εξορία, esilio

Έφυγε ο Enrico, se ne è andato via!

 

Ο Enrico Villimburgo, ένας πολύ αγαπητός σύντροφος και φίλος, αυτοκτόνησε πέφτοντας από το παράθυρο. Ήταν εξόριστος στο Παρίσι, για πάνω από τριάντα χρόνια, ένας πρόσφυγας, διωκόμενος από εκείνη την «ιταλική δικαιοσύνη» η οποία δεν παρέχει ανακωχές, αλλά μόνο ατέλειωτες διώξεις σε όσους δεν υποβάλλονται παθητικά στη άγρια τάξη της, αλλά επαναστατούν και εξεγείρονται.

Ο Enrico εξεγέρθηκε, ήταν ένας από εκείνο το αξιοσημείωτο μέρος της γενιάς που αντέδρασε, που ξεσηκώθηκε ενάντια στις αχρειότητες αυτής της άρχουσας τάξης και αυτού του καπιταλιστικού συστήματος που έχει κάνει την εκμετάλλευση και την καταπίεση τα δόγματα του.

Ο Enrico ήταν ένας σύντροφος από τη Ρώμη, της συνοικίας Centocelle, πήρε μέρος στην ρωμαϊκή Φάλαγγα των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Συνελήφθη και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, μαζί με πολλούς και πολλές άλλες, κατάφερε να ξεφύγει από το αδίστακτο «κυνήγι» των ιταλών χωροφυλάκων και να καταφύγει στη Γαλλία.

Ο Enrico, τα τελευταία χρόνια, έπρεπε επίσης να πολεμήσει και ενάντια σε έναν καρκίνο που τον κατέστρεφε.

Δύο εχθροί, ο καρκίνος και οι διώξεις που δεν δίνουν ειρήνη, ο Enrico την βρήκε κλείνοντας τους λογαριασμούς του με αυτό τον κόσμo.

Enrico, δεν θα σε ξεχάσουμε, θα παραμείνεις πάντα μέσα στις σκέψεις μας, για να συνεχίσεις, να συνεχίσουμε…

Δες επίσης: qui και qui

 

Enrico se ne è andato via!

αυτονομία, autonomia

Η γειτονιά στον καιρό της αυτονομίας – Il quartiere al tempo dell’autonomia

Quand nous chanterons le temps des cerises,
Et gai rossignol, et merle moqueur
Seront tous en fàªte!
Les belles auront la folie en tàªte
(J.B. Clément: Le Temps des Cerises)

Garbatella. Ανοιξιάτικο βραδάκι στη σκιά του Palladium. Ανταλλάσσοντας φράσεις και εικόνες, ρήματα που υποβάλλονται από τη μνήμη, εκφράσεις σημαδεμένες από τον χρόνο κι όμως συζευγμένες στο παρόν, ονόματα συντρόφων και χαμένες βιογραφίες. Στην πινακίδα του θεάτρου της γειτονιάς ξεχωρίζουν τώρα ραντεβού τρίτης πανεπιστημίου. Για το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του εβδομήντα, στο «σινεμά του μπαρ Foschi» υπήρχε ένα ολόκληρο φεστιβάλ ελαφριών ταινιών με κόκκινα φώτα, γεμάτες από Καυτά καλοκαίρια της Fanny ή Μαύρες Εμανουέλλες, που κάθε τόσο εναλλάσσονταν με επεισόδια του Dario Fo που έδινε το Mistero Buffo ή με τον Victor Cavallo που ήδη ανακοίνωνε, αυτοσχεδιάζοντας τες στον πάγκο κάποιας ταβέρνας, τις αναρχοκαταστασιακές επιδρομές του Scarface που «είναι dibartolomei και αρσενικός», «ψηφίζει κομμουνιστές και κρύβει τον baader στα σοκάκια της Ρώμης», «είναι πούστης romanista και φέρνει λουλούδια βλεμμάτων στον τάφο του maccarelli στη λεωφόρο tormarancio».

Χρειάστηκαν είκοσι πέντε χρόνια για να επιστρέψει από την εξορία της Γαλλίας και το συναισθηματικό αντίκτυπο ενός τέτοιου τόπου τον συνεπαίρνει πλήρως. Ακολουθεί τις καμπύλες που σχεδιάστηκαν από τον Innocenzo Sabbatini, τα κενά και την πληρότητα της αρχιτεκτονικής του, το τύμπανο και τις καμάρες που κόβονται στον τοίχο, μια κοιλότητα από τούβλα και τις κολώνες της εισόδου που στοχεύουν προς τα πάνω την στοά με τα μεγάλα παράθυρα. Στο χαρτί γλιστρούν σκίτσα με μολύβι και το τύμπανο του κτιρίου σπάει στη μέση με γραμμές δρόμων που από εδώ διακλαδίζονται σαν αστέρι ενώ, ανάμεσα σε ματιές γύρω και λέξεις που ξαναβρέθηκαν, παίρνουν ζωή ιστορίες και γεγονότα μιας μακράς εποχής που ονομάζονταν αυτονομία.

“Σε μια τέτοια πλατεία την πρώτη φορά που έβαλα το πόδι μου ήμουν δεκαέξι χρόνων, την τελευταία μια δεκαριά περισσότερα. Από εδώ, κατά μήκος της Via Cravero, κατέβαιναν οι πορείες που από το γυμνάσιο μου στην Tormarancia πήγαιναν να χωθούν στο μετρό Β εδώ στο κάτω μέρος της Piazza Pantera. Ανεβαίναμε όλοι χωρίς να πληρώσουμε. Στα χρόνια του ’70 αυτό το μέρος το ανακάλυψα ως μαθητής στις μεσαίες τάξεις λόγω εκείνης την εξέγερσης του μαίου κατά του ΝΑΤΟ. Υπήρξε μια καταιγίδα ανθρώπων και εξακολουθώ να έχω στα μάτια μου τις κούρσες στα μονοπάτια των αγώνων, τις αντιστάσεις στους φρουρούς, τα πρώτα αέρια που εισπνεύσαμε. Η αίσθηση, ίσως υπερβολική, ήταν εκείνη μιας ολόκληρης γειτονιάς που αγωνίζονταν μαζί σου, που διαδήλωνε, που ρίσκαρε. Και που έστελνε επίσης κατά διαόλου εκείνους τους τέσσερις σπασαρχίδες του PCI-ΚΚΙ της Villetta που μέσα σε όλη εκείνη την φασαρία που υπήρχε ανησυχούσαν μόνο να πιάσουν απ’ τον γιακά τα μέλη τους, καλώντας τους να τα παρατήσουν, απειλώντας τους πως θα λογαριαστούν στα γραφεία αν δεν εγκατέλειπαν τις συγκρούσεις. Υπήρχε ένας ιδιαίτερος αέρας γύρω από την Garbatella και για πολύ καιρό, από εκείνη την έκρηξη απελευθέρωσης, ίχνη της διατηρήθηκαν ακόμα και στα παιδικά παιχνίδια. Από τον Περιφερειακό μέσω της via Caffaro και της οδού Ferrati κροτάλιζε
κινούμενο το τραμ το οποίο έπαιρνε αυτή τη στροφή και ανέβαινε επάνω από την via Passino. Στο ύψος της αγοράς αναγκάζονταν πάντα να επιβραδύνει και, όταν μια αξέχαστη χιονόπτωση έπεσε στη Ρώμη τον χειμώνα, ακριβώς αυτό το σημείο μετατράπηκε σε ζώνη για ενέδρες. Τα παιδιά έχτιζαν πυρομαχικά με μπάλες χιονιού, στη συνέχεια πετάγονταν από τα σκαλάκια της αγοράς με τα κασκόλ να καλύπτουν τα πρόσωπά τους και εφορμούσαν επάνω του με την κραυγή Giap, Giap, Ho chi Minh. Βρε παιδιά γιατί φωνάζετε; Τους έλεγε κάποιος μεγαλύτερος από αυτά. Τι σε νοιάζει, έκαναν εκείνα, φωνάζω αυτό που γουστάρω και μ’ αρέσει, είναι μια κραυγή μάχης. Εκείνη τη χρονιά ορισμένα συνθήματα κατέληξαν και στο πέταλο στο γήπεδο και επάνω στο ρυθμό του ce nàest quàun dèbut χτυπούσαν τα χέρια με τα ονόματα των Amarildo, Ciccio Cordova, Scaratti και Del Sol στη θέση των Mao και Lin Piao.»

Η έδρα της Lotta continua, τότε, δεν ήταν ακόμα η έδρα της Lotta continua. Στην πόρτα υπήρχε ένα σύμβολο με ένα σφυρί και ένα δρεπάνι και ένας στυλιζαρισμένος χάρτης του κόσμου φτιαγμένος σε φέτες από παράλληλες και μεσημβρινές οι οποίες, στην πρόθεση του σχεδιαστή, έδιναν αμέσως την ιδέα μιας Διεθνούς νέου τύπου. Ωστόσο το κόμμα χωρίς σύνορα είχε δύσκολο ακρωνύμιο αν και ιστορικό, ονομαζόταν Psiup, και σύντομα θα διαλύονταν από ζητήματα απαρτίας και εκλογικής λογιστικής.

“Αυτή την έδρα στη via Passino την πήρε αμέσως η κομμουνιστική Ομάδα Garbatella και αργότερα θα γίνει η ρωμαϊκή έδρα της Ομάδας Gramsci. Η Gramsci με τη σειρά της θα τελειώσει, μετά από μερικά χρόνια, αποφασίζοντας την αυτοδιάλυση της μέσα στο κίνημα. Ήταν η κατάληψη του Mirafiori του ’73 που έδωσε μια επιτάχυνση εργατισμού σε όλο τον προβληματισμό τον σχετικό με την οργάνωση και εκείνη είναι λιγάκι η ημερομηνία έναρξης της αυτονομίας. Είδα, σε μια θεατρική ανακατασκευή της υπόθεσης Moro φτιαγμένη από τον Marco Baliani, μια εκδοχή εκείνης της επιλογής. Ο συγγραφέας μιλάει για το συμβάν λες και στη Garbatella να είχε τεθεί σε ψηφοφορία, ακόμη και με το σήκωμα χεριών, η είσοδος στην παρανομία και πως η διάλυση εκείνη ήταν η αρχή του τέλους. Όσο για μένα έχω άλλες αναμνήσεις, οι bierre-ερυθρές ταξιαρχίες δεν υπήρχαν τότε, ή τουλάχιστον εδώ δεν ήταν ένα πρόβλημα και κάποια περάσματα δεν τα θυμάμαι με τόση δραματικότητα . Ασφαλώς η επιλογή της αυτονομίας δεν ήταν κάτι για προσκόπους και σε μερικούς η στροφή έφερε ζάλη. Ο Vittorio τα παρατάει αμέσως, άλλοι την θεωρούν ως μιλανέζικη εφεύρεση και δεν την αποδέχονται, τότε ο Αldo δεν μπορούσε να αντέξει την ιδέα να έχει να κάνει με τους Volsci, του κάθονταν στ’ αρχίδια, και σιγά σιγά άρχισε να ξεγλιστράει, κάποιος, νομίζω οι Greg και Lanfranco πήραν το τρένο και πήγαν επάνω στο Μιλάνο στη Via Disciplini στην έδρα του Rosso για να καταλάβουν τι αέρα φυσούσε αλλά εκεί συνάντησαν τον Iacopo Fo που τους είπε ήσυχα ότι είχαν λίγα να καταλάβουν και πως αυτός προτιμούσε να πάει στον κινηματογράφο για να δει το Paper Moon. Εν ολίγοις μια ωραία σύγχυση αλλά, επιστρέφοντας στην Garbatella, πολλοί από εμάς, περισσότερο δεμένοι με τις καταστάσεις, με τις κολεκτίβες των σχολείων ή με κάποια εργατική επιτροπή και γειτονιάς, προχώρησαν και συνέχισαν να συχνάζουν για λίγο σ’ εκείνο το υπόγειο. Και όμως η άφιξη της Lc που βρήκε αυτό το μέρος δωρεάν μετατρέποντάς το σε γραφεία κόμματος δεν άλλαξε εκείνο το κλίμα συνοικιακής αδελφοσύνης που υπήρχε στον αέρα. Με λίγα λόγια εμείς οι αυτόνομοι της γειτονιάς ήμασταν πολύ ορατοί, συναντιόμασταν, είχαμε κοινά σημεία αναφοράς με άλλους επαναστάτες, ίσως υπήρχε ανταγωνισμός στη ριζοσπαστικότητα των πραγμάτων αλλά είναι ένας εξτρεμισμός για παλκοσένικο να λέμε ότι ενώ το Manifesto έβαζε υποψήφιο τον Valpreda ή ότι LC έφτιαχνε κόκκινα παζάρια εμείς σκεφτόμασταν μοναχά να εξαφανιστούμε από την κυκλοφορία.”

Στην διήγηση Σώμα Κράτους-Corpo di Stato εκείνη η συνέλευση του ’73 είναι ένα εμβληματικό γεγονός, γεμάτο από πάθος, ίσως ένα αφηγηματικό τέχνασμα για να γίνει λόγος για την κανονικότητα, το πόσο ήταν φυσικό, εκείνα τα χρόνια, να βρεθούμε στη θέση να κάνουμε κάποιες επιλογές. Και υπάρχει ένα αγόρι που περιγράφεται με αγάπη και πολύ ισχυρή συμπάθεια, με χαμογελαστά μάτια, ανακατεμένα και κυματιστά μαλλιά, ευγενικούς τρόπους και πάντα σημαδεμένους με εξαιρετική γενναιοδωρία. Ο συγγραφέας τον βλέπει στο κέντρο της σκηνής και τον σταματάει, με αμηχανία, καθώς σηκώνει το χέρι του στο σημάδι του p38 δίνοντας το όνομά του για μια στρατολόγηση στο ένοπλο κόμμα.

“Μια υπερβολή όπως λέγαμε. Ελπίζω μόνο να υπαγορεύεται από τις ανάγκες του θεάτρου και όχι από το συνηθισμένο παιχνίδι της μνήμης που παραμορφώνεται, σχεδόν αναγκαστικά, για να την καταστήσει συμβατή με τα γεγονότα που συνέβησαν αργότερα. Εκείνο το αγόρι είναι ο Claudio ούτως ή άλλως. Ο Claudio Pallone. Ένας σύντροφος της Garbatella μεταξύ των πιο γνωστών τότε. Μαζί με τον Giancarlo De Simoni ο οποίος ζούσε στα στραβά κτίρια του San Quintino πήγαιναν στο Borromini και ήταν οι πιο γνωστοί, την εποχή του Gramsci και ακόμη αργότερα στον χώρο του Rosso, μεταξύ των σπουδαστών και των νέων της περιοχής. Μου έρχεται να τους βάλω μαζί ακόμα κι αν οι ιστορίες τους είναι διαφορετικές. Ο Claudio σκοτώθηκε σε ένα σημείο ελέγχου των καραμπινιέρων μετά από μια ληστεία τραπέζης και στην ίδια ιστορία σκοτώθηκε και ο Arnaldo, μια εξαιρετική προσωπικότητα που ξεπήδησε ανάμεσα μας από έναν άλλο κόσμο και από μιαν άλλη εποχή και που θα άξιζε μια ιστορία από μόνος του. Και ο Giancarlo δεν υπάρχει πλέον, χτυπημένος από έναν όγκο αφού μετακόμισε στην Αυστραλία. Για την απώλεια του έμαθα στο Παρίσι σχεδόν τυχαία και δεν το περίμενα με τίποτα. Αυτή του Giancarlo ήταν μια εκρηκτική νοημοσύνη, σε επηρέαζε αφάνταστα, εύρους και μεγαλοφυίας νταντασουρεαλιστικής. Την πρώτη φορά που εμφανίστηκε στο στέκι ζήτησε να μιλήσει ως σύντροφος της Mani Tese. Αυτή ήταν μια οργάνωση χριστιανών βάσης και δεν τον προβλημάτισε διόλου να επιμένει, σαν σύντροφος της Mani Tese-Απλωμένα Χέρια ενώ τα πειράγματα και οι μορφασμοί έδιναν και έπαιρναν. Στη συνέχεια ακολούθησε την trasversalista τάση της αυτονομίας, εκείνη κοντά στοn Bifo και τους μπολονιέζους. Ο Claudio αντιθέτως ήταν καθαρή ενέργεια, άμεσο πάθος και επιθυμία για απευθείας κομμουνισμό. Τον αποκαλούσαμε Ερνέστο, το δεύτερο του όνομα, επειδή είχε μέσα του νοτιοαμερικανικές ρίζες και διαθέσεις, μια έντονη τρυφερότητα, μια ανησυχία να κάνει πράγματα σημαδεμένη από την ανίατη επιθυμία να παίξει μπουνιές με την αδικία. Η δική του ήταν μια αρχαία ενέργεια που ξεκινούσε από μακριά, τροφοδοτούμενη και από οικογενειακές ιστορίες, από περασμένες μάχες, από συγγενείς που υπήρξαν τολμηροί του λαού-arditi del popolo και που είχαν πολεμήσει στην Ισπανία, ή απλούστερα, από το γεγονός ότι η μητέρα του είχε κάνει πανεπιστήμιο στην Αργεντινή την εποχή του Τσε. Η αυτονομία του δεν υπέφερε τις συναντήσεις, ήταν πολύ της πλατείας και, όταν ήταν απαραίτητο, της ένοπλης δράσης, ατομική χειρονομία ή συλλογική επανοικειοποίηση. Από την επίθεση στο Consorti μέχρι τις πορείες του σαββάτου για δωρεάν κινηματογράφο δεν υπάρχει φάση προσέγγισης στο εβδομήντα επτά που δεν τον είδε παρόντα. Είχε τις εκρήξεις αυτοσχεδιασμού του και τον βλέπω ξανά εκείνη την πρώτη φορά στο δισκογραφικό κατάστημα, ενώ όλοι άρπαζαν στη τύχη, να στοχεύει ήρεμος τον blues και jazz θάλαμο, γεμίζοντας και μετά, μόλις βρέθηκε έξω, άρχισε να διανέμει τα 33άρια λες και ήταν φυλλάδια. Σε εμένα έλαχε ένας φρέσκος John Renbourn και τον πήρα μαζί μου στα χιλιάδες μέρη που επισκέφτηκα. Ο Giancarlo αντιθέτως ήταν άλλο πράγμα. Ήταν δύο διαφορετικοί τρόποι κατανόησης της ανατρεπτικής δράσης, ακολουθούσαν διαφορετικά μονοπάτια και θάρρητα, παρόλο που ήξεραν πώς να βρεθούν μαζί σε πολλές περιπτώσεις. Υπάρχει μια φωτογραφία, αν θυμάμαι σωστά, που νομίζω ότι τους αποθανατίζει καλά κάτω στην πρυτανεία κατά την έφοδο στο καμιόνι του Λάμα. Ο Claudio πετά αντικείμενα. Ο Giancarlo φαίνεται σχεδόν ότι πυροβολεί το κόκκινο Dodge του συνδικάτου με βολίδες παραπομπών του Mayakovsky. Ο Claudio βρίσκεται στην πρώτη σειρά. Ο Giancarlo πιο πίσω αλλά δεν τα παρατά. Από την άλλη πλευρά, από τους ινδιάνους μητροπολιτάνους έως τους πιο οργανωμένους αγωνιστές, από την LC στις ομάδες που απέμειναν, στο Πανεπιστήμιο υπήρχε ένα σωρό κόσμος. Δεν ήταν μόνο οι αυτόνομοι σε αντιπαράθεση με την μαλακία που έδερνε εκείνο το pci-κκι και εκείνο το συνδικάτο.”

Lama, non Lama, non l`ama nessuno – Λάμα, όχι Λάμα, κανείς δεν τον αγαπά. Το slogan στον τοίχο της Φυσικής σχολής δεν παρουσιάζεται ακριβώς σαν ένα εισιτήριο της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου και εξάλλου ο μεγαγραμματέας της Cgil είναι πεπεισμένος ότι θα εκκενώσει το Πανεπιστήμιο ανήμερα την τσικνοπέμπτη. Ο επικεφαλής του συνδικάτου δεν καταλαβαίνει τα αστεία, κανείς δεν του εξηγεί, δεν καπνίζει μπάφους αλλά πίπα και, μάλλον, στη σκιά της Minerva σκέφτεται μόνο να μετατρέψει μια συνηθισμένη μέρα καθαγιάζοντας, έξω από το σπίτι, την κεντρική θέση της «καμπής του Eur». Από την πλευρά του το κόμμα που αυτοανακηρύχτηκε Κράτος ετοιμάζει το ραντεβού της 17ης φεβρουαρίου με μια «έντονη πολιτική κινητοποίηση“. Αυτά γράφει η Unità που εκθειάζει μια αποστολή εγγεγραμμένων της San Lorenzo οι οποίοι αφισσοκολούν, καταστρέφουν αφίσες, σβήνουν εχθρικά συνθήματα στους δρόμους γύρω και απομακρύνουν κάποιες πικετοφορίες στις πύλες της Sapienza. Πράγα 68, Ρώμη 77; Είναι η ερώτηση που τρέχει σε όλα τα φυλλάδια. Ωστόσο όσοι παρευρίσκονται στο συλλαλητήριο δεν επιθυμούν να συζητήσουν. “Μην τρέχετε πίσω από χίμαιρες»ο γραμματέας γερουσιαστής επιτίθεται αμέσως. «Αυτοί που σπάνε τζαμαρίες δεν βλάπτουν τον Malfatti αλλά τον εαυτό τους» κροταλίζει το μικρόφωνο. «Κάποιοι μας κατηγορούν ότι θέλουμε να ομαλοποιήσουμε. Ομαλοποιήσουμε; Ο λουδισμός είναι ..» Η φωνή τρεμοπαίζει, τα σφυρίγματα δυναμώνουν, και μπαλόνια νερού πετούν προς το ξεσκέπαστο φορτηγό. «Η βία δεν χτίζει τίποτα καλό» επιμένει ο Lama της via Emilia. Pagheremo caro, pagheremo tutto – Θα πληρώσουμε ακριβά, θα τα πληρώσουμε όλα απαντά το ασεβές κοινό. “ο αυτοκαταστροφικός νιχιλισμός παίζει το παιχνίδι του εχθρού“ υποστηρίζει ο leader. Sa-cri-fi-ci sa-cri-fi-ci, 35 lire 50 mila ore è questo il contratto che vogliano avere- Θυ-σί-ες θυ-σι-ες, 35 λιρέτες 50 χιλιάδες ώρες αυτό είναι το συμβόλαιο που θέλουμε να έχουμε: εγκρίνει το εξεγερμένο κίνημα. Ζήτω ο σύντροφος bettinocraxi τρόμος των αφεντικών τρόμος των φασιστών που το σκάνε με ταξί, φωνάζουν με ρυθμό οι σκληροί μια ομάδας αναφερόμενοι στο νεο γραμματέα psi υποστηριζόμενοι εν χορώ από τους εξτρεμιστές του χάμστερ αγώνα.

“Έτσι κι αλλιώς, μια ωραία ημέρα εκείνη του Λάμα. Και χρόνια αργότερα ακόμη μου προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα. Εκείνη τη μέρα, μη γελιόμαστε, μιλάω για τον εαυτό μου αλλά νομίζω ότι είναι έτσι για πολλούς πολλούς άλλους συντρόφους, σκοτώσαμε τον πατέρα. Ο Λάμα στο Πανεπιστήμιο ήρθε με όλη την ομάδα περιφρούρησης ανεπτυγμένη. Υπήρχαν οι οικοδόμοι με τα χοντρά χέρια τους και τα νύχια φαγωμένα από την δουλειά. Ήταν οι εργάτες με τις φόρμες της Tiburtina. Και μετά μια ολόκληρη σειρά αξιωματούχων με την ομπρέλα, μέλη του κόμματος όμορφοι παρατεταγμένοι, γραμματείς που κινητοποιήθηκαν εναντίον μας. Ήμασταν ένα πλήθος εμείς αλλά κατά τα άλλα άοπλοι, χωρίς τίποτα προ-οργανωμένο. Και επειδή ήταν σχεδόν αδύνατο να περάσουμε τα φίλτρα στις πύλες. Μόνο οι ινδιάνοι κάποια στιγμή είχαν σηκώσει ψηλά μια μαριονέτα που αόριστα έμοιαζε με τον Λάμα και χόρευαν γύρω της κοροϊδεύοντας εκείνους που βρίσκονταν στην άλλη πλευρά. Έλεγαν βλακείες σαν sa-cri-fi-ci sa-cri-fi-ci ή, τραγουδώντας, έκαναν piccì piccì piccini picciò – piccì piccì piccini picciò. Οι άλλοι έβγαζαν καπνούς, τα είχαν πάρει στο κρανίο σκοτεινοί και μας απαντούσαν: φασίστες ψοφίμια επιστρέψτε στους υπονόμους. Αλλά, κατά βάθος, το πράγμα που μας είχε ενοχλήσει περισσότερο ήταν όλη η προσπάθεια να ξασπρίσουν τους τοίχους με τους καθαριστές του συνδικάτου. Ήθελαν να διαγράψουν κάθε ίχνος της κατάληψης. Είχαν έρθει να φέρουν πίσω την τάξη και η πρώτη ανησυχία ήταν ακριβώς να περάσουν ένα καλό χέρι άσπρης μπογιάς επάνω σε όλα τα γραμμένα συνθήματα στους τοίχους. Το φορτηγό το είχαν βάλει στον ανοιχτό χώρο ανάμεσα στη Νομική και τη σκαλινάτα του πρυτανείου με την μούρη στραμμένη προς την σχολή των Γραμμάτων. Εμείς στεκόμασταν μεταξύ της Χημείας και των Γραμμάτων γύρω από το σιντριβάνι και εκείνο το έργο λογοκρισίας δεν μας κάθονταν καλά. Πράγματι είχε φτιαχτεί επιδεικτικά, με φαντασία. Υπήρχε ένα στόμα που σχεδιάστηκε στην Πρυτανεία με γραμμένη τη φράση Ερυθρά Γέλια-Risate Rosse και ήταν αυτό που τους ενοχλούσε. Το γεγονός είναι ότι με τον τρόπο αυτό σηκώθηκε μέσα μας μια ακατανίκητη οργή, μεγάλη, απεριόριστη. Μας ούρλιαζαν τα πάντα και στη συνέχεια σε κάποιο σημείο επιτέθηκαν στην πλευρά των ινδιάνων και κάποιος από αυτούς μας έδειξε ένα πυροσβεστήρα. Για αυτούς ήταν το τέλος. Αν και ήταν πιο οργανωμένοι και σφικτοί στις γραμμές τους δεν μπόρεσαν να μας αντέξουν. Ήταν αυτοί που ξεκίνησαν, προσπάθησαν να μας απομακρύνουν, πέρασαν στις μεταλλικές βέργες. Έχω ακόμα μια ουλή στο χέρι μου προσπαθώντας να αποφύγω ένα χτύπημα που κατευθύνονταν σε μια συντρόφισσα. Αλλά ήταν εκείνοι που σαρώθηκαν, εκδιώχθηκαν προς την έξοδο του Policlinico, πετάχτηκαν έξω από το Πανεπιστήμιο. Μια δύσκολη μέρα, σκληρή, σου το είπα, και όπως την ξαναβλέπω, πάντα νιώθω την ίδια παράξενη αίσθηση. Από τη μία πλευρά υπάρχει η ταινία με τη ωμότητα αυτού που συνέβη, το γεγονός ότι βρήκα τον εαυτό μου να παίζει τουβλιές ενάντια στον γραμματέα των γραφείων όπου μεγάλωσα, να κυνηγάω έναν φίλο εγγεγραμμένο στην Cgil, να χτυπιέμαι με τον αδερφό μου που στέκονταν μπροστά μου και να του φωνάζω στα μούτρα pci μπόγια. Από την άλλη έχω ακόμα την αίσθηση του αναπόφευκτου εκείνης της ημέρας. Έτσι πήγε. Δεν χρειάζεται να το ταλαιπωρήσουμε περισσότερο. Πήγε έτσι και αμήν. Με το σημερινό κεφάλι δεν ξέρω αν θα το έκανα και πάλι αλλά, με όλο το δρόμο που έβαλα κάτω από τα παπούτσια μου, δεν αναρωτιέμαι πλέον γιατί έγινε αυτό το πράγμα με τον Λάμα αλλά πώς θα μπορούσε να μη συμβεί αυτό που συνέβη τότε.”

Στους τοίχους της Garbatella τριάντα χρόνια μετά το ’77 υπάρχουν εκείνοι που έχουν ξαναρχίσει να τους χρωματίζουν με φράσεις και συνθήματα εκείνης της εποχής. Μια Εργατική Απόλαυση-Godere Operaio που εμφανίστηκε στην SantàEurosia περνά από στόμα σε στόμα, λίγο πιο κάτω, σε μια Φτέρη και Μύρτιλο ενώ στον τοίχο της εκκλησίας κάποιος διεκδικεί το δικαίωμα να καταλάβει τον Παράδεισο. Καμιά απολογία της συντρόφισσας P38 αλλά, διαβάζοντας κάποια άρθρα σχετικά με το ρωμαϊκό χρονικό των εφημερίδων, για κάποιον το να γράφει Dite a Lama che L’amo – Πείτε στον Λάμα πως Τον αγαπώ είναι κάτι σκανδαλώδες και πρέπει να καταγγελθεί.

“Είναι προφανές ότι η δημιουργική πλευρά του ’77, όσο επιθετική ή άγρια κι αν ήταν, είναι πιο εύκολη στην ανάκτηση της σε σχέση με την κουβέντα περί βίας αλλά συχνά υπήρχαν εκείνοι που τα έπαιρναν στο κρανίο ακόμη και μπροστά στα χαζολογήματα μιας πορείας, μπροστά στο καρναβάλι που στήνονταν στους δρόμους. Η Maciocchi στο βιβλίο της Δύο Χιλιάδες Χρόνια Ευτυχίας-Duemila anni di felicità σε ένα συγκεκριμένο σημείο περιγράφει το γενικό επιτελείο των botteghe oscure [όπου βρίσκονταν η εθνική έδρα του κκι] που βλέπει αηδιασμένο μια εύθυμη πορεία να περνά κάτω από το μπαλκόνι της διεύθυνσης του pci . Τι έχουν και γελούν, ξεσπά ο Amendola, είναι προβοκάτορες και φασίστες, ενώ, με τη συγκατάθεση του απόλυτου γραμματέα τους Berlinguer, υπάρχει ο Pecchioli ο οποίος βγαίνει προς τα έξω με ένα στεγνό: θα τους κάνουμε να καταλήξουν όλοι στη φυλακή. Ιδού, ίσως και εκείνη της Maciocchi να είναι μια θεατρική υπερβολή, αλλά ανάμεσα στη Εξουσία και την ειρωνική βεβήλωση δεν υπήρξε ποτέ ένα μεγάλο feeling. Πάντως τα συνθήματα στη γειτονιά είχαν μια ιδιαίτερη γεύση. Κάποια στιγμή κάποιος άρχισε να αλλάζει την τοπωνυμία. Η Piazza Sauli έγινε Piazza una Bomba, το Largo Ansaldo ονομάστηκε Largo all’Autonomia, η Via Magnaghi βαφτίστηκε Via la Polizia. Υπήρχαν εκείνοι που προειδοποιούσαν την Κοινωνία και Απελευθέρωση-Comunione e Liberazione και αυτοί που επικαλούνταν τους Godzilla και Gamera ενάντια στη μαύρη διαπλοκή-contro la trama nera. Με την μπογιά επινοήθηκαν τα πιο απίθανα ραντεβού όπως το περίφημο Κυνήγι στον Αυτόνομο που ξεκίνησε από το απατηλό Raggruppamento Gallo Citrone-Ομάδα Κίτρινος Πετεινός. Ήταν μια από εκείνες τις ημέρες dada που ο Giancarlo άρεσε πολύ όπου οι επιδρομές που επικαλέστηκαν οι αξιωματούχοι του κόμματος ή οι δαιμονισμένοι μπάτσοι πραγματοποιούνταν από τους ίδιους τους καταζητούμενους. Αυτό το πράγμα το επινόησε ο Enrichetto, ένας της Donna Olimpia, ο Giancarlo το είχε προετοιμάσει και ο Claudio βρέθηκε φυσικά ανάμεσα στους πρωταγωνιστές αυτού του παιχνιδιού του παράλογου. Ήταν αυτός, ανάμεσα στο πλήθος με μια καρτέλα σε στυλ σάντουιτς με τις λέξεις Επικίνδυνος Αυτοαποκαλούμενος Αυτόνομος, το θήραμα που έπρεπε να επιπλήξει μια πλημμύρα αυτοσχέδιοι θηρευτές που τριγυρνούσαν μες τη γειτονιά. Ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που έγινε όμως σύντομα είδηση. Ήταν η μέρα μετά τη δολοφονία της Giorgiana Masi και το κίνημα, για να ξεφύγει από τις απαγορεύσεις, είχε συγκαλέσει κάποιες αποκεντρωμένες διαδηλώσεις. Μια ξεκινούσε από το Testaccio και στόχευε προς την Garbatella. Ακριβώς εδώ στην Piazza Bartolomeo Romano μια ομάδα ξεκολλά και πετά μπουκάλια κατά του σταθμού των καραμπινιέρων. Από τους στρατώνες μερικοί στρατιωτικοί βγαίνουν με τα όπλα και πυροβολούν. Τίποτα δεν συμβαίνει όμως και η πορεία συνεχίζεται μέχρι την Piazza Sauli. Πρόκειται να διαλυθεί όταν καταφτάνει μια πολύ στοχευμένη έφοδος. Ο Claudio στέκονταν ήσυχος κοντά στη γωνία της εκκλησίας και διακωμωδεί την άοπλη κατάσταση του. Δεν είχε τίποτα επάνω του αλλά προφανώς είχε το πρόσωπό του, τα γνωστά χαρακτηριστικά του, τα στοιχεία ενός αυτόνομου και γνωστού προσώπου. Γεγονός είναι ότι ένα τζιπ τον σημαδεύει και κατεβάζει ένα είδος robocop που αρχίζει να τον κυνηγάει. Ο Claudio τρέχει γρήγορα στην οδό Comboni και πρόκειται να γλιστρήσει στην οικοδομική μονάδα 24, εκείνη των villini palladiani του De Renzi, όταν συνειδητοποιεί ότι έχουν αρπάξει ένα κορίτσι που γνωρίζει. Έχει μια στιγμή δισταγμού και το εκμεταλλεύεται o μπάτσος ρίχνοντας το γκλομπ ανάμεσα στα πόδια του σαν μπούμερανγκ. Την πάτησε. Με μια γκριμάτσα πέφτει στο έδαφος και αμέσως είναι πάνω του. Δεν τον έβλεπα πλέον και είπαν ότι περισσότερο από τον φυσικό πόνο ήταν η έκπληξη που τον τραυμάτισε μέσα του. Λένε επίσης ότι ενώ τον κουβαλούσαν μέσα χαμογελούσε στις προσβολές που έβρεχαν πάνω του και περισσότερο από τις μπουνιές τον πόνεσε το βλέμμα της Lucilla δεμένης με τις χειροπέδες κοντά του. Εκείνη πάντως ήταν η τελευταία έξοδος του εβδομήντα επτά στους δρόμους της Garbatella. Η γειτονιά απομόνωσε τους προβοκάτορες ταραξίες: έτσι έγραφε η Unità την επόμενη μέρα. Ούτε μια λέξη για το γεγονός ότι ήμασταν εκεί επειδή η αστυνομία του Cossiga είχε σκοτώσει τη Giorgiana Masi. Τίποτα. Ίσως, χρόνια αργότερα, θα εξακολουθούν να υπάρχουν αυτοί που σκέφτονται για τους λογαριασμούς που έμειναν ανοικτοί από την εξέγερση εκείνου του άλλου μαΐου, εκείνου του ’70 κατά του Νατο. Δεν ξέρω. Σε κάθε περίπτωση ξέρω μόνο ότι τότε πήρα χρώμα και βούρτσα, περπάτησα στους δρόμους αυτής της γειτονιάς και έστειλα σε εκείνο τον αργεντίνο κοκκινομάλλη έναν ανάλαφρο χαιρετισμό γραμμένο με κόκκινα γράμματα επάνω σε έναν ετοιμόρροπο τοίχο. Είναι ένας αιώνας που δεν περνάω από εκεί αλλά είμαι βέβαιος ότι αν ψάξω εκείνη την επιγραφή σου την βρίσκω ακόμα εκεί πέρα .”

κείμενο του Claudio D’Aguanno που δημοσιεύτηκε στο MaGMA (Magazzini Generali Memorie Autonome – Roma XI) ιούνιος 2007

 

Il quartiere al tempo dell’autonomia

διεθνισμός, internazionalismo

Σας ευχαριστούμε soldat*, στρατιώτες της επανάστασης

Το IS δεν ελέγχει πλέον εδάφη στη Συρία. Αυτός είναι λόγος χαράς. Αλλά ο πόλεμος δεν τέλειωσε ακόμη.

Στα τέλη του φθινοπώρου του 2014, στρατιώτες της τρομοκρατικής πολιτοφυλακής του Ισλαμικού Κράτους (IS) βρισκόταν στη μητροπολιτική περιοχή του Κομπάνι στη βόρεια Συρία. Τα πράγματα ήταν άσχημα. Οι τζιχαντιστές ήδη έστελναν μηνύματα μέσω tweeter λέγοντας πως η πόλη θα καθαρίζονταν από τους άπιστους κομμουνιστές. Το ισλαμικό κράτος την εποχή εκείνη ήλεγχε μια τεράστια περιοχή, τόσο στα εδάφη του Ιράκ όσο και της Συρίας.

Αλλά η αγαλλίαση των ισλαμιστών δολοφόνων ήταν πρόωρη. Υπολόγιζαν χωρίς εκείνο το κίνημα που για περισσότερα από 40 χρόνια επέζησε στη Μέση Ανατολή στον αγώνα κατά του ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα κατά του τουρκικού Κράτους. Μόλις πέντε χρόνια αργότερα, ο χάρτης της Συρίας και του Ιράκ φαίνεται τελείως διαφορετικός. Το IS έχει χάσει τα τελευταία εδάφη που συνέχισε να κατέχει πεισματικά. Πολλοί από τους τοπικούς και ξένους ηγέτες του έχουν πεθάνει ή είναι αιχμάλωτοι των Δημοκρατικών Δυνάμεων της Συρίας (FDS), της συμμαχίας μεταξύ κουρδικών, ασσυρίων και αραβικών πολιτοφυλακών, για την άμυνα και την οικοδόμηση ενός συστήματος συμβουλίων στη βόρεια Συρία.

Όχι μόνο η Συρία αναπνέει με ανακούφιση. Ο αιματηρός πόλεμος, αυτό το τόνισαν επανειλημμένα οι κούρδοι εκπρόσωποι των Μονάδων Λαϊκής Άμυνας και των Γυναικών (YPG και YPJ), ήταν για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Το αποτέλεσμά του είναι η απόρριψη, η απόκρουση μιας πολιτικής δύναμης, της οποίας η κυριαρχία σε εκατομμύρια ανθρώπους, ιδιαίτερα στις γυναίκες, στη Μέση Ανατολή δεν σημαίνει τίποτα άλλο από καταπίεση, θάνατο και ταπείνωση. Πρέπει να ειπωθεί με σαφήνεια: το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK), το οποίο εξακολουθεί να απαγορεύεται στις ΗΠΑ όπως στην Ευρώπη, μαζί με τους σύριους συμμάχους των YPG και YPJ εμπόδισαν περαιτέρω την γενοκτονία στο έδαφος των γιαζίντι στο Ιράκ, τόσο όπως και τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ευρώπη ή στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Πώς πραγματοποιήθηκε αυτή η νίκη; Φυσικά, μια έξυπνη πολιτική των συμμαχιών έχει παίξει ένα ρόλο, και βεβαίως, ασκήθηκε πολλή διπλωματία με όσους δεν περιμένουν άλλο από το να ακυρώσουν το δημοκρατικό σχέδιο στη βόρεια Συρία.

Αλλά όλα αυτά θα ήταν μάταια χωρίς τις εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων που έδιναν κάθε μέρα το καλύτερο των δυνατοτήτων τους στην αστική πολιτική οικοδόμηση και στις στρατιωτικές μονάδες αυτοάμυνας. Και πολλές και πολλοί από αυτούς έδωσαν το τελευταίο πράγμα που τους είχε απομείνει: τη ζωή τους. Το αντίτιμο γι αυτή τη νίκη ήταν υψηλό. Όλες και όσοι συνέβαλαν σε αυτόν τον πόλεμο ή στην πολιτική οικοδόμηση στη βόρεια Συρία, έχασαν ανθρώπους που ήταν πολύ κοντά τους. Δεν υπάρχει μια μητέρα στη βόρεια Συρία που δεν θρηνεί γιο ή κόρη, μια αδελφή στην οποία δεν λείπει ο αδελφός της που έπεσε και κανένα παιδί που είδε τον θείο ή τη θεία του να πηγαίνει στον πόλεμο και δεν τους είδε να επιστρέφουν. Και μεταξύ των διεθνιστριών και των διεθνιστών δεν υπάρχει κανείς που δεν αισθάνεται το πένθος και το θυμό για την απώλεια της Anna Campbell, του Kevin Jochim ή του Lorenzo Orsetti.

Οι Trump και ο Macron αυτού του κόσμου μπορούν να γράψουν τη νίκη στις σημαίες τους, δεν την κατέκτησαν αυτοί αλλά οι χιλιάδες σύντροφοι συντρόφισσες compagn* οι οποίοι στις θέσεις και τις οχυρώσεις τους, στις οροφές των σπιτιών και τους δρόμους θηλιές έπεσαν cadut* στις μάχες σπίτι με σπίτι. Αυτή είναι μια νίκη των Şehîd, των πεσόντων, γυναικών και ανδρών. Πρέπει αυτούς να σκεφτόμαστε όταν γιορτάζουμε και πανηγυρίζουμε αυτές τις μέρες.

Και όταν τους σκεφτόμαστε, συνειδητοποιούμε επίσης ότι: έχουμε κερδίσει μια μάχη, αλλά ο πόλεμος συνεχίζεται. Επειδή αυτό για το οποίο πέθαναν και για το οποίο συνεχίζουμε εμείς να ζούμε, δεν είναι μόνο η καταστροφή μιας ιδιαίτερα σκληρής πολιτοφυλακής. Έχουν πέσει για έναν καλύτερο κόσμο, πολύ πέρα από τον καπιταλιστική νεωτερικότητα και πέρα από την κρατική, ιμπεριαλιστική και αποικιακή καταπίεση.

Αυτός ο πόλεμος συνεχίζεται. Στη Μέση Ανατολή αυτοί που θέλουν να σβήσουν τη μικρή απελευθερωμένη περιοχή στο βόρειο και ανατολικό τμήμα της Συρίας παραμονεύουν: το καθεστώς του Ερντογάν που θέλει να την συντρίψει στρατιωτικά, η διοίκηση Trump που θέλει να την γονατίσει και να την αποπολιτικοποιήσει, η Μόσχα και η Δαμασκός που θέλουν να την υποβάλουν στο καθεστώς Assad. Η φάση που αρχίζει τώρα θα είναι μια φάση της νέας τάξης και του συστήματος των συμμαχιών. Οι ΗΠΑ θέλουν τον πόλεμό τους εναντίον του Ιράν, η Τουρκία φιλοδοξεί να διευρύνει το έδαφος που έχει καταλάβει. Για άλλη μια φορά, οι κάρτες, ανακατεύονται.

Αλλά ο πόλεμος συνεχίζεται όχι μόνο σε κάποιο μέρος μακριά, πέρα από το κύμα αγανάκτησης του πληθυσμού των πλουσίων δυτικών εθνών. Συνεχίζεται επίσης εδώ. Και στη Γερμανία [ Ευρώπη] το Κράτος θα πάρει ξανά ώθηση για να επιτεθεί, να καταδιώξει και να περιορίσει τους κούρδους, γυναίκες και άνδρες, την τουρκική αντιπολίτευση στην εξορία και όλες και όλους εκείνους που συνεργάζονται μαζί τους.

Όταν έρθει η ώρα, θα πρέπει να σκεφτούμε: όλοι έχουμε μια ενοχή να πληρώσουμε. Εμείς ως επαναστατική αριστερά σε κάθε περίπτωση, επειδή ήταν το κουρδικό κίνημα που μας έφερε πίσω σε ένα διατρέξιμο μονοπάτι στο οποίο μπορούμε σήμερα να κάνουμε τα πρώτα βρεφικά μας βήματα. Αλλά και όλοι οι άλλοι είναι επίσης χρεωμένοι με τις/τους πεσόντες των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων. Θα υπάρχουν ευκαιρίες, τουλάχιστον για να ξεκινήσουμε, να τις ξεπληρώνουμε.

#Immagine: Rodi Said/Reuters Εικόνα

* Tradotto e pubblicato da Rete Kurdistan Μεταφράστηκε και δημοσιεύτηκε από Δίκτυο Κουρδιστάν

https://lowerclassmag.com/

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

‹ 
σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Όταν ο εργατισμός έγινε πολιτικό σχέδιο: η ιστορία του Potere Operaio – του Alberto Pantaloni

ο Alberto Pantaloni σε ανασκόπηση για την Effimera του βιβλίου εργατική Εξουσία. Η ιστορία. Η θεωρία [τόμος 1]Potere operaio. La storia. La teoria (volume I), του Marco Scavino, DeriveApprodi, Roma 2018, σελ. 185.

****

Μεταξύ των διαφόρων χώρων της εξωκοινοβουλευτικής ή επαναστατικής Αριστεράς που έδρασαν μέσα στην πολιτική και κοινωνική σύγκρουση της Ιταλίας κατά τη Δεκαετία του ’70, η εργατιστική είναι ίσως η πιο μελετημένη μέχρι στιγμής και πρέπει να ευχαριστήσουμε ουσιαστικά τους τύπους του DeriveApprodi. Είναι αδύνατο εδώ να αναφερθώ σε όλη την τεράστια παραγωγή ανατυπώσεων, νέων ερευνών, απομνημονευμάτων του εκδοτικού οίκου της Ρώμης για το θέμα αυτό. Εδώ θα περιοριστώ να θυμίσω τον γιγάντιο τόμο που επιμελήθηκαν οι Fabio Milana και Marco Trotta (L’operaismo degli anni sessanta. Da «Quaderni Rossi» a classe operaia, 2008-Ο εργατισμός των χρόνων εξήντα. Από τα »κόκκινα Τετράδια» στην εργατική τάξη), εκείνο που επιμελήθηκαν οι Francesca Pozzi και Guido Borio (Gli operaisti, 2005-Οι εργατιστές) και τους τέσσερις τόμους για την Αυτονομία-Autonomia (Gli autonomi, Le storie, le lotte, le teorie, voll. I-II-III, 2007-2008, Οι αυτόνομοι,οι ιστορίες οι αγώνες, οι θεωρίες, που επιμελήθηκαν οι Sergio Bianchi και Lanfranco Caminiti, και Οι αυτόνομοι. Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία Gli autonomi. L’autonomia operaia romana, vol, IV, 2017, που επιμελήθηκαν οι Giorgio Ferrari και G. Marco D’Ubaldo). Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη μιας εμπεριστατωμένης και συστηματοποιημένης έρευνας σχετικά με την οργάνωση που περισσότερο από όλες διεκδίκησε τη θεωρητική κληρονομιά του ιταλικού εργατισμού, δηλαδή την Potere Operaio. Μέχρι τώρα η δευτερεύουσα βιβλιογραφία στη διάθεση μας ήταν επικεντρωμένη στα δύο βιβλία που έγραψε ο δημοσιογράφος Aldo Grandi (Η γενιά των χαμένων χρόνων. Ιστορίες Εργατικής ΕξουσίαςLa generazione degli anni perduti. Storie di Potere Operaio, Einaudi, 2003, Insurrezione armata, ένοπλη Εξέγερση Rizzoli, 2005) με βάση αστυνομικές-δικαστικές πηγές και συνεντεύξεις με τους πρωταγωνιστές, και πιο πρόσφατα σχετικά με απομνημονεύματα (όπως οι δύο αυτοβιογραφικοί τόμοι του Toni Negri, που επιμελήθηκε ο Girolamo De Michele, Ιστορία ενός κομουνιστή Storia di un comunista και  Φυλακή και εξορία Galera ed esilio, Ponte alle Grazie, 2015 και 2018).

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι λοιπόν το έργο έρευνας και ανασυγκρότησης που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επί του θέματος, του οποίου ο πρώτος τόμος βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία εδώ και μερικές εβδομάδες, ενώ ο δεύτερος είναι προγραμματισμένος να κυκλοφορήσει τον ιανουάριο του 2019. Ένα δύσκολο έργο λόγω του διπλού ρόλου του συγγραφέα, εκείνου του μελετητή και εκείνου του πρωταγωνιστή και του άμεσου μάρτυρα, από τον οποίο όμως ο Scavino εξέρχεται με τον καλύτερο τρόπο. Απόδειξη είναι η όχι κοινότοπη επιλογή, στον πρώτο τόμο, των πηγών που διερευνήθηκαν στην έρευνα: σχεδόν καθόλου οι αστυνομικοί και δικαστικοί φάκελλοι (αν όχι μερικοί από εκείνους που ήδη χρησιμοποίησε άφθονα ο Grandi στους δύο τόμους του), πολύ λίγες συνεντεύξεις, σχεδόν όλα τα έγγραφα που αναλύονται αντιπροσωπεύονται από αυτό που επεξεργάστηκε και έγραψε η εργατική Εξουσία. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο σημαντικός αριθμός σημειώσεων και η έκθεσή τους προδίδουν τον ενθουσιασμό του ιστορικού για τη μελέτη αυτών των ντοκουμέντων, έναν ενθουσιασμό που αντισταθμίζει την απαραίτητη απόσπαση που χρησιμοποιείται στην αφήγηση των γεγονότων. Και η περιοδολόγηση που χρησιμοποιείται στην ανασυγκρότηση της ιστορίας του Potere Operaio υπογραμμίζει την πρόθεση να διεξαχθεί ένα σχολαστικό έργο, το οποίο χαράζει με ακρίβεια τη γενεαλογία, την ανάπτυξη, και στη συνέχεια την κατάρρευση αυτής της οργάνωσης: αυτός ο πρώτος τόμος, όντως κινήθηκε από την ανακατασκευή του πνευματικού κλίματος του εργατισμού στις αρχές της δεκαετίας του Εξήντα (δηλαδή αρκετά χρόνια πριν από τη γέννηση της ΕΕ) και τελειώνει με την αποτυχία της διαδικασίας ενοποίησης με την ομάδα Μανιφέστο στις αρχές του 1971, ενώ ο δεύτερος τόμος θα τελειώσει με το μοναδικό νούμερο του περιοδικού «Linea di condotta-Γραμμή μεθόδου, συμπεριφοράς», συνεπώς (1975) πολύ πέρα του περίφημου συνεδρίου της Rosolina του 1973, που θεωρήθηκε, λαθεμένα σύμφωνα με τον συντάκτη, η στιγμή που η οργάνωση διαλύθηκε.

Η κύρια θέση που υποστηρίζεται από τον Scavino είναι ότι η θεωρητική επεξεργασία του εργατισμού, που γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και συνεχίστηκε καθ ‘όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, έχει προκαλέσει αρκετές προσπάθειες να δώσει επαναστατική οργάνωση και προοπτική στους εργατικούς αγώνες της εποχής και ότι το Potere Operaio ήταν η πιο γνήσια, και πιο συνεπής σε πολιτικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, ακριβώς η εξάντληση του πολιτικού σχεδίου της ΕΕ αντιπροσωπεύει σύμφωνα με τον συγγραφέα, την απόδειξη της αποτυχίας αυτών των προσπαθειών (επίλογος που εξισώνει την Εργατική Εξουσία σε άλλες «δίδυμες» ομάδες, ακόμα και αν είναι ιδεολογικά όχι τόσο αυθεντικές, όπως για παράδειγμα η Lotta Continua ).

Ο πρώτος τόμος χωρίζεται σε δύο μέρη. Στον πρώτο αναλύεται αρχικά το θεωρητικό υπόβαθρο της ΕΕ, μέσω της επεξεργασίας και της εμπειρίας των περιοδικών του εργατισμού που ακολούθησαν το ένα μετά το άλλο: από τα »Κόκκινα Τετράδια- «Quaderni Rossi» (από το 1961 μέχρι την εσωτερική διάσπαση τους το 1963), περνώντας μετά στην »Εργατική Τάξη»- «Classe Operaia» (1964-1967) και την εφήμερη εμπειρία του »Contropiano»- »Αντισχέδιου» (που γεννήθηκε το 1968 από τις στάχτες της «Classe Operaia»), αλλά ήδη τον ίδιο χρόνο και μετά από δύο μόνο νούμερα ένας από τους ιδρυτές του αποχώρησε, ο Toni Negri, για εσωτερικές διαφωνίες ). Ο συγγραφέας συνεχίζει να ανασυνθέτει το σχηματισμό αυτού που αντικειμενικά θα γίνει ο κεντρικός πυρήνας, il central core του Potere Operaio, δηλαδή η ομάδα του Marghera, που αποτελείται από ορισμένους πολιτικούς αγωνιστές που συνδέονται αρχικά με το PSI (Negri, Bianchini, Tolin κλπ.) και από πολλούς αγωνιστές των συνδικάτων και εργοστασιακές πρωτοπορίες (μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει η προσωπικότητα του Italo Sbrogiò). Επρόκειτο για μια ομάδα που, πρώτα μέσα από την σοσιαλιστική εφημερίδα «Progresso Veneto» και στη συνέχεια, ξεκινώντας από την 1η Μαΐου 1967, με το «Potere Operaio» της Marghera, είχε δημιουργήσει μια πραγματική πολιτική παρέμβαση μέσα στις κινητοποιήσεις των εργατών της περιοχής, αποκτώντας σταδιακά μια ορισμένη οργανωτική συνοχή και βγαίνοντας από μια αποκλειστική διάσταση ομάδας διανοουμένων, μολονότι στρατευμένων. Το πρώτο μέρος του βιβλίου τελειώνει με την έκρηξη του Εξήντα οκτώ και τη συνάντηση της ομάδας του Marghera με το φοιτητικό κίνημα, τόσο το ενετικό, όσο και ιδιαίτερα το ρωμαϊκό (μέσα από τις φιγούρες των Piperno και Scalzone). Το δεύτερο μέρος αφορά την περίοδο κατά την οποία η ομάδα προσπαθεί να επιταχύνει την πολιτική οργάνωση, πρώτα με τη γέννηση της εφημερίδας «La Classe»- »Η Τάξη», στη συνέχεια με την συμμετοχή στους αυτόνομους αγώνες που εξερράγησαν στη Fiat την άνοιξη του ’69, μετά με την εμπειρία της συνέλευσης εργατών-φοιτητών στο Τορίνο το καλοκαίρι-φθινόπωρο του ’69, τέλος με τις αντιφάσεις που προέκυψαν μέσα της με τον άλλο πολιτικό χώρο που διαμορφωνόταν εκείνη τη στιγμή, που συνδέεται με το τορινέζικο φοιτητικό κίνημα όπως και αυτό στο Τρεντίνο και με την τοσκάνικη Εργατική Εξουσία, και που αργότερα έδωσε ζωή στη Lotta Continua. Ήταν ανάμεσα σε αυτά τα γεγονότα που αποφασίστηκε να στηθεί ένα νέο εβδομαδιαίο, αυτή τη φορά εθνικό και όχι μόνο βενετικό, το οποίο θα αντικαθιστούσε το «La Classe»: ήταν το»Potere Operaio». Ο τόμος ολοκληρώνεται με την αποτυχημένη εμπειρία της συγχώνευσης με το Μανιφέστο (εργατικό συνέδριο στο Μιλάνο, 1971), η οποία πέρα από τα αρνητικά αποτελέσματα (για πολλούς λόγους επίσης προβλέψιμη, δεδομένων των βαθέων διαφορών στη θεωρητική και οραματική στρατηγική προσέγγιση) δίνει μια περιγραφή του πώς τα ζητήματα του χτισίματος ενός αληθινά μαζικού πολιτικού και αγωνιστικού κινήματος για την «εξουσία» είχαν καταστεί κεντρικά για την ΕΕ.

Η πολιτιστική επιχείρηση που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επάνω σε αυτή την πρώτη φάση της ζωής της Εργατικής Εξουσίας δεν είναι μόνο χρονολογική, ο συγγραφέας δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε μια εποχική ανακατασκευή των γεγονότων, αν και προφανώς μας θυμίζει ότι αυτή αντιπροσωπεύει τη γραμμή στην οποία το βιβλίο κινείται. Κατά τη γνώμη μου, μέσα στην χρονοϊστορία των γεγονότων υπάρχει η προσπάθεια να τονιστούν κάποιες ιστορικές-πολιτικές λογικές. Έχουμε ήδη δει κάποιες από αυτές (τη σχέση με τη θεωρητική κληρονομιά του εργατισμού και τη μετάφρασή της στην πολιτική, σε στρατηγική πρόταση και σε τακτική διάρθρωση. Αλλά προφανώς δεν μπορεί να λείπει η σχέση με τη βία. Για δεκαετίες η ιστορία του Potere Operaio έχει μειωθεί σε «εγκληματική ιστορία» και επιπλέον ελαφρώς μυθιστορηματική. Τα ομήλικα γεγονότα και τα επόμενα της λεγόμενης «δίκης 7 απρίλη», όταν ουσιαστικά σχεδόν όλη εκείνη που ήταν η ηγετική ομάδα της Εργατικής Εξουσίας συνελήφθη με την κατηγορία (που αποκαλύφθηκε στη συνέχεια στερημένη βάσης), πως είχε προωθήσει και κατευθύνει το ποικιλόμορφο κίνημα του ένοπλου αγώνα στα αριστερά, καθόρισαν, το θυμάται και το θυμίζει ο συγγραφέας, μια στερεοτυπική οπτική αυτής της οργάνωσης. Αυτός ο πρώτος τόμος συμβάλλει σημαντικά στην αποκατάσταση μιας συνολικής εικόνας και από κάποια άποψη πολύ διαφορετικής από αυτή που δημιούργησε ο δικαστής Calogero και οι συνάδελφοί του από άλλες ιταλικές εισαγγελίες. Αυτό δεν μεταβάλλει το γεγονός πως μέσα στην ΕΕ συζητήθηκε ο ένοπλος αγώνας και ότι και επάνω σε αυτό καταναλώθηκε η κρίση της το 1973. Αλλά αυτό θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου.

 

Print Friendly, PDF & Email
ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Στα ίχνη της χίμαιρας. Ξεκινώντας από το βιβλίο “Prima linea. L’altra lotta armata”- »Πρώτη γραμμή. Η άλλη ένοπλη πάλη»

 

Ο προβληματισμός του Girolamo De Michele για την εργασία έρευνας του Andrea Tanturli «Prima linea. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981)”

 

Το να γράψει κάποιος ένα ιστορικό δοκίμιο  un saggio storico γύρω από την εμπειρία της Πρώτης Γραμμής Prima Linea (Pl) είναι ταυτόχρονα μια επίπονη και απαραίτητη εργασία. Πολύ επίπονη, επειδή η Pl είχε μια πολύπλοκη καταγωγή, η οποία δεν συμπυκνώθηκε αμέσως σε μια μοναδική, μονοσήμαντη και μονολιθική γραμμή: περισσότερο από ένα νήμα, η ιστορία της εμφανίζεται σαν ένα σχοινί που αποτελείται από πολλές μπλεγμένες απαρχές, από τις οποίες κρέμονται άλλα λυμένα σχοινιά. Σε αυτό να προσθέσουμε την απουσία αξιόπιστων ιστορικών ανακατασκευών, σε συνδυασμό με μια προφανή απροθυμία να διηγηθούν τη δική τους ιστορία εκ μέρους των αγωνιστών της (με λίγες εξαιρέσεις: ο Sergio Segio και, πιο πρόσφατα, η Susanna Ronconi και η Marina Premoli). Η γεφύρωση αυτού του κενού στην ιστορία των επαναστατικών μετα-68 κινημάτων στην Ιταλία δεν είναι μόνο ζήτημα ιστοριογραφικής πληρότητας: πρόκειται για την αναγνώριση ότι κάθε ιστορική αναπαράσταση είναι πάντοτε μερική, πάντα διαμεσολαβούμενη από τα διαθέσιμα έγγραφα-ντοκουμέντα και την επιλογή που γίνεται επάνω σε αυτά.

Δεν είναι τυχαίο ότι, στο φαντασιακό που έχει επικρατήσει, για την Πρώτη γραμμή έχουν δοθεί σε μεγάλο μέρος μια σειρά από παραπλανητικές-διαστρεβλωμένες αναπαραστάσεις: μια οργάνωση μικρότερη σε σύγκριση με τις κόκκινες Ταξιαρχίες, με «προδιάθεση» στη μεταμέλεια λόγω των υποκειμενικοτήτων που την συνέθεταν ( εκεί όπου κανένας από τους ιδρυτές της δεν μετανόησε), στερημένη μιας σταθερής πολιτικής γραμμής και επακόλουθης θεωρητικής επεξεργασίας – παρά το γεγονός της διαπίστωσης πως μια σταθερή ορθοδοξία έχει αντ ‘αυτού δημιουργήσει την εκτροπή των εκτελεστών στις φυλακές με αποτέλεσμα και συνέπεια την δημιουργία Κάιν από πλευράς του μεγαλύτερου μέρους των φυλακισμένων ταξιαρχιτών 1. Ακόμη και η σύγκριση, η ταυτοποίηση που μερικές φορές αναφέρεται από ορισμένους μαχητές, με την ταινία Il Mucchio selvaggio-Η άγρια Συμμορία του Sam Peckinpah, βοηθά να δοθεί ένα picaresque-πικαρέσκο χρώμα στην ιστορία της Pl, αλλά κινδυνεύει να επιβεβαιώσει εκείνη την σιωπηρή συμφωνία στην κυρίαρχη ιστοριογραφία γύρω από τα λεγόμενα «χρόνια του μολυβιού» που οδηγεί-αποδίδει ολόκληρη την ένοπλη εξέγερση στις BR. Μια ανακατασκευή που εμφανίζει την ένοπλη ανταρσία ως ένα μοναδικό φαινόμενο, ένα είδος UFO, με αμοιβαία ικανοποίηση εκείνων που θέλουν να αρνηθούν τη διαδεδομένη-διάχυτη φύση της και τις κοινωνικές της ρίζες, και εκείνων που θέλουν να ανοικοδομήσουν μιαν ιστορική τους νομιμοποίηση εκ των υστέρων.

Αυτό θα αρκούσε για να καταστήσει άξια προσοχής την έρευνα του Andrea Tanturli, μιας διδακτορικής διατριβής από την οποία προέρχεται ο πρώτος αυτός τόμος του βιβλίου Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981), ο οποίος πηγαίνει από τις απαρχές μέχρι το τέλος του 1979. Υπάρχουν όμως και συγκεκριμένες πτυχές του ιστοριογραφικού έργου που αξίζει να επισημανθούν, να έρθουν στο φως. Όπως και οποιοσδήποτε αληθινός ιστορικός, ο Tanturli αναρωτήθηκε ποια έγγραφα και ερμηνευτικά πλαίσια να αποδεχτεί ή να απορρίψει: η επιλογή του αποτελεί ένα μικρό μάθημα στη μέθοδο. Σε πρώτη φάση κράτησε απoστάσεις από τις «continuistiche» ανακατασκευές [a] – από τα Κόκκινα Τετράδια Quaderni Rossi στις δολοφονίες των BR χωρίς ενδιάμεσες στάσεις – που εγκαινιάστηκαν από τον Angelo Ventura, τις συνωμοσιολογίες αλά Flamigni, και ορισμένες απερίσκεπτες ανακατασκευές του Gotor. Την ίδια στιγμή, ο Tanturli προειδοποιεί ότι «δεν θα βασίζεται, δεν θα δείξει εμπιστοσύνη μόνο στον ημερήσιο Τύπο για να ανασυγκροτήσει το χρονικό των επεισοδίων» (σ. 340), ούσες οι εφημερίδες «κατάσπαρτες από σφάλματα και ανακρίβειες» και σε κάθε περίπτωση «μια εξαιρετικά επίπεδη πηγή, μη προικισμένη στην εμβάθυνση και δύσκολης επαλήθευσης» (σ. 19).

Η χρήση των δικαστικών πρακτικών και των αναμνήσεων είναι πιο περίπλοκη: αν ο συγγραφέας επιλέγει να «δώσει πίστη, με την απαραίτητη προσοχή, στις δηλώσεις των μαχητών, ακόμη και των μεταμεληθέντων, πεπεισμένος ότι ορισμένοι από αυτούς επέστρεψαν συνολικά μια πιστή εικόνα της ζωής της οργάνωσης» (σ. 19),είναι επίσης αλήθεια ότι κατά την εξέταση των μεμονωμένων δηλώσεων εμφανίζεται μια σαφής υποψία προς ένα συγκεκριμένο είδος μεταμέλειας που, αντί να ανακατασκευάζει ή να ερμηνεύει «τρέφεται από εξαρτήσεις, τείνει να έρχεται να συναντήσει τα ερωτήματα των ανακριτών» 2. Βρισκόμαστε εδώ επάνω στην ράχη που χωρίζει δύο διαφορετικές πραγματικότητες, εκείνη την ανακριτική και δικαστική, και εκείνη την πολιτική και ηθική. Εάν όντως «οι λέξεις» μετανοούντες» και » διαχωρισμένοι» επιβλήθηκαν τότε για να ορίσουν διαφορετικές κατηγορίες και νομικά μέτρα που χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε ανέκτησαν από το πιο σκοτεινό βάθος του ιταλικού παρελθόντος κατηγορίες θρησκευτικής προέλευσης όπως η μετάνοια», 3  ο διαχωρισμός υπήρξε έκφραση μιας προσπάθειας να λογαριαστούν με την ιστορία και τα δικά τους λάθη, μέσα στο πλαίσιο μιας ήττας των ένοπλων υποθέσεων των οποίων μόνο ένα μέρος των μαχητών θέλησε να λάβει υπόψιν. Με τα λόγια της Susanna Ronconi: «η διάσταση άνοιξε ένα χώρο, με τους τρόπους που κατέστησε εφικτούς η κατάσταση, και εκείνοι που εκείνη την εποχή δεν την αποδέχτηκαν σήμερα θα έπρεπε να την καταλάβουν, εκ των υστέρων. Ήμασταν οι πρώτοι που ανακατασκευάσαμε την ιστορία μας τοποθετώντας την μέσα στην ιστορία αυτής της χώρας, λέγοντας ότι εάν δεν είχαμε δίκιο είχαμε λόγους, και αυτοί που λεν ότι «ξεπουλήσαμε» μια ιστορία ψεύδονται γνωρίζοντας πώς το κάνουν». 4

Αφού εξερευνήθηκε η εργαλειοθήκη του ιστορικού, φτάνουμε στο αντικείμενο της κατασκευής του. Για την Πρώτη γραμμή ο Tanturli είναι ξεκάθαρος: «τα μέλη της Pl πρώτα από το να είναι παράνομοι μαχητές ήταν αυτόνομοι αγωνιστές». Αλλά η Pl δεν ήταν «sic et simpliciter» , όμορφα κι απλά θα έλεγα, ένας κώδικας κάλυψης για τον κεντρικό εγκέφαλο μιας υποτιθέμενης οργανωμένης Αυτονομίας, είναι επομένως απαραίτητο να βγούμε από το σχήμα της αθωότητας ή της ενοχής, μη ιστοριογραφικές κατηγορίες, πιο κατάλληλες για δικαστές που κάνουν τους ιστορικούς και ιστορικούς με το σύμπλεγμα, το κόμπλεξ των δικαστών » (σ. 8). Το οποίο σημαίνει αναγνώριση της πολυφωνίας, της ποικιλίας, της επιθυμητικής και σχιζομετροπολιτανικής φύσης, για να το πούμε στη γλώσσα της εποχής, της αυτονομίας: «Υπήρχαν περιοχές της αυτονομίας, οι οποίες, μολονότι δεν απέρριπταν την πολιτική βία, έμειναν μακριά από οργανωμένες εξελίξεις υπό την έννοια του ένοπλου αγώνα, άλλες που παρέμειναν μπλεγμένες λίγο-πολύ οικειοθελώς, άλλες που θα εξελιχθούν, όχι χωρίς τραύματα, σε παράνομους σχηματισμούς» (σ. 8). Και επομένως να αναγνωρίσουμε εκείνο το πολύπλοκο, πολυπληθή χαρακτήρα του χώρου της κοινωνικής και πολιτικής ανταρσίας που δεν μπορεί να περιοριστεί σε ενότητα. Έτσι ένα βιβλίο σαν αυτό δεν μπορεί να είναι ο λόγος που κατατάσσει τα πάντα γύρω από την Pl, αλλά μια συμβολή, με τα εργαλεία της ιστορικής έρευνας, που θα έπρεπε – είναι μια ευχή και μια ελπίδα, καθώς και μια ανάγκη – να ενθαρρύνει έναν πολλαπλασιασμό αφηγήσεων, ίσως λιγότερο επιστημονικών και περισσότερο υποκειμενικών, ικανών να δώσουν λόγο, να εξηγήσουν «για την χίμαιρα που για μια φορά μονάχα ενώθηκε με τα κεφάλια στην piazza Solferino: πέθανε λόγω λειτουργικής ανεπάρκειας του τερατώδους οργανισμού της, όπως ορισμένα φτωχά πλάσματα που γεννήθηκαν στα εργαστήρια, πάρα πολύ ή ελάχιστα εξοπλισμένα για να ζήσουν, να αναπνέουν, να τραφούν, όπως κάνουν καθημερινά λιγότερο φιλόδοξοι οργανισμοί » 5.

Λίγο όπως ο Tristam Shandy, η Prima linea χρησιμοποιεί πολύ χρόνο για να γεννηθεί, παρόλο που οι συζητήσεις γίνονταν για πολύ καιρό. Αυτή δεν είναι μια γραμμική και τελεολογική διαδικασία που από τη Lotta continua-Συνεχή Αγώνα και το Potere Operaio-Εργατική Εξουσία, μέσα από την Senza Tregua-Χωρίς Ανακωχή, οδηγεί στην Pl, αλλά μια μια σειρά διασχίσεων, κατά την διάρκεια των οποίων κάθε βήμα περιλαμβάνει αποκτήσεις και απώλειες, οι οποίες ίσως αξίζουν μεγαλύτερη έρευνα και εμβάθυνση (σκέφτομαι κυρίως στη φιγούρα του Mario Dalmaviva). Και, αξίζει να το υπενθυμίζουμε, όπου κάθε πέρασμα δεν υπαγορεύεται από μια θεωρητική αφαίρεση, αλλά από την υποκειμενική ερμηνεία συγκεκριμένης δημιουργίας και ύπαρξης των αγώνων και των ανταγωνισμών. 6 Το οποίο καθιστά δύσκολο να προτείνουμε μια ανασυγκρότηση που να διακρίνει-να ξεχωρίζει «μια πρώτη και μια δεύτερη Πγ, στην οποία να διανέμουμε ετικέτες αυθορμητισμού και βιαιότητας» [σ. 8]: δηλαδή, τον μύθο της προέλευσης του οποίου ακολουθεί αναπόφευκτα μια καταστροφική πτώση. Εκ των πραγμάτων, είναι η ίδια κατηγορία «προέλευσης-καταγωγής» που πρέπει να υποβληθεί σε σκληρή κριτική: σαν η έξωση από τον Κήπο της Εδέμ να υπήρξε ο καρπός μιας προδοσίας της αρχέγονης αγνότητας, ήτοι ήταν ήδη εγγεγραμμένη στην πράξη της γέννησης. Κακή μυθολογία, και στις δύο περιπτώσεις. Αντίθετα, είναι αλήθεια ότι κάθε διαδικασία εκδηλώνει μια πολλαπλότητα δυνατοτήτων, και πως κάθε απόφαση συνεπάγεται τη μείωσή τους, αλλά και την εμφάνιση νέων δυνατοτήτων. Αλλά οι διαδικασίες και τα γεγονότα δεν συμβαίνουν in vitro, [β] αλλά μέσα σε κατοικημένα και απρόβλεπτα πλαίσια, από την αλληλεπίδραση των οποίων η δυναμική της δυνατότητας μπορεί να εκτιναχθεί εκ νέου ή να σκληρυνθεί μέχρι τη σύλληψη, την στάση, την διακοπή. Με αυτό τον τρόπο, ένα ερώτημα που αντηχεί στον πρωταγωνιστή του Piove allʼinsù Βρέχει προς τα πάνω – «Σίγουρα, θα άρεσε και σ’ εμένα να εντοπίσω ένα συγκεκριμένο σημείο κατά τις ημέρες εκείνες, και να δω πού αποφασίστηκε ο πόλεμος των ζωντανών και των νεκρών» –προορίζεται να παραμείνει εκκρεμής λόγω απουσίας, και ταυτόχρονα λόγω υπερβολής απαντήσεων: Piazza Fontana; Feltrinelli; Calabresi; Varalli; Ευλόγως, αξίζει να ακολουθήσουμε την πορεία των γεγονότων, για να επαληθεύσουμε σε ποιες στιγμές η πολλαπλότητα των πιθανών έχει αποκοπεί από την Μεγάλη Θεριστή της ιστορίας, μέχρι το σημείο να καταστεί η διαδρομή μη αναστρέψιμη. Για παράδειγμα, όταν έχει ξεπεραστεί το όριο της ανθρώπινης ζωής, κάνοντας την πολιτική ανθρωποκτονία μια συνηθισμένη, αν όχι αναπόφευκτη, πράξη: και εδώ, περισσότερο από κάθε άλλη θεώρηση, αξίζει η προοδευτική στρατιωτικοποίηση των λεξιλογίων, η παραδοχή της γλώσσας εκείνου του Κράτους που στην ανυπακοή είχε κηρύξει έναν πόλεμο δίχως ενδοιασμούς και χωρίς ανάπαυλα. Η Pl δεν γεννιέται με την ιδέα να ρίξει επάνω στο προλεταριάτο την κομματική γραμμή στην οποία οι μάζες, ανίκανες για αυτόνομη πρωτοβουλία, θα έπρεπε γλυκύτατα να υποβληθούν (για να αναπαράγουν ένα ταξίδι με τρένο που από την εορταστική αναχώρηση τον Οκτώβρη θα είχε για προορισμό τον χειμώνα της Σιβηρίας).

Αν θέλουμε να θέσουμε δύο κατευθυντήριες γραμμές, μπορούμε να τις εντοπίσουμε και να τις σχεδιάσουμε ξεκινώντας από την ανάγκη μιας «πολιτικής ανασύνθεσης της τάξης που καθοδηγείται από τους οργανωμένους (και ένοπλους) τομείς της τάξης, ένα σχέδιο ηγεμονίας του εργοστασίου επάνω στα νέα αναδυόμενα στρώματα του προλεταριάτου», και την πρόταση μιας δομής που τίθεται στην υπηρεσία του κινήματος, που έχει διαρθρωθεί σε πολλά επίπεδα – την οργάνωση αυτή καθεαυτή, τις ομάδες, τις περιπολίες – για να διασχίσουν αυτή τη «στενή πόρτα» που είναι ο «μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος». Ταυτόχρονα, εκθειάζεται-δοξάζεται «ο ολοκληρωτικός ανταγωνισμός μεταξύ του συστήματος των αναγκών του προλεταριάτου» και της «αναγκαιότητας του κεφαλαίου να επιβάλει τους δικούς του κανόνες σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση». Αν η επίθεση πρέπει να στρέφεται κατά της «απίστευτης εξάπλωσης των εκφραστών της κυριαρχίας», για τον Tanturli «καθίσταται αυθόρμητο να σκεφτόμαστε σε ένα είδος«μικροφυσικής της εξουσίας», ένα επί πλέον στοιχείο που τοποθετεί την Pl σε μια αν και επισφαλή επικοινωνία με το πολιτισμικό υπόβαθρο στη βάση του προβληματισμού επί της νεωτερικότητας «(σ. 133). Στις διατυπώσεις της Pl αντηχούν, δεν έχει σημασία το πόσο συνειδητά (όπως εξάλλου και σε μεγάλο μέρος της αυτονομίας) οι σελίδες του Foucault από τα βιβλία Επιτήρηση και τιμωρία και Μικροφυσική της εξουσίας. Αλλά εάν οι έρευνες του Foucault είχαν τις ρίζες τους στις πρακτικές των νέων εγκάρσιων αγώνων, έλειπε στις πρακτικές και τις θεωρίες του καιρού μια πλήρης κατανόηση της περίπλοκης σχέσης μεταξύ υποταγής και υποκειμενισμού. Παραμένει πως «η ένδειξη συγκρουόμενων εδαφών όπως εκείνο της υγείας, της ψυχιατρικής, της περιβαλλοντικής τοξικότητας συνεπάγεται έναν λόγο για την ποιότητα της ζωής φιλόδοξο-ανεφάρμοστο στην εφαρμογή του, αλλά σε θέση να αντιληφθεί τις αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου και του μοντέλου ανάπτυξής του» (σ. 337).

Είναι επίσης αλήθεια ότι ολόκληρη η υπόθεση που υποστηρίζει τον γαλαξία της Pl και των ομάδων βασίζεται σε προϋποθέσεις που η σκληρή πραγματικότητα των γεγονότων θα βαλθεί να διαψεύσει. Πρώτον, το ότι υποτίμησε το βάθος των διαδικασιών αναδιάρθρωσης σε εξέλιξη, οι οποίες επαναπροσδιορίζουν ριζικά την ίδια την εργατική υποκειμενικότητα. Η αυτοματοποίηση, η επέκταση των γραμμών παραγωγής στην επικράτεια, η εξωτερική ανάθεση ήταν ήδη διαδικασίες σε εξέλιξη, κατά των οποίων οι επιδρομές στους χώρους μαύρης εργασίας, ή η βία εναντίον των μεμονωμένων προσώπων της «επιχειρησιακής διοίκησης» αποδεικνύονται ανίσχυρες. Το κεφάλαιο ξεκινούσε τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης, ως απάντηση στον ισχυρό κύκλο των αγώνων που νευρώνουν το ’68 και των επόμενων χρόνων σε μεγάλο μέρος της Δύσης: ενάντια στις οποίες έλειπε η ικανότητα να φανταστεί μια πρακτική στο ύψος των περιστάσεων, της επίθεσης.

Η υποχώρηση του κοινωνικού εργάτη, που παρέμενε αναδιπλωμένος στον εαυτό του – και λόγω της ανικανότητας των διαφορετικών πραγματικοτήτων του κινήματος να τον ξεδιπλώσουν – οδήγησε στη σταδιακή συρρίκνωση εκείνης της περιοχής της υπονόμευσης και της ανταρσίας από την οποία θα έπρεπε να ωφεληθεί, να αποκτήσει σφρίγος ο «εμφύλιος πόλεμος μακράς διάρκειας». Βλέποντας καλύτερα, μέσα στην Pl η έλλειψη επιβεβαίωσης μιας σαφούς ερμηνείας της σχέσης μεταξύ οργάνωσης και ομάδων, και η έλλειψη συγχώνευσης με άλλους μαχόμενους σχηματισμούς, έχουν τη ρίζα τους στην εξάντληση της ώθησης που προέρχεται από τους αγώνες. Ήδη σε τροχιά ξεφτίσματος, η Pl »θα καταναλώσει τις ενέργειες που της απέμειναν επιστρέφοντας στο περιβάλλον από το οποίο ξεκίνησαν όλα, το εργοστάσιο, το οποίο πλέον έχει σχεδόν ισοπεδωθεί στην συγκρουσιακή αρχιτεκτονική του» (σ. 357). Αλλά «να ταμπουρωθεί» στην ανάληψη ενός είδους «αντιπροσώπευσης, υποκατάστασης σε εκείνη που θα έπρεπε να είναι η δύναμη ενός κοινωνικού κινήματος» (Susanna Ronconi, σ. 335) είναι, εκ των πραγμάτων, η παραδοχή μιας ήττας.

Η εξάπλωση της ηρωίνης, με πολύ πιο καταστροφικές συνέπειες από τις βόμβες στις τράπεζες και τις πλατείες και στα τρένα – την οποία υπογραμμίζει ο συγγραφέας αρκετές φορές, αποτυπώνοντας τις ενέργειες των ομάδων ενάντια στους διακινητές μέσα στην «ανάδυση νέων επιπέδων και νέων μορφών ανταγωνισμού» (σ. 200) – είναι, στα ίσα με την αναδιάρθρωση της παραγωγής, κάτι που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με τη δύναμη των όπλων (και που θα διασχίσει την ίδια Pl). Και πιστοποιεί τον κυνισμό του Κράτους που εξαπολύει έναν πόλεμο ενάντια σε μια ολόκληρη γενιά για να στραγγίξει τη θάλασσα της ανατροπής, της ανταρσίας.

Του οποίου κυνισμού, αξίζει να αναφέρουμε δύο έγγραφα. Την έκθεση του Dalla Chiesa του 1979 σχετικά με τη δραστηριότητα του ειδικού πυρήνα του, όπου επιδιώκεται με ωμά λόγια η επιτακτική απομάκρυνση »τουλάχιστον από την άσκηση της ποινικής δράσης» »εκείνων των στοιχείων που είναι ευρέως γνωστά ως εξωκοινοβουλευτικοί»: τους «έχοντες κουλτούρα» και τους «κομιστές» ως νομικούς εγγυητές και νομικίστικου χαρακτήρα – για «διευκολύνσεις» ή «συμβιβασμούς» » (pp. 178-79). Και μια επιστολή του Dino Sanlorenzo, ενός από τους δημιουργούς του διαβόητου ανώνυμου ερωτηματολογίου του τορινέζικου PCI-ΚΚΙ για την τρομοκρατία, σχετικά με την παρουσία του Segio και της Ronconi σε έναν κοινωνικό συνεταιρισμό το 1988: «Ο Δήμος ας τους δώσει και παραγγελίες, […] για παράδειγμα να γυαλίζουν και να τακτοποιούν τους τάφους εκείνων που σκότωσαν, φέρνοντας λουλούδια σε εκείνους που δολοφονήθηκαν από την Πρώτη γραμμή. Θα μπορούσαν να αφιερώσουν τον εαυτό τους σε άτομα με ειδικές ανάγκες ή να φτυαρίζουν χιόνι όταν υπάρχει» (σ. 326): όπου η εξίσωση των «ατόμων με ειδικές ανάγκες» με τις εργασίες στα νεκροταφεία, ή σε κάθε περίπτωση στα απόβλητα, λέει τα πάντα. Όμως πρέπει να υπογραμμιστεί, δίπλα στην υπερεκτίμηση της θέλησης του κοινωνικού εργάτη να κατέβει στο έδαφος του εμφυλίου πολέμου, η υποτίμηση της στρατιωτικής και κοινωνικής δύναμης της εξουσίας έναντι της οποίας οι διάφορες επιλογές του ένοπλου αγώνα διαρρήχθηκαν: ένα ακόμη σοβαρότερο πολιτικό σφάλμα σε ένα σχηματισμό ο οποίος είχε μια πολύ καλή διαίσθηση σχετική με τη μοριακή και δικτυωτή δομή της εξουσίας.

Αλλά αν τελείωσε η επανάσταση, αν το εργοστάσιο, την παραμονή των γιγαντιαίων αντιποίνων πρώτα με τις 61 πολιτικές απολύσεις, και στη συνέχεια με τους 14.500 που εκδιώχθηκαν (που ήταν και αυτές πολιτικές απολύσεις), ήδη έλαμπε από το πικρό φως που φωτίζει τα ερείπια: ήταν δυνατόν να σταματήσουν επάνω σε εκείνο τον δρόμο που θα είχε οδηγήσει σε ενέργειες, καταστροφικές τόσο σε πολιτικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο, στη δολοφονία του Alessandrini, του Emanuele Iurilli και του William Waccher; Το στιγμιότυπο της κηδείας της Barbara «Carla» Azzaroni, στην οποία συμμετείχαν χιλιάδες σύντροφοι και συντρόφισσες, μπορεί να είναι ενδεικτικό μιας κατάστασης αναστολής που θα μπορούσε ίσως να ήταν εφικτή: «Μια ήρεμη ματιά στην κατάσταση και σε εκείνη την κηδεία θα ήταν αρκετή για να παραιτηθούμε από τα αντίποινα, για να ψυχράνουμε τον θυμό και να ξεκινήσει μια σοβαρή εξέταση του τι πρέπει να κάνουμε. Αλλά ήταν λες και μπροστά σε κάθε σφάλμα και κάθε επιχειρησιακό πλήγμα να αυξάνονταν το πέπλο μπροστά στα μάτια και η θέα να θολώνονταν όλο και περισσότερο» 7. Λες και με τη δολοφονία του Emanuele Iurilli, του αθώου θύματος μιας ενέργειας αντιποίνων, « διαρρηγνύεται οριστικά το λεπτό νήμα μεταξιού που ακόμα μας έδενε στο κίνημα και στην πραγματικότητα» (Bruno Laronga, σ. 333), και διότι εκείνη η σχέση με την πραγματικότητα ήταν ήδη λεπτή σαν μια κλωστή.

Στις αναπαραστάσεις των διαφορετικών εκδηλώσεων του ανταγωνιστικού κινήματος της δεκαετίας του ’70, εμφανίζεται πάντα μια στιγμή στην οποία θα πρέπει να πούμε, και μερικές φορές το λέμε, 8 πως «δεν υπάρχει πλέον χρόνος». Ότι οι πιθανοί έχουν εξαντληθεί, και εν απουσία του δυνατού η ζωή, το κίνημα, το είναι, ασφυκτιά. Είναι αυτό το αίσθημα ασφυξίας που κλείνει αυτόν τον πρώτο τόμο: στο κατώφλι εκείνων των χρόνων Ογδόντα από τα οποία όχι λίγοι βγήκαν πλέον ζωντανοί. «Δεν αρκεί να είσαι σωστός, δεν φτάνει να έχεις δίκιο: πρέπει να σου το δώσουν το δίκιο «, είπε κάποιος, λόγια που ταιριάζουν επίσης στην ιστορία της Πρώτης γραμμής, στους πεσόντες αγωνιστές της (ο καθένας έχει το δικό του Spoon River, η καθεμιά από αυτές αξίζει σεβασμό) και στους πολλούς που έχουν ξαναρχίσει, με νέες μορφές, τους αγώνες που διακόπηκαν από την κράτηση: ένα μεγάλο μέρος εκείνων των εγκάρσιων αγώνων για το περιβάλλον, την αναγνώριση, το δικαίωμα στη ζωή των κρατουμένων, των τοξικομανών,των διαφορετικά κρατουμένων που οι σκέψεις και η εξυπνάδα της Pl είχε διαισθανθεί. Εμφανείς αντιφάσεις, οι οποίες βρίσκουν σε μια ιστορία που σήμερα φαίνεται μακρινή (αρκετά για να μπορεί να ιστοριοποιηθεί) καρστικές ρίζες και διαδρομές.

*****

a] continuismo Τάση μιας συγκεκριμένης ιστορικής κριτικής να υπογραμμίζει μια ουσιαστική συνέχεια μεταξύ στιγμών, φάσεων, ιστορικών εποχών που κανονικά θεωρούνται εντελώς διαφορετικές και διαφοροποιημένες

[β] in vitro  «Στο γυαλί», σχετικά με τη βιολογική διαδικασία που αναπαράγεται στο εργαστήριο εκτός του οργανισμού.»καλλιέργειες in vitro»

Note

  1. Σε σύγκριση με τους 911 καταδικασθέντες των Br, υπάρχουν 923 της Pl, στους οποίους προστίθενται οι 149 των οργανωμένων Κομμουνιστών για την προλεταριακή απελευθέρωση (Colp) και τους δεκάδες μαχητές άλλων μικρών ακρωνυμίων (βλέπε Renato Curcio, La mappa perduta, Ο χαμένος χάρτης Sensibili Alle Foglie 1994- Giorgio Galli, Κόκκινο Μολύβι, Piombo Rosso La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi Η πλήρης ιστορία του ένοπλου αγώνα από το 1970 μέχρι σήμερα, Baldini Castoldi Dalai 2004- Sergio Segio, Μια ζωή στην πρώτη γραμμή Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Για την περίοδο των «εκτελεστών των φυλακών» βλέπε τη νέα έκδοση του Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Κοντό φυτίλι. Μια ιστορία της Πρώτης γραμμής Milieu 2017, σελ. 206-219; και Toni Negri, Galera ed esilio, Φυλακή και Εξορία με την επιμέλεια του G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, σελ. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro Στην σελίδα facebook αφιερωμένη στο βιβλίο μπορείτε να βρείτε πολλά αρχειακά έγγραφα και άλλες πηγές (πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες) που ο εκδοτικός οίκος του βιβλίου του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, θέτει στη διάθεση των αναγνωστών.
  2. Η αναφορά αφορά στην κατάθεση του Michele Viscardi κατά τη διάρκεια της δίκης του Τορίνο στην Pl (συγκεκριμένα, σχετικά με την υπόθεση ενός «ποντικού» στο γραφείο του Εισαγγελέα του Τορίνο που παρέσχε πληροφορίες σχετικά με τον δικαστή Alessandrini: υπόθεση που δεν βρήκε επαλήθευση) (σ. 302).
  3. Adriano Prosperi, «ιταλική Τρομοκρατία. Οι πόρτες εισόδου και εξόδου » Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita, στο Παρελθόν και παρόν, Passato e presente, n. 96, 2015, σελ. 164, Ο Prosperi μιλά για την Monica Galfré, Ο πόλεμος τελείωσε. Ιταλία και η έξοδος από την τρομοκρατία 1980-1987, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film” Μια ζωή σαν ταινία», in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Γυναίκες πέρα από τα όπλα Derive e approdi, 2017, σ. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Βρέχει προς τα επάνω Boringhieri 2006, σ. 156.
  6. Παραδειγματική, π.χ. η γένεση της Senza Tregua-Δίχως ανακωχή, μέσα στο εργοστάσιο Magneti Marelli του Sesto San Giovanni (σελ. 71-85), που ανακατασκευάστηκε επάνω στο ρυθμό των αγώνων και τις μάχες της αυτονομίας μέσα στην εργοστασιακή σύγκρουση.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Μια ζωή στην Πρώτη γραμμή, Rizzoli 2006, σ. 168.
  8. Δείτε το εισαγωγικό δοκίμιο των De Lorenzis, Guizzardi, Mita στο Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» »πληρώσατε ακριβά δεν πληρώσατε τα πάντα. περιοδικό »Κόκκινο»(1973-1979), Derive e Approdi 2008, σ. 69.

Πηγή: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale η πολιτιστική δουλειά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

a Ronconi e Marina Premoli). Colmare questa lacuna nella storia dei movimenti rivoluzionari post-68 in Italia non è solo questione di completezza storiografica: si tratta di riconoscere che ogni rappresentazione storica è sempre parziale, sempre mediata dai documenti disponibili e dalla selezione che su di essi si opera.

Non è casuale che, nell’immaginario che si è affermato, di Prima linea si siano data una serie di rappresentazioni in buona parte distorte: un’organizzazione minoritaria rispetto alle Brigate rosse, “predisposta” al pentimento in ragione delle soggettività che la componevano (laddove nessuno dei suoi fondatori si è pentito), priva di una salda linea politica e di una conseguente elaborazione teorica – a dispetto della constatazione che una salda ortodossia ha per contro prodotto l’aberrazione dei boia nelle carceri e il divenire Caino della parte maggioritaria dei brigatisti detenuti1. Anche il paragone, a volte evocato da alcuni militanti, con Il Mucchio selvaggio di Sam Peckinpah, contribuisce a dare un colore picaresco alla storia di Pl, ma rischia di confermare quel tacito accordo nella storiografia dominante sui cosiddetti “anni di piombo” che riconduce l’intera eversione armata alle sole BR. Una ricostruzione che fa apparire la sovversione armata come un fenomeno unico, una sorta di UFO, con reciproca soddisfazione di chi vuole negarne la natura diffusa e il radicamento sociale, e di chi vuole ricostruirsi una legittimazione storica a posteriori.

Basterebbe questo a rendere meritevole la ricerca di Andrea Tanturli, una tesi di dottorato dalla quale è tratto questo primo volume di Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), che va dalle origini alla fine del 1979. Ci sono però anche specifici aspetti del lavoro storiografico che meritano di essere messi in luce. Come ogni vero storico, Tanturli si è chiesto quali documenti e quadri interpretativi accettare o rifiutare: la sua scelta costituisce una piccola lezione di metodo. Tanturli ha in prima battuta tenuto a distanza le ricostruzioni “continuistiche” – dai Quaderni Rossi agli omicidi BR senza fermate intermedie – inaugurate da Angelo Ventura, i complottismi alla Flamigni, e certe avventate ricostruzioni di Gotor. Al tempo stesso, Tanturli mette in guardia dallʼ«affidarsi alla sola stampa quotidiana per ricostruire la cronaca degli episodi» (p. 340), essendo i giornali «costellati da errori e imprecisioni», e comunque «una fonte estremamente piatta, poco incline allʼapprofondimento e di difficile verifica» (p. 19).

Più complesso lʼuso degli atti processuali e delle memorie: se lʼautore sceglie di «prestare fede, con le necessarie cautele, alle dichiarazioni dei militanti, anche di quelli pentiti, convinto che alcuni di essi abbiano restituito un quadro tutto sommato fedele della vita dellʼorganizzazione» (p. 19), è altresì vero che nel vagliare le singole dichiarazioni emerge un evidente sospetto verso una particolare tipologia di pentitismo che, invece di ricostruire o interpretare, «si nutre di condizionali, tende a venire incontro alle domande degli inquirenti»2. Siamo qui sul crinale che separa due diverse realtà, quella inquisitoria e giudiziaria, e quella politica e morale. Se infatti «le parole “pentiti” e “dissociati” si imposero allora a definire categorie diverse e misure di legge che senza accorgersene ripresero dal fondo più buio del passato italiano categorie di origine religiosa come il pentimento»,3 la dissociazione è stata espressione di un tentativo di fare i conti con la propria storia e i propri errori, nel quadro di una sconfitta delle ipotesi armate di cui solo una parte dei militanti hanno voluto prendere atto. Con le parole di Susanna Ronconi: «la dissociazione ha aperto uno spazio, nei modi che la situazione ha reso possibili, e anche chi allʼepoca non lʼha condivisa oggi dovrebbe, col senno di poi, capirlo. Siamo stati i primi a ricostruire la nostra storia collocandola nella storia di questo paese, dicendo che se non abbiamo avuto ragione avevamo delle ragioni, e chi dice che abbiamo “svenduto” una storia mente sapendo di farlo».4

Esplorata la cassetta degli attrezzi dello storico, veniamo allʼoggetto della sua costruzione. Su Prima line Tanturli è chiaro: «gli appartenenti a Pl prima di essere militanti clandestini furano militanti autonomi». Ma Pl non era «sic et simpliciter una sigla di copertura per il cervello centrale di una presunta Autonomia organizzata; è necessario quindi uscire dallo schema dellʼinnocenza o della colpevolezza, categorie non storiografiche, più adatte a giudici che si fanno storici e storici col complesso dei giudici» (p. 8). Il che significa riconoscere la natura plurale, variegata, desiderante e schizometropolitana, per dirla col linguaggio dellʼepoca, dellʼautonomia: «Ci furono aree dellʼautonomia, che, pur non rifiutando la violenza politica, furono relativamente immuni da sviluppi organizzati nel senso della lotta armata, altre che ci rimasero invischiate più o meno volontariamente, altre ancora che evolveranno, non senza lacerazioni, in formazioni clandestine» (p. 8). E dunque riconoscere quel carattere molteplice, moltitudinario dellʼarea della sovversione sociale e politica che non può essere ridotta ad unità. Dunque un libro come questo non può essere la parola che tutto squadri su Pl, ma un contributo, con gli strumenti propri della ricerca storica, che dovrebbe – è un auspicio, oltre che unʼesigenza – favorire una proliferazione di narrazioni, forse meno scientifiche e più soggettive, in grado di dar ragione «dellʼircocervo che per una volta soltanto si è unito per le teste in piazza Solferino: è morto per insufficienza funzionale del suo organismo mostruoso, come certe povere creature nate nei laboratori, troppo o troppo poco dotate per vivere, respirare, nutrirsi, come fanno quotidianamente organismi meno ambiziosi»5.

Un poʼ come Tristam Shandy, Prima linea impiega molto a nascere, pur parlando da lungo tempo. Non si tratta di un processo lineare e teleologico che da Lotta continua e Potere Operaio, attraverso Senza tregua, conduce a Pl, ma di una serie di attraversamenti, nel corso dei quali ciascun passaggio comporta acquisti e perdite, che forse avrebbero meritato un maggiore approfondimento (penso soprattutto alla figura di Mario Dalmaviva). E, vale ricordarlo, dove ogni passaggio non è dettato da unʼastrazione teorica, ma dallʼinterpretazione soggettiva del concreto darsi delle lotte e degli antagonismi.6 Il che rende difficile proporre una ricostruzione che distingua «una prima e una seconda Pl, a cui distribuire etichette di spontaneismo e di efferatezza» [p. 8]: ovvero, il mito dellʼorigine cui segue inevitabilmente una rovinosa caduta. Di fatto, è la stessa categoria di “origine” che va sottoposta a dura critica: come se la cacciata dal Giardino dellʼEden fosse il frutto di un tradimento dellʼoriginaria purezza, ovvero fosse già inscritta nellʼatto di nascita. Cattiva mitologia, in ambedue i casi. È invece vero che ogni processo manifesta una molteplicità di possibili, e che ogni decisione comporta la loro riduzione, ma anche il sorgere di nuove possibilità. Ma i processi e gli eventi non accadono in vitro, bensì allʼinterno di contesti popolati e imprevedibili, dalla cui interazione lo slancio del possibile può essere rilanciato oppure irrigidirsi fino allʼarresto. Detta così, una questione che risuona nel protagonista di Piove allʼinsù – «Certo, piacerebbe anche a me rintracciare un punto preciso lungo quei giorni, e vedere dove si è decisa la guerra dei vivi e dei morti» – è destinata a rimanere inevasa per assenza, e al tempo stesso per eccesso di risposte: piazza Fontana? Feltrinelli? Calabresi? Varalli? Più sensatamente, vale la pena di seguire il corso degli eventi, per verificare in quali momenti la molteplicità dei possibili è stata recisa dalla Grande Falciatrice della storia, sino a rendere irreversibile il percorso. Ad esempio, quando è stato oltrepassato il limite della vita umana, facendo dellʼomicidio politico un atto ordinario, se non inevitabile: e qui, più di ogni altra considerazione, vale la progressiva militarizzazione dei linguaggi, lʼassunzione della lingua di quello Stato che allʼinsubordinazione aveva dichiarato una guerra senza scrupoli e senza quartiere. Pl non nasce con lʼidea di calare sul proletariato la linea di partito cui le masse, incapaci di iniziativa autonoma, avrebbero dovuto docilmente assoggettarsi (per replicare un viaggio in treno già visto che dalla festosa partenza in Ottobre avrebbe avuto per destinazione lʼinverno siberiano). Neanche si riconosce nelle teorizzazioni dellʼoperaio sociale, un «neo-movimentismo» nel quale, come in un effetto-notte, lʼoperaio di fabbrica e il giovane operaio mobile del lavoro marginale, il disoccupato e lo studente proletario sono tutti bigi.

Volendo fissare due direttrici, potremmo tracciarle a partire dalla necessità di una «ricomposizione politica della classe guidata dai settori organizzati (e armati) della classe, un progetto di egemonia della fabbrica sui nuovi strati emergenti di proletariato»; e la proposta di una struttura che si metta al servizio del movimento, articolata su più livelli – lʼorganizzazione vera e propria, le squadre, le ronde – per attraversare quella «porta stretta» che è la «guerra civile di lunga durata». Al tempo stesso, viene esaltato «lʼantagonismo totale tra il sistema dei bisogni del proletariato» e la «necessità del capitale di imporre le proprie regole a tutta lʼorganizzazione sociale». Se lʼoffensiva va orientata contro «la proliferazione incredibile di figure di comando», per Tanturli «risulta spontaneo pensare a una sorta di “microfisica del potere”, ulteriore elemento che pone Pl in una seppur precaria comunicazione con il retroterra culturale alla base della riflessione sulla modernità» (p. 133). Nelle enunciazioni di Pl risuonano, non importa quanto consapevoli (come del resto in larga parte dellʼautonomia) le pagine del Foucault di Sorvegliare e punire e della Microfisica del potere. Ma se le ricerche di Foucault si radicavano nelle prassi delle nuove lotte trasversali, mancava alle pratiche e alle teorizzazioni del tempo una piena comprensione della complessa relazione fra assoggettamento e soggettivazione. Resta che «lʼindicazione di terreni conflittuali come quello della sanità, della psichiatria, della nocività ambientale sottintende un discorso sulla qualità della vita velleitario nella sua applicazione, ma in grado di cogliere le contraddizioni del mondo contemporaneo e del suo modello di sviluppo» (p. 337).

È altresì vero che lʼintera ipotesi che sorregge la galassia di Pl e delle squadre si basa su presupposti che la dura realtà dei fatti si incaricherà di smentire. In primo luogo, lʼaver sottovalutato la profondità dei processi di ristrutturazione in atto, che ridefiniscono in modo radicale la stessa soggettività operaia. Lʼautomazione, lʼallungamento delle linee di produzione sul territorio, lʼesternalizzazione erano processi già in corso, contro i quali le irruzioni nei luoghi del lavoro nero, o la violenza contro le singole figure del “comando dʼimpresa” si rivelano impotenti. Il capitale dava lʼavvio ai processi di globalizzazione, in risposta al potente ciclo di lotte che innerva il ʼ68 e gli anni successivi in buona parte dellʼOccidente: contro i quali mancava la capacità di immaginare una prassi allʼaltezza dellʼoffensiva.

Il rifluire dellʼoperaio sociale, che rimaneva ripiegato su se stesso – anche per lʼincapacità delle diverse realtà di movimento di dispiegarlo – determinò il progressivo restringimento di quellʼarea della sovversione dalla quale la “guerra civile di lunga durata” avrebbe dovuto trarre linfa. A ben guardare, dentro Pl la mancata affermazione di un’interpretazione chiara del rapporto fra organizzazione e squadre, e la mancata fusione con altre formazioni combattenti, hanno la loro radice nellʼesaurimento della spinta proveniente dalle lotte. Ormai in procinto di sfilacciarsi, Pl «consumerà le residue energie tornando nellʼambiente da cui tutto era cominciato, la fabbrica, ormai pressoché rasa al suolo nella sua architettura conflittuale» (p. 357). Ma «arroccarsi» nellʼassunzione di una sorta «di delega, di supplenza a quella che avrebbe dovuto essere la forza di un movimento sociale» (Susanna Ronconi, p. 356) è, di fatto, lʼammissione di una sconfitta.

La diffusione dellʼeroina, con esiti ben più devastanti delle bombe nelle banche e nelle piazze e sui treni – che lʼautore sottolinea più volte, inquadrando le azioni delle squadre contro gli spacciatori allʼinterno del «sorgere di nuovi terreni e nuove forme di antagonismo» (p. 200) – è, al pari della ristrutturazione della produzione, qualcosa che non poteva essere contrastata con la sola forza delle armi (e che attraverserà la stessa Pl). E attesta il cinismo dello Stato nello scatenare una guerra contro unʼintera generazione per prosciugare il mare della sovversione.

Del quale cinismo, vale la pena citare due documenti. La relazione del 1979 di Dalla Chiesa sullʼattività del proprio nucleo speciale, dove si richiede con crude parole lʼimperativo allontanamento «almeno dallʼesercizio dellʼazione penale» di «quegli elementi notoriamente indicati quali extraparlamentari»: gli «acculturati» e i «portatori – in veste di legalitari o garantisti – di “benevolenze” o “compromissioni”» (pp. 178-79). E una lettera di Dino Sanlorenzo, uno degli ideatori del famigerato questionario anonimo del Pci torinese sul terrorismo, sulla presenza di Segio e Ronconi in una cooperativa sociale nel 1988: «Il Comune gli dia pure delle commesse, […] per esempio lucidare e tenere in ordine le tombe di quelli che hanno accoppato, portare i fiori a quelli assassinati da Prima linea. Potrebbero dedicarsi agli handicappati o a spalare neve quando cʼè» (p. 326): dove lʼequiparazione degli «handicappati» a lavori cimiteriali, o comunque di scarto, dice tutto. Va però sottolineata, accanto alla sopravvalutazione della volontà dellʼoperaio sociale di scendere sul terreno della guerra civile, la sottovalutazione della forza militare e sociale del potere contro il quale le diverse opzioni di lotta armata si sono infrante: un errore politico ancor più grave in una formazione che aveva intuito più di qualcosa sulla struttura molecolare e reticolare del potere.

Ma se la rivoluzione era finita, se la fabbrica, alla vigilia della gigantesca rappresaglia dapprima dei 61 licenziati politici, e poi dei 14.500 espulsi (che erano anchʼessi licenziamenti politici), già riluceva della livida luce che illumina le macerie: era possibile arrestarsi su quella strada che avrebbe portato alle azioni, catastrofiche sul piano politico oltre che umano, dellʼassassinio di Alessandrini, di Emanuele Iurilli e di William Waccher?Lʼistantanea del funerale bolognese di Barbara “Carla” Azzaroni, cui parteciparono migliaia di compagni e compagne, può essere indicativa di uno stato di sospensione che sarebbe forse stato possibile: «Sarebbe bastato uno sguardo calmo alla situazione e a quel corteo funebre per rinunciare alla rappresaglia, per raffreddare la rabbia e cominciare un serio esame sul che fare. Ma era come se a ogni errore e a ogni smacco operativo crescesse il velo davanti agli occhi e la vista si appannasse sempre di più»7. Se con lʼassassinio di Emanuele Iurilli, vittima innocente di unʼazione di rappresaglia, «si rompe definitivamente il sottile filo di seta che ancora ci legava al movimento e alla realtà» (Bruno Laronga, p. 333), è perché quel rapporto con la realtà era già sottile come un filo.

Nelle ricostruzioni delle diverse manifestazioni del movimento antagonista degli anni ʼ70, compare sempre un momento nel quale si dovrebbe dire, e talvolta lo si dice,8 che «non cʼè più tempo». Che i possibili si sono esauriti, e in assenza del possibile la vita, il movimento, lʼessere, soffoca. È su questa sensazione di soffocamento che chiude questo primo volume: alle soglie di quegli anni Ottanta dai quali non nessuno è mai più uscito vivo. «Non basta avere ragione: bisogna che la ragione te la diano», ha detto qualcuno; un motto che si attaglia anche alla storia di Prima linea, ai suoi militanti caduti (ciascuno ha le proprie Spoon River, e ciascuna di esse merita rispetto), e ai molti che hanno ripreso, con nuove forme, le lotte interrotte dalla detenzione: in buona parte quelle lotte trasversali per lʼambiente, il riconoscimento, il diritto alla vita dei detenuti, dei tossicodipendenti, dei diversamente reclusi che le ragioni di Pl aveva intuito. Contraddizioni apparenti, che trovano in una storia che oggi sembra lontana (abbastanza da poter essere storicizzata) radici e percorsi carsici.

*****

Note

  1. A fronte dei 911 condannati delle Br, vi sono 923 di Pl, a cui si aggiungono i 149 dei Comunisti organizzati per la liberazione proletaria (Colp) e le decine di militanti di altre sigle minori (cfr. Renato Curcio, La mappa perduta, Sensibili Alle Foglie 1994; Giorgio Galli, Piombo Rosso. La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi, Baldini Castoldi Dalai 2004; Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Sul periodo dei “boia delle carceri” si vedano la nuova edizione di Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Milieu 2017, pp. 206-219; e Toni Negri, Galera ed esilio, a cura di G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, pp. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro si possono trovare molti documenti archivistici e altre fonti  (primarie e secondarie) che la casa editrice del libro di Andrea Tanturli, DeriveApprodi, mette a disposizione dei lettori.
  2. Il riferimento è alla deposizione di Michele Viscardi durante il processo di Torino a Pl (nello specifico, sull’ipotesi di una “talpa” nella Procura di Torino che abbia fornito informazioni sul giudice Alessandrini: ipotesi che non ha trovato riscontri) (p. 302).
  3. Adriano Prosperi, “Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita”, in Passato e presente, n. 96, 2015, pp. 164; Prosperi sta recensendo Monica Galfré, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film”, in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Derive e approdi, 2017, p. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Boringhieri 2006, p. 156.
  6. Esemplare ad es. la genesi di Senza Tregua allʼinterno della Magneti Marelli di Sesto San Giovanni (pp. 71-85), ricostruita sul ritmo delle lotte e del farsi dellʼautonomia allʼinterno del conflitto di fabbrica.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006, p. 168.
  8. Vedi il saggio introduttivo di De Lorenzis, Guizzardi, Mita a Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» (1973-1979), Derive e Approdi 2008, p. 69.

Fonte: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale

αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη- μέρος πέμπτο

ΠΛΗΡΩΜΗ ΤΟΥ ΤΙΜΗΜΑΤΟΣ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΩΣ – PAGARE DI PERSONA

Πριν ολοκληρώσω, κάποιο τελευταίο ξεκαθάρισμα. Εσύ νομίζεις (δεν λέω »υπαινίσσεσαι», είναι φυσικό να νομίζεις, διότι η μηχανή ψεμμάτων που μας καταπλάκωσε εδώ και μια δεκαετία, το μίσος και η περιφρόνηση με τα οποία μας περικύκλωσαν είναι τέτοια,  που είναι δύσκολο να μην έχεις προκαταλήψεις), πως εγώ είμαι ένας που αποφεύγει να επωμιστεί το τίμημα,
να »πληρώσει σε πρώτο πρόσωπο».
Με την ευκαιρία σου ζητώ να σκεφτείς και μόνο σχετικά με αυτά που ακολουθούν.    Όπως θα ξέρεις, από τις στήλες
της Corriere και της Messaggero
πρόσφατα αποκάλεσα »ψεύτη» και
»άνθρωπο υποκάτω πάσης υποψίας»,
τον υπουργό Εσωτερικών Gava, που είχε θριαμβευτικά δηλώσει πως δυο ιταλοί που μόλις είχαν συλληφθεί στο Παρίσι (Giovanni
Alimonti και Enrico Villimburgo) ήταν »οι
εγκέφαλοι των Brigate Rosse και
της'»ευρωτρομοκρατίας»», και πως ειδικότερα ο
Alimonti θα ήταν ένας από τους εκτελεστές
της δολοφονίας του σενατόρε Ruffilli, που έλαβε χώρα
τον περασμένο μάιο.
Ήμουν σε θέση να διαψεύσω δημόσια τον υπουργό, για το απλούστατο γεγονός πως οι δυο αυτοί σύντροφοι είχαν απευθυνθεί ήδη εδώ και πολλούς μήνες σ’ εμένα (που τους έφερα σε επαφή με τους δικηγόρους
με τους οποίους από πάντα ο δικός μας «Σύνδεσμος βοήθειας και αλληλεγγύης με τους ιταλούς πρόσφυγες στην Γαλλία’‘ εργάζεται) διότι ήθελαν να βγουν
από την δική τους καταναγκαστική κατάσταση παρανομίας και να προσπαθήσουν να αποκτήσουν μιαν άδεια παραμονής για να μπορούν να ζουν
και να εργάζονται στη Γαλλία υπό το φως του ήλιου,
ή να φύγουν για γαίες μακρινές και άλλους κόσμους. Πρόσθεσα, πάντως, πως η
απόδειξη πως ο υπουργός ψεύδεται, και η ηχηρή επιβεβαίωση
του ‘surplus’ ανεπαρκών και διωκτικών χαρακτήρων που χαρακτηρίζουν την ιταλική δικαιοσύνη στα χρόνια της κατάστασης έκτακτης ανάγκης
δίδεται από το δυστύχημα στο οποίο οι δικαστές κατέφυγαν,
ενοχοποιώντας για την δολοφονία Ruffilli έναν άνθρωπο (Alimonti)
που εκείνη την ημέρα ήταν μαζί μου (και, ευτυχώς,
με πολλά άλλα πρόσωπα) στο Παρίσι.
Μπόρεσα να θυμηθώ τις περιστάσεις διότι εκείνη την ημέρα o άνθρωπος τον οποίον πολλοί μάρτυρες
είχαν αναγνωρίσει (!) σαν έναν από τους
«εκτελεστές» του Ruffilli, είχε έρθει μαζί μου
(προς ευτυχή σύμπτωση, ακριβώς στη διάρκεια των ωρών εκείνης της δολοφονίας) για να συναντήσουμε τους δικηγόρους που ασχολούνταν με το πρόβλημα
της διοικητικής τακτοποίησης-νομιμοποίησης στην Γαλλία, στην αίθουσα μιας στρογγυλής τραπέζης σχετικά με το δικαίωμα στο άσυλο
στην Ευρώπη. Και πάνω απ’ όλα
διότι αργότερα ήταν μαζί μου (και με μια εικοσαριά ακόμη άτομα) να παρακολουθήσουμε την προβολή της ‘cassetta’ μιας συνέντευξης τηλεοπτικής των Curcio, Moretti και Balzarani,
όταν η Lucia μου τηλεφώνησε πως είδε στις τηλεειδήσεις πως υπήρξε μια νέα πολιτική δολοφονία στην Ιταλία. Το θυμάμαι πολύ καλά
επειδή διέκοψα την «μετάδοση» των κασετών και πληροφόρησα τους παρόντες
γι αυτό το σοβαρό πράγμα που είχε συμβεί. Και διότι,
στους δημοσιογράφους που μου ζητούσαν τηλεφωνικά, είπα
(έχοντας μπροστά μου, στην τηλεοπτική οθόνη, τα δραματικά πρόσωπα των
Renato, Mario e Barbara):
«Αυτή η πράξη έχει ως κύριο αποτέλεσμα να σκοτώσει ξανά την ήδη εύθραυστη ελπίδα
μιας λύσης αμνηστίας, να επιβάλλει την σιωπή
σε αυτούς που ξεκινούν να μάχονται γι αυτό τον στόχο,
να θάψει την μάχη για ελευθερία που ξεκίνησε για να συγκεκριμενοποιήσει αυτή την ελπίδα. Με άλλα λόγια, αυτοί οι  »εκτελεστές»
δεν έχουν πλέον καμιά κοινωνική νομιμοποίηση, και η μοναδική αντικειμενική έννοια  της δράσης τους θα είναι τελικά εκείνη να έχουν πυροβολήσει στις πλάτες του Curcio και των συντρόφων του»

«Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΓΥΜΝΟΣ !»

Ανέλαβα αμέσως την ευθύνη να διαψεύσω τις ψευτιές του Gava για
τους Alimonti και Villimburqo για διάφορους λόγους. Ο πρώτος 
είναι το καθήκον σαν
citoyen, πολίτης,
(που στην πραγματικότητα δεν είμαι) να δημοσιοποιήσω
πιθανά στοιχεία στην κατοχή μου τα οποία απαλλάσουν
κάποιον από μια αβάσιμη και άδικη κατηγορία. O δεύτερος είναι η ευκαιρία να μεταφέρω μια μικρή συνεισφορά στην υπεράσπιση αυτών των συντρόφων
από την έκδοση (όντως είναι ξεκάθαρο η ηχηρή ψευτιά σχετικά με την ευθύνη του Alimonti για την εκτέλεση του Ruffilli ρίχνει μια σοβαρή σκιά υποψίας
επάνω σε όλες τις άλλες κατηγορίες που κινήθηκαν εναντίον του, στον Villimburgo, σε άλλους, και στο πορτρέτο ευκολίας που οι αρχές της αστυνομίας φτιάχνουν). Αυτή η σκιά, αυτή η υποψία
θα καταστήσουν πιο εύκολη μια έκδοση, η οποία θα μπορούσε να στηρίζεται
στο »fumus» ενοχής που ρίχνεται επάνω
στους δυο συντρόφους από τον υπαινιγμό μιας υποτιθέμενης τρέχουσας »επικινδυνότητας» τους ).
O τρίτος λόγος είναι η ιερή και απαραβίαστη πρόθεση να δείξω πως «il re è nudo – ο βασιλιάς είναι γυμνός»,
και πως η φιλοσοφία και η πρακτικές της κατάστασης έκτακτης ανάγκης οδηγούν,  ανάμεσα στις άλλες χίλιες καταχρήσεις και αίσχη,
και στο να πετάξουν συστηματικά και στα τυφλά
επάνω σε όλους μαζί τους διαφεύγοντες την ευθύνη των πράξεων που λαμβάνουν χώρα σήμερα από τις οργανώσεις
στις οποίες ανήκαν παλαιότερα.
Τέταρτη αιτία, είναι η ευκαιρία
να αναφερθώ σε μια συζήτηση πολύ πλατύτερη και βαθιά κριτικής της ίδιας της επιστημολογικής κατάστασης της »γνώσης»
του ‘δικαστικού συστήματος‘.
Να δείξω, με άλλα λόγια, πως η ποινική Δικαιοσύνη δεν αναζητά (όπως
ισχυρίζεται πως κάνει, αποσπώντας κατ’ αυτό τον τρόπο ένα μέρος της νομιμοποίησης της) την «αλήθεια». Αυτή αντιθέτως έχει την ευθύνη της παραγωγής αλήθειας.

ΚΑΠΟΙΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ

Τώρα, ήθελα να σου επισημάνω, Carlo, πως
αυτή η αλληλουχία, που εν μέρει και τυχαία συμπίπτουν, κάποιων στάσεων, με εκθέτει, σύμφωνα με τα λεγόμενα των δικηγόρων μου,
σε κάποιους κινδύνους                                                                                                                          a. την πιθανότητα να ανοιχθεί εναντίον μου μια προκαταρκτική έρευνα όσον αφορά την εκτέλεση Calabresi,                                                                                                                              b. την πιθανότητα μιας ενοχοποίησης για
‘συνενοχή» με την δολοφονία Ruffilli (παρά το γεγονός πως, με αφορμή αυτήν, τον προηγούμενο μάη είχα δημοσιεύσει στο μηνιαίο Frigidaire μια ανοικτή Επιστολή στους »νέους ταξιαρχίτες»,
στην οποίαν, μετά από μια σφικτή διάψευση των παραδειγμάτων που υποστηρίζουν την ορθότητα, τη νομιμοποίηση,
τον χειραφετικό χαρακτήρα μιας πρωτοβουλίας ένοπλου αγώνα στην Ιταλία και στην Ευρώπη του σήμερα, έστελνα μια έκκληση στην ανάκληση,  δηλώνοντας τον εαυτό μου διαθέσιμο,
να δώσω την ταπεινή μου βοήθεια για να αντιμετωπιστούν οι πρακτικές συνέπειες,          c. την πιθανότητα
να απελαθώ από την Γαλλία
μιας και παραβίασα την obligation de réserve που έχει επιβληθεί στους εξόριστους (και στη δική μου περίπτωση, η δική μου μοναδική απάντηση θα μπορούσε να είναι η υπογράμμιση πως, όντας εγώ σε διοικητική κατάσταση ακανόνιστη,  επισήμως δεν υπάρχω, συνεπώς δεν υπόκειμαι σε κάποια ‘διάταξη’,
όμως, όπως μπορείς άριστα να καταλάβεις, είναι σαν να πέφτω απ’ το τηγάνι στα κάρβουνα).
Τώρα εσύ βλέπεις, Carlo, αν μπορώ να κατηγορηθώ πως δεν αναλαμβάνω τις προσωπικές μου ευθύνες, με τους συνημμένους κινδύνους!

 

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΩΩα. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 19

Φτάνοντας λοιπόν στο τέλος του ταξιδιού μας θα ήθελα πρώτα να ευχαριστήσω όλους εσάς που μου κρατήσατε τόσο όμορφη παρέα. Να ευχαριστήσω αυτούς που βοήθησαν να φτάσω στο σήμερα, αυτούς όλους που με ανέχτηκαν και φυσικά όλους αυτούς τους πολλούς που έβαλαν ένα λιθαράκι στη διαμόρφωση του Μιχάλη. Και δεν θα μπορούσα παρά να κλείσω με μουσική, Γιατί διάλεξα το Μανιφέστο, άγνωστο. Σίγουρα κάτι θα σημαίνει, ας αφήσουμε τον καθένα να ψυχανεμίζεται αυτό που του βγαίνει μιας κι εγώ αδυνατώ. Από τα Μωρά στη Φωτιά λοιπόν και το μακρινό ‘87 :
»Γεννιόμαστε σαν λύκοι και πεθαίνουμε σαν τα σκυλιά
κι η ζωή είναι εφιάλτης, σταματάει μόνο όταν ξυπνάς
έχω δει οργή, και πόνο και αμαρτία
μα μπορείς ν’ ανακαλύψεις μόνος σου τον κόσμο.
ταξιδεύουμε για νέα εποχή
και θα ψάχνουμε για πάντα
κάτι που δεν βρίσκεται ποτέ
Μανιφέστο.
Γεννιέσαι μεγαλώνεις και μετά πεθαίνεις
και μοιάζει να’ ναι αδύνατο μα εγώ πιστεύω
παρόλα αυτά που ξέρω κάτι μας ενώνει
οι λύκοι που γλιτώσανε το κυνήγι
και κατεβαίνουνε στην πόλη λυσσασμένοι.
στείλτε αυτό το μήνυμα στο δύο χιλιάδες
μη φοβάστε για ότι θα ‘ρθει
χόρεψε και κοίτα ίσια μπροστά.
Μανιφέστο».

Αυτό λοιπόν ήταν το ημερολόγιο καταστρώματος,στο ταξίδι της ζωής. Φυσικό ήταν να μιλήσουμε και για αυτούς που συντρόφευσαν αυτά τα πανέμορφα και γεμάτα χρόνια. Θέλω να μνημονεύσω και κάποιους ακόμη που μου διέφυγαν, που ήταν εκεί κοντά με τον ένα ή άλλο τρόπο. Και όσους ή όσες ξεχάσω να με συγχωρέσουν. Είναι λοιπόν ο Δημήτρης με τη Δέσποινα και η Άννα με τον Βαγγέλη που μαζί με τα άλλα παιδιά ήταν δίπλα μου όλα τα φοβερά χρόνια της παραλίας και με βοήθησαν αφάνταστα. Φυσικά ο Γιάννης ο Μανιός με την Τασούλα, την αδελφή του, και τ’ αδέλφια Βασάκηδες, [για τον Άκη μιλήσαμε και νωρίτερα, η Εφη, το ‘άγαλμα’, μαζί με τ’ άλλα κορίτσια ομόρφαιναν την αμμουδιά].Ο Μίκης και η Μαρία, ο Σάκης ο Κελέκης και ο Σάκης ο Μανάφης, η Καίτη, ο Ντίνος ο ‘εύσωμος’ και ο Παναγιώτης ο Βαλάσης.Ο Ηλίας και ο Νίκος ο Αφεντάκης. Ο Νίκος Καρυάτης και ο Γιάννης ο Μουράτης. Ο Νίκος ο ΄καπάκης’. Ο Χρήστος ο Μπεκρής, ο Στράτος και ο Γιώργος Καμπουρίδης. Δημήτρης Παπαθεοδώρου και τα αδέλφια Κανλή από Θεσσαλονίκη. Ο Γιώργος ο Αμερικάνος που ήρθε ένα καλοκαίρι για διακοπές τον ιούλιο, ενθουσιάστηκε, και γύρισε πίσω στην Νέα Υόρκη μετά τα Χριστούγεννα ! Ο Στέφαν ο ‘Ούγγρος’ και ο Μένιος ο Κούνδουρος με τη Ρενάτε, [με την ευκαιρία, ας θυμηθούμε εκείνη την ανεπανάληπτη μέρα,την απίστευτη φάση, όταν μετά τη διαφωνία μας με τον ιδιοκτήτη του χώρου στο Ξενοδοχείο Αιγαίο,όπου έχουμε ‘στρατοπεδεύσει,’ χρειάστηκε να μεταφερθεί ένα ολόκληρο μαγαζί από τους θαμώνες του, μέρα μεσημέρι, στα χέρια και στις πλάτες, περπατώντας στην αμμουδιά της Ηρακλίτσας, ακόμη και με θαλάσσια ποδήλατα και με κανό ! Έτσι λοιπόν, το είδαμε και αυτό!]. Ο Χρήστος ο Βούρος, ο Αργύρης ο Νίκος Δεληκάρης και ο Τάσος Κελαϊδίτης, που μαζί με τον Μανώλη έδωσαν πολλά ’χέρια’ όταν τους χρειάστηκα. [Με την ευκαιρία να πω πως με όλα τα αδέρφια Κελαϊδίτηδες, αρσενικά και θηλυκά η σχέση μου ήταν από τις καλύτερες]. Η Ελένη η Δαίδου στη Θεσσαλονίκη στάθηκε δίπλα μου βράχος, ο Δημήτρης Θεοδωρίδης, ο Γιώργος όπως και κάποια άλλα παιδιά που για ανεξήγητο λόγο ξεχνώ τα ονόματά τους]. Και δεν θα μπορούσα φυσικά να ξεχάσω και τους αγαπητούς μου καλλιτέχνες, τον Κώστα με την Ειρήνη και τον φίλτατο μου Θέμη και την Τασούλα. Και φυσικά σταθερή αξία όλα αυτά τα χρόνια ο Δημήτρης ο Μεσσήνης από τη Δράμα, για κάποια χρόνια συμφοιτητής μου όπως ο άλλος ο Δημήτρης ο Μητσήνης με τη Δόμνα που γνωριζόμαστε από παιδιά, τη Θώμη τη Νικολή επίσης και την Έλσα νωρίτερα, της οποίας όπως και τόσων άλλων το επίθετο ξεχνώ, [Νικολάου είναι, το θυμήθηκα]. Και Αλέκος Μοσχοβέλης, η Μαρία, η Νίτσα η Βραχνίδου. Φάγαμε ψωμί κι αλάτι από μικροί όπως και με τα αδέλφια Παπάζογλου, τη Ντόνα και τον Γιάννη. Την Έλπη Νοταρά. Τη Μαριάννα τη Μαυρίδου. Τον Σταμάτη τον δικηγόρο, που αυτός πραγματικά έχει νησί και μου θυμίζει για την »αιώνια διαμάχη ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα» που κινεί την ζωή των ανθρώπων. Τον Θεόφιλο και τους Καριάτηδες.

Την Αλέκα, την Χριστίνα και τον Σάββα τον ‘περιπατητή’. Τη Μπουμπού Κορακιανίτη, την Ντόνα και τον Γιάννη τον αδελφό της, τον Βασίλη τον Παγώνη και τη Δήμητρα την Χατζηϊωάννου. Ακόμη πιο πίσω η Δανάη η Κατσιγιάννη και φυσικά η Δάφνη η Αστεριάδου. Χρόνια γεμάτα εικόνες και αρώματα όπως και αργότερα με Ίνα και Αγοραστό και Πάνο, Γιώργο Νεοφώτιστο [‘Καρέκα’] και Ευανθία από την Ανδριανή. Ο Πέτρος ο Μόδης, ο Σωτήρης Αλεξανδρίδης και οι αδελφοί Καλεάδη που με συντρόφευσαν σε διαφορετικές περιόδους της ζωής μας. Και μία μνεία στον Μιχάλη τον Αλτικουλάκη που πέρασε μεγάλο ζόρι,άντεξε και επανέρχεται. Σιδερένιος. Να χαιρετίσω τον Σάββα που ‘έφυγε’ κι αυτός.

Και να πω με την ευκαιρία πως με τον Πρόδρομο μαζί κάναμε ένα πήδημα και μας έμαθαν να σκαρφαλώνουμε στον τοίχο ο Γιώτης ο Χατζησάββας, ο Κώστας ο Σπέκ με τον Θανάση τον Χτενά που τους πολύ ευχαριστούμε!

Πριν αποχωριστούμε θέλω μονάχα να σας μεταφέρω λίγα λόγια του Ζίγκμουντ Μπάουμαν, καθηγητού κοινωνιολογίας, σημαντικότατου μελετητή της σύγχρονης κοινωνίας, λόγια με τα οποία κλείνει συνέντευξη στην ιταλική επιθεώρηση ‘Vita e Pensiero’ :

‘Ας ανοίξουν τα φτερά της πεταλούδας’
‘Νομίζω ότι αν ο 20ος αιώνας υπήρξε η εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι αναρωτιούνταν ‘τι’ πρέπει να κάνουν, ο 21ος αιώνας θα είναι όλο και περισσότερο η εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι θα θέτουν το ερώτημα για το ‘ποιος θα κάνει αυτό που πρέπει να γίνει. …’

‘τα προβλήματά μας είναι αληθινά παγκόσμια, αλλά διαθέτουμε μόνον τα τοπικά μέσα για να τα αντιμετωπίσουμε. Και αυτά τα μέσα είναι εντελώς ανεπαρκή γι αυτό το καθήκον. Γι αυτό το ερώτημα που υποδεικνύω θα είναι πιθανότατα ζήτημα ζωής ή θανάτου για τον 21ο αιώνα : ποιος θα αναλάβει αυτό το καθήκον; Αυτό θα είναι το ερώτημα. Δεν έχω την απάντηση σε αυτό το ερώτημα.
Μπορώ μόνο να προτείνω μερικά λόγια ενθάρρυνσης. Είναι αρκετά γνωστός ο Εντουαρντ Λόρεντς, με την τρομερή ανακάλυψή του ότι ακόμα και τα πιο μικρά και ασήμαντα γεγονότα θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε πελώριες και συγκλονιστικές καταστροφές. Η ανακάλυψη του Λόρεντς είναι γνωστή με την αλληγορία μιας πεταλούδας στο Πεκίνο, η οποία κουνούσε τα φτερά της και άλλαζε τη διαδρομή των κυκλώνων στον Κόλπο του Μεξικού έξι μήνες αργότερα. Αυτή η ιδέα έγινε δεκτή με τρόμο, επειδή ανέτρεπε την πεποίθησή μας ότι μπορούμε να έχουμε πλήρη γνώση αυτών που θα συμβούν στο εγγύς μέλλον.Ανέτρεπε την πεποίθησή μας ότι μπορούμε να γνωρίζουμε ,να προβλέπουμε, ακόμα και να δημιουργούμε αν χρειαστεί, με την τεχνολογία μας, τον κόσμο. Θυμίζω ότι σε αυτή την ανακάλυψη του Λόρεντς υπήρχε και ένα αμυδρό φως ελπίδας και είναι πολύ σημαντικό. Ας σκεφτούμε τι μπορεί να κάνει μια πεταλούδα : πάρα πολλά πράγματα. Ας μη παραγνωρίζουμε τα μικρά κινήματα, τις μειοψηφικές πρωτοβουλίες, τις τοπικές και περιθωριακές εξελίξεις..

Η φαντασία μας προχωράει μακριά, πέρα από την ικανότητά μας να κάνουμε και να καταστρέφουμε πράγματα. Στην ανθρώπινη ιστορία μας έχουμε έναν σημαντικό αριθμό θαρραλέων ανθρώπων οι οποίοι, σαν τις πεταλούδες, άλλαξαν την ιστορία με τρόπο ριζικό και θετικό. Η μοναδική συμβουλή που μπορώ επομένως να δώσω είναι : Ας κοιτάξουμε τις πεταλούδες, έχουν διάφορα χρώματα, είναι ευτυχώς πάρα πολλές. Ας τις βοηθήσουμε να τινάξουν τα φτερά τους’.

παράδεισος

Και αφού είναι τόσο δύσκολο να απομακρυνθώ, ύστερα από τόσο καιρό παρέα, ας ακούσουμε ένα ακόμα τραγούδι. Αυτή τη φορά από τον Παύλο τον Σιδηρόπουλο και το μακρινό 1987, σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου. Τους στοίχους έγραψαν, το πρώτο μέρος ο Μήτσος Κασόλας. Το δεύτερο είναι
αποσπάσματα από το ποίημα του Δημήτρη Βάρου ‘Θηρασία’’. Ας το ευχαριστηθούμε αποχαιρετούμενοι οριστικά !

»Κι εκείνος που σωπαίνει θα χαθεί.
Διώξτε ,λιώστε,πατήστε τις λέξεις,
Μάνα,πατέρα,αδελφός ,αδελφή, σύντροφος,φίλος,τιμή,μουσική ,
Το μανιτάρι θα ‘ρθει,η διαταγή να πεθάνει η γη.
Μόνο ένα παγωμένο αγέρι ξαγρυπνά στους δρόμους, προσμένοντας καρτερικά την ήλιο.
Ως και τα ελεγεία ξεχάσαμε που τραγουδούσαν τα τσακάλια.
Μείνε σε παρακαλώ ξάγρυπνη για λίγο ακόμα ,
Με τον όμορφο παλμό στα στήθια σου που μεταγγίζει κουράγιο στο κορμί μου .
Πάω να φτιάξω άλλον ένα καφέ .
Μείνε λίγο ξάγρυπνη ακόμα κρατώντας τούτη τη γραμμή ανοιχτή .
Τη γραμμή που χτίζει κάστρα γύρω απ’ τα όνειρά μου.
Τη γραμμή που ρίχνει σωσίβια κάθε που ναυαγώ στο φόβο .
Κράτα τη γραμμή ανοιχτή !
Το αίμα θα ξαναγίνει κρασί στη Κανά σου λέω !
Θ’ ακούσουμε ξανά τραγούδια στη θάλασσα σου λέω !
Θ’ ακούσουμε ξανά παιδιάστικα γέλια σου λέω !
Θα πιούμε ξανά από ανοιξιάτικο ρυάκι σου λέω !
Θα κάνουμε ξανά έρωτα στα χωράφια !
Κράτα μόνο τη γραμμή ανοιχτή !
Κράτα τη γραμμή ανοιχτή !
Κράτα, κράτα, κράτα».

  • Μιας και σας έχω συνηθίσει στα διαλείμματα, πριν κλείσω την σελίδα θα κάνω ένα ακόμη εδώ, μου ήρθε στο μυαλό ένα περιστατικό για το οποίο ίσως σας έχω μιλήσει και άλλη φορά, όμως εδώ θα αναφερθούμε σε κάποιες λεπτομέρειες σίγουρα άγνωστες που αξίζει τον κόπο να σημειώσουμε, έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον. Ακούστε λοιπόν.

Ο φίλος μου ο Γιάννης ο Καραβάς που αγαπούσε πολύ την ιστιοπλοία, με τα πρώτα του χρήματα σαν οδοντογιατρός, στις αρχές των χρόνων ογδόντα αγοράζει το πρώτο του σκάφος, άσπρο γαλάζιο εξίμισι μέτρων, από τον Πειραιά. Το ανέβασε στην πόλη μας σε τρία Παρασκευοσαββατοκύριακα με την κοπέλα του και έναν ακόμη φίλο, μόνη τους προηγούμενη εμπειρία η ενασχόληση τους με την ιστιοπλοία ολυμπιακού τριγώνου, για όσους γνωρίζουν το άθλημα. Βοήθησα κι εγώ στην δεύτερη προσπάθεια, από το λιμάνι της Ερέτριας μέχρι τον Πτελεό του Βόλου, στην Μαγνησία, έχοντας γνώσεις μιας και είχα την σχολή wind surfing στην παραλία της Νέας Ηρακλίτσας στον κόλπο της Καβάλας.

Μπαρκάρουμε λοιπόν απ’ το λιμάνι της Ερέτριας όπου φθάσαμε με το λεωφορείο από την Λάρισα,  εκεί είχαμε αφήσει το αυτοκίνητο του Γιάννη, ένα citroen dcv αν θυμούμαι καλά, περνούμε το άλλο πρωί απ’ τα στενά του Ευρίπου – στην Χαλκίδα αναγκαστήκαμε να κατεβάσουμε το ιστίο διότι εάν περιμέναμε να ανοίξουν την γέφυρα θα αργούσαμε πολύ – και μιας και θα διανυκτερεύσουμε κάπου στην περιοχή της Εύβοιας, μας έχει πιάσει η νύχτα κοντά στην περιοχή της Αιδηψού, παρουσιαζόμαστε στο Λιμεναρχείο του χωριού για να τους δείξουμε τα χαρτιά μας, να πάρουμε το ok και να αγοράσουμε τις απαραίτητες προμήθειες. Μα έλα που έλειπαν από τον φάκελλο κάποια απαραίτητα ντοκουμέντα, περνούν τον Γιάννη για κλέφτη της βάρκας και μας ετοιμάζουν για το μπουντρούμι!

Τώρα;

Μου έρχεται η φαεινή ιδέα. Τους διηγούμαι λοιπόν την ιστορία μου και τους παρακαλώ να τηλεφωνήσουν στους συναδέλφους τους στην Καβάλα ζητώντας πληροφορίες για το άτομο μου, λέγοντας τους πως είναι αδύνατον ένας άνθρωπος που κάθε χρόνο ανανεώνει την άδεια εκτέλεσης πλόων να κάνει παρέα με κλέφτες σκαφών, πως βεβαιώνω ότι μόλις επιστρέψουμε στην βάση μας ο Γιάννης που είναι ένας εξαίρετος ιατρός αμέσως με φαξ θα τους στείλει τα χαρτιά που λείπουν, και μπλα μπλα, κλπ, ελπίζοντας πως ο συνάδελφος βάρδιας στο λιμεναρχείο στην πόλη μας θα είναι κάποιος γνωστός, μικρή η πόλη,

τέλος πάντων, με τα πολλά τους πείθουμε, και καλούν, και απαντούν από την άλλη γραμμή, και πάνε όλα καλά, και σύντομα μας αφήνουν!

Λίγο πιο πέρα απ’ όπου σταματήσαμε είναι το club med της Εύβοιας, ρίξαμε άγκυρα στα ανοικτά, στα εκατό μέτρα, και κοιμηθήκαμε υπό τους ήχους της μουσικής που έπαιζαν τη νύχτα στο κλαμπ.

Με το πρώτο φως του ήλιου είχαμε κιόλας ξεκινήσει το τελευταίο στάδιο του ταξιδιού, έξω από την Γλύφα παραλίγο να μας τσακίσει ένα παπόρο που μας αρνήθηκε την προτεραιότητα που δικαιούμασταν και μας ανάγκασε σε μανούβρες και χειρισμούς εκτάκτου ανάγκης την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή για να γλιτώσουμε τον βέβαιο πνιγμό!

Νωρίς το απόγευμα βρισκόμασταν στον προορισμό μας και με την δύση του ηλίου είχαμε ήδη ετοιμάσει το σκάφος για το επόμενο ταξίδι του. Θα περίμενε μια βδομάδα στην Φτελιά το πλήρωμα που θα το ανέβαζε στην Μακεδονία στη συνέχεια. Εμείς ξεκινούσαμε χαρούμενοι για την Λάρισα όπου μας περίμενε το αυτοκίνητο του Γιάννη για να επιστρέψουμε χαράματα στη βάση μας. Αξέχαστο ταξίδι γιατί η χημεία που μας έδεσε απίστευτη.

Κάτι άλλο που με εντυπωσίασε θέλω ακόμη να σας πω. Έτσι όπως ανεβαίναμε τα στενά, δεξιά μας η Εύβοια, αριστερά μας η Στερεά, ένα βουνό τεράστιο χώνονταν στη θάλασσα απότομο στο δεξί μας χέρι, γκρεμός ατέλειωτος όλος κατήφορος τρομακτικός έχασκε κάτω στα νερά και χάνονταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας μες τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό, δεν θυμάμαι τ’ όνομα του, χρόνια πολλά περάσαν, ήταν στα νότια του νησιού ήταν στη μέση ή στα βόρεια ποιος ξέρει, μου διαφεύγει, θέαμα φοβερό πάντως δεν το ξεχνώ ποτές!

Έκανα και άλλα ταξίδια με αυτό το παλικάρι στη συνέχεια, Θάσο, Καβάλα, Ηρακλίτσα, έμαθα πολλά κοντά του, εξαιρετικός χαρακτήρας, ήρεμο παιδί, άξιος, αξέχαστος

  • Πολλά και πολλούς ξέχασα. Μου ‘ρχονται διαρκώς πρόσωπα και φάσεις στο μυαλό. Μου ζεσταίνουν την ψυχή. Ο Σάββας και η Λίσα, ο Γιώργος ο Στεφανίδης και ο Τάσος ο ‘Παραγωγικότητας’. Ο Γιάννης ο Μουράτης και ο Παναγιώτης ο ‘μπλάκ’ με την Φωτεινή. Ο Κώστας ο Ανδριανάκης, ο Ρούλης,που ‘μας άφησε’, και ο φιλάρας ο Αρτούρο. Οι διάφοροι Ανανιάδηδες και οι Σαμερκαίοι, οι Παπαφιλίππου και οι Μαυρίδηδες. Ο,σαν άλλος πατέρας, Δημήτρης Χελιδονίδης, για τους πολλούς ‘Τοτός’. Η Λουίζα, η Σίσσυ και όλες οι Κατερίνες των φίλων μου. Η Μαίρη η Μαργαρίτη, ο Μιχάλης Σοφιανός και οι δικοί του, ο Θόδωρος ο Χαραλαμπίδης. Οι Σταθώρηδες και ο Λάμπης, ο Δημήτρης Σοφιανός.
    Ναι, η ζωή σαν ημερολόγιο.

