αυτονομία, autonomia

29 φεβρουαρίου 1979 : Για τη γραμμή της μάχης

Το 1979 ανοίγει με δύο ένοπλες ενέργειες που έχουν ισχυρό αντίκτυπο μέσα στο επαναστατικό Κίνημα. Στη Γένοβα στις 24 ιανουαρίου, σκοτώνεται από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες ο Guido Rossa, εκπρόσωπος της Cgil, μέλος της ομάδας περιφρούρησης του PCI-ΚΚΙ, ο οποίος επιτελούσε μια συγκεκριμένη δουλειά διείσδυσης και κατασκοπίας στο εργοστάσιο, που τον οδήγησε να είναι «μοναδικός μάρτυρας» στη δίκη ενάντια στον εργάτη της italsider Francesco Berardi, ο οποίος μοίραζε φυλλάδια προπαγάνδας για τις Βr. Στο Μιλάνο, στις 29 η Prima Linea σκοτώνει τον δικαστή Emilio Alessandrini ο οποίος την διερευνά.

29 febbraio 1979 : Sulla linea di combattimento

Οι Collettivi Politici Veneti παίρνουν το λόγο μιλώντας στο τεύχος 7 της «Αυτονομίας-Autonomia» με το editorial «Σχετικά με τη γραμμή μάχης». Στο έγγραφο επισημαίνεται το πως οι Cpv εννοούν τη σχέση μεταξύ της ένοπλης υποκειμενικής πρωτοβουλίας και της αντιεξουσίας. Υπάρχει μια ακριβής κριτική στην παρανομία και τον υποκειμενισμό των μαχητών. Ας ακούσουμε:

»Λέμε πως το να παίρνουμε θέση και να την αποσαφηνίζουμε σε ορισμένες χρονικές στιγμές είναι κατάλληλο και χρήσιμο.

Λοιπόν, αυτή είναι μια από τις συγκεκριμένες στιγμές. Το ζήτημα που μας απασχολεί, περιορίζεται στους χώρους και τα όρια μιας εφημερίδας, είναι η εξέλιξη και οι αντιφάσεις του κομμουνιστικού ένοπλου αγώνα στη χώρα μας. Η ευκαιρία μας δίνεται από τα γεγονότα της Γένοβα και του Μιλάνο, ή μάλλον από τoν θάνατο ενός «ειδικευμένου» εργαζόμενου του PCI και ενός «δίκαιου» διαχειριστή της καπιταλιστικής δικαιοσύνης, δηλαδή εξ αιτίας δύο επιχειρήσεων μάχης ενάντια σε εκφραστές του εργατικού ρεβιζιονισμού των ημερών μας.
Σε εμάς αυτές οι δύο ενέργειες δεν αρέσουν. Όχι τόσο για το τέλος των δύο εργαζομένων της κοινωνικής μηχανής αντιπρολεταριακού ελέγχου, όσο, ακριβώς, για το μέγεθος, την κατάσταση της υγείας αυτής της μηχανής και τις διαρθρώσεις της μέσα στην κοινωνία των πολιτών. Επομένως, μας ενδιαφέρει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τις πολιτικές θέσεις των συντρόφων του «μαχόμενου κόμματος».

ΠΡΩΤΟ ΣΗΜΕΙΟ – Αν για εμάς, όπως και για αυτούς τους συντρόφους, το βασικό στοιχείο για την κατάρρευση του οπορτουνισμού και για την έξοδο από τις ρεβιζιονιστικές πολιτικές γραμμές, οι οποίες εδώ και δεκαετίες, για την ακρίβεια από πάντα, είναι παρούσες και κυρίαρχες μέσα στο εργατικό κίνημα, όπως και για μια πιθανή υπόθεση επαναστατικής εργατικής εξουσίας, αυτό το στοιχείο έγκειται στην επιλογή του πεδίου του ένοπλου αγώνα. άλλο τόσο, έπεται λόγω αυτής της θεωρητικής και πρακτικής μη αναστρέψιμης για εμάς γνώσης το πρόβλημα του πώς θα καταφέρουμε να οργανώσουμε τον ένοπλο αγώνα μέσα σε μια ιστορική προοπτική απελευθέρωσης από την καπιταλιστική εκμετάλλευση.
Πράγματι, αν ο ταξικός εχθρός αποκομίζει την εξουσία του, την κοινωνική δικτατορία του ασκώντας την διοίκηση- την εξουσία επί της εργασίας, αυτή η εντολή, αυτή η διοίκηση-εξουσία δεν τροφοδοτείται μόνο από στρατιωτική δύναμη, αλλά και από μια κοινωνική και μαζική ποιότητα αυτής της δύναμης.
Η τεράστια τερατουργικότητα του γραφειοκρατικού-στρατιωτικού μηχανισμού του Πολυεθνικού Καπιταλιστικού Κράτους συνοδεύεται από την πολυπλοκότητα των ταξικών σχέσεων, μεταξύ των τάξεων, σε μια χώρα με καθυστερημένο καπιταλισμό, με την επέκταση, διαρθρωμένη και ριζωμένη ανάμεσα στα προλεταριακά στρώματα, της παρουσίας του ρεβιζιονισμού με λειτουργίες ελέγχου της προλεταριακής συναίνεσης στην κυριαρχία της αστικής νομιμότητας.
Ο αναθεωρητισμός-ρεβιζιονισμός ο οποίος, αν και αρνητικό προϊόν των ταξικών αγώνων, είναι ακόμα εσωτερικός στην τάξη.
Ο ένοπλος αγώνας, λοιπόν, αποκτά χαρακτηριστικά καθολικότητας μόνο εάν εισάγεται μέσα σε ένα πολιτικό και οργανωτικό μονοπάτι που συνδέεται με μια στρατηγική και μια τακτική φάσης εμφυτευμένες στην επίλυση όλων των πτυχών που εκφράστηκαν παραπάνω.
Πιστεύουμε, όντως, μαζί με τον Λένιν, ότι «το κόμμα του προλεταριάτου δεν μπορεί ποτέ να θεωρήσει τον παρτιζάνικο πόλεμο ως το μοναδικό και ούτε ακόμη το κύριο μέσο αγώνα» και «ότι αυτό το μέσο πρέπει να υπαχθεί σε άλλα» και ότι «χωρίς αυτή την τελευταία προϋπόθεση, όλα, απολύτως όλα τα μέσα αγώνα στην αστική κοινωνία … παραμορφώνονται, εκπορνεύονται“.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΗΜΕΙΟ – Η ήττα της «μπερλινγκουερικής κλίκας» δεν θα μπορούσε παρά να αποτελέσει, κατά την άποψή μας, για να είναι μια προλεταριακή νίκη, την ιδεολογικο-πολιτικο-ανθρώπινη και οργανωτική κρίση του ιστορικού εργατικού κινήματος, δηλαδή, μιας επιθυμητής διάρρηξης του.
Ο αναθεωρητισμός στη δομή του, στο στήσιμο του, γεννήθηκε και μεγάλωσε σε θέση υποταγμένη στον «καπιταλιστικό κόσμο». Επομένως, να τον αλλάξουμε σημαίνει να τον διαρρήξουμε.
Να τον σπάσουμε σίγουρα όχι πηδώντας, άνευ διαμεσολαβήσεων στην πολεμική γραμμή, από ένα επίπεδο ιδεολογικής κριτικής σε ένα επίπεδο συνοπτικής δικαιοσύνης.
Αν και γουρούνια, πληροφοριοδότες, ρουφιάνοι του αφεντικού και κουράδες συμβιβασμένοι με το καπιταλιστικό καθεστώς, οι ρεβιζιονιστές εξακολουθούν να παρουσιάζουν κοινωνικά, μαζικά χαρακτηριστικά, να διαχειρίζονται πλειοψηφικά στρώματα του προλεταριάτου και επομένως, αμέσως και σε αυτό το στάδιο, να προκαλούν σύγχυση, αμηχανία, παραμόρφωση, αντι-κομμουνιστική υστερία και πάνω απ’όλα μια επικίνδυνη αντιστροφή μέσα στην τάξη της δίκαιης αντιπαράθεσης των εργατών και των προλετάριων με τις προτάσεις και τις υποθέσεις του κομμουνιστικού σχεδίου μάχης και απελευθέρωσης κατά και από την καπιταλιστική εκμετάλλευση.
Σε ένα πρόγραμμα οργάνωσης, ταυτοποίησης, αποκάλυψης-ξεμασκαρέματος και κατάλληλης αγωνιστικής απάντησης των συμβιβασμένων ρεβιζιονιστών, είναι απαραίτητο παράλληλα να ασκείται με προτεραιότητα η πολιτική, πρακτική και δημόσια κριτική της πολιτικής τους στο επίπεδο των πραγματικών ταξικών αντιφάσεων, επάνω στην πραγματική ισορροπία δυνάμεων σε αυτή τη φάση μεταξύ του προλεταριάτου και του καπιταλισμού, στα εργοστάσια, όπως στους τομείς της κοινωνικής παραγωγής όπως και στην επικράτεια, στις γειτονιές, στην κοινωνία.
Αναγκάζοντας τον ρεβιζιονισμό να αντιπαρατεθεί στο επίπεδο που η μάχη, ο αγώνας σου θέλει να ασκήσει:

ΤΡΙΤΟ ΣΗΜΕΙΟ – Για να μπορέσουμε να κάνουμε όλα αυτά, υπάρχει ανάγκη για μια γενιά επαναστατών των οποίων τα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να εντοπιστούν απλά στην «παράνομη διάσταση».
Δηλαδή, σε μια προσέγγιση στράτευσης που να είναι χρήσιμη για την ανάπτυξη καλά καθορισμένων καθηκόντων μιας ώριμης κομμουνιστικής οργάνωσης, η οποία όμως ακόμη πρέπει να κατακτηθεί, αλλά ανεπαρκής και αποκλίνουσα αν δεν βυθιστεί σε μια πολύ ευρύτερη οργανωτική διάρθρωση. Δεν συμφωνούμε πλέον όταν μια πιθανή ποιότητα της οργάνωσης έρχεται να αναλάβει, όπως υπενθύμισε ο Λένιν νωρίτερα, έναν χαρακτήρα καθολικότητας σε λύσεις στα ερωτήματα και τις οργανωτικές ανάγκες.
Να διαλεχτούμε μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα τις αντιφάσεις μεταξύ παράνομης και μη παράνομης στράτευσης υπήρξε χρήσιμο τα τελευταία χρόνια. Μέσα σε ένα εξαιρετικό εργαστήριο που είναι η αληθινή πραγματικότητα και η συνεχής κίνηση των πραγμάτων, όλες οι ενέργειες, οι υποθέσεις, οι εμπειρίες των κομμουνιστών έχουν αναπτυχθεί μαζί με τα όριά τους κατά τη διάρκεια μιας μακράς φάσης μέσα στην οποία δεν ήταν δεδομένες οι συνθήκες για να επιστρέψουν όλοι σε μια πειθαρχία και ομοιογένεια ενιαίας πορείας οργάνωσης και προγράμματος. Όλοι εμείς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο ένοπλος αγώνας στη χώρα μας, με τις διάφορες μορφές που έχουν αναληφθεί και με τους διαφορετικούς τρόπους μάχης που υιοθετήθηκαν, είναι ένα αντικειμενικό και υποκειμενικό αποτέλεσμα ετών και χρόνων αγώνων των εργατών και εξαιρετικής αντίστασης στο καπιταλιστικό σχέδιο αναδιάρθρωσης των σχέσεων παραγωγής και αναπαραγωγής μεταξύ των τάξεων.
Καλώς, σήμερα, το να αναγνωρίζουμε όλα αυτά δεν είναι πλέον αρκετό.
Το κομμουνιστικό υποκείμενο πρέπει να είναι πειθαρχημένο μέσα σε ένα κεντρικό σχέδιο οργάνωσης ικανό να «το οπλίζει» για να αποδιοργανώσει ολόκληρο το οπλοστάσιο ελέγχου διοίκησης εξουσίας του καπιταλιστικού κράτους. Το κίνημα πρέπει να εμπλουτιστεί με την πολυπλοκότητα των προβλημάτων, είναι απαραίτητο να εργαστούμε έτσι ώστε να μπορέσει να ενισχυθεί και να μπορέσει να υποστηρίξει και να δεχθεί την καπιταλιστική πρόκληση σε όλα τα εδάφη όπου συσχετίζονται οι ταξικές συγκρούσεις. Με άλλα λόγια δεν ενδιαφερόμαστε να οικοδομήσουμε ένα πλαίσιο μάχης μόνο στη συνεχή επαλήθευση των δυνατοτήτων να σακατέψουμε και να εκτελέσουμε έναν ταξικό εχθρό, αν δεν δουλέψουμε ή αν εργαστούμε ενάντια σε μια διαφορετική συνολική ποιότητα του συλλογικού κομμουνιστικού υποκειμένου, της διαφορετικότητας, εάν επιτρέπετε, από την συνολική ποιότητα του μεταρρυθμιστικού-ρεφορμιστικού υποκειμένου.
Ως εκ τούτου, μια γραμμή μάχης στο πλαίσιο της πρακτικής του προλεταριακού προγράμματος σε εδαφικό επίπεδο, μέσα στην εμπειρία μαζικής παρανομίας και ανάπτυξης του οργανωμένου κομμουνιστικού κινήματος. Κινήματος ως υποκειμενικό δίκτυο μιας προλεταριακής εξουσίας που αναπτύσσεται επάνω στη χρήση της δύναμης, σταδιακά ανάλογης με τα πιθανά άλματα και τον εξαναγκασμό της και μέσα σε ολόκληρη την προλεταριακή υποκειμενικότητα. Συνεπώς μια διαρθρωμένη και σύνθετη πρακτική του ένοπλου αγώνα. Δεν μπορούμε, σύντροφοι, δεν μπορούμε να γκετοποιήσουμε, πάνω απ’όλα, τις μελλοντικές προλεταριακές δυνατότητες μόνο σε έναν από τους τρόπους διεξαγωγής του αγώνα, της μάχης.
Το στυλ εργασίας των κομμουνιστών πρέπει να είναι από εδώ και στο εξής, όσον αφορά τα θεμελιώδη κριτήρια και τους θεμελιώδεις νόμους του χτισίματος του επαναστατικού κόμματος, ένα εσωτερικό ερώτημα-ζήτημα για τους κομμουνιστές και το έργο τους. Επιβάλλεται-απαιτείται η εγκατάλειψη, σε σύντομο χρονικό διάστημα, όλων εκείνων των θέσεων που μπλοκάρουν και / ή εμποδίζουν μια διαδικασία ενοποίησης όλων των προλεταριακών πρωτοποριών στην χώρα μας.
Αν ορισμένοι σύντροφοι συνεχίσουν, δυστυχώς, να σπρώχνουν τον επιταχυντή για μια δραστική ευθυγράμμιση θέσεων, μεταξύ των συνιστωσών του κομμουνιστικού κινήματος, επάνω στους διαφορετικούς τρόπους μάχης, σε μια παραπλανητική και όλο και πιο πλαστή και τεχνητή αντίθεση-αντιπαράθεση, τότε από την πλευρά μας θα αποστασιοποιηθούμε όλο και περισσότερο με μια σκληρή πολιτική μάχη κατά των θέσεων αυτών. Πράγματι, η περαιτέρω πρόοδος του έργου των κομμουνιστών των διαφόρων επαναστατικών οργανώσεων θα είναι θετική αν αναλάβει τα καθήκοντα και τις ευθύνες που τους αναλογούν μιας νέας φάσης, αυτή τη φορά πιο πολύπλοκης και ώριμης.
Δεν μας αρέσει εάν διασπαστεί μια σωστή ισορροπία των αναλογιών μεταξύ των δύο κύριων συνιστωσών, γραμμών του επαναστατικού κινήματος, δηλαδή μεταξύ των κομμουνιστών στην παρανομία και των κομμουνιστών της εργατικής αυτονομίας. Πρόκειται για κάτι πολύ άσχημο με πολύ κακές προοπτικές, αν η μια μεταβλητή, η παράνομη, σταματήσει να σχετίζεται με κάποιον τρόπο με τη γενική δυναμική του κομμουνιστικού κινήματος. Η οργανωμένη εργατική αυτονομία δεν λογαριάζεται μόνο με την επιτάχυνση της στρατιωτικής πίεσης του κράτους επάνω στην οργάνωση, αλλά και με τα προβλήματα και τις δυσκολίες που συνδέονται με την επανέναρξη-επανάληψη της προλεταριακής πρωτοποριακής και μαζικής πρωτοβουλίας. Ενδιαφερόμαστε για ένα συλλογικό κομμουνιστικό υποκείμενο «πολιτικά αναγνωρίσιμο» από τους προλετάριους, και όχι μόνο μέσα από τα χρονικά των εφημερίδων, χωρίς άμφια και μεταμφιέσεις που συγχέουν την ουσία αυτού που έχεις να πεις (στην προκειμένη περίπτωση με μεταμφίεση δεν εννοούμε όλους τους κανόνες ασφαλείας και άλλα παρόμοια θέματα).
Είναι απαραίτητο να πειθαρχήσουμε μέσα σε μια ενιαία, δύσκολη και πολύπλοκη προσπάθεια για την οικοδόμηση της οργάνωσης και του προγράμματος.
Η ομοιογένεια, σύντροφοι, πρέπει να αναζητηθεί και να επιδιώκεται πεισματικά. Αλλά με σαφήνεια. Το να χτυπήσουμε κάποιον στα πόδια πρέπει να λειτουργήσει υπέρ του αποκλεισμού του εργοστασιακού τμήματος, της ικανότητας του κομμουνιστικού κινήματος να αποδιαρθρώσει την επικράτεια, περιοχή ανά περιοχή, με την άσκηση της επαναστατικής αντιεξουσίας. Και αντίστροφα».

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Αυτόνομοι λιμενεργάτες Γένοβας για το Sea Watch 3

 

Collettivo Autonomo Lavoratori Portuali

 

Ένα πλοίο που μεταφέρει 42 ανθρώπινα όντα περιμένει δύο βδομάδες ανοιχτά της νήσου Λαμπεντούζα. Είναι άνθρωποι που προσπαθούν να ξεφύγουν από τον πόλεμο, τη φτώχεια και τη φυλάκιση. Οι υπεύθυνοι για αυτούς τους πολέμους και αυτή τη δυστυχία κάθονται στα κοινοβούλια και στα επιχειρηματικά γραφεία της Ιταλίας και της Ευρώπης. Οι ίδιοι άνθρωποι που  τώρα κάνουνε μπαλάκι, από τη Ρώμη στο Στρασβούργο, την ευθύνη να τους αφήσουν να βγουν στη στεριά.

Δεν είμαστε ούτε ήρωες ούτε πολιτικοί. Κάποιος μας είπε «ταραχοποιούς». Είμαστε απλοί λιμενεργάτες της Γένοβας, αλλά ακριβώς ως εργαζόμενοι αναγνωριζόμαστε μόνο στις ιδρυτικές αξίες του εργατικού κινήματος: την αδελφότητα μεταξύ των ανθρώπων, τη διεθνή αλληλεγγύη. Επειδή γνωρίζουμε καλά, όπως το γνωρίζουν όλοι, ότι αυτοί οι άντρες και αυτές οι γυναίκες που φεύγουν διωγμένες για να βρουν ελπίδα, θα καταλήξουν, στην Ιταλία και αλλού, να κάνουν τις δουλειές με τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση για πενταροδεκάρες, κυνηγημένοι, πλουτίζοντας ακριβώς αυτούς που φωνάζουν με όλη τους τη δύναμη ότι δεν τους θέλουν και ότι «πρέπει να γυρίσουν στη χώρα τους».

Ε, λοιπόν, έρχονται εδώ μόνο και μόνο επειδή οι κυβερνήσεις μας έχουν καταστρέψει τις χώρες τους.

Πιστεύουμε ότι εάν το Sea Watch 3 διασπάσει το μπλόκο που θέλει να επιβάλει η κυβέρνηση, θα πρέπει να το υποδεχτούμε με συγκεκριμένη και ενεργή αλληλεγγύη, με όλη τη δύναμη την οποία είναι ικανοί να δείξουν οι εργαζόμενοι και οι αντιρατσιστές. Καθόσον μας αφορά, το Sea Watch 3 μπορεί να χαράξει πορεία προς το λιμάνι μας· για εμάς θα είναι ευπρόσδεκτοι. Μπορούμε να κλείνουμε τα λιμάνια, αλλά μπορούμε και να τα ανοίγουμε.

Τις τελευταίες εβδομάδες είχαμε σταματήσει, όχι μόνοι μας φυσικά, δύο φορές το φορτίο μιας εταιρείας –της Bahri- που ειδικεύεται στην εμπορία όπλων, όπως ήμασταν παρόντες και στην πλατεία για να «εξηγήσουμε» στους φασίστες και τους προστάτες τους ότι στην πόλη μας δεν έχουν καμία ελπίδα.

Καθώς πλησιάζει η 30η ιουνίου και ο Salvini σχεδιάζει να κάνει άλλη μια επίσκεψη στη Γένοβα, δεν μπορούμε παρά να υπενθυμίσουμε σε όλους – και πρώτα απ’ όλα στους εαυτούς μας – ότι ένας άλλος ακρογωνιαίος λίθος της εργατικής παράδοσης είναι ο αγώνας.

Ξέρουμε πώς να μπλοκάρουμε τα λιμάνια, μπορούμε να το ξανακάνουμε.

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ-ΦΡΟΥΡΙΟ

ΛΙΜΑΝΙΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ

ΛΙΜΑΝΙΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ

2019-06-28 15.16.432019-06-28 15.17.27 (1)

σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Όταν ο εργατισμός έγινε πολιτικό σχέδιο: η ιστορία του Potere Operaio – του Alberto Pantaloni

ο Alberto Pantaloni σε ανασκόπηση για την Effimera του βιβλίου εργατική Εξουσία. Η ιστορία. Η θεωρία [τόμος 1]Potere operaio. La storia. La teoria (volume I), του Marco Scavino, DeriveApprodi, Roma 2018, σελ. 185.

****

Μεταξύ των διαφόρων χώρων της εξωκοινοβουλευτικής ή επαναστατικής Αριστεράς που έδρασαν μέσα στην πολιτική και κοινωνική σύγκρουση της Ιταλίας κατά τη Δεκαετία του ’70, η εργατιστική είναι ίσως η πιο μελετημένη μέχρι στιγμής και πρέπει να ευχαριστήσουμε ουσιαστικά τους τύπους του DeriveApprodi. Είναι αδύνατο εδώ να αναφερθώ σε όλη την τεράστια παραγωγή ανατυπώσεων, νέων ερευνών, απομνημονευμάτων του εκδοτικού οίκου της Ρώμης για το θέμα αυτό. Εδώ θα περιοριστώ να θυμίσω τον γιγάντιο τόμο που επιμελήθηκαν οι Fabio Milana και Marco Trotta (L’operaismo degli anni sessanta. Da «Quaderni Rossi» a classe operaia, 2008-Ο εργατισμός των χρόνων εξήντα. Από τα »κόκκινα Τετράδια» στην εργατική τάξη), εκείνο που επιμελήθηκαν οι Francesca Pozzi και Guido Borio (Gli operaisti, 2005-Οι εργατιστές) και τους τέσσερις τόμους για την Αυτονομία-Autonomia (Gli autonomi, Le storie, le lotte, le teorie, voll. I-II-III, 2007-2008, Οι αυτόνομοι,οι ιστορίες οι αγώνες, οι θεωρίες, που επιμελήθηκαν οι Sergio Bianchi και Lanfranco Caminiti, και Οι αυτόνομοι. Η ρωμαϊκή εργατική αυτονομία Gli autonomi. L’autonomia operaia romana, vol, IV, 2017, που επιμελήθηκαν οι Giorgio Ferrari και G. Marco D’Ubaldo). Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη μιας εμπεριστατωμένης και συστηματοποιημένης έρευνας σχετικά με την οργάνωση που περισσότερο από όλες διεκδίκησε τη θεωρητική κληρονομιά του ιταλικού εργατισμού, δηλαδή την Potere Operaio. Μέχρι τώρα η δευτερεύουσα βιβλιογραφία στη διάθεση μας ήταν επικεντρωμένη στα δύο βιβλία που έγραψε ο δημοσιογράφος Aldo Grandi (Η γενιά των χαμένων χρόνων. Ιστορίες Εργατικής ΕξουσίαςLa generazione degli anni perduti. Storie di Potere Operaio, Einaudi, 2003, Insurrezione armata, ένοπλη Εξέγερση Rizzoli, 2005) με βάση αστυνομικές-δικαστικές πηγές και συνεντεύξεις με τους πρωταγωνιστές, και πιο πρόσφατα σχετικά με απομνημονεύματα (όπως οι δύο αυτοβιογραφικοί τόμοι του Toni Negri, που επιμελήθηκε ο Girolamo De Michele, Ιστορία ενός κομουνιστή Storia di un comunista και  Φυλακή και εξορία Galera ed esilio, Ponte alle Grazie, 2015 και 2018).

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι λοιπόν το έργο έρευνας και ανασυγκρότησης που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επί του θέματος, του οποίου ο πρώτος τόμος βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία εδώ και μερικές εβδομάδες, ενώ ο δεύτερος είναι προγραμματισμένος να κυκλοφορήσει τον ιανουάριο του 2019. Ένα δύσκολο έργο λόγω του διπλού ρόλου του συγγραφέα, εκείνου του μελετητή και εκείνου του πρωταγωνιστή και του άμεσου μάρτυρα, από τον οποίο όμως ο Scavino εξέρχεται με τον καλύτερο τρόπο. Απόδειξη είναι η όχι κοινότοπη επιλογή, στον πρώτο τόμο, των πηγών που διερευνήθηκαν στην έρευνα: σχεδόν καθόλου οι αστυνομικοί και δικαστικοί φάκελλοι (αν όχι μερικοί από εκείνους που ήδη χρησιμοποίησε άφθονα ο Grandi στους δύο τόμους του), πολύ λίγες συνεντεύξεις, σχεδόν όλα τα έγγραφα που αναλύονται αντιπροσωπεύονται από αυτό που επεξεργάστηκε και έγραψε η εργατική Εξουσία. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο σημαντικός αριθμός σημειώσεων και η έκθεσή τους προδίδουν τον ενθουσιασμό του ιστορικού για τη μελέτη αυτών των ντοκουμέντων, έναν ενθουσιασμό που αντισταθμίζει την απαραίτητη απόσπαση που χρησιμοποιείται στην αφήγηση των γεγονότων. Και η περιοδολόγηση που χρησιμοποιείται στην ανασυγκρότηση της ιστορίας του Potere Operaio υπογραμμίζει την πρόθεση να διεξαχθεί ένα σχολαστικό έργο, το οποίο χαράζει με ακρίβεια τη γενεαλογία, την ανάπτυξη, και στη συνέχεια την κατάρρευση αυτής της οργάνωσης: αυτός ο πρώτος τόμος, όντως κινήθηκε από την ανακατασκευή του πνευματικού κλίματος του εργατισμού στις αρχές της δεκαετίας του Εξήντα (δηλαδή αρκετά χρόνια πριν από τη γέννηση της ΕΕ) και τελειώνει με την αποτυχία της διαδικασίας ενοποίησης με την ομάδα Μανιφέστο στις αρχές του 1971, ενώ ο δεύτερος τόμος θα τελειώσει με το μοναδικό νούμερο του περιοδικού «Linea di condotta-Γραμμή μεθόδου, συμπεριφοράς», συνεπώς (1975) πολύ πέρα του περίφημου συνεδρίου της Rosolina του 1973, που θεωρήθηκε, λαθεμένα σύμφωνα με τον συντάκτη, η στιγμή που η οργάνωση διαλύθηκε.

Η κύρια θέση που υποστηρίζεται από τον Scavino είναι ότι η θεωρητική επεξεργασία του εργατισμού, που γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και συνεχίστηκε καθ ‘όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, έχει προκαλέσει αρκετές προσπάθειες να δώσει επαναστατική οργάνωση και προοπτική στους εργατικούς αγώνες της εποχής και ότι το Potere Operaio ήταν η πιο γνήσια, και πιο συνεπής σε πολιτικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, ακριβώς η εξάντληση του πολιτικού σχεδίου της ΕΕ αντιπροσωπεύει σύμφωνα με τον συγγραφέα, την απόδειξη της αποτυχίας αυτών των προσπαθειών (επίλογος που εξισώνει την Εργατική Εξουσία σε άλλες «δίδυμες» ομάδες, ακόμα και αν είναι ιδεολογικά όχι τόσο αυθεντικές, όπως για παράδειγμα η Lotta Continua ).

Ο πρώτος τόμος χωρίζεται σε δύο μέρη. Στον πρώτο αναλύεται αρχικά το θεωρητικό υπόβαθρο της ΕΕ, μέσω της επεξεργασίας και της εμπειρίας των περιοδικών του εργατισμού που ακολούθησαν το ένα μετά το άλλο: από τα »Κόκκινα Τετράδια- «Quaderni Rossi» (από το 1961 μέχρι την εσωτερική διάσπαση τους το 1963), περνώντας μετά στην »Εργατική Τάξη»- «Classe Operaia» (1964-1967) και την εφήμερη εμπειρία του »Contropiano»- »Αντισχέδιου» (που γεννήθηκε το 1968 από τις στάχτες της «Classe Operaia»), αλλά ήδη τον ίδιο χρόνο και μετά από δύο μόνο νούμερα ένας από τους ιδρυτές του αποχώρησε, ο Toni Negri, για εσωτερικές διαφωνίες ). Ο συγγραφέας συνεχίζει να ανασυνθέτει το σχηματισμό αυτού που αντικειμενικά θα γίνει ο κεντρικός πυρήνας, il central core του Potere Operaio, δηλαδή η ομάδα του Marghera, που αποτελείται από ορισμένους πολιτικούς αγωνιστές που συνδέονται αρχικά με το PSI (Negri, Bianchini, Tolin κλπ.) και από πολλούς αγωνιστές των συνδικάτων και εργοστασιακές πρωτοπορίες (μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει η προσωπικότητα του Italo Sbrogiò). Επρόκειτο για μια ομάδα που, πρώτα μέσα από την σοσιαλιστική εφημερίδα «Progresso Veneto» και στη συνέχεια, ξεκινώντας από την 1η Μαΐου 1967, με το «Potere Operaio» της Marghera, είχε δημιουργήσει μια πραγματική πολιτική παρέμβαση μέσα στις κινητοποιήσεις των εργατών της περιοχής, αποκτώντας σταδιακά μια ορισμένη οργανωτική συνοχή και βγαίνοντας από μια αποκλειστική διάσταση ομάδας διανοουμένων, μολονότι στρατευμένων. Το πρώτο μέρος του βιβλίου τελειώνει με την έκρηξη του Εξήντα οκτώ και τη συνάντηση της ομάδας του Marghera με το φοιτητικό κίνημα, τόσο το ενετικό, όσο και ιδιαίτερα το ρωμαϊκό (μέσα από τις φιγούρες των Piperno και Scalzone). Το δεύτερο μέρος αφορά την περίοδο κατά την οποία η ομάδα προσπαθεί να επιταχύνει την πολιτική οργάνωση, πρώτα με τη γέννηση της εφημερίδας «La Classe»- »Η Τάξη», στη συνέχεια με την συμμετοχή στους αυτόνομους αγώνες που εξερράγησαν στη Fiat την άνοιξη του ’69, μετά με την εμπειρία της συνέλευσης εργατών-φοιτητών στο Τορίνο το καλοκαίρι-φθινόπωρο του ’69, τέλος με τις αντιφάσεις που προέκυψαν μέσα της με τον άλλο πολιτικό χώρο που διαμορφωνόταν εκείνη τη στιγμή, που συνδέεται με το τορινέζικο φοιτητικό κίνημα όπως και αυτό στο Τρεντίνο και με την τοσκάνικη Εργατική Εξουσία, και που αργότερα έδωσε ζωή στη Lotta Continua. Ήταν ανάμεσα σε αυτά τα γεγονότα που αποφασίστηκε να στηθεί ένα νέο εβδομαδιαίο, αυτή τη φορά εθνικό και όχι μόνο βενετικό, το οποίο θα αντικαθιστούσε το «La Classe»: ήταν το»Potere Operaio». Ο τόμος ολοκληρώνεται με την αποτυχημένη εμπειρία της συγχώνευσης με το Μανιφέστο (εργατικό συνέδριο στο Μιλάνο, 1971), η οποία πέρα από τα αρνητικά αποτελέσματα (για πολλούς λόγους επίσης προβλέψιμη, δεδομένων των βαθέων διαφορών στη θεωρητική και οραματική στρατηγική προσέγγιση) δίνει μια περιγραφή του πώς τα ζητήματα του χτισίματος ενός αληθινά μαζικού πολιτικού και αγωνιστικού κινήματος για την «εξουσία» είχαν καταστεί κεντρικά για την ΕΕ.

Η πολιτιστική επιχείρηση που πραγματοποίησε ο Marco Scavino επάνω σε αυτή την πρώτη φάση της ζωής της Εργατικής Εξουσίας δεν είναι μόνο χρονολογική, ο συγγραφέας δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε μια εποχική ανακατασκευή των γεγονότων, αν και προφανώς μας θυμίζει ότι αυτή αντιπροσωπεύει τη γραμμή στην οποία το βιβλίο κινείται. Κατά τη γνώμη μου, μέσα στην χρονοϊστορία των γεγονότων υπάρχει η προσπάθεια να τονιστούν κάποιες ιστορικές-πολιτικές λογικές. Έχουμε ήδη δει κάποιες από αυτές (τη σχέση με τη θεωρητική κληρονομιά του εργατισμού και τη μετάφρασή της στην πολιτική, σε στρατηγική πρόταση και σε τακτική διάρθρωση. Αλλά προφανώς δεν μπορεί να λείπει η σχέση με τη βία. Για δεκαετίες η ιστορία του Potere Operaio έχει μειωθεί σε «εγκληματική ιστορία» και επιπλέον ελαφρώς μυθιστορηματική. Τα ομήλικα γεγονότα και τα επόμενα της λεγόμενης «δίκης 7 απρίλη», όταν ουσιαστικά σχεδόν όλη εκείνη που ήταν η ηγετική ομάδα της Εργατικής Εξουσίας συνελήφθη με την κατηγορία (που αποκαλύφθηκε στη συνέχεια στερημένη βάσης), πως είχε προωθήσει και κατευθύνει το ποικιλόμορφο κίνημα του ένοπλου αγώνα στα αριστερά, καθόρισαν, το θυμάται και το θυμίζει ο συγγραφέας, μια στερεοτυπική οπτική αυτής της οργάνωσης. Αυτός ο πρώτος τόμος συμβάλλει σημαντικά στην αποκατάσταση μιας συνολικής εικόνας και από κάποια άποψη πολύ διαφορετικής από αυτή που δημιούργησε ο δικαστής Calogero και οι συνάδελφοί του από άλλες ιταλικές εισαγγελίες. Αυτό δεν μεταβάλλει το γεγονός πως μέσα στην ΕΕ συζητήθηκε ο ένοπλος αγώνας και ότι και επάνω σε αυτό καταναλώθηκε η κρίση της το 1973. Αλλά αυτό θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου.

 

Print Friendly, PDF & Email
σύγχρονα κινήματα, movimenti di oggi

Η διάλυση της Lotta continua και το κίνημα του ’77

La dissoluzione di Lotta continua e il movimento del ’77

«Η ανακατασκευή ενός ξεχασμένου ιστορικού γεγονότος»

La dissoluzione di Lotta continua e il movimento del ’77

Το βιβλίο ανασυνθέτει μια διατομή της σύγχρονης ιταλικής ιστορίας που στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 χαρακτηρίστηκε από την κρίση και στη συνέχεια από τη διάλυση εκείνων των ομάδων της νέας εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που κινούνταν από ένα δεδηλωμένο επαναστατικό σχεδιασμό. Συγκεκριμένα, η αφήγηση επικεντρώνεται στην εμπειρία της Lotta continua- συνεχή Αγώνα, της οποίας η γένεση λαμβάνει χώρα στο Τορίνο εν μέσω των εργατικών αγώνων του «καυτού φθινοπώρου», αγώνες στους οποίους ενώθηκαν οι πιο πολιτικοποιημένες και μαχητικές φοιτητικές συνιστώσες που προέρχονταν από το ’68. Η Lotta continua υπήρξε, όντως, η κυριότερη πολιτική εξωκοινοβουλευτική δύναμη πρόθυμη να συλλέξει και να τροφοδοτήσει τους αγώνες των εργατών (in primis στη Fiat) για το σπίτι, ενάντια στην ακρίβεια της ζωής, στα σχολεία, για την υγεία, για τα πολιτικά δικαιώματα. Δεν είναι τυχαίο ότι η παρουσία και το ρίζωμα της Lotta continua ήταν δεύτερες μόνο μετά από εκείνες του κομμουνιστικού Κόμματος. Ταυτόχρονα, γίνεται λόγος για την παραβολή του ’77 και των κυριότερων κοινωνικών συνιστωσών του (από τους Κύκλους του νεανικού προλεταριάτου έως το φεμινιστικό κίνημα και στους  σχολικούς και πανεπιστημιακούς σπουδαστές), αφιερώνοντας επίσης άφθονο χώρο στις κινητοποιήσεις των εργαζομένων της περιόδου, στη σχέση του εργατικού κινήματος με τη διαμαρτυρία της νεολαίας και τη διασύνδεση του κινήματος του 1977 με το φαινόμενο της βίας και του ένοπλου αγώνα, σε μια περίοδο που χαρακτηρίστηκε από την άνοδο της Πρώτης γραμμής. Μέσω της χρήσης συχνά αδημοσίευτων πηγών, η μελέτη εκείνης της εμπειρίας συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση των διαδικασιών και της δυναμικής που συνέδεσαν την κρίση των επαναστατικών ομάδων και την έκρηξη ενός κινήματος που διέρρηξε τις ισορροπίες και τα πολιτικά πρότυπα τέκνα της οικονομικής έκρηξης.

Un assaggio…  Μια γεύση

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών που μας χωρίζουν από τα γεγονότα και τις καταστάσεις που περιγράφονται σε αυτό το βιβλίο έχουν επικρατήσει δύο οπτικές. Η πρώτη είναι αυτή της αποκαλούμενης «διάλυσης» της Lotta continua: ο Luigi Bobbio, στο βιβλίο του για την ιστορία της οργάνωσης, δήλωνε ότι «η ιστορία της Lotta continua ως οργάνωσης, τελείωσε οριστικά με το Συνέδριο του Ρίμινι το 1976» (1). Η δεύτερη αντιπροσωπεύεται από μια ορισμένη θεματοποίηση του ’77, όπως ήδη αναφέρθηκε στην εισαγωγή: το κίνημα αυτό δεν θα είχε ουσιαστικά καμία λύση συνέχειας με την προηγούμενη εποχή των επαναστατικών ομάδων και, με την κεντρικότητα της άσκησης βίας που είχε μέσα του, θα αποτελούσε ένα είδος προθαλάμου της δολοφονίας Μόρο. Τα δύο ζητήματα είναι στην πραγματικότητα άρρηκτα συνδεδεμένα. Κατά πρώτον, ήδη οι Guido Crainz και Enrico Deaglio είχαν ισχυριστεί στο παρελθόν ότι η Lotta continua παρέμεινε ενεργή ως εθνική οργάνωση τουλάχιστον μέχρι την απαγωγή του Moro (2). Πέραν των επίσημων πολιτικών πτυχών (οι συνεδριάσεις της εθνικής Επιτροπής συνεχίστηκαν τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 1977), οι οποίες από μόνες τους δεν μπορούν να πουν πολλά, η ανασυγκρότηση που γίνεται στις σελίδες αυτού του τόμου πιστοποιεί, τουλάχιστον πρώτα απ ‘όλα, ότι στο Τορίνο προτιμούν να μιλούν για αργή διάλυση της οργάνωσης και όχι για διάλυση […].

1. Cfr. L. Bobbio, Ιστορία της οργάνωσης Storia di Lotta Continua, cit., p. VII.
2. Cfr. Πως τέλειωσε η οργάνωση Come finì Lotta continua, «Micromega», 8/2006.

ISBN: 978-88-6548-266-7
PAGINE: ΣΕΛΙΔΕΣ 160
ANNO: ΕΤΟΣ 2018
COLLANA: ΣΥΛΛΟΓΗ I libri di DeriveApprodi Τα βιβλία
TEMA: ΘΕΜΑ Anni SettantaMovimentiViolenza rivoluzionaria
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

ALBERTO PANTALONI

Είναι διδάκτωρ Ιστορικών Επιστημών και Documentarie με διατριβή στον Eric Hobsbawm. Είναι μέλος της κεντρικής συντακτικής ομάδας του περιοδικού κριτικής ιστορίας «Historia Magistra». Στις σπουδές του ασχολήθηκε κυρίως με την ιστορία των κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων στην Ιταλία κατά τη δεκαετία του ’70, του κινήματος των γυναικών στον ιταλικό εικοστό αιώνα και την ιστορία της μαρξιστικής ιστοριογραφίας στη Μεγάλη Βρετανία.

αθλητισμός, sport

Αθλητισμός και το περιβάλλον του – Επεισόδια μιας συζήτησης για την μπάλα, τον καλύτερο ιδεολογικό μηχανισμό στην υπηρεσία του κεφαλαίου

του Gioacchino Toni

Luca Pisapia, Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone, Σκότωσε τον Paul Breitner. Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα. Edizioni Alegre, Roma, 2018, pp. 285, € 16,00

«[Στην Ιταλία της δεκαετίας του εβδομήντα] ενώ η πολιτική στράτευση από τα κάτω αρχίζει να καταλαμβάνει τις κερκίδες των σταδίων, η ακραία πνευματική αριστερά, πέρα από πολύ σπάνιες εξαιρέσεις, δεν κατανοεί τη στιγμή για να εισέλθει στους μηχανισμούς εκείνης που είναι ήδη η σημαντικότερη πολιτιστική βιομηχανία της χώρας, αφήνοντάς την στα χέρια των αφεντικών που μπορούν, μέσω αυτής, να παράγουν τον κυρίαρχο λόγο. Ακριβώς όταν γεννιέται η στρατευμένη κριτική στον κινηματογράφο, και η εκ νέου γκραμσική ανακάλυψη επιτρέπει να εντοπίζουμε στην τέχνη και τον πολιτισμό ένα ισχυρό ιδεολογικό όπλο ικανό να επηρεάσει και να καταπνίξει την επιθυμία, κανείς δεν κάνει τον κόπο να αποικοδομήσει τη βιομηχανία της μπάλας που γεννιέται, η οποία προορίζεται μέσα σε λίγα χρόνια να υποκαταστήσει τον κινηματογράφο λόγω ευκολίας παραγωγής και κατανάλωσης. […] Κανείς δεν ασχολείται να γκρεμίσει τον τέταρτο τοίχο μεταξύ της ποδοσφαιρικής σκηνής και του θεατή, με τον τρόπο του Bertold Brecht, και η μπάλα παραμένει η πιο ισχυρή ιδεολογική συσκευή στα χέρια του κεφαλαίου: το μεγαλειώδες εργοστάσιο της αλλοτρίωσης»

Αυτό δεν είναι το βιβλίο τους, να το πούμε αμέσως σε όλους τους παθιασμένους του ποδοσφαίρου που έχουν γίνει θηράματα εκείνου του είδους νοσταλγίας της μπάλας για ένα άθλημα που μοιάζει να έχει εξαφανιστεί μαζί με την παιδική τους ηλικία, νοσταλγίας με την οποίαν, και κατά τρόπο απίστευτο, θεωρούν πως έχουν συμβληθεί και πολλοί ανήκοντες σε γενιές που εκείνου του ποδοσφαίρου έχουν μοναχά ακούσει τόσο αξιόπιστες ιστορίες όσο οι καλοκαιρινές περιπέτειες για τις οποίες γίνεται λόγος σε ένα κουρείο του παρελθόντος. Στα Επεισόδια μιας κουβέντας για την μπάλα του Luca Pisapia αυτός που αισθάνεται ορφανός ενός ποδοσφαίρου προηγούμενου του σύγχρονου δεν θα βρει κανένα ίχνος νοσταλγίας σχετικά με ένα άθλημα που ασκείται απ’ όταν οι μύλοι ήταν ακόμα λευκοί, όταν παίζονταν με γυμνά πόδια στα λιβάδια των πολλών via Gluck πριν το χόρτο μετατραπεί σε πόλη, ή όταν ακόμη τις ώρες των ντέρμπι δεν τις αποφάσιζαν οι pay tv. Κατά κάποιον τρόπο το βιβλίο αυτό μας θυμίζει ότι οι εκείνοι οι μύλοι ήταν κάθε άλλο παρά λευκοί, πως σε αυτά τα προαστιακά λιβάδια στην πραγματικότητα σπάζαμε την πλάτη χωρίς πολλή ποιητικότητα και πως στα παιχνίδια που βλέπαμε ασπρόμαυρα με μια Brionvega Algol 11 ιντσών φορητή με απόκλιση ενενήντα βαθμούς γερμένη για να διευκολύνεται η ορατότητα δεν κρύβονταν ρομαντικά ανάμεσα στα τρανζίστορ ένα ποδόσφαιρο και ένας κόσμος πολύ καλύτεροι από εκείνους που είναι κρυμμένοι μεταξύ των επεξεργαστών των σημερινών εκατό ιντσών υψηλής ευκρίνειας έξυπνων τηλεοράσεων.

Πεπεισμένος για την τρέχουσα αδυναμία ενός οργανικού λόγου για την μπάλα, είναι μέσω μιας σειράς επεισοδίων επάνω στην κουβέντα που ο Pisapia προσπαθεί να αποκαταστήσει την πολυπλοκότητά της περιορίζοντας ταυτόχρονα οποιαδήποτε πρόθεση συστηματοποίησης με ένα βιβλίο προικισμένο με αφηγηματική δομή στην οποία οι πραγματικοί και φανταστικοί χαρακτήρες είναι αλληλένδετοι, μυθοπλασία και τεκμηριωμένα γεγονότα, ποδόσφαιρο και πολιτική, οικονομία και μέσα ενημέρωσης. Προσπαθώντας να καταστήσει εύλογο το αληθινό και το αντίστροφο ο συγγραφέας σκοπεύει να εκφράσει την παρουσία του μακρού χεριού του κεφαλαίου στο άθλημα που ακολουθείται περισσότερο στον κόσμο, χέρι που κινεί τα νήματα των μεγάλων θεαματικών γεγονότων σε παγκόσμια θέαση για τον διπλό σκοπό να δημιουργήσει κέρδος και να πλαστογραφήσει φαντασιακά καθιστώντας αυτά που υπάρχουν πίσω από τα παρασκήνια απρόσωπα, μη παρουσιάσιμα.

Το άνοιγμα ανήκει στο αργεντίνικο Mundial του 1978, εκείνο που παίχτηκε στο δέρμα εκείνων των εξαφανισμένων-desaparecidos που βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια του Proceso de Reorganización Nacional που τέθηκε σε εφαρμογή από το διαβόητο στρατιωτικό καθεστώς του Jorge Rafael Videla και κρατήθηκαν στο σκοτάδι από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης καθ όλη τη διάρκεια των αναμετρήσεων εν μέρη στο όνομα μιας αξιολύπητης ουδετερότητας του αθλητισμού και εν μέρει στο όνομα του κέρδους. Στην Ιταλία της πτωτικής πορείας των κινημάτων και της εθνικής αλληλεγγύης δεν είναι λίγα τα όργανα πληροφόρησης που εμφανίζονται όχι πολύ εχθρικά προς το αργεντίνικο καθεστώς και γενναιόδωρα στην τέχνη της ελαχιστοποίησης της άγριας καταστολής που διεξάγεται στη χώρα. Σε αυτό το μερίδιο του λέοντος ανήκει στην «Corriere della sera» που έχει έναν ιδιοκτήτη της εκδοτικής ομάδας και έναν διευθύνοντα σύμβουλο οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στην P2 μασονική Στοά, την ίδια στην οποία ανήκουν αρκετοί εξέχοντες στρατιωτικοί της Αργεντινής, όπως ο στρατηγός Suárez Mason και ο ναύαρχος Massera, που δεν φείδεται, αυτός ο τελευταίος, να υποστηρίζει την ομάδα της οδού Solferino στην απόκτηση σε τιμές ευκαιρίας εγκαταστάσεων του μεγαλύτερου εκδοτικού οίκου της Αργεντινής που απαλλοτριώθηκε από το καθεστώς.

«Ενώ η καταστολή το 1978 φθάνει στο αποκορύφωμα της απέχθειας, στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες οι Ολλανδοί και η Αργεντινή παίζουν τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ο στόχος του καθεστώτος είναι το μεγάλο γεγονός να αποσπάσει την προσοχή από το λουτρό αίματος στο οποίο βυθίζεται η Χώρα. Μάταια προσπαθεί να εξαφανίσει ακόμα και τον Arcadio Lopez, μια μυστηριώδη φιγούρα που αναγκάζεται μέσα σε ένα bunker να παρακολουθεί τον τελικό από μια μικρή τηλεόραση, υποφέροντας από σπαραξικάρδιες κραυγές και εσωτερικές φωνές».

Νάμαστε σε εκείνη την 25η ιουλίου 1978, εκείνη την κυριακή το απόγευμα, που μεταδίδεται παγκοσμίως, στην οποία παίζεται ο τελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου μεταξύ Αργεντινής και Ολλανδίας. Και πάλι ένας τελικός για την Ολλανδία, μετά από αυτόν που έπαιξε το 1974 εναντίον της Δυτικής Γερμανίας όπου, παρά την ήττα, έδειξε στον κόσμο την ουσία του «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου», δηλαδή, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Sandro Modeo, «ένα στυλ παιχνιδιού που βασίζεται στη συνεργασία και τη συλλογική σκέψη, ένα στυλ του οποίου ο ρυθμός βασισμένος στην προσοχή στο χρόνο και το χώρο προσανατολίζει την ομάδα ανεξάρτητα από τον αντίπαλο».

Αυτή του 1974 είναι η Ολλανδία που καθοδηγείται από τον Rinus Michels που έχει πειραματιστεί με τον Ajax ένα συλλογικό ποδόσφαιρο με γεωμετρική ακρίβεια και που στην διήγηση προσδιορίζεται με την «depilastrizzazione που στη δεκαετία του Eξήντα έδωσε τη θέση της στην κατεδάφιση των ιερών πυλώνων στους οποίους ήταν κάθετα χωρισμένη η ολλανδική κοινωνία στο όνομα μιας πιο δυναμικής και λειτουργικής κοινωνικής συνοχής», στις γεωμετρικές τοπικές καλλιέργειες και στον πολεοδομικό σχεδιασμό του Άμστερνταμ »όπου τα εξπρεσιονιστικά κτίρια με τις επικλινείς στέγες και τις εκκεντρικές προσόψεις συνδιαλέγονται με τον λειτουργικό πολεοδομικό σχεδιασμό της κυψέλης, συμβάλλοντας στην κατασκευή μονάδων πολλαπλών χρήσεων όπου κάθε στοιχείο είναι πλήρες μόνο σε σχέση με τα στοιχεία που το περιβάλλουν». Ο Michels, που μοιάζει πραγματικά να ενσαρκώνει την προτεσταντική-καπιταλιστική ηθική, επιβάλλει στις ομάδες του μια σιδερένια πειθαρχία και εξαντλητικές προπονητικές πρακτικές, τόσο πολύ ώστε να αποκαλείται «ο Στρατηγός» από τους παίκτες του. «Όπως ο Ėjzenštejn, έτσι και αυτός σχεδιάζει σκίτσα αμιγούς αφαίρεσης σε λευκά φύλλα, δυναμικές γραμμές που στοχεύουν στην κατάληψη κάθε πιθανού χώρου», πυκνούς ιστούς περασμάτων που επιτίθενται στον χώρο και τον μειώνουν σε ενότητες.

Στα ίδια χρόνια κατά τα οποία η Ολλανδία αφιερώνεται στο totaalvoetbal, στο γήπεδο της Liverpool επιβάλλεται το passing game του William “Bill” Shankly: το ποδόσφαιρο δύο αγγιγμάτων, συλλογική εργασία και τρέξιμο, με την μπάλα που πρέπει να εξημερωθεί και να διανεμηθεί γρήγορα. «Είναι το loop της γραμμής συναρμολόγησης και της εξόρυξης. Είναι η κομμουνιστική πειθαρχία, ο μυστικισμός της μηχανικής […], όπως στο ορυχείο έτσι και στο γήπεδο ποδοσφαίρου παίζουν μαζί, ο καθένας πρέπει να είναι σε θέση να εκπληρώσει το καθήκον του καθενός, να δώσει εκείνο που είναι σε θέση να δώσει για να λάβει αυτό που χρειάζεται να λάβει».

Οι Michels και Shankly, όπως λέει στο βιβλίο, μπορούν να θεωρηθούν ως απόγονοι του ούγγρου Béla Guttmann, «όνομα πολλών συστατικών και λειτουργικών στοιχείων ενός μύστη της μηχανικής που υπάρχει από και για πάντα, το οντολογικό έμφυτο σχέδιο στο οποίο βρίσκουν οι Rinus Michels και Bill Shankly έμπνευση για να θέσουν τα θεμέλια του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου ». Είναι ακριβώς ο Guttmann, μετά τον πόλεμο, που θέτει στη σκηνή ένα παιχνίδι στο οποίο η πειθαρχία και η φαντασία αναμειγνύονται, η νεωτερικότητα και η παρακμή, με βάση το «δώσε την μπάλα-ξαναδώστην και σούταρε», όπου ενώνονται η προσωπική και αντάρτικη έλλειψη δυναμισμού ενός καλλιεργημένου και χαμένου γιου μιας παρηκμασμένης αυτοκρατορίας και η αυστηρότητα του κομμουνιστικού ποδοσφαίρου του Gusztáv Sebes που κάνει μεγάλη την Aranycsapat, την “ομάδα από χρυσάφι”», της Ουγγαρίας των χρόνων Πενήντα.

Ο Ajax του Michels και η Liveroppol του Shankly συναντώνται στο Champions Cup γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’60 που σηματοδοτήθηκε από μια ευρεία επιθυμία συλλογικής χειραφέτησης. «Στα οδοφράγματα που σηκώθηκαν στους δρόμους, στις πορείες που πλημμύριζαν τις πλατείες, στις καταλήψεις που ξαναγράφουν την καθημερινή λειτουργία των τόπων μελέτης και εργασίας και διασκέδασης, οι άνεμοι των ελευθεριακών περιστάσεων πνέουν στην ήπειρο από διαφορετικές κατευθύνσεις. Έτσι και στο ποδόσφαιρο. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Rinus Michels είναι η καπιταλιστική σοσιαλδημοκρατία κόρη του καλβινισμού. Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Bill Shankly είναι η αμοιβαία κομμουνιστική συνεργασία κόρη των αγώνων των εργατών. Και οι δύο είναι τέτοιες σαν αποτέλεσμα αλλαγής των σχέσεων παραγωγής σε μια δεδομένη ιστορική εποχή και σε ένα δεδομένο γεωγραφικό πλαίσιο, όπως φαίνεται από έναν από τους σημαντικότερους επιγόνους τους: τον ρώσο συνταγματάρχη Valerij Lobanovs’kvj […] την υψηλότερη έκφραση της ακαμψίας του επιστημονικού σοσιαλισμού που εφαρμόζεται στο ποδόσφαιρο […] Απόφοιτος της μηχανολογίας και πιστός στη γραμμή του κόμματος, ο Valerij Lobanovs’kvj γνωρίζει ότι πρέπει να μεταφράσει τη νέα κυβερνητική πορεία του υπαρκτού σοσιαλισμού στα γήπεδα ποδοσφαίρου». Και εδώ ανοίγει μια άλλη ιστορία, όλη να την διαβάσουμε.

Επιστρέφοντας σε εκείνη την 25 ιουλίου του 1978 με εκείνη τη θλιβερή φιγούρα του Arcadio Lopez που αρχίσαμε να γνωρίζουμε στις πρώτες σελίδες του βιβλίου προσπαθώντας να βουλώσει τα αυτιά του μάταια για να μην ακούει τις φωνές που βουίζουν στο κεφάλι του και «τις ελπιδοφόρες διεκδικήσεις για έναν καλύτερο κόσμο να υπόκεινται σε ηλεκτρικές εκκενώσεις που παραμορφώνουν τα γυμνά σώματα που με δυσκολία τις ανέχονται»με τις οποίες βρίσκεται να μοιράζεται το bunker των βασανιστηρίων, εκείνη είναι η ημέρα που η Ολλανδία, προπονούμενη αυτή τη φορά από τον Ernst Happel, βγαίνει ξανά νικημένη από έναν τελικό του Κυπέλλου του κόσμου. Κάτω από τα μάτια του Videla στο Estadio Monumental του Μπουένος Άιρες και των πολλών Arcadio Lopez μπροστά στις τηλεοράσεις, η Αργεντινή που προπονείται από τον σοσιαλιστή César Luis Menotti ο οποίος επιμένει να μας λέει ότι έχει οδηγήσει την ομάδα για τον λαό και όχι για το καθεστώς, γιορτάζει, και μαζί της η στρατιωτική δικτατορία. Σε κάποιους ιταλούς δημοσιογράφους απεσταλμένους στην Αργεντινή δεν απομένει παρά να επιμείνουν στην οργανωτική αποτελεσματικότητα, την ευγένεια των οδηγών ταξί και την νοστιμιά που έχουν οι μπριζόλες που σερβίρονται στο Μπουένος Άιρες. Ούτε οι επίμονες μητέρες της Plaza de Mayo καταστρέφουν την όρεξη και την παράσταση σε μεγάλο μέρος από τους φημισμένους γραφιάδες της δημοσιογραφίας μας (αθλητικής και όχι).

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η ιστορία μετακινείται στη Βραζιλία, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά το Mundial της ντροπής του 1978. Αργεντίνικη ντροπή, φυσικά, αλλά και του υπόλοιπου εκείνου κόσμου που σκέφτηκε, στην καλύτερη περίπτωση, να αναστείλει για τη διάρκεια της παράστασης την κρίση και να εστιάσει την προσοχή μόνο στα πράσινα ορθογώνια που προβάλλονται από τις καθοδικές λυχνίες, σεβόμενος αυστηρά τον κανόνα του θεατή που λέει πως πρέπει να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από τον αγωνιστικό χώρο, αποφεύγοντας έτσι να σκεφτεί τι απομένει έξω από τα ορθογώνια του παιχνιδιού, έξω από τα τηλεοπτικά πλάνα και από τις διηγήσεις των περισσότερων απεσταλμένων.

Περνάμε λοιπόν σε εκείνα τα Παγκόσμια Κύπελλα του 2014 όπου «τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επικεντρώνουν τα φώτα τους στα γήπεδα ποδοσφαίρου της Βραζιλίας, αφήνοντας στη σκιά τις διαμαρτυρίες ενάντια στις σπατάλες και τις βάρβαρες επιχειρήσεις « ευπρεπισμού» της κυβέρνησης. Εδώ συναντάμε, μεταξύ των υψηλότερων κτιρίων στο Ρίο ντε Τζανέιρο τον »κ. Μ., έναν βρώμικο σούπερ αστυνομικό που σκοπεύει να καλύψει τις ίντριγκες της FIFA.» Τα βραζιλιάνικα γεγονότα διασχίζονται από επεισόδια που προέρχονται από την εποχή των σφιγμένων γροθιών στον αθλητισμό: από εκείνες που υψώνονται στον ουρανό από τους αφροαμερικανούς Tommie Smith και John Carlos στους ολυμπιακούς αγώνες του Μεξικού του 1968, που γνωρίζουν καλά πώς να ανάψουν φωτιές και να μείνουν στην ιστορία, σε εκείνες ικανές να προκαλέσουν μοναχά μια σπίθα του Paolo Sollier, του ιταλού ποδοσφαιριστή της Avanguardia operaia που καταγγέλλει δημοσίως τις παραμορφώσεις και υποκρισίες εκείνου του ποδοσφαιρικού κόσμου που θέλει να μείνει έξω από οτιδήποτε άλλο.

Έπειτα, υπάρχει χώρος για την αλληλοσύνδεση του αθλητισμού και της πολιτικής σε εκείνη τη Χιλή η οποία ανακηρύσσει τον στρατηγό Pinochet με κανονιές στις 11 σεπτεμβρίου 1973 με την μη ασήμαντη βοήθεια με αστέρια και ρίγες. Στη συνέχεια πέφτουμε επάνω στην άρνηση της σοβιετικής Ένωσης να παίξει στη Χιλή ένα παιχνίδι για τα προκριματικά του παγκοσμίου κυπέλλου του 1974 στη Γερμανία, άρνηση που αναγκάζει τη χιλιανή στρατιωτική χούντα να υπερβεί τα όρια του γελοίου παρουσιάζοντας την ομάδα της στον αγωνιστικό χώρο απουσία του αντιπάλου και σκοράροντας με τον αρχηγό Francisco Valdés το γκολ της πρόκρισης. Εάν η ΕΣΣΔ διατηρεί την ίδια αδιαλλαξία προς τη χιλιανή δικτατορία και το 1976, όταν αρνείται να αντιμετωπίσει την ομάδα του τένις στον ημιτελικό του Κυπέλλου Davis, αντιθέτως χωρίς πολλούς ενδοιασμούς συμμετέχει κανονικά στο παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου του 1978 στην Αργεντινή των στρατιωτικών.

Άλλα επεισόδια της κουβέντας για την μπάλα είναι αφιερωμένα στον ποδοσφαιριστή Rachid Mekhloufi που εγκαταλείπει τη φανέλα της εθνικής ομάδας της Γαλλίας για να φορέσει εκείνη του αλγερινού Front de Libération nationale, πεπεισμένος ότι αυτό που έχει καταφέρει να κάνει για τους κολασμένους της γης, το έκανε με την μπάλα ανάμεσα στα πόδια, παίζοντας για την επανάσταση. Με ένα άλμα στο Αμβούργο το βιβλίο εστιάζει στον Volker Ippig, τερματοφύλακα της St. Pauli που ζει μεταξύ των καταληψιών της γειτονιάς και που γύρω από τα μέσα της δεκαετίας του Ογδόντα αποφασίζει να μετακινηθεί προς τη Νικαράγουα για έξι μήνες για να διδάξει το ποδόσφαιρο στα παιδιά στα σχολεία του Frente Sandinista de Liberación Nacional, για να επιστρέψει κατόπιν στο Αμβούργο να υπερασπιστεί ξανά την εστία της St. Pauli μέχρι το τέλος της αγωνιστικής δραστηριότητας όταν, μη μπορώντας να ανακυκλωθεί μέσα στον κόσμο του ποδοσφαίρου, τελικά βρίσκει εργασία στο λιμάνι. Σχετικά με τη γερμανική πόλη της Βόρειας Θάλασσας, κάποιες σελίδες του βιβλίου δεν μπορούσαν παρά να είναι αφιερωμένες στην διαπλοκή αθλητισμού- πολιτικής που χαρακτηρίζει την περιοχή μεταξύ της Hafenstrasse και του Millerntor-Stadion της St. Pauli.

Επιστρέφοντας στο Παγκόσμιο Κύπελλο Βραζιλίας του 2014, σε αυτούς η ιταλική εθνική ομάδα φτάνει μετά την κάκιστη φιγούρα τέσσερα χρόνια νωρίτερα στη Νότια Αφρική. Σε εκείνη την περίπτωση ζητήθηκαν οι αιτιολογίες της καταστροφής στην αποβολή του Marchisio, «του μέσου της Γιουβέντους ο οποίος στην πατρίδα απολαμβάνει της ασυλίας που κατοχυρώνεται στους bianconeri από το πρώτο άρθρο του ποδοσφαιρικού Συντάγματος». Ο αποδιοπομπαίος τράγος, φθάνει να μην παραδεχτούν την ήττα ολόκληρου του έθνους, πρέπει να βρεθεί. «Γι αυτό αθλητικοί δημοσιογράφοι, ειδικοί της επικοινωνίας των πρακτορείων μάρκετινγκ που χρησιμοποιεί η ιταλική ομοσπονδία ποδοσφαίρου, πρώην πολιτιστικοί αντάρτες κατά τη διάρκεια του πανεπιστημίου που κεραυνοβολήθηκαν επάνω στην οδό της εξουσίας, θέτουν ήδη σε κίνηση το εργοστάσιο συναίνεσης. Το θύμα, προκειμένου να επαναληφθεί η απόλυτη αθωότητά του, χρειάζεται έναν αποδιοπομπαίο τράγο καταδικασμένο να περιπλανιέται στην έρημο κουβαλώντας επάνω του τις αμαρτίες του έθνους. Για τη Βραζιλία του 2014 επιλέχθηκε ο Mario Balotelli: ο νέγρος».

Το Επεισόδια… Frammenti di un discorso sul pallone μεταφέρει αυτούς που διαβάζουν στο Παγκόσμιο Κύπελλο των ΗΠΑ το 1994, «όταν το ποδόσφαιρο υπέστη την οριστική μετατροπή σε ένα τηλεοπτικό προϊόν, το οποίο παρακολουθούμε μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που κοιτάζει μια οθόνη μέσα σε ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο με δυστοπική και ballardiana ατμόσφαιρα».

Υποστηρίζει ένας χαρακτήρας στο βιβλίο ότι εάν και το ποδόσφαιρο γνωρίζει την πρώτη βιομηχανική επανάσταση στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα με την κωδικοποίησή του σε «πολιτιστική βιομηχανία που μπορεί να εισαχθεί σε μια καπιταλιστική οικονομία οικογενειακής μήτρας, όπως ο τομέας της κλωστοϋφαντουργίας ή της μεταποίησης», η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση θα ξεκινούσε με την έλευση της τηλεόρασης στο ποδόσφαιρο μέσα στη δεκαετία του Εξήντα για να φτάσει στη συνέχεια στο αποκορύφωμά της τις μέρες μας. Η τρίτη επανάσταση αντιθέτως θα έπρεπε να έχει σχέση με τη δυνατότητα που προσφέρεται στο χρήστη από τις νέες τεχνολογίες για την «εξαγωγή εξατομικευμένων προγραμμάτων κατανάλωσης». Πέρα από τους μελλοντικούς μετασχηματισμούς, σίγουρα η εμφάνιση της τηλεόρασης, και όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αποτέλεσε ένα σημαντικό σημείο καμπής, και όταν υπάρχουν στη μέση οι τηλεοράσεις η λέξη κλειδί είναι «the show must go on – η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί», και λίγες ιστορίες, και από αυτή την άποψη ούτε οι νεκροί μπορούν να σταματήσουν την μηχανή του θεάματος και των επιχειρηματικών υποθέσεων.

Η επανάσταση της τηλεόρασης έχει συνδυαστεί με εκείνη των «ατομικών καθισμάτων» στα στάδια, δομές που, χάρη στις ολοένα και υψηλότερες τιμές, πρέπει να γίνουν μέρη προσβάσιμα σε περιορισμένο αριθμό θεατών που βρίσκονται υπό έλεγχο ενώ οι άλλοι θα πρέπει να προσφύγουν στη συνδρομητική τηλεόραση. Οι τραγωδίες του Haysel στις Βρυξέλλες στις 29 μαΐου 1985 και του Hillsborough στο Σέφιλντ στις 15 απριλίου 1989, αποδείχτηκαν από αυτή την άποψη ευκαιρίες που δεν πρέπει να χαθούν για να πιεστεί περαιτέρω ο επιταχυντής του μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Για να τα πούμε όλα, στην περίπτωση του Σέφιλντ η κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποκρύψει τις οργανωτικές ευθύνες που σχετίζονται με τους χώρους που έχουν δεσμευτεί για τους οπαδούς και την λανθασμένη συμπεριφορά των αστυνομικών δυνάμεων που, μαζί με την ισχυρή περίφραξη ενάντια στις εισβολές που εισήγαγε η κυβέρνηση μετά την τραγωδία του Heysel, βοήθησαν να παγιδευτούν οι παρόντες σε ένα πολύ μικρό χώρο. Η κυβέρνηση της Σιδηρής Κυρίας έφτασε μάλιστα στο σημείο να εκμεταλλευτεί τον εξυπηρετικό προς αυτήν Τύπο για να διαδώσει ψευδείς και παρεκκλίνουσες έρευνες σχετικά με τις ευθύνες για το περιστατικό. “The show must go on”, σίγουρα, και μαζί με το θέαμα πρέπει να γίνουν τα πάντα ώστε να προωθηθεί κάθε προσπάθεια να καταστεί ακόμα πιο κερδοφόρο, με οποιοδήποτε απαραίτητο μέσο. Αλίμονο, ο κόσμος των επιχειρήσεων δεν διστάζει, δεν αμφιταλαντεύεται ποτέ μπροστά στους νεκρούς.

Μερικά αποσπάσματα μπαλαδορικής κουβέντας είναι επίσης αφιερωμένα στον Éric Cantona, έναν μαρσεγιέζο στον οποίο ο ρόλος του απλού ποδοσφαιριστή, αν και εξαιρετικού, του ήταν πάντα σφιχτός και που, πάνω απ ‘όλα, ποτέ δεν απέφυγε να λέει και να κάνει εκείνο που περνούσε απ’ το κεφάλι του: από το πάθος για την ζωγραφική στο να δηλώνει ότι προσελκύεται από την άρνηση της εξουσίας που ασκούσαν οι γάλλοι ληστές της δεκαετίας του ’70 Mesrine και Spaggiari, από τις εκστρατείες για να καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα στο να προσφέρεται για τη διαφήμιση μεγάλων εμπορικών σημάτων, από τη στάση του εναντίον γάλλων πολιτικών στη μόδα μέχρι τις κινηματογραφικές του συμμετοχές.

Αφού άνοιξε με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 στην Αργεντινή, το βιβλίο κλείνει με μια ιστορία επικεντρωμένη σε εκείνο τον Paul Breitner που βρίσκουμε στον τίτλο του τόμου, εκείνου του γερμανού ποδοσφαιριστή που συνήθιζε να παρουσιάζεται στις προπονήσεις της Μπάγερν Μονάχου με το Μικρό Κόκκινο Βιβλίο του Μάο πεπεισμένου πως μπορούσε να συμβιώνει τον κομμουνιστικό του λόγο με τα χρήματα που κέρδιζε στην Ρεάλ Μαδρίτης, την ομάδα του Φρανσίσκο Φράνκο, και που γι αυτές του τις αντιφάσεις καταλήγει, σε αυτές τις σελίδες, στόχος ορισμένων μελών της Rote Armee Fraction.

«Ποια σχολή παιχνιδιού, σημαία ή αντίληψη της μπάλας κατάφερε να ξεφύγει από τις λογικές του κεφαλαίου; Όλες, καμία. Επειδή το παιχνίδι της μπάλας γεννιέται ήδη σύγχρονο. Είναι ένα εμπόρευμα, μια συσκευή του θεάματος και ένας μηχανισμός εξουσίας ». Ο Luca Pisapia καταπίνεται βαριά. Οι παθιασμένοι του ποδοσφαίρου αιχμάλωτοι της ρομαντικής νοσταλγίας για το ποδόσφαιρο των αναμνήσεων προειδοποιήθηκαν στην αρχή: το Uccidi Paul Breitner. Frammenti di un discorso sul pallone πραγματικά δεν είναι το βιβλίο τους.

 

https://www.carmillaonline.com/2019/01/22/sport-e-dintorni-frammenti-di-un-discorso-sul-pallone-il-miglior-apparato-ideologico-al-servizio-del-capitale/

αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος τέταρτο

«ΚΑΙ ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η
ΛΗΣΤΕΙΑ ΜΙΑΣ
ΤΡΑΠΕΖΑΣ… »

Εσύ λες, Carlo, πως εγώ θα είχα »στείλει
μπροστά τους άλλους». Κοινοί φίλοι θα έπρεπε
να σε συμβουλεύσουν να είσαι πιο προσεκτικός.
Θα έπρεπε ίσως να σου διηγηθώ πως σε χρόνια μακρινά,
με όλα τα άγχη και τις αγωνίες προερχόμενες από μια
απόφαση που πάρθηκε μέσα σε απόλυτη μοναξιά,
έξω από τη «νομιμότητα» της ίδιας της πολιτικής οργάνωσης μου και της «συνενοχής»
των πιο κοντινών και πλέον γνωστών φίλων και συντρόφων, χρειάστηκε να πάρω την απόφαση να κάνω ένα άλμα από το επίπεδο της πολιτικής αγκιτάτσιας σε εκείνο των αδικημάτων ενάντια στην ιδιοκτησία, συμμετέχοντας στη ληστεία μιας τράπεζας; Και αυτό, όχι μόνο και όχι τόσο
επειδή «ο εργατικός μισθός δεν καλύπτει
τα έξοδα της επαναστατικής οργάνωσης»,
ή επειδή οι πιο γενναιόδωροι διανοούμενοι και θαμώνες
αγαπούσαν άλλες, πιο ευχάριστες και φολκλόρ ομάδες, αλλά, πάνω απ’ όλα, για να αποτρέψουμε τους νεαρούς κομουνιστές προλετάριους –
επαρκώς «στερημένους» ώστε να εμπιστεύονται μονάχα αυτούς που διακινδύνευαν προσωπικά  – να νομίζουν πως η μοναδική δυνατή εγγύηση ενάντια στον οπορτουνισμό και τους γραφειοκρατικούς εκφυλισμούς συνεχώς σε ενέδρα (όπως δίδασκε η ιστορία
των οργανώσεων του Εργατικού Κινήματος)
ήταν η επιλογή του μοντέλου του Κόμματος του ανταρτοπόλεμου-del
Partito-guerriglia. Και πως η μοναδική εγγύηση
ενάντια σε μια «διαίρεση της στρατευμένης δουλειάς»
ιεραρχικού τύπου και αστικού σε τελική ανάλυση ήταν η αναγκαστική ομογενοποίηση όλων μέσα στην κοινή κατάσταση- ‘status’ του
παράνομου.
Αυτό που μπορώ να σου πω, Carlo, είναι πως 
ποτέ, λέω ποτέ,
δεν υπαινίχτηκα ή πρότεινα σε κάποιον να κάνει πράγματα 
που εγώ ο ίδιος δεν είχα ήδη κάνει, ή που ήμουν διατεθειμένος να κάνω.
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σου εξηγήσω πως είναι πολύ περισσότερα τα πράγματα στα οποία συνέβαλα να εμποδίσω, οι ‘εκτροπές’ και ‘παρεκκλίσεις’
που συνέβαλα να σταματήσουν, παρά εκείνα που προώθησα;
Δεν είναι η στιγμή για να μιλήσουμε γι αυτά, μα το
αντίθετο. Βλέπεις, Carlo, όπως λεν και οι «μετανιωμένοι-pentiti» που με κατηγορούν, εγώ υπήρξα, στη διάρκεια όλων των χρόνων ’70, ενάντια
στην επιλογή της «στρατηγικής παρανομίας-clandestinità strategica» και της
απόφασης της πολιτικής δολοφονίας. Κι όμως
είμαι διατεθειμένος να χαρακτηρίσω τον εαυτό μου
«συνυπεύθυνο» και για όλο αυτό, και
δεν πιστεύω πως είμαι ο μοναδικός…
Σε αυτό – σε αυτή την αποφασιστικότητα
οργισμένη μα όχι απελπισμένη, και
στην οποία έφτασα πάνω απ’ όλα με διαύγεια – με αναγκάζει
η φρίκη εκείνης της »πολιτιστικής γενοκτονίας» στην οποίαν συνεργάζεται πρώτα απ’ όλα (σε διαφορετικές μορφές, και αντίθετες μεταξύ τους –
θυμήσου το ΚΚΙ- PCI και τους «garantisti») όλη η αριστερά, και που αποτελεί την βάση για την διάψευση μιας
ελπίδας για αμνηστία.

Πολλοί λεν πως είμαι τρελός, να
«διεκδικώ, να αναλαμβάνω την ευθύνη μιας ληστείας» την στιγμή κατά την οποίαν πρόκειται να παρουσιαστώ στις ευρωπαϊκές εκλογές. Πάντως, πρώτα απ’ όλα, ακόμη πιστεύω πως, παρόλο που η φράση κατέστη
μπανάλ και ‘kitsch», είναι και αυτή την ώρα
σωστό να λέμε:
«και
τι είναι μια ληστεία σε τράπεζα σε σχέση με την ίδρυση
μιας τράπεζας;» Τα μαύρα ιταλικά χρονικά, οι ιστορίες
των διάφορων Calvi, των Sindona, της πολυεθνικής
των ναρκωτικών που μόλις έχει δολοφονήσει
τον Mauro Rostagno, ο Sanatano ‘ο άνθρωπος που
είχε μάθει να αγκαλιάζει τους λεπρούς’, προσφέρει μια επιβεβαίωση υπερ-ρεαλιστική
του πυκνού θεωρητικού ‘blitz’ της μπρεχτικής φράσης.
Επίσης διεκδικώ την αμετακίνητη διαφοροποίηση
ανάμεσα σε αυτόν που «απαλλοτρίωσε τους απαλλοτριωτές»,
παίρνοντας πίσω ξανά λίγη υπεραξία
για να μπορέσει να χρηματοδοτήσει την εργατική αγκιτάτσια (και πάντα, όπως εμείς, έζησε φτωχικά
διότι είχαμε θεωρήσει αδιανόητο
να αποσπάσουμε μια λιρέτα για προσωπική χρήση),
και την πολιτική-εγκληματική τάξη που κυριαρχεί στην Χώρα.
Βλέπεις, πρέπει να είσαι υπερήφανος για
τον πατέρα σου, για εκείνο που ήταν, Carlo. Ανάμεσα στο παιδί
του »πιο πλούσιου ανθρώπου του κόσμου» (όπως οι
Τimes χαρακτήρισαν τον παππού σου όταν πέθανε
με κυάνιο μέσα στο τραίνο επιστρέφοντας στο Milano ύστερα
από μια συνάντηση με τον Mussolini που τον
κατηγορούσε για συμφωνία με την Ρωσία των
Soviet) που πηγαίνει να κάνει μια ληστεία για λόγους
αρχής και «επαναστατικής παιδαγωγικής»,
και εκείνο το βδελυρό μείγμα κυνισμού και φιλοδοξίας
που είναι, για παράδειγμα, το μεγάλο μέρος
των δημόσιων διαχειριστών στην ltalia –
για τους οποίους η λαϊκή έκφραση θα έλεγε πως «ο πιο
καθαρός έχει την ψώρα»- υπάρχει μια ηθική άβυσσος.

ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ

Θεωρώ, Carlo, πως ήρθε η στιγμή
να αντιπαραθέσουμε στην διεστραμμένη δικαστική λογική του
«συλλογικού χαρακτήρα της ποινικής ευθύνης», την
διεκδίκηση μιας γενικής συνυπευθυνότητας από
την δική μας πλευρά για όλο εκείνο
που συνέβη στη διάρκεια εκείνου του σχεδόν-πολέμου τον οποίον πολεμήσαμε μετά το ’69 στην ltalia. Πηγαίνοντας και πέρα
από τις ευθύνες που ο καθένας μας είχε.
Mε τρόπο τετριμμένο μου παρατηρούν πως
«θα έπρεπε όμως να ήμαστε περισσότεροι». Απαντώ εξίσου κοινότοπα πως, για να γίνουμε πολλοί,
κάποιος, ακόμη και ένας,
πρέπει να σπάσει τον κύκλο της παθητικότητας, να σπάσει την surplace, την ακινησία και να πάρει μπροστά, να ξεκινήσει!

Βλέπεις, Carlo, μπορεί κανείς να υπομένει για ένα χρόνο,
μπορεί να υπομένει για δυο, δέκα χρόνια,
αλλά έρχεται η στιγμή κατά την οποίαν λέγει φτάνει!
basta! Δεν μπορείς να υπομένεις να βλέπεις
εκείνους που θα έπρεπε να είναι οι κληρονόμοι
της Κομούνας του Παρισιού –
τις αριστερές όλων των διαβαθμίσεων –
να έχουν καταντήσει κόπρος, εκείνο το απωθητικό περιβάλλον,
αυτή η αυλή των θαυμάτων κωφών, τυφλών,
πουτάνας γιοί, ψόφιες ψυχές, δίχως πάθη,
δίχως τόλμη, χωρίς τινάγματα περηφάνιας, χωρίς ριζοσπαστικότητα, και χωρίς καρδιά. Τρομαγμένοι από την ίδια την σκιά τους, από τον ήχο των ίδιων των βημάτων τους, έχουν καταστεί ανίκανοι να σκεφτούν με μεγαλείο,
ανίκανοι να διακινδυνεύσουν την φάλαγγα του αριστερού μικρού δακτύλου στην προσπάθεια να »ανατρέψουν τον αυτοκράτορα»… Λοβοτομημένοι, και σαν
ανάπηροι από το μεγαλείο της ανταρσίας,
έχοντας παραλύσει από τον φόβο να λαθέψουν και
να αποδοκιμαστούν, βιάζονται να τρέξουν για να φέρουν στον Βασιλιά ρούχα για να αλλάξει, εάν ένας τρελός φωνάξει πως είναι γυμνός.
Περνούν την ώρα τους με την μύτη στον αέρα για να εισπνεύσουν l’air du temps, τον αέρα των καιρών, και με τ’αυτιά τεντωμένα να αρπάξουν  la‘vox populi’, την ‘φωνή του λαού’
για να συνταχτούν μαζί της, με τα μάτια να στενεύουν για να κατανοήσουν αμέσως το ίχνος ενός μισού χαμόγελου στην φάτσα κάποιου που βρίσκεται στα όρια της εξουσίας και φιλοξενείται στα chambres de
bonnes, στα δωμάτια των καλών των Ανακτόρων, υπομονετικοί σαν εξημερωμένα σκυλιά να περιμένουν ανεπαίσθητα σημάδια καλοσύνης, ένα υπόλειμμα απ’ το γιορτινό τραπέζι και ένα χάδι.
Ah, Carlo, δεν γνωρίζω εάν για εσένα είναι μια ατυχία ή μια τύχη
να έχεις μεγαλώσει μετά, να μην έχεις δοκιμάσει την πικρή γεύση του φόβου και του αγώνα… Υπάρχει μια παλιά εβραϊκή κατάρα που λέει πως »σου εύχομαι μια ενδιαφέρουσα ζωή» : είναι, ακριβώς, μια κατάρα..

 

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf

αυτονομία, autonomia

ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ/ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ.

Αποτέλεσμα εικόνας για "Le operaie della casa" del maggio 1975, foto

Μια άλλη τορπίλη που ρίχτηκε εναντίον του μοντέλου που παρέχεται από το εργατικό κίνημα προτείνει αντιθέτως μια νομισματοποίηση της σπιτικής εργασίας μέσω μιας οικονομικο-κοινωνικής κριτικής (εμπνευσμένης από την ανάλυση του εργατισμού) της αδήλωτης εργασίας, που διαβάζεται εντός της κατηγορίας της εκμετάλλευσης. Το σχέδιο για την απελευθέρωση των γυναικών, σύμφωνα με την ανάλυση αυτή, συνίσταται στο να δώσουν την δυνατότητα να αναδειχθεί το μέγεθος του κόπου της προσπάθειας και του εισοδήματος που κρύβονται σε αυτή τη μεταμόρφωση από τις αξίες χρήσης στις τιμές ανταλλαγής. Στην Πάντοβα οι φεμινίστριες ζητούν »μισθό στις νοικοκυρές». Στην εφημερίδα τους «Le operaie della casa»-»Οι εργάτριες του σπιτιού» μάιος 1975 διαβάζουμε: «Εμείς οι γυναίκες σε όλο τον κόσμο εκτελούμε την ίδια εργασία: περιμένουμε παιδιά, τα γεννούμε, τα μεγαλώνουμε, φροντίζουμε τον σύζυγό μας, τους συγγενείς μας. Είμαστε πάντα έτοιμες να στηρίξουμε να ανακουφίσουμε και να παρηγορήσουμε τα παιδιά μας που επιστρέφουν από το σχολείο, τους συζύγους μας και τους πατέρες μας που επιστρέφουν από το εργοστάσιο, από τα γραφεία κλπ., τους γονείς μας και τα πεθερικά μας που ζουν με τον τρόμο να καταλήξουν στο γηροκομείο ή που αισθάνονται πως βαραίνουν στο σπίτι.«Όταν είμαστε μόνες στο σπίτι, είμαστε σαν τρένα, οργανωμένες στο λεπτό, πάντοτε σε κούρσα: στρώνουμε τα κρεβάτια, καθαρίζουμε τα τζάμια, κάνουμε τα ψώνια, σκουπίζουμε και γυαλίζουμε τα πατώματα και τις σκάλες, καθαρίζουμε το μπάνιο, διπλώνουμε και μαζεύουμε τα ρούχα,πλένουμε και σιδερώνουμε, κλπ.» ‘Όταν οι άντρες επιστρέφουν στο σπίτι, όλα είναι ήδη καθαρά και τακτοποιημένα’, δεν αντιλαμβάνονται πόση δουλειά μας κόστισε, δεν το σκέφτονται. Έτσι η εργασία στο σπίτι περνά καλπάζοντας, επειδή αν υπάρχει κάποιος που είναι κουρασμένος, κάποιος που είναι άρρωστος, που υποφέρει, κάποιος που ανησυχεί, δεν μπορεί παρά να είναι αυτός.»

operaie casa

‘Αντιθέτως τα παιδιά παρακολουθούν το έργο μας το απόγευμα’, αλλά είναι πολύ μικρά για να κάνουν κάτι άλλο από το να μας αγαπούν και να μας κάνουν να δουλεύουμε, και αμέσως μας τα καταστρέφουν διδάσκοντας τους να μην μας σέβονται. Αυτή είναι η ζωή που οι περισσότερες από εμάς κάνουν μέσα στην οικογένεια. «Αλλά έτσι συσσωρεύουμε με το πέρασμα των χρόνων μια χρόνια σωματική κόπωση, μια πικρία, μια οργή, μια νευρικότητα, μια αποστροφή και μια μεγάλη βία ενάντια σε όλα και σε όλους.«Φτιάχνε και ξαναφτιάχνε καθημερινά τα ίδια πράγματα που οι άλλοι ξεκάμνουν συνεχώς, το να δουλεύει κάποιος με τους τρελούς ρυθμούς, όπως δουλεύουμε εμείς, να προσπαθούμε να τα βγάλουμε πέρα, να θυμηθούμε χιλιάδες πράγματα, να πληρώσουμε τους λογαριασμούς, το νοίκι που θα βάλουμε στην άκρη και θα πάμε να πληρώσουμε, τα πράγματα που θα ψωνίσουμε, θα διορθώσουμε κ.λπ., μας τινάζουν τα νεύρα στον αέρα, ενώ κανείς, ούτε σύζυγος ούτε παιδιά, ούτε συγγενείς, νοιάζεται πραγματικά για εμάς.«Τελειώνει πάντα πως αγαπάμε περισσότερο από αυτό που μας ανταποδίδουν, πως υπηρετούμε «πολύ περισσότερο» από όσο μας υπηρετούν, ότι παρηγορούμε «πολύ περισσότερο» από όσο μας παρηγορούν. Πρέπει να κάνουμε όλο και περισσότερα για να έχουμε όλο και λιγότερα. Αυτό είναι που μας τελειώνει, μας εξαντλεί. Γενικά στα σαράντα έχουμε ήδη νευρική εξάντληση. Δεν βαστάμε πλέον, δεν αντέχουμε. Έχουν στάσει τα νεύρα μας, έχει εξαντληθεί η ψυχή μας, έχουν καταρρεύσει οι μύες μας. Τότε ο νευρολόγος μας παραγγέλλει ψυχοφάρμακα: «Την ‘σταδιοδρομία της θυσίας’ των γυναικών την ‘διέκοψαν απότομα’. Βγήκε έξω η εξέγερση.

Σχετική εικόνα

Κάθε γυναίκα θέλει να έχει την ίδια προσοχή και τον ίδιο σεβασμό που έχει αυτή για τους δικούς της, την ίδια ποσότητα και ποιότητα αγάπης, «το ίδιο ωράριο εργασίας». »Οι άντρες που στήνονται στην πολυθρόνα, ακόμα και μετά από 8 ώρες σκληρής δουλειάς, ενώ αυτή πλένει τα πιάτα, την βγάζουν πλέον όλο και πιο άνετα. Και αυτή εργάστηκε σκληρά κατά τη διάρκεια της ημέρας και για περισσότερο από 8 ώρες. Έτσι, το λιγότερο που μπορεί να γίνει είναι να χωριστεί η δουλειά που παραμένει. Καμιά δεν κάνει πίσω από αυτό τον δρόμο. Στα σπίτια υπάρχουν πολλές διαμάχες μεταξύ ανδρών και γυναικών, μεταξύ αδελφών αγοριών και κοριτσιών, για όλα τα πράγματα που όλο και περισσότερο «δεν πηγαίνουν» στην οικογένεια μεταξύ ανδρών και γυναικών ». Και επίσης «έξω από την οικογένεια» οι γυναίκες είναι όλο και περισσότερο θυμωμένες. Ενάντια με όσους αυξάνουν τους λογαριασμούς του νερού, του φυσικού αερίου, του ρεύματος, του τηλεφώνου, του ενοικίου, των τιμών των πραγμάτων που χρειαζόμαστε για να ζήσουμε, που μας αρέσουν και που θα θέλαμε να έχουμε.Αυτά ήταν πάντοτε θέματα συζήτησης μεταξύ των γυναικών, αλλά «σήμερα ο τόνος με τον οποίο οι γυναίκες θυμώνουν με εκείνους που έχουν την εξουσία είναι ισχυρότερος». »Επίσης το άλλο αιώνιο θέμα της συζήτησης μεταξύ των γυναικών, ‘το θέμα των παιδιών’ αντιμετωπίζεται διαφορετικά. ‘Αντιμετωπίζεται σαν οικιακή εργασία, είναι επίσης θέμα χρημάτων»: ένα παιδί δίνει πολύ περισσότερη εργασία και χρειάζονται πολλά χρήματα για να το μεγαλώσουμε, το τίμημα που πληρώνουμε για να κάνουμε ένα παιδί είναι πάρα πολύ υψηλό σήμερα. Είναι γεγονός ότι «οι γυναίκες έχουν μειώσει τον αριθμό των παιδιών ακριβώς κάνοντας αυτούς τους λογαριασμούς που τις αφορούν‘.

Σχετική εικόνα

Και με αυτό τον τρόπο σώθηκαν λιγάκι από την παλίρροια μιας δουλειάς χωρίς τέλος και τη συνεχιζόμενη έλλειψη χρημάτων. Λίγο σώθηκαν, λέγαμε, αλλά όχι πάρα πολύ διότι ακόμη σήμερα πρέπει να ξοδέψουμε χιλιάδες ώρες οικιακής εργασίας. Σε κάποιες χώρες οι γυναίκες κατάφεραν επίσης να ‘έχουν λίγα χρήματα’ για την εργασία της ανατροφής παιδιών». Απλά σκεφτείτε, για να κάνουμε ένα πολύ γνωστό παράδειγμα, τους αγώνες των γυναικών υπό κρατική βοήθεια στη Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.«Σήμερα είναι τα πάντα η «οικιακή δουλειά» που εμείς θέτουμε στην ημερήσια διάταξη: «ως ωράριο και ως έλλειψη μισθού». Θέλουμε να οργανώσουμε τον «αγώνα κατά της εκμετάλλευσής μας». Αυτός είναι ο φεμινισμός μας. »Γυναίκες, εμείς εργαζόμαστε διπλάσια από τους άνδρες και στις 27 δεν έχουμε το paycheck μας.»Η εκκλησία τιμά την οικογένεια, το κράτος βασίζεται στην οικογένεια, αλλά όταν πρόκειται για δουλειά, είμαστε εμείς που πρέπει να τραβήξουμε το κουπί. Και είναι πολύ αν μας πουν ευχαριστώ. Αλλά με τα ευχαριστώ δεν ζούμε. «Με τον μισθό του συζύγου μπορούμε μόνο να επιβιώσουμε. Θέλουμε ένα μισθό για οικιακή εργασία για να αρχίσουμε να ΖΟΥΜΕ.» Η αντίφαση άνδρας-γυναίκα, η σεξουαλικότητα, που μέχρι στιγμής έχουν αρνηθεί, υποδεικνύονται από το κίνημα των γυναικών ως προνομιακοί τόποι της καταπίεσης. Μιας καταπίεσης που διαιωνιζόταν από το ανδρικό φύλο ενάντια στο γυναικείο. Μέχρι τώρα το μόνο κλειδί για την ανάγνωση της κατάστασης των γυναικών ήταν η εκμετάλλευση.

Σχετική εικόνα

Τώρα το έργο επικεντρώνεται στη σεξουαλικότητα, και στην άρνηση της γυναικείας σεξουαλικότητας, που πρέπει απαραίτητα να συμπίπτει με την επιθυμία του άνδρα. Η Luce Irigaray με το «Speculum» (4) διατρέχει τα κείμενα της φιλοσοφίας στην ψυχανάλυση, από τον Πλάτωνα στον Φρόιντ, και τονίζει πως η γυναίκα αποκλείεται από την παραγωγή του λόγου. Μειωμένη σε σιωπηλή πλαστικότητα, παρεξηγημένη από τη λογική του ενός, του ίδιου.

Luce Irigaray

Στην Γαλλία γεννιούνται οι ομάδες της «Politique et Psychoanalyse»; στην Ιταλία το  κίνημα θα διαχωριστεί ανάμεσα σε αυτές που θα ακολουθήσουν την «πρακτική του ασυνείδητου-la pratica dell’inconscio» και εκείνες, αντιθέτως, που θεωρούν σωστή μια «παρέμβαση στο κοινωνικό» (για παράδειγμα την ρωμαϊκή κολεκτίβα της via Pomponazzi).

effe Collettivo femminista Pomponazzi herstory  donne storia collettivi manifestazioni gruppi mappa

Αυτές θα είναι οι λύσεις που επιδιώκουν να απαντήσουν στην κρίση των μικρών ομάδων αυτοσυνειδησίας, οι οποίες, ταυτόχρονα, πιέζονται από το άγχος της πολιτικής και την αδυναμία να προχωρήσουν βαθιά στην ανάλυση της εξάρτησης (που θα οδηγήσει πολλές να επιλέξουν την ψυχανάλυση]. Οι γυναίκες δίνουν στον εαυτό τους ως εργαλείο τη συλλογική συνάντηση ενώ ξεκινά μια πρακτική ξεχωριστών διακοπών. Οι χώροι των συνεδρίων, των συναντήσεων, όπως οι Pinarella, Paestum, Carloforte, έρχονται στο μυαλό μας. Αυτό που μετρά είναι μια πολιτική συζήτηση όχι κλειστή σε μια ξεχωριστή σφαίρα. Απολαμβάνουν να μιλούν μαζί.

Σχετική εικόνα

Δεν συναντιόμαστε μεταξύ γυναικών για να σκουπίζουμε δάκρυα. Στο «Sottosopra» του 1973 διαβάζουμε τη μαρτυρία μιας γυναίκας που επέστρεψε από ένα από αυτά τα συνέδρια: «Και πείστηκα κατά βάθος ότι οι γυναίκες, εγώ, δεν είμαστε μόνο η καταπιεσμένη κάστα που εξεγείρεται, δεν είμαστε μόνο σε θέση να καταλήξουμε σε μια σωστή ανάλυση για μια αποτελεσματική στρατηγική, δεν είμαστε μόνο συντρόφισσες σε έναν απελευθερωτικό αγώνα.Αυτά υπάρχουν όλα, αλλά σαν να λέμε ζυμωμένα, έχουν γίνει εκθαμβωτικά και ευτυχισμένα και ισχυρά από την μαρτυρία, από την δοκιμή, που έχω ζήσει, πως οι γυναίκες για τις γυναίκες μπορούν να είναι πλάσματα που μπορείς να εμπιστευτείς, στα οποία μπορείς να βασιστείς, με τα οποία περνάς καλά μαζί, με τα οποία μπορείς να παίξεις φλάουτα και ταμπούρλα, για ολόκληρες νύχτες, με τα οποία διασκεδάζεις και χορεύεις, συζητάς, κάνεις σχέδια και τα κάνεις πραγματικά, πράγματα που πρώτα ήταν γνωστά μόνο με την συντροφιά των ανδρών.»Και στη συνέχεια λέει πώς αυτό το «να ερωτεύομαι τις γυναίκες» ήταν για εκείνη «το πρώτο εντελώς νέο βήμα σε σύγκριση με την αρχαία συνείδηση της κοινής καταπίεσης, για να φθάσω να αναγνωρίζω και εμένα με χαρά στις γυναίκες, για να ξαναχτίζω την ταυτότητά μου όχι μόνο στον πόνο και στον θυμό, αλλά στον ενθουσιασμό και στο γέλιο«.

Σχετική εικόνα

https://www.academia.edu/28083383/Nanni-Balestrini-Primo-Moroni-L-Orda-d-Oro-1968-1977-la-grande-ondata-rivoluzionaria-e-creativa-politica-ed-esistenziale.pdf