά του Banco [α] που εμφανίζεται ξανά σαν φάντασμα για να διαταράξει το μυαλό του Macbeth, εδώ είναι ένας ζωντανός και στα καλά του κύριος 71 ετών ο οποίος μετά από περισσότερα από 30 χρόνια φυλακής χτυπά με αυτό το βιβλίο την πόρτα μας να μας πει με το νι και με το σίγμα τι συνέβη στην Ιταλία και στον κόσμο σε εκείνα τα 20 χρόνια που προηγήθηκαν της σύλληψής του, και που, τα επόμενα 30 χρόνια, εκείνοι που τον συνέλαβαν αποφεύγουν με κάθε τρόπο να διηγούνται.

387 σελίδες εγγράφων, μαρτυριών και πολλών άλλων διατυπώνονται και παραδίδονται με την φροντίδα και το αδιαμφισβήτητο αυτού που είχε 30 χρόνια για να αναδιατάξει και να μεταβολίσει από «μέσα» εκείνα τα 20 χρόνια ζωής που έζησε, ενώ «έξω» λειτουργούσε η πιο εκκωφαντική από τις αποδομήσεις, και που σήμερα, έχοντας απίστευτα επιβιώσει (όχι μόνο στο σώμα αλλά κυρίως στο μυαλό) σε όλα εκείνα, διεκδικεί το δικαίωμα του «ηττημένου» να εμπλουτίσει την ιστορία που γράφτηκε μέχρι σήμερα, όπως πάντοτε, από τον νικητή, για τον απλό λόγο ότι και αυτός … ήταν εκεί.
Λοιπόν «1960-1980 σκηνές εξέγερσης και ταξικής αυτοοργάνωσης στην Ιταλία» διαβάζουμε στον υπότιτλο διότι ο συγγραφέας βίωσε από πρώτο χέρι και όλο και περισσότερο ως πρωταγωνιστής εκείνη την εικοσαετία αγώνων του εργατικού κινήματος που σημάδεψε ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της χώρας μας κατά την περίοδο που πηγαίνει από την αρχή του λεγόμενου οικονομικού boom στην εποχή del riflusso – της πτώσης, της υποχώρησης των κινημάτων των χρόνων ’80. [β]
Σε αυτό το μακρύ ταξίδι ο συγγραφέας συμμετείχε άμεσα σε πολλά γεγονότα που κατά κάποιον τρόπο είναι «παράλληλα» και «συνδέονται» με την εικοσαετή στράτευση του ως αγωνιστή εργατιστή, συμπεριλαμβανομένων των περίφημων ’68 και ’77 μέχρι την τελική προσγείωση στην σημαντικότερη οργάνωση ένοπλου αγώνα που έδρασε στην Ιταλία που το βιβλίο αυτό μας εξηγεί ως υποχρεωτική φυσική συνέχεια με όλα του τα «πριν», και που επομένως αντιπροσωπεύει μόνο ένα τελικό στάδιο μιας πολύ μακρύτερης και πιο σύνθετης διαδρομής που ξεκινάει από πολύ μακριά.

Αυτό που είναι πιο εντυπωσιακό σε αυτό το βιβλίο, και το οποίο το καθιστά μοναδικό κατά τη γνώμη μου, είναι το γεγονός ότι αντί να μιλάει, όπως έκαναν τόσοι πολλοί άλλοι πρώην ταξιαρχίτες, για την εμπειρία τους στον ένοπλο αγώνα ενθυμούμενοι μακάρι μέσα σε λίγες σελίδες όσα τους οδήγησαν σε μια τέτοια επιλογή, ή να διηγούνται τη δική τους οδύσσεια στα πολυετή χρόνια της ειδικής φυλακής, ο Ricciardi κάνει ακριβώς το αντίθετο.
Ο Salvatore Ricciardi χρησιμοποιεί το βιβλίο αυτό για να ανασυνθέσει λεπτομερώς την αγωνιστική του ζωή υπέρ των πολλών ιταλικών μεταπολεμικών εργατικών αγώνων από το 1958 έως το 1977 μέχρι την ένταξή του στις BR μετά την τελική αποτυχία του κινήματος του 1977, και στη συνέχεια επαναφέρει την διήγηση από τον πρώτο του χρόνο φυλάκισης στο Trani όπου οργανώνει τη περίφημη εξέγερση του 1980, για να κλείσει στη συνέχεια με την επακόλουθη μεταφορά του στην τιμωρητική φυλακή του Bad ‘a Carros στις αρχές του 1981.

