τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Δ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 2

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα, τον συναντώ και σημειώνει για τον τεράστιο ρόλο που έχει παίξει ο Χριστός ιστορικά, και άλλοι μαζί που έθεσαν το θέμα της εσωτερικότητας, της πάλης του πνεύματος με το εγώ, της ταπείνωσης με την αλαζονεία, Της ΘΥΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ, του συνόλου με το μέρος. Τον σέβεται και τον αγαπά χωρίς να τον νοιάζει τα περί Θεότητας, διότι έθεσε επί τάπητος το θέμα της αγάπης και την ανακήρυξε υπέρτατο αγαθό και αξία, τρόπο ζωής, θυσιάζοντας τη ζωή του την ίδια. Τζάμπα μάγκες αυτοί που στη συνέχεια κυβέρνησαν ή διοίκησαν στο όνομά του. Τρόπος ζωής θα έπρεπε να είναι ο χριστιανισμός όχι θρησκεία.

Η χειραφέτηση του ανθρώπου από τα πάθη του, από τα χειρότερα τουλάχιστον, είναι μεγάλο πράγμα. Είναι θαυμάσια η ζωή να την ζεις με αγάπη και συμπόνια, προς τον εαυτό σου και τον διπλανό. Άσε που δεν θα ήταν και άσχημα να υπάρχει και ζωή μετά τον θάνατο. ‘Είναι όμορφη πολύ. Να σεβαστούμε και να χαϊδέψουμε, να δημιουργήσουμε, να παίξουμε, να χορέψουμε, μαζί με άλλους, όλοι ίδιοι είμαστε, τα ίδια ερωτήματα μας απασχολούν και τις απαντήσεις ψάχνουμε όλοι, διαφορετικοί είμαστε, τους ίδιους καημούς έχουμε, χαρές και βάσανα. Ίδιες αγωνίες ίδιες ανησυχίες.

Να γεννηθώ και να ξαναγεννηθώ μου λέει,

να ερωτευθούμε να παίξουμε να κολυμπήσουμε, να ακούσουμε ξανά το τιτίβισμα των πουλιών, να κάνουμε παιδιά, να τα μεγαλώσουμε με αξίες, να δημιουργήσουμε πολιτισμούς και να γνωρίσουμε άλλους. Κοντά με άλλους. Μόνος δεν έχει γούστο να ζεις, όταν οι γύρω δεν είναι καλά δεν είμαστε κι εμείς καλά. Γι αυτά πολέμησε και ο Γκεβάρα. τα είχε όλα αλλά πονούσε που δεν τα είχαν όλοι, είχε την εξουσία, απόλυτος άρχοντας, αυτός, οι φίλοι του, ο λαός του. Και τα άφησε για να πάει να ξεσηκώσει αλλού, να πάει κοντά σε αυτούς που πολεμούσαν για τα ίδια ιδανικά. Δεν του έφτανε η δική του ευτυχία, πλάνταζε που υπήρχαν ακόμη καταπιεσμένοι, έπρεπε να ελευθερώσει και αυτούς. Κι εμείς επιτρέπουμε εδώ οι νέοι, τα παιδιά μας ρε γαμώτο, να ζουν με 700 ευρώ το μήνα, και ένας άνθρωπος να κερδίζει με μία κίνηση διακόσια μύρια, πουλώντας κάτι που δεν είναι δικό του, κάτι που φτιάχτηκε με ιδρώτα χρόνων χιλιάδων λαού.

Ή πουλώντας αέρα κοπανιστό.

βέβαια να συμπληρώσω πως αρνητικότατος ο ρόλος της εκκλησίας, πρωτοστάτης στην χειροπέδηση, τον ευνουχισμό του ανθρώπου

Καθημερινά ερχόμαστε σε επαφή με εκατοντάδες ανθρώπους. Στα τραίνα, στους δρόμους, στη δουλειά και στα θέατρα, συναντάμε συνεχώς τυχαίους περαστικούς που διαμορφώνουν την πραγματικότητά μας, αλληλοεπιδρώντας μαζί μας, με χιλιάδες και φαινομενικά άσχετους μεταξύ τους τρόπους.

Η φιλία, ο έρωτας και η αγάπη, όπως επίσης το μίσος, ο φθόνος και η μοχθηρία γεννιούνται μέσα σε αυτή τη τυχαία τριβή. Το τυχαίο και η μοίρα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή μας, η οποία σε πλείστες περιπτώσεις γίνεται υποχείριο του αναπόφευκτου.

Πορευόμαστε στο προσωπικό μας μονοπάτι, αλυσοδεμένοι και με βαρίδια στις πλάτες, ως άλλα έρμαια του πεπρωμένου, θύματα του προκαθορισμένου. Αναπνέουμε μηχανικά, χωρίς να συμμετέχουμε με όλη την ενάργεια του είναι μας στη «μαγική» διαδικασία που ονομάζουμε ζωή, καθώς θεωρούμε εσφαλμένα ότι κάποιος άλλος θα το πράξει για εμάς.

Κάποιος αγγελικός, θεόσταλτος προστάτης που είναι προγραμματισμένος να μας προστατεύει εφ’ όρου ζωής, απαλλάσσοντάς μας από το κοπιαστικό καθήκον που έχουμε να δρούμε σύμφωνα με τις δυνάμεις μας για να πετύχουμε το καλύτερο που μπορούμε.

Εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στον Θεό και αποποιούμαστε των ευθυνών μας, λες και περιμένουμε κάποια άγνωστη οντότητα να σηκώσει για χατίρι μας τα βάρη των αμαρτιών μας.

Επινοούμε διαρκώς δικαιολογίες για μεταφυσικά στοιχειά που ξεπερνούν τις δυνατότητές μας και απορρίπτουμε τον ρόλο μας που δεν είναι άλλος από το να κρατάμε στα χέρια μας τα ηνία της ζωής που μας προσφέρεται απλόχερα.

Η τύχη, η μοίρα και το πεπρωμένο εξακολουθούν να αποτελούν προσφιλή θέματα διαπληκτισμού στα φιλοσοφικά καφενεία. Ίσως όντως η θεά Μοίρα να υπάρχει και να υφαίνει στον αργαλειό της όλες τις λεπτομέρειες που δίνουν πνοή στην καθημερινότητά μας.

Ίσως πάλι, τα μοναχικά βράδια μας κρατάει συντροφιά ψιθυρίζοντας στο αυτί μας τις αποφάσεις που πρέπει να παρθούν και τις ενέργειες που χρειάζεται να ακολουθήσουμε την επόμενη μέρα.

Είναι πιθανό ο «μακρόκοσμος» στον οποίο ενδημούμε, να λειτουργεί πανομοιότυπα με το κβαντικό, εκεί όπου τα μυστηριώδη στοιχειώδη σωματίδια, οι θεμέλιοι λίθοι των πάντων, συγκρούονται διαρκώς αναμεταξύ τους και χωρίς κάποιο προφανή λόγο, δημιουργώντας το «παραμύθι» της αχαλίνωτης πραγματικότητας, αυτό που ονομάζουμε ζωή.

Ακόμη λοιπόν και αν είμαστε απότοκα τυχαίων συγκρούσεων και το πεπρωμένο, ο μοναδικός αληθινός θεός μας, δεν παύουμε να κρατάμε στα χέρια μας την ευθύνη για τη ρότα που θα χαράξουμε.

Χαράσσουμε την πορεία μας με τις αποφάσεις και τις επιλογές μας, ενώ ακολουθώντας το δύσβατο μονοπάτι της συντροφικότητας, της αλληλεγγύης και της διάθεσης για επανάσταση, διαμορφώνουμε συνειδητά τον κόσμο γύρω μας.

Δημιουργούμε μαζί με τους συντρόφους μας τις συνθήκες εκείνες που απαιτούνται έτσι ώστε η ευτυχία να είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο θα αναπνέουμε.

Η μοίρα στην τελική είμαστε εμείς οι ίδιοι. Και ας το λησμονούμε ενίοτε

Πάμε πάλι. Επιτρέπουμε στους κυβερνήτες δολοφόνους μας να υπάρχουν όταν η Θεσ/νίκη είναι η πιο ρυπογόνος πόλη στην Ευρώπη και η Αθήνα η τρίτη. Πέντε εκατομμύρια λαού ζουν σε αυτές τις δύο πόλεις, φύλλο δεν κουνιέται. Το βράδυ θα κοιμηθούμε ήσυχοι στα κρεβάτια μας και αύριο θα τρέξουμε στην αγορά να κάνουμε το καθήκον μας, να γεμίσουμε τις τσάντες μας με μολυσμένα από όλων των ειδών τους ρύπους υπερτιμημένα προϊόντα. Ρύπους με τους οποίους γεμίζουμε τη γη και τα νερά μας αδιαφορώντας για μας και τα παιδιά μας. Δολοφόνοι κυβερνούν δολοφόνους, αυτοί είμαστε, μη κρυβόμαστε, ας τα πούμε έξω από τα δόντια. Φαντάζεστε πως οι αγρότες δεν γνωρίζουν με τι ψεκάζουν, τι δηλητήρια χρησιμοποιούν για ζιζανιοκτόνα. Πυρηνικά εργοστάσια και άλλα αμολούν απόβλητα καθημερινά στον αέρα. Η ΒΦΛ είναι αθώα ; Τα ποτάμια τα έχουμε ρημάξει, εμείς και οι γύρω μας. Αυτό το έχουμε ονομάσει πολιτισμό. Και το πολίτευμα δημοκρατία. Εδώ μια φλόγα δεν μπορούν να μεταφέρουν, κάθε δέκα μέτρα μία διαμαρτυρία, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Την κρύβουν τη φλόγα, τρέχουν αρματωμένοι και χτυπούν τον κόσμο που φωνάζει, για το αυτονόητο, ‘οι δημοκράτες’. Οι άλλοι είναι οι αλήτες , οι τρομοκράτες, οι αντάρτες, οι αναρχικοί. Θα είμαι πάντα μαζί τους, μου λέει. Διότι έχουν δίκιο, αυτή είναι η αλήθεια. Υποχρέωση του καθένα μας να είναι με το σωστό. Δηλαδή τι παράδειγμα δίνει αυτός ο εκλεγμένος ‘κύριος’, ταγμένος δήθεν στην ‘υπηρεσία’ των συνανθρώπων του; Παρανομεί με τις υπηρεσίες για το σπίτι του, ψεύδεται όταν τον ανακαλύπτουν και κουκουλώνει παρανομώντας, παρανομεί με τους ρύπους και παραποιεί, έναντι της πατρίδας του και του κόσμου όλου και συνεχίζει τα ψέματα, και τα βάζει με τους φίλους του όταν ανακοινώνουν το αυτονόητο. Εξαιρετικός. Μας σκοτώνει ‘δημοκρατικά’ και με το νόμο και ζητάει και τα ρέστα. Εμείς δεν τον βάλαμε εκεί πάνω; Εμείς δεν ανεχόμαστε να μας δολοφονούν; Και με σφραγίδα. Χειροκροτούμε και από πάνω. Για μια χάρη, μια θεσούλα. Για λίγες ψήφους, μια θετική για μας υπογραφή. Αυτοί καταντήσαμε. Βγαίνουμε από την εκκλησία έχοντας ‘λατρέψει ένα και μοναδικό θεό’ και λίγο πιο κάτω, λίγα λεπτά μετά λατρεύουμε άλλους δώδεκα παρακαλώντας τους να ανάψουν τη φλόγα, δέρνουμε κιόλας αυτόν που δεν συμφωνεί. Παράνοια. Βλέπετε είμαστε ‘δημοκράτες’.

Του Ξηρού η ανάκριση ξεκίνησε στην εντατική, λίγα λεπτά μετά τον σοβαρότατο τραυματισμό του στον Πειραιά. Τον Ζαχόπουλο τον περίμεναν 3 μήνες μήπως και πάθει ψυχικό τραλαλά εάν του θύμιζαν το πρόβλημά του. Η καλή μας δημοκρατία, έτοιμη κατά τα άλλα να διώξει δικαστές και εισαγγελείς όταν λένε τα αυτονόητα δημόσια. Σας την χαρίζω αυτή τη δημοκρατία, φτιαγμένη κατ’ εικόνα και ομοίωση σας αγαπητοί ‘δημοκράτες’, να την χαίρεστε. Ο καθένας έχει αυτό που του αξίζει, θερίζουμε αυτό που σπείραμε. Ας ετοιμαζόμαστε λοιπόν για τις θύελλες που έρχονται. Γι αυτό χρειάζεται στράτευση, σε ομάδες σε κινήματα, λέει, αγώνες κοινωνικούς, αυτόνομα από τα κόμματα-διαχειριστές αυτής της διεφθαρμένης εξουσίας. Κι αγώνες προσωπικοί, πνευματικοί αγώνες κόντρα στον ατομικισμό και τη ζήλια, για συλλογικότητες με αξιοπρέπεια και ανθρωπιά. Αλληλέγγυοι, ταπεινοί. Περήφανοι όμως για την δόξα της δικαιοσύνης και της αγάπης. Από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο. Χριστός και Γκεβάρα, Άρης και Λεωνίδας. Για την επανάσταση της κάθε μέρας, τις συνεχείς ανατροπές στη καθημερινή διεργασία, έξω και μέσα, όλοι μαζί. Υπάρχουν μικρές σταυρώσεις καθημερινά που χάνονται στο χάος της ημέρας. Να μη μπορείς να προσφέρεις σύμφωνα με τις δυνατότητές σου, να μη μπορείς να πάρεις σύμφωνα με τις ανάγκες σου. Η ευπρόσδεκτη απολιτικοποίηση με τη συνακόλουθη λαϊκή αποχαύνωση αποτελεί την εγγυήτρια δύναμη αποτροπής οποιασδήποτε αταξίας, στο όνομα της πολιτικής σταθερότητας. Ευλογία η άγνοια, και η παγκοσμιοποίηση συγκροτεί κοινωνία ευλογημένων λαών, που αρκούνται πειθήνια σε ότι τους δίνουν. Πόσο όμως ακόμη θα ανέχονται οι νέοι παγκοσμίως, στον πλανήτη που αφυπνίζεται, αυτή την απειλή οικολογικής καταστροφής, ή τον αφανισμό από πείνα και δίψα; Προκαλείται επισιτιστική κρίση από το παιχνίδι των κερδοσκόπων, που δεν παίζουν μόνο με τις τιμές του πετρελαίου αλλά και των τροφίμων όπως και των αγροτικών προϊόντων από τα οποία παράγονται βιοκαύσιμα. Γεμίζουμε τα ρεζερβουάρ με πανάκριβα καύσιμα και μένουν άδεια τα στομάχια εκατομμυρίων ανθρώπων.

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, εδώ και πολλά χρόνια, η ζωή δυσκολεύει για πολλούς, μα πάρα πολλούς ανθρώπους. Προσδοκία βελτίωσης καμιά. Όσο υπάρχει δυστυχία δεν μπορούμε να σταματήσουμε να μιλάμε για εξέγερση και ανατροπή. Πρώτη στη διασπορά θανάτου από τα φουγάρα της η ΔΕΗ, τζάμπα θα την αγοράσουν οι Γερμανοί, που διώχτηκαν από εκεί γιατί βρωμίζουν τα πάντα. Σίγουρη επιχείρηση με ελάχιστο κόστος συντήρησης. Από κοντά τα διυλιστήρια, η δική μας ΒΦΛ και τα τσιμεντάδικα. Έχουμε και το ‘εμπόριο ρύπων’ Συνθήκη του Κιότο, συντελεστής ρύπων. Έχεις υψηλό συντελεστή, πουλάς ποσοστό ρύπων σε αυτόν που έχει χαμηλό και ξεμπερδεύεις. Βρε ούστ. Και βέβαια πουλώντας δεν σημαίνει πως οι κάτοικοι που ζουν στις βεβαρημένες περιοχές θα σταματήσουν να πεθαίνουν από τους ρύπους. Εμείς οι καβαλιώτες ας πούμε χεστήκαμε εάν πουλήσει ρύπους η ΒΦΛ, ίσα βάρκα ίσα πανιά. Τα εργοστάσια θα συνεχίσουν να ρυπαίνουν, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να πεθαίνουν, η χώρα που θα αγοράζει ρύπους θα είναι βρώμικη στα χαρτιά μα καθαρή στην πραγματικότητα και η συνθήκη του Κιότο θα θριαμβεύει κι αυτή. Καθαρότερος πλανήτης μιας και οι δυνατοί εξαγοράζουν με χρήμα τον κοινό θάνατο.

Αλλάζει θέμα: ρώτα τον καθένα να σου πει τι ωραιότερο θυμάται στη ζωή του; Θα απαντήσει: τα φοιτητικά του χρόνια. Είναι τα χρόνια της μάθησης, τότε που ο νέος ξεδιψά την ψυχή του. Ερωτεύεται και παλεύει για τα ιδανικά του. Τουλάχιστον έτσι ήταν στα χρόνια τα δικά του. Οι κανόνες που τροχοπεδούν τη ζωή δεν τους αγγίζουν. Συζητά, ρωτά μαθαίνει, ανταλλάσσει απόψεις, αστράφτει και βροντά. Η αγωνία για τα κοινά τον συνεπαίρνει. Αυτή είναι η γενιά μου, λέει

  • Πολιτικοποιήθηκε αμέσως, άκουγε πρώτη φορά για ταξική πάλη, για συσχετισμούς δυνάμεων, για καταστολή και επανάσταση. Για την ανάγκη ανατροπής της γενιάς των ανέραστων. Τον άγγιξαν τα λόγια των Ρηγάδων, βρέθηκε αμέσως κοντά τους. Θυμάται καλά τον Ιορδάνη τον Ανθόπουλο.  Κουκουέδες και μαοϊκοί μάλωναν διαρκώς για το ποιος θα οικοδομήσει καλύτερα τον σοσιαλισμό, εάν της Κίνας το μοντέλο ήταν ανώτερο αυτού της Σοβιετικής Ένωσης και άλλα τέτοια που του την έσπαγαν. Στην Ευρώπη ο αέρας του Μάη φυσούσε δυνατά και μυρωμένα, Σεπτέμβρη του 73 βρίσκεται στη Φλωρεντία, λίγους μήνες πριν το Πολυτεχνείο. Έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα για να ξεστραβωθεί. Μάρξ, Ένγκελς, Λένιν, Λούξεμπουργκ, Γκεβάρα, Τρότσκι, Μάο, Βιετκόνγκ, Αλιέντε, Τουπαμάρος, Μαριγκέλα, Αλγερία, Παλαιστίνη, αντάρτικα παντού.

theme of Ali, η μάχη της Αλγερίας

Τον ξένισε που οι δικοί μας ζητούσαν ντε και καλά την νομιμοποίηση. Του έκανε εντύπωση η αναντιστοιχία ανάμεσα στο λόγο και την πράξη, Γιατί τόση πρεμούρα να παίξουν μπάλα εκτός έδρας οι Έλληνες κομμουνιστές. Ποιος ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού; Δεν είναι πλέον στημένο; Δεν είμαστε άλλο κομμουνιστές λοιπόν, τι θέλουμε τελικά, ρεφορμιστές γίναμε, σοσιαλδημοκράτες, στο δρόμο χάθηκε η εξέγερση; Που πήγε η επαναστατικότητα; Πήγε να σκάσει, απομακρύνθηκε.

Πλησίασε τους Ιταλούς, άρχισε να καταλαβαίνει και τη γλώσσα, εδώ τα πράγματα ήταν πιο ξεκάθαρα. Του φάνηκαν πραγματιστές. Πίστευαν πως το χταπόδι της γραφειοκρατίας με τα χίλια πλοκάμια που αγκαλιάζουν σφιχτά κάθε γωνιά της καθημερινότητας για να ρουφήξουν υπεραξία και να πνίξουν κάθε απόπειρα χειραφέτησης του λαού, αυτό το χταπόδι λοιπόν έπρεπε να θανατωθεί, μιας και αυτοί που το δημιούργησαν θα αντιστέκονταν σκληρά. Χρειάζονταν αυτά τα πλοκάμια να κοπούν από τη ρίζα όπως ο Αλέξανδρος τσάκισε τον Γόρδιο δεσμό, δημιουργώντας τις συνθήκες για να γίνει τούτο εφικτό. Μερίδιο στην τούρτα ζητάτε, έλεγε στους παλαιούς συντρόφους του, το παλαιωμένο ρούχο το πετάμε από πάνω μας, δεν το ξανά βάφουμε να μοιάσει καινούριο. »Δύο κόσμοι αντίθετοι μεταξύ τους, διάλεξα τον δεύτερο» μου λέει Επιθετική δράση ενάντια στις τρέχουσες αξίες σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας, αυτή ήταν η πρακτική των νέων μου συντρόφων. Δεν φτάνει να καταγγέλεις και να φωνάζεις την αποστροφή σου στο υπάρχον. Ποιος θα σε πάρει στα σοβαρά; Ζούσαν σχεδόν κοινοβιακάμοιράζονταν τα πάντα, δεν υπήρχε δικό μου και δικό σου, ο καθένας στον κορβανά ανάλογα με αυτά που είχε. Νέοι, κορίτσια στον αγώνα για την χειραφέτηση. Για την αυτονομία. Ενάντια στην εμπορευματοποίηση των σεξουαλικών σχέσεων, ενάντια στην πατριαρχία και τις ιεραρχίες, ο έρωτας κοινωνικό αγαθό, κόντρα στη μοναχικότητα. Ο φόβος της μοναξιάς κλείνει τον άνθρωπο στο καβούκι του, δημιουργεί ατομικότητες και εγωισμούς, εκεί πάνω σκοντάφτει η συλλογικότητα. Όταν αγωνίζεσαι ενάντια στην ιδιοκτησία σαν μέσο πλουτισμού ή αυτοπροβολής ή κατοχής εξουσίας δεν γίνεται να είσαι κτητικός στον έρωτα ή στο σπίτι γενικότερα, στις σχέσεις. Δεν κατέχεις κανέναν και τίποτα. Ούτε καν τον εαυτό σου, ίσως, ανήκεις στους φίλους, τους συντρόφους, τη συλλογικότητα, στην κοινωνία, την ίδια, τον Δήμο, στην κοινότητα . Αυτό προσπαθήσαμε να στήσουμε ξανά αγόρια και κορίτσια, την κοινότητα. Δεν υπάρχει εξουσία ανάμεσα σε όμοιους, ελεύθερους ανθρώπους, αυτόνομους, όπου η διαφορετικότητα είναι η ποικιλία, το αλάτι σε μια υπέροχη σαλάτα.

  • ΓΥΡΊΣΑΜΕ ΤΗ ΧΏΡΑ, λέει, επισκεφτήκαμε φίλους, ανταλλάξαμε απόψεις, κουράγιο. Ένα μπουκάλι κρασί λίγα χρήματα, ένας το κάρο κι ένας τη βενζίνη. Πάντα υπήρχε κάποιο σπίτι με ανοιχτές τις πόρτες, σύντροφοι περίμεναν, η μακαρονάδα ήταν ζεστή, και στις εκδρομές γεμάτο υπνόσακους το αυτοκίνητο ή ωτοστόπ αν δεν υπήρχε. Έβρισκαν δε κι ένα άδειο σπίτι όταν ο καιρός δεν επέτρεπε ύπαιθρο, τα ξύλα και η τροφή είναι για όλους, δεν πείραξαν ποτέ τίποτα άλλο, Πόρτες ανοιχτές, καρδιές ανοιχτές, η νέα κοινωνία είναι ήδη εδώ, στα σπάργανα, χρειάζονται ακόμα πολλά να γίνουν, πολλά να κατακτηθούν. Οπλίζονταν σιγά σιγά γιατί ο αντίπαλος πάνοπλος νιώθει τα κεκτημένα να γλιστρούν κάτω από τα πόδια, ο φόβος να ξεθωριάζει, απειλεί, σκοτώνει, ονειρεύεται πραξικόπημα, οργανώνει εντάσεις δημιουργεί συνθήκες αναμέτρησης. Σφάζει. Και οι επαναστάτες, οι σύντροφοι δεν κάνουν πίσω.

Κι έχουν για πάντα στην καρδιά τους χαραγμένα τα λόγια του Μάο: »Η πολιτική δύναμη πηγάζει από την κάνη του τουφεκιού».

MM80110.jpg

φορτίνο σαμάνο

Σε ένα καθεστώς που χρησιμοποιεί την βία σε όλες τις δυνατές μορφές, που σου έχει καθίσει στο σβέρκο με το ζόρι, όπου η ψυχολογική, με το στανιό, καθημερινή πλύση εγκεφάλου δημιουργεί συναίνεση, όλο αυτό το ‘παιχνίδι’ των μέσων που χρησιμοποιεί τα αόρατα εργαλεία του για να τσακίσει τον άνθρωπο, δεν μας επέτρεψε να παρατηρούμε αμέτοχοι, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Στα γκλομπ αντιτάξαμε τα στάλιν, [τα παλούκια με τις σημαιούλες] και τα αγγλικά κλειδιά, και στα όπλα τους τα δικά μας. Η αναμέτρηση ήταν ανοικτή πλέον. Στο πυροβόλο που είναι εκεί, σε κάθε γωνία, έτοιμο να επιβάλει τη θέληση του κατόχου του, της εξουσίας, δεν αντιπαραβάλεις άλλο τα ωραία λόγια. Αρκετά πια. Χρειάζονται και αυτά μόνο που κάποιες στιγμές ξεπερνιούνται, πρέπει να απαντήσεις, να περάσεις εσύ στην επίθεση, οι συσχετισμοί αποφασίζουν το πότε και το πού. Το αυτόνομο κίνημα ένιωθε, και ήταν για κάμποσο καιρό, τεράστιο και δυνατό. Το παρακράτος αγωνιούσε, έσπερνε βόμβες και τσαμπουκά. Οπλίστηκαν και οι σύντροφοι. Πατήρ όλων ο πόλεμος είπε ο Ηράκλειτος. Σε εμπόλεμη κατάσταση είναι πλέον το παλαιό με το καινούριο, το νέο. Για χρόνια.

Σήμερα αυτά ακούγονται απίστευτα μακρινά. Όλα αυτά. Δεν κουνιέται τίποτα. Δεν υπάρχει συλλογικότητα. Κάποιοι μοναχικοί αντάρτες, ή έτσι μου φαίνεται μονολογεί. Διάφορα στέκια διάσπαρτα στη χώρα, καταλήψεις, συλλογικότητες. Μετά το ’80 η συντήρηση κατάφερε και έκλεισε τον κόσμο στο σπίτι, τους νέους ανθρώπους που κινούν την ιστορία. Να ακούς την λέξη επανάσταση και να βάζεις τα γέλια, ‘ένα αστείο’. Αποδυνάμωσε μέσα στον καθένα τη διάθεση για ρήξη. Μοιάζει πανίσχυρη, είναι;

Στην αναγκαιότητα της επιστροφής μιας πολιτικής που στρέφεται κατά της κυριαρχίας της αγοράς, υπάρχει όλη η ισχύς και η επικαιρότητα του Μαρξ. Γεια και χαρά σου Μαρξ, η σκέψη σου είναι νεότατη.

  • Μια μικρή παρένθεση: Οικονομική κρίση, κρίση, κρίση, χρόνια τώρα το ίδιο παραμύθι, όχι πως δεν υπάρχει, είναι όμως εγγενής του συστήματος, αυτή το τρέφει. Ήταν τότε, το μακρινό ’73 που άκουσε στην Ιταλία για την πετρελαϊκή κρίση που αναστάτωσε ολόκληρο το οικοδόμημα του δυτικού συστήματος που μέχρι τότε είχε βασιστεί στην αέναη, συνεχή και δίχως όρια εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών δυνάμεων του τρίτου κόσμου. Και η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε το πρώτο σαββατοκύριακο μετά την ψυχρολουσία να απαγορεύσει την κίνηση των οχημάτων στην επικράτεια. Κάτι πρωτόγνωρο, στις πόλεις δεν κουνιόταν φύλλο, απίστευτη ομορφιά την οποίαν όμως δεν κατάφερε να γευτεί πλήρως, ήταν πολύ νέος ακόμη για να αντιληφθεί πόσο όμορφη ήταν η πόλη δίχως την κίνηση των ρυπογόνων οχημάτων!

 

  • Ας συνεχίσουμε όμως από εκεί που σταματήσαμε: Φάνηκε πως το κίνημα είχε το πάνω χέρι. Ένιωσε πλειοψηφικό μέσα στην κοινωνία. Στα εργοστάσια, στις σχολές, στις γειτονιές, στις υπηρεσίες ανέπνεες φρέσκο αέρα, αέρα λευτεριάς. Το θέμα της αντιεξουσίας ήταν χρόνια στην ατζέντα, το είχε ήδη διατυπώσει η εργατική αυτονομία με τις κολεκτίβες της. Σταθήκαμε ανυπόμονοι; Βιαστήκαμε; Μάλλον. Σηκώθηκε απότομα ο πήχυς της αντιπαράθεσης ανάμεσα στα δύο κομμάτια της κοινωνίας που συγκρούονταν για το ποιο θα επικρατήσει. Με καταστροφικά αποτελέσματα για όλους.

Οι ‘δύο κοινωνίες’ δεν πρόλαβαν να γίνουν μία, τους πήρε όλους ο διάολος που λέμε. Οι σύντροφοι βρέθηκαν απομονωμένοι και εξοντώθηκαν. Αυτό ήταν, that’s it.

ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ 1976 ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ Κάθε τόσο μας έρχονται καινούριες καραβιές γερόντοι απ’ τον Μοριά ,απ’ τη Ρούμελη και από πιο πάνω απ’ τα Τρίκαλα και τη Μακεδονία Λιγνοί γερόντοι ,χοντροκόκαλοι μ’ άσπρα μουστάκια και φλοκάτες μυρίζουν σβουνιά και χωράφι μέσα στα μάτια τους βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου στα τσουλούφια τους κρέμονται οι σκιές των πλατανόφυλλων Μιλάνε λίγο δεν μιλάνε καθόλου, ωστόσο πότε -πότε το βλέπεις πού χουν συμπεθεριάσει με τα έλατα μια στιγμή που σηκώνουν τα μάτια απ’ το χώμα και τηράνε πίσω από τους ώμους μας όταν γαλανίζει το βράδυ τις τέντες κι ο αγέρας μπλέκει τα μουστάκια του στο θυμάρι όταν ο ουρανός κατεβαίνει απ’ τα βράχια Δρασκελώντας τη θύμηση με τις προκαδούρες των άστρων κι ο θάνατος κόβει βόλτες αμίλητος έξω απ’ το συρματόπλεγμα, τότες τους βλέπουμε που συνάζονται τρείς- τρεις, πέντε -πέντε σα στα παλιά τα χρόνια στις μπαρουταποθήκες του Μεσολογγιού Και τότες πια δεν ξέρεις, έτσι συναγμένοι στον αυλόγυρο της βραδιάς αξούριστοι , άλαλοι, δεν ξέρεις πια ,σαν ανάβουν τα τσακμάκια τους αν είναι ν’ ανάψουν το τσιγάρο τους ή αν είναι ν’ ανάψουν το φιτίλι του δυναμίτη Τούτοι οι γερόντοι δεν μιλάνε τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί ετούτοι χώσαν τη καρδιά τους στο βουνό σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δενδράκι καλοσύνη, ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη, κι ένα μουλάρι από θυμό μες την καρδιά τους που δεν σηκώνει τ’ άδικο Και τώρα κάθονται εδώ στην Μακρόνησο στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα δεν μιλάνε κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά της Αθήνας κοιτάνε τον ποταμό του Ιορδάνη σφίγγοντας μια πέτρα στη χωματένια φούχτα τους σφίγγοντας μες τα μάτια τους τα σκάγια των άστρων σφίγγοντας μες’ το φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν από το αστροπελέκι ΚΑΝΤΑΔΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ

»Αυτών των γερόντων εγγόνια και παιδιά είπαμε να γίνουμε κι εμείς φίλε μου» λέει ακούγοντας να τραγουδά η σπουδαία ερμηνεύτρια, »είπαμε να τους μοιάσουμε λιγάκι, αυτούς τους ήρωες που γέννησε η ζωή κι η ιστορία».

