σκόρπιες σκέψεις...

οι νέοι και οι παλιοί κομουνιστές

Αποτέλεσμα εικόνας

δεν είμαι πια κομουνιστής, μάλλον δεν είμαι πλέον τίποτα για την ακρίβεια, δηλαδή δεν ξέρω τι είμαι γιατί απλούστατα ξέρω τι δεν είμαι

αλλά δεν βρίσκομαι εδώ γι αυτό

βρίσκομαι εδώ για να σας μιλήσω για τότες που εγνώρισα για πρώτη φορά στη ζωή μου τους κομουνιστές, παλιούς και νέους. Παλιοί ήταν οι μεγαλύτεροι στην ηλικία, στην συντριπτικοί τους πλειοψηφία εγγεγραμμένοι στο κομουνιστικό κόμμα, εργάτες επίσης πάρα μα πάρα πολλοί, όλοι πρώην παρτιζάνοι είχαν κάνει την αντίσταση και είχαν κρύψει τα όπλα διάσπαρτα σε διάφορα μέρη, πολλοί μικροαστοί επίσης, διανοούμενοι και άλλοι τέτοιοι πολλοί.

Οι καινούργιοι κομουνιστές ήταν όλοι νεαροί. Δεν είχαν ζήσει την αντίσταση, δεν είχαν υποστεί την πλύση εγκεφάλου της κομματικής προπαγάνδας, ήταν τέκνα της εσωτερικής μετανάστευσης που είχε επιβληθεί από την φτώχεια που επικρατούσε στον Ιταλικό νότο [ξέχασα να σας πω πως πολιτικοποιήθηκα στην Ιταλία όπου και βρέθηκα το μακρινό ’73 για να σπουδάσω] και βρέθηκαν να εργάζονται στις φάμπρικες του ιταλικού βορά ως ανειδίκευτο προσωπικό.

Σας τα λέω όσο πιο επιγραμματικά μπορώ για να μην σας ζαλίσω το έρωτα με τα πολλά λόγια. Μέχρι τώρα λοιπόν έχουμε ήδη αντιληφθεί τον πρώτο διαχωρισμό. Νέοι ανειδίκευτοι εναντίον μεγαλύτερων στην ηλικία ειδικευμένων. Χάσμα γενεών συν χάσμα στις απολαβές. Έχουμε ένα 2-0 καθαρό από τα αποδυτήρια. Προχωράμε.

Εμείς ήμασταν φοιτητές. Κάναμε παρέα με τους πάντες. Πολλοί ανάμεσα μας ήταν παιδιά που αναγκάζονταν να εργάζονται περιστασιακά, ότι μπορείς να φανταστείς έκαναν, και στα εργοστάσια παρτ τάιμ  για να συμπληρώνουν το πενιχρό έμβασμα που έρχονταν απ’ τους γονείς τους. Το πρώτο που μας έλεγαν λοιπόν για την εργατική τους εμπειρία σε σχέση με τους παλαιότερους ήταν το εξοργιστικό εκείνο πως: »αυτοί αγαπούσαν το εργοστάσιο όπου δούλευαν και τις μηχανές που τους καταπίεζαν διαρκώς με τα χρονοδιαγράμματα, ενώ εμείς τα φτύναμε όλη μέρα αυτά τα παλιομηχανήματα που μας πίνανε το αίμα»! Όταν λοιπόν άρχισαν τα πρώτα σαμποτάζ, οι άγριες απεργίες, η αμφισβήτηση των επίσημων συνδικαλιστικών οργανώσεων και η αυτοοργάνωση  των εργατών, οι εσωτερικές πορείες στα εργοστάσια, παλιοί και νέοι βρέθηκαν αντιμέτωποι. Γιατί οι μεν συνέχιζαν να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας ενώ οι δε ήταν πλέον ενάντια στην ίδια την συνθήκη της εργασίας, αμφισβητούσαν την ίδια την εργασία υπό αυτές τις επικρατούσες συνθήκες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του εργάτη από το αφεντικό του, υπό την διαρκή επιτήρηση του επιστάτη.

Και να ήταν μονάχα αυτό. Δεν έφτανε που οι παλιοί κομουνιστές είχαν αποδεχτεί την οικονομική συνθήκη της εκμετάλλευσης της εργατικής τους δύναμης ικανότητας και αξίας από τους καπιταλιστές, τώρα ήθελαν να συνεργαστούν και στην κυβέρνηση με τους αστούς, αυτούς τους μπουρζουάδες που ήταν υπεύθυνοι χιλιάδων εγκλημάτων ενάντια στον κόσμο της εργασίας και όχι μόνο. Και δεν χρειάζονταν να πάμε πολλά χρόνια πίσω, παρά μόνο δυο τρία, στο όχι μακρινό ’69, τότε που οι μυστικές υπηρεσίες σε συνεργασία με τους φασίστες, σε αυτήν που ονομάστηκε περίοδος της στρατηγικής της έντασης δολοφονούσαν δεκάδες σε Ρώμη και Μιλάνο την ώρα που οι μπάτσοι εκπαραθυρώνουν αναρχικούς. Τι κομουνιστές τέλος πάντων ήταν αυτοί βρε παιδιά;

Αριστοκράτες στη δουλειά, συνεργάτες με τους επιστάτες στα εργοστάσια, λίγο αργότερα καταδότες στην αστυνομία των αγωνιστών και των μαχητών στα εργοστάσια και στις πλατείες, στα δικαστήρια και στις δημόσιες υπηρεσίες. Κανονικοί χαφιέδες. Απίστευτοι! Στην κρατική πολιτική γενικότερα, στην αρχή δειλά δειλά κάνουν πλάτες στην δεξιά, ολοένα και περισσότερο, μέχρι που με την ανοχή τους δεξιές κυβερνήσεις δένουν και ράβουν και ξηλώνουν  και κάνουν ότι θέλουν και καταδικάζουν σε θάνατο έναν άνθρωπο, σίγουρα όχι αθώα περιστέρα, με το έτσι θέλω απλά για να κάνουν το κέφι των ψευτο κομουνιστών της πλάκας που σήμερα όχι μόνο δεν υπάρχουν αλλά τους έχει καταδικάσει με όλες τις μπάντες η ίδια η ιστορία. Δεν λέω ότι εμείς φερθήκαμε έξυπνα. Στρατιωτικοποιήσαμε υπερβολικά τα πράγματα, [όχι πως δεν χρειάζονταν, όχι τόσο στο υψηλό επίπεδο- εκεί έφτανε και περίσσευε, σε χαμηλό έπρεπε να εξαπλωθεί ακόμη περισσότερο  το αντάρτικο στις πόλεις ] , στην πορεία χάσαμε την μπάλα.

Και μας έπνιξε η  ιστορία μέσα στα μπουντρούμια της »δημοκρατίας» ή μας εξαφάνισε στις εξορίες . Λέω απλά πως αν αυτοί έσκυβαν για λίγο επάνω μας ν’ ακούσουν κάτι τις, και ν’ αφουγκραστούν το καινούργιο που άφριζε από μέσα μας  και έρχονταν με δύναμη απ’ την ανατολή με τα νοήματα του, τις ανατροπές που επιζητούσε, τις βουτιές προς το μέλλον, και την ορμή, την ζωντάνια του νεαρού της ηλικίας μας, τότε ναι, σήμερα τα πράγματα, ίσως, μάλλον, θα ήταν πολύ καλύτερα, σήμερα,

κι έτσι λοιπόν στο όνομα της συνεργασίας των τάξεων, [ που με απλά λόγια σημαίνει: εσείς δουλεύετε εμείς να κερδίζουμε, κι όλο γρηγορότερα]

και ανεμίζοντας τις μπαντιέρες της συνεργασίας όλων των δυνάμεων του »δημοκρατικού» τόξου,  [που σημαίνει στα πόστα κλειδιά εμείς, εσείς στην βιτρίνα], φασιστών συμπεριλαμβανομένων, ‘σοσιαλιστές’ και ‘κομουνιστές’ όλων των αποχρώσεων, σε όλη την Ευρώπη, ακολουθώντας τα διδάγματα του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, με προεξάρχοντα τον Φρανσουά Μιτεράν και κάτι άλλα γερόντια με περίεργα ονόματα όπως Παπανδρέου, Σοάρες,  Καρίγιο κλπ έπνιξαν ότι ωραιότερο ελεύθερο και αυθεντικά αυτόνομο εξέφραζαν κινήματα νεανικά που ποθούσαν μια κοινωνία διαφορετική όπου ο άνθρωπος δεν θα καταπατούσε άνθρωπο περιβάλλον φύση ζωντανά, και το κέρδος θα έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, για να εξαλειφθεί σιγά σιγά. Ο καταναλωτισμός θα υποχωρούσε και στο κέντρο της ύπαρξης θα έρχονταν επιτέλους η ζωντανή αφιλοκερδής δημιουργία για την δημιουργία. Γιατί την ζωή φανταζόμασταν σαν δημιουργία και όχι σαν αυτό που σήμερα μοιάζει με κάτι εξωπραγματικό, ένας αγώνας ταχύτητας για ένα βραβείο που κατά βάθος δεν θέλει κανένας, μοιάζει κατάρα, μόνον κάποιοι ελάχιστοι που ζουν εις βάρος των απείρως περισσοτέρων, ζέχνει δηλητήριο.

Αφού κατάφεραν λοιπόν να απαλλαγούν λίγο νωρίτερα στην Πορτογαλία από εκείνο το υπέροχο κίνημα των γαρυφάλλων  που με αρχηγό τον ταγματάρχη Οτέλο Σαράιβα ντε Καρβάλιο έριξε τον δικτάτορα Σαλαζάρ, απαλλάχθηκαν και στην Ιταλία από ένα εξίσου πανέμορφο κίνημα που εδώ κράτησε δέκα με δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, ξεκίνησε με το θερμό φθινόπωρο του ’69 και τους μαζικούς εργατικούς αγώνες και συνέχισε με τον παρατεταμένο μάη που έφερε η θερμή άνοιξη της εργατικής αυτονομίας και του ανταρτοπόλεμου που τελείωσε στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα

εγώ τότε ήμουν νέος, σήμερα είμαι παλιός, περιμένω ένας νέος κάτι να μου γράψει, κάτι να μου πει, θα έχει κάτι να μου πει, κάτι να ψιθυρίσει στο αυτί μου αν θέλει

 

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 22 – χρονικό του Κινήματος ’77

FALCE E SPINELLO NUOVO ORDINE AL CERVELLO                                       XXIX                       ΔΡΕΠΑΝΙ ΚΑΙ ΜΠΑΦΟΣ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ

5. Να αποδοθεί ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο πρασίνου για κάθε κάτοικο. 6. Απελευθέρωση όλων των ζώων που βρίσκονται φυλακισμένα σε κλουβιά ή σε σπίτια. 7. Αναγνώριση σε όλα τα ζώα που βρίσκονται σε καθεστώς αιχμαλωσίας του δικαιώματος να επιστρέψουν στις χώρες καταγωγής τους.
8. Κατεδάφιση του Βωμού της Πατρίδας και αποκατάσταση-απόδοση της περιοχής στις αυθόρμητες μορφές βλάστησης και στα ζωντανά που θα επιστρέψουν να ζήσουν εκεί. Προτείνουμε μια λιμνούλα με κύκνους και πάπιες. 9. Εναλλακτική χρήση των αεροπλάνων Hercules C 110 που αποκτήθηκαν από την στρατιωτική αεροπορία από την εταιρεία Lockheed για δωρεάν μεταφορικές υπηρεσίες προς τους νέους για να μεταβούν στο
Machu Picchu, Μάτσου Πίτσου, με ευκαιρία την γιορτή του ήλιου” (βρίσκεται στο AA.VV., Radici di una rivoltaΡίζες μιας εξέγερσης,
Milano, Feltrinelli, 1977; σελ. 146).

ΣάβΒατο 26 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Enrico Berlinguer, Γράμματα στους αιρετικούς – Lettere agli eretici, Torino, Einaudi, 1977
Δημοσιεύεται ένα συγκλονιστικό πλαστό έντυπο με το όνομα του γ.γ. του ΚΚΙ Enrico Berlinguer και γραφικά πανομοιότυπο με την συλλογή από τον εκδοτικό οίκο einaudi »Νέο Πολυτεχνείο» – “Nuovo
Politecnico”: Lettere agli eretici. Γράμματα στους αιρετικούς. Ο συγγραφέας ονομάζεται στην πραγματικότητα Pierfranco Ghisleni και το βιβλίο βγαίνει σε επιμέλεια της καταστασιακής μιλανέζικης ομάδας. Μέσα από μια εναλλακτική διανομή πολλά αντίγραφα προστίθενται κρυφά  (συνεπώς δωρεάν) στις παραγγελίες,
ούτως ώστε το βιβλίο λαμβάνεται και παρατίθεται με τις τελευταίες ειδήσεις και νεώτερα σε πολλά βιβλιοπωλεία. Ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα το βιβλίο κατάσχεται και απομακρύνεται από την κυκλοφορία: Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε οκτώ επιστολές οι οποίες από τον Berlinguer απευθύνονται στις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής αριστεράς. Της πρώτης αποδέκτης είναι η ηγετική φυσιογνωμία των ριζοσπαστών Marco Pannella «Επιστολή I. Στην οποίαν περιγράφεται μια μεταρρύθμιση του κοινωνικού θεάματος, γίνεται επίπληξη στην παραδοσιακή προσφυγή στις σκληρές μεθόδους και υποστηρίζεται πως η λαϊκή δυσαρέσκεια είναι πιο χρήσιμη παρά επιβλαβής στις κυβερνήσεις»: “…ο σοσιαλισμός που εμείς προτείνουμε δεν προβλέπει ανθρώπους εθρικούς ούτε απαθείς, αλλά πολίτες που συμμετέχουν δημοκρατικά στην πολιτική ζωή, ρίχνοντας στο πιάτο κάθε καθημερινή δυσαρέσκεια (pp. 14-15). Η δεύτερη επιστολή απευθύνεται στον Goffredo Fofi ,
κινηματογραφικό κριτικό και μεταξύ των ιδρυτών και συνεργατών του περιοδικού «Ombre Rosse, Κόκκινες Σκιές»: «Επιστολή II. Στην οποίαν ο γράφων αναρωτιέται εάν τα πάθη είναι συμβατά με τον σχεδιασμό της ανάπτυξης, δίνει αρνητική απάντηση και προσκαλεί τους πολιτιστικούς φορείς να απεικονίσουν τη ζωή σε κάθε έκφανση της, σε κάθε εκδήλωση της»: “Ο καιρός των αναθεμάτων των καταγγελιών και της λογοκρισίας έχει πλέον παρέλθει.
Τώρα εμείς είμαστε για την ελευθερία της κουλτούρας σε όλα τα επίπεδα, σε όλους τους χώρους. Πως δεν έχετε ακόμη καταλάβει πως όλο αυτό που η κουλτούρα αγγίζει, σαν μια τεράστια Φιλοσοφική Λίθος, μετατρέπεται σε ανία και ασημαντότητα; (…) Πρέπει λοιπόν να προσφέρουμε ένα μαζικό σχολείο ζωντανό και αξιόπιστο έτσι ώστε να καθίστανται οι μαθητές απολύτως ακίνδυνοι, να μετατρέψουμε τις βιβλιοθήκες σε υπεραγορές, να δώσουμε ώθηση στους πολιτιστικούς κύκλους, στα ερευνητικά κέντρα, στους εκδοτικούς οίκους, ευνοώντας τις λεγόμενες εναλλακτικές κουλτούρες, επαναστατικές, avant-garde-πρωτοποριακές, τις λαϊκές αναβιώσεις και, στη συνέχεια, την πολιτιστική σύγκρουση μεταξύ των αντίθετων φατριών-παρατάξεων, ναι, έτσι ώστε να αποτραπεί, φυσικά, εκείνη η πραγματική. (…) Γι αυτό είναι απαραίτητο διανοούμενοι του δικού σας βεληνεκούς να συνεχίσουν να παράγουν πολιτισμό σε μορφές πάντοτε καινούργιες, δεν έχει σημασία ποιες θα είναι. Αλίμονο εάν θα έπρεπε να εξαφανιστείτε ή να σιωπήσετε !” (σελ.
25-27). Η τρίτη επιστολή απευθύνεται στην φεμινίστρια και ριζοσπαστική Adele Faccio: «Επιστολή III. Ο γράφων εξηγεί γιατί ο φεμινισμός πρέπει να είναι θετικός κι αφηρημένος και ελπίζει πως η εξάλειψη, ο αφανισμός του λεγόμενου εραστή δεν θα αφήσει πίσω του οποιεσδήποτε ενοχές’»: “Πέστε με τα μούτρα στη δουλειά συντρόφισσες! Η εργασία μόλις άρχισε και έχουμε ακόμη πολλά να κάνουμε για την πνευματική και ηθική επανεκπαίδευση των μαζών, ιδιαίτερα των αρσενικών. Είναι καθολικά γνωστό πως σε συγκεκριμένους κύκλους μιλούν ακόμη περί «κώλου» και, εκείνο που είναι χειρότερο, με αισθαντική αυταρέσκεια, μερικές φορές ακόμα και συσχετίζοντας το με την δράση του «τσιμπήματος» – αλλού συνηθίζουν να συκοφαντούν τον γυναικείο αυνανισμό περιγράφοντας τον με την λέξη, αηδιαστική αν υπάρχει μια, «ditalino, δαχτυλάκι» – στην διάρκεια μιας βαρετής κοινοβουλευτικής συνεδρίας μου έλαχε να τα βάλω με ένα συνάδελφο, να του γκρινιάξω, συνάδελφο όχι πλέον νέο στην ηλικία, ο οποίος για να εκδηλώσει την εκτίμηση του ως προς τις ποιότητες, σίγουρα όχι πνευματικές, μιας νεοβουλευτίνας έκανε χρήση της έκφρασης
«tocco di figa, άγγιγμα από μουνί, μουνάρα θα λέγαμε». Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να συνεχίσουν. Είναι καθήκον σας να εντοπίσετε και να στιγματίσετε το ανήθικο, το ύπουλο, την απειλή που μπορεί να κρύβεται σε κάθε συζήτηση, σε κάθε λέξη (…). Πράγματι, ή θα καταφέρετε να πραγματοποιήσετε την αποστείρωση της γλώσσας αλλιώς είστε καταδικασμένες σύντομα να εξαφανιστείτε σαν κίνημα και να απορροφηθείτε ξανά μέσα στο σύστημα αρσενικών αξιών (σελ. 39-40). “Πώς θα μπορούσαμε να κερδίσουμε ξανά τη συνηθισμένη μας μερίδα σε μουνί υγρό αν οι γυναίκες, από βίτσιο καθαρό, είχαν ξαφνικά την απαίτηση να απαχθούν από τους Σαρακηνούς, να ευθυμήσουν στη γη των παιχνιδιών ή άλλα παρόμοια καπρίτσια; Θα ήταν το τέλος του δημοκρατικού κριού ο οποίος μέχρι στιγμής πορεύτηκε με την μαζοχιστική πέψη ψημένων τροφών και βαρετών γυναικείων ζητημάτων. (…) Αν λειτουργήσετε όπως έχετε δείξει ότι γνωρίζετε τελικά θα έρθουμε σε μια κοινωνία εντελώς αδρανή από την οποίαν οι βρωμιές και οι περιπέτειες θα απαγορευτούν δια παντός. Ίσως με αυτό τον τρόπο η χαρά της ζωής θα έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, ίσως να δημιουργούνταν έτσι στερήσεις και βάσαν, ωστόσο αυτό θα γίνει προς όφελος της ανθρώπινης εξημέρωσης, που είναι αυτό, κι όχι εκείνη η ευχαρίστηση, ο σκοπός της πολιτικής δραστηριότητας, είτε είναι παραδοσιακή είτε φεμινιστική” (σελ. 41-42). Η τέταρτη επιστολή απευθύνεται στον Angelo Pezzana, ιδρυτή του FUORI,  Fronte Unitario Omosessuale Rivoluzionario Italiano: «Επιστολή IV. Στην οποία ο συγγραφέας περιπλανιέται γύρω από την ομορφιά των σωμάτων και έρχεται να θέσει το ερώτημα: τι συνέβη, που εξαφανίστηκαν τα μουνιά;»: “Αλίμονο αν η σεξουαλική διαφορετικότητα ήταν ένα σημείο εκκίνησης!

IL MIGLIOR MODO DI FARE E’ DISFARE                                                                                           Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΝΑ ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ ΕΙΝΑΙ  ΝΑ ΧΑΛΑΣ

LAVORO ZERO REDDITO INTERO TUTTA LA PRODUZIONE ALL’AUTOMAZIONΕ                     ΜΗΔΕΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ΠΛΗΡΕΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΟΛΗ Η ΠΑΡΑΓΩΓΉ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ

ENRICO E GIULIO UNITI NELLA LOTTA                                                            XXX                         Ο ΕΝΡΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΤΖΟΥΛΙΟ ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ

Αυτή αντιθέτως θα έπρεπε να είναι μια ατελής κατάσταση που φτάνει στην πληρότητα της μοναχά όταν το άτομο ξέρει να την κατακτά, μόνο τότε επιτυγχάνεται, μετά από έναν σκληρό αγώνα. Ένας φίλος μου ανέφερε ένα από τα συνθήματα σας παιχνιδιάρικο και προκλητικό, που ηχεί κάπως έτσι: «Σκληρός αγώνας ενάντια στη φύση – Lotta dura, contro natura».
Λοιπόν, πρέπει να το πάρετε στα σοβαρά, πρέπει να αγωνιστείτε κι ακόμη περισσότερο να κάνετε ν’ αγωνιστούν για να χτίσετε μια δική σας αξιοπρεπή διαφορετικότητα στην κοινωνία, οι κύκλοι σας, οι εκδόσεις σας, οι ομάδες σας να είναι οι τόποι όπου η αποκλίνουσα συμπεριφορά κερδίζεται!” (σελ. 50). Η πέμπτη επιστολή απευθύνεται στον Renato Curcio, που δεν αναφέρεται άμεσα αλλά υποδεικνύεται με το γράμμα X:
«Επιστολή V. Όπου ο γράφων, δείχνοντας κατοχή νομικών γνώσεων όχι κοινή,
καταδεικνύει πως το δίκαιο εντυπώνεται-ενσταλάζεται στο λαό»: “Η φυλακή πρέπει να υπενθυμίζει σε όλους πως η απόδραση από την ελεύθερη κοινωνία του κεφαλαίου δεν είναι δυνατή και πρέπει να εμποδίζει την δημιουργία όχι πλέον εγκληματιών, παραβατών του νόμου, αλλά αντιθέτως , να δημιουργεί λιποτάκτες, αποστάτες από τις κοινωνικές σχέσεις, φυγάδες πολιτικής και ατομικής δέσμευσης, απόντες της δημοκρατικής συμμετοχής, ελλείποντες, νεκροζώντανους, άλλους που είναι δύσκολο να τους εντοπίσεις. Αυτή πρέπει να είναι η λειτουργία της φυλακής σε περίοδο μετάβασης, και όταν η λειτουργία της θα έχει απαλλαχθεί και όλοι θα έχουν καταλάβει πως η φυγή απ’ το κεφάλαιο είναι αδύνατη, τότε αυτή δεν θα είναι πλέον απαραίτητη (σελ. 63). Η έκτη επιστολή απευθύνεται στονAndrea Valcarenghi, διευθυντή του περιοδικού «Re Nudo»: «Επιστολή VI. Όπου φαίνεται πλέον πως η φιγούρα του τοξικομανούς επιτέλους γελοιοποιείται»: “Η τοξίκωση, αγαπητέ φίλε, προσφέρει μια βίαιη επίδειξη, έχει τους νεκρούς της, τους ανάπηρους, τους δεσμοφύλακες της, τους δικαστές της, και ο λαουτζίκος, όπως είναι γνωστό, έχει ανάγκη, να παθιαστεί, χρειάζεται πάθος, ακριβώς. Επιπλέον – και αυτό είναι ο πραγματικός νεωτερισμός της παράστασης του ναρκωτικού, που την εξισώνει, λόγω μεγέθους, με το θρησκευτικό τελετουργικό – η σκηνική παρουσία του ναρκομανούς περιλαμβάνει όχι μόνο τον αφελή παρατηρητή, αλλά εξίσου τον αποτελειωμένο φουκαρά, τον ναρκομανή ακριβώς, ο οποίος προσφέρεται στα μάτια ενός νοσηρού κοινού
(σελ. 68). “Και αν στη συνέχεια στον εξαρτημένο πάρει το δρόμο της κάποια αχτίδα διαύγειας, με αποτέλεσμα την οδυνηρή αίσθηση αδυναμίας, ακαταλληλότητας, νωθρότητας, είναι πάντα σε θέση να αδειάσει το βαρέλι με τις defaillances του, τις αποτυχίες, τις βλάβες του επάνω σε ένα στοιχείο έξω από αυτόν: τα ναρκωτικά ως πληγή μιας κοινωνίας που δεν ήταν σε θέση, δεν μπόρεσε να τον καταλάβει. Στη συνέχεια, μπορεί να περιμένει με εμπιστοσύνη η κοινωνία (κατά την άποψή του, ο πραγματικός ένοχος) να αναγεννηθεί, να πλασθεί προς χρήση και κατανάλωση των δυστυχιών του. Και αυτή επίσης η όμορφη ψευδαίσθηση δεν επιτρέπεται στους απλούς πολίτες (σελ. 70-71). Το έβδομο γράμμα απευθύνεται στον Toni
Negri, θεωρητικό της Autonomia Operaia: «Επιστολή VII. Στην οποίαν ο αποστολέας εμπιστεύεται μια αποστολής εμπιστοσύνης»: “Ο σύγχρονος επαναστάτης, εκ των υστέρων, είναι αυτός που θέλει κάτι δωρεάν: αυτή είναι η εμμονή του και κάθε συμπεριφορά του έχει ως στόχο την απόκτηση αγαθών και υπηρεσιών χωρίς να πληρώνει το τίμημα της εργάσιμης ημέρας, αλλά καταφεύγοντας σε λεηλασία(σελ. 82-83). “Εγώ, αγαπητέ Antonio, με προχωρημένα πλέον τα χρόνια στις πλάτες μου και απομονωμένος σε γραφειοκρατικές πρακτικές της γραμματείας ενός κόμματος πάντα στα όρια της σκλήρωσης όταν δεν διεγείρομαι από τους ανέμους της κοινωνικής ανατροπής και ανταρσίας, σίγουρα δεν μπορώ να σας υποστηρίξω ανοιχτά αλλά, με τριάντα χρόνια λιγότερα στους ώμους μου, θα ήμουν σίγουρα στο πλευρό σας, αν όχι να τα κάνουμε μαντάρα στις πλατείες, όμως τουλάχιστον να δίνω την πνευματική συμβολή μου στην κοινωνικοποίηση εκείνων των μαζικών επιθυμιών που εσείς θέλετε να ικανοποιήσετε. (σελ. 85). Το όγδοο γράμμα έχει σαν αποδέκτες τους Ινδιάνους Μητροπολιτάνους: «Επιστολή VIII. Όπου υπάρχει η ελπίδα της υποβάθμισης, της αποδόμησης του περιβάλλοντος, με την προϋπόθεση αυτό να γίνει σε μια προγραμματισμένη μορφή»: “H φειδώ κάνει καλό στην υγεία και το σχετικό πρόγραμμα, που ονομάζεται λιτότητα, austerity, είναι ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Μου φαίνεται πως αξίζει να σημειωθεί ότι η εξοικονόμηση έχει χαιρετιστεί με ενθουσιασμό από τους νέους επαναστάτες.
Να μην ξεγελαστούμε από τις ηχηρές διακηρύξεις ενάντια στις θυσίες που κάποιες ομαδούλες δρομολόγησαν, πρόκειται για μια απόρριψη σε επίπεδο πνευματικό, δηλαδή στα λόγια. Ας κοιτάξουμε αντιθέτως τις συνήθειες των νεαρών περιθωριοποιημένων, των φοιτητών, των φεμινιστριών, των στρατευμένων αγωνιστών, των»γουρουνιών με τα φτερά»για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση της στιγμής που γίνεται αντιληπτή από όλους: μαγειρεμένα φαγητά, κατεψυγμένα, πρόχειρα ρούχα, καλύβες, κουζίνα μακροβιοτική, να το δείγμα των επαιτειών της πιο ζητιάνας απ’ όλες τις τάξεις, της ζητιάνας τάξης που είναι και διανοητικά ζητιάνα επειδή τολμά να δικαιολογεί με διάφορες προφάσεις την πρακτική φειδώ στην οποίαν κρατείται (σελ. 87-88).
Το πλαστό θεωρητικοποιήθηκε από τον Franco Berardi στο νούμερο του Φεβρουαρίου 1977 του περιοδικού
«A/traverso» με το άρθρο: «Informazioni false che producano eventi veri- Ψεύτικες πληροφορίες που παράγουν αληθινά γεγονότα  »:
»Τώρα πάμε παραπέρα. Δεν αρκεί να καταγγέλλουμε το ψεύδος της εξουσίας, πρέπει να καταγγείλουμε και να σπάσουμε την πραγματική εξουσία. Όταν η εξουσία λέει την αλήθεια και ισχυρίζεται ότι είναι Φυσική, θα πρέπει να καταγγείλουμε το μέγεθος της απανθρωπιάς και του παραλογισμού που είναι η τάξη της πραγματικότητας την οποίαν η τάξη του λόγου [ο λόγος της τάξης) αναπαράγει και αντανακλά: ενοποιεί.

LA BORGHESIA È DENTRO DI NOI: DISTRUGGIAMOLA                                                                 Η ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΖΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ: ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΟΥΜΕ

E’ ORA E’ ORA / MISERIA A CHI LAVORA                                                                                            ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ / ΦΤΩΧΕΙΑ Σ’ ΟΠΟΙΟΝ ΔΟΥΛΕΥΕΙ

ANDREOTTI E’ ROSSO, FANFANI LO SARA’                                                  XXXI                            Ο ΑΝΤΡΕΟΤΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΟΚΚΙΝΟΣ, ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΚΙ Ο ΦΑΝΦΑΝΙ

Να φέρουμε στο φως, να ξεσκεπάσουμε
το παραλήρημα της εξουσίας. Αλλά
όχι μόνο. Χρειάζεται να πάρουμε
τη θέση (να αυτοεπικυρωθούμε)
της εξουσίας, να μιλήσουμε
με την φωνή της. Να διασπείρουμε σημάδια
με την φωνή και τον τόνο
της εξουσίας. Μα ψεύτικα σημάδια.
Να παραγάγουμε πληροφορίες
ψεύτικες που να δείχνουν εκείνο
που η εξουσία κρύβει, και που
παράγουν εξέγερση ενάντια στη
ισχύ του λόγου της τάξης.
Να αναπαραγάγουμε το μαγικό παιχνίδι της παραποιημένης Αλήθειας για να πούμε με τη γλώσσα των μέσων μαζικής ενημέρωσης αυτά που θέλουν να αποφύγουν. Να αναπαραγάγουμε το μαγικό παιχνίδι.
Φθάνει μια μικρή απόκλιση
ώστε η εξουσία να προβάλει το
παραλήρημα της: ο Lama λέει στην
εποχή μας πως πρέπει να τουφεκιστούν οι εργάτες που απέχουν απ’ την δουλειά τους. Mα αυτή η αλήθεια της εξουσίας κρύβεται πίσω  από μια  γλωσσική οθόνη. Να την σπάσουμε, να υποχρεώσουμε τον Lama να πει εκείνο που σκέφτεται πραγματικά. Mα η δύναμη της εξουσίας βρίσκεται στο να μιλά με την δύναμη της ισχύος. Μπορούμε να κάνουμε να πουν οι νομαρχίες (παραποιώντας τις αφίσες τους) πως είναι δίκαιο να παίρνουμε δωρεάν το κρέας από τα κρεοπωλεία. Σε αυτό τον δρόμο, πέρα από την αντιπληροφόρηση, πέρα από την Alice, η πραγματικότητα μεταμορφώνει τη γλώσσα. Να στήσουμε στη σκηνή φοβερές πλαστογραφίες. Το « Κέντρο Διάδοσης Αυθαίρετων Ειδήσεων» της Ρώμης ανακοινώνει πως ο Argan συναντήθηκε με τον πάπα Paolo VI  για να φέρουν εις πέρας μια μαοντανταϊστική δράση, και να καταγγείλουν με αυτό τον τρόπο απροκάλυπτα την έννοια του ιστορικού συμβιβασμού
, με μια ηχηρή και εκλεπτυσμένη κίνηση. Σε διάφορες πόλεις οι αφίσες των τοπικών εφημερίδων βγαίνουν με απρόβλεπτες ειδήσεις. Στην Bologna η εφημερίδα «Il Resto del Carlino», εφημερίδα της μπουρζουαζίας, ένα πρωί βγαίνει με τους ακόλουθους τίτλους. «ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΟΙ ΕΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥΣ 4000 ΕΡΓΑΤΕΣ ΤΟ 1976» / «ΤΟ ΚΡΕΑΣ ΑΚΡΙΒΑΙΝΕΙ AGNELLI ΜΕ ΠΟΛΕΝΤΑ – «LA CARNE AUMENTA AGNELLI CON POLENTA» /  «ΕΡΕΥΝΑ: ΤΟ 90% ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ ΜΠΟΛΟΝΙΑ ΣΚΟΥΠΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΩΛΟ ΜΕ ΤΗΝ εφημερίδα IL RESTO DEL CARLINO». Τον ιανουάριο, ένα κύτταρο μαοντανταϊστών διανέμει ένα φυλλάδιο σε μια διαδήλωση οργανωμένη από τους κομουνιστές του PCI και τους ρεπουμπλικάνους του PRI, με τους Amendola και Ugo La Malfa. Το φυλλάδιο φέρει την υπογραφή μιας ένωσης αφεντικών , και εκφράζει όλο τον ενθουσιασμό της μπουρζουαζίας για την γραμμή του PCI. Οι γραφειοκράτες υποδέχονται με ηλίθια ικανοποίηση το φυλλάδιο. Αντιθέτως, χιλιάδες συντρόφων, εργατών, καταφέρνουν να διαβάσουν, μέσα στην ειρωνεία, τον ίδιο το θυμό τους, το ίδιο το μίσος τους. Τον φεβρουάριο, στην Ρώμη, το κίνημα των ινδιάνων μητροπολιτάνων μετατρέπει την ειρωνεία και την εξαπάτηση σε μαζική συμπεριφορά. Όταν
χιλιάδες και χιλιάδες νέων προλετάριων οικειοποιούνται την γλωσσική ανάπτυξη και συμπεριφορά , για την
κοινωνία της αναπαραγωγής και για την γλώσσα του καθρέπτη, της εικόνας, του προτύπου όλα γίνονται ακατανόητα. ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΓΕΛΟΙΟΣ.
Η γλώσσα είναι το σύνολο των γεγονότων του κόσμου. Μερικές φορές, όμως, δεν λογαριάζουμε πως τυχαίνει ενίοτε τα γεγονότα να ξεγλιστρούν και η γλώσσα της εξουσίας να κατακτά την επικύρωση της από την βία που είναι σε θέση να ασκήσει ακινητοποιώντας εντάσεις,επιθυμίες, ανάγκες. Μερικές φορές συμβαίνει η γλώσσα της ελπίδας να βρίσκει τον δρόμο της, και τότε λαμβάνει χώρα μια αλλαγή, μια μετατόπιση όλων των σημαδιών της γλώσσας και αυτά τα σημάδια γίνονται μόνο σινιάλα της βλακείας της εξουσίας. «Ο Lama είναι ένας Trombadori »,
αυτό είναι το πρώτο αποτέλεσμα που το κίνημα απέσπασε στη Ρώμη. Η εξουσία ενωμένη μέσα στην βλακεία της. Nessuno
Lama. Κανείς δεν τον αγαπά. «Σύντροφοι δεν αποδεχόμαστε προβοκάτσιες, Compagni non accettiamo provocazioni ». Αυτά τα λόγια εκτοξεύονται από τους υποτιθέμενους κομουνιστές σε δεκάδες συλλαλητήρια, γίνονται στην Ρώμη η κραυγή μάχης μιας ακούσιας εξέγερσης, κάτι σαν «Avanti popolo alla
riscossa, εμπρός λαέ στην αντεπίθεση». Το έργο έχει αλλάξει, ο Trombadori έρχεται στο πανεπιστήμιο να μεταφέρει το άνοστο γκριζωπό μήνυμα του, νομίζει πως μιλά σε μια συνάντηση κομματική, και σε μια συνέλευση που βρίσκεται σε αναβρασμό μοιάζει ο Buster Keaton στις καλύτερες μέρες του. Με εκτροχιασμένο το μηχανισμό συναίνεσης, η γλώσσα της εξουσίας ανίκανη να σταματήσει στην αιώνια παρανοϊκή αυτο-αναπαραγωγή αναποδογυρίζει επάνω της όλα τα γνωρίσματα με τα οποία συνήθως ομιλεί για να περιθωριοποιήσει τους διαφορετικούς.
Η γλώσσα της ουτοπίας  γίνεται έτσι το μοναδικό ουσιωδώς βιώσιμο. Μισθός σε όλους, με 20 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας. Η εξουσία, αντιθέτως, σε μια κοινωνία με υψηλή τεχνολογική παραγωγικότητα, ανακαλύπτει ξανά την αξία της χειρωνακτικής εργασίας. Mε θρυμματισμένη τη συναίνεση, με σπασμένη την ιεραρχία, η πρόταση αυτή δείχνει να είναι – η ίδια -, η πραγματική ουτοπία, η μη πραγματοποιήσιμη. Να ανοίξουν τις τρύπες και να τις γεμίσουν είναι ένα ηλίθιο τέχνασμα, αλλά είναι το μόνο που η φαντασία παραχωρεί στην εξουσία. Στην αντιστροφή του πλαισίου, μετά, κάθε λέξη αποκτά μια διαφορετική σημειολογική αξία. Σοβαρότητα, αξιοπιστία γίνεται η λέξη κλειδί, το σύνθημα του κινήματος . «Η εργασία ευλογεί, ζήτω ζήτω οι θυσίες» κραυγάζουν οι ινδιάνοι.Η εξουσία τότε εισάγει το αδιέξοδο της ακούσιας αυτοειρωνίας. Κένεντι, Νίξον, Κάρτερ, oi μάσκες της εξουσίας μοιάζουν πλέον οι καρικατούρες τους. Ο Λάμα από την πλευρά του συνέχισε την υπέροχη παράδοση του αναζωογονητικού θεάτρου της D’Origlia Palmi, έφερε το ευαγγελικό μήνυμα του μεταξύ των ομάδων των μητροπολιτικών ινδιάνων συλλέγοντας την επιτυχία που του άξιζε. Η εκδίωξη του Λάμα από το πανεπιστήμιο της Ρώμης , στις 17 φεβρουαρίου 1977, είναι το αριστούργημα της ειρωνείας της μάζας”.

FIORETTI, FIORETTI / PAGHEREMO CARO PAGHEREMO TUTTO / TUTTO IL MOVIMENTO / DEV’ESSERE DISTRUTTO                   ΦΙΟΡΕΤΤΙ  / ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ ΑΚΡΙΒΑ ΟΛΑ ΘΑ ΤΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ / ΟΛΟ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ / ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙ [γονατισμένοι μπροστά στην ομάδα περιφρούρησης του PCI, χτυπώντας τα στήθια τους]

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

 

 

αυτονομία, autonomia

H ρωμαϊκή εργατική αυτονομία – L’autonomia operaia romana

του Giovanni Iozzoli

G. Marco D’ubaldo, Giorgio Ferrari, Gli autonomiVolume IV. L’Autonomia operaia romana, DeriveApprodi, Roma, 2017, 224 p., € 18.00  Οι αυτόνομοι – τέταρτος τόμος. Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία

Ο εκδοτικός οίκος Derive Approdi έχει εκδώσει τον τέταρτο τόμο της σειράς Gli autonomi Οι αυτόνομοι. Πρόθεση είναι να εμβαθύνει την αφήγηση μιας πολιτικής εποχής, εστιάζοντας με πιο σφιχτό τρόπο στην επικράτεια – ξεκινώντας από την ρωμαϊκή. Οι επιμελητές του τόμου είναι οι Giorgio Ferrari και G.Marco D’Ubaldo, ιστορικοί που αναφέρονται σε δυο πραγματικότητες καίριας σημασία της ρωμαϊκής πλατείας και πραγματικότητας: i Comitati Autonomi Operai e il Comitato dell’Alberone, τις Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές και την Επιτροπή των κατοίκων του Alberone .

Η απόφαση για τη διερεύνηση της «εδαφικότητας» των εμπειριών της αυτονομίας, είναι αναμφίβολα επαρκής, κατάλληλη. Δεν υπάρχει ανακατασκευή ή πολιτικό επιχείρημα για τις «αυτονομίες», που μπορεί να αγνοήσει αυτή την διάσταση – και αυτό, εκτός από την αντικειμενικότητα των ιστορικών γεγονότων, ακόμη και για μια θεωρητική προσέγγιση ευρύτερα αποδεκτή εκείνα τα χρόνια: έδαφος-επικράτεια σήμαινε ανάγνωση της ταξικής σύνθεσης, χτίσιμο των στοιχείων του προγράμματος, προσαρμογές των επιπέδων της οργάνωσης και πάλι επιστροφή στο έδαφος, στην επικράτεια. «Έδαφος» σημαίνει τη γη-το επίπεδο της συνεχούς επαλήθευσης των αρχικών υποθέσεων. Και δεν μιλάμε για την ιδεολογική πρόταση του «να ξαναπάρουμε πίσω την πόλη»: ήταν μάλλον κοπιώδες και εκρηκτικό καθημερινό χτίσιμο διαμάχης-καβγά-διενέξεων (εδαφικών, ακριβώς, στην επικράτεια), που έδωσαν στην συζήτηση για την αυτονομία, κοινωνικό βηματισμό, ρίζωμα, κοινωνικά σκέλη.

Ο τόνος του βιβλίου απομακρύνεται από κάθε amarcord ευχαρίστησης [ευτυχισμένες αναμνήσεις σε ελεύθερη μετάφραση]: διαβάζετε την ιστορία ξεκινώντας από το παρόν και οι συγγραφείς, πέρα από τα προσωπικά βιογραφικά γεγονότα, αισθάνονται ενεργά εμπλεκόμενοι μιας πολιτικής υπόθεσης που δεν έχει κλείσει, αλλά μάλλον έχει μετατοπιστεί και αναποδογυρίσει επί των ημερών μας.

Πρωτεύουσα Ρώμη, Roma πολιτικό επίκεντρο, για καλό ή για κακό. Σωστό το να ξεκινήσουμε από τον αυτόνομο χώρο της: γιατί στην ρωμαϊκή αρένα οι συλλογισμοί επί της μητρόπολης ως απόκλιση της νέας ταξικής σύνθεσης, βρήκαν το έδαφος της πιο προχωρημένης πρακτικής. Για να γίνει αυτό κατανοητό, φτάνει να έχετε στα χέρια κάποιο από τα δικαστικά έγγραφα που σχετίζονται με τις πολλές αγωγές εναντίον της ρωμαϊκής εργατικής αυτονομίας: στα δικαστικά έγγραφα – πολύτιμα εργαλεία πολιτικής μνήμης, φθάνει να γνωρίζει κάποιος να τα διαβάζει – σχολαστικά αναφέρονταν από τους δικαστές δεκάδες και δεκάδες αυτόνομων οργανισμών με τα αρχικά τους, την κοινωνική τους διαστρωμάτωση και τα στέκια τους, τα υποτιθέμενα οργανογράμματα τους, και ήδη μόνο εκείνοι οι δικαστικοί χάρτες θα σας έκαναν να συνειδητοποιήσετε το πόσο μεγάλος ήταν ο επαναστατικό πλούτος για τον οποίον μιλάμε.

Οι συντάκτες του τόμου ανακατασκευάζουν αποτελεσματικά την ιστορική εικόνα της Ιταλίας – και της πρωτεύουσας της – στις αρχές της δεκαετίας 70. Στο πλαίσιο αυτό και μέσα σε αυτή την συγκυρία ωριμάζουν κάποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες θα αποτελέσουν το θεμέλιο της ανάπτυξης της αυτονομίας στη Ρώμη:
– σε υποκειμενικό επίπεδο η καθίζηση της σύντομης περιόδου των ομάδων, που απελευθερώνει ενέργειες χιλιάδων αγωνιστών,
– ο αγώνας για το σπίτι, πάντα ζωτικής σημασίας σε μια περιοχή που πλήττεται μετά τον πόλεμο από μια σταθερή δημογραφική πίεση και μια ταχεία ανάπτυξη του κύκλου κατασκευών,
– ο αγώνας στην δημόσια υγεία και στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, με το πολύτιμο δέσιμο ανάμεσα στην εργατική κινητοποίηση και τα δικαιώματα των χρηστών,
– η παρουσία των κεντρικών οργάνων του ΚΚΙ- PCI και του αριστερού συνδικάτου CGIL, στο μέγιστο της ηγεμονίας τους, που όμως ήδη κινούνται πτωτικά, στην φθορά της εποχής των θυσιών και της καταστολής των κινημάτων,
– ο αντιφασισμός, σε μια πόλη όπου η μνήμη και η φασιστική παρουσία, τριάντα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου είναι ακόμα πολύ ζωντανή (απλά διαβάστε την αυτοβιογραφία του Giulio Salierno, για να πάρετε μια αίσθηση εκείνης της καρκινικής επιμονής στην πρωτεύουσα).

Είναι μέσα από αυτά τα εδάφη, διασχίζοντας αυτά τα εδάφη – στο εσωτερικό συγκεκριμένων διαδρομών, όλων να παίζονται σε μαζική διάσταση – που αναπτύσσεται ο σχηματισμός των ρωμαϊκών αυτόνομων οργανισμών: εμπειρίες που από τον σχηματισμό τους φέρουν μέσα τους την επίμονη προσπάθεια για την ανασύνθεση της πολιτικής δράσης όπως και της συνδικαλιστικής, των οποίων ο διαχωρισμός, ειδικά στην προοδευτική επεξεργασία κυρίως των Volsci, κρίνεται ως εμπόδιο στην ανάπτυξη μιας σύγχρονης επαναστατικής προοπτικής.

Μέσα σε λίγα χρόνια, συλλογικότητες και επιτροπές γειτονιάς – δείτε την εμβληματική περίπτωση του Alberone – συνθέτουν ένα ζωντανότατο και μαγματικό δίκτυο που διασχίζει όλες τις διαστάσεις της μητροπολιτικής σύγκρουσης: η οργάνωση των αγώνων ενθαρρύνει τον αυθορμητισμό της προλεταριακής εφευρετικότητας, η οποία με τη σειρά της οργανώνεται και επανεκκινεί τη διαδικασία.

 

Τη νύχτα δεν ήταν και τόσο δύσκολο να πέσουμε επάνω σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που τραβούσαν αντικείμενα οικιακής χρήσης σε κάποιο άδειο κτίριο, μερικές φορές δεν ήταν καν τελειωμένο, προσπαθώντας να μην γίνουν αντιληπτοί από την αστυνομία. Το φαινόμενο ήταν τόσο μεγάλο και μοναδικό για μια μεγάλη πόλη, που κατέληξε μάλιστα και σε ένα άρθρο του εβδομαδιαίου Time (σ.85)

Και αυτό σημαίνει ότι, πέρα από τις εκστρατείες και τους μεγάλους αγώνες που διοργανώνονταν από την εξωκοινοβουλευτική αριστερά, επικρατούσε στις γειτονιές και στο κοινωνικό προλεταριακό σώμα μια εκτεταμένη μαζική παρανομία, της οποίας η ζήτηση για οργάνωση ήταν ακριβώς ο λόγος ύπαρξης της αυτονομίας.

Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία γεννιέται και περπατά επάνω στα πόδια της κοινωνικής πρακτικής: εργασία και επικράτεια, lavoro e territorio. Η πολιτική οργάνωση των Volsci, ειδικότερα, είναι άμεση έκφραση πραγματικοτήτων που προέρχονταν από τον κόσμο της μισθωτής εργασίας:

Με εξαίρεση κάποιους φοιτητές ιατρικής που δρούσαν μέσα στην Κολεκτίβα της Πολυκλινικής, del Collettivo Policlinico (και που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των αγώνων) εκείνοι οι οργανισμοί αποτελούνταν αποκλειστικά από εργαζομένους: υπαλλήλους, διοικητικούς τεχνικούς, εργάτες. Έτσι ακριβώς: εργάτες, που φορούσαν την ποδιά των νοσοκόμων, την στολή του αχθοφόρου ή την φόρμα της Enel [ενέργεια] ήταν εργατικό δυναμικό που το εκμεταλλεύονταν όπως τους άλλους που βρίσκονταν στο εργοστάσιο, αν και δεν είχαν τa «στίγματα» των ροζιασμένων χεριών. Ήταν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Volsci να επιβάλουν στην προσοχή του κινήματος εκείνες τις φιγούρες που σνομπάρονταν από τους ερμηνευτές της εργατικής τάξης, σαν να ήταν αντιπαραγωγικές ή παρασιτικές, που εξακολουθούσαν να θεωρούνται περιθωριακές σε σχέση με την ερμηνεία της σύγκρουσης κεφαλαίου εργασίας (σελ. 59)

Συνεπώς: φυσική απόκτηση του κοινωνικά εξελιγμένου χαρακτήρα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, φυσική θεώρηση του »εργατικού» χαρακτήρα αυτής της κοινωνικής εργασίας.

Εργασία και επικράτεια, λέγαμε, κατά τη διάρκεια των ρωμαϊκών χρόνων 70, ορισμένες γειτονιές, δείτε Centocelle ή San Basilio, απελευθερώνουν το πλήρες δυναμικό τους, σε ένα είδος καρστικής συνέχειας της σύγκρουσης, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται μετά τον πόλεμο – καταλήψεις, αυτομειώσεις, διεκδικήσεις στις μεταφορές , στις υπηρεσίες, εναλλακτική κοινωνικότητα.

Για να μπει σε δίκτυο αυτός ο πολλαπλασιασμός δεν είναι απλό: εφευρίσκουν νέα εργαλεία – όπως η Συνέλευση πόλης των εργατικών επιτροπών και γειτονιάς – όλα επίπονα πειράματα, που ζουν με ενότητα, ρήξεις, ανασυνθέσεις, που υφαίνονται καθημερινά με το νήμα των αγώνων και των διεκδικήσεων, της διαμάχης.
Η μέθοδος της ρωμαϊκής αυτονομίας, μπροστά σε αυτό τον κοινωνικό πλούτο, είναι πάντα η ίδια: από τις μάζες στις μάζες, γιατί αυτονομία θα πει πρώτα απ’ όλα ρήξη της κακιάς διαλεκτικής μεταξύ υποτιθέμενων »εξωτερικών πρωτοποριών» και τάξης.

Συνέβαινε πράγματι εκείνα τα χρόνια μια πρωτοπορία καλλιεργημένη και ηδονιστική να επιβάλλει από τα άνω την δική της κοσμοθεωρία, la sua Weltanschauung στην πραγματική ιστορία μιας αποτυχημένης χώρας … Οι αντιλήψεις που αρνούνται αρχικά μια ανεξάρτητη διαδικασία προλεταριακής χειραφέτησης και τη δυνατότητα των μαζών να ορίσουν τη δική τους αυτόνομη οργάνωση, ήταν σε μεγάλο βαθμό διαδεδομένες μεταξύ των πρωτοποριών του τότε (σελ.47)

Η Αυτονομία γεννιόταν ως αντιστροφή αυτών των αντιλήψεων, που ήταν κληρονομιά όχι μόνο από το ρεβιζιονισμό, αλλά και της πολιτικής τάξης του 68.

ο Giorgio Ferrari περιγράφει τους Volsci σαν ένα εργαστήριο της κοινωνικής ορθής πράξης, όπου όμως βασίλευε η γεύση της θεωρητικής ετεροδοξίας:

Στην εποχή του μετα-κομμουνισμού αισθάνομαι ακόμα μαρξιστής και αυτόνομος: γιαυτό, όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 γνωρίστηκα με τους συντρόφους του Γενικού Νοσοκομείου-Policlinico και της Enel, που είχαν αφήσει το Μανιφέστο, για μένα ήταν μια ανακούφιση. Επιτέλους, θα μπορούσα να εκφράσω τις αμφιβολίες μου επάνω στην κομμουνιστική εμπειρία χωρίς να αντιμετωπίζομαι με καχυποψία, επιτέλους έκανα μαζί με άλλους πολιτικούς προβληματισμούς και στοχασμούς από τους οποίους οι επαναστάτες δεν πρέπει ποτέ να διαφεύγουν (σελ.20

 

Η κρίση του κομμουνιστικού παραδείγματος, στην ωριμότητα της ανάπτυξης και της καπιταλιστικής κρίσης της δεκαετίας του ’70, είναι ήδη σαφής, για όσους θέλουν να το δουν, παρά τις πλατείες που γεμίζουν και τις κλειστές γροθιές: η εργατική αυτονομία ήταν επίσης η γη επάνω στην οποία αυτή η συζήτηση μπορούσε να απελευθερωθεί με μεγαλύτερη ειλικρίνεια.
Το ακριβώς αντίθετο από εκείνες τις ομαδίστικες συνιστώσες όπου βασίλευε η πιο κομφορμιστική ορθοδοξία, η οποίες, κατά τα χρόνια της ήττας, πέρασαν από την μια νύχτα στο πρωινό, από την μια μέρα στην άλλη δηλαδή, στην άλλη πλευρά του οδοφράγματος, αφήνοντας πίσω τις δογματικές βεβαιότητες τους, όπως ένα φίδι το παλιό δέρμα του – και ίσως συνεχίζοντας να κηρύττουν με την ίδια αυταρέσκεια, τα υπέροχα και προοδευτικά πεπρωμένο του ρεφορμισμού των χρόνων 80 …

Το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70, βλέπει την ρωμαϊκή αυτονομία στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας για τη σταθεροποίηση της υπόθεσης εθνικής πολιτικής. Δεν είναι εύκολο, επειδή ακριβώς ορισμένες εμπειρίες βρίσκονται σε ισχυρό πολιτικό-ιδεολογικό χαρακτηρισμό, ενώ άλλες ζουν μια θεμελιώδη κοινωνική διάσταση – και δεν είναι δεδομένο να μοιράζονται λεξιλόγιο και εκστρατείες.

Η σχέση που οι Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές, i Comitati Autonomi Operai προσπαθούν να εδραιώσουν είναι στον άξονα του Μιλάνου με το Κόκκινο, con Rosso,το οποίο για ένα διάστημα γίνεται και εθνικό περιοδικό (με την Via dei Volsci ρωμαϊκή σύνταξη). Αλλά η εποχή της αυτονομίας του Μιλάνο είναι μια φλόγα που γεννιέται αργότερα και καταναλώνεται πριν, σε σχέση με την σταθερότητα της ρωμαϊκής εμπειρίας. Ριζοσπαστικές διαφορές πολιτικού έργου, γίνονται εμπόδια για την κατασκευή μιας εθνικής άποψη: Το Rosso, υπό την καθοδήγηση του Negri, πιέζει πολύ προς τη ρητορική του κοινωνικού εργάτη και σε μια προοδευτική συγκεντροποίηση της δομής, των λειτουργιών και της πολιτικής ηγεσίας.

Για τους Volsci, η επίτευξη του κοινωνικού χαρακτήρα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης είναι μια συνειδητοποίηση καθημερινή που δεν έχει ανάγκη επιβεβαιώσεων ή εξαναγκασμών – ούτε θεωρητικών ούτε με όρους χτισίματος του κόμματος. Στην Ρώμη ακόμη και στις υψηλότερες στιγμές της σύγκρουσης, προτιμούν να οργανώνουν την διάχυτη διαμάχη της κοινωνικής εργασίας στην περιοχή, θεωρώντας πως δεν είναι ώριμη καμιά αξιόπιστη “δυαδικότητα των εξουσιών”. Στις αναμνήσεις των επιμελητών αντηχεί ξανά η πολεμική της ρωμαϊκής πλευράς προς μια διανοουμενίστικη στρέβλωση, ιδεολογική και υποκειμενιστική, που θα σημαδέψει βαριά το μιλανέζικο εργαστήρι και την κατάρρευση του.
Ο διάλογος ανάμεσα στις διαφορετικές εθνικές ψυχές θα καταστεί ρήξη. Mα πλέον βρισκόμαστε στο κατώφλι των τριών βασικών βημάτων, βαθμίδων κλειδιά, που θα καθορίσουν το νόημα εκείνης της εποχής και της παρακμής της : η φλόγα του 77, η απαγωγή Moro και το μεγάλο κατασταλτικό κύμα που ξεκινά στις 7 Aπριλίου 79 και θα συνεχιστεί μέχρι και πέρα από τα μισά των χρόνων 80.

Μέσα σε αυτή την ισχυρή ιστορία χειραφέτησης και εξέγερσης, ρέουν οι ανθρώπινες υποθέσεις μιας γενιάς αγωνιστών: οι επαναλαμβανόμενες συλλήψεις των Pifano, Miliucci και δεκάδων άλλων ηγετικών στελεχών, το κλείσιμο των γραφείων του ραδιοφωνικού σταθμού Onda Rossa και των Volsci από πλευράς  υπουργού εσωτερικών Cossiga, οι αγώνες των οργανωμένων ανέργων του νόμου 285, χιλιάδες κατειλημμένων σπιτιών, η παρέμβαση στην Irpinia που είχε υποστεί τον σεισμό, οι κύκλοι των αυτομειώσεων, οι αγώνες για τις υπηρεσίες και μια συνεχής πίεση στα δημόσια έξοδα, που καλλιεργήθηκε αποτελεσματικά στην διάσταση της του κοινωνικού μισθού.

Η εποχή της διαχείρισης των πολιτικών δικών και του διαχωρισμού, θα διαιρέσει περαιτέρω τις τύχες των διαφόρων οργανωμένων συνιστωσών: μπροστά από το κατασταλτικό τσουνάμι οι Αυτόνομες Εργατικές Επιτροπές θα εκφράσουν μια ανθεκτική ικανότητα, που άλλοι δεν μπόρεσαν να σημαδέψουν, να δείξουν. Το Rosso και όλες οι εμπειρίες της αυτονομίας του Μιλάνο θα εξαφανιστούν στο τέλος της δεκαετίας του 70 συνθλιβόμενες από την καταστολή και την μετακίνηση προς την παρανομία. Η πολιτική αυτόνομη- πνευματική τάξη θα κατακερματιστεί σε επιλογές και εναλλακτικές που δεν είναι πάντα αξιοπρεπείς, ανάμεσα στην διάσταση, θεσμικές μετατροπές, τραβηγμένους απ’ τα μαλλιά αθωοτισμούς (περιέργως το βιβλίο δεν θυμάται την οργισμένη διαμαρτυρία της ρωμαϊκής πλατείας στο «ριζοσπαστικό» συλλαλητήριο του Toni Negri: ένα μικρότερο επεισόδιο, το οποίο ωστόσο, δίνει το μέτρο του πόσο πολύ είχαν αλλάξει οι όροι του πολιτικού διαλόγου στο εσωτερικό της επαναστατικής αριστεράς, σε σύντομο χρονικό διάστημα μέσα σε λίγα χρόνια …).

Στην πραγματικότητα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, οι μόνες αυτόνομες υποκειμενικότητες που επέζησαν από τη θύελλα της 7ης απριλίου και την ταξική ήττα, είναι ο ρωμαϊκός χώρος και ο ενετικός πόλος: δύο πραγματικότητες που θα συγκατοικήσουν για μια δεκαετία στο εθνικό αντι-ιμπεριαλιστικό αντι-πυρηνικό Συντονιστικό, σε μια πεισματική διαλεκτική (ενότητας και ανταγωνισμού …), που θα σημαδέψει θετικά επίσης τις μεγάλες εκστρατείες εκείνων των χρόνων ενάντια στις ειδικές φυλακές και τα βασανιστήρια, την αντίθεση στο Εθνικό σχέδιο Ενέργειας, τους διεθνιστικούς αγώνες, από τη Λατινική Αμερική στην Παλαιστίνη.

 

Οι Comitati Autonomi Operai, για όλη την δεκαετία 80, θα είναι το σημείο αναφοράς στο κοπιαστικό έργο ανακατασκευής  ενός εθνικού ιστού, κυρίως για τις νεαρές ομάδες του κέντρου νότου.

δεν θα μπορούσαμε να έχουμε αντέξει τις επιπτώσεις της καταστολής αυτών των σκοτεινών χρόνων χωρίς την πεποίθηση χιλιάδων αγωνιστών και την αλληλεγγύη από τις προλεταριακές γειτονιές … και αυτή δεν προέρχονταν από ένα υπερώο σκεπτόμενων κεφαλών, αλλά επειδή ήμασταν ριζωμένοι στην περιοχή, κάτι που ήταν πρωτοφανές και δεν είχε προηγούμενα και όπου οι αγώνες αποτελούσαν το καλύτερο σχολείο για στελέχη που θα μπορούσαμε να έχουμε φανταστεί (σ.125)

Πάρα πολλά όμως πράγματα άλλαζαν με ταχύτητα: το να επαναλαμβάνουν τους εαυτούς τους και τις μορφές τους δεν είναι κάτι που υπάρχει στο αυτόνομο DNA, η αυτονομία δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να δώσει τον εαυτό της σαν κρυσταλλοποίηση, σαν διατήρηση της μνήμης – είναι μια διαδικασία σε κίνηση που επιβάλλει να βρίσκεσαι ένα βήμα μπροστά, να ανακαλύπτεις και να εφευρίσκεις νέα παραδείγματα, να καις πάντα τις γέφυρες στις πλάτες σου. Και επί της Via dei Volsci και της ρωμαϊκής πλατείας, βαραίνουν τα χρόνια 90: η Δεύτερη repubblica πιέζει, το σύστημα των κομμάτων καταρρέει, οι παραδοσιακές κοινωνικές δυνάμεις διαλύονται, ο ιταλικός καπιταλισμός γίνεται έδαφος πολυεθνικής επιδρομής, όλο και πιο περιθωριοποιημένο στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας και των κεφαλαίων. Αλλά αυτή είναι πλέον η ιστορία του σήμερα.

Στην διαφοροποιημένη πολιτική και κοινωνική κατάσταση, οι αυτόνομες εργατικές επιτροπές πηγαίνουν δίχως δράματα και φωνές προς την αυτοδιάλυση: το 1992, στην διάρκεια μιας δημόσια και συλλογικής συζήτησης, το μεγαλύτερο μέρος των ρωμαίων αυτόνομων επιλέγει να θεωρήσει λήξασα την λειτουργία της οργάνωσης των αυτόνομων Επιτροπών («είκοσι χρόνια πραγματικά ήταν πολλάv», λέει ο Ferrari).
Ο ορίζοντας είναι μια νέα καταβύθιση στις δυο υποθέσεις εργασίας που είχαν καθιζάνει στη διάρκεια των χρόνων 80: το χτίσιμο των Cobas και οι αυτοδιαχειριζόμενες καταλήψεις, σαν στοιχείο εκ νέοι ριζώματος στον κόσμο της εργασίας και στην επικράτεια.

Ιστορία ανοιχτή, εκείνη της αυτονομίας.
Ιστορία που έχει ανασταλεί, ίσως – για ό, τι δεν κατάφεραν να κάνουν και για εκείνο που δεν είναι ακόμη σε θέση να πουν, που δεν έχουν καταφέρει να μας πουν.

τι να κάνουμε τις ζωές μας δεν μας φαίνεται καθόλου προφανές. Δεν νομίζουμε ότι για να λυθεί το πρόβλημα είναι αρκετό να προετοιμάσουμε ένα κοινό πρόγραμμα – που ήδη η προσπάθεια να το συντάξουμε θα σήμαινε να έχουμε θέσει σε σύγκριση ανάλυση και προοπτικές – αν δεν καταστήσουμε σαφή την αδιαλλαξία μας με αυτό το παρόν, χωρίς να κρύβουμε από τους εαυτούς μας τις δυσκολίες και χωρίς δισταγμό στο να πούμε πώς σκεφτόμαστε. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα, το σήμα κατατεθέν που εδώ και πολλά χρόνια, μας έκανε να αναγνωρίσουμε τον έναν στον άλλον πριν ακόμη συναντηθούμε. Η αδιαλλαξία με την παρούσα κατάσταση, με το παρόν, μας έφερε μαζί, μας έκανε να συναντηθούμε, η θέληση να το αλλάξουμε μας έκανε να αναγνωριστούμε σύντροφοι στη ζωή και στον αγώνα. Χωρίς αυτό τον ανθρώπινο και πολιτικό δεσμό, δίχως αυτή την συνενοχή να ζούμε μαζί μιαν ακραία περιπέτεια μέχρι του σημείου να βάλουμε τη ζωή μας στα χέρια του άλλου, θα είχαμε υπάρξει κάτι άλλο (σελ. 194)

Che fare delle nostre vite, non ci sembra affatto scontato, Τι να κάνουμε με τις ζωές μας, δεν μας φαίνεται καθόλου προφανές. Μια δήλωση που ακούγεται καθόλου υπαρξιακή και ατομικιστική, ένα ερώτημα με νόημα που αναπηδά από γενιά σε γενιά, αναποδογυρίζεται στο παρόν, αμφισβητεί και ανακρίνει το μέλλον. Μια πολύ «αυτόνομη» τάση να αναζητάς νέους δρόμους της επαναστατικής προοπτικής.

Share

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 21 – χρονικό του Κινήματος ’77

SIAMO PROVOCATORI / SIAMO TEPPISTI / LAMA E COSSIGA / I VERI COMUNISTI   ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΟΒΟΚΑΤΟΡΕΣ /  ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΛΗΤΕΣ /  LAMA ΚΑΙ COSSIGA / ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΚΟΜΟΥΝΙΣΤΕΣ                                                                                                           XXVII

Παρσκευή 18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977
Στη Roma το πρωί συγκρούσεις ανάμεσα σε στρατευμένους του PCI και της αυτονομίας. Η Πανεπιστημιούπολη είναι αποκλεισμένη και φρουρείται από την αστυνομία.
Η κυβέρνηση εγκρίνει ένα πακέτο σχεδίων νόμου για την δημόσια τάξη που θα παρουσιάσει στο κοινοβούλιο με ιδιαίτερη αναφορά στο κλείσιμο των «γιαφκών-κρησφύγετων» και στην αστυνομική κράτηση. “Ο Cossiga, που ερωτήθηκε από την τηλεεφημερίδα του προγράμματος του πρώτου κρατικού καναλιού TG1 κάνει μια πραγματική πολεμική δήλωση:
«Γνωρίζουμε αυτούς τους κυρίους και δεν θα επιτρέψουμε το πανεπιστήμιο να καταστεί μια γιάφκα ινδιάνων μητροπολιτάνων, φρικιών, hippyes…».
Φθάνει στη συνέχεια στο σημείο να υπαινιχθεί πως αυτόνομοι και φοιτητές γενικότερα είναι δειλοί, πως στην Ρώμη, όταν η αστυνομία έφθασε οπλισμένη με τα όλα της, αρνήθηκαν να πολεμήσουνsi sono rifi utati di combattere” (AA.VV., I non garantiti, Οι επισφαλείς, Roma, Savelli, 1977; σελ. 145). Στο Torino εισβολή της αστυνομίας σε ένα στέκι της εργατικής αυτονομίας, το circolo “Alice, Αλίκη”. Συλλαμβάνονται επτά αγωνιστές.

Σάβατο 19 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977
Στην Roma πορεία 50.000 φοιτητών που άνοιγε με το πανό «Ενότητα των φοιτητών, των εργατών, των γυναικών και των ανέργων
ενάντια στην κυβέρνηση των αποχών». Το slogan που ακούστηκε περισσότερο: «Μας πέταξαν έξω απ’ το Πανεπιστήμιο, Ci hanno cacciato dall’Università / ce la riprendiamo con
tutta la città, θα το πάρουμε πίσω ξανά μαζί με ολόκληρη την πόλη». “Η πορεία κυλάει με τρόπο μαχητικό και γεμάτη ειρωνία, μπροστά στην εθνική έδρα στις Botteghe Oscure η ομάδα περιφρούρησης του Κκι με από πίσω της γραμμές αστυνομικών, υπερασπίζεται τα γραφεία, σαν εμείς να θέλαμε να κάνουμε «εφόδους στα σπίτια του λαού»; εμείς τους κραυγάζουμε
«Gui και Tanassi είναι αθώοι, εμείς είμαστε οι αληθινοί εγκληματίες», «Είμαστε όλοι αλήτες, αληθινοί κομουνιστές  είναι ο Lama και ο Cossiga».
Όταν περνάμε μπροστά από το Bises (κατάστημα ένδυσης) ομάδες συντρόφων σπάνε τις τζαμαρίες και μοιράζουν παλτό, μπλούζες, πουκάμισα μέχρι εσώρουχα και κάλτσες. Υπάρχει μεγάλη σύγχυση μεταξύ εκείνων που συρρέουν για να πάρουν τα πράγματα και αυτών που δεν συμφωνούν, γιατί δεν πρέπει να δώσουν οποιοδήποτε πρόσχημα, σήμερα πρέπει μόνο να δείξουμε σε αυτούς που λεν πως είμαστε λίγοι αλήτες, πως είμαστε δεκάδες χιλιάδες. Πάντως η συζήτηση ανάβει σε όλη την πορεία, πέρασαν πλέον οι καιροί κατά τους οποίους αυτούς που έλεγαν «Να επανοικειοποιηθούμε τον μισθό που μας κλέβουν, να απαλλοτριώσουμε τα καταναλωτικά αγαθά», τους έβαζαν ανάμεσα σε δυο σειρές «υδραυλικών», για να τους εμποδίσουν να επαληθεύσουν έμπρακτα αυτή τους την θεωρητικοποίηση” (Dario Paccino, Sceeemi. Il rifi uto di una generazione, Ηλίθιοι. Η απόρριψη μιας γενιάς, Roma, I Libri del NO, Τα βιβλία του ΟΧΙ, 1977; σελ.
65). Στο Milano πορεία των συλλογικοτήτων που έχουν καταλάβει το πανεπιστήμιο. Συγκρούσεις μεταξύ αγωνιστών της Autonomia Operaia και της ομάδας περιφρούρησης της Avanguardia Operaia: τέσσερις τραυματίες.

Δευτέρα 21 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977
Roma: “Σε μια πολυπληθή συνέντευξη τύπου προβάλλεται το video-tape που είχε γυριστεί με ευκαιρίας την εκδίωξη του
Lama. L’atteggiamento «carrista» , η πολεμική συμπεριφορά της ομάδας περιφρούρησης του PCI τεκμηριώνεται έγκαιρα με ακρίβεια και ο τύπος πρέπει να την λάβει υπόψη του” (AA.VV., Movimento Settantasette. Storia di una lotta, Κίνημα Εβδομήντα επτά. Ιστορία ενός αγώνα, Torino, Rosenberg & Sellier, 1979; σελ. 124).
Επιστολή των Ινδιάνων Μητροπολιτάνων, Lettera degli Indiani Metropolitani στον υπουργό Εσωτερικών Francesco Cossiga:

“Karo ministro… Αγαπητέ υπουργέ … με μεγάλη ικανοποίηση μπορέσαμε να δούμε, από το μαγικό κουτί, το χλωμό σου πρόσωπο τευτονικής μήτρας, ακούσαμε τη διχαλωτή γλώσσα σου να σφυρίζει και την μεταλλική φωνή σου να φτύνει δηλητήριο κατά του λαού των ανθρώπων.
«Γνωρίζουμε, αυτούς τους κυρίους, και δεν θα επιτρέψουμε το Πανεπιστήμιο να καταντήσει ένα κρησφύγετο ινδιάνων μητροπολιτάνων, freaks,
hippies. Είμαστε αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουμε εκείνες που αυτοί ονομάζουν μορφές καταστολής κι εγώ ονομάζω μορφές της τάξης και της δημοκρατικής νομιμότητας». Με αυτά τα λόγια μας κήρυξες πόλεμο. Μείναμε με τα μάτια καρφωμένα στο μαγικό κουτί, δεν σε συμβουλεύσαμε να πάρεις δρόμο ούτε σου θυμίσαμε την ψυχοπολιτική σου κατάσταση (sceemoo! βλάκαα!).
Μέσα στην σιωπή μας αντιθέτως υπήρχε όλο το μίσος που ο λαός των ανθρώπων μπορεί να εκφράσει για την βρωμερή σου ράτσα, όλο το μίσος που εκατοντάδες χιλιάδες νέων από τα γκέτο της απάνθρωπης μητρόπολης ούρλιαξαν και θα ουρλιάξουν ενάντια σε μια τερατώδη κοινωνία που σήμερα θα ήθελε να μας αναγκάσει με την βία στην παραίτηση. Mα η λέξη παραίτηση υπάρχει μόνο στην γλώσσα σας, στις σάπιες κοινωνικές σας σχέσεις, στα σβησμένα σας βλέμματα που στερούνται ανθρωπιάς. Όχι, υπουργέ Kossiga,
εμείς δεν θα παραιτηθούμε ποτέ!!! Γιατί η επιθυμία μας  να ζήσουμε είναι πιο δυνατή από την δίψα σου για θάνατο, γιατί στα χρώματα του πολέμου μας και της γιορτής υπάρχει το κόκκινο του αίματος εκατοντάδων συντρόφων, νεαρών δολοφονημένων στις πλατείες από την δημοκρατική σου τάξη, δολοφονημένοι μέσα στην απόγνωση των γκέτο απ’ την ηρωίνη, δολοφονημένοι στα μπλόκα μόνο και μόνο γιατί οδηγούσαν μια μηχανή δίχως πινακίδα και δίχως δίπλωμα! Θα ήθελες να μας πετάξεις πίσω στις riserve που μας χτίσατε, στα γκέτο της περιθωριοποίησης και της απελπισίας… Mα πλέον αυτό δεν είναι δυνατό διότι ακριβώς από αυτά είναι που εξερράγει  η ανταρσία μας. Δεν είναι πλέον δυνατόν διότι ποτέ άλλοτε όπως αυτές τις ημέρες ο λαός των ανθρώπων ξαναβρήκε τον εαυτό του, την δύναμη του, την χαρά του να ζει συλλογικά, τον θυμό του και την δίψα του για κομουνισμό… Τα μπλε σακάκια σου ντυμένα σαν αρειανοί μας πέταξαν έξω απ’ το πανεπιστήμιο, διότι πίστεψαν πως με αυτό τον τρόπο συντρίβουν τ’ όνειρο μας, την επιθυμία μας να μεταμορφώσουμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο… Mα με τα μυαλά σας από τσίγκο που είναι ικανά μονάχα να τακτοποιούν πείνα, καταστολή, βία, ειδικούς νόμους και θάνατο, δεν καταλάβατε πως δεν θα μπορέσετε ποτέ ξανά να μας καταστρέψετε, γιατί ο θυμός μας, η φαντασία μας ουρλιάζουν πιο δυνατά από τη δίψα σας για εκδίκηση.

CI HANNO CACCIATO DALL’UNIVERSITÀ / CE LA RIPRENDIAMO CON TUTTA LA CITTÀ

ΜΑΣ ΠΕΤΑΞΑΝ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ / ΘΑ ΤΟ ΞΑΝΑΠΑΡΟΥΜΕ ΠΙΣΩ ΜΑΖΙ ΜΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΠΟΛΗ

COVIAMOCI COSI’ SENZA PUDORE        ΝΑ ΚΡΥΦΤΟΥΜΕ ΕΤΣΙ ΔΙΧΩΣ ΝΤΡΟΠΗ

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 15 – χρονικό του Κινήματος ’77

ΦΤΕΡΗ ΚΑΙ ΒΑΤΟΜΟΥΡΟ               FELCE E MIRTILLO                                               XX

Παρασκευή 4 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977 Roma: “Στη Νομική, σε μια κατάμεστη συνέλευση συγκρούονται για πρώτη φορά οι θέσεις του Κινήματος με εκείνες της κομουνιστικής νεολαίας FGCI και των συνδικάτων” (Felice Froio, Il dossier della nuova contestazione, Ο φάκελος της νέας αμφισβήτησης Milano, Mursia, 1977: σελ. 8). Στη Napoli ξεκινά η φάση της αυτοδιαχείρισης.

Σάββατο 5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977 Στη Roma η αστυνομία πολιορκεί την κατειλημμένη πανεπιστημιούπολη και απαγορεύει κάθε διαδήλωση.

Κυριακή 6 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Οι Ινδιάνοι Μητροπολιτάνοι Στη Ρώμη το κατειλημμένο πανεπιστήμιο γίνεται έδρα μιας γιορτής στην οποίαν συμμετέχουν χιλιάδες νέοι και κάποιες μουσικές ομάδες και Περιθωριακού Θεάτρου, di Teatro Emarginato. Εμφανίζονται για πρώτη φορά οι ινδιάνοι μητροπολιτάνοι, gli indiani metropolitani: “Είναι κυριακή, στην πανεπιστημιούπολη παρευρίσκονται τουλάχιστον τέσσερις χιλιάδες φοιτητές. Συνεχίζονται οι συνελεύσεις, λαμβάνει μορφή, παίρνει σάρκα και οστά το νέο Κίνημα. Οι κομουνιστές φοιτητές βρίσκονται στο περιθώριο,  PDUP και Avanguardia Operaia δεν έχουν πλέον την προηγούμενη απήχηση και προσπερνιούνται: η Lotta Continua αντιστέκεται για ώρες, μα και αυτή συναντά μεγάλες δυσκολίες. Η Autonomia Operaia, η Εργατική Αυτονομία παρεμβάλλεται στις συνελεύσεις και επιδέξια καταφέρνει να ακολουθήσει κάποιους στόχους, να επιτύχει αποτέλεσμα, γίνεται αντιληπτό αμέσως πως οι «αυτόνομοι» θα καταφέρουν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο” (Felice Froio, Il dossier della nuova contestazione, Ο φάκελλος της νέας αμφισβήτησης, Milano, Mursia, 1977: σελ. 8). “Η γιορτή η οποία παρατείνεται όλη την ημέρα της κυριακής σηματοδοτεί μια τροπή στην κατάληψη, ένα σημείο καμπής: ο τεράστιος χώρος του απελευθερωμένου πανεπιστημίου γεμίζει με μαθητές γυμνασίων, με νεαρούς από τις συνοικίες, με γυναίκες. Οι επιτροπές καταλήψεων δεν έχουν οργανώσει τίποτα και η γιορτή χτίζεται αυθόρμητα: είναι αυτοί που κάνουν θέατρο δρόμου, αυτοί που παίζουν μουσική, αυτοί που χορεύουν, κάποιοι παίζουν μες τις λεωφόρους. «Η επανάσταση είναι κάτι σοβαρό αλλά γίνεται με χαρά, με ευθυμία», αυτό έγραψαν ανάμεσα στα χιλιάδες άλλα που ανθίζουν πανταχού στους τοίχους ” (AA.VV. I non garantiti, Οι ακάλυπτοι-οι επισφαλείς, Roma, Savelli, luglio 1977; pag. 136).

“Ήταν αλήθεια πως θέλαμε να ήμαστε μαζί, όλοι, να ζούμε όλοι μαζί, να τρώμε όλοι μαζί. Τώρα είναι αδιανόητες οι γιορτές… Στη συνέχεια, οι επίτροποι που ήρθαν μετά αντέγραψαν εκείνες τις γιορτές. Όταν ένας ομοφυλόφιλος διακύρητε μια γιορτή, δηλαδή καλούσε τους πάντες, πενήντα χιλιάδες ανθρώπους, εξήντα χιλιάδες άτομα, σε ένα πάρτι στα λιβάδια του Montaldo di Castro, για παράδειγμα, πηγαίναμε όλοι και υπήρχε χώρος για όλους, αλλά όχι μόνο για τους νέους και τους όμορφους. Υπήρχε επίσης χώρος για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, επειδή υπήρχαν ανάμεσά μας εκείνοι που εργάζονταν με άτομα με ειδικές ανάγκες, και δεν απείχαν, οπότε τους έφερναν εκεί, και υπήρχαν καθηγητές που έφερναν μαζί τους τα παιδάκια, και υπήρχε χώρος για όλους, για τους νέους, για τους όμορφους, για τους άσχημους, για άτομα με ειδικές ανάγκες, υπήρχε χώρος για τους τρελούς, για τους ψυχικά ασθενείς. Και νομίζω ότι μόνο στις υψηλές περιόδους του πολιτισμού υπάρχουν γιορτές και πάρτι για όλους. Εδώ, να, αν παρατηρήσετε, ακόμη και στη βιβλιογραφία και την λογοτεχνία είναι σπάνιο να βρεθεί, ναι, ίσως στην Κομμούνα του Παρισιού, αλλά μόνο στις υψηλές περιόδους του πολιτισμού μπορείτε να βρείτε τέτοιες εορταστικές εκδηλώσεις, όπου υπάρχει χώρος για όλους »  (Tano D’Amico, in Claudio Del Bello, Una sparatoria tranquilla, Μια ήρεμη ανταλλαγή πυροβολισμών, Roma, Odradek, 1997; σελ. 139).

Δευτέρα 7 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977 Στην Bologna κατάληψη της σχολής Γραμμάτων.

Martedì 8 FEBBRAIO 1977 Στη Roma διεξάγονται συνελεύσεις σε όλες τις σχολές. Ο εθνικός γραμματέας της κομουνιστικής νεολαίας FGCI Massimo D’Alema δηλώνει σε μια συνέντευξη: “το κίνημα κινείται σε μια σκάλα αξιών δίχως να θέτει το πρόβλημα να την αλλάξει” (βρίσκεται στο AA.VV., Radici di una rivolta, οι Ρίζες μιας εξέγερσης, Milano, Feltrinelli, 1977; σελ. 89). Στην Bologna καταλαμβάνονται οι σχολές Δικαίου, πολιτικών Επιστημών, Διδασκαλίας, Φυσικής και Φραγμάτων, στο Μιλάνο το Πολυτεχνείο, στη Γένοβα οι ανθρωπιστικές σχολές. Στο Cagliari σε όλες τις σχολές εμποδίζεται όλη η διδακτική. Φοιτητικές πορείες στο Bari και στη Napoli.

LA RIVOLUZIONE SARA’ UNA FESTA O NON SARA’                                                                      Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΓΙΟΡΤΗ Ή ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ

ΕΣΥ / ΚΟΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΝΕΟΛΑΙΑ / ΑΓΩΝΙΣΟΥ ΜΑΛΑΚΆ ΜΑΛΑΚΆ [στον ρυθμό της διαφήμισης της λακ Cadonett]                                                                                                         LEI / FGCI / LOTTA MORBIDO MORBIDO [sull’aria della pubblicità della lacca Cadonett]

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

ΝΑ ΑΝΘΙΣΟΥΝ ΕΚΑΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΝΑ ΜΕΤΑΔΙΔΟΥΝ ΕΚΑΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΑ ΕΝΑ ΑΛΛΟ ’68 ΜΕ ΑΛΛΑ ΟΠΛΑ

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 11 – χρονικό του Κινήματος ’77

ΕΡΓΑΤΙΚΗΗΗ…/ΕΞΟΥΣΙΑΑΑΑ    POTEREEE… / OPERAIOOO                                           XVI

Το νεανικό προλεταριάτο τίθεται, μαζί με τις γυναίκες, σαν πυροκροτητής έκρηξη και σαν πολιτιστική πρωτοπορία στην έκρηξη των υπαρχουσών ισορροπιών των δυνάμεων μεταξύ των τάξεων, αλλά υπάρχει κάτι περισσότερο από το 1968. Η λογική των θυσιών είναι η αστική λογική που λέει : τα ζυμαρικά στο προλεταριάτο, το χαβιάρι στους αστούς. Διεκδικούμε εμείς το δικαίωμα στο χαβιάρι, γιατί είμαστε αλαζόνες και αγενείς (ίσως επειδή είναι χαρακτηριστικό των νέων), γιατί κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να μας πείσει ότι σε καιρούς θυσιών οι αστοί μπορούν να πηγαίνουν πρώτη προβολή κι εμείς όχι, πως αυτοί μπορούν να φάνε την παρμεζάνα και εμείς όχι ή ακόμη και να μας αναγκάσουν να μείνουμε νηστικοί. Τα προνόμια που η μπουρζουαζία διατηρεί για τον εαυτό της είναι τα δικά μας, εμείς τα πληρώνουμε. Γι ‘αυτό και θέλουμε να τα κατακτήσουμε κάνουμε αυτό ένα θέμα αρχής. Θέλουμε όλους τους προλετάριους με τη γούνα; Όχι, θέλουμε απλώς να πάρουμε τα γουναρικά που οι αστοί φορούν εις βάρος μας και να καμαρώνουν για να μας ταπεινώσουν , κατά τα άλλα είμαστε από την πλευρά των βίσωνων, υποστηρίζουμε τον δίκαιο αγώνα τους για να αποφύγουν την εκδορά από αυτούς που κυβερνούν το ανθρώπινο είδος. Το δικαίωμα να πάρουμε στην κατοχή μας τα προνόμια της αστικής τάξης είναι ένα νέο στοιχείο από το 1968: Χθες χαλασμένα αυγά, σήμερα αυτομείωση. Οκτώ χρόνια αργότερα υπάρχει ένα νέο κοινωνικό υποκείμενο, απρόβλεπτο και εξαιρετικά καινούργιο, του οποίου οι μακρινές ρίζες μπορούν να αναγνωριστούν στο νεανικό 1968 , στην εξέγερση των μακρυμάλληδων, αυτών που απομακρύνονταν από το σπίτι, στην πρώτη νέα μουσική. Ένα νέο κοινωνικό υποκείμενο που εισέρχεται με τα δικά του σχήματα και με εκρηκτικό τόνο στη σκηνή της ταξικής πάλης ή καλύτερα της καθημερινής ζωής. Είναι το νεανικό προλεταριάτο, εκείνο το πραγματικό και όχι οι πολλές ετικέτες που πολλοί έχουν κολλήσει, όπως στην περίπτωση των αντιφασιστικών επιτροπών, που ξαφνικά μετατράπηκαν σε νεανικά κέντρα. Το νεανικό προλεταριάτο είναι ένα άλλο πράγμα, είναι ένα κίνημα του οποίου η δύναμη βασίζεται στην δημιουργικότητα (η οποία δεν είναι αξεσουάρ περισσότερο ή λιγότερο περιττό, αλλά είναι η ουσία) του οποίου η επιβίωση συνδέεται με την ικανότητα να χρησιμοποιήσει την δύναμη, γιατί το θέμα είναι για τους νέους: ή η συνολική περιθωριοποίηση, ή η συνολική ισχύς, εξουσία. Παρά την κόκκινη διοίκηση στον Δήμο, το προνόμιο της πρώτης δόθηκε για μιαν ακόμη φορά στην μιλανέζικη μπουρζουαζία, ως εκ τούτου θα κινητοποιηθούμε για να εμποδίσουμε τους αστούς να εισέλθουν στην Scala: μιας και μας την έχουν αρνηθεί θα κάνουμε τα πάντα για να την αρνηθούμε σε αυτούς. Αν δεν καταφέρουμε να αυτομειώσουμε, θα αυτομειώσουμε τους θεατές. Ο Paolo Grassi, σοσιαλιστής και διευθυντής της Σκάλα μας είπε ότι είναι σωστό οι αστοί που θέλουν να παν στην πρώτη να πληρώνουν 100.000 λίρες το εισιτήριο, γιατί με αυτό τον τρόπο χρηματοδοτούν την πολιτιστική παραγωγή , εμείς του απαντούμε πως το ποσό που θα μαζευτεί από την πρώτη παράσταση πρέπει να πάει στα κέντρα αγώνα ενάντια στην ηρωίνη, ότι ο πολιτισμός πρέπει να είναι των προλετάριων. Το ραντεβού είναι για όλους τρίτη βράδυ στις 17.30 στο κέντρο με τις μοβ σημαίες μας” («Questa prima non s’ha da fare» , »Αυτή η πρώτη δεν θα γίνει» VIOLA n. 1, 7 δεκέμβρης 1976).

Παρασκευή 24 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1976. Palermo: κατάληψη της Σχολής Καλών Τεχνών, di Lettere        “Οι φοιτητές του Palermo καταλαμβάνουν la facoltà di Lettere και στην συνέχεια τις άλλες τις επόμενες ημέρες για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην απόφαση της ακαδημαϊκής κοινότητας να εφαρμόσει την εγκύκλιο Malfatti της 3 δεκεμβρίου, που απαγορεύει στους φοιτητές να δώσουν περισσότερες εξετάσεις στην ίδια ύλη και κατεδαφίζει την απελευθέρωση του προγράμματος σπουδών που ισχύει από το ‘68. Ο Malfatti (…) προετοιμάζει ένα σχέδιο μεταρρύθμισης που προβλέπει την εισαγωγή δυο επιπέδων βαθμολόγησης και διπλώματος,  την υποδιαίρεση των καθηγητών σε δυο διακριτούς ρόλους (εντεταλμένους και τους συνεργάτες), τον αυστηρό έλεγχο προγράμματος σπουδών από πλευράς καθηγητών,  την κατάργηση των μηνιαίων κλήσεων, την αύξηση των φόρων” (Piero Bernocchi, Dal ‘77 in poi, Από το »77 και μετά, Roma, Erre Emme Edizioni, 1997; σελ. 143).

Δευτέρα 17 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Napoli e Salerno: εβδομάδα κινητοποίησης στο Πανεπιστήμιο Στο Πανεπιστήμιο της Napoli αποφασίζεται μια εβδομάδα κινητοποιήσεων ενάντια στην εγκύκλιο Malfatti στις σχολές Καλών Τεχνών, Οικονομίας και εμπορίου, στο Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών. Στις 19 θα ξεκινήσει μια εβδομάδα κατάληψης και στο Salerno.

Σάββατο 22 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Jaquerie: διαδήλωση ενάντια στην στρατιωτικοποίηση της πόλεως της Bologna “Μερικές γνώσεις και η διορατικότητα σχετικά με την πραγματικότητα της Μπολόνια οδηγούν τους αγωνιστές της «Κολεκτίβας Jacquerie» να επιλέξουν την κεντρική πρωτοβουλία, με αυτομειώσεις στους κινηματογράφους και τα πολυτελή εστιατόρια στο εμπορικό κέντρο, σαν ένα πέρασμα υποχρεωτικό και για την εξάπλωση των νεανικών κέντρων. Η «Jacquerie» δεν είναι ακόμη ένα κίνημα, είναι μια συμπεριφορά κατ ‘ανάγκην μειοψηφική και ρήξης. (…) Στην διαδήλωση της 22ης ιανουαρίου ενάντια στην στρατιωτικοποίηση της πόλης βλέπουμε να εκδηλώνονται στην πορεία όλες εκείνες οι μορφές έκφρασης που πολλοί πατερναλιστικά είχαν εκχωρήσει στις φεμινίστριες και σε «εκείνους του Radio Alice»” (Gad Lerner e Mirko Pieralisi, «Democrazia e organizzazione nel movimento: l’esperienza di Bologna» OMBRE ROSSE n. 21, giugno 1977, pag. 8). Breve la vita felice di Jacquerie:

[Στο ρυθμό του τραγουδιού Συγγνώμη θέλεις να χορέψουμε,  Scusi vuol ballare con me, του Adriano Celentano]

ΣΩΠΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΦΩΝΕΣ, ΣΒΗΝΟΥΝ ΤΑ ΦΩΤΑ, ΚΑΙ ΜΕΣ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΑΚΟΥΣ ΝΑ ΨΙΘΥΡΙΖΟΥΝ: TACCIONO LE VOCI, SI SPENGONO LE LUCI E NEL BUIO SENTI SUSSURRAR:

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ / ΟΡΓΑΝΩΣΗ / ΕΝΟΠΛΗ ΠΑΛΗ / ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ           AUTONOMIA OPERAIA / ORGANIZZAZIONE / LOTTA ARMATA / RIVOLUZIONE

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 1 – χρονικό του Κινήματος ’77

Μαζική παρανομία,  Δίχως ανακωχή,  Τα θέλουμε όλα,  να πάρουμε την πόλη, επίθεση στον ουρανό,  θα είναι ένα ριζότο που θα σας θάψει, μετά τον Μάρξ Απρίλης μετά τον Μάο Ιούνης,  σε σκατένιο μισθό σκατένια δουλειά,  Συνεχής Αγώνας   κάποια απ’ τα συνθήματα που διαβάζουμε εδώ πάνω

Βιβλία και ντοκουμέντα του Κινήματος του ’77, ιούνιος ’76 – μάϊος ’78

Με μια χρονολόγηση του Paolo Tonini

Πορτρέτο μιας γενιάς
»Είναι σαραντάρηδες / πενηντάρηδες άνω-κάτω, γυναίκες που γίνονται όμορφες τώρα, γλυκοί άνδρες που μεγάλωσαν μόνοι τους παιδιά που είναι πλέον έφηβοι, εκπαιδευτικοί όλο και αριστερότεροι από τις τάξεις τους, συνδικαλιστές περιθωριοποιημένοι που δέχονται άσχημη αντιμετώπιση, πελάτες ψυχαναλυτών, ψυχαναναλυτές οι οποίοι επιμένουν να εργάζονται στις USL, κρατούμενοι αμετανόητοι, μετανιωμένοι που δεν φυλακίστηκαν, άλλοι που απλά δεν μετάνιωσαν, ηρωινομανείς από απόγνωση. Άνθρωποι που στέκονται όρθιοι, έξω από την πόρτα, βρεγμένοι μέχρι το κόκκαλο, που όμως δεν χτυπούν το κουδούνι, η πρώτη γενιά αρσενικών που δεν κτύπησε την γυναίκα του, η οποία κατανόησε την ομορφιά στο σκούπισμα του κώλου στα μωρά τους, η πρώτη γενιά γυναικών που διαχειρίστηκε την σεξουαλικότητά της πληρώνοντας όλο το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει για την ελευθερία (και ακόμη περισσότερο). Η πρώτη γενιά γονιών που δεν εκπαίδευσαν τα παιδιά όπως είχαν μορφώσει αυτούς οι γονείς τους. Ξένοι μες την πατρίδα».
 (Raul Mordenti)
III
ΓΙΑ ΤΗΝ ELISA 
Από την VI γιορτή του νεανικού προλεταριάτου (Μιλάνο, Parco Lambro ’76) μέχρι το θάνατο του Άλντο Μόρο τον μάιο 1978 γεννιέται αναπτύσσεται και εξαφανίζεται στην Ιταλία ένα περίεργο κίνημα περίεργων φοιτητών, το κίνημα ’77. Ο Ουμπέρτο Έκο ήταν μεταξύ των πρώτων που αντιλήφθηκε την αυθεντικότητα του σε ένα άρθρο που ονομάζεται Αντικουλτούρα, που δημοσιεύθηκε στο «Πολιτισμός των Μηχανών», «Civiltà delle Macchine» (Έτος XXV ν. 1/2, ιανουάριος / απρίλιος 1977). Δεν ήταν εύκολο να βάλουν μέσα σε πλαίσιο αυτό το νέο Κίνημα, το οποίο τα Χριστούγεννα ήθελε να φάει το αφεντικό αλλά χωρίς να παραιτηθεί από το panettone, το τσουρέκι, Κίνημα που χλευάζει τους εκπροσώπους των θεσμών φωνάζοντας «sceeemo – sceeemo» [»βλάκας-βλάκας»], το οποίο χρησιμοποιούσε το λεξιλόγιο σύμφωνα με τη λογική των Μαρινέτι και Μαγιακόφσκι, Κίνημα που δεν ήξερε που να πάει και δεν ήθελε ούτε να το ξέρει, το οποίο εκφράστηκε μέσα από μια πληθώρα ελεύθερων ραδιοφώνων, συλλογικοτήτων, περιοδικών, ομάδων τελείως αυτόνομων και ανοργάνωτων. Ήταν οι μέρες κατά τις οποίες οι θυσίες φαίνονταν απαραίτητες για την εθνική σωτηρία. Ακριβώς όταν θα έπρεπε να θριαμβεύσει η αυστηρή ομοφωνία, στην επίσημη έκκληση χιλιάδες νέοι δίχως δουλειά χωρίς συνείδηση δίχως μέλλον δήλωσαν απόντες, πήραν στην κατοχή τους, επανοικειοποιήθηκαν την πολιτική, την γλώσσα τους, τα στέκια στις συνοικίες, τις πλατείες κάθε πόλης, τους τοίχους, τα σχολεία και τα χρησιμοποίησαν για να παίξουν , να μιλήσουν, να γράψουν, να ζήσουν, αλλάζοντας πραγματικά για μια στιγμή τη ζωή. Ήταν μια στιγμή απέραντης ελευθερίας, ευτυχίας και επώδυνης συνειδητοποίησης. Βιβλία και περιοδικά είναι εδώ να μαρτυρούν εκείνη τη συλλογική δυναμική, εκείνη την συλλογική ορμή όπου όλοι ήταν εξίσου πρωταγωνιστές, χιλιάδες συγγραφείς χωρίς δικαιώματα: γραπτά στους τοίχους, συνθήματα, θραύσματα σκέψεων, τα λόγια τα έργα και οι πράξεις.
 
Βρίσκομαι στο εργοστάσιο οκτώ ώρες τη μέρα και έχετε την απαίτηση να δουλεύω;
Κυβέρνηση της αριστεράς; Όχι σε κάθε σχεδιασμό καπιταλιστικής σταθεροποίησης
Αγαπητή Elisa, η φιλία σου δεν θα πάψει ποτέ να μου είναι αγαπημένη. Ξεκίνησε σαν μια jaquerie … και για λίγο ήταν η πιο ευτυχισμένη αταξία, αναταραχή. Aκόμη και σήμερα υπάρχουν και εκείνοι που επιμένουν να θέλουν να εξηγήσουν το πώς και σε ποιο βαθμό εκείνες οι ημέρες θα ήταν ένα ορόσημο στην ιστορία του κάτι τι, ένα βήμα για να φτάσουμε σε αυτές τις θαυμαστές και προοδευτικές τύχες του μετά. Αλλά εγώ δεν νομίζω ότι έχουν συμβάλει σε οτιδήποτε μετριέται τόσο στην θλίψη όσο και στην ισορροπία του σήμερα, διαφορετικά απ’ ότι έγινε το ’68. Ήταν μάλλον μια απόκλιση, κάτι απροσδόκητο που διατάραξε τις ισορροπίες των αρχών και της εξουσίας και έδειξε για μια στιγμή τις αβύσσους  φτωχές προλεταριακές και μικροαστικές της δημιουργικότητας και του θυμού. Οι υπέροχες ημέρες που γνωριστήκαμε, η εμπειρία μιας επανάστασης που έμοιαζε να κάνει άνω κάτω την ιστορία και που αντιθέτως ήταν ήδη πέρα, κάπου αλλού. Ημέρες γεμάτες ενθουσιασμό αλλά και φόβο, που δημόσια ομολογήθηκε στα πρώτα συνθήματα που απέρριπταν την σκληρή και καθαρή λογική του αγωνιστή: «Η αστυνομία που πυροβολεί μας φοβίζει πάρα πολύ / παρόλα αυτά ο αγώνας θα είναι σκληρός», σε αντίθεση με όσους, όπως εγώ, έλεγαν πως φόβο δεν είχαν. Και θυμάμαι πολλές συζητήσεις μαζί σου: πάντα μου μιλούσες για μια πραγματικότητα που δυσκολευόμουν να λογαριαστώ με αυτήν, προτιμώντας ηρωικούς προορισμούς και στόχους και μιαν μικρή κατάκτηση του σήμερα. Αλλά συζητώντας και μαλώνοντας ανταλλάξαμε το καλύτερο που είχαμε, τα δεκαεπτά μας χρόνια, όλα εκείνα τα λάθη εκείνη την χαρά, και ήταν μια εμπειρία αγάπης που δεν πληρώνεται με τίποτα. «Eα εα εα / εα εα / εα εα». Ημέρες κατά τις οποίες στις πορείες καλύπταμε το πρόσωπό και με τα δάχτυλά αναπαριστούσαμε «την συντρόφισσα P38», ενώ στην άλλη πλευρά τα πρόσωπα των αστυνομικών ήταν εξοργισμένα από την ένταση, φαινόταν σαν ένα παιχνίδι, αλλά τα θύματα
V
ήταν αληθινά και οι αμοιβαίες κατηγορίες θέατρο, υποκρισία. Mπορούσε να συμβεί στη διάρκεια ενός χορού σε κύκλο, ή μια συνέλευση όπου ο καθένας αντί να συζητά τα θέματα στην ημερήσια διάταξη μιλούσε για τον εαυτό του, και κάποιος αγανακτισμένος συντονιστής ή leader χλευάζονταν με ένα «Ué Guagliò vatténne / ci hai scassato o’ cazzo» »φύγε, μας έπρηξες τ’ αρχίδια». Πως το προσωπικό ήταν πολιτικό το είχαν ουρλιάξει οι γυναίκες και είχε γραφτεί σε ένα βιβλίο, Porci con le ali , Γουρούνια με φτερά, βιβλίο που συζητήθηκε πολύ, δέχτηκε κριτικές αλλά διαβάστηκε από όλους. Ο θυελλώδης λεκές που ζωγράφισες εξακολουθεί ν’ απεικονίζει έναν μπλε τοίχο καθρέφτη. Δικαστής ή νοικοκυρά, όποιο δρόμο κι αν διάλεξες είμαι σίγουρος πως το βλέμμα σου αντανακλά την πραγματικότητα με την ειρωνεία και την εξυπνάδα που είχες πάντα. Μια άλλη και πιο ευτυχισμένη ωριμότητα μπορώ να την φανταστώ και να σου την ευχηθώ, απεριόριστη.
Το ότι σου γράφω σήμερα μετά από είκοσι και πλέον χρόνια μέσα από ένα κατάλογο βιβλίων μπορεί να φαίνεται εκκεντρικό. Μα ένας άλλος τρόπος να θυμάμαι δεν υπήρχε. Μου αρέσει να φαντάζομαι πως μία ημέρα θα συμβεί να βρεις αυτό τον κατάλογο, στο σπίτι φίλων, ποιος ξέρει, ίσως πάνω στον πάγκο μεταχειρισμένων βιβλίων ή ανάμεσα στα συσσωρευμένα με βαριεστημάρα χαρτιά διαφημιστικών deidépliants.  Ήθελα μόνο να σου πω ότι μετά από μερικά knock-out είμαι λιγότερο καλός αλλά σε καταλαβαίνω λίγο περισσότερο. Η όλο και πιο έξυπνη ιστορία αφήνει κάτι τις στους ανθρώπους, είτε τους συντρίψει, είτε περάσει από πάνω τους περιφρονητική, και μερικές φορές είναι αβέβαιη η γεύση, μια μουσική που διαπερνά ή η ιδέα μιας κατεύθυνσης, δεν ξέρω τι άλλο. Το ’77 έχει αφήσει το ίχνος του, όχι εύκολα κατανοητό, περισσότερο ερωτήσεις παρά απαντήσεις και ακραίες προσπάθειες απελευθέρωσης: «Ας τελειώνουμε με την Καρδιά και την Πολιτική», για παράδειγμα. Και πάνω κάτω σου μοιάζουν. Γεια σου Paolo 

https://aenaikinisi.wordpress.com/dopo-marx-aprile/