ιστορία, storia

Η ημέρα της μνήμης και τα ξεχασμένα ολοκαυτώματα – Il giorno della memoria e gli olocausti dimenticati

Immagine di bimbi Rom e Sinti in un campo di concentramento nazista

image_pdfimage_print
Παιδιά  Rom και Sinti σε ένα ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης 

Αύριο είναι η ημέρα της μνήμης giorno della memoria, με την οποίαν από το 2000 εορτάζεται στην Ιταλία το Ολοκαύτωμα Olocausto, όρος – όπως αναφέρεται στο Wikipedia –ο οποίος «εισήχθη στα τέλη του XX αιώνα για να αναφερθεί στη γενοκτονία που διαπράχτηκε από τη ναζιστική Γερμανία εις βάρος όλων αυτών των εθνοτικών ομάδων και όλων εκείνων των προσώπων που θεωρήθηκαν »ανεπιθύμητα» (ομοφυλόφιλοι, εβραίοι, πολιτικοί αντίπαλοι, τσιγγάνοι, μάρτυρες του ιεχωβά, πεντηκοστιανοί, κλπ…)».

Όρος που πλέον έχει γίνει συνώνυμος με τον Shoa – που στα εβραϊκά (σημαίνει “ερήμωση, καταστροφή, μακελειό”) με τον οποίον οι Ισραηλινοί εορτάζουν την εξόντωση των ευρωπαίων εβραίων από πλευράς των ναζιστών στην διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου – έτσι που πάντα στο  Wikipedia εάν ψάχνουμε τις δυο λέξεις – Olocausto Ολοκαύτωμα και Shoa – βρίσκουμε μοναχά μια σελίδα, την ίδια.

Ok, τι πρόβλημα υπάρχει; Θα ήταν πολύ σωστό αν την ημέρα της μνήμης θυμόμασταν όλα τα θύματα του μίσους των ναζι-φασιστών, αλλιώς σε τι χρησιμεύει μια »ημέρα μνήμης»;!

Είναι λυπηρό το γεγονός πως, πλέον, η ημέρα της μνήμης έχει γίνει ένα βαρετό τελετουργικό, όπως έχει συμβεί και με πολλές άλλες τέτοιες θεσμοθετημένες  »ημέρες» της κοινότητας μας – η 25 απριλίου πάνω από όλες, αλλά έχει γίνει επίσης και σχεδόν αποκλειστικά η ημέρα κατά την οποίαν ενθυμούμαστε την Shoa, την εξολόθρευση των εβραίων, αφήνοντας κατά μέρος, αν όχι αποκλείοντας tout court όλους τους άλλους, τσιγγάνους και ομοφυλόφιλους επί κεφαλής. Η κόκκινη περιοχή της Τοσκάνης, για να δώσουμε ένα παράδειγμα, δεν αναφέρει άλλους από τους εβραίους στον εορτασμό της ημέρας μνήμης αυτής της χρονιάς giorno della memoria .

Ήδη αυτό το φαινόμενο θα ήταν ενδιαφέρον, και θα άξιζε μια εις βάθος συλλογιστική.

Δεν είναι ότι εμείς οι δυτικοί, με τόσο ζήλο όταν θυμόμαστε τους νεκρούς μας (τους καλούς και ευπαρουσίαστους, όχι τους βρωμερούς και λεκιασμένους…), εύκολα ξεχνούμε γρήγορα τα ολοκαυτώματα και τις γενοκτονίες που εμείς οι ίδιοι διαπράξαμε.

Προς μεγάλη μας τύχη έρχεται στη διάθεση μας να μας βοηθήσει ένα ωραιότατο άρθρο από τον Guardian στην φιγούρα του δημοσιογράφου του, George Monbiot, που μεταφράστηκε στα ιταλικά στο numero 830 του εβδομαδιαίου Internazionale, που μας μιλά για το ολοκαύτωμα και τη γενοκτονία παίρνοντας έμπνευση από το super film που έσπασε ταμεία, το Avatar!

Να λοιπόν που ακολουθεί, το παίρνουμε ταυτόχρονα από το σάιτ της Alessandra Colla, την οποίαν και ευχαριστούμε:

Γλυκανάλατο, ίσως. Mα το Avatar είναι ένα βαθύτατο film, σημαντικό, που σε κάνει να σκεφτείς

του George Monbiot

Avatar, η εκπληκτική ταινία σε 3-D του James Cameron, είναι βαθιά και την ίδια στιγμή είναι άλλο τόσο βαθύτατα ανούσια. Βαθιά γιατί, όπως η πλειοψηφία των ταινιών για τους εξωγήινους, είναι μια μεταφορά για την επαφή ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς. Μα σε αυτή την περίπτωση η μεταφορά είναι συνειδητή και ακριβής: αυτή είναι η ιστορία της σύγκρουσης μεταξύ των Ευρωπαίων και των αυτόχθονων, ιθαγενών πληθυσμών της Αμερικής. Και είναι επίσης βαθύτατα σαχλό και οδυνηρό το γεγονός ότι η οικοδόμηση και ο σχεδιασμός ενός ευτυχούς τέλους απαιτεί ένα αφηγηματικό σχεδιασμό, μια αφηγηματική δομή τόσο ανόητη και προβλέψιμη ώστε να χαθεί η οπτική γωνία του έμφυτου πάθους της ταινίας. Η μοίρα των ιθαγενών αμερικανών είναι πολύ πιο κοντά σε αυτό που αφηγείται μια άλλη πρόσφατη ταινία, The Road, στην οποίαν οι επιζώντες τρέχουν να το σκάσουν μες τον τρόμο, μιας και τείνουν να εξαφανιστούν από προσώπου γης.

Αλλά αυτή είναι μια ιστορία που κανείς δεν θέλει ν’ ακούσει, καθώς αντιπροσωπεύει μια πρόκληση για τον τρόπο που επιλέγουμε να είμαστε οι εαυτοί μας. Η Ευρώπη πλούτισε μαζικά από τις γενοκτονίες στις Αμερικές, και επάνω στις γενοκτονίες έχουν τα θεμέλια τους τα αμερικανικά έθνη. Αυτή είναι μια ιστορία που δεν μπορούμε να αποδεχτούμε.

Στο βιβλίο του American Holocaust, Αμερικανικό Ολοκαύτωμα, ο ερευνητής από τις ηνωμένες πολιτείες  David Stannard τεκμηριώνει τα μεγαλύτερα επεισόδια γενοκτονίας που εγνώρισε ποτέ ο κόσμος  (1). Το 1492, στις Αμερικές ζούσαν περίπου 100 εκατομμύρια ιθαγενών. Στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, XIX secolo, σχεδόν όλοι είχαν εξολοθρευτεί. Πολλοί από αυτούς είχαν πεθάνει λόγω των ασθενειών. Μα η μαζική εξολόθρευση είχε σχεδιαστεί προσεκτικά.

Όταν έφτασαν οι Ισπανοί στις Αμερικές, περιέγραψαν έναν κόσμο που πολύ δύσκολα θα μπορούσε να είναι διαφορετικός από τον δικό τους. Η Ευρώπη ήταν κατεστραμμένη από τους πολέμους, από την καταπίεση, από την δουλεία, τον φανατισμό, από τις ασθένειες και τον λιμό. Οι πληθυσμοί που συναντούσαν οι Ισπανοί ήταν υγιείς, καλοζωισμένοι, ειρηνικοί (με κάποιαν εξαίρεση τους Αζτέκους και τους Ίνκας), δημοκρατικοί, υπέρ της ισονομίας. Από το ένα άκρο της Αμερικής μέχρι το άλλο οι πρώτοι εξερευνητές, συμπεριλαμβανομένου του Κολόμβου, υπογράμμισαν την εξαιρετική φιλοξενία των ντόπιων αυτόχθονων. Οι conquistadores καταγοητεύτηκαν από τα αξιοθαύμαστα κτίρια  — δρόμους, κανάλια, κατασκευές — και τα καλλιτεχνικά έργα που βρήκαν εκεί κάτω , που σε κάποιες περιπτώσεις ξεπερνούσαν κατά πολύ οτιδήποτε άλλο είχαν δει ποτέ στην πατρίδα. Τίποτα από όλα αυτά τους συγκράτησε από το να καταστρέψουν τα πάντα και όλους στο δρόμο τους.

Η σφαγή ξεκίνησε με τον Κολόμβο. Αυτός ήταν που ξεκλήρισε τον πληθυσμό της Hispaniola (σήμερα Αϊτή, Haiti και Δομινικανή Δημοκρατία, Repubblica Dominicana) χρησιμοποιώντας απίστευτα βίαια μέσα. Οι στρατιώτες του άρπαζαν μέσα από τις αγκαλιές των μανάδων τους τα παιδάκια και έσπαζαν τα κεφάλια τους στα βράχια. Έτρεφαν με ζωντανά μωράκια τα πολεμικά σκυλιά τους. Μια φορά κρέμασαν  13 Ινδιάνους προς τιμήν του Χριστού και των 12 αποστόλων του, «σε ένα μακρύ, αλλά αρκετά χαμηλό ικρίωμα επιτρέποντας στα δάχτυλα των ποδιών τους να αγγίζουν το έδαφος αποφεύγοντας τον στραγγαλισμό […]. Όταν ξεκρέμασαν τους ινδιάνους, ακόμη ζωντανούς, τους ξέσκισαν με ένα μόνο χτύπημα βγάζοντας τους τα εντόσθια, και υπήρχαν και αυτοί που έκαναν χειρότερα. Μετά πέταξαν εκεί γύρω άχυρα και τους έκαψαν ζωντανούς» [από Bartolomé de Las CasasHistory of Indies, μετάφραση σε φροντίδα από τον Andree Collard, Harper&Row, New York 1971, σελ. 94, in: David E. Stannard, Olocausto americano, αμερικανικό Ολοκαύτωμα. La conquista del Nuovo Mondo, η κατάκτηση του Νέου Κόσμου, Bollati Boringhieri 2001, σελ. 136 — nota mia ιταλική σημείωση].

Ο Κολόμβος διέταξε όλους τους ιθαγενείς να παραδίδουν μια συγκεκριμένη ποσότητα σε χρυσό κάθε τρεις μήνες: κάθε φορά που κάποιος δεν το έκανε, του έκοβαν τα χέρια. Το 1535 ο αυτόχθων πληθυσμός της Hispaniola πέρασε από τα 8 εκατομμύρια στο μηδέν: ένα μέρος του χαμού οφείλονταν στις ασθένειες, ένα μέρος στους σκοτωμούς, αλλά η πλειοψηφία στους θανάτους από πείνα.

Οι κατακτητές,  conquistadores ξεδίπλωσαν την εκπολιτιστική τους αποστολή στην κεντρική και νότια Αμερική. Όταν δεν μπορούσαν να κάνουν τους ιθαγενείς να αποκαλύψουν τους κρυμμένους μυθικούς θησαυρούς, τους χτυπούσαν, τους μαστίγωναν, τους κρεμούσαν, τους έπνιγαν, τους έγδερναν, τους έδιναν βορά στα σκυλιά, τους έθαβαν ζωντανούς ή τους έκαιγαν. Οι στρατιώτες έκοβαν τα στήθη των γυναικών, έστελναν τους ιθαγενείς στα χωριά τους με τα χέρια και τις μύτες κομμένες και κρεμασμένες γύρω από τους λαιμούς σαν κολιέ, και κυνηγούσαν τους ινδιάνους με τα σκυλιά έτσι για σπορ. Μα οι περισσότεροι πέθαιναν σαν δούλοι ή από τις αρρώστιες. Οι Ισπανοί ανακάλυψαν πως τους συνέφερε περισσότερο να έχουν τους ινδιάνους να δουλεύουν μέχρι θανάτου και στη συνέχεια να τους αντικαθιστούν, παρά να τους κρατούν ζωντανούς: το προσδόκιμο ζωής στα ορυχεία και στις φυτείες πήγαινε από τους τρεις στους τέσσερις μήνες. Μέσα σε έναν αιώνα από την άφιξη τους, γύρω στο 95% του πληθυσμού της Κεντρικής Αμερικής και της Νότιας είχε εξαφανιστεί, εξολοθρεύτηκε.

Στη διάρκεια του δέκατου όγδοου αιώνα, Nel corso del XVIII secolo, in California, στην Καλιφόρνια, οι  Σπανιόλοι συστηματοποίησαν αυτή την εξόντωση. Ο φραγκισκανός ιεραπόστολος Junipero Serra φρόντισε να στήσει μια σειρά από  “αποστολές”: στην πραγματικότητα επρόκειτο για στρατόπεδα συγκέντρωσης που χρησιμοποιούσαν την εργασία των δούλων. Οι ιθαγενείς ομαδοποιήθηκαν με το ζόρι σε ομάδες και εργάζονταν στους αγρούς , με το ένα πέμπτο των θερμίδων που δίνονταν στους αφρο-αμερικανούς δούλους τον δέκατο ένατο αιώνα, nel XIX secolo. Πέθαιναν από τις δοκιμασίες, την πείνα και τις αρρώστιες με τρομακτική ταχύτητα, και αντικαθίσταντο συνεχώς έτσι ώστε οι αυτόχθονες πληθυσμοί ξεκληρίστηκαν ολοσχερώς. Ο Junipero Serra, ο Eichmann της Καλιφόρνια, οσιοποιήθηκε από το Βατικανό το 1988. Τώρα του λείπει μοναχά ένα θαύμα για να αγιοποιηθεί  (2).

Ενώ οι Ισπανοί οδηγούνταν κυρίως από την απληστία και την λαγνεία του χρυσού, οι Εγγλέζοι που αποίκισαν την Βόρεια Αμερική  ήθελαν τη γη. Στην Νέα Αγγλία αυτοί περικύκλωναν τα χωριά των ιθαγενών αμερικανών και σφαγίαζαν τους κατοίκους την ώρα που κοιμούνταν. Καθώς εξαπλώνονταν προς τα δυτικά, η γενοκτονία δικαιολογούνταν και υποστηρίζονταν στα μεγαλύτερα επίπεδα. Ο George Washington διέταξε την πλήρη καταστροφή των οικισμών και της γης των Irochesi, Ιροκέων. Ο Thomas Jefferson διακήρυξε πως οι πόλεμοι του έθνους του εναντίον των Ινδιάνων θα συνεχίζονταν μέχρις ότου κάθε φυλή  «εξοντωθεί ή πεταχθεί πέρα από τον Mississippi». Στο Colorado, στη διάρκεια της σφαγής του Sand Creek, το 1864, στρατεύματα κάτω από σημαίες ειρήνης εξαπάτησαν αφοπλισμένους ανθρώπους εξολοθρεύοντας αυτούς, σκοτώνοντας παιδιά και νεογέννητα, ακρωτηριάζοντας τα σώματα και ξεριζώνοντας τα γεννητικά όργανα των θυμάτων για να κάνουν με αυτά τσάντες καπνού ή κρεμώντας τα σαν στολίδια στα μαλλιά τους. Ο Theodore Roosevelt χαρακτήρισε αυτό το γεγονός  «σαν νόμιμη και ευεργετική πράξη όπως εκείνες που συνέβαιναν συνήθως στα σύνορα».

Ή σφαγή δεν έχει τελειώσει: τον προηγούμενο μήνα η εφημερίδα Guardian ανέφερε πως στην δυτική Amazzonia στα βραζιλιάνικα rancheros, αφού έφεραν σε κατάσταση δουλείας ένα μέρος μελών φυλής του δάσους, προσπάθησαν να σκοτώσουν τους επιζήσαντες (3). Παρόλα αυτά, οι μεγαλύτερες πράξεις γενοκτονίας της ιστορίας δύσκολα διαταράσσουν την συλλογική μας συνείδηση. Ίσως αυτό να συνέβαινε εάν οι Ναζί είχαν κερδίσει τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο: το Ολοκαύτωμα θα το αρνούνταν, θα δικαιολογούνταν ή θα ελαχιστοποιούνταν με τον ίδιο τρόπο, και θα συνεχίζονταν. Τα υπεύθυνα έθνη — Ισπανία, Μεγάλη Βρετανία, Ηνωμένες Πολιτείες, και άλλα — δεν θα αποδεχθούν την αντιπαράθεση, αλλά οι τελικές λύσεις που ακολουθήθηκαν στις Αμερικές υπήρξαν πολύ πιο αποτελεσματικές. Εκείνοι στους οποίους ανατέθηκαν αυτές οι λύσεις ή εκείνοι οι οποίοι ενέκριναν αυτές τις λύσεις είναι και παραμένουν εθνικοί ή θρησκευτικοί ήρωες. Εκείνοι που προσπαθούν να τονώσουν την μνήμη μας αγνοούνται ή καταδικάζονται.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον η δεξιά μισεί το Avatar. Στο Weekly Standard, προσανατολισμού neocon, ο John Podhoretz παραπονιέται πως αυτό το film μοιάζει με ένα από εκείνα τα «ρεβιζιονιστικά western» στα οποία  «οι Ινδιάνοι γίνονται καλά παιδιά και οι αμερικάνοι αλήτες» (4). Λέει επίσης πως αυτό θα σπρώξει τους θεατές να  «πανηγυρίσουν για την ήττα των αμερικανών στρατιωτών δια χειρός εξεγερμένων ». Εξεγερμένοι είναι μια ενδιαφέρουσα λέξη για να ορίσουμε την προσπάθεια αντίστασης σε μιαν εισβολή: επαναστάτης, σαν άγριος, είναι ο όρος με τον οποίον ορίζουμε κάποιον που έχει κάτι που θέλουμε. Η Osservatore Romano, επίσημο όργανο του Βατικανού, έχει ήδη μαρκάρει το film σαν «τίποτα άλλο από μια αντι-ιμπεριαλιστική και αντι-μιλιταριστική παραβολή» (5).

Mα τουλάχιστον η δεξιά ξέρει σε τι επιτίθεται αυτή η ταινία . Στην New York Times ο φιλελεύθερος κριτικός Adam Cohen εορτάζει το Avatar διότι υπερασπίζεται την ανάγκη να γίνει γνωστή η αλήθεια (6). Αποκαλύπτει η ταινία, λέγει αυτός, «την πολύ γνωστή αρχή της απολυταρχίας και της γενοκτονίας, του ολοκληρωτισμού — πως είναι ευκολότερο να καταπιέζουμε εκείνα που δεν βλέπουμε ». Αλλά με θαυμάσια και ασυνείδητη ειρωνεία αυτός παραμορφώνει την προφανή και αποδιοργανωτική μεταφορά, και υποστηρίζει πως η ταινία στοχεύει τις ναζιστικές και σοβιετικές φρικαλεότητες. Γίναμε όλοι έμπειροι στην ευγενική τέχνη του να μη βλέπουμε τίποτα απολύτως.

Συμφωνώ με τους κριτικούς της δεξιάς στο γεγονός πως η ταινία Avatar είναι χοντρειδής, αδέξια και κοινότυπη. Αλλά μας μιλά για μιαν αλήθεια πιο σημαντική — και πιο επικίνδυνη — από εκείνες που περιέχονται σε χίλιες ανεξάρτητες ταινίες.

Σημειώσεις:

  1. David E Stannard, 1992. American Holocaust. Oxford University Press, traduzione italiana Olocausto americano. La conquista del NuovoMondo, Torino, Bollati Boringhiri, 2001, Σελ. 455, ιταλική μετάφραση. Εκτός εάν υπάρχει διαφορετική αναφορά, όλα τα ιστορικά γεγονότα που εδώ αναφέρονται προέρχονται από το εν λόγω βιβλίο. Salvo diversa indicazione, tutti gli eventi storici qui menzionati sono tratti dal libro in questione.
  2. http://www.latimes.com/news/local/la-me-miracle28-2009aug28,0,2804203.story
  3. http://www.guardian.co.uk/world/2009/dec/09/amazon-man-in-hole-attacked
  4. http://www.weeklystandard.com/Content/Public/Articles/000/000/017/350fozta.asp
  5. http://www.thesun.co.uk/sol/homepage/news/2802155/Vatican-hits-out-at-3D-Avatar.html
  6. http://www.nytimes.com/2009/12/26/opinion/26sat4.html

http://francovite.info/2010/01/26/il-giorno-della-memoria-e-gli-olocausti-dimenticati/

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Η ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ – LA RISPOSTA ADEGUATA

3 σεπτεμβριου 2017

Δεν υπάρχει η κατάλληλη απάντηση για όλους.
Υπάρχει μια για τα αφεντικά και μια για το προλεταριάτο.
Τα αφεντικά προσπαθούν να δώσουν μια απάντηση κατάλληλη στην δική τους κρίση,
το προλεταριάτο την πληρώνει μέσα στην σιωπή.
Η ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ LA RISPOSTA ADEGUATA
να ερευνήσουμε σε βάθος τις μάζες στη αναζήτηση του χαμένου επαναστάτη

Συνθήματα και πορείες ποτέ δεν ήταν αρκετά.
Αυτή τη στιγμή, ακόμη λιγότερο.
Τουλάχιστον κάποτε τα συνθήματα και οι πορείες αρκούσαν, μιας και ήταν μαζικές,
μετατόπιζαν τμήματα της κοινής γνώμης.
Σήμερα πέφτουν στο κενό, φιμωμένες από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που είναι υποταγμένα στην εξουσία,
ή μειώνονται σε ημερολογιακά ραντεβού που συχνά αποφασίζονται από άλλους.

Παρελάσεις και συνθήματα δεν άλλαξαν ποτέ τον κόσμο.
Κάποτε, οργανωτικά εργαλεία πρόδρομοι στην χρήση της δύναμης, της βίας, εξυπηρετούσαν τα ταξικά κινήματα και τις κοινωνικές επαναστάσεις.
Σήμερα, μοιάζουν αυτοσκοπός, αποδεικνύονται έωλα και συχνά τελετουργικά, εν τούτοις αναποτελεσματικά.

Για παράδειγμα την κρίση, και τις κρίσεις, την πρόσφατη και εκείνες του παρελθόντος, παρά τις καλές προθέσεις να “μη θέλουμε να την πληρώσουμε”,
εμείς την πληρώνουμε, και με το παραπάνω.
Ολόκληρη την πληρώνουμε, και την πληρώνουμε ακριβά!

Τις μορφές, όπως τα εργαλεία των ταξικών αγώνων,
συμπεριλαμβανομένου του συμπλέγματος προπαγάνδας διέγερσης και δράσης,
δεν τα αποφασίζουμε εμείς, αλλά ο ιστορικός κύκλος μέσα στον οποίο έρχονται για να δοθούν.
Εμείς μπορούμε μοναχά να τα προσαρμόσουμε σε αυτόν σταματώντας να κοιτάζουμε τον καινούργιο κόσμο με παλιά γυαλιά, γέρικα, τερματίζοντας τις άχρηστες ιεροτελεστίες της φάσης εξέλιξης σε στάδια του σοσιαλ εκδημοκρατισμού, πειραματιζόμενοι στον  “πόλεμο του κινήματος” της ιμπεριαλιστικής δημοκρατίας.

Εάν η μεθοδολογία της έρευνας, αφαίρεσης και υλιστικής κριτικής παραμένει αμετάβλητη, δεν μπορεί να είναι το ίδιο για την εργαλειοθήκη για την συγκεκριμένη δράση στην συγκεκριμένη πραγματικότητα.
Πρέπει να την εξοπλίσουμε με εργαλεία που παρακάμπτουν την κοινωνία του απολύτου ελέγχου και που, αποφεύγοντας όσο το δυνατόν περισσότερες ζημιές, χτυπούν με δύναμη.
Λιγότερο ορατοί, λιγότερο μαζικοί, ίσως, μα πιο γρήγοροι,
λιγότερο αναπαραγώγιμοι και μη ανιχνεύσιμοι από την καθεστηκυία τάξη.

Για άλλη μια φορά, εάν η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού,
η επανάσταση είναι η τέχνη του αδύνατου, δηλαδή αυτού που δεν επιτρέπεται,
αυτού που δεν είναι εγγυημένο, αυτού που δεν είναι συμφωνημένο.

Γι αυτό το επαναστατικό κίνημα είναι ενάντιο στην πολιτική,
γιατί είναι ασυμβίβαστο, έρχεται σε αντίθεση με αυτήν και με την κοινωνία που αυτή συνεπάγεται, που αυτή προϋποθέτει και υπονοεί.

Ένα σύγχρονο επαναστατικό κίνημα,
αναδιαμορφώνοντας τα σχήματα τις μορφές και το χρονοδιάγραμμα των οργάνων και της ταξικής δράσης, παραμένοντας με πιστό τρόπο υλιστικά αμετάβλητο,
μπορεί να ανασηκώσει το βλέμμα και να παρουσιαστεί επαρκές στους καιρούς της επανάστασης .

πληρώνουμε ακριβά, πληρώνουμε τα πάντα!

Ενώ για τον καπιταλιστικό κύκλο αναγγέλλεται η ανάκαμψη (αν και αργή ή και διαφοροποιημένη γεωπολιτικά ) οι εκμεταλλευόμενοι, αφού πρώτα πλήρωσαν την κρίση, θα πληρώσουν τώρα και την υπέρβαση της.
Πέρα από συνθήματα ουτοπιστικά και επιθυμητά, η σκληρή πραγματικότητα των ταξικών σχέσεων επιβάλλεται.
Τα γεγονότα έχουν σκληρή την κεφαλή, και τα νούμερα, επιβεβαιώνουν!

Εξάλλου οι κρίσεις που έχουν πληρώσει αυτοί που τους έχουν εκμεταλλευτεί είναι ιστορία της τελευταίας πεντηκονταετίας  (μετά τον κύκλο των συνδικαλιστικών αγώνων των χρόνων ’60): ανάμεσα στο 1970 και στο 2014 το μερίδιο του εισοδήματος που πήγε στην εργασία έπεσε από το 53,6% στο 50, 8% (στοιχεία δ.ν.τ. –  f.m.i.).
Το στοιχείο αφορά το 60% των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών: ανάμεσα στο 1991 και το 2014 το μερίδιο του εισοδήματος που κατέληξε στην εργασία έπεσε σε 30 από τις 50 μεγαλύτερες παγκόσμιες οικονομίες και σε 7 στους 10 πιο σημαντικούς τομείς παραγωγής.
Στην Ιταλία, την ίδια περίοδο, το ποσοστό εισοδήματος που χάθηκε από την εργασία υπήρξε 0,2 σημεία ανά δεκαετία.
Ειδικότερα, η δεκαετία της μακράς κρίσης (2008-2017) έριξε το κατακεφαλή ιταλικό εισόδημα στα επίπεδα είκοσι ετών νωρίτερα, και θα χρειαστούν δέκα χρόνια για να ανακτηθεί ξανά η χαμένη οικονομική αξία.
Ουσιαστικά μπορούμε να πούμε πως τις περασμένες δεκαετίες οι εργαζόμενοι, πάνω απ’ όλα εκείνοι με τα λιγότερα προσόντα, έχουν χάσει μισθούς και εξουσία, βλέποντας επίσης να μειώνονται οι συμβατικές τους ικανότητες απέναντι στο κεφάλαιο.

μορφές χρόνοι και εργαλεία για ένα νέο επαναστατικό κίνημα

Οι μορφές οργάνωσης και αγώνα δεν επιλέγονται.
Αυτές καθορίζονται από τον ιστορικό-πολιτικό κύκλο που διασχίζουν .
Εξαρτάται από την επιλογή, την δέσμευση και την προσωπική στράτευση να τις καταστήσουμε κατάλληλες.

Η κατάλληλη απάντηση στην διάρκεια των ταξικών αγώνων είναι η συνειδητοποιημένη απάντηση του αληθινού γενικού κινήματος, της κατάστασης που βρίσκεται η ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στις τάξεις, εκείνη που αναλύει την οικονομική αποφασιστικότητα αλλά και τις πολιτικούς, ιδεολογικούς και ψυχολογικούς προβληματισμούς και στοχασμούς της.
Μόνο έχοντας μια γενική εικόνα και ένα ολοκληρωμένο όραμα μέσα στο οποίο να αναγκάσουμε την επαναστατική στρατηγική μπορούμε να ήμαστε αυτόνομοι θεωρητικά, πολιτικά και οργανωτικά, αντιθέτως, αν παραμείνουμε αιχμάλωτοι τοπικισμών και συγκρητισμών θα μας χρησιμοποιήσουν για συμφέροντα και πολιτικές μάχες που δεν θα είναι δικές μας παραμένοντας έτσι κι αλλιώς στο πουθενά.

Πάντα έτσι γίνονταν, έτσι γίνεται και τώρα.
Φτάνει να αναλύσουμε τον τρόπο με τον οποίον εκμεταλλεύονται και αξιοποιούν κυβερνητικά, εκλογικά, θρησκευτικά και εργασιακά επάνω στο δέρμα του μεταναστευτικού προλεταριάτου, επάνω στο οποίο όλοι κερδοσκοπούν και κερδίζουν χρήματα και ψήφους, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο ανάμεσα στα ίδια τα ταξικά αδέλφια που συχνά δεν αναγνωρίζονται σαν τέτοια και αντιθέτως εισέρχονται σε ανταγωνισμό.
Ένα κοινωνικό κίνημα με βαθιές ρίζες που θα μπορούσε να επιστρατευτεί με την διεθνιστική έννοια και που αντιθέτως, στην καλύτερη περίπτωση, παράγει το συμφεροντολογικό έλεος του βατικανού ή κάποια μορφή  “μητροπολιτικού συνδικαλισμού”.
Αυτό συμβαίνει διότι συχνά παρεμβαίνουμε, τρανταχτά μάλιστα, επάνω στα αποτελέσματα και όχι επάνω στις αιτίες ενός φαινομένου ιστορικά καθορισμένου και αδιαπέρατου όπως είναι οι εσωτερικές και διηπειρωτικές μεταναστεύσεις, τρέχοντας πίσω από την καθολική εκκλησία στο πεδίο την υποδοχής και της ενσωμάτωσης αντί να εστιάσουμε σε εκείνο της μόλυνσης και του ταξικού αγώνα.

Η κατάλληλη απάντηση σήμερα είναι η ασυμβίβαστη, που δεν διασπείρει ψευδαισθήσεις σχετικά με ενδεχόμενες “κατακτήσεις” ή βαθμιαίες βελτιώσεις της ζωής, μα που προετοιμάζει και εξοπλίζει τον άνθρωπο, συσσωρεύοντας δυνάμεις, για την αποφασιστική μάχη.
Μα ποια είναι η κατάσταση της πραγματικότητας σήμερα , και ποιες είναι οι μορφές, οι χρόνοι και τα εργαλεία για μιαν απάντηση κατάλληλη του ταξικού κινήματος στην τελική επίθεση που δρομολόγησε η αστική τάξη σε αυτή την  “συνεχιζόμενη” post-crisi;
Αφού πλήρωσαν τον λογαριασμό της κρίσης οι εκμεταλλευόμενοι, ετοιμάζει τώρα η μπουρζουαζία τον λογαριασμό και της ανάκαμψης πάλι για τους ίδιους.
Πληρώνει το προλεταριάτο, και πληρώνει για όλους, πάντα, διότι οι ισορροπίες δυνάμεων είναι δυσμενείς γι αυτό, καρπός και αποτέλεσμα της μακράς εργατικής παθητικότητας κόρης της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης των τελευταίων δεκαετιών.
Μέσα σε αυτό το μακρύ κύκλο προλεταριακής αναισθησίας δικαιώματα ελευθερία και δύναμη συρρικνώθηκαν συστηματικά από την μπουρζουαζία, από τα κράτη και τις κυβερνήσεις της, παρέχοντας μας μια κατάσταση ατομικοποίησης των εργαζομένων που, αν δεν ήταν για εκείνη την ένεση αξιοπρέπειας θέρμης και αγώνων ωστόσο απομονωμένων και ασυντόνιστων των μεταναστών, θα φαίνονταν πως έχουν εξαφανιστεί.

