σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Πως κατασκευάζεται επικοινωνιακά το »τέρας»: το γεγονός – Come si costruisce mediaticamente il “mostro”: il fatto.

Ο Εισαγγελέας της Φλωρεντίας έχει ανοίξει φάκελο σχετικά με τη Barbara Balzerani, η οποία κρίνεται ένοχη βαριάς προσβολής των θυμάτων. Ένα σμήνος από όρνεα αυτές τις μέρες απολαμβάνει να ανταγωνίζεται σε αγανάκτηση.

Πριν από 40 χρόνια, η Barbara Balzerani συμμετείχε, μαζί με εννέα άλλους ταξιαρχίτες, στην απαγωγή του Aldo Moro, στα χρόνια κατά τα οποία στην Ιταλία, σύμφωνα με υπουργικά στοιχεία, στα τέλη του 1979 επιχειρούσαν 269 οπλισμένα ακρωνύμια, 36.000 πολίτες ερευνήθηκαν για ένοπλη συμμορία 6.000 καταδικάστηκαν σε δεκαετίες φυλάκισης, και καταγράφηκαν 7.866 επιθέσεις σε πράγματα και 4.290 σε ανθρώπους. Συνελήφθη και καταδικάστηκε, εξέτισε ολόκληρη την ποινή της, όπως και πολλοί άλλοι που συμμετείχαν σε εκείνο το εξεγερτικό φαινόμενο. Στα επόμενα χρόνια δημοσίευσε έξι βιβλία, μερικά από τα οποία μεταφράστηκαν στη Γαλλία και την Ισπανία, και οι παρουσιάσεις τους ήταν οι μοναδικές της «δημόσιες» εμφανίσεις, έχοντας πάντα αποφύγει να παραχωρεί συνεντεύξεις για το παρελθόν της ως ταξιαρχίτισσα, με εξαίρεση ένα ντοκιμαντέρ πριν από πολλά χρόνια που επιμελήθηκε από την Loredana Bianconi επάνω σε ορισμένες γυναίκες που κατά την περίοδο εκείνη έλαβαν μέρος στον ένοπλο αγώνα.

Ως συνέπεια αυτού απέφυγε, όπως και άλλοι, και παρά το γεγονός ότι σαφώς της ζητήθηκε από πολλές πλευρές, να δώσει συνεντεύξεις ή οτιδήποτε άλλο για να γεμίσει τα μεγάλα μαζικά μέσα ενημέρωσης σχετικά με την 40η επέτειο της σφαγής στην via Fani και την απαγωγή του Moro.

Ένα post που δημοσιεύθηκε στις 9 ιανουαρίου στο δικό της κοινωνικό πίνακα μηνυμάτων FB, και το οποίο επιβεβαίωνε ουσιαστικά την επιθυμία να μην συμμετάσχει στις διάφορες εκδηλώσεις που θα είχαν αφιερωθεί σε ένα γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τις ιταλικές συνήθειες, το θυμούνται αποκλειστικά με την ευκαιρία επετείων [ για να περιπέσει στη συνέχεια στην πιο απόλυτη λήθη), παρόλα αυτά έστρεψε ξαφνικά επάνω της τα φώτα, την ξεχασμένη προσοχή των μέσων μαζικής ενημέρωσης, που ενδιαφέρθηκαν από μια πολύ πολεμική επιστολή που στάλθηκε σε μια γνωστή εφημερίδα από έναν πρώην ταξιαρχίτη που της εύχονταν να συναντηθούν στην κόλαση. Το ενοχοποιημένο post απήγγειλε την ακόλουθη φράση «Ποιος με φιλοξενεί πέρα από τα σύνορα για τις ένδοξες μέρες, τα μεγαλεία της τεσσαρακοστής επετείου;».

Από εκείνη τη στιγμή η Barbara Balzerani κατέστη ξαφνικά για όλους τους κύριους σχολιαστές της πιο διαφορετικής προέλευσης το έμβλημα της άγριας δολοφόνου που κοροϊδεύει τα θύματα των εγκλημάτων της, ζητώντας να «πάει στην Καραϊβική» (sic!) ενώ οι συγγενείς των θυμάτων κλαιν τους νεκρούς τους. Αν και το νόημα εκείνου του post ήταν πολύ διαφορετικό, όπως θα έπρεπε να είναι προφανές στον οποιονδήποτε, υπερίσχυσε η επιθυμία να αναδημιουργήσουν ξανά μετά από 40 χρόνια το «τέρας» και η Balzerani απέφυγε περαιτέρω σχόλια, ξαναρχίζοντας να γυρίζει την Ιταλία για να παρουσιάζει το τελευταίο της μυθιστόρημα, το οποίο όμως, σε αντίθεση με άλλα, ασχολείται με ένα θέμα που δεν έχει καμία σχέση με την προηγούμενη εμπειρία της σαν brigatista, ταξιαρχίτισσα. Με την προσέγγιση της 16ης μαρτίου, πυροδοτείται ο εορτασμός των μέσων ενημέρωσης για την τεσσαρακοστή επέτειο, στον οποίο, όπως και άλλοι, αποφεύγει να συμμετάσχει ή να πει τα δικά της.

Την Κυριακή 11 μαρτίου ο δημοσιογράφος Purgatori νικώντας όλους στον χρόνο εκπέμποντας στο La 7 ένα αφιέρωμα σε δύο επεισόδια που πραγματικά αναπαράγει πλήρως τις συνεντεύξεις που δόθηκαν πριν από αρκετά χρόνια για ένα γαλλικό ντοκιμαντέρ από τέσσερις πρώην ταξιαρχίτες που συμμετείχαν στην απαγωγή του Μόρο, ένας εκ των οποίων, μεταξύ άλλων, είχε πεθάνει 5 χρόνια πριν. Το πρόγραμμα εξαπολύει τη γενική οργή ορισμένων συγγενών των θυμάτων, αλλά όχι μόνο, για τους ταξιαρχίτες που πηγαίνουν στην τηλεόραση με την ευκαιρία της τεσσαρακοστής επετείου, αν και σε κανένα από τους τέσσερις δεν είχε ζητηθεί η άδεια να χρησιμοποιηθούν εκείνες οι παλιές συνεντεύξεις που είχαν παραχωρήσει σε μια τελείως διαφορετική περίπτωση. Αντιθέτως ένας από αυτούς, που κλήθηκε ρητά να παραχωρήσει μια καινούργια από άλλον σημαντικό δημοσιογράφο αρνήθηκε ευγενικά την πρόσκληση, ακριβώς για να αποφύγει να προκαλέσει τις προβλέψιμες και συνηθισμένες διαμάχες, πολεμικές.

Ταυτόχρονα, και από πολλές πλευρές, οι πρώην ταξιαρχίτες ωστόσο επιπλήττονταν , όχι χωρίς μια κάποια εμφανή επιχειρηματολογική ασυνέπεια, πως είναι επιφυλακτικοί μάλιστα ακόμη και συνωμοτικοί με μαφιόζικο τρόπο.

Και πάλι, η Balzerani, όπως και άλλοι, αποφεύγει να εκφράσει κάποια δημόσια γνώμη για το θέμα, αλλά όταν το κοινωνικό κέντρο CPA της Φλωρεντίας την προσκαλεί να παρουσιάσει, όπως συμβαίνει κάθε χρόνο, το βιβλίο της στις 16 Μαρτίου, ημερομηνία που προφανώς δεν την επέλεξε, ξεσπά μια διαμάχη και πολεμικές μόνο και μόνο επειδή προσκαλείται να παρουσιάσει, presentare, ένα βιβλίο που μιλά για κάτι άλλο, για τελείως διαφορετικά πράγματα.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης παραμονεύουν με κρυφά μικρόφωνα και κάμερες αποκαλύπτοντας στα τηλεοπτικά πλάνα και στο τέλος της παρουσίασης του βιβλίου κάποιον που της ζητά να εκφραστεί σχετικά με την πολεμική που διεξάγεται από τα θύματα σχετικά με το δικαίωμα λόγου και στους πρώην ταξιαρχίες.

Στην ερώτηση απαντά ότι, χωρίς να θίγεται το δικαίωμα των θυμάτων να εκφράζουν τις σκέψεις τους, η αφήγηση μιας συλλογικής ιστορίας δεν μπορεί να είναι μονοπώλιο ούτε γι αυτούς, και για να εκφράσει μια έννοια, για την αξία της οποίας θα έλεγα ότι κανείς δεν μπορεί να αντιταχθεί σε τίποτα, χρησιμοποιεί μια έκφραση που εξαπολύει ακόμη περισσότερο τη συλλογική αγανάκτηση απέναντι της. «Υπάρχει μια φιγούρα, το θύμα, που έχει γίνει ένα επάγγελμα, αυτή η περίεργη φιγούρα σύμφωνα με την οποία το θύμα έχει το μονοπώλιο του λόγου. Δεν λέω ότι δεν έχουν το δικαίωμα να λένε τη δική τους γνώμη, πόσο μάλλον, αλλά δεν έχεις μόνο εσύ το δικαίωμα, δεν είναι ότι την ιστορία μπορείς μόνο εσύ να την φτιάξεις «.

Από εκείνη τη στιγμή διαβάζουμε εναντίον της τα πάντα κι ακόμη περισσότερα, στα οποία ωστόσο η ενδιαφερόμενη δεν απαντά με κανένα τρόπο, της αφιερώνονται σελίδες ολόκληρες στην εφημερίδα Corriere και επεισόδια του Matrix και είναι αυτής της ώρας η είδηση ότι η Εισαγγελία της Φλωρεντίας θα έχει » ανοίξει ένα φάκελο » εναντίον της αν και, διευκρινίζουν, ελλείψει εγκλήματος, και πως ο Δήμος της Φλωρεντίας αποφάσισε να εκκενώσει το κοινωνικό κέντρο που την φιλοξένησε και ότι ο γιος του πρώην δημάρχου Conti ανακοίνωσε αγωγή εναντίον της για δυσφήμηση .

Αυτά είναι τα γεγονότα, τις κρίσεις όπως πάντα μπορεί ο καθένας να τις κάνει από μόνος του σύμφωνα με τις διαφορετικές προθέσεις του.

Davide Steccanella

από το facebook

**********************

Σχετικά με τα μεγαλεία και σχετικά με την εξουσία των θυμάτων – Sui fasti e sul potere vittimario

Το θύμα είναι ο ήρωας της εποχής μας. Το να είσαι θύμα δίνει κύρος, επιβάλλει ακρόαση, υπόσχεται και προωθεί αναγνώριση, ενεργοποιεί μια ισχυρή γεννήτρια ταυτότητας, δικαίου, αυτοεκτίμησης. Ανοσοποιεί από κάθε κριτική, εγγυάται την αθωότητα πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία. Πώς θα μπορούσε το θύμα να είναι ένοχο και αντίθετα υπεύθυνο για κάτι; Δεν το έκανε, του έγινε, το υπέστη. Δεν δρα, πάσχει. Στο θύμα διατυπώνονται έλλειψη και διεκδίκηση, αδυναμία και αξίωση, επιθυμία να έχει και επιθυμία να είναι. Δεν είμαστε αυτό που κάνουμε, αλλά αυτό που έχουμε υποφέρει, υποστεί, αυτό που μπορούμε να χάσουμε, αυτό που μας πήραν «. (Daniele Giglioli, Κριτική του θύματος )

Απόλυτοι δήμιοι και απόλυτα θύματα ενορχηστρωμένα από ένα επικοινωνιακό σύστημα στο οποίο έχει ανατεθεί η διεύθυνση της ρητορικής της κοινής μνήμης, που δοκιμάστηκε για τουλάχιστον μια δεκαετία μέσα από την «τηλεόραση του πόνου», όπως την έχει ορίσει πολύ σωστά η De Luna, και μέσα στο πλαίσιο μιας διαδεδομένης κοινής λογικής που κυριαρχείται από τον ποινικό λαϊκισμό που διασχίζει την κοινωνία αγγίζοντας αριστερά και δεξιά χωρίς πλέον διάκριση. Σε αυτό το πλαίσιο μνημονεύονται και τιμώνται, σύμφωνα με τους μηχανισμούς του παραδείγματος, του προτύπου του θύματος, και της συνωμοσίας, στενού της συγγενή, τα σαράντα χρόνια του θανάτου του Μόρο και της συνοδείας του, με όχι αδιάφορες επιπτώσεις στον ιστοριογραφικό τομέα, αλλά κυρίως στην κατασκευή της δημόσιας μνήμης, δηλαδή της χρήσης του παρελθόντος στην κατασκευή του παρόντος. Μεγαλεία – εορτασμοί – που σίγουρα δεν βοηθούν στην κατανόηση του παρελθόντος, που αντικαθιστούν τη μνήμη στην Ιστορία και που κατά βάθος φαίνονται να μην σέβονται αυτούς τους ίδιους που τα θεσμικά όργανα θα ήθελαν να γιορτάσουν, να τιμήσουν.

Η ιστορία διαβασμένη ολοένα και περισσότερο μέσα σε μια δικαστική οπτική – όπου οι ηθοποιοί ενσαρκώνουν τους ρόλους των δημίων και των θυμάτων – και συνωμοσιολογική – όπου λίγοι κουκλοπαίκτες κρατούν στα χέρια τους τη μοίρα του κόσμου μηχανοραφώντας εναντίον ανυποψίαστων και αθώων μαζών – δεν είναι ένα φαινόμενο μοναχά ιταλικό. Η άνοδος του παραδείγματος-προτύπου θυματοποίησης αντιστοιχεί στην επιβεβαίωση, την επικράτηση και την παγίωση του νεοφιλελευθερισμού και του μεταμοντέρνου, αποτελεί την ιδεολογική του βάση, εξαλείφοντας προοδευτικά από τον σύγχρονο πολιτικό ορίζοντα και από την Ιστορία, την έννοια της αντιπαλότητας, της σύγκρουσης και της διαμάχης, αποπολιτικοποιώντας και παθητικοποιώντας την. Αν και δεν είναι μοναχά ένα ιταλικό φαινόμενο, η Ιταλία έχει, με κάποιον τρόπο, προτρέξει τους χρόνους και τα στάδια, αναπτύσσοντας το ακριβώς με εκείνες τις δύο δεκαετίες παρελθόντος που πηγαίνουν από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980, που δεν καταφέρνει να ιστοριοποιήσει, και ιδίως με τον ένοπλο αγώνα, το πραγματικό αντικείμενο των μόνιμων εξορκισμών.

Να αφηγηθεί, μια μνήμη, κυρίαρχη πάνω σε όλες τις άλλες. Μια μνήμη που μετασχηματίστηκε ακατάλληλα αλλά όχι τυχαία σε συνώνυμο της Ιστορίας και αντικαταστάθηκε σε αυτήν. Μέχρι να την ακυρώσει, να την διαλύσει σε ιδιωτικό πόνο, στην εσωτερική και οικογενειακή διάσταση, που καταλαμβάνει το σκηνικό και ηγεμονεύει τον δημόσιο χώρο, αποκρύπτοντας τις μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές διαδικασίες, και μαζί τους τις συγκρούσεις που τις κινούν, οι οποίες αποτελούν το συστατικό μέρος της Ιστορίας .

Θύμα και οικογένεια του θύματος, συγγενείς, αγιοποιημένοι στο επίσημο τελετουργικό της ημέρας μνήμης, θεσμοποιημένοι από τον δημόσιο λόγο, θεαματικοποιημένοι επικοινωνιακά, έφτασαν να ενσωματώσουν μια υψηλότερη ηθική. Ο λόγος τους, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστός σε σχέση με τα γεγονότα ή τους ανθρώπους για τους οποίους μιλάει, και η θέση τους που εκφράζει απόλυτη ταλαιπωρία, πόνο, καθίσταται απρόσβλητος, ακαταμάχητος, η κριτική καθίσταται προσβολή, βρισιά.  Αρκεί κάτι πολύ λιγότερο από την κριτική, αρκεί απλώς να αρθρώσουμε έναν άλλο λόγο που να ξεφεύγει από τη ρητορική του πόνου ώστε να εξαπολυθεί η λογοκρισία και η δημόσια επίπληξη που προκαλείται επικοινωνιακά, που δίνει το έναυσμα να ξεκινήσει η διαδικασία τερατοποίησης των κυνικών δημίων. Ο λόγος τους καθίσταται απόλυτη αξία, και απόλυτη δύναμη βέτο επί των άλλων φωνών.   Είναι κατανοητό, ανθρώπινο κυρίως, από εκείνους που έχουν υποστεί απώλεια, πένθος ή προσωπικές ταλαιπωρίες και πόνους, μια αντίδραση αγανάκτησης και διαμαρτυρίας μπροστά στον υπεύθυνο για το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας, ενός συγγενούς. Η έκφραση μίσους, εκδίκησης, πικρίας είναι κατανοητές και έχουν το λόγο ύπαρξης ως προσωπικές και ιδιωτικές εκδηλώσεις του πόνου καθενός.

Διαφορετικής φύσης και διαφορετικού νοήματος, όμως, και αντιθέτως, είναι η επιχείρηση, που λαμβάνει χώρα κάτω από τα μάτια μας σήμερα, η οποία στο θεσμικό επίπεδο και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατέστησε κεντρικό το ρόλο μιας τυπολογίας θύματος ειδικότερα, εκείνη του ένοπλου αγώνα των χρόνων 70-80 , τοποθετημένης σαν κεντρική φιγούρα για την ερμηνεία της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης εκείνης της περιόδου, καταλήγοντας να ενσωματώνει το νόημά της και να γίνεται το βασικό της αφηγηματικό και αναγνωστικό κλειδί, οικοδομώντας και κρυσταλλοποιώντας γύρω από την ταυτότητά της την κρατική μνήμη, γεμίζοντας με την ιδιωτική θλίψη το κενό της θεσμικής πολιτικής – άκαμπτων και ακλόνητων και γυψοποιημένων άρχουσων τάξεων, χθες όπως σήμερα – τοποθετώντας την στο κέντρο του δημόσιου χώρου, αποδίδοντάς της το μονοπώλιο του λόγου επί της Ιστορίας.

Δεν είναι όλα τα θύματα ίσα, και προέρχονται από πολιτικές σχέσεις εξουσίας, από κοινωνικούς ρόλους, από το ποιοι κέρδισαν και ποιοι έχασαν, που εξαρτάται από τη διαφοροποίηση μεταξύ αδύναμων θυμάτων και ισχυρών θυμάτων, και κατά συνέπεια από αδύναμες αναμνήσεις και ισχυρές αναμνήσεις. Από τη σκοπιά που υποθέτουμε μπορεί να αποτελέσει δύσκολο να ξεχάσουμε, στην ιδιαιτερότητα της συζήτησης που μας ενδιαφέρει εδώ, για παράδειγμα, τις πολυάριθμες σφαγές προλετάριων με τις οποίες είναι κατάσπαρτη η ρεπουμπλικάνικη ιστορία ( τους πάνω από δυο κιλά κάλλυκες που ρίχτηκαν μέσα σε λίγα λεπτά, στις 2 δεκεμβρίου 1968, ενάντια στους εργάτες της γης της Avola, οι οποίοι ζητούσαν αύξηση μισθού και οι οποίοι πυροβολισμοί κόστισαν τη ζωή δύο ανθρώπων, για να δώσουμε μόνο ένα παράδειγμα, ποιοι τους θυμούνται; Και τους 17 νεκρούς και 88 τραυματισμένους στην Piazza Fontana μόλις ένα χρόνο αργότερα, για να εγκαινιάσουν την εποχή των σφαγών εναντίον ενός ταξικού κινήματος σε άνοδο; Πώς μπορούμε να ξεχνάμε ότι το Κράτος καταδίκασε τα μέλη των οικογενειών εκείνων των θυμάτων να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα χωρίς ούτε καν να τους δώσει μια δικαστική αλήθεια;)

Το βάρος, η ορατότητα και ο σεβασμός που οφείλονται στα θύματα που έπεσαν σε μια κοινωνική σύγκρουση που διήρκησε περίπου δύο δεκαετίες εξαρτάται από τη θέση που αυτά κατέλαβαν σε εκείνη τη σύγκρουση, από το βάρος και την ερμηνεία που αποδίδεται στη συνολική ιστορία εκείνων των χρόνων.

Από την άλλη πλευρά, τα ισχυρά θύματα, που κατέχουν εξέχουσες θέσεις στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο, που έχουν στη διάθεση τους ενώσεις, που έπαιξαν και παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατασκευή της αφήγησης των «χρόνων του μολυβιού», ακριβώς λόγω της ταυτότητάς τους ως θυμάτων. Σε αυτά τα χρόνια σχεδόν καθημερινά εμφανίζονταν συνεντεύξεις, δηλώσεις, τοποθετήσεις από τις σελίδες των μεγαλύτερων εφημερίδων εναντίον πρώην μαχητών του ένοπλου αγώνα, κάθε φορά που παρουσίαζαν βιβλία, ταινίες, για να διαμαρτυρηθούν εναντίον της παρουσίας τους σε συνέδρια σπουδών ή άλλες δημόσιες πρωτοβουλίες, και εναντίον όσων απλώς πρότειναν διαφορετικά κλειδιά ανάγνωσης σε σχέση με την μόνη εγκεκριμένη ομιλία, τον μόνο εγκεκριμένο λόγο για το θέμα. Περιέργως μιλούν από τα κύρια μέσα μαζικής ενημέρωσης, και ταυτόχρονα επαναλαμβάνουν την τελετουργική φόρμουλα «μόνο οι τρομοκράτες μιλούν, για εμάς η σιωπή».

Πόσο είναι παρόντας και δυνατός ο επηρεασμός και η εξάρτηση των «ισχυρών» θυμάτων και πόσο είναι απαραίτητη η κουλτούρα της δημόσιας μετανοίας σε σχέση με το παρελθόν και αναγκαία για να μπορείς να βλέπεις να σου αναγνωρίζεται και να νομιμοποιείται το δικαίωμα του λόγου στο παρόν, το δείχνει με σαφή τρόπο η δημόσια αποκήρυξη που ζητήθηκε και αμέσως επιτεύχθηκε , από ένα μεγάλο μέρος της πολυάριθμης ομάδας των τότε υπογραφόντων του μανιφέστου εναντίον του αστυνόμου Calabresi της 13ης ιουνίου 1971, οι οποίοι εν τω μεταξύ έγιναν αναπόσπαστα μέλη του establishment και της διανόησης. Ένα καλό παράδειγμα της λειτουργίας του θυματοποιημένου υποδείγματος και των επιπτώσεών του στη συγγραφή της ιστορίας και στην κατασκευή της δημόσιας μνήμης.

Αυτές τις μέρες, με έναν εντελώς παράδοξο τρόπο, τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για δεκαετίες σχετικά με το δικαίωμα στον λόγο ή μη των πρώην μαχητών των BR έχουν επαναπροωθηθεί, προτάθηκαν ξανά. Η υποχρέωση στη σιωπή των «δημίων» μεταφέρθηκε από τα μέσα ενημέρωσης ως μάντρα: οι μη-μετανοούμενοι και αυτοί που δεν διαχώρισαν τη θέση τους τρομοκράτες πρέπει να σιωπήσουν. Το παράδοξο έγκειται στο γεγονός ότι δημιουργήθηκε μια αντιπαράθεση και μια πολεμική για ένα γεγονός που δεν συνέβη, δηλαδή την παρουσία στην τηλεόραση πρώην μη-μετανιωμένων και μη διαχωρισμένων ταξιαρχιτών. Προσκαλεσμένοι από όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, κανένας από αυτούς δεν έδωσε συνεντεύξεις ούτε αποδέχτηκε να συμμετάσχει στα πολυάριθμα τηλεοπτικά προγράμματα, τόσο ώστε να έχει χρησιμοποιηθεί υλικό από ντοκυμαντέρ που έχουν ήδη δημοσιευθεί εδώ και πολύ καιρό και όχι ιταλικά για να εκθέσει την παρουσία τους. Ωστόσο ξεσπούν κραυγές ενάντια στον πρωταγωνιστικό τους ρόλο. Προσπαθούν να τους κάνουν να μιλήσουν, τους ψάχνουν, και στη συνέχεια να φωνάξουν για το γεγονός ότι μιλούν. Μεταξύ άλλων, αυτοί που εφορμούν ενάντια στους μη-μετανιωμένους και μη διαχωρισμένους, παραλείπουν να λένε ότι αναφέρονται σε εκείνους που εξέτισαν πολλά χρόνια στη φυλακή (και κάποιοι, περίπου είκοσι άτομα, εξακολουθούν να εκτίουν ποινές).

Εκείνοι που θα ήθελαν να σιωπήσουν τους μη μετανιωμένους ή μη διαχωρίσαντες τη θέση τους, πράγματι, ασφαλώς γνωρίζουν ότι αυτές οι δύο κατηγορίες, πέραν του θρησκευτικο-ηθικού φορτίου που οι όροι αυτοί προκαλούν και θυμίζουν για την κοινή λογική, είναι πρωτίστως νομικές κατηγορίες, από τις οποίες πάντα νομικά ακολουθεί μια τρίτη, εκείνη των αμετακίνητων – η οποία συλλέγει, πέρα από τις διάφορες θέσεις που λήφθηκαν τότε από τον καθένα, όλους εκείνους που δεν εμπίπτουν στις δύο πρώτες – με τις οποίες το ιταλικό Κράτος μέσα από τη νομοθεσία της εξαίρεσης [έκτακτης ανάγκης] έχει επιλύσει, στο δικαστικό επίπεδο, την κοινωνική σύγκρουση της δεκαετίας του 70 διανέμοντας ποινές, παρέχοντας εκπτώσεις και αθωώσεις σύμφωνα με το βαθμό συνεργασίας. Εκείνοι που δεν μετάνιωσαν και όσοι δεν διαχώρισαν τη θέση τους είναι επομένως αυτοί που δεν έχουν επωφεληθεί από τα οφέλη που παρέχονται από τους νόμους για τη μετάνοια και τη διάσταση, τον διαχωρισμό.

Εκείνοι δηλαδή που έχουν πληρώσει χωρίς έκπτωση! Θα πρέπει να το γνωρίζουν οι εξτρεμιστές που ζητούν αυστηρή δικαιοσύνη και θα επιθυμούσαν την εφαρμογή ενός είδους πολιτικής και κοινωνικής ισόβιας ποινής, τον μόνιμο αποκλεισμό τους από τους δημόσιους χώρους. Σε κάθε περίπτωση, τα θύματα των BR δεν μπορούν να πουν ότι δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τα άλλα θύματα εκείνης της εποχής, πρώτα απ ‘όλα για εκείνα των σφαγών, φαινόμενο που από τη φύση και την προέλευση του δεν είναι συγκρίσιμο με τον ένοπλο αγώνα αλλά το οποίο συνδέεται αδιανόητα, αδιακρίτως με αυτόν, σαν να επρόκειτο για το ίδιο πράγμα, φαινόμενο το οποίο στοίχισε αδιακρίτως εκατοντάδες νεκρούς οι οποίοι παρέμειναν χωρίς υπεύθυνους. Θα ήταν αρκετή, δεδομένου του χρόνου που έχει περάσει , αν όχι μια δικαστική αλήθεια, τουλάχιστον λιγάκι ιστορική αλήθεια, αλλά φαίνεται πως τα θεσμικά όργανα που έχουν εξαγριωθεί εναντίον των πρώην BR δεν νιώθουν καμία πίεση γι αυτήν.

Μένει να αναρωτηθούμε, αφού οι λογαριασμοί με τη δικαιοσύνη έχουν διευθετηθεί, και τα θύματα, στην προκειμένη περίπτωση οι νικητές, δικαιώθηκαν, προς τι η θεσμοθετημένη μνησικακία; Από πού προέρχεται και ποια είναι η λειτουργία της μνησικακίας των νικητών που παρουσιάζονται, ή τους παρουσιάζουν, με το ένδυμα των θυμάτων; Το πρότυπο θυματοποίησης και η κοινή μνήμη που με αυτό θα ήθελαν να περάσουν, αντιπροσωπεύουν την πιο πρόσφατη φόρμουλα για να απελευθερωθούν από το στενάχωρο βάρος μιας ιστορίας που τους φέρνει σε δύσκολη θέση, μιας ιστορίας που ποτέ δεν έχει αφομοιωθεί, δεν την κατάπιαν ποτέ, την οποία επιδιώκουν να ρευστοποιήσουν ως ανθρωποκτονική και ιδεολογική τρέλα, εκθιάζοντας και δοξολογώντας την απόλυτη αθωότητα από τη μια πλευρά και το απόλυτο κακό από την άλλη, σε ένα είδος infantilization, απλοποίησης της Ιστορίας, [μιλάμε για παιδισμό] και που έχει ανάγκη τη συνωμοσιολογία ώστε να διατηρηθεί χρονικό, αφήγηση, καταγραφή.

Όπως έγραψε ο Agamben πριν από 20 χρόνια, η αναγνώριση που δεν έγινε του  πραγματικά πολιτικού χαρακτήρα της σύγκρουσης εκείνων των χρόνων από τις κυρίαρχες τάξεις της εποχής και τις τρέχουσες, αφήνει την περίοδο εκείνη ως ανοιχτό πρόβλημα, το οποίο δεν μπορεί να γίνει παρελθόν. Αυτός είναι ο πραγματικός πυρήνας του θέματος. Οι συγγενείς των θυμάτων, ορισμένων θυμάτων, δεν κατέχουν το μονοπώλιο της Ιστορίας, δεν μπορούν να ενεργήσουν, όπως αποτελεσματικά συνοψίζει ο Giglioli, ως «Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιστορίας». Δεν μπορούν να σιωπήσουν εκείνους που ήταν μέρος της ιστορίας, επιβάλλοντας τους μια πρόσθετη ποινή εκτός από εκείνη που έχουν εκτίσει. Γιατί μαζί με αυτούς σιωπούν και όσους εκείνη την ιστορία προσπαθούν να την κατανοήσουν και να της δώσουν διαφορετικές αναγνώσεις από εκείνη που τίθεται από την κοινή μνήμη, έχοντας κάθε δικαίωμα να το πράξουν.

Silvia De Bernardinis

https://favacarpendiem.wordpress.com/2018/03/23/come-si-costruisce-mediaticamente-il-mostro-il-fatto/

ιστορία, storia

Η ημέρα της μνήμης και τα ξεχασμένα ολοκαυτώματα – Il giorno della memoria e gli olocausti dimenticati

Immagine di bimbi Rom e Sinti in un campo di concentramento nazista

image_pdfimage_print
Παιδιά  Rom και Sinti σε ένα ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης 

Αύριο είναι η ημέρα της μνήμης giorno della memoria, με την οποίαν από το 2000 εορτάζεται στην Ιταλία το Ολοκαύτωμα Olocausto, όρος – όπως αναφέρεται στο Wikipedia –ο οποίος «εισήχθη στα τέλη του XX αιώνα για να αναφερθεί στη γενοκτονία που διαπράχτηκε από τη ναζιστική Γερμανία εις βάρος όλων αυτών των εθνοτικών ομάδων και όλων εκείνων των προσώπων που θεωρήθηκαν »ανεπιθύμητα» (ομοφυλόφιλοι, εβραίοι, πολιτικοί αντίπαλοι, τσιγγάνοι, μάρτυρες του ιεχωβά, πεντηκοστιανοί, κλπ…)».

Όρος που πλέον έχει γίνει συνώνυμος με τον Shoa – που στα εβραϊκά (σημαίνει “ερήμωση, καταστροφή, μακελειό”) με τον οποίον οι Ισραηλινοί εορτάζουν την εξόντωση των ευρωπαίων εβραίων από πλευράς των ναζιστών στην διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου – έτσι που πάντα στο  Wikipedia εάν ψάχνουμε τις δυο λέξεις – Olocausto Ολοκαύτωμα και Shoa – βρίσκουμε μοναχά μια σελίδα, την ίδια.

Ok, τι πρόβλημα υπάρχει; Θα ήταν πολύ σωστό αν την ημέρα της μνήμης θυμόμασταν όλα τα θύματα του μίσους των ναζι-φασιστών, αλλιώς σε τι χρησιμεύει μια »ημέρα μνήμης»;!

Είναι λυπηρό το γεγονός πως, πλέον, η ημέρα της μνήμης έχει γίνει ένα βαρετό τελετουργικό, όπως έχει συμβεί και με πολλές άλλες τέτοιες θεσμοθετημένες  »ημέρες» της κοινότητας μας – η 25 απριλίου πάνω από όλες, αλλά έχει γίνει επίσης και σχεδόν αποκλειστικά η ημέρα κατά την οποίαν ενθυμούμαστε την Shoa, την εξολόθρευση των εβραίων, αφήνοντας κατά μέρος, αν όχι αποκλείοντας tout court όλους τους άλλους, τσιγγάνους και ομοφυλόφιλους επί κεφαλής. Η κόκκινη περιοχή της Τοσκάνης, για να δώσουμε ένα παράδειγμα, δεν αναφέρει άλλους από τους εβραίους στον εορτασμό της ημέρας μνήμης αυτής της χρονιάς giorno della memoria .

Ήδη αυτό το φαινόμενο θα ήταν ενδιαφέρον, και θα άξιζε μια εις βάθος συλλογιστική.

Δεν είναι ότι εμείς οι δυτικοί, με τόσο ζήλο όταν θυμόμαστε τους νεκρούς μας (τους καλούς και ευπαρουσίαστους, όχι τους βρωμερούς και λεκιασμένους…), εύκολα ξεχνούμε γρήγορα τα ολοκαυτώματα και τις γενοκτονίες που εμείς οι ίδιοι διαπράξαμε.

Προς μεγάλη μας τύχη έρχεται στη διάθεση μας να μας βοηθήσει ένα ωραιότατο άρθρο από τον Guardian στην φιγούρα του δημοσιογράφου του, George Monbiot, που μεταφράστηκε στα ιταλικά στο numero 830 του εβδομαδιαίου Internazionale, που μας μιλά για το ολοκαύτωμα και τη γενοκτονία παίρνοντας έμπνευση από το super film που έσπασε ταμεία, το Avatar!

Να λοιπόν που ακολουθεί, το παίρνουμε ταυτόχρονα από το σάιτ της Alessandra Colla, την οποίαν και ευχαριστούμε:

Γλυκανάλατο, ίσως. Mα το Avatar είναι ένα βαθύτατο film, σημαντικό, που σε κάνει να σκεφτείς

του George Monbiot

Avatar, η εκπληκτική ταινία σε 3-D του James Cameron, είναι βαθιά και την ίδια στιγμή είναι άλλο τόσο βαθύτατα ανούσια. Βαθιά γιατί, όπως η πλειοψηφία των ταινιών για τους εξωγήινους, είναι μια μεταφορά για την επαφή ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς. Μα σε αυτή την περίπτωση η μεταφορά είναι συνειδητή και ακριβής: αυτή είναι η ιστορία της σύγκρουσης μεταξύ των Ευρωπαίων και των αυτόχθονων, ιθαγενών πληθυσμών της Αμερικής. Και είναι επίσης βαθύτατα σαχλό και οδυνηρό το γεγονός ότι η οικοδόμηση και ο σχεδιασμός ενός ευτυχούς τέλους απαιτεί ένα αφηγηματικό σχεδιασμό, μια αφηγηματική δομή τόσο ανόητη και προβλέψιμη ώστε να χαθεί η οπτική γωνία του έμφυτου πάθους της ταινίας. Η μοίρα των ιθαγενών αμερικανών είναι πολύ πιο κοντά σε αυτό που αφηγείται μια άλλη πρόσφατη ταινία, The Road, στην οποίαν οι επιζώντες τρέχουν να το σκάσουν μες τον τρόμο, μιας και τείνουν να εξαφανιστούν από προσώπου γης.

Αλλά αυτή είναι μια ιστορία που κανείς δεν θέλει ν’ ακούσει, καθώς αντιπροσωπεύει μια πρόκληση για τον τρόπο που επιλέγουμε να είμαστε οι εαυτοί μας. Η Ευρώπη πλούτισε μαζικά από τις γενοκτονίες στις Αμερικές, και επάνω στις γενοκτονίες έχουν τα θεμέλια τους τα αμερικανικά έθνη. Αυτή είναι μια ιστορία που δεν μπορούμε να αποδεχτούμε.

Στο βιβλίο του American Holocaust, Αμερικανικό Ολοκαύτωμα, ο ερευνητής από τις ηνωμένες πολιτείες  David Stannard τεκμηριώνει τα μεγαλύτερα επεισόδια γενοκτονίας που εγνώρισε ποτέ ο κόσμος  (1). Το 1492, στις Αμερικές ζούσαν περίπου 100 εκατομμύρια ιθαγενών. Στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, XIX secolo, σχεδόν όλοι είχαν εξολοθρευτεί. Πολλοί από αυτούς είχαν πεθάνει λόγω των ασθενειών. Μα η μαζική εξολόθρευση είχε σχεδιαστεί προσεκτικά.

Όταν έφτασαν οι Ισπανοί στις Αμερικές, περιέγραψαν έναν κόσμο που πολύ δύσκολα θα μπορούσε να είναι διαφορετικός από τον δικό τους. Η Ευρώπη ήταν κατεστραμμένη από τους πολέμους, από την καταπίεση, από την δουλεία, τον φανατισμό, από τις ασθένειες και τον λιμό. Οι πληθυσμοί που συναντούσαν οι Ισπανοί ήταν υγιείς, καλοζωισμένοι, ειρηνικοί (με κάποιαν εξαίρεση τους Αζτέκους και τους Ίνκας), δημοκρατικοί, υπέρ της ισονομίας. Από το ένα άκρο της Αμερικής μέχρι το άλλο οι πρώτοι εξερευνητές, συμπεριλαμβανομένου του Κολόμβου, υπογράμμισαν την εξαιρετική φιλοξενία των ντόπιων αυτόχθονων. Οι conquistadores καταγοητεύτηκαν από τα αξιοθαύμαστα κτίρια  — δρόμους, κανάλια, κατασκευές — και τα καλλιτεχνικά έργα που βρήκαν εκεί κάτω , που σε κάποιες περιπτώσεις ξεπερνούσαν κατά πολύ οτιδήποτε άλλο είχαν δει ποτέ στην πατρίδα. Τίποτα από όλα αυτά τους συγκράτησε από το να καταστρέψουν τα πάντα και όλους στο δρόμο τους.

Η σφαγή ξεκίνησε με τον Κολόμβο. Αυτός ήταν που ξεκλήρισε τον πληθυσμό της Hispaniola (σήμερα Αϊτή, Haiti και Δομινικανή Δημοκρατία, Repubblica Dominicana) χρησιμοποιώντας απίστευτα βίαια μέσα. Οι στρατιώτες του άρπαζαν μέσα από τις αγκαλιές των μανάδων τους τα παιδάκια και έσπαζαν τα κεφάλια τους στα βράχια. Έτρεφαν με ζωντανά μωράκια τα πολεμικά σκυλιά τους. Μια φορά κρέμασαν  13 Ινδιάνους προς τιμήν του Χριστού και των 12 αποστόλων του, «σε ένα μακρύ, αλλά αρκετά χαμηλό ικρίωμα επιτρέποντας στα δάχτυλα των ποδιών τους να αγγίζουν το έδαφος αποφεύγοντας τον στραγγαλισμό […]. Όταν ξεκρέμασαν τους ινδιάνους, ακόμη ζωντανούς, τους ξέσκισαν με ένα μόνο χτύπημα βγάζοντας τους τα εντόσθια, και υπήρχαν και αυτοί που έκαναν χειρότερα. Μετά πέταξαν εκεί γύρω άχυρα και τους έκαψαν ζωντανούς» [από Bartolomé de Las CasasHistory of Indies, μετάφραση σε φροντίδα από τον Andree Collard, Harper&Row, New York 1971, σελ. 94, in: David E. Stannard, Olocausto americano, αμερικανικό Ολοκαύτωμα. La conquista del Nuovo Mondo, η κατάκτηση του Νέου Κόσμου, Bollati Boringhieri 2001, σελ. 136 — nota mia ιταλική σημείωση].

Ο Κολόμβος διέταξε όλους τους ιθαγενείς να παραδίδουν μια συγκεκριμένη ποσότητα σε χρυσό κάθε τρεις μήνες: κάθε φορά που κάποιος δεν το έκανε, του έκοβαν τα χέρια. Το 1535 ο αυτόχθων πληθυσμός της Hispaniola πέρασε από τα 8 εκατομμύρια στο μηδέν: ένα μέρος του χαμού οφείλονταν στις ασθένειες, ένα μέρος στους σκοτωμούς, αλλά η πλειοψηφία στους θανάτους από πείνα.

Οι κατακτητές,  conquistadores ξεδίπλωσαν την εκπολιτιστική τους αποστολή στην κεντρική και νότια Αμερική. Όταν δεν μπορούσαν να κάνουν τους ιθαγενείς να αποκαλύψουν τους κρυμμένους μυθικούς θησαυρούς, τους χτυπούσαν, τους μαστίγωναν, τους κρεμούσαν, τους έπνιγαν, τους έγδερναν, τους έδιναν βορά στα σκυλιά, τους έθαβαν ζωντανούς ή τους έκαιγαν. Οι στρατιώτες έκοβαν τα στήθη των γυναικών, έστελναν τους ιθαγενείς στα χωριά τους με τα χέρια και τις μύτες κομμένες και κρεμασμένες γύρω από τους λαιμούς σαν κολιέ, και κυνηγούσαν τους ινδιάνους με τα σκυλιά έτσι για σπορ. Μα οι περισσότεροι πέθαιναν σαν δούλοι ή από τις αρρώστιες. Οι Ισπανοί ανακάλυψαν πως τους συνέφερε περισσότερο να έχουν τους ινδιάνους να δουλεύουν μέχρι θανάτου και στη συνέχεια να τους αντικαθιστούν, παρά να τους κρατούν ζωντανούς: το προσδόκιμο ζωής στα ορυχεία και στις φυτείες πήγαινε από τους τρεις στους τέσσερις μήνες. Μέσα σε έναν αιώνα από την άφιξη τους, γύρω στο 95% του πληθυσμού της Κεντρικής Αμερικής και της Νότιας είχε εξαφανιστεί, εξολοθρεύτηκε.

Στη διάρκεια του δέκατου όγδοου αιώνα, Nel corso del XVIII secolo, in California, στην Καλιφόρνια, οι  Σπανιόλοι συστηματοποίησαν αυτή την εξόντωση. Ο φραγκισκανός ιεραπόστολος Junipero Serra φρόντισε να στήσει μια σειρά από  “αποστολές”: στην πραγματικότητα επρόκειτο για στρατόπεδα συγκέντρωσης που χρησιμοποιούσαν την εργασία των δούλων. Οι ιθαγενείς ομαδοποιήθηκαν με το ζόρι σε ομάδες και εργάζονταν στους αγρούς , με το ένα πέμπτο των θερμίδων που δίνονταν στους αφρο-αμερικανούς δούλους τον δέκατο ένατο αιώνα, nel XIX secolo. Πέθαιναν από τις δοκιμασίες, την πείνα και τις αρρώστιες με τρομακτική ταχύτητα, και αντικαθίσταντο συνεχώς έτσι ώστε οι αυτόχθονες πληθυσμοί ξεκληρίστηκαν ολοσχερώς. Ο Junipero Serra, ο Eichmann της Καλιφόρνια, οσιοποιήθηκε από το Βατικανό το 1988. Τώρα του λείπει μοναχά ένα θαύμα για να αγιοποιηθεί  (2).

Ενώ οι Ισπανοί οδηγούνταν κυρίως από την απληστία και την λαγνεία του χρυσού, οι Εγγλέζοι που αποίκισαν την Βόρεια Αμερική  ήθελαν τη γη. Στην Νέα Αγγλία αυτοί περικύκλωναν τα χωριά των ιθαγενών αμερικανών και σφαγίαζαν τους κατοίκους την ώρα που κοιμούνταν. Καθώς εξαπλώνονταν προς τα δυτικά, η γενοκτονία δικαιολογούνταν και υποστηρίζονταν στα μεγαλύτερα επίπεδα. Ο George Washington διέταξε την πλήρη καταστροφή των οικισμών και της γης των Irochesi, Ιροκέων. Ο Thomas Jefferson διακήρυξε πως οι πόλεμοι του έθνους του εναντίον των Ινδιάνων θα συνεχίζονταν μέχρις ότου κάθε φυλή  «εξοντωθεί ή πεταχθεί πέρα από τον Mississippi». Στο Colorado, στη διάρκεια της σφαγής του Sand Creek, το 1864, στρατεύματα κάτω από σημαίες ειρήνης εξαπάτησαν αφοπλισμένους ανθρώπους εξολοθρεύοντας αυτούς, σκοτώνοντας παιδιά και νεογέννητα, ακρωτηριάζοντας τα σώματα και ξεριζώνοντας τα γεννητικά όργανα των θυμάτων για να κάνουν με αυτά τσάντες καπνού ή κρεμώντας τα σαν στολίδια στα μαλλιά τους. Ο Theodore Roosevelt χαρακτήρισε αυτό το γεγονός  «σαν νόμιμη και ευεργετική πράξη όπως εκείνες που συνέβαιναν συνήθως στα σύνορα».

Ή σφαγή δεν έχει τελειώσει: τον προηγούμενο μήνα η εφημερίδα Guardian ανέφερε πως στην δυτική Amazzonia στα βραζιλιάνικα rancheros, αφού έφεραν σε κατάσταση δουλείας ένα μέρος μελών φυλής του δάσους, προσπάθησαν να σκοτώσουν τους επιζήσαντες (3). Παρόλα αυτά, οι μεγαλύτερες πράξεις γενοκτονίας της ιστορίας δύσκολα διαταράσσουν την συλλογική μας συνείδηση. Ίσως αυτό να συνέβαινε εάν οι Ναζί είχαν κερδίσει τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο: το Ολοκαύτωμα θα το αρνούνταν, θα δικαιολογούνταν ή θα ελαχιστοποιούνταν με τον ίδιο τρόπο, και θα συνεχίζονταν. Τα υπεύθυνα έθνη — Ισπανία, Μεγάλη Βρετανία, Ηνωμένες Πολιτείες, και άλλα — δεν θα αποδεχθούν την αντιπαράθεση, αλλά οι τελικές λύσεις που ακολουθήθηκαν στις Αμερικές υπήρξαν πολύ πιο αποτελεσματικές. Εκείνοι στους οποίους ανατέθηκαν αυτές οι λύσεις ή εκείνοι οι οποίοι ενέκριναν αυτές τις λύσεις είναι και παραμένουν εθνικοί ή θρησκευτικοί ήρωες. Εκείνοι που προσπαθούν να τονώσουν την μνήμη μας αγνοούνται ή καταδικάζονται.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον η δεξιά μισεί το Avatar. Στο Weekly Standard, προσανατολισμού neocon, ο John Podhoretz παραπονιέται πως αυτό το film μοιάζει με ένα από εκείνα τα «ρεβιζιονιστικά western» στα οποία  «οι Ινδιάνοι γίνονται καλά παιδιά και οι αμερικάνοι αλήτες» (4). Λέει επίσης πως αυτό θα σπρώξει τους θεατές να  «πανηγυρίσουν για την ήττα των αμερικανών στρατιωτών δια χειρός εξεγερμένων ». Εξεγερμένοι είναι μια ενδιαφέρουσα λέξη για να ορίσουμε την προσπάθεια αντίστασης σε μιαν εισβολή: επαναστάτης, σαν άγριος, είναι ο όρος με τον οποίον ορίζουμε κάποιον που έχει κάτι που θέλουμε. Η Osservatore Romano, επίσημο όργανο του Βατικανού, έχει ήδη μαρκάρει το film σαν «τίποτα άλλο από μια αντι-ιμπεριαλιστική και αντι-μιλιταριστική παραβολή» (5).

Mα τουλάχιστον η δεξιά ξέρει σε τι επιτίθεται αυτή η ταινία . Στην New York Times ο φιλελεύθερος κριτικός Adam Cohen εορτάζει το Avatar διότι υπερασπίζεται την ανάγκη να γίνει γνωστή η αλήθεια (6). Αποκαλύπτει η ταινία, λέγει αυτός, «την πολύ γνωστή αρχή της απολυταρχίας και της γενοκτονίας, του ολοκληρωτισμού — πως είναι ευκολότερο να καταπιέζουμε εκείνα που δεν βλέπουμε ». Αλλά με θαυμάσια και ασυνείδητη ειρωνεία αυτός παραμορφώνει την προφανή και αποδιοργανωτική μεταφορά, και υποστηρίζει πως η ταινία στοχεύει τις ναζιστικές και σοβιετικές φρικαλεότητες. Γίναμε όλοι έμπειροι στην ευγενική τέχνη του να μη βλέπουμε τίποτα απολύτως.

Συμφωνώ με τους κριτικούς της δεξιάς στο γεγονός πως η ταινία Avatar είναι χοντρειδής, αδέξια και κοινότυπη. Αλλά μας μιλά για μιαν αλήθεια πιο σημαντική — και πιο επικίνδυνη — από εκείνες που περιέχονται σε χίλιες ανεξάρτητες ταινίες.

Σημειώσεις:

  1. David E Stannard, 1992. American Holocaust. Oxford University Press, traduzione italiana Olocausto americano. La conquista del NuovoMondo, Torino, Bollati Boringhiri, 2001, Σελ. 455, ιταλική μετάφραση. Εκτός εάν υπάρχει διαφορετική αναφορά, όλα τα ιστορικά γεγονότα που εδώ αναφέρονται προέρχονται από το εν λόγω βιβλίο. Salvo diversa indicazione, tutti gli eventi storici qui menzionati sono tratti dal libro in questione.
  2. http://www.latimes.com/news/local/la-me-miracle28-2009aug28,0,2804203.story
  3. http://www.guardian.co.uk/world/2009/dec/09/amazon-man-in-hole-attacked
  4. http://www.weeklystandard.com/Content/Public/Articles/000/000/017/350fozta.asp
  5. http://www.thesun.co.uk/sol/homepage/news/2802155/Vatican-hits-out-at-3D-Avatar.html
  6. http://www.nytimes.com/2009/12/26/opinion/26sat4.html

http://francovite.info/2010/01/26/il-giorno-della-memoria-e-gli-olocausti-dimenticati/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Από κοινωνικός αντάρτης κομμουνιστής αγωνιστής, χωρίς να χάσει την τρυφερότητα – Da ribelle sociale a militante comunista, senza perdere la tenerezza

του Fiorenzo Angoscini

annaPasquale Abatangelo, Correvo pensando ad Anna. Una storia degli anni settanta, Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα. Μια ιστορία των χρόνων εβδομήντα, Edizioni Εκδόσεις Dea, Firenze 2017, σελ. 325, € 16,00

Παραφράζοντας τον Bertolt Brecht, και ίσως να βιάσουμε λιγάκι κάποια ερμηνεία του, στέκεται σαφές ότι «ο κομμουνισμός είναι ένα απλό πράγμα, δύσκολο να το κάνεις ’,1 θεώρηση κατάλληλη στην διήγηση της ιστορίας-εμπειρίας ζωής του Pasquale Abatangelo που καταλήγει, επίσης, να συμπίπτει με την ιστορία της γέννησης, της μικρής διάρκειας και της καθοδικής παραβολής των Ενόπλων Προλεταριακών Πυρήνων.

Είναι η ιστορία ενός «επιστρέφοντος μετανάστη», του οποίου οι παππούδες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την χώρα τους για να παν στην Ελλάδα λόγω της φτώχειας που διανέμονταν ελεύθερα από την μοναρχία των Savoy, ενώ οι γονείς (που γεννήθηκαν στην Πάτρα) υπήρξαν μεταξύ των πολλών θυμάτων ενός εγκληματικού καθεστώτος, αποικιοκρατικού αλλά κουρελιάρικου συγχρόνως, με ευνουχισμένες αυτοκρατορικές φιλοδοξίες.
Έτσι, οι ιταλοί της Ελλάδας, gli skylofraghi- οι σκυλόφραγκοι: ‘cani italiani’, »ιταλικά σκυλιά», χρειάστηκε να εγκαταλείψουν την ελληνική χερσόνησο, μιας και “ Είκοσι χρόνια επιθετικής πολιτικής του φασισμού, η κατάληψη της χώρας και η συμμαχία με τους Ναζί, δεν άφηνε περιθώρια για πολλές διακρίσεις … Η ενοχή της πατρίδας καταγωγής στιγμάτιζε κάθε άνδρα και γυναίκα ιταλικής προέλευσης. Λόγω του φασισμού, αυτοί οι άνθρωποι έχασαν την αξιοπρέπεια του πολίτη, και σύντομα τα σπίτια και κάθε περιουσιακό στοιχείο που κατείχαν”.

Είναι εντυπωσιακό να εξακριβώνουμε, ακόμα περισσότερο στην επιλήσμονα Ιταλία του σήμερα που επικαλύπτει με επιθετικά επίθετα τους μετανάστες, πως η περιφρόνηση, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός εις βάρος των ιταλών μεταναστών ήταν κοινές και σε άλλες δυτικές χώρες: στην Ελλάδα ήταν »ιταλικά σκυλιά», στο Βέλγιο, όταν οι συμπατριώτες μας πήγαιναν να »γεμίσουν αέρια» στα ορυχεία της Βαλλονίας, στις βιτρίνες των μπαρ, καταστημάτων και δημόσιων ιδρυμάτων και υπηρεσιών, ξεχώριζαν πλακάτ που έγραφαν: ‘απαγορεύεται η είσοδος σε σκύλους και ιταλούς’ . Πάντα στο τεχνητό βελγικό κράτος, αλλά και σε αυτή την πολύ πολιτισμένη Ελβετία, χρησιμοποιούσαν την απόστροφο με ένα προσβλητικό «ιταλοί, cìngali» (τσιγγάνοι). Προσθέτοντας, σε αυτή την περίπτωση, την φυλετική διάκριση σε αυτή την εθνική.

 

Η οικογένεια Abatangelo, με καταγωγή από την Puglia, με αυτό τον τρόπο αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Italia.
Αποβιβάστηκαν στο Bari, μετακόμισαν στην Bologna “σε ένα εμπορικό τρένο επάνω που χρησιμοποιούνταν για την μεταφορά ζώων…βρήκαν καταφύγιο σαν τα ζώα μέσα στους στάβλους για άλογα ενός στρατιωτικού στρατοπέδου…ύστερα από έξι μήνες παραμονής στην Bologna σε εκείνες τις συνθήκες, έλαβε χώρα μια νέα μετακίνηση…προορισμός ήταν η Firenze, σε ένα παλιό στρατόπεδο που δεν χρησιμοποιούνταν πλέον και είχε μετατραπεί σε κέντρο προσφύγων”.
Η οικογένεια Abatangelo, που στην αρχή αποτελούνταν από οκτώ άτομα, στην οποίαν προστέθηκαν οι Nicola και Pasquale (που γεννήθηκαν αντίστοιχα το 1947 και το 1950, στην Φλωρεντία ), υποχρεώθηκε να ζει για τουλάχιστον (1946-1956) μέσα σε μια κάμαρα “σε συγκατοίκηση με άλλες έξι οικογένειες, σε ένα σύνολο πενήντα ανθρώπων”.

Επιτέλους οι Abatangelo, το 1956, μετακομίζουν  “στις νέες λαϊκές κατοικίες που είχαν επ ευκαιρίας χτιστεί για τους πρόσφυγες…ήταν διαμερίσματα των σαρανταπέντε τετραγωνικών μέτρων χωρισμένων σε τρία δωμάτια, συν το μπάνιο…σε εμάς που ήμασταν δέκα έδωσαν δυο διαμερίσματα στον ίδιο όροφο, που συγκοινωνούσαν με μια μικρή ταράτσα”. Αληθινά «το ελάχιστο δυνατό», αν και δεν βρισκόμασταν πλέον σε κατάσταση στρατιωτικού στρατωνισμού. Η εξαθλίωση, ανάγκασε το καλοκαίρι του 1957 την ιταλο-ελληνική οικογένεια να στείλει τον Pasquale σε ίδρυμα, στην Casa Pia del Lavoro της οδού Montedomini, όπου βρισκόταν ήδη ο Nicola.

Το οίκημα ήταν πολύ μεγάλο και φιλοξενούσε, αν μπορώ να το πω έτσι, παιδάκια, εφήβους, νεαρούς ενήλικες, ηλικιωμένους και γέρους σε αρκετά κακή κατάσταση, συχνά άρρωστους και κοντά στο θάνατο. Μέσα σε αυτό το θλιβερό περιβάλλον συγκατοικούσαν παιδιά του κανενός που προέρχονταν από ορφανοτροφεία, παιδιά ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, και συντρίμμια στο τέλος της κούρσας, που είχαν απλά εγκαταλειφθεί στην τύχη τους. Με λίγα λόγια, όλοι οι απόβλητοι”. Προθάλαμος της φυλακής για τους νέους, του νεκροταφείου για τους ηλικιωμένους. Αυτή η δραματική, ανήμπορη αλλά ρεαλιστική μαρτυρία του συγγραφέα που, σε αυτό το «προαύλιο της κολάσεως», εξακολουθεί να παραμένει για να τελειώσει το γυμνάσιο, σχεδόν στα δεκαέξι του.

Και πριν ακόμη κλείσει τα δεκαέξι, ο Pasquale, υφίσταται την πρώτη σύλληψη (μαζί με τον Nicola και έναν ξάδελφο) με κράτηση σε φυλακές ανηλίκων. Η σύλληψη, την οποία θεωρεί άδικη, αβάσιμη, συνέπεια πρακτικών χειραγωγημένων, τον πείθει όλο και περισσότερο ότι δεν θέλει να εισέλθει »στον κύκλο της κόπωσης και της κοινωνικής πειθαρχίας ‘’.
Εν μέσω όλων αυτών των απότομων και ξαφνικών αναταραχών-ανατροπών συναντά την Άννα, την αγάπη του. Και μιλά για την εξέλιξη της σύνθετης και πολύπλοκης ζωής τους (βιαστικές εξαφανίσεις, συλλήψεις, αποδράσεις, παρανομία, πολιτική στράτευση, ειδικές φυλακές με ταραχές και εξεγέρσεις, ξυλοδαρμούς, απομόνωση, απαγόρευση συνομιλιών και συναντήσεων στις φυλακές μετά από ημέρες ταξιδιού και διασχισμένα χιλιόμετρα, ή μόνο μέσω ενδοεπικοινωνίας,διαχωρισμένοι, αυτή και πολύ συχνά και τα παιδιά, από ένα γυάλινο τοίχο), αλλά σταθερή σχέση, η οποία διέσχισε σχεδόν μισό αιώνα. Περιγράφει τα συναισθήματα, τα αισθήματα, την οργή και τον πόνο τους.

Έξω από τον φράκτη του καθωσπρεπισμού κάνει τις πρώτες κλοπές και ληστείες προς όφελος »και προσωπική του χρήση». Συλλαμβάνεται, συναντά στην φυλακή έναν αγωνιστή της επαναστατικής αριστεράς, τον Luca Mantini, φιορεντίνο στρατευμένο στη Lotta Continua, Συνεχής Αγώνας, που τον ‘βοηθά’ να πάει ακόμη παραπέρα, να παντρέψει την ανταρσία και την εξέγερση με τον αγώνα και να μοιραστούν τα αυθεντικά ιδανικά της αλληλεγγύης, ισότητας και δικαιοσύνης.

Μαζί με τον Mantini ο οποίος, εγκαταλείπει την LC και συστήνει την Επιτροπή, Comitato George Jackson, οργανώνοντας πρωτοβουλίες υποστήριξης στους φυλακισμένους,  αρχίζει να εντοπίζει σαν ‘συνένοχη’ εκείνη την πλούσια πλευρά περιθωριακού προλεταριάτου που εποικεί τις φυλακές και που προώθησε  καλλιέργησε και ανέπτυξε το κίνημα αγώνων στις φυλακές στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, αρχές εβδομήντα, στο οποίο έχουν τις ρίζες του και ξεκινούν τη δράση οι Nuclei Armati Proletari, Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Ακριβώς εκείνη την περίοδο κατά την οποίαν και διάφορες φιγούρες από τους παράνομους, dagli extra-legali, αρχίζουν να γνωρίζουν προσωπικά την σκληρότητα της φυλακής, συνέπεια του κύκλου αγώνων του ’68-’69. Φοιτητές, εργάτες, διδάσκαλοι περνούν τις πύλες και τα κάγκελα των διαφόρων σωφρονιστικών κέντρων ως αποτέλεσμα συγκρούσεων με την αστυνομία στη διάρκεια διαδηλώσεων στις πλατείες και τους δρόμους, καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων, δράσεις μαχητικού αντιφασισμού και διεθνιστικής αλληλεγγύης.

anna1Πολλές οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς σχηματίζουν ενότητες συγκεκριμένες που ασχολούνται με το ζήτημα του εγκλεισμού. Η πιο δραστήρια και γνωστή είναι δίχως άλλο εκείνη της LC, που αφιερώνει στον περιοδικό τύπο της μια σταθερή αρθρογραφία: ‘I dannati della terra, της γης οι κολασμένοι’ . Τον ιούνιο 1972 δημοσιεύει ένα βιβλίο, Να ελευθερώσουμε όλους της γης τους κολασμένους, που “συλλέγει ντοκουμέντα, γράμματα, ειδήσεις και χρονικά γραμμένα από κρατουμένους που διατήρησαν μια συνεχή πολιτική σύνδεση και δεσμό με τους εξωτερικούς πυρήνες παρέμβασης στις φυλακές της Lotta Continua”. Έναν χρόνο αργότερα διαδίδει το Αναλάβαμε την ελευθερία να αγωνιζόμαστε. Το μαζικό κίνημα των φυλακισμένων από τον ιανουάριο στον σεπτέμβριο ’73 – Ci siamo presi la libertà di lottare. Il movimento di massa dei detenuti da gennaio a settembre ‘73.2

Πάντα σε εκείνες τις αρχές των χρόνων εβδομήντα, αναφορικά μονάχα σε ιταλούς συγγραφείς, δημοσιεύτηκαν ειδικές εργασίες και στοχευμένες, που πραγματοποιήθηκαν από έναν δημοσιογράφο συγγραφέα ανεξάρτητο, από έναν κοινωνιολόγο πρώην φυλακισμένο, και πρώην φασίστα 3 ‘που μεταστράφηκε’ στην φυλακή προς την αριστερή στράτευση και από μιαν πολιτική δραστήρια αγωνίστρια. L’ “Inchiesta sulle carceri”, η »Έρευνα επάνω στις φυλακές» του Emilio Sanna, γραπτή μεταφορά μιας τηλεοπτικής μετάδοσης, Μέσα στην φυλακή, Dentro il carcere, επάνω στο ιταλικό σωφρονιστικό σύστημα, που μεταδόθηκε σε τρία επεισόδια από το δεύτερο κανάλι Rai4 . Ο Giulio Salierno, μαζί με τον Aldo Ricci, πραγματοποιεί στη συνέχεια μια έρευνα επάνω στις ιταλικές φυλακές, που αναγνωρίστηκε σαν σημείο αναφοράς – σαν ορόσημο στην κοινωνιολογία της ποινής στην Italia5 . Tέλος ο Salierno πραγματοποιεί μια έρευνα επάνω στο υποπρολεταριάτο “για μια προσέγγιση πολιτική και μεθοδολογική στο πρόβλημα της συμμαχίας μεταξύ εργατικής τάξης και ‘Lumpenproletariat’” και σπεύδει να προσδιορίσει: “Αυτή η εργασία δεν είναι και δεν θέλει να έχει καμιά συνολική απαίτηση, ούτε αντιπροσωπεύει μια τελική ανάλυση για το πρόβλημα του υποπρολεταριάτου-του οποίου αυτός ο ίδιος ο ορισμός πρέπει να αξιολογηθεί και να επαληθευτεί-αλλά απλούστατα αποτελεί μια εισαγωγή, ένα ερέθισμα, μια συμβολή στην συζήτηση και την μελέτη του ιδίου”.6

Κλείνουμε αυτό το εκδοτικό παράθυρο με την έρευνα της Irene Invernizzi,  Η φυλακή ως σχολή επανάστασης, αφιερωμένη με σημασία  ‘Στους μάρτυρες της Άττικα-Ai martiri di Attica’,7 που διευκρινίζει: “Εάν η οργάνωση και η εκπόνηση αυτού του βιβλίου είναι δικές μου, η επεξεργασία του είναι φρούτο της συλλογικής εργασίας μιας ομάδας αγωνιστών της Lotta Continua οι οποίοι, ξεκινώντας από την άνοιξη 1971, έθεσαν στους εαυτούς τους το πρόβλημα της φυλακής σαν αντικείμενο πολιτικής παρέμβασης, και φυσικά πολλών κρατουμένων με τους οποίους είχαμε επαφή”. 8

anna 2Ο Abatangelo, έχοντας εισέλθει στην φυλακή ‘κακοποιός’, βγαίνει από αυτήν με μια πολιτική συνείδηση  χάρη στο  κίνημα που αναπτύχθηκε μέσα και γύρω από αυτήν. Κι έτσι το καλοκαίρι του 1974 αποφασίζει, μαζί με κάποιους συντρόφους φιορεντίνους της κολεκτίβας ‘George Jackson’ να πάρει μέρος στους NAP. Μια οργάνωση ακόμη σε εμβρυακή κατάσταση αλλά ήδη παρούσα στη Napoli και στη Roma. Στις 2 oκτώβρη με δεδομένη την πρώτη δημόσια δράση των νεο συσταθέντων ‘Πυρήνων’: ένα αυτοκίνητο, εξοπλισμένο με μεγάφωνο, διαδίδει ένα ακουστικό μήνυμα μπροστά, αντίστοιχα, στις φυλακές της Napoli, Milano και Roma-Rebibbia. Στο τέλος του μαγνητοφωνημένου μηνύματος τα αυτοκίνητα καταστέφονται με έκρηξη. Λίγες ημέρες αργότερα γίνεται προσπάθεια επανάληψης της πράξης μπροστά στις φυλακές Murate της Firenze. Λόγω τεχνικής βλάβης δεν υπάρχει καλό τέλος.

Mα είναι στη διάρκεια της 29 oκτωβρίου που καταγράφεται το αληθινό ‘βάπτισμα του πυρός’. Για να συγκεντρωθούν τα χρήματα που απαιτούνται για να αγοραστεί ένα μεγάλο φορτίο όπλων αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν μια «προλεταριακή απαλλοτρίωση» σε μια τράπεζα. Διάφοροι λόγοι και απρόβλεπτες καταστάσεις υποχρεώνουν τους nappisti να κατευθύνουν τη δράση της σε ένα πιστωτικό ίδρυμα διαφορετικό από εκείνο που είχαν εντοπίσει και μελετήσει. Η επιλογή πέφτει επί της τραπέζης Cassa di Risparmio της Φλωρεντίας, στο κατάστημα της Piazza Leon Battista Alberti, που γνώριζε ακριβώς ο Pasquale Abatangelo διότι την είχε ληστέψει έναν χρόνο πριν.

Στο βιβλίο του ο, Abatangelo, στέκεται στον τραγικό επίλογο της προσπάθειας απαλλοτρίωσης: “Η ληστεία της Piazza Alberti και ο θάνατος των Luca Mantini και Sergio Romeo προκάλεσαν μια τεράστια αίσθηση στην κοινή γνώμη και στο επαναστατικό κίνημα. Ήταν οι πρώτοι νεκροί του ιταλικού ανταρτοπόλεμου μετά τον Giangiacomo Feltrinelli, και η δυναμική των γεγονότων δημιούργησε σε πολλούς την εντύπωση μια παγίδας, μιας ενέδρας των καραμπινιέρων απέναντι μας. Αλλά είναι ξεκάθαρο πως δεν συνέβη τίποτα τέτοιο. Η αλήθεια είναι πως πολλά εξαρτήθηκαν από την τύχη και το πείσμα μας…Mα χρειάζεται  να έχουμε το κουράγιο να αναγνωρίσουμε τα λάθη και να κοιτάξουμε κατάματα τα πράγματα. Έχουμε λαθέψει στη βιασύνη τόσο στην τελευταία συνάντηση, όσο και στον τομέα της ενέργειας, της δράσης. Η παρτίδα των όπλων ήταν σίγουρα σημαντική, αλλά όχι τόσο ώστε να επιτρέψει μια ληστεία χωρίς μια σοβαρή και ενδελεχή έρευνα … Και δεν πέσαμε επάνω σε ενέδρα ”.

Το Rosso, εφημερίδα μέσα στο κίνημα, στην ειδική έκδοση ‘Ενάντια στην καταστολή,Contro la repressione’, του μαρτίου-απριλίου 75, είχε αφιερώσει μια ανακατασκευή (σελ. 68-73) πλούσια σε φωτογραφίες, σχέδια, σκίτσα και υποθέσεις ‘ευφάνταστες’ πιέζοντας πολύ και τον τίτλο: “Η ενέδρα της Firenze”. Τώρα, ο Pasquale Abatangelo, καθαρίζει το πεδίο από παρεξηγήσεις και φαντασία, την αποκαθιστώντας μια για πάντα τα πραγματικά γεγονότα, την αλήθεια των συμβάντων.

anna 3Οι NAP υπήρξαν μια οργάνωση ένοπλη αυθεντική και ιδιαίτερη, ένα ενδιαφέρον μείγμα πολιτικών αγωνιστών και πρώην ‘κακοποιών’-προλετάριων κρατουμένων-περιθωριακών, με δυο (κυρίως) υλικοτεχνικά-επιχειρησιακά κέντρα: εκείνο της Firenze, στα κέντρο βόρεια, και εκείνο της Napoli, στο  νότο. Η διάρκεια της δραστηριότητας τους, σχετικά σύντομη, ξεκινά τον οκτώβρη ’74 και τελειώνει, κατά προσέγγιση, τον ιούλιο του ’77 ,με τον θάνατο του Antonino Lo Muscio στη Roma, πρώην φυλακισμένου προλετάριου και τέκνου μιας κομουνιστικής οικογένειας του Pci. Η πολιτική-στρατιωτική δράση της οργάνωσης είναι γεμάτη, όπως ξεκαθαρίζει και μαρτυρεί ο Abatangelo, από απροσεξία, αυτοσχεδιασμό, αποδιοργάνωση και βολονταρισμό. Αυτό επιβεβαιώνεται από πολλές δράσεις αποτυχημένες, ή που κατέληξαν με τρόπο τραγικό, από την άποψη του υψηλού αριθμού των ανθρωπίνων ζωών που θυσιάστηκαν: Luca και Annamaria Mantini, Sergio Romeo, Giovanni Taras, Martino Zicchitella,9 Vito Principe, Tonino Lo Muscio, Alberto Buonoconto .

Ο Pasquale Abatangelo έζησε, παρά την θέληση του, όλους τους διάφορους βαθμούς εγκλεισμού: από το ίδρυμα στην σούπερ φυλακή με συμπλήρωμα το άρθρο 90 και «τις ακτίνες του θανάτου». Στη φυλακή, όπου παρέμεινε κλεισμένος συνεχώς για περισσότερα από 20 χρόνια, έγινε κομμουνιστής, υπέφερε τον πόνο του πολιτικού διαχωρισμού από τους συντρόφους του.

Θα είναι μεταξύ των τριών αγωνιστών των ΕΠΠ, οι οποίοι θεωρώντας πως έχει εξαντληθεί η εμπειρία nappista, αρχικά θα ενταχθούν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες: εκτός από τον ίδιο, ο Domenico Delli Veneri και ο Giorgio Panizzari. Στη συνέχεια, και άλλοι μαχητές, θα εφαρμόσουν την ίδια επιλογή. Στη φυλακή σπούδασε. Κείμενα ιδεολογικά και πολιτική θεωρία, αλλά και λογοτεχνία και ποίηση. Απέκτησε σημαντική κριτική ικανότητα και την πιο δύσκολη πρακτική της αυτοκριτικής. Όταν οι BR »διασπώνται’, όπως σχεδόν όλοι οι κρατούμενοι αγωνιστές (με λίγες εξαιρέσεις: Gallinari, Piccioni, Seghetti και κάποιο άλλοι του Μαχόμενου Κομμουνιστικού Κόμματος) προσχώρησε στο Partito Guerriglia, αλλά είναι σε θέση να καταλάβει, μετά από κάποιες δράσεις και πρωτοβουλίες »υπερβολικές»που διαπράττονται από τους συντρόφους της »συνιστώσας», πως   “το κόμμα του ολοκληρωτικού κοινωνικού πολέμου” δεν κάνει γι αυτόν : “… η περίπτωση του Giorgio Soldati, που σκοτώθηκε στο Cuneo τον δεκέμβρη του 1981, και εκείνη του Ennio Di Rocco, που στραγγαλίστηκε στο Trani τον ιούλιο του 1982, ήταν πράγματα δικά μας, και φαινόταν πως έγιναν επίτηδες για να δημιουργήσουν αμφιβολίες και απώθηση ανάμεσα στους ίδιους τους υποστηρικτές της επαναστατικής πειθαρχίας… 10 Όσον αφορά τους αδύναμους, οι τιμωρίες ήταν ένα καθήκον, είχα καταδικάσει πολλές φορές, αλλά ήθελα να συνεχίσω να κρίνω με ισορροπία, επίσης και με ανθρωπιά…Και στη συνέχεια ένα απίστευτο συμβάν, στις 21 οκτωβρίου στο Torino λαμβάνει χώρα μια ληστεία σε τράπεζα, στην διάρκεια της οποίας ο εκτελεστικός πυρήνας του Partito Guerriglia σκοτώνει εν ψυχρώ δυο αστυνομικούς της Mondialpol που είχαν καθήκον φρουράς στο κατάστημα, με μόνο σκοπό να τονίσουν μια δήλωση που αβάσιμα κατηγορούσε για προδοσία τη Natalia Ligas…οι νέες μέθοδοι της «υπερβατικής κοινωνικής επικοινωνίας» … Τι σχέση είχαν όλα αυτά με το όνειδος του Τορίνο;11

O Abatangelo, όταν χρειάστηκε, ήξερε να είναι σκληρός, μα δεν έχασε ποτέ την τρυφερότητα. ‘Προλετάριος απλός’, στην φυλακή συνάντησε τους κομουνιστές και αγκάλιασε τον κομουνισμό, έμαθε την ‘άλφα βήτα’ θεωρητικά και ιδεολογικά, αλλά ποτέ δεν υπέφερε τους “κόκκινους παπάδες και τους ματαιόδοξους καθηγητάκους”. Με μια έντονη φωτογραφία της στιγμής, ακίνητη, και χωρίς λεζάντα, δίχως ανάγκη διδασκαλίας, προσδιορίζει με ακρίβεια τις «μύγες αμαξάδες» ή, αν προτιμάτε, τους « γρύλους που μιλούν» μιας ορισμένης διανόησης αλαζονικής: τους θεωρητικούς σοφιστικέ.  “Αλλά τα «πλήθη» και η “αυτοκρατορία”ήταν πολύ εύθραυστες λέξεις και υδατικές για να αντέξουν το κύριο βάρος της απάντησης της εξουσίας ”. Αντιθέτως, εξέφρασε συμπάθεια και στοργή, ανθρώπινη και πολιτική εκτίμηση απέναντι στον κομουνιστή της Reggio Emilia: τον Prospero Gallinari, και εκτίμησε  “την ανθρωπιά του, την σεμνότητα του, και κυρίως το ανάστημα και το εύρος της ακλόνητης κομουνιστικής του ταυτότητας”.

anna 5Στις τελευταίες σελίδες της μαρτυρίας του θυμάται αυτούς που ήταν πάντα κοντά του, τους ‘συνενόχους’ των πρώτων κλοπών και ληστειών, τα μέλη των ομάδων από ‘εγκληματίες’ που πλέον πολεμούσαν την καθεστηκυία και αλαζονική τάξη. Υπάρχουν ‘οι καταραμένοι της γης’, οι πρώτοι σύντροφοι που συνάντησε, εκείνοι με τους οποίους ξεκίνησαν να σκέφτονται τον τρόπο να καταστρέψουν το τέρας, με τους οποίους δημιούργησαν τους NAP. Υπάρχουν και οι σύντροφοι με τους οποίους μοιράστηκε της στράτευση στις Brigate Rosse, από τις ‘πρώτες’, μονολιθικές έγκυρες και επίσημες, στα χίλια ρεύματα στα οποία διαιρέθηκαν και διαλύθηκαν. Υπάρχει η ανάμνηση των νεκρών ‘του’. Για άλλη μια φορά δίχως να ξεχωρίζει την πολιτική σχέση από την προσωπική. Κυρίως υπάρχει η προσκόλληση και η αγάπη, εκτός από αυτήν στα παιδιά του, για τις γυναίκες του, την Anna “που ήταν πάντα εκεί και μεγάλωσε τα παιδιά μαςc” και για την μάνα του, “την ελληνίδα πρόσφυγα που μας γέννησε μέσα στο στρατόπεδο της via della Scala”. Και σε αυτόν τον ορισμό δεν υπάρχει γλωσσικός ρατσισμός, καμία διαφοροποίηση, διαχωρισμός, απόσταση ή υπεροχή, αλλά η αναγνώριση των μεγαλύτερων ταπεινώσεων και διακρίσεων που υπέστησαν λόγω της κατάστασης »μεταναστών που επέστρεφαν». Η δική του δύναμη και αξιοπρέπεια.

NAP: απαραίτητη βιβλιογραφία
Για την πολιτική ιστορία των Nap: καταβολές, ανάπτυξη, δράση και δίκες, είναι πολύ ενδιαφέρουσες και καλά τεκμηριωμένες δυο δημοσιεύσεις, αμφότερες αποδοτέες στο περιοδικό CONTROinformazione. Η πρώτη, και σε χρονολογικούς όρους (έτος 1976) δημοσίευσης, πραγματοποιήθηκε από την συντακτική ομάδα του περιοδικού (η μεγαλύτερη συνεισφορά ήταν ενός από τα στελέχη της, Ermanno Gallo) έχει απλά τον τίτλοsi  NUCLEI ARMATI PROLETARI, Quaderno n. 1 Τετράδιο ν.1 της CONTROinformazione. Στο πρώτο μέρος συγκρίνονται οι διαφορετικές και αποκλίνουσες απόψεις (Μαρξισμός και περιθωριοποίηση) των κυριότερων μαρξιστών-λενινιστών ιδεολόγων, από τον Marx και Engels οι οποίοι στιγματίζουν και απεχθάνονται πολιτικά “Το υποπρολεταριάτο, ένα συνονθύλευμα ενστίκτων δίχως ιστορία”, στον Lenin που αφήνει περιθώρια “Το υποπρολεταριάτο, ένας πιθανός στρατιώτης της προλεταριακής εξέγερσης”, μέχρι τον πραγματιστή-ρεαλιστή Mao Tse Tung “Το υποπρολεταριάτο, μια ταξική συνιστώσα που έχει ανάγκη μιαν αυστηρή στρατηγική διοίκηση”, για να φθάσουμε στους μοντέρνους μελετητές του υποπρολεταριάτου: Frantz Fanon του I dannati della terra, της γης οι κολασμένοι 12 και George Jackson13 του »μαύρος σκλάβος: μια πυροδοτημένη βόμβα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό φασισμό»,  ‘Schiavo nero: una bomba innescata contro il fascismo imperialista’. Το δεύτερο μέρος διαχωρίζει την ‘Συνέντευξη στους συντρόφους των επΠ’, l’ ‘Intervista ai compagni dei Nap’, της χρονοϊστορία των δραστηριοτήτων, τις επιχειρήσεις, τους θανάτους, τις συλλήψεις, τις βιογραφίες κάποιων μαχητών που ‘έπεσαν’.  Το ‘τετράδιο’ ολοκληρώνεται με την πρόταση της  ‘Comunicato N° 1 Ανακοίνωσης Νο 1 στη δίκη των NAP που ξεκίνησε στη Napoli στις 22 νοεμβρίου 1976’. Η L’Unità, στην έκδοση της στις 30 μαίου 1977 (σελ. 3) τους ‘αφιέρωσε’ μια δηλητηριώδη κριτική με υπογραφή Duccio Trombadori: “L’arsenale ‘teorico’ dei NAP”, »Το ‘θεωρητικό οπλοστάσιο των ΕΠΠ», γράφοντας τα εξής υπερβολικά, μεταξύ άλλων: ‘Πίσω από τις εγκληματικές ενέργειες που χτύπησαν τη χώρα μας’, καθώς και μιαν απίθανη περίληψη, μα καταπληκτικής φαντασίας: “ Μια παραληρηματική οπτική γωνία που αναθέτει ρόλους επαναστατικής πρωτοπορίας σε περιθωριοποιημένα κοινωνικά στοιχεία, «μη εγγυημένους», κρατουμένους – Οι φυλακές ως προνομιακός τόπος του σχηματισμού και της πάλης για να «φέρουν την επίθεση στην καρδιά του κράτους» – Τα σημεία επαφής με τον χώρο της «αυτονομίας’“. Το άλλο δημοσίευμα, που εκδόθηκε σαν συμπλήρωμα του περιοδικού, είναι μια εφημερίδα με μορφή δελτίου με τίτλο “Νότος, προλετάριοι σε εξέγερση. Να μετατρέψουμε την δίκη στους συντρόφους των N.A.P. αφετηρία ενός διαλόγου επί της ένοπλης πάλης”, που πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονα με την έναρξη της δίκης της Napoli.

Έτσι όπως ο κύκλος αγώνων στο εσωτερικό / ενάντια στην φυλακή στις αρχές του εβδομήντα τόνωσε τη διάρθρωση των ειδικών επιτροπών εντός της «ακραίας» αριστεράς, με αποτέλεσμα την παραγωγή φυλλαδίων, βιβλίων, στηλών εφημερίδων σχετικά με την κατάσταση στις φυλακές, οι μαζικές συλλήψεις συνέπεια της ανάπτυξης και του ριζώματος των μαχόμενων οργανώσεων προς τα μισά των ίδιων χρόνων, και η δημιουργία των ειδικών φυλακών, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία και τη διάδοση πολλών πολυγραφημένων κειμένων, ενημερωτικών δελτίων, περιοδικών, θεμάτων ειδικού περιεχομένου ενάντια στον κατεξοχήν ολοκληρωτικό θεσμό . Nα σας θυμίσουμε κάποια. Ήδη το καλοκαίρι του 1975 στο Milano τυπώνεται ένα ενημερωτικό δελτίο με ασυνεπή συχνότητα: »Μαχητική Αλληλεγγύη», ‘Solidarietà Militante’. Πληροφορίες της Διεθνούς Επιτροπής Υπεράσπισης των Πολιτικών Κρατουμένων στην Ευρώπη. Τον χειμώνα του 1976 ξεκινούν οι δημοσιεύσεις ‘Carcere Informazione’- ‘Φυλακή Πληροφορία’, σε επιμέλεια του Κέντρου  Τεκμηρίωσης-Centro di Documentazione της Pistoia μέχρι το n. 16; τα nn. 17 και 18 εμφανίζονται σαν συμπληρωματικά στην Stampa Alternativa- Εναλλακτικός Τύπος έτσι όπως τα n. 19-20 (φεβρ.-μαρτ. ’79) σε συνέκδοση με το »Δίχως Φυλακές»- ‘Senza Galere’-και το ‘Φυλακή Σήμερα’  ‘Carcere Oggi…και για την ενημέρωση του Υπουργού Δικαιοσύνης,  del Soccorso Rosso Milanese, της Κόκκινης Βοήθειας του Μιλάνο. Στο Livorno, η Αναρχική Κολεκτίβα ‘Niente più sbarre’ – »Όχι άλλα κάγκελα» δημοσιεύει το πολυγραφημένο ομώνυμο το οποίο, στο τελευταίο νούμερο που ανακτήθηκε (ιανουάριος 1979) μετατρέπεται σε Bollettino-Δελτίο της Αναρχικής κολεκτίβας του Livorno. Στο Torino, η επιτροπή ‘Ενάντια στα δεσμά»- ‘Controsbarre’ διανέμει το  ‘Δελτίο πληροφόρησης από τις φυλακές’, που στην συνέχεια (νοέμ.-δεκ. 1977) θα δημοσιεύει το ‘ονομάζουμε κομουνιστική…μια κοινωνία Δίχως Φυλακές’, εφημερίδα του κομουνιστικού προλεταριάτου υπό κράτηση. Μονογραφικό νούμερο είναι το ‘Φυλακή και ταξικός αγώνας’ του μαίου 1976, πολυγραφημένο σε συνεργασία ανάμεσα στην τορινέζικη ενότητα της Διεθνούς Επιτροπής Υπεράσπισης Πολιτικών Κρατουμένων στην Ευρώπη, την Μιλανέζικη Κόκκινη Βοήθεια και την ΄Μαχητική Αλληλεγγύη’ -‘Solidarietà Militante’ του Trento. Δυο τελευταίες αναφορές: τον νοέμβρη του 1976, σε επιμέλεια τους μιλανέζικου Soccorso Rosso, τυπώνεται, για τις Εκδόσεις- Edizioni Ghisoni, το »δεν αρκούν οι φυλακές για να μας κρατήσουν κλεισμένους…»“non bastano le galere per tenerci chiusi…” και, τον οκτώβρη 1978, Speciale Asinara. La settimana rossa. Ειδικό τεύχος Αζινάρα 19-26 αυγούστου, 21-23 σεπτεμβρίου 1978, Εκδόσεις Edizioni Anarchismo, Catania. Στις αρχές των χρόνων ογδόντα ξεκινούν, στο Milano, οι δημοσιεύσεις του »Δελτίου» “Il Bollettino” του Συντονιστικού των Επιτροπών ενάντια στην Καταστολή.

I NAP. Storia politica dei Nuclei Armati Proletari e requisitoria del Tribunale di Napoli, a cura del Soccorso Rosso Napoletano, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1976   πολιτική ιστορία των Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων και κατηγορητήριο του Δικαστηρίου της Νάπολι, σε επιμέλεια της Ναπολιτάνικης Κόκκινης Βοήθειας, Εκδοτική Κολεκτίβα Κόκκινα Βιβλία, Μιλάνο, 1976
CHI PROCESSA CHI! Non si può processare la rivoluzione, Collettivo di Controinformazione Napoletano, Napoli, s.i.d.   ΠΟΙΟΣ ΔΙΚΑΖΕΙ ΠΟΙΟΝ! Δεν μπορείτε να δικάσετε την επανάσταση, Ναπολιτάνικη Κολεκτίβα Αντιπληροφόρησης
Criminalizzazione e lotta armata, Quaderni d’informazione politica 1, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, s.i.d.   Ποινικοποίηση και ένοπλος αγώνας, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 1, Εκδοτική Κολεκτίβα Κόκκινα Βιβλία, Μιλάνο
Processo allo stato, Quaderni d’informazione politica 2. Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1977   Δίκη στο κράτος, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 2
Processo alla rivoluzione. La parola ai NAP, Quaderni d’informazione politica 3, Collettivo Editoriale Libri Rossi, Milano, 1978   Δίκη στην επανάσταση. Ο λόγος στους ΕΠΠ, Τετράδια πολιτικής πληροφόρησης 3
Alessandro Silj, “Mai più senza fucile!”, Alle origini dei NAP e delle BR, Vallecchi, Firenze, 1977   »Ποτέ πια δίχως τουφέκι!», Στις καταβολές των ΕΠΠ και των ΕΤ
Franca Rame, Non parlarmi degli archi, parlami delle tue galere, Alberto Buonoconto 7.8.1953/20.12.1980, F.R. Edizioni, Milano, 1984   Μη που μιλάς για αψίδες, μίλα μου για τις φυλακές σου
Rossella Ferrigno, Nuclei Armati Proletari. Carceri, protesta, lotta armata, La Città del Sole, Napoli, 2008 Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Φυλακές, διαμαρτυρία, ένοπλη πάλη, Η Πόλη του Ήλιου, Νάπολι
Roberto Silvi, La memoria e l’oblio, Colibrì edizioni, Milano, 2009   Η μνήμη και η λήθη
Valerio Lucarelli, Vorrei che il futuro fosse oggi. Nuclei Armati Proletari. Ribellione, rivolta e lotta armata, Ancora del Mediterraneo, s.i.l., 2010  Θα ήθελα το  μέλλον να ήταν σήμερα. Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες. Ανταρσία, εξέγερση και ένοπλη πάλη


  1. Bertolt Brecht, “Lode del comunismo” »Έπαινος του κομουνισμού», (1933) in “Poesie e canzoni”, »Ποιήματα και τραγούδια», Einaudi, Torino, 1975  
  2. a cura della Commissione carceri di Lotta Continua, από την Επιτροπή φυλακές της οργάνωσης, Edizioni Lotta Continua, νοέμβριος 1973  
  3. Giulio Salierno, Autobiografia di un picchiatore fascista, Αυτοβιογραφία ενός φασίστα τραμπούκου, Einaudi,Torino, 1976  
  4. Emilio Sanna, Inchiesta sulle carceri, Έρευνα για τις φυλακές, De Donato, Bari, luglio 1970  
  5. Aldo Ricci, Giulio Salierno, Il carcere in Italia, Η φυλακή στην Ιταλία, Einaudi, Torino, 1971  
  6. Giulio Salierno, Il sottoproletariato in Italia. Per un approccio politico e metodologico al problema dell’alleanza tra classe operaia e ‘Lumpenproletariat, Το υποπρολεταριάτο στην Ιταλία. Για μια προσέγγιση πολιτική και μεθοδολογική της συμμαχίας ανάμεσα στην εργατική τάξη και το λούμπεν προλεταριάτο, ‘Edizioni Samonà e Savelli, Roma, 1972  
  7. Φυλακή του Κράτους της New York όπου εξ αιτίας της δολοφονίας, που έγινε στις 21 αυγούστου στην φυλακή του San Quintino, του George Jackson αγωνιστή του Black Panther Party, στις 9 σεπτεμβρίου 1971 ξέσπασε μια εξέγερση που κατέστειλε η παρέμβαση  500 πολιτοφυλάκων των διαφόρων αστυνομικών δυνάμεων USA, με αποτέλεσμα 40 θύματα και 200 τραυματίες. Ενώ πολλοί από τους επιζήσαντες εξεγερμένους χτυπήθηκαν και βασανίστηκαν  
  8. Irene Invernizzi, Il carcere come scuola di rivoluzione, Η φυλακή σαν σχολείο της επανάστασης, Einaudi, Torino, 1973  
  9. Memoriale redatto da Martino Zicchitella, Αναμνήσεις που συγκεντρώθηκαν από τον Martino Zicchitella, Anarchismo, Χρόνος II- ν. 10/11, Edizioni La Fiaccola, 1976  
  10. Soldati και Di Rocco, βασανίστηκαν άγρια και ‘μίλησαν’ αλλά στη συνέχεια ανακάλεσαν. Βρίσκονταν στην ‘ενότητα’ με τους μη μετανιωμένους, ούτε αυτούς που διαχώρισαν τη θέση τους, nda  
  11. Γύρω από την δημιουργία του Partito Guerriglia, για το ιδρυτικό του μανιφέστο, για τα επόμενα που επεξεργάστηκαν και παρήχθησαν στη φυλακή: ‘Il documentone, το μεγάλο ντοκουμέντο’, ‘L’ape e il comunista, η μέλισσα και ο κομουνιστής’, ’Forzare l’orizzonte, εξαναγκάζοντας τον ορίζοντα’, ‘La volpe e l’uva, η αλεπού και τα σταφύλια’, ‘Gocce di sole nella città degli spettri, σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη’, ‘Wkhy’, ‘Politica e rivoluzione, πολιτική και επανάσταση’, θα επιστρέψουμε ευρύτερα στο επόμενο άρθρο, εκείνο που παίρνει έναυσμα από την αναβίωση, διευρυμένη και αναθεωρημένη από τον Giorgio Panizzari, του ‘L’albero del peccato, το δέντρο της αμαρτίας’  
  12. Franzt Fanon, I dannati della terra, Της γης οι κολασμένοι, Einaudi, Torino, 1962  
  13. I fratelli di Soledad. Lettere dal carcere di George Jackson, Τ’ αδέλφια της Soledad. Επιστολές από την φυλακή του George Jackson, Einaudi, Torino, 1971; G. Jackson, Col sangue agli occhi. Il ‘fascismo americano’ e altri scritti, Με αίμα στα μάτια. Ο ‘αμερικανικός φασισμός’ και άλλα γραπτά, Einaudi, Torino, 1972. Το βιβλίο μεταφέρει αυτή την αφιέρωση με σημασία: “Ai giovani comunisti. Ai loro padri. D’ora in poi criticheremo l’ingiustizia con le armi”, »Στους νεαρούς κομουνιστές. Στους πατεράδες τους. Από εδώ και μπρος θα κριτικάρουμε την αδικία με τα όπλα»  

https://www.carmillaonline.com/2017/05/17/ribelle-sociale-militante-comunista-senza-perdere-la-tenerezza/

http://www.militant-blog.org/?p=14476#more-14476

http://contropiano.org/eventi/napoli-correvo-pensando-ad-anna

ιστορία, storia

Τα συναισθήματα της καρδιάς, η ψυχρότητα της λογικής, η πραγματικότητα των γεγονότων. – Le emozioni del cuore, la freddezza della ragione, la realtà dei fatti.

του Fiorenzo Angoscini

brigate rosseMarco Clementi, Paolo Persichetti, Elisa Santalena, Brigate Rosse. Dalle fabbriche alla ‘campagna di primavera’, Από τα εργοστάσια στην ‘εκστρατεία της άνοιξης’, Τόμος I, DeriveApprodi, Roma, φεβρουάριος 2017, σελ. 550, € 28,00

Η εργασία των Marco Clementi, Paolo Persichetti, Elisa Santalena, διαφέρει λόγω του τεράστιου όγκου εγγράφων που συμβουλεύτηκαν. Του μεγάλο υλικού που αναλύθηκε και των διαφόρων και διαφορετικών αρχείων. Της ανάγνωσης των εκθέσεων των κοινοβουλευτικών επιτροπών της έρευνας για την υπόθεση Moro, της μελέτης των νομικών εγγράφων, των ερευνών και των διαφόρων εκθέσεων εμπειρογνωμόνων σχετικών με τις πολλές δίκες που σχετίζονται με την απαγωγή και την εκτέλεση του χριστιανοδημοκράτη παράγοντα. Της διαθεσιμότητας αδημοσίευτων συζητήσεων με μαχητές πρωταγωνιστές της ένοπλης εμπειρίας, του διαδεδομένου ανταρτοπόλεμου, του αγώνα στις φυλακές και των σφαγών που διαπράχθησαν σε μερικές από αυτές:Le Murate και Alessandria, καθώς και για τις νέες λεπτομέρειες που επισημαίνονται, την επισήμανση (μνήμες, αναμνήσεις) αφαιρεθέντων ιδιαιτεροτήτων. Της διάψευσης μιας πρόσφατης συνωμοσιολογίας με πολλαπλές παρουσίες, ποικίλες και ετερογενείς κατά τις διάφορες φάσεις της επιχείρησης στην οδό Fani. Των μαρτυριών αυτοπτών μαρτύρων οι οποίοι διαψεύδουν τους εαυτούς τους, μοτοσικλετών που μεταφέρουν άγνωστους shooters φαντάσματα και πολλά άλλα.
Επιπλέον, η αναπαράσταση και η ανακατασκευή τους ευνοεί την ανάκτηση και την αναδιάταξη της μνήμης.Της συλλογικής και της ατομικής: μας, της δικής μας, του καθενός από εμάς.

Οι συγγραφείς έχουν σημαντικά «προηγούμενα» σχετικά με τα θέματα που καλύπτονται στο βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα.

Ο Clementi, πριν δέκα χρόνια, πραγματοποίησε μια “Storia delle Brigate Rosse” 1 »Ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών», πριν χρόνια είχε δημοσιεύσει μια μελέτη που θα μπορούσαμε να ορίσουμε πως σχετίζεται με το σχέδιο ‘Victor’, δηλαδή πως να εξουδετερώσουν ανθρωπίνως, πολιτικά, προσωπικά και πνευματικά τον πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου των χριστιανοδημοκρατών της DC, il presidente del Consiglio Nazionale DC, σε περίπτωση που αυτός είχε απελευθερωθεί.2
Το σχέδιο που θα εισέρχονταν σε δράση σε περίπτωση θανάτωσης του ομήρου, είχε επονομαστεί ‘Mike’.
Απλούστερα, προέβλεπε να ενημερωθεί μια ολόκληρη σειρά από θεσμικά στοιχεία, δικαστικά και πολιτικά, άμεση απομόνωση του τόπου όπου βρέθηκε το σώμα του θύματος, απαγόρευση του ιδίου στους συγγενείς, την δημιουργία μιας αποτελεσματικής υπηρεσίας ασφαλείας μπροστά από το studio και το σπίτι του Moro, παρέχοντας τις πληροφορίες στον τύπο και την τηλεόραση ως αμφιβόλου αξιοπιστίας.

O Persichetti, μαζί με τον Oreste Scalzone, έγραψε το βιβλίο “Il nemico inconfessabile”3 »Ο ανομολόγητος εχθρός» και, σχεδόν καθημερινά στο ‘Insorgenze.net’ διεξάγει μια συστηματική προσέγγιση επίμονης διάψευσης και διόρθωσης ειδήσεων … ψευδών και παραπλανητικών. Όσον αφορά εκδηλώσεις και γεγονότα που σχετίζονται με την ένοπλη πάλη και τους αγωνιστές της, την καταστολή, τα βασανιστήρια, τις κρατικές »δολοφονίες», την πολιτική και τον πολιτισμό.

Τέλος, η Santalena, εκπόνησε μια διδακτορική διατριβή έρευνα στο Πανεπιστήμιο της Grenoble επάνω στην , «La gauche révolutionnaire et la question carcérale: une approche des années 70 italiennes», »Επαναστατική αριστερά και το ζήτημα των φυλακών: μια προσέγγιση στα ιταλικά χρόνια 70», (8 δεκεμβρίου, 2014) με σαφή κεφάλαια: «Από τις φασιστικές φυλακές, στις φυλακές σε εξέγερση (1969-1973)» «Από τη μεταρρύθμιση στην αντιμεταρρύθμιση: μεταξύ καταπίεσης και καταστολής, ένοπλου αγώνα και απόδρασης (1974-1977)», «Οι φυλακές στο κέντρο της σύγκρουσης: ανάμεσα στον ένοπλο αγώνα και τη διαχείριση έκτακτης ανάγκης της αντιτρομοκρατίας (1977-1987)

Λεπτομέρειες και ιδιαιτερότητες

Εμβαθύνοντας στην ανάγνωση συναντούμε κάποιες λεπτομέρειες, ή ιδιαιτερότητες, αν όχι άγνωστες, σίγουρα όχι πολύ γνωστές. Έτσι, μαθαίνουμε ότι την 9η του Μάη 1978 το πρωί, ο χώρος όπου θα βρεθεί στη Via Caetani (στα μισά του δρόμου μεταξύ της εθνικής έδρας των Χριστιανοδημοκρατών και εκείνης του PCI) το Renault 4 χρώμα αμάραντο έχοντας στο εσωτερικό του το άψυχο σώμα του Moro, είχε καταληφθεί το προηγούμενο βράδυ από τον Bruno Seghetti που είχε σταθμεύσει εκεί το προσωπικό του αυτοκίνητο, ένα Renault 6 πράσινου χρώματος. Αυτό γίνεται για να αποφευχθούν εμπόδια και ατυχήματα της τελευταίας στιγμής. Με αυτόν τον τρόπο υπήρχε η σιγουριά ότι ο τόπος που έχει επιλεγεί για την τοποθέτηση του αυτοκινήτου που θα χρησιμοποιούνταν για την τελευταία μεταφορά, και την επακόλουθη ανακάλυψη του άψυχου σώματος του χριστιανοδημοκράτη βουλευτή δεν θα εμποδίζονταν από την παρουσία άλλων οχημάτων που θα ήταν σταθμευμένα παράκαιρα στη θέση του.

Ένα άλλο ερώτημα που δεν εξετάστηκε επαρκώς είναι η δράση που ανέλαβε ο Fulvio Croce, πρόεδρος του Συμβουλίου της Τάξης των Δικηγόρων του Τορίνο, διορισμένος δικηγόρος από τον Πρόεδρο του κακουργιοδικείου του Τορίνο, το οποίο έπρεπε να κρίνει (μάιος 1976 ) τον λεγόμενο «ιστορικό πυρήνα» (χαρακτηρισμό που ανέκαθεν αρνήθηκαν οι κατηγορούμενοι) της μαχόμενης κομμουνιστικής οργάνωσης, αφού οι μαχητές των BR είχαν αποπέμψει τους δικηγόρους της εμπιστοσύνης τους, προειδοποιώντας το δικαστήριο να μην διορίσει άλλους αυτεπάγγελτα και είχαν, προς στιγμήν, καταφέρει να κλονίσουν τους κλασικούς μηχανισμούς της δικαστικής εξουσίας, διεκδικώντας για τους εαυτούς τους το δικαίωμα στην άμυνα, ήθελαν να υπερασπιστούν μόνοι τους εαυτούς τους δηλαδή, για να διεξάγουν την λεγόμενη »δίκη ανταρτοπόλεμου 4» και να ‘τινάξουν στον αέρα’ την διαδικασία.

br-processo

Παρά την αποδοχή των υψηλότερων αιτιολογήσεων του κράτους, αναθέτοντας την τεχνική υπεράσπιση σε οκτώ άλλους δικηγόρους της τορινέζικης τάξης, ο πρόεδρος της εγκληματολογικής ένωσης, εκμεταλλευόμενος την αναβολή για την 16η σεπτεμβρίου 1976 – σε αναμονή για την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εξαργυρώσει μια σύγκρουση εδαφικής δικαιοδοσίας μεταξύ Τορίνο και Μιλάνο – μακριά από τη βοή των μέσων ενημέρωσης, έγινε υποστηρικτής και προαγωγός της προτεινόμενης θέσπισης ενός «μικρού νόμου» (όπως την αποκαλούσε σε επιστολή του προς τον πρόεδρο του εθνικού δικανικού Συμβουλίου) ad hoc που θα επέτρεπε στους κατηγορούμενους που το επιθυμούσαν να υπερασπιστούν τον εαυτό μόνοι τους.

Επίσης, κατά τη διάρκεια της προσπάθειας για τη δημιουργία του δικαστηρίου, της έδρας για τη διεξαγωγή της δίκης, εκτός από τον ορισμό «τεχνικών υπερασπιστών, δικηγόρων», συναντήθηκαν σημαντικές δυσκολίες στον εντοπισμό των λαϊκών ενόρκων, λόγω της απόρριψης να αποδεχθούν πολλοί από αυτούς. Για να ξεπεραστεί αυτό το εμπόδιο ανέλαβαν δράση κορυφαία στελέχη του τορινέζικου Κκι, με τον Giuliano Ferrara να ηγείται, που υποστηρίζονταν ανεπίσημα από δύο εισαγγελείς, τους Luciano Violante και Gian Carlo Caselli ο οποίος, σύμφωνα με τον βουλευτή και μέλος του Κκι τουΤορίνο Saverio Vertone, «Συμμετείχε στις συνεδριάσεις της ομοσπονδιακής επιτροπής. Ίσως, αλλά δεν είμαι σίγουρος, επίσης, έπαιρνε το λόγο στις συναντήσεις της γραμματείας …» Ενώ ο ελεφαντίνος ( G Ferrara) συμμετείχε σε κάποιες συναντήσεις με ενόρκους της μάξι-δίκης εναντίον των ταξιαρχιτών για να τους πείσει να μην εγκαταλείψουν την ανάθεση» (Μ. Caprara).

Πάντα ο Ferrara, αναλάμβανε την ευθύνη του Pci-Κκι για την δημιουργία του κατάπτυστου ερωτηματολόγιου ενάντια στην τρομοκρατία, στην ερώτηση ν. 5, καλούσε στην καταγγελία.» [έψαχνε άμεσα καταδότες]… τότε φυσικά προσφέραμε ένα χεράκι, πέρα από το χέρι που έδινε το Κράτος. Το Κράτος πρόσφερε την προστασία του, εμείς θα μπορούσαμε να προσθέσουμε την δική μας. (…) Για παράδειγμα σπίτια. Ρωτούσαμε: «Πες μας ποια είναι τα προβλήματά σου, αν είσαι φοβισμένος. Να ξέρεις πως εμείς είμαστε εδώ». Διαμέσου ενός «έγκυρου» διοικητικού του στελέχους, του G. Ferrara, το Κκι γίνονταν Κράτος.

Πριν από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και τις στρατεύσεις στο Pci

Ήδη αμέσως μετά την Απελευθέρωση σχηματίστηκαν, δομήθηκαν ομάδες και οργανώσεις Κομουνιστικές που ασκούσαν τον ένοπλο αγώνα. Με διάφορες μορφές και τρόπους. Από το Κίνημα Αντίστασης Παρτιζάνικης-Κίνημα Προλεταριακής Ενότητας, Movimento Resistenza Partigiana-Movimento di Unità Proletaria του Carlo Andreoni, του οποίου, όμως, θα πρέπει να διευκρινιστούν κάποιες ασαφείς γραμμές,  στο »IX Τμήμα Ερυθρός Αστέρας παράνομη ταξιαρχία ‘808’, “IX Divisione Stella Rossa Brigata clandestina ‘808’ “ του Armando Valpreda,5 προέδρου της Ένωσης παρτιζάνων Anpi στο Asti, μεταξύ των υποκινητών της εξέγερσης στην Santa Libera,6 μέχρι και εκείνη την ομάδα των καλών παιδιών που συναντιούνταν στο  Σπίτι του Λαού, presso la Casa del Popolo της Lambrate (Mi) για να χτίσουν την ‘Κόκκινη Φτερωτή’, ‘Volante Rossa’.7 Για να φθάσουμε σε εκείνους τους αγωνιστές απ’ την Εμίλια,  (παράνομους και φαινομενικά δίχως ενωτική οργάνωση) που έσπειραν στις επαρχίες του Ρέτζιο, της Μόντενα, της Φερράρα και της Μπολόνια πολλές ένοπλες ενέργειες, κυρίως εξολόθρευση φασιστών και συνεργών τους.

Σε πιο κοντινά χρόνια στην δεύτερη κόκκινη διετία (1968-1969) υπάρχουν εμπειρίες αντίστασης και ένοπλης επίθεσης που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε προπαιδευτικές στην πιο σημαντική (για διάρκεια, νούμερο αγωνιστών και δράσεων) οργάνωση που ‘επωμίστηκε το ντουφέκι’ και για την οποίαν  ‘γίνεται λόγος’ στο βιβλίο.
Μιλάμε για την τορινέζικη ομάδα που αποτελείτο από τους Piero Cavallero, Danilo Crepaldi, Sante Notarnicola,8Adriano Rovoletto, όλοι αγωνιστές τους εργατίστικου Κκι των προλεταριακών ‘Barriere’ , ‘Φραγμάτων’, του Torino. “Ήδη το 1959 είχαμε πραγματοποιήσει την πρώτη μας δράση και προχωρήσαμε μέχρι το 1967, στιγμή της σύλληψης μας. Ο Piero ήταν ο συντονιστής των ενοτήτων Pci του ‘Φράγματος του Milano’ , μιας λαϊκής περιφέρειας με σχεδόν 70.000 κατοίκους. Εγώ, ήμουν γραμματέας της οργάνωσης νεολαίας του κόμματος (Fgci) στην Biella και αριθμούσαμε περίπου 3.000 εγγεγραμμένους. Στις αρχές των χρόνων εξήντα είχαμε αντιληφθεί πως δεν ήμασταν πλέον συντονισμένοι με το ‘κόμμα’. Χωμένο μες τον γύψο, κονφορμιστικό και όχι πια ‘επαναστατικό’9 .

Μια άλλη ένωση αγωνιστών εγγεγραμμένων στο Pci, ενότητα “Rino Mandoli” του Ponte Carrega στην Genova, που είδε  ‘την ώρα του τουφεκιού’, είναι εκείνη που χυδαία και από τα μέσα ενημέρωσης βαπτίστηκε  XXII Ottobre, δραστήρια στην Γένοβα από τις 22 οκτώβρη 1969 (ημερομηνία σχηματισμού της) μέχρι τις 26 μαρτίου 1971, ημέρα της ληστείας στον ταχυδρόμο της κατασκευαστικής εταιρείας Iacp. Στην πραγματικότητα, αυτός που υποδεικνύεται σαν ένας από τους ιδρυτές της περιπόλου νέων παρτιζάνων, ο Mario Rossi, αν και με επιφυλάξεις, με μεγάλη σύνεση και επιφυλακτικότητα, επισημαίνει: “Συμμεριζόμασταν τις θέσεις των Gap, γίναμε στην πράξη η ομάδα Gap της Γένοβας, καθώς υπήρχαν ήδη στο Μιλάνο και το Tρέντο. Όμως, το είπα και το επαναλαμβάνω, ήμασταν πάντα αυτόνομοι από τους άλλους σχηματισμούς που δημιουργούνταν ή που ήδη ήταν δραστήριοι αλλού ”.10

Η εμπειρία του Rossi, και η ανάγνωση του βιβλίου των Clementi-Persichetti-Santalena, μας προσφέρουν την ευκαιρία να εξερευνήσουμε, να εμβαθύνουμε και μιαν άλλη πτυχή, που σχετίζεται με τους μαχητές των πρώτων ένοπλων ομάδων, αλλά και των Ερυθρών Ταξιαρχιών: την προέλευσή τους, την ένταξη και την πολιτική δράση τους.

Από την μαρτυρία που συνέλεξε η Donatella Alfonso (δημοσιογράφος της εφημερίδας “La Repubblica”) ο Rossi επαναλαμβάνει,
Εγώ, στην πραγματικότητα, αισθάνομαι ακόμα ένας αγωνιστής του Κομμουνιστικού Κόμματος της δεκαετίας του εξήντα … Εκείνα τα χρόνια εκεί σου τύχαινε να παρακολουθείς το κόμμα, να παίρνεις μέρος στις διαδικασίες του, ιδίως στο χώρο εργασίας, στις ενότητες του εργοστασίου, γιατί αισθανόσουν τον σφυγμό του εργάτη που ήταν αυτός που σου δίδασκε να δουλεύεις και μετά να σκέφτεσαι … (Εμείς) ήμασταν όλοι σφυρηλατημένοι και με την 30 ιουνίου του ’60, όταν η Γένοβα απέρριψε το συνέδριο του φασιστικού Msi. Ήμασταν όλοι εκεί, και η τελευταία φορά που είδα πραγματικά το κομμουνιστικό Κόμμα στην πλατεία ήταν εκείνη τη ημέρα, με τους παρτιζάνους και τους εργάτες του λιμανιού με το γάντζο στο χέρι”.

Στην ανακατασκευή των πολιτικών του επιλογών, αποκαλύπτει επίσης μια εμβληματική ιδιαιτερότητα, “…ένα άλλο γεγονός για το οποίο δεν έχω μιλήσει ποτέ για να μην φέρω σε δύσκολη θέση κανέναν, όμως εγώ συνέχισα να έχω την ταυτότητα του PCI: μέχρι το θάνατό του, ένας παλιός σύντροφος της Γένοβας μου την ανανέωνε κάθε χρόνο, ακόμα και όταν ήμουν στη φυλακή … Ακούγεται τρελό, αλλά εγώ ποτέ δεν αποβλήθηκα από το κομμουνιστικό Κόμμα ”.

feltrinelliΑυτές οι δυο ‘μικρότερες’ οργανώσεις και προηγούμενες του ξεδιπλώματος των BR και των άλλων οργανώσεων με εθνική δομή αν και με ανομοιογενή διανομή (Nuclei Armati Proletari Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες και Πρώτη Γραμμή Prima Linea) μαζί με τις Ομάδες Παρτιζάνικης Δράσης  Gruppi d’ Azione Partigiana που σχηματίστηκαν από τον Giangiacomo Feltrinelli (έδρασαν στο Trento, Milano και Genova, οι μαχητές των οποίων κατά πλειοψηφία, και ουσιαστικά, συνέκλιναν στις Brigate Rosse μετά τον θάνατο του εκδότη,14 μαρτίου 1972) υπήρξαν ένα σύνολο πολλών ‘εγγεγραμμένων’ στο Κόμμα (Στις έρευνες για τους Gap διερευνήθηκαν οι G.B. Lazagna, Marisa και Vittorio Togliatti, nipoti del Migliore, εγγόνια του Καλύτερου, κι άλλοι ακόμη ‘πλησιέστεροι’ στο Κκι) που κινήθηκαν συλλογικά, αλλά υπάρχουν επίσης και συμπτωματικές ατομικότητες ή σύντροφοι ημι-οργανωμένοι, με προσωπικές επαφές. Ο μιλανέζος εκδότης δανείζει το πιστόλι του  (ένα Colt Cobra) στην Monika Ertl, όνομα μάχης ‘Imilla’, όταν την πρώτη απριλίου 1971, στο Αμβούργο, σκοτώνει τον Roberto Quintanilla Pereira, εκπρόσωπο της κυβέρνησης της Βολιβίας στην Γερμανία και δολοφόνου του Ernesto Che Guevara.11

Ο Clementi και οι συνεργάτες συγγραφείς μας θυμίζουν την περίπτωση της Maria Elena Angeloni, της θείας του Carlo Giuliani, που τινάχτηκε στον αέρα – μαζί με τον κύπριο αγωνιστή Georgios Christou Tsdikouris – με το αυτοκίνητο βόμβα που οδηγούσαν προς την πρεσβεία των ηνωμένων πολιτειών στην Αθήνα (2 σεπτεμβρίου 1970) που ήταν γραμμένη στην ενότητα 25 Aπριλίου του μιλανέζικου Pci. “Στην κηδεία της Elena, στο Milano, για την ελληνική Αντίσταση ήταν εκεί η Melina Mercouri. Υπάρχουν οι σύντροφοι, οι φίλοι, οι αγωνιστές του Pci. Ατομικά. το Κόμμα δεν ήταν εκεί. Αν και επίσημα υποστηρίζει την Αντίσταση. Ο γραμματέας της ενότητας 25 απρίλη υποχρεώθηκε από την Ομοσπονδία να καταστρέψει το μητρώο της ταυτότητας της Elena”.12

Ένα άλλο παράδειγμα που επισημαίνεται στο »Ερυθρές Ταξιαρχίες. Από τα εργοστάσια στην εκστρατεία της άνοιξης» είναι εκείνο του Angelo Basone, εργάτη στις πρέσες του Mirafiori, συνδικαλιστικού εκπροσώπου και επικεφαλής της ενότητας του εργοστασίου του Κκι, που ποτέ δεν αποβλήθηκε από το κόμμα, ο οποίος βρίσκονταν στον κατάλογο των 61 εργατών που θα απολύονταν και γνωστού και αναγνωρισμένου αγωνιστή της οργάνωσης με το πεντάκτινο αστέρι. Καταδικάστηκε για συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία, πολιτικού κρατουμένου στις ειδικές φυλακές.

Εκείνες που αναφέρονται παραπάνω είναι οι πολιτικές βιογραφίες κάποιων κομμουνιστών αγωνιστών (αγωνιστών του κομμουνιστικού Κόμματος), οι οποίοι έχουν αναλάβει τον ένοπλο αγώνα. Πολιτικοί αγωνιστές με τα όλα τους, που συμμετείχαν στις δραστηριότητες της ενότητας, συνέβαλαν στη συζήτηση κατά τη διάρκεια των συναντήσεων, παρενέβαιναν στα συνέδρια του κόμματος, διοργάνωναν διαδηλώσεις και συλλαλητήρια, συνέτασσαν και διένειμαν φυλλάδια, μοίραζαν τον τύπο: την εφημερίδα «L’Unita», τα εβδομαδιαία «Νέοι Δρόμοι,Vie Nuove » και «Εμείς οι γυναίκες,‘Noi Donne ». Δεν έπαιζαν να κάνουν τα στρατιωτάκια.

Η πιο σημαντική, ίσως, είναι η συνεπής πορεία-τροχιά που σχεδιάστηκε από τον Prospero Gallinari. Ήδη στρατευμένος στο Reggio Emilia, της οργάνωσης νεολαίας του κομμουνιστικού Κόμματος, από το 1968 με διπλή κάρτα-ταυτότητα, ακόμα και αυτή του Κόμματος13 όταν και εκδιώχθηκε (1969) για απείθεια, συμμετέχει στις συνεδριάσεις της «Πολιτικής Συλλογικότητας Εργάτες-Φοιτητές, ‘Collettivo Politico Operai-Studenti’, που ονομάστηκε« Ομάδα του διαμερίσματος», ‘Gruppo dell’appartamento’ ( μετά Πολιτική Μητροπολιτική Κολεκτίβα, Προλεταριακή Αριστερά του Βασιλιά-CPM, Sinistra Proletaria di Re). Μετά από μια ατυχή (έτσι την χαρακτηρίζει στην αυτοβιογραφία του) εμπειρία (1971-1972) στο Superclan του Corrado Simioni, παίρνει επισήμως μέρος στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, γενόμενος ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς της μαχητές.

Ο Mario Moretti, όταν πεθαίνει ο Gallinari, τον θυμάται με αυτό τον τρόπο: “Το όνομα μάχης του Prospero ήταν Ιωσήφ, Giuseppe, και σίγουρα δεν είναι τυχαίο. Το είχε επιλέξει με μεγάλο αυτοσαρκασμό, αλλά για έναν παλιό κομμουνιστή εκείνο το όνομα σημαίνει κάτι. Ο Prospero είναι ένας από τους συντρόφους της εμπιστοσύνης και της γραμμής, είναι αυτός που οδηγεί την πολιτική μάχη μαζί με τον Morucci στη ρωμαϊκή φάλαγγα. O Prospero είναι o μαρξισμός-λενινισμός, όλα όσα μας συμβαίνουν, άνοδοι και πτώσεις, αυτός τα διαβάζει υπό το πρίσμα, υπό το φως της σχέσης ανάμεσα στο κόμμα και τις μάζες, την πρωτοπορία και τις μάζες. Πιστεύει ότι εκεί υστερούμε. Έρχεται από την εμπειρία της Εμίλια, γι ‘αυτόν το κόμμα είναι το παν, η πολιτική συνέπεια είναι τα πάντα, και έχει μια πολύ ισχυρή αίσθηση της ηθικής. Ο καθένας ζει την ήττα με διαφορετικό τρόπο … γι ‘αυτόν, αν τα πράγματα επιστρέφουν πάλι στα μαρξιστικά-λενινιστικά παραδείγματα όλα καλά, και από εκεί δεν μετακινείται ακόμη και αν τον πυροβολήσεις. Όταν οι Br έχουν εξαντληθεί, ελπίζει σε μια συνέχεια σε κάτι άλλο που δεν είναι οι Br. Πράγμα που κατά τη γνώμη μου δεν έχει νόημα, και του το είπα, πάντα με το μεγάλο σεβασμό που έχω για αυτόν. Ο Prospero είναι ένας από εκείνους με τους οποίους καταλαβαινόμασταν, είναι από ατσάλι, ατσάλινος ακριβώς, έτσι είναι φτιαγμένος, είναι ένας παλιός αγρότης του κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Prospero είναι σημαντικότατος. Ciao, Prospero, Γεια σου ”.14

Και ο Andrea Colombo,15 σε μιαν άλλη προοπτική και οπτική, του απονέμει τις τιμές της Πολιτικής: “ Ο Prospero Gallinari ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Πολλοί το ξέρουν μα λίγοι θα το γράψουν. Αντιθέτως είναι καλό να ειπωθεί. Ήταν γενναιόδωρος, αλτρουιστής, θαρραλέος. Ήταν ένας γι αυτούς που λέμε πως έχουν ‘μεγάλη καρδιά’…Ήταν ένας άνθρωπος άλλων καιρών. Ένας στρατευμένος κομουνιστής από εκείνους που για δυο αιώνες έφτιαξαν την ιστορία. Ένας παρτιζάνος που τυχαία γεννήθηκε όταν ο πόλεμος είχε τελειώσει. Από παιδί περπατούσε χιλιόμετρα για να πάει να διαβάσει την l’Unità στο bar του κοντινότερου χωριού στο αγρόκτημα όπου είχε μεγαλώσει. Όταν πλέον μεγάλωσε εξακολούθησε να είναι εκείνο το αγόρι. Μαζί μας, παιδιά του κινήματος, που στα χρόνια ’70 το Pci το μισούσαμε και το πολεμούσαμε, είχε πολύ λίγα κοινά. Εγώ – μου είπε μια φορά – υπήρξα πάντα ένας αγωνιστής του ιταλικού κομουνιστικού Κόμματος και, αν και θα σου φανεί παράξενο, σε όλες τις  άλλες  οργανώσεις στις οποίες πήρα μέρος πάντα εκπροσωπούσα την μετριοπαθή πτέρυγα’ “.

Η συγκρότηση των BR                                                                                                                    

Οι συντάκτες αυτού του πρώτου τόμου, τον οποίον θα ακολουθήσουν και άλλοι, έχουν ανακατασκευάσει με λεπτομέρειες το πώς, και πότε, συγκροτήθηκε η πρώτη και πιο σημαντική, μεταπολεμική ιταλική ένοπλη οργάνωση με μια μεγάλη διακλάδωση σχεδόν σε όλη την εθνική επικράτεια. Ποιες ήταν οι οργανώσεις, συλλογικότητες και πολιτικές επιτροπές που συνέβαλαν στην ίδρυσή της. Νωρίτερα υπογραμμίσαμε το πως αυτό το έργο είναι βοήθεια και ενθάρρυνση για την ανάκτηση της μνήμης, και για τον λόγο αυτό το θεωρούμε χρήσιμο κείμενο και θεμελιώδες.

Από το Trento, μια ουσιαστική συμβολή παρείχαν η Margherita Cagol και ο Renato Curcio οι οποίοι, στη συνέχεια, μαζί με τον Mauro Rostagno (Κίνημα για ένα Αρνητικό Πανεπιστήμιο,Movimento per una Università Negativa) «μετανάστευσαν» στη Βερόνα, προκειμένου να έχουν μια μεγαλύτερη πολιτική ανάσα, όπου συνεργάστηκαν με το «Κέντρο πληροφόρησης,Centro d’informazione»που δημοσίευε το περιοδικό »Πολιτική Εργασία, Lavoro Politico» το οποίο διηύθυνε ο Walter Peruzzi. Στη συνέχεια, σχεδόν το σύνολο της συντακτικής ομάδας προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας-μλ, το οποίο στη συνέχεια χωρίζεται σε «μαύρη γραμμή» και «κόκκινη γραμμή».

Ο Curcio και η ‘Mara’ προσχώρησαν σε αυτή την τελευταία, μέχρις ότου, αύγουστος 1969, αποβλήθησαν μαζί με τον Peruzzi και τον ‘τρεντίνο’ Duccio Berio. Από την Verona μετακόμισαν στο Milano, και συνάντησαν τους Συντρόφους της Πολιτικής Μητροπολιτικής Κολεκτίβας, i Compagni del Collettivo Politico Metropolitano (που έγινε στην συνέχεια Sinistra Proletaria, Προλεταριακή Αριστερά), τους συντρόφους των αυτόνομων συνδικαλιστικών επιτροπών Cub στα εργοστάσια Pirelli, Alfa, Sit-Siemens, Marelli, όπως και τα μέλη των Ομάδων Μελέτης, dei Gruppi di Studio των εργοστασίων Sit και της Ibm. Αυτή η τελευταία ομάδα, έναν χρόνο αργότερα περίπου, πραγματοποιεί μια σημαντική εργασία έρευνας επί της πολυεθνικής των ηνωμένων πολιτειών: “IBM, ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο και σύγχρονο προλεταριάτο”.16 Αλλά και στις συνοικίες της περιφερειακής ζώνης επίσης υπάρχουν ‘αυτόνομες’ πραγματικότητες που αρχίζουν μια κάποια πολιτική κριτική: ιπτάμενα συλλαλητήρια, διάδοση υλικού προπαγάνδας και στρατιωτική προπαγάνδα, κυρίως εμπρησμούς αυτοκινήτων φασιστών, επιστατών και ηγετίσκων των εργοστασίων.

Ιδιαίτερα ριζωμένη, στην συνοικία ,  Lorenteggio-Giambellino, είναι η »Προλεταριακή Ομάδα Ιούλιος ’60»,  il “Gruppo Proletario Luglio ’60” αυτόνομη κομουνιστική. Ψυχή και μέλη σε αυτό τον οργανισμό είναι όλοι (μια εκατοστή) πρώην αγωνιστές εγγεγραμμένοι στην ενότητα συνοικίας του Pci, με το όνομα του παρτιζάνου ‘Giancarlo Battaglia’. Παρτιζάνος είναι ο ιστορικός αγωνιστής του συνοικιακού διαμερίσματος: ο Gino Montemezzani, ένας από τους λίγους μαοϊκούς που συνάντησε προσωπικά τον Mao Tse Tung,17 και ο Giacomo ‘Lupo’ Cattaneo, στην συνέχεια κομουνιστής μαχόμενος στις Brigate Rosse. Στην επιτροπή “Luglio ’60” στελέχη επίσης είναι οι εννέα αδελφοί Morlacchi,18 παιδιά μιας ‘κομουνιστικής οικογένειας’. Έξι από αυτούς θα διωχθούν για σύσταση και συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία: τις BR. Ο Pierino, εκτός από το ότι ήταν ένας από τους προαγωγούς της οργάνωσης υπήρξε επίσης στην πρώτη εκτελεστική επιτροπή με τους Curcio, Cagol και Moretti.

Στο Reggio Emilia, το μεγαλύτερο μέρος των συμμετεχόντων στο ‘Collettivo Politico Operai-Studenti’, »Πολιτική Κολεκτίβα Εργάτες-Φοιτητές», προέρχονταν από το Pci και την οργάνωση νεολαίας του Fgci, και μαζί με τους οργανισμούς που αναφέραμε νωρίτερα, μαζί με μια ομάδα συντρόφων από το Borgomanero (No) και μιαν της περιοχής Lodi-Casalpusterlengo (τότε επαρχία του Milano) βρέθηκαν να συζητούν και να διαλέγονται, στα τέλη δεκεμβρίου 1969 στο πανδοχείο ‘Stella Maris’ του Chiavari (Ge) και, μετά, στο ‘ιδρυτικό συνέδριο’ σε εκείνο το σεμινάριο-διάσκεψη τριών ημερών που διεξήχθη στο εστιατόριο ‘Da Gianni’, frazione Costaferrata, στην ζώνη των Απεννίνων της επαρχίας του Ρέτζιο Εμίλια τον αύγουστο του 1970. Έτσι, ουσιαστικά, συστήνονται οι Brigate Rosse.

Μνήμη και λήθη
Συχνά επαναλαμβάνεται ότι η μνήμη είναι ένα συλλογικό γρανάζι. Αλλά είναι επίσης ένα «ανατρεπτικό» εργαλείο. Οι τρεις ερευνητές, συγγραφείς αυτής της σύνθετης ανθρώπινης ανασυγκρότησης, ιστορικής και πολιτικής μας προσφέρουν την ευκαιρία να συνδυάσουμε τις δύο ενέργειες. Τα επεισόδια, σε αυτό τον πρώτο τόμο, είναι πολλά, κάποια μας έχουν πλήξει ιδιαίτερα. Θυμόμαστε εκείνα που αισθανόμαστε ότι έχουν μια μεγαλύτερη πολιτική σημασία.

Εκείνο με το μεγαλύτερο εύρος και «βάρος», από κάθε άποψη, αναφέρεται στο διαβόητο (αξίζει να το επαναλαμβάνουμε) σκάνδαλο Lockheed. Οι συγγραφείς μας το θυμίζουν 19 με ακρίβεια. “Το σκάνδαλο Lockheed γεννήθηκε από τις αποκαλύψεις της εξεταστικής Επιτροπής των ΗΠΑ με επικεφαλής τον γερουσιαστή Frank Church, σύμφωνα με τις οποίες η εταιρεία Lockheed είχε πληρώσει δωροδοκίες σε πολλές χώρες για να πουλήσει την πολεμική παραγωγή στους εθνικούς στρατούς. Όσον αφορούσε την Ιταλία, επρόκειτο για μίζες για την απόκτηση 14 αεροπλάνων C-130 που αγοράστηκαν από  την ιταλική κυβέρνηση ανάμεσα στο 1972 και το 1974, αεροπλάνων F-104S και τεθωρακισμένων Leopard. Δίπλα στον Gui (Υπουργό των Εσωτερικών και moroteo, nda) ενεπλάκη και ο υπουργός Άμυνας Mario Tanassi ενώ, πάντοτε σύμφωνα με τις αποκαλύψεις των ηνωμένων πολιτειών, πίσω από κάποια κωδικοποιημένα ονόματα (Antelope Cobbler και Pun) κρύβονταν ένας πρώην πρωθυπουργός…Το όνομα με κωδικό ‘Antelope’, σύμφωνα με τις αμερικανικές αποκαλύψεις, υποδείκνυε έναν πρωθυπουργό των χρόνων από το 1965 μέχρι το 1970, συμπεριλαμβάνοντας με αυτό τον τρόπο, εκτός από τον Moro (1963-1968), την λεγόμενη παραθαλάσσια κυβέρνηση του Giovanni Leone (ιούνιος-νοέμβριος 1968) και εκείνη του Mariano Rumor (δεκέμβριος 1968-ιούλιος 1970). Οι τρεις θα διαψεύσουν κάθε ανάμιξη και στις 29 απριλίου ο πρεσβευτής των ηνωμένων πολιτειών σημείωσε πως, κάνοντας το, είχαν δώσει την εντύπωση πως έκριναν ένοχο ο ένας τον άλλον”.

Repubblica MoroΑπό την στιγμή που δεν συμμεριζόμαστε, ούτε αγκαλιάζουμε, κανέναν τύπο συνωμοσιολογικής θεωρίας, αμέσως προσδιορίζουμε πως δεν αποδίδουμε σε κανέναν από τους προαναφερθέντες συγκεκριμένες αστοχίες και ακριβείς ενοχές, όμως θυμόμαστε…Θυμόμαστε λοιπόν και υπενθυμίζουμε πως την πέμπτη 16 μαρτίου 1978, την ημέρα της απαγωγής Moro, στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας “La Repubblica” υπήρχε αυτό το ‘box’: “Antelope Cobbler είναι ο Aldo Moro?” που παρέπεμπε σε ένα εσωτερικό άρθρο: “Antelope Cobbler? Απλούστατο Aldo Moro, πρόεδρος της DC”.

Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο επειδή δεν είναι απαραίτητο. Σημειώνουμε ότι η είδηση θα μπορούσε να διερευνηθεί, επαληθευτεί, επιβεβαιωθεί, διαψευσθεί. Όπως όλη υπόθεση των λεγόμενων «ιπτάμενων φέρετρων», έτσι είχαν επίσης αποκαλεστεί τα αεροπλάνα Lockheed F-104, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τις καταδίκες «μόνο» των Tanassi (Psdi), του προσωπικού γραμματέα του, των ιταλών εκπροσώπων της Lockheed και του τότε προέδρου της Finmeccanica (με κρατική συμμετοχή). Δεν γνωρίζουμε πώς τελείωσε, πως κατέληξε η ψευδής (;) κατηγορία της εφημερίδας που διευθύνονταν από τον Eugenio Scalfari κατά του Moro.

Με την ανακατασκευή τους, οι Clementi, Persichetti, Santalena, μας βοηθούν να καθορίσουμε ξανά τους χρόνους και τους τρόπους με τους οποίους έχουν συσταθεί οι ειδικές φυλακές, την ‘κόκκινη εβδομάδα’ της Asinara, τις μάχες στις Pianosa και Saluzzo, την απεργία πείνας στην Nuoro, ακριβώς για να μπορέσουν να ξεπεράσουν οι κρατούμενοι και να διαλύσουν τα απάνθρωπα οχυρά: Kampi. Στρατόπεδα συγκέντρωσης. Την κατασκευή και τα εγκαίνια της πρώτης γυναικείας υπέρ-φυλακής: εκείνη της Voghera και την διαδήλωση-με ζωώδεις επιθέσεις και ξύλο στους μετέχοντες-του ιουλίου 1983, για την εξουδετέρωση της. Την ‘ελευθερία κινήσεων’ που παραχωρήθηκε στον Carlo Alberto Dalla Chiesa και στον ειδικό αντιτρομοκρατικό πυρήνα του. Την εισαγωγή της συστηματικής χρήσης των βασανιστηρίων ενάντια στους συλληφθέντες για να τους κάνουν να μιλήσουν.
Ήδη από το 1975, με τον Alberto Buonoconto, μετά τους Enrico Triaca, Cesare Di Lenardo, Paola Maturi, Sandro Padula, Emanuela Frascella, δυστυχώς πολλούς άλλους.

Είναι ακριβώς στην θεσμοθέτηση αυτής της σκληρής πρακτικής και στις πολλές περιπτώσεις που αναφέρθηκαν, οι συντάκτες των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» θα αφιερώσουν εμβαθύνσεις και αρκετό χώρο στους επόμενες τόμους. Χωρίς να παραμελούνται η απαγωγή D’Urso, Dozier και οι τέσσερις απαγωγές της ‘εκστρατείας της άνοιξης’: Cirillo, Taliercio, Sandrucci και Πέτσι. Δεν παραμελούν τη γέννηση του Αντάρτικου Κόμματος Guerilla, del Partito Guerriglia, της απομάκρυνσης της φάλλαγγας Walter Αlasia, της αναγγελίας της στρατηγικής υποχώρησης και του τέλος μιας εμπειρίας.                                                       Έτσι όπως και για την σφαγή της Via Fracchia στη Γένοβα και την εκτέλεση του Roberto Serafini και του Walter Pezzoli στο Μιλάνο.                                                                               “La storia continua, Η ιστορία συνεχίζεται”.20

N. B. Αυτή είναι η πρώτη από τις τρεις συνεισφορές που σχετίζονται με την ένοπλη πάλη, τη φυλακή, το εκτός νόμου προλεταριάτο, που πραγματοποιήθηκαν λαμβάνοντας ως παράδειγμα από πολλές πρόσφατες δημοσιεύσεις. Εκτός από αυτήν των Clementi-Persichetti-Santalena, οι επόμενες θα είναι η αυτοβιογραφία του Pasquale Abatangelo «Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, Correvo pensando ad Anna» και «Το Δέντρο της αμαρτίας», “L’albero del peccato”, που δημοσιεύθηκε χάρη στον Giorgio Panizzari, ενημερωμένο και σημαντικά ενισχυμένο σε σχέση με την έκδοση του 1983, που διατέθηκε με την υπογραφή της «Κολεκτίβας κομμουνιστών κρατουμένων των Ερυθρών Ταξιαρχιών, ‘Collettivo prigionieri comunisti delle Brigate Rosse’. (F.A.)


  1. Marco Clementi, Storia delle Brigate Rosse, Odradek Edizioni, Roma, 2007  ↩
  2. Marco Clementi, La ‘pazzia’ di Aldo Moro, Odradek Edizioni, Roma, 2001  ↩
  3. Paolo Persichetti-Oreste Scalzone, Il nemico inconfessabile. Sovversione sociale, lotta armata e stato di emergenza in Italia dagli anni settanta ad oggi, Odradek Edizioni, Roma, 1999  ↩
  4. Jacques M. Verges, Strategia del processo politico, Einaudi, Torino, 1969  ↩
  5. Στο δοκίμιο της Laurana Lajolo, Οι αντάρτες της Santa Libera. Ιστορία μιας παρτιζάνικης εξέγερσης. Αύγουστος 1946-I ribelli di Santa Libera. Storia di un’ insurrezione partigiana. Agosto 1946, ο leader των ξεσηκωμένων, ‘Armando’, “…μαζί με κάποιους συντρόφους, σχημάτισε, μετά την απελευθέρωση, μια παράνομη ομάδα με το όνομα ‘808’ προς  τιμής ενός ισχυρού εκρηκτικού και ο οποίος, μπροστά στην προοδευτική συμπεριφορά επιείκειας των δικαστών απέναντι στους φασίστες, αποφάσισε να αναλάβει το καθήκον να αποδώσει δικαιοσύνη.”  ↩
  6. Alice Diacono, Η παρτιζάνικη εξέγερση της Santa Libera [αύγουστος 1946] και το δύσκολο πέρασμα από τον φασισμό στην δημοκρατία, ακαδημαϊκό έτος 2009-2010 / L’insurrezione partigiana di Santa Libera (agosto 1946) e il difficile passaggio dal fascismo alla democrazia, anno accademico 2009-2010, Giovanni Rocca (Primo), Ένας στρατός ρακένδυτων στην υπηρεσία της ελευθερίας – Un esercito di straccioni al servizio della libertà, Art pro Arte, Canelli (Cn), 1984; Laurana Lajolo, I ribelli di Santa Libera. Storia di un’insurrezione partigiana. Agosto 1946, Edizioni Gruppo Abele, Torino, marzo 1995; Giovanni Gerbi, I giorni di Santa Libera, Οι ημέρες της Santa Libera, οκτώ επεισόδια στην εκπομπή “ L’eco del lunedì”, εβδομαδιαία, settimanale di Asti, οκτώβριος-νοέμβριος 1995; Marco Rossi, Ribelli senza congedo. Rivolte partigiane dopo la Liberazione. 1945-1947, Αντάρτες δίχως άδεια. Παρτιζάνικες εξεγέρσεις μετά την Απελευθέρωση. Edizioni Zero in condotta, Milano, 2009; Claudia Piermarini, I soldati del popolo. Arditi, partigiani e ribelli: dalle occupazioni del biennio 1919-20 alle gesta della Volante Rossa, storia eretica delle rivoluzioni mancate in Italia- Οι στρατιώτες του λαού. Arditi, αντάρτες και επαναστάτες: από τις καταλήψεις της διετίας 1919-1920 στα κατορθώματα της Κόκκινης Φτερωτής, αιρετική ιστορία των αποτυχημένων επαναστάσεων στην Ιταλία, Red Star Press, Roma, giugno 2013  ↩
  7. Cesare Bermani, La Volante Rossa. Storia e mito di ‘un gruppo di bravi ragazzi’, Η Κόκκινη Φτερωτή. Ιστορία και μύθος »μιας ομάδας καλών παιδιών», Colibrì Edizioni, Milano, 2009; Carlo Guerriero-Fausto Rondelli, La Volante Rossa, Datanews, Roma, 1996; Massimo Recchioni, Ultimi fuochi di Resistenza. Storia di un combattente della Volante Rossa, Τελευταίες φωτιές Αντίστασης. Ιστορία ενός μαχητή της Κόκκινης Φτερωτής, DeriveApprodi, Roma, 2009; M. Recchioni, Il tenente Alvaro, la Volante Rossa e i rifugiati politici italiani in Cecoslovacchia, Ο υπολοχαγός Αλβάρο, η Κόκκινη Φτερωτή και οι πολιτικοί πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία, DeriveApprodi, Roma, 2011; Francesco Trento, La guerra non era finita. I partigiani della Volante Rossa, Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Οι παρτιζάνοι  της Κόκκινης Φτερωτής, Edizioni Laterza, Roma-Bari, 2014  ↩
  8. Sante Notarnicola, L’evasione impossibile, Η αδύνατη απόδραση, Feltrinelli, 1972  ↩
  9. Da una conversazione con Sante Notarnicola, Από μια κουβέντα με τον Σάντε Νοταρνικόλα, 14 aprile 2017  ↩
  10. Donatella Alfonso, Animali di periferia. Le origini del terrorismo tra golpe e resistenza tradita. La storia inedita della banda XXII Ottobre, Ζώα της περιφέρειας. Οι καταβολές της τρομοκρατίας ανάμεσα στο πραξικόπημα και την προδομένη αντίσταση. Η ανέκδοτη ιστορία της μπάντας 22 Οκτώβρη, Castelvecchi Rx, Roma, 2012  ↩
  11. Jurgen Schreiber, La ragazza che vendicò Che Guevara. Storia di Monika Ertl, Το κορίτσι που εκδικήθηκε τον Τσε Γκεβάρα. Η ιστορία της Μόνικα Έρτλ, casa editrice Nutrimenti, Roma, 2011  ↩
  12. Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie, Κι ας είμαστε γυναίκες. Ιστορίες επαναστατριών, DeriveApprodi, Roma, 2015  ↩
  13. Prospero Gallinari, Un contadino nella metropoli. Ricordi di un militante delle Brigate Rosse, Ένας αγρότης στη μητρόπολη. Αναμνήσεις ενός μαχητή των Ερυθρών Ταξιαρχιών, Bompiani Overlook, Milano, 2006  ↩
  14. Mario Moretti, Per Prospero, Για τον Πρόσπερο,14 gennaio 2013  ↩
  15. Gli Altri online, 14 gennaio 2013  ↩
  16. Sapere Edizioni, Milano, 1973  ↩
  17. Gino Montemezzani, Come stai compagno Mao?, Πως είσαι σύντροφε Μάο; Edizioni LiberEtà, Roma, 2006  ↩
  18. Manolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, H φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει. Agenzia X, Milano, 2007  ↩
  19. nn.14 e 15, σελ. 149  ↩
  20. P. Gallinari, Un contadino nella metropoli, Ένας αγρότης στην μητρόπολη, cit.  ↩

https://www.carmillaonline.com/2017/04/26/le-emozioni-del-cuore-la-d-della-ragione-la-realta-dei-fatti/

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Ο έλεγχος της μνήμης ή η ενεργητική λογοκρισία σαν πολεμική στρατηγική, [Β]

[Από το προηγούμενο: Η προλεταριακή και επαναστατική μνήμη δε φοβάται τις αντιθέσεις, δεν ανέχεται τη σιωπή, δεν υποφέρει τις περιχαρακώσεις, δεν κατασκευάζει αναθέματα, αφορισμούς, αιρέσεις.Δε φοβάται την πολλαπλότητα των γλωσσών ούτε την αντιφατική αναπαραγωγή τους, αλλά την απουσία των αντιθέσεων, το διωγμό τους].

Η αδυναμία δημιουργίας μιας αυθεντικής μνήμης, η οποία να σταθεροποιείται σημειολογικά σ’ ένα σύνολο διαφοροποιημένων γλωσσών, είναι δείγμα της γενικότερης αδυναμίας και της αβεβαιότητας ανάπτυξης της επαναστατικής υποκειμενικότητας.

Αξίζει ν’ αναρωτηθούμε: πως είναι ποτέ δυνατό να δημιουργήσουμε καλή σχέση με το μέλλον όταν απορρίπτουμε την αυθεντική μνήμη του παρελθόντος;

Μια τάξη που δεν μπορεί να παράγει συνειδητά την δική της αυτόνομη μνήμη, είναι καταδικασμένη να μείνει φυλακισμένη στα αστικά δεσμά. Αντίθετα παραγωγή ταξικής μνήμης σημαίνει εξέγερση, ιδεολογική πάλη, ρήξη.  Σημαίνει οικοδόμηση μιας σχέσης με το παρελθόν η οποία να τείνει στον επαναστατικό σχηματισμό, στον κομουνισμό.

Αυτή η παραγωγή, από την μια είναι καταγραφή όλων των δυνατών γλωσσών, γραπτών,  ακουστικών, οπτικοακουστικών, δίχως αποκλεισμούς ή λογοκρισίες, είναι καταγραφή όλων των ανταγωνιστικών κοινωνικών πρακτικών καθώς και των εσωτερικών τους αντιθέσεων.

Από την άλλη σημαίνει πως πρέπει να ελευθερώσουμε τα μυστικά αρχεία του κράτους, εισβάλλοντας στις σημειολογικές φυλακές των αστών, και να βοηθήσουμε στην δραπέτευση των φυλακισμένων κειμένων. Όμως, κύριο πρόβλημα παραμένει το να συμπαρασύρουμε τις μάζες σ’ αυτή τη δραστηριότητα παραγωγής συνειδητών στρατηγικών, αυτόνομης μνήμης και επαναστατικών συμπεριφορών.

Η κοινωνική διάνοια του μητροπολιτικού προλεταριάτου σ’ όλες της τις εκφάνσεις δεν μπορεί παρά να είναι εκείνος ο διάχυτος και μαζικός μηχανισμός που υπερασπίζεται, διαδίδει και δημιουργικά ανανεώνει την κληρονομιά των γλωσσών και των μέσων της γνώσης που έχει συσσωρεύσει η κοινωνική πρακτική αυτής της τάξης και τόσα χρόνια του ταξικού αγώνα.

Και αυτό φυσικά είναι κάτι τελείως διαφορετικό από την αφελή διεκδίκηση ελεύθερης πρόσβασης στην αποκλειστική μνήμη ή στις τράπεζες στοιχείων που μονοπωλεί η ιμπεριαλιστική αστική τάξη.

Το ‘χουμε ήδη τονίσει: οι πληροφορίες δεν είναι καθόλου »ουδέτερες»,καλές για όλες τις τάξεις. Ο ιδεολογικός επικαθορισμός που έχει υποστεί, μαζί με το γεγονός ότι η κυρίαρχη κουλτούρα έχει ήδη από την αρχή κατορθώσει έναν »αποκλεισμό», καταδικάζοντας έτσι στο σκοτάδι όλες εκείνες τις πλευρές της ιστορικής εμπειρίας που στα μάτια της φαντάζουν σαν μη-πολιτισμός, καθιστούν απατηλή κάθε υπόθεση »προλεταριακής χρήσης» των αστικών πληροφοριών.

Όπως ακριβώς η ενσωματωμένη στο κεφάλαιο επιστήμη και οι τεχνολογικές εφαρμογές της στην εργασιακή διαδικασία, έτσι και οι συσσωρευμένες από την αστική τάξη »πληροφορίες» πρέπει να ανακατασκευαστούν στην διάρκεια της επαναστατικοποίησης των κοινωνικών σχέσεων που τις γέννησαν.

Η συλλογική μνήμη στον αστικό σημειολογικό σχηματισμό είναι μνήμη που δημιουργείται κάτω από τη σιδερένια κυριαρχία της κίνησης της υπεραξίας.

Η πληροφόρηση, η γνώση και η μνήμη της αστικής τάξης αποκρυσταλλώνουν μέσα τους τον νόμο του σημερινού τρόπου παραγωγής, φέρουν μέσα τους το σχήμα της δικής του ορθολογικότητας.

Από όλα  αυτά  πρέπει να απελευθερωθούμε, ακριβώς για να μπορέσουμε να καταστήσουμε την επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους και τη φύση, ανάμεσα στους ανθρώπους και τις μηχανές, ανάμεσα στις ίδιες τις μηχανές, μια επικοινωνία όσο γίνεται πιο γρήγορη και πιο ολόπλευρη. Κι αυτή η προσπάθεια δεν μπορεί παρά να στηριχθεί πάνω σε μια νέα ορθολογικότητα που να ανταποκρίνεται στον ποιοτικά διαφορετικό κεντρικό στόχο αυτής της τάξης: την παραγωγή διαθέσιμου χρόνου.

Διαθέσιμο χρόνο, δηλαδή »χρόνο τεμπελιάς και ανώτερων δραστηριοτήτων», χρόνο για την ολοκληρωμένη και πολύπλευρη ανάπτυξη των κοινωνικών ανδρών και γυναικών, του μετα-μητροπολιτικού κοινωνικού όντος.

Ένας άλλος μύθος αφορά τη λεγόμενη απελευθερωτική δύναμη των νέων τεχνολογιών. Το να ελπίζει κάποιος ότι μέσα στον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό ενυπάρχει κάποια αυτόνομη απελευθερωτική δυνατότητα – που προσφέρεται από τις νέες τεχνολογίες – είναι παράλογο. Πράγματι, το εμπόρευμα πληροφορία, ενώ αποκτά όλο και πιο σημαντικό ρόλο στην διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου, προοδευτικά τείνει να συγκεντρωθεί στα χέρια ελάχιστων πολυεθνικών μονοπωλίων.

Οι νέες  τεχνολογίες χειριζόμενες τις πληροφορίες το μόνο που αυξάνουν είναι την αστική κυριαρχία καθώς και τις τεχνικές δυνατότητες της κυρίαρχης τάξης να ελέγχει τις κοινωνικές συμπεριφορές και την αγορά.

Οι πληροφορίες που »ο καθένας μπορεί ν’ αποθηκεύει» είναι από τη φύση τους προγραμματισμένες στην ελεγχόμενη, αναγκαστική και ταξική κυκλοφορία.

Και μόνο αυτές!

Δεν είναι δυνατό λοιπόν το μητροπολιτικό προλεταριάτο να περιμένει την απελευθέρωση του από αυτές, αλλά από  τον ταξικό πόλεμο για τον κομουνισμό και μόνο από  αυτόν!

 

ιστορία

ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΚΩΧΗ Ιστορία των Κομουνιστικών Επιτροπών για την εργατική εξουσία SENZA TREGUA Storia dei Comitati Comunisti per il potere operaio (1975 ­ 1976)

Στην Ιταλία το ιστοριογραφικό ενδιαφέρον για τα ανταγωνιστικά κινήματα που διαπότισαν την κοινωνία στα χρόνια του Εβδομήντα συνετρίβη ανάμεσα στο revival του εξήντα οκτώ, την απαγωγή Μόρο και τις συνωμοσιολογικές υποθέσεις που ακολούθησαν. Όλα τα υπόλοιπα εκείνης της ιστορίας εξαφανίστηκαν από ανακατασκευές κατά προσέγγιση ή πολύ προσωπικές.
Αυτό το βιβλίο εξετάζει μια από τις αρκετές οργανωμένες εμπειρίες που πρωταγωνίστησαν εκείνη την μακρά περίοδο αγώνων: τις κομουνιστικές Επιτροπές για την εργατική εξουσία.
Είναι μια σύντομη ιστορία (διαδραματίζεται από το 1975 στο 1976) αλλά απολύτως υποδειγματική για τα περιεχόμενα και την πολιτική πρακτική που εξέφρασε.


Η γνωριμία του θεωρούμε πως είναι θεμελιώδης για αυτόν που ενδιαφέρεται για εκείνη την περίοδο της ιταλικής ιστορίας: για την γέννηση της ομάδας, για τα πολιτικά και οργανωτικά θέματα που εισήγαγε στο επαναστατικό κίνημα της περιόδου, για τις εξελίξεις που ακολούθησαν με την διάλυση της ομάδας.
Το βιβλίο χρησιμοποιεί αφθονία από είδη πηγών, η αναπαράσταση όμως βασίζεται κυρίως στην εξέταση εγγράφων όπως περιοδικά, φυλλάδια και μανιφέστα στα οποία συγγραφείς είναι οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης.

Αυτή η ιστορία της  «Senza tregua» δεν περιορίζεται μόνο στην περίοδο κατά την οποίαν αυτή η ομάδα γεννιέται και πεθαίνει, αλλά πηγαίνει πίσω στον χρόνο, μέχρι την προέλευση των συνιστωσών οι οποίες της έδωσαν ζωή, που είναι βασικά δυο: αυτή που προέρχεται από την «Lotta continua» ‘συνεχής Αγώνας’ και εκείνη που προέρχεται από την «Potere operaio» ‘εργατική Εξουσία’.
Τα χρόνια Εβδομήντα μπήκαν στο αρχείο με βιασύνη, για να μη πούμε πως αφαιρέθηκαν, αλλά παρόλο το ότι φαίνονται ήδη πολύ μακρινά, είναι αντιθέτως ακόμη σχετικά πρόσφατα. Αυτή η νέα συνεισφορά του Emilio Mentasti τα αντιμετωπίζει νικώντας πολλούς κοινούς τόπους, και δίχως να χαρίζεται σε κανέναν δίνει τον λόγο στα ντοκουμέντα, τα οποία από την φύση τους  δεν προσφέρονται εύκολα προς χειραγώγηση αν και δίνουν τροφή σε διάφορες ερμηνείες των πολιτικών επεξεργασιών αυτών που τις παρήγαγαν.
Εισαγωγή

Tα χρόνια Εβδομήντα υπήρξαν η τελευταία περίοδος όπου φάνηκε δυνατό να χτιστεί στην Ιταλία η ιστορική εναλλακτική στην καπιταλιστική κοινωνία. Από τότε ένα πέπλο ασάφειας, άγνοιας και φόβου έπεσε σε όλο αυτό που διέτρεξε εκείνη την περίοδο, η οποία όχι τυχαία ονομάστηκε »τα χρόνια του μολυβιού», μέταλλο βαρύ, γκρίζο, εύπλαστο και γι αυτό διφορούμενο. Η σημασία που έχει το να γράψουμε για εκείνα τα χρόνια ως εκ τούτου δεν βρίσκεται μόνο στο να σκεφτούμε το πόσο ευχάριστες ήταν οι ιδέες που προωθούνταν ή για το γεγονός πως ήταν πραγματικά δυνατή μια αλλαγή, αλλά στο να καταλάβουμε πως, αντίθετα από αυτό που μας προτείνουν, τότε υπήρχε η επίγνωση μιας έντασης ανάμεσα σε αυτό που »είναι» και αυτό που »θα έπρεπε να είναι», διαστάσεις ανταγωνιστικές μεταξύ τους αλλά όχι γι αυτό λιγότερο αληθινές, αντιθέτως είναι ακριβώς μέσα την διαλεκτική που αναπτύσσονται οι πραγματικές αντιθέσεις.Μόνο αποδεχόμενοι αυτές τις δυο διαστάσεις μπορούμε να υποστηρίξουμε την δυναμική σαν ιστορική δυνατότητα και την πραγματοποίησή της σαν ιστορικό γεγονός: να φανταστούμε μιαν κοινωνία πιο ελεύθερη και δίκαιη φαίνονταν σαν πιθανή εναλλακτική οπότε και πραγματική. Το να καταργούμε αυτό το δυνητικό μέγεθος σημαίνει να καταστέλλουμε την ιστορία και γι αυτό το ζήτημα καθίσταται πολιτικό. Η πραγματικότητα που εμφανίζεται σήμερα μπροστά μας είναι εκείνη κατηγοριών σκέψης που έγιναν εναλλάξιμες με τα αντίθετά τους, έτσι ώστε συχνά να ταυτοποιούνται με αυτά, απορρίπτοντας και ξεχνώντας έτσι την ιστορική πραγματικότητα. Με αυτό τον τρόπο τους αρνούνται οι φρίκες του φασισμού, παραποιείται η ιδέα του σοσιαλισμού, ξεχνιούνται οι συνθήκες που θεμελιώνουν την δημοκρατία, χάνεται το περιεχόμενο της ελευθερίας. Αυτή η ισοπέδωση επιτρέπει να μπερδεύουμε δικτατορίες με δημοκρατίες, πόλεμο με ειρήνη, αλλοτρίωση με καλή διαβίωση και πρόοδο. Οι παλιές ιστορικές έννοιες αναιρούνται από νέους επιβαλλόμενους ορισμούς, που εξυπηρετούν να μετατρέψουν το ψεύτικο σε αλήθεια.

Σε έναν κόσμο που προβάλλεται να ολοκληρώνει την κατάκτηση της φύσης, η προοδευτική ορθολογικότητα δεν ξέρει τι να τον κάνει τον ιστορικό λόγο-αιτία. Ο αγώνας ενάντια στην ιστορία είναι μέρος εκείνου ενάντια στον νου στον οποίον θα μπορούσαν να αναπτυχθούν ικανότητες και δυνάμεις φυγόκεντρες, σε θέση να εμποδίσουν την ολοκληρωτική ενσωμάτωση του ατόμου στην κοινωνία. Να θυμόμαστε το παρελθόν μπορεί να κάνει δυνατή την προαγωγή επικίνδυνων διαισθήσεων και η εγκατεστημένη κοινωνία μοιάζει να φοβάται τα ανατρεπτικά περιεχόμενα της μνήμης. Το να θυμόμαστε είναι ένας τρόπος να διαχωριζόμαστε από τα γεγονότα όπως είναι, ένας τρόπος »μεσολάβησης» που σπάει για λίγες στιγμές την πανταχού παρούσα εξουσία των δεδομένων συμβάντων. Η μνήμη υπενθυμίζει τον τρόμο και την ελπίδα των χρόνων που πέρασαν, η θύμηση κάνει έτσι ώστε στο άτομο να επικρατήσουν οι φοβίες και οι προσδοκίες της ανθρωπότητας, ούτως ώστε ο καθένας να μπορέσει να βρει το καθολικό στο συγκεκριμένο.
Το πρόβλημα μιας ανθρωπότητας δίχως μνήμη δεν είναι δια τούτο συνδεδεμένο με την κατάπτωση της σύγχρονης κοινωνίας αλλά αντιθέτως είναι συνδεδεμένο με την πρόοδο της ιδίας. Αυτή χαρακτηρίζεται για την αρχή του ορθολογισμού και εκκαθαρίζει την ανάμνηση, τον χρόνο και την μνήμη ως παράλογα υπολείμματα.

Ο προοδευτικός ορθολογισμός της βιομηχανικής προηγμένης κοινωνίας, προβλέπει στην συνέχεια το αδύνατο της μνήμης: εάν ήμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε το παρελθόν σαν παρόν, εάν καταφέρνουμε να συνδεθούμε με αυτό, εξουδετερώνουμε τον ορθολογισμό της σκέψης από πλευράς της κατεστημένης πραγματικότητας. Με αυτό τον τρόπο μπορούμε να αντιμετωπίσουμε και να πολεμήσουμε το κλείσιμο προς άλλες συζητήσεις και πιθανές συμπεριφορές, μπορούν να αναπτυχθούν έννοιες που τινάζουν την σταθερότητα μιας κλειστής κοινωνίας στον εαυτό της. Να έχουμε ιστορική συνείδηση σημαίνει να παρέχουμε στην κριτική μας σκέψη  ένα μέτρο σύγκρισης που ψάχνει στην ιστορία του ανθρώπου τα κριτήρια της αλήθειας και του ψεύδους, της προόδου και την κατάπτωσης, οπισθοδρόμησης. Το να συνδέουμε το παρελθόν με το παρόν φέρνει στο φως τους παράγοντες που παρήγαγαν τα γεγονότα, που καθόρισαν τον τρόπο ζωής, που αποφάσισαν ποιος είναι το αφεντικό και ποιος ο υπηρέτης; προβάλει τα όρια του παρόντος και τις δυνατότητες εναλλακτικών.

Η απόκτηση αυτής της κριτικής συνείδησης σημαίνει παραβίαση αυτού του κλειστού σύμπαντος της ομιλίας και της απολιθωμένης δομής της.

Έτσι γράφει ο Marcuse:Το κομουνιστικό Manifesto παρέχει ένα κλασικό παράδειγμα. Σε αυτό ο καθένας από τους δυο όρους κλειδιά, μπουρζουαζία και προλεταριάτο, διέπει αντιφατικά κατηγορήματα. Η μπουρζουαζία είναι το υποκείμενο της τεχνικής προόδου, της απελευθέρωσης, της κατάκτησης της φύσης, της δημιουργίας κοινωνικού πλούτου, και της διαστροφής και καταστροφής αυτών των αποτελεσμάτων. Με παρόμοιο τρόπο, το προλεταριάτο κρατά τα χαρακτηριστικά της ολοκληρωτικής καταπίεσης και της ολοκληρωτικής ήττας της καταπίεσης. (Herbert Marcuse, O άνθρωπος σε μια διάσταση, 1967, Einaudi).

Αυτό το βιβλίο ασχολείται με την ιστορία Των κομουνιστικών Επιτροπών για την εργατική εξουσία, πολιτικού σχηματισμού που έδρασε στην Ιταλία μεταξύ του 1975 και του 1976.

«Senza tregua» , »Χωρίς ανακωχή» ήταν το περιοδικό των Επιτροπών, έτσι η ομάδα ονομάζονταν με αυτό τον τρόπο με το ίδιο όνομα. Ο σχηματισμός είχε έναν ρόλο μεγάλης σημασίας στο ανταγωνιστικό κίνημα εκείνων των χρόνων και γι αυτό, δεδομένης της διεισδυτικότητας εκείνου του κινήματος σε ολόκληρη την ιταλική κοινωνία που την διαπερνούσαν δυνατά οι αγώνες εκείνων των χρόνων. Η περίοδος κατά την οποίαν δρα η Senza tregua βλέπει την ορμητική ανάδυση του χώρου της εργατικής Αυτονομίας και την κρίση των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων και όχι τυχαία οι κομουνιστικές Επιτροπές σχηματίζονται από εξερχόμενους από την Lotta continua και το Potere operaio, κουβαλώντας μαζί τους θέματα όπως: ισονομία, άρνηση της ανάθεσης, εργατική αυτονομία και κεντρικότητα, οικονομικός μετασχηματισμός για μια νέα πειθαρχία στα εργοστάσια, όχι στον ρεφορμισμό, προλεταριακή δικαιοσύνη και εργατικά διατάγματα, οργάνωση σαν πρόβλημα του κινήματος.

Για εκείνους που κάνουν την επιλογή να πάρουν μέρος στις κομουνιστικές Επιτροπές δεν υπάρχει μια ρήξη ανάμεσα στους πολιτικούς αγώνες του ’68 και αυτά που συμβαίνουν στα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με την οπτική τους η περίοδος πρέπει να ερμηνευτεί σαν μια μακρά ενωτική μάχη, σύμφωνα με τους πρωταγωνιστές του βιβλίου, το ’68 δείχνει καθαρά πως η ιταλική άρχουσα τάξη, τόσο των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας όσο και εκείνη την »ιστορικής» αριστεράς, διασχίζεται από μια βαθύτατη κρίση, και πως στην Ιταλία υπάρχει μια ισχυρή δυνατότητα να γίνει προσπάθεια για επαναστατικό δρόμο από εργατικής και φοιτητικής πλευράς.

Πραγματικά περιστατικά όπως η εκτέλεση Pedenovi στο Milano, οι πρώτες γαμποποιήσεις επιστατών, η δημιουργία της μαχητικής κομουνιστικής οργάνωσης Πρώτη Γραμμή, δεν είναι μόνο παράνομες και βίαιες πράξεις, αλλά αντιπροσωπεύουν την επεξήγηση ενός πολιτικού σχεδιασμού πλατύτερου που θα καταστεί περισσότερο ορατό τα επόμενα χρόνια: η ιδέα πως στον νόμιμο αγώνα πρέπει να ενωθεί ο παράνομος ούτως ώστε να φαντάζει η αμφίδρομη φύση, η διπλή κατεύθυνση της αγωνιστικότητας και της δέσμευσης που πρέπει να είναι πολιτική και στρατιωτική ταυτόχρονα, η αναγκαιότητα να ανυψωθεί το επίπεδο της σύγκρουσης, και ακόμη, η άρνηση του ένοπλου αγώνα και της παρανομίας σαν στρατηγικές στιγμές της επαναστατικής πράξης για να παραμείνει πεισματικά μέσα στο κίνημα, όλα αυτά είναι μέρος εκείνου του σχεδιασμού.

Μεταξύ των σχηματισμών στο εσωτερικό του χώρου της εργατικής Αυτονομίας, οι κομουνιστικές Επιτροπές-Comitati comunisti είναι ανάμεσα στους λίγους που παραμένουν πιστοί στην ιδέα της εργατικής κεντρικότητας, στην αναγκαιότητα επομένως να χτιστούν Επιτροπές στα εργοστάσια και στα τμήματα αυτών για να φτάσουν να υπάρχουν εργατικοί πόλοι σε θέση να δημιουργούν εργατική επαναστατική οργάνωση, εκείνη που πρέπει να διατάσσει τους δικούς της νόμους, ανεξάρτητα από εκείνους των αστών.

η Senza tregua είναι σημαντική επίσης για τις επιλογές που θα κάνουν οι πρωταγωνιστές της μετά το τέλος της. Το τελευταίο μέρος του βιβλίου αναφέρεται στο τέλος της εμπειρίας των κομουνιστικών Επιτροπών που θα χωριστούν σε τουλάχιστον τρεις οργανωτικές στιγμές διαφορετικές: Prima linea, Comitati comunisti rivoluzionari και Unità combattenti comuniste – Πρώτη Γραμμή, επαναστατικές κομουνιστικές Επιτροπές και μαχητικές κομουνιστικές Μονάδες. Και οι τρεις με οργανωτικές διαδικασίες διαφορετικές, μα με την ιδέα πως η επαναστατική διαδικασία δεν μπορεί παρά να είναι βίαιη, πως το επίπεδο βίας που θα εκφραστεί πρέπει να είναι άμεσα εμφανές, πως η επιλογή της ένοπλης πάλης είναι μια επιλογή που δεν αναβάλλεται για αργότερα. Σίγουρα δεν είναι κάτι το καινούργιο, οι Brigate rosse ζουν και πολύ καλά μάλιστα, άλλες ένοπλες ομάδες όπως οι Gap έχουν ήδη εξαφανιστεί, άλλες είναι έτοιμες να το κάνουν όπως οι ένοπλοι προλεταριακοί Πυρήνες – i Nuclei armati proletari: η διαφορά έγκειται στο γεγονός πως οι μαχητές των Comitati δεν φαντάζονται σαν στρατηγική την ένοπλη επιλογή.

Είναι μια ιστορία αρκετά πολύπλοκη τόσο για τις απαρχές της όσο και για την εξέλιξή της στην συνέχεια μετά την διάλυση. Ακριβώς για να γίνουν πιο ξεκάθαρα τα συμβάντα στην ομάδα, στάθηκε απαραίτητο να ξεκινήσει η έρευνα χτίζοντας απ’ την αρχή την ιστορική πολιτική φάση των αμέσως προηγούμενων χρόνων, με ιδιαίτερη προσοχή στις δυο ομάδες από τις οποίες προέρχονται οι αγωνιστές των Επιτροπών: Lotta continua και Potere operaio, δηλαδή Συνεχής Αγώνας και εργατική Εξουσία. Αυτό είναι σημαντικό διότι οι Comitati ακολουθούν μια πολιτική γραμμή που θεωρούν σε απόλυτη συνέπεια με το οργανωτικό τους παρελθόν. Αυτή η πλευρά, η οποία περιλαμβάνει τα δυο πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, δεν είναι σίγουρα μια πλήρης εξέταση της εμπειρίας των δυο ομάδων, αλλά επισημαίνονται εκείνα τα χαρακτηριστικά και εκείνες οι θέσεις που επηρέασαν περισσότερο κάποιους από τους πρώην αγωνιστές στο να στήσουν τον νέο εξωκοινοβουλευτικό σχηματισμό.

Η ιστορία της Lotta continua και του Potere operaio αντιμετωπίζεται λοιπόν όχι για μιαν πλήρη αναπαράσταση μα με σκοπό να καταστήσει πιο κατανοητό το πέρασμα στον νέο σχηματισμό, δίδεται γι αυτό μεγαλύτερη έμφαση σε εκείνα τα θέματα και σε εκείνες τις πρακτικές που στην συνέχεια θα συνοδέψουν την εμπειρία των κομουνιστικών Επιτροπών για την εργατική εξουσία. Η αντιμετώπιση που ενδιαφέρεται για την Lotta continua τελειώνει στα τέλη του 1975, δηλαδή μέχρις ότου κάποιοι απ’ τους αγωνιστές της βγαίνουν από την οργάνωση για να σχηματίσουν την ομάδα της Senza tregua.

Το βιβλίο εκπληρώνει μια ανακατασκευή βασισμένη αποκλειστικά σε πηγές της εποχής, χρησιμοποιώντας κυρίως ντοκουμέντα όπως άρθρα, φυλλάδια και μανιφέστα των οποίων οι συγγραφείς είναι οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης. Σε κάποιες περιπτώσεις συμβουλεύτηκαν δικαστικές πράξεις, γνωρίζοντας πολύ καλά πως αυτές περιέχουν μια αλήθεια μερική, μιας και αυτός που δηλώνει υπό κατάσταση περιορισμού δεν μπορεί ποτέ να είναι ελεύθερος να εκφραστεί πλήρως. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για τις δηλώσεις αυτών που απέσπασαν, εξ αιτίας αυτών, οφέλη. Όμως ελήφθησαν έτσι κι αλλιώς υπ όψιν διότι αυτά που ανασκευάστηκαν είναι επίσης μια ιστορία παράνομη που είχε μεγάλο δικαστικό ενδιαφέρον, κάποιες »αλήθειες» όντως τεκμηριώνονται μόνο στα πρακτικά κάποιας δίκης, οπότε η επιλογή υπήρξε εκείνη του να ληφθεί υπ όψη μόνο εκεί όπου αυτά τα ντοκουμέντα αποδεικνύονταν απαραίτητα για μιαν ανακατασκευή πληρέστερη των υποθέσεων της Δίχως ανακωχή και των κομουνιστικών Επιτροπών για την εργατική εξουσία.

Μια άλλη διευκρίνιση, αυτή την φορά όχι για την μέθοδο αλλά για το περιεχόμενο. Η συμμετοχή στις δραστηριότητες των Comitati comunisti ήταν πολύ ετερογενής και σε διάφορα επίπεδα, όχι πάντα σε επικοινωνία μεταξύ τους, επομένως η πρακτική τους δεν μπορεί με τίποτα να συνθλιβεί γύρω από τα λίγα »αιματηρά γεγονότα» που διαπράχθηκαν, δεν γνώριζαν όλοι, δεν συμφωνούσαν όλοι, το turn over στην οργάνωση ήταν υψηλό. Από την ανάγνωση του βιβλίου θα γίνει εμφανές πως η δραστηριότητα των Comitati υπήρξε πολύ ποικιλόμορφη, σε αρμονία με εκείνο που ήταν το ανταγωνιστικό κίνημα εκείνων των χρόνων.


indice del volume

Εισαγωγή

Κεφάλαιο I
Lotta continua

  • Η ιταλική ανωμαλία
  • Το κίνημα και η αντιιμπεριαλιστική βία
  • Η πολιτική παρέμβαση στη Mirafiori
  • Γεννιέται η Lotta continua
  • Η αντιδραστική αντεπίθεση και η επαναστατική βία
  • Από το ‘Να πάρουμε την πόλη’ στην γενική σύγκρουση
  • Ο θάνατος του Luigi Calabresi
  • Χιλή και ιστορικός συμβιβασμός
  • Η οικονομική κρίση
  • Η συζήτηση στην Lotta continua στο Milano
  • Η πρώτη αποχώρηση από την έδρα του Sesto San Giovanni

Κεφάλαιο II
Potere operaio

  • Από «Η τάξη» στην «Potere operaio»
  • Το III συνέδριο της οργάνωσης
  • παράνομη Εργασία και Προβολέας
  • Η κρίση της Potere operaio και το συνέδριο της Rosolina
  • Οι τελευταίοι μήνες της Potere operaio

Κεφάλαιο III
Senza tregua

  • Η εργατική Αυτονομία
  • Από την εργατική Εξουσία στην Γραμμή συμπεριφοράς
  • Κρίση και οικονομική αναδιάρθρωση
  • Το  «ιταλικό κακό»
  • Τάση και Φράξια
  • Οι πρώτες οργανωτικές προσπάθειες
  • «Χωρίς ανακωχή»
  • Οι εργατικές Επιτροπές
  • Οι «μέρες του απρίλη»
  • όχι στην εργατική ενότητα
  • Ο τραυματισμός Fossat
  • Η παρέμβαση στις τοπικές πραγματικότητες: Roma, Firenze, Bergamo, Napoli
  • Ο τραυματισμός De Marco
  • Όχι στο αντεργατικό υπερδιάταγμα
  • Η εκτέλεση Pedenovi
  • Οι εργατικές Επιτροπές στο Torino
  • Οι εκλογές στις 20 ιουνίου 1975
  • Seveso
  • Γεννιέται το μιλανέζικο εργατικό συντονιστικό
  • Ρεαλισμός και επαναστατική πολιτική
  • Το πραξικόπημα των λοχαγών

Ευρετήριο ονομάτων
Ευρετήριο των τόπων

Εμβαθύνσεις

  • Valle Giulia
  • Corso Traiano
  • Οι διαφορές ανάμεσα σε PotOp, Lc και τις μαρξιστικές-λενινιστικές ομάδες
  • Το Circolo Lenin
  • Η Lip
  • Οι σφαγές της piazza della Loggia και του τραίνου Italicus
  • Ο Ομάδα Gramsci
  • Κάποιες σύντομες σημειώσεις βιογραφικές των Guattari, Deleuze και Foucault
  • San Basilio
  • Νόμος Reale
  • Τα προλεταριακά ψώνια
  • Ιούλιος ’60
  • Οι »μέρες του απρίλη»στο Milano
  • Vietnam
  • Η επανάσταση των γαρυφάλλων
  • Μισθός για την οικιακή εργασία
  • «Η εργατική Φωνή» και «Senza tregua»
  • Τα τορινέζικα κέντρα νεότητας
  • Εκτιμήσεις για «Senza tregua»
  • Η καταστροφή του Seveso
  • Οι αυτόνομες Επιτροπές της Ρώμης και η «Senza tregua»

l’autore
ο Emilio Mentasti (Bergamo 1962) εδώ και πολλά χρόνια μελετά τα ανταγωνιστικά κινήματα των χρόνων Εβδομήντα και παίρνει μέρος σε σεμινάρια και συνέδρια γύρω από τις θεματικές εκείνης της περιόδου. Για τις εκδόσεις Colibrì έχει εκδώσει τα βιβλία Bergamo 1967-1980. Lotte organizzazioni movimenti (2002) και La guardia rossa racconta. Storia del Comitato operaio della Magneti Marelli (2007), που δημοσιεύτηκε και στα γαλλικά με τίτλο La «Garde rouge» raconte. Histoire du Comitè ouvrier de la Magneti Marelli (Milan, 1975-78) για τις εκδόσεις Les nuits rouges (2009).

http://www.colibriedizioni.it/ricerche/schede/tregua.html