ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Συνέβη ένα εξήντα οκτώ! – E’ successo un sessantotto!

του Sandro Moiso

Guido Viale, il 68, Interno 4 Edizioni 2018, pp. 328, € 22,00

Εδώ και λίγο καιρό βλέπουμε το βιβλίο αυτό στα ράφια των βιβλιοπωλείων, όλα μοιάζουν να είναι έτοιμα να γιορτάσουν μέσα στο 2018 ένα ’68 κάλπικο του οποίου οι πρωταγωνιστές δεν φαίνονται πλέον να είναι οι εργάτες και οι νέοι, φοιτητές ή όχι, που το ταρακούνησαν αλλά μόνο οι διανοούμενοι, οι συγγραφείς, οι εκπρόσωποι του Νόμου και της Κουλτούρας, άνδρες και γυναίκες καλοί για όλες τις εποχές, όλοι σημερινοί εκπρόσωποι του πολιτικού, πολιτιστικού και επικοινωνιακού establishment, με των οποίων βαρετές και κακοήθεις μαρτυρίες ορισμένα περιοδικά έχουν ήδη γεμίσει τις σελίδες αφιερωμένες στην τρέχουσα πεντηκοστή επέτειο ενός κινήματος που ξεκίνησε στην πραγματικότητα πολύ πριν και από τελείως διαφορετικές ακτές. Έτσι όπως έχει ήδη υπογραμμίσει ο Valerio Evangelisti τις τελευταίες ημέρες ακριβώς στην Carmilla.

Για το λόγο αυτό, η σημερινή τέταρτη έκδοση του κειμένου του Guido Viale «Το εξήντα οκτώ μεταξύ επανάστασης και αποκατάστασης-επαναφοράς», “Il sessantotto tra rivoluzione e restaurazione”, που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1978 για τις εκδόσεις Mazzotta, θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμη και αναγκαία, δεδομένου ότι προστέθηκε στο ίδιο μια νέα εισαγωγή από τον συγγραφέα, 64 έγχρωμες σελίδες που αναπαράγουν φυλλάδια, αφίσες, δημοσιεύματα και βιβλία της εποχής εκτός από το βασικό μανιφέστο της φοιτητικής εξέγερσης «Ενάντια στο πανεπιστήμιο», “Contro l’università”, που γράφτηκε από τον Viale και δημοσιεύθηκε τον φεβρουάριο του ίδιου εκείνου έτους στις σελίδες του αριθ. 33 των Quaderni Piacentini. Ενώ για τους λάτρεις των γραφικών και της μνήμης υπάρχει και η εκτύπωση του μανιφέστου που διαδόθηκε από την Κόκκινη Βοήθεια, Soccorso Rosso, τα επόμενα χρόνια, για την υπεράσπιση του Pietro Valpreda και για την καταγγελία των τρομοκρατικών συνωμοτικών σχεδίων του Κράτους, που σχεδίασε ο Guido Crepax.

Ο Guido Viale (τάξη 1943) ζει επί του παρόντος στο Μιλάνο και μετά από τα χρόνια της στράτευσης του που αναφέρονται στη νέα εισαγωγή του στο κείμενο, εργάστηκε ως δάσκαλος, μεταφραστής, δημοσιογράφος, ερευνητής και σύμβουλος σε θέματα διαχείρισης αποβλήτων, περιβάλλοντος, αστικής κινητικότητας και των μεταναστών.
Όπως ο ίδιος λέει στην εισαγωγή, αυτή που αναδημοσιεύθηκε τώρα από τις Εκδόσεις Interno 4:

“ Είναι μια εργασία με την οποία προσπάθησα να «κάνω τον απολογισμό» για το νόημα και την έκταση εκείνων των αγώνων που πέρασαν, την ώρα ακριβώς που έπαιρνα άδεια, που αποχωρούσα από μια δεκαετή έντονη και αδιάκοπη στράτευση πρώτα στο φοιτητικό κίνημα, στη συνέχεια στην συνέλευση εργατών φοιτητών της Φίατ Mirafiori και τέλος στην ομάδα Lotta continua. Σε αυτό το βιβλίο προσπαθούσα να προβάλω τα περιεχόμενα που ήταν ακόμα ζωντανά από αυτά που εκείνα τα δέκα χρόνια στράτευσης μας είχαν διδάξει: υπήρξαν ένα είδος «πανεπιστημίου του δρόμου» από το οποίο όσοι δεν είχαν συμμετάσχει σε αυτό δεν θα μπορούσαν ποτέ ξανά να αντλήσουν τις διδασκαλίες που εμείς είχαμε πάρει, είχαμε συναγάγει. “1

Η πρόθεση από την πρώτη κιόλας έκδοση ήταν στην πραγματικότητα να κινηθεί προς μια κατεύθυνση αντίθετη προς τους δύο δρόμους που αναλήφθηκαν, μόλις δέκα χρόνια αργότερα, από τις εορταστικές εκδηλώσεις για εκείνο του έτος και οι οποίες βασικά είναι εκείνες που εξακολουθούν και σήμερα να ζωντανεύουν προθέσεις της κάλπικης πεντηκονταετίας για την οποίαν ήδη αναφερθήκαμε παραπάνω.

Από τη μία πλευρά τίθετο, και τίθεται και τώρα, ο τεράστιος, o εξαιρετικός χαρακτήρας εκείνων των χρόνων, με την πρόθεση να θεωρηθεί μυθικό το γεγονός τοποθετώντας το σε έναν υψηλό χώρο, με αποτέλεσμα πλέον να το καθιστά αφενός με αυτό τον τρόπο μη εφικτό, απλησίαστο, αφ ετέρου, ακόμη λιγότερο, αδύνατο να χρησιμοποιηθεί στο πολιτικό, κοινωνικό και συγκρουσιακό πλαίσιο και την συγκυρία που ήρθαν να ενεργοποιηθούν στις επόμενες δεκαετίες, τόσο ως κριτήριο και μέτρο σύγκρισης όσο και ως πρότυπο αναφοράς, κι ας είναι άξιο κριτικής και συζητήσιμο.

Από την άλλη πλευρά υπογραμμίζονταν η »τρομοκρατική» μετατόπιση εκείνου του κινήματος, καταλήγοντας με την ισοπέδωση όλων των αγώνων της δεκαετίας που ακολούθησε το 1968 σε σχέση με τις επιλογές που ανέλαβαν στη συνέχεια οι πολυάριθμοι πολιτικο-στρατιωτικοί σχηματισμοί που θα οδηγούσαν, που θα έδιναν ζωή στον ένοπλο αγώνα στην Ιταλία. Μια εμπειρία η οποία, είναι πάντοτε καλό να το θυμίζουμε, θα αποτελούσε, θα συνιστούσε την πιο πυρακτώδη μορφή της κοινωνικής σύγκρουσης στη δυτική Ευρώπη και είδε έναν απίστευτα μεγάλο αριθμό εργατών, γυναικών και νεαρών να κατατάσσονται στις γραμμές της.

Η τρέχουσα πεντηκοστή επέτειος, η οποία με τη σειρά της διασταυρώνεται με τα σαράντα χρόνια από την απαγωγή του Moro που πραγματοποίησαν οι ερυθρές Ταξιαρχίες το 1978, φαίνεται να τονίζει ξανά με ιδιαίτερη έμφαση αυτή τη δεύτερη πτυχή με δηλώσεις που αφήνουν έκπληξη, ειδικά για την επιφανειακή τους αντιμετώπιση και για την εγγενή και αποκλίνουσα ιστορική αρνητικότητα με την οποίαν αντιμετωπίζουν τις ευθύνες του Κράτους, και των στρατιωτικών και αστυνομικών του μηχανισμών καθώς και των κομματικών, στην επιδίωξη μιας αυθεντικής στρατηγικής τρόμου που ξεκίνησε από το φθινόπωρο του 1969 και από τη σφαγή της Piazza Fontana και μετά.

Αρκεί να αναφέρουμε, ως παράδειγμα αυτού, την πρόσφατη δήλωση του σημερινού πρωθυπουργού σε κατάσταση αναστολής ζωτικότητας που στις 16 μαρτίου του τρέχοντος έτους ανέφερε ότι η δράση των ερυθρών Ταξιαρχών πριν από σαράντα χρόνια αποτέλεσε «την πιο σοβαρή επίθεση ενάντια στη Δημοκρατία «.2 Μια δήλωση που από μόνη της αρκεί για να δείξει το ψεύδος του επιτηδευμένου αντιφασισμού, με μοναδικό σκοπό την εκλογική ευκολία, από τις κυβερνητικές δυνάμεις και την θεσμική «αριστερά» πριν την πρόσφατη πρόσκληση στις κάλπες.

Τόσο το κείμενο όσο και οι δύο συνεντεύξεις προς τον συγγραφέα, που το συνοδεύουν στο παράρτημα, εκφράζουν αντιθέτως

“έναν τρόπο αντιπαράθεσης σε εκείνες τις αντίθετες απόψεις τον ουσιαστικό πυρήνα μιας δυνατής ανάκαμψης του πνεύματος του ’68 μέσα σε ένα εντελώς μεταβαλλόμενο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο και συγκυρία<. Με κάθε έννοια, και με όλες τις αισθήσεις, μια άλλη εποχή”.3

Σύμφωνα με τον Guido Viale, ωστόσο, αυτό που χαρακτηρίζει την ουσία του ’68, το απόσταγμα αυτού ήταν ένα είδος παγκοσμιοποίησης των αγώνων σε διεθνές επίπεδο και από τα «χαμηλά» που άρχισε να ξεκινά, πάντα κατά τη γνώμη του συγγραφέα, από ένα ενοποιητικό χαρακτήρα σε παγκόσμιο επίπεδο:

“ο αγώνας ενάντια σε όλες τις ιεραρχίες, μέσα σε όλα τα θεσμικά όργανα που τις εδραιώνουν και τις νομιμοποιούν: οικογένεια, Πανεπιστήμιο, σχολείο, εργοστάσιο, δημόσια διοίκηση, νοσοκομεία (συμπεριλαμβανομένων πολύ σημαντικών τότε των ψυχιατρικών), δικαστήρια, φυλακή, ένοπλες δυνάμεις, συνοικίες και αστικές δομές”4

Ο προβληματισμός ξεκίνησε από εκείνους που θα ήταν οι δύο κινητήριοι πόλοι της σύγκρουσης σε παγκόσμια κλίμακα: το εργοστάσιο και το σχολείο. Εδώ στην Ιταλία από τους πρώτους μήνες, ίσως ακόμη και πριν από εκείνο το έτος, μπήκαν στο προσκήνιο ορισμένοι βασικοί κόμβοι αυτής της οικονομικής έκρηξης για την οποίαν γίνονταν πολύς λόγος, αλλά που είχε στο κέντρο της μια έντονη εσωτερική μετανάστευση, μισθούς και χρόνους εργασίας επαίσχυντους και μια μεταρρύθμιση του μέσου σχολείου, που από το 1963 φαινόταν να έχει ανοίξει τις πόρτες του ανελκυστήρα για την κοινωνική χειραφέτηση ακόμη και για τις λιγότερο ευκατάστατες τάξεις. Φαινόταν, στην πραγματικότητα, επειδή από τις πρώτες καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων και σχολείων ο προβληματισμός των σπουδαστών σε εξέγερση μπορούσε :

“να διαπιστώσει πώς το σχολείο και η εκπαίδευση δεν προσέφεραν ούτε εγγυόταν οποιαδήποτε εξαργύρωση, κάποια αληθινή χειραφέτηση, κάποια προοπτική μιας πιο ελεύθερης και πιο ικανοποιητικής ζωής, καταστρέφοντας έτσι όλες τις άλλες ιεραρχίες που βρίσκονται κάτω από αυτήν: από το εργοστάσιο έως τη δημόσια διοίκηση και σε όλα αυτά που οι γνώσεις που μεταδίδονταν στο Πανεπιστήμιο θα πρέπει να μπορούσαν να παρέχουν μια νομιμοποίηση.”5

Αλλά ακόμα κι αν ο Viale ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές της κατάληψης του Palazzo Campana στο Τορίνο, που από τις 27 νοεμβρίου 1967 θα συνέβαλε στην ανάφλεξη των άλλων ιταλικών πανεπιστημίων και προλαμβάνοντας τον γαλλικό μάιο, είναι το εργοστάσιο και ο μετασχηματισμός κοινωνικών, πολιτικών, εργατικών και εξουσίας μεταξύ εργατών και εργατών, μεταξύ εργαζομένων και συνδικαλιστικών οργανώσεων, μεταξύ πολιτικών αγωνιστών και κομμάτων και μεταξύ υπαλλήλων και εταιρειών που αποτέλεσαν και καθόρισαν τον «πυρήνα» του βιβλίου και ουσιαστικά των γεγονότων της δεκαετίας που ακολούθησε το ’68.

Στις έρευνες που άρχισαν να κυκλοφορούν οι νεαροί πανεπιστημιακοί και φοιτητές μεταξύ των εργαζομένων στις εταιρείες του Τορίνο, αυτό που διακρίνονταν περισσότερο ήταν το μίσος για την εργασία. Γίνονταν λόγος για «καταναγκαστική εργασία», που ήταν απαίσια, άφθονη και κακοπληρωμένη, είμαστε κρατούμενοι όπως ένας αθώος στη φυλακή, [Fiat] ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης για τις ψυχές με ανάγκες, πως η εργασία εξευγενίζει τον άνθρωπο, αλλά η Fiat τον κάνει σκλάβο, αν σκεφτώ τη δουλειά μου δεν δουλεύω πλέον » και ούτω καθεξής  6

Είναι η αρχή της εργατικής αυτονομίας που προορίζεται να ανατρέψει και να συντρίψει την οργάνωση της εργασίας, τις εργασιακές και συνδικαλιστικές σχέσεις, τα θεσμικά κόμματα και τις εταιρικές ιεραρχίες. Ο Viale αναφέρει τα πρακτικά εργατικών συνελεύσεων της Mirafiori, που δημοσιεύθηκαν την εποχή εκείνη από το Monthly Review το 1969):

“Πιστεύω – είναι η εισαγωγική αναφορά ενός εργάτη της Mirafiori – ότι πέρα από την αντικειμενική σημασία που έχουν οι αυτόνομοι αγώνες απέναντι στην παραγωγή, την οποία κατάφεραν να μπλοκάρουν, η πραγματική επιτυχία αυτών των αγώνων έγκειται στο γεγονός ότι σήμερα οι εργάτες της Fiat είναι πολύ ανοικτοί στο να συγκρίνουν τις ιδέες τους, να συζητήσουν, στο γεγονός ότι εδώ σήμερα μπορούμε να συζητήσουμε όλα τα προβλήματα που μας απασχολούν […] Αυτά είναι τα αποφασιστικά μας βήματα προς τα εμπρός, το ότι έχουμε φέρει τον αγώνα μέσα στο εργοστάσιο. Όλοι μας γνωρίζουμε ότι το εργοστάσιο είναι ο τόπος όπου είμαστε ενωμένοι καθημερινά, αλλά μόνο για να παράγουμε και να μας εκμεταλλευτούν. Οι ρυθμοί εργασίας, οι γενικές συνθήκες εργασίας, οι εκβιασμοί της αστυνομίας των αφεντικών συχνά μας εμποδίζουν να μιλήσουμε μεταξύ μας […] Αλλά αν για το αφεντικό το εργοστάσιο πρέπει να λειτουργεί με αυτό τον τρόπο, για τους εργάτες γίνεται, αντίθετα, ο τόπος όπου χτίζουν την ενότητα τους για να μην παράγουν αλλά να αγωνίζονται, να συζητούν μαζί, να οργανώνονται. Η Fiat, η οποία δεν είναι μόνο το μεγαλύτερο ιταλικό εργοστάσιο, αλλά και το πιο απαίσιο στρατόπεδο συγκέντρωσης αυτές τις μέρες μεταμορφώθηκε από τις στάσεις, τις πορείες, τις συνελεύσεις, από τη δύναμη των εργατών που έστειλαν στο διάβολο τη διαίρεση και το φόβο […] Τώρα είμαστε εμείς που αποφασίζουμε όχι μόνο τη μορφή του αγώνα, αλλά και τους στόχους του, τον τρόπο να τον καθοδηγήσουμε, να τον οργανώσουμε, να τον επεκτείνουμε. Και αυτό είναι το πράγμα που φοβίζει τα συνδικάτα και τα αφεντικά […] Η παραγωγικότητα είναι ένα πρόβλημα των αφεντικών, οι μισθοί είναι ένα πρόβλημα των εργατών […] Κανένας εργαζόμενος δεν παραπλανά πλέον τον εαυτό του. Ο συνδικαλιστής καυχήθηκε για την ένδοξη Fiom του ’48, αλλά σήμερα είμαστε στο ’69. Έχουν περάσει είκοσι ένα χρόνια, ο εργάτης είναι ενήλικας και δεν χρειάζεται πλέον τα συνδικάταi”.7

 Η κουβέντα θα μπορούσε να συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και το κείμενο παρέχει άφθονα στοιχεία και επιχειρήματα, αλλά πριν κλείσουμε αυτή τη σύντομη περίληψη, πρέπει να θυμηθούμε ένα άλλο σημαντικό στοιχείο πολιτικής και πολιτιστικής ανάπτυξης που έφερε μαζί του το ’68 και το οποίο συνεχίζει ακόμη και σήμερα να συγκρούεται με τις ερμηνείες των γεγονότων εκείνων των ετών και, ακόμη και σημερινών, όπως έχουμε δει νωρίτερα: τη γέννηση της αντιπληροφόρησης.

Ο συγγραφέας υπογραμμίζει έτσι τον ρόλο που είχε από την αρχή, που προωθήθηκε και αναπτύχθηκε από τις οργανώσεις εκείνης που αργότερα θα ονομαζόταν επαναστατική αριστερά:

“ακριβώς ξεκινώντας από την καταγγελία της κρατικής και φασιστικής μήτρας και των ανατρεπτικών στόχων της σφαγής της Piazza Fontana και της δολοφονίας του Pino Pinelli. Χρόνια αργότερα, η αρχικά απομονωμένη καταγγελία που την σνόμπαραν πολλοί αποδείχθηκε ακριβής, τόσο ιστορικά όσο και και αντικειμενικά, αλλά πιστεύω επίσης ότι διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην αποτροπή του υποκείμενου σχεδιασμού στην στρατηγική της έντασης. Εάν για πολλά χρόνια […] οι βασικοί θεσμοί της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας έχουν κατοχυρωθεί κατά κάποιον τρόπο, είναι χάρη στην εξαιρετική στράτευση στον τομέα αυτό των «επαναστατών» αγωνιστών της εποχής εκείνης, και ασφαλώς όχι εξαιτίας του δικαστικού σώματος και ακόμη λιγότερο από τις λεγόμενες δυνάμεις επιβολής της τάξης, ούτε χάρη στην εφησυχαστική στάση, όταν δεν ήταν συνένοχη, της πλειοψηφίας των πολιτικών δυνάμεων που κάθονταν – και εξακολουθούν να κάθονται, έχοντας αλλάξει τα ρούχα τους – στο Κοινοβούλιο”.8

Όπως μπορούμε να δούμε, λοιπόν, μια εξαιρετική και επίμονη ανάγνωση για να αρχίσουμε σοβαρά τις εορταστικές εκδηλώσεις των πενήντα χρόνων χωρίς να βυθίζουμε τη μνήμη στην γελοιοποίηση, στο θέαμα και στη ρητορική. Αντιθέτως…


  1. Viale, il 68, σελ. 7  
  2. Si veda repubblica.it del 16 marzo 2018  ↩ δείτε εφημερίδα repubblica της 16 μαρτίου 2018
  3. Viale, op.cit. pag. 8  
  4. Viale pag. 9  
  5. Viale, pag. 9  
  6. Viale, pag. 198  
  7. Viale, pp. 202 – 205  
  8. pag. 10  
ιστορία, storia

“Ήμασταν αντάρτες, όχι τρομοκράτες»: συνέντευξη στον Sergio Segio

Μια συνέντευξη του »Ελεύθερου Προμηθέα», “Prometeo Libero” στον Segio, μια ευκαιρία να εμβαθύνουμε μια εποχή της ιστορίας μας από μια οπτική που δεν δημοσιεύεται πλατιά, συχνά γνωστή με επιφανειακό τρόπο και όχι από τη φωνή των πρωταγωνιστών της

 

Είναι ένας άνδρας που ξεχωρίζει, έχει κάτι παραπάνω από εξήντα χρόνια και ασχολείται με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις κοινωνικές ανισότητες. Αν ένα 15χρονο αγόρι τον ακούσει να μιλάει, θα πίστευε ότι ο Sergio Segio είναι μακροχρόνιος πανεπιστημιακός καθηγητής. Δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι ο Segio πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη φυλακή και ήταν ο στρατιωτικός διοικητής μιας ακρο αριστερής ένοπλης οργάνωσης: Prima Linea. Μια ομάδα πρωταγωνίστρια στα « χρόνια του Μολυβιού» της βίας και των ανθρωποκτονιών εναντίον πανεπιστημιακών καθηγητών, δικαστών και αστυνομικών. Μετά από περισσότερα από 20 χρόνια φυλάκισης, ο Segio είναι ελεύθερος από το 2004 και εκτός από την εθελοντική εργασία έχει συνεργαστεί με διάφορες εθνικές εφημερίδες και εδώ και κάποιο χρόνο διευθύνει το περιοδικό Global Rights. Αυτή η συνέντευξη – την οποία μας παραχώρησε ευγενικά ο Σέτζιο και η οποία έλαβε χώρα έμμεσα, με την υποβολή γραπτών ερωτήσεων και τη γραπτή παρουσίαση των απαντήσεων – δεν γεννήθηκε ως απολογία για τον ένοπλο αγώνα ή ως αποκατάσταση της εικόνας ενός αμφιλεγόμενου προσώπου. Αλλά ως πρόσχημα για να εμβαθύνει μια εποχή της ιστορίας μας από μια άποψη που δεν κυκλοφορεί συχνά, συχνά γνωστή επιφανειακά και όχι από τη φωνή των πρωταγωνιστών της.

 

unnamed
Ο Sergio Segio απεικονίζεται από τον Livio Patriarca για το Prometeo Libero

 

Segio, η τρομοκρατική ομάδα που ιδρύσατε, η Prima Linea, σε έξι χρόνια (1976-1983) πραγματοποίησε 23 φόνους. Μεταξύ των διαφόρων αιτιών για τύψεις, ποια είναι τα πράγματα που σας έκαναν να μετανιώσετε περισσότερο;

“Στην εισαγωγή, μου φαίνεται αναγκαίο να επισημάνω ότι η Prima Linea ήταν αριστερή οργάνωση μάχης. Η τρομοκρατία είναι ιστορικά, αλλά και «τεχνικά», ένα άλλο πράγμα. Στην ιταλική περίπτωση, τρομοκρατικές ήταν οι πολυάριθμες, ατιμώρητες, σφαγές που έχουν εκτρέψει την ιστορία της χώρας. Καταλαβαίνω ότι έχει εισέλθει στην κοινή γλώσσα, αλλά αυτό δεν είναι μόνο μια απλούστευση: είναι μια πραγματική σημασιολογική απάτη. Και κοιτάξτε πως δεν το λέω εγώ: στη συνέχεια, το αναγνώρισε ένας από τους κυριότερους και πιο αποφασισμένους αντιπάλους που είχαμε εκείνα τα χρόνια, ο Francesco Cossiga, τότε υπουργός Εσωτερικών και αργότερα τον Αρχηγός του Κράτους. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, δήλωσε «Είμαστε υπεύθυνοι για τη χειραγώγηση της γλώσσας: όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι ανατρεπτικοί είχαν πέραση, επηρέαζαν τους εργάτες θετικά, αρχίσαμε να τους αποκαλούμε εγκληματίες». Και πάλι: «Ξαναδιαβάζοντας τους τώρα, με δεδομένο ότι υπήρξαν έξι με επτά χιλιάδες άνθρωποι που κατέληξαν στη φυλακή για μικρότερες ή μεγαλύτερες περιόδους, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Μόρο είχε δίκιο: αντιμετωπίζαμε, βρισκόμασταν μπροστά σε μια μεγάλη έκρηξη ανατρεπτική, μπροστά σε μια μεγάλη εξέγερση. Όχι τρομοκρατίας. Η τρομοκρατία έχει μιαν αναρχική μήτρα που επικεντρώνεται στην αξία επίδειξης μιας επίθεσης ή μιας σφαγής. Η αριστερή εξέγερση δεν έκανε ποτέ σφαγές. Ήμασταν αντιμέτωποι με μια κατάσταση ανατρεπτική, με μιαν εξέγερση. Σε ένα πολιτικό φαινόμενο. Σε ένα κεφάλαιο της πολιτικής ιστορίας της Χώρας».

Όσον αφορά την ουσία του ερωτήματος, είναι πάντοτε δύσκολο, ειδικά για μένα, να μεταφράσω την περίοδο εκείνη σε λογιστική καταγραφή των θυμάτων, η οποία είναι πιθανόν να καταστεί στείρα. Όμως, μιας και με ρωτάτε, μου φαίνεται απαραίτητο να εξηγήσω ότι οι δραματικοί αριθμοί εκείνων των ετών, καθώς και ολόκληρης της υπόλοιπης ιστορικής περιόδου, πρέπει να ενθυμούνται και να αναλύονται με μια πληρότητα των πληροφοριών, η οποία δεν πρέπει να είναι απούσα όπως αντιθέτως συχνά συμβαίνει. 128 άνθρωποι σκοτώθηκαν από τις αριστερές ένοπλες οργανώσεις, εκ των οποίων 74 από τις BR (58%), 20 από την PL (15,6%), οι υπόλοιποι 34 από 19 διαφορετικά ακρωνύμια. Εάν στα θύματα που αποδίδονται άμεσα στην Πρώτη Γραμμή προστεθούν αυτά των ομάδων που συνδέονται με αυτήν, φθάνουμε όντως συνολικά στα 23. Από αυτούς τους θανάτους, 11 δεν είναι προμελετημένοι, δηλαδή συνέβησαν ατυχώς κατά κύριο λόγο στη διάρκεια ανταλλαγής πυροβολισμών με τις δυνάμεις επιβολής του νόμου, συγκρούσεις στη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκαν και 5 μαχητές. Συνολικά οι μαχητές των διαφόρων ένοπλων οργανώσεων που σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις της τάξης υπήρξαν 36. Ίσως οι τυχαίοι θάνατοι είναι αυτοί που βαραίνουν και στοιχίζουν περισσότερο, λόγω της τρομερής, αλλά όχι λιγότερο υπεύθυνης, τυχαιότητας. Γι αυτό σήμερα είμαι βαθιά πεπεισμένος για τα λόγια του ποιητή John Donne: «Ο θάνατος οποιουδήποτε ανθρώπου με μειώνει, επειδή εγώ είμαι μέρος της ανθρωπότητας». Οποιουδήποτε ανθρώπου, ανεξάρτητα από το επάγγελμά του, την ιδεολογία, την κοινωνική κατάσταση. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε και το σύστημα που τον κυβερνά καθημερινά μας θέτουν μπροστά, αντιθέτως, με μια συνεχή σφαγή που αγανακτεί λίγους και για την οποία κανείς δεν αισθάνεται υπεύθυνος. Μόνο ένα παράδειγμα φθάνει, από τa πολλά πιθανά: από το 2000 μέχρι σήμερα είναι τουλάχιστον 60.000 οι άνδρες, οι γυναίκες και παιδιά που πέθαναν, ως επί το πλείστον πνίγηκαν στη Μεσόγειο, σε μια προσπάθεια να ξεφύγουν από τον πόλεμο, την πείνα και τις διώξεις. Κανείς δεν αισθάνεται υπεύθυνος, ούτε καν κατηγορείται ούτε διώκεται για αυτόν τον πραγματικό πόλεμο, κι όμως αυτός προκαλείται σε μεγάλο βαθμό από πολιτικές και οικονομικές επιλογές που λαμβάνονται από κυβερνήσεις και μεμονωμένους ανθρώπους και όχι από θεία θέληση.

Αλλά για να παραμείνουμε στη δεκαετία του Εβδομήντα, ίσως θα ήταν απαραίτητο να συνοδεύσουμε τον αριθμό που αναφέρατε, με άλλους που κανείς δεν αναφέρει ποτέ. Για παράδειγμα, εκείνους που λένε ότι το 95% των επιθέσεων και των πράξεων πολιτικής βίας από το 1969 έως το 1973 ήταν έργο της φασιστικής δεξιάς, καθώς και το 85% το 1974 και το 78% το 1975. Ή ότι ο μεγαλύτερος αριθμός θυμάτων ήταν αποτέλεσμα των σφαγών, των οποίων η ευθύνη είναι ιστορικά αλλά και δικαστικά επιβεβαιωμένη πως ανήκε στις φασιστικές οργανώσεις που καλύπτονταν και υποστηρίζονταν από κρατικούς μηχανισμούς. Από το 1969 έως το 1984, η Ιταλία αιματοκυλίστηκε από οκτώ σφαγές που είχαν ως αποτέλεσμα 149 θανάτους, 688 τραυματίες. Ή, ακόμη, κανείς δεν θυμάται ούτε καν αγανακτεί με το γεγονός ότι υπήρξαν αρκετές εκατοντάδες θύματα από τις δυνάμεις επιβολής της τάξης, σε μεγάλο βαθμό επρόκειτο για ανυπεράσπιστους διαδηλωτές, εργάτες σε απεργία, φοιτητές σε αγώνα, απλούς περαστικούς. Για παράδειγμα, ο Νόμος Reale για τη δημόσια τάξη του 1975, επικεφαλής ολόκληρης της νομοθεσίας έκτακτης ανάγκης, που αύξησε τους όρους της προληπτικής κράτησης, επέτρεπε στην αστυνομία να κρατεί για 96 ώρες χωρίς την επικύρωση από δικαστή και επέτρεπε τη χρήση πυροβόλων όπλων από τις δυνάμεις της τάξης, όχι μόνο με την παρουσία βίας ή αντίστασης, αυτός ο νόμος είχε ως αποτέλεσμα τουλάχιστον 254 νεκρούς και 371 τραυματίες: συχνά απλούς περαστικούς και πολίτες χτυπημένους κατά τη διάρκεια αστυνομικών ελέγχων ή σε σημεία ελέγχου.

Μόνο κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του εβδομήντα ξεκινά σταδιακά μια οργανωμένη βία εκ μέρους των αριστερών ομάδων. Φυσικά αυτό δεν δικαιολογεί τίποτα ή κανέναν: η άσκηση βίας, και ακόμη περισσότερο αν είναι ανεπανόρθωτη, όπως η αφαίρεση της ζωής ενός άλλου ανθρώπου, είναι επίσης μια υποκειμενική επιλογή, η οποία συνεπώς συνεπάγεται ευθύνη. Ωστόσο, η Ιστορία έχει έναν διαδικαστικό χαρακτήρα και δυναμικές αλληλεπίδρασης: εάν διαγράψετε το πριν, θα έχετε ένα μετά δυσνόητο και αντικειμενικά παραποιημένο.

Μιλώντας για αυτά τα επώδυνα γεγονότα σε απόσταση σαράντα ετών έχει νόημα μόνο αν η πρόθεση είναι ακριβώς να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε, να ξανακτίσουμε με ειλικρίνεια και πληρότητα, με τιμιότητα, όχι μόνο να στιγματίζουμε, και επί πλέον σε μονή κατεύθυνση, όπως αντιθέτως γίνεται επί το πλείστον.”

Ποιες ιδεολογικές μάχες, που διεξήχθησαν στη δεκαετία του ’70, εξακολουθείτε να διεκδικείτε ακόμη και σήμερα Sergio Segio, στις αρχές του 2018;

“Εγώ και οι περισσότεροι από τους συντρόφους μου της εποχής δεν γεννηθήκαμε με τα πιστόλια στο χέρι, ούτε με προσωπική τάση να ασκούμε βία. Αν μη τι άλλο, το αντίθετο, δεδομένου ότι ως νεαρός φοιτητής μου συνέβη πολλές φορές, όπως σε χιλιάδες άλλους, να με σταματήσουν κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, να με οδηγήσουν στο στρατόπεδο ή στο αστυνομικό τμήμα και να πέσω θύμα ξυλοδαρμών και βιαιοτήτων. Μεγαλώσαμε μέσα στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες της εποχής. Στα εργοστάσια, στα σχολεία, στα γραφεία, στις γειτονιές. Στους αγώνες για το σπίτι, για τη βελτίωση της εργατικής κατάστασης, που ήταν υποδουλωμένη στη γραμμή συναρμολόγησης, ή για να εναντιωθούμε σε ένα σχολείο που θεωρείτο ταξικό, λειτουργικό για να διαιωνίζει την κοινωνική διαίρεση. Στους αγώνες ενάντια στον αναζωπυρωμένο φασισμό και τον αυταρχισμό της κρατικής μηχανής, που εκείνη την εποχή εμπλέκονταν αρκετές φορές σε προσπάθειες πραξικοπήματος, σε συνωμοσίες για την εγκαθίδρυση στην Ιταλία στρατιωτικής δικτατορίας, όπως είχε συμβεί στην Ελλάδα και όπως ήταν εκείνη την εποχή στην Ισπανία και τη Πορτογαλία.

Και εδώ, αν η προσπάθεια είναι εκείνη να κατανοήσουμε, πρέπει να θυμόμαστε ότι ακόμη στην ιταλική δεκαετία του ’60 και του ’70, 62 από τους 64 νομάρχες πρώτης τάξης προέρχονταν από τις τάξεις της διαχείρισης του Κράτους στο καθεστώς του Μουσολίνι όπως επίσης όλοι οι 241 αντινομάρχες, οι 135 κομισάριοι της αστυνομίας και οι 139 αναπληρωτές κομισάριοι. Ή να θυμάστε ότι ο στρατηγός των καραμπινιέρων Giovanni De Lorenzo, ο οποίος κατά τη δεκαετία του ’60 ήταν επικεφαλής της στρατιωτικής μυστικής υπηρεσίας και μετά Αρχηγός του γενικού επιτελείου του Ιταλικού Στρατού, οδηγούσε εκείνα τα χρόνια διαδηλώσεις της λεγόμενης «σιωπηλής πλειοψηφίας», που αποτελείτο κυρίως από μοναρχικούς και φασίστες, όπου φώναζαν: «Άγκυρα, Αθήνα, τώρα έρχεται η Ρώμη», ή «Αρκετά με τους οίκους ανοχής, θέλουμε τους συνταγματάρχες». Ή να πάμε να ξαναδιαβάσουμε τις εκτιμήσεις του Giovanni Pellegrino, ο οποίος για πολλά χρόνια προήδρευσε μια κοινοβουλευτική εξεταστική Επιτροπή για την τρομοκρατία και τις σφαγές στην Ιταλία: «Κατά την περίοδο του 68 -74 τομείς του πολιτικού κόσμου, θεσμικοί μηχανισμοί, ομάδες και κινήματα της ριζοσπαστικής δεξιάς επεξεργάστηκαν και έθεσαν σε εφαρμογή μια στρατηγική έντασης (…) · σε αυτή τη στρατηγική αποδόθηκαν απόπειρες πραξικοπήματος (…) τρεις μεγάλες σφαγές ατιμώρητες κατά την περίοδο 69-74 (…) · οι υπηρεσίες πληροφοριών και ασφάλειας, ακόμα και μετά το 1974, υπήρξαν δράστες δραστηριοτήτων οδήγησης προς εσφαλμένη κατεύθυνση και κάλυψης όσον αφορά στοιχεία της ριζοσπαστικής δεξιάς που προσδιορίστηκαν ως πιθανοί δράστες γεγονότων σφαγής».

Πριν να γίνουν οργανωμένη και ένοπλη βία, τέλος πάντων, οι αγώνες μου και οι αγώνες μας υπήρξαν αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη, για τα δικαιώματα των εργαζομένων, για πραγματική δημοκρατία, ενάντια σε μια αυταρχική και καταπιεστική κοινωνία και ενάντια στους κινδύνους στρατιωτικού πραξικοπήματος και φασιστικού. Αξίες και πρακτικές που δεν είχαν μόνο ιδεολογικό περιεχόμενο, αλλά αν μη τι άλλο ιδανικών και κοινωνικό και ακόμη και σήμερα, υπό συνθήκες και χρόνους που έχουν αλλάξει, αισθάνομαι σαν δικές μου.

Εκ των υστέρων, η εκτίμηση είναι ότι η στρατηγική της έντασης και οι σφαγές που πραγματοποιήθηκαν από Κρατικούς τομείς εργάστηκαν, εκτροχιάζοντας ένα μέρος των μεγάλων κινημάτων εκείνων των ετών (εγώ ήμουν μέλος της εξωκοινοβουλευτικής ομάδας της Lotta Continua) κατά μήκος της ολισθηρής πλαγιάς των όπλων. Μια στρατηγική που αποσκοπούσε στην αποσταθεροποίηση για την αποσταθεροποίηση και, πάνω απ ‘όλα, να νικήσει το ισχυρό εργατικό κίνημα εκείνων των αρχών της δεκαετίας του ’70, το οποίο αμφισβήτησε όχι μόνο την εκμετάλλευση στο εργοστάσιο, αλλά και το ίδιο το σύστημα της εξουσίας. Για να καταλάβουμε το κλίμα της εποχής, το οποίο εμείς αντιλαμβανόμασταν ως προ-επαναστατικό, πρέπει να θυμόμαστε, για παράδειγμα, την κατάληψη της FIAT το 1973.  Ή το κίνημα του ’77, του οποίου πιο άμεσα ήταν μέρος η Prima Linea, όταν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι εξέφραζαν έναν ριζοσπαστικό ανταγωνισμό και γενικευμένη διαθεσιμότητα για αντιπαράθεση, για σύγκρουση, σε μαζικές διαδηλώσεις συχνά οπλισμένες.

Πολλοί, ειδικά σήμερα, θα μπορούσαν να σκεφτούν ότι βλέπαμε τις πυγολαμπίδες για φανάρια, ότι η παρόρμηση για επανάσταση ήταν απλώς τρέλα μας, λαχτάρα, παραφροσύνη. Αλλά θα ήταν αρκετό να διαβάσετε αυτό που γράφτηκε από μια πηγή σίγουρα μη ύποπτη για συμπάθεια προς τον εξτρεμισμό, όπως ο πρώην πρεσβευτής Sergio Romano, όταν σχετικά με τις ΗΠΑ, μίλησε ρητά για μια κατάσταση προ-επαναστατική : «Μεταξύ του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 60 και της αρχής της δεκαετία του ’70 η Αμερική βρίσκονταν από πολλές απόψεις σε μια προ-επαναστατική κατάσταση. Ο πόλεμος του Βιετνάμ είχε προκαλέσει πολυάριθμες εξεγέρσεις της νεολαίας. Οι πανεπιστημιουπόλεις είχαν γίνει φυτώρια διαμαρτυρίας και εξέγερσης. Η Ουάσινγκτον διασχίζονταν από πορείες διαδηλωτών. Η αμερικανική σημαία και οι κάρτες κλήσης στα όπλα καίγονταν στον δημόσιο χώρο, σε κοινή θέα. Τα μαύρα γκέτο των μεγάλων πόλεων ήταν το σκηνικό εξεγέρσεων και λεηλασιών. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις και οι βίαιες διαδηλώσεις ήταν στην ημερήσια διάταξη «. Επίσης, τα ίδια «συστατικά» ήταν παρόντα εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία, εμπλέκοντας και πείθοντας δεκάδες χιλιάδες νέους. Ένας τεράστιος χώρος τον οποίον το επόμενο πέρασμα στον ένοπλο αγώνα δεν αποστράγγισε, εάν είναι αληθινοί οι αριθμοί που υποδεικνύει η αμερικανική CIA σε ένα έγγραφο του απριλίου 1982, στον οποίο οι συμπαθούντες του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία υπολογίζονταν σε ένα εκατομμύριο, με μια δεξαμενή υποστήριξης και πιθανής στρατολόγησης που υπολογίζονταν στο 2% των εργατών σε εθνική βάση και μεταξύ των δέκα χιλιάδων στρατευμένων στο κίνημα της εργατικής Αυτονομίας.

Το λάθος της αξιολόγησής μας, αν μη τι άλλο, ήταν ότι παρερμηνεύσαμε θεωρώντας ένα ηλιοβασίλεμα για την αυγή, δηλαδή δεν κατανοήσαμε επαρκώς τον εξελισσόμενο μετασχηματισμό των καιρών, τη μετάβαση από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, και επομένως την ήττα της προηγούμενης ταξικής σύνθεσης , η οποία έγινε εμφανής σε όλους μόνο το 1980, με τη συμβολική πορεία των «σαράντα χιλιάδων» στη FIAT και το τέλος ενός ιστορικού κύκλου. Ένα σοβαρό λάθος, το οποίο προκάλεσε σοβαρές συνέπειες. Όμως, πρέπει να ειπωθεί, δεν ήταν μόνο δικό μας, αλλά αφορούσε ολόκληρη την αριστερά αυτής της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της κοινοβουλευτικής, σε όλες τις συνιστώσες και τις πτυχές, τις όψεις της.”

Μείνατε στη φυλακή για 24 χρόνια και για άλλα τόσα ασχοληθήκατε με την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η πορεία αποκατάστασης σε εσάς φαίνεται να έχει δουλέψει. Αλλά δεν φαίνεται να λειτουργεί πάντοτε, αντιθέτως. Γιατί;

“Το λέω πολύ απλά αλλά με πεποίθηση, σιγουριά και σαφήνεια: διότι παρά το ότι εγώ και όσοι έχουν ζήσει τη δική μου εμπειρία έχουμε διαπράξει αδικήματα, ακόμη και πολύ σοβαρά, δεν ήμασταν παρακινημένοι από εγκληματική ενέργεια, διάθεση. Μάλλον, όπως έχω προσπαθήσει να εξηγήσω εδώ, από μια ώθηση – ή αν προτιμάτε μια επαναστατική ψευδαίσθηση -. Με τον τερματισμό αυτής η επανένταξη στην κοινωνία και στους κανόνες της ήταν ένα φυσικό γεγονός. Η φυλακή, και ειδικά η βίαιη με τις ειδικές ενότητες στις οποίες είχαμε εγκλειστεί επί μακρόν, έχει κάπως επιβραδύνει και μερικές φορές παρεμποδίσει αυτό το μονοπάτι. Η αποκατάσταση, αν αυτός είναι ο κατάλληλος όρος, συνέβη συχνά παρά τη φυλάκιση, όχι εξ αιτίας αυτής.

Σήμερα η φυλακή είναι γεμάτη από πολύ διαφορετικές φιγούρες, κυρίως ανθρώπους με προβλήματα ναρκωτικών, ξένους, άρρωστους. Θυμάμαι τα λόγια ενός δικαστή που, όταν κλήθηκε σε κορυφαίες θέσεις της σωφρονιστικής διοίκησης, πριν καιρό είπε: «Έφθασα νομίζοντας πως θα βρω την φυλακή γεμάτη εγκληματίες, ανακάλυψα πως είναι γεμάτη από φτωχούς».

Εδώ και καιρό, με το τέλος της προωθητικής ώθησης της μεταρρύθμισης Gozzini και της πολιτικής κουλτούρας που στέκονταν πίσω από αυτή και την είχαν καταστήσει δυνατή, η φυλακή φαίνεται να έχει εγκαταλείψει όλες τις φιλοδοξίες επανένταξης και τους σκοπούς αυτής, περιοριζόμενη να περιέχει αυξανόμενους αριθμούς αποκλεισμένων ατόμων, να ασκεί υποκατάστατα καθήκοντα και λειτουργίες σε σχέση με την απουσία κοινωνικών πολιτικών έξω από αυτήν αφενός, και αφετέρου, να σηματοδοθείται ως μια πραγματική κοινωνική εκδίκηση, ως απάντηση στην οργή που είναι διαδεδομένη στην κοινωνία όχι μόνο προς εκείνους που εγκληματούν αλλά προς τους αποκλεισμένους και τους φτωχούς γενικότερα.”

Πρέπει το 4bis να καταργηθεί ή έχει κάποιο λόγο να υπάρχει;

“Το 4bis είναι η νομική τυποποίηση της απόρριψης των επανενταξιακών λειτουργιών που αποδίδει το Σύνταγμα στην ποινή εγκλεισμού σε σχέση με ορισμένες κατηγορίες αδικημάτων και συνεπώς κρατουμένων. Επομένως, θα πρέπει να καταργηθεί, όπως και το 41bis και η ισόβια ποινή που λέγεται πως αποτελεί εμπόδιο, που συνιστούν τίποτα άλλο παρά μια νομιμοποιημένη μορφή βασανιστηρίων. Και οι δύο κανόνες είναι αποτέλεσμα της ίδιας λογικής έκτακτης ανάγκης που διέκρινε τη δικαστική και σωφρονιστική απάντηση στα ένοπλα φαινόμενα της δεκαετίας του ’70. Τότε υπήρξε η αδιάκριτη και εκτεταμένη χρήση των αδικημάτων που αναφέρονταν σε ενώσεις-οργανώσεις, της «ηθικής συνέργειας, συνενοχής», η δίχως φραγμούς χρήση των αποκαλούμενων μετανιωμένων, τα βασανιστήρια των συλληφθέντων, οι ειδικές φυλακές και το άρθρο 90. Σήμερα οι κανόνες έκτακτης ανάγκης έχουν ονόματα και στόχους διαφορετικούς, αλλά είναι ίδιο το τραύμα που παράγουν στο κράτος δικαίου και τη συνολική σκλήρυνση του σωφρονιστικού συστήματος.”

Σε ένα πρόσφατο συνέδριο αναφέρατε μια παλιά έρευνα της Rai για τις φυλακές, στην οποία ο απεσταλμένος – παρατηρώντας το εσωτερικό των φυλακών – δεν διαπίστωνε μεγάλο αριθμό εγκληματιών αλλά μεγάλο αριθμό φτωχών ανθρώπων. Από ποια ξένα συστήματα φυλακών μπορεί να εμπνευστεί η Ιταλία για να αποτρέψει οι φυλακές να παραμείνουν κοινωνικές χωματερές;

“Ναι, ο υπεύθυνος αυτής της έρευνας, αφού επισκέφθηκε μεγάλο αριθμό φυλακών, είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα με εκείνο τον δικαστή που ανέφερα προηγουμένως. Ισχυρίστηκε ότι ο κρατούμενος πληθυσμός έμοιαζε με μια «αυλή των θαυμάτων», ότι τα πρόσωπα που συναντιόνταν εκεί «είναι τα ίδια με εκείνα των αθλίων του Βίκτωρα Ουγκό, των θαμμένων ζωντανών του Ντοστογιέφσκι». Ένας πληθυσμός που αποτελείτο από άτομα με χαμηλή εκπαίδευση, χωρίς εργασία, κυρίως από νότια προέλευση. Μια φωτογραφία που τραβήχτηκε πριν από περίπου μισό αιώνα, αλλά εξαιρετικά, και ανησυχητικά, παρόμοια με την τρέχουσα. Σήμερα πρέπει να προστεθούν οι αλλοδαποί, οι οποίοι έφτασαν το 34% των κρατουμένων, αλλά ο κύριος λόγος για τον οποίο καταλήγουν στη φυλακή παραμένουν τα αδικήματα κατά της περιουσίας και η επικρατούσα κοινωνικοοικονομική σύνθεση παραμένει εκείνη της περιθωριοποίησης, του αποκλεισμού.

Υπάρχουν χώρες των οποίων τα σωφρονιστικά συστήματα έχουν κάνει και κέρδισαν μεταρρυθμιστικά στοιχήματα, όπως η Ισλανδία. Αλλά επίσης και μερικές μεγαλύτερες χώρες, ίσως με αντιφάσεις, έχουν πολιτικές μεγαλύτερης ανοικτότητας και μεγαλύτερης προσοχής στα δικαιώματα των φυλακισμένων, νομίζω, για παράδειγμα, εκείνο που έχει να κάνει με την τρυφερότητα, τις προσωπικές σχέσεις ή την κατάργηση της αέναης τιμωρίας.

Μπορεί κάποιος να αντιτάξει ότι η Ιταλία έχει ποινικές ιδιαιτερότητες, όπως αυτές των μαφιών. Νομίζω όμως ότι αυτό είναι ένα αδύναμο και απατηλό επιχείρημα, μια δικαιολογία, διότι, όπως είπε ο Leonardo Sciascia, ο οποίος γνώριζε καλά το φαινόμενο, οι μαφίες μάχονται με το κράτος δικαίου, όχι με τις τρομερές τιμωρίες. Η ισόβια κάθειρξη, όπως η θανατική ποινή, δεν αποτελεί πραγματικό αποτρεπτικό παράγοντα. Η σκληρή φυλακή οδηγεί σε μια βίαιη σπείρα όχι σε μια πραγματική κυβέρνηση των φυλακών.

Πριν από τα μοντέλα που πρέπει να ακολουθηθούν, και υπάρχουν, όμως χρειαζόμαστε μια διαφορετική κουλτούρα της τιμωρίας και της λειτουργίας της. Για να το θέσω όπως ο καρδινάλιος Martini, «πρέπει να προσπαθήσουμε να φανταστούμε και να δοκιμάσουμε εναλλακτικές λύσεις στην τιμωρία, όχι μόνο εναλλακτικές ποινές». Ενώ περιμένουμε τον Godot, δηλαδή μέχρι η πολιτική τάξη (δεξιά, κεντρώα και αριστερή) να βρει αυτό το θάρρος και αυτό το όραμα, θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να αρχίσουμε τουλάχιστον να καθιστούμε την ποινή εγκλεισμού ακραία λύση, παρά προτιμώμενη συντόμευση για κάθε είδος αδικήματος και αποκλίσεως, πράγμα που συμβαίνει τώρα.”

Ας μιλήσουμε λίγο για την πολιτική. Εάν ο Sergio Segio ήταν 20 ετών, τι είδους πολιτική δέσμευση θα είχε σήμερα; Θα ψηφίζατε για κάποιο συγκεκριμένο κόμμα;

“Κοιτάξτε, εγώ είχα ένα αριστερό imprinting, αποτύπωμα και συναισθηματική εκπαίδευση αριστερή και παραμένω πεπεισμένος ότι η κοινωνική δικαιοσύνη και η ισότητα είναι αξίες και στόχοι που είναι ουσιώδεις, απαραίτητοι, επιτακτικοί. Ποτέ δεν στρατεύτηκα ούτε ψήφισα κόμματα, αλλά κυρίως σε εξωκοινοβουλευτικά κινήματα και ομάδες. Είχα ενεργές συμπάθειες για το τελευταίο μεγάλο κίνημα που εκφράστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 σε ολόκληρο τον κόσμο και το οποίο καταστάλθηκε αιματηρά στη Γένοβα το 2001. Ένα κίνημα εναλλακτικό προς την παγκοσμιοποίηση που έπεται το τέλος του εικοστού αιώνα, το οποίο είχε τη φιλοδοξία να προσπαθήσει να αλλάξει τον κόσμο χωρίς να πάρει την εξουσία και το οποίο είχε σημαντικές και ακόμα τρέχουσες ιδέες γνώσεις και απόψεις. Αν και το κίνημα αυτό έχει διαλυθεί, οι λογικές του και η σοφία του είναι περισσότερο από ποτέ έγκυρες και εμφανείς και οι αναλύσεις του εξακολουθούν να αποτελούν μια δεξαμενή προτάσεων, οι οποίες στις Ηνωμένες Πολιτείες καταφέρνουν να μολύνουν θετικά το πρόγραμμα ενός υποψηφίου προέδρου όπως ο Bernie Sanders και στην Ισπανία εκείνο των Podemos, αλλά γενικότερα δεν κατάφεραν να αλλάξουν την πολιτική και να επηρεάσουν τις μεγάλες παγκόσμιες επιλογές. Αυτό δεν υπονομεύει τη σημασία του γεγονότος ότι οι ομάδες αυτές είχαν δίκιο, τα συνδικάτα αυτά, εκείνα τα τμήματα της κοινωνίας των πολιτών που προειδοποιούσαν τότε για τους κινδύνους της χρηματιστικοποίησης της οικονομίας, για τους κινδύνους που συνδέονται με τη μεταβίβαση εξουσιών και προνομίων από τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια υπέρ οργανισμών χωρίς δημοκρατική αντιπροσωπευτικότητα όπως το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο ΠΟΕ. Που αντιτάχθηκαν πρώτα στον ίδιο τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και στη συνέχεια στη στρατιωτική παρέμβαση στο Ιράκ. Που κατήγγειλαν τα ιδιωτικά συμφέροντα των Τζορτζ Μπους, των Ντικ Τσένι και των Ντόναλντ Ράμσφελντ και τη συνενοχή του Τόνι Μπλερ στην εισβολή του Ιράκ, δημιουργώντας ψευδή στοιχεία για να μπορέσουν να το πράξουν, και που προκάλεσαν και θεωρητικοποίησαν έναν «ατελείωτο πόλεμο », του οποίου οι συνέπειες συνεχίζουν σήμερα να καταστρέφουν τη Μέση Ανατολή και να αποσταθεροποιούν ολόκληρες γεωγραφικές περιοχές και έμμεσα την ίδια Ευρώπη, τον κύριο αποδέκτη των ροών μεταναστών που ξεφεύγουν από τους βομβαρδισμούς και τις σφαγές. Μόνο ο πόλεμος στη Συρία, που βρίσκεται σε εξέλιξη από το 2011, έχει μέχρι στιγμής παράξει σχεδόν μισό εκατομμύριο νεκρούς, δύο εκατομμύρια τραυματίες, 12 εκατομμύρια πρόσφυγες. Η νεοαποικιοκρατία, τα στρατηγικά ενεργειακά συμφέροντα και οι δυτικές βιομηχανίες του πολέμου ευθύνονται για τα εκατομμύρια των θανάτων και τις δεκάδες εκατομμύρια προσφύγων που σημάδεψαν την αρχή του νέου αιώνα και συνεχίζουν χωρίς περιορισμούς ή επανεξέταση. Και χωρίς ακόμη περισσότερο εκείνο το παγκόσμιο κίνημα που είχε τη δύναμη και τη σαφήνεια να την καταγγείλει. Σήμερα μόνο η φωνή του Πάπα Φραγκίσκου παραμένει, με κύρος αλλά χωρίς πραγματικές συνέπειες στις πολιτικές επιλογές.

Παραμένω πεπεισμένος ότι, ειδικά σε αυτή την εποχή της παγκοσμιοποίησης και της τεχνοκρατικής διακυβέρνησης, τα κοινοβούλια αποφασίζουν ελάχιστα. Μαζί με την ανάπτυξη της εξουσίας της χρηματοδότησης και των μεγάλων πολυεθνικών ομάδων, οι θεσμοί της νομοθετικής εξουσίας και της ίδιας της δημοκρατίας έχουν αδειάσει. Οι μεγάλες παγκόσμιες αποφάσεις λαμβάνονται στα διοικητικά συμβούλια αυτών των εταιρειών, corporationς και επηρεάζουν τη ζωή μας πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε κοινοβούλιο. Επιπλέον, αν πολλές πολυεθνικές και τράπεζες έχουν υψηλότερους προϋπολογισμούς από το ΑΕΠ των Κρατών, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ποιος διοικεί στον κόσμο. Το αμερικανικό γιγαντιαίο σούπερ μάρκετ Walmart απασχολεί 2,2 εκατομμύρια ανθρώπους και έχει κύκλο εργασιών άνω των 485 δισεκατομμυρίων δολαρίων, όπως ολόκληρο το ΑΕΠ της Αργεντινής. Ο προϋπολογισμός της τράπεζας BNP-Paribas, σχεδόν 2.000 δισεκατομμύρια ευρώ, είναι ισοδύναμος με το ΑΕΠ της χώρας στην οποία βρίσκεται, έχει έδρα, τη Γαλλία, την έκτη μεγαλύτερη οικονομία, κι όμως η BNP είναι «μόνο» η όγδοη τράπεζα στον κόσμο. Η κεφαλαιοποίηση γιγάντων όπως η Google και η Apple υπερβαίνουν το ΑΕΠ της Σουηδίας, της Πολωνίας ή της Νιγηρίας, που είναι η πολυπληθέστερη χώρα στην Αφρική, με 180 εκατομμύρια κατοίκους. Ολόκληροι τομείς ζωτικής σημασίας για την ανθρωπότητα, όπως εκείνος των τροφίμων και η αγροχημεία είναι στα χέρια και στην εξουσία λίγων εταιρειών. Τα τρία τέταρτα της αγοράς σπόρων ανήκουν μόνο σε δέκα πολυεθνικές εταιρείες, η αμερικανική Monsanto, από μόνη της, έχει πάνω από το ένα τέταρτο της παγκόσμιας αγοράς. Όλα αυτά συμβάλλουν να κενωθούν οι ρόλοι και οι δυνατότητες των πολιτικών κομμάτων, και το βλέπουμε ως συνέπεια του αυξανόμενου λαϊκισμού και της όλο και πιο απειλητικής αύξησης των εθνικισμών.

Σε κάθε περίπτωση, για όσους προέρχονται από την ιστορία μου μετά την λήξη της ποινής φυλάκισης, συνεχίζεται μια άλλη ατελείωτη, ένα είδος κοινωνικής ισόβιας φυλάκισης και λόγου. Μεταξύ των πολιτικών δικαιωμάτων τα οποία στερούμαστε, υπάρχουν και πολιτικά, συνεπώς, ακόμη και αν ήθελα, δεν θα μπορούσα να ψηφίσω ούτε να με ψηφίσουν.

Το μόνο κόμμα στο οποίο έχω εγγραφεί ποτέ και με το οποίο διατηρώ σχέσεις και συμπάθεια είναι το ριζοσπαστικό κόμμα. Πρώτα απ ‘όλα σε αναγνώριση, δεδομένου ότι στη δεκαετία του Εβδομήντα και τη δεκαετία του Ογδόντα οι ριζοσπάστες ήταν από τους λίγους που κατήγγειλαν τα συχνότατα επεισόδια βασανιστηρίων κατά των συλληφθέντων μαχητών και τις συνθήκες κράτησης στις ειδικές φυλακές. Μια ευγνωμοσύνη όχι μόνο γενικά, αλλά και για την υποστήριξη και την εγγύτητα που μου εξέφρασαν με την ευκαιρία μιας μακράς απεργίας πείνας που είχαμε μαζί με την Susanna Ronconi για να διαμαρτυρηθούμε ενάντια σε απόφαση του προέδρου του δικαστηρίου επιτήρησης του Τορίνο. Μια απόφαση που άνοιξε μια σύγκρουση, και νομική, μεταξύ αυτού του δικαστή και της σωφρονιστικής διοίκησης, η οποία είχε κανονίσει και την δική μας πρόσβαση στην εργασία εκτός όπως ήδη είχε συμβεί για όλους τους άλλους πολιτικούς κρατούμενους του τμήματος μας, αλλά την οποία ο δικαστής μας απέρριπτε. Το γεγονός είναι ότι σε κάποια στιγμή η Susanna και εγώ αποφασίσαμε να προχωρήσουμε σε μια απεργία πείνας ενάντια σε μια αντικειμενικά αδικαιολόγητη διάκριση εναντίον μας (άποψη, κατά τα άλλα, από κοινού και υπογεγραμμένη από σημαντικές πολιτικές και νομικές προσωπικότητες, όπως ο πρώην δικαστής και στη συνέχεια πρόεδρος της Κάμερας Luciano Violante, ο μελλοντικός υπουργός Δικαιοσύνης Piero Fassino, ο γερουσιαστής Mario Gozzini, ο νομικός Neppi Modona και πολλοί άλλοι). Μια ολοκληρωτική και αποφασιστική απεργία, έτσι ώστε μετά από μόλις μία εβδομάδα είχαμε εισέλθει στο τμήμα bunker του νοσοκομείου Molinette στο Τορίνο. Μια απεργία την οποία δεν θέλαμε ως εκβιασμό αλλά ως μάχη που, αν και ξεκινώντας από την κατάστασή μας, έθετε ένα γενικότερο ζήτημα δικαίου. Ήταν μια αποφασιστικά απελπιστική κατάσταση. Ήμασταν πραγματικά αποφασισμένοι να κατακτήσουμε να μας αντιμετωπίζουν όπως τους άλλους, ή διαφορετικά να πεθάνουμε. Λοιπόν, και για να το κάνουμε σύντομο, ανάμεσα στους πολύ λίγους που μας υποστήριξαν σε αυτήν τη μάχη ζωής και θανάτου υπήρξε ολόκληρο το Ριζοσπαστικό Κόμμα και όλοι οι κοινοβουλευτικοί του, ο Marco Pannella επικεφαλής. Μέχρις ότου παρενέβη ο τότε υπουργός Giuliano Vassalli, ο δικαστής αναγκάστηκε να συμφωνήσει να επιτρέψει την εξωτερική εργασίας πρώτα για τη Susanna και κάποια στιγμή αργότερα και για μένα, αν και υπό την εποπτεία και τη συνεχή επαγρύπνηση των σωφρονιστικών αστυνομικών: εξωτερική εργασία υπό συνοδεία που απετέλεσε ένα περισσότερο μοναδικό γεγονός παρά σπάνιο στην ιταλική ιστορία των φυλακών.

Αλλά πέρα από τα προσωπικά γεγονότα και την ευγνωμοσύνη, στη συνέχεια και μαζί, υπάρχει για μένα η θεώρηση μιας βαθιάς συνέπειας τους και επίσης της θετικής τους ανωμαλίας, δεδομένου ότι είναι ένα «μη κόμμα» κόμμα, δεδομένου ότι έχει εδώ και καιρό επιλέξει να μην παρουσιάζεται στις εκλογές και να χαρακτηρίζεται από ένα διεθνικό σχέδιο. Πράγμα που εξισορροπεί την αποφασιστική απόσταση που νιώθω για τις νεοφιλελεύθερες θέσεις τους στα οικονομικά. Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό, διότι τα τελευταία χρόνια παρέμειναν η μόνη πολιτική δύναμη στρατευμένη στην υπεράσπιση του κράτους δικαίου και ενός προστατευτισμού που δεν είναι εναλλασσόμενο ρεύμα, καθώς και ενάντια στην ισόβια φυλάκιση και τη σκληρή φυλακή του 41bis.”

Εάν έπρεπε να ορίσετε με ένα επίθετο τους Renzi, Bersani, Berlusconi, Grillo και Salvini, ποιο θα χρησιμοποιούσατε για καθέναν από αυτούς;

“Πιστεύω ότι από τα όσα είπα μέχρι τώρα είναι σαφές ότι δεν έχω καμία εγγύτητα με καμία από τις πολιτικές δυνάμεις που εκπροσωπούνται από τα κόμματα, αν και για ορισμένα, που χαρακτηρίζονται από μια κουλτούρα μισαλλοδοξίας, κοινωνικού εγωισμού και ξενοφοβικών συμπεριφορών, αισθάνομαι μεγαλύτερη απόσταση. Τους μεμονωμένους ανθρώπους έχω συνηθίσει να μην εκφράζω κρίσεις, μιας και πολύ συχνά έχω κριθεί εγώ, για να μην πω πως έχω κριθεί με προκατάληψη ή με γελοιοποίησαν και με αντιμετώπισαν με περιφρόνηση δημόσια. Οι καιροί που ζούμε, δείχνουν ευκολία στις ομιλίες μίσους, προσβολής, σε κρίσεις λασπώδεις και λακωνικές στις οποίες νομίζω ότι πρέπει να αντιταχθούμε, σε όλα τα επίπεδα και απέναντι σε όλους.”

Ποια είναι τα πάθη του Segio – ακόμα και αυτά που σας δεσμεύουν λιγότερο – που κανείς δεν γνωρίζει στο μουσικό, κινηματογραφικό, αθλητικό μέτωπο ..;

“Νομίζω ότι αυτό ισχύει για πολλούς, αλλά αισθάνομαι και στην πραγματικότητα ανταγωνίζομαι συχνά με το χρόνο, ένα αγαθό που γίνεται όλο και πιο σπάνιο, δεδομένων των μορφών που επιτεύχθηκαν από την κοινωνική οργάνωση. Οι δραστηριότητές μου και η κοινωνική μου δέσμευση μου επιτρέπουν επομένως πολύ λίγα περιθώρια για να αφιερωθώ σε κάτι άλλο. Τον χρόνο που μπορώ να κερδίσω τον επενδύω στην ανάγνωση, ακούω αρκετή μουσική, στο βάθος, σιγανά ακόμα και όταν δουλεύω ή γράφω, δυστυχώς πηγαίνω πολύ σπάνια στον κινηματογράφο. Τα λογοτεχνικά, μουσικά και κινηματογραφικά μου γούστα παρέμειναν αρκετά πίσω στον περασμένο αιώνα. Ποτέ δεν έχω ενδιαφερθεί για τον αθλητισμό, πόσο μάλλον για το ποδόσφαιρο, το οποίο εξακολουθώ να θεωρώ ένα όπλο μαζικής απόσπασης της προσοχής, καθώς και πλέον μια επιχείρηση και όχι ένα παιχνίδι. Αλλά εδώ και μερικά χρόνια ασκώ τις κούρσες, συμμετέχοντας σε μαραθώνιους. Τούτου λεχθέντος, το κύριο πάθος μου παραμένει η πολιτική, με την έννοια που ελπίζω ότι μέχρι στιγμής έχω περιγράψει επαρκώς: δηλαδή, στην κοινωνική στράτευση και συμμετοχή.”

Πριν από λίγο καιρό, σε μια συνάντηση στην έδρα του Ριζοσπαστικού Κόμματος, ο Βαλέριο Φιοραβάντι, Valerio Fioravanti, καθόταν ακριβώς πίσω της. Τον χαιρετίσατε;

“Όχι, αλλά απλά επειδή δεν τον είδα. Σε εκείνη την περίπτωση χαιρέτισα την Francesca Mambro, με την οποία συμμερίζομαι την στράτευση και τις μάχες κατά της θανατικής ποινής και για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην ένωση Nessuno Tocchi Caino, στην οποία είμαι μέλος της διοίκησης και με την οποία επίσης συνεργάζεται ο Valerio και η Francesca.

Μια μεγάλη και ευγενής φιγούρα, δυστυχώς έφυγε τον αύγουστο του 2016, η οποία υπήρξε επί μακρόν εποπτική δικαστής και για πολύ μικρό χρονικό διάστημα επικεφαλής της σωφρονιστικής διοίκησης, ο Sandro Margara, έγραψε κάποτε ότι «η φυλακή δημιουργεί αθωότητα, μετατρέποντας και τον ένοχο σε θύμα «, μια βαθιά αλήθεια την οποίαν πάρα πολλοί δεν θέλουν να ακούσουν, ειδικά σε αυτούς τους καιρούς που έχουν γίνει κακοί . Νομίζω ότι η φυλακή δημιουργεί φυσικά συναισθήματα αμοιβαίας αλληλεγγύης μεταξύ εκείνων που ζουν στην ίδια κατάσταση και ότι, ως εκ τούτου, ωθεί να ξεπεραστούν αποστάσεις και προλήψεις, προφυλάξεις ακόμη και μεταξύ «πρώην εχθρών”.”

Πηγή: GIACOMO DI STEFANO, PROMETEO LIBERO

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Δεν είναι ένα βιβλίο για νοσταλγικούς – Non è un libro per nostalgici

του Marc Tibaldi

Gianfranco Manfredi, Ma chi ha detto che non c’è, l’anno del Big Bang, Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Το έτος του Big Bang, Agenzia X, Milano, 2017, pp. 422, € 20,00.

To «να μετατρέψουμε τον κόσμο» του Karl Marx που ενσωματώνεται στο «να μεταβάλλουμε τη ζωή» του Arthur Rimbaud, στο «όνειρο, η ποίηση, η επανάσταση, η αγάπη» των σουρεαλιστών, στο «να διανέμουμε ήδη από τώρα τον πλούτο» της μπάντας Bonnot. Εδώ, το καλύτερο 77 ενσωμάτωνε σε αυτές τις περιπτώσεις, και ενσωμάτωνει ότι καλύτερο από τις ιδεολογίες του ‘800 και τις πρωτοπορίες και τις αντικουλτούρες του εικοστού αιώνα. Ανακινώντας τα πάντα και δημιουργώντας νέους τρόπους και νέες ιδέες Αλλά το ποιος είπε ότι δεν υπάρχει του Gianfranco Manfredi μας χαρίζει την πολυπλοκότητα εκείνου του κινήματος όπως δεν είχε γίνει ακόμη γίνει, παρά όλους τους τίτλους επί του θέματος που εμφανίστηκαν τα τελευταία δέκα χρόνια. Είναι ένα φανταστικό συνονθύλευμα σκέψεων, προβληματισμών, κοινωνιολογικών αναλύσεων και προσωπικών αναμνήσεων. Ο Manfredi είναι μια εκλεκτή φιγούρα: συγγραφέας, φιλόσοφος, τραγουδοποιός, σεναριογράφος πολυάριθμων ταινιών και δεκάδων ιστοριών κόμιξ που εξάγονται σε όλο τον κόσμο. Στη δεκαετία του εβδομήντα ηχογράφησε τα άλμπουμ Αλλά δεν είναι μια ασθένεια και Ζόμπι όλου του κόσμου ενωθείτεMa non è una malattia και Zombie di tutto il mondo unitevi.

Ανάμεσα στα μυθιστορήματα του να θυμίσουμε την Κόκκινη  Μαγεία Magia Rossa (Feltrinelli, 1983) και τον Μικρό μαύρο διάβολο, Piccolo diavolo  nero(Tropea, 2001), και αυτή η νέα εργασία μπορεί να διαβαστεί σαν απαραίτητη ενσωμάτωση στην Χρυσή Ορδή. Το μεγάλο επαναστατικό και δημιουργικό, πολιτικό και υπαρξιακό κύμα,  L’Orda d’Oro, 1968-1977. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale. Εάν η ανθολογία που δεν πρέπει να χάσετε και επιμελήθηκε ο Primo Moroni και ο Nanni Balestrini είναι μια συλλογή από τις σημαντικότερες θεωρητικές συνεισφορές και τις πιο ενδιαφέρουσες επαναστατικές πολιτικές εμπειρίες, το έργο του Manfredi μας επιστρέφει την πολλαπλότητα του κινήματος και εκείνων των χρόνων γενικότερα, επικεντρώνοντας στους πολιτικούς αγώνες εντάσσοντας τους μέσα στο πολιτιστικό σενάριο – εθνικό και διεθνές – εκείνης της χρονιάς.

Το βιβλίο δεν αναφέρεται μόνο στο 77, αλλά γενικότερα στα χρόνια αυτής της συγκυρίας μεταξύ του μετά το 68 και της αρχής της οπισθοδρόμησης. Και το κάνει με το πνεύμα «εκείνων» των καιρών και χωρίς να είναι ένα βιβλίο για νοσταλγικούς. Αυτό είναι ένα από τα δυνατά του σημεία. Αλλά το Ποιος είπε πως δεν υπάρχει, Ma chi ha detto che non c’è, αναπνέει την ατμόσφαιρα του ’77 και μας επιστρέφει τα οράματά της, έτσι είναι και ένα βιβλίο για το μέλλον. Γεννάται εμπνευσμένο από το διάσημο τραγούδι που φέρει τον ίδιο τίτλο, το οποίο ο Gianfranco Manfredi ηχογράφησε το 1976 και δημοσιεύθηκε στο άλμπουμ Ma δεν είναι μια ασθένεια, Ma non è una malattia. Είναι ένα ερωτικό και επαναστατικό τραγούδι, εμβληματικό του 77, μια επιθυμία για κάτι που μπορεί να υπάρξει μια μέρα αλλά και για τις πιθανές ουτοπίες της καθημερινής ζωής. Πρόκειται για ένα όμορφο κομμάτι, ουσιώδες, μια ισορροπία αντιθέσεων και προτάσεων, δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα πολλές ομάδες και τραγουδοποιοί, από τους Gang στους Ministri, από την τορινέζικη ομάδα Aldo dice (μαζί, μεταξύ των άλλων οι, Nadàr Solo, Banda Fratelli, Daniele Celona, Levante, Esma, 2 Fat Men, Duemanosinistra, Il terzo istante) σε εκείνο το άτυπο που αποτελείται από τους Guido Baldoni, Davide Giromini, Alessio Lega, Rocco Rosignoli και Marco Rovelli.

Ακολουθώντας τους στίχους του τραγουδιού, το βιβλίο αφιερώνει αξέχαστα κεφάλαια σε όλες τις πτυχές που μπορεί να θέσει υπό συζήτηση εκείνο το μαγικό έτος και κατά το οποίο το ανταγωνιστικό κίνημα εξέφρασε δημιουργικές και φαντασιακές σπίθες: από τα κόμικς έως την λογοτεχνία, από το θέατρο έως τον κινηματογράφο, από την επιστημονική φαντασία μέχρι την ελευθεριακή παιδαγωγική και μετά και πάνω απ ‘όλα: τον φεμινισμό, την κοινωνική οικολογία και τη φυσική γεωργία, την αντιψυχιατρική, την εργατική Αυτονομία, την διαδεδομένη αυτονομία, τους ινδιάνοι μητροπολιτάνους, το πανκ, τις  εναλλακτικές μουσικές, τον αντιμιλιταρισμό …

Πολύ χρήσιμος είναι ο κατάλογος των καλών προθέσεων που ο συγγραφέας αποφασίζει να ακολουθήσει γράφοντας το βιβλίο και αναφέρεται στην εισαγωγή: «Να μην ξεπέσουμε στην αυτοβιογραφία, να μην υποβληθούμε στη ροή των αναμνήσεων (οι μνήμες εξαπατούν), να μην ξεπέσουμε στο είδος »χρόνια του μολυβιού» ( μιας και το 77 υπήρξε πολλά περισσότερα από ένα κουτί του χρόνου με μέσα του ένα πιστόλι P38 και ένα πακέτο δώρου με σφαίρες), ακόμη περισσότερο να μην ξεπέσουμε στην εορταστική και συναισθηματική revival, αναβίωση, στην αναζήτηση της χαμένης νεότητας. Θα ήταν επίσης λάθος να μειώσουμε τη συλλογική εμπειρία σε γενεαλογική εμπειρία. Υπήρχαν περισσότερες γενιές, που έζησαν αυτή την εμπειρία, από τα παιδιά που γεννιόντουσαν, στους μεγαλύτερους που έφευγαν. Και όλοι τους ήταν πρωταγωνιστές, με τα όλα τους, αυτού του παραδειγματικού και μοναδικού έτους. Έπρεπε να ανοιχτώ στην οπτική των άλλων, να περπατήσω μαζί τους μονοπάτια που δεν είχα εξερευνήσει εγώ, αποφεύγοντας όμως την πανούκλα τις αποκαλύψεις που ήταν γεμάτες με ανέκδοτα που ξαναχτίστηκαν με τέχνη, ξεσπάσματα επακόλουθα από παράπονα εναντίον εκείνου ή του άλλου, εκθειάσεις λαμπερών επιχειρήσεων οικογενειακής διαχείρισης ή / και ομάδων … τέλος πάντων το χειρότερο”.

Δύο προβληματισμοί για το σήμερα, ξεκινώντας από το δημιουργικό χάος του βιβλίου και του ’77. Πρώτον: η διαδικασία των πολιτισμικών διαφορών και των αγώνων που ξεκινούν από μια συγκεκριμένη αξίωση και τη διαδικασία της κοινωνικής ανασύνθεσης εμφανίζονται σήμερα σε ένα πολύ διαφορετικό φως από αυτό που φαίνονταν να καθοδηγεί την πλανητική σκηνή εκείνων των χρόνων. Τότε οι διαφορές ήταν η κινητήρια δύναμη μιας δυναμικής της ανασύνθεσης, σήμερα εμφανίζονται κυρίως σαν ένα επιθετικό και ιδιαιτέρως αναγνωριστικό στοιχείο. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε μια μετατόπιση των τόνων, των προφορών. Η διαφοροποιημένη έμφαση, η οποία στα χρόνια του διεθνιστικού κύκλου δούλεψε ως δυναμικό στοιχείο, αποτελεί πλέον παράγοντα σταθεροποίησης της ταυτότητας και επιθετικής παύσης, κλεισίματος (σκεφτείτε το αφρο-αμερικανικό κίνημα που πέρασε από τις επαναστατικές θέσεις των BlackPanter στην αντιφατική Million Men March του Farramhan, σε θέσεις εθνικής απελευθέρωσης που εδαφικοποιούνται και καθίστανται αντιδραστικές , αλλάζοντας την προοπτική μερών του φεμινιστικού κινήματος και της ομοφυλοφιλίας προς τα νεοφιλελεύθερα παράλια).

Δεύτερον: το ’77 – σε πολλές από τις ζυμώσεις του, από το απαιτητικό κίνημα A / traverso στο πανκ – ήταν ένα ξεπέρασμα των πρωτοποριών ταυτόχρονα και των αντικουλτούρων. Ίσως ήδη οι αντι-κουλτούρες υπήρξαν ένα ξεπέρασμα των πρωτοποριών. Πράγματι, στον τομέα της τέχνης, η πρωτοπορία προϋποθέτει την ικανότητα να επισημανθεί μια ικανότητα προσδιορίσιμη, μετρήσιμη ικανότητα κατά κάποιο τρόπο (ποιος μετράει και ποιο μέτρο είναι ένα πρόβλημα εξουσίας). Οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες είναι χρήσιμες στο κεφάλαιο όπως οι πολιτικές πρωτοπορίες είναι χρήσιμες για τον σχηματισμό ιεραρχιών. Οι αντικουλτούρες μπορoύν να υπαχθούν, αλλά έχουν δημιουργήσει μια κοινωνική συμμετοχή που παραμένει στη συλλογική συνείδηση. Σήμερα η δημιουργία υλικού, καλλιτεχνικού, σχεσιακού και κοινωνικού πλούτου δεν μπορεί πλέον να δημιουργηθεί μεμονωμένα, ατομικά, ακόμη και η τεχνολογική έρευνα είναι πάντα το αποτέλεσμα της ομαδικής έρευνας, μιας συνεργασίας.

Να σημειώσουμε κάποιες δευτερεύουσες πτυχές στο περιθώριο, λίγο άτακτα. Στο βιβλίο – το οποίο προφανώς πρέπει να θέσει κάποια όρια – δεν υπενθυμίζεται η σημασία της εικαστικής τέχνης (εννοιολογικής και επιτελεστικής κυρίως) και ούτε η σημασία της ποδοσφαιρικής καινοτομίας που προκαλείται από την «επιστημολογικά αναρχική» μέθοδο (να το πούμε σαν τον Feyerabend ) της Ολλανδίας και του Ajax, η οποία ήταν μια πραγματικά μη ιεραρχική έννοια του παιχνιδιού. Στα κεφάλαια αφιερωμένα στη μουσική δεν γίνεται λόγος για τη σημασία των περιοδικών όπως το Gong e Muzak, αλλά – γιατί όχι – ακόμη και το Ciao 2001. Αντίθετα, στο σωστά αφιερωμένο σημαντικό τμήμα των αντιρρησιών συνείδησης στη στρατιωτική θητεία, δεν υπάρχει καμία αναφορά για το κίνημα των «προλετάριων με στολή», μια άτυπη οργάνωση που ακολουθήθηκε έντονα σε πολλούς στρατώνες. Ανεπαρκές από αναλυτική άποψη, μας φαίνεται επίσης το κεφάλαιο που αφιερώνεται στο Ριζοσπαστικό Κόμμα. Ενώ αφενός είναι σωστό να δοθεί χώρος στον Pannella και τα άλλα μέλη για τη συμβολή και την αποφασιστικότητα που έφεραν τα κινήματα της δεκαετίας του ’70, από την άλλη ίσως θα μπορούσε να έχουν εντοπιστεί – όπως συμβαίνει και σε άλλες σελίδες σχετικά με τις θέσεις της ένοπλης πάλης – οι επικρίσεις σύμφωνα με τις οποίες οι ριζοσπάστες θα είχαν καταστεί ένα τέλειο γρανάζι για τον νεοφιλελευθερισμό.

Από αυτή την άποψη, μια σύντομη παρένθεση σχετικά με το θέμα. Πρόσφατα ξανά διάβασα τον αναρχικό της Τεργέστης, L’anarchico triestino, την αυτοβιογραφία του Umberto Tommasini. Η φωτογραφία που τον βλέπει να απεικονίζεται δίπλα στον Pannella κατά τη διάρκεια ενός συλλαλητηρίου μιας αντι-μιλιταριστικής πορείας το 1973 μου θύμισε ένα γεγονός που μου έλεγε ένας σύντροφος. Κατά τη διάρκεια μιας αμφιλεγόμενης διαμάχης, ο Umberto – ο επαναστάτης σιδηρουργός που συμμετείχε στον ισπανικό Πόλεμο, εκείνη την εποχή ήταν 77 χρονών – είπε στον ριζοσπάστη ηγέτη περίπου αυτά τα λόγια: «θα γίνεις ένας υπηρέτης των αφεντικών και του Κράτους”. Δεν επρόκειτο για μια προφητεία, παρά για μια πολιτική ανάλυση αιτιολογημένη που έδειχνε ότι από τις «φιλελεύθερες» θέσεις του Pannella, που στερούνταν ένα πιο πολύπλοκο πολιτικό όραμα για εξουσία, δεν μπορούσε παρά να έρθει – αργά ή γρήγορα – να γίνει αυτό που θα γίνονταν ο Pannella στη συνέχεια. Έτσι έγινε, όπως μπορούμε να δούμε.

Τέλος. Για τον πλούτο του αλλά και για τους προβληματισμούς που εγείρει, Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει, Ma chi ha detto che non c’è ξεσηκώνει μια πρόκληση για το μέλλον: ξεκινώντας από τις διαφορές χωρίς να επικεντρώνεται στην ταυτότητα, ξεκινώντας από συνωμοσίες χωρίς να ξεπέφτει σε ιεραρχικούς σχηματισμούς . Στην εμμένεια των επαναστατικών δυνατοτήτων, όπως τραγουδάει το τραγούδι “Υπάρχει στο βάθος των ματιών σου / στην άκρη των χειλιών / υπάρχει στο αφυπνισμένο σώμα […] Υπάρχει στο όνειρο που πραγματοποιείται στο γυαλισμένο πολυβόλο / στη χαρά στο θυμό / στην καταστροφή του κλουβιού / στο θάνατο του σχολείου / στην απόρριψη της εργασίας […] Βρίσκεται στη φαντασία / στη μουσική επάνω στο χορτάρι / βρίσκεται στην πρόκληση / στο έργο του τυφλοπόντικα / στην ιστορία του μέλλοντος / στο παρόν χωρίς ιστορία / […] στις στιγμές της μνήμης […] Βρίσκεται στο κάτω μέρος των ματιών σου ποιος είπε ότι δεν υπάρχει / στην άκρη των χειλιών / μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει […] στο τέλος του Κράτους / εκεί, υπάρχει ναι, αλλά ποιος είπε ότι δεν υπάρχει, υπάρχει, υπάρχει, υπάρχει”.

https://www.carmillaonline.com/2017/11/04/non-un-libro-nostalgici/

σκόρπιες σκέψεις...

οι νέοι και οι παλιοί κομουνιστές

Αποτέλεσμα εικόνας

δεν είμαι πια κομουνιστής, μάλλον δεν είμαι πλέον τίποτα για την ακρίβεια, δηλαδή δεν ξέρω τι είμαι γιατί απλούστατα ξέρω τι δεν είμαι

αλλά δεν βρίσκομαι εδώ γι αυτό

βρίσκομαι εδώ για να σας μιλήσω για τότες που εγνώρισα για πρώτη φορά στη ζωή μου τους κομουνιστές, παλιούς και νέους. Παλιοί ήταν οι μεγαλύτεροι στην ηλικία, στην συντριπτικοί τους πλειοψηφία εγγεγραμμένοι στο κομουνιστικό κόμμα, εργάτες επίσης πάρα μα πάρα πολλοί, όλοι πρώην παρτιζάνοι είχαν κάνει την αντίσταση και είχαν κρύψει τα όπλα διάσπαρτα σε διάφορα μέρη, πολλοί μικροαστοί επίσης, διανοούμενοι και άλλοι τέτοιοι πολλοί.

Οι καινούργιοι κομουνιστές ήταν όλοι νεαροί. Δεν είχαν ζήσει την αντίσταση, δεν είχαν υποστεί την πλύση εγκεφάλου της κομματικής προπαγάνδας, ήταν τέκνα της εσωτερικής μετανάστευσης που είχε επιβληθεί από την φτώχεια που επικρατούσε στον Ιταλικό νότο [ξέχασα να σας πω πως πολιτικοποιήθηκα στην Ιταλία όπου και βρέθηκα το μακρινό ’73 για να σπουδάσω] και βρέθηκαν να εργάζονται στις φάμπρικες του ιταλικού βορά ως ανειδίκευτο προσωπικό.

Σας τα λέω όσο πιο επιγραμματικά μπορώ για να μην σας ζαλίσω το έρωτα με τα πολλά λόγια. Μέχρι τώρα λοιπόν έχουμε ήδη αντιληφθεί τον πρώτο διαχωρισμό. Νέοι ανειδίκευτοι εναντίον μεγαλύτερων στην ηλικία ειδικευμένων. Χάσμα γενεών συν χάσμα στις απολαβές. Έχουμε ένα 2-0 καθαρό από τα αποδυτήρια. Προχωράμε.

Εμείς ήμασταν φοιτητές. Κάναμε παρέα με τους πάντες. Πολλοί ανάμεσα μας ήταν παιδιά που αναγκάζονταν να εργάζονται περιστασιακά, ότι μπορείς να φανταστείς έκαναν, και στα εργοστάσια παρτ τάιμ  για να συμπληρώνουν το πενιχρό έμβασμα που έρχονταν απ’ τους γονείς τους. Το πρώτο που μας έλεγαν λοιπόν για την εργατική τους εμπειρία σε σχέση με τους παλαιότερους ήταν το εξοργιστικό εκείνο πως: »αυτοί αγαπούσαν το εργοστάσιο όπου δούλευαν και τις μηχανές που τους καταπίεζαν διαρκώς με τα χρονοδιαγράμματα, ενώ εμείς τα φτύναμε όλη μέρα αυτά τα παλιομηχανήματα που μας πίνανε το αίμα»! Όταν λοιπόν άρχισαν τα πρώτα σαμποτάζ, οι άγριες απεργίες, η αμφισβήτηση των επίσημων συνδικαλιστικών οργανώσεων και η αυτοοργάνωση  των εργατών, οι εσωτερικές πορείες στα εργοστάσια, παλιοί και νέοι βρέθηκαν αντιμέτωποι. Γιατί οι μεν συνέχιζαν να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας ενώ οι δε ήταν πλέον ενάντια στην ίδια την συνθήκη της εργασίας, αμφισβητούσαν την ίδια την εργασία υπό αυτές τις επικρατούσες συνθήκες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του εργάτη από το αφεντικό του, υπό την διαρκή επιτήρηση του επιστάτη.

Και να ήταν μονάχα αυτό. Δεν έφτανε που οι παλιοί κομουνιστές είχαν αποδεχτεί την οικονομική συνθήκη της εκμετάλλευσης της εργατικής τους δύναμης ικανότητας και αξίας από τους καπιταλιστές, τώρα ήθελαν να συνεργαστούν και στην κυβέρνηση με τους αστούς, αυτούς τους μπουρζουάδες που ήταν υπεύθυνοι χιλιάδων εγκλημάτων ενάντια στον κόσμο της εργασίας και όχι μόνο. Και δεν χρειάζονταν να πάμε πολλά χρόνια πίσω, παρά μόνο δυο τρία, στο όχι μακρινό ’69, τότε που οι μυστικές υπηρεσίες σε συνεργασία με τους φασίστες, σε αυτήν που ονομάστηκε περίοδος της στρατηγικής της έντασης δολοφονούσαν δεκάδες σε Ρώμη και Μιλάνο την ώρα που οι μπάτσοι εκπαραθυρώνουν αναρχικούς. Τι κομουνιστές τέλος πάντων ήταν αυτοί βρε παιδιά;

Αριστοκράτες στη δουλειά, συνεργάτες με τους επιστάτες στα εργοστάσια, λίγο αργότερα καταδότες στην αστυνομία των αγωνιστών και των μαχητών στα εργοστάσια και στις πλατείες, στα δικαστήρια και στις δημόσιες υπηρεσίες. Κανονικοί χαφιέδες. Απίστευτοι! Στην κρατική πολιτική γενικότερα, στην αρχή δειλά δειλά κάνουν πλάτες στην δεξιά, ολοένα και περισσότερο, μέχρι που με την ανοχή τους δεξιές κυβερνήσεις δένουν και ράβουν και ξηλώνουν  και κάνουν ότι θέλουν και καταδικάζουν σε θάνατο έναν άνθρωπο, σίγουρα όχι αθώα περιστέρα, με το έτσι θέλω απλά για να κάνουν το κέφι των ψευτο κομουνιστών της πλάκας που σήμερα όχι μόνο δεν υπάρχουν αλλά τους έχει καταδικάσει με όλες τις μπάντες η ίδια η ιστορία. Δεν λέω ότι εμείς φερθήκαμε έξυπνα. Στρατιωτικοποιήσαμε υπερβολικά τα πράγματα, [όχι πως δεν χρειάζονταν, όχι τόσο στο υψηλό επίπεδο- εκεί έφτανε και περίσσευε, σε χαμηλό έπρεπε να εξαπλωθεί ακόμη περισσότερο  το αντάρτικο στις πόλεις ] , στην πορεία χάσαμε την μπάλα.

Και μας έπνιξε η  ιστορία μέσα στα μπουντρούμια της »δημοκρατίας» ή μας εξαφάνισε στις εξορίες . Λέω απλά πως αν αυτοί έσκυβαν για λίγο επάνω μας ν’ ακούσουν κάτι τις, και ν’ αφουγκραστούν το καινούργιο που άφριζε από μέσα μας  και έρχονταν με δύναμη απ’ την ανατολή με τα νοήματα του, τις ανατροπές που επιζητούσε, τις βουτιές προς το μέλλον, και την ορμή, την ζωντάνια του νεαρού της ηλικίας μας, τότε ναι, σήμερα τα πράγματα, ίσως, μάλλον, θα ήταν πολύ καλύτερα, σήμερα,

κι έτσι λοιπόν στο όνομα της συνεργασίας των τάξεων, [ που με απλά λόγια σημαίνει: εσείς δουλεύετε εμείς να κερδίζουμε, κι όλο γρηγορότερα]

και ανεμίζοντας τις μπαντιέρες της συνεργασίας όλων των δυνάμεων του »δημοκρατικού» τόξου,  [που σημαίνει στα πόστα κλειδιά εμείς, εσείς στην βιτρίνα], φασιστών συμπεριλαμβανομένων, ‘σοσιαλιστές’ και ‘κομουνιστές’ όλων των αποχρώσεων, σε όλη την Ευρώπη, ακολουθώντας τα διδάγματα του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, με προεξάρχοντα τον Φρανσουά Μιτεράν και κάτι άλλα γερόντια με περίεργα ονόματα όπως Παπανδρέου, Σοάρες,  Καρίγιο κλπ έπνιξαν ότι ωραιότερο ελεύθερο και αυθεντικά αυτόνομο εξέφραζαν κινήματα νεανικά που ποθούσαν μια κοινωνία διαφορετική όπου ο άνθρωπος δεν θα καταπατούσε άνθρωπο περιβάλλον φύση ζωντανά, και το κέρδος θα έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, για να εξαλειφθεί σιγά σιγά. Ο καταναλωτισμός θα υποχωρούσε και στο κέντρο της ύπαρξης θα έρχονταν επιτέλους η ζωντανή αφιλοκερδής δημιουργία για την δημιουργία. Γιατί την ζωή φανταζόμασταν σαν δημιουργία και όχι σαν αυτό που σήμερα μοιάζει με κάτι εξωπραγματικό, ένας αγώνας ταχύτητας για ένα βραβείο που κατά βάθος δεν θέλει κανένας, μοιάζει κατάρα, μόνον κάποιοι ελάχιστοι που ζουν εις βάρος των απείρως περισσοτέρων, ζέχνει δηλητήριο.

Αφού κατάφεραν λοιπόν να απαλλαγούν λίγο νωρίτερα στην Πορτογαλία από εκείνο το υπέροχο κίνημα των γαρυφάλλων  που με αρχηγό τον ταγματάρχη Οτέλο Σαράιβα ντε Καρβάλιο έριξε τον δικτάτορα Σαλαζάρ, απαλλάχθηκαν και στην Ιταλία από ένα εξίσου πανέμορφο κίνημα που εδώ κράτησε δέκα με δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, ξεκίνησε με το θερμό φθινόπωρο του ’69 και τους μαζικούς εργατικούς αγώνες και συνέχισε με τον παρατεταμένο μάη που έφερε η θερμή άνοιξη της εργατικής αυτονομίας και του ανταρτοπόλεμου που τελείωσε στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα

εγώ τότε ήμουν νέος, σήμερα είμαι παλιός, περιμένω ένας νέος κάτι να μου γράψει, κάτι να μου πει, θα έχει κάτι να μου πει, κάτι να ψιθυρίσει στο αυτί μου αν θέλει

 

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 22 – χρονικό του Κινήματος ’77

FALCE E SPINELLO NUOVO ORDINE AL CERVELLO                                       XXIX                       ΔΡΕΠΑΝΙ ΚΑΙ ΜΠΑΦΟΣ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ

5. Να αποδοθεί ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο πρασίνου για κάθε κάτοικο. 6. Απελευθέρωση όλων των ζώων που βρίσκονται φυλακισμένα σε κλουβιά ή σε σπίτια. 7. Αναγνώριση σε όλα τα ζώα που βρίσκονται σε καθεστώς αιχμαλωσίας του δικαιώματος να επιστρέψουν στις χώρες καταγωγής τους.
8. Κατεδάφιση του Βωμού της Πατρίδας και αποκατάσταση-απόδοση της περιοχής στις αυθόρμητες μορφές βλάστησης και στα ζωντανά που θα επιστρέψουν να ζήσουν εκεί. Προτείνουμε μια λιμνούλα με κύκνους και πάπιες. 9. Εναλλακτική χρήση των αεροπλάνων Hercules C 110 που αποκτήθηκαν από την στρατιωτική αεροπορία από την εταιρεία Lockheed για δωρεάν μεταφορικές υπηρεσίες προς τους νέους για να μεταβούν στο
Machu Picchu, Μάτσου Πίτσου, με ευκαιρία την γιορτή του ήλιου” (βρίσκεται στο AA.VV., Radici di una rivoltaΡίζες μιας εξέγερσης,
Milano, Feltrinelli, 1977; σελ. 146).

ΣάβΒατο 26 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Enrico Berlinguer, Γράμματα στους αιρετικούς – Lettere agli eretici, Torino, Einaudi, 1977
Δημοσιεύεται ένα συγκλονιστικό πλαστό έντυπο με το όνομα του γ.γ. του ΚΚΙ Enrico Berlinguer και γραφικά πανομοιότυπο με την συλλογή από τον εκδοτικό οίκο einaudi »Νέο Πολυτεχνείο» – “Nuovo
Politecnico”: Lettere agli eretici. Γράμματα στους αιρετικούς. Ο συγγραφέας ονομάζεται στην πραγματικότητα Pierfranco Ghisleni και το βιβλίο βγαίνει σε επιμέλεια της καταστασιακής μιλανέζικης ομάδας. Μέσα από μια εναλλακτική διανομή πολλά αντίγραφα προστίθενται κρυφά  (συνεπώς δωρεάν) στις παραγγελίες,
ούτως ώστε το βιβλίο λαμβάνεται και παρατίθεται με τις τελευταίες ειδήσεις και νεώτερα σε πολλά βιβλιοπωλεία. Ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα το βιβλίο κατάσχεται και απομακρύνεται από την κυκλοφορία: Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε οκτώ επιστολές οι οποίες από τον Berlinguer απευθύνονται στις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής αριστεράς. Της πρώτης αποδέκτης είναι η ηγετική φυσιογνωμία των ριζοσπαστών Marco Pannella «Επιστολή I. Στην οποίαν περιγράφεται μια μεταρρύθμιση του κοινωνικού θεάματος, γίνεται επίπληξη στην παραδοσιακή προσφυγή στις σκληρές μεθόδους και υποστηρίζεται πως η λαϊκή δυσαρέσκεια είναι πιο χρήσιμη παρά επιβλαβής στις κυβερνήσεις»: “…ο σοσιαλισμός που εμείς προτείνουμε δεν προβλέπει ανθρώπους εθρικούς ούτε απαθείς, αλλά πολίτες που συμμετέχουν δημοκρατικά στην πολιτική ζωή, ρίχνοντας στο πιάτο κάθε καθημερινή δυσαρέσκεια (pp. 14-15). Η δεύτερη επιστολή απευθύνεται στον Goffredo Fofi ,
κινηματογραφικό κριτικό και μεταξύ των ιδρυτών και συνεργατών του περιοδικού «Ombre Rosse, Κόκκινες Σκιές»: «Επιστολή II. Στην οποίαν ο γράφων αναρωτιέται εάν τα πάθη είναι συμβατά με τον σχεδιασμό της ανάπτυξης, δίνει αρνητική απάντηση και προσκαλεί τους πολιτιστικούς φορείς να απεικονίσουν τη ζωή σε κάθε έκφανση της, σε κάθε εκδήλωση της»: “Ο καιρός των αναθεμάτων των καταγγελιών και της λογοκρισίας έχει πλέον παρέλθει.
Τώρα εμείς είμαστε για την ελευθερία της κουλτούρας σε όλα τα επίπεδα, σε όλους τους χώρους. Πως δεν έχετε ακόμη καταλάβει πως όλο αυτό που η κουλτούρα αγγίζει, σαν μια τεράστια Φιλοσοφική Λίθος, μετατρέπεται σε ανία και ασημαντότητα; (…) Πρέπει λοιπόν να προσφέρουμε ένα μαζικό σχολείο ζωντανό και αξιόπιστο έτσι ώστε να καθίστανται οι μαθητές απολύτως ακίνδυνοι, να μετατρέψουμε τις βιβλιοθήκες σε υπεραγορές, να δώσουμε ώθηση στους πολιτιστικούς κύκλους, στα ερευνητικά κέντρα, στους εκδοτικούς οίκους, ευνοώντας τις λεγόμενες εναλλακτικές κουλτούρες, επαναστατικές, avant-garde-πρωτοποριακές, τις λαϊκές αναβιώσεις και, στη συνέχεια, την πολιτιστική σύγκρουση μεταξύ των αντίθετων φατριών-παρατάξεων, ναι, έτσι ώστε να αποτραπεί, φυσικά, εκείνη η πραγματική. (…) Γι αυτό είναι απαραίτητο διανοούμενοι του δικού σας βεληνεκούς να συνεχίσουν να παράγουν πολιτισμό σε μορφές πάντοτε καινούργιες, δεν έχει σημασία ποιες θα είναι. Αλίμονο εάν θα έπρεπε να εξαφανιστείτε ή να σιωπήσετε !” (σελ.
25-27). Η τρίτη επιστολή απευθύνεται στην φεμινίστρια και ριζοσπαστική Adele Faccio: «Επιστολή III. Ο γράφων εξηγεί γιατί ο φεμινισμός πρέπει να είναι θετικός κι αφηρημένος και ελπίζει πως η εξάλειψη, ο αφανισμός του λεγόμενου εραστή δεν θα αφήσει πίσω του οποιεσδήποτε ενοχές’»: “Πέστε με τα μούτρα στη δουλειά συντρόφισσες! Η εργασία μόλις άρχισε και έχουμε ακόμη πολλά να κάνουμε για την πνευματική και ηθική επανεκπαίδευση των μαζών, ιδιαίτερα των αρσενικών. Είναι καθολικά γνωστό πως σε συγκεκριμένους κύκλους μιλούν ακόμη περί «κώλου» και, εκείνο που είναι χειρότερο, με αισθαντική αυταρέσκεια, μερικές φορές ακόμα και συσχετίζοντας το με την δράση του «τσιμπήματος» – αλλού συνηθίζουν να συκοφαντούν τον γυναικείο αυνανισμό περιγράφοντας τον με την λέξη, αηδιαστική αν υπάρχει μια, «ditalino, δαχτυλάκι» – στην διάρκεια μιας βαρετής κοινοβουλευτικής συνεδρίας μου έλαχε να τα βάλω με ένα συνάδελφο, να του γκρινιάξω, συνάδελφο όχι πλέον νέο στην ηλικία, ο οποίος για να εκδηλώσει την εκτίμηση του ως προς τις ποιότητες, σίγουρα όχι πνευματικές, μιας νεοβουλευτίνας έκανε χρήση της έκφρασης
«tocco di figa, άγγιγμα από μουνί, μουνάρα θα λέγαμε». Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να συνεχίσουν. Είναι καθήκον σας να εντοπίσετε και να στιγματίσετε το ανήθικο, το ύπουλο, την απειλή που μπορεί να κρύβεται σε κάθε συζήτηση, σε κάθε λέξη (…). Πράγματι, ή θα καταφέρετε να πραγματοποιήσετε την αποστείρωση της γλώσσας αλλιώς είστε καταδικασμένες σύντομα να εξαφανιστείτε σαν κίνημα και να απορροφηθείτε ξανά μέσα στο σύστημα αρσενικών αξιών (σελ. 39-40). “Πώς θα μπορούσαμε να κερδίσουμε ξανά τη συνηθισμένη μας μερίδα σε μουνί υγρό αν οι γυναίκες, από βίτσιο καθαρό, είχαν ξαφνικά την απαίτηση να απαχθούν από τους Σαρακηνούς, να ευθυμήσουν στη γη των παιχνιδιών ή άλλα παρόμοια καπρίτσια; Θα ήταν το τέλος του δημοκρατικού κριού ο οποίος μέχρι στιγμής πορεύτηκε με την μαζοχιστική πέψη ψημένων τροφών και βαρετών γυναικείων ζητημάτων. (…) Αν λειτουργήσετε όπως έχετε δείξει ότι γνωρίζετε τελικά θα έρθουμε σε μια κοινωνία εντελώς αδρανή από την οποίαν οι βρωμιές και οι περιπέτειες θα απαγορευτούν δια παντός. Ίσως με αυτό τον τρόπο η χαρά της ζωής θα έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, ίσως να δημιουργούνταν έτσι στερήσεις και βάσαν, ωστόσο αυτό θα γίνει προς όφελος της ανθρώπινης εξημέρωσης, που είναι αυτό, κι όχι εκείνη η ευχαρίστηση, ο σκοπός της πολιτικής δραστηριότητας, είτε είναι παραδοσιακή είτε φεμινιστική” (σελ. 41-42). Η τέταρτη επιστολή απευθύνεται στον Angelo Pezzana, ιδρυτή του FUORI,  Fronte Unitario Omosessuale Rivoluzionario Italiano: «Επιστολή IV. Στην οποία ο συγγραφέας περιπλανιέται γύρω από την ομορφιά των σωμάτων και έρχεται να θέσει το ερώτημα: τι συνέβη, που εξαφανίστηκαν τα μουνιά;»: “Αλίμονο αν η σεξουαλική διαφορετικότητα ήταν ένα σημείο εκκίνησης!

IL MIGLIOR MODO DI FARE E’ DISFARE                                                                                           Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΝΑ ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ ΕΙΝΑΙ  ΝΑ ΧΑΛΑΣ

LAVORO ZERO REDDITO INTERO TUTTA LA PRODUZIONE ALL’AUTOMAZIONΕ                     ΜΗΔΕΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ΠΛΗΡΕΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΟΛΗ Η ΠΑΡΑΓΩΓΉ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ

ENRICO E GIULIO UNITI NELLA LOTTA                                                            XXX                         Ο ΕΝΡΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΤΖΟΥΛΙΟ ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ

Αυτή αντιθέτως θα έπρεπε να είναι μια ατελής κατάσταση που φτάνει στην πληρότητα της μοναχά όταν το άτομο ξέρει να την κατακτά, μόνο τότε επιτυγχάνεται, μετά από έναν σκληρό αγώνα. Ένας φίλος μου ανέφερε ένα από τα συνθήματα σας παιχνιδιάρικο και προκλητικό, που ηχεί κάπως έτσι: «Σκληρός αγώνας ενάντια στη φύση – Lotta dura, contro natura».
Λοιπόν, πρέπει να το πάρετε στα σοβαρά, πρέπει να αγωνιστείτε κι ακόμη περισσότερο να κάνετε ν’ αγωνιστούν για να χτίσετε μια δική σας αξιοπρεπή διαφορετικότητα στην κοινωνία, οι κύκλοι σας, οι εκδόσεις σας, οι ομάδες σας να είναι οι τόποι όπου η αποκλίνουσα συμπεριφορά κερδίζεται!” (σελ. 50). Η πέμπτη επιστολή απευθύνεται στον Renato Curcio, που δεν αναφέρεται άμεσα αλλά υποδεικνύεται με το γράμμα X:
«Επιστολή V. Όπου ο γράφων, δείχνοντας κατοχή νομικών γνώσεων όχι κοινή,
καταδεικνύει πως το δίκαιο εντυπώνεται-ενσταλάζεται στο λαό»: “Η φυλακή πρέπει να υπενθυμίζει σε όλους πως η απόδραση από την ελεύθερη κοινωνία του κεφαλαίου δεν είναι δυνατή και πρέπει να εμποδίζει την δημιουργία όχι πλέον εγκληματιών, παραβατών του νόμου, αλλά αντιθέτως , να δημιουργεί λιποτάκτες, αποστάτες από τις κοινωνικές σχέσεις, φυγάδες πολιτικής και ατομικής δέσμευσης, απόντες της δημοκρατικής συμμετοχής, ελλείποντες, νεκροζώντανους, άλλους που είναι δύσκολο να τους εντοπίσεις. Αυτή πρέπει να είναι η λειτουργία της φυλακής σε περίοδο μετάβασης, και όταν η λειτουργία της θα έχει απαλλαχθεί και όλοι θα έχουν καταλάβει πως η φυγή απ’ το κεφάλαιο είναι αδύνατη, τότε αυτή δεν θα είναι πλέον απαραίτητη (σελ. 63). Η έκτη επιστολή απευθύνεται στονAndrea Valcarenghi, διευθυντή του περιοδικού «Re Nudo»: «Επιστολή VI. Όπου φαίνεται πλέον πως η φιγούρα του τοξικομανούς επιτέλους γελοιοποιείται»: “Η τοξίκωση, αγαπητέ φίλε, προσφέρει μια βίαιη επίδειξη, έχει τους νεκρούς της, τους ανάπηρους, τους δεσμοφύλακες της, τους δικαστές της, και ο λαουτζίκος, όπως είναι γνωστό, έχει ανάγκη, να παθιαστεί, χρειάζεται πάθος, ακριβώς. Επιπλέον – και αυτό είναι ο πραγματικός νεωτερισμός της παράστασης του ναρκωτικού, που την εξισώνει, λόγω μεγέθους, με το θρησκευτικό τελετουργικό – η σκηνική παρουσία του ναρκομανούς περιλαμβάνει όχι μόνο τον αφελή παρατηρητή, αλλά εξίσου τον αποτελειωμένο φουκαρά, τον ναρκομανή ακριβώς, ο οποίος προσφέρεται στα μάτια ενός νοσηρού κοινού
(σελ. 68). “Και αν στη συνέχεια στον εξαρτημένο πάρει το δρόμο της κάποια αχτίδα διαύγειας, με αποτέλεσμα την οδυνηρή αίσθηση αδυναμίας, ακαταλληλότητας, νωθρότητας, είναι πάντα σε θέση να αδειάσει το βαρέλι με τις defaillances του, τις αποτυχίες, τις βλάβες του επάνω σε ένα στοιχείο έξω από αυτόν: τα ναρκωτικά ως πληγή μιας κοινωνίας που δεν ήταν σε θέση, δεν μπόρεσε να τον καταλάβει. Στη συνέχεια, μπορεί να περιμένει με εμπιστοσύνη η κοινωνία (κατά την άποψή του, ο πραγματικός ένοχος) να αναγεννηθεί, να πλασθεί προς χρήση και κατανάλωση των δυστυχιών του. Και αυτή επίσης η όμορφη ψευδαίσθηση δεν επιτρέπεται στους απλούς πολίτες (σελ. 70-71). Το έβδομο γράμμα απευθύνεται στον Toni
Negri, θεωρητικό της Autonomia Operaia: «Επιστολή VII. Στην οποίαν ο αποστολέας εμπιστεύεται μια αποστολής εμπιστοσύνης»: “Ο σύγχρονος επαναστάτης, εκ των υστέρων, είναι αυτός που θέλει κάτι δωρεάν: αυτή είναι η εμμονή του και κάθε συμπεριφορά του έχει ως στόχο την απόκτηση αγαθών και υπηρεσιών χωρίς να πληρώνει το τίμημα της εργάσιμης ημέρας, αλλά καταφεύγοντας σε λεηλασία(σελ. 82-83). “Εγώ, αγαπητέ Antonio, με προχωρημένα πλέον τα χρόνια στις πλάτες μου και απομονωμένος σε γραφειοκρατικές πρακτικές της γραμματείας ενός κόμματος πάντα στα όρια της σκλήρωσης όταν δεν διεγείρομαι από τους ανέμους της κοινωνικής ανατροπής και ανταρσίας, σίγουρα δεν μπορώ να σας υποστηρίξω ανοιχτά αλλά, με τριάντα χρόνια λιγότερα στους ώμους μου, θα ήμουν σίγουρα στο πλευρό σας, αν όχι να τα κάνουμε μαντάρα στις πλατείες, όμως τουλάχιστον να δίνω την πνευματική συμβολή μου στην κοινωνικοποίηση εκείνων των μαζικών επιθυμιών που εσείς θέλετε να ικανοποιήσετε. (σελ. 85). Το όγδοο γράμμα έχει σαν αποδέκτες τους Ινδιάνους Μητροπολιτάνους: «Επιστολή VIII. Όπου υπάρχει η ελπίδα της υποβάθμισης, της αποδόμησης του περιβάλλοντος, με την προϋπόθεση αυτό να γίνει σε μια προγραμματισμένη μορφή»: “H φειδώ κάνει καλό στην υγεία και το σχετικό πρόγραμμα, που ονομάζεται λιτότητα, austerity, είναι ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Μου φαίνεται πως αξίζει να σημειωθεί ότι η εξοικονόμηση έχει χαιρετιστεί με ενθουσιασμό από τους νέους επαναστάτες.
Να μην ξεγελαστούμε από τις ηχηρές διακηρύξεις ενάντια στις θυσίες που κάποιες ομαδούλες δρομολόγησαν, πρόκειται για μια απόρριψη σε επίπεδο πνευματικό, δηλαδή στα λόγια. Ας κοιτάξουμε αντιθέτως τις συνήθειες των νεαρών περιθωριοποιημένων, των φοιτητών, των φεμινιστριών, των στρατευμένων αγωνιστών, των»γουρουνιών με τα φτερά»για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση της στιγμής που γίνεται αντιληπτή από όλους: μαγειρεμένα φαγητά, κατεψυγμένα, πρόχειρα ρούχα, καλύβες, κουζίνα μακροβιοτική, να το δείγμα των επαιτειών της πιο ζητιάνας απ’ όλες τις τάξεις, της ζητιάνας τάξης που είναι και διανοητικά ζητιάνα επειδή τολμά να δικαιολογεί με διάφορες προφάσεις την πρακτική φειδώ στην οποίαν κρατείται (σελ. 87-88).
Το πλαστό θεωρητικοποιήθηκε από τον Franco Berardi στο νούμερο του Φεβρουαρίου 1977 του περιοδικού
«A/traverso» με το άρθρο: «Informazioni false che producano eventi veri- Ψεύτικες πληροφορίες που παράγουν αληθινά γεγονότα  »:
»Τώρα πάμε παραπέρα. Δεν αρκεί να καταγγέλλουμε το ψεύδος της εξουσίας, πρέπει να καταγγείλουμε και να σπάσουμε την πραγματική εξουσία. Όταν η εξουσία λέει την αλήθεια και ισχυρίζεται ότι είναι Φυσική, θα πρέπει να καταγγείλουμε το μέγεθος της απανθρωπιάς και του παραλογισμού που είναι η τάξη της πραγματικότητας την οποίαν η τάξη του λόγου [ο λόγος της τάξης) αναπαράγει και αντανακλά: ενοποιεί.

LA BORGHESIA È DENTRO DI NOI: DISTRUGGIAMOLA                                                                 Η ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ: ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΟΥΜΕ

E’ ORA E’ ORA / MISERIA A CHI LAVORA                                                                                            ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ / ΦΤΩΧΕΙΑ Σ’ ΟΠΟΙΟΝ ΔΟΥΛΕΥΕΙ

ANDREOTTI E’ ROSSO, FANFANI LO SARA’                                                  XXXI                            Ο ΑΝΤΡΕΟΤΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΟΚΚΙΝΟΣ, ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΚΙ Ο ΦΑΝΦΑΝΙ

Να φέρουμε στο φως, να ξεσκεπάσουμε
το παραλήρημα της εξουσίας. Αλλά
όχι μόνο. Χρειάζεται να πάρουμε
τη θέση (να αυτοεπικυρωθούμε)
της εξουσίας, να μιλήσουμε
με την φωνή της. Να διασπείρουμε σημάδια
με την φωνή και τον τόνο
της εξουσίας. Μα ψεύτικα σημάδια.
Να παραγάγουμε πληροφορίες
ψεύτικες που να δείχνουν εκείνο
που η εξουσία κρύβει, και που
παράγουν εξέγερση ενάντια στη
ισχύ του λόγου της τάξης.
Να αναπαραγάγουμε το μαγικό παιχνίδι της παραποιημένης Αλήθειας για να πούμε με τη γλώσσα των μέσων μαζικής ενημέρωσης αυτά που θέλουν να αποφύγουν. Να αναπαραγάγουμε το μαγικό παιχνίδι.
Φθάνει μια μικρή απόκλιση
ώστε η εξουσία να προβάλει το
παραλήρημα της: ο Lama λέει στην
εποχή μας πως πρέπει να τουφεκιστούν οι εργάτες που απέχουν απ’ την δουλειά τους. Mα αυτή η αλήθεια της εξουσίας κρύβεται πίσω  από μια  γλωσσική οθόνη. Να την σπάσουμε, να υποχρεώσουμε τον Lama να πει εκείνο που σκέφτεται πραγματικά. Mα η δύναμη της εξουσίας βρίσκεται στο να μιλά με την δύναμη της ισχύος. Μπορούμε να κάνουμε να πουν οι νομαρχίες (παραποιώντας τις αφίσες τους) πως είναι δίκαιο να παίρνουμε δωρεάν το κρέας από τα κρεοπωλεία. Σε αυτό τον δρόμο, πέρα από την αντιπληροφόρηση, πέρα από την Alice, η πραγματικότητα μεταμορφώνει τη γλώσσα. Να στήσουμε στη σκηνή φοβερές πλαστογραφίες. Το « Κέντρο Διάδοσης Αυθαίρετων Ειδήσεων» της Ρώμης ανακοινώνει πως ο Argan συναντήθηκε με τον πάπα Paolo VI  για να φέρουν εις πέρας μια μαοντανταϊστική δράση, και να καταγγείλουν με αυτό τον τρόπο απροκάλυπτα την έννοια του ιστορικού συμβιβασμού
, με μια ηχηρή και εκλεπτυσμένη κίνηση. Σε διάφορες πόλεις οι αφίσες των τοπικών εφημερίδων βγαίνουν με απρόβλεπτες ειδήσεις. Στην Bologna η εφημερίδα «Il Resto del Carlino», εφημερίδα της μπουρζουαζίας, ένα πρωί βγαίνει με τους ακόλουθους τίτλους. «ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΟΙ ΕΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥΣ 4000 ΕΡΓΑΤΕΣ ΤΟ 1976» / «ΤΟ ΚΡΕΑΣ ΑΚΡΙΒΑΙΝΕΙ AGNELLI ΜΕ ΠΟΛΕΝΤΑ – «LA CARNE AUMENTA AGNELLI CON POLENTA» /  «ΕΡΕΥΝΑ: ΤΟ 90% ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ ΜΠΟΛΟΝΙΑ ΣΚΟΥΠΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΩΛΟ ΜΕ ΤΗΝ εφημερίδα IL RESTO DEL CARLINO». Τον ιανουάριο, ένα κύτταρο μαοντανταϊστών διανέμει ένα φυλλάδιο σε μια διαδήλωση οργανωμένη από τους κομουνιστές του PCI και τους ρεπουμπλικάνους του PRI, με τους Amendola και Ugo La Malfa. Το φυλλάδιο φέρει την υπογραφή μιας ένωσης αφεντικών , και εκφράζει όλο τον ενθουσιασμό της μπουρζουαζίας για την γραμμή του PCI. Οι γραφειοκράτες υποδέχονται με ηλίθια ικανοποίηση το φυλλάδιο. Αντιθέτως, χιλιάδες συντρόφων, εργατών, καταφέρνουν να διαβάσουν, μέσα στην ειρωνεία, τον ίδιο το θυμό τους, το ίδιο το μίσος τους. Τον φεβρουάριο, στην Ρώμη, το κίνημα των ινδιάνων μητροπολιτάνων μετατρέπει την ειρωνεία και την εξαπάτηση σε μαζική συμπεριφορά. Όταν
χιλιάδες και χιλιάδες νέων προλετάριων οικειοποιούνται την γλωσσική ανάπτυξη και συμπεριφορά , για την
κοινωνία της αναπαραγωγής και για την γλώσσα του καθρέπτη, της εικόνας, του προτύπου όλα γίνονται ακατανόητα. ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΓΕΛΟΙΟΣ.
Η γλώσσα είναι το σύνολο των γεγονότων του κόσμου. Μερικές φορές, όμως, δεν λογαριάζουμε πως τυχαίνει ενίοτε τα γεγονότα να ξεγλιστρούν και η γλώσσα της εξουσίας να κατακτά την επικύρωση της από την βία που είναι σε θέση να ασκήσει ακινητοποιώντας εντάσεις,επιθυμίες, ανάγκες. Μερικές φορές συμβαίνει η γλώσσα της ελπίδας να βρίσκει τον δρόμο της, και τότε λαμβάνει χώρα μια αλλαγή, μια μετατόπιση όλων των σημαδιών της γλώσσας και αυτά τα σημάδια γίνονται μόνο σινιάλα της βλακείας της εξουσίας. «Ο Lama είναι ένας Trombadori »,
αυτό είναι το πρώτο αποτέλεσμα που το κίνημα απέσπασε στη Ρώμη. Η εξουσία ενωμένη μέσα στην βλακεία της. Nessuno
Lama. Κανείς δεν τον αγαπά. «Σύντροφοι δεν αποδεχόμαστε προβοκάτσιες, Compagni non accettiamo provocazioni ». Αυτά τα λόγια εκτοξεύονται από τους υποτιθέμενους κομουνιστές σε δεκάδες συλλαλητήρια, γίνονται στην Ρώμη η κραυγή μάχης μιας ακούσιας εξέγερσης, κάτι σαν «Avanti popolo alla
riscossa, εμπρός λαέ στην αντεπίθεση». Το έργο έχει αλλάξει, ο Trombadori έρχεται στο πανεπιστήμιο να μεταφέρει το άνοστο γκριζωπό μήνυμα του, νομίζει πως μιλά σε μια συνάντηση κομματική, και σε μια συνέλευση που βρίσκεται σε αναβρασμό μοιάζει ο Buster Keaton στις καλύτερες μέρες του. Με εκτροχιασμένο το μηχανισμό συναίνεσης, η γλώσσα της εξουσίας ανίκανη να σταματήσει στην αιώνια παρανοϊκή αυτο-αναπαραγωγή αναποδογυρίζει επάνω της όλα τα γνωρίσματα με τα οποία συνήθως ομιλεί για να περιθωριοποιήσει τους διαφορετικούς.
Η γλώσσα της ουτοπίας  γίνεται έτσι το μοναδικό ουσιωδώς βιώσιμο. Μισθός σε όλους, με 20 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας. Η εξουσία, αντιθέτως, σε μια κοινωνία με υψηλή τεχνολογική παραγωγικότητα, ανακαλύπτει ξανά την αξία της χειρωνακτικής εργασίας. Mε θρυμματισμένη τη συναίνεση, με σπασμένη την ιεραρχία, η πρόταση αυτή δείχνει να είναι – η ίδια -, η πραγματική ουτοπία, η μη πραγματοποιήσιμη. Να ανοίξουν τις τρύπες και να τις γεμίσουν είναι ένα ηλίθιο τέχνασμα, αλλά είναι το μόνο που η φαντασία παραχωρεί στην εξουσία. Στην αντιστροφή του πλαισίου, μετά, κάθε λέξη αποκτά μια διαφορετική σημειολογική αξία. Σοβαρότητα, αξιοπιστία γίνεται η λέξη κλειδί, το σύνθημα του κινήματος . «Η εργασία ευλογεί, ζήτω ζήτω οι θυσίες» κραυγάζουν οι ινδιάνοι.Η εξουσία τότε εισάγει το αδιέξοδο της ακούσιας αυτοειρωνίας. Κένεντι, Νίξον, Κάρτερ, oi μάσκες της εξουσίας μοιάζουν πλέον οι καρικατούρες τους. Ο Λάμα από την πλευρά του συνέχισε την υπέροχη παράδοση του αναζωογονητικού θεάτρου της D’Origlia Palmi, έφερε το ευαγγελικό μήνυμα του μεταξύ των ομάδων των μητροπολιτικών ινδιάνων συλλέγοντας την επιτυχία που του άξιζε. Η εκδίωξη του Λάμα από το πανεπιστήμιο της Ρώμης , στις 17 φεβρουαρίου 1977, είναι το αριστούργημα της ειρωνείας της μάζας”.

FIORETTI, FIORETTI / PAGHEREMO CARO PAGHEREMO TUTTO / TUTTO IL MOVIMENTO / DEV’ESSERE DISTRUTTO                   ΦΙΟΡΕΤΤΙ  / ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ ΑΚΡΙΒΑ ΟΛΑ ΘΑ ΤΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ / ΟΛΟ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ / ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙ [γονατισμένοι μπροστά στην ομάδα περιφρούρησης του PCI, χτυπώντας τα στήθια τους]

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

 

 

αυτονομία, autonomia

H ρωμαϊκή εργατική αυτονομία – L’autonomia operaia romana

του Giovanni Iozzoli

G. Marco D’ubaldo, Giorgio Ferrari, Gli autonomiVolume IV. L’Autonomia operaia romana, DeriveApprodi, Roma, 2017, 224 p., € 18.00  Οι αυτόνομοι – τέταρτος τόμος. Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία

Ο εκδοτικός οίκος Derive Approdi έχει εκδώσει τον τέταρτο τόμο της σειράς Gli autonomi Οι αυτόνομοι. Πρόθεση είναι να εμβαθύνει την αφήγηση μιας πολιτικής εποχής, εστιάζοντας με πιο σφιχτό τρόπο στην επικράτεια – ξεκινώντας από την ρωμαϊκή. Οι επιμελητές του τόμου είναι οι Giorgio Ferrari και G.Marco D’Ubaldo, ιστορικοί που αναφέρονται σε δυο πραγματικότητες καίριας σημασία της ρωμαϊκής πλατείας και πραγματικότητας: i Comitati Autonomi Operai e il Comitato dell’Alberone, τις Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές και την Επιτροπή των κατοίκων του Alberone .

Η απόφαση για τη διερεύνηση της «εδαφικότητας» των εμπειριών της αυτονομίας, είναι αναμφίβολα επαρκής, κατάλληλη. Δεν υπάρχει ανακατασκευή ή πολιτικό επιχείρημα για τις «αυτονομίες», που μπορεί να αγνοήσει αυτή την διάσταση – και αυτό, εκτός από την αντικειμενικότητα των ιστορικών γεγονότων, ακόμη και για μια θεωρητική προσέγγιση ευρύτερα αποδεκτή εκείνα τα χρόνια: έδαφος-επικράτεια σήμαινε ανάγνωση της ταξικής σύνθεσης, χτίσιμο των στοιχείων του προγράμματος, προσαρμογές των επιπέδων της οργάνωσης και πάλι επιστροφή στο έδαφος, στην επικράτεια. «Έδαφος» σημαίνει τη γη-το επίπεδο της συνεχούς επαλήθευσης των αρχικών υποθέσεων. Και δεν μιλάμε για την ιδεολογική πρόταση του «να ξαναπάρουμε πίσω την πόλη»: ήταν μάλλον κοπιώδες και εκρηκτικό καθημερινό χτίσιμο διαμάχης-καβγά-διενέξεων (εδαφικών, ακριβώς, στην επικράτεια), που έδωσαν στην συζήτηση για την αυτονομία, κοινωνικό βηματισμό, ρίζωμα, κοινωνικά σκέλη.

Ο τόνος του βιβλίου απομακρύνεται από κάθε amarcord ευχαρίστησης [ευτυχισμένες αναμνήσεις σε ελεύθερη μετάφραση]: διαβάζετε την ιστορία ξεκινώντας από το παρόν και οι συγγραφείς, πέρα από τα προσωπικά βιογραφικά γεγονότα, αισθάνονται ενεργά εμπλεκόμενοι μιας πολιτικής υπόθεσης που δεν έχει κλείσει, αλλά μάλλον έχει μετατοπιστεί και αναποδογυρίσει επί των ημερών μας.

Πρωτεύουσα Ρώμη, Roma πολιτικό επίκεντρο, για καλό ή για κακό. Σωστό το να ξεκινήσουμε από τον αυτόνομο χώρο της: γιατί στην ρωμαϊκή αρένα οι συλλογισμοί επί της μητρόπολης ως απόκλιση της νέας ταξικής σύνθεσης, βρήκαν το έδαφος της πιο προχωρημένης πρακτικής. Για να γίνει αυτό κατανοητό, φτάνει να έχετε στα χέρια κάποιο από τα δικαστικά έγγραφα που σχετίζονται με τις πολλές αγωγές εναντίον της ρωμαϊκής εργατικής αυτονομίας: στα δικαστικά έγγραφα – πολύτιμα εργαλεία πολιτικής μνήμης, φθάνει να γνωρίζει κάποιος να τα διαβάζει – σχολαστικά αναφέρονταν από τους δικαστές δεκάδες και δεκάδες αυτόνομων οργανισμών με τα αρχικά τους, την κοινωνική τους διαστρωμάτωση και τα στέκια τους, τα υποτιθέμενα οργανογράμματα τους, και ήδη μόνο εκείνοι οι δικαστικοί χάρτες θα σας έκαναν να συνειδητοποιήσετε το πόσο μεγάλος ήταν ο επαναστατικό πλούτος για τον οποίον μιλάμε.

Οι συντάκτες του τόμου ανακατασκευάζουν αποτελεσματικά την ιστορική εικόνα της Ιταλίας – και της πρωτεύουσας της – στις αρχές της δεκαετίας 70. Στο πλαίσιο αυτό και μέσα σε αυτή την συγκυρία ωριμάζουν κάποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες θα αποτελέσουν το θεμέλιο της ανάπτυξης της αυτονομίας στη Ρώμη:
– σε υποκειμενικό επίπεδο η καθίζηση της σύντομης περιόδου των ομάδων, που απελευθερώνει ενέργειες χιλιάδων αγωνιστών,
– ο αγώνας για το σπίτι, πάντα ζωτικής σημασίας σε μια περιοχή που πλήττεται μετά τον πόλεμο από μια σταθερή δημογραφική πίεση και μια ταχεία ανάπτυξη του κύκλου κατασκευών,
– ο αγώνας στην δημόσια υγεία και στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, με το πολύτιμο δέσιμο ανάμεσα στην εργατική κινητοποίηση και τα δικαιώματα των χρηστών,
– η παρουσία των κεντρικών οργάνων του ΚΚΙ- PCI και του αριστερού συνδικάτου CGIL, στο μέγιστο της ηγεμονίας τους, που όμως ήδη κινούνται πτωτικά, στην φθορά της εποχής των θυσιών και της καταστολής των κινημάτων,
– ο αντιφασισμός, σε μια πόλη όπου η μνήμη και η φασιστική παρουσία, τριάντα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου είναι ακόμα πολύ ζωντανή (απλά διαβάστε την αυτοβιογραφία του Giulio Salierno, για να πάρετε μια αίσθηση εκείνης της καρκινικής επιμονής στην πρωτεύουσα).

Είναι μέσα από αυτά τα εδάφη, διασχίζοντας αυτά τα εδάφη – στο εσωτερικό συγκεκριμένων διαδρομών, όλων να παίζονται σε μαζική διάσταση – που αναπτύσσεται ο σχηματισμός των ρωμαϊκών αυτόνομων οργανισμών: εμπειρίες που από τον σχηματισμό τους φέρουν μέσα τους την επίμονη προσπάθεια για την ανασύνθεση της πολιτικής δράσης όπως και της συνδικαλιστικής, των οποίων ο διαχωρισμός, ειδικά στην προοδευτική επεξεργασία κυρίως των Volsci, κρίνεται ως εμπόδιο στην ανάπτυξη μιας σύγχρονης επαναστατικής προοπτικής.

Μέσα σε λίγα χρόνια, συλλογικότητες και επιτροπές γειτονιάς – δείτε την εμβληματική περίπτωση του Alberone – συνθέτουν ένα ζωντανότατο και μαγματικό δίκτυο που διασχίζει όλες τις διαστάσεις της μητροπολιτικής σύγκρουσης: η οργάνωση των αγώνων ενθαρρύνει τον αυθορμητισμό της προλεταριακής εφευρετικότητας, η οποία με τη σειρά της οργανώνεται και επανεκκινεί τη διαδικασία.

 

Τη νύχτα δεν ήταν και τόσο δύσκολο να πέσουμε επάνω σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που τραβούσαν αντικείμενα οικιακής χρήσης σε κάποιο άδειο κτίριο, μερικές φορές δεν ήταν καν τελειωμένο, προσπαθώντας να μην γίνουν αντιληπτοί από την αστυνομία. Το φαινόμενο ήταν τόσο μεγάλο και μοναδικό για μια μεγάλη πόλη, που κατέληξε μάλιστα και σε ένα άρθρο του εβδομαδιαίου Time (σ.85)

Και αυτό σημαίνει ότι, πέρα από τις εκστρατείες και τους μεγάλους αγώνες που διοργανώνονταν από την εξωκοινοβουλευτική αριστερά, επικρατούσε στις γειτονιές και στο κοινωνικό προλεταριακό σώμα μια εκτεταμένη μαζική παρανομία, της οποίας η ζήτηση για οργάνωση ήταν ακριβώς ο λόγος ύπαρξης της αυτονομίας.

Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία γεννιέται και περπατά επάνω στα πόδια της κοινωνικής πρακτικής: εργασία και επικράτεια, lavoro e territorio. Η πολιτική οργάνωση των Volsci, ειδικότερα, είναι άμεση έκφραση πραγματικοτήτων που προέρχονταν από τον κόσμο της μισθωτής εργασίας:

Με εξαίρεση κάποιους φοιτητές ιατρικής που δρούσαν μέσα στην Κολεκτίβα της Πολυκλινικής, del Collettivo Policlinico (και που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των αγώνων) εκείνοι οι οργανισμοί αποτελούνταν αποκλειστικά από εργαζομένους: υπαλλήλους, διοικητικούς τεχνικούς, εργάτες. Έτσι ακριβώς: εργάτες, που φορούσαν την ποδιά των νοσοκόμων, την στολή του αχθοφόρου ή την φόρμα της Enel [ενέργεια] ήταν εργατικό δυναμικό που το εκμεταλλεύονταν όπως τους άλλους που βρίσκονταν στο εργοστάσιο, αν και δεν είχαν τa «στίγματα» των ροζιασμένων χεριών. Ήταν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Volsci να επιβάλουν στην προσοχή του κινήματος εκείνες τις φιγούρες που σνομπάρονταν από τους ερμηνευτές της εργατικής τάξης, σαν να ήταν αντιπαραγωγικές ή παρασιτικές, που εξακολουθούσαν να θεωρούνται περιθωριακές σε σχέση με την ερμηνεία της σύγκρουσης κεφαλαίου εργασίας (σελ. 59)

Συνεπώς: φυσική απόκτηση του κοινωνικά εξελιγμένου χαρακτήρα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, φυσική θεώρηση του »εργατικού» χαρακτήρα αυτής της κοινωνικής εργασίας.

Εργασία και επικράτεια, λέγαμε, κατά τη διάρκεια των ρωμαϊκών χρόνων 70, ορισμένες γειτονιές, δείτε Centocelle ή San Basilio, απελευθερώνουν το πλήρες δυναμικό τους, σε ένα είδος καρστικής συνέχειας της σύγκρουσης, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται μετά τον πόλεμο – καταλήψεις, αυτομειώσεις, διεκδικήσεις στις μεταφορές , στις υπηρεσίες, εναλλακτική κοινωνικότητα.

Για να μπει σε δίκτυο αυτός ο πολλαπλασιασμός δεν είναι απλό: εφευρίσκουν νέα εργαλεία – όπως η Συνέλευση πόλης των εργατικών επιτροπών και γειτονιάς – όλα επίπονα πειράματα, που ζουν με ενότητα, ρήξεις, ανασυνθέσεις, που υφαίνονται καθημερινά με το νήμα των αγώνων και των διεκδικήσεων, της διαμάχης.
Η μέθοδος της ρωμαϊκής αυτονομίας, μπροστά σε αυτό τον κοινωνικό πλούτο, είναι πάντα η ίδια: από τις μάζες στις μάζες, γιατί αυτονομία θα πει πρώτα απ’ όλα ρήξη της κακιάς διαλεκτικής μεταξύ υποτιθέμενων »εξωτερικών πρωτοποριών» και τάξης.

Συνέβαινε πράγματι εκείνα τα χρόνια μια πρωτοπορία καλλιεργημένη και ηδονιστική να επιβάλλει από τα άνω την δική της κοσμοθεωρία, la sua Weltanschauung στην πραγματική ιστορία μιας αποτυχημένης χώρας … Οι αντιλήψεις που αρνούνται αρχικά μια ανεξάρτητη διαδικασία προλεταριακής χειραφέτησης και τη δυνατότητα των μαζών να ορίσουν τη δική τους αυτόνομη οργάνωση, ήταν σε μεγάλο βαθμό διαδεδομένες μεταξύ των πρωτοποριών του τότε (σελ.47)

Η Αυτονομία γεννιόταν ως αντιστροφή αυτών των αντιλήψεων, που ήταν κληρονομιά όχι μόνο από το ρεβιζιονισμό, αλλά και της πολιτικής τάξης του 68.

ο Giorgio Ferrari περιγράφει τους Volsci σαν ένα εργαστήριο της κοινωνικής ορθής πράξης, όπου όμως βασίλευε η γεύση της θεωρητικής ετεροδοξίας:

Στην εποχή του μετα-κομμουνισμού αισθάνομαι ακόμα μαρξιστής και αυτόνομος: γιαυτό, όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 γνωρίστηκα με τους συντρόφους του Γενικού Νοσοκομείου-Policlinico και της Enel, που είχαν αφήσει το Μανιφέστο, για μένα ήταν μια ανακούφιση. Επιτέλους, θα μπορούσα να εκφράσω τις αμφιβολίες μου επάνω στην κομμουνιστική εμπειρία χωρίς να αντιμετωπίζομαι με καχυποψία, επιτέλους έκανα μαζί με άλλους πολιτικούς προβληματισμούς και στοχασμούς από τους οποίους οι επαναστάτες δεν πρέπει ποτέ να διαφεύγουν (σελ.20

 

Η κρίση του κομμουνιστικού παραδείγματος, στην ωριμότητα της ανάπτυξης και της καπιταλιστικής κρίσης της δεκαετίας του ’70, είναι ήδη σαφής, για όσους θέλουν να το δουν, παρά τις πλατείες που γεμίζουν και τις κλειστές γροθιές: η εργατική αυτονομία ήταν επίσης η γη επάνω στην οποία αυτή η συζήτηση μπορούσε να απελευθερωθεί με μεγαλύτερη ειλικρίνεια.
Το ακριβώς αντίθετο από εκείνες τις ομαδίστικες συνιστώσες όπου βασίλευε η πιο κομφορμιστική ορθοδοξία, η οποίες, κατά τα χρόνια της ήττας, πέρασαν από την μια νύχτα στο πρωινό, από την μια μέρα στην άλλη δηλαδή, στην άλλη πλευρά του οδοφράγματος, αφήνοντας πίσω τις δογματικές βεβαιότητες τους, όπως ένα φίδι το παλιό δέρμα του – και ίσως συνεχίζοντας να κηρύττουν με την ίδια αυταρέσκεια, τα υπέροχα και προοδευτικά πεπρωμένο του ρεφορμισμού των χρόνων 80 …

Το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70, βλέπει την ρωμαϊκή αυτονομία στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας για τη σταθεροποίηση της υπόθεσης εθνικής πολιτικής. Δεν είναι εύκολο, επειδή ακριβώς ορισμένες εμπειρίες βρίσκονται σε ισχυρό πολιτικό-ιδεολογικό χαρακτηρισμό, ενώ άλλες ζουν μια θεμελιώδη κοινωνική διάσταση – και δεν είναι δεδομένο να μοιράζονται λεξιλόγιο και εκστρατείες.

Η σχέση που οι Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές, i Comitati Autonomi Operai προσπαθούν να εδραιώσουν είναι στον άξονα του Μιλάνου με το Κόκκινο, con Rosso,το οποίο για ένα διάστημα γίνεται και εθνικό περιοδικό (με την Via dei Volsci ρωμαϊκή σύνταξη). Αλλά η εποχή της αυτονομίας του Μιλάνο είναι μια φλόγα που γεννιέται αργότερα και καταναλώνεται πριν, σε σχέση με την σταθερότητα της ρωμαϊκής εμπειρίας. Ριζοσπαστικές διαφορές πολιτικού έργου, γίνονται εμπόδια για την κατασκευή μιας εθνικής άποψη: Το Rosso, υπό την καθοδήγηση του Negri, πιέζει πολύ προς τη ρητορική του κοινωνικού εργάτη και σε μια προοδευτική συγκεντροποίηση της δομής, των λειτουργιών και της πολιτικής ηγεσίας.