Πως να ξεχάσω τις τόσες φορές που κατέληξα για ράμματα, γύψους ή με διάσειση στα Νοσοκομεία. Με ποδήλατο, στην ‘τρελή’ κατηφόρα στην ταβέρνα,στο τέλος του Παλιού, να προσγειώνομαι ανάμεσα στα τραπέζια των θαμώνων μετά από απίστευτη πτήση; Στα χρόνια του γυμνασίου. Κατάγματα στον ένα αγκώνα και στον άλλο καρπό.
Τράκο στην Φλωρεντία με το πεντακοσαράκι της φίλης μου. Ξύπνησα την ώρα που μου έκαναν τα ράμματα στο Νοσοκομείο.
Πέσιμο σε στροφή με μηχανάκι,πάλι στη Φλωρεντία. Συνήλθα με διάσειση στο Νοσοκομείο. Οι γιατροί απαγόρευσαν να δεχτώ ‘καρπαζιά’ για τουλάχιστον εξάμηνο!
Τράκο με μηχανή στον Άγιο Σίλλα. Εδώ την γλίτωσα με μώλωπες και ξάπλα δύο ημερών.
Τράκο με μηχανή μέσα στο ‘Εστέλλα’. Πάλι πρηξίματα και ξάπλα, μια μέρα γιατί η δουλειά ‘έτρεχε’. Με περιέθαλψε Γερμανίδα νοσοκόμα-τουρίστρια.

Και που κόλλησα ανεμοβλογιά από την Μαριλένα κοντά στα σαράντα μου, τι σας λέει; Κόντεψα να τρελαθώ δυο μέρες. Ήταν ανυπόφορο. Πρέπει να συνέβη μόλις έχω επιστρέψει από Γερμανία.

Δυο λόγια τώρα για τις φωτογραφίες που παρέδωσα στον εκδότη.
Στη μία διασχίζω τη Βενιζέλου,με την Τενερέ, στο ύψος του Δημαρχείου, στον Κήπο. Είναι γύρω στο ‘88, τότε που είχαμε το ‘Πικ Νικ’ με τον Ηρακλή και τον Γιάννη. Θυμάμαι πως κατέβηκα στην συναυλία της Διεθνούς Αμνηστίας στην Αθήνα καβάλα της. Τότε που κερδίσαμε το Ευρωμπάσκετ,με ήρωά μου τον ανεπανάληπτο Αργύρη Καμπούρη, [η Ελλάδα ολόκληρη ένιωσε αστέρι τον Νικ, για ευνόητους λόγους εγώ ‘κράτησα’ στην καρδιά μου τον οικοδόμο του Θρύλου!]
Την επόμενη χρονιά συνεργάζομαι στο ‘Απαραίτητο’ με τον Σάββα τον Σιμιτσή, απ’ όπου και η φωτογραφία μαζί με τον Παναγιώτη τον ‘μπλακ’.

Σε άλλη φώτο,στο ‘32’, μαζί με τον Σάκη τον Ασβεστά, τον Μανώλη Κελαϊδίτη και τον στρατιωτικό και συναθλητή μου στη σχολή της Περάμου του Σωκράτη του Καραίτη, Δημήτρη Βασιλειάδη. Μαζί μας και ο Θανάσης ο Μακρής.
Σε άλλη στιγμή απονέμω βραβείο σε αθλητή αγώνων που διεξήχθησαν στη σχολή.
Η ‘μασκαρεμένη’ στιγμή αποθανατίζει μαζί μου σίγουρα τον Γιάννη το Μουράτη, μάλλον τον Σάκη, ξανά, τον Αρβανίτη,και ίσως τον Θωμά Γοργόνη. Τόσα χρόνια μετά, είναι τραβηγμένη στο ‘Νησί’ της Κομνηνών, στα μέσα του ‘80, οι θύμησες αραιώνουν. Μας ‘περιποιήθηκε’,μακιγιάροντάς μας η Γιολάντα στο σπίτι της, λίγο πιο πάνω από το μπαράκι, η μαμά της Ίνας, ζούσαν εκείνο το διάστημα στην Καβάλα. Αν θυμάμαι καλά πρέπει να εμφανίζεται και ο Κουτσογιαννάκης.
Τέλος στη φώτο στον Αγγίτη αναγνωρίζω, μαζί με τον Άκη τον Βασάκη, και τον φίλο και διευθυντή πωλήσεων στην εταιρεία εισαγωγής κλιματισμού, στην οποία δουλεύω στην Θεσσαλονίκη εκείνο το καιρό, τον Κώστα τον Δήμου. Στα χιόνια, στην Αστράκα είμαι με τον Θοδωρή τον Φιλλιπίδη, ‘λουκουμά’. Στις σκηνές, στο Εστέλλα ψήνουμε πάλι με τον Αρβανίτη και τον Γιώργο τον Γερούδη, ‘αραχτό’.

Και να μην ξεχάσω και την ταβέρνα του ‘Φίλιππα’, όπου περάσαμε αμέτρητα παρείστικα βράδια, και άλλα τόσα ίσως μεσημέρια κάτω από την υπέροχη κληματαριά, και όχι μόνο. Στα Ποταμούδια.

Όπως επίσης να σας αναφέρω για τα πολυαγαπημένα μου βιβλία που με συντρόφευσαν στα παιδικά μου χρόνια, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Αθάνατος Όμηρος.Επίσης τα έργα της Πηνελόπης Δέλτα. Ήρωας μου διαχρονικός και πρότυπο ζωής ο αιώνιος Αχιλλέας, ο έρωτας για το κάλλος, τη γενναιότητα,τον ηρωϊσμό την ανδρεία και την φιλία. Το πάθος για την αθανασία. Η ανάγκη για την αθανασία. Η αγάπη του έρωτα και ο έρωτας της αγάπης στον Μιχαήλ του Βουλγαροκτόνου. Πρότυπο ζωής ο Αλέξανδρος στα τείχη της Κανταχάρ, στην έρημο Γεδρωσία. Το να αναλαμβάνεις τις ευθύνες για της πράξεις σου άνθρωπε! όποιες και αν είναι αυτές, ακόμη και οι αποτρόπαιες και οι αισχρές [καημένε Κλείτο!]. Να μη ξεχάσω και τον Κάρλος Καστανέντα.

Κάθε σχέση είναι μία αμφίδρομη κατάσταση που αφήνει τα σημάδια της σε όλους τους εμπλεκόμενους. Σε κάποιους εντονότερα. Ανάλογα με το χρόνο και την ένταση ή το βάθος που βιώθηκε. Γι αυτό και ένιωσα την ανάγκη και την υποχρέωση να αναφέρω όλους αυτούς τους ανθρώπους και τις περιστάσεις,με τους οποίους μοιράστηκα πράγματα, στιγμές, χρόνια, αγωνίες χαρές και στεναχώριες, προβληματισμούς, αλληλοϋποστήριξη, κλπ, κλπ…..

Να στείλω τα φιλιά μου και στους Guido, Gianni και Duilia, Rossana

υστερόγραφο:

‘όταν ρωτήθηκε γιατί οι πιο άξιοι άνθρωποι προτιμούν τον ένδοξο θάνατο από την άδοξη ζωή, απάντησε : επειδή το ένα είναι χαρακτηριστικό της φύσης, ενώ το άλλο το θεωρούν δικό τους’.
ΠΛΟΎΤΑΡΧΟΣ, Αποφθέγματα Λακωνικά, Λεωνίδας, 14.

‘την κακία μπορείς να την αποκτήσεις άφθονη και εύκολα, ο δρόμος είναι ομαλός και περνάει πολύ κοντά σου. Αλλά μπροστά στην αρετή οι αθάνατοι θεοί ιδρώτα έβαλαν, ο δρόμος προς αυτήν είναι μακρύς και ανηφορικός’.
ΗΣΊΟΔΟΣ.

‘επιτρεπόταν ακόμα σε άνδρα έντιμο, αν του άρεσε κάποια συνετή γυναίκα, μάνα ωραίων παιδιών, παντρεμένη με κάποιον άλλον, να πείσει τον άνδρα της και να συνευρεθεί μαζί της, ως να φυτεύει σε εύφορη γη, γεννώντας καλά παιδιά… Κι αυτά γίνονταν έτσι τότε με φυσικό τρόπο και κοινωνική συνείδηση…που η μοιχεία σε ‘κείνους ήταν κάτι το αδιανόητο’.
ΠΛΟΎΤΑΡΧΟς, Βίοι Παράλληλοι, Λυκούργος, 15.

Αυτά λοιπόν. Θα προσθέσω πως το παρόν λέγεται MUSE! Σας προτρέπω να τους ακούσετε αμέσως όσοι δεν τους γνωρίζετε.

Μιας και έγινε τόση κουβέντα για τον φόβο θα σας μεταφέρω ένα χρονογράφημα του Πέτρου Μανταίου από την Εφημερίδα των Συντακτών της 15ης Απριλίου του ’13. Σχόλιο φυσικά αχρείαστο, με άγγιξε αφάνταστα και είναι λογικό. Και προσωπικό :

Στους περίφημους Αφορισμούς, τα σωζόμενα γνωμικά, του Ηράκλειτου, είναι και το ‘Χρόνος παις πεσεύων. Παιδός εστί η βασιλίη’, ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει ζάρια. Όμως αυτό το παιδί είναι ο βασιλιάς [του παιχνιδιού’]. Από τη χαραυγή κιόλας της φιλοσοφίας, οι έννοιες : έρωτας – χρόνος – θάνατος, ξεχωριστά η καθεμιά είτε στις μεταξύ τους συνάψεις, αλλά και ως αδιαίρετο σύνολο, απασχόλησαν, εκ θεμελίων την ανθρώπινη σκέψη, στην μεγάλη περιπέτεια να ερμηνεύσει τον κόσμο και τη θέση του ανθρώπου σ’ αυτόν.

Αυτά, εφόσον ο άνθρωπος στοχάζεται απερίσπαστος από προσωπικές οδύνες. Όταν δεν έχει ακόμα αγγίξει τον ίδιο είτε οικεία πρόσωπα σκιά θανάτου. Όταν όμως ‘μία νόσος με θανάσιμο σήμα χτυπά την πόρτα, ο χρόνος μοιάζει να παγώνει’ παρατηρεί ο ογκολόγος Αλέξανδρος Αρδαβάνης, που προσθέτει : Στο συλλογικό Συνειδητό η λέξη καρκίνος παραμένει κάτι άλλο [εκτός από θανάσιμο σήμα], μια βαριά ετυμηγορία, η είσοδος στην Επικράτεια του Φόβου’. Τότε ‘σωματοποιείς’ τον χρόνο, ‘μαθαίνεις να τον ακούς’.
Αυτή η ‘συνομιλία’ με τον θάνατο – αγώνας, απαντοχή, ελπίδα, αυτογνωσία – αποτυπώνεται με ενάργεια και παρρησία [ούτε μια φορά δεν ακούγεται η λέξη ‘επάρατος’! ], στην ταινία-ντοκυμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη ‘Μεταξά, ακούγοντας τον χρόνο’, που προβάλλεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, Ιερά Οδός 48, στάση μετρό Κεραμεικός. Συντελεστές – κάτι που, νομίζω, γίνεται πρώτη φορά! -γιατροί και νοσηλευτές του νοσοκομείου Μεταξά, που πάσχουν οι ίδιοι από καρκίνο [θεραπευτές, συγχρόνως, άλλων ασθενών και του εαυτού τους, δάσκαλοι μαζί και μαθητές!], αλλά και ολιγάριθμοι άλλοι ασθενείς, ανάμεσά τους και ο αξέχαστος φίλος, Αλέκος Ζούκας, που πέθανε πέρσι, Κυριακή των Βαίων, αισθαντικός και δριμύς ώς το τέλος, με το περίφημο ‘Περισσότερα χρωστάμε στην Ποίηση παρά στην Εφορία’!
Όσοι ευτυχήσουν να δουν την ταινία του Ψυλλάκη, θα νιώσουν τι εννοεί ο Εμπειρίκος με τους Έλληνες που ‘έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου’!

Και θα σας αφήσω οριστικά χρησιμοποιώντας έναν θαυμάσιο μονοπάτι, μια εξαιρετική γέφυρα για να περάσουμε μαζί από το ‘Χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία’ στο ‘εκενώστε τους δρόμους απ’ τα όνειρα’, που γράφτηκε αμέσως μετά και αποτελεί την συνέχεια της αφήγησης.

Στέκεται πέρασμα λοιπόν αυτό το απόσπασμα του Μαξ Βέμπερ, που ακολουθεί, από την καταληκτική παράγραφο του βιβλίου του ‘Πολιτική ως επάγγελμα’, που αλίευσα από άρθρο του Κωνσταντίνου Πουλή στο ‘The Press Project’ , στα μισά του Απρίλη 2013. Γράφει λοιπόν ο Βέμπερ :

‘η πολιτική είναι έν ΔΥΝΑΤΌ ΚΑΙ ΑΡΓΌ ΤΡΎΠΗΜΑ ΣΕ ΣΚΛΗΡΈς ΣΑΝΊΔΕς, ΜΕ ΠΆΘΟς ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΌΝΩς ΜΕ ΠΡΟΟΠΤΙΚΉ. εΊΝΑΙ ΑΠΌΛΥΤΑ ΣΩΣΤΌ [ΚΑΙ ΌΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΚΉ ΠΕΊΡΑ ΤΟ ΕΠΙΚΥΡΏΝΕΙ ], ότι ο άνθρωπος δεν θα πετύχαινε το εφικτό, αν δεν πάσχιζε να πραγματοποιήσει το ανέφικτο. Αλλά για να το κάνει αυτό ένας άνθρωπος, πρέπει να είναι ηγέτης, αλλά και ήρωας, με την ακριβή έννοια της λέξης και ακόμη εκείνοι που δεν είναι ούτε ηγέτες ούτε ήρωες πρέπει να οπλιστούν με τέτοια ψυχική στερεότητα, που ν’ αψηφούν ακόμη και το θρυμμάτισμα όλων των ελπίδων τους. Χωρίς αυτή την ψυχική στερεότητα δεν θα μπορούν να κατορθώσουν ούτε αυτό που είναι σήμερα δυνατό’.

Σας φιλώ. Μιχάλης.

‘Θα `ρθεί μια μέρα που θ’ αφήσω αυτό το φόβο πίσω μου
Θα γίνει δέντρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά
Θα είναι χαρτί που στροβιλίζει ο αέρας μακριά

Και θα ξυπνήσω απ’ το βαθύ, απ’ το μεγάλο λήθαργο
που με κρατάει μακρυά σου παγωμένο και βουβό
Θα είναι μια μέρα γιορτινή όταν θα έρθω να σε βρω

Κάτω απ’ του χρόνου τις σκουριές βρήκαν τα μονοπάτια σου
μα το χρυσάφι τα παιδιά το `χουνε κρύψει από καιρό
σε μια θαλασσινή σπηλιά σ’ ένα απότομο γκρεμό

Θα `ρθεί μια μέρα που θ’ αφήσω αυτό το φόβο πίσω μου
Θα γίνει δέντρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά
Θα είναι ο καπνός από ένα τρένο που σφυρίζει μακριά’

Παύλος Παυλίδης & B-Movies – Θα ρθει μια μέρα

  • Και ένα μικρό παράρτημα, γραμμένο στις 19 Απριλίου του 2014, μιας και πολλά ήρθανε εις γνώση μου την τελευταία στιγμή :

Η ιδεολογία της μετάνοιας

Posted on 10/03/2014 by kleovis
Τα χρόνια εκείνα τα οποία κατέχουν μεγάλο χώρο στο μπλογκ μας, και αναπαριστάνουμε, ξέσπασε μεγάλη μπόρα.
Το μέτωπο έσπασε.
Πρώτη ρωγμή αποτέλεσε η συμπεριφορά συντρόφων που δεν άντεχαν στη σκέψη της ‘Μαύρης Τρύπας’ που έχασκε μπροστά τους και συνεργάστηκαν ανοιχτά με τις δυνάμεις του αντιπάλου καταδίδοντας συντρόφους και γνώση πεπραγμένων.

Το δεύτερο χτύπημα ήρθε λίγο αργότερα και ήταν ακόμη πιο σκληρό. Εδώ η συνεργασία υπήρξε έμμεση αλλά όχι λιγότερο αιμοβόρα. Ύπουλη σίγουρα, ραγίζει οριστικά το μέτωπο και παραδίδει μαζί με τα όπλα και τη συνείδηση.
Και αν η πρώτη ονομάστηκε ωραιοποιημένη ‘μετάνοια’-»μεταμέλεια», η δεύτερη ονομάστηκε ‘διάσταση’ για να γλυκάνει το χάπι στο στόμα αυτών που αποφάσισαν τη συνεργασία.
Αυτή η στάση επέφερε διαφοροποιημένη, μαλακότερη συνθήκη κράτησης για τους υπογράφοντες κρατούμενους και ριζική μείωση ποινής.
Σαν αντάλλαγμα αυτοί οι σύντροφοι αποκηρύττουν την χρήση επαναστατικής βίας από μέρους του σύγχρονου προλεταριάτου επιτρέποντας τη μονοπώληση αυτής από τους καπιταλιστές επί των ταξικών τους εχθρών.

Με αυτό τον ύπουλο, επαναλαμβάνω, τρόπο αποκηρύττουν και όλο τους το ριζοσπαστικό παρελθόν καθιστώντας την επανάσταση αποκριάτικο χορό, γκαλά, μασκέ πάρτι.
Δυστυχώς, στο έντυπο με το οποίο επικυρώνεται αυτή η συμφωνία βλέπω αυτές τις μέρες και τι υπογραφές πολλών πρώην φίλων και συντρόφων μου.
Και εάν είναι αλήθεια πως η συζήτηση γύρω από το αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί γύρω από τη συνέχιση της στρατιωτικής μεθοδικής σύγκρουσης με το κράτος και τις δομές του είχε ξεκινήσει ήδη από καιρό στις τάξεις μας και η πιθανότητα να υπάρξει κάποιο είδος ‘απόσυρσης’ των δυνάμεων μέσα στη μητροπολιτική ‘ζούγκλα’, δεν θα μπορούσαμε να τους αποδώσουμε μομφή αν τη διάσταση από τη συνέχιση του αγώνα την είχαν εκφράσει νωρίτερα, σε κατάσταση ελευθερίας από οποιονδήποτε εκβιασμό που θα προέρχονταν από την κατάσταση ομηρίας.

Από την στιγμή που έχουν καταλήξει αιχμάλωτοι, να διαχωρίσουν τη θέση τους από το ίδιο τους το παρελθόν είναι σχιζοφρενικό και δημιουργεί παράνοια, αρρώστια.
Αυτά τα λίγα.
Άλλο πράγμα είναι να διακηρύξεις πως μια ιστορική περίοδος λαμβάνει τέλος και άλλο να εξαργυρώνεις τη σιωπή για το παρόν και το μέλλον, αρνούμενοι το παρελθόν με ανταλλάγματα που κάνουν κακό σε άλλους συντρόφους που επωμίζονται σε βεβαρημένη μορφή τα αντίποινα του εξαγριωμένου αντίπαλου! παραμένοντες σταθεροί στις απόψεις τους!

Εγώ στάθηκα τυχερός στην ατυχία μου. Βρέθηκα σε ευχάριστη εξορία, συνειδητοποιώντας σιγά-σιγά πως το μέλλον μου πλέον βρίσκεται στα μέρη της πρώτης-δεύτερης πατρίδας μου, ελεύθερος σε σχέση με όλους εκείνους που βρέθηκαν αναγκαστικά στην ξενιτιά, και φυσικά σε σχέση με τους φυλακισμένους.
Και σήμερα, χρόνια μετά, ευρισκόμενος στη δύσκολη θέση να επιθυμώ να πάρω θέση λέω πως οι σύντροφοι που αμετακίνητοι στις πεποιθήσεις τους πληρώσανε και πληρώνουν το τίμημα της επιλογής τους, εκφραζόμενοι ενάντια στη διάσταση είναι αυτοί που νιώθω κοντύτερα, που νιώθω μάλιστα δικαιωμένους από την ιστορία την ίδια.
Δεν παύω βέβαια ν’αγαπώ όπως πάντα τους παλιούς μου συντρόφους, άσχετα από το τεράστιο πολιτικό και ηθικό τους σφάλμα.

Μαρία Δημητριάδη Μικρόκοσμος !

Ανέβηκε στις 27 Αυγ 2009

ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ (Απόσπασμα από επικό ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ) αφιερωμένο σε όλους αυτούς που θέλουν να φιμώνουν τις ελεύθερες φωνές.

τέλος

μιχαλης 268

κλείνοντας οριστικά να χαιρετήσω τον Νικόλα τον Σολιμάνο που δίνει έναν ακόμη δύσκολο αγώνα, και την Σόνια, που έφυγε νωρίς

συνεχίζουμε στο εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα