αυτονομία, autonomia

Κεφάλαιο 8. ΕΝΟΠΛΗ ΠΑΛΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ.

ΟΙ ΠΙΘΑΝΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ «ΕΝΟΠΛΗΣ ΤΑΣΗΣ».

Το 1976 έγραφε ένας άγνωστος συντάκτης στην «manchette» στο κάλυμμα του βιβλίου «ερυθρές Ταξιαρχίες»: «Έτσι η φρίκη για τις ερυθρές Ταξιαρχίες επικύρωσε την προσπάθεια να ποινικοποιηθεί η ριζοσπαστική διαφωνία, ευνόησε στην Ιταλία, επάνω στο γερμανικό παράδειγμα, να ξεκινήσει μια αυστηρή κατασταλτική νομοθεσία και να ακυρωθεί κάθε διάκριση μεταξύ πρόληψης και καταστολής […] » και επιπλέον:» Το βιβλίο της κόκκινης Βοήθειας είναι μια ειλικρινής απόπειρα (ανάγνωσης) προς αυτή την κατεύθυνση (για να ανοικοδομήσει μια υπόθεση μέσα στις πραγματικές της διαστάσεις]. Η δημοσίευση αυτού του βιβλίου, σε αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, θέλει ακριβώς να προσφέρει στο κοινό εκείνη την υπηρεσία που άλλοι δεν την έχουν παράσχει και που θα έπρεπε να είναι αντιθέτως χαρακτηριστική σε έναν σύγχρονο εκδότη  (1).

Σχετική εικόνα

Με ακόμη πιο ακριβή τρόπο, ο συντάκτης διευκρινίζει τις σκέψεις του στο εσωτερικό σημείωμα. Όλες οι κατηγορίες περί «προβοκατόρων και κατασκόπων» που απευθύνονται στις ερυθρές Ταξιαρχίες απορρίπτονται, αναγνωρίζοντας σε αυτούς πως αγωνίζονταν για «έναν σκοπό που στοίχειωσε ολόκληρες γενιές στρατευμένων αγωνιστών». Χτίζεται μια σύντομη ανάλυση (υποστηριζόμενη από τον Francesco Ciafaloni στα «Quaderni Piacentini») σχετικά με την προέλευση του προβλήματος:»κατά τα έτη 1969-72 (ακόμη και πέραν αυτών), ένα μη μειοψηφικό κομμάτι των νέων, πρωταγωνιστών των αγώνων στα εργοστάσια και στο σχολείο […] έθεσε τη ζωή του σε λειτουργία ριζικής μεταμόρφωσης βραχυπρόθεσμα […] «αλλά στη συνέχεια» […] δεν λειτούργησε μια συνειδητή, αιτιολογημένη, ορθολογική μετάβαση από την παλιά θέση στη νέα, η οποία θα επέτρεπε την συνεπή διατήρηση μέρους της ψυχολογικής και ιδεολογικής φόρτισης που ήταν παρούσα σε μαζικό επίπεδο. Οι περισσότεροι εγκατέλειψαν, επέστρεψαν στη κανονικότητα. Απλώς ανακάλυψαν ότι η πολιτική κοστίζει και συνειδητοποίησαν πως δεν είναι πρόθυμοι να πληρώσουν το τίμημα. Άλλοι αποδέχτηκαν την πρακτική της διπλής αλήθειας. Άλλοι αποφάσισαν να επιλέξουν τις ακραίες συνέπειες […]» (2).

Αποτέλεσμα εικόνας για lotta armata, italia, anni '70

Αυτά τα λόγια γράφονταν μέσα στην οξεία φάση της αποσύνθεσης των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων, παρουσία μιας τεράστιας και αυταρχικής αναδιάρθρωσης στα εργοστάσια (cassa integrazione [οικονομική συνδρομή μέσω αμοιβής σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργατικής δραστηριότητας], «πολιτικές» απολύσεις κλπ.) και ενώ η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο άρχιζαν να επεξεργάζονται εκείνη την νομοθετικά αυταρχική στροφή που θα είχε περάσει στην ιστορία με τον χαρακτηρισμό της «περιόδου έκτακτης ανάγκης». Το βιβλίο για τις Κόκκινες Ταξιαρχίες εξαντλήθηκε γρήγορα και δεν επανεκδόθηκε ποτέ. Παραμένει – μαζί με το «Ποτέ ξανά χωρίς τουφέκι, «Mai più senza fucile» του Alessandro Silj – μια από τις σπάνιες προσπάθειες μη παραποίησης, όταν δεν είναι δυσφημιστικές, να προχωρήσουμε στην προέλευση του φαινομένου του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Το πρόβλημα των ερυθρών Ταξιαρχιών και των παράνομων ένοπλων και βίαιων ενεργειών κατά τα προηγούμενα χρόνια συνέχισε να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης Το κλίμα προβοκάτσιας που προκάλεσε η «στρατηγική της έντασης» που διαχειρίστηκε το κράτος είχε δημιουργήσει τάξεις διετρολόγων-συνωμοσιολόγων όχι μόνο στον αστικό Τύπο, αλλά και σε εκείνον του κινήματος.

Το «B.C.D.» (Δελτίο δημοκρατικής αντιπληροφόρησης), που είχε ταχθεί δίπλα στο κίνημα, δεν είχε ποτέ παύσει να κατηγορεί τις ερυθρές Ταξιαρχίες ότι ήταν «προβοκάτορες πράκτορες» και η ίδια η εφημερίδα «il manifesto» είχε για χρόνια μεταφέρει τα νέα για τις BR αποκαλώντας τες «οι υποτιθέμενες» ή «οι αυτοαποκαλούμενες «, »oι λεγόμενες», υποστηρίζοντας εκ των πραγμάτων τη συνενοχή τους με σκοτεινές δυνάμεις του κράτους. Στην πραγματικότητα, όταν εμφανίστηκαν, οι ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν πολύ λιγότερο «σκοτεινές» από ό, τι φαντάζονταν. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι κατά την εμφάνισή τους ήταν ένα απολύτως επιτυχημένο παράδειγμα της κινηματικής θεωρίας του «να είναι ξεκάθαρες για το κίνημα και ασαφείς για την εξουσία, σκοτεινές». Οι πρώτες ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών αναπτύσσονται μέσα στα εργοστάσια και ειδικότερα στην Sit-Siemens και στην Pirelli στο Μιλάνο. Δεν έχουν μεγάλη απήχηση στην αρχή, διότι μπερδεύονται με παρόμοιες ενέργειες που αναπτύσσονται από άλλες πολιτικές δυνάμεις ή από αυθόρμητες αντιδράσεις των εργατών. Πρέπει να τονιστεί ότι τόσο κατά τη διάρκεια του «Καυτού Φθινοπώρου» όσο και στη διάρκεια του επόμενου 1970 η πρακτική του σαμποτάζ, το ξυλοφόρτωμα των επιστατών, η καταστροφή των αυτοκινήτων των διαχειριστών και των αρχηγών, η χρήση μιας εσωτερικής αντιεξουσίας, έχουν πλέον γίνει διαδεδομένες και συνηθισμένες πρακτικές.

Αποτέλεσμα εικόνας για Autunno caldo, anni '60-'70

Έτσι έγραφε η δεκαπενθήμερη «Lotta Continua» μεταφέροντας το κλίμα των εργοστασίων: «Μετά από κάθε δράση, πορεία, αποκλεισμό εμπορευμάτων […] κάθε τμήμα μετατρέπεται σε προλεταριακό δικαστήριο: όσους μπορούσαν αλλά δεν είχαν συμμετάσχει (στις δράσεις) τους διώχνουν από το εργοστάσιο. Ένα σημαντικό παράδειγμα:σε ένα τομέα του εργοστασίου μάθαμε ότι 7 εργάστηκαν την κυριακή, 4 εργάτες και 3 επικεφαλής. Συζητάμε και οι «απεργοσπάστες» » παύονται» για 2 ημέρες (οι εργάτες) και για 3 ημέρες οι επικεφαλής, 3 ημέρες: επειδή είναι επικεφαλής και επειδή κατά τη διάρκεια της συζήτησης ένας από αυτούς δεν σεβάστηκε τους εργάτες λέγοντας ότι τους είχε γραμμένους […] Δεν είναι απλώς θέμα υπεράσπισης της ενότητας: οι εργάτες μαθαίνουν να ασκούν δύναμη-εξουσία και να απολαμβάνουν την ευχαρίστηση » (3).Και σε μια ατμόσφαιρα αυτού του τύπου τοποθετούνται οι πρώτες ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών Η πρώτη δράση που υπογράφηκε με το σύμβολο του πεντάκτινου αστεριού και την γραφή ερυθρές Ταξιαρχίες είναι της 17ης σεπτεμβρίου 1970 και συνίσταται στην πυρπόληση του αυτοκινήτου του leader της SitSiemens Leoni, δεν συνοδεύεται από φυλλάδιο, το βράδυ όμως αφήνεται γραπτό μήνυμα στον υαλοκαθαριστήρα της Ferrari του μηχανικού Giorgio Villa της Sit-Siemens.

Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosse, prime azioni

Ο τόνος είναι ανάμεσα στο ειρωνικό και το απειλητικό: «Πόσο καιρό θα διαρκέσει η Ferrarina! μέχρι να αποφασίσουμε εμείς ότι είναι καιρός να τελειώνουμε με τους teppisti, τους αλήτες. BRIGATE ROSSE» (4) Πριν από αυτές τις «παραδειγματικές» ενέργειες οι κόκκινες Ταξιαρχίες είχαν πραγματοποιήσει, μπροστά σε αμήχανους και περίεργους ακροατές, μια ιπτάμενη δημόσια ομιλία στη μιλανέζικη εργατική γειτονιά του Lorenteggio, και είχαν πετάξει φυλλάδια μπροστά από τη Sit-Siemens. Στις 20 οκτωβρίου 1970, σε ένα φύλλο αγώνα της «Sinistra Proletaria», »Προλεταριακής Αριστεράς» δίδεται η είδηση της εμφάνισης στην πολιτική σκηνή των ερυθρών Ταξιαρχιών με αυτό τον τρόπο: L’autunno rosso è già cominciato.»Το φθινόπωρο που έχουμε μπροστά μας παρουσιάζεται […] σαν μια ημερομηνία αποφασιστικού αγώνα μέσα στη σύγκρουση εξουσίας […] Ενάντια στα θεσμικά όργανα που διαχειρίζονται την εκμετάλλευσή μας, ενάντια στους νόμους και τη δικαιοσύνη των αφεντικών, η πιο αποφασισμένη και συνειδητή πλευρά του αγωνιζόμενου προλεταριάτου έχει ήδη αρχίσει να μάχεται για να οικοδομήσει μια νέα νομιμότητα, μια νέα εξουσία. Για να χτίσουμε την οργάνωσή του. Υπάρχουν παραδείγματα: η «απαγωγή» και η «δημόσια διαπόμπευση» που έθεσαν σε εφαρμογή στο Τρέντο οι εργάτες της Ignis εναντίον των προβοκατόρων φασιστών που είχαν προμελετημένα μαχαιρώσει δύο από αυτούς. «η κατάληψη και η υπεράσπιση κατειλημμένων κατοικιών», σαν μοναδικός τρόπος να έχουμε επιτέλους ένα σπίτι […], «Η εμφάνιση αυτόνομων εργατικών οργανώσεων (ερυθρές Ταξιαρχίες) που υποδεικνύουν τις πρώτες στιγμές προλεταριακής αυτοοργάνωσης για να πολεμήσουμε τα αφεντικά και τους υπηρέτες τους στο έδαφός τους »στα ίσα», με τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούν εναντίον της εργατικής τάξης: άμεσα, επιλεκτικά, καλυμένοι όπως στη Siemens. ΝΑ ΟΡΓΑΝΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΑΙΚΩΝ ΜΑΖΩΝ …

Αποτέλεσμα εικόνας για sinistra proletaria anni 70

«Ήρθε η ώρα να οργανωθούμε στη γραμμή φωτιάς για να ριζώσουμε μέσα στους αγώνες τα περιεχόμενα της νέας επαναστατικής πρακτικής: τη στρατηγική του αντάρτικου του λαού. Είναι ο καιρός να προχωρήσουμε στη γενική σύγκρουση για: – να ριζώσουμε στις προλεταριακές μάζες σε αγώνα την αρχή «δεν έχουμε πολιτική εξουσία εάν δεν έχουμε στρατιωτική δύναμη-εξουσία» . – να εκπαιδεύσουμε μέσω της «παρτιζάνικης Δράσης» την προλεταριακή και επαναστατική αριστερά στην αντίσταση, στον ένοπλο αγώνα, – να αποκαλύψουμε την καταπιεστική και κατασταλτική δομή της εξουσίας και τους μηχανισμούς αποδιοργάνωσης της ενότητας της τάξης.» (5).

Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano

Αλλά τι είναι η «Προλεταριακή Αριστερά»; Πρόκειται για ένα περιοδικό του οποίου βγαίνουν δυο νούμερα κατά τη διάρκεια του 1970. Προηγουμένως, όμως, είχαν βγει διάφορα «Φύλλα αγώνα της προλεταριακής αριστεράς», τα οποία μετέφεραν τη διατύπωση «σε επεξεργασία του C.P.M. (πολιτική μητροπολιτική Κολεκτίβα)». Όπως έχουμε ήδη δει το C.P.M. ήταν το οργανωτικό αποτέλεσμα της συζήτησης που είχε επενδύσει τον χώρο των Cub (ενωτικές Επιτροπές βάσης, Comitati unitari di base) στο Μιλάνο στη διάρκεια του 1968 και του 1969. Ο οργανισμός γεννήθηκε για να επεκτείνει τη δράση του από το εργοστάσιο στο κοινωνικό, για να ξεπεράσει τις εγγενείς αντιφάσεις στον διαχωρισμό μεταξύ του κόσμου των εργοστασιακών αγώνων και εκείνου των κοινωνικών και φοιτητικών.Σε ένα έγγραφο του CPM (ιανουάριος 1970) συνοψίζεται με αυτό τον τρόπο η ανάγκη για νέες οργανωτικές μορφές:

Collettivo-documenti-collettivo-lotta-sociale-9332ddab-ac82-4175-86da-00a6c750cbe9

«Πρέπει σήμερα να θέσουμε το πρόβλημα συγκεκριμένα. Ποιο επίπεδο οργάνωσης είναι σήμερα δυνατό και απαραίτητο; […] »Cub, GDS, Φοιτητικά κινήματα της έδρας κλπ. είχαν μια λειτουργία: να είναι τα εργαλεία της αναγέννησης του αυτόνομου κινήματος του προλεταριάτου, μέσα από αυτοπροσδιοριζόμενους αγώνες και αυτοδιαχειριζόμενους. Η πολιτική σφαίρα αυτού του αγώνα τοποθετήθηκε θεμελιωδώς στο σχολείο και στο εργοστάσιο, δηλαδή εντός των θεσμών […] .Τη στιγμή κατά την οποία οι αγώνες γενικεύθηκαν, και στην οποία πολλά από τα πολιτικά περιεχόμενα της αυτονομίας είχαν κατοχυρωθεί […] το εσωτερικό τομεακό οργανωτικό εργαλείο δεν έχει πλέον μια πραγματική πολιτική λειτουργία και ορθώς έχει υπερκεραστεί από τους ίδιους αγώνες που έχει δημιουργήσει.

Σχετική εικόνα

«Η ανάπτυξη της προλεταριακής αυτονομίας σήμερα σημαίνει να ξεπεραστούν οι τομεακοί αγώνες και οι τομεακοί οργανισμοί. Η υπέρβαση αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τον αγώνα ενάντια στις »συντηρητικές» τάσεις που υπάρχουν μέσα στο κίνημα, οι οποίες συγχέουν την αυτονομία, με το πρώτο επίπεδο της οργανωμένης έκφρασης της: ακριβώς τα Cub, GDS, MS » (6). Η διαμάχη που ξέσπασε μέσα στα Cub μεταξύ της «μαζικής γραμμής» και της «κομματικής γραμμής», ουσιαστικά μεταξύ της τάσης της βάσης και της προσπάθειας της Avanguardia operaia να φέρει εκ νέου τον ρόλο των Cub μέσα σε μια οργανωτική δομή κομματική, υπάρχει εδώ με συγκεκριμένο τρόπο και διευκρινίζεται ακόμη περισσότερο στη συνέχεια του εγγράφου:

Σχετική εικόνα

«Η κοινωνική διάσταση του αγώνα απαιτεί οργανισμούς βάσης σε κοινωνικό επίπεδο […] Δεν είναι λοιπόν το ότι πρέπει να κάνουμε ένα άλμα από μια οργάνωση βάσης σε μια οργάνωση κορυφής […] αλλά να οικοδομήσουμε οργανισμούς πολιτικά ομοιογενείς για να παρέμβουμε στον μητροπολιτικό κοινωνικό αγώνα.» Η υπερνίκηση του εργατισμού και του studentismo […] δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της αυθόρμητης, σποραδικής και απολιτικής ένωσης των εργατών και των σπουδαστών […], αλλά μέσω της δημιουργίας οργανωτικών πυρήνων που να τεθούν σε επίπεδο των συνολικών κοινωνικών προβλημάτων» (7).
Το C.P.M. γρήγορα γίνεται – κυρίως στο Μιλάνο – ένας μαζικός οργανισμός που βρίσκεται σε δεκάδες εργοστάσια και σχολεία. Ειδικότερα τον βλέπουν με αυξανόμενη συμπάθεια και ενδιαφέρον από τον χώρο των αγωνιστών της εργατικής Εξουσίας που σε αυτόν, παρά τις διαφορές, εντοπίζουν ένα παράδειγμα πραγματοποίησης ενός οργανισμού της εργατικής αυτονομίας. Το έγγραφο που αναφέρθηκε είναι το προϊόν μιας διάσκεψης που το C.P.M. είχε οργανώσει στο Chiavari στα τέλη του 1969, μέσα στην ηχώ της κρατικής σφαγής. Στο επίκεντρο του συνεδρίου υπήρξαν τα θέματα της οργάνωσης, της πολιτικής γραμμής και της βίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην επεξεργασία και στις επιλογές είχαν τεράστια επίδραση τόσο το κλίμα της σκληρότατης κρατικής καταστολής που αναπτύχθηκε στη διάρκεια του 1969, όσο και η εντύπωση που προκάλεσε η αυθόρμητη και μαζική «βία» που άσκησαν οι εργάτες κατά τη διάρκεια του «καυτού Φθινοπώρου», όπως τέλος και η ανάλυση της στρατηγικής που είχαν εφαρμόσει οι δύο κύριες πολιτικές ομάδες (Lotta continua και Potere operaio) κατά τη διάρκεια των αγώνων.
Αποτέλεσμα εικόνας για lotta continua anni '70
Το CPM, το οποίο έχει μέσα του τον Renato Curcio και άλλους αγωνιστές που προέρχονται από την εμπειρία του αρνητικού Πανεπιστημίου του Trento, ενσωματώνει ένα μέρος της έννοιας της μακροχρόνιας πάλης που θεωρήθηκε ήδη στην εμπειρία του Trentino για να επικρίνει τις θέσεις της Συνεχούς πάλης και εργατικής Εξουσίας: «Στην ταξική πάλη διακρίνονται τρία στοιχεία: οι στόχοι, οι μορφές αγώνα, η οργάνωση. Η εργατική τάξη έχει ως καθήκον να ριζοσπαστικοποιεί τον αγώνα στους ενοποιημένους στόχους, αλλά η οργάνωση είναι το αποτέλεσμα των αγώνων […] «Ο αγώνας θεωρείται επομένως προχωρημένος ή καθυστερημένος στο βαθμό που εκφράζει ενοποιημένους στόχους και ριζοσπαστικές μορφές. Η οργάνωση αναδύεται αργότερα, ως απαίτηση να »διαφυλάξει» τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά τη διάρκεια του αγώνα, σε επίπεδο συνείδησης. […].
Σχετική εικόνα
«Η υπόθεση είναι λοιπόν εκείνη ενός μακροχρόνιου « πολέμου θέσεων », κατά τη διάρκεια του οποίου η εργατική τάξη ενισχύεται στο βαθμό κατά τον οποίον οργανώνεται». Οι αναλυόμενες θέσεις ανήκουν, αν και με διαφορετικό τρόπο, στον συνεχή Αγώνα και στην εργατική Εξουσία. . Και για τις δύο οργανώσεις η αυτονομία είναι η προϋπόθεση για τον ίδιο τον αγώνα. Η αυτονομία νοείται ως «ανεξαρτησία» από το συνδικάτο και το κόμμα […]. «Επομένως, η ανάπτυξη της αυτονομίας νοείται ως μια οργανωτική εξέλιξη που πρέπει να τεθεί ενάντια στις παραδοσιακές οργανώσεις. Θεωρούμε εμείς ότι αυτή η αντίληψη της αυτονομίας είναι περιοριστική και επιφανειακή, η οποία, με τον τρόπο αυτό, γίνεται μοναχά το μέσο και η προϋπόθεση για την ανάπτυξη των αγώνων […]. Στο εργατικό κίνημα μέσα υπάρχουν δύο θεμελιώδεις στάσεις και συμπεριφορές σε σχέση με τους αυτόνομους μαζικούς αγώνες του 1968-69: – εκείνων που δεν καταλαβαίνουν την πτυχή της ρήξης και προσπαθούν να ανακτήσουν και να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες-δυναμικές τους με σκοπό ένα είδος «πολιτικής αποκατάστασης», – εκείνων οι οποίοι, παρόλο που προέρχεται από διάφορες καταγωγές και τάσεις, έχουν καταλάβει ότι η προλεταριακή αυτονομία είναι το κομβικό σημείο από το οποίο πρέπει να ξεκινήσουν για την μελλοντική πολιτική δουλειά[…].«Εμείς, που το πεδίο δράσης μας- ο σκοπός μας τοποθετείται σε αυτό το σημείο, πιστεύουμε ότι αυτή είναι η μοναδική καρποφόρος θέση, η μόνη ικανή να αναπτύξει τον επαναστατικό αγώνα στην ευρωπαϊκή μητρόπολη. «Διότι περί αυτού πρόκειται. Όχι τόσο να νικήσουμε αμέσως και να κατακτήσουμε τα πάντα ( τα ελαφριά συνθήματα των μαθητευομένων χειραγωγών), αλλά να αναπτυχθούμε μέσα σε μια μακρόχρονη πάλη, χρησιμοποιώντας τα ίδια ισχυρά εμπόδια που το κίνημα συναντά στο δρόμο του για να κάνουμε ένα άλμα από αυθόρμητο μαζικό κίνημα σε οργανωμένο επαναστατικό κίνημα» (8).
Αποτέλεσμα εικόνας για lotta continua anni '70
Το C.P.M. κατά τη διάρκεια του 1970 εξοπλίζεται με ένα εργαλείο πληροφόρησης και σύνδεσης μεταξύ αγώνων και καταστάσεων που ονομάζονταν «Sinistra Proletaria». Οδηγεί και στηρίζει με τα αρχικά αυτά πολλούς εργοστασιακούς αγώνες και μερικές μεγάλες καταλήψεις σπιτιών στην γειτονιά Gallaratese και στην οδό Mac Mahon στο Μιλάνο και αργότερα θα ξεκινήσει την εκστρατεία των αγώνων στα μέσα μεταφοράς με τα συνθήματα «να πάρουμε τις μεταφορές» ή «τη μεταφορά την παίρνουμε τη συνδρομή δεν την πληρώνουμε».
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Στο μέτρο και στο νόημα αυτά τα συνθήματα επαναλαμβάνουν την εκστρατεία της Lotta continua – στην οποία ενώθηκε η «Sinistra Proletaria» – του «να πάρουμε την πόλη» ή «το σπίτι το παίρνουμε και το νοίκι δεν πληρώνουμε». Το C.P.M. εκτελεί επίσης μια συστηματική δράση παρέμβασης στην κατηγορία των τεχνικών και των φοιτητών που εργάζονται, προσδιορίζοντας έτσι ένα από τα πιο σημαντικά σκέλη για την κατανόηση της επέκτασης των αγώνων στο εργοστάσιο και στον κοινωνικό τομέα. Το ζήτημα των «τεχνικών» είχε ήδη τεθεί με δύναμη και εξυπνάδα από τους αγωνιστές και από τους διανοούμενους εργατιστές.
Στο Μιλάνο, τον νοέμβριο του 1968, πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη εθνική διάσκεψη των τεχνικο-επιστημονικών πανεπιστημιακών σχολών που βρίσκονταν σε αγώνα, η οποία είχε παράξει σημαντικές αναλύσεις σχετικά με την τεχνολογική αναδιάρθρωση που βρίσκονταν σε εξέλιξη και για τα καθήκοντα που ο νεοκαπιταλισμός ανέθετε στους τεχνικούς, και στην κατάρτιση των τεχνικών από το σχολείο και το πανεπιστήμιο. Σε μια μακρά έκθεση που παρουσίασε ο Franco Piperno της εργατικής Εξουσίας, αναλύεται, μεταξύ άλλων, το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ της πυρηνικής «σχάσης» και της «σύντηξης», προβλέποντας-προκαταβάλλοντας αναλύσεις που θα γίνουν «της μόδας» χρόνια και χρόνια αργότερα. Αλλά δεν είναι μόνο η επαναστατική τεχνικο-επιστημονική νοημοσύνη και ικανότητα που καθιστούν τη διαδρομή των τεχνικών σημαντική, είναι πάνω απ ‘όλα η θέση στην οποίαν τοποθετούνται μέσα στην τρέχουσα ταξική πάλη. Στο προαναφερθέν έγγραφο, μετά την ανάλυση της δυναμικής της τεχνολογικής καινοτομίας που εφαρμόζει ο νεο-καπιταλισμός στην Ιταλία στους τομείς της πετροχημικής, της πυρηνικής, της αυτοκινητοβιομηχανίας, της αεροναυτικής αεροδιαστημικής, της ηλεκτρονικής και του αυτοματισμού, ο Piperno αναλύει τη νέα λειτουργία του «τεχνικού» στην κοινωνία του ύστερου καπιταλισμού:
«Η θεμελίωση αυτού του κράτους ως κράτος προγραμματιστής συνεπάγεται μια τεράστια επέκταση εκείνων που είναι γενικές υπηρεσίες που εξασφαλίζουν και συντονίζουν τη χρήση των παραγωγικών παραγόντων (έρευνα, σχεδιασμός, μεταφορές, βοήθεια, σχολείο), και την πρόσληψή τους σε δημόσια χέρια ». Από την άλλη πλευρά, η ρύθμιση του κύκλου προϋποθέτει την θεσμική ικανότητα του κράτους να αποκαταστήσει στο επίπεδο της κοινωνικής βίας την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των τάξεων – δηλαδή την κρατική οργάνωση του κοινωνικού κεφαλαίου και ικανή να εκπροσωπείται ως απλά κατασταλτική μηχανή κάθε φορά που η εμφάνιση των εργατικών αγώνων, που επιλύεται σε μια πολιτική επίθεση στην παραγωγική σχέση, επιβάλλει την κρίση ως πεδίο μάχης.«Αυτό το χαρακτηριστικό του ύστερου καπιταλισμού απαιτεί στο επίπεδο της κοινωνικής οργάνωσης, την ενίσχυση και την επέκταση των μη παραγωγικών υπηρεσιών που χρησιμοποιούνται ειδικά για τον έλεγχο της συμπεριφοράς του εργατικού δυναμικού (μηχανισμοί επιτήρησης, καταστολή, χειραγώγηση κλπ.). Ήδη έχουμε παρατηρήσει το πως αυτές οι κινήσεις του κεφαλαίου, που εξετάζονται σχηματικά ανά τομέα, απαιτούν όλες βαθιές τεχνολογικές καινοτομίες μέσα στη διαδικασία εργασίας
Σχετική εικόνα
Από την άποψη της κοινωνικής διαστρωμάτωσης μπορούμε γενικά να πούμε ότι το ‘τεχνολογικό άλμα’ μεταβάλλει τη διανομή του ενεργού πληθυσμού, πυκνώνοντας την γύρω από τους τεχνικούς και υπαλληλικούς ρόλους και αραιώνοντας την γύρω από τις χειρωνακτικές γεωργικές εργασίες ». Επί πλέον: το είδος του καπιταλιστικού περάσματος που περιγράφεται παραπάνω προσελκύει επενδύσεις προς τομείς οι οποίοι διαρθρωτικά χρειάζονται τεχνική εργασία όχι μόνο κατά τη διαδικασία κατασκευής αυτής καθεαυτής, αλλά κατά κύριο λόγο «ανάντη» και «κατάντη» αυτής. «Αυτή είναι μια νέα περίσταση με καταστροφικές συνέπειες. Παραδοσιακά, πράγματι, η ανάπτυξη της ιταλικής βιομηχανίας έχει επικεντρωθεί σε μια τεχνολογία η οποία αν, από μια άποψη άφηνε μεγάλο χώρο στην δεξιότητα του μεμονωμένου χειριστή, στο επάγγελμα – και δηλαδή γενικότερα σε εμπειρικές διαδικασίες επεξεργασμένες άμεσα στην εργασιακή πρακτική (τυπικά παραδείγματα είναι οι σιδηρουργικές βιομηχανίες, κλωστοϋφαντουργικές, του δέρματος κ.λπ.) – από την άλλη πλευρά, παρουσίαζε χαρακτηριστικά μονοτονίας και επανάληψης τέτοια που να απαιτούν, επί πλέον, εργατικό δυναμικό με μια βασική εκπαίδευση και μια ταχεία εξωσχολική προετοιμασία κυρίως σε επαγγελματικά ιδρύματα (από την άποψη αυτή, μπορούμε να αναφερθούμε στην αυτοκινητοβιομηχανία και αυτή των ηλεκτρικών συσκευών].» Αντίστροφα, η καπιταλιστική μετάβαση στην οποία η ιταλική οικονομία αναγκάζεται σήμερα δεν μπορεί να λάβει χώρα χωρίς σημαντικές μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην έρευνα, τη μελέτη, το σχεδιασμό και την ανάπτυξη νέου εξοπλισμού. […].» Η σχέση μεταξύ του εργάτη και του υλικού που πρόκειται να μετασχηματιστεί γίνεται ολοένα και περισσότερο με τη μεσολάβηση μιας σειράς επιστημονικών διαδικασιών που αντικειμενικοποιούνται στο αυτόματο μηχάνημα, ενώ παράλληλα η παρουσία των τεχνικών ως ένα επαγγελματικά καταρτισμένο στρώμα του εργατικού δυναμικού γίνεται ολοένα και πιο κυρίαρχη.»Έτσι, κοινωνικές φιγούρες στο περιθώριο της διαδικασίας αξιοποίησης ή ακόμα και με μη παραγωγικές λειτουργίες ελέγχου και πειθαρχίας επί της ζωντανής εργασίας προσελκύουν σήμερα στους εαυτούς τους νέες παραγωγικές σημασίες .Αν ο παραδοσιακός μηχανικός χαρακτηριζόταν από την ανάθεση ορισμένων από τις κύριες λειτουργίες των αφεντικών, ο μηχανικός της σύγχρονης αυτοματοποιημένης μονάδας παραγωγής διαδραματίζει κατά γενικό κανόνα έναν παραγωγικό ρόλο έρευνας, σχεδιασμού, συντονισμού της εργασίας, αν και συχνά εξακολουθεί να κατέχει ορισμένες πειθαρχικές εξουσίες επί του εργατικού δυναμικού με τα χαμηλότερα προσόντα.
Σχετική εικόνα
Προφανώς, αυτή η δήλωση οδηγεί στην εγκατάλειψη της παραδοσιακής και ημιμαρξιανής αναγνώρισης μεταξύ τροποποίησης του υλικού και παραγωγικής εργασίας, και θεμελιώνει, πέρα από τις χειραγωγιστικές διαφορές του εισοδήματος και της ιεραρχίας των προσόντων, μια ουσιαστική ταύτιση μεταξύ των διαφορετικών διαρθρώσεων της εργατικής τάξης. «Αν όντως θεωρήσουμε την παραγωγική δουλειά ως δραστηριότητα που επεξεργάζεται και μεταδίδει πληροφορίες στην πρώτη ύλη επειδή αυτό είναι ένα υλικό, αποθηκεύοντας το, μετατρέπεται σε ένα εμπόρευμα, είμαστε αναγκασμένοι να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η παραγωγική εργασία, εκτός από τη φάση της κατασκευής, εκφράζεται στην έρευνα και το σχεδιασμό καθώς και στο συντονισμό και τη διανομή.»Έχουμε λοιπόν το γεγονός πως από τον ορισμό της παραγωγικής εργασίας παραμένουν αποκλεισμένες μόνο οι εργασιακές δραστηριότητες που ασχολούνται αποκλειστικά με τον έλεγχο και την πειθάρχηση της συμπεριφοράς της εργατικής δύναμης.«Αλλά η κατάφαση που αναγνωρίζει τους τεχνικούς ως μια στιγμή στην πολιτική σύνθεση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να επαληθευτεί οριστικά από μια ανάλυση της εργασιακής διαδικασίας ή από έναν νέο τρόπο να εξετάζουμε την διαδικασία της αξιοποίησης-επαναξιολόγησης. Η ενσωμάτωση των τεχνικών στην εργατική τάξη έχει σημασία στο βαθμό που είναι οι ίδιοι οι αγώνες που συντονίζονται και συγχωνεύονται.Για αυτό, στην πραγματικότητα, υποδεικνύοντας τους τεχνικούς ως παραγωγικούς εργάτες, διατυπώνουμε μια υπόθεση πολιτικής παρέμβασης που κατευθύνεται στη δυνατότητα να επικοινωνήσουμε σε αυτό το στρώμα ειδικευμένου εργατικού δυναμικού τους ρυθμούς και τους στόχους της εργατικής ανυποταξίας.«Θα δούμε όντως παρακάτω πως εάν οι κινήσεις του κεφαλαίου απαιτούν, για την πρακτική τους εφαρμογή, εκείνη την επιχείρηση της κοινωνικής βίας επί της ζωντανής εργασίας που ονομάζεται «σχολική μεταρρύθμιση», ο αγώνας ενάντια στο σχολείο, κατανοημένος σωστά, επιτυγχάνει στην προσπάθεια να εμπλέξει τους τεχνικούς στην ταξική σύγκρουση που προσεγγίζει τις ημερομηνίες έναρξης των συμβασιακών διαπραγματεύσεων 1969-70, επιτυγχάνοντας έτσι ένα πρώτο βήμα προς την κάθετη πολιτική επανένωση της εργατικής τάξης» (9).Μέρος αυτών των επεξεργασιών επαναλαμβάνονται από την μητροπολιτική πολιτική Κολεκτίβα, κυρίως μετά την εθνική απεργία των τεχνικών στις αρχές του ’69, και για την ισχυρή παρουσία τόσο στο Pirelli Cub όσο και στο G.D.S.Sit-Siemens τεχνικών και υπαλλήλων.
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Είναι και από αυτή τη θεωρητική-πολιτική διαδρομή που σχηματίζεται και η Ομάδα μελέτης της IBM, σε μια εταιρεία η οποία μαζί με την Olivetti είναι ένα από τα πιο προχωρημένα σημεία της τεχνολογικής παραγωγής. Η CPM-Προλεταριακή Αριστερά στη στρατηγική της απόφαση να ενοποιήσει τους αγώνες του εργοστασίου με το κοινωνικό, διαλέγει εκτεταμένες συμμαχίες με την εργατική Εξουσία και με τον συνεχή Αγώνα στο πρόβλημα της στέγασης και των μεταφορών, και επιλέγει, ως δημιουργική συνέπεια της εμπειρίας των Cub – όπου οι φοιτητές έπαιξαν ρόλο σύνδεσης – να παρέμβει συστηματικά στο κύκλωμα των τεχνικών και επαγγελματικών ιδρυμάτων, όπου ο αριθμός των φοιτητών που εργάζονται είναι υψηλότερος και όπου το πρόβλημα της μελλοντικής εργασιακής απασχόλησης στον τομέα των τεχνικών είναι πιο αισθητό. Στο Μιλάνο υπάρχει η υψηλότερη συγκέντρωση εργαζομένων-φοιτητών στην Ιταλία (περίπου 80 χιλιάδες το 1970) .Για τον βιομηχανικό χαρακτήρα της πόλης, οι αναταραχές των φοιτητών-εργαζόμενων δημιουργούν μια φυσική γέφυρα μεταξύ των αγώνων στο σχολείο και εκείνων στο εργοστάσιο. Κατά τους πρώτους μήνες του 1970, το κίνημα και οι αγώνες των φοιτητών-εργαζόμενων κυριαρχούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από το CPM, το οποίο έχει επεξεργαστεί την πληρέστερη θεωρητική ανάλυση της λειτουργίας αυτής της κοινωνικής φιγούρας (10), οργανισμός στον οποίον εισρέουν αγωνιστές από άλλες εμπειρίες (στελέχη του Cub Pirelli, φοιτητές του Trento κ.λπ.) έχει το ισχυρό του σημείο στο τεχνικό ινστιτούτο Feltrinelli, στο οποίο λειτουργεί ηγεμονικά και ως σημείο αναφοράς για άλλες εμπειρίες.
Αποτέλεσμα εικόνας για movimento lavoratori studenti, anni '70
Στις αναλύσεις του C.P.M. που επεξεργάζονται μαζί με το M.L.S. (Κίνημα εργαζόμενοι φοιτητές) το νυχτερινό σχολείο ορίζεται ως εργοστάσιο: «Το νυχτερινό σχολείο είναι ένα από τα παραγωγικά ιδρύματα […] ο άνθρωπος παράγεται ως εμπόρευμα. Οι απορρίψεις, τα κοψίματα, οι αποσύρσεις, οι νευρικές εξαντλήσεις, η ασυνέχεια [.. .] πρέπει να θεωρηθούν ως συγκεκριμένοι τρόποι με τους οποίους το νυχτερινό εργοστάσιο αποφασίζει να αφαιρέσει ένα μεγάλο μέρος του υλικού του σε παραγωγή από την εργασία. Επομένως, η ‘επιλογή’ δεν είναι παρά ένας «ποιοτικός έλεγχος» του προϊόντος, ανάλογα με το αν χρειάζεται πολλούς ή λίγους υπαλλήλους, το σύστημα αναπτύσσει τα βραδινά σχολεία ή ξεκινά να θερίζει με τις απορρίψεις, τα κοψίματα. »Αλλά το νυχτερινό σχολείο έχει και μια ιδεολογική αποστολή, λειτουργία: ο ποιοτικός έλεγχος προϋποθέτει ότι η παραγωγή είναι «ομοιογενής» με το ίδιο το σύστημα, εξ ου και η ανάγκη από πλευράς των αφεντικών να οικοδομήσουν την «πολιτική και ιδεολογική συναίνεση των μαζών των προλεταρίων». Εν συντομία, η ‘εκμετάλλευση που στα εργοστάσια εκφράζεται ως η κυρίαρχη πτυχή της οικονομικο-δομικής μορφής, στο σχολείο, εκδηλώνεται κυρίως ως πολιτική-ιδεολογική καταπίεση’. »Για εμάς, η μελέτη είναι μια πραγματική δουλειά γιατί παράγει κάτι πολύ ακριβές και απτό: ένα εργατικό δυναμικό με αυξημένη παραγωγική ικανότητα. Το βραδινό σχολείο ισοδυναμεί με 4 ώρες υπερωριών. Μια ένσταση που προκύπτει είναι πως ο νόμος υποχρεώνει να πληρώνουμε φόρους. Μα ποιος νόμος; Όπως το σχολείο, και ο νόμος ανήκει στα αφεντικά. Ο ΑΓΩΝΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΜΕΝΩΝ. Εμείς έχουμε μόνο ένα νόμο που πρέπει να τηρούμε και να ασκούμε: τον συνεχή αγώνα κατά της εκμετάλλευσης που οι νόμοι του αστικού κράτους προσπαθούν να καταστήσουν δίκαιη και επομένως νόμιμη.
Σχετική εικόνα
» Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΥΘΡΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΙΩΝ, BRIGATE ROSSE.
Οι αγώνες του φθινοπώρου του 1969 και εκείνοι της άνοιξης του 1970 παράγουν, ως ένα σημαντικότερο αποτέλεσμα, μια πραγματική κρίση καθεστώτος. Τα αφεντικά και οι σκοτεινοί μηχανισμοί του κράτους, που είχαν σκεφτεί να περιορίσουν την εργατική και την κοινωνική σύγκρουση, τόσο με μια μεγαλύτερη νομιμοποίηση του συνδικάτου όσο με την «στρατηγική των βομβών» και με τη βίαιη καταστολή, αναγκάζονται να αναζητήσουν νέες διαμεσολαβήσεις. Ο Agnelli μάλιστα φτάνει μέχρι και του σημείου να ευχηθεί «τα συνδικάτα και οι επιχειρηματίες να καταλήξουν σε μια κοινή άμυνα ορισμένων στόχων, ίσως προς την ίδια πολιτική εξουσία-δύναμη […]». Η χορήγηση του Καταστατικού των εργαζομένων και των συμβουλίων των εργοστασίων είναι επίσης μια προσπάθεια να αιχμαλωτιστεί το κίνημα σε νέες μορφές εκπροσώπησης, μέσα σε νέους κανόνες του παιχνιδιού. Όμως, όλη η συμπεριφορά της εργατικής αυτονομίας εξακολουθεί να αγνοεί τους κανόνες του παιχνιδιού και χρησιμοποιεί επίσης και νέα αντιπροσωπευτικά όργανα σχεδόν πάντα με όρους αυτονομίας και ανεξαρτησίας από τα συνδικαλιστικά κέντρα. Μεταξύ των αγωνιστών της εργατικής Εξουσίας [Potere operaio], της Lotta continua και της CPM (η οποία έχει πλέον γίνει προλεταριακή Αριστερά), οι αναλύσεις γύρω από τις πιθανότητες μιας αντιδραστικής και αυταρχικής στροφής από τους κρατικούς μηχανισμούς καθίστανται όλο και πιο πιεστικές και ακριβείς. Η ανάγκη να εξοπλιστούν με αμυντικές δομές, πολιτικούς-στρατιωτικούς οργανισμούς όχι μόνο αμυντικής φύσεως, αλλά επιλεκτικά επιθετικούς, σχεδιασμένα, είναι όλο και περισσότερο αισθητή. Ο εκδότης Giangiacomo Feltrinelli δημοσιεύει το καλοκαίρι του ’69 ένα από τα γραπτά του στο οποίο γίνεται λόγος για τον φόβο περί των κινδύνων ενός «πραξικοπήματος».
Σχετική εικόνα
Το έντυπο με τίτλο: «ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1969. Η επικείμενη απειλή μιας ριζικής και αυταρχικής στροφής προς τα δεξιά, ενός πραξικοπήματος αλα ιταλικά» δημιούργησε μια μεγάλη εντύπωση, και γιατί στο προσάρτημα μετέφερε το γραπτό του έλληνα μυθιστοριογράφου Βασίλη Βασιλικού με τίτλο: «Και εμείς δεν πιστεύαμε πως στην Ελλάδα ήταν πιθανό», αναφερόμενος στο αιματηρό πραξικόπημα που στη χώρα του είχε συντρίψει τα κινήματα και έβαλε τους «συνταγματάρχες» στην εξουσία με τη συνενοχή των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Μα δεν ήταν απλώς, ή όχι μόνο, ο φόβος ενός πραξικοπήματος να ωθήσει το κίνημα να εξοπλιστεί με στρατιωτικές δομές. Με τη σφαγή του κράτους, η απόφαση της αστικής τάξης να θέσει τη σύγκρουση στο στρατιωτικό επίπεδο κυριαρχούσε σε πολλές αναλύσεις και ωθούσε σε ισχυρές θεωρητικές και ιδεολογικές επιταχύνσεις.
Estate 1969
Οι αναφορές στο μητροπολιτικό αντάρτικο της Λατινικής Αμερικής (κυρίως στους ουρουγουανούς tupamaros), στη μητρόπολη ως κέντρο ελέγχου και διοίκησης της καπιταλιστικής διαδικασίας, γίνονται ολοένα και συχνότερες. Στο έγγραφο του Chiavari, το C.P.M. έγραψε: «Η κοινωνική διάσταση του αγώνα είναι το υψηλότερο σημείο της ανάπτυξής του: ο αγώνας εναντίον της γενικευμένης καταπίεσης είναι ήδη μια επαναστατική στιγμή … Η μπουρζουαζία έχει ήδη επιλέξει την παρανομία. Η μακρά επαναστατική πορεία στη μητρόπολη είναι η μόνη κατάλληλη απάντηση. «Αυτή πρέπει να ξεκινήσει σήμερα και εδώ. […] «Δεν έχει ακόμη κατανοηθεί επαρκώς τι σημαίνει να αναπτυχθεί μια επαναστατική διαδικασία σε μια μητροπολιτική περιοχή με ύστερη καπιταλιστική ανάπτυξη. Τα επαναστατικά μοντέλα του παρελθόντος ή των περιφερειακών περιοχών είναι ανεφάρμοστα […].a) Στις μητροπολιτικές περιοχές της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης υπάρχουν ήδη οι αντικειμενικές συνθήκες για τη μετάβαση στον κομμουνισμό: ο αγώνας αποσκοπεί ουσιαστικά στη δημιουργία των υποκειμενικών συνθηκών […], b) Η μεταβαλλόμενη σχέση μεταξύ δομής και υπερδομής, που τείνουν να συμπίπτουν όλο και περισσότερο, σημαίνει ότι σήμερα η επαναστατική διαδικασία παρουσιάζεται ως παγκόσμια, πολιτική και «πολιτιστική» ταυτόχρονα. Αυτό σημαίνει ότι οι σχέσεις μεταξύ μαζικού κινήματος και επαναστατικής οργάνωσης αλλάζουν ουσιαστικά, και συνεπώς οι αρχές της οργάνωσης μεταβάλλονται ριζικά.
Σχετική εικόνα
«Η πόλη είναι σήμερα η καρδιά του συστήματος, το οργανωτικό κέντρο της οικονομικο-πολιτικής εκμετάλλευσης, η βιτρίνα στην οποία εκτίθεται το «υψηλότερο σημείο», το μοντέλο που θα πρέπει να παρακινήσει την προλεταριακή ολοκλήρωση. Αλλά είναι και το πιο αδύναμο σημείο του συστήματος : όπου οι αντιφάσεις εμφανίζονται πιο έντονες, όπου το οργανωμένο χάος που χαρακτηρίζει την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία εμφανίζεται πιο εμφανές.«Είναι εδώ, στην καρδιά του, που το σύστημα πρέπει να χτυπηθεί. «Η πόλη πρέπει να γίνει για τον αντίπαλο, για τους ανθρώπους που ασκούν σήμερα μια εξουσία όλο και πιο εχθρική και ξένη προς το συμφέρον των μαζών, ένα δόλιο έδαφος, κάθε χειρονομία τους και κάθε τους κίνηση μπορεί να ελεγχθεί, κάθε αυθαιρεσία να καταγγελθεί, κάθε συμπαιγνία μεταξύ της οικονομικής δύναμης-εξουσίας και εκείνης της πολιτικής να ξεσκεπάζεται» (12).Από την άλλη πλευρά, βλέποντας με τα μάτια γεμάτα ουτοπία, ο ένοπλος αγώνας φαίνεται να εξαπλώνεται παντού: σε ορισμένες καταστάσεις των ΗΠΑ, στις λατινοαμερικανικές μητροπόλεις, στον ολοένα σκληρότατο αγώνα των Παλαιστινίων και, κυρίως, στην καρδιά της Ευρώπης, στη Γερμανία, όπου ξεκίνησε να επιχειρεί με μεγάλη αποφασιστικότητα η Raf [Φράξια του κόκκινου στρατού]. Το τελευταίο τεύχος της «Sinistra Proletaria», το οποίο βγήκε τον οκτώβριο του 1970, γράφει: «Ο ανταρτοπόλεμος πλέον βγήκε από την αρχική του φάση […] δεν φαίνεται πλέον ως απλός πυροκροτητής […] αλλά έχει κατακτήσει το εύρος της μοναδικής στρατηγικής προοπτικής που μπορεί ιστορικά να ξεπεράσει εκείνη την εξεγερσιακή, η οποία είναι πλέον ανεπαρκής […] και εισέρχεται στις μητροπόλεις, συνδέοντας στενά το παγκόσμιο προλεταριάτο σε μια κοινή μορφή αγώνα και στρατηγικής. Το Κεφάλαιο ενώνει τον κόσμο στο σχέδιο του ένοπλης αντεπανάστασης, το προλεταριάτο ενώνεται στον ανταρτοπόλεμο παγκοσμίως. «Η ΙΤΑΛΙΑ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ«(13). Τον φεβρουάριο του 1971 τελειώνει η σύντομη ζωή της «Sinistra Proletaria», οι σύντροφοι που την προώθησαν καίνε μέσα σε λίγους μήνες αυτή τη νόμιμη εμπειρία, της οποίας η φυσική διέξοδος φαίνεται να είναι πλέον η παρανομία. Από την άλλη και οι αναλύσεις άλλων ομάδων φαίνεται να επιβεβαιώνουν πως είναι απαραίτητο να αυξηθεί, να σηκωθεί το επίπεδο της σύγκρουσης, ιδιαίτερα η Lotta continua, η οποία μαζί με την εργατική Εξουσία είναι μαζικά παρούσες στα εργοστάσια του Τορίνο, φαίνεται να ευνοεί την τάση γενικευμένης χρήσης μιας «προλεταριακής δικαιοσύνης» να αντιπαρατεθεί στην αστική, ενώ θέτει με έντονο τρόπο το πρόβλημα της εργατικής αντιεξουσίας.
Αποτέλεσμα εικόνας για giustizia proletaria anni 70
Σε αυτή την περίοδο αρχίζουν επίσης να γεννιούνται τα τραγούδια του αγώνα που τραγουδιούνται στις πορείες τόσο για να δώσουν ρυθμό στους διαδηλωτές όσο και για να συνοψίσουν το νόημα των αγώνων: «Η μπαλάντα της Fiat» (A. Bandelli).
‘Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά για σένα σίγουρα τα πράγματα θα πάνε άσχημα κουραστήκαμε να περιμένουμε να μας σκοτώσεις Συνεχίζουμε να δουλεύουμε και τα συνδικάτα έρχονται να πουν ότι πρέπει να λογικευτούμε και για αγώνα δεν μιλούν ποτέ Κύριε αφεντικό ξυπνήσαμε και αυτή τη φορά θα δώσουμε μάχη και αυτή τη φορά το πώς θ’ αγωνιστούμε θα το αποφασίσουμε μόνοι μας. Βλέπεις τον απεργοσπάστη που το σκάει ακούς τη σιωπή στα εργαστήρια ίσως αύριο μόνο τον θόρυβο του πολυβόλου θα ακούς!Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά σίγουρα τα πράγματα θα σου βγούνε σε κακό από τώρα και στο εξής αν θέλεις να διαπραγματευτείς πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι δεν μπορείς Και αυτή τη φορά δεν μας αγοράζεις με τις πέντε λιρέτες της αύξησης εάν προσφέρεις δέκα θέλουμε εκατό εάν προσφέρεις εκατό χίλιες θέλουμε εμείς Κύριε αφεντικό δεν μας εξαπατείς με τις εφευρέσεις με τους εκπροσώπους τα σχέδια σου είναι θολά και εμείς αγωνιζόμαστε εναντίον σου Και τα προσόντα τις κατηγορίες όλα θέλουμε να καταργηθούν οι διαιρέσεις τέλειωσαν στην αλυσίδα όλοι είμαστε ίσοι! Κύριε αφεντικό αυτή τη φορά έχουμε μάθει να αγωνιζόμαστε το δείξαμε στο Mirafiori θα το δείξουμε σε όλη την Ιταλία Και όταν κατεβήκαμε στην πλατεία εσύ περίμενες μια κηδεία αλλά τα πράγματα στράβωσαν γι αυτούς που ήθελαν να μας αποκοιμήσουν Έχουμε δει τόσα πολλά γκλομπ και ρωμαϊκές ασπίδες ωστόσο είδαμε επίσης πολλά χέρια που αρχίζουν να ψάχνουν πέτρες Όλη η Τορίνο προλετάρια στη βία της αστυνομίας τώρα αποκρίνεται χωρίς φόβο σκληρό αγώνα πρέπει να κάνουμε! Και όχι στους γραφειοκράτες και τα αφεντικά, τι θέλουμε; Θέλουμε τα πάντα! ο αγώνας συνεχίζεται στο Mirafiori και ο Κομμουνισμός θα θριαμβεύσει! Και όχι στους γραφειοκράτες στα αφεντικά τι θέλουμε; Θέλουμε τα πάντα! συνεχής αγώνας στο εργοστάσιο και έξω από αυτό και ο Κομμουνισμός θα θριαμβεύσει!’
Αποτέλεσμα εικόνας για mirafiori, anni '70
«Η ώρα του τουφεκιού» (Pino Masi και Piero Nissim).
‘Ολόκληρος ο κόσμος εκρήγνυται από την Αγκόλα στην Παλαιστίνη Η Λατινική Αμερική μάχεται με τον ένοπλο αγώνα κερδίζει στην Ινδοκίνα σε όλο τον κόσμο οι λαοί αποκτούν συνείδηση και στις πλατείες κατεβαίνουν με τη δίκαιη βία και έτσι Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε για να καταλάβεις ότι ήχησε η ώρα του τουφεκιού; Η Αμερική των Νixon των Agnew και MacNamara στις ζούγκλες του Βιετνάμ παίρνει ένα μάθημα ο πολιτισμός των ναπάλμ δεν αρέσει στους λαούς όσο υπάρχουν αφεντικά δεν θα υπάρξει ποτέ ειρήνη η ειρήνη των αφεντικών βολεύει τα αφεντικά η συνύπαρξη είναι απάτη για να μας κάνουν να στεκόμαστε φρόνιμα οπότε Τι θέλεις παρά πάνω σύντροφε …Στην Ισπανία και την Πολωνία οι εργάτες μας διδάσκουν ότι ο αγώνας δεν σταμάτησε ποτέ ενάντια στα αφεντικά ενωμένοι εναντίον του καπιταλισμού ακόμη και αν είναι καμουφλαρισμένος σε έναν ψεύτικο σοσιαλισμό οι πολωνοί εργάτες που βγήκαν σε απεργία φώναζαν στην πορεία αστυνομία-γκεστάπο φώναζαν Gomulka θα τελειώσεις άσχημα προχωρούσαν τραγουδώντας τη Διεθνή συνεπώς Τι θέλεις περισσότερο σύντροφε …Οι μάζες και στην Ευρώπη δεν στέκονται πλέον να κοιτούν ο αγώνας εκρήγνυται παντού και δεν μπορούν να τον σταματήσουν παντού οδοφράγματα από το Burgos στο Stettino και επίσης εδώ ανάμεσα μας από την Avola στο Τορίνο από το Orgosolo στη Marghera από την Battipaglia έως το Reggio η σκληρή πάλη προχωρά τα αφεντικά την έχουν άσχημα και ως εκ τούτου Τι άλλο θέλεις σύντροφε …’
Σχετική εικόνα
Οι ερυθρές Ταξιαρχίες, οι οποίες άρχισαν να δρουν το φθινόπωρο του 1970, δεν έχουν ιδιαίτερη ανταπόκριση με τις πρώτες ενέργειες. Η προσοχή προς αυτούς θα αποκτήσει εθνικά χαρακτηριστικά με την πυρπόληση στην πίστα της Lainate τον ιανουάριο του 1971.«Την νύχτα της 25ης ιανουαρίου 1971, ένα κομάντο ενεργοποιεί 8 εμπρηστικές βόμβες κάτω από άλλα τόσα ρυμουλκούμενα φορτηγά που ήταν παρκαρισμένα στην πίστα (το εργοστάσιο χρησιμοποιείται για να δοκιμάσει τα ελαστικά της Pirelli). Τρία από αυτά καταστρέφονται ολοσχερώς, τα άλλα πέντε εξαιτίας κατασκευαστικού ελαττώματος των μηχανισμών και πάνω απ ‘όλα λόγω της υγρασίας, παραμένουν άθικτα. Αφήνεται ένα φύλλο χαρτιού, μπροστά από την είσοδο της πίστας, με την επιγραφή DELLA TORRE – ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΕΙΩΣΗ ΜΙΣΘΩΝ – MACMAHON – BRIGATE ROSSE«.
Σχετική εικόνα
Το P.C.I. και «η Unità» που μέχρι τότε είχαν σιωπήσει στις προηγούμενες ενέργειες, ελαχιστοποιούν και καταδικάζουν σε ένα μικροσκοπικό άρθρο μιας στήλης: «Όποιος εκτέλεσε (την επίθεση), ενώ συγκαλύπτεται πίσω από ανώνυμα φυλλάδια με επαναστατική φρασεολογία, ενεργεί εξ ονόματος αυτών, όπως ο ίδιος ο Pirelli, που ενδιαφέρονται να εμφανίσουν τον υπεύθυνο αγώνα των εργαζομένων για την ανανέωση της σύμβασης στα μάτια του κοινού σαν μια σειρά βανδαλισμών, χουλιγκανισμών » (14).Secondo un comunicato del P.C.I. gli operai in prima persona devono sbarazzarsi di questi provocatori: «Όταν συμβαίνουν αυτές οι πράξεις, οι εργαζόμενοι πρέπει σε πρώτο χέρι να αναλάβουν την πρωτοβουλία να τους βγάλουν από τη μέση με τους «καταλληλότερους τρόπους που αντιστοιχούν στη φύση των πράξεων που διαπράχτηκαν» (corsivo nostro)» (15).Η πρόσκληση να γίνει ένα στοιχείο της τάξης με βίαιο τρόπο δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρη, ειδικά μιας και συνδυάζεται με την προηγούμενη δήλωση των συνδικάτων που αποκαλούσαν τις Ε.Τ. «προκλητικά παράφρονες αυθεντικού φασιστικού στυλ», αλλά και η Lotta continua αντιδρά αρνητικά χαρακτηρίζοντας την δράση «παραδειγματική», όχι μαζική και αντικειμενικά προκλητική. Λέει στην ανακοίνωση της: «Ακριβώς επειδή οι προλεταριακές μάζες δεν χρειάζεται να καταλάβουν ότι απαιτείται η βία και ως εκ τούτου δεν είναι απαραίτητες οι παραδειγματικές ενέργειες. […] η στρατιωτική οργάνωση των μαζών δεν χτίζεται επειδή ορισμένες ομάδες αρχίζουν να εφαρμόζουν στρατιωτικές ενέργειες[…].Χτίζεται ξεκινώντας από τη δημιουργία σταθερών και αυτόνομων μαζικών πολιτικών οργανισμών» (16).
Αποτέλεσμα εικόνας για Gauche prolétarienne anni 60
Σε κάθε περίπτωση, οι ενέργειες των ερυθρών Ταξιαρχιών συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται, ειδικά στο Μιλάνο, ενώ μετά το τέλος της «Προλεταριακής Αριστεράς» η εφημερίδα που τις εκπροσωπεί περισσότερο και τις υπερασπίζεται καλύτερα είναι η «Νέα Αντίσταση». Η εφημερίδα παίρνει το όνομα και την έκφραση από ένα έγγραφο της Gauche prolétarienne, της πιο ριζοσπαστικής πολιτικής οργάνωσης που εξέφρασε ο γαλλικός Μάιος, η οποία είχε ασκήσει μορφές παράνομης πάλης πριν τεθεί εκτός νόμου.Στο προγραμματικό έγγραφο της προλεταριακής Gauche εντοπίστηκαν βαθιές συγγένειες με τη νέα πρακτική της προλεταριακής Αριστεράς: »η πολιτική μας έχει ένα όνομα ΝΕΑ ΑΝΤIΣΤΑΣΗ: ο βίαιος λαϊκός αγώνας των παρτιζάνων […] Η ώρα του αντάρτικου ήχησε «(17). H «Nuova Resistenza» βγαίνει το 1971.
Σχετική εικόνα
Κάτω από τον τίτλο, το σύνθημα «Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε», με δίπλα το σύμβολο της «Sinistra Proletaria»: δρεπάνι, σφυρί και τουφέκι να διασταυρώνονται. Το περιοδικό, που χαρακτηρίζεται «κομμουνιστική εφημερίδα της νέας αντίστασης», προτρέπει από τον τίτλο ακόμη μια σειρά προτάσεων και σε περιβάλλοντα της βάσης του PCI. Πράγματι, όπως ήδη παρατηρήσαμε, ένα ολόκληρο πολιτικό ρεύμα πρώην παρτιζάνων και αγωνιστών δεν σταμάτησε ποτέ, τόσο στη δεκαετία του πενήντα, όσο και αργότερα, να καλλιεργεί μια πολύ κριτική πολιτική θέση σχετικά με τα αποτελέσματα της Αντίστασης, η οποία θα έπρεπε να συνεχιστεί με μια γενικευμένη σύγκρουση ταξική μέχρι την εγκαθίδρυση ενός σοσιαλιστικού κράτους. Σε συνάρτηση αυτών των στόχων, πολλοί παρτιζάνοι δεν είχαν επιστρέψει τα όπλα μετά το τέλος του φασισμού, και αστυνομικοί και καραμπινιέροι στη δεκαετία του 50 είχαν βρει (κυρίως σε ορεινές τοποθεσίες αλλά και στα υπόγεια ορισμένων εργοστασίων) εκατοντάδες τουφέκια, ολμοβόλα, περίστροφα. Φυσικά, αυτοί οι πρώην παρτιζάνοι είχαν καταστεί και λιγάκι μυθικοί και φανταστικοί, αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τουλάχιστον τον ιούλιο του ’60 είχε ξαναεμφανιστεί στην πλατεία οπλισμένοι.
Αποτέλεσμα εικόνας για collettivo politico metropolitano
Ο Danilo Montaldi, στο «οι πολιτικοί αγωνιστές της βάσης», χαρακτήριζε αυτή την τάση: «sottovoce», »χαμηλόφωνη», με ένα δημιουργικό παιχνίδι των λέξεων που αναφέρονταν σε ορισμένα λεξιλόγια των εργατών. «Sottovoce», »σιγανά» πράγματι ονομαζόταν το κλασικό «grappino» που οι εργάτες έπιναν το πρωί πριν φτάσουν στο εργοστάσιο και το οποίο απαγορεύονταν πριν από τις 8. Όπως είναι προφανές αυτό το φαντασιακό είχε γίνει κτήμα και στις νέες σειρές των αγωνιστών της βάσης, και αυτή η διαδικασία ευνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την προοδευτική αποκάλυψη της γραμμής «συνεργασίας» που οι ηγέτες του ΚΚΙ εφάρμοζαν προς τον νεοκαπιταλισμό και με τις κεντροαριστερές κυβερνήσεις.Τα γεγονότα της κόκκινης Ιπτάμενης, Volante rossa, η οποία είχε δράσει στο Μιλάνο και τη Βόρεια Ιταλία ως παραστρατιωτική ομάδα στην αμέσως μεταπολεμική περίοδο παραδίδονταν προφορικά. Σε άλλα μέρη του Βορρά σημειώθηκαν φαινόμενα παρόμοια με εκείνα της Volante rossa, ειδικά σε εκείνες τις περιοχές με την ισχυρότερη κομμουνιστική παρτιζάνικη παράδοση, όπως η Λιγουρία και η Εμίλια, και ακριβώς είναι στο Reggio Emilia που θα λάβει χώρα μια διάσπαση από το PCI και από τη νεολαία του, την F.G.C.I. αγωνιστών που θα εισρεύσουν στις ερυθρές Ταξιαρχίες.
Αποτέλεσμα εικόνας για brigate rosseΣχετική εικόνα
Ανάμεσά τους είναι ο Alberto Franceschini (που βρίσκεται στην συντακτική ομάδα της «Sinistra Proletaria») ο οποίος ανήκει σε μία από τις ιστορικές οικογένειες της κομμουνιστικής παράδοσης του Reggio (η γιαγιά του ήταν capolega [ηγέτης σε μιαν ένωση], στα χρόνια ’22, ο παππούς του αντιφασίστας είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε «περιορισμό, απομόνωση», ο πατέρας του, αφού βρέθηκε στο Άουσβιτς και δραπέτευσε, πήρε μέρος στις Ομάδες παρτιζάνικης δράσης), καθώς και ο Fabrizio Pelli (που θα πεθάνει στη φυλακή) και ο Prospero Gallinari, άλλοι όπως ο Azzolini, ο Roberto Ognibene και ο Franco Bonisoli είναι μέλη της »Ομάδας του διαμερίσματος», όπου συναντώνται μετά την έξοδο τους από τις οργανώσεις της επίσημης αριστεράς. Η ομάδα έχει και το δικό της επίσημο όνομα («πολιτική Κολεκτίβα εργάτες φοιτητές») αλλά γρήγορα γίνεται γνωστή ως «Ομάδα του διαμερίσματος» επειδή δεν έχει επίσημη έδρα. Το 1970 η Ομάδα ενέτεινε τις σχέσεις της με τους Curcio και «Sinistra Proletaria» , μέχρις ότου συγχωνευτεί με την εμπειρία της ίδρυσης των ερυθρών Ταξιαρχών (αν και δεν κάνουν όλοι οι επισκέπτες της Ομάδας αυτή την επιλογή). Από παρόμοιες εμπειρίες μέσα στην κομμουνιστική παράδοση προέρχονται και άλλοι αγωνιστές από την περιοχή της Νοβάρα και, κυρίως, από τις εργατικές μιλανέζικες και τορινέζικες γειτονιές. Η «Nuova Resistenza» στη σύντομη ζωή της (δύο νούμερα σε τρεις μήνες) τείνει να ενεργεί ως ενισχυτής μεγάφωνο για όλες αυτές τις αυθόρμητες ομάδες ή παράνομες που αναγνωρίζουν την ανάγκη να αντιταχθούν με την βία στην ένοπλη αστική αντεπανάσταση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημοσιεύονται οι ανακοινώσεις των Ε.Τ. καθώς και άλλων ομάδων και αρκτικόλεξων, μεταξύ των οποίων, από το πρώτο τεύχος ακόμη, εκείνες των Gap (Partisan Action Groups, Gruppi di azione partigiana).
Σχετική εικόνα
ένοπλη πάλη, lotta armata

Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα – Gli anni della lotta armata

Για τον εκδοτικό οίκο Bietti, η ενημερωμένη έκδοση του «Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα, Χρονολογία μιας αποτυχημένης επανάστασης, Gli anni della lotta armata. Cronologia di una rivoluzione mancata» , βγήκε πέντε χρόνια μετά την πρώτη, του Davide Steccanella.

Ο Davide γεννήθηκε το 1962, οπότε το ’68 ήταν στην πρώτη τάξη του δημοτικού και το ’78 ήταν ένας χαριτωμένος νεαρός με ένα κεφάλι γεμάτο μπούκλες. Πώς κατάφερε να συγκεντρώσει περισσότερες από 500 σελίδες χωρίς να έχει άμεση μνήμη των γεγονότων; Απλό. Μάζεψε στοιχεία και πληροφορίες και μας έδωσε έναν λεπτομερή απολογισμό των γεγονότων από το ’69 έως το 2017, καθώς και μια γενναιόδωρη προσφορά των πηγών που χρησιμοποίησε.

Φαίνεται ασήμαντο, κοινότυπο, αλλά δεν είναι καθόλου, σε μια εποχή όπως αυτή στην οποία οι έμπειροι σε αυτά τα θέματα, οι γνώστες, δεν φαίνονται υποχρεωμένοι να αποδείξουν αυτά που ισχυρίζονται. Σε μια εποχή άσχετης αλήθειας, μη πραγματικής, όπου αποφεύγουν να διαπιστώσουν και να επιβεβαιώσουν τα γεγονότα έτσι ώστε να φτάσουν στην πάντα αποτελεσματική παροιμία: «Ψέμα στο ψέμα, κάτι θα παραμείνει στο τέλος».
Κάποιος υποστήριξε ότι το βιβλίο πηγαίνει πέρα της κρίσης του συγγραφέα καθώς στερείται παρατηρήσεων, σχολίων, σαν να ήταν δυνατή μια ουδέτερη λειτουργία στην αφήγηση κοινωνικών γεγονότων. Κατά τη γνώμη μου, και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του κειμένου, της αξίας του, το βλέμμα και οι επιρροές του συγγραφέα είναι πολύ παρούσες στην αφηγητική επιλογή. Γεμάτα σαράντα χρόνια από την απαγωγή Μόρο, στους εορτασμούς της μοναδικής αλήθειας που επιτρέπεται, γεμάτης διετρολογία, [ dietrologia – Στο πολιτικό και δημοσιογραφικό λεξιλόγιo υποδεικνύει, με πολεμικούς τόνους, την τάση, των αποκαλούμενων διετρολόγων dietrologi, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δεδηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους, με την αξίωση πως γνωρίζουν αυτό που πραγματικά «βρίσκεται πίσω» από κάθε ενιαίο, μοναδικό γεγονός] και δημόσια προδιαγεγραμμένη ηθική, επιβεβλημένη, ο Ντάβιντε ενδιαφέρεται για την ανακατασκευή του ιστορικού πλαισίου, της ιστορικής συγκυρίας, της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας, της αλληλοδιαδοχής των γεγονότων που μπορούν να βοηθήσουν στην κατανόηση του ξεσπάσματος του ένοπλου αγώνα στον οποίον ενεπλάκησαν χιλιάδες μαχόμενοι κομμουνιστές για περισσότερα από δέκα χρόνια.

Κατανόηση η οποία θα μπορέσει να απελευθερώσει την 16η μαρτίου 1978 από την αλλοτριωμένη αφήγηση ενός ανεξήγητου, μυστηριώδους γεγονότος και σαν προερχόμενου από τον Άρη, για να το επιστρέψει και να το αποδώσει σε ένα πέρασμα, πολύ σημαντικότερο από άλλα, της μακράς ιστορίας της ταξικής σύγκρουσης εκείνων των χρόνων.

Όντως, το βιβλίο ανοίγει με αριθμούς: 269 ένοπλες ομάδες, 36.000 άνθρωποι που διερευνήθηκαν-ανακρίθηκαν, από τους οποίους 6.000 καταδικάστηκαν. Ωστόσο, η επίσημη χυδαία διαδεδομένη άποψη μιλά για μια χούφτα ψυχοπαθητικών, αιμοδιψών, ετεροκαθοδηγούμενων και, πάνω απ ‘όλα, ξένων στις ταξικές δυναμικές στις οποίες έλεγαν πως αναφέρονταν.
Αλλά κανένας κομμουνιστικός ανταρτοπόλεμος σε μια χώρα στο κέντρο της Ευρώπης δεν θα ζούσε περισσότερο από μία μέρα ούτε θα είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ αν δεν είχε τις ρίζες του ακριβώς στην καρδιά του πιο σημαντικού ταξικού αγώνα από την μεταπολεμική περίοδο.

Και ο Davide αρχίζει από εδώ. Από το εργατικό ’69 και τους φυσικούς του συμμάχους: το κίνημα των φοιτητών και των προλετάριων των αστικών προαστίων. Μια κατολίσθηση, ένα ρεύμα αέρα στο στάσιμο σενάριο που επιθυμούσε το αγκάλιασμα μεταξύ DC και PCI, [χριστιανοδημοκρατίας δηλαδή και Κκι] το οποίο έκλεινε σε ένα θανατηφόρο μπλόκο κάθε χώρο αντιπολίτευσης, αντιπαράθεσης, για να υποβαθμίσει την πολιτική δυναμική της χώρας σε θεσμικές διαμάχες.

Αυτό συνέβαινε μέσα σε χρόνια έκρηξης του πρωταγωνισμού μεγάλων κοινωνικών τμημάτων που βίωναν στον χώρο της καθημερινότητας το πως και πόσο η οργάνωση και οι αγώνες, εκτός των ορίων που επέβαλαν τα κόμματα και τα συνδικάτα, ήταν σε θέση να αντιπαρατεθούν και να εξουδετερώσουν την εκμετάλλευση, τoν μόχθο και το ραβδί των αφεντικών. Μέσα σε χρόνια συγκρούσεων στο δρόμο, στις πλατείες, εφευρετικότητα δημιουργό στόχων, εργαλείων αγώνων και οργανωμένων μορφών. Και κατακτήσεων, σε κάθε περιοχή της συνεργατικής διαβίωσης.

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, η ιστορία ξετυλίγεται χρόνο με τον χρόνο. Οι εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, οι δομές βάσης του εργατικού κινήματος, οι πρώτες οργανώσεις και οι πρώτες ένοπλες ενέργειες, οι θεωρητικές αναφορές, οι εφημερίδες, τα έγγραφα, οι πρωταγωνιστές. Και η θέση στην ημερήσια διάταξη του επαναστατικού αγώνα που διέσχιζε την συζήτηση των κινημάτων. Και όχι μόνο εκείνων.

Για να περιγράψει το κλίμα εκείνων των ετών, ο Davide μας επισημαίνει μερικά επεισόδια που σήμερα θα ήταν αδύνατο ακόμη και να φανταστούμε. Όπως τη διακήρυξη-αυτοκαταγγελία μιας ομάδας διανοουμένων – από τον Giulio Argan και τον Paolo Mieli, μέχρι τον Sergio Saviane, τον Cesare Zavattini και άλλων – όσον αφορά το ξεκίνημα μιας έρευνας από τον εισαγγελέα του Τορίνο ενάντια σε αγωνιστές της Lotta Continua. Αυτά είναι τα λόγια τους: «Όταν οι πολίτες που κατηγορούνται από εσάς δηλώνουν ότι αν είναι αλήθεια ότι τα αφεντικά είναι κλέφτες είναι σωστό να πάμε να πάρουμε πίσω αυτό που έκλεψαν, το λέμε μαζί τους. Όταν αυτοί φωνάζουν ταξική πάλη, να οπλίσουμε τις μάζες, το φωνάζουμε μαζί τους … »   Για να επισημάνουμε πόσο η παρανομία και η ανατροπή, η εξέγερση είχαν εισέλθει πλήρως στο λεξιλόγιο του ακαδημαϊκού και καλλιτεχνικού κόσμου, τόση μεγάλη ήταν η δύναμη και έλξη εκείνου του κινήματος το οποίο ανακοίνωνε την «επανάσταση που απέτυχε» για την οποία ο Davide μιλάει.

Σελίδες μετά από σελίδες και τα γεγονότα διασταυρώνονται με τη μνήμη, μερικές φορές σε αντίθεση, σχεδόν πάντα ως εκ νέου ανακάλυψη τόσο μεγάλης γενναιοδωρίας και πλούτου. Πολλές οι αναφορές και οι μαρτυρίες που αποδίδουν σώμα και αίμα στα γυμνά χρονικά των γεγονότων. Όπως και αυτό που μιλά για τον Martinο Zicchitella, που έχασε τη ζωή του στη διάρκεια μιας δράσης το ’76, του οποίου παραμένει, σαν να ήταν χθες, η εικόνα του νεκρού σώματος στο έδαφος, το γεμάτο αίματα πρόσωπο, σχεδόν ποδοπατημένο από το μικρό πλήθος των αστυνομικών που έτρεξαν κοντά του. Γράφει γι αυτόν ο Giorgio Panizzari, μαχητής σύντροφος του στους Ένοπλους Προλεταριακούς Πυρήνες, Nuclei Armati Proletari, αναφερόμενος στην προηγούμενη φυλάκιση του Martinο, εκεί όπου είχε ωριμάσει και ανέπτυξε την πολιτική επιλογή του: «Μας ήρθαν νέα της βίαιης συμπεριφοράς στην οποίαν υποβάλλονταν, του έγραψα μια επιστολή στην οποία ζητούσα συγγνώμη για το ότι τον έβαλα στους Nap, και μου απάντησε ότι στη ζωή είχε χτίσει πολλά, αλλά το πιο όμορφο πράγμα ήταν αυτό που κάναμε. Μην ανησυχείς, μου έγραψε, έστω κι αν αυτοί με βασανίζουν, εγώ νιώθω καλά, οπότε δεν θα με απαλλοτριώσουν από τις αποφάσεις μου «.

Έτος 1978 και ο Davide σημειώνει: Βγαίνει ο δίσκος “Jazz” των Queen, η ταινία «Εγώ και η Annie» του Woody Allen κερδίζει το Όσκαρ και η Αργεντινή το παγκόσμιο πρωτάθλημα »μέσα στο σπίτι της». Στην Ιταλία η Juventus κερδίζει το scudetto και oι Matia Bazar το Sanremo με το τραγούδι «E dirsi ciao». Το κεφάλαιο κλείνει με το σκεπτικό πως αν το ’78 ήταν το έτος της πιο εντυπωσιακής δράσης στην ιστορία του ένοπλου αγώνα, τo ’79 θα είναι αυτό της μεγαλύτερης επέκτασής του. Και αυτή η παρατήρηση δεν θα ήταν δίχως νόημα αν στέκονταν μόνο στην ανάλυση της.

Αλλά η πραγματική ιδιαιτερότητα, χρήσιμη για την αντιμετώπιση των ακόλουθων γεγονότων, αναφέρεται στη σημείωση 18 που μεταφέρει ένα άρθρο του ιστολογίου του Paolo Persichetti, Insorgenze, με τίτλο Τι διάβαζε ένας ταξιαρχίτης τον σεπτέμβριο του 1978;   Cosa leggeva un brigatista nel settembre 1978?

Πέρα από κάθε πρόθεση διδασκαλική, για όσους ενδιαφέρονταν πραγματικά να κατανοήσουν, της ύπαρξης της ιστοριογραφικής μεθόδου ανάλυσης της τεράστιας υπάρχουσας τεκμηρίωσης με την οποίαν αποσυναρμολογούνται θρύλοι, φήμες, κλισέ κοινοί τόποι και καταρρέει ολόκληρη η διετρολογική-συνωμοσιολογική σκαλωσιά, η λεπτότης είναι η είδηση της ανεύρεσης και ενός βιβλίου της Kollantaj στη βάση της οδού Monte Nevoso. Τόσο για να μην σωθεί ούτε και η κριτική για machismo από το φεμινιστικό κίνημα, κριτική που επαναλαμβάνεται παρά το γεγονός ότι στις οργανώσεις του ένοπλου αγώνα η γυναικεία παρουσία ήταν μεγαλύτερη από οποιοδήποτε άλλο αριστερό πολιτικό σχηματισμό. Επιπλέον, ένα δείγμα του επαναστατικού εργατικού και φοιτητικού διεθνισμού, πολύτιμα εργαλεία για να καταλάβουμε έναν κόσμο που έβραζε ανάμεσα σε αντικαπιταλιστικές εξεγέρσεις, αντιστάσεις σε δικτατορικά καθεστώτα νεοφασιστικών διαδικασιών αποαποικιοκρατίας: ένας άλλος σοσιαλισμός φαινόταν ακόμα πιθανός!

Η κουλτούρα, οι πολιτικές και αξιακές πρακτικές του επαναστατικού κινήματος μπορούν να βρεθούν μέσα σε αυτή τη βιβλιογραφία, η ανάλυση της οποίας μπορεί να βοηθήσει στην εγκατάλειψη πολλών προκαταλήψεων αυτών που έχουν δημιουργήσει το δίκτυο μνήμης και που τους κάνουν να γράψουν, όπως και κάποιος σαν τον Gotor: » Αντικείμενα κοινά σε μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων: όχι αρειανών, όπως κατέστησαν σιγά σιγά στην στρεβλή και επιφυλακτική μνήμη των συντρόφων τους, καθώς σιγά σιγά αυτοί χωρίζονταν από την ανθρώπινη και πολιτική εμπειρία που τους άγγιζε χωρίς να τους κατακλύσει. Περισσότερο από τις προθέσεις, συχνά σώθηκαν από καθαρή τύχη «.

Επίσης κείμενα για τον κόσμο της «νέας» τηλεόρασης των αφεντικών και των πολυεθνικών, όταν ο όρος παγκοσμιοποίηση ήταν ακόμα άγνωστος. Αλλά δεν υπήρχε «Η προέλευση της οικογένειας, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του Κράτους» του Ένγκελς, που ο Marco Bellocchio, Μάρκο Μπελόκιο βάζει σε κοινή θέα σε μια από τις πιο γελοίες σκηνές της ταινίας του ‘Καλημέρα νύχτα’, ‘Buongiorno notte’, στην οποία ζωγραφίζει τους ενοίκους της «φυλακής του λαού» σαν φρενιασμένους που μιλάν σαν να ουρλιάζουν συνθήματα. Είμαστε σε κατάσταση επείγουσας ανησυχίας αναμένοντας την καλλιτεχνική ελευθερία την οποίαν ο απερίγραπτος πρώην μαοϊκός σκηνοθέτης (που δεν είναι πλέον οπαδός του περίφημου κινέζικου κανόνα σύμφωνα με τον οποίο έχουν δικαίωμα λόγου μόνο όσοι έχουν κάνει έρευνα) θα χορηγήσει στον εαυτό του για το επόμενο έργο που ανακοινώθηκε για την επέτειο των σαράντα χρόνων του ’78!
Αλλά υπάρχουν και άλλα: αναλύοντας τις βιογραφίες των αγωνιστών μπορεί κανείς να διαψεύσει με βεβαιότητα την διαδεδομένη άποψη πως είχαν ενταχτεί ή πως προέρχονταν από την πολιτιστική κληρονομιά αυτών που αποχώρησαν από την FGCI [κομουνιστική νεολαία] της Emilia ή από εκείνη την μισο καθολική της σχολής κοινωνιολογίας του Trento. Από την «οικογενειακή φωτογραφία» μπορούμε να αναγνωρίσουμε την φυσιογνωμία πρωτοποριών εργοστασίων του Μιλάνο, του Τορίνο και της Γένοβας. Πρώην αγωνιστών των διαλυμένων εξωκοινοβουλευτικών ομάδων ή από το κίνημα του ’77. Τμήματα βενετικής αυτονομίας, ιδιαίτερα του Porto Marghera. Πρώην συμμετεχόντων σε διαλυμένες ένοπλες ομάδες. Συνιστώσες της ναπολιτάνικης κοινωνικής πραγματικότητας και των αστικών προαστίων. Μέχρι τους σχηματισμούς των περιοχών της επαρχίας.
Η ταινία των αναμνήσεων εξακολουθεί να τρέχει. Επίθεση στην έδρα της περιφερειακής επιτροπής της DC, στην κεντρική πλατεία Piazza Nicosia, σε απόσταση αναπνοής από τα κυριότερα κτίρια της εξουσίας. Το κτίριο καταλαμβάνεται, οι παρόντες ακινητοποιούνται, αρχεία και έγγραφα αφαιρούνται. Έξω, μια αστυνομική περιπολία της αστυνομίας που κατέφθασε στον τόπο εξουδετερώνεται, με τον θάνατο δύο από τους τρεις αστυνομικούς. Πολύ σύνθετη δράση, για τον αριθμό των συμμετεχόντων, για το μέγεθος του χώρου και τη θέση του σε μια πολύ στρατιωτικοποιημένη περιοχή. Ωστόσο, στη διετρολογική ταξινόμηση του «δεν μπορεί να έχουν κάνει τα πάντα από μόνοι τους», δεν υπερβαίνει την επίθεση της via Fani.
Και ακόμη. Όπως συνέβη ήδη για την κηδεία του Walter Alasia («οι σύντροφοι της Magneti, που ήταν πολλοί και εμείς της Breda τοποθετηθήκαμε σε δύο φτερά: ο καθένας είχε το κόκκινο γαρύφαλλο του, οι γροθιές υψώθηκαν και τραγουδήσαμε την Διεθνή, l’Internazionale «), το φέρετρο της Barbara Azzaroni, μαχήτριας της Prima Linea που σκοτώθηκε μαζί με τον Matteo Caggegi σε ανταλλαγή πυρών, χαιρετίζεται από ένα επιβλητικό πλήθος συντρόφων, κλειστές γροθιές και κόκκινες σημαίες. Σημάδια των καιρών προκειμένου να αποκηρύξουμε τόσα ψέμματα, τόσα παραμύθια.

Χρόνια ’80. Ενώ η διεθνής κατάσταση αλλάζει ριζικά, στο Τορίνο η Fiat ανακοινώνει 15.000 απολύσεις και 23.000 cassa integrati. Είναι η αντεπίθεση των αφεντικών, η αποφασιστική ώθηση στη βιομηχανική αναδιάρθρωση σύμφωνα με την παραγωγική δομή της παγκόσμιας αγοράς αυτοκινήτων. [Cassa integrazione:Ταμείο συμπλήρωμα: παρέχει αποζημίωση ως αμοιβή σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργασίας υπέρ των εργαζομένων σε επιχειρήσεις που υφίστανται βιομηχανική κρίση σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργασιακής δραστηριότητας.]

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, ήταν απαραίτητο να εξαλειφθούν οριστικά οι ανταγωνιστικές συμπεριφορές και οι πρωτοπορίες που μέχρι τότε εμπόδισαν τις προσπάθειες αναδιοργάνωσης της παραγωγής και των εργασιακών δραστηριοτήτων. Η «πορεία των 40 χιλιάδων λευκών κολάρων» κλείνει την μανούβρα τανάλιας και σηματοδοτεί την «παρακμή των εργατικών αγώνων και το τέλος μιας εποχής».

Ο Giorgio Cremaschi σχολίασε ότι εκείνη η περίπτωση «άλλαξε την ιστορία του ιταλικού καπιταλισμού θέτοντας τα θεμέλια για όλα εκείνα που θα συνέβαιναν τα επόμενα 30 χρόνια». Συμπεριλαμβανομένης της κρίσης των ένοπλων ομάδων, των διασπάσεων, των προδοσιών, των αποτυχημένων προσπαθειών αναδιοργάνωσης. Συμπεριλαμβανομένης της παρακμής της στρατηγικής που οι εΤ είχαν συλλάβει και ανέπτυξαν περί της κεντρικότητας ενός επαναστατικού υποκειμένου ικανού να τεθεί στο ύψος των περιστάσεων όσον αφορά στο ζήτημα της εξουσίας και της επανένωσης όλων των άλλων προλεταριακών πρωταγωνιστών μορφών αυτής της μακράς εποχής ριζοσπαστικών αγώνων: την εργατική τάξη των μεγάλων εργοστασίων. Τα χρόνια της ήττας, στο ύψος της απόπειρας, της προσπάθειας που έγινε.

Με αυτό ασχολείται το τελευταίο κομμάτι του βιβλίου που, αφού πέρασα πολλά χρόνια να σκέφτομαι περί αυτού, αφήνω πρόθυμα στον προσεκτικό αναγνώστη.
Στη μνήμη του μέλλοντος, το απόσπασμα του Samuel Beckett από το Maelstrom, που γράφτηκε από τον Salvatore Ricciardi: «Πάντα προσπάθησα. Πάντα απέτυχα. Μην συζητάς. Δοκιμάστε ξανά. Θα αποτύχεις ξανά. Θα αποτύχεις καλύτερα. »

Επειδή μόνο εκείνοι που δεν φοβούνται να πέσουν θα είναι σε θέση να σηκωθούν.

 – © Αναπαραγωγή εφικτή κατόπιν ρητής συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η φυγή προς τα εμπρός -La fuga in avanti

του Manolo Morlacchi

Morlacchi-LaFugaInAvanti.jpgManolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, ed. Agenzia X, pp. 216, € 15,00. Η φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει

La fuga in avanti Η φυγή προς τα εμπρός βγήκε στα βιβλιοπωλεία εδώ και λίγες ημέρες και υπάρχουν κάποιες παρατηρήσεις, προκλήσεις, ερωτήσεις, που εμφανίζονται κατ’ επανάληψη στις παρουσιάσεις  όπου συμμετέχω και στις κριτικές που μέχρι τώρα μπόρεσα να διαβάσω, ειδικότερα η αναφορά του Wu Ming 1 στην Nandropausa. Οπότε βεβαιώθηκα για την ανάγκη εμβάθυνσης κάποιων ζητημάτων γύρω απ’ το βιβλίο μου.

Κατά μήκος των σελίδων του La fuga in avanti περιγράφω αρκετές φορές με μεγάλη έμφαση και νοσταλγία το κλίμα μέσα στο οποίο πέρασα τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας και ενηλικίωσης, πάνω κάτω από το 1975 στο 1985. Αυτή η περιγραφή μπορεί να ξεσηκώσει κάποια ενόχληση ή αμηχανία μεταξύ εκείνων που έζησαν στην πρώτη σειρά εκείνη την πολιτική περίοδο και πλήρωσαν τις συνέπειες σκληρά. Αλλά η ανάγνωση μου είναι σκόπιμα προκλητική. Είναι η προσπάθεια να συσχετίσω τα ανθρώπινα και κοινωνικά χαρακτηριστικά αυτών που αποφάσισαν να οδηγηθούν στην σύγκρουση με το Κράτος, με τα ανθρώπινα και κοινωνικά προφίλ με τα οποία είμαστε συνηθισμένοι να ζούμε σήμερα. Είναι η προσπάθεια να δείξω πως, στο τέλος, αυτά τα ονόματα και επίθετα είναι τα ίδια όπως και τότε, πως δεν πρόκειται για προσωπικές βιογραφίες, αλλά συλλογικά γεγονότα, πολιτικές και επαναστατικές ευκαιρίες, πολύ υλικά ζητήματα. Είναι η προσπάθεια να παρέμβω επάνω στις κοινοτοπίες, τα κοινά στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία τα χρόνια ’70 υπήρξαν ένας σύγχρονος μεσαίωνας, μολυβένιος και σημαδεμένος από την ultraιδεολογία.
Oι αναμνήσεις μου περιγράφουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Στην γειτονιά μου, το Giambellino, στα χρόνια ’70, οι προλετάριοι ήταν με την μεριά των Ερυθρών Ταξιαρχιών, erano dalla parte delle Brigate Rosse. Είναι πολλές οι σχετικές μαρτυρίες. Όλοι γνώριζαν ποιοι ήταν οι παράνομοι, τύχαινε αυτούς τους παρανόμους να τους συναντάς να τρων και να πίνουν στις ταβέρνες και στους τόπους συνάντησης του Giambellino, στην Bersagliera ή στην Cooperativa, δίχως κανείς να έχει κάτι να πει  (και δεν επρόκειτο για φόβο). Στην Piazza Tirana οι BR πραγματοποίησαν κάποιες δημόσιες συγκεντρώσεις δίχως να παρέμβει η αστυνομία. Σε οροφές λαϊκών κατοικιών εμφανίζονταν συχνά κόκκινες σημαίες με το πεντάκτινο αστέρι. Οι ίδιοι οι στρατευμένοι στο PCI γνώριζαν ποιοι κρύβονταν πίσω από τις Brigate Rosse, αλλά στην χειρότερη των περιπτώσεων ζούσαν μαζί. Ο πατέρας μου ήταν τόσο δεμένος με την ιστορία του στο κόμμα ώστε, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, γράφτηκε στην Rifondazione Comunista, στην Κομουνιστική Επανίδρυση δηλαδή, και γιόρτασε την πρώτη νίκη του Prodi επί του Berlusconi!
Δεν έχω σίγουρα σκοπό να ξεχωρίσω την ιστορία των ρομαντικών ερυθρών Ταξιαρχιών της περιπέτειας, σε σχέση με την ιστορία  των αιματηρών μιλιταριστικών ερυθρών Ταξιαρχιών. Υπάρχει μια μοναδική ιστορία της ένοπλης πάλης στην Italia και ο πατέρας μου υπήρξε απόλυτα μέρος της από το 1970 μέχρι που βγήκε από την φυλακή το 1986.   Παρέμεινε αδιαπέραστος-αμετακίνητος σε κάθε προσπάθεια να ελαφρύνει την θέση του ως κρατούμενος, χωρίς να αναζητεί τις συντομεύσεις του διαχωρισμού ή την ατιμία της μετάνοιας. Τις κριτικές του και τις αμφιβολίες σχετικά με την Οργάνωση πάντα τις διατηρούσε για τους συντρόφους με τους οποίους μοιράζονταν την ίδια άκαμπτη αποστροφή για το αστικό σύστημα.
Αυτό που κίνησε εκείνα τα πρόσωπα του Giambellino και τους πολλούς που τα ακολούθησαν, ήταν μια ώθηση πολύ υλική που προέρχονταν από μακριά και δεν αντιπροσώπευε τον καρπό μιας επεξεργασίας πανεπιστημιακού σαλονιού. Σε αυτούς συνοψίζονταν πολλοί αγώνες : η Αντίσταση στον ναζιφασιμό, η πείνα που υπέφεραν στην διάρκεια και μετά τον πόλεμο, οι εργατικοί αγώνες στα εργοστάσια των χρόνων ’50, η ρήξη με το PCI και η υποστήριξη στην Κίνα, στο Βιετνάμ, στην Κούβα, στους αφρικανικούς αγώνες ενάντια στην αποικιοκρατία. Τέλος, το 1968 και η δύσκολη διαλεκτική με τους φοιτητές, “τους μελλοντικούς ηγέτες της Χώρας που είχαν την πρόθεση να οδηγούν τις πορείες”.
Ήταν αυτή η πρακτική τους συνέπεια, ακόμη και πριν από την πνευματική / ιδεολογική, που έκανε ιδιαίτερους εκείνους τους συντρόφους και συναρπαστική την παιδική μου ηλικία. Ήξερες ποιος βρισκόταν μπροστά σου. Ήξερες ότι εκείνους τους ανθρώπους τους έβρισκες να παίζουν ζάρια με τον υπόκοσμο στον σιδηροδρομικό σταθμό του San Cristoforo στην πλατεία Τirana, αλλά όταν χρειάζονταν περισσότερα επάνω σε αυτούς μπορούσες να στηριχθείς χωρίς αμφιβολία.
Αυτά τα συναισθήματα προσπάθησα να τα μεταφέρω μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, προσπαθώντας να αποφύγω κάθε επιφύλαξη. Το La fuga in avanti είναι ένα βιβλίο παρτιζάνικο που προτίθεται να βάλει μέσα στο αυλάκι των επαναστατικών αγώνων του περασμένου αιώνα την εμπειρία του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Το βιβλίο μου δεν έχει καμία ειρηνευτική πρόθεση. Είναι η προσπάθεια να κατανοήσουμε τα λάθη και τα επιτεύγματα αυτής της εμπειρίας ώστε τα συμπεράσματα να χρησιμοποιηθούν από όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η κοινωνία του κέρδους είναι ένα βδέλυγμα ενάντια του οποίου πρέπει να αγωνιζόμαστε.

Μια άλλη πτυχή που συχνά εμφανίζεται στις συζητήσεις γύρω από τη δεκαετία του ’70, είναι το θέμα της ειδικής νομοθεσίας και, γενικότερα, οι μορφές που η καταστολή ανέλαβε για να νικήσει τον ένοπλο αγώνα: επαναφορά των σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων των κρατουμένων και των οικογενειών τους, υπόγεια χρήση της θανατικής ποινής και ούτω καθεξής. Είναι συνήθεια μεγάλου μέρους της λιγότερο ή περισσότερο θεσμικής αριστεράς, να αντιμετωπίζει εκείνα τα γεγονότα και περιστατικά σαν να ήταν το αποτέλεσμα μιας συλλογικής τρέλας που μεγάλωσε μέσα στην μήτρα των δημοκρατικών θεσμών.
Σαν εκείνες οι κατασταλτικές επιλογές να ήταν ένα τέρας που ξέφυγε από το χέρι κάποιου και όχι το συγκεκριμένο προϊόν των μεθόδων με τις οποίες οι μηχανισμοί του Κράτους, οποιουδήποτε Κράτους, παρεμβαίνουν όταν η διαφωνία γίνεται επικίνδυνη. Σαν, σε σύγκριση με εκείνα τα χρόνια, να υπήρχαν σήμερα κατασταλτικές δυνατότητες λιγότερο κακές από ό, τι ήταν τότε. Θα έφτανε να διαβάσετε το θαυμάσιο βιβλίο του Emilio Quadrelli Απόδραση και εξεγέρσεις, Evasione e rivolte για να συνειδητοποιήσετε πόσο αυτό το είδος της ανάγνωσης, στην καλύτερη περίπτωση, είναι αφελές, απλοϊκό.
Εκείνοι που πολεμούν τον ιμπεριαλισμό με τα όπλα στο χέρι, χθες όπως και τώρα, γνωρίζουν τα εργαλεία με τα οποία η αστική τάξη είναι εξοπλισμένη για να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της. Είναι βελτιωμένα εργαλεία επάνω στο δέρμα εκείνων που πολέμησαν τον καπιταλισμό στην διάρκεια των επαναστατικών κύκλων τα τελευταία 150 χρόνια. Θεωρητικές εργασίες που βγήκαν από τα κεντρικά του τρόμου των ηνωμένων πολιτειών, του ισραήλ, της γαλλίας, βρετανίας, ιταλίας και που βρήκαν πρακτική εφαρμογή στα λατινοαμερικανικά σενάρια, μεσανατολικά, αφρικανικά, ινδοκινέζικα, στον αγώνα ενάντια στις μαχόμενες ευρωπαϊκές οργανώσεις και όλου του κόσμου. Σήμερα αυτά τα εγχειρίδια καταστολής βρίσκουν την πλανητική τους καθαγίαση και την σωστή ευελιξία για να ανταποκριθούν σε κάθε ποιοτική και ποσοτική αναγκαιότητα. Έτσι έχουμε την περίπτωση του Ιράκ, όπου contractor/πατριώτες ιταλοί φεύγουν για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου βιάζοντας γυναίκες και παιδάκια, και έχουμε αντιθέτως την περίπτωση της Γένοβας το 2001 όπου η αστυνομία μας περιορίζεται να δώσει τα διαπιστευτήρια της σε όσους πίστευαν ότι η μπουρζουαζία μιας δημοκρατικής χώρας χρησιμοποιεί διαφορετικά εργαλεία σε σχέση με αυτά που προορίζει για τις περιφέρειες του κόσμου. Να προσπαθούμε να τετραγωνίσουμε τον κύκλο επάνω σε αυτά τα θέματα γύρω από ένα τραπέζι και με την έγκριση των θεσμικών οργάνων είναι, για να χρησιμοποιήσουμε μια ευγενική έκφραση, αδύνατο. Εκτός αν νομίζετε ότι υπάρχει μια διχοτομία μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των συμφερόντων του κεφαλαίου.

Στο βιβλίο μου έχει επίσης επικριθεί το γεγονός πως δεν σέβεται τον πόνο των θυμάτων εκείνων των χρόνων. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Σέβομαι αυτό τον πόνο, αποφεύγοντας να μιλήσω γι ‘αυτόν. Δεν είναι ένα απλό escamotage, τέχνασμα, αλλά η βαθιά πεποίθηση ότι δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να εισέλθω σε έναν πόνο που δεν είναι δικός μου. Νομίζω ότι ο σεβασμός είναι μια κατηγορία που μερικές φορές προκαλείται από τους νικητές, όταν οι ηττημένοι δεν ζητούν «συγνώμη». Όλοι θρηνούν τους νεκρούς τους όπως το επιθυμούν. Έχω μεγάλο σεβασμό για τον ανθρώπινο πόνο που προκαλείται από τη βία, είτε επαναστατική είτε κατασταλτική. Πολύ πιο σημαντικό είναι να πούμε ότι αυτό το σεβασμό τον είχε ο πατέρας μου, η μητέρα μου και οι πολλοί σύντροφοι τους. Ανέφερα σκόπιμα στις σελίδες της Φυγής προς τα εμπρός- La fuga in avanti ένα βήμα από το Δίχως ανακωχή-Senza tregua, όταν ο διοικητής Visone βρίσκεται μπροστά στους νεκρούς του Piazzale Loreto και παρατηρεί τα πρόσωπα ευτυχισμένα και χαμογελαστά των φασιστών: «Συνειδητοποίησα εκείνη τη στιγμή πόσο μεγάλη ήταν η απόσταση που με χώριζε από τους εχθρούς μου. Εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να γελάσω μπροστά στα πτώμα του εχθρού μου. Πολύ μεγάλο ήταν το βάρος που κουβαλούσα στους ώμους μου για αυτούς τους θανάτους «.

Θέλησα να διηγηθώ μια ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών χωρίς να θαφτώ στις πτυχώσεις της Επίσημης Ιστορίας. Δεν ενδιαφέρθηκα για τα διάφορα στάδια και τις διαφορετικές ψυχές του ένοπλου αγώνα: ένοπλη προπαγάνδα, μιλιταριστική πτέρυγα, κινηματική πτέρυγα, πρώτη και δεύτερη θέση, pg, pcc, ucc κλπ . Όχι γιατί είναι ασήμαντα θέματα, αλλά επειδή δεν χρειάζονται για να περιγράψουν όλη την ιστορία της πιο σημαντικής ιταλικής ένοπλης οργάνωσης.
Έτσι όπως είναι άχρηστο να προσπαθήσουμε να την χρωματίσουμε (εκτός αν πρόκειται για μια εκ νέου ανάγνωση συμφεροντολογική) εξιστορώντας τις ασχήμιες και τις εκτροπές που συνέβησαν κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Οι στραγγαλισμοί στην φυλακή αγωνιστών οι οποίοι είχαν κάνει ομολογίες κάτω από βασανιστήρια, οι δολοφονίες για να διαδοθεί ένα φυλλάδιο, κ.λπ. κ.λπ. Η κατηγορία της βίας, σε ανάγνωση με απόλυτους όρους, κατά παρεκβολή και με ακραίο τρόπο, θα περιέγραφε το εσφαλμένο της ένοπλης επιλογής. Παίρνει τη μορφή ενός πνευματικού τεχνάσματος ώστε να κάνει όλους να συμφωνήσουν. Μα που βρίσκονταν η βία εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία; Ήταν το προϊόν μιας ομάδας τρελών που το είχαν σκάσει από κάποιο ψυχιατρείο, ή ήταν το αποτέλεσμα της κοινωνικής σύγκρουσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη;  Εάν θέταμε σε ανταγωνισμό την επαναστατική βία με εκείνην της καταπίεσης,  ε λοιπόν θα κέρδιζε με μεγάλη απόσπαση εκείνη που προκλήθηκε από τις σφαγές του Κράτους, από τα νομιμοποιημένα βασανιστήρια, από τις δολοφονίες που πραγματοποιήθηκαν στους δρόμους και τις πλατείες, στις φυλακές, από τους σφαγιασμούς που διαπράχθηκαν από τον ιμπεριαλισμό σε όλο τον κόσμο. Αλλά είναι άχρηστη αυτή η επιχείρηση, εκτός εάν, επαναλαμβάνω, αυτή είναι μια πολιτική επιχείρηση. Αλλά τότε μπαίνουμε σε έναν άλλο χώρο. Είναι όπως όταν σήμερα μας κάνουν να βλέπουμε παντού τους δολοφόνους της Αλ Κάιντα, αλλά προσέχουν πολύ από το να δημοσιεύουν τα “ηρωικά κατορθώματα” των στρατιωτών και των μισθοφόρων μας στους οίκους ανοχής της Καμπούλ, στα χωριά του Κοσσυφοπεδίου, κατά μήκος των δρόμων του Ιράκ.
Ο πατέρας και η μητέρα μου στάθηκαν πάντα κριτικοί και μακρινοί σε σχέση με ορισμένες εκτροπές που συνδέονται με την ήττα που διαφαίνονταν επί της οργάνωσης, όπως επίσης αφηγούμαι με μαρτυρίες στο βιβλίο μου. Αλλά όλα αυτά λίγη σημασία έχουν στη συνολική αξιολόγηση. Σήμερα οι BR δεν υπάρχουν πια. Αλλά η βία η καταπίεση και η καταστολή αυξάνουν γεωμετρικά. Είναι από αυτή την παραδοχή, από ότι συμβαίνει σήμερα, που πρέπει να αρχίσουμε να ξαναδιαβάζουμε εκείνα τα επεισόδια.
Βιβλία για τις ΕΤ έχουμε δεκάδες. Η βία, διαβασμένη με μονόπλευρο τρόπο, παραμένει το κύριο εργαλείο για να περιγραφεί εκείνη η εμπειρία. Ασυνάρτητη, ανιστόρητη, διανοουμενίστικη, είναι μια ανάγνωση που χρησιμεύει μόνο για να πιστοποιήσει την ιστορία που έγραψαν οι νικητές. Εγώ αντιθέτως προσπάθησα να την γράψω από την οπτική των ηττημένων, ηττημένων, που όμως δεν παραδόθηκαν, δεν το έβαλαν κάτω, δεν τα παράτησαν – sconfitti, ma non arresi.

https://www.carmillaonline.com/2008/01/03/la-fuga-in-avanti/

ιστορία, storia

27 μαρτίου 1978: ο Μόρο και οι εΤ. Σκέψεις από το κίνημα – 27 marzo 1978: Moro e le Br. Riflessioni dal movimento

Στις 16 μαρτίου 1978, οι ερυθρές Ταξιαρχίες είχαν ξεκινήσει ένα νέο κύκλο επιθέσεων ενάντια στο Κράτος και ένοπλης προπαγάνδας, δηλαδή τη λεγόμενη «εκστρατεία της άνοιξης», εκείνη που θα παραμείνει η πιο συγκλονιστική δράση τους, η απαγωγή του προέδρου των Χριστιανοδημοκρατών Άλντο Μόρο. Από την απαγωγή μέχρι την εκτέλεση του Moro είχαν περάσει 55 ημέρες, κατά τις οποίες στην πολιτική συζήτηση,  οι αναλύσεις, οι υποθέσεις και τα σχόλια ήταν τα πιο ποικιλόμορφα.

 

moro2

Στις 25 Μαρτίου, βρέθηκε η δεύτερη ανακοίνωση των BR, και τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 29 μαρτίου, η τρίτη. Τα συνθήματα και οι στόχοι ήταν περισσότερο ή λιγότερο οι ίδιοι με τις επακόλουθες ανακοινώσεις: να χτυπηθεί το ιμπεριαλιστικό Κράτος των πολυεθνικών (SIM), να οργανωθεί το Επιθετικό Κίνημα Προλεταριακής Αντίστασης και να χτιστεί το μαχόμενο κομμουνιστικό Κόμμα, οδηγώντας τον πόλεμο της επαναστατικής τάξης. Βρίσκει χώρο, στο κάτω μέρος του ανακοινωθέντος n. 2, ένας χαιρετισμός στους συντρόφους Fausto και Iaio συντρόφους, που σκοτώθηκαν στο Μιλάνο δύο ημέρες μετά την απαγωγή Μόρο.

Μέσα στο κίνημα πολλοί αμφισβήτησαν, αναρωτήθηκαν και εκφράστηκαν, μίλησαν για το τι συνέβαινε, μίλησαν σχετικά με τις συνέπειες της ενέργειας των ταξιαρχιτών σε σχέση με τους κοινωνικούς αγώνες, τους αγώνες των εργαζομένων και των φοιτητών, σχετικά με τις διαφορές μεταξύ του «ένοπλου κόμματος» και του «ένοπλου κινήματος».

Στο νούμερο 27 – 28 του απριλίου 1978, στο περιοδικό Rosso, μεταφέρεται η απομαγνητοφώνηση ορισμένων τμημάτων μιας συζήτησης που πραγματοποιήθηκε στο Radio Sherwood (όταν ήταν ακόμη Radio Sherwood …) το ίδιο βράδυ της απαγωγής Μόρο. Η σαφήνεια των παρεμβάσεων μαρτυρεί την διαύγεια με την οποία το κίνημα ήταν σε θέση να προσδιορίσει άμεσα τα κρίσιμα ζητήματα που συνδέονται με τον ταξιαρχίτικο σχεδιασμό, τα όρια και τους κινδύνους του. Ας παραθέσουμε δύο σημαντικά αποσπάσματα:

Το νέο στοιχείο που προκύπτει από το σημερινό γεγονός και που ασκεί το σύνθημα «να φέρουμε την επίθεση στην καρδιά του κράτους», αλλά που απομακρύνει ακόμα περισσότερο την πολιτική και τη θεωρία των BR από το κίνημα, είναι η μεταφορά σε ένα διαφορετικό επίπεδο, της σχέσης μεταξύ της ένοπλης οργάνωσης και του Κράτους. Ο Moro και η σημερινή πολιτική τάξη, ως έκφραση που πραγματοποιήθηκε της ανασύνθεσης της κυριαρχίας, δέχονται χτύπημα από τις ΕΤ. […] Οι ΕΤ αναλαμβάνουν πλήρως, ακόμη και εντός των ορίων της διαμόρφωσης και της εκπροσώπησης τους, την κατάσταση λειτουργίας του εργατικού Κράτους που μάχεται με γενναιότητα εναντίον του καπιταλιστικού Κράτους. […] Στο καπιταλιστικό κράτος αντιπαραθέτουν το Αντικράτος. Η σχέση μεταξύ κόμματος και κινήματος, μεταξύ πρωτοποριών και κινήματος αντιμετωπίζεται και ασκείται με όρους εγχειριδίου χρήσης, είναι η λενινιστική θεωρητική ως «νεκρή γνώση» και όχι η ζωντανή λενινιστική ανάγνωση (αυτή που μετράει στην προκειμένη περίπτωση). Έτσι, η νοημοσύνη, η στρατηγική, η πρόβλεψη, η λενινιστική φαντασία είναι όλη μέσα στο κόμμα και έξω από την τάξη.

Αυτή η επιχείρηση φέρνει σε ριζική κρίση τη σχέση ανάμεσα στο ένοπλο κίνημα και το «ένοπλο κόμμα». Αυτή η κρίση θα αναγκάσει το κίνημα να αντιμετωπίσει αποφασιστικά το πρόβλημα, το οποίο πολύ συχνά έχει υποτιμήσει. Δηλαδή το πρόβλημα της ύπαρξης μέσα του μιας οργάνωσης που θέτει τον εαυτό της εντελώς εκτός των χρόνων ανάπτυξης και αυτο-οργάνωσης του κινήματος, και που ενώ θέτει ως έδαφος σύγκρισης και αντιπαράθεσης το επίπεδο του ένοπλου αγώνα και του «εμφυλίου πολέμου» , το προτείνει ως μια ανάλυση της πολιτικής φάσης, και της τακτικής και της στρατηγικής της οργάνωσης, εντελώς διαφορετικής από εκείνη που έχει κάνει δική του το κίνημα, κλειστή σε οποιαδήποτε διαλεκτική αντιπαράθεση με αυτή την τελευταία. […] Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ του κινήματος και του κόμματος έχει ως εξής: το κίνημα, ή μάλλον οι οργανωμένες κινήσεις του, σε κάθε άλμα που επιχειρούν, κάθε φορά που αναγκάζονται να επιχειρήσουν σε πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο γνωρίζουν πολύ καλά και προσέχουν αυτά τα βήματα να συνδέονται πραγματικά και με ακρίβεια με το πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο που έχει επιτευχθεί συνολικά. Οι BR αντιθέτως αγνοούν αυτό το πρόβλημα, ή τουλάχιστον το υποβαθμίζουν και το υποτιμούν βαριά, θεωρώντας δεδομένη την συνέχιση των τρεχόντων επιπέδων του κινήματος. Στην πραγματικότητα, σήμερα υπάρχει μια πραγματική κρίση του κινήματος. Μια κρίση που μπορεί και πρέπει να έχει, να βρει διεξόδους προς τα εμπρός, και υψηλότερες.

 

 

Pubblicato in STORIA di CLASSE,  Δημοσιεύτηκε στην ΤΑΞΙΚΉ ΙΣΤΟΡΊΑ
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, ακ

image

Παρά το ότι η ζωή μου βρίσκεται ακόμα υπό αναστολή, δεν κατάφερα να πεθάνω, παρ’ όλα αυτά. Ίσως έχει έρθει η ώρα για να αποδεχτώ την ζωή; να επιλύσω τα προβλήματα μου και να φέρω τον εαυτό μου σε θέση να βγει στην επιφάνεια δίχως την ανάγκη να σέρνομαι με αγωνία πίσω από κάθε  επαφή; μακριά από τον τρόμο να ανακαλύπτω πως βρίσκομαι πεισματικά παγιωμένη στο ίδιο σημείο; μακριά από το άγχος να πρέπει να ξεκινήσω πάλι απ’ την αρχή, και ξανά και ξανά;

Και τι άλλο, το διαφορετικό μπορώ να κάνω; Προσπάθησα να διασφαλιστώ από τον πόνο εξαλείφοντας κάθε συναίσθημα,  αυτό δεν λειτούργησε, και το μικρότερο ακόμη παιχνιδάκι του αέρα κατάφερε να έχει το επάνω χέρι, μιας και βρέθηκα δίχως όπλα, αδύναμη ν’ αντισταθώ. Η ζωή είναι εδώ, τη νιώθω στο δέρμα, ανατριχιάζω, αισθάνομαι όλη την κενότητα μιας άχρηστης αντίστασης.

Και το βλέμμα καθαρίζει και σταματά, για να κοιτάξει, επάνω στον κόσμο.

Μήπως ξέφυγα;

Τι θα απογίνω; Πόσο κακό θα καταφέρω ακόμη να κάνω στον εαυτό μου;

Compagna luna, Η σύντροφος σελήνη

Μαζί, συνεργοί, θα μπορέσω άραγε να νιώσω ξανά την λαχτάρα να φέρω τους εμπόρους σε κατάσταση αδυναμίας;

 

 

Compagno Graber

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

 

 

https://compagnograber.wordpress.com/category/brigate-rosse/

Οι Brigate Rosse και τα χρόνια του μολυβιού (1975 – 1985)

Η Barbara Balzerani υπήρξε  διοικητής της ρωμαϊκής φάλαγγας των Ερυθρών Ταξιαρχιών, στις οποίες εντάχθηκε το 1975, και πήρε μέρος σε αρκετές εκτελέσεις, μεταξύ των οποίων αυτή του Girolamo Minervini και στην Σφαγή της οδού Fani,  Strage di via Fani.[1]

Στην διάρκεια της απαγωγής του Aldo Moro κατέλαβε μαζί με τον Moretti, με τον οποίον εκείνο τον καιρό ήταν δεμένη συναισθηματικά, την ταξιαρχίτικη βάση της  Via Gradoli 96 στην Roma.

Ούτε η Balzerani ούτε ο Moretti ήταν παρόντες στην βάση της στιγμή της επιχείρησης των δυνάμεων ασφαλείας και έτσι σώθηκαν από την σύλληψη.

Το 1981 πήρε μέρος στην απαγωγή του στρατηγού  NATO James Lee Dozier.

Μετά την σύλληψη του Mario Moretti το 1981, προσπάθησε δίχως επιυτχία να διαχειριστεί την διάσπαση της οργάνωσης, οδηγώντας στην συνέχεια τον σχηματισμό «Brigate Rosse – Partito Comunista Combattente», ενώ στο άλλο κομμάτι,  «Brigate Rosse – Partito Guerriglia» ηγείτο ο Giovanni Senzani.

Μετά την πτώση και την κρίση των ΕΤ, η Balzerani ήταν από τους τελευταίους που συνελήφθησαν στις 19 ιουνίου 1985, μαζί με τον Gianni Pelosi. Την στιγμή της σύλληψης είχε μαζί της πιστόλι διαμετρήματος 9.

 Από την φυλακή, ανέλαβε την ευθύνη για την επιχείρηση ενάντια στον πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας Lando Conti που πραγματοποίησαν οι BR.

Καταδικάστηκε σε ισόβια.

Το 1987, μαζί με τους άλλους ιστορικούς ηγέτες των BR Renato Curcio και Mario Moretti, πήρε μέρος σε μια τηλεοπτική συνέντευξη που παραχωρήθηκε στον δημοσιογράφο της Rai Ennio Remondino, στην οποίαν οι τρεις πρώην ταξιαρχίτες συμφώνησαν στο να θεωρήσουν πως η εμπειρία του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία είχε πλέον ολοκληρωθεί,  στην οπτική των αλλαγών του κοινωνικού ιστού μέσα στον οποίον είχαν κινηθεί δέκα χρόνια πριν, και επίσημα επικύρωναν την οριστική παράδοση των BR και την εγκατάλειψη του ένοπλου αγώνα.

Στις 12 δεκεμβρίου 2006 της παραχωρήθηκε η ελευθερία με περιοριστικούς όρους.[5] Επέστρεψε οριστικά ελεύθερη, έχοντας εκτίσει την ποινή της το 2011.  Αυτή την στιγμή εργάζεται σε έναν συνεταιρισμό πληροφορικής, κι εδώ και πολλά χρόνια έχει αφιερωθεί στην λογοτεχνία.

Γραπτά της έργα

αυτονομία, autonomia

η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – γ] μέρος

METROPOLIΔίκη Processo Metropoli

  • Στην συνέχιση του διαλόγου γύρω από τις B.R., γίνεται όλο και πιο επίμονη η κοινή τοποθέτηση των Morucci και Faranda επάνω στην αναγκαιότητα να συνδυαστεί η  “πρακτική του ένοπλου αγώνα” με την  “κοινωνική συγκρουσιακή διάθεση, conflittualità sociale” που εκφράζονταν εκείνα τα χρόνια και, συνεπώς, να δημιουργηθεί ένα “πλατύ μέτωπο, εκτεταμένο (MPRO) πυρήνων εν μέρει παρανόμων και εν μέρει νομίμων μέσα στην διάθεση σύγκρουσης που αναφέρθηκε, θέση σε έντονη αντίθεση με τον “ακραίο ολιγαρχισμό στην επιλογή των στόχων και στην στρατιωτική πρακτική της οργάνωσης”, είχαμε φθάσει στο σημείο της αγιάτρευτης ρήξης που είχε τονιστεί από την χειρονομία του Gallinari ο οποίος, κτυπώντας επάνω σε ένα τραπέζι της “γιάφκας” του Mogliano ένα τεύχος του “Pre-print”, στο οποίο εμφανίζονταν ένα άρθρο του Piperno με τίτλο “Από την τρομοκρατία στον ανταρτοπόλεμο”, είχε σκληρά επιτεθεί στους δυο αντιφρονούντες, εγκαλώντας τους λέγοντας πως ήταν πάντοτε φορείς μέσα στην οργάνωση της πολιτικής γραμμής των “παλιών τους φίλων”, ξένης στα αξιώματα της ίδιας της οργάνωσης;

Όσον αφορά τον αποκαλούμενο, “χώρο Metropoli”, αποφαίνονταν ο Morucci επρόκειτο για την συμβατική επέκταση της ονομασίας μιας ομάδας ανθρώπων που δρούσαν στο Milano, της οποίας αυτός, κατά τα άλλα, δεν γνώριζε ούτε την δομή ούτε τις οργανωτικές σχέσεις και τους δεσμούς, αν και δεν μπορούσε να αποκλείσει πως αυτή ήταν διαρθρωμένη σε δυο επίπεδα, το ένα να ενδιαφέρεται για “πολιτικές δραστηριότητες”, το άλλο για » paralegal δραστηριότητες” και πως αυτό το τελευταίο θα είχε συνεισφέρει στην χρηματοδότηση του ταξιδιού του Folini στην Μέση Ανατολή, για την απόκτηση των όπλων.
Ωστόσο, από τις ΕΤ δεν εκτιμούσαν και πολύ άτομα σαν τους Scalzone, Negri, Piperno και Pace, που θεωρούνταν “πολυλογάδες, άνθρωποι που μιλούσαν για τον ένοπλο αγώνα έτσι για να μιλούν”, που αγνοούσαν την λενινιστική πειθαρχία, την αυστηρότητα μιας παράνομης οργάνωσης. Σίγουρα θα ήταν παρατραβηγμένο να υποστηρίξουμε την ενότητα και την μοναδικότητα της πολιτικής γραμμής μέσα στο  περιοδικό που είχε στηθεί, την στιγμή που ενώ ο  Scalzone είχε συνεχίσει να διατηρεί μια δική του πολιτική “υποκειμενικότητα”, πρόσωπα σαν τον Piperno και τον Pace είχαν πάψει για κάποια περίοδο να κάνουν ενεργή πολιτική δραστηριότητα, έτσι ώστε η απόσταση κάποιων χρόνων έκανε αναμενόμενο να έχει ωριμάσει σε αυτούς και να έχουν διαμορφώσει έναν τύπο θεωρητικής επεξεργασίας, απομακρυσμένο από την καθημερινότητα, από τα τρέχοντα φαινόμενα.
Με δεδομένη την συνέχεια της πολιτικής γραμμής του Scalzone αυτός, ο Morucci, ήταν σε θέση να προβλέπει μια μεγαλύτερη προσέγγιση των “δικών του πολιτικών θέσεων” με εκείνες του ίδιου του Scalzone (περισσότερο απ’ ότι με εκείνες του Piperno), μια πολιτική άποψη, ακριβώς,  “κινηματικού”τύπου.
O στόχος που έπρεπε να επιδιωχθεί, ουσιαστικά, ήταν ο ίδιος, ενώ η αναζήτηση γίνονταν κάτω από διαφορετικές οπτικές γωνίες, αυτός, ο Scalzone απ’ το Κίνημα και εκείνος από τις B.R.: εκείνος, δηλαδή, που θα οδηγούσε σε μιαν ικανότητα οργάνωσης στο στρατιωτικό επίπεδο αρκετά υψηλή δίχως να χάνεται “η ικανότητα παραμονής μέσα στην κοινωνική συγκρουσιακή διάθεση”.
Θα ήταν, συνεπώς, τουλάχιστον επικίνδυνο να θεωρούμε πως αυτός, ο Morucci, υπήρξε φορέας της άποψης του Piperno και Pace εντός των B.R., όταν σκεφτούμε πως οι δυο, ακριβώς λόγω του ότι “απομακρυσμένης θέσης” από την οποίαν αξιολογούσαν το φαινόμενο του ’77”, επειδή δεν είχαν εμπλακεί άμεσα, είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούν τις B.R. μια  “τρελαμένη μεταβλητή, variabile impazzita”, “ανεξέλεγκτη, incontrollabile”, ολοκληρωτικά αποκολλημένη από τις εσωτερικές δυναμικές του κινήματος, από μια λογική εσωτερική της κοινωνικής συγκρουσιακής διάθεσης”.
Παρόλα αυτά, μολονότι αποσυνδεδεμένες από την επαναστατική διαδικασία, οι B.R. επηρέαζαν εκείνη την διαδικασία, διαχέοντας  την δραστηριότητα της επίθεσης τους στην καρδιά του Κράτους μέσα στο φαινόμενο της κοινωνικής διαμάχης; μέχρι του σημείου να φαίνεται σκόπιμο, μάλλον απαραίτητο “να προσληφθεί” εκείνη η “ανεξάρτητη μεταβλητή” και να γίνει προσπάθεια να καταστεί αντιληπτό το πως η ίδια θα μπορούσε να αναπτυχθεί μέσα στην ιταλική πραγματικότητα, έχοντας υπόψη, τουλάχιστον στην  “θετική” “αποδιαρθρωτική επίδραση, σαρωτική” που αυτή θα μπορούσε να έχει σε θεσμικό επίπεδο.
Να, λοιπόν, που o “αντικειμενικός στόχος” της “σύζευξης”, που εκθειάζει ο Piperno στις στήλες του “Pre-print” τελικά τεκμηριώνεται στην αποδιάρθρωση του Κράτους και στο άνοιγμα μιας επαναστατικής διαδικασίας.

Με αναφορά στο άρθρο του F. Piperno στο οποίο αναφερθήκαμε νωρίτερα με τίτλο “Από την τρομοκρατία στον ανταρτοπόλεμο”, που δημοσιεύτηκε στο “Pre-print” τον Δεκέμβρη του ’78,  ο Paolo Virno, συντάκτης του “Metropoli”, συνδέοντας αυτό το γραπτό detto με εκείνο που έγραψε ο ίδιος και εμφανίστηκε στο n° 1 του “Metropoli” με τον τίτλο “Piazza Nicosia, να αρχίσουμε να συζητάμε γι αυτήν”, εξηγούσε πως ο σκοπός που γράφονταν αυτά ήταν να διατυπωθεί μια εις βάθος κριτική στις  ερυθρές Ταξιαρχίες,  Brigate rosse: επικεντρωμένη στις διαφορές της ένοπλης πάλης που αυτή υποστηρίζει “από τις λογικές του κινήματος”, που εννοούσαν με “ανώμαλο”τρόπο  πως έπρεπε να καλλιεργηθεί μια “προοπτική πολέμου μακράς διάρκειας, εμφυλίου πολέμου και αντιεξουσίας” δίχως ουσιαστικά να δίδεται απάντηση στα “βασικά προβλήματα του κινήματος”, και που έρχονταν σε αντίθεση, τελικά, με την εικόνα που οι ίδιες ήθελαν να παρουσιάζουν για τον εαυτό τους σαν “μια αντάρτικη δύναμη ριζωμένη μέσα στις λαϊκές μάζες”.
Τόσο στο άρθρο του Piperno όσο και στο δικό του, είχαν διατυπωθεί απλές κριτικές εκτιμήσεις του έργου των BR σε σχέση με τις ανάγκες  “της κοινωνικής ιταλικής πραγματικότητας”, δίχως την πρόθεση ούτε από την πλευρά του Piperno να υπογραμμιστεί τίποτα περισσότερο από “μιαν υπόθεση κομουνιστικής επανάστασης” με στόχο να κερδηθεί ένα άνοιγμα, μια θέση ανάμεσα στην “στην στρατιωτική ισχύ που έχει ξεδιπλωθεί από τον μηχανισμό των BR στην via Fani και το μαζικό κίνημα”, ούτε από την δική του πλευρά να κάνει το εγκώμιο της επίθεσης στον “σπιτονοικοκύρη” Schettini.

Αξιοσημείωτου ενδιαφέροντος, κυρίως εκείνο που αφορά την ρωμαϊκή κατάσταση, εμφανίζονται οι δηλώσεις του Canfanelli Massimo, έμπειρου στελέχους της ένοπλης πάλης και μαχητή των B.R.. Αυτός είχε μάθει από τον Andrea Morelli και από τον De Feo πληροφορίες για το λεγόμενο “σχέδιο Metropoli” και για εκείνο που οι “υποκινητές του” (Piperno, Pace, Scalzone, Virno, Castellano, Accascina και ο ίδιος De Feo) πρότειναν, δημιουργώντας μια οργάνωση ικανή ηγεμονεύσει και να κατευθύνει όλους τους υπάρχοντες σχηματισμούς που δρούσαν στον ένοπλο αγώνα, συμπεριλαμβανομένων των ομάδων της οργανωμένης Αυτονομίας.
Αυτό το σχέδιο στην αρχή χρηματοδοτήθηκε μέσα από νόμιμα κανάλια και ειδικότερα μέσα από ένα κέντρο ερευνών με την ονομασία CERPET. Σε μια δεύτερη φάση, κυρίως μέσα από ληστείες που επιτέλεσε ο “ένοπλος βραχίονας” της οργάνωσης, διοικούμενος από τους Scalzone, De Feo και Morelli.
Όσον αφορά τις νόμιμες χρηματοδοτήσεις,αντίθετα, βεβαίωνε ο Canfanelli πως είχε ακούσει να λέγεται από τους Rosati, Davoli, De Feo και Morelli, πως αυτές οι ίδιες είχαν ληφθεί και διαμέσου εντολών που παραχωρήθηκαν στο CERPET από Δημόσιους Οργανισμούς, χάρη στις παροτρύνσεις πολιτικών που είχαν σχέσεις φιλίας με τους Pace και Piperno.
“Έμαθα από τους De Feo και Morelli” – συνέχιζε ο Canfanelli -” πως αυτοί είχαν πάρει μέρος στις συναντήσεις της Διεύθυνσης του Metropoli, στην διάρκεια των οποίων συζητήθηκε ο προϋπολογισμός του σχεδιασμού και των χρηματοδοτήσεων τόσο αυτών των νόμιμων όσο και εκείνων που προέρχονταν από ληστείες (β. κατ. 5/6/1982 και κατ. 2.12.1982 Ανακρ. Roma, τομ. V F.5.).
Προσθέτουμε πως κάποια από τα όπλα που απέκτησε ο Folini στην Μέση Ανατολή και διαχειρίστηκαν στο Milano ου Co.Co.Ri. είχαν φτάσει σε αυτόν την περίοδο που αυτός ήταν στρατευμένος στο M.C.R., κίνημα που είχε ξεκινήσει ο Morucci και η Faranda μετά την αποχώρηση τους από τις B.R.

Για τον ρόλο του “Metropoli” και των κυριότερων πρωταγωνιστών του μιλούσε επίσης ο Emilio Libera – (ακρ. 25.11.1986).
Ήταν ο Seghetti που απέδωσε στους Morucci και Faranda τον ρόλο πως “είχαν παρεισφρήσει” στις B.R., σαν φορείς της πολιτικής γραμμής των Piperno και Pace. Ίσως για να σμικρύνει το μέγεθος της συνεισφοράς τους στο εσωτερικό της οργάνωσης χαρακτηρίζοντας την πολιτική τους θέση κενή αυθεντικότητας και πρωτοτυπίας και αγκυροβολημένη σε κινηματικές παραδόσεις με καλούπι poteroperaistico, με καταγωγή δηλαδή από την Εργατική Εξουσία.
Με την σειρά του ο Lombino Maurizio, αφού δήλωσε στον ανακριτή του Bergamo πως δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει εάν το περιοδικό “Metropoli” χρηματοδοτούνταν ή όχι με χρήμα, προερχόμενο από ληστείες, μπορώντας, αντιθέτως,  “να αποκλείσει το γεγονός” στην βάση αυτών που γνωρίζει γύρω από την ύπαρξη “νόμιμων και θεσμικών καναλιών” χρηματοδότησης “τουλάχιστον με το ξεκίνημα της μετατροπής του περιοδικού σε  Κέντρο Σπουδών οικονομικών-κοινωνικών”, στην ανάκριση που διεξήχθη από τον ανακριτή της Roma στις 6/5/82, μιλώντας για το περιοδικό “Metropoli” έλεγε επί λέξη: “Σχετικά με την χρηματοδότηση του περιοδικού Metropoli, μπορώ να δηλώσω πως αυτή γίνονταν με δυο τρόπους: τόσο διαμέσου των επιχειρήσεων παράνομης χρηματοδότησης (ληστείες, κλοπές, κλπ.) – η οργάνωση είχε επιβάλει τον συγκεντρωτισμό κάθε προσόδου από ληστείες που τα συντονιστικά και τα κύτταρα τους ήταν σε θέση να πραγματοποιήσουν – τόσο μέσα από χρηματοδοτήσεις νόμιμες και θεσμικές”.
Αυτό ήταν συνέπεια του γεγονότος πως στους κόλπους της οργάνωσης είχε έρθει να αναπαραχθεί “μέσω του σχεδιασμού” εκείνη η διπλοπροσωπία στις παρεμβάσεις που ήδη είχε χαρακτηρίσει την δραστηριότητα άλλων οργανώσεων; από την μια το στρατιωτικό επίπεδο, στεγανοποιημένο και “ομοσπονδιοποιημένο” μέρος των δομών των συντονιστικών και από την άλλη το δημόσιο και νόμιμο επίπεδο που αποτελείτο από το περιοδικό “Metropoli”.
Αντιστρόφως ο Giorgio Accascina ήδη Πρόεδρος του Συμβουλίου Διαχείρισης του Συνεταιρισμού “Linea di condotta, Γραμμή συμπεριφοράς”, που χτίστηκε τον νοέμβρη του 1978 με σκοπό να δημοσιεύσει το περιοδικό “Metropoli” και “Pre-print” δήλωνε πως της έναρξης του περιοδικού είχε προηγηθεί μια κουβέντα επάνω στον πολιτικό σχεδιασμό του ίδιου σε σχέση με τις “νέες θεματικές” που είχαν εκφραστεί  “από το κίνημα του ’77”.
Μακράν από το να αυτοπροταθεί σαν σβόλιασμα όλου του ένοπλου αγώνα στην Italia, το ζήτημα υπήρξε, αντικείμενο “θετικής κριτικής” από πλευράς της εφημερίδας, με την έννοια πως εμφάνιζε τον ένοπλο αγώνα έκφραση ιδιαίτερη και χαρακτηριστική, τυπική της ιταλικής κατάστασης, παρά φαινόμενο που προκλήθηκε από τις ανατολικές Χώρες ή υπό την διαχείριση των μυστικών υπηρεσιών.
Όσο για το ντοκουμέντο που βρέθηκε στην κατοικία του Piperno, στην via dei Coronari, n° 99, που αποδίδονταν στον Scalzone, υποστήριζε ο Accascina πως αυτό αναπαρήγαγε μόνο τις αντιλήψεις του συγγραφέα του, σίγουρα όχι εκείνες της σύνταξης και πολύ λιγότερο την δική του πρόθεση για την δρομολόγηση της εκδοτικής πρωτοβουλίας.
Δεν υπήρχε κανένας σύνδεσμος μεταξύ του “Metropoli” και του εκδοτικού οίκου “Lirici”, όπου αυτός εργάζονταν.
Ούτε πολιτικές  συναντήσεις έγιναν ποτέ στα γραφεία της via del Babuino, 96 αν και κάποιοι φίλοι, μεταξύ των οποίων και μέλη του συνεταιρισμού για να τον βρουν.
Όσον αφορά τις χρηματοδοτήσεις της εφημερίδας παράνομης προέλευσης ο Accascina δεν φαίνονταν να γνωρίζει κάτι όπως επίσης και για τις στρατεύσεις του Pace και των άλλων συντακτών σε ανατρεπτικούς σχηματισμούς.
Επέμενε να επαναλαμβάνει πως το “Metropoli” χρηματοδοτούνταν αποκλειστικά από τα χρήματα των πωλήσεων της ίδιας της εφημερίδας; και για αυτό τον λόγο παρήγαγε ένα pro-memoria που επεξηγούσε τον  “κυκλικό μηχανισμό” που χρησιμοποιήθηκε για να επιδοτήσει την εφημερίδα, διαρθρωμένο σε προκαταβολές που κατατίθονταν από τον διανομέα για κάθε τεύχος του περιοδικού, και σε πιστώσεις που παραχωρούνταν από διάφορους προμηθευτές, με συνημμένα ορισμένα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης μιας πιστοποίησης από τους επιμελητές πτώχευσης που βεβαίωνε την πτώχευση που είχε λάβει χώρα της Εταιρείας “Linea di condotta”.
Μα, παρά τις απαλλακτικές  δηλώσεις του Accascina, ο ανακριτής, υπό το πρίσμα των καταθέσεων και των αποδεικτικών στοιχείων που αποκτήθηκαν μεταξύ των οποίων η κατάληξη πως “το σχέδιο Metropoli δεν ήταν ένα πρόγραμμα αφηρημένο ουτοπιστικό, μα η έκφραση μιας συγκεκριμένης οργάνωσης, έχοντας το πολιτικό-οικολογικό του κέντρο στην Roma και πολλές ένοπλες διαρθρώσεις, που δρούσαν κάτω από διαφορετικές ονομασίες σε διάφορες ιταλικές περιοχές” και πως “μέσα στην στρατηγική προοπτική της ένωσης όλων των ένοπλων οργανώσεων που υπήρχαν στην, οι εμπνευστές του σχεδίου “Metropoli” απέδιδαν ένα θεμελιώδη ρόλο στο περιοδικό.

αυτονομία, autonomia

η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – β]μέρος

METROPOLIΔίκη Processo Metropoli

  • o “Aldo” του είχε εξηγήσει πως η καινούργια οργάνωση (c.d. Metropoli) είχε σκοπό να πραγματοποιήσει “μια νέα συνάθροιση των επαναστατικών δυνάμεων εκμεταλλευόμενη τα διαθέσιμα θεσμικά πεδία και τομείς γεμίζοντας ξανά ένα ιστορικό κενό στον χώρο της Autonomia, αποτελούμενο από την απουσία μιας κοινής πολιτιστικής κληρονομιάς”.Έναν σημαντικό ρόλο θα έπρεπε να παίξει, για τον σκοπό αυτό, “το ανοιχτό στην συνεισφορά των διαφορετικών δυνάμεων ομώνυμο περιοδικό”.“Είχε μελετηθεί η διατήρηση ενός παράνομου και ένοπλου οργάνου μα υπό αμυντική σκοπιά εκτός από τους σκοπούς χρηματοδότησης.

Προσδιόριζε ο Gasser στην ακροαματική διαδικασία (ακρ. 18.3.1987), που ξεκίνησε όταν ακόμα ήταν εν ζωή οι Co.co.Ri., πως είχε λάβει σχήμα σε εποχή επόμενη της διάλυσης τους.
Είχε καταγραφεί “μια ανύψωση του επιπέδου σύγκρουσης στην Italia. Είχε προκληθεί από το είδος δράσεων που διεξάγονταν από κάποιες ένοπλες οργανώσεις όπως οι  B.R. και P.L. και μια ακραία κατάτμηση του “κινήματος της ένοπλης πάλης”, που του έλειπε εκείνη η ομοιογένεια και συνοχή χρήσιμες να του προσδώσουν την επίπτωση που οφείλονταν στην επιδίωξη των επαναστατικών στόχων”. Κατά συνέπεια το πρόβλημα που ο Scalzone έθετε ήταν εκείνο της δημιουργίας “ενός σημείου αναφοράς όλων των εμπλεκόμενων μικροτμημάτων στον ένοπλο αγώνα” διαμέσου, ακριβώς, ενός περιοδικού (“Metropoli”) προορισμένου να παράσχει “έναν χώρο πολιτικού διαλόγου” για την ανακατασκευή του ένοπλου κινήματος (ακρ. 10.11.86 f. 106)
Επιβεβαίωνε τις δηλώσεις του Costa σχετικά με τα χρήματα που δόθηκαν στον Scalzone και συντρόφους για την χρηματοδότηση του περιοδικού, επιπλέον εκείνων που ξοδεύτηκαν για την πληρωμή των όπλων που εισήχθησαν από τον Φολίνι. Μετά την διάσπαση, ανάμεσα στην ομάδα του Scalzone και τα άλλα τμήματα είχε επιφυλαχθεί μια σχέση επιχειρησιακής συνεργασίας, με αποτέλεσμα το εισόδημα από ληστείες που διαπράχθησαν από κοινού από στοιχεία των διάφορων τμημάτων, κάθε ομάδα έκανε του μεριδίου της την χρήση που ήθελε δίχως να ενδιαφέρεται για την χρήση που τα άλλα έκαναν του δικού τους.
Στην αντιπαράσταση με τον Balducchi, (ακρ. 18.3.87) ο οποίος συνέχιζε να υποστηρίζει πως ποτέ χρήματα εδόθησαν στον Scalzone ή σε άλλον γι αυτόν για την χρηματοδότηση του περιοδικού, ο Gasser επέμενε πως έμαθε για μιαν παράδοση χρημάτων που έγινε στον Scalzone ή στον Farsi ή στον Morelli για το περιοδικό.
Η εκδοχή που έδωσε ο Gasser επεκτάθηκε στην συνέχεια από τον Sandino Sergio ο οποίος στην ανάκριση της 30/6/82 (και σε εκείνο της 1/7/82) που διεξήχθησαν από τον ΔΚ του svolti dal P.M. Milano, ανέφερε για το πρώτο ταξίδι, στο οποίο είχε πάρει μέρος, που έγινε με την βάρκα από τον Folini στον Libano το καλοκαίρι του ’78 του οποίου είχε προηγηθεί μια συνάντηση προετοιμασίας στην Roma μεταξύ του ιδίου του Folini και μαχητών των Co.co.Ri.
Το ταξίδι είχε γίνει, ακολουθώντας μια πορεία κατά μήκος των ακτών της Ελλάδας, περνώντας από την Κύπρο, μέχρι το λιμάνι της Beirut.
Πριν την άφιξη στην Κύπρο αυτός, ο Sandino, χρειάστηκε να επιστρέψει στην Ιταλία για να αρχίσει ξανά την εργασιακή του δραστηριότητα.
Όμως, λίγες ημέρες αργότερα, είχε προφτάσει στην Δαμασκό τον Folini.
Μαζί πήγαν στην Βηρυτό όπου ο”Armando” (αυτό είναι το όνομα μάχης του Folini, που επίσης φωνάζανε Corto maltese) είχε συναντήσει άραβες και παλαιστίνιους ντόπιους.
Στην συνέχεια, επέστρεψαν στην Κύπρο για να πάρουν την βάρκα η οποία είχε φτάσει με τον Folini μετά την στάση στην Citere και, φθάνοντας στην Beirut, φόρτωσαν τα όπλα, βοηθούμενοι από κάποιους παλαιστίνιους.
Από την Βηρυτό επέστρεψαν στην Cipro, συνεχίζοντας για Ρόδο, όπου τους έφτασε ο Balducchi, που είχε έρθει με αεροπλάνο στο τοπικό αεροδρόμιο.
Από την Ρόδο ο Balducchi έφυγε, στην συνέχεια με το αεροπλάνο για την Ρώμη και ο Sandino για το Μιλάνο.
Όλα τα όπλα πέρασαν στην διάθεση των Co.Co.Ri. και, στην συνέχεια, μοιράστηκαν μεταξύ της ομάδας που πλήθυνε τις γραμμές του Metropoli και εκείνης που συγχωνεύτηκε στην Πρώτη Γραμμή P.L.
Στις αρχές του 1979 είχε ο Folini οργανώσει ένα δεύτερο ταξίδι στον Libano για την απόκτηση ενός δεύτερου φορτίου όπλων. Το Metropoli είχε συνδράμει με συγκεκριμένο τρόπο στην χρηματοδότηση του ταξιδιού (αυτό του είχε ειπωθεί από τον ίδιο τον Folini και από τον Merendino (β.).
Εκτός από άλλες οργανώσεις, όπως οι Pac, Guerriglia rossa (ηγείτο ο Barbone), και την ομάδα του Del Giudice, της οποίας ο ίδιος ο Sandino ήταν μέλος.
Αρνούνταν, ωστόσο, αυτός ενώπιον του δικαστηρίου, (ακρ. 10/11/1986) πως τα χρήματα, προερχόμενα από ληστείες στις οποίες είχε πάρει μέρος αυτός για την ομάδα “Del Giudice” είχαν ποτέ διαρρεύσει στην χρηματοδότηση ενός περιοδικού.
Γι αυτό το δεύτερο ταξίδι του Folini στην Μέση Ανατολή μιλούσε ο  Merendino Finocchiello Antonino, στην ανάκριση που έλαβε χώρα από τον ΔΚ του Milano στις 10/7/82. “Αυτό χρηματοδοτήθηκε με χρήμα προερχόμενο από ληστείες που πραγματοποιήθηκαν από την οργάνωση Co.co.Ri. Metropoli”. Τα όπλα που αποκτήθηκαν ήταν αυτόματα, πιστόλια, διάφορες χειροβομβίδες, πυρομαχικά διάφορα και εκρηκτικά.
Μεταξύ των όπλων που αποκτήθηκαν απ’ το “Metropoli” κάποια πέρασαν στα MCR. (Movimenti comunisti rivoluzionari, επαναστατικά κομουνιστικά Κινήματα) που είχαν στηθεί από τους Morucci και Faranda, μετά  την έξοδο τους από τις ΕΤ και επακριβώς:
1) ένα αυτόματο τουφέκι marca MR0 παρασκευασμένο το 1974, αριθμός μητρώου 3371;
2)  ένα τουφέκι Winchester a pompa διαμ. 6;
3) ένα αυτόματο τουφέκι tipo Colt διαμ. 227 mod. SPI, με αποξεσμένα τα στοιχεία του και δυο άδειους γεμιστήρες;
4) ένα αυτόματο τουφέκι Breda δια. 12 μητρ. SLC25548 με κομμένο το κοντάκι;
5) ένα πιστόλι δια. 22 marca (…)
6) ένα revolver δίχως μητρώο
7) όπλα και εκρηκτικό διάφορου είδους όλα κατασχεμένα από την Αστυνομία.

Να υπογραμμίσουμε, σχετικά, πως ο Savasta στην ανάκριση που του έγινε από τον Ανακριτή της Roma il 15/2/1982 (vol. 5, F. 13, G. 62) ανέφερε πως ένα μέρος των όπλων του Metropoli ήρθαν στην διάθεση των B.R. μέσα από τον Morucci, που μιλούσε στο όνομα των Piperno και Pace.
“Θυμάμαι πως τον σεπτέμβρη/οκτώβρη ’78, όταν έπαιρνα μέρος στην Διοίκηση της ρωμαϊκής φάλαγγας, έμαθα από τον Morucci πως είχε φτάσει στην Ιταλία ένα φορτίο όπλων που προέρχονταν από την Μέση Ανατολή, μεταξύ των οποίων διάφορα Kalashnikov.
ο Morucci είπε πως ένα μέρος αυτών των όπλων μπορούσαν να δοθούν στην δική μας οργάνωση (B.R.), η οποία θα παραλάμβανε τα όπλα δίχως να χρειαστεί να πληρώσει χρήματα, μα με την πολιτική δέσμευση να σφίξει τις σχέσεις με τις άλλες μαχόμενες οργανώσεις που υπήρχαν στην Italia, μεταξύ των οποίων η Prima Linea και οι ένοπλες ομάδες σε τροχιά γύρω από τον χώρο του Metropoli. Si discusse di questa proposta di Morucci nella Direzione di colonna, nella quale era noto che effettivamente era giunto un carico di armi che era nelle disponibilità di Piperno, Pace e Scalzone. Dopo un ampio dibattito si decise di rifiutare la proposta di Morucci per evitare condizionamenti politici.

Οι περιστάσεις οι σχετικές με το αναφερθέν φορτίο όπλων του  Folini και μιας ομάδος scalzoniani που έπαιρναν μέρος στις Co.Co.Ri. επιβεβαιώνονταν από σημαντικές καταθέσεις ομολογίες που έγιναν στην δικαστική Αρχή της Roma από τους Cereda Pierangelo, Squadrani Marcello (β. ακρ. 10/11/86), Graziani Paola και Cianfanelli Massimo.
Αυτοί έδωσαν την ευκαιρία να αποκτηθούν περισσότερα γνωστικά στοιχεία για την δομή και την δραστηριότητα των “Co.Co.Ri. Metropoli” και, ειδικότερα, για τον ρόλο προσώπων σημαντικών όπως οι Ernesto Balducchi, Andrea Morelli, Domenico De Feo, Pietro Del Giudice και άλλοι.

η Granata Anna Maria, στην κατάθεση που έδωσε στον ΔΚ του Milano στις 9.3.1981 επιβεβαίωνε πως, γύρω στο δεύτερο μισό του 1978, ο Folini Maurizio αποκαλούμενος “Κόρτο μαλτέζε” ή “Armando”, μιλώντας με αυτήν και τον συγκάτοικο της  Alfredo Azzaroni, είχε δηλώσει πως ήταν φίλος με τον Oreste Scalzone.
Καυχήθηκε ,επίσης, γνωριμίες στον Libano και διασυνδέσεις με τον λοχαγό Gheddafi στην Libia. Αυτός είχε δείξει ενδιαφέρον στην εγκατάσταση ενός ραδιοφωνικού σταθμού ή βιβλιοπωλείου σε μια πόλη όπως η Napoli, τοποθετημένης στο κέντρο του μεσογειακού χώρου.
Ο Folini είχε προσθέσει πως το αντάλλαγμα εκείνης της χρηματοδότησης θα έπρεπε να είναι μια υλικοτεχνική υποστήριξη από πλευράς ναπολιτάνων για την αποβίβαση όπλων που αυτός ο ίδιος θα είχε μεταφέρει με την βάρκα του ή με βάρκα νοικιασμένη το καλοκαίρι του 1979. Εκείνη την ίδια περίοδο είχαν λάβει χώρα οι επαφές του Azzaroni και της Granata με τον Scalzone, αυτός πραγματοποιούσε το σχέδιο του περιοδικού “Metropoli”, στο οποίο ενδιαφέρονταν επίσης οι Domenico De Feo και Claudio Minervino.
Στην συνέχεια (20.3.81) η Granata προσδιόριζε πως η γνωριμία του Folini είχε γίνει διαμέσου του Scalzone.
Προσέθετε πως οι ναπολιτάνοι σύντροφοι, στους οποίους αυτή και ο  Azzaroni είχαν απευθυνθεί για την υλικοτεχνική υποστήριξη στην διάρκεια της προβλεπόμενης εκφόρτωσης των όπλων από τον Folini στην ναπολιτάνικη ακτή, είχαν απαντήσει πως δεν είχαν σκοπό να χρησιμοποιηθούν από πρόσωπα όπως οι Scalzone και Lanfranco Pace, για τον οποίον μάλιστα, αυτό τον τελευταίο ειδικότερα, έλεγαν πως ήταν ένα “μακρύ χέρι” των B.R. στο εσωτερικό της Αυτονομίας.
Για την οργάνωση της μεταφοράς των όπλων, η Granata ανέφερε πως ξαναείδε τον Folini τον σεπτέμβρη του ’78 στο Milano και σε εκείνη την περίπτωση αυτός είχε ανακοινώσει πως η εκφόρτωση των όπλων είχε πραγματοποιηθεί.
η Granata μιλούσε επίσης και για τις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Folini και Marocco για την πώληση ενός “Kala”, δηλώνοντας πως έμαθε από τον Scalzone επιβεβαίωση της μεταφοράς από πλευράς Folini του φορτίου των όπλων, το καλοκαίρι του 1978, σε μια τοποθεσία του Lazio.
η Granata κατέληγε πως είχε συναντήσει τον Folini στο “Millibar” (μαζί με τους De Feo και Scalzone, και με την ευκαιρία που της δόθηκε ζήτησε από αυτούς να πάρει μέρος στο σεμινάριο για το “Metropoli” που είχε προγραμματιστεί για εκείνο το διάστημα, μα είχε λάβει μια ξεκάθαρη άρνηση.
Με τον Folini, η Granata είχε γνωρίσει τον Andrea Morelli, φίλο του Scalzone και κάποιον Bruno Pastori, ο οποίος προετοίμαζε κάποια προσχέδια του περιοδικού “Pre-print”.

ο Azzaroni Alfredo, που ανακρίθηκε από τον εισαγγελέα του Milano στις 18.3.81, επιβεβαίωνε όλες τις δηλώσεις που ακούστηκαν νωρίτερα, προσθέτοντας πως ο Scalzone του είχε επιβεβαιώσει την στράτευση του Folini στις Co.Co.Ri., των οποίων ο ίδιος ο Scalzone υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους διοικούντες σε εθνικό επίπεδο.
Η εικόνα που περιέγραψε η Granata και ο Azzaroni, αντικατοπτρίζονταν επίσης, στις καταθέσεις που έδωσε ο Pasini Gatti Enrico, τρομοκράτης που διαχώρισε την θέση του από τον ένοπλο αγώνα.
Αυτός δήλωνε πως είχε γνωρίσει τους πρώτους μήνες του 1979 ένα πρόσωπο που το αποκαλούσαν “Κόρτο μαλτέζε”, που του είχε  πει πως ήταν σε θέση να προμηθεύσει μεγάλες ποσότητες όπλων προέλευσης κυρίως λιβυκής.
Με την ευκαιρία μια συνάντησης που έγινε (σε ένα εστιατόριο του Milano, αυτός του είχε αναφέρει πως είχε στρατευτεί στις U.C.C. , Κομουνιστικές Μαχόμενες Μονάδες, για να έρθει στην συνέχεια κοντύτερα στην οργανωμένη Αυτονομία.
Είχε καυχηθεί για την φιλία του με τον Oreste Scalzone και σαν προοπτική είχε και στόχο και φιλοδοξίας του “την ένωση των γραμμών της αυτονομίας” για μια νέα ώθηση του αγώνα.
Έγινε λόγος, επίσης, για την εφημερίδα “Metropoli” και για τον σχεδιασμό που θα γίνονταν γι αυτήν, που συνοψίζονταν στην φόρμουλα “ιστία και κανόνια” με προφανή αναφορά στην διάρθρωση σε δυο επίπεδα, ένα νόμιμο και ένα άλλο “ένοπλης πάλης”.
Σχετικά με τα εισαχθέντα όπλα, ο Folini του είχε πει πως αυτά είχαν, επίσης,  “ένα πολιτικό κόστος”, έχοντας σαν προϋπόθεση ο εφοδιασμός τους από πλευράς των λίβυων την διαβεβαίωση πως θα παραχωρούνταν “σε επαναστατικά κινήματα και όχι σε οργανώσεις σαν τις B.R. ή την P.L.”.

Μεγάλου ενδιαφέροντος, με σκοπό την ανακατασκευή της υπόθεσης του φορτίου των όπλων, είναι επίσης η κατάθεση που δόθηκε στον ανακριτή του Torino στις 5.3.1981 από τον Marco Donat Cattin, ήδη μαχητή της P.L. μέχρι τον οκτώβρη του 1979, όταν είχε βγει από την οργάνωση μαζί με άλλους συντρόφους, εξ αιτίας μιας συζήτησης που είχε ανάψει μεταξύ αυτών που υποστήριζαν “τον οργανωτικό λόγο” και εκείνων που επέλεγαν “μιαν άμεση σύνδεση με την κοινωνική πραγματικότητα”.
Μιλούσε ο Donat Cattin για μια προμήθεια όπλων (ίσως μόνο για ένα “Kala”) που έγινε από την P.L. από συμμετέχοντες σε ένα τμήμα των Co.Co.Ri., του οποίου ηγούνταν ο Oreste Scalzone, όπως οι Maurizio Costa και Piergiorgio Palmero, που στην συνέχεια συνέκλιναν στην P.L. Και ήταν το “ επίπεδο που συνιστούσε τον παράνομο στρατιωτικό μηχανισμό των Co.Co.Ri. που είχε οργανώσει μια μεταφορά όπλων από τον Libano intorno το καλοκαίρι του 1978; όπλα που, όμως, δεν θα έπρεπε να προορίζονται ούτε για την Π.Γ. ούτε για τις Ε.Τ. μα “για μικρότερες ομάδες” σύμφωνα με μια στρατηγική “που σε μιαν ιστορική φάση έλλειψης ισορροπιών, είχε ήδη δοκιμαστεί από την U.R.S.S. στην Palestina”. (Ο στόχος θα ήταν εκείνος του να είναι δυνατή και υπολογίσιμη μια πιο πολύπλοκη κατάσταση μέσα στο πλαίσιο του ένοπλου αγώνα).
Αν και στην συνέχεια κάποια από αυτά τα όπλα είχαν έρθει στην κατοχή των B.R. πιθανότατα “λόγω προσωπικών σχέσεων” ή λόγω της ανάγκης που κάποιοι κύκλοι των Co.Co.Ri. είχαν νιώσει ώστε να καθιερώσουν δεσμούς με άλλος ένοπλες ομάδες.

Άλλο φορτίο όπλων (συμπεριλαμβανομένων ρουκετών) αναμένονταν για το καλοκαίρι του 1979, που θα εισάγονταν πάντα από τον Folini. Κάποια από αυτά θα πέρασαν στους “συντρόφους τους προσκείμενους στον Μορούτσι” διαμέσου του Andrea Morelli.
Προσέθετε ο Donat-Cattin ότι ήταν σίγουρος πως οι Co.Co.Ri. είχαν ένα δικό τους παράνομο επίπεδο, και πως “τμήματα του εν λόγω επιπέδου” είχαν αναπαραχθεί στους κόλπους του “Metropoli” την περίοδο της αποδοχής του  Scalzone και αυτών που τον ακολουθούσαν στην εκδοτική πρωτοβουλία.  Αυτό το “επίπεδο” είχε εκτελέσει πολλές ληστείες και, στην συνέχεια, θα είχε θέσει στον εαυτό του το πρόβλημα  “μιας υπερβολικής διαφοροποίησης καθηκόντων μεταξύ εκείνων που δεσμεύονταν στρατιωτικά και επιχειρησιακά και εκείνων που επιτελούσαν κυρίως πολιτική εργασία.

Έτσι συνέχιζε ο  Donat-Cattin:
“H πολιτική εργασία που διεξήγαγε αυτή η οργάνωση ήταν ακραία έντονη και ποικίλη, με την έννοια πως περιείχε επαφές με πολλούς χώρους και παρήγαγε πολλές πρωτοβουλίες τουλάχιστον σε επίπεδο σχεδίων… ”
“είχαν δημοσιευτεί περιοδικά και εφημερίδες και από τον Scalzone και από τους συντρόφους που ήταν κοντύτερα σε αυτόν είχε καλλιεργηθεί” το σχέδιο ενός μεγάλου περιοδικού που θα έπρεπε να γίνει ο πόλος έλξης και αναφοράς ενός μεγάλου χώρου της αριστεράς, που θα πήγαινε πέρα “από εκείνον της Autonomia”.
Η οργάνωση στην συνέχεια διαλύθηκε, σε τέσσερα μέρη: το πρώτο με επικεφαλής τους Thomas, Palmero και άλλους, που υποστήριζαν την αναγκαιότητα μια οργάνωσης πιο αυστηρά παράνομης, εισήλθε στην P.L., ακολουθούμενο τον σεπτέμβρη του ’79 από την ομάδα του Costa;
Το δεύτερο που αποτελούνταν από τους (…), είχε εισρεύσει στο ήδη υπάρχον “Κέντρο Κομουνιστικής Πρωτοβουλίας, Centro di Iniziativa Comunista”που δρούσε στην Padova;
το τρίτο “παρέμεινε συνδεδεμένο με τον Scalzone και το σχέδιο Metropoli” και καλλιεργούσε “μια προοπτική γενικής πολιτικής καθοδήγησης ολόκληρου του κινήματος (συμπεριλαμβάνοντας τις ένοπλες συνιστώσες του) παρά την συγκρότηση μιας αυτοτελούς οργάνωσης  (έπαιρνε μέρος ο Del Giudice, leader κοινωνικού κέντρου “Lenin” του Sesto S. Giovanni);
η τέταρτη, δίχως συγκεκριμένη χροιά, περιλάμβανε πρόσωπα από Milano και Torino.
Και αυτούς της di P.L. είχε πλησιάσει ο Scalzone για να παρέμβει σε μια συνάντηση όπου θα γίνονταν συζήτηση για την δημιουργία του περιοδικού στο οποίο θα μπορούσαν να αναγνωριστούν και να εκπροσωπηθούν από αυτό “όλα οι δυνάμεις που ασκούσαν την ένοπλη πάλη”.
ο Scalzone μιλούσε γι αυτό το περιοδικό σαν μια πρόταση της ομάδας του προς τις άλλες ομάδες. Μα την πρόσκληση την αρνήθηκε η P.L. που υποπτεύονταν προσπάθειες ηγεμονισμού της ένοπλης πάλης από πλευράς του ίδιου του Scalzone.

Mε την σειρά του, ο Valerio Morucci επιβεβαίωνε (ακρ. 13.X.86) πως είχε ακριβώς από τον Scalzone λάβει την πρόταση μιας προμήθειας όπλων, πρόταση που αυτός γύρισε προς την Διοίκηση των φαλαγγών, μα που δεν έγινε αποδεκτή, διότι εκείνο τον καιρό οι B.R. θεωρούσαν άκρως επικίνδυνο “να αποκτήσουν όπλα περνώντας μέσα από πολιτικές επαφές μεάλλεςόμάδες που δεν είχαν μαζί τους στενή πολιτική ενότητα, δηλαδή πλήρη ταύτιση πολιτική, ενοποίησης στην πραγματικότητα”.
Και θα είναι ακριβώς ο Gigetto Dell’Aglio που επισημαίνει πως “με την απόκτηση εκείνων των όπλων ο Scalzone πίστευε πως θα αποκτήσει μια δυναμική θέση κύρους σχετικά με άλλες ένοπλες οργανώσεις  (B.R.-P.L.) των οποίων τις πολιτικές θέσεις θα μπορούσε ευκολότερα να επηρεάσει, σαν πρόσχημα για να πραγματοποιήσει αυτό που περισσότερο είχε στην καρδιά του:
“να αναλάβει την πολιτική διεύθυνση όλου του πανοράματος της ένοπλης πάλης στην Italia”. Η πολιτική του συμπεριφορά ήταν μήτρας “θεσμικής”, με την έννοια της δυνατότητας χρήσης νόμιμων μηχανισμών πληροφόρησης για να δημιουργήσει την “Αντιεξουσία, Contropotere” μιας οργάνωσης με όρους “Κράτους” εν Κράτει.
Από εδώ “η μέγιστη σημασία” που αποδίδονταν στον ρόλο του περιοδικού “Metropoli”.

Από το 1977 ακόμη – έλεγε ο Morucci – γίνονταν λόγος, με τον Lanfranco Pace για την δημιουργία ενός περιοδικού θεωρητικού-πρακτικού εθνικού χαρακτήρα. Γι αυτό τον σκοπό είχε ανιχνευτεί μια παλιά εφημερίδα της αριστεράς, με όνομα  “Tempi moderni, μοντέρνοι Καιροί” όμως το σχέδιο δεν βρήκε λιμάνι λόγω διαφωνιών που εμφανίστηκαν σχετικά με τον πολιτικό καθορισμό και σχεδιασμό του ίδιου του περιοδικού.
Στην συνέχεια, μέσα στο ’78, η ιδέα επανήλθε μετά από την “ριζική μεταστροφή του πολιτικού ορίζοντα παρέμβασης” λόγω της τεράστιας εισόδου νέων υποκειμένων στο έδαφος της κοινωνικής διένεξης”, απ’ όπου η αναγκαιότητα που απ’ όλους έγινε αισθητή να γίνει εμβάθυνση “της θεωρητικής επεξεργασίας” και, συνεπώς, να δρομολογηθεί ένα περιοδικό. Μα και μέσα σε αυτή την προοπτική ήρθαν να οριοθετηθούν δυο βασικές τάσεις: εκείνη της οποίας ηγείτο ο Toni Negri που αποσκοπούσε στην “ενίσχυση των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών αυτής της νέας υποκειμενικότητας” “δηλαδή του νεανικού προλεταριάτου”, θεωρώντας πως από μόνα τους αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν “εκρηκτικά… αντικρατικά, και πως, συνεπώς, θα είχαν οδηγήσει αυτές τις υποκειμενικότητες “να πέσουν επάνω στους θεσμούς, να τους χτυπήσουν”; και από την άλλη να θέσουν “ένα θέμα μεγαλύτερης επιλεκτικότητας”, “μιας θεωρητικής εμβάθυνσης …. επιλογής της συνέχισης” που θα εκφράζονταν από αυτές τις υποκειμενικότητες, άξιες περαιτέρω ανάπτυξης, “με την μετάγγιση εκείνων της απλής αυθόρμητης και άγριας ανταρσίας”.
Η δυσκολία στην σύνθεση αυτών των δυο τάσεων είχε καταστήσει τον χώρο πρωτοβουλίας σε λίγα υποκείμενα που συνδέονταν μεταξύ τους με »μιαν συνέχεια φιλική»παρά με  “μιαν πολιτική συνέχεια”, αρχίζοντας ξανά ορισμένοι από αυτούς την πολιτική δραστηριότητα μετά τις “σπίθες του ’77”, (όπως ο Piperno, που τα προηγούμενα χρόνια είχε ξαναρχίσει την διδασκαλία στην Καλαβρία και ο Pace που δραστηριοποιούνταν ανάμεσα  “στις έρευνες του CERPET” και “τις παρτίδες poker fino μέχρι τις 5 το πρωί”) με την κίνηση της προσπάθειας να αναλυθεί το κοινωνικό φαινόμενο που προήλθε από τις κινήσεις και τις προτάσεις του ’77, “αντλώντας από τις ενδείξεις θεωρητικού χαρακτήρα για την έναρξη μιας πολιτικής δραστηριότητας μέσα στην νέα κοινωνική διαμάχη”.

Όλη αυτή η προσπάθεια που τέθηκε σε εφαρμογή από τον ίδιο τον Morucci, ήδη το ’77, για να συμπεριληφθούν οι B.R. στην εκδοτική και συντακτική πρωτοβουλία, στην παραδοχή πως το νέο περιοδικό, αν και δεν μπορούσε προφανώς να προτείνει ολοκληρωτικά τις πολιτικές γραμμές της οργάνωσης, θα μπορούσε, ωστόσο, να καταστεί φορέας μιας θεωρητικής επεξεργασίας” τείνουσας σε “μια μεγαλύτερη πολιτική συσπείρωση”, “σε μιαν μεγαλύτερη προσοχή προς τα οργανωτικά προβλήματα”, της “επιλογής των στόχων” και, συνεπώς, στην δημιουργία ενός πολιτικού χώρου μέσα στο κίνημα που θα μπορούσε να έχει επιτρέψει στις B.R. “να ριζώσουν, να ταυτιστούν και να ενσωματωθούν, να αναπτυχθούν, να αλιεύσουν νέα μέλη  με μια κριτική προς τον αυθορμητισμό, που θα μπορούσε να είχε θέσει με τρόπο αιχμηρό  “το πρόβλημα της επιλογής των στόχων”, η  “αναγκαιότητα να δοθεί μια οργανωμένη δομή στις ανάγκες που εκφράζονταν από το νέο κοινωνικό υποκείμενο, δεν είχε ευτυχή κατάληξη. Οι B.R. μην έχοντας ποτέ αποδεχτεί  “να οδηγήσουν την πολιτική τους γραμμή υπό μεταμφίεση” είχαν δηλώσει πως ήταν αντίθετοι στην πρόταση του Morucci, θεωρώντας πως το περιοδικό, αν και θα άγγιζε έναν πιο υψηλό αριθμό αναγνωστών, θα κατέληγε στο σημείο να αντιπροσωπεύει και να προτείνει μια πολιτική γραμμή διαφορετική από εκείνη των B.R.

Παρομοίως αντίθετοι είχαν εκφραστεί σε ανάλογη πρόταση που προώθησε ο Morucci τον αύγουστο του ’78, στην διάρκεια συναντήσεων της Διεύθυνσης των φαλαγγών που έλαβαν χώρα σε εκείνη του Mogliano.
Είχε, πράγματι, επαναληφθεί η συζήτηση σχετικά με το παλιό σχέδιο να δρομολογηθεί ένα περιοδικό  “θεωρητικού, κριτικού, στοχαστικού”χαρακτήρα.
Ήταν ο Pace που μίλησε γι αυτό σε εποχή επόμενη στην έξοδο του από τις B.R., στην διάρκεια μιας συνάντησης στην οποίαν είχε προβάλει την πρόταση μιας συνέντευξης στις B.R. για λογαριασμό ενός ξένου τηλεοπτικού δικτύου (ABC ή NBC).
Όμως η μη διαθεσιμότητα της οργάνωσης να  “διατηρήσει παρατεταμένες πολιτικές σχέσεις ” με όποιον δεν μοιράζονταν “ολοκληρωτικά” την πολιτική της γραμμή, είχε ενημερωθεί με ακλόνητη σταθερότητα.

Συνεχίζεται