τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΣΣ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 13

Δυο λόγια για τον εργατισμό τώρα.
Ναι, για κάποια χρόνια υπήρχε η κεντρικότητα της φιγούρας του εργάτη-μάζα για την επανάσταση.
Από την στιγμή όμως που το εργοστάσιο διαχέεται στην πόλη και υπεραξία παράγεται παντού, [σχολείο, πανεπιστήμιο, σπίτι, γυναίκες, άνεργοι] κεντρική φιγούρα αναδεικνύεται ο κοινωνικός εργάτης σαν επαναστατική εμπροσθοφυλακή.
Αυτός που μες το πλήθος έχει συναίσθηση της πραγματικότητας που τον καθιστά σύγχρονο είλωτα, αυτός είναι η επαναστατική φιγούρα.
Και θέλει να ελευθερωθεί ολοκληρωτικά, οικονομικά και αξιακά.

αρνείται λοιπόν την μισθωτή εργασία στο εργοστάσιο, σαμποτάρει την παραγωγή διαρκώς, και επανοικειοποιείται τον πλούτο που του κλέβουν με χίλιους δυο τρόπους, παράνομους ή ημιπαράνομους, οργανώνοντας την αντιβία του, με λιγότερη ή περισσότερη δύναμη και ένταση, εφευρίσκοντας τρόπους και μορφές απαλλοτρίωσης καθημερινής της υπεραξίας που του κλέβουν, στο εργοστάσιο, στο σπίτι, στο σχολείο και τις σχολές, στον πολιτισμό και στον ελεύθερό του χρόνο.

Τώρα για τους ρόλους και τις ιεραρχίες.
Αυτές καταργούνται κάθε μέρα μέσα στη ζωή και στον αγώνα, με τη συζήτηση στην κοινότητα, και από τις δύο πλευρές.
Διότι δεν έχουμε όλοι τις ίδιες δυνατότητες, τις ίδιες ικανότητες, πρέπει να ξεχυθούνε ολονών αυτές, να μη μπλοκάρουμε κανέναν και να δώσουμε ίσο βάρος σε όλους, δεν είναι όμως όλοι ίδιοι.
Όλοι οι καλοί χωρούν στο επαναστατικό προτσές, φτάνει να αγωνίζονται για την απελευθέρωση της εκμετάλλευσης και καταπίεσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο.
Στην κοινωνία και μέσα του!

Προσωπικά στην ζωή με έχουν στηρίξει πολλοί φιλικά ψυχολογικά, οικονομικά οι συγγενείς μου.
Δεξιοί και αριστεροί
Τα περισσότερα μπινελίκια τα άκουσα από αριστερούς, όπως και από ανθρώπους που με γνώριζαν χρόνια και θα έπρεπε αν μη τι άλλο να προσέξουν ότι δεν έχω πρόθεση όταν λανθάνω!
Δεν λανθάνω με σκοπό, για να κερδίσω.
Η ζήλια είναι ο χειρότερος σύμβουλος του ανθρώπου, μετά έρχεται η περιορισμένη διανοητική ικανότητα και αντίληψη.

Γι αυτό λοιπόν επανοηματοδότηση χρειάζεται της ζωής γενικότερα! Αυτονομία.
Πράξεις και όχι λόγια!
Στις κουβέντες όλοι ήμαστε άριστοι.
Πράξεις να δούμε πολλές!
Όχι συντηρητικούρες και μεγάλους σταυρούς.
Μεγάλη νίκη για τον καπιταλισμό στάθηκε αυτή στα νοήματα.
Ονόμασε ελευθερία τη δυνατότητα να καταναλώνουν οι άνθρωποι, έστω και με δανεικά, να κάνουν πως μοιάζουν στους πλούσιους [life style ] οι μέτριοι, με αντάλλαγμα να τον αφήνουν να κυβερνά και να κουμαντάρει.

Έσπασε τις συλλογικότητες με το μότο ‘ο θάνατός σου η ζωή μου’,
‘εμπρός εμείς και δε γαμείς’.
Έκανε τα συνδικάτα συντεχνίες, κλαδικές.
‘εμείς να είμαστε καλά’.
Το σπίτι μας να μη βουλιάξει κι ας πνιγούν όλοι οι υπόλοιποι.
Ατομικισμός λοιπόν, κίνδυνος θάνατος.
Όχι στην κτητικότητα,όπου και αν αυτή παρουσιάζεται!
Αν δώσουμε αρχές και αξίες στα παιδιά μας όπως μας ζητούσε παλιότερα η συντρόφισσα, πέρα από τον πλουτισμό και το κέρδος τότε σίγουρα την επανάσταση θα την κάνουν μια μέρα.
Έτσι θα υπάρχει αντίβαρο.
Και αυτές οι αρχές και αξίες θα πρέπει να είναι και να τις κάνουμε να φαίνονται ελκυστικές! Με την πράξη μας!

Η φαντασία στην εξουσία, όχι η συντήρηση!
Τα θέλουμε όλα τώρα!
Εδώ και τώρα ζούμε την κοινωνικότητά μας,
στις κοινότητες μας
Αυτή είναι η αντιεξουσία μας
Για την κατάργηση της εξουσίας
Από τις κοινότητες. Για την αυτονομία.

Ακόμη δυο λογάκια για τον ρατσισμό, τον έρποντα φασισμό.
Θα σας θυμίσω στους παλιότερους πόσα λέγονταν για τον Νικόλα τον ίδιο, το μπαράκι του και τους θαμώνες. Θα σας θυμίσω πώς φέρθηκαν πολλοί στον Γιάννη και την Ελπίδα πριν το διάβημα.
Δεν θέλω να επεκταθώ, οι γνωρίζοντες καταλαβαίνουν, για τους υπόλοιπους έχουμε πει τόσα και τόσα, φτάνει να σας θυμίσω πόσο ξύλο έπεσε πανελλαδικά για να μπορούν πλέον τα πρώην αλβανάκια που αριστεύουν να σηκώνουν τη σημαία.

Θέλετε κι άλλα; Πως συμπεριφερθήκαμε τα πρώτα χρόνια στους ρωσοπόντιους μέχρι τελικά να τους αποδεχτούμε θυμάστε;
Όταν ήμασταν μικροί μας έλεγαν να μη κάνουμε παρέα με τα παιδιά από τις ‘κατώτερες’ τάξεις, έτσι αποκαλούσαν τους φτωχότερους! μετά με αυτά των κομμουνιστών, μετά με τους ίδιους τους κομμουνιστές,μιας και είχαν χωρίσει την χώρα στα δύο – οι εθνικόφρονες και τα μιάσματα! κάπως έτσι έκαναν οι αμερικάνοι με τους μαύρους, έτσι κάνουμε σήμερα με τους μετανάστες και τους ‘κουκουλοφόρους.’

Ποιος έχει όμως αντικοινωνική συμπεριφορά, ο εξουσιαστής ή ο αντιεξουσιαστής; Τεράστια η ευθύνη της αριστεράς,που δεν κάνει εμφανή την ευθύνη της εξουσίας στην αντικοινωνική της συμπεριφορά. Όμως είπαμε σάρκα από την σάρκα της είναι πλέον και αίμα από το αίμα της.
Ο αντιεξουσιαστής τουλάχιστον οικειοποιείται αυτό που του υφαρπάζουν,καταστρέφει και τη ‘βιτρίνα’ του συστήματος γιατί δεν θέλει να της μοιάξει!
Σας θυμίζω πως στα χρόνια μου όποιο κοριτσάκι γουστάριζε τον έρωτα το αποκαλούσαν πουτάνα! Αυτοί που, κατά τα άλλα, το κυνηγούσαν απεγνωσμένα για να αρπάξουν λίγη από την χάρη της.
ΕΔΏ ΠΟΥ ΦΤΆΣΑΜΕ ΔΕΝ ΈΓΙΝΕ ΜΕ ΠΑΡΘΕΝΟΓΈΝΝΗΣΗ

Θυμάστε οι παλιότεροι πως φέρονταν στον ‘Τάκα τάκα’ ‘ευαίσθητοι’ καβαλιώτες,που σκορπούσαν καταγής τα κέρματα για να σκύβει να τα μαζέψει και να ξεσπάσουν έτσι σε ουρανομήκη χάχανα. Θεωρώντας πως σπάζουν πλάκα! Ή τι κλωτσομπουνίδι έχει φάει ο Ψαρός επειδή έκανε το λάθος να είναι ‘διαφορετικός’;
Λαός που έχει μνήμη πάει μπροστά!
Σήμερα δεν γίνεται τίποτα χωρίς αντίτιμο, όλα κοστίζουν, δεν υπάρχει εξυπηρέτηση, για ότι γίνει πρέπει να υπάρξει κέρδος.
Σημαντικό το τραγούδι ‘οι μάγκες δεν υπάρχουν πια’, σημάδεψε την εποχή του. Στις αρχές του ‘80.
Θυμηθείτε τους στοίχους.

Ο μύθος περί ελληνικής παλικαριάς και μαγκιάς έσβησε σε μια στιγμή. Ήταν το τίμημα που πλήρωσε ο Έλληνας στις τράπεζες και τον σοσιαλ φασισμό του Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ.
Μήπως κατά λάθος έλεγε παλικάρια τους κλέφτες και όλους τους παράνομους με τελευταίο τρανταχτό παράδειγμα τους αδελφούς Παλαιοκώστα και παλιότερα τον Ρωχάμη [άλλη βέβαια αντίφαση που δείχνει πόσο διχασμένη προσωπικότητα είναι ο νεοέλληνας, αυτός ο τελευταίος βαρούσε τις γυναίκες, ψευτο παλικαράς].
Έχουμε πολλούς τέτοιους στη χώρα μας!
Ο έλληνας σήμερα είναι πολύ διχασμένη προσωπικότητα, πολύ διασπασμένη. Τρανό παράδειγμα η συμπεριφορά του στις τελευταίες εκλογές. Σχιζοφρενής με τα όλα του.

Τον νέο τον καταπιέζουμε, από φόβο, από τη στιγμή που γεννιέται. Μόλις λοιπόν αρχίσει και καταλαβαίνει πέντε πράγματα αντιδρά και με την ενηλικίωσή του ξεσπά, ψάχνει να βρει τα νοήματά του, τι του αρέσει και τι του ταιριάζει. Παίρνει τον δικό του δρόμο,ψάχνει τη δική του απελευθέρωση, κάνει την επανάσταση του.

Ο δρόμος θα είναι ανάλογος με τις αρχές που διαμόρφωσε όλα αυτά τα χρόνια και τα νοήματα που ανακάλυψε.
Αυτό έγινε και με εμάς. Φοβερή σημασία παίζουν οι συγκυρίες!

Ήμουν τυχερός να βρεθώ μέσα στην καρδιά των γεγονότων και των νοημάτων του παρατεταμένου Ιταλικού Μάη – ‘68,‘78, της αυτονομίας και του αντάρτικου στις πόλεις. Του κομμουνισμού στην πράξη.

Prospero Gallinari μια ιστορία του εννιακόσια 1

Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα, με τις συνθήκες του τώρα, με τις μορφές που παίρνει στην ιδιαιτερότητά του, στον ευρύτερο αναρχικό και αντί εξουσιαστικό χώρο σε διάφορες παραλλαγές.
Γι αυτό: μη πυροβολείτε τον πιανίστα. Όσοι δεν λαμβάνετε μέρος. Αν δεν μπορείτε να χειροκροτήσετε, τουλάχιστον μην εναντιώνεστε, η ιστορία γεννάει, και τι θα βγει εξαρτάται από την συμπεριφορά όλων μας.
Εγώ προσωπικά παρακολουθώ και συμμετέχω όσο μπορώ στις κινηματικές διαδικασίες. Παραπάνω δεν δύναμαι για τους λόγους που γνωρίζω εγώ και οι δικοί μου άνθρωποι. Δεν κριτικάρω αυτούς που δεν μπορώ και δεν θέλω να ακολουθήσω στις πρακτικές τους. Κι αυτοί το ίδιο πράγμα μ’ εμένα θέλουν στο κάτω- κάτω.
Οι άλλοι δεν το επιθυμούν, αυτούς πυροβολήστε!

Όπως μπορεί, γουστάρει και αντέχει ο καθένας.
Μένω έξω από το κομματικό σύστημα.
Δεν διαπλέκομαι, δεν ζητώ.
Και όσο μπορώ αντιστέκομαι στο χρηματοοικονομικό αλισβερίσι.
Απορρίπτω το αξιακό συναπάντημα.
Περιμένω και ελπίζω.
Δεν παραδίδομαι, απέχω ενεργά από όλο το πελατειακό καθεστώς.

Δείχνουμε τον πολιτισμό μας στον δρόμο όπου η συμπεριφορά είναι επιεικώς απαράδεκτη προς όποιον θεωρούμε υποδεέστερο, το δείχνουμε και στο γήπεδο, στην αμμουδιά που έχει καταντήσει τασάκι γι’ αποτσίγαρα,στο δάσος που έγινε ο μεγάλος σκουπιδοτενεκές μας.

Ήρθα πάλι αντιμέτωπος με τον ‘πολιτισμό’ μας σήμερα. Πήγα να κολυμπήσω κι έκανα μια βόλτα στην παραλία πριν βουτήξω. Πίτα στην πλαστικούρα η αμμουδιά! Γεμάτη σακούλες και ότι άλλη πλαστική βρωμιά μπορείτε να φανταστείτε. Οι ‘καθαροί’ συμπατριώτες μας παρατάνε τα σκουπίδια τους μέσα στα πλαστικά φεύγοντας για το σπίτι, πεταμένα στην άμμο διότι τους είναι ‘δύσκολο’ να τα μεταφέρουν στον πλησιέστερο κάδο που υπάρχει εκεί κοντά! Με τον πρώτο αέρα η βρωμιά βρίσκεται στο νερό, και από εκεί ο νοτιάς τα ξαναστέλνει πίσω. Βέβαια, και οι περίφημοι ψαράδες μας αμολάνε τα σκουπίδια τους στο μεγάλο δοχείο που λέγεται θάλασσα, που μας ταίζει κι από πάνω! Έτσι, οι ακτές είναι γεμάτες με κάθε λογής βρώμα, που δεν ανακυκλώνεται από τη σοφή φύση. Χημική βρώμα.
Ακούστε λοιπόν :

Οι πλαστικές σακούλες παρασκευάζονται από πολυαιθυλένιο, παράγωγο του πετρελαίου. Η παραγωγή τους προσθέτει στην μόλυνση της ατμόσφαιρας και στην κατανάλωση ενέργειας. Κάθε χρόνο παρασκευάζονται περί τα 5 τρισεκατομμύρια πλαστικές σακούλες. Η ‘ζωή’ τους στα σπίτια των καταναλωτών είναι ελάχιστη. Όταν πεταχτούν, η συνεχιζόμενη ‘παραμονή’ τους στον πλανήτη είναι ολέθρια!
Χρειάζονται χίλια χρόνια για να αποσυντεθεί μία πλαστική σακούλα. Καθώς αποσυντίθεται, τοξικές ουσίες εισρέουν στο χώμα και εισέρχονται αργότερα στη διατροφική μας αλυσίδα. Τα τρόφιμα δηλαδή που βάζουμε στις πλαστικές σακούλες αγοράζοντας τα από τα σούπερ μάρκετ περιέχουν ήδη τοξικές ουσίες από παλαιότερες σακούλες που έχουν αποσυντεθεί.

Ένα δισεκατομμύριο θαλασσοπούλια και άλλα θηλαστικά πεθαίνουν κάθε χρόνο επειδή συγχέουν τις πλαστικές σακούλες με τροφή, τις καταπίνουν και πνίγονται.

Θα ανοίξω εδώ μια παρένθεση για να πούμε και για του στραβού το δίκιο. Να πω λοιπόν για μια αίσθηση που μου δημιουργήθηκε σε ανύποπτο ακόμη χρόνο, τότε που η Ελλάδα, επίσημα τουλάχιστον, δεν αντιμετωπίζονταν σαν αποπαίδι, σαν ο αποδιοπομπαίος τράγος των ‘Ευρωπαίων’. Αυτοί λοιπόν μου φαίνονταν από τότες ακόμα χειρότεροι. Μας έβλεπαν στην αμμουδιά ανέμελους να απολαμβάνουμε, ναι, ακριβώς, να απολαμβάνουμε τα πέντε δέκα πράγματα που μας ευχαριστούν,και ζήλευαν,φαίνονταν,έκανε μπαμ, ακόμη και στις κουβέντες τους,το θυμάμαι χαρακτηριστικά, ήταν όλο γκρίνια για την δική τους τη βαριά και ξινή καθημερινότητα και για την ανεμελιά με την οποία οι έλληνες αντιμετώπιζαν την βιοτή τους. Και όλα αυτά πολύ πριν την κατάκτηση του ευρωμπάσκετ, πριν ξεκινήσει η επέλαση των δανεικών, έστω αν θέλετε πριν ακόμη αυτά κατευθυνθούν προς λαό πλευρά.

Είναι ρατσιστές από κούνια οι βορειοευρωπαίοι, για τους χι- ψι λόγους που μόνο αυτοί ξέρουν θεωρούν πως είναι ανώτεροι από τους νότιους. Και τώρα που έχουν και κάποιο δίκιο όσον αφορά τον τρόπο που διαχειρίστηκαν οι κρατούντες τα δανεικά, και τον τρόπο με τον οποίο εμείς ανεχτήκαμε να γίνεται αυτό,παίρνοντας πολλοί από εμάς μέρος στον ‘μυστικό δείπνο, βρήκαν ευκαιρία να ξεσαλώσουν.
Στον βορρά έχουν θεοποιήσει την έννοια της εργασίας. Επειδή λοιπόν δεν έχουν τι άλλο να κάνουν όλη μέρα,εργάζονται – πρέπει να το κάνουν και όλοι οι υπόλοιποι.

Ζηλεύουν και το κλίμα που παραείναι ‘θερμό’ για τα μέτρα τους, και μας οδηγεί σε σιέστες κλπ,συχνές τα καλοκαίρια που συνήθως μας επισκέπτονται, και σε όλες εκείνες τις μικρές απολαύσεις που είναι το αλάτι της ζωής.
Δεν θέλω να γενικεύω, νιώθω όμως πως για τους περισσότερους από δαύτους έτσι έχουν τα πράγματα.

Το ότι μια κοινωνία ελεύθερη θέλει να καταργήσει τους ρόλους και τις ηγεσίες δεν σημαίνει πως θέλει να πάψει να αναδεικνύει τα ταλέντα των ανθρώπων.
Απλά θα πάψει να τους διαχωρίζει, να τους αναδεικνύει ή καταδεικνύει αξιακά.
Να τους αμείβει διαφορετικά οικονομικά, ψυχολογικά, πολιτιστικά κλπ.

Υπάρχει και ανάποδη εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Εμείς θέλουμε να καταργήσουμε την εκμετάλλευση.
Υπάρχουν άνθρωποι που παθιάζονται στην ζωή με τα ταλέντα τους και τα προσφέρουν απλόχερα στο σύνολο.
Υπάρχουν και άνθρωποι που δεν παθιάζονται με τίποτα και παραμένουν μόνιμα στο περιθώριο. Αυτοί από μόνοι τους παραμερίζονται από την κοινότητα, από την διαλεκτική και την ζύμωση, την συζήτηση.
Στο όνομα της κυκλικότητας δεν θα παραμερίσεις το ταλέντο. Ο αξιότερος στον λόγο θα χρησιμοποιηθεί ανάλογα. Δεν θα τον ‘ξεχωρίσουμε’ όμως, θα σκουπίσει και θα μαγειρέψει επίσης.
Στο όνομα της κυκλικότητας δεν θα δημιουργήσουμε σύγχυση.

Δεν επιζητούμε την ισοπέδωση, την απρόσκοπη ανάδειξη επιζητούμε. Δεν θα ξεχωρίσουμε τους ανθρώπους, θα τους ενώσουμε.
‘εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο’, γράφει ο ποιητής και τραγουδά ο καλλιτέχνης.

Από καταβολής κόσμου, από τότε που ο άνθρωπος ανακάλυψε την γραφή και έτσι μας άφησε τις εικόνες και τις σκέψεις του, είδα πως υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων. Αυτοί που τους ενδιαφέρει η εξουσία επί των άλλων, και αυτοί που νοιάζονται για αξίες και αρχές. Δεν έχει σημασία πως ονομάζονται. Ή θέλεις να αποτινάξεις τον ζυγό για να υποδουλώσεις εσύ τους υπόλοιπους, ή θέλεις να το κάνεις για να μην υπάρχουν πλέον ζυγοί ! Με γοήτευσαν λοιπόν οι δεύτεροι, δεν γνωρίζω να σου πω γιατί. Ίσως ν’ άφησε κάποιος αυτό τον σπόρο μέσα μου, ίσως να είναι αυτό το στάδιο μετενσάρκωσης στο οποίο βρίσκομαι ! Ποιος ξέρει ;

Με την ευκαιρία να πω πως με αυτό το πόνημα θέλω να συνεισφέρω κι εγώ στην κουβέντα για το μέλλον της κοινωνίας μας και για το πως θα φθάσουμε εκεί που ονειρευόμαστε και επιθυμούμε.

Ο δάσκαλος είναι δάσκαλος και δεν χρειάζεται να το παίξει αρχηγός.
Ο ηγέτης θα είναι πάντα ηγέτης, γιατί τέτοιους η ζωή δεν βγάζει κάθε μέρα.
Κανένας ηγέτης δεν το έπαιξε ποτέ αρχηγός. Και όταν υπήρξε τέτοιος αποκαθηλώθηκε από την ίδια την ιστορία, την πραγματική, όχι αυτή που γράφουν οι ψευτο νικητές στα κιτάπια τους και που χρησιμοποιούν οι ψευτο δάσκαλοι για να αποβλακώνουν τις μάζες.

Το να είναι κάποιος σήμερα παραβατικός σημαίνει το να είναι ελεύθερος, είναι θέμα αξιοπρέπειας και όχι ιδεολογίας.
Σήμερα η σύμβαση στηρίζεται στο απόλυτο ψέμα. Βγαίνεις λοιπόν από τη σύμβαση για να είσαι εν τάξει με τον εαυτό σου, να τα έχεις καλά μαζί του! να μην αυτο κοροϊδεύεσαι δηλαδή. Θεσμοθετεί και εκτελεί μια αισχρή μειοψηφία στο όνομα μιας πλειοψηφίας που αμελεί, παραδομένη ραγιαδικά! Η αξιοπρέπεια σε κάνει πρώτα απ’ όλα να εξεγείρεσαι και μετά το άδειο στομάχι!!!! η αντίθεσή σου, η αντίσταση στο ‘δημοκρατικό’ ψέμα. Έτσι απλά. Τα υπόλοιπα έχουν να κάνουν με το πως ονειρεύεσαι την διαφορά. Και εκεί πάνω συζητάς με τους υπόλοιπους γιατί σου αρέσει η ελευθερία και ο κοινοτισμός, έτσι απλά!. Δεν χρειάζεται τόσο πολύ να είσαι κάτι, όσο το να μην είσαι με τίποτα αυτό που κυκλοφορεί μεταμφιεσμένο τριγύρω σου !!

ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ! λοιπόν.

αγύριστο κεφάλι 2001 άλκης αλκαίος μίλτος πασχαλίδης
»Φυσάει ένας αέρας που σαρώνει ενθύμια παλιά και φυλακτά, οι ήρωες το σκαν απ’ την οθόνη ξυλάρμενοι τραβάνε στ’ ανοιχτά
που μας πηγαίνει αυτό το τρεχαντήρι, δεν ξέρω γέμισέ μου το ποτήρι.
Τα μάρμαρα στο φως αντιφεγγίζουν σε ποιό ταξίδι σ’ έχω ξαναδεί, τυφλά πουλιά το τζάμι μου ραμφίζουν το πλένει στα φανάρια ένα παιδί,
κι ένας τελάλης σ’ έρημη πλατεία τριάντα χρόνια ψάχνει την αιτία.
Στους δρόμους καβαλάρηδες καλπάζουν και κυνηγούν τ’ αδέσποτα σκυλιά, και οι νοικοκυραίοι που τρομάζουν, ξορκίζουν μ’ αγιασμό το σατανά.
Δεν είναι εδώ Βαλκάνια σου το ‘πα ,εδώ είναι παίξε γέλασε και σώπα.
Φυσάει ένας αέρας που σαρώνει, μα εγώ ειμ’ ένα τραγούδι αλλοτινό, στου δρόμου το λιοπύρι και το χιόνι αγύριστο κεφάλι θα γυρνώ
στα χέρια σου αφήνω το τιμόνι κι η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνει».

  • Η κριτική στην κοινωνία είναι ολική και ενάντια σε ότι αυτή αντιπροσωπεύει σε αξίες. Επάνω σε ποιες από αυτές βασίζει εδώ και δεκαετίες το κεφάλαιο την εξουσία του επί της κοινωνίας ;
    Πατρίς – θρησκεία – οικογένεια .
    Μέσα στο φαντασιακό των ανθρώπων αυτές οι αξίες κατέχουν πρωτεύουσα σημασία. Εδώ πάνω στηρίζεται η καταπίεση, αφόρητη στον πυρήνα κάθε επαναστάτη, σε τεράστια κομμάτια της νεολαίας τότε και τώρα. Και η υποκρισία στο μεγαλείο της μιας και σχεδόν οι πάντες γνωρίζουν πόσο διεφθαρμένες είναι στον πυρήνα τους, συντηρητικές και παλαιολιθικές αυτές οι αποτυχημένες αξίες. Με όλα τα σύμβολα και τους θεσμούς τους!

Η φαντασία στην εξουσία σημαίνει την ολομέτωπη επίθεση σε αυτές τις αξίες.
Ο θεός ευλογεί τα όπλα των εκάστοτε ελίτ που θα σκορπίσουν τον όλεθρο βομβαρδίζοντας λαούς για να τους κατακτήσουν με εθνικούς και υπερεθνικούς στρατούς δημιουργώντας κύματα μεταναστών που κατακλύζουν το κέντρο από την περιφέρεια που διαμελίζεται. Εκεί τους κυνηγούν ανελέητα αστυνομίες,σύμβολα και ρατσιστές για να συνεχίσουν το μακελειό. Και η οικογένεια είναι το κεντρικό εργαλείο που διαχέει στον χρόνο και μεταβιβάζει από γενιά σε γενιά την πίστη στην ‘καθαρότητα’ της φυλής, τον αποτροπιασμό στην διαφορετικότητα, την καταπίεση των φύλων, την πίστη σε ιερά και τα όσια στο όνομα των οποίων γίνονται τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Στο όνομα του κέρδους που στέκει περήφανο πίσω από όλα αυτά τα ‘ιερά και όσια’.
Παπάδες, στρατηγοί, αξιωματικοί και τίμιοι οικογενειάρχες φαντάροι και πολιτικοί βρίσκονται εκεί και χειροκροτούν στο βωμό της αγοράς.
Της μόνης πραγματικής αξίας.
Ο πιο αποτυχημένος και άλλο τόσο σταθερός σαν βράχος θεσμός στα χρόνια που η εξουσία εφηύρε ανά τους αιώνες είναι ο γάμος και η οικογένεια.
Εδώ μέσα διαιωνίζεται στους αιώνες η κυριαρχία των ελίτ στον λαό. Του θεού στον λαό, του αφέντη στο λαό Και ο νεο ραγιάς οικογενειάρχης προσκυνά για ένα πιάτο φαί και λίγη, πολύ λίγη σιγουριά.

ο τελευταίος των μοϊκανών

  • Η επίθεση υπήρξε ολομέτωπη και γι αυτό έχει αποσιωπηθεί παντελώς. Ότι παρήγαγε εκείνο το τεράστιο αυτόνομο κίνημα πετάχτηκε στην πυρά. Και όχι φυσικά γιατί σήκωσε τα όπλα. Το είχαν κάνει λιγότερο από διακόσια χρόνια πριν ενάντια στην τότε εξουσία του βασιλιά οι αστοί. Πάλι νομιμοποιημένοι από την επίσημη εκκλησία. Απλά άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τα ρούχα του αλλιώς., παραμέρισε τον προλετάριο,κράτησε την εξουσία,την χρησιμοποίησε για να νομιμοποιήσει την αφεντιά του και όλα μέλι γάλα.

Το περιεχόμενο τρέμουν, των νέων επαναστατημένων ! Γιατί ξεθεμελιώνει από την ρίζα εκεί που έχουν βασίσει την εξουσία τους, στα νοήματα!.
Αυτά τους κρατούν ακόμα εκεί. Έχουν υποδουλωμένο τον κόσμο στα νοήματα. Ο πόλεμος παίζεται στα νοήματα. Αυτός που κρατάει την κυριαρχία στα μεγάλα νοήματα είναι ο σύγχρονος εξουσιαστής.
Διέλυσαν την παραγωγή, την έστειλαν- ότι απέμεινε- στην περιφέρεια, εξαφάνισαν τον ταξικό τους αντίπαλο, τον εργάτη, τον έτρεμαν γαρ, τους είχε πει ο Μαρξ πως νομοτελειακά, αργά ή γρήγορα θα τους πάρει τα γκέμια. Διέλυσαν λοιπόν την παραγωγή και τον αποτέλειωσαν στο φαντασιακό του. Τον έκαναν σύμμαχο στο μυαλό και στην καρδιά, λακέ τους. Για λίγα αργύρια.

Και έφτιαξαν μια τεράστια μικροαστική τάξη που την πάνε και την φέρνουν δεξιά και αριστερά με μεγάλη ευκολία, σαν φτερό στον άνεμο, ανάλογα με τα κέφια τους. Γιατί οι μικροαστοί από ανέκαθεν φέρονται και άγονται, ανάλογα με την φορά του ανέμου.
Και την στρέφουν προς τους επαναστατημένους γιατί δεν ξέρει τι της γίνεται. Τρέμει τους από πάνω, φοβάται και τους από κάτω. Ναι, αλλά για να τα βάλει με τους από πάνω θέλει κότσια ενώ με το που τα βάζει με τους από κάτω βοηθάει και το σύστημα γιατί έτσι κάνει τη δουλειά του.
Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Έγινε και τότε, γίνεται και τώρα. Τότε ήταν το ΚΚΙ ο Δούρειος Ίππος.

Σήμερα είναι οι ‘ψευτοκομμουνιστές’, οι Ανεξάρτητοι και τα χρυσαύγουλα. Επαναλαμβάνω : θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία! Να μη ξεχάσω και τους Δημ.ΑΡ ήττες.

  • Δεν έχω γνωρίσει μέχρι σήμερα άντρα που να μην έχει απατήσει,και οι λίγοι που δεν το έχουν τολμήσει το ονειρεύονται στον ύπνο και στον ξύπνιο. Την γυναίκα όμως που θα το κάνει την αποκαλούν πουτάνα!
    Και την ρίχνουν στην πυρά! Οποία υποκρισία στο όνομα της ‘αγίας και ιερής οικογένειας’.

Οικογένεια χωρίς ατομική ιδιοκτησία δεν νοείται φίλοι μου. Να τη λοιπόν η λατρεία. Δεν νοείται κοινοκτημοσύνη και να κρατάς τον άντρα ή τη γυναίκα φυλακισμένους. Και μη μου πείτε για την αγάπη. Αυτή με την ιδιοκτησία και την κτητικότητα δεν έχει καμία σχέση. Αγαπάς απλά! Δεν κατέχεις. Τελεία και παύλα. Και άμα το παίζετε και χριστιανοί βάλτε να παίξει τον ‘Ύμνο στην Αγάπη’ ή διαβάστε τον, όλο και κάποια Διαθήκη θα βρίσκεται σπίτι σας. Διαβάστε προσεκτικά, με μυαλό και με καρδιά κυρίως αυτό το υπέροχο κείμενο που έγραψε ένας κατά τα άλλα μεγάλος μισογύνης,όπως φάνηκε σ’ εμένα, ο Απόστολος Παύλος.! Διαβάστε το και τα ξαναλέμε.
Ουαί σε σας γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές !! Από τα κεφάλια μέχρι πίσω την ουρά ! Και μας έχετε κάτσει στο σβέρκο και μας πιέζετε ! Και θέλετε κι άλλο! Βρε ουστ !

Και το έκτρωμα που ζείτε το αποκαλείτε ‘δημοκρατία’, να την βάλετε εκεί που γνωρίζετε, αν και από τις γυναίκες ακούω πως και αυτό έχετε ξεχάσει να το κάνετε!

  • Αφού λοιπόν διέλυσε τους παραγωγούς ο καπιταλισμός και τους ενσωμάτωσε, ήλθε ‘το τέλος της ιστορίας’. Εκεί τέλειωσε όποια επαναστατική φαντασίωση στις ψυχές των καταπιεσμένων.
    Η κοινωνία των παραγωγών είναι πλέον κοινωνία των καταναλωτών. Έτσι άρχισε η παραγωγή επιθυμιών και ‘αναγκών’ και από εκεί η παραγωγή των προϊόντων που θα κάλυπταν αυτές τις ανάγκες. Και η διαδικασία ενσωμάτωσης ολοκληρώθηκε.

Αυτή πρέπει να σπάσουμε και τις συμβάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται, αυτό το ‘ψευτο οικοδόμημα’ που μοιάζει ανίκητο χάρη στην απάθεια της κοινωνίας, χάρη στην δική μας απάθεια. Που πρέπει να βληθεί από όλες τις μπάντες. Αυτό είναι το καθήκον μας. Ένα ψευτο οικοδόμημα που φαίνεται πανίσχυρο αλλά στην πράξη στηρίζεται στην άμμο της λαϊκής ανοχής.

Eugenio Finardi Musica ribelle Parco Lambro 1976, αντάρτισσα μουσική

συνεχίζεται

μιχαλης 271

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΞΞ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 10

Ας επιστρέψουμε όμως και πάλι πίσω. Βρίσκομαι λοιπόν για λίγο ακόμα στη Θεσσαλονίκη, είναι αρχές του 2000 όταν χωρίζουμε με τη Λίνα. Τότε ήταν που γνώρισα εκείνα τα παιδιά από τα οποία άκουσα για ρέικι, με μύησαν κιόλας, μου έδειξαν καινούρια πράγματα, εμπειρίες και τρόπους εναλλακτικούς να κάνεις θέατρο ας πούμε, με αυτό ασχολήθηκα εγώ, εμπειρίες εξωστρέφειας, άνοιγμα του μέσα, του εγώ, εξωτερίκευση μύχιων σκέψεων και προβληματισμών, κάτι σαν ομαδική ψυχοθεραπεία κάποιες στιγμές, εξωτερικεύεσαι κάνοντας τέχνη. Εμείς, η ομάδα στην οποία μετείχα το έκανε δημιουργώντας θέατρο, παράσταση Και όπως σας είπα με μύησαν στο ρέικι,το οποίο άφησα αργότερα, στα χρόνια που ξεκίνησε ο φόβος, [μετά τις αρρώστιες].

Έχω επιστρέψει από τη ‘συμπρωτεύουσα’ καλοκαίρι του ‘01,αφού πεθαίνει ο πατέρας μου και απολύομαι από τη δουλειά στον κλιματισμό,μιας και υπάρχουν μεγάλες αλλαγές και ανακατατάξεις στην επιχείρηση. Γίνομαι ασφαλιστής με εκπαιδεύουν στην Καβάλα και στην Αθήνα για το καινούριο ξεκίνημα.Ζορίζομαι πολύ,χρειάζεται να ντύνομαι σαν χαρτογιακάς, όχι ότι δεν μου πάει,μου κάθεται όμως κάπως, στάθηκα αξιοπρεπώς στο χώρο,μα κάτι δεν μου ταιριάζει. Υπάρχει και αυτή η λαθεμένη άποψη περί λαμογιάς του κλάδου, μέχρι να πάρω μπρος,μπαμ και κάτω, στηθάγχη και ανάγκη τετραπλού by pass !! Πάρτον κάτω! Χοληστερίνη κληρονομική, βουλωμένες αρτηρίες, εγχείρηση ανοικτής καρδιάς, εντατική κλπ. Από τότε λοιπόν άρχισαν οι κρίσεις πανικού.

Έχω ήδη γνωρίσει, ερωτευτεί και παντρευτεί τη Βίκυ, γεννιέται και ο Προδρομάρας ένα πρωινό του Γενάρη ανήμερα τα Φώτα, και χιονίζει αβέρτα. Είναι πια το 2004, η χρονιά του μεγάλου μας τσίρκου. Μου αρέσουν τα σπορ, τρελαίνομαι για τον στίβο,γουστάρω πολύ. Για την Ελλάδα όμως είναι καταστροφή και το λέμε από πριν.
Βλέπουμε την τελετή στο Paradiso και μετά πάρτι στην Αλμύρα με τον John Digweed. Όλη νύχτα, αλλά το μέλλον έχει υποθηκευτεί.
Η εντατική μαρτύριο, 21 του δεκέμβρη εγχειρίζομαι, τα φάρμακα με έχουν κάνει άνω κάτω, η ψυχολογία γάμησε τα, βγαίνω τη μέρα του μεγάλου τσουνάμι στην Ανατολή, στην Ταϋλάνδη, έχοντας αφήσει γερά τα σημάδια μου στους νοσηλευτές. Μέχρι τότε ένιωθα άτρωτος, ο φόβος έχει φωλιάσει στην ψυχή μου. Άγιος Λουκάς, Αντώνης Πίτσης. Εντατική, μ’ έχουν πειράξει τα κατασταλτικά φάρμακα, κάνω δυο μέρες να κλείσω μάτι, αντιστέκομαι στη ‘δολοφονία’ που ‘πιστεύω’ πως μου ετοιμάζουν οι νοσηλευτές για να δώσουν την καρδιά μου σε πρώην αθλητή του Άρη που νοσηλεύεται στο διπλανό σε εμένα κρεβάτι!
Αβάστακτο έμοιαζε τότες, κακό όνειρο σήμερα.
Συνήλθα!