Ουσιαστικά, ενώ τα αφεντικά και το προσωπικό αγωνίζονται για να περισώσουν το σύστημα τους και να το βγάλουν από την κρίση χρεώνοντας τις τιμές στους εκμεταλλευόμενους, αυτοί οι τελευταίοι δεν παράγουν κανένα πραγματικό μαζικό αμυντικό κίνημα , συχνά υποβιβάζοντας τους εαυτούς τους σε προσπάθειες αντίδρασης προσωπικού escamotage [καταφεύγουν σε προσωπικά τεχνάσματα] ή επίσης καταφεύγουν στον ατομικό αυτοτραυματισμό.
Βέβαια, προς την αντίθετη κατεύθυνση, ευτυχώς, επεισόδια έντονων οικονομικών αγώνων παράγονται επίσης από μετανάστες εργαζόμενους, παραμένοντας όμως σε πλαίσια αποκλειστικά συνδικαλιστικά που χαρακτηρίζονται από έντονο ποσοστό κατακερματισμού και χρονικότητας-προσωρινότητας.
Είναι μια δύσκολη πραγματικότητα, απελπιστική κάποιες φορές, που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ανταλλάσσοντας πυγολαμπίδες για φανάρια ή προτείνοντας ξανά καλές συνταγές για άλλες όμως ιστορικές στιγμές.
Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε επαναλαμβάνοντας κινηματίστικα ρεφρέν ελλείψη κινημάτων, ή να ελπίζουμε σε κάποιον πυροκροτητή με την ασφάλεια απενεργοποιημένη εγκαίρως.
Τελικά, δεν μπορούμε να δίνουμε παλιά γυαλιά για να παρέμβουμε σε καινούργιες πραγματικότητες.

Και η νέα πραγματικότητα δεν προβλέπει, σε σύντομο χρονικό διάστημα και ίσως μεσοπρόθεσμα, μαζικά κινήματα.
Οπότε, ίσως, αντί να ξεκινήσουμε να κινούμε τις μάζες, θα χρειάζονταν ένα εργαλείο συνειδητοποιημένο σε θέση να διερευνήσει σε βάθος μάζες σε μεγάλο βαθμό άμορφες αναζητώντας νέους αγωνιστές και στρατεύσιμους για το μέλλον, όταν εκατομμύρια ανθρώπων θα μπουν εκ νέου σε κίνηση.
Να, η ορθή, η κατάλληλη κίνηση, συνειδητή, ψυχρή και απαλλαγμένη από μύθους και τελετουργικά είναι αυτή: ένα ευρύτατο οργανωτικό όργανο με μεγάλη πολιτική ανάσα, με συνολικό στρατηγικό όραμα με τάση προς την ασυμβατότητα, ασυμβατότητα προς αυτό το σύστημα φυσικά, και μια τεχνική λεπτομέρεια επιχειρησιακή μειοψηφική, πρωτοπορίας, με στόχο την »οργανική» παρέμβαση ανάμεσα στις μάζες.
Μια συνειδητή σφήνα μέσα στο κοινωνικό σώμα, σχηματισμένη από τις υπάρχουσες εκατοντάδες γυναικών και ανδρών που δεν απέκλεισαν την επιλογή του επαναστατικού πεδίου, χώρου, πρώτου άτυπου αλλά αντικειμενικού πυρήνα της νέας ταξικής απάντησης.
Τα γεγονότα έχουν σκληρό κεφάλι, και με αυτά πρέπει να σχετιστούμε.
Είναι αυτοί οι καιροί που συσσωρεύουμε δυνάμεις, οι καιροί της πολιτικής ομοιογένειας τους, της επιλογής τους με την έννοια της προσκόλλησης στις αρχές του διεθνισμού, του αντιθεσμισμού, της αποχής.
Σε αυτούς που πιστεύουν πως πρόκειται για “επιταχύνσεις” απαντά η σοβαρή ταξική καθυστέρηση που έχουμε πληρώσει, μέχρι στιγμής, όσον αφορά την εκμετάλλευση και την καταστολή.
Θέλουμε να περιμένουμε πολέμους, θανάτους, αίμα και καταστροφές για να μιλήσουμε γι αυτά;

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Σκέψεις στο περιθώριο μιας παρουσίασης – Riflessioni a margine di una presentazione

Η παρουσίαση του βιβλίου του Μichael Dickson – Bomber Renegade – που έγινε στο Sally Brown την παρασκευή, αξίζει κάποιες επιπλέον σκέψεις γι αυτά που έχουν ειπωθεί για την επισκόπηση που έγινε λίγο νωρίτερα εδώ κάτω. Εδώ και μια δεκαετία οργανώνουμε εν αφθονία παρουσιάσεις βιβλίων, είτε μυθιστορήματα ή δοκίμια, εγγενείς ωστόσο σε αυτό το φαντασιακό που μια ταξική αριστερά θα έπρεπε να προσπαθεί να ανακατασκευάσει ανεξάρτητα από τις εσωτερικές της διαφορές. Ως εκ τούτου, παρά το γεγονός μιας ορισμένης σχετικής «εμπειρίας» μας, την παρασκευή βρεθήκαμε μπροστά σε μια «μάζα» συντρόφων απρόβλεπτη. Μια εκατοστή άνθρωποι ήταν εκεί και άκουγαν (και υποστήριζαν) τα λόγια ενός μαχητού του IRA. Γιατί; Η δημοσίευση, η μαχητική υποστήριξη στο Achtung Banditen, η παρουσία του Dixie, μόνο εν μέρει εξηγούν τη μεγάλη επιτυχία της πρωτοβουλίας (συγκλονιστική, διότι στην Ιταλία, δίχως ένα όνομα που «τραβά», στις παρουσιάσεις βιβλίων η συμμετοχή κυμαίνεται συνήθως από 5 έως 7 άτομα, ανεξάρτητα από το θέμα και δημοσιότητα, την διαφήμιση της εκδήλωσης).

Υπάρχει και κάτι άλλο, και αυτό το άλλο πρέπει να το ψάξουμε στην πολιτική. Ο αγώνας για την απελευθέρωση της βόρειας Ιρλανδίας εξακολουθεί να είναι ένα θέμα που κεντρίζει το ενδιαφέρον, είναι σίγουρα αλήθεια. Αλλά ο κύριος λόγος, έτσι φαίνεται σε μας τουλάχιστον, είναι ότι ο Dixie ήταν ένας μαχητής μιας ένοπλης οργάνωσης και πολιτικός κρατούμενος. Όσο κι αν το έχουν κρύψει, όσο κι αν το έχουν αρνηθεί, όσο κι αν έχουν επιβάλλει την σιωπή, την «συνομωσιολογία», η ταξική πάλη στην στρατιωτική-πολιτική «φάση» της εξακολουθεί να είναι ένα θέμα που είναι σε θέση να ξυπνήσει φυσική ενσυναίσθηση, συμπάθεια σε αυτό που (ήταν) το ρωμαϊκό κίνημα. Με όλο το σεβασμό σε μερικές από τις αυθεντίες του εν λόγω κινήματος, στους συντρόφους εκείνη η πολιτική θυσία εμπνέει ακόμη σεβασμό. Είναι μέρος της ιστορίας μας, είναι στην πραγματικότητα μια από τις υψηλότερες και πιο τραγικές στιγμές της.

Φυσικά, η ιστορία του IRA είναι μια «ξεχωριστή» ιστορία. Είναι το ευρύτερο στρατιωτικό-πολιτικό κίνημα της δυτικής Ευρώπης, εκείνο με τη μεγαλύτερη λαϊκή υποστήριξη, το μόνο – ίσως – το οποίο μπορεί να υπερηφανεύεται για τον χαρακτήρα του“λαϊκού πολέμου”κατά της καπιταλιστικής Δύσης. Το μόνο, ωστόσο, που υποχρέωσε τον βρετανικό ιμπεριαλισμό σε διαπραγματεύσεις, στην πολιτική αναγνώριση. Για να βρούμε ανάλογες συγκρίσεις θα πρέπει να μετακινηθούμε προς την Παλαιστίνη, αλλά θα ήμασταν έξω από τον κανόνα (και τα σύνορα) της δύσης. Μακριά από όλες τις προφανείς διαφορές, παραμένει το γεγονός ότι και εδώ στην Ιταλία είχαμε μια μακρά εμπειρία ένοπλου αγώνα. Το γεγονός αυτό σίγουρα δεν είναι άσχετο με την αντίληψη των συντρόφων, όταν κάποιος μιλάει για «ένοπλο αγώνα». Ωστόσο, στις διάφορες παρουσιάσεις που πραγματοποιούνται στη χώρα μας (και μάλιστα η παρασκευή το επιβεβαιώνει), η παράλληλος αυτή ποτέ δεν εμφανίστηκε. Σε αντίθεση με την Ιρλανδία και την Χώρα των Βάσκων, Euskal Herria, όπου η σχέση ανάμεσα στο λαϊκό κίνημα και τις ένοπλες οργανώσεις του, μετά την αφαίρεση των διαφορών και της όποιας κριτικής, αναγνωρίζεται ως εσωτερική σε αυτή την ίδια την συζήτηση, στην Ιταλία εδώ και χρόνια έγινε μια προσπάθεια να διακοπεί ξεκάθαρα αυτή η «εσωτερικότητα». Τέθηκε ένα σύνορο νομιμοποίησης, και αυτό το σύνορο τοποθετήθηκε μέσα από το κίνημα, και όχι μόνο από το εξωτερικό του κινήματος. Η ψυχική δυσκρασία που επικρατεί σήμερα οδηγεί στη συνέχεια στη σχιζοφρένεια να συμπαθούν κάποιοι έναν μαχητή του ιρλανδικού ένοπλου αγώνα (αλλά αυτό είναι επίσης αλήθεια και για τον αγώνα της Χώρας των Βάσκων) μην αναγνωρίζοντας αυτόν στην ίδια τους τη χώρα. Αρνούμενοι οποιονδήποτε πιθανό παραλληλισμό. Δεν καταφέρνουν ούτε καν να τον σκεφτούν, αυτό τον παραλληλισμό..

Θα πρέπει, ποτέ δεν ξέρεις, να προσδιορίσουμε όχι μόνο την προφανή ποικιλομορφία των διαφόρων αγώνων (ξεκινώντας από το εθνικό ζήτημα που τους διαφοροποιεί από το ιταλική πλαίσιο αναφοράς), αλλά πάνω απ ‘όλα ότι αυτή η συζήτηση δεν σημαίνει την έγκριση αυτής ή της άλλης πολιτικής επιλογής των ένοπλων οργανώσεων, αλλά να νομιμοποιήσουμε ιστορικά την άμεση σχέση που είχαν αυτές με την επαναστατική αριστερά στη δεκαετία του Εβδομήντα.

Στην αγωνιστική ζωή μας έχουμε γνωρίσει δεκάδες πρωταγωνιστές αυτής της εμπειρίας, στην Ιταλία και στο εξωτερικό, στην Ευρώπη και σε άλλες ηπείρους. Σε όλους – όχι βέβαια στους βδελυρούς προδότες ή σε αυτούς που διαχώρισαν τη θέση τους – το ίδιο φως λάμπει στα μάτια, και σε όλους η ίδια πολιτική πεποίθηση πέρα από τα χίλια ρυάκια που εκείνοι οι σύντροφοι ακολούθησαν στην επόμενη ζωή τους. Όπως λέει ο Dixie, «κάποιος μπορεί να σκέφτεται ότι ήταν λάθος μέθοδος, πως ήταν βία κατά της βίας, αλλά νομίζω ότι ήταν η συγκυρία και οι συνθήκες που μας έφεραν σε αυτό τον δρόμο, δεν είχαμε άλλο τρόπο για να κάνουμε η φωνή μας να ακουστεί». Αυτή η αίσθηση του επείγοντος και της αναγκαιότητας δεν μπορεί να μετρηθεί, να αξιολογηθεί έξω από ένα κύκλο αγώνων ταξικών ή απελευθέρωσης. Επιπλέον, η «τρομοκρατία» – ως μια καθολική έννοια που σχετίζεται με τη βία – είναι μόνο μια ένοπλη πάλη που χάνει το πολιτικό παιχνίδι της. Αλλού αυτή η ίδια «τρομοκρατία» – σκεφτόμαστε το Ισραήλ, τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την παρτιζάνικη αντίσταση, ή τη διαδικασία αποαποικιοποίησης των ετών Πενήντα και Εξήντα – βρίσκει την ιδεολογική νομιμοποίηση της, επειδή ιστορικά νικηφόρα, επειδή νίκησε. Ο αγώνας ενάντια στον κατακτητή μετατρέπεται σε «εμφύλιο πόλεμο», σε «πόλεμο της απελευθέρωσης», σε «αγώνα ενάντια στον τύραννο», και ούτω καθεξής. Να λοιπόν: και στην Ιταλία υπήρξε ένας εμφύλιος πόλεμος στη δεκαετία του Εβδομήντα, αλλά η πολιτική ήττα εκείνης της εμπειρίας συνεχίζει να του αρνείται τους χαρακτήρες της νομιμοποίησης. Οι ταξικοί αγώνες της δεκαετίας του Εβδομήντα είναι τα «χρόνια του μολυβιού». Αλλά κάθε ειλικρινής αγωνιστής αναγνωρίζει εκείνη την θυσία ή εκείνη την αναγκαιότητα, και μερικές φορές αυτή η αναγνώριση εκρήγνυται από τον μανδύα του πολιτικώς ορθού και επίσης εκδηλώνεται σε μια απλή παρουσίαση ενός βιβλίου, ενός απλού στρατιώτη που πέρασε από τον βρετανικό στρατό στον ιρλανδικό δημοκρατικός στρατό, πληρώνοντας στο πετσί του την τιμή εκείνης της επιλογής.

 

2116 letture totali 62 letture oggi
μα τι χαρακτήρας!, grandezza carattere !

Αβάνα: το Λιοντάρι πέθανε. Ας χορεύουν τα τσακάλια, αυτός πάντα θα είναι Λιοντάρι κι αυτοί πάντα τσακάλια – L’Avana, 25 novembre 2016: Il Leone è morto. Danzino pure gli sciacalli, lui sarà per sempre Leone e loro sempre sciacalli

Δημοσιεύτηκε, Pubblicato: 11/27/2016 in Politica Internazionale, Storia
Tag:, ,

fidel-castro-glassesHASTA SIEMPRE FIDEL!(Cellula PCL Michelin, Κύτταρο του PCL της Michelin )

Δεν έφτασαν 638 απόπειρες για να σκοτώσουν τον Φιντέλ Κάστρο Ρους, τον lider maximo, comandante, διοικητή της Κουβανικής Επανάστασης, ο οποίος έσβησε σήμερα (στα μούτρα τους), στην ηλικία των 90 χρόνων στο κρεβάτι του, περιτριγυρισμένος από τους ανθρώπους του στο νησί του. Δικοί του όχι λόγω ιδιοκτησίας, δικοί του γιατί πάντα ήταν ένα μαζί τους, κι όλοι εκείνοι πάντα σ’ αυτόν αναγνωρίζονταν.

Non sono serviti 638 attentati per uccidere Fidel Castro Ruz, il lider maximo, comandante in capo della Rivoluzione Cubana, si è spento oggi (alla faccia loro), a 90 anni nel suo letto, circondato dalla sua gente nella sua isola.
Sue non perché di proprietà, sue perché ne ha sempre fatto parte, ed esse in lui si sono sempre riconosciute.

Ο Φιντέλ ήταν ο τελευταίος μεγάλος επαναστάτης, όχι μάρτυρας αλλά πρωταγωνιστής της αντιιμπεριαλιστικής επανάστασης, αυτής που ακόμη και σήμερα δημιουργεί έναν τεράστιο φόβο σε όλο τον κόσμο του καπιταλισμού, σε όλο τον παγκόσμιο καπιταλισμό, ο οποίος σε όλα αυτά τα χρόνια έχει κάνει ό, τι είναι δυνατόν, τα πάντα, για να την περιορίσει και να την καταστρέψει. Ο Φιντέλ πέθανε με το αυτοκρατορικό εμπάργκο ακόμα στη θέση του, αυτός είναι ο πραγματικός δολοφόνος του λαού της Κούβας, ο killer, αλλά που παρουσιάζεται με το πρόσωπο της πιο όμορφης δημοκρατίας στον κόσμο. Ο Φιντέλ είναι νεκρός, δίχως να σκύψει ποτέ το κεφάλι, αφού έχουν περάσει 10 πρόεδροι yankee που δεν ονειρεύτηκαν ποτέ να χαλαρώσουν την τανάλια σε αυτό το μικρό νησί που αντιστέκεται, αντίθετα μάλιστα έχτισαν ακόμη και την πιο διαβόητη φυλακή της ιστορίας, το Γκουαντάναμο, για να καμαρώνουν και να επιδεικνύουν τις πεποιθήσεις τους.

Fidel era l’ultimo grande rivoluzionario, non testimone ma protagonista della rivoluzione anti imperialista, quella che ancora oggi fa una paura tremenda a tutto il capitalismo mondiale, che in tutti questi anni ha fatto di tutto per confinarla e distruggerla.
Fidel è morto con l’embargo imperiale ancora in atto, il vero killer del popolo cubano, ma presentato con il volto della democrazia più bella del mondo.
Fidel è morto, senza chinare mai la testa, dopo che sono passati 10 presidenti yankee che non si sono mai sognati di allentare la morsa su quella piccola isola che resiste, anzi ci hanno persino costruito la prigione più infame della storia, Guantanamo, per ostentare il proprio credo.

Τώρα δεν είναι η ώρα για να ξεψαχνίσουμε τον Φιντέλ και την Κούβα, δεν είναι πραγματικά η ώρα, θα έρθουν καταλληλότερες ημέρες. Σήμερα γιορτάζουμε τον επαναστάτη, εκείνο τονν πραγματική, εκείνον που έφτιαξε η ίδια η ιστορία και έχει ήδη απαλλάξει, επειδή είναι μέρος αυτής, σε αντίθεση με τους δημοσιογράφους όπως ο Σαβιάνο οι οποίοι πλέον γράφουν ένα βιβλίο, σαν να ήταν ένα cinepanettone των Boldi και Ντε Σίκα. Αλλά ξέρετε: όταν ένα Λιοντάρι πεθαίνει πάντα τα τσακάλια πάνε για να γλεντήσουν επάνω στο πτώμα του. Αλλά αυτός παραμένει ένα Λιοντάρι και αυτού παραμένουν τα τσακάλια.

Ora non è il tempo di fare le pulci a Fidel e a Cuba, non è proprio il momento, verranno giorni più adatti. Oggi va celebrato il rivoluzionario, quello vero, quello che la storia ha già assolto, perché ne fa parte, a differenza dei giornalisti come Saviano che ormai scrivono un libro come se fosse il cinepanettone di Boldi e De Sica. Ma si sa: quando un Leone muore gli sciacalli vanno sempre a banchettare sul suo cadavere. Ma lui resta un Leone e loro restano degli sciacalli.

Troviamo adatte le parole di Eduardo Galeano per parlare oggi di Fidel, per salutarlo con tutto l’onore e il rispetto che merita, con quel motto che ha fatto battere e che continua a far battere milioni di cuori all’unisono, alzando un pugno chiuso al cielo: Hasta Siempre Comandate!

Βρίσκουμε κατάλληλα τα λόγια του Εντουάρντο Γκαλεάνο για να μιλήσουμε σήμερα για τον Φιντέλ, για να τον χαιρετήσουμε με όλη την τιμή και τον σεβασμό που του αξίζει, με εκείνο το σύνθημα που έχει κάνει να χτυπούν και που συνεχίζει να κάνει εκατομμύρια καρδιές να χτυπούν από κοινού με έναν ήχο, ενωμένες, ανεβάζοντας μια γροθιά στον ουρανό: Hasta Siempre Comandante!

Εντουάρντο Γκαλεάνο “Καθρέφτες”.

Οι εχθροί του λένε ότι ήταν ένας μη εστεμμένος βασιλιάς που μπέρδευε την ενότητα με την ομοφωνία. Και σ’ αυτό οι εχθροί του έχουν δίκιο.

Οι εχθροί του λένε πως εάν ο Ναπολέων είχε μια εφημερίδα όπως η Granma, κανένας Γάλλος δεν θα είχε μάθει την καταστροφή στο Βατερλό. Και σ’ αυτό οι εχθροί του έχουν δίκιο.

Οι εχθροί του λένε ότι άσκησε την εξουσία μιλώντας πολύ και ακούγοντας λίγο, γιατί είχε μάθε να ακούει περισσότερο ήχους παρά φωνές. Και σ’ αυτό οι εχθροί του έχουν δίκιο.

Αλλά υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν τα λένε οι εχθροί του

ότι δεν έβαλε ποτέ στα βιβλία της ιστορίας το γεγονός ότι πρόταξε στο στήθος του στις σφαίρες των εισβολέων,

ότι αντιμετώπισε τυφώνες ως ίσος προς ίσο, τυφώνας προς τυφώνα,

ότι επέζησε από 637 απόπειρες κατά της ζωής του,

ότι η μεταδοτική ενέργειά του ήταν καθοριστική στο να βγει η χώρα του από το καθεστώς της αποικίας,

και δεν ήταν από την κατάρα του Εωσφόρου ή θαύμα του Θεού ότι η νέα χώρα κατάφερε να επιζήσει από δέκα Αμερικανούς προέδρους, οι οποίοι είχαν φορέσει ήδη την πετσέτα στο λαιμό και ήταν έτοιμοι να τον φάνε με το μαχαιροπήρουνο.

Και οι εχθροί του δεν αναφέρουν ποτέ ότι η Κούβα είναι μια σπάνια χώρα που δεν ανταγωνίζεται μαζί τους για το Παγκόσμιο Κύπελλο Doormat.

Και δεν λένε ότι η επανάσταση, η οποία τιμωρείται για το έγκλημα της αξιοπρέπειας, είναι αυτό που κατάφερε να είναι και όχι αυτό που ευχόταν να γίνει. Ούτε λένε ότι το τείχος που χωρίζει την επιθυμία από την πραγματικότητα έγινε ψηλότερο και πιο φαρδύ εξαιτίας του ιμπεριαλιστικού εμπάργκο, το οποίο πνίγει τη δημοκρατία κουβανέζικου στιλ- μια στρατιωτικοποιημένη κοινωνία- και γέννησε τη γραφειοκρατία, πάντα έτοιμη με ένα πρόβλημα για κάθε λύση, δίνοντάς της τα άλλοθι που απαιτούνται για να δικαιολογεί και να διαιωνίζει τον εαυτό της.

Και δεν λένε ότι παρά όλη τη θλίψη, παρά την εξωτερική επιθετικότητα και την εσωτερική αυθαιρεσία, αυτό το λυπημένο και πεισματάρικο νησί έχει γεννήσει τη λιγότερο άδικη κοινωνία στη Λατινική Αμερική.

Και οι εχθροί του δεν λένε ότι αυτό το κατόρθωμα ήταν το αποτέλεσμα της θυσίας του λαού της, καθώς επίσης και της πεισματάρικης θέλησης και της παλιομοδίτικης αίσθησης της τιμής του ιππότη που πάντα πολέμησε στο πλευρό των ηττημένων, όπως ο διάσημος συνάδελφός του στα πεδία της Καστίλης.

Eduardo Galeano,”Specchi”

I suoi nemici dicono che è stato un re senza corona e che ha confuso l’unità con l’unanimità.E in questo i suoi nemici hanno ragione.
I suoi nemici dicono che se Napoleone avesse avuto un giornale come il “Gramma”, nessun francese sarebbe stato messo al corrente del disastro di Waterloo.
E in questo i suoi nemici hanno ragionen
I suoi nemici dicono che esercitò il potere parlando molto e ascoltando poco, perchè era più abituato agli echi che alle voci.
E in questo i suoi nemici hanno ragione.
Però i suoi nemici non dicono che non fu per posare davanti alla Storia che mise il petto di fronte ai proiettili quando venne l’invasione,
che affrontò gli uragani da uguale a uguale, da uragano a uragano, che sopravvisse a seicento trentasette attentati, che la sua contagiosa energia fu decisiva per convertire una colonia in una patria e che non fu nè per un artificio del Demonio nè per un miracolo di Dio che questa nuova patria ha potuto sopravvivere a dieci presidenti degli Stati Uniti, che avevano il tovagliolo al collo per mangiarla con coltello e forchetta.
E i suoi nemici non dicono che Cuba è uno dei pochi paesi che non compete per la Coppa del Mondo dello Zerbino.
E non dicono che questa rivoluzione, cresciuta nel castigo, è quello che ha potuto essere e non quello che avrebbe voluto essere. Nè dicono che in gran parte il muro tra il desiderio e la realtà si fece sempre più alto e più largo grazie al blocco imperiale, che affogò lo sviluppo della democrazia cubana, obbligò la militarizzazione della società e concesse la burocrazia, che per ogni soluzione tiene un problema, l’alibi per giustificarsi e perpetuarsi.
E non dicono che considerando tutte le afflizioni, considerando le aggressioni esterne e l’arbitrarietà interna, questa isola rassegnata però testardamente allegra ha generato la società latino-americana meno ingiusta.
E i suoi nemici non dicono che questa impresa fu opera del sacrificio del suo popolo, però anche fu opera dell’ostinata volontà e dell’antiquato senso dell’onore di questo cavaliere che sempre combattè per i vinti, come quel suo famoso collega dei campi di Castilla.

https://maddalenarobinblog.wordpress.com/2016/11/27/lavana-25-novembre-2016-il-leone-e-morto-danzino-pure-gli-sciacalli-lui-sara-per-sempre-leone-e-loro-sempre-sciacalli/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Οι Huck, Ishmael και ο ταξικός πόλεμος , e la guerra di classe

του Sandro Moiso

fugitive daysBill Ayers, Fugitive Days. Memorie dai Weather Underground, DeriveApprodi 2016, pp. 336, € 22,00

Ο Bill Ayers αφηγείται την ιστορία μιας χούφτας αγοριών και κοριτσιών που ήθελαν να κάνουν την επανάσταση. Βάζει κάτω από τα μάτια μας το ημερολόγιο της προσπάθειας, που έθεσε σε κίνηση μια ομάδα νεαρών απερίσκεπτων και θαρραλέων, να φέρουν τον πόλεμο μέχρι την καρδιά της αυτοκρατορίας, όταν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα και στα χρόνια εβδομήντα, μερικοί αγωνιστές της ριζοσπαστικής αριστεράς κήρυξαν επίσημα τον πόλεμο στο ιμπεριαλιστικό τέρας. Ενώ, την ίδια στιγμή, μας αφηγείται την ιστορία της συλλογικής αναζήτησης ενός άλλου κόσμου, μιας άλλης ζωής και άλλων εμπειριών, στα χνάρια του Huckleberry Finn και του Ισμαήλ, το εγώ αφηγητή του «Moby Dick».

Ο συγγραφέας σήμερα στα εβδομήντα ένα, αγωνιστής και ιδρυτής της παράνομης οργάνωσης των Weather Underground, μας χαρίζει μία από τις ωραιότερες αυτοβιογραφίες γραμμένες από έναν επαναστάτη. Eπική, συγκινητική, αστεία και ειρωνική κάποιες στιγμές , αλλά ποτέ, απολύτως ποτέ, να σημαδεύεται από οποιαδήποτε μορφή αυταρέσκειας ή, αντίστροφα, από την άνευ όρων παράδοση στις αιτιάσεις του εχθρού. Πράγματι, το κείμενο λάμπει ακριβώς λόγω της ικανότητας του αφηγητή να εκθέτει περισσότερο από μια κριτικές της πρακτικής, στρατιωτικής και ιδεολογικής, των Weathermen, χωρίς λόγω τούτου να ολισθαίνει στην απόρριψη της επαναστατικής μαχητικότητας ή της άμεσης δράσης.

«Δεν θα μπορούσα να φανταστώ, σήμερα, να βάζω μια βόμβα σε ένα κτίριο. Όλο αυτό μου φαίνεται πως ανήκει ξεκάθαρα στο παρελθόν. Αλλά, την ίδια στιγμή, δεν μπορώ να φανταστώ να απορρίπτω εντελώς την πιθανότητα. Η δήλωση, «Θέλουμε δικαιοσύνη» έχει για μένα την απόλυτη έννοια που είχε πάντα και, ως εκ τούτου, το να προσθέτουμε «Αλλά, φυσικά, όχι με οποιοδήποτε μέσο,« μου φαίνεται ότι είναι ισοδύναμο με το να βάζουμε το κεφάλι μας επάνω στο κούτσουρο «(σελ.322)

Οι Weather Underground, που γεννήθηκαν από έναν σχηματισμό ο οποίος διαχωρίστηκε από τους «SDS (Φοιτητές για μια Δημοκρατική Κοινωνία) ξεκινώντας από τις συγκρούσεις του Δημοκρατικού Συνεδρίου του Σικάγο του 1968 και από τις μετέπειτα Ημέρες του Θυμού, έθεσαν πολύ σύντομα το πρόβλημα της βίας. Κυρίως και ειδικότερα «ποιας βίας». Μια βία που πλήττει μόνο τα πράγματα ή ακόμα και τους ανθρώπους;

 

diana e tedΠέρα από την καθαρά ιδεολογική συζήτηση που, όπως πάντα, χρησίμευσε μόνο για την σύγχυση των ιδεών πολλών και την άσκοπη εξύψωση του μαχητικού ζήλου κάποιων άλλων, ήρθε να επιλύσει το δίλημμα, με τρόπο καταστροφικό και καθαρτικό, η έκρηξη που, τον μάρτιο του 1970,  έλαβε χώρα σε ένα κομψό κτήριο που βρίσκεται στο νούμερο 18 της Δυτικής Ενδέκατης Οδού στο Greenwich Village και που κυριολεκτικά σάρωσε, μαζί με τους τοίχους του κτιρίου, και τις ζωές επίσης των τριών μαχητών που ετοίμαζαν μια βόμβα με υψηλό δυναμικό που προορίζονταν να χτυπήσει τις πολύ μισητές δυνάμεις της τάξης.

