ιστορία, storia

«Ήταν κάτι θαυμάσιο!» 45 χρόνια από την πορτογαλική επανάσταση

του Luca Cangianti

Μια επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει με ένα τραγούδι. Στις 25 απριλίου 1974, είκοσι λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, ο Teodomiro Leite de Vasconcelos μεταδίδει στο Radio Renascença το τραγούδι Grândola Vila Morena του José Alfonso. Το Κίνημα των ενόπλων δυνάμεων, αποτελούμενο από προοδευτικούς στρατιωτικούς, παίρνει υπό την κατοχή του στρατηγικά σημεία, ζητά από τους πορτογάλους να παραμείνουν στο σπίτι και επαναλαμβάνει την πρόσκληση δέκα φορές. Ο λαός, ωστόσο, δεν θέλει να ακούσει τίποτα: εκείνο που θα έπρεπε να είναι ένα απλό πραξικόπημα για να τερματιστεί ένας δαπανηρός αποικιακός πόλεμος (40% των κρατικών δαπανών) και χωρίς ελπίδα νίκης, καθίσταται μια εντυπωσιακή επανάσταση που παρασέρνει τα πάντα.

Η μακρύτερη φασιστική δικτατορία διήρκεσε 48 χρόνια. Στα δεκατρία χρόνια των συγκρούσεων στις αποικίες δεν απέφυγε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια και βομβαρδισμούς με ναπάλμ στους τοπικούς πληθυσμούς. Τελικά κατέρρευσε μίζερα, χωρίς αντίσταση, ενώ ο λαός ξεχύνονταν στους δρόμους: οι άνθρωποι αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο, αντάλλασσαν φιλιά, έκλαιγαν από την χαρά, κάλυπταν τους στρατιώτες με κόκκινα και λευκά γαρίφαλα προσφέροντάς τους ζεστό ψωμί και σούπα. Οι πολιτικοί κρατούμενοι απελευθερώθηκαν, οι εργαζόμενοι στις τράπεζες οργανώθηκαν για να αποφύγουν την φυγή κεφαλαίων. Στη Λισαβόνα, την πρώτη εβδομάδα μετά τις 25 απριλίου καταλήφθηκαν 1.500 έως 2.000 λαϊκά σπίτια και η 1η μαΐου γιορτάζεται με μια εντυπωσιακή διαδήλωση μισού εκατομμυρίου ανθρώπων. Στα εργοστάσια δημιουργούνται οι επιτροπές των εργαζομένων που εκκαθαρίζουν τα φασιστικά στοιχεία, οργανώνουν απεργιακές κινητοποιήσεις με διεκδικήσεις και καταλαμβάνουν φρουρώντας τις εγκαταστάσεις έτσι ώστε να μην αφαιρεθούν τα μηχανήματα. Αργότερα άρχισαν να ασκούν μορφές εργατικού ελέγχου πάνω στην παραγωγή. Στις γειτονιές γεννιούνται οι επιτροπές των κατοίκων που διαχειρίζονται καταλήψεις, παιδικούς σταθμούς και κέντρα πολλαπλών χρήσεων στα οποία παρέχονται αμοιβαία και εθελοντικά όλες οι υπηρεσίες. Σε πολλές περιπτώσεις λαϊκά δικαστήρια οργανώνονται ως εγγυητές της δικαιοσύνης και ισονομίας των ενεργειών απαλλοτρίωσης. Τέλος επιτροπές των στρατιωτών με εκλεκτικά και ανακλητά αξιώματα προκύπτουν, όπως και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις. Πρόκειται για ένα διακλαδισμένο κοινωνικό δίκτυο αυτόνομων από τα κόμματα οργανώσεων, και από το Συνδικάτο, που θυμίζουν τα ρωσικά σοβιέτ του 1905 και 1917, τα ιταλικά συμβούλια του 1919-20 και εκείνα τα χιλιανά του 1972-73. Πρόκειται για μια παράλληλη εξουσία που ασκεί την δημοκρατία της βάσης και ανταγωνίζεται με αυτήν του κράτους για 19 μήνες, δηλαδή μέχρι το πραξικόπημα της 25ης νοεμβρίου 1975 μετά το οποίο η πορτογαλική πολιτική κατάσταση στρέφεται πίσω στις γραμμές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

«Αν και υπήρχαν τα αμερικανικά πλοία μπροστά στην ακτή, κανείς δεν φοβόταν», θυμάται ο Rigel Polani που έφθασε στη Λισαβόνα με ένα Citroën Mehari και τέσσερις φίλους κατά τη διάρκεια της veraõ quente, του καυτού καλοκαιριού του 1975, δηλαδή την περίοδο της μέγιστης κοινωνικής σύγκρουσης. «Οι διαδηλώσεις συχνά δεν είχαν ένα πάλκο για τις παρεμβάσεις. Πορευόμασταν και φωνάζαμε συνθήματα σαν σε μια παράσταση στην οποία ήμασταν ηθοποιοί και θεατές ταυτόχρονα. Δεν θυμάμαι ποτέ να είδαμε την αστυνομία. Ήταν όλοι ευτυχισμένοι, όλοι συμμετείχαν, όλοι αφοσιωμένοι στην οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου. Η αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία που ονειρευόμουν είχε υλοποιηθεί μπροστά στα μάτια μου». Στους δρόμους της Λισαβόνας άκουγες πολύ συχνά να μιλούν ιταλικά. Χιλιάδες και χιλιάδες νέοι αγωνιστές της επαναστατικής αριστεράς ξεκίνησαν από την Ιταλία. Διέσχισαν τη Γαλλία και την Ισπανία με αυτοκίνητο, με μοτοσικλέτα ή με τρένο για να φτάσουν στα δυτικά σύνορα της Ευρώπης: «Είχαμε πάει στην Πορτογαλία για να δούμε να αναδύεται ένας νέος κόσμος» γράφει ο Sandro Moiso στο Riti di passaggio, ενθυμούμενος το κλίμα της χαρούμενης συλλογικής μέθης: «Σε εκείνες τις μέρες και εκείνα τα χρόνια δεν αισθανθήκαμε ποτέ κουρασμένοι.»
Ο Rigel σταματά για λίγο, δεν είναι σίγουρος ότι εγώ μπορώ να καταλάβω εκείνη την εμπειρία χωρίς να την έχω ζήσει: «Θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Μια φορά στο δρόμο συναντάμε νέους ανθρώπους σαν εμάς. Ήταν εργάτες και μας προσκάλεσαν να παρακολουθήσουμε μια συνέλευση στο εργοστάσιό τους. Συζητήσαμε πώς να διαχειριστούμε και να αναπτύξουμε την παραγωγή. Παρά τις γλωσσικές δυσκολίες καταφέραμε να αντιληφθούμε την έντονη αίσθηση επαγγελματικής εμπειρίας, δεξιότητας και πρακτικότητας. Ο λαός είχαν πάρει την κατοχή της ζωής του. Αποφάσιζε το πεπρωμένο του.»

Στην πραγματικότητα μέσα στην επανάσταση υπήρχε επίσης μια σκοτεινή πλευρά, ή ίσως «ενοχλητική»: η τραγωδία των δεκάδων χιλιάδων retornados, αυτών που επέστρεφαν από τις αποικίες με τα διάφορα ανακοινωθέντα ανεξαρτησίας. «Τα πορτογαλικά μαύρα πόδια, pieds noirs – ο Moiso θυμάται – κατέβηκαν στο πολεμικό μονοπάτι. Όπως και τα άγρια εξαγριωμένα παιδιά συνέρρεαν σε μια γη που ήταν ξένη σε αυτούς, συχνά χωρίς να έχουν καν γεννηθεί εκεί. Υπήρχε ο φόβος ταραχών όπως εκείνων που είχαν ήδη σημειωθεί στον Βορά. Μπροστά από το παλάτι του São Bento, έδρα του κοινοβουλίου, βρεθήκαμε λίγοι από εμάς με έναν στρατιωτικό απόσπασμα από τη μια πλευρά και εκατοντάδες διαδηλωτές εχθρικούς από την άλλη. Η αμηχανία ήταν διπλή για εμάς, γιατί από την άλλη πλευρά υπήρχε ένα πλήθος κατατρεγμένων.»
Η Erika Dellacasa τότε ήταν στα είκοσι ένα. Τον απρίλιο και τον μάιο του 1974 στάλθηκε στην Πορτογαλία εξ ονόματος της γενουατικής εφημερίδας «Il Lavoro»: «Υπήρχε μια ατμόσφαιρα μεγάλης ευφορίας που δεν σταματούσε ποτέ. Οι δρόμοι ήταν πάντα γεμάτοι. Υπήρχαν μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον, μεγάλη ελπίδα για δικαιοσύνη και τεράστια επιθυμία για ελευθερία. Ήταν κάτι τόσο απτό που συγκινούσε. Δεν είναι ότι μιλούσαν πολύ, αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο και αντάλλασσαν μεγάλες χειραψίες. Δεν ήταν ασυνήθιστο για μερικούς ανθρώπους να κλαίνε. Την πρώτη νύχτα στη Λισαβόνα μου έκανε μεγάλη εντύπωση μια ομάδα τραβεστί εμφανώς μεθυσμένων που τραγουδούσαν και χόρευαν. Ένας έπεσε καταγής και τον βοήθησε να σηκωθεί ένας στρατιωτικός πολύ ευγενικά. Ήταν μια κάπως αταίριαστη σκηνή για το πώς ήταν γνωστή η Πορτογαλία εκείνα τα χρόνια: καταπιεσμένη και καταπιεστική. Ένιωθες έναν αέρα ελευθερίας, ελευθερία να κάνεις πράγματα απαγορευμένα ή αδιανόητα μέχρι πριν λίγες ημέρες. «Στη φασιστική Πορτογαλία το 68% των γυναικών ηλικίας μεταξύ 20 και 54 ετών ήταν νοικοκυρές και δεν επιτρέπονταν να εγκαταλείψουν τη χώρα χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου που είχε επίσης το δικαίωμα να ανοίγει την αλληλογραφία τους. Όπως συμβαίνει συχνά κατά τις επαναστάσεις, η κατάρρευση των παλαιών δομών εξουσίας οδήγησε στην έκρηξη του γυναικείου πρωταγωνισμού. Μετά τις 25 απριλίου ιδρύθηκαν διάφορες φεμινιστικές οργανώσεις και οι γυναίκες βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των καταλήψεων, στις πικετοφορίες και στους αγώνες ενάντια στην ακρίβεια.

Με το πραξικόπημα της 25ης απριλίου, η εθνική- λαϊκή Δράση, το μόνο κόμμα στην εξουσία, διαλύθηκε. Ο Marcelo Caetano, τελευταίος πρόεδρος του συμβουλίου του φασιστικού Estado Novo, συνελήφθη και εξορίστηκε στη Βραζιλία, η μυστική αστυνομία Pide / Dgs διαλύεται αφού όμως έχει προλάβει να δολοφονήσει τέσσερα άτομα που διαδήλωναν μπροστά από την έδρα της στην rua de António Maria Cardoso 22. Στο μέτωπο της αντιπολίτευσης, το σοσιαλιστικό Κόμμα μέχρι το 1974 δεν ήταν παρά ένας κύκλος διανοούμενων εξόριστων και το ίδιο ισχύει και για τους φιλελεύθερους του δημοκρατικού λαϊκού Κόμματος το οποίο παρουσιάζονταν ως σοσιαλδημοκρατικό (ένα όνομα που θα αναλάβει το 1976 παρά την κεντροδεξιά του τοποθέτηση) . Η κατάσταση του κομμουνιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας ήταν διαφορετική, σκληρυμένου ύστερα από σχεδόν μισό αιώνα παρανομίας, με τρεις χιλιάδες στρατευμένους υπό τη δικτατορία και ισχυρές ρίζες στα εργοστάσια και στην ύπαιθρο. Τέλος στην πορτογαλική επανάσταση υπήρχαν περίπου εβδομήντα αριστερές ομάδες που κάλυπταν ολόκληρο το φάσμα των ετερόδοξων θέσεων, από τον γκεβαρισμό μέχρι τον τροτσκισμό περνώντας μέσα από διάφορες αποχρώσεις του μαοϊσμού. Ακόμη και μέσα στον τυπικό τους κατακερματισμό αυτοί οι σχηματισμοί έφτασαν στο σημείο να συγκεντρώσουν μια μαχητική δύναμη τριών χιλιάδων ατόμων με θέσεις πλειοψηφίας στα πανεπιστήμια και τις ακολουθούσαν όχι αμελητέες δυνάμεις σε πολλές εργατικές καταστάσεις. Σε αντίθεση με το φιλοσοβιετικό κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο, σύμφωνα με τις συμφωνίες της Γιάλτα και Πότσνταμ, έσπρωχνε προς ένα συμβιβασμό μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας μέσα σε ένα δημοκρατικό-κοινοβουλευτικό πλαίσιο, η άκρα αριστερά προετοιμαζόταν για μια δεύτερη φάση της επανάστασης. Αυτή θα είχε οδηγήσει στη διάλυση της συστατικής Συνέλευσης που ψηφίστηκε στις 25 Απριλίου 1975, στην κατάργηση του καπιταλισμού και τη μετάβαση στη λαϊκή εξουσία αποτελούμενη από αυτόνομους οργανισμούς βάσης όπως ήταν οι επιτροπές εργαζομένων, κατοίκων και στρατιωτών. Σοσιαλιστές και κομμουνιστές επιτέθηκαν ενάντια στο κύμα των «αναρχικών» απεργιών που αναπτύχθηκαν το 1974-75 και ένας υπουργός του κπΚ έφτασε στο σημείο να οδηγήσει ακόμη και μια διαδήλωση «ενάντια στην απεργία για την απεργία» υπαινισσόμενος την παρουσία φασιστικών στοιχείων μεταξύ των γραμμών της εργαζομένων.

Ο ισχυρός κοινωνικός αναβρασμός και ο δυϊσμός της εξουσίας που διέσχιζε την πορτογαλική κοινωνία ήταν στη βάση της αστάθειας των έξι προσωρινών κυβερνήσεων που διαδέχτηκαν η μια την άλλη οδηγώντας τη χώρα, των ρωγμών μεταξύ σοσιαλιστών και κομμουνιστών, και των συγκρούσεων μεταξύ μετριοπαθών και επαναστατών μέσα στο Κίνημα των ενόπλων δυνάμεων. Παρά τη δύναμη, το ρίζωμα και την ευρύτατη διάδοση των οργανισμών αντιεξουσίας που διακλαδώθηκαν μέσα και στον ίδιο τον στρατό, δεν υπήρξε ένας επαρκής εθνικός συντονισμός ικανός να αντισταθεί στο αντεπαναστατικό πραξικόπημα του στρατηγού António Ramalho Eanes. Οι κομμουνιστές που με την προσωρινή κυβέρνηση no 5 του Vasco Gonçaves δέχτηκαν την υποστήριξη της άκρας αριστεράς αρνήθηκαν να αντιδράσουν, ενώ οι στρατιώτες της επαναστατικής πτέρυγας του στρατού, προσωποποιημένης από την ιστορική προσωπικότητα του Otelo Saraiva de Carvalho, συνελήφθησαν μαζικά
Σύμφωνα με την ιστορικό Raquel Varela, «η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των κοινωνικών τάξεων μέσα στην επανάσταση (που χαρακτηρίζεται από τη δύναμη των εργατικών τομέων και από την πολιτική και στρατιωτική αποδυνάμωση της πορτογαλικής αστικής τάξης) έθετε τις προϋποθέσεις για μια γενική απεργία … με εξεγερτικό χαρακτήρα. Ωστόσο, οι επιτροπές των εργαζομένων που διηύθυναν αυτές τις απεργίες δεν ήταν ποτέ ενοποιημένες σε ένα εθνικό όργανο διαφορετικό από το Συνδικάτο, το οποίο κατευθύνονταν κυρίως από φιλοκομουνιστικά στοιχεία που αντιτάσσονταν στις απεργίες.»1 Εκτός από την απροθυμία αμφισβήτησης των μεταπολεμικών συμφωνιών μεταξύ της καπιταλιστικής Δύσης και της Ανατολής του υπαρκτού σοσιαλισμού, η ηγεσία του Pcp-πκΚ ήταν στην πραγματικότητα σκεπτικιστική απέναντι στη δυνατότητα νίκης της λαϊκής εξουσίας διότι κατά την άποψή της στην Πορτογαλία ήταν κυρίαρχο το βάρος των μεσαίων τάξεων και της μικρής ιδιοκτησίας.

Η δύναμη της προηγούμενης επαναστατικής ώθησης ωστόσο ανάγκασε την αστική τάξη να δεχτεί πολλές εθνικοποιήσεις για να συγκρατήσει τις κοινωνικές συγκρούσεις και να σώσει το καπιταλιστικό κράτος από την κρίσιμη οικονομική συγκυρία μετά το πετρελαϊκό σοκ. Επίσης όσον αφορά τα εισοδήματα η σχέση μεταξύ των εκείνων που προέρχονταν από την εργασία (μισθοί και κοινωνικές παροχές) και αυτών που προέρχονταν από το κεφάλαιο (τόκοι, κέρδη και ενοίκια) πέρασε από το 50% του ΑΕΠ για καθένα από αυτά τα στοιχεία το 1973, σε μια σχέση του 70 και 30% το 1975.2 Δημιουργήθηκαν επίσης ινστιτούτα για την κοινωνική ασφάλιση, την παροχή βοήθειας, την αναπηρία, τη μητρότητα, την κοινωνική στέγαση και τα επιδόματα ανεργίας.
Με τον τρόπο αυτό πραγματοποιήθηκε ένας «σοσιαλδημοκρατικός συμβιβασμός» που θα επισημοποιηθεί στο Σύνταγμα του 1976 που καθιέρωσε την αμετάκλητη εθνικοποίηση, την δωρεάν εθνική υγειονομική υπηρεσία, τον στόχο της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, την απόρριψη της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, το δικαίωμα αντίστασης. Ορισμένα από αυτά τα στοιχεία θα τροποποιηθούν κατά τη διάρκεια μεταγενέστερων συνταγματικών αναθεωρήσεων, αλλά ακόμη και σήμερα στο προοίμιο του πορτογαλικού θεμελιώδους νόμου διαβάζουμε ότι είναι βούληση του λαού «να ανοίξει ο δρόμος προς μια σοσιαλιστική κοινωνία».

Σε ένα ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε στη Λισαβόνα τις ημέρες της επανάστασης, ο βραζιλιάνικος σκηνοθέτης Glauber Rocha παίρνει συνέντευξη από έναν άνδρα στη μέση ενός πλήθους ανθρώπων στην piazza del Rossio:

«Εσείς, Κύριε, είστε εργάτης ποιου είδους βιομηχανίας;»
«Αστικές κατασκευές.»
«Τι νομίζετε για αυτό που συμβαίνει στην Πορτογαλία;»
«Ήταν ένα θαυμάσιο πράγμα!»
«Ελπίζατε όλα αυτά ή ήταν μια έκπληξη;»
«Ήλπιζα αυτό εδώ και πολύ καιρό και μόνο τώρα συνέβη.»3

Εάν επισκέπτεστε τη Λισαβόνα μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ως οδηγό για τις εξερευνήσεις σας το 25 de abril – Roteiro da revolução.4 Είναι ένας τόμος γεμάτος φωτογραφίες, τόπους και μαρτυρίες που θα σας βυθίσουν στη θάλασσα των γεγονότων και των συναισθημάτων εκείνων των ημερών. Στη συνέχεια πηγαίνετε σε ένα από τα τυπικά belvedere που ξεφυτρώνουν στους λόφους της πόλης. Κατά το ηλιοβασίλεμα κλείστε τα μάτια σας, αναγκάστε τον εαυτό σας να αγνοήσει τους τουρίστες, επικεντρωθείτε μόνο στις κραυγές των γλάρων και στον απέραντο ουρανό, χαραγμένο με τα ζεστά χρώματα της ημέρας που τελειώνει. Σήμερα, στη θλιβερή νεοφιλελεύθερη κόλαση της ευρωπαϊκής Ένωσης, εμείς είμαστε όπως ο εργάτης της Rossio πριν από τις 25 απριλίου. Η καθημερινή μελέτη και δράση πρέπει να θρέφουν την ελπίδα μας.

[Fotografie di Rigel Polani]


  1. Raquel Varela, Historia do Povo na Revolução portuguesa 1974-75, Bertrand, 2014, p. 136. È disponibile anche un’edizione in inglese: A People’s History of the Portuguese Revolution, Pluto Press, 2019. 
  2. Cfr. ivi, p. 487. 
  3. Ivi, p. 54. Il documentario è As armas e o Povo
  4. José Mateus, Raquel Varela, Susana Gaudêncio, 25 de abril – Roteiro da revolução, Parsifal, 2017. 
σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Αόρατη Επιτροπή: A NOS AMIS-ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΑΣ

της Cristina Rosati

ANosAmisΑόρατη Επιτροπή-Στους φίλους μας – Comité Invisible, A nos amis, La Fabrique éditions, Paris, 2014, pp. 250, € 10,00

Επτά χρόνια μετά την δημοσίευση του « Η εξέγερση που έρχεται» και μετά την έκρηξη στη Γαλλία της υπόθεσης Tarnac, με την οποία η Carmilla ασχολήθηκε εδώ qui, η αόρατη Επιτροπή, Comitato invisibile επέστρεψε με ένα νέο κείμενο, ένα πολιτικό, φιλοσοφικό και σχεδόν ποιητικό έγγραφο, με τον απλό τίτλο «À nos amis»-»Στους φίλους μας» που εκδόθηκε από τον διάσημο εκδοτικό οίκο La fabrique στα τέλη οκτωβρίου του περασμένου έτους.

«Δεν υπάρχουν άλλοι κόσμοι. Υπάρχει απλώς ένας άλλος τρόπος να ζούμε». Το απόσπασμα που εκλάπη από εκείνον που έκανε ένα επάγγελμα την κλοπή, τον Jacques Mesrine, στην αρχή του κειμένου, μας εισάγει ήδη σε μια κουβέντα που ποτέ δεν θα θεωρηθεί δεδομένη και έχει ως στόχο να ρίξει φως στο ιστορικό και κοινωνικό μας παρόν χωρίς προσκόλληση σε παλιά και ξεπερασμένα δόγματα, παρωχημένα. Η Επιτροπή δεν αφήνει έξω κανέναν, από τον Προυντόν στους κομμουνιστές, από τους αναρχικούς στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, από τους πασιφιστές μέχρι τον άθλιο- «misérable Beppe Grillo».

Το κόκκινο νήμα του κειμένου είναι η ερμηνεία του τι σημαίνει σήμερα «κρίση», εκείνη η κρίση που είναι οικονομική, παγκόσμια, κοινωνική κρίση και για την οποία δικαιολογούνται όλα, ακόμα και τα χειρότερα εγκλήματα. Η Επιτροπή αντιστρέφει την οπτική: δεν βιώνουμε σήμερα την κρίση του κεφαλαίου, αλλά τον θρίαμβο του καπιταλισμού της κρίσης. Οικειοποιούμενο την διαχείριση της κρίσης σαν κυβερνητική τεχνική, το κεφάλαιο αξιώνει το δικαίωμα να κατέχει τη στρατηγική νοημοσύνη του παρόντος και το πράττει ακολουθώντας ένα διπλό λόγο. Η κρίση εξυπηρετεί το κεφάλαιο: ένα, ως δημιουργική δύναμη νέων επιχειρήσεων, δύο, ως μέθοδος διαχείρισης των πληθυσμών, αποσταθεροποιεί για να σταθεροποιηθεί.

Για να αποσαφηνίσει αυτή τη φιλοσοφική άποψη και να την τοποθετήσει μέσα στην πραγματικότητα, η Επιτροπή αναλύει τις τεχνικές ή, καλύτερα, τον θρίαμβο της τεχνολογίας στην καθημερινή ζωή. Η εξουσία δεν βρίσκεται πλέον στους θεσμούς, και οι πολιτικοί είναι κάτι με το οποίο οι άνθρωποι απλά «αποσπούνται από την πραγματικότητα». Τι απεικονίζεται στα χαρτονομίσματα του ευρώ; Άνδρες ή γυναίκες που άλλαξαν την ιστορία; Όχι. Υπάρχουν οι υποδομές. Στην Ιταλία τεχνικές κυβερνήσεις ακολουθούν η μια την άλλη εδώ και χρόνια. Οι πολίτες σε όλα αυτά δεν είναι υποτελείς, αντίθετα, είναι οι έξυπνοι άνθρωποι, smart people, δέκτες και γεννήτριες ιδεών, υπηρεσιών και λύσεων. Το «εγώ» βρίσκεται στο επίκεντρο όλων, μοιράζεται τον γεωγραφικό προσδιορισμό του- geolocation, τη διάθεσή του, τη γνώμη του. Μη γνωρίζοντας ότι κάνουν πραγματικά κάτι, οι έξυπνοι άνθρωποι παράγουν την πραγματικότητα, αποθηκεύουν πληροφορίες, βελτιώνουν τον αλγόριθμο, αισθάνονται ελεύθεροι επειδή είναι διασυνδεδεμένοι. Η Επιτροπή μας μεταφέρει στην αρχαία Ρώμη, όπου η αυτοκρατορία ανθούσε ακριβώς διαμέσου των «ελεύθερων». Η ατομική ελευθερία του «κάνω ότι θέλω» είναι ένα ανέκδοτο, είναι γελοία.

Αν από την μια πλευρά υπάρχουν οι smart people που ζουν στις smart city, από την άλλη υπάρχουν οι περιφέρειες-τα προάστια που εγκαταλείφθηκαν στους εαυτούς τους, αηδιαστικά, όπου ζουν αποκλεισμένοι εκείνοι οι πολίτες παρίες επειδή δεν είναι λειτουργικοί σε αυτό το σύστημα, “inemployables”, «άνεργοι», σε αντίθεση με την άλλη τάξη, δημιουργό και δημιουργική.

Αν αυτή είναι, συνοπτικά, μια ανάγνωση των θεωρητικών προϋποθέσεων της ανάλυσης που βρίσκουμε στο κείμενο, δεν λείπει η προσπάθεια να δοθεί ένα νόημα και μια ένδειξη στο περίφημο «τι να κάνουμε;» Όπως πριν από επτά χρόνια με την «Εξέγερση που έρχεται» η Επιτροπή είχε προβλέψει επαναστατικές εστίες που πραγματικά εξαπλώθηκαν αν και δεν γέννησαν τα επιθυμητά αποτελέσματα, και σήμερα το ενδιαφέρον πηγαίνει στις επαναστατικές πρακτικές που δεν κρίνονται στο δικό τους περιεχόμενο, αλλά για τις αλυσιδωτές επιδράσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν.

Μια επανάσταση, διαβάζουμε »Στους φίλους μας»-  “À nos amis”, σίγουρα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με τοπικούς και της στιγμής αγώνες, αλλά πρέπει να συγκεντρωθεί. Το πρόβλημα όμως είναι ακριβώς η φύση αυτής της ενοποίησης η οποία πρέπει να λειτουργεί εγκάρσια, μέσω της πολλαπλότητας, χωρίς να συνθλίβει τις επιθυμίες. Η Επιτροπή μας υπενθυμίζει το παράδειγμα του Καΐρου το 2010. Το πράγμα που είχε περισσότερο αποπροσανατολίσει την αστυνομία ήταν η έλλειψη ενός ηγέτη, μια επανάσταση που επεκτάθηκε επειδή ήταν σε θέση να αλλάξει, σαν ένα είδος ιού. Το κείμενο ολοκληρώνεται με τους πιο ποιητικούς και πανηγυρικούς τόνους, αποδίδοντας σε ένα ασαφές «εμείς» τον ρόλο να οργανώσει την συνάντηση, την κυκλοφορία και την συνωμοσία μεταξύ τοπικών πράξεων και ιδεών. Το έργο του «επαναστάτη» γίνεται αυτό της μετάφρασης, γνωρίζοντας τώρα πλέον ότι δεν υπάρχει μια εσπεράντο της εξέγερσης. «Δεν είναι οι αντάρτες που πρέπει να μάθουν να μιλάνε για αναρχία – διαβάζουμε προς το τέλος του κειμένου – αλλά είναι οι αναρχικοί που πρέπει να γίνουν πολύγλωσσοι».

 

 

Comitato Invisibile: A NOS AMIS

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ανώνυμη Αντάρτες

του Valerio Evangelisti

Αόρατη Επιτροπή (Η εξέγερση που έρχεται – Στους φίλους μας – Τώρα), εκδ. Nero, Roma, 2019, pp. 356, € 20, 00.

Ο εκδοτικός οίκος Nero, από την γένεση και τα ασυνήθιστα χαρακτηριστικά του, εξειδικεύτηκε στη δημοσίευση σημαντικών κειμένων της ανταγωνιστικής αριστεράς. Προτείνει τώρα, σε ένα ενιαίο τόμο, τα τρία δοκίμια που εμφανίστηκαν μέχρι τώρα στη φημισμένη (έτσι για να λέμε) και περιβόητη (για να λέμε) αόρατη γαλλική επιτροπή, μια ανώνυμη επαναστατική κολεκτίβα αντικείμενο άγριων δικαστικών διώξεων, Ενός από αυτά τα δοκίμια, Στους φίλους μας, είχαμε δώσει την είδηση εδώ, qui, αλλά τώρα βγαίνει σε πιο προσεχτική μετάφραση (από τον Marcello Tari) που συνοδεύεται από τις παρεμβάσεις που προηγήθηκαν και ακολούθησαν.

Το «ρεύμα» ιδιότητας, αν μπορεί να οριστεί ως τέτοιο, είναι εκείνο των καταστασιακών, με ισχυρές ενέσεις αναρχισμού. Κάτι αυστηρά γαλλο-γαλλικό. Είναι επίσης και το στυλ, το οποίο συνδυάζει το παράδοξο, την ειρωνεία, την προκλητική πρόθεση, επάνω σε ένα πολύ στερεό πολιτισμικό υπόβαθρο. Είμαστε χίλια μίλια μακριά από τον μαρξισμό, και ο λενινισμός ούτε καν λαμβάνεται υπόψιν. Είναι επίσης προφανές από το προνόμιο που παρέχεται σε ένα λόγο ανάμεσα στον φιλοσοφικό και τον κοινωνιολογικό, με ένα χώρο που μόνο οριακά αφιερώνεται στην οικονομία (εκτός από τις λιγότερο φωτεινές σελίδες που αφορούν το θέμα των κρίσεων, στο άνοιγμα του Ai nostri amici-Στους φίλους μας).

Ποιο είναι το θέμα αυτών των γραπτών; Μόνο ένα: περιγράφονται οι τάσεις της σημερινής καπιταλιστικής κοινωνίας, πώς να τις ανατρέψουμε με μια επαναστατική έννοια, με έναν επαναστατικό τρόπο φέροντας στο φως τη βασική ηλιθιότητα και έλλειψη ανθρωπιάς της, και προτείνοντας χρήσιμες γραμμές δράσης για το σκοπό αυτό. Η Επιτροπή απορρίπτει όλες τις παραδοσιακές οργανωτικές μορφές του εργατικού κινήματος, κόμματα, συνδικάτα, ακόμη και τις συνελεύσεις. Κατά την άποψή τους, αυτές αναπόφευκτα περιέχουν αυταρχικές παρορμήσεις, ή είναι άχρηστες, άδειες περιεχομένου και καταλήγουν ξεκάθαρα σε φλυαρία (για παράδειγμα οι παρισινές Nuits début του 2016). Το μόνο εργαλείο για την επίτευξη ενός αποτελεσματικού αγώνα είναι η ομαδοποίηση σε πυρήνες με παρόμοια ενδιαφέροντα, που ονομάζονται «οι κοινότητες», οι οποίες μοιράζονται το απόλυτο ιδανικό (την ευτυχία, το κοινό καλό) και τις μεθόδους για την επίτευξη του.

Ένας εαυτός έξω από το σύστημα, μιμούμενος έναν δικό του κόσμο και ικανοποιημένος με αυτόν; Όχι, καθόλου. Η επιθυμία της Επιτροπής δεν είναι κάτι που να θυμίζει «παιδιά των λουλουδιών», αλλά το αντίστροφο. «Ώστε οι πράξεις απολίτιστης συμπεριφοράς να γίνουν μεθοδικές, συστηματικές, και να εισρεύσουν σε ένα διάχυτο, αποτελεσματικό ανταρτοπόλεμο, ικανό να μας επιστρέψει πίσω την ακυβερνησία μας, στην αρχέγονη απειθαρχία μας».

Η «κοινότητα» είναι επομένως, ταυτόχρονα, σκίτσο ενός μέλλοντος απαλλαγμένου-ελεύθερου από παγίδες και περιορισμούς της κοινωνίας του κεφαλαίου και όργανο μάχης, το οποίο χρησιμοποιεί τα μέσα που διακινεί ο εχθρός για απολίτιστους: από την άρνηση της εργασίας (καμία σχέση με τις θέσεις της Ιταλικής Αυτονομίας, · ειδικότερα, τον Τόνι Νέγκρι χλευάζουν και κακομεταχειρίζονται), στο σαμποτάζ, στην λεηλασία, με την αυτοπαραγωγή για να εδραιώσουν τον τρόπο ύπαρξης της αντάρτικης κοινότητας. Η οποία, για να επιβιώσει και να αναπτυχθεί, πρέπει να τυλίγεται με μια αυστηρή ανωνυμία.

Αυτά είναι μερικά από τα κεντρικά θέματα, αλλά υπάρχουν πολλά άλλα: κάθε σελίδα είναι μια ιδέα, κάθε πρόταση-φράση ένα σύνθημα. Τα όρια; Εάν η Αόρατη Επιτροπή ερμήνευσε πολύ καλά τις εξεγέρσεις των περιφερειών-προαστίων, την αντίσταση της ZAD (ζώνη προς υπεράσπιση-zone à défendre ) της Notre Dame des Landes, και τις γαλλικές ταραχές του 2016, δεν φαίνεται να έχει προβλέψει ένα μοναδικό φαινόμενο όπως αυτό των σημερινών κίτρινων Γιλέκων- Gilets jaunes. Ίσως θα το αντιμετωπίσει στο επόμενο φυλλάδιο της. Αυτό δεν πρέπει να παρεμποδίζει από την ανάγνωση αυτής της συλλογής γραπτών, αξιοσημείωτων και από λογοτεχνική άποψη, εξαιρετικά κομψών και διεγερτικών.

 

Anonima Ribelli

αυτονομία, autonomia

Εξέγερση

«η ιστορία των χρόνων ’70»

«Αυτή είναι μια ιστορία των χρόνων του ’70.
Τότε υπήρχε ένα κίνημα από γυναίκες και άνδρες που πίστευαν ότι θα άλλαζαν τον κόσμο. Ριζικά. Με μια επανάσταση.
Εκείνες οι γυναίκες και οι άνδρες σκέφτονταν ότι να τον αλλάξουν μπορούσε να είναι και διασκεδαστικό. Μάλλον ή ήταν διασκεδαστικό ή δεν άξιζε τον κόπο. Όλα και αμέσως. Δεν ήθελαν να αναβάλουν τίποτα για αργότερα.
Το πιο ριζοσπαστικό μέρος αυτού του κινήματος ήταν οι αυτόνομοι.
Στη συνέχεια εκείνο το κίνημα πιάστηκε σε μια τανάλια και συνεθλίβη. Πολλοί σταμάτησαν ή τους σταμάτησαν. Πολλοί από το κίνημα μετακινήθηκαν στους ένοπλους σχηματισμούς. Πολλοί σκέφτηκαν ότι η μόνη δικαιοσύνη ήταν η προλεταριακή. Κάποιοι, όχι λίγοι, μετάνιωσαν, μεταμελήθηκαν, δηλαδή έγιναν καταδότες.
Είναι λοιπόν και μια φοβερή ιστορία. Είναι μια ιστορία φτιαγμένη από ζωντανούς, νεκρούς και σκοτωμένους. Είναι μια οδυνηρή ιστορία για τον πόνο που προκάλεσε και υπέφερε.
Είναι μια ιστορία που μιλά για τους νέους. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που βαδίζει προς τα εξήντα. Αλλά βλέπω τον εαυτό μου νεαρό και σκέφτομαι: μας έκαναν να πληρώσουμε αλλά το διασκεδάσαμε πολύ.
Αυτή την ιστορία άρχισα να την γράφω στην ειδική φυλακή του Fossombrone το 1982. Τετράδιο και μολύβι.
Στη συνέχεια παίρνω μαζί μου το τετράδιο στην Rebibbia, όπου μεταφέρομαι.
Ο Francone μου δανείζει την Olivetti Lettera 22 του και ξεκινώ από την αρχή. Η συμφωνία είναι ξεκάθαρη: κάθε μέρα αυτός θέλει να διαβάζει και να δίνει την κρίση του: Hemingway, βατό, σκατά. Τα «σκατά» σκίζονται αμέσως μπροστά στη φάτσα του συγγραφέα.
Η εργασία επιβραδύνεται πολύ κατά τη διάρκεια των ακροάσεων της δίκης. Η γραφή μαραζώνει. Το καλοκαίρι του 1984 δίνω το τελευταίο χτύπημα. Αλλά με απελευθερώνουν και ο δεσμός με τον αδίστακτο κριτικό μου σταματά. Παίρνω μαζί μου το δακτυλογραφημένο στο Μιλάνο μέσα στις μαύρες σακούλες σκουπιδιών στις οποίες μαζεύω τα προσωπικά μου αντικείμενα. Να το δημοσιεύσω; Και από ποιον;
Μετά βγαίνει και ο Francone. Ένα βράδυ πριν από δεκαπέντε χρόνια με φέρνει στο σπίτι ο Sergio, ο επονομαζόμενος Sergino επειδή κατά τα χρόνια της αυτονομίας ήταν σχεδόν μωρό. Ο Sergio λέει: Μου αρέσει πολύ, είμαστε ακριβώς εμείς
Σιγά σιγά αρχίζει να δημοσιεύει ξεχωριστά κεφάλαια της ιστορίας σε περιοδικά, βιβλία κ.λ.π. Μετά πέρυσι εμφανίζεται. Και μου λέει: να δημοσιεύουμε τα πάντα. Λέω ναι. Εδώ είναι, να το ».

Από την εισαγωγή του συγγραφέα

Un assaggio… Μια γεύση

Parco Lambro
Χειμώνας ’76. Στο Μιλάνο η αυτομείωση των κινηματογραφικών, των συναυλιών και των θεατρικών εισιτηρίων εξαπλώνεται. Ομάδες νεαρών δίνουν ραντεβού έξω από τους κινηματογράφους και όταν είναι περίπου εκατό πάνε να διαπραγματευτούν με τους διαχειριστές. Συχνά καταλήγουν να συμφωνήσουν επάνω στην τιμή του εισιτηρίου, όταν αντίθετα η συζήτηση πηγαίνει πολύ μακριά απλά διασπούν και μπαίνουν.
Προς τον μάρτιο το φαινόμενο λαμβάνει μαζικές διαστάσεις, ειδικά τα απογεύματα της κυριακής και στις αργίες. Ακόμη και πορείες σχηματίζονται από νέους που γυρνούν από τον έναν κινηματογράφο στον άλλο, μπαίνουν στις αίθουσες διακόπτοντας τις προβολές για να προπαγανδίσουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν.
Από τα προάστια της ακραίας περιφέρειας νέοι που δεν τους είχε δει κανείς νωρίτερα εμφανίζονται από το πουθενά στις πλατείες του Μιλάνο, δεν τους γνωρίζουν ούτε τα παιδιά της αυτονομίας. Κύκλοι με ονόματα που αναφέρονται στους ινδιάνους ή απλά στους δρόμους όπου έχουν κατακτήσει χώρους: άδειες κατοικίες, καταστήματα, αποθήκες.
Ο μόνος που γνωρίζει λιγάκι τους νεαρούς των κύκλων είναι ο Matteo ο οποίος, μέσα από τα παιδιά του Baggio, ξεκίνησε συναντήσεις σε ένα παλιό σταθμό των καραμπινιέρων που εγκαταλείφθηκε και καταλήφθηκε από τα αγόρια της γειτονιάς.
Ο Matteo έγινε λίγο ο ειδικός στον χώρο του περιοδικού »Rosso» σχετικά με αυτό το κίνημα. Ήταν ο πρώτος που μίλησε για αυτό στις συναντήσεις στη via Disciplini. Είναι μόλις είκοσι χρονών, αλλά φαίνεται ότι δεν έχει ηλικία επειδή παρεμβαίνει στις συνελεύσεις στο Μιλάνο εδώ και τουλάχιστον έξι χρόνια. Με λίγα λόγια, έχει την ηλικία του κινήματος.
Πάντα περιβάλλεται, σαν να τον προστατεύουν, από ένα σμήνος παιδιών από τη γειτονιά του, ώστε έτσι να είναι δύσκολο να μιλήσεις μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο. Όπως είναι δύσκολο να τα ξεφορτωθείς στο τέλος όλων των συναντήσεων αν δεν τον συνοδεύσεις στο σπίτι. Όποιος το κάνει εκπλήσσεται.
Μένει στο τελευταίο σπίτι του Μιλάνο στο δρόμο προς Βαρέζε. Μετά το σπίτι του ξεκινά ένα λιβάδι.                                                                                                                                              Είναι παράλογο. Λίγα μέτρα μακριά μπορείς να δεις το πίσω μέρος μιας μεγάλης πινακίδας που γράφει «Μιλάνο». Το να τον συνοδεύεις τις χειμωνιάτικες νύχτες αγγίζεις την τραγωδία. Πράγματι το σπίτι του ξεπηδά ξαφνικά μες την ομίχλη, ανάμεσα στα δέντρα.
Σε εκείνο το σπίτι με κήπο, στην τελευταία συνοριακή γραμμή του Μιλάνου, ο Matteo ζει συντροφιά με μια μαϊμού και έναν αδελφό που δεν ενδιαφέρεται απολύτως για την πολιτική. Ο Matteo δεν είχε μιλήσει ποτέ σε κανέναν για την μαϊμού, οπότε μόλις μπήκα στο σπίτι του μια φορά και την είδα ξαφνιάστηκα πολύ.
Η μόνη δημόσια συγκοινωνία που φτάνει στην περιοχή του σπιτιού του είναι το 18 barrato που φεύγει από την Piazza Cairoli κάθε μισή ώρα και κάνει την τελευταία κούρσα τα μεσάνυχτα. Αν το πάρετε από τις δέκα το βράδυ και μετά μοιάζει να μπαίνετε μέσα σε ένα κόμικ τρόμου. Υπάρχει μόνο ο οδηγός που σταματά να διαβάζει την εφημερίδα κάθε μισή ώρα και φεύγει για εκείνο τον τόπο που έχει ξεχαστεί από τον θεό.Από τον Matteo κατάλαβα ότι το πρόβλημα των σκληρών ναρκωτικών, της ηρωίνης, αφορά κυρίως τους φτωχούς και τους περιθωριοποιημένους, όχι τους πλούσιους, όπως πίστευα εγώ. Στο κεφάλι μου ηρωίνη και κοκαΐνη πίστευα ότι αφορούσε μόνο ανθρώπους με πολλά χρήματα. Ο Matteo αντιθέτως με πήγε σε μερικούς δρόμους της γειτονιάς του όπου δεκάδες παιδιά τρυπιούνται, στους κήπους όπου πατάς επάνω σε σύριγγες βρώμικες από αίμα. Μου μιλάει για εκείνο τον φίλο του και για τον άλλον που πήγαιναν στο σχολείο μαζί του και τώρα τρυπιούνται τακτικά. Για εκείνους που πέθαναν από υπερβολική δόση και εκείνους που κατέληξαν στη φυλακή επειδή βρίσκονταν σε εθισμό και άρχισαν να κλέβουν στα διαμερίσματα ή να αρπάζουν απ’ τα παιδάκια χρυσές αλυσίδες.
Καταραμένες ιστορίες περιθωριοποίησης χωρίς βάση για κάποια απόπειρα λύτρωσης. Από αυτές τις θλιβερές και απελπισμένες ιστορίες που διηγείται η συνεχής πτώση αυτών των παιδιών στο τρύπημα με εντυπωσιάζει περισσότερο, έστω κι αν μερικές φορές προσπάθησαν να σταματήσουν.
– Είναι αυτοί οι καταραμένοι διακινητές, – λέει ο Matteo – τα εκβιάζουν και μόλις προσπαθήσουν να σταματήσουν πηγαίνουν σε αυτά με ότι χρειάζονται για να βαρέσουν και να πουλήσουν. Τους μεγάλους έμπορους ναρκωτικών πρέπει να τους σκοτώσουν όλους, χωρίς έλεος.
Ο Matteo κατέληξε να στήσει με τους φίλους του από το Baggio μια περιπολία που κάνει αντιπληροφόρηση επάνω στα σκληρά ναρκωτικά και τους εμπόρους. Ένα βράδυ, όλος υπερηφάνεια, μου δείχνει την «Corriere d’Informazione» που αναδεικνύει την είδηση: «Τινάζεται στον αέρα ένα μπαρ, γνωστός τόπος διακίνησης στην περιοχή Baggio». Φυσικά ο Matteo και τα παιδιά της Baggio καπνίζουν μαλακά ναρκωτικά, όπως τα καπνίζω εγώ και πολλοί σύντροφοι στο Μιλάνο.
Στα τέλη της άνοιξης με την πρώτη ζεστασιά η αυτομείωση των συναυλιών εξαπλώνεται. Όλα αυτομειώνονται, ακόμα και σε συναυλίες που διοργανώνει ο «Re Nudo». Το γεγονός αυτό διεγείρει πολύ ζωηρές συζητήσεις σε όλες τις κολεκτίβες, επειδή εκείνοι του «γυμνού Βασιλιά» είναι σύντροφοι και ζητούν μόνο τα έξοδα, ή έτσι λένε τουλάχιστον.
Η κατάσταση είναι εντελώς ανεξέλεγκτη και κανείς πλέον δεν ηγείται επί των εκατοντάδων συλλογικοτήτων στις γειτονιές, στα κατειλημμένα σπίτια, στα καταστήματα που μετατρέπονται σε κοινωνικά Κέντρα του νεανικού προλεταριάτου.
Στο Parco Lambro έγιναν πράγματα και θάματα και ο »γυμνός Βασιλιάς», λόγω του ταραχώδους κλίματος, βασίστηκε, για να διατηρήσει την τάξη επί των χιλιάδων και χιλιάδων παιδιών που αναμένονταν να φτάσουν από όλη την Ιταλία, στην ομάδα περιφρούρησης της Lotta continua.
Πολλοί περισσότεροι άνθρωποι από το αναμενόμενο καταφθάνουν. Είναι ένα απίστευτο θέαμα: σκηνές, υπνόσακοι παντού, όμορφα και λιγότερο όμορφα κορίτσια, άνθρωποι που τριγυρνούν γυμνοί, παιδάκια που κυνηγιούνται μέσα στα λιβάδια. Το βράδυ μεγασυναυλίες της Premiata Forneria Marconi, του Banco del Mutuo Soccorso και πολλών άλλων λιγότερο διάσημων συγκροτημάτων.
Ένα πάρκο άνθρωποι όπου ο Andrea, ο Coz, ο Matteo, ο Puccio, τα παιδιά της Berchet, εκείνα της Baggio, του Drin-Drin γυρνούν από εδώ κι από εκεί σαν ψάρια στο νερό έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν κάθε ευκαιρία για να σπρώξουν προς την απαλλοτρίωση
Ο Matteo με τα παιδιά του ξεκινούν από την πρώτη μέρα κυνηγώντας διακινητές ναρκωτικών. Πέφτει λιγάκι ξύλο και τα αγγλικά κλειδιά προσγειώνονται επάνω σε μερικά κεφάλια. Ήδη από την δεύτερη μέρα αυξάνεται η αγανάκτηση χιλιάδων νεαρών για τις τιμές των τροφίμων που πωλούνται στα περίπτερα των επαναστατικών οργανώσεων. Το μεσημέρι η κατάσταση καθίσταται αβάσταχτη και οι ομάδες αρχίζουν να εφορμούν στους πάγκους για να αρπάξουν φαγητό. Μικρές πορείες τριγυρίζουν το πάρκο με πλακάτ που υποδαυλίζουν την αυτομείωση. Στη συνέχεια, ξαφνικά, μια μεγάλη πορεία κατευθύνεται στο φορτηγό ψυγείο που ενοικιάζεται από τον «Re nudo» το οποίο περιέχει τα κοτόπουλα και το κρέας που μαγειρεύονται στο περίπτερο της Democrazia proletaria. Ένα αγόρι με διαβολεμένο πρόσωπο πηδά στο φορτηγό και ανοίγει την πόρτα. Βουτάει μέσα και αρχίζει να ρίχνει ωμά κοτόπουλα ανάμεσα στον κόσμο. Αμέσως άλλοι ανεβαίνουν στο φορτηγό και με ανοικτές τις πίσω πόρτες αρχίζουν να περνούν προς τα έξω κουτιά με Coca-Cola και διάφορα αναψυκτικά. Από την άλλη πλευρά σμήνη νεαρών καταλήγουν να αδειάσουν τα stand των ομάδων χωρίς καμία διάκριση. Μόνο το δικό μας της αυτονομίας δεν δέχεται επίθεση, από σεβασμό προς προηγούμενες παρεμβάσεις μας, σίγουρα όχι για τη συμπεριφορά μας εκείνες τις ημέρες, σε τίποτα ανόμοια σε οπορτουνισμό.
Το απόγευμα ο Giulio και ο Coz οδηγούν μια χιλιάδα ανθρώπους προς στο πλησιέστερο σούπερ μάρκετ, αλλά με την είσοδο τους πρέπει να υποχωρήσουν γρήγορα επειδή εκφοβιστικοί πυροβολισμοί πέφτουν από ένα σώμα αστυνομικών. Η πομπή επιστρέφει μέσα στο πάρκο μετά από επιδρομή σε όλα τα κοντινά καταστήματα. Η κατάσταση το βράδυ γίνεται εντελώς ανεξέλεγκτη και μόνο η συναυλία και τα διάφορα ναρκωτικά καταφέρνουν να ηρεμήσουν λιγάκι τα πιο αναμμένα πνεύματα.
Ένας πολύ αδύνατος τραγουδιστής ανεβαίνει στη μεγάλη σκηνή και τραγουδά ένα πολύ ωραίο τραγούδι του οποίου θυμάμαι ακόμα τα λόγια:

βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην προβοκάτσια, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Υπάρχει! υπάρχει!

ISBN: 978-88-89969-23-6
PAGINE: 208
ANNO: 2007
COLLAN Narrativa
TEMA:

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

PAOLO POZZI

Ο Paolo Pozzi (1949) αποφοίτησε στην Κοινωνιολογία στο Τρέντο το 1972. Μετακόμισε στο Μιλάνο, στρατεύεται στη συνιστώσα της εργατικής αυτονομίας που συγκεντρώθηκε γύρω από το περιοδικό «Rosso», του οποίου υπήρξε και συντάκτης. Το 1979 συνελήφθη στο πλαίσιο της έρευνας της 7ης απριλίου και εξέτισε αρκετά χρόνια στη φυλακή. Σήμερα είναι διευθυντής εταιρείας που ασχολείται με πολιτιστικά αγαθά.
μα τι χαρακτήρας!

Ποιοι ήμασταν

……μπορεί να ειπωθεί και να λεχθεί ότι οι Ερυθρές Ταξιαρχίες γεννήθηκαν στα γραφεία του ΚΚΙ του Reggio Emilia και του Giambellino στο Μιλάνο (όπως προσπάθησε να κάνει η ταινία ο ήλιος του μέλλοντος, των Giovanni Fasanella και Gianfranco Pannone, δεχόμενη κατ’ αυτό τον τρόπο κακόβουλες επιθέσεις) και ότι η Πρώτη γραμμή είχε τις ρίζες της στα εργοστάσια και τα σχολεία της Sesto San Giovanni, το Στάλινγκραντ της Ιταλίας. Ούτε μπορούμε να μην πούμε ότι, σε ορισμένες φάσεις, ο ένοπλος αγώνας υπήρξε μια πολιτική πρόταση που είδε μια ευρύτατη συναίνεση και τον ακολούθησαν με δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές και συμπαθούντες, δεν ήταν ένας εγκληματικός μικρόκοσμος…..

….ο πατέρας μας είναι ευρέως ανιχνεύσιμος στις προσωπικές βιογραφίες και στις εποχικές, κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες και πλαίσια, μέσα στα οποία γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε: καλείται κίνημα του ’77, και αυτό, ωστόσο, ευτελισμένο, ποινικοποιημένο και παρεξηγημένο, και ακόμη και πριν, για τους περισσότερους από αυτούς που γέννησαν την Πρώτη γραμμή, στην στράτευση στις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, ιδίως στη Lotta continua και την Potere operaio.
Η μητέρα μας, από την άλλη πλευρά, έρχονταν από μια παλαιότερη οικογένεια, η οποία είχε τρέξει και ήταν πολύ καρποφόρος καθ ‘όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα: ονομαζόταν επαναστατική ρήξη.Μια πραγματική ουτοπία που είχε ξεκινήσει από το σοβιετικό ’19, αλλά που είχε βαθιές και ισχυρές τις ρίζες της από την πρόσφατη γαλλική αναταραχή του 18ου αιώνα και στις κινήσεις και την αναρχική κουλτούρα, προλεταριακή και σοσιαλιστική του δέκατου ένατου αιώνα, στις προσδοκίες για ελευθερία, για ισότητα, αδελφοσύνη και κοινωνική δικαιοσύνη.                                                                                            Αυτής της ουτοπίας, πεισματικά οργανωμένης σε όλο τον κόσμο σε αντιαποικιοκρατική και αντικαπιταλιστική βάση, εμείς είμαστε οι καθυστερημένοι και συνεπείς επίγονοι, σίγουρα όχι οι πρωτεργάτες. Την πεποίθηση ότι η επαναστατική βία ήταν η μαμή της ιστορίας, επώδυνη αλλά απαραίτητη συμβολή στη γέννηση του νέου και του σωστού, την έχουμε απλά κληρονομήσει από τους παππούδες μας, τους γονείς μας, τα κομμουνιστικά κόμματα, τα εξωκοινοβουλευτικά κινήματα στα τέλη της δεκαετίας του 1960, από τις ομάδες και από τους εργατικούς αγώνες, κοινωνικούς και φοιτητικούς των αρχών της δεκαετίας του Εβδομήντα.                                                                                                                    Τίποτα το πρωτότυπο, επομένως. Μόνο ο ριζοσπαστισμός, πολύ αποφασισμένος και πιθανώς λιγάκι μπερδεμένος, να προσπαθήσουμε να πάμε μέχρι τέλους. Να τα σπάσουμε, στο επίπεδο της γλώσσας και των συμπεριφορών – και των προσωπικών, επειδή το προσωπικό είναι πολιτικό, μας είχε διδάξει η φεμινιστική σκέψη…..

….si può dire e raccontare che le Brigate rosse sono nate nelle sezioni
del PCI di Reggio Emilia e del Giambellino a Milano (come ha provato a fare il film
Il sol dell’avvenire, di Giovanni Fasanella e Gianfranco Pannone, ricavandone perciò
risentiti attacchi) e che Prima linea ha avuto le sue radici nelle fabbriche e nelle
scuole di Sesto San Giovanni, la Stalingrado d’Italia. Neppure si può dire e
raccontare che, in certe fasi, la lotta armata è stata una proposta politica che ha visto
un consenso allargato e un seguito consistente con decine di migliaia di militanti e di
simpatizzanti, non un microcosmo criminale…..

…..nostro padre è ampiamente rintracciabile nelle biografie individuali e nei
contesti, temporali, sociali e politici, nei quali siamo nati e cresciuti: si chiama
movimento del 77, anch’egli, peraltro, banalizzato, criminalizzato e misconosciuto; e
prima ancora, per la gran parte di quanti diedero vita a Prima linea, nella militanza
nei gruppi extraparlamentari, in particolare Lotta continua e Potere operaio.
Nostra madre veniva invece da un casato più antico, che aveva avuto corso ed era
stata assai feconda lungo tutto il Novecento: si chiamava rottura rivoluzionaria.
Un’utopia concreta che aveva preso le mosse dal ’19 sovietico, ma che affondava le
robuste radici sin nel rivolgimento francese di fine Settecento e nei moti e nella
cultura anarchica, proletaria e socialista dell’Ottocento, nelle aspirazioni alla libertà,
all’eguaglianza, alla fraternità e alla giustizia sociale.
Di quell’utopia, pervicacemente organizzata in tutto il mondo in chiave
anticolonialista e anticapitalista, noi siamo stati i tardivi e coerenti epigoni, non certo
i promotori. La convinzione che la violenza rivoluzionaria fosse levatrice della storia,
doloroso ma necessario contributo alla nascita del nuovo e del giusto, noi l’abbiamo
semplicemente ereditata dai nostri nonni, dai nostri genitori, dai partiti comunisti, dai
movimenti extraparlamentari della fine degli anni Sessanta, dai gruppi e dalle lotte
operaie, sociali e studentesche dei primi anni Settanta.
Nulla di originale, dunque. Solo la radicalità, assai determinata e probabilmente un
po’ ottusa, di provare ad andare sino in fondo. Di rompere, sul piano del linguaggio e
dei comportamenti – anche personali, perché il personale è politico, ci aveva
insegnato il pensiero femminista…..

 

https://www.micciacorta.it/wp-content/uploads/2015/03/Segio-introduzione-miccia-corta-2a.pdf

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Υπό εκκένωση αλλά πάντα έτοιμοι να παλέψουμε. Μια διήγηση από το Λαϊκό Γυμναστήριο Gogo Rigacci

Sotto sgombero ma sempre pronti a combattere. Un racconto dalla Palestra Popolare Gogo Rigacci

Φιλία συνέπεια και «λαϊκός αθλητισμός» στα βορειοδυτικά προάστια της Φλωρεντίας.Μια συναρπαστική ιστορία ιδρώτα, πάθους και αγώνα από το Λαϊκό Γυμναστήριο «Gogo» Rigacci, που απειλείται με εκκένωση από τις κοινές πολιτικές των Nardella και Salvini – του Dino Kapetanovic, αθλητή του Gogo Rigacci.

WhatsApp Image 2019 04 03 at 16.38.38 1

BUM, BUM, BUM! «Ποιος είναι; ». «Γυμναστήριο». Ανοίγουν την πόρτα από μέσα. «Αυτή η καταραμένη πόρτα πρέπει να χτυπηθεί για να ακουστεί. Βίαια και επανειλημμένα», αναφωνεί γελώντας ένα κοντό, ξυρισμένο αγόρι με τατουάζ στα χέρια. Πηγαίνουμε πέρα από το διάδρομο, μετά το οδόφραγμα στρίβουμε δεξιά. Και στη συνέχεια κατεβαίνουμε τις σκάλες. «Ανάθεμα! Τα κλειδιά … Αυτά είναι πάντα εκεί, κρυμμένα, έτσι για να λέμε».
CLICK. Το λουκέτο ανοίγει. Τώρα το δωματιάκι είναι προσβάσιμο. Ακόμα γυμνό και κρύο, αλλά αρκετό για να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες των αθλητών. Εκείνη η προεξοχή μετέτρεψε αυτόματα τον τοίχο σε ένα πάγκο. Και να, εδώ είναι τα αποδυτήρια. Κατεβαίνουμε ένα ακόμα όροφο και φτάνουμε σε αυτό που πρέπει να υπήρξε ένα γκαράζ, με ένα άνοιγμα προς τα έξω, αυστηρά θωρακισμένο από τους καταληψίες. Βλέπετε, αυτούς τους καιρούς δεν παίζουμε με τις αρχές. Ο προθάλαμος είναι γεμάτος ποδήλατα, διαδρόμους, μπάρες, λάστιχα. Σιγά σιγά καθίσταται μια αίθουσα οργάνων. Μόλις περάσουμε την τελευταία γυάλινη πόρτα, φτάνουμε επιτέλους στο γυμναστήριο. Ένα δωμάτιο περίπου 60 τετραγωνικών μέτρων, καλυμμένο από πράσινο λαδί πάτωμα από tatami. Στους τοίχους μια δωδεκάδα καθρέφτες, όλοι διαφορετικοί, τοποθετημένοι λιγάκι πρόχειρα.
Τα φώτα είναι αναμμένα. Οι αθλητές φτάνουν σε ξεχωριστές ομάδες. Σήμερα είναι πέμπτη, το μάθημα είναι στην τεχνική. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο καθένας φέρνει μαζί του, εκτός από ένα μπουκάλι νερό, μασέλες και επιδέσμους. Ορισμένοι έχουν τα δικά τους γάντια, ενώ άλλοι χρησιμοποιούν υλικό του γυμναστηρίου.
Είναι εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο που στο κατειλημμένο κτίριο της Via Baracca 2r, στο Novoli – συνοικία των βορειοδυτικών προαστίων της Φλωρεντίας – πραγματοποιούνται οι προπονήσεις πυγμαχίας του Λαϊκού ΓυμναστηρίουPalestra Popolare “Gogo” Rigacci, ή όπως πρόσφατα μετονομάστηκε σε “Rigacci Fighting Team”. Το σχέδιο γεννήθηκε από μια συλλογικότητα νεαρών κοριτσιών και αγοριών, IAM (Μητροπολιτική Ανταγωνιστική Πρωτοβουλία), που θέλησε να δώσει στους κατοίκους της γειτονιάς τη δυνατότητα να συνευρίσκονται μέσω του αθλητισμού.

48939820 2149485278650524 6203389727115051008 o

«Και όχι του αθλητισμού  – διαβάζουμε σε μια αφίσα που κρέμεται στον τοίχο – των εφημερίδων και των pay TV, των μανάδων που προσβάλλουν τους αντιπάλους και των πατεράδων που αδειάζουν τις ματαιώσεις τους επάνω στα αποτελέσματα των παιδιών τους. Εδώ μιλάμε για Λαϊκό Αθλητισμό. Εκείνο των μικρών γηπέδων πίσω από το σπίτι, μιλάμε για τις καλύτερες φιλίες και τα γδαρμένα γόνατα. Τον αθλητισμό χωρίς ηττημένους ή νικητές, χωρίς εκφοβισμό, ταπείνωση ή ανταγωνιστικότητα. Εκείνον όπου τα παιδιά διδάσκονται ότι τα κορίτσια μπορούν να αρέσουν το ποδόσφαιρο, και τα αγόρια διδάσκονται τον χορό, εκείνον στον οποίον δεν υπάρχουν λευκοί, μαύροι, κίτρινοι ή καφέ γιατί είμαστε όλοι φίλοι και όλοι μεγαλώνουμε, αναπτυσσόμαστε μαζί». 
Όλοι ενωμένοι, όπως τα τριάντα πέντε παιδιά από την Σομαλία που, πριν από δυόμισι χρόνια πλέον, κατέλαβαν το κτίριο στη Via Baracca, το οποίο ανήκει στην Unipol-Sai, το οποίο είχε προηγουμένως καταληφθεί από το Κίνημα Αγώνα για το Σπίτι και εκκενώθηκε το 2015, για να μείνει στη συνέχεια για ακόμη μια φορά κλειστό και εγκαταλειμμένο. Αυτή τη φορά τους υποστήριξε η κολεκτίβα IAM. Μετά την εκ νέου εκκένωση του κοινωνικού και οικιστικού τους χώρου στη Via Luca Giordano (όπου ζούσαν οι νέοι από την Σομαλία, όλοι αιτούντες άσυλο), αποφάσισαν να πάρουν πίσω τη Via Baracca. Τώρα ο νέος χώρος IAM είναι ένας τόπος συνάντησης-συνεύρεσης, όπου στεγάζονται φοιτητικές συνελεύσεις, συνδικαλιστικό γραφείο των Si Cobas, χώρος για πολιτικές πρωτοβουλίες, παρουσιάσεις βιβλίων, βραδιές αυτοχρηματοδότησης, και λαϊκό γυμναστήριο. Και είναι και πάλι υπό εκκένωση. Αλλά αυτό δεν φαίνεται να έχει σημασία για τα παιδιά της IAM, δεν φοβούνται, κάνουν την πολιτική πρακτική τρόπο ζωής τους. «Η ιστορία έχει ανάγκη μιας ώθησης», λεν. Facta, non verba – Πράξεις, όχι λόγια είναι το σύνθημα που διαβάζουμε σε μερικά από τα φυλλάδια τους. Μεταξύ των θεωρητικών μοντέλων αναφοράς είναι οι κούρδοι της Rojava (περιοχή της Βόρειας Συρίας), οι λεγόμενοι παρτιζάνοι της νέας χιλιετίας. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το Λαϊκό Γυμναστήριο πήρε το όνομά του ακριβώς από τον παρτιζάνο Enrico Rigacci, γνωστό ως «Gogo», που σκοτώθηκε από τους ναζιφασίστες στις 28 Αυγούστου 1944 κατά την απελευθέρωση της Φλωρεντίας, ακριβώς στην περιοχή Novoli.

WhatsApp Image 2019 04 03 at 16.38.38

«Σε αυτή τη γειτονιά, που τόσο σημαντική υπήρξε για την απελευθέρωση της Φλωρεντίας, θέατρο συγκρούσεων, απεργιών και μαχών, σου αφιερώσαμε ένα λαϊκό γυμναστήριο. Ένα γυμναστήριο που γεννιέται μέσα σε ένα κατεχόμενο χώρο, πολυφυλετικό, προσφυγικό σπίτι ανταγωνιστικό πολιτικό κέντρο, ένα γυμναστήριο όπου όλοι μπορούν να προπονηθούν δωρεάν και που αφιερώνει μια πρόταση, δανεισμένη από άλλη επανάσταση, σε εσένα και τους συντρόφους σου. «Κανείς δεν τα παρατάει εδώ, κανείς δεν παραδίδεται.» Επειδή έχουν περάσει 73 χρόνια από εκείνη την 25η απριλίου της αντιφασιστικής νίκης, αλλά δεν έχουμε ακόμη κλείσει τους λογαριασμούς με τους φασίστες και με τα αφεντικά. Υπάρχει ακόμα ανάγκη για απελευθέρωση».
Αυτό γράφουν τα παιδιά του ΙΑΜ, τιμώντας το νεαρό άνδρα που κατέβηκε από τα βουνά για να απελευθερώσει τη Φλωρεντία του.
Και ο Giordi είναι παθιασμένος με τα βουνά, να περπατάει με το σκυλί του Nikita και τα παρτιζάνικα μονοπάτια. Δεν είναι τυχαίο ότι είναι αυτός ο προπονητής του γυμναστηρίου, ποιος ξέρει, ίσως η επιλογή του ονόματος είναι δική του δουλειά. Δύο χρόνια στη Sanda, δύο χρόνια στην ομοσπονδία και τέσσερα χρόνια στο λαϊκό γυμναστήριο San Pietrino, έξι συναντήσεις και ένα σεμινάριο για να γίνει εκπαιδευτής για λειτουργική εκπαίδευση στον αθλητισμό μάχης. Μια ζωή αφιερωμένη στο boxe – και μια μεγάλη επιθυμία να αναπτυχθεί κι άλλο – τον οδήγησαν να επενδύσει χρόνο και ενέργειες στη διδασκαλία της πυγμαχίας. Δωρεάν, ιδρύοντας ένα Λαϊκό Γυμναστήριο. Η συμβολή του υπήρξε ουσιαστική. Τεχνικά σχήματα, ασκήσεις ζευγαριών, circuiti, σπάρινγκ: κάθε προπόνηση σχεδιάζεται στις παραμικρές λεπτομέρειες, και κάθε αθλητής ωθείται, βήμα προς βήμα, να ξεπεράσει τον εαυτό του και τα όριά του.
«Δεν χρειάζεται να φοβάστε αν βρεθείτε με κάποιον απέναντι, στο ρινγκ. Θα είναι εκεί για λίγα λεπτά. Μάλλον, σκεφτείτε τον μαλάκα που βλέπετε στον καθρέφτη. Αυτός είναι ο χειρότερος εχθρός σας, και θα είναι εκεί για μια ζωή».
Ξέρει τι κάνει, ο Giordi, τα λόγια του έχουν αποτέλεσμα.
Σήμερα ξεκινάει με ένα δεκάλεπτο τρέξιμο προθέρμανσης, που διακόπτεται από τις εντολές για να αλλάξουν φορά, squat, κάμψεις, άλματα με τα γόνατα στο στήθος. Και μετά skip πάνω κάτω, τελειώνοντας με ένα λεπτό περπάτημα σε γρήγορο ρυθμό, αναπνέοντας βαθιά. Ενώ οι αθλητές τρέχουν, ο προπονητής ανοίγει το τηλέφωνο και βάζει μπρος τη μουσική. Tauro Boys. Οι καιροί έχουν αλλάξει, δεν ακούν πλέον το σάουντρακ  της ταινίας Rocky Balboa στα γυμναστήρια πυγμαχίας.
Μετά το τρέξιμο περνούν στις διατάσεις, αυστηρά από το κεφάλι στα πόδια. Λαιμός, ώμοι, βραχίονες, καρποί, και πάλι κίνηση της λεκάνης – συνοδευόμενη από τα συνήθη αστεία, πόδια, πλάτη. Όρθιοι και καθιστοί. Σιωπηλά.

WhatsApp Image 2019 04 03 at 17.01.01

Τα τεντώματα γίνονται από την Aida: μικρή και λεπτή, με την πρώτη ματιά δεν μοιάζει πως ασκεί την πυγμαχία. Αυτή το ξέρει, και ξέρει επίσης πώς να το εκμεταλλευτεί. Είναι μια από τις στρατευμένες της πολιτικής συλλογικότητας IAM. «Εσείς οι άντρες κάνετε πάντα τους σκληρούς, δίχως ψεγάδια,» λέει, «και θέλετε να παραλείπετε τις διατάσεις. Αλλά όταν η πλάτη σας πονάει κλαψουρίζετε, και απαιτείτε μασάζ από τις φιλενάδες σας … ». Της αρέσει να αμφισβητεί τα στερεότυπα του machismo: εξ άλλου, για τους αγωνιστές του IAM «Δεν υπάρχει επανάσταση δίχως απελευθέρωση των γυναικών, δεν υπάρχει απελευθέρωση των γυναικών χωρίς Επανάσταση». Από εκείνη τη στιγμή που μέσα στο ασανσέρ ένα αγόρι την παρενόχλησε και έμεινε σύξυλη, κάτι άλλαξε μέσα της, και αποφάσισε να μην μείνει ξανά δίχως αντίδραση. Ποτέ ξανά. Συναντήθηκε με την πυγμαχία στην Κωνσταντινούπολη, στο Erasmus, και στη συνέχεια επέστρεψε να την ασκεί στη Φλωρεντία, αφιερώνοντας ώρες και ώρες στην τεχνική, ποιος ξέρει, ίσως στο μυαλό της είχε την εικόνα αυτού του πρόστυχου άνδρα, και την επιθυμία να τον συναντήσει στο δρόμο για να τακτοποιήσει τους λογαριασμούς. Είναι σίγουρα η πιο συνεπής αθλήτρια στο γυμναστήριο, αν ο Giordi έχει δώσει τη μεγαλύτερη συμβολή στο στήσιμο των προπονήσεων, οφείλουμε σε αυτήν την πρακτική οργάνωση, την προετοιμασία του χώρου, τις επίσημες ανακοινώσεις, τις εκδηλώσεις αυτοχρηματοδότησης, αλλά και εκείνης – που χαρακτηρίζεται από τους ίδιους τους αθλητές βαρετή και «da sbirro-μπατσική» – που είναι η συλλογή της μηνιαίας εθελοντικής συνεισφοράς και η στρατολόγηση χεριών για να στήσουν, να ξεστήσουν, για τον καθαρισμό και την εκτέλεση των εργασιών. Άμυνα αριστερού χεριού και ταχύτητα φωτός. «Αυτή επιτίθεται και σου δίνει δυο χτυπήματα κάτω δίχως καν να το αντιληφθείς», λέει ο αδερφός της, Dino. Όχι τυχαία την ονόμασαν AK-47. Aida Kapetanovic, 47 κιλά.
Μετά από τις διατάσεις λίγη ακόμη γυμναστική επί τόπου, και στη συνέχεια καθρέφτης, καθρέφτης και ξανά καθρέφτης. Τρία λεπτά ασκήσεων με διάλειμμα ενός λεπτού, ακριβώς όπως και στις συναντήσεις. «Πρέπει να κοιτάζεσαι και να βλέπεις τον εαυτό σου όμορφο την ώρα που πυγμαχείς, να αλλάζεις γωνία, να μετακινείς το κεφάλι. Δώσε τα τρία τέταρτα, όχι ολόκληρη τη φιγούρα. Σφίξε αυτούς τους αγκώνες. Να βγαίνεις και να ξαναμπαίνεις. Μη κάνεις δύσκολους συνδυασμούς, μη ξοδεύεις την αναπνοή σου και χτύπα μόνο στις σωστές στιγμές», λέει ο Giordi περπατώντας γύρω από τους αθλητές και συμβουλεύοντας τον καθένα. Αφιερώνει περισσότερο χρόνο με τους νεοφερμένους, για να θέσει στερεά θεμέλια για την πυγμαχική τεχνική. «Έχετε τριάντα δευτερόλεπτα για να βάλετε τα γάντια σας και να σχηματίσετε ζευγάρια!» Φωνάζει. Είναι προφανές ότι δεν αντέχει την απώλεια χρόνου. Τα ζευγάρια αλλάζουν κάθε δύο έως τρεις ασκήσεις. Στον λαϊκό αθλητισμό είναι σημαντικό να γνωρίζουν πώς να αντιμετωπίζουν βαρύτερους και ελαφρότερους αθλητές, να αφιερώνουν χρόνο παρατηρώντας και να γνωρίζουν τους αντιπάλους, και πάνω απ ‘όλα να γίνονται καλύτεροι συλλογικά, σαν ομάδα, χωρίς να αφήνουν κανέναν πίσω.
WhatsApp Image 2019 04 03 at 16.38.38 5

DING DING DING! Το κουδούνι χτυπάει, ξεκινούν με «τα κλασικά»: jab-cross, βγαίνω-βγαίνω, jab-cross-κροσέ-κροσέ, βγαίνω-βγαίνω-κάτω-κάτω. Οι στοιχειώδεις ασκήσεις είναι θεμελιώδεις για να έχουν μια σταθερή βάση. Στο ρινγκ, πράγματι, οι απλοί συνδυασμοί κυριαρχούν, και η πρόβλεψή τους, παρακάμπτοντας τους, είναι ότι καλύτερη καλύτερο για να κουράζουν τον αντίπαλο, να τον αποσταθεροποιούν, να απαντούν και να κερδίζουν πόντους. «Κοίταζε ψηλά όταν περνάς από κάτω! Μείνε κλεισμένος! » Και η προπόνηση συνεχίζεται.
Αλλάζουν ξανά ασκήσεις. Τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα: τώρα εκείνοι που αποφεύγουν τα χτυπήματα, που βγαίνουν από τη γραμμή επίθεσης πρέπει να ρίξουν δύο, αλλάζοντας και την γωνία. Ο Dino και ο Dario κοιτάζουν ο ένας τον άλλον και αποφασίζουν να κάνουν ζευγάρι. Τους αρέσει να κάνουν τις ασκήσεις μαζί, επειδή έχουν το ίδιο βάρος και βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο, εκμεταλλεύονται θετικά τον συναγωνισμό, παρακινώντας ο ένας τον άλλο. Ο Dino, 24 ετών, προπονείται εδώ και ένα χρόνο. Πριν ήταν εντελώς ξένος στον κόσμο του αθλητισμού, σκέφτονταν μόνο τη διασκέδαση. Όταν γνώρισε την πυγμαχία, αντιθέτως, άλλαξε εντελώς την άποψή του.
«Έχω κερδίσει περισσότερη εμπιστοσύνη στον εαυτό μου και στις δυνατότητές μου, συνειδητοποίησα ότι δεν είμαι φτιαγμένος από γυαλί. Πριν ήμουν πάντα στην άμυνα όταν υπήρχε σωματική επαφή, τώρα, αφού άρπαξα μερικές στο γυμναστήριο, συνειδητοποίησα ότι το πολύ να σου ανοίξει η μύτη και να χάσεις λίγο αίμα … δεν είναι και τόσο τραγικό, έτσι; Μετά, για να είμαι ειλικρινής, αυτό το άθλημα μου έδωσε ένα άλλο μεγάλο μάθημα: οι αληθινοί fighters σέβονται τον αντίπαλο και ποτέ δεν καυχώνται για τα ταλέντα τους δημόσια. Είναι ταπεινοί. Ναι, γιατί αν κάνεις πριν από έναν καυγά τον μάγκα με το λάθος πρόσωπο, ενδεχομένως υποτιμώντας τον, αυτός θα σε αφήσει καταγής. Οπότε να είσαι ταπεινός. Η πυγμαχία μου άλλαξε πραγματικά τη ζωή».
Κατά τη διάρκεια της άσκησης, ο Dario είναι πολύ συγκεντρωμένος. Κάθε φορά που κάνει λάθος, επαναλαμβάνει τις κινήσεις κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη. Μαθαίνει με ταχύτητα φωτός, είναι 17 ετών και – σύμφωνα με όλους – είναι το μέλλον του γυμναστηρίου. Είναι αθλητικός, έχει μια ισορροπημένη ζωή και αποδεικνύεται πολύ υπεύθυνος, όταν είναι να λερώσει τα χέρια του με εργασίες ή καθαρισμούς. Μετά από μόνο λίγους μήνες πρακτικής έκανε το ντεμπούτο του κάνοντας μια εξαιρετική εμφάνιση κατά τη διάρκεια μιας δημόσιας εκδήλωσης, παρουσίασης – δηλαδή τρεις γύρους δύο λεπτών, χωρίς νικητή – στην Palestra Popolare San Pietrino, την ημέρα της «Γιορτής Λαϊκού Αθλητισμού».
Στη Φλωρεντία υπάρχουν τρία Λαϊκά γυμναστήρια, όλα σε κατειλημμένους χώρους, και οργανώνονται περιοδικά δημόσιες εκδηλώσεις για να προσεγγίσουν τους ανθρώπους που ενδιαφέρονται για τον αθλητισμό. Το Γυμναστήριο Rigacci «Gogo» είναι το πιο πρόσφατο, ενώ τα άλλα είναι το προαναφερθέν Λαϊκό Γυμναστήριο San Pietrino (Csa Next Emerson) και το Λαϊκό Γυμναστήριο του CPA (Αυτοδιαχειριζόμενο Λαϊκό Κέντρο) Νοτίου Φλωρεντίας.
Αλλάζουν ξανά. Light sparring. «Είπα μαλακά! Δεν χρειάζεται να αποδείξετε κάτι σε κανέναν, γαμώτο! » Αλλά μερικές φορές αυτό το πράγμα ξεφεύγει από τους αθλητές, και ακούγονται μεγάλα χτυπήματα που προκαλούν την οργή του προπονητή. Τα ζευγάρια που κινούνται πάρα πολύ αναγκάζονται να εξασκηθούν βάζοντας το ένα πόδι μέσα σε ένα λάστιχο, έτσι ώστε να επικεντρωθούν σε μια αντιπαράθεση πρόσωπο με πρόσωπο, αποφυγές προσποιήσεις και γρήγορες απαντήσεις.
Σε μια γωνία, σε περιστροφή, κάποιος πρέπει να αντιμετωπίσει τον Pietro. Είναι το μέγιστο βάρος του γυμναστηρίου. Ενενήντα κιλά και δύο χρόνια στην ομοσπονδία. To ξέρει αυτό, γι ‘αυτό πάει μαλακά. «Το βόδι από τη Μόντενα» τον αποκαλούν, παρά το μέγεθός του, κινείται πολύ καλά και είναι πολύ γρήγορος. Είναι ένα πολύ ευγενικό αγόρι, ηλικίας είκοσι δύο ετών και σπουδάζει δασικές επιστήμες στη γεωργική σχολή. Έχει background σε μια αντιφασιστική πολιτική κολεκτίβα, στη Μόντενα, αυτό τον έφερε πιο κοντά στο κίνημα της Φλωρεντίας, οδηγώντας τον τελικά να συχνάζει στο Λαϊκό Γυμναστήριο.
WhatsApp Image 2019 04 03 at 16.38.38 3

Είναι η σειρά του Roby να κάνει sparring μαζί του. Στον ήχο του κουδουνιού αρχίζουν οι χοροί: Ο Roby ξέρει ότι πρέπει να επικεντρωθεί στο καλό του μακρινό και να κινείται γύρω από τον Pietro. Να αποφεύγει όσο το δυνατόν περισσότερο αντί να αποκρούει, επειδή τα χτυπήματα ενός αντιπάλου με είκοσι επιπλέον κιλά ζυγίζουν σαν αμόνι. Αλλά αυτό είναι πολύ δύσκολο με τον Pietro, ο οποίος εξαπατεί τον καθένα με τις προσποιήσεις του. Ο γύρος τελειώνει και οι δύο αγκαλιάζονται. «Eja!» φωνάζει ο Roberto, από τη Σαρδηνία. Είναι και αυτός φοιτητής μακριά από το σπίτι, σπουδάζει ιστορία και εργάζεται, ενώ ζει σε ένα κατειλημμένο σπίτι που βρίσκεται στην περιοχή San Frediano. Η υψηλή τιμή των ενοικίων για τους φοιτητές τον οδήγησε, πράγματι, να ακολουθήσει αυτό το μονοπάτι, το οποίο είχε ήδη πάρει στην Casteddu του (Cagliari), στην Αυτοδιαχειριζόμενη Φοιτητική Εστία Sa Domu.
Η προπόνηση συνεχίζεται με άλλες ασκήσεις ζευγαριών. Στην εντολή «επαναλαμβάνετε», τα παιδιά παραπονιούνται. «Ελάτε, αυτή είναι η τελευταία προσπάθεια! Στη συνέχεια μπορείτε να επιστρέψετε σπίτι και να το ρίξετε στο φαγητό κλανιάρηδες», συνεχίζει ο Giordi. Γέλια.
Μετά από μια μικρή παύση, τα παιδιά στέκονται ξανά το ένα απέναντι στο άλλο, και ξεκινούν ασκήσεις διασταυρωμένων χτυπημάτων επάνω στα γάντια του συνεργάτη, πολύ γρήγορα και έντονα, για δεκαπέντε δευτερόλεπτα το καθένα, χωρίς να σταματούν. Φαίνεται να είναι μια πολύ επίπονη άσκηση, τα βλέμματα των αθλητών είναι εξαντλημένα και ο ιδρώτας κυλά αδιάλειπτα από τα πρόσωπά τους. DING DING DING! Στο τέλος των έξι λεπτών (που ισοδυναμούν με τρία λεπτά επαναλήψεων για το καθένα), πέφτουν στο έδαφος και ορμούν στα μισοάδεια μπουκάλια του νερού τους.
Σε αυτό το σημείο, η Aida αναλαμβάνει και πάλι την προπόνηση και οδηγεί δεκαέξι επαναλήψεις είκοσι δευτερολέπτων κοιλιακών ασκήσεων, που διακόπτονται με δέκα δευτερόλεπτα παύσης. Κατά τη διάρκεια αυτής της τελευταίας φάσης, όλοι χαλαρώνουν λιγάκι, επιτρέποντας στους εαυτούς τους ακόμη και μερικά αστεία. «Τέλος πάντων, γνωρίζετε ότι τον Μάιο παλεύουμε; Δείτε να μην παραλείψετε τις προπονήσεις, από δω και πέρα. Μην με αφήσετε να κάνω σκατένια φιγούρα «, αναφωνεί ο Giordano.Αναφέρεται στο τουρνουά πυγμαχίας που διοργανώνεται από το κοινωνικό κέντρο XM24, στη Μπολόνια, το οποίο οργανώνει μια ετήσια εθνική συγκέντρωση των λαϊκών γυμναστηρίων, δημιουργώντας μια επίδειξη αντάξια της επίσημης ομοσπονδίας. Τίποτα δεν θα λείπει: κανονικά υπερυψωμένο ρινγκ, μουσική, φώτα, ομιλητής, κριτική επιτροπή, μετάλλια και αρκετές συναντήσεις που κυμαίνονται από δέκα έως είκοσι. Μια βραδιά αφιερωμένη στο σπορ, στην οποία οι αθλητές των διαφόρων λαϊκών γυμναστηρίων της μπότας έχουν την ευκαιρία να αντιπαρατεθούν σε ερασιτεχνικές συναντήσεις τριών γύρων δύο λεπτών. Αυτά αποφασίζονται περίπου δύο μήνες νωρίτερα, μέσα από ένα σύστημα mailing-λίστας που θέτει τους προπονητές σε επαφή, οι οποίοι προσδιορίζουν τον αριθμό των αθλητών που θα είναι παρόντες, το βάρος καθενός και την ατομική εμπειρία, τόσο από την άποψη της εκπαίδευσης και των προπονήσεων όσο και των αγώνων που πραγματοποιήθηκαν. Για όλα τα υπόλοιπα, η δυναμική είναι η ίδια με αυτή της ομοσπονδίας πυγμαχίας, με τη διαφορά ότι εδώ μπορείτε να αναπνεύσετε έναν διαφορετικό αέρα, λιγότερο ανταγωνιστικό και που έχει σκοπό, πρώτα απ ‘όλα, να δημιουργήσει μια καλή πυγμαχία, ικανή να διεγείρει τους θεατές.
Η προπόνηση βρίσκεται στην τελική της φάση, τώρα οι αθλητές, εξαντλημένοι, δίνουν ένα λεπτό stretching στην πλάτη, για να αφιερωθούν έπειτα στην αναπνοή. «Δύναμη παιδιά. Βελτιώνεστε όλοι, πολύ. Ντάριο, είσαι το νούμερο ένα. Συνέχισε έτσι. Σε εσένα δεν χρειάζεται να πω κάτι». Ο Ντάριο χαμογελάει, σε αμηχανία.
«Dino, πρόσεχε τα πόδια, συνειδητοποίησα ότι είσαι αμφιδέξιος, αλλά δεν είσαι γαμώτο ο Mohamed Alì! Να μένεις κλειστός, έχε το νου σου, Aida, πολύ καλά. Να δουλεύεις στο βύθισμα. Πιέτρο, εντάξει που είσαι βαρύς μην αφήνεις όμως να τις φας σαν την τελευταία φορά! Δάγκωνε και φύγε, γρήγορα, τεχνικά … επωφελήσου από αυτές τις ιδιότητες! Roby, δούλευε το jab. Έχεις την τάση να το πετάς και να καταναλώνεις ενέργεια. Μην χάνεις την υπομονή σου, θύμωσε λιγάκι. Σε κάθε περίπτωση όλα καλά μπράβο σε όλους. Σίγουρα θα με κάνετε περήφανο στη Μπολόνια. Θα σας ενημερώσω σύντομα για τους αντιπάλους που θα αντιμετωπίσετε. Χειροκροτήματα!».
48384968 2149483595317359 4872772115369033728 o

Τελειώνει πάντα με ένα συλλογικό χειροκρότημα η προπόνηση πυγμαχίας στο Λαϊκό Γυμναστήριο  “Gogo” Rigacci.
«Κάποιοι πρέπει να καθαρίσουν!» φωνάζει η Aida. Τα αγόρια παίρνουν τη σκούπα και δίνουν στο τατάμι ένα γρήγορο σκούπισμα. Κάποιος ανοίγει τα παράθυρα, άλλοι τοποθετούν στη θέση τους τoν εξοπλισμό σε ένα ειδικό έπιπλο τοποθετημένο στη γωνία του δωματίου. Στη συνέχεια ανεβαίνουν, στα αποδυτήρια, για να αλλάξουν, ενώ ο προπονητής σβήνει τα φώτα και κλειδώνει ξανά το χώρο. Από το γυμνό και κρύο δωμάτιο ακούγονται αστεία και γέλια. Η ομάδα είναι πολύ συμπαγής, από την αρχή μέχρι το τέλος της προπόνησης. Πριν βγουν από το δωμάτιο, περιμένουν να τελειώσει ο καθένας, στη συνέχεια, σβήνουν τη μικρή ηλεκτρική σόμπα και ανταλλάσσουν τα τελευταία λόγια στο δρόμο μπροστά από το κτίριο. Κάποιος ανάβει ένα τσιγάρο, προκαλώντας την αγανάκτηση του Giordi, ο οποίος χαιρετάει όλους και ανεβαίνει στο Μίνι του, του 1985, παρκαρισμένο μπροστά από το κτίριο, αφού έβαλε ξανά τη μεγάλη του τσάντα γυμναστικής με υπογραφή Leone στο μικροσκοπικό πορτ μπαγκαζ, από την οποία ξεπηδούν δύο κάσκες.
Ποιος θα το έλεγε ποτέ ότι μέσα σε ένα φαινομενικά άδειο κτίριο μπορεί κανείς να κρύψει μια αυτοδιαχειριζόμενη πραγματικότητα όπως το Λαϊκό Γυμναστήριο »Gοgo» Rigacci.Ο δήμαρχος της Φλωρεντίας, Dario Nardella, ανακοίνωσε, κατά τη διάρκεια της συνάντησης που πραγματοποιήθηκε στην πόλη με τον υπουργό Εσωτερικών Matteo Salvini, ότι η εκκένωση των παράνομα κατεχόμενων κτιρίων συγκαταλέγεται στις προτεραιότητες του δημοτικού συμβουλίου. Ειδικότερα, αναφέρθηκε σε πέντε κτίρια, συμπεριλαμβανομένου του «Χώρου IAM», στην οδό Baracca, έδρα του “Gogo” Rigacci.

Ποιος ξέρει ποια θα είναι η κατάληξη των «fighters», ποιος ξέρει εάν και που θα συνεχίσουν να προπονούνται σε περίπτωση εκκένωσης.
Ένα πράγμα όμως μοιάζει να είναι σίγουρο: Aqui no se rinde nadie, εδώ κανείς δεν παραδίνεται.

 

https://www.infoaut.org/calcio-e-sport/sotto-sgombero-ma-sempre-pronti-a-combattere-un-racconto-dalla-palestra-popolare-gogo-rigacci

φυλακές, carcere

Αναμνήσεις των κολασμένων της γης

του Alexik

“Εκεί, όπου ήταν πιο υγρά
άνοιξαν ένα τεράστιο χαντάκι
και μες τον βράχο έσκαψαν
κόγχες και τις θωράκισαν
μετά ύψωσαν πύργους γέφυρες και παρατηρητήρια
κι έβαλαν στρατιώτες, να φυλάν
μας φόρεσαν πανωφόρια
και μας αποκάλεσαν κακοποιούς                                           τέλος, θέλησαν να κλειδώσουν με κάγκελα τον ουρανό

δεν τα κατάφεραν τελείως
εκεί ψηλά
κοιτάζουμε τους γλάρους να πετούν”.

(Sante  Notarnicola, Φυλακή. Favignana 1 Ιουνίου 1973)

[Έφτασαν εδώ και λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, σε επανέκδοση από τον Pgreco, “Η νοσταλγία και η μνήμη” και “Ελεύθεροι από την σιωπή” * του Sante Notarnicola. Περιέχουν ποιήματα και κείμενα διακοσμημένα με σχέδια της Stefania Venturini και του Marco Perrone και μια μακρά συνέντευξη που παραχωρήθηκε το 1992 από τον συγγραφέα στο Radio Sherwood.]

Λέγεται ότι η ποίηση είναι μερικές φορές σε θέση να προφέρει παγκόσμιες λέξεις, έγκυρες ανά πάσα στιγμή, σε κάθε χρόνο.
Συμβαίνει με τους στίχους του Sante Notarnicola, που συντίθενται κυρίως κατά τη διάρκεια μιας φυλάκισης που διήρκεσε 21 χρόνια – από το 1967 έως το 1988.
Στίχοι που εξακολουθούν να είναι χρήσιμοι και σήμερα, και θα παραμείνουν τέτοιοι μέχρι όσο μένει όρθια και η τελευταία φυλακή.
Παρόλο που η σύνθεση του σώματος των κρατουμένων και τα επίπεδα μαχητικότητας και συνείδησής του έχουν αλλάξει, αν και οι μορφές ελέγχου έχουν τελειοποιηθεί και διαφοροποιηθεί, τα κάγκελα παραμένουν ουσιαστικά ακόμα ίδια.
Ίδια είναι η αντίδραση του ανθρώπου στην άρνηση του αέρα και των χρωμάτων, και όλου αυτού του εξωτερικού κόσμου που είναι φτιαγμένος από την απεραντοσύνη των χώρων, των τόπων και των αγαπημένων ανθρώπων.
Ίση είναι η βία στην οποία υποβάλλεται, η ένταση και ο θυμός, η αλαζονεία και η αυθαιρεσία. Ίδια είναι η απάθεια των ακίνητων ωρών, η ευαισθησία και η τρυφερότητα στις κουβέντες όταν δέχεται επισκεπτήριο και η επιθυμία.

“Συγκεκριμένη είναι η απουσία της χειρονομίας, και του χαμόγελου”. Για να αντισταθείς πρέπει να μάθεις να τα ξαναχτίζεις στον ύπνο, στην φαντασία, στις αναμνήσεις και στην ελπίδα. Η ποιητική του Sante είναι μια εκπαίδευση στη φυλακή, σου διδάσκει πώς ο συνολικός θεσμός μπορεί να σε χτυπήσει στην εσωτερική διάστασή σου, και που μπορείς να βρεις τη δύναμη να αντιδράσεις.

Μα είναι επίσης μνήμη της εξέγερσης, η εποποιία των Κολασμένων της Γης, εκείνων των φυλακισμένων που ύψωσαν το κεφάλι ενάντια στις μεσαιωνικές φυλακές και τους φασιστικούς κώδικες.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 μια νέα γενιά φυλακισμένων, λίγο απείθαρχων παιδιών εργατικών οικογενειών και ήδη εκπαιδευμένων στη σύγκρουση, άρχισε να παλεύει ενάντια στην κατασταλτική φυλακή – τη φυλακή του καθικιού και της πείνας, των ξυλοδαρμών και των υπόγειων κελιών της απομόνωσης.
Συνάντησαν συντρόφους με πολιτική εμπειρία, όπως ο Sante, και κατάλαβαν ότι εάν ήθελαν να βελτιώσουν την κατάστασή τους έπρεπε να κάνουν σαν τους πατεράδες τους στα εργοστάσια, όχι πλέον με ατομικές χειρονομίες εξέγερσης αλλά ενωμένοι σε μια συλλογική δύναμη.Έτσι άρχισαν να σταματούν στον προαυλισμό, μπροστά στους τρομαγμένους ανθρωποφύλακες, άρχισαν να γράφουν, να επικοινωνούν με τον έξω κόσμο, να μεταμορφώνουν τις δίκες σε βήματα καταγγελίας των συνθηκών φυλάκισης.
Σε ένα κρεσέντο ανυπακοής άρπαξαν τις φυλακές, ακόμα και 20 κάθε φορά σε όλη την Ιταλία. Και τις κατέστρεψαν, για το δικαίωμα στην τροφή και το στυλό, στις επισκέψεις και στο βιβλίο, στην αξιοπρέπεια και την απόδραση.
Υποβλήθηκαν σε ξυλοδαρμούς, απομόνωση, κελιά κυρώσεων, συνεχείς μετακινήσεις, νέα χρόνια ποινής για να εκτίσουν.
Άφησαν τρεις καμένους νεκρούς στην San Vittore στον αγώνα για να πάρουν το δικαίωμα στo καμινέτο στρατοπέδου, τη δυνατότητα μαγειρέματος στο κελί.

Στα κελιά στην San Vittore τρία πέτρινα λουλούδια” .

Έξω η εξέγερση διαπερνούσε το σχολείο, την οικογένεια και το εργοστάσιο.
Κάθε εβδομάδα, δεκάδες χιλιάδες πορεύονταν κάτω από τα τείχη της San Vittore.
Η Lotta Continua και ο Re Nudo έδιδαν φωνή στις εξεγέρσεις των φυλακισμένων, η Soccorso Rosso ηθική και υλική υποστήριξη.
Οι φοιτητές συρρέουν στις φυλακές λόγω συλλήψεων μετά από κάθε πορεία, φέρνοντας μέσα βιβλία για πολιτική εκπαίδευση. Οι Frantz Fanon, George Jackson, ο Eldridge Cleaver, ο Bobby Seale και ο Malcolm X συνέβαλαν στη μετατροπή των κοινών κρατουμένων σε συντρόφους, οι οποίοι επανενώνονταν στο κίνημα όταν έβγαιναν.
Η Επιτροπή Φυλακών της Lotta Continua γεννήθηκε, οι αποδράσεις ομάδων αυξήθηκαν.
Έπρεπε να τους σταματήσουν.

Τον μάιο του ’74 μια απόπειρα απόδρασης από την φυλακή της Alessandria καταλήγει με επτά νεκρούς και 15 τραυματίες  sette morti e 15 feriti μεταξύ κρατουμένων και ομήρων, μετά από ένα blitz των καραμπινιέρων του dalla Chiesa. Τον φεβρουάριο είχε ήδη σκοτωθεί ο κρατούμενος Giancarlo Del Padrone από μια ριπή αυτόματου ενός φύλακα, στην διάρκεια μιας διαμαρτυρίας στην στέγη των Murate. Στα τέλη της χρονιάς ήταν η σειρά του Venanzio Marchetti στην Piacenza.

Η σφαγή της Alessandria υπονόμευσε οριστικά τη σχέση ανάμεσα στη φυλακή και τη Lotta Continua, κατηγορούμενη ότι δεν γνώριζε πώς να υπερασπιστεί τους αγώνες.Το βλέμμα των κρατουμένων άρχισε να στρέφεται αλλού: εκείνο το έτος γεννιούνται οι N.A.P, ο Curcio δραπέτευσε από την Casale Monferrato χάρη σε μια θεαματική δράση που οργανώθηκε από το εξωτερικό της φυλακής.

Εν τω μεταξύ, το Κράτος εργάζονταν για την οριστική απόκλιση της σωφρονιστικής διαδρομής των κοινών κρατουμένων από εκείνη των πολιτικών και των εξεγερσιακών.
Από εκεί και στη συνέχεια θα ολοκληρωθεί η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος που αντικατέστησε τον παλαιό φασιστικό κώδικα, αναγνωρίζοντας (τουλάχιστον στο χαρτί) τους κρατούμενους ως νομικό αντικείμενο δικαίου και μετριάζοντας (πάντα στο χαρτί) ορισμένες πτυχές της αγριότητας της φυλακής. Εγκαινιάζονταν ένα μοντέλο κράτησης θεραπευτικού τύπου το οποίο προέβλεπε μια διαδρομή σε στάδια για την επανένταξη του φυλακισμένου στην κοινωνία, αφού καθαρίστηκε από τον ανατρεπτικό χαρακτήρα του, μέσω χορήγησης αδειών ανταμοιβής, μερικής απελευθέρωσης, εξωτερικής εργασίας κ.λ.π. Μέσα της περιείχε επίσης ένα δηλητηριασμένο φρούτο, το άρθρο 90, το οποίο επέτρεπε στο Υπουργείο Χάριτος και Δικαιοσύνης να αναστέλλει κάθε δικαίωμα ή προστασία κατά βούληση λόγω «σοβαρών και εξαιρετικών λόγους τάξης και ασφάλειας».

Ολοκληρώνονταν επίσης και το σχέδιο, που εκ νέου ανατέθηκε στον dalla Chiesa, για τον εντοπισμό και τη δημιουργία ειδικών φυλακών. Τάφοι που προορίζονταν για τους ζωντανούς όπου συγκεντρώνονταν οι αγωνιστές του ένοπλου αγώνα και της κοινωνικής ανατροπής, οι βετεράνοι των αποδράσεων, οι πρωτοπορίες των κινητοποιήσεων των φυλακών.

“Μεταξύ ιουλίου και αυγούστου 1977 περίπου 2500 αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν με τρένα, ελικόπτερα, αεροπλάνα σε πέντε φυλακές: Fossombrone, Termini Imerese, Asinara, Favignana, Nuoro. Αυτές οι μεταφορές πραγματοποιήθηκαν με μια πραγματική στρατιωτική επιχείρηση“.

Στον Sante έλαχε η Asinara: «Εκεί άρχισα να αισθάνομαι πεινασμένος και πάλι (και είμαι αρκετά λιτοδίαιτος, κάποιος που είναι ικανοποιημένος με λίγα … αλλά εκεί το πράγμα ήταν επιστημονικό), γιατί ακριβώς με την λιμοκτονία, καθώς και με τους ξυλοδαρμούς και όλα τα υπόλοιπα, ήθελαν να μας εξοντώσουν ».
Και μετά η υποχρεωτική σιωπή, η υγρασία και το κρύο, τα γυάλινα χωρίσματα στις επισκέψεις, η παρενόχληση και οι ύβρεις στους συγγενείς. Ιατρική περίθαλψη μηδέν. Στις ειδικές ο Fabrizio Pelli αφέθηκε να πεθάνει από λευχαιμία.

“Αιωρούνται
τα υπολείμματα της μέρας
και
μες το λιτό φως
ακούμε μια θάλασσα
παραιτημένη
στην ώθηση των ανέμων.
Παρατηρούμε έναν λευκό τοίχο

Παρατηρούμε έναν σκληρό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο γεμάτο εξογκώματα
Παρατηρούμε έναν επιθετικό τοίχο
Παρατηρούμε έναν τοίχο
έναν τοίχο
έναν τοίχο
που σφυροκοπεί
τοίχο
επάνω στον οποίο συνεχίζουμε
να γράφουμε…
Σε αυτό το τοπίο μέσα
ξένο στην ψυχή
με έναν τοίχο
θα ήθελαν να ισοπεδώσουν
τις συνειδήσεις μας.”

(Lager. Asinara 22 αυγούστου 1977)

Εκείνος ο τείχος τινάχτηκε στον αέρα με πλαστικό το 1979, μαζί με την μισή φυλακή. Το 1980 οι τελευταίοι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν υπό την πίεση της απαγωγής d’Urso και της εξέγερσης της φυλακής του Trani, που πνίγηκε στο αίμα (πάντα υψηλότερο ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί).
Η Asinara έκλεισε, αλλά όχι οριστικά, παραμένοντας διαθέσιμη για τα βασανιστήρια μιας επόμενης δεκαετίας.
Σε αντιστάθμισμα ο ειδικός εγκλεισμός εξυπηρετούσε πραγματικά την ισοπέδωση των συνειδήσεων.

Με την Μεγάλη Στροφή
ήρθε η αποκατάσταση
και υπήρξαν απαραίτητες
οι πέτρες και οι χάλυβες.
Γρήγορα αποπροσανατολιστήκαμε
χάσαμε τους σκοπούς μας και δεν ήταν πλέον δυνατό να ζήσουμε πάνω από τις ρίγες.
Σε μια γωνιά
μια γυναίκα περιμένει ακόμα σήμερα.
Ένα μεγάλο δάκρυ 
γλιστρά μακριά.
Πολύ μεγάλο για να στεγνώσει“.

(Ένα δάκρυ)

Πικρά ποιήματα όπως η προδοσία, ένα τρέχον θέμα στην τεσσαρακοστή επέτειο της 7ης απριλίου.

Το ότι έμπλεξαν τον Negri ως τηλεφωνητή της υπόθεσης Moro, σήμαινε ότι τον ανάγκασαν, για να απενοχοποιήσει τον εαυτό του, να εξηγεί – ως λαμπρός διανοούμενος που ήταν – τι ακριβώς ήταν το επαναστατικό κίνημα. Και αυτός έκανε 10-15 ώρες ανάκρισης, εξηγώντας τα πάντα …
… μέχρι τότε κανένας κρατούμενος, από το μεγαλύτερο ηγετικό στέλεχος στον πιο απροετοίμαστο σύντροφο, είχε αποδεχτεί μια σχέση με το δικαστικό σώμα. Ξέρω δεκάδες και δεκάδες παιδιά που επειδή δεν απάντησαν στις ερωτήσεις των δικαστών άρπαξαν 10-15 χρόνια στη φυλακή και όλοι τους χέστηκαν, χωρίς να λένε μια λέξη. Η εξήγηση μιας περίστασης θα τους έσωζε χρόνια, και δεν το έκαναν“.

Τι απομένει μετά από πολύ καιρό, ως κληρονομιά αυτών των παλιών ιστοριών;

-Η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος του ’75 λειτούργησε πράγματι για να αποδυναμώσει τις αναταραχές στις συνηθισμένες φυλακές, παρέχοντας στους περισσότερους κρατουμένους μια διέξοδο από αυτούς τους τοίχους μέσα από μια ικανοποιητική σταδιακή πορεία επιβράβευσης που θα κερδηθεί με την καλή συμπεριφορά και την τάση προς τη μετάνοια.
Με τον τρόπο αυτό η καθημερινή βία στα σωφρονιστικά ιδρύματα του κοινού κυκλώματος απέκτησε νέες δυνατότητες εκβιασμού, δεδομένου ότι οποιαδήποτε αντίδραση στην κατάχρηση ενός φύλακα θα μπορούσε να εμποδίσει την πρόσβαση των κρατουμένων σε άδειες, ή να διακόψει την πορεία προς την ημιελευθερία.
Και η κατάσταση είναι ακόμη αυτή.

-Η διάσταση-ο διαχωρισμός διέσχισε τις δεκαετίες, καθορίζοντας όχι μόνο την πολιτική ήττα της επαναστατικής προσπάθειας της εποχής, αλλά προσαρμοζόμενος στις μεταβαλλόμενες εποχές. Και μας αφορά.
Επέστρεψε κατά τη διάρκεια της G8 στη Γένοβα μέσω της λογικής της διαφοροποίησης μεταξύ καλών και κακών που κατέστρεψε το κίνημα, με τον Bertinotti να μας ζητά να «διαχωριστούμε από τη βία εκείνων που πέταξαν μια πέτρα».
Έχει επιστρέψει τα τελευταία χρόνια, εκταφιασμένη από εκείνους που ζητούσαν από τους εργαζόμενους του εφοδιασμού να «διαχωριστούν από τη βία των πικετοφοριών».

-Οι νόμοι της μόνιμης έκτακτης ανάγκης είναι στρωματοποιημένοι και αποτελούν πλέον τον κανόνα για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε κοινωνικού προβλήματος. Ο ποινικός λαϊκισμός τρελαίνεται.

-Το άρθρο 90 εξελίχθηκε στην υψηλή ασφάλεια και στο βάσανο του 41bis. Υπάρχουν άνθρωποι ακόμα μέσα, από τότε. Η Altra συνεχίζει να μας αποτελειώνει.

-Στη φυλακή συνεχίζουν να πεθαίνουν και να υποφέρουν βία.
Ιστορίες του χθες στο Viterbo:

«Έχω υποστεί βία, σοβαρές σωματικές βλάβες και διάφορα βασανιστήρια». «Με κρατούσαν χειμωνιάτικα με το σώβρακο για μέρες σε ένα» γυμνό κελί «και με γέμισαν γροθιές. Το κεφάλι μου είναι γεμάτο από ουλές». «Έχουν τρεις ομάδες μόνο για να χτυπούν φυλακισμένους». «Βοηθήστε με να την κάνω από αυτή τη φυλακή». «Αν πω κάτι εδώ με χτυπούν». «Εδώ προσπαθούμε να επιβιώσουμε στις αδικίες και να μείνουμε στη θέση μας, πάντα με σταθερά τα νεύρα. Όλο και περισσότερο επιστρέφω να πείθομαι ότι βρίσκομαι στην κόλαση. Δεχόμαστε ταπεινώσεις από τους φρουρούς όταν στις εβδομαδιαίες έρευνες που πραγματοποιούν αφήνουν το κελί άνω κάτω… Η στολή που φορούν τους δίνει μια εξουσία, δεν τους δίνει καμιά τιμή και μπορούν συνεπώς να βιαιοπραγούν στον κρατούμενο, όπως και όταν το θέλουν, να τον καθιστούν αβοήθητο … υπάρχουν αρκετές ιστορίες ξυλοδαρμών που έχουν υποστεί κάποιοι κρατούμενοι του ίδιου τμήματος μου και παραμένουν κρυμμένοι στη σιωπή. Εδώ ζούμε με τον ατομικό φόβο, το σκοτάδι, τους εφιάλτες. Προς το παρόν εξακολουθώ να επιβιώνω, αλλά όταν βγω από αυτή την τρύπα θα αγωνιστώ ώστε η αλήθεια να βγει προς τα έξω».1

Τι μένει τότε;
Βιβλία παλιών ισοβιτών, πολύτιμα εργαλεία.
Που μας διδάσκουν να αντιστεκόμαστε με αξιοπρέπεια, να σπάμε τη σιωπή, να κρατούμε ίσια την πλάτη.

 

* “Liberi dal silenzio” περικλείει “Materiale interessante“, που δημοσιεύτηκε το 1997 για τις εκδόσεις- le Edizioni della Battaglia, και “…Camminare sotto il cielo di notte“, που δημοσιεύτηκε το 1993 απότην Calusca.


  1. Patrizio Gonnella, Viterbo, un carcere dove vige il terrore, Il manifesto, 5 απριλίου 2019