Βέβαια μέχρι να γίνει οριστικά αυτό άλλες Συμπληγάδες Πέτρες. Εκεί που πάω να συνέλθω για τα καλά από την επέμβαση, τα παρελκόμενα και το πατατράκ, άρπα την, ανακαλύπτω τυχαία φθινόπωρο του 06 πως έχω λέμφωμα! Άντε βγάλε τα πέρα! Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία! τυχερός βέβαια στην ατυχία μου,δεν είναι καλπάζουσα. Αρχίζουν επιθετικές χημειοθεραπείες, ο γιατρός μου είναι της αμερικάνικης σχολής, αντιμετωπίζει την αρρώστια επιθετικά και την εξαφανίζει. Αντέχω. Εγώ ξέρω πως ! Εμμανουηλίδης, Διαβαλκανικό Ο πρώτος καιρός ήταν μαρτυρικός, τότε που δεν έχεις ακόμη καταλάβει τι παίζει, τι εστι βερίκοκο, ποια θα είναι η εξέλιξη,πως θα ανταποκριθεί ο οργανισμός. Σιγά σιγά συνηθίζεις, στην αρχή είναι πιο ζόρικα γιατί δεν ξέρεις τι σε περιμένει. Βέβαια μεγαλώνει η κόπωση με τον καιρό, εκείνο τα ασφυκτικό συναίσθημα. Νιώθεις να πνίγεσαι συχνά. Και ξαναγύρισαν οι κρίσεις πανικού που είχανε πάει ταξίδι. Βράσε τα Χαράλαμπε, πέρασε κι αυτό ,αντέξαμε, μοιάζουν άσχημο όνειρο όλα αυτά πλέον. Κι άλλο κακό ας μη μας βρει !!

Ήμουν ασφαλιστής και σχεδόν από την πρώτη μέρα δούλευα . …να μη πούμε ψυχικά ανάπηρος, από τη δεύτερη και σωματικά. Μη το συζητάμε! η Βίκυ κοιμήθηκε το βράδυ μαζί μου και ήμουν γερός, ξύπνησε ράκος. Μεγάλα λόγια αλλά αληθινά. Τα κουράγια να με εγκαταλείπουν, παρατρίχα να την πληρώσει ο Πρόδρομος,που έπρεπε να μεγαλώσει φυσιολογικά κι εγώ μόνο τέτοιος δεν ήμουν για πολύ, πολύ καιρό. Πέρασε και αυτό, μου έχει αφήσει σημάδια. Μου λείπει η ενέργεια, αργώ να επανέλθω, είναι τραυματισμένη η ψυχή,αυτό είναι το κυριότερο. Τι γίνεται με την αυτοπεποίθηση; Καταλαβαίνεις πλέον, συνειδητοποιείς πόσο ευάλωτος είναι ο άνθρωπος. Από πρώτο χέρι.
Φοβήθηκα !
Εκνευρίζομαι ευκολότερα, ήμουν νευρικός και ευέξαπτος έτσι κι αλλιώς.

  • Επιστρέφουν οι θύμησες.
    Τι εμπειρία και αυτή στον Ορειβατικό με τον Τσιλογιώργη, ανεβήκαμε τα βουνά της Βόρειας Ελλάδας με όλους τους τρόπους, μάθαμε την αναρρίχηση στον πάγο, περπατήσαμε και σκαρφαλώσαμε στο χιόνι, τσουλήσαμε σε απότομες πλαγιές για να μάθουμε να φρενάρουμε, περάσαμε τέλεια, είδαμε ομορφιές απίθανες, κολυμπήσαμε στον παγωμένο Βοϊδομάτη και στις πηγές του, ήταν τέλεια.
    Είχα και μοτόρια, Tenere πρώτα και Africa μετά, ένα 400άρι ενδιάμεσα,ταξίδεψα πολύ, μέσα στην Ελλάδα φυσικά μιας και το εξωτερικό είναι απαγορευμένο, Δεν καίγομαι,είναι πανέμορφη η χώρα, άσε που τώρα πια το να γυρίσεις ή να κάνεις διακοπές γίνεται ολοένα δυσκολότερο και σε πολύ λίγο θα μοιάζει απαγορευμένο και αυτό.

Με κάλεσαν φίλοι στη Γερμανία, χρόνια πίσω, ο Γιώργος με τον Vladan.Είπα, θα με έχουν ξεχάσει πια είκοσι χρόνια μετά τις διώξεις. Πήγα.Με τσίμπησαν στα σύνορα, μόλις κατέβηκα το αεροπλάνο, η Έλλη έκανε να ξαναμιλήσει ένα μήνα. Στάμνχαιμ, Στουτγάρδη, παρέα με κούρδους, βόσνιους, κροάτες και μόνο προς το τέλος με έναν έλληνα. Το εθνικιστικό ήταν σε έξαρση, τα χρόνια του εμφύλιου στην Γιουγκοσλαβία, υπήρξε όμως αλληλεγγύη στη φυλακή, όχι ρατσισμός και τέτοια, δεν σκέφτηκαν να μας πειράξουν μουσουλμάνοι ή καθολικοί που ήταν πολλοί περισσότεροι μάλιστα.
Με θέλανε πίσω οι Ιταλοί,με είχαν καταδικάσει ερήμην πολλά χρόνια, καμιά εικοσαριά. Η δίκη όμως στην Ελλάδα,που οι ίδιοι είχαν ζητήσει, προηγείτο, άρα η καταδίκη στην Ιταλία δεν έχει καμία νομική ισχύ σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Δεν δικαιούται λοιπόν η Γερμανία να με εκδώσει και επιστρέφω ελεύθερος. Έμεινα σαράντα μέρες στον τόπο όπου αντάρτες της Raf άφησαν τη τελευταία τους πνοή.
Τι ζητάω; Μια ευκαιρία στον Παράδεισο να πάω!

Έγινα καπετάνιος, ταξιδευτής, αναζητητής, ήμουν μαχητής, έχω να θυμάμαι. Ζωή σαν παραμύθι μοιάζει τώρα που τη ξετυλίγω..
Τις πορείες, τις καταλήψεις στα εστιατόρια της πόλης για να επιβάλλουμε προλεταριακή τιμή στο φαγητό, ίση με αυτή των φοιτητικών εστιατορίων. Τις καταλήψεις σε κτίρια και σχολές, μέρες και νύχτες αγκαλιασμένοι, αδελφωμένοι, αυτόνομοι.
Τις συγκρούσεις, η αδρεναλίνη στα ύψη,η αίσθηση του απόλυτουη αντιεξουσία στην πράξη, η πόλη μας ανήκει. Φτάσαμε παντού με τραίνα που έχουν καταληφθεί. Ρώμη, Μπολόνια, Μιλάνο, Νάπολι,Πίζα, Λιβόρνο,Τζένοβα, Ραβέννα μου έρχονται στο μυαλό. Στις μεγάλες πάνω από μία φορές. Χιλιάδες, όλοι όμοιοι, ο ένας να φυλάει τα νώτα του άλλου. Είδα κτίρια στις φλόγες, οι σφαίρες να σκίζουν τον αέρα, μια φορά στη τεράστια διαδήλωση της Ρώμης το ’77 τις ένιωσα σχεδόν κυριολεκτικά στο πετσί μου,τότε που οι σύντροφοι άνοιξαν δυο τρία οπλοπωλεία. Κτίρια σύμβολα της κρατικής εξουσίας να βάλλονται με πραγματικά πυρά. Τρεχάλα, πορεία και ξανά τρεχάλα, άλλοτε συντεταγμένα, άλλοτε μας διασπούσαν, διασκορπισμένοι για να ανασυνταχθούμε λίγο πιο κάτω, για ώρες.. Απαλλοτριώσεις μεγάλων καταστημάτων, επανοικειοποίηση του πλούτου.Που από ιδιωτικός, ατομικός γινότανε κοινωνικός. Εισβολές σε γραφεία και εταιρίες. Αυτά!

συνέδριο στην Bologna

Για να είμαστε πολλοί μαζί στην καθημερινότητα της διαβίωσης, ψάχναμε παλιά αρχοντικά με τα οποία ήταν διάσπαρτη η ύπαιθρος γύρω από την πόλη. Τα νοικιάζαμε λοιπόν αρκετοί μαζί κι έτσι η τιμή γίνονταν προσιτή. Πανέμορφα τεράστια κτίσματα, κρυμμένα συνήθως στο πράσινο, μέσα σε δάση, που οι ιδιοκτήτες τους απόγονοι ξεπεσμένων ευγενών αδυνατούσαν να συντηρήσουν. Ήταν λίγο απομακρυσμένα βέβαια και η συγκοινωνία όχι και τόσο συχνή. Όλο κι έσκαγε κάποιος με αυτοκίνητο όμως και διευκόλυνε τα πράγματα.

Ξαναλέω πως αδυνατώ να ορίσω το σωστό και το λαθεμένο μιας και οι απόψεις διίστανται, είναι υποκειμενικές. Η κοινωνία,οι πολλοί δείχνουν χρόνια τώρα πως αρκούνται στο να είναι θεατές σε αυτά που συμβαίνουν, και μάλιστα στο ίδιο έργο. Τους αρκεί να αποδέχονται παθητικά άλλοι να ορίζουν τις τύχες τους, την έκβαση των υποθέσεων που τους αφορούν. Μην παίζουμε με τις λέξεις, η παθητικότητα τους χαρακτηρίζει, αντιπαθούν το ξεκούνημα. Αρκούνται στην ετερονομία. Και με αυτή τους την στάση καθορίζουν και τις ζωές των υπολοίπων. Που όταν εξεγείρονται ακούνε βρισίδια κι από πάνω. Τους αφήνουν απροστάτευτους. Βέβαια τα οφέλη από τις κινητοποιήσεις τα καρπούνται όλοι!

Γράφω αυτές τις γραμμές γυμνός στα βράχια του Μπάτη,στη μύτη, απέναντι από την Κακόπλακα. Βλέπω πιο πίσω την Καβάλα που αστράφτει στον ήλιο, και ζωγραφίζεται μια εικόνα που αποτυπώνει την κατάσταση για την οποία μιλάμε. Η Παναγία κάνει τη μεγάλη διαφορά μέσα στο κάδρο. Με σπίτια που έχουν άποψη, που έχουν χρώμα. Με τα κόκκινα κεραμίδια. Σχεδιασμένα με ευαισθησία. Η υπόλοιπη εικόνα άχρωμη, όλα ίδια, γκρίζες πολυκατοικίες, τετράγωνα μεγάλα κουτιά. Χωρίς ψυχή Κάποτε τα μαστόρια έδιναν ζωή στα δημιουργήματά τους. Σήμερα. … να τελειώνουμε μια ώρα νωρίτερα.
Χώροι για να μαντρώνουν, να κοιμίζουν.

Θελήσαμε ν’ αλλάξουμε την κοινωνία,φτιάχναμε και τους εαυτούς μας διαφορετικά, όλα διαμορφώνονται, έτσι κι αλλιώς. Με τα χρόνια, με τις προσπάθειες. Ότι σπέρνεις φυτρώνει. Η σπορά μένει. Αύριο θα καρπίσει!
ΤΟ ΚΑΛΌ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΥΝΥΠΑΡΧΟΥΝ. Εκείνο που χρειάζεται είναι να ισορροπείς, σαν τον σχοινοβάτη. Κι όταν επικρατεί η αγάπη και η αλληλεγγύη είναι καλό. Ο ένας για όλους και όλοι για τον ένα.

Θα αδίκησα σίγουρα κάποιους, δεν έγινε με πρόθεση.

Και, άντε να γράψεις μπαλάντα σαν το One και να την ερμηνεύσεις όπως ο Bono.
In the name of love.
Ο οποίος φυσικά διαγράφηκε από την καρδιά μας μόλις έγινε αυλοκόλακας προέδρων-δολοφόνων.

Ταξίδεψα, είδα και άλλη ήπειρο. Μεξικό, Σαλβαδόρ, Βρετανική Ονδούρα. Σε αυτή την τελευταία μάλιστα που είναι όλη κι όλη η χώρα μια πόλη, κτισμένη ολοκληρωτικά με ξύλο και την αποχέτευση να χύνεται σε ποταμάκι που την διασχίζει. Μοναδικό και φυσικά σιχαμερό. Το μακρινό 1979 νομίζω, καλοκαίρι.Μέρη διαφορετικά, ζούγκλα, υγρασία αφόρητη, πήγα στις πυραμίδες των Αζτέκων και αυτές των Μάγια, βαθιά μες τη ζούγκλα, σκαρφαλώνεις σχετικά εύκολα μα το κατέβασμα είναι σκέτη περιπέτεια,γιατί είναι πολύ απότομες. Και το ασήμι πάμφθηνο.
Σε υψόμετρο, με λίμνες τεράστιες, ιθαγενείς που μιλούν σχεδόν μόνο την αρχαία γλώσσα τους και δεν καταλαβαίνεις λέξη, συνεννόηση μονάχα με νοήματα, Με τους υπόλοιπους εμείς ιταλικά,αυτοί ισπανικά με ξεχωριστή προφορά, ρίζα λατινική και οι δύο γλώσσες, συνεννοούμασταν. Mexico City αχανές,το κέντρο πανέμορφο, στην περιφέρεια παραγκούπολη.

Πολύ αργότερα,πίσω ξανά, ο μεγάλος Τζίμας κάνει παρέα στο Τεμπελχανείο με τον Μανώλη, τον Βαγγέλη και τ’ άλλα παιδιά, θα μας φύγει κι αυτός βρε γαμώτο! Ο Καρράς ανοίγει ξανά την Μυροβόλο παίρνοντας την σκυτάλη από τον Τσαλκιτζόγλου, αφού έχει περάσει εν τω μεταξύ από τον Κήπο και την Μαρκίζα. Ο Γκάλης Ελλαδογραφία, στα Καπνομάγαζα τώρα, έκανα κι εγώ κάποια μεροκάματα εκεί για να βοηθηθώ στο ξεκίνημά μου σαν ασφαλιστής, μέχρι ν’ αρχίσω να βγάζω κάποια χρήματα απ’ την καινούργια μου δουλειά. Πολλά χρόνια πριν με τα παιδιά του Έρεβος φτιάξαμε και δουλέψαμε το Πικ Νικ στη Βενιζέλου. Ήταν τα χρόνια του Ωκεανίς, Σαρίδης, Picchio Rosso με τους αδελφούς Κοντόρια, Salina και Νικολαϊδης με τον αγαπητό Σούλη στην Ηρακλίτσα, Enjoy στην Πέραμο,και Χρήστος Τουμανίδης στο Παλιό με το Joyfull. Γίνεται friend αργότερα και κατεβαίνει και αυτός παραλία. Στο χωριό,στην Ηρακλίτσα κάποια στιγμή ο Μίκης με τον Καφά φτιάχνουν το Ναυτίλο, και στους παρθένους ακόμη αμμόλοφους ο Βαγγέλης ο Γκαγκάκιας ένα απλό,χαριτωμένο μπαράκι για να ξεδιψούν οι γυμνιστές που αναγκαστήκαν να φορέσουνε μαγιό. Αυτό,ακόμη πιο πίσω στον χρόνο.

Dire Straits & Eric Clapton – Walk of Life [Wembley -88]

Ανέβηκε στις 3 Σεπ 2008

Dire Straits performing live with Eric Clapton at Wembley Stadium at Nelson Mandela 70th Birthday Party 11th June 1988.

Ήταν τα χρόνια του Bico και του Νέλσωνα Μαντέλα, των μεγάλων μουσικών ραντεβού για την ελευθερία, ενάντια στον ρατσισμό και το απαρτχάιντ, για την απελευθέρωση του μεγάλου ηγέτη. Των αγώνων ενάντια στην νεοαποικιοκρατία, για το δικαίωμα στη ζωή, ενάντια στην καταλήστευση του Τρίτου Κόσμου, αυτό που αργότερα έγινε αγώνας ενάντια στο χρέος. Τότε επίσημα χρεωμένος φαίνονταν μοναχά ο Τρίτος Κόσμος,που τον λήστευαν απ’ όλες τις πλευρές για να απολαμβάνουμε προνόμια εμείς οι υπόλοιποι και μία ‘άνετη’ ζωή.

Σήμερα ζούμε τα χρόνια που θα έπρεπε να πολεμάμε ενάντια στα χρέη του ‘Πρώτου Κόσμου’.
‘Για ένα κομμάτι ψωμί δεν φτάνει μόνο η δουλειά, δεν φτάνει μόνο το μυαλό σου, δεν φτάνει μόνο το κορμί σου, το πιο σπουδαίο είν’ η ψυχή σου δικέ μου. Έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία.’

1976, τραγούδι Μίκης Θεοδωράκης. Τους στίχους, συγκλονιστική προφητεία ο Νίκος Γκάτσος.
Τη μουσική ο Μάνος Χατζιδάκις.
ΕΛΛΑΔΟΓΡΑΦΊΑ.
Τω καιρώ εκείνο ο ακμαιότατος κλάδος της πελασγικής δρυός εκάλυπτε τρείς οικισμούς πέριξ του μυστηριώδους Βράχου της Ακροπόλεως. Αλλά μετά τα δραματικά γεγονότα της Μεσοποταμίας, τα οποία οδήγησαν εις την έξωσιν των πρωτοπλάστων εκ της κοιλάδας του Τίγρεως και προεκάλεσαν σύγχυσιν εις τας φρένας των ανθρώπων οι οικισμοί των Αθηνών ήρχισαν να πληθύνονται παραλόγως. Αποτέλεσμα υπήρξεν η αλματώδης επέκτασις της πόλεως και η δημιουργία του μεγάλου άστεως, το οποίο κατά τους αρχαιόπληκτους ιστορικούς εμεγαλούργησε και περιεβλήθη την αίγλη της αιωνιότητος.
Επίσκοποι και προεστοί
κατακτητές και στρατηλάτες
επαναστάτες και αστοί
της ιστορίας οι πελάτες.
Αλλά οι αρχαίοι Θεοί, εν τη μερίμνη των διά τα υπόλοιπα πελασγικά φύλα, απεφάσισαν την βαθμιαία κατάρρευσιν των Αθηνών ως ηγέτιδος πόλεως, και την απαλλαγήν του Ελληνισμού, ως εθνικού πλέον συνόλου, εκ των κινδύνων του συγκεντρωτισμού. Κατά τους επόμενους μακρούς αιώνας κατεβλήθησαν αρκεταί προσπάθειαι δια την αναβίωσιν του παλαιού άστεως, αλλ’ αύται απέβησαν άκαρποι. Ευτυχώς δε, διότι κατά την νεωτέραν και σκληροτέραν δοκιμασίαν του γένους, η εκ νέου κυριαρχία των Αθηνών θα απεδυνάμωνε τας κορυφάς και τας πεδιάδας της πελασγικής γης, αι οποίαι διεμόρφωσαν την οριστικήν φυσιογνωμίαν της φυλής και κατηύγασαν δι ανεσπέρου φωτός τους ομιχλώδεις ορίζοντας της περιδεούς ανθρωπότητος.
Στο Σούλι και στην Αλαμάνα
κάναμε φως τη συμφορά
θα μας θυμούνται τάχα μάνα
καμμιά φορά ;
Ματαία ελπίς. Ουδείς τους ενεθυμήθη ως ζώσαι αιωνιότητας, ουδείς τους κατενόησεν εις τας πραγματικάς των διαστάσεις. Και αι Αθήναι, καταστάσαι πρωτεύουσα του νεοπαγούς κράτους, ήρχισεν να προετοιμάζονται δια την εκ νέου απορρόφησιν της ικμάδας του έθνους. Αλλά η προγονική κληρονομιά δεν είχεν εξ ολοκλήρου σπαταληθεί και οι μεταγενέστεροι αδελφοί του μικρού Χαρμόπουλου ,εκ των Ηπειρωτικών ορέων και εξ όλων των στενωπών της αθανάτου πατρίδος, διέπλευσαν την Αχερουσίαν της μοίρας των με την γαλήνην του μαρτυρίου και της θυσίας. Και τα βαρβαρικά έθνη ηπόρησαν και κατ’ ιδίαν εκάγχασαν ακριβώς όπως
αι Αθήναι
Χτυπάτε της οργής προφήτες
καμπάνα στην Καισαριανή
να ρθουν απόψε οι Διστομίτες
να ρθουν κι οι Καλαβρυτινοί
με σπαραγμό κι απελπισία
για τη χαμένη τους θυσία.
Άραγε είναι αληθές ότι η θυσία των απέβη επί ματαίω ;
Ουδείς δύναται να αποφανθή μετά βεβαιότητος και ουδείς δύναται να προεξοφλήση το μέλλον διότι η ιστορία του ανθρώπου είναι μία συνεχής παλινδρόμησις. Αλλά με την διαρκώς ογκούμενην υπερτροφίαν της Αττικής αι προοπτικαί διαγράφονται σκοτειναί. Οι αρχαίοι Θεοί δεν υπαρχουν πλέον δια να δώσουν την λύσιν, και ούτω, θάττον ή βράδιον, αι Αθήναι θα συγκεντρώσουν εις τους κόλπους των και θα εξαφανίσουν διά παντός την Ελληνικήν αρετήν, ως ο Κρόνος εις το απώτατον παρελθόν κατέτρωγε τα ίδια αυτού τέκνα ή ως ο Ήλιος εις το απώτατον μέλλον θα συγκεντρώσει εις τας αγκάλας του τους πλανήτας του
και θα καταβροχθίσει αυτούς!
Γένοιτο! και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.
Πότε θ’ ανθίσουν τούτοι οι τόποι ;
Πότε θα ρθούνε καινούργιοι ανθρώποι
να συνοδεύσουνε τη βλακεία
στην τελευταία της κατοικία ;

  • Θα ξεχωρίσω και θα αναφέρω δύο φανταστικές συναυλίες που είδα στην πόλη αυτά τα χρόνια. Η πρώτη στο θεατράκι της Παναγίας,με τα κρουστά του Δημήτρη Τουλιάτου και τον Ρος Ντέιλυ στην μπάντα, αξέχαστοι. Η δεύτερη στο αρχαίο θέατρο των Φιλίππων αποτέλεσε για μένα μια ντροπιαστική στιγμή στην πόλη, ο Γιάννης Μαρκόπουλος με όλο το επιτελείο του,και μιλάμε για εξαιρετικούς καλλιτέχνες, Χαλκιάς, Γαργανουράκης, Λαβίνα,δεν καταφέρνουν να μαζέψουν πάνω από τριακόσιους θεατές. Δεν πτοούνται όμως και δίνουν μια εξαιρετική παράσταση. Αξέχαστη.

Θα αναφέρω επίσης το υπέροχο feeling των περιστρεφόμενων ντερβίσηδων στο θεατράκι του κάστρου. Πανέμορφα.[ Tο θεατράκι αυτό πρέπει να εγκαινιάστηκε με παράσταση του Θεατρικού Εργαστηριού, εάν θυμάμαι καλά, τα χρόνια που βρέθηκα κι εγώ μαζί με τα παιδιά, την περίοδο πριν μετεξελιχθεί σε ΔΗΠΕΘΕ.]
Πρέπει να έχουμε ξαναμιλήσει για τις συγκρούσεις ανάμεσα σε Τζάγκερ αστυνομικούς και θεατές τον Απρίλη του 67 στην Αθήνα, κατά την διάρκεια της συναυλίας των Stones. Nα πούμε λοιπόν με την ευκαιρία και για άλλα σημαντικά μουσικά γεγονότα στα οποία στάθηκα τυχερός να παρευρίσκομαι.

Και πρώτα απ’ όλα στη φανταστική συναυλία των Pink Floyd στο ΟΑΚΑ, ότι ποιο δυνατό μου έχει συμβεί ΜΟΥΣΙΚΆ ΣΤΗ ΖΩΉ ΜΟΥ. Μάιος του 89. Mε το φίλο μου τον Τάκη τον ‘Μαπίκ‘. Θα πω μόνο πως ξεκίνησαν χαλαρά κι όσο περνούσε η ώρα η ένταση ανέβαινε, ο κόσμος στην αρχή αποσβολωμένος ξαφνικά ξέσπασε σε ένα ασταμάτητο παραλήρημα στο τελευταίο μέρος του θεάματος. Απλά πανζουρλισμός! Στην κιθάρα,δεν έχω λόγια να σας μεταφέρω τον τρόπο με τον οποίο την χειρίζονταν ο Gilmour. Δεν νομίζω να έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο.

Σεπτέμβρης 97, Θεσσαλονίκη και U2, ΣΤΟ ΛΙΜΆΝΙ, η πόλη για τρεις ημέρες ανέπνεε αλλιώς. Μηχανές. Απόλυτος άρχοντας στη σκηνή ο Bono, φανταστικός στην κιθάρα ο Edge. Τρομεροί. Τρεις μέρες ατέλειωτη γιορτή στην πόλη που την έχουν κατακλύσει νέοι απ’ όλα τα Βαλκάνια.

http://www.mixanitouxronou.gr/i-proti-synaylia-ton-u2-stin-ellada-peninta-chiliades-thaymastes-plimmyrisan-to-limani-tis-thessalonikis-pos-i-apergia-ton-teloneiakon-

Και να γυρίσουμε πιο πίσω στο μακρινό 88, είναι Οκτώβρης, πολύ ζεστός καιρός, έχω κατέβει με τη μηχανή στην Αθήνα μέσω Σκοπέλου, η μεγάλη συναυλία της Διεθνούς Αμνηστίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η πιο πολιτική και συγκινητική μιας και κεντρική στιγμή στάθηκε αυτή που 30 με 50 ‘μητέρες των εξαφανισμένων της Αργεντινής’ παρέλασαν στη σκηνή, με τα μάτριξ να μεταδίδουν εικόνες από την καταστολή του φασιστικού καθεστώτος του στρατηγού Βιντέλα. Τρέϊσι Τσάπμαν, Πίτερ Γκάμπριελ, Γιου Σου Ν’ Ντουρ, ο δικός μας Γιώργος Νταλάρας να ξενερώνει την κατάσταση, ο Στίνγκ και ο Μπρούς Σπρίνγκστιν, έπαιξαν, τραγούδησαν και φώναξαν στον κόσμο να ‘ξεσηκωθεί για τα δικαιώματά του’. Πάλι στο ΟΑΚΑ.

  • Ιδιώτευσα λοιπόν πολλά χρόνια. Από την εξέγερση του 2008 και μετά πήρα τα πάνω μου, πέρσι με το κίνημα των πλατειών βγήκα απ’ το καβούκι μου, με τις όποιες δυνάμεις έχω. Είναι ενθαρρυντική η κατάσταση, κι ας μη φαίνεται αρκετά, κι ας αποκρύπτεται μαζικά από τα μέσα χειραγώγησης και παραπληροφόρησης. Ένα ικανό κίνημα έχει απλωθεί στις γειτονιές της Αθήνας και σε πολλούς χώρους της υπόλοιπης χώρας, αυτόνομο.Έχει δημιουργήσει αντιδομές, οργανώνοντας τον κόσμο της χειραφέτησης. Θέλει πολύ δρόμο ακόμη και υπομονή, και να σταθούμε μακριά από ιδεοληψίες. Θέλει ψυχραιμία. Το σύστημα χρησιμοποιεί απροκάλυπτα όλα τα όπλα που διαθέτει, κρατικά και παρακρατικά για να φιμώσει ή και να σβήσει τελείως όπου μπορεί τις μορφές αντίστασης και ανυπακοής. Οι δομές των ελεύθερων ανθρώπων που αυτοοργανώνονται είναι εκεί έξω. Οι αυτόνομες φωνές.

Ας κρατήσουν οι χοροί, υπάρχουν ήδη στέκια αλλιώτικα, επαρχιώτικα και παντού! Με χορούς κυκλωτικούς κι άλλο τόσο ελεύθερους σαν ποταμούς! ας πληθύνουν,ας δυναμώσουν. Έχουμε ένα πλούσιο παρελθόν από το οποίο να μάθουμε.
Δεν μοιάζουμε με κανένα από αυτά που κυκλοφορούν σαν πρότυπα από τους θεσμικούς παίχτες αυτού του ‘παιχνιδιού’ που λέγεται καπιταλισμός και αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Ακούστε το με προσοχή.

Από τους τοίχους:
Αφήστε τις σακούλες και πιάστε τις κουκούλες.
Σκάσε και ψώνιζε.
Καταναλώνω, άρα υπάρχω.
Οι συνειδήσεις γεννιούνται στα οδοφράγματα.
Δούλευε, ψήφιζε και σκάσε.
Αφήστε τα ψώνια και πιάστε τα καδρόνια.
24ωρο της υποταγής, δουλειά και κατανάλωση και στ’ άλλα θεατής.
Ύλη παντού, αγάπη πουθενά.

συνεχίζεται

μιχαλης 277

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΘΘ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 7

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΖΟΎΜΕ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΉ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ, στην, κατά Ντεμπόρ, κοινωνία του θεάματος. Έτσι λοιπόν και για μένα, νεαρό αγόρι στα μακρινά ‘70, οι αφίσες στο σχολείο με τον Νικηταρά και τον Κολοκοτρώνη, με όλο το συμπάθιο, δεν είναι τόσο ελκυστικές όσο τα πρόσωπα στα μπλουζάκια και στα έντυπα των νεαρών του Μπέρκλευ, των σχολών στη Ρώμη,στο Μιλάνο, στο Παρίσι και στη Χιλή, στο Δουβλίνο και τη Φρανκφούρτη, στη Βαρκελώνη και το Λίβερπουλ, που συγκρούονταν με την αστυνομία και το στρατό. Αιώνια σύμβολα καταπίεσης και καταστολής που με όσα προσωπεία ‘δημοκρατίας’ και αν τους στολίσουν δεν παύουν να παραμένουν, ειδικά η αστυνομία πλέον σε αυτά τα μέρη, στο πρόσωπο κάθε νέου, αυτό που είναι πραγματικά: τα σκυλιά των αφεντικών, ο ένοπλος βραχίονας, το οπλισμένο χέρι της κάθε εξουσίας.
Η επανάσταση όπως η καθημερινότητα είναι και θέμα αισθητικήςΚαι σίγουρα ο Γκεβάρα είναι πιο ελκυστικός από τον Χρυσοχοίδη σήμερα ή τον Παπαδόπουλο τότε. Διαβάζεις και για τις απόψεις και τη ζωή και τη διαδρομή του και γίνεται αμέσως ο ήρωας σου. Σε αυτόν θέλεις να μοιάσεις.

Οι Deep Purpple τραγουδούν για την λυσσαλέα αντίσταση των Βιετκόγκ στην Ινδοκίνα, εδώ μας κουρεύουν με την ψιλή, σε αυτούς θέλουμε να μοιάσουμε, στην εμφάνιση και στο ντύσιμο και στην ευαισθησία, θέλουμε μακριά μαλλιά, θέλουμε να αγαπιόμαστε χωρίς περιορισμούς, να φοράμε αυτά που μας αρέσουν,να ακούμε και να χορεύουμε αυτά που μας αγγίζουν, ΝΑ ΣΚΕΦΤΌΜΑΣΤΕ ΌΠΩΣ ΘΈΛΟΥΜΕ ΕΜΕΊΣ . Οι ‘μαλλιάδες’ μας αγγίζουν γιατί μιλάνε γλώσσα που καταλαβαίνουμε. Οι δάσκαλοι που μας μιλούν για τους Μακρυγιάννηδες είναι σπαστικοί, είναι και κακάσχημοι, βαρετοί.

Τον Hendrix ΝΙΏΘΟΥΜΕ ΚΟΝΤΆ Μας, τους Zeppelin νιώθουμε δικούς μας. Είμαστε με τον Santana και την μπάντα του, όχι με τους κοντοκουρεμένους στρατονόμους, που όσο όμορφα και να τους ζωγραφίζει ο Τσαρούχης αυτό που μυρίζει η ψυχή τους είναι σκατά. Η ψυχή της χούντας δεν κρύβεται, μη ξεχνάτε ταινίες σταθμούς,η Ευδοκία,ο Άγγελος, η Παραγγελιά κλπ, εξαιρετικές φωτογραφίες της εποχής όπως και λίγο αργότερα η Γλυκιά Συμμορία και τα Κουρέλια Τραγουδούν Ακόμα. Αν θυμάμαι καλά, για εκείνες τις εποχές μιλά στο βιβλίο του ‘ο Οργισμένος Βαλκάνιος’ ο Νικολαίδης.

Χούντες, σοσιαλδημοκρατία, νεοφιλελευθερισμός, τα διάφορα πρόσωπα του καπιταλισμού. Και το ΚΚΕ να κουβαλάει αιώνια ενοχές για έναν εμφύλιο στον οποίο σύρθηκε σχεδόν με το ζόρι και έχασε διότι ‘συνωμότησε όλο το σύμπαν’ να ηττηθεί ένας λαός σε έναν αγώνα που ήταν εξ ολοκλήρου δικός του, στον οποίο το όραμά του ήταν συντριπτικά πλειοψηφικό. Ένα λοιπόν ενοχικό σύνδρομο κουβαλάει το κόμμα, που το έχει οδηγήσει στη σχιζοφρενική στάση να είναι ‘επαναστατικό’ στα λόγια και στην πράξη να κάνει ότι είναι δυνατόν για να πείθει το κεφάλαιο πως το κουμάντο του δεν θα το απειλήσει ποτέ. Ότι έχει αποδεχθεί πλήρως το ‘δημοκρατικό’ καθήκον ελέγχου οποιασδήποτε ριζοσπαστικής διεκδίκησης και κίνησης των ‘από κάτω’. Μετατρέπει τις ταξικές συγκρούσεις σε διάλογο στη σκηνή της ολιγαρχίας, το κοινοβούλιο, όπου, εκτονώνοντας τις κοινωνικές αντιθέσεις κερδίζει σε αναγνώριση της αποδοχής του θεσμικού του ρόλου,της παραδοχής και πίστης του στην αστική νομιμότητα.

Στα όνειρα επαναστάτες, για να ελέγχουν και το θυμικό των μελών τους που αναμένουν το μεσσιανικό τέλος της ιστορίας και της χωρίς ιδρώτα επικράτησης τους στο θέατρο του παραλόγου που λέγεται κενοβούλιο.
Άσε που σε οποιαδήποτε άλλη σοβαρή χώρα θα είχαν πετάξει μακριά με τις κλωτσιές γραμματέα και όλα τα πολιτικά συμβούλια μετά από τόσες εκλογικές κατραπακιές.

Την ίδια ώρα λοιπόν που ολόκληρος ο κόσμος καίγονταν, πυρπολούνταν κυριολεκτικά, εδώ το ‘μουνί χτενιζόταν’, η Δέσποινα. Παρέα με Ιωαννίδηδες, Ντερτιλήδες και άλλα τέτοια φρούτα που το έπαιζαν πατριώτες αλλά και αυτοί,ως άλλοι κρετίνοι, σαν αυτούς του ’22, έβαλαν το χεράκι τους στη συρρίκνωση του Ελληνισμού μιας και τη μισή την Κύπρο τους την έφαγαν για τα καλά!
Από την άλλη οι πάντες πιάστηκαν στον ύπνο και έγιναν καπνός την ίδια ώρα που ο προδομένος Σαλβαδόρ Αλιέντε πέφτει με το όπλο στο χέρι,βομβαρδισμένος μέσα στο προεδρικό μέγαρο στο Σαντιάγο από τον Πινοσέτ.

Να ολοκληρώσω τη σκέψη μου. Το ΚΚΕ κουβαλάει ενοχές. Σύρθηκε στον εμφύλιο παρ ότι έκανε τα πάντα για να τον αποφύγει και ίσως και να τον κερδίσει. Αλλάζει λοιπόν τακτική, μάλλον επιστρέφει στην παλιά καλή δοκιμασμένη συνταγή, της αποδοχής του αστικού παιχνιδιού, της συνδιαχείρησης [η επανάσταση ήταν ένα κακό όνειρο, μια ατυχής παρένθεση, και τι δεν έκανε από το τέλος του αγώνα και μετά για να αποδείξει στην άρχουσα τάξη ότι θα σεβαστεί τους όρους, ότι είναι πάλι νομοταγείς οι κομμουνιστές!] Αποδέχεται λοιπόν και ξαναπαίζει μπάλα σ’ ένα παιχνίδι στημένο. Εκτός έδρας. Διότι όταν παίζεις με τους όρους του αντιπάλου,σ’ ένα παιχνίδι που ο ίδιος ορίζει, και κατέχει το πηδάλιο και τα μέσα πλοήγησης,το καράβι θα πάει προς τα εκεί που το οδηγούν οι μπουρζουάδες, ο καπετάνιος.