 

Ο ξαφνικός θάνατος των Diana Oughton, Τed Gold και Terry Robbins (του οποίου δεν βρέθηκε καν το σώμα του) σηματοδότησε ανεπανόρθωτα την μετέπειτα πορεία της οργάνωσης που, ενώ συνεχίζει να χτυπά με βόμβες στρατιωτικούς θεσμούς, της αστυνομίας, των τραπεζών και διάφορους άλλους οικονομικούς του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει την βία ως μέθοδο για να καταστρέψει τα σώματα. Κι ας είναι και αντιπάλων. Μια δύσκολη επιλογή που ταυτόχρονα απείλησε να στρέψει εναντίον τους τόσο τα μέλη της ειρηνιστικής πτέρυγας του κινήματος διαμαρτυρίας για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, όσο και εκείνα τα πιο ριζοσπαστικά και πολιτικοποιημένα.

Αλλά, πριν φτάσουν σε εκείνες τις δραματικές επιλογές, η πορεία του Ayers και των άλλων αγωνιστών υπήρξε μακρά, βασανιστική και σημαδεύτηκε από πολλές εμπειρίες της αυτο-οργάνωσης (σχολεία για τα φτωχά παιδιά, σχεδόν αποκλειστικά αφροαμερικανάκια, στο Σικάγο ή Ντιτρόιτ), αυτοάμυνας (η εξέγερση του Κλίβελαντ το 1966), υπεράσπισης των έγχρωμων πολιτών και των δικαιωμάτων τους (από τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα) και, πάνω απ ‘όλα, από την άρνηση ενός πολέμου που θεωρήθηκε βαθιά άδικος και λαθεμένος: ακριβώς εκείνον στο Βιετνάμ.

 

weatherman-days-of-rage-chicago-october-9-1969

H εκπαιδευτική διαδρομή, από την παιδική ηλικία σε ένα αξιοπρεπές αστικό περιβάλλον μέχρι την επιλογή μιας ολικής στράτευσης που διεξήχθη στην παρανομία, σκιαγραφείται από τον συγγραφέα με ένα κόψιμο συχνά αντάξιο του Μαρκ Τουέιν, ισόποσα χωρισμένο ανάμεσα σε ειρωνεία, νταηλίκι- καυχησιάρικη κατά καιρούς, και πικρία. Το ποτάμι της Ιστορίας, από τη δράση αντι-δουλείας του John Brown πριν από τον εμφύλιο πόλεμο ή ακόμα και νωρίτερα, από το Boston Tea Party, που ξεκίνησε τον πόλεμο της ανεξαρτησίας ή την εξέγερση του Shay που ακολούθησε, μέχρι τη δράση των IWW και τα λόγια του Τσε ή εκείνα του Χο Τσι Μιν, γίνεται ένα είδος ιδανικού και μακρύτατου Μισισιπή κατά μήκος του οποίου ο Ayers κατεβαίνει επάνω στα χνάρια και τα βήματα του Huckleberry Finn ή του ίδιου του Twain.

Ενώ, ειδικά στα μέρη που βρίσκονται πλησιέστερα προς την αυτοκριτική και την λύπη, την νοσταλγία για την απώλεια των φίλων και της γυναίκας που αγαπούσε, το κείμενο φαίνεται ανακαλεί στη μνήμη  εκείνο το «Call me Ιsmael», με το οποίο αρχίζει το πιο όμορφο μυθιστόρημα της αμερικανικής λογοτεχνίας του δέκατου ένατου αιώνα: Moby Dick . Και αυτή η ομοιότητα έγινε δυνατή όχι μόνο από τη ρητή κίνηση και προσπάθεια , από το Συνέδριο του Σικάγο του ’68 ακόμα, να χτυπηθεί με το καμάκι το καπιταλιστικό τέρας και η δημοκρατική του λευκή φάλαινα , αλλά επίσης και από το γεγονός ότι ο εύθραυστος Pequod και η εύθραυστη οργάνωση της οποίας ο συντάκτης ήταν μέρος προορίζονται να εξαφανιστούν ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία θα έχει επιτευχθεί ο στόχος τους.

Επίσης του Ισμαήλ ποτέ δεν θα γνωρίσουμε το επίθετο ή το πραγματικό όνομα, καθώς και ο συγγραφέας θα χάσει το πραγματικό του όνομα για χρόνια μέχρι σχεδόν να το ξεχάσει για να ζήσει, κάτω από άλλα ονόματα, στην παρανομία, και τις πιο διαφορετικές κοινωνικές και εργασιακές ταυτότητες. Το Εγώ εδώ αποκαλύπτεται έτσι να είναι κάτι ταυτόχρονα, συλλογικό και άκρα υποκειμενικό. Συλλογική η ώθηση, συλλογικά τα κίνητρα και οι φιλοδοξίες, υποκειμενική η επιλογή και υποκειμενικοί οι στοχασμοί, οι σκέψεις. Υποκειμενικό, ιδιαίτερα το θάρρος, συνοδεύεται πάντα από μια κάποια ταπεινότητα.

Ταπεινότητα που φαίνεται να αφήνει στο βάθος την σπουδαιότητα της άμεσης δράσης στο κλείσιμο της αμερικανικής παρέμβασης στον πόλεμο στην Ινδοκίνα, ταπεινότητα που αναθέτει μόνο στην οργάνωση και στο θάρρος των μαχητών και των πληθυσμών του Βιετνάμ και της Καμπότζης την αξία της στρατιωτικής νίκης. Και όμως, και όμως …

«Είχαμε αναλάβει την ευθύνη για μισή ντουζίνα επιθέσεων, η κάθε μια εξαιρετικά μεγενθυμένη από την συμβολική αξία του στόχου, από την οντότητα, σκόπιμα προσεκτική και συνετή της έκρηξης, και από τις έγκαιρες και συνηθισμένες δημόσιες ανακοινώσεις-αναλήψεις ευθύνης που παρουσίαζαν την φοβερή ή συναρπαστική είδηση ότι στην Αμερική σχηματίζονταν ένα εσωτερικό κίνημα ανταρτοπολέμου. Εξερράγη ένα θετικό κύμα βίας και απελπισίας, αλλά τώρα πλέον είχαμε λίγες αυταπάτες σχετικά με τις πραγματικές μας δυνατότητες, και μπορούσαμε να δούμε αυτό που συνέβαινε σε όλο τον κόσμο. Η κλιμάκωση των επιθέσεων στις έδρες του ROTC (Σώμα Κατάρτισης Εφέδρων Αξιωματικών ), στα στρατιωτικά γραφεία και τα κέντρα στρατολόγησης, διαρκούσε για τουλάχιστον δύο χρόνια, και οι στόχοι της πολιτικής βίας περιλαμβάνουν τώρα μεγάλες επιχειρήσεις που σαφώς συνδέονται με την επιθετικότητα και την επέκταση των ΗΠΑ : Bank of America, United Fruit, Chase Manhattan Bank, IBM, η Standard Oil, Anaconda, General Motors. Από την αρχή του 1969 μέχρι την άνοιξη του 1970, στις ΗΠΑ υπήρξαν πάνω από 40.000 απειλές ή επιθέσεις και 5000 εκρήξεις που πέτυχαν εναντίον κυβερνητικών ή επιχειρηματικών στόχων, κατά μέσο όρο έξι επιθέσεις την ημέρα. Εκτός από δύο ή τρεις περιπτώσεις, όλο το όργιο εκρήξεων στρεφόταν κατά της περιουσίας, όχι εναντίον ανθρώπων […] Πέντε χιλιάδες εκρήξεις, περίπου έξι επιθέσεις την ημέρα, και οι Weather Underground είχαν αναλάβει συνολικά την ευθύνη για έξι από αυτές. Είναι στοιχεία που πρέπει να σας κάνουν να σκεφτείτε, να αναλογιστείτε »(σελ.262)

Να προσθέσουμε σε όλα αυτά την εξέγερση σε εκατοντάδες των πανεπιστημιακών campus, την αυτοοργανωμένη δράση από πλευράς του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων, την θανάτωση από το χέρι των δυνάμεων της αταξίας δεκάδων λευκών φοιτητών και μαύρων αγωνιστών , την εξέγερση, όχι πολύ υπόγεια, των στρατιωτών στο μέτωπο και εκείνων που επέστρεψαν πίσω στο σπίτι και θα καταλάβουμε γιατί ο πόλεμος του Βιετνάμ είναι η δεύτερη και μοναδική διεθνής σύγκρουση του’900 που έκλεισε, όπως ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος όχι μονάχα και μόνο λόγω στρατιωτικής ήττας, αλλά επίσης, και πάνω απ ‘όλα, λόγω του φόβου των κυρίαρχων τάξεων για το άνοιγμα μιας ανίατης και αξεπέραστης εσωτερικής σύγκρουσης προορισμένης να οδηγήσει, αναπόφευκτα, σε μια κοινωνική επανάσταση.

Ο Ayers δεν το λέει, δεν το ισχυρίζεται ούτε διεκδικεί, αντίθετα τείνει να απομυθοποιήσει και να περιορίσει τον ρόλο του δικού του κινήματος αν και ο συμβολικός ρόλος που ανέλαβε σίγουρα δεν ήταν ξένος προς όλα αυτά που συνέβησαν. Χάριν επίσης στην προπαγάνδα με την οποία το Ομοσπονδιακό Γραφείο (FBI), τα εργαλεία της καταστολής και παραπληροφόρησης διόγκωσαν την επικινδυνότητα των μεμονωμένων αγωνιστών της οργάνωσης. Καταζητούμενων, κυνηγημένων, διασκορπισμένων, αλλά ποτέ δεν νικημένων. Όπως η παράδοση των τελευταίων μαχητών το 1980 (συμπεριλαμβανομένου του ιδίου του Ayers και της συντρόφου του Bernadine Dohrn) και η γρήγορη απελευθέρωσή τους, με την αποκάλυψη των βρωμερών  ψευδών και της απάτης που χρησιμοποιήθηκε εναντίον τους από το FBI, κάλλιστα αποδεικνύουν.

 

billayersfbi

«Οι ισχυρισμοί της ομοσπονδιακής αστυνομίας για συνωμοσία που μας είχε τοποθετήσει στη λίστα των δέκα πιο καταζητούμενων από το FBI , κατά ειρωνεία της τύχης, καταπίπτουν λόγω της συμπεριφοράς της κυβέρνησης, πολύ κακής. Ανακαλύφθηκε, μετά το σκάνδαλο Watergate, πως το Bureau είχε ξεδιάντροπα παρακολουθήσει τηλέφωνα, είχε παραβιάσει σπίτια, έφτασε στο σημείο και επεξεργάστηκε ένα σχέδιο γα να απαγάγει το ανιψάκι της Bernardine «(σελ.329)

 

Αλλά δεν έφτασε μόνο αυτό τα αποδεικτικά στοιχείο για τη διαφύλαξη της σωματικής ακεραιότητας και την ελευθερία για τους σημαντικότερους εκπροσώπους των Weathermen. Ο άλλος, και κύριος παράγοντας, συνίστατο σε μια δομή «μη-κομματική» και ως εκ τούτου μη ιεραρχική ή πυραμιδοειδή της οργάνωσης και από την δόμηση της σε κύτταρα ή «φυλές» χωρισμένες οργανωτικά και ενωμένες μονάχα από την πρακτική και από τους επιδιωκόμενους στόχους.Μαζί, φυσικά, με το γεγονός ότι μεταξύ των συλληφθέντων ήταν πολύ λίγοι εκείνοι οι πρόθυμοι να μιλήσουν 1 ή να μετανιώσουν.

Το βιβλίο αφηγείται πολύ πιο φυσικά: μεταδίδει συναισθήματα και προκαλεί σκέψεις και στοχασμούς που εξακολουθούν όλες να είναι εξαιρετικά επίκαιρες. Είναι ένα πολύ όμορφο βιβλίο όχι αναμνήσεων , αλλά επάνω στη μνήμη, για την μνήμη. Στη μνήμη των ηττημένων, των νικητών, των κρατών, των επαναστατών, των αντεπαναστατών και των ατόμων. Με όλες τις ελλείψεις και τις αδυναμίες τους.«Όταν η Αμερική έχασε τον πόλεμο – παταγωδώς, στο τέλος – παρέλειψε, όπως αναμενόταν, να παραδεχτεί την ήττα, να θυμάται και να λογαριαστεί με την πραγματικότητα […] Η αλήθεια είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχασαν τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Η αλήθεια είναι ότι νίκησαν εκείνοι οι άλλοι «(σελ. 324)

«Δεν ζούμε, μπορούμε να είμαστε σίγουροι γι αυτό, στα βουνά, σε επαναστατικούς καιρούς, και αυτό είναι ένα γεγονός. Ζούμε στην κοιλάδα – την εποχή της αβεβαιότητας και σύγχυσης, χρόνους ενδημικού ανεπανόρθωτου χαρακτήρα και όλο και πιο βαθιάς απελπισίας. Είναι οι καιροί κατά τους οποίους πρέπει να παραμείνουμε ξύπνιοι και συνειδητοποιημένοι, να συγκεντρώσουμε τις δυνάμεις μας, να μελετήσουμε και να κατασκευάσουμε τα σχέδια μας, να καταβάλουμε κάθε δυνατή σεμνή συνεισφορά, για να φυσήξουμε απαλά στην χόβολη της δικαιοσύνης – και να θυμόμαστε «(Σελ.323) Πράγμα που ο συγγραφέας στο βιβλίο του καταφέρνει να κάνει πολύ καλά.

 

1 Στην περίπτωση που η αυτοβιογραφική συνέντευξη του Toni Negri σας δημιουργήσει βαρεμάρα ή σας τσατίσει, πετάξτε την και, δίχως να το μετανιώσετε, βάλτε τα ακουστικά για να ακούσετε τα “Volunteers” των Jefferson Airplane, “Kick Out The Jams, Motherfuckers!” των MC5 ή “Brown Shoes Don’t Make It” των Mothers of Invention. Μετά αρχίστε να διαβάζετε τον Ayers, δεν θα το μετανιώσετε.


  1. Όπως επίσης δείχνει το ωραιότατο ντοκυμαντέρ The Weather Underground του Sam Green και Bill Siegel  ↩
  2. https://www.carmillaonline.com/2016/04/25/huck-ishmael-la-guerra-classe/
διεθνισμός, internazionalismo

Το κουρδικό ζήτημα, χθες και σήμερα – La questione curda, ieri e oggi

164 visualizzazioni

kurdistan

Ένα δοκίμιο του Samir Amin. Ματάφραση του Lorenzo Battisti για το Marx21.it

Το πολιτικό χάος που κυριαρχεί την σκηνή στη Μέση Ανατολή εκφράζεται, μεταξύ άλλων, στην βίαιη εμφάνιση του κουρδικού ζητήματος. Πώς μπορούμε να αναλύσουμε, σε αυτές τις νέες συνθήκες, την εμβέλεια της απαίτησης των Κούρδων (αυτονομία; Ανεξαρτησία; Ενότητα;); Και μπορούμε να συμπεράνουμε από την ανάλυση ότι αυτή η αξίωση πρέπει να υποστηρίζεται από όλες τις δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις στην περιοχή και τον κόσμο;

Μια μεγάλη σύγχυση κυριαρχεί στην συζήτηση για το θέμα αυτό. Ο λόγος είναι, κατά τη γνώμη μου, η ευθυγράμμιση των περισσότερων φορέων και των παρατηρητών πίσω από μια μη-ιστορική οπτική αυτού του θέματος, όπως και άλλων. Το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση έχει ανυψωθεί σε απόλυτο δικαίωμα, το οποίο θα θέλαμε να διατηρείται σε ισχύ για όλους και ανά πάσα στιγμή (παρούσα και μελλοντική), καθώς επίσης και στο παρελθόν. Το δικαίωμα αυτό θεωρείται ως ένα από τα συλλογικά δικαιώματα από τα πιο θεμελιώδη,στο οποίο συνήθως δίδεται μεγαλύτερη σημασία από ό, τι σε άλλα συλλογικά δικαιώματα κοινωνικού εύρους (δικαίωμα στην εργασία, την εκπαίδευση, την υγεία, την πολιτική συμμετοχή, κλπ ..).

Από την άλλη πλευρά, τα υποκείμενα αυτού του απόλυτου δικαιώματος δεν ορίζονται με ακριβή τρόπο, το υποκείμενο αυτού του δικαιώματος μπορεί να είναι «μια κοινότητα» οποιαδήποτε, πλειοψηφική ή μειοψηφική εντός των συνόρων ενός κράτους ή μιας από τις επαρχίες του, αυτή η κοινότητα που αυτοπροσδιορίζεται ως «ιδιαίτερη» για την γλώσσα ή τη θρησκεία, για παράδειγμα, και διακηρύσσει, λανθασμένα ή σωστά, πως είναι θύμα διάκρισης , αν όχι καταπίεσης. Οι αναλύσεις μου και οι τοποθετήσεις μου εγγράφονται σε αντίθεση με αυτή την transhistorical οπτική των προβλημάτων της κοινωνίας και των «δικαιωμάτων», διαμέσου των οποίων εκφράζονται τα αιτήματα των κοινωνικών κινημάτων του παρελθόντος και του παρόντος. Ειδικότερα, αποδίδω κεφαλαιώδη σημασία στην θραύση που διαχωρίζει την ανάπτυξη του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου από τους προηγούμενους κόσμους.

Η πολιτική οργάνωση αυτών των προηγούμενων κόσμων έχει ενδυθεί διάφορες μορφές, ακραίες, που κυμαίνονταν από την κατασκευή εξουσιών που ασκούνταν πάνω σε εκτεταμένους χώρους, που κατατάσσονταν δια τούτο ως «αυτοκρατορίες», με τις πιο μετριοπαθείς μοναρχίες περισσότερο ή λιγότερο συγκεντρωτικές, χωρίς να αποκλείεται σε ορισμένες περιπτώσεις ο ακραίος θρυμματισμός των εξουσιών που σχεδόν δεν υπερέβαιναν τον ορίζοντα ενός χωριού. Η εξέταση αυτού του ανόμοιου συνόλου των προηγούμενων πολιτικών μορφών της καπιταλιστικής νεωτερικότητας δεν είναι προφανώς το αντικείμενο του παρόντος άρθρου. Δεν θα αναφερθώ παρά σε μερικά από τα αυτοκρατορικά κτίσματα της περιοχής που μας ενδιαφέρει: την ρωμαϊκή και βυζαντινή αυτοκρατορία, τα αραβο-περσικά χαλιφάτα, την οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η κοινή ταξινόμηση αυτών των περιορισμών – των αυτοκρατοριών – είναι πιο παραπλανητική παρά χρήσιμη, αν και μοιράζονται αμφότερα τα δύο γνωρίσματα: 1) αναγκαστικά μοιάζουν μεταξύ τους, για την γεωγραφική τους επέκταση, λόγω των λαών και των διαφορετικών κοινοτήτων στην γλώσσα, τη θρησκεία και τους τρόπους παραγωγής και κοινωνικής ζωής 2) οι λογικές που διοικούν την αναπαραγωγή της κοινωνικής και οικονομικής ζωής δεν είναι αυτές του καπιταλισμού, αλλά αναφέρονται σε αυτό που έχω περιγράψει ως οικογένεια των μεθόδων φυλετικής παραγωγής ( «φεουδαρχικής», στην πιο κοινή γλώσσα). Για το λόγο αυτό θεωρώ παράλογο να εξισώνουμε όλες αυτές τις αρχαίες αυτοκρατορίες (εκείνες που θεωρούνται εδώ, όπως και άλλες, σαν την Κίνα), από τη μία πλευρά, και από την άλλη αυτοκρατορίες που χτίστηκαν από τις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις, είτε είναι αποικιακές αυτοκρατορίες όπως αυτή της Μεγάλης Βρετανία και της σύγχρονης Γαλλίας ή των αυτοκρατοριών χωρίς επίσημες αποικίες όπως η αυτοκρατορία των Ηνωμένων Πολιτειών, υπό μια μοναδική μορφή αποκαλούμενη αυτοκρατορία. Η γνωστή θέση του Κένεντι για την «πτώση των αυτοκρατοριών» είναι μια από αυτές τις transhistorical κερδοσκοπικές φιλοσοφίες.

Eπιστρέφω πίσω σε εκείνη την αυτοκρατορία που ενδιαφέρει άμεσα το θέμα μας: την οθωμανική Αυτοκρατορία που χτίστηκε την στιγμή που η Ευρώπη αρχίζει την ρήξη με το παρελθόν της και εισέρχεται στην καπιταλιστική νεωτερικότητα. Η οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν, αυτή, προ-καπιταλιστική. Η κατάταξη της σαν τουρκική αυτοκρατορία είναι η ίδια ανακριβής και παραπλανητική. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι πόλεμοι κατάκτησης των ημι νομαδικών τουρκομάνων φυλών που ήρθαν από την κεντρική Ασία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διπλή καταστροφή της βυζαντινής Αυτοκρατορίας και του Χαλιφάτου της Βαγδάτης, όπως και του κύριου εποικισμού της Ανατολίας και της ανατολικής Θράκης. Αλλά η εξουσία του Σουλτάνου της Αυτοκρατορίας επεκτείνονταν πολύ πέρα από στα εδάφη των αρμενίων και κούρδων, των αράβων, των ελλήνων και των σλάβων των Βαλκανίων. Το να κατατάξουμε αυτή την Αυτοκρατορία ως πολυεθνική οδηγεί σε μια εσφαλμένη προβολή στο παρελθόν μιας άλλης πραγματικότητας, των εθνικιστών (αντι-Οθωμανών) των Βαλκανίων και των αράβων που ήταν στην σύγχρονη μορφή τους τα προϊόντα της διείσδυσης του καπιταλισμού στην Αυτοκρατορία.

Όλοι οι λαοί της αυτοκρατορίας – Τούρκοι και άλλοι – ήταν εκμεταλλευόμενοι και καταπιεσμένοι με τον ίδιο τρόπο, με την έννοια ότι οι αγροτικές πλειοψηφίες υποβάλλονταν όλες στην ίδια αρχή μιας βαριάς φορολογικής επιβάρυνσης. Ήταν όλοι εξίσου καταπιεσμένοι από την ίδια αυταρχική εξουσία. Σίγουρα οι χριστιανοί ήταν προφανώς αντικείμενο ιδιαίτερων διακρίσεων. Αλλά εδώ δεν κοιτάζουμε μορφές καταπίεσης «εθνικές» ούτε προς τους χριστιανικούς λαούς, ούτε προς μουσουλμάνους μη τούρκους (κούρδους και άραβες). Η άρχουσα τάξη που σχετίζεται με την εξουσία του Σουλτάνου υπολόγιζε ανάμεσα στις τάξεις της τις αστικές αριστοκρατίες, στρατιωτικές και θρησκευτικές όλων των περιοχών της Αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένου του εμβρύου των νέων κομπραδόρικων αστικών τάξεων, ιδίως ελληνικών και αρμενίων, που παρήχθησαν από την καπιταλιστική διείσδυση.

Οι ειδικοί χαρακτήρες του οθωμανικού συστήματος που αναφέρονται εδώ δεν είναι χαρακτηριστικoί αυτής της ανατολικής Αυτοκρατορίας. Βρίσκουμε τέτοιες παρόμοιες εκφράσεις σε άλλες αρχαίες αυτοκρατορίες, όπως στις αυστρο-ουγγρικές και ρωσικές αυτοκρατορίας. Ή ακόμη στην Αιθιοπία του Ménélik και του Hailé Selassié. Η δύναμη του Βασιλιά των Βασιλέων, δεν συνδέθηκε με μια κυριαρχία Αμχάρα, οι αγρότες Αμχάρα δεν αντιμετωπίζονταν καλύτερα από τους άλλους, η άρχουσα τάξη επιλέγονταν από όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας (για παράδειγμα, υπήρχε ένα μεγάλο νούμερο καταγομένων από την Ερυθραία μεταξύ αυτών).

Τίποτα παρόμοιο στα σύγχρονα ιμπεριαλιστικά συστήματα. Οι αποικιακές αυτοκρατορίες (της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας) όπως η άτυπη αυτοκρατορία των ΗΠΑ χτίστηκαν συστηματικά επάνω στη βάση της διάκρισης μεταξύ των λαών των μητροπόλεων και εκείνων των αποικιών και των εξηρτημένων, στους οποίους τα πλέον στοιχειώδη δικαιώματα στερήθηκαν, αυτά που ήταν αναγνωρισμένα εις τους πρώτους. Κατά συνέπεια, η πάλη των λαών που κυριαρχούνταν από τον ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό έγινε ένας αγώνας για την εθνική απελευθέρωση, αντι-ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα αναγκαστικά. Πρέπει, επομένως, να είμαστε προσεκτικοί ώστε να μην συγχέουμε αυτό τον σύγχρονο αντι-ιμπεριαλιστικό εθνικισμό – που γι αυτό τον λόγο είναι προοδευτικός – από όλες τις άλλες εκφράσεις των μη αντι-ιμπεριαλιστικών εθνικιστικών κινημάτων, είτε πρόκειται για εθνικισμούς εμπνευσμένους από τις άρχουσες τάξεις των ιμπεριαλιστικών χωρών, ή από μη-αντι-ιμπεριαλιστικά εθνικιστικά κινήματα όπως ήταν εκείνο των βαλκανικών λαών για τους οποίους θα επανέλθω αργότερα. Το να πούμε πως είναι όμοιες οι δομές των αρχαίων αυτοκρατοριών και εκείνες οι συγκεκριμένες των ιμπεριαλιστικών αυτοκρατοριών του καπιταλισμού, να τις μπερδεύουμε μέσα σε μια ψευδο γενική έννοια της «Αυτοκρατορίας», καταγράφεται στο αντίθετο των βασικών αναγκών μιας επιστημονικής ανάλυσης των ιστορικών κοινωνιών.

Η εμφάνιση των ιδεολογιών του εθνικισμού είναι το επόμενο. Αυτές θα σχηματιστούν μόνο στον 20ο αιώνα στα Βαλκάνια, στη Συρία, μεταξύ των Αρμενίων, και αργότερα μεταξύ των Τούρκων της Ρωμυλίας ως αντίδραση στους άλλους. Δεν υπήρξε κατά τον χρόνο εκείνο το ελάχιστο σημάδι της ανάδυσης ενός κουρδικού εθνικισμού. Η εμφάνιση όλων αυτών των εθνικισμών συνδέεται στενά με την νέα αστικοποίηση και τον εκσυγχρονισμό των διοικήσεων. Οι ίδιοι οι αγρότες θα μπορούσαν να συνεχίσουν να μιλούν στη γλώσσα τους, αγνοώντας εκείνην της οθωμανικής διοίκησης που δεν εμφανίζονταν στην ύπαιθρο παρά μόνο για την είσπραξη των φόρων και την πρόσληψη-κατάταξη των στρατιωτών. Αλλά στις νέες πόλεις, και ιδιαίτερα μεταξύ των νέων μορφωμένων μεσαίων τάξεων, η γνώση της γραπτής γλώσσας έγινε μια καθημερινή αναγκαιότητα. Και είναι μεταξύ αυτών των νέων τάξεων που θα προσληφθούν οι πρώτες εθνικιστικές γενιές με τη σύγχρονη έννοια. Ο αγροτικός χαρακτήρας των ζωνών κουρδικής εποίκησης, όπως εκείνη της τουρκική κεντρικής Ανατολίας, εξηγεί τον καθυστερημένο σχηματισμό του τουρκικού εθνικισμού (κεμαλισμού) και ακόμα πιο καθυστερημένα του κουρδικού εθνικισμού.

Ένας παραλληλισμός με την Αυστρο-Ουγγρική Αυτοκρατορία θα βοηθήσει να γίνει αντιληπτή η φύση των διαδικασιών που θα πυροδοτήσει τελικά αυτές τις δύο αυτοκρατορίες, την Αυστρο-Ουγγρική Αυτοκρατορίας και την Οθωμανική. Η Αυστρο-Ουγγρική Αυτοκρατορία είχε συσταθεί πριν από την ανάδυση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, αλλά υπήρξε ο μεγαλύτερος γείτονας αυτού, και μερικές από τις περιοχές της (Αυστρία, Βοημία) ξαναχτίστηκαν επάνω στα νέα θεμέλια του καπιταλισμού. Το νέο εθνικό θέμα εδώ είναι, ως εκ τούτου που προέκυψε τον δέκατο ένατο αιώνα. Οφείλουμε στους αυστρομαρξιστές (Otto Bauer και άλλους) μια καλή ανάλυση αυτής της διάστασης της σοσιαλιστικής πρόκλησης, σαν προτάσεις στρατηγικών που θεωρώ ως τις πιο προοδευτικές μέσα στις συνθήκες εκείνου του καιρού: για να διαφυλαχθούν τα οφέλη ενός μεγάλου Κράτους, αλλά να επιταχυνθεί ο μετασχηματισμός του μέσω της σοσιαλιστικής προόδου (ριζοσπαστικής ή έστω σοσιαλδημοκρατικής), να χτιστεί ένας διεθνισμός των λαών βασισμένος σε αυστηρά θετική πολιτική αγωγή και μεταχείριση, με το ίδιο μέτρο, σε όλους, συνδεδεμένο με μιαν αυθεντική πολιτική πολιτιστικής αυτονομίας. Η εξέλιξη των γεγονότων δεν επέτρεψε την επιτυχία του σχεδίου, προς όφελος μέτριων αστικών εθνικισμών.

Οι βαλκανικοί εθνικισμοί και οι συρο- αραβικοί, εμφανίστηκαν αργότερα και στις μέτριες μορφές που συνδέονται με τον περιφερειακό καπιταλισμό στις εν λόγω περιοχές, θριάμβευσαν και συνέβαλαν στην εξαφάνιση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αλλά η εγγενής αδυναμία αυτών των εθνικισμών ανάγκασε τους υποστηρικτές τους να ζητήσουν την υποστήριξη των εξωτερικών δυνάμεων – της Βρετανία και / ή της Ρωσίας ιδίως – ενάντια στην οθωμανική εξουσία. Πλήρωσαν το τίμημα: τα νέα κράτη που δημιουργήθηκαν από αυτούς παρέμειναν στην ομάδα των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, της Βρετανίας και της Γαλλίας για τους άραβες, της Βρετανίας και της Γερμανίας για τους Βαλκάνιους.

Στην Αρμενία η εθνική ανανέωση (μιας και η Αρμενία γνώρισε έναν όμορφο εκπολιτισμό πριν ενσωματωθεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία) έγινε κομμάτια από την γενοκτονία του 1915. Ήταν ένας εθνικισμός διχασμένος ανάμεσα σε εκείνον της νέας αρμενικής αστικής τάξης που μετανάστευσε προς στις πόλεις Ρωμυλίας (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη και άλλες), και που κατέλαβε σημαντικές θέσεις στο νέο επαγγελματικό και οικονομικό κόσμο, και εκείνον των προυχόντων και των αγροτών της αρμενικής γης. Η ενσωμάτωση ενός μικρού μέρους αυτών των εδαφών στη ρωσική Αυτοκρατορία (το έδαφος της σοβιετικής Αρμενίας που στη συνέχεια έγινε ανεξάρτητη), περιέπλεκε ακόμη περισσότερο τα πράγματα, δεδομένου ότι θα μπορούσε να προκαλέσει ανησυχία χειραγώγησης της Αγίας Πετρούπολης, ειδικά κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ως εκ τούτου, η οθωμανική εξουσία επέλεξε το δρόμο της γενοκτονίας. Θέλω να αναφέρω και να θυμίσω εδώ ότι οι Κούρδοι συμπεριφέρθηκαν ως πράκτορες της σφαγής και είναι αυτοί που κυρίως ευνοήθηκαν από αυτήν: υπερδιπλασίασαν το μέγεθος της επικράτειας των εδαφών τους γενόμενοι κύριοι των κατεστραμένων αρμενικών χωριών.

Ο σύγχρονος τουρκικός εθνικισμός είναι ακόμη πιο πρόσφατος. Σχηματίστηκε πρώτα σε περιβάλλοντα σχετικά μορφωμένα του στρατού και της οθωμανικής διοίκησης των πόλεων της Ρωμυλίας (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Θεσσαλονίκη), σε αντίδραση προς τους βαλκανικούς εθνικισμούς και τους συρο-αραβικούς, χωρίς να βρει μια πραγματική ηχώ μεταξύ των τούρκων αγροτών (και των Κούρδων ) της κεντρικής και ανατολικής Ανατολίας. Oι επιλογές του, που καθίστανται εκείνες του κεμαλισμού, είναι γνωστές: εξευρωπαϊσμός, εχθρότητα προς τον οθωμανισμό, επιβεβαίωση του τουρκικού χαρακτήρα του νέου Κράτους και του εκκοσμικευμένου στυλ του. Λέω ακριβώς εκκοσμικευμένου και όχι κοσμικού, επειδή ο νέος τούρκος πολίτης ορίζονταν μέσω της κοινωνικής συμμετοχής του στο Ισλάμ (οι ελάχιστοι επιζώντες της σφαγής των αρμενίων, οι έλληνες της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης, ως εκ τούτου, δεν είναι αποδεκτοί). Παρ ‘όλα αυτά το εν λόγω Ισλάμ μειώνεται στην ιδιότητα του δημόσιου φορέα που κυριαρχείται και χειραγωγείται από τη νέα εξουσία της Άγκυρας.

Οι πόλεμοι που διεξήχθησαν από τους κεμαλιστές 1919-1922 ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις έχουν επιτρέψει την υιοθέτηση του νέου τουρκικού εθνικισμού από τις τουρκικές αγροτικές μάζες (και των κούρδων) της Ανατολίας. Οι Κούρδοι δεν διαχωρίζονταν τότε από τους Τούρκους: πολεμούσαν μαζί μέσα στον κεμαλικό στρατό. Ο κεμαλικός τουρκικός εθνικισμός γίνεται αντι-ιμπεριαλιστικός από την φύση των πραγμάτων. Καταλαβαίνει, ως εκ τούτου, ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία και το Χαλιφάτο δεν προστατεύουν τους λαούς της Αυτοκρατορίας (Τούρκοι, Κούρδοι και οι Άραβες), αντίθετα διευκόλυνε τη διείσδυση του δυτικού ιμπεριαλισμού και την ελάττωση της Αυτοκρατορίας στο καθεστώς της κυριαρχημένης καπιταλιστικής περιφερειακής περιοχής. Πράγμα που αρνείται αρνείται εκείνο που οι βαλκανικοί και οι αραβικοί εθνικισμοί της εποχής δεν είχαν καταλάβει: αυτοί ανοιχτά κάνουν έκκληση για υποστήριξη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ενάντια στην εξουσία της Υψηλής Πύλης. Ο κεμαλικός αντι-ιμπεριαλιστικός εθνικισμός στη συνέχεια δίνει την χαριστική βολή στον οθωμανισμό.

Ο αντι-ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του κεμαλικού συστήματος προέλευσης έπρεπε ακόμα να αποδυναμωθεί με ταχύτητα. Η επιλογή της προέλευσης υπέρ ενός καπιταλισμού του Κράτους εγωκεντρικού προσανατολισμού ανεξάρτητου έχανε τις αναπνοές του καθώς σιγά σιγά ένας τρόπος καπιταλιστικής ανάπτυξης περιφερειακός και εξαρτημένος. Η Τουρκία πλήρωνε το τίμημα της ψευδαίσθησης του αστικού εθνικισμού της , της σύγχυσης καταγωγής του. O κεμαλισμός πίστευε ότι είναι σε θέση να οικοδομήσει ένα τουρκική καπιταλιστικό έθνος σε εικόνα της προχωρημένης Ευρώπης, δεν αντιλαμβάνονταν ότι η υλοποίηση αυτού του έργου ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, στην Τουρκία, όπως και αλλού σε όλες τις περιοχές του περιφερειακού καπιταλισμού. Η εχθρότητά του προς τον σοσιαλισμό, σε συνδυασμό με τον φόβο της Σοβιετικής Ένωσης, οδήγησαν την Άγκυρα να ζητήσει την υποστήριξη των ΗΠΑ, η Τουρκία των κεμαλιστών στρατηγών – όπως η Ελλάδα των Συνταγματαρχών – εντάχθηκε αμέσως στο ΝΑΤΟ, και έχει γίνει μια από τα Κράτη πελάτες της Ουάσιγκτον. Η επιτάχυνση των διαδικασιών ανάπτυξης του περιφερειακού καπιταλισμού εκδηλώθηκε με την εμφάνιση μιας νέας καπιταλιστικής γεωργίας στην Ανατολία, προς όφελος μιας τάξης πλούσιων αγροτών, και μέσω της εφαρμογής των βιομηχανιών υπεργολαβίας.

Αυτές οι κοινωνικές εξελίξεις διέβρωναν τη νομιμότητα του κεμαλισμού. Οι πολυκομματικές εκλογές από το 1950, που προτείνονταν από την Ουάσιγκτον, ενίσχυαν την πολιτική εξουσία των νέων αγροτικών και κομπραδόρικων τάξεων, που εξέρχονταν από τον αγροτικό παραδοσιακό ανατολικό κόσμο και ήταν ξένες προς την κοσμική κεμαλική πολιτική της ρωμυλίας. Η ανάδυση του τουρκοκού πολιτικού Ισλάμ και οι μεθεπόμενες εκλογικές επιτυχίες του Akp ήταν το προϊόν. Οι εξελίξεις αυτές δεν ευνόησαν τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας, αλλά αντίθετα επιβεβαίωσαν τις φιλοδοξίες προς την δικτατορία του Προέδρου Ερντογάν και της αναγέννησης του χειραγωγημένου οθωμανισμού, όπως έκανε και ο προκάτοχός του, από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών σήμερα.

Ταυτόχρονα, αυτές οι ίδιες οι εξελίξεις είναι η αιτία της εμφάνισης του κουρδικού ζητήματος στην Τουρκία. Η αστικοποίηση της Ανατολικής Ανατολίας, η μαζική μετανάστευση των αγροτών που καταστράφηκαν του στις πόλεις της Δύσης, έχουν πυροδοτήσει την εμφάνιση του νέου κουρδικού ζητήματος στην Τουρκία, με την συνειδητοποίηση ότι δεν ήταν «τούρκοι του βουνού» αλλά που ξεχώριζαν με τη χρήση μιας άλλης γλώσσας της οποίας υποστήριζαν και αξίωναν την επίσημη αναγνώριση. Μια λύση του ζητήματος μέσω της επιλογής υπέρ μιας αυθεντικής πολιτιστικής αυτονομίας του τουρκικού Κουρδιστάν αναμφίβολα θα ήταν δυνατή εάν η νέα άρχουσα τάξη ήταν η ίδια εξελιγμένη προς μια δημοκρατική διάσταση. Αλλά αυτό δεν συνέβη, ούτε και σήμερα. Ως εκ τούτου, οι Κούρδοι αναγκάστηκαν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να απαντήσουν στην σκληρή καταστολή των απαιτήσεών τους μέσω της ένοπλης πάλης. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το PKK που ζωντανεύει τον αγώνα αυτό επικαλείται μια ριζοσπαστική σοσιαλιστική παράδοση, όπως προσδιορίζεται από το όνομά του (Κουρδικό Κόμμα εργαζομένων!), που πιθανώς σχετίζεται με την κατάταξη στις γραμμές του κόμματος του νέου προλεταριάτου των πόλεων της Τουρκίας. Θα μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα είχε επιλέξει μια πορεία δράσης διεθνιστική, και ότι θα είχε προσπαθήσει να συνδέσει το κουρδικό και τουρκικό προλεταριάτο ταυτόχρονα στον ίδιο αγώνα για τον σοσιαλισμό, για τη δημοκρατία και για την αναγνώριση του δυ-εθνικό χαρακτήρα του Κράτους. Αλλά δεν το έχει πράξει.

Παρά το γεγονός ότι ο κουρδικός λαός καταλαμβάνει μια περιοχή σε συνέχεια (ανατολική Ανατολία, μια μικρή λωρίδα των μακρών συριακών συνόρων, το βορειοανατολικό του Ιράκ, τα βουνά του Δυτικού Ιράν), το κουρδικό ζήτημα τίθεται με άλλους όρους στο Ιράν και στο Ιράκ σε σχέση με την Τουρκία.

Οι κουρδικό λαοί – οι Μήδοι και οι Πάρθοι (που έδωσαν το όνομά τους στον ποταμό Ευφράτη) της αρχαιότητας – μοιράζονταν με τους πέρσες γειτονικές ινδο-ευρωπαϊκές γλώσσες. Φαίνεται ότι, ίσως λόγω του γεγονότος αυτού, η συνύπαρξη των Κούρδων και των Περσών δεν είχε δημιουργήσει προβλήματα στο παρελθόν. Εδώ και πάλι το κουρδικό ζήτημα προέκυψε με την πρόσφατη αστικοποίηση της περιοχής. Επιπλέον ο σιιτισμός, η επίσημη γλώσσα στοΙράν, περισσότερο από ποτέ, είναι επίσης η προέλευση της ταλαιπωρίας που υπέστη η σουνιτική πλειοψηφία των Κούρδων του Ιράν.

Το Ιράκ, στα σύνορα που ορίζονται από την βρετανική εντολή, χώρισε τους Κούρδους στο βόρειο-ανατολικό τμήμα της χώρας από εκείνους της Ανατολίας. Αλλά εδώ πάλι υπήρχε με έναν τρόπο η συνύπαρξη των Κούρδων και Αράβων, χάρη, μεταξύ άλλων, ένα πραγματικό διεθνισμό ενός σχετικά ισχυρού Κομμουνιστικού Κόμματος στις πόλεις και μέσα στις γραμμές του πολυεθνικού προλεταριάτου. Η δικτατορία του Μπάαθ – που χαρακτηρίζεται από έναν αραβικό σοβινισμό – δυστυχώς έσπρωξε πίσω την πρόοδο που είχε σημειωθεί στο παρελθόν.

Το νέο κουρδικό ζήτημα είναι το προϊόν της πρόσφατης ανάπτυξης της στρατηγικής των ΗΠΑ που έχει θέσει ως στόχο της την καταστροφή του Κράτους και της κοινωνίας στο Ιράκ και στη Συρία, σε αναμονή της επίθεσης στο Ιράν. Η δημαγωγικό συζήτηση στην Ουάσιγκτον (δίχως καμία σχέση με την υποτιθέμενη δημοκρατία που επικαλείται) δίνει την υψηλότερη προτεραιότητα στην άσκηση του « δικαιώματος των κοινοτήτων». Οι ομιλίες των υπερασπιστών των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», που κάνουν την ίδια επιλογή, και στους οποίους αναφέρθηκα σε αυτό το άρθρο, κατ’ αυτό τον τρόπο πέφτουν στο κενό. Η ιρακινή κεντρική κυβέρνηση έχει ως εκ τούτου καταστραφεί (από τον aulaiter Βremen στα πρώτα χρόνια της κατοχής της χώρας) και οι ιδιότητες του του πραχωρήθηκαν σε τέσσερα ψευδο-κράτη, δύο εκ των οποίων ιδρύθηκαν επάνω σε σκοτεινές και φανατικές ερμηνείες των σιιτών και σουνιτών εκδόσεων του Ισλάμ, ενώ τα άλλα δύο βασίστηκαν στην υποτιθέμενη ιδιαιτερότητα των «κουρδικών φυλών» του Ιράκ! Η παρέμβαση των χωρών του Κόλπου, που υποστήριζαν – με τις Ηνωμένες Πολιτείες – το αντιδραστικό πολιτικό Ισλάμ που δημιούργησε το υποτιθέμενο Χαλιφάτο του Daesh (το Isis), συνέβαλε στην επιτυχία του σχεδίου της Ουάσιγκτον. Είναι διασκεδαστικό να σημειωθεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν τους Κούρδους του Ιράκ στο όνομα της «δημοκρατίας», αλλά όχι εκείνους τους Τούρκους, έναν σημαντικός σύμμαχο του ΝΑΤΟ. Δύο σταθμά, δύο μέτρα, ως συνήθως.

Τα δύο πολιτικά κόμματα που ασκούν τις αρμοδιότητές τους στα διαφορετικά μικρά κομμάτια της επικράτειας του ιρακινού Κουρδιστάν είναι «δημοκρατικά», ή είναι το ένα καλύτερο από το άλλο; Θα ήταν αφελές να πιστέψουμε αυτές τις ανοησίες της προπαγάνδας της Ουάσιγκτον. Εδώ δεν μιλάμε για τίποτα άλλο από αβρότητες πολιτικών / πολεμικών αρχηγών (και οι οποίοι θα πρέπει να πλουτίζουν μέσα από αυτόν). Ο δικός τους υποτιθέμενος «εθνικισμός» δεν είναι αντι-ιμπεριαλιστικός, επειδή το να είσαι αντι-ιμπεριαλιστής σημαίνει να μάχεσαι την αμερικανική παρουσία στο Ιράκ, και να μην εγγράφεσαι σε αυτήν για να προωθείς κάποιο προσωπικό πιόνι.

Δεν θα μιλήσω εδώ για το σχέδιο κατοχής των ΗΠΑ στην περιοχή, για το οποίο έχω αναλύσει αλλού τους πραγματικούς στόχους.

Η ανάλυση που προτείνουμε μπορεί να σας βοηθήσει να κατανοήσετε καλύτερα τη φύση του (ή των) κουρδικών εθνικισμών που δρουν σήμερα, τα όρια που οι ίδιοι επιβάλλουν αγνοώντας την ύπαρξη ενός αντι-ιμπεριαλιστικού αγώνα στην περιοχή, τις ριζικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που πρέπει να συνοδεύουν αυτόν τον αγώνα, όπως την ανάγκη του χτισίματος της ενότητας όλων ενδιαφερομένων των λαών (Κούρδοι, Άραβες, Ιρανοί) ενάντια στον κοινό τους εχθρό: τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους τοπικούς της συμμάχους (ισλαμιστές ή άλλους).

Μιλάω για κουρδικό εθνικισμό στον πληθυντικό. Καθώς μάλιστα οι στόχοι των κινημάτων (συχνά οπλισμένων) που δρουν σήμερα στο όνομά του δεν ορίζονται: ένα μεγάλο παν-κουρδικό ανεξάρτητο κράτος; Δύο ή τρεια ή τέσσερα ή πέντε Κουρδικά Κράτη; Μια δόση αυτονομίας εντός των Κρατών; Υπάρχει κάποιος λόγος που θα μπορούσε να εξηγήσει αυτή την ασάφεια που τον συνοδεύει; Κατά την άποψή μου ναι. Οι Άραβες και οι Πέρσες έχουν προχωρήσει σε έναν όμορφο εκσυγχρονισμό / ανανέωση των αντίστοιχων γλωσσών τους κατά τον 19ο αιώνα, οι Τούρκοι το έκαναν αργότερα, στη δεκαετία του ’20-’30. Οι Κούρδοι δεν έχουν τοποθετηθεί σε συνθήκες που θα απαιτούνταν! Έτσι, δεν υπάρχει μια κουρδική γλώσσα, αλλά γλώσσες σίγουρα κοντινές, αλλά πάντα ξεχωριστές και αναμφίβολα όχι ακόμη στο ύψος της αναγκαιότητας χρήσης τους στο σύγχρονο κόσμο. Η αδυναμία αυτή βρίσκει το αντιστάθμισμα της στην γλωσσική εξομοίωση των ελίτ, που έχουν υιοθετήσει τα περσικά, τα αραβικά ή τα τουρκικά, προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο!

 

Nota Σημείωση

https://cheirif.files.wordpress.com/2015/08/paul-kennedy-the-rise-and-fall-of-the-great-powers-19891.pdf

*https://en.wikipedia.org/wiki/Samir_Amin

 

1 oκτωβρίου 2016 – © Αναπαραγωγή δυνατή ΧΑΡΗ ΣΤΗΝ ΡΗΤΗ ΣΥΝΑΊΝΕΣΗ της ΣΥΝΤΑΞΗΣ του CONTROPIANO

Τελευταία τροποποίηση: 1 οκτωβρίου 2016, ore 9:24STAMPA

σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Από το ηλιοβασίλεμα στην αυγή – Dal tramonto all’alba

183 visualizzazioni

roulette-russa

«Είμαστε στα πρόθυρα μιας εκδήλωσης, ενός γεγονότος που θα σηματοδοτήσει το τέλος της Δύσης (υπό αμερικανική ηγεσία)». Αυτός που λέγει αυτά δεν είναι ένας στρατευμένος αντί-ιμπεριαλιστής ούτε ένας protocampista . Είναι ο Martin Wolf, ένα από τους μεγαλύτερους editorialists των Financial Times σε άρθρο που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη. Ο Wolf πιστώνει στην πιθανότητα νίκης του Trump στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ την κατάσταση γεγονότος εκρηκτικού. «Το απρόβλεπτο είναι το brand name, το σήμα κατατεθέν του Trump εργοστασίου και της διακρατικής προσέγγισης του … θα ήταν μια αλλαγή του καθεστώτος για όλο τον κόσμο … η προεδρία του δεν θα κάνει την Αμερική μεγάλη, αντίθετα, θα μπορούσε να συντρίψει τον πλανήτη, να τον κάνει κομμάτι», γράφει ο Wolf .

Μεταξύ των γραμμών του συντακτικού του άρθρου, όμως, διαβάζουμε κάτι πολύ βαρύτερο από μια απλή endorsement, υποστήριξη για την Χίλαρι Κλίντον ή ακόμα μια έκκληση να σταματήσουν οι παρανοϊκής μεταβλητές στις ηγεσίες της Δύσης (μετά από όλα, ο Μπερλουσκόνι υπήρξε σχεδόν ένας πρόδρομος).

Για τον Wolf – και όχι μόνο γι ‘αυτόν – είναι όλη η αρχιτεκτονική, η ιδεολογική και παγκόσμια ψυχολογική υπερκατασκευή, που απειλούν να τιναχθούν στον αέρα εάν οι ΗΠΑ δεν θα έχουν πλέον μια ουσιαστικά παρόμοια ηγεσία με όλες εκείνες που έχουν προηγηθεί. «Πολλοί έχουν πάντα κοιτάξει λοξά στα αμερικανικά κίνητρα, όμως, νόμιζαν ότι ήξεραν πώς  διαχειρίζεται ένα καπιταλιστικό σύστημα: η κρίση έχει συντρίψει αυτή την εμπιστοσύνη».

Ο εικοστός πρώτος αιώνας, ως εκ τούτου, δεν θα είναι πλέον ο «American Century», ο αμερικανικός Αιώνας; Περί αυτού πείθονται και ανησυχούν πολλοί, ειδικά στο εχθρικό στρατόπεδο. Αλλά είναι μια ερώτηση που πρέπει να γίνει με αυστηρότητα (και όχι με στάση οπαδική), ακόμη και από αυτούς που όλη τους τη ζωή αντιτέθηκαν στον κορυφαίο ιμπεριαλιστικό πόλο στον κόσμο, επειδή σκιαγραφεί ένα πέρασμα που σημαδεύει σε κάθε περίπτωση μια αλλαγή της ιστορικής φάσης. Εξίσου βαρυσήμαντο της παράδοσης της παγκόσμιας ηγεσίας από τη Βρετανία προς τις Ηνωμένες Πολιτείες ή της «Πτώσης του Τείχους» (η οποία έχει πλέον πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα που συνέβη …).

Τουλάχιστον τρεις γενιές έχουν μεγαλώσει και διαμορφώθηκαν στο όνομα της υποταγής ή του αγώνα ενάντια στο πρότυπο των ΗΠΑ στο οικονομικό, ιδεολογικό και στρατιωτικό πεδίο. Μια ηγεμονία που αντιμετωπίστηκε μέχρι το 1991 από την ύπαρξη εκείνου που αποκαλέστηκε «υπαρκτός σοσιαλισμός» σε ένα μέρος του κόσμου και από αντι-αποικιακά απελευθερωτικά κινήματα, νικηφόρα μέχρι το 1979. Με τη βίαιη αντεπίθεση που εξαπέλυσαν στη δεκαετία του ’80 σε όλα τα επίπεδα , οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν παίξει όλα τα χαρτιά τους: από τα πιο βίαια, εκείνα των στρατιωτικών επεμβάσεων μέχρι τα ιδεολογικά της άρρηκτης σχέσης μεταξύ της επικράτησης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, του ατομικισμού, της κατανάλωσης και της δημοκρατίας μέχρι το τοτέμ της «προοδευτικής» δύναμης μιας οικονομικής παγκοσμιοποίησης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ με την οποίαν ελέγχθηκε και ευθυγραμμίστηκε ολόκληρη η ανθρώπινη κοινότητα στον πλανήτη.

Η διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991 έκανε τον πολιτολόγο από τις ηνωμένες πολιτείες Francis Fukuyama να πει ότι «η ιστορία είχε τελειώσει» και ότι ο πραγματικός καπιταλισμός υπό την ηγεσία των ΗΠΑ μπορούσε να θεωρηθεί η υψηλότερη σύνθεση της ανθρώπινης ανάπτυξης σε όλες τις μορφές της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένας προσωρινός νικητής κοίταζε στον καθρέφτη τον εαυτό του και φαντάζονταν πως θα καθιστούσε αιώνια εκείνη την στιγμή της δόξας, ξεχνώντας ότι στην Ιστορία κάθε άφιξη είναι μόνο ένα σημείο εκκίνησης.

Ωστόσο, τον συναγερμό για την ευθραυστότητα αυτού του σεναρίου τον είχαν παίξει ακριβώς οι νεοσυντηρητικοί στις ΗΠΑ, με ένα εμπιστευτικό έγγραφο που δημοσιεύθηκε το 1992 στην Washington Post, το οποίο προέβλεπε τα θέματα, τις φιλοδοξίες και τις ανησυχίες που θα συστηματοποιηθούν ξανά οκτώ χρόνια αργότερα από τους πιο αντιδραστικούς διανοητές στο PNAC (το Σχέδιο για ένα Νέο Αμερικανικό Αιώνα), που υποστήριξε ιδεολογικά την εξαπόλυση του ατελείωτου πολέμου στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Μέση Ανατολή και τη Λιβύη.

Οι νεοσυντηρητικοί των ΗΠΑ, παρά την ιστορική νίκη της δεκαετίας του Ενενήντα, διαισθάνονταν τον κίνδυνο της παρακμής ΗΠΑ και ο φοβούνταν σαν την πανούκλα «την εμφάνιση αντίπαλων δυνάμεων που θα μπορούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την υπεροχή των ΗΠΑ στον κόσμο.» Υπό το πρίσμα αυτού που βλέπουμε, μπορούμε να πούμε ότι είχαν μαντέψει σωστά, αλλά οι πόλεμοι που εξαπολύθηκαν από τις διοικήσεις των ΗΠΑ από το 1991 και μετά δεν χρησίμευσαν στο να σταματήσουν αυτή την κάμψη, ούτε να δώσουν έναυσμα σε μια αντίθετη τάση διαρκείας.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου ήταν ο έμπειρος στρατηγικός αναλυτής της Corriere della Sera, ο Φράνκο Venturini, που σχεδίασε ένα αποθαρρυντικό σενάριο της συνόδου κορυφής των G20 στο Huangzou, στην Κίνα. Έναν Ομπάμα που κινδυνεύει να μείνει στην ιστορία ως «ο πρόεδρος ο οποίος έχασε τη Μέση Ανατολή, η Τουρκία του Ερντογάν να αναδύεται ισχυρότερη μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα που υποκινήθηκε από » αδελφούς μαχαίρια» μέσα στο ΝΑΤΟ, μια Ρωσία που έχει επιστρέψει πρωταγωνίστρια στην διεθνή σκηνή με την παρέμβαση στην Συρία, η οποία έχει σταματήσει τις φιλοδοξίες των εχθρών της κυβέρνησης Άσαντ, με την επαναπροσέγγιση με την Τουρκία και την πολιτική των τετελεσμένων γεγονότων στην Κριμαία, μια Κίνα που δεν έχει καταρρεύσει οικονομικά, όπως εικάζουν (και ελπίζουν) πολλοί διεθνείς παρατηρητές. Ο Venturini ελπίζει ότι το σενάριο τα επόμενα χρόνια να μην ταιριάξει με αυτές τις τάσεις. «Η Αμερική είναι απαραίτητη, και ο Robert Kaplan έχει δίκιο όταν λέει ότι μια αμερικανική παρακμή θα είναι πάντα σχετική. Η Ευρώπη πρέπει να σωθεί, επιτρεπόντων των ψηφοφόρων και των μεταναστών. Η Ρωσία και η Κίνα θα πρέπει να είναι αρκετά ισχυρές ώστε να δεχθούν και άβολους συμβιβασμούς », γράφει ο αρθρογράφος της Corriere » πρέπει να γεννηθεί, σε τελική ανάλυση, μια πολυπολική τάξη ικανή να διαχειριστεί τις εντάσεις μιας μετά-Τείχους εποχής που υπήρξε μέχρι τώρα συνώνυμη με σφαγές και ανικανότητες. Συμπεριλαμβανομένων εκείνων των G20».

Την Τετάρτη, τέλος, σε μια συνέντευξη στην Corriere della Sera, ήταν ο Carlo De Benedetti να δηλώνει ότι «Είμαστε στις παραμονές μιας νέας, σοβαρής οικονομικής κρίσης. Που θα επιδεινώσει τον κίνδυνο για το τέλος των δημοκρατιών, έτσι όπως τις έχουμε γνωρίσει «(δείτε τη συνέντευξη και τα σχόλια του δικού μας Dante Barontini στο Contropiano της Τετάρτης). Επίσης και ο κύριος De Benedetti βλέπει ως μια δυστυχία την ενδεχόμενη νίκη του Trump στις εκλογές των ΗΠΑ , αλλά τονίζει ότι πάνω απ ‘όλα ότι «Σήμερα ακριβώς η προοδευτική καταστροφή της μεσαίας τάξης θέτει σε κίνδυνο τη δημοκρατία, χωρίς να έχει λυθεί το πρόβλημα της στασιμότητας. Έχοντας επιδεινωθεί από την τρελή ευρωπαϊκή επιλογή της λιτότητας σε μια περίοδο πλήρους αποπληθωρισμού, η οποία είναι ισοδύναμη με τη θεραπεία ενός ασθενούς που πάσχει από πνευμονία θέτοντας τον σε δίαιτα «.

Με λίγα λόγια, τρεις «καταστροφικές» αναλύσεις μέσα σε λίγες ημέρες, από πλευράς σημαντικών αξιωματούχων του establishment και των κύριων εργαλείων προσανατολισμού τους, είναι κάτι περισσότερο από «τρεις ενδείξεις που δημιουργούν μια απόδειξη.» Προκύπτει μάλλον η επίγνωση (εκτός από το φόβο) ότι ο μικρός παλιός κόσμος τελειώνει, ακόμη και για τους καπιταλιστές, που τώρα πλέον έχουν συνηθίσει να κινούνται, να αποφασίζουν και να ενεργούν σε ένα σύστημα συμμαχιών, αξιών και οικονομικών/ιδεολογικών παραμέτρων κυρίαρχο διότι αποτελεσματικό και δίχως πλέον αντιπάλους στο ύψος των περιστάσεων . Τα αφεντικά δεν ελέγχουν πλέον τον κόσμο όπως πριν, «προσποιήσου πως γνωρίζεις», έλεγε ένα τραγούδι.

Ξανά ο Martin Wolff μας θυμίζει ότι το μερίδιο του πλούτου που παράγεται από τις δυτικές χώρες, στο συνολικό παγκόσμιο ΑΕΠ, θα μειωθεί από το 64% του 1990 σε 39% το 2020. Μια διαδικασία που δεν συμβαίνει λόγω αναδιανομής του πλούτου σε ταξική βάση, αλλά μέσα νέες ισορροπίες και σχέσεις οικονομικές, πολιτικές και δύναμης στον κόσμο που βλέπουν πτωτικές τις ΗΠΑ, σε παρακμή, όπως και τους ιστορικούς της συμμάχους. Τα Ευρωπαϊκά κράτη, ιδιαίτερα.

Το πρόβλημα είναι ότι κανένας κυρίαρχος ιμπεριαλισμός δεν συμφώνησε να παρακμάσει χωρίς να καταφεύγει σε όλα τα μέσα για να το αποφύγει. Σε αυτά τα 25 χρόνια μαίνονταν και πολέμησαν ενάντια στους μισθούς και τους εργαζόμενους για να γδάρουν περιθώρια κέρδους όλο και λεπτότερα. Αφιερώθηκαν στην συστηματική λεηλασία των πόρων των ασθενέστερων χωρών και έχουν γεμίσει τον κόσμο με τα απορρίμματα χαρτιού με την πομπώδη ονομασία «χρηματοπιστωτικά προϊόντα». Τώρα, επίσης, άρχισαν την εκκαθάριση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί την «προστιθέμενη αξία» εγγενή της οικονομίας της αγοράς, το έμβλημα που νομιμοποίησε κάθε τους βρωμιά.

Το παιχνίδι που ανοίγετε δεν είναι και δεν θα είναι μια μάχη των απόψεων, αλλά ο αγώνας για την επιβίωση και τον μετασχηματισμό ως μια αναγκαιότητα για την επιβίωση. Η λύση των οποίων, όπως εξήγησε ο Μαρξ, δεν μπορεί παρά να είναι μόνο «ένας επαναστατικός μετασχηματισμός ολόκληρης της κοινωνίας ή η κοινή καταστροφή των τάξεων που αγωνίζονται μεταξύ τους».

Δεν κοροϊδευόμαστε πλέον, αν αστειευτήκαμε ποτές. Ο ήλιος πηγαίνει προς τα κάτω, έχει αρχίσει να δύει, αλλά η αυγή δεν θα έρθει από μόνη της …

 

30 σεπτεμβρίου 2016 – © Δυνατή η αναπαραγωγή ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΡΗΤΗ ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗ της ΣΥΝΤΑΞΗΣ του CONTROPIANO

Τελευταία τροποποίηση: 30 σεπτεμβρίου 2016, ώρα 11:13STAMPA

 http://contropiano.org/editoriale/2016/09/30/dal-tramonto-allalba-084149