Η επίθεση στην καρδιά του κράτους απέτυχε, ο Μόρο εκτελέστηκε μιας και κανένας σύντροφος δεν ελευθερώθηκε, αμέτρητες διώξεις διέλυσαν τα πάντα. Αυτά με λίγα λόγια. Ζωντανός ο φυσικός ηγέτης της συντήρησης στην Ιταλία θα ήταν κινούμενη ανασφάλιστη βόμβα στα θεμέλια του συστήματος, νεκρός δεν κόστισε τίποτα στην πολιτική σκακιέρα, διέλυσε ολοκληρωτικά ένα αυτόνομο κίνημα που στο κάτω-κάτω δεν ήταν αυτό που πήρε την απόφαση. Αντίθετα, με όλους τους δυνατούς τρόπους είχε εκφραστεί υπέρ της απελευθέρωσης του κρατούμενου. Σφάλμα και στα μάτια του φίλου μου η εκτέλεσή του. Ο σταλινισμός είχε επικρατήσει της ευαισθησίας στις γραμμές των Ταξιαρχιτών. Διέσπασε το κίνημα, διέλυσε και την αλληλεγγύη μεγάλων κομματιών της κοινωνίας προς τη ριζοσπαστική της πλευρά. Την αλληλεγγύη προς τις πρωτοποριακές πρακτικές της οργανωμένης αυτονομίας και των αντάρτικων οργανώσεων.

Προείπαμε πως η επανάσταση διαφέρει της συντήρησης στις αξίες. Είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή φερθεί η επαναστατημένη κοινωνία άψογα στον κρατούμενο που υπερασπίστηκε τον εαυτό του με τον καλύτερο τρόπο διαμορφώνοντας κλίμα συμπάθειας σε όλους τους χώρους. Η επανάσταση δεν συμπεριφέρεται εκδικητικά, η ζωή του κρατούμενου είναι ιερή. Η κοινωνία δεν άντεξε το νεκρό σώμα του γραμματέα. Ο αιχμάλωτος είναι όμηρος στα χέρια του εχθρού του, του λαού. Οι άνθρωποι του, τον έχουν παρατήσει εντελώς με αξιοθαύμαστη εξαίρεση την οικογένειά του που κρατά στάση αξιοπρεπέστατη. Οι πολιτικοί του φίλοι και σύντροφοι σε όλες τις λοβιτούρες τον έχουν εγκαταλείψει ξεκρέμαστο, μόνο και ανυπεράσπιστο δείχνοντας όλη την ασχήμια της εξουσίας, το αποκρουστικότερο της πρόσωπο. Εδώ οι σύντροφοι αυτό δεν κατάφεραν να το αναδείξουν, έχασαν κάθε πλεονέκτημα που μέχρι εκείνη τη στιγμή την τόσο άτυχη είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν. Στην άρνηση διαπραγμάτευσης από την πλευρά των εξουσιαστών αντέτειναν την άρνηση της ζωής.

Και ηττηθήκαμε όλοι μαζί. Νομίζω, λέει, πως φαίνεσαι τεράστιος στα μάτια όλων, όταν σου αρνούνται και δεν εκδικείσαι, για μια τέτοια στιγμή τουλάχιστον μιλά και όχι γενικότερα περί εκδίκησης. Κακά το ψέματα, για όλους αυτούς που ονειρεύτηκαν και προσπάθησαν να πραγματώσουν το διαφορετικό, στα όρια του εφικτού πάντα, ζώντας ασφυκτικά περικυκλωμένοι από την αντεπανάσταση με όλα τα εργαλεία οπλισμένα, για όλους αυτούς που ζούσαν στο καινούριο, το νεκρό σώμα του ανθρώπου ήταν ένα μεγάλο χαστούκι. Και επιμένει στο θέμα διότι ξέρει από πρώτο χέρι πως από εκείνη τη μέρα και μετά κανένας τους δεν ήταν πια ο ίδιος. Μπερδεύτηκε ο κόσμος, μαζεύτηκε. Η επανάσταση έβαλε τρικλοποδιά στον εαυτό της. Και όσο εύκολο είναι να δημαγωγείς εκ των υστέρων άλλο τόσο αλήθεια είναι πως όλα αυτά ειπώθηκαν πριν ακόμη ληφθεί η απόφαση. Θυμάται επίσης ο φίλος μου πως με την απαγωγή του Μόρο, τον Μάρτη  του ’78, ο κόσμος πανηγύριζε, υπήρχε διάχυτη στην ατμόσφαιρα η ικανοποίηση, είμαστε κι εμείς εδώ έλεγε και ένιωθε ο κόσμος, οι μέρες της ατιμωρησίας σας τέλειωσαν, προς τους λακέδες της εξουσίας και τα τσιράκια της. Κι ας βομβαρδίζονταν ο τόπος από τις εικόνες της εξολοθρευμένης φρουράς του. Τεράστιο χαστούκι στην εικόνα, την αναλγησία της εξουσίας, στην αίσθηση παντοδυναμίας που ανέδιδε η συμπεριφορά της. Πενήντα μέρες μετά τον ενθουσιασμό αντικατέστησε η κατήφεια ο σκεπτικισμός και η ανησυχία.

Μαύροι σκυθρωποί όλοι προβληματισμένοι ένιωθαν την καταιγίδα να πλησιάζει. Η ζωή ξαφνικά είχε αγριέψει πολύ, τα χρόνια της ‘αθωότητας’ εξαφανισμένα, οι περισσότεροι δεν ήταν έτοιμοι, η παγίδα είχε στηθεί κι εμείς πιασμένοι στις δαγκάνες της. Έπεσε κι ο λαός στην παγίδα, γι’ αυτό, ή μάλλον, και γι’ αυτό η Ρώμη σήμερα [ που γράφονταν αυτό το κείμενο ] για πρώτη φορά στην ιστορία της έχει όχι ‘αριστερό’ ηγέτη αλλά φασίστα. Και για πρωθυπουργό τον Μπερλουσκόνι, που όλοι γνωρίζουν πως μπλέχτηκε με την πολιτική για την βουλευτική ασυλία, για να πνίξει τα σκάνδαλα στα οποία είναι μπλεγμένος. Για τον ίδιο λόγο που οι Γάλλοι έχουν Σαρκοζί και εμείς εδώ Καραμανλή. Στο κάτω, κάτω αυτοί είναι τίμιοι με τον εαυτό τους, λένε αυτό που είναι, κάνουν αυτό που πιστεύουν. Σε μια κοινωνία που τους μοιάζει. Μιας κι εμείς δεν καταφέρνουμε να δείξουμε πόσο πραγματικά διαφορετικοί είμαστε. Κλεισμένοι στους μικρόκοσμους και τους εγωισμούς μας. Η αλήθεια είναι διάσπαρτη παντού, δεν είναι κτήμα κανενός. Μόνο ενωμένη η αντί εξουσία, ζώντας διαφορετικά και αναδεικνύοντας το στην καθημερινότητα, χίλιοι καθημερινοί αγώνες, χίλιες καθημερινές κατακτήσεις, θα πέσουμε, θα φάμε και πολλά χαστούκια, και απογοητεύσεις, δεν πειράζει, όρθιοι ξανά, εκεί, στις μικρές και μεγάλες επάλξεις ,δίνουμε καθημερινές εξετάσεις. Για μας το κάνουμε στο κάτω κάτω. Κάτι θα γίνει τελικά. Ο ορίζοντας είναι γαλάζιος, είναι και μαύρο κόκκινος, γαλάζια η ομορφιά του ουρανού, κόκκινη και μαύρη η ομορφιά του καινούριου, της ανατροπής, της αυτονομίας.

  • Οι ομάδες μας, λέει, ήταν η κοινωνία σε κίνηση, οργανωμένη, στρατός και λαός μαζί, ένα, ζων οργανισμός, αυτόνομος, γεμάτος ζωντάνια, κύτταρο του νέου πολιτισμού. Χτυπούσε στόχους καθημερινούς, εύκολα κατανοητούς, αποδεχτούς σχεδόν από όλους. Εργατική αυτονομία, λαϊκή αυτονομία. Από αυτά που γνώριζε ο λαός μέχρι τότε, από αυτό που προ υπήρχε, και που επάνω του σκόνταφτε. Αυτοοργανωμένος ο κόσμος στη δουλειά, στη γειτονιά, στη σχολή. Παντού. Ήθελε, διεκδικούσε, κατακτούσε. Καθημερινά. Ζούσε και ανέπνεε μαζί, αλλιώς, διαφορετικά. Ο ένας για τον άλλο, για την άλλη. Μαζί. Αυτό το μαζί έκανε τη διαφορά. ΜΑΖΙ.

ΣΑΝ ΝΑ ΜΉΝ ΒΛΈΠΩ ΜΑΖΊ ,ΜΟΥ ΛΈΕΙ ΣΉΜΕΡΑ. Σαν να μην υπάρχει μαζί, με εξαιρέσεις φυσικά στέκια και καταλήψεις. Ο καθείς χωριστά, χάνεται. Απογοητευμένος, τρομαγμένος, αδύναμος. Ευάλωτος αρκείται μια φορά κάθε τόσο να ψηφίζει εναντίον αυτού που κατά βάθος δεν γουστάρει καθόλου.

Νίκος Δημητράτος, 1974,Σταύρος Ξαρχάκος, Νίκος Γκάτσος ΝΥΝ ΚΑΙ ΑΕΙ Εσείς που βάλατε την έγνοια προσκεφάλι, κι είχατε στρώμα της ζωής την ερημιά εσείς που χρόνια δεν σηκώσατε κεφάλι και καλοσύνη δεν σας άγγιξε καμιά Ήρθε ο καιρός πάνω στου κόσμου την πληγή ήρθε ο καιρός να ξαναχτίσετε τη γη .

Όλοι εμείς, συνεχίζει, που πήραμε μέρος τότε στον αγώνα για την ανατροπή, όλοι εμείς που βιώσαμε αυτή την περίοδο γνωρίζουμε πως ένα μεγάλο κομμάτι της νόησης και της ευαισθησίας μας προέρχεται από το γεγονός πως βουτήξαμε αυτόνομα, χωρίς να μας κατευθύνουν σε αυτές τις σπάνιες στιγμές, τις οποίες θεωρώ ως ένα δώρο της ιστορίας. Σήμερα ο κόσμος είναι πιο σκληρός, πιο οξύς, κατ’ εικόνα του χρήματος που προσκυνά, του χρήματος που δεν γνωρίζει σύνορα και που έχει γίνει η πραγματική διεθνής αξία και πατρίδα, η ανατροπή δεν μπορεί παρά να είναι παγκόσμια, εφευρετική, απαλλαγμένη από κάθε ιδεολογία η οποία θα σκότωνε οτιδήποτε ζωντανό σε κάθε αντιστασιακή δράση προς όφελος της εκάστοτε φατρίας. Είμαστε υπεύθυνοι για τους εαυτούς μας και ο καθένας οφείλει να διαφυλάξει το κομμάτι ζωής, ονείρου, παιδικότητας και επαναστατικότητας που τον καθιστά μοναδικό’.

ΕΊΜΑΣΤΕ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΕΣ. Έχουμε τα μάτια ανοιχτά και τη συνείδηση καθαρή ώστε να βλέπουμε κατάματα την πραγματικότητα. Είμαστε με αυτούς που συνθλίβονται γιατί μας συνθλίβουν κι εμάς, οικονομικά, πολιτιστικά, πολιτικά. Δεν είμαστε με αυτούς που πετούν τα τσιγάρα από το παράθυρο του αυτοκινήτου ή κορνάρουν με το παραμικρό τα μεσημέρια. Δεν είμαστε με αυτούς που τρέχουν στα πρωϊνάδικα, που διαμορφώνουν άποψη από την τηλεόραση. Δεν είμαστε με τη Γιουροβίζιον και το life style σαν πολιτιστικό γεγονός. Δεν είμαστε από αυτούς που βάζουν το προσωπικό ή το παραταξιακό συμφέρον πάνω από το κοινό. Θέλουμε να ανατρέψουμε αυτό που δεν μας αρέσει σήμερα, αυτό που υπάρχει χρόνια. Βαρέθηκα φωνάζει, να βλέπω τις ίδιες φάτσες χρόνια τώρα να μου μασουλάν τις ίδιες αηδίες. Το καινούριο θα γεννηθεί μέσα από την αβεβαιότητα, την αταξία, την φασαρία. Τα καλύτερα παιδιά κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι. Τα χειρότερα ενσωματώθηκαν στο σύστημα γιατί δεν ήταν επαναστάτες στην ψυχή, καλή ώρα σαν τον Λαλιώτη και τη Δαμανάκη εδώ σε μας, τον Κον Μπεντίτ στη Γερμανία- τι απέγιναν οι δικοί του σύντροφοι δεν γνωρίζει. Δεν θέλουμε να αλλάξουμε το σύστημα, λέει, να το καταστρέψουμε θέλουμε, δεν αλλάζει, αποδεδειγμένα. Και το καινούριο θα γεννηθεί από τα χαλάσματα, αυτός είναι ο νόμος της φύσης. Και αυτοί που διοικούν θα εργάζονται κιόλας, συγχρόνως. Φτάνει πια με τους εργατοπατέρες, είναι η μόνη δικλείδα ασφαλείας. Μιλούν στο όνομα του λαού αυτοί που με το λαό δεν έχουν πιει ένα ποτήρι κρασί μαζί. Άνθρωποι που δεν έχουν νιώσει την αγωνία της καθημερινότητας και της επιβίωσης, μιλούν στο όνομα αυτών που δεν ξέρουν τι τους επιφυλάσσει το αύριο. Και κυβερνούν στο όνομά μας άνθρωποι που δεν θα μας γνωρίσουν ποτέ, δεν νιώθουν το χτύπο της καρδιάς μας, το άρωμα της σκέψης μας. Μιλούν για ελευθερία άνθρωποι που δεν διακινδύνευσαν ποτέ στη ζωή τους. Άνθρωποι που δεν είπαν ποτέ όχι σε ανώτερο διοικούν υπουργεία, στρατούς, θέσεις κλειδιά. Ποτέ δεν ρίσκαραν, δεν ριψοκινδύνεψαν ποτές. Η παραβατικότητα είναι πολύ γλυκιά θέλει αρετή και τόλμη όμως η ελευθερία, όπως έχουμε ξαναπεί Θέλει κότσια να πας αντίθετα στο ρεύμα, στον συντηρητισμό. Αυτός ευθύνεται για τα δεινά της σημερινής ζωής μας σε μία κοινωνία άγρια, ψυχρή και υπολογιστική. Είμαστε αριστοκράτες λοιπόν. Δεν παρκάρουμε στα ήδη κατειλημμένα πεζοδρόμια από μπαρ και ταβέρνες. Δεν βρωμίζουμε τις θάλασσες και τις ακρογιαλιές.

Κομπιάζει λιγάκι. Αν δεν έχεις μπει ποτέ στη φυλακή δεν καταλαβαίνεις τη σημασία της ελευθερίας, και την έννοια αυτής. Κι αν δεν έχεις νοσηλευθεί για σοβαρή αιτία την αξία και την έννοια της υγείας. Ξέρεις πως τα έχω για τα καλά γνωρίσει και τα δύο, και με το παραπάνω. Ήμουν ‘τυχερός’ που τα έζησα και τα δύο, επαναλαμβάνει γιατί ξέρω από πρώτο χέρι. Τρεις φορές φυλακίστηκα, πολλές νοσηλεύτηκα, εγχειρίστηκα, εντατική, χημειοθεραπείες, όλα τα καλούδια.

Δεν είχαμε κανένα συμφέρον, συνεχίζει, να είμαστε με τους ‘εκτός νόμου’. Στη ζωή μας όλα κυλούσαν φυσιολογικά. Είκοσι χρονών παιδιά στο άνθος της νιότης και της ενεργητικότητας ερωτευτήκαμε τους παράνομους, τους παραβατικούς, αυτούς που ρίσκαραν τα πάντα γιατί αγαπούσαν την ελευθερία και την αυτονομία, γιατί μίσησαν το ψέμα, την υποταγή, την διαφθορά, την απληστία, την ψευτοδημοκρατία στο κάτω κάτω. Εκλογές έκαναν και οι χουνταίοι, εκλογές και οι σημερινοί. Ποια όμως από τα κρίσιμα ζητήματα λύνονται στα κυνοβούλια πραγματικά. Μόνο τα μικρο ζητήματα. Εκεί επικυρώνονται οι αποφάσεις που παίρνονται στα γραφεία των μεγάλων εταιριών που στηρίζουν τα κόμματα και χρηματοδοτούν τις καμπάνιες και τα μεγαλοστελέχη τους. Σήμερα για να θέλεις να πολιτευτείς σημαίνει πως θέλεις να οικονομήσεις χωρίς να κουραστείς, άσε που όσο και να ιδρώσεις τα λεφτά με τρόπο νόμιμο είναι περιορισμένα. Μόνο οι ανατρεπτικοί είναι ειλικρινείς. Κι αν δεν υπάρχουν μαζικά σήμερα θα υπάρξουν σίγουρα αύριο. Η ζωή και η ιστορία κύκλους κάνει. Υπομονή αδέλφια. Και αυτά που τόσο ανατρεπτικά ακούγονται σήμερα, αιρετικά, θα είναι πλειοψηφικά αύριο. Θα ακούγονται από στόματα πολύ περισσοτέρων.

Ας κρεμάσουν δέκα παλικάρια τον υπουργό στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, δεμένο, με μια πινακίδα στο λαιμό που θα μιλά για τα ‘κατορθώματά’ του, να κάτσει έτσι για μισή ωρίτσα μέχρι να τον κατεβάσουν, να νιώσει στη μούρη του την απέχθεια αυτών που δεν του μοιάζουν. Έτσι όπως έκαναν τότες οι ιταλιάνοι σύντροφοι! Να νιώσει τη βία που νιώθουμε κολλημένη σαν βδέλλα στο πετσί μας καθημερινά, όλοι μας όταν μασουλάμε το παραμύθι τους. Σας λέω πως εκατοντάδες χιλιάδες έλληνες θα πανηγυρίσουν, βγείτε έξω και ρωτήστε, χωρίς κάμερες και χαφιεδισμούς, θα σας πουν την αλήθεια.

Έβαζαν οι σύντροφοι στόχο τα γραφεία των μεγάλων κατασκευαστικών που κρατούσαν ανοίκιαστα εκατοντάδες διαμερίσματα για να σηκώσουν τις τιμές. Όλοι έλεγαν: καλά τους κάνετε. Απέκλειαν τετράγωνα με μέσα τους πολυκαταστήματα και αλυσίδες, εισέβαλαν και απαλλοτρίωναν τα αγαθά μαζί με τον κόσμο, που πανηγύριζε και έφευγε φορτωμένος, ή με αυτομείωση, κατέθεταν στα ταμεία συμβολική τιμή για τα προϊόντα πρώτης ανάγκης. Έκρηξη ενθουσιασμού και θαυμασμού στη γειτονιά. Στα ακριβά εστιατόρια το ίδιο, παντού λαϊκές τιμές, καταλήψεις για στέγαση και δημιουργία κέντρων συνάντησης και επιμόρφωσης, εισβολές στους κινηματογράφους και τα θέατρα για όσους αδυνατούσαν να καταβάλουν αντίτιμο, συμβολικές τιμές στα εισιτήρια για τους υπόλοιπους. Η αυτομείωση σε όλους τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας είχε γίνει φαινόμενο μαζικό. Τηλέφωνα, μεταφορές, νερό, ρεύμα. Ο λαός απαιτούσε, οργανώνονταν αυτόνομα, έπαιρνε αυτό που ήταν δικό του. Μαζικά.

autop, people have the power

Είναι ιερή η ζωή λέει, όμορφη, πανέμορφη. Και το έχει νιώσει μέχρι το μεδούλι γιατί κινδύνευσε να την χάσει. Γι αυτό ζήστε την με ένταση, με πάθος, με όλο σας το είναι. Είναι ιερή. Γι αυτό αισθάνονταν άβολα, κομπιάζει, όταν σύντροφοι, στον αγώνα, την αφαιρούσαν, από λαμόγια έστω.

‘Να ζήσουμε τη ζωή με τα όλα της’ ξαναλέει, ‘σε όλο της το μεγαλείο’. Να βουτήξουμε στα νερά της, ακόμη και στα παγωμένα καλό κάνει, και στα αφρισμένα, εκεί, κυρίως εκεί μαγειρεύονται πράγματα και καταστάσεις. Να δοκιμάσουμε τα αρώματα της δίχως φόβο. Να γνωρίσουμε τη φύση, να τη σεβαστούμε. Να τρέξουμε στα δάση, να ξαπλώσουμε στο χορτάρι να αναπνεύσουμε τη δημιουργία, να νιώσουμε την ελευθερία, την ευωδιά των λουλουδιών, να ακούσουμε τη μουσική που σκορπίζεται παντού, από τον άνεμο, τα δέντρα, τα πουλιά. Να πετάξουμε μαζί τους, εκεί βρίσκεται η καρδιά της ζωής, της δημιουργίας. Να αφουγκραστούμε το μήνυμα, μήνυμα αισιοδοξίας και ευτυχίας. Την ευλογία του όλου, του ολοκληρωμένου. Υπάρχει ολοκλήρωση στη φύση. Να ζήσουμε και να πεθάνουμε λεύτεροι. Εάν ήμασταν ολοκληρωμένα όντα δεν θα υπήρχαν πόλεμοι. Και μίσος για τη διαφορετικότητα. Δεν θα υπήρχαν τάξεις, ανισότητες και του κώλου τα εννιάμερα. Όλοι ήμαστε φτιαγμένοι από τα ίδια στοιχεία, ξεσπά, και την ίδια ενέργεια. Μοναδικοί στη διαφορετικότητά μας. Δεν αποτιμάται αυτή σε χρήμα. Δεν είναι γραμμένο πουθενά πως ο διπλανός είναι πιο ακριβός.

Προσελκύουμε αυτό που επιθυμούμε, αυτό που αντανακλάται από εμάς φεύγει και ξαναγυρίζει κουβαλώντας μαζί του αυτό που ζητήσαμε. Ας είναι αυτό η αγάπη και η ομόνοια, να ζήσουμε αλληλέγγυοι με τους γύρω. Ότι χρώμα κι αν έχουν, όπως κι αν ονομάζονται. Η εκτίμηση φέρνει εκτίμηση. Υπομονή λοιπόν, εκτίμηση και αγκαλιά στο γείτονα. Και κάπου εκεί γύρω υπάρχει και μια συλλογικότητα, μια αυτόνομη ομάδα. Ας την ψάξουμε, να τη βρούμε. Να την φτιάξουμε στο κάτω κάτω. Να τα απαιτήσουμε από όλους αυτά.

ΠΑΡΈΝΘΕΣΗ:

  • Ήπια καφεδάκι στο’Νικηφόρο’ του αγαπημένου παλιόφιλου, του Βασίλη του ‘Πελέ’. Λέει : ‘το μυστικό στη ζωή φίλε μου είναι να αγαπάς, αυτό ξέρω. Για να μπορείς όμως να αγαπάς χρειάζεσαι αυτογνωσία, να γνωρίζεις τα υπέρ και τα κατά σου, τα προτερήματα και τα ελαττώματα σου. Έτσι μοναχά θα μπορέσεις να αγαπήσεις τον συνάνθρωπο, την κοπέλα σου! διαφορετικά δεν γίνεται! όλα τα άλλα τα ακούω βερεσέ!’ ‘Πολύ ωραία τα λες φίλε’, του απαντάω. ‘Δεν τα λέω εγώ Μιχάλη’, συνεχίζει.’ Η ζωή το λέει, αυτήν επαναλαμβάνω’!

συνεχίζεται

James – Born Of Frustration (live)

απτική στέρηση

Deprivazione tattile
27 maggio 2008baruda
απτική στέρηση

“αφού του έχει αφαιρεθεί η κοινωνικότητα, το σώμα του έγκλειστου δεν έχει τρόπο να δεχτεί και να ψάξει αισθητήρια ερεθίσματα. Και, ανάμεσα σε όλες τις στερήσεις, εκείνη της αφής είναι ίσως η πιο σοβαρή και καταστροφική, τόσο καταστροφική που ένα παιδάκι μπορεί και να πεθάνει.

όταν στα τέλη του 800 η αμερικανική παιδική ιατρική φροντίδα εισήγαγε το »κρεβατάκι με τα κάγκελα», υποσκελίζοντας την παράδοση της κούνιας, ξεκίνησαν να παρουσιάζονται θάνατοι ανεξήγητοι μωρών σε απόλυτη υγεία. Το γεγονός πέρασε στην ιστορία σαν »θάνατος στο κρεβατάκι» ή ‘σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου’. Η ανθρώπινη εμπειρία μας διδάσκει πως το λίκνισμα στην αγκαλιά είναι μια κίνηση χάδι σε όλο το σώμα σε όλη της την λειτουργία. αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ευημερία και την ευεξία που αποκλείεται στο »μωρό ανάμεσα στα κάγκελα».

Αφού η στέρηση του αγγίγματος μπορεί να φέρει τον θάνατο, με τον ίδιο τρόπο αυτό μπορεί να προκαλέσει την αναγέννηση.Il con-tatto umano, η ανθρώπινη επ-αφή είναι όντως μια πιθανή φροντίδα-γιατρειά στην περίπτωση μη αναστρέψιμου κώματος ή σε πλάσματα με εγκεφαλικά τραύματα και ψυχοκινητικά handicap. Είναι η περίπτωση εκείνης της εκατοστής εθελοντών που, διαδοχικά, πήγαιναν στο σπίτι μιας μικρούλας για να μπορεί να έχει 24 ώρες στις 24 το μοναδικό φάρμακο ικανό να την κάνει να νιώθει καλύτερα : την ανθρώπινη επαφή : τη συνάντηση και το άγγιγμα ανθρώπων κάθε φύλλου, ηλικίας, επαγγέλματος, κουλτούρας, που την βοηθούσαν στις ασκήσεις αποκατάστασης. Η διέγερση είναι θαυματουργική. Η έλλειψη αγγίγματος, αντιθέτως, είναι επώδυνη.

βγάζω απ’ τα χέρια – κάτω από το δέρμα – κομμάτια από μαχαιροπίρουνα πλαστικά : τα μόνα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε. σπασμένες άκρες από πλαστικά πιρούνια. Φτάνουν μικρά κοψίματα και αυτά τα κομμάτια μπαίνουν κάτω από το δέρμα. Από αυτά τα ίδια τα κοψίματα, σπρώχνοντας, βγάζω έξω τις άκρες από τα πιρούνια. Δεν υπάρχει αίμα, δεν υπάρχει ούτε μια σταγόνα αίμα ! όσο περισσότερο τραβώ προς τα έξω και περισσότερο, αγγίζοντας, αισθάνομαι! με μια αίσθηση ενόχλησης, με υπομονή όμως, στέκομαι εκεί να τραβώ προς τα έξω αυτό το πλαστικό. ξυπνώ με μια αίσθηση άγχους. Πόση αδρανή ύλη έχω απορροφήσει όλα αυτά τα χρόνια διαμέσου των πόρων του δέρματος;

σκέφτομαι το σίδερο, το τσιμέντο, το πλαστικό που αγγίζω, και στα απονευρωμένα σημάδια που με κατακλύζουν. Και δεν υπάρχει και αίμα! δίχως να το αντιληφθώ ο θάνατος μπήκε μέσα μου γενόμενος κύριος του αίματός μου. Γράφω ή διηγούμαι το όνειρο σε όποιον μπορώ, για να δρομολογήσω συναγερμό. Πρέπει να προειδοποιήσω, να βιαστώ, πριν η αδράνεια να μας κατακλύσει ολοκληρωτικά!”

το πήραμε από το “IL BOSCO DI BISTORCO”. Renato Curcio, Stefano Petrelli, Nicola Valentino. εκδόσεις Sensibili alle Foglie

αυτό το blog, αναπόφευκτα, θα μιλήσει συχνά για εγκλεισμό, για στέρηση, για απομόνωση.
θα μιλήσουμε για την φυλακή, για τους μηχανισμούς τιμωρίας, για φυσικό και ψυχικό βασανιστήριο, για ψυχιατρικά δικαστικά νοσοκομεία, για κέντρα προσωρινής κράτησης μεταναστών…απόβλητων. Εκείνων που για το κράτος πρέπει να σαπίσουν απόβλητοι.
για το δικαίωμα στην ελευθερία, για όλα αυτά που μπορούμε να διδαχτούμε από τα μάτια αυτού που είδε να του στερούνται τα πάντα.
με τον άνεμο αυτής της βραδιάς δεν μπορώ να μην σκέφτομαι σε αυτόν που είναι κλεισμένος σε ένα κελί…με αυτό το ελεύθερο φύσημα του αέρα, με αυτή την ευχαρίστηση του δέρματος που διασχίζεται από τόση δύναμη.

 ΕΝΆΝΤΙΑ ΣΕ ΚΆΘΕ ΦΥΛΑΚΉ
 ΜΈΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΜΈΡΑ!

http://baruda.net/

 

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας, συνεχίζεται

μιχαλης 296

τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Γ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 1

Είναι ένα μωρό που γεννήθηκε με καισαρική τομή μέσα στο καλοκαίρι του ’12. Χρόνια κοιλοπονούσα, κράτησα σημειώσεις, πήρα συνέντευξη και πρόσθεσα φράσεις και κειμενάκια που με εκφράζουν και βρήκα εδώ κι εκεί αυτό το διάστημα που έγλειφα τις πληγές μου. Από το 2004 και μετά.
Δεν το έπλυνα, δεν το καθάρισα. Το άφησα αδούλευτο γιατί έτσι μου φαίνεται πιο αυθεντικό, πιο γνήσιο. Είναι το ταξίδι της ζωής μου. Αυθόρμητο, spontaneo, γέννημα ψυχής. Είναι ημερολόγιο. Εξομολόγηση.

Δεν σας ζητώ να συμφωνήσετε, μόνο να αφουγκραστείτε.
Σκεφτόμουν πως να το ονοματίσω και δυσκολευόμουν ώσπου χθες βράδυ, βλέποντας το Full Metal Jacket θυμήθηκα πως μαζί με το Platoon η Αποκάλυψη ήταν η σπουδαιότερη ταινία που πραγματεύτηκε τον πόλεμο του Βιετνάμ.
Όλα είναι δυνατά όταν θέλουν οι λαοί και αγωνίζονται για την ελευθερία τους.

Αποκάλυψη λοιπόν, Τώρα. Αποκαλύπτω κι εγώ τα εσώψυχα μου.

Πέρασαν μέρες και τελικά άλλαξα τη γνώμη μου όσον αφορά τον τίτλο. Νομίζω λοιπόν πως για πολλούς, ευνόητους λόγους, το όνομα που δίνω τώρα ταιριάζει περισσότερο. ‘Στην Πρώτη Γραμμή’.
Ελπίζω λοιπόν να μη χρειαστεί να αλλάξω γνώμη εκ νέου.

Φαίνεται όμως πως η περιπέτεια για το έργο μας θα περάσει από πολλά κύματα.

Αγαπήσαμε πολύ τη θάλασσα κι έτσι αυτή μου παίζει παιχνίδια.
18 του Νοέμβρη χθες κι είδα εκπομπή αφιερωμένη στον μεγάλο ’μικρούλη’ της μουσικής μας. Είναι ο συνθέτης, ο Θάνος, που αγάπησα περισσότερο απ’ όλους [μαζί με τον Μαρκόπουλο]. Αυτός που μου κράτησε πιστή συντροφιά τα δύσκολα χρόνια της εδώ προσαρμογής μου, από το ’80 και μετά. Μου θύμισε πως ο νέος άνθρωπος, για να λέγεται τέτοιος πρέπει ν’ αρπάξει τη ζωή απ’ τα κέρατα και να την παλέψει, όσο αντέξει, κι όπου τον βγάλει… Άρπαξα λοιπόν κι εγώ το στίχο του Καββαδία, που τόσο όμορφα μελοποίησε, ταίριαζε με τη ζωή μου, που ήταν αρκετά περιπετειώδης για πολλά χρόνια,και ελπίζω να σας παρουσιάσω επιτέλους το ’χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία’.
Πάμε λοιπόν.

«Ο λύκος της στέπας είχε δύο φύσεις, μια ανθρώπινη και μια λυκίσια, κι ίσως αυτό του το πεπρωμένο να μην ήταν τόσο ιδιαίτερο και σπάνιο… Μέσα του ο άνθρωπος και ο λύκος δεν συμπορεύονταν ποτέ, αλλά βρίσκονταν μεταξύ τους σε μια θανάσιμη έχθρα».

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΧΡΟΝΙΚΟ 1969
Πόσα χρόνια δίσεκτα μέσα σε μια ώρα, βάσταξες αδάκρυτη μάνα Παναγιά
πόσα βόλια σπείρανε γιε μου σε μιαν ώρα, και σε μαρμαρώσανε στην ξερολιθιά
Μέσα στα ερείπια στέκει σαν αηδόνα, το καταμεσήμερο και θρηνολογεί
κάλεσε τον Χάροντα σε κρυφό αγώνα πες και στην Χαρόντισσα να σε λυπηθεί
Κάποια ξημερώματα σε μακρύ τραπέζι, θα έρθουν να καθίσουνε μάνες και παιδιά
μέρα αναστάσιμη κι ο λαός θα παίζει τα πολλά τραγούδια του για τη λευτεριά.
Γιάννης Μαρκόπουλος, Κώστας Μύρης, Νίκος Ξυλούρης.

  • Πενήντα τόσα χρόνια πριν γεννήθηκε σε τούτη δω την πόλη ο φίλος μου. Πήγα να μάθω τα νέα του, χθες βράδυ. Έζησε ζωή γεμάτη περιπέτεια και ένταση, έζησε πόνο και χαρά, πολύ.
    Από μικρός ψαχνόταν, πνεύμα ανήσυχο, έχασε νωρίς τη μητέρα του. Γυναικολόγος ο πατέρας του αναγκάστηκε να τον στείλει στους δικούς του στην Αθήνα μέχρι να ξαναφτιάξει την ζωή του, όλοι οι συγγενείς ζούσαν εκεί κάτω.
    Ενθουσιώδης, κινδύνεψε πολύ, το αστέρι της μάνας του ήταν εκεί να τον γλυτώνει από τα χειρότερα.
    Ήταν πάντα ανοιχτός και κοινωνικός, τώρα τελευταία, μετά τα ζόρια με την υγεία του κλείστηκε πολύ.

Πιτσιρικάς – Ρίτα Αντωνοπούλου

  • ‘Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στον Άγιο Γιάννη, στο δωδέκατο πήγα σχολείο‘, μου λέει, με το θάνατο της μητέρας μου με έστειλαν στην Αναργύριο εσώκλειστο, στις Σπέτσες. Δύο χρόνια εκεί και μετά στην Αθήνα στους θείους και τις γιαγιάδες μου. Εκεί με βρήκε η χούντα. Γυρίζω Χριστούγεννα του ’67 και τελειώνω το γυμνάσιο στο Αρρένων.
    Δύσκολο να είσαι εσώκλειστος μικρούλης, μακριά από το σπίτι, από τα χάδια της μάνας, από την προσοχή των γονιών. Σε αντιστάθμισμα άρχισα να συνηθίζω να παίρνω τις αποφάσεις μόνος. Βέβαια η καθημερινότητα ήταν οργανωμένη στρατιωτικά, έστρωσα χαρακτήρα. Σκληραγωγία, βούτες χειμώνα καλοκαίρι με το καλημέρα, από το κρεβάτι στη θάλασσα.
    Πανέμορφο νησί, δεν ξαναπήγα από τότες. Καταπράσινο.

Κούκλα και η Καβάλα. Με τα καλντερίμια της και τα σκαλάκια στην ανηφοριά, τα όμορφα αρχοντικά και τα χαριτωμένα σπιτάκια με τις λουλουδιασμένες αυλές τους που έδωσαν όμως αργότερα τη θέση σε γκρίζες πολυκατοικίες όπου στοίβαξαν τους ανθρώπους τα χρόνια της αντιπαροχής του Καραμανλή, μακριά από την παράδοση, καταστρέφοντας την ομορφιά της ελληνικής πόλης. Πέτρα και κεραμίδι, και διάσπαρτη η πόλη καπναποθήκες. Εκεί μέσα γεννήθηκαν αγωνιστές, εκεί στεγάστηκαν οι καημοί τους, εκεί γράφτηκε η ιστορία της, εκεί, στα καλντερίμια και στις πλατείες της.

Θυμάμαι χαράματα τους δρόμους να πλημμυρίζουν εργάτριες και εργάτες με μαντήλια στο κεφάλι, ξεκινούσαν τη μέρα πηγαίνοντας στη δουλειά. Μύριζε καπνό η πόλη ολάκερη, γεμάτη ανθρωπιά και στεναγμούς.’ Άπονη ζωή, μας αδίκησες’ τραγουδά ο Μπιθικώτσης μου λέει, ‘το κρίμα μας βαρύ μας γέννησες φτωχούς’. Νιώθω άβολα,είμαι ακόμα πιτσιρίκι αλλά νιώθω κάπως. Οι άλλοι τραβούν για το μεροκάματο την ώρα που εγώ γυρνώ στο κρεβάτι μου πρωινιάτικα.
‘Μας βίασαν λοιπόν την αισθητική, διέρρηξαν και την έννοια του ανήκειν, της γειτονιάς.’

‘Ήταν ο τόπος μου βράχος και χώματα ήλιος και μαύρο κρασί, όργωνα θέριζα και με τον Όμηρο σε τραγουδούσα λαέ μου. Πάνω στα κύματα νύχτες ολόκληρες σε ονειρεύτηκα. Ήταν ο τόπος μου σαν το χαμόγελο όνειρο καθημερινό κάποιος το πούλησε κάποιος το ρήμαξε σαν δανεισμένη πραμάτεια, τώρα τ΄ αγόρια μου παίζουν το θάνατο στα χαρακώματα.’ ΧΡΟΝΙΚΟ.

‘Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται σιγά σιγά ο ψυχισμός μου’, λέει ο φίλος μου λίγες μέρες αργότερα που συναντηθήκαμε , άρχισα να κρατώ σημειώσεις :

‘Τα καλοκαίρια στο Μπάτη, παιχνίδι στη θάλασσα και στα βραχάκια. Βουτιές στο πεντακάθαρο γαλάζιο, τον ήλιο δεν τον φοβόμαστε ακόμη στενάζει, βόλτες με τα κανό στις διπλανές παραλίες, συλλογή από κοχύλια, ποδόσφαιρο στην αμμουδιά.
Τα πρωινά στη θάλασσα και τα απογεύματα προπόνηση στο Ναυτικό όμιλο, Στριφτούλιας, Σαββίδης κ.λ.π., τσούχτρες, πετρέλαια και κάθε λίγο επίσκεψη από τον στόλο, ελληνικό ή αμερικάνικο. Ναυτική εβδομάδα, βορειοελλαδικοί αγώνες, μεγάλες στιγμές.
Το βραδάκι σινεμαδάκι, Ροδόπη και Ολύμπια. Και μεγαλώνοντας άρχισαν τα χτυποκάρδια και τα ραντεβουδάκια. Κυνηγούσαμε φιλάκι από τις μικρούλες ξένες στο Μπάτη μιας και οι δικές μας ήταν απλησίαστες, ο πουριτανισμός και η υποκρισία της κοινωνίας στη χώρα μας εκείνα τα χρόνια ήταν απίστευτες. Κυνηγούσαμε λοιπόν, επαναλαμβάνει μια αγκαλιά στην αμμουδιά, στο φως του φεγγαριού..
Γεμάτη τότε η παραλία ξανθά πανέμορφα κεφαλάκια που τόσο μας αρέσουν.

Κι όσο μεγαλώναμε πλησιάζαμε όλο και περισσότερο Παλιό και Ηρακλίτσα. Κατασκήνωναν εκεί Άγγλοι και ήταν ατραξιόν για την περιοχή, με τις φωτιές την νύχτα στην αμμουδιά και τις μουσικές και το χορό. Εκεί διορθώσαμε τα αγγλικά μας με ρετσίνα και ουζάκι. Και με το σκάσιμο της αυγής μια δροσερή βουτιά στα κρουσταλλένια νερά. Τι ομορφιά Χριστέ μου.
Για το χειμώνα δεν το συζητάμε. Οκτώ το βράδυ σπίτι εκτός Σαββάτου που μας επέτρεπαν σινεμά μέχρι τις δέκα, Ολύμπια ή Αττικόν. Και τις Κυριακές νωρίς το απόγευμα κάποιο παρτάκι σε σπίτι φίλου με τους γονείς στο διπλανό δωμάτιο. Η χειραφέτηση ήρθε πολύ αργότερα.

Θυμάμαι από τα παιδικά και τα μαθητικά μου χρόνια τον Θόδωρο τον Θεοδωρίδη, την Τέτη και την Ευγενία Παπαδοπούλου, τον Νίκο τον Ανανιάδη, την Ελένη και τη Ευγενία Αστεριάδου . Τον Τένη τον Στωίδη, την Ελένη Δίνγκα, την Μάγκυ Παπανικολάου και την Καρολίνα. Την Υβόννη και τον Μίρκο Ιορδάνογλου, και τον Θανάση τον Ευαγγελίου, τον Τριαντάφυλλο Τσουπάρη. Θυμάμαι και άλλα αγόρια και κορίτσια λέει, με τα οποία βρεθήκαμε πολύ κοντά για κάποια χρόνια αλλά τόσο το ότι τα ονόματα μου διαφεύγουν όσο επίσης το ότι θα χρειαζόμασταν πολύ χώρο για να τα αναφέρουμε με κάνουν να σταματήσω εδώ. Θεωρώ πάντως πως ανάμεσα σε αυτά τα ‘ξεχασμένα’ πρόσωπα βρίσκεται και ο φύλακας άγγελος που χρόνια αργότερα, την κρίσιμη στιγμή γλύτωσε τη ζωή μου από τα πολλά χρόνια εγκλεισμού που με περίμεναν εάν έπαιρνα εκείνο το μοιραίο λεωφορείο Θεσσαλονίκη-Φλωρεντία στη μπασιά του 1980!

Την αγάπη στην μουσική την απέκτησα τα χρόνια της Αθήνας, μετά τις Σπέτσες. Τα ξαδέρφια μου άκουγαν πολύ, ραδιόφωνο Πετρίδης, Κογκαλίδης, Μαστοράκης, αργότερα Μηλάτος. Δίσκοι στο πικ-απ το βραδάκι που τελείωναν οι εκπομπές για τη νεολαία. Rolling Stones, Beatles, Animals και Who όπως και πολλοί άλλοι. Έγινα λάτρης της ροκ σκηνής, Santana , Hendrix, Traffic κ.λ.π, η απίστευτη εκείνη συναυλία-ταινία Γούντστοκ σημάδεψε και καθόρισε σημαντικά την ζωή μου, και είδα, το θυμάμαι ακόμη, οκτώ φορές, την πρώτη στο Λονδίνο, 16άρης.

Γνώρισα σιγά σιγά μου λέει τον Ξαρχάκο, τον Θεοδωράκη και τον Σαββόπουλο που μόλις άρχισε να γίνεται γνωστός’.

 

  • Είδε τότε στο γήπεδο της Λεωφόρου ζωντανά τη συναυλία των Stones λίγες μέρες μετά τη χούντα. Σημάδεψε τη ζωή του εκείνη η φοβερή εμπειρία, δώδεκα χρονών παιδί μέσα σε ένα γήπεδο τίνγκα νεολαίους που πάλλονταν από ενέργεια και ενθουσιασμό, σε μία διαδήλωση ενάντια στα ήθη της εποχής, το καινούριο μάχονταν την συντήρηση, το νέο την γερασμένη σύμβαση, η συνοδεία του συγκροτήματος πετούσε κόκκινα τριαντάφυλλα στον κόσμο, η αστυνομία τους ξυλοκοπούσε, ο Jagger ούρλιαζε και το πλήθος αποδοκίμαζε εν χορό τους μπάτσους. Ήταν η πρώτη επίσημη αποδοκιμασία του στρατιωτικού καθεστώτος.
    Στην άτυπη διαμάχη που υπήρχε ανέκαθεν ανάμεσα στα σκαθάρια και τις πέτρες συντάχτηκε με τους τελευταίους μια και οι πρώτοι ήταν αρκετά λάιτ. Πάντως διαχρονικά μεγάλη του αγάπη μέχρι σήμερα παραμένουν οι Pink Floyd. Και από τους Έλληνες Μαρκόπουλος και Μικρούτσικος.

http://vimeo.com/9500231

Pink Floyd στηνΠομπηία

Εκείνα τα χρόνια απέκτησε και το πάθος για τον Ολυμπιακό. Όλοι στο σπίτι αγαπούσαν την μεγάλη ομάδα του Πειραιά απ’ όπου κατάγονταν ο πατέρας του, τον έπαιρναν μαζί τους στο θρυλικό Καραϊσκάκη, πάντα στην 7 όποτε κατάφερναν να βρουν εισιτήριο, και έτσι ένιωσε εκείνη την ιδιαίτερη σχέση που έχουν οι γάβροι με την ομάδα τους.
Έτσι λοιπόν ανέμελα κυλούσε η ζωή του με πολύ ενέργεια και τρέλα στο κεφάλι. Αισιόδοξος, χαιρόταν τη ζωή με τις στιγμές της, να τριγυρνά στο βουνό και στις παραλίες, να σκαρφαλώνει στα βράχια και να ανακαλύπτει μονοπάτια. Δεν έμαθε καθιστικά παιχνίδια, είχε παλούκια στον κώλο που λέμε, δεν
σύχναζε στα καφενεία, αντίθετα έπαιζε πινγκ πονγκ με κάποιους τρελαμένους σαν κι αυτόν.

  • ‘Τελειώνοντας την τετάρτη τάξη καλοκαίρι του ’71 πηγαίνοντας στην πέμπτη, με το φροντιστήριο του Φαίδωνα του Σιδηρόπουλου πήγαμε για σαράντα μέρες’ ,συνεχίζει, στο Λονδίνο . Ήταν τεράστια εμπειρία αυτή, εκείνα τα χρόνια που η παγκόσμια νεολαία πάσχιζε να τινάξει από πάνω της κώδικες ρόλους και ταμπού κάτω από τα οποία δεκαετίες ασφυκτιούσε, σε εκείνους θέλαμε να μοιάσουμε και εμείς τότε που ακόμη μας κούρευαν με την ψιλή, μας δίκαζαν με τον νόμο περί τεντι μποϊσμού, μας αποκαλούσαν ντιντίδες και δεν θυμάμαι πως αλλιώς, μας απαγόρευαν να φορέσουμε μάλτες, έτσι έλεγαν τα μπλου τζιν’.

Έφυγε λοιπόν να σπουδάσει στην Ιταλία και άλλαξε η ζωή του. Μόλις γνώρισε τον Μάρξ και τον Λένιν εντυπωσιάστηκε, με τον Γκεβάρα απογειώθηκε. Δέθηκε αμέσως στο καινούριο περιβάλλον και στους ανθρώπους, η Ελλάδα του φαινόταν πια πολύ μακρινή.
Άβυσσος χώριζε τις δυο πραγματικότητες.
Η μία οπισθοδρομική, σε στασιμότητα, βάλτος, η ελληνική επαρχία, συντηρητισμός και συμβάσεις.
Η άλλη σε κίνηση. Νέοι άνθρωποι σε μία πορεία αλλαγών και ανατροπής.
Γεννιόταν το νέο στα ερείπια του παλαιού.
Η νεολαία στην πρώτη γραμμή. Ο φίλος μας στην μέση.
Όταν γύριζε να επισκεφτεί τον πατέρα του οι μικρότητες του φάνταζαν βουνά, πνίγονταν.

Εκεί μια συντροφικότητα μυθική στα μάτια του, μια γενιά που έστηνε τις δικές της αξίες,που απαιτούσε από την συντήρηση να κάνει πέρα, άνοιγε τον δρόμο και θέσπιζε καινούρια νοήματα παλιά όσο ο άνθρωπος, έδινε νόημα σε νέες συμπεριφορές. Η αντί εξουσία στη θέση της γερασμένης. Η αυτονομία στη θέση της επανάληψης.
Ένας δάσκαλος του έμαθε να στοχεύει ψηλά. Έτσι θα κατακτούσε μακρύτερες κορφές. Όταν στοχεύεις το εφικτό έλεγε θα καταφέρεις λιγότερα. Σημάδευε μακριά για να πετύχεις ψηλά, όσο ψηλότερα τόσο καλύτερα.
Και οι νέοι είχαν βάλει στόχο την κορυφή. Να πατήσουν τον κόσμο, να τον καβαλήσουν και να τον οδηγήσουν εκεί που ήθελαν. Σαν τον Αλέξανδρο με τον Βουκεφάλα, μαζί μέχρι το τέλος, μέχρι την άκρη της γης.
Έτσι κι αυτοί, μαζί, στη γη των ονείρων τους, για την κοινωνία χωρίς κανόνες απ’ τα πάνωαπελευθερωμένοι από τις στρεβλές συμβάσεις, του αυτόνομου ανθρώπου από τους γνωστούς έως τότε κανόνες.

Δεν είναι χλιαρός ο δικός μας, παθιάρης είναι, παθιάστηκε λοιπόν. Του ήταν φυσικό με τον χαρακτήρα που κουβαλούσε. Η εξέγερση ήταν καθημερινή βιοτή, η επανάσταση της καθημερινής ζωής, στις συμπεριφορές, στα αιτήματα, στους αγώνες, στον έρωτα, στις διεκδικήσεις, στις συνήθειες. Μου είπε πως σε ανύποπτο χρόνο διάβασε πολλές βλακείες από σχετικούς και άσχετους για το τι έλαβε χώρα εκείνα τα τρομερά χρόνια, μόνο ο Μπαλεστρίνι κατάφερε να μεταφέρει τον ‘αέρα’ εκείνης της εικοσαετίας.
Ήταν μια γιορτή με τις καλές και τις κακές στιγμές της, τα πάνω και τα κάτω. Πάντως μια γιορτή με τα όλα της. Το να ζεις στο δίκιο, ελεύθερα και ισότιμα είναι τρόπος ζωής φευγάτος, είναι αναγκαιότητα γι’ αυτούς.
Έζησαν στο μεταίχμιο δύο κόσμων, αναποδογύριζαν καθημερινά τα γνωστά και πειραματίζονταν το νέο, ταυτόχρονα. Στις σχολές, στο σπίτι, στις πλατείες τους δρόμους και τις γειτονιές, στη δουλειά.
Η χαρά ήταν όλη δική τους, ήταν για όλους ξανά η χαρά. Οικειοποιούνταν τις ζωές τους. Έκαναν πράξη το σύνθημα, τα ήθελαν όλα και τα έπαιρναν, subito, αμέσως. ΚΑΙ ΕΙΧΑΝ ΠΟΛΥ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, αυτή ήθελαν στην εξουσία και το έκαναν πράξη, όχι το κέρδος, όχι τις αγορές που θα έλεγε κάποιος σύγχρονος.
Έγιναν επαγγελματίες επαναστάτες για να ελευθερώσουν το σήμερα από το χθες, και να δείξουν στους υπόλοιπους το αύριο. Το καυχήθηκε ο δικός μου δεν το μετάνιωσε ποτές.

Πήραν τα όπλα, χιλιάδες ήταν, ενάντια σε όλους αυτούς που με όπλα φρουρούνται, και φρουρούν και επιβάλλουν με όπλα τη βία τους, την εξουσία τους, τη θέλησή τους. Αντέταξαν στη βία βία. Στην καθημερινότητα τους γλυκείς και τρυφεροί. Στον πόλεμο που υφίσταντο απάντησαν με πόλεμο.

1987 ΤΟΛΜΗΡΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ’ το πενήντα έχει να φανεί, και συ βιδώθηκες μες στο λιμάνι με ανθοδέσμη που έχει μαραθεί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.
Σε δίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική, Χάνεσαι σαν τον γλάρο στην Ομόνοια και όταν ψάχνεις λύση στη φυγή, πληρώνεις όσο-όσο τα διόδια και κομματιάζεσαι στην εθνική.
Ποιος είναι ισοβίτης στο σκοτάδι ποιος αλαφιάζει δίχως πληρωμή. Ποιος σκύβει στους αφέντες το κεφάλι και ποιος τα βράδια κλαίει σαν παιδί, ποιος ονειρεύεται πως κάποιοι άλλοι βγαίνουν και κάνουν πρώτοι την αρχή. Ναυάγια ονείρων αρμενίζουν και τα κεφάλια γέμισαν σκουριά. Στα σούπερ μάρκετ τέλειωσε η ελπίδα και συ κοκάλωσες στη σκαλωσιά. Που πήγαν οι τριακόσιοι του Λεωνίδα, και τι θα πούμε τώρα στα παιδιά, Ηλεκτρικός Θησέας και τα λοιπά.
Φοβάσαι ότι θα ‘ρθει καταιγίδα και θα μας πνίξει όξινη βροχή, βάλε σε γυάλα μέσα την πατρίδα και κρύψε την καλά μέσα στη γη Μήπως την ψάχνουν σαν την Ατλαντίδα αφού η Πανδώρα ανοίγει το κουτί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μπερδευτεί.
Ψηφοθηρία, λόγοι κι εμβατήρια ποτέ δεν έφεραν την αλλαγή, γι αυτό και χάθηκες στα σφαιριστήρια και μες τα γήπεδα την Κυριακή, τώρα καθώς κοιτάς τα διυλιστήρια ρωτάς ποιοι σ’ έχουν βάλει στο κλουβί, Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει τρελαθεί.
Να κλείσεις θες πληγή θανατηφόρα και μες τα Νέα ψάχνεις για δουλειά, Όσα τα κέρδισες με τα μαρτύρια τα παζαρεύουν πάλι στα χαρτιά, τρέχεις να ψάξεις μες τα καταφύγια και βρίσκεις μιαν αιχμάλωτη γενιά.
Μια πλαστική ανέμισες σημαία, πίστεψες σ’ έναν άγνωστο θεό, κρέμασες το μυαλό σε μια κεραία, ειδήσεις, σίριαλ και τσίχλα ροκ, Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν τα λάθη κλέβουν τον καιρό, και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν το ψέμα σέρνει τον χορό.
Ζωγράφισε έναν ήλιο στο ταβάνι
μίλησε με τ’ αγέρι της νυχτιάς
και χόρεψε μαζί με τη σκιά σου
στους ήχους μιας αδύναμης καρδιάς
πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου
ή ΒΓΕΣ ΞΑΝΑ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ.
Αυτοί έτσι έπραξαν, βγήκαν στο δρόμο της φωτιάς.
[ η μουσική είναι του Γ. Μαρκόπουλου, οι στίχοι του Δ .Βάρου και τραγούδησαν ο Παύλος Σιδηρόπουλος με την Μ .Φωτίου.]

Σήμερα έχει αράξει. Η κοινωνία κοιμάται τον -ύπνο του δικαίου-. Όλα ησυχάζουν, αυτός είναι ανήσυχος. Στεναχωριέται για την απάθεια. Διάβασε προχτές στον τοίχο : αυτή η κοινωνία προωθεί την ρουφιανιά το γλείψιμο και την υποταγή, συμφώνησε. Ψυχολογική καταπίεση, οι άνθρωποι παράτησαν
τα ύψη, τράβηξαν χαμηλά, χώθηκαν σε λαγούμια. Κρύφτηκαν. Δεν ονειρεύονται, δεν προσδοκούν.

Ο άνθρωπος ξέχασε τον άνθρωπο, ο γείτονας τον διπλανό του. Εμείς στα καβούκια, το σύστημα γιορτάζει
Ξόδεψε μύρια για να το καταφέρει.

Χαίρεται με τη γυναίκα και τα παιδιά του ο φίλος μου, δείχνουν με τον τρόπο τους, καθημερινά, απλά , λιτά, μιλάνε :
Οι παγωμένοι αλωνίζουν, τους ονειροπόλους τους αφήσαμε μόνους, πυρπολούν τον πλανήτη οι άπληστοι, βγάζουν και από αυτό κέρδος, τρύπησαν τον αγέρα, βρωμίζουν τα νερά, πολεμούν αυτούς που αντιστέκονται.
Γδάρτες ονείρων.

Κάποιους τους νοιάζει ο χρηματισμός, να κερδίζουν σε χρήμα και μόνο αυτό. Βάζουν το εγώ πάνω από το εμείς. Νομοθετούν τα ανθρωπάκια, δικάζουν οι φελλοί. Κυβερνούν οι τιποτένιοι. Και τα πραγματικά αφεντικά κάνουν πάρτι. Οι υπόλοιποι τους δίνουν συνεχώς τη δυνατότητα να εξουσιάζουν, άλλοι για ένα πιάτο φαί και άλλοι για κάποια μικρότερα η μεγαλύτερα προνόμια. Εάν θέλουμε να ονομάζουμε προνόμιο μια αξιοπρεπή διαβίωση. Χάσαμε την αξιοπρέπεια.
Διαπλοκή, να παίρνουν ΟΙ ΔΙΚΟΊ ΜΑΣ τις δουλειές, να μοιράζουμε και τα οφίτσια. Εάν δεν είσαι στο κόμμα και δεν έχεις γνωριμίες είσαι τελειωμένος. Άσε που αν τα καταφέρεις και δεν είσαι με αυτούς θα σου βάλουν τρικλοποδιά. Έχετε παραδείγματα στο δικό σας περιβάλλον, γνωρίζετε.
Ξεπουλάν κοινωνικό πλούτο σε εξευτελιστικές τιμές, πλούτο που φτιάχτηκε με κόπο και δουλειά δεκαετιών. Ξεπουλάν σε μια νύχτα σε ντόπιο και ξένο κεφάλαιο για να πάρουν μίζα που εξασφαλίζει πολλές γενιές μπροστά, αυτών και των συγγενών τους. Να ο λόγος που παλεύουν να εκλεγούν, να πιάσουν πόστα, να διοριστούν στις θέσεις κλειδιά.
Και δεν κουνιέται φύλλο χρόνια τώρα. Σποραδικές φωνές μονάχα. Κι όταν ξεσηκώνεται η νεολαία στέλνουν τα ΜΑΤ. Και οι πατεράδες αφήνουν τους πιτσιρικάδες μόνους αντί να κατασκηνώνουν μόνιμα στους δρόμους και να μπλοκάρουν τα πάντα.
Ξεπουλάν τα νιάτα, τα θάβουν στη ντόπα. Πως να κάνεις όνειρα σήμερα, τι να περιμένεις. Ταφόπλακα η συμπεριφορά των μεγάλων. Έχουν δώσει τα διαπιστευτήριά τους τόσα χρόνια με την πολιτική συμπεριφορά και την κοινωνική αδιαφορία. Στηρίζοντας με κάθε τρόπο τους γδάρτες τους. Αδιαφορία από τη μια, αντίθεση από την άλλη σε κάθε επιθετική συμπεριφορά.
Ο λαός έχει τους ηγέτες που του αξίζουν, από τα σπλάχνα του βγαίνουν έτσι κι αλλιώς, δεν έρχονται από τον Άρη. Εμείς φταίμε λοιπόν γι αυτό που ζούμε και αυτά που έρχονται. ‘Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία’ γράφει ο ποιητής. ‘Θέλει νεκροί χιλιάδες να ναι στους τροχούς’. Θέλει να αγωνίζεσαι, να απαιτείς και να διεκδικείς. Τη χειραφέτηση. Εύκολο το ραχάτι, μαλακή η πολυθρόνα, σου κλείνει το μάτι και η TV, θέλει να κλωτσήσεις δυνατά τις συμβάσεις, να τιναχτείς ψηλά και να ρισκάρεις καμιά φορά, να βγεις από το καβούκι σου διάολε, στα πρώτα σούτια να μη κάνεις πίσω.

Λες να ιδρώνει στον ύπνο του ο νεοέλληνας όταν σκέφτεται την αρετή, είπε πολύ εύστοχα κάποιος.
Την κάψανε τη χώρα από άκρη σε άκρη, τόσες φορές, μέχρι πότε ακόμη.
Και η αριστερά κοιμάται ύπνο βαθύ, δικαιώθηκε που την αναγνώρισαν και παρέδωσε ότι όπλο κρατούσε ακόμη όρθιο, πήρε μέρος και σε οικουμενική, τι άλλο να θέλει ακόμη, παίρνει μέρος και στα αλισβερίσια, φτάνει και περισσεύει.
Θυσίασε τα καλύτερα παιδιά της και το ότι πολέμησε για τα δίκαια του λαού νομίζει πως ήταν έγκλημα. Κι έχει και τύψεις από πάνω. Διώχνει τα παιδιά της, τα βρίζει και μετά κάνει πως μετανιώνει και τα αποκαθιστά. Μετά θάνατον. Κι εδώ υποκρισία. Κάθε τόσο θυσιάζει κινήματα μέσα στα χρόνια απλά γιατί δεν τα ελέγχει, τρέχει πίσω από τις εξελίξεις αντί να είναι μέσα τους μέχρι τα μπούνια. Κρίμα.
Και αυτή βοήθησε τον κόσμο να κλειστεί σπίτι και να παραδώσει το κλειδί στα χέρια των πολιτευτών, των μεσαζόντων και των αχρείων. Τον ευνούχισε.
Της πέταξε το σύστημα το κόκκαλο της νομιμοποίησης και έσπευσε να το αρπάξει με δύο στόματα, δεν της έφτανε το ένα. Να παίρνει και αυτή μέρος στο παζάρι, όχι παίζουμε. Τα ψίχουλα στο μεγάλο φαγοπότι της καθημερινότητας.
‘Κι εμείς οι τρεις στον καφενέ, τσιγάρο πρέφα και καφέ, βρε δε βαριέσαι αδερφέ’.

Εάν δεν έχεις δεν πειράζει, οι τράπεζες να είναι καλά. Θα σου δανείσουν, νάτη η θηλιά, έτοιμη. Η αλυσίδα στο λαιμό του σύγχρονου ανθρώπου. Ο τραπεζίτης είναι ο αρκουδιάρης που σέρνει τον χορό. Τα golden boys βαράνε τα νταούλια, με τα άψογα κουστούμια και τις υπέροχες γραβάτες. Οι σύγχρονοι ιεροεξεταστές που αποφασίζουν για τη ζωή και το θάνατο εκατομμυρίων.
Και κυνηγάς μια θέση για το παιδί σου, να σου σβήσουν το πρόστιμο, μια ευνοϊκή ρύθμιση. Κλείστηκες στο μπουντρούμι που έκτισε πάνω σου, στα μέτρα σου το σύστημα. Δάνειο στα μέτρα σου, τάφος στα μέτρα σου. Με την ευχή του αγαπημένου σου παρουσιαστή δήλωσες υποταγή στο επιτόκιο που διάλεξες ‘ελεύθερα’.

Κατασπάραξαν ότι είχε απομείνει από την ψυχή σου και τώρα σε σέρνουν στους τέσσερις ανέμους και η αριστερά να βρίζει αυτούς που ξεσπαθώνουν και ξεσπούν γιατί δεν τους γνωρίζει, που να τους μάθει κλεισμένη στο μπουρδέλο της; αποκομμένη τελείως από αυτόν που κάποτε ήταν σάρκα της.
Αυτοί είμαστε αδέρφια, παλαιοί και νέοι σύντροφοι, μη μασάτε. Εδώ ο Μπερλινγκουέρ κατέστρεψε το μεγαλύτερο αντιστασιακό απελευθερωτικό κίνημα που γνώρισε η Ευρώπη μετά τον πόλεμο στο όνομα ενός συμβιβασμού με το σύστημα, ενός συμβιβασμού και ενός εγωισμού που κατέστρεψε και αυτόν τον ίδιο, όλη την αριστερά της χώρας του, και την παρέδωσε ανυπεράσπιστη στα χέρια του Μπερλουσκονισμού.

Για έναν εγωισμό. Για να εμποδίσει την πολιτική αναγνώριση των Κόκκινων Ταξιαρχιών, για να μη αμφισβητηθεί η ηγεμονική θέση που επιθυμούσε στο χώρο της αριστεράς στην Ιταλία ο ίδιος και το ΚΚ. Θυσιάστηκε ο Μόρο, θυσιάστηκε και ο λαός στο όνομα μιας υποτιθέμενης πρωτοκαθεδρίας
Δεν θέλησε την αναγνώριση των μαχητών το κόμμα, παρέδωσε έναν λαό στο μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό που υπέστη κίνημα στην Ευρώπη.

ΧΡΟΝΙΚΟ 1969
Στα πίσω χρόνια τα πικρά οπού φωτιά δεν είχε, ο κόσμος στις βαθιές σπηλιές τ’ αλέτρι δεν κατείχε.
Μα μιαν αυγή μια Κυριακή μια επίσημον ημέρα γεμίσανε τα φυσερά λυτρωτικόν αέρα.
κατέβηκεν ο Γίγαντας μ’ ένα δαδί στο χέρι έριξε φώτα στις σπηλιές και χάρηκε το ασκέρι.
πήραν φωτιά τα σύδεντρα τα σίδερα ελυγίσαν η γης οργώθηκε καλά και τα φυτά εκαρπήσαν.
Πρωί πρωί τον πιάσανε το γίγαντα και πάνε στον Καύκασο ξημέρωνε τρία πουλιά περνάνε
πουλιά μου διαβατάρικα τι βλέπετε στις στράτες τι κουβαλάει ο γίγαντας στις σιδερένιες πλάτες.
μπροστά πηγαίνει ο σιδεράς με το σφυρί στο χέρι ξωπίσω του ο κλειδαράς της μοναξιάς του ταίρι
ο πιο μικρός ο πιο σκυφτός ο πιο σκληρός στο πλάι αυτός κρατάει τα σύνεργα γελάει μα δεν μιλάει.
Καρφώσανε το γίγαντα στο βράχο του Καυκάσου
τρία πουλάκια πέρασαν και τού λεγαν Στοχάσου

  • Πρέπει να ξανασκύψουμε πάνω από την ιστορία για να μάθουμε, εν κατακλείδι. Το μέλλον, την ιστορία συνακολούθως δεν το φτιάχνουν οι πλειοψηφίες. Οι μειοψηφίες το διαμορφώνουν. Οι πλειοψηφίες συντηρούν απλώς τα δημιουργήματα των νικητών. Που ξεκίνησαν λίγοι.
    Η ανεμελιά εξαφανίστηκε ανεπιστρεπτί μου λέει βγάζοντας το δισκάκι. Όταν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου αγανακτείς ακόμη και εάν δεν σε αγγίζει. Κι εάν είναι δύσκολο να αλλάξουμε τους κανόνες γύρω μας άμεσα μπορούμε τουλάχιστον ν’ αλλάξουμε τις συνήθειες, τους εαυτούς μας, την καθημερινότητα. Θα είναι ένα πρώτο βήμα.
    Ας βρούμε τις δικές μας απαντήσεις με το φίλο και το γείτονα.
    Ζούμε τη δικτατορία του χρήματος και της εμπορευματοποίησης. Δεν έχεις, είσαι αόρατος, ο κανένας.
    Υπάρχει θλίψη και αναλγησία, ταπείνωση. Πρέπει να μάθουμε να μετατρέπουμε το θυμό σε δημιουργικότητα.
    Η οικονομική δύναμη έχει κυριεύσει τα πάντα, παντού νούμερα, όλοι είμαστε μια εμπορευματική αξία.
    Σταμάτησα να ψηφίζω μου λέει, όχι ότι πίστευα ποτέ στη δύναμη της ψήφου. Απέχω.Ψηφίζουμε πιόνια που την κρίσιμη στιγμή προστατεύουν συμφέροντα οικονομικών δυνάμεων.
    Η ψήφος για να έχει κάποια δύναμη πρέπει να αγοράσεις και να εξαγοραστείς. Αγοράζεις προστάτη και είσαι έτοιμος μόλις σε χρειαστεί. Η ‘δημοκρατία’ λοιπόν δεν είναι για όλους. Οι ‘ειδήσεις’ είναι προπαγάνδα , πλάθουν συνειδήσεις, αγοράζουν οπαδούς για τα κόμματα. Που χρηματοδοτούν τον τύπο. Άσε που αυτός ανήκει σε μεγαλοεργολάβους που κλείνουν δουλειές με τους πολιτικούς. Αυτοί εξάλλου τους χρηματοδοτούν. ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΙΣΩ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΙ ΠΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΟΥΝ ΟΛΟΥΣ. Κάποιο οπλίζουν τα κράτη και άλλοι που διακινούν την ενέργεια. Τεράστια συμφέροντα διαπλέκονται μεταξύ τους. Αυτοί κινούν τα νήματα όσο εμείς το επιτρέπουμε παίρνοντας μέρος στο παιχνίδι, αποδεχόμενοι τους κανόνες. Μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια ‘είμαστε ελεύθεροι’ για λίγα λεπτά να διαλέξουμε τον ΤΥΡΑΝΝΟ της αρεσκείας μας.

Είναι τύραννος και ο κακός εγωισμός. Με τα χρόνια ο άνθρωπος γίνεται και συντηρητικός. Κρατιούνται νέοι οι παθιάρηδες, θέλει πάθος, θέλει να αγαπάς να ζεις και να μαθαίνεις. Χρειάζεται να ακούς, να παρατηρείς, τους άλλους και την καρδιά σου. Όταν ρισκάρεις ξεβολεύεσαι, αυτό είναι το φάρμακο. Και το  φιλότιμο!

Ο τρόπος με τον οποίο ζει ο καθένας μας είναι το καλύτερο παράδειγμα που μπορεί να δώσει στα παιδιά του και τους γύρω. Ο καθρέπτης των αρχών μας, η συμπεριφορά μας. Είναι και πολύ καλή πολιτική στάση.

  • Διάβασε για τον Σωκράτη τον Πλάτωνα και τον Αλέξανδρο, τον δάσκαλό του τον Αριστοτέλη, έμαθε για τους όμοιους και τη λοξή φάλαγγα, για την αγάπη ανάμεσα στον Πάτροκλο και τον Αχιλλέα. Για τα τείχη της Τροίας και εκείνα της Πόλης και ότι τείχη της Σπάρτης ήταν τα στήθια των πολεμιστών της, για τα ξύλινα τείχη και τον Κύρο και τον Δαρείο, τον Εφιάλτη τον Ξενοφώντα και τους μύριους.
    Για τον τελευταίο Παλαιολόγο και τους Ακρίτες. Σε τέτοιους ανθρώπους θέλησε να μοιάσει.

Αγαπάει τα χρώματα στον ορίζοντα, το πέταγμα του γλάρου στον αγέρα, το πράσινο της θάλασσας, τη μυρουδιά του πεύκου. ΤΗ ΧΡΥΣΑΦΈΝΙΑ ΑΜΜΟΥΔΙΆ αγαπά με το ζεστό της χάδι. Τη λευκότητα στα κοχύλια, στο μάρμαρο, το γλύστριμα των ψαριών στο νερό, την ποικιλία στα χρώματα και τα αρώματα στα λουλούδια που στολίζουν τη γη. Το τραγούδι του ποιητή, τον στεναγμό στο κρεβάτι, την κραυγή του αντάρτη που αντηχεί στις γωνιές του πλανήτη, τον πόνο του αγωνιστή που στριμώχνεται. Με βλέμμα καθαρό, τρυφερός και σιδερένιος συνάμα, το χέρι υψωμένο σε γροθιά, στο άλλο το μπουκάλι.

Αποκαλούν κουκουλοφόρους αυτούς που αγωνίζονται. Πάνοπλοι αντιμετωπίζουν άοπλους. Οι αρχηγοί τους καλά κρυμμένοι. Αυτοί που βοήθησαν εμάς να ψηλώσουμε, λέει, ήταν πάντα στη πρώτη γραμμή της φωτιάς. Τι ανάστημα μπορεί να έχει ένας Χρυσοχοίδης δίπλα στον Άρη τον τεράστιο. Βάλε τον Λαμπράκη δίπλα στον Πολύδωρα να σκάσουμε στα γέλια, τον Παναγούλη δίπλα στο νάνο τον Καραμανλή ή τον μικρούλη τον Γιωργάκη.

Μεγάλωσε με Κάλβο και Σολωμό, διάβασε Καβάφη, αγάπησε την Μπέλλου και τον Ξυλούρη. Τραγούδησαν το ‘πότε θα κάνει ξαστεριά’.
Και το γράψιμο όπλο είναι μου λέει. Ο λόγος και το παράδειγμα. Δώσε βάθος στη ζωή σου, μη μασάς τα λόγια σου, οι γύρω βλέπουν, ακούν . Κάποιοι θα θελήσουν να σου μοιάσουν, όπως εμείς κάναμε με τα ινδάλματά μας. Φτάνει η εικόνα να είναι φωτεινή.
‘Αδέρφια’ φώναξε προχθές στην παρέα, ‘οι νόμοι είναι για να τους πατάμε, δεν νομοθετήσαμε εμείς. Είμαστε λίγοι σήμερα αλλά γράφουμε ιστορία, πάντα έτσι γίνονταν, όταν οι πολλοί ψυχανεμίζονται πως οι συσχετισμοί πάνε να αλλάξουν στοιχίζονται πίσω από τους πρώτους. Όσο υπάρχουν εξουσιαστές θα γίνεται πόλεμος. Να καταργήσουμε τις τάξεις να σταματήσει ο αγώνας. Ας το κάνουμε να δούμε τι έχει για μετά’.

Μικρούτσικος, οι επτά νάνοι

[ότι διαβάσαμε μέχρι τώρα ήταν γραμμένο πριν το ’08 , τα βρήκα στο συρτάρι, η συνέχεια λοιπόν από το 2008 και μετά.]

μιχαλης 2 (2)

Μιλάει ο φίλος μου για τους αμέτρητους που σταυρώνουν κάθε μέρα οι εξουσιαστές, σαν το Χριστό. Πάντα υπάρχει ένας καλός λόγος για να σταυρώσεις. Όσο υπάρχουν ανισότητες αυτό θα γίνεται. Δεκάδες καθημερινοί σταυροί στο βωμό του κέρδους και των αγορών. Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΊΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, χρηματιστήρια, τράπεζες οι μεγάλοι νταβατζήδες. Καζίνο καπιταλισμό τον ονομάζουν τον βρίζουν και τον προσκυνούν μαζί, σχιζοφρένεια.
‘Εδώ σε θέλω, στα δύσκολα πες, να δεις πως αγιάζουν του κόσμου οι πληγές, εδώ σε θέλω, ν’ αντέχεις να ζεις κι απ’ τη μοναξιά σου να βγεις’ τραγουδά η Χαρούλα στο ραδιόφωνο.
Μια ζωή περνάς ξυστά.
Σεμνά και ταπεινά.

Οι πολίτες- δεν υπάρχουν τέτοιοι- ο κόσμος ψηφίζει και αναθέτει σε κάποιους να του λύσουν τα προβλήματα. Πρέπει να γίνουν λοιπόν πολίτες οι άνθρωποι, να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους, την πολιτική. Κίνημα λαϊκό χρειάζεται. Με βασικότερο μέλημα την αναδιανομή του πλούτου.

συνεχίζεται

μιχαλης 284

αυτονομία, autonomia

Vincenzo Sparagna: Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ «MALE».

Η εμπειρία του «Male, Κακού» προέρχεται από τo κίνημα του ’77 και συγκεκριμένα από τη φάση που ακολουθεί τις «εξεγέρσεις» της άνοιξης. Στη φάση αυτή εμφανίστηκαν δύο διαφορετικές πτυχές που είχαν διαφορετικές μελλοντικές εξελίξεις. Εκείνη της ένοπλης πάλης, που παρέκλινε προς μια δραστηριότητα φαντασιακού ανταρτοπόλεμου που διαχύθηκε ως υποχρεωτική παράσταση επαναστατικής συνέπειας, και εκείνη που διαισθάνθηκε τη σημασία της διολίσθησης του πολιτικού αγώνα προς τον επικοινωνιακό αγώνα, στον αγώνα της επικοινωνίας με τη συνειδητοποίηση ότι βρισκόμασταν στο κατώφλι μιας μεταϊδεολογικής εποχής. Το κύριο πρόβλημα που έσφιξε σαν τανάλια το κίνημα του ’77 ήταν εκείνο να καταφέρει με κάποιο τρόπο να μεταφέρει τα περιεχόμενά του έξω από τους χώρους του προς την υπόλοιπη κοινωνία, και γύρω από αυτό το πρόβλημα υπήρξαν οι δύο λύσεις: εκείνη της γλωσσικής έμπνευσης και εκείνη των πυροβολισμών. Εγώ πιστεύω ότι η επιλογή της γλωσσικής έμπνευσης ήταν με συνέπεια αριστερή, ενώ η επιλογή των πυροβολισμών ήταν μια ανόητη επιλογή επειδή δεν ελάμβανε υπόψη ότι ο πραγματικός πόλεμος που παίζεται στη σύγχρονη κοινωνία είναι αυτός της επικοινωνίας.

Il Quaderno del Sale n. 1, 1976

Αυτές οι σκέψεις ήταν ήδη μέσα σε εκείνες που ήταν οι πιλοτικές εμπειρίες του «Male», δηλαδή στις εφημερίδες »Cannibale», «l’Avventurista» και την »Quadernidelsale». Η «Cannibale» εκτυπώθηκε σε 300 αντίτυπα, ήταν μια μαζική underground εφημερίδα διότι είχε την φιλοδοξία να μιλήσει σε όλους. Αυτή η πρώτη εμπειρία σηματοδότησε την υπέρβαση των διαφόρων φύλλων του ’77 που ήταν ένα μείγμα επαναστατικής φρασεολογίας και λογοτεχνίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για giornale Cannibale, anni 70

Εν τω μεταξύ, την ίδια περίοδο, με πρωτοβουλία του Pino Zac και του Vincino γεννήθηκε το «The notebooks of salt», «I quaderni del sale», μια εφημερίδα που συνδέεται καλύτερα με την παράδοση της αριστερής σάτιρας, ενώ η εφημερίδα «Lotta Continua» ξεκίνησε τη δημοσίευση ενός σατιρικού ένθετου που ονομάζονταν «l’Avventurista», «ο Περιπλανώμενος» .Σε αυτές τις εφημερίδες, που έζησαν λίγους μήνες, σχηματίστηκαν οι πρωταγωνιστές του «Male», του «Κακού». Σε αυτές τις πιλοτικές εμπειρίες επιλέχθηκε το αστείο, η πλάκα, το «τρελό» γράψιμο και πάνω απ ‘όλα τα κόμικς ως «κατώτερα» εργαλεία επικοινωνίας, πιο δημοφιλή και λαϊκά, πιο αντιληπτά σε μαζικό επίπεδο. Όσον αφορά τα κινούμενα σχέδια για παράδειγμα ανακαλύφτηκε κάτι, ίσως μπανάλ αλλά σημαντικό για εμάς, δηλαδή ότι δεν ήταν απολύτως απαραίτητο να γνωρίζουμε πώς να σχεδιάζουμε καλά ή να κατέχουμε κάποια ιδιαίτερα εξευγενισμένη τεχνική. Από την άποψη του περιεχομένου, αυτά τα κόμικς, σε αντίθεση με εκείνα της δεκαετίας του εξήντα και του εβδομήντα, δεν είχαν λειτουργία απόδρασης, σκοπός τους δεν ήταν η απόδραση αλλά μια ειρωνική και οξεία καταγγελία της μιζέριας της καθημερινής ζωής που αποσκοπούσε στην καταστροφή του μύθου της ομαλής και ορθολογικής πραγματικής κοινωνίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για il male giornale satirico anni 70

Αυτά τα στοιχεία συνοψίστηκαν στη συνέχεια από τις συνηθισμένες γλωσσολογικές φιλοσοφικές σχηματοποιήσεις των μέσων ενημέρωσης ως καθαρή παραφροσύνη, ένας τρόπος για να εξαθλιωθεί ένας δρόμος νοημοσύνης και γνώσης. Αυτές οι εφημερίδες γίνονταν μέσα στο κίνημα σε μια κατάσταση συνελευσιακή στην οποία συναντιόνταν ολοκληρωμένοι άνθρωποι και όχι κλάσματα ανθρώπων, με τον τρόπο που συναντώνται στις εταιρικές συναντήσεις-meeting στις οποίες ο καθένας ερμηνεύει τον μικρό του ρόλο εξειδίκευσης και επαγγελματοποίησης. Από την κρίση αυτών των εφημερίδων, τον φεβρουάριο του ’78, γεννήθηκε το «Male». Αρχικά δεν υπήρχε ένα σταθερό συντακτικό σχήμα. Τα πρώτα νούμερα ήταν μάλλον άσχημα, γιατί το πιο εντυπωσιακό ήταν η κακή γεύση, το κακό γούστο μιας παλιάς, πρόστυχης σάτιρας με τα συνηθισμένα στερεότυπα της αριστεράς που επιτίθεται στη δεξιά. Η απαγωγή του Moro άλλαξε ριζικά τον προσανατολισμό της εφημερίδας.

Il territorio canaglia della satira

Η ανάπτυξη της υπόθεσης Moro προχώρησε παράλληλα με την ανάπτυξη του «Male», ως επίπτωση, αντίκτυπο που είχε αυτό στις μαζικές μειονότητες του κινήματος που ενεργούσαν κοινωνική επικοινωνία υπό την έννοια της ικανότητάς τους να παράγουν πραγματικές αλλαγές στη γνώμη. Το «Male» ήταν η μόνη εφημερίδα που ανέτρεψε την υποκριτική λειτουργία αγιοποίησης της φιγούρας του Moro που λειτούργησε από τα επίσημα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μετά την εκτέλεση του Moro, το «Male» άνοιξε τη φάση των «ψεύτικων» που συνίστατο στην αναπαραγωγή των σελίδων των μεγάλων εθνικών εφημερίδων. Το πρώτο ήταν της «Corriere dello Sport» που ανακοίνωνε την ακύρωση του παγκοσμίου κυπέλλου.

Αποτέλεσμα εικόνας για il male giornale satirico anni 70

Στη συνέχεια υπήρξε εκείνο της «Unità» που είχε σαν τίτλο με μεγάλα γράμματα: «Αρκετά με την DC». Ήταν ακόμα η περίοδος της εθνικής ενότητας, της κυβέρνησης των αποχών και η μοίρα θέλησε ο τίτλος του ψεύτικου να προβλέψει, να προκαταβάλει την επιλογή που το PCI έλαβε πραγματικά το επόμενο έτος. Η τύχη του ψεύτικου της «Unità» προφανώς βασιζόταν σε ένα φαντασιακό που αισθάνονταν αυτό που επιθυμούσε ο «λαός της αριστεράς». Οι πωλήσεις εκτοξεύτηκαν ανεβαίνοντας στα 50.000 αντίτυπα. Ακολούθησαν και άλλα θορυβώδη ψεύτικα όπως εκείνο της «Il Corriere della Sera» που ανακοίνωνε την προσγείωση των Ufo, εκείνο της «Il Giorno» με τη σύλληψη του UgoTognazzi ως επικεφαλής των ερυθρών Ταξιαρχιών, εκείνο της «La Repubblica» που κήρυττε: »Το κράτος αναιρέθηκε «.

Σχετική εικόνα

Παράλληλα με την επιτυχία του κοινού και των πωλήσεων έτρεχαν οι καταγγελίες και οι έρευνες στους συντάκτες και στα σπίτια των εκδοτών. Εμένα με συνέλαβαν και φυλακίστηκα για τέσσερις ημέρες, αλλά αυτό ήταν περισσότερο από αποτρεπτικό, σαν μια διαφημιστική ενθάρρυνση, φέρνοντας τις πωλήσεις της εφημερίδας στις 80.000 αντίτυπα. Η εμπειρία του «Male», τουλάχιστον στις πιο πρωτότυπες πτυχές του, θα λήξει το 1980, παρόλο που η εφημερίδα θα συνεχιστεί με άλλες συντακτικές ομάδες μέχρι το 1982. Το 1980 εγώ, οι Scozzari, Mattioli, Tamburini, Pazienza, Liberatore, δηλαδή η ομάδα του «Cannibale», αποφασίσαμε να αφήσουμε εκείνη την εμπειρία και να προωθήσουμε το περιοδικό «Frigidaire», ξεκινώντας από την πεποίθηση ότι η σάτιρα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 δεν ήταν πλέον επαρκής για να διαδραματίσει έναν αποτελεσματικό ρόλο μέσα στο σενάριο της δεκαετίας που άνοιγε, μια πολύ διφορούμενη δεκαετία στην οποία, αφενός, παρακολουθούσαμε την ενίσχυση της ιδεολογίας του χρήματος, της επιτυχίας, της εξουσίας, ενώ από την άλλη παρατηρήθηκε ότι το τελικό αποτέλεσμα της απόκλισης των ένοπλων άνοιξε πολλούς νέους και ανέκδοτους διαύλους διέλευσης σε μια νέα επικοινωνία.

Πιστεύω ότι, αν το ’68 υπήρξε η «αρπαγή του λόγου», η δεκαετία του ογδόντα ήταν η αρπαγή των τεχνικών της σύγχρονης επικοινωνίας που, ως τέτοια, υπερβαίνει το λόγο. Σήμερα, όντως, υπάρχουν, δυστυχώς εξακολουθούν να είναι διάσπαρτοι, διαχωρισμένοι και δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, ποικίλοι χαρακτήρες που κάτω από την επίσημη διατύπωση φορείς της πληροφορίας, έχοντας επίγνωση του πλούτου της προηγούμενης εμπειρίας μέσα στις δομές εξωθεσμικής επικοινωνίας, αντιπροσωπεύουν την υποκειμενική σύσταση δυνητικών ανταρτών της πληροφορίας.

Σχετική εικόνα

αυτονομία, autonomia

Η ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ, Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ, [B.R.]

Μετά το θάνατο του Feltrinelli, ένα μέρος των μαχητών των Gap εισρέει στις B.R. τώρα εντελώς παράνομες και χωρίς να έχουν, μετά το κλείσιμο της «Νέας Αντίστασης», «Nuova Resistenza»,μιας μορφής ημιπαράνομης εκπροσώπησης τους. Τον σεπτέμβρη ’71, για να κοινοποιούν τις αποφάσεις τους, κυκλοφορούν μια παράνομη μπροσούρα με την οποία παρουσιάζουν τον πρώτο από μια σειρά » θεωρητικών προβληματισμών » που θα προκύψουν τα επόμενα χρόνια. Σε αυτό το κείμενο, το οποίο έχει σχεδιαστεί ως αυτο-συνέντευξη, τα χαρακτηριστικά της οπισθοχώρησης, της παρακμής του δημοκρατικού συστήματος είναι έντονα τονισμένα και υπερβολικά καθορισμένα. Η πολιτική σκέψη των B.R. φαίνεται ότι έχει υποστεί μια ξαφνική και βαθιά επιτάχυνση: Αφεντικά και αστοί βυθίζονται σε μια ατμόσφαιρα έτους χίλια: η ιστορία στρέφει σελίδα και η επανάσταση είναι μια δύναμη της φύσης που χτυπά με δύναμη στις πόρτες .Η ιδεολογική αυτή επιτάχυνση επηρεάζεται βαθιά από το καταπιεστικό-κατασταλτικό κλίμα σε εξέλιξη και την εντύπωση που προκάλεσε το ανεπίσημο «πραξικόπημα» στη Γαλλία από τον De Gaulle. Το βασικό λάθος συνίσταται, πιθανώς, στην πίστη ότι «το προλεταριάτο, ως τάξη (ολόκληρο το προλεταριάτο και όχι μόνο οι προηγμένες περιπολίες – αν και μαζικές – αυτονομίας) ένιωθε αυτό το κλίμα καταστολής στον ίδιο βαθμό που το ένιωθαν οι κύκλοι της επαναστατικής αριστεράς που της καταστολής ήταν ο κύριος, μόνιμος, ασφυκτικός στόχος « (24).Αυτή η ανάλυση, όλη ιδεολογική, της σύνθεσης της τάξης, και η υποβάθμιση της ικανότητας απάντησης των εξουσιών, οδηγεί τις B.R. να εγκαταλείψουν την θεωρητικοποίηση των μακρών χρόνων που είχαν κάνει δικές τους από τις απαρχές. Παραδόξως, επαναλαμβάνει ξανά και ενισχύει τις ανησυχίες του Feltrinelli και των Gap σχετικά με το αναπόφευκτο της «αντιδραστικής στροφής». Στην προαναφερθείσα αυτο-συνέντευξη, στην ερώτηση: «Πιστεύετε λοιπόν σε μια επανέκδοση του φασισμού;» οι B.R. απαντούν: «Το πρόβλημα δεν πρέπει να τίθεται με αυτούς τους όρους […] Στη Γαλλία, το «πραξικόπημα» του De Gaulle και ο τρέχον «Γκωλικός φασισμός» ζουν κάτω από τον μανδύα της δημοκρατίας. Στο άμεσο χρονικό διάστημα αυτό είναι σίγουρα το λιγότερο ενοχλητικό μοντέλο. Όμως θα ήταν αφελές να ελπίζουμε σε μια μετριοπαθή σταθεροποίηση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης τη παρουσία ενός επαναστατικού μαχητικού κινήματος […].
Σχετική εικόνα
Είχαμε δύο δρόμους πέρα από το μεταρρυθμιστικό-ρεφορμιστικό μονοπάτι που απορρίψαμε μαζί με την επαναστατική αριστερά εδώ και αρκετά χρόνια: να επαναλάβουμε την ιστορική εμπειρία του εργατικού κινήματος σύμφωνα με την αναρχοσυνδικαλιστική ή την τρίτοδιεθνιστική εκδοχή, ή αντίστροφα να ενταχθούμε στην επαναστατική μητροπολιτική εμπειρία της σημερινής εποχής «(25).Συνεπώς οι B.R. σύμφωνα με την επιλογή αυτή, τοποθετούνται ως σημείο αναφοράς και συνάθροισης για το σχηματισμό του ένοπλου κόμματος: «που δεν πρέπει να νοείται ως ένοπλος βραχίονας ενός αφοπλισμένου μαζικού κινήματος, αλλά ως το υψηλότερο σημείο ενοποίησης. Δεν πρόκειται να δώσουμε το έναυσμα στον ένοπλο αγώνα, διότι αυτός, δυστυχώς, έχει ήδη ξεκινήσει μονομερώς από την μπουρζουαζία « (26).Φυσικά «χωρίς θεωρία καμία επανάσταση», και οι B.R. αναφέρονται στον «μαρξισμό-λενινισμό, την προλεταριακή πολιτιστική επανάσταση, τη εμπειρία που βρίσκεται σε εξέλιξη των μητροπολιτικών αντάρτικων κινημάτων» (27).Έτσι, ξεκινά η μακρά περίοδος της «ένοπλης προπαγάνδας», μια μακρά σειρά υποδειγματικών ενεργειών, ειδικά κατά των «μικρών επικεφαλής»- «capetti» και των φασιστών, με σκοπό να κερδίσουν μαζικές προσχωρήσεις. Στην διάρκεια του 1972 και ενώ το πολιτικό κλίμα είναι το περισσότερο «καυτό» των τελευταίων τριών χρόνων, οι BR πραγματοποιούν την πρώτη πολιτική απαγωγή στην ιστορία της Ιταλίας: την απαγωγή του μηχανικού Idalgo Macchiarini, που αποκαλείται ως ένας από τα πιο μισητά στελέχη της Sit-Siemens στο Μιλάνο.
Αποτέλεσμα εικόνας για Idalgo Macchiarini
Η δράση τοποθετείται μέσα σε ένα κλίμα μεγάλων κοινωνικών συγκρούσεων. Τον ιανουάριο οι εργάτες είχαν μπλοκάρει το Porto Marghera για δύο ημέρες, τον φεβρουάριο άρχισε η δίκη της «Piazza Fontana» και αμέσως μετατράπηκε σε μια σκληρή πράξη κατηγορίας για τις «κρατικές παρεκτροπές και συνωμοσίες». Η σχολαστική δουλειά αντιπληροφόρησης, μαζί με τη μαζική εκστρατεία υπό το σύνθημα «Valpreda libero! »Λευτεριά στον Valpreda»! Η σφαγή είναι του κράτους «είχε κάνει να καταρρεύσει το κάστρο ψευδών που χτίστηκε από τα όργανα του κράτους και τους μηχανισμούς που καλύπτονταν από ορισμένους τομείς της δικαστικής εξουσίας.
Σχετική εικόνα
Στις 11 mαρτίου στο Μιλάνο, σε μια από τις πιο βίαιες διαδηλώσεις που θυμόμαστε, η πόλη »κρατιέται» για αρκετές ώρες από τους συντρόφους. Μια βίαιη επίθεση βασισμένη στα κοκτέιλ μόλοτοφ, «champagne molotov» εξαπολύεται κατά της εφημερίδας «Il Corriere della Sera» «Ο μηχανικός Macchiarini απαγάγεται, με τα πιστόλια στα χέρια, από ένα φορτηγάκι μέσα στο οποίο, για περίπου είκοσι λεπτά, θα υποβληθεί σε μια» πολιτική δίκη » πριν απελευθερωθεί. Οι Ε.Τ. στην ανακοίνωση της δράσης τους χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα με τους κρατικούς μηχανισμούς: «δίκη», «σύλληψη», «προσωρινή απελευθέρωση- αποφυλάκιση με εγγύηση «.
Σχετική εικόνα
Ασφαλώς, η χρήση αυτής της γλώσσας καθορίζεται επίσης από ένα στοιχείο ειρωνείας, αλλά αντιστοιχεί σε μια τάση που θα εντείνεται όλο και περισσότερο στην ένοπλη πρακτική. Η τάση να ενεργεί ως «αντικράτος», σαν αυταρχική και κάθετη οργάνωση, σαν »μορφή κόμμα» γραφειοκρατική και κάθετη που κατά την εξέλιξή της θα οδηγήσει στις «φυλακές του λαού», στην πρακτική της «δίκης- προλεταριακής δικαιοσύνης», μέχρι να φθάσει σε κανονικές «εκτελέσεις» ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της «απόλυτης παρανομίας στην οποία έχει καταλήξει», η οποία προβλέπει αυστηρούς κανόνες και σκληρούς υπάκουους μαχητές που εκτελούν χωρίς μεγάλη συζήτηση. Mια δυναμική αυτή που, με την πάροδο του χρόνου, θα κάνει όλο και περισσότερο τις B.R. να μοιάζουν με μια κατοπτρική αντανάκλαση του κράτους, και θα καταστήσει ολοένα και πιο δύσκολη την αποκρυπτογράφηση της από το κίνημα. Σε κάθε περίπτωση, αυτή την πρώτη απαγωγή την βλέπουν με μεγάλη συμπάθεια οι εργατικές πρωτοπορίες, και επίσης ορισμένες εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις. Η «Potere Operaio» σε μια ανακοίνωση κάνει μια ουσιαστικά θετική ανάλυση: «Ένα εργατικό κομάντο πέρασε, για πρώτη φορά στην ιστορία της ιταλικής εργατικής τάξης, σε μια απαγωγή. Εμείς σημειώνουμε μόνο ότι η υποδοχή αυτής της πράξης σε επίπεδο εργατικής τάξης, υπήρξε θετική. Το άλμα ποιότητας στη διαχείριση του αγώνα που αποδεικνύει αυτή η δράση υπήρξε θετική […].Φαίνεται ότι στην μιλανέζικη εργατική τάξη που βρίσκεται σήμερα στο προσκήνιο, στην πρωτοπορία του συνολικού κινήματος, η συσχέτιση μεταξύ μαζικής δράσης και πρωτοποριακής δράσης είναι πλέον ένα επίκτητο γεγονός […] «(28). Η ίδια η Lotta continua, που είχε εκφραστεί αρνητικά για τη δράση της Lainate, διαδίδει μια ανακοίνωση αλληλεγγύης: «Εμείς θεωρούμε ότι αυτή η δράση συντάσσεται με συνέπεια με τη γενική βούληση των μαζών να διεξάγουν τον ταξικό αγώνα και στο επίπεδο της βίας και της παρανομίας» (29).Ταυτόχρονα με την απαγωγή Macchiarini, ένα παρόμοιο επεισόδιο συμβαίνει και στη Γαλλία. Ο Robert Nogrette, διευθυντής της Renault, απαγάγεται στις 9 μαρτίου 1972 από την Nouvelle Resistance populaire, τον ένοπλο οργανισμό της διαλυμένης Gauche prolétarienne. Η απαγωγή τελειώνει αναίμακτα μετά από 48 ώρες και την υποδέχεται με ενθουσιασμό η «Lotta Continua» που με έναν τίτλο μισής σελίδας εκφράζεται ως εξής: «Η απαγωγή των διευθυντών της Sit-Siemens και της Renault:
Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse
Η επαναστατική δικαιοσύνη αρχίζει να φοβίζει – Ζήτω μια επαναστατική δικαιοσύνη »(30). Μεταξύ του τέλους του 1972 και των αρχών του ’73 γύρω από το ΕΤ και του προβλήματος του «ένοπλου αυθορμητισμού» ανάβουν πολλές συζητήσεις, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γύρω από τις BR σχηματίζεται μια αύρα ρομαντισμού και διάχυτης συμπάθειας. Εντυπωσιάζει τους αγωνιστές, αλλά και τμήματα εργατών της βάσης, η εξειδίκευση τους επάνω στα προβλήματα του εργοστασίου, η «εργατική έρευνα» τους με γρήγορες και αποτελεσματικές μεθόδους, η περιορισμένη χρήση βίας (μέχρι τον ιούνιο του 1974, οι B.R. δεν θα εκτελέσουν ούτε μια θανατηφόρο ενέργεια, και σε εκείνη την περίπτωση – τον θάνατο δύο φασιστών στην Πάδοβα – θα κάνουν αυτοκριτική και θα την αποκαλέσουν «ατύχημα στην εργασία») και η γλώσσα που δεν έχει ακόμη γίνει δύσκολη και αινιγματική από την ιδεολογία. Το ’73 είναι επίσης το έτος του ριζώματος των B.R. στον εργατικό ιστό του Τορίνο. Απαγάγουν τον συνδικαλιστή Labate (της φασιστικής Cisnal) και του cav. Ettore Amerio, επικεφαλής του προσωπικού της Fiat. Και οι δύο απαγωγές είναι σημαντικές επειδή τοποθετούνται μέσα στο κλίμα σκληρής διαμάχης που φέρνει αντιμέτωπες τις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες στη διοίκηση της Fiat, μετά την ανακάλυψη εκτεταμένης τεκμηρίωσης που θα αποδεικνύει την επί πληρωμή συνενοχή αστυνομικών δυνάμεων και «φασιστών πρακτόρων» στο έργο του «φακελώματος» , ελέγχου και καταστολής των πρωτοποριών μέσα στο εργοστάσιο, που οργανώθηκε ακριβώς από τη Fiat. Η βάση των εργατών χαιρετίζει με διασκεδαστική ειρωνεία τη διάδοση των «πρακτικών» της «ανάκρισης» Amerio, και, μέσα στην απόλυτη αδιαφορία, αφήνει τον φασίστα συνδικαλιστή Labate αλυσοδεμένο σε ένα στύλο μπροστά από το Mirafiori, περιμένοντας την αστυνομία να τον απελευθερώσει.Η μεγάλη κατάληψη της Fiat του ’73, οι αγώνες του »κόμματος του Μιραφιόρι» ανακατεύουν ολόκληρο το πανόραμα της επαναστατικής αριστεράς, προσδίδοντας ζωή από την μία στο σχέδιο της «οργανωμένης αυτονομίας», από την άλλη, στις Ε.Τ. σαν αυτόνομο και κομματιστικό πολιτικό σχέδιο, και όχι πλέον μόνο σαν πόλο αναφοράς και συσσωμάτωσης των ριζοσπαστικών τάσεων. Μια διαδικασία που δεν είναι ακόμη άμεσα ορατή, αλλά που θα εδραιωθεί με την πάροδο του χρόνου.
Σχετική εικόνα
αυτονομία, autonomia

ΟΙ GAP ΚΑΙ Ο FELTRINELLI.

Σχετική εικόνα
Μεταξύ του τέλους του 1970 και των αρχών του ’71 υπήρξε μια σειρά βίαιων ενεργειών από παράνομες ομάδες που συχνά αναφέρονται στις BR. Υπάρχουν περισσότερο σκοτεινά ή προκλητικά επεισόδια που οι φασίστες και η αστυνομία προσπαθούν να τους αποδώσουν. Γενικότερα πρόκειται για επιθέσεις με «πλαστικό» που συνοδεύονται από φυλλάδια που εκθειάζουν τις BR. Αυτές όμως αποκηρύσσουν τη χρήση εκρηκτικών, όπως μπορούμε να υποθέσουμε από ένα έγγραφο τους: «είναι εύκολο να δούμε πώς η χρήση δυναμίτη γενικότερα έχει ως αποτέλεσμα να τρομάζει τις μάζες αδιακρίτως, όχι μόνο τον εχθρό, και προσφέρεται στις πιο διαφορετικές ερμηνείες από αριστερά και δεξιά, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την ευρεία χρήση του που έχει κάνει η αντίδραση ». Σχετικά με το θέμα των επιθέσεων με «πλαστικό» οι B.R. εκδίδουν ένα μεγάλο ανακοινωθέν στο οποίο η πρακτική αυτή ορίζεται ως σαφές φασιστικό αποτύπωμα και έμπνευση από την αστυνομία. Στο ίδιο ανακοινωθέν αναφέρεται η λογική των ενεργειών και των στόχων που ασκούνται: «Χτυπήσαμε στα εργοστάσια τις αποθήκες, τους υπηρέτες των αφεντικών, τους πιο μισούμενους από την εργατική τάξη όταν αυτό κρίθηκε απαραίτητο επειδή είχαν πληγεί σύντροφοι. »Χτυπήσαμε «φασίστες» διότι αυτοί είναι ο ένοπλος στρατός που σήμερα χρησιμοποιεί το κεφάλαιο ενάντια στους αγώνες των εργατών και την προλεταριακή απαίτηση για εξουσία. «Χτυπάμε πάντα » εχθρούς του λαού «και τους χτυπάμε πάντα μέσα σε τεράστια κινήματα αγώνα.» Αν από τη μία πλευρά είμαστε πεπεισμένοι ότι κανένας σύντροφος δεν θα πέσει στην παγίδα που θέτουν αυτές οι φασιστικές πράξεις, «υπογεγραμμένες» με τα αρχικά μας, από την άλλη πλευρά δίνουμε μια προειδοποίηση στις δυνάμεις της αντίδρασης: ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΙ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ ΚΑΙΕΙ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΤΟΥ … ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ ΑΤΙΜΩΡΗΤΟ! «Στους αστυνομικούς και τους φασίστες λέμε κάτι ξεκάθαρο: Δεν θα υπάρξει κανένα έλεος προς εσάς, η γροθιά της προλεταριακής δικαιοσύνης θα πέσει με τρομακτική δύναμη επάνω στον καθένα που σχεδιάζει, υφαίνει συνωμοσίες,δρα και εργάζεται ενάντια στα συμφέροντα εμάς των προλετάριων. ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ, ΝΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΟΥΜΕ, ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΣΤΗ ΔΡΑΣΗ. ΕΝΩΜΕΝΟ ΚΟΜΑΝΤΟ ΤΩΝ ΕΡΥΘΡΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΙΩΝ» (18). Άλλες δράσεις υπογεγραμμένες B.R. αντιθέτως γίνονται αποδεκτές. Είναι η περίπτωση μιας ομάδας που γεννήθηκε στη Ρώμη και που η εφημερίδα «Nuova Resistenza» θα ονομάσει «οι Β.R. της Ρώμης».
Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse
Τα κύρια επεισόδια και οι ενέργειες αυτής της ομάδας, η οποία λειτουργεί μέχρι τα μέσα του 1971, συνδέονται όλες με επιθέσεις ενάντια στους φασίστες ή τα φασιστικά αρχηγεία (ιδιαίτερης σημασίας εκείνη ενάντια στον Junio Valerio Borghese που θα συμμετάσχει σε μια κάπως αλλόκοτη προσπάθεια »πραξικοπήματος «) και επίσης οι ισχυρισμοί τονίζονται έντονα από το πρόβλημα της αντιφασιστικής μάχης. Ακόμα και μέσα στην διαφορετικότητα των θέσεων, οι B.R. αποδέχονται επίσης τις δράσεις των Gap. Οι Gap εμφανίζονται πανηγυρικά στις 16 απριλίου 1970, μόλις τέσσερις μήνες μετά τη «σφαγή του κράτους», ενώ η χώρα κλονίζεται από τη διαμάχη και τις πολεμικές και οι φασιστικοί σχηματισμοί που «καλύπτονται» διαρκώς από την αστυνομία γίνονται όλο και πιο αλαζονικοί. Είναι 20,33 όταν μια φωνή παρεμβάλεται στο τηλεοπτικό κανάλι που μεταδίδει τις ειδήσεις. Στη Γένοβα, όπου θα λάβει χώρα η παρεμβολή, η εντύπωση είναι τεράστια. Στη συνέχεια θα υπάρξουν και άλλες »εκπομπές του λαού» και σε άλλες περιοχές (για παράδειγμα στο Τρέντο και το Μιλάνο). Οι ανακοινώσεις του Radio Gap δημοσιεύονται τόσο στο «Potere Operaio» (το οποίο εκδίδει επίσης εκείνες των BR) όσο και στη «NuovaResistenza» ». Η διαφορετική πολιτική προσέγγιση μεταξύ B.R. και Gap διευκρινίζεται σε αυτή την εφημερίδα. Οι Gap, πράγματι, ανάμεσα στα διάφορα ακρωνύμια που εμφανίζονται στην περίοδο αυτή, είναι το μόνο σχήμα, μαζί με τις B.R., μιας ορισμένης συνέπειας και πυκνότητας. Ξέρουν πώς να ξεφεύγουν από τις αστυνομικές έρευνες, προφανώς έχουν οικονομικά μέσα και πιέζουν και παροτρύνουν τόσο με τις ενέργειες τους όσο και με τις «πειρατικές» μεταδόσεις τον πολιτικό διάλογο (και η «Lotta Continua» δίδει πάντα μεγαλύτερη έμφαση στις πράξεις τους).Εκτός από τις μεταδόσεις, η δραστηριότητα των GAP συνίσταται κυρίως σε μια σειρά επιθέσεων σε κάποια κέντρα αστικής εξουσίας (αμερικανικά προξενεία, έδρα του P.S.U., εργοστάσια, αποθήκες Ignis, διυλιστήριο Garrone κ.λπ.). Από τις ανακοινώσεις τους μπορούμε να δούμε ότι η προσέγγισή τους είναι ουσιαστικά αμυντική και ακολουθεί τα πρότυπα του παρτιζάνικου αγώνα κατά τη διάρκεια της Αντίστασης: δεν είναι ένα αστικό αντάρτικο εκείνο που βλέπουν σε προοπτική, αλλά ένας κουβανέζικου τύπου ανταρτοπόλεμος σε ορεινές περιοχές, όπου μπορεί κανείς να υπερασπιστεί τον εαυτό του καλύτερα και επί μακρόν. Για τους Gap ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η υπόθεση ενός πραξικοπήματος της δεξιάς.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
Στους αγωνιστές των Gap κάνει μεγάλη εντύπωση το επεισόδιο του επιχειρούμενου «πραξικοπήματος» της 7ης δεκεμβρίου 1970. Με την ευκαιρία αυτή, ο Junio Valerio Borghese (πρίγκιπας και πρώην φασίστας διοικητής της διαβόητης Decima MAS), επικεφαλής μιας ομάδας φασιστών συνωμoτών εισχώρησαν μέσα στο υπουργείο εσωτερικών για να το καταλάβουν. Έπρεπε να είναι η έναρξη για το πραξικόπημα. Αντ ‘αυτού, ξαφνικά, οι συνωμότες έλαβαν μια αντίθετη διαταγή. Κάτι σε υψηλό επίπεδο δεν έπρεπε να έχει λειτουργήσει. Σε μεταγενέστερες έρευνες, η «απόπειρα πραξικοπήματος» διασταυρώνεται με μια άλλη «συνωμοσία» της δεξιάς με το όνομα «Rosa dei venti», »Tριαντάφυλλο των ανέμων», η οποία περιλαμβάνει μερικούς σημαντικούς αξιωματικούς του στρατού και οδηγεί στη σύλληψη του στρατηγού Vito Miceli, ο οποίος υπήρξε ήδη επικεφαλής για τρία χρόνια του «Uspa, του Γραφείου ασφαλείας του ατλαντικού συμφώνου, και για τέσσερα χρόνια του Sid (της σημαντικότερης εθνικής μυστικής υπηρεσίας). Ιδιαίτερα σε αυτό το επεισόδιο επισημαίνονται οι διαφορές μεταξύ B.R. και Gap. Για τις B.R. το στρατιωτικό πραξικόπημα δεν θεωρείται άμεσος κίνδυνος και ο Βαλέριο Μποργκέζε θεωρείται ως το «δυάρι στην [χαρτοπαίγνιο] briscola». «Αυτό που αντιθέτως είναι πολύ σημαντικό, όμως, είναι η χρήση αυτών των ονείρων που έχουν σκοπό να κάνουν η κυβέρνηση και οι ρεβιζιονιστές: Η εργατική τάξη βρίσκεται πάντα στην επίθεση εδώ και τρία χρόνια. Η εξουσία έχει καταληφθεί από ανεπίλυτες δυσκολίες, και πρέπει να κρύβει στα μάτια των μαζών τη λέπρα που την αποδυναμώνει, την κατατρώει καθημερινά όλο και βαθύτερα, εφευρίσκει την όμορφη ιστορία του «μαύρου πρίγκιπα» (πραξικοπηματία) που πρέπει να πουλήσει στην κοινή γνώμη » (19). Για τις B.R., επιπλέον, οι ρεβιζιονιστές (P.C.I. και συνδικάτα) το χρησιμοποιούν για να ωθήσουν τις πρωτοπορίες της τάξης να αποδεχθούν το κοινοβουλευτικό παιχνίδι και να περιορίσουν τη θέλησή τους να πολεμήσουν. Η αξιολόγηση των GAP είναι διαφορετική: «Το πραξικόπημα είναι επικείμενο». Σε ένα έγγραφο που δημοσιεύεται από την «Potere operaio» και την «Lotta Continua» τονίζεται «ο αυξανόμενος ρόλος των στρατιωτικών δυνάμεων του κράτους και των φασιστικών παραστρατιωτικών δυνάμεων [ …] μόνο μια διαρροή ειδήσεων επέτρεψε την τελευταία στιγμή να ματαιωθεί ένα προκαθορισμένο με σχολαστική φροντίδα πραξικόπημα […] από εκατοντάδες αξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων, από τις ανώτερες και περιφερειακές διοικήσεις των καραμπινιέρων, από τους εκπροσώπους της οικονομίας και της ιταλικής καπιταλιστικής βιομηχανίας, καθώς και από εκπροσώπους του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού «(20).
Σχετική εικόνα
Ακόμη και στην κρίση που πρέπει να δοθεί, ως λογική συνέπεια, στους ρεβιζιονιστές οι δύο οργανώσεις διαφέρουν. Σύμφωνα με τους GAP «και η παραδοσιακή αριστερά που εκπροσωπείται από το ΚΚΙ […] βλέπει καθημερινά με ανησυχία το πεδίο δράσης της ολοένα να στενεύει». Ως εκ τούτου, η έκκληση προς τους αγωνιστές του ΚΚΙ: «Η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι όλοι αξιώνουν και απαιτούν μια πολιτική εκτενούς μετώπου εναντίον του φασισμού, κατά της καπιταλιστικής κυριαρχίας και κατά του ιμπεριαλισμού. […] Θέλουν οι σύντροφοι που είναι εγγεγραμμένοι στο P.C.I. να είναι μέρος αυτού του επαναστατικού και αντιφασιστικού μετώπου;» (21). Μέσα σε αυτό το σύντομο απόσπασμα αντηχούν ιστορικά θέματα του οργανωμένου εργατικού κινήματος: από τη στρατηγική του «ευρύτερου μετώπου» που διαμεσολαβείται από την Τρίτη Διεθνή, στην εγγενή αναγκαιότητα χρήσης του για την υπεράσπιση της δημοκρατίας όπως κατά τη διάρκεια της παρτιζάνικης Αντίστασης. Οι διαφορές με τις B.R. είναι βαθιές και αντικατοπτρίζουν επίσης την προσωπικότητα αυτού που αργότερα θα αποκαλυφθεί να είναι η κύρια ψυχή των Gap: Giangiacomo Feltrinelli. Ο Feltrinelli υπήρξε πρωταγωνιστής της πολιτιστικής συζήτησης από τα τέλη της δεκαετίας του ’50. Ο εκδοτικός οίκος του, τα βιβλιοπωλεία, ήταν ένα μεγάλο παράδειγμα πολιτιστικής και πολιτικής ανανέωσης της ιταλικής κοινωνίας. Από το 1950 ίδρυσε το Ινστιτούτο Feltrinelli για την ιστορία του εργατικού κινήματος: ένα γεγονός μεγάλης σημασίας που κάλυπτε ένα σοβαρό κενό στην κουλτούρα της μαρξιστικής αριστεράς. Εγγεγραμμένος στο PCI, ο Φελτρινέλλι απομακρύνθηκε προοδευτικά για να στρέψει την προσοχή του στους επαναστατικούς αγώνες του Τρίτου κόσμου. Τα «φυλλάδια των βιβλιοπωλείων Feltrinelli, οι μπροσούρες» ενημέρωναν για τους απελευθερωτικούς αγώνες με εξαιρετική επικαιρότητα, έγκαιρα, καθώς και για τους αγώνες των σπουδαστών που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Ο Feltrinelli προσέγγιζε όλο και περισσότερο την επαναστατική αριστερά. Υποστήριξε τη διάσπαση του «Δρεπανιού σφυριού» (μια ομάδα 1500 μελών του PCI της περιοχής Sesto San Giovanni που θα έδινε στη συνέχεια ζωή στην Ένωση ιταλών κομουνιστών μαρξιστών-λενινιστών που αργότερα έγιναν Servire il popolo), αλλά κυρίως προσπάθησε να εντοπίσει στην ιστορία του PCI εκείνο το επαναστατικό αντιστασιακό σκέλος που ποτέ δεν έπαψε να σκέφτεται την κατάληψη της εξουσίας.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
Και μάλλον σε αυτό το μονοπάτι είναι που διασταυρώνεται με κάποια περιβάλλοντα πρώην παρτιζάνων, ειδικά στη Λιγουρία, όπου μπορούμε να υποθέσουμε ότι χτίστηκαν οι πρώτες βάσεις των Gap. Κατά τη διάρκεια του ’68, ο Feltrinelli εντατικοποίησε τα ταξίδια του στη Λατινική Αμερική για λόγους εκδοτικούς (είχε δημοσιεύσει τα έργα του Che Guevara και πολλών μεγάλων λατινοαμερικανών μυθιστοριογράφων), αλλά και να μεταφέρει συγκεκριμένη στήριξη, πραγματική, στα αντάρτικα που βρίσκονται σε εξέλιξη. Συνελήφθη στην Βολίβια και σε εκείνη την περίπτωση ακόμη και η προεδρία της δημοκρατίας κινείται για να επιτύχει την απελευθέρωσή του. Φίλος του Castro και του Régis Debray (ο οποίος ήταν με τον  Che στην Bolivia), ολοένα και περισσότερο πείθεται ότι η ιταλική αστική τάξη δεν είναι σε θέση να αντέξει την τρέχουσα κοινωνική σύγκρουση και ότι θα υποχρεωθεί (και εξαιτίας της τοποθέτησης της στο δυτικό στρατιωτικό στρατόπεδο) να καταφύγει σε αυταρχικές λύσεις: Είναι για τον Feltrinelli η φάση του »πραξικοπήματος και αντάρτικου πολέμου», παρουσιάζει τις ιδέες του σε μια σειρά εντύπων:« Ιταλία 1968: πολιτικός ανταρτοπόλεμος ». «Συνεχίζεται η απειλή ενός πραξικοπήματος», «Καλοκαίρι 1969″. Δημοσιεύει επίσης το «Αίμα των λιονταριών» του Edoard Marcel Simbu σχετικά με τον ανταρτοπόλεμο στο Κονγκό, το οποίο περιέχει στο παράρτημα ένα αποτελεσματικό εγχειρίδιο αστικού ανταρτοπόλεμου, και το οποίο θα γίνει ένα είδος «cult book» του κινήματος.
Αποτέλεσμα εικόνας για Edouard Marcel Sumbu, Sangue dei leoni
Αυτή η συνεχής αναταραχή και προπαγάνδα σε επαναστατικά ζητήματα και πρακτικές τοποθετεί τον Feltrinelli στο στόχαστρο του συντηρητικού τύπου, ο οποίος δεν αφήνει την ευκαιρία να υπονοεί τη συνενοχή του με οτιδήποτε συμβαίνει. Επίσης, η αστυνομία και το δικαστικό σώμα αυξάνουν προοδευτικά τις έρευνες και τις ανακρίσεις εναντίον του. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο Feltrinelli βρίσκεται όλο και περισσότερο στο εξωτερικό από ό, τι στην Ιταλία.
Σχετική εικόνα
Από διαφορετικά μέρη δίνει συνεντεύξεις και έγγραφα σε ιταλικά περιοδικά, στα οποία γνωστοποιεί τις επιλογές του. Στο περιοδικό «Compagni» εκθέτει μερικές από τις πολιτικές του σκέψεις: «Η αντιδραστική επίθεση μπορεί να σταματήσει μόνο με έναν αγώνα στον οποίο θα κατέβουν οι πρωτοπορίες του προλεταριάτου. Ενώ στο παρελθόν η παρέμβασή μου στην πολιτική ανέκαθεν διαμεσολαβούνταν από εκδοτική δραστηριότητα, από τώρα δεσμεύομαι για μια πιο άμεση παρέμβαση στην πορεία και την εξέλιξη των γεγονότων »(22). Το 1971 ο Feltrinelli ήταν ύποπτος συνέργειας στη δολοφονία του βολιβιανού προξένου στο Αμβούργο Roberto Quintanilla.
Quintanilla è il primo a sinistra
ο πρώτος από αριστερά
Ο πρώην επικεφαλής της μυστικής αστυνομίας της Βολιβίας (ένας από τους υπεύθυνους για τη δολοφονία του Τσε) πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε από μια γυναίκα που εγκατέλειψε το όπλο, ένα Colt Cobra 38, το οποίο αποδεικνύεται ότι ήταν ιδιοκτησία του Feltrinelli, ο οποίος ισχυρίζεται ότι το είχε χάσει.
monika ertl
Monica Ertl
Στις 15 mαρτίου 1972 το πτώμα του Giangiacomo Feltrinelli βρέθηκε από έναν αγρότη κάτω από έναν στήλο υψηλής τάσης της Segrate, στα περίχωρα του Μιλάνο, με μερικά εκρηκτικά που δεν είχαν ακόμη πυροδοτηθεί δίπλα του. Ο θάνατος του Feltrinelli και οι εικασίες που τον συνοδεύουν σημαδεύουν ένα κρίσιμο επεισόδιο της συζήτηση εκείνων των χρόνων. Ξεκινάει να σπάει ο ιστός συνεργασίας μεταξύ των δημοκρατών και των κινηματικών, γεννιέται η παράνοια του «εσωτερικού εχθρού». Σε μια πρώτη φάση, οι «δημοκράτες» ερμηνεύουν το θάνατο του Feltrinelli ως ένα ακόμη επεισόδιο της «στρατηγικής της έντασης», σαν μια «δολοφονία του κράτους». Ανθίζουν οι υποθέσεις και οι αντιέρευνες. Ο δημοκρατικός χώρος και οι ίδιες οι εξωκοινοβουλευτικές ομάδες δεν αμφιβάλλουν ότι πρόκειται για προβοκάτσια. Η Potere operaio σπάει πρώτη τον πάγο των υποθέσεων και σε ένα νούμερο της εφημερίδας αποκαλύπτει την ένταξη του Feltrinelli στους Gap με το όνομα μάχης «διοικητής Osvaldo».Στους σχηματισμούς της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ο θάνατος του Feltrinelli ανάβει ξανά τη συζήτηση για τους παράνομους σχηματισμούς, και αν η Lotta continua υποστηρίζει από τις επιθέσεις την εργατική Εξουσία, η Avanguardia operaia βγαίνει, μαζί με άλλους δημοκρατικούς χώρους από την »εθνική Επιτροπή αγώνα κατά της κρατικής σφαγής», κατηγορώντας το Potere operaio και την Lotta continua ότι κάνουν μια »τρελή ανάλυση της ιταλικής κατάστασης και των καθηκόντων του κινήματος που τους οδηγεί να αντιμετωπίζουν σαν συντρόφους αυτούς των Gap και των BR ». Έξω από αυτές τις αντιπαραθέσεις, ο ιστός της συνεργασίας μεταξύ των δημοκρατών και των κινηματικών σπάει οριστικά, και ακόμη και μεταξύ των εξωκοινοβουλευτικών σχηματισμών γίνεται κομμάτια η αλληλεγγύη στη βάση που γεννήθηκε για να αποκαλύψει τα «μυστήρια του κράτους» μετά την Piazza Fontana. Οι αντιδράσεις μεταξύ των συντρόφων είναι δύο τύπων: η μία, της οργάνωσης, είναι εκείνη που θέλει να επιτείνει τις δημοκρατικές διατυπώσεις (συμμετοχή σε εκλογές, δημοψήφισμα κλπ.), η άλλη ατομική, αλλά πολύ εκτεταμένη, είναι εκείνη να κλείνονται οι αγωνιστές στον εαυτό τους ή να επιστρέφουν στα παραδοσιακά κόμματα, αρνούμενοι το παρελθόν τους στη μία ή την άλλη των περιπτώσεων.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli

Υπάρχουν όμως και εκείνοι που παρότι παραμένουν στις οργανώσεις ή τοποθετούνται στα περιθώρια αυτών, που τονίζουν ολοένα και περισσότερο την προσοχή προς τις παράνομες ένοπλες ομάδες, προκαλώντας έναν τεράστιο και υπόγειο διάλογο σχετικά με την εμφάνιση της ανάγκης για «ένοπλο αγώνα» που θα διαρκέσει πολύ καιρό, θρυμματίζοντας ολόκληρα τμήματα στη βάση των εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων.

 

Giangiacomo Feltrinelli: «ESTATE ’69» (ESTRATTO).

Είναι σκόπιμο να εξετασθούν – έστω και εν συντομία – οι λόγοι και τα κίνητρα που οδηγούν τις δεξιές δυνάμεις (μεγάλες ιταλικές επιχειρήσεις, στρατιωτικές και διεθνείς δυνάμεις) να επιβάλλουν μια δεξιά εξουσιαστική αλλαγή με μια κοινή πολιτική και στρατιωτική επιχείρηση. Ειλικρινά οι λόγοι που σπρώχνουν τις αντιδραστικές ομάδες σε αυτές τις επιλογές συμπίπτουν, εν μέρει, με την κριτική των υπερδομών του συστήματος που γίνεται από την αριστερά: η ριζοσπαστική αντιπολίτευση έγκειται στους επιδιωκόμενους σκοπούς αντίστοιχα. Οι δεξιές δυνάμεις, όταν επικρίνουν τις υπερδομές του συστήματος τείνουν να τις τροποποιούν για να τις καθιστούν πιο κατάλληλες στις δικές τους ανάγκες για εκμετάλλευση και αδιαμφισβήτητη κυριαρχία των δημόσιων και ιδιωτικών πραγμάτων. Αντιθέτως εμείς επιδιώκουμε να μεταφέρουμε την κριτική από την υπερδομή στην ίδια τη δομή, εμπλέκοντας ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα και προτρέποντας την ανατροπή και την κατάργησή του. Από την πλευρά των μεγάλων βιομηχανικών, πολιτικών και στρατιωτικών ομάδων, ιταλικών και διεθνών, οι λόγοι που στρατεύονται υπέρ του πραξικοπήματος είναι                     a) η λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, της κυβέρνησης και της ιταλικής κομματικής οργάνωσης, κομματοκρατίας – η οποία εξακολουθεί να βασίζεται στο παλιό πελατειακό σύστημα – λειτουργία που έρχεται σε αντίθεση με τις ανάγκες μιας σύγχρονης ιταλικής και διεθνούς καπιταλιστικής βιομηχανίας. Μιλούν επομένως από πολλά μέρη – και ρητά αναφέρεται αυτό από τους συντάκτες του Progetto 80 του υπουργείου προϋπολογισμού – για απαξίωση των θεσμών (στο Σχέδιο 80, αφού εντοπίστηκε το θεμελιώδες εμπόδιο που αυτή αντιπροσωπεύει για την περαιτέρω καπιταλιστική ανάπτυξη, προχωρούν ωστόσο στην εκπόνηση μιας φανταστικής υπόθεσης καπιταλιστικής ανάπτυξης χωρίς να στέκονται να μας πουν για το πώς σκοπεύουν να ξεπεράσουν το εμπόδιο της «απαξίωσης» του κρατικού και κυβερνητικού μηχανισμού. Μήπως αυτό σημαίνει ότι το πραξικόπημα θεωρείται δεδομένο;)

Σχετική εικόνα

Και αυτή η απαξίωση του διοικητικού, νομικού και πολιτικού μηχανισμού του κράτους και του συστήματος διακυβέρνησης είναι ακόμη πιο σοβαρή λόγω του γεγονότος ότι όχι μόνο πραγματώνεται μέσα σε μια εξωφρενική βραδύτητα της νομοθετικής διαδικασίας, ακριβώς σε μια στιγμή κατά την οποίαν η ταχύτητα της νομοθετικής παρέμβασης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος, αλλά και μέσα σε μια προοδευτική πολιτική και οικονομική παράλυση του κράτους και των δημόσιων φορέων λόγω της επιπλοκής και της βραδύτητας της γραφειοκρατικής διαδικασίας, παράλυση που βαρύνει σοβαρά επί της κανονικής οικονομικής ανάπτυξης των επιχειρήσεων, είτε είναι ιδιωτικές ή δημόσιες. Τέλος, πρέπει να υπολογίσουμε πως υπάρχει έντονη δυσαρέσκεια στις υψηλές στρατιωτικές σφαίρες λόγω της αβεβαιότητας της στρατιωτικής πολιτικής της ιταλικής κυβέρνησης και της ανεπάρκειας των πιστώσεων του υπουργείου άμυνας. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι, σύμφωνα με την αριστερά, αυτή η «απαξίωση» δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποφευχθεί με τη δημιουργία μιας νέας, σύγχρονης και διεθνούς μορφής φασισμού στην Ιταλία: αυτή είναι μάλλον εγγενής στο σύστημα και ως εκ τούτου μπορεί να λυθεί μόνο με την εξάλειψη του κακού στη ρίζα του. Σήμερα για τη μεγάλη βιομηχανία και για τον διεθνή ιμπεριαλισμό, το σημερινό πολιτικό σύστημα, ανεξάρτητα από την κακή διαχείριση που έχει κάνει η χριστιανοδημοκρατία- DC, και από τα όρια, που ουσιαστικά είναι ταξικά, του Συντάγματος επί του οποίου βασίζεται, αποτελεί έναν στόχο εμπόδιο στην ανάπτυξη του καπιταλισμού με αποικιοκρατικό στυλ που αναμένεται στην Ιταλία τα επόμενα χρόνια.      b) Η διαφαινόμενη – σε διεθνή κλίμακα – σοβαρή οικονομική κρίση που προκλήθηκε από τη συνύπαρξη δύο φαινομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από ένα προοδευτικό και γρήγορο πληθωρισμό και, ταυτόχρονα, από την εφαρμογή αντιπληθωριστικών μέτρων που καθορίζουν μια σχετική παράλυση και την ανακοπή της εξέλιξης της παραγωγικής διαδικασίας. Τα συμπτώματα αυτής της κρίσης είναι ήδη εμφανή στη διεθνή χρηματοπιστωτική αγορά που κυριαρχείται από την κρίση του δολαρίου. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, η βιομηχανία δεν θέλει, προφανώς, να βρεθεί ανάμεσα στον άκμονα (δηλαδή, την ορμητική και γενικευμένη ανάπτυξη των εργατικών διεκδικήσεων που ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαν να υπερπηδήσουν το καθαρά συνδικαλιστικό όριο για να αναλάβουν έναν πιο ξεκάθαρο πολιτικό χαρακτηρισμό) και την σφύρα που αντιπροσωπεύει, για μια χώρα που εξάγει το 25% του ακαθάριστου εθνικού της προϊόντος, μια οικονομική κρίση των Ηνωμένων Πολιτειών και των συνακόλουθων συνεπειών που θα είχε αυτή στο διεθνές εμπόριο.        c) Η αναζήτηση ενός τμήματος της D.C. και των σοσιαλιστών P.S.I. μιας νέας «πλειοψηφίας» που να περιλαμβάνει, άμεσα ή έμμεσα, το PCI, παραβιάζει συγκεκριμένες διεθνείς δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο του ατλαντικού Συμφώνου και του ΝΑΤΟ, οπότε απαιτείται (όπως συνέβη στην Ελλάδα) ένα προληπτικό πραξικόπημα ή μια αυταρχική δεξιά στροφή.

Σχετική εικόνα
d) Τέλος, η αδυναμία να συγκρατηθούν με τις δυνάμεις και τους νόμους που είναι επί του παρόντος διαθέσιμες οι εργατικές, αγροτικές και φοιτητικές αξιώσεις και η δράση των πολιτικών ομάδων της άκρας αριστεράς. Αυτές οι αξιώσεις και οι αναταραχές όχι μόνο τείνουν να αλλάζουν την κατανομή του εισοδήματος μέσω των μισθολογικών αυξήσεων αλλά επηρεάζουν την ίδια την παραγωγικότητα των εργοστασίων τη στιγμή που ζητείται η αποδέσμευση των μισθών από την παραγωγικότητα, η μείωση των σφαγιαστικών ρυθμών εργασίας και η εβδομάδα των 40 ωρών. Υπό την έννοια αυτή, συμπτωματική είναι η άρνηση της Fiat να διαπραγματευτεί αυτά τα προβλήματα, η αδυναμία, παρά τη συνενοχή των ηγεσιών των συνδικάτων, να συγκρατηθούν αυτές οι διεκδικήσεις, και η συνεπακόλουθη στροφή προς τα δεξιά του μεγάλου μονοπωλίου του Τορίνο. Σε όσους αναρωτιούνται τι συμφέρον θα είχαν οι μεγάλες ιταλικές μονοπωλιακές ομάδες για μιαν αυταρχική στροφή προς τα δεξιά, απλά να θυμίσουμε τη φύση των εργατικών διεκδικήσεων που, επηρεάζοντας την παραγωγικότητα, «χτυπούν ακριβώς τις εταιρείες με υψηλότερο πάγιο κεφάλαιο«.                      
Συμπερασματικά: σε μια εποχή όπως η παρούσα που αντιμετωπίζει το φάσμα και την απειλή μιας διεθνούς χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης, η ιταλική καπιταλιστική ανάπτυξη βρίσκει ένα εμπόδιο στην ανάπτυξή της τόσο στις υπερδομές του συστήματος όσο και στις διεκδικήσεις των εργατών. Η προσφυγή στο πραξικόπημα ή μια αυταρχική στροφή στα δεξιά θα ήταν συνεπώς εντελώς σύμφωνη με τις ανάγκες του συστήματος και την ανάγκη του να λύσει, για δικό του όφελος έστω και προσωρινά, τις πιο οξείες αντιφάσεις της στιγμής. Ευνοεί αυτό το σχέδιο και αυτές τις φιλοδοξίες η κολακευτική προοπτική να επιτευχθεί μια σημαντική επιτυχία.Αυτή η ελπίδα των δεξιών δυνάμεων υποστηρίζεται από την έλλειψη μιας επαναστατικής στρατηγικής στις καταπιεζόμενες και εκμεταλλευόμενες τάξεις, και στην ίδια την πολιτική του PCI, το οποίο έχει στρατευτεί στην αναζήτηση μιας «νέας (εφήμερης) πλειοψηφίας» και είναι διατεθειμένο, προκειμένου να επιτύχει αυτό τον στόχο, να αγνοήσει όχι μόνο την ουσιαστική αδυναμία της τρέχουσας ή της μελλοντικής κυβερνητικής δομής, αλλά ακόμη και τις ήδη προφανείς ύποπτες μανούβρες, τις συνωμοσίες και τους ελιγμούς εκείνων που προετοιμάζουν την δεξιά στροφή. Το PCI, προς το οποίο οι μάζες συχνά κοιτούν κάτω από την ώθηση μιας επαναστατικής παράδοσης ως ασφαλή οδηγό, εξακολουθεί να παραμελεί, και δεν έχει σημασία αν σκόπιμα ή όχι, να δημιουργήσει μια σωστή ανάλυση της κατάστασης και να αποκομίσει τα συνεπή συμπεράσματα.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
Η ιστορία μας διδάσκει ότι δεν είναι με την συγκατάθεση ή αποφεύγοντας έναν αγώνα, που μοιάζει πλέον αναπόφευκτος, που αποτρέπουμε την αντιπαράθεση, την σύγκρουση: το μόνο αποτέλεσμα είναι ότι φθάνουμε εκεί απροετοίμαστοι. Μετά υπάρχουν και άλλα γενικά συμπτώματα της προσέγγισης ενός πραξικοπήματος ή μιας αυταρχικής ριζικής στροφής προς τα δεξιά. Συγκρίνοντας τις εμπειρίες των χωρών στις οποίες υπήρξαν πρόσφατα πραξικοπήματα ή αντιδραστικοί κλυδωνισμοί, ανατροπές, σημειώνουμε, γενικά, τις ακόλουθες «σταθερές»: 1) το σφυροκόπημα καταγγελιών περί αναρχίας στην οποία θα έπεφτε η χώρα και η βιομηχανική παραγωγή εξαιτίας της αναταραχής και των απαιτήσεων της εργασίας · 2) η γενικευμένη, εκτεταμένη καταγγελία της κρατικής κρίσης της ανεπάρκειας των κομμάτων, και της αχαλίνωτης διαφθοράς σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής · 3) το ξέσπασμα ενός σκανδάλου που περιβάλει έναν βουλευτή του δημοκρατικού κέντρου ή ανώτερους υπαλλήλους του κρατικού μηχανισμού · 4) τη σύλληψη προσωπικοτήτων από τον κόσμο του πολιτισμού και της αριστερής εκδοτικής δραστηριότητας (δημοσιογράφοι, εκδότες) · 5) η ταυτόχρονη καταδίκη και σύλληψη εκατοντάδων ανθρώπων που κατά τη διάρκεια των προηγούμενων αναταραχών που σημειώθηκαν σε διαφορετικές εποχές, διακρίθηκαν για πολιτική μαχητικότητα. 6) η σύλληψη εκπροσώπων συνδικαλιστικών οργανώσεων, 7) η εντατικοποίηση των επιθέσεων εκ μέρους ακροδεξιών ομάδων εναντίον αριστερών οργανώσεων και προσωπικοτήτων 8) η διάλυση του κοινοβουλίου, αφού ορισμένοι τομείς του κοινοβουλευτικού κόσμου αρνήθηκαν να σεβαστούν την επίσημη κοινοβουλευτική εντολή. »Θα πρέπει να σημειωθεί, εν τω μεταξύ, ότι σήμερα στην Ιταλία αυτών των συμπτωμάτων, αυτών των γεγονότων, πολλά έχουν ήδη εμφανιστεί ή είναι σε πλήρη εκδήλωση, ενώ άλλα, και συγκεκριμένα η διάλυση του κοινοβουλίου, επαναλαμβάνονται ρητά στις συζητήσεις και στις φήμες που κυκλοφορούν στους επίσημους κύκλους«.
Αποτέλεσμα εικόνας για gap giangiacomo feltrinelli
αυτονομία, autonomia

Κεφάλαιο 8. ΕΝΟΠΛΗ ΠΑΛΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ.

ΟΙ ΠΙΘΑΝΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ «ΕΝΟΠΛΗΣ ΤΑΣΗΣ».

Το 1976 έγραφε ένας άγνωστος συντάκτης στην «manchette» στο κάλυμμα του βιβλίου «ερυθρές Ταξιαρχίες»: «Έτσι η φρίκη για τις ερυθρές Ταξιαρχίες επικύρωσε την προσπάθεια να ποινικοποιηθεί η ριζοσπαστική διαφωνία, ευνόησε στην Ιταλία, επάνω στο γερμανικό παράδειγμα, να ξεκινήσει μια αυστηρή κατασταλτική νομοθεσία και να ακυρωθεί κάθε διάκριση μεταξύ πρόληψης και καταστολής […] » και επιπλέον:» Το βιβλίο της κόκκινης Βοήθειας είναι μια ειλικρινής απόπειρα (ανάγνωσης) προς αυτή την κατεύθυνση (για να ανοικοδομήσει μια υπόθεση μέσα στις πραγματικές της διαστάσεις]. Η δημοσίευση αυτού του βιβλίου, σε αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, θέλει ακριβώς να προσφέρει στο κοινό εκείνη την υπηρεσία που άλλοι δεν την έχουν παράσχει και που θα έπρεπε να είναι αντιθέτως χαρακτηριστική σε έναν σύγχρονο εκδότη  (1).

Σχετική εικόνα

Με ακόμη πιο ακριβή τρόπο, ο συντάκτης διευκρινίζει τις σκέψεις του στο εσωτερικό σημείωμα. Όλες οι κατηγορίες περί «προβοκατόρων και κατασκόπων» που απευθύνονται στις ερυθρές Ταξιαρχίες απορρίπτονται, αναγνωρίζοντας σε αυτούς πως αγωνίζονταν για «έναν σκοπό που στοίχειωσε ολόκληρες γενιές στρατευμένων αγωνιστών». Χτίζεται μια σύντομη ανάλυση (υποστηριζόμενη από τον Francesco Ciafaloni στα «Quaderni Piacentini») σχετικά με την προέλευση του προβλήματος:»κατά τα έτη 1969-72 (ακόμη και πέραν αυτών), ένα μη μειοψηφικό κομμάτι των νέων, πρωταγωνιστών των αγώνων στα εργοστάσια και στο σχολείο […] έθεσε τη ζωή του σε λειτουργία ριζικής μεταμόρφωσης βραχυπρόθεσμα […] «αλλά στη συνέχεια» […] δεν λειτούργησε μια συνειδητή, αιτιολογημένη, ορθολογική μετάβαση από την παλιά θέση στη νέα, η οποία θα επέτρεπε την συνεπή διατήρηση μέρους της ψυχολογικής και ιδεολογικής φόρτισης που ήταν παρούσα σε μαζικό επίπεδο. Οι περισσότεροι εγκατέλειψαν, επέστρεψαν στη κανονικότητα. Απλώς ανακάλυψαν ότι η πολιτική κοστίζει και συνειδητοποίησαν πως δεν είναι πρόθυμοι να πληρώσουν το τίμημα. Άλλοι αποδέχτηκαν την πρακτική της διπλής αλήθειας. Άλλοι αποφάσισαν να επιλέξουν τις ακραίες συνέπειες […]» (2).

Αποτέλεσμα εικόνας για lotta armata, italia, anni '70

Αυτά τα λόγια γράφονταν μέσα στην οξεία φάση της αποσύνθεσης των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων, παρουσία μιας τεράστιας και αυταρχικής αναδιάρθρωσης στα εργοστάσια (cassa integrazione [οικονομική συνδρομή μέσω αμοιβής σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργατικής δραστηριότητας], «πολιτικές» απολύσεις κλπ.) και ενώ η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο άρχιζαν να επεξεργάζονται εκείνη την νομοθετικά αυταρχική στροφή που θα είχε περάσει στην ιστορία με τον χαρακτηρισμό της «περιόδου έκτακτης ανάγκης». Το βιβλίο για τις Κόκκινες Ταξιαρχίες εξαντλήθηκε γρήγορα και δεν επανεκδόθηκε ποτέ. Παραμένει – μαζί με το «Ποτέ ξανά χωρίς τουφέκι, «Mai più senza fucile» του Alessandro Silj – μια από τις σπάνιες προσπάθειες μη παραποίησης, όταν δεν είναι δυσφημιστικές, να προχωρήσουμε στην προέλευση του φαινομένου του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Το πρόβλημα των ερυθρών Ταξιαρχιών και των παράνομων ένοπλων και βίαιων ενεργειών κατά τα προηγούμενα χρόνια συνέχισε να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης Το κλίμα προβοκάτσιας που προκάλεσε η «στρατηγική της έντασης» που διαχειρίστηκε το κράτος είχε δημιουργήσει τάξεις διετρολόγων-συνωμοσιολόγων όχι μόνο στον αστικό Τύπο, αλλά και σε εκείνον του κινήματος.

Το «B.C.D.» (Δελτίο δημοκρατικής αντιπληροφόρησης), που είχε ταχθεί δίπλα στο κίνημα, δεν είχε ποτέ παύσει να κατηγορεί τις ερυθρές Ταξιαρχίες ότι ήταν «προβοκάτορες πράκτορες» και η ίδια η εφημερίδα «il manifesto» είχε για χρόνια μεταφέρει τα νέα για τις BR αποκαλώντας τες «οι υποτιθέμενες» ή «οι αυτοαποκαλούμενες «, »oι λεγόμενες», υποστηρίζοντας εκ των πραγμάτων τη συνενοχή τους με σκοτεινές δυνάμεις του κράτους. Στην πραγματικότητα, όταν εμφανίστηκαν, οι ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν πολύ λιγότερο «σκοτεινές» από ό, τι φαντάζονταν. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι κατά την εμφάνισή τους ήταν ένα απολύτως επιτυχημένο παράδειγμα της κινηματικής θεωρίας του «να είναι ξεκάθαρες για το κίνημα και ασαφείς για την εξουσία, σκοτεινές». Οι πρώτες ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών αναπτύσσονται μέσα στα εργοστάσια και ειδικότερα στην Sit-Siemens και στην Pirelli στο Μιλάνο. Δεν έχουν μεγάλη απήχηση στην αρχή, διότι μπερδεύονται με παρόμοιες ενέργειες που αναπτύσσονται από άλλες πολιτικές δυνάμεις ή από αυθόρμητες αντιδράσεις των εργατών. Πρέπει να τονιστεί ότι τόσο κατά τη διάρκεια του «Καυτού Φθινοπώρου» όσο και στη διάρκεια του επόμενου 1970 η πρακτική του σαμποτάζ, το ξυλοφόρτωμα των επιστατών, η καταστροφή των αυτοκινήτων των διαχειριστών και των αρχηγών, η χρήση μιας εσωτερικής αντιεξουσίας, έχουν πλέον γίνει διαδεδομένες και συνηθισμένες πρακτικές.

Αποτέλεσμα εικόνας για Autunno caldo, anni '60-'70

Έτσι έγραφε η δεκαπενθήμερη «Lotta Continua» μεταφέροντας το κλίμα των εργοστασίων: «Μετά από κάθε δράση, πορεία, αποκλεισμό εμπορευμάτων […] κάθε τμήμα μετατρέπεται σε προλεταριακό δικαστήριο: όσους μπορούσαν αλλά δεν είχαν συμμετάσχει (στις δράσεις) τους διώχνουν από το εργοστάσιο. Ένα σημαντικό παράδειγμα:σε ένα τομέα του εργοστασίου μάθαμε ότι 7 εργάστηκαν την κυριακή, 4 εργάτες και 3 επικεφαλής. Συζητάμε και οι «απεργοσπάστες» » παύονται» για 2 ημέρες (οι εργάτες) και για 3 ημέρες οι επικεφαλής, 3 ημέρες: επειδή είναι επικεφαλής και επειδή κατά τη διάρκεια της συζήτησης ένας από αυτούς δεν σεβάστηκε τους εργάτες λέγοντας ότι τους είχε γραμμένους […] Δεν είναι απλώς θέμα υπεράσπισης της ενότητας: οι εργάτες μαθαίνουν να ασκούν δύναμη-εξουσία και να απολαμβάνουν την ευχαρίστηση » (3).Και σε μια ατμόσφαιρα αυτού του τύπου τοποθετούνται οι πρώτες ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών Η πρώτη δράση που υπογράφηκε με το σύμβολο του πεντάκτινου αστεριού και την γραφή ερυθρές Ταξιαρχίες είναι της 17ης σεπτεμβρίου 1970 και συνίσταται στην πυρπόληση του αυτοκινήτου του leader της SitSiemens Leoni, δεν συνοδεύεται από φυλλάδιο, το βράδυ όμως αφήνεται γραπτό μήνυμα στον υαλοκαθαριστήρα της Ferrari του μηχανικού Giorgio Villa της Sit-Siemens.

Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse, prime azioni

Ο τόνος είναι ανάμεσα στο ειρωνικό και το απειλητικό: «Πόσο καιρό θα διαρκέσει η Ferrarina! μέχρι να αποφασίσουμε εμείς ότι είναι καιρός να τελειώνουμε με τους teppisti, τους αλήτες. BRIGATE ROSSE» (4) Πριν από αυτές τις «παραδειγματικές» ενέργειες οι κόκκινες Ταξιαρχίες είχαν πραγματοποιήσει, μπροστά σε αμήχανους και περίεργους ακροατές, μια ιπτάμενη δημόσια ομιλία στη μιλανέζικη εργατική γειτονιά του Lorenteggio, και είχαν πετάξει φυλλάδια μπροστά από τη Sit-Siemens. Στις 20 οκτωβρίου 1970, σε ένα φύλλο αγώνα της «Sinistra Proletaria», »Προλεταριακής Αριστεράς» δίδεται η είδηση της εμφάνισης στην πολιτική σκηνή των ερυθρών Ταξιαρχιών με αυτό τον τρόπο: L’autunno rosso è già cominciato.»Το φθινόπωρο που έχουμε μπροστά μας παρουσιάζεται […] σαν μια ημερομηνία αποφασιστικού αγώνα μέσα στη σύγκρουση εξουσίας […] Ενάντια στα θεσμικά όργανα που διαχειρίζονται την εκμετάλλευσή μας, ενάντια στους νόμους και τη δικαιοσύνη των αφεντικών, η πιο αποφασισμένη και συνειδητή πλευρά του αγωνιζόμενου προλεταριάτου έχει ήδη αρχίσει να μάχεται για να οικοδομήσει μια νέα νομιμότητα, μια νέα εξουσία. Για να χτίσουμε την οργάνωσή του. Υπάρχουν παραδείγματα: η «απαγωγή» και η «δημόσια διαπόμπευση» που έθεσαν σε εφαρμογή στο Τρέντο οι εργάτες της Ignis εναντίον των προβοκατόρων φασιστών που είχαν προμελετημένα μαχαιρώσει δύο από αυτούς. «η κατάληψη και η υπεράσπιση κατειλημμένων κατοικιών», σαν μοναδικός τρόπος να έχουμε επιτέλους ένα σπίτι […], «Η εμφάνιση αυτόνομων εργατικών οργανώσεων (ερυθρές Ταξιαρχίες) που υποδεικνύουν τις πρώτες στιγμές προλεταριακής αυτοοργάνωσης για να πολεμήσουμε τα αφεντικά και τους υπηρέτες τους στο έδαφός τους »στα ίσα», με τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούν εναντίον της εργατικής τάξης: άμεσα, επιλεκτικά, καλυμένοι όπως στη Siemens. ΝΑ ΟΡΓΑΝΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΑΙΚΩΝ ΜΑΖΩΝ …

Αποτέλεσμα εικόνας για sinistra proletaria anni 70

«Ήρθε η ώρα να οργανωθούμε στη γραμμή φωτιάς για να ριζώσουμε μέσα στους αγώνες τα περιεχόμενα της νέας επαναστατικής πρακτικής: τη στρατηγική του αντάρτικου του λαού. Είναι ο καιρός να προχωρήσουμε στη γενική σύγκρουση για: – να ριζώσουμε στις προλεταριακές μάζες σε αγώνα την αρχή «δεν έχουμε πολιτική εξουσία εάν δεν έχουμε στρατιωτική δύναμη-εξουσία» . – να εκπαιδεύσουμε μέσω της «παρτιζάνικης Δράσης» την προλεταριακή και επαναστατική αριστερά στην αντίσταση, στον ένοπλο αγώνα, – να αποκαλύψουμε την καταπιεστική και κατασταλτική δομή της εξουσίας και τους μηχανισμούς αποδιοργάνωσης της ενότητας της τάξης.» (5).

Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano

Αλλά τι είναι η «Προλεταριακή Αριστερά»; Πρόκειται για ένα περιοδικό του οποίου βγαίνουν δυο νούμερα κατά τη διάρκεια του 1970. Προηγουμένως, όμως, είχαν βγει διάφορα «Φύλλα αγώνα της προλεταριακής αριστεράς», τα οποία μετέφεραν τη διατύπωση «σε επεξεργασία του C.P.M. (πολιτική μητροπολιτική Κολεκτίβα)». Όπως έχουμε ήδη δει το C.P.M. ήταν το οργανωτικό αποτέλεσμα της συζήτησης που είχε επενδύσει τον χώρο των Cub (ενωτικές Επιτροπές βάσης, Comitati unitari di base) στο Μιλάνο στη διάρκεια του 1968 και του 1969. Ο οργανισμός γεννήθηκε για να επεκτείνει τη δράση του από το εργοστάσιο στο κοινωνικό, για να ξεπεράσει τις εγγενείς αντιφάσεις στον διαχωρισμό μεταξύ του κόσμου των εργοστασιακών αγώνων και εκείνου των κοινωνικών και φοιτητικών.Σε ένα έγγραφο του CPM (ιανουάριος 1970) συνοψίζεται με αυτό τον τρόπο η ανάγκη για νέες οργανωτικές μορφές:

Collettivo-documenti-collettivo-lotta-sociale-9332ddab-ac82-4175-86da-00a6c750cbe9

«Πρέπει σήμερα να θέσουμε το πρόβλημα συγκεκριμένα. Ποιο επίπεδο οργάνωσης είναι σήμερα δυνατό και απαραίτητο; […] »Cub, GDS, Φοιτητικά κινήματα της έδρας κλπ. είχαν μια λειτουργία: να είναι τα εργαλεία της αναγέννησης του αυτόνομου κινήματος του προλεταριάτου, μέσα από αυτοπροσδιοριζόμενους αγώνες και αυτοδιαχειριζόμενους. Η πολιτική σφαίρα αυτού του αγώνα τοποθετήθηκε θεμελιωδώς στο σχολείο και στο εργοστάσιο, δηλαδή εντός των θεσμών […] .Τη στιγμή κατά την οποία οι αγώνες γενικεύθηκαν, και στην οποία πολλά από τα πολιτικά περιεχόμενα της αυτονομίας είχαν κατοχυρωθεί […] το εσωτερικό τομεακό οργανωτικό εργαλείο δεν έχει πλέον μια πραγματική πολιτική λειτουργία και ορθώς έχει υπερκεραστεί από τους ίδιους αγώνες που έχει δημιουργήσει.

Σχετική εικόνα

«Η ανάπτυξη της προλεταριακής αυτονομίας σήμερα σημαίνει να ξεπεραστούν οι τομεακοί αγώνες και οι τομεακοί οργανισμοί. Η υπέρβαση αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τον αγώνα ενάντια στις »συντηρητικές» τάσεις που υπάρχουν μέσα στο κίνημα, οι οποίες συγχέουν την αυτονομία, με το πρώτο επίπεδο της οργανωμένης έκφρασης της: ακριβώς τα Cub, GDS, MS » (6). Η διαμάχη που ξέσπασε μέσα στα Cub μεταξύ της «μαζικής γραμμής» και της «κομματικής γραμμής», ουσιαστικά μεταξύ της τάσης της βάσης και της προσπάθειας της Avanguardia operaia να φέρει εκ νέου τον ρόλο των Cub μέσα σε μια οργανωτική δομή κομματική, υπάρχει εδώ με συγκεκριμένο τρόπο και διευκρινίζεται ακόμη περισσότερο στη συνέχεια του εγγράφου:

Σχετική εικόνα

«Η κοινωνική διάσταση του αγώνα απαιτεί οργανισμούς βάσης σε κοινωνικό επίπεδο […] Δεν είναι λοιπόν το ότι πρέπει να κάνουμε ένα άλμα από μια οργάνωση βάσης σε μια οργάνωση κορυφής […] αλλά να οικοδομήσουμε οργανισμούς πολιτικά ομοιογενείς για να παρέμβουμε στον μητροπολιτικό κοινωνικό αγώνα.» Η υπερνίκηση του εργατισμού και του studentismo […] δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της αυθόρμητης, σποραδικής και απολιτικής ένωσης των εργατών και των σπουδαστών […], αλλά μέσω της δημιουργίας οργανωτικών πυρήνων που να τεθούν σε επίπεδο των συνολικών κοινωνικών προβλημάτων» (7).
Το C.P.M. γρήγορα γίνεται – κυρίως στο Μιλάνο – ένας μαζικός οργανισμός που βρίσκεται σε δεκάδες εργοστάσια και σχολεία. Ειδικότερα τον βλέπουν με αυξανόμενη συμπάθεια και ενδιαφέρον από τον χώρο των αγωνιστών της εργατικής Εξουσίας που σε αυτόν, παρά τις διαφορές, εντοπίζουν ένα παράδειγμα πραγματοποίησης ενός οργανισμού της εργατικής αυτονομίας. Το έγγραφο που αναφέρθηκε είναι το προϊόν μιας διάσκεψης που το C.P.M. είχε οργανώσει στο Chiavari στα τέλη του 1969, μέσα στην ηχώ της κρατικής σφαγής. Στο επίκεντρο του συνεδρίου υπήρξαν τα θέματα της οργάνωσης, της πολιτικής γραμμής και της βίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην επεξεργασία και στις επιλογές είχαν τεράστια επίδραση τόσο το κλίμα της σκληρότατης κρατικής καταστολής που αναπτύχθηκε στη διάρκεια του 1969, όσο και η εντύπωση που προκάλεσε η αυθόρμητη και μαζική «βία» που άσκησαν οι εργάτες κατά τη διάρκεια του «καυτού Φθινοπώρου», όπως τέλος και η ανάλυση της στρατηγικής που είχαν εφαρμόσει οι δύο κύριες πολιτικές ομάδες (Lotta continua και Potere operaio) κατά τη διάρκεια των αγώνων.
Αποτέλεσμα εικόνας για lotta continua anni '70
Το CPM, το οποίο έχει μέσα του τον Renato Curcio και άλλους αγωνιστές που προέρχονται από την εμπειρία του αρνητικού Πανεπιστημίου του Trento, ενσωματώνει ένα μέρος της έννοιας της μακροχρόνιας πάλης που θεωρήθηκε ήδη στην εμπειρία του Trentino για να επικρίνει τις θέσεις της Συνεχούς πάλης και εργατικής Εξουσίας: «Στην ταξική πάλη διακρίνονται τρία στοιχεία: οι στόχοι, οι μορφές αγώνα, η οργάνωση. Η εργατική τάξη έχει ως καθήκον να ριζοσπαστικοποιεί τον αγώνα στους ενοποιημένους στόχους, αλλά η οργάνωση είναι το αποτέλεσμα των αγώνων […] «Ο αγώνας θεωρείται επομένως προχωρημένος ή καθυστερημένος στο βαθμό που εκφράζει ενοποιημένους στόχους και ριζοσπαστικές μορφές. Η οργάνωση αναδύεται αργότερα, ως απαίτηση να »διαφυλάξει» τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά τη διάρκεια του αγώνα, σε επίπεδο συνείδησης. […].
Σχετική εικόνα
«Η υπόθεση είναι λοιπόν εκείνη ενός μακροχρόνιου « πολέμου θέσεων », κατά τη διάρκεια του οποίου η εργατική τάξη ενισχύεται στο βαθμό κατά τον οποίον οργανώνεται». Οι αναλυόμενες θέσεις ανήκουν, αν και με διαφορετικό τρόπο, στον συνεχή Αγώνα και στην εργατική Εξουσία. . Και για τις δύο οργανώσεις η αυτονομία είναι η προϋπόθεση για τον ίδιο τον αγώνα. Η αυτονομία νοείται ως «ανεξαρτησία» από το συνδικάτο και το κόμμα […]. «Επομένως, η ανάπτυξη της αυτονομίας νοείται ως μια οργανωτική εξέλιξη που πρέπει να τεθεί ενάντια στις παραδοσιακές οργανώσεις. Θεωρούμε εμείς ότι αυτή η αντίληψη της αυτονομίας είναι περιοριστική και επιφανειακή, η οποία, με τον τρόπο αυτό, γίνεται μοναχά το μέσο και η προϋπόθεση για την ανάπτυξη των αγώνων […]. Στο εργατικό κίνημα μέσα υπάρχουν δύο θεμελιώδεις στάσεις και συμπεριφορές σε σχέση με τους αυτόνομους μαζικούς αγώνες του 1968-69: – εκείνων που δεν καταλαβαίνουν την πτυχή της ρήξης και προσπαθούν να ανακτήσουν και να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες-δυναμικές τους με σκοπό ένα είδος «πολιτικής αποκατάστασης», – εκείνων οι οποίοι, παρόλο που προέρχεται από διάφορες καταγωγές και τάσεις, έχουν καταλάβει ότι η προλεταριακή αυτονομία είναι το κομβικό σημείο από το οποίο πρέπει να ξεκινήσουν για την μελλοντική πολιτική δουλειά[…].«Εμείς, που το πεδίο δράσης μας- ο σκοπός μας τοποθετείται σε αυτό το σημείο, πιστεύουμε ότι αυτή είναι η μοναδική καρποφόρος θέση, η μόνη ικανή να αναπτύξει τον επαναστατικό αγώνα στην ευρωπαϊκή μητρόπολη. «Διότι περί αυτού πρόκειται. Όχι τόσο να νικήσουμε αμέσως και να κατακτήσουμε τα πάντα ( τα ελαφριά συνθήματα των μαθητευομένων χειραγωγών), αλλά να αναπτυχθούμε μέσα σε μια μακρόχρονη πάλη, χρησιμοποιώντας τα ίδια ισχυρά εμπόδια που το κίνημα συναντά στο δρόμο του για να κάνουμε ένα άλμα από αυθόρμητο μαζικό κίνημα σε οργανωμένο επαναστατικό κίνημα» (8).
Αποτέλεσμα εικόνας για lotta continua anni '70
Το C.P.M. κατά τη διάρκεια του 1970 εξοπλίζεται με ένα εργαλείο πληροφόρησης και σύνδεσης μεταξύ αγώνων και καταστάσεων που ονομάζονταν «Sinistra Proletaria». Οδηγεί και στηρίζει με τα αρχικά αυτά πολλούς εργοστασιακούς αγώνες και μερικές μεγάλες καταλήψεις σπιτιών στην γειτονιά Gallaratese και στην οδό Mac Mahon στο Μιλάνο και αργότερα θα ξεκινήσει την εκστρατεία των αγώνων στα μέσα μεταφοράς με τα συνθήματα «να πάρουμε τις μεταφορές» ή «τη μεταφορά την παίρνουμε τη συνδρομή δεν την πληρώνουμε».
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Στο μέτρο και στο νόημα αυτά τα συνθήματα επαναλαμβάνουν την εκστρατεία της Lotta continua – στην οποία ενώθηκε η «Sinistra Proletaria» – του «να πάρουμε την πόλη» ή «το σπίτι το παίρνουμε και το νοίκι δεν πληρώνουμε». Το C.P.M. εκτελεί επίσης μια συστηματική δράση παρέμβασης στην κατηγορία των τεχνικών και των φοιτητών που εργάζονται, προσδιορίζοντας έτσι ένα από τα πιο σημαντικά σκέλη για την κατανόηση της επέκτασης των αγώνων στο εργοστάσιο και στον κοινωνικό τομέα. Το ζήτημα των «τεχνικών» είχε ήδη τεθεί με δύναμη και εξυπνάδα από τους αγωνιστές και από τους διανοούμενους εργατιστές.
Στο Μιλάνο, τον νοέμβριο του 1968, πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη εθνική διάσκεψη των τεχνικο-επιστημονικών πανεπιστημιακών σχολών που βρίσκονταν σε αγώνα, η οποία είχε παράξει σημαντικές αναλύσεις σχετικά με την τεχνολογική αναδιάρθρωση που βρίσκονταν σε εξέλιξη και για τα καθήκοντα που ο νεοκαπιταλισμός ανέθετε στους τεχνικούς, και στην κατάρτιση των τεχνικών από το σχολείο και το πανεπιστήμιο. Σε μια μακρά έκθεση που παρουσίασε ο Franco Piperno της εργατικής Εξουσίας, αναλύεται, μεταξύ άλλων, το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ της πυρηνικής «σχάσης» και της «σύντηξης», προβλέποντας-προκαταβάλλοντας αναλύσεις που θα γίνουν «της μόδας» χρόνια και χρόνια αργότερα. Αλλά δεν είναι μόνο η επαναστατική τεχνικο-επιστημονική νοημοσύνη και ικανότητα που καθιστούν τη διαδρομή των τεχνικών σημαντική, είναι πάνω απ ‘όλα η θέση στην οποίαν τοποθετούνται μέσα στην τρέχουσα ταξική πάλη. Στο προαναφερθέν έγγραφο, μετά την ανάλυση της δυναμικής της τεχνολογικής καινοτομίας που εφαρμόζει ο νεο-καπιταλισμός στην Ιταλία στους τομείς της πετροχημικής, της πυρηνικής, της αυτοκινητοβιομηχανίας, της αεροναυτικής αεροδιαστημικής, της ηλεκτρονικής και του αυτοματισμού, ο Piperno αναλύει τη νέα λειτουργία του «τεχνικού» στην κοινωνία του ύστερου καπιταλισμού:
«Η θεμελίωση αυτού του κράτους ως κράτος προγραμματιστής συνεπάγεται μια τεράστια επέκταση εκείνων που είναι γενικές υπηρεσίες που εξασφαλίζουν και συντονίζουν τη χρήση των παραγωγικών παραγόντων (έρευνα, σχεδιασμός, μεταφορές, βοήθεια, σχολείο), και την πρόσληψή τους σε δημόσια χέρια ». Από την άλλη πλευρά, η ρύθμιση του κύκλου προϋποθέτει την θεσμική ικανότητα του κράτους να αποκαταστήσει στο επίπεδο της κοινωνικής βίας την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των τάξεων – δηλαδή την κρατική οργάνωση του κοινωνικού κεφαλαίου και ικανή να εκπροσωπείται ως απλά κατασταλτική μηχανή κάθε φορά που η εμφάνιση των εργατικών αγώνων, που επιλύεται σε μια πολιτική επίθεση στην παραγωγική σχέση, επιβάλλει την κρίση ως πεδίο μάχης.«Αυτό το χαρακτηριστικό του ύστερου καπιταλισμού απαιτεί στο επίπεδο της κοινωνικής οργάνωσης, την ενίσχυση και την επέκταση των μη παραγωγικών υπηρεσιών που χρησιμοποιούνται ειδικά για τον έλεγχο της συμπεριφοράς του εργατικού δυναμικού (μηχανισμοί επιτήρησης, καταστολή, χειραγώγηση κλπ.). Ήδη έχουμε παρατηρήσει το πως αυτές οι κινήσεις του κεφαλαίου, που εξετάζονται σχηματικά ανά τομέα, απαιτούν όλες βαθιές τεχνολογικές καινοτομίες μέσα στη διαδικασία εργασίας
Σχετική εικόνα
Από την άποψη της κοινωνικής διαστρωμάτωσης μπορούμε γενικά να πούμε ότι το ‘τεχνολογικό άλμα’ μεταβάλλει τη διανομή του ενεργού πληθυσμού, πυκνώνοντας την γύρω από τους τεχνικούς και υπαλληλικούς ρόλους και αραιώνοντας την γύρω από τις χειρωνακτικές γεωργικές εργασίες ». Επί πλέον: το είδος του καπιταλιστικού περάσματος που περιγράφεται παραπάνω προσελκύει επενδύσεις προς τομείς οι οποίοι διαρθρωτικά χρειάζονται τεχνική εργασία όχι μόνο κατά τη διαδικασία κατασκευής αυτής καθεαυτής, αλλά κατά κύριο λόγο «ανάντη» και «κατάντη» αυτής. «Αυτή είναι μια νέα περίσταση με καταστροφικές συνέπειες. Παραδοσιακά, πράγματι, η ανάπτυξη της ιταλικής βιομηχανίας έχει επικεντρωθεί σε μια τεχνολογία η οποία αν, από μια άποψη άφηνε μεγάλο χώρο στην δεξιότητα του μεμονωμένου χειριστή, στο επάγγελμα – και δηλαδή γενικότερα σε εμπειρικές διαδικασίες επεξεργασμένες άμεσα στην εργασιακή πρακτική (τυπικά παραδείγματα είναι οι σιδηρουργικές βιομηχανίες, κλωστοϋφαντουργικές, του δέρματος κ.λπ.) – από την άλλη πλευρά, παρουσίαζε χαρακτηριστικά μονοτονίας και επανάληψης τέτοια που να απαιτούν, επί πλέον, εργατικό δυναμικό με μια βασική εκπαίδευση και μια ταχεία εξωσχολική προετοιμασία κυρίως σε επαγγελματικά ιδρύματα (από την άποψη αυτή, μπορούμε να αναφερθούμε στην αυτοκινητοβιομηχανία και αυτή των ηλεκτρικών συσκευών].» Αντίστροφα, η καπιταλιστική μετάβαση στην οποία η ιταλική οικονομία αναγκάζεται σήμερα δεν μπορεί να λάβει χώρα χωρίς σημαντικές μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην έρευνα, τη μελέτη, το σχεδιασμό και την ανάπτυξη νέου εξοπλισμού. […].» Η σχέση μεταξύ του εργάτη και του υλικού που πρόκειται να μετασχηματιστεί γίνεται ολοένα και περισσότερο με τη μεσολάβηση μιας σειράς επιστημονικών διαδικασιών που αντικειμενικοποιούνται στο αυτόματο μηχάνημα, ενώ παράλληλα η παρουσία των τεχνικών ως ένα επαγγελματικά καταρτισμένο στρώμα του εργατικού δυναμικού γίνεται ολοένα και πιο κυρίαρχη.»Έτσι, κοινωνικές φιγούρες στο περιθώριο της διαδικασίας αξιοποίησης ή ακόμα και με μη παραγωγικές λειτουργίες ελέγχου και πειθαρχίας επί της ζωντανής εργασίας προσελκύουν σήμερα στους εαυτούς τους νέες παραγωγικές σημασίες .Αν ο παραδοσιακός μηχανικός χαρακτηριζόταν από την ανάθεση ορισμένων από τις κύριες λειτουργίες των αφεντικών, ο μηχανικός της σύγχρονης αυτοματοποιημένης μονάδας παραγωγής διαδραματίζει κατά γενικό κανόνα έναν παραγωγικό ρόλο έρευνας, σχεδιασμού, συντονισμού της εργασίας, αν και συχνά εξακολουθεί να κατέχει ορισμένες πειθαρχικές εξουσίες επί του εργατικού δυναμικού με τα χαμηλότερα προσόντα.
Σχετική εικόνα
Προφανώς, αυτή η δήλωση οδηγεί στην εγκατάλειψη της παραδοσιακής και ημιμαρξιανής αναγνώρισης μεταξύ τροποποίησης του υλικού και παραγωγικής εργασίας, και θεμελιώνει, πέρα από τις χειραγωγιστικές διαφορές του εισοδήματος και της ιεραρχίας των προσόντων, μια ουσιαστική ταύτιση μεταξύ των διαφορετικών διαρθρώσεων της εργατικής τάξης. «Αν όντως θεωρήσουμε την παραγωγική δουλειά ως δραστηριότητα που επεξεργάζεται και μεταδίδει πληροφορίες στην πρώτη ύλη επειδή αυτό είναι ένα υλικό, αποθηκεύοντας το, μετατρέπεται σε ένα εμπόρευμα, είμαστε αναγκασμένοι να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η παραγωγική εργασία, εκτός από τη φάση της κατασκευής, εκφράζεται στην έρευνα και το σχεδιασμό καθώς και στο συντονισμό και τη διανομή.»Έχουμε λοιπόν το γεγονός πως από τον ορισμό της παραγωγικής εργασίας παραμένουν αποκλεισμένες μόνο οι εργασιακές δραστηριότητες που ασχολούνται αποκλειστικά με τον έλεγχο και την πειθάρχηση της συμπεριφοράς της εργατικής δύναμης.«Αλλά η κατάφαση που αναγνωρίζει τους τεχνικούς ως μια στιγμή στην πολιτική σύνθεση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να επαληθευτεί οριστικά από μια ανάλυση της εργασιακής διαδικασίας ή από έναν νέο τρόπο να εξετάζουμε την διαδικασία της αξιοποίησης-επαναξιολόγησης. Η ενσωμάτωση των τεχνικών στην εργατική τάξη έχει σημασία στο βαθμό που είναι οι ίδιοι οι αγώνες που συντονίζονται και συγχωνεύονται.Για αυτό, στην πραγματικότητα, υποδεικνύοντας τους τεχνικούς ως παραγωγικούς εργάτες, διατυπώνουμε μια υπόθεση πολιτικής παρέμβασης που κατευθύνεται στη δυνατότητα να επικοινωνήσουμε σε αυτό το στρώμα ειδικευμένου εργατικού δυναμικού τους ρυθμούς και τους στόχους της εργατικής ανυποταξίας.«Θα δούμε όντως παρακάτω πως εάν οι κινήσεις του κεφαλαίου απαιτούν, για την πρακτική τους εφαρμογή, εκείνη την επιχείρηση της κοινωνικής βίας επί της ζωντανής εργασίας που ονομάζεται «σχολική μεταρρύθμιση», ο αγώνας ενάντια στο σχολείο, κατανοημένος σωστά, επιτυγχάνει στην προσπάθεια να εμπλέξει τους τεχνικούς στην ταξική σύγκρουση που προσεγγίζει τις ημερομηνίες έναρξης των συμβασιακών διαπραγματεύσεων 1969-70, επιτυγχάνοντας έτσι ένα πρώτο βήμα προς την κάθετη πολιτική επανένωση της εργατικής τάξης» (9).Μέρος αυτών των επεξεργασιών επαναλαμβάνονται από την μητροπολιτική πολιτική Κολεκτίβα, κυρίως μετά την εθνική απεργία των τεχνικών στις αρχές του ’69, και για την ισχυρή παρουσία τόσο στο Pirelli Cub όσο και στο G.D.S.Sit-Siemens τεχνικών και υπαλλήλων.
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Είναι και από αυτή τη θεωρητική-πολιτική διαδρομή που σχηματίζεται και η Ομάδα μελέτης της IBM, σε μια εταιρεία η οποία μαζί με την Olivetti είναι ένα από τα πιο προχωρημένα σημεία της τεχνολογικής παραγωγής. Η CPM-Προλεταριακή Αριστερά στη στρατηγική της απόφαση να ενοποιήσει τους αγώνες του εργοστασίου με το κοινωνικό, διαλέγει εκτεταμένες συμμαχίες με την εργατική Εξουσία και με τον συνεχή Αγώνα στο πρόβλημα της στέγασης και των μεταφορών, και επιλέγει, ως δημιουργική συνέπεια της εμπειρίας των Cub – όπου οι φοιτητές έπαιξαν ρόλο σύνδεσης – να παρέμβει συστηματικά στο κύκλωμα των τεχνικών και επαγγελματικών ιδρυμάτων, όπου ο αριθμός των φοιτητών που εργάζονται είναι υψηλότερος και όπου το πρόβλημα της μελλοντικής εργασιακής απασχόλησης στον τομέα των τεχνικών είναι πιο αισθητό. Στο Μιλάνο υπάρχει η υψηλότερη συγκέντρωση εργαζομένων-φοιτητών στην Ιταλία (περίπου 80 χιλιάδες το 1970) .Για τον βιομηχανικό χαρακτήρα της πόλης, οι αναταραχές των φοιτητών-εργαζόμενων δημιουργούν μια φυσική γέφυρα μεταξύ των αγώνων στο σχολείο και εκείνων στο εργοστάσιο. Κατά τους πρώτους μήνες του 1970, το κίνημα και οι αγώνες των φοιτητών-εργαζόμενων κυριαρχούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από το CPM, το οποίο έχει επεξεργαστεί την πληρέστερη θεωρητική ανάλυση της λειτουργίας αυτής της κοινωνικής φιγούρας (10), οργανισμός στον οποίον εισρέουν αγωνιστές από άλλες εμπειρίες (στελέχη του Cub Pirelli, φοιτητές του Trento κ.λπ.) έχει το ισχυρό του σημείο στο τεχνικό ινστιτούτο Feltrinelli, στο οποίο λειτουργεί ηγεμονικά και ως σημείο αναφοράς για άλλες εμπειρίες.
Αποτέλεσμα εικόνας για movimento lavoratori studenti, anni '70
Στις αναλύσεις του C.P.M. που επεξεργάζονται μαζί με το M.L.S. (Κίνημα εργαζόμενοι φοιτητές) το νυχτερινό σχολείο ορίζεται ως εργοστάσιο: «Το νυχτερινό σχολείο είναι ένα από τα παραγωγικά ιδρύματα […] ο άνθρωπος παράγεται ως εμπόρευμα. Οι απορρίψεις, τα κοψίματα, οι αποσύρσεις, οι νευρικές εξαντλήσεις, η ασυνέχεια [.. .] πρέπει να θεωρηθούν ως συγκεκριμένοι τρόποι με τους οποίους το νυχτερινό εργοστάσιο αποφασίζει να αφαιρέσει ένα μεγάλο μέρος του υλικού του σε παραγωγή από την εργασία. Επομένως, η ‘επιλογή’ δεν είναι παρά ένας «ποιοτικός έλεγχος» του προϊόντος, ανάλογα με το αν χρειάζεται πολλούς ή λίγους υπαλλήλους, το σύστημα αναπτύσσει τα βραδινά σχολεία ή ξεκινά να θερίζει με τις απορρίψεις, τα κοψίματα. »Αλλά το νυχτερινό σχολείο έχει και μια ιδεολογική αποστολή, λειτουργία: ο ποιοτικός έλεγχος προϋποθέτει ότι η παραγωγή είναι «ομοιογενής» με το ίδιο το σύστημα, εξ ου και η ανάγκη από πλευράς των αφεντικών να οικοδομήσουν την «πολιτική και ιδεολογική συναίνεση των μαζών των προλεταρίων». Εν συντομία, η ‘εκμετάλλευση που στα εργοστάσια εκφράζεται ως η κυρίαρχη πτυχή της οικονομικο-δομικής μορφής, στο σχολείο, εκδηλώνεται κυρίως ως πολιτική-ιδεολογική καταπίεση’. »Για εμάς, η μελέτη είναι μια πραγματική δουλειά γιατί παράγει κάτι πολύ ακριβές και απτό: ένα εργατικό δυναμικό με αυξημένη παραγωγική ικανότητα. Το βραδινό σχολείο ισοδυναμεί με 4 ώρες υπερωριών. Μια ένσταση που προκύπτει είναι πως ο νόμος υποχρεώνει να πληρώνουμε φόρους. Μα ποιος νόμος; Όπως το σχολείο, και ο νόμος ανήκει στα αφεντικά. Ο ΑΓΩΝΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΜΕΝΩΝ. Εμείς έχουμε μόνο ένα νόμο που πρέπει να τηρούμε και να ασκούμε: τον συνεχή αγώνα κατά της εκμετάλλευσης που οι νόμοι του αστικού κράτους προσπαθούν να καταστήσουν δίκαιη και επομένως νόμιμη.
Σχετική εικόνα
» Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΥΘΡΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΙΩΝ, BRIGATE ROSSE.
Οι αγώνες του φθινοπώρου του 1969 και εκείνοι της άνοιξης του 1970 παράγουν, ως ένα σημαντικότερο αποτέλεσμα, μια πραγματική κρίση καθεστώτος. Τα αφεντικά και οι σκοτεινοί μηχανισμοί του κράτους, που είχαν σκεφτεί να περιορίσουν την εργατική και την κοινωνική σύγκρουση, τόσο με μια μεγαλύτερη νομιμοποίηση του συνδικάτου όσο με την «στρατηγική των βομβών» και με τη βίαιη καταστολή, αναγκάζονται να αναζητήσουν νέες διαμεσολαβήσεις. Ο Agnelli μάλιστα φτάνει μέχρι και του σημείου να ευχηθεί «τα συνδικάτα και οι επιχειρηματίες να καταλήξουν σε μια κοινή άμυνα ορισμένων στόχων, ίσως προς την ίδια πολιτική εξουσία-δύναμη […]». Η χορήγηση του Καταστατικού των εργαζομένων και των συμβουλίων των εργοστασίων είναι επίσης μια προσπάθεια να αιχμαλωτιστεί το κίνημα σε νέες μορφές εκπροσώπησης, μέσα σε νέους κανόνες του παιχνιδιού. Όμως, όλη η συμπεριφορά της εργατικής αυτονομίας εξακολουθεί να αγνοεί τους κανόνες του παιχνιδιού και χρησιμοποιεί επίσης και νέα αντιπροσωπευτικά όργανα σχεδόν πάντα με όρους αυτονομίας και ανεξαρτησίας από τα συνδικαλιστικά κέντρα. Μεταξύ των αγωνιστών της εργατικής Εξουσίας [Potere operaio], της Lotta continua και της CPM (η οποία έχει πλέον γίνει προλεταριακή Αριστερά), οι αναλύσεις γύρω από τις πιθανότητες μιας αντιδραστικής και αυταρχικής στροφής από τους κρατικούς μηχανισμούς καθίστανται όλο και πιο πιεστικές και ακριβείς. Η ανάγκη να εξοπλιστούν με αμυντικές δομές, πολιτικούς-στρατιωτικούς οργανισμούς όχι μόνο αμυντικής φύσεως, αλλά επιλεκτικά επιθετικούς, σχεδιασμένα, είναι όλο και περισσότερο αισθητή. Ο εκδότης Giangiacomo Feltrinelli δημοσιεύει το καλοκαίρι του ’69 ένα από τα γραπτά του στο οποίο γίνεται λόγος για τον φόβο περί των κινδύνων ενός «πραξικοπήματος».
Σχετική εικόνα
Το έντυπο με τίτλο: «ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1969. Η επικείμενη απειλή μιας ριζικής και αυταρχικής στροφής προς τα δεξιά, ενός πραξικοπήματος αλα ιταλικά» δημιούργησε μια μεγάλη εντύπωση, και γιατί στο προσάρτημα μετέφερε το γραπτό του έλληνα μυθιστοριογράφου Βασίλη Βασιλικού με τίτλο: «Και εμείς δεν πιστεύαμε πως στην Ελλάδα ήταν πιθανό», αναφερόμενος στο αιματηρό πραξικόπημα που στη χώρα του είχε συντρίψει τα κινήματα και έβαλε τους «συνταγματάρχες» στην εξουσία με τη συνενοχή των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Μα δεν ήταν απλώς, ή όχι μόνο, ο φόβος ενός πραξικοπήματος να ωθήσει το κίνημα να εξοπλιστεί με στρατιωτικές δομές. Με τη σφαγή του κράτους, η απόφαση της αστικής τάξης να θέσει τη σύγκρουση στο στρατιωτικό επίπεδο κυριαρχούσε σε πολλές αναλύσεις και ωθούσε σε ισχυρές θεωρητικές και ιδεολογικές επιταχύνσεις.
Estate 1969
Οι αναφορές στο μητροπολιτικό αντάρτικο της Λατινικής Αμερικής (κυρίως στους ουρουγουανούς tupamaros), στη μητρόπολη ως κέντρο ελέγχου και διοίκησης της καπιταλιστικής διαδικασίας, γίνονται ολοένα και συχνότερες. Στο έγγραφο του Chiavari, το C.P.M. έγραψε: «Η κοινωνική διάσταση του αγώνα είναι το υψηλότερο σημείο της ανάπτυξής του: ο αγώνας εναντίον της γενικευμένης καταπίεσης είναι ήδη μια επαναστατική στιγμή … Η μπουρζουαζία έχει ήδη επιλέξει την παρανομία. Η μακρά επαναστατική πορεία στη μητρόπολη είναι η μόνη κατάλληλη απάντηση. «Αυτή πρέπει να ξεκινήσει σήμερα και εδώ. […] «Δεν έχει ακόμη κατανοηθεί επαρκώς τι σημαίνει να αναπτυχθεί μια επαναστατική διαδικασία σε μια μητροπολιτική περιοχή με ύστερη καπιταλιστική ανάπτυξη. Τα επαναστατικά μοντέλα του παρελθόντος ή των περιφερειακών περιοχών είναι ανεφάρμοστα […].a) Στις μητροπολιτικές περιοχές της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης υπάρχουν ήδη οι αντικειμενικές συνθήκες για τη μετάβαση στον κομμουνισμό: ο αγώνας αποσκοπεί ουσιαστικά στη δημιουργία των υποκειμενικών συνθηκών […], b) Η μεταβαλλόμενη σχέση μεταξύ δομής και υπερδομής, που τείνουν να συμπίπτουν όλο και περισσότερο, σημαίνει ότι σήμερα η επαναστατική διαδικασία παρουσιάζεται ως παγκόσμια, πολιτική και «πολιτιστική» ταυτόχρονα. Αυτό σημαίνει ότι οι σχέσεις μεταξύ μαζικού κινήματος και επαναστατικής οργάνωσης αλλάζουν ουσιαστικά, και συνεπώς οι αρχές της οργάνωσης μεταβάλλονται ριζικά.
Σχετική εικόνα
«Η πόλη είναι σήμερα η καρδιά του συστήματος, το οργανωτικό κέντρο της οικονομικο-πολιτικής εκμετάλλευσης, η βιτρίνα στην οποία εκτίθεται το «υψηλότερο σημείο», το μοντέλο που θα πρέπει να παρακινήσει την προλεταριακή ολοκλήρωση. Αλλά είναι και το πιο αδύναμο σημείο του συστήματος : όπου οι αντιφάσεις εμφανίζονται πιο έντονες, όπου το οργανωμένο χάος που χαρακτηρίζει την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία εμφανίζεται πιο εμφανές.«Είναι εδώ, στην καρδιά του, που το σύστημα πρέπει να χτυπηθεί. «Η πόλη πρέπει να γίνει για τον αντίπαλο, για τους ανθρώπους που ασκούν σήμερα μια εξουσία όλο και πιο εχθρική και ξένη προς το συμφέρον των μαζών, ένα δόλιο έδαφος, κάθε χειρονομία τους και κάθε τους κίνηση μπορεί να ελεγχθεί, κάθε αυθαιρεσία να καταγγελθεί, κάθε συμπαιγνία μεταξύ της οικονομικής δύναμης-εξουσίας και εκείνης της πολιτικής να ξεσκεπάζεται» (12).Από την άλλη πλευρά, βλέποντας με τα μάτια γεμάτα ουτοπία, ο ένοπλος αγώνας φαίνεται να εξαπλώνεται παντού: σε ορισμένες καταστάσεις των ΗΠΑ, στις λατινοαμερικανικές μητροπόλεις, στον ολοένα σκληρότατο αγώνα των Παλαιστινίων και, κυρίως, στην καρδιά της Ευρώπης, στη Γερμανία, όπου ξεκίνησε να επιχειρεί με μεγάλη αποφασιστικότητα η Raf [Φράξια του κόκκινου στρατού]. Το τελευταίο τεύχος της «Sinistra Proletaria», το οποίο βγήκε τον οκτώβριο του 1970, γράφει: «Ο ανταρτοπόλεμος πλέον βγήκε από την αρχική του φάση […] δεν φαίνεται πλέον ως απλός πυροκροτητής […] αλλά έχει κατακτήσει το εύρος της μοναδικής στρατηγικής προοπτικής που μπορεί ιστορικά να ξεπεράσει εκείνη την εξεγερσιακή, η οποία είναι πλέον ανεπαρκής […] και εισέρχεται στις μητροπόλεις, συνδέοντας στενά το παγκόσμιο προλεταριάτο σε μια κοινή μορφή αγώνα και στρατηγικής. Το Κεφάλαιο ενώνει τον κόσμο στο σχέδιο του ένοπλης αντεπανάστασης, το προλεταριάτο ενώνεται στον ανταρτοπόλεμο παγκοσμίως. «Η ΙΤΑΛΙΑ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ«(13). Τον φεβρουάριο του 1971 τελειώνει η σύντομη ζωή της «Sinistra Proletaria», οι σύντροφοι που την προώθησαν καίνε μέσα σε λίγους μήνες αυτή τη νόμιμη εμπειρία, της οποίας η φυσική διέξοδος φαίνεται να είναι πλέον η παρανομία. Από την άλλη και οι αναλύσεις άλλων ομάδων φαίνεται να επιβεβαιώνουν πως είναι απαραίτητο να αυξηθεί, να σηκωθεί το επίπεδο της σύγκρουσης, ιδιαίτερα η Lotta continua, η οποία μαζί με την εργατική Εξουσία είναι μαζικά παρούσες στα εργοστάσια του Τορίνο, φαίνεται να ευνοεί την τάση γενικευμένης χρήσης μιας «προλεταριακής δικαιοσύνης» να αντιπαρατεθεί στην αστική, ενώ θέτει με έντονο τρόπο το πρόβλημα της εργατικής αντιεξουσίας.
Αποτέλεσμα εικόνας για giustizia proletaria anni 70
Σε αυτή την περίοδο αρχίζουν επίσης να γεννιούνται τα τραγούδια του αγώνα που τραγουδιούνται στις πορείες τόσο για να δώσουν ρυθμό στους διαδηλωτές όσο και για να συνοψίσουν το νόημα των αγώνων: «Η μπαλάντα της Fiat» (A. Bandelli).
‘Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά για σένα σίγουρα τα πράγματα θα πάνε άσχημα κουραστήκαμε να περιμένουμε να μας σκοτώσεις Συνεχίζουμε να δουλεύουμε και τα συνδικάτα έρχονται να πουν ότι πρέπει να λογικευτούμε και για αγώνα δεν μιλούν ποτέ Κύριε αφεντικό ξυπνήσαμε και αυτή τη φορά θα δώσουμε μάχη και αυτή τη φορά το πώς θ’ αγωνιστούμε θα το αποφασίσουμε μόνοι μας. Βλέπεις τον απεργοσπάστη που το σκάει ακούς τη σιωπή στα εργαστήρια ίσως αύριο μόνο τον θόρυβο του πολυβόλου θα ακούς!Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά σίγουρα τα πράγματα θα σου βγούνε σε κακό από τώρα και στο εξής αν θέλεις να διαπραγματευτείς πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι δεν μπορείς Και αυτή τη φορά δεν μας αγοράζεις με τις πέντε λιρέτες της αύξησης εάν προσφέρεις δέκα θέλουμε εκατό εάν προσφέρεις εκατό χίλιες θέλουμε εμείς Κύριε αφεντικό δεν μας εξαπατείς με τις εφευρέσεις με τους εκπροσώπους τα σχέδια σου είναι θολά και εμείς αγωνιζόμαστε εναντίον σου Και τα προσόντα τις κατηγορίες όλα θέλουμε να καταργηθούν οι διαιρέσεις τέλειωσαν στην αλυσίδα όλοι είμαστε ίσοι! Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά έχουμε μάθει να αγωνιζόμαστε το δείξαμε στο Mirafiori θα το δείξουμε σε όλη την Ιταλία Και όταν κατεβήκαμε στην πλατεία εσύ περίμενες μια κηδεία αλλά τα πράγματα στράβωσαν γι αυτούς που ήθελαν να μας αποκοιμήσουν Έχουμε δει τόσα πολλά γκλομπ και ρωμαϊκές ασπίδες ωστόσο είδαμε επίσης πολλά χέρια που αρχίζουν να ψάχνουν πέτρες Όλη η Τορίνο προλετάρια στη βία της αστυνομίας τώρα αποκρίνεται χωρίς φόβο σκληρό αγώνα πρέπει να κάνουμε! Και όχι στους γραφειοκράτες και τα αφεντικά, τι θέλουμε; Θέλουμε τα πάντα! ο αγώνας συνεχίζεται στο Mirafiori και ο Κομμουνισμός θα θριαμβεύσει! Και όχι στους γραφειοκράτες στα αφεντικά τι θέλουμε; Θέλουμε τα πάντα! συνεχής αγώνας στο εργοστάσιο και έξω από αυτό και ο Κομμουνισμός θα θριαμβεύσει!’
Αποτέλεσμα εικόνας για mirafiori, anni '70
«Η ώρα του τουφεκιού» (Pino Masi και Piero Nissim).
‘Ολόκληρος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη Η Λατινική Αμερική μάχεται με τον ένοπλο αγώνα κερδίζει στην Ινδοκίνα σε όλο τον κόσμο οι λαοί αποκτούν συνείδηση και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη δίκαιη βία και έτσι Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε για να καταλάβεις ότι ήχησε η ώρα του τουφεκιού; Η Αμερική των Νixon των Agnew και MacNamara στις ζούγκλες του Βιετνάμ παίρνει ένα μάθημα ο πολιτισμός των ναπάλμ δεν αρέσει στους λαούς όσο υπάρχουν αφεντικά δεν θα υπάρξει ποτέ ειρήνη η ειρήνη των αφεντικών βολεύει τα αφεντικά η συνύπαρξη είναι απάτη για να μας κάνουν να στεκόμαστε φρόνιμα οπότε Τι θέλεις παρά πάνω σύντροφε …Στην Ισπανία και την Πολωνία οι εργάτες μας διδάσκουν ότι ο αγώνας δεν σταμάτησε ποτέ ενάντια στα αφεντικά ενωμένοι εναντίον του καπιταλισμού ακόμη και αν είναι καμουφλαρισμένος σε έναν ψεύτικο σοσιαλισμό οι πολωνοί εργάτες που βγήκαν σε απεργία φώναζαν στην πορεία αστυνομία-γκεστάπο φώναζαν Gomulka θα τελειώσεις άσχημα προχωρούσαν τραγουδώντας τη Διεθνή συνεπώς Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …Οι μάζες και στην Ευρώπη δεν στέκονται πλέον να κοιτούν ο αγώνας εκρήγνυται παντού και δεν μπορούν να τον σταματήσουν παντού οδοφράγματα από το Burgos στο Stettino και επίσης εδώ ανάμεσα μας από την Avola στο Τορίνο από το Orgosolo στη Marghera από την Battipaglia έως το Reggio η σκληρή πάλη προχωρά τα αφεντικά την έχουν άσχημα και ως εκ τούτου Τι άλλο θέλεις σύντροφε …’
Σχετική εικόνα
Οι ερυθρές Ταξιαρχίες, οι οποίες άρχισαν να δρουν το φθινόπωρο του 1970, δεν έχουν ιδιαίτερη ανταπόκριση με τις πρώτες ενέργειες. Η προσοχή προς αυτούς θα αποκτήσει εθνικά χαρακτηριστικά με την πυρπόληση στην πίστα της Lainate τον ιανουάριο του 1971.«Την νύχτα της 25ης ιανουαρίου 1971, ένα κομάντο ενεργοποιεί 8 εμπρηστικές βόμβες κάτω από άλλα τόσα ρυμουλκούμενα φορτηγά που ήταν παρκαρισμένα στην πίστα (το εργοστάσιο χρησιμοποιείται για να δοκιμάσει τα ελαστικά της Pirelli). Τρία από αυτά καταστρέφονται ολοσχερώς, τα άλλα πέντε εξαιτίας κατασκευαστικού ελαττώματος των μηχανισμών και πάνω απ ‘όλα λόγω της υγρασίας, παραμένουν άθικτα. Αφήνεται ένα φύλλο χαρτιού, μπροστά από την είσοδο της πίστας, με την επιγραφή DELLA TORRE – ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΕΙΩΣΗ ΜΙΣΘΩΝ – MACMAHON – BRIGATE ROSSE«.
Σχετική εικόνα
Το P.C.I. και «η Unità» που μέχρι τότε είχαν σιωπήσει στις προηγούμενες ενέργειες, ελαχιστοποιούν και καταδικάζουν σε ένα μικροσκοπικό άρθρο μιας στήλης: «Όποιος εκτέλεσε (την επίθεση), ενώ συγκαλύπτεται πίσω από ανώνυμα φυλλάδια με επαναστατική φρασεολογία, ενεργεί εξ ονόματος αυτών, όπως ο ίδιος ο Pirelli, που ενδιαφέρονται να εμφανίσουν τον υπεύθυνο αγώνα των εργαζομένων για την ανανέωση της σύμβασης στα μάτια του κοινού σαν μια σειρά βανδαλισμών, χουλιγκανισμών » (14).Secondo un comunicato del P.C.I. gli operai in prima persona devono sbarazzarsi di questi provocatori: «Όταν συμβαίνουν αυτές οι πράξεις, οι εργαζόμενοι πρέπει σε πρώτο χέρι να αναλάβουν την πρωτοβουλία να τους βγάλουν από τη μέση με τους «καταλληλότερους τρόπους που αντιστοιχούν στη φύση των πράξεων που διαπράχτηκαν» (corsivo nostro)» (15).Η πρόσκληση να γίνει ένα στοιχείο της τάξης με βίαιο τρόπο δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρη, ειδικά μιας και συνδυάζεται με την προηγούμενη δήλωση των συνδικάτων που αποκαλούσαν τις Ε.Τ. «προκλητικά παράφρονες αυθεντικού φασιστικού στυλ», αλλά και η Lotta continua αντιδρά αρνητικά χαρακτηρίζοντας την δράση «παραδειγματική», όχι μαζική και αντικειμενικά προκλητική. Λέει στην ανακοίνωση της: «Ακριβώς επειδή οι προλεταριακές μάζες δεν χρειάζεται να καταλάβουν ότι απαιτείται η βία και ως εκ τούτου δεν είναι απαραίτητες οι παραδειγματικές ενέργειες. […] η στρατιωτική οργάνωση των μαζών δεν χτίζεται επειδή ορισμένες ομάδες αρχίζουν να εφαρμόζουν στρατιωτικές ενέργειες[…].Χτίζεται ξεκινώντας από τη δημιουργία σταθερών και αυτόνομων μαζικών πολιτικών οργανισμών» (16).
Αποτέλεσμα εικόνας για Gauche prolétarienne anni 60
Σε κάθε περίπτωση, οι ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται, ειδικά στο Μιλάνο, ενώ μετά το τέλος της «Προλεταριακής Αριστεράς» η εφημερίδα που τις εκπροσωπεί περισσότερο και τις υπερασπίζεται καλύτερα είναι η «Νέα Αντίσταση». Η εφημερίδα παίρνει το όνομα και την έκφραση από ένα έγγραφο της Gauche prolétarienne, της πιο ριζοσπαστικής πολιτικής οργάνωσης που εξέφρασε ο γαλλικός Μάιος, η οποία είχε ασκήσει μορφές παράνομης πάλης πριν τεθεί εκτός νόμου.Στο προγραμματικό έγγραφο της προλεταριακής Gauche εντοπίστηκαν βαθιές συγγένειες με τη νέα πρακτική της προλεταριακής Αριστεράς: »η πολιτική μας έχει ένα όνομα ΝΕΑ ΑΝΤIΣΤΑΣΗ: ο βίαιος λαϊκός αγώνας των παρτιζάνων […] Η ώρα του αντάρτικου ήχησε «(17). H «Nuova Resistenza» βγαίνει το 1971.
Σχετική εικόνα
Κάτω από τον τίτλο, το σύνθημα «Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε», με δίπλα το σύμβολο της «Sinistra Proletaria»: δρεπάνι, σφυρί και τουφέκι να διασταυρώνονται. Το περιοδικό, που χαρακτηρίζεται «κομμουνιστική εφημερίδα της νέας αντίστασης», προτρέπει από τον τίτλο ακόμη μια σειρά προτάσεων και σε περιβάλλοντα της βάσης του PCI. Πράγματι, όπως ήδη παρατηρήσαμε, ένα ολόκληρο πολιτικό ρεύμα πρώην παρτιζάνων και αγωνιστών δεν σταμάτησε ποτέ, τόσο στη δεκαετία του πενήντα, όσο και αργότερα, να καλλιεργεί μια πολύ κριτική πολιτική θέση σχετικά με τα αποτελέσματα της Αντίστασης, η οποία θα έπρεπε να συνεχιστεί με μια γενικευμένη σύγκρουση ταξική μέχρι την εγκαθίδρυση ενός σοσιαλιστικού κράτους. Σε συνάρτηση αυτών των στόχων, πολλοί παρτιζάνοι δεν είχαν επιστρέψει τα όπλα μετά το τέλος του φασισμού, και αστυνομικοί και καραμπινιέροι στη δεκαετία του 50 είχαν βρει (κυρίως σε ορεινές τοποθεσίες αλλά και στα υπόγεια ορισμένων εργοστασίων) εκατοντάδες τουφέκια, ολμοβόλα, περίστροφα. Φυσικά, αυτοί οι πρώην παρτιζάνοι είχαν καταστεί και λιγάκι μυθικοί και φανταστικοί, αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τουλάχιστον τον ιούλιο του ’60 είχε ξαναεμφανιστεί στην πλατεία οπλισμένοι.
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Ο Danilo Montaldi, στο «οι πολιτικοί αγωνιστές της βάσης», χαρακτήριζε αυτή την τάση: «sottovoce», »χαμηλόφωνη», με ένα δημιουργικό παιχνίδι των λέξεων που αναφέρονταν σε ορισμένα λεξιλόγια των εργατών. «Sottovoce», »σιγανά» πράγματι ονομαζόταν το κλασικό «grappino» που οι εργάτες έπιναν το πρωί πριν φτάσουν στο εργοστάσιο και το οποίο απαγορεύονταν πριν από τις 8. Όπως είναι προφανές αυτό το φαντασιακό είχε γίνει κτήμα και στις νέες σειρές των αγωνιστών της βάσης, και αυτή η διαδικασία ευνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την προοδευτική αποκάλυψη της γραμμής «συνεργασίας» που οι ηγέτες του ΚΚΙ εφάρμοζαν προς τον νεοκαπιταλισμό και με τις κεντροαριστερές κυβερνήσεις.Τα γεγονότα της κόκκινης Ιπτάμενης, Volante rossa, η οποία είχε δράσει στο Μιλάνο και τη Βόρεια Ιταλία ως παραστρατιωτική ομάδα στην αμέσως μεταπολεμική περίοδο παραδίδονταν προφορικά. Σε άλλα μέρη του Βορρά σημειώθηκαν φαινόμενα παρόμοια με εκείνα της Volante rossa, ειδικά σε εκείνες τις περιοχές με την ισχυρότερη κομμουνιστική παρτιζάνικη παράδοση, όπως η Λιγουρία και η Εμίλια, και ακριβώς είναι στο Reggio Emilia που θα λάβει χώρα μια διάσπαση από το PCI και από τη νεολαία του, την F.G.C.I. αγωνιστών που θα εισρεύσουν στις ερυθρές Ταξιαρχίες.
Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosseΣχετική εικόνα
Ανάμεσά τους είναι ο Alberto Franceschini (που βρίσκεται στην συντακτική ομάδα της «Sinistra Proletaria») ο οποίος ανήκει σε μία από τις ιστορικές οικογένειες της κομμουνιστικής παράδοσης του Reggio (η γιαγιά του ήταν capolega [ηγέτης σε μιαν ένωση], στα χρόνια ’22, ο παππούς του αντιφασίστας είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε «περιορισμό, απομόνωση», ο πατέρας του, αφού βρέθηκε στο Άουσβιτς και δραπέτευσε, πήρε μέρος στις Ομάδες παρτιζάνικης δράσης), καθώς και ο Fabrizio Pelli (που θα πεθάνει στη φυλακή) και ο Prospero Gallinari, άλλοι όπως ο Azzolini, ο Roberto Ognibene και ο Franco Bonisoli είναι μέλη της »Ομάδας του διαμερίσματος», όπου συναντώνται μετά την έξοδο τους από τις οργανώσεις της επίσημης αριστεράς. Η ομάδα έχει και το δικό της επίσημο όνομα («πολιτική Κολεκτίβα εργάτες φοιτητές») αλλά γρήγορα γίνεται γνωστή ως «Ομάδα του διαμερίσματος» επειδή δεν έχει επίσημη έδρα. Το 1970 η Ομάδα ενέτεινε τις σχέσεις της με τους Curcio και «Sinistra Proletaria» , μέχρις ότου συγχωνευτεί με την εμπειρία της ίδρυσης των ερυθρών Ταξιαρχών (αν και δεν κάνουν όλοι οι επισκέπτες της Ομάδας αυτή την επιλογή). Από παρόμοιες εμπειρίες μέσα στην κομμουνιστική παράδοση προέρχονται και άλλοι αγωνιστές από την περιοχή της Νοβάρα και, κυρίως, από τις εργατικές μιλανέζικες και τορινέζικες γειτονιές. Η «Nuova Resistenza» στη σύντομη ζωή της (δύο νούμερα σε τρεις μήνες) τείνει να ενεργεί ως ενισχυτής μεγάφωνο για όλες αυτές τις αυθόρμητες ομάδες ή παράνομες που αναγνωρίζουν την ανάγκη να αντιταχθούν με την βία στην ένοπλη αστική αντεπανάσταση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημοσιεύονται οι ανακοινώσεις των Ε.Τ. καθώς και άλλων ομάδων και αρκτικόλεξων, μεταξύ των οποίων, από το πρώτο τεύχος ακόμη, εκείνες των Gap (Partisan Action Groups, Gruppi di azione partigiana).
Σχετική εικόνα
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Barbara Balzerani: η πορώδης συγγραφή της ιστορίας

Από τον μαγικό ρεαλισμό της Ortese μέχρι τη φιλοσοφική και σημασιολογική αυστηρότητα, βουτηγμένη με την θηλυκή ουσία, της de Beauvoir. Από τις πληγές του Angelus Novus του Walter Benjamin, φορέα μιας ιστορίας «πορώδους» που χρειάζεται την εκ νέου / εγγραφή, στο ντοκουμέντο “Nuovo Realistico“ που λογαριάζεται με τον κυρίαρχο μετα-μοντερνισμό και τις ερμηνευτικές τάσεις της αδύναμης και μετά ιδεολογικής σκέψης. Από την ποιητική και εικονοκλαστική οργή της αγγλικής δραματουργού Sarah Kane, μέχρι τις ελεγιακές πινελιές της άραβας ποιήτριας Zhabiya Khamis. Μέχρι τον άμεσο και λεπτό φωτογραφικό λυρισμό του Salgado. Αυτά είναι τα ίχνη που εκφράζονται – κατά τη γνώμη μου, φυσικά, γιατί θα μπορούσαμε να δούμε και πολλά άλλα, όπως εκείνα του φεμινισμού της Lonzi – επάνω στα οποία φαίνεται να κινούνται, με αργό αλλά αμείλικτο βήμα, ανελέητο αλλά παθιασμένο, τα μυθιστορήματα της Barbara Balzerani. Μυθιστoρήματα στα οποία η πολιτική και το μαρξιστικό ιδεώδες είναι η αντίστιξη, σιωπηρή και αναπόφευκτη, μέσω της οποίας μπορούν να ακουστούν οι τραγικές νότες μιας ζωής στον αγώνα, μιας ύπαρξης σε αγώνα.

Εδώ, στη συνέχεια, ένα πέρασμα, από τα πιο σημαντικά, του τρίτου της “Perché io perché non tu”, »Γιατί εγώ γιατί όχι εσύ:

«Υπάρχουν στιγμές που τυπώνονται στη μνήμη και παραμένουν εκεί για να καίνε σαν να έπρεπε να περάσει μια ζωή. Κλικ, σαν ένα στιγμιότυπο στο επίκεντρο και ο κόσμος αλλάζει πρόσωπο. Αν είχα παραμείνει σιωπηλή θα είχα παρατείνει την αθωότητα για λίγο ακόμη αλλά εκείνα τα λόγια βγήκαν από το στόμα μου από μόνα τους, ακούσια αμαρτία τόσο άσεμνη ώστε να αξίζει την άμεση τιμωρία. Την ανέλαβε η ιδιοκτήτρια του καταστήματος η οποία, κοιτάζoντας με σαν μια κάμπια η οποία πιστεύει πως είναι πεταλούδα, μου έδειξε τη διαφορά μεταξύ των δύο φορεμάτων. Φορούσα ένα φτηνό κουρέλι και ούτε που έκλεινα το στόμα μου.

Με την μια μου αποκάλυψε πως ήμουν φτωχή, πως φαίνονταν και συνεπώς ήταν καλύτερο να περάσω απαρατήρητη την μέρα του τελετουργικού. Μπροστά θα στέκονταν εκείνες όπως η φιλενάδα μου, αέρινες και με τα πλούσια κάλλη τους. Για μένα, μια θέση λίγο πιο πίσω, βλέπεις ακόμη και τα μυστήρια απαιτούν τον σεβασμό προς τις τιμές και προς την στόφα».

Λοιπόν, λόγια γεμάτα, να χρησιμοποιήσω τον Λακάν. Λόγια που ιστοριοποιούν, και γλώσσα – στο σθένος της συμβολικής δομής της – που υπενθυμίζει και δεν ενημερώνει, δεν παίζει με τον εαυτό της, προκαλώντας σύγχυση και ανακατεύοντας τα χαρτιά. Μια γλώσσα που κάνει την Αλήθεια και την Ιστορία στον Άλλο και του Άλλου να ανα/γεννάται. Λόγος που είναι σαν μια κραυγή μέσα στη νύχτα. Εκείνη η κραυγή του παιδιού που καλεί την Αγάπη και το καθιστά συμμέτοχο, ακόμη και κάτω από τις βόμβες λευκού φωσφόρου, που εκτοξεύονται από μια απρόσεκτη και χειρουργικά ψυχρή αεροπορία, στην αποτρόπαια καταστροφική δύναμή της. Λόγος μιας σπουδαίας συγγραφέως, ικανής να επεξεργαστεί μια ύλη καμωμένη από ευμετάβλητα, ευάλωτα σημάδια, με τα γυμνά χέρια της ποίησης, αυλακωμένα από τον ανθρώπινο πόνο και μασημένα μέσα στον αγώνα για επιβίωση.

“Compagna Luna” “La sirena delle cinque” “Perché io, perché non tu” “Cronaca di un’attesa” “Lascia che il mare entri”. E ora, uscito alcuni mesi or sono, edito sempre daDeriveApprodi, il sesto libro: “L’ho sempre saputo” «Συντρόφισσα Σελήνη» «Η σειρήνα των πέντε» «Γιατί εγώ, γιατί όχι εσύ» «Χρονικό μιας αναμονής» «Άφησε τη θάλασσα να μπει». Και τώρα, κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες, δημοσιεύθηκε πάντα από τον οίκο DeriveApprodi, το έκτο βιβλίο: «Το γνώριζα πάντα».

Ποια είναι η Barbara Balzerani, ποια είναι η ιστορία της, είναι ή θα έπρεπε να είναι γνωστό. Guerrigliera, αντάρτισσα, μέλος του εκτελεστικού των Ερυθρών Ταξιαρχιών, πήρε μέρος στο κομάντο που ολοκλήρωσε την απαγωγή και την εκτέλεση του προέδρου των Χριστιανοδημοκρατών, Aldo Moro. Εξέτισε, με έναν εγκλεισμό τριάντα χρόνων και σκληρή φυλακή, τα μαρξιστικά ιδεώδη της και το όνειρό της – που μοιράστηκε με μια ολόκληρη γενιά – να αλλάζει τον κόσμο και εκείνους τους οικονομικούς κανόνες, εκείνες τις κοινωνικές και πολιτιστικές δομές και μορφές συνείδησης, που βασίζονται σε μια απατηλή και άνιση κοινωνική σύμβαση.

Βγαίνοντας από την φυλακή, ωστόσο, η Barbara βρήκε εκείνο τον κόσμο – έναν κόσμο στον οποίο η σύγκρουση των αντιτιθέμενων συμφερόντων ήταν, όχι μόνο δυνατή, αλλά και στη βάση του δημοκρατικού συστήματος, έστω και φιλελεύθερου-αστικού, εκείνο τον κόσμο, που διασχίστηκε από έναν κοσμικό Ταξικό Αγώνα, που έβλεπε τα αφεντικά να έχουν σαφές πλεονέκτημα, και που αυτή σκόπευε να αλλάξει, ανατρέποντας τις ισορροπίες-σχέσεις δυνάμεων και τις σχέσεις παραγωγής προς όφελος, αυτή τη φορά, των εκμεταλλευόμενων – γενετικά μεταλλαγμένο. Δεν τον αναγνώριζε πλέον, αυτόν τον κόσμο. Δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Τίποτα δεν της ανήκε, παρά μόνο ο εαυτός της. Το σώμα της, το οποίο είχαν επίσης προσπαθήσει να της πάρουν. Η ξεκάθαρη φωνή της. Η νοημοσύνη της, η εξυπνάδα της, που είχαν προσπαθήσει να δαμάσουν, να εξημερώσουν, χωρίς να το πετύχουν. H ιστορία, το σενάριο της, τα καθέκαστα της, οι εμπειρίες της που έπρεπε να ανιχνευθούν, να ανακτηθούν, να ανακατασκευαστούν, να δωροδοτηθούν.

Σε αυτόν τον κόσμο, που καταστράφηκε από τον θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού, που κατέστη οργουελική δικτατορία της μοναδικής σκέψης, ήταν σαν ξένη. Ο οικουμενικός εορτασμός της κυρίαρχης σκέψης, του turbo-καπιταλισμού, του τέλους της Ιστορίας, που διοχετεύεται από τα μέσα ενημέρωσης και από τα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία παρουσιάζουν την ψευδή εικόνα για αυθεντική, την καθιστούσε αδιάφορη θεατή γεγονότων που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Δεν θα ήθελε να είχε φανταστεί! Αυτή, που είχε αγωνιστεί για τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Αυτή, η οποία είχε πολεμήσει μαζί με τους συντρόφους της, για τη συλλογική κοινή χρήση των αγαθών και των πόρων, ενάντια στo ατομικιστικό χαράκωμα των Εγώ των αφεντικών και ενάντια στο αρχαϊκό παράδειγμα της ολιγαρχικής εκμετάλλευσης των μαζών. Αυτή βρίσκονταν, τώρα, ξαφνικά, να περιπλανιέται, συγκλονισμένη, παραπαίουσα, ανάμεσα στα θεαματοποιημένα μεγαλεία της high-tech μητρόπολης, ανάμεσα στα γραφήματα των χρηματιστηριακών μετοχών της άγριας και παγκοσμιοποιημένης χρηματοδότησης, μέσα στην παλινδρόμηση της αδύναμης σκέψης, μεταξύ των προφητών του ηθικού σχετικισμού, μέσα στα τεμαχισμένα πλέγματα της ερμηνευτικής κίνησης που της λείπει ο συγκεκριμένος σκοπός, ανάμεσα στα μεταμοντερνιστικά ερείπια, του μετα-εργατισμού, της μετά-ιδεολογικής εποχής, της μετά-βιομηχανικής εποχής.

Διωγμένη από τα βαρυτικά κύματα μιας χωροχρονικής διαταραχής, παρασύρθηκε στα βαθιά, σε ένα είδος παράλληλου σύμπαντος, που κατοικείται από μετά/ ταυτότητες. Ταυτότητες poster, κρεμασμένες σε έναν τοίχο με φάτσες avatar. Ένα τοίχο που έχει γίνει εικονικός αλλά όχι λιγότερο αδίστακτος, στη διάστασή του που μοιάζει με απομόνωση εγκλεισμού, «πίνακας ανακοινώσεων» – επιτρέψτε μου την γλωσσική χειραγώγηση – στον απεριόριστο κβαντικό χώρο του αιθέρα.

Έτσι, η Barbara άρχισε να γράφει. Για να επανασυνδέσει τα νήματα της μνήμης. Πολιτική και οικογενειακή μνήμη, γνωστή, κοινή, οικεία, τόπων και αγώνων. Να επιδιορθώσει ράβοντας ξανά και υφαίνοντας, μέσα από τη γραφή, λωρίδες του παρελθόντος, για να αναγνωρίσει εκεί μέσα τον εαυτό της και να επανακτήσει τον εαυτό της και την Ιστορία της.

Μέχρι στιγμής είναι έξι οι τόμοι που έγραψε, οι οποίοι μετρούν κάτι πάνω από εκατό σελίδες ο καθένας. Έξι κοσμήματα της λογοτεχνίας, εσωτερικής και στρατευμένης, ιστορικής και πολιτικής, χρονολογικής και μαγικής, οικείας και συλλογικής, που ακούγονται σαν ένα χαστούκι στα πλαδαρά μάγουλα της ηθικολογίας και της μπουρζουάδικης διανόησης. Αυτής της ίδιας διανόησης η οποία την έδιωξε από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli, διαμέσω του συγγραφέα Antonio Tabucchi, που πέρασε σε μια καλύτερη ζωή, με εκβιαστικούς τρόπους, αναγκάζοντας τον εκδοτικό οίκο – που ανήκε στον Giangiacomo, εκδότη και αντάρτη – να επιλέξει μεταξύ αυτού, φτασμένου διανοούμενου, και της πρώην ταξιαρχίτισσας.

Προφανώς, η επιλογή ήταν δεδομένη. Η Αγορά έχει τους κανόνες της. Και εναντίον αυτής της Αγοράς, και παρά τους νόμους της, γράφει σήμερα η Barbara. Τα βιβλία της διαβάζονται στη μισή Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι δεν καταλαμβάνουν τα ράφια εκείνων των καθεδρικών ναών που ανεγέρθηκαν στην θεότητα Εμπόρευμα, που είναι τα Σουπερμάρκετ και τα Megastore. Ποτέ δεν θα διακινδυνεύσουμε να μπούμε σε ένα από αυτά τα λούνα παρκ της κατανάλωσης και να παρακολουθήσουμε την άθλια σκηνή, που επέδειξε ο Godard στο «Ψόφα αφεντικό, όλα καλά», όπου το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα πουλούσε, το πολιτικό και εκλογικό του πρόγραμμα, με χαμηλό κόστος.

Η λογοτεχνία της Balzerani είναι βρώμικη από γη και αίμα, φτιαγμένη από οστά και νεύρα. Σίγουρα δεν αναμορφώθηκε από την πλαστικοποιημένη μάσκα ομορφιάς, ούτε συσκευασμένη με ζαχαρένιο χαρτί και ροζ κορδέλες. Τα βιβλία της μυρίζουν θάλασσα, έχουν το άρωμα του Νότου. Έχουν τη γεύση του εύρωστου κρασιού, του οποίου τα σταφύλια καίγονται στον ήλιο της Μεσογείου και στα τοπία του νότου ή στα αφρικανικά τοπία. Αφηγούνται την εμπιστευτική, ανομολόγητη, ακατέργαστη ευαισθησία ενός οικογενειακού εργατικού περιβάλλοντος, το οποίο μου θύμιζε πάντα εκείνο της υπαίθρου, που διηγήθηκε ο Όλμι στην ταινία Το δέντρο με τα τσόκαρα. Στάζουν ιδρώτα και κόπο προλετάριο. Αναπαριστούν αυλακωμένα πρόσωπα, πρησμένα από τη φτώχεια. Εστιάζουν με το δάχτυλο ενάντια στο ταξικό μίσος των κυρίων του κόσμου:

«Η πόλη βρίσκεται εκεί, σε απόσταση αναπνοής, με τα σπίτια της από τούβλα και τσιμέντο, τα αυτοκίνητα, τα φώτα, την ευημερία, την πολιτική και την εξουσία. Οργανωμένη σε κυκλικά διαστήματα που όσο περισσότερο απομακρύνονται από το κέντρο, τόσο περισσότερο μοιάζουν να μην ανήκουν στο ίδιο ανθρώπινο είδος. Δεν είναι πλέον οι τόποι των ευκαιριών για συναντήσεις, ανάμειξη, ανακαλύψεις, λύτρωση. Είναι bunkers,είναι φρούρια απόρριψης για τους πληβείους που διέρχονται εκεί μέσα μόνο για να προσφέρουν υπηρεσίες, δεν προβλέπεται γι αυτούς οτιδήποτε άλλο. Οι οποίοι, μόλις λήξει ο χρόνος, πρέπει να επιστρέψουν στους δικούς τους τόπους, υπερβαίνοντας τους πολλούς υψωμένους τοίχους. Τείχη της καχυποψίας, της διαφορετικότητας στη στάση και το ανάστημα, της κυριαρχίας των χώρων. Τοίχοι που ελέγχονται από τη συνέργεια των ελίτ που προσκολλώνται στα κομμάτια του προνομίου να μοιάζουν μεταξύ τους. Οι μεν χρειάζονται τους δε αλλά δεν αναμιγνύονται, δεν επικοινωνούν.

Έτσι είναι όλες οι πόλεις. Από τον πρώτο μέχρι τον τέταρτο κόσμο. Οι διαφορές είναι στον βαθμό όχι στο πρότυπο. Η τόσο πολύ διακηρυγμένη οικουμενικότητα της προόδου και της ευημερίας για όλους δείχνει το χαλασμένο, το ξεπερασμένο, εκφυλισμένο και κακό της πρόσωπο. Είναι η φτώχεια που δημιουργεί τον πλούτο, με την αναγκαστική αφαίρεση των πόρων και το κόλπο των τόκων ενός ανεξάντλητου χρέους. Το παρελθόν και το μέλλον είναι γραμμένο με σαφήνεια». (L’ho sempre saputo – Πάντα το γνώριζα).

Σπάνιο παράδειγμα, εκείνο της συγγραφέος, πολιτικού γραψίματος που ξέρει να μεταμορφώνεται – με την επώδυνη έμφαση εκείνης που τo βάσανο και την αδικία, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, τα έχει δοκιμάσει και τα έχει νιώσει στο πετσί της – σε ποιητική ένταση. Και ως εκ τούτου, ηθική γραφή, η οποία επιτυγχάνει, μέσα από τo έντονο, βασανιστικό, και ταυτόχρονα γλυκό ασπρόμαυρο εικόνων με πυκνές συναισθηματικές αντιθέσεις, να σφηνώνεται, να σκάβει, να διεισδύει, όπως ένας τυφλοπόντικα με ανοικτά μεγάλα μάτια, ανάμεσα στις εμφανείς και απαράδεκτες αντιφάσεις ενός συστήματος – του δικού μας συστήματος – που είναι βασισμένο σε αυτό το χρηματοοικονομικό Κεφάλαιο, θανατηφόρο όπως τα κύτταρα δολοφόνοι ενός καρκίνου σε μετάσταση και αφοσιωμένου στον Μολόχ μιας ανάπτυξης (όχι «προόδου», θα είχε προσδιορίσει ο Πασολίνι ) απάνθρωπης και που απανθρωπίζει.

Μια συμπαγής λογοτεχνική ομορφιά, που δεν παραχωρεί τίποτα στην τελετουργία της ρητορικής, ακόμη και στην τέλεια σμίλευση της λέξης και της φράσης. Συνοπτική και όμως, με τον δικό της τρόπο, μουσική, προχωρώντας με σύντομες και αυτοσχέδιες επιδρομές στις απρόσιτες στενωπούς της σκέψης. Αλλά πάνω απ ‘όλα, γραφή ικανή να ανοίξει διάπλατα τη μνήμη, μέχρι να την καταστήσει, πιάνοντας ξανά την έννοια που εκφράστηκε στο ξεκίνημα αυτού του κειμένου, πορώδη Ιστορία, σαν τη ναπολιτάνικη ηφαιστειακή τέφρα που περιγράφεται από τον Benjamin (La citta Porosa, ακριβώς). Μια «πικρή ομορφιά» θα την αποκαλούσε ο Leo de Berardinis, φτιαγμένη από εικόνες που ξεσκίζουν ξαφνικά τη σελίδα με οδυνηρή μεταφορική βία. Για να αναφέρουμε τον Roland Barthes, είμαστε στο Σημείο μηδέν της γραφής. Μια γραφή που όμως δεν παραιτείται της δυνατότητας της να γίνει λογοτεχνική ποίηση.

Ένας λόγος σκληρός, αυτός της Balzerani, λοιπόν – που τον λείανε λιγάκι η ανθρώπινη ευαισθησία αυτής που ξέρει να βρει την τρυφερότητα, ακόμη και μέσα στα ερείπια μιας κατεστραμμένης πόλης ή μέσα σε ένα κελί φυλακής – χωρίς υποκρισίες, ξεκάθαρος, που δεν αφήνει καμία διαφυγή, και που αναγκάζει, αυτόν που διαβάζει, να θέσει υπό αμφισβήτηση, να αναρωτηθεί, ιστορικά, για τον ρόλο του, σε μια εποχή και σε έναν κόσμο γεμάτους ουλές, σημαδεμένους από την αγριότητα της απληστίας, της συσσώρευσης, του κέρδους. Ένας κόσμος του οποίου η πρώην αντάρτισσα μας αφήνει να ακούσουμε, να αισθανθούμε, να δούμε, να αντιληφθούμε επιδερμικά, τις σκληρές ανισσότητες που διαπράχθηκαν από την πλούσια μειονότητα, συχνά ρατσιστική, σε βάρος των φτωχών και καταπιεσμένων μαζών. Mάζες που αποτελούνται από μόνες γυναίκες και άνδρες, εύθραυστες μες τις μοναξιές τους και μπροστά στην αγωνία τους, μες το άγχος, με τον τραγικό τρόπο του Σοφοκλή, μιας ανθρώπινης ύπαρξης που, πλέον, φαίνεται να τους έχει κλέψει – διαμέσου αυτών που χτίζουν εφιάλτες φτιαγμένους με τσιμέντο, πόλεις που αστράφτουν με τα στραβοσκοπικά τους φώτα κατανάλωσης και τειχών για να κρατήσουν μακριά τα σκουπίδια κρέατος που ζέχνουν, που προορίζονται για πολτοποίηση μαζικής παραγωγής – ακόμα και το όνειρο μιας κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής λύτρωσης.

Μάζες στις οποίες η Balzerani, σαν ένα είδος σύγχρονης Αντιγόνης, αποκαθιστά δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια, με την δύναμη της σαν μαχόμενη, που ξεράστηκε επάνω σε μια σελίδα που μετατρέπεται σε κατηγορητήριο και καταδικαστική απόφαση ενάντια σε αυτήν την εξουσία που, κάποτε, θέλησε να την κατηγορήσει, να τη διώξει και να την καταδικάσει. Και μαζί της, όχι μόνο μια ολόκληρη γενιά, αλλά και εκείνες τις ίδιες προλεταριακές και λαϊκές μάζες, των οποίων οι ελίτ δεν προβλέπουν ποτέ την λύτρωση, μέσα στην σκληρή, άγρια αλαζονεία τους.

Μέσα από τις σελίδες των μικρών και πολύτιμων μυθιστορημάτων της, κλαίμε δάκρυα βαριά όσο οι πέτρες, χύνουμε αθώο αίμα στους δρόμους, ασφυκτιούμε, πνιγόμαστε κάτω από τον χυδαίο μανδύα των χρημάτων, αισθανόμαστε την οικεία, την ζεστή απομόνωση της φυλακής, η οποία σπάζει τη σκέψη και βιάζει το σώμα. Αυτή τη φυλακή των αφεντικών, που έχει εξαπλωθεί σε κάθε γεωγραφικό πλάτος, αφηρημένη κι όμως πολύ συγκεκριμένη, που θα ήθελε να σπάσει την αντίσταση μας και να μας κάνει να παραιτηθούμε.

Αλλά η αγανάκτηση, σελίδα μετά τη σελίδα, φράση μετά τη φράση, φόρεμα μετά το φόρεμα, αναρριχάται μαζί με τον ποιητικό, φιλοσοφικό, πολιτικό, υπαρξιακό εμετό της συγγραφέως. Και η επιθυμία εκείνου του κόσμου, διαφορετικού και εφικτού, η ακατανίκητη επιθυμία για Απελευθέρωση από τη δουλεία της ανάγκης και της μισθωτής επιβίωσης, επιστρέφει και εμφανίζεται, όπως ένα μωρό, από τα κάγκελα μιας κούνιας.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA