αυτονομία, autonomia

Toni Negri: Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ’77.

Στην Ιταλία το ’77 είναι η δεύτερη φάση του ’68. Σε όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 εξαντλείται γρήγορα πρακτικά μεταξύ του τέλους του ’67 και των αρχών του ’69. Στην Ιταλία αντιθέτως το ’68 υπήρξε η αρχή μιας εξαιρετικά έντονης περιόδου κατά την οποίαν ταξικός αγώνας, φοιτητική αναταραχή- διαμαρτυρία και επινόηση-εμπλουτισμός του τρόπου ζωής (οι κοινότητες, η γυναικεία απελευθέρωση κλπ.), λόγω πολύ ιδιαίτερων συνθηκών και καταστάσεων, βρήκαν μια συνέχεια τους. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην Ιταλία ξεκινήσαμε από μια εξαιρετικά καθυστερημένη κατάσταση. Το σύνολο των αναγκών απελευθέρωσης, χειραφέτησης, παρεμποδίζονταν από πολύ ισχυρές και άκαμπτες αντιφάσεις. Για το λόγο αυτό το κίνημα αναγκάστηκε να κινηθεί στο έδαφος αυτό και να απελευθερωθεί από τους αρχικούς αυτούς προσδιορισμούς.Πρέπει επίσης να επιμένουμε στο γεγονός πως στο ’68 υπήρξε εμφανής και σημαντική μέσα στο κίνημα η παρουσία ενός ορισμένου ιταλικού τύπου κομμουνισμού, δηλαδή ενός πρωταρχικού και συντηρητικού σοσιαλισμού, που διαπερνούσε την καθημερινή ζωή.Από αυτή την άποψη, τα λενινιστικά κόκκινα βιβλία, μαοϊστικά, τροτσκιστικά, τσε γκεβαρικά υπήρξαν θεμελιώδους σημασίας κείμενα, πολύ περισσότερο απ ‘ό, τι του Marcuse ή της Σχολής της Φρανκφούρτης, πολύ περισσότερο απ’ ότι μια σειρά διαφορετικών και πιο προηγμένων-προχωρημένων πολιτισμικών λόγων που ζούσαν ήδη για παράδειγμα στο γαλλικό ή το γερμανικό κίνημα.Το ιταλικό κίνημα υπήρξε επί μακρόν επηρεασμένο από το επίσημο εργατικό κίνημα και οι διαμαρτυρίες κατά του ρεβιζιονισμού μόλις απέκρυπταν τον ομφάλιο σύνδεσμο που, αντίθετα με ό, τι συνέβαινε σε άλλες χώρες, συνέδεε το κίνημα με το ιδεολογικό και οργανωτικό σύμπαν του σοσιαλιστικού κόσμου.Τώρα, σχεδόν αμέσως το κίνημα ήταν υποχρεωμένο να απελευθερωθεί από αυτούς τους αρχικούς προσδιορισμούς, και να εξοργίσει και να καεί μέσα σε αυτή την οργή-την απελπισία, τη σχέση του με το εργατικό κίνημα. Αλλά υπήρξε ακριβώς αυτό το πέρασμα κριτικής εμβάθυνσης και κρίσης της σχέσης με το επίσημο εργατικό κίνημα, που παρήγαγε μια σειρά εξαιρετικά σημαντικών επιπτώσεων, γεγονός που καθιστά την ιταλική περίπτωση της δεκαετίας του ’70 ένα εξαιρετικό κοινωνικό και πολιτικό εργαστήριο.

Για να το πούμε απλά, στα τέλη του 1968-69 το κίνημα βρέθηκε να έχει ένα πραγματικά σταθερό μαζικό ακροατήριο, μια πολύ ισχυρή διείσδυση στους χώρους εργασίας, μια εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μεθοδολογία πολιτικής και πολιτιστικής δουλειάς, και ένα σύνολο υλικών μέσων για την ανάπτυξή του, παρόλα αυτά, ευέλικτο και πλούσιο.Υπήρχαν τρεις εφημερίδες, δεκάδες και δεκάδες περιοδικά, εκδοτικοί οίκοι που εργάζονταν για το κίνημα, ένας απροσδιόριστος αλλά σταθερός αριθμός χώρων και εδρών πολιτικής οργάνωσης κλπ..Όλα αυτά επέτρεψαν στο κίνημα (πέρα από εκείνη που συχνά ήταν η γελοία περίπτωση των πολιτικών του κατευθύνσεων) να ριζώσει κοινωνικά με τρόπο τελείως άγνωστο στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αν όντως στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες το ’68 συνέχισε να επηρεάζει τα κοινωνικά και θεσμικά κινήματα από πολιτιστική άποψη (και / ή παράνομη τρομοκρατική) ως κοινωνική δύναμη ήταν πολύ λιγότερο ισχυρό.Στην Ιταλία αντιθέτως – μόνη χώρα στην Ευρώπη – το κίνημα καθιερώθηκε ως κοινωνική δύναμη για μεγάλο χρονικό διάστημα, αναπτύσσοντας μια δυναμική που ήρθε σταδιακά να επιδεικνύει τη σημασία της ιστορικής καινοτομίας του 1968. Αυτή η καινοτομία περιλάμβανε την ανακάλυψη του εδάφους της αυτονομίας, τη ρήξη του συστήματος των κομμάτων, την εκκαθάριση του σοσιαλισμού, την πρόταση κομμουνιστικών θεματικών, τη συγκεκριμένη κριτική στην μισθωτή εργασία.Όλο αυτό αντιπροσώπευσε το περιεχόμενο της φαντασίας στην εξουσία, και αναπτύχθηκε για ολόκληρη μια δεκαετία. Το 1977 είναι η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται, συνεπώς μια διαδικασία ρήξης αλλά πάνω απ ‘όλα συνέχειας, «work in progress».Η σχέση μεταξύ του ’68 και του ’77 είναι μια πολύ στενή σχέση, εσωτερική, ζεστή, οικεία, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά διαφορετική διότι η αυστηρή-επιτακτική πολεμική που ανοίγει ανάμεσα στο επαναστατικό κίνημα και το επίσημο εργατικό κίνημα το ’68, το ’77 καταλήγει σε μη αναστρέψιμη ρήξη. Το κίνημα του ’77 έχει μια δύναμη απολύτως καινοτόμα .Το ’68, πέρα από τα λόγια, στην πραγματικότητα η εμβάθυνση της πολιτιστικής κριτικής, η τροποποίηση των συστημάτων της ζωής, η σύσταση κοινοτήτων, παρέμεναν δηλώσεις προθέσεων, συχνά αναποτελεσματικών, άκαρπων: όλα αυτά το ’77 γίνονται πραγματικότητα. Η αυτονομία του κινήματος ανακαλύπτεται και αναπτύσσεται κατά τα έτη που πηγαίνουν από το 1968 έως το ’77, αλλά πραγματοποιείται ως μαζικό φαινόμενο μόνο το ’77.