Για τους Volsci, η επίτευξη του κοινωνικού χαρακτήρα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης είναι μια συνειδητοποίηση καθημερινή που δεν έχει ανάγκη επιβεβαιώσεων ή εξαναγκασμών – ούτε θεωρητικών ούτε με όρους χτισίματος του κόμματος. Στην Ρώμη ακόμη και στις υψηλότερες στιγμές της σύγκρουσης, προτιμούν να οργανώνουν την διάχυτη διαμάχη της κοινωνικής εργασίας στην περιοχή, θεωρώντας πως δεν είναι ώριμη καμιά αξιόπιστη “δυαδικότητα των εξουσιών”. Στις αναμνήσεις των επιμελητών αντηχεί ξανά η πολεμική της ρωμαϊκής πλευράς προς μια διανοουμενίστικη στρέβλωση, ιδεολογική και υποκειμενιστική, που θα σημαδέψει βαριά το μιλανέζικο εργαστήρι και την κατάρρευση του.
Ο διάλογος ανάμεσα στις διαφορετικές εθνικές ψυχές θα καταστεί ρήξη. Mα πλέον βρισκόμαστε στο κατώφλι των τριών βασικών βημάτων, βαθμίδων κλειδιά, που θα καθορίσουν το νόημα εκείνης της εποχής και της παρακμής της : η φλόγα του 77, η απαγωγή Moro και το μεγάλο κατασταλτικό κύμα που ξεκινά στις 7 Aπριλίου 79 και θα συνεχιστεί μέχρι και πέρα από τα μισά των χρόνων 80.

Μέσα σε αυτή την ισχυρή ιστορία χειραφέτησης και εξέγερσης, ρέουν οι ανθρώπινες υποθέσεις μιας γενιάς αγωνιστών: οι επαναλαμβανόμενες συλλήψεις των Pifano, Miliucci και δεκάδων άλλων ηγετικών στελεχών, το κλείσιμο των γραφείων του ραδιοφωνικού σταθμού Onda Rossa και των Volsci από πλευράς  υπουργού εσωτερικών Cossiga, οι αγώνες των οργανωμένων ανέργων του νόμου 285, χιλιάδες κατειλημμένων σπιτιών, η παρέμβαση στην Irpinia που είχε υποστεί τον σεισμό, οι κύκλοι των αυτομειώσεων, οι αγώνες για τις υπηρεσίες και μια συνεχής πίεση στα δημόσια έξοδα, που καλλιεργήθηκε αποτελεσματικά στην διάσταση της του κοινωνικού μισθού.

Η εποχή της διαχείρισης των πολιτικών δικών και του διαχωρισμού, θα διαιρέσει περαιτέρω τις τύχες των διαφόρων οργανωμένων συνιστωσών: μπροστά από το κατασταλτικό τσουνάμι οι Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές θα εκφράσουν μια ανθεκτική ικανότητα, που άλλοι δεν μπόρεσαν να σημαδέψουν, να δείξουν. Το Rosso και όλες οι εμπειρίες της αυτονομίας του Μιλάνο θα εξαφανιστούν στο τέλος της δεκαετίας του 70 συνθλιβόμενες από την καταστολή και την μετακίνηση προς την παρανομία. Η πολιτική αυτόνομη- πνευματική τάξη θα κατακερματιστεί σε επιλογές και εναλλακτικές που δεν είναι πάντα αξιοπρεπείς, ανάμεσα στην διάσταση, θεσμικές μετατροπές, τραβηγμένους απ’ τα μαλλιά αθωοτισμούς (περιέργως το βιβλίο δεν θυμάται την οργισμένη διαμαρτυρία της ρωμαϊκής πλατείας στο «ριζοσπαστικό» συλλαλητήριο του Toni Negri: ένα μικρότερο επεισόδιο, το οποίο ωστόσο, δίνει το μέτρο του πόσο πολύ είχαν αλλάξει οι όροι του πολιτικού διαλόγου στο εσωτερικό της επαναστατικής αριστεράς, σε σύντομο χρονικό διάστημα μέσα σε λίγα χρόνια …).

Στην πραγματικότητα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, οι μόνες αυτόνομες υποκειμενικότητες που επέζησαν από τη θύελλα της 7ης απριλίου και την ταξική ήττα, είναι ο ρωμαϊκός χώρος και ο ενετικός πόλος: δύο πραγματικότητες που θα συγκατοικήσουν για μια δεκαετία στο εθνικό αντι-ιμπεριαλιστικό αντι-πυρηνικό Συντονιστικό, σε μια πεισματική διαλεκτική (ενότητας και ανταγωνισμού …), που θα σημαδέψει θετικά επίσης τις μεγάλες εκστρατείες εκείνων των χρόνων ενάντια στις ειδικές φυλακές και τα βασανιστήρια, την αντίθεση στο Εθνικό σχέδιο Ενέργειας, τους διεθνιστικούς αγώνες, από τη Λατινική Αμερική στην Παλαιστίνη.

 

Οι Comitati Autonomi Operai, για όλη την δεκαετία 80, θα είναι το σημείο αναφοράς στο κοπιαστικό έργο ανακατασκευής  ενός εθνικού ιστού, κυρίως για τις νεαρές ομάδες του κέντρου νότου.

δεν θα μπορούσαμε να έχουμε αντέξει τις επιπτώσεις της καταστολής αυτών των σκοτεινών χρόνων χωρίς την πεποίθηση χιλιάδων αγωνιστών και την αλληλεγγύη από τις προλεταριακές γειτονιές … και αυτή δεν προέρχονταν από ένα υπερώο σκεπτόμενων κεφαλών, αλλά επειδή ήμασταν ριζωμένοι στην περιοχή, κάτι που ήταν πρωτοφανές και δεν είχε προηγούμενα και όπου οι αγώνες αποτελούσαν το καλύτερο σχολείο για στελέχη που θα μπορούσαμε να έχουμε φανταστεί (σ.125)

Πάρα πολλά όμως πράγματα άλλαζαν με ταχύτητα: το να επαναλαμβάνουν τους εαυτούς τους και τις μορφές τους δεν είναι κάτι που υπάρχει στο αυτόνομο DNA, η αυτονομία δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να δώσει τον εαυτό της σαν κρυσταλλοποίηση, σαν διατήρηση της μνήμης – είναι μια διαδικασία σε κίνηση που επιβάλλει να βρίσκεσαι ένα βήμα μπροστά, να ανακαλύπτεις και να εφευρίσκεις νέα παραδείγματα, να καις πάντα τις γέφυρες στις πλάτες σου. Και επί της Via dei Volsci και της ρωμαϊκής πλατείας, βαραίνουν τα χρόνια 90: η Δεύτερη repubblica πιέζει, το σύστημα των κομμάτων καταρρέει, οι παραδοσιακές κοινωνικές δυνάμεις διαλύονται, ο ιταλικός καπιταλισμός γίνεται έδαφος πολυεθνικής επιδρομής, όλο και πιο περιθωριοποιημένο στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας και των κεφαλαίων. Αλλά αυτή είναι πλέον η ιστορία του σήμερα.

Στην διαφοροποιημένη πολιτική και κοινωνική κατάσταση, οι αυτόνομες εργατικές επιτροπές πηγαίνουν δίχως δράματα και φωνές προς την αυτοδιάλυση: το 1992, στην διάρκεια μιας δημόσια και συλλογικής συζήτησης, το μεγαλύτερο μέρος των ρωμαίων αυτόνομων επιλέγει να θεωρήσει λήξασα την λειτουργία της οργάνωσης των αυτόνομων Επιτροπών («είκοσι χρόνια πραγματικά ήταν πολλάv», λέει ο Ferrari).
Ο ορίζοντας είναι μια νέα καταβύθιση στις δυο υποθέσεις εργασίας που είχαν καθιζάνει στη διάρκεια των χρόνων 80: το χτίσιμο των Cobas και οι αυτοδιαχειριζόμενες καταλήψεις, σαν στοιχείο εκ νέοι ριζώματος στον κόσμο της εργασίας και στην επικράτεια.

Ιστορία ανοιχτή, εκείνη της αυτονομίας.
Ιστορία που έχει ανασταλεί, ίσως – για ό, τι δεν κατάφεραν να κάνουν και για εκείνο που δεν είναι ακόμη σε θέση να πουν, που δεν έχουν καταφέρει να μας πουν.

τι να κάνουμε τις ζωές μας δεν μας φαίνεται καθόλου προφανές. Δεν νομίζουμε ότι για να λυθεί το πρόβλημα είναι αρκετό να προετοιμάσουμε ένα κοινό πρόγραμμα – που ήδη η προσπάθεια να το συντάξουμε θα σήμαινε να έχουμε θέσει σε σύγκριση ανάλυση και προοπτικές – αν δεν καταστήσουμε σαφή την αδιαλλαξία μας με αυτό το παρόν, χωρίς να κρύβουμε από τους εαυτούς μας τις δυσκολίες και χωρίς δισταγμό στο να πούμε πώς σκεφτόμαστε. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα, το σήμα κατατεθέν που εδώ και πολλά χρόνια, μας έκανε να αναγνωρίσουμε τον έναν στον άλλον πριν ακόμη συναντηθούμε. Η αδιαλλαξία με την παρούσα κατάσταση, με το παρόν, μας έφερε μαζί, μας έκανε να συναντηθούμε, η θέληση να το αλλάξουμε μας έκανε να αναγνωριστούμε σύντροφοι στη ζωή και στον αγώνα. Χωρίς αυτό τον ανθρώπινο και πολιτικό δεσμό, δίχως αυτή την συνενοχή να ζούμε μαζί μιαν ακραία περιπέτεια μέχρι του σημείου να βάλουμε τη ζωή μας στα χέρια του άλλου, θα είχαμε υπάρξει κάτι άλλο (σελ. 194)

Che fare delle nostre vite, non ci sembra affatto scontato, Τι να κάνουμε με τις ζωές μας, δεν μας φαίνεται καθόλου προφανές. Μια δήλωση που ακούγεται καθόλου υπαρξιακή και ατομικιστική, ένα ερώτημα με νόημα που αναπηδά από γενιά σε γενιά, αναποδογυρίζεται στο παρόν, αμφισβητεί και ανακρίνει το μέλλον. Μια πολύ «αυτόνομη» τάση να αναζητάς νέους δρόμους της επαναστατικής προοπτικής.

Share

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 21 – χρονικό του Κινήματος ’77

SIAMO PROVOCATORI / SIAMO TEPPISTI / LAMA E COSSIGA / I VERI COMUNISTI   ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΟΒΟΚΑΤΟΡΕΣ /  ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΛΗΤΕΣ /  LAMA ΚΑΙ COSSIGA / ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΚΟΜΟΥΝΙΣΤΕΣ                                                                                                           XXVII

Παρσκευή 18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977
Στη Roma το πρωί συγκρούσεις ανάμεσα σε στρατευμένους του PCI και της αυτονομίας. Η Πανεπιστημιούπολη είναι αποκλεισμένη και φρουρείται από την αστυνομία.
Η κυβέρνηση εγκρίνει ένα πακέτο σχεδίων νόμου για την δημόσια τάξη που θα παρουσιάσει στο κοινοβούλιο με ιδιαίτερη αναφορά στο κλείσιμο των «γιαφκών-κρησφύγετων» και στην αστυνομική κράτηση. “Ο Cossiga, που ερωτήθηκε από την τηλεεφημερίδα του προγράμματος του πρώτου κρατικού καναλιού TG1 κάνει μια πραγματική πολεμική δήλωση:
«Γνωρίζουμε αυτούς τους κυρίους και δεν θα επιτρέψουμε το πανεπιστήμιο να καταστεί μια γιάφκα ινδιάνων μητροπολιτάνων, φρικιών, hippyes…».
Φθάνει στη συνέχεια στο σημείο να υπαινιχθεί πως αυτόνομοι και φοιτητές γενικότερα είναι δειλοί, πως στην Ρώμη, όταν η αστυνομία έφθασε οπλισμένη με τα όλα της, αρνήθηκαν να πολεμήσουνsi sono rifi utati di combattere” (AA.VV., I non garantiti, Οι επισφαλείς, Roma, Savelli, 1977; σελ. 145). Στο Torino εισβολή της αστυνομίας σε ένα στέκι της εργατικής αυτονομίας, το circolo “Alice, Αλίκη”. Συλλαμβάνονται επτά αγωνιστές.

Σάβατο 19 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977
Στην Roma πορεία 50.000 φοιτητών που άνοιγε με το πανό «Ενότητα των φοιτητών, των εργατών, των γυναικών και των ανέργων
ενάντια στην κυβέρνηση των αποχών». Το slogan που ακούστηκε περισσότερο: «Μας πέταξαν έξω απ’ το Πανεπιστήμιο, Ci hanno cacciato dall’Università / ce la riprendiamo con
tutta la città, θα το πάρουμε πίσω ξανά μαζί με ολόκληρη την πόλη». “Η πορεία κυλάει με τρόπο μαχητικό και γεμάτη ειρωνία, μπροστά στην εθνική έδρα στις Botteghe Oscure η ομάδα περιφρούρησης του Κκι με από πίσω της γραμμές αστυνομικών, υπερασπίζεται τα γραφεία, σαν εμείς να θέλαμε να κάνουμε «εφόδους στα σπίτια του λαού»; εμείς τους κραυγάζουμε
«Gui και Tanassi είναι αθώοι, εμείς είμαστε οι αληθινοί εγκληματίες», «Είμαστε όλοι αλήτες, αληθινοί κομουνιστές  είναι ο Lama και ο Cossiga».
Όταν περνάμε μπροστά από το Bises (κατάστημα ένδυσης) ομάδες συντρόφων σπάνε τις τζαμαρίες και μοιράζουν παλτό, μπλούζες, πουκάμισα μέχρι εσώρουχα και κάλτσες. Υπάρχει μεγάλη σύγχυση μεταξύ εκείνων που συρρέουν για να πάρουν τα πράγματα και αυτών που δεν συμφωνούν, γιατί δεν πρέπει να δώσουν οποιοδήποτε πρόσχημα, σήμερα πρέπει μόνο να δείξουμε σε αυτούς που λεν πως είμαστε λίγοι αλήτες, πως είμαστε δεκάδες χιλιάδες. Πάντως η συζήτηση ανάβει σε όλη την πορεία, πέρασαν πλέον οι καιροί κατά τους οποίους αυτούς που έλεγαν «Να επανοικειοποιηθούμε τον μισθό που μας κλέβουν, να απαλλοτριώσουμε τα καταναλωτικά αγαθά», τους έβαζαν ανάμεσα σε δυο σειρές «υδραυλικών», για να τους εμποδίσουν να επαληθεύσουν έμπρακτα αυτή τους την θεωρητικοποίηση” (Dario Paccino, Sceeemi. Il rifi uto di una generazione, Ηλίθιοι. Η απόρριψη μιας γενιάς, Roma, I Libri del NO, Τα βιβλία του ΟΧΙ, 1977; σελ.
65). Στο Milano πορεία των συλλογικοτήτων που έχουν καταλάβει το πανεπιστήμιο. Συγκρούσεις μεταξύ αγωνιστών της Autonomia Operaia και της ομάδας περιφρούρησης της Avanguardia Operaia: τέσσερις τραυματίες.

Δευτέρα 21 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977
Roma: “Σε μια πολυπληθή συνέντευξη τύπου προβάλλεται το video-tape που είχε γυριστεί με ευκαιρίας την εκδίωξη του
Lama. L’atteggiamento «carrista» , η πολεμική συμπεριφορά της ομάδας περιφρούρησης του PCI τεκμηριώνεται έγκαιρα με ακρίβεια και ο τύπος πρέπει να την λάβει υπόψη του” (AA.VV., Movimento Settantasette. Storia di una lotta, Κίνημα Εβδομήντα επτά. Ιστορία ενός αγώνα, Torino, Rosenberg & Sellier, 1979; σελ. 124).
Επιστολή των Ινδιάνων Μητροπολιτάνων, Lettera degli Indiani Metropolitani στον υπουργό Εσωτερικών Francesco Cossiga:

“Karo ministro… Αγαπητέ υπουργέ … με μεγάλη ικανοποίηση μπορέσαμε να δούμε, από το μαγικό κουτί, το χλωμό σου πρόσωπο τευτονικής μήτρας, ακούσαμε τη διχαλωτή γλώσσα σου να σφυρίζει και την μεταλλική φωνή σου να φτύνει δηλητήριο κατά του λαού των ανθρώπων.
«Γνωρίζουμε, αυτούς τους κυρίους, και δεν θα επιτρέψουμε το Πανεπιστήμιο να καταντήσει ένα κρησφύγετο ινδιάνων μητροπολιτάνων, freaks,
hippies. Είμαστε αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουμε εκείνες που αυτοί ονομάζουν μορφές καταστολής κι εγώ ονομάζω μορφές της τάξης και της δημοκρατικής νομιμότητας». Με αυτά τα λόγια μας κήρυξες πόλεμο. Μείναμε με τα μάτια καρφωμένα στο μαγικό κουτί, δεν σε συμβουλεύσαμε να πάρεις δρόμο ούτε σου θυμίσαμε την ψυχοπολιτική σου κατάσταση (sceemoo! βλάκαα!).
Μέσα στην σιωπή μας αντιθέτως υπήρχε όλο το μίσος που ο λαός των ανθρώπων μπορεί να εκφράσει για την βρωμερή σου ράτσα, όλο το μίσος που εκατοντάδες χιλιάδες νέων από τα γκέτο της απάνθρωπης μητρόπολης ούρλιαξαν και θα ουρλιάξουν ενάντια σε μια τερατώδη κοινωνία που σήμερα θα ήθελε να μας αναγκάσει με την βία στην παραίτηση. Mα η λέξη παραίτηση υπάρχει μόνο στην γλώσσα σας, στις σάπιες κοινωνικές σας σχέσεις, στα σβησμένα σας βλέμματα που στερούνται ανθρωπιάς. Όχι, υπουργέ Kossiga,
εμείς δεν θα παραιτηθούμε ποτέ!!! Γιατί η επιθυμία μας  να ζήσουμε είναι πιο δυνατή από την δίψα σου για θάνατο, γιατί στα χρώματα του πολέμου μας και της γιορτής υπάρχει το κόκκινο του αίματος εκατοντάδων συντρόφων, νεαρών δολοφονημένων στις πλατείες από την δημοκρατική σου τάξη, δολοφονημένοι μέσα στην απόγνωση των γκέτο απ’ την ηρωίνη, δολοφονημένοι στα μπλόκα μόνο και μόνο γιατί οδηγούσαν μια μηχανή δίχως πινακίδα και δίχως δίπλωμα! Θα ήθελες να μας πετάξεις πίσω στις riserve που μας χτίσατε, στα γκέτο της περιθωριοποίησης και της απελπισίας… Mα πλέον αυτό δεν είναι δυνατό διότι ακριβώς από αυτά είναι που εξερράγει  η ανταρσία μας. Δεν είναι πλέον δυνατόν διότι ποτέ άλλοτε όπως αυτές τις ημέρες ο λαός των ανθρώπων ξαναβρήκε τον εαυτό του, την δύναμη του, την χαρά του να ζει συλλογικά, τον θυμό του και την δίψα του για κομουνισμό… Τα μπλε σακάκια σου ντυμένα σαν αρειανοί μας πέταξαν έξω απ’ το πανεπιστήμιο, διότι πίστεψαν πως με αυτό τον τρόπο συντρίβουν τ’ όνειρο μας, την επιθυμία μας να μεταμορφώσουμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο… Mα με τα μυαλά σας από τσίγκο που είναι ικανά μονάχα να τακτοποιούν πείνα, καταστολή, βία, ειδικούς νόμους και θάνατο, δεν καταλάβατε πως δεν θα μπορέσετε ποτέ ξανά να μας καταστρέψετε, γιατί ο θυμός μας, η φαντασία μας ουρλιάζουν πιο δυνατά από τη δίψα σας για εκδίκηση.

CI HANNO CACCIATO DALL’UNIVERSITÀ / CE LA RIPRENDIAMO CON TUTTA LA CITTÀ

ΜΑΣ ΠΕΤΑΞΑΝ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ / ΘΑ ΤΟ ΞΑΝΑΠΑΡΟΥΜΕ ΠΙΣΩ ΜΑΖΙ ΜΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΠΟΛΗ

COVIAMOCI COSI’ SENZA PUDORE        ΝΑ ΚΡΥΦΤΟΥΜΕ ΕΤΣΙ ΔΙΧΩΣ ΝΤΡΟΠΗ

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile