αυτονομία, autonomia

Η ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ, Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ, [B.R.]

Μετά το θάνατο του Feltrinelli, ένα μέρος των μαχητών των Gap εισρέει στις B.R. τώρα εντελώς παράνομες και χωρίς να έχουν, μετά το κλείσιμο της «Νέας Αντίστασης», «Nuova Resistenza»,μιας μορφής ημιπαράνομης εκπροσώπησης τους. Τον σεπτέμβρη ’71, για να κοινοποιούν τις αποφάσεις τους, κυκλοφορούν μια παράνομη μπροσούρα με την οποία παρουσιάζουν τον πρώτο από μια σειρά » θεωρητικών προβληματισμών » που θα προκύψουν τα επόμενα χρόνια. Σε αυτό το κείμενο, το οποίο έχει σχεδιαστεί ως αυτο-συνέντευξη, τα χαρακτηριστικά της οπισθοχώρησης, της παρακμής του δημοκρατικού συστήματος είναι έντονα τονισμένα και υπερβολικά καθορισμένα. Η πολιτική σκέψη των B.R. φαίνεται ότι έχει υποστεί μια ξαφνική και βαθιά επιτάχυνση: Αφεντικά και αστοί βυθίζονται σε μια ατμόσφαιρα έτους χίλια: η ιστορία στρέφει σελίδα και η επανάσταση είναι μια δύναμη της φύσης που χτυπά με δύναμη στις πόρτες .Η ιδεολογική αυτή επιτάχυνση επηρεάζεται βαθιά από το καταπιεστικό-κατασταλτικό κλίμα σε εξέλιξη και την εντύπωση που προκάλεσε το ανεπίσημο «πραξικόπημα» στη Γαλλία από τον De Gaulle. Το βασικό λάθος συνίσταται, πιθανώς, στην πίστη ότι «το προλεταριάτο, ως τάξη (ολόκληρο το προλεταριάτο και όχι μόνο οι προηγμένες περιπολίες – αν και μαζικές – αυτονομίας) ένιωθε αυτό το κλίμα καταστολής στον ίδιο βαθμό που το ένιωθαν οι κύκλοι της επαναστατικής αριστεράς που της καταστολής ήταν ο κύριος, μόνιμος, ασφυκτικός στόχος « (24).Αυτή η ανάλυση, όλη ιδεολογική, της σύνθεσης της τάξης, και η υποβάθμιση της ικανότητας απάντησης των εξουσιών, οδηγεί τις B.R. να εγκαταλείψουν την θεωρητικοποίηση των μακρών χρόνων που είχαν κάνει δικές τους από τις απαρχές. Παραδόξως, επαναλαμβάνει ξανά και ενισχύει τις ανησυχίες του Feltrinelli και των Gap σχετικά με το αναπόφευκτο της «αντιδραστικής στροφής». Στην προαναφερθείσα αυτο-συνέντευξη, στην ερώτηση: «Πιστεύετε λοιπόν σε μια επανέκδοση του φασισμού;» οι B.R. απαντούν: «Το πρόβλημα δεν πρέπει να τίθεται με αυτούς τους όρους […] Στη Γαλλία, το «πραξικόπημα» του De Gaulle και ο τρέχον «Γκωλικός φασισμός» ζουν κάτω από τον μανδύα της δημοκρατίας. Στο άμεσο χρονικό διάστημα αυτό είναι σίγουρα το λιγότερο ενοχλητικό μοντέλο. Όμως θα ήταν αφελές να ελπίζουμε σε μια μετριοπαθή σταθεροποίηση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης τη παρουσία ενός επαναστατικού μαχητικού κινήματος […].
Σχετική εικόνα
Είχαμε δύο δρόμους πέρα από το μεταρρυθμιστικό-ρεφορμιστικό μονοπάτι που απορρίψαμε μαζί με την επαναστατική αριστερά εδώ και αρκετά χρόνια: να επαναλάβουμε την ιστορική εμπειρία του εργατικού κινήματος σύμφωνα με την αναρχοσυνδικαλιστική ή την τρίτοδιεθνιστική εκδοχή, ή αντίστροφα να ενταχθούμε στην επαναστατική μητροπολιτική εμπειρία της σημερινής εποχής «(25).Συνεπώς οι B.R. σύμφωνα με την επιλογή αυτή, τοποθετούνται ως σημείο αναφοράς και συνάθροισης για το σχηματισμό του ένοπλου κόμματος: «που δεν πρέπει να νοείται ως ένοπλος βραχίονας ενός αφοπλισμένου μαζικού κινήματος, αλλά ως το υψηλότερο σημείο ενοποίησης. Δεν πρόκειται να δώσουμε το έναυσμα στον ένοπλο αγώνα, διότι αυτός, δυστυχώς, έχει ήδη ξεκινήσει μονομερώς από την μπουρζουαζία « (26).Φυσικά «χωρίς θεωρία καμία επανάσταση», και οι B.R. αναφέρονται στον «μαρξισμό-λενινισμό, την προλεταριακή πολιτιστική επανάσταση, τη εμπειρία που βρίσκεται σε εξέλιξη των μητροπολιτικών αντάρτικων κινημάτων» (27).Έτσι, ξεκινά η μακρά περίοδος της «ένοπλης προπαγάνδας», μια μακρά σειρά υποδειγματικών ενεργειών, ειδικά κατά των «μικρών επικεφαλής»- «capetti» και των φασιστών, με σκοπό να κερδίσουν μαζικές προσχωρήσεις. Στην διάρκεια του 1972 και ενώ το πολιτικό κλίμα είναι το περισσότερο «καυτό» των τελευταίων τριών χρόνων, οι BR πραγματοποιούν την πρώτη πολιτική απαγωγή στην ιστορία της Ιταλίας: την απαγωγή του μηχανικού Idalgo Macchiarini, που αποκαλείται ως ένας από τα πιο μισητά στελέχη της Sit-Siemens στο Μιλάνο.
Αποτέλεσμα εικόνας για Idalgo Macchiarini
Η δράση τοποθετείται μέσα σε ένα κλίμα μεγάλων κοινωνικών συγκρούσεων. Τον ιανουάριο οι εργάτες είχαν μπλοκάρει το Porto Marghera για δύο ημέρες, τον φεβρουάριο άρχισε η δίκη της «Piazza Fontana» και αμέσως μετατράπηκε σε μια σκληρή πράξη κατηγορίας για τις «κρατικές παρεκτροπές και συνωμοσίες». Η σχολαστική δουλειά αντιπληροφόρησης, μαζί με τη μαζική εκστρατεία υπό το σύνθημα «Valpreda libero! »Λευτεριά στον Valpreda»! Η σφαγή είναι του κράτους «είχε κάνει να καταρρεύσει το κάστρο ψευδών που χτίστηκε από τα όργανα του κράτους και τους μηχανισμούς που καλύπτονταν από ορισμένους τομείς της δικαστικής εξουσίας.
Σχετική εικόνα
Στις 11 mαρτίου στο Μιλάνο, σε μια από τις πιο βίαιες διαδηλώσεις που θυμόμαστε, η πόλη »κρατιέται» για αρκετές ώρες από τους συντρόφους. Μια βίαιη επίθεση βασισμένη στα κοκτέιλ μόλοτοφ, «champagne molotov» εξαπολύεται κατά της εφημερίδας «Il Corriere della Sera» «Ο μηχανικός Macchiarini απαγάγεται, με τα πιστόλια στα χέρια, από ένα φορτηγάκι μέσα στο οποίο, για περίπου είκοσι λεπτά, θα υποβληθεί σε μια» πολιτική δίκη » πριν απελευθερωθεί. Οι Ε.Τ. στην ανακοίνωση της δράσης τους χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα με τους κρατικούς μηχανισμούς: «δίκη», «σύλληψη», «προσωρινή απελευθέρωση- αποφυλάκιση με εγγύηση «.
Σχετική εικόνα
Ασφαλώς, η χρήση αυτής της γλώσσας καθορίζεται επίσης από ένα στοιχείο ειρωνείας, αλλά αντιστοιχεί σε μια τάση που θα εντείνεται όλο και περισσότερο στην ένοπλη πρακτική. Η τάση να ενεργεί ως «αντικράτος», σαν αυταρχική και κάθετη οργάνωση, σαν »μορφή κόμμα» γραφειοκρατική και κάθετη που κατά την εξέλιξή της θα οδηγήσει στις «φυλακές του λαού», στην πρακτική της «δίκης- προλεταριακής δικαιοσύνης», μέχρι να φθάσει σε κανονικές «εκτελέσεις» ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της «απόλυτης παρανομίας στην οποία έχει καταλήξει», η οποία προβλέπει αυστηρούς κανόνες και σκληρούς υπάκουους μαχητές που εκτελούν χωρίς μεγάλη συζήτηση. Mια δυναμική αυτή που, με την πάροδο του χρόνου, θα κάνει όλο και περισσότερο τις B.R. να μοιάζουν με μια κατοπτρική αντανάκλαση του κράτους, και θα καταστήσει ολοένα και πιο δύσκολη την αποκρυπτογράφηση της από το κίνημα. Σε κάθε περίπτωση, αυτή την πρώτη απαγωγή την βλέπουν με μεγάλη συμπάθεια οι εργατικές πρωτοπορίες, και επίσης ορισμένες εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις. Η «Potere Operaio» σε μια ανακοίνωση κάνει μια ουσιαστικά θετική ανάλυση: «Ένα εργατικό κομάντο πέρασε, για πρώτη φορά στην ιστορία της ιταλικής εργατικής τάξης, σε μια απαγωγή. Εμείς σημειώνουμε μόνο ότι η υποδοχή αυτής της πράξης σε επίπεδο εργατικής τάξης, υπήρξε θετική. Το άλμα ποιότητας στη διαχείριση του αγώνα που αποδεικνύει αυτή η δράση υπήρξε θετική […].Φαίνεται ότι στην μιλανέζικη εργατική τάξη που βρίσκεται σήμερα στο προσκήνιο, στην πρωτοπορία του συνολικού κινήματος, η συσχέτιση μεταξύ μαζικής δράσης και πρωτοποριακής δράσης είναι πλέον ένα επίκτητο γεγονός […] «(28). Η ίδια η Lotta continua, που είχε εκφραστεί αρνητικά για τη δράση της Lainate, διαδίδει μια ανακοίνωση αλληλεγγύης: «Εμείς θεωρούμε ότι αυτή η δράση συντάσσεται με συνέπεια με τη γενική βούληση των μαζών να διεξάγουν τον ταξικό αγώνα και στο επίπεδο της βίας και της παρανομίας» (29).Ταυτόχρονα με την απαγωγή Macchiarini, ένα παρόμοιο επεισόδιο συμβαίνει και στη Γαλλία. Ο Robert Nogrette, διευθυντής της Renault, απαγάγεται στις 9 μαρτίου 1972 από την Nouvelle Resistance populaire, τον ένοπλο οργανισμό της διαλυμένης Gauche prolétarienne. Η απαγωγή τελειώνει αναίμακτα μετά από 48 ώρες και την υποδέχεται με ενθουσιασμό η «Lotta Continua» που με έναν τίτλο μισής σελίδας εκφράζεται ως εξής: «Η απαγωγή των διευθυντών της Sit-Siemens και της Renault:
Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse
Η επαναστατική δικαιοσύνη αρχίζει να φοβίζει – Ζήτω μια επαναστατική δικαιοσύνη »(30). Μεταξύ του τέλους του 1972 και των αρχών του ’73 γύρω από το ΕΤ και του προβλήματος του «ένοπλου αυθορμητισμού» ανάβουν πολλές συζητήσεις, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γύρω από τις BR σχηματίζεται μια αύρα ρομαντισμού και διάχυτης συμπάθειας. Εντυπωσιάζει τους αγωνιστές, αλλά και τμήματα εργατών της βάσης, η εξειδίκευση τους επάνω στα προβλήματα του εργοστασίου, η «εργατική έρευνα» τους με γρήγορες και αποτελεσματικές μεθόδους, η περιορισμένη χρήση βίας (μέχρι τον ιούνιο του 1974, οι B.R. δεν θα εκτελέσουν ούτε μια θανατηφόρο ενέργεια, και σε εκείνη την περίπτωση – τον θάνατο δύο φασιστών στην Πάδοβα – θα κάνουν αυτοκριτική και θα την αποκαλέσουν «ατύχημα στην εργασία») και η γλώσσα που δεν έχει ακόμη γίνει δύσκολη και αινιγματική από την ιδεολογία. Το ’73 είναι επίσης το έτος του ριζώματος των B.R. στον εργατικό ιστό του Τορίνο. Απαγάγουν τον συνδικαλιστή Labate (της φασιστικής Cisnal) και του cav. Ettore Amerio, επικεφαλής του προσωπικού της Fiat. Και οι δύο απαγωγές είναι σημαντικές επειδή τοποθετούνται μέσα στο κλίμα σκληρής διαμάχης που φέρνει αντιμέτωπες τις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες στη διοίκηση της Fiat, μετά την ανακάλυψη εκτεταμένης τεκμηρίωσης που θα αποδεικνύει την επί πληρωμή συνενοχή αστυνομικών δυνάμεων και «φασιστών πρακτόρων» στο έργο του «φακελώματος» , ελέγχου και καταστολής των πρωτοποριών μέσα στο εργοστάσιο, που οργανώθηκε ακριβώς από τη Fiat. Η βάση των εργατών χαιρετίζει με διασκεδαστική ειρωνεία τη διάδοση των «πρακτικών» της «ανάκρισης» Amerio, και, μέσα στην απόλυτη αδιαφορία, αφήνει τον φασίστα συνδικαλιστή Labate αλυσοδεμένο σε ένα στύλο μπροστά από το Mirafiori, περιμένοντας την αστυνομία να τον απελευθερώσει.Η μεγάλη κατάληψη της Fiat του ’73, οι αγώνες του »κόμματος του Μιραφιόρι» ανακατεύουν ολόκληρο το πανόραμα της επαναστατικής αριστεράς, προσδίδοντας ζωή από την μία στο σχέδιο της «οργανωμένης αυτονομίας», από την άλλη, στις Ε.Τ. σαν αυτόνομο και κομματιστικό πολιτικό σχέδιο, και όχι πλέον μόνο σαν πόλο αναφοράς και συσσωμάτωσης των ριζοσπαστικών τάσεων. Μια διαδικασία που δεν είναι ακόμη άμεσα ορατή, αλλά που θα εδραιωθεί με την πάροδο του χρόνου.
Σχετική εικόνα
αυτονομία, autonomia

ΟΙ GAP ΚΑΙ Ο FELTRINELLI.

Σχετική εικόνα
Μεταξύ του τέλους του 1970 και των αρχών του ’71 υπήρξε μια σειρά βίαιων ενεργειών από παράνομες ομάδες που συχνά αναφέρονται στις BR. Υπάρχουν περισσότερο σκοτεινά ή προκλητικά επεισόδια που οι φασίστες και η αστυνομία προσπαθούν να τους αποδώσουν. Γενικότερα πρόκειται για επιθέσεις με «πλαστικό» που συνοδεύονται από φυλλάδια που εκθειάζουν τις BR. Αυτές όμως αποκηρύσσουν τη χρήση εκρηκτικών, όπως μπορούμε να υποθέσουμε από ένα έγγραφο τους: «είναι εύκολο να δούμε πώς η χρήση δυναμίτη γενικότερα έχει ως αποτέλεσμα να τρομάζει τις μάζες αδιακρίτως, όχι μόνο τον εχθρό, και προσφέρεται στις πιο διαφορετικές ερμηνείες από αριστερά και δεξιά, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την ευρεία χρήση του που έχει κάνει η αντίδραση ». Σχετικά με το θέμα των επιθέσεων με «πλαστικό» οι B.R. εκδίδουν ένα μεγάλο ανακοινωθέν στο οποίο η πρακτική αυτή ορίζεται ως σαφές φασιστικό αποτύπωμα και έμπνευση από την αστυνομία. Στο ίδιο ανακοινωθέν αναφέρεται η λογική των ενεργειών και των στόχων που ασκούνται: «Χτυπήσαμε στα εργοστάσια τις αποθήκες, τους υπηρέτες των αφεντικών, τους πιο μισούμενους από την εργατική τάξη όταν αυτό κρίθηκε απαραίτητο επειδή είχαν πληγεί σύντροφοι. »Χτυπήσαμε «φασίστες» διότι αυτοί είναι ο ένοπλος στρατός που σήμερα χρησιμοποιεί το κεφάλαιο ενάντια στους αγώνες των εργατών και την προλεταριακή απαίτηση για εξουσία. «Χτυπάμε πάντα » εχθρούς του λαού «και τους χτυπάμε πάντα μέσα σε τεράστια κινήματα αγώνα.» Αν από τη μία πλευρά είμαστε πεπεισμένοι ότι κανένας σύντροφος δεν θα πέσει στην παγίδα που θέτουν αυτές οι φασιστικές πράξεις, «υπογεγραμμένες» με τα αρχικά μας, από την άλλη πλευρά δίνουμε μια προειδοποίηση στις δυνάμεις της αντίδρασης: ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΙ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ ΚΑΙΕΙ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΤΟΥ … ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ ΑΤΙΜΩΡΗΤΟ! «Στους αστυνομικούς και τους φασίστες λέμε κάτι ξεκάθαρο: Δεν θα υπάρξει κανένα έλεος προς εσάς, η γροθιά της προλεταριακής δικαιοσύνης θα πέσει με τρομακτική δύναμη επάνω στον καθένα που σχεδιάζει, υφαίνει συνωμοσίες,δρα και εργάζεται ενάντια στα συμφέροντα εμάς των προλετάριων. ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ, ΝΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΟΥΜΕ, ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΣΤΗ ΔΡΑΣΗ. ΕΝΩΜΕΝΟ ΚΟΜΑΝΤΟ ΤΩΝ ΕΡΥΘΡΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΙΩΝ» (18). Άλλες δράσεις υπογεγραμμένες B.R. αντιθέτως γίνονται αποδεκτές. Είναι η περίπτωση μιας ομάδας που γεννήθηκε στη Ρώμη και που η εφημερίδα «Nuova Resistenza» θα ονομάσει «οι Β.R. της Ρώμης».
Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse
Τα κύρια επεισόδια και οι ενέργειες αυτής της ομάδας, η οποία λειτουργεί μέχρι τα μέσα του 1971, συνδέονται όλες με επιθέσεις ενάντια στους φασίστες ή τα φασιστικά αρχηγεία (ιδιαίτερης σημασίας εκείνη ενάντια στον Junio Valerio Borghese που θα συμμετάσχει σε μια κάπως αλλόκοτη προσπάθεια »πραξικοπήματος «) και επίσης οι ισχυρισμοί τονίζονται έντονα από το πρόβλημα της αντιφασιστικής μάχης. Ακόμα και μέσα στην διαφορετικότητα των θέσεων, οι B.R. αποδέχονται επίσης τις δράσεις των Gap. Οι Gap εμφανίζονται πανηγυρικά στις 16 απριλίου 1970, μόλις τέσσερις μήνες μετά τη «σφαγή του κράτους», ενώ η χώρα κλονίζεται από τη διαμάχη και τις πολεμικές και οι φασιστικοί σχηματισμοί που «καλύπτονται» διαρκώς από την αστυνομία γίνονται όλο και πιο αλαζονικοί. Είναι 20,33 όταν μια φωνή παρεμβάλεται στο τηλεοπτικό κανάλι που μεταδίδει τις ειδήσεις. Στη Γένοβα, όπου θα λάβει χώρα η παρεμβολή, η εντύπωση είναι τεράστια. Στη συνέχεια θα υπάρξουν και άλλες »εκπομπές του λαού» και σε άλλες περιοχές (για παράδειγμα στο Τρέντο και το Μιλάνο). Οι ανακοινώσεις του Radio Gap δημοσιεύονται τόσο στο «Potere Operaio» (το οποίο εκδίδει επίσης εκείνες των BR) όσο και στη «NuovaResistenza» ». Η διαφορετική πολιτική προσέγγιση μεταξύ B.R. και Gap διευκρινίζεται σε αυτή την εφημερίδα. Οι Gap, πράγματι, ανάμεσα στα διάφορα ακρωνύμια που εμφανίζονται στην περίοδο αυτή, είναι το μόνο σχήμα, μαζί με τις B.R., μιας ορισμένης συνέπειας και πυκνότητας. Ξέρουν πώς να ξεφεύγουν από τις αστυνομικές έρευνες, προφανώς έχουν οικονομικά μέσα και πιέζουν και παροτρύνουν τόσο με τις ενέργειες τους όσο και με τις «πειρατικές» μεταδόσεις τον πολιτικό διάλογο (και η «Lotta Continua» δίδει πάντα μεγαλύτερη έμφαση στις πράξεις τους).Εκτός από τις μεταδόσεις, η δραστηριότητα των GAP συνίσταται κυρίως σε μια σειρά επιθέσεων σε κάποια κέντρα αστικής εξουσίας (αμερικανικά προξενεία, έδρα του P.S.U., εργοστάσια, αποθήκες Ignis, διυλιστήριο Garrone κ.λπ.). Από τις ανακοινώσεις τους μπορούμε να δούμε ότι η προσέγγισή τους είναι ουσιαστικά αμυντική και ακολουθεί τα πρότυπα του παρτιζάνικου αγώνα κατά τη διάρκεια της Αντίστασης: δεν είναι ένα αστικό αντάρτικο εκείνο που βλέπουν σε προοπτική, αλλά ένας κουβανέζικου τύπου ανταρτοπόλεμος σε ορεινές περιοχές, όπου μπορεί κανείς να υπερασπιστεί τον εαυτό του καλύτερα και επί μακρόν. Για τους Gap ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η υπόθεση ενός πραξικοπήματος της δεξιάς.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
Στους αγωνιστές των Gap κάνει μεγάλη εντύπωση το επεισόδιο του επιχειρούμενου «πραξικοπήματος» της 7ης δεκεμβρίου 1970. Με την ευκαιρία αυτή, ο Junio Valerio Borghese (πρίγκιπας και πρώην φασίστας διοικητής της διαβόητης Decima MAS), επικεφαλής μιας ομάδας φασιστών συνωμoτών εισχώρησαν μέσα στο υπουργείο εσωτερικών για να το καταλάβουν. Έπρεπε να είναι η έναρξη για το πραξικόπημα. Αντ ‘αυτού, ξαφνικά, οι συνωμότες έλαβαν μια αντίθετη διαταγή. Κάτι σε υψηλό επίπεδο δεν έπρεπε να έχει λειτουργήσει. Σε μεταγενέστερες έρευνες, η «απόπειρα πραξικοπήματος» διασταυρώνεται με μια άλλη «συνωμοσία» της δεξιάς με το όνομα «Rosa dei venti», »Tριαντάφυλλο των ανέμων», η οποία περιλαμβάνει μερικούς σημαντικούς αξιωματικούς του στρατού και οδηγεί στη σύλληψη του στρατηγού Vito Miceli, ο οποίος υπήρξε ήδη επικεφαλής για τρία χρόνια του «Uspa, του Γραφείου ασφαλείας του ατλαντικού συμφώνου, και για τέσσερα χρόνια του Sid (της σημαντικότερης εθνικής μυστικής υπηρεσίας). Ιδιαίτερα σε αυτό το επεισόδιο επισημαίνονται οι διαφορές μεταξύ B.R. και Gap. Για τις B.R. το στρατιωτικό πραξικόπημα δεν θεωρείται άμεσος κίνδυνος και ο Βαλέριο Μποργκέζε θεωρείται ως το «δυάρι στην [χαρτοπαίγνιο] briscola». «Αυτό που αντιθέτως είναι πολύ σημαντικό, όμως, είναι η χρήση αυτών των ονείρων που έχουν σκοπό να κάνουν η κυβέρνηση και οι ρεβιζιονιστές: Η εργατική τάξη βρίσκεται πάντα στην επίθεση εδώ και τρία χρόνια. Η εξουσία έχει καταληφθεί από ανεπίλυτες δυσκολίες, και πρέπει να κρύβει στα μάτια των μαζών τη λέπρα που την αποδυναμώνει, την κατατρώει καθημερινά όλο και βαθύτερα, εφευρίσκει την όμορφη ιστορία του «μαύρου πρίγκιπα» (πραξικοπηματία) που πρέπει να πουλήσει στην κοινή γνώμη » (19). Για τις B.R., επιπλέον, οι ρεβιζιονιστές (P.C.I. και συνδικάτα) το χρησιμοποιούν για να ωθήσουν τις πρωτοπορίες της τάξης να αποδεχθούν το κοινοβουλευτικό παιχνίδι και να περιορίσουν τη θέλησή τους να πολεμήσουν. Η αξιολόγηση των GAP είναι διαφορετική: «Το πραξικόπημα είναι επικείμενο». Σε ένα έγγραφο που δημοσιεύεται από την «Potere operaio» και την «Lotta Continua» τονίζεται «ο αυξανόμενος ρόλος των στρατιωτικών δυνάμεων του κράτους και των φασιστικών παραστρατιωτικών δυνάμεων [ …] μόνο μια διαρροή ειδήσεων επέτρεψε την τελευταία στιγμή να ματαιωθεί ένα προκαθορισμένο με σχολαστική φροντίδα πραξικόπημα […] από εκατοντάδες αξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων, από τις ανώτερες και περιφερειακές διοικήσεις των καραμπινιέρων, από τους εκπροσώπους της οικονομίας και της ιταλικής καπιταλιστικής βιομηχανίας, καθώς και από εκπροσώπους του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού «(20).
Σχετική εικόνα
Ακόμη και στην κρίση που πρέπει να δοθεί, ως λογική συνέπεια, στους ρεβιζιονιστές οι δύο οργανώσεις διαφέρουν. Σύμφωνα με τους GAP «και η παραδοσιακή αριστερά που εκπροσωπείται από το ΚΚΙ […] βλέπει καθημερινά με ανησυχία το πεδίο δράσης της ολοένα να στενεύει». Ως εκ τούτου, η έκκληση προς τους αγωνιστές του ΚΚΙ: «Η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι όλοι αξιώνουν και απαιτούν μια πολιτική εκτενούς μετώπου εναντίον του φασισμού, κατά της καπιταλιστικής κυριαρχίας και κατά του ιμπεριαλισμού. […] Θέλουν οι σύντροφοι που είναι εγγεγραμμένοι στο P.C.I. να είναι μέρος αυτού του επαναστατικού και αντιφασιστικού μετώπου;» (21). Μέσα σε αυτό το σύντομο απόσπασμα αντηχούν ιστορικά θέματα του οργανωμένου εργατικού κινήματος: από τη στρατηγική του «ευρύτερου μετώπου» που διαμεσολαβείται από την Τρίτη Διεθνή, στην εγγενή αναγκαιότητα χρήσης του για την υπεράσπιση της δημοκρατίας όπως κατά τη διάρκεια της παρτιζάνικης Αντίστασης. Οι διαφορές με τις B.R. είναι βαθιές και αντικατοπτρίζουν επίσης την προσωπικότητα αυτού που αργότερα θα αποκαλυφθεί να είναι η κύρια ψυχή των Gap: Giangiacomo Feltrinelli. Ο Feltrinelli υπήρξε πρωταγωνιστής της πολιτιστικής συζήτησης από τα τέλη της δεκαετίας του ’50. Ο εκδοτικός οίκος του, τα βιβλιοπωλεία, ήταν ένα μεγάλο παράδειγμα πολιτιστικής και πολιτικής ανανέωσης της ιταλικής κοινωνίας. Από το 1950 ίδρυσε το Ινστιτούτο Feltrinelli για την ιστορία του εργατικού κινήματος: ένα γεγονός μεγάλης σημασίας που κάλυπτε ένα σοβαρό κενό στην κουλτούρα της μαρξιστικής αριστεράς. Εγγεγραμμένος στο PCI, ο Φελτρινέλλι απομακρύνθηκε προοδευτικά για να στρέψει την προσοχή του στους επαναστατικούς αγώνες του Τρίτου κόσμου. Τα «φυλλάδια των βιβλιοπωλείων Feltrinelli, οι μπροσούρες» ενημέρωναν για τους απελευθερωτικούς αγώνες με εξαιρετική επικαιρότητα, έγκαιρα, καθώς και για τους αγώνες των σπουδαστών που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Ο Feltrinelli προσέγγιζε όλο και περισσότερο την επαναστατική αριστερά. Υποστήριξε τη διάσπαση του «Δρεπανιού σφυριού» (μια ομάδα 1500 μελών του PCI της περιοχής Sesto San Giovanni που θα έδινε στη συνέχεια ζωή στην Ένωση ιταλών κομουνιστών μαρξιστών-λενινιστών που αργότερα έγιναν Servire il popolo), αλλά κυρίως προσπάθησε να εντοπίσει στην ιστορία του PCI εκείνο το επαναστατικό αντιστασιακό σκέλος που ποτέ δεν έπαψε να σκέφτεται την κατάληψη της εξουσίας.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
Και μάλλον σε αυτό το μονοπάτι είναι που διασταυρώνεται με κάποια περιβάλλοντα πρώην παρτιζάνων, ειδικά στη Λιγουρία, όπου μπορούμε να υποθέσουμε ότι χτίστηκαν οι πρώτες βάσεις των Gap. Κατά τη διάρκεια του ’68, ο Feltrinelli εντατικοποίησε τα ταξίδια του στη Λατινική Αμερική για λόγους εκδοτικούς (είχε δημοσιεύσει τα έργα του Che Guevara και πολλών μεγάλων λατινοαμερικανών μυθιστοριογράφων), αλλά και να μεταφέρει συγκεκριμένη στήριξη, πραγματική, στα αντάρτικα που βρίσκονται σε εξέλιξη. Συνελήφθη στην Βολίβια και σε εκείνη την περίπτωση ακόμη και η προεδρία της δημοκρατίας κινείται για να επιτύχει την απελευθέρωσή του. Φίλος του Castro και του Régis Debray (ο οποίος ήταν με τον  Che στην Bolivia), ολοένα και περισσότερο πείθεται ότι η ιταλική αστική τάξη δεν είναι σε θέση να αντέξει την τρέχουσα κοινωνική σύγκρουση και ότι θα υποχρεωθεί (και εξαιτίας της τοποθέτησης της στο δυτικό στρατιωτικό στρατόπεδο) να καταφύγει σε αυταρχικές λύσεις: Είναι για τον Feltrinelli η φάση του »πραξικοπήματος και αντάρτικου πολέμου», παρουσιάζει τις ιδέες του σε μια σειρά εντύπων:« Ιταλία 1968: πολιτικός ανταρτοπόλεμος ». «Συνεχίζεται η απειλή ενός πραξικοπήματος», «Καλοκαίρι 1969″. Δημοσιεύει επίσης το «Αίμα των λιονταριών» του Edoard Marcel Simbu σχετικά με τον ανταρτοπόλεμο στο Κονγκό, το οποίο περιέχει στο παράρτημα ένα αποτελεσματικό εγχειρίδιο αστικού ανταρτοπόλεμου, και το οποίο θα γίνει ένα είδος «cult book» του κινήματος.
Αποτέλεσμα εικόνας για Edouard Marcel Sumbu, Sangue dei leoni
Αυτή η συνεχής αναταραχή και προπαγάνδα σε επαναστατικά ζητήματα και πρακτικές τοποθετεί τον Feltrinelli στο στόχαστρο του συντηρητικού τύπου, ο οποίος δεν αφήνει την ευκαιρία να υπονοεί τη συνενοχή του με οτιδήποτε συμβαίνει. Επίσης, η αστυνομία και το δικαστικό σώμα αυξάνουν προοδευτικά τις έρευνες και τις ανακρίσεις εναντίον του. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο Feltrinelli βρίσκεται όλο και περισσότερο στο εξωτερικό από ό, τι στην Ιταλία.
Σχετική εικόνα
Από διαφορετικά μέρη δίνει συνεντεύξεις και έγγραφα σε ιταλικά περιοδικά, στα οποία γνωστοποιεί τις επιλογές του. Στο περιοδικό «Compagni» εκθέτει μερικές από τις πολιτικές του σκέψεις: «Η αντιδραστική επίθεση μπορεί να σταματήσει μόνο με έναν αγώνα στον οποίο θα κατέβουν οι πρωτοπορίες του προλεταριάτου. Ενώ στο παρελθόν η παρέμβασή μου στην πολιτική ανέκαθεν διαμεσολαβούνταν από εκδοτική δραστηριότητα, από τώρα δεσμεύομαι για μια πιο άμεση παρέμβαση στην πορεία και την εξέλιξη των γεγονότων »(22). Το 1971 ο Feltrinelli ήταν ύποπτος συνέργειας στη δολοφονία του βολιβιανού προξένου στο Αμβούργο Roberto Quintanilla.
Quintanilla è il primo a sinistra
ο πρώτος από αριστερά
Ο πρώην επικεφαλής της μυστικής αστυνομίας της Βολιβίας (ένας από τους υπεύθυνους για τη δολοφονία του Τσε) πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε από μια γυναίκα που εγκατέλειψε το όπλο, ένα Colt Cobra 38, το οποίο αποδεικνύεται ότι ήταν ιδιοκτησία του Feltrinelli, ο οποίος ισχυρίζεται ότι το είχε χάσει.
monika ertl
Monica Ertl
Στις 15 mαρτίου 1972 το πτώμα του Giangiacomo Feltrinelli βρέθηκε από έναν αγρότη κάτω από έναν στήλο υψηλής τάσης της Segrate, στα περίχωρα του Μιλάνο, με μερικά εκρηκτικά που δεν είχαν ακόμη πυροδοτηθεί δίπλα του. Ο θάνατος του Feltrinelli και οι εικασίες που τον συνοδεύουν σημαδεύουν ένα κρίσιμο επεισόδιο της συζήτηση εκείνων των χρόνων. Ξεκινάει να σπάει ο ιστός συνεργασίας μεταξύ των δημοκρατών και των κινηματικών, γεννιέται η παράνοια του «εσωτερικού εχθρού». Σε μια πρώτη φάση, οι «δημοκράτες» ερμηνεύουν το θάνατο του Feltrinelli ως ένα ακόμη επεισόδιο της «στρατηγικής της έντασης», σαν μια «δολοφονία του κράτους». Ανθίζουν οι υποθέσεις και οι αντιέρευνες. Ο δημοκρατικός χώρος και οι ίδιες οι εξωκοινοβουλευτικές ομάδες δεν αμφιβάλλουν ότι πρόκειται για προβοκάτσια. Η Potere operaio σπάει πρώτη τον πάγο των υποθέσεων και σε ένα νούμερο της εφημερίδας αποκαλύπτει την ένταξη του Feltrinelli στους Gap με το όνομα μάχης «διοικητής Osvaldo».Στους σχηματισμούς της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ο θάνατος του Feltrinelli ανάβει ξανά τη συζήτηση για τους παράνομους σχηματισμούς, και αν η Lotta continua υποστηρίζει από τις επιθέσεις την εργατική Εξουσία, η Avanguardia operaia βγαίνει, μαζί με άλλους δημοκρατικούς χώρους από την »εθνική Επιτροπή αγώνα κατά της κρατικής σφαγής», κατηγορώντας το Potere operaio και την Lotta continua ότι κάνουν μια »τρελή ανάλυση της ιταλικής κατάστασης και των καθηκόντων του κινήματος που τους οδηγεί να αντιμετωπίζουν σαν συντρόφους αυτούς των Gap και των BR ». Έξω από αυτές τις αντιπαραθέσεις, ο ιστός της συνεργασίας μεταξύ των δημοκρατών και των κινηματικών σπάει οριστικά, και ακόμη και μεταξύ των εξωκοινοβουλευτικών σχηματισμών γίνεται κομμάτια η αλληλεγγύη στη βάση που γεννήθηκε για να αποκαλύψει τα «μυστήρια του κράτους» μετά την Piazza Fontana. Οι αντιδράσεις μεταξύ των συντρόφων είναι δύο τύπων: η μία, της οργάνωσης, είναι εκείνη που θέλει να επιτείνει τις δημοκρατικές διατυπώσεις (συμμετοχή σε εκλογές, δημοψήφισμα κλπ.), η άλλη ατομική, αλλά πολύ εκτεταμένη, είναι εκείνη να κλείνονται οι αγωνιστές στον εαυτό τους ή να επιστρέφουν στα παραδοσιακά κόμματα, αρνούμενοι το παρελθόν τους στη μία ή την άλλη των περιπτώσεων.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli

Υπάρχουν όμως και εκείνοι που παρότι παραμένουν στις οργανώσεις ή τοποθετούνται στα περιθώρια αυτών, που τονίζουν ολοένα και περισσότερο την προσοχή προς τις παράνομες ένοπλες ομάδες, προκαλώντας έναν τεράστιο και υπόγειο διάλογο σχετικά με την εμφάνιση της ανάγκης για «ένοπλο αγώνα» που θα διαρκέσει πολύ καιρό, θρυμματίζοντας ολόκληρα τμήματα στη βάση των εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων.

