σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi · Uncategorized

Κυοφορούνται θύελλες… Στη μνήμη του Θάνου Μικρούτσικου

02/01/2020 10:31

ANADOLU AGENCY VIA GETTY IMAGES
Παρίσι 28 Δεκεμβρίου 2019

Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει έγραψε ο Αριστοτέλης· και πολύ σωστά: όλοι θέλουμε να διακρίνουμε αυτό που έρχεται. Όμως βασική προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η όσο το δυνατόν σφαιρικότερη κατανόηση του παρόντος, της χρονιάς που μας εγκαταλείπει και που, χωρίς καμιά υπερβολή, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «η χρονιά των εξεγέρσεων» ‒ένα σημείο-σταθμός στη ροή του πρόσφατου ιστορικού χρόνου. Μέσα στο μιντιακό ορυμαγδό των ημερών, το στοιχείο αυτό υποβολιμαία παραγνωρίζεται και αποσιωπάται, αλλά είναι το μείζον: η διάσταση απ’ την οποία πρέπει κανείς να ξεκινήσει προκειμένου να επιχειρηθεί προσέγγιση των επερχόμενων εξελίξεων και της αλληλουχίας που τις διέπει.

Ποια ήταν, λοιπόν, η ταυτότητα και τα χαρακτηριστικά του συγκρουσιακού κύματος που αγκάλιασε τον πλανήτη το 2019; Καμιά συνοπτική επισκόπηση δεν είναι βέβαια δυνατόν να είναι εξαντλητική· είναι όμως αυτό το ερώτημα που πρώτο οφείλει να μας απασχολήσει ‒όχι μόνο ως πραγματολογική πρώτη ύλη, αλλά και ως εφαλτήριο για να αναλογιστούμε τις αιτίες. Διότι παρά τη δεδομένη ιδιαιτερότητα της κάθε μιας κινηματικής έκρηξης, υπάρχουν στοιχεία που καθιστούν το φαινόμενο δυνάμει ενιαίο (Ι). Η διερεύνηση της όψης αυτής διαμορφώνει και το έδαφος για να τεθεί το ερώτημα που όλες και όλους απασχολεί: τι επωάζεται ‒όχι μόνο‒ για το 2020, αλλά και για το βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο μέλλον (ΙΙ);

Ι

Ίσως κανείς δεν θα μπορούσε, ένα χρόνο πριν, να φανταστεί τι έφερνε μαζί του το 2019. H χρονιά μπήκε με εξεγέρσεις στο Σουδάν και την Αλγερία που επέτυχαν να ανατρέψουν δικτατορίες δεκαετιών ‒εξέλιξη που, ενώ σε πρώτο χρόνο μάλλον υποτιμήθηκε, δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη καθώς απηχούσε τον ποιοτικά νέο συγκρουσιακό αναβρασμό που είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του στα τέλη του 2018 με τα γαλλικά «κίτρινα γιλέκα» και τη δυναμική επανεμφάνιση του κινήματος ενάντια στην κλιματική αλλαγή.

Σε κάθε περίπτωση, πριν τα διεθνή μέσα προλάβουν καλά-καλά να προβούν σε αποτιμήσεις, ξέσπασε το εξαιρετικά μαχητικό κίνημα στο Χονγκ Κονγκ, ένα κίνημα εκατομμυρίων (που διαρκεί μέχρι και σήμερα με διαρκώς ανανεούμενες μορφές δράσης και άδηλες ακόμα προεκτάσεις) ενάντια στην πιο απάνθρωπη και σκληρή δικτατορία του κόσμου, την Κινεζική. Ο επόμενος εξεγερτικός σπασμός εμφανίστηκε στην άλλη πλευρά του πλανήτη, πρώτα σε μικρές χώρες της Λατινικής Αμερικής, στην Αϊτή και στο Πουέρτο Ρίκο, όπου εκδηλώθηκαν εξεγέρσεις ενάντια στο νεποτισμό και την κρατική διαφθορά. Επρόκειτο για προάγγελους όσων επρόκειτο να επακολουθήσουν στην ήπειρο αυτή: στη Βραζιλία, με κινητοποιήσεις που κατάφεραν να φρενάρουν (όχι όμως και να ανατρέψουν) την αντιδραστική ατζέντα του Μπολσονάρου, στην Αργεντινή με την πολιτική αλλαγή που επήλθε στις εκλογές του Οκτωβρίου, και πάνω απ’ όλα στη Χιλή των συγκλονιστικών ‒δυνάμει επαναστατικών‒ κινητοποιήσεων, της τεράστιας καταστολής (με κατάφορες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων), αλλά και της συμβολικής νίκης που σηματοδοτεί η έναρξη διαδικασιών για συνταγματική αναθεώρηση με πρώτο σταθμό τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος τον Απρίλιο του 2020 για το αν η υπό σχηματισμό συντακτική συνέλευση θα αποτελείται από πολιτικούς ή άμεσα εκλεγμένους λαϊκούς αντιπροσώπους ‒προοπτική που πριν τις κινητοποιήσεις θεωρούνταν αδιανόητη (όπως άλλωστε και η ίδια η συνταγματική αναθεώρηση), και που, σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις, είναι συντριπτικά πλειοψηφική.

Αυτός ο διεκδικητικός πυρετός του δεύτερου κυρίως μισού του χρόνου περιλάμβανε ακόμη τεράστιες μαζικές δράσεις για το εθνικό ζήτημα στην Καταλονία, το σθεναρό νεολαιίστικο κίνημα για την προστασία του περιβάλλοντος (με δράσεις εκατομμυρίων το Μάρτιο, το Μάιο και το Σεπτέμβριο), καθώς και ενάντια στηβία κατά των γυναικών το Νοέμβριο

Οι συστημικοί σχολιαστές που, ανέξοδα ηθικολογώντας, φαντασιώνονται «κανονικότητες» δεν μπορούσαν να το πιστέψουν, όμως το φαινόμενο ήταν πρωτοφανές: χωρίς οι προηγούμενες «εστίες έντασης» να σβήνουν, προστίθονταν καθημερινά νέες ‒όπως οι εξεγέρσεις σε Ιράκ (με τις εκατοντάδες νεκρούς) και Λίβανο (όπου είχαμε ανατροπή της κυβέρνησης), καθώς και το νέο απεργιακό κύμα που εδώ και τέσσερις εβδομάδες συγκλονίζει τη Γαλλία ενάντια στην αντιμεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού, που φέρνει και πάλι στο προσκήνιο τις αγωνιστικές παραδόσεις του εργατικού κινήματος. Παρότι τα περισσότερα ‒και πάντως τα συστημικά‒ ΜΜΕ τηρούν σιγήν ιχθύος, πρόκειται για τη μεγαλύτερη απεργία των τελευταίων δεκαετιών (με συλλαλητήρια και διαδηλώσεις εκατοντάδων χιλιάδων σε πάνω από 200 πόλεις) που διαρκεί και κατά την εορταστική περίοδο (η απεργία των σιδηροδρομικών και των εργαζομένων στο μετρό δεν ανεστάλη), με νέο προσδοκώμενο σημείο κορύφωσης την 9η Ιανουαρίου 2020, οπότε έχει προγραμματιστεί νέα πανεθνική κινητοποίηση που καλούν οι συνομοσπονδίες CGT, FO (Εργατική Δύναμη) και Solidaire, καθώς και οργανώσεις της νεολαίας φοιτητών-μαθητών. Οι 40 απεργοί-μπαλαρίνες που παρουσίασαν τη «Λίμνη των Κύκνων» έξω από την Όπερα την παραμονή των Χριστουγέννων αποκάλυψαν με το δικό τους ποιοτικά προεικαστικό τρόπο τον πάνδημο χαρακτήρα της κραυγής «φτάνει πια».

Επισημάνθηκε και πριν πως δεν είναι δυνατόν να αποτυπωθεί εδώ ικανοποιητικά ολόκληρη η έκταση και η πολυμορφία των μαχητικών αυτών συλλογικών δράσεων. Δεσπόζουν όμως μερικά στοιχεία που, σε μεγάλο βαθμό, είναι κοινά ‒διαπίστωση που άλλωστε προκύπτει και από την απλή θέαση του γεωγραφικού εύρους των κινητοποιήσεων. Εκτιμώ πως τρία είναι τα πιο εντυπωσιακά.

Το πρώτο συνίσταται στην ηχηρή απάντηση που η μαζικότητα (και η ιλιγγιώδης ταχύτητα εξάπλωσης) των κινημάτων αυτών δίνει σε όσους ‒με τον έναν ή άλλο τρόπο‒ διατείνονται πως οι κοινωνίες της ούτω αποκαλούμενης «μετα-βιομηχανικής» εποχής είναι κατακερματισμένες και παθητικές. Πρόκειται για ρεύμα σκέψης που κάθε τόσο κάνει την εμφάνισή του για να διακηρύξει πότε το «τέλος των ιδεολογιών», πότε το «τέλος των τάξεων», πότε το «τέλος της ίδιας της ιστορίας», μόνο και μόνο για να διαψευστεί οικτρά στον επόμενο χρόνο της εκφοράς του. Ανακύπτει τότε το ‒ιδεολογικά ομογενές‒ ρεύμα της δήθεν άδολης ανησυχίας για την «πολιτική βία» και τη «ριζοσπαστικοποίηση» ‒διαβήματα που, με πρόσχημα το ενδιαφέρον για την «ανοιχτή κοινωνία», επιδιώκουν να δυσφημίσουν τη μόνη ελπίδα που έχει ο πλανήτης ενάντια στον καπιταλισμό της καταστροφής, τη λαϊκή κινητοποίηση, την ενεργοποίηση του Δήμου. Με όσα μέσα διαθέτουν και διαρκώς υπερβάλλοντάς τα, οι κοινωνίες λοιπόν αντιστέκονται και θα συνεχίσουν να αντιστέκονται όσο βάρβαρη και αν γίνεται η κρατική καταστολή.

Ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό κοινό στοιχείο των κινημάτων του 2019 ‒απόρροια και τεκμήριο της τεράστιας ισχύος τους‒ είναι η διάρκεια και η αντοχή τους: παρότι κατά κανόνα επέτυχαν μερική ικανοποίηση των αρχικών τους αιτημάτων, οι δρώντες παρέμειναν στο δρόμο βαθαίνοντας και επεκτείνοντας τις κινητοποιήσεις του. Βρίσκονται εδώ αποτυπωμένα ‒ασφαλώς με τρόπο άνισο και μερικό‒ συμπεράσματα που προέκυψαν και από τον προηγούμενο συγκρουσιακό κύκλο, της περιόδου 2008-2012. Δεν υπάρχει καμία εμπιστοσύνη στις κυβερνήσεις που υπόσχονται, δεν υπάρχει όμως εμπιστοσύνη ούτε και στις υπάρχουσες πολιτικές εκπροσωπήσεις. Όμως από αυτό δεν πρέπει να συναγάγει κανείς κάποιο συμπέρασμα «περιορισμένης πολιτικοποίησης» ‒ίσα-ίσα. Αυτό που τα κινήματα εναγωνίως αναζητούν είναι νέους πολιτικούς οργανισμούς και θεσμούς λογοδοσίας ικανούς να τα προστατέψουν από το δηλητήριο της γραφειοκρατικοποίησης.

Το τρίτο κοινό στοιχείο, που παραπέμπει άμεσα και στις αιτίες των εξεγερτικών δράσεων, αφορά στο γεγονός πως σχεδόν όλες ξεκίνησαν από φαινομενικά ασήμαντες αφορμές: μια διακοπή επιδότησης, μια μικρή αύξηση στην τιμή των εισιτηρίων του μετρό, μια φορολόγηση κλίσεων μέσω ίντερνετ. Η έκταση, το βάθος, η αποφασιστικότητά τους όμως δείχνουν καθαρά πως δεν επρόκειτο παρά ακριβώς γι’ αυτό, για αφορμές (σύμφωνα και με το πάνδημο πλέον Χιλιανό σύνθημα «δεν είναι για τα 30 πέσος, είναι για τα 30 χρόνια»), για τις σταγόνες που ξεχείλισαν το ποτήρι. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι το είχε γεμίσει ‒και η απάντηση δεν είναι διόλου δύσκολη: οι ιστορικά ανεπανάληπτες και καθημερινά διογκούμενες κοινωνικές ανισότητες (σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Oxfam, 8 άτομα κατέχουν περιουσία ίση με το φτωχότερο 50% του πλανήτη), η κλιματική καταστροφή, η συρρίκνωση της δημοκρατίας, η παραθεσμική γιγάντωση εκτελεστικών μηχανισμών χωρίς την παραμικρή λογοδοσία, η συνεπακόλουθη διαφθορά στα πιο υψηλά κλιμάκια της εξουσίας, η κρατική καταστολή, η εθνική καταπίεση, οι έμφυλες ανισότητες. Όπως το αποτυπώνει και το πάνδημο πλέον Χιλιανό σύνθημα «δεν είναι για τα 30 πέσος, είναι για τα 30 χρόνια».) Όμως αυτά δεν είναι μεταξύ τους ασύνδετα. Αποτελούν, συνδυαστικά, τον ορισμό του σύγχρονου καπιταλισμού ‒είναι αναγκαία, αναπόφευκτα απότοκα της σύγχρονης λειτουργίας του.

RODRIGO GARRIDO / REUTERS
Chile December 30, 2019. 

 

ΙΙ

Στα πρόθυρα μιας νέας ύφεσης (την οποία όλοι οι αναλυτές προβλέπουν) το κύριο ερώτημα που τίθεται είναι αν ο καπιταλισμός είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αυτές τις πολλαπλές εστίες προβλημάτων. Η απάντηση είναι απερίφραστα αρνητική και οι λόγοι γι’ αυτό είναι βασικά τρεις.

Ο πρώτος είναι ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα αντιμετώπισε την προηγούμενη κρίση, αυτή που ξέσπασε το 2008: μέσω της ιστορικά ανεπανάληπτης εισροής ρευστού στην οικονομία (ποσοτική χαλάρωση, αρνητικά επιτόκια) και με νέο δανεισμό. Καθώς ο τελευταίος είναι πλέον στην περιοχή του 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ένας νέος δανεισμός από το μέλλον δεν συγκαταλέγεται πλέον στις στρατηγικές που μπορούν εύκολα και πάλι να υιοθετηθούν: πόσο παραπάνω ποσοτική χαλάρωση, πόσο πιο αρνητικά επιτόκια; Επιπλέον, παρότι αυτού του είδους η διαχείριση κατάφερε να αντιμετωπίσει τις χειρότερες επιπτώσεις της προηγούμενης κρίσης, δεν επέτυχε (ούτε και θα ήταν δυνατόν να επιτύχει) αντιμετώπιση της πηγής του προβλήματος: του γεγονότος ότι, καθώς οι κοινωνίες αδυνατούν να καταναλώσουν αυτό που παράγουν (σύμφωνα με ετήσια έκθεση του ΟΗΕ για την «ανθρώπινη ανάπτυξη», μεταξύ 1980 και 2016, το πλουσιότερο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού έλαβε το 27% του πλούτου που παράχθηκε, ενώ το φτωχότερο 50% του παγκόσμιου πληθυσμού έλαβε μόλις το 12%), το σύστημα βρίσκεται παγιδευμένο σε μιαν αέναη συνθήκη υπερσυσσώρευσης. Οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι (πάντα σύμφωνα με την ίδια έκθεση του ΟΗΕ, στην Ελλάδα της κρίσης, λ.χ., το πλουσιότερο 1% αύξησε τον πλούτο του κατά 5,9% ενώ το φτωχότερο 40% έχασε το 43,8% του εισοδήματός του), όμως οι οικονομίες σέρνονται (οι ρυθμοί ανάπτυξης της τελευταίας περιόδου υπήρξαν χαρακτηριστικά χαμηλοί) και το σύστημα προσπαθεί να εξισορροπηθεί δημιουργώντας νέες φούσκες που, όπως και οι προηγούμενες, είναι δεδομένο πως κάποια στιγμή θα σκάσουν. Πρόκειται βέβαια για κατάσταση πραγμάτων που εύλογα δημιουργεί πανικό σε όλους τους σοβαρούς συστημικούς αναλυτές. Είναι πρώτη φορά στην ιστορία που, σε καιρό ακόμα ‒έστω χαμηλής‒ ανάπτυξης εκφράζεται τέτοιος πανικός για την επερχόμενη κρίση. Τα ερωτήματα τίθενται, όμως συστημικές απαντήσεις απλώς δεν υπάρχουν.

Δεύτερος σημαντικός παράγοντας της τρέχουσας συγκυρίας (που αναπόφευκτα θα χαρακτηρίζει το 2020) είναι κάτι που, ενώ στην προηγούμενη κρίση δεν υπήρχε, είναι εντούτοις σύμφυτο με την ίδια τη λειτουργία του καπιταλισμού: οι εμπορικοί πόλεμοι ‒κυρίως αυτός ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα. Προσπάθειες, βέβαια, για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα γίνονται. Όμως τα αποτελέσματά τους είναι άκρως απογοητευτικά (παρά τις φευγαλέες τυμπανοκρουσίες), και αυτό δεν είναι διόλου παράξενο. Δεν πρέπει να ξεχνούμε πως οι ανταγωνισμοί των μεγάλων οικονομιών είχαν στο παρελθόν οδηγήσει σε δυο παγκόσμιους πολέμους και σήμερα αναμφίβολα θα οδηγούσαν σε έναν τρίτο αν δεν υπήρχε, λόγω πυρηνικών, η βεβαιότητα της καταστροφής του πλανήτη. Και έτσι όμως, οι ανταγωνισμοί για διεύρυνση των «σφαιρών επιρροής» μαίνονται ‒το βλέπουμε γλαφυρά στις λυσσώδεις, άκρως ιμπεριαλιστικές προσπάθειες των πιο ισχυρών αστικών τάξεων να κερδίσουν «ζωτικό χώρο» τροφοδοτώντας συρράξεις που καταστρέφουν ολόκληρους πληθυσμούς, δημιουργώντας και συντηρώντας το προσφυγικό δράμα. Ούτε αυτοί οι ανταγωνισμοί είναι δυνατόν να πάψουν ‒όσο έντονα και αν ακούγονται οι περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις.

