ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η φυγή προς τα εμπρός -La fuga in avanti

του Manolo Morlacchi

Morlacchi-LaFugaInAvanti.jpgManolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, ed. Agenzia X, pp. 216, € 15,00. Η φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει

La fuga in avanti Η φυγή προς τα εμπρός βγήκε στα βιβλιοπωλεία εδώ και λίγες ημέρες και υπάρχουν κάποιες παρατηρήσεις, προκλήσεις, ερωτήσεις, που εμφανίζονται κατ’ επανάληψη στις παρουσιάσεις  όπου συμμετέχω και στις κριτικές που μέχρι τώρα μπόρεσα να διαβάσω, ειδικότερα η αναφορά του Wu Ming 1 στην Nandropausa. Οπότε βεβαιώθηκα για την ανάγκη εμβάθυνσης κάποιων ζητημάτων γύρω απ’ το βιβλίο μου.

Κατά μήκος των σελίδων του La fuga in avanti περιγράφω αρκετές φορές με μεγάλη έμφαση και νοσταλγία το κλίμα μέσα στο οποίο πέρασα τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας και ενηλικίωσης, πάνω κάτω από το 1975 στο 1985. Αυτή η περιγραφή μπορεί να ξεσηκώσει κάποια ενόχληση ή αμηχανία μεταξύ εκείνων που έζησαν στην πρώτη σειρά εκείνη την πολιτική περίοδο και πλήρωσαν τις συνέπειες σκληρά. Αλλά η ανάγνωση μου είναι σκόπιμα προκλητική. Είναι η προσπάθεια να συσχετίσω τα ανθρώπινα και κοινωνικά χαρακτηριστικά αυτών που αποφάσισαν να οδηγηθούν στην σύγκρουση με το Κράτος, με τα ανθρώπινα και κοινωνικά προφίλ με τα οποία είμαστε συνηθισμένοι να ζούμε σήμερα. Είναι η προσπάθεια να δείξω πως, στο τέλος, αυτά τα ονόματα και επίθετα είναι τα ίδια όπως και τότε, πως δεν πρόκειται για προσωπικές βιογραφίες, αλλά συλλογικά γεγονότα, πολιτικές και επαναστατικές ευκαιρίες, πολύ υλικά ζητήματα. Είναι η προσπάθεια να παρέμβω επάνω στις κοινοτοπίες, τα κοινά στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία τα χρόνια ’70 υπήρξαν ένας σύγχρονος μεσαίωνας, μολυβένιος και σημαδεμένος από την ultraιδεολογία.
Oι αναμνήσεις μου περιγράφουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Στην γειτονιά μου, το Giambellino, στα χρόνια ’70, οι προλετάριοι ήταν με την μεριά των Ερυθρών Ταξιαρχιών, erano dalla parte delle Brigate Rosse. Είναι πολλές οι σχετικές μαρτυρίες. Όλοι γνώριζαν ποιοι ήταν οι παράνομοι, τύχαινε αυτούς τους παρανόμους να τους συναντάς να τρων και να πίνουν στις ταβέρνες και στους τόπους συνάντησης του Giambellino, στην Bersagliera ή στην Cooperativa, δίχως κανείς να έχει κάτι να πει  (και δεν επρόκειτο για φόβο). Στην Piazza Tirana οι BR πραγματοποίησαν κάποιες δημόσιες συγκεντρώσεις δίχως να παρέμβει η αστυνομία. Σε οροφές λαϊκών κατοικιών εμφανίζονταν συχνά κόκκινες σημαίες με το πεντάκτινο αστέρι. Οι ίδιοι οι στρατευμένοι στο PCI γνώριζαν ποιοι κρύβονταν πίσω από τις Brigate Rosse, αλλά στην χειρότερη των περιπτώσεων ζούσαν μαζί. Ο πατέρας μου ήταν τόσο δεμένος με την ιστορία του στο κόμμα ώστε, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, γράφτηκε στην Rifondazione Comunista, στην Κομουνιστική Επανίδρυση δηλαδή, και γιόρτασε την πρώτη νίκη του Prodi επί του Berlusconi!
Δεν έχω σίγουρα σκοπό να ξεχωρίσω την ιστορία των ρομαντικών ερυθρών Ταξιαρχιών της περιπέτειας, σε σχέση με την ιστορία  των αιματηρών μιλιταριστικών ερυθρών Ταξιαρχιών. Υπάρχει μια μοναδική ιστορία της ένοπλης πάλης στην Italia και ο πατέρας μου υπήρξε απόλυτα μέρος της από το 1970 μέχρι που βγήκε από την φυλακή το 1986.   Παρέμεινε αδιαπέραστος-αμετακίνητος σε κάθε προσπάθεια να ελαφρύνει την θέση του ως κρατούμενος, χωρίς να αναζητεί τις συντομεύσεις του διαχωρισμού ή την ατιμία της μετάνοιας. Τις κριτικές του και τις αμφιβολίες σχετικά με την Οργάνωση πάντα τις διατηρούσε για τους συντρόφους με τους οποίους μοιράζονταν την ίδια άκαμπτη αποστροφή για το αστικό σύστημα.
Αυτό που κίνησε εκείνα τα πρόσωπα του Giambellino και τους πολλούς που τα ακολούθησαν, ήταν μια ώθηση πολύ υλική που προέρχονταν από μακριά και δεν αντιπροσώπευε τον καρπό μιας επεξεργασίας πανεπιστημιακού σαλονιού. Σε αυτούς συνοψίζονταν πολλοί αγώνες : η Αντίσταση στον ναζιφασιμό, η πείνα που υπέφεραν στην διάρκεια και μετά τον πόλεμο, οι εργατικοί αγώνες στα εργοστάσια των χρόνων ’50, η ρήξη με το PCI και η υποστήριξη στην Κίνα, στο Βιετνάμ, στην Κούβα, στους αφρικανικούς αγώνες ενάντια στην αποικιοκρατία. Τέλος, το 1968 και η δύσκολη διαλεκτική με τους φοιτητές, “τους μελλοντικούς ηγέτες της Χώρας που είχαν την πρόθεση να οδηγούν τις πορείες”.
Ήταν αυτή η πρακτική τους συνέπεια, ακόμη και πριν από την πνευματική / ιδεολογική, που έκανε ιδιαίτερους εκείνους τους συντρόφους και συναρπαστική την παιδική μου ηλικία. Ήξερες ποιος βρισκόταν μπροστά σου. Ήξερες ότι εκείνους τους ανθρώπους τους έβρισκες να παίζουν ζάρια με τον υπόκοσμο στον σιδηροδρομικό σταθμό του San Cristoforo στην πλατεία Τirana, αλλά όταν χρειάζονταν περισσότερα επάνω σε αυτούς μπορούσες να στηριχθείς χωρίς αμφιβολία.
Αυτά τα συναισθήματα προσπάθησα να τα μεταφέρω μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, προσπαθώντας να αποφύγω κάθε επιφύλαξη. Το La fuga in avanti είναι ένα βιβλίο παρτιζάνικο που προτίθεται να βάλει μέσα στο αυλάκι των επαναστατικών αγώνων του περασμένου αιώνα την εμπειρία του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Το βιβλίο μου δεν έχει καμία ειρηνευτική πρόθεση. Είναι η προσπάθεια να κατανοήσουμε τα λάθη και τα επιτεύγματα αυτής της εμπειρίας ώστε τα συμπεράσματα να χρησιμοποιηθούν από όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η κοινωνία του κέρδους είναι ένα βδέλυγμα ενάντια του οποίου πρέπει να αγωνιζόμαστε.

Μια άλλη πτυχή που συχνά εμφανίζεται στις συζητήσεις γύρω από τη δεκαετία του ’70, είναι το θέμα της ειδικής νομοθεσίας και, γενικότερα, οι μορφές που η καταστολή ανέλαβε για να νικήσει τον ένοπλο αγώνα: επαναφορά των σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων των κρατουμένων και των οικογενειών τους, υπόγεια χρήση της θανατικής ποινής και ούτω καθεξής. Είναι συνήθεια μεγάλου μέρους της λιγότερο ή περισσότερο θεσμικής αριστεράς, να αντιμετωπίζει εκείνα τα γεγονότα και περιστατικά σαν να ήταν το αποτέλεσμα μιας συλλογικής τρέλας που μεγάλωσε μέσα στην μήτρα των δημοκρατικών θεσμών.
Σαν εκείνες οι κατασταλτικές επιλογές να ήταν ένα τέρας που ξέφυγε από το χέρι κάποιου και όχι το συγκεκριμένο προϊόν των μεθόδων με τις οποίες οι μηχανισμοί του Κράτους, οποιουδήποτε Κράτους, παρεμβαίνουν όταν η διαφωνία γίνεται επικίνδυνη. Σαν, σε σύγκριση με εκείνα τα χρόνια, να υπήρχαν σήμερα κατασταλτικές δυνατότητες λιγότερο κακές από ό, τι ήταν τότε. Θα έφτανε να διαβάσετε το θαυμάσιο βιβλίο του Emilio Quadrelli Απόδραση και εξεγέρσεις, Evasione e rivolte για να συνειδητοποιήσετε πόσο αυτό το είδος της ανάγνωσης, στην καλύτερη περίπτωση, είναι αφελές, απλοϊκό.
Εκείνοι που πολεμούν τον ιμπεριαλισμό με τα όπλα στο χέρι, χθες όπως και τώρα, γνωρίζουν τα εργαλεία με τα οποία η αστική τάξη είναι εξοπλισμένη για να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της. Είναι βελτιωμένα εργαλεία επάνω στο δέρμα εκείνων που πολέμησαν τον καπιταλισμό στην διάρκεια των επαναστατικών κύκλων τα τελευταία 150 χρόνια. Θεωρητικές εργασίες που βγήκαν από τα κεντρικά του τρόμου των ηνωμένων πολιτειών, του ισραήλ, της γαλλίας, βρετανίας, ιταλίας και που βρήκαν πρακτική εφαρμογή στα λατινοαμερικανικά σενάρια, μεσανατολικά, αφρικανικά, ινδοκινέζικα, στον αγώνα ενάντια στις μαχόμενες ευρωπαϊκές οργανώσεις και όλου του κόσμου. Σήμερα αυτά τα εγχειρίδια καταστολής βρίσκουν την πλανητική τους καθαγίαση και την σωστή ευελιξία για να ανταποκριθούν σε κάθε ποιοτική και ποσοτική αναγκαιότητα. Έτσι έχουμε την περίπτωση του Ιράκ, όπου contractor/πατριώτες ιταλοί φεύγουν για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου βιάζοντας γυναίκες και παιδάκια, και έχουμε αντιθέτως την περίπτωση της Γένοβας το 2001 όπου η αστυνομία μας περιορίζεται να δώσει τα διαπιστευτήρια της σε όσους πίστευαν ότι η μπουρζουαζία μιας δημοκρατικής χώρας χρησιμοποιεί διαφορετικά εργαλεία σε σχέση με αυτά που προορίζει για τις περιφέρειες του κόσμου. Να προσπαθούμε να τετραγωνίσουμε τον κύκλο επάνω σε αυτά τα θέματα γύρω από ένα τραπέζι και με την έγκριση των θεσμικών οργάνων είναι, για να χρησιμοποιήσουμε μια ευγενική έκφραση, αδύνατο. Εκτός αν νομίζετε ότι υπάρχει μια διχοτομία μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των συμφερόντων του κεφαλαίου.

Στο βιβλίο μου έχει επίσης επικριθεί το γεγονός πως δεν σέβεται τον πόνο των θυμάτων εκείνων των χρόνων. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Σέβομαι αυτό τον πόνο, αποφεύγοντας να μιλήσω γι ‘αυτόν. Δεν είναι ένα απλό escamotage, τέχνασμα, αλλά η βαθιά πεποίθηση ότι δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να εισέλθω σε έναν πόνο που δεν είναι δικός μου. Νομίζω ότι ο σεβασμός είναι μια κατηγορία που μερικές φορές προκαλείται από τους νικητές, όταν οι ηττημένοι δεν ζητούν «συγνώμη». Όλοι θρηνούν τους νεκρούς τους όπως το επιθυμούν. Έχω μεγάλο σεβασμό για τον ανθρώπινο πόνο που προκαλείται από τη βία, είτε επαναστατική είτε κατασταλτική. Πολύ πιο σημαντικό είναι να πούμε ότι αυτό το σεβασμό τον είχε ο πατέρας μου, η μητέρα μου και οι πολλοί σύντροφοι τους. Ανέφερα σκόπιμα στις σελίδες της Φυγής προς τα εμπρός- La fuga in avanti ένα βήμα από το Δίχως ανακωχή-Senza tregua, όταν ο διοικητής Visone βρίσκεται μπροστά στους νεκρούς του Piazzale Loreto και παρατηρεί τα πρόσωπα ευτυχισμένα και χαμογελαστά των φασιστών: «Συνειδητοποίησα εκείνη τη στιγμή πόσο μεγάλη ήταν η απόσταση που με χώριζε από τους εχθρούς μου. Εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να γελάσω μπροστά στα πτώμα του εχθρού μου. Πολύ μεγάλο ήταν το βάρος που κουβαλούσα στους ώμους μου για αυτούς τους θανάτους «.

Θέλησα να διηγηθώ μια ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών χωρίς να θαφτώ στις πτυχώσεις της Επίσημης Ιστορίας. Δεν ενδιαφέρθηκα για τα διάφορα στάδια και τις διαφορετικές ψυχές του ένοπλου αγώνα: ένοπλη προπαγάνδα, μιλιταριστική πτέρυγα, κινηματική πτέρυγα, πρώτη και δεύτερη θέση, pg, pcc, ucc κλπ . Όχι γιατί είναι ασήμαντα θέματα, αλλά επειδή δεν χρειάζονται για να περιγράψουν όλη την ιστορία της πιο σημαντικής ιταλικής ένοπλης οργάνωσης.
Έτσι όπως είναι άχρηστο να προσπαθήσουμε να την χρωματίσουμε (εκτός αν πρόκειται για μια εκ νέου ανάγνωση συμφεροντολογική) εξιστορώντας τις ασχήμιες και τις εκτροπές που συνέβησαν κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Οι στραγγαλισμοί στην φυλακή αγωνιστών οι οποίοι είχαν κάνει ομολογίες κάτω από βασανιστήρια, οι δολοφονίες για να διαδοθεί ένα φυλλάδιο, κ.λπ. κ.λπ. Η κατηγορία της βίας, σε ανάγνωση με απόλυτους όρους, κατά παρεκβολή και με ακραίο τρόπο, θα περιέγραφε το εσφαλμένο της ένοπλης επιλογής. Παίρνει τη μορφή ενός πνευματικού τεχνάσματος ώστε να κάνει όλους να συμφωνήσουν. Μα που βρίσκονταν η βία εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία; Ήταν το προϊόν μιας ομάδας τρελών που το είχαν σκάσει από κάποιο ψυχιατρείο, ή ήταν το αποτέλεσμα της κοινωνικής σύγκρουσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη;  Εάν θέταμε σε ανταγωνισμό την επαναστατική βία με εκείνην της καταπίεσης,  ε λοιπόν θα κέρδιζε με μεγάλη απόσπαση εκείνη που προκλήθηκε από τις σφαγές του Κράτους, από τα νομιμοποιημένα βασανιστήρια, από τις δολοφονίες που πραγματοποιήθηκαν στους δρόμους και τις πλατείες, στις φυλακές, από τους σφαγιασμούς που διαπράχθηκαν από τον ιμπεριαλισμό σε όλο τον κόσμο. Αλλά είναι άχρηστη αυτή η επιχείρηση, εκτός εάν, επαναλαμβάνω, αυτή είναι μια πολιτική επιχείρηση. Αλλά τότε μπαίνουμε σε έναν άλλο χώρο. Είναι όπως όταν σήμερα μας κάνουν να βλέπουμε παντού τους δολοφόνους της Αλ Κάιντα, αλλά προσέχουν πολύ από το να δημοσιεύουν τα “ηρωικά κατορθώματα” των στρατιωτών και των μισθοφόρων μας στους οίκους ανοχής της Καμπούλ, στα χωριά του Κοσσυφοπεδίου, κατά μήκος των δρόμων του Ιράκ.
Ο πατέρας και η μητέρα μου στάθηκαν πάντα κριτικοί και μακρινοί σε σχέση με ορισμένες εκτροπές που συνδέονται με την ήττα που διαφαίνονταν επί της οργάνωσης, όπως επίσης αφηγούμαι με μαρτυρίες στο βιβλίο μου. Αλλά όλα αυτά λίγη σημασία έχουν στη συνολική αξιολόγηση. Σήμερα οι BR δεν υπάρχουν πια. Αλλά η βία η καταπίεση και η καταστολή αυξάνουν γεωμετρικά. Είναι από αυτή την παραδοχή, από ότι συμβαίνει σήμερα, που πρέπει να αρχίσουμε να ξαναδιαβάζουμε εκείνα τα επεισόδια.
Βιβλία για τις ΕΤ έχουμε δεκάδες. Η βία, διαβασμένη με μονόπλευρο τρόπο, παραμένει το κύριο εργαλείο για να περιγραφεί εκείνη η εμπειρία. Ασυνάρτητη, ανιστόρητη, διανοουμενίστικη, είναι μια ανάγνωση που χρησιμεύει μόνο για να πιστοποιήσει την ιστορία που έγραψαν οι νικητές. Εγώ αντιθέτως προσπάθησα να την γράψω από την οπτική των ηττημένων, ηττημένων, που όμως δεν παραδόθηκαν, δεν το έβαλαν κάτω, δεν τα παράτησαν – sconfitti, ma non arresi.

https://www.carmillaonline.com/2008/01/03/la-fuga-in-avanti/

ιστορία, storia

27 μαρτίου 1978: ο Μόρο και οι εΤ. Σκέψεις από το κίνημα – 27 marzo 1978: Moro e le Br. Riflessioni dal movimento

Στις 16 μαρτίου 1978, οι ερυθρές Ταξιαρχίες είχαν ξεκινήσει ένα νέο κύκλο επιθέσεων ενάντια στο Κράτος και ένοπλης προπαγάνδας,δηλαδή τη λεγόμενη «εκστρατεία της άνοιξης», εκείνη που θα παραμείνει η πιο συγκλονιστική δράση τους, η απαγωγή του προέδρου των Χριστιανοδημοκρατών Άλντο Μόρο. Από την απαγωγή μέχρι την εκτέλεση του Moro είχαν περάσει 55 ημέρες, κατά τις οποίες στην πολιτική συζήτηση, μέσα και έξω από τους Θεσμούς, οι αναλύσεις, οι υποθέσεις και τα σχόλια ήταν τα πιο ποικιλόμορφα.

 

moro2

Στις 25 Μαρτίου, βρέθηκε η δεύτερη ανακοίνωση των BR, και τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 29 μαρτίου, η τρίτη. Τα συνθήματα και οι στόχοι ήταν περισσότερο ή λιγότερο οι ίδιοι με τις επακόλουθες ανακοινώσεις: να χτυπηθεί το ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών (SIM), να οργανωθεί το Επιθετικό Κίνημα Προλεταριακής Αντίστασης και να χτιστεί το μαχόμενο κομμουνιστικό Κόμμα, οδηγώντας τον πόλεμο της επαναστατικής τάξης. Βρίσκει χώρο, στο κάτω μέρος του ανακοινωθέντος n. 2, ένας χαιρετισμός στους συντρόφους Fausto και Iaio συντρόφους, που σκοτώθηκαν στο Μιλάνο δύο ημέρες μετά την απαγωγή Μόρο.

Μέσα στο κίνημα πολλοί αμφισβήτησαν, αναρωτήθηκαν και εκφράστηκαν, μίλησαν για το τι συνέβαινε, μίλησαν σχετικά με τις συνέπειες της ενέργειας των ταξιαρχιτών σε σχέση με τους κοινωνικούς αγώνες, τους αγώνες των εργαζομένων και των φοιτητών, σχετικά με τις διαφορές μεταξύ του «ένοπλου κόμματος» και του «ένοπλου κινήματος».

Στο νούμερο 27 – 28 του απριλίου 1978, στο περιοδικό Rosso, μεταφέρεται η απομαγνητοφώνηση ορισμένων τμημάτων μιας συζήτησης που πραγματοποιήθηκε στο Radio Sherwood (όταν ήταν ακόμη Radio Sherwood …) το ίδιο βράδυ της απαγωγής Μόρο. Η σαφήνεια των παρεμβάσεων μαρτυρεί την διαύγεια με την οποία το κίνημα ήταν σε θέση να προσδιορίσει άμεσα τα κρίσιμα ζητήματα που συνδέονται με τον ταξιαρχίτικο σχεδιασμό, τα όρια και τους κινδύνους του. Ας παραθέσουμε δύο σημαντικά αποσπάσματα:

Το νέο στοιχείο που προκύπτει από το σημερινό γεγονός και που ασκεί το σύνθημα «να φέρουμε την επίθεση στην καρδιά του κράτους», αλλά που απομακρύνει ακόμα περισσότερο την πολιτική και τη θεωρία των BR από το κίνημα, είναι η μεταφορά σε ένα διαφορετικό επίπεδο, η σχέση μεταξύ της ένοπλης οργάνωσης και του Κράτους. Ο Moro και η σημερινή πολιτική τάξη, ως έκφραση που πραγματοποιήθηκε της ανασύνθεσης της κυριαρχίας, δέχονται χτύπημα από τις ΕΤ. […] Οι ΕΤ αναλαμβάνουν πλήρως, ακόμη και εντός των ορίων της διαμόρφωσης και της εκπροσώπησης τους, την κατάσταση λειτουργίας του εργατικού Κράτους που μάχεται με γενναιότητα εναντίον του καπιταλιστικού Κράτους. […] Στο καπιταλιστικό κράτος αντιπαραθέτουν το Αντικράτος. Η σχέση μεταξύ κόμματος και κινήματος, μεταξύ πρωτοποριών και κινήματος αντιμετωπίζεται και ασκείται με όρους εγχειριδίου χρήσης, είναι η λενινιστική θεωρητική ως «νεκρή γνώση» και όχι η ζωντανή λενινιστική ανάγνωση (αυτή που μετράει στην προκειμένη περίπτωση). Έτσι, η νοημοσύνη, η στρατηγική, η πρόβλεψη, η λενινιστική φαντασία είναι όλη μέσα στο κόμμα και έξω από την τάξη.

Αυτή η επιχείρηση φέρνει σε ριζική κρίση τη σχέση ανάμεσα στο ένοπλο κίνημα και το «ένοπλο κόμμα». Αυτή η κρίση θα αναγκάσει το κίνημα να αντιμετωπίσει αποφασιστικά το πρόβλημα, το οποίο πολύ συχνά έχει υποτιμήσει. Δηλαδή το πρόβλημα της ύπαρξης μέσα του μιας οργάνωσης που θέτει τον εαυτό της εντελώς εκτός των χρόνων ανάπτυξης και αυτο-οργάνωσης του κινήματος, και που ενώ θέτει ως έδαφος σύγκρισης και αντιπαράθεσης το επίπεδο του ένοπλου αγώνα και του «εμφυλίου πολέμου» , το προτείνει ως μια ανάλυση της πολιτικής φάσης, και της τακτικής και της στρατηγικής της οργάνωσης, εντελώς διαφορετικής από εκείνη που έχει κάνει δική του το κίνημα, κλειστή σε οποιαδήποτε διαλεκτική αντιπαράθεση με αυτή την τελευταία. […] Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ του κινήματος και του κόμματος έχει ως εξής: το κίνημα, ή μάλλον οι οργανωμένες κινήσεις του, σε κάθε άλμα που επιχειρούν, κάθε φορά που αναγκάζονται να επιχειρήσουν σε πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο γνωρίζουν πολύ καλά και προσέχουν αυτά τα βήματα να συνδέονται πραγματικά και με ακρίβεια με το πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο που έχει επιτευχθεί συνολικά. Οι BR αντιθέτως αγνοούν αυτό το πρόβλημα, ή τουλάχιστον το υποβαθμίζουν και το υποτιμούν βαριά, θεωρώντας δεδομένη την συνέχιση των τρεχόντων επιπέδων του κινήματος. Στην πραγματικότητα, σήμερα υπάρχει μια πραγματική κρίση του κινήματος. Μια κρίση που μπορεί και πρέπει να έχει, να βρει διεξόδους προς τα εμπρός, και υψηλότερες.

 

 

Pubblicato in STORIA di CLASSE,  Δημοσιεύτηκε στην ΤΑΞΙΚΉ ΙΣΤΟΡΊΑ
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, ακ

image

Παρά το ότι η ζωή μου βρίσκεται ακόμα υπό αναστολή, δεν κατάφερα να πεθάνω, παρ’ όλα αυτά. Ίσως έχει έρθει η ώρα για να αποδεχτώ την ζωή; να επιλύσω τα προβλήματα μου και να φέρω τον εαυτό μου σε θέση να βγει στην επιφάνεια δίχως την ανάγκη να σέρνομαι με αγωνία πίσω από κάθε  επαφή; μακριά από τον τρόμο να ανακαλύπτω πως βρίσκομαι πεισματικά παγιωμένη στο ίδιο σημείο; μακριά από το άγχος να πρέπει να ξεκινήσω πάλι απ’ την αρχή, και ξανά και ξανά;

Και τι άλλο, το διαφορετικό μπορώ να κάνω; Προσπάθησα να διασφαλιστώ από τον πόνο εξαλείφοντας κάθε συναίσθημα,  αυτό δεν λειτούργησε, και το μικρότερο ακόμη παιχνιδάκι του αέρα κατάφερε να έχει το επάνω χέρι, μιας και βρέθηκα δίχως όπλα, αδύναμη ν’ αντισταθώ. Η ζωή είναι εδώ, τη νιώθω στο δέρμα, ανατριχιάζω, αισθάνομαι όλη την κενότητα μιας άχρηστης αντίστασης.

Και το βλέμμα καθαρίζει και σταματά, για να κοιτάξει, επάνω στον κόσμο.

Μήπως ξέφυγα;

Τι θα απογίνω; Πόσο κακό θα καταφέρω ακόμη να κάνω στον εαυτό μου;

Compagna luna, Η σύντροφος σελήνη

Μαζί, συνεργοί, θα μπορέσω άραγε να νιώσω ξανά την λαχτάρα να φέρω τους εμπόρους σε κατάσταση αδυναμίας;

 

 

Compagno Graber

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

 

 

https://compagnograber.wordpress.com/category/brigate-rosse/

Οι Brigate Rosse και τα χρόνια του μολυβιού (1975 – 1985)

Η Barbara Balzerani υπήρξε  διοικητής της ρωμαϊκής φάλαγγας των Ερυθρών Ταξιαρχιών, στις οποίες εντάχθηκε το 1975, και πήρε μέρος σε αρκετές εκτελέσεις, μεταξύ των οποίων αυτή του Girolamo Minervini και στην Σφαγή της οδού Fani,  Strage di via Fani.[1]

Στην διάρκεια της απαγωγής του Aldo Moro κατέλαβε μαζί με τον Moretti, με τον οποίον εκείνο τον καιρό ήταν δεμένη συναισθηματικά, την ταξιαρχίτικη βάση της  Via Gradoli 96 στην Roma.

Ούτε η Balzerani ούτε ο Moretti ήταν παρόντες στην βάση της στιγμή της επιχείρησης των δυνάμεων ασφαλείας και έτσι σώθηκαν από την σύλληψη.

Το 1981 πήρε μέρος στην απαγωγή του στρατηγού  NATO James Lee Dozier.

Μετά την σύλληψη του Mario Moretti το 1981, προσπάθησε δίχως επιυτχία να διαχειριστεί την διάσπαση της οργάνωσης, οδηγώντας στην συνέχεια τον σχηματισμό «Brigate Rosse – Partito Comunista Combattente», ενώ στο άλλο κομμάτι,  «Brigate Rosse – Partito Guerriglia» ηγείτο ο Giovanni Senzani.

Μετά την πτώση και την κρίση των ΕΤ, η Balzerani ήταν από τους τελευταίους που συνελήφθησαν στις 19 ιουνίου 1985, μαζί με τον Gianni Pelosi. Την στιγμή της σύλληψης είχε μαζί της πιστόλι διαμετρήματος 9.

 Από την φυλακή, ανέλαβε την ευθύνη για την επιχείρηση ενάντια στον πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας Lando Conti που πραγματοποίησαν οι BR.

Καταδικάστηκε σε ισόβια.

Το 1987, μαζί με τους άλλους ιστορικούς ηγέτες των BR Renato Curcio και Mario Moretti, πήρε μέρος σε μια τηλεοπτική συνέντευξη που παραχωρήθηκε στον δημοσιογράφο της Rai Ennio Remondino, στην οποίαν οι τρεις πρώην ταξιαρχίτες συμφώνησαν στο να θεωρήσουν πως η εμπειρία του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία είχε πλέον ολοκληρωθεί,  στην οπτική των αλλαγών του κοινωνικού ιστού μέσα στον οποίον είχαν κινηθεί δέκα χρόνια πριν, και επίσημα επικύρωναν την οριστική παράδοση των BR και την εγκατάλειψη του ένοπλου αγώνα.

Στις 12 δεκεμβρίου 2006 της παραχωρήθηκε η ελευθερία με περιοριστικούς όρους.[5] Επέστρεψε οριστικά ελεύθερη, έχοντας εκτίσει την ποινή της το 2011.  Αυτή την στιγμή εργάζεται σε έναν συνεταιρισμό πληροφορικής, κι εδώ και πολλά χρόνια έχει αφιερωθεί στην λογοτεχνία.

Γραπτά της έργα

αυτονομία, autonomia

η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – γ] μέρος

METROPOLIΔίκη Processo Metropoli

  • Στην συνέχιση του διαλόγου γύρω από τις B.R., γίνεται όλο και πιο επίμονη η κοινή τοποθέτηση των Morucci και Faranda επάνω στην αναγκαιότητα να συνδυαστεί η  “πρακτική του ένοπλου αγώνα” με την  “κοινωνική συγκρουσιακή διάθεση, conflittualità sociale” που εκφράζονταν εκείνα τα χρόνια και, συνεπώς, να δημιουργηθεί ένα “πλατύ μέτωπο, εκτεταμένο (MPRO) πυρήνων εν μέρει παρανόμων και εν μέρει νομίμων μέσα στην διάθεση σύγκρουσης που αναφέρθηκε, θέση σε έντονη αντίθεση με τον “ακραίο ολιγαρχισμό στην επιλογή των στόχων και στην στρατιωτική πρακτική της οργάνωσης”, είχαμε φθάσει στο σημείο της αγιάτρευτης ρήξης που είχε τονιστεί από την χειρονομία του Gallinari ο οποίος, κτυπώντας επάνω σε ένα τραπέζι της “γιάφκας” του Mogliano ένα τεύχος του “Pre-print”, στο οποίο εμφανίζονταν ένα άρθρο του Piperno με τίτλο “Από την τρομοκρατία στον ανταρτοπόλεμο”, είχε σκληρά επιτεθεί στους δυο αντιφρονούντες, εγκαλώντας τους λέγοντας πως ήταν πάντοτε φορείς μέσα στην οργάνωση της πολιτικής γραμμής των “παλιών τους φίλων”, ξένης στα αξιώματα της ίδιας της οργάνωσης;

Όσον αφορά τον αποκαλούμενο, “χώρο Metropoli”, αποφαίνονταν ο Morucci επρόκειτο για την συμβατική επέκταση της ονομασίας μιας ομάδας ανθρώπων που δρούσαν στο Milano, της οποίας αυτός, κατά τα άλλα, δεν γνώριζε ούτε την δομή ούτε τις οργανωτικές σχέσεις και τους δεσμούς, αν και δεν μπορούσε να αποκλείσει πως αυτή ήταν διαρθρωμένη σε δυο επίπεδα, το ένα να ενδιαφέρεται για “πολιτικές δραστηριότητες”, το άλλο για » paralegal δραστηριότητες” και πως αυτό το τελευταίο θα είχε συνεισφέρει στην χρηματοδότηση του ταξιδιού του Folini στην Μέση Ανατολή, για την απόκτηση των όπλων.
Ωστόσο, από τις ΕΤ δεν εκτιμούσαν και πολύ άτομα σαν τους Scalzone, Negri, Piperno και Pace, που θεωρούνταν “πολυλογάδες, άνθρωποι που μιλούσαν για τον ένοπλο αγώνα έτσι για να μιλούν”, που αγνοούσαν την λενινιστική πειθαρχία, την αυστηρότητα μιας παράνομης οργάνωσης. Σίγουρα θα ήταν παρατραβηγμένο να υποστηρίξουμε την ενότητα και την μοναδικότητα της πολιτικής γραμμής μέσα στο  περιοδικό που είχε στηθεί, την στιγμή που ενώ ο  Scalzone είχε συνεχίσει να διατηρεί μια δική του πολιτική “υποκειμενικότητα”, πρόσωπα σαν τον Piperno και τον Pace είχαν πάψει για κάποια περίοδο να κάνουν ενεργή πολιτική δραστηριότητα, έτσι ώστε η απόσταση κάποιων χρόνων έκανε αναμενόμενο να έχει ωριμάσει σε αυτούς και να έχουν διαμορφώσει έναν τύπο θεωρητικής επεξεργασίας, απομακρυσμένο από την καθημερινότητα, από τα τρέχοντα φαινόμενα.
Με δεδομένη την συνέχεια της πολιτικής γραμμής του Scalzone αυτός, ο Morucci, ήταν σε θέση να προβλέπει μια μεγαλύτερη προσέγγιση των “δικών του πολιτικών θέσεων” με εκείνες του ίδιου του Scalzone (περισσότερο απ’ ότι με εκείνες του Piperno), μια πολιτική άποψη, ακριβώς,  “κινηματικού”τύπου.
O στόχος που έπρεπε να επιδιωχθεί, ουσιαστικά, ήταν ο ίδιος, ενώ η αναζήτηση γίνονταν κάτω από διαφορετικές οπτικές γωνίες, αυτός, ο Scalzone απ’ το Κίνημα και εκείνος από τις B.R.: εκείνος, δηλαδή, που θα οδηγούσε σε μιαν ικανότητα οργάνωσης στο στρατιωτικό επίπεδο αρκετά υψηλή δίχως να χάνεται “η ικανότητα παραμονής μέσα στην κοινωνική συγκρουσιακή διάθεση”.
Θα ήταν, συνεπώς, τουλάχιστον επικίνδυνο να θεωρούμε πως αυτός, ο Morucci, υπήρξε φορέας της άποψης του Piperno και Pace εντός των B.R., όταν σκεφτούμε πως οι δυο, ακριβώς λόγω του ότι “απομακρυσμένης θέσης” από την οποίαν αξιολογούσαν το φαινόμενο του ’77”, επειδή δεν είχαν εμπλακεί άμεσα, είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούν τις B.R. μια  “τρελαμένη μεταβλητή, variabile impazzita”, “ανεξέλεγκτη, incontrollabile”, ολοκληρωτικά αποκολλημένη από τις εσωτερικές δυναμικές του κινήματος, από μια λογική εσωτερική της κοινωνικής συγκρουσιακής διάθεσης”.
Παρόλα αυτά, μολονότι αποσυνδεδεμένες από την επαναστατική διαδικασία, οι B.R. επηρέαζαν εκείνη την διαδικασία, διαχέοντας  την δραστηριότητα της επίθεσης τους στην καρδιά του Κράτους μέσα στο φαινόμενο της κοινωνικής διαμάχης; μέχρι του σημείου να φαίνεται σκόπιμο, μάλλον απαραίτητο “να προσληφθεί” εκείνη η “ανεξάρτητη μεταβλητή” και να γίνει προσπάθεια να καταστεί αντιληπτό το πως η ίδια θα μπορούσε να αναπτυχθεί μέσα στην ιταλική πραγματικότητα, έχοντας υπόψη, τουλάχιστον στην  “θετική” “αποδιαρθρωτική επίδραση, σαρωτική” που αυτή θα μπορούσε να έχει σε θεσμικό επίπεδο.
Να, λοιπόν, που o “αντικειμενικός στόχος” της “σύζευξης”, που εκθειάζει ο Piperno στις στήλες του “Pre-print” τελικά τεκμηριώνεται στην αποδιάρθρωση του Κράτους και στο άνοιγμα μιας επαναστατικής διαδικασίας.

Με αναφορά στο άρθρο του F. Piperno στο οποίο αναφερθήκαμε νωρίτερα με τίτλο “Από την τρομοκρατία στον ανταρτοπόλεμο”, που δημοσιεύτηκε στο “Pre-print” τον Δεκέμβρη του ’78,  ο Paolo Virno, συντάκτης του “Metropoli”, συνδέοντας αυτό το γραπτό detto με εκείνο που έγραψε ο ίδιος και εμφανίστηκε στο n° 1 του “Metropoli” με τον τίτλο “Piazza Nicosia, να αρχίσουμε να συζητάμε γι αυτήν”, εξηγούσε πως ο σκοπός που γράφονταν αυτά ήταν να διατυπωθεί μια εις βάθος κριτική στις  ερυθρές Ταξιαρχίες,  Brigate rosse: επικεντρωμένη στις διαφορές της ένοπλης πάλης που αυτή υποστηρίζει “από τις λογικές του κινήματος”, που εννοούσαν με “ανώμαλο”τρόπο  πως έπρεπε να καλλιεργηθεί μια “προοπτική πολέμου μακράς διάρκειας, εμφυλίου πολέμου και αντιεξουσίας” δίχως ουσιαστικά να δίδεται απάντηση στα “βασικά προβλήματα του κινήματος”, και που έρχονταν σε αντίθεση, τελικά, με την εικόνα που οι ίδιες ήθελαν να παρουσιάζουν για τον εαυτό τους σαν “μια αντάρτικη δύναμη ριζωμένη μέσα στις λαϊκές μάζες”.
Τόσο στο άρθρο του Piperno όσο και στο δικό του, είχαν διατυπωθεί απλές κριτικές εκτιμήσεις του έργου των BR σε σχέση με τις ανάγκες  “της κοινωνικής ιταλικής πραγματικότητας”, δίχως την πρόθεση ούτε από την πλευρά του Piperno να υπογραμμιστεί τίποτα περισσότερο από “μιαν υπόθεση κομουνιστικής επανάστασης” με στόχο να κερδηθεί ένα άνοιγμα, μια θέση ανάμεσα στην “στην στρατιωτική ισχύ που έχει ξεδιπλωθεί από τον μηχανισμό των BR στην via Fani και το μαζικό κίνημα”, ούτε από την δική του πλευρά να κάνει το εγκώμιο της επίθεσης στον “σπιτονοικοκύρη” Schettini.

Αξιοσημείωτου ενδιαφέροντος, κυρίως εκείνο που αφορά την ρωμαϊκή κατάσταση, εμφανίζονται οι δηλώσεις του Canfanelli Massimo, έμπειρου στελέχους της ένοπλης πάλης και μαχητή των B.R.. Αυτός είχε μάθει από τον Andrea Morelli και από τον De Feo πληροφορίες για το λεγόμενο “σχέδιο Metropoli” και για εκείνο που οι “υποκινητές του” (Piperno, Pace, Scalzone, Virno, Castellano, Accascina και ο ίδιος De Feo) πρότειναν, δημιουργώντας μια οργάνωση ικανή ηγεμονεύσει και να κατευθύνει όλους τους υπάρχοντες σχηματισμούς που δρούσαν στον ένοπλο αγώνα, συμπεριλαμβανομένων των ομάδων της οργανωμένης Αυτονομίας.
Αυτό το σχέδιο στην αρχή χρηματοδοτήθηκε μέσα από νόμιμα κανάλια και ειδικότερα μέσα από ένα κέντρο ερευνών με την ονομασία CERPET. Σε μια δεύτερη φάση, κυρίως μέσα από ληστείες που επιτέλεσε ο “ένοπλος βραχίονας” της οργάνωσης, διοικούμενος από τους Scalzone, De Feo και Morelli.
Όσον αφορά τις νόμιμες χρηματοδοτήσεις,αντίθετα, βεβαίωνε ο Canfanelli πως είχε ακούσει να λέγεται από τους Rosati, Davoli, De Feo και Morelli, πως αυτές οι ίδιες είχαν ληφθεί και διαμέσου εντολών που παραχωρήθηκαν στο CERPET από Δημόσιους Οργανισμούς, χάρη στις παροτρύνσεις πολιτικών που είχαν σχέσεις φιλίας με τους Pace και Piperno.
“Έμαθα από τους De Feo και Morelli” – συνέχιζε ο Canfanelli -” πως αυτοί είχαν πάρει μέρος στις συναντήσεις της Διεύθυνσης του Metropoli, στην διάρκεια των οποίων συζητήθηκε ο προϋπολογισμός του σχεδιασμού και των χρηματοδοτήσεων τόσο αυτών των νόμιμων όσο και εκείνων που προέρχονταν από ληστείες (β. κατ. 5/6/1982 και κατ. 2.12.1982 Ανακρ. Roma, τομ. V F.5.).
Προσθέτουμε πως κάποια από τα όπλα που απέκτησε ο Folini στην Μέση Ανατολή και διαχειρίστηκαν στο Milano ου Co.Co.Ri. είχαν φτάσει σε αυτόν την περίοδο που αυτός ήταν στρατευμένος στο M.C.R., κίνημα που είχε ξεκινήσει ο Morucci και η Faranda μετά την αποχώρηση τους από τις B.R.

Για τον ρόλο του “Metropoli” και των κυριότερων πρωταγωνιστών του μιλούσε επίσης ο Emilio Libera – (ακρ. 25.11.1986).
Ήταν ο Seghetti που απέδωσε στους Morucci και Faranda τον ρόλο πως “είχαν παρεισφρήσει” στις B.R., σαν φορείς της πολιτικής γραμμής των Piperno και Pace. Ίσως για να σμικρύνει το μέγεθος της συνεισφοράς τους στο εσωτερικό της οργάνωσης χαρακτηρίζοντας την πολιτική τους θέση κενή αυθεντικότητας και πρωτοτυπίας και αγκυροβολημένη σε κινηματικές παραδόσεις με καλούπι poteroperaistico, με καταγωγή δηλαδή από την Εργατική Εξουσία.
Με την σειρά του ο Lombino Maurizio, αφού δήλωσε στον ανακριτή του Bergamo πως δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει εάν το περιοδικό “Metropoli” χρηματοδοτούνταν ή όχι με χρήμα, προερχόμενο από ληστείες, μπορώντας, αντιθέτως,  “να αποκλείσει το γεγονός” στην βάση αυτών που γνωρίζει γύρω από την ύπαρξη “νόμιμων και θεσμικών καναλιών” χρηματοδότησης “τουλάχιστον με το ξεκίνημα της μετατροπής του περιοδικού σε  Κέντρο Σπουδών οικονομικών-κοινωνικών”, στην ανάκριση που διεξήχθη από τον ανακριτή της Roma στις 6/5/82, μιλώντας για το περιοδικό “Metropoli” έλεγε επί λέξη: “Σχετικά με την χρηματοδότηση του περιοδικού Metropoli, μπορώ να δηλώσω πως αυτή γίνονταν με δυο τρόπους: τόσο διαμέσου των επιχειρήσεων παράνομης χρηματοδότησης (ληστείες, κλοπές, κλπ.) – η οργάνωση είχε επιβάλει τον συγκεντρωτισμό κάθε προσόδου από ληστείες που τα συντονιστικά και τα κύτταρα τους ήταν σε θέση να πραγματοποιήσουν – τόσο μέσα από χρηματοδοτήσεις νόμιμες και θεσμικές”.
Αυτό ήταν συνέπεια του γεγονότος πως στους κόλπους της οργάνωσης είχε έρθει να αναπαραχθεί “μέσω του σχεδιασμού” εκείνη η διπλοπροσωπία στις παρεμβάσεις που ήδη είχε χαρακτηρίσει την δραστηριότητα άλλων οργανώσεων; από την μια το στρατιωτικό επίπεδο, στεγανοποιημένο και “ομοσπονδιοποιημένο” μέρος των δομών των συντονιστικών και από την άλλη το δημόσιο και νόμιμο επίπεδο που αποτελείτο από το περιοδικό “Metropoli”.
Αντιστρόφως ο Giorgio Accascina ήδη Πρόεδρος του Συμβουλίου Διαχείρισης του Συνεταιρισμού “Linea di condotta, Γραμμή συμπεριφοράς”, που χτίστηκε τον νοέμβρη του 1978 με σκοπό να δημοσιεύσει το περιοδικό “Metropoli” και “Pre-print” δήλωνε πως της έναρξης του περιοδικού είχε προηγηθεί μια κουβέντα επάνω στον πολιτικό σχεδιασμό του ίδιου σε σχέση με τις “νέες θεματικές” που είχαν εκφραστεί  “από το κίνημα του ’77”.
Μακράν από το να αυτοπροταθεί σαν σβόλιασμα όλου του ένοπλου αγώνα στην Italia, το ζήτημα υπήρξε, αντικείμενο “θετικής κριτικής” από πλευράς της εφημερίδας, με την έννοια πως εμφάνιζε τον ένοπλο αγώνα έκφραση ιδιαίτερη και χαρακτηριστική, τυπική της ιταλικής κατάστασης, παρά φαινόμενο που προκλήθηκε από τις ανατολικές Χώρες ή υπό την διαχείριση των μυστικών υπηρεσιών.
Όσο για το ντοκουμέντο που βρέθηκε στην κατοικία του Piperno, στην via dei Coronari, n° 99, που αποδίδονταν στον Scalzone, υποστήριζε ο Accascina πως αυτό αναπαρήγαγε μόνο τις αντιλήψεις του συγγραφέα του, σίγουρα όχι εκείνες της σύνταξης και πολύ λιγότερο την δική του πρόθεση για την δρομολόγηση της εκδοτικής πρωτοβουλίας.
Δεν υπήρχε κανένας σύνδεσμος μεταξύ του “Metropoli” και του εκδοτικού οίκου “Lirici”, όπου αυτός εργάζονταν.
Ούτε πολιτικές  συναντήσεις έγιναν ποτέ στα γραφεία της via del Babuino, 96 αν και κάποιοι φίλοι, μεταξύ των οποίων και μέλη του συνεταιρισμού για να τον βρουν.
Όσον αφορά τις χρηματοδοτήσεις της εφημερίδας παράνομης προέλευσης ο Accascina δεν φαίνονταν να γνωρίζει κάτι όπως επίσης και για τις στρατεύσεις του Pace και των άλλων συντακτών σε ανατρεπτικούς σχηματισμούς.
Επέμενε να επαναλαμβάνει πως το “Metropoli” χρηματοδοτούνταν αποκλειστικά από τα χρήματα των πωλήσεων της ίδιας της εφημερίδας; και για αυτό τον λόγο παρήγαγε ένα pro-memoria που επεξηγούσε τον  “κυκλικό μηχανισμό” που χρησιμοποιήθηκε για να επιδοτήσει την εφημερίδα, διαρθρωμένο σε προκαταβολές που κατατίθονταν από τον διανομέα για κάθε τεύχος του περιοδικού, και σε πιστώσεις που παραχωρούνταν από διάφορους προμηθευτές, με συνημμένα ορισμένα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης μιας πιστοποίησης από τους επιμελητές πτώχευσης που βεβαίωνε την πτώχευση που είχε λάβει χώρα της Εταιρείας “Linea di condotta”.
Μα, παρά τις απαλλακτικές  δηλώσεις του Accascina, ο ανακριτής, υπό το πρίσμα των καταθέσεων και των αποδεικτικών στοιχείων που αποκτήθηκαν μεταξύ των οποίων η κατάληξη πως “το σχέδιο Metropoli δεν ήταν ένα πρόγραμμα αφηρημένο ουτοπιστικό, μα η έκφραση μιας συγκεκριμένης οργάνωσης, έχοντας το πολιτικό-οικολογικό του κέντρο στην Roma και πολλές ένοπλες διαρθρώσεις, που δρούσαν κάτω από διαφορετικές ονομασίες σε διάφορες ιταλικές περιοχές” και πως “μέσα στην στρατηγική προοπτική της ένωσης όλων των ένοπλων οργανώσεων που υπήρχαν στην, οι εμπνευστές του σχεδίου “Metropoli” απέδιδαν ένα θεμελιώδη ρόλο στο περιοδικό.

αυτονομία, autonomia

η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – β]μέρος

METROPOLIΔίκη Processo Metropoli

  • o “Aldo” του είχε εξηγήσει πως η καινούργια οργάνωση (c.d. Metropoli) είχε σκοπό να πραγματοποιήσει “μια νέα συνάθροιση των επαναστατικών δυνάμεων εκμεταλλευόμενη τα διαθέσιμα θεσμικά πεδία και τομείς γεμίζοντας ξανά ένα ιστορικό κενό στον χώρο της Autonomia, αποτελούμενο από την απουσία μιας κοινής πολιτιστικής κληρονομιάς”.Έναν σημαντικό ρόλο θα έπρεπε να παίξει, για τον σκοπό αυτό, “το ανοιχτό στην συνεισφορά των διαφορετικών δυνάμεων ομώνυμο περιοδικό”.“Είχε μελετηθεί η διατήρηση ενός παράνομου και ένοπλου οργάνου μα υπό αμυντική σκοπιά εκτός από τους σκοπούς χρηματοδότησης.

Προσδιόριζε ο Gasser στην ακροαματική διαδικασία (ακρ. 18.3.1987), που ξεκίνησε όταν ακόμα ήταν εν ζωή οι Co.co.Ri., πως είχε λάβει σχήμα σε εποχή επόμενη της διάλυσης τους.
Είχε καταγραφεί “μια ανύψωση του επιπέδου σύγκρουσης στην Italia. Είχε προκληθεί από το είδος δράσεων που διεξάγονταν από κάποιες ένοπλες οργανώσεις όπως οι  B.R. και P.L. και μια ακραία κατάτμηση του “κινήματος της ένοπλης πάλης”, που του έλειπε εκείνη η ομοιογένεια και συνοχή χρήσιμες να του προσδώσουν την επίπτωση που οφείλονταν στην επιδίωξη των επαναστατικών στόχων”. Κατά συνέπεια το πρόβλημα που ο Scalzone έθετε ήταν εκείνο της δημιουργίας “ενός σημείου αναφοράς όλων των εμπλεκόμενων μικροτμημάτων στον ένοπλο αγώνα” διαμέσου, ακριβώς, ενός περιοδικού (“Metropoli”) προορισμένου να παράσχει “έναν χώρο πολιτικού διαλόγου” για την ανακατασκευή του ένοπλου κινήματος (ακρ. 10.11.86 f. 106)
Επιβεβαίωνε τις δηλώσεις του Costa σχετικά με τα χρήματα που δόθηκαν στον Scalzone και συντρόφους για την χρηματοδότηση του περιοδικού, επιπλέον εκείνων που ξοδεύτηκαν για την πληρωμή των όπλων που εισήχθησαν από τον Φολίνι. Μετά την διάσπαση, ανάμεσα στην ομάδα του Scalzone και τα άλλα τμήματα είχε επιφυλαχθεί μια σχέση επιχειρησιακής συνεργασίας, με αποτέλεσμα το εισόδημα από ληστείες που διαπράχθησαν από κοινού από στοιχεία των διάφορων τμημάτων, κάθε ομάδα έκανε του μεριδίου της την χρήση που ήθελε δίχως να ενδιαφέρεται για την χρήση που τα άλλα έκαναν του δικού τους.
Στην αντιπαράσταση με τον Balducchi, (ακρ. 18.3.87) ο οποίος συνέχιζε να υποστηρίζει πως ποτέ χρήματα εδόθησαν στον Scalzone ή σε άλλον γι αυτόν για την χρηματοδότηση του περιοδικού, ο Gasser επέμενε πως έμαθε για μιαν παράδοση χρημάτων που έγινε στον Scalzone ή στον Farsi ή στον Morelli για το περιοδικό.
Η εκδοχή που έδωσε ο Gasser επεκτάθηκε στην συνέχεια από τον Sandino Sergio ο οποίος στην ανάκριση της 30/6/82 (και σε εκείνο της 1/7/82) που διεξήχθησαν από τον ΔΚ του svolti dal P.M. Milano, ανέφερε για το πρώτο ταξίδι, στο οποίο είχε πάρει μέρος, που έγινε με την βάρκα από τον Folini στον Libano το καλοκαίρι του ’78 του οποίου είχε προηγηθεί μια συνάντηση προετοιμασίας στην Roma μεταξύ του ιδίου του Folini και μαχητών των Co.co.Ri.
Το ταξίδι είχε γίνει, ακολουθώντας μια πορεία κατά μήκος των ακτών της Ελλάδας, περνώντας από την Κύπρο, μέχρι το λιμάνι της Beirut.
Πριν την άφιξη στην Κύπρο αυτός, ο Sandino, χρειάστηκε να επιστρέψει στην Ιταλία για να αρχίσει ξανά την εργασιακή του δραστηριότητα.
Όμως, λίγες ημέρες αργότερα, είχε προφτάσει στην Δαμασκό τον Folini.
Μαζί πήγαν στην Βηρυτό όπου ο”Armando” (αυτό είναι το όνομα μάχης του Folini, που επίσης φωνάζανε Corto maltese) είχε συναντήσει άραβες και παλαιστίνιους ντόπιους.
Στην συνέχεια, επέστρεψαν στην Κύπρο για να πάρουν την βάρκα η οποία είχε φτάσει με τον Folini μετά την στάση στην Citere και, φθάνοντας στην Beirut, φόρτωσαν τα όπλα, βοηθούμενοι από κάποιους παλαιστίνιους.
Από την Βηρυτό επέστρεψαν στην Cipro, συνεχίζοντας για Ρόδο, όπου τους έφτασε ο Balducchi, που είχε έρθει με αεροπλάνο στο τοπικό αεροδρόμιο.
Από την Ρόδο ο Balducchi έφυγε, στην συνέχεια με το αεροπλάνο για την Ρώμη και ο Sandino για το Μιλάνο.
Όλα τα όπλα πέρασαν στην διάθεση των Co.Co.Ri. και, στην συνέχεια, μοιράστηκαν μεταξύ της ομάδας που πλήθυνε τις γραμμές του Metropoli και εκείνης που συγχωνεύτηκε στην Πρώτη Γραμμή P.L.
Στις αρχές του 1979 είχε ο Folini οργανώσει ένα δεύτερο ταξίδι στον Libano για την απόκτηση ενός δεύτερου φορτίου όπλων. Το Metropoli είχε συνδράμει με συγκεκριμένο τρόπο στην χρηματοδότηση του ταξιδιού (αυτό του είχε ειπωθεί από τον ίδιο τον Folini και από τον Merendino (β.).
Εκτός από άλλες οργανώσεις, όπως οι Pac, Guerriglia rossa (ηγείτο ο Barbone), και την ομάδα του Del Giudice, της οποίας ο ίδιος ο Sandino ήταν μέλος.
Αρνούνταν, ωστόσο, αυτός ενώπιον του δικαστηρίου, (ακρ. 10/11/1986) πως τα χρήματα, προερχόμενα από ληστείες στις οποίες είχε πάρει μέρος αυτός για την ομάδα “Del Giudice” είχαν ποτέ διαρρεύσει στην χρηματοδότηση ενός περιοδικού.
Γι αυτό το δεύτερο ταξίδι του Folini στην Μέση Ανατολή μιλούσε ο  Merendino Finocchiello Antonino, στην ανάκριση που έλαβε χώρα από τον ΔΚ του Milano στις 10/7/82. “Αυτό χρηματοδοτήθηκε με χρήμα προερχόμενο από ληστείες που πραγματοποιήθηκαν από την οργάνωση Co.co.Ri. Metropoli”. Τα όπλα που αποκτήθηκαν ήταν αυτόματα, πιστόλια, διάφορες χειροβομβίδες, πυρομαχικά διάφορα και εκρηκτικά.
Μεταξύ των όπλων που αποκτήθηκαν απ’ το “Metropoli” κάποια πέρασαν στα MCR. (Movimenti comunisti rivoluzionari, επαναστατικά κομουνιστικά Κινήματα) που είχαν στηθεί από τους Morucci και Faranda, μετά  την έξοδο τους από τις ΕΤ και επακριβώς:
1) ένα αυτόματο τουφέκι marca MR0 παρασκευασμένο το 1974, αριθμός μητρώου 3371;
2)  ένα τουφέκι Winchester a pompa διαμ. 6;
3) ένα αυτόματο τουφέκι tipo Colt διαμ. 227 mod. SPI, με αποξεσμένα τα στοιχεία του και δυο άδειους γεμιστήρες;
4) ένα αυτόματο τουφέκι Breda δια. 12 μητρ. SLC25548 με κομμένο το κοντάκι;
5) ένα πιστόλι δια. 22 marca (…)
6) ένα revolver δίχως μητρώο
7) όπλα και εκρηκτικό διάφορου είδους όλα κατασχεμένα από την Αστυνομία.

Να υπογραμμίσουμε, σχετικά, πως ο Savasta στην ανάκριση που του έγινε από τον Ανακριτή της Roma il 15/2/1982 (vol. 5, F. 13, G. 62) ανέφερε πως ένα μέρος των όπλων του Metropoli ήρθαν στην διάθεση των B.R. μέσα από τον Morucci, που μιλούσε στο όνομα των Piperno και Pace.
“Θυμάμαι πως τον σεπτέμβρη/οκτώβρη ’78, όταν έπαιρνα μέρος στην Διοίκηση της ρωμαϊκής φάλαγγας, έμαθα από τον Morucci πως είχε φτάσει στην Ιταλία ένα φορτίο όπλων που προέρχονταν από την Μέση Ανατολή, μεταξύ των οποίων διάφορα Kalashnikov.
ο Morucci είπε πως ένα μέρος αυτών των όπλων μπορούσαν να δοθούν στην δική μας οργάνωση (B.R.), η οποία θα παραλάμβανε τα όπλα δίχως να χρειαστεί να πληρώσει χρήματα, μα με την πολιτική δέσμευση να σφίξει τις σχέσεις με τις άλλες μαχόμενες οργανώσεις που υπήρχαν στην Italia, μεταξύ των οποίων η Prima Linea και οι ένοπλες ομάδες σε τροχιά γύρω από τον χώρο του Metropoli. Si discusse di questa proposta di Morucci nella Direzione di colonna, nella quale era noto che effettivamente era giunto un carico di armi che era nelle disponibilità di Piperno, Pace e Scalzone. Dopo un ampio dibattito si decise di rifiutare la proposta di Morucci per evitare condizionamenti politici.

Οι περιστάσεις οι σχετικές με το αναφερθέν φορτίο όπλων του  Folini και μιας ομάδος scalzoniani που έπαιρναν μέρος στις Co.Co.Ri. επιβεβαιώνονταν από σημαντικές καταθέσεις ομολογίες που έγιναν στην δικαστική Αρχή της Roma από τους Cereda Pierangelo, Squadrani Marcello (β. ακρ. 10/11/86), Graziani Paola και Cianfanelli Massimo.
Αυτοί έδωσαν την ευκαιρία να αποκτηθούν περισσότερα γνωστικά στοιχεία για την δομή και την δραστηριότητα των “Co.Co.Ri. Metropoli” και, ειδικότερα, για τον ρόλο προσώπων σημαντικών όπως οι Ernesto Balducchi, Andrea Morelli, Domenico De Feo, Pietro Del Giudice και άλλοι.

η Granata Anna Maria, στην κατάθεση που έδωσε στον ΔΚ του Milano στις 9.3.1981 επιβεβαίωνε πως, γύρω στο δεύτερο μισό του 1978, ο Folini Maurizio αποκαλούμενος “Κόρτο μαλτέζε” ή “Armando”, μιλώντας με αυτήν και τον συγκάτοικο της  Alfredo Azzaroni, είχε δηλώσει πως ήταν φίλος με τον Oreste Scalzone.
Καυχήθηκε ,επίσης, γνωριμίες στον Libano και διασυνδέσεις με τον λοχαγό Gheddafi στην Libia. Αυτός είχε δείξει ενδιαφέρον στην εγκατάσταση ενός ραδιοφωνικού σταθμού ή βιβλιοπωλείου σε μια πόλη όπως η Napoli, τοποθετημένης στο κέντρο του μεσογειακού χώρου.
Ο Folini είχε προσθέσει πως το αντάλλαγμα εκείνης της χρηματοδότησης θα έπρεπε να είναι μια υλικοτεχνική υποστήριξη από πλευράς ναπολιτάνων για την αποβίβαση όπλων που αυτός ο ίδιος θα είχε μεταφέρει με την βάρκα του ή με βάρκα νοικιασμένη το καλοκαίρι του 1979. Εκείνη την ίδια περίοδο είχαν λάβει χώρα οι επαφές του Azzaroni και της Granata με τον Scalzone, αυτός πραγματοποιούσε το σχέδιο του περιοδικού “Metropoli”, στο οποίο ενδιαφέρονταν επίσης οι Domenico De Feo και Claudio Minervino.
Στην συνέχεια (20.3.81) η Granata προσδιόριζε πως η γνωριμία του Folini είχε γίνει διαμέσου του Scalzone.
Προσέθετε πως οι ναπολιτάνοι σύντροφοι, στους οποίους αυτή και ο  Azzaroni είχαν απευθυνθεί για την υλικοτεχνική υποστήριξη στην διάρκεια της προβλεπόμενης εκφόρτωσης των όπλων από τον Folini στην ναπολιτάνικη ακτή, είχαν απαντήσει πως δεν είχαν σκοπό να χρησιμοποιηθούν από πρόσωπα όπως οι Scalzone και Lanfranco Pace, για τον οποίον μάλιστα, αυτό τον τελευταίο ειδικότερα, έλεγαν πως ήταν ένα “μακρύ χέρι” των B.R. στο εσωτερικό της Αυτονομίας.
Για την οργάνωση της μεταφοράς των όπλων, η Granata ανέφερε πως ξαναείδε τον Folini τον σεπτέμβρη του ’78 στο Milano και σε εκείνη την περίπτωση αυτός είχε ανακοινώσει πως η εκφόρτωση των όπλων είχε πραγματοποιηθεί.
η Granata μιλούσε επίσης και για τις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Folini και Marocco για την πώληση ενός “Kala”, δηλώνοντας πως έμαθε από τον Scalzone επιβεβαίωση της μεταφοράς από πλευράς Folini του φορτίου των όπλων, το καλοκαίρι του 1978, σε μια τοποθεσία του Lazio.
η Granata κατέληγε πως είχε συναντήσει τον Folini στο “Millibar” (μαζί με τους De Feo και Scalzone, και με την ευκαιρία που της δόθηκε ζήτησε από αυτούς να πάρει μέρος στο σεμινάριο για το “Metropoli” που είχε προγραμματιστεί για εκείνο το διάστημα, μα είχε λάβει μια ξεκάθαρη άρνηση.
Με τον Folini, η Granata είχε γνωρίσει τον Andrea Morelli, φίλο του Scalzone και κάποιον Bruno Pastori, ο οποίος προετοίμαζε κάποια προσχέδια του περιοδικού “Pre-print”.

ο Azzaroni Alfredo, που ανακρίθηκε από τον εισαγγελέα του Milano στις 18.3.81, επιβεβαίωνε όλες τις δηλώσεις που ακούστηκαν νωρίτερα, προσθέτοντας πως ο Scalzone του είχε επιβεβαιώσει την στράτευση του Folini στις Co.Co.Ri., των οποίων ο ίδιος ο Scalzone υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους διοικούντες σε εθνικό επίπεδο.
Η εικόνα που περιέγραψε η Granata και ο Azzaroni, αντικατοπτρίζονταν επίσης, στις καταθέσεις που έδωσε ο Pasini Gatti Enrico, τρομοκράτης που διαχώρισε την θέση του από τον ένοπλο αγώνα.
Αυτός δήλωνε πως είχε γνωρίσει τους πρώτους μήνες του 1979 ένα πρόσωπο που το αποκαλούσαν “Κόρτο μαλτέζε”, που του είχε  πει πως ήταν σε θέση να προμηθεύσει μεγάλες ποσότητες όπλων προέλευσης κυρίως λιβυκής.
Με την ευκαιρία μια συνάντησης που έγινε (σε ένα εστιατόριο του Milano, αυτός του είχε αναφέρει πως είχε στρατευτεί στις U.C.C. , Κομουνιστικές Μαχόμενες Μονάδες, για να έρθει στην συνέχεια κοντύτερα στην οργανωμένη Αυτονομία.
Είχε καυχηθεί για την φιλία του με τον Oreste Scalzone και σαν προοπτική είχε και στόχο και φιλοδοξίας του “την ένωση των γραμμών της αυτονομίας” για μια νέα ώθηση του αγώνα.
Έγινε λόγος, επίσης, για την εφημερίδα “Metropoli” και για τον σχεδιασμό που θα γίνονταν γι αυτήν, που συνοψίζονταν στην φόρμουλα “ιστία και κανόνια” με προφανή αναφορά στην διάρθρωση σε δυο επίπεδα, ένα νόμιμο και ένα άλλο “ένοπλης πάλης”.
Σχετικά με τα εισαχθέντα όπλα, ο Folini του είχε πει πως αυτά είχαν, επίσης,  “ένα πολιτικό κόστος”, έχοντας σαν προϋπόθεση ο εφοδιασμός τους από πλευράς των λίβυων την διαβεβαίωση πως θα παραχωρούνταν “σε επαναστατικά κινήματα και όχι σε οργανώσεις σαν τις B.R. ή την P.L.”.

Μεγάλου ενδιαφέροντος, με σκοπό την ανακατασκευή της υπόθεσης του φορτίου των όπλων, είναι επίσης η κατάθεση που δόθηκε στον ανακριτή του Torino στις 5.3.1981 από τον Marco Donat Cattin, ήδη μαχητή της P.L. μέχρι τον οκτώβρη του 1979, όταν είχε βγει από την οργάνωση μαζί με άλλους συντρόφους, εξ αιτίας μιας συζήτησης που είχε ανάψει μεταξύ αυτών που υποστήριζαν “τον οργανωτικό λόγο” και εκείνων που επέλεγαν “μιαν άμεση σύνδεση με την κοινωνική πραγματικότητα”.
Μιλούσε ο Donat Cattin για μια προμήθεια όπλων (ίσως μόνο για ένα “Kala”) που έγινε από την P.L. από συμμετέχοντες σε ένα τμήμα των Co.Co.Ri., του οποίου ηγούνταν ο Oreste Scalzone, όπως οι Maurizio Costa και Piergiorgio Palmero, που στην συνέχεια συνέκλιναν στην P.L. Και ήταν το “ επίπεδο που συνιστούσε τον παράνομο στρατιωτικό μηχανισμό των Co.Co.Ri. που είχε οργανώσει μια μεταφορά όπλων από τον Libano intorno το καλοκαίρι του 1978; όπλα που, όμως, δεν θα έπρεπε να προορίζονται ούτε για την Π.Γ. ούτε για τις Ε.Τ. μα “για μικρότερες ομάδες” σύμφωνα με μια στρατηγική “που σε μιαν ιστορική φάση έλλειψης ισορροπιών, είχε ήδη δοκιμαστεί από την U.R.S.S. στην Palestina”. (Ο στόχος θα ήταν εκείνος του να είναι δυνατή και υπολογίσιμη μια πιο πολύπλοκη κατάσταση μέσα στο πλαίσιο του ένοπλου αγώνα).
Αν και στην συνέχεια κάποια από αυτά τα όπλα είχαν έρθει στην κατοχή των B.R. πιθανότατα “λόγω προσωπικών σχέσεων” ή λόγω της ανάγκης που κάποιοι κύκλοι των Co.Co.Ri. είχαν νιώσει ώστε να καθιερώσουν δεσμούς με άλλος ένοπλες ομάδες.

Άλλο φορτίο όπλων (συμπεριλαμβανομένων ρουκετών) αναμένονταν για το καλοκαίρι του 1979, που θα εισάγονταν πάντα από τον Folini. Κάποια από αυτά θα πέρασαν στους “συντρόφους τους προσκείμενους στον Μορούτσι” διαμέσου του Andrea Morelli.
Προσέθετε ο Donat-Cattin ότι ήταν σίγουρος πως οι Co.Co.Ri. είχαν ένα δικό τους παράνομο επίπεδο, και πως “τμήματα του εν λόγω επιπέδου” είχαν αναπαραχθεί στους κόλπους του “Metropoli” την περίοδο της αποδοχής του  Scalzone και αυτών που τον ακολουθούσαν στην εκδοτική πρωτοβουλία.  Αυτό το “επίπεδο” είχε εκτελέσει πολλές ληστείες και, στην συνέχεια, θα είχε θέσει στον εαυτό του το πρόβλημα  “μιας υπερβολικής διαφοροποίησης καθηκόντων μεταξύ εκείνων που δεσμεύονταν στρατιωτικά και επιχειρησιακά και εκείνων που επιτελούσαν κυρίως πολιτική εργασία.

Έτσι συνέχιζε ο  Donat-Cattin:
“H πολιτική εργασία που διεξήγαγε αυτή η οργάνωση ήταν ακραία έντονη και ποικίλη, με την έννοια πως περιείχε επαφές με πολλούς χώρους και παρήγαγε πολλές πρωτοβουλίες τουλάχιστον σε επίπεδο σχεδίων… ”
“είχαν δημοσιευτεί περιοδικά και εφημερίδες και από τον Scalzone και από τους συντρόφους που ήταν κοντύτερα σε αυτόν είχε καλλιεργηθεί” το σχέδιο ενός μεγάλου περιοδικού που θα έπρεπε να γίνει ο πόλος έλξης και αναφοράς ενός μεγάλου χώρου της αριστεράς, που θα πήγαινε πέρα “από εκείνον της Autonomia”.
Η οργάνωση στην συνέχεια διαλύθηκε, σε τέσσερα μέρη: το πρώτο με επικεφαλής τους Thomas, Palmero και άλλους, που υποστήριζαν την αναγκαιότητα μια οργάνωσης πιο αυστηρά παράνομης, εισήλθε στην P.L., ακολουθούμενο τον σεπτέμβρη του ’79 από την ομάδα του Costa;
Το δεύτερο που αποτελούνταν από τους (…), είχε εισρεύσει στο ήδη υπάρχον “Κέντρο Κομουνιστικής Πρωτοβουλίας, Centro di Iniziativa Comunista”που δρούσε στην Padova;
το τρίτο “παρέμεινε συνδεδεμένο με τον Scalzone και το σχέδιο Metropoli” και καλλιεργούσε “μια προοπτική γενικής πολιτικής καθοδήγησης ολόκληρου του κινήματος (συμπεριλαμβάνοντας τις ένοπλες συνιστώσες του) παρά την συγκρότηση μιας αυτοτελούς οργάνωσης  (έπαιρνε μέρος ο Del Giudice, leader κοινωνικού κέντρου “Lenin” του Sesto S. Giovanni);
η τέταρτη, δίχως συγκεκριμένη χροιά, περιλάμβανε πρόσωπα από Milano και Torino.
Και αυτούς της di P.L. είχε πλησιάσει ο Scalzone για να παρέμβει σε μια συνάντηση όπου θα γίνονταν συζήτηση για την δημιουργία του περιοδικού στο οποίο θα μπορούσαν να αναγνωριστούν και να εκπροσωπηθούν από αυτό “όλα οι δυνάμεις που ασκούσαν την ένοπλη πάλη”.
ο Scalzone μιλούσε γι αυτό το περιοδικό σαν μια πρόταση της ομάδας του προς τις άλλες ομάδες. Μα την πρόσκληση την αρνήθηκε η P.L. που υποπτεύονταν προσπάθειες ηγεμονισμού της ένοπλης πάλης από πλευράς του ίδιου του Scalzone.

Mε την σειρά του, ο Valerio Morucci επιβεβαίωνε (ακρ. 13.X.86) πως είχε ακριβώς από τον Scalzone λάβει την πρόταση μιας προμήθειας όπλων, πρόταση που αυτός γύρισε προς την Διοίκηση των φαλαγγών, μα που δεν έγινε αποδεκτή, διότι εκείνο τον καιρό οι B.R. θεωρούσαν άκρως επικίνδυνο “να αποκτήσουν όπλα περνώντας μέσα από πολιτικές επαφές μεάλλεςόμάδες που δεν είχαν μαζί τους στενή πολιτική ενότητα, δηλαδή πλήρη ταύτιση πολιτική, ενοποίησης στην πραγματικότητα”.
Και θα είναι ακριβώς ο Gigetto Dell’Aglio που επισημαίνει πως “με την απόκτηση εκείνων των όπλων ο Scalzone πίστευε πως θα αποκτήσει μια δυναμική θέση κύρους σχετικά με άλλες ένοπλες οργανώσεις  (B.R.-P.L.) των οποίων τις πολιτικές θέσεις θα μπορούσε ευκολότερα να επηρεάσει, σαν πρόσχημα για να πραγματοποιήσει αυτό που περισσότερο είχε στην καρδιά του:
“να αναλάβει την πολιτική διεύθυνση όλου του πανοράματος της ένοπλης πάλης στην Italia”. Η πολιτική του συμπεριφορά ήταν μήτρας “θεσμικής”, με την έννοια της δυνατότητας χρήσης νόμιμων μηχανισμών πληροφόρησης για να δημιουργήσει την “Αντιεξουσία, Contropotere” μιας οργάνωσης με όρους “Κράτους” εν Κράτει.
Από εδώ “η μέγιστη σημασία” που αποδίδονταν στον ρόλο του περιοδικού “Metropoli”.

Από το 1977 ακόμη – έλεγε ο Morucci – γίνονταν λόγος, με τον Lanfranco Pace για την δημιουργία ενός περιοδικού θεωρητικού-πρακτικού εθνικού χαρακτήρα. Γι αυτό τον σκοπό είχε ανιχνευτεί μια παλιά εφημερίδα της αριστεράς, με όνομα  “Tempi moderni, μοντέρνοι Καιροί” όμως το σχέδιο δεν βρήκε λιμάνι λόγω διαφωνιών που εμφανίστηκαν σχετικά με τον πολιτικό καθορισμό και σχεδιασμό του ίδιου του περιοδικού.
Στην συνέχεια, μέσα στο ’78, η ιδέα επανήλθε μετά από την “ριζική μεταστροφή του πολιτικού ορίζοντα παρέμβασης” λόγω της τεράστιας εισόδου νέων υποκειμένων στο έδαφος της κοινωνικής διένεξης”, απ’ όπου η αναγκαιότητα που απ’ όλους έγινε αισθητή να γίνει εμβάθυνση “της θεωρητικής επεξεργασίας” και, συνεπώς, να δρομολογηθεί ένα περιοδικό. Μα και μέσα σε αυτή την προοπτική ήρθαν να οριοθετηθούν δυο βασικές τάσεις: εκείνη της οποίας ηγείτο ο Toni Negri που αποσκοπούσε στην “ενίσχυση των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών αυτής της νέας υποκειμενικότητας” “δηλαδή του νεανικού προλεταριάτου”, θεωρώντας πως από μόνα τους αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν “εκρηκτικά… αντικρατικά, και πως, συνεπώς, θα είχαν οδηγήσει αυτές τις υποκειμενικότητες “να πέσουν επάνω στους θεσμούς, να τους χτυπήσουν”; και από την άλλη να θέσουν “ένα θέμα μεγαλύτερης επιλεκτικότητας”, “μιας θεωρητικής εμβάθυνσης …. επιλογής της συνέχισης” που θα εκφράζονταν από αυτές τις υποκειμενικότητες, άξιες περαιτέρω ανάπτυξης, “με την μετάγγιση εκείνων της απλής αυθόρμητης και άγριας ανταρσίας”.
Η δυσκολία στην σύνθεση αυτών των δυο τάσεων είχε καταστήσει τον χώρο πρωτοβουλίας σε λίγα υποκείμενα που συνδέονταν μεταξύ τους με »μιαν συνέχεια φιλική»παρά με  “μιαν πολιτική συνέχεια”, αρχίζοντας ξανά ορισμένοι από αυτούς την πολιτική δραστηριότητα μετά τις “σπίθες του ’77”, (όπως ο Piperno, που τα προηγούμενα χρόνια είχε ξαναρχίσει την διδασκαλία στην Καλαβρία και ο Pace που δραστηριοποιούνταν ανάμεσα  “στις έρευνες του CERPET” και “τις παρτίδες poker fino μέχρι τις 5 το πρωί”) με την κίνηση της προσπάθειας να αναλυθεί το κοινωνικό φαινόμενο που προήλθε από τις κινήσεις και τις προτάσεις του ’77, “αντλώντας από τις ενδείξεις θεωρητικού χαρακτήρα για την έναρξη μιας πολιτικής δραστηριότητας μέσα στην νέα κοινωνική διαμάχη”.

Όλη αυτή η προσπάθεια που τέθηκε σε εφαρμογή από τον ίδιο τον Morucci, ήδη το ’77, για να συμπεριληφθούν οι B.R. στην εκδοτική και συντακτική πρωτοβουλία, στην παραδοχή πως το νέο περιοδικό, αν και δεν μπορούσε προφανώς να προτείνει ολοκληρωτικά τις πολιτικές γραμμές της οργάνωσης, θα μπορούσε, ωστόσο, να καταστεί φορέας μιας θεωρητικής επεξεργασίας” τείνουσας σε “μια μεγαλύτερη πολιτική συσπείρωση”, “σε μιαν μεγαλύτερη προσοχή προς τα οργανωτικά προβλήματα”, της “επιλογής των στόχων” και, συνεπώς, στην δημιουργία ενός πολιτικού χώρου μέσα στο κίνημα που θα μπορούσε να έχει επιτρέψει στις B.R. “να ριζώσουν, να ταυτιστούν και να ενσωματωθούν, να αναπτυχθούν, να αλιεύσουν νέα μέλη  με μια κριτική προς τον αυθορμητισμό, που θα μπορούσε να είχε θέσει με τρόπο αιχμηρό  “το πρόβλημα της επιλογής των στόχων”, η  “αναγκαιότητα να δοθεί μια οργανωμένη δομή στις ανάγκες που εκφράζονταν από το νέο κοινωνικό υποκείμενο, δεν είχε ευτυχή κατάληξη. Οι B.R. μην έχοντας ποτέ αποδεχτεί  “να οδηγήσουν την πολιτική τους γραμμή υπό μεταμφίεση” είχαν δηλώσει πως ήταν αντίθετοι στην πρόταση του Morucci, θεωρώντας πως το περιοδικό, αν και θα άγγιζε έναν πιο υψηλό αριθμό αναγνωστών, θα κατέληγε στο σημείο να αντιπροσωπεύει και να προτείνει μια πολιτική γραμμή διαφορετική από εκείνη των B.R.

Παρομοίως αντίθετοι είχαν εκφραστεί σε ανάλογη πρόταση που προώθησε ο Morucci τον αύγουστο του ’78, στην διάρκεια συναντήσεων της Διεύθυνσης των φαλαγγών που έλαβαν χώρα σε εκείνη του Mogliano.
Είχε, πράγματι, επαναληφθεί η συζήτηση σχετικά με το παλιό σχέδιο να δρομολογηθεί ένα περιοδικό  “θεωρητικού, κριτικού, στοχαστικού”χαρακτήρα.
Ήταν ο Pace που μίλησε γι αυτό σε εποχή επόμενη στην έξοδο του από τις B.R., στην διάρκεια μιας συνάντησης στην οποίαν είχε προβάλει την πρόταση μιας συνέντευξης στις B.R. για λογαριασμό ενός ξένου τηλεοπτικού δικτύου (ABC ή NBC).
Όμως η μη διαθεσιμότητα της οργάνωσης να  “διατηρήσει παρατεταμένες πολιτικές σχέσεις ” με όποιον δεν μοιράζονταν “ολοκληρωτικά” την πολιτική της γραμμή, είχε ενημερωθεί με ακλόνητη σταθερότητα.

Συνεχίζεται

αυτονομία, autonomia

Οι εφημερίδες σε δίκη: η υπόθεση 7 απρίλη, δέκατη έκτη συνέχεια – I giornali a processo: il caso 7 aprile – Sedicesima parte

τοτ Luca Barbieri

Autonomi5.jpgQui le precedenti puntate., εδώ οι προηγούμενες συνέχειες

(c) 2002 – Eπιτρέπεται η μερική ή πλήρης αναπαραγωγή του έργου και η διάδοση του ηλεκτρονικά, φτάνει να μην είναι για εμπορικούς σκοπούς και με τον όρο πως αυτή η διατύπωση θα αναπαραχθεί.

Τέλος το Manifesto που αφιερώνει στην απόφαση έναν τίτλο έναρξης σε εννέα στήλες στην πρώτη σελίδα: “Καταρρέει το θεώρημα 7 απρίλη”. Στο συνοπτικό: “Απόφαση στο εφετείο: η εξέγερση δεν υπάρχει. το Potere operaio δεν ήταν μια ένοπλη συμμορία. Πολλοί αθωώθηκαν, οι ποινές μειώθηκαν”. Το Manifesto ζει την απόφαση σαν μια νίκη που έφθασε μετά από μιαν μακρά μάχη. Όλη η σελίδα δυο είναι αφιερωμένη στην υπόθεση. Μια μεγάλη ταμπέλα, όνομα προς όνομα, εκθέτει όλη την απόφαση. Πολλές φορές γίνεται αναφορά στην καταδικαστική απόφαση στον Mario Dalmaviva για ένοπλη συμμορία (που την έχει στο μεγαλύτερο μέρος της εκτίσει με την προληπτική φυλάκιση) σαν την μοναδική παραφωνία της απόφασης. Το editorial, με τίτλο “Μια αποκατάσταση”, φυσικά είναι δουλειά της Rossana Rossanda που αναπαριστά στην εφημερίδα της την μακρά μάχη:

Οι μεγάλοι υποστηριχτές του ντελίριου του παντοβάνου εισαγγελέα Calogero, του πρώτου μετανιωμένου, παρότι κοινού δολοφόνου, του Fioroni και των ειδικών νόμων υπήρξαν ένα απόσπασμα δικαστικών δικηγόρων, δημοσιογράφων και κομουνιστών διοικητικών στελεχών, με την δουλοπρεπή ακολουθία της Unità και της Repubblica. […] Ένας άνθρωπος σαν τον Luciano Ferrari Bravo, αθώος εχθές, καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε  14 χρόνια και 5 ήδη τα είχε εκτίσει στην φυλακή. Ποιος θα του τα επιστρέψει? […] Ίσως το περιοδικό Espresso, που χάρισε στους αναγνώστες του την φωνή του τηλεφωνητή των BR στην Eleonora Moro, διότι είχε αναγνωριστεί σαν εκείνη του Negri? η Repubblica που τιτλοφόρησε πανηγυρικά την σύλληψη του σαν αρχηγό των BR σε ολόκληρη σελίδα? Δεν υπήρξε αυτή μονάχα μια σκανδαλώδης σελίδα της ιταλικής δικαιοσύνης, όπως αποκάλυπτε εδώ και καιρό η Amnesty International. Ήταν μια ιστορία από σιωπές, ανανδρίες και συγκαλύψεις.[…] Θεσμοί και  τύπος συνεισέφεραν αδιάντροπα σε μιαν πολιτική επιχείρηση χαμηλού τύπου, την πιο χαμηλή της δικαιοσύνης στην ιστορία της δημοκρατίας. […] Μετρήσαμε στα δάχτυλα της παλάμης νομικούς και διανοούμενους διατεθειμένους να ξοδέψουν δέσμευση και προβληματισμό, να βρουν αποτρόπαιο το ότι μια πολιτική ιδέα που μπορούσαν να μην  μετέχουν καθόλου σε αυτήν παραδίδονταν όχι στον πολιτικό αγώνα μα σε ένα δικαστικό τέχνασμα.

Βρισκόμαστε στην αποκλιμάκωση. Η δικαστική ιστορία της 7 aprile τελειώνει. Υπάρχει μονάχα μια μικρή ουρά. Στις  5 oκτωβρίου του 1988 το Πρώτο ποινικό τμήμα του Ανωτάτου δικαστηρίου, προεδρεύοντος του Corrado Carnevali, επιβεβαιώνει την απόφαση του εφετείου. Ίσως και λόγω της έλλειψης κάτι νεότερου η είδηση δίδεται δίχως έμφαση από τις εφημερίδες. η Repubblica με τον Franco Scottoni τιτλοφορεί “Η τελευταία λέξη επάνω στην υπόθεση 7 aprile, το Συμβούλιο της Επικρατείας επιβεβαιώνει τις καταδικαστικές αποφάσεις”. Το άρθρο, με τον πυρήνα της είδησης σε λίγες μόνο γραμμές, κάνει μια μεγάλη ανακατασκευή της περίπτωσης δίδοντας έμφαση, σταθμό προς σταθμό, στο «ναυάγιο» του θεωρήματος Calogero. “7 aprile, οριστικές καταδικαστικές αποφάσεις”, είναι αντιθέτως ο τίτλος της Unità.

Η δικαστική ιστορία της 7 aprile τελειώνει εδώ. Πέρασαν εννέα χρόνια από την αρχή όλης της υπόθεσης. Διαβάζοντας ξανά την ιστορία με ψυχρό αίμα, η δυσαναλογία μεταξύ τις αρχικές κατηγορίες και εκείνες που εξακριβώθηκαν εμφανίζεται σε όλη την μεγαλοσύνη της.  Το  “σύστημα” των εφημερίδων αντιθέτως μοιάζει αδιάβροχο. Από μιαν εφημερίδα θα περίμενε κανείς μιαν ουσιαστική προσήλωση στα γεγονότα. Ακόμη περισσότερο σε εκείνα που εξακριβώθηκαν από το δικαστικό σώμα. Και εάν τα γεγονότα τα εξακριβωμένα αποκλίνουν από εκείνα που προηγουμένως διηγήθηκαν ίσως είναι σκόπιμη και ενδείκνυται μια προσεκτική εκτίμηση για να εξηγηθεί στους αναγνώστες η λογική ενός αφηγηματικού δρομολογίου που διαφορετικά κινδυνεύει να μοιάσει σχιζοφρενικό.  Μια κάποια εξισορρόπηση ήδη την παρατηρήσαμε για την Repubblica. η Unità, στο ακραίο αντίθετο, ερμηνεύει κάθε γεγονός σαν επιβεβαίωση του δικού της σχεδιασμού.

10. Schegge ψηφίδες

Στις 7 απριλίου 1989 η υπόθεση “7 aprile” κλείνει δέκα χρόνια. Η επέτειος δεν περνά απαρατήρητη. η Repubblica αφιερώνει στο συμβάν ένα άρθρο του Antonello Caporale, “ο Negri γιορτάζει στο Παρίσι την «επιστροφή στην νομιμότητα»”. Ένα κομμάτι που, ξεκινώντας από μιαν συνέντευξη τηλεφωνική στον Negri, αναπαράγει τους κυριότερους σταθμούς της δικαστικής υπόθεσης. Στην μέση, χωμένη κανείς δεν ξέρει πως και γιατί, ανάμεσα στην κουβέντα με τον Negri και την αναπαράσταση, και μια είδηση που δημιουργεί μονάχα σύγχυση: «Μέσα στην δεκαετία δώσανε σημεία ζωής και οι BR. Παρέδωσαν στα ρωμαϊκά γραφεία του πρακτορείου Ansa ένα αντίγραφο του τελευταίου φυλλάδιου του Μαχόμενου Κομουνιστικού Κόμματος,  “Partito Comunista Combattente”. Στο φυλλάδιο επιτίθενται στον Πρωθυπουργό, στον υπουργό Εσωτερικών, στον αρχηγό της αστυνομίας, στον Υψηλό κομισάριο για τον αγώνα ενάντια στην μαφία και τον νέο αστυνομικό διευθυντή της Roma». Να σημειώσουμε πως ο Caporale, διηγούμενος την γέννηση της έρευνας, εκφράζει απερίφραστα την στράτευση του ΚΚΙ σε υποστήριξη της έρευνας. Ένα γεγονός που στο τόξο των δέκα χρόνων δεν είχε ποτέ ειπωθεί ρητώς, παρά μόνο στο Espresso με υπογραφή Nicotri. «Είναι ακριβώς η κομουνιστική ομοσπονδία στην Πάντοβα που αποφάσισε να συνεργαστεί ενεργά με την εισαγγελία, ιδιαίτερα με τον αναπληρωτή εισαγγελέα της Δημοκρατίας Pietro Calogero. Είναι στην βάση μαρτυριών κάποιων πρώην αγωνιστών στου Potere operaio που πέρασαν στο PCI και παίρνει μπρος η πρώτη καταδίωξη».

η Corriere della Sera έστειλε τον ανταποκριτή της στο Παρίσι, τον Ulderico Munzi, στην “γιορτή” για την δεκαετία που οργανώθηκε από τους ιταλούς εξόριστους. Το άρθρο, με τόνο πολύ δηκτικό, έχει τίτλο “7 aprile: ο Negri χαιρετά κοροϊδεύοντας”. Και στον υπότιτλο: “Champagne και χοροί στον ρυθμό του Belafonte για τον καθηγητή των χρόνων του μολυβιού”. Στους υπότιτλους: “Ο ex leader της εργατικής Αυτονομίας : «Δεν είμαστε αόρατοι όπως στο film του Squitieri. Είμαστε συγκεκριμένοι» – Για τον Morelli μια περούκα με τις κοτσίδες του Gullit — Η Ιταλία περιγράφεται σαν μια λατινο-αμερικάνικη δικτατορία  — Μονόλογοι σαν σε φυλλάδιο της ένοπλης πάλης”. Δίπλα στο κομμάτι ένα box, “λέγει ο Imposimato: είναι η ώρα της συγνώμης”, που μεταφέρει τις δηλώσεις του πρώην δικαστού τώρα σενατόρε του PCI. Στην σελίδα 12 η Corriere δημοσιεύει και μια παρέμβαση του Angelo Ventura.

Το Manifesto του σαββάτου 8 απριλίου θυμίζει την 7 aprile ’79 με μιαν ολόκληρη σελίδα των πολιτιστικών που εκθέτει τους τίτλους των περισσοτέρων εφημερίδων της εποχής. Η σελίδα, επιμελημένη από τους Andrea Colombo και Ida Dominjanni, βλέπει στην κεφαλή ένα βασικό άρθρο του Valentino Parlato, “Γιατί να θυμόμαστε” και μετά μιαν ανάλυση των τίτλων που δημοσιεύτηκαν τις επόμενες ημέρες από το Blitz στο Manifesto, Avanti, Unità, Corriere della Sera, Giornale, Repubblica και Stampa, με τίτλο “Δέκα χρόνια μολυβιού” και έχει συλλεχθεί κάτω από τον υπότιτλο “8 απριλίου 1979. Μετά τις συλλήψεις ξεκινά η δίκη μέσα από τον τύπο”. Η επιχείρηση της εφημερίδας επεξηγείται στο βασικό άρθρο του Parlato:

Όταν εκθέτουμε εκ νέου τους τίτλους των άλλων εφημερίδων των δέκα χρόνων νωρίτερα δεν είναι για να τις διαπομπεύσουμε,  για να πούμε πως εμείς ήμασταν καλοί κι εκείνοι όχι, πως εμείς ήμασταν δημοκρατικοί κι εκείνοι δικτατορικοί. Θυμόμαστε εκείνους τους καιρούς — το 1978 είχε σκοτωθεί ο Aldo Moro μαζί με άλλα πέντε πρόσωπα  — και γνωρίζουμε πως τα σφάλματα, τραγικά, του τύπου εκείνων των ημερών ήταν η κοινοτοπία της κοινής λογικής του τότε. […] Θυμόμαστε εκείνη την 7 απρίλη του 1979 κυρίως για να θυμόμαστε, για να μην χάσουν οι άνθρωποι την μνήμη, για να αντιμετωπίσουν και εξουδετερώσουν μια διαδικασία αποϊστορικοποίησης, να μην ξεχάσουν να διαβάζουν την ιστορία δηλαδή, μια διαδικασία μέσα στην οποίαν οι υποκειμενικότητες γίνονται κομμάτια, μέσα στην οποίαν σήμερα μπορεί να ειπωθεί εκείνο που απαγορεύονταν εχθές, και δίχως την μνήμη του χθες. […] Πρέπει να θυμόμαστε εκείνη την 7 aprile δέκα χρόνων πριν διότι σήμερα δεν μπορούμε πλέον να γράψουμε — έστω και με την υποτιθέμενη αναλυτική ψυχρότητα, όπως κάνει η Corsera της τετάρτης  5 απριλίου — πως “καταλήγοντας, εάν οι συλλήψεις της 7 aprile κατέληξαν σε ένα δικαστικό λάθος και σε χρόνια βασάνων για ανθρώπους που στην συνέχεια θα αθωώνονταν, από πολιτικής άποψης η επιχείρηση υπήρξε μια επιτυχία διότι απέσπασε από τον ένοπλο αγώνα το νερό, χτύπησε δηλαδή έμμεσα εκείνο τον χώρο (πολιτικά και στρατιωτικά ακαθόριστο ) συμπάθειας ή συγκατάθεσης απ’ όπου αυτός ο χώρος [ του ένοπλου αγώνα] στελεχώνονταν”. Μια δήλωση αυτού του τύπου μπορεί να την κάνει μόνο αυτός που ξέχασε τι ήταν η 7 aprile και φαντάζεται πως όλοι οι άλλοι το ξέχασαν. Είναι μια δήλωση που μπορεί να γίνει μόνο μετά την επιβεβαίωση του πραγματικού. Αλλιώς είναι η πιο ρυπαρή απολογία του πιο ηλίθιου κρατικού συμφέροντος.

Δέκα επέτειοι για την 7 απρίλη ίσως να είναι και πολλές. Από εδώ και μπρος είναι ο Negri το όχημα για τα μνημόσυνα. Μόνο οι τοπικές εφημερίδες, η  Mattino και η Gazzettino θυμούνται και επανασυνδέουν, και με ακραία εξειδίκευση και προβληματισμό σε απόσταση 20 χρόνων απ’ την 7 aprile, τα νήματα της υπόθεσης, βοηθούμενοι σε αυτό από την patavinitas μεγάλου μέρους των κατηγορουμένων, ζώντων μαρτύρων [όσο βρίσκονται φυσικά στην ζωή) αυτής της παράξενης ιστορίας.

Τα υπόλοιπα είναι κάποιες αναλαμπές απολύτως ασύνδετες.
Το 1993 ένα άρθρο του Negri δημοσιεύτηκε από την Giorno. Μια ομάδα δημοσιογράφων διαμαρτύρεται, πολεμικές καταγράφονται σε όλες τις εφημερίδες διότι υπάρχουν κάποιοι που υποστηρίζουν πως δεν υπάρχει λόγος να δημοσιεύονται άρθρα του.
Το 1995 από τον Negri παίρνει συνέντευξη ο Piero Chiambretti για την εκπομπή του Διπλωματούχου, del Laureato (τηλεοπτική εκπομπή στον αέρα από την RaiTre) που καταγράφτηκε στην Padova. «Τώρα ανοίγει εκ νέου η πολεμική: είναι σωστό να μιλά ο Negri? O πρύτανης Gilberto Muraro δηλώνει πως η σχολή θα θέσει στην διάθεση του Chiambretti μόνο την αίθουσα και πως  il Bo έχει καθηγητές πιο αντιπροσωπευτικούς του Toni Negri στους οποίους να δώσει τον λόγο. Ποιοι θα είναι οι καλεσμένοι?», γράφει η Corriere.

Στις εννιά απριλίου του 1997 η Corriere με την υπογραφή του Albino Salmaso μιλά για την πιθανή επιστροφή του Calogero στην Padova για να αναλάβει την έδρα του Γενικού Εισαγγελέα.

o Pietro Calogero, ο δημόσιος κατήγορος της έρευνας  «7 aprile» μπορεί να γίνει ο εισαγγελέας της δημοκρατίας στην Padova, πολυθρόνα που άφησε με τον θάνατο του ο Giovanni Cassano. Η επιτροπή διοικητικών αναθέσεων του Csm, όντως, στις 11 του περασμένου φεβρουαρίου ενέκρινε με τέσσερις ψήφους στις πέντε ακριβώς την ανάθεση στον δκ γνωστό από την έρευνα του για την Autonomia Operaia Organizzata, που έφερε στην φυλακή μιαν εικοσαριά προσώπων μεταξύ των οποίων Oreste Scalzone, Franco Piperno και Toni Negri, τότε πανεπιστημιακό καθηγητή στην Padova, που σήμερα ζει στο Παρίσι μετά την καταδίκη του σε πρώτο βαθμό που του επεβλήθη από τους ρωμαίους δικαστές. Η υποψηφιότητα του Calogero, που προώθησε ο Antonio Patrono, πρόεδρος της επιτροπής αναθέσεων, τώρα αναμένει την ψήφιση από το Plenum του Csm e di «concerto» υπογεγραμμένη από τον υπουργό Flick. Στην κούρσα για την θέση του εισαγγελέα της Δημοκρατίας υπάρχουν επίσης οι δικαστές Stefano Dragone και Francesco Aliprandi. Η υποψηφιότητα του Calogero, που αυτή την στιγμή είναι αναπληρωτής εισαγγελέας στο Εφετείο της Venezia, δικαιολογήθηκε λόγω των «συγκεκριμένων συμπεριφορών ιδιαίτερης σημασίας» που ωρίμασαν στην διάρκεια της καριέρας. Γεννημένος στην επαρχία της Messina εξήντα δυο χρόνια πριν, ο Calogero ξεκίνησε την δραστηριότητα του στην Treviso και με τον Δικαστή Stiz διερεύνησε την μαύρη εκτροπή και συνωμοσία των Freda και Ventura. στην Padova προετοίμασε το blitz της 7 aprile 1979 που έφερε 134 κατηγορούμενους σε δίκη. Μεταξύ των εναγομένων και ο Toni Negri, που προχθές ακριβώς έδωσε συνέντευξη στους αυτόνομους του radio Sherwood, στην διάρκεια ενός sit-in που οργανώθηκε στην σχολή Πολιτικών Επιστημών. ο Negri είπε πως συμφωνεί με την πρόταση αμνηστίας για τα χρόνια του μολυβιού που δρομολόγησε ο Cossiga και επιτέθηκε στον Calogero και  «τους σταλινικούς του Pci που υποστήριξαν το θεώρημα του».

Την πρώτη ιουλίου 1997 ο Toni Negri επιστρέφει στην Italia. Του απομένουν ακόμη κάποια χρόνια φυλακής να εκτίσει. Η πρόθεση του καθηγητή είναι πολιτική: να καταφέρει να ξανανοίξει ένα παράθυρο για την υπόθεση της αμνηστίας. Η επιστροφή του Negri είναι κυρίως ένα μεγάλο επικοινωνιακό γεγονός, που ακολουθείται από τηλεοράσεις και εφημερίδες.
η Unità αφιερώνει στο γεγονός όλη την σελίδα 4 της εφημερίδας. Ένα άρθρο χρονικών του Roberto Rossani, “ο Toni Negri επιστρέφει και πηγαίνει κατευθείαν στην Rebibbia. «Εγώ, τελευταίος ιάπωνας που παραδίδεται»”. Μετά μια συνέντευξη στον Palombarini  του Aldo Varano “Palombarini: «Εκτιμώ την κίνηση να γυρίσουμε σελίδα με την απονομή χάριτος» (στην σύνοψη: “Η τρομοκρατία ηττήθηκε. Και ο Negri επιστρέφει και λέει: είμαι ένας ηττημένος. Να πάμε πέρα από τους νόμους της εξαίρεσης. Ένας κακός δάσκαλος? Τότε υπήρχαν πολλοί …”). Στα πλάγια μια προσωπογραφία του Negri: απροσδόκητα ηUnità ξαναδημοσιεύει, κάτω από τον τίτλο “Οι δικές του δεν είναι αφηρηματολογίες”, το άρθρο του Walter Tobagi που η Corriere della Sera δημοσίευσε στις 8 απριλίου του 1979 (τότε ο τίτλος της Corsera, που δημοσίευσε το κομμάτι στην πρώτη σελίδα, ήταν “Toni Negri, ο προφήτης της άρνησης της εργασίας”). Στο βάθος ένα άρθρο της Ritanna Armeni “Εκείνα τα τρομερά χρόνια Εβδομήντα μες την τρομοκρατία” και στο συνοπτικό “Η αποτυχημένη προσπάθεια να δοθεί μια βάση μαζική στην επίθεση ενάντια στο Κράτος. Το θεώρημα Calogero και οι συλλήψεις της 7 aprile 1979”. Mα παρά αυτό προοίμιο, στις 7 απρίλη αφιερώνονται μονάχα οι τελευταίες γραμμές του άρθρου που αντιθέτως διατρέχει μιαν ανασκόπηση που ξεκινά από το ’68 για να φθάσει στο ’77. «Είναι της 7 aprile 1979 η καταγγελία των αρχηγών της αυτονομίας για ένοπλη εξέγερση ενάντια στις εξουσίες του κράτους και συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία. Αυτοί είναι, σύμφωνα με τον δικαστή Guido Calogero (sic!) οι αρχηγοί των BR. Η εργατική αυτονομία βρίσκεται υπό κατηγορία. Υπεραμύνεται ενώ η κοινή γνώμη και τα ίδια τα κόμματα χωρίζονται. Και οι επιθέσεις συνεχίζονται. Αυτό θα συνεχιστεί μέχρι τα μέσα των χρόνων ’80». Αυτή, μέσα σε μιαν ολόκληρη σελίδα είναι η πιο σαφής αναφορά στην 7 aprile. Συνεπώς, αυτός που θα ήθελε να μάθει γιατί πράγμα καταδικάστηκε ο Toni Negri δεν έχει ελπίδες.

Και η Corriere della Sera δεν τα καταφέρνει καλύτερα. Προσπαθεί, είναι αλήθεια, με ένα γραφικό που θα έπρεπε να εκθέτει τους κυριότερους σταθμούς της δικαστικής υπόθεσης: μα εκτός από το να υποδεικνύει το 1970 σαν έτος γέννησης του Potere operaio, αληθινά δεν καταλαβαίνουμε για ποιον λόγο, συγκεκριμένο, καταδικάστηκε ο Negri. Το άρθρο από τα χρονικά είναι της  Ester Palma, “ο Toni Negri επιστρέφει στο κελί: βρίσκομαι στον παράδεισο”. Αυτές οι λίγες γραμμές αφιερωμένες στην ιστορία της 7 aprile: «Οι δικαστικές υποθέσεις του Negri ξεκίνησαν στις 7 aprile 1979 όταν συνελήφθη για ανατρεπτική συνένωση και ένοπλη συμμορία μαζί με 21 συντρόφους της Autonomia operaia. Στις 26 ιουνίου του’83 εκλέχθηκε βουλευτής με τις γραμμές των ριζοσπαστών και για αυτό βγήκε από την Rebibbia. Παραμονές της παραχώρησης άδειας να προχωρήσουν εναντίον του από την Camera, ο καθηγητής έφτιαξε τις βαλίτσες του για το Παρίσι. Μέσα σε κατηγορίες και δίκες ο τελικός λογαριασμός είναι 4 χρόνων και 11 μηνών που πρέπει ακόμη να εκτίσει». Στην πτήση Παρίσι-Ρώμη η Corriere επιβίβασε και έναν ρεπόρτερ. Βγαίνει από αυτόν ένα πορτραίτο του Negri: “Αν μετάνιωσα? Θα μου άρεσε να μιμηθώ τον Alberto Sordi: εργαζόμενοι, πάρτα…”. Στο κάτω μισό της σελίδας δυο συνεντεύξεις: μια στον Marco Pannella (“Δεν μετανιώνω για την εκλογή του. ήταν μια ξεκάθαρη μάχη δικαίου”) και μια στον καθηγητή Petter (“Αυτός έχει ηθικές ευθύνες και δεν είναι πολιτικός κατατρεγμένος”).
η Repubblica ούτε που προσπαθεί.  “ο Toni Negri προσγειώνεται στην Rebibbia”, τιτλοφορεί στην σελίδα 21. Στο συνοπτικό: “ο professore στην φυλακή: θα επιστρέψω να κάνω πολιτική από τον χρόνο μηδέν”. Επί πλέον, όπως η Corriere, μια συνέντευξη στον Petter. Στην 7 aprile, στην έρευνα Calogero, στον λόγο τέλος πάντων για τον οποίον ο Negri πρέπει ακόμη να εκτίσει χρόνια φυλακής, ούτε μια γραμμή.
Μόνο ο Gianni Riotta, που είχαμε βρει το 1983 στο άνοιγμα της ρωμαϊκής δίκης, αναπαράγει (στην Corriere στα τέλη ιουνίου, πριν από τον επαναπατρισμό) με υπομονή την πολιτική δικαστική διαδρομή του προσώπου κάνοντας να αναδυθούν ξανά ονόματα που έμοιαζαν βυθισμένα στην λήθη:

Πόσοι αναγνώστες μπορούν, από μνήμης, να αναφέρουν τις ακρότητες της «υπόθεσης Negri»? Οι δικαστές τον κατηγόρησαν πρώτα πως ήταν ο «Μεγάλος Γέρος» των Brigate Rosse. Αναμένοντας την δίκη, ο Negri πέρασε χρόνια στις ειδικές φυλακές, μαζί με τους κατηγορούμενους της  «7 aprile». Σήμερα οι υπέρμαχοι της εγγύησης των δικαιωμάτων είναι πολλοί, χαϊδεμένοι και συχνά πολύ φασαριατζήδες, θορυβώδεις. Mα ποιος θυμάται την μοναξιά του σκιτσογράφου Dalmaviva, του professor Ferrari Bravo, του αρχιτέκτονα Magnaghi? Συλληφθέντες για τρομοκρατία, πέρασαν χρόνια σε σκληρή φυλάκιση, για να καταλήξουν αθωωθέντες. Διαφορετική η τύχη του Negri, πιο διφορούμενες οι ευθύνες, πιο μπερδεμένο το προφίλ. η Rossana Rossanda, που έτσι κι αλλιώς αγωνίστηκε για την αποφυλάκιση του, αναγνωρίζει σε αυτόν «μια εωσφορική κλίση». Η καταδίκη του οφείλεται στην ηθική συνέργεια για τον θάνατο του αστυνόμου Lombardi στο Argelato, για ανατρεπτική συνένωση και ένοπλη συμμορία. Αυτοί που διαβάζουν αυτή την εφημερίδα, και γεννήθηκαν σε εκείνα τα τρομερά χρόνια, θα δυσκολευτεί να προσανατολιστεί στο μίσος, στους διαχωρισμούς, στις μνησικακίες του τότε. ο Negri, «ο κακός δάσκαλος», κατηγορήθηκε για ανευθυνότητα, γιατί εγκωμίασε την εξέγερση ενώ πολλοί από τους μαθητές του δεν ξεδιψούσαν με τον Sorel, αλλά έδερναν με λοστούς και σκότωναν. Αυτός υπερασπίζονταν τον εαυτό του, αναφέρονταν το δικαίωμα στον λόγο. Οι δικαστές επέμεναν για αποδείξεις, ενδείξεις, αδικήματα. Οι γαλλικές αρχές πάντοτε πίστευαν περισσότερο στον Negri παρά στους ιταλούς συναδέλφους του. 

Για τις επόμενες ημέρες η συζήτηση γύρω από το θέμα της χάριτος, της αμνηστίας  (και της ημί-χάριτος”) είναι καυτή. Όπως πάντα δεν θα γίνει τίποτα μα το χάος στις εφημερίδες είναι μεγάλο, μεταξύ της Francesca Mambro που λέει στον Toni Negri “Σκοτώσαμε, μόνο πρέπει να μείνουμε σιωπηλοί” (Corriere della Sera, 4 ιουλίου 1997) και συντακτών που ερμηνεύουν της επιστροφή του Toni Negri λίγο όπως θέλουν (“Οι ασάφειες εκείνης της επιστροφής από την Γαλλία” του Vittorio Grevi). στην Corriere δεν μπορεί να λείψει το σχόλιο του Leo Valiani, “Δεν μπορούμε να τους συγχωρέσουμε όλους μαζί. Η πολιτική δεν είναι ένα ελαφρυντικό”, επικεντρωμένο στην υπόθεση της αμνηστίας. «Θα ήταν σκόπιμο να διαψευστεί η φωνή που μιλά για μια σύνδεση μεταξύ της παράδοσης στην ιταλική αστυνομίας του φυγόδικου professor Antonio Negri, που θα έπρεπε να εκτίσει ακόμη κάποια χρόνια φυλάκισης για μιαν ληστεία που έγινε για λόγους αυτοχρηματοδότησης πολιτικής- ανατρεπτικής, στην διάρκεια της οποίας διαπράχθηκε μια δολοφονία, και την θεσμοθέτηση μιας γενικευμένης χάριτος στους πρώην τρομοκράτες. Μεταξύ αυτών των δυο τύπων περιπτώσεων δεν θα έπρεπε να υπάρχει καμία σύνδεση, ο Negri θα μπορούσε να είναι τελείως αθώος εκείνης της δολοφονίας. Σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να του δοθεί χάρη άνευ όρων». Μα δεν υπάρχει μόνο η συζήτηση για τα μέτρα χάριτος. Γίνεται επίσης λόγος για την επαναδημοσίευση των κειμένων του Negri, που έγινε από τον Castelvecchi (“Τα βιβλία της πυράς, I libri del rogo”), στην οποίαν ο καθηγητής αφιερώνει έναν νέο πρόλογο (“ο Toni Negri επιστρέφει να προτείνει την επίθεση στον ουρανό”, στην Corriere της 6 ιουλίου 1997).

Τον αύγουστο του 1999 ο Toni Negri, που εδώ πλέον και ένα χρόνο του επετράπη η εξωτερική εργασία από την φυλακή με την Caritas, αποκτά την ημιελευθερία. Το μέτρο είναι πρόσχημα για πολιτικούς διαξιφισμούς που μεταφέρονται δεόντως από την Repubblica. «”Είναι μια απόφαση ανησυχητική”, βροντά ο Maurizio Gasparri, αντιπρόεδρος της An στην Camera. “Αυτοί που ανεύθυνα χορήγησαν την ημιελευθερία στον πρώην leader της Autonomia operaia προφανώς δεν αντιλήφθηκαν την επιστροφή των Brigate Rosse”. […] Στην ίδια γραμμή με τον Gasparri ένα άλλο στέλεχος της An, Mirko Tremaglia: “Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ήταν ο ηγέτης των συμμοριών της αυτονομίας και πως συνιστά κίνδυνο διαρκή για την ασφάλεια και την νομιμότητα». “ο Toni Negri ημιελεύθερος μέσα σε πολεμικές” τιτλοφορεί αντιθέτως η Corriere. «Ακουσίως, συνεπώς, ο φιλόσοφος από την Πάντοβα που υποδείχτηκε από τους ερευνητές ως ο ιδεολόγος της «Autonomia operaia» (το όνομα του εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε μιαν έρευνα το ’79, όταν ο δημόσιος κατήγορος Pietro Calogero κίνησε επίσης την σύλληψη μιας ακόμη εικοσάδας στελεχών της «Autonomia operaia» μεταξύ των οποίων οι Franco Piperno και Oreste Scalzone) βρίσκεται έτσι ξανά στο επίκεντρο της γενικής προσοχής».

Είναι λίγες αναλαμπές των χρόνων Ενενήντα. Η 7 aprile δεν υπάρχει πλέον. Είναι μόνο μια ημερομηνία στην βιογραφία του Toni Negri. Που με την σειρά του κατέστη ένας κοινός τόπος. Έτσι και οι εκφράσεις που τον συνοδεύουν: κακός δάσκαλος, ανατρεπτικός. Δεν σημαίνουν πλέον τίποτα το συγκεκριμένο διότι  δεν συνδέονται με κανένα ιστορικό πεπραγμένο. Είναι εκεί πεταμένες, αποπλαισιωμένες και στερημένες κάθε ιστορικής έννοιας.

11. Cortocircuiti βραχυκυκλώματα

Στις 12 φεβρουαρίου 2001 η Padova ξυπνά με έναν νέο εφιάλτη. Τι προηγούμενο βράδυ ένας μεσίτης, ο Walter Boscolo, εκτελείται σε ένα διαμέρισμα της οδού San Francesco. Η δολοφονία του θυμίζει από κοντά μιαν άλλη που συνέβη στις 21 ιανουαρίου. Δρομολογείται η υπόθεση ενός serial killer. Στις 12 φεβρουαρίου ένα ακόμη έγκλημα: στην αυλή ενός πανεπιστημιακού ινστιτούτου στο Portello ανακαλύπτεται ένα καμένο πτώμα. Είναι εκείνο του καθηγητού Luigi Pasimeni, καθηγητού χημικών του Πανεπιστημίου της Padova. Η αμφιβολία πως και αυτό το έγκλημα μπορεί να αποδοθεί στον serial killer διαρκεί για μιαν ημέρα. Την επομένη, στις 13, ο γυιός του θα παραδεχτεί την ευθύνη της πατροκτονίας. Μα στις εφημερίδες της 13ης πρέπει να καταγράψουμε παράξενες συμπτώσεις. Σχεδόν ένα γνωστικό blackout: για να περιγράψουν την Padova, πόλη σε κατάσταση πολιορκίας από τις δυνάμεις της τάξης, επανεμφανίζονται, με διάφορους τρόπους, αναφορές στην ιστορία που εξετάζουμε.
η Corriere della Sera δημοσιεύει μια σύντομη συνέντευξη του  professor Sabino Acquaviva: «Όλα ξεκίνησαν 30 anni πριν, όταν στον άξονα Padova-Mestre αναπτύχθηκε ο μητροπολιτικός χώρος του Triveneto. Ήταν σε εκείνο το σημείο που διερράγη η κοινωνική δομή βασισμένη σε μια κοινωνία αγροτική με δυνατό καθολικό προσανατολισμό. Οι νέοι βρέθηκαν σε αναστάτωση. Σε μια πρώτη φάση αναπτύχθηκαν φαινόμενα όπως η τρομοκρατίας και το Potere Operaio». η Repubblica μιλά για μιαν πόλη που θυμάται τα τεταμένα χρόνια Εβδομήντα. Ένας ρεπόρτερ της Stampa συναντά σε ένα bar της Roma τονToni Negri. Ανταλλάσσουν δυο κουβέντες. Γεννιέται μια συνέντευξη. Γίνεται λόγος και για τον serial killer, για το κλίμα που επικρατεί στην Padova. « serial killer — λέει ο Negri — στην Padova υπάρχει μοναχά ένας, ονομάζεταιce  Pietro Calogero».

Στις 23 αυγούστου του 2001 ένας εκρηκτικός μηχανισμός καταστρέφει την έδρα της Lega Nord στην Busa της Vigonza στις πόρτες της Padova. Πρόκειται για μιαν επίθεση παράξενη στην οποίαν κανείς δεν ξέρει που αρχίζουν οι πολιτικές αιτιάσεις (βρισκόμαστε σε απόσταση ενός και μισού μήνα από τα γεγονότα της Genova) και που τελειώνουν εκείνες της οικοδομικής κερδοσκοπίας. η Corriere della Sera δημοσιεύει στην πρώτη σελίδα ένα αριστοτεχνικό δοκίμιο μαεστρίας του Gian Antonio Stella, “Η πόλη των κακών δασκάλων”.

Στην πόλη των «Κακών Δασκάλων, Cattivi Maestri», όπου ο Toni Negri και μια χούφτα καθηγητών κατηγορήθηκαν πως έσπρωξαν με τα λόγια τους πολλούς νέους στην ένοπλη εξέγερση, η ιστορία θα μπορούσε να είναι καλή δασκάλα. […] η Padova του σήμερα, όντως, είναι χίλια μίλια μακριά από εκείνη που στο δεύτερο μισό των χρόνων Εβδομήντα είδε την βίαιη έκρηξη μιας μεγάλης φέτας του νεανικού της πληθυσμού στην οποίαν σύμφωνα με τον συγγραφέα συγκεντρώνονταν, χάρη στην μαζική μετανάστευση ξένων φοιτητών, «η δυσφορία της Marghera, των Τριών Βενετιών και της Μέσης Ανατολής». Φυσούσε ένας τέτοιος αέρας, τότε, ώστε μια ομάδα αυτόνομων είχε αποκτήσει την συνήθεια να επισκέπτεται κάθε τόσο τον συγγραφέα της «Δύσης, Occidente» για να δικάσει τα βιβλία και τα άρθρα του: «Έλεγαν πως ονομάζονταν ο “Σύντροφος X” ή ο “Σύντροφος Y” και μου γίνονταν ιδεολογικοί ψύλλοι επάνω σε όλα. Ένας εφιάλτης». Το πρωί, θυμάται ο Antonio Garzotto, που τότε δούλευε στην εφημερίδα «Gazzettino» και που πυροβολήθηκε στα πόδια με μπιστολιές διότι ένοχος πως έγραψε ότι το σπίτι του φοιτητή «Fusinato» ήταν μια λακκούβα με νερό μέσα στην οποίαν το ψάρι της εξέγερσης κολυμπούσε πολύ καλά και έδινε μέχρι και φιλοξενία σε κάποιους παρανόμους, «ήταν φυσικό να κάνεις “έναν γύρο” συλλέγοντας ειδήσεις από τα μαύρα χρονικά ρωτώντας: “Πόσες εκρήξεις σήμερα το  βράδυ?”». Ήταν ειδήσεις σταθερές, οι «notti di fuochi» padovane, οι »βραδιές με τις φωτιές» δηλαδή, στην Πάντοβα. Έξι, επτά, δέκα, δεκαπέντε επιθέσεις την φορά. Σε αυτόν που έλαχε, έλαχε. Και μπορούσε να είναι αυτή την φορά η σειρά της γυναίκας του γυναικολόγου Walter Ancora. Του κινηματογράφου «Quirinetta» (που παραδόθηκε στις φλόγες από τις «μαχόμενες Γυναίκες, Donne combattenti»). Της αίθουσας των καθηγητών του τεχνικού εμπορικού Ινστιτούτου  «Einaudi». Του φοιτητικού εστιατόριου. [… ]Και χρησιμοποιώνταςτα αγγλικά κλειδιά, ένα απόγευμα ένα commando έσπασε στο ξύλο τον «κόκκινο» καθηγητή Guido Petter. Ο οποίος, όπως θα διηγηθεί στο «Sette» λίγα χρόνια μετά, είχε ήδη προειδοποιηθεί με μια δυο εισβολές την ώρα που έκανε μάθημα: «Ένα πρωινό έγραψαν στον πίνακα της τάξης μου, μπροστά στα μάτια μου, αργά, “Guido Petter όπως ο Guido Rossa”. Τον κομουνιστή εργάτη που μόλις είχε δολοφονηθεί στην Genova. Οι φοιτητές μου κοιτούσαν και σιωπούσαν. Γι αυτούς έγινε. Για παραδειγματισμό». Εκείνη ήταν η Padova, τότε. Μια πόλη όπου έφτασαν να μετρούν τετρακόσιες επιθέσεις σε δυο χρόνια και την πέμπτη της Αναλήψεως του 1977, στην διάρκεια μιας διαδήλωσης, κάηκαν 40 αυτοκίνητα και ένα λεωφορείο γεμάτο ταξιδιώτες και οι αυτόνομοι κατέβηκαν στην πλατεία επιδεικνύοντας τα P38 και τα πιστόλια διαμετρήματος 9 και 7,65 και έδωσαν μάχη στους δρόμους και ήταν ένα θαύμα το ότι δεν πέθανε κανείς. Όπου για ένα διάστημα ατέλειωτο ένα δίκτυο συνενοχής κατάφερε να προστατεύει την φυλακή όπου ήταν κλεισμένος ο στρατηγός James Lee Dozier. Όπου ο Roberto Anzalone, ένας γιατρός πρόεδρος μιας δημόσιας υπηρεσίας, ήταν τόσο προετοιμασμένος στην ιδέα πως μεταξύ πολλών άλλων θα μπορούσε να τύχει και σε αυτόν ώστε όταν τον πυροβόλησαν στις γάμπες είχε μαζί του αιμοστατικό επίδεσμο για να τον σφίξει στα μπούτια για να σταματήσει την αιμορραγία. Αυτή ήταν η Πάντοβα. Τίμια: μπορούμε σήμερα να πούμε, όπως κάποιος που κινείται από χαμηλά συμφέροντα ήδη λέει, πως επιστρέψαμε σε εκείνους τους καιρούς? Όχι.

Ένα άρθρο όμορφο, που ίσως, αν είχε δημοσιευτεί δέκα χρόνια πριν θα μπορούσε να έχει ένα νόημα. Μα στις 23 agosto του 2001 με μιαν επίθεση σε γραφεία της  Lega Nord, τι σημασία έχει?

Είναι δυο παραδείγματα στα οποία δεν πρέπει να δοθεί  μεγάλη σημασία. Όμως κάποιες φορές η 7 aprile, το θέμα της αυτόνομης βίας στην Padova, επανεμφανίζεται σαν ένα ποτάμι υπόγειο. Ξαφνικά. Που συχνά καλείται να εξηγήσει πράγματα που δεν μπορεί με τίποτα να εξηγήσει. Κυρίως επανεμφανίζεται στρεβλό. Των “topoi”, των κοινών τόπων. Στις εφημερίδες ο Pietro Calogero, σιωπηλός Γενικός Εισαγγελέας στην Padova, είναι “ο θαρραλέος δικαστής της 7 aprile”. Κάθε φορά που γίνεται λόγος για μια επιστροφή του Negri η πόλη βραχυκυκλώνεται, διασπάται. Συζητήσεις και πολεμικές για να αξιολογηθεί εάν η πόλη και κυρίως το Πανεπιστήμιο είναι ή όχι σε θέση να υποφέρουν μιαν παρόμοια ντροπή. Είναι να σκέφτεσαι πως η “7 aprile” κατέστη για την Padova ένα είδος tabù. Ίσως έλειψε ένας προβληματισμός, και σίγουρα λείπει ακόμη μια κοινή ιστορία εκείνων των χρόνων. Μετά την απόφαση οι Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo, Guido Bianchini επέστρεψαν να ζουν την πόλη. Μα λίγοι (πρέπει να εξαιρέσουμε τον Gabriele Coltro της Gazzettino ο οποίος μαζί με τον Ferrari Bravo συχνά προσπάθησε να στοχαστεί για εκείνα τα χρόνια) προσπάθησαν να διηγηθούν την ιστορία τους σαν μέρος της ιστορίας ολόκληρης της πόλης.

CAPITOLO IV ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
INDIVIDUAZIONE DEI RUOLI ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΤΩΝ ΡΟΛΩΝ

1. Introduzione, un’intervista paradigma  Εισαγωγή, μια συνέντευξη παράδειγμα

Το 1984, ο Nantas Salvalaggio, υπογραφή κύρους της δημοσιογραφίας και της λογοτεχνίας, παίρνει συνέντευξη από τον δημόσιο κατήγορο Pietro Calogero. Βρισκόμαστε τέσσερις μήνες απόσταση από την απόφαση πρώτου βαθμού που επιβεβαίωσε τις κατηγορίες του παντοβάνου δικαστή. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε σε δυο συνέχειες, στις 9 και στις 14 οκτωβρίου, στην Corriere della Sera με τον τίτλο: “Εκείνη η 7 aprile του ’79 όταν έπιασα τον Negri”.

Τα  “χρόνια του μολυβιού” δεν θάφτηκαν. Υπάρχει μια κυβέρνηση του τρόμου στο εξωτερικό. ο Negri και οι σύντροφοι είναι “νάρκες περιπλανώμενες” για την Ευρώπη, μα ποιος τους προστατεύει στο Παρίσι? και γιατί? Το βράδυ της 7ης απριλίου, που αποκεφάλισε την εξέγερση της  Autonomia Operaia στην Italia, ο Negri συνελήφθη in extremis στις σκάλες του σπιτιού του, το έσκαγε με την γυναίκα του, με τις βαλίτσες στο χέρι. Αυτά και άλλα πράγματα, ανησυχητικά και πρωτοφανή, αποκαλύπτει ο Pietro Calogero, ο “μικροκαμωμένος σιδερένιος σικελός” που αποκρυπτογράφησε και νίκησε την μυστική οργάνωση της Autonomia Operaia. Κάποιος στην αρχή προσπάθησε να κατεδαφίσει το κάστρο  με τις κατηγορίες του, χαρακτηρίζοντας το “ασαφές θεώρημα Calogero”. Τουλάχιστον τρεις φορές είχε σχεδιαστεί η εξολόθρευση του δικαστή. […] ο Pietro Calogero, 44 χρόνων, διπλωματούχος νομικής, ζει με τον μισθό του αξιωματούχου του κράτους σε ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, δυο δωμάτια, κουζίνα, μπάνιο και σαλόνι. Το σαλόνι είναι γεμάτο βιβλία και αναπαραγωγές διάσημων πινάκων. […] Φορά ένα παντελόνι μαύρο και ένα σπορ μπλουζάκι γκρι, με σηκωμένα μανίκια. Στις πέντε ώρες και πάνω συζήτηση που θα ακολουθήσουν, συχνά θα σηκωθεί από την πολυθρόνα: θα καπνίσει έναν ανεξακρίβωτο αριθμό τσιγάτων, ας πούμε νια τριανταριά. […] Dottor Calogero, κανείς δεν μίλησε ποτέ από μέσα την νύχτα της 7 aprile. […] “Εγώ διηύθυνα τις κινήσεις απ’ το μικρό bunker της ασφάλειας της Padova, είχα θέσει έναν όρο: έπρεπε να κάνουμε τα πάντα ώστε ο Negri να πέσει στο δίχτυ”. […] “Η γνώμη μου ήταν πως το μεγάλο υπόγειο σχέδιο της Autonomia operaia μπορούσε να καταστραφεί, μα με τον όρο πως θα εξουδετερώνονταν ο εγκέφαλος της σκέψης, ο άνθρωπος που τραβούσε τα σκοινιά: εκείνος ο άνθρωπος ήταν ο Negri”. […] “Στην δεύτερη ράμπα στις σκάλες ο Negri καταλαβαίνει πως όλα τέλειωσαν: ακουμπά καταγής την βαλίτσα και σκουπίζει το μέτωπο με ένα μαντίλι… Μέσα σε μισή ώρα, άλλοι τριακόσιοι τρομοκράτες συλλαμβάνονται. Είναι μια κάθετη πτώση της βίας. Ήδη το πρωινό που ακολουθεί, η Padova μοιάζει μια πόλη αποδηλητηριασμένη: η σύλληψη του ανώτερου αρχηγού προκάλεσε ένα βραχυκύκλωμα”. […] Πότε ακούσατε το όνομα του Negri για πρώτη φορά? ”Ήταν η γυναίκα μου, τυχαία. Θα σας πως λοιπόν πως άρχισα να μελετώ την γλώσσα των φυλλαδίων των επιθέσεων ή των διαδηλώσεων […] Τότε είπα στην γυναίκα μου: ‘Νιώθω το χέρι κάποιου που γνωρίζει πολλά για το συνταγματικό δίκαιο…’. Αυτή πηδά επάνω και λέει: ‘Άκου, Pietro, έχεις ποτέ διαβάσει για κάποιον  Toni Negri?” […] ο Calogero σηκώνεται, μου τείνει δυο μεγάλους τόμους γεμάτους σημειώσεις: “Κράτος και δίκαιο του νεαρού Hegel” και “Σπουδές της διαφωτιστικής γέννησης της νομικής και πολιτικής φιλοσοφίας του Hegel”. Τον ερωτώ εάν διασκέδασε την ανάγνωση. “Beh — κουνάει το κεφάλι ο δικαστής — ο Negri δεν είναι ο πιο συναρπαστικός φιλόσοφος που γνωρίζω. Προτιμώ τον Καρτ, τον Πλάτωνα. Μα εγώ δεν έψαχνα διασκεδάσεις: έπρεπε να εντοπίσω τον εγκέφαλο που ενέπνεε, την γλώσσα που σχεδίαζε σε κέντημα το σχέδιο της ανατροπής …Ύστερα από μεγάλη μελέτη, είχα την μαθηματική βεβαιότητα: αυτός ήταν ο άνθρωπος μου, ένας νους πλαστικός και διαβολικός, ένα είδος Αγίου Αντωνίου της βίας, που κινούνταν δίχως στάση προς όλες τις κατευθύνσεις”. […] Συνεπώς εσείς συναντάτε τον Negri μόνο μετά την σύλληψη… “Ήρθε σε εμένα για την ανάκριση. Παρουσιάζεται με την ουρά μέσα στα σκέλια. Παίζει τον ρόλο του κυρίου Κανένα, του άπειρου ονειροπόλου. Μα, όταν του βάζω τα χαρτιά στο τραπέζι, στραβώνει τα μάτια, μένει άφωνος. Σχεδόν δεν το πιστεύει. Και όπως φεύγει, λέει στον αστυνόμο που τον συνοδεύει στο κελί : ‘Τι κεφάλι, αυτός ο Calogero! Κρίμα που βρίσκεται απ’ την άλλη πλευρά του οδοφράγματος’…”. […] Ο επικεφαλής της Εργατικής  Αυτονομίας, ο ιδεολόγος της εξέγερσης, “προδόθηκε από την γραφομανία”; σαν ένας μικρός Καίσαρ, ο Toni Negri, έγραφε βήμα προς βήμα  το δικό του “De bello patavino”, [το πιο γνωστό έργο του Ιούλιου Καίσαρα γύρω από τον γαλλικό πολέμου], σίγουρος για την νίκη. Μα όταν ο δικαστής Calogero κατάφερε να του κατάσχει το αρχείο εμφανίστηκε σαν τον “γυμνό Βασιλιά του παραμυθιού”. Ο “ντροπαλός δικαστής από σίδερο” […] είχε επί τέλους στο χέρι τις αποδείξεις: ο εθελοντής Κοντορεβιθούλης Negri είχε σκορπίσει παντού αποτυπώματα. Έφτανε να διαβάζεις με υπομονή, να αποδικοποιείς τα ιερογλυφικά του, και έβγαινε προς τα έξω το φιλόδοξο σχέδιο, αιματηρό, η επίθεση στην καρδιά του Κράτους, γεμάτο σχεδιασμούς και στρατηγικές αποφάσεις. […] ο Calogero συναντά τον Alessandrini τον ιανουάριο του ’79, ανταλλάσσουν στοιχεία και εντυπώσεις, συμφωνούν σε όλα. Όμως ο Alessandrini, επτά ημέρες αργότερα, σκοτώνεται. Τι πρέπει να γίνει? ο Calogero δεν αλλάζει την στρατηγική του, προχωρά αποφασιστικά. […] Και οι τρομοκράτες, σκέφτεται, είχαν πειστεί πως είχα στις πλάτες μου της οργάνωση του Κομουνιστικού Κόμματος. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως μια χούφτα άνδρες, με φτωχά μέσα της κρατικής διαχείρισης, ήταν σε θέση να ξεσκεπάσουν μια υπόγεια συνωμοσία που είχε προετοιμαστεί με πολύ χρήμα και διαβολική εξυπνάδα. Πότε ο Calogero ανακάλυψε την εγκληματική κάλυψη της  Autonomia και τους δεσμούς της με την τρομοκρατία?  λέει ο Calogero: έφτανε να διαβάζατε τα φυλλάδια τους, τις εφημερίδες τους, τα βιβλία τους. Μια γλώσσα “έξαλλη”. ο Calogero θυμήθηκε μια φράση του Σαίξπηρ στον Άμλετ: “Υπάρχει μέθοδος μέσα σε αυτή την τρέλα”. […] Γράφτηκε πως ο Negri ήταν ένα είδος μαϊντανού της εξέγερσης: βρίσκονταν με τους κορυφαίους, στην κορυφή του ουρανοξύστη, και μετά αναμειγνύονταν με τους εργάτες κάτω από την σκάλα: “Φορούσε τον σκούφο για να νιώσει την συγκίνηση του πρώτου ερωτικού ραντεβού”. Ο δικαστής ντροπαλός κάμπτεται σε ένα πικρό χαμόγελο, αδιαπέραστο: η καρδιά έχει τους λόγους της, ίσως, που η λογική δεν γνωρίζει. 

Όπως καταλαβαίνουμε αυτό, αν και σε φόρμα συνέντευξης, μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ένα λογοτεχνικό κείμενο περισσότερο παρά δημοσιογραφικό. Πρόκειται για ένα άρθρο γεμάτο λογοτεχνικές προτάσεις. Η αρχή θυμίζει κάτι. «ο Negri και οι σύντροφοι είναι “περιπλανώμενες νάρκες” που γυρνάν στην Ευρώπη» λιγάκι σαν το φάντασμα που περιπλανάται στην Ευρώπη Marx. Και μετά ο Ιούλιος Καίσαρας, μέχρι και ο Κοντορεβυθούλης, ιερογλυφικά να αποκρυπτογραφηθούν, ο σκεπτόμενος εγκέφαλος και διαβολικός που τραβά τα νήματα της ιταλικής τρομοκρατίας.
Θέλησα να προτείνω αυτή την συνέντευξη ανοίγοντας αυτό το κεφάλαιο διότι αντιπροσωπεύει ένα άριστο σημείο εκκίνησης. Περιέχει σχεδόν απ’ όλα. Μιλά για τον Calogero περισσότερο από οποιανδήποτε προηγούμενη συνέντευξη. Μα μας λέει πολλά για σχεδόν όλες τις φιγούρες που συμπεριλαμβάνονται στην υπόθεση: για τον Negri, διαβολικό, μα επίσης φοβισμένο και άνανδρο, για τον Alessandrini, γι αυτούς που έκαναν αντίθετο κουπί.
Και είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα που κάνει αντιληπτό το πως αυτή η υπόθεση δραστηριοποιεί στο κεφάλι των δημοσιογράφων, και ίσως των αναγνωστών, σχήματα ήδη προκαθορισμένα που εν μέρει μπορούν να έχουν εξαχθεί από το μυθικό-λογοτεχνικό είδος.

2. L’ipotesi iniziale η αρχική υπόθεση

Ξεκινώντας την εργασία ανάλυσης των άρθρων που διηγήθηκαν, για περισσότερο από μιαν δεκαετία, την υπόθεση 7 απρίλη είχα υποθέσει πως θα μπορούσα να εντοπίσω στην διάρκεια των χρόνων την ανάπτυξη ενός »παραμυθιού» υποφερτά συνεκτικού. Mιάς κλασικής ιστορίας: φτιαγμένης από καλούς, κακούς, στιγμή της ρήξης και ανασύνθεσης. Ένα γράφημα που θα αναδύονταν από την κύρια γραμμή της διήγησης των εφημερίδων, αφήνοντας έξω δηλαδή, όπως ουσιαστικά έγινε, τα οριστικά δικαστικά αποτελέσματα που “καταστρέφουν” και αλλάζουν ριζικά το αρχικό πλαίσιο, την αρχική εικόνα.
Για «λογική κινουμένων σχεδίων» είχε μιλήσει ο Paolo Dusi, σε ένα συνέδριο που έλαβε χώρα το 1982 και του οποίου τα πεπραγμένα δημοσιεύτηκαν σε ένα “τετράδιο” του Questione Giustizia, Υπόθεση  Δικαιοσύνης,  πάντα μέσα στην ίδια χρονιά. Εξετάζοντας την σχέση ανάμεσα στην δίκη της Πάντοβα και την δημόσια πληροφόρηση ο Dusi υποστήριζε πως

Γίνεται μια διαλογή των γεγονότων και των τοποθετήσεων σαν στοιχεία φορείς μιας ιστορίας με προκαθορισμένη διαδρομή που, μέσα στην ριζοσπαστικότητα των παρατάξεων και στον μανιχαϊσμό των αντιθέσεων, έρχεται να αναλάβει αναπόφευκτα την εξέλιξη του κινούμενου σχέδιου. Το κινούμενο σχέδιο αποδέχεται μοναδικό θεμέλιο μιαν αξία που λειτουργεί ως φέρουσα αλήθεια  (συχνά μιλάμε , ακριβώς, για την σωτηρία της ανθρωπότητας από ένα σχέδιο καταστροφής) και επάνω σε αυτό εντοπίζεται, μια για πάντα, ο ρόλος του αρνητικού ήρωα και εκείνος του θετικού ήρωα, που σε αυτόν αντιπαρατίθεται; συχνά ο θετικός ήρωας πρέπει να αντιμετωπίσει όχι μόνο τον διακηρυγμένο εχθρό, μα και δυσκολίες περιβαλλοντικές, απρόσμενους κινδύνους, νέους αντιπάλους; αναλαμβάνουν σημασία, με αυτό τον τρόπο, και τα προφίλ που εντοπίζουν την πλευρά των καλών και εκείνη των κακών.

Το άρθρο του Dusi, επικεντρωμένο σε λίγες σελίδες, αντιπροσωπεύει μια σημαντική έμπνευση. Η ανάλυση του όμως σταματούσε στο 1982. Με ένα corpus άρθρων πολύ πιο μεγάλο προσπάθησα να σχεδιάσω μια παρόμοια υπόθεση εργασίας.
Είχαμε να κάνουμε με μιαν δυνατή υπόθεση που όμως, στο τέλος, η ανάγνωση ενός τόσο μεγάλου αριθμού εφημερίδων, για έναν πολύ πλατύ αριθμό ετών, δεν μου επέτρεψε να υποστηρίξω με πεποίθηση διότι ίσως θα είχε αποβεί πολύ αναγωγική. Δεν είναι όμως όλα για πέταμα. Σίγουρα πάντως μια άποψη συνεπή είναι δυνατόν να αποκομίσετε, μέσα στην διήγηση, των ρόλων και των πλευρών.
Για τις φιγούρες λοιπόν (δεν είναι μόνο φυσικά πρόσωπα μα και ρητορικές φιγούρες) τις σχετικά σταθερές. Η αίσθηση που με οδήγησε να προτείνω μιαν τέτοια ανάλυση είναι πως οι ορισμοί που οι εφημερίδες δίδουν για τους παίκτες που αφορούν και περιλαμβάνονται στην υπόθεση 7 aprile είναι η άμεση συνέπεια της αρχικής κατάστασης. Ένα είδος παιχνιδιού σύμπλεξης μέσα στο οποίο οι εφημερίδες (των οποίων ο κυριότερος ρόλος είναι εκείνος του  να είναι οι κυριότεροι αφηγητές τους παραμυθιού) είναι υποχρεωμένες να διατηρήσουν μια ελάχιστη συνέπεια της αναπαράστασης.

Μα φυσικά δεν μπορούμε να σκεφτούμε μιαν εφημερίδα μαζικών πωλήσεων σαν έναν απλό αφηγητή. Οι εφημερίδες υπήρξαν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, παρατηρητές [ εκπίπτοντας με αυτό τον τρόπο, ως ελάχιστο, του “παράδοξου του παρατηρητή”) και στην χειρότερη, των ενδιαφερομένων παραγόντων. Μέσα λοιπόν από τον εντοπισμό του cast των ηθοποιών και του carnet των ρόλων στην διάθεση τους, θα πρέπει να φθάσουμε (στο θέμα αυτό να κοιτάξουμε το έκτο κεφάλαιο) στο σημείο να δώσουμε μιαν απάντηση στην ερώτηση: “Οι εφημερίδες τι ρόλο ανέλαβαν στην περίπτωση?”. Μια προσέγγιση που, ενσωματωμένη με μιαν περιγραφή της ιστορικής συγκυρίας (πιο μπροστά θα εμβαθύνουμε σχετικά τον αποφασιστικό ρόλο της υπόθεσης Moro στον επηρεασμό της περίπτωσης υπό εξέταση) και με κάποιες μελέτες για τα χαρακτηριστικά και τους περιορισμούς του ιταλικού δημοσιογραφικού χώρου στα τέλη των χρόνων Εβδομήντα, θα πρέπει να μας βοηθήσει να ξαναχτίσουμε αρκετά πιστά την κατάσταση μέσα στην οποίαν οι εφημερίδες βρέθηκαν να δρουν.

Αυτή η προσπάθεια να οριοθετήσουμε τους ουσιώδεις χαρακτήρες του κάθε ρόλου είναι σημαντική και για έναν άλλο λόγο. Στην αφήγηση της 7 aprile, στην διαδικασία χτισίματος των προσωπικοτήτων που κατοικούν αυτή την έρευνα, περισσότερο από την ανάπτυξη του διαγράμματος, που μοιάζει δύσκολα αναγώγιμo σε μιαν πλοκή, ξεχωρίζουν οι λεπτομέρειες.Και συνεπώς, με την σειρά τους, οι προσωπικότητες Πρόσωπα, πορτραίτα, βυθισμένα σε μιαν απόλυτη αταξία γεγονότων και συμβάντων. Στο τέλος, ίσως, εκείνο που παρέμεινε από την 7 aprile είναι ακριβώς οι λεπτομέρειες, όχι τα γεγονότα.

(16 – CONTINUA) Συνεχίζεται

I giornali a processo: il caso 7 aprile – Sedicesima parte

αυτονομία, autonomia

Οι εφημερίδες σε δίκη: η υπόθεση 7 απρίλη, δέκατη τέταρτη συνέχεια – I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quattordicesima parte

του Luca Barbieri

GliInvisibili.jpgQui οι προηγούμενες συνέχειες

(c) 2002 – Eπιτρέπεται η μερική ή πλήρης αναπαραγωγή του έργου και η διάδοση του ηλεκτρονικά, φτάνει να μην είναι για εμπορικούς σκοπούς και με τον όρο πως αυτή η διατύπωση θα αναπαραχθεί.

Περνά και ο σεπτέμβρης. Η αληθινή δίκη αναμένεται για τις αρχές του 1982. Στα τέλη οκτώβρη η Repubblica παίρνει συνέντευξη στον Palombarini. Ένα άρθρο μεγάλο μια ολόκληρη σελίδα που δημοσιεύεται στις 30 oκτωβρίου με έναν τίτλο αρκετά ουδέτερο: “Εκείνο που σκέφτομαι για την Αυτονομία και εκείνο που σκέφτομαι για τον Calogero, για τον Toni Negri και για την 7 απρίλη”. Παίρνει την συνέντευξη ο Enrico Filippini ο οποίος παρατηρεί στον Palombarini πως μέρος της κοινής γνώμης και μέρος του τύπου θεωρεί ακόμη τον Negri και μέρος των άλλων συλληφθέντων σαν εγκέφαλο των  BR. «Η εντύπωση σας μου φαίνεται σωστή — απαντά ο Palombarini — αλλά δεν μου προκαλεί έκπληξη. Δεν πρέπει να ξεχνάτε με πόση σιγουριά, για ολόκληρο το 1979, κάποιοι άνθρωποι υποδεικνύονταν σαν εκείνους που οργάνωναν και διοικούσαν τις ερυθρές Ταξιαρχίες, και πόσο επιτακτικά και με πλούτο λεπτομερειών μεγάλο μέρος των οργάνων επικοινωνίας, τυπωμένων ή ομιλούντων, δήλωνε το βάσιμο αυτής της υπόθεσης κατηγορίας. Αυτό όλο είχε τις συνέπειες του που είναι κατανοητές: το πιο σοβαρό πολιτικό έγκλημα μετά τον πόλεμο στην Ευρώπη, η απαγωγή και η δολοφονία του αξιότιμου Moro, δεν είχαν πλέον μυστήρια. Για τον κόσμο ήταν το τέλος ενός εφιάλτη…». Είναι ίσως η πρώτη φορά που οι εφημερίδες δίδουν μεγάλο χώρο στις απόψεις που εδώ και δυο χρόνια βρίσκονται σε καθημερινή αντίθεση με εκείνες του δημόσιου κατήγορου Calogero.

Τον δεκέμβρη να επισημάνουμε μια πολεμική που φιλοξενείται από τις στήλες της Unità. Στις 22 ο Ibio Paolucci που παρακολουθεί από την αρχή την έρευνα, κάτω από τους υπότιτλους “Μια δίκη που ήρθε πλέον η ώρα να ξεκινήσει”, δημοσιεύει ένα άρθρο με τίτλο “Κάποια πράγματα για την επτά απριλίου”. Την πηγή έμπνευσης ο Paolucci την παίρνει από μια παρέμβαση του Scalzone ο οποίος, φυγόδικος, με αφορμή την επέτειο της 21 δεκεμβρίου, δημοσίευσε μια παρέμβαση στο περιοδικό Metropoli, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο μιας δικαστικής διερεύνησης με την σειρά του ύποπτο πως εκπροσωπεί στον τύπο ημιεπίσημα τις ΕΤ, ζητώντας λευτεριά «για εκατοντάδες προλετάριους ένοχους για κάποιαν ληστεία τραπέζης». Αλλά μαζί με τον Scalzone, ο Paolucci νιώθει την υποχρέωση να απαντήσει και στους Massimo Cacciari και Stefano Rodotà οι οποίοι στο περιοδικό Politica ed Economia, που πρόσκειται στο ΚΚΙ, δημοσίευσαν δυο παρεμβάσεις που στοχεύουν την προσοχή κυρίως στην περίπτωση του  Alberto Magnaghi που κατηγορούνταν μονάχα από την μαρτυρία του Fioroni που αναφέρονταν μάλιστα στο 1971. «Mα λοιπόν — σκέφτεται ο Paolucci — θα πρέπει να ξεχάσουμε τα παρασκήνια της σφαγής της  Piazza Fontana μόνον διότι εκείνες οι βόμβες έσκασαν δώδεκα χρόνια νωρίτερα? Μια πέτρα επάνω και στις συνενοχές των στρατηγών των μυστικών υπηρεσιών SID και του γενικού επιτελείου άμυνας και των ανθρώπων της τότε κυβέρνησης?». Η απάντηση των Cacciari και Rodotà, δημοσιευμένη στις 30 δεκεμβρίου 1981, είναι πολύ σκληρή.Είναι ίσως η πρώτη φορά που η Unità φιλοξενεί (ή μήπως είναι υποχρεωμένη να φιλοξενήσει) παρεμβάσεις τόσο αντίθετες με το “θεώρημα Calogero” που θεωρείται και από τους δυο «μια υπόθεση αθροιστική». Η μεγάλη παρέμβαση, πλούσια σε συγκεκριμένες αναφορές στις πράξεις και τα έγγραφα, σαρώνει από την κατάσταση του Magnaghi σε εκείνη κάποιων παντοβάνων κατηγορούμενων (Bianchini, Serafini, Del Re). «Και δεν θα έπρεπε, λοιπόν ναι,  — καταλήγει η παρέμβαση — “να ντρεπόμαστε” που κατηγορίες σχηματίστηκαν με τέτοιον τρόπο ώστε να παρατείνουν επ’ αόριστον τους όρους και τις ημερομηνίες της προληπτικής φυλάκισης, για να κρατήσουν κόσμο στην φυλακή πέρα από κάθε λογικό όριο, τέλος πάντων, ώστε να εκτίσει την ποινή προληπτικά?». Στο περιθώριο βέβαια ο Paolucci διατηρεί για τον εαυτό του την δυνατότητα να μπορεί να πει τον τελευταίο λόγο. Τα όσα είπαν οι Cacciari και Rodotà για τον Paolucci είναι απαράδεκτα. «Άλλο είναι, όντως, να προκαλεί ανησυχίες, καθόλα νόμιμες, το  κατηγορητήριο; άλλο είναι να χαμηλώνει ο τόνος της κουβέντας από την κριτική στην προσβολή […] πρόκειται πάντα για ένα κατηγορητήριο που αξίζει σεβασμό». Να λοιπόν: οι Cacciari και Rodotà προσβάλουν (μα που και πως?) οπότε δεν μιλάω άλλο.

Μεταξύ του 1981 και του 1982, ακριβώς όπως είχε γίνει ένα χρόνο πριν με την απαγωγή D’Urso, τα χρονικά επιστρέφουν να διασταυρώνουν την 7 aprile και τις BR. Η φυσική γειτνίαση των φυλακισμένων έχει πλέον μετατραπεί σε ένα αναπόσπαστο κουβάρι. Όπου υπάρχουν οι BR υπάρχει η Autonomia και συνεπώς η 7 aprile. Στις 17 δεκεμβρίου 1981 απαγάγεται στην Verona ο αμερικανός στρατηγός James Lee Dozier. Η απαγωγή ολοκληρώνεται στην Padova στις 28 ιανουαρίου 1982 όταν μια ομάδα των NOCS, χάρη στην υπόδειξη ενός μετανιωμένου, εισβάλει σε μια γιάφκα στην οδό Pindemonte και ελευθερώνει τον στρατηγό. Η εξίσωση είναι γρήγορη και ξεκάθαρη: Padova=Autonomia. Αναδύεται η υποψία. Για κάποιους (l’Unità για παράδειγμα) είναι μια επιβεβαίωση, για άλλους μια σύμπτωση που πρέπει να αποδειχθεί. Γεγονός είναι πως οι ομολογίες του Antonio Savasta, ενός από τους ταξιαρχίτες του commando, οδηγούν στην φυλακή και πολλούς αγωνιστές ή πρώην αγωνιστές του χώρου της Αυτονομίας. Η υποψία κυκλοφορεί ήδη από τις αρχές ιανουαρίου όταν εξ αιτίας της σύλληψης τεσσάρων αυτόνομων κατάσχονται «έγγραφα με περιεχόμενο σίγουρα παράνομο, μα δίχως (έτσι τουλάχιστον φαίνεται) αναφορές σε συγκεκριμένες τρομοκρατικές ενέργειες». Το γράφει η εφημερίδα il Gazzettino στις 2 ιανουαρίου του 1982 που τιτλοφορεί “η Autonomia έχει έναν ενεργό ένοπλο βραχίονα που δρα σε σχέση με τις Brigate Rosse”. «Σύμφωνα με τους καραμπινιέρους, κάποιοι από αυτούς τους αυτόνομους δεύτερου επιπέδου,  (που δεν είχαν τελείως καεί από την έρευνα του Calogero) μόλις αποφυλακίστηκαν απομακρύνθηκαν από το κίνημα.Και αυτοί ακριβώς έσφιξαν δεσμούς με τις ερυθρές ταξιαρχίες». Η επιβεβαίωση στις υποψίες των αρχών του έτους έρχεται με τις ομολογίες του Antonio Savasta. Η πιο σημαντική σύλληψη σχετική με τις αποκαλύψεις του είναι εκείνη του Fausto Schiavetto, ερευνητού στου Ινστιτούτου ιστορίας των Πολιτικών Επιστημών. Η σύλληψη του ερμηνεύεται σαν μια επιπλέον απόδειξη της σύνδεσης  7 aprile- BR. Μάλιστα γίνεται λόγος για μια νέα διερεύνηση. Μιλούν στην Unità της 11 φεβρουαρίου. “Από τις έρευνες επάνω στην απαγωγή Dozier γεννιέται μια νέα έρευνα στην Padova”, υπότιτλοι στο άρθρο “Autonomia, ανοίγει εκ νέου το κεφάλαιο”. Στην σύνοψη: “Οι ομολογίες πολλών μετανιωμένων έφεραν ξανά στο προσκήνιο πρόσωπα ήδη εμπλεκόμενα στην 7 aprile. Ποιες ήταν οι σχέσεις με τις BR?”. «Μια φωνή που διαχέεται στην Padova εξηγεί το πως οι δικαστές θα είχαν αρχίσει ξανά να εμβαθύνουν τις στενές σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στις BR και την οργανωμένη Αυτονομία». Η σχέση μεταξύ BR και 7 aprile συγκροτείται από την σύλληψη του Schiavetto. Αυτό είναι το πορτρέτο του και ο ρόλος που είχε στην έρευνα 7 aprile όπως το διηγείται ο Michele Sartori:

ο Fausto Schiavetto, 37 χρονών, υπήρξε επί μακρόν στρατευμένος στο κομουνιστικό Κόμμα: επαρχιακός γραμματέας της νεολαίας του κόμματος FGCI στα τέλη των χρόνων εβδομήντα, στην συνέχεια δημοτικός σύμβουλος. Στις πολιτικές Επιστήμες είχε πάρει το δίπλωμα του, και παρέμεινε στην σχολή ως καθηγητής, εγκαταλείποντας προοδευτικά το κόμμα και πλησιάζοντας την ομάδα Negri, στην οποίαν πλέον παραμένει μόνιμα μέχρις ότου ξεσπά η έρευνα 7 aprile.  Εκείνη την διερεύνηση το όνομα του την διατρέχει πολλές φορές: η χωρισμένη του γυναίκα μαρτυρεί για πολλές συναντήσεις οργανωτικές της κορυφής των αυτόνομων στο σπίτι τους, και αναφέρει και σχέσεις του Schiavetto με τον Daniele Pifano. O ανακριτής (Palombarini, σημειώνει μια ) αντιθέτως τον είχε ακούσει μόνο σαν μάρτυρα υπεράσπισης άλλων καθηγητών των πολιτικών επιστημών που είχαν συλληφθεί. […] Ένας από τους φύλακες του Dozier θα είχε αναφέρει πως ναι, σχετικά με αυτά που εγνώριζε, όλο εκείνο το υλικό παρέχονταν στις BR από  τους υπεύθυνους του τομέα  “αντιπληροφόρησης” της Αυτονομίας της Πάντοβα. Ονόματα, κανένα. […] Εάν τα λόγια έχουν κάποιο νόημα, αυτό σημαίνει πως υπάρχει μια ευρεία δομή που είναι και παραμένει αυτόνομη. Όμως χτυπιέται περνώντας διαμέσου των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Οι οποίες για να την γνωρίζουν με τόσην ακρίβεια θα έπρεπε έτσι κι αλλιώς να διατηρούσαν με αυτήν στενές σχέσεις και όχι περιστασιακές.

Μια κουβέντα που κυλά ομαλά. Οι κατηγορούμενοι της 7 απρίλη συνδέονται με την απαγωγή Dozier. Η σύλληψη του Schiavetto (ο οποίος, πρέπει να γνωρίζουμε, στην δίκη θα αθωωθεί) το 1982 για την Unità είναι μια απόδειξη. Οπότε το θεώρημα Calogero βρίσκει μιαν ακόμη επιβεβαίωση.

Στις 4 φεβρουαρίου, δίχως πολλές φανφάρες, ο Carlo Fioroni αφήνει την φυλακή της Matera όπου βρίσκονταν έγκλειστος για τον θάνατο του Carlo Saronio. Γιατί να γίνει λόγος εξάλλου? Διότι οι εφημερίδες, και κυρίως η Unità και η Corriere, είχαν πάντοτε υποστηρίξει την αξιοπιστία της ομολογίας του, απ’ όπου κατάγεται το blitz της 21 δεκεμβρίου 1979, με την επιχειρηματολογία πως αυτή δεν μπορούσε να είναι “ενδιαφερόμενη”, να έχει συμφέρον δηλαδή, διότι τότε δεν είχαν ακόμη προβλεφθεί εκπτώσεις ποινής για τους “μετανιωμένους”. La legge Cossiga infatti venne dopo le confessioni rilasciate nel dicembre del ’79. Στον Fioroni πάντως εφαρμόστηκε, σε δεύτερο βαθμό, μια ουσιαστική έκπτωση ποινής. Τα 27 χρόνια μειώθηκαν σε 10 και τέλος σε 7 με την αμνηστία των τελευταίων 3 χρόνων. Είναι ενδιαφέρον να δούμε το πως οι εφημερίδες διηγούνται αυτή την αποφυλάκιση. Πρώτη απ’ όλες η Corsera που στις 5 φεβρουαρίου αφιερώνει στην είδηση ένα άρθρο στα χαμηλά της πέμπτης σελίδας. Το τίτλος εντυπωσιάζει διότι δεν κάνει καμία αναφορά στην 7 aprile ούτε στην απαγωγή Saronio: “Ελεύθερος από εχθές ο Fioroni (υπόθεση Feltrinelli) ο πρώτος μετανιωμένος της ιταλικής τρομοκρατίας”. Και στον υπότιτλο “μετά από επτά χρόνια στο σωφρονιστικό ίδρυμα προστατεύεται από αστυνομικούς”. Ο ρόλος του Fioroni στην περίπτωση Feltrinelli είναι ίσως το πιο ανούσιο πράγμα που θα μπορούσε να ειπωθεί για λογαριασμό του. η Repubblica αφιερώνει στον Fioroni το άνοιγμα της έβδομης σελίδας, “ο Fioroni επιστρέφει στην ελευθερία, υπήρξε ο πρώτος των μετανιωμένων”, και μια μικρή συνέντευξη, “Δεν το περίμενα”, στην οποίαν ο  “καθηγητάκος” επιβεβαιώνει τους ηθικούς και πολιτικούς λόγους στην βάση της μετάνοιας του. ο Fabrizio Ravelli την απελευθέρωση του Fioroni την διαβάζει με αυτό τον τρόπο: «ο Fioroni επιστρέφει ελεύθερος με ένα μέτρο που έχει την βαρύτητα ενός μηνύματος που στέλνεται στην γενιά των μετανιωμένων. Δύσκολα θα ξανά ακούσουμε να μιλούν για αυτόν. Αφήνει πίσω του τα τέσσερα κελιά που είχαν τροποποιηθεί σε διαμέρισμα στην ειδική ακτίνα της φυλακής της Matera και ξεκινά μιαν ύπαρξη  “κυνηγημένου”. Κανείς δεν ομιλεί πλέον γι αυτόν, το πιθανότερο είναι πως τους παρείχαν τα μέσα για να το σκάσει από το αμείλικτο κυνήγι που από τα σήμερα και στην συνέχεια το ένοπλο κόμμα θα εξαπολύσει εναντίον του». η Unità δημοσιεύει την είδηση στην δεύτερη σελίδα με μιαν έκδοση ολοκληρωτικά αφιερωμένη στις εξελίξεις της απαγωγής Dozier κάτω από τους υπότιτλους “Κι άλλα κτυπήματα στην τρομοκρατική εκτροπή, νέες συλλήψεις, μετά την επιχείρηση Dozier και την ανακάλυψη και άλλων γιαφκών”. Το άρθρο, “Επιστρέφει ελεύθερος ο Carlo Fioroni, ο πρώτος που συνεργάστηκε με την δικαιοσύνη”, μιλά  ξανά για τις πιο σημαντικές αποκαλύψεις του μετανιωμένου για την δίκη 7 aprile.

Στις 7 ιουνίου 1982 στην Roma θα έπρεπε να ξεκινήσει η ακροαματική φάση της δίκης 7 aprile. Η δίκη θα πρέπει να διεξαχθεί μπροστά στο πρώτο Κακουργιοδικείο ταυτόχρονα με την δίκη των ταξιαρχιτών υπεύθυνων της δολοφονίας του Aldo Moro. Οι δυο διαδικασίες θα έπρεπε να διεξάγονται εναλλάξ μέρα παρά μέρα μπροστά στην ίδια δικαστική έδρα. Οι κατηγορούμενοι της ομάδας 7 aprile διαμαρτύρονται παραπονούμενοι για τον κίνδυνο πρόκλησης σύγχυσης που αυτή η αλληλεπικάλυψη θα μπορούσε να γεννήσει στην κοινή γνώμη και η έδρα προσανατολίζεται πράγματι για μιαν αναβολή στο νοέμβρη της δίκης. Οι κοντινές στην έναρξη της ακρόασης ημέρες προσφέρουν έτσι κι αλλιώς στις εφημερίδες την ευκαιρία για να αφιερώσουν μεγάλο χώρο με δουλειές που ξεδιπλώνουν, σχεδόν συνολικά, τις κατηγορίες στους εναγόμενους.  η  Gazzettino σε αυτή την αναπαράσταση αφιερώνει μάλιστα ένα ειδικό αφιέρωμα δημοσιευμένο σε δυο συνέχειες στις 4 και 5 ιουνίου 1982. Δυο σελίδες που κάνουν εντύπωση διότι δίδουν χώρο αποκλειστικά στις θέσεις που εκτίθενται στην παραπομπή σε δίκη από τον δικαστή Francesco Amato. Το πρώτο μέρος, εκείνο της 4 ιουνίου, παρουσιάζει ένα “γενικό” πλάνοτου κατηγορητηρίου σε εννέα στήλες, με υπογραφή του Enzo Iacopino, υπό τον τίτλο: “ο Toni Negri ήταν ο ηγέτης μιας ένοπλης συμμορίας που έσπερνε μίσος και στόχευε στον εμφύλιο πόλεμο”. Στο μέσον ψηλά στην σελίδα μια κάρτα, με τον έλεγχο των αδικημάτων, “όλα τα αδικήματα, έγκλημα προς έγκλημα”, και στο βάθος η κάρτα εννέα κατηγορουμένων. Εννέα φωτογραφίες  (Negri, Bignami, Monferdin, Vesce, Ferrari Bravo, Gavazzeni, Maesano, Strano, Scalzone) και μια μικρή στήλη που παρουσιάζει για τον καθένα τις κυριότερες κατηγορίες. Όλα υπό τον τίτλο: “Τα πιο γνωστά πρόσωπα μιας συνωμοσίας που ήθελε να καταστρέψει την Repubblica”. Στο εσωτερικό χαμηλά που είναι αφιερωμένο στους κατηγορούμενους μια κάρτα για τους δικαστές της έδρας, “ο Santiapichi, μια εγγύηση για Κράτος και κατηγορούμενους”.

Η επόμενη συνέχεια του αφιερώματος του Gazzettino, δημοσιευμένη στις 5 ιουνίου, επικεντρώνει αντιθέτως την προσοχή, με άρθρα που λειτουργούν σαν “κάρτες εμβάθυνσης”, επάνω σε μεμονωμένα εγκλήματα για τα οποία κατηγορούνται οι εναγόμενοι. Ο τίτλος στην κεφαλή, σε εννέα στήλες, αναφορικά με το άρθρο για την ληστεία του Argelato: “Σκότωναν λέγοντας: «Είμαστε αυτόνομοι»”. Ο υπότιτλος είναι: “Οι επιχειρήσεις της μπάντας του Toni Negri: η δολοφονία του Argelato του δεκανέα Andrea Lombardini”. Ψηλά  στην σελίδα και το σχόλιο του Enzo Iacopino: “Απειλούν την ελευθερία” (να σημειωθεί η χρήση του παρόντος για πρόσωπα που εδώ και τρία χρόνια κρατούνται στην φυλακή). «Έσπερναν βακίλους θανάτου. Το έκαναν για πολλά χρόνια με μια escalation που, για όσον τους αφορά, κατέληξε με την δολοφονία του Carlo Saronio. […] Είναι επίσης σε ανθρώπους σαν κι αυτούς που ο καθένας από εμάς οφείλει την μείωση των προσωπικών χώρων ελευθερίας που καθορίστηκε από μιαν νομοθεσία εξαίρεσης-έκτακτης ανάγκης που κατέστη απαραίτητη από την πρακτική του μίσους, όνειρο και προορισμός του Toni Negri και της μπάντας του. Ναι, εκτός απ’ τα πολλά πένθη, σε αυτούς οφείλουμε και αυτό». Στην μέση και χαμηλά της σελίδας ανακατασκευάζονται άλλα τρία επεισόδια για τα οποία κατηγορείται ο Negri: η επίθεση στην Face-Standard (“Δισεκατομμύρια ζημιών εξ αιτίας του κόκκινου τρόμου”), ο θάνατος του Saronio (“Όταν ο σύντροφος σκότωσε τον σύντροφο”), και μια λίστα απαγωγών, μεταξύ των οποίων μια για τον Eugenio Cefis, και επιθέσεις που, σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, το Potere operaio θα είχε σχεδιάσειa (“Montedison, δημοσιογράφοι και καθηγητές στο σκόπευτρο των «εργατών» του Negri”). Δυο μικρές στήλες αφιερώνονται επίσης στον “Fioroni: ο πρώτος μεταξύ των μεγάλων μετανιωμένων” και “Piperno και Pace, δυο απουσίες ανησυχητικές”.

η Corriere della Sera βγαίνει στο θέμα στις 6 ιουνίου  υποδεικνύοντας ήδη στο συνοπτικό πως “προβλέπεται η αναβολή για το φθινόπωρο μετά από μια ή δυο ακροαματικές διαδικασίες”. Το αφιέρωμα αποτελείται από ένα άρθρο, με τίτλο σε έξι στήλες, του Paolo Graldi, “Στο κακουργοδικείο ο Negri και άλλοι 71 της 7 aprile”, και ένα σχόλιο του Giancarlo Pertegato (χρονογράφου ο οποίος μαζί με τον Antonio Ferrari διηγήθηκε την αυγή της έρευνας) που αναρωτιέται: “Η στρατιά της τρομοκρατίας είχε ένα γενικό επιτελείο?”. ο Pertegato διαπιστώνει τις θετικές συνέπειες της έρευνας (η εξαφάνιση του ανατρεπτικού φαινομένου από την Padova) και αναρωτιέται εάν θα γίνει δυνατό να αποδειχθεί πως η Autonomia operaia ήταν πραγματικά μια οργάνωση με έναν διευθυντικό εγκέφαλο.

η Unità, που τις προηγούμενες ημέρες αγνόησε πως η προθεσμία πλησίαζε, δημοσιεύει στις 8 ιουνίου ένα σύντομο άρθρο του Sergio Criscuoli, “Ξεκίνησε και αμέσως ανεβλήθη η δίκη της 7 aprile”. “Αίθουσα γεμάτη δικηγόρους, κλουβιά των κατηγορουμένων έρημα”, είναι ο υπότιτλος.

Και στην συνέχεια, προαναγγελθέντος, η αναβολή για τις 9 Νοεμβρίου. Μα η ιστορία που διηγούμαστε είναι ένα είδος  “ατέλειωτης ιστορίας” (που δεν οριοθετείται στον χρόνο και ίσως ούτε και στον χώρο). Τον νοέμβρη η Έδρα, υπερφορτωμένη από την εργασία της δίκης Moro, επιλέγει μιαν επί πλέον τεχνική αναβολή για την άνοιξη του 1983. Η περίπτωση ωστόσο πρέπει να υπογραμμιστεί: για πρώτη φορά ο professor Antonio Negri εμφανίζεται πίσω από τα κάγκελα σε μιαν αίθουσα bunker. Η δεύτερη αναβολή προκαλεί απογοήτευση.η  Gazzettino, που δείχνει να στοχεύει πολύ στο θεώρημα Calogero (επίσης διότι η δίκη Moro θα είχε δείξει μιαν συγκεκριμένη «ιστορική ιδεολογική συνέχεια και συνάφεια» ανάμεσα στην Autonomia και τις BR) είχε αποστείλει στην περιοχή τον Giampiero Rizzon. η Lietta Tornabuoni, που ακολουθεί αυτή την σύντομη εμφάνιση για την εφημερίδα la Stampa του Torino, αντιθέτως καταγράφει μιαν σουρεαλιστική ατμόσφαιρα που θα μεταφερθεί επίσης στην συνέχεια και από άλλους μάρτυρες της επανέναρξης της δίκης. Γεγονός είναι πως αυτή που ανακοινώθηκε στην αρχή σαν η  “δίκη του αιώνα”, δεν έχει τίποτα που να προκαλεί εντύπωση. Πίσω από τα κάγκελα, οι κατηγορούμενοι, περισσότερο από στρατηγικός εγκέφαλος της ιταλικής τρομοκρατίας, μοιάζουν μοναχά σαν άνθρωποι εκτός τόπου. η Tornabuoni καταγράφει αυτό το είδος απογοήτευσης σε ένα κομμάτι, “Τα χαμένα χρόνια της 7 aprile”, δημοσιευμένο στις 10 νοεμβρίου 1982. «Με την αναγγελία της έναρξης κανείς δεν φωνάζει, κανείς δεν διαμαρτύρεται πίσω από τα κάγκελα, ανάμεσα σε εκείνα τα συζητήσιμα πρόσωπα, πρόσωπα που ταιριάζουν στο πανεπιστήμιο, στο βιβλιοπωλείο ή στο σεμινάριο, ανάμεσα σε εκείνες τις γενειάδες που γκριζάρισαν λιγάκι,  με τα κοτλέ τους ρούχα, εκείνες τις πρόωρες φαλάκρες». Οι γνώμες που εκθέτονται από την Tornabuoni μεταφέρουν μιαν αίσθηση “αποστράτευσης”, ενός δραστικού ξεφουσκώματος της δίκης. όπως εκείνη του Marco Boato: «Μια παρόμοια ιδέα κατέρρευσε, του Negri και των άλλων σαν ιδεολόγων ή εγκεφάλων των BR δεν γίνεται πλέον λόγος εδώ και κάποιο διάστημα […] Φυσικά για τους θεσμούς είναι πολύ ντροπιαστικό να πρέπει να φέρουν στο φως το ξεφούσκωμα αυτής της ιστορίας…». η Tornabuoni καταλήγει με αυτό τον τρόπο: «Εάν οι ιστορικές πολιτικές δίκες έβλεπαν στην κοινή γνώμη τον ανταγωνισμό μεταξύ συντηρητικών και προοδευτικών, αυτή η υπόθεση πλήγωσε την ιταλική αριστερά χωρίζοντας το PCI από όλες τις άλλες ομάδες ή κόμματα. Έχοντας γίνει σήμερα λιγότερο αποδεικτικοί, και οι κομουνιστές εκφράζουν την λύπη τους για την αναβολή: σχεδόν τέσσερα χρόνια προληπτικής φυλάκισης είναι μια απρέπεια, προειδοποιεί η Amnesty International, και η “περίπτωση 7 aprile” πρέπει απλούστατα να ξαναγίνει η “δίκη 7 aprile”».

“Η δίκη σε λίστα αναμονής. Νέα ακροαματική διαδικασία αναβολή της 7 aprile στην Roma”, τιτλοφορεί η Unità της 10 νοεμβρίου. Να σημειώσουμε πως εδώ και πολύ καιρό η εφημερίδα του PCI παραπονιέται για την καθυστέρηση της δίκης. Ο λόγος βρίσκεται στο γεγονός πως τα κακουργοδικεία στην Roma είναι μονάχα τρία και όλα κατειλημμένα με σημαντικές δίκες. Το PCI, σημειώνει εδώ και καιρό η Unità, έχει υπογράψει μια πρόταση νόμου για την δημιουργία μιας τέταρτης έδρας. ο Sergio Criscuoli καταγράφει και νέες πολεμικές μεταξύ κατηγορουμένων και PCI:

”Εάν η δίκη δεν ξεκινά ζητούμε την αποφυλάκιση με εγγύηση για όλους τους φυλακισμένους κρατουμένους ”, επάνω σε αυτό το σύνθημα έχτισαν όλοι τα λόγια τους, στα οποία η δίκαιη διαμαρτυρία για την απίστευτη αλυσίδα αναβολών συνοδεύεται από τις πλέον κοινότοπες υπερασπιστικές θέσεις σύμφωνα με τις οποίες η απαγγελία κατηγορίας για την  7 aprile θα ήταν μια υπερβολή, θα ήταν στημένη, μια προσπάθεια δηλαδή να δικαστούν οι ιδέες, που φυσικά προωθούσε το ΚΚΙ. Οι συνήθεις επιθέσεις στο κομουνιστικό κόμμα προτείνονται ξανά με τρόπο προσωποποιημένο και  σαφή. Οι κατηγορούμενοι θυμώνουν με το “Τμήμα για τα προβλήματα του Κράτους” του PCI, ανακαλώντας στην μνήμη του χρονογράφου τους χρόνους κατά τους οποίους μπάντες ένοπλων αυτόνομων, μεταξύ επιθέσεων με πυροβολισμούς και μιας προλεταριακής απαλλοτρίωσης τριγυρνούσαν γράφοντας στους τοίχους το όνομα του συντρόφου  Pecchioli con la kappa, με κ δηλαδή

Η απόφαση προκαλεί πάντως και μεγάλες πολεμικές, τόσο από την μία όσο και από την άλλη πλευρά. Εξοργίζεται ο Giorgio Bocca στην Repubblica της 11 νοεμβρίου, σε ένα λακωνικό σχόλιο με τίτλο “Η δίκη της 7 aprile”. «Η αναβολή της δίκης 7 aprile είναι το  τελευταίο μιας ντροπιαστικής σειράς, αν και μπορεί να γυρίσει υπέρ των κατηγορουμένων και της δικαιοσύνης. Ντροπιαστική λόγω του ότι ένα πολιτισμένο Κράτος δεν κρατά στην φυλακή τους πολίτες του για τρία χρόνια δίχως να τους δικάσει, και δεν τους κρατά ενώ την ίδια ώρα ελευθερώνει τους σίγουρα ενόχους όπως εκείνον τον Fioroni, που σήμερα εξαφανίστηκε στο πουθενά, που απήγαγε και σκότωσε τον καλύτερο του φίλο». ο Bocca υποστηρίζει πως, σχετικά με εκείνη των ταξιαρχιτών, αυτή της “7 aprile” είναι «μια άλλη ιστορία, μια άλλη ανθρωπότητα». «Το μοναδικό ανατρεπτικό σχέδιο ή ο εγκέφαλος της τρομοκρατίας υπήρξαν στην καλύτερη των περιπτώσεων μια εξαναγκαστική ερμηνεία, μια υπερβολή κάτι θεληματικό, μια επιθυμία, σίγουρα όχι αξιέπαινη, των κομμάτων για να λυγίσουν την δικαιοσύνη προς δικό τους όφελος, σύμφωνα με τα συμφέροντα τους». Εξοργίζεται για την εκ νέου αναβολή της δίκης ξανά η Unità. Ταυτόχρονα με εκείνο του Bocca βγαίνει ένα άρθρο με υπογραφή του Ibio Paolucci με τίτλο “Σκανδαλώδεις καθυστερήσεις για την δίκη 7 aprile”, και στον υπότιτλο “Ενώ συνεχίζεται μια παράλογη πολεμική με το PCI”. «Ανυπόφοροι και σκανδαλώδεις: δεν βρίσκουμε άλλα επίθετα για να χαρακτηρίσουμε τους χρόνους της καθυστέρησης στην έναρξη της δίκης αποκαλούμενης 7 aprile», γράφει ο Paolucci. Μα γιατί είναι σκανδαλώδης αυτή η καθυστέρηση?

Έχει επιτευχθεί μια κατάσταση εξευτελιστική για ένα κράτος δικαίου. Με εκείνη την δίκη “σε λίστα αναμονής” , οι κατηγορούμενοι μπορούν να επιβεβαιώσουν πως αυτή η δίκη, δεν είναι επιθυμητή, πως θέλουν να την “θάψουν κάτω από την άμμο” και να την  “κρύψουν” για να προστεθεί στην συνέχεια πως πρόκειται για μιαν δίκη “σχεδόν δίχως συγκεκριμένα αδικήματα” (και αντιθέτως υπάρχουν δεκάδες και δεκάδες, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών), καρπός (το λέει ο prof. Antonio Negri) “σκευωριών οργανωμένων από τις μυστικές υπηρεσίες, από την αντιδραστική δικαιοσύνη, από τον διαπλεκόμενο τύπο και από τις πολιτικές δυνάμεις του ιστορικού συμβιβασμού Επί πλέον αυτή η κατάσταση που έχει βαλτώσει, επιτρέπει στον εκπρόσωπο των κατηγορουμένων να επιρρίψει ευθύνες ενάντια σε ένα νομικό της πολιτικής αγωγής, τον Fausto Tarsitano που απλώς τελεί το καθήκον του δικηγόρου (του οποίου εδώ στο πλάι δημοσιεύουμε μιαν επιστολή απάντησης) και ενάντια στο κόμμα μας, που εκείνης της  »συνωμοσίας” θα ήταν ο μεγάλος σκηνοθέτης».

Εκείνη του Tarsitano, δικηγόρου ναι της πολιτικής αγωγής, μα εκείνο που ίσως μετρά περισσότερο, στελέχους του PCI, είναι μια φιγούρα που θα είναι αντικείμενο πολεμικών από πλευράς υπεράσπισης για όλη την διάρκεια της δίκης.

To 1981 και το 1982 αντιπροσωπεύουν ένα είδος κρανίου τόπο. Μια ολίσθηση που έχει παραχθεί από τις συνεχείς αναβολές της δίκης και από την προληπτική φυλάκιση. Η προσοχή των εφημερίδων, απόντων των σημαντικών ειδήσεων, δεν μπορεί παρά να μεταβάλλεται. Είναι δυο χρονιές που σφίγγονται μεταξύ δυο χρονικών: εκείνου της διερευνητικής φάσης (’79 και ’80) και εκείνου της δίκης (’83-’84). Παράθυρα ανοίγονται σπασμωδικά ταυτόχρονα με την κατάθεση των δικαστικών εγγράφων. Το χρονικό όμως μοιάζει αρτηριοσκληρωτικό, ακραία παθητικό. ο Calogero σέρνει την αμφιβολία πως ο Negri και η 7 aprile μπορούν να συνδεθούν εκ νέου με την απαγωγή Moro? Έτσι είναι. Ξεχνώντας τον Peci και όλα τα υπόλοιπα. Τα στοιχεία που εξυψώνονται είναι μόνο εκείνα που επιβεβαιώνουν την αρχική εικόνα. Τα κατηγορητήρια παρέχουν πλέον τα σωστά λόγια που πρέπει να περιληφθούν. Είναι κομμάτια που κατά τα άλλα θεωρούνται εύκολα. Όχι γιατί δεν υπάρχει πολύ διάβασμα που θα προκαλέσει κούραση. Μα διότι πλέον είναι γνωστό τι πρέπει να ψαχτεί  μέσα σ’ εκείνες τις χιλιάδες σελίδες.

8. 1983 — 1984: η δίκη

Το 1983 είναι η χρονιά κατά την οποίαν ξεκινά, επί τέλους, η δίκη 7 aprile. Mα υπάρχει ακόμη χρόνος για μιαν mini αναβολή. Η έναρξη των ακροάσεων ορίσθηκε για τις 24 φεβρουαρίου αλλά η ημερομηνία θα αναβληθεί για τις 7 μαρτίου λόγω της έναρξης στο Milano μιας ανάλογης δίκης στην Autonomia που βλέπει εμπλεκόμενους, αν όχι τους κατηγορουμένους (στους οποίους δεν παραχωρήθηκε η άδεια μεταφοράς) τουλάχιστον τους δικηγόρους. Η προσοχή, παρότι είναι γνωστή ήδη η προβλεπόμενη αναβολή για τα μέσα του μαρτίου, είναι υψηλή.  Οι τίτλοι των μεγάλων εφημερίδων είναι πάντως αρκετά ουδέτεροι, και φέρονται να καταγράφουν περισσότερο την πολυπλοκότητα της υπόθεσης παρά ένα θόρυβο που πλέον τέτοιος δεν υπάρχει. η Corriere della Sera κάνει λόγο στις 24 φεβρουαρίου, με την πένα του Antonio Ferrari, στην σελίδα 7. Ένα άρθρο σε επτά στήλες πλαισιωμένο από μιαν μεγάλη foto του Toni Negri. “Πως γεννήθηκε η Autonomia Operaia στην Padova”, είναι ο τίτλος. Ο  υπότιτλος: “Η δίκη επτά απρίλη ύστερα από σχεδόν τέσσερα χρόνια από τις πρώτες συλλήψεις των leader της άκρας αριστεράς”. Να καταγράψουμε πως σχεδόν το ένα τρίτο της μεγάλης σύνοψης (αντίθετα από το άρθρο που συμπυκνώνει το άρθρο  σε λίγες γραμμές) θυμίζει πως “Ο παντοβάνος ανακριτής Giovanni Palombarini, αντιθέτως, θεώρησε τις ενδείξεις ανεπαρκείς ώστε να υποδειχθεί η ύπαρξη της ένοπλης συμμορίας που ο δημόσιος κατήγορος εντόπισε”. Όπως συνέβη και τον προηγούμενο νοέμβρη ο Ferrari καταγράφει μια κάποια αποξένωση: «Ο χρόνος φαίνεται να έχει μειώσει το μεγάλο ζήτημα, που άνοιξε η 7 aprile του ’79, σε μιαν απλή διαλεκτική άσκηση: ωσάν η πολεμική για τον εγγυητισμό να είναι η μοναδική ψυχή της δίκης, ωσάν η συζήτηση να πρέπει να παραμείνει στον αέρα, μετέωρη, και να μην κατέβει στα συγκεκριμένα επεισόδια: στις νύχτες με τις φωτιές, στις επιθέσεις, στις ληστείες, στις απόπειρες απαγωγής, στα κρυμμένα σε αποθήκες όπλα, στις κλοπές ταυτοτήτων. Υπάρχει ένας ξεκάθαρος διαχωρισμός ανάμεσα στην πολεμική και την πραγματικότητα».

Όμως το μεγάλο τσίρκο της πληροφόρησης είναι κινητοποιημένο. Μπορούμε να μιλήσουμε για ένα είδος κυκλώματος. Αναπτύσσονται μηχανισμοί και απεσταλμένοι, μα στην συνέχεια η πλατεία για το κοινό (με την γελοία ιδιαιτερότητα πως οι τρεις πρώτες σειρές αφήνονται κενές για λόγους ασφάλειας) αποκαλύπτεται κενή. Ίσως τον κόσμο δεν τον ενδιαφέρει πλέον το θέμα και οι εφημερίδες προσαρμόζονται. ο Paolo Guzzanti, απεσταλμένος για την Repubblica, καταγράφει όλο αυτό στις 25 φεβρουαρίου του’83. Το άρθρο, έχει τίτλο: “Επιτέλους έφθασε η μέρα του Toni Negri και των φίλων του”. Ο υπότιτλος: “Ήρεμος, κομψός, άσπροι οι κρόταφοι, ένα χαμόγελο αμήχανο” αναφέρεται στον Negri. Ένα πορτρέτο για το στυλ του πρωταγωνιστή που ξεκινά από την ενδυμασία και φθάνει στις εκτιμήσεις του κατά πόσον οι κατηγορούμενοι είναι αστοί ή προλετάριοι. Όλοι καλοντυμένοι, κι ένας, ο Negri ακριβώς, που είναι και υποψήφιος στις επόμενες πολιτικές εκλογές. «Τα τελευταία “click” των φωτογράφων ακολουθούν τα “zip” των φερμουάρ. Μεγάλες τσάντες και μηχανήματα στην πλάτη, οι κυνηγοί εικόνων προχωρούν προς την έξοδο. […] Μα το  πάθος, το δράμα, δεν ειδώθηκε».
Στις 26 φεβρουαρίου, όταν καταγράφεται η νέα αναβολή (“Ανεβλήθη για της 7 μαρτίου η δίκη ενάντια στον Negri” στην Corriere σε έξι στήλες) και η εφημερίδα της via Solferino βουτά στην ατμόσφαιρα. «Εκείνα τα ζωγραφισμένα και αδιαπέραστα κλουβιά, αυτά τα κάγκελα που καθιστούν ομιχλώδη τα εσωτερικά, και όπου τα πρόσωπα μοιάζουν καθαρά και οι φωνές φυσικές που συγκρατούνται από το μέταλλο παραμένουν μια εικόνα ανυπόφορη, διότι είναι επίσης η εικόνα μιας δικαιοσύνης που παρουσιάζεται στο  ραντεβού με τους κατηγορούμενους σε τέσσερα χρόνια απόσταση από την σύλληψη τους» γράφει Graldi στο κομμάτι με το ρεπορτάζ. Στον Ferrari το καθήκον να καταγράψει ξανά την απογοήτευση (το άρθρο έχει τίτλο “Λίγοι θεατές, κάποιες αψιμαχίες”): «Είναι μια δίκη που έχει σμικρυνθεί, αυτή της 7 aprile, ενάντια στους αρχηγούς της οργανωμένης Autonomia operaia, με άρωμα τρομοκρατίας. Σμικρύνθηκε γιατί δεν είναι όπως πριν. Στην θέση του πάθους και των πολεμικών μπήκε η σιωπή, ή μια γενικευμένη απουσία. […] Απέχει η προσοχή της κοινής γνώμης, που μοιάζει κουρασμένη γι αυτές τις υποθέσεις πολιτικό-δικαστικές, μακρές και δυσκίνητες».

Στις 7 μαρτίου, επιτέλους, ξεκινά η πραγματική δίκη.Eπαναλαμβάνεται και καταγράφεται μια αβυσσαλέα απόσταση ανάμεσα στην σοβαρότητα των κατηγοριών και της ατμόσφαιρας στην αίθουσα. Το bunker του Foro Italico φρουρείται ακόμη και με ένα αμφίβιο θωρακισμένο και από ελικόπτερα που πετούν στον ουρανό. Τα metal detector στην είσοδο συλλαμβάνουν κάθε μεταλλικό αντικείμενο. Οι δημοσιογράφοι, η Rossanda, η Tornabuoni, Graldi, καταγράφουν τις πρώτες δικαστικές αψιμαχίες. Διαβάζοντας το άρθρο της Corriere, “Το κράτος πολιτική αγωγή στην δίκη της Roma ενάντια στον Negri και άλλους 70 αυτόνομους κατηγορούμενους”, θαμμένο στο βάθος της έβδομης σελίδας, η δίκη του αιώνα είναι μια θανάσιμη ανία. Η μοναδική εφημερίδα που καταφέρνει να δώσει ζωντανή μιαν ημέρα στην οποίαν έτσι κι αλλιώς θέλει αποδώσει μεγάλη προσοχή είναι το Manifesto, που επικεντρώνει το  βλέμμα του στην απρόοπτη σύνταξη σαν πολιτική αγωγή του Ιταλικού Κράτους. Το γεγονός διηγείται ένας νεότατος Gianni Riotta (“Το κράτος ζητά και τις ζημιές από τους κατηγορούμενους για επανάσταση”). «Η μεγάλη δίκη για την μεγάλη ένοπλη επανάσταση ενάντια στις εξουσίες του κράτους καθίσταται μικρή μικρή, σαν λεπτοδουλειά, σαν σχολαστική λογιστική κατάσταση, έκθεση. Γιατί το κράτος νιώθει την ανάγκη να συσταθεί σαν πολιτική αγωγή? Διότι έχει ένα “αντικειμενικό δικαίωμα” και συνεπώς θέλει να κυνηγήσει τους κατηγορούμενους για τις επιταγές  “εκατό εκατομμυρίων” που έδωσε στα θύματα της τρομοκρατίας». Συστήνονται λοιπόν πολιτική αγωγή ενάντια στους κατηγορούμενους της 7 aprile «η προεδρία του υπουργικού συμβουλίου, το υπουργείο οικονομικών, των εσωτερικών και της δικαιοσύνης». Εκτός απ’ τον Riotta, όπως ειπώθηκε, το Manifesto τοποθετεί την Rossanda, έκπληκτη από την ανάγνωση των απαγγελιών κατηγορίας:

Υπάρχει απ’ όλα. Όχι, λείπει ο βιασμός, πρέπει να ξεχάστηκαν, το παρέβλεψαν. Η αίθουσα θα έπρεπε να ακούει κεραυνοβολημένη και αντιθέτως ακούει απόμακρη, δίχως να πιστεύει στ’ αυτιά της, την διαπερνά μια δυσφορία. […] Παράξενο που, αφού πληροφορηθήκαμε πως εκείνη η χούφτα διανοουμένων κατηγορήθηκαν ούτε λίγο ούτε πολύ και για ένοπλη επανάσταση και εμφύλιο πόλεμο, ούτε ένας από αυτούς ή ένας δικηγόρος υπεράσπισης ή ένας καραμπινιέρος δεν μπορεί να πει: “Συγνώμη, κύριε πρόεδρε, για ποιον εμφύλιο πόλεμο μιλάτε? Ποια επανάσταση? Που? Πότε?”. […] Όλο και λιγότερο, μέσα σε αυτόν τον ανοιξιάτικο ήλιο, πιστεύω πως εδώ υπάρχει η θέληση να γίνει η γιορτή στην Autonomia. Αυτήν προσπαθεί να την κάνει ο Spataro στο Milano, ο Calogero στην Padova. Εδώ, στον Foro Italico, στην σκηνή βρίσκεται το θεώρημα του μοναδικού ανατρεπτικού εγκεφάλου που σκηνοθέτησε τα πάντα στην Italia.

Και η Silvana Mazzocchi, που παρακολουθεί τώρα την δίκη για την Repubblica, μιλά για την σύσταση σαν πολιτική αγωγή του Κράτους. “Το Κράτος πολιτική αγωγή στην δίκη 7 aprile. «Δέχτηκε μιαν θεσμική ζημιά»” τιτλοφορεί στην σελίδα 14. η Mazzocchi μιλά για μάχη καθαρά συμβολική: «Στην υπόθεση 7 aprile, περισσότερο απ ότι σε άλλες, η διαδικαστική μάχη που χαρακτηρίζει κάθε ξεκίνημα δίκης, φάνηκε από τις πρώτες στιγμές κυρίως συμβολική. […] Κάνει εντύπωση πως, στην αίθουσα όπου τελείται μια από τις πιο μεγάλες δίκες αυτής της δικαστικής εποχής, που ορίζεται τουλάχιστον από τους πάντες μια δίκη με πολιτικά κίνητρα, γίνεται λόγος σε αυτή την φάση περισσότερο για υλικές ζημιές, για  αποζημιώσεις και για χρήμα κι όχι για κινδύνους επανάστασης,  ένοπλων συμμοριών ή τρομοκρατίας, που επίσης είναι έννοιες εμπνευσμένες από την μεγάλη διάταξη παραπομπής στην δίκη».

Πρέπει να πούμε πως οι εφημερίδες στην αρχή ακολουθούν την δίκη με μεγάλη σχολαστικότητα. Η 7 aprile επιστρέφει λοιπόν να είναι συνεχής παρουσία στις εφημερίδες. Πρόκειται όμως σχεδόν για ένα ρεπορτάζ σχεδόν αφηρημένο. Ακόμη λιγότερη σημασία δίδεται όταν είναι καθημερινό. Μιλάμε για μιαν στείρα έκθεση ανταλλαγής διατυπώσεων δίχως κανένα σχόλιο, δίχως καμιά πρωτότυπη πρόταση, μιαν επαλήθευση, μια τρίτη φωνή.  Από τις πολλές γραμμένες δημοσιογραφικές αναφορές προτείνεται ένα πλάνο επικεντρωμένο στους κατηγορούμενους και στα πιο ανάγλυφα γεγονότα, τα πιο σημαντικά.

Η δίκη είναι, πρέπει να το αναγνωρίσουμε, βαρετή. Οι μοναδικές εξάρσεις χρήσιμες για το ρεπορτάζ προέρχονται από τις ακροάσεις των σημαντικότερων κατηγορουμένων. η Corriere della Sera τους ακολουθεί με τον Marco Nese. Και πρέπει να πούμε πως αυτή, μετά από τέσσερα χρόνια, είναι η πρώτη ευκαιρία που δίδεται στους Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo και άλλους να μιλήσουν, να ακουστεί από το κοινό η φωνή τους, να έχουν ένα πρόσωπο στην εφημερίδα συνεπώς να βγουν από την σκιά  του Toni Negri κάτω από την οποίαν βρίσκονταν μέχρι εκείνη την στιγμή. Ο πρώτος μεγάλος κατηγορούμενος που απάντησε στις ερωτήσεις των δικαστών είναι ο Luciano Ferrari Bravo. “o Ferrari Bravo στους δικαστές : «Γιατί σύμφωνα με εμένα ήταν ένα λάθος η ποινικοποίηση της Autonomia»” ο τίτλος της Corriere στις 4 μαίου. ο Ferrari Bravo (φυσικά χαρακτηρίζεται με βάση της σχέσης του με τον Negri, συνεπώς στους υπότιτλους “Ο βοηθός του Negri…”) εκθέτει στην ανάκριση εκείνη που είναι η ερμηνεία του για την ιταλική τρομοκρατία και για τις συνέπειες που η 7 aprile θα είχε επί αυτής. Είναι μια εξήγηση που θα αναδυθεί ξανά πολλές φορές (κυρίως στην Gazzettino της οποίας ο Ferrari Bravo στα χρόνια Ενενήντα θα γίνει ένας από τους προτιμώμενους συνεντευξιαζόμενους) και που αναφέρεται με καθαρότητα και απλότητα:

Ο θάνατος του Tobagi — υποστηρίζει ο Ferrari Bravo — έγινε όταν εμείς της Autonomia βρισκόμασταν στην φυλακή και δεν μπορούσαμε πλέον να επιτελέσουμε εκείνο τον ρόλο ελέγχου και φρένου σε μιαν μεγάλη ζώνη νεαρών […] Στην πραγματικότητα οι πρώτοι νεκροί από την τρομοκρατία έγιναν το 1980, ύστερα από την εξάλειψη της δικής μας πολιτικής διαμεσολάβησης: εάν εξετάσουμε πως πήγαν τα πράγματα στο Veneto, θα δούμε πως η φάλαγγα των Brigate Rosse έβαλε πόδι μετά την σύλληψη μας. το PCI οδήγησε μια πολιτική μάχη ενάντια σε εμάς και το Κράτος δεν μπόρεσε να καταλάβει τι συνέβαινε […] Το σημείο εκκίνησης για να γίνουν αντιληπτά τα επεισόδια τρομοκρατίας είναι το  1977 όταν αναπτύχθηκε ένα μεγάλο και διαρθρωμένο νεανικό Κίνημα. οι Brigate rosse μελέτησαν καλά το φαινόμενο και όταν απήγαγαν τον Aldo Moro κατά την γνώμη μου δεν είχαν σαν στόχο να νικήσουν το ιμπεριαλιστικό Κράτος και να χτυπήσουν τον ιστορικό συμβιβασμό.  Σκοπός τους ήταν να ανυψώσουν το επίπεδο της σύγκρουσης για να παρασύρουν μαζί τους όλους εκείνους του Κινήματος. οι BR ήθελαν να επιβάλουν την ηγεσία τους σε όλες τις ομάδες.

Στις 11 μαίου είναι η ώρα του Emilio Vesce (“Στην δίκη 7 aprile ο Vesce δηλώνει: «Είμαι ένας ανατρεπτικός μα δεν έκανα ποτέ να χυθεί μια σταγόνα αίμα», πάντα στην Corriere). «Σαν να παρέδιδε μάθημα, ο Vesce ξεσκονίζει τον Marcuse, την “φωτισμένη” σκέψη του, ανακαλεί τον γαλλικός μάη και το μεγάλο όνειρο του τότε, εκείνο της “σύνδεσης των αγώνων των φοιτητών με εκείνους των εργατών”». Πρέπει να πούμε πως το καθήκον να συνοψίσουμε σε άρθρα των 50-60 γραμμών το  πολύ ανακρίσεις τόσο μεγάλες σε μέγεθος (μπορούν να διαβαστούν εξ ολοκλήρου σε δυο βιβλία που υποδεικνύονται στην βιβλιογραφία) είναι επιχείρηση πραγματικά απίθανη. Ο χρονογράφος όντως δεν καταφέρνει να μεταγγίσει στο κομμάτι την αίσθηση του παραλόγου που συλλέγεται στα πρακτικά. Οι αποδείξεις και οι ενδείξεις γι αυτούς τους δυο κατηγορούμενους είναι πράγματα και γραπτά τόσο ασήμαντα που είναι αδύνατον να εξηγηθούν σε λίγες σειρές.  Έτσι ο χρονογράφος σίγουρα είναι αναγκασμένος όπου μπορεί να κάνει μιαν αναφορά και αλλού να κάνει ένα collage των καλύτερων παραθέσεων και εκείνων που πολιτικά είναι οι σημαντικότερες. Τίποτα περισσότερο και ειλικρινά θα ήταν άδικο να περιμένουμε περισσότερα, να έχουμε μεγαλύτερες απαιτήσεις δηλαδή. Όμως το αποτέλεσμα που έχουμε είναι εκείνο του να βρισκόμαστε μπροστά σε ανθρώπους, τους κατηγορούμενους,  “έξω απ’τον κόσμο”,  που τους αποδίδουν ένοπλη εξέγερση και επανάσταση και οι οποίοι ξεκινούν να συζητούν για τον Marcuse, το ’68, το σοσιαλιστικό PSIUP και για τις διάφορες φάσεις της ζωής του κινήματος  δίχως να έχουν την πλήρη κατανόηση της σοβαρότητας των κατηγοριών που τους απευθύνονται.

Στα τέλη του μαίου όλοι οι προβολείς ανάβουν ξανά, είναι η σειρά του professor Negri, και η 7 aprile επιστρέφει στην πρώτη σελίδα. Η πρώτη ανάκριση λαμβάνει χώρα στις 25 μαίου. “ο Negri διηγείται την δική του αλήθεια για την Autonomia” ο τίτλος της Corriere στην πρώτη σελίδα την επόμενη ημέρα. “Κύριο θέμα της ακροαματικής διαδικασίας ο δεσμός μεταξύ των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων και BR – «Μέχρι το ’74 είχα τρεις ή τέσσερις συναντήσεις με τον Curcio. Οι συζητήσεις ήταν γύρω από την πολιτική στρατηγική» – «Δεν έχω τίποτα κοινό με τους ζοφερούς εκπροσώπους της τρομοκρατίας»”, λέγει συνοπτικά. Το άρθρο αφιερώνει στον κατηγορούμενο ένα πορτραίτο και στην συνέχεια ξεκινά με το collage από αναφορές και ανταλλαγές διατυπώσεων με τον πρόεδρο της Έδρας. «ο Negri — καταλήγει ο Marco Nese — έκανε έναν μονόλογο ενός τετάρτου της ώρας που κάποιος χαρακτήρισε “ένα μάθημα του καθηγητού για το ’68. Άλλοι, πιο κακόβουλοι, μίλησαν για μιαν “πρώτη αγόρευση” (ο Negri είναι υποψήφιος στις επόμενες εκλογές με τις λίστες των ριζοσπαστών)».
Πολύ πιο ενδιαφέρουσα και ζωντανή η δεύτερη ημέρα της ανάκρισης. Οι ερωτήσεις των δικαστών οδηγούν τον Negri να αναπαραστήσει τις επαφές με τον Giangiacomo Feltrinelli και με τον Renato Curcio. “ο Negri: οι διάλογοι μου με τους  Feltrinelli και Curcio”, τιτλοφορεί η Corriere στην δεύτερη σελίδα. Στην σύνοψη μια περίληψη της ανάκρισης: “ο καθηγητής, ανακαλώντας στην μνήμη του τις σχέσεις με τον εκδότη, μίλησε για την στράτευση του με την κουλτούρα της αριστεράς — «Κι όμως δεν πέθανε από την κουλτούρα», αντιγυρίζει ο πρόεδρος Santiapichi – «Πρότεινε το άμεσο πέρασμα στην ένοπλη πάλη, μια οπτική από  την οποίαν βρισκόμουν πολύ μακριά – συνέχισε ο κατηγορούμενος — μόνο ένας τρελός θα πάει να βάλει μια βόμβα στον στύλο» – Όταν το ’73 οι ταξιαρχίτες είπαν πως ήταν απαραίτητη η επίθεση στο Κράτος «οι δρόμοι μας χώρισαν»”. ο Nese καταγράφει έναν μεγαλύτερο εκνευρισμό από πλευράς Negri, τα γελάκια του που εμβολίζουν τις σημαντικότερες φράσεις, τα επιφωνήματα όπως «Oh, Χριστέ, Θεέ» και τις αντεγκλήσεις με τους δικαστές («Mα αν ήμουν ταξιαρχίτης θα σας το λεγα » αναφωνεί ο Negri).

Η ανάκριση συνεχίζεται. Στις εφημερίδες της πρώτης ιουνίου ήρθε ο καιρός να ακολουθηθεί η διεθνής πίστα και να ελεγχθούν οι δηλώσεις του Fioroni. “Στην δίκη ο παντοβάνος καθηγητής αντέκρουσε τις κατηγορίες διασυνδέσεων με τους παλαιστινίους αντάρτες” είναι ο υπότιτλος στο άρθρο “Negri: ήταν ο Fioroni υπέρ του ένοπλου αγώνα όχι εγώ” δημοσιευμένο στην Corriere. Μεταξύ των ζεστών θεμάτων: μια επιστολή του ’71 που θα έκαναν δυνατή την υπόθεση μιας σχέσης μεταξύ Potere operaio και τους παλαιστινίους αντάρτες για την παρακολούθησε ενός σεμιναρίου «α.» που οι ερευνητές ερμηνεύουν σαν «ανταρτοπόλεμο», και οι μαρτυρίες του Fioroni μεταξύ των οποίων εκείνη σύμφωνα με την οποίαν ο Negri «είχε ένα προνομιακό κανάλι  με τον Gheddafi». Στις διασυνδέσεις με τους παλαιστινίους τρυπώνει το κομμάτι της Unità που παρακολουθεί την δίκη με τον Sergio Criscuoli. “Μια κάρτα από την Beirut: «Αγαπητέ Toni, για το σεμινάριο α. όλα είναι έτοιμα» τιτλοφορεί η εφημερίδα του PCI. Σε σχέση με την Corriere, η Unità δίδει μεγαλύτερη σημασία σε αυτή την αναφορά, υποδεικνύει μιαν μεγαλύτερη ασάφεια του Negri (που λέει πως δεν θυμάται) και μιλά αντιθέτως, σχετικά λίγο για τον Fioroni.
Η έβδομη ακρόαση του Negri ανάβει αρκετά. “ο Negri προσβάλει τους μετανιωμένους και παραθέτει Brecht”, είναι ο περίεργος τίτλος της Unità που προσεγγίζει δυο γεγονότα όχι πολύ ομοιόμορφα. ο Criscuoli μεταφέρει μια περίληψη σχεδόν στενογραφική κάποιων ανταλλαγών σχολίων μεταξύ του Negri και του Προέδρου και προσθέτει εκεί πάνω στην κεφαλή μια ανασκόπηση των προσβολών που μοίρασε ο Negri στα κείμενα: «Borromeo, Borromeo…τον ξαναείδα εδώ μετά  από επτά χρόνια σαν το ηλίθιο φάντασμα ενός ζωντανού προσώπου […] ο Fioroni είναι ένας μανιακός, ένας πράκτορας προβοκάτορας, ένας καϋμενούλης».

Η δίκη συνεπώς άρχισε πραγματικά και φαίνεται να εισέρχεται σε ζωντανή φάση. Μα ο Calogero σταμάτησε? Την Πέμπτη 23 ιουνίου  1983 ξεσπά ένα ακόμη blitz. Θα περάσει στην ιστορία και στα χρονικά σαν το “εκλογικό blitz” διότι λαμβάνει χώρα ακριβώς παραμονές των πολιτικών εκλογών που στις 26 ιουνίου είδαν την εκλογή στο Κοινοβούλιο του Negri. η Repubblica αφιερώνει στην επιδρομή ένα άρθρο στην σελίδα 15, με υπογραφή Roberto Bianchin, που πλέον ακολουθεί τα γεγονότα στην Πάντοβα. “Πήρε μπρος η 7 aprile bis”, ο τίτλος της εφημερίδας του Scalfari, μα στην πραγματικότητα πρόκειται για το έβδομο blitz στον κύκλο τεσσάρων χρόνων:

Ο δικαστής υπέγραψε σαράντα ένα εντάλματα σύλληψης και έναν απροσδιόριστο αριθμό δικαστικών ειδοποιήσεων.Ο μισός αριθμός αφορούσε παλιούς κατηγορούμενους της 7 aprile ’79 ήδη φυλακισμένους, όπως οι  Toni Negri, Emilio Vesce, Luciano Ferrari Bravo και το άλλο μισό επανέφερε στα κάγκελα στελέχη της Αυτονομίας που είχαν συλληφθεί πριν τέσσερα χρόνια και που στο μεταξύ είχαν βγει λόγω παρέλευσης των όρων ή για λόγους υγείας όπως οι Marzio Sturaro, Luciano Mioni, Alberto Galeotto, Susanna Scotti και πολλοί άλλοι. Αντιθέτως κάποιοι φυγοδικούν όπως  Alisa Del Re, που εδώ και πολύ καιρό είχε καταφύγει στο Παρίσι, οι Pietro Despali, Gianfranco Pancino. […] Επί πλέον τα νέα εντάλματα σύλληψης ανοίγουν ξανά τους όρους της προληπτικής φυλάκισης για πολλούς κατηγορούμενους που ήδη έχουν περάσει, για τα ίδια αδικήματα, διάφορα χρόνια στην φυλακή αναμένοντας να δικαστούν. […] Στον καθηγητή ο Calogero δεν προσάπτει πλέον την ένοπλη εξέγερση, για την οποίαν ήδη κατηγορείται, μα τον κατηγορεί, μαζί με άλλους, για κατοχή όπλων (εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν στις επιθέσεις στο Veneto από το ’78 και μετά και άλλα που θα τους παρείχε το Rosso) με σκοπό να ανατρέψουν την Κρατική νομοθεσία και τάξη με το επιβαρυντικό στοιχείο πως έδρασαν με πολλούς άλλους.

Οι δικηγόροι των κατηγορουμένων παραπονιούνται πως το blitz θα ήταν καρπός μόνον μιας νέας ερμηνείας γνωστών ήδη συμβάντων και ήδη στην βάση άλλων επιχειρήσεων.

Περνούν οι σπουδαίες ακροάσεις και οι “προβολείς ” σβήνουν. Στα τέλη ιουνίου ο Toni Negri, υποψήφιος στην Camera στις λίστες των radicali, εκλέγεται στο Κοινοβούλιο με δεκαπέντε χιλιάδες σταυρούς προτίμησης οπότε αποφυλακίζεται. Η δέσμευση που ο Toni Negri ανέλαβε με τους εκλογείς είναι εκείνη του να προωθήσει μιαν υπέρβαση της νομοθεσίας εξαίρεσης και να πολεμήσει ενάντια στην χυδαιότητα της προληπτικής φυλάκισης. Όμως η εισαγγελία ζητά από το Κοινοβούλιο τόσο την εξουσιοδότηση να προχωρήσει εναντίον του βουλευτού όσο και την σύλληψη του. Στα μέσα του σεπτέμβρη η  Camera παραχωρεί αμφότερες τις εξουσιοδοτήσεις και του Negri χάνονται τα ίχνη. Τώρα ο κατηγορούμενος Toni Negri είναι φυγόδικος.

Το φθινόπωρο του 1983 περνά μέσα σε “μικρότερες” ακροάσεις-ανακρίσεις και την επανεμφάνιση των παλαιών κατηγοριών.  “ο Negri κατηγορείται για την δολοφονία Campanile” τιτλοφορεί η Corsera στις 12 oκτωβρίου (“Nέες κατηγορίες για τον φυγόδικο βουλευτή και στην δίκη 7 aprile” λέγουν οι υπότιτλοι). Η κατηγορία εμφανίστηκε όπως θα θυμηθούμε και στην περίοδο του blitz στις 21 δεκεμβρίου ’79 μα στην συνέχεια αποσιωποιήθηκε. Οι  “νέες κατηγορίες” είναι καρπός της κατάθεσης στην αίθουσα στην Roma της Caterina Pilenga. Η αίθουσα του δικαστηρίου επιβεβαιώνεται τόπος  “ενθυμήσεων”. Δεν επανεμφανίζεται μονάχα η ιστορία του Potere operaio, μα και η ατμόσφαιρα που βιώθηκε στο Πανεπιστήμιο της Padova. Στις 23 νοεμβρίου στις εφημερίδες εμφανίζεται η μαρτυρία του καθηγητού  Severino Galante. “Έτσι η Αυτονομία τρομοκρατούσε το Πανεπιστήμιο”, τιτλοφορεί η Corriere, που γράφει:

“Μας κάνει να ζήσουμε ξανά  “τα χρόνια του μολυβιού” στην Πάντοβα ο καθηγητής Severino Galante, καθηγητής της ιστορίας των πολιτικών κομμάτων στην ίδια σχολή του Toni Negri και δημοτικός σύμβουλος του PCI. ο Galante κατέθεσε στην δίκη 7 aprile […] Ήταν διαδεδομένη άποψη στο Πανεπιστήμιο — είπε ο καθηγητής — πως ο Toni Negri ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της Autonomia […] Σε μιαν περίπτωση ο Galante άκουσε  τον συνάδελφο του Sabino Acquaviva να δηλώνει: “ο Negri είναι ο αρχηγός του αστικού ανταρτοπόλεμου” […] “Είδα με τα μάτια μου τον καθηγητή Luciano Ferrari Bravo και την συνάδελφο Alisa Del Re ενώ εκπονούσαν μαζί με τους φοιτητές αφίσες που περιείχαν απειλές, εκφοβισμούς ή απλή προπαγάνδα”.

Τον νοέμβρη φθάνει στην αίθουσα ο πιο σημαντικός μάρτυρας, ο συνδικαλιστής της κομουνιστικής CGIL και στρατευμένος στο PCI Antonio Romito. Η δική του, δεδομένης της απουσίας του Fioroni, είναι μια από τις κυριότερες μαρτυρίες της δίκης. Το αποτέλεσμα είναι μια μισή άρνηση όσων δήλωσε στην διάρκεια των ανακρίσεων του Calogero. “7 aprile: μάρτυρας σε πολεμική με τον Calogero”, τιτλοφορεί η Corriere. «Ο “σούπερ μάρτυρας” Antonio Romito, ο άνθρωπος επάνω στης δηλώσεις του οποίου ο παντοβάνος δικαστής Pietro Calogero έχτισε την έρευνα 7 aprile, συνεχίζει να είναι πολύ αόριστος στην διήγηση του. […] ο Romito έκανε και δηλώσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν στην τελική εκτίμηση της υπόθεσης 7 aprile. Σύμφωνα με τον Romito, όντως, παρότι παραμένουν έγκυρα τα περιεχόμενα των πρακτικών από τις ανακρίσεις που συνέταξε ο dottor Calogero, παρόλα αυτά πρέπει να τους δοθεί ένα νέο κλειδί ανάγνωσης, διότι, γράφοντας τα,  “ξέφυγε πολύ μπροστά στα σχήματα”».

Πρακτικά ο μάρτυρας κλειδί της 7 aprile λέει πως ερμηνεύτηκε κακώς, ή καλύτερα “παρερμηνεύτηκε”. Η απομυθοποίηση της μαρτυρίας περνά μέσα από την ανάμνηση συγκεκριμένων γεγονότων. «Είπε πως άκουσε, στο συνέδριο της Rosolina, τον Negri και τον Piperno να εκφράζουν απόψεις θετικές σχετικά με τις απαγωγές του Sossi και του Amerio. “Mα οι απαγωγές έγιναν ένα χρόνο μετά το συνέδριο!”, φώναξαν μέσα απ’ το κλουβί. Τότε ο Romito είπε πως άκουσε τα σχόλια των δυο leaders σε κάποιαν άλλη περίπτωση». Είναι λίγες γραμμές μα και η Corriere μετά τον μάρτυρα Romito περιγράφει το όλον με τόνους σουρεαλιστικούς και δύσπιστους. Και μετά, σαν να μην έφτανε η αρχή, υπάρχουν οι άμεσες αντιπαραθέσεις με τους κατηγορούμενους. “Ίσως δεν θυμάμαι καλά τραυλίζει στον Dalmaviva ο μάρτυρας του Calogero”, τιτλοφορεί το Manifesto στις 24 νοεμβρίου. ο Romito, που χαρακτηρίζεται από το Manifesto «καλογερική φάλαγγα της κατηγορούσας αρχής», μπροστά σε έναν κατηγορούμενο που τον προτρέπει προχωρά με τα “λένε” και τα  “δεν θυμάμαι καλά”.

Πιθανότατα ο Sergio Criscuoli της Unità παρακολούθησε μιαν διαφορετική ακροαματική διαδικασία. Το άρθρο, πολύ σύντομο και επιφυλακτικό μα στην κεφαλή της σελίδας 5, έχει τίτλο “Ο μάρτυρας  Romito πρόσωπο με πρόσωπο με τρεις κατηγορούμενους της 7 aprile επιβεβαιώνει όλες τις καταθέσεις του”. Δεν υπάρχει ούτε λέξη γύρω από τους ενδοιασμούς και τις δυσκολίες που οι άλλες εφημερίδες εκθέτουν. Γράφει ο Criscuoli: «Το βήμα του είναι αποφασιστικό, λίγο θυμωμένο, στο πρόσωπο του έχει τις ρυτίδες της πίκρας. Ύστερα από τέσσερα χρόνια απειλών, ανησυχιών, τις ψυχικές έγνοιες της συζύγου και των παιδιών, περιφερόμενος στην Ιταλία και στο εξωτερικό κάτω από την προστασία των συντρόφων του συνδικάτου και του ΚΚΙ, η στράτευση του για την δικαιοσύνη τελείωσε […] ο Romito επιβεβαιώνει μέχρι το τελευταίο κόμμα την κατάθεση του […] Στην συνέχεια ο μάρτυρας τίθεται σε αναπαράσταση τόσο με τον Lauso Zagato όσο και με τον Gianni Sbrogiò: και στις δυο περιπτώσεις απορρίπτει τις αιτιάσεις των κατηγορουμένων, επιβεβαιώνοντας όλες τις δηλώσεις του».
Πιο ουδέτερη η Repubblica που τιτλοφορεί στα βάθος της σελίδας 13 “Romito και Dalmaviva πρόσωπο με πρόσωπο” που όμως αναφέρει για τις δυσκολίες του Romito στην διάρκεια των άμεσων αντιπαραθέσεων με τους κατηγορουμένους.

Όσον αφορά τον παντοβάνο κορμό η πορεία πλησιάζοντας την δίκη, της οποίαν η έναρξη είναι ορισμένη για τις 19 δεκεμβρίου είναι διάσπαρτη με αναπαραστάσεις και παλιές-νέες αποκαλύψεις. Μα, ενώ οι εθνικές εφημερίδες είναι ακόμη όλες επικεντρωμένες στον ρωμαϊκό κορμό, είναι η il Gazzettino που μετακινεί σταδιακά την προσοχή στα θέματα που θα συζητηθούν στην Padova. Το κάνει ο Gabriele Coltro που από το 1983 θα ακολουθήσει σταθερά την δίκη. Ανάμεσα στους κυριότερους “σταθμούς” προσέγγισης σημειώνεται η είδηση (Gazzettino, 18 νοεμβρίου) πως “Και η il Gazzettino ζημιωμένη στην μεγάλη δίκη”, σχετικά με μια εισβολή που συνέβη στις 25 οκτωβρίου του 1976 στην σύνταξη της Πάντοβα της εφημερίδας από μιαν τριανταριά αυτόνομους. Η δίκη στην πόλη είναι «ένα γιγάντιο puzzle», η γραμματεία του δικαστηρίου στην πόλη είναι βυθισμένη στην δουλειά.  «Ένα πραγματικό βουνό διαταγμάτων παράθεσης να σταλθούν στους 95 τρέχοντες κατηγορούμενους, στους αντίστοιχους δικηγόρους, στους πάνω από  250 μεταξύ μαρτύρων και ζημιωθέντων πλευρών». Μια από τις πιο σημαντικές αποκαλύψεις (που θα εμφανιστεί τον δεκέμβρη και σε μιαν από τις ακροαματικές διαδικασίες στην Ρώμη) θα έρθει από τον κατηγορούμενο Roberto Sandalo, έναν «big» της ιταλικής τρομοκρατίας. Δυο τα σημαντικά γεγονότα στα οποία μπορεί να καταθέσει. Κυρίως η εκτέλεση δυο φασιστών το 1974 στην via Zabarella (μα οι εκδοχές που απολαμβάνουν μιας κάποιας αξιοπιστίας είναι μάλιστα τρεις). «Η δεύτερη αποκάλυψη που έγινε στους δικαστές από τον Roberto Sandalo, αφορά το σχέδιο μιας επίθεσης στον αναπληρωτή εισαγγελέα Pietro Calogero, δημόσιο κατήγορο στην μεγάλη δίκη που θα ξεκινήσει στις 19 δεκεμβρίου που μας έρχεται. Ενάντια στο αυτοκίνητο του δικαστού ένα commando θα έπρεπε να ρίξει χτύπημα με bazooka». Το σχέδιο στην συνέχεια θα παρέμεινε στα χαρτιά διότι κόπηκε από πλευράς του εθνικού εκτελεστικού της Prima Linea.

Τον δεκέμβρη ξεκινά (κι εδώ ψεύτικη εκκίνηση) η δίκη για τον κορμό της Πάντοβα. Μια άριστη ευκαιρία για να ενωθούν οι δυο διαδικασίες σε ένα ενιαίο τμήμα της εφημερίδας. όπως κάνει η Corriere που στις 20 δεκεμβρίου συνενώνει κάτω από τον ίδιο τίτλο και ίδιους υπότιτλους (με διαφορετικά συνοπτικά όμως) τις δυο ανταποκρίσεις από Padova και από Roma. Ο τίτλος αναφέρεται στην έναρξη της νέας δίκης, “Ξεκίνησε στην Padova η δίκη στην Autonomia”. Ο υπότιτλος, “Στην 7 aprile ο Sandalo αποκαλύπτει το σχέδιο μιας επίθεσης στον Calogero”. Κι επίσης: “Η καινούργια και τεράστια αίθουσα-bunker όμως ήταν άδεια: από τους 95 κατηγορούμενους παρουσιάστηκαν 5; απών το κοινό”. «Άνοιξε με μιαν απεργία. Δεν απήργησαν οι άνθρωποι της δικαιοσύνης ή τα θύματα μιας δεκαετίας τρόμου, αυτομόλησαν, με αποφασιστικότητα, oι κατηγορούμενοι, οι συγγενείς των κατηγορουμένων, οι υποστηριχτές  […] Έτσι στο τεράστιο bunker, σκοτεινό από τα φώτα neon, που χτίστηκε σε χρόνο ρεκόρ στην εξοχή της Padova (κόστος: 9 δις) ακριβώς στην πλάτη της φυλακής, και διπλάσιο από εκείνο της Roma, στο Foro Italico, ήταν σχεδόν έρημο. Άδειο ένα απ’ τα κλουβιά, άδεια η πλατιά περιφραγμένη σκάλα για τους ελεύθερους κατηγορούμενους, άδειο το μεγάλο τετράγωνο προορισμένο για το κοινό. Τους μετρήσαμε: υπήρχαν δέκα άνθρωποι». Και μιας και η πρώτη ημέρα δίκης περνά μέσα στις χρονοβόρες διαδικασίες η Corriere συνοψίζει την περίπλοκη δικαστική παντοβάνα περίπτωση: «Η τρέχουσα ακροαματική διαδικασία, συνενώνει, όπως είναι γνωστό, τρεις έρευνες, που συντονίζει ο δημόσιος κατήγορος Pietro Calogero: η πρώτη ανέρχεται στο 1977, η δεύτερη στην περίφημη 7 aprile 1979 (που αποκεφαλίστηκε από τους VIP, δικηγόροι στην Roma), η τρίτη στο άλλο blitz του Calogero της11 μαρτίου 1980. Παραμένουν απ έξω άλλες δυο: το dossier της Quaresima-Σαρακοστής 1982, που συνενώνει τις γαμποποιήσεις (στον δημοσιογράφο Garzotto και στον professor Ventura) και τους τραυματισμούς των καθηγητών Petter, Marone, Trovato, Cillo, Tarantello, Lucarello, Molinari, κλπ, τις βραδιές με τις φωτιές τις επιθέσεις στα γραφεία DC στην πόλη και έξω; και μετά το τελευταίο blitz της 23 του περασμένου ιουνίου κατά το οποίο ο Calogero προσαρμόζει τον στόχο του περίφημου “θεωρήματος του” και, παίρνοντας ξανά τις παλιές κατηγορίες, τις χωρίζει σύμφωνα με τις ιστορικές περιόδους και τις πολιτικές ονομασίες. Είναι αλήθεια, ένα μεγάλο μισό των προσωπικοτήτων που εμπλέκονται σε αυτές τις μελλοντικές δίκες βρίσκεται ήδη στον έλεγχο των τρεχόντων κατηγορουμένων. Γιατί λοιπόν να μην τους ενώσει όλους σε μια δίκη?» Εκείνο λοιπόν που όντως περιμένουμε, καταλήγει ο Gino Fantin, είναι η αναβολή. Το άλλο άρθρο που δημοσιεύεται από την Corriere αφορά αντιθέτως των ρωμαϊκό κορμό. “Στην Roma ανακρίθηκε και ο Carlo Casirati (υπόθεση Saronio) — Ανάμεσα στα πολλά «δεν θυμάμαι» μίλησε για τις συναντήσεις με τον Negri που θα του είχε κάνει «πλύση εγκεφάλου»”, είναι η σύνοψη. Και η μαρτυρία στην αίθουσα του Casirati, μετά από αυτήν του Romito, τέλος πάντων, δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες. «Πριν τρία χρόνια έκανε στον μιλανέζο δικαστή Spataro μιαν διήγηση πλούσια σε λεπτομέρειες. Σήμερα, στην δίκη 7 aprile, δεν θυμάται πλέον τίποτα διότι “πέρασε πολύς καιρός”. ο Carlo Casirati είναι ένας ακόμη μετανιωμένος που — αφού έλαβε τα οφέλη από τον νόμο (είναι ελεύθερος παρότι καταδικασμένος για την απαγωγή Saronio) — έχασε την μνήμη. Ή διατηρεί αναμνήσεις πολύ γενικού χαρακτήρα».

η Repubblica συνενώνει τις δυο ειδήσεις στην σελίδα 17. Η τιμητική θέση ανήκει στην κατάθεση του Casirati. “«Mου προτάθηκαν ληστείες ». Mα η επαφή του ήταν πάντα ο Fioroni”, ο τίτλος. «Όταν εισέρχεται ο Carlo Casirati στην αίθουσα της 7 aprile οι κατηγορούμενοι βγαίνουν συμβολικά απ’ τα κλουβιά για να “διαμαρτυρηθούν ενάντια σε εκείνον που απήγαγε τον φίλο”». Και για την Silvana Mazzocchi, που έγραψε το κείμενο, ο Casirati «μοιάζει μπερδεμένος και ενοχλημένος». Αυτό που προσλαμβάνουμε από την ανάκριση είναι πως η “σαφής” επαφή του (δηλαδή το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο μίλησε για εγκληματικές πράξεις ) ήταν ο Carlo Fioroni. Την πρώτη ακρόαση στην Πάντοβα παρακολούθησε ο Roberto Bianchin (“Μόνο πέντε κατηγορούμενοι στο bunker στην Padova”). η Repubblica περιγράφει και τις εντάσεις στην διάρκεια της παραμονής. «Να ζωντανέψει την παραμονή υπήρξε ένα raid των “κομουνιστικών πυρήνων” ενάντια στην “Ward-Glass”, το εργοστάσιο που παρείχε τα αλεξίσφαιρα τζάμια για τα κλουβιά των κατηγορουμένων, και εμφανίστηκαν συνθήματα που έλεγαν”εδώ κατοικεί ο προβοκάτορας χαφιές υπηρέτης του Calogero και του PCI” στους τοίχους των σπιτιών κάποιων μαρτύρων όπως οι Antonio Romito, Gianni Canova, Antonio Temil, των καθηγητών Severino Galante και Angelo Ventura».

(13 – CONTINUA) 13 – ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quattordicesima parte