ιστορία, storia

ερυθρές Ταξιαρχίες-Brigate rosse, μια ιστορία που έρχεται από μακριά. Το βιβλίο του Salvatore Ricciardi

Posted on luglio 4, 2011, ιούλιος 2011

Κριτικές – Ανήσυχη αργή κίνηση μιας επίθεσης στον ουρανό: Maelstrom, Σκηνές από την ταξική πάλη στην Ιταλία από το 1960 στο 1980, του Salvatore Ricciardi, DeriveApprodi 2011

Marco Clementi
il manifesto 3 ιουλίου 2011

To Maelstrom του Salvatore Ricciardi, είναι ένα άλμα μέσα στην κοινωνική και πολιτική ιστορία της χώρας μας ειδωμένη με τα μάτια αυτού ο οποίος, για μια δεκαπενταετία, προσπάθησε να αλλάξει τις θεσμικές και οικονομικές διαρθρώσεις της. Ο υπότιτλος είναι επεξηγηματικός: πρόκειται για «σκηνές εξέγερσης και αυτοοργάνωσης ταξικές στην Italia από το 1960 στο 1980» (DeriveApprodi, σελ. 369, euro 22). Ο Ricciardi υπήρξε ένας αγωνιστής των ερυθρών Ταξιαρχιών, Brigate rosse, αλλά το δικό του δεν είναι ακόμη ένα βιβλίο αναμνήσεων επάνω στην ένοπλη οργάνωση, «εκδοχή του μαχητή» που διηγείται υποκειμενικά την πορεία του. Ο συγγραφέας προσπαθεί να ανακατασκευάσει, υφαίνοντας ιστορική και κοινωνιολογική έρευνα, την πορεία, την διαδρομή τουλάχιστον δύο γενεών, βρίσκοντας στη δεκαετία του Εξήντα τις πρώτες ενδείξεις, τους προδρόμους για εκείνο που επρόκειτο να συμβεί μέσα στην επόμενη δεκαετία, κάτι που αποφεύγεται πάρα πολύ συχνά από εκείνους που έχουν μελετήσει τα λεγόμενα «μολυβένια χρόνια». Σε πολλές έρευνες η πολυπλοκότητα των κοινωνικών και ταξικών σχέσεων πραγματικά θυσιάστηκε στο όνομα αναπαραστάσεων και ανακατασκευών που περνούσαν από το ένα αιματηρό γεγονός στο άλλο περιοριζόμενες στην ανάλυση της προσωπικής ώθησης και χρησιμοποιώντας μια κατηγορία, εκείνη της πολιτικής βίας, που τίποτα το ιστορικό έχει και ελάχιστο κοινωνιολογικό. Το Maelstrom αντιθέτως τρέχει επάνω σε μια διπλή τροχιά, εκείνη της εμπειρίας στις φυλακές, που συνδέεται με την απαγωγή του δικαστή d’Urso που έφεραν εις πέρας οι Br το 1980 και στην εξέγερση που επακολούθησε στην «ειδική» του Trani, την φυλακή υψίστης ασφαλείας, συνδέεται επίσης με τους κοινωνικούς αγώνες που άγγιξαν την Italia ξεκινώντας από την κρίση του λεγομένου οικονομικού boom. Κρίση στην οποία η άρχουσα τάξη δεν βρήκε τον τρόπο να αντιδράσει και η οποία πυροδότησε μια σειρά φαινομένων άνευ προηγουμένου που άλλαξαν το πρόσωπο της χώρας, από τον συνδικαλισμό βάσης στις φοιτητικές εξεγέρσεις, μέχρι την περίοδο των σφαγών, που σημαδεύτηκαν από τον τραγικό δεκέμβρη 1969. Ήταν η απώλεια της αθωότητας, αναρωτιέται ο Ricciardi; Η απάντηση είναι άμεση: «στην χώρα και στην Ευρώπη δεν υπήρχε ίχνος αθωότητας. Μετά την σφαγή του πολέμου μας παρουσίασαν την άλλη σκηνή, εκείνη της ανοικοδόμησης . Ο εγωιστικός καριερισμός, η αποθησαύριση δίχως φόβο, το κέρδος επί των νεκρών, το μαύρο χρηματιστήριο, η πείνα και η υπερεκμετάλλευση, ο πλουτισμός επάνω στις πλάτες αλλονών (…). Αυτό ήταν εκείνο που οι προηγούμενες γενιές μας είχαν αφήσει κληρονομιά. Που βρίσκονταν η αθωότητα;

