αυτονομία, autonomia

Κεφάλαιο 11. Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ, ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ.            Στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα το αρχιπέλαγος της ανταγωνιστικής επικοινωνίας είναι ένα τεράστιο, αντιφατικό και διακλαδισμένο έδαφος σε κάθε γωνιά της χώρας. Βεβαίως μεταξύ 1975 και 1977 η παραγωγή αυτοδιαχειριζόμενης, ανατρεπτικής επικοινωνίας (περιθωριακής, ριζοσπαστικής, μαχητικής, στρατευμένης, άμεσης, κατευθυνόμενης, ανταγωνιστικής, εναλλακτικής, δημοκρατικής, εγκάρσιας, παράνομης, επαναστατικής και πολλών άλλων χαρακτηρισμών που έχουν δοθεί σε αυτήν) φτάνει στο σημείο της μέγιστης ανάπτυξης της. Κατά καιρούς διαθέτει δικές της τεχνικές δομές (τυπογραφία, περισσότερο ή λιγότερο σταθερές έδρες κλπ.), κανάλια στρατευμένης διανομής καθώς και δικές της δομές διανομής, εκτός των μεγάλων και μικρών εμπορικών κυκλωμάτων, διοργανώνει εθνικά συνέδρια για την οικοδόμηση συνεργατικών δικτύων, χρηματοδοτείται άμεσα τόσο από τους παραγωγούς όσο και από τους αναγνώστες της. Η πνευματική εργασία είναι σχεδόν εντελώς δωρεάν και εθελοντική. Το να περιγράψουμε μια «γεωγραφία της συνωμοσίας» σε ένα τόσο τεράστιο και ποικίλο τοπίο θα ήταν καθήκον αδύνατο και, σε κάθε περίπτωση, σχηματικό και σεχταριστικό. Ακόμη πιο δύσκολο είναι να ακολουθηθεί η πορεία των αμοιβαίων διεθνών επιρροών, των πολιτικο-πολιτιστικών «δικτύων» που διασταυρώθηκαν στις τέσσερις ηπείρους, των ιστορικών ιδεολογικών πτυχών που αποτελούν το υπόβαθρο πολλών επεξεργασιών.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni piacentini

«Η ανάγκη να χτιστούν ξανά οι πολιτικές γεωμετρίες του «πολιτικού», τα λαβυρίνθια μονοπάτια της συνωμοσίας, οι κατακερματισμένες αλληλεπιδράσεις των ιδεολογιών, να ξεσκεπαστούν οι ‘χαμένες ψυχές’ της εξέγερσης είναι παλιά όσο η ιδέα της επανάστασης. Σπάνιoι, παρά το γεγονός αυτό, είναι εκείνοι που προσπάθησαν να στοχαστούν επάνω σε αυτή την «ανάγκη». Αντιθέτως άφθονη, δύστροπη και συχνά επιβλαβής είναι η γεωγραφία της καταγγελίας, η ώθηση κοινωνιολόγων, δημοσιογράφων, δικαστών να σχεδιάσουν χάρτες, να σκιαγραφήσουν ελέγχους, να δέσουν και να υποδείξουν πολιτικές και υλικές συνέργειες» (1). Στην πραγματικότητα, πίσω από τις χιλιάδες σελίδες βιβλίων, πίσω από τα πρωτοσέλιδα των εκατοντάδων περιοδικών υπάρχουν μυριάδες νοημοσύνες που έχουν κάνει συνειδητή επιλογή τους την »απόρριψη του ρόλου», ένα πρόγραμμα της ύπαρξης, που κατέστησαν πρακτική συμπεριφορά την ευτυχισμένη μαρξιακή έκφραση των » Grundrisse «:» ο τεχνικός, ο επιστήμονας, ο διανοούμενος ως μηχανισμός, δηλαδή επιστήμη – οποιαδήποτε επιστήμη ως «εχθρική δύναμη» στην τάξη, διανοούμενος εργαζόμενος ως παραγωγικός εργαζόμενος εισηγμένος στον κύκλο της κοινωνικοποίησης του κεφαλαίου ή μέσα στον μηχανισμό του χειρισμού, της κυριαρχίας.Εργαζόμενος που πρέπει να απελευθερωθεί πρώτα «από τον εαυτό του» πριν πάει να αναζητήσει συμμαχίες με το προλεταριάτο. Εργαζόμενος χωρίς συμμάχους ικανός να ασκήσει με αυτονομία μια απόρριψη των επιβαλλόμενων ρόλων, ικανός να αναπτύξει συνεπώς – ήδη μέσα στη μορφή της αφηρημένης πνευματικής εργασίας – μια αυτόνομη δύναμη πρωτοβουλίας, συγκεκριμένες μορφές οργάνωσης, απόρριψης, μαζικής οργάνωσης. Συμπερασματικά, επιστήμη και τεχνολογία ως ένα ενιαίο πράγμα, υλοποιημένο σε μηχανισμό «εχθρική δύναμη» στην τάξη, αντικείμενο και οι δυο μιας παράλληλης διαδικασίας απελευθέρωσης, από πλευράς της τάξης και της πνευματικής εργασίας, συγκεκριμένη και δυνητική. Μόλις η τάξη και η διανοητική εργασία κινούνται με έναν ανταγωνιστικό τρόπο, τεράστιες και ισχυρές γνωστικές διαδικασίες ενεργοποιούνται στο εσωτερικό της σύγκρουσης, ως προϊόν της αντιπαράθεσης, της σύγκρουσης, μια λανθάνουσα δύναμη επινόηση απελευθερώνεται και μεταφράζεται σε ειδικές γνώσεις, συγκεκριμένες, νέες τεχνικές και νέες ‘επιστήμες‘.» (2).
Αποτέλεσμα εικόνας για rivista Primo Maggio
Σε αυτή την παραδειγματική σύνθεση του Sergio Bologna, νομίζουμε πως περιέχεται η ουσιώδης πορεία της επαναστατικής πολιτιστικής παραγωγής της δεκαετίας του ’70. Ο εξοντωμένος πλούτος του «άλλου πνευματικού έργου» έχει περιβάλει όλα τα πεδία της γνώσης: από την ιστορία στην ψυχανάλυση, από την ψυχιατρική στην τεχνολογία: από την οικονομία στη φιλοσοφία, από τη σεξουαλικότητα έως τον πολεοδομικό σχεδιασμό, από τη διατροφή στην ιατρική μέχρι το δίκαιο και την εγκληματολογία. Τα αποτελέσματα υπήρξαν μεταβαλλόμενα, αβέβαια αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, παρά τον ενταφιασμό που έκαναν στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα δικαστές, εκδότες, «journalist-policiers» κλπ. η επαναστατική κουλτούρα της δεκαετίας του εβδομήντα έθεσε προβλήματα και ανέδειξε δρόμους που δύσκολα μπορούν να παρακαμφθούν εφεξής. Ότι η διαδικασία της παράλληλης απελευθέρωσης της τάξης και του διανοούμενου εργάτη αντιπροσώπευε μια ασυμβίβαστη αντίφαση με την καπιταλιστική ανάπτυξη είναι προφανές και αδιαμφισβήτητο, αλλά ίσως στους ίδιους τους πρωταγωνιστές αυτής της πολιτιστικής επανάστασης από κάτω δεν υπήρξε απόλυτα αντιληπτή μέσα στην σημαντικότητα της και στις ανησυχίες που προκαλούσε στις καπιταλιστικές ελίτ, έως ότου να τις θέσει αργότερα σε μια τεράστια κατασταλτική επίθεση. Εν αναμονή λεπτομερέστερων μελετών μπορούμε όμως να αναφέρουμε αυτό που σκέφτονταν η τριμερής Επιτροπή για το πρόβλημα αυτό το 1975. Η Trilateral Commission δημιουργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 από τις χώρες που ανήκουν στις τρεις πιο βιομηχανικές περιοχές του πλανήτη (Ιαπωνία, ΗΠΑ, Ευρώπη). Στις προθέσεις των προαγωγών της αυτή αποτελούσε ένα είδος «υπερεθνικού παγκόσμιου κυβερνήτη» και συγκέντρωνε μέσα της τόσο στελέχη των διαφόρων κυβερνήσεων όσο βιομηχάνους, στρατηγούς, κοινωνιολόγους, γνωστούς δημοσιογράφους, οικονομολόγους, πολιτικούς, επιστήμονες και ούτω καθεξής: τους «καλύτερους», στις προθέσεις των αντιπροσώπων και των συνεργατών του συστήματος. H «Trilateral» συναντιόνταν μία φορά το χρόνο σε διαφορετικές πρωτεύουσες με στόχο το συντονισμό της διεθνούς πολιτικής κυριαρχίας σε διεθνές επίπεδο. Δεν είναι εδώ ο τόπος για να εξεταστεί η σημασία αυτού του οργανισμού, αλλά και η υπερεκτίμηση που έγινε αυτού (για παράδειγμα, για τις B.R. ήταν η απόδειξη της ύπαρξης του SIM: ιμπεριαλιστικού Κράτος των πολυεθνικών), αλλά για να επαληθεύσει τη σημασία που απέδιδαν οι καπιταλιστικές νοημοσύνες στις κοινωνικές διαδικασίες που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Λένε λοιπόν οι «τριμερείς» στις συναντήσεις του 1975: «Σήμερα, μια σημαντική απειλή προέρχεται από τους διανοούμενους και συναφείς ομάδες που ισχυρίζονται και υποστηρίζουν την αποστροφή τους στη διαφθορά, τον υλισμό και την αναποτελεσματικότητα της δημοκρατίας, καθώς και στην υποταγή του δημοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης στον ‘μονοπωλιακό καπιταλισμό’. Η ανάπτυξη μεταξύ των διανοουμένων μιας ‘ανταγωνιστικής κουλτούρας’ έχει επηρεάσει σπουδαστές, μελετητές και μέσα ενημέρωσης […]. Οι προηγμένες βιομηχανικές κοινωνίες δημιούργησαν ένα στρώμα διανοούμενων με προσανατολισμό από τις αξίες, οι οποίοι συχνά ψηφίζουν για να δυσφημίσουν την ηγεσία-leadership, να αμφισβητήσουν την εξουσία και τις αρχές και να ξεσκεπάσουν και να αρνηθούν νομιμοποίηση των καθιερωμένων δυνάμεων και εξουσιών εφαρμόζοντας μια συμπεριφορά που έρχεται σε αντίθεση με αυτή της ομάδας των τεχνοκρατών διανοουμένων και προσανατολισμένων από την πολιτική.  […] αυτή η εξέλιξη αντιπροσωπεύει για το δημοκρατικό σύστημα μια εξίσου σοβαρή απειλή, τουλάχιστον δυνητικά, με εκείνες που υπήρχαν στο παρελθόν από αριστοκρατικές ομάδες, φασιστικά κινήματα και από τα κομμουνιστικά κόμματα» (3)
Αποτέλεσμα εικόνας για rivista l'Erba Voglio anni 70
Αφήνοντας κατά μέρος την αναφορά στα «φασιστικά κινήματα» που αναφέρονται εδώ για να εξορκίσουν εκλεπτυσμένα »ένα πτώμα στο ντουλάπι» και να δώσουν δύναμη στην πολιτική των αντίθετων εξτρεμισμών, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτές οι παρατηρήσεις δείχνουν την ανησυχία των ελίτ της εξουσίας απέναντι σε εκείνους τους «διανοούμενους που ως κοινωνική ομάδα ωθούνται στην πρωτοπορία των κοινωνικοπολιτικών αγώνων» (4]  οι σχέσεις του πνευματικού κόσμου με την κοινωνία αλλάζουν ριζικά, σε έναν κόσμο όπου «Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι η σύγχρονη πολιτιστική επανάσταση θα είναι πιο ειρηνική από τις βιομηχανικές επαναστάσεις του παρελθόντος» και όπου »η έλλειψη ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης όχι μόνο εμποδίζει τις διαπραγματεύσεις και την άμεση συμφωνία […], αλλά είναι επίσης η αιτία της γενικής απροθυμίας των νέων να δεχθούν γενικής χρήσης χειρωνακτικές θέσεις εργασίας, υπό αμειβόμενες» (5). Η εισήγηση του 1975 συνεχίζει με την ελπίδα μιας δημοκρατίας »δυνατότερης» και μια νέα πολιτική κουλτούρα  «δυνατότητας διακυβέρνησης». Η «Berufverbot» (6) στη Γερμανία και η «νομοθεσία έκτακτης ανάγκης» στην Ιταλία, θα είναι η θεσμική μετάφραση αυτών των προβληματισμών που θα πραγματοποιηθεί τα επόμενα δύο χρόνια. Με αυτό δεν θέλουμε να πούμε ότι τα πάντα μπορούν να αναχθούν σε μια «συνωμοσία» από τα επάνω, στην ύπαρξη ενός σκοτεινού και αήττητου εγκεφάλου της καπιταλιστικής εντολής που όλα τα προβλέπει και σχεδιάζει, αλλά, αντίθετα και ακριβώς για τον λόγο αυτό, μπροστά στην ανάγκη να έχουμε κατά νου ότι η δυναμική του «σχεδίου και του αντισχεδίου», η σύγκρουση μεταξύ του ανταγωνιστικού σχεδιασμού, μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, σε όλες τις μορφές και εκφάνσεις της, καθορίζει έναν αμοιβαίο εμπλουτισμό των αντιτιθέμενων δυνάμεων και νοημοσυνών και ότι σε αυτή τη σύγκρουση η επαναστατική διαδικασία παίζει, καθορίζει τις δικές της τύχες. Κατά τη διάρκεια των «δέκα χρόνων που συγκλόνισαν τον κόσμο» – από την Κίνα στις ΗΠΑ, από την Αγγλία στη Γερμανία. από την Ιαπωνία στη Γαλλία. από την Λατινική Αμερική στην Αφρική, την Ασία και τη Μέση Ανατολή – είναι δύσκολο να εξηγηθεί ο ρόλος της επικοινωνίας ως απαίτηση- έκφραση των μαζικών αγώνων.
Σχετική εικόνα
Μπορούμε να διακινδυνεύσουμε να δώσουμε νομιμοποίηση στις σχηματικές προβλέψεις του McLuhan που από την εποχή της T.V. και της μαζικής επικοινωνίας αντλεί τη θεωρία του πλανήτη ως «παγκόσμιο χωριό», δηλαδή να υπερβάλλουμε, να γιγαντώσουμε τη σημασία που αποδίδουν οι ανταγωνιστές στην επιτευχθείσα «ανασύνθεση» του προλεταριάτου σε διεθνές επίπεδο, αυτό που είναι βέβαιο πως μπορούμε να επαληθεύσουμε στα ίδια τα προϊόντα της «ανταγωνιστικής επικοινωνίας», όπου ίσως να εκπλήσσει το γεγονός πως στο off-set φύλλο της Tradate ή στο μικρό περιοδικό του Corsano (Lecce) υπάρχουν αναλύσεις τόσο προσεκτικές και «ενημερωμένες» για τους αγώνες του Ντιτρόιτ, ή του SanBenedetto del Tronto, τηw σχέσης μεταξύ του Ισλάμ και του μαρξισμού ή της σύνδεσης μεταξύ της επιστήμης του κεφαλαίου και του χημικού πολέμου στο Βιετνάμ. Από το 1968 και την προηγούμενη δεκαετία είχε κληρονομηθεί. και με μια συνειδητή «ανατροπή» ένας κόσμος «πιο ενωμένος, πιο αλληλοεξαρτώμενος, πιο οδυνηρά συνειδητοποιημένος του κοινού πεπρωμένου του, απ΄όσο υπήρξε προηγουμένως». Χωρίς αυτή την κληρονομιά που καθορίζεται από την κυκλοφορία της επικοινωνίας και των αγώνων, ο αυθορμητισμός, όπως λέμε η «φυσικότητα» και ο πλούτος των ιδίων θα ήταν ακατανόητοι, θα ήταν ακατανόητο το γεγονός ότι για το κίνημα, παντού ο κόσμος ήταν το πραγματικό σενάριο κάθε μάχης, το αληθινό ακροατήριο κάθε χειρονομίας
Σχετική εικόνα
Με την αργή αποσύνθεση των ομάδων που ξεκίνησε το 1974-75, τεράστιες ποσότητες νοημοσύνης που σχηματίστηκαν μέσα στη στράτευση «απελευθερώνονται». Ο ίδιος ο χώρος της αυτονομίας θέτει το πρόβλημα της μη διασποράς αυτής της κληρονομιάς αγωνιστών, και ήδη το 1973 είχε δημοσιεύσει ένα έγγραφο με τίτλο «Να ανακτήσουμε τις υποκειμενικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν από τις ομάδες». Αλλά είναι από τον αυθορμητισμό-αναγκαιότητα της κοινωνικής επικοινωνίας που δημιουργούνται συναντήσεις και διασταυρώσεις μεταξύ των παλαιών αγωνιστών και των νέων νοημοσυνών. Το κοινό έδαφος επάνω στο οποίο συναντώνται δεν σχηματίστηκε μονάχα «από την ανάγκη να τεθεί ξανά υπό αμφισβήτηση ένας ορισμένος ιστορικός-θεωρητικός μηχανισμός και να ενημερωθεί, να επικαιροποιηθεί, αλλά ουσιαστικά αποτελούνταν από τις αγωνιστικές δομές του πολιτισμού που σχηματίστηκαν, ενάντια σε κάθε υποθήκη ομάδας και κάθε κομματικό ‘νονό’, από το 1974-75 και μετά. Αυτοδιαχειριζόμενες δομές, βασισμένες μόνο στη νοημοσύνη, στο δικό τους εργατικό δυναμικό και στην τέχνη να τα βγάζουν πέρα, οι οποίες όχι μόνο επέτρεψαν τη διάδοση της νέας πολιτικής και κοινωνικής επικοινωνίας, αλλά ευνόησαν τη γέννηση μιας διαφορετικής γλώσσας και μιας οργανωτικής δομής διαφορετικής, κυτταρικής, τοπικής, άτυπης, μερικές φορές μη δηλωμένα πολιτικής, που επέτρεψε να ανακυκλωθούν σύντροφοι απογοητευμένοι και που κατέληξαν στο σημείο να χτίσουν μια ενδοχώρα, έναν ιστό στον οποίο όλοι στη συνέχεια κατέφυγαν ως δομή να υπηρετήσουν» (7).
Και ακριβώς είναι στην έννοια των «ενδιάμεσων δομών λειτουργίας στο κίνημα» που γεννιούνται κατά τη διάρκεια της διετούς περιόδου 1974-75 δεκάδες και δεκάδες βιβλιοπωλεία, κέντρα δεδομένων, αρχείων, συλλογής εγγράφων, αυτοδιαχειριζόμενα κυκλώματα διανομής, μικρές αυθεντικές και δημιουργικές εκδοτικές εταιρείες. Τα περιοδικά που γεννιούνται εκείνη την περίοδο ακουμπούν, υποστηρίζονται ή γεννιούνται σχεδόν όλα μέσα σε εκείνο το άτυπο κύκλωμα παραγωγής. Ο Elvio Fachinelli, που παρεμβαίνει σε μια πολεμική σχετική με τις πολιτιστικές αξίες που εκφράστηκαν από το κίνημα έχει διευκρινίσει: «Κάθε βαθιά αλλαγή δεν μπορεί παρά να προέλθει από μια εξτραπολιτιστική σφαίρα, ούσα πρώτα μια αλλαγή της ζωής. Είναι μετά εκεί, σε ένα ορισμένο σημείο, που οι κόμβοι, τα πολιτιστικά δίκτυα, ξαναχτίζονται. Επομένως, είναι προφανές ότι το ’68 παρήγαγε τα φυλλάδια. Όποιος λέει ότι δεν έχει παραγάγει τίποτα είναι διότι σκέφτεται με το μυαλό κάποιου που βρίσκεται ήδη μέσα σε μια συγκεκριμένη εδραιωμένη κουλτούρα, κατεστημένη, που χρειάζεται μόνο να διαιωνίσει. Αλλά δίπλα στο φυλλάδιο υπήρξε η μορφή γραφής σε στενή σχέση με αυτό, εκείνη των περιοδικών«: «Quaderni Piacentini», «Primo Maggio»,«Aut Aut», «Sapere», «Ombre Rosse», «l’Erba Voglio», «A/traverso», για να αναφέρουμε τα γνωστότερα. Σε αυτό το έδαφος δύσκολα κάποιος μπορεί να δώσει σημεία. Τα πιο ζωντανά περιοδικά υπήρξαν και εξακολουθούν να είναι αυτά της νέας αριστεράς. Αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι αυτός είναι ένας από τους πιο σημαντικούς, τους πιο ζωντανούς τομείς του πολιτισμού, όπου τα εργαστήρια ιδεών, συχνά ανθρώπων που ζουν και μαζί, παράγουν συζητήσεις που μεταδίδονται σε σύντομο χρονικό διάστημα σε μια τεράστια περιοχή, επιτυγχάνοντας έτσι να τονωθούν και να προωθηθούν νέες συμπεριφορές ακόμη και στην πιο απομακρυσμένη επαρχία. Το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα του περιοδικού υπήρξε, εκτός από κάποιες περιπτώσεις που μπορούν να μετρηθούν στις άκρες των δακτύλων, πάντα υψηλότερο από εκείνο του βιβλίου.
Αποτέλεσμα εικόνας για rivista Aut Aut, anni 70
σύγχρονη σκέψη

Δεν χρειάζεται πια η εργασία Di lavoro non ce n’è più bisogno

στις 16 Ιουλίου 2015.
του FRANCO BERARDI BIFO

Στα τέλη των χρόνων ’70, μετά από δέκα χρόνια άγριων απεργιών, η διοίκηση της  FIAT συγκάλεσε τους μηχανικούς ώστε να εισαγάγουν τεχνικές μετατροπές χρήσιμες να μειώσουν την απαραίτητη εργασία, και να απολύσουν τους εξτρεμιστές που είχαν μπλοκάρει της αλυσίδες συναρμολόγησης. Θα είναι για αυτό θα είναι για εκείνο  γεγονός είναι πως η παραγωγικότητα αυξήθηκε πέντε φορές στην περίοδο που βρίσκεται ανάμεσα στο  1970 και το 2000. Να το πούμε και αλλιώς, στο 2000 ένας εργάτης μπορούσε να παράξει εκείνο που στο 1970 χρειάζονταν πέντε. Ηθική του παραμυθιού: οι εργατικοί αγώνες μεταξύ άλλων χρειάζονται ώστε να έρθουν οι μηχανικοί για να αυξήσουν την παραγωγικότητα και να μειώσουν την απαραίτητη εργασία.

Σας φαίνεται κάτι καλό ή κακό? Εμένα μου φαίνεται κάτι άριστο εάν οι εργάτες έχουν την δύναμη  (κι εκείνους τους καιρούς την είχαν πανάθεμα με) να μειώσουν το ωράριο εργασίας για τον ίδιο μισθό. Κάτι χείριστο εάν τα συνδικάτα αντιτίθενται στην καινοτομία και υπερασπίζονται την θέση εργασίας δίχως να καταλαβαίνουν πως η τεχνολογία αλλάζει τα πάντα και για εργασία δεν υπάρχει πλέον ανάγκη.

Εκείνη την φορά δυστυχώς τα συνδικάτα πίστεψαν πως η τεχνολογία ήταν ένας εχθρός από τον οποίον χρειάζονταν να αμυνθούν. Κατέλαβαν το εργοστάσιο για να υπερασπιστούν την θέση εργασίας και προβλέψιμα το αποτέλεσμα ήταν πως οι εργάτες έχασαν τα πάντα.
Μπορούσε όμως να γίνει διαφορετικά? θα ρωτήσετε εσείς? Βέβαια και γίνονταν. Τότε μια μικρή μειοψηφία είχε πει: Να εργαζόμαστε λιγότερο για να εργαζόμαστε όλοι, και μάλιστα κάποιος πονηρότερος είπε: να εργαζόμαστε όλοι για να εργαζόμαστε λιγότερο. Τους επιτέθηκαν σαν εξτρεμιστές , κάποιους μάλιστα τους συνέλαβαν για ανατρεπτική ένωση.

To 1983 στην πιο άσχημη χώρα του κόσμου υπήρχε μια κυβέρνηση καθοδηγούμενη από μια κυρία στην οποίαν άρεσε το μαστίγιο. Είχε πει πως η κοινωνία δεν υπάρχει  (there is no such thing as society) για να πει πως ο καθένας είναι μόνος του και πρέπει να πολεμά ενάντια σε όλους τους άλλους με αποτέλεσμα ένας στους χίλιους να μπορεί να κάνει ζωή καλή και να τρέχει με  Roll Royce, ένας στους εκατό να ζει ευπρεπώς και όλοι οι άλλοι να πρέπει να κάνουν μια ζωή σκατένια που πιο σκατένια δεν γίνεται να φανταστείς.  Όμως ας γυρίσουμε πίσω σε εμάς, δεν πληρώνομαι φυσικά για να μιλώ άσχημα για την Αγγλία. Μια μέρα η κυρία αποφάσισε πως ανθρακωρυχεία δεν χρειάζονταν πλέον ούτε οι ανθρακωρύχοι. Τι θα είχατε κάνει εάν η ζωή σας πήγαινε τόσο άσχημα ώστε να βρίσκεστε να κάνετε τον ανθρακωρύχο σε μια σκατένια χώρα όπου στην επιφάνεια βρέχει πάντα και υπάρχει η Θάτσερ, και κάτω από την γη είναι ακόμη χειρότερα ?

Δεν ξέρω εσείς, μα στην περίπτωση που εγώ θα έκανα τον ανθρακωρύχο και κάποιος μου έλεγε πως δεν υπάρχει πλέον ανάγκη από ορυχεία θα ευχαριστούσα τον ουρανό και θα ζητούσα έναν μισθό ιθαγένειας. Δεν έκανε το ίδιο ο  Arthur Scargill που ήταν ο ηγέτης ενός συνδικάτου που ονομάζοντανche Union Miners. Ένα δοξασμένο συνδικάτο που οργάνωσε έναν ηρωικό αγώνα ενάντια στις απολύσεις όπως θα έλεγε ο Ken Loach. Ξέρω πολύ καλά πως δεν θα κάνουμε τους εξυπνάκηδες με τίποτα διότι υπήρξε μια τραγωδία για δεκάδες χιλιάδες εργαζομένων και για τις οικογένειές τους: φυσικά οι ανθρακωρύχοι έχασαν τον αγώνα την εργασία και τον μισθό, και ήταν μόνο η αρχή. Η ανεργία είναι σήμερα σε αύξηση σε κάθε χώρα της. Το μισό του νεανικού πληθυσμού δεν έχει έναν μισθό, ή έχει ένα μισθό άθλιο και επισφαλή,  ενώ οι ευρωπαίοι μεταρρυθμιστές έχουν επιβάλει μια αναβολή της ηλικίας συνταξιοδότησης από τα  60 στα 62 στα 64 στα 65 στα 67. Και μετά?

Μπορεί κάποιος να μου εξηγήσει σύμφωνα με τους κανόνες της αριστοτελικής λογικής το μυστήριο σύμφωνα με το οποίο για την θεραπεία της ανεξέλεγκτης ανεργίας χρειάζεται να καταδιώκουμε βάναυσα τους μεγάλους που εργάζονται αναγκάζοντάς τους να ξεφυσάν στον αιγιαλό μιας σύνταξης που δεν έρχεται ποτέ? Κανείς υγιής στα μυαλά μου απαντά, διότι η απάντηση δεν βρίσκεται στους κανόνες της αριστοτελικής λογικής, αλλά μόνο στους κανόνες της οικονομικής λογικής που με την λογική δεν έχει καμία σχέση αλλά μεγάλη με την σκληρότητα.

Εάν η οικονομική λογική έρχεται σε αντίθεση με την λογική αυτή καθεαυτή, τι θα έκανε ένας άνθρωπος προικισμένος με κοινό νου? Θα μετέτρεπε την οικονομική λογική για να την κάνει να υποκύψει στην λογική, όχι? Αντιθέτως ο Giavazzi [μάλλον ο ιταλός Τσακαλώτος] λέει πως η λογική μπορεί να πάει να γαμηθεί διότι εμείς ήμαστε μοντέρνοι (και δεν ήμαστε σαν τους έλληνες, όταν αυτοί είπαν ΟΧΙ εννοεί).

Animal Kingdom είναι το όνομα μιας εταιρείας του Saint Denis που πουλά βατράχια και τροφές για σκύλους. η Candelia πουλά έπιπλα γραφείου. Μοιάζουν νορμάλ επιχειρήσεις αλλά δεν το είναι με τίποτα, διότι όλο το business αυτών των εταιρειών είναι ψεύτικο: ψεύτικοι οι πελάτες που τηλεφωνούν, ψεύτικα τα προϊόντα που κανείς δεν παράγει, ψεύτικη μέχρι και η τράπεζα όπου οι  fake companies ζητούν ψεύτικα δάνεια.

Όπως διηγείται ένα άρθρο των New York Times της 29 μαίου, απ’ όπου βγαίνει το συμπέρασμα πως ο καπιταλισμός πάσχει από γεροντική άνοια, στην Γαλλία υπάρχουν μια εκατοστή από ψεύτικες εταιρείες, και φαίνεται πως στην Ευρώπη υπάρχουν χιλιάδες.
Εκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν μισθό και εκατομμύρια θα χάσουν την δουλειά τα επόμενα χρόνια για έναν λόγο πολύ απλό: για δουλειά δεν υπάρχει πλέον ανάγκη. Πληροφορική, εξυπνάδα τεχνητή, ρομποτική καθιστούν δυνατή την παραγωγή αυτού που χρειαζόμαστε με την χρήση μιας όλο και μικρότερης ποσότητας ανθρώπινης εργασίας. Αυτό το γεγονός είναι δεδομένο σε οποιονδήποτε σκέφτεται και διαβάζει τις στατιστικές, μα κανείς δεν μπορεί να το πει: είναι tabù και μεγαλύτερο tabù δεν υπάρχει, διότι ολόκληρο το κατασκεύασμα της κοινωνίας στην οποίαν ζούμε βασίζεται στην παραδοχή πως όποιος δεν δουλεύει δεν τρώει. Μια παραδοχή ηλίθια, μια δεισιδαιμονία, μια συνήθεια πολιτιστική από την οποίαν θα πρέπει να απελευθερωθούμε.

Κι όμως οικονομολόγοι και κυβερνήτες, αντί να βρουν μιαν διέξοδο από το παράδοξο στο οποίο μας μεταφέρει η δεισιδαιμονία της μισθωτής εργασίας επιμένουν να υπόσχονται την επιστροφή της απασχόλησης και της ανάπτυξης. Και μιας και η επανέναρξη είναι ψεύτικη, κάποιοι είχαν αυτή την παράφρονη ιδέα  να δημιουργήσουν εταιρείες όπου προσποιούνται πως εργάζονται για να μην χάσουν την συνήθεια και την εμπιστοσύνη στο μέλλον, καθώς οι άνεργοι μεγάλης διάρκειας (το 52.6 των ανέργων της ευρωζώνης είναι δίχως εργασία πάνω από έναν χρόνο) κινδυνεύουν να χάσουν την πίστη εκτός από τον μισθό.

Ας επιστρέψουμε όμως στο σημείο μας. Λέει ο νεαρός πρόεδρος του συμβουλίου πως το εισόδημα ιθαγένειας είναι κάτι για εξυπνάκηδες διότι σε αυτή την χώρα αυτός που εργάζεται σκληρά μπορεί να τα καταφέρει. Ίσως κάποιος ναι, δεν αισθάνομαι να το αποκλείσω, εδώ όμως μιλάμε για εικοσιοκτώ εκατομμύρια ευρωπαίων ανέργων.  Και μου προκύπτει πως η ανεργία δεν προορίζεται να μειωθεί αλλά να αυξηθεί, και σου λέγω το γιατί.  Διότι για όλη εκείνη την δουλειά  (σκληρή ή μαλακή δεν έχει σημασία) δεν υπάρχει πλέον ανάγκη. Το λέει κάποιος που είναι πιο μοντέρνος του Renzi και του Giavazzi τοποθετημένους δίπλα δίπλα πιστέψτε με. Το λέει ένας νεαρός διανοητικά προικισμένος που ονομάζεται Larry Page. Σε μιαν συνέντευξη που δημοσιεύτηκε από το Computer World τον οκτώβριο του 2014 αυτός ο τύπος, που διευθύνει την πιο μεγάλη εταιρεία όλων των καιρών λέει πως η Google επενδύει μαζικά με κατεύθυνση την ρομποτική. Και ξέρεις τι κάνει η ρομποτική? Καθιστά την εργασία άχρηστη, αυτό κάνει. ο Larry Page προσθέτει πως σύμφωνα με αυτόν μόνον τρελοί μπορούν να σκέφτονται να συνεχίσουν να εργάζονται σαράντα ώρες την εβδομάδα. Κουνάει τους ώμους του πάνω κάτω και λέει: Renzi,  [Τσίπρα και άλλοι βλάκες σαν κι εσάς] να δουλεύουμε σκληρότερα σύμφωνοι, αλλά για να φτιάχνουμε τι?

To Foreign Office στο Report του περασμένου χρόνου έλεγε πως το 45% των εργασιών με τις οποίες σήμερα ο κόσμος κερδίζει τα προς το ζει αύριο θα μπορούσε να εξαφανιστεί διότι δεν θα χρειάζονται πλέον. Αγαπητέ Renzi εδώ έχουμε να κάνουμε με σοβαρά πράγματα, άσε τους μεγάλους να κάνουν και γύρνα στα παιχνίδια σου με τα  video game: χρειάζεται άμεσα ένα εισόδημα ιθαγένειας που θα ελευθερώσει τον κόσμο από την ανόητη ιδεοληψία με την εργασία.

Η κατάσταση όντως είναι τόσο σοβαρή και τόσο απροσδόκητη, που χρειάζεται μια επιστημονική ανακάλυψη που δεν είναι προσιτή στους οικονομολόγους.

Αναρωτήθηκες ποτέ τι είναι μια επιστήμη? Για να μην μακρηγορούμε λέμε πως είναι μια μορφή ελεύθερης από κάθε δόγμα γνώσης, ικανή να συνάγει γενικούς νόμους από την παρατήρηση εμπειρικών φαινομένων, ικανή να προγνώσει εκείνο που θα συμβεί στην βάση της εμπειρίας του παρελθόντος, και για να τελειώνουμε ικανή να καταλάβει φαινόμενα τόσο ριζοσπαστικά καινοτόμα ώστε να τροποποιήσουν τα ίδια παραδείγματα επάνω στα οποία η ίδια επιστήμη  βασίζεται.  Θα έλεγα λοιπόν πως η οικονομία δεν έχει καμία σχέση με την επιστήμη. Οι οικονομολόγοι βασανίζονται από τις εμμονές δογματικών εννοιών όπως ανάπτυξη ανταγωνισμός και εθνικό ακαθάριστο προϊόν. Λεν πως η πραγματικότητα βρίσκεται σε κρίση κάθε φορά που δεν αντιστοιχεί με τα δόγματά τους, και είναι ανίκανοι να προβλέψουν εκείνο που θα συμβεί αύριο, όπως απέδειξε η εμπειρία των κρίσεων των τελευταίων εκατό χρόνων. Οι οικονομολόγοι επίσης είναι ανίκανοι να αποσπάσουν νόμους από την παρατήρηση της πραγματικότητας μιας και προτιμούν η πραγματικότητα να βρίσκεται σε αρμονία με τα δόγματά τους, και ανίκανοι να αναγνωρίσουν πότε αλλαγές της πραγματικότητας αναζητούν μιαν αλλαγή του παραδείγματος.  Μακράν από το να είναι μια επιστήμη, η οικονομία είναι μια τεχνική της οποίας ο σκοπός είναι να λυγίσει, να κάμψει την πολύμορφη πραγματικότητα στα συμφέροντα αυτού που πληρώνει τους μισθούς των οικονομολόγων.

Λοιπόν στάσου να μ’ ακούσεις: δεν υπάρχει πλέον ανάγκη του Giavazzi όλων εκείνων των θλιμμένων προσωπικοτήτων που θέλουν να σε πείσουν πως η απασχόληση σύντομα θα πάρει τ’ απάνω της και η ανάπτυξη επίσης.  Να εργαζόμαστε λιγότερο για ένα εισόδημα ιθαγένειας, να θεραπεύσουμε την κατάσταση της υγείας να πάμε στον κινηματογράφο να διδάξουμε μαθηματικά, και να κάνουμε εκείνα τα χίλια χρήσιμα πράγματα που δεν είναι εργασία και δεν χρειάζονται ανταλλαγή με μισθό. Γιατί ξέρεις τις σου λέω: δεν χρειάζεται πια η εργασία.

* Δημοσιεύτηκε στο νούμερο του ιουλίου της νέας σειράς του “Linus”.
http://www.commonware.org/index.php/neetwork/598-di-lavoro-non-piu-bisogno

θεωρία, teoria · οικονομία, economia

Για την ελληνική εφεύρεση της λέξης ‘Οικονομία’

economia[4]Sull’invenzione greca della parola ‘Economia’
di Clément Homs
Για την ελληνική εφεύρεση της λέξης ‘Οικονομία’

fonte: SORTIR DE L’ECONOMIE

Στη διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων του V αιώνος προ Χριστού, στην αρχαία Ελλάδα, γεννιέται ένα νέο λογοτεχνικό και φιλοσοφικό είδος που στη διάρκεια του επόμενου αιώνα θα δει τον πολλαπλασιασμό έργων που μιλούν για τον τρόπο διαχείρισης μια μεγάλη κληρονομιά αγροτική και γεωργική : πρόκειται για την εφεύρεση της οικονομικής βιβλιογραφίας. Η λέξη οικονομία εμφανίζεται για πρώτη φορά, γύρω στο 380 προ Χριστού, σε ένα κείμενο του Αθηναίου Ξενοφώντα. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε την εμφάνιση αυτών των συγγραμμάτων παρά μόνο βασιζόμενοι επάνω στις συγκεκριμένες πρακτικές που προηγήθηκαν.Είναι γύρω στο τέλος του V αιώνα, με τη λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, που ξεκινά να απογειώνεται το εμπόριο και η χρηματική αποτίμηση, και η ξαφνική έκρηξη αυτού του οικονομικού φαινομένου είναι συνδεδεμένη στις σημαντικές μετατροπές που εμφανίζονται στο στρατιωτικό πεδίο : το μοντέλο του πολίτη-στρατιώτη, που μέχρι τότε χρησιμοποιούνταν από τις πόλεις και τα βασίλεια, παραχωρεί τη θέση του στο πρότυπο του μισθοφόρου. Τα πρόσωπα πουλούν σώματα και δραστηριότητες σε αντάλλαγμα χρήματος. Αυτά τα πρόσωπα στη συνέχεια θα πάνε να καταναλώσουν το χρήμα – που είναι ο σκοπός αυτών των δραστηριοτήτων – αγοράζοντας προϊόντα, και με αυτό τον τρόπο συμβάλλουν στην ανάπτυξη της εμπορευματοποίησης και της νομισματοποίησης της παραγωγής, που μέχρι εκείνη τη στιγμή περιορίζονταν σε αυτό-κατανάλωση σαν βάση της ζωής, στην οποία η εμπορική ανταλλαγή ήταν μόνο συμπληρωματική. Επίσης, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος, στο τέλος του IV αιώνα, νικάει τους Πέρσες, χρησιμοποιεί τον θησαυρό των ηττημένων για να ‘προσλάβει’ μεγάλες μάζες μισθοφόρων που θα επηρεάσουν με την ξεχωριστή τους κατανάλωση από κάθε παραγωγική δραστηριότητα.

Ξενοφών ο Αθηναίος, όταν ξέσπασε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, είναι ένας μεγάλος ξεπεσμένος αριστοκρατικός, που μετατρέπεται σε έναν απλό στρατιώτη μισθοφόρο και που, με αυτό τον τρόπο, κάνει την τύχη του, καταφέρνοντας να επιτρέψει στον εαυτό του, προς το τέλος της ζωής του, να γίνει μεγάλος ιδιοκτήτης γης, αγοράζοντας εκτάσεις κοντά στην Ολυμπία. Στο πρώτο του πόνημα, που πήρε τον τίτλο ‘Οικονομικό’, στο οποίο εμφανίζεται για πρώτη φορά ο όρος ‘οικονομία’, ο Ξενοφών μας μιλά για την εμπειρία του, σε σχέση με την ιδιοκτησία του στη Σιλούντα, εμπειρία που θέλει να μοιραστεί με τους άλλους μεγάλους ιδιοκτήτες γης, παρουσιάζοντας την ιδέα του για την εκμετάλλευση της γης. Αυτός, ο αριστοκράτης που καταστράφηκε και ανάκτησε μια νομισματική περιουσία που χρησιμοποιεί για την καινούργια του ιδιοκτησία. Το βιβλίο παρουσιάζεται σαν μια συνθήκη, ένα πόνημα πάνω στην γεωργία από το οποίο προκύπτει πώς αυτή μπορεί να καταστεί κερδοφόρα, επιτρέποντας του να ανακτήσει την τύχη του και την προηγούμενη κοινωνική του κατάσταση, μόνο εάν ο ιδιοκτήτης ασχολείται με την διαχείριση και καταφέρει να κυβερνήσει τη γυναίκα του, τους δούλους του και τον παράγοντα του. Όλο ένα πρόγραμμα. Ο συγγραφέας μας μεταφέρει μια συζήτηση φανταστική με έναν κτηματία, τον Ισόμαχο, ο οποίος διηγείται πως κανονίζει economia DomesticFrieze[6]για την παραγωγή και πως προμηθεύει κατά το πλείστον την αγορά. Πράγματι, ο Ξενοφών ασκεί γεωργία όσο το δυνατόν περισσότερο προσανατολισμένη στην εμπορία, και όχι μοναχά στην οικογενειακή αυτό κατανάλωση έτσι όπως αντιθέτως είναι συνήθεια στις γεωργικές δομές [μόνο το 15% ανταλλάσονταν, συνήθως, το υπόλοιπο προορίζονταν στην αυτό κατανάλωση ]. Για να αυξήσουν τη δυνατότητα εμπορίου των ιδιοκτησιών τους, προτείνει στο πόνημα του αυτό που για εκείνον λειτούργησε : τον συνδυασμό πολυκαλλιέργειας και εκτροφής-αναπαραγωγής αλόγων και βοοειδών. Εμπνεύστηκε, γι αυτό, από τους περσικούς ‘παραδείσους’ που είχε τη δυνατότητα να γνωρίσει στην Μικρά Ασία : μοντέλα αγροτικής εκμετάλλευσης που είχαν αντιμετωπίσει ολότελα την εμπορία και που ήταν παραθεριστικές κατοικίες για την περσική αριστοκρατία, πέρα από το να είναι χώροι για το κυνήγι.

Έτσι, όταν εμφανίζεται για πρώτη φορά ο όρος ‘οικονομία’, η έννοια που αποδίδεται στη λέξη είναι εκείνη της διαχείρισης του οίκου, δηλαδή της μεγάλης γεωργικής ιδιοκτησίας που το αφεντικό πρέπει να αποκτήσει και να διαχειριστεί. Υπάρχει ένα δεύτερο πόνημα με τον ίδιο τίτλο, Το οικονομικό, γραμμένο από τη Σχολή του Αριστοτέλη, που τίθεται στην ίδια γραμμή με εκείνο του Ξενοφώντα, που αντανακλά επίσης τη διάκριση ανάμεσα σε πολιτική και οικονομία, και αυτό επίσης ένα εγχειρίδιο καλής διαχείρισης για ιδιοκτήτη μεγάλης έκτασης.
Στη διάρκεια του ΙV αιώνα, η λέξη ‘οικονομία’ χάνει γρήγορα την σημασία που της έχει αποδοθεί από τα εγχειρίδια για τους γεωργικούς διαχειριστές των περιουσιών της ελληνικής αριστοκρατίας, και ξεκινά να γνωρίζει μια επέκταση της σημασίας της στην δημόσια περιουσία, που αναφέρεται στις περιοχές των βασιλείων και εκείνων των πόλεων. Λαμβάνει χώρα κατά κάποιο τρόπο, μάλλον χρόνο, η εφεύρεση της πολιτικής οικονομίας. Η στιγμή κατά την οποία η πολιτική γίνεται οικονομία και η οικονομία γίνεται πολιτική. Θα είναι ο ίδιος ο Ξενοφών που, επιστρέφοντας στην Αθήνα το 335 προ Χριστού, βλέπει τον θησαυρό της αγαπημένης του πόλης υπερφορτωμένο από τον Συμμαχικό Πόλεμο, από τον οποίο η Αθήνα βγαίνει, και αποφασίζει να γράψει ένα δεύτερο πόνημα οικονομίας, τους ‘Πόρους’ [τα ‘έσοδα’], με σκοπό να επιρρεάσει έναν πολιτικό άνδρα που κατά την γνώμη του πρόκειται να φτάσει στην εξουσία, τον Εύβουλο. Σαν να λέμε, μπροστά από την εξουσία, ο Ξενοφών είναι με κάποιο τρόπο ένα είδος Serge Latouche της εποχής : ο αιώνιος πωλητής από σαλάτες στους πάγκους των ‘πολιτικών προγραμμάτων’ που έχουν κρυώσει με αυτόματες ρίψεις υδρατμών.

Σε αυτό το νέο πόνημα, οι λύσεις που προτείνονται για να μπουν ξανά σε τάξη τα αθηναϊκά οικονομικά συνοψίζονται κάπως έτσι : στην θαλασσοκρατική αυτοκρατορία της Αθήνας, που βρίσκεται πλέον σε κομμάτια εξ αιτίας του πολέμου, θα πρέπει να αντικατασταθεί ένα σύστημα συνεπές και ορθολογικό οικονομικών σχέσεων. Παρακολουθούμε έτσι το ντεμπούτο στη σκηνή της ιστορίας της πολιτικής οικονομίας, που εμφανίζεται στην πληρότητα της συνδεδεμένη με την μεταφορά της στην εξουσία. Για να ισορροπήσουν τις εισαγωγές, απαραίτητες για τον ανεφοδιασμό της πόλης [300.000 άτομα], πρέπει σύμφωνα με τον πρωτο-τεχνοκράτη μας, με τρόπο τελείως πρωτο-colbertista [από τον Jean-Baptiste Colbert], να αναπτυχθούν οι εξαγωγές [μάρμαρα, μεταλλεύματα ασημιού] χάρη σε ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της πόλης, ήτοι την κεντρική θέση του λιμανιού της, του Πειραιά. Ζητείται λοιπόν από τους πολιτικούς άνδρες που βρίσκονται μέσα στα πράγματα να θέσουν σε πράξη τρεις καινοτομίες, για να προμηθεύσουν την πόλη με τα απαραίτητα έσοδα για τις δαπάνες της :
-πρέπει να τραβήξουν προς τον Πειραιά με ελκυστικά μέτρα, τους δημιουργούς νομισματικού πλούτου, δηλαδή τους ‘μέτοικους’, τους ξένους, διότι, όσοι περισσότεροι έλθουν, τόσοι περισσότεροι φόροι επί των ξένων κατοίκων θα παρέχουν έσοδα στην πόλη,
-πρέπει επίσης να ενταθεί και να ορθολογισθεί η εκμετάλλευση των ορυχείων του Λαυρίου, με σκοπό την αύξηση των εξαγωγών : παρακολουθούμε έτσι επίσης στο ντεμπούτο της ‘εθνικοποίησης’ : η πόλη πρέπει να καταστεί ιδιοκτήτης της δουλικής εργατικής δύναμης που είναι απαραίτητη και θα παρείχε σημαντικά τακτικά έσοδα. Let’s Dance!!!

Αυτή η επέκταση της έννοιας της λέξης ‘οικονομία’, από την μεγάλη ιδιοκτησία γης της αριστοκρατίας που εμπορικοποιείται προς τα δημόσια οικονομικά της πόλης ή του βασιλείου, βρίσκεται και σε ένα άλλο πόνημα : το κείμενο του Ψευδο Αριστοτέλη, ‘Τα Οικονομικά’, που γράφτηκε γύρω στο 340 πΧ. Εδώ έχουμε το πρώτο εγχειρίδιο που προορίζεται όχι για μια πόλη, αλλά για βασίλειο, και ιδιαίτερα για την διαχείρηση ενός τμήματος [η σατραπία που διοικείται από σατράπη και η διαχείρηση του, ένα είδος περιφερειακής κυβέρνησης] του βασιλείου των Σελευκιδών, όπου μαθαίνουνε πως να εφαρμόζουν χρηματικούς φόρους, πως να εξασφαλίζουν μεγάλα έσοδα από τις αγροτικές περιουσίες και από τις εξορυκτικές εγκαταστάσεις, όπως και τις βιοτεχνικές, του βασιλείου, πως να εξασφαλίζουν χρηματικά πλούτη, και θα ληφθεί ξανά σε όλα και για όλα το 1616, στη Συνθήκη πολιτικής οικονομίας του Antoine de Montchrétien, στην οποία αυτός ο συγραφφέας ορίζει την λέξη ‘οικονομία’ σαν το μέσο για την αύξηση του πλούτου του ηγεμόνα μαζί με την ποσότητα πολύτιμων μετάλλων που αυτός κατέχει. Τον XVIII αιώνα, τον μεγάλο αιώνα που θέτει σε γραπτό την οικονομική επιστήμη, θα οριστεί η οικονομία με τον ίδιο τρόπο, χρηματιστικά, σαν την ‘επιστήμη του πλούτου’. Η οικονομία είναι μια τέχνη, δηλαδή, με ετυμολογική έννοια, μια ‘τέχνη’, μια ‘γνώση’ – ‘γνωρίζω να κάνω’ – με σκοπό να αποκτήσω ‘πλούτους’ που μειώνονται σε χρηματικούς πλούτους, στην παραγωγή τους και συσσώρευση τους στα θησαυροφυλάκια, εν συντομία όλο αυτό που έχει να κάνει με θέματα χρημάτων, το εμπόριο και την επιχείρηση. Η οικονομία δεν είναι, για τη σημερινή μας μέρα, ‘το σύνολο των μέσων και των συνθηκών παραγωγής, κατανάλωσης και ανταλλαγής’, όπως θα θέλαμε να πιστέψουμε, μειώνοντας με ένα τέτοιο ορισμό την οικονομία σε σύστημα όπου απαντούμε, μηχανικά και φυσικά’, ‘παραγωγή’, ‘κατανάλωση’ και ‘ανταλλαγή’, σαν να ήταν τα κορδόνια που πρέπει να τραβήξουμε για να σηκωθούμε από την γη, αντί να είναι η επιστήμη που προσπαθεί να απαντήσει στην ερώτηση : ‘πως θα βγάλουμε περισσότερα χρήματα ;’

Διότι στον σημερινό ορισμό, [σαν ‘σύνολο γεγονότων που έχουν σχέση με την παραγωγή, την διανομή και την κατανάλωση του πλούτου σε μια συλλογικότητα’, από το λεξικό Le Petit Robert) ανακαλύπτουμε ξανά τη γεννετήσια έννοια της λέξης οικονομία, σαν ‘τη γνώση του τι να κάνεις’ για την παραγωγή χρήματος, για να δώσεις με καλύτερο, φυσικότερο και αποδοτικότερο τρόπο τον σύγχρονο ορισμό, σαν με το έτσι θέλω και σε όλους τους καιρούς, σε όλους τους τόπους και δίχως εξαιρέσεις, η ‘παραγωγή, η ‘διανομή’, [ συμπεριλαμβανομένης των εμπορικών συναλλαγών για τα απαραίτητα] και η ‘κατανάλωση’, δεν ήταν άλλο από τα ξεχωριστά στοιχεία ενός μοναδικού συνόλου που θα σχημάτιζε το φυσικό και trans- ιστορικό σύστημα της ‘οικονομίας’.
Για να αντιληφθούμε την τερατώδη κατασκευή αυτής της γενικευμένης αποκατάστασης, πρέπει να πάμε να δούμε πως, σαν στους καιρούς των Jacques Attali των αρχαίων χρόνων, οι πρώτοι οικονομιστές του XVII και XVIII αιώνα είναι κυρίως υψηλόβαθμοι Κρατικοί αξιωματούχοι που προσπαθούν να αυξήσουν τα έσοδα του βασιλείου και να βελτιστοποιήσουν τα έξοδα. Η έννοια της ‘οικονομίας’ που επανεμφανίζεται στην μοντέρνα εποχή προέρχεται απευθείας από τη σημασία που είχε στην αρχαία Ελλάδα.
Ο άνδρας του Κράτους Adam Smith, επηρεασμένος από τις ιδέες μιας ‘φυσικής τάξης’ που εμπλέκονται στην εποχή του, προτείνει τη δική του προσωπική λύση, [στο βιβλίο του, με τίτλο δίχως ασάφειες, ‘Ο Πλούτος των Εθνών’] : να ανακαλύψουμε τους ‘οικονομικούς νόμους’ αυτής που είναι μια φυσική τάξη για να τους ενσωματώσουμε σε μια λύση που διασφαλίζει τον μεγαλύτερο αριθμό δυνατών εσόδων για το Κράτος. Η λύση του είναι εκείνη που, εάν το Κράτος ευνοήσει και προωθήσει ‘αγορά που αυτοπροσαρμόζεται’, όπου το κάθε άτομο επιδιώκει το εγωϊστικό του συμφέρον, θα δημιουργηθεί ο μεγαλύτερος δυνατός πλούτος, και έτσι ο όγκος των φορολογικών εισφορών θα καταστεί αυξημένος.
Ο ‘οικονομικός φιλελευθερισμός’, στη σμιθική του μορφή, είναι αφιερωμένος στην ατέλειωτη αύξηση των οργανικών μέσων-εργαλείων του Κράτους. Ο οικονομικός φιλελευθερισμός, έτσι όπως ο δικός μας σύγχρονος αντί-φιλελευθερισμός τυπικά γαλλικός, είναι οι δύο δυνατές μορφές της ίδιας λατρείας για το Κράτος και της ζωής οργανωμένης από την Αγορά [οργανωμένης ή αυτό-οργανωμένης]. Μια φορά που αυτή η οικονομία, σαν αληθινός και καινούργιος τρόπος ζωής, μπήκε για τα καλά στις ζωές μας, [στο τέλος των τριών αιώνων ‘εκσυγχρονισμού’ του Βόρειου ημισφαιρίου, και ενός ακόμη αιώνα για να ‘αναπτύξει’ το Νότιο ημισφαίριο] δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να διατηρήσει τον παλαιό ελληνικό ορισμό του όρου ‘οικονομία’. όλες οι ζωές μας πλέον είναι ήδη ‘οικονομικές ζωές’. Στις στερεές βάσεις του αρχαίου ορισμού που αναδιάρθρωσε ολοκληρωτικά τον κόσμο στη διάρκεια των αιώνων, η επιχείρηση να φυσικοποιήσουμε την οικονομία επέτρεψε τον σύγχρονο ορισμό : ‘σύνολο γεγονότων που έχουν σχέση με την παραγωγή, την διανομή και την κατανάλωση του πλούτου σε μια συλλογικότητα’.Η ζωντανή δραστηριότητα των ατόμων μας μιλά για την ιδεολογική προπαγάνδα, έτσι όπως η προπαγάνδα των γεγονότων εκφράζει σήμερα σε κάθε στιγμή την καθημερινότητας μας, και για την κατανομή της σε ‘παραγωγή’, ‘διανομή’ και ‘κατανάλωση’. Και οι πραγματικές κατηγορίες που έχουν δώσει ζωή σε αυτό το μοντέλο ζωής έχουν πλέον μεταφερθεί σε όλο το σύνολο του πλανήτη, έτσι όπως και στην ιστορία που πέρασε. Ad nauseam. Μέχρι κορεσμού. [μέχρι αηδίας].

θεωρία, teoria

Επιστη/μονικά

 

x-files-fox-moulder-head-desk-reaction-gif-1362421289r[6]

04 gennaio 2014

 

scientifica/mente

 

Επιστη/μονικά

 

Η επιστήμη, σαν μαθηματική γνώση του κόσμου, πρέπει να επικρίνεται σε τέσσερα επίπεδα :
1]. Πρώτα, σαν μεταφυσική, σαν υποβάθμιση του κόσμου σε αντικείμενο γνώσης γυμνό από ότι δεν μετριέται (Galileo, Cartesio). Αυτή η μεταφυσική πρέπει να επικρίνεται.
2]. Μετά, σαν ολοκληρωτική ιμπεριαλιστική ιδεολογία [επιστημονισμός], μια και αξιώνει πως είναι ο μοναδικός τρόπος να γνωρίζουμε τον κόσμο. Η επιστημονικίστικη επιστήμη τείνει να υποτάξει το σύνολο του πραγματικού των ιδεολογικών κατηγοριών της, πράγμα που έχει ‘μαθηματικοποιήσει’ αυτό που δεν ‘μαθηματικοποιείται’, εκτός από το γεγονός ότι ‘μαθηματικοποιούμε’ ανεπαρκώς εκείνο που ‘μαθηματικοποιείται’ [στην γενετική πχ, διαμέσου προγράμματος μεταφυσικού ιδεολογικού και δαρβίνειου]. Ο επιστημονισμός θα πρέπει να ανατραπεί ολοκληρωτικά, βλέπεται το σύνολο των ‘επιστημονικών’ παραδειγμάτων δεν είναι στην πραγματικότητα άλλο από ιδεολογήματα που υιοθετούν επιστημονική γλώσσα [δαρβινισμός, κοινωνικοβιολογία κλπ].
3]. Επίσης, σαν προϋπόθεση επιστημολογική της εργαλειοποίησης του κόσμου, για τον εξορθολογισμό : μια φορά μειωμένος στην κατάσταση μετρήσιμου αντικειμένου, ο κόσμος μας κι εμείς οι ίδιοι γινόμαστε πιθανά εργαλεία στην υπηρεσία της διαδικασίας ορθολογισμού του κόσμου [ορθολογισμός εννούμενος σαν μείωση του συνόλου σε μέσο που έχει ένα παράλογο σκοπό : την αποτελεσματικότητα]. Η τέχνη παίρνει δραστικά μέρος σε αυτό το σχέδιο, διότι να γνωρίζουμε σημαίνει, δυνητικά, να μπορείς να εκμεταλλεύεσαι : και είναι αυτό το οποίο έχει εργαστεί τους τελευταίους δύο αιώνες, διαμέσου της Έρευνας και της Εξέλιξης, και από το ότι Τέχνο-επιστήμη. Η τεχνο-επιστήμη και η ορθολογιστική επιστημολογία της πρέπει να επικριθεί ριζικά : η αποτελεσματικότητα πρέπει να είναι μόνο ένα από τα κριτήρια, και όχι το μοναδικό, και είναι πάνω απ’ όλα ο κόσμος μας που λαμβάνεται σαν σκοπός.
4], Τέλος, σαν ένας από τους τρόπους γνώσης του πραγματικού : ακόμη και αν είχε παραιτηθεί από το μεταφυσικό της πρόγραμμα, από την ολοκληρωτική της απαίτηση, από τα ιδεολογικά της παραδείγματα και από τον ρόλο της στης εκμετάλλευση του κόσμου, αυτή παραμένει, όχι λιγότερο, δυνητικά προβληματική, αμφίθυμη και ποτέ ουδέτερη. Η επιστήμη, μοναχά σαν ένας από τους διαφορετικούς τρόπους γνώσης του πραγματικού, [μαζί με την εννοιολογική-φιλοσοφική γνώση, την πνευματική γνώση κλπ], πρέπει να της γίνεται κριτική, δίχως να εγκαταλείπεται [ αυτό θα ήταν χάσιμο] ή να προσδιορίζεται σαν θεολογία, ή να υποβαθμίζεται εξ αιτίας των προσφάτων ή περασμένων επακόλουθων.
Η επιστήμη πρέπει να διατηρηθεί σαν τρόπος διανοητικής γνώσης του πραγματικού ικανοποιητικός, σε θέση να σημειώσει επαρκώς εκείνο που υπάρχει για να μαθηματικοποιηθεί στον φαινομενικό μας κόσμο, με όλες όμως τις ενστάσεις που αναφέραμε πιο πάνω. Η κριτική που απευθύνουμε δεν είναι με τίποτα η άρνησή της, όμως πρέπει να είναι ριζοσπαστική κριτική για να αποφύγουμε η επιστήμη να παίξει – όπως έκανε χθες, όπως κάνει σήμερα – εκείνο τον καταστροφικό ρόλο, ειδικά στις φράνκεσταιν-βιοτεχνολογικές της εκφάνσεις των τελευταίων χρόνων.

 

fonte: PENSÉE RADICALE EN CONSTRUCTION

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

x-files-fox-moulder-head-desk-reaction-gif-1362421289r[6]