Υπάρχει, τέλος, και ένα τρίτος παράγοντας αποσταθεροποίησης: το γεγονός ότι η Κίνα, χώρα που το προηγούμενο διάστημα γνώριζε μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης και είχε δαπανήσει τεράστια ποσά (που, εκ των πραγμάτων, είχαν λειτουργήσει σαν παγκόσμιο οικονομικό «μαξιλάρι» απορροφώντας τις εξαγωγές των χωρών της Δύσης) δεν είναι πλέον σε θέση να το επαναλάβει. Οι ρυθμοί ανάπτυξής της έχουν πέσει στο μισό ενώ, όπως ήδη επισημάνθηκε, μαίνεται ο εμπορικός της ανταγωνισμός με τις ΗΠΑ. Στην προοπτική μιας νέας ύφεσης, το σύστημα βρίσκεται παγιδευμένο στη δίνη ενός ισχυρού καθοδικού σπιράλ που θα καταστήσει μια νέα εξισορρόπηση ιδιαίτερα δύσκολη και, σε κάθε περίπτωση, προβληματική.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν περίτρανα ότι το σύστημα δεν μπορεί να βρει λύση στα δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Όμως αυτό καθόλου δεν συνεπάγεται και μιαν αυτόματη επίλυση στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες ‒η αποτίμηση των συστημικών αδιεξόδων ούτε απελευθερωτική εσχατολογία υποκρύπτει, ούτε και ενέχει κάποια προδιαγεγραμμένη νομοτέλεια. Με δεδομένο ότι οι κοινωνίες αντιστέκονται (κάτι που, υπό το φως των εντεινόμενων προβλημάτων, είναι βέβαιο πως θα συνεχιστεί), προϋπόθεση για να διαρρήξουν το αντιδραστικό κέλυφος της κυριαρχίας είναι να επιλύσουν το μείζον αίτημα της εποχής: τη συγκρότηση μιας γνήσια μετασχηματιστικής πολιτικής εκπροσώπησης. Τα μεγάλα κινήματα της προηγούμενης περιόδου δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της πολιτικής ανεπάρκειας και της συνεπακόλουθης γραφειοκρατικοποίησης των φορέων που ανέλαβαν να τα εκπροσωπήσουν· και το έλλειμμα παραμένει ως τις μέρες μας. Η συνειδητοποίησή του από τους σημερινούς κινηματικούς δρώντες βρίσκει αντανάκλαση στη μεγάλη καχυποψία με την οποία αντιμετωπίζονται κόμματα και πολιτικές οργανώσεις· όμως χωρίς εύρωστη πολιτική ‒μια πολιτική στρατηγικά προετοιμασμένη για τις έλλογες ρήξεις καθ’ οδόν προς τη συγκρότηση του μέλλοντος‒ τα κινήματα δεν είναι δυνατόν να επιτύχουν στις στοχεύσεις τους όσον ηρωισμό και αν επιδείξουν. Μεγάλη παρακαταθήκη του τελευταίου συγκρουσιακού κύκλου είναι η κατανόηση ότι πρόβλημα δεν είναι η πολιτικοποίηση καθαυτή, αλλά ο ελλιπής και στρεβλός τρόπος με τον οποίο επιχειρείται. Από τους τρόπους με τους οποίους θα αντιμετωπιστεί η κορυφαία αυτή πρόκληση της εποχής θα εξαρτηθεί και η πορεία του πλανήτη για το επόμενο διάστημα.

 

Ο Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Διευθυντής του Εργαστηρίου Συγκρουσιακής Πολιτικής και Life Member στο Πανεπιστήμιο του Cambridge

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ένας παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος – Una guerra civile mondiale

του Sandro Moiso

“Δεν χρειάζονται πλέον τονωτικά ή ιδεολογίες, χρειάζεται μια άλλη ζωή – Non servono più eccitanti o ideologie, ci vuole un’altra vita”
(Franco Battiato, Un’altra vita-Μια άλλη ζωή, 1983)

“Εάν η χειραφέτηση των εργατικών τάξεων απαιτεί την αδελφική συνεργασία τους πώς μπορούν να επιτύχουν αυτή την αποστολή εφόσον μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικά σχέδια επικεντρώνεται επάνω σε εθνικές προκαταλήψεις και σπαταλά το αίμα και τους θησαυρούς των λαών σε πολέμους ληστείας; Όχι η σοφία της άρχουσας-κυρίαρχης τάξης αλλά η ηρωική αντίσταση της αγγλικής εργατικής τάξης στην εγκληματική τρέλα της ήταν αυτό που έσωσε την ευρωπαϊκή Δύση από το να ριχθεί με όλες τις δυνάμεις της σε μια βρώμικη σταυροφορία για να διαδώσει την δουλεία στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η επαίσχυντη έγκριση, η υποκριτική συμπάθεια ή η ηλίθια αδιαφορία με την οποία οι ανώτερες τάξεις της Ευρώπης έχουν δει τη Ρωσία να παίρνει το ορεινό φρούριο του Καυκάσου και να εξοντώνει την ηρωική Πολωνία. οι δίχως αντίσταση επιθέσεις αυτής της βαρβαρικής ισχύος, της οποίας η κεφαλή βρίσκεται στην Αγία Πετρούπολη και της οποίας τα χέρια βρίσκονται σε όλα τα ευρωπαϊκά υπουργικά συμβούλια, ανάγκασαν τις εργατικές τάξεις να μυηθούν στα μυστήρια της διεθνούς πολιτικής, να ξαγρυπνήσουν επάνω στις διπλωματικές διαδικασίες των αντίστοιχων κυβερνήσεών τους, αντιπαρατιθέμενες σε αυτές όποτε είναι αναγκαίο με όλα τα μέσα που κατέχουν, και, όταν δεν μπορούν να τα προλάβουν, να ενώνουν τις δυνάμεις τους και να τα καταγγέλλουν ταυτόχρονα και να διεκδικούν τους απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης που θα έπρεπε να ρυθμίζουν τόσο τις ανώτερες σχέσεις μεταξύ των λαών όσο και τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων. Ο αγώνας για μια τέτοια εξωτερική πολιτική είναι μέρος του γενικού αγώνα για την χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!” (Karl Marx, Εναρκτήρια ομιλία της διεθνούς Ένωσης Εργατών – Indirizzo inaugurale dell’Associazione internazionale degli operai, τέλος οκτωβρίου 1864)

Δύο αποσπάσματα στην αρχή μπορεί να φαίνονται πάρα πολλά για αρκετούς αναγνώστες.
Πάνω από όλα δύο αποσπάσματα από συγγραφείς περιβάλλοντα και συγκυρίες τόσο μακρινά μεταξύ τους.
Κι όμως, κι όμως …
Η τρέχουσα διεθνής κατάσταση, στην οποία δεν περνά μια μέρα χωρίς νέες διαδηλώσεις να εκρήγνυνται σε όλα τα μέρη του κόσμου, σε Ανατολή όπως στη Δύση και στο Νότο όπως στον Βορρά, πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε-να στοχαστούμε επάνω στην τεράστια κοινωνική δυσαρέσκεια που κινητοποιεί εκατομμύρια ανθρώπους σε κάθε γωνία του πλανήτη.

Μια δυσφορία που δεν μπορεί να βρει απάντηση στις πολιτικές που εφαρμόζουν κυβερνήσεις φαινομενικά τόσο διαφορετικές μεταξύ τους σε θεσμικές μορφές και πολιτικές εκπροσωπήσεις, αλλά ουσιαστικά ενωμένες από την ανάγκη διαφύλαξης των συμφερόντων του διεθνούς χρηματοοικονομικού κεφαλαίου.
Κυβερνήσεις διατεθειμένες, σε κάθε περιοχή του πλανήτη, να καταστρέψουν τη ζωή του είδους και να αφανίσουν το περιβάλλον με το οποίο πρέπει να συνυπάρχουν συνεχίζοντας να κάνουν να ζει αυτό που είναι ήδη νεκρό, από την ίδια την ουσία του.

Πράγματι, το ci vuole un’altra vita – χρειάζεται μια άλλη ζωή, εννοούμενο ως σύνθημα, θα μπορούσε να συνοψίσει πολύ καλά το περιεχόμενο των τρεχουσών διαμαρτυριών: από τις πορείες των νέων για την υπεράσπιση της κλιματικής και περιβαλλοντικής δικαιοσύνης στις διαδηλώσεις για την υπεράσπιση της επαναστατικής εμπειρίας της Ροζάβα, από τις διαμαρτυρίες στο Χονγκ Κονγκ μέχρι τις διαδηλώσεις των ιρακινών νέων, από τις εξεγέρσεις της Χιλής και του Εκουαδόρ σε εκείνες τις Καταλανικές μέχρι των κίτρινων γιλέκων-gilets jaunes και των κινημάτων NoTav και NoTap στις οποίες, έχουν προστεθεί και τις τελευταίες ημέρες και οι διαμαρτυρίες στο Λίβανο (qui).

Καμιά από αυτές τις περιπτώσεις-αγώνες δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει το απόλυτο από μόνος του και για τον εαυτό του, αλλά το σύνολο τους, η ολοένα αυξανόμενη συχνότητα των αγώνων και η αναφορά που γίνεται συχνά στον ένα για τους άλλους(η αλληλεγγύη του κινήματος NoTav προς τους μαχητές της Rojava, οι φοιτητές του Hong Kong που φορούν κίτρινα γιλέκα, καταλανοί διαδηλωτές με τις ομπρέλες, η διάδοση σαν κηλίδα λαδιού της ανατρεπτικής μάσκας του Joker στις ταραχές-εξεγέρσεις, για να κάνουμε μερικά παραδείγματα) μας βοηθούν να αναδημιουργήσουμε ένα πολιτικό και κοινωνικό μωσαϊκό συνδεδεμένο από ένα σχέδιο, το οποίο, αν και δεν έχει ακόμα σταθερά οριοθετηθεί, αρχίζει να εκδηλώνει την εγγενή του οργανικότητα. Η οποία πιθανότατα οφείλεται ακριβώς στις απαντήσεις που διατύπωσαν οι κυβερνήσεις με σχεδόν μονοσήμαντο-πανομοιότυπο τρόπο.

Σε όλες τις περιπτώσεις οι διαμαρτυρίες προκύπτουν από μια γενικότερη κακουχία-δυσφορία που έχει τις ρίζες της σε έναν τρόπο παραγωγής στον οποίο η συσσώρευση νεκρής εργασίας που μετασχηματίζεται σε αξία-χρήμα καταπνίγει τη ζωή και τη ζωντανή εργασία του είδους, τόσο στο απλά σωματικό επίπεδο όσο και σε εκείνο το ψυχικό.
Στο όνομα ενός όλο και πιο εφήμερου κέρδους, ειδικά εάν παρατηρήσουμε ότι πλέον ένα 20% των συνολικών Κρατικών τίτλων-ομολόγων και τουλάχιστον το 40% του κινδύνου αθέτησης των εταιρικών χρεών που φυλάσσονται στα χρηματοκιβώτια των οκτώ κυριότερων παγκόσμιων οικονομιών συνίσταται σήμερα σε τίτλους αρνητικού επιτοκίου (qui).

Οι διαφορές που χαρακτηρίζουν όλα τα κινήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω μπορούν να κρύψουν μόνο σε ένα σβησμένο μάτι ή τυφλωμένο από την ιδεολογία το γεγονός ότι οι ίδιες προέρχονται όλες από την ανάγκη να διακόψουν μια σχέση υποβολής στην οποία, όπως δήλωνε ένα επιτυχημένο σύνθημα πριν από μερικά χρόνια, Είμαστε το 99% !, η πλειοψηφία της ανθρωπότητας (γυναίκες, εργαζόμενοι μισθωτοί, άνεργοι, νέοι που δεν έχουν μέλλον τόσο από κλιματική και οικονομική άποψη, μεσαίες τάξεις κατεστραμμένες, αυτόχθονοι πληθυσμοί και μικροί αγρότες) αναγκάζεται να μειώσει όλο και περισσότερο τις ελάχιστες απαιτήσεις τους- ανάγκες για την αναζωογόνηση ενός κέρδους που συσσωρεύεται σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια μιας όλο και πιο περιορισμένης ομάδας επενδυτών και πολυεθνικών και υπερεθνικών εταιρειών. Ή ιμπεριαλισμών, παλιών και νέων, που βλέπουν όλο και περισσότερο να μειώνονται οι χώροι για την οικονομική και εξωρυκτική τους επέκταση, αν όχι με κίνδυνο νέων και ολοένα και πιο καταστροφικών πολέμων.

Από τους κούρδους της Ροζάβα που δεν θέλουν να βλέπουν κατεστραμμένο το πείραμα αυτοκυβέρνησης τους που έθεσε στο επίκεντρο κάθε πολιτικής και στρατιωτικής πρωτοβουλίας το ζήτημα των γυναικών, του περιβάλλοντος και των νέων μορφών δημοκρατίας που δεν βασίζονται στο Κράτος και την εθνικότητα, στους νέους και τους εξεγερμένους όλων των ειδών και ηλικιών στο Χονγκ Κονγκ, που έχουν πληγεί από μια καταστροφική οικονομική κατάσταση για την πλειοψηφία των κατοίκων της πρώην βρετανικής αποικίας 1, από τα εκατομμύρια των Καταλανών που κατέβηκαν στη πλατεία για τις σκληρές ποινές που επιβλήθηκαν στους πρωτεργάτες του δημοψηφίσματος ανεξαρτησίας του 2017 και για να επιβεβαιώσουν την επιθυμία τους για δημοκρατική ανεξαρτησία και οργάνωση ενάντια σε ένα Κράτος που εξακολουθεί να θεμελιώνει τις ρίζες του στον φρανκικό φασισμό και σε μια μοναρχία πλέον έξω από την Ιστορία, στους ιρακινούς νέους που κατέβηκαν στους δρόμους ενάντια στην αύξηση του κόστους ζωής και την έλλειψη εργασίας ή άλλων πηγών εισοδήματος. στους αυτόχθονες πληθυσμούς του Αμαζονίου στο Εκουαδόρ και τη Βραζιλία μέχρι την κοινωνική έκρηξη του Σαντιάγκο της Χιλής, μέχρι ακόμη τις περιβαλλοντικές και εδαφικές διαμαρτυρίες κινημάτων όπως τα ιταλικά NoTav και NoTap, φαίνεται ότι ένα μοναδικό ουρλιαχτό εξέγερσης ανεβαίνει από τον πλανήτη και μας καλεί να τελειώνουμε με ένα σύστημα εκμετάλλευσης της ζωής, της δικής μας και των άλλων ειδών, τώρα πλέον αφόρητη.

Ο κατάλογος των διαμαρτυριών και των αγώνων θα μπορούσε να συνεχιστεί επί μακρόν, καθώς και εκείνος των μορφών οργάνωσης και των άμεσων αιτημάτων που θέτουν στον αγωνιστικό χώρο οι εξεγερμένοι παντού, αλλά αυτό που πρέπει να τονιστεί εδώ είναι το γεγονός ότι όλοι αυτοί οι αγώνες βρίσκονται μπροστά σε όλο και πιο περιορισμένο περιθώριο ελιγμών και θεσμικών διαπραγματεύσεων, για να είμαι ειλικρινής σχεδόν μηδενικό.
Από τα τεθωρακισμένα που κατεβάζει ο Ερντογάν στο έδαφος της βορειοανατολικής κουρδικής Συρίας, καθώς και του Pinera στη Χιλή, στα περιφρονητικά λόγια του αντιπροσώπου του Σοσιαλιστικού Ισπανικού Εργατικού Κόμματος (PSOE), Pedro Sánchez Pérez-Castejón, κατά των αγωνιστών της ανεξαρτησίας που καταδικάστηκαν στην Ισπανία. από τα τανκς και τα στρατεύματα που μαζεύονται απειλητικά από την κινεζική κυβέρνηση στα σύνορα με το Χονγκ Κονγκ μέχρι την οριστική καταδίκη για τους αγωνιστές NoTav που κατηγορούνται για την παρεμπόδιση ενός διοδίου δρόμου το 2012 ή μέχρι τις δεκάδες καταγγελίες για τους στρατευμένους του κινήματος NoTap για απολύτως γελοίες πράξεις, η απάντηση των κυβερνήσεων δεν είναι άλλη από εκείνη που συνδέεται με τον εκφοβισμό, την καταστολή και την φίμωση, αν όχι τη σφαγή, των κινημάτων και των αγωνιστών που συμμετέχουν σε αυτούς.

Φίμωση και καταστολή που χρησιμοποιούν, ανάλογα με την περίσταση, όπλα, υποκριτικές εκκλήσεις για το μοίρασμα κοινών στόχων (όπως η Πράσινη Νέα Συμφωνία-Green New Deal ή η συλλογή ηλεκτρονικών υπογραφών υπέρ των Κούρδων από πλευράς χαρακτήρων όπως ο Roberto Saviano και ο Enrico Mentana) ενώ η αστυνομία καταστέλλει τις διαδηλώσεις στους δρόμους υπέρ της Rojava (όπως στη Φλωρεντία), η εισαγγελία διερευνά εκείνους που πήγαν να πολεμήσουν για αυτή την υπόθεση (όπως στο Τορίνο) και μαυρίζουν τα προφίλ Fb των εφημερίδων που είναι περισσότερο στρατευμένες στην υπεράσπιση της Rojava, μαζί με εκείνα τα ατομικά αγωνιστών που δραστηριοποιούνται περισσότερο στη διάδοση στο διαδίκτυο πρωτοβουλιών και μηνυμάτων προς αυτή την κατεύθυνση (όπως στη Μπρέσια, αλλά όχι μόνο).

Όλα αυτά φαίνεται να έχουν προκαλέσει την απώλεια της πυξίδας ακόμα και σε πολλούς από αυτούς που θα έπρεπε να έχουν λάβει μια μονοσήμαντη και υποστηρικτική θέση υπέρ όλων αυτών των κινημάτων, ανεξάρτητα από αυτό που δηλώνεται σε πρώτη φάση στα λόγια των οργανώσεών τους ή των εκπροσώπων τους.
Ξεχνώντας το μάθημα του Karl Marx και του Διεθνούς Συνδέσμου των εργαζομένων του 1864, πολλοί άρχισαν να αναρωτιούνται για την εγκυρότητα ή όχι των μεμονωμένων στόχων ή για την υποστήριξη που θα μπορούσαν να λάβουν τέτοια κινήματα από άλλες δυνάμεις, διασφαλίζοντας η κουλτούρα της υποψίας σταλινικής προέλευσης να επιστρέψει με τη μορφή φαινομενικά επιστημονικής γεωπολιτικής ή πολιτικής ανάλυσης, αλλά στην πραγματικότητα μοναχά κοντινής στην ηττοπάθεια.

Τέλος πάντων, μερικοί προσποιούμενοι πως αντιπροσωπεύουν μια αυθεντική μαρξιστική ορθοδοξία κατέληξαν να προδίδουν το πνεύμα που χαρακτήριζε πάντα τη δράση και τον στοχασμό του Moro di Treviri, που πάντα και αποκλειστικά αποσκοπούσε στην εξεύρεση και καταδίκη των ζωτικών γαγγλίων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής από μια πλευρά, και να προσδιορίσει τους πραγματικούς ανταγωνιστές του μαζί με τους αγώνες που προορίζονται να τον ξεπεράσουν, από την άλλη.

Είναι αλήθεια ότι σήμερα η έκκληση προς την ενότητα δεν μπορεί πλέον να περάσει μόνο μέσω αυτής που απευθύνεται στην εργατική τάξη, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι η έκκληση του 1864 τελείωνε με εκείνο το προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε! που ξεπερνούσε το στενό όριο των απλών μισθωτών για να απευθυνθεί σε όλους τους απαλλοτριωμένους της Ευρώπης και ολόκληρου του κόσμου. Σε εκείνο το απέραντο προλεταριάτο στο οποίο, οι διαδικασίες απαλλοτρίωσης και εξαθλίωσης της πλειοψηφίας του πληθυσμού, κατακλύζουν τόσο τα εκατομμύρια προσφύγων και εκτοπισμένων που μεταναστεύουν από τη μία άκρη του πλανήτη στην άλλη, αναζητώντας μια υπαρξιακή και οικονομική ασφάλεια που καμία κυβέρνηση σκοπεύει πραγματικά να τους εγγυηθεί, καθώς και οι φοβισμένες μεσαίες τάξεις της Δύσης, όπου στο σύνθημα των gilets jaunes, Τέλος του κόσμου – τέλος του μήνα ίδιο πράγμα, μπορούν να αναγνωρίσουν μια τέλεια σύνθεση της κατάστασής τους.

Μια γιγαντιαία ανασύνθεση της τάξης στην οποία, σήμερα και πάνω απ ‘όλα στη δυτική πλευρά του πλανήτη, προλεταριάτο και περιθωριακό προλεταριάτο, υποπρολεταριάτο και μισθωτοί εργαζόμενοι συγχωνεύονται συνεχώς χάρη στη διάχυση της επισφαλούς εργασίας, των γραφείων ευρέσεως εργασίας και, κυρίως, της εξαφάνισης οποιαδήποτε εγγύησης της και στον χώρο εργασίας. Η μη κατανόηση αυτού του γεγονότος θα σήμαινε τη μείωση της «εργατικής τάξης» σε ένα απλό φετίχ να ανεμίζουμε με την ευκαιρία των εορτασμών της 1ης μαΐου, καθιστώντας την πέρα από αυτό δούλη σε ένα labourist όραμα που θα την υποβάθμιζε να είναι ένα απλό παράρτημα της παραγωγικής μηχανής πλέον χωρίς καμία πραγματική ταξική αυτονομία.

Ο Μαρξ επίσης κατανοούσε σαφώς ότι «Με τη συνεχή μείωση του αριθμού των μεγιστάνων του κεφαλαίου […] αυξάνεται η μάζα της δυστυχίας-μιζέριας, της πίεσης, της υποδούλωσης, του εκφυλισμού, αλλά αυξάνεται και η εξέγερση”.2 Επιβεβαίωση στην οποία πρέπει να προστεθεί αυτή του Φρίντριχ Ένγκελς, όπου έγραφε: «Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, μετατρέποντας τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού σε προλετάριους σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό, δημιουργεί τη δύναμη η οποία, ποινή ο θάνατος, αναγκάζεται να πραγματοποιήσει αυτή την αναταραχή-αναστάτωση, την αλλαγή.”3

Πιθανότατα όχι όλοι όσοι βγαίνουν στους δρόμους της Καταλονίας μοιράζονται τους ίδιους στόχους (μεταξύ της ανεξαρτησίας του Carles Puigdemont i Casamajó και της ανεξαρτησίας των CDR, των επιτροπών υπεράσπισης της δημοκρατίας, ή των επιτροπών γειτονιάς τρέχουν διαφορετικά μήκη απόστασης από άποψη στόχων και μεθόδων αγώνα και οργάνωσης από κάτω), έτσι όπως στο Χονγκ Κονγκ τα συμφέροντα που εμπλέκονται στις αναταραχές μπορούν να είναι τόσα όσα τα υπάρχοντα μεταξύ των κυβερνήσεων που εν μέρει υποστήριξαν, και μετά πρόδωσαν, τους κούρδους της Ροζάβα στον αγώνα τους, που εξαναγκάστηκαν από την αναγκαιότητα της επιβίωσης, ενάντια στο Isis, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι απολύτως απαραίτητο να στηρίξουμε και να μοιραστούμε όλους αυτούς τους αγώνες, στο όνομα μιας κοινής και απαραίτητης υπερνίκησης όχι μόνο των αδικιών που καταναλώνονται σε πλανητικό επίπεδο, αλλά και του κοινωνικού μοντέλου και του τρόπου παραγωγής που τους καθιστά εύλογους.

Τέλος είναι απαραίτητο να αναλογιστεί κανείς ότι πολλά κινήματα ανεξαρτησίας γεννιούνται ακριβώς από την κρίση των εθνικών κρατών, τα οποία τώρα πλέον έχουν υπερβολικά μειωθεί σε μια απλή κατασταλτική λειτουργία, και ανεπαρκή, ή μηδενική, αυτονομία λήψης αποφάσεων των κυβερνήσεών τους. Χωρίς τέτοιες εκτιμήσεις, οι οποίες θα πρέπει σίγουρα να μελετηθούν σε βάθος, δεν είναι όμως δυνατόν ούτε να κατανοήσουμε την όλο και πιο ολοφάνερη ασημαντότητα των κυβερνώντων και των κομμάτων τους: από τον Di Maio έως τον Trump, περνώντας από το Salvini, το PD, τον Boris Johnson και όλες αυτές τις δυνάμεις που, από καιρό σε καιρό, κυριαρχιστικές, λαϊκιστικές, δημοκρατικές ή φιλελεύθερες, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο παρά να ζεσταίνουν ξανά την ίδια παλιά σούπα και να οδηγούν το ίδιο αρπακτικό καταπιεστικό και κατασταλτικό έργο-σχέδιο.

Ξανά στη δεκαετία των χρόνων Εξήντα του ‘800, ο Μαρξ καλούσε τους άγγλους εργάτες, οι οποίοι αντιτίθενται στον εικαζόμενο ανταγωνισμό εργασίας των ιρλανδών μεταναστών εργαζομένων, να υπερασπίζονται αυτούς τους πιο αδύναμους και λιγότερο εξασφαλισμένους εργαζόμενους αντί να τους πολεμούν, επειδή αυτοί που δεν μπορούν να υπερασπιστούν τα δικαιώματα των άλλων, δεν ξέρουν να το κάνουν ούτε με τα δικά τους. Όλα αυτά εξακολουθούν να ισχύουν, και ίσως ακόμη περισσότερο, για εμάς σήμερα. Αλίμονο να προδώσουμε την εντολή του.

Και διότι σήμερα, σε διεθνές επίπεδο, έγινε απαραίτητο να μιλήσουμε για εμφύλιο πόλεμο, αφού ο απώτερος στόχος αυτής της παγκόσμιας σύγκρουσης θα μπορέσει να ολοκληρωθεί όχι τόσο και μόνο με τη νίκη ενός από τους δύο κύριους παίκτες (εργάτες και αστούς για να απλοποιήσουμε σύμφωνα με έναν κακά χωνεμένο μαρξισμό] αλλά, μάλλον, με την άρνηση και των δυο μέσω μιας άρνησης και μιας υπερνίκησης του σημερινού τρόπου παραγωγής, και μέσω της άμεσης καταστροφής του εθνικού Κράτους, όπως ακριβώς είχε δηλώσει ο Μαρξ μετά την εμπειρία της Κομμούνας του Παρισιού. Εμφύλιο πόλεμο για τον οποίο, μεταξύ άλλων, οι πιο άγριοι υπερασπιστές της υπάρχουσας α/ταξίας δεν διστάζουν πλέον να μιλήσουν ανοιχτά, όπως έκανε ο πρόεδρος της Χιλής Pinera τις ημέρες αυτές (qui).

Φυλακή, στρατόπεδο συγκέντρωσης, θάνατος, βασανιστήρια και βία δεν υπήρξαν κατασταλτικά εργαλεία τυπικά μόνο του παρελθόντος και των ολοκληρωτικών καθεστώτων, αλλά όλο και περισσότερο θα βρίσκονται στο παρόν, σε κάθε γωνιά της Ευρώπης και του κόσμου. Miseria y repression-μιζέρια και καταστολή όπως γράφτηκε σε ένα πανό των χιλιανών διαδηλωτών. Όμως όλο αυτό δεν αποτελεί μόνο μια προσωρινή απόκλιση από την καθημερινή πολιτική και δημοκρατική κανονικότητα, όπως όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα ήθελαν ξανά να μας κάνουν να πιστέψουμε. μάλλον θα πρέπει να αναγνωρίζεται δεόντως και να ονομάζεται με το καταλληλότερο όνομα: εμφύλιος πόλεμος, ανοιχτός ή έρπων κι αν είναι 4, που αναγγέλλεται από τις κυβερνήσεις και τις ελίτ της παγκόσμιας οικονομίας στο όνομα των «ιερών δικαιωμάτων» του κέρδους και της εκμετάλλευσης. Αλλά που θα πρέπει να αντιστραφεί στο αντίθετό του.

Ένας βίαιος και καθόλου υπόγειος εμφύλιος πόλεμος που έχει ανοίξει μεταξύ εκμεταλλευτών, τόσο του ανθρώπινου είδους όσο και του περιβάλλοντος, και εκμεταλλευόμενων που θα επιλυθεί μόνο με τον επαναπροσδιορισμό των κοινωνικών μορφών διακυβέρνησης και παραγωγής. Μορφές που δεν μπορούν ακόμη να δοθούν πλήρως, αλλά που θα μπορούσαν να γίνουν κατά τη διάρκεια των γεγονότων ή να οριστούν πλήρως μόνο στο τέλος τους. είναι βέβαιο ότι πρέπει, με εξυπνάδα και σαφήνεια της σκέψης, να συνειδητοποιήσουμε ότι από την Κομμούνα κι εμπρός όλοι οι αγώνες έως τους σημερινούς, αποτελούν μέρος ενός μακρού, ίσως πολύ μακρού, εμφυλίου πολέμου (όχι μόνο ταξικού, μιας και οι παίκτες συχνά υπήρξαν πιο πολυάριθμοι των δύο τάξεων που αγιοποιήθηκαν από την ιδεολογία) που προορίζεται να επαναπροσδιορίσει τα όρια του μέλλοντος του είδους μας. Μια σύγκρουση, αυτή που ζούμε, που μόνο από το μέλλον, μπορεί να αντλήσει την έμπνευση και τα σωστά κίνητρα, από το μέλλον που εννοείται ως άρνηση των παρόντων και περασμένων-πεπερασμένων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής.

Αφήνοντας στους σημερινούς διαχειριστές της τρέχουσας παγκόσμιας αυτοκρατορικής α/ταξίας τον ρόλο που ήδη ανήκε στις χειρότερες συντηρητικές, φιλελεύθερες, φασιστικές ή ψευδώς σοσιαλιστικές κι αν ήταν δυνάμεις του παρελθόντος. Ήτοι, να αρνούνται, με οποιοδήποτε μέσο, ένα διαφορετικό και εφικτό μέλλον έτσι ώστε αυτή να μπορέσει που μπορεί ακόμη να εμποδίσει οποιαδήποτε ενέργεια αλλαγής του παρόντος.

***

N.B.

Με την ευκαιρία της εκδήλωσης Λόγος-Γιορτή της Λέξης Logos-Festa della Parola που θα λάβει χώρα στη Roma από 23 έως 27 οκτωβρίου στο κοινωνικό κέντρο CSOA EX SNIA θα διεξαχθούν συναντήσεις, συζητήσεις και παρουσιάσεις βιβλίων άμεσα συνδεδεμένων με μερικά θέματα που αντιμετωπίστηκαν εδώ, το πρόγραμμα (qui il programma).


  1. Si veda H. Dieter, Poveri e senza casa: le radici sociali della protesta in Hong Kong: una Cina in Bilico, Limes n° 9/2019, pp. 117-120  
  2. K. Marx, Il capitale, Libro primo,cit. in A.Heller, La teoria dei bisogni in Marx, Feltrinelli 1974, p. 87  
  3. F. Engels, Antidühring, in A. Heller, op. cit. p. 87  
  4. cfr. https://www.carmillaonline.com/2019/03/07/tre-secoli-di-guerra-civile/  
διεθνισμός, internazionalismo

Από την Διεθνιστική Κομούνα “εάν ο πόλεμος ενάντια στην επανάσταση είναι διεθνής, και η δική μας αντίσταση θα είναι”

Σε όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις: υπερασπιστείτε τη δημοκρατική Ομοσπονδία της Βόρειας Συρίας!
Δήλωση και έκκληση για δράση από τη διεθνιστική κοινότητα της Rojava

Λιγότερο από ένα χρόνο μετά την έναρξη του εγκληματικού πολέμου ενάντια στο καντόνι της Αφρίν, ο λαός της Βόρειας Συρίας βρίσκεται αντιμέτωπος και πάλι μπροστά σε μια επίθεση από το τουρκικό φασιστικό κράτος και τους ισλαμιστές συμμάχους του. Οι απειλές του τούρκου δικτάτορα Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν είναι κενές λέξεις, δεν είναι μόνο προπαγάνδα της εκλογικής εκστρατείας και δεν είναι απλές προκλήσεις-προβοκάτσιες. Με τις επιθέσεις στο στρατόπεδο προσφύγων της Maxmur και σε διάφορα χωριά της Schengal στις 13 δεκεμβρίου, ξεκαθάρισε και πάλι την κατάσταση. Στην πραγματικότητα είναι η τελευταία έκφραση των νεο-οθωμανικών επεκτατικών προσδοκιών του καθεστώτος του AKP-MHP και η ανακοίνωση ενός δολοφονικού πολέμου εξόντωσης ενάντια στην επανάσταση στη Βόρεια Συρία και σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Από την έναρξη της επανάστασης το τουρκικό κράτος, το συριακό καθεστώς, οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία που άνοιξαν το δρόμο, έλαβαν όλα τα μέτρα που μπορούσαν για να συντρίψουν αυτή την επανάσταση εν τη γενέσει. Αλλά ούτε οι ισλαμιστικές συμμορίες των δολοφόνων, υπό την σημαία της Al-Nusra, η λεγόμενη FSA ή η μαύρη σημαία του Ισλαμικού Κράτους, ούτε ο αποκλεισμός, η απομόνωση και ο ανοιχτός πόλεμος επιθετικότητας μπόρεσαν να σπάσουν το θάρρος και την αντίσταση του πληθυσμού.

Τα τελευταία 6 χρόνια αυτού του αγώνα οι λαοί της Βόρειας Συρίας, υπό τις μεγαλύτερες θυσίες και προσπάθειες, έχουν επιδείξει την αφοσίωσή τους σε μια ζωή ελευθερίας μπροστά στο παγκόσμιο κοινό. Η απελευθέρωση της Raqqa από τις δημοκρατικές δυνάμεις της Συρίας μαζί με την σχεδόν ήττα του ισλαμικού κράτους σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας στρατηγικής φάσης στη Συρία και σε ολόκληρη την περιοχή. Με την καταστροφή της βασιλείας του τρόμου του ισλαμικού Κράτους, η τακτική-στρατιωτική συμμαχία ευκολίας μεταξύ των αμυντικών Δυνάμεων της βορειοανατολικής Συρίας και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων υπό την αιγίδα του διεθνούς Συνασπισμού χάνουν ολοένα και περισσότερο τη σημασία τους.

Με όλες τις αντιφάσεις που μπορούν να υπάρχουν μεταξύ των περιφερειακών και διεθνών ηγεμονικών δυνάμεων, όλες συμφωνούν σε ένα σημείο: η επανάσταση στη βορειοανατολική Συρία, η δημοκρατική διοικητική δομή του συμβουλίου, η δημιουργία ενός δημόσιου δημοτικού- οικολογικού τομέα και η κύρια ώθηση της επανάστασης δηλαδή η απελευθέρωση των γυναικών από τις χιλιετείς αλυσίδες ενός πατριαρχικού συστήματος κυριαρχίας, αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για τα ηγεμονικά τους συμφέροντα και πρέπει να εξαλειφθεί.Τα τελευταία χρόνια η επανάσταση στη Ροζάβα και στη βόρεια Συρία έχει γίνει μια άνευ προηγουμένου πηγή ελπίδας για όσους αναζητούν, μια ζωή πέρα από το κράτος, το κεφάλαιο και την πατριαρχία. Είναι ένας φάρος που μπορεί να δείξει στους καταπιεσμένους και εκμεταλλευόμενους αυτής της Γης την έξοδο από το σκοτάδι του καπιταλιστικού νεωτερισμού και έδειξε μια φορά για πάντα ότι το «τέλος της ιστορίας» που διακηρύσσεται από εκείνους που βρίσκονται στην εξουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα απλό ψέμα. Είναι το ζωντανό παράδειγμα ότι και σήμερα, στον 21ο αιώνα, είναι εφικτός ένας άλλος κόσμος.

Ο επιθετικός πόλεμος στην Αφρίν, η διεθνής υποστήριξη στις σφαγές εναντίον του άμαχου πληθυσμού, οι βόμβες του ΝΑΤΟ που πέφτουν βροχή επάνω στους φίλους μας, τα γερμανικά τεθωρακισμένα Leopard, κάτω από τα ίχνη των οποίων η ελπίδα μας υποτίθεται πως θα συντρίβονταν, ήταν η πρώτη καθαρή έκφραση του νέου ιμπεριαλιστικού μετώπου ενάντια στην επανάσταση στη Μέση Ανατολή, και είναι ένας οιωνός για αυτό που πρέπει να περιμένουμε. Οι άνθρωποι εδώ, όπως και εμείς οι ίδιοι, έχουν μάθει από την Afrin: να μην βασιζόμαστε σε τίποτα άλλο εκτός από τις δυνάμεις μας. Δεν δίνουμε την παραμικρή πίστη στις δηλώσεις των διεθνών δυνάμεων και δεν θα κάνουμε έκκληση σε κανέναν. Έχουμε ευρέως γνωρίσει φίλο και εχθρό και γνωρίζουμε ότι οι μόνοι μας σύμμαχοι σε αυτόν τον αγώνα μπορούν να είναι οι διεθνείς δημοκρατικές και επαναστατικές δυνάμεις, όλοι εκείνοι που ονειρεύονται έναν διαφορετικό κόσμο και μαζί με τους οποίους αγωνιζόμαστε για ένα ελεύθερο μέλλον.

Προσκαλούμε όλους να προετοιμαστούν για μια νέα φάση αντίστασης, δράσης και συνεργατικού αγώνα. Όλους όσους βρέθηκαν στους δρόμους για την υπεράσπιση της Afrin τον περασμένο χρόνο και οι οποίοι έχουν οργανώσει στις πολυάριθμες επιτροπές αλληλεγγύης, οι οποίες έχουν κάνει την Παγκόσμια Ημέρα της Αφρίν- il World-Afrin-Day μια έκφραση παγκόσμιας αλληλεγγύης και οι οποίες κράτησαν μαζί μας κάθε μέτρο, κάθε δρόμο στη Kobanê.
Όλους εκείνους στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο, που έχουν δηλώσει ρητά την οργή τους και το μίσος τους απέναντι στους εχθρούς της ανθρωπότητας, τους πολεμοκάπηλους και τους υποστηρικτές του τουρκικού φασισμού.
Το μήνυμά μας ήταν και είναι αδιαμφισβήτητο: αν ο πόλεμος ενάντια στην επανάσταση είναι διεθνής, τότε η αντίστασή μας θα είναι επίσης. Ας προσπαθήσουμε να δείξουμε μαζί ότι αυτή η επανάσταση είναι ο αγώνας όλων μας, ότι η Rojava είναι η ελπίδα και η προοπτική μας και ότι θα υπερασπιστούμε το μέλλον μαζί.

Το ότι οι επιθέσεις πραγματοποιούνται σε αυτή τη φάση δεν είναι μια σύμπτωση. Το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα λειτουργεί έξω από μια θέση αδυναμίας. Η δομική κρίση του κρατικιστικού πολιτισμού δεν μπορεί πλέον να καλυφθεί και κάθε μέρα όλο και περισσότεροι άνθρωποι αρχίζουν να ξυπνούν και αναλαμβάνουν την καταπολέμηση αυτού του καταπιεστικού συστήματος. Το βλέπουμε στους δρόμους της Γαλλίας, στη διαδήλωση κατά της συνόδου κορυφής της G20 στην Αργεντινή στο Μπουένος Άιρες, στην Women’s Strike, στο #NiUnaMenos και στις διαμαρτυρίες στο δάσος του Hambach. Οι δυνάμεις της παλαιάς τάξης προσπαθούν να κρατηθούν ζωντανές με την κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης, την κρατική τρομοκρατία και τον ανοιχτό φασισμό, αλλά οι ημέρες τους είναι μετρημένες αν οργανώσουμε και λάβουμε θέση εναντίον των επιθέσεων στη ζωή μας. Να χρησιμοποιήσουμε τη δύναμη που έχουμε αντλήσει από την επανάσταση και να εντείνουμε τον αγώνα μας. Αν αναγνωρίσουμε την κοινή μας δύναμη, θα μπορέσουμε να ρίξουμε το σύστημα αυτό στην κοπριά της ιστορίας μία για πάντα. Ενάντια στην επίθεση του καπιταλιστικού νεωτερισμού είναι ζωτικής σημασίας να οργανώσουμε παντού την υπεράσπιση και την εξέγερση της δημοκρατικής νεωτερικότητας.

Για εμάς, ως διεθνιστική Κοινότητα στη Rojava, ξεκινάει μια νέα φάση και σήμερα. Ήρθαμε μαζί στη Rojava για να στηρίξουμε τις πολιτικές δομές αυτής της επανάστασης, για να μάθουμε, να κατανοήσουμε και να καθοδηγήσουμε την εξέλιξη της οικοδόμησης. Όπως και επί του πληθυσμού της Rojava, ο πόλεμος αυτός μας έχει επιβληθεί. Αλλά αν ο εχθρός δεν μας αφήσει άλλη επιλογή, τότε δεν θα μείνουμε στο περιθώριο, αλλά θα συνεισφέρουμε με όλες μας τις δυνάμεις και όλες τις ικανότητές μας στην προετοιμασία της αντίστασης και στην υπεράσπιση της κοινωνίας και της επανάστασης. Εμείς θα αναλάβουμε ότι είναι απαραίτητο για να συμβάλουμε σε αυτή την αντίσταση. Θα βρεθούμε στο πλευρό του πληθυσμού ενάντια στη φασιστική επίθεση. Έχουμε έρθει εδώ από τα πιο διαφορετικά μέρη αυτής της Γης με διαφορετικές ιδέες και έργα, αλλά αυτή η γη έχει γίνει και το σπίτι μας τα τελευταία χρόνια. Με αυτό το πνεύμα θα συμμετάσχουμε και εμείς στη γενική κινητοποίηση της κοινωνίας της αυτοκυβέρνησης στη βορειοανατολική Συρία, η οποία ξεκίνησε στις 12 δεκεμβρίου.

Στάσου δίπλα, πλευρό με πλευρό στην επανάσταση, ύψωσε τη φωνή σου, βγες στους δρόμους και τις πλατείες, ενώσου στις επιτροπές αλληλεγγύης και τις υπάρχουσες ομάδες αντίστασης.
Ξεκινήστε ενέργειες πολιτικής ανυπακοής για να αυξήσετε την ευαισθητοποίηση σχετικά με την κατάσταση στην Ροζάβα και να στείλετε ένα σαφές σημάδι αλληλεγγύης.

Ώμο με ώμο ενάντια στον φασισμό!
Μακρά ζωή στη διεθνή αλληλεγγύη!
Η επανάσταση θα επικρατήσει, ο φασισμός θα συντριβεί!

Πηγή: https://internationalistcommune.com/to-all-democratic-forces-defend-the-democratic-federation-of-north-eastern-syria-statement-and-call-to-action-by-the-internationalist-commune-of-rojava/?fbclid=IwAR286lh0PF4ahMwecRu1Nid1MSPc2rJFt65AmRFtuWhl5c3DYlhi-DAv_fI

logo

αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος τρίτο

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Σου διηγήθηκα αυτά τα πράγματα σε μια ανοιχτή επιστολή, Carlo, για να πω σε εσένα και σε όλους πως και αυτό ήταν ο
Giangiacomo Feltrinelli, Osvaldo. Και ο Osvaldo δεν ήταν λιγότερο αληθινός
του λαμπρού εκδοτικού «σκύλου τρούφας» που είχε ‘ανακαλύψει’ τον Pasternak
και τον Tomasi di Lampedusa.

ΙΘΑΚΗ, ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ

Τα πήρες στο κρανίο μαζί μου, και είναι κατανοητό, διότι μια κλίκα αποστατών Μνηστήρων και σφετεριστών κατέλαβαν την Ιθάκη σας, και οι παιδαγωγοί σου σε εδίδαξαν πως
ο ‘Osvaldo’ ήταν σαν ένα από εκείνα τα οικογενειακά μυστικά που πρέπει να κρατηθούν κρυμμένα, γνωρίζουμε, αυτοί πέρασαν από τον
«Che» Guevara στην Lega delle Cooperative, στην Λίγκα των Συνεταιρισμών.
 

Πίστεψε με, Carlo, εγώ έκανα το αντίθετο από το να «προσβάλλω».  Αντιθέτως,
διεκδικώ στην επιλογή που έκανα ακόμη και τον χαρακτήρα (που σίγουρα δεν ήταν ο «στόχος»της] μιας πράξης δικαιοσύνης και χρέους προς τον πατέρα σου.                    »Βρέθηκα, τον αύγουστο που μας πέρασε, μέσα στη στενάχωρη θέση της ανάγκης να πράξω το σχεδόν αδύνατο, »να τετραγωνίσω τον κύκλο»: να υποστηρίξω πως ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να είναι η οργάνωση της Lotta Continua υπεύθυνη για τον θάνατο του κομισάριου Calabresi, για να υποστηρίξω την συγκεκριμένη αθωότητα των
Bompressi, Pietrostefani και Sofri και την ίδια στιγμή να υποστηρίξω την πολιτική αληθοφάνεια εκείνης της ευθύνης, ώστε να εμποδίσω η υπεράσπιση τους να συνεχίσει να είναι ένα έργο ‘δολοφονίας’ της αλήθειας και περαιτέρω απο-νομιμοποίησης και ποινικοποίησης των μαχητών των χρόνων ’70. 

ΕΥΓΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ

Βλέπεις, Carlo, οι »διανοούμενοι της αριστεράς» υπερασπίστηκαν τον Sofri με τον πιο σκανδαλώδη και βρώμικο τρόπο που θα μπορούσαν να διαλέξουν, μη λέγοντας λέξη ενάντια στο νόμο για τους »μετανιωμένους», και όλα τα υπόλοιπα, αντιπαραθέτοντας στον »τύπο του δράστη» έναν »τύπο μη δράστη», λέγοντας ουσιαστικά »δεν μπορεί να ήταν αυτός διότι είναι ένας από εμάς, ένας σαν κι εμάς…» – αφήνοντας να υπονοηθεί πως οι άλλοι που είναι διαφορετικοί μπορούν να σαπίσουν στη φυλακή.
Μπροστά σε αυτή την τανάλια έκανα την επιλογή να κηρύξω τον εαυτό μου έναν από τους τουλάχιστον διακόσιες χιλιάδες πολιτικούς και ηθικούς »αυτουργούς» εκείνης της εκτέλεσης,και πήρα την απόφαση να αποκαλύψω έναν κόκκο αλήθειας επάνω σε εκείνα τα χρόνια. Δηλαδή πρώτα απ’ όλα πως, τότε, δεκάδες μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες αυτοπροτείνονταν να μεταφράσουν σε πρακτική εκείνη την »τρομερή επιθυμία»που ζούσε μέσα στο κοινωνικό φαντασιακό, εκτελώντας την ετυμηγορία που το κίνημα είχε εκδώσει ενάντια στον κομισάριο Calabresi.
Σήμερα, βλέπεις, εγώ είμαι ένας ελευθεριακός κομουνιστής, και φρικάρω μπροστά σε όλα τα δικαστήρια, ξεκινώντας από εκείνα »του λαού». Αλλά πρέπει ίσως να υποκριθούμε πως ξεχνούμε [ή, χειρότερα, να ξεχνούμε πραγματικά] πως όλοι τότε φωνάζαμε για »προλεταριακή δικαιοσύνη»; Εάν ο σενατόρε Bòato θέλει να διαγράψει αυτό το πράγμα, μπορεί να το κάνει [ εγώ βρίσκω, εκτός των άλλων, χαζό να ελπίζει πως θα κερδίσει τη δίκη καταφέρνοντας να κάνει να ξεχαστεί εκείνος ο τίτλος στην εφημερίδα που μιλούσε για »Μια πράξη δικαιοσύνης» αντί να επιτίθεται στην διαστροφή του νόμου για τους μετανιωμένους και στους άλλους ειδικούς νόμους, και να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να ανοίξει επιτέλους μια μεγάλη απελευθερωτική αυθεντική συζήτηση επάνω στα χρόνια ’70, την ριζοσπαστικότητα του κινήματος, την θέληση για ισχύ και το αρχέτυπο της κατάκτησης της εξουσίας, το όνειρο της απελευθέρωσης και το στενό πουκάμισο της ‘πολιτικής’, τις ανάγκες και τις επιθυμίες, την αντιεξουσία και τη βία, την πολιτική αιχμαλώτιση και την αμνηστία, την αιχμαλωσίa ‘ούτως ή άλλως’ ‘και την κίνηση προς κατάργηση άδικων νόμων».

ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΚΑΙ ΠΑΡΟΝ

Και αντιθέτως όχι: όλο εκείνο που η μέτρια πονηριά σύντομης αναπνοής των δόλιων συμβούλεψε σε όλο αυτό τον κόσμο, είναι να απαρνηθούν γι ακόμη μια φορά τα βαθιά πολιτιστικά χαρακτηριστικά των κοινωνικών κινημάτων
εκείνων των χρόνων, αρνούμενοι ανόητα μέχρι
και την μαρτυρία του έντυπου χαρτιού.
Λες και τα δικαστικά πρακτικά είναι γραμμένα με αόρατο μελάνι, όχι αντάξια της μνήμης, όπως δεν είναι αντάξια της μνήμης η κεφαλή αυτής της πνευματικής αριστεράς, που αποκαλύπτεται η πιο μισαλλόδοξη
καθώς πρέπει κομφορμιστική αποστάτρια και άνανδρη του κόσμου! Το να εξηγήσουν τους λόγους εκείνου του τίτλου, συνεπώς να εξηγήσουν
το περιβάλλον και την συγκυρία, θα μπορούσε να είναι
ένα μέρος της υπεράσπισης! Μόνο που με αυτό τον τρόπο
θα έπρεπε  να επιλέξουν να »διακινδυνεύσουν» να υπερασπιστούν και κανέναν »χτισμένο ζωντανό», ίσως εκείνους που,
έχοντας ξεκινήσει από τις εξεγέρσεις στις φυλακές και από τον μύθο της επανάστασης που βρίσκονταν στις πόρτες που η LC διέδιδε με χέρια ανοικτά,
πέρασαν από την επιτροπή φυλακών της LC, «Να ελευθερώσουμε όλους-Liberare tutti»,
της »γης τους Κολασμένους-Dannati della terra», τις κολεκτίβες «Jackson», »Soledad», «ll sangue agli occhi-Με το αίμα στα μάτια», τους Nap, και έφτασαν στο τέρμα της διαδρομής των ισοβίων και των «braccetti-των ακτίνων»…
Θα μπορούσε να είναι μια καλή ευκαιρία,
η μάχη για την υπεράσπιση των Bompressi,
Pietrostelani και Sofri, να σταματήσουν να το σκάνε, και να αρπάξουν από τον γιακά το γεγονός πως πρέπει να βγάλουν έξω και την Franca Salerno, τους Abbatangelo, την Vianale, την Sofia,
Pellecchia, Schiavone, Delli Veneri…
Αντιθέτως στήσαν την φάρσα του »απολιτικού κρατουμένουprigioniero apolitico«, της »processo apolitico-απολιτικής δίκης». «Απολιτικό-Apolitico«? Ah, γιατί είναι »απολιτικό» να ποζάρεις στην φωτογραφία ανάμεσα στους
Jaruzelskij, Martelli και τον νεαρό Restelli,
ήταν «apolitico» να είσαι »ούτε με τον Fioroni, ούτε
με τον Toni Negri» (και, στην πραγματικότητα, λιγάκι περισσότερο
να στέκεσαι me πλευρά του πρώτου), είναι «apolitico» να κάνεις τον διευθυντή
των «Reggiane», «απολιτικό’
να εμφυσάς στο κεφάλι των Marino την ιδέα πως πρέπει να κοιτάς την πάρτη σου, να καταφέρνεις, να σπρώχνεις, προχωρώντας χτυπώντας με τους αγκώνες και ίσως πατώντας επί πτωμάτων των χαμένων, και αλίμονο στους ηττημένους;

ΑΝΤΙΘΕΤΟ ΡΕΥΜΑ

Μέσα σε μια κατάσταση τόσο πρόστυχη, εμείς
θα έπρεπε, Carlo, να αρχίσουμε να λέμε στους τέσσερις ανέμους τουλάχιστον κανένα θραύσμα που να μπορεί να ειπωθεί, ακόμη και με κόστος να μας καλέσουν ως συνενόχους σε πράγματα με τα οποία πιθανότατα δεν έχουμε καμία σχέση, τα οποία ίσως έχουμε πολεμήσει.

Βλέπεις, Carlo, εγώ δήλωσα πως θεωρούσα τον εαυτό μου ένα από τους τουλάχιστον διακόσιες χιλιάδες «πολιτικούς εντολείς» και ηθικούς της εκτέλεσης Calabresi. Για την αλήθεια – αν θέλουμε να πάμε να κάνουμε τους λογιστές – εμείς δεν ήμασταν επικεφαλής της εκστρατείας για τους
Pinelli και Valpreda, την οποίαν θεωρούσαμε ένα γεγονός δημοκρατικού ριζοσπαστισμού με τον οποίο δεν είχαμε κάτι κοινό (πιθανότατα να κάναμε ένα λάθος ακαμψίας και ελιτίστικου θεωρητικού σεχταρισμού, αλλά γεγονός είναι πως βρισκόμασταν σε ένα άλλο μήκος κύματος,
και είχαμε τα μάτια καρφωμένα στα κάγκελα της
Fiat).
Επάνω σε ένα άλλο μήκος κύματος ήταν, από
την πλευρά τους, και οι BR, οι οποίες σχολίασαν σε ένα φυλλάδιο «υπάρχει χρόνος για να υψώσουμε το επίπεδο», και που τότε είχαν απαγάγει για μισή ώρα σε ένα
‘pulmino’ τον μηχανικό Macchiarini (ενώ οι Καραμπινιέροι, καλύτεροι, είχαν απαγάγει και βιάσει για ώρες την Franca
Rame).                                                                                                                                                    Κι όμως, Carlo, δεν μπορούμε 
να αφήσουμε να περάσει αυτή η ευκαιρία να δώσουμε μια μάχη   
που είναι ταυτόχρονα αλήθειας, και, 
ως εκ τούτου, ελευθερίας. Ή καλύτερα, να αφήσουμε να περάσει δίχως να εξεγερθούμε μια επιχείρηση, ίσως αποφασιστική και ανεπανόρθωτη σαν μια τελική λύση να θαφτεί για πάντα αλήθεια και ελευθερία, η αλήθεια μιας εποχής αγώνων και η ελευθερία μιας γροθιάς θαμμένων ζωντανών
Κι έτσι ήταν που αποφάσισα να χρησιμοποιήσω – με την καλή έννοια, τη δυνατή, για μια μάχη που θα μοιραστούμε και συμφωνούμε – την αλήθεια του πατέρα σου. Και είπα πως, μεταξύ καλοκαιριού του ’71 και των πρώτων μηνών του ’72,
ο «Osvaldo» μου μίλησε επανειλημμένως για την »ιστορική» ανάγκη εκείνης που η 
Lotta Continua θα είχε χαρακτηρίσει, ex post, «μια πράξη δικαιοσύνης«.
Στις συνεντεύξεις στην Corriere και
στο Espresso στις οποίες είπα αυτά τα πράγματα, διευκρίνισα πως ο πατέρας σου δεν συμπεριέλαβε ποτέ σε αυτό το σχέδιο τις Gap, που ήταν λιγάκι ένα κινηματικό παράρτημα  ενός πιο πολύπλοκου και κερματισμένου δικτύου των πολιτικών και επιχειρησιακών του σχέσεων (έχεις ποτέ ακούσεις να μιλούν για την εκτέλεση στην Γερμανία του Quintanilla, του βασανιστή μέχρι θανάτου του Che Guevara;).
Ποια στη συνέχεια, από τις δεκάδες ομάδες και ομαδούλες, λιγότερο ή περισσότερο άτακτες, που τότε δρούσαν μέσα σε εκείνη την πρόθεση, έφερε εις πέρας το σχέδιο της, εγώ δεν το γνωρίζω. Κι αν ακόμη το εγνώριζα, βέβαια δεν θα το έλεγα. Αυτά είναι όλα.

2018-12-10 12.24.36

ΜΙΑ ΠΡΑΞΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Η πρόθεση να «εκτελεστεί» ο Calabresi
εξέφραζε – θα ήταν υποκριτικό να το αρνηθούμε – μια
δυνατή και διάχυτη επιθυμία, όπως υπενθύμιζε
στο Manifesto της περασμένης τρίτης ο Giuliano
Spazzali στην όμορφη παρέμβαση του -Ricordi di
uno smemorato- Αναμνήσεις ενός ξεχασιάρη, και όπως αναγνώριζε σε ένα άρθρο στην εφημερίδα Corriere della Sera (επικεντρωμένο στην διαφορά
μεταξύ «εντολής» και «οδηγίας»)
ο υπεράνω υποψίας Ferdinando Camon. Η ευθύνη όχι μόνο της «Lotta Continua»,
αλλά σχεδόν όλης της εξωκοινοβουλευτικής
αριστεράς (με την εξαίρεση του
Movimento Studentesco της «Statale» του
Milano, που προτιμούσε να σπάζει τα κεφάλια στους αναρχικούς παρά στους δολοφόνους τους), για
της δολοφονίας Calabresi είναι λοιπόν ένα γεγονός.
Συνεπώς, βλέπεις, Carlo, εγώ δεν »προσβάλω» τον
πατέρα σου, διότι για να προσβάλλεις χρειάζεται να αποδώσεις μια σημασία, ακριβώς,
προσβλητική στα πράγματα που λέγονται. Εγώ,
αντίθετα, στους δικαστικούς που με κυνήγησαν
και δίκασαν πάντοτε απάντησα «αρνούμαι αυτά
που μου χρεώνετε», από οι οποίοι όμως δεν νιώθω πως με διέσυραν (βλέπεις, Carlo, εάν σε κατηγορούν πως έκανες μια ληστεία, είναι σωστό να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, μα δεν υπάρχεις κανένας λόγος στον κόσμο να δηλώσεις σεβασμό  στην ιδιοκτησία, να δηλώσεις πως οι κλέφτες είναι καλά στην φυλακή, και να αποδεχθείς πως νομιμότητα και νομιμοποίηση συμπίπτουν… ).

 

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf

αυτονομία, autonomia

Κεφάλαιο 12. ΕΜΠΡΟΣ ΠΩΣ; ΕΜΠΡΟΣ ΠΟΥ;

Paolo Virno: DO YOU REMEMBER COUNTERREVOLUTION?

Τι σημαίνει η λέξη «αντεπανάσταση»; Με αυτή, δεν πρέπει να εννοήσουμε μοναχά μια βίαιη καταστολή (ακόμα και αν, φυσικά, αυτή δεν λείπει ποτέ). Δεν είναι ούτε μια απλή επαναφορά του «παλαιού καθεστώτος», dell'»ancien régime»,δηλαδή η αποκατάσταση της κοινωνικής τάξης που είχε φθαρεί από συγκρούσεις και εξεγέρσεις.Η «αντεπανάσταση» είναι, κυριολεκτικά, μια «επανάσταση αντίθετη»: Να πούμε: μια ορμητική καινοτομία-ανανέωση των τρόπων παραγωγής, των μορφών ζωής, των κοινωνικών σχέσεων που, εντούτοις, ενισχύει και επανεκκινεί την καπιταλιστική διοίκηση.Η «αντεπανάσταση», ακριβώς όπως και το συμμετρικό της αντίθετο, δεν αφήνει τίποτα αμετάβλητο. Καθιερώνει μια μακρά «κατάσταση εξαίρεσης», στην οποία η σάρωση των γεγονότων φαίνεται να επιταχύνεται. Οικοδομεί ενεργά μια δική της ιδιόμορφη «νέα τάξη». Σφυρηλατεί νοοτροπία, πολιτιστικές συνήθειες, ήθη και έθιμα, γούστα, εν συντομία μια νέα «κοινή λογική», «common sense».Πηγαίνει στη ρίζα των πραγμάτων, και εργάζεται με μέθοδο. Αλλά υπάρχουν και άλλα: η «αντεπανάσταση» επωφελείται των ιδίων προϋποθέσεων και των ιδίων τάσεων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών) επάνω στις οποίες η «επανάσταση» θα μπορούσε να εμπλέκεται, καταλαμβάνει και αποικίζει το έδαφος του αντιπάλου, δίνει άλλες απαντήσεις στις «ίδιες» ερωτήσεις. Επανερμηνεύει με τον δικό της τρόπο (και αυτό το ερμηνευτικό έργο διευκολύνεται, συχνά, από τις φυλακές υψίστης ασφαλείας) το σύνολο των υλικών συνθηκών που θα καταστήσουν την κατάργηση της μισθωτής εργασίας απλά ρεαλιστική: τις μειώνει, τις περιορίζει σε κερδοφόρες «παραγωγικές δυνάμεις».Επιπλέον, η «αντεπανάσταση» αναστρέφει σε αποπολιτικοποιημένη παθητικότητα ή σε ομόφωνη συγκατάθεση εκείνες τις ίδιες μαζικές συμπεριφορές που έμοιαζαν να υποδηλώνουν την υποβάθμιση της κρατικής εξουσίας και την επικαιρότητα μιας ριζοσπαστικής αυτοκυβέρνησης.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μια κριτική ιστοριογραφία, απρόθυμη να εξιδανικεύει την εξουσία των «τετελεσμένων γεγονότων», πρέπει να προσπαθήσει να αναγνωρίσει, σε κάθε στάδιο και σε κάθε πτυχή της «αντεπανάστασης», τη σιλουέτα, τα περιεχόμενα, την ποιότητα της επανάστασης που είναι δυνατή. Η ιταλική «αντεπανάσταση» αρχίζει στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα και διαρκεί μέχρι σήμερα.Παρουσιάζει πολυάριθμες στρωματοποιήσεις. Όπως ένας χαμαιλέοντας, αλλάζει αρκετές φορές πρόσωπο: «ιστορικός συμβιβασμός» μεταξύ D.C. και P.C., θριαμβευτικός craxismo, μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος μετά την κατάρρευση των Ανατολικών καθεστώτων.Ωστόσο, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε τα «Leitmotiv-κεντρικά μοτίβα» που συμβαίνουν σε όλες τις φάσεις της.Ο ενωτικός πυρήνας της ιταλικής «αντεπανάστασης» της δεκαετίας του ’80 και της δεκαετίας του ’90 συνίσταται: α) στην πλήρη επιβεβαίωση του μεταφορντικού τρόπου παραγωγής (ηλεκτρονικές τεχνολογίες, αποκέντρωση και ευελιξία των διαδικασιών εργασίας, γνώση και επικοινωνία ως κύριος οικονομικός πόρος κ.λπ.) b) στην καπιταλιστική διαχείριση της στεγνής μείωσης του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας (μερική απασχόληση, πρόωρη συνταξιοδότηση, διαρθρωτική ανεργία, μακροπρόθεσμη επισφάλεια κ.λπ.) · στη δραστική κρίση, και από πολλές απόψεις αμετάκλητη της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.Η Δεύτερη δημοκρατία έχει τις ρίζες της σε αυτή την υλική βάση. Είναι η προσπάθεια να προσαρμοστεί η μορφή και οι διαδικασίες κυβέρνησης στις μεταβολές που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στους τόπους παραγωγής και στην αγορά εργασίας.Με τη Δεύτερη δημοκρατία, η μεταφορντική «αντεπανάσταση» εξοπλίζεται τελικά με ένα δικό της σύνταγμα και, επομένως, ολοκληρώνεται. Οι ιστορικο-πολιτικές θέσεις που τώρα θα ακολουθήσουν προτείνονται να συνάγουν ορισμένες σημαντικές πτυχές των ιταλικών συμβάντων των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων. Για την ακρίβεια εκείνων των πτυχών που προσφέρουν ένα άμεσο εμπειρικό υπόβαθρο στη θεωρητική συζήτηση.Όταν μια συγκεκριμένη εκδήλωση δείχνει ότι έχει μια «υποδειγματική-παραδειγματική» αξία (δηλαδή όταν διακηρύττει μια «επιστημολογική ρήξη» και μια εννοιολογική καινοτομία-ανανέωση), θα το εμβαθύνει μέσα από μια «excursus-παρέκβαση», του οποίου η λειτουργία είναι παρόμοια με ένα κινηματογραφικό «κοντινό» πλάνο.

1.

Ο μετα-φορντισμός στην Ιταλία βαπτίζεται από το αποκαλούμενο «κίνημα του 77», δηλαδή από τους πολύ σκληρούς κοινωνικούς αγώνες μιας εργατικής δύναμης μορφωμένης, επισφαλούς, σε κίνηση, η οποία μισεί την «ηθική της εργασίας», αντιτίθεται μετωπικά στην παράδοση και στην κουλτούρα της ιστορικής αριστεράς, σηματοδοτεί μια σαφή ασυνέχεια σε σχέση με τον εργάτη της γραμμής συναρμολόγησης.Ο μεταφορντισμός εγκαινιάζεται από ταραχές. Το αριστούργημα της ιταλικής «αντεπανάστασης» έγκειται στο ότι μετέτρεψε σε επαγγελματικές ανάγκες, συστατικά της παραγωγής υπεραξίας, ζύμη του νέου κύκλου καπιταλιστικής ανάπτυξης, τις συλλογικές ροπές που, μέσα στο «κίνημα του ’77», είχαν αντιθέτως εκδηλωθεί ως αδιάλλακτος ανταγωνισμός.Ο ιταλικός νεοφιλελευθερισμός της δεκαετίας του ογδόντα είναι ένα είδος ’77 αντεστραμμένο. Και αντίστροφα: εκείνη η αρχαία εποχή συγκρούσεων εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει, ακόμα και σήμερα, την άλλη πλευρά του μετά-φορντιστικού μεταλλίου, το αντάρτικο πρόσωπο. Το κίνημα του ’77 αποτελεί, για να χρησιμοποιήσουμε μια όμορφη έκφραση της Hannah Arendt, ένα «μέλλον στις πλάτες», την ανάμνηση εκείνων που θα μπορούσαν να είναι οι ταξικοί αγώνες «των επόμενων εγχειρημάτων». Πρώτη excursus-παρέκβαση.Εργασία και μη-εργασία: η έξοδος του ’77.Όπως κάθε τι αυθεντικά καινούργιο, καινοτόμο, το κίνημα του ’77 υπέστη την ταπείνωση, την υποβάθμιση του να το μπερδέψουν για ένα φαινόμενο »περιθωριοποίησης». Όπως και την κατηγορία, περισσότερο συμπληρωματική από αντιφατική, για «παρασιτισμό».Αυτές οι έννοιες αντιστρέφουν την πραγματικότητα με έναν τόσο ολοκληρωμένο και ακριβή τρόπο ώστε να είναι πολύ ενδεικτικές:Όντως, το να θεωρούν περιθωριακούς ή παρασιτικούς τους «ξυπόλυτους διανοούμενους» του ’77, τους φοιτητές-εργάτες και τους εργαζόμενους-φοιτητές, τους επισφαλείς κάθε είδους, ήταν εκείνοι που θεωρούσαν «κεντρικής σημασίας» και «παραγωγική» μόνο την σταθερή θέση εργασίας στα εργοστάσια των ανθεκτικών καταναλωτικών αγαθών.Επομένως, εκείνοι που κοιτούσαν τα υποκείμενα εκείνα από την προοπτική γωνία του φθίνοντα αναπτυξιακού κύκλου. Που όμως είναι μια προοπτική γωνία, αυτή ναι, με κίνδυνο περιθωριοποίησης και παρασιτισμού επίσης.Από την άλλη πλευρά,αν λάβουμε υπόψη τη μεγάλη μεταμόρφωση των παραγωγικών διαδικασιών και της κοινωνικής εργασίας που ξεκίνησε εκείνη τη εποχή, δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε στους πρωταγωνιστές εκείνων των αγώνων στους δρόμους κάποια σχέση, έναν δεσμό με την ίδια την καρδιά των παραγωγικών δυνάμεων.Το κίνημα κίνηση του ’77 δίνει φωνή «για μια στιγμή» στην αλλαγμένη ταξική σύνθεση, η οποία αρχίζει να διαμορφώνεται μετά την πετρελαϊκή κρίση και τις απολύσεις στα μεγάλα εργοστάσια, στην αρχή της βιομηχανικής μετατροπής-αναδιάρθρωσης.