Δεν είναι η μοναδική περίπτωση στην οποίαν ο συγγραφέας αναποδογυρίζει την σημασία όρων και εννοιών που έχουν μπει σήμερα στο συλλογικό φαντασιακό με μιαν συγκεκριμένη άποψη-έννοια. Για παράδειγμα, η «μνήμη» για έναν φυλακισμένο είναι κάτι που πρέπει να αποφευχθεί: «stop στις σκέψεις για το παρελθόν, κι εάν έχεις στις πλάτες μια μακρά ποινή ή τα ισόβια, και σε εκείνες για το μέλλον». Η  «σύγκρουση του πολιτισμού», έκφραση που έγινε διάσημη χάρη στο βιβλίο του Samuel Huntigton, φαίνεται από τον Ricciardi σαν η αντιπαράθεση μεταξύ αυτού που τον εκμεταλλεύονταν και αυτού που εκμεταλλεύονταν τους άλλους. Και η έκφραση «λευκοί θάνατοι», που χρησιμοποιείται για τους πεσόντες στην δουλειά, αντιστρέφεται. Η ανάμνηση ενός νεότατου συναδέλφου που έπεσε από μια σκαλωσιά, το ξερό χτύπημα που του σπάει την πλάτη και το αίμα που απλώνεται στην γη (που μιας και βγήκε δεν ξαναμπαίνει μέσα), δίνουν μια αίσθηση θυμού ακούγοντας την έκφραση αυτή: πρόκειται για την υποκρισία αυτού που θέλει να γλυκάνει το συμβάν, ενώ η αλήθεια είναι πως είναι άνθρωποι σκοτωμένοι, «δολοφονημένοι».  Και στην έννοια των αντίθετων εξτρεμισμών ασκείται κριτική. Τι να λέμε «κόκκινοι» και «μαύροι»: εκείνα τα χρόνια, για τον συγγραφέα, διακυβεύονταν η προλεταριακή επανάσταση, η νίκη επί του καπιταλισμού και το χτίσιμο μιας διαφορετικής κοινωνίας, δίχως τις φυλακές, το επιλεκτικό σχολείο, τους θανάτους στην εργασία, τις ιεραρχίες και τους πολέμους. Οι «μαύροι», οι φασίστες, εισήλθαν σε αυτή την δυναμική «με τον ίδιο ρόλο που έχουν οι μπράβοι στις εισόδους των ντισκοτέκ: να την πέφτουν βίαια σε όποιον δεν συμμορφώνεται με τους κανόνες και την καθεστηκυία τάξη, στις ιεραρχίες και στην ιδιοκτησία». Από την Piazza Statuto στους νεκρούς της Reggio Emilia, από την σφαγή της piazza Fontana στην βόμβα στον σταθμό της Bologna, το βιβλίο διατρέχει τα δάκρυα που έχυσε και τα βάσανα που υπέστη η Ιταλία με την απόσπαση του μελετητή, δίχως να ψάχνει δικαιολογίες για τις επιλογές του συγγραφέα, την στράτευση του στον ανταρτοπόλεμο, την παραβολή πρώτα ανοδική και στη συνέχεια ανελέητα καθοδική και πτωτική της οργάνωσης στην οποίαν ανήκε.  Ο Ricciardi όμως δεν διηγείται την ιστορία των Br, αλλά την τοποθετεί μέσα στην ιταλική, αποφεύγοντας να πέσει μέσα στην παγίδα που έχει στηθεί στους ιταλούς αναγνώστες από την συνομωσιολογία, την σκευωρία, η οποία βλέπει σε εκείνη την ένοπλη οργάνωση το εκτελεστικό χέρι μιας μεγάλης συνωμοσίας με σκοπό να σταματήσει την είσοδο του Κκι στην κυβέρνηση. Κι όμως το Partito comunista italiano σε εκείνη την κυβέρνηση είχε υπάρξει, από το 1944 μέχρι το 1947, είχε συνεισφέρει στην ανοικοδόμηση της χώρας, είχε κυβερνήσει πόλεις και επαρχίες, υποστηρίξει, τέλος, κυβερνήσεις της χριστιανοδημοκρατίας στα χρόνια Εβδομήντα με αντάλλαγμα της προεδρίας κοινοβουλευτικών επιτροπών. Και όχι γιατί υπήρχαν οι Brigate rosse αλλά διότι, όπως είπε σε περισσότερες από μια φορές ο Aldo Moro, από τις κάλπες του 1976 είχαν εξέλθει δυο νικητές, η Dc και το Pci. Δεν επρόκειτο για τον ιστορικό συμβιβασμό του Μπερλιγκουέρ, που ο Ricciardi τον βλέπει σαν το «σημείο κατάληξης μιας στρατηγικής που είχε επεξεργαστεί το Κκι αμέσως μετά το τέλος του πολέμου», αλλά για μια ρεαλιστική οπτική της πολιτικής πραγματικότητας.  Οι Χριστιανοδημοκράτες δεν μπορούσαν να κυβερνήσουν μόνοι τους και μόνο η υποστήριξη των κομμουνιστών, που εξακολουθούσαν να διατηρούνται εκτός κυβέρνησης, θα είχαν εξασφαλίσει την απαραίτητη σταθερότητα στις πολιτικές των θυσιών σε μια χώρα με διψήφιο πληθωρισμό. Ο ταξιαρχισμός προσπάθησε να χωρέσει σε αυτή τη διαλεκτική με την απαγωγή του Άλντο Μόρο, αλλά δεν πέτυχε τον σκοπό μιας διαπραγμάτευσης με τα κόμματα της πλειοψηφίας, τα οποία βρέθηκαν ενωμένα στο να καταστήσουν αβλαβή τα λόγια που ο χριστιανοδημοκράτης ηγέτης έγραφε από την λεγόμενη «φυλακή του λαού ». Ήταν μια σημαντική πολιτική ήττα για τις ερυθρές Ταξιαρχίες και η εκτέλεση του ομήρου κατάφερε, ίσως, να καθυστερήσει την αποσάθρωση της οργάνωσης για ένα-δύο χρόνια. Για τον Ricciardi, το 1967 είναι το εκπληκτικό έτος, è l’anno mirabilis. Γιατί δολοφονήθηκε ο Τσε, επειδή το Ισραήλ κέρδισε τον πόλεμο των έξι Ημερών, γιατί στην Ελλάδα μια χούφτα συνταγματαρχών ανέτρεψε τη δημοκρατία, με την ίδρυση ενός τρομοκρατικού καθεστώτος, αν και δεν ήταν φασιστικό, και στις 2 Ιουνίου η αστυνομία στο Δυτικό Βερολίνο σκότωσε τον φοιτητή Benno Ohnesorg κατά τη διάρκεια των διαμαρτυριών για την επίσκεψη του πέρση πραξικοπηματία Reza Pahlavi, Ρεζά Παχλαβί. Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να δώσει πλήρεις απαντήσεις σε όλα αυτά και συνθήματα που μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν σημαίες καθίστανται φθαρμένα. Όταν ο νεαρός Ricciardi ανακάλυψε την απάτη του ψευδή μύθου της προδομένης Αντίστασης, η απογοήτευσή του ήταν τεράστια. Διάβασε αρκετές φορές με άλλους συντρόφους ότι το PCI, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα δεν θέλησε να φέρει εις πέρας μια κοινωνική επανάσταση, αλλά να συνεργαστεί με άλλες αντι-φασιστικές δυνάμεις για τη γέννηση μιας νέας Ιταλίας. Ήταν όλα αλήθεια: κανείς δεν θέλησε ποτέ να μετατρέψει τον αγώνα εκείνο σε κάτι διαφορετικό, να κάνει ότι ο Τίτο στη Γιουγκοσλαβία, και ο μύθος που γεννήθηκε με το ξέσπασμα του ψυχρού πολέμου οφείλονταν αποκλειστικά και μόνο στην επιλογή να διατηρήσει προνομιακές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση : μια όμορφη ιστορία να λέγεται στους νέους, τίποτα περισσότερο. Οι απαντήσεις, ως εκ τούτου, ήρθαν από το εξωτερικό: στο Viet-Nam οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν μια απροσδόκητη αντίσταση, ενώ στην Κίνα, ο Μao Tze Dong ξεκινά την πολιτιστική επανάσταση. Αυτό όλο μεταφράστηκε στην Ιταλία στην αναζήτηση της ανεξαρτησίας από το σύστημα του κεφαλαίου και στην απομάκρυνση από την πολιτική του κομμουνιστικού Κόμματος. Όλα τέθηκαν σε κίνηση και γεννήθηκαν, από εκεί και μέσα σε μερικά χρόνια, πολλές οργανώσεις, κάποιες ένοπλες, άλλες όχι. Ο Ricciardi σημειώνει μόνο πως ανάμεσα στην σχεδόν με γεωμετρική πρόοδο ανάπτυξη των ερυθρών Ταξιαρχιών και την απότομη πτώση τους πέρασαν μερικά χρόνια, αλλά έμοιαζαν δεκαετίες.   Το κράτος αντέδρασε με μια ειδική νομοθεσία και, σε ορισμένες περιορισμένες περιπτώσεις που κρίθηκαν από το δικαστικό σώμα, με τα βασανιστήρια. Στη συνέχεια ήρθαν οι πρώτες καταδόσεις, το φαινόμενο της μετάνοιας και του διαχωρισμού, μια «διάρροια διαχωρίσεων» τις αποκαλεί ο Ricciardi. Ήταν ο διαχωρισμός, η διάσταση, που έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην οργάνωση, αφαιρώντας με τους πρωταγωνιστές και τις επιμέρους ιστορίες, που κομμάτι κομμάτι κατεδάφισαν την ιστορική αλήθεια και τη μνήμη εκείνης της εμπειρίας. Και για να πει όχι σε όλα αυτά ο Salvatore Ricciardi αισθάνθηκε την ανάγκη να συνθέσει την δική του βιογραφία, αλλά τοποθετώντας την προσεκτικά μέσα στο αποτέλεσμα μιας έρευνας σχετικά με το παρελθόν του και εκείνο της χώρας του.