 

Giangiacomo Feltrinelli: «ESTATE ’69» (ESTRATTO).

Είναι σκόπιμο να εξετασθούν – έστω και εν συντομία – οι λόγοι και τα κίνητρα που οδηγούν τις δεξιές δυνάμεις (μεγάλες ιταλικές επιχειρήσεις, στρατιωτικές και διεθνείς δυνάμεις) να επιβάλλουν μια δεξιά εξουσιαστική αλλαγή με μια κοινή πολιτική και στρατιωτική επιχείρηση. Ειλικρινά οι λόγοι που σπρώχνουν τις αντιδραστικές ομάδες σε αυτές τις επιλογές συμπίπτουν, εν μέρει, με την κριτική των υπερδομών του συστήματος που γίνεται από την αριστερά: η ριζοσπαστική αντιπολίτευση έγκειται στους επιδιωκόμενους σκοπούς αντίστοιχα. Οι δεξιές δυνάμεις, όταν επικρίνουν τις υπερδομές του συστήματος τείνουν να τις τροποποιούν για να τις καθιστούν πιο κατάλληλες στις δικές τους ανάγκες για εκμετάλλευση και αδιαμφισβήτητη κυριαρχία των δημόσιων και ιδιωτικών πραγμάτων. Αντιθέτως εμείς επιδιώκουμε να μεταφέρουμε την κριτική από την υπερδομή στην ίδια τη δομή, εμπλέκοντας ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα και προτρέποντας την ανατροπή και την κατάργησή του. Από την πλευρά των μεγάλων βιομηχανικών, πολιτικών και στρατιωτικών ομάδων, ιταλικών και διεθνών, οι λόγοι που στρατεύονται υπέρ του πραξικοπήματος είναι                     a) η λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, της κυβέρνησης και της ιταλικής κομματικής οργάνωσης, κομματοκρατίας – η οποία εξακολουθεί να βασίζεται στο παλιό πελατειακό σύστημα – λειτουργία που έρχεται σε αντίθεση με τις ανάγκες μιας σύγχρονης ιταλικής και διεθνούς καπιταλιστικής βιομηχανίας. Μιλούν επομένως από πολλά μέρη – και ρητά αναφέρεται αυτό από τους συντάκτες του Progetto 80 του υπουργείου προϋπολογισμού – για απαξίωση των θεσμών (στο Σχέδιο 80, αφού εντοπίστηκε το θεμελιώδες εμπόδιο που αυτή αντιπροσωπεύει για την περαιτέρω καπιταλιστική ανάπτυξη, προχωρούν ωστόσο στην εκπόνηση μιας φανταστικής υπόθεσης καπιταλιστικής ανάπτυξης χωρίς να στέκονται να μας πουν για το πώς σκοπεύουν να ξεπεράσουν το εμπόδιο της «απαξίωσης» του κρατικού και κυβερνητικού μηχανισμού. Μήπως αυτό σημαίνει ότι το πραξικόπημα θεωρείται δεδομένο;)

Σχετική εικόνα

Και αυτή η απαξίωση του διοικητικού, νομικού και πολιτικού μηχανισμού του κράτους και του συστήματος διακυβέρνησης είναι ακόμη πιο σοβαρή λόγω του γεγονότος ότι όχι μόνο πραγματώνεται μέσα σε μια εξωφρενική βραδύτητα της νομοθετικής διαδικασίας, ακριβώς σε μια στιγμή κατά την οποίαν η ταχύτητα της νομοθετικής παρέμβασης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος, αλλά και μέσα σε μια προοδευτική πολιτική και οικονομική παράλυση του κράτους και των δημόσιων φορέων λόγω της επιπλοκής και της βραδύτητας της γραφειοκρατικής διαδικασίας, παράλυση που βαρύνει σοβαρά επί της κανονικής οικονομικής ανάπτυξης των επιχειρήσεων, είτε είναι ιδιωτικές ή δημόσιες. Τέλος, πρέπει να υπολογίσουμε πως υπάρχει έντονη δυσαρέσκεια στις υψηλές στρατιωτικές σφαίρες λόγω της αβεβαιότητας της στρατιωτικής πολιτικής της ιταλικής κυβέρνησης και της ανεπάρκειας των πιστώσεων του υπουργείου άμυνας. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι, σύμφωνα με την αριστερά, αυτή η «απαξίωση» δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποφευχθεί με τη δημιουργία μιας νέας, σύγχρονης και διεθνούς μορφής φασισμού στην Ιταλία: αυτή είναι μάλλον εγγενής στο σύστημα και ως εκ τούτου μπορεί να λυθεί μόνο με την εξάλειψη του κακού στη ρίζα του. Σήμερα για τη μεγάλη βιομηχανία και για τον διεθνή ιμπεριαλισμό, το σημερινό πολιτικό σύστημα, ανεξάρτητα από την κακή διαχείριση που έχει κάνει η χριστιανοδημοκρατία- DC, και από τα όρια, που ουσιαστικά είναι ταξικά, του Συντάγματος επί του οποίου βασίζεται, αποτελεί έναν στόχο εμπόδιο στην ανάπτυξη του καπιταλισμού με αποικιοκρατικό στυλ που αναμένεται στην Ιταλία τα επόμενα χρόνια.      b) Η διαφαινόμενη – σε διεθνή κλίμακα – σοβαρή οικονομική κρίση που προκλήθηκε από τη συνύπαρξη δύο φαινομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από ένα προοδευτικό και γρήγορο πληθωρισμό και, ταυτόχρονα, από την εφαρμογή αντιπληθωριστικών μέτρων που καθορίζουν μια σχετική παράλυση και την ανακοπή της εξέλιξης της παραγωγικής διαδικασίας. Τα συμπτώματα αυτής της κρίσης είναι ήδη εμφανή στη διεθνή χρηματοπιστωτική αγορά που κυριαρχείται από την κρίση του δολαρίου. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, η βιομηχανία δεν θέλει, προφανώς, να βρεθεί ανάμεσα στον άκμονα (δηλαδή, την ορμητική και γενικευμένη ανάπτυξη των εργατικών διεκδικήσεων που ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαν να υπερπηδήσουν το καθαρά συνδικαλιστικό όριο για να αναλάβουν έναν πιο ξεκάθαρο πολιτικό χαρακτηρισμό) και την σφύρα που αντιπροσωπεύει, για μια χώρα που εξάγει το 25% του ακαθάριστου εθνικού της προϊόντος, μια οικονομική κρίση των Ηνωμένων Πολιτειών και των συνακόλουθων συνεπειών που θα είχε αυτή στο διεθνές εμπόριο.        c) Η αναζήτηση ενός τμήματος της D.C. και των σοσιαλιστών P.S.I. μιας νέας «πλειοψηφίας» που να περιλαμβάνει, άμεσα ή έμμεσα, το PCI, παραβιάζει συγκεκριμένες διεθνείς δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο του ατλαντικού Συμφώνου και του ΝΑΤΟ, οπότε απαιτείται (όπως συνέβη στην Ελλάδα) ένα προληπτικό πραξικόπημα ή μια αυταρχική δεξιά στροφή.

Σχετική εικόνα
d) Τέλος, η αδυναμία να συγκρατηθούν με τις δυνάμεις και τους νόμους που είναι επί του παρόντος διαθέσιμες οι εργατικές, αγροτικές και φοιτητικές αξιώσεις και η δράση των πολιτικών ομάδων της άκρας αριστεράς. Αυτές οι αξιώσεις και οι αναταραχές όχι μόνο τείνουν να αλλάζουν την κατανομή του εισοδήματος μέσω των μισθολογικών αυξήσεων αλλά επηρεάζουν την ίδια την παραγωγικότητα των εργοστασίων τη στιγμή που ζητείται η αποδέσμευση των μισθών από την παραγωγικότητα, η μείωση των σφαγιαστικών ρυθμών εργασίας και η εβδομάδα των 40 ωρών. Υπό την έννοια αυτή, συμπτωματική είναι η άρνηση της Fiat να διαπραγματευτεί αυτά τα προβλήματα, η αδυναμία, παρά τη συνενοχή των ηγεσιών των συνδικάτων, να συγκρατηθούν αυτές οι διεκδικήσεις, και η συνεπακόλουθη στροφή προς τα δεξιά του μεγάλου μονοπωλίου του Τορίνο. Σε όσους αναρωτιούνται τι συμφέρον θα είχαν οι μεγάλες ιταλικές μονοπωλιακές ομάδες για μιαν αυταρχική στροφή προς τα δεξιά, απλά να θυμίσουμε τη φύση των εργατικών διεκδικήσεων που, επηρεάζοντας την παραγωγικότητα, «χτυπούν ακριβώς τις εταιρείες με υψηλότερο πάγιο κεφάλαιο«.                      
Συμπερασματικά: σε μια εποχή όπως η παρούσα που αντιμετωπίζει το φάσμα και την απειλή μιας διεθνούς χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης, η ιταλική καπιταλιστική ανάπτυξη βρίσκει ένα εμπόδιο στην ανάπτυξή της τόσο στις υπερδομές του συστήματος όσο και στις διεκδικήσεις των εργατών. Η προσφυγή στο πραξικόπημα ή μια αυταρχική στροφή στα δεξιά θα ήταν συνεπώς εντελώς σύμφωνη με τις ανάγκες του συστήματος και την ανάγκη του να λύσει, για δικό του όφελος έστω και προσωρινά, τις πιο οξείες αντιφάσεις της στιγμής. Ευνοεί αυτό το σχέδιο και αυτές τις φιλοδοξίες η κολακευτική προοπτική να επιτευχθεί μια σημαντική επιτυχία.Αυτή η ελπίδα των δεξιών δυνάμεων υποστηρίζεται από την έλλειψη μιας επαναστατικής στρατηγικής στις καταπιεζόμενες και εκμεταλλευόμενες τάξεις, και στην ίδια την πολιτική του PCI, το οποίο έχει στρατευτεί στην αναζήτηση μιας «νέας (εφήμερης) πλειοψηφίας» και είναι διατεθειμένο, προκειμένου να επιτύχει αυτό τον στόχο, να αγνοήσει όχι μόνο την ουσιαστική αδυναμία της τρέχουσας ή της μελλοντικής κυβερνητικής δομής, αλλά ακόμη και τις ήδη προφανείς ύποπτες μανούβρες, τις συνωμοσίες και τους ελιγμούς εκείνων που προετοιμάζουν την δεξιά στροφή. Το PCI, προς το οποίο οι μάζες συχνά κοιτούν κάτω από την ώθηση μιας επαναστατικής παράδοσης ως ασφαλή οδηγό, εξακολουθεί να παραμελεί, και δεν έχει σημασία αν σκόπιμα ή όχι, να δημιουργήσει μια σωστή ανάλυση της κατάστασης και να αποκομίσει τα συνεπή συμπεράσματα.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
Η ιστορία μας διδάσκει ότι δεν είναι με την συγκατάθεση ή αποφεύγοντας έναν αγώνα, που μοιάζει πλέον αναπόφευκτος, που αποτρέπουμε την αντιπαράθεση, την σύγκρουση: το μόνο αποτέλεσμα είναι ότι φθάνουμε εκεί απροετοίμαστοι. Μετά υπάρχουν και άλλα γενικά συμπτώματα της προσέγγισης ενός πραξικοπήματος ή μιας αυταρχικής ριζικής στροφής προς τα δεξιά. Συγκρίνοντας τις εμπειρίες των χωρών στις οποίες υπήρξαν πρόσφατα πραξικοπήματα ή αντιδραστικοί κλυδωνισμοί, ανατροπές, σημειώνουμε, γενικά, τις ακόλουθες «σταθερές»: 1) το σφυροκόπημα καταγγελιών περί αναρχίας στην οποία θα έπεφτε η χώρα και η βιομηχανική παραγωγή εξαιτίας της αναταραχής και των απαιτήσεων της εργασίας · 2) η γενικευμένη, εκτεταμένη καταγγελία της κρατικής κρίσης της ανεπάρκειας των κομμάτων, και της αχαλίνωτης διαφθοράς σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής · 3) το ξέσπασμα ενός σκανδάλου που περιβάλει έναν βουλευτή του δημοκρατικού κέντρου ή ανώτερους υπαλλήλους του κρατικού μηχανισμού · 4) τη σύλληψη προσωπικοτήτων από τον κόσμο του πολιτισμού και της αριστερής εκδοτικής δραστηριότητας (δημοσιογράφοι, εκδότες) · 5) η ταυτόχρονη καταδίκη και σύλληψη εκατοντάδων ανθρώπων που κατά τη διάρκεια των προηγούμενων αναταραχών που σημειώθηκαν σε διαφορετικές εποχές, διακρίθηκαν για πολιτική μαχητικότητα. 6) η σύλληψη εκπροσώπων συνδικαλιστικών οργανώσεων, 7) η εντατικοποίηση των επιθέσεων εκ μέρους ακροδεξιών ομάδων εναντίον αριστερών οργανώσεων και προσωπικοτήτων 8) η διάλυση του κοινοβουλίου, αφού ορισμένοι τομείς του κοινοβουλευτικού κόσμου αρνήθηκαν να σεβαστούν την επίσημη κοινοβουλευτική εντολή. »Θα πρέπει να σημειωθεί, εν τω μεταξύ, ότι σήμερα στην Ιταλία αυτών των συμπτωμάτων, αυτών των γεγονότων, πολλά έχουν ήδη εμφανιστεί ή είναι σε πλήρη εκδήλωση, ενώ άλλα, και συγκεκριμένα η διάλυση του κοινοβουλίου, επαναλαμβάνονται ρητά στις συζητήσεις και στις φήμες που κυκλοφορούν στους επίσημους κύκλους«.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
αυτονομία, autonomia

Κεφάλαιο 8. ΕΝΟΠΛΗ ΠΑΛΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ.

ΟΙ ΠΙΘΑΝΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ «ΕΝΟΠΛΗΣ ΤΑΣΗΣ».

Το 1976 έγραφε ένας άγνωστος συντάκτης στην «manchette» στο κάλυμμα του βιβλίου «ερυθρές Ταξιαρχίες»: «Έτσι η φρίκη για τις ερυθρές Ταξιαρχίες επικύρωσε την προσπάθεια να ποινικοποιηθεί η ριζοσπαστική διαφωνία, ευνόησε στην Ιταλία, επάνω στο γερμανικό παράδειγμα, να ξεκινήσει μια αυστηρή κατασταλτική νομοθεσία και να ακυρωθεί κάθε διάκριση μεταξύ πρόληψης και καταστολής […] » και επιπλέον:» Το βιβλίο της κόκκινης Βοήθειας είναι μια ειλικρινής απόπειρα (ανάγνωσης) προς αυτή την κατεύθυνση (για να ανοικοδομήσει μια υπόθεση μέσα στις πραγματικές της διαστάσεις]. Η δημοσίευση αυτού του βιβλίου, σε αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, θέλει ακριβώς να προσφέρει στο κοινό εκείνη την υπηρεσία που άλλοι δεν την έχουν παράσχει και που θα έπρεπε να είναι αντιθέτως χαρακτηριστική σε έναν σύγχρονο εκδότη  (1).

Σχετική εικόνα

Με ακόμη πιο ακριβή τρόπο, ο συντάκτης διευκρινίζει τις σκέψεις του στο εσωτερικό σημείωμα. Όλες οι κατηγορίες περί «προβοκατόρων και κατασκόπων» που απευθύνονται στις ερυθρές Ταξιαρχίες απορρίπτονται, αναγνωρίζοντας σε αυτούς πως αγωνίζονταν για «έναν σκοπό που στοίχειωσε ολόκληρες γενιές στρατευμένων αγωνιστών». Χτίζεται μια σύντομη ανάλυση (υποστηριζόμενη από τον Francesco Ciafaloni στα «Quaderni Piacentini») σχετικά με την προέλευση του προβλήματος:»κατά τα έτη 1969-72 (ακόμη και πέραν αυτών), ένα μη μειοψηφικό κομμάτι των νέων, πρωταγωνιστών των αγώνων στα εργοστάσια και στο σχολείο […] έθεσε τη ζωή του σε λειτουργία ριζικής μεταμόρφωσης βραχυπρόθεσμα […] «αλλά στη συνέχεια» […] δεν λειτούργησε μια συνειδητή, αιτιολογημένη, ορθολογική μετάβαση από την παλιά θέση στη νέα, η οποία θα επέτρεπε την συνεπή διατήρηση μέρους της ψυχολογικής και ιδεολογικής φόρτισης που ήταν παρούσα σε μαζικό επίπεδο. Οι περισσότεροι εγκατέλειψαν, επέστρεψαν στη κανονικότητα. Απλώς ανακάλυψαν ότι η πολιτική κοστίζει και συνειδητοποίησαν πως δεν είναι πρόθυμοι να πληρώσουν το τίμημα. Άλλοι αποδέχτηκαν την πρακτική της διπλής αλήθειας. Άλλοι αποφάσισαν να επιλέξουν τις ακραίες συνέπειες […]» (2).

Αποτέλεσμα εικόνας για lotta armata, italia, anni '70

Αυτά τα λόγια γράφονταν μέσα στην οξεία φάση της αποσύνθεσης των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων, παρουσία μιας τεράστιας και αυταρχικής αναδιάρθρωσης στα εργοστάσια (cassa integrazione [οικονομική συνδρομή μέσω αμοιβής σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργατικής δραστηριότητας], «πολιτικές» απολύσεις κλπ.) και ενώ η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο άρχιζαν να επεξεργάζονται εκείνη την νομοθετικά αυταρχική στροφή που θα είχε περάσει στην ιστορία με τον χαρακτηρισμό της «περιόδου έκτακτης ανάγκης». Το βιβλίο για τις Κόκκινες Ταξιαρχίες εξαντλήθηκε γρήγορα και δεν επανεκδόθηκε ποτέ. Παραμένει – μαζί με το «Ποτέ ξανά χωρίς τουφέκι, «Mai più senza fucile» του Alessandro Silj – μια από τις σπάνιες προσπάθειες μη παραποίησης, όταν δεν είναι δυσφημιστικές, να προχωρήσουμε στην προέλευση του φαινομένου του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Το πρόβλημα των ερυθρών Ταξιαρχιών και των παράνομων ένοπλων και βίαιων ενεργειών κατά τα προηγούμενα χρόνια συνέχισε να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης Το κλίμα προβοκάτσιας που προκάλεσε η «στρατηγική της έντασης» που διαχειρίστηκε το κράτος είχε δημιουργήσει τάξεις διετρολόγων-συνωμοσιολόγων όχι μόνο στον αστικό Τύπο, αλλά και σε εκείνον του κινήματος.

Το «B.C.D.» (Δελτίο δημοκρατικής αντιπληροφόρησης), που είχε ταχθεί δίπλα στο κίνημα, δεν είχε ποτέ παύσει να κατηγορεί τις ερυθρές Ταξιαρχίες ότι ήταν «προβοκάτορες πράκτορες» και η ίδια η εφημερίδα «il manifesto» είχε για χρόνια μεταφέρει τα νέα για τις BR αποκαλώντας τες «οι υποτιθέμενες» ή «οι αυτοαποκαλούμενες «, »oι λεγόμενες», υποστηρίζοντας εκ των πραγμάτων τη συνενοχή τους με σκοτεινές δυνάμεις του κράτους. Στην πραγματικότητα, όταν εμφανίστηκαν, οι ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν πολύ λιγότερο «σκοτεινές» από ό, τι φαντάζονταν. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι κατά την εμφάνισή τους ήταν ένα απολύτως επιτυχημένο παράδειγμα της κινηματικής θεωρίας του «να είναι ξεκάθαρες για το κίνημα και ασαφείς για την εξουσία, σκοτεινές». Οι πρώτες ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών αναπτύσσονται μέσα στα εργοστάσια και ειδικότερα στην Sit-Siemens και στην Pirelli στο Μιλάνο. Δεν έχουν μεγάλη απήχηση στην αρχή, διότι μπερδεύονται με παρόμοιες ενέργειες που αναπτύσσονται από άλλες πολιτικές δυνάμεις ή από αυθόρμητες αντιδράσεις των εργατών. Πρέπει να τονιστεί ότι τόσο κατά τη διάρκεια του «Καυτού Φθινοπώρου» όσο και στη διάρκεια του επόμενου 1970 η πρακτική του σαμποτάζ, το ξυλοφόρτωμα των επιστατών, η καταστροφή των αυτοκινήτων των διαχειριστών και των αρχηγών, η χρήση μιας εσωτερικής αντιεξουσίας, έχουν πλέον γίνει διαδεδομένες και συνηθισμένες πρακτικές.

Αποτέλεσμα εικόνας για Autunno caldo, anni '60-'70

Έτσι έγραφε η δεκαπενθήμερη «Lotta Continua» μεταφέροντας το κλίμα των εργοστασίων: «Μετά από κάθε δράση, πορεία, αποκλεισμό εμπορευμάτων […] κάθε τμήμα μετατρέπεται σε προλεταριακό δικαστήριο: όσους μπορούσαν αλλά δεν είχαν συμμετάσχει (στις δράσεις) τους διώχνουν από το εργοστάσιο. Ένα σημαντικό παράδειγμα:σε ένα τομέα του εργοστασίου μάθαμε ότι 7 εργάστηκαν την κυριακή, 4 εργάτες και 3 επικεφαλής. Συζητάμε και οι «απεργοσπάστες» » παύονται» για 2 ημέρες (οι εργάτες) και για 3 ημέρες οι επικεφαλής, 3 ημέρες: επειδή είναι επικεφαλής και επειδή κατά τη διάρκεια της συζήτησης ένας από αυτούς δεν σεβάστηκε τους εργάτες λέγοντας ότι τους είχε γραμμένους […] Δεν είναι απλώς θέμα υπεράσπισης της ενότητας: οι εργάτες μαθαίνουν να ασκούν δύναμη-εξουσία και να απολαμβάνουν την ευχαρίστηση » (3).Και σε μια ατμόσφαιρα αυτού του τύπου τοποθετούνται οι πρώτες ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών Η πρώτη δράση που υπογράφηκε με το σύμβολο του πεντάκτινου αστεριού και την γραφή ερυθρές Ταξιαρχίες είναι της 17ης σεπτεμβρίου 1970 και συνίσταται στην πυρπόληση του αυτοκινήτου του leader της SitSiemens Leoni, δεν συνοδεύεται από φυλλάδιο, το βράδυ όμως αφήνεται γραπτό μήνυμα στον υαλοκαθαριστήρα της Ferrari του μηχανικού Giorgio Villa της Sit-Siemens.

Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse, prime azioni

Ο τόνος είναι ανάμεσα στο ειρωνικό και το απειλητικό: «Πόσο καιρό θα διαρκέσει η Ferrarina! μέχρι να αποφασίσουμε εμείς ότι είναι καιρός να τελειώνουμε με τους teppisti, τους αλήτες. BRIGATE ROSSE» (4) Πριν από αυτές τις «παραδειγματικές» ενέργειες οι κόκκινες Ταξιαρχίες είχαν πραγματοποιήσει, μπροστά σε αμήχανους και περίεργους ακροατές, μια ιπτάμενη δημόσια ομιλία στη μιλανέζικη εργατική γειτονιά του Lorenteggio, και είχαν πετάξει φυλλάδια μπροστά από τη Sit-Siemens. Στις 20 οκτωβρίου 1970, σε ένα φύλλο αγώνα της «Sinistra Proletaria», »Προλεταριακής Αριστεράς» δίδεται η είδηση της εμφάνισης στην πολιτική σκηνή των ερυθρών Ταξιαρχιών με αυτό τον τρόπο: L’autunno rosso è già cominciato.»Το φθινόπωρο που έχουμε μπροστά μας παρουσιάζεται […] σαν μια ημερομηνία αποφασιστικού αγώνα μέσα στη σύγκρουση εξουσίας […] Ενάντια στα θεσμικά όργανα που διαχειρίζονται την εκμετάλλευσή μας, ενάντια στους νόμους και τη δικαιοσύνη των αφεντικών, η πιο αποφασισμένη και συνειδητή πλευρά του αγωνιζόμενου προλεταριάτου έχει ήδη αρχίσει να μάχεται για να οικοδομήσει μια νέα νομιμότητα, μια νέα εξουσία. Για να χτίσουμε την οργάνωσή του. Υπάρχουν παραδείγματα: η «απαγωγή» και η «δημόσια διαπόμπευση» που έθεσαν σε εφαρμογή στο Τρέντο οι εργάτες της Ignis εναντίον των προβοκατόρων φασιστών που είχαν προμελετημένα μαχαιρώσει δύο από αυτούς. «η κατάληψη και η υπεράσπιση κατειλημμένων κατοικιών», σαν μοναδικός τρόπος να έχουμε επιτέλους ένα σπίτι […], «Η εμφάνιση αυτόνομων εργατικών οργανώσεων (ερυθρές Ταξιαρχίες) που υποδεικνύουν τις πρώτες στιγμές προλεταριακής αυτοοργάνωσης για να πολεμήσουμε τα αφεντικά και τους υπηρέτες τους στο έδαφός τους »στα ίσα», με τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούν εναντίον της εργατικής τάξης: άμεσα, επιλεκτικά, καλυμένοι όπως στη Siemens. ΝΑ ΟΡΓΑΝΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΑΙΚΩΝ ΜΑΖΩΝ …

Αποτέλεσμα εικόνας για sinistra proletaria anni 70

«Ήρθε η ώρα να οργανωθούμε στη γραμμή φωτιάς για να ριζώσουμε μέσα στους αγώνες τα περιεχόμενα της νέας επαναστατικής πρακτικής: τη στρατηγική του αντάρτικου του λαού. Είναι ο καιρός να προχωρήσουμε στη γενική σύγκρουση για: – να ριζώσουμε στις προλεταριακές μάζες σε αγώνα την αρχή «δεν έχουμε πολιτική εξουσία εάν δεν έχουμε στρατιωτική δύναμη-εξουσία» . – να εκπαιδεύσουμε μέσω της «παρτιζάνικης Δράσης» την προλεταριακή και επαναστατική αριστερά στην αντίσταση, στον ένοπλο αγώνα, – να αποκαλύψουμε την καταπιεστική και κατασταλτική δομή της εξουσίας και τους μηχανισμούς αποδιοργάνωσης της ενότητας της τάξης.» (5).

Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano

Αλλά τι είναι η «Προλεταριακή Αριστερά»; Πρόκειται για ένα περιοδικό του οποίου βγαίνουν δυο νούμερα κατά τη διάρκεια του 1970. Προηγουμένως, όμως, είχαν βγει διάφορα «Φύλλα αγώνα της προλεταριακής αριστεράς», τα οποία μετέφεραν τη διατύπωση «σε επεξεργασία του C.P.M. (πολιτική μητροπολιτική Κολεκτίβα)». Όπως έχουμε ήδη δει το C.P.M. ήταν το οργανωτικό αποτέλεσμα της συζήτησης που είχε επενδύσει τον χώρο των Cub (ενωτικές Επιτροπές βάσης, Comitati unitari di base) στο Μιλάνο στη διάρκεια του 1968 και του 1969. Ο οργανισμός γεννήθηκε για να επεκτείνει τη δράση του από το εργοστάσιο στο κοινωνικό, για να ξεπεράσει τις εγγενείς αντιφάσεις στον διαχωρισμό μεταξύ του κόσμου των εργοστασιακών αγώνων και εκείνου των κοινωνικών και φοιτητικών.Σε ένα έγγραφο του CPM (ιανουάριος 1970) συνοψίζεται με αυτό τον τρόπο η ανάγκη για νέες οργανωτικές μορφές:

Collettivo-documenti-collettivo-lotta-sociale-9332ddab-ac82-4175-86da-00a6c750cbe9

«Πρέπει σήμερα να θέσουμε το πρόβλημα συγκεκριμένα. Ποιο επίπεδο οργάνωσης είναι σήμερα δυνατό και απαραίτητο; […] »Cub, GDS, Φοιτητικά κινήματα της έδρας κλπ. είχαν μια λειτουργία: να είναι τα εργαλεία της αναγέννησης του αυτόνομου κινήματος του προλεταριάτου, μέσα από αυτοπροσδιοριζόμενους αγώνες και αυτοδιαχειριζόμενους. Η πολιτική σφαίρα αυτού του αγώνα τοποθετήθηκε θεμελιωδώς στο σχολείο και στο εργοστάσιο, δηλαδή εντός των θεσμών […] .Τη στιγμή κατά την οποία οι αγώνες γενικεύθηκαν, και στην οποία πολλά από τα πολιτικά περιεχόμενα της αυτονομίας είχαν κατοχυρωθεί […] το εσωτερικό τομεακό οργανωτικό εργαλείο δεν έχει πλέον μια πραγματική πολιτική λειτουργία και ορθώς έχει υπερκεραστεί από τους ίδιους αγώνες που έχει δημιουργήσει.

Σχετική εικόνα

«Η ανάπτυξη της προλεταριακής αυτονομίας σήμερα σημαίνει να ξεπεραστούν οι τομεακοί αγώνες και οι τομεακοί οργανισμοί. Η υπέρβαση αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τον αγώνα ενάντια στις »συντηρητικές» τάσεις που υπάρχουν μέσα στο κίνημα, οι οποίες συγχέουν την αυτονομία, με το πρώτο επίπεδο της οργανωμένης έκφρασης της: ακριβώς τα Cub, GDS, MS » (6). Η διαμάχη που ξέσπασε μέσα στα Cub μεταξύ της «μαζικής γραμμής» και της «κομματικής γραμμής», ουσιαστικά μεταξύ της τάσης της βάσης και της προσπάθειας της Avanguardia operaia να φέρει εκ νέου τον ρόλο των Cub μέσα σε μια οργανωτική δομή κομματική, υπάρχει εδώ με συγκεκριμένο τρόπο και διευκρινίζεται ακόμη περισσότερο στη συνέχεια του εγγράφου:

Σχετική εικόνα

«Η κοινωνική διάσταση του αγώνα απαιτεί οργανισμούς βάσης σε κοινωνικό επίπεδο […] Δεν είναι λοιπόν το ότι πρέπει να κάνουμε ένα άλμα από μια οργάνωση βάσης σε μια οργάνωση κορυφής […] αλλά να οικοδομήσουμε οργανισμούς πολιτικά ομοιογενείς για να παρέμβουμε στον μητροπολιτικό κοινωνικό αγώνα.» Η υπερνίκηση του εργατισμού και του studentismo […] δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της αυθόρμητης, σποραδικής και απολιτικής ένωσης των εργατών και των σπουδαστών […], αλλά μέσω της δημιουργίας οργανωτικών πυρήνων που να τεθούν σε επίπεδο των συνολικών κοινωνικών προβλημάτων» (7).
Το C.P.M. γρήγορα γίνεται – κυρίως στο Μιλάνο – ένας μαζικός οργανισμός που βρίσκεται σε δεκάδες εργοστάσια και σχολεία. Ειδικότερα τον βλέπουν με αυξανόμενη συμπάθεια και ενδιαφέρον από τον χώρο των αγωνιστών της εργατικής Εξουσίας που σε αυτόν, παρά τις διαφορές, εντοπίζουν ένα παράδειγμα πραγματοποίησης ενός οργανισμού της εργατικής αυτονομίας. Το έγγραφο που αναφέρθηκε είναι το προϊόν μιας διάσκεψης που το C.P.M. είχε οργανώσει στο Chiavari στα τέλη του 1969, μέσα στην ηχώ της κρατικής σφαγής. Στο επίκεντρο του συνεδρίου υπήρξαν τα θέματα της οργάνωσης, της πολιτικής γραμμής και της βίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην επεξεργασία και στις επιλογές είχαν τεράστια επίδραση τόσο το κλίμα της σκληρότατης κρατικής καταστολής που αναπτύχθηκε στη διάρκεια του 1969, όσο και η εντύπωση που προκάλεσε η αυθόρμητη και μαζική «βία» που άσκησαν οι εργάτες κατά τη διάρκεια του «καυτού Φθινοπώρου», όπως τέλος και η ανάλυση της στρατηγικής που είχαν εφαρμόσει οι δύο κύριες πολιτικές ομάδες (Lotta continua και Potere operaio) κατά τη διάρκεια των αγώνων.
Αποτέλεσμα εικόνας για lotta continua anni '70
Το CPM, το οποίο έχει μέσα του τον Renato Curcio και άλλους αγωνιστές που προέρχονται από την εμπειρία του αρνητικού Πανεπιστημίου του Trento, ενσωματώνει ένα μέρος της έννοιας της μακροχρόνιας πάλης που θεωρήθηκε ήδη στην εμπειρία του Trentino για να επικρίνει τις θέσεις της Συνεχούς πάλης και εργατικής Εξουσίας: «Στην ταξική πάλη διακρίνονται τρία στοιχεία: οι στόχοι, οι μορφές αγώνα, η οργάνωση. Η εργατική τάξη έχει ως καθήκον να ριζοσπαστικοποιεί τον αγώνα στους ενοποιημένους στόχους, αλλά η οργάνωση είναι το αποτέλεσμα των αγώνων […] «Ο αγώνας θεωρείται επομένως προχωρημένος ή καθυστερημένος στο βαθμό που εκφράζει ενοποιημένους στόχους και ριζοσπαστικές μορφές. Η οργάνωση αναδύεται αργότερα, ως απαίτηση να »διαφυλάξει» τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά τη διάρκεια του αγώνα, σε επίπεδο συνείδησης. […].
Σχετική εικόνα
«Η υπόθεση είναι λοιπόν εκείνη ενός μακροχρόνιου « πολέμου θέσεων », κατά τη διάρκεια του οποίου η εργατική τάξη ενισχύεται στο βαθμό κατά τον οποίον οργανώνεται». Οι αναλυόμενες θέσεις ανήκουν, αν και με διαφορετικό τρόπο, στον συνεχή Αγώνα και στην εργατική Εξουσία. . Και για τις δύο οργανώσεις η αυτονομία είναι η προϋπόθεση για τον ίδιο τον αγώνα. Η αυτονομία νοείται ως «ανεξαρτησία» από το συνδικάτο και το κόμμα […]. «Επομένως, η ανάπτυξη της αυτονομίας νοείται ως μια οργανωτική εξέλιξη που πρέπει να τεθεί ενάντια στις παραδοσιακές οργανώσεις. Θεωρούμε εμείς ότι αυτή η αντίληψη της αυτονομίας είναι περιοριστική και επιφανειακή, η οποία, με τον τρόπο αυτό, γίνεται μοναχά το μέσο και η προϋπόθεση για την ανάπτυξη των αγώνων […]. Στο εργατικό κίνημα μέσα υπάρχουν δύο θεμελιώδεις στάσεις και συμπεριφορές σε σχέση με τους αυτόνομους μαζικούς αγώνες του 1968-69: – εκείνων που δεν καταλαβαίνουν την πτυχή της ρήξης και προσπαθούν να ανακτήσουν και να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες-δυναμικές τους με σκοπό ένα είδος «πολιτικής αποκατάστασης», – εκείνων οι οποίοι, παρόλο που προέρχεται από διάφορες καταγωγές και τάσεις, έχουν καταλάβει ότι η προλεταριακή αυτονομία είναι το κομβικό σημείο από το οποίο πρέπει να ξεκινήσουν για την μελλοντική πολιτική δουλειά[…].«Εμείς, που το πεδίο δράσης μας- ο σκοπός μας τοποθετείται σε αυτό το σημείο, πιστεύουμε ότι αυτή είναι η μοναδική καρποφόρος θέση, η μόνη ικανή να αναπτύξει τον επαναστατικό αγώνα στην ευρωπαϊκή μητρόπολη. «Διότι περί αυτού πρόκειται. Όχι τόσο να νικήσουμε αμέσως και να κατακτήσουμε τα πάντα ( τα ελαφριά συνθήματα των μαθητευομένων χειραγωγών), αλλά να αναπτυχθούμε μέσα σε μια μακρόχρονη πάλη, χρησιμοποιώντας τα ίδια ισχυρά εμπόδια που το κίνημα συναντά στο δρόμο του για να κάνουμε ένα άλμα από αυθόρμητο μαζικό κίνημα σε οργανωμένο επαναστατικό κίνημα» (8).
Αποτέλεσμα εικόνας για lotta continua anni '70
Το C.P.M. κατά τη διάρκεια του 1970 εξοπλίζεται με ένα εργαλείο πληροφόρησης και σύνδεσης μεταξύ αγώνων και καταστάσεων που ονομάζονταν «Sinistra Proletaria». Οδηγεί και στηρίζει με τα αρχικά αυτά πολλούς εργοστασιακούς αγώνες και μερικές μεγάλες καταλήψεις σπιτιών στην γειτονιά Gallaratese και στην οδό Mac Mahon στο Μιλάνο και αργότερα θα ξεκινήσει την εκστρατεία των αγώνων στα μέσα μεταφοράς με τα συνθήματα «να πάρουμε τις μεταφορές» ή «τη μεταφορά την παίρνουμε τη συνδρομή δεν την πληρώνουμε».
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Στο μέτρο και στο νόημα αυτά τα συνθήματα επαναλαμβάνουν την εκστρατεία της Lotta continua – στην οποία ενώθηκε η «Sinistra Proletaria» – του «να πάρουμε την πόλη» ή «το σπίτι το παίρνουμε και το νοίκι δεν πληρώνουμε». Το C.P.M. εκτελεί επίσης μια συστηματική δράση παρέμβασης στην κατηγορία των τεχνικών και των φοιτητών που εργάζονται, προσδιορίζοντας έτσι ένα από τα πιο σημαντικά σκέλη για την κατανόηση της επέκτασης των αγώνων στο εργοστάσιο και στον κοινωνικό τομέα. Το ζήτημα των «τεχνικών» είχε ήδη τεθεί με δύναμη και εξυπνάδα από τους αγωνιστές και από τους διανοούμενους εργατιστές.
Στο Μιλάνο, τον νοέμβριο του 1968, πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη εθνική διάσκεψη των τεχνικο-επιστημονικών πανεπιστημιακών σχολών που βρίσκονταν σε αγώνα, η οποία είχε παράξει σημαντικές αναλύσεις σχετικά με την τεχνολογική αναδιάρθρωση που βρίσκονταν σε εξέλιξη και για τα καθήκοντα που ο νεοκαπιταλισμός ανέθετε στους τεχνικούς, και στην κατάρτιση των τεχνικών από το σχολείο και το πανεπιστήμιο. Σε μια μακρά έκθεση που παρουσίασε ο Franco Piperno της εργατικής Εξουσίας, αναλύεται, μεταξύ άλλων, το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ της πυρηνικής «σχάσης» και της «σύντηξης», προβλέποντας-προκαταβάλλοντας αναλύσεις που θα γίνουν «της μόδας» χρόνια και χρόνια αργότερα. Αλλά δεν είναι μόνο η επαναστατική τεχνικο-επιστημονική νοημοσύνη και ικανότητα που καθιστούν τη διαδρομή των τεχνικών σημαντική, είναι πάνω απ ‘όλα η θέση στην οποίαν τοποθετούνται μέσα στην τρέχουσα ταξική πάλη. Στο προαναφερθέν έγγραφο, μετά την ανάλυση της δυναμικής της τεχνολογικής καινοτομίας που εφαρμόζει ο νεο-καπιταλισμός στην Ιταλία στους τομείς της πετροχημικής, της πυρηνικής, της αυτοκινητοβιομηχανίας, της αεροναυτικής αεροδιαστημικής, της ηλεκτρονικής και του αυτοματισμού, ο Piperno αναλύει τη νέα λειτουργία του «τεχνικού» στην κοινωνία του ύστερου καπιταλισμού:
«Η θεμελίωση αυτού του κράτους ως κράτος προγραμματιστής συνεπάγεται μια τεράστια επέκταση εκείνων που είναι γενικές υπηρεσίες που εξασφαλίζουν και συντονίζουν τη χρήση των παραγωγικών παραγόντων (έρευνα, σχεδιασμός, μεταφορές, βοήθεια, σχολείο), και την πρόσληψή τους σε δημόσια χέρια ». Από την άλλη πλευρά, η ρύθμιση του κύκλου προϋποθέτει την θεσμική ικανότητα του κράτους να αποκαταστήσει στο επίπεδο της κοινωνικής βίας την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των τάξεων – δηλαδή την κρατική οργάνωση του κοινωνικού κεφαλαίου και ικανή να εκπροσωπείται ως απλά κατασταλτική μηχανή κάθε φορά που η εμφάνιση των εργατικών αγώνων, που επιλύεται σε μια πολιτική επίθεση στην παραγωγική σχέση, επιβάλλει την κρίση ως πεδίο μάχης.«Αυτό το χαρακτηριστικό του ύστερου καπιταλισμού απαιτεί στο επίπεδο της κοινωνικής οργάνωσης, την ενίσχυση και την επέκταση των μη παραγωγικών υπηρεσιών που χρησιμοποιούνται ειδικά για τον έλεγχο της συμπεριφοράς του εργατικού δυναμικού (μηχανισμοί επιτήρησης, καταστολή, χειραγώγηση κλπ.). Ήδη έχουμε παρατηρήσει το πως αυτές οι κινήσεις του κεφαλαίου, που εξετάζονται σχηματικά ανά τομέα, απαιτούν όλες βαθιές τεχνολογικές καινοτομίες μέσα στη διαδικασία εργασίας
Σχετική εικόνα
Από την άποψη της κοινωνικής διαστρωμάτωσης μπορούμε γενικά να πούμε ότι το ‘τεχνολογικό άλμα’ μεταβάλλει τη διανομή του ενεργού πληθυσμού, πυκνώνοντας την γύρω από τους τεχνικούς και υπαλληλικούς ρόλους και αραιώνοντας την γύρω από τις χειρωνακτικές γεωργικές εργασίες ». Επί πλέον: το είδος του καπιταλιστικού περάσματος που περιγράφεται παραπάνω προσελκύει επενδύσεις προς τομείς οι οποίοι διαρθρωτικά χρειάζονται τεχνική εργασία όχι μόνο κατά τη διαδικασία κατασκευής αυτής καθεαυτής, αλλά κατά κύριο λόγο «ανάντη» και «κατάντη» αυτής. «Αυτή είναι μια νέα περίσταση με καταστροφικές συνέπειες. Παραδοσιακά, πράγματι, η ανάπτυξη της ιταλικής βιομηχανίας έχει επικεντρωθεί σε μια τεχνολογία η οποία αν, από μια άποψη άφηνε μεγάλο χώρο στην δεξιότητα του μεμονωμένου χειριστή, στο επάγγελμα – και δηλαδή γενικότερα σε εμπειρικές διαδικασίες επεξεργασμένες άμεσα στην εργασιακή πρακτική (τυπικά παραδείγματα είναι οι σιδηρουργικές βιομηχανίες, κλωστοϋφαντουργικές, του δέρματος κ.λπ.) – από την άλλη πλευρά, παρουσίαζε χαρακτηριστικά μονοτονίας και επανάληψης τέτοια που να απαιτούν, επί πλέον, εργατικό δυναμικό με μια βασική εκπαίδευση και μια ταχεία εξωσχολική προετοιμασία κυρίως σε επαγγελματικά ιδρύματα (από την άποψη αυτή, μπορούμε να αναφερθούμε στην αυτοκινητοβιομηχανία και αυτή των ηλεκτρικών συσκευών].» Αντίστροφα, η καπιταλιστική μετάβαση στην οποία η ιταλική οικονομία αναγκάζεται σήμερα δεν μπορεί να λάβει χώρα χωρίς σημαντικές μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην έρευνα, τη μελέτη, το σχεδιασμό και την ανάπτυξη νέου εξοπλισμού. […].» Η σχέση μεταξύ του εργάτη και του υλικού που πρόκειται να μετασχηματιστεί γίνεται ολοένα και περισσότερο με τη μεσολάβηση μιας σειράς επιστημονικών διαδικασιών που αντικειμενικοποιούνται στο αυτόματο μηχάνημα, ενώ παράλληλα η παρουσία των τεχνικών ως ένα επαγγελματικά καταρτισμένο στρώμα του εργατικού δυναμικού γίνεται ολοένα και πιο κυρίαρχη.»Έτσι, κοινωνικές φιγούρες στο περιθώριο της διαδικασίας αξιοποίησης ή ακόμα και με μη παραγωγικές λειτουργίες ελέγχου και πειθαρχίας επί της ζωντανής εργασίας προσελκύουν σήμερα στους εαυτούς τους νέες παραγωγικές σημασίες .Αν ο παραδοσιακός μηχανικός χαρακτηριζόταν από την ανάθεση ορισμένων από τις κύριες λειτουργίες των αφεντικών, ο μηχανικός της σύγχρονης αυτοματοποιημένης μονάδας παραγωγής διαδραματίζει κατά γενικό κανόνα έναν παραγωγικό ρόλο έρευνας, σχεδιασμού, συντονισμού της εργασίας, αν και συχνά εξακολουθεί να κατέχει ορισμένες πειθαρχικές εξουσίες επί του εργατικού δυναμικού με τα χαμηλότερα προσόντα.
Σχετική εικόνα
Προφανώς, αυτή η δήλωση οδηγεί στην εγκατάλειψη της παραδοσιακής και ημιμαρξιανής αναγνώρισης μεταξύ τροποποίησης του υλικού και παραγωγικής εργασίας, και θεμελιώνει, πέρα από τις χειραγωγιστικές διαφορές του εισοδήματος και της ιεραρχίας των προσόντων, μια ουσιαστική ταύτιση μεταξύ των διαφορετικών διαρθρώσεων της εργατικής τάξης. «Αν όντως θεωρήσουμε την παραγωγική δουλειά ως δραστηριότητα που επεξεργάζεται και μεταδίδει πληροφορίες στην πρώτη ύλη επειδή αυτό είναι ένα υλικό, αποθηκεύοντας το, μετατρέπεται σε ένα εμπόρευμα, είμαστε αναγκασμένοι να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η παραγωγική εργασία, εκτός από τη φάση της κατασκευής, εκφράζεται στην έρευνα και το σχεδιασμό καθώς και στο συντονισμό και τη διανομή.»Έχουμε λοιπόν το γεγονός πως από τον ορισμό της παραγωγικής εργασίας παραμένουν αποκλεισμένες μόνο οι εργασιακές δραστηριότητες που ασχολούνται αποκλειστικά με τον έλεγχο και την πειθάρχηση της συμπεριφοράς της εργατικής δύναμης.«Αλλά η κατάφαση που αναγνωρίζει τους τεχνικούς ως μια στιγμή στην πολιτική σύνθεση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να επαληθευτεί οριστικά από μια ανάλυση της εργασιακής διαδικασίας ή από έναν νέο τρόπο να εξετάζουμε την διαδικασία της αξιοποίησης-επαναξιολόγησης. Η ενσωμάτωση των τεχνικών στην εργατική τάξη έχει σημασία στο βαθμό που είναι οι ίδιοι οι αγώνες που συντονίζονται και συγχωνεύονται.Για αυτό, στην πραγματικότητα, υποδεικνύοντας τους τεχνικούς ως παραγωγικούς εργάτες, διατυπώνουμε μια υπόθεση πολιτικής παρέμβασης που κατευθύνεται στη δυνατότητα να επικοινωνήσουμε σε αυτό το στρώμα ειδικευμένου εργατικού δυναμικού τους ρυθμούς και τους στόχους της εργατικής ανυποταξίας.«Θα δούμε όντως παρακάτω πως εάν οι κινήσεις του κεφαλαίου απαιτούν, για την πρακτική τους εφαρμογή, εκείνη την επιχείρηση της κοινωνικής βίας επί της ζωντανής εργασίας που ονομάζεται «σχολική μεταρρύθμιση», ο αγώνας ενάντια στο σχολείο, κατανοημένος σωστά, επιτυγχάνει στην προσπάθεια να εμπλέξει τους τεχνικούς στην ταξική σύγκρουση που προσεγγίζει τις ημερομηνίες έναρξης των συμβασιακών διαπραγματεύσεων 1969-70, επιτυγχάνοντας έτσι ένα πρώτο βήμα προς την κάθετη πολιτική επανένωση της εργατικής τάξης» (9).Μέρος αυτών των επεξεργασιών επαναλαμβάνονται από την μητροπολιτική πολιτική Κολεκτίβα, κυρίως μετά την εθνική απεργία των τεχνικών στις αρχές του ’69, και για την ισχυρή παρουσία τόσο στο Pirelli Cub όσο και στο G.D.S.Sit-Siemens τεχνικών και υπαλλήλων.
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Είναι και από αυτή τη θεωρητική-πολιτική διαδρομή που σχηματίζεται και η Ομάδα μελέτης της IBM, σε μια εταιρεία η οποία μαζί με την Olivetti είναι ένα από τα πιο προχωρημένα σημεία της τεχνολογικής παραγωγής. Η CPM-Προλεταριακή Αριστερά στη στρατηγική της απόφαση να ενοποιήσει τους αγώνες του εργοστασίου με το κοινωνικό, διαλέγει εκτεταμένες συμμαχίες με την εργατική Εξουσία και με τον συνεχή Αγώνα στο πρόβλημα της στέγασης και των μεταφορών, και επιλέγει, ως δημιουργική συνέπεια της εμπειρίας των Cub – όπου οι φοιτητές έπαιξαν ρόλο σύνδεσης – να παρέμβει συστηματικά στο κύκλωμα των τεχνικών και επαγγελματικών ιδρυμάτων, όπου ο αριθμός των φοιτητών που εργάζονται είναι υψηλότερος και όπου το πρόβλημα της μελλοντικής εργασιακής απασχόλησης στον τομέα των τεχνικών είναι πιο αισθητό. Στο Μιλάνο υπάρχει η υψηλότερη συγκέντρωση εργαζομένων-φοιτητών στην Ιταλία (περίπου 80 χιλιάδες το 1970) .Για τον βιομηχανικό χαρακτήρα της πόλης, οι αναταραχές των φοιτητών-εργαζόμενων δημιουργούν μια φυσική γέφυρα μεταξύ των αγώνων στο σχολείο και εκείνων στο εργοστάσιο. Κατά τους πρώτους μήνες του 1970, το κίνημα και οι αγώνες των φοιτητών-εργαζόμενων κυριαρχούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από το CPM, το οποίο έχει επεξεργαστεί την πληρέστερη θεωρητική ανάλυση της λειτουργίας αυτής της κοινωνικής φιγούρας (10), οργανισμός στον οποίον εισρέουν αγωνιστές από άλλες εμπειρίες (στελέχη του Cub Pirelli, φοιτητές του Trento κ.λπ.) έχει το ισχυρό του σημείο στο τεχνικό ινστιτούτο Feltrinelli, στο οποίο λειτουργεί ηγεμονικά και ως σημείο αναφοράς για άλλες εμπειρίες.
Αποτέλεσμα εικόνας για movimento lavoratori studenti, anni '70
Στις αναλύσεις του C.P.M. που επεξεργάζονται μαζί με το M.L.S. (Κίνημα εργαζόμενοι φοιτητές) το νυχτερινό σχολείο ορίζεται ως εργοστάσιο: «Το νυχτερινό σχολείο είναι ένα από τα παραγωγικά ιδρύματα […] ο άνθρωπος παράγεται ως εμπόρευμα. Οι απορρίψεις, τα κοψίματα, οι αποσύρσεις, οι νευρικές εξαντλήσεις, η ασυνέχεια [.. .] πρέπει να θεωρηθούν ως συγκεκριμένοι τρόποι με τους οποίους το νυχτερινό εργοστάσιο αποφασίζει να αφαιρέσει ένα μεγάλο μέρος του υλικού του σε παραγωγή από την εργασία. Επομένως, η ‘επιλογή’ δεν είναι παρά ένας «ποιοτικός έλεγχος» του προϊόντος, ανάλογα με το αν χρειάζεται πολλούς ή λίγους υπαλλήλους, το σύστημα αναπτύσσει τα βραδινά σχολεία ή ξεκινά να θερίζει με τις απορρίψεις, τα κοψίματα. »Αλλά το νυχτερινό σχολείο έχει και μια ιδεολογική αποστολή, λειτουργία: ο ποιοτικός έλεγχος προϋποθέτει ότι η παραγωγή είναι «ομοιογενής» με το ίδιο το σύστημα, εξ ου και η ανάγκη από πλευράς των αφεντικών να οικοδομήσουν την «πολιτική και ιδεολογική συναίνεση των μαζών των προλεταρίων». Εν συντομία, η ‘εκμετάλλευση που στα εργοστάσια εκφράζεται ως η κυρίαρχη πτυχή της οικονομικο-δομικής μορφής, στο σχολείο, εκδηλώνεται κυρίως ως πολιτική-ιδεολογική καταπίεση’. »Για εμάς, η μελέτη είναι μια πραγματική δουλειά γιατί παράγει κάτι πολύ ακριβές και απτό: ένα εργατικό δυναμικό με αυξημένη παραγωγική ικανότητα. Το βραδινό σχολείο ισοδυναμεί με 4 ώρες υπερωριών. Μια ένσταση που προκύπτει είναι πως ο νόμος υποχρεώνει να πληρώνουμε φόρους. Μα ποιος νόμος; Όπως το σχολείο, και ο νόμος ανήκει στα αφεντικά. Ο ΑΓΩΝΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΜΕΝΩΝ. Εμείς έχουμε μόνο ένα νόμο που πρέπει να τηρούμε και να ασκούμε: τον συνεχή αγώνα κατά της εκμετάλλευσης που οι νόμοι του αστικού κράτους προσπαθούν να καταστήσουν δίκαιη και επομένως νόμιμη.
Σχετική εικόνα
» Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΥΘΡΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΙΩΝ, BRIGATE ROSSE.
Οι αγώνες του φθινοπώρου του 1969 και εκείνοι της άνοιξης του 1970 παράγουν, ως ένα σημαντικότερο αποτέλεσμα, μια πραγματική κρίση καθεστώτος. Τα αφεντικά και οι σκοτεινοί μηχανισμοί του κράτους, που είχαν σκεφτεί να περιορίσουν την εργατική και την κοινωνική σύγκρουση, τόσο με μια μεγαλύτερη νομιμοποίηση του συνδικάτου όσο με την «στρατηγική των βομβών» και με τη βίαιη καταστολή, αναγκάζονται να αναζητήσουν νέες διαμεσολαβήσεις. Ο Agnelli μάλιστα φτάνει μέχρι και του σημείου να ευχηθεί «τα συνδικάτα και οι επιχειρηματίες να καταλήξουν σε μια κοινή άμυνα ορισμένων στόχων, ίσως προς την ίδια πολιτική εξουσία-δύναμη […]». Η χορήγηση του Καταστατικού των εργαζομένων και των συμβουλίων των εργοστασίων είναι επίσης μια προσπάθεια να αιχμαλωτιστεί το κίνημα σε νέες μορφές εκπροσώπησης, μέσα σε νέους κανόνες του παιχνιδιού. Όμως, όλη η συμπεριφορά της εργατικής αυτονομίας εξακολουθεί να αγνοεί τους κανόνες του παιχνιδιού και χρησιμοποιεί επίσης και νέα αντιπροσωπευτικά όργανα σχεδόν πάντα με όρους αυτονομίας και ανεξαρτησίας από τα συνδικαλιστικά κέντρα. Μεταξύ των αγωνιστών της εργατικής Εξουσίας [Potere operaio], της Lotta continua και της CPM (η οποία έχει πλέον γίνει προλεταριακή Αριστερά), οι αναλύσεις γύρω από τις πιθανότητες μιας αντιδραστικής και αυταρχικής στροφής από τους κρατικούς μηχανισμούς καθίστανται όλο και πιο πιεστικές και ακριβείς. Η ανάγκη να εξοπλιστούν με αμυντικές δομές, πολιτικούς-στρατιωτικούς οργανισμούς όχι μόνο αμυντικής φύσεως, αλλά επιλεκτικά επιθετικούς, σχεδιασμένα, είναι όλο και περισσότερο αισθητή. Ο εκδότης Giangiacomo Feltrinelli δημοσιεύει το καλοκαίρι του ’69 ένα από τα γραπτά του στο οποίο γίνεται λόγος για τον φόβο περί των κινδύνων ενός «πραξικοπήματος».
Σχετική εικόνα
Το έντυπο με τίτλο: «ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1969. Η επικείμενη απειλή μιας ριζικής και αυταρχικής στροφής προς τα δεξιά, ενός πραξικοπήματος αλα ιταλικά» δημιούργησε μια μεγάλη εντύπωση, και γιατί στο προσάρτημα μετέφερε το γραπτό του έλληνα μυθιστοριογράφου Βασίλη Βασιλικού με τίτλο: «Και εμείς δεν πιστεύαμε πως στην Ελλάδα ήταν πιθανό», αναφερόμενος στο αιματηρό πραξικόπημα που στη χώρα του είχε συντρίψει τα κινήματα και έβαλε τους «συνταγματάρχες» στην εξουσία με τη συνενοχή των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Μα δεν ήταν απλώς, ή όχι μόνο, ο φόβος ενός πραξικοπήματος να ωθήσει το κίνημα να εξοπλιστεί με στρατιωτικές δομές. Με τη σφαγή του κράτους, η απόφαση της αστικής τάξης να θέσει τη σύγκρουση στο στρατιωτικό επίπεδο κυριαρχούσε σε πολλές αναλύσεις και ωθούσε σε ισχυρές θεωρητικές και ιδεολογικές επιταχύνσεις.
Estate 1969
Οι αναφορές στο μητροπολιτικό αντάρτικο της Λατινικής Αμερικής (κυρίως στους ουρουγουανούς tupamaros), στη μητρόπολη ως κέντρο ελέγχου και διοίκησης της καπιταλιστικής διαδικασίας, γίνονται ολοένα και συχνότερες. Στο έγγραφο του Chiavari, το C.P.M. έγραψε: «Η κοινωνική διάσταση του αγώνα είναι το υψηλότερο σημείο της ανάπτυξής του: ο αγώνας εναντίον της γενικευμένης καταπίεσης είναι ήδη μια επαναστατική στιγμή … Η μπουρζουαζία έχει ήδη επιλέξει την παρανομία. Η μακρά επαναστατική πορεία στη μητρόπολη είναι η μόνη κατάλληλη απάντηση. «Αυτή πρέπει να ξεκινήσει σήμερα και εδώ. […] «Δεν έχει ακόμη κατανοηθεί επαρκώς τι σημαίνει να αναπτυχθεί μια επαναστατική διαδικασία σε μια μητροπολιτική περιοχή με ύστερη καπιταλιστική ανάπτυξη. Τα επαναστατικά μοντέλα του παρελθόντος ή των περιφερειακών περιοχών είναι ανεφάρμοστα […].a) Στις μητροπολιτικές περιοχές της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης υπάρχουν ήδη οι αντικειμενικές συνθήκες για τη μετάβαση στον κομμουνισμό: ο αγώνας αποσκοπεί ουσιαστικά στη δημιουργία των υποκειμενικών συνθηκών […], b) Η μεταβαλλόμενη σχέση μεταξύ δομής και υπερδομής, που τείνουν να συμπίπτουν όλο και περισσότερο, σημαίνει ότι σήμερα η επαναστατική διαδικασία παρουσιάζεται ως παγκόσμια, πολιτική και «πολιτιστική» ταυτόχρονα. Αυτό σημαίνει ότι οι σχέσεις μεταξύ μαζικού κινήματος και επαναστατικής οργάνωσης αλλάζουν ουσιαστικά, και συνεπώς οι αρχές της οργάνωσης μεταβάλλονται ριζικά.
Σχετική εικόνα
«Η πόλη είναι σήμερα η καρδιά του συστήματος, το οργανωτικό κέντρο της οικονομικο-πολιτικής εκμετάλλευσης, η βιτρίνα στην οποία εκτίθεται το «υψηλότερο σημείο», το μοντέλο που θα πρέπει να παρακινήσει την προλεταριακή ολοκλήρωση. Αλλά είναι και το πιο αδύναμο σημείο του συστήματος : όπου οι αντιφάσεις εμφανίζονται πιο έντονες, όπου το οργανωμένο χάος που χαρακτηρίζει την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία εμφανίζεται πιο εμφανές.«Είναι εδώ, στην καρδιά του, που το σύστημα πρέπει να χτυπηθεί. «Η πόλη πρέπει να γίνει για τον αντίπαλο, για τους ανθρώπους που ασκούν σήμερα μια εξουσία όλο και πιο εχθρική και ξένη προς το συμφέρον των μαζών, ένα δόλιο έδαφος, κάθε χειρονομία τους και κάθε τους κίνηση μπορεί να ελεγχθεί, κάθε αυθαιρεσία να καταγγελθεί, κάθε συμπαιγνία μεταξύ της οικονομικής δύναμης-εξουσίας και εκείνης της πολιτικής να ξεσκεπάζεται» (12).Από την άλλη πλευρά, βλέποντας με τα μάτια γεμάτα ουτοπία, ο ένοπλος αγώνας φαίνεται να εξαπλώνεται παντού: σε ορισμένες καταστάσεις των ΗΠΑ, στις λατινοαμερικανικές μητροπόλεις, στον ολοένα σκληρότατο αγώνα των Παλαιστινίων και, κυρίως, στην καρδιά της Ευρώπης, στη Γερμανία, όπου ξεκίνησε να επιχειρεί με μεγάλη αποφασιστικότητα η Raf [Φράξια του κόκκινου στρατού]. Το τελευταίο τεύχος της «Sinistra Proletaria», το οποίο βγήκε τον οκτώβριο του 1970, γράφει: «Ο ανταρτοπόλεμος πλέον βγήκε από την αρχική του φάση […] δεν φαίνεται πλέον ως απλός πυροκροτητής […] αλλά έχει κατακτήσει το εύρος της μοναδικής στρατηγικής προοπτικής που μπορεί ιστορικά να ξεπεράσει εκείνη την εξεγερσιακή, η οποία είναι πλέον ανεπαρκής […] και εισέρχεται στις μητροπόλεις, συνδέοντας στενά το παγκόσμιο προλεταριάτο σε μια κοινή μορφή αγώνα και στρατηγικής. Το Κεφάλαιο ενώνει τον κόσμο στο σχέδιο του ένοπλης αντεπανάστασης, το προλεταριάτο ενώνεται στον ανταρτοπόλεμο παγκοσμίως. «Η ΙΤΑΛΙΑ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ«(13). Τον φεβρουάριο του 1971 τελειώνει η σύντομη ζωή της «Sinistra Proletaria», οι σύντροφοι που την προώθησαν καίνε μέσα σε λίγους μήνες αυτή τη νόμιμη εμπειρία, της οποίας η φυσική διέξοδος φαίνεται να είναι πλέον η παρανομία. Από την άλλη και οι αναλύσεις άλλων ομάδων φαίνεται να επιβεβαιώνουν πως είναι απαραίτητο να αυξηθεί, να σηκωθεί το επίπεδο της σύγκρουσης, ιδιαίτερα η Lotta continua, η οποία μαζί με την εργατική Εξουσία είναι μαζικά παρούσες στα εργοστάσια του Τορίνο, φαίνεται να ευνοεί την τάση γενικευμένης χρήσης μιας «προλεταριακής δικαιοσύνης» να αντιπαρατεθεί στην αστική, ενώ θέτει με έντονο τρόπο το πρόβλημα της εργατικής αντιεξουσίας.
Αποτέλεσμα εικόνας για giustizia proletaria anni 70
Σε αυτή την περίοδο αρχίζουν επίσης να γεννιούνται τα τραγούδια του αγώνα που τραγουδιούνται στις πορείες τόσο για να δώσουν ρυθμό στους διαδηλωτές όσο και για να συνοψίσουν το νόημα των αγώνων: «Η μπαλάντα της Fiat» (A. Bandelli).
‘Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά για σένα σίγουρα τα πράγματα θα πάνε άσχημα κουραστήκαμε να περιμένουμε να μας σκοτώσεις Συνεχίζουμε να δουλεύουμε και τα συνδικάτα έρχονται να πουν ότι πρέπει να λογικευτούμε και για αγώνα δεν μιλούν ποτέ Κύριε αφεντικό ξυπνήσαμε και αυτή τη φορά θα δώσουμε μάχη και αυτή τη φορά το πώς θ’ αγωνιστούμε θα το αποφασίσουμε μόνοι μας. Βλέπεις τον απεργοσπάστη που το σκάει ακούς τη σιωπή στα εργαστήρια ίσως αύριο μόνο τον θόρυβο του πολυβόλου θα ακούς!Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά σίγουρα τα πράγματα θα σου βγούνε σε κακό από τώρα και στο εξής αν θέλεις να διαπραγματευτείς πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι δεν μπορείς Και αυτή τη φορά δεν μας αγοράζεις με τις πέντε λιρέτες της αύξησης εάν προσφέρεις δέκα θέλουμε εκατό εάν προσφέρεις εκατό χίλιες θέλουμε εμείς Κύριε αφεντικό δεν μας εξαπατείς με τις εφευρέσεις με τους εκπροσώπους τα σχέδια σου είναι θολά και εμείς αγωνιζόμαστε εναντίον σου Και τα προσόντα τις κατηγορίες όλα θέλουμε να καταργηθούν οι διαιρέσεις τέλειωσαν στην αλυσίδα όλοι είμαστε ίσοι! Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά έχουμε μάθει να αγωνιζόμαστε το δείξαμε στο Mirafiori θα το δείξουμε σε όλη την Ιταλία Και όταν κατεβήκαμε στην πλατεία εσύ περίμενες μια κηδεία αλλά τα πράγματα στράβωσαν γι αυτούς που ήθελαν να μας αποκοιμήσουν Έχουμε δει τόσα πολλά γκλομπ και ρωμαϊκές ασπίδες ωστόσο είδαμε επίσης πολλά χέρια που αρχίζουν να ψάχνουν πέτρες Όλη η Τορίνο προλετάρια στη βία της αστυνομίας τώρα αποκρίνεται χωρίς φόβο σκληρό αγώνα πρέπει να κάνουμε! Και όχι στους γραφειοκράτες και τα αφεντικά, τι θέλουμε; Θέλουμε τα πάντα! ο αγώνας συνεχίζεται στο Mirafiori και ο Κομμουνισμός θα θριαμβεύσει! Και όχι στους γραφειοκράτες στα αφεντικά τι θέλουμε; Θέλουμε τα πάντα! συνεχής αγώνας στο εργοστάσιο και έξω από αυτό και ο Κομμουνισμός θα θριαμβεύσει!’
Αποτέλεσμα εικόνας για mirafiori, anni '70
«Η ώρα του τουφεκιού» (Pino Masi και Piero Nissim).
‘Ολόκληρος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη Η Λατινική Αμερική μάχεται με τον ένοπλο αγώνα κερδίζει στην Ινδοκίνα σε όλο τον κόσμο οι λαοί αποκτούν συνείδηση και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη δίκαιη βία και έτσι Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε για να καταλάβεις ότι ήχησε η ώρα του τουφεκιού; Η Αμερική των Νixon των Agnew και MacNamara στις ζούγκλες του Βιετνάμ παίρνει ένα μάθημα ο πολιτισμός των ναπάλμ δεν αρέσει στους λαούς όσο υπάρχουν αφεντικά δεν θα υπάρξει ποτέ ειρήνη η ειρήνη των αφεντικών βολεύει τα αφεντικά η συνύπαρξη είναι απάτη για να μας κάνουν να στεκόμαστε φρόνιμα οπότε Τι θέλεις παρά πάνω σύντροφε …Στην Ισπανία και την Πολωνία οι εργάτες μας διδάσκουν ότι ο αγώνας δεν σταμάτησε ποτέ ενάντια στα αφεντικά ενωμένοι εναντίον του καπιταλισμού ακόμη και αν είναι καμουφλαρισμένος σε έναν ψεύτικο σοσιαλισμό οι πολωνοί εργάτες που βγήκαν σε απεργία φώναζαν στην πορεία αστυνομία-γκεστάπο φώναζαν Gomulka θα τελειώσεις άσχημα προχωρούσαν τραγουδώντας τη Διεθνή συνεπώς Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …Οι μάζες και στην Ευρώπη δεν στέκονται πλέον να κοιτούν ο αγώνας εκρήγνυται παντού και δεν μπορούν να τον σταματήσουν παντού οδοφράγματα από το Burgos στο Stettino και επίσης εδώ ανάμεσα μας από την Avola στο Τορίνο από το Orgosolo στη Marghera από την Battipaglia έως το Reggio η σκληρή πάλη προχωρά τα αφεντικά την έχουν άσχημα και ως εκ τούτου Τι άλλο θέλεις σύντροφε …’
Σχετική εικόνα
Οι ερυθρές Ταξιαρχίες, οι οποίες άρχισαν να δρουν το φθινόπωρο του 1970, δεν έχουν ιδιαίτερη ανταπόκριση με τις πρώτες ενέργειες. Η προσοχή προς αυτούς θα αποκτήσει εθνικά χαρακτηριστικά με την πυρπόληση στην πίστα της Lainate τον ιανουάριο του 1971.«Την νύχτα της 25ης ιανουαρίου 1971, ένα κομάντο ενεργοποιεί 8 εμπρηστικές βόμβες κάτω από άλλα τόσα ρυμουλκούμενα φορτηγά που ήταν παρκαρισμένα στην πίστα (το εργοστάσιο χρησιμοποιείται για να δοκιμάσει τα ελαστικά της Pirelli). Τρία από αυτά καταστρέφονται ολοσχερώς, τα άλλα πέντε εξαιτίας κατασκευαστικού ελαττώματος των μηχανισμών και πάνω απ ‘όλα λόγω της υγρασίας, παραμένουν άθικτα. Αφήνεται ένα φύλλο χαρτιού, μπροστά από την είσοδο της πίστας, με την επιγραφή DELLA TORRE – ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΕΙΩΣΗ ΜΙΣΘΩΝ – MACMAHON – BRIGATE ROSSE«.
Σχετική εικόνα
Το P.C.I. και «η Unità» που μέχρι τότε είχαν σιωπήσει στις προηγούμενες ενέργειες, ελαχιστοποιούν και καταδικάζουν σε ένα μικροσκοπικό άρθρο μιας στήλης: «Όποιος εκτέλεσε (την επίθεση), ενώ συγκαλύπτεται πίσω από ανώνυμα φυλλάδια με επαναστατική φρασεολογία, ενεργεί εξ ονόματος αυτών, όπως ο ίδιος ο Pirelli, που ενδιαφέρονται να εμφανίσουν τον υπεύθυνο αγώνα των εργαζομένων για την ανανέωση της σύμβασης στα μάτια του κοινού σαν μια σειρά βανδαλισμών, χουλιγκανισμών » (14).Secondo un comunicato del P.C.I. gli operai in prima persona devono sbarazzarsi di questi provocatori: «Όταν συμβαίνουν αυτές οι πράξεις, οι εργαζόμενοι πρέπει σε πρώτο χέρι να αναλάβουν την πρωτοβουλία να τους βγάλουν από τη μέση με τους «καταλληλότερους τρόπους που αντιστοιχούν στη φύση των πράξεων που διαπράχτηκαν» (corsivo nostro)» (15).Η πρόσκληση να γίνει ένα στοιχείο της τάξης με βίαιο τρόπο δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρη, ειδικά μιας και συνδυάζεται με την προηγούμενη δήλωση των συνδικάτων που αποκαλούσαν τις Ε.Τ. «προκλητικά παράφρονες αυθεντικού φασιστικού στυλ», αλλά και η Lotta continua αντιδρά αρνητικά χαρακτηρίζοντας την δράση «παραδειγματική», όχι μαζική και αντικειμενικά προκλητική. Λέει στην ανακοίνωση της: «Ακριβώς επειδή οι προλεταριακές μάζες δεν χρειάζεται να καταλάβουν ότι απαιτείται η βία και ως εκ τούτου δεν είναι απαραίτητες οι παραδειγματικές ενέργειες. […] η στρατιωτική οργάνωση των μαζών δεν χτίζεται επειδή ορισμένες ομάδες αρχίζουν να εφαρμόζουν στρατιωτικές ενέργειες[…].Χτίζεται ξεκινώντας από τη δημιουργία σταθερών και αυτόνομων μαζικών πολιτικών οργανισμών» (16).
Αποτέλεσμα εικόνας για Gauche prolétarienne anni 60
Σε κάθε περίπτωση, οι ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται, ειδικά στο Μιλάνο, ενώ μετά το τέλος της «Προλεταριακής Αριστεράς» η εφημερίδα που τις εκπροσωπεί περισσότερο και τις υπερασπίζεται καλύτερα είναι η «Νέα Αντίσταση». Η εφημερίδα παίρνει το όνομα και την έκφραση από ένα έγγραφο της Gauche prolétarienne, της πιο ριζοσπαστικής πολιτικής οργάνωσης που εξέφρασε ο γαλλικός Μάιος, η οποία είχε ασκήσει μορφές παράνομης πάλης πριν τεθεί εκτός νόμου.Στο προγραμματικό έγγραφο της προλεταριακής Gauche εντοπίστηκαν βαθιές συγγένειες με τη νέα πρακτική της προλεταριακής Αριστεράς: »η πολιτική μας έχει ένα όνομα ΝΕΑ ΑΝΤIΣΤΑΣΗ: ο βίαιος λαϊκός αγώνας των παρτιζάνων […] Η ώρα του αντάρτικου ήχησε «(17). H «Nuova Resistenza» βγαίνει το 1971.
Σχετική εικόνα
Κάτω από τον τίτλο, το σύνθημα «Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε», με δίπλα το σύμβολο της «Sinistra Proletaria»: δρεπάνι, σφυρί και τουφέκι να διασταυρώνονται. Το περιοδικό, που χαρακτηρίζεται «κομμουνιστική εφημερίδα της νέας αντίστασης», προτρέπει από τον τίτλο ακόμη μια σειρά προτάσεων και σε περιβάλλοντα της βάσης του PCI. Πράγματι, όπως ήδη παρατηρήσαμε, ένα ολόκληρο πολιτικό ρεύμα πρώην παρτιζάνων και αγωνιστών δεν σταμάτησε ποτέ, τόσο στη δεκαετία του πενήντα, όσο και αργότερα, να καλλιεργεί μια πολύ κριτική πολιτική θέση σχετικά με τα αποτελέσματα της Αντίστασης, η οποία θα έπρεπε να συνεχιστεί με μια γενικευμένη σύγκρουση ταξική μέχρι την εγκαθίδρυση ενός σοσιαλιστικού κράτους. Σε συνάρτηση αυτών των στόχων, πολλοί παρτιζάνοι δεν είχαν επιστρέψει τα όπλα μετά το τέλος του φασισμού, και αστυνομικοί και καραμπινιέροι στη δεκαετία του 50 είχαν βρει (κυρίως σε ορεινές τοποθεσίες αλλά και στα υπόγεια ορισμένων εργοστασίων) εκατοντάδες τουφέκια, ολμοβόλα, περίστροφα. Φυσικά, αυτοί οι πρώην παρτιζάνοι είχαν καταστεί και λιγάκι μυθικοί και φανταστικοί, αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τουλάχιστον τον ιούλιο του ’60 είχε ξαναεμφανιστεί στην πλατεία οπλισμένοι.
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Ο Danilo Montaldi, στο «οι πολιτικοί αγωνιστές της βάσης», χαρακτήριζε αυτή την τάση: «sottovoce», »χαμηλόφωνη», με ένα δημιουργικό παιχνίδι των λέξεων που αναφέρονταν σε ορισμένα λεξιλόγια των εργατών. «Sottovoce», »σιγανά» πράγματι ονομαζόταν το κλασικό «grappino» που οι εργάτες έπιναν το πρωί πριν φτάσουν στο εργοστάσιο και το οποίο απαγορεύονταν πριν από τις 8. Όπως είναι προφανές αυτό το φαντασιακό είχε γίνει κτήμα και στις νέες σειρές των αγωνιστών της βάσης, και αυτή η διαδικασία ευνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την προοδευτική αποκάλυψη της γραμμής «συνεργασίας» που οι ηγέτες του ΚΚΙ εφάρμοζαν προς τον νεοκαπιταλισμό και με τις κεντροαριστερές κυβερνήσεις.Τα γεγονότα της κόκκινης Ιπτάμενης, Volante rossa, η οποία είχε δράσει στο Μιλάνο και τη Βόρεια Ιταλία ως παραστρατιωτική ομάδα στην αμέσως μεταπολεμική περίοδο παραδίδονταν προφορικά. Σε άλλα μέρη του Βορρά σημειώθηκαν φαινόμενα παρόμοια με εκείνα της Volante rossa, ειδικά σε εκείνες τις περιοχές με την ισχυρότερη κομμουνιστική παρτιζάνικη παράδοση, όπως η Λιγουρία και η Εμίλια, και ακριβώς είναι στο Reggio Emilia που θα λάβει χώρα μια διάσπαση από το PCI και από τη νεολαία του, την F.G.C.I. αγωνιστών που θα εισρεύσουν στις ερυθρές Ταξιαρχίες.
Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosseΣχετική εικόνα
Ανάμεσά τους είναι ο Alberto Franceschini (που βρίσκεται στην συντακτική ομάδα της «Sinistra Proletaria») ο οποίος ανήκει σε μία από τις ιστορικές οικογένειες της κομμουνιστικής παράδοσης του Reggio (η γιαγιά του ήταν capolega [ηγέτης σε μιαν ένωση], στα χρόνια ’22, ο παππούς του αντιφασίστας είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε «περιορισμό, απομόνωση», ο πατέρας του, αφού βρέθηκε στο Άουσβιτς και δραπέτευσε, πήρε μέρος στις Ομάδες παρτιζάνικης δράσης), καθώς και ο Fabrizio Pelli (που θα πεθάνει στη φυλακή) και ο Prospero Gallinari, άλλοι όπως ο Azzolini, ο Roberto Ognibene και ο Franco Bonisoli είναι μέλη της »Ομάδας του διαμερίσματος», όπου συναντώνται μετά την έξοδο τους από τις οργανώσεις της επίσημης αριστεράς. Η ομάδα έχει και το δικό της επίσημο όνομα («πολιτική Κολεκτίβα εργάτες φοιτητές») αλλά γρήγορα γίνεται γνωστή ως «Ομάδα του διαμερίσματος» επειδή δεν έχει επίσημη έδρα. Το 1970 η Ομάδα ενέτεινε τις σχέσεις της με τους Curcio και «Sinistra Proletaria» , μέχρις ότου συγχωνευτεί με την εμπειρία της ίδρυσης των ερυθρών Ταξιαρχών (αν και δεν κάνουν όλοι οι επισκέπτες της Ομάδας αυτή την επιλογή). Από παρόμοιες εμπειρίες μέσα στην κομμουνιστική παράδοση προέρχονται και άλλοι αγωνιστές από την περιοχή της Νοβάρα και, κυρίως, από τις εργατικές μιλανέζικες και τορινέζικες γειτονιές. Η «Nuova Resistenza» στη σύντομη ζωή της (δύο νούμερα σε τρεις μήνες) τείνει να ενεργεί ως ενισχυτής μεγάφωνο για όλες αυτές τις αυθόρμητες ομάδες ή παράνομες που αναγνωρίζουν την ανάγκη να αντιταχθούν με την βία στην ένοπλη αστική αντεπανάσταση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημοσιεύονται οι ανακοινώσεις των Ε.Τ. καθώς και άλλων ομάδων και αρκτικόλεξων, μεταξύ των οποίων, από το πρώτο τεύχος ακόμη, εκείνες των Gap (Partisan Action Groups, Gruppi di azione partigiana).
Σχετική εικόνα
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Barbara Balzerani: η πορώδης συγγραφή της ιστορίας

Από τον μαγικό ρεαλισμό της Ortese μέχρι τη φιλοσοφική και σημασιολογική αυστηρότητα, βουτηγμένη με την θηλυκή ουσία, της de Beauvoir. Από τις πληγές του Angelus Novus του Walter Benjamin, φορέα μιας ιστορίας «πορώδους» που χρειάζεται την εκ νέου / εγγραφή, στο ντοκουμέντο “Nuovo Realistico“ που λογαριάζεται με τον κυρίαρχο μετα-μοντερνισμό και τις ερμηνευτικές τάσεις της αδύναμης και μετά ιδεολογικής σκέψης. Από την ποιητική και εικονοκλαστική οργή της αγγλικής δραματουργού Sarah Kane, μέχρι τις ελεγιακές πινελιές της άραβας ποιήτριας Zhabiya Khamis. Μέχρι τον άμεσο και λεπτό φωτογραφικό λυρισμό του Salgado. Αυτά είναι τα ίχνη που εκφράζονται – κατά τη γνώμη μου, φυσικά, γιατί θα μπορούσαμε να δούμε και πολλά άλλα, όπως εκείνα του φεμινισμού της Lonzi – επάνω στα οποία φαίνεται να κινούνται, με αργό αλλά αμείλικτο βήμα, ανελέητο αλλά παθιασμένο, τα μυθιστορήματα της Barbara Balzerani. Μυθιστoρήματα στα οποία η πολιτική και το μαρξιστικό ιδεώδες είναι η αντίστιξη, σιωπηρή και αναπόφευκτη, μέσω της οποίας μπορούν να ακουστούν οι τραγικές νότες μιας ζωής στον αγώνα, μιας ύπαρξης σε αγώνα.

Εδώ, στη συνέχεια, ένα πέρασμα, από τα πιο σημαντικά, του τρίτου της “Perché io perché non tu”, »Γιατί εγώ γιατί όχι εσύ:

«Υπάρχουν στιγμές που τυπώνονται στη μνήμη και παραμένουν εκεί για να καίνε σαν να έπρεπε να περάσει μια ζωή. Κλικ, σαν ένα στιγμιότυπο στο επίκεντρο και ο κόσμος αλλάζει πρόσωπο. Αν είχα παραμείνει σιωπηλή θα είχα παρατείνει την αθωότητα για λίγο ακόμη αλλά εκείνα τα λόγια βγήκαν από το στόμα μου από μόνα τους, ακούσια αμαρτία τόσο άσεμνη ώστε να αξίζει την άμεση τιμωρία. Την ανέλαβε η ιδιοκτήτρια του καταστήματος η οποία, κοιτάζoντας με σαν μια κάμπια η οποία πιστεύει πως είναι πεταλούδα, μου έδειξε τη διαφορά μεταξύ των δύο φορεμάτων. Φορούσα ένα φτηνό κουρέλι και ούτε που έκλεινα το στόμα μου.

Με την μια μου αποκάλυψε πως ήμουν φτωχή, πως φαίνονταν και συνεπώς ήταν καλύτερο να περάσω απαρατήρητη την μέρα του τελετουργικού. Μπροστά θα στέκονταν εκείνες όπως η φιλενάδα μου, αέρινες και με τα πλούσια κάλλη τους. Για μένα, μια θέση λίγο πιο πίσω, βλέπεις ακόμη και τα μυστήρια απαιτούν τον σεβασμό προς τις τιμές και προς την στόφα».

Λοιπόν, λόγια γεμάτα, να χρησιμοποιήσω τον Λακάν. Λόγια που ιστοριοποιούν, και γλώσσα – στο σθένος της συμβολικής δομής της – που υπενθυμίζει και δεν ενημερώνει, δεν παίζει με τον εαυτό της, προκαλώντας σύγχυση και ανακατεύοντας τα χαρτιά. Μια γλώσσα που κάνει την Αλήθεια και την Ιστορία στον Άλλο και του Άλλου να ανα/γεννάται. Λόγος που είναι σαν μια κραυγή μέσα στη νύχτα. Εκείνη η κραυγή του παιδιού που καλεί την Αγάπη και το καθιστά συμμέτοχο, ακόμη και κάτω από τις βόμβες λευκού φωσφόρου, που εκτοξεύονται από μια απρόσεκτη και χειρουργικά ψυχρή αεροπορία, στην αποτρόπαια καταστροφική δύναμή της. Λόγος μιας σπουδαίας συγγραφέως, ικανής να επεξεργαστεί μια ύλη καμωμένη από ευμετάβλητα, ευάλωτα σημάδια, με τα γυμνά χέρια της ποίησης, αυλακωμένα από τον ανθρώπινο πόνο και μασημένα μέσα στον αγώνα για επιβίωση.

“Compagna Luna” “La sirena delle cinque” “Perché io, perché non tu” “Cronaca di un’attesa” “Lascia che il mare entri”. E ora, uscito alcuni mesi or sono, edito sempre daDeriveApprodi, il sesto libro: “L’ho sempre saputo” «Συντρόφισσα Σελήνη» «Η σειρήνα των πέντε» «Γιατί εγώ, γιατί όχι εσύ» «Χρονικό μιας αναμονής» «Άφησε τη θάλασσα να μπει». Και τώρα, κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες, δημοσιεύθηκε πάντα από τον οίκο DeriveApprodi, το έκτο βιβλίο: «Το γνώριζα πάντα».

Ποια είναι η Barbara Balzerani, ποια είναι η ιστορία της, είναι ή θα έπρεπε να είναι γνωστό. Guerrigliera, αντάρτισσα, μέλος του εκτελεστικού των Ερυθρών Ταξιαρχιών, πήρε μέρος στο κομάντο που ολοκλήρωσε την απαγωγή και την εκτέλεση του προέδρου των Χριστιανοδημοκρατών, Aldo Moro. Εξέτισε, με έναν εγκλεισμό τριάντα χρόνων και σκληρή φυλακή, τα μαρξιστικά ιδεώδη της και το όνειρό της – που μοιράστηκε με μια ολόκληρη γενιά – να αλλάζει τον κόσμο και εκείνους τους οικονομικούς κανόνες, εκείνες τις κοινωνικές και πολιτιστικές δομές και μορφές συνείδησης, που βασίζονται σε μια απατηλή και άνιση κοινωνική σύμβαση.

Βγαίνοντας από την φυλακή, ωστόσο, η Barbara βρήκε εκείνο τον κόσμο – έναν κόσμο στον οποίο η σύγκρουση των αντιτιθέμενων συμφερόντων ήταν, όχι μόνο δυνατή, αλλά και στη βάση του δημοκρατικού συστήματος, έστω και φιλελεύθερου-αστικού, εκείνο τον κόσμο, που διασχίστηκε από έναν κοσμικό Ταξικό Αγώνα, που έβλεπε τα αφεντικά να έχουν σαφές πλεονέκτημα, και που αυτή σκόπευε να αλλάξει, ανατρέποντας τις ισορροπίες-σχέσεις δυνάμεων και τις σχέσεις παραγωγής προς όφελος, αυτή τη φορά, των εκμεταλλευόμενων – γενετικά μεταλλαγμένο. Δεν τον αναγνώριζε πλέον, αυτόν τον κόσμο. Δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Τίποτα δεν της ανήκε, παρά μόνο ο εαυτός της. Το σώμα της, το οποίο είχαν επίσης προσπαθήσει να της πάρουν. Η ξεκάθαρη φωνή της. Η νοημοσύνη της, η εξυπνάδα της, που είχαν προσπαθήσει να δαμάσουν, να εξημερώσουν, χωρίς να το πετύχουν. H ιστορία, το σενάριο της, τα καθέκαστα της, οι εμπειρίες της που έπρεπε να ανιχνευθούν, να ανακτηθούν, να ανακατασκευαστούν, να δωροδοτηθούν.

Σε αυτόν τον κόσμο, που καταστράφηκε από τον θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού, που κατέστη οργουελική δικτατορία της μοναδικής σκέψης, ήταν σαν ξένη. Ο οικουμενικός εορτασμός της κυρίαρχης σκέψης, του turbo-καπιταλισμού, του τέλους της Ιστορίας, που διοχετεύεται από τα μέσα ενημέρωσης και από τα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία παρουσιάζουν την ψευδή εικόνα για αυθεντική, την καθιστούσε αδιάφορη θεατή γεγονότων που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Δεν θα ήθελε να είχε φανταστεί! Αυτή, που είχε αγωνιστεί για τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Αυτή, η οποία είχε πολεμήσει μαζί με τους συντρόφους της, για τη συλλογική κοινή χρήση των αγαθών και των πόρων, ενάντια στo ατομικιστικό χαράκωμα των Εγώ των αφεντικών και ενάντια στο αρχαϊκό παράδειγμα της ολιγαρχικής εκμετάλλευσης των μαζών. Αυτή βρίσκονταν, τώρα, ξαφνικά, να περιπλανιέται, συγκλονισμένη, παραπαίουσα, ανάμεσα στα θεαματοποιημένα μεγαλεία της high-tech μητρόπολης, ανάμεσα στα γραφήματα των χρηματιστηριακών μετοχών της άγριας και παγκοσμιοποιημένης χρηματοδότησης, μέσα στην παλινδρόμηση της αδύναμης σκέψης, μεταξύ των προφητών του ηθικού σχετικισμού, μέσα στα τεμαχισμένα πλέγματα της ερμηνευτικής κίνησης που της λείπει ο συγκεκριμένος σκοπός, ανάμεσα στα μεταμοντερνιστικά ερείπια, του μετα-εργατισμού, της μετά-ιδεολογικής εποχής, της μετά-βιομηχανικής εποχής.

Διωγμένη από τα βαρυτικά κύματα μιας χωροχρονικής διαταραχής, παρασύρθηκε στα βαθιά, σε ένα είδος παράλληλου σύμπαντος, που κατοικείται από μετά/ ταυτότητες. Ταυτότητες poster, κρεμασμένες σε έναν τοίχο με φάτσες avatar. Ένα τοίχο που έχει γίνει εικονικός αλλά όχι λιγότερο αδίστακτος, στη διάστασή του που μοιάζει με απομόνωση εγκλεισμού, «πίνακας ανακοινώσεων» – επιτρέψτε μου την γλωσσική χειραγώγηση – στον απεριόριστο κβαντικό χώρο του αιθέρα.

Έτσι, η Barbara άρχισε να γράφει. Για να επανασυνδέσει τα νήματα της μνήμης. Πολιτική και οικογενειακή μνήμη, γνωστή, κοινή, οικεία, τόπων και αγώνων. Να επιδιορθώσει ράβοντας ξανά και υφαίνοντας, μέσα από τη γραφή, λωρίδες του παρελθόντος, για να αναγνωρίσει εκεί μέσα τον εαυτό της και να επανακτήσει τον εαυτό της και την Ιστορία της.

Μέχρι στιγμής είναι έξι οι τόμοι που έγραψε, οι οποίοι μετρούν κάτι πάνω από εκατό σελίδες ο καθένας. Έξι κοσμήματα της λογοτεχνίας, εσωτερικής και στρατευμένης, ιστορικής και πολιτικής, χρονολογικής και μαγικής, οικείας και συλλογικής, που ακούγονται σαν ένα χαστούκι στα πλαδαρά μάγουλα της ηθικολογίας και της μπουρζουάδικης διανόησης. Αυτής της ίδιας διανόησης η οποία την έδιωξε από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli, διαμέσω του συγγραφέα Antonio Tabucchi, που πέρασε σε μια καλύτερη ζωή, με εκβιαστικούς τρόπους, αναγκάζοντας τον εκδοτικό οίκο – που ανήκε στον Giangiacomo, εκδότη και αντάρτη – να επιλέξει μεταξύ αυτού, φτασμένου διανοούμενου, και της πρώην ταξιαρχίτισσας.

Προφανώς, η επιλογή ήταν δεδομένη. Η Αγορά έχει τους κανόνες της. Και εναντίον αυτής της Αγοράς, και παρά τους νόμους της, γράφει σήμερα η Barbara. Τα βιβλία της διαβάζονται στη μισή Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι δεν καταλαμβάνουν τα ράφια εκείνων των καθεδρικών ναών που ανεγέρθηκαν στην θεότητα Εμπόρευμα, που είναι τα Σουπερμάρκετ και τα Megastore. Ποτέ δεν θα διακινδυνεύσουμε να μπούμε σε ένα από αυτά τα λούνα παρκ της κατανάλωσης και να παρακολουθήσουμε την άθλια σκηνή, που επέδειξε ο Godard στο «Ψόφα αφεντικό, όλα καλά», όπου το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα πουλούσε, το πολιτικό και εκλογικό του πρόγραμμα, με χαμηλό κόστος.

Η λογοτεχνία της Balzerani είναι βρώμικη από γη και αίμα, φτιαγμένη από οστά και νεύρα. Σίγουρα δεν αναμορφώθηκε από την πλαστικοποιημένη μάσκα ομορφιάς, ούτε συσκευασμένη με ζαχαρένιο χαρτί και ροζ κορδέλες. Τα βιβλία της μυρίζουν θάλασσα, έχουν το άρωμα του Νότου. Έχουν τη γεύση του εύρωστου κρασιού, του οποίου τα σταφύλια καίγονται στον ήλιο της Μεσογείου και στα τοπία του νότου ή στα αφρικανικά τοπία. Αφηγούνται την εμπιστευτική, ανομολόγητη, ακατέργαστη ευαισθησία ενός οικογενειακού εργατικού περιβάλλοντος, το οποίο μου θύμιζε πάντα εκείνο της υπαίθρου, που διηγήθηκε ο Όλμι στην ταινία Το δέντρο με τα τσόκαρα. Στάζουν ιδρώτα και κόπο προλετάριο. Αναπαριστούν αυλακωμένα πρόσωπα, πρησμένα από τη φτώχεια. Εστιάζουν με το δάχτυλο ενάντια στο ταξικό μίσος των κυρίων του κόσμου:

«Η πόλη βρίσκεται εκεί, σε απόσταση αναπνοής, με τα σπίτια της από τούβλα και τσιμέντο, τα αυτοκίνητα, τα φώτα, την ευημερία, την πολιτική και την εξουσία. Οργανωμένη σε κυκλικά διαστήματα που όσο περισσότερο απομακρύνονται από το κέντρο, τόσο περισσότερο μοιάζουν να μην ανήκουν στο ίδιο ανθρώπινο είδος. Δεν είναι πλέον οι τόποι των ευκαιριών για συναντήσεις, ανάμειξη, ανακαλύψεις, λύτρωση. Είναι bunkers,είναι φρούρια απόρριψης για τους πληβείους που διέρχονται εκεί μέσα μόνο για να προσφέρουν υπηρεσίες, δεν προβλέπεται γι αυτούς οτιδήποτε άλλο. Οι οποίοι, μόλις λήξει ο χρόνος, πρέπει να επιστρέψουν στους δικούς τους τόπους, υπερβαίνοντας τους πολλούς υψωμένους τοίχους. Τείχη της καχυποψίας, της διαφορετικότητας στη στάση και το ανάστημα, της κυριαρχίας των χώρων. Τοίχοι που ελέγχονται από τη συνέργεια των ελίτ που προσκολλώνται στα κομμάτια του προνομίου να μοιάζουν μεταξύ τους. Οι μεν χρειάζονται τους δε αλλά δεν αναμιγνύονται, δεν επικοινωνούν.

Έτσι είναι όλες οι πόλεις. Από τον πρώτο μέχρι τον τέταρτο κόσμο. Οι διαφορές είναι στον βαθμό όχι στο πρότυπο. Η τόσο πολύ διακηρυγμένη οικουμενικότητα της προόδου και της ευημερίας για όλους δείχνει το χαλασμένο, το ξεπερασμένο, εκφυλισμένο και κακό της πρόσωπο. Είναι η φτώχεια που δημιουργεί τον πλούτο, με την αναγκαστική αφαίρεση των πόρων και το κόλπο των τόκων ενός ανεξάντλητου χρέους. Το παρελθόν και το μέλλον είναι γραμμένο με σαφήνεια». (L’ho sempre saputo – Πάντα το γνώριζα).

Σπάνιο παράδειγμα, εκείνο της συγγραφέος, πολιτικού γραψίματος που ξέρει να μεταμορφώνεται – με την επώδυνη έμφαση εκείνης που τo βάσανο και την αδικία, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, τα έχει δοκιμάσει και τα έχει νιώσει στο πετσί της – σε ποιητική ένταση. Και ως εκ τούτου, ηθική γραφή, η οποία επιτυγχάνει, μέσα από τo έντονο, βασανιστικό, και ταυτόχρονα γλυκό ασπρόμαυρο εικόνων με πυκνές συναισθηματικές αντιθέσεις, να σφηνώνεται, να σκάβει, να διεισδύει, όπως ένας τυφλοπόντικα με ανοικτά μεγάλα μάτια, ανάμεσα στις εμφανείς και απαράδεκτες αντιφάσεις ενός συστήματος – του δικού μας συστήματος – που είναι βασισμένο σε αυτό το χρηματοοικονομικό Κεφάλαιο, θανατηφόρο όπως τα κύτταρα δολοφόνοι ενός καρκίνου σε μετάσταση και αφοσιωμένου στον Μολόχ μιας ανάπτυξης (όχι «προόδου», θα είχε προσδιορίσει ο Πασολίνι ) απάνθρωπης και που απανθρωπίζει.

Μια συμπαγής λογοτεχνική ομορφιά, που δεν παραχωρεί τίποτα στην τελετουργία της ρητορικής, ακόμη και στην τέλεια σμίλευση της λέξης και της φράσης. Συνοπτική και όμως, με τον δικό της τρόπο, μουσική, προχωρώντας με σύντομες και αυτοσχέδιες επιδρομές στις απρόσιτες στενωπούς της σκέψης. Αλλά πάνω απ ‘όλα, γραφή ικανή να ανοίξει διάπλατα τη μνήμη, μέχρι να την καταστήσει, πιάνοντας ξανά την έννοια που εκφράστηκε στο ξεκίνημα αυτού του κειμένου, πορώδη Ιστορία, σαν τη ναπολιτάνικη ηφαιστειακή τέφρα που περιγράφεται από τον Benjamin (La citta Porosa, ακριβώς). Μια «πικρή ομορφιά» θα την αποκαλούσε ο Leo de Berardinis, φτιαγμένη από εικόνες που ξεσκίζουν ξαφνικά τη σελίδα με οδυνηρή μεταφορική βία. Για να αναφέρουμε τον Roland Barthes, είμαστε στο Σημείο μηδέν της γραφής. Μια γραφή που όμως δεν παραιτείται της δυνατότητας της να γίνει λογοτεχνική ποίηση.

Ένας λόγος σκληρός, αυτός της Balzerani, λοιπόν – που τον λείανε λιγάκι η ανθρώπινη ευαισθησία αυτής που ξέρει να βρει την τρυφερότητα, ακόμη και μέσα στα ερείπια μιας κατεστραμμένης πόλης ή μέσα σε ένα κελί φυλακής – χωρίς υποκρισίες, ξεκάθαρος, που δεν αφήνει καμία διαφυγή, και που αναγκάζει, αυτόν που διαβάζει, να θέσει υπό αμφισβήτηση, να αναρωτηθεί, ιστορικά, για τον ρόλο του, σε μια εποχή και σε έναν κόσμο γεμάτους ουλές, σημαδεμένους από την αγριότητα της απληστίας, της συσσώρευσης, του κέρδους. Ένας κόσμος του οποίου η πρώην αντάρτισσα μας αφήνει να ακούσουμε, να αισθανθούμε, να δούμε, να αντιληφθούμε επιδερμικά, τις σκληρές ανισσότητες που διαπράχθηκαν από την πλούσια μειονότητα, συχνά ρατσιστική, σε βάρος των φτωχών και καταπιεσμένων μαζών. Mάζες που αποτελούνται από μόνες γυναίκες και άνδρες, εύθραυστες μες τις μοναξιές τους και μπροστά στην αγωνία τους, μες το άγχος, με τον τραγικό τρόπο του Σοφοκλή, μιας ανθρώπινης ύπαρξης που, πλέον, φαίνεται να τους έχει κλέψει – διαμέσου αυτών που χτίζουν εφιάλτες φτιαγμένους με τσιμέντο, πόλεις που αστράφτουν με τα στραβοσκοπικά τους φώτα κατανάλωσης και τειχών για να κρατήσουν μακριά τα σκουπίδια κρέατος που ζέχνουν, που προορίζονται για πολτοποίηση μαζικής παραγωγής – ακόμα και το όνειρο μιας κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής λύτρωσης.

Μάζες στις οποίες η Balzerani, σαν ένα είδος σύγχρονης Αντιγόνης, αποκαθιστά δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια, με την δύναμη της σαν μαχόμενη, που ξεράστηκε επάνω σε μια σελίδα που μετατρέπεται σε κατηγορητήριο και καταδικαστική απόφαση ενάντια σε αυτήν την εξουσία που, κάποτε, θέλησε να την κατηγορήσει, να τη διώξει και να την καταδικάσει. Και μαζί της, όχι μόνο μια ολόκληρη γενιά, αλλά και εκείνες τις ίδιες προλεταριακές και λαϊκές μάζες, των οποίων οι ελίτ δεν προβλέπουν ποτέ την λύτρωση, μέσα στην σκληρή, άγρια αλαζονεία τους.

Μέσα από τις σελίδες των μικρών και πολύτιμων μυθιστορημάτων της, κλαίμε δάκρυα βαριά όσο οι πέτρες, χύνουμε αθώο αίμα στους δρόμους, ασφυκτιούμε, πνιγόμαστε κάτω από τον χυδαίο μανδύα των χρημάτων, αισθανόμαστε την οικεία, την ζεστή απομόνωση της φυλακής, η οποία σπάζει τη σκέψη και βιάζει το σώμα. Αυτή τη φυλακή των αφεντικών, που έχει εξαπλωθεί σε κάθε γεωγραφικό πλάτος, αφηρημένη κι όμως πολύ συγκεκριμένη, που θα ήθελε να σπάσει την αντίσταση μας και να μας κάνει να παραιτηθούμε.

Αλλά η αγανάκτηση, σελίδα μετά τη σελίδα, φράση μετά τη φράση, φόρεμα μετά το φόρεμα, αναρριχάται μαζί με τον ποιητικό, φιλοσοφικό, πολιτικό, υπαρξιακό εμετό της συγγραφέως. Και η επιθυμία εκείνου του κόσμου, διαφορετικού και εφικτού, η ακατανίκητη επιθυμία για Απελευθέρωση από τη δουλεία της ανάγκης και της μισθωτής επιβίωσης, επιστρέφει και εμφανίζεται, όπως ένα μωρό, από τα κάγκελα μιας κούνιας.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

σκόρπιες σκέψεις...

Η επανάσταση δεν συλλαμβάνεται! Ιταλία: για έναν Μάη που δεν ήθελε να σβήσει!

ποιος είπε πως δεν υπάρχει!

Utopia

‘βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην προβοκάτσια, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει’.

Gianfranco Manfredi 1976

Και νόμιζαν ότι θα γλιτώσουν κατηγορώντας την ιστορία για ένοπλη συμμορία…

Αποτέλεσμα εικόνας για i volsci autonomia operaia

 

Γεια σας φίλοι μου. Όπως καταλαβαίνετε από τον τίτλο, ήρθαμε εδώ για να μιλήσουμε για εκείνη την σπουδαία 20ετή περίοδο αγώνων, για τον Μάη που δεν ήθελε με τίποτα να σβήσει, για τον Μάη που σημάδεψε ανεξίτηλα την γείτονα χώρα, την ώρα μάλιστα που γίνεται σε όλο τον κόσμο μια τεράστια προσπάθεια αποσιώπησης του, ενώ εκθειάζεται με κάθε τρόπο, ανέξοδα μάλιστα, ο γαλλικός, ο οποίος κράτησε δεν κράτησε έναν μοναδικό μήνα, με τρόπο μάλιστα μουσιακό αντιμετωπίζεται, λες και ήταν μια πρόσκληση σε επίσημο γεύμα και όχι η έφοδος στον ουρανό της εξεγερμένης-οργισμένης νεολαίας, και όχι μόνο!

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia, settimanale politico comunista, anni '70

Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε Τώρα!

οι νέοι και οι παλιοί κομουνιστές

Αποτέλεσμα εικόνας

δεν είμαι πια κομουνιστής, μάλλον δεν είμαι πλέον τίποτα για την ακρίβεια, δηλαδή δεν ξέρω τι είμαι γιατί απλούστατα ξέρω τι δεν είμαι

Octyabr poster.jpg

αλλά δεν βρίσκομαι εδώ γι αυτό

βρίσκομαι εδώ για να σας μιλήσω για τότες που εγνώρισα για πρώτη φορά στη ζωή μου τους κομουνιστές, παλιούς και νέους. Παλιοί ήταν οι μεγαλύτεροι στην ηλικία, στην συντριπτικοί τους πλειοψηφία εγγεγραμμένοι στο κομουνιστικό κόμμα, εργάτες επίσης πάρα μα πάρα πολλοί, όλοι πρώην παρτιζάνοι, είχαν κάνει την αντίσταση και είχαν κρύψει τα όπλα διάσπαρτα σε διάφορα μέρη, πολλοί μικροαστοί επίσης, διανοούμενοι και άλλοι τέτοιοι πολλοί.

Οι καινούργιοι κομουνιστές ήταν όλοι νεαροί. Δεν είχαν ζήσει την αντίσταση, δεν είχαν υποστεί την πλύση εγκεφάλου της κομματικής προπαγάνδας, ήταν τέκνα της εσωτερικής μετανάστευσης που είχε επιβληθεί από την φτώχεια που επικρατούσε στον Ιταλικό νότο [ξέχασα να σας πω πως πολιτικοποιήθηκα στην Ιταλία όπου και βρέθηκα το μακρινό ’73 για να σπουδάσω] και βρέθηκαν να εργάζονται στις φάμπρικες του ιταλικού βορά ως ανειδίκευτο προσωπικό.

η άρνηση της εργασίας

Σας τα λέω όσο πιο επιγραμματικά μπορώ για να μην σας ζαλίσω το έρωτα με τα πολλά λόγια. Μέχρι τώρα λοιπόν έχουμε ήδη αντιληφθεί τον πρώτο διαχωρισμό. Νέοι ανειδίκευτοι εναντίον μεγαλύτερων στην ηλικία ειδικευμένων. Χάσμα γενεών συν χάσμα στις απολαβές. Έχουμε ένα 2-0 καθαρό από τα αποδυτήρια. Προχωράμε.

Εμείς ήμασταν φοιτητές. Κάναμε παρέα με τους πάντες. Πολλοί ανάμεσα μας ήταν παιδιά που αναγκάζονταν να εργάζονται περιστασιακά, ότι μπορείς να φανταστείς έκαναν, και στα εργοστάσια παρτ τάιμ  για να συμπληρώνουν το πενιχρό έμβασμα που έρχονταν απ’ τους γονείς τους. Το πρώτο που μας έλεγαν λοιπόν για την εργατική τους εμπειρία σε σχέση με τους παλαιότερους ήταν το εξοργιστικό εκείνο πως: »αυτοί αγαπούσαν το εργοστάσιο όπου δούλευαν και τις μηχανές που τους καταπίεζαν διαρκώς με τα χρονοδιαγράμματα, ενώ εμείς τα φτύναμε όλη μέρα αυτές τις παλιομηχανές που μας πίνουνε το αίμα»! Όταν λοιπόν άρχισαν τα πρώτα σαμποτάζ, οι άγριες απεργίες, η αμφισβήτηση των επίσημων συνδικαλιστικών οργανώσεων και η αυτοοργάνωση  των εργατών, οι εσωτερικές πορείες στα εργοστάσια, παλιοί και νέοι βρέθηκαν αντιμέτωποι. Γιατί οι μεν συνέχιζαν να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας ενώ οι δε ήταν πλέον ενάντια στην ίδια την συνθήκη της εργασίας, αμφισβητούσαν την ίδια την εργασία υπό αυτές τις επικρατούσες συνθήκες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του εργάτη από το αφεντικό του, υπό την διαρκή επιτήρηση του επιστάτη.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia

Και να ήταν μονάχα αυτό. Δεν έφτανε που οι παλιοί κομουνιστές είχαν αποδεχτεί την οικονομική συνθήκη της εκμετάλλευσης της εργατικής τους δύναμης ικανότητας και αξίας από τους καπιταλιστές, τώρα ήθελαν να συνεργαστούν και στην κυβέρνηση με τους αστούς, αυτούς τους μπουρζουάδες που ήταν υπεύθυνοι χιλιάδων εγκλημάτων ενάντια στον κόσμο της εργασίας και όχι μόνο. Και δεν χρειάζονταν να πάμε πολλά χρόνια πίσω, παρά μόνο δυο τρία, στο όχι μακρινό ’69, τότε που οι μυστικές υπηρεσίες σε συνεργασία με τους φασίστες, σε αυτήν που ονομάστηκε περίοδος της στρατηγικής της έντασης δολοφονούσαν δεκάδες σε Ρώμη και Μιλάνο την ώρα που οι μπάτσοι εκπαραθυρώνουν αναρχικούς. Τι κομουνιστές τέλος πάντων ήταν αυτοί βρε παιδιά;

Αριστοκράτες στη δουλειά, συνεργάτες με τους επιστάτες στα εργοστάσια, λίγο αργότερα καταδότες στην αστυνομία των αγωνιστών και των μαχητών στα εργοστάσια και στις πλατείες, στα δικαστήρια και στις δημόσιες υπηρεσίες. Κανονικοί χαφιέδες. Απίστευτοι! Στην κρατική πολιτική γενικότερα, στην αρχή δειλά δειλά κάνουν πλάτες στην δεξιά, ολοένα και περισσότερο, μέχρι που με την ανοχή τους δεξιές κυβερνήσεις δένουν και ράβουν και ξηλώνουν  και κάνουν ότι θέλουν και καταδικάζουν σε θάνατο έναν άνθρωπο, σίγουρα όχι αθώα περιστέρα, με το έτσι θέλω, απλά για να κάνουν το κέφι των ψευτο κομουνιστών της πλάκας που σήμερα όχι μόνο δεν υπάρχουν αλλά τους έχει καταδικάσει με όλες τις μπάντες η ίδια η ιστορία. Δεν λέω ότι εμείς φερθήκαμε έξυπνα. Στρατιωτικοποιήσαμε υπερβολικά τα πράγματα, [όχι πως δεν χρειάζονταν, όχι τόσο στο υψηλό επίπεδο- εκεί έφτανε και περίσσευε, σε χαμηλό έπρεπε να εξαπλωθεί ακόμη περισσότερο  το αντάρτικο στις πόλεις ] , στην πορεία χάσαμε την μπάλα.

Prima linea

Και μας έπνιξε η  ιστορία μέσα στα μπουντρούμια της »δημοκρατίας» ή μας εξαφάνισε στις εξορίες . Λέω απλά πως αν αυτοί έσκυβαν για λίγο επάνω μας ν’ ακούσουν κάτι τις, ν’ αφουγκραστούν το καινούργιο που άφριζε μέσα μας  και έρχονταν με δύναμη απ’ την ανατολή με τα νοήματα του, τις ανατροπές που επιζητούσε, τις βουτιές προς το μέλλον, και την ορμή, την ζωντάνια του νεαρού της ηλικίας μας, τότε ναι, σήμερα τα πράγματα, ίσως, μάλλον, θα ήταν πολύ καλύτερα,

Αποτέλεσμα εικόνας για carcere speciale

κι έτσι λοιπόν στο όνομα της συνεργασίας των τάξεων, [ που με απλά λόγια σημαίνει: εσείς δουλεύετε εμείς να κερδίζουμε, και εργαστείτε όλο γρηγορότερα]

και ανεμίζοντας τις μπαντιέρες της συνεργασίας όλων των δυνάμεων του »δημοκρατικού» τόξου,  [που σημαίνει στα πόστα κλειδιά εμείς, εσείς στην βιτρίνα], φασιστών συμπεριλαμβανομένων, ‘σοσιαλιστές’ και ‘κομουνιστές’ όλων των αποχρώσεων, σε όλη την Ευρώπη, ακολουθώντας τα διδάγματα του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, με προεξάρχοντα τον Φρανσουά Μιτεράν και κάτι άλλα γερόντια με περίεργα ονόματα όπως Παπανδρέου, Σοάρες,  Καρίγιο κλπ έπνιξαν ότι ωραιότερο ελεύθερο και αυθεντικά αυτόνομο εξέφραζαν κινήματα νεανικά που ποθούσαν μια κοινωνία διαφορετική όπου ο άνθρωπος δεν θα καταπατούσε άνθρωπο περιβάλλον φύση ζωντανά, και το κέρδος θα έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, για να εξαλειφθεί σιγά σιγά, μια για πάντα!. Ο καταναλωτισμός θα υποχωρούσε και στο κέντρο της ύπαρξης θα έρχονταν επιτέλους η ζωντανή αφιλοκερδής δημιουργία για την δημιουργία. Γιατί την ζωή φανταζόμασταν σαν δημιουργία και όχι σαν αυτό που σήμερα μοιάζει με κάτι εξωπραγματικό, ένας αγώνας ταχύτητας με στόχο ένα βραβείο που κατά βάθος δεν θέλει κανένας, μοιάζει κατάρα, μόνον κάποιοι ελάχιστοι που ζουν εις βάρος των απείρως περισσοτέρων επιθυμούν, ζέχνει δηλητήριο.

Αφού κατάφεραν λοιπόν να απαλλαγούν λίγο νωρίτερα στην Πορτογαλία από εκείνο το υπέροχο κίνημα των γαρυφάλλων  που με αρχηγό τον ταγματάρχη Οτέλο Σαράιβα ντε Καρβάλιο έριξε τον δικτάτορα Σαλαζάρ, απαλλάχθηκαν και στην Ιταλία από ένα εξίσου πανέμορφο κίνημα που εδώ κράτησε δέκα με δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, ξεκίνησε με το θερμό φθινόπωρο του ’69 και τους μαζικούς εργατικούς αγώνες και συνέχισε με τον παρατεταμένο μάη που έφερε η θερμή άνοιξη της εργατικής αυτονομίας και του ανταρτοπόλεμου που τελείωσε στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia

εγώ τότε ήμουν νέος, τώρα έγινα παλιός, περιμένω ένας νέος κάτι να μου γράψει, κάτι να μου πει, θα έχει κάτι να μου πει, κάτι να ψιθυρίσει στο αυτί μου αν θέλει, για το σήμερα που εξεγείρεται, για το σήμερα που αναπνέει..

 

Μα ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Είναι το μακρινό 1973, 17μιση χρονών τότες, έχω τελειώσει το γυμνάσιο στην Καβάλα, Σεπτέμβρης μήνας και προσγειώνομαι στην Φλωρεντία γεμάτος όνειρα και ανησυχίες, για να σπουδάσω. Στην Φλωρεντία όπου βρίσκεται ήδη κάποια χρόνια νωρίτερα, για τον ίδιο λόγο, η αδελφή μου με τον φίλο της και μετέπειτα σύζυγο. Θα συγκατοικήσουμε για κάποιο διάστημα.

Αποτέλεσμα εικόνας για ο ρόκο και τ' αδέλφια του

Ας ανοίξω μια μικρή παρένθεση. Είναι τα χρόνια της χούντας, σε μια μικρή πόλη της ελληνικής επαρχίας που έχω μεγαλώσει μέχρι εκείνη την στιγμή, από καπνούπολη με τεράστια αγωνιστική ιστορία μετατρέπεται σιγά σιγά σε μια πόλη δημοσίων υπαλλήλων και εμπόρων, μικρής κυρίως εμβέλειας, μια μικροαστική αντίληψη για την ζωή πνίγει αργά και βασανιστικά την καθημερινότητα του μέσου καβαλιώτη, ο πολιτικός διάλογος απουσιάζει πλήρως, κοιμόμαστε όρθιοι με λίγα λόγια.

Αποτέλεσμα εικόνας για γούντστοκ

Η φαντασία στην εξουσία!

Μες τις ψυχές μας βέβαια, πολλών από εμάς τους νεότερους,  βράζει η ανάγκη για μιαν άλλη ζωή, για άλλες αξίες και συνήθειες, έχει προηγηθεί το Γούντστοκ, στιγμή σταθμός στην παγκόσμια νεολαίστικη ιστορία, η μουσική επανάσταση των νέων που έχει αγκαλιάσει όλη τους την ψυχοσύνθεση, και ήταν συνολική επανάσταση στον τρόπο που έβλεπαν και ζούσαν την ύπαρξη τους, στον τρόπο που έβλεπαν το μέλλον τους, έξω και μακριά από τον εκείνο που τους έδειχναν οι γονείς, οι μεγαλύτεροι γενικότερα, οι άρχοντες και οι κρατούντες. Η μουσική και ο κινηματογράφος είχαν σπάσει ήδη τα πρώτα ταμπού, είχαν εισέλθει αργά αλλά σταθερά στην ελληνική πραγματικότητα ταράζοντας τον ύπνο της μικροαστικής νιρβάνας στην οποίαν προσπαθούσαν, άκαρπα πλέον, να κρατήσουν υποταγμένους τους νεαρούς οι οπισθοδρομικοί καραβανάδες! Οι εικόνες με τους νεαρούς μαλλιάδες, με τα παρδαλά ρούχα, που μισούσαν τον πόλεμο στο Βιετνάμ και αγαπιούνταν όλοι μαζί στοίχειωναν την ελληνική αρχαϊκή κοινωνία που έκανε τα πρώτα βήματα εμπρός, έχοντας για αρωγούς τους δικούς της μουσικούς και κινηματογραφιστές να διαρρηγνύουν τα ιμάτια του κοντοκουρεμένου κατεστημένου.

Η παγκόσμια πολιτιστική επανάσταση της νεολαίας είχε λοιπόν ήδη αρχίσει να κατατρώει σαν το σαράκι την συντηρητική ελληνική κοινωνία, τα νεαρά ήθη και έθιμα κλωτσούσαν το παλιό για να το θέσουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Make love not war πρώτα, και η φαντασία στην εξουσία, έπειτα, είχαν συνταράξει για τα καλά την καθεστηκυία τάξη, και στην ελλαδίτσα μας.

Αποτέλεσμα εικόνας για little big man

Φαντάζεστε λοιπόν τον ενθουσιασμό μου όταν πρωτοπερπάτησα στους δρόμους της πρωτεύουσας της Αναγέννησης, τριγυρίζοντας μες τις σχολές του Πανεπιστημίου, μέσα σε εκείνη την αναταραχή που δεν σταματούσε ποτές, χωμένος ανάμεσα σε κείνο το νεαρόκοσμο, μέσα σ’ εκείνη την βουή και το μελισσομάνι, που συζητούσε για τα πάντα και αμφισβητούσε τα πάντα! Είχα ξεκινήσει ήδη να μαθαίνω την γλώσσα, ξημερωνοβραδιαζόμουν και στις συνελεύσεις του ελληνικού συλλόγου φοιτητών, ρουφούσα τις κουβέντες και τα λόγια εκείνα τα μεγάλα που για πρώτη φορά στη ζωή μου άκουγα έκπληκτος, την μια από τους ιταλιάνους νεαρούς που αποκαλούσαν τους διπλανούς τους συντρόφους, για την ολοκληρωτική επανάσταση, την ολική ανατροπή της κατεστημένης τάξης πραγμάτων και την εγκαθίδρυση μιας άλλης – δικαιότερης κοινωνίας των ίσων ανθρώπων. Λίγο πιο μπερδεμένα τα πράγματα στον ελληνικό σύλλογο.

Κεντρικό θέμα: ο αντιδικτατορικός αγώνας.

Εκεί ξεκαθάρισε πλήρως η εικόνα αυτού που τόσο καιρό με ενοχλούσε πίσω στην πατρίδα. Κάτι είχα ψυχανεμιστεί όταν έβλεπα τους μεγάλους να θέλουν να πουν κάποια πράγματα και να χαμηλώνουν τη φωνή τους κοιτάζοντας ερευνητικά γύρω ακόμη και όταν ήταν κλεισμένοι στο σπίτι, λέγοντας πως και οι τοίχοι έχουν αυτιά. Κάποια ονόματα ήταν απαγορευμένα! όπως και πολλά άλλα πράγματα, φώναξαν τη μάνα μου κάποια στιγμή στο σχολείο να της επιβάλλουν να μην με αφήνει να φορώ την κόκκινη μπλούζα που τόσο πολύ αγαπούσα! Τους αποστόμωσε αυτή λέγοντας πως δεν μπορούσε να μου απαγορεύσει να είμαι ολυμπιακός!

La Dolce Vita poster.jpg

Δεν θα ξεχνούσα ποτέ εκείνο που μου συνέβη ένα βραδάκι όταν γυρνούσα σπίτι και πήδηξα μες τον ενθουσιασμό να φτάσω τη σημαία που ήταν κρεμασμένη έξω από ένα μαγαζί, να δω πόσο ψηλό ήταν το άλμα μου. Με σταμάτησε ένας αστυνομικός κάνοντας μου παρατήρηση, επειδή λέει βεβήλωνα το σύμβολο! Για τέτοια βλακεία μιλάμε! Και αναρωτιόμαστε σήμερα από που έχουν ξεφυτρώσει όλα αυτά τα φασιστόμουτρα! Όχι φίλοι μου, δεν υπάρχει παρθενογένηση!

Όλα καλά λοιπόν με τον αντιδικτατορικό αγώνα. Να βγάλουμε την χώρα απ’ τον γύψο!

Τα προβλήματα άρχιζαν με το ύστερα. Εκεί μέσα γίνονταν το έλα να δεις,  σπαταλιόταν και όλη η ενέργεια. Ατέλειωτες διαμάχες για το πιο ήταν το καλύτερο μοντέλο, θα έμοιαζε η μεταδικτατορική ελλάδα με την αλβανία ή με την σοβιετική ένωση ή με την κίνα ή και με τι άλλο δεν ξέρω εγώ; ώρες ατέλειωτες ενέργειας και κουβέντας χαμένης την ώρα που για να πέσει η χούντα γίνονταν πολύ λιγότερα! Με κούρασαν πολύ γρήγορα. Ότι καλύτερο όμως, να το αναφέρω, μια συναυλία που διοργάνωσαν με τους χιλιανούς Inti Illimani που εκείνη την χρονιά βρέθηκαν στην Ευρώπη για συναυλίες, τους βρήκε ελεύθερους το πραξικόπημα, και δεν επέστρεψαν πίσω τριγυρνώντας τον κόσμο αγωνιζόμενοι με την μουσική τους να ελευθερώσουν την πατρίδα τους. Μια πανέμορφη συναυλία, συγκίνηση και οργή για το μεγάλο κακό, ενθουσιασμός για ένα καλύτερο αύριο ανακατωμένα με τον καλύτερο τρόπο.

Αποτέλεσμα εικόνας για inti illimani

Ο χρόνος περνούσε, οι συζητήσεις όλο στο ίδιο μοτίβο, με κούρασαν σας είπα, είχα ήδη οργανωθεί στον Ρήγα Φεραίο, γιατί εκεί; με είχαν κερδίσει εκείνα τα παιδιά για κάποιον λόγο που δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω, το θέμα ήταν τελείως προσωπικό, τα συμπάθησα περισσότερο, θέμα ιδιοσυγκρασίας, ο κομουνισμός ήταν στην ημερήσια διάταξη, σε όλους μας εκείνης της γενιάς, τα μαρξιστικά λενινιστικά βιβλία είχαν γίνει ένα με το δέρμα μας, αλλιώς τον έστηναν εδώ-αλλιώς εκεί, και οι φοιτητές μάλωναν για τον ποιος ήταν ο καλύτερος, όμως για μένα κανείς δεν ήταν ο καλύτερος μιας και ουδείς από αυτούς  έδωσε την εξουσία στα σοβιέτ, όπως έπρεπε, αλλά στο κόμμα, έκανε τον άνθρωπο από πρωταγωνιστή παρία. Κι αν από εδώ υπήρχε η δικτατορία του κεφαλαίου, από εκεί του κόμματος, και ο άνθρωπος συνέχιζε κι εδώ να νοικιάζει στο αφεντικό τις αντοχές του, λες και γι αυτό επαναστάτησε, για να βάλει στη θέση του επιχειρηματία το κόμμα! τον είχαν αποκόψει από κάθε διαδικασίας λήψης των κρίσιμων αποφάσεων, δεν βρίσκονταν πουθενά στην εξουσία για να μπορέσει να την καταργήσει και αυτήν και να ζήσει ελεύθερος από την καταπίεση της ατομικής ιδιοκτησίας και των άλλων μορφών υποδούλωσης από το χρήμα και το κέρδος και τις αγορές και την εκμετάλλευση! Αυτόνομη οργάνωση μηδέν, σκέψη αυτόνομη..πάπαλα! Εκεί δεν είχε ούτε CUB, ούτε επιτροπές, ούτε άγριες απεργίες a gatto selvaggio!

Άσε και το άλλο, τότες έσπασε το ήδη ραγισμένο γυαλί: μόλις ελευθερώνονταν η ελλάδα από τους χουντικούς θέλανε να κατέβουν στις εκλογές! Να κάνουν τι στο κοινοβούλιο μέσα; στον ναό της μπουρζουαζίας και των αφεντικών; Για επανάσταση δεν μιλούσε ο μαρξισμός-λενινισμός; ήξερες κάποιον που κρατούσε τα ηνία στο χέρι να τα παραδίδει απ’ την καλή του την καρδιά στον καταπιεσμένο και εξεγερμένο; ήμαρτον λέω!

ματσουκα-αλιεντε

Γίνεται και το πραξικόπημα στην Χιλή και δένει το γλυκό. Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός του ηρωικού Σαλβαδόρ Αλλιέντε γκρεμίζεται από τις ερπύστριες των τεθωρακισμένων και τις βόμβες των αεροπλάνων, την ώρα, που στον αντίποδα, οι Βιετναμέζοι μαχητές, με τα όπλα στο χέρι, υπό την σοφή καθοδήγηση του στρατηγού Γιαπ και του μεγάλου Χο Τσι Μιν νικούν την τρίτη κατά σειρά αυτοκρατορία και τους ντόπιους λακέδες της στήνοντας το μεγαλύτερο πάρτι στη σύγχρονη ιστορία, στην απελευθερωμένη Σαϊγκόν και στις καρδιές όλων των απανταχού εξεγερμένων, όλων των απανταχού αριστερών!

Apocalypse_Now_poster

Για να μην μιλήσουμε για την Κούβα, αυτή τη μικρή χώρα ακόμη περισσότερο σφηνωμένη με αγάπη στις καρδιές μας, πολέμησαν μια φούχτα αγωνιστές και κέρδισαν, εξάγοντας ταυτόχρονα την επανάσταση, ανάβοντας φωτιές, ορμώντας στις φωτιές εκεί που υπήρχαν, στην Αφρική και την Λατινική Αμερική, στην Αλγερία επίσης οι αντάρτες κέρδιζαν τον πόλεμο, ανταρτοπόλεμος λοιπόν και στην Ευρώπη, αυτή η λύση, φαίνονταν επίκαιρη και εφικτή, μιας και τα κομουνιστικά κινήματα ήταν πολύ μεγάλα και δυνατά, στο Νότο ειδικότερα, οι κομουνιστές συνειδητοποιημένοι σαν έτοιμοι από καιρό!

la-battaglia-di-algeri-photos-6

Είχα πρωτοδεί την εικόνα του ήρωά μου τυπωμένη σε μπλουζάκια και αφίσες στο Λονδίνο, κάποια χρόνια νωρίτερα που είχα βρεθεί για ενάμιση μήνα εκδρομή με ένα φροντιστήριο. Τότε δεν ήξερα ποιος είναι αλλά τον έβλεπα παντού. Τον ξανασυνάντησα στην Ιταλία δυο τρία χρόνια αργότερα, και τότε έμαθα για το ανυπέρβλητο παράδειγμα που έδωσε στους απανταχού ανυπότακτους, που αγαπούν τον δρόμο και όχι την κατάληξη, τον σκοπό, την υπόθεση, και όχι την εξουσία!

che_pistola.jpg

‘Ολόκληρος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη Η Λατινική Αμερική μάχεται με τον ένοπλο αγώνα κερδίζει στην Ινδοκίνα σε όλο τον κόσμο οι λαοί αποκτούν συνείδηση και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη δίκαιη βία και έτσι Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε για να καταλάβεις ότι ήχησε η ώρα του τουφεκιού; Η Αμερική των Νixon των Agnew και MacNamara στις ζούγκλες του Βιετνάμ παίρνει ένα μάθημα ο πολιτισμός των ναπάλμ δεν αρέσει στους λαούς όσο υπάρχουν αφεντικά δεν θα υπάρξει ποτέ ειρήνη η ειρήνη των αφεντικών βολεύει τα αφεντικά η συνύπαρξη είναι απάτη για να μας κάνουν να στεκόμαστε φρόνιμα οπότε Τι άλλο θέλεις σύντροφε …Στην Ισπανία και την Πολωνία οι εργάτες μας διδάσκουν ότι ο αγώνας δεν σταμάτησε ποτέ ενάντια στα αφεντικά ενωμένοι εναντίον του καπιταλισμού ακόμη και αν είναι καμουφλαρισμένος σε έναν ψεύτικο σοσιαλισμό οι πολωνοί εργάτες που βγήκαν σε απεργία φώναζαν στην πορεία αστυνομία-γκεστάπο φώναζαν Gomulka θα τελειώσεις άσχημα προχωρούσαν τραγουδώντας τη Διεθνή συνεπώς Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …Οι μάζες και στην Ευρώπη δεν στέκονται πλέον να κοιτούν ο αγώνας εκρήγνυται παντού και δεν μπορούν να τον σταματήσουν παντού οδοφράγματα από το Burgos στο Stettino και επίσης εδώ ανάμεσα μας από την Avola στο Τορίνο από το Orgosolo στη Marghera από την Battipaglia έως το Reggio η σκληρή πάλη προχωρά τα αφεντικά την έχουν άσχημα και ως εκ τούτου Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …’

«Η ώρα του τουφεκιού» (Pino Masi και Piero Nissim). 1969

Αποτέλεσμα εικόνας για l'ora del fucile

Αυτά συζητούσαν φωναχτά οι ιταλοί, οι έλληνες μάλωναν για το μοντέλο, θέλανε να μετρήσουν την εκλογική τους δύναμη αντί να επικεντρώνονται σε άλλα, διάλεξα τους ιταλούς, μπήκα στην Avanguardia Operaia. Και εδώ διάλεξα από συναίσθημα, όχι λόγω της γραμμής, αυτούς γνώρισα, με αυτούς πήγα. Τους άφησα γρήγορα κι εκείνους, είχαν καταντήσει ένα κακέκτυπο παραδοσιακού αριστερού κόμματος, όλες οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς, μικρότερες ή μεγαλύτερες, δρούσαν πλέον σαν μικρογραφίες κομμάτων, η εργατική αυτονομία είχε παραγκωνιστεί, είχαν επίσης ξεκινήσει να συζητούν με αυτούς του Manifesto για κοινή κάθοδο στις εκλογές, πράγμα που έκαναν λίγο αργότερα, εγώ είχα ήδη αποχαιρετήσει μαζί με την Ροσσάνα τον αγαπημένο φίλο Αρτούρο, υπεύθυνο της ομάδας περιφρούρησης, εκεί πήρα τα πρώτα μαθήματα αμυντικής στάσης στις πορείες, με στάλιν [τα ξύλα στα οποία δένουμε τις σημαιούλες] και μπουκάλια.

Αποτέλεσμα εικόνας για movimento studentesco milano

Οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς ήταν η απάντηση του ανταγωνιστικού κινήματος στον ρεβιζιονισμό της γερασμένης αριστεράς, και στην διστακτικότητα του συνδικαλιστικού κινήματος. Η εγκατάλειψη του επαναστατικού προσανατολισμού του ΚΚΙ είχε πλέον ολοκληρωθεί, το ενδιαφέρον του προσανατολίζονταν στην μεταρρύθμιση του ντόπιου καπιταλισμού,  με τον ρεφορμισμό, [το σύστημα, με την χριστιανοδημοκρατία στο κεφάλι, στηρίζονταν σε απαρχαιωμένους θεσμούς και στην συνεργασία με την μαφία και το παρακράτος], και χρειάζονταν νέες μορφές ταξικής συναίνεσης και »προοδευτισμού»για να περάσει την μετατροπή του από τον φορντισμό στις νέες μορφές αποκεντρωμένης, ευέλικτης παραγωγής, με την διάλυση της αλυσίδας και των μικρότερων, περισσότερο ευέλικτων μονάδων, όπου η εκμετάλλευση των εργατών επιτυγχάνονταν ευκολότερα. Η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία είναι πλέον γεγονός, και έχει το όνομα του μεγαλύτερου κομουνιστικού κόμματος του δυτικού κόσμου. Έτσι, υπό τις ευλογίες του Pci, και των υπ’ αυτό ελεγχόμενων συνδικάτων, περνούμε από τον εργάτη μάζα της φορντικής αλυσίδας στον κοινωνικό εργάτη, της διάχυτης σε κάθε γωνιά της μητρόπολης  παραγωγής υπεραξίας, και ταξικής υποδούλωσης. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο ανεπτυγμένη ήταν τότε η παραγωγή στο σπίτι, από νοικοκυρές, συνταξιούχους, άνεργους και πιτσιρικάδες! ανασφάλιστους! Και το πανεπιστήμιο εργάτες παρήγαγε, και το σχολείο, εμπόρευμα ο άνθρωπος, νοίκιαζε τις δεξιότητες του στο εκάστοτε αφεντικό, υπό τις οδηγίες των υπηρετών του, δασκάλων-καθηγητών και ούτω καθεξής.

Butch sundance poster.jpg

Έτσι λοιπόν εκτινάσσεται η μαζικότητα των οργανώσεων της επαναστατικής αριστεράς, οι οποίες σε μια πρώτη φάση έχουν πολλά να δώσουν στην ανάπτυξη του ανταγωνιστικού κινήματος. Σιγά σιγά όμως μετατρέπονται σε μικρογραφίες-παρωδίες ενός σύγχρονου κόμματος, με όλες τις αντιφάσεις, τις μικρότητες και τον γραφειοκρατισμό που αυτό συνεπάγεται. Lotta continua, Potere operaio, Manifesto, Movimento Studentesco, Avanguardia operaia κάποιες από αυτές, με τις εφημερίδες τους πλέον να πουλιούνται στα περίπτερα σε εθνικό επίπεδο, ακόμη και στο πιο απομακρυσμένο χωριό της επικράτειας μπορούσες να βρεις την Lotta continua, το Quotidiano dei lavoratori, το Manifesto κλπ. Αυτό βέβαια σίγουρα συνέβαλε στην διάχυση της συζήτησης που αναπτύσσονταν μέσα στους χώρους του κινήματος και των οργανώσεων σε κάθε γωνιά της χώρας και σε κάθε σπίτι συντρόφου που ενδιαφέρονταν να ξεμπλέξει από τα γρανάζια της συγκατάθεσης στα σχέδια του συστήματος.

Αποτέλεσμα εικόνας για a man called horse

Τι είχε προηγηθεί της άφιξης μου στην πανέμορφη εκείνη, τόσο ενδιαφέρουσα, χώρα; Πολλά και θαυμαστά. Πρώτα καταλήψεις πανεπιστημίων και σχολείων με στόχους που στρέφονταν ενάντια στην ιεραρχία και το αλάθητο των καθηγητών, μεταστροφή των εκπαιδευτικών μαθημάτων προς προοδευτικότερα μονοπάτια, το άνοιγμα των σχολών προς την κοινωνία και των θεμάτων που την απασχολούν, προς το εργοστάσιο επίσης, τους εργάτες.

Live in Pompeii cover.jpg

Έρχεται το θερμό φθινόπωρο του ’69, η μεγαλύτερη εργατική κινητοποίηση στη δύση, τεράστιες απεργίες, καθημερινές μορφές αντιεξουσίας, χωρίς καμία καθοδήγηση, αυθόρμητες, συχνά βιαιότατες, σημαντικές νίκες, υπό το σύνθημα: τι ζητάμε; τα πάντα! η τάξη διαρρηγνύεται, η εξουσία απειλείται, η προλεταριακή αυτονομία είναι καθημερινή πρακτική στα εργοστάσια και στις γειτονιές, η άρνηση της εργασίας γίνεται τρόπος ζωής, καθημερινή πρακτική, η οικειοποίηση της ζωής των νεαρών εξεγερμένων είναι γεγονός! Έχει μπει υπό αμφισβήτηση ολόκληρο το οικοδόμημα της μπουρζουαζίας, ολόκληρο το αξιακό της σύστημα, τα θεμέλια τρίζουν, η αυτονομία είναι ο υπαρκτός κομουνισμός των νεαρών προλετάριων, η πρακτική των αναγκών καθημερινότητα τους!

Σχετική εικόνα

Ο τεϊλορισμός και η εισαγωγή αυτοματοποιημένων τεχνικών, η γραμμή συναρμολόγησης, η τυποποίηση των ρυθμών και τα ωράρια εργασίας, όλα αυτά είχαν κάνει το εργοστάσιο έναν απολύτως μη κοινωνικό χώρο μέσα στον οποίον οι επικοινωνίες μεταξύ ενός εργάτη και ενός άλλου ήταν σχεδόν αδύνατες λόγω της απόστασης, του θορύβου, του σωματικού διαχωρισμού, και στον οποίο ο χώρος εργασίας ήταν αποπροσωποποιημένος και διαρθρωμένος με δεσποτικό, επαναλαμβανόμενο τρόπο, σχεδιασμένο να επιβάλλει χρόνους, κινήσεις, χειρονομίες, αντιδράσεις σε έναν όλο και λιγότερο ανθρώπινο χειριστή, όλο και πιο μηχανικό.Η ταξική ανασύνθεση των εργατών των γραμμών συναρμολόγησης ξεκινά ακριβώς από αυτή την απανθρωποποίηση, την αποκτήνωση.Η εξέγερση του εργάτη μάζα είναι η εξέγερση του μηχανοποιημένου ανθρώπου που παίρνει τη μηχανοποίησή του κατά γράμμα και λέει: τότε, αν πρέπει να είμαι απόλυτα αποκτηνωμένος, αν δεν πρέπει να έχω ψυχή, σκέψη, ατομικότητα, θα είμαι έτσι μέχρι τέλους, σίγουρα, απεριόριστα, χωρίς ντροπή. Δεν θα συμμετέχω πλέον με το μυαλό στην εργασιακή διαδικασία, θα είμαι ξένος, κρύος, αποσπασμένος. Θα είμαι άγριος, βίαιος, απάνθρωπος όπως θέλησε να είμαι το αφεντικό. Αλλά θα είμαι τέτοιος μέχρι το σημείο να μην παραχωρώ πλέον ούτε ένα χιλιοστόγραμμο της νοημοσύνης μου, της διαθεσιμότητάς μου, της διαίσθησής μου στην εργασία, στην παραγωγή.

Αυτή που οι φιλόσοφοι είχαν περιγράψει ως αλλοτρίωση που υπέστη ο εργάτης μετατρέπεται εδώ στη συνέχεια σε μια σκόπιμη, οργανωμένη, εσκεμμένη, δημιουργική αδιαφορία. Η αδιαφορία σημαίνει: ούτε καν μια ουγγιά ανθρωπιάς στην παραγωγή. Όλη η ανθρωπιά στον αγώνα. Καμία επικοινωνία και κοινωνικότητα για την παραγωγή Δεν υπάρχει διαθεσιμότητα για την πειθαρχία.Όλη η διαθεσιμότητα για την συλλογική απελευθέρωση. Ανασύνθεση της τάξης, λοιπόν, ήθελε να πει, απλά και κατά συνέπεια: σαμποτάζ, αποκλεισμός, καταστροφή των εμπορευμάτων και των εγκαταστάσεων, βία κατά των ελεγκτών των ωραρίων δουλείας. Η εργατική νοημοσύνη αρνήθηκε να είναι παραγωγική νοημοσύνη , και εκφράστηκε εξ ολοκλήρου σε δολιοφθορά, στην κατασκευή χώρων αντιπαραγωγικής ελευθερίας.

Η ζωή άρχισε να ανθίζει ξανά ακριβώς εκεί που είχε ριζικά εξαλειφθεί και σβήστηκε, μεταξύ των γραμμών, στα τμήματα, στις τουαλέτες, όπου οι νεαροί προλετάριοι άρχισαν να πίνουν μπάφους, να κάνουν έρωτα, να περιμένουν τους επιστάτες καθάρματα για να τους ρίξουν μπουλόνια κατακέφαλα και ούτω καθεξής. Το εργοστάσιο θεωρήθηκε σαν ένα απάνθρωπο lager, και άρχισε να γίνεται τόπος μελέτης, συζήτησης ελευθερίας και αγάπης. Αυτή ήταν η άρνηση της εργασίας. Αυτή ήταν η ανασύνθεση της τάξης.

Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα ο αγώνας των εργατών είχε κάνει εντελώς άνω κάτω το πειθαρχικό σύστημα του κοινωνικού εργοστασίου, και το οικονομικό σύστημα του κέρδους, μέσα σε αυτό το σεισμό, ακριβώς εκείνα τα χρόνια, τα μεγάλα αφεντικά, οι οικονομολόγοι, ο οργανωτικός εγκέφαλος του κεφαλαίου προσπαθούσαν να επανενεργοποιήσουν μερικές από τις θεμελιώδεις λειτουργίες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Πάνω απ ‘όλα έπρεπε να επανενεργοποιηθεί η παραγωγικότητα – που είχε δραματικά τεθεί σε κρίση από την ανυποταξία, από την απουσία των εργατών από την δουλειά/assenteismo – και η πειθαρχία, η οποία είχε τεθεί δραστικά σε κρίση από την εργατική αλληλεγγύη από την ισονομία και το αντι-αυταρχικό κλίμα.]

απόσπασμα από την »χρυσή ορδή»

Πως απαντά το κατεστημένο;  με την Στρατηγική της έντασης: Βόμβα στην piazza Fontana στο Μιλάνο, τον Δεκέμβρη του ίδιου έτους, βόμβες στη Ρώμη, δεκάδες νεκροί, κύκλοι της αστυνομίας, παρακράτος, φιλοχουντικοί, στρατιωτικοί, κυβερνητικοί αξιωματούχοι και μυστικές υπηρεσίες σε αγαστή συνεργασία με τους φασίστες-εκτελεστικά όργανα δημιουργούν τη σφαγή, κατηγορούν τους αναρχικούς, εκπαραθυρώνουν τον Pinelli δολοφονώντας τον, με μοναδικό σκοπό την ανακοπή της δυναμικής της αριστεράς που αναπτύσσονταν ραγδαία και απειλούσε την εξουσία του κατεστημένου.

Οι ίδιοι κύκλοι οργανώνουν πραξικόπημα σαν το ελληνικό, σε συνεργασία με την δική μας χούντα, γίνονται γνωστά αυτά τα σχέδια στους κόλπους του κινήματος, κάποιοι ξεκινούν να οργανώνονται για να τα αντιμετωπίσουν αμεσότερα. Γεννιούνται οι ερυθρές Ταξιαρχίες.

Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse

Έχουν προηγηθεί οι Gap, Ομάδες παρτιζάνικης δράσης, με τον Giangiacomo Feltrinelli στο τιμόνι, δεν προλαβαίνουν όμως να έχουν τη δράση που θα ήθελαν γιατί ο τεράστιος αυτός άνθρωπος, γόνος μιας από τις πλουσιότερες οικογένειες της χώρας, που είχε ταξιδέψει στην Κούβα και είχε γνωριστεί προσωπικά με τον άλλον μεγάλο, τον Φιντέλ Κάστρο, είχε εκπαιδευτεί εκεί στον ανορθόδοξο πόλεμο, σκοτώνεται μιαν θλιβερή ημέρα του μάρτη ’72 κάτω από ένα στύλο υψηλής έντασης, την ώρα που συνέδεε έναν εκρηκτικό μηχανισμό, με σκοπό να νεκρώσει από ρεύμα το Μιλάνο.

feltrinelli, giangiacomo feltrinelli, pier paolo pasolini

Εν τω μεταξύ ξεπηδούν σαν τα μανιτάρια σε όλη την χώρα νεανικά κέντρα, νεολαίστικα, αυτόνομα, στέκια επιτροπές και κολεκτίβες που σκοπό έχουν να συγκεντρώσουν τους νέους, αποκλεισμένους, που παρατούν τρέχοντας τις οργανώσεις και θέλουν να συνεβρεθούν και να ζήσουν από κοινού την καθημερινότητα τους, άλλους που δεν πάτησαν το πόδι τους ποτέ σε αυτές, κυρίως στις γειτονιές της περιφέρειας, αγόρια και κορίτσια από τα προάστια των μεγάλων και των μικρότερων πόλεων, στα εργοστάσια στα σχολεία στις σχολές, όλοι εκείνοι που θέλουν μιαν άλλη πολιτική στράτευση, βασισμένη στην πεποίθηση ότι το πολιτικό είναι προσωπικό – και το προσωπικό πολιτικό, αγωνιστές που δεν μεταφέρουν πλέον εντολές κομματικών επιτελείων, μόνιμοι πρώην αφισοκολλητές, κάνουν πράξη το σύνθημα που είχε ξεπηδήσει από τους κόλπους του Συνεχή αγώνα  και έλεγε: »prendiamoci la città, να πάρουμε την πόλη», δημιουργώντας τις πρώτες μορφές αντιεξουσίας.

‘Ήμαστε λοιπόν η «γενιά της υπαρξιακής εξέγερσης»  για να ανιχνεύσουμε ξανά και να ανακτήσουμε τις ρίζες όλων των «Εξήντα οκτώ»: από τα αμερικανικά beat στους χίπις, στους μαύρους πάνθηρες, από την εξέγερση ενάντια στη «μορφή κόμμα» και την άρνηση της «ανάθεσης», στην οριζόντια πολιτική αυτοοργάνωση, από τη βαθιά ανάγκη της «αυτονομίας του υποκειμένου» στην απόρριψη της καταναλωτικής κοινωνίας που παράγει τον «μονοδιάστατο άνθρωπο», από την ανάγκη / προϋπόθεση να εφεύρουμε, να δημιουργήσουμε μια «υλική συγκρότηση της τάξης» στην κριτική διαμαρτυρία-διένεξη-διαμάχη, βίαιη συχνά, της τυπικής δημοκρατίας και των «τυπικών συνταγμάτων»Θεμελιώδες ήταν να κάνουμε κατανοητή την «παγκοσμιοποίηση» των νέων διαδικασιών της υπαρξιακής και πολιτικής αυτοδιάθεσης που ξεκινώντας από τη ριζοσπαστική κριτική της πυρηνικής οικογένειας επεκτείνονταν στο σχολείο, τον κόσμο της εργασίας, το κόμμα, τους «συνολικούς θεσμούς» και το κράτος για να εισρεύσουν στην παγκόσμια αντιπολίτευση ενάντια στη μέγιστη μορφή κυριαρχίας που είναι ο ιμπεριαλισμός Με μια εκπληκτική αρμονία πραγματοποιούνταν με αυτό τον τρόπο και, ξεκινώντας από την καθημερινή ζωή του καθενός, η συγκόλληση-η σύνδεση ανάμεσα στην «απελευθέρωση του εαυτού μας ως απαραίτητη προϋπόθεση για την απελευθέρωση όλων», και η τοποθέτηση μας πλάι στους αγώνες απελευθέρωσης όλου του Νότου του κόσμου. Σε αυτή την πορεία η «παγκόσμια διαμαρτυρία» έβρισκε την ενοποίησή της σε διεθνές επίπεδο’.

απόσπασμα από το βιβλίο: Nanni Balestrini, Primo Moroni – L’orda d’oro, η χρυσή ορδή, το μεγάλο επαναστατικό και δημιουργικό, πολιτικό και υπαρξιακό κύμα

 

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli giovanili, anni '70

Να πω εδώ συμπληρώνοντας, πως μιας και ήμαστε αντικαπιταλιστές, ήμαστε ενάντια στην ατομική ιδιοκτησία! έτσι λοιπόν, και αφού όλες οι πτυχές της καθημερινής μας βιοτής έχουν την πολιτική χροιά που μας ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους, δεν θα μπορούσαν να λείψουν από την ολικής ανατροπή και οι σεξουαλικές μας σχέσεις! έτσι λοιπόν ο εγγενής κομουνισμός, η καθημερινή επανάσταση, προσωποποιείται, παίρνει την μορφή του αντίθετου φύλλου. Νικιέται ο φόβος της μοναξιάς, κανείς πλέον δεν είναι μόνος, αγαπάς, ναι, αλλά αυτό δεν είναι δεσμευτικό, ούτε ατομικίστικο,  μες την συλλογικότητα, σε εκείνο το υπέροχο εμείς, το υπέροχο μαζί, όλοι για όλους, κανείς μοναχός, κι έτσι πάντα κάποιο κορίτσι θα είναι δίπλα σου, κι αυτή που αγαπάς κάποια στιγμή θα είναι και αλλού, όχι με το ζόρι, αλλά απλά…έτσι, γιατί έτσι είναι, δεν είναι κανείς το κέντρο του κόσμου για να κινούνται μόνιμα και αιώνια τα πάντα γύρω του,

είπαμε: τέρμα στην ατομική ιδιοκτησία! το δικό μου και το δικό σου δεν υφίστανται πλέον, μοιραζόμαστε τα πάντα! οι συμπεριφορές αλλάζουν, εδώ και τώρα ο κομουνισμός, όχι αύριο, έχει ήδη ωριμάσει, γευόμαστε ήδη τους καρπούς!

Θα έρθει και το κίνημα τον φεμινιστριών και θα αναποδογυρίσει οριστικά τα πάντα. Μια τεράστια κουβέντα έχει ήδη ανοίξει, και ουδείς δεν μένει στα λόγια! Η επανάσταση της καθημερινής ζωής είναι γεγονός χειροπιαστό! και λέγεται αυτονομία

‘Μια φάση χωρίς προοδευτικές ιδεολογίες ούτε εμπιστοσύνη στον σοσιαλισμό, χωρίς καμία αγάπη για το δημοκρατικό σύστημα, αλλά και χωρίς σεβασμό στους μύθους της προλεταριακής επανάστασης, έδειχνε τις προοπτικές της.Ήταν μέσα σε αυτή την αλλαγή σκηνικού που πήρε μορφή το νέο πολιτικό-πολιτιστικό φαινόμενο της εργατικής αυτονομίας. Autonomia operaia ήταν μια έκφραση που χρησιμοποιούνταν ευρέως στη γλώσσα της συνδικαλιστικής οργάνωσης και των ομάδων. Ήταν μια διατύπωση που αναφέρεται σε εκείνη της συνδικαλιστικής αυτονομίας, η ανεξαρτησία της οργάνωσης του συνδικάτου από το παιχνίδι των πολιτικών κομμάτων ήταν μια σημαντική αρχή κατά τη δεκαετία του εξήντα, αλλά περιελάμβανε στοιχεία ασάφειας, εξάρτησης σε συμβασιακές διαπραγματεύσεις, αποπολιτικοποίησης του αγώνα των εργατών.  Εργατική αυτονομία ήθελε να πει κάτι περισσότερο: αυτό σήμαινε την αυτοοργάνωση των αγώνων έξω από τη διαχείριση των συνδικάτων και τις πολιτικές λογικές.  Αλλά από το 1973 η έκφραση «εργατική αυτονομία» άρχισε να σημαίνει κάτι νέο, κάτι πολύ ριζοσπαστικό, ότι η εργατική ύπαρξη, η προλεταριακή αλληλέγγυα κοινότητα μπορεί να οργανώσει κοινωνικές συνθήκες ανταλλαγής, παραγωγής και συνύπαρξης αυτόνομες από την αστική νομιμότητα . Αυτόνομες από το νόμο της ανταλλαγής, από το νόμο της παροχής χρόνου, από το νόμο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η αρχή της αυτονομίας έλαβε το πλήρες ετυμολογικό της νόημα: η προλεταριακή κοινωνικότητα ορίζει τους δικούς της νόμους και ασκεί την πρακτική τους στο έδαφος που έχει καταληφθεί στρατιωτικά από την μπουρζουαζία’. [απόσπασμα από την »χρυσή ορδή»]

Οι νέοι ταξιδεύουν πολύ, παντού, μέσα κι έξω από την χώρα, και σαν μέλισσες μεταφέρουν τη γύρη της ανυπακοής, ειδήσεις, νέα, κώδικες συμπεριφοράς. Και με τις εφημερίδες του κινήματος, τα βιβλία και τα ελεύθερα ραδιόφωνα το καινούργιο μεταδίδεται σαν αστραπή. Πόσες φορές δεν μάζεψα στο σπίτι παιδιά από τον δρόμο, είχαν αφήσει για μέρες το σχολείο ή το εργοστάσιο, δίχως να ζητήσουν άδεια από κάποιον, και ταξίδευαν για να μαζέψουν εμπειρίες, έβρισκαν καταφύγιο σε πλατείες ή γεφύρια, κάτω απ’ τις στοές, ώρες ατέλειωτες κουβέντας, και λίγο πριν το χάραμα καταλήγαμε στο σπίτι για δυο ανάσες πριν τη συνέχιση της περιπέτειας! η ζωή είναι μια περιπέτεια, ένα μάθημα που δεν τελειώνει ποτές!

Αποτέλεσμα εικόνας για musica ribelle

‘η Anna είναι δεκαοκτώ χρονών κι αισθάνεται πολύ μόνη έχει θλιμμένο πρόσωπο και δεν βγάζει μιλιά έτσι κι αλλιώς είναι σίγουρη πως κανείς δεν θα την καταλάβαινε κι ακόμη και αν καταλάβει σίγουρα θα την προδώσει. Και το βράδυ στο δωμάτιο πριν κοιμηθεί διαβάζει για αγάπες και όλες τις περιπέτειες μέσα στα βιβλία που κάποιος άλλος γράφει που ονειρεύεται το βράδυ, αλλά την μέρα όμως δεν ζει  Και ακούει το αγαπημένο της ραδιόφωνο για να νιώσει ένα κομματάκι κοινής λογικής και φωνές γεμάτες θέρμη και τους χαύνους στίχους όλων εκείνων των τραγουδιστών με παιδικά πρόσωπα και τις σπασμένες καρδιές τους Μα εδώ και λίγο καιρό είναι δύσκολο να ξεφύγεις, υπάρχει κάτι στον αέρα που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι γλυκό, μα δυνατό και δεν σ’ αφήνει ποτέ είναι ένα κύμα που μεγαλώνει και σε ακολουθεί όπου κι αν πας   Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα
ο Marco από δίσκους κάνει συλλογή και γνωρίζει από μνήμης κάθε γκρουπ και εν τω μεταξύ ονειρεύεται να πάει στην Καλιφόρνια ή στις πόρτες του κόσμου που βρίσκονται επάνω στην Γερμανία  Και λέει: »Εδώ σε μας, κατά βάθος, η μουσική δεν είναι άσχημη, εκείνο που δεν αντέχω είναι μόνο τα λόγια». Αλλά μετά τα ξαναβρίσκει κάθε βορά που βγαίνει έξω μέσα στις αφίσες ή γραμμένα πάνω στους τοίχους   Είναι η μουσική, η εξεγερμένη, η αντάρτισσα μουσική που δονείται στα οστά σου και μπαίνει μες το δέρμα σου που σου λέει να βγεις που σου ουρλιάζει να αλλάξεις να παρατήσεις τις βλακείες και την πλήξη και να μπεις στον αγώνα’

Eugenio Finardi Musica ribelle 1976

Δυο κόσμοι στέκονται αντιμέτωποι ο ένας απέναντι στον άλλον, η κοινωνία των εγγυημένων από το σύστημα εξουσίας, και αυτή των μη εγγυημένων, των αποκλεισμένων από την καθεστηκυία τάξη. Οι πρώτοι κοντά ή μέσα στα κέντρα όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις, στο σύστημα μέσα μέχρι τα μπούνια – οι δεύτεροι, αυτόνομοι στις συμπεριφορές, εφορμούν να ανατρέψουν το κατεστημένο που τους πιέζει ασφυκτικά σαν βράχος ασήκωτος, ανυπόφορος. Ο θάνατος σου η ζωή μου! Σαν δύο παλαιστές που στέκονται στο ρινγκ, κοιτάζονται στα μάτια λίγο πριν εφορμήσουν ο ένας καταπάνω στον άλλον με ένταση αμείλικτη, κραυγάζουν και χύνονται στη μάχη!

Mensa, φοιτητικό εστιατόριο. Εγώ βρίσκομαι πλέον εκεί, συχνάζω σε καθημερινή βάση στις συγκεντρώσεις της αυτόνομης κολεκτίβας, στις διαρκείς συνελεύσεις των φοιτητών που στήνονται αυθόρμητα στα σκαλιά του πανέμορφου μεσαιωνικού κτιρίου το οποίο στεγάζει τον χώρο, όπου για να φας και να πιεις έπρεπε να στηθείς στην ουρά, στις καλύτερες των περιπτώσεων διαρκούσε μιάμιση ώρα, έφτανε και τις δυο κάποιες φορές, και αυτό πάντοτε, και ενάντια σε αυτή την κατάσταση ξεκίνησαν αγώνες, που αποφασίστηκαν αυτόνομα σε εκείνες τις σκάλες, και κράτησαν πολύ, με υψηλότερης και χαμηλότερης έντασης στιγμές, πέρασαν μέσα από αντιθέσεις, ήττες, αλλά τελικά οδήγησαν στη μεγάλη νίκη.

Βρισκόμαστε πλέον στην εποχή του: creare organizzare contropotere proletario, να δημιουργήσουμε να οργανώσουμε προλεταριακή αντιεξουσία. Στα εργοστάσια και αλλού σαμποτάρουν μαζικά την παραγωγή, μπλοκάρουν τους μηχανισμούς εδώ και πολύ καιρό. Έχει ήδη πέσει και το σύνθημα για την επανακοικειοποίηση του παραγόμενου πλούτου και των απαλλοτριώσεων, και γίνεται καθημερινή πρακτική, μιας και η άρνηση της μισθωτής εργασίας φέρνει μαζί της και την πρακτική των αναγκών!

Εδώ ήμαστε! Έχουμε βρει αυτό που χρειαζόμασταν τόσο καιρό, σκεφτόμαστε οργανωνόμαστε και δρούμε αυτόνομα απ’ ότι μέχρι εκείνη την στιγμή είχε παράξει το παγκόσμιο ανταγωνιστικό κίνημα, μακριά από κομματικές εντολές κεντρικών επιτροπών και γραμματέων. Και η μεγάλη ανατροπή συνίστατο στο ότι, εδώ και καιρό πλέον, είχαμε τινάξει από επάνω μας την σκλαβιά των σταδίων μετάβασης, ζούσαμε τον κομουνισμό εδώ και τώρα! Δεν περιμέναμε να »ωριμάσουν οι συνθήκες», ζούσαμε το όνειρο μας κάθε στιγμή, και ήμασταν ευτυχισμένοι γιατί ήμασταν μαζί, και ήμασταν πολλοί, νιώθαμε επαγγελματίες επαναστάτες.

Αποτέλεσμα εικόνας για Τόμμυ 1975

Στην πόλη υπήρχαν και άλλες αυτόνομες κολεκτίβες, στο πανεπιστήμιο, σε μια δυο γειτονιές, των μαθητών. Συναντιόμασταν συχνά, κουβεντιάζαμε για το σήμερα και το αύριο του κινήματος, οργανώναμε κοινές δράσεις, περιφρουρούσαμε μαζί τις πορείες, μιλούσαμε για σχέδια, εκστρατείες και στόχους.

Αποτέλεσμα εικόνας για the song remains the same

Είχαμε και τους Nap στην πόλη, εκεί είχαν αναπτυχθεί περισσότερο, μάλλον, να πω πως σε εμάς είχαν γεννηθεί, στις Murate, στην φυλακή της πόλης, στην καρδιά της πόλης, σε εμάς και στις φυλακές και τις φτωχογειτονιές της Νάπολι ήταν που έγινε η ζύμωση ανάμεσα σε έγκλειστους πολιτικούς αγωνιστές και έγκλειστους προλετάριους του κοινού ποινικού κώδικα. Αυθόρμητοι και ενθουσιώδεις, υπέπεσαν σε παιδαριώδη λάθη μιας και συχνά απέφυγαν να τηρήσουν και τους πιο στοιχειώδεις κώδικες παρανομίας, αποδεκατίστηκαν πολύ σύντομα από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, κάποιοι δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ, μέχρι αποφασίσουν να ενωθούν με τις Ταξιαρχίες, θέτοντας τέλος στην ανεξάρτητη πορεία τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για Nap, nuclei armati proletari murate, firenze

Συχνές και οι συναντήσεις σε εθνικό επίπεδο, πλέον η Αυτονομία έχει οργανωθεί για τα καλά, εκατοντάδες πραγματικότητες διάχυτες σε ολόκληρη την επικράτεια, ένα πολύχρωμο μωσαϊκό, με το δικό τους λεξιλόγιο, ζουν και προτείνουν πράγματα συχνά διαφορετικά από τόπο σε τόπο, ανταλλάσσονται όμως όλα αυτά και άμεσα κι επηρεάζουν τον καθένα,  κι ας συναναστρεφόμαστε διαφορετικότητες! λόγω του εργατισμού που αγαπά σε θεωρητική βάση, παίρνει το όνομα εργατική Αυτονομία, έχοντας στις τάξεις της αγωνιστές απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα, η εργατική φιγούρα βρίσκεται στο επίκεντρο! Ο  κοινωνικός εργάτης έχει βρει πλέον το σπίτι του, σαμποτάρει στα εργοστάσια, με τις απεργίες a gatto selvaggio, απροειδοποίητα, μπλοκάρει την παραγωγή και »τιμωρεί» τους capo reparto, τους επιστάτες, τους επικεφαλής, σαμποτάρει και τον ίδιο τον χρόνο που δουλεύει! απαλλοτριώνει τον πλούτο που ο ίδιος παράγει και το αφεντικό εκμεταλλεύεται, ταξιδεύει και δεν πληρώνει, διασκεδάζει και δεν πληρώνει, παράγει πολιτισμό, νέες αξίες, ζει και αγαπά και μαθαίνει.

Αποτέλεσμα εικόνας για autonomia operaia

Εν τω μεταξύ οι Br έχουν περάσει από την ένοπλη προπαγάνδα στον ανταρτοπόλεμο, πιστές στα χνάρια των θρυλικών Τουπαμάρος. Έχουμε πλέον να αναμετρηθούμε και μ’ αυτούς κανονικά, έχουν καταφέρει να αποκτήσουν μεγάλες συμπάθειες μες το κίνημα, κάποιοι λεν πως είναι σύντροφοι που σφάλλουν, κάποιοι επικροτούν κανονικά. Σ’ εμένα τρέφουν συμπάθεια. Θέλουν βέβαια να χτίσουν το μαχόμενο κόμμα, κάτι που είναι μακρινό στα δικά μας θέλω. Σίγουρα ήμαστε παιδιά του μαρξισμού-λενινισμού, ήμαστε την ίδια στιγμή και εγγόνια της παρισινής Κομμούνας, έχουμε επιρροές επίσης και από την Ισπανική επανάσταση, οραματιζόμαστε, θέλουμε να χτίσουμε τον λαϊκό στρατό κομουνιστικής απελευθέρωσης, τα πρώτα κύτταρα του νιώθουμε πως ήμαστε εμείς. Εμένα προσωπικά με θρέφει η ιστορία του χιλιανού Mir, για κάποιον λόγο που ξανά αδυνατώ να εξηγήσω, είναι αυτούς που έχω διαρκώς στο μυαλό μου.

Μπορεί να σκοτώθηκε ο μεγάλος Φελτρινέλλι, έχει προλάβει να χτίσει όμως σε όλη την χώρα έναν σπουδαίο εκδοτικό οίκο με ένα μεγάλο δίκτυο βιβλιοπωλείων, στα οποία μπορείς να βρεις ότι πιο ανατρεπτικό έχει εκδοθεί, συν μπροσούρες και κείμενα όλων των επαναστατικών οργανώσεων που βρίσκονται διάσπαρτες στον πλανήτη. Αυτό βοηθάει θαυμάσια στην ενημέρωση και τον διάλογο μεταξύ συντρόφων, εκεί βρίσκω κείμενα του Mir και έχω κατασυμπαθήσει την οργάνωση της οποίας ηγείται ο ανιψιός του Αλλιέντε, Μιγκέλ Ενρίκεζ.

Αποτέλεσμα εικόνας για miguel enriquez

Ο ένοπλος αγώνας δεν είναι πλέον μονοπώλιο της ΕΤΑ και του IRA στην Ευρώπη. Νέες οργανώσεις έχουν γεννηθεί και δρουν τόσο στην Ισπανία, αυτή που κάνει αίσθηση είναι η Raf στην Γερμανία. Ο διάλογος απλώνεται, οι επιρροές μεγαλώνουν, η κουβέντα παίρνει φωτιά. Σε εμάς έχουν ξεσπάσει καινούργια κινήματα που φέρνουν τα πάνω κάτω στην καθημερινότητα μας, ταράζοντας τα νερά του αγώνα όσο και ου συστήματος που βλέπει τα ταμπού να θρυμματίζονται το ένα μετά το άλλο. Το κίνημα των νέων που αγωνίζεται ανοικτά πλέον για την αποποινικοποίηση της μαριχουάνας και του χασίς, όπως και για έναν άλλο τρόπο να νοείται η οικογένεια, [είχε ξεκινήσει η αμφισβήτηση από το ’68]

The crater left by the bombing in Claudio Coello street, in central Madrid.

οι νεολαίοι, αυτοί οι ασταμάτητοι, που μπουκάρουν σε θέατρα, κινηματογράφους, αίθουσες χορού, εστιατόρια, και δεν πληρώνουν ή πληρώνουν συμβολικά, αυτομειώνουν λογαριασμούς τηλεφώνου και ρεύματος, μια αναταραχή ανυπακοής που σαρώνει μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας, οι αστοί τρέμουν, νιώθουμε ανίκητοι

– οι φεμινίστριες που χαλούν κόσμο και έχουν συνταράξει τις προσωπικές σχέσεις, ενάντια στον πατριαρχικό τρόπο να βλέπει ο άνθρωπος τη ζωή, την σεξουαλικότητα, το φύλλο!

Σχετική εικόνα

Σπουδαίες ταινίες βοηθούν τον διάλογο για την ανατροπή, η μουσική ακολουθεί επίσης, αν δεν έχει κάνει εκείνη την αρχή. Έχει ενώσει παγκόσμια την νεολαία σε ένα νέο αξιακό σύστημα, τα γερασμένα νοήματα γκρεμίζονται στο σωρό, ένας νέος αέρας φυσά και γεμίζει τα πνευμόνια μας με ζωντάνια, καινούργια αρώματα μας συνεπαίρνουν. Το παλιό, το αρχαϊκό πνέει τα λοίσθια.

Ο διεθνισμός, και η αγάπη προς τους παλαιστίνιους, και τους φενταγίν τους:

LA CANTATA ROSSA PER TALL EL ZAATAR – GAETANO LIGUORI / GIULIO STOCCHI / DEMETRIO STRATOS 1976Αποτέλεσμα εικόνας για la cantata rossa per tel al zaatar, stratos, testi

‘Μα κανείς κανείς λέω να μη κλάψει! Ούτε ένα δάκρυ από τα μυστικά χώματα του πόνου μας ούτε ένα δάκρυ! Γιατί όρθιοι όρθιοι πέθαναν Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι δίπλα στο πηγάδι και στις ρίζες του ψωμιού Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι ανάμεσα στις πεισματάρικες εποχές της δουλειάς τους Κανείς να μη κλάψει! Στη θέση τους φορώντας τα παπούτσια και με τουφέκια Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι από οδοφράγματα μιλώντας στ’ αστέρια Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι με τα μάτια καρφωμένα στα ποτάμια της Παλαιστίνης Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι χαράζοντας απέραντους δρόμους προς την επιστροφή Κανείς να μην κλάψει! Όρθιοι με δώρα ελπίδας στα μωρά του μέλλοντος Κανείς να μη κλάψει! Όρθιοι στέκονται Ahmed Fathma Ibrahim όρθιοι Mervath Abeth Leila όρθιοι στέκονται Youssef ο παππούς και ο μικρός Fadh που ήταν τριών χρόνων όρθιοι στέκονται καθένας από τις τριάντα χιλιάδες του Tall el Zaatar κανένας κανένας λέω κανένας να μη κλάψει! Ούτε ένα δάκρυ! Γιατί βλέπετε; Τους έδιωξαν από τη γη τους και από το όνειρο τους τους διασκόρπισαν τους έκλεισαν στα στρατόπεδα τους έδωσαν ένα νούμερο αποκαλώντας τους πρόσφυγες τους πούλησαν σε όλα τα παζάρια κι όταν πήραν το τουφέκι »Ληστές» φώναξαν και τους σκότωσαν βασάνισαν σφαγίασαν τους διαίρεσαν και του είπαν »Εσύ δεν θα έχεις πατρίδα!» κι αυτοί όρθιοι στα πόδια τους με το ανάστημα τους κατοικούν τον κόσμο κατοικούν τον κόσμο κατοικούν τον κόσμο’

 

Όμως οι φασίστες το κράτος και το παρακράτος δεν έχουν καθίσει με σταυρωμένα χέρια όλο αυτό το διάστημα. Σύντροφοι δολοφονούνται στο δρόμο, στα σπίτια τους και στις πορείες από φασίστες ή αστυνομικές δυνάμεις.  Βόμβες σκάνε σε πλατείες τρένα και σιδηροδρομικούς σταθμούς σκοτώνοντας δεκάδες. Και μέσα σε όλη την αναμπουμπούλα, οι κομουνιστές – που δεν είναι κομουνιστές, έχουν πλέον προτείνει επίσημα τον ιστορικό συμβιβασμό ανάμεσα στις δεξιές και »αριστερές» πολιτικές δυνάμεις για την συνδιαχείριση της εξουσίας και του κρατικού μηχανισμού, την διατήρηση του status quo, και θάβουν βαθιά στο χώμα κάθε ταξικό πρόσημο!

ΑΓΡΙΑ ΣΥΜΜΟΡΙΑ

Εμείς τους αγνοούμε πλήρως. Μας αποκαλούν φασίστες και χουλιγκάνους και εγκληματίες, μας πορώνουν περισσότερο. Στους κινηματογράφους, στην διάρκεια ανατρεπτικών ταινιών είναι σαν να βρίσκεσαι σε πορεία της αυτονομίας, σε διαδήλωση, λείπουν μόνο οι συγκρούσεις! Βλέπουμε σπουδαίο κινηματογράφο, με θέματα ανυπακοής και ανατροπής, του κατεστημένου και της ζωής της ίδιας. Δεν θα σταθώ εδώ, όπως έχω κάνει και αλλού σε αυτό το κείμενο, ας ανάψει η συζήτηση, θα αναφέρω μοναχά δυο, που έπαιξαν ρόλο κλειδί στις αποφάσεις που ακολούθησαν, για πολλούς και εμένα προσωπικά: ο Αμερικάνος, υπό κατάσταση πολιορκίας, του Κώστα Γαβρά, με την υπέροχη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, και η μάχη του Αλγερίου, του Gillo Pontecorvo. Η πρώτη διαπραγματεύεται την απαγωγή στην Ουρουγουάη αμερικανού εκπαιδευτή-βασανιστή από τους αντάρτες Τουπαμάρος και την εκτέλεση του ύστερα από την αποτυχία των διαπραγματεύσεων. Άριστα επενδυμένη με μουσική του Μίκη δημιουργεί αίσθηση. Η δεύτερη, άκρως ρεαλιστική κι ακόμη αληθοφανέστερη, δείχνει την άγρια πλευρά του ανταρτοπόλεμου στην κάσμπα της πόλης του Αλγερίου που αγωνίζεται να ελευθερωθεί από τους γάλλους και να δημιουργήσει μια νέα, σοσιαλιστική πραγματικότητα.

Η προοπτική του ένοπλου αγώνα στην καρδιά της μητρόπολης κερδίζει ολοένα περισσότερους, με έναν τρόπο πολύ διαφορετικό όμως από αυτόν της σκληρής παρανομίας των εΤ. Δεν είναι καθόλου εύκολη η ζωή με νέα ταυτότητα, αποκομμένος απ’ όλες τις μέχρι εκείνη την στιγμή γνωριμίες, η προσπάθεια να περνάς διαρκώς απαρατήρητος, για ένα νέο στα ντουζένια του. Θέλει καρύδια και θέληση μεγάλη, υπομονή, αυτοκυριαρχία, ψυχρό αίμα. Δεν είναι όλοι φτιαγμένοι για μια τέτοια καθημερινότητα, το ξέραμε πολύ καλά, το απορρίψαμε.

Όμως και η παλιά πολιτική στράτευση είχε φάει τα ψωμιά της. Η σύγκρουση στον δρόμο ολοένα δυσκολότερη, έχουν εμφανιστεί τα όπλα και στην δικιά μας την πλευρά, οι σύντροφοι δεν θέλουν να πέφτουν πλέον σαν τα κοτόπουλα από φασίστες κι αστυνομικούς. Τα προκαθορισμένα ραντεβού έχουν αποτύχει, οδηγούν σε σφαγές, σε επίπεδο χώρο έδαφος και περιβάλλον γνωστά εκ των προτέρων στον αντίπαλο, προκρίνουμε τον αιφνιδιασμό, δίχως να εγκαταλείψουμε την παρέμβαση στον δημόσιο χώρο και λόγο. Δυο, και τρία διαφορετικά επίπεδα είναι εφικτά αποφασίζουμε.

Δουλεύουμε πάντα μες τις κολεκτίβες, τις συνελεύσεις και τις επιτροπές. Δουλεύουμε όμως και με τους πιο αποφασισμένους συντρόφους σε άλλο επίπεδο, σε άλλους χώρους, μυστικά. Ζούμε στα σπίτια μας, δεν εξαφανιζόμαστε.Η άσκηση στα δάση με τους πολλούς συνεχίζεται πάντα, αδιάκοπα. Τώρα όμως οι λιγότεροι εκπαιδευόμαστε και σε άλλα πράγματα. Και αργά αλλά σταθερά προχωρούμε σε πιο σύνθετες καταστάσεις, μαθαίνουμε κι εμείς να εκπαιδεύουμε, με ένα πράγμα στο μυαλό σφηνωμένο:  να αποφεύγεις παράπλευρες απώλειες, υλικές ή φυσικές.

Αποτέλεσμα εικόνας για marzo 77 roma

Ζούμε πλέον στην ημιπαρανομία, μας βρίσκει το ’77, και είναι μια υπέροχη χρονιά, η εξέγερση είναι συντριπτική. Έχουν προηγηθεί καταλήψεις ενάντια στο νόμο Malfatti, μεταρρύθμισης στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, αγώνες διαρκείς ενάντια στην πολιτική των θυσιών που είχε υιοθετήσει το Κκ, μάχες και εθνικές πορείες ενάντια στην καταστολή, ενάντια στο νόμο Reale που επιτρέπει στους αστυνομικούς να πυροβολούν με το αζημίωτο, δίχως δεύτερη σκέψη, χωρίς να απειλούνται πραγματικά, δίνει ζωή στην κατάσταση εξαίρεσης. Σκοτώνονται σύντροφοι, σκοτώνονται αστυνομικοί, ο υφέρπον εμφύλιος χαμηλής έντασης είναι πλέον γεγονός. Τον μάρτη του ’77 στη Ρώμη διαδήλωση 100 χιλιάδων νέων, ατέλειωτες γραμμές οπλισμένων με ότι θες αυτόνομων πορεύονται στην πόλη, είναι ώρες πολλές ανταρτοπόλεμου στους δρόμους με χιλιάδες εμπλεκόμενους συντρόφους και αστυνομικούς. Σπάζονται οπλοπωλεία, μοιράζονται όπλα, δέχονται επιθέσεις και πυρπολούνται αστυνομικά τμήματα, εκθέσεις αυτοκινήτων πολυτελείας, δικαστήριο, κομματικά γραφεία, γίνεται προσπάθεια επίθεσης στις φυλακές της πόλης αλλά αποτυγχάνει, η εξέγερση διαρκεί μέχρι αργά το βράδυ.

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli giovanili, anni '70

Μιλά για την διαδήλωση του Μάρτη του ’77 στην Ρώμη, ‘για να αναδειχθεί ο εθνικός χαρακτήρας της κίνησης.’
Εκεί πήγαν δύο ξεχωριστές ομάδες. ‘Μία των ΄κομμουνιστικών επιτροπών’ για τις οποίες μίλησα και η άλλη του ‘συλλόγου Σάντα Κρότσε’. Εγώ είμαι σε αυτή την τελευταία ομάδα’ ,λέει.
‘Περνάμε από τα γραφεία των ‘Βόλσι’, όπου βρίσκονται καμιά εκατοστή άτομα, οι τριάντα οπλισμένοι για παν αμυντικό ενδεχόμενο.
Σε μας δόθηκαν μπαστούνια και μολότοφ’. Ονοματίζει μία κοπέλα που τους παρέλαβε από τον σταθμό.
‘Ξεκινά η πορεία χιλιάδων ατόμων.
Αρχίζουν οι συγκρούσεις με την αστυνομία.Κάποιοι από τους διαδηλωτές -όχι Φλωρεντίνοι- πυροβολούν.
Χάος, δακρυγόνα και άλλα.’
‘Κοντά στο ποτάμι σπάζεται ένα κατάστημα αθλητικών με όπλα που φορτώνονται σε ένα αυτοκίνητο.’
‘Εμείς πανικοβληθήκαμε αλλά άλλοι προσεγγίζουν διαφορετικό οπλοπωλείο, υπήρχε αλυσίδα που τους εμπόδισε να πλησιάσουν. Πάρθηκαν τα όπλα που χρειάζονταν και τότε επέτρεψαν στους υπόλοιπους να πάρουν ότι ήθελαν.’ ‘Διαδόθηκε η φωνή ότι εκείνοι που είχαν ενεργήσει ανήκαν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Κάποια από τα όπλα κατέληξαν στο ποτάμι. Το αμάξι το φορτωμένο απομακρύνθηκε πρίν φτάσει η Άμεση Δράση’.‘Συνεχίζοντας πλησιάσαμε ένα Αστυνομικό Τμήμα και εκείνοι πυροβόλησαν, νόμισα πως χτυπήθηκα και έπεσα κάτω. Χτυπήθηκα στον αστράγαλο και το μπουφάν μου ήταν τρυπημένο από σφαίρα. Βρήκα διαμονή σε σπίτι προλεταριακής συνοικίας. Το άλλο πρωί γύρισα πίσω’.
‘Εκτίμησα αρνητικά τα γεγονότα σε πρώτη φάση μετά όμως από τις ειδήσεις που έφτασαν διά μέσω του Τύπου φάνηκε πως ο απολογισμός δεν ήταν καθόλου αρνητικός και πως ανάλογα γεγονότα είχαν διαπιστωθεί και σε Μπολόνια, Μιλάνο και το γεγονός παίρνει διάσταση μιάς αληθινής και πραγματικής Επανάστασης,
μιάς μέρας Επαναστατικής’.

Απόσπασμα από τις καταθέσεις  στην δικογραφία εναντίον μου

 

Σχετική εικόνα

Τον σεπτέμβρη στη Μπολόνια το τετραήμερο συνέδριο του κινήματος μαζεύει ξανά εκατό χιλιάδες, δεν στέκομαι στις συζητήσεις, γυρνώ όλη μέρα στην πόλη, στα συμβάντα στους δρόμους και τις πλατείες, στην διαφορετικότητα, την ποικιλία. Αφήνω τις κουβέντες σε άλλους, ξέρετε, δεν έγινα αυτό που είμαι εξ αιτίας των βιβλίων, έγινα αυτό που είμαι ακούγοντας και διαβάζοντας εμπειρίες, αυτό με συναρπάζει

Convegno contro la repressione. Corteo creativo. Bologna, 25 settembre 1977

Η σχέση με την Αυτονομία ήταν μια σχέση ερωτική, αγαπητική. Τώρα νιώθουμε ότι ζούμε, ολοκληρωτικά, δεν ήταν μια αυτοματοποιημένη αλληλουχία πράξεων, ήταν βίωμα, βιοτή, όχι ρουτίνα και επανάληψη, όπως η ζωή στην φάμπρικα ή στην καθημερινή συνήθεια της επανάληψης. Μια διαρκής αναζήτηση, περιπέτεια. Ήμασταν ενθουσιασμένοι, γεμάτοι. Ολοκληρωμένοι!

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli giovanili, anni '70

Σε ανοιχτή αντίθεση και αντιπαράθεση με την λογική του παραδοσιακού κομουνισμού όπως επίσης και με εκείνη των Br, που μεταθέτουν στον «ήλιο του μέλλοντος», σε ένα μέλλον μακρινό και στις επόμενες γενιές, το ζήτημα του να ζήσουμε τον κομουνισμό, αυτοί  αγωνίζονται για να τον χτίσουν, εμείς πλέον τον ζούμε. Και είμαστε σε σύγκρουση με το Κκι,  και το αριστερό συνδικάτο Cgil του Lama, που εκείνο το διάστημα προωθούσαν την γραμμή της πολιτικής των θυσιών, εκείνο το κίνημα, προκαλώντας, μιλούσε αντιθέτως για το δικαίωμα στο lusso, στην πολυτέλεια. Και ο φεμινισμός επίσης ήταν, από αυτή την οπτική γωνία, μια πολιτιστική επανάσταση, που δεν δέχονταν να εξαρτάται από μιαν μελλοντική και μακρινή κοινωνία η ριζοσπαστική μετατροπή των προσωπικών σχέσεων και φύλου, δεν δέχονταν δηλαδή να αναβάλουν για αργότερα αυτή την μετατροπή. Τότε αντιμετωπίζαμε τα όπλα  σαν εργαλείο και δυνατότητα απελευθέρωσης, συνεπώς ευτυχίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για circoli giovanili, anni '70

»Σε αυτή την περίοδο υπήρχαν ήδη πράξεις που διεκδικούνταν απ’ τις Ομάδες και φαινόταν καθαρά ότι ο Μίκης ήταν μέσα σε μία δομή καλά καθορισμένη που διαρθρωνόταν μέσα στις ομάδες.
Μία παραπέρα προσπάθεια ανάμιξης ήταν ο προγραμματισμός μιας απαλλοτρίωσης στην οποία και η ομάδα μας θα έπρεπε να συμμετάσχει. Οι στόχοι μου υποδείχθηκαν από τον Μίκη και τον Νάκη, σε συνάντηση που είχαμε στον πρώτο όροφο της αρχιτεκτονικής σχολής. Δύο καταστήματα ρούχων και παπουτσιών στην οδό τάδε. Αυτοί θέλανε να σηκώσουμε πράγματα και χρήματα, εγώ έλεγα να αφήσουμε συμβολικό αντίτιμο.

Άλλη διαφορά. Αυτοί σκεφτόντουσαν να μπούνε μέσα λίγα άτομα, πολύ αποφασισμένα, που έπρεπε ν’ ακινητοποιήσουν υπαλλήλους και πελάτες με κολλητική ταινία. Εγώ έλεγα να γίνει μαζική είσοδος και να γίνει αυθαίρετη μείωση.
Κατέληξαν στη θέση μου γιατί διαφορετικά τους είπα πως δεν θα συμμετείχαμε.
Τα γκρούπ ήταν του Συσσιτίου, της Αρχιτεκτονικής και ένα επονομαζόμενο ‘Επιτροπή Νέων’.
Του Φοιτητικού Εστιατορίου είχε επικεφαλής τον Μίκη, εκείνο της Αρχιτεκτονικής τον Νάκη.
Άλλα γκρούπ με 70 έως 80 άτομα θα φρουρούσαν τις παρακείμενες περιοχές ώστε να δώσουν αφορμή για συμπλοκές πεζοδρομίου όπου θα επενέβαινε η αστυνομία.

Είμαστε επί τόπου με στόχο το κατάστημα ρούχων όταν ακούστηκε η φωνή πως οι άλλοι που δρούσαν στο μαγαζί με τα παπούτσια θα έκαναν απαλλοτρίωση με όλη την σημασία της λέξης και πως υπήρχαν και οπλισμένοι.
Αυτό προκάλεσε τη διακοπή της επιχείρησης.
Σε εκείνη την περίπτωση ο Μίκης και ο Νάκης είχαν κάνει λόγο για ομάδα ένοπλης κάλυψης, είπαν ότι σε περίπτωση ανάγκης θα ήταν σε θέση να σηκώσουν το επίπεδο της σύγκρουσης. Είδα στο Μπόργκο Αλμπίτσι για πρώτη φορά αυτόν που στη συνέχεια έμαθα ότι ονομαζόταν Κώστας, θυμάμαι έκανε βόλτες με ένα κορίτσι.’
‘Αυτά συμβαίνουν τον Νοέμβρη του ’77.
Επιδεινώθηκαν οι σχέσεις μας».

Ξανά απόσπασμα από την δικογραφία εναντίον μου

Σχετική εικόνα

Όμως κάτι αρχίζει να αλλάζει αργά αργά. Ασυναίσθητα στην αρχή. Ξεκινάς να αποτραβιέσαι χωρίς καλά καλά να το θέλεις, οι επαφές με τους συντρόφους των άλλων ομάδων ελαττώνονται δραματικά, στην αρχή είναι επώδυνο, μετά μαθαίνεις να ψάχνεις  »ανώδυνες» παρέες, δεν πρέπει πλέον να δίνεις στο μάτι, θολώνεις διαρκώς τα νερά, το σπίτι δεν είναι πια ανοικτό σε όλους. Άσε που κάποιοι φίλοι εξαφανίζονται οριστικά γιατί έχουνε »καεί», αλλάζουν πόλη, ταυτότητα…καταλαβαίνετε.

Περνά ο καιρός και το παιχνίδι διαρκώς χοντραίνει. Ανεβαίνουμε επίπεδο καθημερινά. Έχει μπει το ’78 για τα καλά όταν απαγάγεται ο Άλντο Μόρο. Εδώ χτυπά καμπανάκι. Το κίνημα δεν έχει μάθει σε τέτοιο επίπεδο σύγκρουσης, η στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας βαθαίνει μέρα με την μέρα, τα πράγματα θα αλλάξουν προς το χειρότερο με την αποτυχία των διαπραγματεύσεων και την εκτέλεση του. Ξεκινά το κυνήγι μαγισσών, ο έλεγχος και η καταστολή γίνεται αφόρητη.

Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse

Είχαν ζητήσει την άποψη μου-μας τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά. Σταθήκαμε ξεκάθαροι, αν η απαγωγή είχε ξεσηκώσει ένα πρώτο, αυθόρμητο κύμα ενθουσιασμού, σύντομα καταλάβαμε πως η χώρα δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια με την εκτέλεση του ομήρου. Ελεύθερος ο εκ των ηγετών της ιταλικής δεξιάς θα ήταν μια κινούμενη βόμβα στα θεμέλια, στους κύκλους της εξουσίας, η οποία δεν έχει μοναχά μια καρδιά για να της επιτεθείς! Οι ταξιαρχίτες διάλεξαν να εκτελέσουν τον κρατούμενο τους, ένας από τους πιο μισητούς ανθρώπους όσο ήταν ελεύθερος να δρα, είχε καταφέρει μέσα από τις τόσο ανθρώπινες επιστολές του, να καταστεί συμπαθής ύστερα από δυο μήνες κράτησης στην φυλακή του λαού, με την αξιοπρεπέστατη στάση του, πλήρως εγκαταλελειμμένος από τους πρώην φίλους, συντρόφους και συνεργάτες του. Τα γρανάζια της εξουσίας, ενισχυμένα από την αδιαλλαξία των »κομουνιστών» συνέτριψαν τον άνθρωπο πριν ακόμη τον εξουδετερώσουν οι Br, ανοίγοντας τους ασκούς του Αιόλου. Το σύστημα τον είχε εκτελέσει πριν τις εΤ.

Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Το κοινό μέτωπο δεξιάς και ‘αριστεράς’, αντί να διαρραγεί, έγινε ισχυρότερο, το »μέτωπο της σταθερότητας» έγινε ακόμη πιο αδιάλλακτο, ο κύβος είχε ριχθεί. Η μεγαλύτερη καταστολή στην ιστορία της σύγχρονης Ιταλίας είχε ξεκινήσει.

Αποτέλεσμα εικόνας για πλατούν ταινια

Η PL θα συνεχίσει τις δράσεις με τις ομάδες της, το ίδιο και οι οργανωμένες μορφές της Αυτονομίας. Το ’78 που οδεύει προς το τέλος του είναι περίοδος προβληματισμού. Ο μιλιταρισμός δείχνει τα δόντια του, κερδίζει την μάχη, δέχεται στους κόλπους του όλο και περισσότερους συντρόφους, που είχαν εντυπωσιαστεί από την στρατιωτική ισχύ των »κομματικών». Ήταν όμως προετοιμασμένοι όλοι αυτοί οι αγωνιστές, όπως και οι παλαιότεροι, για μια σύγκρουση μακράς διαρκείας σε καθεστώς πλήρους παρανομίας;

7 aprile 2

[O τεχνολογικός εκσυγχρονισμός είναι ουσιαστικά ένα κύριο εύρημα των αφεντικών που προσπαθεί να εξαλείψει ένα κομμάτι της ζωντανής εργασίας, έναν χειριστή, ένα ολόκληρο τμήμα, μια απασχόληση, μια αρμοδιότητα, έναν ρόλο. Εν ολίγοις, η τεχνολογική καινοτομία είναι η απαραίτητη μορφή για την εξοικονόμηση εργασίας, είναι η κύρια απάντηση των αφεντικών στην άρνηση της εργασίας. Αλλά τότε: η αναδιάρθρωση, η καινοτομία, ο εκσυγχρονισμός, το τεχνολογικό άλμα πρέπει πραγματικά να θεωρηθεί εχθρός; Μήπως δεν υπάρχει στην αναδιάρθρωση η προϋπόθεση της ελευθερίας η συνθήκη για τη μείωση της εξάρτησης της ζωής από την εργασία; Το ερώτημα πρέπει να εξεταστεί σε όλη του την πολυπλοκότητα.Στην πραγματικότητα η πρόθεση του αφεντικού, όταν μετασχηματίζει ένα εργαστήριο ή αυτοματοποιεί ένα τμήμα εργασίας, είναι εκείνη να μεγιστοποιήσει το συνολικό κέρδος, να εξαλείψει τους θύλακες της ανυπακοής, να επιτύχει έναν πιο στενό μηχανικό έλεγχο στην ανθρώπινη εργασία.Η καπιταλιστική χρήση της τεχνολογίας μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: να λυγίσει τη δομή της μηχανής, του εργαλείου εργασίας, καθώς και την γνωστική επιστημονική δομή, που είναι απαραίτητη για την παραγωγή αυτής της μηχανής, να την λυγίσει σε ένα στόχο ελέγχου, μιας ολοένα και πιο τέλειας υποβολής, όλο και πιο ολοκληρωτικής, όλο και πιο ασφυκτικής.

Η καπιταλιστική χρήση της τεχνολογίας – και η αναδιάρθρωση ως καπιταλιστική επανάσταση των μηχανημάτων, του τεχνολογικού συστήματος – διαπερνά τις ίδιες δομές, τη μορφή και τη λειτουργία των αντικειμένων, και εμμέσως διαπερνά τα μυαλά, τις κοινωνικές σχέσεις, τον παραγωγικό κόσμο. Η σκέψη και η πρακτική του επαναστατικού εργατισμού πολύ σύντομα έρχεται αντιμέτωπη με μια αντίφαση, και σε κάποιο βαθμό θα παραμείνει αιχμάλωτη αυτής.Η έντονη τεχνολογική επανάσταση που ξεδιπλώνεται κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, και η οποία ωριμάζει στα τέλη αυτής της δεκαετίας ωριμάζει στα τέλη αυτής της δεκαετίας και εκδηλώνεται με αληθινά, πραγματικά κύματα μαζικών απολύσεων, είναι η αιτία της κρίσης της εργατικής αυτονομίας, αλλά στην πραγματικότητα είναι και η αιτία της τάσης διάλυσης της εργατικής τάξης του εργοστασίου και της βιομηχανίας ως κυρίαρχο σύστημα παραγωγής. Η αναδιάρθρωση, η τεχνολογική καινοτομία και ο εκσυγχρονισμός είναι η απάντηση στην άρνηση της εργασίας, αλλά και η εκπλήρωση της. Μέσα από την αναδιάρθρωση, όντως, ο εργατικός στόχος επιτυγχάνεται για να μειώσει την απαραίτητη εργασία, αλλά οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες καθορίζεται αυτή η μετατόπιση κυριαρχούνται από το καπιταλιστικό συμφέρον, αποσκοπούν στην κυριαρχία και το κέρδος, όχι στην κοινωνική χρησιμότητα. Και να λοιπόν που το αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης είναι μια μεγαλύτερη εκμετάλλευση, μια μεγαλύτερη εξάρτηση, μια πολιτική διαίρεση, ένας πολιτικός διαχωρισμός μεταξύ απασχολουμένων και ανέργων.

Αλλά αυτό εμφανίζεται, κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, επειδή το επαναστατικό κίνημα δεν καταφέρνει να εκτελέσει μέχρι τέλους το πρόγραμμά του εργατικής κατεύθυνσης επί όλης της διαδικασίας παραγωγικής μεταμόρφωσης, διότι στο σημείο αυτό η συνδικαλιστική διαμεσολάβηση και ο εξτρεμισμός έρχονται αντιμέτωποι χωρίς να μπορούν να βρουν το σημείο διεξόδου: τη γενικευμένη μείωση του χρόνου εργασίας, την κοινωνική ανακατανομή του κοινωνικά απαιτούμενου χρόνου εργασίας. Εν ολίγοις, την εργατική εξουσία επάνω στις συνθήκες της μεταβιομηχανικής μετάβασης, επάνω στις συνθήκες της αποβιομηχανοποίησης και του μετασχηματισμού ολόκληρου του κόσμου της παραγωγής.]

απόσπασμα από την »χρυσή ορδή»

Το μέλλον, που έρχονταν τρέχοντας, και ήταν ντυμένο στα μαύρα, απέδειξε το αντίθετο!  Το ’79 είναι γεμάτο επιθέσεις, νεκρούς, και συλλήψεις. Έχει ήδη ξεκινήσει στους κόλπους μας η κουβέντα περί στρατηγικής υποχώρησης. Διασπάσεις. Οι περισσότεροι αποφασίζουν τη συνέχιση, μοιάζουν ολοένα περισσότερο με τους ταξιαρχίτες, αυτό οδηγεί σε αδιέξοδο. Δεν τους εγκαταλείπουμε, όμως η σχέση έχει ραγίσει, και στα μέσα της χρονιάς η οργάνωση σχεδόν εξολοθρεύεται πλήρως στην Φλωρεντία. Κάποιοι συνωμοτικοί κανόνες λειτουργούν και καταφέρνω να διαφύγω.

La prima linea PosterΑποτέλεσμα εικόνας για prima linea

Τότε κατάλαβα πόσο βαθιά ριζωμένοι ήμαστε. Άλλαξα τρία τέσσερα σπίτια μέσα σε κάποιους μήνες, δεν γνώριζα ούτε έναν από αυτούς που με φιλοξενούσαν, μου φέρθηκαν άψογα, δεν ρώτησαν κουβέντα, δεν απαίτησαν ποτέ την αποχώρηση μου, μόνος μου ένιωθα τον κλοιό να στενεύει, πρόλαβα στο τέλος της χρονιάς να φύγω για Ελλάδα, με την Ροσσάνα, που και αυτή, αλλού είχε βρει καταφύγιο. Η ομάδα μας είχε λειτουργήσει όλο αυτό το διάστημα υποδειγματικά!

Καθίσαμε δυο μήνες στην Καβάλα μέχρις να ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα, ετοιμαστήκαμε να επιστρέψουμε λίγο μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων, θέλαμε να ασχοληθούμε με τους πρώην αιχμαλώτους φίλους και συντρόφους μας, ένα απρόοπτο γεγονός όμως, κυριολεκτικά την ύστατη στιγμή, μια προειδοποίηση από το πουθενά μας γλίτωσε από την σύλληψη στα σύνορα!

Λίγους μήνες αργότερα ξεκινούν η διώξεις στην Ελλάδα, έχει εκδοθεί διεθνές ένταλμα σύλληψης, πιάνουν πρώτα την Ρόσσα, την κλείνουν στην Κομοτηνή, την δικάζουν και αποφασίζουν την έκδοση της. Κάνουμε αμέσως έφεση και την στέλνουν στην Αθήνα. Τότε συλλαμβάνουν εμένα και με στέλνουν έγκλειστο στην Κομοτηνή. Ο Άρειος Πάγος επιβεβαιώνει την έκδοση της, και φεύγει οριστικά τέλη του ’80. Εμένα με δικάζουν το ’81, ύστερα από έναν χρόνο προφυλάκισης, και με αθωώνουν. Με ξανασυλλαμβάνουν ένα χρόνο αργότερα, έχουν εμπλουτιστεί οι κατηγορίες, αυτή τη φορά μένω έξω με περιοριστικούς όρους, με δικάζουν το ’85 και με αθωώνουν ξανά. Η Ρόσσα μέσα, στην Ιταλία, κάθισε συνολικά 7 χρόνια, αν θυμάμαι καλά.

Ενώ έχω δικαστεί εδώ, κατόπιν αίτησης των ιταλών, κάνουν το λάθος να με δικάσουν και εκεί. Τρώω ένα τσουβάλι χρόνια που μειώνονται ελάχιστα στο εφετείο. Αυτό θα με σώσει αργότερα, όταν επιχείρησα ένα ταξίδι στην Γερμανία, όπου με συνέλαβαν και με έκλεισαν στη φυλακή του Σταμχάιμ, έμεινα μέσα 40 ημέρες, όσες ακριβώς είχαν δικαίωμα να με κρατήσουν, ήθελαν να με εκδώσουν στην Ιταλία, δεν τα κατάφεραν, με έσωσε ακριβώς το γεγονός πως για τα ίδια αδικήματα είχα δικαστεί δυο φορές, σε δυο διαφορετικές χώρες, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο έγκυρη είναι μοναχά η πρώτη φορά! την γλίτωσα!

Παρακολουθούσα μέχρι το τέλος την κατάσταση από τις εφημερίδες. Μετανιωμένοι σύντροφοι οδηγούν σε τραγικά αποτελέσματα, διάσταση, οι αμετακίνητοι συνεχίζουν τον αγώνα, επιθέσεις, δολοφονίες ένθεν κακείθεν, απαγωγές, διασπάσεις, ώσπου τελικά το ’86, αν θυμάμαι καλά, οι ιστορικοί ηγέτες των εΤ διακηρύσσουν το τέλος της πολυετούς εμπειρίας του ένοπλου αγώνα. Η Πρώτη Γραμμή έχει κηρύξει την αυτοδιάλυση της νωρίτερα, διαχωρίζοντας την θέση της από την μέχρι τούδε πορεία της, αποκηρύσσοντας το παρελθόν και την ταυτότητα της, διασπώντας το μέτωπο των αιχμαλώτων συντρόφων. Λάθος τρομερό, εύκολο όμως να το λες όταν έχεις γλιτώσει παρά τρίχα την πολυετή κάθειρξη.

(20 χιλιάδες αγωνιστές διερευνήθηκαν για ένοπλο αγώνα, γύρω στους 6000 οι φυλακισμένοι, πάνω από 3000 με ποινές που ξεπερνούν τα 10 χρόνια, εκατοντάδες τα ισόβια, 200 από αυτούς βρίσκονται ακόμη κρατούμενοι, συνολικά 50.000 χρόνια φυλακής)

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ του βιβλίου »η χρυσή ορδή»
Χρόνια του μολυβιού, διαχωρισμένα Σώματα, κρατικές Σφαγές, Αποσταθεροποίηση, Καταστολή, Τρομοκρατία, Κατάσταση έκτακτης ανάγκης … ή αντίθετα: Τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μας, ριζική Μεταμόρφωση της καθημερινής ζωής, Ουτοπία, Ανάγκη για κομουνισμό Σεξουαλική επανάσταση, Ένοπλος αγώνας κλπ. Και ξανά: Κόσμος Beat, Hippies, Καταστασιακοί, Movimento studentesco, Potere operaio, Lotta continua, Μαοϊκοί, Consiliari, Αναρχικοί, Αυτόνομοι …Πίσω απ ‘όλους αυτούς τους ορισμούς, οι ζωές χιλιάδων, εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων μέσα σε δύο δεκαετίες, οι οποίοι έσκαψαν μέχρι τα θεμέλια τους φαινομενικά αμετάβλητους πυλώνες της ιταλικής κοινωνίας. Μετά από αυτή την τεράστια και βαθιά συλλογική εμπειρία, τίποτα πλέον δεν μπορεί να θεωρηθεί ίδιο με πριν. Για να υποβαθμιστεί, να περιοριστεί και να συρρικνωθούν οι διαστάσεις αυτού του μεγάλου επαναστατικού και δημιουργικού, πολιτικού και υπαρξιακού κύματος, χρειάστηκε (και για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία) η μεγάλη συμμαχία ολόκληρου του συστήματος των κομμάτων, η χρήση όλων των στρατιωτικών σωμάτων, μια ριζική μετατροπή του «κράτους δικαίου», η μετατροπή του δικαστικού σώματος σε τακτικό βραχίονα της πολιτικής εξουσίας και των συμφερόντων της βιομηχανικής μπουρζουαζίας (και μη). Προς στήριξη της συναίνεσης, ολόκληρη η καμάρα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, η οποία αναβίωσε την παράδοση του «δημοσιογράφου-αστυνομικού» των αρχών του αιώνα. Έχοντες όλοι την πρόθεση να δείξουν πως, έτσι ώστε τίποτα να μην αλλάξει, επρόκειτο για την «εξάλειψη» μιας ασήμαντης μειοψηφίας παραληρηματικών ανεύθυνων φανατικών, διαχωρισμένων από την πραγματικότητα που τους καθοδηγούσαν σκοτεινές δυνάμεις. Προς υπεράσπιση της αλήθειας και των δικαιωμάτων, μια εξαιρετική περίπολος έξυπνων και μάλλον ανεπανάληπτων δικηγόρων, μια μικρή ομάδα «εγγυητών», τα γενναιόδωρα λείψανα των πολιτικών κινημάτων .. Σαράντα χιλιάδες καταγγέλθηκαν, δεκαπέντε χιλιάδες «πέρασαν» από τις φυλακές, έξι χιλιάδες καταδικάστηκαν, σχεδόν πάντα χωρίς καμιά εγγύηση του δικαιώματος υπεράσπισης. Αυτά είναι τα άγονα τελικά και λογιστικά νούμερα της λαμπρής επιχείρησης υπεράσπισης της «δημοκρατίας». Πίσω από τα νούμερα, οι «ειδικές φυλακές», τα βασανιστήρια, η απομόνωση, το καλύτερο μέρος των δύο γενεών που οδηγήθηκε στη σιωπή, αναγκάστηκε να εξοριστεί ή «αποδόθηκε» στην κοινωνία αφού είχε ταπεινωθεί στην ταυτότητά του. Πως να μιλήσεις για όλο αυτό δίχως να κολλήσεις ετικέτες και ορισμούς, χωρίς να πέσεις στην παγίδα της ιδεολογίας, χωρίς να δώσεις χαρά στον παντοτινό αντίπαλο με την ανακατασκευή χαρτών και των γεωμετριών;                        Ίσως μέσα από θραύσματα και διαδρομές, μέσα στα εφήμερα μονοπάτια της μνήμης και αφήνοντας τις διαφορές να μιλήσουν. Όχι μια ιστορία λοιπόν, αλλά μια διαδρομή για να προσελκύσει στοχασμούς, προβληματισμούς, να τονίσει, να υπογραμμίσει την ευτυχία, τον πλούτο, να βοηθήσει να βρεθεί η προέλευση, οι απαρχές μιας μακράς άνοιξης.

ΑΠΟΣΠΆΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ‘ΚΟΝΤΌ ΦΥΤΊΛΙ’ του ΣΕΡΤΖΙΟ ΣΈΤΖΙΟ.

‘Θυμάμαι τη σφαγή στην πλατεία Φοντάνα του Μιλάνου το 1969 που γέμισε πολλούς αγανάκτηση και διάθεση εξέγερσης, την ιδέα πως πρέπει να αντιδράσουν.
Στην καταστολή της αστυνομίας, στις βόμβες των φασιστών, στις απόπειρες πραξικοπήματος. Στην καπιταλιστική εκμετάλλευση επίσης.
Θυμάμαι τους συντρόφους σκοτωμένους στις πλατείες, τις συγκρούσεις με την αστυνομία, τους ξυλοδαρμούς των συλληφθέντων. Κι έπειτα, την οργάνωση των ομάδων περιφρούρησης, τον μαχητικό αντιφασισμό, την παραπληροφόρηση, τα πυρπολημένα γραφεία, τα πυρπολημένα αυτοκίνητα. Τέλος το πέρασμα στην ένοπλη πάλη.
Σκληρύναμε λοιπόν δίχως να καταφέρουμε να διατηρήσουμε την τρυφερότητα μας. Υπερίσχυσε τελικά η προοδευτική μας αναισθητοποίηση.

Η λογική των όπλων άρπαξε, αιχμαλώτισε, υπερίσχυσε όχι μοναχά στα χέρια μας αλλά και στην λογική και την καρδιά μας.
Μέσα σε λίγα χρόνια, τα κινήματα συνεθλίβησαν με αγριότητα. Εκτροχιάστηκαν πιεσμένα ανάμεσα στο ένοπλο κόμμα, την καταστολή ,την ηρωίνη που εξαπλώθηκε και την ιδιώτευση που αναδύθηκε.
Δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι οργάνωσαν αυτόνομους αγώνες, απεργίες αυθόρμητες, μαζικές διαδηλώσεις και πρωτοποριακές ενέργειες. Οπλίστηκαν και μπήκαν στη μάχη.
Τώρα χιλιάδες είναι φυλακισμένοι, δεκάδες έχασαν τη ζωή τους. Γι αυτό είμαστε εδώ ,να λαδώσουμε τα όπλα μας, να οπλίσουμε μιας και σε λιγάκι θα τα χρησιμοποιήσουμε. Σήμερα τουλάχιστον θ’ ανοίξουμε μια χαραμάδα στο τυφλό μονοπάτι για το οποίο συζητάμε.

Η πολιτική ήττα είναι πλέον εμφανής, το όνειρο κατέρρευσε, ανάμικτο με αίμα δικό μας και των θυμάτων μας, στην αγριότητα των Κρατικών φυλακών. Μα προσβάλλοντας σήμερα αυτή τη φυλακή, θα πάρουμε πίσω την ελευθερία των συντρόφων μας.’
Και :
‘Η ιστορία της Πρώτης Γραμμής δεν γράφτηκε ποτέ, ίσως τα γεγονότα τότε να ήταν πολύ κοντά. Τώρα πλέον είναι πολύ μακρινά.
Ίσως αυτό το ‘Κοντό Φυτίλι’ πυροδοτήσει επιτέλους μια επόμενη εργασία πιο πλατιά και συλλογική. Είναι προστιθέμενη αξία που εύχομαι να παραδώσουν αυτές οι σελίδες.

Που κυκλοφορούν σε μια περίοδο πιθανότατα από τις χειρότερες των τελευταίων χρόνων. Μάλλον των δεκαετιών. Στιγμή κατά την οποία αυξάνεται το πνεύμα μνησικακίας και περαιτέρω εκδικητικότητας σε ότι αφορά εκείνα τα γεγονότα των χρόνων του ‘70. Πνεύμα που παραδόξως μεγεθύνθηκε και σαφώς γιγαντώθηκε στην διάρκεια του χρόνου εξ αιτίας εκείνων των γεγονότων και των πληγών που δημιούργησαν.
Θα έπρεπε οι αριθμοί να είναι αρκετοί για να αποκαλύψουν ότι επρόκειτο για ένα φαινόμενο πλατιάς κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης :

Σύμφωνα λοιπόν με υπολογισμούς, ή μάλλον κάτω από τους υπολογισμούς, υπολογίζονται σε 20000 οι έρευνες για πράξεις ένοπλης πάλης και τουλάχιστον 4200 κλείστηκαν στην φυλακή συνέπεια κατηγοριών ένοπλης ομάδας η ανατρεπτικής οργάνωσης. 300 καταδικάστηκαν σε ποινή κάτω των 10 χρόνων, πάνω από 3100 σε ποινή ανώτερη των 10 χρόνων, σχεδόν 600 σε ποινή ανώτερη των 15 χρόνων. Εκατοντάδες τα ισόβια. Πάνω από 50000 χρόνια φυλάκισης έχουν ήδη εκτισθεί. Από τους χιλιάδες αρχικά φυλακισμένους, σχεδόν διακόσιοι βρίσκονται ακόμη εγκλεισμένοι, μερικά ή ολικά. Μεταξύ αυτών 77 ισοβίτες. Ανάλογη και η λίστα με αυτούς που βρήκαν καταφύγιο στο εξωτερικό.
Έχει παραμείνει ο πόνος αυτών που χτυπήθηκαν, των συγγενών τους, όπως επίσης των χαμένων μαχητών και των επί μακρόν φυλακισμένων.
Παρέμεινε επίσης η αιώνια μανία εις βάρος των ηττημένων.’

Sergio Segio, ο κομαντάντε Σίριο, υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Πρώτης Γραμμής, Prima Linea, της ένοπλης οργάνωσης που αριθμούσε χίλιους μαχητές και δεκάδες χιλιάδες συμπαθούντες. Σε αυτό το βιβλίο, Miccia Corta, παρουσιάζει μια από τις πιο συγκλονιστικές και τολμηρές ενέργειες της ένοπλης πάλης στην Ιταλία. Την επίθεση στις φυλακές του Ροβίγκο με την οποία ελευθέρωσε την συντρόφισσα του και δύο ακόμη πολιτικές κρατούμενες. Στις 3 Ιανουαρίου του 1982. Στο περιθώριο παρουσιάζονται εικόνες από τους αγώνες και τα κινήματα των χρόνων του ‘70.

 

Υστερόγραφο: επειδή αυτοί εδώ κάτω, και πολλοί άλλοι, δεν σκοτώθηκαν χωρίς λόγο, αφιερωμένα τα παραπάνω σε αυτούς:

MATTEO CAGGEGI    

BARBARA AZZARONI

 Στις 6 μαρτίου ’79 μια βλοσυρή σιωπή τσακίζει το κέντρο της Bologna. Σημαίες, λουλούδια, ένα στεφάνι: Barbara era una di noi, una comunista. Η Barbara ήταν μια από εμάς, μια κομουνίστρια. Barbara Azzaroni, είκοσι εννέα χρόνων. Στρατευμένη στην Prima linea σκοτώθηκε μαζί με τον Matteo Caggegi, είκοσι χρόνων, εργάτη στην Fiat. Δυο χιλιάδες άνθρωποι συμμετέχουν στην κηδεία, προκαλώντας τους ελέγχους. Από ένα πεντακοσαράκι το μεγάφωνο μεταδίδει τον ύμνο του Potere operaio, και τα λόγια μιας μπροσούρας, με υπογραφή Il Movimento, το Κίνημα.

Το κίνημα του ανταρτοπόλεμου είναι μια συνιστώσα του επαναστατικού κινήματος. […] Για εμάς, συντρόφους της Bologna, η Barbara δεν ήταν με τίποτα μια παράνομη. Την γνωρίζαμε και την εκτιμούσαμε όλοι.

Ένας φωτογράφος αποθανατίζει τους συμμετέχοντες. Η εντολή είναι του κομουνιστικού Κόμματος. Ζωγραφισμένοι κύκλοι γύρω από τα πρόσωπα. Βέλη.

Στα είκοσι χρόνια της η Barbara έχει ήδη ένα παιδάκι. Το ’70 συναντά τον Maurice. Στρατεύονται στο Potere operaio, συχνάζουν στα στέκια της Αυτονομίας. Τον μάρτη του Εβδομήντα επτά είναι μέσα στο κίνημα, αλλά και στις Brigate comuniste, κομουνιστικές Ταξιαρχίες, τον παράνομο χώρο του περιοδικού «Rosso».

Το απόγευμα της 11 μαρτίου η Bologna είναι ένα πεδίο μάχης. Ένας καραμπινιέρος σκότωσε τον Francesco Lorusso, αγωνιστή της Lotta continua. Ο ξεσηκωμός συνεχίζεται για δυο  ημέρες. Η Barbara βρίσκεται στο πανεπιστήμιο που προστατεύεται από τα οδοφράγματα. Τον σεπτέμβρη παίρνει μέρος στο συνέδριο ενάντια στην καταστολή σαν αγωνίστρια των Formazioni comuniste combattenti, κομουνιστικών μαχόμενων Σχηματισμών..

Μέχρι το Εβδομήντα οκτώ είναι δασκάλα σε έναν παιδικό σταθμό, παίρνει μέρος στους αγώνες των εργαζομένων, στο κίνημα. Μπαίνει στην παρανομία έγκαιρα για να αποφύγει ένα ένταλμα σύλληψης. Στρατεύεται στην Prima linea και συμμετέχει σε διάφορες ενέργειες.

Torino είναι κομουνιστική πόλη. Η Prima linea είναι ριζωμένη στα εργοστάσια. Όπως οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse. Για το Κκι αυτό είναι μη αποδεκτό. Τον φεβρουάριο του ’79 μοιράζει ένα ερωτηματολόγιο αντιτρομοκρατίας. Έξι ερωτήσεις. Η πέμπτη προσκαλεί να καταγγείλουν ανώνυμα τον γείτονα, τον σύντροφο στην δουλειά, στη βάση μιας υποψίας. Εκατό χιλιάδες τυπωμένα αντίτυπα. Τριάντα πέντε απαντήσεις στην πέμπτη ερώτηση. Η Prima linea αποφασίζει να επιτεθεί σε έναν από τους υπεύθυνους της πρωτοβουλίας.

Η Barbara και ο Matteo βρίσκονται σε ένα bar όταν εισβάλλει η αστυνομία. Αυτή πέφτει αμέσως, τραυματισμένη θανάσιμα. Αυτός ξεκινά μια μάχη σώμα με σώμα μέχρι που σωριάζεται χτυπημένος από έξι σφαίρες.

Barbara Azzaroni  Carla
Rimini, 2 φεβρουαρίου 1950 – Torino, 28 φεβρουαρίου 1979
Mαχήτρια της Prima linea (Pl) σκοτώθηκε από την αστυνομία σε ένα μπαρ μαζί με ένα σύντροφο

 

L8_80_01_06_b

Μιχάλης

Θα κλείσω οριστικά με ένα τραγούδι, σε στίχους του Claydio Lolli από το Incubo numero zero, αριθμός Εφιάλτη μηδέν, σε ελεύθερη μετάφραση

Η μέρα συνήθως ξεκινά βρωμερή Όπως το μελάνι της εφημερίδας μας Γραμμένο στους λευκούς τοίχους των φυλακών της Ομοσπονδιακής δημοκρατίας Μέρα με την μέρα προχωρώντας ήσυχος Βρίσκομαι σχεδόν μπροστά στο παράθυρο σου Mε μια πορεία από σπινθήρες και τα ταμπούρλα η μπάντα Η ορχήστρα. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε το σκοτεινότερο δάσος είναι κοντά, Μα σήμερα η σελήνη έχει το πρόσωπο μάγισσας Και ο ήλιος άφησε τις ακτίνες του στο υπόγειο. Σβήστε το φως σκεφτόταν η Ουλρίκε Το πιο μαύρο δάσος είναι κοντά, Αλλά ένα jumbojet γράφει »ζήτω η εργασία» Με αίμα, στον ουρανό αυτού του πρωινού.

Με ένα μεγάφωνο επάνω σε ένα κόκκινο λεωφορείο Ένας Χριστός βγαλμένος από το Circo Togni Ξεκινά έναν λόγο με αυτά τα λόγια »ελευθερώστε τους δρόμους, από τα όνειρα Είναι ενοχλητικά, άχρηστα, ζωντανά Και τα ποντίκια και τα σκουπίδια συνελήφθησαν Θα αποκεντρώσουμε το τυρί και τα αρχεία. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, για να τα κρατήσουμε σε έναν καλύτερο τρόπο, Μπορούμε να σας παρέχουμε φωτοκόπιες επιταγών, Ένα ψεύτικο δίπλωμα, ένα πορτοφόλι, έναν χαρτοφύλακα. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Και καταταγείτε στην αστυνομία, Θα χρειαστεί να πάρετε μέρος Και αυτός είναι ο τρόπος Στο δικό μας σχέδιο δημοκρατίας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και συνεχίστε να πληρώνετε το νοίκι Και κάθε ρεμάλι που έχει άλλες ανάγκες Από την απέραντη καλοσύνη μου να τρυπηθεί. Από σήμερα απαγορεύεται ο αυνανισμός Lambro e lambrusco ντυμένοι στα μαύρα Θα ανοίξουν τις λίστες της ανεργίας Επηρεάζοντας στη συνέχεια αυτές του νεκροταφείου, Και μετά, και μετά, Μετά θα χτίσουμε μεγάλα νοσοκομεία, Οι καραμπινιέροι θα είναι καλύτεροι, Η πρόνοια ίσως να είναι δωρεάν εφ όρου ζωής Και καλύτερο φαί στις φυλακές μας. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα Και χαρίστε μας τα λόγια σας, Να μην σας πιάσουμε κρυμμένους να κάνετε έρωτα Οι εγκληματίες να φωτίζονται από τον ήλιο. Εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Εκενώστε, ελευθερώστε. Ελευθερώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Ελευθερώστε, ελευθερώστε. Εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Εκενώστε, εκενώστε. Εκενώώστε τους δρόμους από τα όνειρα, Εκενώστε…»

Σε αυτό το σημείο φτάνει ένα τρομπόνι Βαδίζει με τον κώλο όμως μοιάζει ψηλό Και απαγγέλλει μουσικά ένα παράξενο τραγούδι ο Χριστός το τραγουδά και μ’ ένα σάλτο, βρίσκεται επάνω μου. »Εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα Δεν θα υπάρξει χώρος για την φαντασία Στον καθάριο παράδεισο που απαιτεί πολύ εργασία Της δικής μας νέας [σοσιαλ] δημοκρατίας»

Σε αυτό το σημείο πηδώ από τον ουρανό πηδώ απ’ το κρεβάτι Και δίνω ένα φιλί στο στόμα σ’ ένα φρικτό τέρας Και γλύφω το μελάνι, γλείφω το μελάνι, γλύφω το μελάνι της εφημερίδας μας. 

Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη Είναι αλήθεια πως η ημέρα ήταν βρώμικη

Σχετική εικόνα

Αλλά επίσης, σε στίχους αφιερωμένους σε έναν φίλο, που και αυτός είναι επίσης, με τον δικό του τρόπο, ένας ποιητής ( είναι ποιητής αυτός που ζει ως ποιητής, και ξέρει πώς να βρίσκει τον θεό μετουσιωμένο σε ένα καμπάρι σόδα, λέγει):                                                      Η επανάσταση σου δεν υπήρξε αλλά θα υπάρξει, διότι το μέλλον είναι μακρύ.

 

 

 

 

 

 

ένοπλη πάλη, lotta armata

Περί αλληλεγγύης και συλλογικότητας: πριν από είκοσι χρόνια διαλύονταν η RAF

Να βρούμε ένα νέο Έξω, Trovare un nuovo Fuori

»Γνωρίζαμε ότι αυτό το σύστημα σε παγκόσμιο επίπεδο θα είχε αφήσει σε όλο και λιγότερους ανθρώπους τη δυνατότητα μιας αξιοπρεπούς ζωής. Και γνωρίζαμε ότι αυτό το σύστημα θέλει μια ολοκληρωτική πρόσληψη επί των ανθρώπων ώστε να υποτάσσονται από μόνοι τους στις αξίες αυτού του συστήματος και τις καθιστούν δικές τους. Από αυτό το προαίσθημα προέρχονταν η ριζοσπαστικότητα μας. Δεν είχαμε καμία σχέση με αυτό το σύστημα εμείς.«

»Παρ ‘όλα αυτά, η αναταραχή επάνω στη βία μας έχει και παράλογα χαρακτηριστικά. Επειδή ο πραγματικός τρόμος βρίσκεται στην κανονική κατάσταση του οικονομικού συστήματος.«

(από την ανακοίνωση διαλύσεως της RAF, η οποία γράφτηκε τον μάρτιο και δημοσιεύθηκε τον απρίλιο 1998)

 

Πριν από 20 χρόνια, η Rote Armee Fraction, σε μια ανακοίνωση αρκετών σελίδων, κήρυξε τη διάλυση της. Μόνο λίγοι σύντροφοι και συντρόφισσες εξακολουθούσαν να κρύβονται, τρεις από τους οποίους εξακολουθούν να είναι φυγάδες σήμερα, και, υποθέτω, ελπίζω ότι υποστηρίζονται από δομές αλληλεγγύης και ποτέ δεν θα συλληφθούν. Επειδή δεν θα μπορούσαν να περιμένουν τίποτα διαφορετικό από τη γερμανική προστυχιά και δολιότητα προς επαναστάτες και εξεγερμένους, η εναλλακτική λύση θα ήταν να προδώσουν τα πάντα ή να περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους στη φυλακή.

Το 1970 η RAF ιδρύθηκε, την εποχή εκείνη η ανακοίνωση συνδέθηκε με μια ενέργεια, την απελευθέρωση του Andreas Baader από τη φυλακή. Η τελική δήλωση απέφυγε να παρουσιαστεί υπό τη μορφή μιας δράσης. Εν τω μεταξύ, πέρασαν 28 χρόνια, η τελευταία ενέργεια της RAF, να ανατινάξει τη νεόχτιστη φυλακή της Weiterstadt, είχε λάβει χώρα ακριβώς πέντε χρόνια νωρίτερα. Περίπου πέντε χρόνια πέρασαν από τη σύγκρουση με το GSG 9 ** στο Bad Kleinen, στην οποίαν είχαν φτάσει στην «εξωδικαστική εκτέλεση» του μέλους της RAF, Wolfgang Grams, ο οποίος κατά την αρχική φάση της σύγκρουσης είχε σκοτώσει το μέλος του GSG-9 Michael Newrzella.

Καμιά επιστροφή

Από πολιτική άποψη, η αυτο-διάλυση της RAF θα μπορούσε να είχε φθάσει ακόμα νωρίτερα, αλλά κανείς από την RAF δεν ήταν σε θέση μα το πράξει. Η ρήξη με την κοινωνία του κεφαλαίου ήταν πολύ βαθιά, ο διαχωρισμός ήταν υπερβολικά οριστικός για να μπορεί απλά να ανακληθεί. Μια επιστροφή για μας δεν είχε προγραμματιστεί ποτέ. Δεν είχαμε καμία σχέση με το κυρίαρχο σύστημα. Η απόφαση να διαλυθεί η αδιάλλακτη σχέση στην πρακτική, προέρχονταν από την αναγνώριση ότι δεν μπορούσε να ανοιχτεί ένας επαναστατικός χώρος. Μια ενέργεια που είναι αδιανόητη χωρίς πικρία.

Εκείνοι που έχουν αγγίξει έστω για μια φορά την εμπειρία της απελευθέρωσης δεν εγκαταλείπεται ποτέ πλέον. Ο Pier Paolo Pasolini έχει καταγράψει αυτό το γεγονός, αυτό το στοιχείο κινηματογραφικά ξεκινώντας από μια ζοφερή προαίσθηση. Η ταινία του «Θεώρημα» του 1967, ήδη ασχολήθηκε με τις συνέπειες μιας απελευθέρωσης, που έζησε και μετά εξαφανίστηκε. Το άγνωστο και ανώνυμο σε αυτή την ταινία, που εμφανίζεται ως μια θεότητα μέσα στην αστική τάξη και καθιστά όλους ευτυχισμένους, με την εξίσου άκοπη, δίχως λόγο εξαφάνιση του, αφήνει το δράμα και την πληγή μιας απελευθέρωσης που διακόπηκε.

Πραγματική δυνατότητα Possibilità reale

Αναφέρομαι στην ταινία αυτή επειδή, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να θεωρηθεί ως αλληγορία του κινήματος του 1968, όπου το «68» εμφανίζεται μόνο ως αριθμός για το σημείο καμπής μιας κυρίως κοινωνικής νεολαίας ξεκινώντας από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 στον κόσμο. Τότε στον ορίζοντα υπήρχε η ιδέα της ζωής που δεν γίνεται πλέον αντιληπτή μέσω της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, της κυριαρχίας και της υποτέλειας, του πολέμου και της εξουσίας, ως διαρρηγμένης και καταστροφικής. Η απελευθέρωση από όλα αυτά έγινε μια πραγματική δυνατότητα. Ξεκινώντας από αυτή την αντίληψη της πραγματικότητας, η αλληλεγγύη και η συλλογικότητα ήταν απλές. Σήμερα, υπό την κατάσταση της παγκοσμιοποιημένης καταστροφής, όπου κάθε διέξοδος από ένα δεσποτικό παρόν φαίνεται να είναι κλεισμένη, η σκέψη της απόλυτης, της ολοκληρωμένης απελευθέρωσης φαίνεται όλο και πιο αφηρημένη και στην καθημερινή ζωή αντικαθίσταται από το αντιδραστικό «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».

Αλληλεγγύη και συλλογικότητα δεν επικοινωνούν, δεν μεταδίδονται πλέον ξεκινώντας από την κοινή εμπειρία ενός αριστερού μέλλοντος. Εκείνη την εποχή κάποιος έπρεπε να μετατρέψει σε δράση αυτήν την ελπίδα επανάστασης που καταλήφθηκε με λάγνο σχεδόν τρόπο, και να τολμήσει αυτό το πέρασμα στην ένοπλη επίθεση. Η RAF, οι Κόκκινες Ταξιαρχίες, [η Πρώτη Γραμμή] και πολλές άλλες ένοπλες ομάδες μιας θεμελιωδώς αγωνιστικής, μαχητικής αριστεράς, στρατευμένης, δεν ήθελαν να υποταχθούν στις συνέπειες μιας απελευθέρωσης που διακόπηκε και να διατηρήσουν ανοιχτές τις ιστορικές δυνατότητες.

Πολλά αρνητικά πράγματα μπορούν επίσης να ειπωθούν για την RAF. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Μια ένοπλη σύγκρουση δεν πηγαίνει ομαλά για κανέναν. Αυτό συμβαίνει έτσι κι αλλιώς εδώ και δεκαετίες στο χώρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης του συστήματος και συχνά καταλήγει στην υπερβολή μιας ηλίθιας αδικίας, στην κακία, στο ψεύδους και στην αναζήτηση της πιο πρόστυχης, αχρείας ερμηνείας εναντίον των παλαιών ηθοποιών του, αλλά με ειρωνικό τρόπο σήμερα βρίσκεται σε αντίθεση με λεκτικές εκφράσεις σε ιδιωτικές συνομιλίες και ημιδημόσιες με πολίτες πολύ μικροαστούς, όταν με πρόθυμο τρόπο κάνουν γνωστό πως σύμφωνα με αυτούς η RAF «θα είχε θέση σήμερα» και θα την υποστήριζαν.

Η αντιεξουσία Il contropotere

Σε σχέση με την RAF και όλες αυτές τις ένοπλες ομάδες, ωστόσο, μπορεί κανείς να το σκεφτεί διαφορετικά: η RAF υπήρξε η προσπάθεια να ενισχυθεί η ιδέα που τρέφεται από την εμπειρία μιας ζωής εκτός του καπιταλισμού στην επίθεση ενάντια σε όλα. Με αυτό τον τρόπο, μέσα στην κοινωνία και σε σχέση με το κράτος, έθεσε το ζήτημα της εξουσίας που πρέπει να θέτει κάθε πραγματικός ταξικός αγώνας και κάθε θεμελιώδης αντιπαράθεση, αντιπολίτευση, αν δεν θέλει να αποκοπεί με ρεφορμιστικό τρόπο. Θεωρούσε τον εαυτό της ως αντίθετη δύναμη, αντιεξουσία και ως τέτοια επίσης πολεμήθηκε. Αυτή η εκ των πραγμάτων κατάσταση, αυτό το γεγονός από την πλευρά του Κράτους είναι επίσης το σενάριο για τη σχέση νίκη-ή-θάνατος που ο Helmut Schmidt έθεσε ως λογική του κράτους, [ Ο λόγος του κράτους ή της λογικής του κράτους είναι το σύνολο των προτεραιοτήτων που αφορούν την επιβίωση και την ασφάλεια του κράτους, γεγονός που μπορεί να ωθήσει τον υπεύθυνο λήψης πολιτικών αποφάσεων να δικαιολογήσει παράνομη δράση από πλευράς διεθνούς δικαίου ή εσωτερικού δικαίου] για την περίπτωση του Hans-Martin Schleyer και τους επιβάτες που απήχθησαν ενός αεροσκάφους της Lufthansa, έτσι όπως και τη σύσταση της σχέσης – φίλος-εχθρός, τεκμηριωμένης με τον πιο άμεσο τρόπο από μια ατέρμονη δίωξη των συμπαθούντων, όπου ήδη η έλλειψη δήλωσης υπέρ του κράτους κηρύχθηκε εχθρική πράξη.

Το κίνημα του 68 έθεσε θεωρητικά το ζήτημα της εξουσίας σε σχέση με την κοινωνική τάξη που καταρτίστηκε σύμφωνα με τον καπιταλισμό, αλλά το άφησε να πέσει μετά από κάποιες αψιμαχίες στους δρόμους. Ο φόβος του σφαγιασμού ήταν πολύ μεγάλος. Στην FTR, η RAF αποδέχθηκε στην πράξη αυτό το ακάλυπτο ζήτημα στην πρακτική, προσπαθώντας να του δώσει μια απάντηση.

Σήμερα, αυτό το Fuori, Outside, αυτό το Έξω σε συγκεκριμένο επίπεδο φαίνεται αδιανόητο και χαμένο. Ακόμα κι αν το σύστημα του καπιταλισμού παραμένει εγκληματικό όπως ποτέ άλλοτε, έχει ριζώσει στους ανθρώπους σαν να μην υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Οι πόλεμοι γίνονται ενδημικοί, η ολική εκμετάλλευση του ανθρώπου και της φύσης έχει γίνει καθημερινότητα. Η μείωσή του σε αντικείμενο και εκπαίδευση, ο έλεγχος και η προσαρμογή του, η υποταγή του σε πολίτη προσαρμοσμένο και λειτουργικό ηλίθιο της κατανάλωσης, πάντα έτοιμο για κάθε παραλογισμό ενός κόσμου εμπορευμάτων συχνά ταπεινωτικό, είναι οργανωμένα με τον πιο ολοκληρωτικό τρόπο από ποτέ, τον πιο γιγάντιο μηχανισμό καταστολής καταπίεσης και ελέγχου από εκείνον του παλιού φασισμού. Αντί να ανοίξει έναν κοινωνικό ορίζοντα στον άνθρωπο, το βλέμμα του συνθλίβεται προς το πάτωμα και η λανθασμένη ύπαρξη δηλώνεται «χωρίς εναλλακτικές». Όλες οι αξίες επαναπροσδιορίζονται στη μόνη πραγματική τάξη της πώλησης αυτών των ίδιων και της κατανάλωσης. Αυτό έχει καθιερωθεί ως το πλαίσιο όλης της ζωής, τόσο από χρονική όσο και από γεωγραφική άποψη. Το σύστημα με τη στρατηγική του για διεφθαρμένη ολοκλήρωση, διεφθαρμένη κοινωνική ένταξη και εξόντωση έχει κερδίσει και κερδίζει καθημερινά στη διεύρυνση της εξάλειψης, του ξεριζώματος και της μείωσης στην ανικανότητα, την αδυναμία του προσώπου, του ανθρώπου.

Η διάλυση της RAF ήρθε μετά από την αναγνώριση ότι μια μειονότητα, ανεξάρτητα από το πόσο πολύ μπορεί να πιέσει, από μόνη της δεν μπορεί να παράξει ένα Έξω. Αλλά θα το χρειαστούμε αν δεν θέλουμε να υποκύψουμε. Ο καπιταλισμός είναι η μεγαλύτερη απειλή για την ανθρωπότητα. Θα βγούμε από τον κίνδυνο αυτού μόνο αν βρούμε ένα νέο Out, Fuori, Έξω και επιστρέψουμε στο ζήτημα του συστήματος.

Από junge Welt: Έκδοση της 20.4.2018

Μετάφραση σε επιμέλεια της Sveva Haertter

Πρωτότυπο κείμενο στα γερμανικά, Testo originale in tedesco: https://www.jungewelt.de/artikel/331127.ein-neues-au%C3%9Fen-finden.html

*Karl-Heinz Dellwo ήταν και είναι: συγγραφέας, εκδότης, παραγωγός ντοκιμαντέρ. Μέλος της RAF. Συνολικά 21 χρόνια φυλάκισης, πολλά από αυτά σε ατομική απομόνωση ή σε μικρές ομάδες.

** ομάδα δερμάτινων κεφαλών της Γερμανίας «που χρησιμοποιείται για εθνικές και διεθνείς αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις, ειδικές επιχειρήσεις δημόσιας τάξης, απελευθέρωση ομήρων, συνοδεία αρχηγών κρατών και επιδρομές ξηράς και θάλασσας»

 

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν σαφούς συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή : STAMPA

ένοπλη πάλη, lotta armata

Sergio Segio: “Να γιατί ξεκίνησε (και τέλειωσε) η ένοπλη πάλη”

 

“Η ιστορία του ένοπλου αγώνα αναφέρεται σε συγκρούσεις και όχι σε μηχανισμούς εξαπάτησης, συνωμοσιολογία. Όσο αφορά την Prima Linea δεν υπήρξαν ποτέ υπόνοιες, έτσι όπως και Br δεν ήταν σίγουρα ένα φαινόμενο που κατευθύνονταν από ψηλά ”

 

Συνελήφθη το 1983: προετοίμαζε μια επίθεση στην ειδική φυλακή της Fossombrone. Εξέτισε μια ποινή 22 ετών, ο Sergio Segio, τελευταίος που βγήκε από τη φυλακή μεταξύ των πρώην μαχητών της Front Line, Πρώτης Γραμμής, μεταξύ των κυριότερων ιταλικών τρομοκρατικών οργανώσεων (της οποίας υπήρξε ένας από τους ιδρυτές), συμμετέχει πλέον στην κοινωνική εργασία, όσον αφορά τα ζητήματα του σωφρονιστικού συστήματος και της δικαιοσύνης, των ναρκωτικών και της τοξικομανίας, του εθελοντισμού και των νέων κινημάτων. Είναι δημοσιογράφος, δημιουργός και συντάκτης της Έκθεσης για τα Global Rights, που δημοσιεύεται ετησίως από τις εκδόσεις Ediesse. Είχε την ευθύνη της επικοινωνίας του Abele Group και μεταξύ των στενότερων συνεργατών του don Luigi Ciotti. Σχεδίασε και δημιούργησε το Social Yearbook, το οποίο δημοσιεύθηκε για μερικά χρόνια από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli και διηύθηνε τα περιοδικά Narcomafie και Fuoriluogo. Συνεργάζεται με το συνδικάτο CGIL και άλλες εμπειρίες του συνεταιρίζεσθαι. Και μόλις δημοσίευσε ένα βιβλίο: «Μια ζωή στην πρώτη γραμμή» (εκδοτικός οίκος Rizzoli, 400 σελίδες, € 18.50).

Γιατί αυτό το βιβλίο;
«Για να κατανοήσουμε τα μονοπάτια και τους λόγους που οδήγησαν στην επιλογή να πάρουμε στα χέρια τα όπλα. Στη συνέχεια προσπάθησα επίσης να κρατήσω μαζί το παρελθόν με το παρόν για να επεξεργαστώ την περίπτωση, την υπόθεση «.

Η διάθεση σας τώρα που σκέφτεστε τα χρόνια της στράτευσης;
«Είμαι ήρεμος σε σχέση με αυτά, πράγμα που δεν σημαίνει ότι δεν λυπάμαι για εκείνο που έκανα».  

Είκοσι χρόνια στη φυλακή. Σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα …
«Δίνουν την αίσθηση της αλλαγής. Αυτή είναι η τρίτη ζωή μου. Υπήρξε η στράτευση, η φυλακή (μια μεγάλη αναμονή) και τώρα το μετά τη φυλακή ».

Il libro/ Το βιβλίο, Διοικητής Sirio, O μύθος του. Comandante Sirio. Il suo mito: Simon Wiesenthal. Ο Sergio Segio ξεκινά την πολιτική στράτευση του στην Lotta Continua στις αρχές των χρόνων Εβδομήντα, έξω από τα εργοστάσια του Sesto S. Giovanni, τo »Στάλινγκραντ της Ιταλίας» –  “Stalingrado d’Italia” (segue…)  ακολουθεί…

Πότε ξεκίνησε η περιπέτεια της Prima Linea;
«Επισήμως το 1976, αλλά το στρατευμένο σώμα ήταν ενεργό από τα προηγούμενα χρόνια. Η έκρηξη έγινε την εποχή του κινήματος του ’77. Οι Br δεν προσαρμόστηκαν στις αλλαγές εκείνων των ετών. Έτσι, η στράτευση στην Pl εξαπλώθηκε, η οποία ήταν προγραμματιστικά μέσα στο εκκολαπτόμενο κίνημα, του οποίου είχε σκοπό να βρίσκεται «στην πρώτη γραμμή» «.

Ποιοι ήταν οι πρώτοι μαχητές;
»Οι πρώτοι προέρχονταν από τη Lotta Continua και, σε μικρότερο βαθμό, από το Potere Operaio».

Οι Br και η Pl δεν σχετίστηκαν ποτέ, αντίθετα. Ποιες ήταν οι διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων;
«Οι Br είχαν την τάση να θεωρούν τους εαυτούς τους ως την πολιτική διεύθυνση των κινημάτων, ενώ αντίθετα, η Pl υποστήριζε και διεκδικούσε τη δική της αποστολή σε μια εσωτερική διασύνδεση και σχέση με το κίνημα».

Ποιο είναι το επεισόδιο που σηματοδοτεί το τέλος της Pl;
«Ο θάνατος των συντρόφων Κάρλα και Τσάρλι, Carla e Charlie, που εξαπέλυσε εκείνη που εγώ αποκαλώ μανία του ταύρου στην αρένα. Έκτοτε υπήρξε ένα παιχνίδι ανύψωσης των επιπέδων σύγκρουσης. Έτρεχε το 1979. Όλοι ήθελαν να μπουν στη μάχη και κανείς πλέον δεν νοιαζόταν για την πολιτική παρέμβαση στην επικράτεια, τη διεύρυνση της συναίνεσης σε συγκεκριμένες καταστάσεις, στην καθημερινότητα, το έργο της έρευνας »

Πώς είναι ο κόσμος στον οποίον ζείτε;                                                                                «Ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος. Έχουμε περάσει από έναν κόσμο χωρισμένο σε δύο μπλοκ σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Δεν υπάρχει πλέον ο ψυχρός πόλεμος, τα αντιτιθέμενα μπλοκ, το συγκρουσιακό κίνημα των φοιτητών και των εργατών εναντίον της αστυνομίας και των θεσμών ».

Το τείχος του Βερολίνου έπεσε ενώ ήσασταν στη φυλακή. Ποια ιστορική σημασία αποδίδετε στο γεγονός;
«Η πτώση του τοίχου είναι το σύμβολο της πτώσης των αξιών του ‘900».

Αφήσατε το Μιλάνο στη δεκαετία του ’80 για να το δείτε ξανά μετά από 22 χρόνια φυλάκισης στον εικοστό πρώτο αιώνα. Πώς το βρήκατε;
«Εντελώς διαφορετικό: από αρχιτεκτονική, πολεοδομική και κοινωνική σκοπιά. Οι μοναξιές έχουν αυξηθεί. Στη δεκαετία του ’70 και του ’80, το Μιλάνο είχε τη διάσταση μιας κοινότητας, παρά τις διαμάχες του και τις πληγές. Το Μιλάνο που βρήκα ξανά είκοσι χρόνια αργότερα έγινε ένα συγκρότημα κατοικιών, μια συνύπαρξη, συγκατοίκηση που πλέον δεν συνδέεται με μια υπόθεση κοινού ενδιαφέροντος. Βρίσκω τον εαυτό μου σε αυτό που είπε ο αρχιεπίσκοπος Tettamanzi δηλαδή ότι υπάρχει κίνδυνος μιας υπαρξιακής εκριζωμένης κατάστασης για όσους ζουν σε αυτή την πόλη ».

Η αστυνομία της δεκαετίας του ’70 για την οποίαν μιλάτε στο βιβλίο σας είναι ένας μη δημοκρατικός θεσμός. Και αυτή του σήμερα;
«Τότε οι περισσότεροι αρχηγοί της αστυνομίας προέρχονταν από τις τάξεις του φασισμού. Το παρόν είναι ένα άλλο πράγμα. Έχω αλλάξει εγώ. Ο κόσμος έχει αλλάξει. Και η αστυνομία άλλαξε έντονα. Αλλά θα έλεγα ότι δεν έχει αλλάξει τελείως. Ο καραμπινιέρος που πυροβόλησε στη Γένοβα, σκοτώνοντας τον Carlo Giuliani στη G8, μας θύμισε, για παράδειγμα, ότι όταν επέστρεψε στο στρατόπεδο, υπήρχαν εκείνοι που γιόρταζαν το νεκρό αγόρι. Προφανώς υπάρχουν ακόμη πολλά που πρέπει να βελτιωθούν …

Μετά από 22 χρόνια φυλάκισης, μόλις αποκτήσατε το διαβατήριο, ποια ήταν τα πρώτα ταξίδια;
«Έκανα τα πρώτα ταξίδια μου στο Νταχάου, στο Μαουτχάουζεν, στο Gusen και στο Harteim. Χρειαζόμουν να ξαναβρώ εκείνες τις αλήθειες, σήμερα απομακρυσμένες και ανείπωτες, και εκείνα τα θεμελιώδη κομμάτια της συλλογικής ταυτότητας που κατέληξαν στην άλεση των συνοπτικών κρίσεων. Αμέσως μετά τα ταξίδια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, επισκέφθηκα το γκουλάγκ του Τίτο, στο Goli Otok. Υπάρχουν τα ερείπια από τις παράγκες και τα εργαστήρια, ενώ η φύση έχει πάρει το πάνω χέρι παντού. Δεν γνωρίζουμε πόσοι ήταν εδώ οι εκτοπισμένοι, οι επίσημοι αριθμοί είναι σίγουρα μικρότεροι. Αλλά οι μαρτυρίες των βετεράνων μετριούνται στα χέρια. Ακόμα, αναρωτιέμαι γιατί, δεν μπορεί να είναι λόγω του φόβου για βεντέτες ή λόγω της τήρησης των ενδείξεων της PCI του Togliatti, οι οποίες επέβαλαν απόλυτη σιωπή και ομερτά ».

Δίχως να εντάσσουμε τον ένοπλο αγώνα μέσα στη σιδερένια λογική του πολέμου, δεν μπορούμε να καταλάβουμε εκείνο το κομμάτι της ιστορίας, γράφετε. Αλλά ενοχές όταν σκοτώνατε δεν αιστανθήκατε ποτέ;
«Τη στιγμή εκείνη όχι. Σιγά σιγά καθώς διαχωριζόμασταν από τη λογική της βίας και εγκαταλείψαμε τα όπλα, άρχισε να αναδύεται η συνείδηση, να εμφανίζεται. Στη δεκαετία του ’70 δεν είχαμε καθαρό μυαλό, και με αυτό δεν ψάχνω δικαιολογίες. Πιστεύω όμως ότι σε κάθε πόλεμο καταλήγουμε να γινόμαστε θύματα μιας αναπόφευκτης δυναμικής που κάνει τους ανθρώπους να χάνουν την αίσθηση της ανθρωπιάς. Για να σκοτώσεις πρέπει να αρνηθείς την ανθρωπιά του άλλου ανθρώπου, ώστε να μην τον αναγνωρίζεις ως άτομο. Έτσι δεν έχεις τύψεις «.

Κάποιος είπε ότι ο ένοπλος αγώνας χρησιμοποιήθηκε-χειραγωγήθηκε από την εξουσία. Τι νομίζεις;
«Η ιστορία του ένοπλου αγώνα αναφέρεται σε συγκρούσεις και όχι σε εξαπάτηση, μηχανορραφίες. Όσον αφορά την Prima Linea, δεν υπήρξαν ποτέ υπόνοιες, όπως ακριβώς οι Br δεν ήταν σίγουρα ένα φαινόμενο που κατηύθυναν από ψηλά. Αλλά στην ιστορία των Br υπάρχουν αναπάντητα σημεία που πρέπει να εξερευνηθούν. Αυτές είναι λεπτομέρειες, όμως «.

Τι ρόλο είχαν οι μετανοούμενοι στην ήττα της τρομοκρατίας;
«Σχετικό. Οι μετανιωμένοι έγιναν ένα εργαλείο της διερεύνησης, των ερευνητικών αρχών, έχουν συμβάλει ίσως στην αποφυγή νέων επιθέσεων. Αλλά παραδόξως προκάλεσαν την αύξηση επίσης της διάρκειας και της τελικής έντασης του αγώνα. Εκείνοι που λένε ότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο δίνουν μια στρατιωτική ανάγνωση στο τέλος της τρομοκρατίας. Αλλά η πραγματική ήττα ήταν η πολιτική και πολιτιστική. Η στρατιωτική υπήρξε πράγματι προσωρινή «.

Ποια είναι η ήττα του ένοπλου αγώνα συνεπώς, που οφείλεται;
«Στη διάσταση, στον διαχωρισμό, ο οποίος προκάλεσε μια αναθεώρηση των μύθων από τους οποίους γεννήθηκε ο ένοπλος αγώνας, με αποτέλεσμα να υπονομεύσει τα θεμέλιά του».  

Στη δεκαετία του 60 γίνονταν αγώνες για το διαζύγιο. Σήμερα για τα Pacs ..
«Ναι. Είμαστε μια νέα κοινωνία που χρειάζεται νέα δικαιώματα. Εκατομμύρια άνθρωποι ζουν μαζί και προσποιούμαστε ότι δεν το βλέπουμε. Σε αυτά τα εκατομμύρια των ανθρώπων πρέπει να δοθεί αντιθέτως μια νομική αναγνώριση ».

Ποια είναι η γνώμη σου για την αριστερά του Πρόντι;                                                     «Δεν είμαι ο καλύτερος άνθρωπος για να μιλήσω για την πολιτική, αλλά μπορώ να πω ότι μπροστά στα προβλήματα των περιθωριοποιημένων, αυτό η αριστερά έχει ακόμα πολλά να κάνει». 

Nicole Cavazzuti

 

https://www.micciacorta.it/2015/09/sergio-segio-ecco-perche-inizio-e-fini-la-lotta-armata/