Από την άλλη πλευρά, δεν είναι η πρώτη φορά που μια ριζοσπαστική επανάσταση στον τρόπο παραγωγής συνοδεύεται από την πρόωρη σύγκρουση των στρωμάτων της εργατικής δύναμης που πρόκειται να γίνει η ραχοκοκαλιά της νέας οργάνωσης, του νέου καθεστώτος.Απλά σκεφτείτε τον κοινωνικό κίνδυνο που, τον 18ο αιώνα, διέκρινε τους άγγλους περιπλανώμενους, «ήδη» εκτοπισμένους από τα χωράφια και που βρίσκονταν «στο σημείο» να μπουν στα πρώτα εργοστάσια.Ή τους αγώνες των ανειδίκευτων αμερικανών, στα δέκα χρόνια αυτού του αιώνα, αγώνες που προηγήθηκαν της φορντιστικής και τεϊλοριστικής στροφής, βασισμένης ακριβώς στη συστηματική υποβάθμιση της εργασίας. Κάθε απότομη μεταμόρφωση της παραγωγικής οργάνωσης, όπως γνωρίζουμε, αποσκοπεί κατ ‘αρχήν να υπενθυμίσει τις ανησυχίες της «αρχικής συσσώρευσης», χρειάζοντας να μετατρέψει από την αρχή μια σχέση μεταξύ «πραγμάτων» (νέες τεχνολογίες, διαφορετική κατανομή των επενδύσεων, εργατική-δύναμη εξοπλισμένη με συγκεκριμένες προδιαγραφές) σε μια κοινωνική σχέση. Αλλά ακριβώς σε αυτό το απόσπασμα εμφανίζεται ενίοτε η εκδήλωση της «υποκειμενικής συνέπειας» αυτού που στη συνέχεια γίνεται αδιαμφισβήτητη συγκεκριμένη πορεία, εξέλιξη. Οι αγώνες του ’77 λαμβάνουν μέσα τους τη ρευστοποίηση της αγοράς εργασίας, καθιστώντας την έδαφος συνάθροισης και σημείο δύναμης. Η κινητικότητα μεταξύ διαφορετικών εργαζομένων και μεταξύ εργασίας και μη εργασίας, αντί να κονιορτοποιήσει, καθορίζει ομοιογενείς συμπεριφορές και κοινές συνήθειες, εμποτίζεται υποκειμενικότητας και σύγκρουσης.Στο βάθος αρχίζει να ξεχωρίζει η τάση που, τα επόμενα χρόνια θα αναλυθεί από τους Dahrendorf και Gorz και πολλούς άλλους: συρρίκνωση των παραδοσιακών χειρωνακτικών εργασιών, αύξηση της μαζικής πνευματικής εργασίας, ανεργία εξ αιτίας επενδύσεων (που προκαλείται δηλαδή από την οικονομική ανάπτυξη, όχι από τις δυσκολίες της). Αυτής της τάσης, το κίνημα έδωσε στη συνέχεια μια «αναπαράσταση της δικής του πλευράς», την κατέστησε ορατή για πρώτη φορά, κατά κάποιο τρόπο την βάπτισε, αλλά συστρέφοντας την φυσιογνωμία της σε ανταγωνιστική έννοια, τρόπο. Ήταν τότε αποφασιστική η σύλληψη μιας δυνατότητας: εκείνης του να αντιλαμβάνεται τη μισθωτή εργασία ως το «επεισόδιο» μιας βιογραφίας, παρά ως μια «ισόβια κάθειρξη». Και η επακόλουθη αναστροφή των προσδοκιών: παραίτηση, άρνηση να πιέσει για να εισέλθει στο εργοστάσιο και να παραμείνει εκεί, αναζήτηση κάθε δυνατού τρόπου για να το αποφύγει και να απομακρυνθεί από αυτό. Η κινητικότητα, από επιβαλλόμενη κατάσταση, γίνεται ένας θετικός κανόνας και η κύρια φιλοδοξία, η σταθερή θέση εργασίας, από πρωταρχικός στόχος, μετατρέπεται σε εξαίρεση ή παρένθεση.
Είναι εξ αιτίας αυτών των τάσεων, πολύ περισσότερο από ό, τι για τη βία, που οι νέοι του ’77 απλώς καθίστανται ανεξιχνίαστοι για την παράδοση του εργατικού κινήματος. Αυτοί αντιστρέφουν την ανάπτυξη του χώρου της μη εργασίας και της επισφάλειας σε μια συλλογική διαδρομή , σε μια «συνειδητή μετανάστευση από την δουλειά στο εργοστάσιο». Αντί να αντισταθούν μέχρι τέλους στην αναδιάρθρωση της παραγωγής, παραβιάζουν όρια και κατευθύνσεις, προσπαθώντας να εξασφαλίσουν ευνοϊκές συνέπειες για τους εαυτούς τους επωφελούμενοι από καταστάσεις κακές γι αυτούς, ακατάλληλες. Αντί να κλειστούν μέσα σε ένα πολιορκημένο φρούριο, ορκισμένοι σε μια παθιασμένη ήττα, δοκιμάζουν τις δυνατότητες να πιέσουν τον αντίπαλο να επιτεθεί σε κενά οχυρά, εγκαταλειμμένα από καιρό. Η αποδοχή της κινητικότητας συνδυάζεται με το αίτημα για εγγυημένο εισόδημα, καθώς και στην ιδέα μιας παραγωγής πιο κοντά στην ανάγκη αυτοπροσδιορισμού και αυτοπραγμάτωσης. Αυτό που φθείρεται είναι η σύνδεση μεταξύ εργασίας και κοινωνικοποίησης. Οι στιγμές της κοινοτικής συσχέτισης πειραματίζονται, δοκιμάζονται εκτός και κατά της άμεσης παραγωγής. Εκτός από το ότι στη συνέχεια αυτή η ανεξάρτητη κοινωνικότητα βεβαιώνεται, ως ανυπακοή, ακόμη και στο χώρο εργασίας. Η επιλογή για την «αδιάκοπη εκπαίδευση», δηλαδή τη συνέχιση της επιμόρφωσης ακόμη και μετά την εξεύρεση απασχόλησης, αναλαμβάνει αποφασιστική βαρύτητα: αυτό τροφοδοτεί τη λεγόμενη ακαμψία στην προσφορά εργασίας, αλλά κυρίως δίνει τη δυνατότητα στους επισφαλείς και στη μαύρη εργασία να έχουν για πρωταγωνιστές υποκείμενα, των οποίων το δίκτυο γνώσεων και πληροφοριών είναι πάντα υπέρογκο σε σχέση με τα διάφορα και μεταβαλλόμενα καθήκοντα.Πρόκειται για έναν πλεονασμό του οποίου δεν μπορεί να στερηθεί η κατοχή, μη ανιχνεύσιμο στη δεδομένη εργασιακή συνεργασία: η επένδυσή του ή η κατάχρηση του συνδέονται έτσι κι αλλιώς με τη δυνατότητα σταθερούς κατοίκησης μιας περιοχής που βρίσκεται πέρα από την αμειβόμενη απόδοση. Αυτό το σύνολο συμπεριφορών είναι »φυσικά» αμφίσημο.Μπορούμε να το διαβάσουμε, όντως, ως pavloviana απάντηση στην κρίση του κράτους πρόνοιας. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, οι παλιοί και οι νέοι βοηθούμενοι κατεβαίνουν στον αγωνιστικό χώρο για να υπερασπιστούν τους «θύλακες» τους, «enclaves», που ανασκάπτονται με διάφορους τρόπους μέσα στην δημόσια δαπάνη. Ενσαρκώνουν δηλαδή εκείνα τα πλασματικά έξοδα, που η νεοφιλελεύθερη ώθηση και antiwelfare προτίθενται να καταργήσει, ή τουλάχιστον να συμπιέσει, να περιορίσει.
H αριστερά μπορεί και να υπερασπιστεί αυτά τα φάλσα παιδιά, αλλά με κάποια αμηχανία, και σε κάθε περίπτωση καταδικάζοντας τον «παρασιτισμό» τους. Αλλά ίσως είναι ακριβώς το ’77 να φωτίζει την κρίση του welfarestate με ένα εντελώς διαφορετικό φως, επαναπροσδιορίζοντας ριζικά τη σχέση μεταξύ εργασίας και αρωγής , μεταξύ πραγματικών δαπανών και «ψευδών δαπανών», μεταξύ παραγωγικότητας και παρασιτισμού.Η έξοδος από το εργοστάσιο, η οποία εν μέρει προκαταβάλει και εν μέρει αποτυπώνει ένα άλλο σημάδι στην αρχόμενη δομική ανεργία, προτείνει προκλητικά πως στην απαρχή της διατάραξης προς το χειρότερο του κράτους πρόνοιας υπήρξε, αν μη τι άλλο, η ασφυκτική ανάπτυξη, ανεσταλμένη, λιγότερο από μέτρια, του χώρου της μη εργασίας.Σαν να λέμε: «από μη εργασία δεν υπάρχει και πολλή, αλλά πολύ λίγη.» Μια κρίση, συνεπώς, που οφείλεται όχι από το μέγεθος που ανέλαβε η βοήθεια, η πρόνοια, αλλά από το γεγονός ότι η πρόνοια παρέχεται, ως επί το πλείστον, με τη μορφή της μισθωτής εργασίας. Και, αντιστρόφως, από το γεγονός ότι η μισθωτή εργασία παρουσιάζεται, από ένα συγκεκριμένο σημείο και μετά, ως βοήθεια, ως φροντίδα.Εξάλλου, οι πολιτικές πλήρους απασχόλησης δεν είχαν εμφανιστεί, κατά τη δεκαετία του ’30, ακριβώς στο όνομα του χρυσού ρητού «σκάβε τρύπες και στη συνέχεια γέμισε τες»; Το κεντρικό σημείο – το οποίο εκδηλώθηκε το 1977 σε συγκρουσιακές μορφές, και στη συνέχεια, κατά τη δεκαετία του ογδόντα, ως οικονομικό παράδοξο της καπιταλιστικής ανάπτυξης – είναι το εξής: η χειρωνακτική εργασία, κατακερματισμένη και επαναλαμβανόμενη, λόγω του διογκωμένου και άκαμπτου κόστους, παρουσιάζει έναν χαρακτήρα μη ανταγωνιστικό σε σχέση με την αυτοματοποίηση και, γενικότερα, με μια νέα ακολουθία εφαρμογών της επιστήμης της παραγωγής.Δείχνει το πρόσωπο «υπερβολικού κοινωνικού κόστους», έμμεσης βοήθειας, μασκαρεμένης και ipermediata [1]. Αλλά το γεγονός ότι η σωματική κόπωση κατέστη ριζικά «αντιοικονομική» είναι το έκτακτο αποτέλεσμα δεκαετιών εργατικών αγώνων: πραγματικά δεν υπάρχει κάτι να ντρεπόμαστε γι ‘αυτό. Επαναλαμβάνουμε ότι αυτό το αποτέλεσμα, οικειοποιείται για μια στιγμή το κίνημα του ’77, σηματοδοτώντας με τον δικό του τρόπο τον «κοινωνικά παρασιτικό χαρακτήρα της εργασίας κάτω από αφεντικό». Πρόκειται για ένα κίνημα με πολλούς τρόπους και για πολλούς λόγους στο ύψος με το νεοφιλελεύθερο νέο κύμα, new wave neoliberista, καθώς αναζητά μια άλλη λύση για τα ίδια προβλήματα με τα οποία αυτό θα έρθει σε αντιπαράθεση. Ψάχνει και δεν βρίσκει, εκρήγνυται γρήγορα. Αλλά παρότι παραμένει σε κατάσταση συμπτώματος, εκείνο το κίνημα αντιπροσώπευσε τη μοναδική διεκδίκηση για έναν εναλλακτικό τρόπο διαχείρισης του τέλους της «πλήρους απασχόλησης».
[1]:  Ipermedia ή η ipermedialità είναι ένας γενικός όρος, που προέρχεται από υπερκείμενο, ο οποίος ενσωματώνει μια συλλογή ετερογενών πληροφοριών, όπως γραφικά, ήχο, βίντεο και κείμενο, που συνδέονται μεταξύ τους με έναν μη διαδοχικό τρόπο. Ο όρος είναι μια εξέλιξη του όρου πολυμέσα ή πολυμεσικότητα.
αυτονομία, autonomia

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ.

Η φαινομενολογία των δημιουργικών πολιτισμών περιλαμβάνει ένα σύνθετο σύστημα αναφορών που παραπέμπουν στις ιστορικές avant-gardes- πρωτοπορίες, στον μαοϊσμό, αλλά και στη φιλοσοφία hippie, στον orientalism-στις ανατολικές φιλοσοφίες δηλαδή της δεκαετίας του εξήντα, στον ευτυχισμένο και κοινοτικό ουτοπισμό, που συνδέεται με την απαισιόδοξη προφητεία της «κριτικής θεωρίας».Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του εξήντα δύο τάσεις είχαν διαμορφώσει τις πολιτιστικές παραδόσεις που αποκαλούνταν νεανικές: την τάση να θεωρούν το μέλλον με εμπιστοσύνη και σιγουριά, να δέχονται το μοντέλο οικονομικής και τεχνολογικής ανάπτυξης που φαινόταν να είναι απεριόριστο και αμετάκλητο-μη αναστρέψιμο.Και μετά υπήρχε η τάση που μπορούμε να ορίσουμε ως «αντιπολιτισμική»: αυτή δεν αμφισβητούσε ουσιαστικά την σιγουριά μιας γραμμικής εξέλιξης, αλλά περιορίζονταν στην απόρριψη των συνεπειών της πολιτιστικής ενσωμάτωσης και της υπαρξιακής ισοπέδωσης, απέρριπτε την ομολογοποίηση και την απώλεια της ελευθερίας που η καταναλωτική κοινωνία καθόριζε. Το αντιπολιτισμικό κίνημα (hippie, αντιιμπεριαλιστικό, κίνημα των κοινοτήτων, φοιτητικό κίνημα) ήταν στενά συνδεδεμένο με την κοινωνία της ευημερίας, ήταν το άλλα της πρόσωπο.

Μα να που με τη δεκαετία του ’70 το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο αλλάζει: η κρίση σπάζει την εμπιστοσύνη στο μέλλον, και ο ορίζοντας δεν φαίνεται καθησυχαστικός: οι προσωπικές και συλλογικές ταυτότητες της προηγούμενης δεκαετίας (είτε ήταν ενσωματωμένες είτε εξεγερτικές) ξαναζωγραφίζονται σε ένα άλλο πανόραμα σε μιαν άλλη προσμονή για το μέλλον.Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πιο σημαντική ημερομηνία αυτής της αντιστροφής των σεναρίων και της αντίληψης είναι το ’77. Το ’77 είναι ένα έτος γεμάτο νόημα για τις κουλτούρες της νεολαίας σε ολόκληρη τη Δύση: είναι ο χρόνος που το πανκ εκρήγνυται στο Λονδίνο, και οι Sex Pistols προκαλούν την αστυνομία και τη μοναρχία με τις προβοκατόρικες συναυλίες τους, την ημέρα των εορτασμών για τη βασίλισσα.Και είναι το έτος κατά το οποίο συμβαίνουν οι πρώτες σημαντικές αντιπυρηνικές διαδηλώσεις, στην Malville και Brokdorf. Τα επαναστατικά κινήματα υπήρξαν φορείς μιας ελπίδας και μιας ιδεολογίας οργανικής και εμπιστοσύνης, τα κινήματα που εκδηλώνονται εκείνη τη χρονιά είναι αντιθέτως το σημάδι της απόρριψης και της άρνησης της νεωτερικότητας, αποκαλύπτουν μάλλον απελπισία για το σενάριο που δημιουργήθηκε από την κρίση και από την εμφάνιση των νέων τεχνολογιών, παρά μιαν ελπίδα στην τεχνολογική και οικονομική πρόοδο.Μια ολόκληρη ιστορική προοπτική αντιστρέφεται, οι κουλτούρες της νεολαίας καταγράφουν αυτήν την ανατροπή το 77: από την επέκταση της βιομηχανικής κοινωνίας προχωρούμε στην κρίση της, και επιπλέον, η βιομηχανική πρόοδος αρχίζει να εκθέτει τις καταστροφικές της τάσεις. 

Η αναστροφή της προοπτικής σημαδεύεται επίσης από τη μετάβαση στην κοινωνία που κυριαρχείται από την ηλεκτρονική, από την τεχνολογική ψυχρότητα και την ανταγωνιστική αλαζονεία, από την παντοδυναμία του θεάματος και της πληροφόρησης. Οι νέοι που έρχονται στη σκηνή μετά το ’77 είναι στην πραγματικότητα πολύ διαφορετικοί από αυτούς που είχαν προηγηθεί: είναι οι θεατές της κατάρρευσης των κοινωνικών μύθων του μοντέρνου: η κρίση της προοπτικής της σύγχρονης κοινωνίας τους φαίνεται σαν η έλλειψη κάθε μέλλοντος Το Punk είναι, με αυτή την έννοια, η ευδιάκριτη, διαυγής συνειδητοποίηση μιας αλλαγής σημαδιακής, που θα αφήσει εποχή.Ειδωμένο επάνω αυτό το φόντο, το ιταλικό ’77 αποκτά μια ιδιαίτερη πυκνότητα: σε εκείνο το έτος προστίθενται οι επιπτώσεις μιας παρατεταμένης εποχής εργατικών αγώνων και μιας πολιτιστικής έκρηξης των εξεγερσιακών κινημάτων της νεολαίας και των ανέργων, όλων εκείνων που αισθάνονται ότι απειλούνται από τη νέα παραγωγική οργάνωση που διακρίνεται στον ορίζοντα της μεταβιομηχανικής εποχής. Το κίνημα του ’77 στην Ιταλία συνοψίζει όλα τα διαφορετικά πρόσωπα της αντικουλτούρας της νεολαίας: η πολιτική ψυχή μαοϊκής μήτρας, η αντάρτικη επιθετικότητα συνδυάζονται με τον δημιουργισμό της ξεκάθαρης hippie προέλευσης: όλα αυτά καταλήγουν να εισρεύσουν μέσα στη σκοτεινή και απεγνωσμένη αναπαράσταση της πρώτης εμφάνισης του πανκ.Ενώ στους καυτούς μήνες της άνοιξης του ’77 (όταν οι εξεγέρσεις της πλατείας στη Μπολόνια και στη Ρώμη εξερράγησαν) ο κυρίαρχος τόνος ήταν εκείνος της μεσσιανικής ελπίδας, της αναζωογονητικής εμπιστοσύνης σε μια απελευθερωμένη κοινότητα, στο χτίσιμο απελευθερωμένων περιοχών.Μέσα στους επόμενους μήνες, μετά τον αντίκτυπο με την σκληρότητα της καταστολής και κυρίως με τη αδυσώπητη λογική της περιθωριοποίησης, της ανεργίας, της ανταγωνιστικότητας, ο απελπισμένος και αυτοκαταστροφικός τόνος κατέστησαν κυρίαρχοι, το συναίσθημα της έλευσης μιας απάνθρωπης εποχής, όπου όλες οι αξίες της αλληλεγγύης θα είχαν ακυρωθεί-διαγραφεί.Με αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε ότι το 77 ήταν ταυτόχρονα μια σύνθεση της δεκαετίας του »60 και της δεκαετίας του ’70, και ένα ζοφερό προαίσθημα της δεκαετίας του ’80.

Μετά το ’77 εμφανίστηκαν με ευρύτατο τρόπο οι τάσεις εκείνες που χαρακτηρίζουν τις συμπεριφορές του νεαρού πληθυσμού στα λεγόμενα χρόνια της «παρακμής» : μεταβάλλονται οι συμπεριφορές οι στάσεις και οι θέσεις ως προς την εργασία, συμπεριφορές προς την διαδικασία κοινωνικοποίησης, η ανάγκη για κοινότητα και η ακραία και περιφρονητική γεύση για την περήφανη μοναξιά του.Και τελικά εκείνη την στιγμή ωριμάζει η μετάβαση από τις πολιτισμικές μορφές που φέρουν το αποτύπωμα του κολεκτιβισμού και του εξισωτισμού προς τις μορφές που κυριαρχούνται από τον ατομικισμό. Το 1977 αντιπροσωπεύει μια κριτική κάθε ψυχολογικής επένδυσης για το μέλλον, και η διεκδίκηση μιας εμμένειας χωρίς υπολείμματα, μιας βιοτής στο παρόν που δεν αφήνει χώρο στις ιδεολογίες ή προσδοκίες.Στην κουλτούρα του ’77 η εξέγερση είναι μια πράξη που είναι όλη παρούσα, μια πράξη που αξίζει την αμεσότητα της και όχι για το μέλλον που πρέπει να εδραιώσει. Επάνω σε αυτή την απόρριψη της επένδυσης στο μέλλον βασίζεται και η κριτική που η κουλτούρα του 1977 απηύθυνε στην παραδοσιακή πολιτική στράτευση.Η ευτυχία πρέπει να βιωθεί άμεσα, και δεν πρέπει να προταθεί για το μετα-επαναστατικό μέλλον. Αλλά εάν βλέπουμε τα πράγματα σε προοπτική, με τα μάτια της επακόλουθης εμπειρίας, συνειδητοποιούμε το γεγονός πως η ευτυχής εμμένεια του ’77, η διεκδίκηση ενός ενιαίου μέλλοντος που πρέπει να βιωθεί πλήρως, δεν είναι άλλο παρά η πρόβλεψη ενός «no future» του πανκ, που αμέσως μετά την δύση της καυτής εμπειρίας του 77 εξαπλώνεται στη νεανική συνείδηση.Δεν χρειάζεται να περιμένουμε τίποτα από το μέλλον γιατί δεν υπάρχει μέλλον για τις ανθρώπινες αξίες, για την αλληλεγγύη, την ελευθερία, την ευχαρίστηση ζωής. Το μέλλον εμφανίστηκε ξαφνικά σημαδεμένο από τα φαντάσματα της στρατιωτικοποίησης, του μιλιταρισμού, της βίας, του κομφορμισμού, της μιζέριας. 

Και πράγματι είναι μετά το ’77 που οι στρατιωτικές επενδύσεις αυξάνονται τρομακτικά και το κλίμα του ψυχρού Πολέμου ξαναρχίζει σε συνδυασμό με τη νίκη του Ρέιγκαν, είναι μετά το ’77 που ένα κύμα απολύσεων πέφτει επάνω στους εργάτες σε ολόκληρη τη βιομηχανική Δύση, και οι νέες τεχνολογίες εξαλείφουν εκατομμύρια θέσεις εργασίας, καθιστώντας την ανεργία των νέων ένα ανεκρίζωτο διαρθρωτικό δομικό γεγονός.Το μέλλον φαίνεται ξηρό και έρημο, και μάλιστα είναι από εκείνη τη στιγμή που η ηρωίνη εμφανίζεται μαζικά στην αγορά ναρκωτικών, και είναι επίσης η στιγμή κατά την οποίαν, αναγκασμένοι να βρουν ένα χώρο στον κόσμο της «απορρύθμισης-deregulation» και της αδίστακτης επιθετικότητας μεταξύ ανέργων, κάνουν την επανεμφάνιση τους ατομικισμός και ανταγωνισμός, προκαλώντας μια βαθιά κρίση των μορφών αλληλέγγυων κοινοτήτων των προηγούμενων ετών.Εν ολίγοις, είναι εκείνη τη στιγμή που το σενάριο αλλάζει: αλλά αυτό αλλάζει κυρίως μέσα στο σύστημα προσδοκιών και των πιθανών φαντασιακών του μέλλοντος. Αλλάζει, δηλαδή, μέσα στην κοινωνική σκέψη, στην πολιτισμική αντίληψη, μέχρι να σφραγιστεί ζοφερά μέσα στην κομφορμιστική και αναισθητοποιητική ομολογία της δεκαετίας του ’80 που ξεδιπλώθηκε.

σκόρπιες σκέψεις...

μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει…η έφοδος στον ουρανό

Την έμφυτη ανάγκη που έχουν για ελευθερία. Τη δίψα που έχουν για την ανάληψη πρωτοβουλίας και δράσης. Για τη βαθύτατη απόγνωση που βασανίζει τη καρδιά τους και τον αγώνα δρόμου που κάνουν για να επαναπροσδιορίσουν το είναι τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για i volsci autonomia operaia

 

Το περίφημο ’68 που στην Ιταλία εξαπλώθηκε κυρίως το ’69-70′, όταν αξιολογείται εκ των υστέρων, μαζί με τις άλλες αλλαγές δημιούργησε και μια κυριότερη, με ιστορικούς όρους, απ’ όλες τις άλλες μαζί : την ντε φάκτο απελευθέρωση των γυναικών από την πατριαρχική υποταγή που διαρκούσε από αιώνες. Η οικογένεια εκρήγνυται : οι νέες και οι νέοι εικοσάρηδες φεύγουν από τα σπίτια για να μη ξαναγυρίσουν, και πολύ λίγα αποκαλύπτουν στους γονείς από τα πολλά που κάνουν. Το σχολείο, που μέχρι στιγμής αποτελεί έναν από τους πυλώνες του πατριαρχίας, δομημένο για να έχει τρία είδη παραγώγων – πρόβατα, πρόβατα λιγάκι καλλιεργημένα, μαϊμούδες που ομιλούν και κυριαρχούν – καταρρέει στη διάρκεια ενός χρόνου, αδειάζοντας από εξουσία τους δασκάλους και καθηγητές, από τους οποίους οι πιο τυραννικοί εκ των πραγμάτων εκδιώκονται από τα κτίρια. Στα θερμά συνελευσιακά κινήματα ήταν ξεκάθαρο πως οι γυναίκες μπορούσαν να είναι ότι και οι άνδρες σε νούμερα και θέληση. Στα εργοστάσια συμβαίνει το ίδιο πράγμα : οι μυριάδες γυναικών που ήδη εργάζονταν σε κάθε βιομηχανία, βλέπε το αβαντάζ των επιχειρηματιών που πληρώνουν χαμηλότερους μισθούς, μεταμορφώνει την οικονομική σε υπαρξιακή αυτονομία.

Αποτέλεσμα εικόνας για femminismo in italia anni 60

Η κληρονομιά εκείνης της εποχής περιέχει λοιπόν κάποιες θετικές πλευρές που έχουν καθιερωθεί, και άλλες που με τα χρόνια περιέπεσαν σε λανθάνουσα κατάσταση, ή που σήμερα δέχονται σκληρή κριτική. Παρόλα αυτά, εκείνοι που σήμερα ασκούν κριτική σε εκείνη την ιστορική περίοδο ωφελήθηκαν ακριβώς από την συνολική κατάσταση που εκείνα τα χρόνια είχε δημιουργηθεί, από το γεγονός πως ένα πλήθος ανθρώπων με καινούργιες ιδέες έδιωξε θέσεις που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζαν αμετακίνητες.
Ο σεισμός ξεκίνησε από τα σπίτια, απ’ τα σχολειά και τα εργοστάσια, κατακλύζει ολόκληρη την Ιταλία και θέτει υπό αμφισβήτηση κάθε κοινωνική πλευρά : οι επίσημες εξουσίες εξαφανίζονται γιατί απορρίπτονται ή ηττώνται, και στο κενό που έχει δημιουργηθεί αναδύεται και έχει κάποια διάρκεια η συνελευσιακή εξουσία, στης οποίας το κύκλωμα έρχονται να ανακατευτούν μεγάλα στρώματα νεαρών με αυτά λιγότερο νέων, για να αντλήσουν εμπειρία, για να ενωθούν και διαχωριστούν ξανά ανάλογα με τα πολιτικά θέματα δεξιάς και αριστεράς, άντρες και γυναίκες συναντώνται, όλο και περισσότερο ισότιμα.

Και η κουλτούρα καταγράφει βήματα μπροστά επίσης. Γίνεται μαζική, γεννά σε μια τάξη μέχρι στιγμής περιορισμένη, το προλεταριάτο, νέες και πιο εξελιγμένες ανάγκες : οικιστική αυτονομία, αυτονομία στις μετακινήσεις, ταξίδια και διακοπές, ελεύθερο χρόνο και αναγνώσεις, μουσική

Αποτέλεσμα εικόνας για rivoluzione cubana

Το ξεκίνημα της αλλαγής τοποθετείται μια δεκαετία νωρίτερα : το 1959, εξ αιτίας μιας επανάστασης, το μεγάλο νησί της Κούβας γίνεται Κράτος σοσιαλιστικό ή κομουνιστικό εάν προτιμάτε, κάτω από την διεύθυνση προσωπικοτήτων όπως ο Φιντέλ Κάστρο και ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, που αποπνέουν νεανική εικόνα, λαϊκή και πολύ ρομαντική, σε μια εποχή που έχει ξεκινήσει ήδη η μεγάλη μαζική επικοινωνία με ήχο και εικόνα. Για το φαντασιακό η Κούβα αντιπροσωπεύει τον Δαβίδ που στέκεται ορθός απέναντι στον Γολιάθ και τον κρατά απ’ τα ….κι ας είναι και με τη βοήθεια της ρωσικής αρκούδας. Για τις ηνωμένες πολιτείες είναι αγκάθι στον κόρφο της, πραγματικά και όχι μεταφορικά, μιας και η απόσταση που χωρίζει το νησί από την ήπειρο είναι ελάχιστη. Για τους σοβιετικούς αντιπροσωπεύει ένα τεράστιο κτύπημα της τύχης, διότι φέρνει την ηγεμονία τους σε απόσταση αναπνοής απ’ τον μεγάλο αντίπαλο, για τους κομουνιστές των μη κομουνιστικών κρατών αντιπροσωπεύει γεγονός πολύ ενδιαφέρον που ανοίγει νέους ορίζοντες, για πρώτη φορά μια νικηφόρα επανάσταση καθαρά κομουνιστική και προλετάρια συμβαίνει όχι σε περίοδο πολέμου, μα σε καιρό ειρήνης, αποδεικνύοντας πως μια αληθινή επανάσταση είναι δυνατή.

Αποτέλεσμα εικόνας για Εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων

Δέκα μέρες πριν τη κρίση των πυραύλων βγαίνει στο Λονδίνο ο πρώτος δίσκος των Μπήτλς, που με τους Ρόλλινγκ Στόουνς δίνουν έναρξη στην βρεταννική εισβολή, εννοώντας την ροή της νέας μουσικής ροκ από την Αγγλία προς την Αμερική πρώτα και στον υπόλοιπο κόσμο στη συνέχεια. Μουσική έκφραση που είναι το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό γεγονός του αιώνα, ρίχνει τα εμπόδια και τα τείχη, και είναι ο πρόδρομος της καλής παγκοσμιοποίησης, γίνεται επίσης το σάουντρακ μεγάλου μέρους των κινημάτων απελευθέρωσης και της αριστεράς. Στο φως της μεγαλύτερης ισότητας που υπάρχει στον βορρά, μαζί με την καινούργια μουσική έρχεται η εξέλιξη στις σεξουαλικές συνήθειες και τα ήθη όπως και στους αισθητικούς κανόνες, και για πρώτη φορά, χάρη στην εμπορική εξάπλωση και στις προσιτές τιμές, η καλλιτεχνική πρωτοπορία είναι πλέον στις πόρτες όλων.

Μια δυνατή ώθηση προς τις επαναστατικές ιδέες έρχεται από την Νότιο Αμερική, την κακότυχη ήπειρο όπου έχουν πέσει επάνω της με τον πιο άγριο τρόπο ο αμερικανικός καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός. Από το 1968 οι απαντήσεις έρχονται κυρίως από το αντάρτικο κίνημα των Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη και από την Χιλή του σοσιαλιστή Αλλιέντε. Τα πραξικοπήματα που έχουν οργανωθεί για να εξολοθρεύσουν φορά τη φορά τον κίνδυνο εξάπλωσης της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού στην ήπειρο παρήγαγαν σύγκρουση ιδιαίτερα σκληρή κι από τα δύο μέρη. Ήδη το 1967 μια προσπάθεια επαναστατική στην Βολιβία τελειώνει με την εκτέλεση του θρυλικού διοικητή Τσε Γκεβάρα, που αρνήθηκε τις κολακείες της εξουσίας στη νικηφόρα Κούβα για να επιστρέψει στον αγώνα, και που πεθαίνοντας με εκείνο τον τρόπο καθίσταται έμπνευση και αναφορά πολιτικό-στρατιωτική σε όλο τον κόσμο. Η μορφή του ζωγραφισμένη είναι ίσως το πολιτικό σύμβολο που έχει τοποθετηθεί στις περισσότερες σημαίες.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento studentesco milano, mario capanna

Το καλοκαίρι του 1964 ξεκινά η απ ευθείας ανάμειξη των αμερικανών στον πόλεμο στο Βιετνάμ που θα κρατήσει εννέα από τα έντεκα χρόνια εκείνης της σύγκρουσης. Απορροφά όλο και περισσότερους αμερικανούς στρατιώτες, με πολλές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, γενικεύοντας τη μεγαλύτερη λαϊκή δυσαρέσκεια που είδαμε ποτέ στις ηνωμένες πολιτείες, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αποσύρει τα στρατεύματα, υπό την πίεση μυριάδων διαδηλώσεων και αγώνων, η είδηση από τους οποίους μόνο εν μέρει έγινε γνωστή πέρα απ’ τον ωκεανό. Η πρώτη φοιτητική εξέγερση ξεσπά στο Μπέρκλεϋ, στην Καλιφόρνια, την άνοιξη του ’64, στο όνομα του δικαιώματος των φοιτητών να μπορούν να ομιλούν ελεύθερα ενάντια στην κυβέρνηση και τον πόλεμο μέσα στις σχολές. Ανάμεσα στα διάφορα κινήματα που αναπτύχθησαν τα επόμενα χρόνια, εκτός απ’ τους ειρηνιστές, θυμούμαστε τους Black Power, τους Black Panther, το κίνημα για την απελευθέρωση της γυναίκας, το κίνημα των gay, τους hippie, τους freak. Το 1968 αυτές και άλλες συνιστώσες θα έρθουν στη δημοσιότητα στο Σικάγο όπου θα προκληθούν σοβαρά επεισόδια στη διάρκεια του συνεδρίου του Δημοκρατικού κόμματος. Εκείνο το διάστημα ήδη έχουμε και την Άνοιξη της Πράγας και τον γαλλικό Μάη.

O Μάριο Σάβιο μιλάει σε συγκέντρωση του κινήματος για την Ελευθερία του Λόγου

Από μια άλλη ήπειρο φτάνουν τα νέα της πολιτιστικής επανάστασης στην Κίνα, της οποίας οι αρχές, συγκεντρωμένες στο εύχρηστο κόκκινο βιβλιαράκι των σκέψεων του Μάο Τσε Τούνγκ, ανεμίζουν στις διαδηλώσεις στην θέση των σημαιών. Στα κομουνιστικά κόμματα της δύσης και στις οργανώσεις με αυτά συνδεδεμένες, όπως τα συνδικάτα, μέρος της εσωτερικής αντιπολίτευσης τείνει να απαγκιστρωθεί από την σοβιετική ορθοδοξία, που αποκαλείται ρεβιζιονιστική διότι αρνείται την παγκόσμια επανάσταση, και δέχεται πως η κόκκινη σημαία γλιστράει προς την Κίνα.

Αποτέλεσμα εικόνας για libretto rosso mao

 

Το 1968 σημειώνεται η διεθνής κορύφωση, με εξεγέρσεις φοιτητικές στην Ευρώπη και την Αμερική. Σύμβολο των καιρών παραμένει ο γαλλικός Μάης, όπου κωδικοποιούνται συμπεριφορές, σκοποί και τακτικές, δυναμικές και αισθητικές αξίες, γραφικά σημάδια και σχέδια, συνθήματα, έτσι όπως στη συνέχεια θα τα βλέπαμε και ακούγαμε παντού όπου υπήρχε συνελευσιακό καθεστώς, ομάδες περιφρούρησης, πορείες και διαδηλώσεις, κατάληψη ή οδοφράγματα. Το κίνημα των γάλλων φοιτητών, για να ριζώσει, έψαξε τη σύνδεση δίχως να τα καταφέρει, σε σταθερή βάση, με την εργατική τάξη, κι έτσι, παρά το ότι παρήγαγε ένα πολιτικό σπουδαίο γεγονός όπως η προσωπική απομάκρυνση του στρατηγού Ντε Γκώλ, τελειώνει μόλις μετά από ένα μήνα. Στην Ιταλία, η φοιτητική διαμαρτυρία ξεκινά αργότερα αλλά βρίσκει, εν μέρει τουλάχιστον, ανταπόκριση και σύνδεση με την εργατική τάξη. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο στην Γαλλία ο Μάης διαρκεί ένα μήνα ενώ στην Ιταλία δέκα χρόνια, δεκαπέντε, είκοσι!

Σχετική εικόνα

Αυτές οι γραμμές δεν μπορούν παρά να είναι μια φτωχή περίληψη αυτών που συνέβησαν μέχρι τη στιγμή που πυροδότησε την συνέχεια : η βόμβα στην
Banca nazionale dell’agricoltura, στην πιάτσα Φοντάνα, στο Μιλάνο, με δεκαεπτά νεκρούς. Το κυνήγι στους αναρχικούς, ο θάνατος του Giuseppe Pinelli, που πέφτει απ’ το παράθυρο της ασφάλειας. Η γέννηση της στρατηγικής της έντασης.
Η αριστερά ξεσηκώνεται σε όλη την Ιταλία, σε μια εκπληκτική προσπάθεια να απελευθερωθεί από μια ψεύτικη κατηγορία που προπαγανδίζεται από εφημερίδες και τηλεειδήσεις. Τίποτα περισσότερο από το ξεμασκάρεμα της στρατηγικής της έντασης αξίζει για να μεγαλώσει τις γραμμές της μαχητικής αριστεράς, και μια αυθεντική αλληλεγγύη προς το αναρχικό κίνημα αδίκως κατηγορούμενο μετατρέπεται στο πέρασμα πολλών από το γενικότερο δημοκρατικό χώρο, προοδευτικό, λαϊκό ή καθολικό σε εκείνο το μαρξιστικό ή κομουνιστικό, μεγαλώνοντας και δυναμώνοντας για μια δεκαετία εκείνες τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις που έφτασαν να έχουν δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές κινητοποιήσιμους. Οργανώσεις που θεωρούν πως η καθεμιά τους είναι ο πυρήνας του μελλοντικού επαναστατικού κόμματος ή κινήματος. Που πίστευαν πως η επανάσταση αργά ή γρήγορα θα έρχονταν. Εν τω μεταξύ, αρκούνταν στη χρήση της βίας στην πλατεία, που ήταν αναγκαία αντίθεση στο Κράτος, και στον αγώνα ενάντια στις φασιστικές ομάδες, έχοντας αντιληφθεί πως αυτές αποτελούν τη δεξαμενή από την οποία το Κράτος αντλούσε για τις σκοτεινές του μανούβρες.

Αποτέλεσμα εικόνας για piazza fontana massacre

Τέλος, συμβιβαστική, ηττοπαθής και, τουλάχιστον μετά το 1973, επικίνδυνη η πολιτική του Κκι, διότι μέσω της στρατηγικής επιλογής του ιστορικού συμβιβασμού καθιστούσε ανήμπορα, αβοήθητα και παρέδιδε στην ήττα τα κινήματα, τους εργατικούς και τους κοινωνικούς αγώνες. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή της 11ης σεπτεμβρίου 1973, που ήθελαν και υποστήριξαν οι ΗΠΑ, το οποίο είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Unidad Popular υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή Salvador Allende, δημοκρατικά εκλεγμένου, η επακόλουθη ήττα της χιλιανής αριστεράς και ο θάνατος του Allende καθιστούσαν στα μάτια μας εμφανή τα όρια και τους κινδύνους του εκλογικού και «ειρηνικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό και για την Ιταλία.

Αποτέλεσμα εικόνας για Cile, Allende

 

Η ιστορία ενός κινήματος πολιτιστικού και πολιτικού που ηττήθηκε από την στρατιωτική και δικαστική αντίδραση του κράτους.

Ήταν λοιπόν η Αυτονομία, η οποία γεννιέται στη συνέχεια,  ένα κίνημα πολύ πλατύ, οδοντωτό, που λίγοι αναγνωρίζονταν στις οργανωμένες του ομάδες, και που περιείχε όλο εκείνο το ανατρεπτικό και εξεγερτικό που μπορούσες να βρεις στις πλατείες του μιλάνο και της ιταλίας, οποιοσδήποτε είχε μέσα του λίγη κοινωνική εξεγερτικότητα στην καρδιά, βρίσκονταν στην εργατική Αυτονομία. Στο εσωτερικό της βρίσκονταν αμέτρητες συλλογικότητες και ολόκληρα κινήματα, όπως εκείνο των φεμινιστριών, των ομοφυλόφιλων, δίπλα στους φοιτητές και σε πολλούς εργάτες. Σίγουρα η Αυτονομία δεν εκπροσωπούσε όλο τον εργατικό κόσμο, είναι όμως αναμφισβήτητο πως οι οργανωμένες της μορφές, δηλαδή οι αυτόνομες συνελεύσεις ή οι εργατικές Επιτροπές ή οι εργατικές Κολλεκτίβες, που αναφέρονταν στον Scalzone, τον Piperno, την Tenza Tregua ή στο Rosso, ήταν σε θέση να επηρεάζουν δυνατά τις εργατικές συνελεύσεις και τον έλεγχο των εργοστασίων, και ακριβώς γι αυτό προκαλούσαν τεράστιες ανησυχίες στο συνδικάτο πάνω απ’ όλα και μετά, φυσικά, στο Κράτος. Διότι τα πρόσωπα που έπαιρναν μέρος ήταν βαθιά ριζωμένα στις παραγωγικές πραγματικότητες και στις γειτονιές, στις περιοχές, και ήταν σε θέση, κάποιες στιγμές, να καταφέρνουν να ψηφίζουν ολόκληρα εργοστάσια ενάντια στη συνδικαλιστική γραμμή. Θυμάμαι, για παράδειγμα, μια συνέλευση στην Sit-Siemens στην οποία ο Trentin, τότε γραμματέας της Fiom, [το πανίσχυρο συνδικάτο των μεταλ-μηχανικών], βρέθηκε στη μειοψηφία από μια ομάδα εργατών που μπόρεσε να πείσει όλους τους υπόλοιπους πάνω στο θέμα της ισοπολιτείας και της αυτόματης υπερπήδησης κατηγορίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Η Αυτονομία όμως δεν ήταν μοναχά αγώνας μες το εργοστάσιο. Ήταν ένα κίνημα που δεν άφηνε για αργότερα, που τα ‘ήθελε όλα και αμέσως’, και αυτό σήμαινε απαλλοτρίωση των υπεραγορών, δωρεάν είσοδο στις συναυλίες και στον κινηματογράφο, δωρεάν χρήση των δημόσιων μέσων, όλη εκείνη την πρακτική που ονομάζονταν απαλλοτρίωση και αυτομείωση.

Σχετική εικόνα

Για να κάνει όλ’ αυτά το κίνημα έπρεπε να αυτοπροστατεύεται. Εάν εξαιρέσουμε κάποιες περιπτώσεις, οι πρώτες μορφές βίας γεννιόνται ακριβώς για αυτοπροστασία : εάν θέλαμε να μπούμε σε ένα σούπερ μάρκετ, να κάνουμε τα ψώνια και μετά να φύγουμε δίχως να πληρώσουμε και δίχως να βρούμε απ’ έξω την αστυνομία έτοιμη να μας συλλάβει όλους, χρειάζονταν να προστατευτούμε. Τοοθετούμασταν λοιπόν στους δρόμους πρόσβασης και εάν έφταναν τα μπατσικά, τραβούσαμε έξω τα μπουκάλια.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Υπήρχε πάνω απ’ όλα κάτι καλό, θαυμάσιο σε αυτό το κίνημα : για πρώτη φορά τέθηκε το θέμα του τι ήταν αυτό που θέλαμε να ζήσουμε με τρόπο διαφορετικό από το παραδοσιακό σύστημα, για πρώτη φορά τίθετο το θέμα πως δεν μπορούσαμε να περιμένουμε ‘τους δύο χρόνους’, όπως στην κλασική κομουνιστική παράδοση : πρώτα κάνουμε την επανάσταση και μετά σκεφτόμαστε τη σχέση άνδρας-γυναίκα, στην οικογένεια, κλπ. Γι αυτό πολύ συχνά οι κομουνιστές, ανατρεπτικοί από πολιτική σκοπιά, ήταν οι πιο δεξιοί, με εισαγωγικά, στον χειρισμό των ανθρώπινων σχέσεων : ο κλασικός κομουνιστής ήταν γκρίζος, ήταν ο κομουνιστής της 3ης Διεθνούς. Το κίνημα του ’77 έδειξε πως δεν ήταν πια τόσο αδύνατο να καταφέρουμε να κάνουμε κάποια πράγματα. Σίγουρα η δυσκολία βρίσκονταν στο να σιγουρέψουμε τη συνέχεια, και όχι μόνο δεν το καταφέραμε αλλά με τις δράσεις μας ξεσηκώσαμε, σαν ‘απάντηση’ από την μεριά του Κράτους την ολοκληρωτική καταστολή. Εκείνο που δεν καταλάβαμε τότε, ή το καταλάβαμε καθυστερημένα, ήταν πως δεν θα φτάναμε πουθενά συνεχίζοντας να κατεβαίνουμε κάθε Σάββατο απόγευμα στο κέντρο της πόλης να κάνουμε απαλλοτριώσεις και αυτομειώσεις. Δεν αναρωτηθήκαμε ποτέ : και μετά ; Σκεφτόμασταν απλώς πως θα γεννιόταν και θα μας ακολουθούσε ένα κίνημα αυθόρμητο.Ήμασταν πολλοί, είναι αλήθεια, πιστεύαμε όμως πως είμαστε περισσότεροι απ’ ότι στην πραγματικότητα, ακόμα και η πλειοψηφία της χώρας, και όντως δεν ήμασταν, ήταν ξεκάθαρο. Πιστεύαμε πως η επανάσταση θα έρχονταν με μια διαδικασία συσσώρευσης, τόσες υπεραγορές απαλλοτριωμένες, τόσες συναυλίες σπασμένες, τόσα εισιτήρια απλήρωτα, μέχρι τη γενική αναστάτωση, και ως εκ τούτου, όλα τα ερωτήματα αναβάλλονταν για αργότερα.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia

Αυτή ήταν η Αυτονομία, και ακριβώς η οριζόντια και δικτυωτή της εξάπλωση, όχι δομημένη, το να είναι ένα τεράστιο καζάνι μέσα στο οποίο έβραζε οτιδήποτε ήταν αντι-Κρατικό, αντι-αφεντικό, αντι-συστημικό, ήταν το ίδιο της το όριο. Ήταν ένα κίνημα ανατρεπτικό, με την έννοια πως ήθελε να ανατρέψει τα πάντα, να αναποδογυρίσει όλες τις κοινωνικές σχέσεις, και τις προσωπικές – άντρας/γυναίκα, την παραδοσιακή οικογένεια – και , πολύ πιθανό, τα ανέτρεψε σε μεγάλο βαθμό μέχρι να ανατρέψει τελικά τον εαυτό του.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Θυμάμαι πως λέγαμε : μα εάν κάνουμε την επανάσταση και κερδίσουμε, ποιος είναι αυτός που κάποια στιγμή, μετά μια βδομάδα από χορούς, θα πει : τώρα χρειάζεται να πάμε για δουλειά ; Και είχαμε διαλέξει γι αυτό το καθήκον έναν εργάτη ο οποίος, σύμφωνα μ’ εμάς, και για την εικόνα που εξέπεμπε – τον βλέπαμε σοβαρό, λίγο θλιμμένο, λιγότερο ελευθεριακό από εμάς – ήταν ο μοναδικός που μπορούσε ν’ ανέβει σε ένα πάλκο, σε μια μεγάλη συγκέντρωση στην πόλη, μια βδομάδα μετά την επανάσταση, και να πει : εντάξει, είναι πλέον δικά μας τα εργοστάσια, είναι δικά μας και τα σχολεία, τώρα όμως πρέπει να ξεκινήσουμε να κυβερνούμε την χώρα!

Όταν βρίσκεσαι μέσα σε ένα φαινόμενο είναι δύσκολο να το καταλάβεις και να είσαι ικανός να το κατευθύνεις. Κάποια κομμάτια του κινήματος ξεκίνησαν να δοκιμάζουν τον δρόμο της ένοπλης πάλης, απλής και καθαρής, που πήγαινε πέρα από τον απλό εξοπλισμό στο ίδιο το κίνημα για τις διαδηλώσεις ή για τις εισόδους στα μάρκετς. Γεννήθηκαν εκείνοι που ονομάστηκαν ένοπλοι σχηματισμοί. Ενώ οι ερυθρές Ταξιαρχίες υπήρχαν από πριν, από την Αυτονομία γεννιέται το ένοπλο κίνημα της πρώτης Γραμμής, που θεωρεί ανώφελο και χάσιμο χρόνου να συνεχιστεί ο μηχανισμός της διάχυτης βίας και πιστεύει πως η επίθεση στην καρδιά του Κράτους πρέπει να γενικευτεί : ενέδρες σε αστυνομικούς και όχι μόνο.

Αποτέλεσμα εικόνας για prima linea organizzazione terroristica

Το ’78 οι Ταξιαρχίες απαγάγουν τον Aldo Moro και αυτή η δράση σημειώνει κατα κάποιο τρόπο το υψηλότερο σημείο όπου μπορεί να φτάσει η ανατροπή, αντιπροσωπεύει όμως επίσης και το μέγιστο της πτήσης προς τα μπρος : διότι όταν απαγάγεις τον Μόρο, μετά τι κάνεις ; Ή είσαι ικανός να το διαχειριστείς, και εκείνη η στιγμή γίνεται η έναρξη μιας γενικής επανάστασης της χώρας, ή διαφορετικά τελειώνει όπως τελείωσε : την κατάσταση διαχειρίζεται το Κράτος που εξαπολύει στη συνέχεια μια ολοκληρωτική κατασταλτική κίνηση. Αυτό είναι εκείνο που συνέβη.

Αποτέλεσμα εικόνας για aldo moro

ένα απόσπασμα από το συντακτικό κείμενο περιοδικού της Αυτονομίας στη μέση του κινήματος του ’77 :

‘Είναι γι αυτό που οι αυτόνομοι κερδίζουν : όχι επειδή έχουν το Ρ38 αλλά διότι είναι πιο έξυπνοι και προετοιμασμένοι, ιστορικά περισσότερο ριζωμένοι, ξένοι σε όλη τη σοσιαλδημοκρατική σαπίλα. Όχι, δεν είναι περιθωριοποιημένοι, οι αυτόνομοι νικούν, διότι είναι η αναδυόμενη κορυφή της νέας σύνθεσης της εργατικής προλεταριακής τάξης, οι αντιπρόσωποι, σε πρώτο πρόσωπο, όλης της εκμεταλλευόμενης κοινωνικής εργασίας, όχι, όπως το κομουνιστικό Κόμμα, αντιπρόσωποι εργατικών αριστοκρατιών, κλαδικών γραφείου, μαφίες καταστηματαρχών. Οι αυτόνομοι είναι η αντιπροσώπευση του κομουνισμού του παγκόσμιου προλεταριάτου. Γι αυτό είναι αλαζόνες και βίαιοι : διότι εκφράζουν, είναι, ερμηνεύουν την πραγματικότητα του ταξικού αγώνα στον αιώνα μας. Γι αυτό επιτρέπουν στον εαυτό τους να αγωνίζονται με σκληρότητα αυξανόμενη : γιατί είναι ανίκητοι, όπως ήταν πάντα οι εκπρόσωποι μιας νέας παραγωγικής βάσης’.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento 77

Την ημέρα της 7 απριλίου 1979, μια μνημειώδης δικαστική πρωτοβουλία καταλόγισε σε δεκάδες αυτόνομους ηγέτες και αγωνιστές πως ήταν επί κεφαλής σε όλες τις ένοπλες οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στην Ιταλία και οργανωτικός εγκέφαλος ενός «σχεδίου ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους». Η κατηγορία, που αποδεικνύεται με την πάροδο του χρόνου αβάσιμη, χρησίμευσε ως αρχική υποστήριξη για περαιτέρω μαζικές συλλήψεις, προληπτικές κρατήσεις στις ειδικές φυλακές, δίκες που διήρκησαν χρόνια και καταδίκες σε μακρές ποινές.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia padova

Συνθέτουμε : οι αυτόνομοι είναι αλαζόνες και βίαιοι διότι είναι εξυπνότεροι και πιο προετοιμασμένοι. Αυτό έλεγαν για τους εαυτούς τους οι αυτόνομοι το 1977. Κάτι διαφορετικό λέει ένας από αυτούς, από τους κυριότερους θεωρητικούς, είκοσι χρόνια αργότερα :  ‘Κάναμε λάθος να σκεφτούμε πως η πολιτική ωρίμανση του νέου υποκείμενου θα έρχονταν τόσο γρήγορα, και σε κάθε περίπτωση με μια δυναμική τέτοια ώστε να εξουδετερώσει, να αντισταθεί και να ξεπεράσει τη κατασταλτική αντεπίθεση που η καπιταλιστική τάξη και οι προδότες του επίσημου εργατικού κινήματος είχαν εξαπολύσει. Για να το πούμε όπως το λέγαμε και τότε : »υπερεκτιμήσαμε τις δυνάμεις μας». […] Συχνά τονίσαμε αυτό το λάθος μας, γενόμενοι πιο εξτρεμιστές όσο περισσότερο κουφή και αποφασισμένη γίνονταν η δράση της εξουσίας εναντίον μας. Μετά από ένα τέτοιο κρεσέντο δεν γινόταν παρά να ενισχυθεί η Κρατική βία. Έτσι έγινε. Και ηττηθήκαμε’.

η άρνηση της εργασίας, φωτογραφία: