σκόρπιες σκέψεις...

υπήρξαν κάποτε κάτι καιροί…

Όχι πολλά χρόνια πριν υπήρξαν καιροί που μεγάλο κομμάτι της νεολαίας συνήθιζε να ονειρεύεται πράγματα πολύ μακρινά από αυτά που η mainstream διανόηση διοχέτευε εντέχνως, όπως βέβαια κάνει παντοτινά, και αυτά τα όνειρα προσπάθησε με όλους τους τρόπους να τα κάνει πραγματικότητα.

Το κατεστημένο είχε φρικάρει διότι έβλεπε τη νεολαία του, την πιο ζωντανή πλευρά του πληθυσμού, να ξεφεύγει από τα όρια που έθετε, να μην υπακούει στα κελεύσματα, να επιθυμεί και να κάνει τα πάντα για να επιτύχει το καινούργιο, το άδολο, την ομορφιά και την χειραφέτηση, ναι! την χειραφέτηση, αυτός ήταν ο στόχος κλειδί! η χειραφέτηση, στην καθημερινότητα, πολιτική οικονομική και πολιτιστική χειραφέτηση, μια ζωή δικαιότερη και μακριά από την εκμετάλλευση του ανθρώπου, της ζωής γενικότερα και του περιβάλλοντος από τους λίγους ισχυρούς κεφαλαιοκράτες.

Προσπάθησαν οι νέοι, και όχι μόνο, με όλους τους τρόπους που γνώριζαν, να αποτινάξουν το ζυγό του καπιταλισμού, οργανώθηκαν σε ομάδες και κινήματα και έθεσαν σαν πρόταγμα, μεγάλο μέρος από αυτούς, την ένοπλη εξέγερση και επανάσταση για την κοινωνική απελευθέρωση και τον κομουνισμό. Ήταν άλλωστε πολύ κοντινές οι εμπειρίες της νίκης των αριστερών επαναστατών στην Κούβα και το Βιετνάμ, οι σημαίες με την εικόνα του Τσε και του Χο ανέμιζαν σε κάθε διαδήλωση σε όλες τις γωνιές του πλανήτη και η συντριβή του πειράματος στη Χιλή θύμιζε στους πάντες πως η μπουρζουαζία δεν θα παρέδιδε ποτέ ειρηνικά τα προνόμια της στους από κάτω, στο προλεταριάτο!

Ήτανε χρόνια όμορφα, γεμάτα αντιθέσεις όπως πάντα συμβαίνει, χρόνια πολύ δημιουργικά για όλους εμάς που ονειρευόμασταν το »αδύνατο», την ουτοπία,

σε μας φαίνονταν εύκολη και άμεσα πραγματοποιήσιμη, είπαμε να το τολμήσουμε και το πράξαμε.

Κάποιοι συντάχτηκαν σε οργανώσεις, κάποιοι στο αυτόνομο κίνημα, οπλιστήκαμε, πέσαμε στα βαθιά της μάχης, άλλοι λιγότερο άλλοι περισσότερο, άλλοι βαθύτερα όπως ο καλεσμένος και οι σύντροφοι του, άλλοι όχι τόσο πολύ, πάντως όλοι στην ίδια όχθη του αφρισμένου κύματος που έβραζε τουλάχιστον για μια δεκαετία, και βάλε!

Τα τείχη που έχτισαν σε αγαστή συνεργασία μπουρζουαζία και ρεβιζιονιστές κομουνιστές άντεξαν, οι προλετάριοι και οι σύμμαχοι τους δεν ακολούθησαν, η χαφιεδολογία οργίασε, τα λάθη μας επίσης πάρα πολλά. Χάσαμε μάχες και τον πόλεμο. Δεν ήταν έτοιμη η ιταλική κοινωνία γι αυτή την αναμέτρηση, βάλαμε κι εμείς το χεράκι μας. Κάποιοι παραδόθηκαν, άλλοι μετάνιωσαν, άλλοι πρόδωσαν και άλλοι βάσταξαν. Ο καλεσμένος σας ήταν ένας από αυτούς και αξίζει τα καλύτερα όπως και όλοι εκείνοι που κράτησαν ψηλά τις σημαίες τους. Κάποιο νεκροί, άλλοι ατέλειωτα χρόνια κλεισμένοι  σε ατσάλινα κλουβιά, σήμερα ατενίζουν τους συνανθρώπους τους με το κούτελο ψηλά!

Ήμουν κι εγώ εκεί, έζησα κάποια από εκείνα τα υπέροχα και δύσκολα χρόνια στην πρώτη γραμμή, σε διαφορετικό μετερίζι απ’ τον προσκαλεσμένο σας. Είχα την τύχη να αποφύγω το πισωγύρισμα και να κοιμάμαι σήμερα με την συνείδηση μου ήσυχη, επίσης για ένα παράδοξο της μοίρας πλήρωσα ελάχιστο τίμημα, απέφυγα τα χειρότερα. Θέλω να χαιρετίσω τους καλούς φίλους που σκέφτηκαν να με προσκαλέσουν στην εκδήλωση, στην οποίαν αδυνατώ να παρευρεθώ για λόγους μεγαλύτερους από το μπόι μου. Και όλους εκείνους φυσικά που θα τιμήσουν με την παρουσία τους τον εξαιρετικό σύντροφο Μαουρίτσιο, τον οποίον αγκαλιάζω τρυφερά.

Με συντροφικούς χαιρετισμούς

Μιχάλης


post imageΕκδήλωση με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου
“Η επανάσταση δεν είναι ένα επίσημο γεύμα”* Καπιταλιστική Κρίση/ Πόλεμος/ Καθεστώς Έκτακτης Ανάγκης.
* Πολιτική Συγκρότηση/ Ταξική Οργάνωση/ Επαναστατική Προοπτική. Aπό το Χθες στο Σήμερα.με τη συμμετοχή του συντρόφου Μαουρίτσιο Φερράρι
(μέλος του “ιδρυτικού πυρήνα” των Ερυθρών Ταξιαρχιών
και πρώην πολιτικού κρατούμενου για 30 χρόνια στις ιταλικές φυλακές)Πέμπτη 1/2, στις 19:00, στο ΠολυτεχνείοΤαξική Αντεπίθεση (Ομάδα Αναρχικών και Κομμουνιστών) Εκδόσεις ΜΟΛΟΤ

Εικόνες:

 

https://athens.indymedia.org/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η Barbara Balzerani και το κάλεσμα του δάσους, e il richiamo della foresta

Stampa

 

1054

Η ανασκόπηση του Militant A (μέλους του συγκροτήματος Assalti frontali) στο βιβλίο της Barbara Balzerani “L’ho sempre saputo”, »Το γνώριζα πάντα» (Derive e approdi).

Barbara Balzerani και το κάλεσμα του δάσους

Βγαίνει αυτές τις ημέρες το καινούργιο βιβλίο της Barbara Balzerani, “L’ho sempre saputo”, που δημοσιεύεται από τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi. Η Barbara Balzerani, την οποίαν για χρόνια αποκαλούσαν “primula rossa” των ερυθρών Ταξιαρχιών, άπιαστη, έρχεται με αυτή τη δουλειά στο έκτο έργο της και για εμάς το να διαβάσουμε τις σελίδες της είναι και το να ψάχνουμε ένα σημάδι, ένα συναίσθημα, μια συγκίνηση, που να μας λέει κάποια πράγματα για εκείνο το γλυκό πρόσωπο που αναστάτωνε τα καλά σαλόνια της ιταλικής μπουρζουαζίας και έβαζε φωτιά στην επανάσταση των χρόνων εβδομήντα. Και ενώ όλοι οι σύντροφοι της συλλαμβάνονταν, χρόνο με τον χρόνο, αυτή κατάφερνε πάντα να ξεφεύγει και να αντεπιτίθεται την ώρα που ο κόσμος άλλαζε, κι εμείς οι νεαροί εξεγερμένοι που γεννιόμασταν μέσα στα χρόνια ογδόντα την γνωρίζαμε από τις φωτογραφίες που έδινε η αστυνομία στα μέσα μαζικής επικοινωνίας και σκεφτόμασταν: “Δεν θα την πιάσουνε ποτέ”… “ποιος ξέρει πόσες επιχειρήσεις, πόσα πράγματα θα καταφέρει ακόμη να κάνει”… αντιθέτως μια μέρα την συνέλαβαν και υπήρξαν περισσότερα από είκοσι χρόνια φυλάκισης γι αυτήν. Σήμερα, στο 2017, διπλωματούχος στην φιλοσοφία και στην συνέχεια στην ανθρωπολογία, μας μεταφέρει σε ένα ταξίδι, διαμέσου της σκοτεινότητας του καιρού μας συνοδεύει στις απαρχές, στην προέλευση του ανθρώπινου είδους, στην αναζήτηση των χαμένων αρχέγονων ενστίκτων, όταν ο άνθρωπος ζούσε σε επαφή με την φύση με τρόπο αρμονικό και οργάνωνε τη ζωή σε κοινότητα, με την ανταλλαγή και την αλληλεγγύη. Το βιβλίο “L’ho sempre saputo”, »πάντα ήξερα» θυμίζει το »κάλεσμα του δάσους»,  “Il richiamo della foresta” στην κεντρική, βαθύτατη ιδέα του, μα εδώ δεν υπάρχει μια ελεύθερη ζωή όπου να καταφύγεις αφού αποδράσεις βρίσκοντας ξανά τα ένστικτα σου, ο λύκος της Barbara είναι φυλακισμένος στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο και ουρλιάζει ενάντια στην μυθική “πρόοδο”.

Η αφήγηση ξεδιπλώνεται μέσα από σελίδες που φαίνονται να προδιαγράφουν ένα μυθιστόρημα, για να περάσουν στη συνέχεια σε στιγμές που μοιάζουν πανεπιστημιακά κείμενα, παίρνουν φωτιά με επιθέσεις ενάντια στους υπεύθυνους της καταστροφής, για να επιστρέψουν στην οικεία διάσταση μιας σχέσης. ΄Βρισκόμαστε μέσα σ’ ένα κελί, πίσω από σιδερένια κάγκελα, η Barbara είναι εκεί. Πως κατέληξε εκεί; Το πρώτο κεφάλαιο μιλά για τις μάχες των χρόνων ’60, ταραχώδεις μέρες, πικετοφορίες, διαδηλώσεις ενάντια στους Yankee, χέρια δυνατά που δείχνουν το δρόμο, όπλα, μια εποχή εξέγερσης, όχι ένας ακριβής λόγος, μα μια πρωταρχική γνώση προς πια πλευρά να σταθείς, με ποιους θα είσαι, ποιους θα υποστηρίζεις. Η συγγραφέας δεν είναι μόνη, μαζί της υπάρχει μια γυναίκα, έτσι την αποκαλεί, »Η γυναίκα», δεν ξέρουμε το όνομα αλλά γνωρίζουμε την κοινωνική προέλευση: “Η γυναίκα” ανήκει σε μια γη αρχαία, σε ένα χωριό, ένα προάστιο, ένα κόσμο από εκείνους που βρίσκονται από κάτω, ανθρώπων που τους εκμεταλλεύονται και τους λεηλατούν, για να ζήσει γίνεται διεθνής μεταφορέας ναρκωτικών ώσπου την αρπάζουν, την τσιμπάνε. Εκτός απ’ τις δυο πρωταγωνίστριες στο κελί υπάρχει και κάποιος άλλος, μια παρουσία. “Η γυναίκα” υπενθυμίζει την τελευταία της εγκυμοσύνη, διηγείται με μια συγκλονιστική δύναμη για το όταν είχε στην κοιλιά της ένα κουτάβι που κολυμπούσε στο αμνιακό υγρό και για εννιά μήνες, ενώ το θαύμα της ζωής ολοκληρώνονταν και το ανθρώπινο είδος αναπαράγονταν, εκείνο το κορμάκι μετέδιδε οράματα, ιστορίες της Αφρικής, από τις απαρχές και την γένεση, που ταρακουνούν τα θεμέλια και θέτουν υπό αμφισβήτηση “όλα εκείνα που νόμιζα πως ήξερα”.

Τα νεογέννητα έχουν μια αρχική γνώση, μια μνήμη που παραδίδεται στο DNA, τις πρώτες μέρες της ζωής ξέρουν να περπατούν αλλά αμέσως το ξεχνούν, έχουν το ένστικτο να αρ παχτούν σαν να ψάχνουν ένα κλαδί, σαν να νιώθουν πως πέφτουν στο κενό ενθυμούμενα τον καιρό κατά τον οποίο κοιμόντουσαν στα δέντρα. Έτσι, μέσα στην στενότητα του κελιού, στις μακριές ημέρες που περνούνε μαζί, η  “γυναίκα” εκμυστηρεύεται στην συντρόφισσα της τις ενέργειες που ξεχάστηκαν και της μετέδωσε η κοιλιά, τα σήματα, τις φωνές που μιλούσαν για τα πράγματα που υπήρχαν “πριν”, γι αυτό που υπήρχε »πριν», όταν ο άνθρωπος δεν είχε μολυνθεί από τον εαυτό του. Είναι μια trance, μια έκσταση, ένα τέχνασμα αφηγηματικό για να μας πει μέσα σε εκατό σελίδες πως η βιομηχανική επανάσταση κατέστρεψε πολιτισμούς που ήταν σοφοί και εκείνη η σοφία που εξολοθρεύτηκε και ξεχάστηκε ήταν σημαντική και δίχως αυτήν προκαλέσαμε θανατηφόρα λάθη, μοιραία. Η δυτική ιδέα σύμφωνα με την οποίαν εάν δεν έχεις διασχίσει τους μοντέρνους καιρούς είσαι ένας πρωτόγονος, εννοώντας για πρωτόγονο κάτι αρνητικό, κάποιον οπισθοδρομικό, υπήρξε μια καταστροφή. Και η Barbara μπαίνει στο παιχνίδι. Ο δρόμος της απελευθέρωσης είναι πολύπλοκος, μας λέει, ακόμη κι όταν αυτή τα έπαιξε όλα, την ζωή, την δική της και εκείνη των άλλων, το έκανε μέσα στην ψευδαίσθηση πως η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα έφερνε την ευτυχία και πως ο κομουνισμός ήταν το τελευταίο στάδιο της ανάπτυξης. Μα ίσως εκείνη η ιδέα του τελευταίου σταδίου ήταν αδύνατη διότι  “η ανάπτυξη” υπήρξε μια καταστροφή, και χρειάζεται να επιστρέψουμε στο πρώτο στάδιο, στην ξεχασμένη αρχή, για να βρούμε ξανά οξυγόνο και επαναστατική ελπίδα.

https://www.infoaut.org/culture/barbara-balzerani-e-il-richiamo-della-foresta

ιστορία, storia

Γυναίκες και ένοπλος αγώνας στην Ιταλία – Donne e lotta armata in Italia (1970-1985)

Donne e lotta armata in Italia (1970-1985)

«L’ombra rosa del conflitto armato: tra narrativa storica e biografica» »Η ροζ σκιά της ένοπλης σύγκρουσης: ανάμεσα στην ιστορική και την βιογραφική αφήγηση»

Το βιβλίο αυτό περιγράφει το κοινωνικοπολιτιστικό και πολιτικό υπόβαθρο-background ορισμένων γυναικών που στρατεύτηκαν και αγωνίστηκαν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες-Brigate Rosse και στην Πρώτη Γραμμή-Prima Linea. Επανασυνθέτει τους ρόλους, τα καθήκοντα και τις λειτουργίες των μαχητριών στις δύο ένοπλες ομάδες και αντικατοπτρίζει τη σχέση μεταξύ γυναικών και πολιτικής βίας. Αποκαθιστά επίσης και χτίζει ξανά τους τρόπους με τους οποίους τερματίζουν τον αγώνα και την κινηματική τους εμπειρία, και αναπτύσσουν το πως στη συνέχεια εκ νέου επεξεργάστηκαν τις επιλογές τους εκ των υστέρων. Στα προαναφερθέντα ζητήματα, που αφορούσαν ορισμένες στρατευμένες στις δύο εξτρεμιστικές αριστερές ομάδες, προστέθηκε η ανασυγκρότηση του κοινωνικοπολιτιστικού και πολιτικού υπόβαθρου της Francesca Mambro και ο ρόλος της στην ομάδα της άκρας δεξιάς των Επαναστατικών Ένοπλων Πυρήνων – Nuclei Armati Rivoluzionari. Η έρευνα διεξήχθη με τη βοήθεια πρωτίστως άμεσων πηγών και αναπτύχθηκε σε δύο φάσεις: την ανάγνωση και την ανάλυση των αυτοβιογραφιών που έγραψαν μερικές γυναίκες μέλη των Ερυθρών Ταξιαρχιών και αυτοβιογραφικές ή βιογραφικές διατριβές γραμμένες από άλλες πρώην αγωνίστριες στην επαναστατική αριστερά, τη συλλογή δεδομένων μέσω άμεσων συνεντεύξεων με κάποιες πρώην στρατευμένες γυναίκες και μέσω μιας αναζήτησης αρχείων. Οι ιδιαιτερότητες της μελέτης συνίστανται στην επιλογή της άποψης των συμμετεχουσών γυναικών και στην έγκαιρη, διαρκώς διασταυρούμενη ανάλυση της γλώσσας που χρησιμοποιούν οι πρώην μαχήτριες σε αυτοβιογραφίες, συνεντεύξεις και μαρτυρίες που με την πάροδο του χρόνου έχουν γράψει και κυκλοφορήσει και οι οποίες αποτελούν πηγή ενδιαφέροντος για τους τρόπους με τους οποίους, συχνά μετά από χρόνια, έχουν λειτουργήσει σαν ένας απολογισμός για τη ζωή τους.

http://www.deriveapprodi.org/2017/05/donne-e-violenza-politica-in-italia/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Πάντα το ήξερα, L’ ho sempre saputo

L’ho sempre saputo

Η συνάντηση δυο γυναικών στο κελί μιας φυλακής. Οι δυο ακτές τις Μεσογείου διαχωρίζουν τη μοίρα τους, και όχι μόνο λόγω του διαφορετικού χρώματος του δέρματος. Η μια εκτίει μια ένοπλη απόπειρα κομουνισμού, η άλλη την αδύνατη απόδραση από την δυστυχία. Τις δένει η αφήγηση του ταξιδιού μιας κόρης που ακόμη δεν γεννήθηκε εκεί που αφήνει το ίχνος του η διαδρομή το ανθρώπινο μονοπάτι που έφερε τις δυο γυναίκες να μοιράζονται τους τέσσερις τοίχους εκείνου του κελιού. Με αναλαμπές μνήμης οραματικής οι δυο γυναίκες διατρέχουν τις παραπλανήσεις του «πολιτισμού των λευκών», που επιβλήθηκε σαν ανώτερος με το σπαθί, το σταυρό και την αγορά. «Μοναδικό μοντέλο» που έχει επαινεθεί σε κάθε γεωγραφικό πλάτος και σε όλες τις παραδόσεις του πλανήτη. Μια συντριπτική κριτική για την ύπαρξη εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων υποταγμένων από τους κανόνες ενός οικονομικού συστήματος όλο και πιο ανόητου και παράλογου και παραγωγού μόνιμου παγκόσμιου πολέμου.

 

AUTORE, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Barbara Balzerani

Barbara Balzerani

Η Barbara Balzerani στις αρχές των χρόνων Εβδομήντα στρατεύεται στην οργάνωση Potere operaio, στην συνέχεια στις Brigate rosse, όντας στέλεχος της στρατηγικής διοίκησης της οργάνωσης. Στο τέλος μιας μακράς φυγοδικίας συνελήφθη και εξέτισε είκοσι πέντε χρόνια φυλάκισης. Εκτός από τους τόμους παρόντες στον κατάλογο DeriveApprodi, είναι επίσης συγγραφέας και του βιβλίου La sirena delle cinque ,  η σειρήνα των πέντε (Jaca Book, 2003).

http://www.deriveapprodi.org/2017/09/lho-sempre-saputo/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η φυγή προς τα εμπρός, Manolo Morlacchi: LA FUGA IN AVANTI

της Daniela Bandini

Morlacchi-LaFugaInAvanti.jpgManolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, ed. Agenzia X-Cox 18, σελ. 216, € 15,00. Η φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει

Με αυτό το βιβλίο ασχολήθηκε την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, a suo tempo  η Carmilla, ήταν στις 3 ιανουαρίου του 2008. Προσωπικά το είχα στα χέρια μου μοναχά πριν λίγες μέρες, καμιά δεκαπενταριά, και νιώθω την σχεδόν φυσιολογική ανάγκη να μοιραστώ με τους αναγνώστες τις εντυπώσεις που αυτό το βιβλίο μου μετέδωσε.
Είναι έργο ενός ανθρώπου που γεννήθηκε το 1970, που αναπολεί τα παιδικά του χρόνια και την εφηβεία του, που επηρεάστηκαν έντονα από μια οικογένεια όχι ακριβώς συνεπή με την  “χρυσή δεκαετία” που υπήρξαν τα χρόνια Ογδόντα. Ανάμεσα στους συγγενείς κανείς καλπάζων επιχειρηματίας, κανείς που να πλούτισε με τα Bot για να αποκτήσει το δεύτερο σπίτι, καμιά κοινωνική ανέλιξη, από το προλεταριάτο στην μικροαστική τάξη, κανένα δερμάτινο ή βιζόν σακάκι και μπουφάν να καμαρώσουν αδιάφορα, con nonchalance, σαν να τα είχαν από πάντα στο  ντουλάπι, κανένα μπλοκ με εκατό φύλλα που επιδεικνύεται στο πορτοφόλι να θυμίζει “μπορώ να αγοράσω όλα όσα θέλω”. Ο Manolo Morlacchi είναι παιδί ερυθροταξιαρχιτών. Συνεπείς, πεισματικά συνεπείς μέχρι τέλους.

Ο Pierino Morlacchi, ο πατέρας του Manolo, γεννήθηκε το 1958 και πέθανε το 1999. Η μητέρα, γερμανίδα, Heidi Ruth Peush, γεννήθηκε το 1941 και πέθανε το 2005. Στην οικογένεια Morlacchi κομουνιστές γίνονταν από τον πρώτο θηλασμό. Ήδη παρτιζάνοι, μιλανέζοι του Giambellino, κυνηγήθηκαν απ’ τους φασίστες, στη συνέχεια στρατευμένοι στο PCI, πολλά αδέλφια κι αδελφές που έφτιαχναν μια ενιαία ομάδα, ένας ισχυρό δεσμός που ποτέ δεν προδόθηκε, παρά τις διαφορετικές επιλογές που συχνά δεν μοιράστηκαν, εκείνος ο αδελφός ο οποίος οδήγησε σε ακραίες συνέπειες την ιδεολογία του, σε συνεχή ανάγκη κάλυψης, φύλαξης των παιδιών, χρημάτων.
Τεράστια τραπεζώματα ανάμεσα σε θείους και ξαδέρφια, ακόμη και περισσότεροι από είκοσι άνθρωποι τρώνε όταν υπήρχε και τεράστιες οινοποσίες με ό, τι υπήρχε, αδελφοί και αδελφές σε αιώνια περιοδεία μεταξύ των διαφόρων ιταλικών φυλακών ολόκληρης της χερσονήσου, παρανομία, συλλήψεις και ακόμα δικηγόροι, δίκες, δικαστήρια.
Η ειδικότητα του Pierino ήταν οι ληστείες, ένας άσσος του επαγγέλματος. Υπήρξε επίσης ο πρωταγωνιστής μιας εκ των πρώτων “απαγωγών” των BR. Έβαλα μέσα σε εισαγωγικά την λέξη απαγωγή διότι σήμερα είναι σχεδόν αξιολύπητο να ονομάζεται έτσι η διαδικασία της μετακίνησης ενός ανθρώπου από ένα κομάντο, η φωτογράφιση του και η επιστροφή του με συνοδεία στον τόπο απ’ όπου τον είχαν αρπάξει, μόνο για να δειχθεί η ισχύς, η υλικοτεχνική και στρατιωτική ικανότητα της οργάνωσης.
Ήταν τα χρόνια Εβδομήντα. Σχεδόν αδύνατο να φανταστείς σήμερα πως εκείνα τα χρόνια οι Ερυθρές Ταξιαρχίες κρατούσαν δημόσιες συγκεντρώσεις στο Giambellino, με τον Curcio να μιλά και τους συντρόφους να φρουρούν την πλατεία οπλισμένοι. Η αποδοχή ήταν πολύ υψηλή ανάμεσα στους ανθρώπους, Milano ήταν οι άνθρωποι στο Giambellino, ο λαός, εκεί “κολυμπούσες σαν ψάρι στο νερό”, μεταξύ των δικών σου.
Η μητέρα του Manolo, η Heidi, γεννήθηκε στην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, RDT, μετά μετακόμισε στην δυτική Γερμανία, Λονδίνο, εμπειρίες με τα “παιδιά των λουλουδιών”, Milano στο περιβάλλον της Τετάρτης Διεθνούς, και έπειτα η συνάντηση με τον Morlacchi. Από εκεί μια ζωή κυνηγημένοι, να διαφεύγουν, όμως πάντα προς τα εμπρός, όπως αναφέρεται στον τίτλο του βιβλίου. Είναι ίσως η ιστορία της μητέρας, καθόλου δευτερεύουσα, που με χτύπησε περισσότερο, που μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση. Με τα παιδιά να γυρνά την Ιταλία, και αργότερα και γι αυτήν η φυλάκιση, ο χωρισμός, οι επιστολές που τους έγραφε, τη διδασκαλία της ειλικρίνειας, της τιμιότητας, της αφοσίωσης στην υπόθεση, της προσωπικής ακεραιότητας ως απόλυτη κληρονομιά να παραδώσει.
Η έκπληξη που προκαλεί αυτό το βιβλίο μπορεί να συνοψιστεί σε δύο σημεία: το πρώτο είναι η μοναδική εμπειρία ενός παιδιού που αφομοιώνει μέσα του όλες τις ταξικές αντιθέσεις μιας εποχής που πηγαίνει από την Αντίσταση στο ΚΚΙ και στη συνέχεια στις ΕΤ, το δεύτερο, είναι αποτέλεσμα της πρώτης, είναι η γραμμικότητα μιας επιλογής όπως του ένοπλου αγώνα.
Μας έχουν συνηθίσει να πιστεύουμε ότι το φαινόμενο του ένοπλου αγώνα ήταν ένα γεγονός περιθωριακό και περιορισμένο, δευτερεύον, ακόμα και του σαλονιού: αγωνιστές, μαχητές παιδιά του μπαμπά που μετάνιωναν μόλις έβαζαν το πόδι τους στο αστυνομικό τμήμα, διανοούμενοι οι οποίοι ανταγωνίζονταν για το ποιος θα διατυπώσει τις πιο δυσανάγνωστες και ανεξιχνίαστες ανακοινώσεις («παραληρηματικές», τις αποκαλούσε ο τύπος ανά τακτά διαστήματα). Με λίγα λόγια, άνθρωποι που δεν γίνονταν να είναι πιο μακριά από τους ανθρώπους, το προλεταριάτο, και ιδιαίτερα τους εργάτες των εργοστασίων.
Τίποτα το ψευδέστερο. Οι πρώτες  BR υπήρξαν αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος μιας πολιτικής γραμμής που δεν μπορούσε να ταυτοποιηθεί με την αστικοποίηση ενός Κομουνιστικού Κόμματος που είχε την συνεννόηση σαν δυνατό του σημείο. Και μιλάμε για αυτό που συνέβαινε στις πόλεις. Και στις φυλακές, θεμελιώδη τόπο στρατολόγησης των BR; Πρέπει να σκεφτούμε ότι το προλεταριάτο των φυλακών των δεκαετιών Εξήντα και Εβδομήντα εκπροσωπούνταν από μια καλά χαρακτηρισμένη κοινωνική ομάδα: ημιλφάβητη, μιλούσε ως επί το πλείστον σε μια νότια διάλεκτο. Κλοπές, ληστεία και διακίνηση τα αδικήματα, σχεδόν όλοι συνδέονταν με clan ή οικογενειακές ομάδες.
Έξω από αυτή την πραγματικότητα υπήρξαν εκείνοι που, όπως συνέβη στις ιταλικές φυλακές, έβλεπε σε εκείνο το υποπρολεταριάτο την πηγή για να γίνει ο κόσμος πιο δίκαιος, ανθρώπινος και αξιοπρεπής. Τελείως απροσδόκητα αυτός που θεωρούνταν αποκλεισμένος από την ιστορία γίνονταν ο πρωταγωνιστής, με μια γλώσσα που δεν απέκλειε την παρανομία, οπότε διαδρομές ήδη γνωστές, αλλά όχι πλέον με σκοπό τον προσωπικό πλουτισμό ή της φατρίας, αλλά για να ολοκληρωθεί εκείνη η επαναστατική διαδικασία προς ένα σοσιαλιστικό κράτος που το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε προδώσει.
Είναι εντυπωσιακές, και ως εκ τούτου μεγάλης ιστοριογραφικής αξίας, οι εμπειρίες που ο Manolo διηγείται στο βιβλίο του. Υπάρχουν τα γράμματα από τη φυλακή, εκείνα που γράφτηκαν από τους αδελφούς και τις αδελφές, εκείνα που απευθύνονται στα παιδιά, και στη συνέχεια η απτή αντίληψη μιας Μιλάνο που γλιστρά στην δεκαετία του Ογδόντα και γίνεται αγνώριστη και ανώνυμη. Η άφιξη νέων προλετάριων οι οποίοι πλέον δεν αποκαλούνται έτσι, αλλά μόνο «οι νέοι φτωχοί», οι «μαροκινοί», όχι η μετανάστευση της νότιας Ιταλίας αλλά αυτή του Μαρόκο.
Και οι Morlacchi που για όλα αυτά αδιαφορούν. Ακόμα μες τη δεκαετία του Ενενήντα, μέχρι την κηδεία του Pierino, άνθρωποι αμετακίνητοι, αμετανόητοι, όχι για τον ένοπλο αγώνα αλλά για την συνέπεια, που τον χαιρετούν με το πανό: «Γεια σου Pierino. Μέχρι τη νίκη. Οι σύντροφοι».
Ήταν και η δική μου απογοήτευση, γι αυτό καταλαβαίνω τόσο καλά τον Pierino και τον Manolo. Μιλούσα με τους συντρόφους του PCI και δεν τους καταλάβαινα. Ήμουν πολύ νέος τότε, και σκεφτόμουν ότι ένας αγωνιστής του PCI έφτιαχνε τη ζωή του σύμφωνα με ένα ιδεολογικό μοντέλο, ένα μοντέλο συμπεριφοράς επίσης χωρίς συμβιβασμούς και αδιάφθορο,  αναπόφευκτα βρισκόμουν στη  θέση να αντιμετωπίζω συνομιλίες που αφορούσαν οικονομικές επενδύσεις, αντιμετώπιζα ιδανικά που δεν προχωρούσαν πέρα από την αγορά ενός διαμερίσματος στη θάλασσα, ενώ η συμμετοχή στη ζωή του κόμματος περιορίζονταν στο γεύμα της πολέντα και λουκάνικου στο φεστιβάλ της Unità.
Αυτοί ήταν οι σύντροφοι; Και η σκέψη μου πήγαινε — χαμογελούσα ενώ το γυρόφερνα στο μυαλό μου – σε ένα ταξίδι με το τρένο λίγο καιρό πριν, σε ένα βαγόνι της δεύτερης θέσης με κάποιους συντοπίτες, προς το νότο. Απέναντι μου ένα αγόρι σε ένταση, επιφυλακτικό, λίγο φοβισμένο αλλά αποφασισμένο, με ένα παχύ μουστάκι και λίγο μακριά μαλλιά, το οποίο στην προσπάθεια να τον κάνουμε να πάρει μέρος στη κουβέντα μας απαντούσε αμήχανα, σε κάτι ιταλικά μετά βίας κατανοητά.
Κρατούσε παράξενα ένα χέρι επάνω στον πήχη του αριστερού χεριού, σαν να ήθελε να κρύψει έναν τραυματισμό ή μια άσχημη ουλή. Τέλος αποκοιμήθηκε, και σιγά-σιγά το χέρι του σύρθηκε στο κάθισμα. Αυτό που κρατούσε προσεκτικά κρυμμένο ήταν ένα μεγάλο τατουάζ με το πεντάκτινο αστέρι και τη λέξη BR να δίνει έμφαση. Φτιαγμένο πρόχειρα, στο χέρι, στη φυλακή. Εκείνος ο νέος, αποφάσισα, ήταν το σημείο αναφοράς μου. Το άτομο για το οποίο θα ήθελα να συνεχίσω ν’ αγωνίζομαι.

https://www.carmillaonline.com/2008/09/25/manolo-morlacchi-la-fuga-in-av/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η φυγή προς τα εμπρός -La fuga in avanti

του Manolo Morlacchi

Morlacchi-LaFugaInAvanti.jpgManolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, ed. Agenzia X, pp. 216, € 15,00. Η φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει

La fuga in avanti Η φυγή προς τα εμπρός βγήκε στα βιβλιοπωλεία εδώ και λίγες ημέρες και υπάρχουν κάποιες παρατηρήσεις, προκλήσεις, ερωτήσεις, που εμφανίζονται κατ’ επανάληψη στις παρουσιάσεις  όπου συμμετέχω και στις κριτικές που μέχρι τώρα μπόρεσα να διαβάσω, ειδικότερα η αναφορά του Wu Ming 1 στην Nandropausa. Οπότε βεβαιώθηκα για την ανάγκη εμβάθυνσης κάποιων ζητημάτων γύρω απ’ το βιβλίο μου.

Κατά μήκος των σελίδων του La fuga in avanti περιγράφω αρκετές φορές με μεγάλη έμφαση και νοσταλγία το κλίμα μέσα στο οποίο πέρασα τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας και ενηλικίωσης, πάνω κάτω από το 1975 στο 1985. Αυτή η περιγραφή μπορεί να ξεσηκώσει κάποια ενόχληση ή αμηχανία μεταξύ εκείνων που έζησαν στην πρώτη σειρά εκείνη την πολιτική περίοδο και πλήρωσαν τις συνέπειες σκληρά. Αλλά η ανάγνωση μου είναι σκόπιμα προκλητική. Είναι η προσπάθεια να συσχετίσω τα ανθρώπινα και κοινωνικά χαρακτηριστικά αυτών που αποφάσισαν να οδηγηθούν στην σύγκρουση με το Κράτος, με τα ανθρώπινα και κοινωνικά προφίλ με τα οποία είμαστε συνηθισμένοι να ζούμε σήμερα. Είναι η προσπάθεια να δείξω πως, στο τέλος, αυτά τα ονόματα και επίθετα είναι τα ίδια όπως και τότε, πως δεν πρόκειται για προσωπικές βιογραφίες, αλλά συλλογικά γεγονότα, πολιτικές και επαναστατικές ευκαιρίες, πολύ υλικά ζητήματα. Είναι η προσπάθεια να παρέμβω επάνω στις κοινοτοπίες, τα κοινά στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία τα χρόνια ’70 υπήρξαν ένας σύγχρονος μεσαίωνας, μολυβένιος και σημαδεμένος από την ultraιδεολογία.
Oι αναμνήσεις μου περιγράφουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Στην γειτονιά μου, το Giambellino, στα χρόνια ’70, οι προλετάριοι ήταν με την μεριά των Ερυθρών Ταξιαρχιών, erano dalla parte delle Brigate Rosse. Είναι πολλές οι σχετικές μαρτυρίες. Όλοι γνώριζαν ποιοι ήταν οι παράνομοι, τύχαινε αυτούς τους παρανόμους να τους συναντάς να τρων και να πίνουν στις ταβέρνες και στους τόπους συνάντησης του Giambellino, στην Bersagliera ή στην Cooperativa, δίχως κανείς να έχει κάτι να πει  (και δεν επρόκειτο για φόβο). Στην Piazza Tirana οι BR πραγματοποίησαν κάποιες δημόσιες συγκεντρώσεις δίχως να παρέμβει η αστυνομία. Σε οροφές λαϊκών κατοικιών εμφανίζονταν συχνά κόκκινες σημαίες με το πεντάκτινο αστέρι. Οι ίδιοι οι στρατευμένοι στο PCI γνώριζαν ποιοι κρύβονταν πίσω από τις Brigate Rosse, αλλά στην χειρότερη των περιπτώσεων ζούσαν μαζί. Ο πατέρας μου ήταν τόσο δεμένος με την ιστορία του στο κόμμα ώστε, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, γράφτηκε στην Rifondazione Comunista, στην Κομουνιστική Επανίδρυση δηλαδή, και γιόρτασε την πρώτη νίκη του Prodi επί του Berlusconi!
Δεν έχω σίγουρα σκοπό να ξεχωρίσω την ιστορία των ρομαντικών ερυθρών Ταξιαρχιών της περιπέτειας, σε σχέση με την ιστορία  των αιματηρών μιλιταριστικών ερυθρών Ταξιαρχιών. Υπάρχει μια μοναδική ιστορία της ένοπλης πάλης στην Italia και ο πατέρας μου υπήρξε απόλυτα μέρος της από το 1970 μέχρι που βγήκε από την φυλακή το 1986.   Παρέμεινε αδιαπέραστος-αμετακίνητος σε κάθε προσπάθεια να ελαφρύνει την θέση του ως κρατούμενος, χωρίς να αναζητεί τις συντομεύσεις του διαχωρισμού ή την ατιμία της μετάνοιας. Τις κριτικές του και τις αμφιβολίες σχετικά με την Οργάνωση πάντα τις διατηρούσε για τους συντρόφους με τους οποίους μοιράζονταν την ίδια άκαμπτη αποστροφή για το αστικό σύστημα.
Αυτό που κίνησε εκείνα τα πρόσωπα του Giambellino και τους πολλούς που τα ακολούθησαν, ήταν μια ώθηση πολύ υλική που προέρχονταν από μακριά και δεν αντιπροσώπευε τον καρπό μιας επεξεργασίας πανεπιστημιακού σαλονιού. Σε αυτούς συνοψίζονταν πολλοί αγώνες : η Αντίσταση στον ναζιφασιμό, η πείνα που υπέφεραν στην διάρκεια και μετά τον πόλεμο, οι εργατικοί αγώνες στα εργοστάσια των χρόνων ’50, η ρήξη με το PCI και η υποστήριξη στην Κίνα, στο Βιετνάμ, στην Κούβα, στους αφρικανικούς αγώνες ενάντια στην αποικιοκρατία. Τέλος, το 1968 και η δύσκολη διαλεκτική με τους φοιτητές, “τους μελλοντικούς ηγέτες της Χώρας που είχαν την πρόθεση να οδηγούν τις πορείες”.
Ήταν αυτή η πρακτική τους συνέπεια, ακόμη και πριν από την πνευματική / ιδεολογική, που έκανε ιδιαίτερους εκείνους τους συντρόφους και συναρπαστική την παιδική μου ηλικία. Ήξερες ποιος βρισκόταν μπροστά σου. Ήξερες ότι εκείνους τους ανθρώπους τους έβρισκες να παίζουν ζάρια με τον υπόκοσμο στον σιδηροδρομικό σταθμό του San Cristoforo στην πλατεία Τirana, αλλά όταν χρειάζονταν περισσότερα επάνω σε αυτούς μπορούσες να στηριχθείς χωρίς αμφιβολία.
Αυτά τα συναισθήματα προσπάθησα να τα μεταφέρω μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, προσπαθώντας να αποφύγω κάθε επιφύλαξη. Το La fuga in avanti είναι ένα βιβλίο παρτιζάνικο που προτίθεται να βάλει μέσα στο αυλάκι των επαναστατικών αγώνων του περασμένου αιώνα την εμπειρία του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Το βιβλίο μου δεν έχει καμία ειρηνευτική πρόθεση. Είναι η προσπάθεια να κατανοήσουμε τα λάθη και τα επιτεύγματα αυτής της εμπειρίας ώστε τα συμπεράσματα να χρησιμοποιηθούν από όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η κοινωνία του κέρδους είναι ένα βδέλυγμα ενάντια του οποίου πρέπει να αγωνιζόμαστε.

Μια άλλη πτυχή που συχνά εμφανίζεται στις συζητήσεις γύρω από τη δεκαετία του ’70, είναι το θέμα της ειδικής νομοθεσίας και, γενικότερα, οι μορφές που η καταστολή ανέλαβε για να νικήσει τον ένοπλο αγώνα: επαναφορά των σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων των κρατουμένων και των οικογενειών τους, υπόγεια χρήση της θανατικής ποινής και ούτω καθεξής. Είναι συνήθεια μεγάλου μέρους της λιγότερο ή περισσότερο θεσμικής αριστεράς, να αντιμετωπίζει εκείνα τα γεγονότα και περιστατικά σαν να ήταν το αποτέλεσμα μιας συλλογικής τρέλας που μεγάλωσε μέσα στην μήτρα των δημοκρατικών θεσμών.
Σαν εκείνες οι κατασταλτικές επιλογές να ήταν ένα τέρας που ξέφυγε από το χέρι κάποιου και όχι το συγκεκριμένο προϊόν των μεθόδων με τις οποίες οι μηχανισμοί του Κράτους, οποιουδήποτε Κράτους, παρεμβαίνουν όταν η διαφωνία γίνεται επικίνδυνη. Σαν, σε σύγκριση με εκείνα τα χρόνια, να υπήρχαν σήμερα κατασταλτικές δυνατότητες λιγότερο κακές από ό, τι ήταν τότε. Θα έφτανε να διαβάσετε το θαυμάσιο βιβλίο του Emilio Quadrelli Απόδραση και εξεγέρσεις, Evasione e rivolte για να συνειδητοποιήσετε πόσο αυτό το είδος της ανάγνωσης, στην καλύτερη περίπτωση, είναι αφελές, απλοϊκό.
Εκείνοι που πολεμούν τον ιμπεριαλισμό με τα όπλα στο χέρι, χθες όπως και τώρα, γνωρίζουν τα εργαλεία με τα οποία η αστική τάξη είναι εξοπλισμένη για να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της. Είναι βελτιωμένα εργαλεία επάνω στο δέρμα εκείνων που πολέμησαν τον καπιταλισμό στην διάρκεια των επαναστατικών κύκλων τα τελευταία 150 χρόνια. Θεωρητικές εργασίες που βγήκαν από τα κεντρικά του τρόμου των ηνωμένων πολιτειών, του ισραήλ, της γαλλίας, βρετανίας, ιταλίας και που βρήκαν πρακτική εφαρμογή στα λατινοαμερικανικά σενάρια, μεσανατολικά, αφρικανικά, ινδοκινέζικα, στον αγώνα ενάντια στις μαχόμενες ευρωπαϊκές οργανώσεις και όλου του κόσμου. Σήμερα αυτά τα εγχειρίδια καταστολής βρίσκουν την πλανητική τους καθαγίαση και την σωστή ευελιξία για να ανταποκριθούν σε κάθε ποιοτική και ποσοτική αναγκαιότητα. Έτσι έχουμε την περίπτωση του Ιράκ, όπου contractor/πατριώτες ιταλοί φεύγουν για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου βιάζοντας γυναίκες και παιδάκια, και έχουμε αντιθέτως την περίπτωση της Γένοβας το 2001 όπου η αστυνομία μας περιορίζεται να δώσει τα διαπιστευτήρια της σε όσους πίστευαν ότι η μπουρζουαζία μιας δημοκρατικής χώρας χρησιμοποιεί διαφορετικά εργαλεία σε σχέση με αυτά που προορίζει για τις περιφέρειες του κόσμου. Να προσπαθούμε να τετραγωνίσουμε τον κύκλο επάνω σε αυτά τα θέματα γύρω από ένα τραπέζι και με την έγκριση των θεσμικών οργάνων είναι, για να χρησιμοποιήσουμε μια ευγενική έκφραση, αδύνατο. Εκτός αν νομίζετε ότι υπάρχει μια διχοτομία μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των συμφερόντων του κεφαλαίου.

Στο βιβλίο μου έχει επίσης επικριθεί το γεγονός πως δεν σέβεται τον πόνο των θυμάτων εκείνων των χρόνων. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Σέβομαι αυτό τον πόνο, αποφεύγοντας να μιλήσω γι ‘αυτόν. Δεν είναι ένα απλό escamotage, τέχνασμα, αλλά η βαθιά πεποίθηση ότι δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να εισέλθω σε έναν πόνο που δεν είναι δικός μου. Νομίζω ότι ο σεβασμός είναι μια κατηγορία που μερικές φορές προκαλείται από τους νικητές, όταν οι ηττημένοι δεν ζητούν «συγνώμη». Όλοι θρηνούν τους νεκρούς τους όπως το επιθυμούν. Έχω μεγάλο σεβασμό για τον ανθρώπινο πόνο που προκαλείται από τη βία, είτε επαναστατική είτε κατασταλτική. Πολύ πιο σημαντικό είναι να πούμε ότι αυτό το σεβασμό τον είχε ο πατέρας μου, η μητέρα μου και οι πολλοί σύντροφοι τους. Ανέφερα σκόπιμα στις σελίδες της Φυγής προς τα εμπρός- La fuga in avanti ένα βήμα από το Δίχως ανακωχή-Senza tregua, όταν ο διοικητής Visone βρίσκεται μπροστά στους νεκρούς του Piazzale Loreto και παρατηρεί τα πρόσωπα ευτυχισμένα και χαμογελαστά των φασιστών: «Συνειδητοποίησα εκείνη τη στιγμή πόσο μεγάλη ήταν η απόσταση που με χώριζε από τους εχθρούς μου. Εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να γελάσω μπροστά στα πτώμα του εχθρού μου. Πολύ μεγάλο ήταν το βάρος που κουβαλούσα στους ώμους μου για αυτούς τους θανάτους «.

Θέλησα να διηγηθώ μια ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών χωρίς να θαφτώ στις πτυχώσεις της Επίσημης Ιστορίας. Δεν ενδιαφέρθηκα για τα διάφορα στάδια και τις διαφορετικές ψυχές του ένοπλου αγώνα: ένοπλη προπαγάνδα, μιλιταριστική πτέρυγα, κινηματική πτέρυγα, πρώτη και δεύτερη θέση, pg, pcc, ucc κλπ . Όχι γιατί είναι ασήμαντα θέματα, αλλά επειδή δεν χρειάζονται για να περιγράψουν όλη την ιστορία της πιο σημαντικής ιταλικής ένοπλης οργάνωσης.
Έτσι όπως είναι άχρηστο να προσπαθήσουμε να την χρωματίσουμε (εκτός αν πρόκειται για μια εκ νέου ανάγνωση συμφεροντολογική) εξιστορώντας τις ασχήμιες και τις εκτροπές που συνέβησαν κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Οι στραγγαλισμοί στην φυλακή αγωνιστών οι οποίοι είχαν κάνει ομολογίες κάτω από βασανιστήρια, οι δολοφονίες για να διαδοθεί ένα φυλλάδιο, κ.λπ. κ.λπ. Η κατηγορία της βίας, σε ανάγνωση με απόλυτους όρους, κατά παρεκβολή και με ακραίο τρόπο, θα περιέγραφε το εσφαλμένο της ένοπλης επιλογής. Παίρνει τη μορφή ενός πνευματικού τεχνάσματος ώστε να κάνει όλους να συμφωνήσουν. Μα που βρίσκονταν η βία εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία; Ήταν το προϊόν μιας ομάδας τρελών που το είχαν σκάσει από κάποιο ψυχιατρείο, ή ήταν το αποτέλεσμα της κοινωνικής σύγκρουσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη;  Εάν θέταμε σε ανταγωνισμό την επαναστατική βία με εκείνην της καταπίεσης,  ε λοιπόν θα κέρδιζε με μεγάλη απόσπαση εκείνη που προκλήθηκε από τις σφαγές του Κράτους, από τα νομιμοποιημένα βασανιστήρια, από τις δολοφονίες που πραγματοποιήθηκαν στους δρόμους και τις πλατείες, στις φυλακές, από τους σφαγιασμούς που διαπράχθηκαν από τον ιμπεριαλισμό σε όλο τον κόσμο. Αλλά είναι άχρηστη αυτή η επιχείρηση, εκτός εάν, επαναλαμβάνω, αυτή είναι μια πολιτική επιχείρηση. Αλλά τότε μπαίνουμε σε έναν άλλο χώρο. Είναι όπως όταν σήμερα μας κάνουν να βλέπουμε παντού τους δολοφόνους της Αλ Κάιντα, αλλά προσέχουν πολύ από το να δημοσιεύουν τα “ηρωικά κατορθώματα” των στρατιωτών και των μισθοφόρων μας στους οίκους ανοχής της Καμπούλ, στα χωριά του Κοσσυφοπεδίου, κατά μήκος των δρόμων του Ιράκ.
Ο πατέρας και η μητέρα μου στάθηκαν πάντα κριτικοί και μακρινοί σε σχέση με ορισμένες εκτροπές που συνδέονται με την ήττα που διαφαίνονταν επί της οργάνωσης, όπως επίσης αφηγούμαι με μαρτυρίες στο βιβλίο μου. Αλλά όλα αυτά λίγη σημασία έχουν στη συνολική αξιολόγηση. Σήμερα οι BR δεν υπάρχουν πια. Αλλά η βία η καταπίεση και η καταστολή αυξάνουν γεωμετρικά. Είναι από αυτή την παραδοχή, από ότι συμβαίνει σήμερα, που πρέπει να αρχίσουμε να ξαναδιαβάζουμε εκείνα τα επεισόδια.
Βιβλία για τις ΕΤ έχουμε δεκάδες. Η βία, διαβασμένη με μονόπλευρο τρόπο, παραμένει το κύριο εργαλείο για να περιγραφεί εκείνη η εμπειρία. Ασυνάρτητη, ανιστόρητη, διανοουμενίστικη, είναι μια ανάγνωση που χρησιμεύει μόνο για να πιστοποιήσει την ιστορία που έγραψαν οι νικητές. Εγώ αντιθέτως προσπάθησα να την γράψω από την οπτική των ηττημένων, ηττημένων, που όμως δεν παραδόθηκαν, δεν το έβαλαν κάτω, δεν τα παράτησαν – sconfitti, ma non arresi.

https://www.carmillaonline.com/2008/01/03/la-fuga-in-avanti/

ιστορία, storia

Mara Cagol, το θάρρος που δεν πρέπει να ξεχαστεί, il coraggio da non dimenticare

2754 visualizzazioni

Μια σημαντική επέτειος, 42 χρόνια αργότερα. Είμαστε σε έναν άλλο κόσμο, σίγουρα. Αλλά φαίνεται χρήσιμο να θυμηθούμε εκείνο που σύμφωνα με την εξουσία θα έπρεπε να παραμείνει καταραμένο και αγνοημένο.

*****

Στις 5 Ιουνίου 1975, στο αγρόκτημα Spiotta στην επαρχία της Alessandria, δολοφονούνταν κατά τη διάρκεια ανταλλαγής πυροβολισμών με τους Καραμπινιέρους, η Margherita Cagol, η σύντροφος Mara, μια από τους ιδρυτές των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Χρησιμοποιώ τον όρο δολοφονήθηκε σκόπιμα επειδή, από την αρχή, η εκδοχή των καραμπινιέρων είναι μια παραφωνία με τα αποτελέσματα της αυτοψίας, σύμφωνα με την οποία: «Η Margherita κάθεται με τα χέρια σηκωμένα μέχρι που πυροβολήθηκε με ένα μόνο χτύπημα από πιστόλι κάτω από το αριστερό χέρι: έναν πυροβολισμό για να σκοτώσει».

Για τo «δημοκρατικό» ιταλικό Κράτος και την ανόητη αστική ηθική που το τροφοδοτεί, ως εκ τούτου, η Μάρα υπήρξε και είναι μια τρομοκράτισσα που πρέπει να εξολοθρευτεί, μέχρι να διαγραφεί η μνήμη της. Για εμάς, αντίθετα, η Mara είναι και θα είναι πάντα μια σύντροφος, μια μαχητής, μια ευαίσθητη και καλλιεργημένη γυναίκα, που έπεσε για τα κομμουνιστικά ιδανικά της της Ελευθερίας, Ισότητας και Δικαιοσύνης. Έτσι πεισματικά θέλουμε να την θυμόμαστε. Πεισματικά θέλουμε να τιμήσουμε τη μνήμη του. Για παράδειγμα, ξαναδιαβάζοντας αυτά που έγραψε, λίγο μετά τη σύλληψη του Alberto Franceschini και του Renato Curcio, του σύντροφου της στη ζωή και τον αγώνα, στους γονείς της: «Τώρα είναι στο χέρι μου και αυτό των πολλών συντρόφων που θέλουν να πολεμήσουν αυτήν την αστική εξουσία, πλέον σάπια, και να συνεχίσουμε τον αγώνα. […]  […] Είναι σωστό και ιερό αυτό που κάνω, η ιστορία μου δίνει δίκιο όπως το έδωσε στην Αντίσταση το ’45. Αλλά θα πείτε, αυτά είναι τα μέσα για να χρησιμοποιήσω; Πιστέψτε με, δεν υπάρχουν άλλα. Αυτό το αστυνομικό Κράτος βασίζεται και στηρίζεται στη δύναμη των όπλων, και όποιος θέλει να το πολεμήσει πρέπει να τεθεί στο ίδιο επίπεδο. Αυτές τις μέρες σκότωσαν με μια σφαίρα ένα αγόρι, σαν να μην έτρεχε τίποτα: είχε κάνει το λάθος να θέλει ένα σπίτι για να ζήσει με την οικογένειά του. Αυτό συνέβη στη Ρώμη, όπου οι γειτονιές στις οποίες οι άνθρωποι ζουν σε τενεκεδόσπιτα, χτισμένα με χαρτόνι και παλιές σκουριασμένες λαμαρίνες, ουρλιάζουν, φαλτσάρουν σε αντίθεση με τις πολυτελείς κατοικίες της γειτονιάς του EUR. Για να μην αναφέρουμε την ανεργία και τις συνθήκες διαβίωσης των εργαζομένων μαζών, στα μεγάλα εργοστάσια της πόλης.  Αυτό είναι το αποτέλεσμα της «ανοικοδόμησης», των πολλών χρόνων δουλειάς από το ’45 έως σήμερα; Ναι, αυτό είναι: απόβλητα, κατανάλωση, παρασιτισμός, πολυτελής σπατάλη, από τη μία πλευρά, και αβεβαιότητες, εκμετάλλευση και εξαθλίωση από την άλλη, μιζέρια. […] Σήμερα, σε αυτή την περίοδο της οξείας κρίσης, χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ να αντισταθούμε έτσι ώστε ο φασισμός υπό τις νέες «δημοκρατικές» μορφές να μην πάρει ξανά το πάνω χέρι. Οι επαναστατικές επιλογές μου, ως εκ τούτου, παρά τη σύλληψη του Renato, παραμένουν αμετάβλητες. Margherita «. Λέξεις που, υπό το φως της σημερινής κρίσης, που είναι ακόμη πιο σοβαρή από εκείνη που έσφιξε σαν τανάλια τη χώρα μας εκείνα τα χρόνια, θα πρέπει να δώσουν τροφή και να προβληματίσουν με την αμείλικτη επικαιρότητα τους. Λέξεις που θα πρέπει να ταρακουνήσουν τις νέες καρδιές και να αφυπνίσουν ώριμες συνειδήσεις. Λόγια που συγκινούν, γιατί ειπώθηκαν από μια γυναίκα μόλις 29 χρόνων, η οποία, όπως και πολλοί από τους συνομηλίκους της, επέλεξε να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή της, χάνοντας την μια ανοιξιάτικη μέρα, για χάρη της Ελευθερίας και της Δικαιοσύνης, όχι σίγουρα για προσωπική φιλοδοξία. Μια νεαρή γυναίκα που αποφάσισε να πάρει τα όπλα, όπως έλεγε τότε ο Τσε «για την απαντήσει στην διαμαρτυρία του λαού την γεμάτη οργή ενάντια στους καταπιεστές του, για να αγωνιστεί να πολεμήσει και να αλλάξει το κοινωνικό σύστημα που κρατά στην ταπείνωση και τη δυστυχία όλους τους άοπλους αδελφούς της.

«Φτωχή είναι μια νέα γενιά που δεν ερωτεύεται την Ευρυδίκη και δεν πηγαίνει να την βρει ακόμη και στην κόλαση», γράφει ο Έρρι Ντε Λούκα. Σε αυτή την περίπτωση η Ευριδίκη μεταφράζεται στο επαναστατικό όνειρο μιας πιο δίκαιης κοινωνίας, ελεύθερης, όπου οι κανόνες δεν είναι πλέον η δουλεία, η καταπίεση, η κατάχρηση του αφεντικού, το αδιανόητο της ανδρικής κυριαρχίας, που ασκείται συχνά με άνανδρο τρόπο και βία, η εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου όντος, αλλά, στην πραγματικότητα, μια σχέση μεταξύ ίσων, μεταξύ γυναικών και ανδρών επιτέλους απελευθερωμένων από τις σχέσεις δύναμης και παραγωγής που συνδέονται με την αστική κοινωνία και είναι εγγενείς αυτής, κοινωνία εμφανώς ταξική. Η Μάρα Cagol-και σαν κι αυτήν, άλλοι εκείνης της γενιάς- την Ευρυδίκη της πήγε να την ψάξει, αμφισβητώντας την σκοτεινότητα του νέου φασισμού, με το φως στα μάτια της και την ποίηση των είκοσι χρόνων της στο στήθος. Ένα παράδειγμα θάρρους και αποφασιστικότητας που σήμερα δεν είναι εύκολο να δει κανείς.

Την ίδια ημέρα που σκοτώνονταν η Μάρα, ήταν ακριβώς ο Renato Curcio που συνέταξε το φυλλάδιο για το θάνατό της. Έγραφε, μεταξύ άλλων: «Έπεσε μαχόμενη η MARGHERITA CAGOL, »Μάρα», κομμουνίστρια ηγέτης και μέλος της εκτελεστικής επιτροπής των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Η ζωή της και ο θάνατός της είναι ένα παράδειγμα που κανείς μαχητής της ελευθερίας δεν θα μπορέσει ποτέ να ξεχάσει […] δεν έχουμε την πολυτέλεια να ρίξουμε δάκρυα πάνω στους πεσόντες μας, αλλά πρέπει να αντλήσουμε διδάγματα από την πίστη, τη συνέπεια, το θάρρος και τον ηρωισμό τους! […] Όλοι οι ειλικρινείς επαναστάτες θα τιμήσουν τη μνήμη της «MARA» μελετώντας το πολιτικό μάθημα που ήξερε να δώσει με την επιλογή της, με το έργο της, με τη ζωή της. Ας απλωθούν χίλια χέρια για να συλλέξουν το τουφέκι της! […]» Εμείς, σήμερα, θέλουμε να τιμήσουμε τη μνήμη της Μάρα και, όπως οι σύντροφοί της του τότε, την χαιρετούμε λέγοντας: Μάρα ένα λουλούδι έχει ανθίσει, και αυτό το λουλούδι της ελευθερίας θα συνεχίσουμε να το καλλιεργούμε μέχρι τη νίκη!

 

5 ιουνίου 2017 – © Η αναπαραγωγή είναι δυνατή ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΡΗΤΗ ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗ της ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΉΣ ΟΜΑΔΑΣ του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: 5 ιουνίου 2017, ore 12:12STAMPA