Εσύ ακολουθείς από πίσω με τη βάρκα και τρως από τα ψίχουλα που πετούν στους γλάρους οι μεθυσμένοι πελάτες από την κουπαστή, μαζί με τους τουρίστες. Στα σαλόνια εν τω μεταξύ το φαγοπότι συνεχίζεται. Τώρα τι θα γίνει με τα παγόβουνα δεν νοιάζει κανένα διότι τώρα υπάρχουν τα ελικόπτερα για να σώσουν αυτούς που μετράν κι έχουν τα λεφτά τους στο Λονδίνο και την Ελβετία.
Έγινε λοιπόν η ΕΔΑ για να ξαναμπεί στο πανηγυράκι ο ανανήψας πρώην κομμουνιστής και νυν σοσιαλδημοκράτης. Λίγο κοινωνικό κράτος δεν βλάπτει κανέναν. Και για να είναι ακόμη πιο ασφαλές το σύστημα ανοίγει με τον καιρό και τα σύνορα, φέρνει φτηνό και πιο εύκολα διαχειρίσιμο εργατικό δυναμικό να εκβιάζει τους ντόπιους με χαμηλότερα ανασφάλιστα μεροκάματα,δίνει και ψεύτικο, δανεικό χρήμα στον λαό μετατρέποντας σε μικροαστό τον πρώην προλετάριο που ξεχνάει πλέον σημαίες και ιδανικά και ξυπνάει εθνικιστής και ‘πατριώτης.’ Στην πατρίδα του τζόγου και της αρπαχτής.

Το καράβι μοιάζει αβύθιστο, του προσθέσαν και πατώματα και στεγανά που σύντομα αποδείχθηκε πως έμπαζαν. Ψεύτικη η κόλληση είπαμε! Τα συνθήματα εν τω μεταξύ είχαν μείνει ίδια για να μη παραμυθιάζονται αυτοί που δεν χωράνε στο τραπέζι του γαμπρού. Από κόκκινες έγιναν πράσινες οι σημαίες αλλά ποιος νοιάζονταν.
Το κόμμα ήταν από πίσω, τίμιο και δυνατό, σε κώμα, έφτιαξε καινούρια γραφεία λίγα χρόνια μετά.Οι αστοί ούτε την σαλάτα δεν αφήνουν να τους πάρεις απ’ το πιάτο. Μόλις δυναμώνει η ΕΔΑ ΦΈΡΝΟΥΝ ΤΗ ΧΟΎΝΤΑ, ΤΟ ΠΑΣΟΚ ΜΕΤΆ ΤΟΥΣ ΈΚΑΤΣΕ ΚΑΛΆ ΓΙΑΤΊ ΉΤΑΝ ΣΆΡΚΑ ΑΠΌ ΤΗΝ ΣΆΡΚΑ ΤΟΥΣ. ΤΑ ΊΔΙΑ ΚΑΙ ΣΉΜΕΡΑ, μόλις δυναμώνει ο λαός αρχίζουν πάλι να απειλούν με πραξικόπημα.

Βλέπετε ο λαός σκέφτεται έξυπνα. Άλλο τι θέλουμε, πως θα το αποκτήσουμε, και άλλο η κοροϊδία. Είναι πραγματιστής. Άσε που τον έχουνε κάνει πια ασήκωτο από το ξύλο, ασήκωτο από τον καναπέ. Ανάθεση και άγιος ο θεός. Δεν είπαμε νωρίτερα πως από παιδί τον μαθαίνουν : ο Αλέκος θα βγάλει το φίδι από την τρύπα! Ο Αλέκος θα κόψει τον ‘δεσμό’! πάντα κάποιος Αλέκος, ο Παπάγος ας πούμε και ο κάθε μεγάλος στρατηγός και στρατηλάτης, ανάθεμά μας!

Λέει λοιπόν ο λαός : Οι μεν μας λένε πως μόνο με την επανάσταση θα δούμε άσπρη μέρα, να γίνουμε ανεξάρτητοι, να διώξουμε στόλους και άλλα δεσμά πιο ύπουλα σαν το μάρκο και τη συνθήκη του Μάαστριχτ που μας πνίγουν σαν τη μέγγενη. Λένε αυτά αλλά είναι ανύπαρκτοι στους δρόμους, ούτε τους βουλευτές τους δεν έχουν τη τσίπα και το κουράγιο να προστατεύσουν [Λιάνα μ’ ακούς] ! Κι όταν αποφασίζουν να δείξουν λίγη πυγμή, πως κι αυτοί μετρούν λιγάκι,αρματώνονται και προστατεύουν μαζί με τους βασανιστές και εκτελεστές τους τον ‘σύγχρονο ναό της τρομοκρατίας’. Είπαμε, σχιζοφρένεια!!! δεν τους εμπιστεύεται ούτε η μαμά τους. Σίγουρα η κόρη της Αλέκας θα ψηφίζει Αλέκο που είναι και ομορφόπαιδο. Αν δεν είναι με τα παιδιά που βομβαρδίζουν με πέτρα και φωτιά, μπουρδέλο και σκυλιά !

Μα οι άλλοι είναι πιο τίμιοι, λένε πως ξέρουν πως το παιχνίδι είναι στημένο. Αποδέχονται τους ψευτοκανόνες, την ψευτοδημοκρατία, και ελπίζουν σε λίγο καλύτερη διαχείριση.
Και τα λαμόγια με τα λαμόγια μιας και είδε ο γύφτος τη γενιά του και αγαλλίασε η καρδιά του.

Χοντρικά αυτή είναι η Ελλάδα, έτσι ήταν πάντα, fifty fifty. Όταν μπορούσε δεν τόλμησε, ήταν και το παγκόσμιο σκηνικό στημένο έτσι, από τη Σοβιετική Ένωση βοήθεια δεν μπορούσε να περιμένει μετά τη μοιρασιά της Γιάλτας, δεν συμμάχησε με τους Γιουγκοσλάβους και τους αδέσμευτους, που τα χαλούσαν σιγά σιγά με τους Σοβιετικούς, πάπαλα. Διαβάστε Ραφαηλίδη, τα βιβλία του είναι ξεκάθαρα και γλαφυρά. Τα λέει πολύ όμορφα ο μπαγάσας!

Γι αυτό οι αριστεροί ψηφίζουν πλέον Συριζα ,είπαμε, είναι πιο πειστικοί, λεν την αλήθεια, μέσα στα πλαίσια του συστήματος, ότι θέλουν να το διαχειριστούν καλύτερα. Αυτό το σύστημα, όχι κάποιο άλλο ! Το άλλο κατακτάται, όπως λέει και το ΚΚ .Το οποίο δηλώνει όμως πως θα το κατακτήσει κάποιος άλλος, έτσι απλά, ο λαός,δια της εκλογικής ενδυνάμωσης του κώματος. Χέσε μέσα Πολυχρόνη, ότι καταλάβατε εσείς, καταλαβαίνει κι ο λαός και τους μαυρίζει
Είναι πολλά τα λεφτά !
Επιδοτήσεις, μισθοί, υπόγειες συναλλαγές και μοιρασιές σε θέσεις οφίτσια κλπ, τηλεοπτικός χρόνος, αναγνωρισιμότητα, δημόσιες σχέσεις, επιτροπές, χρηματοδότηση κρατική και υπόγεια. Απ’ όλα έχει ο μπαξές, σιγά μη τον ξεχαρβαλώσουμε. Φύλαγε συ, σπάζε κεφάλια διαδηλωτών, μαγάριζε και συκοφάντησε τους αντιεξουσιαστές. Έχει ο Θεός.
Στα λόγια επαναστάτες
Στην πράξη λαμόγια Χωρίς πατέντα.

Γιατί οι έχοντες πατέντα φρόντισαν να ‘αποκαταστήσουν’ τόσα χρόνια εκατομμύρια κόσμο ! Την σιωπηλή πλειοψηφία που λέγαμε, για να την εκβιάζουν μεταεκλογικά με τις ντιρεκτίβες:
‘Πείτε σε όσους βολέψαμε να μας ψηφίσουν!’
Άντε να ξεφύγεις απ’ την τροχιά του μύλου..
Και αυτό θα συνεχίζεται εσαεί όσο ο λαός,που δεν έχει να χάσει παρά μόνο τα δεσμά του,αποφασίσει να πει την τελευταία λέξη, να πάρει τις τύχες στα χέρια του και να τους στείλει όλους πραγματικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Όχι στα ψέματα, όχι στα όνειρα ΑΛΛΆ ΣΤ’ ΑΛΉΘΕΙΑ, ΕΔΏ ΚΑΙ ΤΏΡΑ!
Θυμάμαι πως ξαναείπαμε για την ρήση του ποιητή, θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία!!

  • Πάμε πάλι πίσω στα, παλιά, δώστε μου όμως τη δυνατότητα για ένα μικρό διάλειμμα, μια παρένθεση. Πίνω πρωινό καφεδάκι στο κρασάδικο του Στέργιου στην Παναγία, πάνω από το καρνάγιο. Συναντώ ένα παλιό φίλο, τον Λάζαρο, γνωστό αριστερό. Πιάνουμε κουβέντα για τους Αιγύπτιους που μαχαιρώνουν οι φασίστες,γιατί λέει τους κλέβουν τις δουλειές. ‘Αυτοί οι άνθρωποι δουλεύουν 12 ώρες τη μέρα για 20 ευρώ. Ξέρετε κανέναν ελληνάρα που θα το έκανε; Έχετε δει κάποιο ντόπιο ποτέ εσείς στα σπαράγγια, στις φράουλες, τα μποστάνια, τα ακτινίδια ή ακόμη και σε αυτά τα φανάρια και τα καίκια; Ποτέ’. Λέει ο φίλος:                      ‘έχουν κάνει τη νεολαία μαλθακή. Πήγα τριάντα χρονών στη Τζέντα μαζί με άλλους. Δουλεύαμε κάτω από θερμοκρασίες 50 βαθμών. Σήμερα οι οικογένειες στέλνουν τα παιδιά τους στα 5ετή του στρατού ,ή μπάτσους. Δημόσιο υπαλληλίκι για να σκοτώνεις ατιμωρητί τους λαούς που αντιστέκονται. Για να βαράς απεργούς και αγωνιστές. Βάζουν μέσο για να πάν στο Ιράκ και το Αφγανιστάν με τεσσεράμιση χιλιάρικα μισθό, όσο είναι το ετήσιο εισόδημα ανεργίας, να σκοτώνουν τους ανθρώπους μες την πατρίδα τους και να τους αναγκάζουν να την κοπανάν για να σωθούν. Κι έρχονται προς τα δω μπας και πάρουν καμία ανάσα αυτοί οι καημένοι, για να μαχαιρωθούν από χρυσαυγίτες, στο όνομα κάποιας πατρίδας που τους έχει στο τρέξιμο, επειδή είναι μελαμψοί. Αυτό ονομάζεται κτηνωδία. Του επισφαλώς εργαζόμενου τα ετήσια εισοδήματα είναι σίγουρα χαμηλότερα!’

Σηκώνει ο Λάζαρος το κεφάλι του και κοιτάζει το υδραγωγείο, συνεχίζει. ‘Φτιάξανε αυτή την υπέροχη κατασκευή, τις Καμάρες, που την θαυμάζουμε. Στους αιώνες. Αναρωτήθηκε όμως ποτέ κανείς πόσες χιλιάδες δούλοι εργάστηκαν,έφτυσαν αίμα, ψόφησαν σαν τα σκυλιά τζάμπα και βερεσέ. Για να γίνει αυτό το τεράστιο έργο, όπως και όλα τα ‘θαύματα’ στην υφήλιο. Οι τουρίστες θαυμάζουν αγνοώντας τις κραυγές και τα βογγητά που ακόμη αντιλαλούν στον αέρα. Επειδή γι αυτούς δεν έγραψε ποτέ κανείς΄.

Μετανάστες Μαρκόπουλος Σκούρτης Λάκης Χαλκιάς

Η φάμπρικα δεν σταματά δουλεύει νύχτα μέρα, και πως τον λεν τον διπλανό και τον τρελό τον Ιταλό, να τον ρωτήσω δεν μπορώ ούτε να πάρω αέρα.
Δουλεύω μπρος στη μηχανή στη βάρδια δύο δέκα, κι από την πρώτη τη στιγμή μου στείλανε τον ελεγκτή να μου πετάξει στο αυτί δυό λόγια νέτα σκέτα.
Άκουσε φίλε εμιγκρέ ο χρόνος είναι χρήμα, με τους εργάτες μη μιλάς, την ώρα σου να την κρατάς, το γιο σου μη τον λησμονάς, πεινάει κι είναι κρίμα.
Κι εκεί στο πόστο μου σκυφτός ξεχνάω την μιλιά μου. Είμαι το νούμερο οχτώ, με ξέρουν όλοι με αυτό, κι εγώ κρατάω μυστικό ποιο είναι τ’ όνομά μου.

  • Όμως ας επιστρέψουμε στην Ιταλία.
    Λοιπόν, κι εκεί έχουν ένα πολύ δυνατό αντάρτικο στην διάρκεια της Κατοχής. Μάλιστα τον δικτάτορα τους τον κρεμάσανε στην πλατεία, όχι παίζουμε. Κυβερνούν οι αριστεροί κάποιο διάστημα με την Χριστιανοδημοκρατία, παραμυθιάζονται, χάνουν τις εκλογές κι από τότε παραμένουν σταθερά στο περιθώριο της ιστορίας. Με μεγάλη εκλογική δύναμη αλλά ουσιαστικά ανίσχυροι.
    Ο κόσμος τους απογοητεύεται αλλά σιωπηλά ελπίζει. Περιμένει το σύνθημα. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός στροφή κόντρα στροφή. ‘επανάσταση σε μια μόνο χώρα’, ‘υπάρχουν και άλλοι δρόμοι προς τον σοσιαλισμό’, βράστα και άστα ! Μπερδεύονται όλο και περισσότερο οι κομμουνιστές. Μαλώνουν και μεταξύ τους. Μόσχα εναντίον Πεκίνου, εναντίον Βελιγραδίου, εναντίον Τιράνων, ο ένας εναντίον του άλλου. Ο λαός πάντα στο περιθώριο, στην από πίσω.

Το ‘69 ξεσπούν τεράστιες κινητοποιήσεις στα εργοστάσια, συνεχίζονται στα Πανεπιστήμια ο λαός θέλει να ξαναγίνει πρωταγωνιστής. Οι εργάτες και οι φοιτητές κατεβαίνουν στον αγώνα παρά την προσπάθεια των συνδικάτων και κόμματος να ελέγχουν τα πράγματα, να αποριζοσπαστικοποιούν τα νοήματα.
Αποκτούν ανεξάρτητα συμβούλια οι εργάτες και το δικαίωμα σε πληρωμένες ώρες διδασκαλίας στις σχολές σε θέματα που διαλέγουν. Οι φοιτητές και αυτοί οργανωμένοι ανεξάρτητα αρνούνται οι εργασίες τους να καταλήγουν στα χέρια βιομηχάνων που τις χρησιμοποιούν για ίδιο όφελος. Ζητούν κοινωνικό μισθό. Οργανώνονται οι άνεργοι. Υπάρχει μεγάλη εσωτερική μετανάστευση,νέων κυρίως ανθρώπων που ανεβαίνουν από τον Νότο προς αναζήτηση δουλειάς αντιμετωπίζοντας τεράστια προβλήματα να δεθούν σε ένα περιβάλλον εχθρικό, που τους αντιμετωπίζει ρατσιστικά. Και μια και εκεί ο εναγκαλισμός του κόμματος δεν είναι τόσο σφιχτός οργανώνονται ευκολότερα μόνοι τους, στις σχολές και στα εργοστάσια, ακηδεμόνευτοι.
Κατακτώνται σπουδαίες νίκες λοιπόν κάτω από την τεράστια πίεση του εργατικού κινήματος, η εργατική αυτονομία είναι εδώ!

αρνούνται ολόκληρη την φιλοσοφία της εργασίας οι νεαροί προλετάριοι, σαμποτάρουν την παραγωγή, καθημερινά, κερδίζουν ελεύθερο, πληρωμένο, χρόνο

και καθιερώνουν νέες μορφές αγώνα, απροειδοποίητες απεργίες, del gatto selvaggio όπως τις ονόμαζαν, της αγριόγατας, με πορείες μέσα στο εργοστάσιο, τις οποίες φυσικά δεν ανακοινώνουν, πιάνουν τους ρουφιάνους επιστάτες στον ύπνο, μπλοκάρουν την παραγωγική διαδικασία, η »αλυσίδα παραγωγής» εύκολα παρεμποδίζεται, κερδίζουν χρόνο για τον εαυτό τους, κερδίζουν επίσης αναγνώριση των αιτημάτων τους, τρέμει η εργοδοσία αυτό που δεν μπορεί να ελέγξει, τρέμει τον αυθορμητισμό.

http://www.mymovies.it/dizionario/recensione.asp?id=10125

il gatto selvaggio, film

http://www.comingsoon.it/film/il-gatto-selvaggio/10867/scheda/     επίσης

και δεν ήταν μόνο αυτό, για επανοικειοποίηση του πλούτου μιλούν οι νεώτεροι, εκμεταλλεύεστε εσείς την εργασία μας, λένε, και αντλείται υπεραξία ;

αρπάζουμε λοιπόν κι εμείς αυτό που μας ανήκει, εκεί που μπορούμε, στο θέατρο και τον κινηματογράφο, δεν πληρώνουμε εισιτήριο, και στις μετακινήσεις, σας αρπάζουμε το εμπόρευμα από τους ναούς της κατανάλωσης, τις υπεραγορές,

καταλαμβάνουν κτίρια για κατοικία, συνεύρεση και ψυχαγωγία, γα να οργανώσουν την δική τους πολιτιστική πρόταση,

φτάνουν μέχρι την απαλλοτρίωση τραπεζών, αρπάζουν τον πλούτο που τους κατακλέβουν καθημερινά, αρνούνται την εργασία μιας και πρόκειται για την σύγχρονη μορφή δουλείας, απελευθερώνουν τον χρόνο τους υπέρ της απόλαυσης και της εκπλήρωσης των επιθυμιών τους, αυτών των αρχέγονων, που είναι πάντα ίδιες, και σημαίνουν….ελευθερία από κάθε καταναγκασμό!

»παίρνουν πίσω την πόλη τους», από το σύνθημα :  prendiamoci la città, να πάρουμε την πόλη δηλαδή, που σίγουρα εκ των πραγμάτων σημαίνει επιβάλλουν ντε φάκτο αντιεξουσία προλετάρια, εκεί που είναι πραγματοποιήσιμη, που εφαρμόζεται  στις περιοχές από καλά προετοιμασμένες ομάδες περιφρούρησης,

Η αντεπανάσταση οργανώνεται και περνάει στην αντεπίθεση. Η κεντρικότητα του μεγάλου εργοστασίου μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, η παραγωγή διαλύεται και αποκεντρώνεται,μοιράζεται σε μικρότερες μονάδες, εργασία στο σπίτι κλπ. Καινούριες στρατιές ανέργων μιας και μεγάλα κομμάτια της παραγωγής δίνονται στα ρομπότ. Στα σπίτια δουλεύουνε πλέον και οι γυναίκες, ακόμη και παιδιά. Η ενότητα διαλύεται. Ο εργάτης μάζα είναι παρελθόν, έχει δημιουργηθεί ο κοινωνικός εργάτης, η εργασία έχει διαχυθεί στην πόλη-εργοστάσιο. Τα πάντα γυρνούν γύρο από τη λέξη κέρδος, τα πάντα έχουν αξία εμπορευματική. Παντού δημιουργείται αξία για τα αφεντικά, στα σχολεία, στις σχολές, στη διασκέδαση, στη χαλάρωση, στον έρωτα. Το κόμμα δεν αντιτίθεται, δεν αντιστέκεται, δεν πολεμά, ζητά να πάρει μέρος στη μοιρασιά.

Οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς που είχαν δημιουργηθεί την περίοδο των μεγάλων αγώνων του ‘68,‘69 δεν καταφέρνουν να διαχειριστούν την κατάσταση, ξεπερνιούνται από τα γεγονότα, καρικατούρες του Κόμματος σε μικρογραφία. Γεννιούνται αυτόνομες επιτροπές αγώνα σε όλη την επικράτεια, αυτόνομες συνελεύσεις, circoli giovanili, comitati di lotta autonomi, κύκλοι του νεανικού προλεταριάτου, κολεκτίβες στα εργοστάσια, τις σχολές, στις γειτονιές, στα σχολεία. Και εκεί συγκεντρώνεται η τεράστια πλειοψηφία των militanti, των αγωνιστών, των στρατευμένων και στις ομάδες περιφρούρησης όλων των μεγάλων οργανώσεων που έχουν διαλυθεί.Lotta Continua, Potere Operaio. Movimento Studentesco. Avanguardia Oreraia,[από την οποία έχω περάσει για ένα φεγγάρι όπου και γνώρισα τη Rossana].Αυτοί οι τελευταίοι είναι που κουβαλούν την πείρα των συγκρούσεων για πολλά χρόνια με την αστυνομία,τους φασίστες και τους παρακρατικούς.

κόκκινες καρδιές

Θα πρέπει να σας πω πως όλα αυτά τα χρόνια η συζήτηση της αναγκαιότητας της εξέγερσης και της ένοπλης επανάστασης ενάντια στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους ήταν στην ημερήσια διάταξη. Η ένοπλη περιφρούρηση των πορειών, των διαδηλώσεων και των καταλήψεων δεν ήταν κάτι το παράξενο, η συζήτηση για την αντιβία ενάντια στη βία της εξουσίας, για την αντιεξουσία, contropotere proletario, μέσα και εναντίον της εξουσίας, αυτή η κουβέντα – και από την κουβέντα η πρακτική δεν είχε κατέβει, δεν είχε πέσει από τον Άρη, ήταν καθημερινή διαδικασία επιβίωσης των ίδιων των αγώνων, ήταν ανάγκη που έβγαινε από τους ίδιους τους αγώνες, συζητείτο και έμπαινε σε πράξη από δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες συντρόφους σε συνελεύσεις δημόσιες και με τις πόρτες ανοικτές. Σε αίθουσες, πλατείες, γήπεδα, ανάλογα με τη δυναμική του εκάστοτε χώρου και πόλης.

Δεν είχε υπάρξει ποτέ δαιμονοποίηση της χρήσης της βίας,για αμυντικούς σκοπούς σε πρώτη φάση και επιθετικούς αργότερα. Και όταν παρουσιάστηκε η ένοπλη προπαγάνδα των Ερυθρών Ταξιαρχιών τι το ποιο φυσικό για τεράστιο κομμάτι του ιταλικού πληθυσμού.
Ήταν στο DNA ΤΟΥ ΙΤΑΛΙΚΟΎ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΆΤΟΥ Η ΠΕΠΟΊΘΗΣΗ πως αργά ή γρήγορα θα καταλάμβανε το κράτος με τη βία για να επικρατήσει η λαϊκή εξουσία,η νίκη των παραγωγών του κεφαλαίου επί των ιδιοκτητών του κεφαλαίου. Με το στανιό μου κάθεσαι στο λαιμό, με το στανιό θα σε πετάξω. Δε είχε προφανώς προϋπάρξει αυτή η τεράστια προπαγάνδα που παίχτηκε στην Ελλάδα, η πλύση εγκεφάλου για τους κακούς ‘συμμορίτες’ που ήρθαν να αρπάξουν τα παιδιά και τα σπίτια των Ελλήνων για λογαριασμό των Ρώσων κομμουνιστών. Αυτή η αισχρή ψευτιά, αυτό το ολέθριο ψέμα που έχει χαρίσει στην ελληνική δεξιά χρόνια πλουτισμού και απληστίας.

Όταν ο Φελτρινέλλι ανατινάχτηκε στη ρίζα του στύλου που πήγε να σαμποτάρει στις αρχές του ‘70 μάρτη μήνα, σίγουρα οι μεγαλοαστοί ταράχτηκαν. Όχι όμως οι άλλοι. Αυτοί το περίμεναν από καιρό. Όταν οι BR ΑΠΉΓΑΓΑΝ,δίκαζαν και κρεμούσαν στα κάγκελα του εργοστασίου έναν μεγαλοεπιστάτη, η εργατιά πανηγύριζε, ένιωσε δικαιωμένη. Κι όταν αργότερα απήγαγαν τον πρόεδρο της Χριστιανοδημοκρατίας στις ταβέρνες το κρασί έρεε και τα κεράσματα πήγαιναν σύννεφο. Είναι όμως λίγο νωρίς ακόμη, μη τρέχουμε κιόλας. Ας γυρίσουμε πίσω.

Ο εκδότης

Ο εκδότης
Συγγραφείς:   Νάννι Μπαλεστρίνι

Αυτό το μυθιστόρημα αναφέρεται σε μια πραγματική ιστορία. Ήρωάς της είναι ο Τζιαν Τζιάκομο Φελτρινέλλι, ο Ιταλός μεγαλοεκδότης, ιδρυτής της παράνομης οργάνωσης της άκρας αριστεράς, Ομάδες Αντάρτικης Δράσης, που το 1972 βρέθηκε σκοτωμένος κάτω από στύλο του ηλεκτρικού σ ένα προάστιο του Μιλάνου. Γύρω απ αυτή την ιστορία περιστρέφονται όλες οι πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις της περιόδου εκείνης στην Ιταλία και το εξωτερικό.

  • Το κίνημα της εργατικής αυτονομίας, οργανωμένης ή όχι ακόμη το μελετούν. Χρησιμοποίησε το σύνθημα των νέων του Μάη ‘τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε τώρα’ και το πήγε παρακάτω. Έφερε την πολιτική στην καθημερινότητα, την επανάσταση σε κάθε πράξη της μέρας, στην προσωπική και στην κοινωνική ζωή. Οραματίστηκε τον νέο άνθρωπο, αγωνιστή και προσπάθησε να  ζήσει μαζί του στην καθημερινότητα. ‘Το προσωπικό είναι πολιτικό’. Και ‘ο κομμουνισμός εδώ και τώρα,’ η κοινωνικοποίηση δηλαδή της καθημερινότητας,έξω και πέρα από το κέρδος. Στην σκέψη και στην πράξη, αυτόνομα απ’ ότι γνωρίζαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή, αυτόνομα ναι, μακριά από την επίδραση του κόμματος και των συνδικάτων,που έγιναν συνδιαχειριστές της εξουσίας. Και αν αυτή ξερνάει βία και δένει με αλυσίδες, με το ζόρι, θα επιτεθούμε κι εμείς, δεν θα καθίσουμε με σταυρωμένα χέρια. Θα πάρουμε αυτά που μας ανήκουν, όπως μπορούμε, όπου μπορούμε, τώρα.

Καταλήψεις, απαλλοτριώσεις, σούπερ μάρκετς- εμπορικών κέντρων-τραπεζών, αυτο μειώσεις, δωρεάν μεταφορές, πάντα πολλοί μαζί για να ελαχιστοποιούμε τον κίνδυνο.Απελευθέρωση χώρων, πλατειών, συνοικιών ολόκληρων όπου η αστυνομία μένει μακριά. Και σαμποτάζ και δολιοφθορές και μπλοκάρισμα της παραγωγής . Στις ελεύθερες περιοχές η εγκληματικότητα εξαφανίζεται, γιατί δεν χρειάζεται αστυνόμευση εκεί που ο ταξικός διαχωρισμός αμβλύνεται.
Κανείς δεν τα έχει με την μικρή ιδιοκτησία. Ποτέ σύντροφος δεν επιτέθηκε σε μικρομάγαζο. Μόνο οι μεγάλοι και οι πολύ μεγάλοι,με θέση κλειδιά στον καταπιεστικό, προληπτικό ή κατασταλτικό μηχανισμό στοχοποιήθηκαν.

Αυτόνομα πλήρως, οργανώθηκε το κίνημα, αυτόνομα οργανώθηκαν και οι αντάρτικες οργανώσειςΔιάχυτο αντάρτικο χρησιμοποίησε η αυτονομία, όσο πιο πέρα πήγαινες τόσο περισσότερο ‘χόντραινε’ το παιχνίδι, κυρίως με επιθέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Εδώ πια παίζει ρόλο η ιδιοσυγκρασία, όχι τόσο η ιδεολογία. Γιατί όλες οι οργανώσεις αριστερά του ΚΚ είναι, πολλές, και με εκατοντάδες αγωνιστές η καθεμιά, όλες λέω είχαν χρησιμοποιήσει επαναστατική φρασεολογία και ιδεολογία κομουνιστική. Απλά, δεν είναι φτιαγμένοι όλοι για όλα, δεν μπορούν όλοι τα μεγάλα παιχνίδια.
Είναι λοιπόν άδικο να κατηγορούμε συντρόφους, χθες-σήμερα-αύριο, για τις πράξεις τους επειδή απλά εμείς δεν τις αντέχουμε ή τέλος πάντων γιατί, για τον οποιονδήποτε και καθ’ όλα κατανοητό και σεβαστό λόγο αδυνατούμε να πράξουμε όπως αυτοί.
Η ζωή στην παρανομία ή και την ημιπαρανομία ακόμη είναι δύσκολη. Εξαιρετικά σκληρή. Μιας και την έζησα έχω το κουράγιο να πω πως δεν το ξανακάνω, δεν έχω τα κότσια πλέον. Αυτό όμως δεν σημαίνει ταυτόχρονα πως θα αποκηρύξω το αυτονόητο, δεν θα αποκηρύξω αυτούς που το κάνουν. Με γεια τους και χαρά τους. Δεν είμαι πια στην πρώτη γραμμή στις αλυσίδες και τον αγώνα. Διαλέγω άλλους δρόμους να πολεμήσω το σύστημα κ. Μπακογιάννη. Που ταιριάζουν στην καινούρια μου κατάσταση, ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΊΑ ΠΟΥ ΈΧΩ ΤΏΡΑ. Δίχως δηλαδή να πρέπει διαρκώς να κοιτώ πίσω μου όταν τριγυρίζω με τη γυναίκα και τα παιδιά μου.
Αλλά τους συντρόφους που θυσιάζουν τις μικροχαρές της ζωής μέσα σε συνθήκες παρανομίας τους βγάζω το καπέλο και θα τους τιμώ πάντα,και θα υπερασπιζόμουν τις πράξεις τους σε οποιοδήποτε δικαστήριο μου το ζητούσαν,κι ας μην τους έχω γνωρίσει ποτέ. Και όσο και αν χοροπηδάς στα ψηλά σου ποδάρια η συντροφική και ταξική αλληλεγγύη δεν πετιέται στα σκουπίδια επειδή απλά και μόνο δεν αντέχουμε να σας πολεμάμε από τα μπροστινά χαρακώματα.

θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα! Α

Ήμουν τυχερός που δεν χρειάστηκε ποτέ στη ζωή μου να προκαλέσω βλάβη σε άνθρωπο. Στα υλικά που ζημίωσα, τα έχω αποπληρώσει κοντά εξήντα χρόνια και με το παραπάνω . Και το κυριότερο από όλα είναι πως κάθε βράδυ μέχρι σήμερα κοιμάμαι με τη συνείδησή μου ήσυχη. ΔΕΝ ΘΑ ΕΛΕΓΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΣΑΣ. Μιας και δεν έγλυψα ποτές εκεί που έβρισα χθες. Ούτε εκεί που έφτυσα αγκαλιάζω. Η ΤΙΜΗ ΕΧΕΙ ΤΕΛΙΚΑ ΤΙΜΗ.
ΣΊΓΟΥΡΑ ΈΧΩ ΛΑΘΈΨΕΙ ΑΠΕΙΡΕΣ ΦΟΡΕΣ. ΣΤΕΝΑΧΩΡΕΣΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΠΟΤΕ ΓΙΑ ΚΕΡΔΟΣ Η ΕΥΝΟΙΑ.

Δεν κυνήγησα χρήματα, θέσεις, μερίδιο σε εξουσίες ή παρόμοια πράγματα. Και οι ιεραρχίες, τα ‘ύψη’, δεν με συγκίνησαν ποτέ, ο χαρακτήρας μου είναι τέτοιος, δεν καυχιέμαι πως έκανα τάχατες κάτι αξιόλογο.Σίγουρα πάντως θα τρελαινόμουν στη χαρά αν μια μέρα η ζωή θελήσει να με βρει με τους νικητές. ΓΙΑ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΩ ΤΗ ΝΙΚΗ ΜΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ.
ΤΑ ΧΡΌΝΙΑ ΕΚΕΊΝΑ ΛΟΙΠΌΝ ΗΤΑΝ ΌΤΙ ΚΑΛΎΤΕΡΟ ΣΤΗ ΖΩΉ ΜΟΥ, ΜΑΖΊ ΜΕ ΤΌΣΑ ΠΟΛΛΆ ΆΛΛΑ ΠΟΥ ΈΖΗΣΑ ΠΡΊΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ.

Οι εμπειρίες τεράστιες και μοναδικές. Η αδρεναλίνη στα κόκκινα και η συντροφικότητα κάτι που δεν αγοράζετε με καμία περιουσία.
Εκπαιδεύτηκα και εκπαίδευσα, πήρα μέρος σε πολλές ενέργειες δολιοφθοράς κλπ. Σίγουρα δεν έκανα όλα αυτά για τα οποία κατηγορήθηκα.
Σίγησα πάρα πολλά χρόνια, έζησα σαν ‘αόρατος’, ένας άλλος άνθρωπος. Δεν διαπλέχτηκα με το σύστημα , και φυσικά δεν εκμεταλλεύτηκα άνθρωπο και καταστάσεις.

συνεχίζεται

μιχαλης 261

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Σ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 17

my legacy η κληρονομιά μου

 

31 Αυγούστου του ’13 σήμερα, ξαναπιάνω μολύβι στα χέρια, ο λόγος που λέγει. Όχι πια, αποφάσισα επιτέλους να γράψω απευθείας στον υπολογιστή, ηλεκτρονικά.
Χθες πέρασα μια πολύ στενάχωρη μέρα. Κατάφερε να με ‘σηκώσει’ κάποια στιγμή η Βίκυ, με μουσική και χορό, και την ευγνωμονώ.
Μου μετέφερε κάποια στιγμή τα λόγια που τραγουδούσε ο ερμηνευτής, δεν τον θυμάμαι, δεν έχει και πολύ σημασία.
Μου άνοιξαν την καρδιά και το μυαλό. Όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με την αλήθεια είναι αποκάλυψη,
ΉΤΑΝ ΜΙΑ ΔΙΚΉ ΜΟΥ ΑΠΟΚΆΛΥΨΗ, πρώτη φορά ήρθα τόσο απροκάλυπτα αντιμέτωπος με την αλήθεια,
έλεγε λοιπόν το παλικάρι λίγο πριν αυτοκτονήσει πως ‘ τα είδε όλα πολύ νέος και έκτοτε δεν υπήρχε κάτι καινούριο στη ζωή του’.
Αυτά τα λόγια μου έδειξαν πόσο κοντά βρίσκεται και η δική μου κατάσταση.
Μου θύμισαν επίσης πως η δική μου αντίσταση έγκειται ακριβώς σε αυτό. Στο ότι δηλαδή έχω υποχρέωση να την αντέξω αυτή την άοσμη και άχρωμη πραγματικότητα, την τόσο αποπνικτική και ανυπόφορη και να προχωρήσω.
Αυτά λοιπόν γίνονται τα αντικαταθλιπτικά μου, τα κείμενα, μιας και αποκομμένος από τα γύρω, τις συλλογικότητες, επικοινωνώ με τα κείμενα.
Πολλοί οι επαναστατημένοι και σήμερα. Άλλες ηλικίες όμως, άλλες συνήθειες.
Θυμάστε που σας έγραφα πως αυτό το τεράστιο που μας ένωνε εκείνα τα χρόνια τους αγωνιστές έντονα και δυνατά ήταν το ότι ήμασταν μαζί! και κάναμε πράγματα !

και αντιπαλευόμασταν την εργασία,

και επανοικειοποιούμασταν τον πλούτο που μας είχανε αρπάξει εν τω μεταξύ,
Είμαι μαζί με την μοναξιά μου σήμερα.
Σας στέλνω τα κείμενα λοιπόν.

placebo Running Up That Hill

Έχω τον φίλο μου και σύντροφο και συναγωνιστή στο σπίτι για καμιά εικοσαριά ημέρες.
Ύστερα από 35 χρόνια συναντηθήκαμε εκ νέου.
Μου μίλησε πολύ.
Για όλα.
Αυτό που κρατώ για εσάς, προς το παρόν τουλάχιστον, είναι εκείνο που αφορά το σήμερα.
Στην Ιταλία, όπως ακριβώς και στην Ελλάδα, το τώρα είναι ‘πεθαμένο, αν εξαιρέσουμε κάποια επιμέρους κινήματα, με συνέχεια και προοπτική.
Για τη συνέχεια δεν χρειάζεται να πούμε κάτι επιπλέον.
Για την προοπτική, πολλά.
Εδώ έχουμε το κίνημα στην Χαλκιδική, όπως νωρίτερα Κερατέα και Λευκίμμη.
Εκεί το κίνημα ενάντια στο TAV, στην Κοιλάδα της Σούζα, στο Πιεμόντε.
Κινήματα λοιπόν που αγκάλιασαν και αγκαλιάστηκαν από την συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας. Αυτής που πλήττεται από την καπιταλιστική επίθεση, και όχι μόνο.