Για τα υπόλοιπα τίποτα, τίποτα για τα 3 χρόνια της συμμετοχής του στην ρωμαϊκή φάλαγγα των ΕΤ και τίποτα για τα επόμενα 30 χρόνια φυλάκισης. Γιατί λοιπόν, πέρα από το εντυπωσιακό ιστορικό έργο της επίπονης ανοικοδόμησης των ιταλικών εργατικών αγώνων και των πολλών επαναστατικών ταραχών στον κόσμο εκείνων των χρόνων, που ανακαλεί, με μεγάλη προσοχή και πληρότητα το περίφημο βιβλίο « Η Χρυσή Ορδή» των Ballestrini και Moroni κάποιων χρόνων νωρίτερα, αυτό το βιβλίο, έλεγα στην αρχή, είναι μια «γροθιά»;

Διότι τεκμηριώνει πολλά χρόνια αργότερα και με έναν απολύτως αναμφισβήτητο τρόπο αυτά που συνέβησαν πραγματικά στη χώρα μας μέσα στην εικοσαετία από το 1960 έως το 1980, κάτι που κανείς δεν είχε ποτέ τολμήσει ή ίσως μπόρεσε να κάνει, και θα έλεγα ότι αυτός είναι ο λόγος, κάτι περισσότερο από αρκετός, για να ευχηθούμε μια διάδοση του maelstrom όσο το δυνατόν πιο εκτεταμένη σε όσους κατά τη διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων μπόρεσαν να ακούσουν μόνο την διήγηση αυτών που κέρδισαν, αλλά φοβάμαι ότι αυτό δεν θα συμβεί. Ωστόσο αυτό δεν αφαιρεί καμία αξία, να καταλαβαινόμαστε, από την επιλογή να έχει γράψει σήμερα αυτό το πολύ σημαντικό κείμενο και μετά από 30 χρόνια φυλάκισης, μόνο και μόνο επειδή, όπως καταλήγει ο συντάκτης παραθέτοντας μια φράση από τον θεατρικό συγγραφέα Samuel Beckett: «Προσπάθησα πάντα. Πάντα απέτυχα. Μην συζητάς. Δοκίμασε ξανά. Απέτυχε πάλι. Απέτυχε καλύτερα! «.
Μιλώντας για όμορφες φράσεις, τόσες πολλές πρέπει να πω, η σκέψη που με εντυπωσίασε περισσότερο εμφανίζεται σχεδόν στην αρχή του βιβλίου, δεν θυμάμαι τα ακριβή λόγια αλλά έλεγε πάνω κάτω ότι να γίνεις «σύντροφος» είναι επιχείρηση που απαιτεί και έναν κάποιο …χρόνο.

Εν κατακλείδι η προσωπική μου ιδέα, ίσως λαθεμένη, αυτού του βιβλίου είναι ότι το μήνυμα του συγγραφέα είναι  «με συλλάβατε και παρέμεινα σιωπηλός για 30 χρόνια, τώρα που είμαι ελεύθερος μου φάνηκε σωστό να αναφέρω πριν από κάθε τι άλλο και όλα αυτά που δεν ειπώθηκαν ποτέ επάνω σε εκείνα τα χρόνια, και τώρα αν θέλετε μπορούμε να αρχίσουμε πραγματικά να … μιλάμε γι αυτά «

DAVIDE STECCANELLA

α] essere l’ombra di Banco

Όντας η έμμονη θύμηση μιας κακής πράξης, ενός σφάλματος.Το ρητό αναφέρεται σε μια σκηνή από τον Macbeth (Act III, σκηνή IV) του William Shakespeare, στην οποία το φάντασμα του Banquo έρχεται να τρομοκρατήσει τον πρωταγωνιστή που είχε κηλιδωθεί με το αίμα του.

β] riflusso είναι ένας όρος της δημοσιογραφικής και πολιτικής γλώσσας που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια στάση που χαρακτηρίζεται από πολιτική και κοινωνική απεμπλοκή και από την υποχώρηση στην ιδιωτική σφαίρα μέσα σε ένα κλίμα απογοήτευσης και επιστροφής στις αξίες του παρελθόντος

 

MAELSTROM: ancora una recenzione