σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Όταν ο εργατισμός έγινε πολιτικό σχέδιο: η ιστορία του Potere Operaio – του Alberto Pantaloni

ο Alberto Pantaloni σε ανασκόπηση για την Effimera του βιβλίου εργατική Εξουσία. Η ιστορία. Η θεωρία [τόμος 1]Potere operaio. La storia. La teoria (volume I), του Marco Scavino, DeriveApprodi, Roma 2018, σελ. 185.

****

Μεταξύ των διαφόρων χώρων της εξωκοινοβουλευτικής ή επαναστατικής Αριστεράς που έδρασαν μέσα στην πολιτική και κοινωνική σύγκρουση της Ιταλίας κατά τη Δεκαετία του ’70, η εργατιστική είναι ίσως η πιο μελετημένη μέχρι στιγμής και πρέπει να ευχαριστήσουμε ουσιαστικά τους τύπους του DeriveApprodi. Είναι αδύνατο εδώ να αναφερθώ σε όλη την τεράστια παραγωγή ανατυπώσεων, νέων ερευνών, απομνημονευμάτων του εκδοτικού οίκου της Ρώμης για το θέμα αυτό. Εδώ θα περιοριστώ να θυμίσω τον γιγάντιο τόμο που επιμελήθηκαν οι Fabio Milana και Marco Trotta (L’operaismo degli anni sessanta. Da «Quaderni Rossi» a classe operaia, 2008-Ο εργατισμός των χρόνων εξήντα. Από τα »κόκκινα Τετράδια» στην εργατική τάξη), εκείνο που επιμελήθηκαν οι Francesca Pozzi και Guido Borio (Gli operaisti, 2005-Οι εργατιστές) και τους τέσσερις τόμους για την Αυτονομία-Autonomia (Gli autonomi, Le storie, le lotte, le teorie, voll. I-II-III, 2007-2008, Οι αυτόνομοι,οι ιστορίες οι αγώνες, οι θεωρίες, που επιμελήθηκαν οι Sergio Bianchi και Lanfranco Caminiti, και Οι αυτόνομοι. Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία Gli autonomi. L’autonomia operaia romana, vol, IV, 2017, που επιμελήθηκαν οι Giorgio Ferrari και G. Marco D’Ubaldo). Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη μιας εμπεριστατωμένης και συστηματοποιημένης έρευνας σχετικά με την οργάνωση που περισσότερο από όλες διεκδίκησε τη θεωρητική κληρονομιά του ιταλικού εργατισμού, δηλαδή την Potere Operaio. Μέχρι τώρα η δευτερεύουσα βιβλιογραφία στη διάθεση μας ήταν επικεντρωμένη στα δύο βιβλία που έγραψε ο δημοσιογράφος Aldo Grandi (Η γενιά των χαμένων χρόνων. Ιστορίες Εργατικής ΕξουσίαςLa generazione degli anni perduti. Storie di Potere Operaio, Einaudi, 2003, Insurrezione armata, ένοπλη Εξέγερση Rizzoli, 2005) με βάση αστυνομικές-δικαστικές πηγές και συνεντεύξεις με τους πρωταγωνιστές, και πιο πρόσφατα σχετικά με απομνημονεύματα (όπως οι δύο αυτοβιογραφικοί τόμοι του Toni Negri, που επιμελήθηκε ο Girolamo De Michele, Ιστορία ενός κομουνιστή Storia di un comunista και  Φυλακή και εξορία Galera ed esilio, Ponte alle Grazie, 2015 και 2018).

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι λοιπόν το έργο έρευνας και ανασυγκρότησης που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επί του θέματος, του οποίου ο πρώτος τόμος βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία εδώ και μερικές εβδομάδες, ενώ ο δεύτερος είναι προγραμματισμένος να κυκλοφορήσει τον ιανουάριο του 2019. Ένα δύσκολο έργο λόγω του διπλού ρόλου του συγγραφέα, εκείνου του μελετητή και εκείνου του πρωταγωνιστή και του άμεσου μάρτυρα, από τον οποίο όμως ο Scavino εξέρχεται με τον καλύτερο τρόπο. Απόδειξη είναι η όχι κοινότοπη επιλογή, στον πρώτο τόμο, των πηγών που διερευνήθηκαν στην έρευνα: σχεδόν καθόλου οι αστυνομικοί και δικαστικοί φάκελλοι (αν όχι μερικοί από εκείνους που ήδη χρησιμοποίησε άφθονα ο Grandi στους δύο τόμους του), πολύ λίγες συνεντεύξεις, σχεδόν όλα τα έγγραφα που αναλύονται αντιπροσωπεύονται από αυτό που επεξεργάστηκε και έγραψε η εργατική Εξουσία. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο σημαντικός αριθμός σημειώσεων και η έκθεσή τους προδίδουν τον ενθουσιασμό του ιστορικού για τη μελέτη αυτών των ντοκουμέντων, έναν ενθουσιασμό που αντισταθμίζει την απαραίτητη απόσπαση που χρησιμοποιείται στην αφήγηση των γεγονότων. Και η περιοδολόγηση που χρησιμοποιείται στην ανασυγκρότηση της ιστορίας του Potere Operaio υπογραμμίζει την πρόθεση να διεξαχθεί ένα σχολαστικό έργο, το οποίο χαράζει με ακρίβεια τη γενεαλογία, την ανάπτυξη, και στη συνέχεια την κατάρρευση αυτής της οργάνωσης: αυτός ο πρώτος τόμος, όντως κινήθηκε από την ανακατασκευή του πνευματικού κλίματος του εργατισμού στις αρχές της δεκαετίας του Εξήντα (δηλαδή αρκετά χρόνια πριν από τη γέννηση της ΕΕ) και τελειώνει με την αποτυχία της διαδικασίας ενοποίησης με την ομάδα Μανιφέστο στις αρχές του 1971, ενώ ο δεύτερος τόμος θα τελειώσει με το μοναδικό νούμερο του περιοδικού «Linea di condotta-Γραμμή μεθόδου, συμπεριφοράς», συνεπώς (1975) πολύ πέρα του περίφημου συνεδρίου της Rosolina του 1973, που θεωρήθηκε, λαθεμένα σύμφωνα με τον συντάκτη, η στιγμή που η οργάνωση διαλύθηκε.

Η κύρια θέση που υποστηρίζεται από τον Scavino είναι ότι η θεωρητική επεξεργασία του εργατισμού, που γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και συνεχίστηκε καθ ‘όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, έχει προκαλέσει αρκετές προσπάθειες να δώσει επαναστατική οργάνωση και προοπτική στους εργατικούς αγώνες της εποχής και ότι το Potere Operaio ήταν η πιο γνήσια, και πιο συνεπής σε πολιτικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, ακριβώς η εξάντληση του πολιτικού σχεδίου της ΕΕ αντιπροσωπεύει σύμφωνα με τον συγγραφέα, την απόδειξη της αποτυχίας αυτών των προσπαθειών (επίλογος που εξισώνει την Εργατική Εξουσία σε άλλες «δίδυμες» ομάδες, ακόμα και αν είναι ιδεολογικά όχι τόσο αυθεντικές, όπως για παράδειγμα η Lotta Continua ).

Ο πρώτος τόμος χωρίζεται σε δύο μέρη. Στον πρώτο αναλύεται αρχικά το θεωρητικό υπόβαθρο της ΕΕ, μέσω της επεξεργασίας και της εμπειρίας των περιοδικών του εργατισμού που ακολούθησαν το ένα μετά το άλλο: από τα »Κόκκινα Τετράδια- «Quaderni Rossi» (από το 1961 μέχρι την εσωτερική διάσπαση τους το 1963), περνώντας μετά στην »Εργατική Τάξη»- «Classe Operaia» (1964-1967) και την εφήμερη εμπειρία του »Contropiano»- »Αντισχέδιου» (που γεννήθηκε το 1968 από τις στάχτες της «Classe Operaia»), αλλά ήδη τον ίδιο χρόνο και μετά από δύο μόνο νούμερα ένας από τους ιδρυτές του αποχώρησε, ο Toni Negri, για εσωτερικές διαφωνίες ). Ο συγγραφέας συνεχίζει να ανασυνθέτει το σχηματισμό αυτού που αντικειμενικά θα γίνει ο κεντρικός πυρήνας, il central core του Potere Operaio, δηλαδή η ομάδα του Marghera, που αποτελείται από ορισμένους πολιτικούς αγωνιστές που συνδέονται αρχικά με το PSI (Negri, Bianchini, Tolin κλπ.) και από πολλούς αγωνιστές των συνδικάτων και εργοστασιακές πρωτοπορίες (μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει η προσωπικότητα του Italo Sbrogiò). Επρόκειτο για μια ομάδα που, πρώτα μέσα από την σοσιαλιστική εφημερίδα «Progresso Veneto» και στη συνέχεια, ξεκινώντας από την 1η Μαΐου 1967, με το «Potere Operaio» της Marghera, είχε δημιουργήσει μια πραγματική πολιτική παρέμβαση μέσα στις κινητοποιήσεις των εργατών της περιοχής, αποκτώντας σταδιακά μια ορισμένη οργανωτική συνοχή και βγαίνοντας από μια αποκλειστική διάσταση ομάδας διανοουμένων, μολονότι στρατευμένων. Το πρώτο μέρος του βιβλίου τελειώνει με την έκρηξη του Εξήντα οκτώ και τη συνάντηση της ομάδας του Marghera με το φοιτητικό κίνημα, τόσο το ενετικό, όσο και ιδιαίτερα το ρωμαϊκό (μέσα από τις φιγούρες των Piperno και Scalzone). Το δεύτερο μέρος αφορά την περίοδο κατά την οποία η ομάδα προσπαθεί να επιταχύνει την πολιτική οργάνωση, πρώτα με τη γέννηση της εφημερίδας «La Classe»- »Η Τάξη», στη συνέχεια με την συμμετοχή στους αυτόνομους αγώνες που εξερράγησαν στη Fiat την άνοιξη του ’69, μετά με την εμπειρία της συνέλευσης εργατών-φοιτητών στο Τορίνο το καλοκαίρι-φθινόπωρο του ’69, τέλος με τις αντιφάσεις που προέκυψαν μέσα της με τον άλλο πολιτικό χώρο που διαμορφωνόταν εκείνη τη στιγμή, που συνδέεται με το τορινέζικο φοιτητικό κίνημα όπως και αυτό στο Τρεντίνο και με την τοσκάνικη Εργατική Εξουσία, και που αργότερα έδωσε ζωή στη Lotta Continua. Ήταν ανάμεσα σε αυτά τα γεγονότα που αποφασίστηκε να στηθεί ένα νέο εβδομαδιαίο, αυτή τη φορά εθνικό και όχι μόνο βενετικό, το οποίο θα αντικαθιστούσε το «La Classe»: ήταν το»Potere Operaio». Ο τόμος ολοκληρώνεται με την αποτυχημένη εμπειρία της συγχώνευσης με το Μανιφέστο (εργατικό συνέδριο στο Μιλάνο, 1971), η οποία πέρα από τα αρνητικά αποτελέσματα (για πολλούς λόγους επίσης προβλέψιμη, δεδομένων των βαθέων διαφορών στη θεωρητική και οραματική στρατηγική προσέγγιση) δίνει μια περιγραφή του πώς τα ζητήματα του χτισίματος ενός αληθινά μαζικού πολιτικού και αγωνιστικού κινήματος για την «εξουσία» είχαν καταστεί κεντρικά για την ΕΕ.

Η πολιτιστική επιχείρηση που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επάνω σε αυτή την πρώτη φάση της ζωής της Εργατικής Εξουσίας δεν είναι μόνο χρονολογική, ο συγγραφέας δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε μια εποχική ανακατασκευή των γεγονότων, αν και προφανώς μας θυμίζει ότι αυτή αντιπροσωπεύει τη γραμμή στην οποία το βιβλίο κινείται. Κατά τη γνώμη μου, μέσα στην χρονοϊστορία των γεγονότων υπάρχει η προσπάθεια να τονιστούν κάποιες ιστορικές-πολιτικές λογικές. Έχουμε ήδη δει κάποιες από αυτές (τη σχέση με τη θεωρητική κληρονομιά του εργατισμού και τη μετάφρασή της στην πολιτική, σε στρατηγική πρόταση και σε τακτική διάρθρωση. Αλλά προφανώς δεν μπορεί να λείπει η σχέση με τη βία. Για δεκαετίες η ιστορία του Potere Operaio έχει μειωθεί σε «εγκληματική ιστορία» και επιπλέον ελαφρώς μυθιστορηματική. Τα ομήλικα γεγονότα και τα επόμενα της λεγόμενης «δίκης 7 απρίλη», όταν ουσιαστικά σχεδόν όλη εκείνη που ήταν η ηγετική ομάδα της Εργατικής Εξουσίας συνελήφθη με την κατηγορία (που αποκαλύφθηκε στη συνέχεια στερημένη βάσης), πως είχε προωθήσει και κατευθύνει το ποικιλόμορφο κίνημα του ένοπλου αγώνα στα αριστερά, καθόρισαν, το θυμάται και το θυμίζει ο συγγραφέας, μια στερεοτυπική οπτική αυτής της οργάνωσης. Αυτός ο πρώτος τόμος συμβάλλει σημαντικά στην αποκατάσταση μιας συνολικής εικόνας και από κάποια άποψη πολύ διαφορετικής από αυτή που δημιούργησε ο δικαστής Calogero και οι συνάδελφοί του από άλλες ιταλικές εισαγγελίες. Αυτό δεν μεταβάλλει το γεγονός πως μέσα στην ΕΕ συζητήθηκε ο ένοπλος αγώνας και ότι και επάνω σε αυτό καταναλώθηκε η κρίση της το 1973. Αλλά αυτό θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου.

 

Print Friendly, PDF & Email
ιστορία, storia

Κινήματα, βία και ένοπλη πάλη στην Ιταλία των χρόνων Εβδομήντα: όταν οι μελέτες ρίχνουν γέφυρες και δεν σηκώνουν τείχη – του Alberto Pantaloni

Ανασκόπηση από τον Alberto Pantaloni του βιβλίου Prima Linea. L’altra lotta armata (1974-1981), Πρώτη Γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας, 1 τόμος, volume I του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, 2018, σελ. 512.

****

Λίγα και με κακό τρόπο έχουν γραφτεί για την εμπειρία της ένοπλης οργάνωσης Prima Linea μέχρι στιγμής. Αν αποκλείσουμε τους πρωτεργάτες τόμους του Emilio Mentasti, ο οποίος ανέλυσε τα σημαντικά γεγονότα που αντιπροσωπεύει η εμπειρία της Senza Tregua Δίχως Ανακωχή. Ιστορία των κομουνιστικών επιτροπών για την εργατική εξουσία (Senza Tregua. Storia dei comitati comunisti per il potere operaio (1975-1976), Colibrì, 2011, Η κόκκινη φρουρά διηγείται. Ιστορία της εργατικής Επιτροπής της Magneti Marelli, La guardia rossa racconta. Storia del Comitato operaio della Magneti Marelli, Edizioni Εκδόσεις Colibrì, 2006) και εκείνη, από πολλές απόψεις βιαστική και επιφανειακή από τον Giuliano Boraso ο οποίος όμως είχε την αξία να είναι ο πρώτος γύρω από το θέμα (Άγρια Συμμορία. Άνοδος αποθέωση πτώση της οργάνωσης Πρώτη ΓραμμήMucchio Selvaggio. Ascesa apoteosi caduta dell’organizzazione Prima Linea, Castelvecchi, 2006), η λογοτεχνία και η ιστοριογραφία περιορίστηκαν ουσιαστικά να περιλάβουν την Prima Linea μέσα στο τεράστιο καζάνι του λεγόμενου «ένοπλου κόμματος». Όρος, αυτός ο τελευταίος, εξαιρετικά ατυχής και απολύτως ακατάλληλος, όπως έχει ήδη βρει τρόπο να διευκρινίσει ο Andrea Colombo από τις στήλες του “il manifesto” [1]. Γενικότερα, αυτά τα τελευταία χρόνια αναδύεται η ανάγκη να διαλυθούν οι καπνοί που αποφράσσουν τη σωστή οπτική μιας κεντρικής και θεμελιώδους περιόδου της σύγχρονης ιστορίας μας, όπως εκείνη της δεκαετίας 1968-1980, απομακρύνοντας την από τους οπορτουνισμούς και τις φρενήρεις κραυγές της επίσημης πολιτικής, χωρίς ταυτόχρονα να επιπίπτει σε αγιογραφίες και δικαιολογίες. Μια περίοδος κατά την οποία η σχέση μεταξύ κοινωνικών κινημάτων, βίας και ένοπλου αγώνα ήταν τεράστιας πολυπλοκότητας.

Εξ ου και η σπουδαιότητα του καλού έργου του Andrea Tanturli που έγκειται ακριβώς σε αυτό που ο συγγραφέας δηλώνει στην εισαγωγή: «να ρίξουμε γέφυρες, αντί να σηκώσουμε τοίχους, μεταξύ διακριτών αλλά αλληλένδετων φαινομένων». Για να γίνει αυτό χρειαζόμασταν βάθος και σοβαρότητα και επάνω σε αυτό ο Tanturli δεν μας απογοητεύει: η ποσότητα και η ποιότητα των πηγών που συμβουλεύτηκε (από τα αυτοπαράγωγα έγγραφα που υπάρχουν στα αρχεία των αστυνομικών φακέλων, από άρθρα σε εφημερίδες, είτε καθημερινών είτε κινηματικών περιοδικών, στις δικαστικές πράξεις και στις δηλώσεις των εναγομένων) επιτρέπει τη συνεχή επιβεβαίωση της εγκυρότητας ή της αληθοφάνειας των ερμηνευτικών υποθέσεων. Ως εκ τούτου μέσα από ένα μακρύ και περίπλοκο μονοπάτι (τόσο περίπλοκο όσο μπορεί να είναι μια διδακτορική διατριβή), ο συγγραφέας ανακατασκευάζει τους προδρόμους, τις αιτίες, τους παράγοντες μιας εμπειρίας όπως αυτή της Prima Linea που ελάχιστα, ή καθόλου έχει να κάνει με το άλλο μεγάλο σκέλος της αριστερής ένοπλης εμπειρίας στην Ιταλία, αυτής των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ένας «άλλος» ένοπλος αγώνας, όπως ορίζεται στον τίτλο, λόγω σύλληψης, στόχων, ποιότητας και τυπολογίας της σχέσης με τα κοινωνικά κινήματα και τις διαρθρώσεις τους. Αλλά υπάρχουν και άλλα: μέσω της ανασυγκρότησης της μακράς και πολεμικής συστατικής διαδικασίας της Prima Linea (η οποία διήρκεσε περίπου τρία χρόνια), ο Tanturli συμβάλλει επίσης στη καλύτερη διευκρίνιση δύο άλλων πτυχών που σχετίζονται μεταξύ τους, χρονολογικά και πολιτικά: αφενός τις συνέπειες της διάλυσης των ομάδων της επαναστατικής Αριστεράς (ιδιαίτερα της Εργατικής Εξουσίας και της Lotta Continua, αλλά όχι μόνο), αφετέρου την άνοδο του ακανόνιστου και σύνθετου γαλαξία της εργατικής αυτονομίας (αυστηρά με το μικρό «α»), την ακραία ετερογένεια της ακόμη και εντός των θεωρητικών οριζόντων και των κοινών πολιτικών στόχων αν όχι ομοιογενών, όσο κι αν αυτό δυσαρεστεί τους υποστηρικτές και τους προπαγανδιστές του «θεωρήματος 7 απρίλη», του οποίου σε ένα δυο μήνες θα γιορτάσουμε την σαρακοστή επέτειο. Εάν αφενός, λοιπόν, ο συγγραφέας τοποθετεί νόμιμα την εμπειρία της PL μέσα στο χωνευτήρι των αυτόνομων θεωριών και των αυτόνομων πολιτικών συμπεριφορών, επισημαίνει ταυτόχρονα τις βαθιές εσωτερικές αντιφάσεις κατά την περίοδο κυοφορίας της οργάνωσης και εκείνων με τις άλλες ψυχές της αυτονομίας, in primis με τον χώρο του “Rosso”.

Αυτός ο πρώτος τόμος, ο οποίος ασχολείται με τη χρονολογική περίοδο που πηγαίνει από το 1974 έως το 1979, διαρθρώνεται σε πέντε κεφάλαια. Το πρώτο ανασυνθέτει την πολιτική και οργανωτική γένεση της PL, ξεκινώντας από την κρίση και από τις επακόλουθες διασπάσεις που έπληξαν την Lotta Continua και το Potere Operaio, την πρώτη προσπάθεια να καθοριστούν οι διαρθρώσεις της επεξεργασίας σχεδιασμού μέσω του μοναδικού τεύχους του περιοδικού «Line of Conduct, Γραμμή συμπεριφοράς-μεθόδου» μέχρι τη φάση συνεργασίας (πολιτικής και πρωτο στρατιωτικής) μεταξύ των τομέων που εξήλθαν των LC και PO στο παραλληλόγραμμο Τορίνο-Μιλάνο-Φλωρεντία-Ρώμη ξεκινώντας από το 1975 γύρω από την εφημερίδα Senza Tregua. Το δεύτερο κεφάλαιο εξετάζει την κρίση του πολιτικού σχεδίου της Senza Tregua και την απόφαση ενός μέρους των συμμετεχόντων να πιέσουν προς το «ποιοτικό άλμα» μπροστά στην αργή οπισθοδρόμηση των εργατικών αγώνων (του οποίου εκείνη τη στιγμή δεν φαίνεται να υπάρχει συνειδητοποίηση) και στο κλείσιμο της δυνατότητας «ανοίγματος» του θεσμικού πολιτικού πλαισίου μετά τις εκλογές της 20ής ιουνίου 1976. Το τρίτο κεφάλαιο ασχολείται με την αναπόφευκτη (και αδιαμφισβήτητη) σχέση με το κίνημα του 77, το οποίο όχι μόνο αντιπροσωπεύει το καλύτερο ριζοσπαστικό περιβάλλον, radical milieu, όπως έγραψε ο Luca Falciola, που η PL μπορούσε να βρει για να αναπτύξει τη δράση της, αλλά όπου συχνά οι αγωνιστές διαδραματίζουν ένα δημόσιο και όχι δευτερεύοντα ρόλο. Ακριβώς η παρακμή αυτού του κινήματος, που προκάλεσε την είσοδο αρκετών από τους αγωνιστές του μέσα στην Πρώτη γραμμή (αλλά και τις BR, ειδικά στη Ρώμη), σε συνδυασμό με τα πρώτα χτυπήματα που υπέστη από την καταστολή του κράτους, δημιούργησε εκείνη την περαιτέρω μιλιταριστική στροφή που κατέστη μη αναστρέψιμη μετά την απαγωγή και την εκτέλεση του Aldo Moro από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί την καρδιά του τέταρτου κεφαλαίου του βιβλίου, που ορίζει τόσο τη μορφολογία της οργάνωσης, όσο και τις προσπάθειές της να ενοποιηθεί με άλλα »αδελφά» τμήματα του αριστερού ένοπλου αγώνα (όπως οι FCC, κομουνιστικοί μαχόμενοι σχηματισμοί) και τις βαθιές ιδεολογικές, πολιτικές αποκλίσεις και προγραμματικές (καθώς και κάποια αμοιβαία ανυποληψία) με τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Όμως η κριτική της PL στην επιχείρηση
Moro σύντομα θα σταματήσει για να αφήσει ανοικτό το πεδίο σε μια όλο και περισσότερο παρόμοια πρακτική, όπως θα είχαν δείξει οι δολοφονίες του Alessandrini και του Ghiglieno και, σε μια όλο και πιο αυστηρή παρανομία, σε ένα έτος (1979) που στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου ο συγγραφέας θεωρεί καθοριστικό όχι μόνο για την παραβολή της οργάνωσης, πριν από την κρίση και την αποσύνθεσή της κατά την διετή περίοδο 1980-81 (η οποία θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου), αλλά και πάνω απ ‘όλα της περίπλοκης σχέσης μεταξύ ένοπλου αγώνα, της κρίσης των κινημάτων και αναδιάρθρωσης της ιταλικής κοινωνίας.

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, ακριβώς η συνεχής προσοχή να μην αγνοηθεί αυτή τη σχέση αντιπροσωπεύει, μαζί με το γιγαντιαίο έργο έρευνας και διαβούλευσης των πηγών και για το γέμισμα του ιστοριογραφικού κενού επάνω στο θέμα αυτό, ένα άλλο ιδιαίτερα ποιοτικό στοιχείο του έργου από την άποψη της ερμηνείας. Η έξοδος από την στερεότυπη κοινοτοπία που αντιμετωπίζει τον ένοπλο αγώνα και την αριστερή τρομοκρατία στην Ιταλία ως ψυχοπαθολογικά φαινόμενα ή ως καρπούς ετερο-κατευθύνσεων και στρατηγικών συνωμοσίας από ποιος ξέρει ποιες σκοτεινές δυνάμεις, αντιπροσωπεύει σήμερα τον κύριο δρόμο για να δώσουμε πίσω στην κοινότητα και στη Χώρα την κατανόηση μιας περιόδου της πρόσφατης ιστορίας μας που σίγουρα δεν μπορεί παρά να οριστεί ως εξαιρετική (με την ετυμολογική έννοια του όρου) τόσο από την άποψη της ποσότητας των ανθρώπων που αγκάλιασαν τον ένοπλο αγώνα, όσο και από εκείνη της έντασης της σύγκρουσης με το Κράτος και τους μηχανισμούς του.

 

Note

 

[1]https://ilmanifesto.it/le-radici-politiche-di-una-parabola-buia-e-controversa/.

Print Friendly, PDF & Email
αυτονομία, autonomia

Lucia Martini e Oreste Scalzone: ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΕΝΟΠΛΗΣ ΠΑΛΗΣ ΠΛΑΙ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Το «Εξήντα οκτώ των εργατών» είναι ο θρίαμβος της μη αναγώγιμης ζωής στην οικονομία, στους κανόνες της συμβατότητας. Είναι εκεί που ξεκινά η εμφάνιση μιας απαίτησης για κοινωνικό μετασχηματισμό σε πολύ υψηλό επίπεδο, χωρίς να δίνεται διέξοδος. Τότε, οι κουλτούρες του κινήματος «θέλουμε τα πάντα» ήταν το αίτημα όλης της εξουσίας, της εξουσίας και της δύναμης να μετασχηματιστεί ριζικά η ζωή της κοινωνίας και των ατόμων.

Σχετική εικόνα

Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι ο αγώνας για την εξουσία είναι μια παγίδα που οδηγεί στον σοσιαλισμό, δηλαδή σε έναν τρόπο κρατικής παραγωγής (καπιταλιστικό κρατικό), που αρνείται την απαίτηση για κομμουνιστική απελευθέρωση που υπάρχει μέσα στους αγώνες.Σήμερα ίσως μπορούμε να πούμε ότι το μέγιστο της επανάστασης που είναι ιστορικά δυνατή ήταν εκείνη, εκείνη η υπέροχη αταξία κάτω από τον ουρανό, εκείνη η εργατική και προλεταριακή εξουσία σαν δύναμη άρνησης και απόρριψης. Αλλά τότε ψάχναμε το σημείο μη επιστροφής, ζητούσαμε την διέξοδο μιας εξουσίας ακόμη και εξωτερικής, τυπικής.

Σχετική εικόνα

Καμιά μεταρρυθμιστική πολιτική μετάφραση ελάχιστα επαρκής όλου αυτού υπήρξε.Ο «ένοπλοςαγώνας» ήταν επομένως η επιδίωξη, η συνέχιση – παρεξηγημένη – αυτής της τροχιάς. Όχι πως ήθελαν όλοι τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά «όλοι» προκαθόρισαν τις πολιτιστικές και πραγματικές του προϋποθέσεις. Και κάποιοι – όχι λίγοι – υπέστησαν τις συνέπειες. Και επάνω σε αυτό το πρόβλημα της «διεξόδου» έχει το αποτελείωμα της η εξωκοινοβουλευτική εμπειρία. Σε κάποιο σημείο, υπήρχαν είτε το P.C.I. και το συνδικάτο, ή οι ερυθρές Ταξιαρχίες. Στη μέση, η κρίση, που βιώθηκε με διαύγεια, της εργατικής Εξουσίας, di Potere operaio, ή η ανεύθυνη λεκτική δημαγωγία των άλλων ομάδων. Κ.Κ.Ι. και συνδικάτο πήγαν στην κρίσιμη καμπή του Eur, στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, δηλαδή στο «να γίνουν κράτος». Σε πολλούς, δεν έμεινε παρά η πολιτική διαμαρτυρία του «ένοπλουαγώνα» . Παρανοημένη διέξοδος, γιατί; Επειδή η ριζοσπαστική κριτική της πολιτικής δεν είχε καταναλωθεί, Της πολιτικής ακόμη και στη μορφή της «επαναστατικής έκτακτης ανάγκης». Της πολιτικής και σαν θεωρίας των σταδίων μετάβασης.

Σχετική εικόνα

Της πολιτικής και σαν μια θεωρία του ημικράτους. Της πολιτικής και σαν ακολουθία: ρήξη της μηχανής του κράτους / εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου / μετάβαση στο σοσιαλισμό / σοσιαλιστική μετάβαση.Μετά την πετρελαϊκή κρίση και τον καπιταλιστικό ελιγμό που επάνω σε αυτήν νευρώνεται, ξεκινά η αντεπανάσταση. Μια επανάσταση από τα πάνω που, στα σημεία κλειδιά, όπως η Fiat, θα θέσει επικεφαλής το μετατεϊλοριστικό εργοστάσιο της αυτοματοποίησης. Ο εργατικός εξτρεμισμός εμπλέκεται σε έναν αγώνα για να αντισταθεί μέχρι θανάτου ενάντια στην αναδιάρθρωση. Θεωρούμε ότι ο αγώνας αυτός είναι στρατηγικά υπολειμματικός και χάνει, οδηγείται στον φετιχισμό των ριζοσπαστικών μορφών δράσης, αλλά στείρου αμυντικού περιεχομένου. Παρόλα αυτά, υπάρχει η σκέψη ότι εκεί μπορεί να διαμορφωθεί μια επαναστατική εργατική τάξη η οποία στη συνέχεια θα μπορέσει να επανακαταρτίσει ποιοτικά τα περιεχόμενα της. Το πολικό αστέρι αυτής της διαδικασίας οργάνωσής μας – οι κομμουνιστικές Επιτροπές για την εργατική εξουσία – είναι η Magneti Marelli του Sesto San Giovanni. Αξίζει να διηγηθούμε κάποιες στιγμές ιστορίας.

Το 1976, μετά έναν σκληρό αγώνα ενάντια στην αναδιάρθρωση που είδε την εισβολή των γραφείων της διοίκησης, τέσσερα μέλη της Επιτροπής απολύονται από την εταιρεία. Ξεκινά ένας αγώνας αντοχής μεταξύ των εργατών και της διοίκησης.Κάθε πρωί, οι τέσσερις απολυμένοι σύντροφοι μεταφέρονται μέσα, στο εργοστάσιο, από μια πορεία που σχηματίζεται στην είσοδο.Ταυτόχρονα, υπάρχει η συζήτηση για τη διαφορά στο δικαστήριο εργασίας. Σε κάθε βαθμό κρίσης, η ετυμηγορία αλλάζει: διατάγματα επαναπρόσληψης και επιβεβαιώσεις της απόλυσης αλληλοδιαδέχονται.Οι τέσσερις σύντροφοι, ωστόσο, συνεχίζουν να εισέρχονται κάθε μέρα μεταφερόμενοι από την πορεία. Σε μια συγκεκριμένη στιγμή, οι τέσσερις σύντροφοι συλλαμβάνονται στη Valgrande ενώ ασκούνται στα όπλα. Η Επιτροπή «διαχειρίζεται» τη συζήτηση για τη σύλληψή τους, διανέμοντας ένα φυλλάδιο σε ένα συλλαλητήριο του Trentin στην Piazza Castello στο Μιλάνο. Λέει, το φυλλάδιο, πως τα στρώματα της μικρής και μεσαίας εμπορικής μπουρζουαζίας οπλίζονται, ότι τα αφεντικά διαθέτουν τα δικά τους ιδιωτικά ένοπλα σώματα, και ότι ως εκ τούτου είναι νόμιμο να κάνουν το ίδιο οι εργάτες. Κατά τη συζήτηση για την υπόθεση της εργασίας, το δικαστήριο δέχεται κανονική εισβολή από εργατικές πορείες. Υπάρχουν συγκρούσεις με τους καραμπινιέρους στο εσωτερικό του δικαστηρίου, ενώ στην ποινική διαδικασία για την υπόθεση με τα όπλα η αίθουσα είναι γεμάτη από συντρόφους που φωνάζουν συνθήματα αλληλεγγύης. Λίγο μετά τη δίκη πραγματοποιούνται στο εργοστάσιο οι εκλογές για το συμβούλιο των εκπροσώπων. Ο Enrico Baglioni, ένας από τους απολυμένους και συνελήφθησαν στην Valgrande είναι μεταξύ των πρώτων εκλεγμένων.

Αποτέλεσμα εικόνας για Enrico Baglioni, anni 70

Η διαμάχη για τις απολύσεις θα συνεχιστεί, και μετά την απελευθέρωση των συντρόφων, έως ότου η εταιρεία πληρώσει για να αποδεχτούν την απόλυση – που είχε ήδη δηλωθεί εκτελεστική από την τελευταίo βαθμό του εργατικού Δικαστηρίου – 25 εκατομμύρια στον καθένα, τα οποία θα δωρηθούν για την κατασκευή ενός νηπιαγωγείου για τα παιδιά των εργατριών. Μέσα στην περίπτωση αυτή υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική εμπειρία. Ήταν ο λόγος, η συζήτηση επάνω στα «εργατικά διατάγματα», επάνω στην ικανότητα ενός δικτύου επαναστατικών ταξικών πρωτοποριών να εκφράσουν την αντιεξουσία τους στην επικράτεια, σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση. Η μείωση του χρόνου εργασίας και ο κοινωνικός μισθός, το εγγυημένο εισόδημα για όλους όπως και το δικαίωμα στη ζωή: με δεδομένους αυτούς τους δύο άξονες αξιώσεων το ζήτημα ήταν να γίνουν μέρος στις μορφές του αγώνα. Αγώνας ενάντια στον τρόπο με τον οποίον διοικούνταν η επιχείρηση, ενάντια στην πειθαρχία του εργοστασίου, την αύξηση της παραγωγικότητας, ενάντια στις αυξήσεις των τιμών, των τιμολογίων, των ενοικίων.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia organizzata

Είναι κάτι διαφορετικό, πιο σκληρό και πιο πικρό από το «τα θέλουμε όλα» του ’69: πρόκειται για την επιβεβαίωση ενός είδους νέας «citoyenneté», μιας νέας ‘ιθαγένειας’, η εισαγωγή μη αναστρέψιμων τροποποιήσεων στην κοινωνική κατάσταση των πραγμάτων. Όταν, το ’76, μια ένοπλη ομάδα επιδράμει στην είσοδο του εργοστασίου και πυροβολεί στα πόδια τον αρχηγό των «φρουρών», Matteo Palmieri, η Επιτροπή μποϊκοτάρει την ώρα απεργίας για διαμαρτυρία που καλέστηκε από τα συνδικάτα. «Ούτε ένα δάκρυ, ούτε ένα λεπτό απεργίας για τον επικεφαλής των φρουρών», γράφει το φυλλάδιο της Επιτροπής.

Αλλά η Magneti είναι η αιχμή ενός πολύ μεγαλύτερου και βαθύτερου παγόβουνου.Tο Μιλάνο τοy 1977 του νεαρού προλεταριάτου της επισφαλούς πνευματικής εργασίας και της ανεργίας προκαταβλήθηκε από τους Κύκλους του νεανικού προλεταριάτου, από τις καταλήψεις των σπιτιών, από τις ελεύθερες εισόδους στον κινηματογράφο, από τα «riots» στα σούπερ μάρκετ. Το μιλανέζικο ’77 θα είναι μάλλον η στιγμή έκφρασης και έκρηξης μιας «σπαρτακιστικής» εργατικής αριστεράς. Με την ευκαιρία της γενικής απεργίας της 18ης μαρτίου, μια εργατική πορεία παρελαύνει στην πλευρά της πλατείας Duomo και στη συνέχεια ξεδιπλώνει την «πολεμική διαδρομή» της που θα πλήξει πολλούς «στόχους», από το κτίριο της διοίκησης της Marelli στα γραφεία μιας επιχείρησης (της Bassani Ticino) που εκμεταλλεύεται το χαμηλόμισθο έργο των κρατουμένων της φυλακής San Vittore. Είναι στα τέλη του ’77, που αρχίζει την έξοδος από το εργοστάσιο.

Μας έρχεται να σκεφτούμε τους αμερικανούς επαναστατικούς συνδικαλιστές που περιγράφονται στον «Δυναμίτη», in»Dynamite» του Adamich. Ευρισκόμενοι σε αναστολή από την εργασία, απολυμένοι, σε cassa integrazione [α], τα εργατικά »στελέχη» αρχίζουν να εγκαταλείπουν το εργοστάσιο. Ξεκινούν οι αυτοαπολύσεις. Εμφανίζεται μια εξαιρετική όσμωση μεταξύ αυτών των υποκειμένων και των άλλων στρωμάτων που αποτελούν την πολυμορφική και πρωτεϊκή μορφή του κοινωνικού εργάτη. Και οι τυπικές οργανώσεις διαλύονται. Δίπλα στου πολλούς αγωνιστές που συγκεντρώνονται μέσα στην Πρώτη γραμμή- in Prima linea, στις Ερυθρές Ταξιαρχίες ή σε άλλες ομάδες μάχης, δίπλα σε εκείνους που αγωνίζονται στα Συντονιστικά της εργατικής αντίθεσης, nei Coordinamenti dell’opposizione operaia ή στις επαναστατικές κομμουνιστικές Επιτροπές,Comitati comunisti rivoluzionari ή στις εργατικές πολιτικές Κολεκτίβες,nei Collettivi politici operai – οργανωμένη Αυτονομία – υπάρχουν πολλοί που δίνουν ζωή σε μικρές συγγενείς συσσωματώσεις. Δημιουργούνται μικρές ομάδες «μαχόμενης αυτοσυνείδησης». Η απώλεια της συλλογικής πολιτικής διάστασης σπρώχνει σε μια πρακτική άμεσης αυτοαξιολόγησης.

image

Δεν υπάρχει διαδικασία «ποινικοποίησης» αυτών των ανθρώπων, αλλά μια ακύρωση, μια αδυναμία διάκρισης των συνόρων μεταξύ επαναστατικής πολιτικής δράσης και παραβατικής δράσης, εκτός νόμου, ατομικής ή μικρής ομαδικής δράσης. Λιγάκι σαν τους αναρχικούςτης ομάδας Bonnot, σαν τους wobbly επιζήσαντες μετά την Κρίση, σαν τους αμερικανούς επαναστάτες συνδικαλιστές στην δεκαετία του 1930, οι ομάδες αυτές πιστεύουν ότι θα εκμηδενίσουν τη διάκριση ανάμεσα στην «απαλλοτρίωση» και τη «ληστεία». Το νεφέλωμα αυτών των συγγενών μικροοργανισμών θα κρατήσει τη σκηνή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70.

image

a] cassa integrazione  το ταμείο παροχών ανεργίας είναι ένας από τους κύριους κοινωνικούς απορροφητές κραδασμών που προβλέπει το νομικό σύστημα και συνίσταται, σε γενικές γραμμές, στην καταβολή από το INPS χρηματικού ποσού υπέρ των εργαζομένων των οποίων ο εργοδότης έχει μειώσει την αμοιβή τους ως αποτέλεσμα μιας μείωσης (ή μια ριζικής αναστολής) της εργασίας λόγω πολλαπλών αιτιών

αυτονομία, autonomia

ΟΙ ΒΕΝΕΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΟΛΕΚΤΙΒΕΣ (36).

Σχετική εικόνα

Όλα τα κινήματα που διέτρεξαν τα ιταλικά «μακρά χρόνια εβδομήντα» έχουν βιώσει τη δική τους ουσιώδη εδαφική ιδιαιτερότητα. Η συγκυρία, το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαφορετικά ανταγωνιστικά υποκείμενα βρέθηκαν να ενεργούν σημάδεψε αποφασιστικά τις εμπειρίες και τις διαδρομές τους. Αυτή η θεώρηση είναι ακόμη πιο αληθινή αν ληφθεί υπόψη η εμπειρία που έχει παραχθεί στο Βένετο, με έναν άξονα που μετατοπίστηκε στο πετροχημικό βιομηχανικό χώρο του Porto Marghera μεταξύ 1967 και 1973 και με έναν άξονα που μετακινήθηκε στην πόλη της Πάντοβα μεταξύ 1974 και 1979. Σημαντικά γεγονότα τόσο ώστε να προσελκύσουν – σε σχέση με την πολιτική δικαστική επιχείρηση της 7ης απριλίου – το νοσηρό ενδιαφέρον των μεγάλων ονομάτων του έντυπου τύπου, κοινωνιολόγων και διανοουμένων και να αξίζουν, μέσα στην «ιταλική ανωμαλία» του μεγάλου Εξήντα Οκτώ, τον χαρακτηρισμό μιας επιπλέον «βενετικής ανωμαλίας».

Και σε αυτή την περίπτωση αυτό που θέλουμε είναι να ξαναδώσουμε φωνή, κυρίως, και παρά τις δικαστικές ανακατασκευές, σε μια πληθώρα θεμάτων και εμπειριών που δύσκολα μπορούν να ανιχνευθούν σε ένα μοναδικό μονοπάτι και σε μια ομοιογενή κοινωνική ταξική σύνθεση. Αν πολλά ειπώθηκαν και γράφτηκαν γύρω από την πρώτη εμπειρία αγώνα και οργάνωσης, που συνδέεται με την κοινωνική μορφή του εργάτη μάζα στα εργοστάσια της μεγάλης βιομηχανικής συγκέντρωσης του Μέστρε-Μαργκέρα μεταξύ των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του εξήντα και του εβδομήντα, δεν παραμένει σχεδόν καμία μαρτυρία – πέρα από τα πρακτικά της δίκης »7 απρίλη, Κορμός Veneto «- σε σχέση με τα επόμενα γεγονότα της Πάντοβα. Είναι τα χρόνια κατά τα οποία η Πάντοβα και η επαρχία της θα βρίσκονται στο επίκεντρο μιας μοναδικής διασταύρωσης ανάμεσα σε παραγωγικές ιδιαιτερότητες μιας περιοχής (που σημαδεύεται από την παρουσία της μικρής και μεσαίας βιομηχανίας, ήδη τότε έντονα αποκεντρωμένης στα εργαστήρια της μαύρης εργασίας, με μια πόλη όπου αποφασιστικός, από κάθε άποψη, ήταν και είναι ο ρόλος του πανεπιστημίου), μια ταξική σύνθεση στο δρόμο μιας βαθιάς μετατροπής και μια αυθεντική πρακτική της πολιτικής οργάνωσης και της «χρήσης της ισχύος, της δύναμης».
Σχετική εικόνα
Εδώ προσπαθούμε να εντοπίσουμε, να σκιαγραφήσουμε κάποιες αρχικές ενδείξεις, ξεκινώντας από την ultra υποκειμενική άποψη, «της δικής μας πλευράς», εκείνων που ήταν πρωταγωνιστές των κινημάτων και των αγώνων αυτών των χρόνων, μέσα στην οργανωμένη εμπειρία των «πολιτικών κολεκτίβων», μια εμπειρία που γεννιέται το 1974 και στη συνέχεια θα ποινικοποιηθεί το ’79 από τον εισαγγελέα Pietro Calogero. Εάν υπάρχει ένα νήμα που συνδέει αυτή την εμπειρία με τον κύκλο των εργατικών αγώνων στη Marghera, αυτό μπορούμε να το εντοπίσουμε στην κοινή στράτευση πολλών από τους πρωταγωνιστές της στις τάξεις της ομάδας εργατική Εξουσία, η σημασία της οποίας σίγουρα δεν βρίσκεται στην οργανωτική συνέχεια που υποστηρίχθηκε τότε από το δικαστικό σώμα, όσο σε ένα είδος «αποτύπωσης-imprinting», στην απόκτηση μιας σειράς θεωρητικών-πρακτικών εργαλείων, αποφασιστικών για την ανάλυση και την παρέμβαση στην κοινωνική πραγματικότητα: μια ικανότητα να διαβαστεί, ουσιαστικά, η σύνδεση μεταξύ της κοινωνικής ταξικής σύνθεσης και αναγκών, μεταξύ αυτών και η ανάπτυξη διεκδικήσεων-αξιώσεων, μορφών αγώνα και οργάνωσης.
Σχετική εικόνα
Οι ρίζες της εμπειρίας των «κολεκτίβων» βυθίζονται – μεταξύ του Εξήντα οκτώ και του τέλους της εργατικής Εξουσίας – στον πρώτο μεγάλο περιφερειακό κύκλο κινητοποιήσεων στις μεταφορές (1970).
Ξεκινώντας από την εκτίμηση σύμφωνα με την οποίαν «ο χρόνος εργασίας, ο χρόνος εκμετάλλευσης δεν διαρκεί μόνο τις οκτώ ώρες της εναλλαγής στο εργοστάσιο, αλλά περιλαμβάνει τουλάχιστον, και τις δύο ώρες που χρειάζονται για να μετακινηθούν χιλιάδες χρήστες των μέσων μαζικής μεταφοράς από το σπίτι και αντίστροφα (για παράδειγμα από την Chioggia ή από το San Donato) προς τον χημικό πόλο, μες το ψύχος, πάνω σε έναν μεταφορέα της κακιάς ώρας, πληρώνοντας μια συνδρομή που είναι μια περαιτέρω κλοπή από το μισθό», οι αγώνες καλύπτουν με εκτεταμένο τρόπο όλη την περιοχή του Veneto. Η μορφή της οργάνωσης είναι αυτή των «επιτροπών γραμμής», ζητούν βελτιώσεις στην υπηρεσία, περισσότερες κούρσες με λιγότερο κόσμο, και να σταματήσουν οι αυξήσεις της τιμής του εισιτηρίου, παλεύουν αποκλείοντας τους μεταφορείς και αρνούμενοι να πληρώσουν τις αυξήσεις. Επάνω σε αυτό το έδαφος εμφανίζεται μια μεγάλη κοινωνική ανασύνθεση από προλεταριακές φιγούρες, κυρίως μαθητών και φοιτητών, τόσο εκείνων που κυκλοφορούν γύρω από τη Βενετία, όσο και εκείνων που παρακολουθούν τα τεχνικά και εμπορικά ινστιτούτα της Πάντοβα.
Σχετική εικόνα
Να δώσει ζωή στις «κολεκτίβες» της Padova θα είναι η πολύ νέα γενιά των μεσαίων στελεχών της εργατικής Εξουσίας, η οποία – κατά τη στιγμή της κρίσης και του τέλους της ομάδας – θα θέσει το πρόβλημα του τρόπου προώθησης στην περιοχή της μιας συνολικής πολιτικής παρέμβασης, προσαρμοσμένης στην πολυπλοκότητα του κοινωνικού. Χωρίς να θέλουμε να επιστρέψουμε στους λόγους της διάλυσης του P.O., πρέπει να υπογραμμίσουμε πως, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν, αυτοί οι νεαροί αγωνιστές δεν κατάφεραν να αντιληφθούν εξ ολοκλήρου, και όχι από κακή βούληση, τις διαφορετικές θέσεις και επιλογές γύρω από τις οποίες υπήρχε αντιπαράθεση μέσα στα «υψηλά κλιμάκια» της οργάνωσης. «Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε – λένε – τι θα σήμαινε για εμάς η επιλογή των αυτόνομων συνελεύσεων εργοστασίων: ήμασταν σχεδόν όλοι φοιτητές και δεν πιστεύαμε ότι ήταν λογικό να περιοριστούμε στο ρόλο των »υποστηρικτών» των εργατικών αγώνων». Στην επαρχία της Πάντοβα η μόνη σημαντική πραγματικότητα, όπου στις αρχές της δεκαετίας του ’70 εμφανίζονταν αυτόνομοι εργατικοί αγώνες που αναπαράγουν, σε κλίμακα, αιτήματα και συμπεριφορές των μεγάλων εργοστασίων, είναι η Bassa, με τη μεταλλουργία Utita di Este: μέσα σε μερικούς μήνες η εργατική ανυποταξία και η συνεχής παρέμβαση της Επιτροπής εργατών-φοιτητών ανατρέπουν την κατάσταση ενός εργοστασίου που ήταν το φέουδο του φασιστικού συνδικάτου Cisnal.
Maria Antonietta Berna, militant of the Venetian Political Collective for Worker’s Power killed in action April 11th 1979.
Maria Antonietta Berna, militant of the Venetian Political Collective for Worker’s Power killed in action April 11th 1979.
Αγωνίζονται για ισχυρές ισόρροπες μισθολογικές αυξήσεις για όλους, για την κατάργηση των προνομίων και των κατηγοριών, η εργατική απόρριψη απέναντι στην καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας είναι πλειοψηφική και διαδεδομένη: είναι η δολιοφθορά, το σαμποτάζ των μηχανών, καθώς και πρακτικές μάχης όπως οι πικετοφορίες και οι πορείες στους εσωτερικούς χώρους που «βουρτσίζουν» τα γραφεία της διοίκησης. Στην πλειοψηφία θα υπάρξουν και οι αγωνιστές της εργατικής Επιτροπής που θα εκλεγούν στο συμβούλιο του εργοστασίου, και οι πρωτοπορίες της Utita θα διαδραματίσουν έναν σημαντικό ρόλο πρότασης και οδηγού στις συντονιστικές συναντήσεις των CdF, των εργοστασιακών συμβουλίων, με τη διάδοση μορφών αγώνα όπως διαρθρωμένες απεργίες, απεργίες σκακιέρας, ή άγριες απεργίες a gatto selvaggio-αγριόγατας, απροειδοποίητες. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτες πολιτικές απολύσεις θα καταγραφούν εδώ στην Utita το 1973. Η κατάσταση των εργοστασίων στη βιομηχανική περιοχή της Πάντοβα είναι διαφορετική, όπου, παρά την σποραδική παρουσία αυτόνομων εργατικών μορφών οργάνωσης, ο έλεγχος επάνω σε μια σύνθεση που εξακολουθεί να είναι πολύ » επαγγελματική » θα παραμείνει σταθερά στα χέρια του PCI-ΚΚΙ και του συνδικάτου. Μετά το συνέδριο της Rosolina (Ιούλιος 1973) που επικυρώνει την ρήξη της εργατικής Εξουσίας, οι «μεσαίοι» padovani θα συνεχίσουν να υπογράφουν με αυτό το ακρωνύμιο για λίγους ακόμη μήνες: τον ιανουάριο του ’74 πραγματοποιούν ένα ταξίδι στην Ιταλία για να κατανοήσουν καλύτερα τι έχει απομείνει από την «ομάδα» που τώρα βρίσκεται πλέον να παραπαίει στις υπόλοιπες καταστάσεις. Από τότε, η επιλογή θα είναι να ευνοηθεί το κοινωνικό ρίζωμα στην περιοχή τους, εκείνη του Βένετο όπου, χάρη στους αγώνες επί των μεταφορών, αρχίζουν να ανακαλύπτουν πως πρόκειται για «ομοιογενή ζώνη» . Επιλογή που τους οδηγεί, μέσα στο ίδιο ’74, να εγκαταλείψουν την εβδομαδιαία συνάντηση του «ακτίφ» του P.O. που δεν κατέληγε κάπου, και να ιδρύσουν, πολύ απλά, συλλογικότητες που να παρεμβαίνουν απευθείας στις γειτονιές και στα χωριά, όπου το πρώτο αγωνιστικό δίκτυο θα είναι ακριβώς εκείνο τοοποίο αποτελούσαν οι φοιτητές που εμπόδιζαν τους ταχυμεταφορείς.
«Στην Πάδοβα – θυμούνται οι συνεντευξιαζόμενοι – τότε κυριαρχούσαν οι «ομαδούλες» της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Υπήρχε μια ιστορική παράδοση μ.λ. και όταν μιλούσαμε για την απόρριψη της μισθωτής εργασίας γίνονταν έξω φρενών. Ήμασταν μειοψηφίες, αλλά αισθανόμασταν κάτι άλλο σε σχέση με τις «ομάδες» […] δεν είχαμε μια ταυτότητα, επειδή η θεωρητική αναφορά μας ήταν ο εργάτης μάζα αλλά εδώ δεν υπήρχε […] έπρεπε να επινοήσουμε τα πάντα από το α έως το ω και ίσως ήμασταν, χωρίς να το γνωρίζουμε, οι πρόδρομοι μιας νέας φιγούρας που εμφανίζονταν σε σχέση με το κοινωνικό σώμα.» Αλλά ποια είναι λοιπόν τα χαρακτηριστικά στοιχεία, από κοινωνική άποψη, της ιδιαιτερότητας της Πάντοβα; Ο ρόλος της πόλης στο παραγωγικό και αστικό «πολυκεντρικό» σύστημα της περιοχής ήταν εκείνος της πρωτεύουσας του τριτογενή τομέα, των υπηρεσιών, ιδίως στον πιστωτικό και χρηματοπιστωτικό τομέα. Στην επαρχία ήδη τότε κυριαρχούσε το μικρομεσαίο εργοστάσιο και το εργαστήριο της μαύρης εργασίας [αλλά με πολλές διαφορές σε σύγκριση με την δικτυωτή τυπολογία της σημερινής επιχείρησης), όπου οι επιταχυνόμενες διαδικασίες εκσυγχρονισμού συνυπήρχαν με την αρχαϊκή βία των σχέσεων εκμετάλλευσης, αρπάζοντας χέρια από την ιστορικά πολύ φτωχή ύπαιθρο, η οποία είχε εκκενωθεί από τη μετανάστευση από τα τέλη της δεκαετίας του ’50Padova, «λευκή» πόλη που κυριαρχείται από την εκκλησία σύμφωνα με τα πιο διαδεδομένα στερεότυπα (το μάιο του ’74 στο δημοψήφισμα τα ναι στην κατάργηση του διαζυγίου πήρε το 55,9%) συνυπάρχει με ένα αρχαίο πανεπιστήμιο που κυριαρχείται από άκαμπτες και αδιαπέραστες ιεραρχίες, αλλά με σχολές σε θυελλώδη ανάπτυξη (οι εγγραφόμενοι στο ακαδημαϊκό έτος 1973-74 είναι 47 χιλιάδες, δηλαδή έξι χιλιάδες περισσότεροι από ό, τι το προηγούμενο έτος), όπου κάνει την εμφάνιση της μια νέα φοιτητική σύνθεση καρπός της μαζικής πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έντονη εισροή, ιδιαίτερα στην ψυχολογία, φοιτητών προερχόμενων από το Νότο.
grashow
Εδώ το ινστιτούτο πολιτικών επιστημών αποτελεί μια επιπλέον ανωμαλία, μια μοναδική εμπειρία για τον πλούτο της κριτικής και ανατρεπτικής θεωρητικής παραγωγής, διεξάγονται δεκάδες σεμινάρια και έρευνες διεθνούς σημασίας, σε μια σχέση όσμωσης με τους κοινωνικούς αγώνες. Αλλά μέχρι το 1975 , το πανεπιστήμιο, ιδιαίτερα η σχολή της νομολογίας, είναι επίσης ένας χώρος όπου οι φασίστες περιφέρονται ατιμώρητοι: εδώ κάνουν τις πρώτες πρόβες τους ο Freda με τους συντρόφους τους (η βόμβα ενάντια στο στούντιο του καθηγητή Opocher, πρύτανη και πρώην παρτιζάνου), μαζί με τον Massimiliano Fachini και άλλους που θα συμμετάσχουν στις συνωμοσίες του Τριαντάφυλλου των ανέμων, Rosa dei venti, θα έχουν άφθονη ακαδημαϊκή προστασία και από την αστυνομία, παρεμβαίνουν με όπλα στα χέρια για να διαλύουν εργατικές πικετοφορίες και φοιτητικές συνελεύσεις.Οι αντιφασιστικές κινητοποιήσεις της άνοιξης του ’75, και ειδικότερα οι πολύ σκληρές συγκρούσεις με την αστυνομία, οι οποία αναγκάζεται να υποχωρήσει κάτω από μια βροχή από κοκτέιλ molotov, με την ευκαιρία του συλλαλητηρίου του φασίστα Covelli, σηματοδοτούν μια καμπή, μια στροφή στην πόλη: για τους φασίστες εκεί δεν θα υπάρχει πλέον κανένας χώρος, ενώ οι «πολιτικές κολεκτίβες» θα γίνουν η ηγεμονική πραγματικότητα στην λεγόμενη εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Aναφέρουν στις μαρτυρίες τους οι αγωνιστές: «Για εμάς οι φασίστες ποτέ δεν αντιπροσώπευαν ένα στρατηγικό πρόβλημα […] λόγια σαν αυτά που μιλούσαν για «φασιστικοποίηση του κράτους» ή περί «fanfascismo» δεν ανήκαν ποτέ σε εμάς[…] κατακτώντας την ελευθερία κινήσεων εναντίον αυτών των συμμοριών από τραμπούκους, ξεκινήσαμε αντιθέτως να θέτουμε το ζήτημα της αντιεξουσίας στην περιοχή, της χρήσης της μαζικής δύναμης μα όχι μόνο, για να επιβεβαιώσουμε ένα δυϊσμό της εξουσίας […] «Κεντρικό θέμα σε αυτή εμπειρία εξακολουθεί να είναι η σχέση ανάμεσα στην ανάγνωση της κοινωνικής σύνθεσης και την υλικότητα, την σημαντικότητα των αναγκών που αυτή εκφράζει.
morti_12_aprile_79
Το 1975-76 αυξάνονται και αναπτύσσονται οι κολεκτίβες της Alta padovana οι οποίες παραδόξως θα είναι πρωταγωνιστές της «συνδικαλιστικοποίησης» δεκάδων εργοστασίων, μικρότερων ή μεγαλύτερων στην περιοχή, στις προλεταριακές γειτονιές της πόλης (Arcella, Mortise) η πρακτική της αυτομείωσης των λογιαριασμών τηλεφώνου και ηλεκτρισμού, Sip και Enel εξαπλώνεται, οι μαθητές της Επιτροπής interistituti συνεχίζουν μια πλέον πολυετή παράδοση αγώνων στις μεταφορές. Στην πανεπιστημιακή κοινότητα, η νέα φιγούρα του «προλετάριου σπουδαστή», όλο και περισσότερο παρούσα, καθορίζει – ξεκινώντας από το ρόλο «ερυθρής βάσης» του σπιτιού του φοιτητή Fusinato – κινητοποίηση γύρω από τα κόστη των κυλικείων και της στέγασης. Η πρακτική των «πολιτικών κολεκτίβων» βελτιώνει την πρωτοτυπία, την αυθεντικότητα αυτής της υποκειμενικής πορείας οργάνωσης με την προσπάθεια να διαβάζει με σύγχρονους λενινιστικούς όρους την κρίση της κλασικής μορφής κόμματος και των «ομάδων» της αποκαλούμενης εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, επανεφεύροντας έτσι μια σχέση μεταξύ «μαζών και πρωτοπορίας» προσαρμοσμένης στη φάση: « θέλαμε να είμαστε – διηγούνται οι πρωταγωνιστές – συνολικά στελέχη, ολοκληρωμένα, υπό την έννοια ότι δεν έπρεπε να υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ πολιτικού και στρατιωτικού, το χτίσιμο μαζικών προλεταριακών οργανισμών, αυτόνομων από κόμματα και συνδικάτα, που αγωνίζονταν για να επιβεβαιώσουν, να διακηρύξουν τις ανάγκες και η χρήση βίας, η πρακτική της αντιεξουσίας, πήγαιναν χέρι-χέρι «. Μεταξύ του 1975 και του 1979 θα σημειωθούν περισσότερες από πεντακόσιες πράξεις «μελετημένης χρήσης βίας» στο Βένετο, στις περισσότερες περιπτώσεις θα είναι σαμποτάζ και σοβαρές ζημιές σε ιδιοκτησίες φασιστών, χριστιανοδημοκρατών πολιτικών, αφεντικών και πανεπιστημιακών βαρώνων. Η εξάπλωση αυτών των πρακτικών »μαζικής παρανομίας», μεταξύ των άλλων πραγμάτων θα αποτελέσει για χρόνια το καλύτερο αντίδοτο απέναντι στην παρουσία των μαχόμενων οργανώσεων και του στρατηγικού σχεδίου ένοπλου αγώνα.
Σχετική εικόνα
Το 1976 άρχισε η παρέμβαση για τη μαύρη εργασία και στα εργαστήρια αποκεντρωμένης παραγωγής, τα συντονιστικά των εργατών οργανώνουν εκατοντάδες εργαζομένες και εργαζόμενους μέχρι τότε «βυθισμένους, χαμένους», η πιο διαδεδομένη μορφή αγώνα είναι αυτή της περιπολίας που επιβάλλει με το μπλοκάρισμα της παραγωγής τις εργατικές απαιτήσεις. Στις γειτονιές ξεκινά η μάχη ενάντια στο «carovita, στην καθημερινή ακρίβεια», ξεπηδούν μικρές αγορές με πολιτικό τίμημα και δίδονται οι πρώτες μορφές οικειοποίησης στα σούπερ μάρκετ με τη διανομή των αγαθών στους προλετάριους της ζώνης. Οι πρώτοι αγώνες κατά της επιλογής ξεκινούν στα ανώτερα σχολεία και στο πανεπιστήμιο, γεννιούνται «αυτοδιαχειριζόμενα σεμινάρια» για τα οποία επιβάλλεται η αναγνώριση τους.
Το 1976 ανάβει τους πομπούς του Radio Sherwood, ένας από τους πρώτους ελεύθερους ραδιοφωνικούς σταθμούς στην Ιταλία. Το ’77 στην Πάδοβα δεν θα αντιπροσωπεύει την απροσδόκητη εισβολή ενός γεγονότος, αλλά μάλλον μια στιγμή περαιτέρω ενίσχυσης και ανάπτυξης μιας διαδρομής κινήματος σε μια εξέλιξη που έχει ήδη δει, τα προηγούμενα χρόνια, να αναπτύσσονται αμέτρητα πεδία μάχης.
Αποτέλεσμα εικόνας για Radio Sherwood, anni '70
αυτονομία, autonomia

Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ.

Σχετική εικόνα

Στην ίδια την φόρμουλα «απόρριψη της εργασίας» πρέπει να υπογραμμίσουμε δύο διαφορετικές έννοιες, και δύο διαφορετικές προοπτικές θεωρητικής και πρακτικής λειτουργίας. Η άρνηση της εργασίας σημαίνει: α) ένα ερμηνευτικό σύστημα όλης της διαδικασίας μέσα στην οποία οι εργατικοί αγώνες και η καπιταλιστική ανάπτυξη συνυφαίνονται, η ανυπακοή και η τεχνολογική αναδιάρθρωση, β) μια διαδεδομένη συνείδηση, ευρεία, μια αντιπαραγωγική κοινωνική συμπεριφορά, μια υπεράσπιση της δικής μας ελευθερίας και της δικής μας υγείας: μια συνείδηση που έγινε πολύ ισχυρή και αποτέλεσε ουσιαστικά την απρόσβλητη βάση της εργατικής αντίστασης κατά των προσπαθειών της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70.Ας εξετάσουμε πιο αναλυτικά την έννοια αυτών των δύο διαφορετικών προοπτικών, μέσα στην οποία μπορούμε να κατανοήσουμε την φόρμουλα της άρνησης της εργασίας.Πρώτα απ ‘όλα, η άρνηση της εργασίας είναι μια μορφή άμεσης συμπεριφοράς εκείνων των προλετάριων οι οποίοι, τοποθετημένοι μέσα στο κύκλωμα της προηγμένης βιομηχανικής παραγωγής χωρίς να έχουν υποστεί την μακροχρόνια και παραμορφωτική αντιληπτική, υπαρξιακή και ψυχολογική μείωση που αποτελεί την ιστορία του βιομηχανικού εκσυγχρονισμού, εξεγείρονται σχεδόν ενστικτωδώς. Ο πεδεμόντιος που εκπαιδεύτηκε να θεωρεί την εργασία στη Fiat ως οικογενειακό πεπρωμένο, που μεγάλωσε μέσα στη λατρεία των αξιών του βιομηχανισμού, ίσως μπορούσε να ανέχεται την συνεχή αύξηση της εκμετάλλευσης που σημειώνονταν σε εκείνα τα χρόνια της έκρηξης της αυτοκινητοβιομηχανίας.Αλλά για ένα καλαβρέζο που μεγάλωσε κατά μήκος της θάλασσας και μέσα στον ήλιο εκείνη η σκατένια ζωή φαινόταν αμέσως αφόρητη

Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70

Η αντίληψη του καλαβρέζου, φυσικά, ήταν η σωστή, έκανε δική του την δυνατότητα να χειραφετηθεί από αυτή την υποβάθμιση, αυτή την αποκτήνωση. Η άρνηση της εργασίας, μέσα σε αυτή την προοπτική, ήταν άμεση αντίδραση, αλλά και η εκλεπτυσμένη και διορατική συνείδηση αυτού που έλεγε: όχι μόνο αυτή η δουλεία είναι απάνθρωπη για τους εργάτες, είναι επίσης άχρηστη για την κοινωνία. Και εδώ περνάμε στην άλλη προοπτική της άρνησης της εργασίας, δηλαδή τον ορίζοντα της άρνησης της εργασίας ως ερμηνευτικού μοντέλου των κοινωνικών δυναμικών και του ιστορικού μετασχηματισμού. Ολόκληρη η ιστορία της επιστημονικής εξέλιξης, τεχνολογικής, παραγωγικής, μπορεί να διαβαστεί ως η ιστορία της άρνησης των ανθρώπων να δώσουν, να παραχωρήσουν την προσοχή τους, την κούραση, τον κόπο τους, την ικανότητά τους και τη δημιουργικότητά τους στην υλική αναπαραγωγή.Αυτή η απόρριψη προκάλεσε την διαίρεση σε τάξεις (μερικοί απορρίπτουν την εργασία και κάνουν άλλους να δουλεύουν στη θέση τους, υποδουλώνοντας τους). Αλλά η αρχή της απόρριψης της εργασίας, που ελέγχεται και κατευθύνεται από την συλλογική κοινωνική νοημοσύνη, θα μπορούσε αντιθέτως να πραγματοποιήσει μια χρήση της τεχνολογίας και των μηχανών ικανές να απελευθερώσουν τους ανθρώπους από τη δουλεία της μισθωτής εργασίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70

Ο προβληματισμός για την τεχνική, για τη χρήση της που καθορίζεται από το κέρδος, για την χρήση της με σκοπό τον πολιτικό έλεγχο ή την στρατιωτική επιθετικότητα – ο στοχασμός για τη δομή της επιστημονικής γνώσης – καθίσταται κεντρικός στην πολιτική και φιλοσοφική συζήτηση των αρχών της δεκαετίας του 1970. Ο στοχασμός αυτός συνδέθηκε με την προβληματική του τεχνολογικού άλματος και της ταξικής σύνθεσης, δύο ουσιαστικά νέες εκφράσεις στην επαναστατική σκέψη και στο πεδίο του μαρξισμού.Η έννοια της ταξικής σύνθεσης εξέφραζε τις κοινωνικές, πολιτικές και οργανωτικές μορφές διαμέσου των οποίων το προλεταριάτο κατασκευάζει την υποκειμενική του ταυτότητα και την δική του συνείδηση σύμφωνα με την καθορισμένη δομή του παραγωγικού συστήματος, σύμφωνα με τη σχέση μεταξύ ζωντανής και νεκρής εργασίας, σε σχέση με τις τεχνολογικές και οργανωτικές συνθήκες της εργασιακής διαδικασίας.Ουσιαστικά με την έκφραση σύνθεση της τάξης έκφρασης αναφερόμασταν στην υποκειμενική και συνειδητή επεξεργασία των αντικειμενικών συνθηκών της παραγωγικής σχέσης.Σε ένα ορισμένο βαθμό, η έννοια της ταξικής σύνθεσης βρίσκει τη φιλοσοφική ρίζα της στη σκέψη της μαρξιστικής αριστεράς των χρόνων ’20, και ειδικότερα στην lukácsiana έννοια της «οντογένεσης της κοινωνικής συνείδησης».

Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70

Πώς διαμορφώνεται η κοινωνική συνείδηση; Ποιες είναι οι διαδικασίες μέσω των οποίων μια μάζα εξατομικευμένων, χωρισμένων, κατακερματισμένων μέσα στην παραγωγική διαδικασία και στην οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση ανθρώπων καταφέρνει να μεταμορφωθεί σε ενεργό κίνημα, να παράγει μια κοινή πολιτική άποψη, να επεξεργαστεί μορφές συμπεριφοράς και ορίζοντες ευαισθητοποίησης-επίγνωσης που είναι ουσιαστικά κοινές, ακόμη και αν σέβονται τις διαφορές στην ευαισθησία και την κατάρτιση; Πώς συμβαίνει αυτό το θαύμα σύμφωνα με το οποίο η εργατική δύναμη μετατρέπεται σε εργατική τάξη, και η πειθαρχία του εργοστασίου μετατρέπεται σε οργανωμένη εξέγερση, και ο διαχωρισμός των κοινωνικών πλαισίων μετατρέπεται σε επαναστατικό κίνημα, ανεξέλεγκτο κύμα που κατακλύζει και παρασύρει την κατάσταση των παρόντων πραγμάτων; Σε αυτές οι ερωτήσεις ψάχναμε μια απάντηση με τη διατύπωση της διαδικασίας της «ταξικής ανασύνθεσης», ξεκινώντας από συγκεκριμένες τεχνολογικές συνθήκες της εργασιακής διαδικασίας.Εδώ λοιπόν η έννοια της ταξικής σύνθεσης, ως συνειδητή και οργανωμένη υποκειμενικοποίηση των συλλογικών συμπεριφορών μιας κοινότητας που εμπλέκεται στη διαδικασία μαζικής επεξεργασίας, συνεπάγεται μια βαθιά εξέταση του τεχνολογικού συστήματος, της σχέσης μεταξύ τεχνολογιών και παραγωγικής κοινωνικής δραστηριότητας, συνειδητής δραστηριότητας, προσοχή, αντίληψη, μνήμη, φαντασία.
Σχετική εικόνα
Για παράδειγμα, πώς συμβαίνει και σε κάποιες τεχνολογικές και οργανωτικές καταστάσεις της παραγωγικής διαδικασίας αντιστοιχεί μια συγκεκριμένη συνείδηση, μια συγκεκριμένη πολιτική οργάνωση, μια ορισμένη ιδεολογία και μια ορισμένη κοινωνική φαντασία ; Γιατί η τεχνικο-παραγωγική δομή των πρώτων δεκαετιών του αιώνα έδινε μορφή σε μοντέλα συμβουλευτικού τύπου; Είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε τη διαδικασία της ταξικής ανασύνθεσης μέσα στις συνθήκες του μηχανικού εργοστασίου της εποχής πριν τον τεϊλορισμό, είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε τα χαρακτηριστικά του εξατομικευμένου και εξειδικευμένου έργου του επαγγελματοποιημένου εργάτη.Είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε τις συνθήκες της κοινωνικότητας που ήταν δυνατές μέσα στο εργοστάσιο του 1920, ένα εργοστάσιο στο οποίο οι εργαζόμενοι είχαν μια σφαίρα κοινωνικότητας και παραγωγικής αυτονομίας, όπου η σχέση ανθρώπου-μηχανής ήταν εξατομικευμένη και σχετικά προσωποποιημένη, στην οποία η δεξιότητα διέφερε. Τότε λοιπόν θα καταλάβουμε επίσης γιατί οι εργαζόμενοι εκείνης της περιόδου διεκδικούσαν με υπερηφάνεια τον παραγωγικό τους ρόλο, διεκδικούσαν το δικαίωμα να διαχειρίζονται, να ελέγχουν και να οργανώνουν την εργασία, τον κοινωνικό προορισμό της, τη χρησιμότητά της.
Σχετική εικόνα
Όμως, μέσα στη δεκαετία του εξήντα, τίποτα από αυτό δεν υπήρχε στα μεγάλα εργοστάσια. Ο τεϊλορισμός και η εισαγωγή αυτοματοποιημένων τεχνικών, η γραμμή συναρμολόγησης, η τυποποίηση των ρυθμών και τα ωράρια εργασίας, όλα αυτά είχαν κάνει το εργοστάσιο έναν απολύτως μη κοινωνικό χώρο μέσα στον οποίον οι επικοινωνίες μεταξύ ενός εργάτη και ενός άλλου ήταν σχεδόν αδύνατες λόγω της απόστασης, του θορύβου, του σωματικού διαχωρισμού, και στον οποίο ο χώρος εργασίας ήταν αποπροσωποποιημένος και διαρθρωμένος με δεσποτικό, επαναλαμβανόμενο τρόπο, σχεδιασμένο να επιβάλλει χρόνους, κινήσεις, χειρονομίες, αντιδράσεις σε έναν όλο και λιγότερο ανθρώπινο χειριστή, όλο και πιο μηχανικό.Η ταξική ανασύνθεση των εργατών των γραμμών συναρμολόγησης ξεκινά ακριβώς από αυτή την απανθρωποποίηση, την αποκτήνωση.Η εξέγερση του εργάτη μάζα είναι η εξέγερση του μηχανοποιημένου ανθρώπου που παίρνει τη μηχανοποίησή του κατά γράμμα και λέει: τότε, αν πρέπει να είμαι απόλυτα αποκτηνωμένος, αν δεν πρέπει να έχω ψυχή, σκέψη, ατομικότητα, θα είμαι έτσι μέχρι τέλους, σίγουρα, απεριόριστα, χωρίς ντροπή. Δεν θα συμμετέχω πλέον με το μυαλό στην εργασιακή διαδικασία, θα είμαι ξένος, κρύος, αποσπασμένος. Θα είμαι άγριος, βίαιος, απάνθρωπος όπως θέλησε να είμαι το αφεντικό. Αλλά θα είμαι τέτοιος μέχρι το σημείο να μην παραχωρώ πλέον ούτε ένα χιλιοστόγραμμο της νοημοσύνης μου, της διαθεσιμότητάς μου, της διαίσθησής μου στην εργασία, στην παραγωγή.
Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70
Αυτή που οι φιλόσοφοι είχαν περιγράψει ως αλλοτρίωση που υπέστη ο εργάτης μετατρέπεται εδώ στη συνέχεια σε μια σκόπιμη, οργανωμένη, εσκεμμένη, δημιουργική αδιαφορία. Η αδιαφορία σημαίνει: ούτε καν μια ουγγιά ανθρωπιάς στην παραγωγή. Όλη η ανθρωπιά στον αγώνα. Καμία επικοινωνία και κοινωνικότητα για την παραγωγή Δεν υπάρχει διαθεσιμότητα για την πειθαρχία.Όλη η διαθεσιμότητα για την συλλογική απελευθέρωση. Ανασύνθεση της τάξης, λοιπόν, ήθελε να πει, απλά και κατά συνέπεια: σαμποτάζ, αποκλεισμός, καταστροφή των εμπορευμάτων και των εγκαταστάσεων, βία κατά των ελεγκτών των ωραρίων δουλείας. Η εργατική νοημοσύνη αρνήθηκε να είναι παραγωγική νοημοσύνη , και εκφράστηκε εξ ολοκλήρου σε δολιοφθορά, στην κατασκευή χώρων αντιπαραγωγικής ελευθερίας.
Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70
Η ζωή άρχισε να ανθίζει ξανά ακριβώς εκεί που είχε ριζικά εξαλειφθεί και σβήστηκε, μεταξύ των γραμμών, στα τμήματα, στις τουαλέτες, όπου οι νεαροί προλετάριοι άρχισαν να πίνουν μπάφους, να κάνουν έρωτα, να περιμένουν τους επιστάτες καθάρματα για να τους ρίξουν μπουλόνια κατακέφαλα και ούτω καθεξής. Το εργοστάσιο θεωρήθηκε σαν ένα απάνθρωπο lager, και άρχισε να γίνεται τόπος μελέτης, συζήτησης ελευθερίας και αγάπης. Αυτή ήταν η άρνηση της εργασίας. Αυτή ήταν η ανασύνθεση της τάξης. Αλλά δίπλα στο ζήτημα της ανασύνθεσης και της απόρριψης της εργασίας τοποθετείται, όπως ήδη είπαμε, το πρόβλημα της παραγωγικής αναδιάρθρωσης και του τεχνολογικού άλματος.Τι σημαίνει αναδιάρθρωση; Σημαίνει την αναδιοργάνωση ενός συστήματος, επανάκτηση της λειτουργικότητας και της οριστικοποιημένης εκτελεστικότητας ενός συστήματος, σε απάντηση σε παράγοντες αναταραχής (εσωτερικούς ή εξωτερικούς του ίδιου του συστήματος) που έχουν διαταράξει, παραμορφώσει ή εντελώς αναστατώσει τη λειτουργία και τη δομή του. Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα ο αγώνας των εργατών είχε κάνει εντελώς άνω κάτω το πειθαρχικό σύστημα του κοινωνικού εργοστασίου, και το οικονομικό σύστημα του κέρδους, μέσα σε αυτό το σεισμό, ακριβώς εκείνα τα χρόνια, τα μεγάλα αφεντικά, οι οικονομολόγοι, ο οργανωτικός εγκέφαλος του κεφαλαίου προσπαθούσαν να επανενεργοποιήσουν μερικές από τις θεμελιώδεις λειτουργίες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Πάνω απ ‘όλα έπρεπε να επανενεργοποιηθεί η παραγωγικότητα – που είχε δραματικά τεθεί σε κρίση από την ανυποταξία, από την απουσία των εργατών από την δουλειά/assenteismo – και η πειθαρχία, η οποία είχε τεθεί δραστικά σε κρίση από την εργατική αλληλεγγύη από την ισονομία και το αντι-αυταρχικό κλίμα.
Σχετική εικόνα
Αλλά για να κάνει αυτό, ο καπιταλιστικός εγκέφαλος ήξερε καλά ότι δεν θα μπορούσε να βασιστεί στη άσχημη δύναμη. Όταν κατέφευγαν στην ισχύ, εκείνα τα χρόνια, έπαιρναν μια απάντηση εξαιρετικά σκληρή και επαρκή, Το είχε δείξει corso Traiano, το είχε δείξει η Via Larga, το έδειχναν εκατοντάδες πικετοφορίες και σκληρές πορείες σε όλες τις ιταλικές πόλεις.Ως εκ τούτου, ήταν απαραίτητο να δοθεί ζωή σε μια μεγάλη ποσοστιαία αναδιάρθρωση, σε μεγάλες αναλογίες, ικανή να μειώσει σημαντικά το ποσοτικό βάρος του εργατικού δυναμικού στην παραγωγή (δηλαδή να αλλάξει την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνοντας το βάρος των μηχανημάτων, των τεχνολογιών «laborsaving») και συνεπώς να μειώσει το ποιοτικό βάρος της συνειδητής εργατικής τάξης.
Αποτέλεσμα εικόνας για corso traiano, lotta di classe, anni 60-70
Σε αυτό το έργο η σχεδιαστική νοημοσύνη του διεθνούς καπιταλισμού (και ιδιαίτερα του ιταλικού) εφαρμόστηκε σοβαρά καθ ‘όλη τη διάρκεια των αρχών της δεκαετίας του ’70 – και στα μέσα της δεκαετίας του 70, στην πράξη, τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της επίθεσης και αυτής της αναδιάρθρωσης άρχισαν να γίνονται αισθητά, για να εκδηλωθούν στη συνέχεια με τρόπο εκρηκτικό στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 και για όλα τα χρόνια ογδόντα, αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα.Εν τω μεταξύ, μες το ’69, αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε την προοπτική μέσα στην οποία έπρεπε να διεξαχθεί η διαδικασία, αρχίσαμε να μιλάμε για τεχνολογικό άλμα, αρχίσαμε να περιγράφουμε τη δυνατότητα ενός μεταβιομηχανικού μετασχηματισμού ολόκληρης της κοινωνίας, της παραγωγής. Το κεφάλαιο έπρεπε να λογαριαστεί με την άρνηση της εργασίας, έπρεπε να μετατρέψει την εργατική άρνηση σε οργανωμένη εξοικονόμηση μέσω της αυτοματοποίησης. Η επαναστατική σκέψη άρχισε να προβληματίζεται με αυτά τα ζητήματα και διατύπωσε τις κατηγορίες του τεχνολογικού άλματος, και προετοίμασε τις πολιτιστικές λεπτομέρειες που ήταν απαραίτητες για να τα αντιμετωπίσει.
Σχετική εικόνα
Αυτή του τεχνολογικού άλματος αποτελεί μια από τις γόνιμες εμμονές που καταδιώκουν το επαναστατικό ρεύμα του »εργατισμού» κατά τη διετή περίοδο 1968-69. »Είναι το ίδιο το κεφάλαιο που μας προσφέρει το ραντεβού.Η προετοιμασία του τεχνολογικού άλματος στο μέτρο στο οποίο καλύπτει όλη μαζί την ταξική πραγματικότητα δεν μπορεί να μην αντιπροσωπεύει για μας μια κατάσταση γενικής σύγκρουσης Η τεχνολογική πρόοδος, σαν βία των αφεντικών και του κράτους τους, δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ένα διαπραγματεύσιμο στοιχείο. Επάνω σε αυτή τη βάση εμείς θέλουμε την εκ των προτέρων ρήξη, για να χτυπήσουμε, να κερδίσουμε το αφεντικό και να οικοδομήσουμε την ενότητα για την εδραίωση και την ανάκαμψη της δικής μας πολιτικής οργάνωσης» (34).Πολιτική οργάνωση ενάντια στο τεχνολογικό άλμα. Αλλά τι σήμαινε το τεχνολογικό άλμα, μέσα στη φαντασία και την πρόβλεψη των επαναστατών και των εργατικών πρωτοποριών; Και γιατί ήταν απαραίτητο να αντιταχθούν σε αυτό, σαν να είχαν μπροστά τους τον χειρότερο εχθρό; Στην πραγματικότητα εδώ βρίσκει την προέλευσή του και τη ρίζα του ένα διάκενο που θα καθοριστεί στη θεωρία και στην πρακτική των εργατικών κινημάτων κατά τη δεκαετία του ογδόντα, με έναν κατά κύριο λόγο ασυνείδητο τρόπο. Εδώ βυθίζει τη ρίζα της η ανεπίλυτη αμφισημία των κινημάτων απέναντι στην καπιταλιστική καινοτομία, της συνεχούς τεχνολογικής και συμβολικής επανάστασης που εισάγει το κεφάλαιο στην κοινωνία, χειραγωγώντας συνεχώς τα περιγράμματα και τις ταυτότητές της, αποσυνθέτoντας τις οργανωμένες μορφές της και ανατρέποντας τις κοινωνικές και πολιτικές ταυτότητες.
Σχετική εικόνα
Η άρνηση της εργασίας θεωρήθηκε σαν ένα βασικό ελατήριο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Χωρίς εργατικούς αγώνες, χωρίς αποφυγή απ’ την πλευρά των εργατών της εκμετάλλευσης, χωρίς δολιοφθορά, σαμποτάζ, απουσία από την εργασία, δεν υπάρχει ανάπτυξη. Η ανάπτυξη είναι ουσιαστικά κλοπή της καινοτομίας των εργατών, καπιταλιστική κλοπή της δημιουργικότητας του εργάτη ο οποίος για να καπνίσει ένα τσιγάρο με την ησυχία του βρίσκει τον τρόπο να κάνει το κομμάτι του πιο γρήγορα. O τεχνολογικός εκσυγχρονισμός είναι ουσιαστικά ένα κύριο εύρημα των αφεντικών που προσπαθεί να εξαλείψει ένα κομμάτι της ζωντανής εργασίας, έναν χειριστή, ένα ολόκληρο τμήμα, μια απασχόληση, μια αρμοδιότητα, έναν ρόλο. Εν ολίγοις, η τεχνολογική καινοτομία είναι η απαραίτητη μορφή για την εξοικονόμηση εργασίας, είναι η κύρια απάντηση των αφεντικών στην άρνηση της εργασίας. Αλλά τότε: η αναδιάρθρωση, η καινοτομία, ο εκσυγχρονισμός, το τεχνολογικό άλμα πρέπει πραγματικά να θεωρηθεί εχθρός; Μήπως δεν υπάρχει στην αναδιάρθρωση η προϋπόθεση της ελευθερίας η συνθήκη για τη μείωση της εξάρτησης της ζωής από την εργασία; Το ερώτημα πρέπει να εξεταστεί σε όλη του την πολυπλοκότητα.Στην πραγματικότητα η πρόθεση του αφεντικού, όταν μετασχηματίζει ένα εργαστήριο ή αυτοματοποιεί ένα τμήμα εργασίας, είναι εκείνη να μεγιστοποιήσει το συνολικό κέρδος, να εξαλείψει τους θύλακες της ανυπακοής, να επιτύχει έναν πιο στενό μηχανικό έλεγχο στην ανθρώπινη εργασία.Η καπιταλιστική χρήση της τεχνολογίας μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: να λυγίσει τη δομή της μηχανής, του εργαλείου εργασίας, καθώς και την γνωστική επιστημονική δομή, που είναι απαραίτητη για την παραγωγή αυτής της μηχανής, να την λυγίσει σε ένα στόχο ελέγχου, μιας ολοένα και πιο τέλειας υποβολής, όλο και πιο ολοκληρωτικής, όλο και πιο ασφυκτικής.
Αποτέλεσμα εικόνας για il rifiuto del lavoro, anni '70
Η καπιταλιστική χρήση της τεχνολογίας – και η αναδιάρθρωση ως καπιταλιστική επανάσταση των μηχανημάτων, του τεχνολογικού συστήματος – διαπερνά τις ίδιες δομές, τη μορφή και τη λειτουργία των αντικειμένων, και εμμέσως διαπερνά τα μυαλά, τις κοινωνικές σχέσεις, τον παραγωγικό κόσμο. Η σκέψη και η πρακτική του επαναστατικού εργατισμού πολύ σύντομα έρχεται αντιμέτωπη με μια αντίφαση, και σε κάποιο βαθμό θα παραμείνει αιχμάλωτη αυτής.Η έντονη τεχνολογική επανάσταση που ξεδιπλώνεται κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, και η οποία ωριμάζει στα τέλη αυτής της δεκαετίας ωριμάζει στα τέλη αυτής της δεκαετίας και εκδηλώνεται με αληθινά, πραγματικά κύματα μαζικών απολύσεων, είναι η αιτία της κρίσης της εργατικής αυτονομίας, αλλά στην πραγματικότητα είναι και η αιτία της τάσης διάλυσης της εργατικής τάξης του εργοστασίου και της βιομηχανίας ως κυρίαρχο σύστημα παραγωγής. Η αναδιάρθρωση, η τεχνολογική καινοτομία και ο εκσυγχρονισμός είναι η απάντηση στην άρνηση της εργασίας, αλλά και η εκπλήρωση της. Μέσα από την αναδιάρθρωση, όντως, ο εργατικός στόχος επιτυγχάνεται για να μειώσει την απαραίτητη εργασία, αλλά οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες καθορίζεται αυτή η μετατόπιση κυριαρχούνται από το καπιταλιστικό συμφέρον, αποσκοπούν στην κυριαρχία και το κέρδος, όχι στην κοινωνική χρησιμότητα. Και να λοιπόν που το αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης είναι μια μεγαλύτερη εκμετάλλευση, μια μεγαλύτερη εξάρτηση, μια πολιτική διαίρεση, ένας πολιτικός διαχωρισμός μεταξύ απασχολουμένων και ανέργων.
Σχετική εικόνα
Αλλά αυτό εμφανίζεται, κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, επειδή το επαναστατικό κίνημα δεν καταφέρνει να εκτελέσει μέχρι τέλους το πρόγραμμά του εργατικής κατεύθυνσης επί όλης της διαδικασίας παραγωγικής μεταμόρφωσης, διότι στο σημείο αυτό η συνδικαλιστική διαμεσολάβηση και ο εξτρεμισμός έρχονται αντιμέτωποι χωρίς να μπορούν να βρουν το σημείο διεξόδου: τη γενικευμένη μείωση του χρόνου εργασίας, την κοινωνική ανακατανομή του κοινωνικά απαιτούμενου χρόνου εργασίας. Εν ολίγοις, την εργατική εξουσία επάνω στις συνθήκες της μεταβιομηχανικής μετάβασης, επάνω στις συνθήκες της αποβιομηχανοποίησης και του μετασχηματισμού ολόκληρου του κόσμου της παραγωγής. Αλλά εδώ δεν είναι το μέρος για να αναπτύξουμε ένα τέτοιο θέμα, εδώ ασχολούμαστε με την ανακατασκευή των γενικών γραμμών μιας διαδικασίας που αρχίζει με την έκρηξη των αυθόρμητων αγώνων του ’68, με την συνάντηση του φοιτητικού κινήματος και των εργατικών οργανισμών βάσης, και φτάνει στη γενίκευση το φθινόπωρο του 1969. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία ετοιμάζονται εκείνα τα στοιχεία που θα ξαναβρούμε, σε πολύ διαφορετικό βαθμό πυκνότητας και ανάμιξης, στην έκρηξη της εργατικής αυτονομίας, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70.
Σχετική εικόνα
Σχετική εικόνα
αυτονομία, autonomia

Οι αυτόνομοι – δεύτερος τόμος, Gli autonomi – volume II

Gli autonomi – volume II

Οι ιστορίες, οι αγώνες, οι θεωρίες

Μεταξύ του 1973 και του 1979 επικεντρώνεται ο ορισμός των παραδειγμάτων της θεωρητικής παραγωγής και του πρακτικού πειραματισμού του επαναστατικού σχεδίου της περιοχής της εργατικής αυτονομίας

Στην εκπόνηση αυτού του σχεδίου, μέσω της ανάπτυξης μιας ολοένα πιο σφικτής συζήτησης, συμμετείχαν αρκετά διαφορετικές πολιτικές, κοινωνικές και εδαφικές συνιστώσες. Αυτός ο τόμος προσπαθεί να κάνει τον λογαριασμό με αυτή τη διαδικασία μέσω της ανθολογικής συλλογής μέρους των εγγράφων που τροφοδότησαν αυτό το πρωτότυπο-αυθεντικό εργαστήριο ανατρεπτικής γνώσης. Μια αναλυτική-λεπτομερής χρονολόγηση των κυριότερων πολιτικών και κοινωνικών γεγονότων της εποχής είναι ένας οδηγός για μια ιστορική τοποθέτηση-εισαγωγή των θεμάτων που συζητήθηκαν.Στη συνέχεια υπάρχει μια «διεθνής ενότητα» με συνεισφορές συγγραφέων από διάφορες χώρες. Γεννήθηκε γύρω από την παρατήρηση ενός παραδόξου: ενώ στην Ιταλία η εργατική Αυτονομία καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, διασκορπίζεται, οι θεωρίες και οι πρακτικές της γίνονται προνομιακό έδαφος παρατήρησης και αναφοράς για τα κινήματα σε αγώνα στον κόσμο και για την κριτική σκέψη. Τα βιβλία της, οι ιστορίες του, οι συγγραφείς της μεταφράζονται πλέον σε όλες τις γλώσσες. Η Αυτονομία γίνεται ένα από τα λίγα ιταλικά «προϊόντα εξαγωγής», λίγο πολύ όπως η Vespa των χρόνων Πενήντα ή τα Armani της δεκαετίας του ’80. Για την Ιταλία της δεκαετίας του εβδομήντα δεν υπάρχουν πολλά άλλα για τα οποία κάποιος να μιλήσει.

Παρεμβάσεις των: César Altamira, Franco Berardi (Bifo), Martin Birkner, Lucio Castellano, Patrick Cuninghame, Silvia Federici, Robert Foltin, Felix Guattari, Michael Hardt, Roberto Lauricella, Vincenzo Miliucci, Primo Moroni, Toni Negri, Sirio Paccino, Daniele Pifano, Carlos Prieto del Campo, Alvaro Reyes, Suely Rolnik, Roberta Tomassini, Mario Tronti.
Υλικό από: «7 aprile», Assemblea autonoma dell’Alfa Romeo, «A/traverso», Collettivi politici operai, Comitati autonomi operai, Comitato per il salario al lavoro domestico, Collettivi politici operai, «Comunismo», Gruppo Gramsci, «I Volsci», «Il corrispondente operaio», «Lavoro zero», «Linea di condotta», «Magazzino», Potere operaio, «Rivolta di classe», «Rosso», «Senza padroni. Giornale dell’Assemblea autonoma dell’Alfa Romeo», «Senza tregua»

ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

Ευρετήριο

Πρόλογοι

Η άρνηση της εργασίας
εργατική Αυτονομία: χθες και σήμερα
Γέννηση και σημασία του όρου «αυτονομία»

Χρονολογία και ανθολογία

1973
Από το «Μanifesto» έως την οργανωμένη αυτονομία
Η Διάσκεψη των Αυτόνομων Συνελεύσεων, των Επιτροπών και των αυτόνομων Οργανισμών του εργοστασίου και της επικράτειας στην Μπολόνια τον μάρτιο του 1973
Εισαγωγική έκθεση για την προετοιμασία της Διάσκεψης
Ένα βήμα μπροστά, δύο πίσω: το τέλος των ομάδων
Οργανωτικές διαρθρώσεις και γενική οργάνωση: το κόμμα του Mirafiori
Ξεκινώντας πάλι από την αρχή δεν σημαίνει να γυρίζεις πίσω
Μια πρόταση για έναν διαφορετικό τρόπο να κάνεις πολιτική

1974
Μισθός και αυτόνομη οργάνωση
αυτόνομη Οργάνωση υποχρεωτικό πέρασμα για να νικήσουμε τα αφεντικά και τους ρεφορμιστές
Συμβόλαια 35 x 40. Περισσότερος μισθός και λιγότερος χρόνος εργασίας
Σχετικά με το χτίσιμο φεμινιστικών επιτροπών
Αλλά ο αγώνας μας είναι για την εξουσία
Μισθός κατά της οικιακής εργασίας
Η οργανωμένη εργατική Αυτονομία
Οργάνωση της αυτονομίας

1975
«Φεμινιστικός σεκταρισμός»
Οι ημέρες του απριλίου
Από την «εργατική Εξουσία» στον «Τρόπο συμπεριφοράς»
Πολιτικές προϋποθέσεις για την οργάνωση της εργατικής Αυτονομίας
νεανικό Προλεταριάτο
Η πορεία της ανασύνθεσης
Απελευθερώνοντας τη ζωή από την εργασία

1976
Ενεργώντας συλλογικά και αυτόνομα στην τρέχουσα φάση
Ρώμη: η νέα νομιμότητα των σοβιέτ
Ξανά για την αυτονομία
εργατική Αυτονομία κατά των εκλογών Δημιουργούμε οργανώνουμε αντιεξουσία
Ρεαλισμός της επαναστατικής πολιτικής
Να πάρουμε πίσω στα χέρια μας τον Μαρξ ενάντια στην ιδεολογία
Μια εφημερίδα για το νότο

1977
Η δουλειά καθιστά ελεύθερους και ωραίους
Πρόταση
Επιτέλους ο ουρανός έπεσε στη γη. Η επανάσταση είναι σωστή απαραίτητη δυνατή
Στις μαζικές συνελεύσεις του Πανεπιστημίου αναδύεται το νέο προλεταριακό υποκείμενο
Για την αυτονομία
Στους αγώνες ζει ήδη μια ανταγωνιστική συνεργασία στη διαδικασία της ανάπτυξης-δημιουργίας αξίας: είναι απαραίτητο να μετατραπεί σε κομμουνιστική συνεργασία
Να κατανοήσουμε αμέσως, να ξεκινήσουμε εκ νέου!
Για μια νέα άνοιξη αγώνα
Μια δύναμη που θα σας θάψει
Από «νέοι εξεγερμένοι» σε ένα πολιτικό κίνημα ενάντια στο Κράτος
Αγώνας, επίθεση, οργάνωση. Χτίζουμε την εργατική και προλεταριακή πολιτοφυλακή για την κομμουνιστική εξουσία
Αντιπυρηνικοί αγώνες
εργατική Αυτονομία: από τον αγώνα της τάξης η διαδικασία της προλεταριακής οργάνωσης στο έδαφος του εμφυλίου πολέμου

1978
«Senza Tregua. Εφημερίδα των εργατών και των προλετάριων κομουνιστών»
«Δίχως αφεντικά. Εφημερίδα της αυτόνομης κολεκτίβας Alfa Romeo»
«I Volsci. Μηνιαίο περιοδικό της ρωμαϊκής εργατικής Αυτονομίας»
«Addavenì»
Ανακοινωθέν στον Τύπο των αυτόνομων εργατικών Επιτροπών
Τι να κάνουμε
«Rosso. Για την εργατική εξουσία»
Για το κόμμα της αυτονομίας
MAO – Κίνημα της Εργατικής Αυτονομίας

1979
Σημειώσεις για την αυτονομία του πολιτικού
Εργασία και πολιτικό. Μια νέα σύνθεση; ή άρνηση της εργασίας και καταστροφή του Κράτους: ένα νέο κόμμα;
ο Lama βρίσκεται στο Θιβέτ
Τεχνική συγκρότηση και πολιτική ταξική συγκρότηση
Και νόμιζαν ότι θα γλιτώσουν κατηγορώντας την ιστορία για ένοπλη μπάντα…
Μια θεσμική συνωμοσία

Κόσμος

Η αυτονομία στο Ηνωμένο Βασίλειο
Patrick Cuninghame
Τα θέλουμε όλα! Αυτόνομη σκέψη στην Γερμανία
Martin Birkner και Robert Foltin
Αυτονομία, ηγεμονία, general intellect, πολιτική
Carlo Prieto del Campo
Η αυτονομία στην Αργεντινή
César Altamira
Μικροπολιτικές
Felix Guattari και Suely Rolnik
Η κρυφή σχέση μεταξύ του Huey Newton και της αυτονομίας
Michael Hardt
Huey Newton και η γέννηση της αυτονομίας
Alvaro Reyes

ISBN: 978-88-89969-35-9
PAGINE: ΣΕΛΙΔΕΣ 480
ANNO: ΕΤΟΣ 2007
COLLANA: ΣΥΛΛΟΓΗ I libri di DeriveApprodi  τα βιβλία
TEMA: ΘΕΜΑ Anni Settanta  Χρόνια Εβδομήντα
ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

LANFRANCO CAMINITI

σικελός, ζει απομονωμένος, γράφει άρθρα και δοκίμια, διαβάζει πολλές ιστορίες και συμβαίνει να στήνει και κάποιες. Δεν έκανε πάντα αυτό: όταν ήταν αγόρι βρίσκονταν κυρίως στο δρόμο, όπως και πολλοί στη δεκαετία του Εβδομήντα. Τα γραπτά του [που συλλέγονται στη διεύθυνση http://www.lanfranco.org] περιηγούνται στο Διαδίκτυο όπου αναδημοσιεύονται και μερικές φορές μεταφράζονται.

SERGIO BIANCHI

ο Sergio Bianchi εργάστηκε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Υπήρξε μεταξύ των ιδρυτών του περιοδικού και στη συνέχεια του εκδοτικού οίκου DeriveApprodi, του οποίου είναι διαχειριστής μοναδικός και εκδοτικός διευθυντής. Επεξεργάστηκε τα δοκίμια: L’Orda d’oro. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale (Feltrinelli); La sinistra populista. Equivoci e contradizioni del caso italiano (Castelvecchi); με τον Lanfranco Caminiti: Settantasette. La rivoluzione che viene και τους τόμους I, II, III de Gli autonomi. Le storie, le lotte, le teorie (DeriveApprodi); με την Raffaella Perna: Le polaroid di Moro (DeriveApprodi); με τον Nanni Balestrini e Franco Berardi Bifo: Il ’68 sociale politico culturale (alfabeta2). Είναι επίσης συγγραφέας των: Milano, via De Amicis, 14 maggio 1977. La costruzione dell’immagine icona degli «anni di piombo» (DeriveApprodi); Figli di nessuno. Storia di un movimento autonomo (Milieu) και του μυθιστορήματος La gamba del Felice (Sellerio).
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Κράτος και αφεντικά, προσέξτε – Stato e padroni, fate attenzione

Η εργατική τάξη, σύντροφοι, είναι στην επίθεση, το Κράτος και τα αφεντικά δεν μπορούν να την σταματήσουν, καθόλου εργάτες σκυμένοι να δουλεύουν αλλά όλοι είμαστε ενωμένοι έτοιμοι να αγωνιστούμε. Όχι στη μισθωτή εργασία, ενότητα όλων των εργατών. Ο κομμουνισμός είναι το πρόγραμμά μας, με το Κόμμα θα κερδίσουμε την εξουσία. Κράτος και αφεντικά, προσέξτε, γεννιέται το Κόμμα της εξέγερσης, εργατική Εξουσία και επανάσταση, κόκκινες σημαίες και κομμουνισμός θα είναι. Κανείς ή όλοι, ή όλα ή τίποτα, και μόνο μαζί πρέπει να πολεμήσουμε, τα τουφέκια ή οι αλυσίδες: αυτή είναι η επιλογή που μας μένει να κάνουμε. Σύντροφοι, εμπρός για το Κόμμα, ενάντια στο Κράτος ένοπλος αγώνας θα είναι, με την κατάκτηση όλης της εξουσίας θα είναι η δικτατορία των εργατών. Κράτος και αφεντικά … Οι προλετάριοι είναι έτοιμοι στον αγώνα, ψωμί και δουλειά δεν θέλουνε πλέον, δεν υπάρχει τίποτα να χάσουμε παρά τις αλυσίδες και υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος για να κερδίσουμε. Δρόμο απ’ τις γραμμές παραγωγής, ας πάρουμε το τουφέκι, δύναμη σύντροφοι εμπρός, στον εμφύλιο πόλεμο! Agnelli, Pirelli, Restivo, Colombo, όχι πλέον λόγια, αλλά βροχή από μολύβι! Κράτος και αφεντικά … Κράτος και αφεντικά, δώστε προσοχή γεννιέται το Κόμμα της εξέγερσης, ζήτω το Κόμμα και επανάσταση, κόκκινες σημαίες και κομμουνισμός θα είναι!

La classe operaia, compagni, è all’attacco, Stato e padroni non la possono fermare, niente operai curvi più a lavorare ma tutti uniti siamo pronti a lottare. No al lavoro salariato, unità di tutti gli operai Il comunismo è il nostro programma, con il Partito conquistiamo il potere. Stato e padroni, fate attenzione, nasce il Partito dell’insurrezione; Potere operaio e rivoluzione, bandiere rosse e comunismo sarà. Nessuno o tutti, o tutto o niente, e solo insieme che dobbiamo lottare, i fucili o le catene: questa è la scelta che ci resta da fare. Compagni, avanti per il Partito, contro lo Stato lotta armata sarà; con la conquista di tutto il potere la dittatura operaia sarà. Stato e padroni… I proletari son pronti alla lotta, pane e lavoro non vogliono più, non c’è da perdere che le catene e c’è un intero mondo da guadagnare. Via dalle linee, prendiamo il fucile, forza compagni, alla guerra civile! Agnelli, Pirelli, Restivo, Colombo, non più parole, ma piogge di piombo! Stato e padroni… Stato e padroni, fate attenzione nasce il Partito dell’insurrezione; viva il Partito e rivoluzione, bandiere rosse e comunismo sarà!

Informazioni Πληροφορίες

Sull’aria dell’inno polacco «La varsovienne» (o di «A las barricadas»). Στην ατμόσφαιρα, στον τόνο του πολωνικού ύμνου «La varsovienne» (ή «A las barricadas»).

Indicazioni bibliografiche Βιβλιογραφικές ενδείξεις

Vettori Giuseppe, Canzoni italiane di protesta 1794 – 1974, Roma, Newton Compton, 1975 – ιταλικά τραγούδια διαμαρτυρίας

https://www.ildeposito.org/archivio/canti/stato-e-padroni-fate-attenzione