Στο διάστημα αυτό βρέθηκα αντιμέτωπος με κάποια κείμενα που περιγράφουν απόλυτα σκέψεις που είναι και δικές μου. Θα σας τα μεταφέρω αυτούσια.
Τα πρώτα θα τα μεταφράσω, είναι ο απολογισμός των αγώνων που χρόνια τώρα διεξάγουν οι Ιταλοί πολίτες της περιοχής του Πιεμόντε ενάντια στην καταστροφή του τόπου τους και τον αυταρχισμό.
Το άλλο αφορά τις σκέψεις Ισπανού φιλοσόφου πάνω στο θέμα της επανάστασης.
ΔΕΝ ΧΡΕΙΆΖΟΝΤΑΙ ΠΕΡΙΣΣΌΤΕΡΑ, Ας ΠΡΟΧΩΡΉΣΟΥΜΕ ΛΟΙΠΌΝ, ας αφουγκραστούμε το μέσα μας.
Και μιας και έχουμε πολλάκις επαναλάβει πως μουσική και στίχος απελευθερώνουν, ας τραγουδήσουμε και χορέψουμε παρέα με τον τεράστιο Θανάση Παπακωνσταντίνου. Άκουσα την Ανδρομέδα του ξανά εχθές, για πολλοστή φορά. Για πρώτη όμως έδωσα βάση, με τόση ένταση, στους τελευταίους στίχους.
Ακόμη κι από το μνήμα μας λοιπόν ας γίνουμε απειλή φοβερή για τους απαίσιους δυνάστες μας!

Άιντε μες της γης το πυρωμένο κέντρο
άιντε δυό πουλιά φιλιούνται σ’ ένα δέντρο
άιντε πέφτει λάβα, λάβα απ’ τα φιλιά τους
άιντε και φτερά απολιθωμένα απ’ τα κορμιά τους.
Άιντε εκεί μακριά, μακριά στην Ανδρομέδα
άιντε πίνουν τσίπουρο και τρων λακέρδα
άιντε κάτι όντα περίεργα κι ωραία
άιντε που είναι μόνα και ψάχνουν για παρέα.
Άιντε εκεί ψηλά στην άκαρπη Μελούνα
άιντε φύτρωσε, φύτρωσε μια παπαρούνα
άιντε που ‘χει στόμα, στόμα και δαγκάνει
άιντε κι όλο λέει πως δεν το ξανακάνει.
Άιντε εκεί βαθιά, βαθιά στα σωθικά μου
άιντε κάτι γίνεται κυρά μου
άιντε χίλια άλογα τυφλά γυρίζουν
άιντε έξοδο ζητάν και μ’ αλωνίζουν.
Άιντε εδώ σιμά, κοντά δυο μέτρα βάθος
άιντε λεν πως φυλακίζουνε το πάθος
άιντε ρίχνουν χώμα με λουλούδια ραίνουν
άιντε και θαρρούν, θαρρούν πως ξεμπερδεύουν.

Ένα φανταστικό τραγούδι από μία μεγάλη καρδιά.

Στο μεσοδιάστημα έπεσε στα χέρια μου το HOT DOC του Κώστα Βαξεβάνη που μιλούσε για την εκτέλεση του Σ. Γκιόλια από την Σέχτα Επαναστατών. Δεν στέκομαι καθόλου στα συμπεράσματα του. Γνωρίζω ελάχιστα και δια τούτο προσπερνώ. Θέλω όμως να πω μοναχά δύο λόγια για τη νοοτροπία του ανθρώπου, που είναι η ίδια με αυτή εκατομμυρίων άλλων που μας τριγυρίζουν και είναι οι πυλώνες του συστήματος.
Το σύστημα, η καθεστηκυία τάξις, δεν είναι κάτι απρόσωπο. Αποτελείται από σάρκα και οστά παραγεμισμένα με κανόνες, συνήθειες, νόρμες. Ένας τρόπος να ζεις και να σκέφτεσαι γενικότερα.
Ο επαναστατημένος άνθρωπος αμφισβητεί στην πράξη αυτό το όλον.
Δεν του λείπουν υποχρεωτικά τα χρήματα.
Νιώθει πως το αξιακό σύστημα γενικότερα τον καταπιέζει, τον πνίγει.
Πλαντάζει μέσα σε μια κοινωνία χάλια, με λίγα λόγια, όσα κι αν έχει για να ξοδέψει, μπας και ελαφρύνει την βαρβαρότητα.
Βαρβαρότητα που ζέχνει καθημερινά από όλες τις μπάντες.
Αυτούς όλους τους ‘διανοούμενους’-δεκανίκια του καπιταλισμού [ γιατί αυτό είναι δυστυχώς στην πραγματικότητα] τίποτα δεν τους αγγίζει. ίσως ελάχιστα.
Περνούν καλά δηλαδή. Κριτικάρουν γιατί ξέρουν πως θα μπορούσαν να περνούν λίγο καλύτερα.
Δεν τους νοιάζει η πραγματική αλλαγή, τους τρομάζει αντίθετα, τους τρομάζει το διαφορετικό, αυτό που δεν ελέγχουν, η αλλαγή, το πραγματικά καινούριο τους τρομάζει.
δια τούτο βρίζουν και κατηγορούν ότι δεν αντιλαμβάνονται, αυτό που δεν κατανοούν.
Ένας επαναστατημένος, στην καθημερινότητά του, κάνει τα αδύνατα δυνατά να σπάσει λίγους από τους κανόνες, ότι καταφέρει, όποτε και με οποιονδήποτε τρόπο,
με την απόδραση από τα συνηθισμένα, τους κανόνες τις συνήθειες και τις ρέγουλες.
Παραβαίνει διάολε.
Νόρμες, αυτό που ονομάζεται νομιμότητα.
Η νομιμότητα είναι εχθρός διάολε.
Είναι εχθρός ακριβώς επειδή έτσι αρέσει, έτσι βολεύει στους κρατούντες.
Δεν αναγνωρίζει την νομιμότητα, περισσότερο ή λιγότερο.
Οι δεκάδες μικρές ή μεγαλύτερες παραβάσεις είναι γι αυτόν απελευθερωτικές.
Η ελευθερία είναι το ζητούμενο.
Και ποσώς τον ενδιαφέρει εάν ο κάθε Βαξεβάνης αυτή του την ορμή την ονομάζει επαναστατική γιόγκα ή όπως αλλιώς θέλει.
Όλοι τους, κομματικοί ή αντιπολιτευόμενοι είναι ίδιοι γιατί ακριβώς αγαπούν το σύστημα, την τάξη, την ομοιομορφία. Στις συμπεριφορές και τις αξίες.
όταν ο επαναστατημένος τις παραβαίνει, με όποιο όπλο καταφέρνει, [τα όπλα, λεν οι Ζαπατίστας είναι τα λόγια, οι σκέψεις και οι καρδιές τους. Είναι και αυτά που κουβαλούν στην πλάτη, σε αυτά όμως το κράτος είναι ισχυρότερο, ψάχνουν τις αδυναμίες του λοιπόν, κι εκεί εστιάζουν.]
Επαναστατημένος είναι αυτός που δεν έχει να σπουδάσει τα παιδιά του, με σφιγμένο το στομάχι χωρίς λόγο και το άγχος στα ύψη, κλεισμένος στο σπίτι γιατί η τσέπη άδεια, αναγκασμένος να τρώει στη μάπα τα χειρότερα σκουπίδια που του σερβίρουν για ψυχαγωγία. [εδώ γελάνε, μιλάμε για την ‘καλύτερη δυνατή’ αγωγή της ψυχής’].
Δίπλα του αυτός που έχει χρήματα να πάει διακοπές,                                                      κάποιος άλλος ύστερα από χρόνια, και αναγκάζεται να υπομένει κατειλημμένες παραλίες και νησιά από πλαστικό και κακογουστιά, καμμένα βουνά, καταπατημένα από μπάζα και σκουπίδια. Από ηχορύπανση και καταγέλαστα θεάματα.
Φτιάξανε τη ζωή σκουπίδι, την ξεπουλούν στους εργολάβους, μετατρέψανε την Γη σ’ ένα τεράστιο σκουπιδότοπο, ναρκοθετημένο.
Η καθημερινότητα μια διαρκής αγοραπωλησία, ο άνθρωπος πουλάει και αγοράζει, πουλιέται και αγοράζεται με εξαιρετική ευκολία, στην καλύτερη τιμή, με επιθετικότητα απεχθή.
Η ζωή συνεχής πλύση εγκεφάλου, καθαρή λοβοτομή.
Πορνό, σωματεμπορία, σκληρά ναρκωτικά το μέλλον της νεολαίας.
Δεν θα πάρουμε.
Κάντε παραβάσεις, είναι απελευθερωτικό.
Κάνετε παράβαση, κάνει καλό.
Κάνουμε παράβαση λοιπόν και γουστάρουμε, τότε γουστάρουμε, γιατί το υπόλοιπο είναι πλήξη και ανία, αυτή που σας συμφέρει να μας ρίχνετε, για να μας αποβλακώνετε.
Αυτά τα λίγα λοιπόν. Δεν θα ψοφήσουμε ποτέ κουφάλα νεκροθάφτη!
Αστοί καθωσπρέπει, είστε ερωτευμένοι με το καθώς πρέπει, μπορείτε να το βάλετε εκεί που ξέρετε!

Coldplay & Buena Vista Social Club – Clocks

1

 

ξένοιαστος καβαλάρης

πριν τελειώσω με αυτό το κομμάτι οριστικά, θέλω να κλείσω τους λογαριασμούς μου με όλους αυτούς που με βλέπουν σαν κόκκινο πανί! είτε για την μεγάλη μου συμπάθεια στους σπαρτιάτες, είτε γι αυτήν προς τον Αλέξανδρο και τον Λεωνίδα, τον Αχιλλέα και άλλους ήρωες, τον Διγενή και τον Παλαιολόγο ας πούμε τον τελευταίο, την συμπάθεια μου προς τον Χριστό τον Βούδα τον Μωάμεθ και άλλους! κλπ κλπ, καταλαβαίνω πως είμαι αιρετικός, αλλά και αυτή η μονολιθικότητα που έχει πέσει θυμίζει ΚΚΕ επί εποχής εμφυλίου πολέμου, τότε με τα συγχωροχάρτια και τις υπογραφές, καλά τους τα είπε ο Μίσσιος! τέλος πάντων, δεν θα μου ξεριζώσουν πράγματα που έχω μέσα στην ψυχή μου από παιδί επειδή θέλουν να σκέφτονται σήμερα, 2500 μετά από εκείνα τα συμβάντα με τον τρόπο που θέλουν αυτοί, για ανθρώπους που γεννιόντουσαν και πέθαιναν κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες και μέσα σε κοσμοθεωρίες τελείως διαφορετικές από αυτές μέσα στις οποίες ζούμε σήμερα εμείς.

Ας τα πάρουμε όμως απ’ την αρχή:

Αλέξανδρος, ένας άνθρωπος που λατρεύω, και αυτό διότι αυτό που είμαι εγώ σήμερα το οφείλω και στον μεγάλο άνθρωπο,
βλέπεις, τον μήτσο και τον κάθε μήτσο ο οποίος γράφει απαξιωτικά για τον βολιώτη ήρωα δεν θα τον γνωρίσω ποτές, κι όσο κι αν σέβομαι τον άνθρωπο μήτσο, άλλο τόσο τον θεωρώ ανιστόρητο, και αυτό διότι θεωρώ απαράδεκτο να κρίνουμε ανθρώπους ή γεγονότα που συνέβησαν κοντά 3.000 χρόνια πριν με κριτήρια σημερινά!

Τότες θεωρούνταν αυτονόητα πράγματα που σήμερα, πολύ σωστά,  μας είναι απεχθή,
διαβάζω δεκάδες παπαριές στα μέσα καθημερινά για τον Αλέξανδρο, ο οποίος φυσικά δεν ήταν κανένας άγιος, άγιος δεν είμαι ούτε εγώ, με τους δαίμονες μας πολεμούμε καθημερινά, όπως κι αυτός, που ανατράφηκε βασιλιάς, είχε απ’ τον πατέρα του κληρονομήσει τον μεγάλο σκοπό να νικήσει τους Πέρσες, ο πόλεμος δεν είναι ποτές κάτι όμορφο, κάτι που γίνεται με όμορφα μέσα! Γαλουχημένος γιος του Δία από την μάνα του, ανακηρύχθηκε θεός στο μαντείο του Άμμωνα Δία στην Αίγυπτο, κλπ, κλπ. Κανείς ιστορικά δεν σκέφτηκε ποτέ να κατηγορήσει τον Οδυσσέα επειδή κατόρθωσε με το κόλπο του οι έλληνες να εισχωρήσουν και να καταστρέψουν την Τροία, αρπάζοντας ανθρώπους και αγαθά, πράγματα φυσικά για εκείνους τους χρόνους! Αλλά βλέπεις ο Αλέξανδρος ήταν καταστροφέας, ιμπεριαλιστής και πλιατσικολόγος! Βλέπεις δεν κατέστρεψαν οι αθηναίοι την Μήλο γιατί τόλμησε να σηκώσει κεφάλι, ούτε οι σπαρτιάτες την αττική, και πάει λέγοντας. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να κατηγορήσει τον Αγαμέμνονα, αν εξαιρέσουμε την γυναίκα του, που θυσίασε την κόρη του για να ξεκινήσουν οι αχαιοί το ταξίδι, ιμπεριαλιστές κι αυτοί για τον μήτσο και κάθε μήτσο που δεν ξέρουμε τι θα έκανε αν ήταν γιος του Μενέλαου, του Αχιλλέα ή του Αίαντα.
Φίλε μου αγαπητέ, υπήρξα παιδί και μεγάλωσα με αυτές τις ιστορίες, κι όταν ανδρώθηκα και άρχισα να καταλαβαίνω καλύτερα τα πράγματα, δεν πρόδωσα τους ήρωές μου, ούτε τους απαρνήθηκα. Διότι κι αυτοί δεν με πρόδωσαν ποτές, αν είμαι σήμερα κάποιος σε αυτούς το οφείλω, και σε όλα τα μεγάλα που με δίδαξαν, διότι σήμερα που μεγάλωσαν μπορώ να ξεδιαλύνω αυτά που πρέπει και χρειάζονται, από τα άλλα που δεν πρέπει,

έτσι προχωρά η ιστορία, δεν είναι στάσιμη, »καθαρότητα» δεν υπάρχει, κανείς δεν είναι τέλειος, μέσα στο άσπρο υπάρχει και το μαύρο, μαζί με τον θεό και ο διάβολος, ο λύκος της στέπας μεταξύ των αγαπημένων βιβλίων μαζί με τον Όμηρο και τα βιβλία για τον Αλέξανδρο, και τον Λεωνίδα και τον Αχιλλέα που μου έμαθαν την ανδρεία και το κάλλος, και πολλά πολλά άλλα!

αν ο μήτσος, και ο κάθε μήτσος θεωρεί τον εαυτό του τέλειο, σίγουρα στη ζωή του, πολύ φοβάμαι, δεν θα έχει πετάξει ποτές προς απάτητες κορφές, εκεί που το σωστό και το λάθος διαπλέκονται, γιατί αυτό που για σένα λάθος για τον άλλον σωστό και πάει λέγοντας. Χρέος του ανθρώπου να αγωνίζεται να ξεπεράσει τον εαυτό του και τα όρια, τα σύνορα, και είναι βέβαιο πως όλοι αυτοί το κατάφεραν, ο Αχιλλέας, ο »φασίστας» Λεωνίδας ή ο »ιμπεριαλιστής δολοφόνος» Αλέξανδρος!

Αγαπώ τους σπαρτιάτες. Θα ήθελα να τους μοιάσω σε αυτό που θεωρώ σπουδαίο: νίκη επί του φόβου, του φόβου του θανάτου, απ’ όπου ξεκινούν όλοι οι μετέπειτα φόβοι ταυτόχρονα με τις μεγάλες πράξεις! Φοβερό πράγμα. Από τα γενοφάσκια ακόμη. Μεγάλη υπόθεση. Ειδικότερα σήμερα που ο άνθρωπος ξερνάει χολή, μόνος κι έρημος, το άτομο, τώρα που τα κόμματα μόνο κακό κάνουν στην κοινωνία και ο άνθρωπος έχει κλειστεί στον εαυτό και τρέμει τον ίσκιο του.

Σήμερα που χρειάζεται να σταθούμε όρθιοι απέναντι στην επέλαση της κακίας και της απανθρωπιάς δίπλα στον φίλο και τον γείτονα, τον συνάνθρωπο στην παρέα,

το κύτταρο της δημιουργίας του σήμερα έγινε η παρέα, αυτή φτιάχνει το αύριο, εκεί μέσα γκαστρώνεται η ιστορία.

Έχω φοβηθεί πολύ στη ζωή μου, δυο τρεις φορές, την πρώτη με την οργάνωση, την δεύτερη με τις αρρώστιες – φυλακή, ασθένειες, μεγάλος ο γολγοθάς, πολύ θα ήθελα να γνωρίζω εκείνη τη μέθοδο νίκης του φόβου του θανάτου,

και εκείνοι ήταν μάστοροι σε αυτό τον αγώνα.

Συν το ότι από μικροί απογαλακτίζονταν σε κοινόβια μαθαίνοντας να ζουν όλοι μαζί, γυμνάζονταν δε μαζί με τα κορίτσια, μεγάλη υπόθεση και αυτή στις τότε ανδροκρατούμενες κοινωνίες.

Άσε που δεν αγαπούσαν καθόλου το χρήμα και το έδειχναν με όλους τους δυνατούς τρόπους, μέχρις βέβαια τους κερδίσει ο περσικός πακτωλός κι αυτούς!

Κρατάμε λοιπόν τα καλά, κι αυτά μέχρις κάποια εποχή φυσικά, γιατί από κάποια στιγμή και μετά τους πήρε η κάτω βόλτα.

Οι αθηναίοι; μα βέβαια και οι αθηναίοι! με τα ξύλινα τείχη τους! που ήταν η πολιτεία τους, σπίτια και πατρίδα τους αληθινή! αυτό που λέμε »όπου γης και πατρίς!» κυριολεκτικά! και ξέρετε τι εννοώ, καταλαβαίνετε νομίζω.

Αλέξανδρος; μα φυσικά! ο αγαπημένος! γεννήθηκε από τη μάνα του και από τον Δία, έτσι ήξερε, κι εσείς μου λέτε πως πρέπει να ήταν νορμάλ όταν κατέκτησε όλο τον κόσμο! εσείς θα ήσασταν; δεν θυμάμαι ποιος ήταν που μου έμαθε, ένας απ’ τους δασκάλους μου, μικρότερος όταν ήμουν, Μιχάλη μου είπε, αν θέλεις να σκέφτεσαι καλά, όταν συλλογάσαι, θα μπαίνεις στου αλλουνού τη θέση για να καταλάβεις πως εκείνος σκέφτηκε ! άντε λοιπόν να κάνεις κουμάντο στου Αλέκου το μυαλό την ώρα που μάχεται πάνω στον Βουκεφάλα και ίπτανται ακόντια βέλη και καρφιά και μαίνονται τα ξίφη κι έρχονται αναφορές απ’ όλες τις πλευρές και πρέπει να δώσει διαταγές και συγχρόνως μάχεται για τη ζωή του στη μάχη του Υδάσπη, στα νερά του Γρανικού ή στην πόλη του Ερμπίλ, άντε λοιπόν εσύ καϋμένε αναρχικούλη θέλεις το παλικάρι που γεννήθηκε για να ενώσει όλο τον γνωστό τότε κόσμο κι έφτασε στα τριάντα για να μηδίσει και να πάρουν λιγάκι ή περισσότερο αέρα τα μυαλά του να σκέφτεται σαν νεαρός Εξαρχιώτης αφού πρώτα όμως κατάφερε να νικήσει πείνα και δίψα στην Γεδρωσία έρημο  αρνούμενος να πιει νεράκι το οποίο έχυσε μιας και δεν έφτανε για να πιουν και οι άνδρες του όλοι.

Θυμάσαι βέβαια πως εκεί ψηλά, στα τείχη της Κανταχάρ, όταν οι άνδρες του αρνήθηκαν να πολεμήσουν, πήδηξε μονάχος του πίσω από τα τείχη της πόλης αναγκάζοντας πρώτα την φρουρά του και στη συνέχεια το στράτευμα να τον ακολουθήσει βρίσκοντας τον κατατρυπημένο αλλά για μιαν ακόμη φορά νικητή γιατί ήθελε πάντα να είναι νικητής, τέτοιον άντρα θέλεις πάντα κοντά σου! να χύνει το νερό αν δεν έχει για τους συντρόφους του, που την ώρα του θανάτου να θυμάται ένα ένα τα ονόματα καθενός ξεχωριστά από αυτούς, γιατί κάθε μέρα ζούσε μαζί τους!  μοιράζονταν τα πάντα! πόνους χαρές λύπες!

Τώρα μια σκηνή απίστευτης δύναμης και τρυφερότητας ταυτόχρονα:                                     »Κι ενώ εκείνος γονατιστός σπαράζει με λυγμούς θρηνώντας το παιδί του, ο Αχιλλέας απομακρύνει απαλά το χέρι του γέροντα από τα γόνατά του και αφήνεται στον δικό του θρήνο. Και δεν θρηνεί μονάχα τον Πάτροκλο.                                                                               Ο Αχιλλέας γνώριζε πως αν πήγαινε στην Τροία να πολεμήσει, δεν θα επέστρεφε ποτέ. Η μητέρα του τον είχε προειδοποιήσει γι’ αυτό και προσπάθησε να τον κρύψει. Ο Αχιλλέας όμως προτιμούσε να πεθάνει νέος, αλλά δοξασμένος παρά να ζήσει άσημος ως τα βαθειά του γεράματα. Έτσι, γνωρίζει καλά πως δεν πρόκειται να ξαναδεί τον πατέρα του και η ιδέα του Πρίαμου να ξεκινήσει τη συζήτηση αναφερόμενος στον Πηλέα βρήκε στόχο! Ο Αχιλλέας κλαίει μαζί με τον εχθρό του, σε μία τρομερή στιγμή που και οι δύο αντικρίζουν την κοινή μοίρα των ανθρώπων. Η φοβερή του οργή που τον οδήγησε να ξεπεράσει κάθε όριο, παγώνει μπροστά στον οίκτο και τον σεβασμό για τον ευγενή γέροντα με άσπρα μαλλιά. Απλώνει το χέρι του και σηκώνει τον Πρίαμο, που μετά βίας στέκεται στα πόδια του»                                                                                                                                                            και:
«Σαν ήρωας εκφράζει τα βασικά μηνύματα του Ομηρικού έργου, που ενσωματώνουν το ηρωικό ιδεώδες, τον άνθρωπο που επιλέγει τη σύντομη και ένδοξη ζωή, περιφρονώντας τη μακρά και ειρηνική ζωή χωρίς δόξα. Συνεπώς η τιμή, το θάρρος, η δεξιότητα , η ανδρεία, η περιφρόνηση για το θάνατο, η φήμη, ο σεβασμός από την κοινωνική ομάδα, η υπεράσπιση της προσωπικής τιμής (από εχθρούς και φίλους) είναι οι υψηλές αρετές που αντιπροσωπεύει η παρουσία του Αχιλλέα»

 

Τέλος..η αγάπη! θα μιλήσουμε για την αγάπη, όλα για την αγάπη! έκλεισε η παράδεισος, γέμισε, δεν υπάρχουν πλέον κενές θέσεις, εσύ τι θα κάνεις; θα είσαι με την αγάπη έτσι κι αλλιώς; ή δεν σαι νοιάζει;

δεν υπάρχει ανταμοιβή! δεν υπάρχει αντάλλαγμα! Το είπε ο Χριστός, το είπε και ο Βούδας, το είπε και ο Μωάμεθ. Και οι τρεις μιλούν για την αγάπη και οι αναρχικοί βγάζουν σπυριά κι εγώ ξέρεις άρχισα να ξύνομαι στον πωπό μου ή αλλιώς κώλο μου

με λίγα λόγια τώρα τελευταία γνώρισα κάτι γιαλαντζί ντολμάδες, τους γεύτηκα στο μαγειρείο κλπ, άσε φίλε μου λοιπόν για να έχουμε καλό ρώτημα γράφω και λέω ότι θέλω κι επειδή με απείλησαν κιόλας λέω λοιπόν πως είμαι περήφανος που δεν υπήρξα ποτές ερυθρές Ταξιαρχίες και πως ήμουν αυτόνομος και Πρώτη Γραμμή και κάποτε αριστεριστής και γαύρος και ποτέ μετανιωμένος ούτε διαχώρισα τη θέση μου και άντε γεια!

κληρονόμησα τον ναρκισσισμό του Αχιλλέα, την τσατίλα του Ιουστινιάνη και το πείσμα των Ασσασίνων, τη θέρμη του Ρουμί, την καρτερία του Ακρίτα και βρέθηκα εδώ να υπομένω τις βλακείες του πρώην συνεργάτη ο οποίος, ναι, γιαλαντζί ο τύπος….

‘Η Ηλέκτρα στις Χοηφόρες του Αισχύλου θέλει την εκδίκηση, αλλά, αν ήταν, να μη μάτωναν τα χέρια της. Η Ηλέκτρα του Ευριπίδη είναι ένα στενόκαρδο και εγωκεντρικό πλάσμα μ΄ένα ακραίο μίσος, για να φτάσει μετά σχεδόν στη μεταμέλεια. Στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή δε διέταξε κανείς το φόνο της Κλυταιμνήστρας και του Αίγισθου. Η Ηλέκτρα έχει πάρει σταθερή απόφαση κι ο Ορέστης έχει σταθερό χέρι. Εδώ δεν υπάρχουν Ερινύες για να διώξουν τους μητροκτόνους. Ερινύες είναι τα παιδιά του Αγαμέμνονα για τους ενόχους. Δεν υπάρχουν δικαστήρια για να δικάσουν τον Ορέστη. Ο Χορός τον απαλλάσσει. Στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή δεν υπάρχει μεταμέλεια. Κανείς θεός δε βάζει εδώ το χέρι του για να επιβάλει ή να ματαιώσει τη δικαιοσύνη που επέρχεται’.

και ένα τραγούδι από τον τόπο μου DREAM HUNTERS Κυνηγοί Ονείρων και ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ:

Καράβια με πανιά φτάσαν μια μέρα στις ακτές
και γύρω από την πόλη βγήκαν πολεμιστές
Ήρθαν από μακριά ζητώντας χώμα και νερό
στα τείχη μας επάνω να στήσουνε χορό
Τα δόρατα χτυπούν πάνω στις ασπίδες δυνατά
τρομάζουν οι γυναίκες, κρύβονται τα παιδιά
Τα χέρια τους γροθιές υψώνουν προς τον ουρανό
σημάδι είχαν βάλει χρόνια τον τόπο αυτό
Μην κλάψεις μάνα μου, ακόμα κι αν πεθάνω
κι αν στην ασπίδα μου με φέρουνε απάνω
Μην κλαις πατέρα μου, τη μάχη εγώ δε χάνω
μόνο ελεύθερη θα ζήσω ή θα πεθάνω
Αυτή εδώ η γη με αίμα έχει ποτιστεί
νερό δεν την ξεπλένει , μα πόλεμου κραυγή
Κι ετούτος ο λαός την μνήμη του δεν λησμονά
ζυγό δεν υπομένει δεν σκύβει στην σκλαβιά
Τέλειωσε ο χορός, η θάλασσα παίρνει φωτιά
καίγονται τα καράβια, καίγονται τα πανιά
Και πήρανε μαχαίρι και θάνατο αργό

 

Αποτέλεσμα εικόνας

Και φτιάξαμε γεφύρι για να περάσουμε από την χώρα της Λατινικής Αμερικής και τους μύθους μας στην  στη χώρα του ποτέ…ή ce n’ est qu’ un debut, continouons le combat 

Συνεχίζεται

 

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Η. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 6

Μια μέρα, οι κολεκτίβες Mensa [του φοιτητικού εστιατορίου δηλαδή] και Αρχιτεκτονικής αποφασίζουν να ‘επισκεφτούν’ το μεγάλο πολυκατάστημα που βρίσκεται κοντά στο Ταχυδρομείο. Ζητά λοιπόν από τους περισσότερο έμπειρους να οργανώσουν τη φάση, τους παλιότερους δηλαδή.
Θα πάρουμε μέρος καμιά τριανταριά σύντροφοι, αγόρια και κορίτσια. Σχεδόν μοιρασμένοι, ίσως και περισσότεροι από τριάντα. Σχεδιάζουμε το πλάνο εξονυχιστικά. Θα αποκλείσουμε όλο το τετράγωνο και θα εμποδίσουμε τη μηχανοκίνητη πρόσβαση γεμίζοντας τον δρόμο σπασμένα μπουκάλια, αν χρειαστεί, ώστε να προκαλέσουμε κυκλοφοριακό μποτιλιάρισμα και κομφούζιο εμποδίζοντας την πρόσβαση της αστυνομίας. Ουρές αυτοκινήτων, εμπόδια. Ως συνήθως, θα εξουδετερώσουμε τα τηλέφωνα και τρεις από εμάς, με το καλό, θα ακινητοποιήσουμε τον φρουρό. Αυτά θα γίνουν ταυτόχρονα. Θα γεμίσουμε τις τσάντες μας και θα καλέσουμε τον κόσμο να κάνει το ίδιο. Προλεταριακή απαλλοτρίωση. Φυσικά θα σκορπίσουμε φυλλάδια, μέσα στο κατάστημα και σε όλη την γειτονιά, κατά την αποχώρησή μας. Εξηγώντας τα κίνητρα της ενέργειας για την επανοικειοποίηση του πλούτου που παράγουμε και καρπώνεται το αφεντικό. Θα χαθούμε τραγουδώντας στα στενά.

Φτάνουμε σε μικρές ομάδες, την καθορισμένη ώρα είμαστε όλοι εκεί. Όταν οι πρώτοι δημιουργούν το φράξιμο στις συγκοινωνίες οι υπόλοιποι, μέσα σε συνθήματα και παροτρύνσεις ξεκινάμε τα ψώνια μας. Τα τηλέφωνα έχουν σιγήσει και ο φύλακας ξεκουράζεται στο γραφείο μαζί με τον διευθυντή, κλειδωμένοι. Όλα κυλούν ομαλά. Οι πελάτες κάνουν τις αγορές τους ενθουσιασμένοι, τα ταμεία έχουν εγκαταλειφθεί από τους υπαλλήλους μετά από τις ευγενικές μας πιέσεις. Όλα τέλεια.
Ξεχυνόμαστε προς το κέντρο της συνοικίας Santa Croce τραγουδώντας. Αρκετοί χειροκροτούν από τα μπαλκόνια, το νέο έχει διαδοθεί με ταχύτητα αστραπής, ο κόσμος ανταποκρίνεται με χαρά, επιτέλους ψωνίζουν δωρεάν.
Περπατούμε λοιπόν ενωμένοι περί τα τριακόσια μέτρα και μετά διασκορπιζόμαστε στα στενά για να χαθούν τα ίχνη μας. Το μποτιλιάρισμα κράτησε περί το μισάωρο, όσο χρειαζόμαστε για την ασφάλειά μας.

Να μας ξανάρθετε φωνάζουν από τα μπαλκόνια αρκετοί. Ανατριχιάζω. Γείτονες και περαστικοί. Είμαστε βέβαια στην καρδιά κόκκινης συνοικίας.
Μπορεί το κόμμα να συνεργάζεται πλέον με την δεξιά, να ομιλεί για συνδιαχείριση του συστήματος, και άλλα παρόμοια, αλλά ο λαός δεν μασάει, δεν τα έχει ακόμα ‘παίξει’. Η βάση έχει μεγάλη ιστορία ταξικών, σκληρών αγώνων στην πλάτη της.
Εννοώ πως, όταν καταλαβαίνεις πως σε εκμεταλλεύονται, δεν έχει σημασία ποια είναι η δουλειά σου, εάν έχεις δουλειά, ή πόσα καταφέρνεις να εξοικονομήσεις από τ’ αφεντικά. Στο κάτω κάτω δεν έχει σημασία ούτε τι ψηφίζεις, εάν ψηφίζεις.
Τα αφεντικά είναι πάντα ίδια, ότι χρώμα κι αν φοράνε στα ρούχα τους.
Ο κόσμος είναι μαζί μας. Για πολλά πολλά χρόνια.
Τώρα που πέρασε η μπόρα, και καταλάγιασε η σκόνη, νιώθω, επίτρεψέ μου να σου πω πως, τα μάτια μας τα βγάλαμε λιγάκι κι από μόνοι μας! Τώρα που καταστάλαξαν τα πράγματα, έχει γίνει πολύ εμφανές.
Διότι, εκεί που όλοι συμπαθούσαν αυτόνομους και αντάρτες γινόμαστε ξαφνικά υπέρ το δέον ….άγριοι και …..αντιπαθητικοί. Να το παραδεχτούμε.

Ίσως όχι όλοι, τώρα πια πολύ λίγη σημασία έχει.
Θελήσαμε να μοιάσουμε στους ταξιαρχίτες! Κάποιες μεγάλες θεαματικές ενέργειες απελευθέρωσαν πολύ βία, και αυτό τρόμαξε. Δεν την σήκωσε το στομάχι του κόσμου. Δεν μπόρεσε να την απορροφήσει η κοινωνία, ούτε εμείς οι ίδιοι καλά καλά.
Και έκαναν πίσω οι άνθρωποι, γύρισε εναντίον μας η κατάσταση.
Θυμάμαι τα χαμόγελα του κόσμου, όχι τόσο όταν άρπαζε το απαραίτητο, όσο το απαγορευμένο. Μας λέγαν πως ξανάβρισκαν μαζί μας την χαμένη τους αξιοπρέπεια.
Ιδιοποιούνται το απρόσιτο. Αυτό που φτιάχνονταν για λίγους.
Γιατί, και θυμάμαι τα λόγια ενός τραγουδιού που μας μετέφρασες Μιχάλη κάποια στιγμή, λέει πως: ‘εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο!’

Για να μπορούμε να απολαμβάνουμε όλοι μαζί τη ζωή ελεύθερα. Χωρίς διακρίσεις. Δίχως εξαιρέσεις.
Ο Πίνο αρπάζει αυτό, η Πάολα εκείνο και η νοικοκυρά λίγο πιο πέρα, μαζί με το γάλα του μικρού και ένα μπουκάλι από εκείνο το καλό κρασί, το απαγορευμένο για τα οικονομικά της, που εδώ και τόσες μέρες χαλβαδιάζει. Αυτό που πίνουν με τον άντρα της μια φορά τον χρόνο, στην γιορτή της.
Όταν στην άλλη γειτονιά, με τους κήπους και τους ιδιωτικούς φύλακες, η γυναίκα του τάδε επώνυμου, που γεννήθηκε με γαλάζιο αντί για κόκκινα αίμα, το πίνει κάθε μέρα.
Γυμνή γεννήθηκε και η μια, γυμνή και η άλλη. Και έτσι θα φύγουν. Σαν την Εύα. Προς τι οι διακρίσεις και οι ανισότητες ;
‘Η ζωή είναι ωραία, αλλά τα έχει με άλλον’, λένε στην ταβέρνα οι μεγαλύτεροι.
Εμείς δεν το δεχόμαστε αυτό. Παίρνουμε πίσω αυτό που είναι δικό σου και δικό μας.
Τα φτιάχνουμε κι εμείς μαζί της, είναι πράγματι πολύ όμορφη, κουκλάρα η ζωή!
Παίρνουμε πίσω αυτό που μας ανήκει.
Παροτρύνουμε όλους να αυτοοργανωθούν, να το κάνουν!

Το δείχνουμε με το παράδειγμά μας. Γίνεται. Εύκολο είναι. Φτάνει να θέλεις.
‘άντε θύμα, άντε ψώνιο, άντε σύμβολο αιώνιο’ δεν λέει το τραγούδι σας Μιχάλη ;
‘αν ξυπνήσεις μονομιάς, θα ρθει ανάποδα ο ντουνιάς’,
Εσύ μας τα έπαιζες αυτά, το ξεχνάς ;
Τίποτα δεν είναι αδύνατο. Όλα είναι εφικτά. Η ιστορία δεν έχει τέλος!
Ο άνθρωπος θέλει να ορίζει μόνος την τύχη του.
Δεν έχει ανάγκη από μεσάζοντες. Δεν χρειάζονται νταβατζήδες.

Imagine, John Lennon.

  • Δες τι γίνεται με το φαγητό μας, θυμάσαι, πες τα να ξαλαφρώσω.
    »Χρησιμοποιούμε γενικά το φοιτητικό εστιατόριο. Είναι καλούτσικο το φαγητό. Επιβλητικό το κτίριο. Πανέμορφο. Ένα σωρό νεολαίοι εκεί μέσα, μας αρέσει πολύ να βρισκόμαστε σ’ αυτό.
    Η Μensa.
    Στο κέντρο, λίγα λεπτά από τον υπέροχο Καθεδρικό Ναό, την Μητρόπολη της πόλης. Δύο λεπτά από τις σχολές και την αγαπημένη Πλατεία του Αγίου Μάρκου. Κέντρο αγώνα, κέντρο συνεύρεσης. Πίχτρα στους νέους.
    Φτηνό φαγητό, τρώγεται. Το σερβίρουν όμως μοναχά συγκεκριμένες ώρες και γίνεται το αδιαχώρητο.
    Πρέπει να περιμένεις στην ουρά, μέσο όρο, μια με μιάμιση ώρα.
    Στην αρχή δεν δίνεις σημασία. Κουβεντιάζεις, φλερτάρεις με τα κορίτσια, κάνεις γνωριμίες.
    Σιγά σιγά κουράζεσαι στο πόδι τόση ώρα, χωρίς στην πραγματικότητα να υπάρχει λόγος, βαριέσαι.
    Υπάρχει ανεργία. Ζητούν δουλειά εκατοντάδες άνθρωποι στην πόλη. Με ακόμη μια βάρδια, το πρόβλημα λύνεται. Θα είναι ανοιχτά όλη μέρα και θα τρως με την ησυχία σου, νωρίτερα ή αργότερα.
    Δοκιμάστε, τους λέμε.
    Τίποτα. Μας έχουν όρθιους με τις ώρες. Σκέτη ταλαιπωρία».

‘Να μην υπήρχαν λεφτά, να κάνω όσες θυσίες θέλεις. Με τον πλούτο που υπάρχει διάσπαρτος, σε συγκεκριμένες τσέπες, όχι, δεν θα πάρω.
Δυο φορές τη μέρα μας θέλουν στρατιωτάκια, εν δυο- εν δυο.
Δεν θα πάρουν.
Η τεράστια αυτή ουρά που ξετυλίγονταν στις αίθουσες, μέσα και έξω, αυτού του θαυμάσιου κτιρίου, εξελίσσεται σε αυθόρμητη γενική συνέλευση αρκετές φορές, δημιουργεί αιτήματα, τα παρουσιάζει, πάπαλα. Παίρνει σαν απάντηση τον τρίτο τον μακρύτερο.
Φτιάχνουμε την αυτόνομη ομάδα μας, την επιτροπή μας.
Αποφασίζει λοιπόν κατάληψη, την πραγματοποιεί και κερδίζει καλύτερες συνθήκες. Δηλαδή το εστιατόριο ανοικτό όλη μέρα και φαγητό δίχως αναμονή, ορθοστασία και ουρές.
Έλα μου όμως πως προσωπικό δεν προσλαμβάνεται, με αποτέλεσμα να βγαίνει η ψυχή των νυν εργαζόμενων.
Αυτό δεν το θέλουμε. Χειροτερεύουν οι συνθήκες εργασίας για να τρώμε εμείς με άνεση. Δεν είναι αυτό που επιθυμούμε’.

‘Αλλάζουμε λοιπόν τακτική.
Αρχίζουμε και σνομπάρουμε την Μένσα, οργανωνόμαστε σε ομάδες των τριάντα και επισκεπτόμαστε με την σειρά τα εστιατόρια του κέντρου, που τρίβουν τα χέρια τους γιατί δεν ξέρουν τι τους περιμένει.
Τρώμε παρέα όλοι μαζί, την καθορισμένη στο περίπου βέβαια ώρα, και για αντίτιμο αφήνουμε το πολύ χαμηλό που πληρώνουμε σαν φοιτητές στη μένσα!
Και για τα παράπονα στέλνουμε τους ιδιοκτήτες στην διοίκηση του Πανεπιστημίου.
Μια, δυο, τρεις, σκάνε. Υποχωρούν’.

»Κλείνουν λοιπόν σύμβαση με δυο-τρία μεγάλα εστιατόρια κι έτσι το φοιτητικό αποσυμφορίζεται, και εμείς διασκορπιζόμαστε στην πόλη με φυσικό επακόλουθο να τρώμε σαν άνθρωποι.
Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.
Αλλάζει το οργανωτικό πλάνο, διευκολύνονται οι πάντες. Δεν είναι καθόλου δύσκολο να βρίσκεις λύση στα προβλήματα. Φτάνει να θέλεις.
Θέλει ν’ αρπάζεις τη ζωή απ’ τα κέρατα.
Εσείς δεν είστε που λέτε πως όποιος δεν ακούει με τα λόγια θα ακούσει με το ραβδί; Το χρησιμοποιούμε, μεταφορικά, και όχι μόνο, για να σας κάνουμε να ακούσετε.
Πάλι αιφνιδιασμός.
Που να μας περιμένουν, κάθε μέρα, πρωί βράδυ ; Τι να προφυλάξουν ;
Περιπολίες και αυτές, σε δράση. Γεμάτη η πόλη φυλλάδια. Δημιουργούμε συναίνεση. Και όταν προσπαθούν να μας φέρουν ενάντια στους εργαζόμενους, δεν μασάμε.
Γενικά, δεν μασάμε εκείνο τον καιρό».

‘Με τις τιμές στους οργανισμούς κοινωνικής ωφέλειας, το ίδιο. Ζητάμε συμβολικό τιμολόγιο. Οργανώνουμε αυτομειώσεις στα δελτία τηλεφώνου και ρεύματος. Ανά διαστήματα.
Οι αυξήσεις είναι αδικαιολόγητες. Μόνος γνώμονας το κέρδος.
Λέμε πως είναι άδικο να ψάχνεις το κέρδος σε αυτά που είναι κοινωνικά αγαθά πρώτης ανάγκης. Κατοικία, νερό, ρεύμα,τροφή, μεταφορές, παιδεία.
Πρέπει να είναι εγγυημένα σε όλους, σε τιμές συμβολικές, εξασφαλισμένες από την κοινότητα. Αυτή είναι εμείς όλοι. Όχι ευκαιρία για να προσκομίζουν κάποιοι κέρδος.
Κερδίζουμε, χάνουμε μάχες. Δεν σταματάμε μέρα να ανακινούμε αυτά τα ζητήματα.
Και όταν δεν μας δίνουν σημασία ξεκινούμε τα σαμποτάζ, τις δολιοφθορές. Όχι στην τύχη. Με σχέδιο. Εκεί που ο αντίπαλος πονά. Όταν ατονούν τα κινήματα και οι μαζικές διαδικασίες. Όταν ατονεί η συμμετοχή. Όταν το κράτος καταστέλλει.
Στις μεταφορές δεν σταματάμε ποτές. Όταν χρησιμοποιούμαι τα δημόσια μέσα, το κάνουμε πάντα αρκετοί μαζί, όταν είναι εφικτό φυσικά. Δεν πληρώνουμε ποτέ. Με αυτό τον τρόπο οι οδηγοί συμμαχούν. Οι ελεγκτές κάνουν τα στραβά μάτια’.

οι καγκελόπορτες της μνήμης 1

  • Θέλω να ανοίξω μια παρένθεση. Σταματώ για δύο λεπτά τη συγγραφή της διήγησης του Μάριο και σας μιλώ για λίγο εγώ, ο Μιχάλης. Δυο λόγια μοναχά.
    Διάβασα χθες στο διαδίκτυο την κατάθεση ψυχής του Κώστα Γουρνά στο Ειδικό Δικαστήριο που ‘δικάζει’ τον Επαναστατικό Αγώνα. Συγκλονίστηκα.
    Από την άλλη, γίνομαι ολοένα μάρτυρας, όπου βρεθώ και όπου σταθώ της ολοκληρωτικής απαξίωσης του πολιτικού συστήματος και των προσώπων που το απαρτίζουν. Και μιλώ για την άποψη ανθρώπων τελείως διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, ανεξαρτήτως θέσεως, ρόλου ή βαθμίδας :
    ‘Και λίγα τους κάνουν’, εννοώντας τις βόμβες σε δημοσιογράφους.

‘Ειδικό δικαστήριο χρειάζονται αυτοί’! εννοώντας το πολιτικό προσωπικό.‘Kαι όχι φυλάκιση. Δήμευση περιουσίας και κοινωνική εργασία από εδώ και εμπρός’.
‘Μα γιατί ο κόσμος δεν εξεγείρεται’ ; αναρωτιούνται όλοι από την θαλπωρή του γραφείου τους.
Κάθε φορά που κατεβαίνω στην πλατεία ή στον δρόμο, οι ίδιοι και οι ίδιοι. Αυτοί που δεν αναρωτιούνται ΑΓΩΝΊΖΟΝΤΑΙ.
Με όλα αυτά θέλω να πω πως όσα μου διηγείται ο Μάριος είναι τόσο μα τόσο αληθινά ΚΑΙ ΕΠΊΚΑΙΡΑ. Όσα λέμε αυτές τις μέρες αποτυπώνουν με χειρουργική ακρίβεια την πραγματικότητα που βιώνουμε και σήμερα. Όλοι καταλαβαίνουν, όλοι βλέπουν. Αρνούνται, προς το παρόν, να ξεκουνηθούν. Κι έτσι το κράτος, ο μεγάλος ένοχος, ο μόνος τρομοκράτης, ο γδάρτης των ονείρων των ανθρώπων, λακές του μεγάλου κεφαλαίου, βρίσκει την ευκαιρία να χτυπά αμείλικτα, βάναυσα, όλους εκείνους που με τον ένα ή άλλο τρόπο εξεγείρονται. Αντάρτες, καταληψίες, εργατικές μαχητικές κινητοποιήσεις. Τον άλλο τρόπο σκέψης, την άλλη κοινωνία. Τους ασυμβίβαστους.
Ας μη ξεχνάμε πως ‘το πάθος για την λευτεριά είναι μεγαλύτερο απ’ όλα τα κελιά’.
Και πως ‘το μεγάλο όπλο των λαών είναι η αλληλεγγύη’, μέσα στον πόλεμο που υπάρχει ανάμεσα σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους.
Ας διαλέξουμε πλευρά!
Και μη ξεχνάτε πως ‘δεν μπορούν να καταστείλουν αυτό που αδυνατούν να καταλάβουν’.

O Aχιλλέας από το Κάιρο, Κώστας Τουρνάς.

  • Πάμε λοιπόν πίσω στα δικά μας.
    Έχουμε βέβαια και τα στέκια μας στην πόλη. Ένα εστιατόριο, ‘Da Mario’. Πήρε το όνομά του από τον φίλο μας ιδιοκτήτη, σήμερα το δουλεύουν τα παιδιά του απ’ ότι μαθαίνω.
    Μια βινερία, κρασάδικο, εκεί στο δρόμο ανάμεσα στην Αρχιτεκτονική, την σχολή Πολιτικών επιστημών και την πλατεία του Borgo ogni Santi.
    Μια πιτσερία στην πλατεία του Σταυρού.
    Αργότερα φτιάχνουμε σχέση με μια ακόμη ταβέρνα, πάλι κοντά στην αγαπημένη μας πλατεία. Da Annita λέγονταν. Εδώ γνωριζόμαστε με την Πάολα, αν θυμάμαι καλά το όνομά της. Πρόκειται για την πιο γνωστή τραβεστί της πόλης, μια πανέμορφη, πανύψηλη, εντυπωσιακή κοπέλα που συχνάζει εδώ, Via della Spada, η Οδός του Ξίφους, κάτω σχεδόν από το σπίτι μας. Ελληνίδα σίγουρα, πρώην φοιτήτρια, αν δεν κάνω λάθος.
    Βλέπεις, όταν συχνάζεις σε ένα μέρος, στο τέλος καταλήγεις να αποκτήσεις φιλικές σχέσεις με τους εργαζόμενους, τους ιδιοκτήτες και τους πελάτες.
    Σε αυτήν εδώ την ταβέρνα συφάγαμε και με γνωστές πανιταλικά φυσιογνωμίες της αυτονομίας που επισκέφτηκαν την πόλη μας κάποιες φορές.

Λίγο πιο πέρα είναι και το Βίβολι, γνωστή ανά τον κόσμο τζελατερία, ζαχαροπλαστείο. Φανταστικό παγωτό-τούρτα σε απίθανες δεκάδες γεύσεις, ημιπαγωμένο όπως το αποκαλούν.
Συνηθίζουν οι πελάτες να στέλνουν στη διεύθυνση του καταστήματος αποκόμματα από εφημερίδες με φωτογραφίες και άρθρα γραμμένα σε όλες τις γλώσσες του κόσμου από τα άτομα που κάνουν την καταχώρηση. Με θερμά λόγια και ευχαριστίες για την φιλοξενία και την απόλαυση του εξαιρετικού παγωτού. Από την Αυστραλία μέχρι το Νεπάλ και από την Ιαπωνία μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αίγυπτο. Όλες οι εθνικότητες περνούν από εδώ. Το ζαχαροπλαστείο είναι πασίγνωστο και βρίσκεται στο επίκεντρο της πόλης.

Ειδικά στις βραδινές ώρες γίνεται το αδιαχώρητο. Στο μέσο της διαδρομής από την Πλατεία των Ευγενών [Piazza Signoria] προς Santa Croce όπου βρίσκονται τα λημέρια μας. Συναντιόμαστε πολύ συχνά εκεί, άτυπα ραντεβού σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα για να βγουν τα προγράμματα της συνέχειας. Συνήθως Άνοιξη και καλοκαίρι στις πλατείες, χειμώνα σε σπίτια με κρασάκι και μουσικούλα. Η μακαρονάδα πάντα απαραίτητη, σε όλες τις μορφές και ποικιλίες. Στο ρεφενέ, ως συνήθως.
Στα σκαλοπάτια της εκκλησίας γίνεται χαμός, συνωστισμός.
Εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες νέοι κάθε βράδυ δίνουν το παρόν τους εκεί, συντροφιά για ώρες.
Παίχτηκαν αρκετά ντέρμπι υπό το φως των προβολέων.
Η πλατεία γίνεται το δεύτερο σπίτι μας. Για να μην πω, το σπίτι μας, μιας και κατοικίες αλλάξαμε πολλές, όχι όμως και πλατείες.

Είναι και αυτή του Αγίου Μάρκου στέκι, μιας και βρίσκεται κοντά στις σχολές. Εδώ θα παίξουμε φλιπεράκι, πινγκ πονγκ, μπαλάκια και άλλα τέτοια παιχνίδια στο καφέ που μας φιλοξενεί. Βραδινό, αδιαφιλονίκητο στέκι όμως θα παραμείνει για πάντα αυτή του Σταυρού. Εδώ η κατάσταση είναι πιο ζεστή, αυτό που λέμε ‘πιο οικογενειακή’. Πως λες ‘σαν στο σπίτι σου’ σε κάποιον. Κάπως έτσι.
Εδώ οργανώθηκαν τόσα και τόσα πολλά, από αυτά που μόνο εμείς ξέρουμε να κάνουμε.
Φτάνει να μη βρέχει.

Κάποιο απόγευμα, ένα γυφτάκι μου αρπάζει ένα κομμάτι μαύρο, ακουμπισμένο στο γόνατο, την ώρα που κολλάω τα χαρτάκια, φτιάχνοντας τσιγάρο στην παρέα. Μας διπλαρώνει ζητώντας χρήματα και μιας και δεν τα παίρνει, έχουν πέσει αφραγκιές, αρπάζει αυτό που βρίσκει μπροστά του και γίνεται καπνός, αφήνοντάς μας αποσβολωμένους. Μέχρι να πάρουμε χαμπάρι τι έχει συμβεί εξαφανίστηκε. Άντε πιάστον!

Μέχρι να νυχτώσει, τα πούλμαν ξεφορτώνουν αβέρτα. Τουρίστες, κυρίως σχιστομάτηδες, που επισκέπτονται τον περίφημο, τεράστιο Ναό. Με τις φωτογραφικές, προκλητικά κρεμασμένες στο λαιμό. Γιατί, περί πρόκλησης πρόκειται αυτή η επίδειξη στην καρδιά μιας προλεταριακής γειτονιάς. Έτσι το βλέπουν οι νεαροί, που για να σταυρώσουν καμία δουλειά, του ποδαριού κυρίως, τους βγαίνει η πίστη. Μικροαστική καθαρά η πόλη, δεν έχει εργοστάσια. Όποιος λοιπόν δεν είναι ‘εμφανίσιμος’ ή δεν έχει ‘γνωριμίες’ μένει στα αζήτητα. Ψάχνει λοιπόν μεροκάματο στον δρόμο. Αναπόφευκτο.
Βογγούν λοιπόν οι τουρίστες, που κατακλύζουν την πόλη, χειμώνα καλοκαίρι.

Η χαρά για τα κλεφτρόνια. Τους την πέφτουν και φορτώνονται λάφυρα όλων των ειδών. Ειδικότητα όμως παραμένουν οι μηχανές. Άντε να τους κυνηγήσεις στα γύρω στενά που τα γνωρίζουν καλύτερα από το σπιτικό τους. Σαν τα δάχτυλα των χεριών τους.
Είμαι εκεί μπροστά ένα απογευματάκι, μόλις αρχίζει να σουρουπώνει, ορμάνε τρεις με το που ανοίγουν οι πόρτες στο λεωφορείο, απειλώντας με φωνές δυνατές τον οδηγό, για να μη κουνηθεί, ξαφρίζουν από τους Γιαπωνέζους τα πάντα.
Τα τουριστικά γραφεία απτόητα, μέχρι να πέσει σκοτάδι ξεφορτώνουν λαό, σε όλη την πόλη. Κάποιες ώρες της μέρας δεν ξεχωρίζεις ντόπιους από τουρίστες, γίνεται ένας χαμός. Βέβαια, μια στάση είναι υποχρεωτική και στον ‘δικό’ μας ναό.

Πρέπει να σου πω όμως, για τους αναγνώστες μας, πως πρόβλημα σοβαρότατο γεννιέται όταν οξύνεται η κατάσταση εξ αιτίας γεγονότων στη διεθνή σκηνή. Κυρίως όσον αφορά σχέσεις κυβερνήσεων με τις αντάρτικες οργανώσεις και τα ανατρεπτικά κινήματα. Ξεσπά τότε ο επαναστατικός διεθνισμός και αλληλεγγύη στους δοκιμαζόμενους συντρόφους πάνω σε σταθμευμένα λεωφορεία. Γίνεται πολλές φορές αυτό και βλέπουμε να παραδίδονται στη φωτιά γερμανικά πούλμαν τουριστικών γραφείων την περίοδο της δολοφονίας στις φυλακές των μαχητών της ΡΑΦ. Χιλή και Ισπανία έχουν επίσης την τιμητική τους, όπως και η Ιρλανδία, μερικές περιπτώσεις που μου έρχονται αυτή τη στιγμή στο μυαλό, τότε που οι σύντροφοι μαχητές Ιρλανδοί άφηναν την τελευταία τους πνοή μετά από απεργία πείνας.
Αντίθετα, δεν θα ξεχάσω ποτέ τον τρόπο με τον οποίο υποδέχονταν οι συμπατριώτες μου Πορτογάλους τουρίστες την περίοδο της Επανάστασης των γαρύφαλλων! Πραγματική αποθέωση κάθε φορά που διέσχιζε την πλατεία πορτογαλέζικο πούλμαν. Και τα κεράσματα άφθονα, και τα πειράγματα άπειρα.
Μισητός ο Φράνκο, μισητός ο Πινοσέτ και αργότερα η Θάτσερ. Υπεραγαπημένος ο Οτέλλο ντε Καρβάλιο.
Για Νίξον, Ρέιγκαν κλπ δεν συζητώ.

El Pueblo Unido, Inti Illimani.

μια ιστορία του εννιακόσια 7 Prospero Gallinari

συνεχίζεται

DSC02225

GHOST DOG, Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΩΝ ΣΑΜΟΥΡΑΪ

συνεχίζεται

αυτονομία, autonomia

Toni Negri: Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ’77.

Στην Ιταλία το ’77 είναι η δεύτερη φάση του ’68. Σε όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 εξαντλείται γρήγορα πρακτικά μεταξύ του τέλους του ’67 και των αρχών του ’69. Στην Ιταλία αντιθέτως το ’68 υπήρξε η αρχή μιας εξαιρετικά έντονης περιόδου κατά την οποίαν ταξικός αγώνας, φοιτητική αναταραχή- διαμαρτυρία και επινόηση-εμπλουτισμός του τρόπου ζωής (οι κοινότητες, η γυναικεία απελευθέρωση κλπ.), λόγω πολύ ιδιαίτερων συνθηκών και καταστάσεων, βρήκαν μια συνέχεια τους. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην Ιταλία ξεκινήσαμε από μια εξαιρετικά καθυστερημένη κατάσταση. Το σύνολο των αναγκών απελευθέρωσης, χειραφέτησης, παρεμποδίζονταν από πολύ ισχυρές και άκαμπτες αντιφάσεις. Για το λόγο αυτό το κίνημα αναγκάστηκε να κινηθεί στο έδαφος αυτό και να απελευθερωθεί από τους αρχικούς αυτούς προσδιορισμούς.Πρέπει επίσης να επιμένουμε στο γεγονός πως στο ’68 υπήρξε εμφανής και σημαντική μέσα στο κίνημα η παρουσία ενός ορισμένου ιταλικού τύπου κομμουνισμού, δηλαδή ενός πρωταρχικού και συντηρητικού σοσιαλισμού, που διαπερνούσε την καθημερινή ζωή.Από αυτή την άποψη, τα λενινιστικά κόκκινα βιβλία, μαοϊστικά, τροτσκιστικά, τσε γκεβαρικά υπήρξαν θεμελιώδους σημασίας κείμενα, πολύ περισσότερο απ ‘ό, τι του Marcuse ή της Σχολής της Φρανκφούρτης, πολύ περισσότερο απ’ ότι μια σειρά διαφορετικών και πιο προηγμένων-προχωρημένων πολιτισμικών λόγων που ζούσαν ήδη για παράδειγμα στο γαλλικό ή το γερμανικό κίνημα.Το ιταλικό κίνημα υπήρξε επί μακρόν επηρεασμένο από το επίσημο εργατικό κίνημα και οι διαμαρτυρίες κατά του ρεβιζιονισμού μόλις απέκρυπταν τον ομφάλιο σύνδεσμο που, αντίθετα με ό, τι συνέβαινε σε άλλες χώρες, συνέδεε το κίνημα με το ιδεολογικό και οργανωτικό σύμπαν του σοσιαλιστικού κόσμου.Τώρα, σχεδόν αμέσως το κίνημα ήταν υποχρεωμένο να απελευθερωθεί από αυτούς τους αρχικούς προσδιορισμούς, και να εξοργίσει και να καεί μέσα σε αυτή την οργή-την απελπισία, τη σχέση του με το εργατικό κίνημα. Αλλά υπήρξε ακριβώς αυτό το πέρασμα κριτικής εμβάθυνσης και κρίσης της σχέσης με το επίσημο εργατικό κίνημα, που παρήγαγε μια σειρά εξαιρετικά σημαντικών επιπτώσεων, γεγονός που καθιστά την ιταλική περίπτωση της δεκαετίας του ’70 ένα εξαιρετικό κοινωνικό και πολιτικό εργαστήριο.

Για να το πούμε απλά, στα τέλη του 1968-69 το κίνημα βρέθηκε να έχει ένα πραγματικά σταθερό μαζικό ακροατήριο, μια πολύ ισχυρή διείσδυση στους χώρους εργασίας, μια εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μεθοδολογία πολιτικής και πολιτιστικής δουλειάς, και ένα σύνολο υλικών μέσων για την ανάπτυξή του, παρόλα αυτά, ευέλικτο και πλούσιο.Υπήρχαν τρεις εφημερίδες, δεκάδες και δεκάδες περιοδικά, εκδοτικοί οίκοι που εργάζονταν για το κίνημα, ένας απροσδιόριστος αλλά σταθερός αριθμός χώρων και εδρών πολιτικής οργάνωσης κλπ..Όλα αυτά επέτρεψαν στο κίνημα (πέρα από εκείνη που συχνά ήταν η γελοία περίπτωση των πολιτικών του κατευθύνσεων) να ριζώσει κοινωνικά με τρόπο τελείως άγνωστο στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αν όντως στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 συνέχισε να επηρεάζει τα κοινωνικά και θεσμικά κινήματα από πολιτιστική άποψη (και / ή παράνομη τρομοκρατική) ως κοινωνική δύναμη ήταν πολύ λιγότερο ισχυρό.Στην Ιταλία αντιθέτως – μόνη χώρα στην Ευρώπη – το κίνημα καθιερώθηκε ως κοινωνική δύναμη για μεγάλο χρονικό διάστημα, αναπτύσσοντας μια δυναμική που ήρθε σταδιακά να επιδεικνύει τη σημασία της ιστορικής καινοτομίας του 1968. Αυτή η καινοτομία περιλάμβανε την ανακάλυψη του εδάφους της αυτονομίας, τη ρήξη του συστήματος των κομμάτων, την εκκαθάριση του σοσιαλισμού, την πρόταση κομμουνιστικών θεματικών, τη συγκεκριμένη κριτική στην μισθωτή εργασία.Όλο αυτό αντιπροσώπευσε το περιεχόμενο της φαντασίας στην εξουσία, και αναπτύχθηκε για ολόκληρη μια δεκαετία. Το 1977 είναι η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται, συνεπώς μια διαδικασία ρήξης αλλά πάνω απ ‘όλα συνέχειας, «work in progress».Η σχέση μεταξύ του ’68 και του ’77 είναι μια πολύ στενή σχέση, εσωτερική, ζεστή, οικεία, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά διαφορετική διότι η αυστηρή-επιτακτική πολεμική που ανοίγει ανάμεσα στο επαναστατικό κίνημα και το επίσημο εργατικό κίνημα το ’68, το ’77 καταλήγει σε μη αναστρέψιμη ρήξη. Το κίνημα του ’77 έχει μια δύναμη απολύτως καινοτόμα .Το ’68, πέρα από τα λόγια, στην πραγματικότητα η εμβάθυνση της πολιτιστικής κριτικής, η τροποποίηση των συστημάτων της ζωής, η σύσταση κοινοτήτων, παρέμεναν δηλώσεις προθέσεων, συχνά αναποτελεσματικών, άκαρπων: όλα αυτά το ’77 γίνονται πραγματικότητα. Η αυτονομία του κινήματος ανακαλύπτεται και αναπτύσσεται κατά τα έτη που πηγαίνουν από το 1968 έως το ’77, αλλά πραγματοποιείται ως μαζικό φαινόμενο μόνο το ’77.

Το ’77 είναι η επινόηση μιας πολιτικής νέου τύπου, πολιτική της βάσης, εντελώς εγκάρσια, άμεση άσκηση της αντιεξουσίας. Είναι επίσης μια πρώτη απόκτηση εργαλείων μαζικής επικοινωνίας, υπαγόμενων στην επαναστατική πρωτοβουλία. Νομίζω πως η κουβέντα σχετικά με την άρνηση της εργασίας μπορεί να αντιπροσωπεύει την πραγματική αμφισημία της σχέσης 1968-77.Η συζήτηση για την άρνηση της εργασίας αντιπροσωπεύει μαζί τη συνέχεια, την απόγνωση και την υπερνίκηση της σοσιαλιστικής κριτικής της εργασίας: σε αυτό βρίσκεται η αμφισημία της. Αλλά σε αυτό συνίσταται και ο πλούτος της, διότι αν ο άμεσος υπαινιγμός στον κομμουνισμό τον αποσπά από την σοσιαλιστική ιδεολογία της εργασίας, η ανάγκη να οικοδομηθεί μια νέα κοινωνική πραγματικότητα, μια δύναμη, ένας νέος τρόπος εργασίας τον ενώνει με τα θετικά περιεχόμενα μιας ουτοπίας της χειραφέτησης.Γίνεται έτσι σαφές ότι η άρνηση της εργασίας πρέπει να ανακαλυφθεί ως κάτι θετικό, ενεργό, υπό την έννοια της κατασκευής ενός συνόλου σχέσεων, ιδεών, μορφών παραγωγής και αναπαραγωγής. Και από την άποψη αυτή η άρνηση της εργασίας ερμηνεύτηκε όχι με τρόπο περιοριστικό από το ’77.Ωστόσο, αυτό δεν ήταν αρκετό για να εξαλείψει ένα μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε στο περιθώριο και στο όριο της άρνησης της εργασίας: αυτή η θετική ουτοπία δεν κατάφερνε να οριστεί ως πολιτικό πρόγραμμα. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος γιατί υπήρχε η πιθανότητα εδώ να επανεισαχθούν, όπως επανεισήχθησαν, στοιχεία σταλινισμού και τρομοκρατικά ένστικτα.Θέλω να πω πως όταν φτάναμε εκεί και αναρωτιόμασταν: τι κάνουμε; και ανακαλύπταμε ότι δεν υπήρχαν προκατασκευασμένα μοντέλα, δεν υπήρχε πρόγραμμα, ήταν εύκολο να επανεισαχθεί από το παράθυρο ένας ορισμένος τύπος παλαιού σοσιαλισμού αφού είχε πεταχτεί έξω από την πόρτα.Αντιθέτως έπρεπε να ακολουθήσουμε την οδό της κοινωνικής εναλλακτικής με αυστηρότητα και συνοχή. Η κουβέντα για την άρνηση της εργασίας έπρεπε να τροποποιηθεί, να διορθωθεί, να αναπτυχθεί όχι μόνο εναντίον κάθε τρομοκρατικής συντόμευσης και κατά της επανεμφάνισης της σοσιαλιστικής ιδεολογίας: έπρεπε να μελετηθεί μέσα στις νέες συνθήκες αναδιάρθρωσης του τρόπου παραγωγής (αυτοματισμού, πληροφορικής), σε συνδυασμό με τις εμπειρίες της αυτο-αξιοποίησης, με εκείνη δηλαδή που είναι η αυτοδιάθεση των νέων πολιτικών υποκειμένων.
Με αυτό φτάνουμε σε μιαν άλλη θεμελιώδη κουβέντα του ’77, μια συζήτηση που εξακολουθεί να είναι σήμερα επίκαιρη και ξεκινά από την διαπίστωση του γεγονότος ότι οι νέοι και γενικότερα το στρώμα των εργαζομένων, των εργατών που ήταν περιθωριοποιημένοι, αποκομμένοι από την παραγωγική ανάπτυξη, δεν ήθελαν πλέον να επανενταχθούν στο παλαιό παραγωγικό σύστημα, αλλά ήθελαν να εκπροσωπούνται επαρκώς μέσα σε ένα νέο τρόπο παραγωγής.Έτσι, όταν μιλούσαμε για άρνηση της εργασίας ήταν σωστό να την καταλαβαίνουμε ως άρνηση «της εργασίας στο εργοστάσιο» (έτσι όπως το είχαμε δει να καθιερώνεται στην Ιταλία μεταξύ της δεκαετίας του ’50 και της δεκαετίας του ’60 μέχρι το ’68), αλλά από την άλλη πλευρά έπρεπε υπογραμμίζονται τουλάχιστον δύο νέες συνθήκες: ότι βρισκόμασταν, καταρχάς, αντιμέτωποι με την Τρίτη βιομηχανική επανάσταση και ότι προς στιγμήν αυτή είχε απλώς σαν συνέπεια μια μαζική περιθωριοποίηση, δεύτερον ότι βρισκόμασταν μπροστά (και ήταν ακόμη πιο σημαντικό) σε ένα νέο υποκείμενο που είχε τα χαρακτηριστικά μιας επινοητικής, δημιουργικής, πνευματικής, εντελώς αφηρημένης εργατικής δύναμης: ένα υποκείμενο που μπορούσε να παράγει μόνο μέσα σε νέες καταστάσεις και συνθήκες του βιομηχανικού οικονομικού κοινωνικού συστήματος, ένα κοινωνικό επαναστατικό υποκείμενο.Το θέμα της απόρριψης της εργασίας ήταν, λοιπόν, και εξακολουθεί να είναι, ένας τρομερός μοχλός επειδή φέρει μαζί της μια ολόκληρη σειρά διεκδικήσεων, από τη μείωση του χρόνου εργασίας στο θέμα του κοινωνικού ή πολιτικού μισθού, μέχρι την πλήρη αναδιάρθρωση της κοινωνικής εργάσιμης ημέρας, μέχρι την πολιτική της δημόσιας δαπάνης, και τις συνδέει με μια ισχυρή αναφορά στον κομμουνισμό.Γύρω στο θέμα της απόρριψης της εργασίας υπάρχουν λοιπόν μια σειρά από νέες προβληματικές διαστάσεις που ανοίγουν: πρέπει να καταφέρουμε να καταλάβουμε τι είναι ο κομμουνισμός, μέχρι τα βάθη, όχι απλώς ως μια αναδιοργάνωση ενός καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (που παραμένει τέτοιος ακόμη κι αν οι άνθρωποι εργάζονται δύο ώρες την ημέρα).Το πρόβλημα ήταν και είναι να εισαχθούν στόχοι, μια διαφορετική ορθολογικότητα στον τρόπο παραγωγής: αυτά είναι θέματα που ήταν εξ ολοκλήρου εμφανή και παρόντα το ’77.
Αλλά δεν αρκεί να έχουμε αυτά τα ζητήματα μπροστά στα μάτια μας. Μάλλον ηττηθήκαμε λόγω της ανικανότητας μας να παράξουμε ένα νέο κοινωνικό μοντέλο από τα μέσα της απόρριψης της εργασίας, να συνδέσουμε ένα πρόγραμμα στην πρακτική μας. Χάσαμε λόγω της έλλειψης πνευματικού εξτρεμισμού.Συνεπώς εξτρεμιστής υπήρξε αντιθέτως ο αντίπαλος που χρησιμοποίησε τις νέες παραγωγικές δυνατότητες για να μας απομονώσει, να μας περιθωριοποιήσει και να μας καταστρέψει. Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ίδιο πρόβλημα, δηλαδή με το γεγονός ότι η πληροφορική και το σύστημα αυτοματισμού καθίστανται ένα τελειοποιημένο είδος τεϊλορισμού-taylorism και πως οι νέες μηχανές, αντί να μας δίνουν περισσότερη ελευθερία, οργανώνουν και το πνευματικό εργατικό δυναμικό (αυτόματες μηχανές, υπολογιστές, ρομποτική) και αυξάνουν τον βαθμό της εκμετάλλευσης.Ολόκληρη η νέα οργάνωση της εργασίας αποσκοπεί, στην Τρίτη βιομηχανική επανάσταση, στην αποταμίευση ζωντανής εργασίας στο εργοστάσιο και στην ανάκτηση της ζωντανής εργασίας στην κοινωνία. Το πρόβλημα του κομμουνισμού σήμερα είναι εκείνο να καταλάβουμε τι σημαίνει να αντιστρέψουμε αυτή τη χρήση των μηχανών.Πρόκειται για ένα πολύπλοκο πρόβλημα και σίγουρα δεν είναι η λενινιστική αντίληψη του προβλήματος της οργάνωσης που θα μας βοηθήσει να το λύσουμε.Αυτή η αντίληψη μας οδηγούσε στο μοναδικό πρόγραμμα της δολιοφθοράς.Ένα άθλιο πρόγραμμα.Σαμποτάζ ήταν να πάμε ενάντια στις μηχανές που υπήρχαν.Αντίθετα δεν μπορούσαμε να επινοήσουμε μια μέθοδο για να σαμποτάρουμε τις μελλοντικές μηχανές: και γι ‘αυτό χάσαμε. Από το γεγονός ότι η φαντασία μας, η φαντασία μας για δολιοφθορά, δεν μπορούσε να υπερβεί το υπάρχον.Και ήταν σχεδόν αναπόφευκτο ότι η τρομοκρατία, σε αυτό το σημείο καμπής, να εμφανίζεται ως θεωρία της πρόσβασης στην εμβάθυνση της θεματικής της οργάνωσης, μια πρακτική οπορτουνιστική απλούστευσης ή διαφυγής από τα στρατηγικά προβλήματα.
Αλλά ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πώς, σε κάποιο κεντρικό σημείο, το ’77 δεν είναι τόσο η συνέπεια και η ολοκλήρωση του ’68, αλλά μάλλον η πρόβλεψη εκείνων των προβλημάτων που σήμερα αποτελούν το αντικείμενο των αγώνων και τα οποία προτείνονται στην μετασχηματιστική κριτική.Μπορεί λοιπόν να είναι χρήσιμο να παρατηρήσουμε πώς αναπτύσσεται η μορφή του εργοστασίου που σήμερα επιβάλλεται με όρους κοινωνικούς, δηλαδή με όρους ενοποίησης, οργάνωσης, πειθάρχισης της κοινωνικά διάχυτης εργασίας.Η δημιουργία αυτής της ενιαίας διαδικασίας – που έχει επεκταθεί όσο επεκτείνεται η κοινωνία – κατέστη δυνατή λόγω του γεγονότος πως η κοινωνία έχει καταστεί πλήρως διαφανής από τις ροές της επικοινωνίας.Είναι διαμέσου των διαύλων της επικοινωνίας που η κοινωνική παραγωγικότητα απορροφάται και η συλλογική γνώση τίθεται στη διάθεση της παραγωγής. Τόσο περισσότερο όσο αυτή τη γνώση είναι εναλλακτική, της βάσης, αυθόρμητη: ακόμη περισσότερο αν αυτή είναι ο καρπός της «άρνησης της εργασίας» του εργοστασίου.Χρειάζεται πλέον να ζωγραφίσουμε την κοινωνία ως ένα ελεύθερο σύνολο επικοινωνιακών ροών που αντιπροσωπεύουν θέσεις και φιγούρες της κοινωνικής εργασίας: τώρα, η εξουσία θέλει να τα οργανώσει, να τα περιορίσει στην δική της πειθαρχία, να τα απορροφήσει και να τα αναπαράγει ως πληροφορία.Σε αυτό συνίσταται η εκμετάλλευση, σήμερα.Κατά συνέπεια, η νέα μορφή της προλεταριακής οργάνωσης και απελευθέρωσης πρέπει να περάσει μέσα από την επανοικειοποίηση της κοινωνικής επικοινωνίας.Το πρόβλημα των αγώνων κατά της εκμετάλλευσης σήμερα είναι εκείνο του αγώνα ενάντια στην απαλλοτρίωση της επικοινωνίας και της καπιταλιστικής οργάνωσης της πληροφόρησης.
Τώρα, το 77, στο κίνημα, η ευαισθησία σε αυτό το ζήτημα υπήρχε και ήταν επίσης πολύ αναπτυγμένη: αλλά και σε αυτή την περίπτωση με διφορούμενο τρόπο. Στην πραγματικότητα μπερδέψαμε τον εκδημοκρατισμό της επικοινωνίας με ασαφείς προθέσεις ελευθερίας (καλά συγκεκριμένες μόνο από την πλευρά της καπιταλιστικής άποψης), την επανοικειοποίηση της πληροφορίας με τον εκσυγχρονισμό της.Κινηθήκαμε σύμφωνα με μια θεωρία δυο χρόνων – πρώτα η απελευθέρωση, μετά ο εκδημοκρατισμός – που ήταν σίγουρα η πιο μακρινή και ξένη προς τις συμπεριφορές της αυτονομίας αντίληψη. Έτσι τα παίξαμε τελείως, γίναμε η αιτία της απελευθέρωσης του αιθέρα, ως εκ τούτου, οι παραγωγοί, των πιο σκανδαλωδών μορφών απαλλοτρίωσης της γνώσης και ενστάλαξης των θεωριών του καθεστώτος.Εμείς ήμασταν το 1977 που καθορίσαμε τον Μπερλουσκόνι, αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν κάναμε μέχρι τέλους το ’77 μια μάχη για την δημόσια επανοικειοποίηση από τα κάτω της πληροφόρησης. Με αυτό τον τρόπο θέσαμε τις συνθήκες για μια γενικότερη ήττα.Η μάχη για την πληροφόρηση ήταν στην πραγματικότητα ένα μέρος εκείνης που ταυτόχρονα διεξάγεται γύρω από τη νέα οργάνωση της κοινωνικής επικοινωνίας, δηλαδή της κοινωνικής παραγωγής .Αυτό ήταν το θέμα επάνω στο οποίο έπρεπε να είμαστε δεσμευμένοι, να στρατευτούμε. Αντιθέτως εκείνο ήταν επάνω στο οποίο τα αφεντικά αναδιάρθρωσαν τα μεγάλα εργοστάσια και την FIAT πάνω από όλα.Αδειάζουν τα εργοστάσια όχι τόσο από τους εργάτες, όσο από την εργατική οργάνωση. Αν μετά η εργατική οργάνωση ήταν αυτόνομη, της βάσης, και συνέπεπτε με την πλειοψηφία των εργατών, τότε τα αφεντικά έστελναν όλους στο σπίτι. Πως θα συνεχίσουν να παράγουν; Μέσα από την αναδιοργάνωση της περιοχής γύρω από το εργοστάσιο, και τη χρήση της κοινωνικά διάχυτης εργασίας – πρώτα, σε δεύτερη φάση, μέσω της αυτοματοποίησης της παραγωγής στο εργοστάσιο.

Και οι δύο αυτοί στόχοι ( εισαγωγή και εφαρμογή συστημάτων πληροφορικής στην κοινωνία, αυτοματοποίηση των εργοστασίων) θεωρούσαν ως προϋπόθεση την υποταγή της κοινωνικής και επιστημονικής επικοινωνίας στο σχέδιο του αφεντικού. Για παράδειγμα να θυμηθούμε τι συνέβη στη Fiat, αυτό τον υποδειγματικό πόλο της ταξικής πάλης στην Ιταλία: εδώ χάσαμε μετά από δέκα χρόνια αγώνων, μεταξύ του 1979 και 1981, πρώτα με την εκκαθάριση των 61 (συμβολικά, η επίθεση και το διώξιμο των επαναστατών πρωτοποριών συνέβη στις 7 απριλίου) και μετά,ενάμιση χρόνο αργότερα, με το πορεία των 40 χιλιάδων ενάντια στους απεργούς.Αλλά και στην Fiat στην πραγματικότητα ήμασταν εμείς που είχαμε δώσει το έναυσμα στην αυτοματοποίηση για μια ορισμένη χρήση από τα αφεντικά της κοινωνικής επικοινωνίας. Τα αφεντικά, στη Fiat, παρήγαγαν σύγχρονα συστήματα ρομποτισμού επάνω στα οποία πειραματίζονταν από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Αυτά αποτελούσαν μια συνέπεια των μεγάλων αγώνων της δεκαετίας του εξήντα, το προϊόν της άρνησης της εργασίας και μια απάντηση στην πρώτη διαμόρφωση της κοινωνικής οργάνωσης του νέου υποκειμένου.Τώρα αυτή η διαθεσιμότητα της νέας τεχνολογίας, η οποία αντιστοιχούσε στις νέες ανάγκες των εργατών, της απόρριψης της εργασίας και παραγωγικής κοινωνικοποίησης, μπλοκαρίστηκε, αυτή η νέα τεχνολογική δύναμη παρέμεινε αχρησιμοποίητη, μέχρι να επιλυθεί η σύγκρουση της εξουσίας. Τα αφεντικά Φίατ κράτησαν τα αυτόματα, τα ρομπότ και όλα τα εξελιγμένα σχέδια προηγμένης αναδιάρθρωσης, σε αναμονή (το πολύ χρησιμοποίησαν μερικούς ενδιάμεσους μηχανισμούς) για τουλάχιστον δέκα χρόνια.Μόνο αφού κέρδισαν στη μάχη της εξουσίας, τα αφεντικά πέρασαν τον εκσυγχρονισμό.Συνέβη λοιπόν και στα εργοστάσια εκείνο που συνέβη στην πληροφόρηση: υπήρξαμε στοιχεία εκσυγχρονισμού. Η αυτοκριτική μας πρέπει να αρχίσει να εξελίσσεται από αυτή την παραδοχή. Δεν υπήρξε από την πλευρά μας αγώνας εξουσίας μπροστά σε έναν εκσυγχρονισμό που και εμείς, η εργατική τάξη, τάξη κοινωνική των παραγωγών, είχαμε παράξει και που τώρα οι ιδιοκτήτες δίπλωναν προς την οργάνωσή τους.Δεν αρκεί να κατηγορούμε τα κόμματα, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, την προδοσία και την τρομοκρατία. Πρέπει να μάθουμε από τα λάθη και να ξαναρχίσουμε. Να καταλάβουμε πώς να επικρατήσουμε οργανωτικά, να καταλάβουμε τι είναι ο ανταγωνισμός, ποιες είναι οι οργανωτικές πολικότητες στο νέο επίπεδο της ταξικής πάλης, ποιο είναι το σαμποτάζ σε αυτό το επίπεδο της αναδιαρθρωμένης κοινωνίας, ποια είναι η επανοικειοποίηση.

αυτονομία, autonomia

Πέρα από τον εργατισμό και τον λεγόμενο μετα-εργατισμό

on .

Συνέντευξη του Davide Gallo Lassere στον Gigi Roggero (η γαλλική έκδοση δημοσιεύεται στο Période)

Ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός της δεκαετίας του ’60 χαρακτηρίστηκε, μεταξύ άλλων, από την εκ νέου ανακάλυψη του Μαρξ, κατά του μαρξισμού. Μπορείτε να εξηγήσετε με ποια έννοια;

Αυτή του εργατισμού είναι μια μακιαβελική επιστροφή στις αρχές: είναι ακριβώς μια επιστροφή στον Μαρξ ενάντια στον μαρξισμό, δηλαδή εναντίον του ντετερμινισμού, του ιστορικισμού και του αντικειμενισμού αυτής της παράδοσης. Ο εργατισμός δεν είναι αίρεση μέσα στην οικογένεια του μαρξισμού, είναι μια ρήξη με εκείνη την οικογένεια. Tόσο ώστε οι εργατιστές να ορίζουν τους εαυτούς τους ως marxiani, μαρξιάνοι και όχι μαρξιστές, κάπως σαν κι αυτό που λέγεται πως ο Μαρξ προς το τέλος της ζωής του δήλωνε «je ne suis pas marxiste», »δεν είμαι μαρξιστής». Να είναι σαφές, ωστόσο, ότι εκείνη η επιστροφή στις αρχές δεν ήθελε να οικοδομήσει μια νέα ορθοδοξία βασισμένη στην ορθή ανάγνωση του ρήματος του προφήτη, όπως αντιθέτως έκαναν οι διάφορες αιρέσεις (για παράδειγμα εκείνες των τροτσκιστών ή οι μπορντιγγιστές, «εξευγενισμένοι» από τις σταλινικές διώξεις, που όμως παραδόξως συχνά κατέληγαν να επιτίθενται στον Στάλιν ως έχοντα στάσεις παρέκκλισης από τη γραμμή της γραμμικής ιστορικής εξέλιξης που υποτίθεται ότι είχε σχεδιαστεί μια για πάντα από τον Μαρξ). Η επανεξέταση από πλευράς εργατιστών του Μαρξ ήταν επομένως όχι μόνο κατά του μαρξισμού, αλλά και σε κάποιο βαθμό επικριτική σε σχέση με τα όρια και τα τυφλά σοκάκια του Moro του Treviri, [Marx], με στόχο να κάνει να εκραγούν οι αντιφάσεις του, τείνει να τον τραβήξει από τα μαλλιά, να ανακαλύψει μιαν αποθήκη με εκρηκτικά για να επιτεθεί στην κοινωνία-εργοστάσιο του ώριμου καπιταλισμού.

Σε αντίθεση με άλλους προηγούμενους εργατισμούς (όπως η συμβουλιακή ιδεολογία) ή σύγχρονους (όπως της χριστιανικής ή λαϊκιστικής προέλευσης), ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός δεν αγαπούσε τους εργάτες και τους προλετάριους: στοιχημάτιζε την πιθανότητα εκεί να υπάρχει μια δύναμη ενάντια στον εαυτό της, όχι για να επεκτείνει αλλά για να εξαλείψει την κατάστασή της. Ήταν επομένως ένας εργατισμός εναντίον της εργασίας, για την απόρριψη ενός υποκειμενικού χαρακτήρα, μιας υποκειμενικής φύσης επιβεβλημένης από τη σχέση του κεφαλαίου. Υπήρξε ένας εργατισμός βασισμένος στην μη αναστρέψιμη μεροληψία της άποψης, μιας αυτόνομης πλευράς που θα χτιστεί. Προσοχή, όχι των εκμεταλλευόμενων, αλλά αυτών που αγωνίζονται ενάντια στην εργασία για να ζήσουν με ελεύθερο τρόπο. Όχι εκείνων που ζουν από την εργασία τους, αλλά εκείνων που αγωνίζονται κατά της εργασίας για να ζήσουν ελεύθερα. Όχι των φτωχών και των καταραμένων-των κολασμένων της γης, αλλά της εργατικής τάξης που αγωνίζεται για την κατάργησή της (και πως η εργατική τάξη είναι ζήτημα ποιοτικής πρωτοποριακής δύναμης και όχι χεριών με κάλους και φόρμες λερωμένες με λάδια, με γράσο, πρέπει να σπαταλήσουμε κι άλλο χρόνο για να το προσδιορίσουμε;).

Μέσα σε αυτή τη ρήξη της παγκοσμιότητας, του μαρξισμού και εν μέρει του ιδίου Μαρξ, οι εργατιστές τοποθέτησαν στο κέντρο το ζήτημα της υποκειμενικότητας, ή καλύτερα – για να το πούμε μαζί με τον Alquati – της αντιυποκειμενικότητας. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με την χρήση του όρου υποκειμενικότητα που κατέστη τρέχουσα: τις τελευταίες δεκαετίες (την εποχή του «μετά-post») υπήρξε μια πολύ αδύναμη απόκλιση, η οποία συνδέθηκε κυρίως με τον foucaultismo και τον μετα-στρουκτουραλισμό, [Η κατεύθυνση των σπουδών που βασίζεται στη δομική ψυχολογία ή τη δομική γλωσσολογία], (εν μέρει δεν έχουν ευθύνες γι αυτό οι Foucault και οι μετα-στρουκτουραλιστές, εν μέρει ναι). Η «ανακάλυψη» της υποκειμενικότητας υπήρξε η ανακάλυψη κάτι καλού, το οποίο έθετε στην άκρη το ζήτημα της τάξης, του συλλογικού μέρους, του υποκειμένου με ανασυνθετική έννοια. Ήταν η εκ νέου «ανακάλυψη» της κεντρικότητας του ατόμου, δηλαδή της παράδοσης απέναντι στη τάξη του φιλελεύθερου λόγου, παλαιού- ή νέου- κι αν είναι. Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε δεν είναι καν αναφερόμενη στη συνείδηση, τουλάχιστον για αυτό που σήμαινε στη μαρξιστική παράδοση, δηλαδή το στοιχείο της ιδεαλιστικής διαμεσολάβησης της ιστορικής προόδου. Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε, στο κέντρο του εργατισμού και του ορισμού της ταξικής σύνθεσης (στην οποία θα επιστρέψουμε σύντομα), είναι κάτι ριζικά διαφορετικό. Η υποκειμενικότητα δεν είναι καλή: είναι ένα πεδίο μάχης. Η παραγωγή της υποκειμενικότητας στον καπιταλισμό είναι εγγενής στην κοινωνική σχέση της παραγωγής και της εκμετάλλευσης, είναι το στοίχημα, το διακύβευμα μιας ανταγωνιστικής διαδικασίας και σχηματισμού, δηλαδή της σύγκρουσης, βίας, αναπαραγωγής, συναίνεσης, μετασχηματισμού. Όταν σήμερα, σε ένα πλαίσιο σχέσεων δύναμης, [ισορροπίας δυνάμεων] υπέρ του κεφαλαίου, μιλάμε για «προλεταριακή υποκειμενικότητα» (ή της επισφάλειας ή της ζωντανής εργασίας ή αυτό που προτιμάτε για να υποδείξετε τις φιγούρες της δυνητικά δικής μας πλευράς), μιλάμε για μια υποκειμενικότητα σφυρηλατημένη, πλασμένη κυρίως από την καπιταλιστική κυριαρχία. Το να μιλάμε για αντι-υποκειμενικότητα σημαίνει λοιπόν να μιλάμε για μια υποκειμενικότητα όχι μόνο εναντίον του κεφαλαίου, αλλά και κατά του κεφαλαίου που μεταφέρουμε μέσα μας. Ναι, διότι εμείς στο μέτρο στο οποίο μισούμε τα αφεντικά πρέπει να φθάσουμε να μισούμε τον εαυτό μας, εκείνο τον καρκίνο που κάθε μέρα μας τρώει και μας θέτει στην υπηρεσία εκείνων που μας εκμεταλλεύονται.

Υπό το φως αυτής της αναντικατάστατης, αμείωτης μεροληψίας της άποψης είναι τότε δυνατόν να κατανοηθεί η ανατροπή του εργατισμού: πρώτα η τάξη, μετά το κεφάλαιο. Με άλλα λόγια δεν είναι το κεφάλαιο το υποκείμενο της Ιστορίας, που κάνει και ξεκάνει, που καθορίζει την εξέλιξη και τις συνθήκες για την υπέρβασή του. Στο κέντρο υπάρχει η ταξική πάλη, στην δύναμη της απόρριψης που έχει, στην αυτονομία της.

Από αυτή την άποψη, ο Mario Tronti διαδραμάτισε δίχως άλλο έναν πρωτεύοντα ρόλο…

Με το Tronti η τάξη παύει να είναι μια απλή κοινωνιολογική ή περιγραφική έννοια, για να γίνει μια εντελώς πολιτική έννοια. Η τάξη δεν υπάρχει στη φύση, ή μάλλον υπάρχει στη φύση του κεφαλαίου ως ταξινόμηση κοινωνικών τμημάτων τοποθετημένων στην αγορά εργασίας. Μπορούν να υπάρχουν προλετάριοι χωρίς προλεταριάτο, εργάτες χωρίς εργατική τάξη. Επομένως, η τάξη δεν είναι ένα θέμα διαστρωμάτωσης, αλλά αντιπαράθεσης. Είναι πάντα ο αγώνας που παράγει την τάξη ωσάν συλλογικό μακροοικονομικό μέρος. Τάξη σημαίνει ταξικός ανταγωνισμός. Με τον Tronti ακριβώς: δεν υπάρχει τάξη χωρίς ταξική πάλη.

Και σε αυτή την περίπτωση ο Μαρξ πρέπει να χρησιμοποιηθεί και να τραβηχτεί από τα μαλλιά. Θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ο Μαρξ των ιστορικών έργων, εκείνος που μας δείχνει ότι οι προλετάριοι έγιναν τάξη στα οδοφράγματα του 1848. Αλλά και εκείνος ο (αμφίσημος) του Κεφαλαίου. Εκείνος που στο πρώτο Βιβλίο δείχνει πώς οι αγώνες καθόρισαν τη μείωση της εργάσιμης ημέρας, όχι η αστική νομοθεσία ή κάποιος φωτισμένος καπιταλιστής (είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι τα ίδια χρόνια, σε μαθήματα που πραγματοποιήθηκαν στο Μόντρεαλ μεταξύ των ετών ’66 και ’67 και που τώρα συλλέγονται στον τόμο You Don’t Play With Revolution, Δεν Παίζεις Με Την Επανάσταση, ο CLR James φτάνει στα ίδια συμπεράσματα): αν τα αφεντικά μπορούσαν να μας κάνουν να δουλεύουμε όλη την ημέρα, χωρίς αντίσταση ή συγκρούσεις, θα το έκαναν. Είναι ένα μάθημα που θα έπρεπε να υπενθυμίζεται σε εκείνους που κλαίνε σήμερα για δωρεάν εργασία, που επικαλούνται την ανακατανομή του πλούτου ή που πιστεύουν ότι το εισόδημα της ιθαγένειας είναι θέμα παραγωγικής ορθολογικότητας: μόνο ο αγώνας μπορεί να αναγκάσει τα αφεντικά να πληρώσουν ακριβά, ο ίδιος ο μισθός είναι πάντα μια πολεμική λεία, λάφυρο πολέμου μεταξύ δύο εχθρικών πλευρών. Αν κάποια από τις δυο πλευρές δεν αγωνιστεί, η άλλη δεν θα πάρει αιχμάλωτους – με καλή ειρήνη της αριστεράς.

Υπάρχει επίσης μια χρήση του Μαρξ του τρίτου Βιβλίου, που όπως είναι γνωστό διακόπτεται με το ανολοκλήρωτο κεφάλαιο για τις τάξεις. Κατά ειρωνεία στο Εργάτες και κεφάλαιο ο Τρόντι σημείωνε ότι «από τον Renner μέχρι τον Dahrendorf, κάθε τόσο κάποιος απολαμβάνει να ολοκληρώνει αυτό που παρέμεινε ημιτελές: έρχεται προς τα έξω μια δυσφήμηση του Μαρξ, η οποία θα ασκούνταν τουλάχιστον με σωματική βία». Ήδη στο πεντηκοστό κεφάλαιο, «Η εμφάνιση του ανταγωνισμού», γράφει ο Μαρξ: η τιμή της εργασίας δεν ρυθμίζεται από τον ανταγωνισμό, αλλά είναι η τιμή της εργασίας που ρυθμίζει τον ανταγωνισμό. Οι εργατιστές θα πουν: είναι οι αγώνες που καθορίζουν την εξέλιξη, την ανάπτυξη, πρώτα έρχεται η τάξη μετά το κεφάλαιο. Να ερμηνευθεί το κεφάλαιο ξεκινώντας από το ίδιο είναι μια ιδεολογική προβολή. Όταν σήμερα λέμε «είναι οι αγορές που το θέλουν», βρισκόμαστε μέσα σε αυτή την προβολή. Στο ανολοκλήρωτο κεφάλαιο με το οποίο τελειώνει το τρίτο Βιβλίο, ο Μαρξ σημειώνει λίγα αλλά αρκετά σημαντικά πράγματα. Μας λέει ότι να συνιστούν μια τάξη δεν είναι μόνο τα εισοδήματα, ούτε απλά η τοποθέτηση μέσα στις σχέσεις παραγωγής, αν και βεβαίως αυτές καθορίζουν την υλική βάση πάνω στην οποία βασίζεται το ζήτημα της τάξης. Να οικοδομεί την τάξη είναι ακριβώς ο αγώνας που σπάει την αφηρημένη δημοκρατική ενότητα του λαού: όταν «ο αδιαίρετος λαός» χωρίζεται σε «εχθρικά στρατόπεδα», όταν – γράφει ο Τρόντι – «η εργατική τάξη αρνείται πολιτικά να γίνει λαός«, λοιπόν σε αυτό το σημείο «δεν κλείνει, ανοίγει τον πιο άμεσο δρόμο για την σοσιαλιστική επανάσταση». Το ένα σπάει σε δύο, η αδυνατότητα σύνθεσης για το κεφάλαιο γίνεται δυνατότητα ανασύνθεσης για την τάξη. Η τάξη εξαφανίζεται ως σύνολο απλά κοινωνικό και γίνεται υποκείμενο ανταγωνιστικό που δεν υποκύπτει στην ενότητα του γενικού συμφέροντος, δηλαδή στο συμφέρον του κεφαλαίου. Είναι αυτή η παραδοχή της εργατικής μεροληψίας που αναγκάζει τους καπιταλιστές να συγκεντρωθούν πολιτικά, να ξεπεράσουν τις δικές τους αντιφάσεις, να αποκαλυφθούν ως κοινωνική δύναμη, χρησιμοποιώντας συνεπώς συλλογικά τη δύναμη του εχθρού τους για να αναπτυχθούν και να πηδήξουν προς τα εμπρός. Εδώ οι ψευδαισθήσεις μιας ειρηνικής εξέλιξης εξαφανίζονται, για τους ρεφορμιστές της μιας ή της άλλης πλευράς. Εδώ πέφτει η μάσκα της δημοκρατίας και επιτέλους αποκαλύπτεται το πρόσωπο της ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ δύο συγκρουόμενων δυνάμεων: όχι πλέον εργασία και κεφάλαιο, αλλά εργαζόμενοι και καπιταλιστές, τάξη εναντίον τάξης, δύναμη ενάντια σε δύναμη.

Επομένως αυτή του εργατισμού είναι μια σκέψη της σύγκρουσης, της ανταγωνιστικής έρευνας των κεντρικών αντιφάσεων, της αντιπαράθεσης, του φίλου-εχθρού ως μορφή της πολιτικής και στρατευμένης δράσης. Στο τελευταίο του βιβλίο, Dello spirito liberoΠερί του ελεύθερου πνεύματος, ο Tronti έγραψε: “Η πολιτική φιλία είναι αυτό που έχουν κοινό, αυτό που ενώνει, εκείνους που είναι ενάντια. Και η δράση του είναι να είναι εναντίον καθαγιάζει τις μεγάλες φιλίες”. είναι πάνω απ’ όλα το contro, το εναντίον που μας ενώνει, που καθιστά δυνατό το per, το για. Ο εργατισμός είναι μια σκέψη απόρριψης και του αρνητικού ως θεμέλιο του κομμουνισμού. Είναι καλό αυτό που εμβαθύνει τις αντιφάσεις του εχθρού, είναι κακό αυτό που τις επιλύει.Ωστόσο, η αντίφαση δεν μπορεί να επιλυθεί μέσα στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή μέσα στη σχέση μεταξύ μεταβλητού κεφαλαίου και σταθερού κεφαλαίου, αλλά πρέπει να πυροδοτηθεί μέσα στη σύγκρουση μεταξύ της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της ταξικής σύνθεσης, δηλαδή της σχέσης μεταξύ διάρθρωσης του εργατικού δυναμικού και παραγωγής υποκειμενικότητας. Η εργατιστική ανάγνωση του Μαρξ ξεκινά από εδώ, για να πάει προς μια ξένη κατεύθυνση και αντίθετη στον μαρξισμό.

Έκανες αναφορά στην ταξική σύνθεση. Μπορείς να διευκρινίσεις με ποιο τρόπο ο εργατισμός εργάστηκε πολιτικά με την ταξική σύνθεση του ιταλικού καπιταλισμού της εποχής μέσω της πρακτικής της έρευνας;

Τα τελευταία χρόνια ειπώθηκαν πολλά για τη διερεύνηση, την έρευνα και την conricerca, ίσως ακόμη και πάρα πολύ, με την έννοια ότι θα ήταν καλύτερο να μιλάμε λιγότερο και να κάνουμε περισσότερα. Για να απαντήσω λεπτομερέστερα στην ερώτησή σου και να αποφύγω να επαναλάβω πράγματα που ήδη έχουν ειπωθεί, παραπέμπω σε μια παρέμβαση που έγινε κατά την παρουσίαση της γαλλικής μετάφρασης της Η χρυσή ορδή, L’orda d’oro που οργανώθηκε τον ιούνιο του 2017 από την ομάδα συντροφισσών και συντρόφων γάλλων που έκαναν αυτή την εξαιρετική δουλειά, και που δημοσιεύτηκε και από το  καινούργιο blog “Plateforme d’enquêtes militantes”. Ο τίτλος της ομιλίας, «η conricerca, η συνέρευνα ως στυλ της στράτευσης», νομίζω ότι συνοψίζει καλά την ουσία αυτού για το οποίο μιλάμε. Συχνά ανάμεσα στους συντρόφους υπάρχει μια ιδέα της έρευνας ως εξειδίκευση, ή ως ρητορική, ή ως επιβεβαίωση των πράξεων που κάνουμε (αφού είμαστε επισφαλείς, αν κάνουμε μια αυτο-έρευνα η άποψή μας είναι η άποψη της επισφάλειας!). Τίποτα πιο άχρηστο. Η συνέρευνα είναι μια αυτόνομη πολιτική διαδικασία ταυτόχρονα παραγωγής αντι-γνώσης, αντι-υποκειμενικότητας και αντι-οργάνωσης, στην οποία ακόμη και η αντι-χρήση των καπιταλιστικών μέσων (συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων δεξιοτήτων) σημαίνει τη μετατροπή, την μεταμόρφωση, τον μετασχηματισμό τους. Είναι ένα συνολικό στυλ στράτευσης επειδή ο αγωνιστής, ο στρατευμένος πάντα ψάχνει, ερευνά κάτι που δεν καταλαβαίνει, μια πιθανή δύναμη για να ανατινάξει τις αντιφάσεις, αυτού που υπάρχει αλλά δεν μπορεί να δει. Ο στρατευμένος είναι πάντα ανήσυχος,αλλιώς δεν είναι στρατευμένος, δεν είναι αγωνιστής.

Στη δεκαετία του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν ο Alquati και άλλοι σύντροφοι ξεκίνησαν τις συνερευνητικές τους πορείες, τα εργοστάσια και οι εργάτες είχαν εγκαταλειφθεί πολιτικά. Σε ένα είδος ασυνείδητου fancofortismo, το κομμουνιστικό Κόμμα θεωρούσε την εργατική τάξη να είναι πλέον αμετάκλητα ενσωματωμένη στην καπιταλιστική μηχανή. Έτσι σχηματίστηκε ένας φαύλος κύκλος: το PCI – που είχε επιλέξει να ακολουθήσει τις μεσαίες τάξεις και τον ιταλικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό (ένας δρόμος χωρίς επαναστατική ταξική πάλη) – ρωτούσε τους αγωνιστές στα εργοστάσια τι κινούνταν εκεί, αυτοί απαντούσαν ότι μεταξύ των εργατών πράγματι δεν υπήρχε δυνατότητα επαναστατικής ταξικής πάλης, η γραμμή της κορυφής επιβεβαιώνονταν με αυτό τον τρόπο και όλοι ένιωθαν ανακουφισμένοι. Οι εργάτες μετανάστες από τη Νότια Ιταλία και εντάχθηκαν στη γραμμή συναρμολόγησης, αυτοί που κάποιο χρόνο αργότερα θα είχαν γίνει εργάτης- μάζα, παρουσιάζονταν από τους αγωνιστές του PCI και του συνδικάτου ως οπορτουνιστές, παθητικοί, αλλοτριωμένοι. Οι εργατιστές αγωνιστές, συζητώντας με τις νεαρές «νέες δυνάμεις», έσκαβαν μέσα στις αμφισημίες ή τις πραγματικές ασάφειες αυτών των συμπεριφορών: κατανοούσαν ότι ναι ήταν αλήθεια, συχνά ακόμη και ψήφιζαν για τις κίτρινες συνδικαλιστικές οργανώσεις, επειδή δεν αισθανόταν ότι εκπροσωπούνταν από κανέναν, δεν συμμετείχαν στις απεργίες, επειδή τις θεωρούσαν άχρηστες, ακόμα και η παθητικότητα ήταν μια δυνητικά πιο αποτελεσματική μορφή αγώνα, και σύντομα η αποξένωση από την εργασία έγινε απόρριψη και ανυποταξία. Επιπλέον, ο εργάτης μάζα, κυρίως νέοι νότιοι μετανάστες στις βιομηχανικές μητροπόλεις του Βορρά, δεν αντιστοιχούσε με τίποτα στην εικόνα του θύματος με τις βαλίτσες από χαρτόνι, που παραδίδονταν από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο της αριστεράς, πρόθυμο για δάκρυα και συμπόνια, αντίθετα ήταν μια δυνητική δύναμη, που μετέφερε νέες συμπεριφορές και κουλτούρες της σύγκρουσης ξένες με την παράδοση των θεσμών του Εργατικού Κινήματος που πλέον είναι συν-διαχειριστές των διαδικασιών εκμετάλλευσης μέσα στο εργοστάσιο. Φτάνει με τα κλάματα, αρκετά με την επιθυμία για θυματοποίηση, αρκετά με την κουλτούρα της αριστεράς: ο επαναστάτης αγωνιστής επιδιώκει τη δύναμη, όχι την αδυναμία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μπορούμε να πούμε ότι ο εργατισμός είναι μια κομμουνιστική εμπειρία σε ρήξη με το κομμουνιστικό κόμμα και ξένη προς την κουλτούρα της αριστεράς.

Όμως αυτή η αναζήτηση δύναμης, ισχύος, δεν βασίζεται ποτέ επάνω στην ιδεολογία ή στην ικανοποίηση της δικής της ταυτότητας, αλλά είναι πάντα ριζωμένη μέσα στην ταξική σύνθεση, και σε ένα πολιτικό στοίχημα στο εσωτερικό μιας ιστορικά καθορισμένης ταξικής σύνθεσης. Και εδώ ανοίγεται μια αποφασιστική ερώτηση, ένα ζήτημα αποφασιστικό, διότι αυτή η έννοια είναι κεντρική στη μέθοδο των εργατιστών.

Η αντιμετώπιση της σύνθεσης της τάξης προϋποθέτει το υποκειμενικό πρόβλημα της πολιτικής ανασύνθεσης. Πώς πρέπει να κατανοήσουμε το ζήτημα της ανασύνθεσης; Έχει περισσότερο να κάνει με τη σύνθεση ή με τη ρήξη;

Για να συνεχίσουμε τη συζήτηση, θα μπορούσαμε τώρα να πούμε ότι δεν υπάρχει ταξικός αγώνας χωρίς ταξική ανασύνθεση. Πρώτον, όμως, πρέπει να κατανοηθούμε, να συμφωνήσουμε σχετικά με την έννοια της ταξικής σύνθεσης, και τη σχέση μεταξύ τεχνικής σύνθεσης και πολιτικής σύνθεσης, δηλαδή μεταξύ της καπιταλιστικής διάρθρωσης της εργατικής δύναμης στη σχέση της με τις μηχανές και τον σχηματισμό της τάξης ως ανεξάρτητου υποκείμενου. Η τεχνική σύνθεση και η πολιτική σύνθεση δεν μας επιστρέφουν φωτογραφίες στατικών στοιχείων, δηλαδή της εργατικής δύναμης απόλυτα εξαρτημένης-υποκείμενης στο κεφάλαιο αφενός και της τάξης εντελώς αυτόνομης από την άλλη: αυτές είναι διεργασίες που διασχίζονται αμφότερες από τη διαμάχη, από τη σύγκρουση, από την δυνατότητα της ρήξης και της ανατροπής, διότι και οι δύο βρίσκονται μέσα στην κοινωνική σχέση του κεφαλαίου ως ανταγωνιστική σχέση. Μεταξύ αυτών των δύο διαδικασιών δεν υπάρχει μια συμφιλιωτική διαλεκτική, ακριβώς όπως δεν υπάρχει σύνθεση και ανακλαστικό στοιχείο. Το κεντρικό ή πιο εξελιγμένο-προωθημένο υποκείμενο για την καπιταλιστική συσσώρευση δεν είναι απαραίτητα το κεντρικό ή πιο προηγμένο υποκείμενο των αγώνων, όπως πίστευε η κοινωνικο-κομμουνιστική παράδοση, και όπως συχνά επανήλθαν κατά συνέπεια να σκέπτονται στις εκπονήσεις επάνω στον λεγόμενο «μετα-φορντισμό». Δεν είναι επομένως ζήτημα αναβίωσης της μαρξιστικής σχέσης μεταξύ της τάξης ως κατηγορία και της τάξης για τον εαυτό της, με τη μεσολάβηση μιας ιδεαλιστικής ταξικής συνείδησης που πρέπει απλά να αποκαλυφθεί. Όπως έχουμε ήδη δει, πράγματι, η υποκειμενικότητα – βάση και διακύβευμα της ταξικής σύνθεσης – δεν είναι η συνείδηση: δεν πρέπει να αποκαλυφθεί, πρέπει να παραχθεί. Το κεφάλαιο την παράγει, μπορούν να της προκαλέσουν, να την παράξουν οι αγώνες.

Η πολιτική σύνθεση προϋποθέτει πάντα μια διπλή διαδικασία: την ανασύνθεση για τους δικούς της αυτόνομους σκοπούς, και την αποσύνθεση των σκοπών του εχθρού. Ανασύσταση δεν σημαίνει αθροιστικά στοιχεία έτσι όπως είναι, αλλά τον μετασχηματισμό τους σε μια διαδικασία ρήξης με το υπάρχον πλαίσιο και χτισίματος ενός νέου πλαισίου. Δεν είναι λοιπόν η επανένωση μιας υποτιθέμενης αρχικής ενότητας κατακερματισμένης από τη δράση του καπιταλισμού ή την επιστροφή σε ό, τι υπήρχε πριν: η ανασύνθεση της τάξης είναι η δημιουργία ενός νέου και αυτόνομου υποκειμένου. Είναι η δράση της τάξης εναντίον του δικού της εχθρού είναι επίσης η δράση της τάξης εναντίον της ίδιας, για να καταστρέψει τη σχέση του κεφαλαίου που ενσωματώνεται, ενσαρκώνεται μέσα στο προλεταριάτο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ανασύνθεση είναι η επιστροφή στην αυτονομία που δεν υπάρχει. Η επιστροφή, δηλαδή σε στοιχεία που τα σπάνε με το δεδομένο πλαίσιο, συστήνονται με τρόπο ριζικά διαφορετικό, δημιουργώντας ένα νέο πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων. Και ανασυνθέτοντας τον εαυτό τους μέσα στη ρήξη, αυτά τα στοιχεία υπονομεύονται, αλλάζουν μέσα στην ουσία τους, αντιστρέφονται-ανατρέπονται σε σχέση με την αρχική τους λειτουργία, την αρχική τους πρόθεση.

Και το κεφάλαιο εξ άλλου αποσυνθέτει, συνθέτει και ανασυνθέτει συνεχώς, δηλαδή, καταστρέφει και μετασχηματίζει: το ονομάζει εκσυγχρονισμόςανανέωση, καινοτομία. Στα επαναστατικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και της δεκαετίας του ’70, το κεφάλαιο απάντησε πρώτα όχι με την καταστολή, αλλά με την καινοτομία. Η καινοτομία, ο εκσυγχρονισμός είναι μια επανάσταση στο αντίθετο, με στόχο μια βαθιά αλλαγή στα μεσαία και χαμηλά επίπεδα της πραγματικότητας σε θέση να ενισχύσουν την αναπαραγωγή των υψηλών επιπέδων, δηλαδή τη συσσώρευση κυριαρχίας και κεφαλαίου. Αυτή η αλλαγή φέρει μέσα της το σημάδι της πλευράς του ανταγωνιστή της, στερημένου της δυνατότητας ρήξης, ανταγωνιστή που έχει επαναφερθεί και έχει καμφθεί προς συστημικούς σκοπούς και στόχους. Για παράδειγμα, το κεφάλαιο απάντησε με την επισφάλεια στον αγώνα κατά της μισθωτής εργασίας και της αυτόνομης εργατικής και προλεταριακής ευελιξίας. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’80 και του ’90, μέσα σε πλήρη νεοφιλελεύθερη ανάπτυξη, υπάρχουν από την μια πλευρά εκείνοι που ξέχασαν το σημάδι της πλευράς τους, και κατέληξαν να ζητούν-να διεκδικούν την επιστροφή σε αυτό που εργάτες και προλετάριοι είχαν απορρίψει και πολεμήσει, δηλαδή τις αλυσίδες εργασίας επ ‘αόριστον · από την άλλη, όσοι έχουν ανταλλάξει τον εκσυγχρονισμό για την επανάσταση, ζωγραφίζοντας με ευφάνταστο τρόπο μια κοινωνική συνεργασία πλέον εντελώς ελεύθερη και αυτόνομη, και ένα κεφάλαιο ως καθαρά παρασιτικό περιτύλιγμα. Και οι δύο δεν βλέπουν τη συνέχεια και την πιθανότητα του ανταγωνισμού, και συνεπώς αναλαμβάνουν έναν ήδη υπάρχοντα διαχωρισμό μεταξύ των δύο τάξεων-πλευρών: για τους μεν αυτό σημαίνει την αδυναμία της απελευθέρωσης, για τους άλλους η απελευθέρωση έχει ήδη συμβεί. Και οι δύο είναι ιδεολογικές θέσεις, και οι δυο αδύναμες, και οι δύο δείχνουν την απομάκρυνση του προβλήματος της επαναστατικής ρήξης. Και οι δύο δεν βλέπουν το κεντρικό ερώτημα της ταξικής σύνθεσης ως διαδικασία που διασχίζεται συνεχώς από την σύγκρουση, την διαμάχη.

Θα μπορούσαμε να το πούμε έτσι, με μια φόρμουλα: το αντίθετο του εκσυγχρονισμού δεν είναι συντήρηση, αλλά επανάσταση. Αν στη συνέχεια αντικαταστήσουμε στον εκσυγχρονισμό και την συντήρηση τις έννοιες της αριστεράς και δεξιάς, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει, είναι συνώνυμα: το αντίθετο της δεξιάς δεν είναι αριστερά, αλλά επανάσταση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούμε να ορίσουμε τον εαυτό μας στην αριστερά: όχι επειδή η αριστερά έχει γίνει αυτό, αλλά επειδή η αριστερά υπήρξε πάντα αυτό. Η αριστερά είναι από τις απαρχές της διαφωτιστική, προοδευτική, εκσυγχρονιστική. Είναι η σκέψη της θυματοποίησης και της ήττας, εμπιστεύεται τον εαυτό της στην Ιστορία, εχθρεύεται εκείνους που αγωνίζονται ενάντια στους καιρούς τους, είναι αυτή της συμβατότητας με την ισχύ του κεφαλαίου και του παρανοϊκού αποκλεισμού της ανταγωνιστικής ισχύος – γι ‘αυτό μόλις οι προλεταριακές συμπεριφορές κάνουν του κεφαλιού τους, ξεσπά η συνωμοσιολογία, η διετρολογία [1], και η κατηγορία ότι είναι προβοκατόρικες. Η αριστερά απεικονίζει νεκρές φύσεις στην ακτή της λίμνης, εμείς που θέλουμε να οργανώσουμε τους εαυτούς μας μέσα στις δίνες, ακόμη και μέσα στην επικίνδυνη ακαθαρσία και ασάφεια τους, πρέπει να αποφύγουμε όχι αυτή ή την άλλη αριστερά, αλλά την αριστερά sans phrase.

Από αυτή την άποψη, ο Romano Alquati – μια αποφασιστική φιγούρα του εργατισμού, αν και δεν εκτιμάται ιδιαίτερα στην Ιταλία και σχεδόν άγνωστος στο εξωτερικό – μιλούσε για «οργανωμένο αυθορμητισμό». Τι εννοούσε;

Αυτό τον καθορισμό, τον σχεδιασμό αυτό της ταξικής σύνθεσης και της ανασύνθεσης τον χρωστάμε πρώτα απ’ όλα στον Alquati. Εάν θέλουμε να το πούμε με ένα αστείο, δεν υπάρχει εργατισμός δίχως Alquati, αν και ο Alquati δεν μπορεί να μειωθεί αποκλειστικά στην εμπειρία του εργατισμού. Συχνά θεωρήθηκε ως ο «εφευρέτης της conricerca-συνέρευνας», ένας ισχυρισμός στον οποίο απαντούσε ότι οι αγωνιστές,οι στρατευμένοι πάντα έκαναν συνέρευνα και απλά αυτός, που ήταν αγωνιστής, έκανε συνέρευνα, είναι σαν να υποστηρίζουμε – μας προειδοποιούσε – ότι αν είναι να διασχίσω έναν δρόμο γεμάτο πέτρες φορώ τα παπούτσια, τότε σημαίνει ότι έχω εφεύρει τα παπούτσια.Υπήρχε προφανώς μια παράδοξη υπερβολή σε αυτό, επειδή η συνέρευνα- conricerca για το πώς μιλάμε γι ‘αυτήν σήμερα ή που προσπαθούμε να ξανα- ανακαλύψουμε βασίζεται πρωτίστως στη συμβολή του Alquati και των συλλογικών πραγματικοτήτων που έχτισε αυτός για να την εφαρμόσει. Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι το να τον ορίσουμε απλά ως εφευρέτη της συνέρευνας κατέληξε να περιορίζει την πορεία του στη δεκαετία του ’60, στα έτσι κι αλλιώς αποφασιστικά κείμενα για την Fiat ή την Olivetti. Ο Alquati αντίθετα είναι πολύ άλλος και πολύ περισσότερα. Οι ερευνητικές του πορείες μέσα και κατά του «πανεπιστημίου της μεσαίας τάξης» της δεκαετίας του ’70 εξακολουθούν να είναι θεμελιώδεις ακόμη σήμερα, στις οποίες προέβλεπε την εμφάνιση του κοινωνικού εργάτη και του πνευματικού προλεταριάτου. Μεταξύ των δεκαετιών του ’80 και του ’90 επεξεργάζεται ένα γενικό μοντέλο, συνολικό (καλούμενο από αυτόν «modellone») για τη λειτουργία του καπιταλισμού, με στόχο τον επαναστατικό μακροπρόθεσμο στόχο της ρήξης και της εξόδου από τον καπιταλιστικό πολιτισμό. Σε αυτή την φάση ο Alquati παράγει εξαιρετικές προβλέψεις για θέματα, ερωτηματικά, προβλήματα και ζητήματα (από την υπερ-εκβιομηχάνιση έως την κεντρική θέση της αναπαραγωγής) που σήμερα παρουσιάζονται απολύτως αποφασιστικά.

Ο ορισμός του «οργανωμένου αυθορμητισμού» προκύπτει από τις διαδικασίες της conricerca-συνέρευνας στη ζωντανή σάρκα των εργατικών αγώνων της δεκαετίας του ’60. Στην παράδοση του εργατικού κινήματος υπάρχει μια διάκριση μεταξύ της λατρείας του αυθορμητισμού και του φετίχ της οργάνωσης, ή μια διαλεκτική της για τα στάδια της ανάπτυξης: πρώτα υπάρχει ο αυθορμητισμός, μετά υπάρχει η οργάνωση. Ο Alquati διαρρηγνύει οριστικά αυτή τη διαλεκτική και προτείνει εκείνο το φαινομενικό οξύμωρο: στη Fiat δεν είναι μια εξωτερική οργάνωση που παράγει τη σύγκρουση, δεν είναι ο απλός αυθορμητισμός που την ωθεί προς τα εμπρός. Δημιουργήθηκε ένα είδος «αόρατης οργάνωσης» μέσω της οποίας οι εργάτες επικοινωνούν, προετοιμάζουν τους αγώνες, ανιχνεύουν τους χρόνους, μπλοκάρουν το εργοστάσιο. Είναι αυτή η αόρατη οργάνωση που τίθεται ως πρωτοπορία των ανασυντεθιμένων διαδικασιών, ενώ οι αγωνιστές του κόμματος ακολουθούν διστακτικοί, χαμένοι και συχνά δρουν σαν καπάκι. Η μορφή αγώνα της «αγριόγατας», a “gatto selvaggio”, η οποία τρέφεται ακριβώς από την αόρατη οργάνωση, είναι απρόβλεπτη, επομένως δεν μπορεί να ελεγχθεί από μια μεταρρυθμιστική, ρεφορμιστική διαμεσολάβηση.Εφαρμόζεται μέσα από μια συνεχή εναλλαγή των τακτικών, των μεθόδων, των χρόνων και των τόπων και, «δεν διεκδικεί τίποτα».Είναι το πιο προωθημένο επίπεδο της εργατικής «μη συνεργασίας», αν και σίγουρα δεν είναι η μόνη μορφή πάλης, εναλλασσόμενη με τη μαζική απεργία ή τη σύγκρουση στους δρόμους, στην πλατεία. Το πρόβλημα είναι να τις συνδυάσουμε και να τις επαναδρομολογήσουμε, ενισχύοντας τες αμοιβαίως. Ο Alquati γράφει σχετικά με αυτό: «Το καθήκον μιας πολιτικής οργάνωσης δεν είναι να σχεδιάσει την αγριόγατα με έναν προκαθορισμένο τρόπο, διότι θα διακινδυνεύσει ακριβώς να την καταστήσει απορροφήσιμη στον κύριο-στο αφεντικό με την εξημέρωσή της: ενώ να την οργανώσει και να την εξαπλώσει αρκεί και η εργατική »αόρατη οργάνωση», της οποίας η απεργία ‘αγριόγατας’ καθίσταται ένα μόνιμο γεγονός».

Πηγαίνοντας πέρα από την ιδιαιτερότητα αυτών των αγώνων, το ζήτημα του οργανωμένου αυθορμητισμού μας επιτρέπει να τοποθετήσουμε αυτή τη σχέση με πολιτικά ορθούς όρους, να ξεχωρίσουμε αποφασιστικά την αμεσότητα, την αυθεντικότητα από τον αυθορμητισμό, που αποτελεί την ιδεολογία του, καθώς και να ξεχωρίσουμε την οργάνωση από την απλή διαχείριση. Συνεπώς, οι δύο όροι της σχέσης δεν πρέπει ποτέ να διαχωριστούν και να αντιταχθούν: η οργάνωση πρέπει να τρέφεται με αυθορμητισμό και η οργάνωση πρέπει να οδηγείται μέσα στην αμεσότητα και την αυθεντικότητα. Μπορούμε να πούμε ότι η αυτονομία είναι η οργάνωση που αντικατοπτρίζει επάνω στην δική της αμεσότητα, είναι η αυθεντικότητα που αντανακλά επάνω στη δική της οργάνωση. Και μπορούμε να πούμε ότι το κόμμα (με τρόπο ριζικά διαφορετικό από την τρέχουσα χρήση και ιδέα) είναι το υποκείμενο που ανασυντάσει συνεχώς τη σχέση ανάμεσα στην αμεσότητα και την οργάνωση, ανάμεσα στην άρνηση και τους μακρο-στόχους.

Πολύ συχνά, κι εσύ αναφέρεσαι στη «μέθοδο της τάσης», στα γραπτά σου: σε τι ακριβώς συνίσταται;

Είναι μια κεντρική οπτική και, όπως και ίσως περισσότερο από άλλες, αποτελεί προάγγελο πολλών παρανοήσεων. Από κάποιες φιγούρες που προέρχονται από τον εργατισμό η τάση έχει ερμηνευτεί με όλο και πιο μηχανιστικούς όρους, σαν να μας έχει παραδώσει άμεσα η γραμμή της καπιταλιστικής ανάπτυξης τα υποκείμενα της κοινωνικής μεταμόρφωσης. Με τον τρόπο αυτό η πολιτική σύνθεση έχει γίνει ο καρπός της τεχνικής σύνθεσης, και όχι πλέον η διάρρηξη της. Αυτός ο μηχανισμός έχει πάρει το όνομα της οντολογίας, πραγματοποιώντας μια απλή πνευματική ανατροπή της διαδικασίας. Δηλαδή: τα υποκείμενα που παράγει η καπιταλιστική ανάπτυξη θεωρούνται οντολογικά τα επαναστατικά υποκείμενα. Για να βρεθούν οι άκρες, για να τακτοποιηθούν οι λογαριασμοί, απομακρύνθηκε επομένως ο κόμπος της ταξικής σύνθεσης, των ισορροπιών δυνάμεως, των διαδικασιών αγώνα μέσω των οποίων η υποκειμενικότητα διαμορφώνει την αυτονομία της, σπάζοντας τα με τη διαδικασία της καπιταλιστικής υποκειμενικοποίησης.

Αντίθετα, από την επαναστατική οπτική τάση δεν σημαίνει αντικειμενικότητα και γραμμικότητα του ιστορικού μονοπατιού, και δεν έχει καμία σχέση με την πρόβλεψη του μέλλοντος. Πρέπει να αφήσουμε τους μετεωρολόγους να προβλέψουν τις βροχές, ως αγωνιστές πρέπει να στρατευθούμε για τη δημιουργία καταιγίδων. Και φυσικά τάση δεν σημαίνει μη αναστρεψιμότητα των διαδικασιών, δηλαδή το δόγμα στη βάση της εκσυγχρονιστικής θρησκείας και επιταχυντικής : αντίθετα, από τη στιγμή που θεμελιώνονται και διαμορφώνονται από τις ισορροπίες δυνάμεων, οι διαδικασίες μπορούν να διακόπτονται συνεχώς, να εκτρέπονται, να ανατρέπονται. Ως εκ τούτου τάση σημαίνει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται κανείς την πιθανότητα μιας ανάπτυξης αντιπαράθεσης και ριζικής διαφορετικότητας στη σύνθεση των στοιχείων του παρόντος. Η τάση είναι σαν την προφητεία: σημαίνει να βλέπεις και να επιβεβαιώνεις με διαφορετικό τρόπο εκείνο που ήδη υπάρχει εικονικά στο παρόν.

Με λίγα λόγια, τάση σημαίνει στην πραγματικότητα να είσαι μπροστά, είναι η ικανότητα να κατανοήσουμε το έδαφος της ανταγωνιστικής δυνατότητας μέσα στις αμφιβολίες και τις αμφισημίες της σύνθεσης, της υποκειμενικότητας και των υπαρχουσών συμπεριφορών. Τάση σημαίνει προσδοκία, προκαταβολή, πολιτικό στοίχημα. Το στοίχημα δεν είναι μια ζαριά, ούτε είναι επιστημονική πρόβλεψη.Είναι μια επιλογή διαδρομής, η αναγνώριση μιας γραμμής τάσης που δεν υπάρχει εκεί αλλά θα μπορούσε να είναι εκεί. Είναι ένα υλιστικό στοίχημα, δηλαδή εντός και κατά το υπάρχοντος πεδίου δυνάμεων. Χωρίς πολιτικό στοίχημα, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πολιτική με επαναστατική έννοια, αλλά μόνο διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή τεχνική της θεσμικής πολιτικής.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, μιλώντας για την ουσία της εκπαίδευσης και του πανεπιστημίου, ο Alquati έγραφε ότι η conricerca-συνέρευνα χρησιμεύει για να επιτύχει να έχει ένα ρόλο το κίνημα που να μην είναι απλά της ουράς των πραγμάτων : «η έρευνα στόχευε στο να προβλέψει, να προκαταβάλει, όχι να εξορθολογίσει ιδεολογικά εκείνο που έχει ήδη συμβεί καθώς «αυθόρμητα» συμβαίνει όταν το μαζικό κίνημα ακριβώς ‘κινείται’. Το πρόβλημα είναι γενικό: της στρατηγικής που χρησιμεύει στην καθοδήγηση και την πολιτική ηγεσία που επιτυγχάνει να προβλέψει σύμφωνα με μια στρατηγική. Το να φθάσεις αργότερα δεν χρησιμεύει σε τίποτα «. Ο αγωνιστής πρέπει να αναλάβει τον κίνδυνο. Το σημαντικό είναι να ενεργήσει εντός και κατά της χυδαιότητας της υφιστάμενης κατάστασης και όχι – όπως συμβαίνει πολύ συχνά στον λεγόμενο «μετα-εργατισμό» – μέσα στη φαντασία του ατόμου και ενάντια στις συλλογικές δυνατότητες.

Στα δύο πιο γνωστά ονόματα σε διεθνές επίπεδο – Mario Tronti και Toni Negri – είναι παραπέμψιμες δύο παραλλαγές του εργατισμού που αναφέρατε, μια «katechontica-κατεχοντική» και η άλλη «accelerationist-επιταχυντική». Μέσα από μορφές όπως ο Romano Alquati ή ο Sergio Bologna, ωστόσο, είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ένα τρίτο θεωρητικό και πολιτικό παράδειγμα μέσα στον εργατισμό, το οποίο θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως «composizionista-συνθετιστικό». Γιατί μπορεί να είναι σημαντικό να εμβαθύνουμε αυτή τη γραμμή, αυτό το ρεύμα έρευνας;

Είναι διαμέσου αυτού του παραδείγματος (που ορίζεται ως συνθετιστικό για να καταλαβαινόμαστε, αν θέλετε να βρείτε έναν άλλο όρο, αυτό που έχει σημασία είναι η ουσία), ο εργατισμός μπόρεσε να σπάσει το μερικώς κλειστό σύστημα μαρξικής λογικής, εκείνης που κινδυνεύει να παραμείνει παγιδευμένη στην εξήγηση του πώς παράγεται και αναπαράγεται το χαλύβδινο κλουβί, εισάγοντας το καθοριστικό στοιχείο της υποκειμενικότητας. Αυτή δεν διαμορφώνεται με τρόπο ντετερμινιστικό από την υλική διαμονή-τοποθέτηση, ούτε σχηματίζεται ανεξάρτητα από αυτήν: όπως έχουμε ήδη δει, η υποκειμενικότητα συνδέεται με τον αγώνα, δηλαδή με τη ισχύ σχηματισμού του κεφαλαίου και με τη δυνατότητα συμπεριφορών και δυνάμεων που σχηματίζονται εναντίον του κεφαλαίου. Το να εξετάζουμε τη σύνθεση της τάξης, να συνερευνούμε και να δρούμε μέσα σε αυτήν για να την λυγίσουμε και να την κάμψουμε σε μια ανταγωνιστική κατεύθυνση, σημαίνει να εστιάζουμε συνεχώς την πολιτική πρωτοβουλία στη σχέση μεταξύ διαδικασίας και υποκειμένου. Για να το πούμε απλά: σε μια διαδικασία με σχέσεις ισχύος υπέρ του κεφαλαίου, το υποκείμενο που σχηματίζεται πρώτα απ’ όλα πλάθεται από αυτό, σε μια διαδικασία με διαφορετικές ισορροπίες δυνάμεων, σχηματίζεται ένα διαφορετικό υποκείμενο. Το να λέμε ότι το υποκείμενο είναι διαμορφωμένο από το κεφάλαιο, όπως συμβαίνει στη σημερινή φάση, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δυνατότητες σύγκρουσης ή αυτονομίας, όχι, καθόλου. Ο Alquati μίλησε για ένα «άλυτο κατάλοιπο» και που δεν επιλύεται για το κεφάλαιο, αυτό που αποκαλούσε ανθρώπινη ενεργητική ικανότητα, της οποίας το κεφάλαιο πρέπει να τροφοδοτείται συνεχώς για να κάνει να λειτουργεί το σύστημά του. Θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι υπάρχει μια διαρθρωτική δυνητική ασυμμετρία μεταξύ των δύο τάξεων: ενώ το κεφάλαιο χρειάζεται το προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν χρειάζεται το κεφάλαιο, και τελικά ούτε τον ίδιο του τον εαυτό ως προϊόν αυτής της κοινωνικής σχέσης. Αυτή είναι η αντίφαση που δεν επιλύεται για το κεφάλαιο, απ’ όπου προέρχεται η διαρκής δυνατότητα του ανταγωνισμού, η οποία αναλαμβάνει διαφορετικές μορφές και εκφράσεις, ή από καιρό σε καιρό ή σε ορισμένες φάσεις δεν λαμβάνει ρητές μορφές και εκφράσεις.

Ο ανταγωνισμός δεν μπορεί να αναμένεται μεσσιανικά, ούτε να τον φανταζόμαστε ξεκινώντας από αυτό που θα θέλαμε και θα μας άρεσε – με αποτέλεσμα όταν οι προλετάριοι δεν συμπεριφέρονται όπως θα θέλαμε, ασκούμε ατομικές και πνευματικές αποδράσεις προς τα εμπρός. Οι αγωνιστές πρέπει να σκάψουν μέσα στις αμφιβολίες, τις αμφισημίες και τις ασάφειες, μέσα στην «ακαθαρσία» των πραγματικών συμπεριφορών: όχι για να τις εκθειάζουμε λαϊκιστικά, αλλά για να αναζητήσουμε μέσα τους μια πολιτική φύση στο επίπεδο των εγγενών μορφών και εκφράσεών της, όταν υπάρχει μια virtualness, εικονική πραγματικότητα που δεν έχει μετατραπεί ακόμα σε δράση συλλογική. Για παράδειγμα, πριν γίνει ρητή και συλλογική μορφή αντιπαράθεσης και άρνησης, η απόρριψη της εργασίας ενσαρκώνονταν σε κατακερματισμένες συμπεριφορές προσποίησης στο ατομικό επίπεδο. Από την εγγενή πολιτική φύση προς τη ρητή πολιτική φύση δεν υπάρχει ένα απαραίτητο πέρασμα σταδίων ανάπτυξης. Υπάρχει αντ ‘αυτού η κατασκευή μιας οργανωτικής διαδικασίας, υπάρχει η πορεία της συνέρευνας, υπάρχει όλη η δύναμη του μαχητικού στοιχήματος, του στρατευμένου στοιχήματος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η επιδίωξη της εγγενούς πολιτικής φύσης είναι η αναζήτηση του χώρου μεταξύ της αφηρημένης δυναμικής του ανταγωνισμού και της διοχετευμένης μορφής έκφρασής του, είναι ο χώρος μέσα στον οποίο οι συμπεριφορές μπορούν να πάρουν διαφορετικές ή και αντίθετες κατευθύνσεις, είναι ο χώρος στον οποίο η διαδικασία μπορεί πράγματι να αποκλίνει, να καμπυλώνεται, να διακόπτεται, να ανατρέπεται. Επομένως, είναι ο χώρος που αρμόζει στην μαχητική, στρατευμένη παρέμβαση.

Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι ότι τόσο το «επιταχυντικό»,“accelerazionista” πρότυπο όσο και το «κατεχοντικό», “katechontico” παράδειγμα καταλήγουν να αναλαμβάνουν τη χρονικότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και να προκαλούν την ταξική σύνθεση και τις επαναστατικές δυνατότητές της να κατεβούν από αυτήν. Για το πρώτο παράδειγμα πρέπει απλά να επιταχύνουμε την ανάπτυξη της νέας τεχνικής σύνθεσης για να την μετατρέψουμε σε πολιτική σύνθεση, για δεύτερο πρέπει να διατηρήσουμε τη δύναμη της παλιάς πολιτικής σύνθεσης για να καταπολεμήσουμε την τεχνική σύνθεση. Και τα δύο κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν την εξέλιξη σε ένα επίπεδο αφαίρεσης που χάνει την επαφή με τη μεσαία δέσμη, δηλαδή με το επίπεδο στο οποίο δίδονται οι συγκεκριμένες δυνατότητες της ρήξης και της ανατροπής. Η μέθοδος της τάσης που μας ενδιαφέρει, αντιθέτως, δεν είναι ο προσδιορισμός μιας «αντικειμενικής» ανάπτυξης, σημαίνει να θέσουμε το πρόβλημα της διακοπής και της απόκλισης, δηλαδή της συσσώρευσης δύναμης για το χτίσιμο ανασυντεθιμένων διαδικασιών. Αυτή η δύναμη συσσωρεύεται τόσο στην επιτάχυνση όσο και στη συγκράτηση, περισσότερο ή λιγότερο στη μία ή την άλλη, ανάλογα με τις φάσεις και πάνω απ ‘όλα τους αγώνες που δημιουργούν αντίσταση ή σπρώχνουν προς τα εμπρός. Επειδή η οπτική από την οποία αξιολογείται η επιτάχυνση και η συγκράτηση είναι αυτή της ταξικής σύνθεσης, της δυνητικής αυτονομίας της και των δυνατοτήτων της για επαναστατική μεταμόρφωση.

Στην περίπτωση του επιταχυντισμού του Negri, αντίθετα, η τάση γίνεται τελεολογία, η διαδικασία της οργάνωσης, σύγκρουσης και ρήξης εσωτερικό της σχέσης μεταξύ της τεχνικής σύνθεσης, πολιτική και ανασύνθεση δίνουν τη θέση σε μια ιδέα απόρριψης οποιασδήποτε μορφής μεσολάβησης της ανατροπής. Ο Negri καταλήγει δηλαδή να μην βλέπει τη διαδικασία και να ταυτοποιεί αμέσως το υποκείμενο ως οντολογικώς ελεύθερο και αυτόνομο. Δεν συνειδητοποιεί ότι εκείνο το υποκείμενο δεν είναι καθόλου ελεύθερο και αυτόνομο, αλλά βαθιά σημαδεμένο από την καπιταλιστική υποκειμενοποίηση,subjectivisation. Μόνο με την κατανόηση της αμφισημίας και την κάμψη της σε ανταγωνιστική έννοια μπορεί να φθάσει να αντιταχθεί στον εαυτό του. Μόνο μέσα από τη διαδικασία του αγώνα το υποκείμενο κατακτά ελευθερία και αυτονομία. Υπάρχει επίσης σε αυτό ένα πνευματικό βίτσιο, εκείνου που δεν μετρά πλέον τις κατηγορίες του με βάση τη μαχητικότητα-την στράτευση μέσα και κατά της πραγματικότητας, αλλά μετρά την πραγματικότητα στη βάση των δικών του κατηγοριών. Στην αυτονομία του πολιτικού ακολουθεί εδώ η αυτονομία της πολιτικής φιλοσοφίας. Και είναι, ίσως, θλιβερά παράδοξο το γεγονός ότι ένας από εκείνους που μίλησαν για την ηγεμονία της «γενικής διάνοιας», τερματίζει την πορεία του μέσα στην αλαζονική μοναξιά της ατομικής διάνοιας.

Συχνά ο εργατισμός κατηγορήθηκε για sviluppismo, αναπτυξιολαγνεία…

Εν μέρει, υπάρχει λόγος, κυρίως λόγω εκείνης της εξέλιξης στην οποία η τάση γίνεται τελεολογία. Πιστεύω όμως ότι το ίδιο προβληματική, ή ακόμη περισσότερο, είναι η ρητορική εναντίον της ανάπτυξης που έκανε το δρόμο της τις τελευταίες δεκαετίες, διότι συχνά υιοθετεί ηθικίστικα και κατά βάθος ταξικά χαρακτηριστικά, στην περίπτωση αυτή της άλλης τάξης. Είναι μάλλον πολύ εύκολο να είμαστε για την degrowing, αποανάπτυξη ενώ πίνουμε κονιάκ από το άνετο γραφείο της Σορβόννης μας …Δεν είναι όλες οι θέσεις ενάντια στην ανάπτυξη αναγώγιμες στην αποανάπτυξη, αλλά ακόμη και οι καλύτερες και οι πιο ενδιαφέρουσες για τους αγώνες κινδυνεύουν να είναι ισοδύναμες στο πολεμικό τους αντικείμενο. Στην πραγματικότητα, τόσο η αναπτυξιολαγνεία όσο και η αντι-αναπτυξιολαγνεία δεν έχουν καμία σχέση με τον στόχο και καταλήγουν να είναι μάλλον ιδεολογικές: η μια φαντάζεται τα επαναστατικά υποκείμενα σε όλα όσα παράγονται από την ανάπτυξη του κεφαλαίου, η άλλη τα φαντάζεται σε όλα αυτά που προηγούνται ή απατηλά θεωρούνται «έξω» από εκείνη την ανάπτυξη. Μια επιλογή είναι τόσο μέσα που ξεχνιέται πως είναι αντίθετη, και έτσι απορροφάται μέσα στα σαγόνια ενός αδύνατου ρεφορμισμού, η άλλη επικαλείται μια επίθεση στο φρούριο από τα έξω, στηριζόμενη σε έναν μη ρεαλιστικό αυθορμητισμό. Ο υλισμός χωρίς την επαναστατική θέληση ρέει στον ντετερμινισμό, η επαναστατική θέληση στερημένη του υλισμού ρέει στον ιδεαλισμό. Είτε το θέλουμε είτε όχι, συνεπώς, είμαστε εν τούτοις ακόμα μέσα στην ανάπτυξη και στις χαοτικές αντιφάσεις της, δεν μπορούμε λοιπόν να έχουμε μια αμφίθυμη συγκρουσιακή ματιά: πρέπει να κατανοούμε δηλαδή αυτή την αντιυποκειμενικότητα- controsoggettività και πόσες ανταγωνιστικές δυνατότητες δημιουργούνται και καταστρέφονται μέσα στην εξέλιξη-ανάπτυξη, πόσες δημιουργούνται και καταστρέφονται στην αντίσταση ή όταν πιέζουμε τις διαδικασίες προς τα εμπρός. Αντι-χρήση των διαδικασιών σημαίνει όχι μόνο τη χρήση των μέσων που παράγονται από την ανάπτυξη για έναν άλλο σκοπό, αλλά κάνοντας αυτό να τα λυγίζουμε, να τα μεταμορφώνουμε, να δημιουργούμε άλλα. Διότι τότε το να είσαι μέσα δεν είναι ένα ζήτημα ατομικών επιθυμιών ή υπαρξιακών εμπειριών αλλά σκληρής ουσιαστικότητας-υλικότητας της κοινωνικής σχέσης που μαχόμαστε, το σημείο είναι σαν να είμαστε εναντίον.

Εν ολίγοις, η διαλεκτική μεταξύ αναπτυξιολαγνείας και αντι αναπτυξιολαγνείας, επιτάχυνσης και αποανάπτυξης, νεωτερικότητας και αντι-νεωτερικότητας, είναι εξ ολοκλήρου εσωτερική στην οπτική του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο αποτελείται από επιτάχυνση και κράτηση, καταστρέφει τη σύνθεση του ανταγωνιστή του και ανασυνθέτει τα θραύσματα που παράγονται σύμφωνα με τις αναπτυξιακές του ανάγκες.Τότε το πρόβλημα για τον αγωνιστή είναι να σχεδιάσει την εξέλιξη-την ανάπτυξη από την οπτική γωνία της μακρο-δικής μας πλευράς, πραγματικής ή δυνητικής, για να περιορίσει τα στοιχεία που εμποδίζουν την καταστροφική επιτάχυνση της καπιταλιστικής καινοτομίας, δηλαδή αυτά που μας φτωχαίνουν, και επιταχύνοντας τα στοιχεία που παράγουν ρήξη στον αντίπαλο, εμπλουτισμό της υποκειμενικότητας και και αυτονομία στην πλευρά μας.

Για να καταλάβουμε το τι πρέπει να κάνει οαγωνιστής-ο στρατευμένος μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, συγχωρέστε την αγριότητα, την αλληγορία του καρκίνου. Στο σώμα μας πρέπει να περιορίσουμε τη δύναμη του κακού, που αναπτύσσει τον καρκίνο, στο κορμί του εχθρού μας πρέπει να επιταχύνουμε τις μεταστάσεις που παράγονται από την ταξική πάλη. Μεταξύ των δύο κινήσεων υπάρχει μια σχέση, αλλά ποτέ δεν είναι συμμετρική, χρονικά γραμμική, τελεολογική. Επομένως, η σύγκρουση θα πρέπει να λειτουργεί ως καρκίνος προς τον αντίπαλο και ως εμβόλιο μέσα μας, δηλαδή ελεγχόμενος εμβολιασμός δηλητηρίου για να ενισχύσουμε τον οργανισμό. Σε εμάς το αντίθετο συμβαίνει συχνά: η σύγκρουση γίνεται καρκίνος μέσα μας, δηλαδή πηγή συχνά άχρηστων διαχωρισμών, και εμβόλιο για τον αντίπαλο, επομένως καπιταλιστική καινοτομία, ανανέωση.

Ας έρθουμε λοιπόν στη φιγούρα του αγωνιστή, του στρατευμένου, στον οποίο έχεις πρόσφατα αφιερώσει ένα δοκίμιο. Ποιος είναι ο αγωνιστής; Ποιος είναι ο ρόλος και η σημασία του;

Από τα όσα είπαμε μέχρι τώρα έχουν ανακύψει ήδη διάφορα κομμάτια απάντησης, επειδή η μαχητικότητα-η αγωνιστικότητα-η στράτευση δεν είναι μια συγκεκριμένη πτυχή: είναι η άποψή μας, είναι η μορφή της ζωής μας, είναι αυτό που είμαστε, αυτό που λέμε, αυτό που πιστεύουμε. Ο μαχητής-αγωνιστής-στρατευμένος είναι εξ ορισμού αυτός που θέτει τη ζωή του σε κίνδυνο, ολοκληρωτικά. Αυτή η αλήθεια παίρνει διάφορες μορφές σε σχέση με την ιστορική φάση, με την ταξική σύνθεση, με τις οργανωτικές διαδικασίες. Όταν στο σημείο καμπής της χιλιετίας άρχισαν να τον αποκαλούν ακτιβιστή, ακολουθώντας την αγγλοσαξονική και αμερικανική επικρατούσα μόδα, δεν επρόκειτο απλά για μια γλωσσική παραχώρηση, αλλά για μια δομική αποτυχία, υποχώρηση, καθίζηση. Χάθηκε έτσι η incommensurabilità του σε σχέση με άλλες φιγούρες, όπως εκείνη του εθελοντή. [ incommensurabilità: η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ενός κοινού μέτρου ή μιας περιόδου αναφοράς, με σκοπό έναν βολικό ποσοτικό ορισμό.] Φιγούρες του γενικού ενδιαφέροντος, συνεπώς της αναπαραγωγής του υπάρχοντος. Αντίθετα ο αγωνιστής είναι ένα διαχωριστικό υποκείμενο, παράγει συνεχώς το «εμείς» και «αυτοί», παίρνει θέση και αναγκάζει να πάρουμε θέση, να τοποθετηθούμε. Ξεχωρίζει για να ανασυνθέσει το μέρος του, την πλευρά του. Είναι πρωτίστως μια φιγούρα της άρνησης, επειδή απορρίπτει το υπάρχον και αγωνίζεται για να το καταστρέψει. Ξεκινώντας από την άρνηση, παράγει συλλογικούς μακρο-στόχους και νέες μορφές ζωής.

Πολύ συχνά, ειδικά σε δύσκολες φάσεις όπως αυτή, ακούμε πολλούς συντρόφους να διαμαρτύρονται για την απουσία αγώνων ή να χαίρονται με εκείνους άλλων. Κατάθλιψη και ευφορία μιμούνται εκείνες των χρηματοπιστωτικών αγορών, φούσκες και voyeurismo-ηδονοβλεψία ταξιδεύουν και εξαφανίζονται με την ταχύτητα ενός tweet. Και όμως, οι ιστορικές φάσεις δεν είναι όμορφες ή άσχημες: είναι χώροι μέσα και εναντίον των οποίων τοποθετούμαστε όσον αφορά τον σχεδιασμό. Δεν πρέπει να κριθούν στη βάση των επιθυμιών μας, αλλά πολεμούνται στη βάση των καθηκόντων μας. Η ποινή είναι να βυθιζόμαστε στο κυκλοθυμικό χρονικό των αγώνων και της απουσία τους, κυματίζοντας μεταξύ της ευφορίας του οπαδού και την κατάθλιψη του θεατή, ανάμεσα σε μια δίχως λόγο αίσθηση ήττας και αδικαιολόγητες διακηρύξεις νίκης. Να ελευθερωθούμε από αυτές, αν θέλουμε να ζήσουμε στο ύψος των περιστάσεων. Πράγματι, πρέπει να καταλάβουμε ότι η πιο σημαντική φάση για τον επαναστάτη αγωνιστή είναι ακριβώς εκείνη στην οποία δεν υπάρχουν αγώνες. Στην πραγματικότητα, όταν υπάρχουν, ο στρατευμένος επαναστάτης φτάνει πολύ αργά. Πρέπει να προβλέψουμε, να προλάβουμε για να οργανώνουμε και να κατευθύνουμε, να μην παρατηρούμε για να διηγούμαστε και να περιγράφουμε. Και πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι όταν οι αγώνες υπάρχουν, συχνά οι αγωνιστές – μιλάω στην περίπτωση αυτή για την ιταλική συγκυρία – δεν ξέρουν πώς να τους αντιληφθούν γιατί ξεφεύγουν από τα σχήματα τους, ή δρουν σαν πώμα, σαν αναστολέας στην ανάπτυξή τους. Ας μην μας πιάνει κατάθλιψη λοιπόν από ένα επίπεδο τοπίο ή να μην γοητευτούμε από τα κύματα της θυελλώδους θάλασσας, να προσπαθήσουμε αντιθέτως να πιάσουμε τα αόρατα στροβιλίσματα που αναταράσσονται κάτω από την φαινομενική ηρεμία του ποταμού. Αυτό είναι το καθήκον του σήμερα, αυτό είναι το τι να κάνουμε που πρέπει να χτίσουμε.

Ας έρθουμε τώρα στις κατηγορίες που σφυρηλατήθηκαν από τον «μετα-εργατισμό», οι οποίες, όπως παρατήρησες, κινδυνεύουν μερικές φορές να οδηγήσουν σε μια ψεύτικη αμεσότητα της μετάφρασης της τεχνικής σύνθεσης στην πολιτική σύνθεση …

Πρέπει οριστικά να απαλλαγούμε από την ιδεολογία του μετά, του post, η οποία για πολύ καιρό από τη δεκαετία του ’80 και τη δεκαετία του ’90 μας έχει κρατήσει παγιδευμένους στην μέγκενη ενός εκβιασμού: την επιλογή μεταξύ εκείνων που λένε πως τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως πριν και αυτών που λένε ότι όλα θα είναι πάντα όπως πριν. Και οι δύο έχουν λάθος. Για να ξαναπάρουμε και πάλι τα εννοιολογικά εργαλεία του αλκουατιανού μοντέλου- modellone, μπορούμε να πούμε ότι στα επίπεδα των υψηλών πραγματικοτήτων (όπως είδαμε, εκείνα της συσσώρευσης κυριαρχίας και κεφαλαίου) τίποτα δεν άλλαξε, στα επίπεδα των ενδιάμεσων πραγματικών πραγματικοτήτων υπήρξαν σημαντικές μεταλλάξεις-αλλαγές, στο τα επίπεδα χαμηλής πραγματικότητας τα πράγματα αλλάζουν πολύ γρήγορα. Για να κατανοήσουμε τις μονιμότητες και τις αλλαγές, χρειαζόμαστε έρευνα, να καταλάβουμε πού τα πράγματα διαφέρουν και γιατί, και ποιοι χώροι ανταγωνιστικής δυνατότητας ανοίγουν. Η ιδεολογία του post έχει, αντιθέτως, αξιώσει να μας λέει για έναν καινούργιο κόσμο, πάντα καινούργιο, είναι ο κόσμος για τον οποίον μας έχει μιλήσει η ρητορική της καινοτομίας, της ανανέωσης, η οποία είναι η πραγματική ρητορική του σύγχρονου καπιταλισμού. Μια ρητορική που οργανώνει μια συγκεκριμένη υλικότητα, εκείνη όπως έχουμε δει της καπιταλιστικής αντεπανάστασης.

Αναλαμβάνοντας την ιδεολογία του μετά, ένα μέρος εκείνων που έχουν διεκδικήσει την κληρονομιά του εργατισμού έχει φανταστεί την τάξη (όρος που καταργήθηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα με διάταγμα) ως αντικειμενικά επακόλουθο των πραγματικών ή υποτιθέμενων μετασχηματισμών του κεφαλαίου. Δηλαδή, ο κόμπος της ταξικής σύνθεσης, της πολιτικής διαδικασίας της αντιυποκειμενοποίησης και της μεταμόρφωσής της έχει αφαιρεθεί. Ο κόμβος της ρήξης, με το κεφάλαιο και εσωτερικό στην ταξική σύνθεση, έχει αφαιρεθεί, καταργήθηκε. Όχι πλέον η τάξη εναντίον της, αλλά μια τάξη που ως δια μαγείας γίνεται αυτόνομη και πρέπει μόνο να αναγνωρίζεται μέσα σε αυτήν την αυτονομία της. Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να τα σπάσει με το κεφάλαιο, αλλά απλώς να απομακρυνθεί από αυτό (παραδόξως, ακόμη και θέσεις που χαρακτηρίζονται έντονα από κριτική και αντίθεση προς τον Negri, καταλήγουν μερικές φορές να φθάνουν σε παρόμοια συμπεράσματα). Παρόλο που γεννήθηκαν από την άρνηση της εργασίας, ορισμένες αιχμές του λεγόμενου «μετα-εργατισμού» κατέληξαν παράδοξα στο να δώσουν ζωή σε ένα είδος άυλου και γνωστικού lavorismo, εκεί όπου έχασαν από την ματιά τους την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ των καπιταλιστικών δεξιοτήτων και των γνώσεων της δικής τους πλευράς, μεταξύ της αναπροσαρμογής της αξίας και της αυτο-αναπροσαρμογής της αξίας, μεταξύ του πλούτου της συσσώρευσης και του πλούτου των αγώνων. Το πρόβλημα, ακριβώς, απορρέει από την ιδέα μιας ήδη ελεύθερης συνεργασίας σε σχέση με την οποία το κεφάλαιο είναι παρασιτικός παράγοντας, ενώ η εργασία θα είχε γίνει κοινή – κάτι που μπορεί να είναι αληθινό, υπό την προϋπόθεση να προστεθεί ότι εκείνη είναι η κοινότητα της εκμετάλλευσης και της αφηρημένης εργασίας που διοικείται από το κεφάλαιο.

Ο ίδιος ο ορισμός του «μετα-εργατισμού» επινοήθηκε στα αγγλοσαξονικά και αμερικανικά πανεπιστήμια, ως μια προσπάθεια να συλλάβει τη δύναμη του εργατισμού, να τον αποπολιτικοποιήσει και να τον αφαιρέσει από τη σύγκρουση και την ταξική σύνθεση. Για να τον καταστήσει, δηλαδή, καλό για την ακαδημία και την πολιτική οικονομία της γνώσης, δηλαδή όχι πλέον καλό για τους αγώνες. Μετά έγινε «ιταλική θεωρία», “Italian Theory”, η οποία διαφοροποιείται από την «ιταλική σκέψη», “Italian Thought”,και στη συνέχεια θα υπάρξει η « επικριτική ιταλική θεωρία», “Critical Italian Theory”, η «επικριτική ιταλική σκέψη», “Critical Italian Thought” και ούτω καθεξής προς το κακό τους άπειρο, σε μια θεωρία αποσπασμένη από τη ταξική σύνθεση και από την ταξική πάλη, για να συνδεθεί σταθερά στην αναπροσαρμογή της αξίας και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, καθώς και σε συνέδρια και πανεπιστημιακές έδρες

Εκείνο το σύνολο θεωρημάτων και αναλύσεων που συλλέχθηκαν αργότερα στον ακαδημαϊκό ορισμό του «μετα-εργατισμού» αναπτύχθηκε μεταξύ των δεκαετιών του ’80 και του ’90 σε μια προσπάθεια να ανατρέψει τις μηδενιστικές εικόνες – συμμετρικές μεταξύ τους, η μια συμπληρώνει την άλλη – του τέλους της ιστορίας και της μοναδικής σκέψης. Ο πολεμικός στόχος ήταν και παραμένει ορθός, η πρακτική εξέλιξη δεν είναι πάντοτε στο ύψος των περιστάσεων. Ορισμένες από αυτές τις εννοιολογικές προσπάθειες ήταν προβληματικές από την αρχή, για τους λόγους που αναφέραμε σχηματικά, πρώτα απ ‘όλα την ιδέα ότι η πολιτική σύνθεση προέρχεται αυτόματα από την τεχνική σύνθεση, άλλες υπήρξαν εξαιρετικά παραγωγικές και μπορούν να παραμείνουν ακόμη, όμως μέχρις ότου επανεξεταστούν μέσα στις αλλαγές που έλαβαν χώρα μέσα στην κρίση και την εξάντληση ενός γενικού μοντέλου. Σε αυτή την περίπτωση, το να μην ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή δεν σημαίνει πραγματικά πως πηγαίνουμε προς τα πίσω. Με άλλα λόγια, σημαίνει να διατρέξουμε τον κίνδυνο της οστεοποίησης των κατηγοριών, της μετατροπής τους σε δόγματα, να καταστήσουμε τον εργατισμό αυτό που ποτέ δεν υπήρξε: ένα σχολείο και όχι μια κίνηση σκέψης, ένα κίνημα σκέψης. Αυτό σημαίνει, επικουρικά, να δώσουμε χώρο σε ενοχλητικές επιχειρήσεις μνησίκακης επίθεσης σε ένα ολόκληρο επαναστατικό θεωρητικό σύστημα. Πρόκειται βέβαια για ασήμαντες επιχειρήσεις, σίγουρα, αλλά κινδυνεύουν να μετατοπίσουν τη συζήτηση στην υπεράσπιση των εννοιών και όχι για τη χρησιμότητά τους στους αγώνες. Επομένως, διατρέχουν τον κίνδυνο να παρασύρουν τα πάντα στην πολιτική περιθωριοποίηση. Σε ένα πρόσφατο πολιτικό σεμινάριο ένας σύντροφος δικαίως παρατήρησε ότι ένα αγόρι δεν φεύγει από το σπίτι όταν οι γονείς του το διώχνουν, αλλά όταν δεν βρίσκεται πλέον εκεί μέσα. Να, δίχως φόβο λέμε ότι ένα συγκεκριμένο σπίτι είναι σήμερα αντιπαραγωγικό για τα επαναστατικά μας καθήκοντα και προσπαθούμε να κάνουμε εκείνη την πρωτότυπη κίνηση που ήταν πραγματικά του εργατισμού συγκριτικά με τον Μαρξ: τη μακιαβελική επιστροφή στις αρχές, δηλαδή στον Μαρξ, ενάντια στον μαρξισμό. Τώρα το καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, ίσως όχι ενάντια αλλά σίγουρα με κριτικό τρόπο σε σχέση με αυτό που από τον «μετα-εργατισμό» δεν λειτουργεί πλέον, ή δεν λειτούργησε ποτέ. Αν το κάνουμε, είμαστε στη θέση να μην πετάξουμε ό, τι είναι χρήσιμο για εμάς, και να ξανασκεφτούμε στις ρίζα τους τα υπόλοιπα.

Για παράδειγμα, ο γνωστικός καπιταλισμός, μπροστά στις διαδικασίες διαστρωμάτωσης και εκβιομηχάνισης της εργασίας, εξακολουθεί να είναι χρήσιμη κατηγορία;

Πάντα προτιμούσαμε να μιλάμε για τη γνωσιακή συμπεριφορά της εργασίας, αφενός για να τη διαφοροποιήσουμε με αποφασιστικό τρόπο από την δυσνόητη κατηγορία του άυλου εργαζόμενου, αφετέρου για να επιμείνουμε στη διαδικασία αναδιοργάνωσης και παγκόσμιας ιεραρχειοποίησης των μορφών της παραγωγής και της εκμετάλλευσης σε μια φάση στην οποία οι γνώσεις γίνονται ολοένα και πιο κεντρικές στη συσσώρευση του κεφαλαίου, αποφεύγοντας έτσι να γλιστρήσουμε στην ταύτιση μεταξύ της γνωστικής εργασίας και των υποκειμένων που ορίζονται με τομεακή έννοια, δηλαδή στην αντιπαράθεση μεταξύ των χειρωνακτών εργατών και των εργατών της σκέψης, ή και πάλι στο να φανταζόμαστε το υποτιθέμενο πιο προηγμένο σύμβολο στην τεχνική σύνθεση (τους εργαζόμενους της γνώσης, i knowledge worker) ως πιο προηγμένη αιχμή των αγώνων. Επομένως, πρέπει να καταπολεμηθεί οποιαδήποτε ιδέα μιας προοδευτικής γραμμικότητας: cognitivization της εργασίας σημαίνει και γνωσιοποίηση της εκμετάλλευσης και της μέτρησης, γνωσιοποίηση των ιεραρχιών, γνωσιοποίηση των καθηκόντων.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση επιτάχυνε επιπλέον, όπως ήδη παρατηρήσατε, τις διαδικασίες διαστρωμάτωσης και διαφοροποίησης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη, σε αντιφατικές μορφές και με διαφορετικές εντάσεις ανάλογα με τους παγκόσμιους τομείς και χώρους. Ακολουθώντας τα αλκουατιάνα ίχνη ο Salvatore Cominu μιλάει σχετικά για την εκβιομηχάνιση του γνωστικού έργου από την άποψη αυτή: δεξιότητες, λειτουργίες και επαγγελματισμός που μέχρι στιγμής θεωρούνται αδιάσπαστες από τον άνθρωπο που τις μεταφέρει και από την κοινωνική συνεργασία με την οποία συνδέονται, υποβάλλονται τώρα σε διαδικασίες πραγματικής υπαγωγής – στην παραγωγή αγαθών και περιεχομένων, υπηρεσιών, κατά τον χρόνο της κατανάλωσης, αναπαραγωγής κλπ. Ταυτόχρονα, είναι απαλλοτρίωση γνώσεων και ενίσχυση της συνδυασμένης μορφής τους, όπως πάντα κάνει το βιομηχανικό σύστημα: αλλά είναι μια ενδυνάμωση για τη συσσώρευση του κεφαλαίου, που με διφορούμενο τρόπο διευρύνει την κοινωνική συνεργασία και τρώει ανθρώπινη ικανότητα, ενσωματώνοντάς την στο μαρξιακό αυτόματο σύστημα μηχανών. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της γνωσιοποίησης της εργασίας, ο homo faber έγινε sapiens και ο homo sapiens έγινε faber. Γνωσιοποίηση και η ευτελισμός προχωρούν, τουλάχιστον εν μέρει, από κοινού.

Σε αυτές τις βάσεις, αναπτύσσοντας τις έρευνες επάνω στο πανεπιστήμιο που πραγματοποίησε ο Alquati στη δεκαετία του ’70, μιλήσαμε για ζωντανή γνώση για να καθορίσουμε με έναν ιστορικά προσδιορισμένο τρόπο τη νέα ποιότητα της ζωντανής εργασίας, δηλαδή την τάση ενσωμάτωσης της κοινωνικής γνώσης σε αυτήν.Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται απλώς να τονιστεί ο κεντρικός ρόλος που έχει αναλάβει η γνώση και η επιστήμη στις μορφές της σύγχρονης παραγωγής και συσσώρευσης, αλλά να επικεντρωθούμε ακριβώς στην κοινωνικοποίησή τους και στην ενσάρκωση τους μέσα στη ζωντανή εργασία. Αυτή η κοινωνικοποίηση, στη δεκαετία του ’70, πραγματοποιούνταν επάνω στην ώθηση των αγώνων, της άρνησης της εργασίας, της επανοικειοποίησης, της εργατικής αυτονομίας. Αυτός ήταν ο κοινωνικός εργάτης: μια πολιτική φιγούρα, όχι τεχνική. Σήμερα, σαράντα χρόνια αργότερα, η ισορροπία δυνάμεων αντιστράφηκε: η κοινωνικοποίηση λαμβάνει χώρα πρώτα και κύρια με υποχρεωτικό τρόπο, αναγκαστικό, αρχίζοντας από τις ανάγκες του κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, η γνώση δεν είναι από μόνη της καλή ή ουδέτερη, όπως πιστεύουν πολλοί αριστεροί: είναι ο καρπός μιας σχέσης παραγωγής, επομένως μιας σχέσης σύγκρουσης και ισχύος. Από τον κοινωνικό εργάτη στον γνωστικό εργαζόμενο το υποκείμενο ενσαρκώνεται τεχνικά, αποσαρκώνεται πολιτικά. Με αυτό τον τρόπο ο κοινωνικός εργάτης μετασχηματίζεται σε παράγοντα της καινοτομίας και της επισφάλειας: συνέχισε να είναι κοινωνικός, έπαψε να είναι εργάτης.

Από εδώ πρέπει να αρχίσουμε και πάλι, μέσα και ενάντια στο παρόν. Η υπόθεσή μας, θέλοντας να εντατικοποιήσουμε και να απλοποιήσουμε, είναι ότι σήμερα μέσα στην κρίση η ανασύνθεση ανάμεσα στην αποδομημένη μεσαία τάξη και το ιεραρχοποιημένο προλεταριάτο στις διαδικασίες της «γνωστικοποίησης», “cognitivizzazione” και αναπαραγωγής της ανθρώπινης ενεργητικής ικανότητας θα μπορούσε να είναι το λειτουργικό ισοδύναμο της συμμαχίας μεταξύ εργατών και αγροτών στην προ αιώνος κρίση. Λέμε θα μπορούσε, φυσικά, επειδή το γεγονός ότι είναι ή όχι εξαρτάται από εμάς, από έναν δυνητικό εμάς, από ένα εμάς που δεν μπορεί να κλεισθεί μέσα σε εκείνο που πραγματικά είμαστε. Αν δεν έχουμε αυτή την ικανότητα, αυτές οι φιγούρες θα είναι το καύσιμο αντιδραστικών επιλογών, ή σε κάθε περίπτωση θα αναπαραχθούν ως κομμάτια παραγμένα από την κυβέρνηση της κρίσης. Σήμερα περισσότερο από ποτέ συνεπώς πρέπει να γνωρίζουμε πώς να κινηθούμε με μια μονομερή άποψη μέσα από την ασάφεια, την στρεβλότητα των διαδικασιών, με εξαιρετική τακτική ευελιξία και σκληρή στρατηγική ακαμψία: πολύ καλύτερη η βρωμιά του πραγματικού παρά η καθαρότητα της ιδεολογίας, πολύ καλύτερο να αγωνιστούμε, να υποστηρίξουμε τα κοινωνικά εδάφη απέναντι στην συγκρουσιακή υλιστική δεξιά ενάντια στην ιδεαλιστική άνανδρη αριστερά, πολύ καλύτερα δηλαδή τα προβλήματα της αγωνιστικής conricerca-συνέρευνας απ’ ότι η άχρηστη ασφάλεια των selfie των ακτιβιστών. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του ποιητή, εκεί όπου υπάρχει ο κίνδυνος, μεγαλώνει κι εκείνο που διασώζει.

Ακριβώς σχετικά με αυτό, μια διπλή ερώτηση: μόλις έχουμε πέσει μέσα στην εκατονταετηρίδα της Επανάστασης … Θα σε ρωτούσα, λοιπόν πώς ο εργατισμός οικειοποιήθηκε τον Λένιν στη δεκαετία του εβδομήντα και με ποιο τρόπο το να στοχαζόμαστε σχετικά με την λενινιστική εμπειρία μπορεί να είναι ακόμη χρήσιμο σήμερα;

Η απάντηση θα χρειάζονταν πολύ χρόνο και χώρο, γι αυτό σας παραπέμπω σε ένα πρόσφατο pamphlet που έγραψα για τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi, Il treno contro la Storia. Considerazioni inattuali sui ’17, Το τρένο ενάντια στην Ιστορία. Άκαιρες εκτιμήσεις για το ’17.  Κι έτσι εδώ θα είμαι σύντομος.

Ένας απελπισμένος Winston Churchill παρατήρησε: “Ήταν με ένα αίσθημα δέους που οι γερμανοί διοικητές εξαπέλυσαν το πιο τρομερό των όπλων εναντίον της Ρωσίας. Μετέφεραν τον Λένιν από την Ελβετία στη Ρωσία επάνω σε ένα σφραγισμένο βαγόνι, σαν ένα βάκιλο της πανώλης». Ας αφήσουμε κατά μέρος την εκδοχή σύμφωνα με την οποία ήταν ένας υπολογισμός της Γερμανίας εκείνος να επιτρέψει την επιστροφή του ηγέτη των μπολσεβίκων στην Πετρούπολη.Ας επικεντρωθούμε αντιθέτως στο ποιος τίναξε την μπάνκα στον αέρα, όποια κι αν ήταν αυτή. Ο Τσόρτσιλ μας δίνει ακούσια έναν εξαιρετικό ορισμό του τι είναι ο επαναστάτης αγωνιστής: ένας βάκιλος της πανούκλας. Και πώς να οργανώσει το βάκιλο της πανώλης είναι από την αρχή η ανησυχία του Λένιν. Ο Μαρξ μας έχει παραδώσει τον μηχανισμό λειτουργίας της καπιταλιστικής μηχανής, το πρόβλημα – το οποίο θα επιστρέψει με τον εργατισμό, και το οποίο πρέπει πάντα να έχουμε παρόν στην αγωνιστική πρακτική – είναι να μην παραμείνουμε παγιδευμένοι σε αυτόν τον μηχανισμό, να σπάσουμε αυτόν τον κλειστό κύκλωμα. Πού να χτυπήσουμε, πώς να εξαπλώσουμε την πανούκλα, με ποιον τρόπο και σε ποια σημεία να καταστρέψουμε τον εχθρό. Ξεκινώντας όχι από τους νόμους της κίνησης του κεφαλαίου, αλλά από τους νόμους της κίνησης της εργατικής τάξης μέσα και κατά της καπιταλιστικής κοινωνίας: αυτή είναι ταυτόχρονα η συνέχεια και η λενινιστική ανατροπή του Μαρξ.

Ο Λένιν που μας παραδόθηκε από τον λενινισμό, ιστορικιστής και αντικειμενιστής, πιστός στα στάδια της ανάπτυξης, είναι ένα καθαρό ψέμα και πρέπει εντελώς να ξεχαστεί. Καθ ‘όλη τη διάρκεια του ταξιδιού του ο Λένιν προσπαθεί συνεχώς να πιέζει, να διακόπτει και να ανατρέπει την ανάπτυξη του κεφαλαίου, ή να επιβάλλει την επαναστατική βούληση μέσα εναντίον της Ιστορίας. Στους καιρούς της πολεμικής με τους ρώσουν λαϊκιστές, ο Λένιν δεν λέει ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία είναι απαραίτητη και επιθυμητή, λέει απλά ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία είναι ένα γεγονός. Η μάχη που οδηγήθηκε από τους ναροδνικούς, narodniki επαναστάτες χάθηκε, ο πόλεμος πρέπει να διεξαχθεί. Ξεκινώντας από εδώ είναι απαραίτητο να αναζητηθούν οι νέες μορφές έκφρασης της επαναστατικής υποκειμενικότητας και να οικοδομηθούν κατάλληλες μορφές οργάνωσης. Να το στοίχημα του Λένιν: το βιομηχανικό προλεταριάτο που φαίνεται σαν μια «γωνίτσα» στους λαϊκιστές σύγχρονους σε αυτόν (ξεθωριασμένοι συγγενείς που πρόδωσαν την κληρονομιά του επαναστατικού λαϊκισμού), έχει την τάση να είναι η πρώτη γραμμή, «η εμπροσθοφυλακή ολόκληρης της μάζας των εργαζομένων και των εκμεταλλευομένων «. Αυτή η τάση προορίζεται να πραγματοποιηθεί λόγω των αναπόφευκτων νόμων της κίνησης του κεφαλαίου; Δεν κάνουμε ούτε αστεία. Μόνο ο αγώνας θα αποφασίσει για το πεπρωμένο. Οι άλλοι ας παραμείνουν φυλακισμένοι στη διαχείριση των πλασματικών βεβαιοτήτων του παρόντος. Πρέπει να επιλέξουμε, πρέπει να ποντάρουμε, πρέπει να τολμήσουμε: «Όποιος θέλει να αντιπροσωπεύει ένα οποιοδήποτε φαινόμενο ζωντανό στην ανάπτυξή του πρέπει αναπόφευκτα και αναγκαστικά να αντιμετωπίσει το δίλημμα: είτε προηγείται των καιρών, είτε παραμένει πίσω». Δεν υπάρχει μέση οδός, εκδίδει απόφαση. Κι έτσι, το 1905 και στη συνέχεια τον φεβρουάριο του ’17, λέει πως τρέχουν πίσω από τα γεγονότα εάν πιστεύουν πως πρόκειται για αστικές επαναστάσεις και οι προλετάριοι πρέπει να περιμένουν τη σειρά τους, δηλαδή να πρέπει να περιμένουν την ιστορική εξέλιξη να παραδώσει τον σοσιαλισμό στα χέρια τους και στη συνέχεια τον κομμουνισμό και όχι οι αγώνες: με τίποτα! Είναι απαραίτητο να βρίσκεται κανείς μέσα στο επαναστατικό κίνημα, να διασπά τη γραμμικότητά του, να το κατευθύνει προς άλλους σκοπούς. Πρέπει να πηδάμε πάνω από τα στάδια της ανάπτυξης, να ανατρέπουμε τη ισχύ του πιθανού ενάντια στη μιζέρια της αντικειμενικότητας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να γίνει η επανάσταση, να κάνουμε την επανάσταση εναντίον του Κεφαλαίου, σπάζοντας τον φαύλο κύκλο του Μαρξ.

Διότι οι επαναστάτες – αυτή είναι η μεγάλη λενινιστική διδασκαλία – πρέπει πάντα να είναι προετοιμασμένοι για την περίσταση, χωρίς να σκέφτονται ότι αυτή θα πέσει από τον ουρανό και ότι ξεπερνά την ουσιαστικότητα της ιστορικής δυναμικής, της οργανωτικής συνέχειας και του υπομονετικού χτισίματος των σχέσεων ισχύος, της ισορροπίας δυνάμεων. Το θέμα είναι να δημιουργούν με μεθοδικότητα τις προϋποθέσεις της δυνατότητας να κατακτήσουν την ευκαιρία, την περίσταση, να την αρπάξουν. Είναι επομένως θέμα σκέψης της σχέσης μεταξύ διεργασίας και γεγονότος, δηλαδή της διάρκειας και του άλματος, με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, υποθέτοντας ότι η απλή συνέχεια της διαδικασίας χωρίς την ασυνέχεια του γεγονότος οδηγεί στον αντικειμενισμό, ενώ η καθαρή ασυνέχεια του γεγονότος χωρίς τη συνέχεια της διαδικασίας οδηγεί στον ιδεαλισμό. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο μπολσεβίκος ηγέτης έθεσε τη βούληση που είχε κληρονομήσει από τους επαναστάτες λαϊκιστές στα πόδια του ιστορικού υλισμού, και αφαίρεσε τον ιστορικό υλισμό του Μαρξ από το κλουβί του αντικειμενισμού.

Αν πρέπει να ξεχάσουμε τον Λένιν των λενινιστών, έτσι πρέπει να ξεχάσουμε τον Λένιν των αντιλενινιστών, που τελικά είναι ο ίδιος. Επειδή και οι δύο μειώνουν τον μπολσεβίκικο ηγέτη σε αυτό που δεν υπήρξε ποτέ, δηλαδή, μια γκρίζα λειτουργία της οργάνωσης. Ξεχνώντας ότι στην οργάνωση του ο Λένιν θα είναι σχεδόν πάντα στη μειονότητα, επειδή κατά βάθος ένας επαναστάτης είναι πάντα φορέας μιας μειοψηφικής γραμμής, μιας μειοψηφίας μη μειοψηφικής, δηλαδή ιδεολογικής και μαρτυρίας μιας περιθωριακής ταυτότητας, μιας μειοψηφίας με ηγεμονική αποστολή, προδιάθεση. Πρέπει να ονειρευόμαστε;, ρωτά περιφρονητικά μπροστά στην κεντρική επιτροπή του κόμματος, και απαντάει: ναι, πρέπει να ονειρευόμαστε, γιατί όταν υπάρχει αντίθεση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, όταν ενεργούμε υλιστικά με επιμονή και με πυγμή για να υλοποιήσουμε το όνειρό μας, όταν υπάρχει επαφή μεταξύ του ονείρου και της ζωής, όλα πάνε προς το καλύτερο. Από όνειρα αυτού του είδους, καταλήγει, δυστυχώς υπάρχουν πολύ λίγα στο κίνημα μας. Έτσι, χθες όπως σήμερα, πρέπει να ξανακερδίσουμε την ικανότητα να ονειρευόμαστε και να δίνουμε οργανωμένη μορφή στο όνειρο, αυτό είναι πάνω απ ‘όλα το Τι να κάνουμε; του Λένιν. Με όλο τον σεβασμό προς τους λενινιστές εξελικτές και τους αντι-λενινιστές desideranti, της επιθυμίας. Και αυτός είναι ο Λένιν που – σε ένα είδος «αλκουατισμού», “alquatismo” πριν από την εποχή του, ante-litteram – συνεχώς επικρίνει τόσο τη λατρεία της αμεσότητας όσο και το φετίχ της οργάνωσης. Ο αυθορμητισμός δεν είναι πάντα καλός και δεν είναι πάντα κακός, υπάρχουν στιγμές που είναι προχωρημένες και στιγμές που πρέπει να περιμένει, είναι οπισθοδρομικός. Στις φάσεις του αγώνα ή της εξέγερσης, συχνά είναι ο αυθορμητισμός που επιβάλλει ένα επιθετικό έδαφος ενώ η οργάνωση στέκεται πίσω, είναι οπισθοδρομική και πρέπει να την ξανασκεφτούμε σε αυτό το ύψος, μέσα σε αυτό το έδαφος. Σε άλλες φάσεις ο αυθορμητισμός αναδιπλώνεται ή διαμορφώνεται από την τάξη του εχθρικού λόγου: η οργάνωση πρέπει να ξανανοίξει το δρόμο προς την ανταγωνιστική του ανάπτυξη.

Αυτός είναι περίπου ο Λένιν, ο οποίος, με διάφορες μορφές, αναδύθηκε από τα καλύτερα σημεία του εργατισμού (τα 33 μαθήματα, 33 lezioni του Toni Negri είναι σίγουρα ένα από τα βιβλία αναφοράς). Ο περιορισμός είναι ότι αυτή η σημαντική προσπάθεια να οδηγηθεί η μέθοδος του Λένιν πέρα από τον Λένιν δεν συνδυάστηκε με ένα επαρκές οργανωτικό σχέδιο επανεπινόησης. Έτσι συχνά καταλήξαμε να επαναλαμβάνουμε αυτό που δεν επαναλαμβάνονταν, δηλαδή τις συγκεκριμένες λύσεις που δόθηκαν από τον Λένιν. Και αντιμέτωποι με την αναπόφευκτη αποτυχία τους, μετακινήσαμε και απομακρύναμε τα πάντα επίκαιρα προβλήματα που τέθηκαν από τον Λένιν στην μεταβαλλόμενη σχέση ανάμεσα στην ταξική σύνθεση και τις μορφές της επαναστατικής οργάνωσης.

Μια τελευταία ερώτηση: πώς, σήμερα, να μελετήσουμε το παρελθόν για να τροποποιήσουμε το παρόν ή, για να το πούμε διαφορετικά, να παράγουμε θεωρία με σκοπό να οργανώσουμε τους αγώνες;

Συμπερασματικά, συνεχίζοντας αυτό που έλεγα, θα ήθελα να διευκρινιστεί επί πλέον κάτι. Το παρελθόν ποτέ δεν μας δίνει το τι να κάνουμε με το παρόν. Αντίθετα μας παραδίδει τα λάθη που δεν πρέπει να επαναληφθούν, τα όρια που πρέπει να ξεπεραστούν, τα πλούτη που πρέπει να επανεπινοηθούν. Μας παραδίδει ερωτήματα, όχι απαντήσεις. Και μας παραδίδει αυτό για το οποίο πρέπει να εκδικηθούμε. Αλλά το πώς, αυτό είναι μέρος της προσπάθειας και των διαδρομών κάθε αγωνιστικής γενιάς. Επομένως, αν θέλουμε να οικειοποιηθούμε μια πολιτική κληρονομιά, δεν πρέπει να την γιορτάζουμε μετατρέποντάς την σε άδεια ταυτότητα που να αφορά την διαθήκη: πρέπει να την αναφλέξουμε, μετατρέποντας της σε όπλο ενάντια στο παρόν. Αλλιώς είναι άχρηστη. Ο εργατισμός, και ο Μαρξ ή ο Λένιν, είναι για εμάς ένα στυλ και μια πολιτική μέθοδο της δικής μας πλευράς, δεν είναι εκείνοι της ακαδημαϊκής φιλολογίας ή του κατηχητικού μετα-εργατισμού, μαρξιστής και λενινιστής, εκείνους μπορούμε να τους πετάξουμε στη θάλασσα χωρίς δάκρυα. Εν ολίγοις, το πρόβλημα για τον αγωνιστή είναι να οικειοποιείται την παράδοση χωρίς λατρευτικές τελετές, χωρίς λατρείες και χωρίς να την υποστασιοποιεί: επανεξεξετάζοντας τον πλούτο, ασκώντας κριτική στα όρια, υπερβαίνοντας όσα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Έτσι έκανε ο Λένιν με τον Μαρξ (αλλά και με τους επαναστάτες λαϊκιστές), έτσι έκαναν οι εργατιστές με τον Μαρξ και τον Λένιν, έτσι πρέπει να κάνουμε εμείς. Και επίσης οικειοποιούμενοι αυτά που είναι χρήσιμα από τη σκέψη των εχθρών: για να το πούμε με τον Τρόντι, όντως, ένας μεγάλος αντιδραστικός είναι καλύτερος από έναν μικρό επαναστάτη.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι ένα πρόβλημα το ότι σε διεθνές επίπεδο ο εργατισμός περιορίζεται στον μετα-εργατισμό, και πάνω απ ‘όλα στο Negri της Αυτοκρατορίας. Όχι, δεν είναι ζήτημα πνευματικής ιδιοκτησίας ή brand: τις διαμάχες επί της συμβολαιογραφικής κληρονομιάς τις αφήνουμε στους συγγενείς των νεκρών, σε εμάς ενδιαφέρει η πολιτική χρησιμότητα. Και είναι ακριβώς αυτή η μείωση που στερεί πολλούς αγωνιστές από τη δυνατότητα να εξερευνήσουν τη βυθισμένη Ατλαντίδα από φιγούρες όπως ο Alquati, να χρησιμοποιήσουν δηλαδή όπλα που είναι σήμερα καταραμένα απαραίτητα.

Συνολικά, αυτή η επαναστατική μέθοδος μας διδάσκει ότι πρέπει να μελετήσουμε αυτό που θέλουμε να καταστρέψουμε: τον καπιταλισμό, και το κεφάλαιο που ενσαρκώνεται σε μας. Εκείνοι που ερωτεύονται το αντικείμενο της ανάλυσης τους, προκειμένου να αναπαραγάγουν τους ρόλους που απέκτησαν σε αυτήν την κοινωνία, εγκαταλείπουν την στράτευση και κινούνται στο εχθρικό στρατόπεδο. Δεν αξίζει ούτε καν να αναφερθούμε σε προδοσία, είναι απλώς η αδυναμία να σπάσουν το διαχωρισμό της κατάστασης τους. Επιλέγει τον μοναχικό-ατομικό δρόμο, θα πεθάνει μόνος του. Αυτό που διακρίνει τον αγωνιστή είναι το μίσος γι αυτό που μελετά. Στον μαχητή χρειάζεται μίσος για να παράξει γνώση. Πολύ μίσος, να μελετήσει λεπτομερώς, σε βάθος αυτό που μισεί περισσότερο. Η αγωνιστική δημιουργικότητα είναι πάνω απ ‘όλα επιστήμη της καταστροφής. Ως εκ τούτου, η πολιτική πρακτική είναι έγκυος θεωρίας, ή δεν είναι. Πρέπει να μελετήσουμε για να δράσουμε, πρέπει να δράσουμε για να μελετήσουμε. Να κάνουμε και τα δύο πράγματα μαζί. Τώρα περισσότερο από ποτέ, αυτό είναι το πολιτικό καθήκον.

Και είναι αναγκαία η κατάρτιση στη μέθοδο: είναι εδώ η που υποκειμενικότητα χτίζεται με σκληρό και μη εφήμερο τρόπο, αποκτώντας έναν μη τυποποιημένο τρόπο σκέψης και συλλογισμού, ικανό συνεπώς να κατασκευάσει αυτόνομα κατάλληλες απαντήσεις σε διαφορετικές καταστάσεις, ικανές να τροποποιήσουν με ευελιξία τις υποθέσεις και τις συμπεριφορές. ξεκινώντας από την ακαμψία των συλλογικών σκοπών.Μέθοδος κοινής συλλογιστικής, αλλαγής και αμφισβήτησης των συγκεκριμένων διαδικασιών μέσω των οποίων εκφράζεται αυτή η μέθοδος: αυτό είναι το πρόβλημα της αυτόνομης εκπαίδευσης, η οποία δεν μπορεί να ανατεθεί μόνο στα άτομα, αλλά πρέπει να οργανωθεί συλλογικά.

Εκπαίδευση για τι πράγμα; Για να ξανακερδίσουμε την ικανότητα να στοιχηματίζουμε. Ναι, ποντάρουμε, στοιχηματίζουμε. Ένα υλιστικό στοίχημα, ένα επαναστατικό στοίχημα. Να στοιχηματίζουμε επάνω στη δυνατότητα μετατροπής της καπιταλιστικής κρίσης σε επαναστατική κρίση, και ακόμη και νωρίτερα, να μετατρέπουμε την κρίση της υποκειμενικότητας στο επείγον ενός άλματος προς τα εμπρός. Δεν πιθηκίζουμε εκείνο που υπήρξε, θα ήταν γκροτέσκο: το μελετάμε, για να το λυγίσουμε στα προβλήματά μας. Η αυτονομία είναι πράγματι η διαρκής διαθεσιμότητα να υπονομεύουμε αυτό που υπάρχει για να καταστρέφουμε και να ανατρέπουμε το υπάρχον. Είναι η κατασκευή μιας συλλογικής προοπτικής ισχύος και δυνατότητας ξεκινώντας από την απελευθέρωση και τη ριζική μεταμόρφωση των στοιχείων του παρόντος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αυτονομία ζει μέσα την επαναστατική μέθοδο, όχι με τα λογότυπα του ανταγωνιστικού merchandising. Να τολμήσουμε να στοιχηματίσουμε λοιπόν, να τολμήσουμε να δράσουμε, να τολμήσουμε να κάνουμε την επανάσταση. Μήπως αυτός δεν είναι ο λόγος για τον οποίο ζούμε;

 

1]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο,, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.