Το ’77 είναι η επινόηση μιας πολιτικής νέου τύπου, πολιτική της βάσης, εντελώς εγκάρσια, άμεση άσκηση της αντιεξουσίας. Είναι επίσης μια πρώτη απόκτηση εργαλείων μαζικής επικοινωνίας, υπαγόμενων στην επαναστατική πρωτοβουλία. Νομίζω πως η κουβέντα σχετικά με την άρνηση της εργασίας μπορεί να αντιπροσωπεύει την πραγματική αμφισημία της σχέσης 1968-77.Η συζήτηση για την άρνηση της εργασίας αντιπροσωπεύει μαζί τη συνέχεια, την απόγνωση και την υπερνίκηση της σοσιαλιστικής κριτικής της εργασίας: σε αυτό βρίσκεται η αμφισημία της. Αλλά σε αυτό συνίσταται και ο πλούτος της, διότι αν ο άμεσος υπαινιγμός στον κομμουνισμό τον αποσπά από την σοσιαλιστική ιδεολογία της εργασίας, η ανάγκη να οικοδομηθεί μια νέα κοινωνική πραγματικότητα, μια δύναμη, ένας νέος τρόπος εργασίας τον ενώνει με τα θετικά περιεχόμενα μιας ουτοπίας της χειραφέτησης.Γίνεται έτσι σαφές ότι η άρνηση της εργασίας πρέπει να ανακαλυφθεί ως κάτι θετικό, ενεργό, υπό την έννοια της κατασκευής ενός συνόλου σχέσεων, ιδεών, μορφών παραγωγής και αναπαραγωγής. Και από την άποψη αυτή η άρνηση της εργασίας ερμηνεύτηκε όχι με τρόπο περιοριστικό από το ’77.Ωστόσο, αυτό δεν ήταν αρκετό για να εξαλείψει ένα μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε στο περιθώριο και στο όριο της άρνησης της εργασίας: αυτή η θετική ουτοπία δεν κατάφερνε να οριστεί ως πολιτικό πρόγραμμα. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος γιατί υπήρχε η πιθανότητα εδώ να επανεισαχθούν, όπως επανεισήχθησαν, στοιχεία σταλινισμού και τρομοκρατικά ένστικτα.Θέλω να πω πως όταν φτάναμε εκεί και αναρωτιόμασταν: τι κάνουμε; και ανακαλύπταμε ότι δεν υπήρχαν προκατασκευασμένα μοντέλα, δεν υπήρχε πρόγραμμα, ήταν εύκολο να επανεισαχθεί από το παράθυρο ένας ορισμένος τύπος παλαιού σοσιαλισμού αφού είχε πεταχτεί έξω από την πόρτα.Αντιθέτως έπρεπε να ακολουθήσουμε την οδό της κοινωνικής εναλλακτικής με αυστηρότητα και συνοχή. Η κουβέντα για την άρνηση της εργασίας έπρεπε να τροποποιηθεί, να διορθωθεί, να αναπτυχθεί όχι μόνο εναντίον κάθε τρομοκρατικής συντόμευσης και κατά της επανεμφάνισης της σοσιαλιστικής ιδεολογίας: έπρεπε να μελετηθεί μέσα στις νέες συνθήκες αναδιάρθρωσης του τρόπου παραγωγής (αυτοματισμού, πληροφορικής), σε συνδυασμό με τις εμπειρίες της αυτο-αξιοποίησης, με εκείνη δηλαδή που είναι η αυτοδιάθεση των νέων πολιτικών υποκειμένων.
Με αυτό φτάνουμε σε μιαν άλλη θεμελιώδη κουβέντα του ’77, μια συζήτηση που εξακολουθεί να είναι σήμερα επίκαιρη και ξεκινά από την διαπίστωση του γεγονότος ότι οι νέοι και γενικότερα το στρώμα των εργαζομένων, των εργατών που ήταν περιθωριοποιημένοι, αποκομμένοι από την παραγωγική ανάπτυξη, δεν ήθελαν πλέον να επανενταχθούν στο παλαιό παραγωγικό σύστημα, αλλά ήθελαν να εκπροσωπούνται επαρκώς μέσα σε ένα νέο τρόπο παραγωγής.Έτσι, όταν μιλούσαμε για άρνηση της εργασίας ήταν σωστό να την καταλαβαίνουμε ως άρνηση «της εργασίας στο εργοστάσιο» (έτσι όπως το είχαμε δει να καθιερώνεται στην Ιταλία μεταξύ της δεκαετίας του ’50 και της δεκαετίας του ’60 μέχρι το ’68), αλλά από την άλλη πλευρά έπρεπε υπογραμμίζονται τουλάχιστον δύο νέες συνθήκες: ότι βρισκόμασταν, καταρχάς, αντιμέτωποι με την Τρίτη βιομηχανική επανάσταση και ότι προς στιγμήν αυτή είχε απλώς σαν συνέπεια μια μαζική περιθωριοποίηση, δεύτερον ότι βρισκόμασταν μπροστά (και ήταν ακόμη πιο σημαντικό) σε ένα νέο υποκείμενο που είχε τα χαρακτηριστικά μιας επινοητικής, δημιουργικής, πνευματικής, εντελώς αφηρημένης εργατικής δύναμης: ένα υποκείμενο που μπορούσε να παράγει μόνο μέσα σε νέες καταστάσεις και συνθήκες του βιομηχανικού οικονομικού κοινωνικού συστήματος, ένα κοινωνικό επαναστατικό υποκείμενο.Το θέμα της απόρριψης της εργασίας ήταν, λοιπόν, και εξακολουθεί να είναι, ένας τρομερός μοχλός επειδή φέρει μαζί της μια ολόκληρη σειρά διεκδικήσεων, από τη μείωση του χρόνου εργασίας στο θέμα του κοινωνικού ή πολιτικού μισθού, μέχρι την πλήρη αναδιάρθρωση της κοινωνικής εργάσιμης ημέρας, μέχρι την πολιτική της δημόσιας δαπάνης, και τις συνδέει με μια ισχυρή αναφορά στον κομμουνισμό.Γύρω στο θέμα της απόρριψης της εργασίας υπάρχουν λοιπόν μια σειρά από νέες προβληματικές διαστάσεις που ανοίγουν: πρέπει να καταφέρουμε να καταλάβουμε τι είναι ο κομμουνισμός, μέχρι τα βάθη, όχι απλώς ως μια αναδιοργάνωση ενός καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (που παραμένει τέτοιος ακόμη κι αν οι άνθρωποι εργάζονται δύο ώρες την ημέρα).Το πρόβλημα ήταν και είναι να εισαχθούν στόχοι, μια διαφορετική ορθολογικότητα στον τρόπο παραγωγής: αυτά είναι θέματα που ήταν εξ ολοκλήρου εμφανή και παρόντα το ’77.
Αλλά δεν αρκεί να έχουμε αυτά τα ζητήματα μπροστά στα μάτια μας. Μάλλον ηττηθήκαμε λόγω της ανικανότητας μας να παράξουμε ένα νέο κοινωνικό μοντέλο από τα μέσα της απόρριψης της εργασίας, να συνδέσουμε ένα πρόγραμμα στην πρακτική μας. Χάσαμε λόγω της έλλειψης πνευματικού εξτρεμισμού.Συνεπώς εξτρεμιστής υπήρξε αντιθέτως ο αντίπαλος που χρησιμοποίησε τις νέες παραγωγικές δυνατότητες για να μας απομονώσει, να μας περιθωριοποιήσει και να μας καταστρέψει. Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ίδιο πρόβλημα, δηλαδή με το γεγονός ότι η πληροφορική και το σύστημα αυτοματισμού καθίστανται ένα τελειοποιημένο είδος τεϊλορισμού-taylorism και πως οι νέες μηχανές, αντί να μας δίνουν περισσότερη ελευθερία, οργανώνουν και το πνευματικό εργατικό δυναμικό (αυτόματες μηχανές, υπολογιστές, ρομποτική) και αυξάνουν τον βαθμό της εκμετάλλευσης.Ολόκληρη η νέα οργάνωση της εργασίας αποσκοπεί, στην Τρίτη βιομηχανική επανάσταση, στην αποταμίευση ζωντανής εργασίας στο εργοστάσιο και στην ανάκτηση της ζωντανής εργασίας στην κοινωνία. Το πρόβλημα του κομμουνισμού σήμερα είναι εκείνο να καταλάβουμε τι σημαίνει να αντιστρέψουμε αυτή τη χρήση των μηχανών.Πρόκειται για ένα πολύπλοκο πρόβλημα και σίγουρα δεν είναι η λενινιστική αντίληψη του προβλήματος της οργάνωσης που θα μας βοηθήσει να το λύσουμε.Αυτή η αντίληψη μας οδηγούσε στο μοναδικό πρόγραμμα της δολιοφθοράς.Ένα άθλιο πρόγραμμα.Σαμποτάζ ήταν να πάμε ενάντια στις μηχανές που υπήρχαν.Αντίθετα δεν μπορούσαμε να επινοήσουμε μια μέθοδο για να σαμποτάρουμε τις μελλοντικές μηχανές: και γι ‘αυτό χάσαμε. Από το γεγονός ότι η φαντασία μας, η φαντασία μας για δολιοφθορά, δεν μπορούσε να υπερβεί το υπάρχον.Και ήταν σχεδόν αναπόφευκτο ότι η τρομοκρατία, σε αυτό το σημείο καμπής, να εμφανίζεται ως θεωρία της πρόσβασης στην εμβάθυνση της θεματικής της οργάνωσης, μια πρακτική οπορτουνιστική απλούστευσης ή διαφυγής από τα στρατηγικά προβλήματα.
Αλλά ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πώς, σε κάποιο κεντρικό σημείο, το ’77 δεν είναι τόσο η συνέπεια και η ολοκλήρωση του ’68, αλλά μάλλον η πρόβλεψη εκείνων των προβλημάτων που σήμερα αποτελούν το αντικείμενο των αγώνων και τα οποία προτείνονται στην μετασχηματιστική κριτική.Μπορεί λοιπόν να είναι χρήσιμο να παρατηρήσουμε πώς αναπτύσσεται η μορφή του εργοστασίου που σήμερα επιβάλλεται με όρους κοινωνικούς, δηλαδή με όρους ενοποίησης, οργάνωσης, πειθάρχισης της κοινωνικά διάχυτης εργασίας.Η δημιουργία αυτής της ενιαίας διαδικασίας – που έχει επεκταθεί όσο επεκτείνεται η κοινωνία – κατέστη δυνατή λόγω του γεγονότος πως η κοινωνία έχει καταστεί πλήρως διαφανής από τις ροές της επικοινωνίας.Είναι διαμέσου των διαύλων της επικοινωνίας που η κοινωνική παραγωγικότητα απορροφάται και η συλλογική γνώση τίθεται στη διάθεση της παραγωγής. Τόσο περισσότερο όσο αυτή τη γνώση είναι εναλλακτική, της βάσης, αυθόρμητη: ακόμη περισσότερο αν αυτή είναι ο καρπός της «άρνησης της εργασίας» του εργοστασίου.Χρειάζεται πλέον να ζωγραφίσουμε την κοινωνία ως ένα ελεύθερο σύνολο επικοινωνιακών ροών που αντιπροσωπεύουν θέσεις και φιγούρες της κοινωνικής εργασίας: τώρα, η εξουσία θέλει να τα οργανώσει, να τα περιορίσει στην δική της πειθαρχία, να τα απορροφήσει και να τα αναπαράγει ως πληροφορία.Σε αυτό συνίσταται η εκμετάλλευση, σήμερα.Κατά συνέπεια, η νέα μορφή της προλεταριακής οργάνωσης και απελευθέρωσης πρέπει να περάσει μέσα από την επανοικειοποίηση της κοινωνικής επικοινωνίας.Το πρόβλημα των αγώνων κατά της εκμετάλλευσης σήμερα είναι εκείνο του αγώνα ενάντια στην απαλλοτρίωση της επικοινωνίας και της καπιταλιστικής οργάνωσης της πληροφόρησης.
Τώρα, το 77, στο κίνημα, η ευαισθησία σε αυτό το ζήτημα υπήρχε και ήταν επίσης πολύ αναπτυγμένη: αλλά και σε αυτή την περίπτωση με διφορούμενο τρόπο. Στην πραγματικότητα μπερδέψαμε τον εκδημοκρατισμό της επικοινωνίας με ασαφείς προθέσεις ελευθερίας (καλά συγκεκριμένες μόνο από την πλευρά της καπιταλιστικής άποψης), την επανοικειοποίηση της πληροφορίας με τον εκσυγχρονισμό της.Κινηθήκαμε σύμφωνα με μια θεωρία δυο χρόνων – πρώτα η απελευθέρωση, μετά ο εκδημοκρατισμός – που ήταν σίγουρα η πιο μακρινή και ξένη προς τις συμπεριφορές της αυτονομίας αντίληψη. Έτσι τα παίξαμε τελείως, γίναμε η αιτία της απελευθέρωσης του αιθέρα, ως εκ τούτου, οι παραγωγοί, των πιο σκανδαλωδών μορφών απαλλοτρίωσης της γνώσης και ενστάλαξης των θεωριών του καθεστώτος.Εμείς ήμασταν το 1977 που καθορίσαμε τον Μπερλουσκόνι, αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν κάναμε μέχρι τέλους το ’77 μια μάχη για την δημόσια επανοικειοποίηση από τα κάτω της πληροφόρησης. Με αυτό τον τρόπο θέσαμε τις συνθήκες για μια γενικότερη ήττα.Η μάχη για την πληροφόρηση ήταν στην πραγματικότητα ένα μέρος εκείνης που ταυτόχρονα διεξάγεται γύρω από τη νέα οργάνωση της κοινωνικής επικοινωνίας, δηλαδή της κοινωνικής παραγωγής .Αυτό ήταν το θέμα επάνω στο οποίο έπρεπε να είμαστε δεσμευμένοι, να στρατευτούμε. Αντιθέτως εκείνο ήταν επάνω στο οποίο τα αφεντικά αναδιάρθρωσαν τα μεγάλα εργοστάσια και την FIAT πάνω από όλα.Αδειάζουν τα εργοστάσια όχι τόσο από τους εργάτες, όσο από την εργατική οργάνωση. Αν μετά η εργατική οργάνωση ήταν αυτόνομη, της βάσης, και συνέπεπτε με την πλειοψηφία των εργατών, τότε τα αφεντικά έστελναν όλους στο σπίτι. Πως θα συνεχίσουν να παράγουν; Μέσα από την αναδιοργάνωση της περιοχής γύρω από το εργοστάσιο, και τη χρήση της κοινωνικά διάχυτης εργασίας – πρώτα, σε δεύτερη φάση, μέσω της αυτοματοποίησης της παραγωγής στο εργοστάσιο.

Και οι δύο αυτοί στόχοι ( εισαγωγή και εφαρμογή συστημάτων πληροφορικής στην κοινωνία, αυτοματοποίηση των εργοστασίων) θεωρούσαν ως προϋπόθεση την υποταγή της κοινωνικής και επιστημονικής επικοινωνίας στο σχέδιο του αφεντικού. Για παράδειγμα να θυμηθούμε τι συνέβη στη Fiat, αυτό τον υποδειγματικό πόλο της ταξικής πάλης στην Ιταλία: εδώ χάσαμε μετά από δέκα χρόνια αγώνων, μεταξύ του 1979 και 1981, πρώτα με την εκκαθάριση των 61 (συμβολικά, η επίθεση και το διώξιμο των επαναστατών πρωτοποριών συνέβη στις 7 απριλίου) και μετά,ενάμιση χρόνο αργότερα, με το πορεία των 40 χιλιάδων ενάντια στους απεργούς.Αλλά και στην Fiat στην πραγματικότητα ήμασταν εμείς που είχαμε δώσει το έναυσμα στην αυτοματοποίηση για μια ορισμένη χρήση από τα αφεντικά της κοινωνικής επικοινωνίας. Τα αφεντικά, στη Fiat, παρήγαγαν σύγχρονα συστήματα ρομποτισμού επάνω στα οποία πειραματίζονταν από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Αυτά αποτελούσαν μια συνέπεια των μεγάλων αγώνων της δεκαετίας του εξήντα, το προϊόν της άρνησης της εργασίας και μια απάντηση στην πρώτη διαμόρφωση της κοινωνικής οργάνωσης του νέου υποκειμένου.Τώρα αυτή η διαθεσιμότητα της νέας τεχνολογίας, η οποία αντιστοιχούσε στις νέες ανάγκες των εργατών, της απόρριψης της εργασίας και παραγωγικής κοινωνικοποίησης, μπλοκαρίστηκε, αυτή η νέα τεχνολογική δύναμη παρέμεινε αχρησιμοποίητη, μέχρι να επιλυθεί η σύγκρουση της εξουσίας. Τα αφεντικά Φίατ κράτησαν τα αυτόματα, τα ρομπότ και όλα τα εξελιγμένα σχέδια προηγμένης αναδιάρθρωσης, σε αναμονή (το πολύ χρησιμοποίησαν μερικούς ενδιάμεσους μηχανισμούς) για τουλάχιστον δέκα χρόνια.Μόνο αφού κέρδισαν στη μάχη της εξουσίας, τα αφεντικά πέρασαν τον εκσυγχρονισμό.Συνέβη λοιπόν και στα εργοστάσια εκείνο που συνέβη στην πληροφόρηση: υπήρξαμε στοιχεία εκσυγχρονισμού. Η αυτοκριτική μας πρέπει να αρχίσει να εξελίσσεται από αυτή την παραδοχή. Δεν υπήρξε από την πλευρά μας αγώνας εξουσίας μπροστά σε έναν εκσυγχρονισμό που και εμείς, η εργατική τάξη, τάξη κοινωνική των παραγωγών, είχαμε παράξει και που τώρα οι ιδιοκτήτες δίπλωναν προς την οργάνωσή τους.Δεν αρκεί να κατηγορούμε τα κόμματα, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, την προδοσία και την τρομοκρατία. Πρέπει να μάθουμε από τα λάθη και να ξαναρχίσουμε. Να καταλάβουμε πώς να επικρατήσουμε οργανωτικά, να καταλάβουμε τι είναι ο ανταγωνισμός, ποιες είναι οι οργανωτικές πολικότητες στο νέο επίπεδο της ταξικής πάλης, ποιο είναι το σαμποτάζ σε αυτό το επίπεδο της αναδιαρθρωμένης κοινωνίας, ποια είναι η επανοικειοποίηση.

αυτονομία, autonomia

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΕΞΕΓΕΡΣΗ.

Μια σημαντική πτυχή της κοινωνικής και πολιτικής διαδικασίας που διασχίζει το 1977 είναι η συζήτηση γύρω από τον ρόλο και τη λειτουργία των διανοουμένων. Η συζήτηση αναπτύχθηκε σε δυο χρόνους, πρωτοεμφανίστηκε γύρω από το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ της πληροφόρησης και του κινήματος του αγώνα, τον φεβρουάριο και μάρτιο, στη συνέχεια εξερράγη, συμπεριλαμβάνοντας μεγάλο μέρος της ιταλικής διανόησης ακολουθούμενη από την έκκληση του Παρισιού ενάντια στην καταστολή στην Ιταλία, τον ιούλιο.Αλλά για να κατανοήσουμε καλύτερα το πλαίσιο εντός του οποίου διεξήχθη η συζήτηση, θα πρέπει να επισημάνουμε εν συντομία δύο θέματα: το πρώτο αφορά τις επιλογές του κομμουνιστικού κόμματος στην εποχή της κυβέρνησης εθνικής αλληλεγγύης, το δεύτερο αφορά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του κινήματος του ’77, ειδικότερα στην Μπολόνια.

Αποτέλεσμα εικόνας για Mario Salvi, anni '70

Η γραμμή του ιστορικού συμβιβασμού, στην οποία το P.C.I. είχε εμπλακεί ξεκινώντας από το 1973, και που οδήγησε το κόμμα αυτό σε μια πολιτική ουσιαστικής υποταγής-εξάρτησης προς τις χριστιανοδημοκρατικές κυβερνήσεις, απέδιδε στους διανοούμενους ένα καθήκον διαχείρισης της συναίνεσης και εξάρτησης από το δημοκρατικό κράτος. Το δημοκρατικό κράτος, προς τα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, είχε κάνει κάποιες επιλογές που δύσκολα μπορούσαν να θεωρηθούν δημοκρατικές: ο νόμος Reale, ο οποίος εγκρίθηκε από όλες τις πολιτικές δυνάμεις με την αποχή των κομμουνιστών, είχε δώσει στις αστυνομικές δυνάμεις μια εξουσία να παρεμβαίνουν ενάντια στα κινήματα και τις διαδηλώσεις της πλατείας τόσο πλατιά που μέσα σε λίγα χρόνια (μεταξύ του ’75 και του ’77), περισσότεροι από εκατό άνθρωποι σκοτώθηκαν στους δρόμους: οι Pietro Bruno, Mario Salvi, Giannino Zibecchi ήταν μερικοί από αυτούς, αγωνιστές στις ομάδες της άκρας αριστεράς που το PCI συνέβαλλε να ζωγραφίζει ως επικίνδυνες ανατρεπτικές.

Αποτέλεσμα εικόνας για Giannino Zibecchi, anni '70

Επιπλέον, για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης και να πάρουν πίσω τις κατακτήσεις που είχε επιτύχει η εργατική εξουσία στα εργοστάσια, τα αφεντικά ακολουθούσαν μια πολιτική πολιτικών και οικονομικών επιθέσεων καλυμμένη και νομιμοποιημένη από την πρόταση θυσιών για τους εργαζόμενους, που το ΚΚΙ και τα συνδικάτα προσπαθούσαν να επιβάλλουν στο εργατικό κίνημα.Μέσα σε αυτή την εικόνα, μια κρατιστική κουλτούρα ωρίμασε και βρήκε την επικύρωση της στη διάσκεψη του Εliseo. Στο Eliseo, τον ιανουάριο του ’77 ο Enrico Berlinguer ζήτησε ουσιαστικά από τους διανοούμενους να κάνουν μια επιλογή μεταξύ δύο εναλλακτικών: είτε να δεχτούν το ρόλο των αξιωματούχων της συναίνεσης και διοικητών του υπάρχοντος, είτε να αναγνωριστούν ως ανατρεπτικοί της δημοκρατίας. Δημιουργήθηκαν τότε οι προϋποθέσεις για την περιθωριοποίηση όλων των νέων τάσεων στον πολιτισμό , όλων εκείνων των πολιτιστικών εμπειριών που προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν την ανάγκη για αυτονομία και την ελευθεριακή ώθηση που προέρχονταν από τους τομείς που βρίσκονταν σε κίνηση της ιταλικής κοινωνίας (ιδιαίτερα των νεαρών μορφωμένων άνεργων, των νεαρών εξεγερμένων εργατών στο εργοστάσιο).Και δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για την κρατικίστικη επιχειρηματικοποίηση των πνευματικών λειτουργιών, η οποία, στα επόμενα έτη μετά το 1977, είχε πολύ σοβαρές συνέπειες, κυρίως σε ορισμένους επαγγελματικούς τομείς όπως η δικαστική εξουσία, που κατέληξε να γίνεται αντιληπτή ως ένας ένοπλος βραχίονας της συναίνεσης, όπως καταδεικνύουν οι διωγμοί που ξεκίνησαν μαζικά τον μάρτιο του ’77 στη Μπολόνια και στη συνέχεια εκ νέου αναπαράγονται με συστηματικό τρόπο ξεκινώντας από την 7 απριλίου 1979.

Αυτοί οι διωγμοί, όπως όλοι γνωρίζουν, αποκαλύφθηκαν σε όλη την μισητή τους μεροληψία όταν οι παρωδίες που χτίστηκαν με τη συνέργεια των μετανιωμένων κατέρρευσαν, στις ποινικές δίκες που χρειάστηκε να απαλλάξουν εκατοντάδες αγωνιστές και διανοούμενους από τις κύριες κατηγορίες εναντίον τους, από δικαστές που συχνά σχηματίστηκαν μέσα στην κομμουνιστική κρατικίστικη κουλτούρα. Αλλά η έννοια εκείνων των διωγμών μπορεί να κατανοηθεί πλήρως μόνο αν επιστρέψουμε στην πολεμική σχετικά με το ρόλο των διανοουμένων, στην εναλλακτική μεταξύ κρατισμού και ανεξαρτησίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για 7 aprile 1979

Το δεύτερο ζήτημα για το οποίο πρέπει να μιλήσουμε για να κατανοήσουμε το πλαίσιο και την συγκυρία εντός της οποίας ωρίμασε η συζήτηση είναι η καινοτομία και η ιδιαιτερότητα των θεμάτων εκείνου του κινήματος που κατέλαβε τη σκηνή το ’77, δηλαδή το χαρακτηριστικό ενός κινήματος πολιτιστικής κριτικής και δημιουργικότητας. Το δημιουργικό κίνημα που πήρε μορφή συγκεχυμένα στα χρόνια μεταξύ του 1975 και του 1977 πρέπει να το δούμε κάτω από μια διπλή προοπτική.Ήταν το κίνημα της εξέγερσης ενός κοινωνικού αστερισμού σύνθετης προέλευσης, που έγινε ομοιογενής από τον υψηλό βαθμό σχολικής φοίτησης. Εμφανίστηκε τότε ένα σμήνος εμπειριών μέσα στις οποίες εκδηλώνονταν η κοινωνική νοημοσύνη, προσπαθώντας να ξεφύγει από την αποπροσωποποίηση της βιομηχανικής εργασιακής δραστηριότητας. Ταυτοχρόνως, το κίνημα εκείνο κατέστησε δυνατή τη διαμόρφωση μιας νέας παραγωγικής ταυτότητας, προοριζόμενης να απορροφηθεί μέσα στην εργατική διαδικασία που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως άυλη, όλο και πιο εκτεταμένη στην εποχή της κρίσης του κλασσικού βιομηχανικού συστήματος.Αυτοί που πήραν μέρος, που συμμετείχαν στο κίνημα των εξεγέρσεων εκείνων των χρόνων αισθάνονταν και ήταν οι φορείς ενός τρόπου να κάνουν πολιτισμό-κουλτούρα που να μην εξαρτάται πλέον από το πολιτικό σύστημα και από την αναπαραγωγή της συναίνεσης.

Αλλά, συνειδητά ή όχι, ήταν και τα υποκείμενα που προορίζονταν να δώσουν ζωή σε μια νέα λειτουργική μορφή που έλαβε μορφές αργότερα, ξεκινώντας από την υποταγή της δημιουργικότητας στους κανόνες της παραγωγικής αποδοτικότητας. Mέσα στο ίδιο κίνημα έπαιρναν συνεπώς μορφή δυο κουλτούρες διαφορετικές: η μια έψαχνε τη δυνατότητα μιας ριζικής αυτονομίας της κουλτούρας από την πολιτική και οικονομική εξουσία, η άλλη προετοίμαζε τις επαγγελματικές δεξιότητες υποταγμένες στον κύκλο παραγωγής του άυλου και του φαντασιακού.Αλλά αυτές οι διαφορετικές κουλτούρες ζούσαν ασυνείδητα μέσα στους ίδιους ανθρώπους, στους ίδιους κοινωνικούς τομείς. Ήταν μια προσπάθεια να μεταφραστεί αυτή η αντιφατική διαδικασία σε μια μορφή ρητής συνειδητοποίησης: σκέφτομαι το κίνημα που ονομάστηκε mao-dada. Η έμπνευση του μαο-ντανταϊσμού συνοψίζεται με αυτό τον τρόπο: «Ο ντανταϊσμός ήθελε να σπάσει τον διαχωρισμό μεταξύ γλώσσας και επανάστασης, μεταξύ τέχνης και ζωής. Παρέμεινε μια πρόθεση διότι dada δεν ήταν μέσα στο προλεταριακό κοινωνικό κίνημα και η προλεταριακή κοινωνική φιγούρα δεν ήταν μέσα στον dada: ανατροπή των ταξικών σχέσεων και πολιτισμικός μετασχηματισμός δεν διασταυρώνονταν στη ζωή και στην ουσιαστικότητα των κοινωνικών αναγκών. Ο μαοϊσμός υποδεικνύει την διαδρομή της οργάνωσης όχι ως υποστατική εκπροσώπηση του υποκειμένου-πρωτοπορία αλλά ως ικανότητα για την σύνθεση των αναγκών και των τάσεων παρόντων στην υλική πραγματικότητα της εργασίας και της ζωής» (11).

Σύμφωνα με την υπόθεση mao-dada, η ανάπτυξη νέων μορφών επικοινωνίας, η ανάπτυξη της τεχνολογίας της πληροφορικής και των τηλεματικών δικτύων καθιστά δυνατή την πραγματοποίηση της παλιάς ντανταϊστικής ουτοπίας: να καταργηθεί η τέχνη / να καταργηθεί η καθημερινή ζωή, καταργώντας τον διαχωρισμό μεταξύ τέχνης και καθημερινής ζωής.Μέσω της διάχυσης των διαδεδομένων και πολυκεντρικών επικοινωνιακών τεχνολογιών αυτό το σχέδιο μπορεί να καταστεί εφικτό και δυνατό πρακτικά από πλευράς πολλαπλασιαζόμενων και κοινοτικών καταστάσεων, που επαναπροσδιορίζουν τη σχέση μεταξύ κοινωνικότητας και παραγωγής βγαίνοντας από το ολοκληρωμένο καπιταλιστικό σύστημα και συστήνοντας αυτόνομα συστήματα παραγωγής-επικοινωνίας. Αυτή η υπόθεση εφαρμόστηκε με τρόπο ίσως πολύ άμεσο και αυθόρμητο από έναν τεράστιο χώρο πραγματικοτήτων και κινημάτων βάσης, αλλά δεν έγινε ένα στοιχείο προβληματισμού για το ρόλο των διανοουμένων και για το μετασχηματισμό που το πνευματικό έργο διέσχιζε, ούτε για το κίνημα που ετοιμαζόταν να κατακλύσει ολόκληρο τον κόσμο της διανοητικής δραστηριότητας, στην απορρόφησή του από την πλευράς της παραγωγικής και επικοινωνιακής μηχανής.Έχουμε πει ότι η συζήτηση για το θέμα της πνευματικής εργασίας, για το ρόλο και τη λειτουργία των φορέων συμμετεχόντων στην αποϋλοποίηση της κοινωνικής εργασίας έλαβε χώρα σε δύο στάδια, σε δύο χρόνους. Την πρώτη στιγμή, μεταξύ του φεβρουαρίου και του μαρτίου εκείνου του πολύ πυκνού 1977, η συζήτηση επικεντρώθηκε στα νέα χαρακτηριστικά που το μαζικό κίνημα αναλάμβανε, και στην ιδιαίτερη αποστολή του να κατακλύσει τα προβλήματα της γλώσσας, τις πρακτικές πληροφόρησης και δημιουργικότητας.Ήταν η στιγμή της μέγιστης άνθησης των εμπειριών της διάχυτης δημιουργικότητας, της περιόδου των εγκάρσιων φύλλων και των ελεύθερων ραδιοφωνικών σταθμών. Μέσα από τα ραδιόφωνα εκφράζονταν η έκρηξη των αυτόνομων γλωσσών, αλλά και η πρώτη προσπάθεια μιας αυτοοργάνωσης της πληροφορίας, εννοούμενης ως επίπεδο του κοινωνικού και υπαρξιακού μετασχηματισμού, αλλά και ως εργασία, παραγωγική δραστηριότητα.

Έτσι έγραφε η συλλογικότητα A/traverso στο βιβλίο με τίτλο «Alice è il diavolo», «Η Αλίκη είναι ο διάβολος»: «Να ανατινάξουμε τη δικτατορία της Σημασίας, να εισαγάγουμε το παραλήρημα στην τάξη της επικοινωνίας, να κάνουμε τους ανθρώπους να μιλάνε για επιθυμία, θυμό, τρέλα, ανυπομονησία και απόρριψη. Αυτή η μορφή γλωσσικής πρακτικής είναι η μόνη μορφή κατάλληλη για μια γενική πρακτική που πλήττει και τινάζει στον αέρα τη δικτατορία του Πολιτικού, που εισάγει στην συμπεριφορά την οικειοποίηση, την απόρριψη της εργασίας, την κολεκτιβοποίηση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η σχέση ανάμεσα στο κίνημα και το ραδιόφωνο Alice δεν είναι εγγυημένη τόσο από τα περιεχόμενα, από τα μηνύματα που μεταδίδει η Αλίκη, όσο ακριβώς από τη χειρονομία που αυτή, ως συλλογική και ανατρεπτική γλωσσική δραστηριότητα προτείνει .Η ίδια γλωσσική οργάνωση του εργαλείου, όντως, ορίζει ένα χώρο, σχεδιάζει αυτά που το διακρίνουν» (12).Υπάρχει όμως και μια συνειδητοποίηση του νέου παραγωγικού ρόλου της πληροφορίας και της προβληματικής που ανοίγεται με την απορρόφηση της γλωσσικής πρακτικής μέσα στην διαδικασία της κοινωνικής εργασίας. «Το θέμα είναι να υπονομεύσουμε-να ανατρέψουμε το εργοστάσιο πληροφοριών, να αναποδογυρίσουμε τον κύκλο της ενημέρωσης, τη συλλογική οργάνωση της γνώσης και της γραφής.Στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας προλεταριοποίησης της τεχνικο-επιστημονικής-πληροφοριακής εργασίας τίθενται οι συνθήκες έτσι ώστε η πνευματική εργασία να μην τοποθετείται πλέον σε σχέση με το κίνημα σε μια εξωτερική και εθελοντικίστικη θέση, ως πρακτική εξυπηρέτησης του κινήματος, αλλά σε μια εσωτερική θέση, στο έδαφος του πληροφοριοδοτικού ανταρτοπόλεμου, του σαμποτάζ του παραγωγικού και πολιτικού εγκέφαλου, της κυβερνητικής οργάνωσης του ελέγχου, και της δολιοφθοράς του ενημερωτικού κύκλου» (13).

Αποτέλεσμα εικόνας για a/traverso, alice è il diavolo

Λίγοι αποδέχτηκαν τότε να συζητήσουν αυτές τις θέσεις χωρίς να τις στιγματίσουν σαν «παραλήρημα» ή ανατρεπτική υποκίνηση. Μεταξύ αυτών, σε ορισμένα άρθρα που δημοσιεύθηκαν σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά, ήταν ο Umberto Eco. Ο Eco παρατηρούσε πως «οι νέες γενιές ζουν και μιλούν στην καθημερινή τους πρακτική τη γλώσσα (δηλαδή την πολλαπλότητα των γλωσσών) της πρωτοπορίας […] αυτή τη γλώσσα του διαιρεμένου υποκειμένου, αυτή η αναπαραγωγή και διασπορά μηνυμάτων φαινομενικά χωρίς κώδικα κατανοούνται και ασκούνται στην τελειότητα από ομάδες που μέχρι τώρα είναι ξένα προς την υψηλή κουλτούρα «(δείτε πιο μπροστά το άρθρο του» Υπάρχει μια νέα γλώσσα, η ιταλο-ινδιάνικη » που εμφανίστηκε στο» L’Espresso «).Αυτή η νέα «γλωσσική ικανότητα», αυτή η ικανότητα trans κωδικοποίησης, ολίσθησης από κώδικα σε κώδικα γίνεται κατανοητή, από το Eco, ως συνέπεια της εγκαθίδρυσης ενός νέου τεχνο-επικοινωνιακού συστήματος.Οι θέσεις του Eco (που επίσης διακρίθηκαν ως προς την αξιοπρέπεια και οξύτητα από εκείνες πολλών άλλων σχολιαστών και κριτικών) επικρίθηκαν επειδή ο Eco διέγραφε, συνειδητά και ρητά, πρέπει να το πούμε, κάθε εκτίμηση περί της συνειδητής σκοπιμότητα, δηλαδή περί του πολιτικο-πολιτισμικού σχεδιασμού των οποίων οι νέες γλώσσες ήταν φορείς.

Σχετική εικόνα
Πράγματι, ξανασκεπτόμενοι το ζήτημα μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι ο σχεδιασμός του δημιουργικού κινήματος αφανίστηκε από τη δύναμη της τεχνο-επικοινωνιακής μετάλλαξης: το δημιουργικό κίνημα απορροφήθηκε και λυγίστηκε από την οργάνωση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, από την επένδυση τεράστιων κεφαλαίων στη διαφήμιση, στην τηλεόραση, στη μόδα, από την υποβολή των ιδεών και των δημιουργικών γλωσσών μέσα σε ένα σύστημα παραγωγής μηδαμινότητας-ηλιθιότητας μέσω της πνευματικής εργασίας.Αλλά εκείνη τη περίοδο, εκείνους τους μήνες, εν μέσω μιας εξέγερσης των σημάτων και των συμβόλων, το κίνημα επεδίωκε τη δυνατότητα να δοθεί αυτόνομη μορφή στην εναλλακτική επικοινωνία. Για το λόγο αυτό, μια απάντηση που δημοσιεύτηκε στο «L’Espresso», υπογεγραμμένη από τον Franco Berardi «Bifo» και από τον Angelo Pasquini, έλεγε ότι η κοινωνικοποίηση του εχθρικού και των προβληματικών της λογοτεχνικής πρωτοπορίας δεν μπορούσε να περιοριστεί σε ένα καθαρά επικοινωνιακό γεγονός, αλλά συνεπαγόταν έναν ριζικό επαναπροσδιορισμό της σχέσης με την παραγωγή, την κοινωνική ταυτότητα,την εξουσία .Η θεματική αυτή υιοθετείται από τον Maurizio Calvesi, ο οποίος σε ένα βιβλίο με τίτλο «Avanguardia di massa», »Μαζική πρωτοπορία» (14) προτείνει ξανά ολόκληρο το φάσμα των θεματικών που προέκυψαν τους μήνες εκείνους της άνοιξης ’77, για να εμβαθύνει το ζήτημα του δημιουργικού κινήματος ως πραγματοποίηση της καλλιτεχνικής ουτοπίας των πρωτοποριών, μέσα στο πλαίσιο της ανάπτυξης των ταχέων μέσων επικοινωνίας, των τεχνολογιών παραγωγής του φαντασιακού. Το δημιουργικό κίνημα αντιπροσώπευσε ακριβώς αυτό: την πραγματοποίηση της πρωτοποριακής πρόθεσης να φέρει τη ζωή μέσα στην τέχνη και να συγχωνεύσει την τέχνη με την ζωή.
Αποτέλεσμα εικόνας για avanguardia di massa calvesi
Η προοπτική αυτής της πραγματοποίησης ήταν συνδεδεμένη με την μαζικοποίηση της γλωσσικής ρήξης που προτάθηκε από την πρωτοπορία, και με τη συνένωση της μαζικής δημιουργικότητας και των επικοινωνιακών τεχνολογιών. Η αποτελεσματική εξέλιξη των κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες καθορίστηκε ήταν εντελώς ασύμμετρη σε σχέση με την αποβλεπτικότητα. του κινήματος και είχε σαν συνέπεια μια εντελώς νέα μορφή υποταγής της δημιουργικής δραστηριότητας στην καπιταλιστική παραγωγή στην εποχή της αποϋλοποίησης της. Βέβαια, όμως, το δημιουργικό κίνημα είχε δει σωστά, όσον αφορά το νέο έδαφος επάνω στο οποίο ελάμβαναν χώρα οι μετασχηματισμοί, το έδαφος του φαντασιακού και της κοινωνικής παραγωγής του. Σχετικά με αυτό η συζήτηση κινούσε τα πρώτα της βήματα, την άνοιξη του ’77 σε ένα άλλο άρθρο που εμφανίστηκε στο «L’Espresso» (15) με το δραματικό τίτλο «Όχι για τον θεό δεν αυτοκτονώ», ο Umberto Eco εισέρχονταν στην ουσία αυτής της κουβέντας. Ο Eco υποστήριζε ότι το κίνημα έκανε λάθος σε ένα σημαντικό σημείο, μπερδεύοντας τις συμβολικές διατυπώσεις για συγκεκριμένες πραγματικότητες: «Αν κρίνω πολλές κινηματικές συμπεριφορές μου δημιουργείται η αμφιβολία ότι αυτό τείνει να μετατρέπει συνεχώς συγκεκριμένες συμπεριφορές σε απλά σύμβολα,δηλαδή διατυπώσεις που έγιναν, αντί με το στυλό με την δράση.Δεν λέω ότι οι διατυπώσεις είναι για να πεταχτούν, λέω ότι πρέπει να είμαστε διαυγείς και να αναγνωρίζουμε τις διατυπώσεις ως διατυπώσεις.Ένα πράγμα είναι να προαναγγέλουμε μέσα σε μια συμβολική γιορτή την επίθεση στο χειμερινό ανάκτορο, και άλλο πράγμα είναι να καταλαμβάνουμε πραγματικά το χειμερινό παλάτι. » Αλλά ήταν ο ίδιος ο Eco που κατάλαβε τόσο καλά αυτό το είδος της semiomorphism που κατέκλυσε τον πραγματικό κόσμο, αυτή τη ταύτιση του κόσμου με την ανταλλαγή και τη διασταύρωση συμβολικών διατυπώσεων, των ενημερωτικών γεγονότων, των προσομοιώσεων του φαντασιακού.Αυτή η φαντασιακή επικράτεια έχει γίνει ο καθοριστικός τόπος κάθε κοινωνικής διαδικασίας, και η κυριαρχία πάνω στα ζωντανά μόρια της κοινωνίας έγινε όλο και περισσότερο semiocratic κυριαρχία, κυριαρχία συμβόλων και σημείων. Και το ’77 είναι ακριβώς η στιγμή που η κοινωνία αρχίζει να συνειδητοποιεί αυτή τη μετατόπιση.
Αποτέλεσμα εικόνας για a/traverso, alice è il diavolo
αυτονομία, autonomia

Vincenzo Sparagna: Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ «MALE».

Η εμπειρία του «Male, Κακού» προέρχεται από τo κίνημα του ’77 και συγκεκριμένα από τη φάση που ακολουθεί τις «εξεγέρσεις» της άνοιξης. Στη φάση αυτή εμφανίστηκαν δύο διαφορετικές πτυχές που είχαν διαφορετικές μελλοντικές εξελίξεις. Εκείνη της ένοπλης πάλης, που παρέκλινε προς μια δραστηριότητα φαντασιακού ανταρτοπόλεμου που διαχύθηκε ως υποχρεωτική παράσταση επαναστατικής συνέπειας, και εκείνη που διαισθάνθηκε τη σημασία της διολίσθησης του πολιτικού αγώνα προς τον επικοινωνιακό αγώνα, στον αγώνα της επικοινωνίας με τη συνειδητοποίηση ότι βρισκόμασταν στο κατώφλι μιας μεταϊδεολογικής εποχής. Το κύριο πρόβλημα που έσφιξε σαν τανάλια το κίνημα του ’77 ήταν εκείνο να καταφέρει με κάποιο τρόπο να μεταφέρει τα περιεχόμενά του έξω από τους χώρους του προς την υπόλοιπη κοινωνία, και γύρω από αυτό το πρόβλημα υπήρξαν οι δύο λύσεις: εκείνη της γλωσσικής έμπνευσης και εκείνη των πυροβολισμών. Εγώ πιστεύω ότι η επιλογή της γλωσσικής έμπνευσης ήταν με συνέπεια αριστερή, ενώ η επιλογή των πυροβολισμών ήταν μια ανόητη επιλογή επειδή δεν ελάμβανε υπόψη ότι ο πραγματικός πόλεμος που παίζεται στη σύγχρονη κοινωνία είναι αυτός της επικοινωνίας.

Il Quaderno del Sale n. 1, 1976

Αυτές οι σκέψεις ήταν ήδη μέσα σε εκείνες που ήταν οι πιλοτικές εμπειρίες του «Male», δηλαδή στις εφημερίδες »Cannibale», «l’Avventurista» και την »Quadernidelsale». Η «Cannibale» εκτυπώθηκε σε 300 αντίτυπα, ήταν μια μαζική underground εφημερίδα διότι είχε την φιλοδοξία να μιλήσει σε όλους. Αυτή η πρώτη εμπειρία σηματοδότησε την υπέρβαση των διαφόρων φύλλων του ’77 που ήταν ένα μείγμα επαναστατικής φρασεολογίας και λογοτεχνίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για giornale Cannibale, anni 70

Εν τω μεταξύ, την ίδια περίοδο, με πρωτοβουλία του Pino Zac και του Vincino γεννήθηκε το «The notebooks of salt», «I quaderni del sale», μια εφημερίδα που συνδέεται καλύτερα με την παράδοση της αριστερής σάτιρας, ενώ η εφημερίδα «Lotta Continua» ξεκίνησε τη δημοσίευση ενός σατιρικού ένθετου που ονομάζονταν «l’Avventurista», «ο Περιπλανώμενος» .Σε αυτές τις εφημερίδες, που έζησαν λίγους μήνες, σχηματίστηκαν οι πρωταγωνιστές του «Male», του «Κακού». Σε αυτές τις πιλοτικές εμπειρίες επιλέχθηκε το αστείο, η πλάκα, το «τρελό» γράψιμο και πάνω απ ‘όλα τα κόμικς ως «κατώτερα» εργαλεία επικοινωνίας, πιο δημοφιλή και λαϊκά, πιο αντιληπτά σε μαζικό επίπεδο. Όσον αφορά τα κινούμενα σχέδια για παράδειγμα ανακαλύφτηκε κάτι, ίσως μπανάλ αλλά σημαντικό για εμάς, δηλαδή ότι δεν ήταν απολύτως απαραίτητο να γνωρίζουμε πώς να σχεδιάζουμε καλά ή να κατέχουμε κάποια ιδιαίτερα εξευγενισμένη τεχνική. Από την άποψη του περιεχομένου, αυτά τα κόμικς, σε αντίθεση με εκείνα της δεκαετίας του εξήντα και του εβδομήντα, δεν είχαν λειτουργία απόδρασης, σκοπός τους δεν ήταν η απόδραση αλλά μια ειρωνική και οξεία καταγγελία της μιζέριας της καθημερινής ζωής που αποσκοπούσε στην καταστροφή του μύθου της ομαλής και ορθολογικής πραγματικής κοινωνίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για il male giornale satirico anni 70

Αυτά τα στοιχεία συνοψίστηκαν στη συνέχεια από τις συνηθισμένες γλωσσολογικές φιλοσοφικές σχηματοποιήσεις των μέσων ενημέρωσης ως καθαρή παραφροσύνη, ένας τρόπος για να εξαθλιωθεί ένας δρόμος νοημοσύνης και γνώσης. Αυτές οι εφημερίδες γίνονταν μέσα στο κίνημα σε μια κατάσταση συνελευσιακή στην οποία συναντιόνταν ολοκληρωμένοι άνθρωποι και όχι κλάσματα ανθρώπων, με τον τρόπο που συναντώνται στις εταιρικές συναντήσεις-meeting στις οποίες ο καθένας ερμηνεύει τον μικρό του ρόλο εξειδίκευσης και επαγγελματοποίησης. Από την κρίση αυτών των εφημερίδων, τον φεβρουάριο του ’78, γεννήθηκε το «Male». Αρχικά δεν υπήρχε ένα σταθερό συντακτικό σχήμα. Τα πρώτα νούμερα ήταν μάλλον άσχημα, γιατί το πιο εντυπωσιακό ήταν η κακή γεύση, το κακό γούστο μιας παλιάς, πρόστυχης σάτιρας με τα συνηθισμένα στερεότυπα της αριστεράς που επιτίθεται στη δεξιά. Η απαγωγή του Moro άλλαξε ριζικά τον προσανατολισμό της εφημερίδας.

Il territorio canaglia della satira

Η ανάπτυξη της υπόθεσης Moro προχώρησε παράλληλα με την ανάπτυξη του «Male», ως επίπτωση, αντίκτυπο που είχε αυτό στις μαζικές μειονότητες του κινήματος που ενεργούσαν κοινωνική επικοινωνία υπό την έννοια της ικανότητάς τους να παράγουν πραγματικές αλλαγές στη γνώμη. Το «Male» ήταν η μόνη εφημερίδα που ανέτρεψε την υποκριτική λειτουργία αγιοποίησης της φιγούρας του Moro που λειτούργησε από τα επίσημα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μετά την εκτέλεση του Moro, το «Male» άνοιξε τη φάση των «ψεύτικων» που συνίστατο στην αναπαραγωγή των σελίδων των μεγάλων εθνικών εφημερίδων. Το πρώτο ήταν της «Corriere dello Sport» που ανακοίνωνε την ακύρωση του παγκοσμίου κυπέλλου.

Αποτέλεσμα εικόνας για il male giornale satirico anni 70

Στη συνέχεια υπήρξε εκείνο της «Unità» που είχε σαν τίτλο με μεγάλα γράμματα: «Αρκετά με την DC». Ήταν ακόμα η περίοδος της εθνικής ενότητας, της κυβέρνησης των αποχών και η μοίρα θέλησε ο τίτλος του ψεύτικου να προβλέψει, να προκαταβάλει την επιλογή που το PCI έλαβε πραγματικά το επόμενο έτος. Η τύχη του ψεύτικου της «Unità» προφανώς βασιζόταν σε ένα φαντασιακό που αισθάνονταν αυτό που επιθυμούσε ο «λαός της αριστεράς». Οι πωλήσεις εκτοξεύτηκαν ανεβαίνοντας στα 50.000 αντίτυπα. Ακολούθησαν και άλλα θορυβώδη ψεύτικα όπως εκείνο της «Il Corriere della Sera» που ανακοίνωνε την προσγείωση των Ufo, εκείνο της «Il Giorno» με τη σύλληψη του UgoTognazzi ως επικεφαλής των ερυθρών Ταξιαρχιών, εκείνο της «La Repubblica» που κήρυττε: »Το κράτος αναιρέθηκε «.

Σχετική εικόνα

Παράλληλα με την επιτυχία του κοινού και των πωλήσεων έτρεχαν οι καταγγελίες και οι έρευνες στους συντάκτες και στα σπίτια των εκδοτών. Εμένα με συνέλαβαν και φυλακίστηκα για τέσσερις ημέρες, αλλά αυτό ήταν περισσότερο από αποτρεπτικό, σαν μια διαφημιστική ενθάρρυνση, φέρνοντας τις πωλήσεις της εφημερίδας στις 80.000 αντίτυπα. Η εμπειρία του «Male», τουλάχιστον στις πιο πρωτότυπες πτυχές του, θα λήξει το 1980, παρόλο που η εφημερίδα θα συνεχιστεί με άλλες συντακτικές ομάδες μέχρι το 1982. Το 1980 εγώ, οι Scozzari, Mattioli, Tamburini, Pazienza, Liberatore, δηλαδή η ομάδα του «Cannibale», αποφασίσαμε να αφήσουμε εκείνη την εμπειρία και να προωθήσουμε το περιοδικό «Frigidaire», ξεκινώντας από την πεποίθηση ότι η σάτιρα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 δεν ήταν πλέον επαρκής για να διαδραματίσει έναν αποτελεσματικό ρόλο μέσα στο σενάριο της δεκαετίας που άνοιγε, μια πολύ διφορούμενη δεκαετία στην οποία, αφενός, παρακολουθούσαμε την ενίσχυση της ιδεολογίας του χρήματος, της επιτυχίας, της εξουσίας, ενώ από την άλλη παρατηρήθηκε ότι το τελικό αποτέλεσμα της απόκλισης των ένοπλων άνοιξε πολλούς νέους και ανέκδοτους διαύλους διέλευσης σε μια νέα επικοινωνία.

Πιστεύω ότι, αν το ’68 υπήρξε η «αρπαγή του λόγου», η δεκαετία του ογδόντα ήταν η αρπαγή των τεχνικών της σύγχρονης επικοινωνίας που, ως τέτοια, υπερβαίνει το λόγο. Σήμερα, όντως, υπάρχουν, δυστυχώς εξακολουθούν να είναι διάσπαρτοι, διαχωρισμένοι και δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, ποικίλοι χαρακτήρες που κάτω από την επίσημη διατύπωση φορείς της πληροφορίας, έχοντας επίγνωση του πλούτου της προηγούμενης εμπειρίας μέσα στις δομές εξωθεσμικής επικοινωνίας, αντιπροσωπεύουν την υποκειμενική σύσταση δυνητικών ανταρτών της πληροφορίας.

Σχετική εικόνα

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ο έλεγχος της μνήμης ή η ενεργητική λογοκρισία σαν πολεμική στρατηγική, [Β]

[Από το προηγούμενο: Η προλεταριακή και επαναστατική μνήμη δε φοβάται τις αντιθέσεις, δεν ανέχεται τη σιωπή, δεν υποφέρει τις περιχαρακώσεις, δεν κατασκευάζει αναθέματα, αφορισμούς, αιρέσεις.Δε φοβάται την πολλαπλότητα των γλωσσών ούτε την αντιφατική αναπαραγωγή τους, αλλά την απουσία των αντιθέσεων, το διωγμό τους].

Η αδυναμία δημιουργίας μιας αυθεντικής μνήμης, η οποία να σταθεροποιείται σημειολογικά σ’ ένα σύνολο διαφοροποιημένων γλωσσών, είναι δείγμα της γενικότερης αδυναμίας και της αβεβαιότητας ανάπτυξης της επαναστατικής υποκειμενικότητας.

Αξίζει ν’ αναρωτηθούμε: πως είναι ποτέ δυνατό να δημιουργήσουμε καλή σχέση με το μέλλον όταν απορρίπτουμε την αυθεντική μνήμη του παρελθόντος;

Μια τάξη που δεν μπορεί να παράγει συνειδητά την δική της αυτόνομη μνήμη, είναι καταδικασμένη να μείνει φυλακισμένη στα αστικά δεσμά. Αντίθετα παραγωγή ταξικής μνήμης σημαίνει εξέγερση, ιδεολογική πάλη, ρήξη.  Σημαίνει οικοδόμηση μιας σχέσης με το παρελθόν η οποία να τείνει στον επαναστατικό σχηματισμό, στον κομουνισμό.

Αυτή η παραγωγή, από την μια είναι καταγραφή όλων των δυνατών γλωσσών, γραπτών,  ακουστικών, οπτικοακουστικών, δίχως αποκλεισμούς ή λογοκρισίες, είναι καταγραφή όλων των ανταγωνιστικών κοινωνικών πρακτικών καθώς και των εσωτερικών τους αντιθέσεων.

Από την άλλη σημαίνει πως πρέπει να ελευθερώσουμε τα μυστικά αρχεία του κράτους, εισβάλλοντας στις σημειολογικές φυλακές των αστών, και να βοηθήσουμε στην δραπέτευση των φυλακισμένων κειμένων. Όμως, κύριο πρόβλημα παραμένει το να συμπαρασύρουμε τις μάζες σ’ αυτή τη δραστηριότητα παραγωγής συνειδητών στρατηγικών, αυτόνομης μνήμης και επαναστατικών συμπεριφορών.

Η κοινωνική διάνοια του μητροπολιτικού προλεταριάτου σ’ όλες της τις εκφάνσεις δεν μπορεί παρά να είναι εκείνος ο διάχυτος και μαζικός μηχανισμός που υπερασπίζεται, διαδίδει και δημιουργικά ανανεώνει την κληρονομιά των γλωσσών και των μέσων της γνώσης που έχει συσσωρεύσει η κοινωνική πρακτική αυτής της τάξης και τόσα χρόνια του ταξικού αγώνα.

Και αυτό φυσικά είναι κάτι τελείως διαφορετικό από την αφελή διεκδίκηση ελεύθερης πρόσβασης στην αποκλειστική μνήμη ή στις τράπεζες στοιχείων που μονοπωλεί η ιμπεριαλιστική αστική τάξη.

Το ‘χουμε ήδη τονίσει: οι πληροφορίες δεν είναι καθόλου »ουδέτερες»,καλές για όλες τις τάξεις. Ο ιδεολογικός επικαθορισμός που έχει υποστεί, μαζί με το γεγονός ότι η κυρίαρχη κουλτούρα έχει ήδη από την αρχή κατορθώσει έναν »αποκλεισμό», καταδικάζοντας έτσι στο σκοτάδι όλες εκείνες τις πλευρές της ιστορικής εμπειρίας που στα μάτια της φαντάζουν σαν μη-πολιτισμός, καθιστούν απατηλή κάθε υπόθεση »προλεταριακής χρήσης» των αστικών πληροφοριών.

Όπως ακριβώς η ενσωματωμένη στο κεφάλαιο επιστήμη και οι τεχνολογικές εφαρμογές της στην εργασιακή διαδικασία, έτσι και οι συσσωρευμένες από την αστική τάξη »πληροφορίες» πρέπει να ανακατασκευαστούν στην διάρκεια της επαναστατικοποίησης των κοινωνικών σχέσεων που τις γέννησαν.

Η συλλογική μνήμη στον αστικό σημειολογικό σχηματισμό είναι μνήμη που δημιουργείται κάτω από τη σιδερένια κυριαρχία της κίνησης της υπεραξίας.

Η πληροφόρηση, η γνώση και η μνήμη της αστικής τάξης αποκρυσταλλώνουν μέσα τους τον νόμο του σημερινού τρόπου παραγωγής, φέρουν μέσα τους το σχήμα της δικής του ορθολογικότητας.

Από όλα  αυτά  πρέπει να απελευθερωθούμε, ακριβώς για να μπορέσουμε να καταστήσουμε την επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους και τη φύση, ανάμεσα στους ανθρώπους και τις μηχανές, ανάμεσα στις ίδιες τις μηχανές, μια επικοινωνία όσο γίνεται πιο γρήγορη και πιο ολόπλευρη. Κι αυτή η προσπάθεια δεν μπορεί παρά να στηριχθεί πάνω σε μια νέα ορθολογικότητα που να ανταποκρίνεται στον ποιοτικά διαφορετικό κεντρικό στόχο αυτής της τάξης: την παραγωγή διαθέσιμου χρόνου.

Διαθέσιμο χρόνο, δηλαδή »χρόνο τεμπελιάς και ανώτερων δραστηριοτήτων», χρόνο για την ολοκληρωμένη και πολύπλευρη ανάπτυξη των κοινωνικών ανδρών και γυναικών, του μετα-μητροπολιτικού κοινωνικού όντος.

Ένας άλλος μύθος αφορά τη λεγόμενη απελευθερωτική δύναμη των νέων τεχνολογιών. Το να ελπίζει κάποιος ότι μέσα στον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό ενυπάρχει κάποια αυτόνομη απελευθερωτική δυνατότητα – που προσφέρεται από τις νέες τεχνολογίες – είναι παράλογο. Πράγματι, το εμπόρευμα πληροφορία, ενώ αποκτά όλο και πιο σημαντικό ρόλο στην διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου, προοδευτικά τείνει να συγκεντρωθεί στα χέρια ελάχιστων πολυεθνικών μονοπωλίων.

Οι νέες  τεχνολογίες χειριζόμενες τις πληροφορίες το μόνο που αυξάνουν είναι την αστική κυριαρχία καθώς και τις τεχνικές δυνατότητες της κυρίαρχης τάξης να ελέγχει τις κοινωνικές συμπεριφορές και την αγορά.

Οι πληροφορίες που »ο καθένας μπορεί ν’ αποθηκεύει» είναι από τη φύση τους προγραμματισμένες στην ελεγχόμενη, αναγκαστική και ταξική κυκλοφορία.

Και μόνο αυτές!

Δεν είναι δυνατό λοιπόν το μητροπολιτικό προλεταριάτο να περιμένει την απελευθέρωση του από αυτές, αλλά από  τον ταξικό πόλεμο για τον κομουνισμό και μόνο από  αυτόν!

 

ένοπλη πάλη, lotta armata

η νέα επικοινωνία…

Τελικά σ’ αυτόν τον αποξενωμένο τόπο, όπου οι κοινωνικές σχέσεις δεν μπορούν να υπάρξουν δίχως πόνο, ούτε ν’ αναπαρασταθούν δίχως μυθοποίηση, συμβαίνει ακριβώς αυτό: οι »ειδήσεις» πάνω στα γεγονότα γίνονται γεγονότα. Οι υπεύθυνοι της κατασκευής του φαντασιακού ευνουχίζουν την πραγματική ζωή, μη μπορώντας να την μεταδώσουν. Κατασκευάζουν ψεύτικα θέλγητρα και ξόανα του φόβου για να μπορέσουν να εντυπωσιάσουν τις άθλιες πλατείες των θεατών.

Έτσι, το φιλοθέαμον κοινό της πλατείας από τη μια βομβαρδίζεται από τα σημαινόμενα των κυρίαρχων, ενώ από την άλλη οδηγείται συνειδητά στο να διοχετεύει τις συγκινήσεις του προς ψευδείς εχθρούς.

Κι αυτή λοιπόν η δεσποτική επικοινωνία της κρίσης σφίγγει το λαιμό κάθε θεατή υποχρεώνοντας τον στην απομόνωση της πολυθρόνας του και σε μια αγχωτική αντίθεση: ή να συνθλιβεί στο φαντασιακό θάμπωμα μιας παραληρηματικής ζωής ή να εκραγεί μες στις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις αναζητώντας συλλογικά τη γλώσσα μιας νέας επικοινωνίας μιας γιορτής…

Ρενάτο Κούρτσιο – Αλμπέρτο Φραντσεσκίνι    ΣΤΑΓΟΝΕς ΗΛΙΟΥ ΣΤΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΗ ΠΟΛΗ

σύγχρονη σκέψη

Πόλεμος, πολιτική, αλήθεια. Η άποψη του Φάμπιο Μίνι Guerra, politica, verità. La visione di Fabio Mini

Σάββατο, 05 Σεπτεμβρίου 2015 14:48

Guerra, politica, verità. La visione di Fabio Mini

Έχοντας απομακρυνθεί από τον ορίζοντα της καθημερινής θεωρητικής και πολιτικής συζήτησης – μόνον στην αριστερά, πρέπει να πούμε – ο πόλεμος είναι πάντα στο κέντρο της σκέψης, κριτικής επίσης, του establishment κάθε χώρας, του κάθε κατεστημένου δηλαδή.

Mα, ακριβώς, έχει καταστεί μια κουβέντα έξω από την mainstream επικοινωνία, που διεξάγεται κυρίως ανάμεσα σε μυημένους και γνώστες ή ανάμεσα σε μελετητές ποικίλων δεξιοτήτων, που δεν αρκούνται να σκέφτονται στο εσωτερικό των παιδικών χαρών που διακοσμούν τις εφημερίδες.

Στα αριστερά, λέγαμε, o Μπερτινοτισμός, [»κομουνιστής» πολιτικός] ολοκλήρωσε ένα από τα πολλά του εγκλήματα, κάνοντας να περάσει η πολιτική του ειρηνισμού σαν επιλογή αξιακή απόλυτη και συνεπώς καταδικάζοντας ανεξάρτητα, προληπτικά, κάθε έννοια αιτιολογίας που στοχεύει να λογαριαστεί λαϊκά με αυτό που μέσα στον μαγικό κύκλο της »αέναης ειρήνης» ακριβώς δεν μπορεί να εισέλθει.

Αποτέλεσμα? Να αντιμετωπίζεται ο πόλεμος σαν αντικείμενο “ανορθολογικό”, παράλογο, μια ακατανόητη παρέκκλιση από την τακτοποιημένη κύλιση του κόσμου, ένα ξέσκισμα που πρέπει να καταδικαστεί δίχως να στοχαστείς καν γι αυτό. Γεγονός που, ακόμη και για αυτούς που σαν κι εμάς μισούν τον πόλεμο, μας καθιστά ηλίθιους, παρά ειρηνιστές.

Προτείνουμε λοιπόν αυτή την συνέντευξη που δεν διαβάστηκε πολύ με τον στρατηγό Fabio Mini, έναν από τους λίγους σκεπτόμενους στρατιωτικούς αυτής της χώρας – τουλάχιστον σε επίπεδο κατατοπιστικό – που λογαριάζεται με την επικαιροποίηση παλαιών διαμορφώσεων και συνταγοποιήσεων που θεωρούνταν αμετάβλητες. Ξεκιώντας από το “πόλεμος, συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα”, που ανήκει στην εποχή της πολιτικής νεωτερικότητας, συνεπώς στο σύνορο λογικό-πολιτικό-ιδανικό-κοινωνικό του “κράτους έθνους”.

Διότι στο σύγχρονο ιμπεριαλιστικό διάστημα, τουλάχιστον στην ελάχιστη διάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κέντρο των αποφάσεων έχει μετακινηθεί ανεπανόρθωτα από την σφαίρα της πολιτικής σε εκείνο της λογιστικής-χρηματοοικονομικής διαχείρισης  (όπως έχει αποδειχθεί από την άθλια ελληνική εμπειρία). Αλλά εάν δεν υπάρχει δυνατότητα “πολιτικής” εναλλακτικής, γιατί δεν υπάρχει ανανεωμένη πολιτική που να μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση συμφωνίες και /ή θεσμικούς διακανονισμούς, ποια έννοια αναλαμβάνει ο ανοικτός πόλεμος που σε κάθε γωνιά της Γης επέστρεψε να είναι καθημερινή πρακτική?

*****

Στρατηγός Σώματος Στρατού, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του NATO, αρχηγός του Αρχηγείου των Επιχειρήσεων στα Βαλκάνια και διοικητής της αποστολής στο Kosovo.

ο Fabio Mini είναι ένας από τους μεγαλύτερους γνώστες των γεωπολιτικών και στρατιωτικών θεμάτων, μιλά στο CS για τις σύγχρονες κρίσεις μα όχι μόνο. 

  1. Στρ. Mini, στο βιβλίο σας “La guerra spiegata a…”, »O ολοκληρωτικός πόλεμος στους…» λέτε πως δεν υπάρχουν περιορισμένοι πόλεμοι, ή καλύτερα πως μια δύναμη που δεσμεύεται σε έναν περιορισμένο πόλεμο στην πραγματικότητα προετοιμάζει έναν ολοκληρωτικό.  Στην παρούσα κατάσταση εκτεταμένων συγκρούσεων, που μοιάζει να ακολουθεί ένα είδος τεκτονικού ρήγματος που πηγαίνει από την Ουκρανία στην Υεμένη περνώντας από την Συρία και το Ιράκ, πρέπει λοιπόν να περιμένουμε την έκρηξη μιας ολοκληρωτικής σύγκρουσης?

Α1. Η κατηγορία των περιορισμένων πολέμων, που επεξεργάστηκε ο ίδιος ο  Clausewitz, είχε σκοπό να αντιληφθεί τις συγκρούσεις από τις περιορισμένες εκρήξεις οπότε από τον περιορισμό των εργαλείων και των πόρων να χρησιμοποιηθούν.  Έπρεπε να είναι το ελάχιστο για να συνεχίσει με τον πόλεμο των πολιτικών σκοπών.  Και ο πόλεμος ήταν μια συνέχιση της πολιτικής. Ήταν ωστόσο  προφανείς οι κίνδυνοι πως η σύγκρουση θα μπορούσε να εκφυλιστεί και να επεκταθεί τόσο σε σχέση με τις αντιδράσεις του αντιπάλου όσο και σε σχέση με τις στρατιωτικές ορέξεις, που έρχονται πάντοτε τρώγοντας.  Με μια συνετή διαχείριση των συμμαχιών και της ουδετερότητας, μια σύγκρουση μπορεί να ήταν περιορισμένη στο λειτουργικό τμήμα και εν πάση περιπτώσει να έχει μια πολιτική σημασία πιο πλατιά. Σήμερα ο περιορισμένος πόλεμος δεν είναι πλέον δυνατός ούτε σε θεωρητική γραμμή: τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα κάθε σύγκρουσης, ακόμη και της πιο ασήμαντης και απομακρυσμένης, περιλαμβάνουν τόσο όλες τις μεγαλύτερες δυνάμεις όσο και τις τσέπες και τις συνειδήσεις όλων.  O πόλεμος έγινε μια παρανομία του διεθνούς δικαίου και δεν είναι πλέον η συνέχιση της πολιτικής, αλλά η άρνησής της, η χρεοκοπία της.  Παρόλο αυτό (ή ίσως ακριβώς για αυτό) ο σκοπός ενός πολέμου δεν φτάνει πλέον να τον δικαιολογεί κι αυτός που τον ξεκινά, εκτός από το να δείχνει πολιτική ανοησία, αναλαμβάνει την ευθύνη μιας σύγκρουσης της οποίας δεν γνωρίζει τους σκοπούς και το τέλος.  Mε την εισαγωγή του καθολικού παγκόσμιου ελέγχου των συγκρούσεων και της διαχείρισης της ασφάλειας (διαμέσου επίσης των Ηνωμένων Εθνών), όλα τα Κράτη και όλοι οι κυβερνώντες είναι υπεύθυνοι για τις συγκρούσεις. Και όλες οι συγκρούσεις είναι παγκόσμιες εάν όχι ακριβώς στην στρατιωτική επέμβαση, πάντως στις οινονομικές συνέπειες, κοινωνικές και ηθικές.  Συνεπώς, ξεκινώντας από τον ψυχρό πόλεμο που οι βαλτικές χώρες έχουν αρχίσει ενάντια στην Ρωσία, από τον “συγκεκαλλυμένο” των αμερικανών ενάντια στην ίδια την Ρωσία, από τις ρωσικές προφάσεις ενάντια στην Ουκρανία, στην Συρία, στην Υεμένη και στις άλλες συγκρούσεις που αποκαλούνται μικρότερες ή  “χαμηλής έντασης” όλα δείχνουν πως δεν πρέπει να περιμένουμε μια άλλη ολοκληρωτική σύγκρουση: ήδη βρισκόμαστε μέσα μέχρι τον λαιμό. QΕκείνο που συμβαίνει στην Ασία με το στρατηγικό  Pivot επάνω στον Ειρηνικό είναι ίσως το πιο ξεκάθαρο σημάδι πως η προοπτική μιας παρόμοιας έκρηξης με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο είναι πιο πιθανή σε εκείνο το θέατρο.  Όχι τόσο διότι μετακινούνται αεροπλανοφόρα και πύραυλοι (πράγμα που συμβαίνει), αλλά διότι η προετοιμασία ενός παγκοσμίου πολέμου εκείνου του τύπου, και με την αναπόφευκτη πυρηνική σύγκρουση, είναι αυτό που προετοιμάζεται. Δεν λέμε πως θα συμβεί σε χρόνο άμεσο, όσο όμως μακρύτερη θα είναι η προετοιμασία τόσο οι πόροι θα πηγαίνουν στους εξοπλισμούς και τόσο τα ασιατικά και δυτικά μυαλά θα προσανατολίζονται με αυτή την έννοια. Είναι μια τραγωδία προαναγγελθείσα, μα, κατά τα άλλα, έχουμε ονομάσει έναν τέτοιον πόλεμο που ασκήθηκε για περισσότερα από πενήντα χρόνια  “ψυχρό πόλεμο” ή “η πιο μακρά περίοδος ειρήνης της μοντέρνας ιστορίας”. Πρέπει λοιπόν να είμαστε ευτυχείς για αυτήν την  “ανακοινωμένη ειρήνη”. Ή όχι?

Μια άλλη δική σας θεώρηση αφορά το γεγονός πως ο πόλεμος φέρνει πάντα σε μιαν διαφορετική πολιτική από εκείνη που της προηγήθηκε και τον προετοίμασε, πρέπει λοιπόν να προετοιμαστούμε για έναν διαφορετικό κόσμο από εκείνον που προετοιμάζει τις σύγχρονες συγκρούσεις? Κι εάν ναι, έχετε ιδέα για την κατεύθυνση προς την οποίαν κινούμαστε?

Α2. Θα έλεγα πως ναι, αλλά δεν πιστεύω πως μπορούμε να έχουμε πολλές ψευδαισθήσεις για τα αποτελέσματα. Ζούμε μια περίοδο ιστορικής μετάβασης πολύ σημαντικής: το παγκόσμιο σύστημα που θέλησαν οι νικητές τους δευτέρου παγκοσμίου πολέμου είναι ετοιμόρροπο, τα μπλοκ έχουν εξαφανιστεί, πολλά πολιτικά καθεστώτα που θέλησαν οι αποικιακές δυνάμεις βρίσκονται σε κρίση, η Αφρική  ξυπνά μια μέρα και την επομένη οπισθοχωρεί, lοι οικονομικές παρουσίες έχουν το επάνω χέρι επί των πολιτικών, κοινωνικών και στρατιωτικών, βρίσκονται υπεράνω,  οι περιφέρειες των μεγάλων δυνάμεων και οι υποτελείς τους ψάχνουν αδιακρίτως ή μεγαλύτερη αυτονομία ή να υπηρετήσουν ακόμη πιο άκαμπτα. Οι σύγχρονες συγκρούσεις είναι τα πιο προφανή σημάδια αυτής της διαδικασίας που θα οδηγήσει σε μιαν νέα διαμόρφωση των σχέσεων και των διεθνών ισορροπιών. Ωστόσο δεν θα πει πως αυτή η διαδρομή θα φέρει στην λεγόμενη “νέα παγκόσμια τάξη”. Οι πιέσεις προς την αλλαγή και την σταθερότητα είναι ακόμη ελαφρές και κινδυνεύουν καταστήσουν χρόνιες τις συγκρούσεις και τις καταστάσεις, άλλο τόσο επικίνδυνες, της ασταθούς μετά-σύγκρουσης.  Υπάρχουν σημάδια μεγάλης αντίστασης στην αλλαγή με άποψη πολυπολική από πλευράς των πλουσιότερων και πιο προηγμένων εθνών όπως και από πλευράς των φτωχότερων.  Οι πλουσιότερες προσανατολίζονται εκ νέου προς μια πολιτική δύναμης που έχει κυρίως ανατεθεί στα στρατιωτικά εργαλεία; οι φτωχότερες προσανατολίζονται προς την παραίτηση στην δουλεία. Η αποκαλούμενη “νέα τάξη” θα μπορούσε να είναι εκείνη η παλιά του αποικιακού μοντέλου και οι ένοπλες δυνάμεις όλο και περισσότερο προσανατολίζονται προς το σύστημα των  “στρατευμάτων αστυνόμευσης” (constabulary forces). Σε πολλές χώρες της Αφρικής μιλούν εδώ και καιρό για “νοσταλγία” της αποικιακής περιόδου ή κατηγορούν τις αποικιακές δυνάμεις πως τους έχουν εγκαταλείψει.  H ισχύς και η υποτέλεια είναι συμπληρωματικές.  Ένας κινέζος φιλόσοφος έλεγε για τον λαό του:“ υπήρξαν αιώνες κατά τους οποίους η επιθυμία να είναι δούλος ικανοποιήθηκε και άλλοι όχι.”

Ερχόμενοι στην ιταλική κατάσταση, εάν είναι αλήθεια πως μια κοινότητα που φιλοξενεί ακόμη και μόνο μία ξένη στρατιωτική βάση πρέπει να θεωρείται “υπό κατάληψη”, η παρουσία βάσεων USA στο εθνικό έδαφος μας καθιστά ένα έθνος υπό κατάληψη ή πάντως μη ελεύθερο?

Α3. Οι κανονισμοί της Aja του 1907, ορίζουν τα κριτήρια της στρατιωτικής κατάληψης όχι τόσο επάνω στην στρατιωτική παρουσία σε μιαν χώρα αλλά στην λειτουργία της. Εάν μια στρατιωτική παρουσία ακόμη και ελάχιστη αναλαμβάνει την ευθύνη της ασφάλειας του εδάφους (δεν ενδιαφέρει σε ποια έκταση) όπου εγκαθίσταται, έχουμε κατάληψη “de facto”. Οι βάσεις των ΗΠΑ δεν εγγυώνται την δική μας ασφάλεια, αλλά την δική τους.  Δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντά μας αλλά τα δικά τους οπότε δεν είναι νομικά “καταληψίες”. Το γεγονός πως αποκαλούνται βάσεις Nato ή αναφέρονται στις συμφωνίες του Παρισιού του 1963 είναι ένα φύλλο συκής που κρύβει την πραγματικότητα: κάποιες ιταλικές βάσεις είναι ανοιχτές και στις χώρες Nato στο πλαίσιο των συμφωνιών της Συμμαχίας, όμως οι μεγαλύτερες αμερικανικές βάσεις είναι προηγούμενες των συμφωνιών Νατο και παραχωρήθηκαν με διμερείς συμφωνίες σε μια περίοδο κατά την οποίαν η Ιταλία δεν είχε καμία δύναμη για να διεκδικήσει αυτονομία; αντιθέτως πήγαινε ψάχνοντας κάποιον να υπηρετήσει στην Αμερική και στην Ευρώπη.  Σε αυτές τις βάσεις αποφασίζουν οι αμερικανοί (και όχι το Nato) σε ποιον θα επιτρέψουν την προσωρινή χρήση. Έχουμε έτσι ένα διπλό παράδοξο: πολλοί ιταλοί ακόμη και υψηλής πολιτικής ή στρατιωτικής προέλευσης προσπαθούν να δικαιολογήσουν τις βάσεις με την λειτουργία ασφάλειας που εκτελούν υπέρ ημών.  Kαι επικυρώνουν την κατάσταση στρατιωτικής κατάληψης. Οι αμερικάνοι είναι πιο ρητοί, όχι όμως λιγότερο παράδοξοι: κάθε χρόνο το Πεντάγωνο αποστέλλει μια εισήγηση στο Κογκρέσο στην οποίαν υποδεικνύει και μεταφράζει σε χρηματικούς όρους την συνεισφορά των χωρών που φιλοξενούν τις βάσεις “προς τα συμφέροντα και την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών”. Θα έπρεπε να είναι μια συμφωνία μεταξύ ίσων, αλλά υπάρχει η δικιά μας συμφωνία ωσάν φορολογούμενοι.

  1. Στο βιβλίο σας έχετε δείξει πως ο πόλεμος έχει εξελιχθεί στην διάρκεια των αιώνων, τώρα έχουμε φθάσει να θεωρητικοποιούμε έναν πόλεμο πέμπτης γενιάς ή  πόλεμο δίχως όρια, έναν πόλεμο δηλαδή που δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτός σαν τέτοιος και που περιλαμβάνει επίσης οικονομικά μέσα. Μπορούμε να πούμε πως βρισκόμαστε στην διάρκεια και μέσα σε έναν πόλεμο αυτού του είδους?

Α4. Δίχως αμφιβολία. Μα και αυτή επίσης η πέμπτη γενιά μετατρέπεται στην έκτη: ο πόλεμος συμμοριών. Δεν υπάρχουν πλέον μοναχά σκοποί ασφάλειας και όχι μόνο κρατικοί φορείς παράγοντες και παίκτες, βρισκόμαστε στα χέρια  “συμμοριών” με σκοπούς δικούς τους και δίχως κανέναν ενδοιασμό εάν όχι εκείνον προς την δική τους ευημερία εις βάρος εκείνης αλλουνού.  Οι μπάντες κινούνται δίχως όρια συνόρων και μέσων, δίχως σεβασμό, μόνον αφιερωμένες στο κέρδος. Tείνουν να ξεφεύγουν από το διεθνές δίκαιο και την νομιμότητα, τείνουν να λυγίζουν τα ίδια τα κράτη στα συμφέροντά τους και να ελέγχουν την πολιτική τους και τα όπλα. Σήμερα το πρόβλημα των στρατών και των μηχανισμών αστυνομίας δεν είναι εκείνο να καταλάβουν γιατί εργάζονται, αλλά  για ποιον.  Το Κράτος,  εξ ορισμού, πρέπει (ή θα έπρεπε) να σκέφτεται το δημόσιο καλό, η μπάντα σκέφτεται μονάχα το ιδιωτικό καλό, όχι κρατικό και συχνά ενάντια στο κράτος.  Όταν το 2004 ρώτησαν έναν συνταγματάρχη αμερικάνο τι είδος πολέμου μάχονταν στο Ιράκ, εκείνος απάντησε με ειλικρίνεια: “είναι ένας πόλεμος συμμοριών κι εμείς είμαστε η μεγαλύτερη συμμορία”. Κι αυτός είχε καταλάβει πως δεν δούλευε για ένα κράτος ή για ένα δημόσιο καλό αλλά για κάτι που ήταν έξω από το ίδιο το δικό του “status” δημόσιου υπερασπιστή: ήταν ένας μισθοφόρος, όπως πολλοί άλλοι, στην υπηρεσία ενός που πλήρωνε.  Και γι αυτό θεωρείτο ένας  “επαγγελματίας” των όπλων.  Η οικονομία  είναι  το μοναδικό σύστημα αληθινά παγκόσμιο και στιγμιαίο και χρησιμοποιεί μέσα νόμιμα και παράνομα: ακριβώς όπως κάνει κάθε μοντέρνα μπάντα εγκληματιών. Ο μηχανισμός διοίκησης των συμμοριών  έχει δυο μοντέλα αναφοράς: το πατερναλιστικό και κάθετο μοντέλο και το οριζόντιο επιλεκτικό μοντέλο. Αυτό το τελευταίο είναι το επικρατέστερο επί του πρώτου αν και σε κάποια επίπεδα της ιεραρχίας υπάρχει ωστόσο ένα δυνατότερο από τα άλλα. Το οριζόντιο μοντέλο είναι επίσης εκείνο που καλύτερα καταφέρνει να μασκαρέψει, να καλύψει τους εντερικούς πολέμους κι εκείνους τους εξωτερικούς. Υπάρχουν ενδεχόμενα συμφέροντα  που συχνά που συχνά φέρνουν οι αντίπαλοι από την ίδια πλευρά.

  1. Από το βιβλίο σας αναδύεται επίσης η έννοια του πολέμου σαν »εργαλείο επιβολής”, δηλαδή ένα εργαλείο για να αναγκαστεί μια συγκεκριμένη πλευρά να εκτελέσει ενέργειες ενάντια στην δική της θέληση, στην πρόσφατη περίπτωση της Ελλάδας όπου η λαϊκή θέληση έπρεπε να παραδοθεί στις απαιτήσεις με αντίθετο πρόσημο της Ευρώπης, μπορούμε να μιλήσουμε για μιαν πράξη πολέμου?

 R5. Και σε αυτή την περίπτωση πρέπει να αναφερθούμε στον πόλεμο δίχως όρια και, δυστυχώς, σε εκείνον των συμμοριών. Η Ελλάδα υπέστη μιαν επιβολή που λυγίζοντας την θέληση της κυβέρνησης και του ίδιου του πληθυσμού είναι δίχως άλλο μια πράξη πολέμου. Όμως το αληθινό σκάνδαλο της Ελλάδος δεν είναι στην επιβολή που υπέστη, μα βρίσκεται στην εμφανή χαλαρότητα με την οποίαν αφέθηκε ακριβώς από τους διεθνείς οργανισμούς που θα έπρεπε να είχαν ελέγξει την οικονομική της κατάσταση.  Ο οικονομικός πόλεμος στην Ελλάδα είναι ο σχεδόν τέλειος πόλεμος συμμοριών.  Μόνον κάποιος άπειρος μπορεί να σκεφτεί αληθινά πως η Ελλάδα άλλαξε τους ισολογισμούς της δίχως ούτε η ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ούτε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ούτε η Federal Reserve, ούτε η Διεθνής Τράπεζα, ούτε οι ευημερούσες εταιρείες rating να το αντιληφθούν. Είναι πολύ πιο ρεαλιστικό να σκεφτούμε πως την στιγμή του περάσματος στο Ευρώ τα πολιτικά συμφέροντα της ίδιας της Ευρώπης υπερίσχυσαν επί των οικονομικών και πως τα οικονομικά συμφέροντα ήταν εκείνα που έκαναν να συσσωρευτούν το μέγιστο των δανείων προς όλες τις χώρες μέλη τις πιο αδύναμες.  Έχουμε την μνήμη πολύ κοντή, αλλά πολύ πριν από το 2001 η συζήτηση για το ευρώ απέκλειε πως πολλές χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας και εκείνες της μελλοντικής πρόσβασης  (βόρεια και ανατολική Ευρώπη) θα είχαν την δυνατότητα να σεβαστούν τις παραμέτρους που επιβάλλονταν.  Δεν είναι τυχαίο το ότι ακριβώς οι χώρες της περιφέρειας προκλήθηκαν να δανειστούν και μετά να χρεοκοπήσουν, ή να  “διασωθούν” απ’ το τηγάνι για να πεταχτούν στο πυρ.  Ιρλανδία, Μεγάλη Βρετανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Ισπανία και Ελλάδα είναι τα πιο προφανή παραδείγματα μιας μανούβρας που ούτε οδηγήθηκε ούτε υποβοηθήθηκε από τα Κράτη, αλλά την διαχειρίστηκαν  θεσμοί που αποκαλούνται υπερκρατικοί και ωστόσο είναι βασισμένοι στο ιδιωτικό σύστημα  των συμφερόντων της λεγόμενης “αγοράς”.

Η “μυθοπλασία”, η fiction, οι spin doctors, παίζουν έναν ρόλο θεμελιώδη στον πόλεμο της νέας γενιάς, μπορείτε να μας υποδείξετε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση κατά την οποίαν τελευταία είδατε αυτά τα στοιχεία σε δράση?

R6. Σε στρατιωτικό επίπεδο κάθε επιχείρηση είναι ανοικτή, διεξάγεται και συνοδεύεται από τον πόλεμο της πληροφορίας και από τον ψυχολογικό.  Από το 2000 και μετά στο Αφγανιστάν και το Ιράκ διαδόθηκαν από ψηλά χιλιάδες μικρά μανιφέστα και ραδιοφωνάκια με τα οποία η συμμαχία προσπαθούσε να δώσει την δική της εκδοχή της σύγκρουσης. Το αεροπλάνο C-130 που προορίζονταν στον πόλεμο της πληροφόρησης, ονομαζόμενο “Commando Solo”, συνεχίζει να υπερίπταται χώρες όπως Iran, Iraq, Afghanistan, Yemen και Siria μεταδίδοντας ραδιοεφημερίδες και τηλεφημερίδες δίδοντας την δική του εκδοχή των γεγονότων.  Η αποτελεσματικότητα τέτοιων τεχνολογικών μέσων υπονομεύεται από τον ερασιτεχνισμό. Τα πρώτα φυλλάδια στο Afghanistan και Iraq ήταν ακαταλαβίστικα τόσο στην μορφή όσο και στην γλώσσα. Τα ραδιοφωνάκια είχαν αποκτηθεί με βιασύνη αφού είχε παρατηρηθεί πως οι Αφγανοί είχαν ανοσία στις ραδιοφωνικές μεταδόσεις μιας και δεν είχαν ραδιόφωνα. Και όταν διασπάρθηκαν τα ραδιόφωνα οι αμερικάνοι αντιλήφθηκαν πως πάνω από το 90% των αφγανών δεν καταλάβαινε την γλώσσα που χρησιμοποιούσαν. Στο Kosovo χρειάστηκε να φέρω στα ίσια μια καμπάνια πληροφόρησης, που προωθήσαμε διαμέσου υλικού δημοσιευμένου από το Kfor, αφού εξακριβώσαμε πως ένα περιοδικό δεν διανέμονταν στους κοσοβάρους αλλά στα στρατόπεδα.  Πρακτικά κάναμε ψυχολογικό πόλεμο επάνω στους ίδιους μας τους στρατιώτες. Πιο επαγγελματικές, όμως λιγότερο επικεντρωμένες στους στρατιωτικούς σκοπούς, είναι οι ραδιοφωνικές μεταδόσεις της  VOA (Φωνή της Αμερικής) που μιλά σε πολλές γλώσσες μέχρι μάλιστα σε διαλέκτους κεντρο ασιατικές. Η Ρωσία μπήκε στον κόσμο του μοντέρνου πολέμου της πληροφόρησης με νέα δίκτυα τύπου, internet, radio και τηλεόρασης. Οι κινέζοι έχουν ολόκληρα κανάλια αφιερωμένα στην πληροφόρηση σε διάφορες γλώσσες. Το πρόγραμμα Κονφούκιος, με το οποίο διδάσκεται η κινεζική γλώσσα στο εξωτερικό, είναι ήδη παρόν σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι spin doctors του Πενταγώνου είχαν ήδη φανταστεί το 2011 πως να διαχειριστούν την πτώση του Bashar Assad στην Siria και ένα κινηματογραφικό studio πραγματοποιούσε την ταινία. Το σχέδιο παραγκωνίστηκε, αλλά το Πεντάγωνο ελπίζει πως το  film θα μπορέσει να βγει το 2016 (με την προθυμία του Bashar Assad). Ο σκοπός αυτών των πρωτοβουλιών είναι πολύ δύσκολος διότι η μυθοπλασία (η εκδοχή των γεγονότων) που υπάρχει η επιθυμία να παρασχεθεί θα έπρεπε να εξουδετερώνει εκείνη του αντιπάλου και των ανθρώπων του τόπου.  Στην πραγματικότητα στην επικοινωνία το πιο αποδεκτό μήνυμα είναι εκείνο που επιβεβαιώνει τα γεγονότα οι τις αντιλήψεις κι όχι εκείνο που τις αντιτίθεται. Η μυθολογία του αντιπάλου αν και δεν διαθέτει μέσα εξελιγμένα και βασισμένη στην μετάδοση δια του στόματος είναι πολύ πιο αποτελεσματική γιατί επίσης διηγείται εκείνο που φαίνεται ή εκείνο που κάποιος που ανήκει στην ίδια κοινότητα λέει πως είδε.  Σε  Iraq, Afghanistan και αλλού δεν υπήρξε σπάνια η κραυγή συναγερμού των ηγεσιών των δυτικών συμμαχιών: “χάνουμε τον πόλεμο της αφήγησης, της μυθοπλασίας”.

Έξω από το στρατιωτικό πλαίσιο, η ίδια η ελληνική κρίση είναι ένα παράδειγμα σύγχρονο πολέμου την πληροφορίας ενωμένο με τον πόλεμο των αντιλήψεων και των επιχειρήσεων επιρροής. Στην Ελλάδα, όπως αλλού, n υπέρβαση δημόσιου χρέους και διεθνούς ενός κράτους δεν είναι από μόνη της ένας βασικός παράγοντας αστάθειας ούτε αφερεγγυότητας. Είναι αντιθέτως σημαντική η αξιοπιστία που μπορεί να επεκτείνει δραματικά την πίστωση. Γι αυτό ο πόλεμος στην Ελλάδα αναπτύχθηκε στο επίπεδο του ψυχολογικού πολέμου με μια δυνατή δράση ανυποληψίας και απονομιμοποίησης ολόκληρης της χώρας.  Η απονομιμοποίηση που είδαμε με τρόπο προφανή στην ελληνική περίπτωση, δεν έγινε για άλλες χώρες στον δρόμο της χρεοκοπίας, όπως η δική μας; αντίθετα, παρά τα αντικειμενικά δεδομένα (χρέος, ανάπτυξη, ανεργία, επενδύσεις), υπάρχουν χώρες που επωφελούνται πιστώσεων πέρα από κάθε λογικό μέτρο. Κάθε φορά που στην Ιταλία υπάρχει μια δημοπρασία δημοσίων τίτλων, τα Μέσα χειροκροτούν στην “τοποθέτηση” όλου του πακέτου χωρίς να αναφερθούν πως στην πραγματικότητα πρόκειται για αύξηση χρέους. Επίσης το γεγονός πως το χρέος αυτού του τύπου είναι “εσωτερικό” χειραγωγείται και υποβαθμίζεται παρουσιάζοντάς το για κάτι δίχως αξία. Σαν το εσωτερικό χρέος  (εκείνο προς τους ιταλούς που έχουν αποκτήσει δημόσιους τίτλους) να μην πρέπει να αποδοθεί ποτέ πίσω (κι εκ των πραγμάτων, έτσι είναι), λες και το διαρκές κοσκίνισμα της ιδιωτικής αποταμίευσης από πλευράς του κράτους δεν τιμωρούσε την διαθεσιμότητα χρήματος που προορίζεται στις παραγωγικές επενδύσεις. Εκτός από τις διεθνείς ιδιωτικές συμμορίες, υπάρχουν οι εσωτερικές ιδιωτικές μπάντες που μονοπωλούν την οικονομία και την επικοινωνία. Στην Ελλάδα, όπως αλλού, αυτές οι μπάντες ήλπισαν και ακόμη ελπίζουν σε μιαν πολιτική ανάκαμψη που θα τις καταστήσει πιο δυνατές. Έγινε ήδη, και με τρόπο βίαιο.

  1. Πριν λίγα χρόνια ο φυσικός Emilio dei Giudice και ο δημοσιογράφος Maurizio Torrealta μίλησαν για πυρηνικά όπλα ακραία μικροσκοπικά, για όπλα νέας γενιάς που θα είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί στα πεδία των μαχών στο Ιράκ και στην Μέση Ανατολή,  και των οποίων η χρήση θα είχε κρυφτεί πίσω από την ραδιοδραστηριότητα σφαιρών απεμπλουτισμένου ουρανίου. Πιστεύετε πως υπάρχουν στοιχεία για να θεωρηθεί βάσιμη αυτή η δήλωση?

 Α7 Δεν γνωρίζω για συγκεκριμένες περιπτώσεις, έχω όμως ακούσει τις ίδιες ιστορίες σε άλλες περιπτώσεις. Ένα χαρακτηριστικό των μοντέρνων πολέμων είναι επίσης η απώλεια της επίγνωσης γύρω από την αλήθεια. Σίγουρο είναι πως η μοντέρνα τεχνολογία, κι έξω επίσης από το πειραματικό πεδίο επιτρέπει αυτό και το άλλο. Εάν τέτοια όπλα πραγματικά χρησιμοποιήθηκαν, πρόκειται για μια παραβίαση του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των θυμάτων. Δυστυχώς, κάθε παραβίαση (κάτω από την κοινή λογική, όπως στην περίπτωση των βασανιστηρίων) είναι τόσο συχνή που δεν αντιπροσωπεύει πλέον ένα εμπόδιο. Υπάρχει να ελπίζουμε πως το έκαναν οι αμερικάνοι: τουλάχιστον σε τριάντα χρόνια τα κρατικά μυστικά θα αποχαρακτηριστούν και θα μας πουν την αλήθεια. Εάν τα έχουν χρησιμοποιήσει οι ρώσοι ή άλλες χώρες, όπως η δική μας, δεν θα το μάθουμε ποτέ.

 Το CS είναι ένα σάιτ που ασχολείται πολύ με τους προβληματισμούς της Πληροφόρησης και είναι γνωστό πως το πρώτο θύμα του πολέμου είναι η αλήθεια, μπορείτε να δώσετε στους αναγνώστες μας μια συμβουλή για να αμύνονται και να προσπαθούν να ξεχωρίζουν μεταξύ αλήθειας και χειραγώγησης?

Α8. Έχουμε δυο όπλα φοβερά: δυσπιστία και ειρωνεία. Το πρώτο χρειάζεται για να εξουδετερώνουμε το μονοπώλιο της πληροφόρησης. Σημαίνει να ψάχνουμε συνεχώς άλλες πηγές και άλλα αποδεικτικά στοιχεία δίχως να καταπίνουμε τις επίσημες ανοησίες.  Το δεύτερο τείνει να μειώνει επίσης εκείνη που μοιάζει να είναι η πραγματικότητα. Διότι η αλήθεια δεν είναι πλέον το θύμα του πρώτου χτυπήματος απ’ το ντουφέκι: πλέον δεν υπάρχει.

 Από http://www.enzopennetta.it/