 

Link
Anni Settanta
Lotta armata
Recensioni

Brigate rosse, una storia che viene da lontano. Il libro di Salvatore Ricciardi

ιστορία, storia

Brigate Rosse, μια ιστορία μέσα στην εργατική βία των χρόνων εβδομήντα – una storia interna alla violenza operaia degli anni 70

Posted on maggio 20, 2017, μάϊος 20, 2017

Από το blog Campagna di primavera ανακαλούμε αυτή την κριτική του Ugo Maria Tassinari στον τόμο “Brigate rosse, από τα εργοστάσια στην εκστρατεία της άνοιξης”

Είναι ένα φιλόδοξο σχέδιο: ο τόμος που παρουσίασε ένας από τους συγγραφείς, στον αυτοδιαχειριζόμενο χώρο των φοιτητών της Αρχιτεκτονικής στη Νάπολη στις 18 μαΐου του τρέχοντος έτους, είναι ο πρώτος μιας τριλογίας που έχει ως στόχο να είναι το οριστικό έργο για την ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Φιλοδοξία που δεν είναι εξωπραγματική: επειδή η ομάδα έχει τα προσόντα, την ποιότητα και είναι καλά εξοπλισμένη. Ο Marco Clementi, ερευνητής της Ιστορίας της ανατολικής Ευρώπης στο Arcavacata, έχει ήδη δημοσιεύσει εργασίες σχετικά με την «τρέλα του Μόρο» και την «ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών».  Η Elena Santalena διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Grenoble-Alpes, όπου συνεργάζεται με το Laboratoire Universitaire Histoire Cultures Italie Εurope. Μελετά τα χρόνια της εξέγερσης στην Ιταλία, το θέμα των φυλακών, τα ένοπλα κινήματα και διαμαρτυρίας. Ο Paolo Persichetti είναι πρώην ταξιαρχίτης της τελευταίας γενιάς: η καταδίκη του για τις οργανώσεις Br-UCC και η έκδοση του από τη Γαλλία ( μοναδική περίπτωση περισσότερο παρά σπάνια), έχουν καταστείλει μια πολλά υποσχόμενη ακαδημαϊκή καριέρα στο Παρίσι 8. Οι τρεις έχουν συνδυάσει με σύνεση προφορικές πηγές (με αποκλειστικές συνεντεύξεις με μερικούς από τους ηγέτες της κυριότερης ιταλικής ένοπλης ομάδας) και αρχειακές εργασίες (με σχολαστική εξέταση από τα πολλά έγγραφα της αστυνομίας και των μυστικών υπηρεσιών που αποχαρακτηρίστηκαν πρόσφατα) και κάνοντας με αυτόν τον τρόπο να μιλήσουν «φύλακες και ληστές» κατάφεραν να μας δώσουν πίσω μια ισχυρή από κοινού άποψη.
Από αυτή την έντονη δραστηριότητα αναδύεται ένα ενδιαφέρον γεγονός: οι αναλύσεις και οι ερευνητικές υποθέσεις που υποβλήθηκαν σε επεξεργασία σε πραγματικό χρόνο σε μια εποχή που η αστυνομία, οι δυνάμεις της τάξης δεν μπορούσαν να επικαλεστούν, να επωφεληθούν της βοήθειας ούτε πληροφοριοδοτών (ο μοναδικός, ο γραφικός αδελφός Mitra-Πολυβόλο, κάηκε για να συλληφθούν οι Curcio και Franceschini ), ούτε μετανοούντων επιδεικνύουν μια ικανότητα γνώσης και κατανόησης σημαντικά υψηλότερη των αποτελεσμάτων που ελήφθησαν στον αγωνιστικό χώρο και για τις τρέχουσες ιδέες γύρω από την ποιότητα της δικής μας intelligence
Το κύριο πλεονέκτημα του πρώτου τόμου, ο οποίος καλύπτει τα έτη από το 1970 στο 1978, από την γέννηση στην ακμή της απαγωγής Μόρο, όμως, είναι άλλο. Μέσα από μια ακριβή ανακατασκευή της θεωρητικής επεξεργασίας και της μαχητικής πρακτικής των πρώτων ερυθρών Ταξιαρχιών επιστρέφεται στο φαινόμενο η αληθινή του πραγματικότητα: δηλαδή, το ότι δεν υπήρξε μια εγκληματική συμμορία ή ένα φάντασμα που κινούσε μια κάποια ξένη δύναμη ή σκοτεινή αλλά μια οργάνωση που γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στην κοινωνική σύγκρουση των αρχών της δεκαετίας του Εβδομήντα, όταν η εργατική βία στα εργοστάσια, οι ξυλοδαρμοί των επιστατών και των απεργοσπαστών και το σαμποτάρισμα της παραγωγής, ήταν πράγματα διαδεδομένα και καθημερινά. Σε αντίθεση με τις άλλες επαναστατικές ομάδες, που επεκτείνουν τους αγώνες από τις γειτονιές στις φυλακές, από τους στρατώνες στο ψυχιατρεία, οι ερυθρές Ταξιαρχίες επικεντρώνουν τα πρώτα χρόνια τις δραστηριότητες τους στα εργοστάσια του βιομηχανικού τριγώνου. Στη συνέχεια, «με την αποτυχία των εμπειριών των πολιτικών εξωκοινοβουλευτικών ομάδων που γεννήθηκαν στην διετία 1968-1969, ο ένοπλος αγώνας έγινε, στα μέσα της δεκαετίας του Εβδομήντα, μια επιλογή που κατέκτησε μεγάλα τμήματα του κινήματος. Οι ερυθρές Ταξιαρχίες υπήρξαν, απλά, μέρος εκείνης της διαδικασίας”.

Brigate Rosse, una storia interna alla violenza operaia degli anni 70

ιστορία, storia

27 μαρτίου 1978: ο Μόρο και οι εΤ. Σκέψεις από το κίνημα – 27 marzo 1978: Moro e le Br. Riflessioni dal movimento

Στις 16 μαρτίου 1978, οι ερυθρές Ταξιαρχίες είχαν ξεκινήσει ένα νέο κύκλο επιθέσεων ενάντια στο Κράτος και ένοπλης προπαγάνδας,δηλαδή τη λεγόμενη «εκστρατεία της άνοιξης», εκείνη που θα παραμείνει η πιο συγκλονιστική δράση τους, η απαγωγή του προέδρου των Χριστιανοδημοκρατών Άλντο Μόρο. Από την απαγωγή μέχρι την εκτέλεση του Moro είχαν περάσει 55 ημέρες, κατά τις οποίες στην πολιτική συζήτηση, μέσα και έξω από τους Θεσμούς, οι αναλύσεις, οι υποθέσεις και τα σχόλια ήταν τα πιο ποικιλόμορφα.

 

moro2

Στις 25 Μαρτίου, βρέθηκε η δεύτερη ανακοίνωση των BR, και τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 29 μαρτίου, η τρίτη. Τα συνθήματα και οι στόχοι ήταν περισσότερο ή λιγότερο οι ίδιοι με τις επακόλουθες ανακοινώσεις: να χτυπηθεί το ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών (SIM), να οργανωθεί το Επιθετικό Κίνημα Προλεταριακής Αντίστασης και να χτιστεί το μαχόμενο κομμουνιστικό Κόμμα, οδηγώντας τον πόλεμο της επαναστατικής τάξης. Βρίσκει χώρο, στο κάτω μέρος του ανακοινωθέντος n. 2, ένας χαιρετισμός στους συντρόφους Fausto και Iaio συντρόφους, που σκοτώθηκαν στο Μιλάνο δύο ημέρες μετά την απαγωγή Μόρο.

Μέσα στο κίνημα πολλοί αμφισβήτησαν, αναρωτήθηκαν και εκφράστηκαν, μίλησαν για το τι συνέβαινε, μίλησαν σχετικά με τις συνέπειες της ενέργειας των ταξιαρχιτών σε σχέση με τους κοινωνικούς αγώνες, τους αγώνες των εργαζομένων και των φοιτητών, σχετικά με τις διαφορές μεταξύ του «ένοπλου κόμματος» και του «ένοπλου κινήματος».

Στο νούμερο 27 – 28 του απριλίου 1978, στο περιοδικό Rosso, μεταφέρεται η απομαγνητοφώνηση ορισμένων τμημάτων μιας συζήτησης που πραγματοποιήθηκε στο Radio Sherwood (όταν ήταν ακόμη Radio Sherwood …) το ίδιο βράδυ της απαγωγής Μόρο. Η σαφήνεια των παρεμβάσεων μαρτυρεί την διαύγεια με την οποία το κίνημα ήταν σε θέση να προσδιορίσει άμεσα τα κρίσιμα ζητήματα που συνδέονται με τον ταξιαρχίτικο σχεδιασμό, τα όρια και τους κινδύνους του. Ας παραθέσουμε δύο σημαντικά αποσπάσματα:

Το νέο στοιχείο που προκύπτει από το σημερινό γεγονός και που ασκεί το σύνθημα «να φέρουμε την επίθεση στην καρδιά του κράτους», αλλά που απομακρύνει ακόμα περισσότερο την πολιτική και τη θεωρία των BR από το κίνημα, είναι η μεταφορά σε ένα διαφορετικό επίπεδο, η σχέση μεταξύ της ένοπλης οργάνωσης και του Κράτους. Ο Moro και η σημερινή πολιτική τάξη, ως έκφραση που πραγματοποιήθηκε της ανασύνθεσης της κυριαρχίας, δέχονται χτύπημα από τις ΕΤ. […] Οι ΕΤ αναλαμβάνουν πλήρως, ακόμη και εντός των ορίων της διαμόρφωσης και της εκπροσώπησης τους, την κατάσταση λειτουργίας του εργατικού Κράτους που μάχεται με γενναιότητα εναντίον του καπιταλιστικού Κράτους. […] Στο καπιταλιστικό κράτος αντιπαραθέτουν το Αντικράτος. Η σχέση μεταξύ κόμματος και κινήματος, μεταξύ πρωτοποριών και κινήματος αντιμετωπίζεται και ασκείται με όρους εγχειριδίου χρήσης, είναι η λενινιστική θεωρητική ως «νεκρή γνώση» και όχι η ζωντανή λενινιστική ανάγνωση (αυτή που μετράει στην προκειμένη περίπτωση). Έτσι, η νοημοσύνη, η στρατηγική, η πρόβλεψη, η λενινιστική φαντασία είναι όλη μέσα στο κόμμα και έξω από την τάξη.

Αυτή η επιχείρηση φέρνει σε ριζική κρίση τη σχέση ανάμεσα στο ένοπλο κίνημα και το «ένοπλο κόμμα». Αυτή η κρίση θα αναγκάσει το κίνημα να αντιμετωπίσει αποφασιστικά το πρόβλημα, το οποίο πολύ συχνά έχει υποτιμήσει. Δηλαδή το πρόβλημα της ύπαρξης μέσα του μιας οργάνωσης που θέτει τον εαυτό της εντελώς εκτός των χρόνων ανάπτυξης και αυτο-οργάνωσης του κινήματος, και που ενώ θέτει ως έδαφος σύγκρισης και αντιπαράθεσης το επίπεδο του ένοπλου αγώνα και του «εμφυλίου πολέμου» , το προτείνει ως μια ανάλυση της πολιτικής φάσης, και της τακτικής και της στρατηγικής της οργάνωσης, εντελώς διαφορετικής από εκείνη που έχει κάνει δική του το κίνημα, κλειστή σε οποιαδήποτε διαλεκτική αντιπαράθεση με αυτή την τελευταία. […] Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ του κινήματος και του κόμματος έχει ως εξής: το κίνημα, ή μάλλον οι οργανωμένες κινήσεις του, σε κάθε άλμα που επιχειρούν, κάθε φορά που αναγκάζονται να επιχειρήσουν σε πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο γνωρίζουν πολύ καλά και προσέχουν αυτά τα βήματα να συνδέονται πραγματικά και με ακρίβεια με το πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο που έχει επιτευχθεί συνολικά. Οι BR αντιθέτως αγνοούν αυτό το πρόβλημα, ή τουλάχιστον το υποβαθμίζουν και το υποτιμούν βαριά, θεωρώντας δεδομένη την συνέχιση των τρεχόντων επιπέδων του κινήματος. Στην πραγματικότητα, σήμερα υπάρχει μια πραγματική κρίση του κινήματος. Μια κρίση που μπορεί και πρέπει να έχει, να βρει διεξόδους προς τα εμπρός, και υψηλότερες.

 

 

Pubblicato in STORIA di CLASSE,  Δημοσιεύτηκε στην ΤΑΞΙΚΉ ΙΣΤΟΡΊΑ
ένοπλη πάλη, lotta armata

ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate rosse

Brigate rosse

, ,

Από τα εργοστάσια στην »εκστρατεία της άνοιξης» , 1ος Τόμος – Dalle fabbriche alla «campagna di primavera». Vol. I

€ 28.00 € 23.80
 Οι ερυθρές Ταξιαρχίες γεννήθηκαν μέσα από την κρίση της παλιάς φορντικής κοινωνίας. Εκείνη η στρατιωτικοποιημένη πραγματικότητα, πειθαρχημένη, όπου οι εργαζόμενοι και τα αφεντικά συζούσαν από απόσταση, άρχισε να διαλύεται στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα εξουδετερώνοντας παλιές ιεραρχίες και καθιερωμένες αρχές. Από εκείνη την κρίση ξεπήδησαν νέα κινήματα φορείς νέων πρωταγωνιστικών μορφών, απαιτήσεων και αγώνων. Ήταν χρόνια στα οποία οι ξεχασμένοι και οι κολασμένοι βρήκαν φωνή. Ένας άνεμος ελευθερίας διεμβόλισε τις πύλες που άνοιξαν από τους αγώνες των εργαζομένων, προβάλλοντας στη σκηνή νέα υποκείμενα που προέκυψαν από μια κατάσταση ατομικής και πολιτικής περιθωριοποίησης. Οι ταπεινοί και οι καταπιεσμένοι βρήκαν να με αυτό τον τρόπο περιθώρια ισχύος, αξιοπρέπειας και σεβασμού. Οι στρατηγικές ρήξης κέρδισαν έδαφος επί των ρεφορμιστικών θέσεων, διαμαρτυρίας. Και μιας και απέτυχαν οι εμπειρίες των εξωκοινοβουλευτικών πολιτικών ομάδων που γεννήθηκαν στη διετία 1968-1969, ο ένοπλος αγώνας έγινε, στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, μια επιλογή που κατέκτησε μεγάλα τμήματα του κινήματος. Οι ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν, απλά, μέρος αυτής της διαδικασίας.   

UN ASSAGGIO Πάρτε μια γεύση

Η αφήγηση ξεκινά με την τραγική ανακάλυψη του σώματος του Άλντο Μόρο στη via Caetani στη Ρώμη. Συνεχίζετε με την προέλευση, την γέννηση των ερυθρών Ταξιαρχιών στα μεγάλα εργοστάσια του βορρά, το κρεσέντο των ένοπλων ενεργειών τους σε πολλές πόλεις, για να φτάσουμε τέλος στο πρωινό της 16ης μαρτίου 1978 στην via Fani, με την λεπτομερή αναπαραγωγή της απαγωγής του προέδρου των Χριστιανοδημοκρατών και την διαφυγή προς το διαμέρισμα όπου φυλακίστηκε για 55 ημέρες. Η αναπαραγωγή συνεχίζεται με τις θέσεις των κομμάτων και με την αντίδραση από το Κράτους, την εξέλιξη της έρευνας, το έργο των πυρήνων αντιτρομοκρατίας που διοικούνταν από τον στρατηγό των καραμπινιέρων Dalla Chiesa, τη χρήση βασανιστηρίων και τη δημιουργία των ειδικών φυλακών.

 

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, ακ

image

Παρά το ότι η ζωή μου βρίσκεται ακόμα υπό αναστολή, δεν κατάφερα να πεθάνω, παρ’ όλα αυτά. Ίσως έχει έρθει η ώρα για να αποδεχτώ την ζωή; να επιλύσω τα προβλήματα μου και να φέρω τον εαυτό μου σε θέση να βγει στην επιφάνεια δίχως την ανάγκη να σέρνομαι με αγωνία πίσω από κάθε  επαφή; μακριά από τον τρόμο να ανακαλύπτω πως βρίσκομαι πεισματικά παγιωμένη στο ίδιο σημείο; μακριά από το άγχος να πρέπει να ξεκινήσω πάλι απ’ την αρχή, και ξανά και ξανά;

Και τι άλλο, το διαφορετικό μπορώ να κάνω; Προσπάθησα να διασφαλιστώ από τον πόνο εξαλείφοντας κάθε συναίσθημα,  αυτό δεν λειτούργησε, και το μικρότερο ακόμη παιχνιδάκι του αέρα κατάφερε να έχει το επάνω χέρι, μιας και βρέθηκα δίχως όπλα, αδύναμη ν’ αντισταθώ. Η ζωή είναι εδώ, τη νιώθω στο δέρμα, ανατριχιάζω, αισθάνομαι όλη την κενότητα μιας άχρηστης αντίστασης.

Και το βλέμμα καθαρίζει και σταματά, για να κοιτάξει, επάνω στον κόσμο.

Μήπως ξέφυγα;

Τι θα απογίνω; Πόσο κακό θα καταφέρω ακόμη να κάνω στον εαυτό μου;

Compagna luna, Η σύντροφος σελήνη

Μαζί, συνεργοί, θα μπορέσω άραγε να νιώσω ξανά την λαχτάρα να φέρω τους εμπόρους σε κατάσταση αδυναμίας;

 

 

Compagno Graber

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

 

 

https://compagnograber.wordpress.com/category/brigate-rosse/

Οι Brigate Rosse και τα χρόνια του μολυβιού (1975 – 1985)

Η Barbara Balzerani υπήρξε  διοικητής της ρωμαϊκής φάλαγγας των Ερυθρών Ταξιαρχιών, στις οποίες εντάχθηκε το 1975, και πήρε μέρος σε αρκετές εκτελέσεις, μεταξύ των οποίων αυτή του Girolamo Minervini και στην Σφαγή της οδού Fani,  Strage di via Fani.[1]

Στην διάρκεια της απαγωγής του Aldo Moro κατέλαβε μαζί με τον Moretti, με τον οποίον εκείνο τον καιρό ήταν δεμένη συναισθηματικά, την ταξιαρχίτικη βάση της  Via Gradoli 96 στην Roma.

Ούτε η Balzerani ούτε ο Moretti ήταν παρόντες στην βάση της στιγμή της επιχείρησης των δυνάμεων ασφαλείας και έτσι σώθηκαν από την σύλληψη.

Το 1981 πήρε μέρος στην απαγωγή του στρατηγού  NATO James Lee Dozier.

Μετά την σύλληψη του Mario Moretti το 1981, προσπάθησε δίχως επιυτχία να διαχειριστεί την διάσπαση της οργάνωσης, οδηγώντας στην συνέχεια τον σχηματισμό «Brigate Rosse – Partito Comunista Combattente», ενώ στο άλλο κομμάτι,  «Brigate Rosse – Partito Guerriglia» ηγείτο ο Giovanni Senzani.

Μετά την πτώση και την κρίση των ΕΤ, η Balzerani ήταν από τους τελευταίους που συνελήφθησαν στις 19 ιουνίου 1985, μαζί με τον Gianni Pelosi. Την στιγμή της σύλληψης είχε μαζί της πιστόλι διαμετρήματος 9.

 Από την φυλακή, ανέλαβε την ευθύνη για την επιχείρηση ενάντια στον πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας Lando Conti που πραγματοποίησαν οι BR.

Καταδικάστηκε σε ισόβια.

Το 1987, μαζί με τους άλλους ιστορικούς ηγέτες των BR Renato Curcio και Mario Moretti, πήρε μέρος σε μια τηλεοπτική συνέντευξη που παραχωρήθηκε στον δημοσιογράφο της Rai Ennio Remondino, στην οποίαν οι τρεις πρώην ταξιαρχίτες συμφώνησαν στο να θεωρήσουν πως η εμπειρία του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία είχε πλέον ολοκληρωθεί,  στην οπτική των αλλαγών του κοινωνικού ιστού μέσα στον οποίον είχαν κινηθεί δέκα χρόνια πριν, και επίσημα επικύρωναν την οριστική παράδοση των BR και την εγκατάλειψη του ένοπλου αγώνα.

Στις 12 δεκεμβρίου 2006 της παραχωρήθηκε η ελευθερία με περιοριστικούς όρους.[5] Επέστρεψε οριστικά ελεύθερη, έχοντας εκτίσει την ποινή της το 2011.  Αυτή την στιγμή εργάζεται σε έναν συνεταιρισμό πληροφορικής, κι εδώ και πολλά χρόνια έχει αφιερωθεί στην λογοτεχνία.

Γραπτά της έργα

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, αι

image

Είμαι εκτεθειμένη, διότι εκείνο που εφορμά επάνω μου δεν μπορώ να το αποφύγω. Όπως πάντα είναι αδύνατον λόγω της ακούσιας συνήθειας του συμβαίνειν.

Θα μπορούσα να πάω οπουδήποτε και θα συνέβαινε έτσι κι αλλιώς, διότι τώρα ξέρω πως συμβαίνει. Όχι, δεν υπάρχουν φιλικά χέρια που μπορούν να κατευνάσουν, να ηρεμήσουν, ούτε μάτια αγαπησιάρικα να καθησυχάσουν. Δεν υπάρχουν ούτε τα λόγια που θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν και να μας κάνουν να μοιραστούμε πράγματα. Είμαι μόνη και δίχως μέτρα. Μέσα σε πολύ κόσμο και στο έλεος αυτών, τελείως.

Βασικά αυτό που συμβαίνει είναι μόνο πως, βράδιασε, όπως πάντα.

Μα που ήμουν εγώ όταν όλα αυτά συνέχιζαν να προκύπτουν, να συμβαίνουν, μέρα με την μέρα;

Γιατί μπόρεσα να καταλάβω ακόμα και για τα τείχη που έπεσαν και δεν μπορώ να αντιμετωπίσω αυτό που νιώθω;

Πότε δημιουργήθηκε παρόμοια ρήξη ανάμεσα σε αυτές τις δυο αντιλήψεις;

Το σώμα και οι λόγοι που επικαλείται.

Ναι, βέβαια. Η πολιτική με τις αναγκαιότητες της και τις ατέλειωτες αναβολές. Μετά η φυλακή και η έξαρση κάθε επιθυμίας, μέχρι σημείου να υποφέρεις σαν σκυλί για την ξαφνική μυρωδιά στην μασχάλη του μπράτσου – και είσαι ζώο, δένδρο, αεράκι.

Καθαρή και αποκλειστική ευαισθησία.

Να ζεις σε έναν χρόνο που έχει ανασταλεί, έχει σταματήσει. Σαν να προχωράς μπροστά δίχως να νοιάζεσαι για το πέρασμα του χρόνου, με εκείνη την τρελή σιγουριά πως θα ξανάβρεις, μια μέρα, όλα και, κατά βάθος, να γνωρίζεις πως όλα προχωρούν δίχως εσένα.

Και τα χρόνια περνούν δίχως να διασχίζονται. Μόνο περνούν. Και δεν είναι πλέον δυνατό να κάνεις τίποτα για να αρχίσεις ξανά απ’ το σημείο κατά το οποίο η επαφή με την ζωή διασπάστηκε.

Να γερνάς δίχως να έχεις διασχίσει όλες τις εποχές, λαχταρώντας διακαώς να ανιχνεύσεις εκ νέου δρόμους καλούς για άλλες, μέχρι την απαρηγόρητη δυστυχία για το ότι δεν έζησες, παρότι ήσουν ζωντανή, ένα μέρος της ύπαρξης σου.

Μα έζησα αληθινά ή απλώς περιορίστηκα να καίω κάθε υπάρχουσα στιγμή περιμένοντας το αύριο; Και ποιος έκλεισε, ξέσκισε, έραψε ξανά με άσχημο τρόπο τραύματα και υπαγόρευσε χρόνους και κανόνες; υπήρξε κάτι έξω από εμένα; και εγώ είμαι κάτι άλλο; Και εάν ναι, που να πάω να με ψάξω?

Που είναι η ζωή; Που μπορώ να ζήσω, ποιος είναι ο κύκλος της ζωής μου;

Γιατί να όλα είναι τόσο έξω από τη θέση τους, τόσο εκτός τόπου; Και κινούνται με τέτοια ταχύτητα και αδιαφορία ώστε επανεμφανίζεται o παλιός εφιάλτης, πως δεν έχω φωνή ούτε ορατότητα και προβολή, πως δεν με βλέπουν ακριβώς όταν έχω περισσότερη ανάγκη να με ακούσουν και να με προσέξουν.

Και τότε συμβαίνει.

Την ψάχνω, κοιτάζοντας επάνω, στο διάστημα ανάμεσα στις στέγες, στην μέση του μαύρου τ’ ουρανού. Υπάρχει. Ευτυχώς. Είναι μόνο μια κουκίδα, αλλά υπάρχει.

Όμορφη, ξεδιάντροπη, μακρινή, αδιάφορη, απρόσιτη.

Την ψάχνω, κοιτάζοντας επάνω, στα διαστήματα ανάμεσα στις στέγες, στην μέση του μαύρου τ’ ουρανού. Υπάρχει. Ευτυχώς. Είναι μόνο μια κουκίδα, αλλά υπάρχει.

Όμορφη, ξεδιάντροπη, μακρινή, αδιάφορη, απρόσιτη.

Και μόνο τότε ησυχάζω. Ο χαρακτήρας του επείγοντος πέρασε, το πείσμα για να καταλάβω, να συμβιβαστώ, να αμβλύνω, ν’ αποδράσω, να επιστρέψω, να νιώσω χαρά, να νιώσω πόνο.

Είναι εκεί. Πάντα βρίσκονταν εκεί, δεν βασανίζεται, δεν χαίρεται, δεν γερνά, δεν δρα, δεν ζητά, δεν δίνει, δεν θέλει. Και αν πεθάνει είναι για να αναγεννηθεί. Πάντα απ’ την αρχή.

Είναι.

Σε τέτοιο σημείο που, στον χρόνο μου μη χρόνο, πάντα ήταν σε θέση να με περιλαμβάνει στον παντοδύναμο νόμο της. Να με κάνει να μπαίνω στο χάος της το φτιαγμένο από ησυχία.

Εκεί όπου υπάρχει εκείνο το απόλυτο τίποτα που καθιστά παραπλανητική κάθε λέξη και μας αποκαλύπτει σαν όντα που δεν επικοινωνούν, γι αυτό το ουσιαστικής σημασίας που είναι ο καθένας μας.

Εκεί όπου δεν ισχύει η ανάγκη να διαφωτίσεις, να καταλάβεις, του περιττού λεξιλογίου που μπερδεύει, της πείνας γι αγάπη, του πάθους για τον κόσμο, της ζητιανιάς να είμαστε αναγνωρίσιμοι στο βλέμμα του άλλου, στα μάτια του.

Εκεί όπου τα πάντα ανάγονται στο απρόσωπο του είναι που δεν χρειάζεται το εγώ για να προσανατολιστεί.

Εκεί όπου επιτέλους είναι ελαφρότητα, μέσα στην ελευθερία από κάθε αναγκαιότητα και περίσταση.

Προσγείωση, αποβίβαση.

Είμαι στην απέναντι όχθη από εκείνη που ξεκίνησα και η ανακάλυψη είναι από εκείνες που γοητεύουν. Ο κόσμος επιστρέφει  όπως ήταν στην αρχή των καιρών κι εγώ μαζί του.

Οι λόγοι και τα νοήματα εκ νέου δημιουργικά.

Προσπαθώ να ξαναγεννηθώ διασχίζοντας εκ νέου σάρκα και αίμα κάθε κομματιού μου, στην προσπάθεια να τα επαναφέρω όλα στην ζωή.

Θα έπρεπε να γυρίσω πίσω.

Γυρνώ. Μόλις γεννήθηκα. Δεν μιλώ, δεν περπατώ, δεν μετακινούμαι στον χρόνο, δεν ξέρω καν τι είναι αύριο.

Κινούμαι στο σκοτάδι της συνείδησης.

Είμαι καθαρή αίσθηση, απλά αισθάνομαι.

Γνωρίζω τι είναι απαραίτητο για να ζω και τα υπόλοιπα δεν με αφορούν, τα αφήνω στο ευεργετικό σκοτάδι του ανεξιχνίαστου και του αδικαιολόγητου.

Ξέρω πως να φτάσω στην πηγή πριν από τα πράγματα για να τα δοκιμάσω, στο σκοτάδι κάθε νοήματος, με αδηφάγες χειλάρες.

Δεν μ’ ενδιαφέρει να καταλάβω, να προβλέψω, να προγραμματίσω.

Μόνον να ζω.

Να ζω ναι.

Τώρα.

Μπερδεμένη στο όλον.

Ο κόσμος, εκτός από την καυτή μου κοιλότητα των βασικών ικανοποιήσεων, θα μπορούσε κάλλιστα να μην είναι εκεί, να μην υπάρχει.

Και το λοιπόν γιατί ήδη προσαρμόζομαι, βάζω στο παιχνίδι χίλιες στρατηγικές, χίλιες σαγηνευτικές πανουργίες; γιατί θέλω να αρέσω, να κατακτώ, να αλλάζω ή να παραμένω;

Γιατί αρρωσταίνω μ’ αυτή την παθολογική ανασφάλειά μου που κάνει κομμάτια την εσωτερική μου ακεραιότητα εάν μου αναστέλλεται η ικανότητα να καθορίζω, να αλληλεπιδρώ, να μετατρέπω, να κατακτώ; μια γλώσσα που να μπορεί να επικοινωνεί.

Γιατί δεν είμαι πλέον τίποτα αν όχι μέσα στην παρουσία του άλλου από εμένα; Που δεν είναι τίποτα στην απουσία λόγου και ματιών στον καθρέπτη, που αναγνωρίζει και διακρίνει.

Μια και ανεπανάληπτη. Σίγουρα. Μα μόνο διότι κληρονόμησα και προσάρμοσα σ’ εμένα ένα βλέμμα ιδιαίτερο που μοιάζει ζωώδες,  δένδρο, αεράκι αυτό, εκείνο και αυτή, σε ένα δεσμό από νοήματα που δίνει έναν απολογισμό των σχέσεων μου, της ενδεχόμενης ανθρώπινης ύπαρξης μου.

Μέσα στην οποίαν στοίβαξα τα πάντα.

Συμπεριλαμβανομένης, λόγω της ανάγκης να αντιλαμβάνομαι, της συνειδητοποίησης πώς όλα θα πάνε καλά. Αλλά να είμαι εκεί, να στέκομαι με τον δικό μου τρόπο, με τον τρόπο που ήξερα και μπορούσα.

Συμπεριλαμβανομένης της επιθυμίας να με διαγράψω και να λιώσω μέσα στο ακαθόριστο χουμικό, πυκνό, θερμό και υγρό, των στιγμών της ανυπομονησίας των επιταγών της λογικής.

Συμπεριλαμβανομένης της εποχικής επέκτασης των ζωτικών μου ρυθμών όταν δεν διέσωσα και έβαλα στην άκρη, μέχρις ότου οι εποχές μου να μην αντιστοιχούν πλέον σε εκείνες μιας ιστορίας που δεν ξεκινούσε και δεν τελείωνε μαζί μου.

Συμπεριλαμβανομένης της παγωμένης αίσθησης του στείρου κενού για την αγάπη εκείνου του παιδιού στο οποίο δεν έδωσα τη δυνατότητα να αναπτυχθεί μέσα μου.

Και τώρα που ο χρόνος άλλαξε την κούρσα του, τα χέρια κινούνται στα τυφλά και το βλέμμα δεν ξέρει πλέον ν’ αναγνωρίζει.

Η ζωή είναι ακόμη αλλού.

Εκεί όπου οι λύπες και οι τύψεις μπορούν ακόμη να είναι καλοί σύντροφοι του ταξιδιού.

Εκεί όπου είναι ακόμη γιατρέψιμα τα τραύματα για την αγάπη ενός ονείρου που δεν είναι δυνατό να ονειρεύεσαι μέσα στην μοναξιά της ψυχής που δεν μολύνθηκε από τα πράγματα του κόσμου.

Εκεί όπου μπορείς να μάθεις να αναγνωρίζεις και να φοβάσαι τον σολιψισμό της λογικής τουλάχιστον τόσο όσο με εκείνον της καρδιάς.

Την κοιτώ. Ξανά η μοναδική αίσθηση που βάζει μαζί σπλάχνα και μυαλό.

 

 

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, αθ

image

Η ταινία τέλειωσε.

Βγαίνοντας, συλλαμβάνει ένα σχόλιο: ρευστό. Είναι αλήθεια. Ίσως ενάντια στις ίδιες τις προθέσεις των δημιουργών, η διήγηση δεν μπόρεσε να δώσει απαντήσεις ξεκάθαρες. Στο πως μπορείς να βγεις από ένα παρελθόν επάνω στο οποίο έχει ήδη επιβληθεί ποινή αλλά που δεν σταματά να επιστρέφει, για παράδειγμα. Για το δράμα μιας σύγκρουσης που ολοκληρώθηκε μα που ακόμη δεν έχει βρει πολιτική λύση, ούτε για την μία ούτε για την άλλη πλευρά.  Και επάνω στην μάταιη αναζήτηση ενός δικού του υποκατάστατου σε προσωπικό επίπεδο, εκείνο το οποίο μπορεί να είναι μόνο ή η συγχώρεση ή η εκδίκηση.  Μαζί πάρα πολύ και πολύ λίγο.

Από την πλευρά της η πολιτική παραχώρησε ανταμοιβές και τιμωρίες και έραψε μιαν αλήθεια χρήσιμη μόνο για να κρατά ενδεχομένως όρθιο, σχεδόν μέρα με τη μέρα, ένα παρόν φτωχό, και με καταδικασμένο εις θάνατον κάθε κριτικό πνεύμα.

Και κανείς δεν φαίνεται πλέον να γνωρίζει πως να προσανατολιστεί στο παρόν, τόσο μεγάλη η απροσεξία με την οποίαν αξιώνουν να θαφτεί σε ένα σωρό από αχρείαστα ερείπια το νόημα συγκρούσεων που μόνο μέχρι χθες κινούσαν και κατηύθυναν τους πάντες.

Έχοντας θέσει στην σοφίτα τον παλαιό δυισμό, ξεσήκωσαν το κοινό αίσθημα μέχρι σημείου να καταστήσουν μη αναπαράξιμες φωνητικά σχέσεις όπως φίλος/εχθρός, ώστε να δοθεί χώρος στις ισχυρές έννοιες της διαφορετικότητας.

Και θα υπήρχε λόγος να χαιρόμαστε εάν δεν είχε τόσο λίγο διαπεραστεί ξανά ώστε να πέσει στην αδιάφορη θολότητα του όλα είναι ίδια, ενός πλουραλισμού δίχως συγκρούσεις.

Δίχως πλέον ικανότητα διάκρισης, εορτάστηκε η νίκη μιας επανάστασης με βολές θεαματικών αλλαγών βιτρίνας και στόχο την δυνατότητα παροχής υποστήριξης σε ένα έδαφος που δεν θα είναι κατηφορικό και να προχωρήσει. Λεπτή νίκη, γιατί κανείς δεν μπορεί να επανεκκινήσει από εκεί.

Όχι ο καθηγητής που έχει κι αυτός απ’ την μεριά του κάθε δίκιο, αλλά δεν ξέρει τι να το κάνει διότι αφέθηκε να δοκιμαστεί από την μονόπλευρη σχέση με μιαν πραγματικότητα υπερβολικά απλοποιημένη για να είναι αληθινή.

Όχι η γυναίκα, από την οποίαν κανείς δεν ζητά άλλο από διαβεβαιώσεις για την εγκυρότητα ενός διορθωτικού συστήματος που είναι μέχρι και ικανό να μισοκλείσει ξανά τις πόρτες της φυλακής σε δολοφόνους, για να δώσει πίσω στην κοινωνία άτομα μισά, που τα θέλει να μην σκέφτονται, να μην επιθυμούν, υπό έλεγχο και προστασία, απονομιμοποιημένα από τον πολιτικό λόγο.

Υπερβολικά τέλειοι για να είναι και ανθρώπινοι.

Compagna luna Σύντροφος σελήνη

Και να που τα νιάτα τελειώνουν. Ξεπέρασε τα σαράντα – ακόμη πέντε χρόνια… Και -το άλλο. Και – το όνειρο της ψυχής: επιτέλους να ενσαρκωθεί! Η δίψα για την ίδια -όχι για τον κόσμο των ιδεών, δίψα του χάους χεριών και χειλιών. Η δίψα για την ίδια -μυστική. Τελευταία. Ανήκουστη. Της ίδιας που προσπαθεί: υπάρχω; Το’”άλλο”; Είναι μόνο ένα μέσο για να φτάσεις στον εαυτό σου, ο τυφλός μας κινητήρας.

Marina Cvetaeva, Έρημοι τόποι

Ξαφνικά ο συνήθης σεληνιασμός μεταμορφώνεται σε μια αληθινή σύγχυση. Δεν ξέρω πλέον να μεταφράσω σε νόημα τα λόγια των άλλων. Ούτε να αναγνωρίσω την προέλευση των θορύβων τριγύρω. Ούτε το απρόοπτο, τις ευκαιρίες της στιγμής.

Τι κάνω εγώ εδώ? Κι εδώ τι είναι?

Είναι η πρώτη φορά που ξαναβρίσκομαι »έξω», και απλούστατα συμβαίνει να έχει γίνει βράδυ.

Έξω το βράδυ.

Δεν μου συνέβαινε εδώ και πολύ πολύ καιρό. Όμως αυτό το καταλαβαίνω μόνο αφού έχω εκτίσει μέχρι κατάστασης πανικού το συναίσθημα της απώλειας.

Οι σκιές, τα φώτα, οι αντανακλάσεις.

Σαν να ήμουν, ξαφνικά, ανίκανη να κινηθώ και να κοιτάξω και να δω και να αναγνωρίσω. Τα χρόνια των περιορισμένων χώρων που κατά τρόπο αφύσικο επισκεπτόμουν πάντοτε ημέρα με έκαναν να χάσω την χρήση κάποιων αισθήσεων και, αυτή την φορά, η εκλεπτυσμένη πρακτική να οσφραίνομαι γύρω δεν φτάνει για να θυμάμαι και ν’ αναγνωρίζω.

Τι άρωμα έχει η νύχτα?

Όχι αυτό της ευφορίας της μουσκεμένης γης.

Όχι εκείνο του πανικού της άνοιξης που έρχεται.

Όχι εκείνο των υποσχέσεων αγάπης στο φυλακισμένο κορμί.

Όχι εκείνο της νοστιμιάς του ψωμιού στο σπιτικό δέμα.

Για κάποια πράγματα σαν να μην έχω πλέον αναμνήσεις – και το πραγματικό μου επιτίθεται με όλη την βία της απόλυτης αλλοτριότητας.

Ποτέ δεν ένιωσα τόσο μακριά από το να είμαι σε θέση να βλέπω πού θα έπρεπε να βρίσκομαι, ώστε να αισθάνομαι ζωντανή και στη θέση μου. Αλλά γιατί συνεχίζω να πιστεύω στη συνέχεια πως έχω ακόμη και σήμερα μια θέση;

Να είμαι μοιάζει να μην είναι αρκετό.

Η προσπάθεια για ακύρωση και επαναφορά είναι αδύνατη. Ο καθένας έχει την ιστορία του και η προσπάθεια να την απομακρύνει από επάνω του, να την αποχωριστεί πρακτικά σημαίνει να μην υπάρχει. Πως όμως να συνδυάσεις το να είσαι ολόκληρη δίχως να βρίσκεσαι συνεχώς έξω απ’ το μέτρο; Σε μια διαφορετικότητα που μοιάζει ανίκανη να επικοινωνήσει. Που προκαλεί βλέμματα δίχως ειλικρίνεια ή απαντήσεις στα όρια της κοινοτοπίας, του στερεότυπου. Σαν να αναγκάζω, κάθε φορά, τον επόμενο από μένα, τον διπλανό μου, να χρησιμοποιήσει κάθε τέχνασμα για να αυτοσυντηρηθεί θέλοντας να παραμείνει προσκολλημένος στο δικό του νόημα για τον κόσμο. Κι έτσι συμβαίνει ο λόγος να πεθαίνει.

Αλλά αυτή τη φορά δεν μπορώ να περιοριστώ να δραπετεύω και να καταφεύγω στο χρονοντούλαπο του απρόσιτου μου. Όπως έμαθα να κάνω αφού η αναμονή της συνάντησης μου με τον έξω κόσμο μετατράπηκε στην αμηχανία κάθε δύσκολης επιστροφής.

 

 

 

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13