ιστορία, storia

Κινήματα, βία και ένοπλη πάλη στην Ιταλία των χρόνων Εβδομήντα: όταν οι μελέτες ρίχνουν γέφυρες και δεν σηκώνουν τείχη – του Alberto Pantaloni

Ανασκόπηση από τον Alberto Pantaloni του βιβλίου Prima Linea. L’altra lotta armata (1974-1981), Πρώτη Γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας, 1 τόμος, volume I του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, 2018, σελ. 512.

****

Λίγα και με κακό τρόπο έχουν γραφτεί για την εμπειρία της ένοπλης οργάνωσης Prima Linea μέχρι στιγμής. Αν αποκλείσουμε τους πρωτεργάτες τόμους του Emilio Mentasti, ο οποίος ανέλυσε τα σημαντικά γεγονότα που αντιπροσωπεύει η εμπειρία της Senza Tregua Δίχως Ανακωχή. Ιστορία των κομουνιστικών επιτροπών για την εργατική εξουσία (Senza Tregua. Storia dei comitati comunisti per il potere operaio (1975-1976), Colibrì, 2011, Η κόκκινη φρουρά διηγείται. Ιστορία της εργατικής Επιτροπής της Magneti Marelli, La guardia rossa racconta. Storia del Comitato operaio della Magneti Marelli, Edizioni Εκδόσεις Colibrì, 2006) και εκείνη, από πολλές απόψεις βιαστική και επιφανειακή από τον Giuliano Boraso ο οποίος όμως είχε την αξία να είναι ο πρώτος γύρω από το θέμα (Άγρια Συμμορία. Άνοδος αποθέωση πτώση της οργάνωσης Πρώτη ΓραμμήMucchio Selvaggio. Ascesa apoteosi caduta dell’organizzazione Prima Linea, Castelvecchi, 2006), η λογοτεχνία και η ιστοριογραφία περιορίστηκαν ουσιαστικά να περιλάβουν την Prima Linea μέσα στο τεράστιο καζάνι του λεγόμενου «ένοπλου κόμματος». Όρος, αυτός ο τελευταίος, εξαιρετικά ατυχής και απολύτως ακατάλληλος, όπως έχει ήδη βρει τρόπο να διευκρινίσει ο Andrea Colombo από τις στήλες του “il manifesto” [1]. Γενικότερα, αυτά τα τελευταία χρόνια αναδύεται η ανάγκη να διαλυθούν οι καπνοί που αποφράσσουν τη σωστή οπτική μιας κεντρικής και θεμελιώδους περιόδου της σύγχρονης ιστορίας μας, όπως εκείνη της δεκαετίας 1968-1980, απομακρύνοντας την από τους οπορτουνισμούς και τις φρενήρεις κραυγές της επίσημης πολιτικής, χωρίς ταυτόχρονα να επιπίπτει σε αγιογραφίες και δικαιολογίες. Μια περίοδος κατά την οποία η σχέση μεταξύ κοινωνικών κινημάτων, βίας και ένοπλου αγώνα ήταν τεράστιας πολυπλοκότητας.

Εξ ου και η σπουδαιότητα του καλού έργου του Andrea Tanturli που έγκειται ακριβώς σε αυτό που ο συγγραφέας δηλώνει στην εισαγωγή: «να ρίξουμε γέφυρες, αντί να σηκώσουμε τοίχους, μεταξύ διακριτών αλλά αλληλένδετων φαινομένων». Για να γίνει αυτό χρειαζόμασταν βάθος και σοβαρότητα και επάνω σε αυτό ο Tanturli δεν μας απογοητεύει: η ποσότητα και η ποιότητα των πηγών που συμβουλεύτηκε (από τα αυτοπαράγωγα έγγραφα που υπάρχουν στα αρχεία των αστυνομικών φακέλων, από άρθρα σε εφημερίδες, είτε καθημερινών είτε κινηματικών περιοδικών, στις δικαστικές πράξεις και στις δηλώσεις των εναγομένων) επιτρέπει τη συνεχή επιβεβαίωση της εγκυρότητας ή της αληθοφάνειας των ερμηνευτικών υποθέσεων. Ως εκ τούτου μέσα από ένα μακρύ και περίπλοκο μονοπάτι (τόσο περίπλοκο όσο μπορεί να είναι μια διδακτορική διατριβή), ο συγγραφέας ανακατασκευάζει τους προδρόμους, τις αιτίες, τους παράγοντες μιας εμπειρίας όπως αυτή της Prima Linea που ελάχιστα, ή καθόλου έχει να κάνει με το άλλο μεγάλο σκέλος της αριστερής ένοπλης εμπειρίας στην Ιταλία, αυτής των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ένας «άλλος» ένοπλος αγώνας, όπως ορίζεται στον τίτλο, λόγω σύλληψης, στόχων, ποιότητας και τυπολογίας της σχέσης με τα κοινωνικά κινήματα και τις διαρθρώσεις τους. Αλλά υπάρχουν και άλλα: μέσω της ανασυγκρότησης της μακράς και πολεμικής συστατικής διαδικασίας της Prima Linea (η οποία διήρκεσε περίπου τρία χρόνια), ο Tanturli συμβάλλει επίσης στη καλύτερη διευκρίνιση δύο άλλων πτυχών που σχετίζονται μεταξύ τους, χρονολογικά και πολιτικά: αφενός τις συνέπειες της διάλυσης των ομάδων της επαναστατικής Αριστεράς (ιδιαίτερα της Εργατικής Εξουσίας και της Lotta Continua, αλλά όχι μόνο), αφετέρου την άνοδο του ακανόνιστου και σύνθετου γαλαξία της εργατικής αυτονομίας (αυστηρά με το μικρό «α»), την ακραία ετερογένεια της ακόμη και εντός των θεωρητικών οριζόντων και των κοινών πολιτικών στόχων αν όχι ομοιογενών, όσο κι αν αυτό δυσαρεστεί τους υποστηρικτές και τους προπαγανδιστές του «θεωρήματος 7 απρίλη», του οποίου σε ένα δυο μήνες θα γιορτάσουμε την σαρακοστή επέτειο. Εάν αφενός, λοιπόν, ο συγγραφέας τοποθετεί νόμιμα την εμπειρία της PL μέσα στο χωνευτήρι των αυτόνομων θεωριών και των αυτόνομων πολιτικών συμπεριφορών, επισημαίνει ταυτόχρονα τις βαθιές εσωτερικές αντιφάσεις κατά την περίοδο κυοφορίας της οργάνωσης και εκείνων με τις άλλες ψυχές της αυτονομίας, in primis με τον χώρο του “Rosso”.

Αυτός ο πρώτος τόμος, ο οποίος ασχολείται με τη χρονολογική περίοδο που πηγαίνει από το 1974 έως το 1979, διαρθρώνεται σε πέντε κεφάλαια. Το πρώτο ανασυνθέτει την πολιτική και οργανωτική γένεση της PL, ξεκινώντας από την κρίση και από τις επακόλουθες διασπάσεις που έπληξαν την Lotta Continua και το Potere Operaio, την πρώτη προσπάθεια να καθοριστούν οι διαρθρώσεις της επεξεργασίας σχεδιασμού μέσω του μοναδικού τεύχους του περιοδικού «Line of Conduct, Γραμμή συμπεριφοράς-μεθόδου» μέχρι τη φάση συνεργασίας (πολιτικής και πρωτο στρατιωτικής) μεταξύ των τομέων που εξήλθαν των LC και PO στο παραλληλόγραμμο Τορίνο-Μιλάνο-Φλωρεντία-Ρώμη ξεκινώντας από το 1975 γύρω από την εφημερίδα Senza Tregua. Το δεύτερο κεφάλαιο εξετάζει την κρίση του πολιτικού σχεδίου της Senza Tregua και την απόφαση ενός μέρους των συμμετεχόντων να πιέσουν προς το «ποιοτικό άλμα» μπροστά στην αργή οπισθοδρόμηση των εργατικών αγώνων (του οποίου εκείνη τη στιγμή δεν φαίνεται να υπάρχει συνειδητοποίηση) και στο κλείσιμο της δυνατότητας «ανοίγματος» του θεσμικού πολιτικού πλαισίου μετά τις εκλογές της 20ής ιουνίου 1976. Το τρίτο κεφάλαιο ασχολείται με την αναπόφευκτη (και αδιαμφισβήτητη) σχέση με το κίνημα του 77, το οποίο όχι μόνο αντιπροσωπεύει το καλύτερο ριζοσπαστικό περιβάλλον, radical milieu, όπως έγραψε ο Luca Falciola, που η PL μπορούσε να βρει για να αναπτύξει τη δράση της, αλλά όπου συχνά οι αγωνιστές διαδραματίζουν ένα δημόσιο και όχι δευτερεύοντα ρόλο. Ακριβώς η παρακμή αυτού του κινήματος, που προκάλεσε την είσοδο αρκετών από τους αγωνιστές του μέσα στην Πρώτη γραμμή (αλλά και τις BR, ειδικά στη Ρώμη), σε συνδυασμό με τα πρώτα χτυπήματα που υπέστη από την καταστολή του κράτους, δημιούργησε εκείνη την περαιτέρω μιλιταριστική στροφή που κατέστη μη αναστρέψιμη μετά την απαγωγή και την εκτέλεση του Aldo Moro από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί την καρδιά του τέταρτου κεφαλαίου του βιβλίου, που ορίζει τόσο τη μορφολογία της οργάνωσης, όσο και τις προσπάθειές της να ενοποιηθεί με άλλα »αδελφά» τμήματα του αριστερού ένοπλου αγώνα (όπως οι FCC, κομουνιστικοί μαχόμενοι σχηματισμοί) και τις βαθιές ιδεολογικές, πολιτικές αποκλίσεις και προγραμματικές (καθώς και κάποια αμοιβαία ανυποληψία) με τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Όμως η κριτική της PL στην επιχείρηση
Moro σύντομα θα σταματήσει για να αφήσει ανοικτό το πεδίο σε μια όλο και περισσότερο παρόμοια πρακτική, όπως θα είχαν δείξει οι δολοφονίες του Alessandrini και του Ghiglieno και, σε μια όλο και πιο αυστηρή παρανομία, σε ένα έτος (1979) που στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου ο συγγραφέας θεωρεί καθοριστικό όχι μόνο για την παραβολή της οργάνωσης, πριν από την κρίση και την αποσύνθεσή της κατά την διετή περίοδο 1980-81 (η οποία θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου), αλλά και πάνω απ ‘όλα της περίπλοκης σχέσης μεταξύ ένοπλου αγώνα, της κρίσης των κινημάτων και αναδιάρθρωσης της ιταλικής κοινωνίας.

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, ακριβώς η συνεχής προσοχή να μην αγνοηθεί αυτή τη σχέση αντιπροσωπεύει, μαζί με το γιγαντιαίο έργο έρευνας και διαβούλευσης των πηγών και για το γέμισμα του ιστοριογραφικού κενού επάνω στο θέμα αυτό, ένα άλλο ιδιαίτερα ποιοτικό στοιχείο του έργου από την άποψη της ερμηνείας. Η έξοδος από την στερεότυπη κοινοτοπία που αντιμετωπίζει τον ένοπλο αγώνα και την αριστερή τρομοκρατία στην Ιταλία ως ψυχοπαθολογικά φαινόμενα ή ως καρπούς ετερο-κατευθύνσεων και στρατηγικών συνωμοσίας από ποιος ξέρει ποιες σκοτεινές δυνάμεις, αντιπροσωπεύει σήμερα τον κύριο δρόμο για να δώσουμε πίσω στην κοινότητα και στη Χώρα την κατανόηση μιας περιόδου της πρόσφατης ιστορίας μας που σίγουρα δεν μπορεί παρά να οριστεί ως εξαιρετική (με την ετυμολογική έννοια του όρου) τόσο από την άποψη της ποσότητας των ανθρώπων που αγκάλιασαν τον ένοπλο αγώνα, όσο και από εκείνη της έντασης της σύγκρουσης με το Κράτος και τους μηχανισμούς του.

 

Note

 

[1]https://ilmanifesto.it/le-radici-politiche-di-una-parabola-buia-e-controversa/.

Print Friendly, PDF & Email
ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Ένα νέο βιβλίο πηγαίνει στις ρίζες της Πρώτης γραμμής, τον άλλο ένοπλο αγώνα

 

Το «ένοπλο κόμμα» ήταν μια δημοφιλής έκφραση ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Δημοσιογραφικά αποτελεσματική, ήταν όμως λανθασμένη και παραπλανητική. Ακόμη και σήμερα επηρεάζει, παραμορφώνοντας, την εικόνα της ιστορικής αυτής φάσης. Στην πραγματικότητα απέδιδε την εικόνα ενός συνεκτικού ένοπλου μπλοκ παρά τις διαιρέσεις. Η όλη εμπειρία του ένοπλου αγώνα ήταν έτσι τυποποιημένη στις έννοιες και τις συνεκδοχές της κύριας οργάνωσης, η οποία όμως ήταν η μόνη που πραγματικά φαντάζονταν τον εαυτό της ως ένοπλο κόμμα: τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Η πραγματικότητα είναι ότι, αν υπήρχε ένα «ένοπλο κόμμα», υπήρξε επίσης και ένα «ένοπλο κίνημα» που ακολουθούσε πολύ διαφορετικές, και συχνά αντίθετες, συντεταγμένες και λογικές.

Η ΚΥΡΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ στα όπλα ήταν η Prima linea, η δεύτερη σημαντική ένοπλη οργάνωση, στην οποία ωστόσο η πληθώρα διαφημιστικών δραστηριοτήτων και η σπάνια ιστοριογραφία δεν έδωσαν μέχρι στιγμής ιδιαίτερη προσοχή, επικεντρωμένες όπως ήταν – και όπως παρέμειναν – στις Br και ειδικότερα στην εντυπωσιακότερη δράση τους, την απαγωγή Moro. Αυτό το κενό, το οποίο όμως δεν ήταν πλήρες, καλύπτεται τώρα από τον Andrea Tanturli, ερευνητή στη Φλωρεντία με το βιβλίο Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας – Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), vol. 1 (DeriveApprodi, pp. 380, euro 25).

Είναι ένα βιβλίο που πραγματικά δεν πρέπει να χάσουν όσοι ενδιαφέρονται για την ιστορία του ιταλικού επαναστατικού κινήματος της δεκαετίας του ’70. Αντιμετωπίζει την παραβολή της Pl με τα εργαλεία του ιστορικού, ακολουθώντας το χρονολογικό σχήμα αλλά χωρίς να επιδίδεται ούτε στην ανεκδοτολογία ούτε στο τυπικό δικαστικό μοντέλο που στολίζει περιγραφές επιθέσεων αλλά προσπαθεί αντ’ αυτού να ανακατασκευάσει, μέσα από ένα σχολαστικό έργο και επάνω σε ντοκουμέντα, τις πολιτικές ρίζες, την συγκυρία και το κοινωνικό πλαίσιο χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να κατανοήσουμε την πραγματικότητα της Pl. Συγχρόνως συλλαμβάνει, μέσα στον καθόλου στρεβλωμένο καθρέπτη την ιστορία της Πγ, τη διαδρομή, το δίλημμα και τέλος την παθητική απόκλιση όλης εκείνης της πλευράς του κινήματος που, μετά από την καμπή, το ορόσημο του 1974, δεν είχε επιλέξει ούτε τη θεσμοποίηση ούτε το παράνομο κόμμα.

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ απ’ ότι οι Br που πάντα προσέχουν κυρίως στη βάση του Pci-Κκι και του παραδοσιακού εργατικού κινήματος, η Pl γεννιέται από το κίνημα και για το κίνημα. Οι μαχητές και τα ηγετικά στελέχη της, που προέρχονται κυρίως από τις εμπειρίες της συνεχούς Πάλης-Lotta continua και της εργατικής Εξουσίας-Potere operaio, διατηρούν επί μακρόν μια διπλή στράτευση: παρεμβαίνουν τόσο στις κοινωνικές συγκρούσεις όσο και στις ένοπλες ενέργειες. Καθ ‘όλη τη φάση της κυοφορίας και στα πρώτα χρόνια η περιοχή της Χωρίς ανάπαυλα-Senza tregua, μετασχηματισμένη αργότερα στην Πρώτη γραμμή, θεωρεί την ένοπλη εμπειρία αναστρέψιμη: ένα εργαλείο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί ή να τεθεί κατά μέρος ανάλογα με τις συνθήκες και τις ανάγκες της ταξικής σύγκρουσης. Επί σειρά ετών περισσότερο «ημιπαράνομη-semiclandestina» παρά παράνομη, η Πγ είναι πολύ λιγότερο διαρθρωμένη από ότι οι BR, χωρίς μια πραγματική ομάδα κορυφής σε εθνικό επίπεδο, καθόλου προσεκτική στις ανάγκες του διαμερισμού, της τμηματοποίησης: συμβαίνει περισσότερες από μια φορές ορισμένοι αγωνιστές να αναγκάζονται να μη πάρουν μέρος σε ένοπλες δράσεις επειδή τραυματίστηκαν παίζοντας ποδόσφαιρο. Είναι παρούσα και δραστηριοποιείται κυρίως στο Μιλάνο, το Τορίνο και τη Φλωρεντία, εκτεινόμενη μέχρι τη Νάπολη. Από την άλλη πλευρά δεν πετυχαίνει ούτε η συνένωση με τους κομμουνιστικούς μαχόμενους Σχηματισμούς, παρά μια σύντομη φάση «ενοποιημένης διοίκησης», ούτε η «αποβίβαση» στην πρωτεύουσα, πιθανώς επειδή η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br αποτελεί μια ανωμαλία, ούσα ένα είδος «κινηματίστικης φάλαγγας» .

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ αυτή καθεαυτή είναι ξεχωριστή από τις «ομάδες», οι οποίες έχουν το καθήκον να παρεμβαίνουν στο ζωντανό των συγκρούσεων με επιθέσεις λιγότερο στρατηγικού χαρακτήρα, έστω και αν στην πράξη οι δύο χώροι συχνά καταλήγουν να επικαλύπτονται. Η Pl γεννιέται αυστηρά συνδεδεμένη με τους αγώνες των εργατών, κυρίως σε καταστάσεις όπου το κίνημα είναι περισσότερο παρόν και οι συγκρούσεις περισσότερο αποφασιστικές, αλλά στη συνέχεια θα είναι προσεκτική στις συγκρούσεις που εξαπλώνονται στο κοινωνικό, στην οικολογία, την ηρωίνη, μέχρι τον φεμινισμό. Να την θεωρήσουμε «ένοπλο βραχίονα του κινήματος», τονίζει στον πρόλογο ο Tanturli, είναι όμως ένα λάθος. Η φιλοδοξία ήταν υψηλότερη: να κατευθύνει το κίνημα προς μια κατάληξη και μια νικηφόρα διέξοδο από την αντεπίθεση που έπαιρνε μορφή στο τέλος της ανερχόμενης φάσης της εργατικής σύγκρουσης.

Αυτό τον πρώτο τόμο, ο συγγραφέας αφιέρωσε εκτενώς στη φάση της «κύησης», ακριβώς τα έτη μεταξύ 1974 και 1977. Πρωταγωνιστής δεν είναι μόνο ο χώρος της Χωρίς ανακωχή-Senza tregua, από τον οποίο θα γεννηθεί η Pl, αλλά ολόκληρη η αυτονομία ιδιαίτερα η μιλανέζικη. Η εν λόγω διατομή επιτρέπει να γίνει o απολογισμός της συνολικής εικόνας και της συζήτησης μέσα στην οποία ωρίμασε η ένοπλη επιλογή, σε τομείς πάντα μειοψηφικούς αλλά όχι ασήμαντους του κινήματος. Ήταν μια σε μεγάλο βαθμό αμυντική κίνηση, η προσπάθεια να αποφευχθεί ένα αποτέλεσμα που εμφανίζονταν σε μια προοπτική ήδη καθορισμένη, μετά την αναδιάρθρωση που ακολούθησε το πετρελαϊκό σοκ του ’73, υψώνοντας το διακύβευμα και μετακινώντας το έδαφος της ταξικής σύγκρουσης.

ΣΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΟΜΟ ο Tanturli θα ασχοληθεί με την τελευταία φάση της υπόθεσης Pl: τις διασπάσεις, τις «στρατηγικές οπισθοχωρήσεις», τη διάλυση, τη συλλογική διάσταση. Αλλά ήδη στο τέλος αυτού του τόμου καταγράφεται η ήττα του στοιχήματος της. Η «κινηματίστικη-movimentista» ένοπλη οργάνωση κατέληξε υιοθετώντας εκείνο το ταξιαρχίτικο μοντέλο σε αντίθεση με το οποίο γεννήθηκε. Ο Tanturli δικαιολογεί το στρίψιμο στο τιμόνι με τις συνέπειες της απαγωγής του Μόρο, η οποία ανάγκασε να επικρατήσουν σε όλους οι έννοιες της στρατιωτικής σύγκρουσης έναντι των πολιτικών, αλλά κυρίως στη διάλυση του κινήματος. Χωρίς το οποίο η Pl δεν είχε πλέον λόγο να υπάρχει.

* Πηγή: Andrea Colombo, IL MANIFESTO

αυτονομία, autonomia

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη- μέρος πέμπτο

ΠΛΗΡΩΜΗ ΤΟΥ ΤΙΜΗΜΑΤΟΣ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΩΣ – PAGARE DI PERSONA

Πριν ολοκληρώσω, κάποιο τελευταίο ξεκαθάρισμα. Εσύ νομίζεις (δεν λέω »υπαινίσσεσαι», είναι φυσικό να νομίζεις, διότι η μηχανή ψεμμάτων που μας καταπλάκωσε εδώ και μια δεκαετία, το μίσος και η περιφρόνηση με τα οποία μας περικύκλωσαν είναι τέτοια,  που είναι δύσκολο να μην έχεις προκαταλήψεις), πως εγώ είμαι ένας που αποφεύγει να επωμιστεί το τίμημα,
να »πληρώσει σε πρώτο πρόσωπο».
Με την ευκαιρία σου ζητώ να σκεφτείς και μόνο σχετικά με αυτά που ακολουθούν.    Όπως θα ξέρεις, από τις στήλες
της Corriere και της Messaggero
πρόσφατα αποκάλεσα »ψεύτη» και
»άνθρωπο υποκάτω πάσης υποψίας»,
τον υπουργό Εσωτερικών Gava, που είχε θριαμβευτικά δηλώσει πως δυο ιταλοί που μόλις είχαν συλληφθεί στο Παρίσι (Giovanni
Alimonti και Enrico Villimburgo) ήταν »οι
εγκέφαλοι των Brigate Rosse και
της'»ευρωτρομοκρατίας»», και πως ειδικότερα ο
Alimonti θα ήταν ένας από τους εκτελεστές
της δολοφονίας του σενατόρε Ruffilli, που έλαβε χώρα
τον περασμένο μάιο.
Ήμουν σε θέση να διαψεύσω δημόσια τον υπουργό, για το απλούστατο γεγονός πως οι δυο αυτοί σύντροφοι είχαν απευθυνθεί ήδη εδώ και πολλούς μήνες σ’ εμένα (που τους έφερα σε επαφή με τους δικηγόρους
με τους οποίους από πάντα ο δικός μας «Σύνδεσμος βοήθειας και αλληλεγγύης με τους ιταλούς πρόσφυγες στην Γαλλία’‘ εργάζεται) διότι ήθελαν να βγουν
από την δική τους καταναγκαστική κατάσταση παρανομίας και να προσπαθήσουν να αποκτήσουν μιαν άδεια παραμονής για να μπορούν να ζουν
και να εργάζονται στη Γαλλία υπό το φως του ήλιου,
ή να φύγουν για γαίες μακρινές και άλλους κόσμους. Πρόσθεσα, πάντως, πως η
απόδειξη πως ο υπουργός ψεύδεται, και η ηχηρή επιβεβαίωση
του ‘surplus’ ανεπαρκών και διωκτικών χαρακτήρων που χαρακτηρίζουν την ιταλική δικαιοσύνη στα χρόνια της κατάστασης έκτακτης ανάγκης
δίδεται από το δυστύχημα στο οποίο οι δικαστές κατέφυγαν,
ενοχοποιώντας για την δολοφονία Ruffilli έναν άνθρωπο (Alimonti)
που εκείνη την ημέρα ήταν μαζί μου (και, ευτυχώς,
με πολλά άλλα πρόσωπα) στο Παρίσι.
Μπόρεσα να θυμηθώ τις περιστάσεις διότι εκείνη την ημέρα o άνθρωπος τον οποίον πολλοί μάρτυρες
είχαν αναγνωρίσει (!) σαν έναν από τους
«εκτελεστές» του Ruffilli, είχε έρθει μαζί μου
(προς ευτυχή σύμπτωση, ακριβώς στη διάρκεια των ωρών εκείνης της δολοφονίας) για να συναντήσουμε τους δικηγόρους που ασχολούνταν με το πρόβλημα
της διοικητικής τακτοποίησης-νομιμοποίησης στην Γαλλία, στην αίθουσα μιας στρογγυλής τραπέζης σχετικά με το δικαίωμα στο άσυλο
στην Ευρώπη. Και πάνω απ’ όλα
διότι αργότερα ήταν μαζί μου (και με μια εικοσαριά ακόμη άτομα) να παρακολουθήσουμε την προβολή της ‘cassetta’ μιας συνέντευξης τηλεοπτικής των Curcio, Moretti και Balzarani,
όταν η Lucia μου τηλεφώνησε πως είδε στις τηλεειδήσεις πως υπήρξε μια νέα πολιτική δολοφονία στην Ιταλία. Το θυμάμαι πολύ καλά
επειδή διέκοψα την «μετάδοση» των κασετών και πληροφόρησα τους παρόντες
γι αυτό το σοβαρό πράγμα που είχε συμβεί. Και διότι,
στους δημοσιογράφους που μου ζητούσαν τηλεφωνικά, είπα
(έχοντας μπροστά μου, στην τηλεοπτική οθόνη, τα δραματικά πρόσωπα των
Renato, Mario e Barbara):
«Αυτή η πράξη έχει ως κύριο αποτέλεσμα να σκοτώσει ξανά την ήδη εύθραυστη ελπίδα
μιας λύσης αμνηστίας, να επιβάλλει την σιωπή
σε αυτούς που ξεκινούν να μάχονται γι αυτό τον στόχο,
να θάψει την μάχη για ελευθερία που ξεκίνησε για να συγκεκριμενοποιήσει αυτή την ελπίδα. Με άλλα λόγια, αυτοί οι  »εκτελεστές»
δεν έχουν πλέον καμιά κοινωνική νομιμοποίηση, και η μοναδική αντικειμενική έννοια  της δράσης τους θα είναι τελικά εκείνη να έχουν πυροβολήσει στις πλάτες του Curcio και των συντρόφων του»

«Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΓΥΜΝΟΣ !»

Ανέλαβα αμέσως την ευθύνη να διαψεύσω τις ψευτιές του Gava για
τους Alimonti και Villimburqo για διάφορους λόγους. Ο πρώτος 
είναι το καθήκον σαν
citoyen, πολίτης,
(που στην πραγματικότητα δεν είμαι) να δημοσιοποιήσω
πιθανά στοιχεία στην κατοχή μου τα οποία απαλλάσουν
κάποιον από μια αβάσιμη και άδικη κατηγορία. O δεύτερος είναι η ευκαιρία να μεταφέρω μια μικρή συνεισφορά στην υπεράσπιση αυτών των συντρόφων
από την έκδοση (όντως είναι ξεκάθαρο η ηχηρή ψευτιά σχετικά με την ευθύνη του Alimonti για την εκτέλεση του Ruffilli ρίχνει μια σοβαρή σκιά υποψίας
επάνω σε όλες τις άλλες κατηγορίες που κινήθηκαν εναντίον του, στον Villimburgo, σε άλλους, και στο πορτρέτο ευκολίας που οι αρχές της αστυνομίας φτιάχνουν). Αυτή η σκιά, αυτή η υποψία
θα καταστήσουν πιο εύκολη μια έκδοση, η οποία θα μπορούσε να στηρίζεται
στο »fumus» ενοχής που ρίχνεται επάνω
στους δυο συντρόφους από τον υπαινιγμό μιας υποτιθέμενης τρέχουσας »επικινδυνότητας» τους ).
O τρίτος λόγος είναι η ιερή και απαραβίαστη πρόθεση να δείξω πως «il re è nudo – ο βασιλιάς είναι γυμνός»,
και πως η φιλοσοφία και η πρακτικές της κατάστασης έκτακτης ανάγκης οδηγούν,  ανάμεσα στις άλλες χίλιες καταχρήσεις και αίσχη,
και στο να πετάξουν συστηματικά και στα τυφλά
επάνω σε όλους μαζί τους διαφεύγοντες την ευθύνη των πράξεων που λαμβάνουν χώρα σήμερα από τις οργανώσεις
στις οποίες ανήκαν παλαιότερα.
Τέταρτη αιτία, είναι η ευκαιρία
να αναφερθώ σε μια συζήτηση πολύ πλατύτερη και βαθιά κριτικής της ίδιας της επιστημολογικής κατάστασης της »γνώσης»
του ‘δικαστικού συστήματος‘.
Να δείξω, με άλλα λόγια, πως η ποινική Δικαιοσύνη δεν αναζητά (όπως
ισχυρίζεται πως κάνει, αποσπώντας κατ’ αυτό τον τρόπο ένα μέρος της νομιμοποίησης της) την «αλήθεια». Αυτή αντιθέτως έχει την ευθύνη της παραγωγής αλήθειας.

ΚΑΠΟΙΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ

Τώρα, ήθελα να σου επισημάνω, Carlo, πως
αυτή η αλληλουχία, που εν μέρει και τυχαία συμπίπτουν, κάποιων στάσεων, με εκθέτει, σύμφωνα με τα λεγόμενα των δικηγόρων μου,
σε κάποιους κινδύνους                                                                                                                          a. την πιθανότητα να ανοιχθεί εναντίον μου μια προκαταρκτική έρευνα όσον αφορά την εκτέλεση Calabresi,                                                                                                                              b. την πιθανότητα μιας ενοχοποίησης για
‘συνενοχή» με την δολοφονία Ruffilli (παρά το γεγονός πως, με αφορμή αυτήν, τον προηγούμενο μάη είχα δημοσιεύσει στο μηνιαίο Frigidaire μια ανοικτή Επιστολή στους »νέους ταξιαρχίτες»,
στην οποίαν, μετά από μια σφικτή διάψευση των παραδειγμάτων που υποστηρίζουν την ορθότητα, τη νομιμοποίηση,
τον χειραφετικό χαρακτήρα μιας πρωτοβουλίας ένοπλου αγώνα στην Ιταλία και στην Ευρώπη του σήμερα, έστελνα μια έκκληση στην ανάκληση,  δηλώνοντας τον εαυτό μου διαθέσιμο,
να δώσω την ταπεινή μου βοήθεια για να αντιμετωπιστούν οι πρακτικές συνέπειες,          c. την πιθανότητα
να απελαθώ από την Γαλλία
μιας και παραβίασα την obligation de réserve που έχει επιβληθεί στους εξόριστους (και στη δική μου περίπτωση, η δική μου μοναδική απάντηση θα μπορούσε να είναι η υπογράμμιση πως, όντας εγώ σε διοικητική κατάσταση ακανόνιστη,  επισήμως δεν υπάρχω, συνεπώς δεν υπόκειμαι σε κάποια ‘διάταξη’,
όμως, όπως μπορείς άριστα να καταλάβεις, είναι σαν να πέφτω απ’ το τηγάνι στα κάρβουνα).
Τώρα εσύ βλέπεις, Carlo, αν μπορώ να κατηγορηθώ πως δεν αναλαμβάνω τις προσωπικές μου ευθύνες, με τους συνημμένους κινδύνους!

 

https://www.inventati.org/cope/wp/wp-content/uploads/2016/08/148_OScalzone_Frigidaire95Ottobre1988OTT.pdf

ιστορία, storia

Ο ‘οικοδόμος’ της ταξικής πάλης

του Fiorenzo Angoscini

Ottone Ovidi, Salvatore Ricciardi, Bordeaux, Roma, μάϊος 2018, σελ. 118, € 12,00

Αυτή η ευέλικτη έκδοση είναι μια περιορισμένη βιογραφία  (1960-1980) που πραγματοποιήθηκε υπό μορφή συνέντευξης, με ερωτήματα και απαντήσεις, που έλαβε χώρα από τον Ottone Ovidi, ρωμαίο συντάκτη του περιοδικού «Zapruder-Storie in Movimento-Ιστορίες σε Κίνηση» και συγγραφέα μια κοινωνικής-ιστορικής-πολιτικής πρότασης εκείνης της περιόδου, στον Salvatore Ricciardi, προλετάριο-πολιτικό αγωνιστή της λαϊκής  borgata της Garbatella.

Ήδη εγγεγραμμένος στo Psiup (Partito Socialista di Unità Proletaria-Σοσιαλιστικό Κόμμα Προλεταριακής Ενότητας), που γεννήθηκε από μια διάσπαση στα αριστερά του Psi, διαλύθηκε επειδή δεν έπιασε το quorum, το όριο στις πολιτικές εκλογές του 1972 και του οποίου τα ηγετικά στελέχη, μετά από αυτή την debacle, πανωλεθρία, συγκλίνουν μαζικά στο Κκι, Pci. Μεταξύ των πιο εμφανών: Lucio Libertini, Dario Valori, Tullio Vecchietti, από την borgata. Παρά το δίπλωμα βιομηχανικού Εμπειρογνώμονα, αρχίζει την εργατική και πολιτική δραστηριότητα μεταξύ των εργατών στις κατασκευές, με τους οποίους συμμετέχει στους ενεργητικούς αγώνες του 1961-1963 που θα κορυφωθούν με τις συγκρούσεις (130 συνελήφθησαν) της Piazza Santi Apostoli στη Ρώμη. Αφού κέρδισε έναν μοιραίο διαγωνισμό, μπαίνει στον μηχανισμό Κρατικών Σιδηροδρόμων: τεχνικό γραφείο. Αρχικά εντάσσεται στο συνδικάτο Sfi-Cgil, στη συνέχεια αποσπάται [εκδιώκεται, μαζί με άλλους, όταν έχουν ήδη αποχωρήσει] και, το 1971, ιδρύει τον αυτόνομο οργανισμό Cub-Ferrovieri της Ρώμης, ο οποίος «οργάνωνε» (συγκέντρωνε) 1500 εργαζόμενους. Στη συνέχεια, η συνάντηση με τους σπουδαστές:

“Όταν ξεκίνησαν τα πρώτα σημάδια του 1968 από τα μέρη του σταθμού Termini όπου υπάρχουν πολλά σχολεία και γυμνάσια στα οποία άρχισαν να κάνουν συνελεύσεις, οι φασίστες που έρχονταν από την περιοχή του Corso Italia τους επιτίθενται. Εμείς πηγαίναμε με το ελεύθερο από το συνδικάτο, συχνά μαζί με εκείνους του PCI και βρεθήκαμε δίπλα-δίπλα αποκρούοντας αυτές τις φασιστικές επιθέσεις”.

Σχεδόν ταυτόχρονα (1969-1970) οι πρώτες επαφές με τους Συντρόφους του Collettivo Politico Metropolitano του Μιλάνο (ένας από τους οργανισμούς που θα δώσουν ζωή στις BR).Η πορεία πολιτικής εξέλιξής του (χωρίς καμία απολογητική πρόθεση) κορυφώνεται (1976) με το πέρασμα του στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Ο γέρος (γεννημένος τον σεπτέμβριο του 1940, χωρίς καμιά επιθετική πρόθεση, αλλά για να τονίσουμε τη σημαντική διαφορά στην ηλικία με εκείνη την μέση του αγωνιστικού σώματος. Μόνο ο Renato Curcio – έτος γέννησης 1941 – μπορεί να θεωρηθεί «σύγχρονος» του. Ο Prospero Gallinari ήταν 11 ετών νεότερος, ένας άλλος από το Reggio, συνιδρυτής των Br και, αργότερα, του Αντάρτικου Κόμματος, Partito Guerriglia, «ακατανόμαστος» για πολλούς πρώην συντρόφους, είχε 7 λιγότερα, ο Ario Pizzarelli είχε 14 λιγότερες ‘ανοίξεις’ στην πλάτη του. Ο Walter Alasia, μάλιστα, βρίσκονταν 16 χρόνια σε απόσταση), όπως ονομάζονταν από τους συναγωνιστές του στην Κομμουνιστική Μαχόμενη Οργάνωση, λόγω της δραστηριότητά του στο «ένοπλο Κόμμα» συλλέγει 30 χρόνια φυλάκισης:

Ε.: «Θυμάσαι την πρώτη ενέργεια που έγινε στη Ρώμη;»                                                      Α.: «Ένας δικαστής που υπέγραφε τις εντολές έξωσης και τις εκκενώσεις, ακριβώς λόγω του ότι αυτή η ενέργεια γέννησε τη ρωμαϊκή φάλαγγα, ο οποίος χτυπήθηκε, τραυματίστηκε. Μια άλλη δράση εκείνης της περιόδου, η οποία μας έδωσε μεγάλη δημοσιότητα επειδή αφορούσε έναν χαρακτήρα ιδιαίτερα μισητό από το ρωμαϊκό προλεταριάτο, ήταν η δολοφονία ενός εργολάβου, με το παρατσούκλι «Jack the harness, ο εκμεταλλευτής», πολύ δραστήριος στις εξώσεις και στο να καλεί την δημόσια δύναμη ενάντια στους παραβάτες ένοικους, οι οποίοι ήταν όλοι λαϊκές οικογένειες σε προαστιακές γειτονιές».1

Από αυτά τα 30 χρόνια, ο Ricciardi περνά τα «20 έγκλειστος και 10 σε ημιελευθερία και υπό όρους ελευθερία».2
Σε αυτό το βιβλίο, όχι στη γραπτή συνέντευξη, πολύ λιγότερο στη σύντομη αυτοβιογραφία, ο Ricciardi δεν θυμάται τη σοβαρότητα της κατάστασης υγείας του. Από σεβασμό για το πρόσωπο και τη θέλησή του, δεν θα το είχαμε κάνει ούτε εμείς, αλλά μας φαίνεται μια συμπεριφορά αξιοπρεπούς συνέπειας που αξίζει να τονιστεί.
Μετά τα χρόνια της φυλακής, ο Ricciardi, ξαναμπαίνει στα πολιτικά φόρουμ (;), ενδιαφέρεται και ασχολείται με την φυλακή, τους κρατούμενους και τα δικαιώματα. Το βιβλίο, στο οποίο προηγείται ένα post scriptum από τον Ottoni, επικεντρώνεται στην ιστορική μεθοδολογία, κλείνει με την παρέμβασή του σε αυτό το τελευταίο θέμα.

Χωρίς vis polemica, μόνο μερικές σημειώσεις σχετικά με παραλείψεις και λάθη.Ο Giangiacomo Feltrinelli δεν πεθαίνει το 1971 (σελ. 43) αλλά στις 14 μαρτίου 1972. Και πάλι, σχετικά με το θέμα του Luigi Longo, πρώην γραμματέα του PCI από το 1964 έως το 1972, υποστηρίζει:

“Μεταξύ άλλων στο κόμμα υπήρξε μια μετάλλαξη, για την οποίαν «κατά πρώτο λόγο» μίλησε ο Luigi Longo το 1975-1976 … που προειδοποίησε την υπόλοιπη ηγεσία για την απώλεια μελών εργατικής προέλευσης υπέρ των μεσαίων τάξεων. Και είναι για μένα το αποτέλεσμα πολιτικής δράσης στοχευμένης να ευνοήσει αυτά τα στρώματα και όχι άλλα”.

Αλλά ήδη ο Παλμίρο Τολλιάττι, εθνικός γενικός γραμματέας του κόμματος, στις 24 σεπτεμβρίου 1946, στο δημοτικό θέατρο του Reggio Emilia, ανέπτυξε μια συλλογιστική υπό την έννοια αυτή, με τίτλο: μεσαία τάξη και Emilia Rossa, Κόκκινη Εμίλια.                        Επίσης, η «L’Unità» (πρώτη σελίδα της 25ης σεπτεμβρίου) ανέφερε το νέο: «Οι μεσαίες τάξεις έχουν κοινά συμφέροντα με εκείνα των εργαζόμενων» 3. Λίγες μέρες αργότερα, κυριολεκτικά, δημοσιεύτηκε μια μπροσούρα με τον ίδιο τίτλο της διάσκεψης.4              Ήταν μεγάλο το ενδιαφέρον να πιέσουν αυτό το κουμπί.

Ο Ricciardi έχει κάνει κάποιες εκδόσεις με δική του υπογραφή: Cos’è il carcere. Vademecum di resistenza, Τι είναι η φυλακή; Εγχειρίδιο αντίστασης5 και Maelstrom. Scene di rivolta ed autorganizzazione di classe in Italia dal 1960 al 1980, Σκηνές εξέγερσης και ταξικής αυτοοργάνωσης στην Ιταλία από το 1960 στο 1980  6.
Τον ιανουάριο του 2013, μαζί με πολλούς άλλους Συντρόφους, και όχι μόνον πρώην μαχητές των Brigate Rosse, συμμετέχει στην κηδεία του ρετζιάνου Κομουνιστή, Comunista reggiano, Prospero Gallinari7 και γι αυτό, μαζί με τον Sante Notarnicola, έναν από τους πρώτους πολιτικούς κρατούμενους που κατοίκησαν τις πατρικές φυλακές, τον Loris Tonino Paroli, πρώην στρατευμένο της οργάνωσης και τον Davide Mattioli, ακτιβιστή No-Tav του Reggio Emilia, viene indagato, διερευνήθηκε για υποκίνηση σε διάπραξη εγκλήματος.
Στη συνέχεια το όλον θα κλείσει με μιαν αρχειοθέτηση.

Στην Lidia
Αυτό είναι το πρώτο γραπτό που ‘προσπαθώ’ να επεξεργαστώ αφού, με άφησες για πάντα, στις 20 ιανουαρίου.
Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να σε κάνω να το διαβάσεις, όπως συνήθως, πριν το διαδώσω.
Δεν κατάφερα καν να ευεργετηθώ των πολύτιμων συμβουλών και προτάσεων σου, των κριτικών σου.
Μου λείπεις πολύ.
Μου λείπεις και γι αυτό.

(Fiorenzo, 30 ιουνίου 2018)


  1. pag. 46  
  2. pag. 47  
  3. L’Unità, pag. 1, 25 settembre 1946  
  4. Palmiro Togliatti, Ceto medio ed Emilia Rossa, Tipografia popolare, Reggio Emilia, 1946  
  5. Salvatore Ricciardi, Cos’è il carcere. Vademecum di resistenza. Prefazione di Erri De Luca, DeriveApprodi, Roma, 2015, pag, 128  
  6. Salvatore Ricciardi, Maelstrom. Scene di rivolta ed autorganizzazione di classe in Italia dal 1960 al 1980, DeriveApprodi, Roma, 2011, pag. 400  
  7. 1 gennaio 1951-14 gennaio 2013  
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Πρώτη γραμμή – Prima linea

Il 27 settembre στις 27 σεπτεμβρίου θα έρθει στα βιβλιοπωλεία Prima Linea. L’altra lotta armata (1974-1981) Vol. I, Πρώτη Γραμμή. Η άλλη ένοπλη πάλη  1ος Τόμος– ένα πυκνό και σε βάθος ερευνητικό έργο του νεαρού ιστορικού Andrea Tanturli.

Η ιστορία μιας από τις σημαντικότερες ομάδες του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία στη δεκαετία του ’70 επιτέλους αναλύεται με τα εργαλεία της ιστοριογραφίας και όχι όπως μέχρι σήμερα συνέβη με εκείνα τα μειωτικά των απομνημονευμάτων ή του δημοσιογραφικού χρονικού.

Prima linea

Η άλλη ένοπλη πάλη, L’altra lotta armata (1974-1981) Vol I Τόμος 1

Andrea Tanturli
€25,00

Στο γεμάτο πανόραμα της επαναστατικής αριστεράς της δεκαετίας του ’70, η οργάνωση Prima Linea αντιπροσωπεύει ένα από τα λιγότερο γνωστά και πιο παρεξηγημένα κεφάλαια της ιστορίας του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Είναι λίγα χρόνια, ξεκινώντας από το 1974 (όταν δημιουργούνται οι πρώτες ιδρυτικές διαδικασίες) έως το 1981 (το έτος εγκατάλειψης της ένοπλης πάλης), που σηματοδοτούν τη γέννηση, την άνοδο και το ναυάγιο ενός πολιτικού σχεδίου με στόχο το ρίζωμα του ένοπλου αγώνα στο σώμα των ακραίων αριστερών κινημάτων. Η προσπάθεια να ασκηθεί ένα εναλλακτικό οργανωτικό και ιδεολογικό μοντέλο από εκείνο της περίπτωσης των ερυθρών Ταξιαρχιών είναι συνυφασμένη με την πολυπλοκότητα του Κινήματος του ’77, συγκρούεται με μια ολοένα και πιο αποτελεσματική καταστολή του Κράτους και ναυαγεί μπροστά στις επιπλοκές μιας αυξανόμενης παρανομίας και ενός αυξανόμενου μιλιταρισμού. Το βιβλίο είναι η πρώτη απολύτως ιστορική ανακατασκευή των περιπετειών της Prima linea, μέσω της χρήσης μιας πληθώρας συχνά αδημοσίευτων πηγών, ένα σύστημα ανάλυσης που ξεφεύγει από την ξηρότητα του reducismo και της ηθικής καταδίκης. Ένα θεμελιώδες έργο για να κατανοήσουμε τα μονοπάτια που οδήγησαν χιλιάδες νέους να νυμφευθούν μια αμετακίνητη σύγκρουση απέναντι στους οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς της χώρας μας.

 

L’altra lotta armata (1974-1981) Ο άλλος ένοπλος αγώνας

Prima linea

«πέρα από τις ερυθρές Ταξιαρχίες – oltre le Brigate rosse:
η άλλη ένοπλη πάλη – l’altra lotta armata»
€25,00
 Λίστα των επιθυμιών

Μετά τις επιτυχημένες κόκκινες Ταξιαρχίες. Από τα εργοστάσια έως την εκστρατεία της άνοιξης, ο εκδοτικός οίκος DeriveApprodi δημοσιεύει ένα άλλο θεμελιώδες ιστοριογραφικό έργο για τα γεγονότα του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία κατά τη δεκαετία του ’70. Nell’affollato panorama della sinistra rivoluzionaria di quel periodo, l’organizzazione Prima linea rappresenta uno dei capitoli meno conosciuti e più fraintesi, seppure la sua importanza quantitativa e qualitativa sia seconda alle sole Brigate rosse. Sono pochi anni, a partire dal 1974 (quando si originano i primi processi fondativi) fino al 1981 (anno dell’abbandono della sigla), a scandire la nascita, l’ascesa e il naufragio di un progetto politico volto a radicare la lotta armata nel corpo dei movimenti di estrema sinistra. Il tentativo di praticare un modello organizzativo e ideologico alternativo a quello delle Brigate rosse si intreccia con la complessità del Movimento del ’77, si scontra con una repressione dello Stato sempre più efficace e naufraga di fronte alle complicazioni di una clandestinità crescente e di un crescente militarismo. Il libro è la prima ricostruzione compiutamente storica delle vicende di Prima linea, attraverso l’uso di una pluralità di fonti spesso inedite, un impianto di analisi che sfugge dalle secche del reducismo e della condanna morale. Un libro fondamentale per comprendere i percorsi che portarono migliaia di giovani a sposare un conflitto irriducibile nei confronti delle istituzioni economiche e politiche del nostro paese.

ISBN: 978-88-6548-241-4
PAGINE: 512
ANNO: 2018
COLLANA: I libri di DeriveApprodi
TEMA: Anni SettantaViolenza rivoluzionaria
Σχετική εικόνα
AUTORE Συγγραφέας

ANDREA TANTURLI

είναι ιστορικός και εργάζεται στο Κρατικό Αρχείο της Φλωρεντίας –  l’Archivio di Stato di Firenze. Στις σπουδές του ασχολήθηκε κυρίως με τα κοινωνικά κινήματα και την πολιτική βία στην Ιταλία κατά τη δεκαετία του ’70.
τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΠΠ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 11

μιχαλης 280

Μπέλλου , πλατεία Βάθης

Για το κίνημα των πλατειών και πάλι. Ήταν η φυσική εξέλιξη της επίθεσης που δέχτηκε επί χρόνια το βιοτικό επίπεδο του Έλληνα, η καθίζηση στην ποιότητα ζωής του. Βγήκε από το σπίτι του για να εκφράσει την αγανάκτησή του για το σύστημα που από πελάτη τον καθιστά αποδιοπομπαίο τράγο. Λένε πως ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Τώρα ο μαγαζάτορας, κάτω από την πίεση της τρόικας αφήνει στην άκρη,όσο γίνεται φυσικά, την πελατειακή σχέση και σκέφτεται μονόπλευρα, δρα μονόπατα, σκίζει και πετά στα σκουπίδια το συμβόλαιο, προς το παρόν τουλάχιστον.

Κι ο πελάτης τον μουτζώνει ουρλιάζοντας. Τον προδότη, τον πουλημένο. Θέλει να ξαναγυρίσει πίσω,να βρει καινούρια αφεντικά, πιο έντιμα, πιο σταθερά στις συμφωνίες τους.
Η διαπλοκή έχει δύο πόλους, το ‘μαζί τα φάγαμε’ προϋποθέτει πολλούς συνδαιτημόνες. Που φυσικά τρώνε ανάλογα με την όρεξη και τις δυνάμεις. Δεν μπορούν όλοι το ίδιο, δεν γίνεται.
Έλα μου ντε όμως που υπάρχει κι ένα άλλο πρόβλημα, ένα άλλο κομμάτι,που χαλάει την πιάτσα. Γιατί σ’ αυτό το φαγοπότι δεν πήρε ποτέ μέρος. Είτε από συνείδηση, επειδή θεληματικά αρνήθηκε να γίνει πελάτης του μαγαζιού, είτε γιατί δεν μπορούσε, δεν χωρούσε στο τραπέζι, δεν είχε τα φόντα, δεν φορούσε το κατάλληλο κοστούμι, δεν διέθετε κοσμήματα που θαμπώνουν το μάτι. Δεν κατείχε γνωριμίες.

Ή δεν το χρειάζονταν στο κάτω- κάτω οι υπάλληλοι του μαγαζιού ή το αφεντικό. Για να τρώνε με πολλά κουτάλια κι όχι με ένα δύο. Για την Ελλάδα ρε γαμώτο, την πατρίδα μας την αληθινή, την απληστία.
Όλοι αυτοί,χοντρά χοντρά, βρέθηκαν στις πλατείες. Οι μεν περιορίστηκαν στις μούντζες και άρχισαν να ψάχνουν το νέο αφεντικό, ανάλογα κιόλας με τις ‘οπαδικές’ τους προτιμήσεις, πράσινοι, μπλε, γαλάζιοι, ροζ, μαύροι, ήταν όλοι εκεί. Κραδαίνοντας ελληνικές σημαίες, λες και το κέρδος έχει πατρίδα.
Οι άλλοι,πιο κάτω, προτίμησαν να συζητήσουν. Να καταλάβουν το γιατί, να βρουν το τι χρειάζεται να γίνει.
Και αυτοί χωρίστηκαν στα δύο, χοντρά χοντρά. Κάποιοι θέλανε να ξαναγίνουν πολίτες,κάποιοι να παραμείνουν υπήκοοι, κάτω από καλύτερες συνθήκες.

Οι μεν ν’ αποφασίζουν οι ίδιοι κάθε φορά για τα ζητήματά τους, για το πως θα τα διευθετήσουν, να εκτελούν οι ίδιοι τις αποφάσεις τους και όχι να  αναθέτουν σε ειδικούς,ξέρουν πως οι ειδικοί είναι ένας μύθος, μια μούφα, για να αναπαράγονται αιώνια ρόλοι εξουσίας και υποταγής. Να δικάζουν οι ίδιοι τις υποθέσεις τους, να νομοθετούν οι ίδιοι τις σχέσεις τους, να οργανώνουν οι ίδιοι την άμυνά τους έναντι των αντιτιθεμένων.
Οι άλλοι ήθελαν καινούριους διαχειριστές, αρκούνταν στα ίδια αφεντικά.

Υπέστησαν όλοι μαζί φοβερή καταστολή, ξύλο μέχρι αηδίας και τόνους χημικά στα σωθικά. Κι όσοι-όσο άντεξαν άντεξαν, ήρθε και ο Αύγουστος, καιρός για μπάνια του λαού. Όταν επέστρεψαν ήταν πλέον αργά να οργανώσουν ξανά το πράγμα, έλειπε πια η ορμή, ήλιος και θάλασσα χαλαρώνουν.
Άφησαν τεράστια παρακαταθήκη: κατάληψη δημόσιου χώρου που ανήκει στην κοινωνίακαι όχι στα κόμματα.
Συνέλευση, συζήτηση, αυτοοργάνωση, αυτοδιαχείριση των αναγκών και όλων των υποθέσεων.
Αλληλεγγύη.

Συζήτηση για την ισότητα των πάντων, για την ελευθερία, την κοινότητα και την κοινοκτημοσύνη.
Ίσως το κυριότερο απ’ όλα. Ρίζωσε η αυτόνομη συνέλευση σε κάθε γειτονιά, δημιουργήθηκε επίσης σε χώρους δουλειάς, μάθησης και εκπαίδευσης.

Δύο λόγια για τις συζητήσεις πάνω στη μεθοδολογία και τα μέσα του αγώνα. Έχουν ειπωθεί πολλά, για τη βία της εξουσίας και την αντιβία, για ειρηνιστές,βίαιους χούλιγκανς κλπ. Έχετε όλοι μια άποψη. Με δύο γραμμές μόνο θα σταθώ σε αυτό που κανένας, έτσι νομίζω τουλάχιστον, δεν πρόσεξε να αναφέρει.

Χωρίζω λοιπόν τους μετέχοντες στη συζήτηση σε πραγματιστές και μη. Πραγματιστές είναι αυτοί που ξέρουν ότι ενοχλούν και οργανώνουν την άμυνά τους η οποία κάποια στιγμή θα γίνει και επιθετική, υποχρεωτικά,εκ των πραγμάτων.
Και τους αιθεροβάμονες, τους μη πραγματιστές, που λεν για να λεν, διότι ίσως να γνωρίζουν βαθιά ή λιγότερο βαθιά μέσα τους πως αυτά που λεν δεν τα πιστεύουν και απλά έτσι τα λεν. Ή στοχεύουν κάπου αλλού, για το εγγύς ή το απώτερο μέλλον.
Αυτά!

θα πληρώσετε για όλα 4

Κάτι ακόμη, για τους συμβολισμούς, που δεν είναι μόνο συμβολισμοί.
Το κέντρο της πόλης, της σύγχρονης μητρόπολης, αλλά και της μικρότερης, συμβολίζει την εξουσία. Της ανήκει. Γι αυτό και συγκεντρώνει στο κέντρο όλα τα κτίρια που την απαρτίζουν.
Γι αυτό και οι σύγχρονοι προλετάριοι καταλαμβάνουν το κέντρο, όταν της επιτίθενται, αυτό συμβολίζει η κατάληψη της πλατείας.
Ο αγώνας όμως παντού και πάντα πρέπει και να αποκεντρώνεται. Διασπάς βέβαια τις δυνάμεις σου, διασπάται όμως έτσι και ο εχθρός.
Και τις περισσότερες φορές η νίκη είναι πιο κοντά σ’ αυτόν που έχει την πρωτοβουλία, το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Αυτός που πηγαίνει σε προκαθορισμένο ραντεβού, σε τοποθεσία που έχει διαλέξει ο αντίπαλος, γιατί γνωρίζει τις λεπτομέρειες όλες, λέω λοιπόν πως η νίκη είναι πολύ κοντύτερα σε αυτόν τον τελευταίο.
Τα γνώριζαν αυτά οι Ιταλοί σύντροφοι και επιτίθενται συχνά εκεί που διάλεγαν οι ίδιοι, με τον συμβολισμό που έδιναν στον χαρακτήρα της επίθεσης, διαλέγοντας οι ίδιοι τον στόχο, μακρά από το πλήθος του οποίου όμως την άμυνα την είχαν οργανώσει επίσης όσο καλύτερα γίνονταν.

Έτσι πρέπει να έγινε στις 12 Φλεβάρη φέτος στην Αθήνα του 12. Αυτά.

  • Και μιας και ξαναπέταξε ο νους μου σε προηγούμενα χρόνια θα ήθελα να αναφερθώ στον Βασίλη τον Ζωίδη με την εξαιρετική του σύντροφο την Άννη που σαν πραγματικά αδέρφια μ’ αγκάλιασαν τον πολύ πρώτο καιρό τον δυσκολότερο της εδώ προσαρμογής μου, τότε μάλιστα που έτρεχα στην Κομοτηνή για την Rossa.
  • Λέω όμως τι όμορφη που είναι τελικά η ζωή με τα απρόβλεπτα της, πόσες ομορφιές κρύβει η καθημερινότητά! θύμησες ξεπηδούν από παντού.
    Εκεί που περπατάς αμέριμνος στα όμορφα σοκάκια της Παναγίας, πίσω από τα ανακαινισμένα καπνομάγαζα πέφτεις πάνω σε φίλο και ξυπνάς 35 χρόνια πίσω, στο Περιγιάλι, στον τότε ‘Μιχάλη’, Μανώλης Τζίμας, Γιάννης Κωνσταντινίδης [Κόνυ] και Θοδωρής Βαλσαμίδης, όλοι καλοί φίλοι,τραγουδούν αντάρτικα, επαναστατικά και λαϊκά τραγούδια Κι εγώ με το φιλαράκι μου τον Παύλο τα δίνουμε όλα.
  • Πέφτω λοιπόν πάνω στον Κόνυ και αναπολούμε τα παλιά ΕΚΕΊΝΑ ΧΡΌΝΙΑ ΠΟΥ ΟΙ ΆΝΘΡΩΠΟΙ ΉΤΑΝ ΠΙΌ ΚΟΝΤΆ, ΚΑΙ ΕΥΚΟΛΌΤΕΡΗ Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΎΗ ΚΑΙ Η ΑΔΕΛΦΟΣΎΝΗ.
    Είναι λοιπόν αλήθεια πως οι παρέες γράφουν ιστορία.

Λίγο πιο κάτω νάσου ο Ιορδάνης ο Ανθόπουλος, ‘73, ‘74, Φλωρεντία,Δημοκρατικός Αγώνας, αντίσταση στη χούντα                                                                                                    από από την λαοκρατία καταλήξαμε πάλι στα ίδια.                                                                              Και τα νέα παιδιά ν’ ακούν με προσοχή. Τους λέμε να παρακολουθούν την καρδιά τους, ν’ ακούν τα μηνύματα, να διδάσκονται από την ιστορία. Τα συμπεράσματα θα είναι δικά τους, μόνοι τους θα διαχειριστούν το σήμερα, είναι δική τους δουλειά. Δική τους υπόθεση.

Με την ευκαιρία θέλω να χαιρετήσω ανθρώπους που δεν είναι άλλο μαζί μας, που συντρόφευσαν τη ζωή μας και έβαλαν και ένα χεράκι στο να γίνουμε αυτοί που ήμαστε. Τον Μάνο τον Ξυδούς, τη Μαρία Δημητριάδη, την Σωτηρία Μπέλλου, και τον Δημήτρη Μητροπάνο, όλους τους χάσαμε τώρα κοντά. Ξεχνώ πολλούς, ένα γεια χαρά σε όλους. ‘Χαιρετίσματα λοιπόν στην εξουσία,εγώ κρατάω την ουσία και ονειρεύομαι!’
Γεια χαρά και σε σένα μεγάλε Άλκη Αλκαίο που μας άφησες πολύ πρόσφατα κι εσύ.

‘Εγώ με τις ιδέες μου κι εσείς με τα λεφτά σας,’ όπως χαρακτηριστικά τραγουδούσε ένας άλλος μεγάλος μακαρίτης. Και αν για πολλούς είναι ζήτημα ιδεών, για τους περισσότερους από εμάς πλέον είναι ζήτημα επιβίωσης. Είναι ζήτημα αξιοπρέπειας. Για την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ !!! Και την αυτονομία!
‘Κατούρα την Βουλή και σπάστους τα γραφεία, να πάει να γαμηθεί η γραφειοκρατία, και φόρεσε κουκούλα ωσάν σε πρίζουνε, σε κάθε αναμπουμπούλα μη σε γνωρίζουνε!’ τραγουδά εδώ και χρόνια ο φευγάτος φίλος μας. Φωνάζει έτσι στον κ Σαμαρά πως εάν είχε πάρει έστω και ένα μικρό μέρος από τα γονίδια της φημισμένης του πρόγονης θα είχε αυτοκτονήσει, όπως εκείνη μόλις μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα το μακρινό τότε. Γι αυτό να αφήσει στην ησυχία τους ‘κουκουλοφόρους’ που έχουν τη τσίπα που τόσο πολύ του λείπει και ίσως θα ήθελε να έχει κι εκείνος. Γιατί είναι πολύ εύκολο να πουλάς μαγκιά κρυμμένος πίσω από τις πλάτες ατέλειωτων πραιτόρων.

Θα του θυμίσω επίσης πως ένας άλλος μεγάλος φευγάτος τραγούδησε πως ‘οι μάγκες δεν υπάρχουν πια μιας και τους πάτησε το τραίνο’. Τζάμπα μάγκες είστε, βουτυρόπαιδα.
Παρομοιάζει τους σύγχρονους αγωνιστές με τους πληρωμένους χίτες, ταγματασφαλίτες και προδότες που κουκουλωμένοι από το φόβο και την ντροπή τους κατέδιδαν,οι τότες έλληνες ψευτοπατριώτες τους αληθινούς, τους αγωνιστές της ελευθερίας στους κατακτητές του τότες,που είναι και οι κατακτητές του σήμερα. Το χρήμα δεν είχε ποτέ πατρίδα κάπηλοι του πάντα, του τότε και του σήμερα. Θα είναι η ιστορία, θα είναι η ευτυχία που θα σας τσακίσει,όσους μπούληδες και αν επιστρατεύσετε για να μας απειλούν!!!
Γερμανούς και κάθε εθνικότητας φονιάδες γουστάρει η τσακαλοπαρέα σας από συστάσεως. Γιατί νομίζετε πως ξεχάσαμε πως ονομάσατε τα πρώτα κόμματα που δημιουργήσατε για να πατρονάρετε τον λαό αμέσως μετά την απελευθέρωση; Για όποιον λοιπόν ξεχνά λέμε πως ήταν το Γαλλικό, το Αγγλικό και το Ρώσικο, ανάλογα την προέλευση των χρημάτων, μιας και τότε οι πολυεθνικές και οι χωρίς όνομα εταιρίες δεν πρέπει να είχαν σχεδιαστεί ακόμη.

‘Κουφάλες δεν ξοφλήσαμε, αυτό έχω μόνο να σας πω. Τα όνειρα των εραστών δεν σβήνουν’
Όμοια στα όμοια. Να θυμάται ο κάθε κύριος Σαμαράς και ο θίασος σκιών που διευθύνει πως η καταπίεση γεννά αγωνιστές, θα του πω επίσης πως ‘η αχλάδα έχει πίσω την ουρά’ και θα του θυμίσω επίσης το ανέκδοτο του ξεχωριστού γέροντος Παίσιου που έλεγε πως αν ρίξεις αλογόμυγα σ’ ένα τεράστιο λιβάδι με λουλούδια αυτή θα τρέξει να ξετρυπώσει τη μοναδική κουράδα που υπάρχει στη γειτονιά. Και πως η μέλισσα που τριγυρνά μες την ομήγυρη σκατών θα ανακαλύψει στο πι και φι το μοναδικό λουλούδι που κατάφερε ν’ ανθίσει μέσα σε αυτή την αηδία.

ΚΑΙ ΕΓΏ ΠΟΥ ΑΓΆΠΗΣΑ ΤΟΝ ΓΈΡΟΝΤΑ, ΑΓΑΠΏ ΑΚΌΜΑ ΠΕΡΙΣΣΌΤΕΡΟ ΑΥΤΟΎΣ ΠΟΥ ΤΟΥ ΈΚΑΝΑΝ ΣΤΑ ΕΞΆΡΧΕΙΑ ΕΚΕΊΝΗ ΤΗΝ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΉ ΧΙΟΥΜΟΡΙΣΤΙΚΉ ΛΙΤΑΝΕΊΑ,ΠΟΥ ΘΑ ΈΚΑΝΕ ΚΑΙ ΑΥΤΌΝ ΤΟΝ ΊΔΙΟ ΝΑ ΞΕΣΠΆΣΕΙ ΣΕ ΓΈΛΙΑ.
Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσατε!. Στην ιστορία θα σας γράψουν όλους εσάς ξοφλημένους με μεγάλα γράμματα, κι ας κάνετε πως δεν το καταλαβαίνετε. Είστε σαν τον Τσαουσέσκου, τον Γκαντάφι, ακόμη και αυτόν τον Σαντάμ. Πιάνεστε στον ύπνο νομίζοντας πως είστε άτρωτοι.
Ίσως εμείς να μη προλάβουμε να το δούμε. Δεν μας νοιάζει όμως διότι το κίνητρο που μας κινεί δεν είναι το κέρδος ή η ανάγκη να κατέχουμε εξουσία οποιασδήποτε μορφής. Λέμε και κάνουμε αφιλοκερδώς. Με συνείδηση και αξιοπρέπεια., όπως διαρκώς επαναλαμβάνουμε. Γιατί θέλουμε να μοιάξουμε τον Αχιλλέα τον Λεωνίδα και όχι τον Εφιάλτη, τον Άρη και όχι τους γερμανοτσολιάδες. Που προτίμησαν τη δόξα από το συμφέρον, αν θέλεις την αγάπη και την αιώνια αναγνώριση από το πρόσκαιρο κέρδος, την εξουσία- τη ζωή την ίδια θυσίασαν για τα ιδανικά που στοιχειώνουν τον ύπνο τόσων και τόσων γενεών έκτοτε!

Ψιλά γράμματα για εσάς ίσως. Ήδη κύριοί μου ο ΓΑΠ είναι εξαφανισμένος, τον είδατε εσείς πουθeνά;
Αμ ο άλλος ο Κωστάκης. Τέτοια φυλάει η ιστορία στους τζάμπα μάγκες.
Όσων κι αν κλέβετε ζωές καταπιεσμένων, άλλους τόσους αγωνιστές θα γεννάτε, hasta la victoria siempre! μέχρι την τελική νίκη!
Βάλτε τον Βενιζέλο ή εκείνο τον κατουρημένο Κουβέλη μπροστά στον ανεπανάληπτο Χρόνη Μίσσιο, αυτόν τον ασύγκριτο άνθρωπο. Σαν φορτωμένες στο χιόνι ιτιές θα σκύψουν να προσκυνήσουν!
Ξέρω πως θα μου πείτε ότι ο πόλεμος σήμερα γίνεται από τα μετόπισθεν.

Ξέρω πως πιο σπουδαίος είναι ο ψυχολογικός, αυτός που γίνεται επί του μυαλού, εκμεταλλευόμενοι τον φόβο που ελέγχεται από τον εγκέφαλο, με τα μηνύματα που σκορπούν απ’ όλες τις πλευρές στους ανθρώπους σπέρνοντας τον τρόμο την αγωνία και την ανασφάλεια, κερδίζουν τον αγώνα πριν ακόμα αυτός διεξαχθεί.
Κι όταν, λόγω των απροόπτων που είναι ιστορικά τόσα πολλά, το πράγμα ξεφύγει και κατέβουμε στο πεδίο της μάχης, οι ηγέτες, οι αρχηγοί, οι στρατηγοί κλπ είναι καλά κρυμμένοι στα μετόπισθεν. Δεν ζούμε στις εποχές των ηρώων που αγωνίζονταν στην πρώτη γραμμή και πάντα στο δεξί άκρο όπου συνήθως η σύγκρουση γίνονταν σφοδρότερη.
Δεν υπάρχουν σήμερα Αλέξανδροι, που όταν το στράτευμα κοντοστεκόταν βαρεμένο, αυτός πηδούσε μόνος του τον τοίχο για να αναγκάσει τους υπόλοιπους να τον ακολουθήσουν στους δύσβατους βράχους στο Κανταχάρ, στο σημερινό Αφγανιστάν νομίζω, μπορεί και Πακιστάν.

Κι όμως, υπάρχουν!

  • Τώρα, άλλη σελίδα. Αμ στους σύγχρονους ναζί, τι χουνέρι τους έκανε η Μέρκελ και η παρέα της, οι κοντινοί τους συγγενείς! Έχωσαν στην ποδοσφαιρική τους ομάδα δεν ξέρω εγώ πόσους υιούς μεταναστών,παικταράδες, μεγαλωμένους στην Γερμανία, τη σύγχρονη πολυπολιτισμική όπου το να χαιρετάς ναζιστικά απαγορεύεται[ σε εμάς σε λίγο θα είναι υποχρεωτικό!], τους έβαλαν λοιπόν μέσα στην ομάδα να μας πετάξουνε τα μάτια έξω, έκλεισαν τα μάτια στις δικές μας ανοιχτές σηκωμένες παλάμες και πήγαν για ύπνο. Οι αντίπαλοι προπονητές και ποδοσφαιριστές έδιναν τα χέρια και οι φίλαθλοι βρίζονταν στο διαδίκτυο για μέρες. Κατά τα άλλα μας παραμυθιάζουν πως το ποδόσφαιρο είναι απλά ένα παιχνίδι. Ρατσισμός, σεξισμός και ότι χειρότερο έχει να επιδείξει ένας λαός το δείχνει στις κερκίδες. Το καλύτερο πολλές φορές μέσα στο γήπεδο. Όπου άσπροι, μαύροι, κίτρινοι και μελαμψοί αποχωρούν αγκαλιασμένοι ανεξαρτήτως νικητή και νικημένου. Αυτό ναι, είναι πολιτισμός.

Πάει μου στριψε, όμως όχι, ξέρω πως είναι αλήθεια, ο άνθρωπος είναι ενέργεια, σκεφτείτε τι πολλά που μπορούν οι πολλοί εάν θελήσουν! ναι! Χρησιμοποιώντας την ενέργεια αυτή, σκεπτόμενοι όλοι μαζί, με ένταση, το ίδιο πράγμα, την ανάγκη τους, το ποτάμι το στρέφουν προς τα πίσω. Σίγουρα!

10 χρόνια προετοίμαζαν οι Ζαπατίστας την ’έφοδό’ τους στην Μεξικάνικη και την παγκόσμια κοινότητα στις ζούγκλες των Τσιάπας. 30 χρόνια έκαναν οι Σαντινίστας να ετοιμαστούν,να βρουν τη κατάλληλη στιγμή για να γράψουν τη δική τους ιστορία στη γη της Νικαράγουα. Να πάρουν με το λαό τους αυτό που του ανήκει!
Δουλεύοντας όπως ο τυφλοπόντικας, ανοίγοντας διαρκώς λαγούμια, για να υποσκάψουν τα θεμέλια του φαντασιακού στον κόσμο,της νομιμότητας της αναγκαιότητας του καπιταλισμού στα μυαλά στις νοοτροπίες και τις βεβαιότητες του λαού. Αυτό να γίνουμε, σύγχρονοι τυφλοπόντικες στα ριζά της κοινωνίας. Αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε με τους Ιταλούς συντρόφους και τότες.

  • Ήδη η κουβέντα για μία ‘ιστορική αναδίπλωση’ είχε ξεκινήσει πριν τον Απρίλη του ’79, με τις μαζικές συλλήψεις.Φαίνονταν πως η κοινωνία είχε αρχίσει να μουδιάζει για τα καλά, να μη παρακολουθεί, να μη συμμετέχει στο πρόταγμα του αγώνα, έτσι όπως τον σχεδίαζε η εμπειρία της ανατρεπτικής διάθεσης και προοπτικής. Κουρασμένη από τις αλλεπάλληλες επιθέσεις η κοινωνία έδειχνε φανερά τα σημάδια απαγκίστρωσης.
    Χρειάζονταν να διαλογιστούμε από την αρχή, να αλλάξουμε σχηματισμό, να τον προσαρμόσουμε στις συνθήκες που φάνταζαν πλέον εχθρικές. Δεν προλάβαμε, έγινε εντός των τειχών, αργότερα και από μειονεκτική θέση και κατάσταση πλέον.
    Φαίνονταν το πράγμα, μύριζε. Θα είχε γίνει κάτω από άλλες προϋποθέσεις εάν είχαμε ταρακουνηθεί νωρίτερα, εάν είχαμε αναπροσαρμόσει λόγο και πρακτικές νωρίτερα, όταν υπήρχε ακόμη χρόνος, όταν είχαμε ακόμη χώρο, σε περιβάλλον πιο ευνοϊκό. Με τους χιλιάδες μαχητές ελεύθερους και όχι υπό κατάσταση ομηρίας.
    Όταν οι σύντροφοι αποφάσισαν ότι ‘ήταν καιρός τα όπλα να ξαναμπούν στα σεντούκια’ ήταν λίγο πολύ αργά. Παίζαμε εκτός έδρας πλέον, ξανά σε ξένο γήπεδο. Και με διαθέσεις ρεβανσισμού από τον αντίπαλο. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ξερονήσια εδώ, φυλακές υψίστης ασφαλείας εκεί.

Και εγώ έχω γλυτώσει από καθαρή τύχη. Ένα καλό αστέρι με φύλαξε, να έχει την ευχή μου παντοτινά. Κέρδισα κάποια χρόνια, έχασα σίγουρα κάτι άλλο, αυτό ακόμη δεν το έχω συνειδητοποιήσει οριστικά.

Θέλω επίσης να σκεφτώ ακόμη δυο πράγματα πάνω στη συνθηκολόγηση των παλιών μου συντρόφων, Στην κουβέντα που έγινε εκείνα τα χρόνια εγώ δεν πήρα μέρος μιας και ήμουν τόσο μακριά και δίαυλοι επικοινωνίας στην πράξη δεν υπήρχαν. Μου στοίχισε πολύ και το κατάλαβα πολύ αργότερα μιας και τότε προείχε να γιάνουν οι πληγές. Θέλω λοιπόν να πω μονάχα πως ίσως θα μπορούσε να είχε γίνει με διαφορετικό τρόπο και κάτω από άλλες συνθήκες. Ήταν τόσοι πολλοί οι σύντροφοι και οι μαχητές που κανέναν δεν τον συνέφερε να τους κρατά μέσα. Το να αντιληφθείς ότι το σχέδιο απέτυχε σήμαινε μια συλλογική ήττα που συνέβη έτσι κι αλλιώς. Η κοινωνική επανάσταση ενδιέφερε και αυτή είχε προς το παρόν απομακρυνθεί. Αυτό αντιλήφθηκαν και οπισθοχώρησαν, συνθηκολόγησαν. Αυτό το τελευταίο ίσως να μπορούσε να είχε αποφευχθείΕπαναλαμβάνω, είναι πολύ εύκολο να μιλάς τόσα χρόνια μετά και μάλιστα για κάτι που στον καιρό του δεν μπόρεσες να λάβεις μέρος στη διαμόρφωσή του.

Μας ενοχλεί αφάνταστα η συζήτηση πάνω σε αυτά τα θέματα από ανθρώπους αγέννητους ακόμη εκείνα τα χρόνια, όσο και αν εκτιμούμε και θαυμάζουμε την περήφανη στάση τους. Και μιλώ στον πληθυντικό μιας και είμαι διακόσια στα εκατό σίγουρος πως η σκέψη μου συγκεντρώνει τις σκέψεις των παλιών μου φίλων και συντρόφων και συμμαχητών.
Ήταν όμως τόσο διαφορετικά τα πράγματα τότε, η πραγματικότητα. Η αντεπανάσταση είχε πετύχει, το αντάρτικο ήταν πολυδιασπασμένο, τεράστια πολεμική υπήρχε στο εσωτερικό του, το κίνημα εξαφανισμένο και ο νεοφιλελευθερισμός κάλπαζε ανενόχλητος, χωρίς το παραμικρό εμπόδιο.

ΤΙΜΟΥΜΕ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΤΡΟΦΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΑΝ ΠΟΤΕ. ΊΣΩΣ ΝΑ Μας ΞΕΝΊΖΕΙ Η ΣΤΆΣΗ ΆΛΛΩΝ ΠΟΥ ΕΝΣΩΜΑΤΏΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΛΑ. Ο άνθρωπος για να επιβιώσει πολλές φορές παίρνει τις πιο απίστευτες αποφάσεις .
Και έρχομαι να ‘αποκαταστήσω’ την σε κάποια πράγματα ‘χαμένη τιμή’ της εργατικής αυτονομίας η οποία θεωρώ πως επλήγη από τη γενικότερη στάση που κράτησε εις εκ των θεωρητικών της, και δικός μου δάσκαλος σε πολλά, ο Αντόνιο Νέγκρι. Ο οποίος, πάνω στην πρεμούρα του να τη διαχωρίσει από τις ερυθρές Ταξιαρχίες, και μέχρις εδώ τα πάμε καλά, έφτασε στο σημείο να αρνηθεί εκείνο το μέρος της κληρονομιάς της που ενοχλούσε περισσότερο: την επιθετική, την αντάρτικη. Έτσι τουλάχιστον φάνηκε στα δικά μου μάτια η στάση του εκείνα τα χρόνια, από την 9η Απριλίου και μετά. Μπορεί να κάνω και λάθος, η εντύπωσή μου είναι αυτή και την καταθέτω.

Είναι αλήθεια πως μεγάλη υπαρξιακή κρίση δημιουργήθηκε μέσα μας, έχω αναφερθεί αρκετά, όταν αντιληφθήκαμε πόσο ξεκάθαρη ήταν η τεράστια στρατιωτική υπεροπλία του αντιπάλου.
Ενέδρες δολοφονικές που έστησε σε διάφορους συντρόφους, η μεγάλη καταστολή στους δρόμους, στο δημόσιο χώρο κλπ. Οδήγησε λοιπόν σε κρίση ταυτότητας με δεκάδες συντρόφους να την κάνουν στο εξωτερικό, πολλούς προς Γαλλία, άλλους προς Ινδία. Να ‘χαθούν’ για κάποιο διάστημα, μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα. Έτσι αποφασίσαμε κι εμείς το ταξίδι προς Κεντρική Αμερική.

Αυτή την αίσθηση παντοδυναμίας του αντιπάλου στα μέσα και την αποφασιστικότητα την βίωσα ξανά λίγο αργότερα, στην Ελλάδα όντας πλέον, διαβάζοντας σε προκήρυξη της 17 Νοέμβρη για τον τρόπο και την τεχνολογία που χρησιμοποίησαν οι αρχές στην Ιταλία, με την βοήθεια Νατοϊκών αξιωματούχων για να ανακαλύψουν το κρησφύγετο όπου οι Ταξιαρχίες έκρυβαν τον απαχθέντα στρατηγό  Ντόζιερ, και να τον ελευθερώσουν,ύστερα από ξαφνική επίθεση, [κάμερα σε βανάκι με ‘μάτι’ που διαπερνούσε τους τοίχους! Και έβλεπε στο εσωτερικό των κτισμάτων!!] Αυτά

η αλήθεια αποκαταστάθηκε με τα χρόνια, τον στρατηγό τον βρήκαν αφού βασάνισαν ένα ζευγάρι συντρόφων που δεν άντεξαν και οδήγησαν με την κατάθεση του ανδρός στην ανακάλυψη του κρησφύγετου όπου οι αντάρτες έκρυβαν τον βορειοαμερικανό!

Θέλω να σταματήσω εδώ. Μακάρι μια μέρα να καταφέρουμε να ξανασυναντηθούμε όλοι μαζί. Μέσα στην κοινωνία που κερδίζει το στοίχημα με το όνειρο ελευθερίας της ακόμη καλύτερα. Όμως ακόμη δύο λόγια θα προσθέσω. Φτιάχναμε έναν στρατό για να πάρουμε την εξουσία και να την παραδώσουμε στις κοινότητες που φτιάχνονταν ταυτόχρονα, δύο καταστάσεις που πήγαιναν χέρι χέρι. Μέρος και των δύο ήμασταν, το οπλισμένο χέρι της κοινότητας. Καθημερινά, στις επιτροπές και τις συνελεύσεις,παντού.

εξέγερση, rivolta

Άλλοι έφτιαχναν το μαχόμενο κόμμα. Εμείς ήμασταν κάτι διαφορετικό. Το ότι ο λαός δεν ακολούθησε οφείλεται σε πολλούς λόγους, και αυτό σύμφωνα με το τότε σκεπτικό και μέσα από την ιστορία και τις διαδικασίες που είχαν αναπτυχθεί έκανε τους συντρόφους τελικά να συνθηκολογήσουν. Ήταν φυσικό επακόλουθο νομίζω, απλά η ιστορία δείχνει πως θα μπορούσαν να περιμένουν ώστε να διαπραγματευτούν με καλύτερες συνθήκες.

  • Μου αρέσει το πήγαινε έλα στον χρόνο όπως μου αρέσει γενικότερα το πήγαινε έλα.

Συνάντησα φίλο μου γιατρό στο Νοσοκομείο που πήγαμε για να βγάλουμε ράμματα του Προδρομάκου. Θα σας μεταφέρω όσα κατόρθωσα να συγκρατήσω από τον συγκλονιστικό του μονόλογο,στήθηκε κυριολεκτικά ένα απίστευτο μονόπρακτο, πως θα το μεταφέρω εγώ είναι ένα άλλο θέμα.
Μου λέει για το πως το σύστημα στον πόλεμο που έχει ανοίξει εναντίον της κοινωνίας επιτυγχάνει καθημερινά θανάτους με υπογραφές! Κάθε μέτρο που λαμβάνεται φέρνει κοντά στην εξαθλίωση καινούριες φουρνιές. ‘Έρχονται άνθρωποι Μιχάλη’, λέει , ‘καθημερινά,που τους γνωρίζουμε χρόνια, κατεστραμμένοι πλέον. Δεν έχουν τα 5 ευρώ για να εξεταστούν, ή τα 17 για τις ακτίνες. Άνθρωποι ανασφάλιστοι γιατί δεν δύνανται πλέον να πληρώσουν στα Ταμεία. Και κάνουμε ταχυδακτυλουργικά κόλπα για να μη τους διώξουμε. Ψάχνουμε για βιβλιάρια δεξιά κι αριστερά για να μπορέσουμε να τους καταχωρήσουμε. Βιβλιάρια νοσηλευτών, γιατρών, προσωπικού κλπ για να μη διώξουμε ανθρώπους που αγωνιούν, να τους εξετάσουμε, να τους γιατρέψουμε.

Μια τζίφρα, ένα μέτρο κι έχουμε αυτοκτονίες. Και για να τελέσει ο παπάς το μυστήριο μας παρακαλούν οι συγγενείς να γράψουμε πως πήγαν από ανακοπή, βλέπεις υπάρχει και το κουτσομπολιό στη γειτονιά μεταξύ των άλλων. Δίπλα στις επίσημες αυτοκτονίες έχουμε και δεκάδες τέτοιες.
Είναι αποδεδειγμένο, και κρύβεται επιμελώς από τους σύγχρονους τρομοκράτες των καναλιών και του τύπου, πως σε ποσοστό εικοσιπέντε με τριάντα στα εκατό ευθύνεται η άτυπη κατάθλιψη την οποία ο άνθρωπος δεν γνωρίζει με αποτέλεσμα να είναι ευάλωτος και να καταλήξει.

Κατάφεραν και τρομοκράτησαν τον κόσμο, έστρεψαν τον ένα εναντίον του άλλου, διέλυσαν την ταξική αλληλεγγύη, φταίνε αυτοί, όχι φταίνε οι άλλοι, η μία κατηγορία εναντίον της άλλης, οι πραγματικοί ένοχοι κρυμμένοι επιμελώς. Κάθε εργαζόμενος έχει υιοθετήσει έναν άνεργο εφ’ όρου ζωής. Κρατούν 5% του μισθού μας για τους ανέργους και τους μειώνουν το επίδομα, μειώνοντας και τα δικά μας έσοδα. Και αντί να τους ορμήξουμε ενωμένοι τρωγόμαστε μεταξύ μας.
Κι αν δεν καταφέρουμε να διατηρήσουμε τη δημόσια υγεία τα πράγματα θα γίνουν ακόμη χειρότερα. Επί τη εμφανίσει στο Νοσοκομείο θα πρέπει πρώτα να πέφτει το παραδάκι με υψηλότερο αντίτιμο, αλλιώς διώξιμο.’

‘Δεν υπάρχει πλέον άλλοθι Μιχάλη,’ συνεχίζει, ‘όλοι γνωρίζουμε καλά τι τρέχει. Δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει κάποιος Μπακούνιν ή Κροπότκιν για να καταλάβει τι συμβαίνει, γιατί,και τι πρέπει να κάνει. Δρόμος είναι η συμμετοχή του καθένα στα κοινά και στον αγώνα, από το μετερίζι του. Να οργανωθούμε σε δομές,σε στέκια, σε επιτροπές αγώνα, παντού. Υπάρχουν, να τα βρούμε, να φτιάξουμε καινούρια. Όχι άλλο απάθεια, όχι στην απαισιοδοξία, όχι στη μιζέρια.
Ο κόσμος ξυπνά οργισμένος, ξεσπά όπου του κατέβει. Φτάνει πια,να στρέψουμε την οργή μας εκεί που χρειάζεται. Όχι στο φόβο, ναι στην ελπίδα! ναι στον αγώνα.’

‘Ρε συ Μιχάλη’ ολοκληρώνει, ‘κατάφερα να συνεννοηθώ με τον καρκίνο, δεν θα τα καταφέρω με τους ανθρώπους; Τον κάθισα και του είπα, βγες έξω να κουβεντιάσουμε, Σήκω, φύγε, έχω χρόνια ακόμη μπροστά μου, θέλω να ζήσω! Εδώ θα κάτσω. Σηκώθηκε κι έφυγε! Και θα με πεθάνουν οι άνθρωποι τώρα; Όχι, όχι, δεν το δέχομαι! Δεν υπάρχει περίπτωση!. Όχι, δεν έχουμε πια άλλοθι!’

Δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα. Πριν πολλά χρόνια άκουγα τον Μανώλη τον Τζίμα στο ΝΟΚ ή στου Σαλαβάτη να τραγουδά με εκείνη την τόσο χαρακτηριστική και ζεστή φωνή του για ‘τον νοητό ήλιο της δικαιοσύνης’ και να του ζητά ‘να μη ξεχάσει τη χώρα μας’! Και λέω πως εμείς έχουμε ξεχάσει τη χώρα μας παραμελώντας τους εαυτούς μας. Γιατί όπως πολύ σωστά έλεγε λίγο πριν τη ναυμαχία στη Σαλαμίνα ο στρατηγός Μιλτιάδης, πατρίδα είναι οι άνθρωποι και όχι τα κάστρα, τα δέντρα και τα σπίτια,αλλά εμείς οι ίδιοι!

Να υπερασπιστούμε λοιπόν εμείς οι ίδιοι τους εαυτούς μας και τους γύρω μαζί. Σε αυτόν τον ανελέητο πόλεμο που το διεθνισμένο κεφάλαιο έχει εξαπολύσει ενάντια στους αδύνατους.

  • Κατέβηκα να κολυμπήσω στην Άσπρη Άμμο με τον Πρόδρομο,κοιτάζοντας τους αμμόλοφους θυμήθηκα και του διηγήθηκα πως παλιότερα θάβονταν μέσα στην άμμο,για ώρα πολύ, άνθρωποι που έπασχαν φαντάζομαι από αρθριτικά και τέτοιες ασθένειες, για να ανακουφιστούν. Και ήταν ένα παράξενο,διασκεδαστικό θέαμα να βλέπεις μες τη ντάλα όλα εκείνα τα σκεπασμένα κεφαλάκια διάσπαρτα στα αμμοϋψώματα!

Και αγναντεύοντας απ’ την αμμουδιά την Ηρακλίτσα απέναντι του λέω πως εκείνα τα χρόνια τα παλιά στο χωριό πήγαινες με καίκι, όπως και στη Θάσο. Και θυμήθηκα τον ‘Αλέξη’ αργότερα και τον ‘Παπαγεωργίου,’ την ‘Αρκούδα’ με τα ωραία της τα πάρτι, τις στρωματσάδες κάτω από τα πεύκα και τόσα άλλα που δεν υπάρχουν πλέον. ‘Τα πάντα ρεί’ λοιπόν!
Και μιας και βρέθηκα εκεί κοντά να σας πω πως κάποιους χειμώνες συνήθιζα με το μοτόρι και τον φίλο μου τον Θοδωρή τον Σαραϊδάρη να κατεβαίνουμε στα Σπαθιά, παίζαμε μπαλίτσα και ρακέτες τις ηλιόλουστες μέρες ρίχνοντας και καμιά γρήγορη βουτιά. Μιλάμε για το μακρινό ‘80, τα πρώτα, πρώτα χρόνια του στεκιού.

Εκείνο τον καιρό είναι που ο Διαμαντής ο Σιμήτας φτιάχνει κρέπες στη Βενιζέλου, δίπλα στο βιβλιοπωλείο των Μακρήδων, απέναντι από τον Άγιο Γιάννη. Και λίγο πιο πίσω ο ‘γάλλος’ μες το ‘happy sailor’, αργότερα έγινε ‘Οverdose’, δυνατό ροκάδικο.
Τότε που είχαμε φέρει τον Καραμπελιά της Ρήξης, για να κουβεντιάσουμε,σε ένα τριώροφο στη Δεξαμενή στο οποίο έμενε κάποιος από εμάς,τις προοπτικές του κινήματος, στην Ελλάδα,και τις προοπτικές της ρήξης.

Εκείνο το διάστημα έμαθα να οδηγώ εντούρο με τον Σάκη τον Αρβανίτη. Σκαρφαλώναμε κάθε μεσημέρι το μονοπάτι με τα πέτρινα γεφύρια που βγάζει από τον Άγιο Κωνσταντίνο στην Παλιά Καβάλα. Φτάναμε στα Τρία Καραγάτσια, γυρνούσαμε τις πίστες και επιστρέφαμε από το Φουντουκλή, καμιά φορά και από το χωματόδρομο που βγάζει στον Άγιο Τρύφωνα. Αυτά γίνονταν πριν το ‘85 με τις μεγάλες φωτιές που έκαψαν υπέροχα πευκοδάση εκεί πάνω. Έπρεπε βλέπετε να ανοιχτεί ο μεγάλος εθνικός δρόμος εκεί ακριβώς! Τυχαίο;
Και μιας και μιλάμε για φωτιά, είναι φοβερό το θέαμα που προσφέρει, καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά της,αλλά τα μάτια δεν μπορείς να τα ξεκολλήσεις από πάνω της. Όλο το δάσος πάνω από την πόλη κρανίου τόπος, στο νησί το ίδιο θέαμα. Απίστευτο, αλλά μεγάλη στεναχώρια, κηδεία.

Έμενα εκείνες τις χρονιές της καταστροφής σε Θάσο και Καβάλα στο Εστέλλα, ήταν καλοκαίρι και τις δύο φορές. Θυμάμαι ένα ατέλειωτο καραβάνι αυτοκίνητα ξένων,όλη μέρα,να εγκαταλείπουν την περιοχή άρον άρον. Δούλευα και στο Απαραίτητο τα βράδια, δεν μπορούσαμε να ξεκολλήσουμε τα μάτια μας από τις πύρινες γλώσσες που ξεπηδούσαν μανιασμένες στα βουνά τις Θάσου, τρέχοντας, πηδώντας και σταματώντας,ανάλογα με τις διαθέσεις του αέρα που φυσούσε τρελά! Και εκεί που θαυμάζαμε εκεί ξεσπούσαμε σε λυγμούς! Σαν να μην υπήρχε παρέα μουσική κλπ,μόνο φωτιά!

Η ενέργεια που απελευθερώνει η μανία της στον αέρα που φλέγεται σε μαγνητίζει! Δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια από πάνω της. Ιδιαίτερα όταν δεν μπορείς να κάνεις κάτι για τον περιορισμό της.
Έγινε μεγάλο κακό στην τουριστική κίνηση της περιοχής τότε, ήρθε και ο πόλεμος στην Γιουγκοσλαβία και έκτοτε η μεριά αυτή εδώ ερήμωσε.
Αναγκάστηκα και εγώ να αφήσω τη θάλασσα μιας και η κίνηση μειώθηκε δραστικά.

Τεράστια συλλαλητήρια ενάντια στους Νατοϊκούς βομβαρδισμούς,υπήρχε μεγάλη οργή απέναντι στην αμερικάνικη παρέμβαση. Το ποιόν του καθεστώτος γνωστό. Τι να πεις και για εκείνες τις φιγούρες των μακελάρηδων ανεξαρτήτου χρώματος και θρησκείας, με πρώτο και ‘καλύτερο’ τον ανεκδιήγητο Αρκάν,που την πλήρωσε με το ίδιο νόμισμα που χρησιμοποίησε ενάντια στους αντιπάλους του.
Ο θάνατος στο Σεράγεβο πάει!

Και μια και μιλάμε για μουσική :
Magic de Spell Θοδωρής Βλαχάκης.
Βαδίζω με μάτια κλειστά τα βαστώ σφαλιστά κι ονειρεύομαι
Μη μ’ αγγίζεις μη με ξυπνάς,την αλήθεια σας πια δεν τη δέχομαι.
Δεν ανοίγω τα μάτια μου καν,διασχίζω τον κόσμο και φλέγομαι,αν μ’ αγαπάς μη μιλάς
άλλα ψέματα δεν τα ανέχομαι
ΦΩΝΑΞΕ, η ζωή μας χάνεται πάει
ΔΙΑΛΥΣΕ, τη σκόνη που σκεπάζει το φώς
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ , διακοπές στο Σαράγιεβο πάει
ΞΥΠΝΗΣΕ, στις ειδήσεις τα βλέπεις και τρως
Απόψε τα βλέπω διπλά,ήλιος λάμπει κι ας είναι μεσάνυχτα
δυο τσιγάρα πολύ δυνατά, κι εκτοξεύομαι μες το διάστημα!
μια οθόνη μου δείχνει μηδέν,εποχές που δεν γίνονται θαύματα
ένα στόμα φωνάζει πως δεν θα με πείσεις με χίλια τεχνάσματα.

Ένα αντίο και στον μεγάλο Τεό.

συνεχίζεται

η Αποστολή

εσύ εκεί, Μάνος Ξυδούς

μιχαλης 297

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΚΚ. στη χώρα του ποτέ…ή 10

από την Bologna, Σεπτέμβρης ’77

Να συνεχίσουμε όμως με τον άλλο ‘καμένο’ της υπόθεσης των εις βάρος μου καταθέσεων και της δικογραφίας, τον καημένο τον Μένιο
θα είχα σταματήσει, έχουν όμως ενδιαφέρον στη συνέχεια τα λόγια του διότι θα μιλήσει για πράγματα που δεν ακούσαμε μέχρι τώρα. Δικός σας :
‘Γεννήθηκα στην Μάσσα 36 χρόνια πριν, είμαι ναυαγοσώστης, έβγαλα το δημοτικό και μένω στην Σαρζάνα.’
‘Ανήκα στον ‘Συνεχή Αγώνα’. Μερικές φορές έλαβα μέρος σε διαδηλώσεις, σε καταλήψεις σπιτιών, σε ‘κόκκινες’ αγορές, γι αυτό το γεγονός δικάστηκα. Δεν ανακατεύτηκα ποτέ με το ένοπλο.
Είμαι δραστήριος δημοκράτης και μπορεί να το αποδείξει όλη η κωμόπολη μου, απ’ τον Δήμαρχο μέχρι τον τελευταίο πολίτη. Έχω συγκρουστεί με τους συντρόφους που χρησιμοποιούσαν την ένοπλη βία. Ακριβώς στην Μπολόνια [στο πανιταλικό συνέδριο της Αυτονομίας, τον σεπτέμβρη του ’77], συγκρούστηκα βίαια με εκείνους του συλλόγου Σάντα Κρότσε [σύντροφοι άλλου κομματιού της αυτονομίας της πόλης της Φλωρεντίας] πάνω στις κερκίδες του Παλάτσο ντέλλο Σπόρτ. Θα πω με την ευκαιρία πως στα μέρη μας δεν μπόρεσε να εισχωρήσει καμία ομάδα που ανήκε στο οπλισμένο κόμμα, αυτό οφείλεται στο φύλαγμα που έγινε από μένα και τους συντρόφους μου. Μέχρι την δολοφονία του Μόρο τους θεωρούσα συντρόφους που κάνανε λάθη αλλά μετά άλλαξα γνώμη και έγινε τελείως αρνητική.

Bologna 11 Marzo 77 Fatti Nostri

Συμμετείχα στην ομάδα περιφρούρησης του Σ.Α. της κωμόπολης μου.
Στην Πίζα το ’77 συγκρούστηκα με αυτούς της Santa Croce επ’ ευκαιρία του θανάτου του Σεραντίνι. Κάναμε ομάδα περιφρούρησης μαζί με άλλους μπροστά στα καταστήματα όπλων. Έκαναν απαλλοτριώσεις σε άλλα καταστήματα και μπήκαμε στην μέση. Τότε ήταν που έμαθα πως είχα κτυπήσει τον αδελφό του Φαίδωνα, σύντροφο και φίλο του Σπανού. Μεταξύ των χτυπημένων ήταν και ο Βρούτος’, [γνωστός στον χώρο της αυτονομίας της Φλωρεντίας, του συλλόγου Σάντα Κρότσε].’

  • [Να πω με την ευκαιρία πως ο χώρος αυτός δεν είναι κάτι ενιαίο, μία οργάνωση. Κίνημα είναι. Οι κολεκτίβες συζητούν μεταξύ τους, έχουν διαφορές, συνεργάζονται, δεν έχουν όμως ενιαία γραμμή. Ρομάνοι, Τορινέζοι, Παντοβάνοι, Βενετσιάνοι, Μιλανέζοι, κλπ, Πόρτο Μαργκέρα, Μπολονιέζοι, οι γνωστότερες μαζώξεις. Μιλάμε για χιλιάδες αγωνιστές, η κάθε πόλη κατεβάζει στο δρόμο μεγάλες πορείες και διαδηλώσεις και οι σύντροφοι δραστηριοποιούνται σε όλους τους κοινωνικούς χώρους.
    Η γροθιά σηκωμένη σε σχήμα περιστρόφου!]

Συνεχίζει :
‘στην Μπολόνια έκανα πολλές επεμβάσεις ενάντια στις προτάσεις, που υποστήριζαν οι ‘Βόλσι’, [οι Ρωμαίοι σύντροφοι, πήραν το όνομα από τον δρόμο στον οποίο είχαν τα γραφεία τους] και άλλοι εξτρεμιστικοί σύλλογοι, επίθεση στη φυλακή ή άλλες φασαρίες. Υποστήριξα τη βίαιη απομάκρυνση των ταραχοποιών από τις διαδηλώσεις, και φράξιες του Συνεχή Αγώνα με κριτικάρανε ανοιχτά.’
Μιλάει για τους γνωστούς του στην Πίζα και πως έκανε παρέα με την κόρη του Λουτσιάνο ντέλλα Μέα, [ιστορική φιγούρα της εξωκοινοβουλευτικής επαναστατικής αριστεράς, αδελφός του επίσης γνωστού τραγουδοποιού Ιβάν], αναφέρει τα γεγονότα που με αφορούν και για τα οποία ήδη σας μίλησα. Μιλά για τα άτομα του κύκλου του Σπανού που γνώριζε. Αρνείται πως γνωρίζει τον βοσκό για τον οποίο μιλά ο φίλος του.

Τον ρωτούν για την αγορά δέκα αλεξίσφαιρων γιλέκων που έγινε από κάποιον Ρένο και απαντά πως τον γνωρίζει διότι διατηρούσε κάμπινγκ στην παραλία. Δεν μπορεί να καταλάβει γιατί ο τάδε του χρεώνει την αγορά των γιλέκων, πράγμα που αποκλείει απόλυτα.
Του γνωστοποιούν πως οι δηλώσεις του Ρένο είναι ακριβείς, τότε απαντά με το περίφημο: ‘ίσως κατηγορεί εμένα γιατί σ’ αυτό το σημείο με παίρνουν για τον χαζό του χωριού’. Και πως αναφέρθηκε το όνομά του για να καλυφθούν τα άτομα που πραγματικά αγόρασαν τα γιλέκα. ‘Προφανώς, οφείλοντας να διαλέξει ανάμεσα σ’ εμένα που το πολύ να του έδινα ένα γερό ξύλο και αυτού που θα μπορούσε να τον βγάλει απ’ την μέση, διάλεξε το μικρότερο κακό’.
‘Έλεγε πως έχει επαφές με μπος-νονό του υποκόσμου. Με αποκαλούσε τρομοκράτη αστειευόμενος γιατί ανήκα στον Σ.Α.’
‘Δέν έχω επαφές με τον υπόκοσμο. Γνωρίζω τους φίλους μου από καιρό και μπορώ να ορκιστώ ότι δεν έχουν σχέση με την τρομοκρατία και τον υπόκοσμο’.
‘Η περιφρούρηση για την οποία μίλησα συνίστατο στο ν’ αφιερωθούμε πολιτικά σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής, απ’ το πρόβλημα των ναρκωτικών μέχρι εκείνο της ελεύθερης ραδιοφωνίας’.

  • Και ερχόμαστε στον Αντόνιο. Φιορεντίνος, 27 χρονών, παντρεμένος, με ένα παιδάκι.
    Απασχολεί την δικαιοσύνη το ’78, τον Νοέμβρη, μιλά για προσωπικά θέματα και αναφέρει πως ‘ο Πέτρος κι εγώ εδώ και καιρό, έχουμε την τάση να κάνουμε χρήση ναρκωτικών ουσιών’, γι αυτό και του έστειλα ένα δέμα που περιείχε μία δόση χασίς, όταν εβρίσκετο στην Σαρδηνία.’
    Τότε κάνει νύξη ‘στον μεγάλο αρχηγό’, σε γράμμα του στον Πέτρο, λέγοντας πως εννοεί τον πατέρα του.
    Τα σοβαρά ξεκινούν Γενάρη του ’80
    δηλώνει πως ανήκε στον ‘Συνεχή Αγώνα από το 1970 και βγήκε μετά από μια περίοδο φυλάκισης [δεν αναφέρει τον λόγο] δύο μηνών. Αποξενώθηκε απογοητευμένος από κάθε φόρμα πολιτικής δραστηριότητας και χρησιμοποίησε ηρωίνη.

Λαμβάνει μέρος στην κατάληψη του Μπόργκο λα Κρότσε, πίσω από την πλατεία Σάντα Κρότσε, γιατί εκείνο το διάστημα δεν είχε σπίτι. Λίγο νωρίτερα βέβαια έχει αναφερθεί στο γράμμα που έστειλε στον φίλο του τον Πέτρο, τότε που έκανε λόγο για ‘τον μεγάλο αρχηγό’. Λέει λοιπόν πως αναφέρεται στον πατέρα του ο οποίος έχει μάθει πως το διάστημα αυτό συζεί στο σπίτι με την γυναίκα του και ένα ακόμη άνδρα,σκέφτεται να χωρίσει, δεν ξέρει τι να κάνει, ίσως γι αυτό να διάλεξε να πάρει μέρος στην κατάληψη, μέχρι να καταλήξει στη λύση του αδιέξοδου στο οποίο έχει βρεθεί.
‘Η πρωτοβουλία ανήκε στον σύλλογο Σάντα Κρότσε. ‘

Αναφέρει τον γνωστό Βρούτο που είχε χτυπήσει ο Μένιος και κάποια άλλα ονόματα, άσχετα με την υπόθεσή μας. Πρέπει να είναι αρχές του ’77. Η σύλληψή του είχε γίνει τον Οκτώβρη του ’75.
‘Στην κατάληψη πήραν μέρος όλες οι εξωκοινοβουλευτικές συνιστώσες της Φλωρεντίας, η ‘Ενωση Ενοικιαστών’ με επικεφαλής τον τάδε, ο’ σύλλογος συσσίτιο’, θυμάται εμένα και ένα ακόμη παλικάρι που έχει συλληφθεί εκείνο το διάστημα,αυτόν που ο Σαβέριο ονομάζει ‘φαντασμένο’, τον Ρούλη. Επίσης ο ‘σύλλογος αρχιτεκτονική’ και ονοματίζει τον Νάκη σαν υπεύθυνο, με το κόκκινο αυτοκίνητο, παντρεμένο, με ένα παιδάκι. Θυμάται και άλλους, τον Σάσσο αλλά και μερικούς της άλλης συνιστώσας της αρχιτεκτονικής,συνδεδεμένους με τον Άγγελο και τον Όμηρο. Παίρνει επίσης μέρος και η ‘Προλεταριακή Δημοκρατία’ [ένωση εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων που θα πάρει μέρος στις εθνικές εκλογές] όπως και το ‘Σοσιαλιστικό κόμμα των ενωμένων Προλετάριων’.

‘Κατά την διάρκεια της κατάληψης πήρε την πολιτική διεύθυνση η περιοχή της αυτονομίας και είχε σαν συνέπεια την απομάκρυνση της ‘Προλεταριακής Δημοκρατίας’ και της Ένωσης ενοικιαστών’.
‘Έτσι λοιπόν ο προσανατολισμός της οργανωμένης αυτονομίας επικράτησε, έχοντας σημείο αναφοράς στην πρακτική της παρανομίας των μαζών, δηλαδή καταλήψεις μέχρις εσχάτων, απαλλοτριώσεις και αυτομειώσεις. Η τελευταία περικλείει μία πλειονότητα από φόρμες, όχι περιορισμένη στα ενοίκια, αλλά εκτεταμένη, πχ στην τιμή του σινεμά, των ειδών διατροφής και παρόμοια’.

‘Η θέση μου εκείνο τον καιρό συμπίπτει με αυτή του συλλόγου Σάντα Κρότσε που ήταν σε διαφορετική θέση εν συγκρίσει με εκείνη του Συσσιτίου και της Αρχιτεκτονικής, που ενεργούσαν συγχρόνως, αφού αυτοί οι δύο τελευταίοι υποστήριζαν την ανάγκη να φτάσουν στην ικανοποίηση των αναγκών διά μέσου της πρακτικής των απαλλοτριώσεων.
Μετά κατάλαβα και θα επιμείνω ότι αυτή η θέση των δύο συλλόγων ήταν σε λειτουργία με μία συζήτηση πιό γενική του οπλισμένου κόμματος.’

‘Βρέθηκαν προκηρύξεις με τις οποίες διεκδικείτο η απαλλοτρίωση στη Βόγκουε Shop, κατάστημα πολυτελείας, μονογραμμένες ‘Προλεταριακές Περιπολίες’, ενάντια στην ακρίβεια της ζωής. Δεν μας άρεσε που βρέθηκαν αυτές οι προκηρύξεις αφού μία ενδεχόμενη έρευνα της αστυνομίας θα κατονόμαζε ως υπεύθυνους όλους εμάς. Και σαν σύλλογος Σάντα Κρότσε διαφωνήσαμε και με το περιεχόμενο.
Συνέχισαν να μπαίνουν και άλλες πάντα με την υπογραφή των Περιπολιών και διεκδικείτο ως σπουδαία πράξη όχι μόνο η απαλλοτρίωση ρούχων αλλά και οι εισπράξεις, χρήματα που θα χρησίμευαν για την οργάνωση.

Σκεφτήκαμε πως ήταν πρόκληση της αστυνομίας, έγινε έρευνα, τίποτα.
Ξανάρθαν προκηρύξεις, αυτή τη φορά υπογεγραμμένες από την ‘Πρώτη Γραμμή’. Υπήρχε και ένα πολυβόλο σαν σύμβολο.
Ανάλογες προκηρύξεις βρέθηκαν και σε άλλη κατάληψη, ενός ξενοδοχείου, στην οδό Καλτσαϊουόλι, στην οποία προχώρησαν αυτοί που είχαν αποξενωθεί από τη δική μας, όπως και κάτω από τις στοές στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου.
Αυτό το έγγραφο είχε θεωρητικό χαρακτήρα, διηγότανε τη γέννηση, τους σκοπούς της Οργάνωσης, θέτοντας επίσης την διάκριση της Ομάδας αυτής από αυτή των Ερυθρών Ταξιαρχιών,
πως ήταν η ένωση των διάφορων Ομάδων Φωτιάς που ενεργούσαν στο ιταλικό έδαφος.’

Αναφέρει πως εκείνοι του ‘συσσιτίου’ και της ‘αρχιτεκτονικής’ ετόνιζαν την αναγκαιότητα να υπάρχουν συνδέσεις ανάμεσα στους αυτόνομους συλλόγους και αναφέρονταν στην εφημερίδα ‘Χωρίς Ανακωχή’.
‘Ονομάζονταν ‘Κομμουνιστικές Επιτροπές‘ αυτοί οι σύλλογοι.’

Μιλά για την διαδήλωση του Μάρτη του ’77 στην Ρώμη, ‘για να αναδειχθεί ο εθνικός χαρακτήρας της κίνησης.’
Εκεί πήγαν δύο ξεχωριστές ομάδες. ‘Μία των ΄κομμουνιστικών επιτροπών’ για τις οποίες μίλησα και η άλλη του ‘συλλόγου Σάντα Κρότσε’. Εγώ είμαι σε αυτή την τελευταία ομάδα’,λέει.
‘Περνάμε από τα γραφεία των ‘Βόλσι’, όπου βρίσκονται καμιά εκατοστή άτομα, οι τριάντα οπλισμένοι για παν αμυντικό ενδεχόμενο.
Σε μας δόθηκαν μπαστούνια και μολότοφ’. Ονοματίζει μία κοπέλα που τους παρέλαβε από τον σταθμό.
‘Ξεκινά η πορεία χιλιάδων ατόμων.
Αρχίζουν οι συγκρούσεις με την αστυνομία.

Κάποιοι από τους διαδηλωτές -όχι Φλωρεντίνοι- πυροβολούν.
Χάος, δακρυγόνα και άλλα.’
‘Κοντά στο ποτάμι σπάζεται ένα κατάστημα αθλητικών με όπλα που φορτώνονται σε ένα αυτοκίνητο.’
‘Εμείς πανικοβληθήκαμε αλλά άλλοι προσεγγίζουν διαφορετικό οπλοπωλείο, υπήρχε αλυσίδα που τους εμπόδισε να πλησιάσουν. Πάρθηκαν τα όπλα που χρειάζονταν και τότε επέτρεψαν στους υπόλοιπους να πάρουν ότι ήθελαν.’ ‘Διαδόθηκε η φωνή ότι εκείνοι που είχαν ενεργήσει ανήκαν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Κάποια από τα όπλα κατέληξαν στο ποτάμι. Το αμάξι το φορτωμένο απομακρύνθηκε πρίν φτάσει η Άμεση Δράση’.

‘Συνεχίζοντας πλησιάσαμε ένα Αστυνομικό Τμήμα και εκείνοι πυροβόλησαν, νόμισα πως χτυπήθηκα και έπεσα κάτω. Χτυπήθηκα στον αστράγαλο και το μπουφάν μου ήταν τρυπημένο από σφαίρα. Βρήκα διαμονή σε σπίτι προλεταριακής συνοικίας. Το άλλο πρωί γύρισα πίσω’.
‘Εκτίμησα αρνητικά τα γεγονότα σε πρώτη φάση μετά όμως από τις ειδήσεις που έφτασαν διά μέσω του Τύπου φάνηκε πως ο απολογισμός δεν ήταν καθόλου αρνητικός και πως ανάλογα γεγονότα είχαν διαπιστωθεί και σε Μπολόνια, Μιλάνο και το γεγονός παίρνει διάσταση μιάς αληθινής και πραγματικής Επανάστασης,
μιάς μέρας Επαναστατικής’.

‘Σε αυτή την καινούρια εκτίμηση μιάς τέτοιας εμπειρίας,επίσης κάτω από το σπρώξιμο και την πίεση των ‘επιτροπών’ τέθηκε στην ομάδα μας εκείνο του να κάνουμε μία εκλογή πολιτική και οργανωτική ανάλογη με το νέο αναληφθέν επίπεδο από την σύγκρουση της τάξης.’
Φτιάχνουν λοιπόν την ομάδα τους και ονοματίζει τα αγόρια και τα κορίτσια.Ο Φαίδων, ο Σπανός, ο Πέτρος, η Αμάντα κ.α.
‘Επρεπε να επιλέξουν μέσα στο μεγάλο χώρο της αυτονομίας σαν σημείο αναφοράς
-τις Ερυθρές Ταξιαρχίες για τις οποίες όμως δεν γνώριζαν τίποτα,
-το ρεύμα των ‘επιτροπών’- ‘χωρίς ανακωχή’
-και εκείνο της αυτονομίας της μάζας, δραστηριότητα που αναπτύσσεται με τρόπο οργανωμένο με μία επαλήθευση του προγράμματος και των δραστηριοτήτων διά μέσω τω συζητήσεων στις συνελεύσεις στο εσωτερικό της κίνησης.’

‘Διαλέγουν αυτό το τελευταίο,τρίτο ρεύμα και όλοι παρατηρούν πλέον πως η ομάδα αρχίζει να αποκτά τη δική της ταυτότητα.
Και εκεί που ο Βρούτος, για τον οποίο ξαναμιλήσαμε, ο γνωστός, που εκπροσωπεί τον Σύλλογο της Σάντα Κρότσε στραβώνει, ‘ο Μίκης Μαυρόπουλος είδε το πράγμα με καλό μάτι, και άρχισε ένα διάλογο με εμάς, υπογραμμίζοντας τη σπουδαιότητα του να οργανωθούμε σε μία ομάδα που να δρα σε επίπεδο περιοχής της Φλωρεντίας’.
Αναφέρει τρία, τέσσερα ακόμη ονόματα με τα οποία κρατούσε επαφές, γνωστά από τους προηγούμενους καταθέσαντες [ τη Φιόνα, τον Ντίνο, τον Σάσσα, τον Νάκη και τον Κώστα] και κλείνει, για να επανέλθει την επομένη :

ξαναμιλάει για την ομάδα του λέγοντας πως στην αρχή η δραστηριότητά της ήταν βασισμένη ουσιαστικά στην πολιτική συζήτηση. ‘Υπήρχαν επαφές με τον Μίκη, που κρατούσα ειδικότερα εγώ, αλλά δεν δινόταν μεγάλο βάρος στις προτάσεις αυτού.’
Αναφέρεται σε κάποιο επεισόδιο, όταν τους ζήτησαν αυτοί του συλλόγου Σάντα Κρότσε βοήθεια, διότι είχαν προβλήματα με αυτούς της αρχιτεκτονικής. ‘Για εξωτερική προστασία που έκαναν εντελώς άοπλοι.
Οι της Σάντα Κρότσε, πέντε με έξι άτομα ήταν μασκαρεμένοι και πιθανόν οπλισμένοι.

Αιτία η υπεξαίρεση από την σχολή της αρχιτεκτονικής πολύγραφου, φωτοτυπικών, γραφομηχανών που πήραν αυτοί της Σάντα Κρότσε κατά την διάρκεια κατάληψης της σχολής. Αυτούς τους οδηγούσε ο Ντίνος. Οι Σαντακροτσίτες υποστήριζαν ότι δεδομένου ότι αυτά τα πράγματα αποσύρθηκαν κατά τη διάρκεια κατάληψης ανήκαν στο κίνημα και δεν στηρίζονταν το γεγονός ότι ανήκαν σε συγκεκριμένο γκρούπ.
Τελικά δεν έγινε κατανοητό εάν η συνάντηση έγινε για να μοιρασθούν τα αντικείμενα ή να τοποθετηθούν κάπου για κοινή χρήση.
Αργότερα υπήρξαν και συλλήψεις γι αυτή την υπόθεση.’

Ξαναγυρίζοντας στην ομάδα τους, ‘υπήρξε κάποια περίοδος απραξίας που πήρε όλο το ’77, από το καλοκαίρι και μετά.’
‘Περνούσαμε τον καιρό μας να ονειρευόμαστε την ιδέα της επανάστασης και ‘καπνίζαμε’.
Πήγαν στην Μπολόνια, στην εθνική συνάντηση της αυτονομίας, καμιά 15αριά από αυτούς.
Μετά ξεκινούν οι πραγματικές επαφές μαζί μου :
‘Το γκρούπ μας είχε κατανοήσει ήδη, και μετά τις παρεμβάσεις που έγιναν στην Μπολόνια, τη διπολική όψη της ταξικής πάλης που συγκεκριμενοποιούνταν από τη μία πλευρά στην ύπαρξη οργανωμένων πρωτοπορειών και από την άλλη στην αντίληψη της μαζικής παρανομίας’.

Άρχισαν να συγκεντρώνονται μεταξύ τους, έκαναν και κάποιες πιό ανοιχτές συναντήσεις με αυτούς της Σάντα Κρότσε ή σε μερικές από αυτές με μερικούς πρώην μαχητές της Εργατικής Πρωτοπορείας.
Διαφορετικά ήταν και τα περιεχόμενα των συγκεντρώσεων.
Μεταξύ τους κουβέντιαζαν για τη δημιουργία τομέων όπως πχ το επιμελητειακό, αντιπληροφόρηση κλπ.
Με τους υπόλοιπους πάνω σε θέματα μαζικής παρανομίας όπως καταλήψεις, μειώσεις τιμών και παρόμοια.
‘Ο Μίκης μου έλεγε πως είμαστε πιά στο πρόγραμμά τους, και ότι συνεπώς δεν είχε νόημα να δρούμε αυτόνομα, και ότι ήταν σκόπιμο να κάνουμε δική μας την κληρονομιά της οργάνωσης και δηλαδή εκείνη των επιτροπών’.

‘Για να καταφέρουν να μας μπερδέψουν σε αυτή την ενωτική προοπτική ανατέθηκε στην ομάδα μας ένα καθήκον περιφρούρησης και υπεράσπισης στο εσωτερικό μιάς διαδήλωσης που γινόταν με μία πορεία,δίνοντάς μας και την δυνατότητα να καθορίσουμε με μια κάποια αυτονομία την επιλογή του δρομολογίου’.
‘Σ’ αυτή τη στιγμή οι επαφές μ’ εμένα κρατιόντουσαν από τον Μίκη αλλά εμφανίστηκε και ο Νάκης. Έλεγαν πως στη διάρκεια αυτής της διαδήλωσης θα πραγματοποιούνταν στόχοι, ότι θα υπήρχαν ομάδες που θα πραγματοποιούσαν τους στόχους στο εξωτερικό της πορείας και ότι θα υπήρχαν σύντροφοι που θα πραγματοποιούσαν μιά πιό μεγάλη προκάλυψη.

Καλά όλα αυτά αλλά διευκρινήσεις για τους στόχους δεν μας έδωσαν και αυτό προκάλεσε αμηχανίες. Έγινε η διαδήλωση κι αν θυμάμαι καλά ήταν εκείνη που κτυπήθηκαν το σπίτι του Γενικού Εισαγγελέα και το στρατόπεδο των Καραμπινιέρων και μάλλον ένα κτηματικό γραφείο που δέχτηκε επίθεση με μολότοφ.’
‘Δεν γνωρίζω τους υλικούς εκτελεστές.’

  • ας αλλάξουμε όμως λιγάκι το ύφος:

Ο μονοδιάστατος άνθρωπος

Ο μονοδιάστατος άνθρωπος
Ο «μονοδιάστατος άνθρωπος» έχει χάσει την ατομικότητά του, την ελευθερία του και την ικανότητά του να διαφωνεί, και να σκέφτεται κριτικά

 

Ο μονοδιάστατος άνθρωπος

 

 

αυτή είναι η μάνα μου:

DSC02226

  • και να σας πω δυο λόγια ακόμη, πως

ήμασταν χαρούμενοι γιατί ήμασταν μαζί, και η παρέα έγινε οργάνωση, και η οργάνωση μεγάλωσε και οπλίστηκε, ο οπλισμός υπήρξε αναγκαιότητα γιατί μας σκότωναν φασίστες κι αστυνομικοί ενωμένοι και καραμπινιέροι μαζί – και να τους αρπάξουμε την εξουσία μες απ’ τα  χέρια αναγκαιότητα επίσης – γιατί ασφυκτιούσαμε κάτω από την μπότα του συστήματος που είχαν στήσει μπουρζουάδες και ρεβιζιονιστές ενωμένοι, μάρτυρας ο μεγάλος Παζολίνι κι άλλοι πολλοί, και η εργατική τάξη στον δρόμο μας παράτησε, δεν μπορέσαμε κι εμείς να κάνουμε την μεγάλη μανούβρα την κατάλληλη στιγμή και να στρέψουμε το καράβι προς την αναστροφή πορείας στρατηγικής υποχώρησης όταν τα πράγματα είχαν αρχίσει να στραβώνουν και ο κόσμος έδειχνε την αποστροφή του προς τον μιλιταρισμό που είχαν διαλέξει οι οι πιο ‘εξτρεμιστές’ απ’ τους συντρόφους μας και τα πράγματα πήγαν κατά διαόλου με λίγα λόγια

συνεχίζεται